Issuu on Google+

ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

Είναι ένα ανοιξιάτικο μεσημβρινό του έτους 1953 στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, όταν το πρωινό εκείνο ο Δάσκαλος μου Χατζής Σταύρος, διέκοψε το μάθημα του, γύρω στις δέκα η ώρα το πρωί, στο Δημοτικό μας Σχολείο, στο οποίο φοιτούσα ως μαθητής της Έκτης Τάξης . Στο σημείο αυτό οφείλω να πω, ότι ως αίθουσα Σχολείου την περίοδο εκείνη χρησιμοποιούσαμε, το χώρο του Καθολικού του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, καθόσον το κτήριο του πραγματικού μας Σχολείου ήταν ερειπωμένο, από τον προηγηθέντα συμμοριτοπόλεμο και την εγκατάλειψη του από τους κατοίκους, λόγω του επαίσχυντου και αδικαιολόγητου εκείνου πολέμου. Η διακοπή του μαθήματος μας, οφειλόταν όπως μας ενημέρωσε ο καλός μας Δάσκαλος, σε κάποιο έκτακτο οικογενειακό πρόβλημα της οικογενείας του και ο οποίος έφυγε εσπευσμένα πεζοπορώντας για μιάμιση περίπου ώρα , για το διπλανό χωριό το Γαρδίκι Ομιλαίων από το οποίο καταγόταν και στο οποίο διέμεινε μονίμως με την οικογένεια του. Μετά το ανωτέρω περιστατικό του Δασκάλου μας, όλα τα παιδιά του Σχολείου μας τη συμβολή του, επιστρέψαμε στα σπίτια μας, χαράς βέβαια ευαγγέλια για μας τους μαθητές, γιατί δεν θα κάναμε τα υπόλοιπα μαθήματα και οι περισσότεροι από μας ήμασταν αδιάβαστοι. Έτσι και εγώ όπως όλα τα παιδιά πήγα νωρίς στο σπίτι μου. Εκεί συνάντησα στη κουζίνα της την ηρωίδα και πανέξυπνη μάνα μου, να ασχολείται με την μαγειρική της και την ρώτησα που είναι ο πατέρας μου και εκείνη απορημένη για την τόσο ενωρίς επιστροφή μου στο σπίτι μας, μου είπε τι συμβαίνει Σπύρο και ήρθες τόσο γρήγορα από το Σχολείο, είσαι καλά η σε έδιωξε από το μάθημα ο Δάσκαλος και ζητά τον πατέρα σου να πάτε μαζί ξανά στο Σχολείο η σε τιμώρησε; Ταυτόχρονα όμως μου απαντά και μού λέγει ότι ο πατέρας μου έχει πάει απέναντι στο Σούλι και στην τοποθεσία Τσιόκα όπου είναι το χωράφι μας, για να μπολιάσει-κεντρώσει κάποιες άγριες καστανιές και μηλιές μας σε ήμερες, που είχαμε εκεί. Αμέσως εγώ αφού πέταξα την παλιό σάκα μου, ο Θεός να την κάνει σάκα στο κρεβάτι μου και αφού απάντησα γρήγορα-γρήγορα, αλλά πειστικά στην ερώτηση και την απορία της μάνας μου, ότι μας άφησε ελεύθερα τα παιδιά ο Δάσκαλος να φύγουμε από το Σχολείο, γιατί του προέκυψε κάποιο οικογενειακό πρόβλημα και έφυγε για το Γαρδίκι. Εγώ αμέσως έφυγα χωρίς καμιά άλλη ερωτοαπάντηση από την μάνα μου, τρέχοντας για να συναντήσω τον πατέρα μου στο χωράφι μας στου Τσιόκα, για να τον προλάβω να τον δω, πως μπόλιαζε-κέντρωνε τα άγρια δένδρα σε ήμερα και σε ποιες διαδικασίες και ενέργειες προέβαινε, για να μάθω έτσι και εγώ να μπολιάζω-κεντρώνω άγρια δένδρα σε ήμερα αργότερα όταν θα μεγάλωνα. Ο πατέρας μου όταν με είδε τα έχασε και με ρώτησε τι συμβαίνει λοιπόν παιδί μου και ήρθες τέτοια ώρα από το Σχολείο σου και εγώ του απάντησα ότι δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε πατέρα και ότι είμαι καλά, αλλά ο Δάσκαλος άφησε ελεύθερους τους μαθητές του, γιατί του προέκυψε κάποιο οικογενειακό πρόβλημα και έφυγε γρήγορα-γρήγορα για το Γαρδίκι


Τότε εντάξει παιδί μου Σπύρο, μου λέγει ο πατέρας μου, έλα εδώ κοντά μου να με βοηθήσεις να κόψουμε τα κωλοφούσια από τις καστανιές μας και να τις καθαρίσουμε και να κρατήσουμε στη συνέχεια αυτές που θέλουμε να μπολιάσουμε-κεντρώσουμε. Αμέσως εγώ γρήγορα-γρήγορα, αλλάνταβα όπως λέμε και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου να δω όσο το δυνατόν γρηγορότερα το μπόλιασμα-κέντρωμα από τον πατέρα μου, που τόσο πολύ επιθυμούσα, άρχισα να εκτελώ τις οδηγίες και εντολές του και σύντομα φθάσαμε στο τέλος του καθαρίσματος των καστανιών και της κοπής των κωλουφούσιων αυτών και είμαστε έτοιμοι πλέον για το μπόλιασμα-κέντρωμα πέντε εξ αυτών. Τότε ο πατέρας μου λέγει Σπύρο παιδί μου, έλα εδώ κοντά μου και παρακολούθησε με μεγάλη προσοχή τι κάνω εγώ, για να μπολιάσω-κεντρώσω ένα άγριο δένδρο σε ήμερο, γιατί το τελευταίο δένδρο της άγριας καστανιάς μας, θα το μπολιάσεις-κεντρώσεις εσύ και μετά από καιρό το καλοκαίρι θα δούμε ποια από τα μπολιασμένα-κεντρωμένα δένδρα πέτυχε το μπόλιασμα – κέντρωμα τους και ποιός αυτά μπόλιασε-κέντρωσε. Στο σημείο αυτό οφείλω πω, για την πληρότητα της διήγησης, ότι όλα τα μπολιάσματα-κεντρώματα πέτυχαν και απέδωσαν με τον καιρό τους, πολλούς και καλούς, εύγεστους καρπούς. Εγώ όλο αγωνία και ερωτήσεις στην κάθε ενέργεια του πατέρα μου, δεν κατάλαβα καθόλου πως φτάσαμε στο τέλος και ότι ήλθε και η σειρά η δική μου ως ειδικευόμενου πλέον χειρουργού (Χα, χα, χα) ,αφού το μπόλιασμα –κέντρωμα είναι ένα είδος χειρουργικής επέμβασης, να μπω στα βαθειά και άρχισα με προσοχή και με τρεμάμενα χέρια στην αρχή και σταθερά στη συνέχεια να ακολουθώ τις οδηγίες και εντολές του πατέρα μου αρχιχειρουργού και στο τέλος έκαμα μια πολύ καλή και επιτυχημένη επέμβαση-μπόλιασμα-κέντρωμα της τελευταίας καστανιάς μας τα καλέμια και η ευχαρίστηση μου ήταν απερίγραπτη και τα μπράβο του πατέρα μου πάρα πολλά. Τότε ο πατέρας μου λέγει Σπύρο παιδί μου, ας καθίσουμε λίγο να ξεκουραστούμε να κάνω εγώ ένα τσιγάρο και να φύγουμε μετά για το σπίτι μας για φαγητό, γιατί θα ανησυχεί και θα φωνάζει η μάνα σου, ότι αργήσαμε. Εγώ βεβαίως συγκατάνευσα προς τούτο και πως ήταν δυνατόν να συμβεί αλλιώς και καθίσαμε σε κάτι πάνω σε κάτι πέτρες σε ένα όχτο και εκείνος άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο, ενώ εγώ εξερευνούσα με τα μάτια μου τον περιβάλλοντα χώρο, οπότε σε κάποια στιγμή, είδα ποιο κάτω, ένα σκαντζόχοιρο και μια χελώνα σκοτωμένη και παράπλευρα στο χωράφι του γείτονα μία κυψέλη να τιτιβίζει από μέλισσες πηγαινοερχόμενες στην κυψέλη. Αμέσως τα οπτικά ευρήματα της ερευνάς μου τα αναφέρω στο πατέρα μου και εκείνος με πολύ αγάπη και στοργή αλλά και υπερηφάνεια για την σημερινή ενέργεια μου λέγει: Άκουσε παιδί μου Σπύρο, κάποιος ασυνείδητος συγχωριανός διέπραξε αυτό το ανοσιούργημα και είναι ντροπή για μας και τον πολιτισμό μας και ταυτόχρονα μου λέγει επίσης εάν γνωρίζω την ιστορία του σκαντζόχοιρου, της χελώνας και της μέλισσας, αφού αυτά και τα τρία πλάσματα κατά το μύθο και την ιστορία των , ήταν άνθρωποι. Ακούγοντας αυτά εγώ από το στόμα του πατέρα μου του απαντώ αμέσως, ότι δεν την γνωρίζω την ιστορία-μύθο της χελώνας κλπ., αφού δεν την έχω ποτέ ακούσει ούτε από τον Δάσκαλο μου και τι να πρώτο διδάξει αυτός ο άνθρωπος σε έξη τάξεις μαθητών που έχει, διαφόρων πνευματικών δυνάμεων, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο μεγαλύτερο μου. Αμέσως ο πατέρας μου, με το πλατύ και αφοπλιστικό του χαμόγελο μου λέγει, δώσε Σπύρο παιδί μου μεγάλη προσοχή και άκουσε αυτή την ιστορία την οποία θα σου πω και η οποία έχει ως ακολούθως:


