ΚΑΣΙΑΚΗ ΛΥΡΑ

Page 1

°°οοοοοοοοοοο·οοο

Ι°···οβο·οοοοοοο«θοοο°

οοοο«5

υ Ε Υ . Α. Π Α Π Α Δ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

NIK. Γ. Μ Α Υ Ρ Η

ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ TQN ΕΛΛ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ

ΙΑΤΡΟΥ

ΤΗΣ ΕΛΑΗΝ. ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΔΙΡΕ-ΔΑΟΥΑ (ΔΘΗΣΣΥΝΙΑ)

ο ο ο

ο ο ο

ο οο ο οοο ο ο ο

ΓΕΟΡ. Μ. reawttV ΙΑΤΡΟ* ΣΑΧΤΟΥΡΗ if SfPAl

ΑΓΡΑ

νZ U ^

ο ο ο ο ο Ο ο ο

ο ο ο ο ο Ο ο 9

ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο

ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο

Ο Ο

ο

ο Ο ο ο ο

ο ο ο ο ο ο ο

ο οο ο

Ο Ο ο ο ο Ο Ο ο ο

π

ΟΜΟ

η

ο οο ο

ο ο ο ο

ο ο ο

ΗΤΟΙ

ΔΗΜΩΔΗΣ ΤΤΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ

ΝΗΣΟΥ

ΚΑΣΟΥ

ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο

ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο ο

ο Ο

Ε. CONSTANTAKIS PHARMACIE de LESSEPi

PORT SAID.

ΤΥΠΟΙΣ " NEAS HXOYS „ ΠΟΡΤ-2ΑΙΔ 1923 §Α000°ο .Ο ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟι

feOQoSSO 00 90Q00000QPQ9Q0©««<>e00O\£

ι nor'tooooaooooooo OOCQCOO _ J)COO


Tons droits de reproduction, d'enregistrement ct d'execution publique des morceaux de musique contenus dans ce livre reserves pour tous pays. Αυστηρώς επί

απαγορεύεται

9φωνογραφικών

δίσκων,

χίων τών περιεχομένων

ή ανεν αδείας άναδημοσίενσις, ι) δημοσίφ

εν τω βιβλίφ

έκτέλβσις τον τω.

των μουσικών

χάοαξις τεμα-


reap. Μ. ΙΗΑΕΦ. 41-685

^^^ΗΙ

ΓΕΟΡΓΙΟΥ

ΙΑΤΡΟΣ

ΣΑΧΤΟΥΡΗ ββ ΠΕΙΡΑΙΕΥΧ:

ϋ

8vja6wg

:

I

. /

Η»

CJ> 7 / /

/

S

Ο

C—

Π

Ι 6 ^

· • •

j j

άναζίδεζαι ι

In *3fepa omct lov ά^ηομονήζον μου ωαζρος •

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΜΑΥΡΗ,

'

*

ΙΑΤΡΟΎ

εις ίτιν έόνικην καΐήχησιν ϊον δω οίον οφείλω ΐην ωρος 2ην ιδιαιζέραν μον 3ΐαζρίδα

jazpeiav

Δρ Ν. ΜΑΥΡΗΣ


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ

Έν ' Αλεζανδρεία xfj 16Μαΐου

Ά ξ ι β τ ί μ ο υ ς κ.κ. Ν. Μ α υ ρ ή ν και £ . Ρ','·

Παπαδόπουλον ΕΙς

'Αξιότιμοι

1927

Ζ α γ α ζ i χ

Κύριοι,

Ή Κ.Ε.Ε.Ε.Δ. Ικτιμώσα δεόντως το έργον Υμών, συλλογής δημοτικής Δωδεκανησιακής Μουσικής κα) Τραγουδιού σπεύδει καϊ πάλιν δπως σας έκφράσγ] τά ειλικρινή της συγχαρητήρια δια την τοιαύτην Υμών πολύμοχ&ον καϊ ευσυνείδητον Ιργασίαν μέλλουσαν νά συμβάλ]] τά μέγιστα καϊ διά την έΟνικήν μας ύπό&εσιν καϊ δια την καΰόλου ϋταδιοδρομίαν της 'Ελληνικής Μουσικής καϊ Ποιήσεως. Διατελοϋμεν,

'Αξιότιμοι Κύριοι, μετά πλείστης τιμής καϊ

Ό Γεν. Γραμματεύς (ύπογρ.)

Ό

Κ. Κουλλέπης

υπολήψεως Πρόεδρος

(ύπογρ.) ' Ι ω ά ν ν η ς Κ α ζ ο ΰ λ λ η ς

:

Καιρόν In Matov

1927.

' Α ξ ι ό τ ι μ ο υ ς κ . κ. Ν . Μ α ύ ρ η ν κ α ι Ε . Π α π α δ ό π ο υ λ ο ν

Αξιόιιμοι

ϋ

Κύριοι,

Μετά μεγάλης μου χαρας ίγνώρισα την υπό τής «Δωδεκανησιακήc Αύρας» συντελουμένην οπουδαιοτάτην ποιητικώς, μουσικώς καϊ έΰνικώς έργασίαν σας. Ώς ειδικότερος <5ιά το μουσικον μέρος σας βεβαιώ δτι ή συλλεκτική Ιργασία τών Δημοτικών τραγουδιών τής Δωδεκανήσου ΰά άποτελέση σπουδαίο Γβτον Τίαρά γοντα διά την έν γένει ίξέλ'ξιν τής *Ελληνικής Μουσικής, διότι δ πλούτος του Δωδεκανησιακου Τραγουδιοϋ αποδεικνύεται Εφάμιλλος προς τά Δημοτικά Τραγούδια c τών μονοικώς πλονσιωτέρων μερών τής Ελλάδος, δπως ή Κρήτη καϊ ή *Ηπειρος. Δ'εξήλΰον μέγα μέρος τής μουσικής ουλλογής οας καϊ το ενρον κπεγρααμένον με πολλήν ενουνειδησίαν, προσοχην καϊ πιστότητα. Ενχαρίστως δε σας δηλώ δτι είμαι πρό&υμος νά οάς βοη&ήσω σε δ,τι ειμτζορώ διά την ενόδωσιν του ωραίου οας σκοπού... gB || Συγχαίρων

Υμάς

καϊ πάλιν σας σφίγγω φΊικν; Μετά μεγάλης (ύπογρ)

το χέρι.

τιμής

Μανώλι^ Καλομοίρης

Διεν&νντης *Ε&νικοϋ *ζ£δείον *Αΰηνών

ML "


Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ "Ακουε με προοοχην τα δημώδη ίί,σματα, διότι αποτελούν άνεξάντλητον μεταλλεϊον ώραιοτάτων μελωδιών και διότι οε κάμωοι να γνωρίύβς τονς χαρακτήρας των διαφόρων Έΰνών. Schumann.

Δύο κυρίως υπήρξαν αι aiuui καΙ δυο σκοπούς, επομένως, επιδιώκει ή εκδοσις της «Δωδεκανησιακής Λΰρας». Ό κυριώτερος καΙ πρώτος σκοπός, ΰ ιήρξεν η επιθυμία μας δπως προσθέσωμεν εις την φαρέτραν της αγαπημένης και μαρτυρικής μας Πατρίδος, έ'να επί πλέον δπλον, δ*.' οΰ θά απεδείκνυε Αύτη, δχι μόνον εις τους ισχυρούς τής Γής, αλλά, και κυρίως, εις τού; νυν κατέχοντας Αυτήν ξένους, την Έλληνικήν Της καταγωγής, την Έλληνικήν Της Ίστ»>ρίαν, τούς ακραιφνείς Ελληνικούς Της πόθους. Ό δεύτερος δε σκοποί, ύπήρξεν ή επιθυμία μας δπως διασώσωμεν από βεβαίαν κατασιροφήν και άπώλειαν, τά ανεκτίμητα διαμάντια τής Δημοτικής μας Μούση:, πριν ή συντριβούν και κονιοποιηθούν υπό την πΐεσιν του τά πάντα ίσοπεδοΰντος οδοστρωτήρας του νεωτέρου πολιτισμού, παρέχοντες ταυτοχρόνως νέας πηγάς δια την μελέτην και τον πλουτισμόν τής Ε θ ν ι κ ή ς μας Λαογραφίας. Κα! υπήρχε, πράγματι, ή ανάγκη μιας τοιαύτης περισυλλογής' διότι, εκτός δλιγίστων μονογραφιών σχετικών με την δημώδη Δωδεκανησιακήν ΙΙοίησιν και ελαχίστων δημοτιν.ών τραγουδιών σκορπισμένων τήδε κακεΐσε, δι' ουδέν συγκεντρωτικόν, οΰτως ειπείν, έργον ελήφθη πρόνοια. Και ταύτα μεν περι τής Ποιήσεως. Tt δέ νά εϊπωμεν περί τής Δημώδους Δωδεκανησιακής Μουσικής ; Μεταδιδομένη αύτη—δι' ελλειψιν μουσικής καταγραφής—άπό στόματος εις στόμα φθειρομένη δέ και μοντερνιζομένη κατά την τοιαΰτην μετάδοσίν της, χάνει διαρκώς τον αληθή δημώδη χαρακτήρά της και ολίγον κατ' ολίγον κινδυνεύει τέλεον νά άπωλεσθη. Και την εθνικήν λοιπόν αυτήν παρακαταθήκην, μετά τής Ποιήσεως άπεφισίαχμεν νά αιχααλαηίσωμεν επί τού χάρτου, ϊνα ού'τε τής δθνείας μουσικής ή επίδρασις την εκφύλιση, ού'τε τού χρόνου τό δραητικόν ρεύμα τήν παρασύρη καΙ τήν έξαφανίστ| εις τον ρούν του. Τό εγχείρημα δεν ήτο εΰκολον. Ή λαογραφική Επιστήμη, προκειμένου περι συλλογής δηα,ωδών ασμάτων, ιδού τΐ φο ινεΐ : (L) δσον xb δημοχικόν άσμα είναι άσμα, είς xb όποιον xb κεΙμενον% αϊ λέξεις, είναι άρρήκνως συνδεδεμέναι ζζρός χήν μελωδίαν, χελεία συλλογή ασμάτων ήιο έκείνη, ή όποια μας έ'διδε λέξεις όμον καΙ μελφδίαν. Δυστυχώς xovxo δέν είναι εΰκολον9 διότι αί μϊν λέγεις ση" μείον ν ία ι ε^κ^λως, χήν μελωδίαν δμ ω ς μόνον μουσικός δύναχαι νά σημειώ( ι ^ Σ τ . Κ υ ρ ι α κ ί δ ο υ — Ε λ λ η ν ι κ ή Λ α ο γ ρ α φ ί α . Μέρος

Αρχείου» ( Α θ ή ν α ι

2

Ι9 3·)

Α', σελίς § ΐ / Ε κ δ θ ( * ι ς

«Λαογροφικου


iff" nffihMMT • ιΤΐί

•: jlBwl»· EM

orj καϊ μάλιαχα καλός...·» Συμμορφούμενοι, λοιπόν, και ήιιεϊς μέ τάς απαιτήσεις τη; Λαογραφικής Επιστήμη; μετά θάρρους ανελάβομεν την <δύσκολον> ταΰτην προσπαθειαν μετά του προσφιλούς συνεργάτου μου κ. Ε. Παπαδοπούλου όστις "και ανέλαβε την κοταγραφήν του μουσικού μέρους του βιβλίου. Αι εύθύναι δέ τής καταγραφής του ποιητικού κειμένου, καθώς και του εις τό τέλος του βιβλίου υπάρχοντος λεξιλογίου, βαρύνουσι τον ύποφαινόμενον. Πώς και τίνι τρόπω προέβημεν εις τάς λαογραφικός αύτάς άνασκαφάς αϊτινες μας επέτρεψαν νά φέρωμεν εις φως τον άδέσποτον θησαυρόν τής Δημοτικής μας Μονσης, ποίας και πόσας δυσκολίας συνηντήσαμεν εις την άνεύρεσιν και καταγραφήν αυτών, γράφομεν εις επομέκας σελίδας Προσ9έτομεν μόνον εδώ, δτι, τόσον άφθονος ύπήρξεν ή λαογραφική συγκομιδή ώστε αμέσως νά ΐδωμεν δτι εις και δυο τόμοι, ήσαν τελείως ανεπαρκείς διά νά συμπεριλπβωσι τή* πλουσίαν Ποιητικήν καϊ Μουσικήν χλωρίδα τής Δωδεκανήσου και εσκέφθηιιεν δτι μεθοδικωτερον καϊ πρακτικώτερον θά ήτο, ή κατά τόμους έκδοσις αυτής, εις τρόπον c m s έκαστη νήσος νά εχη τον ιδικόν της τόμον εις δν νά συμπεριλαμβάνεται ή Ποιητική και Μουσική της παραγωγή, αρχόμενοι απ 6 τον τής Κα σου· Πριν δμως προβώμεν είς την εκδοσιν του βιβλίου μας ήθελήσαμεν νά εχωμεν την ^νώμην ειδικών και άπηυθύνθημεν εις τον τότε έν Αΐγΰπτω πσρεπιδτιαουντα κ. Μανώλην Καλομοίρην, διευθυντήν του Ε θ ν ι κ ο ύ μας 'φδείον, δστις, ω; γνωστόν, Ιδιαιτέρως ήγάπησε και εμελέτησε την Δημώδη Μοΰσαν. Ό κ. Καλομοίρης πάνυ ευγενώς δεχθείς εμελέτησε την έργασίαν μας και μ ας απέστειλε τήν έπιστολήν ήν δημοσιεΰομεν εις την προ του προλόγου σελίδα· Κατόπιν τής τοιαύτης επισήμου, οΰτως ειπείν, αναγνωρίσεως τής αξίας του έργου μας παρεκαλέσαμεν τον κ. Καλομοίρην δστις >αΙ ευχαρίστως εδέχθη νά δώση μερικάς διαλέξεις-συναυλίας μέ πρόγραμμα ειληιιμένον έκ τής «Δωδ. Λύρας.» Πράγματι τ | Ημετέρα πρωτοβουλία και υπό την προστασίαν τή:: Κεντρικής Επιτροπής τών Δωδεκάνησίων, νομίμου τών άπανταχού Δωδεκανησίων εκπροσώπου, εδόθησαν τοιαυτσι διαλέξεις εις Άλεξάνδρειαν, Σονέζ και Ίσμαηλίαν προ πυκνοτάτου ακροατηρίου, εις τό όποιον και έξαιρετικήν εντΰπωσιν ένεποίησαν αί έκτελεσθεϊσαι ΔωδεκανησιακαΙ μελω5ίαι. Τό μέρος τής ομιλίας του κ. Καλομοίρη τό αφορών τήν «Δωδ. Λι'ραι» παραθέτομεν αμέσως κατωτέρω, Τάς επί τ ή περιστασει δέ ταύτη κρίσεις του τύπου τής ΑΙγΰπου θά ήτο δΰσκολον πολύ νά προσί)έσωμεν, καθ' δτι και κοπιώδες θά ήτο και χώρος θά έχρειάζετο πολΰς. (1) «•••Πρέπει νά εκφράσω—ελεγεν ό κ. Καλομοίρη,—δλες μου τις ευχαριστίες στην Κεντρικήν Επιτροπή τών Δωδεκανησίων καϊ στη «Δωδεκανησιακή Λύρα» γΐά τήν ευκαιρία που μου έδωκαν νά γνωρίσω και μελετήσω τη Δωδεκανησιώτικη Λαϊκή Μουσική· Ή Μουσική τώ* Δωδεκάνησίων είνε x u αυτή ενα κομμάτι άκο τά πολυτιμώτερα τή; δλη; Έλληηκής μουσικής οικογένεια;. Παρουσιάζει ε να εκφραστικό πλούτο που σέ λίγα μέρη τής Ελλάδος βρίσκομε δμοιό του. Οί χορευτικοί των ρυθμοί συγγενεύουν μέ τά αλλα Κυκλαδικά και Κρητικά τραγούδια εχουνε μια ξεχωριστή δροσιά και χάρη και σπανίως τή συναντώμε στους άλλους Ε λ λ η ν ι ν κούς χορούς. ν.ι ; : . ; ι / ^ μ ijht ' ** ' ·. Τά νανουρίσματα τους είνε ενα ξεχωριστό σημείο μέσα στα Δωδεκανη-

( ΐ ) Λ β « ο μ ε ρ ε ί ς π ε ρ ι γ ρ α φ ά ς έ γ ρ α ψ α ν αϊ ΑΙγυιττιακαΙ έφη μερίδες t « Έ φ η μ ε ρ Ι ς » 1-6 κ α > 17)5)27, « Τ α χ υ δ ρ ό μ ο ς » ι 6 καϊ 20)5)27, «Δωδεκάνησος* «Νέα'Ηχώ» 21)5)27 κ α •Νέος TAvbtcpot;* " • ^ . ϊ i Jft^U.ν;·


Κ '

9'

~

σιώτικα λαϊκά τραγούδια, α π ό τά σπανιώτερα δείγματα Ελληνικών δημοτικών νανουρισμάτων στη Μουσική. Ι Μελετώντας κάνεις τή Δωδεκανησιακή μουσική βλέπει πώ; αυτή επαιζε ρόλο σπουδαίο σέ όλες τις κοινωνικέ; σχέσεις των Δωδεκανησιακών. Τραγούδια του γάμου, τραγούδια των καλεσμένων, τρχγούδια crj; αυγής, τραγούδια του Uρου, τραγούδια γιά ξακουστούς καπετανέους, μοιρολόγια γιά τού; νεκρούς για δλες τις περιστάσεις δ Νησιώτης θ ά βρή τή σωστή μελωδία που διαπιστώνει τά συναισθήματα του. Και ή μελωδία αύτη εινε κατ' εξοχήν ελληνική εχει δλο τό θυμάρι τών βουνών τής Ε λ λ ά δ ο ς μας και δλη τήν άρμη τής Ελληνικής μας θάλασσας. Οι κλίμακες των, καθαρές 'Ελληνικές κλίμακες, άνάλογες μέ τις σιες κλίμακες τών καθαρών Ε λ λ η ν ι κ ώ ν δημοτικών τραγουδιών.

πιο γνή-

Έ χ ω ΰπ' δψει μου ενα δημοτικό τραγούδι τής Καρπάθου. Τό τραγούδι αυτό >ιού εινε γ ρ α μ μ έ ν ο επάνω σέ μιά από τις αγνότερες 'Αρχαίες Ελληνικέ; κλίμακες, τήν Α ρ χ α ί α Δωρική, σήμερα σχεδόν ά'γνωστή στήν ευρωπαϊκή μουσική καΙ σπανιώτατη καΙ σ' αυτή τή νεώτερη Ε λ λ η ν ι κ ή Δημοτική. Ε ι ν ε έ'νας χρυσός κρίκος πού συνδέει τό παλαιό ^ενδοξότατο παρελθόν με τό καινούργιο ελπιδοφόρο μέλλον. 'Ανάλογα τραγούδια σέ σπανιώτατες κλίμακας πού μας θυμίζουν τήν αρχαία τους καταγωγή βρίσκει κάνεις ά φ θ ο ν α μέσα στους θησαυρούς του Δωδεκανησιακού τραγου,διου. Ή μελέτη τους και ή περισυλλογή τους, θ ά αποτελέσουν καλλιτεχνικό στοιχείο ανυπολογίστου εθνικής μουσικής και ποιητικής αξίας πού θά βοηθήση σημαντικά τήν δλη έξέλιξι τής Έ λ λ η η κ ή ς μουσικής" Λαογραφίας από' μιά μεριά και συγχρόνως θ ά αποτελέσουν Ι ν α πολύτιμο παράγοντα εμπνεύσεως γιά τον Έλληνα μουσικόν δημιουργόν τού μέλλοντος. Γι' αυτό και εχω τήν γνώμην, πώς ή εργασία πού ανέλαβαν μέ τή Δωδεκανησιακή Λύρα οι κ.κ. Μαύρης καΙ Παπαδοπου?ώς εινε ajco δλες τις μεριές σπουδαιότατη και αξία κάθε σεβ χσμού και υποστηρίξεως. '

'Η έργασία των εϊνε τέτοια που βταν συντελεύει ολόκληρος, νομίζω πώς φά εϊνε μοναδική καϊ μείνη μνημειώδης, διότι άσφαλώς ώς τώρα ah τόση Μκταση καΙ μέ τόση συστημαίικοτητα ίέν εχει γίνει γιά. &λλο μέρος τής 'Ελλάδος. Ή μελέτη τή; εργασίας αυτής θ ' άποτελέση ενα σπουδαιότατο βοήθημα σέ δσους θ ά ενδιαφερθούν γιά τήν Ε λ λ η ν ι κ ή μουσική και ποιητική λαογραφία. Ε ί χ α τήν τιμή καΙ τήν εύχαρίστησι νά εναρμονίζω μερικά άπό τά τραγούδια της Δωδεκανησιακής Λύρας. Ή έναρμόνισις εγινε μέ άπόλυτο σεβασμόν του πρωτοτύπου κειμένου δσο τό δυνατόν απλούστερη, αλλά και σύμφωνα μέ τις αρχέ; πού εξέθεσα σ^ήν αρχή τής ομιλίας μου, δηλαδή, ανάλογη σχετικώς' μέ ^ή σημερινή γ ε η κ ή αντίληψη τής ' Α ρ μ ο ν ι κ ή ; τέχνης καΙ δσον ι ό δυνατόν συμφωνότερα μέ τίι μουσική άλλσ καΙ αισθηματική και ποιητική έκφραση τού τραγουδιού. Μερικές απ' αυτές τής εναρμονήσεις θέλουν εκτελεσθεί σήμερα, δυστυχώς δχι μέ πολλά ό'ργανα και φωνέ; οπότε θά άνεδεικνύετο πληρέστατα ό πλούτος τού Δωδεκανησιακού τραγουδιού, άλλα μόνον μέ πιάνο. · | "Όπως κ α! νάχρ, και μέ τό αχάριστο αυτό δργανο, θ ά φανή νομίζω αρκετά τό Έ λ λ η ν ι ν ώ τ α τ ο κάλλος τών τραγουδιών αυτών και θά άκούσωμε τό κελάρυσμα μιας αγνής μουσικής, από τ?)ν 6 t<u.tv | "Ελλην συνθέτης τον μέλλοντος δβν ^χει παρά νά σκυψ]] γιά νά πιή τό 'Αθάνατο νερό, τό 'Αθάνατο νερό τή; ποικ ι λ ό μ ο ρ φ η ς αλλά μ ι α ; και άδιαίρετης Ε λ λ η ν ι κ ή ς μουσικής».


Συναυλία ι Ιπίσης εδόθησαν και είς 'Αθήνας με πρόγραμμα εκ τη; «Δωδ* Λΰρας» είλημμένον πρώτον τήν 5 Φεβρουαρίου 1 9 2 8 ( 1 ) και δ^ΰτερ >ν τήν 2 6 'Ιουνίου του Ιδίου έτους ει; ην μάλιστα πλήν τών αλλα>ν παρέστη και ό Δωδεκανήσιος τέως ύ/τουργός τή; Παιδείας κ. Θ Νικολουύη;. (2) Τοιούτον λοιπόν, από λαογραφικής ά/ίόψεα); to έργον του οποίου παρόνσιάζομεν σήμερον τον α'· τόμον, 'Από εθνικής δμω; άπόψεω; δύναται νά συμρίλη εις τον κΰριον σκοπον δι' δν τό κροωρίσαμεν ; Ή άπόδειξις δηλαδή τής Ελληνικής καταγωγής τής δημοτικής μας μουσικής και ποιήσεως δύναται νέον τι νά πρόσθεση δ/ιλον εις τήν ήδη άρκοΰντως ϊσχυράν πανοπλίαν τής άδικοσ/ίλοβωμένης μας Δωδεκανήσου , Άντι πάσης άλλης άπαντήσεω; παρα θέτομεν κατωτέρω τον επίλογο ν άρθρου δημοσιευθέντος εις τήν Ίταλικήν εφημερίδα τής Ρόδου «Messaggero* ολίγον μετά τήν δια τών εφημερίδων άναγγελίαν τής συλλεκτικής μας εργασίας—πρόκειται άρα γε μόνον περί συμπτά>σεο>; ;—και τό όποιον ανε δημοσίευσε ν εις τό φΰλλον τή; 4)2)27 τό «Messagero Egiziano» τής 'Αλεξανδρείας. Τό άρθρον τοΰτο είς δ πλεισται δσαι άνακρίβειαι αναφέρονται περι τή; Ροδιακής δημώδους μουσικής καταλήγει ώ; έ'ξή; <Διά νά λυθη dk τέλος xb πρωχόχυπον αύχό

πρόβλημα, χής υπάρξεως δηλαδή9 αΙωνοβίου μουσικής κληρονομιάς9 ?ι%ις διαρκώς φθείρεται καϊ χάνεται ^ πρέπει νά κρίνωμεν γενικώς χήν δλην δημώδη μουσικήν άφοϋ πρώχον άναγάγωμεν αύνήν είς έπίπεδον καλλιτεχνικής άξιας. "Ινα οϋτω9 εις χήν συναυλίαν χών έθνικώς, θρησκευτικώς καϊ πνευμαιικώς διαφόρων οικογενειών αϊίΐνζς άποχελοϋσι χήν μεγάλην καϊ Ισχυράν Ίταλικήν μας οίκογένειαν, προστεθεί καϊ τό άπαλόν άσμα τής Ποιητικής Ρόδου, Ή Γένοβα καϊ ή Βενεχία μνήμονες τόσον μεγάλου ναυχικοϋ παρελθόντος, νοσταλγικώςθά άκροασθώσι χών ασμάτων χών νήσων έκείνων9 είς ας πάλαι ποτέ τά ιστιοφόρα των9 γενναιοφρόνως έπεδαψίλευσαν τό Ίταλικόν Πνεύμα. Οϋχω ή Ρόδος9 ήτις ένώπιον χοϋ Ιδίου έκείνου Πνεύμαχος9 χών Ιδίων έκείνων πλοίων t άναγενναται μεγαλοπρεπής9 ώραία9 άπασχράπχουσα έκ χοϋ φωχός9 έκ χών χρωμάχων} έκ χών άρωμάτων 9 θά ψάλλη xbv ϋμνον τής άναγεννηθείσης ψυχής χης χωρίς νά φοβήται μή Χδη έαυχήν θνή~ θκουσαν είς χοΰς λαμπρούς όρίζονχας τήζ ταραχώδους θαλάσσης ήτις χήν περιβάλλει·* ί; Ι^Ρ^·^* Είναι ανάγκη άρα γε νά άνασκευάσωμεν τάς μέ τόσον λυρικόν ΰφος, δι' Ισωτερικήν βεβαίως κατανά>ωσιν, γραφείσας άναληθείσς δι* ών επιζητείται ή πλαστογράφηση τή; νΓ.ταγωγής του Δωδεκανησιακού τράγου δ ιοΰ του οποίου τήν Ελληνικότητα, και μόνον τό είς Δωρικήν κλίμακα γεγραμμένον άσμα περι οΰ ώμίλησε ό κ. Καλομοίρης θά ήρκει περιτράνως νά απόδειξη ; ( ΐ ) Π ε ρ ι γ ρ α φ έ ν αυτής Ιδέ e k τ ή ν έφημερίδα " Δ ω δ ε κ ά ν η σ ο ν » της 25)2)28 και έ φ ε ξ ή ς Ε ί ς τήν"Δωδεκάνησον» μάλιστα της 7)3) 2 % b υπέροχος Δωδεκα^ήσιος Δρ Σκεύος Ζερβός, τ ε λ ε ι ώ ν ω ν τ ή ν π ε ρ ι γ ρ α φ ή ν τής συναυλίας έκείνης έ γ ρ α φ ε τά εξής λ ί α ν κ ο λ α κ ε υ τ ι κ ά δι ή μ α ς δ ι ά τ ά ό π ο ι α και τ ό ν εύχαριστου^λεν θ ε ρ μ ώ ς . «.•..Είς τό βάθος της σκηνής ά λ λ ά και είς τό π ρ ο σ κ ή ν ι ο ν έ π α ν ε ι λ η μ μ έ ν ω ς ε ί δ α ν ο μ ί ζ ω , μέ άνοικτούς ό φ θ α λ μ ο ύ ς αύτήν τ η ν ' Α θ ά ν α τ ο ν Δ ό ξ α ν ν ά φ ι λ ή είς τό μ έ τ ω π ο ν καϊ ν ά στεφαν ώ ν ω μέ ά μ ά ρ α ν τ ο ν δ ά φ ν η ν καϊ μέ κ ό τ ι ν ο ν τάς δύο προσφιλείς τής Δ ω δ ε κ α ν ή σ ο υ θ υ γ α τ έ ρ α ς , τ ή ν Δημώδη ΙΙοίησιν καϊ τήν Λαϊκήν αύτής Μουσικήν και ή ψ υ χ ή μου η ύ φ ρ ά ν θ η μ έ χ ρ ι θ α νάτου, Ν ο μ ί ζ ω μ ά λ ι σ τ α ότι εις τ ή ν έ μ π ρ ο σ θ έ λ α ν της ε ί χ ο ν μ ε ί ν ε ι ά κ ό μ η καϊ π ο λ λ ά φ ύ λ λ α καί τ ι ν α ά ν θ η προωρισμένα διά τους καλούς συλλογείς τ ή ς " Δ ω δ ε κ α ν η σ ι α κ ή ς Λύρας,» ε ί ς τους όποίους πας έπαινος παρέλκει, ε γ ώ δέ προσωπικώς σ υ γ χ α ί ρ ω ό λ ο ψ ύ χ ω ς , τ ο υ ς ε υ χ α ρ ι σ τ ώ ό λ ο θ έ ρ μ ω ς και είλικρννώς τούς εύγνο;μονώ, συνιστών είς αύτούς ύ π ο μ ο ν ή ν , έ π ι μ ο ν ή ν ά κ α τ ά β λ η τ ο ν καϊ μ ε θ ο δ ι κ ή ν έ ρ γ α σ ί α ν . ' Η έπιτυχία καϊ ό θ ρ ί α μ β ο ς θ ά ε ί ν α ι ά σ φ α λ ε ί ς . * (2) Ι Ι ε ρ ι γ ρ α φ ά ς τ ή ς συναυλίας αύτής έ γ ρ α ψ ε ν ή " Π α τ ρ ί ς * καϊ ή « Κ α θ η μ ε ρ ι ν ή · τ ω ν * Α θ η ν ώ ν τ ή ς 28)5)28, ή "Δωδεκανησιακή Αύγή» ' Α θ η ν ώ ν τής 1)6)28 καϊ ή " Δ ω δ ε κ ά ν η σ ο ς »

καϊ έφ^ης.

Ι ^ ^ Η ^ Β Ι m^k

. •


Είναι άνάγκη αρά γε νά ύπενθυμίσωμεν είς τους παραχαράκτας αυτούς χης 'Ιστορίας, δτι ή Δωδεκάνησος, α π ό 3 0 0 0 χρόνων Ελληνική, συνέβαλε και Αύτ ι είς τό μεγαλεΐον του 'Αρχαίου Ε λ λ η ν ι κ ο ύ Πνεύματος ώστε νά μή τής χρειάζεται τό Ι τ α λ ι κ ό ν τοιούτον, και δτι ή Ενετοκρατία—,ιλήν τής μαύρης άναμνήσεως—ουδέν ίχνος τής διαβάσεώς της άφήκε εις τήν ψυχήν τών νησιωτών ήτις εμεινε καϊ «αρέ μείνε άκραιφνώς Ε λ λ η ν ι κ ή ; Είναι άρα γε ανάγκη νά ύπενθυμίσωμεν εις τούς διαστρεβλωτάς αυτούς της Αληθείας δτι ή Ρόδος ούτε βνήκε ούτε θά ανήκει ποτέ είς τήν «ΐσχυράν Ίταλικήν οικογένειαν» διότι ό Ελληνισμός ουδέποτε υπήρξε στοιχειον άφομοιώσιμον άλλα μόνον άφομοιωτικόν ; Και λησμονουσι, πώς ενώ οί προγονοί των κατέλαβον διά τής υλικής ισχύος τούς ίδικβύς μας προγόνους, κατεκτήθησαν οι νικηται από τούς ηττημένους διά τής πνευματικής τοιαύτης ; Ό Όράτιος, ιδικός των ποιητής, προσεπιμαρτυρει: *Graecia capta, ferrum vidorem cepit et artes intulit agresti Latio.» (1) Δεν επεκτεινόμεθα περισσότερον.Άπευθύνομεν δέ μόνον μίαν παράκλησιν προς τάς ευγενείς διανοίας, προς τάς ευγενείς διανοίας και τά φιλάνθρωπα πνεύματα τών πεπολιτισαένων εθνών—του Ιταλικού δε Ιδία παρά τφ δπυίο) τό μουσικόν αίοθητήριον είναι εξαιρετικώς άνεττυγμένον καϊ εκλελεπτυμμένον—ϊνα άηοφανθώσι εάν λαός μέ τοιαΰτην και τηλικαΰτην μουσικήν βλάστησιν είναι απολίτιστος και χρήζει ξένης κηδεμονίας ή αν εχει τό δικαίωμα τής αΰτοδιαθεσεα»ς καϊ τής Ιλευθερίας του· Τελευτώντες δέ τον υπέρ πάσαν προσδοκίαν μακρόν αύτου πρόλογον, έκφράζομεν και δημοσία τάς θερμότητας ημών ευχαριστίας, προς τήν Κεντρικήν τών Λωδεκανησίο^ν Έ π ι τ ρ ο π ή ν , διά τήν πολΰτιμον ηθική ν αυτής άρωγήν, προς τον Έλληνικόν Τΰπον διά τάς λίαν κολακευτικός επί του έργου μας κρίσεις, πρές τον μ^υσικον κ. Π α ν ο ν Βέην δστις χάριν ημών έφιλοτέχνησε ύπόκρουσιν διαφόρων χορών, περιεχομένων έν τφ παρ 5 ν τι τόμφ, προς τούς συνεργάτας καϊ συνδρομητάς ή ιών και τούς όπωσδήτοτε συμβιλόντας εις τήν έπιτυχίαν του έργου μας και ών τά ονόματα αναφέρονται έν αλλφ τόπφ. σ Ολως δε Ιδιαιτέρως *ύχαριστουμεν τον μουσικόν μας κ. Μανώλην Καλομοίρην, και διά τήν μεγίστην αυτού ήθικήν ύποστήριξιν και διά τάς ευμενεστάτας έπι του έργου μας κρίσεις, και διά τάς Συναυλίας α ; εδωκε, και διά τάς εναρμονίσεις, τέλος, ac χάριν ημών εξεπόνησε, τινές τών όποιων κοσμουσιν ήδη τάς σελίδας του βιβλίου τούτον. ΓΙαρακαλούμεν δέ, τέλος, τον άναγνώστην νά κρίνη επιεικώς τάς άτελείας ας δυνατόν νά παρουσιάζη τό ήμέτερον έργον, έ'χων ϋκ δψιν του δτι, ήμεΐς οΰτε κόπων ούτε δαπανών έφείσθημεν ινα παρουσιάσωμεν αυτό δσο%# ενεστι καλλίτερον, και δτι, αν δΰναταί τις νά μας ψέξχ) διότι δεν κατορθώσαμε ν, ίσως, νά πράξο)μεν πάν δ,τι έ'πρεπε, ουδείς δμως θ ά δυνηθή νά μας κατηγορήσω δτι Ιπράξαμεν παν δ,τι ήδυνόμεθα. Pecimus quod potulmus, faciant meliora potentes. (2) Ζαγαζικ τή 8 Ι ο υ ν ί ο υ 1928. \

(ι) Καϊ κατακτη^είόα

Δρ

ή ' Ε λ λ ά ς χύνάγ[ηον

xaxaxtt)ιήν

bnita£*

Ν · Motvprig

*al χάς τ έ χ ν α ς · ί ο ή γ α ^

•Ις Φ άγροϊκον Αάηον· (2) ' &χρά£αμ*γ *«ν 6,*ι ήδηνάμβδα Ας ηράξαχκ καλότιρα ol δυνάμενοι.


I

wmn*

aoaticuNHaftiM Α*OY?A I. Μ Ο Υ ^: I Κ Η

- ' Α δ ύ ν α τ ο ν ν ά ε μ β α θ ύ ν ω με ν εις τ η ν ν ε ω τ έ ρ α ν « τ έ χ ν η ν , χωρίς π ρ ώ τ ο ν ν ά ά ν α δ ρ ά μ ω μ ε ν είς « τ ή ν τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν * ή ν ε ω τ έ ρ α ως άλυσό&ετος «κρίκος ε χ ε ι τ ά ς π η γ ά ς α υ τ ή ς έξ ε κ ε ί ν η ς .

Richard

<Η ' Ε λ λ η ν ι κ ή Μουσική·—-Η

Wagner.

ψ υ χ ή x a l το ήθος ένός λαοΰ κατοπτρί'ονται

νη και ανεπτυγμενην. Τοιαύτη υπήρςέν ή ' Ε λ λ η ν ι κ ή φυλή, τ ή ; οποίας ή μέν γλάοσα ί ; ΐ χ ν ι α σ 0 η σχεδόν τ ε λ ε ί ω ς , ή δέ Μουσική δεν διεσώθη δυστυχώς ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ά ; i s t 4 c ελαχ ί σ τ η ς παραγωγής εκ τής οποίας αφ1 καϊ α λ λ ω / μαρτυριών άφ έτερου, μαίνεται κολοφών δόςης Μουσικής, δημιουργηθείς υπό του δαιμονίου * Ελληνικού πνεύματος. Αιώνες δμως ολόκληροι περιπετειώδεις, ίκάλυψαν δυστυχώς, μ* πέπλον πολύ πυκνόν τήν τ έ χ ν η ν ταύτην τών προγόνων μας. Πλην, ό πέπλος αυτός ί σ χ ά τ ω ς ήρχισε νά άνακινήται και οί κεκρυμμένοι άδάμαντες του έθνικου ημών βίου, ήρχισαν νά φαίνωνται μέ λάμψιν άποΒαμβωτικήν. Τούτον ζητουσι νά άνασύρ<οσι σήμερον, τιμίως έκτιμώντες τήν Έ λ λ η ν ι κ ή ν ταύτην τέχνην, και νά ζητήσιοσι τήν παλαιάν ά«ολ«σίΐεί^αν παρ αγωγή ν μέ δλα της τά ωραία στοιχεία, μίσα είς τήν σημερινή* Δημοτιχήν μ ε λ ω ο ί α ν σ;ότι ή α π ώ λ ε ι α αυτη δεν είναι μόνον ' Εθνική. Κρατεί ζωηρόν τό ενδιαφέρον. 8λων τών μουσικολόγων τής Δύσεως, άναγνωριζόντων πλέον, Ετι είς το Ε λ λ η νικόν Λημοτ'κόν μέλος κρύπτεται θησαυρός ανεκτίμητος, τ έ χ ν η ζηλευτής τελειότητας. 'Από γωνία ν Έ λ λ η ν ι κ ή ν , μουσικός ήλιος ήρχισε νά άνατελλ^ φωτίζων τό σκοτεινΑν παρελθόν και ρίπτων τάς ακτίνας του εύεργβτικάς, δπου α λ λ ο ι ε μουσικόν σκότος έβασίλευε. Ί Ι ' Α ν α τ ο λ ή λοιπόν μέ πρωταγωνιστριών την ' Ε λ λ ά δ α αποδεικνύεται «une mine musicale intpuisable» κατά τόν Γάλλον μουσιχολόγον

*4Ι)&

Ducotidray.

Κ ίνα ι πάλιν ή Μουσική τής ' Ε λ λ ά δ ο ς , ή τ ι ς πρόκειται νά διαν^ίςβ. αρχίβασ* ή δ η , νίους όρίζοντα; είς τήν καθόλου Μουσικήν, θραύουσα τήν αλυσιν δι' ή ς ιτεριώρίσαν αάτήν ol Ευρωπαίοι και ρίπτουσα τό π τ ω χ ό ν και άνάίιον ίνδαμα μέ τό όποιοι τήν έχουν ένδύσει. Μ ε λ φ δ ί α ι πλασμάναι έν πυριπετείαις διά μέσου τών αΙώνων, I f i p o v ri; ή μ α ς υνένειαν τής άβανάτου ' Ε λ λ η ν ι κ ή ς Τ έ χ ν η ς είς τά στόματα του ΊΒΑληνικνδ λ^οφτ ν ψ βυνεχ


iV —

g 4ιτβιος διεφύλαξ* τήν ίεράν ιαύτην κληρονομίαν μέ τους ρυθμούς τ η ς , τους τρόπους της, μέ δλην τήν μελφδικήν έπινόησιν χαΐ έν γένει μέ δλα τά στοιχεία και τήν ποικιλίαν της.

Ι I*

Ξ έ ν η έπίδρασίς έ ΐ ΐ αύτήξ.—Πασα μουσική παραγωγή είναι ζ ύ μ η π ο λ ύ , ιύμετάβαλος. Ε π η ρ ε ά ζ ε τ α ι ευκόλως άπό κάδε άλλην του είδους, άλλοιουμένη κα πολλάκις άρδην μεταβαλλόμενη. Τοιαύτην έπίδρασιν ϊσχεν είς π ο λ λ ά μέρη ή ; ξένη Μουιική ί π ΐ της Ε λ λ η ν ι κ ή ς . Το τοιούτον δμως έγένειο βεβαίως σπανίως διότι ό Έ λ λ η ν μέ τήν έβνικήν του Μουσικήν εψαλλε πάντοτε τά'· έθνικά του όνειρα, συνυφαίνων ποίησιν πατριωτικήν με άνάλογον μελφδίαν. Ως ήτο έπόμενον, το τοιούτον έγένετο βεβαίως οσάκις εοίδετο περίστασις, ήτις αναμφιβόλως ήτο σπανία. Έ ν ώ είς τάς κοινάς περιστάσεις τής καθημερινής ζωής ένετρύφα είς τους ή χ ο υ ς τ ή ς έφημέρου Μουσική;. Διά τοΰτο αί μελφδίαι συχνάκις κ' έλη σμο νου ντο ή μετεβάλλοντο, Τοιαύτας περιπετείας εσχεν ή Ελληνική Μουσική έν μέσψ τής δουλείας και τών έβνικών συμφορών ή έν μέσψ ξένου περιβάλλοντος, δταν ό Έ λ λ η ν π ο λ λάκις εόρίσκετο έκπατριζόμενος. Τούτο δμως ευτυχώς δεν συνέβη κα! παντού Διά τούτο ή Ε λ λ η ν ι κ ή Μουσαν σώζεται έπι τών όρέων έν ταις κρόπίαις ή είς γωνίας άτοκέντρους τής Ε λ λ η ν ι κ ή ς γης, τάς οποίας το πυρ κα! § σίδηρος του κατακτητου έσεβάσθη. Ουτω σώζεται λοιπόν η θεία του Μουσηγέτου^ Απόλλωνος τέχνη, μεγαλοπρεπής και έπιβλητική, έν ( λ φ αδτής τ φ κάλλει κα! πλούτφ, έν μελψδίαις προς ας μέχρι τινός έδεικνύετο άδιαφορία άσύγγνωβτος και περιφρόνησις κατακριτέα. *

*

*

Δωδεκανησιακή Μουσική.—Μέ τοιούτον

θησαυρόν ' Ε θ ν ι κ ή ς παρουσιάζεται ή Δωδεκάνησος. Μελφδίαι, λείψανα άρχαίου * Ελληνικού κάλλους, προδίδουσιν έν αόταΐς μέλος είς δ δεν έπέδρασε ξένον τοιούτον, μένον έπάνω είς κλίμακας κα! τρόπους κα! ρυθμους c Ελληνικούς, πάντα πρός δλας τάς σχετικάς παραδόσεις τ ή ς Έ λ λ η ν ι χ ή ς φυλής, διασωθέντα έν πολλών γενεών κα! μεταδιδόμενα άπό στόματος είς στόμα.

Μουσικής μουσικου συντεθεισυνάδοντα τή μ ν ή μ η

Εΐδεν ήδη ό άναγνώστης έν τα) προλόγφ, πώς περι τής Δωδεκανησιακής Μουσικής έκφράζεται 1 σοφός Έ λ λ η ν μουσικολόγος κ. Καλομοίρης.

raa^i* ** Ποιον το πρόγραμμα μας.—Τό πρόγραμμα μας είναι ή

περισυλλογή απάντων τών Δωδεκανησιακών Δημοτικών μελφδιών αί όποΐαι είναι καθαρώς 1 Ε λ λ η νικά! πλήν όλίγων τινών τουρκικών. Έ κ του σκοπού δέ τον όποιον άνωτέρω έξεθέσαμεν καταφαίνεται δτι κανείς δεν πρέπει νά αδιαφορήσω είς τό νά μας παρέξη τ/jv άριβγήν του. 'Ομολογουμεν δτι εύρομεν άρκετόν ένδιαφέρον είς πολλούς κα! χάρις είς τήν συνεργασίαν αυτών κα! δή τών Κασίων, παρουσιάζομεν τον πρώτον τόμον τής συλλογής μας: τήν «Κασιακήν Λύραν.» Φοβούμεθα μόνον μήπως υπάρχουσι και άλλα ασματα, τά όποια oi γνωρίζοντες δεν εσπευσαν νά μας πουν, Ή παράλειψις δεν είναι | § υπαιτιότητό; μαε. 9 Επικαλούμενα τήν μαρτυρίαν πάντων. Έ μ ε ΐ ς έσπεύσαμεν παντού, μή φεισθέντες ούτε μόχθων ουτε δαπανών. Οδτω μόνον θά δώσωμεν, είς μέν τους ' Έ λ λ η ν α ς μουσικολόγους όλικόν π^4ς μελέτην και Ιμπνευσιν, διά τήν δημιουργίαν καθαράς Ε λ λ η ν ι κ ή ς Μουσικής άνταξίας τής άρχαίας μητρός της, είς δέ τους τής Δύσεως νέα στο-ιχεΐα κα! νέους χ ρ ω ματισμούς τους όποιους νά θέσωσιν έπι τής Μουσικής των πυξίδας, δπως άλλως τε H έτόνισε κα! | κ. Καλομοίρης. Ά ν α λ ο γ ι α θ ή τ ε λοιπόν πόσον συμβάλλετε έθνικώς είς τό υ|>ηλον κα! έΟνικόν τ Λ τ · Ιργον μέ ?να σα; τραγούδι και μή άοιβφορήτε, άλλά σπεύσατε νά μας τό


π α ρ α δ ώ σ η τ ε . Π ο λ λ ο ί γέροντες έντρέπονται νά τραγωδήβουν, νέοι δέ Οεωροίσι τούτο έ λ ά χ ι ο τ α κολαχευτιχον διότι «δέν είναι της έ π ο χ ή ς , » Έί* δσων ανωτέρω ειπομεν φαίνεται το αδικον τών μεν χα ι ή άσέβεια τών δέ. ' Α π ώ λ ε ι α δημώδους μελφδίας είναι έΟνική άπώλεια, 2πως τό έναντίον, είναι έΟνικόν μεγαλείο ν. Σπεύσατε 80εν νά παραδώσητε εις τήν άΟανασίαν, κόβε δημώδη μ ε λ φ δ ί α ν , τήν δποίαν ήκούσατε από τους γεροντοτέρους σας, βέβαιοι, δει πράττετε έργον έδνικόν, συντελουντες εις τήν άναγέννησιν τής θείας Ε λ λ η ν ι κ ή ς Τέχνης. *

Τρόπος εργασίας.

—Έπεστήσαμεν τήν προσοχή ν μας και κατεβάλομεν πασαν προσπάθειαν εις τήν πιστοτάτην άπόδοσιν τών μελωδιών μετά μεγάλης έπιμονής και περισκέψεως, ή όποια πολλάκις έκούραζε τον υπαγορεύοντα τυυ όποιου έπικαλού· μ έ θ α τήν μαρτυρίαν. Ά φ ο ΰ ήκούομεν τήν μελίοδίαν όλόκληρον, δσας φοράς ήτο ά"αγκαίον διά νά άντιληφΟώμεν τήν κ λ ί μ α ν α επί τής όποιας ήτο γεγραμμένη, διηροΰμεν ταύτην εις περιόδους καϊ ταύτας εις μικρότερα τμήματα, τά όποια έγράφομεν συ λ λαβή ν προς αυλλαβήν τη συνοδεί^ δργάνου. ΜεΘ' δ έγίνετο ή σύνδεσις τών περιόδων. Μετά τήν όλικήν γραφήν άπεδίδετο πάλιν όλόκληρος ή μελφδία υπό του ύπαγορεύον:ος, ένω ή μ ε ι ς παρηκολουθοΰμεν διά δείκτου ενα πρός ενα τους γραφέντας μουσικους χαρακτήρας και έγίνετο Ι \ δ ε χ ό μ ε ν η διόρθωσις. Ή κ ο λ ο ύ δ ε ι ή άπόδοσις υπ* εμού του Ιδίου ένώπιον του ύπαγορεύσαντος πρώτον, καϊ δεύτερον ή έκτέλεσίς της πάλιν υπ' Ιμου έπί δργάνου. Ούτως έλάμβανε τήν σφραγίδα τής πιστότητας. Με®' δ ήκούομεν τήν αυτήν μ ε λ φ δ ί α ν και υπό πολλών άλλων, μετά τών οποίων συνεζητουμεν έπΐ ένδεχομένων διαφορών και λεπτομερειών, μεταβάλλοντες τήν μελφδίαν έπί τ } βάσει της γνώμης τών γερόντων και έπί τό άρχαιότερον. Έ π ρ ο τ ί μ η σ α μ ε ν δέ πάντοτε τους γεροντοτέρους καϊ εκ τούτων πάλιν τους έπιτηδευομένους φιλομούσους τραγφδιστάς, οιτινες έτραγωδουν μετ ένΟουσιασμου και αισθήματος, διότι αί μελφδίαι αύται εις τά στόματα άπροσέκτων και άμούσων εκτελεστών υφίστανται άτομικάς άλλοιώσεις και μεταβολάς μελικας, μετρικας και ρυίμικάς τής ί*ίας αότών αντιλήψεως. Τό ονομα δέ έκάστου ύπαγορευτου ευρίσκεται εις τήν ά ρ χ ή ν δεξιά έκάστης μελφδίας, έπίσης και ή πόλις δπου έγράφη. Κ α τ ά τάς συστάσεις τών γεροντότερων άπέφυγον του; νεωτέρους, οι όποιοι κατα την κοινήν όμολ ογιαν πα ρήλλασσον τάς μελφδίας Ιπηρεασμένοι από τήν ξένην σύγχρονον Μουσικήν, Ι ν φ πραγματικώς όμολογώ δτι παρετήρησα τόν ιερόν φανατισμών και σεβααμόν τών γεροντοτέρων πρός τήν παράδοσιν και αποχή ν από πάιης νεωτεριστικής παραφΟορας. Δεν παρε?είπομεν νά παρευρισκώμε^α είς διασκεδάσεις καϊ νά άκούωμεν τάς μελφδίας ταύτας άδο μένας κα'ι έκτελουμένας έπί όργάνων προσπαΟουντες πάντοτε νά άνεύρωμεν τήν αΊΟεντικωτέραν παραλλαγήν μιας μελωδίας. - 0 π ο υ υ π ή ρ χ ε μεγάλη διαφορά μετάξι) τραγουδιστών, έάν μέν ήτο ολική έγράφομεν δύο παραλλα-)άς, έάν δέ μερική έπανελαμβίνομεν τήν στροφήν του άσματος, δπου υπήρχεν ή διαφορά, άντί νά σημειώσωμεν σημεία έπαναλήψεως, δπως κάμνομεν εις αλλας. Προτιμώμεν πάντοτε τήν φωνήν αντί του όργάνου δι t τάς μετά ποιήοεως μελφδία;, irfsio ς έκαστος δργανοπαίκτης έξετέλει τούτο κατά Ιδίαν άρέσχειαν και μουαικον τάλαντον, μέ διάφορα πάντοτε ποικίλματα. 01 παρακολου&ήσαντες τήν έργασίαν ήμων καϊ οί παρεόρεδεντες εϊς τά μουσική ταύτα μνημόσυνα 8ά όμολογήσωσι μετά πό·ης έπιμονής και εύλαβείας προσεκολλώμεΟα είς ταύτα. Γενικώς εδρομεν πολλάς μελψδίας κοινάς είς πολλάς νήσους, αλλά προύτιμή•αμεν ίδίαν έν έκάστη νήσφ γραφήν, διότι οδτως θά φάνουν τά ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τής Μουσικής έκαστης νήσου έκ τών μεταβολών, τάς όποιας υπέστη ή μέλ η ^ ία έν αύτ^, καϊ έκ τούτων ή προέλευσις τής μελφδίας, Ι ε ρ ο ί ένθουσυτομοί, συγ· κ ι ν ή σ ε ι ς , γλυκειαι άναμνή·εις ίέν ελειπον, Τούτο θά άποτελέση ίδιαίτερβν θέμα μας


Β Η Η Η Η ^

-

<

-

Η έργασία πολλάκις διεκόπτετο η δταν ο' υπαγορεύων μέ τά δάκρυα είς τοί>ς όφθαλ" μους δεν ήδύνατο να προχώρηση ή..,, δταν μετεβάλλετο είς «τρικούβερτο γλέντι.» —«Πάει πια δάσκαλε ! έφραγκέ^αμε!! άδικα πολεμάτε ! άφου κανείς (8)4* πά(ίί) νά (8)ή r τήν Κασο! Ούλοι τρέχου(ν) στά Παρίσια!...» ελεγον ιδιαιτέρων οι Κάσιο ι.

| * ΚασίΚΧΠ Λ υ ρ « · (Μουσικόν μέρος).—Αδτη άποτελείται άπδ 6 3 μελψδίας. Έ χ τούτων αλλαι μεν είναι καθαρώς Έ λ λ ή ν ι κ α ί , άλλαι Τουρκικαί έκ Κ ρ ή τ η ς μετάδοθεισαι και μία'Εβραϊκή (;;;) «δ Ζερβό(δ)εξιος» (άρ. 61.) Έ χ τούτων πάλιν αλλαι φαίνονται καθαρώς Κασιακαι λαιόθεν Ιν Κάσφ. Λαμβάνουσι δέ τήν δνομασίαν των :

αλλαι

δε ηδοντο

πα-

loy. Έκ χών όνομάχων χών καλλιτέρων φδόνχων χαύχας (ουδόλως παράδοξον, χαι?έμέ νά ήσαν κάί ό | συνθένται των) ώς ό Διαγγούοικος (άριθμός 4 0 και 4 1 ) Ι &έταχ&νίατικος (άριθμ; 9) κλπ. Διά τούτο βλέπομεν δτι πολλαί μελφδίαι Είναι αί αύται μέ έλαφράς π α ρ α λ λ α γάς και δμως μέ διάφορον δνομασίαν ώς του Κέλη άρ. 27 και του Β λ ά χ ο υ άρ. 1 6 . 2ον. Έκ χοϋ χόηου χής προελεύσεώς τιχος άριθμ. 31.

χων ώς δ Χαρκίτικος άρ. 5 ο Ό Θ ε ί -

e

0 Χαρκίτικος λέγεται και ΆρμαΘιώτικος, διότι έξέμαθον τούτον συνδ^κεοάζοντες μετά Χαλκητών ναυτικών έν τη ν ή σ ω ' ΑρμάΘια.

οί

Κάσιοι

Εη

3ον„ χοϋ έηιφϋ'έγμαχος. ΠαρενέΘετον δηλ. λέςιν τινά ή φράσιν όλόκληρον έν τφ μέσφ του στίχου συνήθως, ώ ; : «Τό (Δ)ιοσμαρίνι μου,» «καλέ», «καλέ μου σύντεχνε», «Κακόμοιρε παπα», «θαλασσάκι μου» κλπ. (αριθμ. 7, 12, 13, 4 7 κ λ π . ) ή διά νά άποφύγουν τήν παράτασιν τής αότής συλλαβής, τό όποιον άποφεύγουν πολί) οί Κάσιοι (be κουράζοΟσαν τόνάκροατήν ή, τέλος, καϊ διά νά έξισώσουν τό ποιητικόν μέτρον μέ τήν μουσικήν φράσιν. Ό σοφός Ducoudray λέγει περί τούτου. «Quelque primitif que soit ce pro« c i d e ll est assurement tr£s preferable a ces maladroites repetitions des m o t s «dont on trouve maintes exemples dahs certaines productions savantes de Γ Art «europeen.» Τοΰτο γίνεται κυρίως *ίς τά έκ Κρήτης μεταδοθέντα. Ε ν τ α ύ θ α έπιτραπήτω νά παρατηρήσωμεν, δτι ουδείς έτολμησε νά προσοικειω8η και νά θέση τό ονομά του έπι μελφδίας φερσό^ης τουρκίκόν χαρακτήρα. Ποιοδντες δέ πάντοτε χρήαιν ή του έπιφθέγματος ή του τόπου τής προελεύσεως πρός διάκρισιν π,χ. «Τό Γιαέλι», «Καλε», / Ρεθυμιώτιαα» (άρ. 47, 1 , 4 , ) 4ον. ΈΚ χής έκφράσεώς χου ώς «τό Πάθος», 6 «Χτικίάρης» κλπ. άρ. (23,32.) δον. Έκ χοϋ χόηον είς Βν έλάμβανεν Ιδιάζούοαν χροιάν ή τ ο ι : ρυθμική ν άγωγήν («καντούνια»), ώς τό *Αλέντι ή Πλάκες ή Μπάλοΰξίστικος άρ. (44, 45.) Πρόκειται δηλαδή περί ένος χαί του αύτου σκοποί) άδομ'ένου μέ αλλην χροιάν έν «?Αλέντι», αλλην έν «Πλάκες» καϊ άλλην εις τό στόμα τών Μπαλουζίδων (ψαράδων.)

6ον. Έκ χοϋ όνόμαχος χοϋ προχιμώνχος

άύχήν f j ίκεΐνην

χήν

μελφ-

δ ί α ν , ώς Μαυρολέοντος -Ξυδιάρη άρ. 17 t κλπ. 7ον. Έκ χής άφιερώσεως χοϋ πόιηχικοϋ χου κειμένου, ώς τ' "Αη (Γ)ιωργιου τό τροπάρι άρ. 48, τής Κυρ$ς τό μοιρολόι άρ. 6, ή Λυερή άρ, 35. &ον. Έκ χής Αρχίκής λέξεως Χοϋ ποιήμαχος και ί^ίώ; τά τροπάρι*, m; « 4 ^ ώ α τ η · α ξαρρώ^τήσα» Η 10 Η Η άρ. 11;


n t

, _

Eh xov

9

- «r -

fj

ή

Haft'

9ον. χρόνου toy οκοηον τής περιστάσεως δν ifSovto, ώς τής Αυγής άρ. 18, ό Λάζαρος άρ. 2, ή 'Ακαθάριστες άρ. 19. 'Όταν 'πώθουν τά καράβια άρ. 25, Ε μ β α τ ή ρ ι ο ν του γαμβρού άρ. 29 (1.) ΙΟον. °Εη tfjg έπωδοϋ ώς «Βαριά βαριά τά σίδερα» άρ. 15 «Τά μελιτζανια» άρ ι9μ. 5 4 . Τινές τών Κα^ιακών μελφδιών ευρίσκονται και έκτος τής Δωδεκανήσου ώς «ΤJ τροπάρι V ν Α η (Γ)ιωργιου άρ. 4 8 και το (Γ)ιαέλι» άρ 4 7 εις τον Ά ρ ' ό ν α Ρεμάντα-Ζαχαρία. 'Αθήναι, 1 9 1 7 δπου οί συγγράφεις διά μεν τήν πρώτον σελ. 5 7 άρ. 56 σημειοΰσι «Το τραγούδι του Β λ ' ί χ ο υ » Κρητικόν έπιτραπέζιον Διά δέ τό δεύτερον σελ. 46 άρ. 4 7 ώς περιπατητικόν άδόμενον εις τάς όδους τών 'Αθηνών. «Του ψαρα το παιδί» εδρίσκεται έπίσης ώς έκ τής συλλογής Ευστράτιου Παπαγιάννη Μουσικού, δημοσιευμένον είς τό μουσικόν παράρτημα τής Φόρμιγγος. Σελ. 60 μέ έλαφράς παρ'αλλάγας.