Μια φορά και ένα καιρό λέγει ο πατέρας μου, σε ένα χωριό της πατρίδας μας, ζούσε όμορφα και ωραία ένα ανδρόγυνο και είχαν τρία παιδιά ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Σε κάποια στιγμή όμως και ενώ τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και γίνανε της παντρειάς όπως λέει ο λαός μας, πέθανε ο πατέρας τους και έμειναν ορφανά ,αλλά η μάνα τους στάθηκε όχι μόνο βράχος αλλά και τα καλοπάντρεψε στα διπλανά χωρία και ζούσαν αυτά πολύ καλά με τους άνδρες τους και την γυναίκα του ο γιός της και είχαν αποκτήσει και παιδιά. Πέρασε όμως ο καιρός και ή μάνα τους γέρασε αλλά και αρρώστησε συγχρόνως και είχε ανάγκη από την βοήθεια τους. Έτσι κάποια ημέρα, που ήταν άρρωστη πολύ βαριά η μάνα, κάλεσε την γειτόνισσα της την Μαρία και την παρεκάλεσε πολύ να πάει στο διπλό χωριό που είχε παντρέψει την μεγάλη της κόρη της να της πει να έλθει στο σπίτι της να την δει πριν πεθάνει. Η καλή γειτόνισσα η Μαρία αμέσως πήγε στο διπλανό χωριό που ήταν παντρεμένη η μεγαλύτερη κόρη της άρρωστης γειτόνισσας και την βρήκε να πλένει ρούχα στη σκάφη και της είπε το μήνυμα της μάνας της ότι είναι άρρωστη βαριά και θέλει να την δει επειγόντως πριν πεθάνει και εκείνη της απαντά ότι την ευχαριστεί πολύ για το μήνυμα που της μετέφερε, αλλά την θερμοπαρακαλεί να πει στη μάνα της, ότι δεν μπορεί να πάει να την δει , γιατί έχει ρούχα στη σκάφη και πλένει . Επιστρέφει η Μαρία η γειτόνισσα και φέρνει τα μαντάτα της κόρης στην άρρωστη βαριά μάνα της, ότι δεν μπορεί να έλθει να την δει, γιατί έχει ρούχα στη σκάφη και πλένει και δεν ευκαιρεί να πάει να δει την μάνα της . Ακούγοντας αυτά τα πράγματα η άρρωστη βαριά μάνα από τη Μαρία τη γειτόνισσα, θυμώνει πάρα πολύ και κατάρατε την κόρη της και λέγει από σήμερα και του λοιπού να γυρίσει η σκάφη στη πλάτη της και να την σέρνει φορτωμένη σε όλη της τη ζωή, έτσι έγινε η σημερινή μας χελώνα. Στη συνέχεια ξανά παρακαλεί και πάλι ή άρρωστη μάνα τη Μαρία τη γειτόνισσα να πάει να ειδοποιήσει στο άλλο διπλανό χωριό το γιό της να έλθει να την δει πριν πεθάνει και πάλι η καλή γειτόνισσα πήγε και στο άλλο διπλανό χωριό και βρήκε το γιο της άρρωστης βαριά μάνας και του λέγει το μήνυμα της μάνας του να πάει να την δει πριν πεθάνει και εκείνος απαντά ότι κάνει αγκυλωτό φράχτη και στεριώνει παλούκια στο χωράφι του και δεν μπορεί να πάει να την δει. Επιστέφει και πάλι άπρακτη η καλή γειτόνισσα η Μαρία και λέγει στην άρρωστη βαριά μάνα και γειτόνισσα της, ότι ο γιός της δεν μπορεί να πάει να την δει, γιατί έφτιαχνε κάποιο αγκυλωτό φράχτη στο χωράφι του, τότε η άρρωστη μάνα οργίζεται πάρα πολύ και κατάρατε και τον γιό της και λέγει με μίσος και οργή να γυρίσουν τα παλούκια και τα αγκάθια της φράχτης του χωραφιού του στο κορμί του και να τα σέρνει επάνω του όλη του τη ζωή και έτσι έγινε ο σημερινός μας σκαντζόχοιρος. Επανέρχεται και πάλι ή βαριά άρρωστη μάνα προς την καλή γειτόνισσα την Μαρία και την παρακαλεί και πάλι να πάει στο άλλο διπλανό χωριό που είναι παντρεμένη η δεύτερη και μικρότερη κόρη της να της πει ότι είναι βαριά άρρωστη να πάει να την δει πριν πεθάνει. Για τρίτη φορά η καλή γειτόνισσα η Μαρία, πηγαίνει και στο άλλο χωριό και βρίσκει και την μικρότερη κόρη της άρρωστης βαριά μάνας και γειτόνισσας και της μεταφέρει το μήνυμα της μάνας της, ότι είναι βαριά άρρωστη και πρέπει να πάει να την δει πριν πεθάνει. Και εκείνη όπως ήταν με τα ζυμάρια στα χέρια της, λέει στη καλή γειτόνισσα την Μαρία, πάμε αμέσως στο χωριό μας μην χάνουμε καιρό, χωρίς να μπορέσει να ενημερώσει κανένα από το σπίτι της, για να προλάβει την μάνα της ζωντανή.


Σε λίγο φτάνουν κατάκοπες οι δύο γυναίκες στο χωριό τους και στην ετοιμοθάνατη μάνα της κόρης και αμέσως εκείνη ρίχνετε στην αγκαλιά της μάνας της και της λέγει τι έχεις καλή μου μάνα και εκείνη με αργόσυρτη φωνή της λέγει, τι είναι αυτά που έχεις στα χέρια σου κόρη μου και δεν της απαντά στο ερώτημα της και η κόρη της απαντά φρέσκα ζυμάρια μάνα μου, γιατί εκείνη την στιγμή που ήρθε η γειτόνισσα μας η Μαρία και μου έφερε το όχι ευχάριστο μήνυμα σου, ζύμωνα ψωμί για το σπιτικό μου. Αμέσως μετά η μάνα της, αφού ευχαρίστησε πάρα πολύ την γειτόνισσα της τη Μαρία, για τη τριπλή εξυπηρέτηση που της έκανε, με μεγάλη ευχαρίστηση της δίδει την ευχή της λέγοντας

΄΄Χούμα να πιάνεις και μάλαμα να γίνεται κορίτσι μου’’. Στη συνέχεια δίδει και στην μικρότερη κόρη της την ευχή της και της λέγει με απλοχεριά και μεγάλη ευχαρίστηση και ικανοποίηση:

΄΄Τα ζυμάρια σου κόρη μου να γίνουν μέλι και να γλυκαίνουν τους ανθρώπους σε όλη τους τη ζωή’’ και έτσι έγινε η σημερινή μας μέλισσα. Στο σημείο αυτό τελείωσε η σύντομη ιστορία της χελώνας, του σκαντζόχοιρου και της μέλισσας και έζησαν εκείνοι καλά και εμείς καλύτερα Εδώ οφείλω να επισημάνω ότι το ίδιο πρόσωπο ή μάνα στη ιστορία μας παρουσιάζεται με διπλό προσωπείο ,της καλής και της κακής μάνας, αναιρούσα εν μέρει έτσι την άλλη αρχή :΄΄ Οτι έχει ο μπαξές του καθενός προσφέρει’’. Αμέσως μετά το πέρας της άγνωστης σε μένα διήγησης, αλλά πάρα πολύ όμορφης διδακτικής ιστορίας, εγώ και ο πατέρας μου, αναχωρήσαμε για το σπίτι μας, για μεσημβρινό φαγητό και εκεί μας περίμενε ανήσυχη και δικαιολογημένα η μάνα μου, γιατί είχαμε αργήσει αρκετά. Οφείλω στο σημείο αυτό να αναφέρω, ότι εγώ την ημέρα εκείνη, έμαθα και έκανα πάρα πολλά για την μετέπειτα ζωή μου, τόσο από την θεωρητική όσο και από την πρακτική εξάσκηση στην οποία υποβλήθηκα από τον πατέρα μου στο μπόλιασμα-κέντρωμα των δέντρων, αλλά και από την όμορφη και πάρα πολύ διδακτική ιστορία που άκουσα.


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΟΥ ΛΗΣΤΗ Το Νιρβάνα του Μοναχού, η εξομολόγηση, η καλή πράξη, το επιτίμιο και η συγχώρηση του αρχιληστή.

Θα προσπαθήσω να αποτυπώσω σήμερα στο άψυχο χαρτί, μια όμορφη διδακτική ιστορία, για να διατηρήσω άσβεστη και αιώνια την μνήμη και την πνευματικότητα του αφηγητή της, μακαριστού πλέον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου(+1889-1980). Την ιστορία όμως αυτή, μας την διηγήθηκε ο ως άνω Ιερέας, ένα σεληνιακό αυγουστιάτικο απόβραδο το έτος 1955 σε πέντε φίλους, που επισκεφθήκαμε τότε για να κάνουμε τον Σταυρό μας και να ανάψουμε ένα κερί στην κατακόμβη εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής του ειδυλλιακού χωριού μας.. Εκεί όλως τυχαία συναντήσαμε το Εφημέριο του Ναού, κατάκοπο από την κούραση της καθημερινής βιωτής, τις αντιξοότητες της ζωής ,τα προβλήματα της ηλικίας, αλλά και το καθημερινό και αδιάκοπο προσευχολόι του, υπέρ υγείας, ευτυχίας και σωτηρίας των ενοριτών του, καθήμενο αναπαυτικά, στο γνωστό απομεινάρι της αποκοπείσας αιωνόβιας βελανιδιάς, που στόλιζε τον προαύλιο χώρο του Ναού της Αγίας Παρασκευής και στα κλαδιά της φτερούγιζε και κελαηδούσε για αιώνες με την γνωστή βραχνή φωνή του ο γκιώνης της γειτονιάς και απολάμβανε ένα στριφτό τσιγάρο. Μετά λοιπόν, την μετά σεβασμού ανταλλαγή των απαραίτητων κοινωνικών και παραδοσιακών χαιρετισμών μεταξύ μας και του εν συνεχεία ανάμματος του κεριού μας στα μανουάλια του Ναού και του προσκυνήματος μας στις άγιες εικόνες, εξήλθαμε από την εκκλησιά και πλησιάσαμε αυθόρμητα όλοι μας τον πάλλευκο γέροντα Παπαδημήτρη, ο οποίος με τον χαρισματικό και πράο λόγο του, μας συγκέντρωσε ακόμα πιο κοντά του, όπως ο μαγνήτης και η όρνιθα του Ευαγγελίου, όπου περισυνάγει τα νοσσία αυτής υπό τας πτέρυγας της και ανοίξαμε μαζί του διάφορες συζητήσεις για ποικίλα θέματα επικαιρότητας και άμεσου ενδιαφέροντος για μας τους νέους και οι πέντε ήμασταν αποσβολωμένοι και κρεμασμένοι από τα χείλη του, για την πλούσια επιχειρηματολογία, την ορθή δικανική κρίση, την μεγάλη ευρυμάθεια, την σπάνια θεολογική κατάρτιση και το δια ποικίλων ιστοριών πέρασμα των μηνυμάτων του στους ακροατές και συνομιλητές του ,έτσι λοιπόν προέκυψε στην συζήτηση εκείνη και η κατωτέρω διδακτική και όμορφη ιστορία μας, η οποία έχει ως ακολούθως. Μια φορά και ένα καιρό, στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, στα δυσπρόσιτα και απάτητα μέρη της ορεινής Φθιωτιδοφωκίδας της Κεντρικής Ρούμελης και συγκεκριμένα στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αρτοτίνα της Δωρίδας, ζούσε ένας υπερενηκοενταετής μοναχός αφοσιωμένος ψυχή τε και σώματι στο Θεό και το έργο του . Έτσι μια ηλιόλουστη ημέρα του Μαΐου, ο ως άνω μοναχός τελειώνοντας τον Όρθρο του και τις λοιπές θρησκευτικές του ενασχολήσεις στο Μοναστήρι, βγήκε έξω στον προαύλιο χώρο του Μοναστηρίου και κάθισε σε μια πεζούλα του και απολάμβανε το νιρβάνα του και την ησυχία της


φύσης και στοχαζότανε φιλοσοφώντας και τίποτε δεν προοιωνιζόταν άσχημο και συνταρακτικό για εκείνον και το Μοναστήρι του. Ήταν μια ημέρα, πού όλα όσα βρισκόταν γύρω και πέριξ από τον μοναχό στο αχανές περιβάλλον της δημιουργίας, υμνούσαν και δοξολογούσαν τον Θεό, ή φύση οργίαζε με το πράσινο και την άνθιση, ο καθαρός γαλανός ουρανός σε ξεκούρασε από τις καθημερινές ενασχολήσεις ,τα λουλούδια και τα δένδρα με τα αιθέρια αρώματα τους σε προδιέθεταν σε ανάταση ,οι μέλισσες με τα βουίσματα τους σε περνούσαν στη δημιουργία, τα κελαρύσματα των ποταμών σε ανακούφιζαν από την καθημερινότητα, τα διαφορετικά μελωδικά τιτιβίσματα των πουλιών σε ανέβασαν ψυχολογικά, ο ανοιξιάτικος ήλιος σε χαλάρωνε, οι κινήσεις των σαβρών και των άλλων ερπετών, σου έδιναν την αίσθηση της αναγέννησης της φύσης και όλα μαζί αναφωνούσαν: Μέγας Σύ Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνων των θαυμάσιων σου. Και ενώ ο μοναχός απολάμβανε την ομορφιά της θείας δημιουργίας και ήταν βυθισμένος στο νιρβάνα του και στα φτωχά αλλά καθαρά ράσα του, που περιτύλιγαν το σκελετωμένο από τους χρόνους και την εγκράτεια σώμα του, αναπολώντας και ανατρέχοντας προφανώς σε σκέψεις και ενθυμίσεις της πολύχρονης επίγειας πολιτείας του, όλως αδόκητα και αιφνίδια εμφανίζεται μπροστά του ως από μηχανής Θεός , ένα αρρενωπό, 30χρονο, μαυρομούστακο γεροδεμένο παλικάρι δύο μέτρων, αρματωμένο σαν αστακός και τον καλημερίζει και συγχρόνως αυτοσυστήνεται και του λέει ορθά κοφτά, ότι είναι ό αρχιληστής της περιοχής εκείνης. Ο μοναχός παθαίνει το πρώτο σοκ πριν καλά-καλά πει καλημέρα στον αρχιληστής και με το άκουσμα και μόνο ότι είναι πράγματι ό αρχιληστής της περιοχής, που γνώριζε μόνο εξ ακοής, παθαίνει και δεύτερο σοκ και άρχισε να τρέμει σύγκορμος για το τι ήθελε προκύψει και δεν μπορεί να αρθρώσει κουβέντα στα λόγια του ληστή. Στη συνέχεια ο μοναχός με όποιες δυνάμεις μπορούσε να έχει εκείνη την τραγική στιγμή της ζωής του, προσπαθεί να ψελλίσει κάποια λόγια, για να υποστεί πάρα αυτά και τρίτο σοκ χειρότερο από τα δύο πρώτα , όταν άκουσε από το στόμα του αρχιληστή ότι θα τον σκοτώσει, γιατί του είπανε οι σύντροφοι του ότι θα πάει στον Παράδεισο εάν έχει σκοτώσει εκατό ανθρώπους και εκείνος μέχρι εκείνη την στιγμή είχε σκοτώσει ενενήντα εννέα και με τον θάνατο του μοναχού θα τους έφτανε εκατό τους φόνους και έτσι με τα λεγόμενα των συντρόφων του θα πήγαινε στον Παράδεισο. Προ αυτής της αδιέξοδης κατάστασης ό μοναχός επιχειρεί με όποιες δυνάμεις του εναπέμειναν να μεταπείσει τον αρχιληστή για το εγχείρημα του αλλά δεν μπορεί να τον καταφέρει και ο θάνατος του είναι θέμα ολίγων λεπτών και ο τρόπος του άγνωστος και σαδιστικός. Στο σημείο αυτό της ιστορίας, ο μοναχός μας απευθυνόμενος προς τον αρχιληστή του λέγει συμπονετικά και παρακλητικά συνάμα , εφόσον παλικάρι μου αποφάσισες να με σκοτώσεις, εγώ σε συγχωρώ, αλλά θέλω μια τελευταία επιθυμία μου να μου ικανοποιήσεις, να κάνεις μία καλή πράξη και ο αρχιληστής με προθυμία του λέγει ποια είναι αυτή γέροντα και ο μοναχός του απαντά βλέπεις παλικάρι εκείνη την βρύση εκεί στο δέντρο, θέλω να μου φέρεις λίγο γάργαρο νερό από αυτή την πηγή , σε αυτό το μεταλλικό κύπελλο να ποιώ και ας πεθάνω μετά. Ο αρχιληστής χωρίς καμιά αντίρρηση και με μεγάλη προθυμία, του απαντά με την βροντώδη εγκληματική φωνή του, ότι αυτό θα το κάνει και στράφηκε προς το μέρος που ήταν το κύπελλο και το πήρε και έτριξε προς την βρύση του Μοναστηριού, ενώ ο μελλοθάνατος μοναχός ψέλλιζε τις τελευταίες προσευχές του προς τον πανάγαθο Θεό να τον λυπηθεί και να τον απαλλάξει από τον άγνωστο και εγκληματικό επισκέπτη του, τρέμοντας σύγκορμος και μη δυνάμενος να αρθρώσει λέξη.