Ούδεμίαν τούτων εϋρομεν γεγραμμένην· Παααι εγράφησαν ύφ*

Ι ΐ μ δ ν πλήν τών υπ' άρ. 19, 33, 36, 43, τά όποια πάνυ ευγενώς παρεχώρησε ν ήμΐν ό κ, Μ . Β . Ρ ε θ ύ μ ν η ς , ' έφοπλιστής έν· Λονδίνφ, τά όποια και ό ίδιος εγραψεν, δπως έξετέλει τ α ύ τ α έπί του βιβλίου του. Τήν υπ 45 μελφδίαν έγράψαμεν έπίσης δπως έξετέλει ταύτην έπί του βιολίου του ό Δρ. Κ. Φραγκούλης έν Π. Σαίδ. Πάσαι αι άλλαι είναι είλημμέναι από του στόματος του λαου. Καταδεικνύεται, δθεν, δτι οι Κάσιοι πάσης τάξεως και ήλικίας κατ^γίνοντο πολυ είς τ ή ; Μουσικήν διά τήν όποίαν φαίνεται ειχον και ίόιαίτερον τάλαντον. Είς τάς πολλάς του ασχολίας ό Κάσιος δεν έλησμόνει τήν λύραν του, αλλ1 άπ' έναντίας έιτάνω είς τάς χορδάς τ η ς εύρισκε ττ,ν άνακούφισίν του. Είς τήν έπίόοσιν ταύτην είς τήν Μοοσικήν φαίνεται δτι συνετέλεσε και ή άποκέντρωσις τής νήσου των πράγμα, τό όποιον τους έςηνάγκαζε νά δημιουργώ σι χαί νά καλλιεργώσι ιδίαν Μουσικήν έν αντιθέσει πρός τάς αλλ ας νήσους, δπου ή Μουσική παραγωγή είναι έ; Γσου καλή μέν αλλά πτωχότερα, διότι έδεχοντο τήν ξένην έφήμερον τοιαύτη ν και παροδιχήν ενεκα τής συχνοτέρας και διαρκεστέρας μετά τών ξένων έπικοινωνίας. Αλλως τε περιώνυμος τυγχάνει ή άποστροφή τών Κασίων πρός παν «ςενικόν.» Οί Κάσιοι άντηγω|ίζοντσ είς τήν Μουσικήν πρός τους Κρήτας, διότι ώς μας ελεγεν ό μουσικολόγος κ. Καλομοίρης είς περιοδείαν του έν Κρήτη διά τήν μελέτην του Δημοτικού τραγουδιου, ήκουσε τους Κρητας νά λέγουν, δτι ούτοι ές όλων τών νησιωτών μόνον τους Κασίους έλάμβανον υπ' οψει και έσέβοντο είς τήν τέχνην τής Μουσικής. Φαινομενικώς έχουν πολλά τά δμοια μετ αυτών και ιδίως είς τήν «Σούσταν,» αλλ' υπάρχει μεγάλη διαφορά εις τον χαρακτήρα τών στροφών και τήν έκτέλεσιν. Ε ί ς τήν Σούσταν οί Κάσιοι χορεύοντες ουδέποτε τραγουδουν δπω; άλλοι Αωόεκανήσιοι. Χορεύεται δέ αυτη ήπιώτερον παρ* δ,τι είς αλλ ας νήσους. Γενικώς αί κυρίως Κασιακαί μελφδίαι είναι σύντομοι έν παραβολή πρός τάς μελφδίας άλλων νήσων. Ό π ο υ συλλαβή τις παρατείνεται, προτιμώσι νά έπαναλάβωσι 2-3 π^οηγουμένας συλλαβάς έν τ φ αύτφ χρόνψ, αυξάνοντες τών αριθμόν τών ποδών. Ως λ. χ . άντί νά ειπούν υ υ υ — — ή—θε—λα νά—χω λέγουν: υ υ υ υ υ υ υ Χ ΐ ^ θ β — λ α νά-χω—νά-χψ Ε ί ν α ι συντεθειμέναι έπί καθαρών Ε λ λ η ν ι κ ώ ν κλιμάκων και ρυθμών, μεσταί χάριτος και έκφράσεως, μέ λεπτότητα τέχνης και χαρακτήρα έθνιχόν. .Έςετελουντο δέ έπί λύρας ή βιολίου, άργότερον τη συνοδεία τσαμπούνας (λυροτσάμπουνβ) μέ όπόκρουσιν λαούτου.

(I) 'Ά//>ύουμν> dinti ή σημασία τής μελφΗας ·Πισομίοι.»


Έπί τών μελωδιών τούτων προσαρμόζονται κυρίως δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα. ΕΙς έκάστην μουσικήν περίοόον προσαρμόζεται είς στίχος ή ήμισυς άδόμενος ύφ* ένός καί έπαναλαμδανόμενος υπό τών συνδαιτημόνων έν χορψ μ,όνον έν μιά φωνζ, διότι τοιαύτη είναι ή φύ*ις όλων σχεδόν τών μελφδιών κατά ταυτοφωνίαν ή κατ* όγδόην, Αναλόγως της φωνής έκαστου. "Αδουσι δέ ώς έπί το πλείστον εις πολύ ύαλους τόνους έκ συνήθειας συνοδεύοντες τό όργανον, to οποίον κατά πατροπαράδοτον διδασκαλίαν παίζει τάς περισαοτέρας μελωδίας σχεδόν έκ τής χορδής mi· Μετά τό πέρας του πρώτου στίχου ή κατ' άλλους μετά τό πέρας του διστίχου άδεται ή έπφδός (τσάκισμα) έτερον δίστιχον 8 σύλλαβον ώ ς : 'Ελα κοντά, δέν έρχομαι Μικροϋλλα 'μαι καί ντρέπομαι. Αί μελφδίαι αύται συνελέγησαν έν ΑΙγύπτω καί ιδίως είς τάς παρισθμίους πόλεις όπου εύρίσκετο τό πλείστον μέρος τών τέκνων τής Κάσου δπως μαρτυρεί καί τό δίστιχον: Νάτο νά | § ό Δέ Λεσέψ-, ήθε γά τό(ν) δικάσω πού πίτταρε τήν έρημο καί ρήμωσε τή(ν) Κάσο, * * *

Οί συνεργάται μας.—Ό χ. Μκνώλης Κ α λ ο μ ο ί ρ η ς .Ή μοναδική αυτη ρυσιογνωμία, μουσικός άστήρ διακεκριμένος έν τή Ανατολή, παρακολουθεί άγρύπνως κάθε έργασίαν τείνουσαν είς τήν δημιουργίαν καθαρός 'Ελληνικής Μουσικής έκ τής Δημώδους τοιαύτης διά τήν όποίαν θυσιάζει τό πάν. 'Ακούραστος προσπαθεί καί τρέχει όπου ήέδνική αύτη Ιδέα τον καλεί. Δέν έδίστασε νά σπεί'ση καί πρός ημάς καί νά μάς δώση χείρα βοηθείας καί Θάρρος μεγάλο, τό άτοΐογ είχομεν χάσει προ τών δυσκολιών too έργου μας, καί μέ τάς Διαλέγεις— Συναυλίας τάς όποιας έδωκε κατά τον Μάϊον παρελθόντος έτουΓ έν Άλε£ανόρεία, Σουέζ καί Ίσμαηλία νά διαφώτιση τό Κοινόν ό Έλλην σοφός μουσικολόγος περί τίνος πρόκειται καί διατί προσπαθοϋμβν. Πρεσβ. Ι. Β. Γιανναχουδάκης. Αύθεντία σ ^μβαλοϋσα τά μέγιστα είς τήν έπιτυχίαν τοΰ έργου μας. Ειδικώς έγκύψας καί έκτιμήσας τήν Δημώδη τής πατρίδος του Μουσαν, μάς απέδωσε τάς μελωδίας μετά πρωτοφανούς πιστότητος καί μέ λεπτότητα τέχνης, όχι μόνον διότι είναι μουσικός, όχι διότι ή άρτια μόρφωσίς του συντελεί είς τοΰτο, άλλά διότι ήγάπησε τά πάτρια, έξετίμησε τά πολύτιμα ταύτα διαμάντια καί προϊόντα Γοϋ έθνικοΰ μας βίου καί μέ πρωτοφανή uKpifteuxv τεχνικήν καί ιστορικόν όμιλεΐ περί αύτών. Συνειργάσθη μεθ' ήμών, 6τρε§εν, έκοπίασεν, έμερίμνησε περί της επιτυχίας. Μαζί μέ τήν ιερότητα του σχήματος του έχει συνυφάνη καί Τήν ιερότητα τών έθνικών τούτων κειμηλίων παραδειγματικές. Ή Κασιακή Λύρα οφείλει τήν άρτιωτέραν έμφάνισίν της είς τήν πολύτιμον συμβολήν του καί είς τήν ά£ίαν δημοσίας ομολογίας άφοσίω* σίν του πρός αυτήν. 'Επίσης εύ^νωμονοϋμεν τάς Κ ας Κας Ελένη ν Κωστίδον, Μαριγώ ΑογοΜτου} Μαριγώ Φουντή τήν Δδα Εύαγγ: Παυλή καί τούς κ . κ . Ν. Βιντιάδην, Γεωργ. Γιανναγάν, Χαρ. Γιανναγάν, Ί ω . Διακάκην, Ν. Έμίρην Μιχ. Αιόκονραν, Ί ο ν λ . Μανωλαχάκην, Ίωαν. Ι. Mixνωλακάκην, Κ. Μητροσπάραν, Φιλιπ. Μουσούρην, 1. Νικολάντον, ΓI Πρωτόπαπαν, Μ. ΡεΦύμνην, θ . Σονλτανάκηνϊ Δρα Κ. Φραγήούλην, Γ. Φραγκοίλην καϊ Ζ.

Χαλκιάόηνδΐ ό,τι έσπευσαν νά μάς ύπαγορεύσωσι, καί διά τήν συνεργασίαν των πρός Ι ! έμφάνισίν τού έργου. Σουέζ Αίγυπτος 1927· Μ Παπαδόπουλος Διευθυντής Ελληνικών Σχολών Dire— Dawa—Άβησσυνίας.


II.

ΠΟIΗΣΙΣ

Ή Ποίησις φιλοαοφώτερον και σπουδαιότερων της 'Ιστορίας. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Δ η μ ώ δ ε ς Έ λ λ η ν ι κ ο ν κ α ι Δ ω δ ε κ α ν η σ ι α κ ό ν Π ο ί η μ α . — Ό έν up Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης καθηγητής κ. Σ. Κυριακίδης παρομοιάζει λίαν έπιτυχώς τήν δημώδη μας ποίησιν πρός «δένδρον πολύκλαδυν, αειθαλές και αίωνόβιον, του όποιου αί ρίζαι ριζούνται είς τό γόνιμον έδαφος τής αρχαιότητος, ό κορμός γιγαντούται είς τους ήρωϊκούς του Βυζαντίου ^ ^ ^ ο υ ς , οί δέ κλάδοι άναθάλλουν εις τούς χρόνους τής κλεφτουριάς και τώνΓς. /αστάσεων. Τέκνον γνησιον τής Αγνής και «περιτέχνου λαϊκής ψυχής έπι· ^έχενας μακρούς τούς σκοτεινούς αιώνας τής δουλείας, υπήρξαν ή μόνη αύτοΰ καλλιτεχνική άπόλαυσις· Ώ ς κύριον αύτής χαρακιηοιατικόν έχει τήν άπλότητα και τήν άλήθειαν εις τό συναίσθημα, τό άνεπιτήδευτον και τήν είλικρΐνειαν είς τήν έκφρασιν....·» Είς έκ τών κλάδων του δένδρου τούτου ούχι όλιγώτερον τών άλλων άμ φιλαφής περιλαμβάνει τό Δημώδες Δωδεκανησ'ακόν ποίημα. Πού και πώς έγεννήθη τό Δωδεκανησιακό ν ασμα δεν μας είναι γνωστόν· Όρισμένος ποιητής δεν ύπάρχει· Γνωρίζομκν μόνον δτι και τοϋϋο δπως και τά άλλα δημοτικά άσματα έγεννήθη «άπό τά βουνά, από τ' ακρογιάλια, από του βοσκού τή στάνη, άπό τοϋ έρωτεμένου τον πόνο, άπό του £ενητεμένου ναύτη τον καϋμό, άπό τοϋ σκλάβου τό παράπονο.» ( ι ) Δεν μας έπιτρέπεται νά ύπερβώμεν τά δρια τών σημειώσεων μας αύτών γράφοντες έκτενέστερον περι τής έθνικής, ποιητικής και γλωσσικής σημασίας τών δημοτικών τραγουδιών μας. Προσθέτομεν ιιόνον, δτι και τό Δωδεκανησιακόν δημοτικόν ποίημα δέν ύστερε! ούτε εις έμ^νευοιν, ούτε είς τέχνην, ούτε είς πρωτοτυπίαν, ούτε είς δύναμιν έκφράσεως ούτε είς δραματικότητα και γοργότητα τής έ£ελί£εως, ούτε, τέλος, είς συμμετρικότητα και καλλιτεχνικήν διατύπωσιν τού συνόλου, τών δημοτικών άσμάτων τών άλλων 'Ελληνικών μερών. Γεγραμμένον δε εις τήν ζώσαν τοϋ Ελληνικού λαού γλώσσαν, δι' ήν ό Fauriel έγραφε δτι είναι «ομοιογενής ώς ή Γερμανική και πλουσιωτέρα αύτής, σαφής ώς ή Γαλλική, μάλλον εύκαμπτος τής Ιταλικής και άρμονικωτέρα τής Ισπανικής,» άπετέλεσε—δπως συνέβη και διά τό δημώδες άσμα τής λοιπής Ελλάδος — ένα άπό τούς Ισχυρότερους παράγοντας οΐτινες μάς έπέτρεψαν, καθ' δλους τούς σκοτεινούς τής δουλείας χρόνους, νά κρατήσωμεν άσδεστον έντός μας του έθνισμοϋ και τής φιλοπατρίας μας τήν φλόγα. Εις τό Δωδεκανησιακόν ποίημα συναντώμεν δλα τά είδη τής δημοτικής μας Μούσης έκτός άπό τά «κλέφτικα τραγούδια»—ων άλλως τε στερούνται και ή Μικρά 'Ασία και ή Θράκη—έχοντες δμως άφθονότερον τον θησαυρον τών «τραγουδιών τής ώς έκ τοϋ ναυτικού τών κατοίκων βίου. Ό μελετών τήν Δωδεκανησιακήν δημοτικήν ποίησιν θά άντιληφθι] αμέσως δτι είς αύτήν δέν είναι σπάνια τά ποιητικά διαμάντια και τά έ£όχου έμπνεύσεως και αίθεροβάμονος φαντασίας άριστουργήματα, διότι κσί εις αυτά δπως και γενικώς είς τά έλληνικά δημοτικά άσματα συναντά τις «τήν αύτήν φυσίολατρείαν, τήν αύτήν μυθολογίαν, τήν αύτήν αίσθηματικότητα και τήν αύτήν διανόησιν πρός τήν άρχαίαν Έλληνικήν ψυχήν. Τήν άγάπην πρός τήν Πατρίδα

(Ζ) Ζ Κυριακίδου Έλληηκη Λαογραφία Μέρος Λ'. (*Α&η»αι 1923) osl. 90. Ν. Μαυρή.—Τύ Δωδεκανησιακό δημοτικό χραγουδι. Αιάλεςις. («Δωϊβκάνηοος*)


τόν συμΒολισμόν του θανάτου, τήν σεμνότητα του έρωτος, τήν Ιερότητα τών οικογενειακών δεσμών, τό αδελφικό ν αίσθημα, τήν φιλοξενία ν και δλας τάς άλλος άρειάς αίπνες διέκριναν τήν μεγάλην φυλή ν τών άθανάτων ημών «ρ&γσνων.» (ι) Περί τών Δωδεκανησιακών Δημοτικών άσμάτων έγραψαν ήδη πολλοί— είτε είς μονογραφίας είτε είς διάφορα περιοδικά και εφημερίδας—ίόίω^ διά τάς νήσους Ρόδον, Κάρπαθο*·, Κασπάλορ&ον κάπως όλιγώτερα έγράφησαν διά τάς νήσοος Πατρόν. Σύμην, Λέρον, Νίσ^ρον' δ.ά δέ τάς ά / λ α ς νήσους σχεδόν τι*οτε. Ώς παράδειγμα σάς φέρω τήν Κάων. είς ήν είναι αφιερωμένος ό παρών τόμος και της όποιας έκτος 3-4 ασμάτων' δημοσιευθέντων τ^δβ κακεΐσε, και ολίγων διστίχων εις μίαν σελίδα τής «Λαογραφίας» ευρισκομένων (2) ουδέν άλλο ^ f P w g ένφι ώς βλέπει ό άνα γνώστης τό ύπαρχον υλικόν δέν ήτο εϊκατα^ρτ • 3 ΒβΒ

., Ar^gpB Ileicv το πρόγραμμα μας.—Τό πρόγραμμα μας και περι ποιήσεως προκείμενο*) ύπηρΣεν οίον και διά τήν μο»:σι&ήν, δηλαδή ή πλήρης δσον ενεσπ περισυλλογή τών Δωδεκανησιακών ποιημάτων. Πρός τόν σκοπόν τούτ ι ν , έκτος τής γενικής παρακλήσεως ήν είς πάντας άπηυθύναμεν διά τών Δωδεκανησιακών έφημερίδων, Ιδιαιτέρως είς 6<κυν έγνωρί^αμεν τάς διευθύνσεις, έστείλαμεν ίντυπον έρωτηματολόγιον προς σι-μπλήρωσιν, προσωπικώς δέ τείχος έπεσκέφθη μεν πάντας καν πάσα: δσους ήδύναντο νά μάς ανακοινώσω σι τι σχετικόν ή . έ*έφρασαν τοιαύιην έπιΛυμίσν. (3) Όφε^λνμεν δέ νά όμολογήσωμεν δτι παντού εύρομεν ενθουσιώδη ύποδοχήν καϊ έφιιρετικόν συνηντηβαμεν ένθουσιασμόν διότι, ή ύπ > έλαχίστων, ευτυmjg; iinfefjiteίσα αδιαφορία και ολιγωρία ούδολως ήδυνήθη ν ά μ α ς άπογοητευση. 'Εδώ όφείλομεν νά κάμβ3μεν μνείαν χής ευχάριστου έκπλή^εαπ; ήν ήσθάνθημε* δεχδέντβ: έν Ζαγα^ιϋ τήν έπίσκεψιν τοϋ κ» Μητροσμπάρα, δστις μή νά μδς συνάντηση κατά τήν έν Πόρτ-Σαΐτ διαμονή ν μας, έσπευσε προς ήμάς, θϋβιάσας δύο άλοκληρους ήρέρας διά νά μάς παραδώση τήν Κασιακην Σούβκινήης μόνη αυτή, καταλαμβάνει ι ; δλας σ<_λίδας τοϋ μουσικού μέρους τοδ παρόντος. "Ας δεχθή ο κ. Μητροσπάρας και δημοσία τήν έκφρασιν τής ε6γν(^οσϋ\ης μας. Έ*1 τ% Β δέ τής έκδοσεως της «Κασιακίβ Λύρας» παρακαλοϋμεν και πάλιν τοος άνα^νώστας ημών όσοι τυχόν γνωρί^ωσι ποίημα τι Κασιακόν το ixoHw άίελώς ή ακδόλως άναφέρεται έ ν τφ παρόνιι τόμω ή τού οποίου και Φ λ η δπ άρχει *αρ«λλαγηο*ως εύαρεστούμενοι μάς άνακοινώ<5ωσι ταύτα, δεχό\-ε*οιέχ τών προτέρων τάς θερμάς μας ευχαριστίας, μα^ι μ έ τ.,ν ήθικην Uavo^eir|<Jiy ipr Μ αίβθαν&ϋ* συμβάλλοντες είς τό έργον μας. (4^

[1) ΣΜήΙαΛταχΜίβ*.—Ή χοίηακ uar B-juxxhh-ov λαώ>'. % Α\ 107. *Oii nSmlnafiooriM 8 2g οιχε!<> τ>πω. i,3) Tg9u, «woo είς to» niltv; χής Aljvxiov Big α£ in/toiL* Δοαΐέχανήποι, Ww 1 n μ&ςίβΛοίζ μας ojc^fj/ xoctor μα^ thro ΖΛ?·.. ^ φάίΑη ΰέυα* Ίτοϊίοζ \4}'0 Β DUxaatp JlI. Καβφοονξς) χρονογράφος τής «Δ^ιδεκανήοου* έδημοσίεοοε ώς td ^pWJwov Κ 11)5/27 $χ& t6v τίτλον «Χσνίργ&ται» ίδ κατοΜχρα? χρονογράφημα δι οο «Κρέχ^

ί&έβν ^«inr

Κ οονη^Μμεν

τήν ί?εριυυ/-λογήν τών

"0(ΚΚ sapMp^tg^v Η fCopuiii!|V €λς τήν Λιάλεξνν—ΣυναυλΙχν, την όποίΐν Jbat»er ρ ρ Κ R· iHtoMCx to© Κινηματογράφο» ^Ιρις», έχειραιψοτήοαρβν βΒϊβγι&ή* ^ ^ Β ^ ^ Κ Κ Β Λ Κημ «

fo6

Μ

Η

|iSBan νά γ>νχομεν «raJkt^, οονβιανήθημεν μέ;:ρι

'^κχς

ί^χι ^^χία»; όχα^ς τήν ήο,^άν^

«ίκανε 6 5θΑ*ς 1Β 8Β^Η τ^ν | μ | το^ ^ζαοΰ μας νΰ Υγραίνεται, έτα^ειδεύοαμεν «αS a«ty0|JOHHv S B ^ ^ Η Η n τί ς pccrtacia; μα;, ίννοεΤται, είς τά νηοιά αα;|

«αϊ 6rav

wEUA ΒΒ aiti. fa έγ*ατε/·β4ψαιμεν τήν αίθοοοαν *€pie«0ffcpor isspcVftvoi H ^ B j i g ίκαναχοιημένοι.

«Πρις» Καν«Λί μας ^

Μ HH1 ^ H

««ς B p i p r t

| έργααίο της χβριοολλογη


Ό π ω ς δέ—ώς άνέφερε ό κ. Καλομοίρης—ή δημώδης μουσική τών Δωδεκανησίων θά άποτελέση πολύτιμον παράγοντα έμπνεύσεων «γΐά τον Έλληνα μουσικόν δημιουργόν τυύ μέλλοντος,» οδτα>ς και -'ή*Δημοτική μας ποίηβις θά συμβάλη εις τήν δημιουργίαν έθνικής ποιήσεως. Ό ποιητής μας κ. Κωστής Παλαμάς γράφει σχετικώς: (5) Ό,τι οικοδομεί ό ποιητής, τό στηρίζει έπάνατ είς άδιασείστους βάσεις. Τό στερεώτερον ύλικόν τό εύρίσκει μέσα εις τό - ανεξάντλητο ν λατομείο ν του παρελθόντος. Τό ύλικόν Γθϋτο είναι αί θρησκεΤαι, οί μύθοι, τά συναξάρια, αί δημοτικαί παραδόσεις, τά δημοτικά τραγούδια, αί ίστορίαι, αί κοσμογονίαι, αί φιλοσοφίαι, αί γενικαί ίδέαι, τά μεγάλα σύμβολα.» (5) «Τά μάτια τής ψυχής μου3», σελ 12. και τής παρουσιάσεως ένός έργου καμωμένου άπό σκόρπια κομμάτια λησμονημένης και κα" ταδικασμένης είς έζαφάνισιν Δωδεκανησιακής ποιήσεως καί μουσικής. Λεν έπεριμέναμεν βεβαίως ν ά γίνη τό εναντίον. 'Αρκεί δτι έχειροκροτησαμεν. Καί τά χειροκροτήματα καί rrpo παντός τά παταγώδη, για εκείνους πού τά έπιδιώκουν είναι τό άπαντον τής ικανοποιήσεως. Διά τόν φίλον όμως Ιατρό ν κ. Μαυρήν δέν συμβαίνει τό Ιδιον, διότι δέν έζήτησε τά χειροκροτήματα μας γιά τή προσπάθειά του αυτή τήν ύπεράνθρωπον, αλλά τήν συνεργασίαν κάι τό ενδιαφέρον μας, ούτως ώστε ή προσπάθεια \ ά γίνη σύστημα καί από τό σύστημα νά προκύψω ή χωρίς άτελείας έργασία. Γιά τήν ί λ λ ε ι ψ ι ν ακριβώς αυτήν του ενδιαφέροντος μας παραπονείται ό κ. Μαυρής, χωρίς έν τούτοις και ν ά απογοητεύεται. Τό ανήσυχο καί άτίθασσον αυτό πνεύμα, νομίζει κανείς δτι ώς σκοπόν τής ζωής του έχει νά κάμνη διαρκώς και άδιακόπως^μβκροβούπα μέσα είς τα γ ς σκοτεινούς βυθούς τοδ Δωδεκανησιακού παρελθόντος διά ν ά ανασύρε απ* έκεί ιστορικά όστρακα καί έξ αυτών ν ά έξάγη τά μαργαριτάρια τής δωδεκανησιακής διανοήσεως και τέχνης, μέ τά όποια θέλει κ<χλά καί σώνει νά κάμη ένα αρκετά μεγάλο καί στερεό περιδέραιον, μέ τό όποιον νά πνίξη τόν ψευδοπολιτισμένον κατακτητή ν μας. ^^ Καί νομίζω πώς δέν έχει άδικο, δπως δέν έχει άδικο και ό κ. Νικολάου νά θέλΐ] νά μεταχειρισθή ώς δπλον διά τόν άγώνά μα; καί τήν δωδεκανησιακήν μουσικήν κα! ποίησιν. * Απόδει|ις δέ δτι τό δπλον αυτό, είναι έξ ίσου επικίνδυνο ν. μέ τά όπλα τής δωδεκανησιακής φαρέτρας, είναι δτι οί 'Ιταλοί είς τά νησιά μας δέν έπιτρέπουν είς τόν κόσμον νά γλεντά ούτε στο σπίτι του ακόμη μέ σαντούρια καί βιολιά, χωρίς προηγουμένως νά ζητηθή ή άδειά των. Και δέν έχουν άδικο. Διότι ό Δωδεκανήσιος στό γλέντι ξαναβρίσκει τόν έαυτόν του, καί στό τραγούδι του βλέπει τή χαμένη του εύτυχία. "Ο.τι έχει κανείς ν ά θαυμάση είς τήν προσπάθειαν αυτήν τοδ κ. Μαυρή, είναι ή υπομονή του ή ' Ιώβειος—γιά νά μήν τήν όνομάσωμεν άλλέως πως. ' Ο κ. Μαυρής δέν κάμνει μόνον μακροβούτια είς τό Ιστορικόν παρελθόν τής Δωδεκανήσου άλλα χαί είς τήν μνήμην τών γηραιών καί κυρτωμένων πλέον από τό βάρος τών έτών Δωδεκανήσων, πού ευρίσκονται έγκατεστ^μένοι στά διάφορα μέρη τής Αιγύπτου. Τούς έχει κηρύξει ένα άγριο κυνήγι καί τό πολυτιμώτερον απόκτημα γί αύτόν θά ήτο ή άνακάλυψις αίωνωβίου γέροντος, ή μνήμη τοδ ποίου θά ήτο καί πλουσιωτέρα είς αρχαιολογικά ευρήματα. Γι αυτούς, ό νεαρός κ, Μαυρής όχει γίνει πραγματικός έφιάλτης. Τούς υποβάλλει είς τό μαρτύριο ν ν ά ενθυμηθούν τά νειάτα δων τά γλέντια των, τής χαρές καί τής πίκρες των και—τό φ οβερώτερον—τούς αναγκάζει τά τραγουδήσουν, ένψ, φυσιολογικώς θά έπρεπε νά κλαύσουν. Τό λέγει άλλως καί τό λαϊκό ννωμικό : «Περασμένα μεγαλεία καί διηγώντας τα νά κλαις.» ' Ε ν τούτοις, ό άθεόφοβος γιατρός, τούς άναγκάζει νά τραγουδήσουν τραγούδια πού έλεγαν όταν ήσαν παιδιά, όταν >-αΐν έφηβοι, δταν ήσαν... ερωτευμένοι νεανίαι. Σκεφθήτε τώρα πόση προσπάθεια καί πόση δόσις- έπιμ&νής καν Υπομονής απαιτείται γιά νά κατορθώση κανείς νά πείση ένα γέροντα όγδοντάρη ή ένενηντάρη νά τραγουδήσω έτσι στά καλό καθούμενα, χωρίς νά αίσθανθή τήν ανάγκην τοϋ τραγουδιού 'Αλλά απλούστατα " διότι co θέλει ή «Δωδεκανησιακή Λύρα* τοδ κ. Μαυρή καί όχι τό άποπσιάζον κέφι του γέροντος. Ε ν ί ο τ ε όμως ό κ. Μαυρής ευρίσκεται είς τήν άνάγκην νά μεταχειρισθώ καί μέσα.... Εκβιαστικά γιά τους όπώσδήποτε δυσκόλους. Μεταχειρίζεται τό ζιαπϊπ καί τή Κασιωτίκη λύρα, δυο πειρασμούς δηλαδή, είς τούς όποίους δέν μπορεί παρά νά ύποκύψ-jrj. τό θύμα* ' Ε ά ν ήθελε κανείς ν ά γράψ$ έν λεπτομερεία τό Ιστορικόν τής συλΧυγής τών τραγουδιών, όσον καί τής «Δωδεκανησιακής Λύρας» ή μπορούσε κάλλιστα νά γράψξ| ένα όλόκληρο τόμο ν άρκετά ένδιαφέροντα καί έ§ Ισου έπαγωγόν. , yi. Ούτως οί κυριώτεροι συνεργάται τής «Δωδεκανησιακής Λύρας» εκτός τών έκδοτων αυτής κ.κ. Μαυρή καί Παπαδοπούλου εΐνε οί γέροντες ναυτικοί, τό ζιμπίμπ καί ή Κασκδτικη λύρα, στοιχεία δηλαδή άπό τά όποϊα μόνον μπορούσε νά βγξ κάτι τό αύθεντικον, τό γνήσιον καί δχι τό έ|·ζητημένον.

τ6οου


— κδ* — «Κκαιαχη Λύρα».—Τρόπος έργασίας.—Τά ποιήματα τοδ παρόντος τόμου, έκτος έκείνων περί ων άναφέρεται δτι έλήφθησαν έκ χειρογράφων ή άλλων δημοσιευμάτων, κατεγράψαμεν καθ' ύπαγόρευσιν τών άνακοινωσάντων ήμΐν ταύτα και ών τά ονόματα μετ ευγνωμοσύνης άνσγράφομρ,ν άμέσως κάτωθεν του τίτλου έκάστου ποιήματος. Πάντες δέ ούτοι είναι Κάσιοι, πλην του Πανοσ. Άρχιμανδρίτου κ. Ν. Μαοροκορδάτου (σελ. 37 κ α 1 6 7) δστ^ς είναι Καστελλορίΐ,ιος. Ή καταγραφή δέ αίκη έγένετο άκριβής και πιστή ουδεμία δέ μεταβολή, προσθήκη ή άφαιρεαι; έγένετο ύφ' ήμών. Προκειμένου όμως περί του τοπικού γλωσσικού Ιδιώματος και περί λέξεων παρεφθαρμένων διά τής έξσφανίσεως γραμμάτων ή καί συλλαβών τινών έκ τή; άρχικής Ελληνικής λέξεως, εχομεν νά παρατηρήσωμεν on, προσεθέσααεν ημείς τά γράμματα ή τάς συλλαβές ταύτας έντός παρενθέσεων, πρός εύχερεστέραν κατανόησιν τού κειμένου· "Ωστε ό δέλων νά έχη τήν άκριβή φθογγικώς προφοράν τών λέξεων κατά τό Κασιακόν Ιδίωμα, οφείλει νά μή άναγινώσκη τά ένώζ παρενθέσεων στοιχεία. Σημειωτέον δέ δτι δέν παρεσύρθημεν υπό του τοπικού αυτού ιδιώματος είς τήν καταγραφήν τών ποιημάτων, διότι ώς γνωστόν—πολλοί άλλως τε λαογράφοι παρετήρησαν τούτο—«ή γλώσσα τών άσμάτων καί γραμματικώς καί φθογγικών δέν προσαρμόζεται τελείως πρός τό τοπικόν έκαστσχού ιδίωμα·» ( ι ) Ό χ ι δέ μόνον τούτο, άλλα είς ποιήματα τινα συναντώμεν πολλάκις λέξεις άρχαιοπρεπεστάτας καί αχρήστους είς τήν συνήθη όμιλίαν, αϊπνες καί άποόεικνύουσι ή τήν παλαιοτέραν τών λέξεων τούτων χρήσιν καί τήν είς τήν ποίησιν διατήρησίν των ή τήν λογίαν προέλευσιν τών ασμάτων αυτών. (2) Πλήν τούτων δμως καί πολλάς δυσνόητους λέξεις θά συνάντηση ό άνα γνώστης καί ών τήν έρμηνείαν Θά εύρη είς τό τέλος τού βιβλίου εύρισκόμενον )χξύ.όγιον. Προετιμήσαμεν δέ τό λεξιλόγιον άντί τής έξηγήσεως τής λέξεως έν υποσημειώσει της σελίδος έν ή αϋτη άναφέρεται, καθ' ΰτι έχοντες ύτ όψ-ει νά έπεκταθώμεν κα\ έπί τής έτυμολογίας έκαστης λέξεως, ή έπανάληψ-ις αύτη τής έρ * μηνείας ήτις θά έγίνετο είς έκάστην τής λέξεως έπανάλη^ιν καί πολύν θά άπήτει χώρον καί κόπον ού σμικρόν. (3) Ος τίτλον τών ποιημάτων μας έθέσαμεν τόν ύπό τού ύπαγορεύοντος άναφερόμενον ήμΐν ώς τοιούτον η έν έλλείψε* τόν πρώτον στίχον έκάστου άσματος. 'Qc δέ βλέπει ό άναγνώστης εις τήν συλλογήν ταύτην συμπεριελάβομεν καί τά «γητέματα» ίέπψδάς) καίτοι ταύτα δέν θεωρούνται ώς κυρίως άσματα. 0 1 ΣυνεργέταΓμας·—Καθήκον μας δέ έπιβεβλημένον θεωρούμεν τελευτώντεξ νά σημειώσω μεν καί εδώ τά ονόματα τών λίαν πολυτίμων συνεργατών μας δνευ τών οποίων ή «Κασιακή Λύρα» δέν θά ήδύνατο νά ΐδη τής δημοσιά :ητος τό φώς. Κ υ ρ ί α ι Κ υ ρ ί α ι : * Ελένη Κωΐίίδου} Ζωγραφινχά Μανωλακάκη, ΑΙκ.

Ι

Μαυρή, Έλ. Μαυρή, Μαρ. Παυλή, Μαρ. ΦουνίήκαΙ αί Φ. Σ. καί Ε. Σ. Ή Δ ε σ π ο ι ν ί ς : ΑΙκατερίνη Νικολέττου. Οί Κ ύ ρ ι ο ι Κ ύ ρ ι ο ι : Χαρίδημος Γιανναγαι, I. Μ. Διακάκης, Έμμ· Ζαχάρης, Άχιλ. Ζαχαριαδάκης, Νικ. Καρβουνάς, Ίω. Αερόπονλος, Μιχ. Αιόκονραςt '1ω· 1. Μανωλακάίης, Έμμ.Μο.αιρανδρέας, 'Αρχιμανδρίτης Ν. Μαυροκοοδάτος, Νικ. Ρ. Σαζυοφ Ιλικις, Έμμ. Γ, Σκευοφύλακας καί Ζα^ χ&ρΐ&ς Χαλκιάδης. Οί Μ α θ η τ α ί : Μ Άαλάνης καϊ ΝI Διάκου.

ΖαγαΕίκ Η Β Η

Δ ρ Ν. Μ Α Ϊ Ρ Η Σ

(ι] ΚυριακΙδου Λαογραφία οελ. ψί. (2) ΙΛέ «ΑαογραφΙαν» ιόμον Δ' | βελ. 127. (3) 'Eitl tfj εύκαιρίψ xaixcj παρατηρουμεν δτι είς το Καοιακδν ιδίωμα εύρίβκομεν πολλάς αύτουβίας άρχαίας Έλ/-ηνικάς και μέ την άρχνκην αυτών σημαοίαν ώς π,χ. άκανος, κολλάς, τοώοαϊ» ουγκλύζωΐ βολά (δωρικός τόπος) κ.τ,λ. άλλοτε 6k άρχαίας όλίγον παρετρδαρμένος ώς π,χ. κνισ^ρα (άρχ. χρηόίρα)' νε**6 (άρχ. άναβπώ) κ.χΧ ΙΙερι/ίβότερα έν χφ λεξιλογίψ.


m

=

~

ΜΕΡΟΧ

^

ΠΡίΙΤΟΝ

/ΛΟΤΣΙΚΜ

...καϊ μιά φυλή ζεΐ μέσα αας και λυώνει i'cal μιά ζωή δεμένη οπαρταρ$ γιαννιώτιχα, ομνρνιώηχα, πολιτικά, μακρόσυρτα τραγούδια άνατολίηκα,

λνπψερά.

Κ. Παλκμάς (ΚαΟμοΙ

1

| |

ΑιμνοΟαλαβοας)

ϊΜ


f

J=54

Ο ΚΑΛΕΙ χ. ΙΩΑΝ. Μ. ΔΙΑΚΑΚΙ ΠΟΡΤ-ΣΑΤΔ

Andante

Ζω Ki'o

αν I ταν θ έ

ήγ

jto

αν ε .ταν θ έ

χω ' λει

τήν και

^

1

κου τήν

μαν...ταί ρεις ε....παίρεις

esam

h riH h ι—!-#

πα

ac ::a ...ας κα

μ£. σαι.

κορ. νε

μαν ταί ρεις ε παίρ εις

JCOV που

κορ νε

....στο εις γί

κου .τήν.. ήν

σο. ρο.,.,ος

στο γί

Χ® i e i εις

κα ,κα

κα κα

λέ λέ,

λέ. λέ

F=p=

-

J T^jj

.ας και ας και

πά

λέ ποΰ λέ που

με μέ

PR

πα.... ρα πα...-ρα··

2 . 0 ΛΑΖΑΡΟΙ '^δόμενον εις τάς μάνδρες

κ. ΖΑΧ. ΧΑΛΚΙΑΔΟΥ ΠΟΡΤ -

-j'j ΚαΛή...μέ..ρα

i fl-ό..νουν νά

$ μή

σαςποι

ΣΑΊ'Δ

J ' J ' J J ' ^ U - ^ J ' ^ i i

^...νες *αί. τά 6ά..για ϋά σας 'πώτά φ/.ζά σας νά πλη.

ί J· > ε....χουν με.,τρη

rμ°


3. 0 ZflHTANIKOI κ ΝΙ

· Κ· Γ. ΕΜΙΡΗ

Andante

20ΥΕΖ

Έ

§

ι

Ι

πες μου Κ αν εγι νά φύ (γ)ω_νά μή

• 16ου με

νε βου μέ

με

ναν

μά.,

δια.

ή_ΓΓ τά

νό.Ι

θω

ΤΓΓ.

θα,

ροΰ(ν).

ή:

καρ διά σου (δ)ι· σου

4. Η ΡΕΘΥΜ1ΩΤΙ2Μ Κ. ΧΑΡ» I. Γ Ι Α Ν Ν Α Γ Α ΙςΜΑΗΛΙΑ

Ή Δέ(ν)

...μόνη ...θέλω

ρέ Ου μιω τι

μου γώ

ή

Ρέ

μόνη

μου ... πα ρη

δέ(ν) θέλω

γώ.... νά μ'ά

έλ I

πις μ'έ μέ λυ

ου.. πή ..

μιώ


5. 0

XAPKHTIK02

i t 54

η Αρμαϋειώτικος

EYAF. Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Andantino

ΣΟΥΕΖ

a § B

I Ό

μια ψυ

λος ό

κό

I

ffTfl1

χη

η

Μαύρος μου

νος

και

H

δώ.

και

J

ι

72

να λεί

ο λος 6

•m

σμος ν δ . ν α ι

φαί

Χ·0£

σκο χει νο,

το

ρα

ΟΛί

JT Μαΰροςμου

χι

πε

ρτε

ρα

I

γρα..

Ά

τι

χαρ

κή τι... κα.

α

\ . μ α τα

με τε φε

JZ

τα

μμα τα

6. ΤΗΣ ΚΥΡΑΣ ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ κ. NIK. Γ. ΕΜΙΡΗ ΣΟΥΕΖ

Andantino

Σή

οή. Ν

με

ρο(ν)

με

ρος

μαυ

σή

με ρο

voc,

ου

μαυ

ρη ...Ρ*Ι

με


7.

J= 80

o

nm* ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Moderato

-rΕ

ι χα κα

κο.,.μοι Ρ*Πα * * . Ρ «ρ Πλ πά κο.,.μοι ρε "α

^ i i P i i f P P i Λ^*** ! r φα κα...

ντω

— ve

τε

vΧαι Ms ρου Vr/Ul Στόν

X a U ρου καρ διά Στόν "Α δη θέ 1 *

.

ρi i

1

νηοδιάΤε κα ρδιά ξε δη θέ νά

ξβ νά

jjj?

1

1

νε, ve

φάντω φάν | κα τε

6ης

i f f f g καί να κι'α(ν) Ν

AO ,θά ντ) ς θέ λεις λης κι'α(ν)δέ(ν) fte Xflc

.να .θέ

. κι α

8# ΤΟΥ Χ#ΠΑΡΤΑΛΑΜΑΙΟΥ κ.

ΜΑΡΙΓΩ Γ. ΦΟΥΝΤΗ ΠΟΡΤ-ΣΑΊΔ

Του

μαυρουπευ ..κου χό(ν)μπουγιά

τον

μου

λιά.... πού ίου

τοδ

βάστα μα

ρι

να

μαύρου «ευ... κου τό(ν) μπούγια... ε

λια... σου και

τής μο σκο

καρ

..κι.

χου

μου

®ιν τά

φιάςβωριά

μα

βάστα μα

μο σκο καρ

m Μ

φιας 0ω

Pi<i-.£

m

1h i

χουν.:„.τά μά

λά.^.σου.

4

h ' l l f e xai

σου

ρι


9. 0 K f l T f l X f l f l l i T I K O i ΠΡΕ2Β. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔAK1 και Μ. Β. ΡΕΘΥΜΝΗ

J=48 Andante

π ου

σπι

τω

σε

ο Δε λε τήν ε ρη

..μίο(ν).

σέψ μο(ν)....

κι'έρήμωσε τή

νάτο(ν)νάζή ο ποΟσπί τω σε τήν

Κα.

πού σπί τω σε

5 —


T0 .

ΧΑΝΙΏΤΙΚΟς ΠΡΕΣΒ. Ι ®> ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

39 Η Andantino

νοιω

νοιω

β

Μ. ΕΓΩ 'ΜΑΙ ΤΟΥ ΨΑΡΑ ΠΑΙΔΙ AllfModerato

Τροπάριον

Ι ΜΑΡΙΓΟ Γ. ΦΟΥΝΤΗ ΠΟΡΤ-ΣΑΊΔ


12. TO Θ Α Π Α Σ Σ Α Κ Ι

J = 58

η

κ. ΙΩΑΝ. ΝΙΚΟΛΑΝΤΟΣ

Μαγεμμένο ή Μπαρμπουνάκι

ΙΣΜΑΗΛΙΑ

Andantlno

Μπαρ Ά

... λα acid ,.. γε μμε

μποΰ yi φου έ

θά γά

μου της γώ σέ.

Μπαρμποΰ Ά Φ ου.

λα σσας ό πη σαγιατ

•ψα πά

j = 88

κι νο

λό χρυ σό μου άλ λος νά οέ,

ρι ΡΌ

για

μ° υ Ιχου

μου Μπαρ μου Ά

ψα πά

ψα ρι πά

ρι ρη

ο γιά

13. ΤΟ ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΟ — I , „ η Αετός η Συντεχνος

AVI? M o d e r a t o

λλού με μπλέξω

...μου' τόν κι'α ... ά (γ)σ πη

νο στην.

αϊ»

το <*ου

το.,,.γρα φτό μου ... σου.,.,πί κρες και... Τέλος

Ά

γρα

με

πί

πι>

μελ ν ά

ΙΙΡΕΣΒ.Ι Β.ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚ1 ΣΟΥΕΖ

λού με. μπλέ ξω

τό με λλού μβ σου νά μπλε ξω

να, πά

τό θη

...νομελλούμε στη νά μπλέξω

νο στή

πά θω ν'ά χω


14. ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΠΥ Ί^δεχο έν οικογενειακφ κυκλφ πρό του συναχθουν * οί προσκεκλημένοι

§υ

βγη

κα

νά

κ ΧΑΡ. I. ΓΙΑΝΝΑΓΑ ΙΣΜΑΗΛΙΑ

σιρ

για

νί

Σά 6 β α

15. ΒΑΡΙΑ ΒΑΡΙΑ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ • κ. ΙΩΑΝ. Μ. ΔΙΑΚΑΚΙ

J-54

ΠΟΡΤ - ΣΑΊ'Δ

Andante

και •θά

Στρέ ψε... Τό χες··

I χη μαυ,.. ρον ρυ φα λλα.... κι

α. μ'ά

δέ....καί σ'αρ..θά

τον ου νη Αώ

στρο

orcp ο

που σ'ά

γα γα*

πώ βα πώ βα


I

J

16. T O Y ΒΛΑΧΟΥ

ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑ

=92

ΣΟΥΕΖ

All? M o d e r a t e

Σαν Παίρ

όί τή

α πο. νωχαι

κά μη σαν ά no.,.., γώτή(ν)παίρ νω καϊ

Mm$

οάν παί

ε..σαν ά πο... ε..παίρ νω και...

κά γώ

μχι τήν

τόκρα κα θε

μη τήν

τό κρα κα ·θε

σι σαν σαν τή παί παίρ

σί... του τή.,.καί

(γ)έ ρω·. πά (γ)ω,

J j J* ι J. J Μα -λλια με σ τ ' α ΰ . . . —

πάλ' ά πάλ* α

αύ

γγειά του Υγειά του

ρά.,ΐκη λά.,.κι

τοϋ..'Αγ καϊ ../Αγγ

(γ)έ ρω.... Μολλια....

Μα λλια ρά

γγειά γγειά

κι

και και

ρά κι τά κρα

του σιά

17. ΜΑΥΡΟΛΕΟΝΤΟΣ - ΞΥΔΙ ΑΡΗ κ. IQAN. ΙΟΣ. ΜΑΝΩΛΑΚΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Και μέ τά

πά

τό

λ/ή.... ζω

σα

ή

σα

βά

γλυ κειά

PL πρε

...

πειτρελλός

.. _/. _ λ

ος γιά' νά

Θ —

να

'ναι.

11 I f

Cjj.r I

./ναι..

ναι


18. ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ Είς τάς μικρές ώρες

^

Γ Ε Ω Ρ Π

ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

ΙΣΜΑΗΛΙΑ

με

γαι.... νω

πα να

να

κοι μη

καί

πα

r να κοι μη

το πρω

θοϊ»

με

ι.

. J. i Ιο τό

ντα

πρω κοίδ ι

....μέ ιιέ

μω θοΰ

ή

με

τλ · τό.'....

Κ

μω | | β

λιος

φως μου και

(ζ>ς.... βΤ...

ώχ

λό

με

νά.. ρι

σύ

s

λα μπε

ρό.... και

ο*,., μπη g§

j = 82 Moderato Solo Έ!..<5

«η κα

i> έ

νά

'σαι

ξα

ε

να

νας

θά... μπο» σες τό

μπο ρω. να

19. 01 ΑΡΘΕΡΙΣΤΕΣ

κ.

Μ. Β. ΡΕΘΥΜΝΗ ΠΟΡΤ1ΣΑΙΔ

στα ποϋ o'el χ'ή

κα νους

νά

και

μά

Χώ

να σου

ρσ

ΛΟΰ

έ

σύ να (ζ)ες ά

σέ

κ ά " . νους έ

σΤ

να...

πή.ρα'γώ μου U λεις ά μπρα κά μους Γ

10

ι


20. ΑΡΡΩΣΤΗΣΑ ΞΑΡΡΩΣΤΗΣΑ Τροπάριον

J-72

Andantino *Α

^

t/

π

κ

Ι 0 Υ Λ

ΖΑΓΑΖΙΚ

^^^ ρρώ

στη

σα

ηιηΰ'ήι.

..Γ. να:.....

πε

ΑΓ

φι,,ή

φι λε

νά δα μου

j ΜΑΝΩΑΑΚΑΚΗ

ξα

ρρώ στη

σα

κον

τέ

βω.

j i j . y j

.... νω....λ» αρ

και ερ χε

νω:,

συχνό ρω τ$

τή(ν) .μα

ται

τή(ν).

η

μ ά ν α μου

21. ΕΛΕΝΗ ΚΑΒΡ-ΕΛΕΝΗ κ: ΙΩΛΝ ΙΟΣ. ΜΑΝΩΛΑΚΑΚ1 j - 56 Andante ΣΟΥΕΖ bpi c s Sfcad Y-rs -τί-J 2 —a tv ir— d ) 1 7' • -Φ 2 -d—d ... —J -Wl· 7 ==l MSB Μ .α ρώ τά μά δια μου *Ε λέ· νη (Δ)έν ήμ πο

.

——

0

μάν(δ)έν ήμ πο

Α

μάγ

-ψη πα

'ψη

λά νά τά ση . κώ ρη (Υ)ορ»ά νά δω

Η

της

κα(ϋ) μέ,.νης '

μου καρδιάς*Ε

λέ

— 11

νη ά

σω σω τέλοέ

μαν και

μαν


22.

·· Σ Ε Μ ΣΟΙΛΕ

Πί κρα μου χω έ ξε 6α ρέ

κ. ΝΙΚ. Ε. Β Ι Ν Τ Ι Α Δ Η Σ ΣΟΥΕΖ

τον πειο

Μ νω ντε ρπε ντέρσε λάμ σοι λέ χαρά· πά νω ντε ρπε ντέρσε λάμ σοι

23.ΤΟ Π Α Θ Ο Σ J "68

ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

Andantlno

ΣΟΥΕΖ

Εισαγωγή

μου νά

ifc

Ι»·*-·--

Τέλος

Φ

νά

Pi g

WiW>v,

%

τβ^ης

w

ΕΙσαγωγή επαναλήψεως

W

— 12

Ι

σου... γε λθ»...για

U θά νά 6α

νοΰ μου

.ρι ρια

οΰν

.....να o x o v · „.να στε


24. ΑΣΜΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΩΝ J=84

κ. Γ. Δ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ΣΟΥΕΖ

Moderato

J J>l^rrip α ά

μαν α μάν ά

ii-j η

μά μάν

αν πά αν πά

.πά Λά

βά σα νου ργια

πά λι ..ή έ

και νοΰ ργια . δι.....,.κή σ'ά

λι και λι ξα

ι J-

λι και.. λι | α

νοΰ να

πά θ η γ ά πη

j

νοΰ ργια νά και •

ουρ για βά σα και νοΰ ργια

πά πά πά πά

νά πά

25. ΟΤΑΝ 'ΠΩΘΟΥΝ ΤΑ ΠΛΟΙΑ

J = g9

And a n t In ο

ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝ ΑΚΟ ΥΔ Α ΚΙ

Ό Τσουρμαδώρος εκ της πλώρης

ΣΟΥΕΖ

μό.,λα

*

ε για

I

μο λα για

για μο

ε......για

μο

δλοι μαζί

Ό ,Τσονρμ.

μό

Για Ό Τσουρμ.

t m m *Ε

δλοι μαζί

σα ..για

λα

Ή J II J J 1 ε γιά

λέ σα

για

λε

δλοι μαζί

Ό Τσουρμ.

για

ε

λέ

ε,.για

λε

για λε

δλοι μαζί

για λέ

«Ο Τσουρμ.

ί

ε

για

μό __

Β ί , . ρ α πα σα ρι να Γειά σας πα λ λη κά ρια Έ λ α Πα να γιά μου Βοήθα Μποριανοΰλλα μου

Ή φωνή πίπτει τελείως ασταθής


26. TOY ΜΑΡΤΗ TOY ΚΟΥΛΟΥΚΟΥΝΤΗ

J=92

κ. ΓΕΩΡ. EM. ΓΙΑΝΝΑΓΑ

AM.® Moderate

ΣΟΥΕΖ

Κ "Ω χου Να δρό

ω χου της νά δρό σι

ω. νά

τό νε στη 0ος

J =88

της σι'

Κά ζα...

Κά σος.... ζα το

οοζ ω τό νά

*ο

Κά...... στη·

χου. δρό..

σος τό

σι

δρό

δ που

Β ·

νε* φος

τη ζα

ης

Κά σος τό

φλυ νά

πο

τζά (γ)ιά

27. ΤΟΥ ΚΕΛΗ κ. ΓΕΩΡ. EM. Γ Ι Α Ν Ν Α Γ Α ΣΟΥΕΖ

AIL M o d e r a t o

ά λιο

14 —

γά πη που θ ά


28. Τ Ο Υ Φ Ι Λ Α Ρ Ε Τ Ο Υ

J =72

κ. ΜΑΡΙΓΩ ΛΟΓΟΘΕΓΟΥ

Andantlno

Τ ρί ζι κη χαί ρε ται

τέ vka τά τέ κνα σου σύ τά και σύ τά λαχ

εις τα εις χαί

|ο τα ·

τε κνα συ τά

τε κνα συ τά

29. ΕΜΒΑΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ j-96

κ. ΜΑΡΙΓΩ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ

All? M o d e r a t o

I

ΣΟΥΕΖ

λα κα

με

...ν&ι··..

λεΰ λλιά. .. σου..

λο

κά

σέ πά

γυιέ

τω στης πε

στά πα ραθύρια

σου

15 —

θε

ράς

μαΰ ρα'ν τά φρύ δεια

σου

σου


30.

0

AYBFULANOI

J = 72

ΠΡΕΣΒ. Ι. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚ1 ΣΟΥΕΖ

Andantino

Δέν χι η

I f l ^Ιλέ

ήμ.πα.ρώ πέτρα νά

Β πά Μ μου

(γ)ω

*λαί

δεν

gg μι-

S | Μ

(ϊ) ω

της νά

πέτρας ν α . . . τ α *ά θω μαι νά.

"Α.,γιονΚώνστα....ντϊ........νό

ν

ερότρεχά..με.

:....ω

WSBBPTj^LO^'-l-Tw^- -;._.v6i : π'συ . vo ηά γά..πη σου με - •xa_..

r

31.

7"

με.

\t — '

νο

0ΘΕΙΤΙΚ0Ι

JE76

κ. ΙΩΑΝ. ΝΙΚΟΛΑΝΤΟΣ ΙΣΜΑΗΛΙΑ

Α ι/ ι jr.au t7

Καρπαφοποΰλλο μου

ε κουν τά .6ου τη σες πο 1

τε

θά., που.

If

για

στα

να

™ δέ(ν)

νά τέ

σοϋ

πα

*6ρ£

ο*ο

— 16 —

(5

]

ρα πο νου μαι μαι και ποΰ μαι


32 . (Β)02ΚΙΣΤΙΚΟΣ ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙ\ΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

h-

£ Τροΰ λλες λά ρη ..

Νά τον ή. και του Κα .

..νά καί

ά

ΝΝΗ Μ

h Mw

! = 1

V -

Π '

Τροΰ λλες.... λά. ρη

'J

- -4

•-β

Ν —ρ

I

<

καίτ μυ

(β)Ο^ϋΤΙΚΟί

·

ζί

Φρε.... εςκαίμα

ΠΟΡΤ ΣΑ Ι Δ

A

Γ3|/73 .

ρια ρα.... σιο .μα

σου.... δρίΤΤ?. λλσπέ 1 κε άρ νί _

C

'

1

Ji

ftire

«ο»

πε

μπω.. σου δρΐΧ λλα με .. ναν άρ vi |18S σιο

πε μπω σου δρί •κι'ε ναν ·άρ

^ I• •J

κ. Μ. Β. ΡΕΘΥΜΝΗ

'Ετέρα παραλλαγή

Ε! Πέμπω... Ε! κ'ε ναν...

^

τ* Αργός ζί θρες

τ' Αργός ζί θρες

33.

μν

μα

τάγκρε

ϊ

tm ι tu y

3/

ρου νια νοΰλια

Τροΰ λλες λά ρη

Τροΰ λλες λά....ρη..

F ^ N -ν

καί τοΰ... Κα λά ρη

mm

τον ή του Κα

τον ·£) τοΰ Κα.

S S i P —

ΣΟΥΕΖ

μπω ναν

μπω σου δρί ναν άρ... νί ιιττ/ii

σου.... δρί άρ νι

· Β | Μ Ρα μαλ λο

λλα πέ

πε

£ πω ..κι ε ναν

ε!

λλα μέ ροΰσ σιο J


και 6ό τυ ρο . νά *ά μηζ— V&

34. H Λ Υ ( Γ ) Ε Ρ Η Τροπάριον Κ* Μ Α Ρ Ι Γ Ω Γ. ΦΟΥΝΤΗ ^ ^ ^ ^ ^ Μ ^ ΠΟΡΤ Σ Α Ί Δ

t

Μιά

λυ(γ)έρή .... καυ

(δ)έν ευ ρέ ,ϋη(ν)

χήΑη κε σα

κυ νη γός νά

να το λή(ν)καί....

τήν'ποκυ νη

Δύ ση

πώς

_ Μιά Μ ΐ 4 —λυ(γ)ερή καυ

γή ση

Είς τον στίχον "Μηλιά μου μέ τά μήλα σου πράσινα' ναι τά φΰλλα σου" επαναλαμβάνονται τά πρώτα μέτρα άπό τό σημείον

35. Η Λ Υ ( Γ ) Ε Ρ Η 'Ετέρα παραλλαγή

Μιά

λυ (γ)ερήχαυ

κε σ'ά

K? ' Ε Λ Ε Ν Η ΚΩΣΤΙΔΟΥ Π Ο Ρ Τ ΣΑ Ι Δ

να το λή(ν) και

=1 F 3 Μ y 1«7 m Ε JΞ4 * I * bJ L—" " * *

£Ί ΓΙ

7

?

(δ)έν ευ

-

ρέ § |

wΗ i

κυ

I

νη γός

νά

τήν

36. ρ W I 2 M A

έ

κυ νη

_ 1

γή

ση

μπρο

1 - = F=1q

Lap

-4+—H*

κ. Μ. Β. ΡΕΘΥΜΝΗ Π Ο Ρ Τ ΣΑ Ι'Δ

μπρο σαν

rj—In F rjL· -9— II tf—ν — «7 .

ση πως

Δύ

#L

—,1

ΊΓΧ j>

108 Allegro

τι ; ρι Ι|

λι

ρι Η

IH H

ρι λια του ρι λια του

— 18

που νά τό χα κα τουρ λιές 6ρωμ

ρή μα μά «ου 'ή πο διά του


37. ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ Ζ. ΧΑΛΚΙΑΔΗ ΠΟΡΤ ΣΑ Ι-Δ

Lento

τοΰ χό

κοι μή I. „ •

σου μέ τήν k . k

έ τόν

y

Α

ft

Πα να

χό

καί μέ

(γ)ιά

ι,, 1 w Ν W

1

παι (δ)ί μου να νά

τόν "Α η ••

-6 »

/ — ·

σχο

τό Χρι

χοΰ (Β)α

οβ

νά νι

1torffi

φέν τη

(δ)ί

παι νη

λχ|ά τ άγ . γο νι ,.λχιά ή κό ρη

σι...:.

1

Ρ ή (γ)α τό κοι λο πό

Τ

Για

J

vfr

ο που

πο νεΐ να για

J w i j j ' j j j j j j i ξω καί

να

Β

λέ

· (γ)ω

σέ κοι

μι

38.