Και ενώ αυτά συμβαίνουν στο μοναχό, ο αρχιληστής δεν βιάζεται να επιστρέψει φαίνεται, αφού το θύμα του είναι εντελώς ακίνδυνο για οποιαδήποτε ενέργεια διαφυγής του και λόγω ηλικίας ,αλλά και λόγω σωματικών αδυναμιών. Ο χρόνος όμως περνά, χωρίς την επανάκαμψη του αρχιληστή, οπότε ό μοναχός αρχίζει να προβληματίζεται τι πρέπει να κάμει ,να μεταβεί προς αναζήτηση του στην βρύση του Μοναστηριού η να περιμένει έως ότου έλθει ο αρχιληστής και ο θάνατος του συνάμα, εάν εν τω μεταξύ δεν έχει μεταμεληθεί επί το ανθρώπινο ο αρχιληστής. Πέρασε αρκετή ώρα προβληματισμού του μοναχού τι πρέπει να κάμει και τέλος αποφασίζει να μεταβεί στην βρύση του Μοναστηριού να δει τι συμβαίνει και με όσες σωματικές και ηθικές δυνάμεις του εναπέμειναν και διέθετε ξεκίνησε προς τα εκεί με βαριά και τρεμάμενα πόδια και χέρια από τα γηρατειά και την φοβία για την ζωή του και τραυλίζοντας τις ολιγοστές λέξεις του, που μπορούσε να προφέρει, φθάνει στην βρύση και βλέπει τον αρχιληστή πεσμένο δίπλα από την κούπα της βρύσης κρατώντας μάλιστα σφικτά στο δεξί χέρι του το κύπελλο που θα του έφερνε το νερό, χλωμό, νεκρό και άπνουν, καθόσον υπέστην καρδιακή ανακοπή. Προ αυτής της απρόσμενης και αδόκητης κατάστασης, ο μοναχός έχοντας το χάρισμα να εισακούονται οι προσευχές του από τον Θεό, πέφτει γονυπετής στο έδαφος και θερμά παρακαλεί τον Πανάγαθο, Τριαδικό, Άγιο, Σωτήρα Θεό μας να του γνωρίσει εάν ο εν λόγω αρχιληστής θα πάει στον Παράδεισο όπως του έλεγαν οι σύντροφοι του, η θα οδεύσει προς την Κόλαση λόγω των πολλών αμαρτημάτων μου και μετά από πολύ ώρα και προσευχή ακούει την φωνή του Παντογνώστη και Καρδιογνώστη Θεού ότι ο αρχιληστής θα πάει στο μέσο του Παράδεισου. Ό μοναχός μένει εμβρόντητος και εν πολλοίς άφωνος και απορεί όταν ακούει από το στόμα του Θεού να λέγει ότι ό εν λόγω αρχιληστής θα πάει στον Παράδεισο. Τότε, από την πεπερασμένη ανθρώπινη σκέψη του μοναχού, πέρασαν πολλοί συλλογισμοί και εν ταυτό προβληματισμοί , για το αν αυτός που έχει σκοτώσει ενενήντα εννέα ανθρώπους και έναν έχει υπό εκτέλεση πηγαίνει στον Παράδεισο, τότε ποίος πηγαίνει στην Κόλαση και επανέρχεται ξανά με νέες θερμές προσευχές και ικεσίες προς τον Παντογνώστη Θεό να του γνωρίσει γιατί ο νους του δεν μπορεί να συλλάβει τα παρά Θεού τεκταινόμενα και απορεί πώς και γιατί ο αρχιληστής πήγε στον Παράδεισο. Ο Παντογνώστης και Καρδιογνώστης Θεός, απαντά στο ερώτημα του ευσεβούς και ευλαβούς αυτού μοναχού ,ως ακολούθως:  Πρώτον ο αρχιληστής με τον ακούσιο δικό του άτυπο τρόπο, χωρίς δηλαδή να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του, το τυπικό και υλικό μέρος της εξομολόγησης, δηλαδή οι ερωτοαπαντήσεις εξομολογητή και εξομολογούμενου και η επίθεση επί του τραχήλου της κεφαλής του, του πετραχηλιού του εξομολογητή και η ανάγνωση της καθιερωμένης συγχωρητικής ευχής, αλλά τελείως ελεύθερα και εκούσια ενώπιον του έχοντα το δικαίωμα να εξομολογεί μοναχού, όχι μόνον εξομολογήθηκε σε αυτόν λέγοντας του με παρρησία και χωρίς περιστροφές τα αμαρτήματα του και με μεγάλο κομπασμό, ότι δηλαδή έχει σκοτώσει ενενήντα εννέα ανθρώπους και έναν έχει υπό εκτέλεση δηλαδή αυτόν.  Δεύτερον συγχωρέθηκε ο αρχιληστής πανηγυρικό και

από αυτόν κατά τρόπο, κατηγορηματικό και


 Τρίτον λέει ο Θεός στο μοναχό, ότι του επέβαλε αυτός, ακούσια μεν, να κάνει στο τέλος της ζωής του έστω και μία καλή πράξη, αλλά και ένα επιτίμιο δε, χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις. Ο ευλαβής μοναχός μη δυνάμενος να κατανοήσει ποια καλή πράξη και ποιό επιτίμιο του επέβαλλε και το εκτέλεσε και μάλιστα πιστά ο αρχιληστής απορεί και επανέρχεται ξανά με νέα θερμότατη προσευχή και ερωτά και πάλι τον Παντογνώστη Θεό, ποιο επιτίμιο του επέβαλλε και ποια καλή πράξη και εκτέλεσε ο αρχιληστής και αφέθηκαν τα αμαρτήματα του και απολαμβάνει τα αγαθά του Παραδείσου. Τότε ο Πανάγαθος Θεός επανέρχεται και απαντά στον ευσεβή μοναχό του: Το γεγονός ότι έστειλες και με τον τρόπο που έστειλες τον αρχιληστή να σου φέρει νερό από την βρύση του Μοναστηριού, χωρίς αυτός να φέρει καμιά αντίρρηση και με μεγάλη μάλιστα προθυμία, ταπείνωση και σεβασμό, αυτό από μόνο του είναι μια καλή πράξη,αλλά και είναι ένα μεγάλο επιβαλλόμενο επιτίμιο, γιατί ακριβώς το επέβαλλες σε έναν αρχιληστή και όχι σε κάποιο απλό άνθρωπο, η τουλάχιστον είναι ένα επιτίμιο ισάξιο με τα επιτίμια των εκατό καθημερινών γονυκλισιών που επιβάλλετε σεις οι πνευματικοί-εξομολόγοι στους απλούς ανθρώπους. Ακούγοντας ό μοναχός τις διευκρινήσεις αυτές από τον Θεό, τον ευχαριστεί και πάλι θερμά για το σώσιμο της ζωή του και τις παρασχεθείσες πληροφορίες, οι οποίες ήσαν πάρα πολύ χρήσιμες για την μετέπειτα εξομολογητική πορεία του , προς τους προσερχόμενους προς εξομολόγηση ανθρώπους και έπεσε σε μεγάλη σκέψη και περισυλλογή για τα πόσα ακούσια λάθη έκανε κατά την εξομολόγηση των ανθρώπων, αλλά και για την μη προσήκουσα και ανάλογη με την βαρύτητα και την πρόθεση των αμαρτημάτων επιβολή επιτιμίων στους εξομολογούμενους του, παρά των οποίων ζητά ταπεινά συγχώρηση και όχι μόνο από αυτούς, αλλά πρωτίστως από τον Θεό. Εδώ ή ιστορία μας τέλειωσε και ο χαρισματικός, ταλαντούχος και καλοκάγαθος με το πλατύ χαμόγελο Παπαδημήτρης, μας καληνύχτισε και μας έδωσε εγκάρδια την ευχή του για υγεία, ευτυχία , πρόοδο και προκοπή στη ζωή μας ως φερέλπιδες νέοι που ήμασταν και στη συνέχεια πήρε με σταθερά αλλά αργά βήματα τον κατηφορικό δρόμο που οδηγούσε για το σπίτι του και εμείς αρκετά προβληματισμένοι από την πλοκή της διηγηματικής ιστορίας, κάτω από το φώς του απίθανου και εξαίσιου εκείνου αυγουστιάτικου φεγγαριού, και με την καληνύχτα όλοι στο στόμα για αυριανή συνάντηση και βόλτα , φύγαμε ευχαριστημένοι για τα σπίτια μας. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να πούμε ότι οι πρωταγωνιστές της αφηγηματικής αυτής ιστορίας αλλά και οι ακροατές της έζησαν ό μεν γέροντας μοναχός καλά και του λύθηκαν οι απορίες που ανέκυψαν από τον αιφνίδιο θάνατο του αρχιληστή και ο αρχιληστής καθαρός και αγνός πλέον αμαρτημάτων, αναπαύεται δίκαια και αιώνια στο κήπο του Παράδεισου και όλοι εμείς οι λοιποί συζητητές της ιστορίας αυτής, επικαλούμεθα πλέον το έλεος του Θεού, σύμφωνα με τον Υμνωδό:

‘’ Το έλεος σου Κύριε καταδιώξει με, πάσας τας ημέρας της ζωής μου’’(Ψαλμ:κβ-23) και ζήσαμε καλύτερα.


Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΑΒΙΑ,Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΡΓΑΡΟ ΝΕΡΟ

(Θεολογική προσέγγιση) Είναι ένα αυγουστιάτικο δροσερό ειδυλλιακό απόγευμα, στο κεντρικό καφενείο του χωριού μου, το Παλαιοχώρι Φθιώτιδας, το έτος 1959, όπου είμεθα συγκεντρωμένοι μερικοί συγχωριανοί και πίνουμε το αναψυκτικό και το καφεδάκι μας ανάλογα την επιθυμία του καθένα και συζητούμε διάφορα θέματα τοπικού ενδιαφέροντος . Εν τω μεταξύ, στην παρέα μας κατέφθασε και ο σεβαστός εφημέριος και ποιμενάρχης μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, μετά την πράγματι κατανυκτική παράκληση της Παναγίας μας, την οποία τέλεσε στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής, της πάλαι ποτέ κατακόμβης Εκκλησιάς του χωριού μας, στην οποία παρευρεθήκαμε και όλοι εμείς οι θαμώνες του καφενείου, καθόσον διανύαμε ήμερες θρησκευτικής περισυλλογής και ενσυνείδητης νηστείας, για την πραγματικά μεγάλη γιορτή της Μεγαλόχαρης, για το λεγόμενο Πάσχα του καλοκαιριού. Μετά την τυπική και ουσιαστική καλησπέρα του σεβαστού μας γέροντα, πώς είμαστε στη υγεία εμείς και οι οικογένειες μας και πώς πάνε οι καθημερινές δουλειές μας, με το γνωστό πλατύ και γλυκό χαμόγελο του και την δική μας επίσης ευγενική και θερμή αντί καλησπέρα μας και ότι όλα έχουν καλώς, κάθισε αυτός στη γνωστή του θέση στο καφενείο μας και παράγγελλε και εκείνος το αναψυκτικό του, για να δροσισθεί. Μετά το σερβίρισμα των παραγγελιών από το Καφετζή Πρόεδρο μας μας, άρχισε μία συζήτηση γύρω από το θέμα της νηστείας της Παναγίας και τον τρόπο με τον οποίο την πραγματοποιούν σήμερα οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μας και ότι από όλες τις νηστείες του χρόνου, που επιβάλλουν οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας μας, αυτή που φυλάσσουν περισσότερο και δεν την καταλύουν σχεδόν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί (άνδρες-γυναίκες), είναι αυτή του Δεκαπενταύγουστου, για να τιμήσουμε την μεγάλη Μάνα όλου του κόσμου την Παναγιά μας, γιατί ο μήνας Αύγουστος, είναι ο μήνας του χρόνου, που προσφέρει τα περισσότερα νηστίσιμα εδέσματα. Κάποιοι όμως από την ομήγυρη-παρέα του καφενείου μας, θέλοντας προφανώς άκαιρα να χαριτολογήσουν και να απλοποιήσουν το σοβαρό αυτό θέμα της νηστείας, το οποίο στο βάθος αγνοούσαν παντελώς η τουλάχιστον είχαν επιδερμικά και εμπειρικά εντρυφήσει σε αυτό, αναφέρθηκαν στο γνωστό αποφθεγματικό λαϊκό ρητό:

‘’Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει’’ για να πάρουν αμέσως την πρέπουσα απάντηση από τον βαθύ γνώστη της Θεολογίας και των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας, από τον παριστάμενο δηλαδή καθ’ ύλη και κατ’ εξοχή αρμόδιο για τέτοια θέματα, τον ταλαντούχο και χαρισματικό παπά μας .


Με το χιούμορ που τον διέκρινε, το τάλαντο που τον κοσμούσε και την σπάνια ευρυμάθεια που τον χαρακτήρισε, απάντησε αμέσως και είπε προς τους ερωτώντας ότι το ορθόν της εν λόγω αποφθεγματικής λαϊκής ρήσης είναι:

‘’Ασθενής και ωδι(ει)πόρος αμαρτίαν ουκ έχει’’ και όχι:

‘’Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει’’ δηλαδή αναφέρεται ή ρήση στον ασθενή άνθρωπο και την εγκυμονούσα η την λεχώνα γυναίκα και όχι στον τυχόν οδοιπορούντα και ότι δεν αμαρτάνουν αυτοί, όταν καταλύουν-τρώγουν αρτύσιμα εδέσματα ημέρες νηστείας, που προσδιορίζονται επακριβώς από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκονται και να μην ξεχνούμε ποτέ, αυτό που επίσης λέγει ο θυμόσοφος λαός μας, ότι η εγκυμονούσα γυναίκα μπορεί να καταλύσειφάει ότι της αρέσει κάθε ημέρα νηστίσιμη και μη, για να μην αποβάλλει-ρίξει, το κυοφορούμενο παιδί. Στο σημείο αυτό, ο ευφυής και χαρισματικός μας λευίτης, στηλίτευσε τα επιβαλλόμενα εκκλησιαστικά επιτίμια και αναφέρθηκε στην σχετική άγνοια ορισμένων κληρικών και μάλιστα εξομολόγων, οι οποίοι όχι μόνον δεν ενημερώνουν καλώς τους προσερχόμενους προς αυτούς πιστούς των, αλλά και τους επιπλήττουν και μάλιστα σκαιώς και τους ταλαιπωρούν και τους βασανίζουν για θέματα νηστείας, όταν αυτοί βρίσκονται στις ανωτέρω ιδιάζουσες καταστάσεις υγείας (ασθενής-εγκυμονούσα η λεχώνα γυναίκα), δημιουργούντες άθελα τους μείζονα πολλές φορές προβλήματα υγείας η επιδείνωσης αυτής. Και συνεχίζει ο πνευματικός δάσκαλος και ποιμένας μας, σεβαστός Παπαδημήτρης μας να λέγει, είθε ο καλός Τριαδικός Άγιος Σωτήρας Θεός μας, ας μας συγχωρέσει όλους και εκεί τελείωσε την απάντηση του στο υποβληθέν ερώτημα μας. Στη συνέχεια όλοι μας ευχαριστήσαμε θερμά τον γέροντα Παπαδημήτρη και του ευχηθήκαμε καλή Παναγιά και εκείνος μας ανταπέδωσε εγκάρδια τις δικές του ευχές και μας έδωσε συγχρόνως και την πατρική του ευλογία για υγεία και προκοπή μας και ευχήθηκε ή Παναγιά μας, να μας σκέπει και να μας φυλάει όλους, από κάθε κίνδυνο και ασθένεια και να είναι η ελπίδα και το καταφύγιο μας. Την στιγμή ακριβώς εκείνη, να τρείς συντοπίτες μας, από το διπλανό χωριό, κατέφθασαν με το αυτοκίνητο τους και αφού το παρκάρισαν κανονικά κατευθύνθηκαν προς το καφενείο μας και μετά την καλοσυνάτη και ευγενική καλησπέρα τους και τα εκατέρωθεν χρόνια μας πολλά, για τις διανυόμενες ημέρες της Παναγίας μας, καθίσανε στο τραπέζι του σεβαστού μας ποιμενάρχη, κάτω από την καλό ίσκιο της καρυδιάς, τον οποίο χαιρέτισαν ευλαβώς, ασπαζόμενοι το δεξί του χέρι και ο οποίος στη συνέχεια, τους προσκάλεσε να καθίσουν στο τραπέζι μαζί του, εάν δεν έχουν άλλους ιδιαίτερους λόγους και τους κέρασε από ένα αναψυκτικό. Μετά τα τυπικά ερωτήματα τι κάνουν και τι φτιάχνουν και πώς είναι η υγεία αυτών και των οικογενειών των και αντίστροφα και το άμεσο σερβίρισμα των αναψυκτικών εκ μέρους του καφετζή Προέδρου μας, άρχισε μια συζήτηση σχετικά με τα πανηγύρια της Παναγιάς μας στα Πουγκάκια και το Γαρδίκι Ομιλαίων και τι ήθη και έθιμα επικρατούν σ’ αυτά. Ο ένας εξ αυτών και μάλιστα ο γεροντότερος, λέγει με τον πρέποντα και επιβαλλόμενο σεβαστό στο χαρισματικό Παπαδημήτρη μας, ότι η άφιξη τους στο χωριό μας, είχε ως αντικειμενικό σκοπό την συνάντηση αυτών με εκείνον, για ένα θρησκευτικό θέμα που τους απασχολούσε και τους βασάνιζε και εκείνος μόνον μπορούσε κατά την γνώμη των να τους δώσει την πρέπουσα και ορθή απάντηση.