μα

σου παι νέ

ζω

νάνι

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

56

Andantlno

Μιά

Ό βριοποΰλλα

Ρ1

τα

$

*'$

χό παι

c5 σχα

(δ)ίμουνά νά

κ. ΜΑΡΙΓΩ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ ΣΟΥΕΖ

*ο*αϊγ*α άχρωμε

νη

I B M B H B ^ S g B i g g i Μ δε μά, τιποΰτήνμιάμε fM <x

β ε μά τι

— 19

'πο τήν

ά

λλτ

1


θε λα νά χα el ναιμισ xal

δυο μο

κα αρ να

να κι'ε

διέ χη

jά . μ ά ν ά

ηό νους χρόνους·

παιρν ή χω την

μια τους κιά πο

μάν α μαν α μαν α ΕΙσαγωγή επαναλήψεως

. και

μαν

43. ΤΟ ΠΙΣΑΜΕΡΙ κ. Μ. Β. ΡΕΘΥΜΝΗ ΠΟΡΤ ΣΑ Ι-Δ

Έτερα παραλλαγή All? Mod era t o

Νά

διές.,, να ...

ντά

για

ντώ

θε νά

νά

ε

ντά γιαν

νά

τά

τώ

6ε λα να....χα ντα για ντώ....τά

βά

δυό,.,.καρ διές 6ά σα να

m m m νιες (δ)ε ρέ καϊ του..... .... ντου

καΐ.,.νάν...,.·. και σι και ...του ντουνιά

φ* Γ π ι ναν τον

•ι

γι και σι νιου νιά.

— 22 —

και και.

π .... Vic

«ν

καρ σα


44

Φ~72

·

, U

Ά ϊ

ψ

[ [

Πλαχες η Μπαλουξίστικος

ΠΡΕΧΒ. ! Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Andantlno

'£!

δ

. . τ ύ π ο ν τέ τό παν τέ

πώς

„· ρη

πώς τ'α(γ)α

4 5 . ΤΟ Μ

πώ.

E m

Ετέρα παραλλαγή

=66

.τό,... μο νη

«παν τέ οι

πε

Δρος κ.

ρι σσια

φρλγκουαη

ΠΟΡΤ ΣΑΙ'Δ

Andantlno

Νά μου(ν) μες νά *ά (μ)νω

να νά

μου(ν) κά

στό.... του

μές στό (μ)νω *οΰ

νά νά

..... κα ,.,κορ

— 23 —

μου(ν) μές.. κά μνω..

ρά 6ι ι ... μιοΰ σου.

στό.. τοΰ...

σου σκιά


Έ

νά

οχιά

του -

κά (μ)νω

tnc vr.

iijc

κορ

σου α

μιοΰ σου

(γ)έ ρα

46. 0 flflPflJVIfli κ. ΘΕΟΔ. Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Ι =56 Andante

Χαί στόν

τω Ρ

ρου χαρ (Hi

δια θέ

για ρα για ρά

νε βής

μάν ά μάν χαί μάν ά μάν στόν

ε ε

κα αρ

Wn

ξε φά νά χα

.αν α.

ρου .

ε 1

τω νε τε βής

χαί, στόν

και... κΓά(ν)

47· ΤΟ ΓΙΑΕΛΙ η ΜΩΡΟ ΜΟΥ K? ΜΑΡΙΓΩ ΛΟΓΟθΕΤΟΥ ΣΟΥΕΖ

Μ Η φυ

λα

κές

κιΊν τάν

αυ


τό

τό

έ

λι κα

χ|

λι

κα

νέ να

νέ να

πα

νηό

θά

σφά ξου ve για

λλη .... κά

48. ΑΗ ΜΟΥ ΓΕ^ΡΓΗ κ. MIX ΛΙΟΚΟΥΡΑΣ ΣΟΥΕΖ

j

m

*

j>J j

ι . ν

η μουΓεωργ'ά φέντημουχρου

μα τω μέ

νος

λλά

σέ μου κα 6α

μέ σπα θ ί . . . . καί μ'άργυρό ....κον

τά ρη μ'άργυρόκο .ντα ρι

ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

All? M o d e r a t o

Νά τόν

^

}. J

άρ

4 9 . Τ Ο Υ ΓΛΗ(Γ)ΟΡΗ Τ Ο Υ ΜΟΣΧΟΥ

J = 96

k

ρη

ΣΟΥΕΖ

'πώ νά

}}

πό.... μιά μαν τι στά σί (δ)ε

Μ

τόν

J

^ Η

νά δα θέ ρα.,.,με (6)ά

μαν μια μαν τι μάν στά σί (δ)ε

κι ενα γιά τό

μαν τι Κα τ ε

'πώ

τοΰ Γλη (γ)ό

νά πώ.... .... άχ! .... άχ! λα % σι

μιά μαν στά σιδε

να ρη

— 25

ρη

ά μάν μάν

τι νά δα ΰέ ρα μέ (6ά)

τό(ν) σκο

ά

μά ά μά.

να λα

πω σι


50.TOY ΧΑΤΖΗ ΜΑΛΛΙΑΡΟΥ

I 96

κ. ΓΕΩΡΓ. EM. ΓΙΑΝΑΓΑ ΣΟΥΕΖ

All Moderato

"Ε!

Μ'ε ε

.έ I

που δ

ες που .ες δ

διέ

J διέ.. τα

;

..

μα μ«

|

χει καρ διέ χει καρ διέ

ες πού χαίρου ες., δ που πο

χαι ρουν που........ πο

ill1'

χεικαρ διές ,. χεικαρ διές..;

α,ι, ουν

χει κα χει κα

χαι ρουν... που πο

δέ(ν).

χει καρ χει καρ

νται... νου

ται.,.,ε νουν... ε

ΓΉ ΜΓ Γ > Ε F '

ε ε

1

χει κ α . τί πο

ται ε νουν... και

κλαΐ νε λέ νε

αρ Ρ

Λ

J . f =kJ H

αρ αρ

—£—Μ

και

51. ΜΑΓΙΑ ΜΟΥΚΑΝΕΣ ΙΟΥΑ. ΜΑΝΩΛΑΚΑΚΙΣ ΖΑΓΑΖΙΚ

Andante

π

Στα ψη κά Οουν

Ρ ϊ J § § πα ρα . μαύρα

— 26

Αύ ρια φρύ δια


52. Ο Χ Τ Ι Κ Ι Α Ρ Η Σ

* . Γ . ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ΣΟΥΕΖ

Βραδέως

Σέ νά

τού πά

...τη ΡΌ

B E ^ g a g ^ h J ι_] γ i J i § p p "

τή γεί το νιά γει ^ ό νι ασες

γα

τής |

"EU.· Ε)

τοικη ν'άφί

°Τ)

^

χά ρος να κακαι μάς τά δυο

ε.. ε.

ση

53. ΤΟ ΠΙΠΕΡΙ Δνίς ΕΥ ΑΓ. I. ΠΑΥΛΗ ΣΟΥΕΖ

τρι μω

Πώς τό

Ε

τρί

ρε πως το

πώς τό

τρί....... δουν τό πι

Ε Ε Ε Β πέ ρι

πε

πώς τό

τοΰ δια

πώς τό

Ρ1

πέ

ρι

λου

πω

τρι μω

ζ τό

λο

Ρ1

*ό » |

κα

λο ι

Πώς τό

τρί ,δουν

•έ

γε

ρέ

πώς το

υ

£

poi

π ώ ς το

πώς το

— 27 —

τρι,

W

πώςτό

βουν τό πι

τ

Ρί

™ πι

πέ ρι

τοΰδια


54. ΤΑ MHAlTZflNIA ΠΡΕΣΒ. I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

66

ΣΟΥΕΖ

Andantino

Υω ^ο σμον τά

Κά λλια* χω πα ρά τοΰ

(γ)ώ χω

νιά_...νά

πα τε' λί στις Ά Φη

μή ....νά

μή

τά

κά λλια 'χω πα ρά τοΰ

6α λης

πειά

55. ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΑΡΑΠΗΣ κ. ΙΩΑΝ. ΙΩΣ. ΜΑΝΩΑΑΚΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Χρόνος Valse

f f r f r f f i ^ ^ ^ H * ναδ<

"

1

1

'

Μ j

1X0

5

ϊ

Ρά

«η

μου

^

βω

ρβ

*

ϊ

Ρά

«η

fov

ρά

ρ<£

— 28

j

j ηη

I


56. ϋΙΑΓΓΟΥΙΙΚΟΣ Έναρμόνισις κ. Μ Α Ν Ω Λ Η

= 66

ΠΡΕΣΒ. I. Β. Γ1ΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ

ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ

ΣΟΥΕΖ

A.ndantirvo

χαί ρου

χαι ρου καρ στόν δη .

χαί στο

καρ δη.

νά κα

ντω τε


στον

57. ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ Έναρμόνισις Χ. Μ Α Ν Ω Λ Η

ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ

Άργα

— 30 —

χ

ζ

χΑΛΚΙΑΔΗ ΠΟΡΤ

2Α Ι Δ


Νά νι

Κοι μή σου μέ τήν Πα καί αέ τόν "Α η (Γ)ιά

τό

παι (δ)ίμουνα νά


καίγω σε να να

σου παι νε


μι ζω

Νά νι

τό παι (δ)ί μουνα νά

f

58 M o i P o n o ( r ) i

i } >> "Ε! £

h ft τή(ν) α

νύχ κου

V K ? ΜΑΡΙΓΩ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ ΌΥΕΖ

H

Μ ca τά με ω μιά κα

σά νυχ τα κρα(υ)

τα γη

δυ(ό) ώ ση κω

I ρες νά ξη μ ε ρώ ση ω νο μαι κι'α νοί (γ)ω

ΈνταΰΟα ψάλλονται έπί τοΰ μέλους τούτου είς πεζόν λόγον διάφοροι έπαινοι πρός τόν νεκρόν ή άλλα τινά τόν βίο ν του αφορών τα.

-J^i^——

ΧΟΡΟΙ

— 33 —

Λ


59.Σ0ΥΙΤΛ ( Χ Ο Ρ Ο ς ) Έναρμόνισις

κ ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ

Γοργά

χ. κ. Ν. MHTP02MIUPAS ΠΟΡΤΣΑ-ί-Δ


m » " J E 1 ψτ—3 3

/ Λ ΡΟ ί π—φ~

κ

-ai..· ^

»

1—Γ' 3 * u

—Ψ •—Ζ

a

Π

)u>;J|,i 3=

—Λ = j4 — ϊ = · m # #

ν7

/

7

l i b **

9_ «

#fl -

7 Jn

Β

y

Λ

£—' — i

(row ff ? j «7

*fl

-Ή Μ ν βΤΤ /

L—

Γ η-J —Η J:

f

ί

^

#

ΓΊ ••—

4—

y

J

J | 1

'y

- - — r — 4Φ—

_

H# tfg

Μf j f 1 •

- 3 — -5— s π

11^ w

r a l

1=3

I I f P f i ^

35-

q d





39-


/Τν

Φ

l|t=J

f'

1

— 40 —

Mm

·

f

^p.—·

_J—

ύ






— #

#

41 t!

j* ,

Ν f

IP

±Jt]

ν ψ

/ ,

-3

i «

β

V

I p f ^ i -zr1—Τ f

-4 *

F.Λ.

2

....

ft Z3F

Γ

L

5—|

r

H =

V Ζ

(

h—^ λ i

ν x—

4 t

1

% II— J—fL (L1—*•U a

m

.

-J- 4\=Φ

Η—Ρ

I—4 -

FT Ε| f » —

-4-j

'

V

r w** 5 =

TT

± 5

- ρ

-

•ι/":"

*

Μ 5

ρ η =ρ r H H f r - k Ξ 3 !=ί —

l=J

I

Λ

UJg p j ι ~

g

45-

* —* 1

1

1



Φ

J — 47



Υπόκρουσις υπό κ. Π. Βέη

1 = 98 All

ΠΡΕΣΒ I. Β. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΙ ΣΟΥΕΖ

Moderato

49 -


W=120

t h t i -

|

|

ι

B p

ΐ

Κ

τ

t J

u

Παρείοακχον

i

i

T j

1

!'

II

(ϋ^>f

rrrH r

ι /La.

β | rj

f

U

ι

1

Μ

.'

ii—TNf μ

J J 1 l·

M

i

= τ Η

50

t

0-—


61. Τ Α ΚΕΦΑΑΩΝ'ΙΙΛ Η (ΧΟΡΟΣ) gg

Ύπόκρουσις υπό κ. Π. Βέη Κ β ΜΑ ΡΙΓΩ ΑΟΓΟΘΚΓΟΥ . , ΣΟΥΕΖ

Moderato

fe-Nn

Ι

51


62. 0 ZEPB0(Q)EH102

(ΧΟΡΟς)

Ύπόκρουσις υπό κ. Π. Βέη ΠΡΕΣΒ.

63.0 Φ0ΥΜΙΣΤ0Σ "Υπόχρουσις ύ*ό |

I. Β . Π Α Ν Ν Α Κ Ο Υ Β ΑΚ1 ΣΟΥΕΖ

(ΧΟΡΟΣ) I

Βέη

1

φ Ι Λ

|

Μ Ο γ Σ Ο γ Ρ Η Σ

ΙΣΜΑΗΛΙΑ

— 52 —


Μ Ε Ρ Ο Χ

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.— αναφέρεται φέρεται

το δνομα

Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν

Εις τάς παοα.Ύομπάς της συλλογής

μόνον το δνομα

των διαφόρων

παραλλαγών

Ιξ ης ξλήφ&η α Ρ ζη, όοάχ'ς

του οογγοαφέως,

πρόκειται

περί

δμως

άνα-

των έξης

ουί-

λογών : Γνευτοΰ=

της PJhv%—'A.U$a.'3nta

Ι/«0Γί;ίά Toiyovha

1926.

Μανωλακίκη. (Κ.')=ζΚαιπα{)ιαχά—1 $9(ϊ, Μ α νωλακάκπ (I/) — J«> ιιχον ψ ή για μ α—1S7S. Μίχαπλίδου. =ζΚαοπα'Ίιαχα 1)μοτιχά Ασματα—Κων)πολις 1913. Παχτίκου. =26(1 Δημώδη Έλληνιχά "Ασματα —Ά vat 1905. ν

Πθλίτου.=ΈχΙογαι ϊΐγάλ«.=^ι

άλογη

ατζο τα Tgayovdia Έύνιχών

Φοςρμακίδου. -Κνποια

τον Έλλ.

'Ασμάτων—Ά

"Επη—

ΛβΡΚίυσια

Λαοϋ—'Α&ήναι

Β! ξχδ.

1925

th] να ι IS SO. 1927.

ΑΙ δυσνόητοι Χβξβις αΐτινες εύοίσχονται εν τ p χειμβνψ έπβξηγοννtat το βνρισχόμη'ον εις το τέλος του βιβλίου.

εις π> λβξιΧόγ§ον


Α. Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Α

Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι Α

Λέγοντες δημώδη Ιστορικά τραγούδια, έννοονμεν %σματα εκπηγάσαντα αμέσως i| ίατορικφν γεγονότων η πεοιατάοεοιν και ποοωοιαμένα να τοαγονδοϋνται νπό τον λαοϋ.

"

_

*

(UHLAND)

ί

1. Ή άλωαις trig Κάβου Μ α ύ ρ ο Λουλάκι κ ά ( θ ) ε τ α ι στης Κ ά σ ο ς τ' ά γ ρ ι ο ( β ) ο υ ν ι β γ ά λ λ ε ι φ ω λ ί σ σ α θ λ ι ( 6 ) ε ρ ή και μ α ϋ ρ ο μυρίολόΐ Μ ά ν ν α κ λ α μ ό ς και βουγκιτός εις τό νησί της Κ ά σ ο ς ! Ή Μ ά ν ν α κ λ α ί ε ι τό π α ι ( δ ) ί ,

και τό π α ι ( δ ) ί τήν μ ά ν ν α

κι' ό ά ( δ ) ε ρ φ ό ς την ά ( δ ) ε ρ φ ή κι' ά ο υ ρ ο ς τη κ α λ ή του. ( Γ ) ί ν ο ν τ α ι στί(6)ες τα κ ο ρ μ ι ά τά α ϊ μ α τ α

ποτάμία

Π ά ς κ α ι π α ν ο ύ γ λ α π λ ά κ ω σ ε , πάς κ α ι σεισμός έ ( γ ) ί ν η ; Μή(τ)ε π α ν ο ϋ γ λ α π λ ά κ ω σ ε , μ ή ( τ ) β σεισμός έ ( γ ) ί ν η . Χ ο υ σ έ ν Πασ&ς έ π λ ά κ ω σ ε από την Ά λ ε ξ ά ν τ ρ α , ' Σ τ ο Φ ρ ϋ έ π η ( γ ) ε κι* ή ρ α ξ έ ν , ή φ ο ( 6 ερή ά ρ μ ά δ α Β γ ά λ λ ' α ρ β α ν ί τ ε ς περισσούς β γ ά λ λ ε ι

στρα(β)αραπά(δ)ες

Γ ι ά ν ά πατήσου(ν) τό Σ τ α υ ρ ό , γ ι α ν ά π α τ ή σ ο υ ( ν ) τ

άγια

ν ά μ α ( γ ) ε ρ ί σ ο υ ν Ε κ κ λ η σ ί ε ς κΓ ο ύ λ α τά Μοναστήρια Σ φ ά ζ ο υ ν τους γ έ ρ ο υ ς και τΙς Υ'ρηές κι' ο ύ λ α τά π α λ λ η κ ά ρ ί α τις κ ο π ε λ λ ί έ ς και τά μ ω ρ ά στη φλόττα τούς ' μ π α ρ κ ά ρ ο υ ν σ κ λ ά ( β ) ο υ ς \ ά τούς πουλήσουσι σΓής Μπαρ μ π ά ρ α ς τά 'μέρη Κ α ι μ ι α πτίς σ κ λ ά ( 6 ) ε ς ή λ ε ( γ ) ε μέ θλι(6)ερή φ ω ν ί σ σ α : — Χ ί λ ι α κι

ά ν κ ά μ η ς Χ ο υ σ ε ΐ ν , χ ί λ ι α και α ν

J

μ α ς πούλησης,

έ μ ε ΐ ς του Τ ο ύ ρ κ ο υ τό σπαθί ( δ ) έ θά τό φο(6)ηθοΰμε γχά θά μ α ς κόψης ούλους μ α ς y l c λευτεριά θά ( δ ) ο ϋ μ ε ( ! )

ν

(ΐ) Τό ποίημα τούτο έκ της συλλογής *ου ά|. κ, Λχιλ. Σ. Διαμαντάρα £δόθη τό πρώτον πρός δημοσίενσιν υπ' αυτού είς τόν Ιατρόν Γ. Μαυρήν όστις τό έδημοσίευσε εΐζ τό φ'λλάδιον όπερ έξέδωκεν τφ 1889 έν φ περιείχετο ό όπιμνηυ,όσυνος ύπέρ τών Κασίων άγα)νκ»/ών, λόγος του Ιδίου. ΈδημοσίΒυ&η έπίσης είς τό ύπ αριθ. 25 Γ θ δ φύλλον τού έν Άνήναις έκδιδομένου περιοδικού περιοδικού « Ε|3δομάς».' Ανεδημοσιβύδη δέ καΐ εΙς τό «Λεύκωμα τής Κάβου»· τού Ιατρού κ. Κ. Φραγκούλη. Ή «Δωδεκανησιακή Λύρα» πολλά όφοίλει είς τόν κ. Ά χ ι λ . Σ. Διαμαντάραν Ιδία-ς όσον άφορα τήν δημώδη ποίησιν καΐ μουσική ν τής Ιδιαιτέρας αύτού πατρίδος, του Καβτελλορίζου ΕΙς τόν σχετικό ν τόπον θά όμιλήσωμεν έκτενέστερον περί τοΟ άκαμπτου συλλέκτου των έθνι κών μας ποιητικών κειμηλίων, ml m y } 1 1

'

'Plain

^MtA Ml1^ 1 WIlMii^ m

".*

Β

.

·*·


2. Εις τά είκοσιδύο μέα' τη πρωτοχρονιά Εις τά εΐκοσιδυο μεσ' τή πρωτοχρονιά στις δέκα του (Γ)ενα'ρη τ ΐ \ βαρυχειμωνιά εννιά καράβια ( ε ) φ ν ( ϊ ) ι ν α π ό την 'Αραπιά τριά (ή)το τά ρωμαΐκα κ' εξη τά Τουρκικά Κι' ήτο (ά)πό την άρμά(δ)α του ' Ι μ π ρ α ή μ πασά Τ ά τρία τά Ρ ω μ α ΐ κ α ήτο Κασίώτικα Το'να (ή)το του Μπουρέκα, τ' ά'λλο του Ζαχαρίά τ' άλλο του Μανωλάκη με τά ψιλά π α ν ι ά κι* αέρας που τά 'λαλεί ψιλή-ψιλή νοδιά κι' δλα μπροστά πη(γ)αίναν τά τρία ρωμαίικα στης Κρήτης τό πο(γ)άζι στέκ' ό Κανταριζης και φώναξε ρεσάρτο, νά κα'μουσι κι' οί τρεις. Τά καράβια πολέμου τά Κασιώτικα νικου(ν) Τις φρεγάδες ρεμουρκέρου(ν) και στη Μπούκα τΙς επέρου τά κανόνια τους εβγάλου(ν) καΐ στης Τάπιες των τά βάλου(ν) Τοΰ Μιοΰλη τις χαρίζου(ν) για μπουρλότα γιαρατίζου(ν) (2). ( ι ) Πρόκειται περί του Ιστορικώς έξηκριβωθέντος έπεισοδίου της καταλήψεως 13 ιστιοφόρων τοϋ Σουλτάνου έν Δαμιέττη της Αιγύπτου ύπό των Κασίων, άτινα καΐ έκφορτώσαντες ούτοι έ ν Κάσω έδώρησαν είτα τή προσωρινή Κυβερνήσει της ' Ε λ λ ά δ ο ς ήτις καΐ τά μεταχειρισθη ά.ς πνρπολικά. Τό ποίημα τούτο έδημοσιεύθη έ ν τω «Λευκώματι της Κάσου» έ ν σελίδι 44· (2) Αύτή εΐνε ή δκδοσις ή δημοσιευθείσα εις τό «Λεύκωμα της Κάσου». Ό καλός πατριώτης και αγαπητός μας συνεργάτη: κ. Χαρίδημος Γ. Γ ι α ν ν α γ ά ς μ ά ς γνωρίζει καΐ ά λ λ η ν π α ρ α λ λ α γ ή ν μέ προΰθήκας τινάς. Κατ' αύτη ν μετά τόν στίχο ν : «ΚαΙ φώναξε ρεσάρτο ν ά κάμουσι κι οί τρεις», άκολουθεί τό έ|ί§ς : ν

Εφοδο μωρέ παιδιά—νά τή φαμε τήν Τουρκιά Εφρ'^ μωρέ παιδιά—ζήτω ή έλευθεριά Μέραργί μας μερακλή—Θ(ε)ωδωρή Κανταριζή Μέραρχε μας μερακλή—υ,τι προστάζεις νά (γ)ενή. —Γειά <?ας Κασιωτόπουλά μυο—θάρρος και παρηγοριά μου Τά καρ,άβια πολεμου(ν)—-τά Κασιώτικα νικοΰ(ν) Ιις φρεγάδες ρεσαρτέρου(ν)—άλλους σφάζου(ν) κι* άλλους (δ)ένου(ν) 1 ϊς φρεγάδες ρεμουρκερου(ν)—καΐ στήν Κ,άσο τις έπέρου(ν) Εις τήν Μπούκα τις 'ποσυίνουίν)—και τή λεία ξεφορτώνου(ν). 'Απόλλων 6 Ξανθός—του Μαλλιαράκη δ άκρι(β)ος ν Οςώ τά κανόνια βγάλλει—κι εις τις Τάπιες τω(ν) τά (β)άλλει. Τις φρεγάδες τις σσουρμέρου(ν)—στήν Ελλάδα τΙς έπέρου(ν) Ίου Μιαούλη τις χαρίζου(ν)—-γιά μπουρλόττα γιερατίζου(ν) ^τέλλου(ν) τους στό ντάρ-πογάζι—κι* ή Τουρκιά ουλη τρομάζει Κι ή Τουρκιά ουλη τρομάζει—«ίλλα-ιλλα-λά» φωνάζει ! ν

ΣΗΙΜ.—Τό έπεισόδιον τοΰτο άναφέρει καΐ ό "Αγγλος Ιστορικός Συνταγματάρχης Gordon είς «περ¥ τ ή ς ' Ε λ λ η ν ι κ ή ς Έπαναοτάσεως Ίστορίαν του» γράφει | p μεταξύ ά λ λ ω ν (τομ. I σελ. 47 ϋ ότι'έκεί οί Κάοιοι εΰρον έπίσης κα\ άλλα πράγματα «τά όποια όμως άφήκαν ανέπαφα διότι ήννόησαν έκ της έπιγραφής των ότι άνήκον είς Κύρωπαίονς* σπάνιον παράδειγμα σεβα* σιιοδ πόός τήν ίδιοκιησίαν των ούδετέρων».


3.

Ή "Αλωσις της Κάβου-(*)

Ακούσετε νά σας ειπώ στή(ν) Κάσο τΐ έ(γ)ίνη Ήρθε ό Χουσεΐν πασας μέ ταπεινοφροσύνη Τριάντα πλοία έφερε, τό είκοσι καπάκια (;) κ' έ£ε φρεγάδες ήτανε και τέσσαρα μπρικάκια Μία φρέγ"άδα κά(θ)ησε στή λήτρα και τή £έρα τέσοαρους κόμπους, έ(δ)εσε τή κόκκινη παντιέρα Έρριψαν βάρκες στο γιαλό καί έπη(γ)αν είς τ Άρμάθια κι' ηύραν τό γέρο) Ζαχαρία κι' έκαμα τον κομμάδία. Έσκέφθηκεν ό Χουσεΐν πώς δέ(ν) μπορεί νά πατήσω τήν Κάσο τήν 'περήφανη' πρέπει ν' άναχωρήση. Αύριο εύτύς σηκώνεται κι' ήταν ή μέρα Τρίτη ό στόλος ούλος έφυ(γ·)ε καί έπή(γ)εν είς τή(ν) Κρήτη. Στή(ν) Κρήτη δταν ήφτασε μαΐ,έβγει στρατιώτες καί Στίακούς καί Καστρινούς καί μερικούς Χανιώτες. Οί Κρητικοί (2) 'χαν έχθρητα μέ τό νησί τής Κάσου φαρμάκιν είχαν στή καρδία κι' ήρθα νά τό ^εράσου(ν). Δεκάξε 'μέρ ε ζ ήκαμε νά πά(γ)η νά (γ)υρίση κι' ήρτε ν' άρά£η στή Μακρά' άντίίψυ μέ τή Βρύση. , "Ασπρη παντιέρα ή(β)αλε νά πά(ν) νά προσκυνήσου(ν) κι' οί Κάσιοι έπιμείνασι, θέλου(ν) νά πολεμήσου(ν)· 'Έχουσιν ένα δήμαρχο, Γιώργη Γρηγοριάδη, καί έμέθυσε τόν Ζαχαρίά 'που του Ζαχαριάδη· Έμέ$υσεν ό Ζαχαριάς κι' ήπαι£ε τό κανόνι καί έτέλειωσε τά πάθη του άπ έξω στο Θεμονι· Άρχίνησεν ό πόλεμος τέσσαρες—πέντε μέρες, κ έρίχνσν τά βασιλικά ώσά(ν) χαλάει σφαίρες. Δύο φρεγάδες φύ(γ)πνε κ' έπή(γ)αν είς τή Κάσο στ' Αύλάκιν έπολέμησαν κι' έσπάσαν τά πινά των· Προδότην είχα Ζαχαρίάν του Διάκου του Κλεφτάκη που γνώριζε του τόπου μας τά μέρη καί τ' Αύλάκι· Τριάντα βάρκες 'φόρτωσε, χίλιους Άρβανιτά(δ)ες κι' ό Ζαχαρίας τούς έφερε είς τούς Άσπροπηλιά(δ)ές. Έννηά φυλάκοι ειν' έκεΐ στο δύσκολο τό μέρος οχτώ (ή)τον νέοι ήρωες κι' ό ένας ήτο(ν) (γ)έρος. Μιά ώρα τούς έμπό(δ)ισαν, γεμίΐ,ουσι και παί^ου(ν) και οί Άγαρηνοί «άλλάχ άλλάχ» φωνά^ουσι καί παί^ου(ν). Έτρέξασιν απάνω των καί οί οχτώ γλυτώσα(ν) τόν (γ)έρον έπροχάμασι καί έκεΐ τόν έσκοτώσα(ν). Όχτώ χιλιάδες ήβγαλε πριχοϋ νά ξημερώση κι' οί Κάσιοι έλέ(γ)ασι «Κανείς (δ)έ(ν) θά γλυτώση*. Δεν ήμκορώ νά σας ειπώ τόν θρήνον δπου (γ)ίνη ή μάννα τρέχει στο (β)ουνό καί τό παι(δ)ίν άφίνει. Ήχασε ή μάννα τό παι(δ)ί καί τό παι(δ)1 τή μάννα καί από τά παλληκάρία μας έ£ήντα άποθάνα(ν). Σφάΐ,ου(ν) τ^ παλληκάρία μας καί τά παιδιά σκλα(β).ί)νου(ν) άγγέλοι άπ' τούς ούρανούς (δ)έ(ν) τούς έλευτερώνου(ν)· ( ι ) 'Εκ παλαιού χειρογράφου παραχωρηθέντος ήμίν ύπό τής Κας 'Ελένης Μ. Μαυρή πρός ήν καί δημοσία έκφράξομεν τάς θερμοτάτας μας ευχαριστίας. | | Οί Τούρκοι τής Κρήτης.


— 6 Ήβγεν ό Μπέης στη £ερά μέ φόρτε μπαϊράκι κι* εύτύς έκαβαλλίκεψεν και έπή(γ)εν εις χ Αυλάκι. Έκεΐ (ή)τανε ό στόλος μας ούλοι μικροί, με(γ)άλοι βγ-άλλει τους τά τιμόνια τους και τά πανιά τους βγάλλει(Γ)υρίζει πάλι ό Μπέης των εις τήν ΆγΙά Μαρίνα και είς του Σακέλλη τον οντά ήστρωσε κι' έπροσκύνα· Έφύ(γ)αν άπ τον Ήμπορείό τέσσαρα καϊκάκια γδυμνοί ούλοι «? ξυπόλυτοι, μόνο μέ τά 'ΰωβράκια. Δύο με(γ)άλα μίστικα, κρυφά χαν άπό κάτω χωσμένα τά τιμόνια τω(ν), χωσμένα τά πανίά τω(ν). Αυτά τά δυο έφόρτωσαν, τρέχουν είς τό Φοινίκι Στο ένα έπλησίαζε ένα με(γ)άλο μπρίκι κατέβαινεν απάνω του διά νά τό βυθίση. . Τήν Παναμά παρακαλούν διά νά βοηθήίη τό έχθρικό πολεμικό νά μήν τούς έβυθίση. Ό Μπογιατζής ό πλοίαρχος έσκέφτει ν' αποφυγή τον κίνδυνον τον τρομερόν δπου τον έκυνήγει. Έόρσαρsv τό πλοΐό του κατά τήν δραμουντάνα τδνα πανί τούς άφαιρεΐ. (ι) Έσώθηκεν ό Μπογιατζής και δσοι ήτο μέσα στήν Κάρπαθον έπή(γ)ασι κι' έτσι κι' αύτοί γλυτώσα(ν)· Οί άλλοι δπου έμειναν κρυμμένοι μές στά δάση ούτε νερό ούτε ψωμί (δ)έν εϊχασι νά φάσι. Μέσα σέ ένα σπήλαιο εύρίσκοντο καμπόσοι -και λέγασιν αλλήλους των «κανείς (δ)ένθά γλυτώση»· Εύρέθην ένας Κρητικός Γεώργιος Φιοράκης και λέ(γ)ει: «&ν μου κάμετε χαρτί τό πέρνω στο κονάκι», Εύτύς τοϋ κάμαν τό χαρτί κι' επήρε το στο χέρι Τετάρτη μέρα ήτανε κΓ ή ώρα μεσημέρι. ' Πιάνει τό δρόμο κι' ήρχετο τό(ν) Μπέη ν' άνταμώση άνθρωποι (δ)έν έπίστεψαν πώς ζωντανός θά ^ώόψ Ή τύχη του, κι' έλάχασι δύο Άρναουτά(δ)ες τοϋ Μπέη συγγενείς κι' οί δυο κι'ήτο ν με(γ)άλοι άγά(δ)ες. Στον Μπέη τον έπήρανε κι' έδωκε τό χαρτάκι κι' έκεϊνος τον έχάδεψ-ε «μπράβο μωρέ Γεωργάκη*· Φέρνει διαβάζουν τό χαρτί* ρωμηός τοϋ τό διαβάζει κι' αύτός ήβγαλε κήρυκα νά πάη νά φωνάζη· Ό Καλαμουγκανάς έφώναζε κι' ό 'Αντώνης τοϋ Σοΐλη ναρτοϋ(ν) νά προσκυνήσουσι(ν) μέ τά καμένα χείλη· 'Εδιναν τά τουφέκια τους κι* έπέρναν Δεσκεράδες και ό Μπέης τους παρακαλεί νά γίνουνε ^αγιάδες. Τον Χαζαλή άφίνει αγά, και ένα καϊκάκι τον Χαζή Γιώργη προεστόν, τον Γέρω Γΐουλιάκη. Επήρε τά καράβια μας έπήρε τά φλουριά μας έπήρεν δ,τι είχαμε καΓ σκλάβους τά παιδιά μας.

( ΐ ) Λέξις

δυοανάγνωσΐΟζ.


Β'. Κ Α Λ Α Ν Δ Α

Κ Α Ι

Τ Ρ Ο Π Α Ρ Ι Α

(*)

ασματα ατινα εις τακτικάς ημέρας του έτους ηοαγωδουν ομιλοι παίδων, περιερχομεκι άπο θύρα; εις θύραν προς συλλογών μιχρύν <ριλο$ωρημχ των είς ειδη η νιρμάτια, στενών έχουν συνάιρειαν προς συνήθειας της αρχαίας λατρείας, δεοτε κατάδηλος είναι Λ συγγένεια τούτων π/9βς τα αρχαία εθιμα τη; εΙ/}έσιώνη;, του κορωνισματος, του χελ δον/τμχτος. Και δεν έχουν μονβν το θίμα ομοίον τχσματα ταύτα προς τα αντίστοιχα χρχαϊα, αλλ' ομοιαν έχουν κβι την συ^5εσιν κα9ώς, τον χαρακτήρα καί τη^ ούϊίο& τών ενροαζομινων συναισθημάτων και εννοιών. Καί είς τίρχαϊα ©πως καί είς τα σημερινά τα αυτά εγκώμι* επιδαψιλευονται εις εκείνον, π^ος ον επιβάλλεται η αίτηση, «ι αύται ©ίλικαί εύχαι υπέο ευημερία; του οίκου του. Και αν ε·ς τάρχαΐα άσματα η διατύττω7ΐς τών έπαινων και των ευχών εχει μείζονα χάριν, ρυσι*οτητα και απλότητα, τών σηιιερινων δ' ομως ό τροπές δύναται ισω^ να ώς ζωτπΛοτεΛΟί, π^ωτοτυπώτε,οος και τρυφερώτερος.* «Τά

FAURIEL

1.

Κάλαντα. (Κατ* άνακοίνωαιν της Κ ας ΑΙκ. Γ, Mavgrj καί τών κ. κ. Άχιλλ. Α. Ζαχαοιαδάκη καί Ζαχ. Χαλχιάδον).

Ά ρ χ ι μ η ν ΐ ^ κι' ά ρ χ ι χ ρ ο ν ί ά ' ψ ι λ ή μου δ ε ν τ ρ ο λ ι β α ν ί ά κι* α ρ χ ή , καλός σας χ ρ ό ν ο ς Έ κ κ λ η σ ι \ μετ' Λγιο θρόνος Κι* ά ρ χ ή Λού β γ ή κ ε ν ό Χριστός " Α γ ι ο ς καί πνευματικός στή Γί] ν ά περποΐτήση καί ν ά μ&ς καλοκαρδίση "Αης · Βασίλης έρχεται ά ρ χ ο ν τ ε ς τό κατέχεται άπό τή Ροϋσα Ρούσα Σ ύ 'σαι άρχόντιαα και πλούσια "Αης-Βασίλης έρχεται άίΤο τήν Κ α ι σ α ρ ε ί α Σ ύ 'σαι άρχόντισσα Κ υ ρ ί α . ( ΐ ) Πρβλ. Σιγάλα οελ. 493» Πολίτου οελ. 213—216.

1


Βαστά. λ ι ( β ) ά ν ι και κ£ρί ( η : « ε ι κ ό ν α και χάρτί») ζ α χ α ρ ο κ ά ν π ο ζυμωτή χαρτί καί καλαμάρι Σύ 'σαι αγάπη μου με()·)άλη, (ή: «δες και μ έ τό παλληκάρ:») τό κ α λ α μ ά ρ ι ν έ γ ρ α φ ε «πολιτικέ μου καντιφέ» και τό χαρτίν ώμίλει άσπρε μου καθάριε κρίνε (ή: «άσπρη μου κ α θ ά ρ ι α κρήνη») • και ' π ά ν ω στά βλαστάρια του κοιμάται μ έ τή μ ά ν ν α του Βοΰρνες και πηγαδάκια μαϋρα μου γ λ υ κ ά ματάκια Και κελαϊδοϋσαν πέρδικες (ή: « έ κ α τ ε β α ί ν α ν π έ ρ δ ι κ ε ς » ) γαρυφαλλίές λεβέντικες κι έ ν ε β α ί ν α ν κι' έ\*εβαίνα(ν) (ή: «έρραίναν κι' ανέβαιναν» ή: « έ π λ ύ ν α ν κ ι ' ά ν ε β α ί ν α ν » ) και ροδόσταμνον έ ρ α ί ν α ν ( ν ) (ή: «:όν ά φ έ ν τ η ν τ ω ν έ ρ ρ α ί ν α ( ν ) Έ ρ ρ α ί ν α ν τόν άφέντη τ ω ( ν ) ( ή : « μ α ς » ) τό Μπέη τό λεβέντη τ ω ( ν ) ( ή : « μ α ς » ) τό πολυχρονισμένο πού(ν) στο κόσμο (ή «στή Μπόλη») ξ α κ ο υ σ μ έ ν ο ς Έσοϋ σοϋ πρέπει Ά φ έ ν τ η μου καρά(β)ι ν ' άρματώσης (ή: «τρικούβερτο κ α υ ά ( β ) ι > ) στή ν Ά γ γ λ ε τ έ ρ α ν ά τό πάς φλουρί ν ά τό φόρτωσης καί τ' άρμπουρα του καραβιού ν ά τά μαλαματώσης. Στή πρύμη λ ά ( ν ) τό μ ά λ α μ α στή πλώρη τό λοάρι καί τά πσνϊά καί τά σχοινιά (ή: «τά σ χ ο ι ν ι ά rou κ α ρ α β ι ο δ ν σαφί μαργαριτάρι Έσοϋ σοϋ πρέπει ά φ έ \ τ η μου Μπέη μου καί Λεβέντη μου καριόλα ν ά κοιμάσαι βελοΰ(δ)ο ν ά σκεπάζεσαι ν ά μήν κρυολο(γ)άσαι. Καί πάλι ξαναπρέπει σου καρέγλα διαμαντένια γιά ν' άκκουμπά ή νειότη σου Ι μαργαριταρένια, Έ*όπαμε Ι Ά φ έ ν τ η μα£ άς πούμε της Κυράς μ α ς ; Κυρά ψιλή, Κυρά λ ι γ ν ή | \

Κυρά καμαρορρύδα

\ .

„; ,·., \ .·


πούχεις τον ήλιο πρόσωπο και τό φ ε γ γ ά ρ ι στήθη και τοϋ κοράκου τό φτερό β ά ζ ε ι ς καμαροφρϋδι Κ υ ρ ά μαρμαροτράχηλη και κ α σ τ α ν ο μ α λ λ ο ϋ σ α υντες σ β έ ( \ ) έ ν ν α ή μ ά ν ν α σου ούλα τά δέντρα ά ν θ ο ϋ σ α ( ν ) ΚΓ δντες σ' έκοιλοπόνησε ήταν ή μ έ ρ α σκόλη και έ ( δ ) ώ κ α σ ο υ την τήν ευκή οι Δ ώ δ ε κ Ά π ο σ τ ό λ ο ι . Έ:τόπαμε και της Κυράς άς ίτοϋμε και της κόρης. Έ χ ε ι ς και Κόρην ώμμορφη γ ρ α μ μ α τ ι κ ό ς τή θέλει. Μ' <Χν ε ί ν α ι και γραμματικός Π ο λ λ ά προυκίά ( γ ) υ ρ ε ύ γ ε ι . ( Γ ) υ ρ ε ύ γ ε ι α μ π έ λ ι α άτρύγητα χ ω ρ ά φ ι α μ έ τα στάχυα γ υ ρ ε ύ γ ε ι μύλους δ ώ δ ε κ α και μ έ τούς μ υ λ ω ν ά δ ε ς Γυρεύγει και τήν ύάλασσα μ όλα της τα καράβια. Γυρεύγει και τον Κύρ-Βορηά ν ά τά κ α λ α ρ μ ε ν ί ζ ε ι . Έ π ό π α μ ε της Κόρης σας άς πούμε και τοϋ γυΐοϋ σας. και γυΐό στα γ ρ ά μ μ α τ α (ή: «στο σ/ολεΐό» και σύρνει τό κοντύλι ν ά τοϋ τ* άξιώση ό Θεός ν ά (β)άλη πετραχήλι Έπόπ:αμε και τοϋ ν ίου άς ποϋμε τής Βαΐσσας ( ν Αλ)α\|/ε Βαΐσσα τό κερί και ά ν έ ( β ) α και κατέ(6)α φέρε πανίέρι κάστανα πα\ ! έ οι π ορ το κάλλια και φέρε και γλυκό κρασί \ ά πιοϋ(ν) τά παλληκάρια. Κι* ά ν έ χ ε ι κίτρο κόψε το κάμε το μέ ΓΟ μέλι γιατ' είμεθα στά κάλαντα κι1 εϊμεστε β ρ α χ ν ι α σ μ έ ν ο ι , j


H gjjf

'- - ' - ^ B ^ H ·

Γ ι α δότε μας τόν π ε τ ε ι ν ό γ ι α δότε μας τήν κόττα γ ι α δότε μας τήν σφάξικα ν ά βγούμε από τήν πόρτα·

(ΐ)ί «τό τάλλαρο*) *

Και είς έτη πολλά.

2. (Δ)έν είναι toutn ή έορτιί... ( χ . Ζ.

Χαλκιάδης),

(Δ)έν είναι τούτη ή εορτή ώσά τή περασμένη μάν εΐ(ν) με(γ)άλη και φριχτή και δοίολο(γ)ημένη. Που οί παπσ(δ)ζς πορπατοΰ(ν) μέ το Σταυρέ στο χ έ ρ ι

χαί μπαινου(ν) μέσ στα σπήλαια χαί λέν τον 'Ιορδάνη βοήθεια νά εχετε τδ μέγαν Ι ω ά ν ν η . Κάτω στα Γεροσόλυμα και στου Χρίστου τδ τάφο έχει δέντρο δεν ήτανε δέντρον έςεφυτρώβη, στη μέσην ήτον 6 Χρίστος, στήν αχρα ή Παναγία χαί στα περιχλωνάρια τοο 'Αγγελοι χαί Άρχαγγέλ,οι, —«Ω Μιχαήλ 'Αρχάγγελε που πέρνης τις ψυχές μας Δόσε μου τ άργυρά κλειδιά τάργυροκουδουνατα νάνοίξω τον Παράδεισο νά πιω νερδ δροσάτο νά πέσω ν' άποκοιμηδώ στή λεμονιά *πδ κάτω. Νά (δ)φ χαί τδν 'Αρχάγγελο τδ φο(β)ερδ τρομάτη που καμπανίζει τις ψυχές άμαρτωλώ(ν) και δίκ^ω(ν). Έ χ ε ι που πά(γ)ει ό δίκαιος εϊναι πλατειά στρωμένα μέ ρόδα μέ τριαντάφυλλα δέντρα ξεφυτρωμένα. Έχει που πά(γ)ει ό αμαρτωλός ώ ! φ?ίδια ώ άρκούδια! Σ3ν τ άχουσεν δ άμαρτωλδς ήδερνε τδ κορμί του, μέ ξΰλα χαί μέ σί(δ)ερα ώστα νά βγη ή ψυχή του

Κ' Ι Παναγιά ή Δέσποινα στέκει παρη(γ)ορα το(ν): —«Σώπαινε συ αμαρτωλέ μή γέρης τδ κορμί σου

χαί έγώ 'μαι πολυέσπλαχνος και σώζω τή ψυχή σου Στου | Ιορδάνη τά νερά δ γυιός μου έβαφτίσβη χαί αμέσως είς τδν ούρανο παράδεισος έχτίσΒη.» Για δότε μας τδν πετεινδ γιά δδτε μας τήν κόττα γιά δότε μας τή(ν) σφάζιχα

\

νά βγούμε άπδ τήν πόρτα,

Ι


ii —

3.

Παναγιά έγκαστρώθηκε:.

(Κα Alx. Γ. Μάνο]) Η

παναγία

ίγχαστράθηχε,

μ* αγγελικό χαιριτισμον ετυπωΟηγ.ε> σε σπήλαιο άναμάρτητο εγεννησε, στη φάτνη το έποζεψε,

βώδι το Ιγλυψε,

στις τρεις ημέρες εμίλησε «Κοιμάσαι μάννα μου, κοιμάσαι μν,τίρα

—Κοιμούμαι υίε μου και Οεί μου και πλαστουργέ μου Άνάντιον ορεινο σε θωρώ

μ.υ ;

και 'γω γειλ,ιΰ νά ψ ΰ το πώ.» — Π / ( σ ) μ ο υ το μάννα μζυ πεμου το μητέρα και ο,τι έιτιν στον ούρανο θά οασιλεψω — £ ί ( δ ) α Σε υίε μου και θεε μου

τ,οεΓς

μου

και πλαστουργέ μου> οί σκυλλοι Ό§ραΐ.ι σε ζυ(γ^ωννα(ν) στοϋ Πιλάτου την αύλη σε μπ1%-αν Ξύδι φαρ.μάχι σε ποτίσα(ν) και άγχαθανοστεφανο σε στολίσα(ν). —Όπου ορε9ει καί *πει:ο βολές το πρωί και τρεις βολέ; τ ΐ β^α(δ)υ μη(τ)ε σεισμό <ρο(§)άται μη(τ)ε λισμί Κι έν ημέρα ίναμαρτητος. • I I · · · ' κρίσεως I I I

4.

Ό Χριατός έπέρασε. {Κα

Ό Χριστός {πέρασε πάλι ξαναπέρασε τό $αβδί του 'χτύπησε τό κακόν Ιϋκυρπισε —«*Ω Μαρία Μαγδαληνή πω; κοιμάσαι μοναχή ; —«"Οχι αφέντη μου Χριστέ μου (δ)έ κοιμούμαι μονάχη ?χο) Πέτρο |χα) Παύλα Ιχω δώδκκ' Άχοστάλους τ' δγιο πνεύμα στη κοιλιά μου και ό Σταυρός στή κεφαλή μου τά κλειδιά i t | πόρτα μου τίποτα (»)*(*) φο(β)ούμαι.

dU.

Γ.

Μανρί})


5.

Ό

Λ ά ζ α ρ ο ς . C1)

J · (*.

Ζ.

XaUiadnc)

Καλή μέρα σας ποιμένες και τά βάγΙα θά σ&ς πώ τά φ ζ ά σας ν ά πληθύνουν ν ά μήν έχου μετρημό. Χίλια αρνιά και χίλια γίδια, κι' άλλα τόσα πρό(β)ατα ν ά τεντώσου(ν) τά ραχίδια και της Γης τά χώματα. Κΐ* ό Θεός θέ ν ά σας στείλη χόρτο της 'Ανατολής γ ΐ ά ν ά τρώσι(ν) τά φ ζ ά σας νάστε πάντα εύτυχεις. Είκοσι άρμε(γ)ούς θ ά Θέλης και καζάνια δεκοχτώ και σκαφίδια κι' άμουργούς ν ά μήν έχου(ν) μετρημό. Και σαράντα υπηρέτες γ ΐ ά νά βγάλου(ν) τό τυρί βότυρο και τή μυζήθρα και μανούλια και τουπί. Και τοϋ χρόνου του Λαζάρου και τοϋ χρόνου τώ Β α γ ι ώ ( ν ) και καλό «Χριστός Ανέστη» μέ τό κόκκινο αύγό.

6.

Λάζαρος. (κ. Ζ.

Κάτω είς τή ΒυΘανία κλαίον(ν) Μάρθα και Μαρία Λάζαρο τόν ά(δ)ερφό τους τό καλό και ποθητό τους Πέ 'μας Λάζαρε τί εί(δ)ες είς τόν ν.Α.(δ)ην όπου πη(γ)ες.

Χαλπώδης)

—Εΐ(δ)α φόβους εΐ(δ)α τρόμους εί(δ)α βάσανα και πόνους (Δ)ότε μου λίγο νεράκι ν ά ξεπλύνω τό φαρμάκι της καρδίΊς μου τών χειλέων και μή μ' ένοχλειτε πλέον.

'Αλάζαρε ! Ά λ ά ζ α ρ ε ! (Δ)(£>κε μας τήν αύγοϋλά μας νά πάμε στή βουλεΐά μας ! ( ΐ ) Π α λ α ι ό τ α τ ο ς ήχος καΐ ητοίημα, όπερ έ ψ ά λ λ ε τ ο ειδικώς διά «τΙς Α λ λ ο υ «Λαζάρου·» δ*ου ακολουθεί, όβτις έ ψ ά λ λ ε τ ο «crd οπίτια». Κατ' *θύζ β ά λ λ ο ν τ α ς άντί χ ρ η μ ά τ ω ν «μανούλια, μ ι ^ ή θ ρ ε ς και τυριά.» (Κατ'

άναχοίνωοιν

μάνδρες- έκτός Β αύτόν έδίδοντο βίζ

τον κ. Ζ,

ΧαΧκιάοαν


If.

— 13 — ; '7.

Τ ό τ ρ ο π ά ρ ι τ' "Αη-Γιωργιοϋ. (κ, Μιχαήλ

"Αη μου Γιώργη, αφέντη μου, χρουσέ μου Καβαλλάρη αρματωμένος μέ σπαθί καί μ* άργυρο κοντάρι Στή δόξα καί στή δύναμι θέλω ν' άναθθιβάλλω; και τό θεριό που 'σκότωσες τό(ν) δράκο(ν) τό με(γ)άλο που ήτυν εις τόν τόπο μας σ' ενα βαθύ πη(γ)ά(δ)ι, ανθρώπους τό ταιζασι κάθε πρωΐ και βρά(δ)υ, και μία αργά (δ)έν είχε πείά ανθρώπους νά (δ)ειπνίση σταλιά νερό (δ)έν άφισε τή χώρα νά ποτίση. Έρρίξασι τά μπουλεττίά κι* δτινος είθε πέσει νά στέλλτ) τό παι(δ)άκι του, στο Δράκοντα πεσκέσι. Εξέπεσε τό μπουλεττί σε μΐά βασιλοπούλα οπού τήν ειχε ό κύρης της μοναχορη(γ)οπούλα. "Ο Βασίλη άς σαν τ άκουσε τούτα τά λόγια λέει —«Οΰλο τό βίο πάρτε το και τό παι(δ)ί μου άφήτε» Πολύς λαός μαζεύτηκε καί πά(τ)) στο Βασιλέα —« Μ Η στείλε τό παι(δ)άκι σου ή στέλλομεν εσένα». — «Στολίστε τό παι(δ)ά:^ μου και κάμετε το νύφφη καί πάρτε το στο Δράκοντα πεσκέσι νά (δ)ειπνήσβ. Li~0ftrocfc?o παι(δ)ά)-ι μου μ' ατίμητα λιθάρια μ* άτΐ(-.'*«α κι* άχτίμητα κι* δλο μαργαριτάρια». Πολύς λαός μαζεύτηκε και πήρε το στή βρύσι. Ποΰξερε τό βαρειόμοιρο πώς θά ξανα(γ)υρίστ) ; Έφύ(γ)ασι και άφήκα τη(ν) στού ιτη(γ)αδΐού τά χείλη. "Ωστα νά βγή ό Δράκοντας πεσκέσι νά (δ)ειπνήσ]]. — Έ κ ε ΐ πού συλλογίζετο ήρτ'ενα περιστέρι κι' ε(β)άστα Τίμιο Σταυρό εις τό δεξιό του χέρι. Στήν άκρα ήγραφε «Σταυρό» στην άκρα «"Αη-Γιώργη» κι* οποίος τό j i g τό δνομα ποτέ δέ μετανοιώνει. —«Φύ(γ)ε ξενάκι μου από 'γΐά, μή φά(γ)τ] σε καί σένα τούτο τό άγριο θερίό πού θά μέ φάη καί μένα.» —«Λι(γ)άκι θέ νά κοιμηθώ στά (γ)όνατά σου επάνω καί γώ σκοτώνω τό θερίό καί γώ απ' αυτού σέ βγάνω,» Ό ν τ ε ς ήρκετο τό θερίό τα όρη συχνοτρέμο(ν) κι' ή κόρη από τό φόβο της εφώναζε «'Άχι εμένά ! Άχι-εμέν ΐντα 'παθα τί βαρυομοιρα ποΰμον(ν) Σήκου νά σκοτώσης τό θερίό ποΰλε(γ)ες (δ)έ φο(β)ούμαι» (Έ)σηκώθη ανατολικά καί κάνει τό Σταυρό του και κονταριά τού χτύπησε καί πήρε τό λαιμό του. καί ξαναδευτεροονει το ανάμεσα στο στόμα εδε κακό πού (γ)ίνηκε στής πέτρες καί στο χώμα. ^ Κι' ή κόρη άπό τόν φο(β>) της εφώναξε «"Αη-Γιωργη» καί δ "Αη-Γιώργης τάκουσε κακό τού βαρυφάνη —Κόρη πού τδβρες τονομα καί πού τ αναΟιβάλλεις —«Παρακαλώ σε ξένε μου νά πή; μου, τδνομά σου. Γιατί θά κάμη ό κύρης μου δώρο τής άφεντίάς σουι —«"Αη-Έργάκη λέσι με, άπ' τήν Καπαδοκία και 1 1 1 Ι ! νά κάμτ); χάρισμα, νά χτίσης Ικκλησια στή μέση νάναι Παναγιά στήν άκρα Αη Γιωργής καί δποιος πιστέψει τονομα ποτέ δέν μετανοιωνει».

Π(ΐβλ. Παχτίκου οβλ. 11

|

Λιόκουρας)


Γ.' Μ Ο Ι Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Α

ω

ϋαυμαστά ίλεγειογραφίας εύαισ&ησίας προϊόντα, κινονοι των γραμματολόγων τψ τό έντεχνότερον, τών λοιπών οτιχονργημάτων.

Τά μοιρολόγια τών γυναικών μας, στονργήματα, της Ελληνικής τόν ϋαυμαομόν τών ποιητών καΐ ίφελκνουσι προοοχήν δοον αλλο, εοτω καΐ ξηνγενισμένων καΐ τετορνενμένων ήμών

αντόφυτα ο ν δεν

ΣΠ. ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ

Κ

δα ή Εμφυτος

Φαίνεται κρύζονσα συμφοράς παφην δαύλοϋ,

ή ϋάνατον,

Λαοϋ δραμαζικότης, άντιδπως ή πνρϊτις εϊς την

τον Ελληνικού ίξάπτεται,

ςΠ.

ΖΑΜΠΕΛΙΟς

1. Σαν μου τό πήρες Χάρε μου... (κ. Ζ.

Χαλκιάδης)

Σα μου το πήρες πάρε το σέ παλάτι 1 νά μήν του γγίζιQ τδ νερδ ^ — - V νά μή τ7 άγριεψη μάτι. Σα μου τδ πήρες χάρε μου μή τδ βαρυβημήσης πάντα μέ (γ)έλοιο μίλα του μή του κακομίλησες. ΓΙάρε της μάννας τήν ευκή νά τδ άποκοιμήσης πάρε τά (δ)άκρυα ουλω(«) μας τή γίψα του νά σβύσης!

2.

Σ τ ο ν ουρανό κάνουν

χαρές. (κ.

/ . ΜανωΚακάκης)

Στον ουρανό xr/νου χαρρς στον νΑ(^)η κάνου γάμο και έβϊήκα και εκαλιούσασι ούλους τονς πικραμμένους. Χριστέ νά μέ καλιοΰσα^ε xai έμέ τό πικραμένο

νά πα νά τ*ν ί(γ)υριζ« τόν VA(S)<1 (ν)όρου ίγ)ιίρου νά I I νΐ)ές Η κοί(τ)ουτται κι' άούρους πώς κοιμοΰτται νά (δ)φ και τά μωρά παιδιά

πώς κάνουν (δ)ίχως μά^να.

Ti|V vvyvt κλιχίοιΟ) γΐά (β)υζι και τήν αυγή γ ΐ ά γάλα και τ άποξημερώμι;τα:

«νΑχου

| μου μάννα I >

ν\

(I) Πρβλ. Πολίτου 229-240,'Μ\χαηλΙδου,8o,fΓνευτρύ Ιΐ7·ΐ2|, Μανα>λακάκη Α! Φ ΐ '

. Bfl

I

I


'

3.

— 15 —

^

Τ ο υ χ ρ ό ν ο υ τ ο ύ τ ο τ ό καιρό... (*)

. (*· Ζ. Χαλκνάδης.

Οί εν παρεν&έσει

στίχοι

είναι προσΰήκαι

της Κας Alx. Γ.

Μαυρή)

Τ ο υ χρόνου τοϋτο(ν) τό καιρό καί τούτες τις ημέρες ε ί χ ε δενδρι στην πόρτα σας και βρύσι στην αύλή σας ( κ α ί ε ΐ χ ε πολυέλαιο στή μέση του σπητίοϋ σας. Καί έπηρε ό έρημος βορηάς ό έρημος λεβάντης) καί έ μ ά ρ α ν έ το τό δενδρι καί έστέρεψε τή βρϋσι (καί σπα τό πολυέλαιο όποΰχε μες τό σπίτι) "Οσοι έξεκουρά^εστε κάτω πό τό δροσιό του μ έ τήν καρδιά σας κ λ ά ν ε τ ε ούλοι σας τόν χ α μ ό του ( 2 )

4.

Χ ά ρ ε καμένε και άπονε... (κ, Ζ.

Χαλκιάδης)

Χ ά ρ ε κ α μ έ ν ε καί άπονε χ ά ρ ε καρδιοτρεμμένε σ α ν ήρτες καί ένεπρό(6)αλες καί ε ΐ ( δ ) ε ς τή λεβεντιά του σ α ν ήκουσες τις χάρες του καί τή καλή καρδιά του. ( δ ) έ ν έποθώρης άπονε ; ( δ ) έ ν άλλαξοπερπάτεις ( δ ) έ ν ή π ν ι ( γ ) ε ς τήν άπονχά στα (δ)άκρυα cd ( δ ) ι κ ά της;

5.

Κ ό ρ η μ ο υ πουν' ό χωριαμός... '

^

.

;

ν

(κ. Ζ,

Κόρη μου. πουν* ό χωρισμός κα(ϋ)μός καί λαύρα κι' όλα , c&gj&.I #9® κόβγόϋ(ν)ται φτερά. που ( δ ) έ ν ρ υ ( ν ) τ α ι τά χέρία δπου κ λ ε ι ( δ ) ώ ν ο υ ή καρδιές ./ kv δέον θεργιβόγου πόνοι 1, ·

Γ Ο ' £ λ έ γ ε τ ο εΐζ r6 έτήΰΐον μ,νημόουνον χου ϊανόντος, (2) Πρβλ. Πολίτ3υ βελ. 234» Γνευτοδ οελ. Ι ΐ δ .