Ακούγοντας αυτά ο σεβαστός Παπαδημήτρης μας, τους λέγει να ακούσω το ερώτημα-θέμα που σας απασχολεί και εάν μεν το γνωρίζω και μπορώ να σας απαντήσω αμέσως θα το πράξω ευχάριστα, άλλως θα σας παραπέμψω αρμοδίως και εάν αυτό ενδείκνυται να γίνει δημόσια στο καφενείο. Η απάντηση και των τριών επισκεπτών, ήταν με μια φωνή, ότι εσύ με την ευρυμάθεια και την αρίστη θεολογική κατάρτιση την οποία έχεις και τις πρακτικές σωστικές λύσεις που δίδεις κάθε φορά από τα καταπληκτικά κηρύγματα σου και τις κατ’ ιδία συζητήσεις σεβαστέ μας Παπαδημήτρη, θα μας δώσεις λύση οπωσδήποτε και στο δικό μας θέμα, το οποίο δεν έχουμε κανένα λόγο να το συζητήσουμε κατ’ ιδία-μεμονωμένα και αυτό είναι το ακόλουθο. Όπως είναι γνωστό όλοι οι ορθόδοξοι Χριστιανοί, τούτες τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου νηστεύουμε και θα πάμε στις 15 του μήνα η άλλη πρωθύστερη ημέρα της εορτής της μεγάλης μας Μάνας της Μεγαλόχαρης, να μεταλάβουμε-κοινωνήσουμε των αγίων και αχράντων μυστηρίων του Χριστού μας και εδώ έγκειται το θέμα το δικό μας. Έχουμε Παπαδημήτρη μου συνειδησιακό πρόβλημα, δεν θέλουμε να μας μεταλάβει-κοινωνήσει ο παπάς μας, γιατί νομίζουμε η μάλλον πιστεύουμε ότι αυτός έχει διαπράξει κάποιο ηθικό παράπτωμα και δεν μπορούμε να φαντασθούμε ότι αυτός, μπορεί να μας προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας, να μας μεταλάβει-κοινωνήσει. Εκείνη την στιγμή, σαν από μηχανής Θεός ο καφετζής, πηγαίνει αυτόβουλα στο τραπέζι του χαρισματικού αλλά και ταλαντούχου Εφημερίου μας, μια μεγάλη γυάλινη κανάτα, γάργαρο κρύο νερό από το κεφαλόβρυσο μας, για να πιεί εκείνος και οι ομοτράπεζοι του και να δροσισθούν. Ο ευφυής και οξυδερκής γέροντας Παπαδημήτρης, απαντά αμέσως στους καλούς επισκέπτες και χωριανούς του, αφού κατάγονταν από το ίδιο χωριό και τους λέγει ότι το σκεπτικό τους για το εγχείρημα τους, είναι πέρα για πέρα λαθεμένο και δεν έχει καμιά θεολογική βάση και είναι αντιχριστιανικό και θα πρέπει να αλλάξουν αμέσως γνώμη. Γιατί το προβαλλόμενο επιχείρημα περί ηθικής παρεκτροπής του παπά σας, χωρίς καμιά διάθεση συναδελφικής συμπαράστασης και συγκάλυψης, δεν το γνωρίζεται και δεν το γνωρίζει κανένας από εμάς, ειμή μόνον ο Θεός και εκείνος και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να τον αδικούμε όλοι εμείς σήμερα και να τον διασύρουμε αδίκως, για κάτι το οποίο τυχόν δεν έκαμε η παρεξηγήθηκε η εν γένει οικεία συμπεριφορά του και θα έχουμε το κρίμα στο λαιμό μας, όπως λέγει και ο λαός μας και εξ άλλου εμείς δεν είμεθα δικαστές και δεν δικάζουμε χωρίς εμάρτυρες αποδείξεις. Αλλά ας αφήσουμε τα εξωτερικά γνωρίσματα του κρίματος του παπά σας και ας υπεισέρθουμε στο θεολογικό μέρος του προβλήματος σας, το οποίο όπως πολύ καλά γνωρίζεται ή θεία μεταλαβιά-κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού μας είναι η πηγή της ζωής μας είναι αυτή η ίδια η ζωή μας και δεν έχει ανάγκη το ποιός την προσφέρει και με ποιο μέσο, αλλά το ότι αυτή προσφέρεται σε ψυχή αγνή, καθαρή και εξομολογημένη. ΄Οπως δηλαδή συμβαίνει ακριβώς και με τον κρυμμένο χρυσό μέσα σε σκουριές και σε βρώμικα δοχεία και από ακάθαρτους εργάτες και δεν μεταβάλλεται η τιμή και η αξία και η ποιότητα του, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον παπά, τα χρυσά η μη δισκοπότηρα του και την θεία μεταλαβιά-κοινωνία, αρκεί αυτός που την λαμβάνει να είναι απαλλαγμένος αμαρτημάτων και να είναι εξομολογημένος, καθαρός και αγνός. Παράδειγμα αυτών που σας είπα, ήταν και το γάργαρο και κρύο νερό που μας προσέφερε λίγο πριν ο καφετζής Πρόεδρος μας, το οποίο έρχεται από το κεφαλόβρυσο του όμορφου χωριού μας, χωρίς όμως όλοι εμείς να γνωρίζουμε από ποια μέρη περνά και τη μπορεί να έχει μέσα ακάθαρτο το ποτάμι του χωριού μας, ενώ εμείς πίνουμε το γάργαρο νερό του και ευχαριστιόμαστε και δροσιζόμαστε και λέμε κομπαστικά, τι ωραίο νερό που έχουμε και πίνουμε.


Επίσης στο σημείο αυτό, θέλω να σας αναφέρω και μια άλλη αλλά απολύτως παρόμοια με την δική σας περίπτωση, που συνέβη στον Μεγάλο Δάσκαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας και Δογματικό μας Ιεράρχη, τον Άγιο Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, όπου κάποιοι πιστοί μιας κωμόπολης της Επισκοπής του, παρουσιαστήκανε σε αυτόν, σε κάποια περίοδο της Πατριαρχίας του και διαμαρτυρηθήκανε για τον Ιερέα τους, ότι δήθεν έχει διαπράξει διάφορα ηθικά παραπτώματα και ως εκ τούτου δεν επιθυμούν την θεία κοινωνία από τα χέρια του και να το πάρει αμέσως από την κωμόπολη τους και να τον διορίσει Ιερέα όπου αλλού εκείνος θέλει, αρκεί να φύγει από αυτούς . Ο ευφυέστατος και χαρισματικός εκείνος Πατριάρχης ο Μέγας Αθανάσιος, προσπάθησε να τους πείσει για το άδικο του αιτήματος των και επί πλέον τους προέτρεψε να πάνε μαζί να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι από πού πηγάζει-έρχεται το γάργαρο νερό στην πόλη της Αλεξάνδρειας που πίνουν και δροσίζονται και ευχαριστούνται. Πράγματι ξεκινώντας από το Πατριαρχείο και προχωρώντας την ροή του ποταμού ο Πατριάρχης και οι καταγγέλλοντες, όσο περισσότερο ανέβαιναν προς την κορυφή του βουνού, τόσο το νερό γινότανε πιο γάργαρο και καθαρό και με μεγαλύτερη ευχαρίστηση το πίνανε και δροσιζόταν, οπότε σε κάποια στιγμή φτάσανε στην πηγή-κορυφή του βουνού, όπου ήσαν οι πηγές του ποταμού, από τις οποίες υδροδοτούταν η πόλη της Αλεξάνδρειας. Εκεί στη κορυφή του βουνού και τις πηγές του ποταμού και της υδροδότησης της πόλης της Αλεξάνδρειας, προς μεγάλη έκπληξη των διαμαρτυρομένων κατοίκων, βλέπουν ότι εκείνο το γάργαρο νερό που πίνουν και δροσίζονται και υδροδοτείται η πόλη της Αλεξάνδρειας, περνούσε μέσα από το ανοιχτό στόμα ενός ψόφιου σκύλου και πραγματικά πάθανε σοκ και ανατριχίλα. Με το ανωτέρω παράδειγμα του, ό αστέρας αυτός της Εκκλησίας μας ο Άγιος και θαυματουργός Μέγας Αθανάσιος, απέδειξε έμπρακτα και περίτρανα στους διαμαρτυρομένους πιστούς του, ότι θα πρέπει να πάνε αμέσως στην κωμόπολη τους και να συνεχίσουν να λαμβάνουν την Θεία μεταλαβιά-κοινωνία από τον Ιερέα τους και να αδιαφορούν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για τυχόν ηθικές αυτού παρεκτροπές. Γιατί, αυτό που έχει ση��ασία, δεν είναι ποιος Ιερέας προσφέρει την θεία μεταλαβιά-κοινωνία, αλλά ποιος Χριστιανός την λαμβάνει, εάν αυτός είναι αγνός, καθαρός και εξομολογημένος αμαρτημάτων. Ότι αφορά τον Ιερέα, αυτός λογοδοτεί δια την πολιτεία του ενώπιον του Θεού και τούτο καταφαίνεται όταν εκείνος ετοιμάζεται για την μεγάλη έξοδο-είσοδο των προσφερθέντων και αγιασθέντων τιμίων δώρων από την Ιερά Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα του Ιερού Ναού, όπου θα τελέσει στη συνέχεια το μέγα μυστήριο της θείας ευχαριστίας-κοινωνίας, ζητά προηγουμένως σεμνά και ταπεινά από την Ωραία Πύλη της Εκκλησίας του:  Πρώτον από τον Πανάγαθο Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό μας, την συγχώρηση του,

με το: ‘’Ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ και αναξίω σου δούλω ‘’ και  Δεύτερον από το ευσεβές εκκλησίασμα του και δίδει και εκείνος αμέσως και τη

δική του συγχώρηση, λέγοντας: ’’Τοις μισούσει και αγαπώσει ημάς, συγχώρησον’’ και αφού του παραχωρηθεί η συγχώρηση από το εκκλησίασμα του, τότε και μόνο κάνει την έξοδο-είσοδο των προσφερθέντων και αγιασθέντων τιμίων δώρων, πράγμα που σημαίνει ότι είναι απαλλαγμένος κριμάτων.


Στο σημείο αυτό τέλειωσε η διδακτική ενημέρωση των καλών επισκεπτών από τον γέροντα Παπαδημήτρη, οι οποίοι μείνανε πάρα πολύ ευχαριστημένοι και μεταλλαγμένοι από τα αποκαλυπτικά και παραστατικά παραδείγματα που διατυπώθηκαν στη συζήτηση και άλλαξαν άρδην γνώμη για το πρόβλημα και την θέση τους και ομολόγησαν πόσο λάθος κάνανε και ότι η εκτίμηση των ήταν πολύ λαθεμένη και τον παρακάλεσαν συγχρόνως να τον δούνε και στο πανηγύρι τους στις 15 του μήνα και εκείνος τους υποσχέθηκε πως θα παραβρεθεί με την βοήθεια του Θεού και θα τα ξαναπούνε. Στη συνέχεια αφού μας καληνύχτισαν θερμά και ξανά ευχαρίστησαν τον χαρισματικό και ταλαντούχο ποιμενάρχη μας οι συντοπίτες μας επισκέπτες, αναχώρησαν για το χωριό τους έμπλεοι ικανοποίησης για την άμεση λύση του ενσυνείδητου θρησκευτικού προβλήματος που τους απασχολούσε και τους βασάνιζε. Μετά τα ανωτέρω που ειπώθηκαν και κατανοήθηκαν από τους αγνούς και καλούς συντοπίτες επισκέπτες μας, οι εναπομείναντες θαμώνες του καφενείου μας, ευχαριστήσαμε και εμείς θερμά τον καλοσυνάτο και ευφυή παπά μας, τον έχοντα το τάλαντο της άμεσης λύσης θεολογικών και μη προβλημάτων των ενοριτών του και μη, κατά τρόπο εύληπτο και συνοπτικό και στη συνέχεια έναςένας των θαμώνων του καφενείου, με το καλή νύχτα, το καλό ξημέρωμα και καλή να έχουμε Παναγιά, αναχωρούσε περισσότερο εύχαρις και ικανοποιημένος για το σπίτι του, καθόσον έγινε κοινωνός και μεταδότης ορισμένων θεμελιωδών θρησκευτικών θεμάτων και πρακτικών, τα οποία αγνοούσε. Στο τέλος αναχώρησε και ό σεπτός ποιμενάρχης μας για το σπίτι του και εδώ τελείωσε μια όμορφη διδακτική ιστορία του, βαθειά χαραγμένη στις ψυχές και τις καρδιές, όλων όσοι την ακούσαμε.


Η ΑΠΑΡΑΣΑΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΑΚΛΟΝΙΤΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΠΑΠΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΜΜΑΥΧΙ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ

Μια φορά και ένα καιρό και συγκεκριμένα στα μέσα της άνοιξης του 1950,ο αείμνηστος Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου (+1889-1980), με την πολύτεκνη οικογένεια του, εκλεγμένοςνόμιμος Εφημέριος της ενορίας του Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας, διέμεινε-κατοικούσε κατατρεγμένος ως σκηνίτης και πρόσφυγας, μέσα στην ίδια του την πατρίδα, στην συνοικία Αραπόρρεμμα της Λαμίας, ακριβώς απέναντι από την απόληξη της οδού Έσλιν , συνεπεία του επάρατου συμμοριτοπόλεμου. Δεν είχαν παρέρθει ακόμη, επτά μήνες από το τέλος αυτού του καταστρεπτικού και ολέθριου για την πατρίδα μας και τους κατοίκους της εμφύλιου σπαραγμού. Το τέλος αυτού του επαίσχυντου και τραγικού πολέμου επετεύχθη με την θριαμβευτική νίκη των Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας τον Αύγουστο του 1949,στο Γράμμο και το Βίτσι και την συντριβή του Ερυθρού εγχώριου Ολοκληρωτισμού, που μόνο ανθρώπινα και υλικά ερείπια και συντρίμμια εγκατέλειψε. Και στο σημείο αυτό ακριβώς καλούταν η αιμορραγούσα πλέον Ελλάδα, να ανατάξει και να ανορθώσει τις εναπομείνασες δυνάμεις της, να επουλώσει τις αδελφοκτόνες πληγές της και να ασχοληθεί πλέον με έργα ανασυγκρότησης και ανοικοδόμησης της και να χαλυβδώσει και να σφυρηλατήσει σε γερά πλέον θεμέλια την δεινά δοκιμασθείσα κοινοβουλευτική δημοκρατία της και να ασχοληθεί του λοιπού, με έργα ειρήνης, προόδου και ανάπτυξης. Οπωσδήποτε όμως μακριά και αφοριστικά πλέον από τις ολέθριες και καταστρεπτικές πολιτικές και μη, έριδες και φιλονικίες των κατοίκων της και αποφυγή πάση θυσία προσωπικών και πολιτικών αντεγκλήσεων και αντεκδικήσεων, για να δυνηθεί να επιτευχθεί όσον το δυνατόν γρηγορότερα ο ασφαλής και ακίνδυνος επαναπατρισμός των κατοίκων της υπαίθρου, από τις πόλεις στις οποίες στηβάγδηκαν στην κυριολεξία ως αμνοερίφια, στις τσίγκινες παράγκες κολχόζ και σε στρατιωτικές σκηνές, χωρίς εργασία και τα προς το ζην απαραίτητα και να επανέλθουν οι κάτοικοι πλέον ειρηνικά και ασφαλείς στις πατρογονικές πλέον εστίες των στα χωριά και τις ορεινές κωμοπόλεις, τις οποίες εγκατέλειψαν άρον- άρον και παρά την θέληση των. Σε αυτή την χωροχρονολογική στιγμή ο μακαριστός Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, κλήθηκε από την ιστορία της στιγμής εκείνης , να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι του εαυτού του, της ενορίας του και της πολυμελούς οικογένειας του, αποφασίζοντας ως γενάρχης, περί της τύχης ενός εκάστου και όλων μαζί των μελών της οικογενείας του, δηλαδή εάν θα επιστρέψει ξανά στο χωριό ο ίδιος και η οικογένεια του ή θα τραβήξει το δρόμο της μόνιμης προσφυγιάς και ο Θεός βοηθός. Προ αυτής της προκλητικής ιστορικής στιγμής, ο εχέφρων εκείνος ποιμενάρχης, σταθμίζοντας όλους τους παράγοντες θετικούς και αρνητικούς της συγκεκριμένης εκείνης χρονικής στιγμής, που διαμόρφωναν το σκηνικό της επιστροφής η μη στο χωριό του, αποφάσισε με νηφαλιότητα και πίστη στο Θεό ,την επιστροφή στο χωριό του, με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο και την οικογένεια του.


Έτσι λοιπόν κάποια ημέρα του Απρίλη του 1950, πήρε την μεγάλη απόφαση, να επισκεφθεί τον τότε Μητροπολίτη Φθιώτιδας μακαριστό πλέον Αμβρόσιο, οξυδερκή και αυστηρό αλλά δίκαιο και καλοσυνάτο Δεσπότη, να τον ευχαριστήσει αφενός για την στήριξη που του παρέσχε καθ΄όλο το χρονικό διάστημα, πού παρέμεινε στην Λαμία, ως πρόσφυγας σκηνίτης Ιερέας και του επέτρεψε να ιερουργεί στο Νεκροταφείο του Αγίου Αθανασίου Καλυβιών Λαμίας, μαζί με δύο άλλους πρόσφυγες επίσης ιερείς της περιοχής της Δυτικής Φθιώτιδας (Παπακώστα Παπακωνσταντίνου από την Στάγια και Παπαγιώργη Καραντζίκο από το Κυριακοχώρι) και αφετέρου να του ζητήσει την άδεια να επιστρέψει- επανακάμψει ως νόμιμος Εφημέριος , στην ενορία του στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, για το οποίο εξελέγη-χειροτονήθηκε Ιερέας στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων , στους Αγίους Αναργύρους Αττικής , στις 4 Αυγούστου το 1930, από τον μακαριστό Μητροπολίτη Φθιώτιδας Ιάκωβο και προκάτοχο του Αμβροσίου. Φθάνοντας λοιπόν, στο επί της οδού Σκληβανιώτου αριθ. 35 Μητροπολιτικό Μέγαρο Λαμίας και μετά από τις απαραίτητες εκκλησιαστικές και κοινωνικές φιλοφρονήσεις με τον τότε Πρωτοσύγκελο της Μητρόπολης Φθιώτιδας, του ζητά φιλοφρόνως να τον παρουσιάσει στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ.κ. Αμβρόσιο, για κάποιο προσωπικό θέμα και εκείνος χωρίς χρονοτριβή και αντίρρηση, τον ανήγγελλε στον Δεσπότη και τον εισήγαγε αμέσως στο Γραφείο του. Ο Δεσπότης παρά τον αυστηρό χαρακτήρα που τον διέκρινε γενικώς και πέραν από κάθε εκκλησιαστικό πρωτόκολλο και τυπικότητα , έχοντας πλήρη γνώση και όχι μόνον της προσωπικότητας του επισκέπτη του Ιερέα στο Γραφείο του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, αλλά και της όλης οικογενειακής του κατάστασης και τον δυσμενή τρόπο διαβίωσης του μετά της λοιπής οικογενείας του, λόγω των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν ένεκα του πολέμου, καθώς επίσης και τα φλογερά και πύρινα θεολογικά, πατριωτικά και κοινωνικά κηρύγματα του, πού έκανε ασταμάτητα γιορτή καθημερινή , ο βιβλικός στην μορφή και ταπεινός στην στολή, στον Άγιο Αθανάσιο Καλυβιών Λαμίας, παραβιάζοντας όλα αυτά , σηκώθηκε από την καρέκλα του και εξήλθε από το τραπέζι του Γραφείου του και αντήλλαξε χριστιανικό εναγκαλισμό με τον επισκέπτη του, αιφνιδιάζοντας στην κυριολεξία τον μακαριστό και αείμνηστο γέροντα Παπαδημήτρη για την υποδοχή αυτή από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του κ.κ. Αμβρόσιο, αλλά και από το λεκτικό καλωσόρισμα του, λέγοντας του ποιος καλός άνεμος-δρόμος σε έφερε κοντά μου Παπαδημήτρη. Ο ανωτέρω τρόπος υποδοχής του Δεσπότη, έλυσε περισσότερο την χρυσορήμονα γλώσσα του Παπαδημήτρη και αμέσως εκείνος με την σεμνότητα και την πραότητα του χαρακτήρα του που τον κοσμούσαν, αλλά και με την γλυκύτητα και αμεσότητα της εκφοράς του λόγου του που τον στόλιζαν, ανέφερε στον Σεβασμιότατο Ποιμενάρχη του, ότι προσήλθε στο Γραφείο του αφενός μεν να τον ευχαριστήσει για την στήριξη που του παρείχε όλο τον προηγούμενο καιρό από την αναγκαστική εγκατάλειψη της ενορίας του και την εγκατάσταση του άρον-άρον λόγω του πολέμου και σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Λαμία, επιτρέποντας του να ιερουργεί και να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα στον Άγιο Αθανάσιο Καλυβιών Λαμίας και αφετέρου δε να του επιτρέψει να επανέλθει πλέον στην Ενορία του στο χωριό του Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας ,καθόσον εξέλειπαν πλέον οι κίνδ��νοι από τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Ο Σεβασμιότατος κ.κ. Αμβρόσιος εκπλήσσεται για αυτά που άκουγε από τον σεμνό ηθικοπλάστη κληρικό του και του λέγει: •

και

Παπαδημήτρη μήπως πρέπει να επανεξετάσεις την θέση σου για επιστροφή στο χωριό σου ,γιατί έχεις μικρά και πολλά παιδιά και έχουν και αυτά δικαίωμα στην πρόοδο και την εξέλιξη στην ζωή και εάν δεν θέλεις να παραμείνεις στην Ενορία του Αγίου Αθανασίου πες μου να σε μετακινήσω σε κάποια άλλη πιο πλούσια Ενορία της


Λαμίας, μηδέ εξαιρουμένης Ευαγγελιστρίας.