οτά «χρόνια-.

ΧαΧκιάδης)

.

I

; , Α , . ; ; •'·./-.-'


— 16 6.

Κα(ΰ)με'νη μάννα...

i

Κ α ( ϋ ) μ έ ν η μ ά ν ν α που θά H i παι(δ)ΐ π α ρ α ( δ ) ο σ μ έ ν ο άπό τά φυλλοκάρδια σου τά τρία μπαταλεύγ*ου(ν) και τ' άλλο έ ν α στέκεται και εκείνο ρ α ( γ ) ϊ σ μ έ ν ο . Κ α ( υ ) μ έ ν η μ ά ν ν α ίτοϋ π ε ρ ν ά ς του κόσμου τις φουρτοϋνες χωρίς λ ά νοιώσης κούρασι χ ω ( ρ ι ) ς .νά βαρυθυμήσης Και στοϋ παιδίου τό θάνατο τό αίμα σου στερεύγει και τό κουράγιο χάνεται και Ι ψυχή σαλεύγει !

7. (Δ)έν εχει © "Α(δ)ης εκκλησιές... (κ.

Ν. Γ.

Σκτυοφύλακας)

(Δ)έν εχει ό Ικκλησιές νά πα(ν) νά λειτριοΰJI (δ)έν εχει βρύσες μέ νερά οί νέοι νά λουστοΰσι (δ)έν εχει (δ)ά μπερμπέρικα γιά νά μπερμπεριστιΰσι νά πά(ν) νά κάμου(ν) το καρέ στη βόλτα γιά νά βγουσι, (δ)έν έ'χει ό ν Α(δ)ης ν' άρκουται παπόργια γιά νά πούσι (δ)έν εχει (δ)ά τελέγραφο γιά νά τελεγραφοΰσι.

8. 'Ήθελα νάμουν (δ)υνατος. (*) (κ.

Ν.

Γ.

Σκ·*υοφύλακας)

Ήθελα νάμου(ν) (-δ)υνατος το(ν) χάρο νά (δ)ικάσω νά βγάλω τήν άπόφασι νά πά(α>) νά το(ν) γκρεμάσω που κάνει τά παρά(δ)ϊκα και ά(δ)ικιές με(γ)άλες που ςεχωρίζ* αντρόγυνα, παιδιά από τής μαννά(δ)ες, Που παίρνει τις νοικοκυρές απ' τά νοικοκυριά τω(ν) και φίνου(ν) τ*(α) απροστάτευτα τάτυχα παιδιά τω(ν) I I Χάρος θέλει σκότωμα | | εφτά δκά(ο)ες μπάλλα που πέρει κόρες και παιδιά και ώμμορφα παλληκάρια.

9. Άπόοταν έ(γ)εννηθηκα..· |κ.

Ν.

Γ.

'Απόσταν έ(γ)εννήΟηκα (δ)έν ηύρα μαύρη βοΰλα (5)εν ει(δ)α τέτοιο ροιζικό σά της Κασιωτοπούλας Απόθανε τό 'γγόνι της σκοτώνεται ό (γ)αμπρός της 'πάνω στ αρραβωνιάσματα πάει και τό μικρό της 'πάνω στά ςετελέματα πάει Η ό έαυτός της.

(|)

Πρβλ.

fVeDfou όβλ,

uZi

ι

Σκενοφνλακας)


— it

jp< 10.

Trie Κ έ ρ α ς τ ό

:;fg

μοιρολόι.

(κ. Ζ. Χαλκιάδης' οι τείεντάιοι έν παοενΟέσβι στίχοι είναι ποοσ&ηκαι τής Κ ας Αικατερίνης Γ. Μαύρη.)

Μ ε ( γ ) ά λ η Πέφτην ό Χριστός ήβγε λ ά συργίανίση ν ά μ ε τ α λ ά β η τό λ α ό κι' οΰλη τήν οικουμένη κι' r Ε κ ε ί ν ο ν τόν έπιάσασι οί σκϋλλοι οί Ό β ρ α ί ο ι Κι' Ι Π α ν α γ ι ά ^κά(χ))ετο ά ^ έ γ ν ο ι α σιό Θρονί της τή προσευκή Τ η ς ή κ α ν ε γ ΐ ά τον μ ο \ ο γ ε ν ί ) της Ά κ ο ύ ( ε ι ) φ ω ν ή ά κ ο ύ ( ε ι ) λαλχ t άπ' α ρ χ α γ γ έ λ ο υ στόμα — «Σωσε Κ ε ρ ά μου Π α ν α γ ί α τούτην ε ( δ ) ά τήν ώρα. Φ τ ά ν ο υ ( ν ) Κ ε ρ ά ή προσευκές, φ τ ά \ ο υ ν ή λιτανείες καί τόν Υίό Σου μπίάσασι οί σκΰλλοι οί ' Οβραίοι» Ή Π α ν α γ ι ά ώς τ' άκουσε ήπεσε κι' έ λ ι γ ώ θ η τρία κ α ν ν ί ά ροδόσταμο κι' εφτά κ α ν \ ! χ τό μόσκο στή μούρη Της τά 'ριξασι γ ΐ ά ν ά τή συνεφέρου(ν) Κι' ώ σ α ( ν ) τ ή ( ν ) συνεφέρασι τοϋτο(ν) τ ό ( ν ) λ ό γ ο ν είπε; I—«"Οσοι ατονείτε τό Χριστό Β όσοι τό προσκυνάτε Σ ή μ ε ρ ο σας έ κ ά λ ε σ ε ν ά π ά ( τ ε ) \ ά τοϋ ( ά ) κ ' ο υ ) λ ο υ θ ά τ ε . » Κ α ( ν ) έ ν α ς ( δ ) έ ν ά ^ λ ο ύ θ η ξ ε μ ό ν ο ν οί τρεις άνάρχοι ή Μάρθα κι' ή Μ α γ δ α λ ι χ ή καί τοϋ Λαζάρου ή Μ ά λ ν α καί τοϋ Λ α ζ ά ρ ο υ Ι ά ( δ ) ε ρ φ ή όπού'ί,ερε τόν πόνο. Ή |3iJ;l 'μπίασε τό θυμιατό κι ή άλλη τό λ ι ( β ) ά ν ι καί ά λ λ η μ π ι ά ν ε ι τό κ α \ \ ι ν ά πά(η) ν ά Τ ό ν έράνη. Στή στράτα ποϋ π η ( γ ) α ί ν α σ ι ήσυρνε τά μ α λ λ ί ί της Στις άστοιές τά ρίχτασι πάντα ν ά τή(ν) θυμοΰτται Καί μ π ι ά ν ο υ ( ν ) τό στρατί-στρατί, στρατί τό μονοπάτι καί π ά σ ι ( ν ) καί 'ποσώνουσι είς του ληστή τήν πόρτα. •^-«"Ανοιξε πόρτα τοϋ ληστή καί πόρτα τοϋ Πιλάτου» κι' ή πόρτα άπό τό φόβο της, ήνοιξε μ ο ν α χ ή της. Ξα\ ο ί ( γ ε ι ) δ ε ξ ι ά ξα\ ο ί ( γ ε ι ) ζερβά κ α ( ν ) έ ν α ( δ ) έ γ ρ ω ν ί ζ ε ι ξ α ν ο ί γ ε ι ) αριστερότερα βλέπει τόν "Αη Γ ι ά \ ν η — «"Λη μου Γ ι ά ν ν η πρόδρομε καί βαφτιστή τοϋ γυΐοϋ Μου ( δ ) ε ί £ ε μου τόν έ ( β ) χ φ τ ι ο ε ; καί ( δ ) έ τόν έ γ ρ ω ν ί ζ ω » κι 'Εκείνος Της ( α π ο κ ρ ί ν ε τ α ι τούτα τά λ ο γ ί α λ έ ( γ ) ε ι : — « Έ σ ύ ποϋ τόν έ ( γ ) έ ν ν η σ ε ς πως ( δ ) ε τόν έ γ ρ ω ν ί ζ ε ι ς κι' Έ γ ώ ποϋ Τ ό ν έ(6)άφτισα πώς θά τόν έγναγ>ίσα·>». — «Πας κι' έ χ ω μ ά δ ί α γ ΐ ά ν ά ( δ ) ω χ*ίλη γ ΐ ά ν ά μιλήσω πάς κι' έ χ ω χ ε ρ ο ( δ ) ά κ τ υ λ α ΛΆ σοϋ TC.(V) δαχτυλίσω;» — Θ ω ρ ε ί ς έ κ ε ΐ ν ο ( ν ) τόν νεκρύ τόν αποοβεστωμέλ ο 4 όπου φορεί στήν κεφαλή ά γ κ ά θ ι ν ο στεφά\ι ξ ' δπου ( β ) α σ τ α στα χέρία του σκοινί ν ά τ ό ( ν ) φοι·ρκίσου(ν1 κι' δπου (β)αστά κινείς τ'άλλο τ ο υ ^ ϋ δ ι \ ά Τ ό ν πυτίσου(ν) Κ


— 18 — Και ποδ γκρεμμός νά γκρεμιστώ και που γιαλός ν ά (δ)ώκω και που άργυρο\|/άλι(δ)α νά κόψω τά μαλλιά μου Κι Εκείνος της 'ποκρίνεται πάνω από τό ξϋλο —Ρίξε μάννα, παρη(γ)οριά γΐά ν ά 'βρη ό κόσμος ούλος, νά τώβρη ή μάννα στο παι(δ)ί κι' ό ά(δ)ερφός στ ά(δ)έρφΐα (γ)υχαίκες τώ(ν) καλώ(ν)άντρώ(ν) παρη(γ)ορΐά ν ά έχου(ν) —"Αμε μάννα στό σπίτι σου τραπέζι γ ΐ ά ν ά στρώσης, και (β)άλε και πικρές έλ(η)ές νά φ α ( ν ) τά πικραμμένα καΐ (β)άλε και γκυκό κρασί κΓ αφράτο πα£,ιμά(δ)ι. Σ ά ( ν ) σηκωθη ό πετεινός μάννα μου και κουκκίσει και σά(ν) φωνάξη ό πετεινός χτυπήσουν ή καμπάνες τρτες και σύ μανούλα μου πάντα ν ά μ* ά λ ι μ έ ν η ς Κι1 έπέρασεν | "Α-Καλή στέκει κι' άπηλο(γ)άται —Ποιος εϊ(δ)ε γυιόν είς τό Σταυρό και μ ά ν ν α στό τραπέζι; —Γιά (δ)ές τήν άλειτρούητη ' λ ό γ ι α που μου τά λ έ ( γ ) η "Αμε Καλή κι1 ώς μήκαψες πάντα καμένη νάσαι παπάς νά μήν ευρίσκεται, ποτέ μή λειτριάσαι. ("Α(ν) δέ πιστεύγεις άπιστη κι' ά ( ν ) δέ πληροφοράσαι πή(γ)αινε και ξεχώρισε άπ' ά ( γ ) ε λ ά ( δ ) α ( δ ) α μ ά λ ι . ε γ ώ 'ριξα παρηγοριά νά τώαρη ό κόσμος όλος νά τώβρη ή μάννα στό παι(δ)ί κι' ό ά(δ)ερφός στ'ά(δ)έρφια (γ)υναίκες των καλών άντρώ(ν) παρη(γ)ορΐά ν ά έ χ ο υ ( ν ) (*) 11·

Τής Κέρας τό

μοιρολόι.

(Έτερα παοαλαγη ανακοινωθείσα ήμΐν νπο του κ. Άχάλ. Ζαχαοιαϊακη. Οί εντός παρενθέσεως στίχοι είναι προσΰήκαι τής Κας ΑΙ κ. Γ. Μανοή)

Σήμερο μαύρος ούρανός, σήμερα μαύρη μέρα Σήμερον ούλοι θλί(β)ουτται και τά βουνά λυποΰτται Σήμεραν εβαλα(ν) βουλή οι άνομοι Ό β ρ α ί ο ι οί άνομοι και τά σκυλλιά και οί τρισκαταραμένοι γιά νά σταυρώσουν τόν Χριστόν τόν Π ά ν τ ω ν Βασιλέα· Η ό Κύριος ηθέλησε νά μπη στό περιβόλι νά λάβη δείπνο(ν) μυστικό, γιά νά τό λάβουν όλοι). Σ ά ν Κλέφτη τόν έμπιάσασι και σά ληστή τό π ά ν ε και στου Πιλάτου τήν Αύλή εκεί τόν τυραννάνε. Συμβούλιον έκάμασι καΐ στου Χαρκίά τόν π ά ν ε — «Χαρκιά, Χαρκι& κάμε καρφιά κάμε τρία περόνια και εκείνος ό παράνομος βαρεί και κάνει πέντε. — Σ ύ φαραέ πού τάκαμες πρέπει ν ά μάς δΐατά£ης· (ΐ) Πρβλ. Παχτίκου σελ. π 8 καΐ 22ο, Γνευτοΰ 109-113» Μανωλακάκη Α σελ. 267, Μιχ^Π λίδιν'οίλ. 59t ΚανρλλΛια Χιακά^άνόλΓΜα of λ, 93·


—Βάλτε τά δαό στα χέρια του καί τάλλα δοό στά πόδία τό πέφτο τό φαρμακερό βάλτε το στή καρδιά του ν ά τρέξη αίμα καί Λερό άπό τά σωθηκά του.» Κι' ή Π α ν α γ ι ά ή Δέσποινα κάθετο στο Θρονί της τή προσευκή της ήκανε γχά τό μ ο ν ο γ ε ν ή της ( Φ ω ν ή άκούσθη άπό 'ψηλά άπ αρχαγγέλου στόμα •—Πάψε Κυρά τις προσευχές, καί πάψε τις μετάνοιες καί τόν Υιό Σου πιάσασι είς του ληστή τήν πόρτ$) Σ ά ( ν ) τ άκύυσε ή Π α ν α γ ί α ήπεσε καί λιγώθη σταμνί νερό Τής ρίξασι τρία κανάτια μόσκο (καί πέντε τό ροδόσταμο γ^ά ν ά συνέρθη ό νους της. Κι' ώσάν έξελιγώθηκε τοϋτα τά -λόγια λ έ ( γ ) ε ι : —Καί ποΰ(γ)κρεμός ν ά (γ)κρεμισθ(Β καί ποϋ φωτίά ν ά πέσω καί ποϋ ά ρ γ υ ρ ο ψ ά λ ι ( δ ) α ν ά κόψω τά μαλλιά μου). Ή Μάρθα ή Μ α γ δ α λ ι ν ή καί τοϋ Λαζάρου ή μ ά ν ν α τοϋ 'Ιακώβου ή ά(δ)ερφή κι' ή τέσσαρες αντάμα έπΐάσα τό στρατί-στρατί, στρατί τό μονοπάτι Καί τό στρατί τις ήβγαλε είς τοϋ ληστή τήν πόρτα. — " Α ν ο ι ξ ε πόρτα τοϋ ληστή καί πόρτα τοϋ Πιλάτου Κι ή πόρτα άπό τό φό(6)ο της ά ν ο ί ( γ ) ε ι μοναχή της τηρά δεξιά, τηρά ζερβά κ α ( ν ) έ ν α ( δ ) έ γνωρίζει τηρά καί πλεΐό δεξιώτερα θωρεί τόν "Αη-Γιάννη. —"Αη μου Γ ι ά ν ν η Πρόδρομε καί βαφτιστή τοϋ γΐοϋ μου Μήν ε ϊ ( δ ) ε ς τόν μ ο ν ο γ ε ν ή καί σέ τό δάσκαλο σου; ( Δ ) έ ν έ χ ω στόμα ν ά σοϋ πώ, γλ(υσσα ν ά σοϋ μιλήσω ( δ ) έ ν έ χ ω χειροπάλαμα γ ΐ ά ν ά σοϋ τόν έ ( δ ) ε ί ξ ω . — Βλέπεις έ κ ε ι ν ο ν τόν νεκρό τόν παραπονεμένο, δπου φορεί ποκάμισο στο αίμα βουτυμένο. "Οπου φορεί στήν κεφαλή άγκάθινο στεφάνι ; Εκείνος είν* ό γυιόκας Σου καί έμοϋ ό Δάσκαλος μου. ( Δ ) έ ( ν ) μου μιλάς παι(δ)άκι μου (δ)έ(ν) μοϋ μιλάς παι(δ)ί μου; — Τ ί ν ά σοϋ 'πώ μανοϋλα μου ποϋ διάφορο δ ε ν έχεις; Μόνο τό Σα(ββ)ατόβραδο τό κοσμοξακουσμένο ποϋ θά λαλήση ό πετεινός χτυποϋσιν | καμπάνες χτυπά καί ή ' Α γ ί ά - Σ ο φ ί χ μέ τρεις χρυσές καμπάνες. ( Μ ό ν ο τό Μέγα Σά(β6)ατο κοντά τό μεσημέρι τότες θ' αναστηθώ καί ε γ ώ νά π ά ( γ ) ω σ' ά λ λ α μέρη/. Ά π ο υ τό λ έ ( γ ) ε ι σώζεται καί άποϋ τά κούει αγιάζει καί άποϋ τά καλοφουκραάτεί Παρά(δ)εισο θά >άβη Π α ρ ά ( δ ) ε ι σ ο καί λίβανο άπό τόν "Αη-Τάφο.

Πρβλ. Ίδέ τήν προηγουμένην ιταραλαγήν.


ι 12.

-

20 —

Μικρά

μοιριολόγια

— Χαρε μου τι (δ)α σούχαμα χα\ ψόΜΜ ρου/α. φόρμες —

ν

ίΙ/ου

mi

χαι π* ρε; Η πουλί -fix πάντα

μου

το κορμί

μου. y

0ά χα«(β)δ εις τον παντίρμον

ίποι» 'ψηλό; σαν εχμμμοζ,

§<>Θύ; σά

το

A(8)*j

πη(γ)χ(ο)[.

— Νά γοοίώα θίλω μ}ά ypacpy νάχη και πάνω βοΡλες οπου νά πάν? νά σταδν} στου Ά($)η —

Κρΐμας

το yxopft

νά px(y)y

τις

πεζούλες

χαι τ . ν Σταύρο

p i p l και σοδ ν} | νειοτη σου στον — Χά^ε και τί την ·η9ε\ες αυτήν π* άχψα

νά

την vyi

να σκότωνα

του ώ; ηκαψε και

"ΑΙ

μου Έζεστράτγ]χε

χάχιαν ε/ω

γατί

χεις τ £($jtffa/i

χι νπο i p πχραμχννχ

μαζύ

μου θνμμονο

του πολύ

τον

ίνα

έμενα σου

στην αύλ-η σ-ry.

ποτε ap'pyvb

νά τρζχουσι τά μάδ}% του και \άν

άρϊωσν].

λι(β)άνι

νά κάψω την καρδούλα

— Κόρη μου (δ)ε(ν) σου 'πάντιξε

λυύσ-η

στον "Α

τα στεφάνια της μυρίζονσΐ

— Na/jv ό Χάρος δυο ό(δ)ερφούς

να

στο ΰροίμο •

(β^χχρυολουσμίνο μουσσαρισμζνο]

\


Δ.' Γ Η Τ Ε Μ Α Τ Α

(Έ«φδ»1)

ΑΙ ΕΠΩ Δ ΑΙ δ τι COζ και ή λεςίζ δεικνύει, είναι ^οματα μαγικά^ xojy όποίων ή Απαγγελία ιιύνη ή συνοδευομένη ένίοτε xal υπό μαγικών πράξεων εχεί δύναμιν νά έκδιώκ}] τό κακόν εν γένει η νά το Ιμβάλλει οπού ιΠλει.

S. ΚΪΡΙΛΚΙΛΙΙΙ ("Ηλλην. ΛαογρχφΙα Λ. σβλ. 97^

Ώιειλην δ' Ό δυο φ ς άμύμονυ; δ' αϊμα κελαινύν $σχε$ον.

·:>

1.

άντι&έοιο δησαν έτιιοταμένω;'

έτι aoidfj

(OAYXSEIAS Τ. 4tfG)

Γ ι α τ ό ν ά β ρ α χ ν ά (*) (Κα

Αΐκ. Γ.

Μαύρη)

Ό ν τ α ς έρχεσ' ά β ρ α χ ν ά από τήν ά ν ε κ α π ν ά μέτρα τ' άστρα τούρανοϋ και τά φ ΰ λ λ α τοϋ δέντρου καί τή θ ά λ α σ σ α μέ τό κουτάλι καί τόν ά μ μ ο μ έ τό φτεΐάρι

2. Γ ι α τ ό κ α κ ό μ ά τ ι

(Βασκανία)

(2) p

1

f:-.·

Μαυρή)

Ή στρίγλα ή κακή Έ λ λ ο υ ποϋ σαϊτεύγει τά μ ω ρ ά καί ξ ε ρ ρ ι ζ ώ ν ε ι τά δεντρά καί £ ε χ ω ρ ί £ ά ν τ ρ ό ( γ ) ΰ ν α . Χριστέ μου καί χ α λ ι ν ω σ έ τ η ( ν ) Μ ά ρ α ν ε τά σωθηκά της, . κ ό ψ ε της τά ήπατά της ν α ν α λ ά β ο υ ν τά μ ω ρ ά ν ά ^αρρωστήσουν τά δεντρά ν' άνταμωθοϋν τ άντρό(γ)ύνα.

3 . " Ο τ α ν πάςι κ ά τ ι α τ ό ' μ ά τ ι μ α ς (Κα

At*.

Γ

"Αη Γ ι ώ ρ γ η καί "Αη Γ ι ά ν ν η έ β γ α λ ε τό πασσουλάκι ρίξε το στο γιαλουάκι γ ΐ ά ν ά γ ι ά ν η το ματάκι (Ι) Πρβλ. ΠολΙτοο «ΝεοΒλληνική Μυθολογία- 0.438, «Παραδόσεις* ο. ι?* Λαογραφίας 1:1 | — (*) Πρβλ. τό uov γήτκμα.

Mavgij)


4. Για τ ό ν λ ο ύ α σ α κ α ( λ ύ γ κ α ,

λόξυγκα)

' Ε γ ώ κι'ό Αηός καί ό λούσσακας έττή'γ)αμε στον ποταμό και ε γ ώ κ ύ Ληός έ φ ύ ( γ ) α μ ε κι* ό λούσσακας έ π ό μ ε ι ν ε έπόμεινεν, έπόμεινε. |V) ΣΚΜ. Τούτο έίταναλαμβάνεται έπτάκις ύ?τό τοδ πάσχοντος.

5. Γ ι α τ ά έ ν τ ο μ α κ α ι έ ρ π ε τ ά {Κα ΑΙκ.

Γ.

Μαυρή)

ΣΗΜ. Όταν τις μέλλει νά κοιμηθή έν ύχαΐρ&ρφ, περιγράφει θιά τής ράβδου του elg 1 μέρος δ*ου θά κοιμηθή κ'όκλον χαράσοει τό οημείον τοδ οταυροδ καί λέγει :

"Αη Γιώργη ϊσαμε ίσαμε καί τρίσαμε. Τρεις άγγέλοι τούρανοΟ. ( Δ ) έ ν ε καί χ α λ ί ν ω ν ε . Τ ά συρμάμενα τής γ ή ς , τόν όφί(ν) καί τήν ό χ ε ν τ ρ α , τό(ν) σκορπιό καί τή σ κ ο υ λ ο ύ μ ε ν τ ρ α , τή(ν; μαντοϋ τή(ν) σαντοϋ καί τή(ν) καπαρακουΓελλοΰ, καί τή(ν) νυχτο(γ)υριστου, (ή τόν κακό τόν άνθρωπο καί τ ό ν νυχτο(γ)υρισπ)) τό μικρό τάγροϊλάκι ά,π)ό κάτω στό πλακάκι ν ά ψηθί| νά μαραθί) καί ν ά κ,ιτρινοφυλλιάση "Ωστα ν ά '6γή ό ήλιος τρία κονταρόξυλα, νά σηκώσω τά παιδιά μου καί ν ά πάω στή βουλεΐά μου ( 2 )

6. Για τό κορμιααμα τού ποδιού (Κα ΑΙκ. Γ.

Μαύρης

ΣΗΜ. Ό ηάΰχων S H I τρίς τό γόνατον διά τής χειρός λέγων :

Ξεκόρμια κόρμια πό(δ)ι μου κι άμε στή γκαστρωμένη κι' ά(ν) σοΰ κακομιλήση κακά νά (γ)ονατίση ( 3 ) (ΐ) Πρβλ. -Λαογραφία- Δ! | 52 καί j — (i) Πρβλ. Πον. Γήτεμα, έν τφ «ΣυλλόγΨ Κων)*όλε<υς» Ιθί ο. 231,3 Ι® Λαογραφίας Δ! 509 1 γ! καί e!—(3) Πρβλ. -Λαογροίφία* ΔΙ <*· 54·


7.

Γ ι α τ ή ν όρνιθοτυφλιά (ήμεραλωπία)

ΣΗΜ. Ψάλλβται ύ«ό τών περιφερόντων είς τά διάφορα σπίτια τήν νύχτα τδν πάοχοντα:

Τ ό μικρό τό Έ ρ γ α ρ ά κ ι (\\ Μανανλάκι κ.τ.τ.) έ χ ε ι όρνιθοτυφλάκι (δ)όστε του λ ί γ ο ψ ω μ ά κ ι ν ά του γ ι ά ν ν η τό ματάκι Κι' ό Χριστός κι ή Π α ν α γ ί α και ό "Αη Π α ν τ ε λ έ μ ο ν α ς ν ά σ&ς πβμίίη τήν ύ(γει)ά σας καΐ ν ά φεύγ' ό δ α ί μ ο ν α ς από τό π α γ κ ά λ ι σας 'πό τ'άχυροβού(δ)ισας καΐ άπό τό σπίτι σας. ( ι )

8.

Γ ι ά τ* α ν ε μ ο π ύ ρ ω μ α (Άπο

(ερυσίπελας)

τα *™Ανϋή πλεγμένα*

τον χ. Ζ.

Χαλκιάόη)

Ά ν ά τ ρ ι χ α τοϋ ποταμού στέκουτται δυό π α γ ώ ν ι α και τ ώ ν α σ τ ά λ λ ο ν έ μ ι λ ά και τ ' ώ ν α στ'άλλο λέει — ' Ή λ ι ε μου και Κυρ' ήλιε μου πού πάης ν ά βασίλεψες ; τόν οίνθρωπον που £ά(6)ωσες διά(γ)ϋρε ν ά δ ΐ ι τ ρ έ ψ η ς . —

9. " Ο τ α ν κ λ α ί ε ι τ ό παΐ(δ)ί (Άπο

τά *"Λνΰ·) πλεγμένα* τοβ *. Ζ. Χαλκιά) η)

Τ

Ω φ ω δ ί ά κυρά φωδΓχ έπαρε τοϋ παιδίοϋ μου τή κλαούρα τή φα(γ)ούρα και ν ά σοϋ κ ά μ ω τό Σά(6)αιο χιλκυ(ν) λογιώ^ν) τουρτούδια Κι* όπου (γ)ενΓ| κ α λ ά νάν* ευλαβής, ( 0 Τό παρόν ώς καΐ οειρά άλλων γητεμάτων τά όποια έκονται μιττά τών σχετικών at, μειώσεων όφείλονται εις τόν καλόν πατριώτην και ίνθερμον βυλλέκτην τά ν λαογραφικών ήθογραψικών διαμαντιών μας κ. ΖαχαρΙαν Χαλκιάδην. Είναι εύγβνής παραχώρηοις πρός τήν «Δωδι κανηοιακήν Λί>ραν· έκ της θυλλ*·γή{ τΰ·ν Καβιακών ήθογραφιών του, ήτις εύρίοκεται άκόμα άνέκδοτος καΐ φέρει τόν τίτλον - Ανθη Πλτγ« μένα». Η έκδοοίς των & άποτελέβΐ] πολοπ)ΐοτάτην οομ,ίολήν ®1ς τό όλον λαονραρ»*όν o I k q · δόμημβ τής Ιδ»αιτέρας μας Πατρίδος.


J j 24 — 10 Γ ι ά τ ά ίώα ( ο τ α ν ά α θ ε ν ο υ ν ) (άπο τά *"Αν&η πλεγμένα»

τοϋ κ. Ζ.

Χαλκιάδη)

ΣΗΜ. Η ειδική γυναίκα καλείται, καΐ άν ευρη τό ζώον πλαγιασμένο τό σηκώνει πέρνβι λίγο χώμα, τό ραίνει καΐ λέγει: v

Ec,co 'μάτι και φταρμός

γλωσσοφα(γ)ΐα και κακό δέξου Γη τό μούδιασμα. Άφου έπαναληφθη τοότο μερικάς φοράς ή «ειδική» λαμβάνει μια «κνισάρα· καΐ φέρνει άνωθεν του ζώου καΐ χύνει εντός αυτής ΰδωρ ραίνουσα τό ζώον καΐ λέγουσα τρίς:

Έ δ ε Θά(υ)μα θά(υ)μαστό νά φταρμίΐουσι τό £ω(ο) νά τοϋ ριχτού ν ν) τό νερό και νά (γ)ίνεται θεριό. Έάν μετά τό τοιούτον ράντισμα τιναχθή τό ζώο ν, σημεΐον οτι έγινε καλά άλλως όχι.

11, Γ ι ά τά έντομα (άπο το, μ "Ανϋη

Πλεγμένα1*

τον κ. Ζ.

Χαλκιάδη)

Οταν κανείς πρόκειται νά διαμείνη νύκτωρ έν ύπαίΟ-ρψ είς τό μέρος δτίτου θά κοιμηθή η οίκογένειά του περιγράφει με τήν £άβδον του κύκλον χαράσσει τό σημεΐον του Σταυρού, σκεπάζει τά παιδιά του καΐ λέγει:

"Αη Γιώργη δυνατέ δυνατέ τοις I y δυνατέ δένε και χαλίνωνβ Τ ά συρμάμενα της Γης Τ ό ν όφι(ν) και τήν 'όχεντρα τό σκορπιό και τή σκουλούμεντρα τό μικρό σα/τομιττάκι κάτω άπό τό πετραδάκι "Ωστα νά 6yrj ό ήλιος τις στράτες \ ά τεντώσΐ] Τρία κονταρόΗ,υλα ν ά στηλώσουσι τή Γη Νά σηκώσω τά παιδιά ιιου νά ξετινάζω τα σακίά μου Φτοΰ, φτοΰ, ν ά φύ(γ)η άπό κοντά μου Προ^λ. τό ζον γήτεμα Η του έν Κων)πόλβι Σύλλογος τόμος ΖΘ, οκλ. 231,3


12. Γ ι α

την

Βασκανία (*)

άτι V τα *"Ανΰη

Πλεγμένα*

τον κ. Ζ.

Χαλκιά&η

Ευθύς ώς θεωρηθή τις πάσχων έκ βασκανίας καλείται ό ή ή ειδήμων —συνήθως δμως | ειδήμων—προς θεραπεία ν τής νόσου. "Ερχεται είς τήν αΐθουσαν είς ήν ευρίσκεται ό ασθενής καί,διατάσσει τήν άναχώρησιν τών υγιών. Προσάγεται πινάκιον πλήρες ύδατος, μικρόν δοχεΐον μέ έλαιον. θυμιατόν μέ άνθρακιάν έφ ή; καίονται έλαϊαι έκ τής εορτής τών Βαΐων καί άνθη έκ τής εορτής τής Σταυροπροσκηνήοπυς. Πάντα ταΰτα τίθενται έπί τής τραπέζης προσκείμενης τή κλίνη του ασθενούς. Ή εί3ήμων λαμβάνει τότε τό θυμιατόν, τό περιάγει περί τόν άσθενή λέγουσα :

Είς τό όνομα τοϋ Πατρός καί τοϋ Υίοϋ καί τ<>ϋ 'Αγίου Πνεύματος, 'Αμήν. (τρις) "Αγιοι ΆνάργΓροι καί θα(υ)ματουργοί

δ^δ μάδια σάς 'φτσρμίσασι τρία θά σάς διατρέ-ψΌυ(ν)

"Αη μου Παντελέμονα Πρώτε δίατρέ τοϋ κόσμου όπου διατρεύγεις τις πληγές για νά σκορπάς τούς πόνους. Ή Παναγία ή Δέσποινα—έλούστη, έχτενίστη τ' ώμόφορό της έβαλε—στον θρόνο Της έκά(θ)ισε κι' έπέρασαν οί "Αγγελοι—καί τήν έφταρμίσανε Κι' ό Χριστός τήν άρωτά :—|ΤΙ έχεις μητέρα Μου ; τΐχεις Παρθένα Μου,—τΐχεις Θεά τοϋ κόσμου ; » —«Έλούσθηκα, έχτενίστηκα—τωμόφορό μου ήβαλα στόν^ρόνο μου έκά(θ)ισα—i| έπεράσαν άγγελοι καί μέ φταρμίσασι.» —Καί (δ)έν εύρέθη βαφτισμένος μυρωμένος χριστιανός ν ά σοϋ Η

«Θεοτόκε Π α ρ θ έ ν ε ! φτθϋ! (*™ει προς τόν πάσχοντα)

Θεοτόκε Παρθένε φτοϋ ! Τρεις καί ή 'Αγία Τριάδα Ι Ό Χριστός έπή(γ)αινε κι' ή Έλλοϋ τού πάντη£ε —«Ποϋ πά(γ)εις Έλλοϋ καρκαοντυμένη ; » | —«Πά(γ)ω νά κάμω μάννα καί κόρη νά σφα(γ)ού(ν) Καλόν άντρό(γ)ϋνο νά μαχισθή· Καλοϋ (β)οσκοϋ μαντρί νά ^εκουδουνόσω. Καλό θεμέλιο νά ρί£ω κάτω· Καλό δέντρο νά ξεριζώσω Καλής σκρόφας γουρούνια νά μαράνω.» Κι ό Χριστός τής άπαντα : —Στρέψε άπ' αύτοϋ Έλλοϋ—κι 1 άμε στο γυρογυαλι ποΰχει σί(δ)εροπό(δ)ι,—σι(δ)εροκάλικοκαί μελανό σηκώτι Ά π ό κει νά φά(γη)ς—καί άπό 'κεί νά πιζς καί λεΐψ(ε) άπό τούς χριστιανούς τούς θεοφο(β)ουμένους. Η είδική χύνει υστέρα τά κάρβουνα τοϋ θυμιατού είς τό πιάτο τό νερό, έμβαμπτίζει έπειτα τά δάκτυλά της είς τό νερό καί ραντίζει τόν άρρωστον λέγουσα :

Έ | ω μάτι καί φταρμός—γλωσσοκακία καί κακό—δέξου Γή τά κάρβουνα .

Εμβαπτίζει ύστερον είς τό έλαιον τόν δείκτην τής δεξιάς χειρός καί φέρει αύτόν άνωθεν του πινακίου τοδ περιέχοντος τό ύδωρ είς τρόπον ώστε νά οτάζη μία σταγών έλαίου. Ενφ δέ πίπτει | σταγών αύτη, | «Ειδική» όνομάζει ένα τών προαώπων άτινα υποψιάζονται, δτι δχουσι βασ κάνει τόν πάσχοντα. 'Εάν ή σταγών διαλυθή είς τό ύδωρ τό όνομασθέν προσωπον δέν είναι αύτό ποϋ «έφτάρμισε» τόν πάσχοντα. 'Εάν όμως | σταγών δέν διαλυθεί το ονομασθέν πρόσωπον είναι τό ύπαίτιον τής βασκανίας. (ι) Πρβλ. τό 2ον γήτεμα καί Λαογραφίας Λ! σ. 535'


— 26 —

13· Γιά τόν Βορρςιά. (Άπο

τά *"Αν&η Πλεγμένα*

τοϋ κ. Ζ.

Χαλκιάδη)

Οταν δέν πνέει βόρρειος άνεμος, ώστε νά φθάσουν τά Ιστιοφόρα ποΰ θά έφερναν tit τρόφιμα καί διά να αλέθουν οί ανεμόμυλοι, έγίνετο είδικόν γήτεμα. Ή «τελετή» γίνεται tbc έξης: Ή «ΕΙδική» κατά τήν νύκτα, μαζί μέ πολλά παιδιά τής γειτονίας, ένώ δλοι κοιμώνται μεταβαίνει εις τήν παραλίαν. Έκεΐ καθίζει, έχουσα πέριξ της τά παιδία, καΐ αρχίζει νά κλαίη καί νά λέγη μέ τόν ήχον τοϋ μοιρολογίοΰ τό άκόλουθον γήτεμα :

(Δ)έν έντρέπεσαι Βορρηά νά σέ νικήση μΐά Νοδχχ μΐά Νοδίά μΐά κατουρλοϋ | Ι | μΐά (δ)υτλοκα(μ)ωματοϋ. Τή(ν) δροσιά σου ν ά ίτοί^ίρη μ οΰλη της τή(ν) κάϊλα καί ν ά σέ άνε(γ)ϋρίση τόσες 'μέρες τέλεια Κάμε τό ·0ά(υ)μα σου Βορρηά μου τοϋ πελά(γ)ου (Β)ο^σιληά μου ! ένας κόσμος ύποφέρνει καί πείνα καί δυστυχά ! Μόλις τελειώσει τό μοιρολόι αυτό, άρχίζει νά φωνάζη δυνατά καθώς καί τά παιδιά ώς έάν έπρόκειτο περί νεκρού, ό κόσμος έξυπνα καί τρέχει νά μάθη που συνέβει τό δυστύχημα. Οταν δέ πληροφορηθώσι περί τίνος πρόκειται άρχίζουν νά ύβρίζουν, ένώ οί δράσται τοϋ. . . . μεγαλουργήματος έχουσι έξαφανισθή διά τόν φόβον τών άνησυχηθέντων. Αμέσως κατόπιν μερικά τών παιδίων μεταβαίνουν εί^ τήν οίκίαν γυναικός ήτις νά μή έχη οίκογένειαν, κλέπτουν έκείθεν τό «φοκάλι» (τήν σκουπαν) καίουν, τήν δέ στάκτην θέτουν έντός δοχείου μαζί μέ χαλίκια καί άλλας άκαθαρσίας, τό παίρνουν καί μεταβαίνουν είς τήν οίκίαν γνωστού ώς λίαν εύεξάπτου καί τοϋ όποιου ή θύρα νά βλέπη προς βορράν καί τόν καλοϋσι λέγοντες - Ω ! Μανώληΐ», μόλις δ' έκείνος'έρωτήση «ποίος είναι» αντί άλλης απαντήσεως τοϋ λέ γουν : «ή κοιλΙά σου νάν πρισμένη—καί ό βορρηάς νά κατεβαίνη ! » καί ρίπτουν τό περιεχό μενον τοϋ κιβωτίου είς τήν αύλήν, ένψ ό Μανώλης ύβριζες καί καταδιώκει τά παιδία, δημιουρ γουμένου καί οϋτως άρκετοΰ θορύβου. Κατασκευάζουν ύστερον μέ ξύλα καί ένδύματα, όμοίω μα γυναικός (γυναικείκελον) τό όποιον τοποθετούν είς θύραν, ήτις βλέπη πρός Βορράν, γυ ναικός τήν οποίαν καί καλούσιν όνομαστί. Εκείνη έξυπνα άνοίγει τήν θύραν, δέχεται κατά πρόσωπον τό γυναικείκελον, φωνάζει φοβούμενη καί άγνοουσα περί τίνος πρόκειται καί γίνε ται νέον πανδαιμόνιον. Καί ούτω έλέψ παγκασιακής άναστατώσεως τήν έπαύρίον—ώ τοϋ θαύ ματος—πνέει βόρρβιος άνεμος.

(ΐ) τήν όνομάζουν ούτως διότι βρέχδΐ.


Ε.' Ν Α Ν Ο Υ Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α

Κ Α Ν

Α Κ Ι Σ Μ Α Τ Α

« Οντω γονν ή φύοις ημών προς τά ί[οματα καί τά μέλη Ιίχει καί οίκείως,

οχεραίνοντα,

ώς καί τά ΰπομάζια-παιδία

οντω

κλρν&μηριζόμενα

ήδέως καϊ δν-

κατακοιμίζεοϋαι, Ι ω ά ν ν η ς 6 Χρυσόστομος

« . . . κατακοιμίζειν άλλά τινα μελωδίαν

τά δυσυπνοϋντα

τών παιδιών . . .

ού οιγην.

...» Πλάτων (Νόμοι III § 79°)

1.

' Ύ π ν ε μ ο υ κ' έπαρέ μ ο υ τ ο . (κ. Νικολ. Γ.

f :

··

Σκβυοφνλακας)

"Υπνε μου κι' έ'παρέ μου το υπνε νανούρισε το κι' ά ν έχης μήλα κόψε του κουλούρια τάισε το κι' ά ν έχης καί ροδόσταμο Μ Αχ ! (!>οδοστάμ\ισέ το. Κι' ά ν μου τά κάμηζ ί5πνε μου τρεις χ ώ ρ ε ς σοϋ χαρίζω τρεις χ φ ρ ε ς καΧ τρία χωρίά τρεις εκκλησιές με(γ)άλες τή Κρήτη μέ τά (έ)ληόφυτα καί μέ πρασινά(δ)ες. Τ ή ν Κρήτη μέ τά (έ)ληόφυτα Κάσο μέ τά καράβια καί τήν Κωνσταντινούπολι μέ τα μαργαριτάρια. Νά π&με στήν Ά γ ΐ ά Σοφία στήν παινεμένη Μπύλη παι(δ)άκι μου ν ά τύχωμε στήν λειτρίά (*) της ολη.

( 0 ήτοι ή διακοπείσα κατά S i <'ίλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως λειτουργία.


-

2.

Την

28

-

άκρι(β)βκορβΰλά

μου.

(Κα Ζωγραφικά Ν. ΜανωΙακάκη) Τ ή ν άκρι(β)οκοροΰλά

μου

(δ)έ(ν) τήν παντρεύγ' άκόμα γιατ είν ή άκρα του κ α ι ρ ο ί I I (*δ)έν έχομε σιτάρι άπό καιρό γιωργίσαμε ν ά κά(μ)ωμε σιτάρι ν ά κ ά ( μ ) ω μ ε τό γ ά μ ο της ν ά 'μοιά^Γ) καί ν ά τφέπη σάν Μαριώς σάν της Φώτους τοϋ . . . ποΰ σφδξαν χίλια πρό(β)ατα καί πεντακόσια γίδια καί έκείνα (δ)έν έφτάξασι καί σφάξαν κι' ά λ λ α χίλια πούκανε κι' ή. μανίκα τους τοϋ καραβιού μαΐστρα.

3.

" Ω Π α ν α γ ι ά μ ο υ βλέπε t o .

(Κα ΑΙκ. Γ. Μαυρή) Ώ Π α ν α γ ι ά μου βλέπε το Σταυρέ ξεμττέρδευγέ το καί σύ (Δ)εσπότη μου Χριστέ γ ο ρ γ ο μ ε ( γ ) ά λ υ ν έ το Νά τό κοιμήσω θέλω *γώ τό ψεύτικο μ άίτίδι δίτου τό βάλλει ό (β)ασιληΛς στήν ταϋλά του ποτήρι. ' Ο ύπνος είς τά μάδία σου καί Ι (ύ)γεΐά στήν κεφαλή σου κι Ι π α ν α γ ι ά Ι (Δ)έσ*οινα ν ά βλέπη τό κορμί σου. Κοιμήσου ποΰ ν ' άνατραφ^ς μέ μ ά ν ν α καί μέ κύρη καί μ ά(δ)ερφό πραμματευτη ν ά i f l στό Μισίρι.


4.

Κοιμήσου σύ παι(δ)άκι μου. ί*. Ζ.

ΧαΙχώδης)

Κοιμήσου σύ παι(δ)ακι μου καί θά σου κ ά μ ω γ ά μ ο καί θά σοϋ β γ ά λ ω φούμισμα καί κ ά λ ε σ μ α μ ε ( γ ) ά λ ο . Κοιμήσου καί έ π α ρ ή γ γ ε ι λ α τ4 ά π ό π λ ω μ σ στή Μπόλι καί σου τό ξετελεύγουσι σαράντα δυό μαστόροι είκοσι δυό στ' άπόπλωμα κι' είκοσι στο σεντόνι, στή μέση γ ρ ά φ ο υ ( ν ) τονομα στή μέση τό π α γ ώ ν ι ν ά κελαδη ν ά σέ £,υπνά τοϋ Βασιληά ε γ γ ό ν ι . Νά μ ε ( γ ) α λ ύ \ ης ν ά ( γ ) ε ν ί | ς μ ε ( γ ) ά λ ο παλληκάρι Ν ά πάς ν ά κόψης κερεστέ ν ά κάμης τό καρά(β^ι ν ά ναυλωθης στον έμπορο λ ά πάρης τό σιτάρι νάρθης ν ' άράξης στήν Μακρά στήν Μπούκα ν ά λεβάρης καί ν ά ρ ω τ ο ϋ ^ οί συγγενείς τίνος ε ί ν τό καράβι' Π ά ς κι' είναι ό. . . . καί £ α ν α ( γ ) ΐ ν ε ι πάλι ;

5.

Ν α ν ί του μόσχου τό χλα(δ)ΐ. (*. Ζ.

Ν·νί τοδ μόσχου τδ χλα(δ)ί της άμπεριάς τή ρίζα όπούπλωνα τά ρούχα μου άπ,άνω χαί μυρίζα(ν). Ν«νί τον εΙ(δ)α(ν) χαί εΐπα(ν) του χαί Ι(δ)ώχαν χι* άρρα(β)ώνα χι' έχει μου τον έστρέψασι γιατ* είχε μαύρη μάννα.

Χαλχιάδης)

Μαύρη 'ναι 'μου ή μάννα μου μαύρη 'ναι μά χαλή 'ναι. Ή μάννα μου ν* ή άμπεριά (ή άψιΟ^ά) χι' άφέντη; μου ναι 6 μίσχος χαί γώ του μόσχου το χλα(δ)ι της άμπεριας | ρίζα (η άψιβια;) -· που (ά)πλώναν Ι (γ)ειτβνισσδς τά £οοχα χαί μύριζαν.


I

-

3 0 ^

Χανι τοϋ Ριί(γ)α τό παι(ό)ί.

(*. Ζ. Xabug^rjA Χάη xw β Ρ#γ)ι xJ χαι(*)ι τ«ο ; J jfffi* τδ l i d w w ^ i

{ByioJ.rfi ή

Κοιρί^οο l7f**(j)errrr'J ζ&ι ooooroaXwpStO. To (ο>τ/τυλε(οι) cof οττ, φ?®*;* ooo έχ» τ £ χ · Koi^w *%? Παναγι* ΜΙ μ£ ΤίΛ «1 W Άφέγττ, τό Xftrtf iw οίλοι οί Άγιοι (τ( «it οίου xorj μ γιάν^») Κοιρή^ ώ zd'/ojixi μοσ *Γ Ιχ» ol w a p u · ζαι >.ί(γ)· οοσ χαινέρ^τα

Τ* Κ ο ι μ ή σ ο υ κ ά μ ε ό υ ό

'^μμίτο.

νανά.

(y. Xtx. Γ. Σχ*νο?ν'ιαχΛς) Κο:β^9θ& χί{α ο^δ vava zoijtf^/9 n j a το·2

fi iffy

'A|ifl Mo^mr, Κϋμ^κ) ο!» poo J 1 · (l«

f

»

#

x< £)· «9 οι zr^om §i θέzzfm Ziiμϊντόχετ^; >3 ZSt^jri^Ml,

I ' m ttoD ζ ί ϊ τ ι ^ ί ψ/υ το xfye το «τά

ΜΙ χν/γΛi% too M'arii^oUa Μ! » Γ J Σι» ίο z a ^ ; o m ρο» vi^e zai το | | | | ά^έτττ,ς το» MI ( ' J^CfJ^i 3 ^ jMS το Kai ' x j z'//»at το zii(S)i MI z'//>ai ι ί w

j

ούλοι

το

|ΐ!{{)ί/.ιι.

Η H i 8 g i r a m y/%ui ΕΒ >χ>ον

το MKU xiizwf

zti u l m ^ i a j ^ A


— 31 8.

Κ ο ι μ ή σ ' άστρι χοιμήα' αυγή. (χ. Χι κ. Γ.

Σχηογνΐαχας)

Κοιμήσου άστρι κοιμήσου αυγή κοιμήσου vrjo φ ε γ γ ά ρ ι χρουσές Μοίρες μοιράζουσι τ ό ( ν ) vrj0 5Γθϋ θά σέ πάρη Κοιμήσου και έ π α ρ ή γ γ ε ι λ α στήν Μπόλη τά προυκίά σου στή Βενετία τά ρούχα σου ft και τά διαμαντικά σου. Κοιμήσου σύ παι(δ)άκι μου καί κ ά μ ε τά ν α ν ά σου δ λ ο μεταξο(ϋ)φάδιαστα θ ά ν ε τά νυφφικά σου. Κοιμάτ ό "Ηλιος στα ψ η λ ά κι' ή πέρδικες στ ά λ ώ ν ί α κοιμάται τό παι(δ)άκι μου στα παστρικά σεντόνια.

9.

Τ π $ κορούλας μου τ ό ( ν ) γάμο.

(Κα Αΐχατ. Μανοή' αί εττος aaoerbietcos xooaftfjxa* i+eujwiax ιΐς τυ* χ. Ζ. Jnhitffj Ύης Mja πουν VI η

ν.οροΰ\±ς μου το(ν) γ α μ ο Ααμπρη[ν) 6α της rev ταμν η σχο)£ς 'paHtatτμ&ες xo-Mli; στολισμ?/ες.

θ ά καλέτω καλί7τά(δ)ίς ονίσυς τούς προ.αμ&τευτζζδ ες. θ α YuliG'ji το(ν) \εοτΑ\η

καί « ( ν ) Δ ή ^ ^ φ ) >Κ ν ) θ ά καλ/σω του: παπα(%ρ.ς νά (δ)^λώνονν τούς ντονρμά(9)ε; 6α καλέσω ts(v) νά τ η ; πλασταριζει

Βεζυρη ρίζι-

(Κ«ι 5ά'γβζψ* χαί rw(v) Βιέννα νά TYJC ψίρσνζν) την καοίνα Καί 0ά <*τΐ X j i νά τη? γύσσυ(ν) το γλυκό καί δά ypdr^j» καί crij Μπ^/η νά της ψερου(ν) το β ρ χ & ι ) Πρβλ. ΟαχΗκο»

8. «αι

Α!

4Μ ^

Π * 49*

jiifl^^^H ^ ^


gjgj

10.

.

— 32 —

Τ ό παι(δ)ι μ ο υ ν ά ( ν ) κ α λ ά . . .

(Κον Ζ. Χαλκιάδον, αί εντός παοεν&έοεως ποοσύήκαι εϊιαι της Κας Αίκ. Γ. Μανοή) Τό παι(δ)ί μου νά(ν) καλά κι' &ς \]/ορήσου(ν) χίλια άρνίά (χίλια άρνιά χίλια κσσσίκια και τοϋ Μπέη τά κορίσσία·)

11.

Κι' &ς ψοφήση κ' ένα βούϊ καί τοϋ Μπέη τό χανοΰμι (Κι' άς πεθάνη και (β)οσκός άπό rov πολύ καμό.)

Τ ό παι(δ)ΐ μ α ς τ ο ϋ τ ο ( δ ) ά .

(κ. Ζ. Χαλκιάδης) Τό παι(δ)ί μας τούτο (δ)ά πότ' έ(γ)ίνη τόσο (δ)ά καί χορεύγει καί πη(δ)ά . καί γκαλά£ει τό παπά. καί φ ω ν ά ζ ε ι καί γ κ ο υ ά (ή γκοοΐξει καί (γ)ελά)

Τίρι ρίρι ρίρι λΐά του ποϋ νά τό χάρη ή μαμά του Τίρι ρίρι ρίρι λΐά του κατουρλίές βρωμ' ή ποδιά του· Σάν τόν γαμπρό σάν τό γαμπρό σάν τόν Γιάννη τό Σασσό σάν τη νύφφη σάν τή νηά σάν τοϋ Σκούττη τή Νιανίά. (ή σάν τή κιτρολεμονίά)

12.

Κ ο ι μ ή σ ο υ π λ ο ύ σ ι α ν ά (γ)ενξϊ$. (κ. Νικ. Γ.

Κοιμήσου πλούσια νά (γ)ενής καί πλούσΙα νά (γ)εράσης χαί μέσα στό παλάτι σου σκλά(β)ους καί σκλά(β)ες νάχης. Κοιμάτ' ό ήλιος στά ψηλά καί Ι πέρδικα στή ροϋκα Κοιμήσου σύ κοροϋλά μου στήν έ(δ)ική σου κούνΙα. Κοιμήσου ποϋ νά κοιμηθης τόν ύπνο τής ύγε!άς σου rov ύπνο τής όγάπης σου καί τής μεγαλωσ!άς σου. Ό ύπνος τρέφει τά μαρά καί 1 ύπνος τά μοσχάργ!α κι' έμενα τή(ν) κοροϋλά μου τή(ν) τρέφουσι τά χάδια· Ύπνε μου και έπαρέ μου το ρίξε το στά περ(ι)βόλ!α και γέμισε ιούς κόρφους του τριαντάφυλλα καί ρόδα. »

Σκενοφνλακας)


I · 13.

— 33 —

,.ψ

"An μου Γιώργη τήξ Χαδιές. (χ. Νικ. Γ.

Σκευόφνλακας)

"Αη μου Γιώργη της Χαδιές μέ τό γρυσό κοντάρι έβλεπε τό παι(δ)άκι μου τό μοναχό κλωνάρι. "Αη μου Γιώργη κι' έβλεπε τό μοναχό κλωνάρι όπου (β)αστά στό(ν) κόρφο του σταυρό με τό φανάρι. Νά τήν χάρης παι(δ)άκι μου τήν άκρι(β)ή σου νειότη δπου θά κάμης άρχε>]/η στου Γιώργη του Χαδιώτη. Ό άκρι(β)οκοροϋλά μου κι' "Αη Γιωργίοϋ μετόχι, τό χαδεμένο σου κορμί άλλη καμμίά (δ)έ(ν) τώχει.

14.

Την

άκρι(β)οκορουλά

μου. (Α'α Αϊ κ. Γ.

Τήν άκρι(β)οκοροϋλά μου καί άν έρτουν (δ)έν τή(ν) βίω άν δέν ύπά(ν) κι' άν δέν έ|»τοΰ(ν) καί άν δέν 5 α ναδια(γ)^ρυυν και άν μοϋ (δ)ώκουν εκατό κι1 άν (δ)έν μοϋ (δ)ώκουν χίλ ία κι' ά(ν) δέ(ν) μοϋ τά μετρήσουσι μές στή χρουσή μαντηλα·

15.

Κ ό ρ η π ο ϋ α" ε ι π ε ν

άσκημη.

Κόρη που σ' ειπεν άσκημη ά'σκημα ρούχα ν' (β)άλοι Μην κατελύση τά φορεϊ μην (δ)ο τού; αλιμένει. Mr, φί(γ)η τό(\) Μάη κυτράγγονρα

τον Α(ύγ)πνστο σταφύλια, κι άπ Α(ΰ,')ουστον ώ; Α(ύγ)ουστον

κακού; Α(ύγ)ούστονς ιαχή.

Πολν(δ)ιντιά στο σπίτι τη;

και μό(δ)ϊν ό σωρός της

κι' από τό><'(δ)ϊν νά χρ(ε)ωσιη

τ* άνάμισυ πινάκι

και τού παπά μια λειτρίά και τού (β)οσχου μΐά]πήττα.

(ί)

(ΐ/ ΈδημοοιεόΛη είς r0" «Λε£κίο]ΐα>ης! Kudou» οελ. 23. Πρβλ. ΓνευτοΟ σελ. 68,ξΜανα>λάκη (Κ/λ σελ.

Μανοη)


16.

34 —

Κάμε νανά γκονάκι μου.

Κάμε ν α ν ά γκονάκι μου καί δυό 6(ο)λές παι(δ)ί μου μέ τήν εύκή τοϋ πάππου σου καί μέ τήν έ(δ)ική μου Κοιμήσου καπετάνο μου ΰπνο ελαφρό νά ττάρης .νά με(γ)αλύνης ν ά (γ)ενης με(γ)άλος άμιράλης Νά πάρης τήν Ά ρ μ ά δ α σου στή Μπόλη ν ά τή (ά)ράξης, ν ά (ά)νάψουν τά κανόνια σου τούς Τούρκους ν ά τρομάξης Νά βγάλης όξω ταχχικούς στήν Ά - Σ ο φ ί ά ν ά πάης Τ ή ν προσευχή στό Τέμπλο της πρώτος εσύ νά κάμης Νά παίξουσι τά τούμπανα ρωμέϊκους χαβά(δ)ες ν' άκούσουσι ν άναστηθοϋν 'πό μέσα οί παπά(δ)ες Νά σηκωθούν ν ά ψάλλουσι τό «Δόξα έ ν 4 Υψίστοις» καί τοϋτο άξιον έστί ή τίυν Ε λ λ ή ν ω ν πίστις «Γκονάκι μου ν ά κοιμηθί]ς κ' άουρο μή ξυπνήσης μόνο μέ (γ)έλοιο "γκόνι μου ν ά κούσω νά γκουήσης» ( ι )

17.

Κ ό ρ η ποϋ α' ειπεν ά α κ η μ η · Κόρη ποϋ σ' είπεν άσκημη τούς γυιούς της είς τήν Τάπια νά μή τούς βρούνε ικανούς σάν άλλα παλληκάρια. καί νάναι καί σκοσσιάρι(δ)ες ά ν εϊνε καί μπονάσσα ν ά μή μπορούν τό πό(δ)ι τως ν ά βάλου μέσ' τήν βάρκα καί νά ντραπούν νά φύ(ν)ουσι καί νά ξενιτευτοϋσι

( 0 Έδημοβιευ^η έν | | «Λευκ. της Κάοου»έν όελίδι

Β


I I

·

35 —

κι* ώστα ν ά £η τά μάδια της ν ά μη τούς £ανα(δ)οϋσι, Ν ά μάθη ποϋ περάσασι, καί τι δρόμο θά πιάσου(ν) τονομα και π α ρ ά ν ο μ α κι' οί δυό τους ν ά τ ά λ λ ά £ ο υ ( ν ) . Μεράκι είς τήν πρώτη της ν ά πέση μές τό Ρίχτη ν ά μην εύροΰν τό σώμά της ν ά μή φανοϋσιν ί χ ν η . Μεράκιν είς τή δεύτερη στ' ά ν ά κ ω λ ο ν ά πέση ψίακή ν ά πιη ή κακόγλωσση κατάκοιτη ν ά πέση Νά τήνίδης ν ά λυπηθης ν ά τήν εύεργετήσης καί ν ά σοϋ ποϋ(ν) τά χείλη της γ ΐ ά ν ά τήν συγχώρησης. Εσύ νάσαι ά(π)ό π ά ν ω της καί σύ ν ά τής κάλυψης σύ ν ά τήν γδύσης μοναχή νεκρίκία ν ά τήν ντύσης Μ ό ν ο ν εσύ άλλη καμμι x στον κόσμο ν ά τήν κλάψΐ). Σ ύ ν ά πληρώ σης τόν παπά \ ά π ά ( γ ) η ν ά τήν θάψη Κ ά μ ε ν α ν ά κανακαρά μελάτη κι' άλασσάτη άπ' δλες τής κανακαρές εσύ 'σαι τό καμάρι, ( ι )

18.

Τ

ί ϊ Πε'τρε μ ο υ

καματερέ

~~

|

__

(*. Νιχ. Γ.

< Ω Πέτρε ρου καματερέ ά^ΐε καί προκομμένε φρόνιμε καί φιλότιμε καί πενταξακουσμένε. Τ ο υ Πέτρου πρέπει του *ταρτό π"ρέίτει του καί | καδένα τοϋ πάππου του τό (δ)αχτυλί(δι) στήν άκρι(β)ή του χ έ ρ α » . ^ — « Σ ά ν μοιάσω γ ώ τοϋ ?:άππου μου καί θάχω τέδοια χάρι

Εδημοσιεύθη έν τψ Λευκώμαη *ήζ

έν αελ(δι 120.

Σχενοφύλαχας)

,- ; ,. H

i,


— 36 όποϋ του ' κ ά ν α ( ν ) τ ε μ ε ν β ούλοι μικροί μ ε ( γ ) ά λ ο ι , θά πιάσω π έ ν ν α καί χαρτί ν ά 6γ<ΰ στήν γ α λ α ρ ί α νά τα|ει(δ)εύγω μ ά ν ν α μου άφο(β)α στήν ' Α γ γ λ ί α —"Οπως τήν έ τ α ξ ε ί ( δ ) ε υ γ ε ό πάππους σου παι(δ)ΐ μου κ* άπό τά φύλλα τής καρδκϊς σου βίω τήν ευκή μου. Καί του πάππου σου θά μοιάσης Καπετ&νος θά περάσης κασκετάκι θά φορης στήν πασαρέλλα θ' ά\ ε(6)ζς.

19 Τ έ σ σ α ρ ε ς λίρες ' Α γ γ λ ι κ έ ς (κ. Νικ.

Γ.

ΣκβυοφνλαΗα^

Τέσσαρες λίρες ά γ γ λ ι κ έ ς θά πέ(μ)\|/ω νά σκουπίσω τ Ά ή (Δ)ημητριοϋ τ' άπέργυρα νύφφη νά σ' εύλογήσω Κ α ί ν ά ν α ι καί 1 ά π έ ρ γ υ ρ α όλο μ έ τις π α ν τ ι έ ρ ε ς κι' άπό σ ι ρ μ ί ξ ι ν κεντητό θάναιν | μπομπονιέρες Κοήτη καί Κάστρο καί Χ α ν χ ά

θά γράψω ' γ ώ Κυρία λ ά φέρουσι τ* ά λ ό ( γ ) α τ α γ ΐ ά τή Κ α β α λ λ α ρ ί α Νάρτοϋν ν ά κα(βα)λλικέ\|/ουσιν ούλοι οι γ ί ε ρ α τ ι σ μ έ ν ο ι κ ο λ λ ά δ α μ έ μ α κ ρ ά παρτά καί ν<ϊ(ν) καί σ π ο υ δ α σ μ έ ν ο ι NapTfj καί ό (Δ;ημητράκης σου ποϋναι ξ ε υ γ ε ν ι σ μ έ ν ο ς που θ ά ( ν ) καί μ έ τό δ ί π λ ω μ α διατρός ξ ε τ ε λ ε μ έ ν ο ς . Σ ά ν θά πάη ή γ ε ν ε ά σου θά παστίση ή πεθθερά σου πρΦτος όπου, θά 'μιλήση τό γ α μ π ρ ό ν ' ά ν ε ν τ ρ α ν ί σ η θ ά ν ό παίέρα σου κυρ<£ καί θά μετρώ τά μετρητά Λίρες θέ*(ν)άτού μ ε τ ρ ή σ η ^

^


— 37 — ω στα ν ά τ ό ( ν ) σασιρδίση' " Ε χ ε ι ς σπήδια κι" ε ί ( ν ) κ α λ ά κ ι ' ε ι ( ν ) 1 στή κάτω ( γ ) ε ι τ ο ν χ ά μέ ύπόγεια 'ψηλά (γ)ύρου ( γ ) ύ ρ ο υ μέ τ ε ι χ ί ά

20. "Εχεις μ α γ α ζ ι ά α τ ό Φ ρ ΰ (Α'α. ΑΙκ. Γ.

Μανρη)

" Ε χ ε ι ς μ α γ α ζ ι ά στύ Φρϋ και έ χ ε ι ς μ υ λ ο ( ν ) είς τ Ά κ ρ ί καί έ χ ε ι ς μ ύ λ ο υ ς στό Κ ε φ ά λ ι df γ α τ α καί ά μ μ ο υ δ ι ά ρ η " Ε χ ε ι ς χ ω ρ ά φ ι α μ έ συκές λάκκα μέ Αμυγδαλές έ χ ε ι ς κ ά μ π ο υ ς καί λ α κ κ ί ά λ η ό φ α τ α στά φ α ν ε ρ ά . "Εχεις αμπέλια τειχιασμένα απίδια π α ρ η σ ι α σ μ έ ν ά . Έ χ ε ι ς κ α ί τ ό ν ' Ε μ π ο ρ ε ί ο σου μ έ τ ό ν Έ ξ ε σ τ ρ ά τ η κ ό σου. —

• •

ι

21· Ν ά ν ι , ν ά ν ι , ν ά τ ο , ν ά τ ο . (άρχιμανδρίζου Νβκτ,

Μαυροκορδάτου)

Ν ά ν ι , ν ά ν ι , νάτο, ν ά τ ο , τώμορφό μου καί βαρβάτο τοίσπρο μου καί τό χ ι ο ν ά τ ο τ ά γ ι ο μου Κ ω ν σ τ α ν τ ι ν ά τ ο π ο ύ τ ρ ω ( γ ) ε ψ ω μ ί ν άφράτο κ ήίτινε κρασί μοσκάτο π ο ύ λ ο υ ν α καί ' χ τ έ ν ι ^ ά το, ποϋ ( έ ) σ τ ρ ω ν α καί κοίμι^ά το στήν ά μ ι γ δ α λ ( ι ) ά (ά)ιτό κάτω κ α Γ μ ο ρ φ ο μ ( γ ) ά λ υ ν ά το. Ν ά ν ι ν ά ν ι , ν ά τ ο νάτο τ ώ μ ο ρ φ ό μου τό π:αι(δ)άκι τό χρυσό μ ο υ λ ε β ε ν τ ά κ ι τής κ α ρ δ ι ά ς μου τό κ λ ε ι ( δ ) ά κ ι . ( ι )

*

22. Κ α \ καλώς τ ο κ α λ ά ν ά χ ε ι {Κα ΑΙκ. Γ.

Μανρή)_

Καί καλώς το καλά νάχει μάννα καί πατέρα νάχει δοϋλες καί σκλαβάκια νάχει τό παι(δ)'ι μας δπου λάχει. Νάχει σκλά(β)ους δεκοχτώ (ι) Πρβ, ΛαογραφΙαι Π οβλ. φ ,

JE.

?

|

jj


— 38 — κ α ί σκλα(β)όπ ο υ λ α ο χ τ ώ ν ά χ ε ι καί (ύ)περέησσες έ ν ν ε ν ή ν τ α τέσσαρες

23. Σ ά ν μου τό πάρξίς ΰπνε μ ο υ

Δδος Alk. Νικολή||

Σ ά ν μου τό πάρης υπνε μ ο υ τρεις χ ώ ρ ε ς σου χ α ρ ί ζ ω τρεις χ ώ ρ ε ς καί τρία χ ω ρ χ ά τρία μοναστηράκια Είς τά χαιρίά ν ά κ ά θ ε σ α ι στις χ ώ ρ ε ς ν ά κ ο ι μ α σ α ι καί στά μοναστηράκια σου ν ά π&ς ν ά λ ε ι τ ο υ ρ γ ά σ α ι . Ν α ν ά το που ν ά τό χ α ρ ώ καί ποϋ ν ά τό κ ε ρ δ α ί σ ω και ποϋ ν ά μ ή ν ε ί ( δ ) ώ κ α κ ό ' π ά ν ω του ν ά π ο ν έ σ ω . Ν α ν ί τοϋ ρ ή ( γ ) α τό π α ι ( δ ) ί τοϋ (Β)ασιληά τό γ γ ό ν ι δπου τό κ ο ι λ ο π ό ν η σ έ || μ ΐ ά πέρδικα στά όρη Κι έ κ ο ι λ ο π ό ν α κι' έ λ ε γ ε καί δ λ ο ν έ π α ρ ε κ ά λ ε ι ώ! "Αη μου Λευτέρη μ ο υ καλό λ ε υ τ έ ρ ω σ ε μ ε ν ά κ ά μ ω τ ό μ π α σου χρο,υσό τό | χέρι* σου ά σ η μ έ ν ί ο καί τό στεφάνι σού ά ρ γ υ ρ φ καί σέ μ α λ α μ α τ έ ν ι ο

24. Ν α ν ά

•\τ 1

τ^οπαι(δ)ά

Νανα το | νανά το τό 5 α flftf

Τ «

ωσαν τοϋ . , ωσάν τοδ

,

Μ

κ ι

I

Αδος ΑΙκ. Νικολέττρν

παι(δ)άκι μου π α ι ( δ ) ί μου #

1

Υάμο

καί νά πρέπη κ

·

του

.· . · "fxe άμηέλια δεκογτώ' Κ1 , «ΡΥατα δεκαπέντε I m τά μέλι σάν νερά

Τ υ ρ 1 ά Πάν κα 1 Κ Ι g σιταροκρίΰ-αρα

Τ%

το

μου

° m m

τόν ά μ μ ο .

* '

'


— 39 — ΒΒΟί·."'

25 Μ ι κ ρ ά ν α ν ο υ ρ ί σ μ α τ α — Κοιμήοου και έπαρή^ γειλα, παραγγελιά στή(ν) Μ,τόλη νά χτίσου(ν) τό παλάτι σου καρσί στο σταυροδρόμι —'Ο ύπνος τρέφει τά μωρά κι' ή ύγεία τά μεγαλώνει κι' ή Παναγίά ή Δέσποινα τά καλο^ημερώνει. — Κοιμήσου κι' έπαρήγγειλα παπούτσια στό(ν) σσαγκάρη νά τά κεντοϋσι μέ χρυσό καί μέ μαργαριτάρι — Νανά το που νά κοιμηθη καί πάλι νά £υπνήση καί νά ξυπνήση καί ναύρη τή μάννα του κοντά του ναύρζ καί τόν πατέρα τοπ μαΐ,ύ μέ τή λαλά του. — "Υπνε μου καλοΰπνε μου καί καλοκοιμιστή μου καί καλοκοιμισέ μου το καί μένα τό παι(δ)ί μου. — Πάπλωμα θά σοϋ στρώσουσι παι(δ)ί μου νά πατήσης κΓ< όταν έρτη ό πεΘΘερός μττατίκία νά ζητήσης. — Γυΐέ μου σα(ν)σεβλο(γ)ήσουσι κάλεσμα θά σοϋ βγάλω — ούλα τά λυροσσάμπουνα θαρτοϋσιν είς τό(ν) γάμο.

ΐΐ;

26 Έ γ ώ τ η ν ' Α ν τ ι γ ό ν η

μου

Τό κατωτέρω νανούρισμα ώς καί τό αμέσως επόμενο ν εΐνε Καριταθιακά είλημμένα έκ συλλογής τού καθηγητού κ. Μ. Γ. Μιχαηλίδου Νουάρου. (Κων)*ολις 1913 <*ελ. 6ΐ—62). δημοοιεύομεν μ ό ν ο ν διότι αναφέρεται έν αύτοΐς τό όνομα της Κάσου. ΕΙς τό άμέσως δέ τω έρω μάλιστα, λ ί α ν κολακευτικώτατα.— Ο κ. Μ. Γ. Μιχαηλίδης Νουάρος είναι έκ τών λυτιμωτέρων συνεργατών τής«Δωδ. Λύρας- Ιδίως όσον άφορα τόν τόμον της Καρπάθου.

Έ γ ώ τήν Αντιγόνη μου, άν έρτου δέ τή δίνω, κι' &ν έρτου δέν τήν εύλογώ καί δέν τήν έπανδρεύγω* H 1 δ έ ν ύπα κι' Ι δέν έρτοϋ κι 1 δέ διπλοσκοντάψ-ουν κι' Ι δέ μου φέρου άλογο, νά μοϋ τή καλλικέψουν, νά βάλου καί τό σιΐ,ατέ νά μοϋ τή συρίανίσου, νά φέρου καί τής μάννας της φλουριά μέ τό πανιέρι νά ρέρουν καί I άφέντη τηςj τρικούβερτο καράβι νάναι-ν'-ή πλώρη μάλαμα, κι' ήπρύμη δλ' άσήμι, νάχη πανΙά μεταξωτά κι' άντένες άσημένες, νάχη καί ναϋτες διαλετχούς. Κασίώτες καί Νυδρέου,ς καί νάχη καί τό Κυρ·Β«.ρΐά, νά τό καλαρμενίση' καί πάλι ναι, καί πάλι όχι, καί πάλι δέ τή δίνω, Β δέν ύπά κι' 1 δέν έρτοϋ κι' 1 δέ £αναδιαγείρου.

2 7 . Κ ι ' έγώ

τό Μιχαλάκι μου

(Ιδε αημείωσιν

προηγουμένου

νανουρίσματος)

Κι έγώ τό Μιχαλάκι μου, ώσά θά τό παντρέψω στή Κάσο καί στή Έλυμ,πο, κάλεσμα θέ νά πέψω νάρτη τής μάννας του ή γενΙά τάφέντη οί κουμπάροι καί τοϋ τατά του οί δικοί, οΰλοι μικροί μεγάλοι· νά φέρουν τώργανα τής Χιός, καί τά βιολιά τής Πόλης, νά φέρουν καί τραγουδιστή, άποϋ τό Σαλονίκι, νά τραγουδοϋ τοϋ γυΐόκα μου, τά παίνία του νά λεγου, ποϋναι πού τές Η γενιές τές βασιλογραμμένες, άποϋ τές έχ' ό Έρωτας μεσ' τό χαρτί γραμμένες.

τ ής Τά κάπο-


ΣΤ/ Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι Α

Τ Η Σ

Α Γ Α Π Η Σ

Έκ της λατρείας του ΰείον κάλους έπήγασεν ύ "Ερως έ κείνος έξ ου προήΜον οί μαργαρΤται εκείνοι τήέ 'Ερωτικής ποιήσεως τους όποιους άνευρίοκομεν είς όλίγας τής Ιστορίας περιόδους.

(Φ. φόν ΡαίοτβντάΙ'ν, »Ό "Κρως ffti των αίώνων») Ό 1Ερως, ό νπερ πάν άλλο συναίσθημα πολλά μένος καί άντηχών είς τάς παραλογάς, έπικρατεϊ καί πληροί έζ όλοπλήρου τά τραγούδια τής άγάπης. Βλέπεις είς α'τά συνηγμένα, ώς είς άρμονικους στεφάνους, νά ευγενέστερα άν&η τής 'Ερωτικής ποιήσεως. (Ρ. Ε· PavoHui)

1. ' Α ρ ρ ώ σ τ η σ α ξ α ρ ρ ώ σ τ η σ α (Κον Ίωάιψον

'/.

Μανωλακάκη)

'Αρρώστησα ^αρρώστησα — κοντεύγω ν' αποθάνω κι' έρχεται ή φιλενάδα μου — συχνορωτά τή μ,άννα μου, «Κυρά μου πουν' ό γυιόκαςσου—καί πούνε τό παιδί σου»; Κι' εκείνος αποκρίθηκε—πάνω πό τό κρεββάτι: «(Έ)μπαμέσα φιλενάδα μου—καί μή ^ωτάςτή μάννσ μου, καί πάρε τό προσκέφαλο — κι' έλα κάτσε κοντά μου νά μου διατρέψης τήν καρδιά—-ώσάν τοϋ Μάη τή δροσιά Καί άμε σϋρε στου δίατροϋ—τά διαφικά νά φέρης καίά(ν) μέλλο Θεός νά γιατρευθώ—εσένα θά στεφανωθώ καί πάρε τό μαντήλι μου — νά πά(ς) νά μοη τό πλύνης γιά ναορης πάλι αφορμή—νά ρ$ί)ςτό βράδυ νά μ' εύρής», «Άη μου Γιώργη Άρακλιανέ—κι' "Αγ'ΐά Σοφίά τήςΜπόλης κι' άγια Μαρίσσα Υ τόνΜωρΙά—κάμε τή ν^όγιαμουκαλά»

Ή

Ν ξ ΐ ά ποϋ μ ' ά γ α τ ι α

~

:

j

(Κα AU intigL

Ή νηά ποϋ μ1 αγαπά — πάντα μοϋ μυνδ πάντα μοϋ παραμελεί — μέ μ!ά βαγιαντανή μέ τή μικρή βαΐσσα — τή μυστηριανή Ό νηός άγρυπνιμένος — ήργισε νά πά(η) ώστα νά πά(ί|) καί νάρτη — γάμον εύρηκε χαρές μεγάλες — τήν κόρην εύλο(γ)οϋ( ν). «Κόρ* ή πρώτη σ' αγάπη — έ^ωστέκεται άμ ά(ν) στέκει, άς στέκει — καί άς βρέχεται.. Σάν τοϋ 'μύνουν \άρτη — πώς δέν ήμκετο Τώρα ποϋ μ' εύλο(γ)ήσαν — τήθελε κ' ήρκετο; Μ' άνοί£ετέ του νάμπη — καί δότε του νά πιη άφράτο παξιμάδι — καί γλυ* ό κρασί


H B P

''

—41 —

— «Μή(τ)ε νά φάω θέλω, — μή(τ)ε καί νά πΐώ μή(τε) και τά στεφάνΙα σου — θέλω νά θωρώ». (1)

3. Του αεβδά ό π ό ν ο ς (κ. Νικολ. Γ.

Σκβυοφνλαχας

'Ακούσετε να σά; ειπώ—για του σ?βδά τόν πόνο που τόν έπέρασα χι έγώ—τόν περασμένο χρόνο. Χίλια βενετικά φλουριά—χίλια παληά 'κοσάρια δίνω νά φέρου(ν) τόν διατρό—πεντ εςη παλληκάρία καβαλλικεύβουν τ' άλογα—και σάν πουλιά πετούνε μά δέν ήζεύρουν τόν διατρό—ά(ν) ί)έ νά τόν ε·'φοΰνε. Δέκα ή ώρα της νυχτός—είς του διατροΰ 'ποσώσαν την έρημη την σεττουλα—ατά χέρια του τή δώσαν. Κάνε διατρέ μου γρήγορα—νά πάμε στ' άρρωστιάρη καί κρίμας είνε νά χαθη —τό νέο παλληκάρι. Πιάν ό διατρό; τή σέττουλα—μπαίνει στή σπετσαρία λέ(γ)ει: «αν τόν ευρω ζωντανό—του δίνω'θεραπεία» Καβαλλικεύγου(ν) τ άλογα—πειό γρήγορα πετούνε μά δέν ήξεόρουν ζωντανό—ά(ν) Θέ νά τόν ευρουνε. Ζυ(γ)ώνει χαιρετά τονε—και πιάνει τό σφυ(γ)μό του του λόγγου εκατάλαβε—ό σκύλλος τόν κα(ϋ)μό του. «Τ* έχεις διατρέ μου κ' άργησες—τ ήταν ή άργητά σου; Πάς και δε(ν) θά τά πλέρωνα—καί'γώ τά διατρικά σου; άν δεν έφτάνα(ν) τ άσπρα μου—νά σε άποπλερώσω τή λύρα καί τό φέσι μου—κι δ,τι είχα είθε σου δωσω». « ν Αν ήτο 'φετεινό; σεβδάς—μπορούσα νά σέ γιάνω

If εκείνα τ' αναμεταξύ—ή κόρη τό μ α θ α ί ν ε ι | π ω ; κείνος που τήν άγαπά - σε λί(γ)ο καιρό πεθαίνει. —<(Λ)ώκε μου μάννα τ}) βουλή—νά πάω σι* άρρωστιάρη και κρίμας είνε νά χαθη — τώμμορφο παλληκάρι.» - « Β ί ω σου, κόρη, τή βουλή | μά μήν ύπά(γη;) ν άργήσης γιατί δέν εχομε ν ε ρ ό - ν ά πάς νά κου(β)αλήσης». ««,ομλΚΙ» ..jinn 3m m . v n i jSfe θά πά ν' αργήσω

μ· IRB··) τόν δρόμο ν (δ)β ,_, , στρατα Ώ Θε(έ) μου πούσαι στά 'ψηλά-κατέ(β)α χαί στη νά (δ)ούμ άν είνε ζωντανός - δ νηός δπου μ αγάπα. Ά π ό μακρυά τονέ θωρεί—απάνω στο κρεββάτι κι ήτρεχε άπό τό στόμα του—του Χάρου τό φαρμακι. Ζυ(γ)ώνει χαιρετά τ ο ν ε - φιλά τονε καί γιαίννει

« ι * * * * *

* Ω τ ή ς μαρίόλα; τόν υ ί ό - τ ί χ ν ε ς που τές |ΐαθαίνει Α(ν)(δ)έ(ν) του βίου τό φ ι λ ί - ν ά παιφτη να πεθαινη.

(%>Πρβλ. ΜηχαηΜδου $ 56


g g 42

-

4 . Μ ά ν ν α μου α κ λ ά ( β ) ο $ ή κ α μ α Κα ΑΙκ.

r. J I g ^

Μάννα μου σκλά(β)ος ήκαμα μέ τη βασιλοπούλα τέσσαρους χρόνους γιά φιλί καί πέντε γιά λουάρι κιν άλλους έφτά καί άλλους 4χτω γιά τό^ μαργαριτάρι χι ωσάν ΙσώΟη ό καιρός κι έπέρασαν οί χρόνοι • >t,.

» · " [ Η · I Ι ·' · ι I · · Ι

—«Βός μου, κυρά, τη ρόα μου, κυρά τη, βούλεψι μου· του ξένου νά περιδιαβώ τοΰ ξένου νά μακρύνω» —«(Δ)ότε του σκλάβες (δ)ότε ασήμι καί λουάρι τοΰ ξένου νά περιδιαβώ τοΰ ξένου νά μακρύνγ) νά πλερωΟη ό κόπος του»^ —«Κυρά μου (δ)εν σου δούλεψα γι' άσημι γι λουάρι γιά τό παντέρ(η)μο τό φιλί σου δούλεψα κερά μου» — *Αμετε σκλά(β)ες (δ)ότε του φιλί χορτάσετε τον» —«Κυρά μου (δ)έν σοΰ (δ)ούλεβγα γιά τό φιλί τής σκλάβας γιά τό δικό σου τό φιλί σοΰ ξ(δ)ούλεβγα κερά μου». —« ν Αμετε σκλάβες στρώσετε τη νυφικιά μου κλίνη τοΰ ξένου ν' άποκοιμηΜή τοΰ ξένου νά πλαγιάσγ] νά πλερωθη | κόπος του. . . | r | . . . #.·.· . ».

5. Ά φ κ ρ α α τ ή τ ε μ ο υ ν ά ζ ι η τ ε (Κα

Άφκραστήτε μου ν ά ζιήτε δσοι aro(v) χορό κρατήτε παντρεμμένοι ν ά χαρήτε 'λεύτεροι νά παντρευτήτε νά σας Β γΐά τήν αγάπη πίκρες βάσανα ποϋ τάχη π' αγαπώ ' ν α χελιδόνι κι' | μαννοϋλα του μαλλώνει τό μαλλώνει καί τό (ύ)6ρί£εί τήν καρδοϋλα μου ρα(γ)ί£ει θά πεθάν' άπ' τόν καμό του, Η Β κρίμα στον λαιμό του. Κι' δντας θά ψυχομαχήσω I μΐά παραγγελιά θ' άφίσω. Να μέ Β • χό σοκκάκι νά μ.' άφίσουνε λιγάκι νά προβάλλτ) τό πουλί μου

Ι Β 1

ή δική μου

νά τραβήξη τά μαλλί χ της να μέ κλάψ' άπό καρδιάς της. Πρβλ. Μιχαηλίδου σελ Μ Λαογραφίας Γ! 451

Αι κ. Γ.

Μαύρη)


6. T o Δ ε ν τ ρ ο υ λ λ ά κ ι ( 1 ) (κ. Ν in. Γ.

Σχευοφνλαπαζ)

Ποιος τώπε δενδρουλλάκι μου δ έ ν σ* α γ α π ώ πουλάκι μου "Αν τώπ' ό "Ηλιος ν ά μή βγ£] κι" άστρο ν ά μή ^ημερωθί). Κι* ά ν τώπε τό ρηγόπουλο on) Μπαρμπαρίά σκλαβόπουλο Κι' ά ν τόπανε στο καφενέ ν ά μην α ν ά ψ ο υ ν ναργιλέ. Κι ά ν τόπανε στήν εκκλησιά κερί ν ά μήν άνάψη πειά. {Κα ΑΙκ. Γ.

BpS

Ό

Μαύρη)

"Ερωτας μου (2)

Ό "Ερωτάς μου πλήθυνε o i v τοϋ γιαλού τόν άμμο π α ρ ά γ γ ε ι λ ε μου, τό λοιπόν, πώς θέ ν ά τόνε κάμω. "Αν τόνε p j g j στή στεριά μΐά λεμονί i ψ άνθιση θά κάμη τά λεμόνια της και θά μάς μαρτυρίση Κι άν- -ι ό ν ε ριί,ω στον γιαλό στά δίχτυα θά μπερδέψη και θά τόν πιάση ό ψαράς καί θά μάς μαντατέψη. ΣΗΜ. Τό παρόν μετά του ποιήματος της «Βασιλοπούλας» (ΐ2ον «Δικφόρων») έδημο" σιεύθη Ι 8 | τό περιοδικόν «Libre" τού Μαΐου 1 9 2 7 . Ό διευντής του περιοδικού τούτου, καί καλός 1 Ελληνιστές, καθηγητές δέ έν | | Φιλολογική Σχολί] τοδ ΙΙανεπιΟΓημίου τοδ Montpellier κ. Λουδοβίκος Ρουσσέλ έγραψε έν ύποαημειώσει της δημοσιεύσεως τά έξης κολακευτικά διά | | ρ «Δωδείίανησιακήν Λύραν». Le public lettre aura pensons-nous, le plus grand plaisir a prendre un avantgoftl du recueil que pr^parent avec science et conscience M r s Mavris et Papadopoulos Παρακαλοΰμεν τόν κ. Ρουσσέλ ν ά δεχθη καί δημοσία τάς ευχαριστίας μας διά τάς εύμενεϊς κρίσεις του καί διά τήν λ ί α ν ήμΐν πολύτΐ)ΐον ήθικήν ύποστήριξίν του

8. Ή ' Α γ ά π η ( 3 ) (Κα ΑΙκ.

Μανρή)

"Αουρος κάνει τό κλουβί ν ά (6)άλη τήν άγάπη κι' ή κόρη ποϋ τόν ά ( γ ) α π ά στέκει συχνοκερνάτον.. «"Αουρε κάνεις τό κλουβί ν ά (β)άλης τήν άγάπη κι1 έ μ έ ν α ν οί γ ο ν έ ο ι μου μ' ά λ λ ο ν μ' αρραβωνιάζουν». « Σ ά ν θ ά άρραβωνιάζουσι ν ά μ ο υ ν αρρωστημένος καί σάν Θ χ σέ πατρεύγουσι νάμουν άποθαμμένος». "Αγιος ( δ ) έ ν ή τ ο τό σκυλλί, σαν άγιος εϊσακούσθη 5 ά ν τήν άρραβωνιάζασι ήταν αρρωστημένος κΓ^δταν τήν έπατρεύγασι ήταν άποθαμμένος. KiV ~•*•*" εκεί συναπαντήθηκε ό γάμος μέ τό £>ό(δ)ϊ (ι) Πρβλ. ,Γνευτοΰ 4 2 Μιχαηλίδου 65, Μανωλακάκη Κ' 84 Μανωλακώκη Δ 47» Λαογραφίας ΔΙ ΐθ4 καί ®| ρ | παΐ Passow 286. (2) Πρβλ. ΠαχτΙκος σελ. ρ καί p p (3)ΈδημοσιβύΟη είς τόν "Φάρον* τεύχος Δβρίου 1925 Πρβ. Φαρμακιδου σελ. 121 καί 35»


— 44 — | Η · | Κ ά μ ε τ ε γ υ ρ ο ν ά ρ χ ο \ τες και γ ϋ ρ ο ν οι π α π ά ( δ ) ε £ κ α ί γ ϋ ρ ο ν οί φ τ ω χ ο λ ο γ ί χ ν ά ' μ π ω ν ά ( δ ) φ τό ξ ό ( δ ) ϊ Έ κ α μ α ν γ ϋ ρ ο ν ( ο ί ) άρχονΓες και γ υ ρ ο ν οί π α π ά ( δ ) ε ς και γ υ ρ ο ν ή φ τ ω χ ο λ ο γ ί ά κι ήμπε ν ά (6)fj τό £ ό ( δ ) ϊ Βγάλλ* άπό τό (δ)αχτύλι της ώ μ μ ο ρ φ ο δ α χ τ υ λ ί δ ι στά χείλη της τό 'πόσυρε και β γ ή κ ε ν ή ψ υ χ ή της Έ π ή ρ α ( ν ) τους κι' έθάψ-α(ν) τους τούς δυο σέ ε ν α μ ν ή μ α κι' η β γ ε ν ή ν έ α λ ε μ ο ν ι ά κι1 ό ν έ ο ς κυπαρίσσι κι' έ γ ρ ά φ α ν ε τά φύλλα τ ω ν «άχ αρα» καί «κατάρα» Κ α τ ά ρ α ν ν ά χ ο υ ν οί γ ο ν η ο ί κι' ά ν ά ρ α ν οί π α π ά ( δ ) ε ς σ ά ν α γ α π ά ό νηός τή νηά καί ( δ ) έ ( ν ) τοϋ τηνέ δ ί ν ο υ ν . 9. Ή Π έ ρ δ ι κ α (1)

·Μ Κα Ελένη Κωστίδου

Μιά πέρδικα καυχήθηκε σ ' Α ν α τ ο λ ή καί Δύσι πώς δ ε ν εύρέθη κυνηγός ν ά τήνε κυνηγήση. Μ ά ' γ ώ τόν πόθο μου ' β α λ α κ α λ ά κυνηγησά την καί στ' ά γ κ α λ ά κ ί α μου τά δυό έ σ φ ι χ τ α γ κ ά λ ΐ ά την. Μά ή κόρη άπό τήν έντροπή έπεσε λιγωμέλ η, "Επεσε λ ι γ ω μ έ ν η , καί κ α τ α ζ ο υ λ ο μ έ ν η Β γ ά ^ ω το χαζ,ιαράκι μου σκάβγω καί 'γ<υ ' ν α λ ά κ κ ο καί έθαψα τ ή ( ν ) λυ(γ)ερή είς τήν μηλιά 'πό κάτω στό δροσίό τό ϊ,αχαρ&το Μηλιά μου μέ τά μηλά σου Δίνε καί τ ω ν δ ι α β ά τ ω ( ν ) ν ά συχωροϋ(ν) τής λυ(γ)ερί]ς ποϋ κοίτεται (ά)πό κάτω.

10. Π έ ρ ν ' α φ ο ρ μ ή τ ο ΰ γ ε ρ α κ ί ο ΰ (2) Πέρν' άφορμή (3) τοϋ γερακίοΰ σέ περιβόλι μ π α ί ν ω τό ταιράκι μου γυρεύγω· (Γ)ύρω τρι(γ)ύρω λ ε μ ο ν ι έ ς τ ι Ρ (>)ύρω κυπαρίσσια ( ι ) Πρβλ. ΠαχτΙκου αελ. 157 Σιγάλα: 42' ΜιχαηλΙδο« 9· καί έφη. «Αύγήν» ΐ)ΐ2)20.

Νιουρια*ί\ν Π α ρ α λ λ α γ ή

(2) Πρβ. Λαογραφίας Γ! 449 0 k ΕΙ 185 — (€) Άναγραμματιβμός=μορφή


— 45 -

1

τρι(γ)ΰρ' όλόχρουσες μηλιές κι* ε ϊ ν όμορφες περίσσια. Μ άπ δ λ α ' κ ε ί ν α τά δ ε ν δ ρ ά μία λ ε μ ο ν ι ά μ' αρέσει πουχε τους κλώνους ξαπλωτους στοϋ περ(ι)βολΐοϋ τ ί / ν ) μέση. Ή κόρη άπό κάτω (έ)γευβγετο λ α ( γ ) ο ύ ς και περιστέρι "Αιντες χρουσό μου ταίρι " Η ταϋλα πουτρω(γ)ε χρουση ή γί,ς ποϋ (έ)πάτειν αργυρή σσανάκία άπ* άσημι. Γ ΐ ά *δέ πραμμα πούτον 'κείνη! Ξ έ ν ε μου ά ν δ ε ν βιάζεσαι ξ έ ν ε μου ά ν χρειάζεσαι κά(9)ίσε ν ά γευτούμε κι' τά πάθη μας ν ά πούμε. " Ε χ ω λ α γ ο ύ δ ί α ν ά νευτζς καί κ α ν ε ν ό ς ν ά μή τό 'πζς λ α γ ο ύ δ ί α ν ά δειπνησι^ς και ν ά μ η ν τ ομολογήσω ς. " Ε χ ω και β ά γ ι ε ς δεκοχτώ και μ* ο π ο ί α ν θέλεις μένεις κι αύριο τό ταχύ πηγαίνη:». — «Μάχω κατάρα γ ο ν ι κ ή μ έ β α γ ί ά ν ά μή μ ε ί ν ω . Μέ β ά γ ι α ν ά μ η ν μ ε ί ν ω μ ό ν ο μ ε σέ χρουσό μου μηλο.* — « Σ χ ν σ ώ ν ο υ ν ^ έ ν ε . τ ά σ π ρ α σου μ έ ν ω και 'γώ στη πάντα σου Κ α ί σ ά ( ν ) σ ώ ν ο υ ( ν ) τά φλουριά μ π έ ν ω καί στήν α γ κ α λ ι ά σου. Β γ ά ζ ε ι τό κι/χεράκι του κά(θ)εται λ ο ( γ ) α ρ ι ά ^ ε ι το e w j d χ ι λ ι ά δ ε ς γρόσια καί την κόρη ( δ ) έ ν έσάσα(ν} $ β γ ά ί ε ι καί τά άρματα του

τά χρυσά καί τ αργυρά του Τήν νύχτα τήν βα&υάν αύγή αρχινά καί μετανοιιπνει κλαίιι ό νηός καί δέν μερώνει (Δ)ός (δ)ός (δ)ός γιατί

μου κόρη τ άσπρα μου μου καί τά φλουριά μου ^ ^ μου καί τ άρματά μου ,.- - ^ ^ j j H b ·. π ο ν ( ε ί ) ή καρδιά μου.

ν


ρ 46 11. Τα τρία κορίτσια (1) Κα Ελένη Κωβτίδου

' Ε γ ώ 'μαι (έ)νός ψαρά παι(δ)ί, μαυροματοϋσα και £ α ν θ ή τοΰ πρώτου κ α μ α κ ι ά ρ η μία χ α ρ ά κι έ ν α κ α μ ά ρ ι . Π ε ρ ν ώ τό κ α μ α κ ά κ ι μ ο υ ν ά σέ χ α ρ ώ πουλάκι μ ο υ καί π ά γ ω ν ά ψ α ρ έ ψ ω μαύρα μάτία ν ά ( γ ) υ ρ έ ψ ω . Ρ ί χ ν ω τή πρώτη κ α μ α κ ί ά ν ά H I α γ ά π η μου γλυκεία καί π ι ά ν ω έ ν α ψ α ρ ά κ ι , καί τό λ έ ( γ ) α ν μ π α ρ μ π ο υ ν ά κ ι . Καί σχίζω τήν κοιλίτσα του κ α ( ϋ ) μ ό πούχει ή καρδίτσα του καί β γ ά ζ ω τρεις κ ο π έ λ λ ε ς καί Ι τρεις κ α μ α ρ ω μ έ ν ε ς Ή μιά 'το άπ'τόν Γ α λ α τ ά βάστα τό νου σου δυνατά κι' Ι άλλη άπ1 τό Νίοχώρι τοϋ Χατσηγιανάκ ή κόρη Ή τρίτη | μικρότερη άπ όλες έμορορότερη ήταν άπό τήν Μπόλη καί τήν ά(γ)αποϋσαν όλοι Κ ' τήν άγάπησα καί γ ώ καί ν ά τήν πάρω δ ε ν μπορώ καί τό σπήτι δ ε ν ήξεύρω γ ΐ ά ν ά πά(γ)ω νά τήν εΰρω.

12. Ή

'Αναγνώριση

(2) (Κα

ΑΙκ. Γ.

Μανοή)_

Έρρόδισεν ή 'Ανατολή καί έβράδυασεν ή Δύση πάνε Ι άρνάκία στή βοσκή κι' ή κοπελλίές στή βρύση Π ά γ ω καί ' γ ώ κΓ ό μαύρος μου καί τά λ α γ ω ν ι κ ά μου Μΐά κοπελλίά είδα κι' έπλυνε σέ μαρμαρένες βοΰρνες «Κόρη μ ανέσυρε νερό ν ά JIIOC(V) τά δ ι ψ α σ μ έ ν α νά πΐώ καί 'γώ κ ι ' ό μαύρος μου καί τά λ α γ ω ν ι κ ά μου». Σαράντα σίκλια ανέσυρε χωρίς ν ' ά ν ε ν ι ρ α ν ί σ η , κοί στά σαράντα τέσσαρα τήν βλέπω καί δακρίζει. ( ΐ ) ΙΙροβ. ΓΙαχτίκου Ιελ. ffi Η Έδημοοιε<··θη είς τόν «Φάρον τκυχος Δεκεμβρίου Ι9 2 ^ 0«λ. 343· Aid

Λσραλογάς | δέ σημείωοιν τοΰ έπομένου ^ο^ατός


«Κόρη μου ά ν κλαις γ ΐ ά τό ν ε ρ ό κι "άν κλαις καί γ ΐ ά τ η βρύση κι' ά ν κλαις καί γ ΐ χ τόν κόπο σου ν ά σου τόνε πλερώσω» «Δεν κ λ α ί ω γ ώ γ ΐ ά τό νερό ούτε και γ ΐ ά τή βρύση ούτε και γ ι ά τόν κόπο μου \ ά μοϋ τόν έπλερώσης, μ ό ν ο χ ο λ ί ώ τόν ά ν τ ρ α μου ποϋ λείπει δέκα χρόνους, κι' άκόμη δυό τόν καρτερώ, καί τρεις τόν π ε ρ ι μ έ ν ω , τ χ ρ ο ΰ χ α μου στοϋ μπογιατζή καί *γώ στο μοναστήρι, ν ά π ά ω ν ά γ ί ν ω καλογρηά ν ά σώσω τήν ψυχή μου» — «Πες μου σουσούμια τ ά \ τ ρ α σ ο υ ϊσως καί ν ά τόν εΐ'Νδ)α» » — « Μ ε λ α χ ρ ο ι ν ό ς καί νόστιμος στο μπόϊ τό (δ)ικό σου, μαϋρο τ α ν τό μουστάκι του ωσάν καί τό (δ)ικό σου». — «Κόρ' εΐ(δ)α τον τόν άντρα σου στης Μπόλης τ' άργαστήρια στης Μπόλης τά κρασοπουλίά τόν ε ί ( δ ) α σκοτωμένο, λ ί γ ο κερί ( ι ) τόν δ ά ν ε ι σ α κι* ήρθα ν ά μοϋ τό (δ)ώκης» — «Σάν τόν έ δ ά ν ε ι σ ε ς κερί διπλό ν ά σοϋ τ ό ( δ ) ώ κ ω » . «Λίγο π α ν ί ( ι ) τόν δ ά ν ε ι σ α κι' ήρθα ν ά μοϋ τό (δ)ώκης» — « Σ ά ν τόν έ δ ά ν ε ι σ ε ς πανί (δ)ιπλό ν ά σοϋ τ ό ( δ ) ώ κ ω * . — «"Ενα φιλί τόν δάνεισα κι ήρθα ν ά μοϋ τό δώκης,» — « Σ ά ν τ ό ν έ δ ά ν ε ι σ ε ς φιλί ά μ ε \ ά σοϋ τό δίτκη» Κόρη έ γ ώ *μαι ό άντρας σου έ γ ώ 'μαι καί ό καλός σου. Ψ έ μ μ α τ α , ψ έ μ μ α τ α τό λες καί ψομματάρης είσαι, Γ ι ά πές σημάδια της αύλής ίσως καί σοϋ πιστέψω». Έ χ ε ι ς μηλιά στήν πόρτα σου καί κλίμα στήν αύλήν σου» κ ά ν ε ι σταφύλια ραζακίά, κάνει κρασί μοσχάτο όποιος τό πιη μ α ρ α ί ν ε τ α ι καί πάλ' άνα^ητάτο.» — « Ψ έ μ μ α τ α , ψ έ μ μ α τ α τό λ ε ς κι' ή γειτονία σοϋ τώ*ε γ ΐ ά πές σημάδια τοϋ σπιτιοϋ ίσως καί σοϋ πιστέψω. Xpouofj καντήλα κρέμεται στή μέση τοϋ σπιτίοϋ σου φ έ γ γ ε ι σου καί στολίζεσαι καί πάς στο μοναστήρι, τ ό ν "Ηλιο βάζεις πρόσωπο καί τό Φ ε γ γ ά ρ ι στήθη κ α ί του κοράκου τό φτερό βάλλεις καμαροφρύδι. — « Ψ έ μ μ α τ α ψ έ μ μ α τ α τό λ ε ς κι' ή γ ε ι τ ο ν ι ι σοϋ τώπε πές μου σουσούμια τοϋ κορμιοϋ ϊσως καί σοϋ πιστέψω». — « Έ χ ε ι ς έληά στο μ ά γ ο υ λ ο , έληά στήν άμασκάλη κι' α ν ά μ ε σ α τ ώ ν δυό β υ £ ι ώ ( ν ) τάστρο καί τό φ ε γ γ ά ρ ι » .

Π α ρ α λ λ α γ ή τ ο υ ανωτέρω α σ μ α τ ο ς (Κα

Μαοιγώ

Φονντη)

χορη σι^επ/βγαλλε §£ άνηοα της στα ξί'να, πιάνει xepl km φέγγει του, ποτήρι καί Υερνά τ οσα πδτηρια τίν χερνά τΊσα λογία του λε(γ)ςί: — «Μίσευγεις χαδεμ:'νε μου χι9 μενα που μ' άφίνεις;» — « ' A f / ν ω σε στ>ς μάννας σου καί στα καλα σου ά&λρια, χι ανκα'μω μήνα, μη λουστητ, καί χοΰο, μην άλλα::η; ρί|

( 0 «κερι» καί «πανί» δηλ. λ α μ π ά δ α κα\ οάβανον διά τήν ταφή ν.


- 48 χαί τριάντα

Wi

σ'τενοχωρηδηχε,

τιιam

Στης

άν κάμω 'χει σε πόρτα μη

στους τριάντα

Πάνω

χάρη

χρόνια

τ 'άργυρο

βρύσης

—α'Ανεσυρε, νά ||§

χρόνους πια στη

χαι ήτις σαραντα

j γla

σταμν\,

την

να της

χόρη, νερο νά πιουν τα

χαι 'γω χι' ο μαύρος μου χαι

χα\ στ); τριάντα

χαί Μν

σιχλα της

.

πο.ντίσσει,

διψασμένα τα λαγωνιχά

μου κ

άνεντρανίζει της

σκουπίζει.

< Κ όρη άν χλαΐς ||§ το νερο χι άν κλαις

χα\ γιά τη

χι

χλαΐς

τεσσάρες τά μάτια

χαι γΐχ

— «Δεν χλαιω

μερζς

nay,

ασημένια

τά τρία σχαλ}α άντρας

τριάντα σιχλιες

πρόβαλλες)).

τον χοπο σου να σου ην

βρύση

ί^λέρωσω

"γώ γΐ# το νέρο ούτε ναι γ [α τη

>.

βρύση

ούτε χα\ γιά τον χοπο μου να μου τον επλερωσγς, ν Αντρα χ α εί; την ξενητεΐά λείπει 7τριάντα χρόνια AT $

λ

> 1

\ §Β

Α

ν\

*

^

1να μην εφορεις τα φορείς ηλεγα νασαι ο ιοιος». — π ε ς μου τά μουσούΰια του ίσως χαινα τον ε7δα>. Διάχοντος ητο στο χορμι χι άνοιχτοχουταλάτο; μελαγροινός χα\ νόστιμος χο\ μαυρομουσταχατος χι* άπο τά νύγια ώς τη χορφη γαρυφαλλιες γεμάτος. Έφορειν ίνα δακτι>λ/(δ)< εις το δεξί του yspt πείά 'λάμπε το δαχτύλι του άπο το ϊρχτι>λίδί», — «Όψβ άργάς μοϋ ποίντηξε σ-ης μπαρμπαριάς το νάμμο μαύροι πουλιά τον τρώγανε χι' αοπρά τον τριγύριζαν Κιεναπουλ] χαλο πουλί δεν ηθείε νά φα(γ)η Φ α ( γ ) ε πουλί, χαλί πουλί άπ% αντρειωμένου χρεας νά χάμης πηχυ το φτερό χαι πιθαμή την πέννα. Καί μούγησε-παραγγελιά γυναίκα νά οε πάρω γυναίκα χι εύλόγητιχίά χαθώ; το γράφει ο νόμος Κι* ay θέλεις άσπρα δίνω σου, φλουριά νά σε φωρτώσω»Λ — « Κ αης εσύ χαι τασπρα σου καί τ ά. λαγωνκά σου - «"Ωχου την την γυναικά μου την άξιχ τιμημένη ποϋ τίμησε τον άντρα τη: τώρα τριάντα χρονιά. ( 1 (ι) Πρόκειται πιθανότατα περί συμφορμοϋ δύο άσμάτων. Πρβλ, Μιχαηλίδου 6 καί II. Ή ύπόθεσις του άσματος τούτου ώς καί του αμέσως προηγουμένου ύπάρχει είς πλείΰταςπαρ αλλαγάς είς τήν Δημώδη Ε λ λ η ν ι κ ή ν ποίησιν. Ο Πολίτης σελ. § 84 αναφέρει ύπέρ τάς 2θθ παραλλαγάς τοΰ άσματος τούτου. 'Εκεί δύναται ό βουλόμενος ν ά έΰρη τάς καταλλή λους παραπομπάς. Πλην τούτων ώς μή Αναφερομένων έκεΐ-καθ' δ έκτΟπωΰέντων μεταγενεστέρως, άς έχει ύπ όψιν του καί τό: Μιχαηλίδου 6, Κωνσταντινίδυυ, Παραλλαγή Ζαγοράς Πη~ λ ίου, έν τψ «Έρμη-'Αλεξανδρείας αριθμ. 2. ο ε λ 5 4 ) καχ φαρμα&ίδου ι ι , 12, 13» κ α 1 *4' kuI Λαογραφίας ΕΙ 89 καί 90. Αί ΚασιακαΙ παραλλαγαΐ ώς δύναται νά «εισθη ό συγκρίνων τάς ήδη όμολογήση ότι δεν ύστεροϋν καί τών καλλιτέρων γνωστών τοιούτων,

ύχαρχούόαζ

θά


14 Ή

Έξομολόγηαις (Κα ΑΙκ. Γ,} Μανοή

Σ α ρ ά ν τ α μέρες μελετώ ν ά π ά ( γ ) ω στο πνευματικό πτ,(γ)αίνω μΐά πη(γ)αίνω δυό δ έ ν τόν ευρίσκω μοναχό Π η ( γ ) α ί ν ω καί ρΐά Κυριακή και τόν εύρίσκω στο κελλι — Παπά μου £>εμολό(γ)α με τά κρίματά μου 'ρώτα με. — Τ ά κρίματά σου "ναι πολλά κι* άγάπη νά μήν πιάσης πείά. -— Σ ά ν άρνηθής εσύ παπά τόν άρτο καί τήν λειτριά τότες θ έ ν α ρ ν η θ ώ καί ' γ ώ τά μαίτρα μάτΙα π' αγαπώ, ( ι )

15 Ό

Ναύτης (Κοι Φ. Σ.

καί I | Σ.

Ίαμαηλία)

Ό ναύτης μας ψ υ χ ο μ α χ ε ί στοϋ καραβιού τήν πλώρη δ έ ν έχει μ ά ν ν α ν ά τόν κλαί κύρη ν ά τόν λυπάται μήδ* ά ( δ ) ε ρ φ ό μήδ' ά(δ)ερφή ν ά τόν ψυχοπο\άται. Κι' ό καπετάνιος τοϋ 'μιλά κι ό ναύκληρος τοϋ λέει — Σηκώσου ναύτη μου καλέ. \ αύτη μου παινεμένε, ν ά κουμπασάρης τόν καιρόν ν ά μποϋμε σέ λ ι μ ι ώ ν α . — Γΐά πιάστε μ ε ν ά σηκωθώ, ν ά σηκωθώ ν ά κάτσω καί φέρτε μου τή χάρτα μου καί τ* άργυρο κουμπάσο νά κουμπασάρω τόν καιρόν -\ά μποϋμε σέ λ ι μ ι σ ν α — Θαρρείτε 'κείνο τό βουνό τό πείό ψηλό άπ' τ άλλα έκεΐ θά πά ν ' άρράξωμε ν ά μποϋμε σέ λιμιώνα ν ά β γ ο ϋ ν οί ναϋτες γ ΐ ά νερό κι' οί μοϋσσοι γ ΐ ά τά ξϋλα καί τά μικρά ναυτόπουλα γ ΐ ά Λά μοϋ σκάψουν μνήμα. Παρακαλώ σε ναύκληρε καί σέ καραβοκύρη νά μή μ έ θάψης σ' έκκλησίά ούτε σέ μονάστήρΐ μόνο στή ρίβα τοϋ γιαλοϋ κάτω στο περιγιάλι όταν σουρμάρη ό ναύκληρος Μ άκούω τό γιαρμάνι. (2) ΚΓ ά ( ν ) σέ ρωτήση 1 μ ά ν ν α μου καί ποϋνεν ό υιός της πέςστε της πώς παντρεύτηκα καί πηρα μΐά γυναίκα τήν μαύρη πλάκα πεθθερά, τήν μαύρη γη γυναίκα καί τάχοχλάκΧα τοϋ γιαλοϋ ά(δ)έρφια κι' £α(δ)έρφια. (ΐ) Πρβλ. Γνεύτοΰ 42 Η Παχτίκου 283. (2) Πρβλ. Γνευτοδ 9° Χάλκης έν ρ άνεκδότω συλλογή μας Μανα)λα*ά*η Α. 25 Λαογραφίας ας ΔΓ 128 καί 169 ένθα καί παραλλαγαί. HI ( 0 Ι νά μου χτυπά | θάλασα νάχω χαρά μεγάλη.


50 Κι* όντας άσπρίση ό κόρακας καί γ ί ν η περιστέρι τότες κ' έ γ ώ μ α ν ν ο ϋ λ α μου θ' άρθώ W αύτά τά μέρη.

16 ' Έ λ α π ο υ λ ί μ ο υ (Κα

— « Έ λ α πουλί ρου ν ά μου | | ς ούλη μ έ τά σωστά σου μ αγαπάς | μέ τά — «Με τά σωστά μου σ' ά ( γ ) α π ώ με καί τή(ν) καρδιά μου ρώτημα κι εϊπε

ΑΙκ.

Γ

Μανρή)

σου τήν άλήθεια παραμύθια. ούλα μου τά μέλη μου ε σ έ ν α θέλει'

1 7 ' Ά χ ο υ καί ν' α ν τ α μ ώ ν α μ ε (κ. Έμμ.

Γ.

Σκενοφύλακας)

— «"Αχού κι' ν' α ν τ α μ ώ ν α μ ε μές στο μπαξέ στά δέντρα τότες άγάπη μου γλυκερά o i 'χόρταινες κουβέντα ν ά σέ ρωτήξω ν ά μοϋ π()ς γ ΐ ά τά παληά μας πάθη. Στέκ ή άγάπη πούχαμε γΓ άπό καιρόν έ χ ά θ η . = Σ τ έ κ ε ι ή αγάπη ποΰχαμε στέκει πουλί μου στέκει καί είναι δυνατότερη κι* άπό τ' άστροπελέκι (ή: καί δ έ ν μετακινήθηκε ν ά πάη πείό παρέκει )

16 Περιορισμένο μ9 έχουαι {Κα ΑΙκ. Γ. Μανβή)

—Περιορισμένο μ* εχουσι ν ά μή σ' ά ν ε ν τ ρ α ν ή σ ω μή(τ)ε στά μάτία ν ά σέ δώ ούτε ν ά σοϋ μιλήσω. -^-Τύφλα στόν περιοριστή ποϋ μας περιορίζει σάν θέλεις σύ, θέλω καί γ ώ κανείς δ έ ν μας χ ω ρ ί ζ ε ι . — Σί(δ)ερα κι' ά ν μοϋ βάλουσι και στό λ α ι μ ό κ α δ έ ν α ( δ ) έ ν άπαρνίοϋμαι τή φιλιά όπούχω μέτ* έ σ έ ν α .

19 Ά ν ι σ τ ο ρ η σ ο υ τ ό ν

καιρό Κα ΑΙκ.

— «\Α\ ιστορήσου τόν καιρό ποϋ κ ά μ α μ ε ν ά ν τ ά μ α καί ob λυπήθης τό χαρτί ν ά κάμης έ ν α γ ρ ά μ μ α · · — ( Δ ) έ ν έλυπήθηκα χαρτί μή(τ)ε καί τό μ ε λ ά ν ι μ ό ν ο βτόν έρημότοπο καρά(6)ι ( δ ) έ ν έ φ ά ν η

r.JfMΟί


— 51 — 20 Μ α ρ ι γ ώ μ ο υ κ α ι Ν τ ο υ ν τ ο υ μου (Κα ΑΙκ. Γ.

Mav^fj)

Μαριγώ μου καί ντουντοϋ μου καί κανάρι τής Φραγκιάς ν ά σέ ίστορίσω θ έ λ ω μέσ' α τα φύλλα τής καρδίας. Μ α ρ ι γ ώ μου καί ντουντοϋ μου σιϊ) τόν έκρατάς τόν ν ο υ μου Μαριγώ μου καί ντουντοϋ μου καί χρυσό μου ό ν ο μ α ν α σέ ίστορίσω θ έ λ ω στήν καρδιά μου εικόνισμα. —

—-.——miens·;

. .ι

21 Σ ά ( ν ) μέ νεκροστολίαουσι (Κα ΑΙκ. Γ. Μανοί})

Σ ά ν μέ νεκροστολίσουσι κι ά ν ά ψ ο υ ( ν ) τά κεριά μου τότε καί ή ά γ ά π η σου θά βγη άπό τή καρδιά μου. Νεκρό σ α ( ν ) μ έ περάσουσι άπό τή γειτονιά σου μή φοβηθης τή μ ά ν ν α σου καί σϋρε τά μ α λ λ ι ά σου ' Ω σ ά ν θά μ έ ποσώσουσι είς τοϋ «Σταυρού» τή(ν) πόρτα Σϋρε πουλί μου μ ΐ ά φ ω ν ή ν ά μαραθοϋ(ν) τά χόρτα Ω σ ά ν θά μ έ ποσώσουσι είς τοϋ «Στανροϋ» τή μέση σϋρε πουλί μου μ ΐ ά φ ω ν ή ν ά χαλαστή ν ά πέση. Ώ σ ά ( ν ) θά μ έ ξοδίά^ουσι οί δ ώ δ ε κ α παπά^δ)ες σϋρε πουλί μου μΧχ φ ω ν ή ν ά σβύσουν ή λ α μ π ά ( δ ) ε ς Κι" ώ σ ά ν θά μ έ ποσώσουσι είς τό νεκροταφείο σϋρε πουλί μου μ!ά φ ω ν ή ν ά σηκωθώ \ ά φύ(γ)ω. (ι) Προβ. Γνευτου οελ. 87 Κυπριακά "Επη | 33 44 ΠαχτΙκου βελ. Φ·ονή της Δωδεκανήσου 1-21-33 άρι-fr. 22 Pas sow 377 Μ 476α ΣακελλαρΙου Κυπ ια<ά Β.' σελ. ®|8 Κανελλάκη Χιακά άνάλεκτα άριθ. 3 2 Σταμαπάδου Σαμιακά Ε.' 5°°· Dieterichozk, 355 6 Νεοελλ. ΆνάλεκταΒ.' 44 δ καί Λαογραφίας Α.' ot-λ' 688 και Β.' 593·


• ν ' : ^ · . ·

Ζ'. Σ Κ Ω Π Τ Ι Κ Α

Ό Λαός <5«ν άνέχεται ευκόλως παρεκτροπάς άπό τής κοινής καί τταο 9 δεδομένης ή&ικής. Αρκεί μικρά άπ αυτής παρέκλλισις διά νά Ιητι* ψ δήσγι άμέοως ώς διαμαρτυρία τό σατυρικό τραγούδι. (S, KupiaZiflvjC. "Ελλ. Λαογρ7φέα Α'. τ ό μ , σςλ, 78) 1

(Β)άλε

με

χ α δ ε μ έ ν η

μ ο υ . . . (Κα Αίκ.

Γ. Μαν$ή) \

— «(Β)άλε μ ε χ α δ ε μ έ ν η μ ο υ στις δροσερές σου α γ κ ά λ ε ς και μ α θ η μ έ ν ο ς ε ί μ ε γ ώ γιατί μέ (β)άλλα(ν) κι' ά λ λ ε ς . » — «(Β)άλλω σε χ α δ ε μ έ ν ε μ ο υ και δροσερέ μ" ά , γ ) έ ρ α μ ά μήν τό πάρης μ ά θ η μ α ν ά θέλης όλη μέρα | —«(Δ)έ(ν) θά τό πάρω μ ά θ η μ α ν ά -θέλω όλη μ έ ρ α μόνο τό(ν) χρόνο μιά βολά τό(ν) μήνα μ ΐ ά ν ήμερα ! » 2. Έ ν α

γέρων

έπατρεύγα(ν) J (Κα

'Ένα γέρων έπαφεύγα(ν) μέ μ ΐ ά ν ώμορφη κ ο π έ λ λ α , κι' τά ( δ ) ό ν π α του ( έ ) σ α λ ε ύ γ α ( ν ) (Β)άλλ' ό ( γ ) έ ρ ω ς τ ή ( ν ) γ ο υ ν έ λ λ α και χ α μ ο ( γ ) ε λ & ή κ ο π έ λ λ α . ( Β ) ά λ λ ' ό ( γ ) έ ρ ω ς τά γ υ α λ ι ά του και τήν έτραβ& κοντά του, ν ά χτενίση τά μ α λ λ ι ά του. — έμπα πειρασμέ στό χ τ έ ν ι , κόψε τό μισό του ( γ ) έ ν ι . Έμπαπειρασμέ στ αυτί τουε βγάλετου τήν άκουή του. Πέσεπλάκα πλάκωσέ τ ο ( ν ) Τοιχ μου ξεράχισέ τ ο ( ν ) .

A b ^ ^ o ^


53

-

3. Μια γρηά ασκημομούρα

(Κος I. Μ. Αιακάκη)

::,,

|||

ι

Μια γ ρ η ά μ ο ν ο δ ο ν τ ο ϋ ά ν τ ρ α ν ήθελε ή Μΐά γ ρ η ά άσκημομοϋρα σσιμπλομμάτα καί καμπούρα ά ν τ ρ α ν ή θ ε λ ε ή καρδιά της ν ά χ η μές στήν α γ κ α λ ι ά της. ' Ο λ η μ έ ρ α στολισμένη ήτον ή γιβεντισμένη Σουλουμά καί κουκινά δία η β α λ ε ν έφτά καντάρια. τόν καθρέφτην έθωροϋσε σ ά ν τρελλή παραμιλούσε — «Κρίμας πούνε τέδοιο σώμα ν ά ν ε μ ο ν α χ ό στο στρώμα, Βέβαια ' ν α ι άμαρτία καί μ ε γ ά λ η άδικία» Τ ά κορίσσια τής τό 'κοϋσαν καί τήν έ π ο υ ζ ο ( γ ) ε λ ο ϋ σ α ν . — « Μ ω ρ ή γρ(η)ά δ α ι μ ο ν ι σ μ έ ν η (Δ)έν έντρέπεσαι κ α ( ϋ ) μ έ ν η οί μολάκοι σου σαπίσα(ν) καί π ε τ ά σ α ( ν ) καί σ ά φ ή σ α ( ν ) καί ( δ ) έ ν ήμπορ(ής ν ) ά μασήσης καί τής πείνας θά ψοφίσης! — Ν ά χαθήτε σ υ χ α μ έ ν α |1 σάς μ έ λ λ ε ι άπό τά μ έ ν α ; ά ν τ ρ α ν πεθυμά ή καρδιά μου τώρα στά γ ε ρ ά μ α τ ά μου, Τ ρ υ φ ε ρ ό παλληκαράκι ν ά μ έ βρά£η στο γιατάκι. ' — « Γ ι ά ( ΐ ) δ έ ή γραίβα πώς μ ι λ ά κι ( δ ) έ ν έντρέπεται σταλιά θφ «έ δέσω με στό στϋλω ν ά σέ σ π ί σ ω μ ε στό ξύλο ν ά ( γ ) ε ν ο ϋ ν ε τά πλευρά σου μ α λ α κ ά σ ά ( ν ) τ ή ( ν ) κοιλιά σου» άπό τό ραβδί ν ά σκ??σω τ ό ( ν ) σκοπό μου δ έ ν ά λ ά σ ω

κι! d(v) ψυχομαχώ στό στρώμα | | Α ν τ ρ α ! | | | φ ω ν ά £ ' άκόμα ( i ) (ι) Τελειωτέρα « α ρ α λ λ α ^ τής ύφ ήμών δημοοιευ^ίοης έν 26)2)27.