και

αυτής

του

Και όλως απρόσμενα και αδόκητα για τον Δεσπότη του, ταλαντούχο Παπαδημήτρη η φράση και ο συλλογισμός του:

Μητροπολιτικού ακούγεται

Ναού

της

από τον σεμνό και

Σεβασμιότατε με όλον τον επιβαλλόμενο και πρέποντα σεβασμό, πού τρέφω προς το Πρόσωπο σας και την Αρχιεροσύνη σας ,θέλω πρωτίστως να σας ευχαριστήσω θερμά για τα καλά σας λόγια και δευτερευόντως θα μου επιτρέψετε να αναφέρω αυτό πού λέγει το Πηδάλιο της Εκκλησίας μας και Σεις σαν καταξιωμένος και εμβριθής Ποιμενάρχης μας το γνωρίζετε καλύτερα από κάθε άλλον:

’’Οτι εγώ ο Παπαδημήτρης ,δεν γίνομαι μοιχός της Ενορίας μου, αφού χειροτονήθηκα Εφημέριος του Ιερού Ναού Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας και εξέλειπαν πλέον οι λόγοι του αδελφοκτόνου πολέμου, που επέβαλαν την αναγκαστική και παρά την θέληση μου εγκατάλειψη της ‘’.

Στο ανωτέρω μη αναμενόμενο άκουσμα του συλλογισμού του Παπαδημήτρη, ο Δεσπότης αντιδρά λίγο περίεργα και αυστηρά λέγοντας του, ότι το Πηδάλιο Παπαδημήτρη το κρίνει ο Δεσπότης σου αυτή την στιγμή κατ’ οικονομία Θεού και προς το συμφέρον τόσον το δικό σου ,όσον και της οικογενείας σου και ως εκ τούτου: •

’’Δεν έχεις το δικαίωμα Παπαδημήτρη μου να εμποδίσεις την πρόοδο και την εξέλιξη των παιδιών της οικογενείας σου πηγαίνοντας στο χωριό σου, γιατί στο χωριό τα παιδιά σου, θα στερηθούν την αναγκαία και απαραίτητη παιδεία και μόρφωση και θα αυτοκαταστραφούν’’.

Στη συνέχεια ο χαρισματικός Παπαδημήτρης με τον επιβαλλόμενο και πρέποντα και πάλι σεβασμό προς τον Δεσπότη του, του αναφέρει με σεμνότητα αλλά και πειστικότητα, αυτό που εκείνος έλεγε πάντα στην επίγεια ζωή του, όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν : •

“Σεβασμιότατε, έχει ο Θεός για όλους μας και αρνί πού βλέπει ο Θεός ό λύκος δεν το τρώει΄΄ και σας θερμοπαρακαλώ πολύ, να μου επιτρέψετε να ξαναγυρίσω πίσω στην Ενορία μου στον Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και σας περιμένουμε με μεγάλη χαρά να μας επισκεφθείτε στην μνήμη του η όποτε άλλοτε Σεις κρίνετε αναγκαίο, σκόπιμο και επιβεβλημένο.

Βλέποντας την εμμονή του Παπαδημήτρη ο Δεσπότης και μη μπορώντας να τον μεταπείσει και να τον μετακινήσει από τις θέσεις του Κανονικού Εκκλησιαστικού Δικαίου (Πηδαλίου) ,ενδίδει στις παρακλήσεις του και του λέγει: •

Nα πάς στο καλό Παπαδημήτρη και εύχομαι να μην το μετανιώσεις και αν με χρειασθείς κάποτε ή μετανιώσεις έλα ξανά στο Γραφείο μου να το συζητήσουμε το θέμα σου,

Ενδόμυχα ένοιωθε ικανοποιημένος, γιατί είχε στην Μητρόπολη του τέτοιους υψηλού ήθους και κύρους Κληρικούς, αφοσιωμένους ψυχή τε και σώματι στο Θεό και το Έργο του, αδιαφορώντες για τα υλικά αγαθά. Ο διπλωματικός όμως και ταλαντούχος Παπαδημήτρης ,βλέποντας τις κινήσεις-αντιδράσεις του Δεσπότη του και αντιλαμβανόμενος ότι κάπου με την απαρασάλευτη και αμετακίνητη στάση του


στους Θείους- Αποστολικούς και Πατερικούς Κανόνες της Εκκλησίας μας (Πηδάλιο), στενοχώρησε άθελα του τον Ποιμενάρχη του, αφού εκείνος για το καλό του ίδιου και της οικογενείας του φρόντιζε, κάνει μια κίνηση πραγματικά ματ και ξανά ευχαριστεί τον Δεσπότη του για όσα εκείνος έπραξε για αυτόν κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά και για την εποικοδομητική συζήτηση που είχανε και του ζητά με βαθύτατο σεβασμό ταπεινά την συγγνώμη του, γιατί δεν μπορεί να πράξει άλλως και να ενδώσει λόγω αρχών στις προτροπές και συστάσεις του. Ο Δεσπότης τελείως αυθόρμητα και χωρίς καμιά άλλη απάντηση η κίνηση-αντίδραση, βλέποντας το φθαρμένο καλυμμαύχι του Παπαδημήτρη παίρνει αμέσως ένα καινούργιο δικό του, που είχε στο Γραφείο του και το βάζει στο κεφάλι του, λέγοντας του καλορίζικο, και του ξανά λέγει: Παπαδημήτρη να πάς στο καλό και ο Θεός τον οποίο τόσο πιστά υπηρετείς να είναι πάντα μαζί σου και αν χρειαστείς κάτι να μου ξανά έλθεις πάλι στο Γραφείο μου . Ο αοίδιμος Παπαδημήτρης περιχαρής για την άψογη και όλως χριστιανική και ανθρώπινη συμπεριφορά του Δεσπότη του απέναντι του, αλλά και για το γεγονός ότι θα επέστρεφε στο χωριό του και τους ενορίτες του, ξανά ευχαριστεί τον Δεσπότη του και αναχωρεί έμπλεος χαράς και αγαλλιάσεως, μετά βέβαια από τους προβλεπόμενους χριστιανικούς κατασπασμούς του με τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του κ.κ. Αμβρόσιο. Το χάρισμα- δώρο όμως καλυμμαύχι του Δεσπότη στόλιζε επί σειρά ετών την λευκή κεφαλή του Παπαδημήτρη μέχρι που εφθάρη και εκείνο και πήραν την θέση του άλλα καλυμμαύχια δώρα των παιδιών και των εγγονών του, αλλά πάντα αυτό , ήταν ένα σημείο ευφρόσυνης αναφοράς των λοιπών κληρικών της περιοχής κατά τα τοπικά πανηγύρια . Τα ανωτέρω διατρέξαντα, σύντομα κοινολογήθηκαν από την πλευρά του Δεσπότη στους κύκλους των Κληρικών της Λαμίας και ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου γίνεται σημείο ευμενούς αναφοράς τους για το ήθος ,την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, την εμβρίθεια και την αρίστη θεολογική κατάρτιση του. Όσο όμως περνούσε ό καιρός, ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο, για όλα αυτά πού είχε πει στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του κ.κ. Αμβρόσιο :

΄Ότι έχει ο Θεός για όλους και αρνί που βλέπει ο Θεός ο λύκος δεν τρώει΄’. Γιατί ή οικογενειακή δυναστεία του Παπαδημήτρη, με την βοήθεια του Θεού, τις ευχές αμφοτέρων των γονέων της και με τις δικές του προσπάθειες και ενέργειες ένα έκαστο των μελών της, ανελίχτηκε και προσέφερε πολλά στην κοινωνία μας ,στελεχώνοντας και διοικώντας την Δημόσια και Ιδιωτική Διοίκηση της χώρας, όπως καταξιωμένους και καλούς Επιστήμονες (Διδασκάλους και Καθηγητές, αλλά και άριστους Αξιωματικούς και Στρατηγούς, αλλά και εξαίρετες συζύγους και μητέρες), με τέκνα επιστήμονες σε όλους τους τομείς της κοινωνίας μας. Εδώ τελείωσε μια πραγματική αυθεντική ιστορία του ταλαντούχου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, από τις πάρα πολλές που διηγούνταν με τον θαυμάσιο εκείνο τρόπο πού είχε και αφόπλιζε το ακροατήριο του. Τον μακαριστό Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου αξίζει όχι μόνον να τον θαυμάζομε και να τον ταξιθετούμε ευφρόσυνα στο μυαλό μας , αλλά και να τον βάνουμε βαθειά μέσα στην καρδιά μας, γιατί πολλά έχουμε να κερδίσουμε και να ωφεληθούμε από το ήθος, την υποδειγματική επίγεια ζωή του και την εν γένει προσωπικότητα του.



ΙΣΤΟΡΙΕΣ