ΗΗ /^^ΗΗ

νΛιυδεκανήσΦ*


— 54 4. Ή γ ρ ; η ) έ 5 κ ι' β

Χάρος

Ωρισεν ό Βασιληΐς ν ά παντρεύγου(ν)ται.ή γρ(η)ές καί ν ά περνούν άπό δυο έ ν α γέρα) και έ ν α νηό* Ν ά χ ο υ ( ν ) τό(ν) γ έ ρ ω γ ι ά χ λ α δ ι ά και τό(ν) νΐ)ό γιά α γ κ α λ ι ά ' Κι όσες γρ(η)ές τό (ά)κούσασι(ν) ούλες έ γ λ . . . ακούσασι Στό λουτρόν έπή(γ)ασι κι* έμορφολουστήκασι και στά δάσην ήβγασι. Χάροντας έπέρασε καί τίς εχαιρέτισε: = ϊΚυράδες άσπροκούτελλες κι' άσπρομιλιγγουδατες, Πας κι' έπέρασ' άπό γχά έ ν α κοπά(δ)ι γράδες;» Ε κ ε ί ν ε ς έχορεύγασι κι ή μιά στήν άλλη λέ(γ^ασι — «Χορεύγετε μωρέ καλα κι* δπου 6pfj γρ(η)ά άς τή(ν) ρωτά» — «Κυρά μου σάν δ ε ν είσαι γρ(η)ά κι1 είσαι και κοπελλοΟδα γιατί 'μιλάς φαφούτικα κι'έχεις και τή(ν) καμπούρα;> —«Γιατί φάγα? άγριοεληές όπούχουσι σπφάδα κι έ μ π έ ρ δ ε ψ ε ν ή γλΦσσα /*ου καί ( δ ) έ ( ν ) μιλώ καθάρια.» = «(Γ)υρίσετ' άνατολικά κάμετε τό σταυρό σας γιατί 'φθάσε τό τέλος σας κι' ήρθε τό τέρμινο σας.

5. Ό

Καλόγνωμος

Μαλλώνει μου ό κ α κ ό γ ν ω μ ο ς μ α λ λ ώ ν ε ι με καί (δ)έρει με ποΰ (δ)έ(ν) τοζ μα(γ)έρε\]/α τ ήν μ α ( γ ) ε ρ ι ά τά λ ά χ α ν α Γνβυτου βελ. 202

"ΐ >


— 55 -

ι

τ άνάρτυτα κι ά ν ά λ α τ α καί ποΰ ( δ ) έ ( ν ) τούστρωσα «αλά τ ή ( ν ) μπαλωμέ- η του ρασσά όπούχει τρ(ι) χ μπαλλώματα μ ε ( γ ) ά λ α σ ά ( ν ) τά (δ)ώματα ( ι )

6, Κ α λ έ μ ά ν ν α π ά ν τ ρ ε ψ ε με (Κα Αίκ. Γ. Μαυρή)

Κ α λ έ μ ά ν ν α πάντρεψε με σπιτονοικοκύρεψέ με. = ( Γ ) έ ρ ω ν άντρα μή μου (δ)ώκης κι' ύστερα θά μετανοιώσης γιατ ό ( γ ) έ ρ ω ς θά ξετάσση πουν τ1 άλεΟρι, πουν τ άλάσσι, πουν τ α ύ γ ά της εβδομάδος. Κι 1 του (γ)έρου τά παιχνίδια σάν νερόβραστα κρομμύδια Μά τοϋ νηοϋ τά παιχνι(δ)άκ1α ε ί ν α ι μοσκοκαρυ(δ)άκΐα. = «Νά σου ( δ ) ώ κ ω έ ν α ραφτάκι ώμμορφο παλληλαράκι·,» = «(Δ)έν τόν θέλω γ ώ τό (5άφτη, δλη μέρα (5άφτει, χάφτει καί τές νύχτες μυι(γ)ες χάφτει.» — »Νά σου ( δ ) ώ κ ω μπακαλάκι έ ν α νηό παλληκαράκι;» = * ( Δ ) έ ν τόν θέλω τόν μπακάλη ποΰ βρωμ& έληές καί λά(δ)ι Ι — - Νά σου (δ)ώκω μπαρμπεράκι έ ν α ντ,ό παλληκαράκι; f = « ( Δ ) έ ν τόν θέλω τόν μπαρμπέρη δλη § μέρα μπαρμπερίζει | κα) τις νύχτες μουρμουρίζει.» = « Ν ά σοΰ ( δ ) ώ κ ω έ ν α ναυτάκι έ ν α νηό παλληκαράκι; i s = Ι Κ α λ έ μ ά ν ν α μου τό β ρ ^ ε ς Στήν καρδιά μου μέσα 'μπάκες Ν ' άνεβαίνιρ στήν ά ν τ έ ν α ν ά ν 1 ό νους του μέ τά μ έ ν α . » ( 2 ) Β Πρβλ. Μιχαηλίδου Μ Ι I Πρβλ) ΓνβυτοΟ, ββλ. 4S.Passow B p καί H f ίταραλλαγαΐ)*

g j καί Μ

g

% 4

Λαογραφίας |

| | 573·


H 56 7. ( Δ ) έ ν

σο υ

τώπα

παντρεμμένη

-Κα ΑΙκ. — «(Δ)έν σοΰτώπα π α ν τ ρ ε μ μ έ ν η στό(ν) γιαλό μη κατε(β)$ς κι ό γ ί α λ ό ς κ ά ν ε ι φ ο υ ρ τ ο ύ ν α μή σε πάρη και π ν ι ( γ ) ή ς | — | W ά ν μέ πάρη που θά πά(γ)α> κ ά τ ω σΓά β α θ ι ά ν ε ρ ά κ ά ν ω τό κ ο ρ μ ί μ ο υ β ά ρ κ α κ α ί τ ά χέρια μ ο υ κ ο υ π ι ά τό μ α ν τ ή λ ι μ ο υ ( ι ) π α ν τ ι έ ρ α κ α ί μ έ β γ ά λ ο υ ν στή σ τ ε ρ ι ά » . (2)

8. Μά νά σέ πάρω Θέλω 'γώ ^ (-gg Α/κ. /YiljM| Μ ά ν ά σέ π ά ρ ω θ έ λ ω ' γ ώ μ ά ( δ ) έ ν σέ πέρ' ά κ ό μ η ώστα ν ά μ ά θ ω καί ν ά (δ)ώ τ' ά φ έ ν τ η σ ο υ τή γ ν ώ μ η Β ν ά σέ π ά ρ ω : γώ

^ Β κ Β Ι

|| ,

ώμορφη κοπελλοϋ(δ)α καί θά σέ ντύσω πράσινα σα τήν Έμιροποϋλα

Μά νάβΜ'χάρω

μά νά σέ πάρω θέλω.

'γώ ,

S Β f v ' Υ ι ά Μ χωράφια: πατηματά ( δ ) έ ν θ έ λ ω

σας

2τά χίλια οχτακόσια Η |

II

••'

χίλϊα οχτακόσια στά έβδομη ντα δθό έ(6)άλλαγ | κουτροΟλλες μποττόνια στό λαιμό Μ ^ ^ Ρ '

L

¥ ο ( ν ) και

4**« Γ. JftroffjiL

μαυρισμένα

,

ώσα^ν) τό θυμιατό.

ρ

'

- .J·

Ό ^τρομπιά ρ η δ

i i m i a t e i § 1

P l S ΜανωλακΰίΚΓ, Α! 0ελ.

ϋ

ι

Η | Β Λαογ ρ α χ 1 α ς |

^

-

^

ί

„αραλλ«Τ«1·


57

-

και τρέπομαι να της τό πω. Σύρε μάννα μου *πέ της το κρυφά κοβεντιασέ της το.« — «Μετά χαρά σου γυΐόκα μου νά πάρω καί τήν ρόκα μου». Παίρνει τή ρόκα της καί πά(γει) Βρίσκει τήν κόρη καί κεντά. — «"Ωρα καλή σου λυ(γ)ερή» — «Καλώς τή(ν) μάννα τή(ν) καλή» — «Κόρη ό γυΐός μου σ' άγαπεΐ καί ντρέπεται νά σοϋ τό jrfj». — «Σάν μ* ά(γ)απ<5; καί ντρέπεται στό σπίτι μας πώς έρκεται; Σάν ντρέπεται νά μου τό πζ νά μοϋ τό γράψη στό χαρτί Κι' άς έρθη τό πρωΐ πρωι νά πιούμε τόν καφέ μαζί. Κι' ά(ν) τό(ν) ρωτήξη ηγ ειτονίά νά πη πώς είμαστε γεννίά κι' άν τόν ρωτήξη ό γείτονας νά π η πώς είνε φίλος μας. (ι) 11.

Η

Ά κ β μ ά τ ρ α (Κα ΑΙΗ. Γ.

Μαυρή)

Άκαμάτρα μέ λαλούσαν άμ εγώ καματερή μουν καί ύφαινα, ύφαινα τό χρόνο ένα μασουράκιν οργο καί ύφαινα τ' άνχρός μου βράκα καί έλειπαν καί τά παζάκΧα καί έλειπε καί ό βροχός καί ά(π)ό πίσω καί ά(π)ό 'μπρός. (2) S K ^

12. Ή

φιλημένη (Κα ΑΙη. Γ.

Μανοή)

= «Κόρη κοντοπλεμμένη γιατ έδινες φιλί νά σέ φιλήση ό ξένος νά πάη νά τό πι];» = Ι Μή(τ)ε ξένος ήτο μη(τ)ε καί (δ)ικός Υ άντρός μου ήτο φίλος κσί ά(δ)ερφοποιτός καί 'μοϋ Κ καϋμένης ό πρώτος μ άρμαστός. ( ύ Πρβλ. Fveotou οβλ. | § (2) Πρβλ. I l l Ι « λ . 77, Μιχαηλίδου Ι 1

Passo*

. * Α» 72Χ καί Λαογ*ρφί«* |

Μ


1

— 58

-

Μά μή μοϋ θυμώνης καί 'γώ θά σοϋ τό 'πώ πόσες φορές μ έφίλησε ό πολλ' άγαπώ μΐά στό παραθϋρι κι άλλη στό στενό και μία μέσ' τό σοκκάκι σάν ημεθα τά δυό » = «Κόρη, (δ)έν έντράπης, (δ)έν τώχεις έντροπή νά σέ φιλήση ό ξένος νά πάη νά τό πί];» —«Σώπα μάννα, σώπα, κι' έ(γ)άπας τα και σύ τάμμορφα παλληκάρία και τό γλυκό κρασί.»

13. Σέ περιβόλι μπαίνω Κα ΑΙκ.

Γ.

MavQfi

Σέ περιβόλι μπαίνω, βρίσκω μΐά μηλιά Τά μί}λα φορτωμένη καί 'πάνω κοπελλίά Λέγω της «έλα κάτω νά κάμωμε φιλιά» Κι* εκείνη κόβ^ει μηλα καί μέ πετροβολά c •- ·

ι ;a«MM "

"'

14. Πέ(ς) μου νά ζοΰ(ν) τά μάόια σου Κα ΑΙκ. Γ.

Μανοή

—<Πέ(ς) μου νά |οϋ(ν) τά μάδια σου καί να χάρης τό φως σου σά(ν) πόσες άγαπητικές ν&καμες στό (ν) καιρό σου —Σά(ν) μοϋμωσες τά μάδια μου καινά χαρώ τό φως μου εξήντα δυό άγαπητικές ήκαμα στό(ν) καιρό μου.

15. Νά παντρευτώ γουστάριζα Κος Νικ.

Καρβουνάς

Νά παντρευτώ γουστάρησα τά έξοδα φο(β)οϋμαι γιατ* ει ν' ή εποχές κακές καί εκείνο συλλο(γ)οΰμαι. Νά μιά γρηά παμπόγρηα άπό τ ή ν ' γ ε ί Γ ο ν ί ί μου έκείν είναι ποϋ μ έβγαλε άπό τά λογικά μου. - «Παντρέψου, γυΐέ μου, μούλεγε \ ά πάρης κορισσάκι νά τώχης στήν άγκάλη σου χειμών καλοκαιράκι.» Έγώ σάν νά γουστάρησα καί είπα τΓ,ς γρ(η)άς πώς θέλω Τήν νύφη (δ)έ(ν) κατέχω τη νά μοϋ τήν γείξης θέλω" Καί πέρ(ν)ει με στό σπίτι της διά νά μέ προκκάρη «Βρίσκω τή(ν) πεθθερά κ(ο)υλλή, τό(ν) πεθθερό κουβάρι. Ή νύφη μας έκά(θ)ετο είς τοϋ σοφά τή(ν) μέση καί ή μ'ιξα της έκκρέμετο στό(ν) πάτο γΐά νά πέση Ή ψείρες καί ή κόνιδες, ήτανε τά καλά της καί Ι άράχνες τοϋ σπιτιοϋ ήτο(ν) τά μόμπιλά της. Γιά δζτε τή κατάστασι άποϋχε τό κατώ(γ)ϊ μόνο τόν λύχνο τό(ν) σβυσχό στοϋ ταλλιερίοϋ τό ίτό(δ)ϊ ΜίΑ γισσινία κουσσουλή, λα(γ)ήνι μέ σουλοϋμι καί βίχε και τά ροϋχα της σέ βέργινο κουφοϋνι.


— 59 — w

Evcfc τραπέ£,ιν εΐχασι στό τοίχο 'κουμπισμένο καί τό τραπεζομαντηλο πεντικο·ρα(γ)ωμένο. Πά(γ)ω καί 'γώ τί (δ)ά νά (δ)ώ^ άνεμικένο στρώμα Καί άπόπλωμα νά σκεπαστής (δ)έν ηυρασιν άκόμα. 'Ακούσατε νά σάς ειπώ γΐά τά συμπτώματά της. Τριά οσουκάλια δίχως 'φτΐά εί(ν) τά νοικοκυριά της "Εχει καί τό ιδίωμα τήν νύχτα νά (γ)υρί^η. καί μέ τίς άγριες τίς φωνές τό(ν) κοσμο φο(β)ερί£η. 'Έχει καί στά ρουθούνια της τόν μόσκο τόν άκνάτο, μ άλήθεια καί τό στρώμά της τήν νύχτα κατουράτο. Έγόρασε καί μΐ> προ(6ι)χ κι' ή(6)αλε στά σεντόνια τήν νύχτα γΐά v t κατουρά νά μή περνά τό στρώμα. Μά είναι καί λι(γ)όφα(γ)η καί τρώ(γ)ει νά χορτάση τρεις ρένες καί μισό ψωμί προμπούκι της ύπάσι Τρία ψωμιά όκάδικα ήθελε μοναχή της καί ένα κρητικό τυρί νάρτύση τό ψωμί της. Μόνο καβέ καί ζάχαρι ήθελε τρεις όκά(δ)ες καί άνάθεμα κι | έφτάνα(ν)τη ίσια μέ δυό '6δομά(δ)ες "Ομως νά δήτε φίλοι μου πούτον καί προκομένη. φρόνιμη καί νοικοκυρά καί μετα(γ)υρισμενη Τά ροϋχα της μπουγάδιαζε, στις δυό Φεβρουαρίου καί τά έξεμπουγάδιαζε είκοσι μΐά Μαΐου (ι) (ήτοι άπό τής 'Υπαπαντής μέχρι τοϋ 1 Αγίου Κωνσταντίνου)

16. Άπό τον πρίνον ηκοψα (Κου Ίω.

Μ.

Διαχάκη)

—'Από τόν πρίνον ήκοψα ένα ροζιάρη κλώνο κι' έχω τον στό φουρνόσπίτο γΐά'τόν κακό σου χρόνο. Μχά μισυ όρ^ ΐά τό μάκρος του ωσάν τή φορτωτήρα κι' έχει καί ρόζους σουβλωτούς γΐά τήν κακή σου μοίρα. Αύτό τό(ν; ράβδο(ν) θά (β)αστώ στό χέρι ν' άκουμπίζω κι' ά(ν) (δ)έ(ν) γροικάς σά(ν) σου μιλώ θά σέ ξυλοραβδίζω *A(vy (δ)ε(ν) γροικάς τά λόγία μου καί κάνεις τά (δ)ικά σου θά κάνη μαϋρα μελανά, ό ράβδος τά πλευρά σου. Ό ράβδος ό ροζιάρικος θ1 άνεβοκατεβαίνη κι ώς ξεστρατίσης μΐά σταλιά στόν δρόμο θά σέ φερνη. Μ ά(ν) θέλης νά καλοπερνάς κι' ά(ν) θές νά μ'έχης φίλο Νά συνηθίσης νά (β)αστάς τή πείνα σά(ν) τό σκύλλο. Μή σέ φωτίση ό Πειρασμός καί πεις πώς θές άλεϋρι καί τί θά πάθει ή (5>άχη σου μόνον ό ράβδος ξεύρει. w A(v) γελαστές και πεις πώς θές, άλεύρι νά ζυμώσης άπό τό πρίνερο ραβδί κακά θά ξεμπερδώσης, Νά φά(γ)ης θέλεις μΐά ραβδιά απάνω στό κεφάλι νά πάς στό γέρω δαίμονα καί βρίσκω 'γώ μΐάν άλλη. (χ) Τ·λ«\οτέρα παραλλαγή τοϋ Καρπαύνακοδ.

ΙΙρβλ* Μανωλακάκι ΑΙ οελ. 264.


Κι' άν εϊ(ν)' και 'κείνη σαν και σέ κι4 (δ)έν εί μπορεί νά μάθη τά ίδια τά όλόϊδια μέ τό ραβδί θά πάθη.

17. Τώρα αού γλυκοτραγουδώ... (χ. Ίωάν.

Μιχ.

Λιαχάκή)

Τώρα σοϋ γλυκοτραγουδώ ώστα ποϋ νά πέ πάρω κι' ύστερα μέ τόν άγριλό(ν) καλά θέ σέ σενιάρω Τραγούδια και 'παινέματα ώστα νά σ' άποκτήσω κι' ύστερα μέ τόν άγριλό(ν) θά σέ κουσσονεφρίσω· Τώρα σοΰ γλυκοτραγουδώ κι' ύστερ' άφοϋ σέ πάρω μέ τή(ν) 'σακουμακόπετρα σά(ν) γ-ίδα θά σέ γδάρω· *Α(ν) νεχασκίσης και μοϋ πί]ς πώς θέλεις καπελίνο βίω σου μιά κατάσταυρα κι' όλόντρετη σ'άφίνω μ* άν είναι κι'έγης το σκοπό αντάρα μου νά ΐ,ήσης της μόδας τά φορέματα πρέπει νά παρατήσης. Νά βγάλης τό καπέλο σου νά (β)άλης μιά σσεμπέρα καί νά (β)αστάς r' άργάτι σου νά κλώθης νύχτα μέρα. Και ν' άνεκουντουρίξεσαι νά πλύνης νά μπαλών ης μ άμα σου σύρω τή(ν) φωνή σά(ν) κάττα νά ϊ,αρώνης. Νά πιάνης τό δρεπάνι σου νά βγαίνης νά θερινής νά κοπανης τις κεφαλές και νά χειρομυλίϊ,ης νά πά(ς) νά φέρνης κι' άστοιές γομάριν νά φουρνί^ης. Καί νά (γ)εμώνης και χοχλιούς στό δρόμο τήν ποδιά σου νά τούς χοχλάσης σά(ν) θάρθής νά τρως μέ τά παιδιά σουυ Νά τούς χοχλάσης σά(ν) θάρθης νά τρώς μέ τά παιδιά σου νά πίνης ύστερα βλυχά νά πρίσκεται ή κοιλιά σου. Σκέττο φουστάνι γερανό θάν τό λαμπριάτικο σου κι' ά(γ) μουρμουρί^ης τό ραβδί θά σπά(ί,η) τό κάρκανό σου Έληές και κρίθινο ψωμί πορνό καί μεσημέρι θα(ν) τό καλό σου φαγητό κι' εκείνον είς τό χέρι. Πότε - καί πότε μοναχά μπορείς νά μα(γ)ερέψ·ης λάχανα παντοσύναχτα άν πά(γ)ης καί μαζέψης. Ό λ ο ( ν ) τό(ν) μήνα θά περνάς μέ ρΐάν οκά έλά(δ)ι γ}.ά το καντήλι τών άγιώ(ν) ποϋ θ' ά(νά)φτη κάθε βρά(δ)υ Κι όλόρτα νά ψυχομαχής καί νά ψοφάς τής πείνας μ' αυτό τό λά(δ)ι τήν οκά θέ (ν)ά περάση ό μήνας.

18. Άγια μου Μαρίνα μου (κ. Ζ. Χαλκιά&η)

'Αγία μου Μαρίνα μου καί 4 Αγίά Έλεοΰ σα νά 'μπά) και νά μή νοιώσουσι ήθελα νά 'μποροϋσα. Κι ά(ν) τύχη και μέ νοιώσουσι ξέρω θά τά σκιάσω «'Αρρωστημένη είν' ή γρ(η)ά και ήρτα νά τής δ*αβάσα\> Καί πάλι ά(ν) μέ μπιάσουσι θά π ά ρ ω τήν πιστόλα


— θά 'πώ στήν κόρη «σ* άγαπώ» καί θά τήν πάρω κι" όλα. _ ! 61

|||ί

19. Μιαεύγω χαδεμένπ μου (κ. Νιη.

WjtZ:

BgtfV'v

Γ.

Σκενοφύλακ&ζ)

Μισεύγω χαδεμένη μου κι έβγα καί Φ στό (δ)ώμ:α καί 'JIB μου «άμε στό καλό» μέ τό γλυκό σου στόμα κι ά(ν) σέ ρωτήση ή μαννά σου ϊντα θελες στό (δ)ώμα • τή(ν) κάρσα μου πές ήπλεκα κι'ήχασα τή(ν) βελόνα, '

.

- ;•

20. Κάτω ath Ρόδο (Κα ΑΙκ. Γ. Μαυρή)

Κάτω στή Ροδο στη Ροδοπουλα . Τούρκος άγάπησε μΐά ρωμηοποΰλά. Κι ή Ρωμηοποϋλα τούρκο δέ(ν) θέλει κι' ή σκολλά ή μάννα της τόν προξενεύγει — «Πάρτονε κόρη μου τόν Τοϋρκον, άντρα, νά σου φορέση χρουσά σαλβάρΐά?. — «(Δ)έν τόν έθέλω (δ)έν τόν έπαίρνω πέρδικα γίνομαι στα: δάση'βγαίνω» Η Ι Πάρτολ Ι κόρη μου. κι' · κ παπόρι νά σέ (γ)υρςη Σμύρνη καί Μπόλη» —«Πάρτονε κόρη μου κι έχει καράβι νά τα^ιδεύ(γ)η£ στό Ταΐγάνι _ — «Πάρτονε, κόρη μου κι' έχε! και λίρες» , (Δ)εν τόν έ^έλω γιατί/χει ψείρες· ( ι )

:

21* 'Ά(ίν)θρωιτο§ ώαάν γεννιέται... —^

Ρ ΐ

'

:

'

" ' ,.

ι

Κά ΑΙκ. Γ, McKJef

mmm< w B M R ώσά(ν) γεννιέται Λ , Ι έ κ ^ ό ( ν ) λογιώ(ν) λργιέτ^, § άλλος γίνεται καλός ^ 1 _ καν. άλ^ος γίνεται κακός. § * Είς τίς δέκα μεγαλώνει Ι · τρα(γ)ουβά καί ξεφαντώνει l· είς τίς. ε ^ ο σ ι - χ ρ ρ ^ ε ϊ

^Μ^φΗ^

,. j g

κιν άγαπηηκες γυρεύγβν (Ι) ΤΓρβλ. Γνβυτσυ

σελ.

ΠαχτΙκου

βελ. 300.

μ Μ ^ ^

J

B

H


_ 62 Στις τριάντα γλενπστής και καλός τρα(γ)ου(δ)ιστής. Στις σαράντα άθθίεί καί δένει και τό σπίτι του γυρεύγει. Στις πενήντα . . . . . » . . . . . · * Στις εξήντα μαμουλεΐ άν είχε καλή κεφαλή Στις εβδομήντα . . . . •

*

·

·

·-

ι

I

·

·

·

·

Στις ογδόντα (δ)έ(ν) 'φελ(ί μόνο τά ψωμιά χαλά. Στις έννενήννα λεν οί γυΐοί του '—«Θέ(ε) καί πάρε τήν ψυχή του, μήν έμπή στις εκατό καί δεν τόν έ(β)αστοϋμεπ ειό.»(ι)

22. Πέρδικα ποϋ κακαρίζεις Κα ΑΙκ,

Γ.

Μανοή

— Ι Πέρδικα ποϋ κακαρίζεις τία τρώ(γη)ς καί κοκκινίζεις* — «Κάρδαμα καί ροϋκες τρώ(γ^)ω κι' είμαι πάντα σάν τό ρόδο Ροϋκσ τρώ(γ)ω καί κοκκινίζω κάρδαμο καί κακαρίζω. (2)

23. Μες στίιν καρδιά μου ση(β)αλα Κα ΑΙκ.

Γ.

Μανοή|

Μές στήν καρδιά μου Β ήβαλα %ι ήβγαλες κλώνους κι άνθη καί(δ)έ(ν)σέ βγάλω πείά'πο κει ούλος ό κόσμος νάρτει. Ούλος ό κόσμος κι' ά(ν) τό jrfj κι* ό Βασιληας ποϋ ορίζει δεσποτικός αφορισμός (δ)έ(ν) μάς έξεχωρίζει. (Δ)έν μ&ς έξεχωρίζουσι οί μητροπολιτά(δ)ες κι' ά(ν) τάσσου(ν) τοϋ Χριστοϋ κεριά τής Παναγιςά λαμπά(δ%ες (ι) Πρβλ. Μιχαηλίδου οελ. $1. (2) Πρβλ. Μιχαηλίδου οελ. | |


Η.'

Δ Ι Α Φ Ο Ρ Α

1, Πουλλάκι μου ατον ποταμό Κα ΑΙκ.

•fe^,.

Hlffi Β Ι Η Ι

Γ.

Μανοή

Πουλλάκι μου στον ποταμό Λουλλάκι μου στή βρδσι πάρε τό μαντηλάκι μου ν ά μοϋ τό σαπουνίσής, μη μου τ άπλώσής στά χλαδιά μήτε στά χορταράκια μ ό ν ο στον άσπρο σου λαιμό καί στάσπρα σου βυζάκια.

2, Και ποΰ ναΰρω βασιλικό —

1

Κα AU. Γ. Mni'pg

Καί ποΰ ναΰρω βασιλικό μαΰρα (εΐ/V τά μάτια | άγαπώ, ν ά κάμω Β φροκάλι, Κρητικόμου πορτοκάλλι, ν ά φροκαλώ τή θάλασσα, μικρή σου ν καί Ι άγάπησα, νάρκουττε τά καραβάκια τάωμμορφα παλληκαράκια. Βλέπω καράβια κι έρκουττε

- .

ώραια ποΰ μου φαίνουται καράβια

και

αρμενίζουν

111 τόν νοΰ(ν) μου ποριορι^ουν. Τδνα αρμενίζει μέ βορρηα I βάστα καμένη μου καρδία,

1 άλλο μέ τραμουντανα άσπρη μου «αχηά σουλτάνα, Τό τρίτο τό μικρότερο είνε τό γρηγορότερο καί είνε τό πουλί μου μεσα καί φωνάξει τό , γ ι α - λ ε σ α . > Τό «γιά—λέσα>τό ,για-μόλα·. καί μικρή 'σουν κθί μαργνολα "Ελεσα, φώς μου, έλεσα μικρή σου καί σ εγέλασα 1 CO

(ι) Πρβλ.Παχπκου S 94.


- 64 3 . ν Η λ ι ε μου και Κ υ ρ . - Ή λ ι ε μου ΑΙκ Γ. A t o g l

— «Ήλιε μου και κ υ ρ . - ή λ ι ε μου καί κοσμο(γ)υριστή μου, στόν κόσμον δπου (γ)ύριζες *άς κΓ εί(δ)ες τό παι(δ)ί μου ; — «Εί(δ)α το τό παι(δ)άκι σου στής Μπόλης τό λιμάνι κι' έτρέχασι τά μάτια του σά(ν) τό βον(β)ό ποτάμι*'. — «Ήλιε μου σάν τό ξα\-(δ)ςς νά μοϋ τό χαιρετίσης μόν' άπ' άλάργα πέτου το νά μή μοϋ τό μαυρίσης.»

4. "Ααπρο πουλί της θάλασσας Κα ΑΙκ. Γ. Μαυρή

—α "Ασπρο πουλί τής θάλασσας στάσου νά σέ ρωτήσω άν εί(δ)ες τήν ά(γ*)άπη μου κόκκινα νά σέ ντύσω | — Εί(δ)α τη τήν ά(γ)άπη σου στήν ξενιτεΐά γυρίζει μαργαριτάρι κου(β)αλεΐ κι' ασήμι καμπανίζει!

6. Ά γα πας με παλληκάρι Κα ΑΙκ.

'Αγαπάς με παλληκάρι; άλλος νέος θά μέ πάρη Κι' ά(ν) μ' άγαπας άγάπα με, Στείλε βάρκα καί πάρε με Πάρε με κι' έδώ κι' άλλου, · · · ? • ·

ι ι Πάρε με στό(ν) Γαλατά στοϋ Ραφτάκη τόν όντα,

Νά μοϋ ράψη καμπουχά Καμπουχά νάχη χλαδιά τά χλαδιά νάχου(ν) πουλιά, τά πουλιά νά κελα(δ)οϋ(ν) τά κ ο ρ ί σ σ ι α νά £υπνοϋ(ν).

t

f

Γ.

Μανοή

;


6. Μάννα χιονίζουν η στεριες Κα ΑΙκ. Γ.

Μαυρ^

— «Μάννα χιονΐξου(ν)ή στεριές, χιονίξου(ν) τά λαγκάδια χιονίζουν ή 'Ανατολές καί θά βραχζ) τό ξένο Μάννα νά τό καλέσωμε τό ξένον είς τό σπίτι * — «Κόρη ροϋχα δεν έχομε τόν ξένο(ν) τί τόν θέλεις — «Μάννα τό φουστανάκι μου σώνει κι' έμέ κι έκεΐνο(ν)·» — «Κόρη φα(γ)ΐ δεν έχομε τόν ξένο|[ν) τί τόν θέλεις;» — «Μάννα τό κουλουράκι μου σώνει κι* έμέ κι'έκεΐνο(ν)» —«Κόρη νερό δέν έχομε τόν ξένο(ν) τί τόν «θέλεις ; » — «Μάννα τό λαϊνάκι μου σώνει κι' έμέ κι' έκεΐλθ(ν).» ( ι )

BBK-t..··

7. Τοΰ ναύτη ή μάννα (Κα ΑΙκ. Γ. Μαυ^η)

Τοϋ ναύτη ή μάννα ήπλασσε τοϋ γυΐοϋ της παξιμάδια καί μέ τούς πόνους ζύμωνε καί μέ τούς πόνους πλάσσει καί, μέ τούς αναστεναγμούς φουρνίζει ξεφουρνίξει. — Ω σ ά ν Θά φύγης γυΐόκα μου Θέ ν ά σοϋ παραγγδίλω παντοϋ γ υ ΐ έ μου Γαξεί(δ)ευγε, παντοϋ ταξείδία κάνε μά στης Καρπάθου τό νησί βλέπε μήν ταξειδέψης

καί ή Καρπαθίές πλανεύτρες ειν' τούς ξένους ξεπλανιοϋ(ν)τους καί όχι τούς ξένους μοναχά μόνο καί τούς έντόπιους.

8. Κάτω αχ6 γιαλό χόρ' άγάπη<*α (Κα ΑΙκ. Γ. Μανοή) — ——τ————

Κάτω στό γιαλό —κόρη άγάπησα δώδεκα xpovcr(v)—ξαθύή και μαυρομμάτα. Ό "Ηλιος (δ)έ(ν) τήν εΐ(δ)ε—μόν' | μάννα της. «Κανέλλα» τή^ν) φωνάξει — «Κανελλόριξα» καί «άΘΘος Β Κανέλλας—μηλο τί,ς μηλιάς. Τά άθθη φορτωμένη.» Τ' άκουσα κι' ε γ ώ — Π ά ( γ ) ω ν ά κόψω μί,λα, μΓ,λα ( δ ) έ ν εύρΓ,κα —μόν' τόν καμό ποϋ πήρα.

9. Δίμουρε και διπρόσωπε (Κα ΑΙκ.

Γ.

Δίμουρε καί διπρόσωπε, \]/εύτη καί άλησμονιάρη δπου νά (δ)ω τά £οϋχα σου στά χέρία τοϋ ντελάλή καί νά τά ντελαλίζουσι καί νά τά ντελαλοΟσι. Τά μάδία μου άδάκρυτα νά μείνουν σάν τά (δ)οϋσι. "Ενα βενετικό φλουρί νά (δ)ώκω νά τά πάρω καί μοναχή μου στή φωδίά νά (6)άλω νά τά κάψω \αογραφίας Α.' 636 ΝΕ. ένθα καί άΚλαν *αραλλαγα1

Μαυρί()


^

-

66

10. Ένα πουλί 'pre κι' είπε μου Έ ν α πουλί 'ρτε κι, είπε μου ν ά ' β γ ώ ατόν Ι ο ρ δ ά ν η ν ά πλύνω την καρδοΓλα μου. κι' όπου πονί] ν ά γιάνη κι' άπωσταν ήρτε τό πουλί ί'|(β)αλα άρχή και μ έ ν ω και βρίσκω τά νερά Όολά στέκομαι κι' ά λ ι μ έ ν ω ' Καί άπήτις ηύρα τά νερά θολά και β ο υ ρ κ ω μ έ ν α ' ε, τότε πείά τό πίστεψα θολά πώς ε ί ( ν ) γ ΐ ά μ έ ν α .

j

p , Φραγκοπουλ© άπό τη Φραγκιά V '' ...

AtΗ. ί\ Μαυοή)\

Φραγκόπουλο άπ τή Φραγκιά μοΟ μήνυσε π # ς μ' άγαπΛ ρου στέλλει μήλα τέσσαρα σεντόνια δεκατέσσαρα μου στέλλει χτένι καί γυαλί κι* βνα καπέλλο μολυβί τό χτένι νά χτενίζωμαι καί το γυαλί νά βλέπω καί τό καπέλλο νά φορά) τά νΐ]άτα ν' άπαντέχω. ( ι )

12. Ή Βασιλλιοποΰλα και τ© πουλλάκι (Λα ΑΙκ. Γ. Μαυρή) Πουλλάκιν έκελάδισβ επάνω στ1 άγριοβουνι (2) Βασιλλιοποϋλα Ι άγροικά άπό τό παραθύρι — Πουλί νάχα τά κάλλη σου καί τόν κελαδισμό σου καί τά χρουσά σου τά φτερά μαλλιά στήν κεφαλή μου. —Τί (δ)α τά θες τά κάλλη μου καί τόν κελαδισμό μου καί τ Ι χρουσά μου τά φτερά μαλλιά στήν κεφαλή σου; Έσύ δβιπνας καί γεύγεσαι άφράτο πα£ιμ0(δ)ι κι1 έγώ δειπνά) και γεύγομαι χόρτ' άπό τό λιβάδι. Έσύ κοιμάσαι στά ψηλά καί ara χρουσά σεντόνια καί έγώ (έ)£ωμένο μονάχο στις πάχνες καί στά χ ι ό ν ί α — Μέσ' σε ποτήρι φαρφουρι βάζεις νερό καί πίνεις καί 'γώ τό πίνω το νερό στή δρϋσιν όπου πλύνεις (3) έσύ λιμκνεις τον παπά νάρθή νά σ' εύλο(γ)ήση κι' έγώ λιμένω κυνηγό γιά νά μό κυνηγήσω). (ΟΐΙρ,Ηλ. Γνκυτοδ fttm 26. (2) *ατοΟ ' ροαμαρΙού τη ρίζα« (3) Εσύ τό ίτίνης τ6 νερό στό φαρφουρί φλυντζάνι Καί 'γώ τό H t6 νερό arov Kfyuroo τό χοχλάκι. Πρβλ, Γνβοτοδ οιΧ. 3θ

;

Εόημοίικύΰη εις τό ΔωΛ. ήμεροΜγιον 1926 Η τό "Libre* i&k οημειώΰ. άρp 7 σελ. 43 § 8 Λαογραφίας Λ,' βελ. 631 1 Θ.' ι6ο£νθα και παραλλαγή


g|B ^Hpfp;

- 07 13· Μιά όβριοποΰλα θέριζε (Κα Μηοιγώ Χηηα Παυλή τύ γίνος Λογοθέτη)

Μΐά όβριοποΰλα θέριζε κι' ήτο και γκαστρωμένη Δεμάτι άπό τήν μχά μερίά δεμάτ' άπό τήν άλλη Στήν μέση των έκά(θ)ησε χρουσόν υιό καί κάνει, καί στήν ποδιά της το(6)αλε νά πάίγη) \ ά το κρεμήση. Στό δρόμο όπου πή(γ)αινε πέρδικα τΓ,ς παντίσσει Μωρή σκϋλλα μωρ άνομη μωρή κακή γυναίκα εγώ 'χω δώδεκα πουλιά κι' ούλα θά τ άναθρέψω καί σύ καμες χρουσόν υιό καί πά(γης) νά τόν κρεμήσης; κι ή κόρη μετανόησε καί πίσω τό διαέρει καί μες στή κούνια τόβαλε νανάρισμα τοϋ λέ(γ)ει: Γυΐέ μ ά ( ν ) ξερτώσης καί (γ)ενξς καί (γ)ίνης κυνη(^άρης καί σοϋ παντήξη ή πέρδικα νά μή τη\ε σκοτώσης γιατί 'κείνη είν | μάννα σου καί γώ 'μαι ή νανά σου(ι) •^mmammimmrnii

———m>

tff^mm—

mmt+mitmmmmm

14. " Η ρ τ α σ ι χ α λ ο γ υ ι έ μ ο υ (ΆνακςΙνωσις Πανοοολ,* ΑρχιμανδρΙτου Νκκταρίου Μαυροκορδάτου έκ Καοτβλλο·

Ήρτασι καλογυΐέ μου νά σέ πάρουσι κάτω στΓ,ς πεθθεράς σου νά σέ μπάσουσι ήρταν κα 6α/λερέ οι ήρτασι καί πεζοί νά πάρουσι τή νύφφη καί τό γαμπρό μαζί ελάτε παλληκάρία έλ&τε βρε παιδιά νά φτάσωμε στήν Κάσο νά Λάμβ στή Μακρά (Μέ τά κανίά στό χέρι σέ άλιμένουσι ούλες ή περιστέρες γΐά νά σέ ραίνουσι.) (2)

15* Μιά φορά μου να στη Κάσο 'Tom',

Μΐά φορά 'μουνα §f|] Κάσο κι' άπερνοϋσα άπό 'να δρόμο Σκύβγω πιάνω πετραδάκι καί άνεφαίνει κορισσάκι Τώρα τί(δ)α \ ά β | πώ Νά τΓς πω δυο τρία λόγια τώ(ν) Κασιώτω(ν) μοίριολόγία. Τά καράβια ποϋ ξα)ρίσα(ν) πόντε μήνες άρμενίσα(ν) καί στερίά δέν έγνωρίσα(ν), (ι)

ΆΆιται καί

\2)Σί,\ι.

Οί

Mo

'ίο)α,

MamkittaHtf]

ώς "νανοόριομα* Πρβ/„ Λαογραφίας Δ' 174 καί ΣΊ7 5^5 teXfcrflfoi οιχοι l itvat ηροοΰήκη^τοΟ Η ΧοριΛήμου ΓιανναγΊ

^ fv

^a Λ

παραλλ.


Μΐάν αύγή μέ φεγγαράκι εϊ(δ)αθΐ φωδίά ότ* Ά ρ μ α τ α κι οδλοί ρ'ξαν μαύρα δάκρυα «(Ύ)ποπαντοϋλα 'πό τ Άρμάθία Θάλασσα £εβά£αρέ τους εύρε ρίβα ρίβαρέ τους και στεργίά ξεμπάρκαρέ τοις. (ι)

16. Άφίνω 'γεια στους φίλους μου (κ, '/ω.

Ίωσ.

ΜανωΧακάχι)

"Αφίνω* γείχ στους φίλους μου καί'γείά στους συγγενείς μου και'γώ πά(γ)ω στά Γιάννινα, στοΰ Μπέη τά σβράγία — «"Ωρα καλή σου Μπέη μου» «καλώς τή(ν) βλαχοπούλα» πούχει τά χίλία πρό(β)ατα τά πεντακόσια γίδία —Λύκος νά φάη τά πρό(β)ατα κι' ή άλεπου τά γίδία και μία μεγάλη άρρωστειά νά πέση στό τσοπάνη. Και ό τσοπάνης τάκουσε και λέει στό ζελάτη: Β Ζελάτη στρώσε στρώματα, πεντέξη μα^ιλλάρία νά πέση ή βλάχα ή ώμμορφη Ι βλ*χα ή παινεμένη. ( ζ )

17. *© (Β)οσκός κι' ο (Β)<*θΐλξΐας ( 3 ) .

(Κα ΑΙκ. Γ\ MavofH

Ό (Β)οσκός κι' ό (Β)ασιληάς έστοιχηματίσασι ποίος νά (δ)ί) τή (5ή(γ)ισσα τή χρουσο(β)ασίλισσα. —«Πές μ ' άφέντη (Β)ασιληά τί (θ)ά βάλλεις στοίχημα;» — «Βάλλω τή κορώνα μου και τό (β)ασιλίκι μου, άμβ έσύ μωρέ (6)οσκέ τί (θ)ά βάλλεις στοίχημα; ? — «Βάλλω χίλία πρό(β)ατα καί τήν άργυροκουδουνάτη που κάνει τό χρυσό μαλλί καί κάνει ό (Β)ασιληάς βρακί καί κά\ει κι"^ ή (β)ασίλισσα όλό(γ)ερο συντείλιμμα». Κι' όταν έκατέ(β)α£ε ό (β)οσκός τά πρό(β;ατα τάβλεπεν ή ρή(γ)ισσα 1 χρουσο(β)ασίλισσα. — ·Θέ(ε) καί νάμουν βόσκισσα νάμου(ν) τυροκόμησσα νίτρω(γ)α χλωρό τυρί καί μυ£ή#ρ' άπ τό τουπί Λ ά μου(ν) του (β)οσκοϋ παι δ)ί νά ξ ε λ ά λ ο υ ( ν ) τό μαντρί νά βλεπα καί τόν (β)οσκό τό ταχύ καί τό π ο ρ ν ό · » Ο ) ( ΐ ) Kctra ίτάβαν ίτιθανότητα πρόκειται ΛερΙ όυμφυρμών δύο άομάτωγ Πρβλ. Μιχάηλίδου $ | | καί Χάλκης έκ της άγερδότου *Δωδ. Λύρας» (&) Πρβλ. Λαογραφίας Δ.' 109. (3) Πρβλ. Γνίυτου «ελ. 4^·


fg-.·-·

-

69

18. Μιά κόρη Cpo6oc μάζευγε (1) (Κα ΛΙκ. Γ,

Mix κόρη ρόδα μάζευγε κι' άθθούς έκορφολόα' νά κάμη φουνταν ώ μορφή νά πέ(μ)\]/η τ' ά(δ)ερφοϋ της νά κάμη κι' ώμμορφότερη νά ίτέ(μ)ν|/Γ) τ' άρμαστοϋ της. Κ ι ' ή μάννα της ένέφανε art' ώρηο παραθύρι «Μωρή σκϋλλ* μωρ' άνομη, τί κάνεις τοϋ κορμίοϋ σου όπόχεις δώδεκα ά(δ)ερφούς καστροπολεμιτά(δ)ες κι1 ώσάν θαρθοϋ(ν) κι' οί δώδεκα θέ (ν)ά σε μαντατέψω.» 'Αργά ρκουτται κι' οί δώδεκα τή κόρη μαντατεύγει Κι'(δ)έρου(ν) τη(ν)κι - οί δώδεκα κι'(δ)έρη τη(ν) κι ή μάννα Μά σά(ν) τής μάννας τό δαρμό, τώ(ν) δώδεκα (δ)έν ήτο . Τήν νύχτα τά μεσάνυχτα ή κόρη (έ)ψυχομάχα κι' ή μάννα της μπαινόβγαινε σσαγγρουνοφονεμένη — «"Α(ν) θέλης κόρη μου χρουσά ά(ν) θέλης 6ελου(δ)έν1α «ά(ν) θέλης καί τό(ν^ καμπουφα όπούχει χίλια ) ρόσσα.» — «(Δ)ένθέλω μάννα μου χρουσά μή(τ)ε καί βελου(δ)ένΐα καί μή(τ)ε καί τό(ν) καμπουφα όπούχει χίλία γρόσσα «μόνο τά ρουχαλάκια μου τά ματοκυλισμένα. «νά κατε(β)ώ στή μαύρη γη στή σκουριασμένη πλάκα. — «Μάννα σάν έρχΚ ό Κωνσταντής καλοπιλόγίασσέ το(ν) «Στρώσε του ταϋλα νά γευτή κρασί καί κέρασε το(ν). «Κι' άνοιξε τή(ν) κασέλλα σου τή μαυραραχνιασμένη «καί (δ)ός του τήν άρρο'.(β)ώνα καί τ άρρα(β)ωνικά του «νά ίΓά(ή) νά βρή γυναίκα του καί συμπεθερικά του. Κι' ό Κωνσταντής έπρό("ό)αλε oro κάμπο καβαλλάρης μέ πεντακόσια (ά)λόγατα τρακόσσιους γιαννιτσ<£ρους. Στης πεθεράς του τήν αύλή θωρεί λαό καί στέκει. —Σταθήαε "πίσω άλόγατα καί πίσω γιανιτσάροι στης πεθεράς μου τήν αύλή θωρώ λαό καί στέκει, γΐχ πεθερά μου 'πέθανε γ ΐ χ πεθερά μου διάβη γΐά 'πό τά κουνίαδάκία μου κανένα έκρεμίστη». Δίνει τ" άλογου του βιτσιά στον "Αη-Γιάννη πάει βρίσκει τό(ν) πρωτομάστορα κΓ ησκαβγε τό κυβοϋρι. — Νά ζήσης π ρ ω τ ο μ ά σ τ ο ρ η , τίνος εί(ν) τ ό κυβοϋρι. —Νά ζ(|ς 'καί σύ κι' εγώ νά ζώ κι. εγώ άκόμη δέν ήξέρω — Νά ζήσης πρωτομάστορη τίνος εί(ν) τό κυβοϋρι νά ζής καί σύ νά ζώ κι' γώ τής! Αρετούσας σου 'ναι (ι) Πρόκειται ττερί ουμφυρμοδ δύο άσμάτων. Πρβλ. Γνευτοδ οελ. m άφ ένδς καί τάς διαφόρους ;ταραλλαγάς τοδ άομα τος Τ Ας "Λιγερής καί τοδ ΧάρουI άφ έτέρου. Διά τά; παραλλαγάς τοδ τελευΓα ίου τούτου Ιδέ Πολίτου οελίδα 335^33^ 1 3 Ι 7 Γνευτοδ οελ 97. καί Λαογραφίας • 596, Ε; l t § και ΣΤ; 5 φ «αϊ Ρ Ι ΐ

Μανρή)


— 70

— *Σκάβγης τό πρωτομάστορα-, Πλατύ, μακρύ το σκάβγέ κι Β δεξιά τοι) τή μεριά κάμε παραθυράκι v j c μπαίνη ό ήλιος τό πρωί καί τό μεσημεράκι. Καί είς τή ζερβή μου τή μερίά χτΐσ ένα πεζούλα κι ν ! βάλω t dtp ματάκια μου πούμου(ν) παλληκαράκι·» Βγάζει τό σουγίχδάκι του άπ* άργυρο φηκάρι στον ούρανό τό πέταξε καί στή(ν) καρδιά του πάει. (Έκεΐ ποϋ θάψανε τή «;Ι βγαίνει ένα σταθόρι κι' έκεΐ ποϋ θάψανε τό νηό βγαίν ένα κυπαρίσσι, Κάθε με(γ)άλη Κυριακή κάθε με(γ)άλη σκόλη ήσκυβγεν ό κυπάρισσος κι1 έφίλα τό σταθόρι) ( ι )

19. t Καλη 'οπέρα αφέντη » Κα ΑΙκ.- Γ. Μαυοή

— Καλή 'σπέρα άφέντη — καλώς τα τά παιδιά καί μέ τήν καλησπέρα τοϋ βίου(\*/ μ]α σπαθιά, καί ξαναδευτερώνου(ν) μοϋ βίουν άλλη μΐά τότες φωνάζω «ώχου μέ φάγαν τά σκυλλίά»! — Πάρετε τό ρολό(γ)ι καί τήν καδένα μου καί δόστε τ" ά(δ)ερφοϋ μου καί τής μητέρας μου καί πές το τό μαντάτο πώς μέ σκοτώσασι στό τρίτο καφενείο μέ θανατώσασι πάρε καυότσα κΓ έλα νά (δ)ης ποϋ μ' έχουσι μές στό νοσοκομείο καί μέ παιδεύγουσι Ούζέλι ούζέλι μ'έχουσι μέ τό σπαθί στό χέρι κομμένο μ έχουοι ελάτε μάννα κι* άδερφές γΐά νά μέ κλάψετε παπάδες δεσποτάδες γΐά νά μέ θάψετε. 20. Σάν την έκατεβάζαν (Κα

,

,

|

ι

Ι

1 ' Η|ε·η0

Ι

»

·

|

Ι

ι

·

·

1

» - ? · ". Η 9

ΑΙκ. Γ. Mavgijl

·

Σάν τήν έκατεβάζαν άπό τής σκάλες μικρές μεγάλες κλαιαν τής ώμμορφάδες της |1 ώσάν τήν έπεράσαν άπ τό μακρύ στενό όλος ό κόσμος ήκλαι(ε) τόν άσπρο της λαιμό Κι ώσιν την έποσώσαν στήν "Αγια Φωτεινή ή άπονή της μάννα ήσυρε μιά φωνή. »

·

(ι) 01 4 ούτοι ιελεοιανοι αήχαι είναι προσθήκη too κ, Νικ* Γ. Σκευοφύλακοζ.


21. Η 'Ανομβρία (Έκ χειρογράφου ευγενώς χαρΛχωρη' θένιος ύμίν ύπό του κάλου καί ενθέρ-

μου παχριώτου κ. Ε. Ζαχάρη).

Στά χ ί λ ι α οχτακόσια στά έ ν ε ν ή ν τ α ε ν ί ά έ γ ι ν ε ν εις τήν Κάσο μ ε ( γ ) ά λ η ανομβρία Τ ό ν χ ρ ό ν ο τούτον έ γ ι ν ε μ ε γ ά λ η άνοβρία καί τά σπαρτά άφανίσθησα(ν) μέ άκρα δυστυχία Τοιούτο θέαμα φριχτό στον κόσμο δ ε ν ήκούσθη ό ουρανός δεν ήβρεξε· κι1 ή γη ούλη (ά)γανίσθη Χορτάριν δ ε ν έρύτρωσε τά δένδρα ξηραθθήκαν ώς καί τά ζ ώ α τ άτυχα κι' αύτά εξολοθρεύτηκαν Ή νήσος αύτη 'ναι ξηρά ποτάμι ούτε βρνσι δ ε ν έ χ ο υ ( ν ) μόνον καρτερούν τοΰ ουρανού τή ρύσι(ν) στέρνες κατασκευάζουμε άπό τό παλαιόθε(ν) βάζου τή δρόσο τούρανοΰ διά νά κυβερνών τ αι. Νερό δ ε ν έ χ ο υ ( ν ) γ ! χ ν ά πιο υ ( ν ) μόνο άπό μΐά

βρΰσι

'μέρα καί νύχτα καρτεροΰ(ν) ποίός θά πρα)το(γ)εμίση. Τόσον έκαταστάθηκε τούτη ή άθλια Κσσος

μ έ μέτρο δίδουν ιό νερό έ ν α ποτήρι στ5 άσπρο. ό Κόσμος έσυκλίστηκε γ ! χ τή χ ρ ο ν ί ά ν ετούτη γέροντες εκατό χ ρ ο ν ώ ποτέ δ έ ν τ ώ δ α ν τούτοι ώς καί τή δρόσο τού θ ε ο ύ πουλούσι μέ π α ρ ά ( δ ) ε ς . έτοοτο (δ)ά τό κάνουσι μή γίνουτται κ α υ γ ά ( δ ) ε ς . "Οποία ( δ ) έ ν βαστά τό γρόσι της καί πάει ν ά (γ)εμίση κι* ά ν είναι χήρα καί φτωχή όφκ&ρη θά (γ)υ/ιση. Ε τ ο ύ τ α τά παρά(δ)ικα Κύριος (δ)έν τά θέλει κι' οί άρχοντες κι' οί πλούσιοι μας τίποτε ( δ ) έ ν τούς μέλει. Παπά(δ)ες καί διάκονοι φορέσετε φελλόνία καί προσευχές ν ά κάνετε σ' έτοϋτα (δ)ά τά χρόνια. 'Αρχιερείς, προστάξετε όλες τις εκκλησίες διά ν ά γίνου προσευχές, νηστείες κι' άγρυπνίες "Ισως καί βρέξει πρώιμα ή γη μας νά βλάστηση ή στέρνες νά (γ)εμίσουσι, δροσιά νά τις δροσίση. 'Από τις άμαρτίες μας κι' άπό τις ανομίες μας τυραννεί ό Κύριος σ' αύτες τις δυστυχίες. Παρακαλείτε τόν Θεό μέ καθαρά ν καρδίαν άνδρες γυναίκες και παιδία μέσα στήν έκκλησίαν· Παρακαλείτε τόν Θεό νά μας τό συγχώρηση ίσως και 6ρέ£η ή χάρις Ί ου νερό καί μας ποτίση. w Ανδρες γυναίκες και παιδιά Θεόν παρακαλείτε διά νά βρέξη ή χάρι Του νερό νά δροσισθήτε. "Ανδρες γυναίκες και παιδιά παύσετε τά κακά σας νά ζήσετε πολύν καιρό κι* έσεϊς και τά παιδιά σας.

] Γ < . J J I


Έ ν α ν Θεύν δοξάζω μεν καί τήν άγνήν Παρθένον βσον κι* άν είμαι άγαθή αυτά σάς παραγγέλω % Αη τήν ύπερηφάνειαν καί τήν άλαζονείαν μας άπορρίπτει i Θεός σ αυτή τήν άμαρτίαν. "Αν θέλετε νά ζήσετε ζωήν εύτυχισμένη τή γνώμη σας ν αλλάξετε γιατ' εΐνε σκοτισμένη, ^τή βρΟσι συνορίζεσθε ποιές εϊσθε άρχοντοποϋλες μ£ τά πολλά χρονσαφικά και μ' άσημιΚίες βουλλβς. Δέν βλέπετε τόν ούρανό πΦς άργησε, νά βρέξη άπό τΙς άμαρτίες μας σκληρά νά μάς παιδέψΐ]. "Εναν ιεροκήρυκα (δ)έν £χει τούτη ή Κάσος κι' έ(γ)ινημεν ούλοι ώ^ά ποϋ βάσκουναι στό δάσος "Αλλο καλό (δ)£ν έχομε μόνο κενοδοξία πολύ τήν άγαπούμε δά τήν ύπερηφανεία 'Από τΙς άμαρτίες μας Θάνατο; μάς ζυ(γ)ώνΐ] κυττάζωμε νά φύ(γ)ωμε κι' εκείνος μάς βσώνει ΤοΟτος ρ χρόνος είν φτα^ύζ κι> $ άλλος είναι πλούσιος και μέ τού πλούσιου τή(ν) χαρχ* θέ (ν)ά περάσι) τούτος *0 ουρανός έμαύρισε | ήλιος έσκοτίσθη όμα>ς ή θειά Πρόνοια θβ (ν)ά μ&ς βοηθήση "Ενας άστέρας τούρανοΟ μαζι μέ τήν σελήνη φαη άζουν εις τους άρχοντες νά κρίνουν δικαιοσύνη 'Ακούσετε καί σείς φτωχοί τών έλοιπώ(ν) άστέρω(ν) όποΰ φωνάζου(ν) καί βοούν πρεσβείαις τιύν πατβμω(ν) Δύσετε δόξα στόν Θεύν τόν ποιητήν καί κτίστην, τόν εύβργι-την τού παντός καί ttDv άνθρώπων (!>ύστην Δέν ιχω τόση δύναμι καί μάθησι γραμμάτω(ν) νά γράψα) περισσότερα λοιπο(ν) παράτησάτο. (ι) 22. Μϊς

οτίιν ' Α γ ι ά ^ Π α ρ α σ κ ε υ ί ι

(Λα ΑΙκ.* Γ. MmUL^

Μές τήν Ά γ ΐ ά Παρασκευή, κόρη κοιμάται μοναχή. Κοιμάται κΓ όνβιρεύγβται καί βλέπει πα>ς πανφεύγεται. καί π(Γ»ς νοικοκυρεύγεται» Βλίπει πύργο μέ γυαλιά καί παράθυρα άργυρά καί ί>ρΟσι μέ τά κρυά νερά. Καί τή μαννοΟλα της ξυπνεΐ καί τ όνειρό της ξεδιαλ(ύ)εΐ (ΐ) Τό *ύί()ιΐ.<χ φ α ί ν ε ι R K § iVtN «XfpucoS nvi;, 4W i r m f6 Κ«βι«κόν WIJ μα. 'AKK ώ; |1|MI 1 1 1 ΚϋριβκΙδης ή\τ tt] 'Κλλ, Λαογραφία Al τόμιρ d «ή γλά>όύ(ΐ καί γραμματικός κιχΐ φθογγικά; δ&ν «ροβα^μόζ» rai Τ»λ·1α)ς 1ψ » Λ έ*α·τ*χ©0 Ιδίωμα·,


—Μάν \*α μου ονειρεύτηκα κι' έβλεπα ίϊχΒς. παντρεύτηκα καί πίϋς νοικοκυρεύτηκα. Είδα πύργο μέ γυαλί χ και παράθυρα αργυρά και 6ρΓ αι μέ τα κρυ,χ νερά — « Ό πύργος eiV άνδρας σου τά παραθύρια ό κουνιάδος σου κι1 ή βρύσι μέ τό κρυό νερό είνε τό συμπεθερικό*.

— "Οχι μανούλα μου γλυκεία δέν τό ξεδιάλυνες καλά Ό πύργος είν' ό τάφος μου τά παραθύρια ό Χάρος μου κι1 ή β ρ ΰ σ ι μέ τό κρυό νερό e l / τά ματάκία σου τά δυό*. ( ι ) 23. Μιαν Κυριακην ήμερα (Αα

Α1μ> A

Mavijif)

Μιάν Κυριακί,ν ήμερα, πούτον ταχύ—ταχύ Σηκώνομαι xol ιτάγα) κάτω οΤν,γ Οβριακή Βρίσκω μίαν όβριοποΰλα κΓ έλούνετο σέ μαρμαρένιες γοϋρχες φλουριά στολί^ετο ΙΙριχοϋ νά τής μιλήσω πριχού νά *·Κ είπ® (Γ)υρΐζει κχί μού λέ(γ)ει «καλώς τόν αγαπώ» Καλώς τά δυό μου μάτια πού τά πεθυμώ* • —Σά(ν) ίέλεις οίίριοποΟλα νά γίνης χριστιανή νά λούνεσαι Σαββάτο ν* άλλά^ης Κυριακή και νά μβταλα(5(ίΐ\ης Πάσχα και Λαμπρή. — Νά jtd(co) νά 'πώ της μάννας νά (β)φ τί θά μού πή —Μά\να ρωμηός μού λέ(γ)ει νά γίνω χριστιανή ν ά λούνομαι Σαββάτο ν άλλάξω Κυριακή και νά μεταλαβαίνω Πάσχα και Λαμπρή. — Κάλλια σύ φάη κόρη τού Τούρκου τό σπαθί }χ αύτά τά λόγια ιώΰιτβς β μή τά £αναπΓ)ς. ( s t )

24. Μιά Μυλοποταμίτισο*

(λα

Αϊ*. l\ Mm*))

Μιά Μυλοπυταμίπσσα μιά Καστρινή κοπέλλα μ ε τ ά ^ ι ν έ κ α λ ά μ ι ξ β ν α π ά ν ω πτij κ α ρ έ γ λ α . Σ τ ο ύ ς ο υ ρ α ν ο ύ ; τ ό δ ι ά ζ ε τ α ι σ τ ο υ ς κ ά μ π ο υ ς τό σ ο ν ά ( κ ) β ι h a \ σ τ ο ϋ Κ α λ ά ρ η τά γ κ ρ β μ ν ά ι τ ά ( γ ) η γ ι ά ν ά τύ (ύ)φάνΐ) ( 0 Ιΐρ^κ. Γν«\κού ο#Χ. 78, 11 ι\γικο\' l.jS, 16 7 καί J-S, καί AwtyA Μ Η; 5 Η καί Λλλαι jrafUiXKayul, Η ITpfU. ΓνβυτοΟ ς», ΙΙβχύκοο Μιχαηλίδου $ u AW* %ien y r i t s c h i s c h e t t im&irt ties A e y m i s c k t n Μceres ι^μρς I1J m-λ, i<>

,

uw

Κ

i

.


I

— 74

-

kal τό jftili της τήν ρωτά «μάννα τί θά τό κάμηξ';» —tNk κάμω 'σου ποκάμισσα καί του κυροϋ σου βράκά καί τοϋ μικρού μας τοΟ παιδίοΰ φασικές καί κωλοπάν»α ι> —«Μάννα τόν κύρη μου (γ)ελάς καί μένα περιπαίζης καί τού μωρού μας τοϋ παιδιού λόγία γΐά νά τό 'ρνέφης.» — Βγάζει τό σουγιαδάκι της άπ* αργυρό θηκάρι καί κό'βγει τό κεφάλι του σάν τό μαργαριτάρι καί βάζει τό σικΦτι του σ' ένα ώραΐο πιάτο καί τού μαγείρου τόδωσε γΐά νά τό μαγειρέ>|/η —Νά μά(γ)ερα μαγείρεψε καλού ώζοδ σηκωπ. Κι1 ό Κωνσταντής ένέφανε στόν κάμπο καβαλλάρης δήνει τ | άλόγου του βισσιά καί στης γυναίκας πά(π)ει — «Γυναίκα πούνε τό παιδί καί πού\ε ό Κυρ - Γιαννάκης Τόν ήλουσα τόν χτένισα καί στής λαλάς του πά(γ)ει. Δίνει τ άλόγου του 6ισσ(ά στης πεθθερά; του πά(γ)ει «*Ω πεθθερά ποϋν τό παι(δ)ί καί ποϋν ό Κυρ Γιαννάκης;» — «Τρείς 'μέρες εχω νά τό 'δ(ύ καί τρεις λ ά τό φιλήσω κι άν δέν τό δ(β ώς τό πρωΐ θβ νά παραλοήσοο» Δίνει 6ισσΐά τ' άλόγου του καί στής γυναίκας πάει. — «Γυναίκα πούναι τό παι(δ)ί καί πού ν' ό Κυρ Γιαννάκης —Τόν έλουσα τό(ν) χτένισα καί στό σκοί,εΐό του πά(γ)η. Δί\ ει τ' άλόγου του βισσίά καί στοϋ δασκάλου πά(γ)η. — «Δάσκαλε πούνε τό παι(δ)ί καί πούνε ό Κυρ Για\άκης — «Τρεις'μέρες £χω νά τόν 'δώ καί τρεις νά τόν διαβάσω κι' άν δέν τόν δ(ύ ώς τό πρωΐ τό νοΰ μου θά τόν χάσω». Δίνει τ άλόγου του βισσίά καί στής γυναίκας πά(γ)η —«Γυναίκα πούνε τό παι(δ)ί καί πούν' ό Κυρ~Γιαννάκης# — «Κάτσε νά φάς κάτσε Κ πιής κι' δπου κι' άν είνε θάρθη* Βάζει τό σικωτάκι του όπούτο μές στό πιάτο. Τό σικωτάκι μίλησε πό μέσα πό τό πιάτο —«wAv είσαι κάττης φά(γ)ε με σκΰλλος μαέρισέ με» κΓ είσαι κι' 1 πατέρας μου σκϋ\]/ε καί φίλησε με. Βγάζει τό σουγιαδάκι του άπ άργυρό θηκάρι πάνω ψηλά τό πέταζε και στή καρδιά της πά(γ)η ( ι ) 25· Μια κόρη άπό την Ά μ ο υ ρ γ ό

I ^Η

.

{ΚαΑΙχ. 1\ Μανοή}_

Μιά κόρη άπό τήν Άμουργό θέλει νά t ι£βι(δ) νά τα^ει(6)έψ·η δέν μπορεί νά λάμνη δέν ή£έρει. Δίνει οαράντα δυό φλουριά στοϋ καραβιού τό ναϋλος κι' άλλα σαρανταΓέβσαρα νά πάη μέ τήν τιμήν της, jjy.. . ι . ι · - • - * • •

/ ι ) Πρ,3λ. Πολίτου οβλ. Ι τ7,

^ Η

\ϊ ανα>λα <ά«ιΚ*'

καί Aa5tP<**taS Β ·

ϊ | 36ο Β 4^5 1 *77 Η 1 97 κ<Α 99 βν-θα Η άλλαι ίταραλλαγαΐ,

'


• Ρ

.

-

75 —

Η

Μά σάν άπολαργάρσσι δυό μίλλια τόν λιμιώνά Έ π ο δ ι α ν φ ά η η υ ναύκλήρο; κι' ή άλωσε προς τήν κόβή· Κι' ή κ όρη άπό τήν ι-ντροπή Γπεσβ λιγωμένη κι' ό ναι'χληρος έ0ά|ρε\)/6 πώς ειν' άποθαμένη. Κι' έπιασαν την κι' έρριψαν την στό κόλπο τής 'Αττάλειας. Kt' είδαν την ή 'Ατταλιώτισσες καί στήσαν μοιρολόι —Γΐά δ(·.ς κορμί γΐά καμπουφα καί μέση γΐά ζωνάρι γΐά δές λαιμός πελεκητός το μαργαριτάρι, Γιά δές μασουροδάκτυλα γΐά χρουσοδακτυλίδια· (1) 26. Μ ή ν ε ς

δεκατέαααρες

χρόνους

δεκαεννιά (/ία ΑΙκ. Γ.

Μανοή)

Μήνες δεκατέσσαρες καί χρόνους δεκαεννιά λείπει κι' έμοϋ ό καλός μου κάτω στήν Ά ρ μ ε ν ί ά καί γράμμα δέν μοϋ στέλλει νά μάθω πώς περνά Στό γύρισμα του χρόνου μοϋ στέλλει μιά γραφή — «Θέλεις παντρίψου κόρη θέλεις μή παντρευτείς «θέλεις τά μαϋρα βάλε, καλόγρηα νά γενξς καί 'γώ 'μαι παντρεμένος κάτω στήν Άρμενίά καί πήρα άρμενοποϋλα μά(γ)ΐσσας παι(δ)ί δπου μαγεύγει τ' άστρα χαί τόν ούρανό καί μάγε\|/ε καί μένα καί δέν μπορώ ναρτώ»· Εκίνησε καί πάει κάτω στήν 'Αρμενίά —«Γείά σου Άρμενοποϋλα καί ποϋνε ό άντρα^ σου;» —«"0£ω '6γε στή δουλειά του καί τώρα θέ ναρθζί, —Δύο λόγϊ& σοϋ παντίω γΐά νά τοϋ τά πζς. Ή άλυγή του βέργα έλυγίστηκε ή δόλια του καμάρα έσ·ιακίστηκε τά δυό του περ'στεριά έξεπετασσσσι· • · # · · · · • · · · # · · — «Τώρα 'ρτε μΙά κοντοϋλα μΙά λιγινόβεργα δυό λόγια μοϋ ποντίει γΐά νά σοϋ τά πώ: «ή άλυγη σου βέργα έλυγίστηκε ή δόλία σου καμάρα έσσακίστηκε τά δυό σου περιστέρια ε§επετάσασι» — Ή άλυγη μου βέργα είν' ή γυναίκα μου κ' ή δόλια μου καμάρα εΙν' ή μητέρα μου τά δυό μου περιστέρια εΙν' τά παι(δ)άκ!α μου Μισεύγω Άρμρνοποϋλα καί σ' άφίνω γείά καί έγώ 'μαι παντρεμένος · )2)

27. Παραλλαγή τοΰ ανωτέρω άσματος (Κα Μαριγ*

Φοννιή)

Εμένα $ καλός μου λείπει στήν 'Αρμενία μήτε χαρτί μού στέλλει μητ' άπολογίά Τώρα χαρτί μοϋ στέλλει κι' άγριομήνυμα — «Θέλεις παντρέψου κόρη, θέλεις άλίμεχε ( 0 ΓΙρβλ. Λαογραφίας Α.' 625: Δ.' 85, II.' ιο2 καί Θ! IQ2 βνθα κα\ &λλ<μ παρα/ιλαγαΐ (a) Πρβλ. Γνευτοδ οβλ. 43' ΠαχτΙκου σΐίλ.. 179. 2 Π · Δωδβκανηβίακή αύγή Oy)30 καί Λαογραφίας Α.' 603, Μ Φ®

Β« »34·


θέλεις τά μαύρα βάλλε καί γίνΟύ καλογρί)!, καί μέ παντροβλο(γ)ούσι μέσα στήν Άρμενίχ καί πέρνω άρμενοπούλα, μά(γ)ισσας παι(δ)ί μαγεύει τό καράβι καί δέν πορπατεϊ μαγεύει τό θαλασσί καί δέν κυματεί ία έμάγεψε καί μένα καί δέν έρκομαι - | Τότες στρατίζει Ι κόρη καί ΒΗ στήν 'Αρμενία καί πάη καί ποσώνει μές τής Έλενιάς — » Ώ κόρη μου, Έλενιά μου, πούναιν ό άντρας σου: — «Είς τό κυνήγι λείπει καί κάσσε κι βρκεται». — «Δέν ημπορώ νά κάσσω καί δέν καρτερώ τρία λόγια χρησιμεύουν καί νά τοο τά πης ή δόλια του καμάρα τώρα χάλασε καί ή άλυγή του βέργα τώρα λύγισε τά δυό του περιστέρια έζεπετάσσασυ» Τώρα μισευγει ή κόρη πίει στό σ/rin της τό βράδυν ήλθε ό νέος άπ' τό κυνήγι του — «'Εδώ 'ρθε μια κοντούλα μια ληόβεργη ή δόλια σου καμάρα τώρα χάλασε ή αλύγιστη σου βέργα τώρα έλύγισε τά δυό σου περιστέρια έζεπετάσσασι» — « Ή δόλια μου καμάρα είν' ή μάννα μου κι' ή άλύγιστή μου βέργα είναι ή γυναΓκα μου τά δυό μου περιστέρια εΐν' τά παι(δ)ίκια μου καί τώρα 'γώ μισεύγω πάω στό σπίτι μου».

28. Ή Τροφίμια (Έκ τόυ Δωδεκαν. Ημερολογίου Ι925 σελ. 115 κ α τ άνακοΐνωαιν Καλλίοοας Β. Χαλκιάδου)

Στά χίλια οκτακόσια στά σαράντα έννηά. Ήτο μιά δυστυχία καί κακοχρονιά 'Εκείνο δ> τό χρόνο στής Κάσου τό νησί ήτο μιά δυστύχια τροφίμια περισσή Ούλ' οί φτωχοί δέν είχαν ψωμί \ ά φάγουσι καί τόν θεόν παρακαλούν πώς θ χ περάσουσι οί πλούσιοι δέν τούς δίδουν άπό τά μαγαζιά μόνο τους άρωτοϋσι (β)αστάτε μαϊδια; Μά ό θεός δέν θέλει τή περηφάνεια όπούχουν • άρκόντοι σάν τά Ζιζάνια Ι ό μήνα τον Δεκέμπρη στις δεκαέζε του "Εστειλεν αιφνιδίως τά έλέη του και πρόβαλε καράβι άπό τήν Αί'γυπτον σιτάρι φορτωμένο διά τόν Εύρειπον - ι

.

V

w


u-

77 -

Πέλαγος άρμενίζει, νερά καλιάρισε και στή Μακρά τής Κάσου έφουντόρησε Ράσβει κοί μεταράσσει ό καπετάνιος του θαρρεί πώς θά γλυτώση δλο τό κάργος του Μά ώστα \ ά μεταράξη τή δεύτερη φορίί Έπήγεν είς τό φούντο καί γεμισε νερά. Επήγαν oi Κασιώτες μεγάλοι καί μικροί Κι' έθγάλα τό σιτάρι κι' έφέρα(ν)το στό Φρϋ Στά μαγαζιά τό (6)άλα(ν) καί τό κλειδώσανε £έν συμφω\οϋν άρκόντοι κι' έμαλλώσανε Θέλουν νά τό πουλήσουν άκριβ-ακριβά Στό μεζάτι τό βγάλανε ώς γρόσια επτά Ούλοι φτωχοί κωλύσαν δέν τ' άγοράζουνε Κι* εκείνοι φοβηθήκαν καί τό μοιΓάζουνε. "Υστερα δόθη ά£βιαεις δλους τούς φτωχούς. Νά π&σι νά τό βγάλουν χωρίς έμποδισμούς. Επήγαν καί τό βγάλαν όπως μπορούσανε Τριά μιση γροσάκια τό πουλούσανε Πήραν φτωχυί- άρκόντοι κι* έχορτάσανε. καί τόν Θεόν δοξολογούν δπου ξεγνοιάσανε. Δέν είχαν νά ζυμώσουν τά Χριστούγεννα Κνά κάμουν κουλουρακια καί Χριστόψωμα καί τώρα τό Γενναρη στά Θεοφάνεια Θά κάμουν κουλουράκια γιά περιφάνεια £ότε δόξα στό ©FO καί μή περιφανάσθε. Τήν Παναγιά τοϋ Εμπορίου νά πά(τε) νά προσκυνάτε Καί νά τήν τελειώσετε πάντα νά κυβερνάστε Τόν "Α γιο ν Σπυρίδωνα νά τόν περικαλ<*τε και νά Τόν τελειώσετε πάντα Ι ά κυβερνάστε

w

29. Πουλάκι κλαίει ατό ν ποταμό (1) ——

(Κα ΑΙΗ. Γ Μανρή(

Πουλάκι κλαίει στό(ν) ποταμό πώς θ άπομείνη μοναχό, i l άλλο πουλάκι τοϋ 'μιλεί καί μέ τίν πό\ο του λαλεί —«Σώπα πουλάκι μου μήν κλαις παραπονέματα μή λές ^ Καί μείν' άπόψε μονάχο | κι' Φριο θά μέίνώμε τά δυο κ ά τ ω στο\ Δ α φ ν ο π ο τ α μ ο

όποδν | δάφνες ή πολλές κι' ά λ ι κ ε ς μ ο σ κ ο κ α ρ ρ κ ι έ ς Μιχαηλίδου | 68

„-J^"'


78 Ι κόκκινες μυρίζουσι κΓ ή άσπρες λουλου(δ)ίζουσι·

30. Εάββατ© βράδυ (1) (κ. Χαρίδημος

/.

ριανν

αγδ,ς)

Σάββατο βράδυ-ήβγα νά ^υργιανίσω ο* ώραίο περιβόλι που τό ίηλει'-αν δλοι καί ήταν στολιομένο καί πλουμισμένο μέ διάφορους άθεους. Έ φ θ α ν α έκεΐ — μέσα ΰτό περιβόλι βρίσκω μΙά περιστέρα όπου \|/ηλά έπέτα χρυσά' τον τά φτερά της κΓ ή ώμορφία της καί ή λαλΙά της μοϋ τράβηξε το νου. Ή λ ι ε λαμπρέ — μέ τΙς χρυσές άχτινες γιατ' ήρθες άπό μπρος μου καί θάμπωσσες τό φως μου (δίς^ καί τό(ν) λογισμό μου καί δέν μπορώ νά δώ Φθάνει φως μου π ε ι ά - ή τόση άπονιά μ* ένα σου βλέμμα μόνο κείνο μοϋ φθάνει μόνο ("δις) ν ά χ ω παρηγ*ορ!ά

31. Ή χηροποϋλα

(χορός «Ζερβός») (Κος

Χαρίδημος

Μιά χηροπουλαν ά(γ)αιτώ χι* έκβίνη H p μέ θέλει "Αη-μου Παντελβμονα Τι έχουν δαίμονα Λέω τ η ; πώς τήν ά(γ)αΐΓώ χι* αύτη του λόγκου κλαίει Μά τδν itp οφήτην Ά η ν- Ηλιά 1 χηροπουλα 'ν χώ(ρι)ς μυαλά. M m χηροποΰλαν ά(γ)απ«> χαί 6 θ$4ς νά βοr/JqoiQ άμύγδσλον, «τσάκισα και μέσα σέ ζωγράφισα τδν μακαρίτη ν άρνιστξ, μένα ν ά(γ)απήτ{) άλυγαριές και μάραΟα τα λόγια πούπβ; τάμαΟα . (ι) ΣΗΜ. Τό tie μα toifco ώς καί τό ί>π' άριθμ. 32 δέν φαίνον- ται δημώδη, §| έν Κ'ίσφ. ΠβρΙ ro« μέλλοιίς αύτών Ιδέ τό μουσικ6τ μέρος

δον ί0

'

ΰμιοζ


ί

- 79 -

Νά

κάμω θέλω μιά καρδιά είς τ&υς καλαιζή(δ)ε; Τήν έρημη μου τήν καρδιά Κάμε μου άσαάκι ?Αήν·Ηλιά Καθώς τήν ήκαμες καί ου κι ήχαμες πως (δ)εν μ εί(δ)ες. ί)ά κάμω άσσάλι τήν καρδιά γιά σένα "/ήρα μοναχά. ν Α(ν) (δ)1ν σέ κάμω νά (γ)ενης λιανά σάν το μετάξι κι' 3,τι κι αν ε χ η αφέντη GO υ Οά χάση γιά τδ κέφι σου Κι* δ,τι κι1 άν εχβι ή μάννα σου οτους ''Αγιους νά τό τάξη κι' 2,τι κι' αν εχει ή μάννα σου Οά χάση ατά Ινάδγι^ σου.

32. '© Γιουαούφ-Άράπηδ (*. Χαρίδημος

Γιανναγας)

Σέ σένα πρέπει πειά πολύ...

Μωρέ

νά κάνης τόνχασάτη...

Γειά σου μπρέ Σταμάτη βρε μερακλή χαοάπη

Θαρρείς πών έγε\νή\)ηκες ..

Μωρέ

μαζι μέ τό μασσάτι

Βάοτα μπρέ Σταμάτη οονρτούκη κι άκαμάτη

Μέ τό χασαπομά;(αιρο

Γιο υοουφ-Άράπ

Έσοϋ πρέπει Φραγκέσκο

Γειά οου βρέ Φραγκέοκο ποϋ οψάζεις κρέας φρέοκο

πάντα 'χει τό σσιγκέλι σου

Μωρέ

Παχύ κρέας και φρέσκο

Γείά οου μπρε λεβέντη Γιατ9 ά(γα)πά; το γλέντι

Πρέπει σου Γιώργη Κρητικέ

Γιο

ή χασαπομαχαίρα

Γειά οου μπρέ Έργάκη που οφάζεις πάντ* αρνάκι

Γιατ '(δ)αμαλάκι καί άρ\ί..

Μπρέ

μ#ς σφάζεις κάθε μέρα I S

Σταμάτη

Σταμάτη.

Φραγκέοκο

υοουφ-'Αράπη

Έργάκη

ή Κρ))τ(κΐά κι' έκείνη

Hrpl του ποιήματας τούτου ίδέ τήν οημείαοιν Η

η

itf c

οου βράκα πίνει

ράκα ης ορλί^ος.


- so 33. Τσακίσματα Mi το μέλος τον «Ζερβού» μέ τό δχοϊον λέγεται τό υπ άριύ. 31 $ομα λέγονται Ιπίσης καί δίοτιχα τοϋ Γάμουj τοί> Γλεντιού καί του Χοτ ρου (δρα «δίοτιχα*).'Ως «τοακίσματα* δε λέγονοιν άνάλογα τινά μετά

χάτω&ί: —-"Έλα νά π α μ ε στο νησί

τά μ ά δ ι α μου νά μ ή

ή μάννα σοϋ κι' έγώ κι' έσυ

— Σ τ ε ί λ ε μάννα σ τ ε ί λ ε μ ε

— Έ λ α νά π α μ ε μάδια μου

κ Γ αν αργήσω δεΓρε με.

κι ας φέρουν τά κομμάδια

μου

χαρώ.

V -Άμυγδαλοτσακίσματα

—*Αη μου Γιώργη αράπη μου

είν της ά γ ά π η ς π ε ί σ μ α τ α .

κι

— Σ α λ ο ν ι κ ι ά μου

εβλεπε τήν άγάπη μου

— " Α η μου Γιώργη της

Χαδιές

στά δ ί χ τ υ α σου

πέρδικα

μπερδεύτηκα

κ ί εβλεπε της μελαχροινές

—·*Ω ^οσμαρί μου πράσινο

— Έ λ α νά παμε στο χωριό

τό νου μου ' χ ω γιά

ή μάννα σου κ ί

— Ά λ ι γ α ρ ι έ ; καί

έσύ >;ι* έγώ.

— " Ά η μου Γιώργη

γιώργευγε

τήν αγαπώ μαργιόλευγε.

μαριολιές

αν μ' άρνηστης 8ά φας V - - Έ χ ε ι ό θεός να πληρωίίουν τά

πούναι βιόλλα—καί σταδόρι.

— Στά δρη βγαίνη ή

— Ε λ α νά παμε έκει που λές

τα χ ε ί λ η σου ' ν α ι

I —Αμύγδαλο μου δηό λογιώ(ν)

κλωσσ^ες

γυρίσματα

—Τίνος είν έτοΰτ" ή κόρη

που χάνουν τά πουλιά φωληές.

χάσιμ.ο

πείσματα. κάππαρι

ζάχαρι

— Κ α λ ή βαρκουλα π ά ρ ε με κι δ£ω στή Μπούκα β γ ά λ ε

με.

νόστιμο και μελαχροινό.

— Κ ε ί ν η που φορεί τό βέλο

— Έ λ α κοντά δέν έρχομαι

θέλει με μά (δ)*(ν) τή

μικρούλα ' μ α ι καί ντρέπομαι,

— Κ α θ ρ έ π τ η ς μά(γ)ουλο γ ι α λ ί

— Έ λ α κοντά κοντήτερα

μή φέξΐβ; άλλονοΰ νά

vqi σ αγαπώ καλλίτερα

— Νάμουνα στή γη Χορτάρι

— Ά λ λ ο ί μ ο ν ο άλλοίμονο

καί του φουστανιου σου στάρι .

ψιλό μου δενδρολίβανο

— Ν ά μ ο υ ν α οτή γή

—Ι Αλλοίμονο κι* πάλι άλλοι

και στό 'φτίσου

Έ ρ ά ( γ ) ι σ α σάν τ J γιαλί.

—Θάλασσα φουρτουνιασμένη

— Σ τ ε ί λ ε με μάννα στό νερό.

τήν καρδιά μου ' χ ε ι ς καμένη

νά σου τό φέρω δροσερό

— Χ ί λ ια τάλλαρα 'ναι ποΰρι

£—ΚΓ οίν δέν στό φέρω δροσερό

κολωνάτα μέ τή μούρη.

Πρβλ. ΙΙαχτίκου *ελ. $ι,

.59» Μ 68, Μ 8ο, 82, 85, 90.

θέλω.

χαλίκι

σκολαρί/1


Β !

— s i -

34. Τά Κεφαλωνίτικα (χορός) ( Η. Χαοώ,

Γιανϊαγ&ς)

στον Πύργο εΙν άρα'γ)μίνα ελα έλα ftερΰιχά μου στ ά γ κ α λ ά κ ι α τά δί*ά μου καί καρτερούσαν τον χαιρο νά φύγουν τά καϋαενα Δος του του χο^ου υι άς π ά η τούτη η γ η ς 6ε νά μ ά ; φάγ τούτη ή πατούμε Καί τά

mfotitivtiwa

άπο κ ά τ ω 5ε νά

μπούμε,

35. CuXoe τά πουλάκια £υγά— ζυΥά ΛΓα Λ/*. Γ.

Μαυρή

Ο ύ λ α τ ά πουλάκια ζ υ γ ά — ζ υ γ ά το έρημο ζ αηδόνι το μονάχο πε,οπατεΓ στους κάμπους με τον οητο. I I ε ί π α τ ε ? καί λί(γ)ει χόί κελαϊδεΓ. « "Αντρα μου πολίτη καί πραμματευτ-η Που την ν,υρες μου αύτη τη ν>?α

$

τη ξα65ομαλλουσα, χαι Κ α σ τ / 5 ΐ ^ ά , ά π ο τ έ ( ν ) μ α χ α λ ά ί|·ξ έ π ι α σ α και την ά μ ο ρ φ α τ η ; . . . . . · (άτελε;)

(1)

36. "Αλφα λέγω ν άρχινιίαω (Κα ΑΙΗ. Γ. Μανοή)

^ Η Η Β κ ^ £

" Α λ φ α - λεγω ν αρχινήσω κ φ η ; μου νά σ α γ α π ή σ ω Β ή τ α — β ]3αία. σοδ λέγω οτι να σε πάοω Μ | νομμάΰΐ*

• *

|

γ ΐ ά τά δυο σου μαυ,οα Δ Λ τ α — δ ε ν τ ν φανε/^νω ^ καρδούλας ^ υ τον πτνο. ΖΐΛτα~ζ<*νομαι

τά,^δια^

γ?ά τά δυο σου μ α υ ο α φ/?υθ2α.

* « Πρβλ. ΠαχτΙκου οελ. καί » Πρβλ. ΙΙαχτίκου βελ. Ιΐ8,

I V( ά - ε λ ι ς

λαογραφίας

^

)

159

^


— 82

37. Τό νάμι

Μιά χ όρη (ά)που τήν

?

Α μούργο νά ταςει(δ)έψτβ

θέλει

νά τα£ε·(δ)εψη (δ)έν μπορεί νά λ ά μ ν η (δ)έν εί£ε(υ)ρει. Μέτρα τρακόσια·ουό φλουριά ναύλος του κ ε φ α λ ι ο ύ μέτρα χαί αλλα έχατό νά βγτ) μέ τή(ν) τ ι μ ή Κ Γ άπής τήν έλαργάρασι έ;ήντα-ονα

της

της.

μίλι

Ιποδιαντράπη ό ναύχληρος χ ι η π λ ω σ ε στο ( β ) υ ζ ί τ η ς . Κι1 ή χόρη (ά)που τήν έντροπή η π ε ^ ε κι Κι

ΙλιγώΟη.

ό ναύκληρος ένόμίσε πώς είν' ά π ο Ο α μ μ ε ^ η .

Κ Γ άπό τά Λοδια τήν άρπα(ζει) και στο γ ι α λ ό τ ή ( ν )

ρίχτει.

Τά ρέμματα τή(ν) πήρασι στον κόρφο τ η ς Ά τ τ ά λ ε ι α ς . Και μιαν ημέρα Κυριακή μιάν άκρι(β)ήν η μ έ ρ α ήβγαν Ι Άτταλιώτισσες να π δ ( ν ) νά συργιανίσοο(ν) και βρίσκουσι τή(ν) κοπελιά στέν αμμο ξ α π λ ω μ έ ν η . Και μοιριολό(γ)ϊ λέ(γ)ουσι κΓ ουλές τ ω ( ν ) τ ή ν — « Έ δ ε κορμί γιά καμπουχα καί μέση γ ι ά

έκλ*ί(γ)α(ν).

ζωνάρι

μασουροτουρνί.(δ)άχτυλα γιά τό μαργαριτάρι.» 'Εμπιάσα(ν) τη(ν) κι έπήρσ(ν) τη(ν) σέ έ κ κ λ η σ ι ά — «11από(ο)2ς, πουν1 |

άλλα(γ)ες |

χρουσοκεντημένες

καί πούνεν | (ώ)μορφόδιακος άπου ί)ά τ ή ( ν ) Μπαίν ή καμπάνα νεκρικά κΓ ό κόσμος "Οπου (γ)υναϊχα κλαίει τη(λ), Κ ΚΓ Η

με(γ)άλη.

ςοοιάση ; »

κου(β)χλιέται.

αντρας τ ή ( ν )

πουλί, καταμεσής της έκκλησιας

8α(υ)μάζει.

προ(β)άλλει,

και με φωνή, γλυκεία φωνή ενα τρα(γ)ούβιν ε ί π ε : — «Κόρη άφρατοζύαωτη καί κοσμοζηλεμενη ή μάννα σου κΓ άφέντης σου που σ' ε χ ο υ σ ι χ α μ έ ν η χι Ι νηός που μέ τά χ ε ί λ η του ε χ ε ι σε φ ι λ η μ έ ν η έπεψα(ν) με στή ςενηοειά να π φ 'να Ι

μοιριολό(γ)ι

άκούση 1 κόσμος κΓ | ντουνιάς ν" άκουσ* ή ' Εκουμενη*

κι' έκεΐνο(ν) που σέ πρόσβαλέ νά τό(ν) κατα(δ)ικάσου(ν) και μια κατάρα(ν) νά του ποΰ(ν) : Μ έ ; στο κ α ρ π ο υ καιν

γυρνά γοργόνα νά πη(ο)ήσ·β

άλουστη το νάμι του σ 'Ανατολή καί Δύση.

(Ο ' Ετέρα παραλλαγή τοδ kx Μιθ. 2Λ, άσαατος σ«λ- 73·

(Γ)


— 83 — 38.

ΈαεIg οί νέοι τ&χετε. (κ. Ζ. Χαλκιά&ης)

I

Π έ ρ α στή πέρα (γ)ειτονΐά, πέρα στή πέρα ρύμη έκεϊ(δ)ά κά(θ)εται μία γ-ρ(η)ά κά(θ)εται κι' ένας γέρος £χου(ν) κι' έ ν α κακό σκυλί, κι' ένα άμορφο κορίσσι Κορίσσι κρουφογκάστρωτο και *ρουφο(γ)εννημένο στό παραθύρι κά(θ)ετσι τούς μήνες λου(γ)αριά£ει Τί μ ή ν α ν έγκαστρώθηκε, τι μήνα θά (γ)εννη3η Σεττέμπρ, Οχτώβρη δροσερέ, Νοέμπρη και Δεκ^μπρη (Γ)εννάρη ( γ ) έ ν \ α τοϋ Χριστού πρώτη άρχή τοϋ χρόνου Φλεβγάρη φλέβε5 άνοιγες τις ρώ(γ)ες του (β)υ^ΐού μου γιά ν ά ν α τ ρ έ ψ ω τ αρφανό και νά τό με(γ)αλύ^ίυ Κα! ν ά τό (β)άλω στό σκολεΐό τά γράμματα νά μάθη Μάρτη μου μέ τά πούλλουδα κι 'Απρίλη μέ τά ρόδα Μάη καί μά(γ)ε\]/έ μου το τόν νηόν όπου μ' έ(γ)άπα άπού μ' έφίλα κι* ήλε(γ)ε ποτέ του (δ)ε μ* αρνιέται Τ ώ ρ α Θωρώ κι άρνήστη μου σά στάρι στό χωράφι άπου τοϋ πάρου τό(ν) καρπό κΓ ά(φ)ήκου του τή(ν) οάπη Βίου τής ράπης μΐά φωδίά κι* ή μαύρη Γής πομενει ν Εσσ' εί(ν) κι εμού ή καρδούλα μου μαύρη κι1 άραχνιασμένη Κ ά ν ω ν ά τοϋ καταραστώ μά πάλι τό(ν) λυπούμαι έ ν α ( ν ) τόν εχ ή μ ά ν ν α του και τό(ν) θεό φο(6)οϋμαι Μά πάλ* άς τοϋ καταραστώ κι ότι τοϋ μέλλ* άς πάθη 'Από ψηλά ν ά κρεμμιστη κάτω στή Γή νά πέσ^ Σά(ν) τό γυαλί ν ά |5α(γ)ισΓή σά(ν) τό κερί να λυώση Ν ά μπιάση δώδεκα δίατρούς και δέκα μαθητάδες Καί δεκοχτώ μπιστευτικούς νά γιαίνου τις γιαρά(δ}ες ΚΓ έγώ διαβάτης νά (γ)βνώ διαβάτης ν ά περάσω

-

p

; *

κΓ όμπρός στήν πόρτα ν ά σταθώ και νά χαμυ(γ)ελα*ω — «Καλώς τά κάνετε, διατροί, καλώς τά πολεμάτε νά κόβγετο τά κρέατα και νά μή τά λυπάστε κΓ εγώ πανί σας ή-ρερα ε ι κ ο σ τ έ πήχες τις δέκα βάτε γιά £αντό, τις δέκα γιά φασΓονια τις άλλες τΙς υπόλοιπες άφήτε σάβανο του»_ —«Μωρ' άσπλαχνη, μωρή Έλλοϋ, μωρή κακη (γ)υναικα (δ)έν είχες κρίση νά μέ πάς, καδή γιά νά με κρινης μόνο μ' άφήκες σΓ0 θεό πούναι δικαιοκριτης | 1 ,ΓΕσσι 'ναι, μάδια μου, έσσ ει(νε) Η (αγ)απα και χάσει καί φαίνουτταί του τά (β)ουνΐά τά πάνω-· κάτω πάσι Ε σ ε ί ς οί οί νέοι τώχετε τό δέντρον ά(γ)απατε καί σά(ν) θά φάτε τό(ν) καρπό τό δέντρο λ η σ μ ο ν ά

Γνβοι οδ 5 :s, " *ν*α m% .^ραλλαγαΐ καί Λαογραφία; Α! Φ 6*6, Β. 59^, ^

2 S & " 4,

3,6


39. 6C Σπαθοκονταρεμένος Ενας καλός πραμματευτής μισεύγ' άπό τ ή

Μπόλη

συρνει φοράδες δώδεκα κι' άλυγα δεκαπέντε καί μάλαμα τά φόρτωσε κι' ώς το(ν) Μ ω ρ η ά τά π ά η . Στό δρόμον δπου πή(γ)αινε τραγούδιξε και λέει «(Δ)έν ε χ ί ΐ κλέφτες ό Μωρηας (δ)έν ε χ ε ι χ α ρ α μ ή ε ς να μπιάσου το(ν) πραμματευτή νά πάρουσι τις λίρες ; 'Ακόμα 6 λό(γ)ος ήστεχε, νά πέντε χ α ρ α μ ή ε ς οί δυό τι(ν) ζώνου ά(π)ό μπρός κι

οί α λ ) ο ι δυό ά(π)ό πίσω

ό άλλος 4 μικρότερος μ^ά μαχαιριά του δίνει. Στά στήθη του τήν ή(δ)ωκε στή ρ ά χ η του έ β γ ή κ ε . Κι υστέρα τόν άρώτηξε ' π ό ποΰταν ή γεννιά του — « ν Εδε κακό συνήθειο τ ώ χ ε τ ε σεις οί κ λ έ φ τ ε ς πρώτα σκοτώνετε άΟΟρωπο κι' δστερα τό(ν) ρ ω τ ά τ ε Ή μάννα μου άπό τό(ν) Μωρηά κι ό κύρης μου άπ* τ ή Μ π ό λ η » Χύνει σφιχταγγαλιάζει το(ν) κι

είς τό(ν) διατρό τό(ν) πάει

— «Διατρέ που διάτρεψες πολλούς στ.αΟοκονταρεμένους διάτρεψε τ ά(δ)ΐρφάκι μου, χ ί λ ι α φλουριά σου βίω. — «Δια;ρός κι* ίδιάτρεψα π ο λ λ ο ύ ς

σπαΟοκονταρεμένους

μά σαν αυτή τ ή ( \ ) μαχαιριά (δ)έν ή γ ι α ν α π ο τ έ

μου.»

Βγάζει τό χαζιαράκι του στον ουρανό τό π έ μ π ε ι οιγά-σιγά κατέβαινε καί στή καρδ2ά του μ π α ί ν ε ι . — «Μάστορη πρωτομάστορη κάμε ενα γ λ η μ ό ρ ι χι ει* τή δεξιά του τή μεριά ν ά χ η

παραθυράκι

να μπαίν 1 ό ήλιος τό πρωΐ καί τό μ ε σ η μ ε ρ ά κ ι Ψ γιαραμπή πέψ' άγγελο στόν υπνο τους νά σ τ έ κ η τους ήρτε ά(δ)ικ·θάνατος ώσο(ν) τΤ α σ τ ρ ο π ε λ έ κ ι

40. Του γεμιζζή τά πάθη (κ. Ζ.

(Γ)οναΐκες πουχετε παιδιά (γ)υναίκες π ο ΰ χ ε τ

άντρες

άφοκραστήτε νά σας π ώ του γ ε μ ι ζ ζ ή τ ά πά&η Καρά(β)ιν έκιντύνεψε στόν κόρφο τής Ά τ τ ά λ ε ι α ς «Ιχιν Όβριό πραμματευτή καί Τούρκο κ α π ε τ α ν ο είχε καί τριά ρωμηόπουλα που τους καιρούς

γνωρίζα(ν)

τωνά 'βγαινεν άπό βραδί>ς τ' άλλο τό μ ε σ ο ν ύ χ τ ι τό τρίτο τό μικρότερο δπό ώρες νά ξημερώσ^ — Β Εβγα βρέ μουσσο στά παννιά νά ( δ ) η ς τ ί

κατεβαίνει»

ΙΙαιζο(γ)ελόντας Ιβγαινε κλαίοντας κ α τ ε β α ί ν ε ι — «Τι 'χεις | |

μουσσο καί μουγκας και βαρυαναστενάζεις;»

« θ ω ρ ώ τής Κρήτης τά βουνά Η

άσπρίζου(ν) και

λυγίζουν)

ΧαλκΜ^)


- 85 θωρώ τη Μαύρη θάλασσα ποΰ μέλλει νά μέ φά(γ)η Τ α χ τ ή τ ε , Τοΰρκοι, στά ζαμι*, Ρωμηοι στά μοναστήρια Τάξου και σί> βρε σκΰλλε 'Οβριέ τrj(ν) πίστί σου ν άλλάξης» Ούλοι τους έταχτήκασι καί ό καιρός κοπάζει, Κ ι άφου δ καιρός έκόπασε 'Οβριός τό μετανοιώνει κι' άρχίζει καί ή θάλασσα και παρευτυς φουσκώνει. Γεμίζ' ή θάλασσα πανιά καί τά καράβια σ(γ)έρα καί πάλι ξαναγέμισε παλληκαριών τά χέρια

(1)

41. Τρελλάθηκα μαννουλα μου (#. Ζ

Χαλκιάδη.)

— «Τρελλάθηκα μαννουλα μου μέ τ}) γειτονοπούλα μου δυό χρόνια ν ποΰ τήν ά(γ)απώ και ντρέπομαι νά τ η ; τό π ώ Σύρε μάννα και πέ της το κρουφά κουβέντιασέ της το.» Πέρνει τή ^όκα της καί πά βρίσκει τήν κόρη καί κεντά — « Ώ ρ α καλή σου λι(γ)ερή — < Καλώς τ η τή(ν) μάννα τή(ν) χρουσή — «Κόρη μου ό γυιός μου σ άγαπει Μά ντρέπεται νά σιΰ τό πη » — »Σα(ν) μ

άγαπα καί ντρέπεται

στό σπίτι μας πώς ερκεται» — « Έ ρ κ ε τ α ι καί ξανάρχεται μά ή άναπνιά του πιάνεται.» — "Εσσι (δ)4 (έ)πιάνετο * ί *μοΰ κι' ήθελα άλλοι νά του ποΰ(ν)». Πέρνβιμουρδέ ή γρ(η)ά «τό γυιό Κ Ι

ποΰ λίμβνβ ατο(ν) βαιταό Πιάνει κι ό γυιός στρατί στρατί

Ι®·;;

~

βρίσκει τή(ν) κόρη μοναχή Κ ί έ(δ)ώκασι τό λό(γ)ο τους τή κρουφοαρα(β)ώνα τους Κ ί εμώ σασί στήν *Α(για) Κιουρά νά παντρευτοΰσι τωρινά Στήν Παναγιά τοΰ Ε μ π ο ρ ί ο υ

^

νά μήν άκοόου(ν) κανενοΰ

ω

to

ΜιχοηλΙΒη

8 « α ρ α ^ α ν ή ν

» *

ΛαοΥρβ-ρώς Λ. #

«Ις - A

So

(2)

6,8

^

«» | f g g j

«* ι


^ Η Μ Η Β

Κ

p 86 fe

42. Έγώ 'μαι ξένο κι9 αρφανό

£·

,^Β Χαλιάδη,ς)

Εγώ ' μαι ξένο χ ι αρφανό κι 030 γυρίζω μονάχο το δρόμο (δ)έν είξεύρω ναρτω μάννα μου νά σ' ευρω. Καί πιάνω τό στρατί-στρατί. — Τρέχου τά μάδια μου β ρ ο χ ή

,

στρατί τό μονοπάτι — α* είσ' άγάπη μου δροσάτη. Τό μονοπάτι μ' εβγαλε — κι

ή άγάπη μου μέ ξέβγαλε

στής αγαπώ τήν πόρτα που τήν ήξερα καί π ρ ώ τ α . Βρίσκω τήν πόρτα σ φ α λ ι χ τ ή — τρέχου(ν) τά μάδια μου β ρ ο χ ή καί τά κλειδιά παρμένα — κλαίτε μάδια καϋμένα Καί τους γειτόνους άρωτώ πούνεν ή νέα π ' αγαπώ μέσα 'ναι καί κοιμάται κ Γ έσένα συλλογάται. Αν εκοιμάσαι ξύπνησε καί μετά μένα

μίλησε

κι' άν αγρυπνάς κοιμήσου κι Ιμένα συλλογίσου Καί άν είσαι μέ τή μάννα σου πάρε κι έμ4ν

άντάμα σου

(1)

κι άν μέ τόν ά(δ)ερφό σου πάρε μ' άγαπητιχό σου Κ Γ άν είσαι μέ τό κύρη σου πάρο με μέσ

στό σπίτι σου

νά κάσσω στό θρονί του και νά πάρω τήν ευκή του. ( 1 ) ΚΓ ά(ν) μέ τήν ά(δ)ερφή σου πάρε με κΓ έμέ μαζί σου (ίτροσδήκη Κας ΑΙκ. Γ. Μαϋρή)

43. Σηκώνομαι ό κα(ϋ)μένος ι Σηκώνομαι Ι καϋμένος βά(ν) παραπονεμένος

^ ^ ^ ^ ^


χα ι τ

αρματα

μου πιάνω

π ά ω νά κυνηγώ. Στό(ν) δρύμο ποΰ πη(γ)αίνω ψιλή βροχή μέ πιάννει τόπο νά ησυχάσω (δ)έν ή μπορώ νά βρω. Έ κ ε Γ βλέπω 'να πύργο ποΰ λάμπει οά(ν) τόν "Ηλιο πουλί κά(θ)εται

πάνω

και γλυκοκελαδει καί ό κελαδισμό; του μοΰ φαίνεται νά λέ(γ)η : «Χαρείτε σίίς οί νέοι πουνετε τόν καιρέ Νέοι καί νηές χαρήτε καιρό μήν καρτερείτε γιατ' ό καιρός διαβαίνει καί δέ(ν) γιαγέρνει πειό

(1)

44. Ό Βοακό; και ή Άνεράδε$ I Τό άομα τοϋτο κα&ώς *άΙ τδ άμέοως έπόμενον δήμοοιενομεν μόνον διά νά εΐμε&α πλήρεις δοον ενεστι είς την περιουλλογην τών Καοιακών ποιημάτων. Τδ ποίημα τούτο άναφέρει ό καθηγητής Ρώς εϊς τδ βιβλίον τον Reisen

auf den Grieschischert inseln des Aegaeischen Meeres είς τδν 3ov τόμον καϊ οελίδα 179 (Stuttgart 1845) ά>; άδόμενον έν Κρήτη, Κάοφ καϊ Καρπάδω. Τά δημοοιεύομεν, καίτοι ήμεΐς δεν άνενρομεν ταϋτα είς τάς έρεύνας μας. Ε ν ν ι ά χιλιάδες πρόβατα έννιά αδελφοί τά βλέπουν οί πέντε πααίναν γιά φιλί κι οί τρεις γιά τήν άγχπη. Μόνον Ι Γιάννης 'πόμεινε στή μέση τών προβάτων τά κυβερνάει τά πρόβατα καί βλέπει τό κοπάδι. Πάντα τοΰ λέει μάννα του πάντα παράγγελέ του. Β λ έ π ε σε Γιάννη fβλέπε Ι | σοΰ λέει Καλογιάννη. Στό μονοδένδρι μή άνεβης στους κάμπους μην κατέβης. Καί στον άπάνω ποταμό μήν παίζεις περνιαύλι κι" έρθοΰν καί μονομαζευΟοΰν τοΰ ποταμού άνεράδες. Κ ί έκεΐνος δέν αόκράστηκε τής μάννας του τά λόγιοι. Σ έ μονοδένδρι άνέβηκε στους κάμπους έκατέβη. Καί στόν άπάνω ποταμό επαιζε περνιαύλι | " χ ι ' έκεί 'ρθαν καί μαζεύτηκαν τοΰ ποταμού ανεραδες. — Παίζε τα Γιάννη παίζε το, παίζε τό περ-ιαυλι θέλεις λογάριν, Ιπαρε. θέλεις μαργαριτάρι. _ Θέλεις τήν κάλλια τοΰ χωριοΰ § § πειο ωμμορφη του κόσμου, — Μήτε λογάριν θέλω 'γώ μήτε μαργαριτάρι. g Μήτε τήν κάλλια τοΰ χωριοΰ και πειο ωμμορφη του | | | Λ | Τήν Εύδοκία θέλω γω τήν κηλαδολογουσαν | δπου χηλαίγει της αόγές καί τα πουλιά ξυπνουσι. ( 0 Πρβλ. Σιγάλα «βλ.

| |


45.

Έρωτικόν

( Καϊ τό ποίημα χοϋτο ώς χαI τό προηγούμενον αναφέρει είς τό β'βλίον τον δ Ross ώέ ή,δόμενον ίν Κάοφ καί Κρήη). SM βλέπει δ αναγνώστης πρόχεπαι περί δι* στίχων ανναρμολογη&έντων, ίν οϊς πολλά είλημμ&α ix τον «Έρωτοχρίτον*. Περίεργον φαίνεται ήμιν πώς ίν xjj συλλογή τοϋ Passow (i860) είς ην δημοσιεύονται τά ποιήματα ταϋια ώζ ληφ&έντα έχ τον βιβλίον τον Ross δεν αναφέρεται δτι jjiovto χαϊ ίν Κάοω, άφον δ Ρώς χαί γερμανιοτΐ άχόμη τά εχει μεταφράοει xal τά εχει δημοσιεύσει είς τό αντό βιβλίον εις αντό τοντο τό περί Α άσου χεφάλαιον, ήτοι ίν τω 3φ τόμω xal σελίδα 32-50. Τ ή λαμπιράδα τ ή ; φ ω τ ι ά ς ώρέγουμουν χ α ι ' θ ω ρ ο ύ ν χ ι έ σ ί μ ω ι α χ ι έκάηκα νά φ ύ γ ω δέν η μ π ο ρ ο ύ ν . Ό τ α ν ρ πρωτοΐδανε τά μάτια τ ά δικά μου τό στήβος μου *ταν ανοιχτό και μβήκες στήν χ α ρ δ ι ά μου. Κ ι ώς σ' ή β α λ α , έκλείδωσε έν θ έ λ ε ι π ε ι ό ν* άνοίςη χ α ι τί· χλειδιν έτσάκισε άλλου νά μή σέ δείξη. Ζωγραφιστόν σ δλον τόν νουν ε χ ω τήν στόρισή σου x a l δέν μπορώ πλε* ά λ λ η νά δω παρά τήν εδική σου. ποιος μέ αίμα τής καρδιάς μιά ζωγραφιά τ ε λ ε ί ω σ η κάμνει την ευμο φ η π ο λ λ ά καί δέν μ π ο ρ ε ί νά λ υ ώ σ η . Λ ι γ ο θ υ μ ώ στα νά σέ δώ, κι δτχν σε δώ τ ρ ο μ ά ζ ω χι οταν σέ ' δ ώ σβύνει ή φ ω τ ι ά χ α ί π ά λ ι κ α τ α τ ά ζ ω . C U νους μου ' γ ί ν ε ι ποταμός κΓ απάνω σου ξετρέχει χι Ι άπονή σου ή καρδιά χάνει π ώ ς δέν κ α τ έ χ ε ι . Σάν οφις τ ρ έ χ ω στό νερό και τ α νερόν ένίσαι δός μου νερό νά μή χ α θ ώ κι' α λ ύ π η τ η μήν είσαι. ' Α σ π ρ η ς τριανταφυλλιάς κλαδί, κόκκινο π ε ρ ι χ ά λ ι εις δλες τής έλεύθερες έσύ ' σ α ι τό κ ε φ ά λ ι . Ά ε ρ ι ν ό ν β α η λ ι κ ό έ χ ε ι ς στήν κεφαλή σου ψεγάδι δέν ευρίσκεται άπάνω στό κορμί σου. Τ ά μάτια σου ' ν α ι όλομαυρα σάν τ ή ς έ λ η ά ς τό ρέγγι τό πρόσωπο σου ' ν α ι γιαλι § | δλο τόν κόσμο φ έ γ γ ι ι . Πράσινη τέντα του Πασά καί μαστραπά του Χ ά ν η δστις γυρίσει χαι σέ ' δ ή τό λογισμό του χ ά ν ε ι , θαυμάζοαεν σάν περπατεΐς πώς δέν άνδουν ή ρουγες και πώς δεν γίνεσαι αετός μέ τΙς χ ρ υ σ έ ς φτερούγες. *1ντά ' χ ω xal δταν θά σέ δώ, πόδια και χ έ ρ ι α τ ρ έ μ ω μέ τήν καρδιά μου σ άγαπώ γιά τούτο τά παθαίνω^ *Ασπρον τριανταφυλλάκι μου με τά τριάντα φ ύ λ λ α τρέμει ή καρδιά μου σάν σέ δώ σάν τ ή ς μυρτιάς τα φ ύ λ λ α , * 0 τ α ν σέ πρωταγάπησα νά σου τό π φ π ώ ς ήτον έμπρος στήν πόρταν ήστεκες κΓ ή μ ε ρ α Κυριακή τον. Μέσα στου υπνου τά γλυκεία στοΰ υπνου μου τ ή ζ α λ η έ ρ χ ε τ α ι χαΓρηνευει με βασιλικού κλωνάρι. Ί ν σ ά φ ι χάμε απον^ μετάβαλε πειά ή Λος δές τ ί γιαγκίνην άναψες είς τό δικό μου στήθος. Γιά δές μ« *αι λυπήσου με κ λ α ύ ι ε μ άν έ κ α τ έ χ ε ι ς βάλί άγχαλάκια σου μιι μαθημένο ν μ* $](tvs.


m 4 mmMb flu^jg»

#

I BI I

θ·

ΔΙΣΤΙΧΑ ή C ΜΑΝΤΙΝΑ(Δ)ΕΣ >

...Γιά νά οννταιριάσ}] κανένας δέκα χαί είκοσι καϊ τριάντα στίχους, που κάποτε είναι καί κουιαοί ατδ μέτρο 9 χι άλλοί&ωροι στή ρίιια, δε χρειάζεται τίποτε άλλο, παρά μιά καλή περίσταση, μιά εν χαίρια: ο* Ενα νυχτερινό πέρασμα κάτω άπό οφαλ'οτά η ανοιχτά παρά&νρα σέ aid γιορτή, ο* Ένα τραπέζι, σ* εναν κλείδονα. ok ιιιά ζωηρή συντροφιά ξεκλωσσίζονζαι πρόχειρα τά περισσότερα Δίστιχα. Κι' αμα τύχουν κάπως Ιπιτνχηιιένα κι' Επίκαιρα, ξαναλέγονται άπό οτόμα σε στόμα περνούν καϊ γίνονται δηιιοτικά καί πανελλήνια Γ*ωργ.

1ρ·βίνης

—fM^g·™——

ΣΗΜ Ή τα£ινόμησις τών δισπχων eig «δίστιχα του γάμου·, «τοδ χορού-, κλίτ. δέν μάς έπΐΓρέ.τει νά άναφέρωμεν εις έκαστο ν δίστιχο ν καί τό δνομα του ύ.ταγορεύσαντος α£τό, έκτδς δσων διστίχων ύπάρχει σειρά δλη, νγ' ένδς καί μόνου *ροσώ.του ύπαγορευδεϊσα. Λιά τοδτο άναφέρομεν ένταΰθ-α δλα τά όνό;ΐΐΓα τών άνα^οινωσ ά ντω ν ήμίν δίστιχα. Κι Alt, Γ Μαύρη, ΔΙς ΑΙκ. Νικολέττου. ΟΙ κ.κ. Χαρ. Γιανναγάς. Ίωαν. Λιακάκη:, Ίουλ. Μανωλακάκης Ιωάν. Μανωλακάκης, Εμμ. Μαστρανδρέας, Νικ. Σκευοφύ λακας, Εμμ. Σκευοφύλακας Ζαχ Χαλκιάδες και οί μαθητ&ι Εύστρ. Γ.'Ασλάνης καί Νικ. Διάκου.

I. Δίστιχα τοϋ Γάμου ϊ. 2. 3 4. .5. 6. 7.

Ι

Νύφφη μου κερά νυρρη μου μετα^ωτί) μου σχέπη τόν άντρα ποϋ σου (δ)ώκαμε ώχου και πώς σοϋ πρέπει Τό δέντρο που σου φέραμε κόρη μου στην αύλή σου ροδόσταμο τό πότιζε ώς τέλος τής ^ωίβ σου ΣταλαμματΓχ-σταλαμματίά (γΐεμί^ει τό λα(γ)ήνι κι' ό Θΐύς νά πολύχρονα τ' άνφό(γ)υνο που '(y)ivq · Ψ Ω Παναγία Δέσποινα μέ τόν μονογενή σου στ* άντρό(γ)ΰνο ποΟ (γ)*νηκε νά (δ)ώκης τιψ ευκή Παί^ε Μχνώλη to βιολί κι' 'Avcu>vq τό λ·χ(γ)οϋΓθ κι* βμεΐς θ or τό πχι\\ίσα)ΐ.ε τ' άντρό^γ)υ\Ό\ eroOro . "Ωμμορφος είνεν ό γαμβρός, μ' αλήθεια και το ταίρι σά(ν) φαιρφουρένιος μαστρατιϊς μέ διαμαντένιο χέρι. Εύκομαι στους νευνυρρους χρόνια πολλά νά £ ή σ ο υ ( ν ) τοΟ "Αβραάμ και Ιακώβ τά πλούτη ν* άποχτήσου(ν) Πέτρος κ α ί Παύλος τώ/τασι κ ι ' οί Δ ώ δ ε κ α ΆΐΌστόλοι ν ά ζήση

ή νυρρη

κι'

ύ

γαμπρός

κι' ή συντροφιά μ α ς

δλη.


ίο ιι. 12. 13· ι4 ι5. ι6. ι7. ι8. ι9· 2θ. 21 j 22» 2 3. 24. 25. 26. 2 7.

i .Επήραμε το(ν) τόν γαμπρό κι έ(δ)ώκαμέ του κόρη άσπρη 'ναι σά(ν) τά γάλατα και κόκκινη σα(ν φιόρι *Ηρτεν ή ώρα και ό καιρός ήρτε ό καιρός κι* | ώρα νά σμίζη ό βασιλικός με τή(ν) καρνάδα βιόλλα. Έπήραμέ(ν) το(ν) τό(ν) γαμπρό κι' έ(δ)ώκαμέ του ταΐρι χρουσές εΐναιν ή χάρες της καλή σά(ν) περιστέρι. Μποιός ήτον ό προζενητής πούφερε τό μαντίτο νά σμίζη ό βασιλικός μέ τό γαρουφαλλίϊτο. "Ενα κομμάτι μάλαμα ήπεσε στήν αύλή μου και πήραμε το(ν) τό(ν) γαμπρό μέ τήν υπομονή μου. "Αρχισε γλώσσα μ* άρχισε μέ τή διδασκαλία και παίνεσε το τόν γαμπρό κι* ούλη μας τή παρία. Άνοιγαν τά τραντάφυλλα μές ar άσηαένϊο τάσι τ άντρό(γ)ϋνθ ποΰ (γ)ίνηκε νά ζήση νά (γ)εράση. Τ* άντρό(γ)ϋνο ποϋ (γ)ίνηκε χρόνία πολλά νά ζήση βάσανα πίκρες καί καμούς ποτέ νά μή γνωρίση. Τ Ω Θέ(ε) μου πούσαι στά ψηλά πολύ παρακαλά) σε τ άντρό(γ)ϋνον πού (γ)ίνηκε χρόνία πολλά τοϋ δώσε. Νά ζήση ή νύφφηκΓ ό γαμπρός νά ζή*5ου(ν) κι' οί κουμτάρο 1 νά ζήσου(ν) κι' ή ελεύτερες λά(γ)ίνουν κι' άλλοι γάμοι, Τ άντρό(γ)ϋνο ποϋ (γ)ίνηκε νά ζήση νά γεράση σάν τόν άπλάτανο τής Κως νά (γ)εροντοκλωνιάση. Φκηθήτε γΐχ τ άντρό(γ)ϋνο, οί Δώδεκ* Άποστόλοι εύκήσου καί σύ "Α-Σοφίά όπου 'σαι μές στη Μπόλη. Τ' άντρό(γ)ϋνο ποϋ (γ)ίνηκε είν' άπό τή γενχά μου ή (δ)ικολογΐά μου κι' ό θ ιός νά τό πολυχρονδ νά χαίρεται ή καρδιά μου Mix μαντινάδα θέ νά πω απάνω στό ρο(6)ύθι χαράς στά μάδία τοϋ γαμπρού ποϋ διάλεξε τή νύφφη. Μία μαντινάδα θέ νά 'πω άπάνω στό καισι τ* άντρό(γ)ϋνο ποϋ θά (γ)ενη χρόνία πολλά νά ζήση. Τ' άντρό(γ)υνο που θά (γ)ενη χρόνους πολλούς νάζήσρυ(ν) καί τούς καλούς γονέους των νά άντικαταστήσου(ν). Ή 'μέρ« ή σημερινή Άνάστασι 'μοϋ 'φάνη γιατ' εί(δ)α τ ά(δ)ερφάκι μου κι' ή(6-)αλε τό στεφίνι. Εύχαριστάο τής τύχης μου καί τό Θεό δοξάζω όπούκαμα καλό γαμπρό νά μήν άναστενάζω. Νύφφη καλώς μας ώρισες μεσά στό σ,τιπκό μας ούλοι σοϋ χαναλίζωμε νύφφη τό(ν) πρωτογυΐό μας,


mm:[·' 28. 29. 3ο. 3ι. 32. 33 34.

35. 36. 37.

— —

Νύφφη μου κυρά νύφφη μου τό πρώτο ζυμωτό σοι) ζάχαρι νάναι ή ζύμη σου καί kdcvrio τό νερό σου. Νά ζήση ή νύφφη κι' ό γαμβρός νά ζήση κι'ό κουμπάρος νά ζήσου(ν) τά πεθθερικά νά μήν τά παρ' ό χάρος Μΐά μαντινάδα 6β νά πώ άπάνω στό κεράσι τ άντρό(γ)ϋνο ποϋ (γ-)ίνηκε νά ζήση νά (γ)εράση. "Ενα διαμάντιν ήσμι^ε μ' άφρό τοΰ μαλαμάτου κι* άντίκες άνεκτίμητες είν' τά συμπεθερίά του. Σέ μιάν άρχοντική γεννίά ήβαλα τή φιλία μου καί ό Θΐός νά τή(ν) πολύχρονα νά χαίρετ' ή καρδιά μου. 'Ίντα 'ναι (δ)ά και τούτο (δ)ά ύ ζένος μέ τήν ζένη νά (γ)ίνοντται (δ)ικολογΐά και φίλοι μπιστεμένοι. Σήμερον άλλ^ς ουρανός σήμερον άλλη μέρα Σήμερον άλλη μέρα κι' άλλος ούρανός τί ώμμορφίά τήν έχει τούτος ό γαμπρός Σήμερον στεφανώνεται αετός τήν περιστέρα Λιμένομε(ν) σε νύφη γΐά νά σέ φέρομε εις τήν Ά γ ι ά Μαρίνα νά σας παντρέψουμε Παρακαλώ τόν "Υψιστο ώς καί τήν Παναγία νά (δ)ώκουν είς τ άντρό(γ)ϋνον παντοτεινήν υγεία (ι) Me κληρονόμους μπόλικους τό σπίτι νά (γ)εμίση καί τόνομα της είς τή γή νά τ1 άποθανατίση. Παιδιά νά κάμου(ν) φρόνιμα μέ τοϋ Θεοΰ τή χάρι νά γίνουν τώ(ν) γονέων τω(ν) στολίδι καί καμάρι.

— Προς τόν γαμβρόν 38. 39.

Γαμπρέ τή(ν) νύφφη νά (γ)απάς καί νά τή(ν) καμαρώνης καί στά μικρά τά λάθη της ποτέ νά μή θυμώνης. Δύσκολον είναι τό πουλί ώς που νά συνηθήση 'πό τώ(ν) γονιώ(ν) τήν άγκαλίι άλλου νά κατοίκηση.

— Προς τήν ννφφην 4ο.

Σύ νύφφη μου τόν άντρα σου πρέ,τει νά τό(ν) λατρεύγης καί πώς νά τόν ευχάριστης πάντοτε νά γυρεύγης.

— Στους αν μ τε&ερονς 4ι· Πολλά ευχαριστήρια κάνω στους συμ/τεθέρους καί εύκομαι νά τούς ιδώ αίωνοβίους γέρους. 42. Γιατί μας έχαρίσασι κόρη χαριτωμένη καματερή καί φρόνιμη καί σ' όλα προυκισμένη (Ο Ά π ό τοΰ διοτίχου τούτου μέχρι του Η

4? τοιούτου εΓνβ άνακοίνωόΐς Μ i ' Ι ο υ λ '


'. . ρ m m — Πρός τόν ηροξενητήν 43. Νά πώ και στόν προξενκή(ν) καμμία μαντινάδα όπούκαμε τήν προξενεία μέ τόσην εξυπνάδα 44. Είναι καλός προξενητής καί τρομερό ξεφτέυι τ* άδύνατα σέ δυνατά κάνει σά ν) βάλη χέρι — Πρός τους προσκεκλημένους 45. Τούς καλεσμένους πούρθασι μέ όλητή(ν) καρδ)ά μας εύχαριστοϋμε(ν) ποΰ τιμοΰ(ν) απόψε τή(ν) χαρά μας. 46. 'Επήραμε τή(ν) πέρδικα τήν πολυπλουμισμένη κι* άφησα με τή(ν) μάννα της μόνη καί χολιασμένη 47. Σηκώσου πετροπέρδικα κι' άνοιξε τά φτερά σου Βός τοϋ κυροϋ σου τά κλειδιά κι1 άμ εύρε # (δ)ικα σου — ΕΙς «τά χαλέομαια» (κ. Χαρίδ. ΣΗΜ. Ταύτα έλέγοντο ύπδ τών «καλεοΓά£δ)ων* οΐπνες έφιπποι ίτροσκαλουντες είς τόν γάμον:

[.

περιήρχοντο

Γιανναγας.) τά

χωρία

48. Ρη(γ)όπουλα παντρεύγουττε κι' οί δοό χαριτωμένοι κι* όσοι 'χετ εύχαρίστησι άς είστε καλεσμένοι 49. Τό βρά(δ)υ^ τούς παντρεύγουσι. τό 6ρά(δ;υ τούς βλο(γ)οϋσι Η n εΐχουν εύχαρίστησι ά(ν) θέλουν ας έρτουσι. 5ο. Τό βρά(δ)υ θά παντρέψουσιν άή(δ)όνι καί πα(γ)ώνι καί μέ τοϋ Ρή(γ)α τό παι(δ)ΐ του (Β)ασιληχ τ' άγγόνι 5ι. Με(γ)άλην εύχαρίστησι θέ (ν)ά μας προξενήση έκεϊνος δπου θέ (ν)ά ρθή ούλους θά μας τίμηση

— 01 «Προξενηταί* "Ελεγον : 52. Έλα Χριστέ στήν πλώρη μας κι' ή Παναγίχ ομπρός μας πά(με) νά ζητήξωμε ένα νηό νά κά(μ)ωμε γαμπρό μας. 53. θεέ μεγαλοδύναμε Χρισιέ καί Παναγιά μας 'φκηθήτε καλορρίζικη νάναιν ή προξενεΐά μας ν II Δίστιχα του Κλύδωνα ι'

'Ανοίξετε τόν κλύ(δ)ωνα νά βγη τό πάνω μήλο πούναι έπάνω στή μηλϊά καί λάμπη σά(ν) τόν ήλιο. 2. Ανοίξετε τόν κλύ(δ)ωνα στ" f Αη-Γιαννιοϋ τή χάρι όπούναι καλορρίζικος σήμερα ριξιγάρει. 3 Κασέλα μου σταμπαωτή «μέ τό μαργαριτάρι έφτά πασσΐά(δ)ω(ν) ριζικό έχει ποϋ θά σέ πάρη.


93 —

.

4. Άνεκουμπώσου τούρκικα καί ζώσου κομϊανάτα καί έβγα σ" τή κουβέρτα σου καί μέτρα κολλωνάτα. 5 Όσ* άστρα έχει ό ούρανός, τόσ1 άσπρα τό πουγγί σου τόσα ψιλά 'ποκάμισα νά λυώση τό κορμί σου. 6. Στρώσετε τής παρανιστιές μέ τό μαργαριτάρι καί κάμετέ του τόν καβέ του μοσκοκανακάρη. 7. Σκουπίσετέ τα τά στενά τά πάνω καί τά κάτω τής Κάσος τό ρη(γ)όπουλο (ή ή κανακαρά) θέ νά περάση κάτω. 8. Κλείσετε τά παράθυρα νά μήν έμπή τ' αγιάζι καί τοϋ σκονίση τά χαρτιά όπούχει καί διαβάζει. 9. Σεντόλία πεντα(δ)ίπλωτα καί πεντα(δ)ιπλωμένα γΐά λό(γ)ου σου κανακαρά τάχουσι φυλαμένα. ίο. Σά(ν) ταμπακέρα τοϋ πασσά ήτο ν έτούτ' ή κόρη μη(τ) άνεμος τήν ήσεισε μή(τ)' ήλιος τήν έθώρει. 11. Στρώσετε τό ψηλόν οντά μέ κόκκινα βελούδα γ!ά ν' άκουμπίση τό κορμί τόμμορφον άπό ούλα. 12. Καρά(β)ι ξετελεύγουσι στήν Μπόλι καί στή Μάρτα κι' αύτόν όπ' οΰχεις στή(ν) Μακρά νά τό τραβάς γιά βάρκα. ι3. Χίλιες χιλιά(δ)ες φουντουκλιά καί τάλλαρ' άσημένα χίλιοι κι'ά(ν) 5 α ν α (γ)ε ν ν ηθοϋν (δ)έν elv ώσαν εσένα. ι4. Τό μπόϊ σου 'ναι μιναρές καί ό ίσκιος σου περβόλι καί ό ιδρως τοϋ προσώπου σου μόσκος άπό τή Μπόλη. ι5. 'Ανέβα πά\ω στά βουνά καί ξάνοιξε τούς κάμπους όσα ζευγάρια (ζώα)κι'ά(ν) λαλοΰ(ν)γΐά λό(γ)ου σου τά κάνου ιό. Στον μπάγκο τώ(ν) κανακαρώ(ν) ποΰ (β)άλλον(ν) τό σιτάρι (β)άλλεις έού τό μάλαμα καί τό μαργαριτάρι ι7 , Ανέ(β)α στή κουβέρτα σου πάνω νά σολασσάρης καί μέ τόν Καπετόί-Πασσά νά βγής νά ροζονάρης, ι8. "Ωστα \ ά στέκου τά βουνά νά στέκη τόνομά σου πατερημά στά χέρια σου, χαρτιά στά γόνατά σου. HI Καδένα τριακοσιώ(ν) λιρών σοΰ πρέπει στ ώρολό(γ)ι γιατ'είσαι άπό 'ψιλή γεννίά καί άπό με(γ)άλο σόϊ 2θ. Μονάχογυΐέ τής μάννας σου άπου 'σαι γυΐός και κόρη καί είσαι καί μές τό σπίτι σας, ένα διπλό σταθόρι. 21 Μοναχογυιέ τής μάννας σου καί πρώτε τοϋ κυροϋ σου κι' άκρι(β)ονεθρεμμένε μου μέσα στούς έ(δ)ικούς σου. 22. Πρέπει σου κανακάρη μου πρέπει σου τό ψιρίκι πρέπει σου γοϋνα στά νεφρά, καί τό καπετανίκι. 2 3 "Αγγελος είσαι στή θωρ]# σάν αετός στή σέλλα καί σά(ν) σγουρός βασιλικός άπάνω στή καρέγλα.


I 2 4. "Αγγελος ήσαι στή θωριά καί αγγελικά γχρίζης κι άγγελοβαρσαμίζεσαι κι* δπου κι' άν π&ς μυρίζης. 2 5. Χίλιους νά '(δ)φ τήν έβδομά(δα) καί χίλιους τήν ήμερα (δ)έ(ν) τόν ευρίσκω πάλ ω τους τόν έ(δ)ικό σου ά(γ)έρα. 26. Μαργαριτάρι τρίκλωνο κι* άπό τή Βενετία πότε θαρτζς είς τήν Μακρά νά ρίξης μπαταρία i l l Στό Φρϋ μέσα στόν καφενέ έκάνθ)ου(τ)ο και λέ(γ)α(ν) πώς έχεις χαδεμένε μου τό νου τοϋ βασιλέα. 28. Ζωγράφε ποΰ ζωγράφησες τόν "Αγιο Κωνσταντίνο ζωγράφησε τόν αγαπώ στό μαστραπά ποϋ πίνω, 2 9. Μερτίά μου χροι σοπράσινη τά μερτα φορτωμένη τά μέρτα καί τά λούλουδα καί τά φλουριά ζωσμένη. 3ο. Μερτίά μου χρουσοπράσινη άκρι(β)οκανακαρά μου νά μπόρουν νά σ' ένέσπαα νά σ ήφερνα κοντά μου. 3ι Τριάντα κάτεργα 'ρκοίνται άπό τήν Άγγλετέρα τήν ώμορφίά σου κούσασι καί προξενεΐά σοϋ φέρα(ν) 32. Ώ άκρι(6)οκανακαρά έχεις κι' άλλες κοντά σου μά σεΐσα; τό χρουσό δεντρό κι* ή άλλες τά κλωνιά σου· 33. Ώ ταμπακέρα τοΰ Πασά καί μαστραπά του Χάνη όποιος γυρίσει καί σέ (δ)ή τό^ν) λογισμό του χά> ει. 34. Ώ άκρι(6)οκανακαρα πέτρα διαμάντι φίνα καί τ' όνομά σου βρίσκεται ένα στήν "Α-Μαρίνα. 35 Σάν κατεδαίνης είς τό Φρϋ ρωτοϋν οί καπετ&νοι ποίά μάννα τό έγέννησε τοΰτο τό παλληκάρι. 36. Στή Μποΰκα σά(ν) ξεμπάρκαρε είπαν οί καπετ&νοι τέδοιο ωραιότατο κορμί στό(ν) κόσμο (δ)έν έφάνη. 37 Ώ τοϋ Λιβόρνου μιναρέ καί τΓ;ς 'ίντίας βρύση τόνβμά σου 'κούστηκε σ* "Ανατολή καί Δύση. 38. 'Ανοίξετε τό κλύ(δ)ωνα στ' "Αη-Γιαννιοΰ τή χάρη κι' όποΰ 'ναι καλορρίζικος τό μηλο του νά βγάλη. 39. (Β)άστα καλά κράτα καλά τίς σκάλες π' άνεβαίνης βασιλικά χαρτιά (β)αστάς κι' όπου κι π&ς κερδαίνης· 4 ο. Ώ ς είν ό μιναρές ψηλός χτισμένος μέ χαλίκια έσσ ei(vV καί σοϋ τό μπόϊ σου γεμάτο ζαριφλίκια. 4 ι . Όντας σταθής στ5 άναλο^ΐό καί μπιάνης τό \|/αρτήρι καί πζς καί τόν 'Απόστολο τρέμει τό μοναστήρι. 42. Μήλο μου κατακότσινο 'που τή χρουσή μηλέα καί διαμαντένιο (δ)αχτιλί(δι) τοΰ Ρούσου βασιλέα. 43. Ώσά(ν) θάρτής είς τή(ν)·Μακρά καί ρίξης μπατταρίες ΤοΟρκοι, Ρίρμηοι σέ τρεμουσι, τής θάλασσας άφρίες.


Η

.

95

-

44. Μακρύ συμποϋτσι τό (β)αστας, μόσκο καπνό τό πίνεις, κι' άν έχεις άλλους ά(δ)ερφούς οπίσω τούς άφίνεις. 45. Κάτω στό Πορτοσάϊτο καί είς στ' άραποχώρι έκει σέ περιμένουσι μπιλόττοι καί δραγόρι. 46. Λίρες καί τοϋμπλες καί φλουριά έστρώσα(ν) τήν αυλή σου καί σέναν άλιμέ\'ουσι νά (δ)ώκης τή(ν) βουλή σου. 47. "Αντξελος έκατέ(β)ηκε μέ προσταγή Κυρίου καί σου '(δ)ωκε τήν ώμορφιά καί λ"άμ\|π του ήλιου 48. Σάν άντξελός πατείς στή γή σά(ν) ρή(γ)ας κατεβαίνεις σα(ν) χρουσοπράσινος αετός μέσα στό σπίτι μπαίνεις. 49. Τή μίαν άκραν τούρανοΰ νά πάη ώς τήν άλλη μέ τό με(γ'άλο βασιληά συμπεθερίό θά κάμης. 5ο. Ό ούρανός έσείστηκε κι' ήβγε χρουσό καντάρι κι' έξύ(γ)ασε τά κάλλη σου μέ τό μαργαριτάρι 5ι. Γΐά (δ)έ κορμί γΐά φράντξικα καί μέση γΐά πιστόλες κι' ώμόρφα ριξοσφέντυλα γΐά τής καρνά(δ)ες βιόλλες 52. Κάτω στή ρίβα τοϋ γιαλοϋ όλόχρουσο σσαντήρι κ α ρ ά β ι ξετελέβγο^σι νά μπής καρα(6)οκύρης 53 "'Αλογο πεταλώνουσι είς τοϋ Πασσί τήν πόρτα κι' έσέναν άλιμένουσι νά πά νά κάνης βόρτα (ι) 54. Ω σ ά ν σταθής στ* άναλογίό κι' άρχέψη 'κείνη ή γλώσσα ποίος δάσκαλος σοϋ τ' άμαθε τά γράμματα τά τόσα. ^•Bip^

III.

Δίατιχα του Χορού.

ι. Καί γιά τήν κόρη πουν 'μπροστά θά σπάσω τό (δ)οξάρι κι' άπό με(γ)άλο σόϊν' είν' καί έχει 'κι άγγέλου; χάρι. 2 Θά τήν 'παινέσω.πουν 'μπροστά, θά σπάσω τό (δ)οξάρι καί άς μοϋ χρωστά ό πατέρας της δέκα κιλά σιτίρι 3. Είς τήν δεξιά μοο τή μερά είνεν ένα λουλονδι ήΜοΐρα μου μοϋ I όφερε καί τό καλό μου γούρι. 4. Εις τή δεξιά μου τή μερά άνάβγει μ!χ λαμπάδα I στον ούρανό πάει ή φωδιά στή γήν ή νοστιμάδα, 5. Στή μέση τως μέ (β)άλασι δυό καρυδιές άφράτες δίϊό μπόσσες άπό φαρφουρί ροδόσταμο γεμάτες. (ΐ)

Τά

δ ί ο τ ι χ α τ α ΰ τ α ά π δ τοδ d p Β

Μίτέρτου δ. φ.

3^ μ έ χ ρ ι του

53 έ δ η μ ο ο ι ε ύ θ η ο α ν

ύ π α γ ό ρ ε υ α ι ν τ ή ς κ- Ε ύ γ . Ά ν ε μ ο π ο ύ λ ο υ ( Κ α ο ί α ς ) είς

τ ό μ . Γ.' ο ε λ . 6 6 a . MerA τ ώ ν δ ι Ο Γ ί χ ω ν τ β ύ τ ω ν έ δ η μ ο β ι ε ύ θ η σ α ν καί ά λ λ α π α ρ ο δ ο α ν ο υ λ λ ο γ ή ν . " Η τ ο ι έκ τ ώ ν του » κ λ υ θ ώ ν ο υ · τά ύπ δίβτιχα. Έ κ

δέ τ ώ ν τής «Αγάπης» τά 6π

άρι£.

122, 134

άρ3»

ύπύ

κ,

Ν.

τήν « Δ α ο γ ρ α φ Ι α ν · ύπάρχοντα

4» §1 H S

135 δίοπχα.

του

||

2Γ >

είς τ ή ν 23> 2 9


^ • ^ H K j p ;

96

.

_

6. Ήρ·αν πουλιά τοΰ Γηαϊλά κΓ έσμιξαν μέ του Κάμπου κι* είναι τά πόδια των χρουσά, καί τά φτερά τους λάμπου(ν) 7. 'Απ1 τή δεξιά μου τή μερά είν ένα περιστέρι καί ένα μπερλάντι άτίμητο (ή ένα διαμάντι μοναχό) είς [τό ζερβό μου χέρι.

8. Στή μέση τως μέ 6)άλασι σά(ν) τό καλο σιτάρι ή μιά είναι ν ό Ήλιος, καί ή άλλη τό Φεγγάρι. 9. Είς τή δεξιά μου τή μερά (6)αστΛ ουρανός μέ τ' άστρα καί στή ζερβή μου τή μερά, ή Μπόλη μέ τά κάστρα. ίο. Είς τήν ομπρός μερά (β)αστΛ τής Χίος τό κυπαρίσι καί σύρνει κι' ά(π)ό 'πίσω του μΐά κρυσταλλένια βρΰσι. 11. Ούλες τις χάρες του Θεοΰ τις έχεις κοπελλιά μου καί πώς τό καταδέχτηκες νάρτής άπό κοντά μου 12. Σήμερα κΐάρος ουρανός σήμερα κχάρα μέρα γιατί θέ νά φουμίσουμε αετό καί περιστέρα. ι3. Είς τή δεξιά μου τή μερά εϊν> ένα κυπαρίσσι καί στή ζερβή μου μΐά μηλιά ποΰ νά πολυχρονήση [ή: δπου (β)αστοίν οί κλσνοι του σ* 'Ανατολή καί Δΰσι]. IV· Δίστιχα του γλεντιού ι. Μάννα μου τούτη ή συντροφιά κι' άς ήτο κι' άλλη τόση καί Κ τήν έγλεντίζαμε ώστα νά ξημερώση. 2. Μάννα μου τούτη ή συντροφιά πώς είνε στολισμένη ούλοι ά(ν)θρώποι χρήσιμοι καί νοικοκυρεμένοι. 3 "Οσα πουλιά 'χει ή άραπίά κι αηδόνια τό μισΰρι τόσοι άγιοι νά βοηθου(ν) του σπιτονοικοκύρη. 4. Χίλία καλώς ώρίσατε χίλια καί δυό, χιλιά(δ)ες Ι κάμπος μέ τά λούλουδα καί μέ τις πρασινάδες (ή μέτίς νοστιμά(δ)ες) 5. Έλα καλή μου όρεξι καί *γώ νά τραγουδήσω καί τό νεπέτι μου 'ρκεται καί 'γώ πομένορ 'πίσω^* 6. Έλα καλή μου όρεξι καί 'γώ νά τραγουδήσω Μκαί τή καλή μου συντροφιά νά τήν εύχάΒιστήσω. 7. Τοΰτα τά σπίδία τά 'ψηλά τά μαρμσροχτ1*μένα t v εχοι:ν άφέντη 1 κερά μαλαματέ\1ά. ^ 8. Τοΰτα τά σπνδία τά 'ψηλά 1 άνώγία καί *ατώγΐα έχουν άφέντη (β)ασιλήά κερά μέ δίχως λφγία. 9. Ό βασιληΛς πουν' βασιλη&ς κι* ορίζει τά νησιά μας (δ)£ν έ'χ^ tfjv παρέα μας μή(τ)ε τή συντροφίά μ«ζ·


gif

97 — ίο Πέτρες καί ξύλα τοϋ σπιδίοϋ ποϋ πέρνετε τό βάρος βλέπετε τούς νοικοκυρούς νά μή τους πάρη ό χάρος. 11. Σταλαματιά σταλαματιά (γ)εμίξει τό ποτήρι νά ξήσ:] ή σπιτονοικοκυρά κι* ό σπιτονοικοκύρης 12. Γΐι δές τραπέζιν ώμμορφο πιάτα μαλαματένια καί έ.τίσημα προσώπατα γύρω τριγυρισμένα. ι3 Καλή του ώρα τοϋ πουλίοϋ 'κείνου τοϋ "μερωμένου τοϋ (δνομα άπόντος προσώπου) τοϋ άνεζητημένου. ι4. ΓΥφω τριγύρω κά(θ)εστε ωσάν τούς 'Αναργύρους σάν τά Βενετικά φλουριά όποϋ 'ναι μέ τούς γύρους. ι5· Ώ ς τρέχει τό κρΟο νερό στης βρύσης τό κουτοϋτο έσσι νά τρέξη τό καλό στ άρχοντικόν έτοΰτο. ι6. Τοϋτα τά σπίδια τά 'ψηλά πέτρα νά μή ρα(γ)ίση κι' ό νοικοκύρης τοϋ σπιδίοϋ χρόνια πολλά νά ζήση. 17. Ούλος ό κόσμος τραουβα χορεύγ'ει καί γλενιίί,ει κι έμοϋ τό σώμα μου 'νε γΐά κΓ ό νους μου άλλοϋ (γ)υρίζει. ι8. Χίλία καλώς εύρέθημε καί πάλι νά βρεθοϋμε τοϋ χρόνου τοϋτο τόν καιρό νά ξανανταμωθοϋμε. ι9 Σηκώσου πάλω κι' άνοιξε τήν πόρτα τήν καρένια μέ τά χεράκια σου τά δοό τά μαργαριταρένίχ. 2θ· Τό στόμα όπου μίλησε θά τό περιχρουσώσω μηλο 'πό τόν Παράδεισο Θά κό\|/ω \ ά τοϋ δώσω. 21. Άρχισε γλώσσα μου άρχισε καί πρόσεξε μή σφάλης γΙατί σέ τριγυρίσασι πολλώ(ν) λογια?(ν^ δασκάλοι. V. Δίατιχα για τά νέα καράβια Χαοίδ.

ΣΗΜ. Ταύτα έλέγοντο είς την έορϊήν που έλάμβανε χώραν τήν ήμέραν νετο ό καθελ,κυομός νέων καραβιών.

Γιαϊναγάς).

fjv έγέ-

11 Τήν προσευκή μας στό Θεό νά (δ)ώκη τήν ευκή του vi-eivju καλορροίί,ικο μάλαμα το καρφί του, 2. Ά^Ιεύκηθοϋμε στόν Θεό καί στήν 'Αγία Μαρίνα Ρ ά τύχη σέ καλούς καιρούς καί νάνε πάντα πρίμα. 3. Ilpg με(γ)αλοδύναμε (δ^ώστου κΓ αύτή τή χάρι va^gi πάντα τό ναύλος το*) όλον άπό σιτάρι. 4. Στοϋ καραβίοϋ τ άπώ(θή)ματα εύ^ήθηκα(ν) καμπόσοι τοϋ χρόνου, εύκομαι καί 'γώ, και άλλο νά σκαρώσί]. 5. Ή πλώρη του 'ναι ώ μορφή καί ή πρύμη του περίσσια J Θεό μή παρ α κυλά, μόνο νά κυρτή ίσια.


6, 7. 8, 9. ίο.

' Ε —98 — Εύκομαι οί παμπαρίκοι του ποτέ μή τυλιχτοϋσι τά σι(δ)ερένα τοΓ καρφί χ, μάλαμα να (γ)ενοϋσι Εύκομαι στό καρά(6)ι σου \ά σοϋ καλαρμενίζη V' άκούη τό τεμόνι του, σχ(ν) σβοϋρος νά (γ)υρίζη Στις άγκουρές του εύκομαι ποτέ νά μή μαλλιάσου(ν) εύκομαι και στ' άμπάρία του ποτέ νά μήν άδειάσου(ν). Εύκομαι στή παντιέρα (ι) του γρήγορα νά τή(ν) βγάλει τό Σύμβολο τοϋ Έθνους μας στό πίκι του νά (β)άλη. Εύκομαι κΓ είς τήν πρύμη του (Β)ασιλικιά νά (β)άλη νά (β)*λη μέσα ταχτικούς στήν Μπούκα νά τούςβγάλή.

VI. Δίστιχα Γνωμικά. ι. Καί %άχαμε νά τρώγαμε καί ροϋχα νά χαλούμε βουλεΐλ νά μήν έκάναμε μόνο νά τραουβοϋμε. 1ί "Αντραν έχεις.—κόντραν έχεις πεθθερά καμπάναν έχεις, καί κουνιάδα διαλαλήτρα νά σέ διαλαλοϋ τή(ν) νύχτα. 3 "Ασπρος γεννιέται ό κόρακας καί (γ)ερανός κανίάζει καί μαϋρος καταστένεται καί τοϋ κυροϋ του 'μοιάζει. 4. Δεντρί όπου (δ)έν ήιιπορείς νά φά(γ)ηςτό(ν) καρπό(ν) του μην κοιμηθής στόλ' ίσκιο του καί πάρης τό καμό του (Άπάντησις). Μά σά(ν) θέληση τό" δεντρί καί κάμει μου τή χάρι R άνοιξη τά κλωνάρια του καί 'πάνω του μέ πάρη ;) 5. Έχει ό Θεός γυρίσματα κι' ό χρόνος μερ ο νύχτια καί τά μπαρμπούνια τοϋ γίχλοϋ πιάνονται μέ τά δίχτυα. 6. "Οποιος πιστεύγει κοπελλιας εις τά· γλυκά της λογία γρήγορα πέφτη σέ κα(ϋ)μούς καί μαϋρα μοιρίολόγία. 7. Όποιος πιστεύγει κοπελλίάς σ' έκείνη ποϋ τοϋ άμώνη πά\ω στήν άμμο τοϋ γιαλοϋ παλάτια θεμελιώνει, Άφοϋ (δ)έν είχες σφίζικες διαμαντικά καί λ^οσα όσοι κι' άν σ' ά(γ)απούσασι ψεύτικα σ' ά(γ)αποϋσο^ν)· 9. Είπα σου κάθου φρόνιμα λωλάγρες μή γυρεύγ^ις μή βάλλης ξνλα στή φωφϊά πριχοϋ νά μα(γ)ερεύγης· ίο. Ό κόσμος μέ τά βάσανα είν* άνακατωμένος κι ά(ν)θρωπος (δ)εν εύρίσκεται νάν εύκαριστημένος. (ΐ) ήτοι «ήν «ημαίαν,

τονρκικήν κα&όη άχηγορείετο

flljPW^

;·'

^Hj

u>·'

ί

ή έν Κάβφ ναυπήγησις

; Μ·|3ΰ||

ίΐσραβιοί


B

f

11.

e

99

"Οποιος ( δ ) έ ν είναι γλεντιστής πρέπει του γιατί στόν κόσμον όπου ζει μόνο TCV τόπο

νά ποθάνη πΐάνη. 12. Τίγαρις και έγίνηκε ^*ΐά ώ μορφές ή άγάπη ; Γιά ώμμορφες καί γΐχ 'σκημες κι' όπου ρεχτεί τό μάτι. ι3. Ποιος είδε ψάρι στό βουνό και θάλασσα σπαρμένη ποιός είδε τούτον τόν καιρό άγάπη μπιστευμένη. ι4. Θ'ε)έμου με(γ)αλοδύναμε με(γ)άλο τόνομά σου ^υλλο (δ)έν πέφτει άπό δεντρό δίχως τό θέλημά σου. ι5 "Οποιος δέν έπερπάτησε τήν νύχτα μέ :ρεγγ*άρι καί τό πρωΐ μέ τή δροσιά, τόν κόσμο (δ)έν έχάρη. ιό. Έτσι ναι χαϋδεμένη μου δπου αγαπά καί χάσει καί τά βουνά τοϋ φαίνουττε, τά πάνω κάτω πάσι. 17. Γαλάζια πέτρα τοϋ γιαλοϋ (δ)έν πιάνει πρασινάδα κι' ή άγάπη χωρίς πείσματα (δ)έν έχει νοστιμάδα. ι8. Όπ' άγαπά γνωρίζεται απ τ Μ ν) περπατηζιά του καί 'μπρος καί 'πίσω συντηρώ /ά 'δη τή(ν) πεθυμιά το· ι9. Βάσανα πίκρες καί κα(ϋ)μούς καί μοιριολόγια νάχη άποϋ τήν έπρωτό(δ)ειζε στόν κόσμον τήν άγάπη. 2θ Ή άγάπη θέλει φρόνησι θέλει ταπεινωσύνη θέλει λαγοο περπατηζΐά καί άετοϋ γρηγοροσύνη 2ΐ. Ά(ν)θρωπος νάχη εφτά καρδιές κι' υστέρα ν* άγαπηση νάχη τίς τρεις στόν έρωτα τίς τέσσαρες στήν κρίση. 22. Νάχεν ή ψωμοθοϋκα σου χάσικους ντάκους ρούσσίους (δ)έν ήτο νά μας ήβιες μαυρό(γ)υλους τα(γ)ήσιους. 2 3. "Ω κάυμένε άθθρωπε άτός σου κι' άπατος σου κάνης κακό της νειότης σου ποϋ (δ)έ(ν) τό κάνει οχτρός σου 24. Ό "Ερωτας είνε ψυχρός σάν τοϋ Μαρτίου τ' αγιάζι καί νάχη τρισανάθεμα ποϋ τό(ν) κατα(δ)ικάίη. 25. "Οπου (β)αστά καί ξαμολίεί τοϋ πρέπει φούρκα καί σκοινί. 2 6 Νάμουνα νηός κι' ελεύθερος καί πλούσιος κι' Αντρειωμένος νά (δ)ης πώς τήν έχαίρουμου(ν) τή νηότη μου ό καϋμένος. 2 7. Καί μέ τά παραπόταμα θ ποταμές κινιέται κχί μέ χί λόγΐχ tdSfv) πολλών ή άγάπη λησμονιέται 2 8 Παλιάς φραγμός δέν καί(γ)εται καινούργιος δέν πατιέπαι μή(δ)ε παληά άγαπητηκίά ($)εν άπαλησμονιέται 29. Τραγούδησε κακή καρδιά νά πάη ή πίκρα κάτω γιατί ή πίκρα κι ή χολή τίν άνθρωπο χαΧιΐ το(ν). 3ο. Περνοϋ(ν) τά χρόνια καί χολίώ γιατί μας έγερνοΰσι ά(ν) (δ)ε(ν) μάς έγερνούσασι,'χρόνια το(ν^και άς περνοϋσι


Η

»

1

0

0

31. 'Όποιος τά λόγια σου 'γρο.κΛ τούς ορκους σου πιστεύγει σΠ|(\) θάλασσα μιάνει λαγούς και στά βουνά ψαρεΟνει. 32. Ό Έρωτας είς τήν αρχή είνε γλυκ ς πά(ν) γάλα μά σά(ν) ριζώση στή(ν) καρδιά κάνει χλαδίά με(γ)άλα. 33. (Δ)έν έχει πόνο(ν) νά πονή πόνο(ν) νά θαν^τώνη σάίν) τήν άγαπη τήν κρουφή ποϋ (8)&ν ξεφανερώνη. 34 Τά λόγΧα τα (ν) πολλα^ν), πολλώ(ν) κάνου(ν) τό(ν) ά(ν)θρωπο τρελλό. 35. Ή πρώτη γνώσις. τό λοιπό, εΐνεν όπου φωτίζει μά ό ύστερος μεταλ οιωμός τίποτα (δ)ε\ άξίζει. 36 Ίίπρΐ(γ"!μα \<χν ό "Ερωτας ; Στόν ά(ν)θρωπο σά'ν) μπαίνΓ, χωρίς φωδίά θερμεύγεται, χωρίς τρέμουλα τρέμει. VII. Δίστιχα Σκωπτικά. ι Νά χάλα(γ)ε το σπίτι σας ϊσα μέ τά θεμέλια νά πλάκωνε τή(ν) μάλωνα σου νά (δ)ής χαρές καί (γ)έλοια 2. Είπατα γώ τής μάννας μου καί εΐπέ μου (ά)ξΐά σου γυΐέ μου παντρέψου κι έπαρέ τηνε καί καλοφαίνεταί μου. 3. 'Ακούτε τής Κανακαράς I (δ>*έν θέλει χλα(δ)οφόρο, πάς καί παινιέται (δ)ά κι' αύτή μέ τής «Βολ&ς» τό(ν) Λώρο; 4. Σάν τής πικραγκουρά; τ'άΘΘί ποϋ είναι μές τ£ χώμα έσσ'εί(ν) το μαγουλάκι σου κι* (δ)έν έχει στάξιν ώμα 5. Τής κολοκύθας τήγ ώχρ ι τήν έχεις κακομοίρα θαρρεΓς μέ τά πολλά προυκιά πως τή θωροΰ{ν) τή μοίρα. 6. "Ωστα ποϋ σ' είχε ή μάννα σου έσύνα(ζ)ες άκάνους καί τώρα ποϋ σ* έπηρα 'γώ μοϋ θέλεις άμπρακάμους; 7. θέ (λ)χσοϋκάμω μαγικχ στή σκάφη ποϋ ζυμώνεις νάφήσης και το ζυμωτέ νάρθής νά μέ ζι(γ)ώνεις ! 8 Δοόλώρους έχω στ£(ν) «Σκυλλ χ» (γ)χμτρέ μου νά σου (δ)ώ· καί νά σχς (δ)ώκω τήν εύκή καί νά σ Χς στεφανώσω [cTJJ 9. Στέκω καί διαλογίζομαι ώσά(ν) τ£ συναξάρι πως είν' ή θάλασσ αρμυρή κι* άνάλατο ti ψάρι. ίο. Πόσοι (δ)εν σ'ά(γ)απήσασι τούτον έ(δ)ά το χρόνο τά νυχτοξημερώματα θά τούς 'πομείνου(ν) μόνο. ι ι . Έ^,α νά πχμ3 στ^'ν)χορ5 ν χ (δ)ο3ν κχί μέ κχί σ^νχ κι' ά'φ)ηστα τά χωράφια σου κι' άς είν' άξαπλωμένα 12. Έχω τα τά χωράφια μου κΓ είναι κι* άξαπλωμένα < όλον ένάμισυ κοιλΑ βάλλει π κάθε ένα,


Μ Κ

—ΙΟΙ —

ι3. Τιάρις κι' έχει προτιμή στ νΑργός όποϋν ή βοϋλλα ; και τοϋ Φρυδίοϋ τ'άνέφαμμα στοϋ μύλου τη κουκούλα. ι4. Καώ μέ τά ζαχαρωτά και μέ τίς καραμέλλες θά ζήσης τή φαμίλλία σου ποϋ θέλει δλο φέλλες. ι5. 'Αγριοσφουγγάρα τοϋ γιαλοϋ ζέρεις καί βης ζουάπι άποϋν ή μουραροϋκα σου άνέφαλα (γ)εμάτη. ι6. Μωρή όποϋν ή μούρη σου σάν σιλοπρο(β)ατίνα καί σύ μοϋ σείης τι) μέση σου σάν πάπια καί σάν χήνα ι7. (Δ)έν συλλο(γ)άσαι τά παιδιά πώς έχεις νά τά ζήσης μόνο σοϋ κάνει όρεζι νά πάης νά μεθύσης. ι8 'Ανάθεμα ποϋ σέ κερνά καί, (γ)ίνεσαι κουφούνία καί κάνεις καί τή μύτη σου κομμάδία στά καντού\ΐα· V 9. Βός μου το κόρη το φιλί ^δ)ός το καί μή λυπάσαι νά τούβρης στό(ν) παρά(δ)εισο πίπλωμα νά κοιμάσαι. 2θ. Βός το κυρά μου τό φιλί κι' άς είσαι παντρεμένη καί μ* ένα καί μέ δοό φιλία (δ)έν πάς κριματισμένη. 2ΐ. "Ιντα καμα τής μάννας σου καί δπου μ& (δ)η μέ βρίζει ποϋ νά τή(ν) δώ στο χασαπίό σά(ν) σκϋλλα νά γαυγίζη. 2 2 ΤΙ μπράσσο σου τό παχουλό μέ τό στενό μα\ίκι νά τόβαζα προσκέφαλο κΓ άς πλέρωνα τό νοίκι* 2 3, 'Ακούσετε νά σας ειπώ γιά τήν παντέρμη πε~να πρώτα χτυπά στά γόνατα κι* ύστερα στήν Κατίνα. 24. Ούλα τά ντέρτια ντέρτια 'ναι κι' ούλοι καμοί καμοί 'ναι μά σάν τήν άναπαραδιά άλλος καμός δεν είνε. 25. Ανϊσως καί (δ,έν σ' ά(γ)απώ, στρα(β)ος νά 'μπώ στον "Αδη ζεσκούφωτος στήν Εκκλησιά, γδυμνός μές στό χαμάμι. 26. Είσαι 'ψηλή είσαι λιγνή είσαι πολύ ώραια καί βάζης καί τή(ν) ^όμπα σου κΓ είσαι σάν Εύρωπαία. 27. Είσαι 'ψηλή κΓ είσαι λιγνή καί λιγνοκοκκαλάτη καί πρέπει νά σέ βάλουσι οέ γυάλινο παλάτι. 28. 'Εφίλησά σε 'μπάρε μου, καί (δ)έ(ν) παραπονούμαι IP ά(ν) μ' άρνηστής καμμιά βολά θαβγώ νά τά δηγοϋμαι. 2 9. ΤΑν εί(ν) γιά τέδοια λάχανα γιά τέδοιες λαμαρίνες έχει κι' μδς ό κήπος μας καμπόσες άπό κείνες 3ο. Χαρώ τη τή(ν) μυτάρα σου άπούν' πέντ' οκά(δ^ες δός μου καί μένα μιά όκά νά κάμω δυό ντουρμά(δ)ες. 3ι. Πή(γ)αινε ζαπι, πή(γ>αινε χανιώτικο κουλούρι μΐά γα(δ)αροϋλα έχομε(ν) καί 'μοιάζης της στή μούρη.


— 102—

'

^

g

^

m

m

32. ΓΙή(γ)αινε ζάπι πή(γ)αινε μή μοϋ πολυφωνάζης γιατί σέ βάλλω στό(ν) κουμβ σάν πετεινό %ά κράζης. 33 Πή(γ)αινε ζάπι πή(γ)αινε σαρδέλλα βρωμεσμένη άπόζεσμα τοϋ (β)αρελΐοϋ κα(ν)ένας (δ)έ(ν) σέ θέλει. 34. Φορέσετέ του τό παρ τό βάλτε του καί καπέλλο κι άπόκει τόν περάσετε μέσα τό(ν) Φικαέλο. 35. 'Από έκει(δ)ά τόν ήβαλες νά πάη νά περάση ; νά τόν ί(δ)ή ό γά(δα)ρός μου νά 'π& νά ν'τεροσπάση | 36. Είς τήν ομπρός μερά βαστά μΐά πετρολαχανίδα καί σέρνει καί άπό πίσω της ένα γομάρι ζϋλα. 37. Ό Γιάννης μας έπή(γ)αινε άπάνω τή βουνάρα κι'έ(β)άστα καί στά (δ)όντιατου μΐά ψοφισμένη γα(δά)ρα. 38. Είς τήν ομπρός μερά βαστ(£ ή φοϋντα τοϋ κλιμάτου ή φοϋνια τοϋ βασιλικοϋ κι* ή γαουρά τοϋ πάτου. 39. Ήφηκες τόν βασιλικό καί έ(γ)άπησες τό(ν) κρίνο ποϋ (δ)έν έβγάλλει μυρωδιά, διάολε σέ κι' έκεινο(ν). 4ο. ( Δ ) έ ( ν ) τό πιστευτώ νά (γ)ενή ή θάλασσα πιπέρι κι' ή Άλεξάντρα κίμινο, καί 'μεις τά δυό μας ταίρι. 4ι. 'Εσύ άν έχεις εύλο(γΐ)ές κι1 άν έχεις καί σημάδια καλλίτερα σου πρέπουσιν κι* άπό μαργαριτάρια VIII. Δίστιχα της αγάπης. ι. "Ωχου ψιλομελαχροινή καί καντιοζυμωμένη τίνος ή Μοίρα καρτερεί καί τίνος περιμένει 2. 'Ώχου γειτονοποϋλά μου όπούσαι ζαριφλίκι θ3c πάρω τοϋ πατέρα σου σκί&ς τό μισό καΐκι 3. ΤΩ άκρι(β)οκανακαρ& καί ποιος σοϋ τά σγουραίνει τής κεφαλής σου τά μαλλιά μέτ ασημένιο χτένι. 4. Τίνος ή μοίρα καρτερεί γΐά νά τοϋ πέση ό λάττος πουν' ό πατέρας τής μικρής βασιλικός μπιλότος 5 Μεταξωτή μπόλία φορείς ψιλή σάν τόν ά(γ)έρα κι' δποιος σέ (δ)ή μεσάνυχτα θαρρεί πώς είναι μέρα. 6. Νάτο(ν) τ' άλάργου μίαν όργυΐά καί τά σιμά μΐά π|χϋ νά φώναζα τής άγαπ(ί> καί νά μ' άπηλο(γ)ήθη. 7 . Σαράντα βρύσες μέ νερό κι' έξΓ,ντα δοό πη(γ)άδΐα (δ)έν μοϋ τή σβύνου τή ν) φωδίά πούχω στά φ υ λ λ ο κ ά ρ δ ί α 8. Άλάργου μοϋ 'σαι καί μακρΟά ώς 5οο μίλία κι ά(ν) πασπατέ\]/ω θά σέ βρφ μες στης καρδίας τά φϋλλα 9 Άλάργου μου 'σαι καί μακροά 4ι μίλι κι' έχεις εσύ κακή καρδιά κι' έγώ καμένα χείλη.


H I ^wfM ί ο . Ά λ ά ρ γ ο υ μου 'σαι καί μακρυά καί θάλασσα 'στή μέση καί ό ένας (ά)'ποϋ τόν άλλο(ν) μας παρη(γ)ορ3 i (δ)έν έχει 11 Σαράντα τάσια γκιουργιαί καί έναν άόρη χϊόνι κι' ό κόσμος ν ά πλημμαζοχτή, ή άγάπη μας (δ)έ(ν) λοώνει. 12 Έβράδυασε παρακαλώ πότε νά ξημερώση

γΐά νά σέ (δ)οΰ(ν) τά μάδία μου κι'ό νους μου νά μερώση ι3 Σέ (άγ)άπουν δπου λώλαινα τά όρη καί λαγκάδια v\cai τώρα σέ μισήσασι τά έρημα μου μάδία ι4. "Αχού μηλιά, πορτοκαλλιά πιδιά καί νεραζιά μου καί διαμσ,ντένιο μου κλειδί π άνοίγεις τή(ν) καρδιά μου. ι5. Παληά φιλιά πορτοκαλλιά, κι ή νηάσκουλουκιασμένη άνιστορήσου της παληάς, κλάψε καρδιά καί)μένη· ιό. Ώ ς πότε θά τό λές τό «ναί*, καί τ' «όχι» θαναι πάντα κι' ώς πότε τής καρδούλας μου θά τής τό λές τό γ1άντα7 17. 'Αγία μου Τριάδα μου έμπα καί σύ στήν μέση νά πάρω 'κείνη π' άγαπώ κι' έκείνη που μ* αρέσει

ι8. ς Αγία μου Τριάδα μου ώς χ άλλο καλοκαίρι νάρθώ καί ' γ φ στή χάρη σου μέ τό δικό μου ταίρι ι9« "Ασπρο καί κόκκινο χαρτί είναι τό πρόσωπο σου κι άλιζερίνικο σπαθί τό καμαρυφρυδό σου 2ο. Στό παραθύρι πούσαι σύ γαρουφαλλιά (δ)έ(ν) πρέπει γιατί 'σαι σύ γαρουφαλλιά καί άπ' ούχει μάδία άς βλέπει. 2ΐ. Ά π ' ά>στα σ είδα κι* ήβαλες τό κόκκινο σακάκι, μ* έγκέλωσε μές στήν καρδιά ένα χαϊσεοάκι ή: εξαναπότισές μου το δοό σίκλες τό φαρμάκι. \^22, (Δ)έν είμαι πεύκος νά κοπώ πλάτανος νά λυγίσω (δ)έν είμαι τόσον άσπλαχνος^,νά σοϋ ίρλησμονήσω. 2 3. Βασιλικός έμύρισεν άγάπη μου διαβαίνει κάαετε τόπο νά τή !δώ .γιατί ή ψυχή μοι: βγαίνει. JTA

r ^«w 1 fWvA"»' fyv**

0

t

t

yirrr STOE** s# ,( Κ" γέρία καί πόδια τρέμω μέ τήν καρδιά μου σ' αγαπώ γ*ά τοϋ*ο Φ& παθαίνω. 1

c «Ν ;

25. Όντας σοϋ θέλω θυμηθη κ' όντας σέ βάλη ό νους μου θάλασσα ό νους μου. 2 6· σά(ν) Θυμοϋμαι σου 6ουρκό\'ομαι πουλάκι μου σχ(ν) χαρέςκΰμα καί δέρλ~ει καλωσύνες κι'ή μάννα πού μέ (γ)έννησε (δ)έ(ν) μοϋ της κάνει 'κείνες. 2 7. Ξυπνώντας α έχω μές οτό νοϋ, κοιμώντας στ όνειρο μου παντοτεινό μές στήν καρδιά μ^λο ζαρίφικό μου. *8. Όντας σοϋ θέλω θυμηθεί απάνω στό φα(γ)ΐ μου φαρμακοζύμωτο ψωμί γΐά σέ τρώ(γ)ω πουλί μου.


M ^ ^ ^ : H 104 — Ό ν τ σ ο ύ θέλω θυμηθεί άπάνω στό φα(γ)ί μου Ι δρε|ί μου κοβγεται καί τρέμει τό κορμί μου. 3ο «Ελαμπυρίσα(ν) τά^βουνά κι' αυγερινός διαλοέται καί μένα τό κορμάκι μου γΐά σένα τυραννιέται 31 Άσπρο παχύ τρυγόνι μου χρυσό μου καναρίνι kc ιμφντας καί ξυπνώντας μου ή αγάπη σου μέ κρίνει 32. Τρυγόνια δεχατέσσαρα θα βάλω στήν αύλή σου νάρχίσου(ν) νά σον κελαδουν νά σκάσουν οί οχτροί f § | | 33. ΠΟ:ΧΒ και (βί)πείτε της νάρθή στό ν κήπο νά νά τήν ί(δ)οΟν τά μάδια μου κι* δστερα άς μέ σκοτώση. ^^HB^SHH^is (ή κι ό.'~γοϋζ μου νά μβρώση), 34. Όντα: σού θέλω θυμηθή στήν κλίνη ποΟ κοιμούμαι* μέ τ άστρα βγαίνω καί μιλώ γ ΐ \ νά παρηγορούμαι. 35. Ήρτες καί ήρταν | χαρές κι* ήρταν καί τά παιγνίδια κΓ άνθισαν κι' | γαρουφαλλί-ές πάνα* στά παραθύρια, 36 Σί(δ)ερα γίνασι γιά μέ | δοό σου ή μπλεξίδες καί αυτές μέ δέσασι μέ σέ σάν νάταν άλυσσί(δ)ες. ' 37c Πρό(6)αλε φέ'ς,η τόύρανοδ καί στόλισι του κόσμου τό νοΟ μου καί τό(ν) λογισμό οπού μου πήρες βός μου. ) \ ^ 3 8 . Άφοί; μού πήρες πειά τόν νοδ πάρε με σκ^χς καί μένα ; f i μέ κάμη χωρίς νοΟ ή μάννα ποΰ μ έ γ έ ν ν α . 37. Γΐι βγάλε τό γελκκο σου νά (δ)ώ τή μαχαιριά σου ν& (δ)Φ γΙά ποιάν μαραίνονται μέσα τά σωθηκά cov, 4ο. Στον Ά η Γιώργη τής Χαδιέί; στό βήμα Του ,ά|π)ύ Vicfco εφύτεψα μιά λεμονιά καί 'πά(ω) νά τή(ν) ποτίσω. 4 κ Τά χέρια σου τά φαρφουρί κι' ή άκριβή σου ρόκκα τά δζΐό» βυζιά τοΰ κόρφου σου δοό στελετιές μου ($)ώκα(ν) 4^5 Ά η μου Γιώργη τής Χαδιές όποΟσαι μές τά όρη έβλεπε τήν άγά*η μου άποΟ (εί)ν μοναχακόρη. :: 43. Ασπρο καί κόκκινο χαρτί είναι τό πρόσωπό σου καί δαό δ'αχτυλιδόπετρες ή κόρεξ-τώ(^) μαηώ(γ) ΐ!ου.

44t Μέλαχροινή και νόστιμη μά έχε,ς κι4 άλλη χάρι σά(ν) θά μιλά τό στόμα σου στάζει μαργαριτάρι. ,#5· SX<x πονλί μου γλήγορα καί μήν άρ^ής στά. |έν<χ Ρ ςνοιξεν ή καρδούλα μου καί ήβ^αλέ μαΟρόν αίμα _ {?ι 9 Η άνοί|α(ν) τά τριαντάφυλλα ποδ σοΰχω φΰλάμένα)ί ;:· 'Όντας γυρίσω και σ& θ45" καί σύ σά(ν) έμένα στάσσει άπό τήγ καρδούλα μου τρεις στάλες μ α ύ ρ ο ν aifwc*

47. Τά μάθία σου μοδ ρίχτόυσι σαίτες άσημένβς I I I μ π α ί ν ο υ ( ν ) jvesct σ τ ή ( ν ) κ α ρ δ ι ά | ^ 1 β γ α ί ν ο υ ν . μ α τ ω μ έ ν ε ς


105 — 48 Καλή του κ ι ' ΛΝ

ι'ίψν, rat) πουλίοΓ) καί βπου καί άν αΐναι γνΛ(ί του (HV κ α ί ή νοβς του μ ΐ ϊ τ ώ μ&ί ή Π α ν α γ ι ά κ ο ν τ ά τ ο υ . }

49, Hd;f>o. γροικώ )ΐίζ Ατή ν καρδιά πόνο am σωβηκά μου γιατί ι χω μώρβς νά nl· (β)ώ άφ/ντρα καί κιψά μου* 50f Τής Π α ν α γ ί α ς τή(ν) ζωγραφιά τό πρόσαίπό σ ο υ καί τοD κοράκου τά φτρρά τό καμαρόφρυ(Λ)ό σου. 51. ρ ά ft ι ς πα3ζ κατήντησας κι' d(v) στρώσω (ft)fe(vj κοιμούμαι καί τό σταυρό σά(ν) χριστιανός νά κάμω (ftjAv δυμοΟμαι. 52 Γ ι ά ft/ ς ί τ φ ξ μί1· κατήντησας κι* ούλοι οί γιατροί τό Μ® π#ς ιΰναι σίγουρο χτικιό κι* άπό καιρό κλαίσι, I I , ΓΙότβ θά ή Παναγιά ταίρι γΐά νά (γ)βνοθμα Τά πάθη AO τίραβή,|αμβ 4τότ®ς Οά τά ποΟμα 54» Έσύ σαι μάδια μου γιατρός κι' |γ<Β μαι ό λαβωμένος Ρός μου το κόμη τά φιλί νά θίατρβυτΦ ό καϋμΛνος, 55 ΆγγελικοΟ πυυλίοΟ φωληά βαθυ&ς αυγής αηδόνι ^(β)φκα ό νοΰζ μου πάνω σου κι' όθΐός (δ)έν μά γλντώγβι* 5 6 . "Q χρυσομβρσινίάς γλα(δ)ΐ ποΟ μ 1 ήσυρος κ ο ν τ ά σ ο υ (ft)fev ήμπορΦ νά φύ(γ)ω παΐό άπ' τά προ<ιτάγματά σου# 57, Τά μάδία σούναι π^λα(γ)ος τύ φρύδια σου λέιμιΦνας Μή^ίΡφορτοΟνα τά πατ(|, μή(τ)β βαρύς χαιμΦνας. 5 8 · " Λ ν ίσως κ α ί μ* ά π α ρ ν η σ τ β ς κ α ί τ ό σ κ § φ τ ( | ς κ α ί μ ό ν ο μ έ ς στή φωδίά ν ά κ α ί α σ α ι κ α ί ν ά μ ή ν ο ι ώ ν η ς π ό ν ο . 50.

At) μ ο υ

Γ ι ώ ρ γ η - ~ τ ή ς ~ - Χ α δ ΐ ι ι ς ical σύ Κ ο υ ν τ ο υ α λ κ ώ τ η

τ ή ν ά ( γ ) ά π η μ ο υ κ α ί τή χ ρ ο υ σ ή της νκιότη 6 ο . ΈμΙαβνΙ/δς κ α ί μ' ά φ ι σ θ ς /ίνα γίαλί. φαρμάκι, κ ά Ο α π ρ ω ΐ σ ά ( ν ) σ η κ ω θ ώ ν ά πίν* ά π ύ λ ι γ ά κ ι . 61,

( Δ ) ύ ν ίίϊ(ν) καρά[Ηα

στή(ν) Μ α κ ρ ά

(Λ)ί ν βί(ν) πανΙά πλυμένα

ffl)fev sl(v) κ α μ μ ί ά στήν γειτονιά νά μ ά(γ)απά καί μίνα. 62, "Αν Ι σ ω ς κ α ί μ' άτταρνηστής καί κάμης άλλο ταίρι Σκλά((1)ο νά # πουλίσουσι ατής Μ/ιαρμτταριβς $|| μέρη. 63 Αν ίσως καί μ* άπαρνηστί)ς καί κάμιπ το ή καρδιά που ή θάλασσα ή άρμι,ρή νά ίΐϊν' ή κοινωνίά σου, 64, Αν ίσως καί μ1 άπαρνηστής καί κάμιπ το ή καρδιά σου <$!§ τόν ()ψμ<) τής θάλασσας νά πλ<Η|^υ(ν) τά μαλλιά σου Τής Μπαρμπαριάς τά κύματα τής Μάριας τό κανάλι

νά φ(5ϊ| ru φαρμάκι#σου άν άγαηήσης άλλί), 66, ΙΙΟίίλα νάχα καρδιΑς καί νάν* καί σι(6)^ρινιβζ

νά νταγιαντά τά (ίίσανα καί τοΟ ντουνιά τΐΐ έ'νναίΗς, 67 ΊίΟβλ((. νάχα δθό καμδιλς νά πι'ρνη ή }ΐΐά τοός πιίνους Ktf αύτη 'ναι μιά καί μοναχή τήν ίχω και' άηό χρόνυυς,


• H H g j ^ i I

— 106

p

I 68. Τής θάλασσας τά κύματα άσπρα και γαλανά ναι κατ τοϋ έρωτα ό χωρισμός μαχαίρια και σπαθιά ναι. 69. Μαργαριτάρι τρίκλωνο είναι τό πρόσωπό σου κι* άλιζερίνικο σπαθί τό καμαροφρουδό σου. 7ο. Σοϋ πρέπουσι τά κόκκινα καί καθημέρνιασέ τα κι* έπαρε απ' τήν καρδούλα μου φωδίά σι(δ)έρωσέ τα ή: κι* έπαρε άπ τά μάδία μου νερό σαπούνισέ τα ή: (6Μλλε τα τή καθημερινή, γλήγορα χάλασέ τα 7ι· Του έρωτα τά δίχτυα είναι μεταξωτά κι οποίος μπερδέψει μέσα (δ)έν ξεμπερδεύει πείά. 72. Τριάντα δυό χρουσά κλειδί χ καί έζ^ντα δυό άσημένία (δ)έν τήν άνοί(γ)ου(ν) τήν καρδιά που κλεί(δ)ωσε γιά σένα 73. Μαλαματένιε μου Σταυρέ άπό τόν "Αη Τάφο τά λόγια πού μοϋ μίλησες μές τήν καρδία μου τάχω. 74. Δίαμαντοκόλλητο Σταυρό καί γκόρφι τοϋ Δεσπότη ήκαμα την ά(γ)άπη σου πάνω μου κρατά) τη. 75. Μαλαματένιε μου Σταυρέ καί μέ τήν άλυσσί(δ)α ώς πότε θά σε λειτουργώ σέ £ένην έκκλησία. 76. Καί νά τον άπό το θεό καί άπό τήν Έλεοϋσα δποιαν έγάπα καθενείς νά τοϋ τήν εύλο(γ)οΰσα(ν). 77. Θεέ μεγαλοδύναμε πούκαμες τό σιτάρι σάν άγαποϋ(ν)ται δζ}ό πουλιά κάμε τα σκιάς ζευγάρι Β Υ 78. Θεέ μεγαλοδύναμε όπου τό(ν) κόσμο όρί£ης σάν άγαπιοϋ(ν)ται δυό καρδιές μή τές έξεχωρίζεις 79. 'Αναστενάζω τρέμει ή γής, κλαίω σκορπά τό χώμα άφοϋ ή καρδιά μου σ' άγαπά τί θά σοΟ 'πή τό στόμα 8ο. Ντέρτια μου κασαβέτια μου ^ελάτες τοϋ κορμιού μου ylati μοδ τήν έφέρνετε τήν άγαπώ στον νοΟ μου. 8ι. Χίλια καλώς έπρό(6)αλες ώ δροσερέ μου ά(γ)έρα πούκαμες τύ φουστάνι σου Έλληνικιά παντιέρα 82. "Ωχου καί πώς νά μή χολιώ καί πώς νά μή χτικιάσω τόσο καιρό νά σ* ά(γ)απώ καί τώρα νά σέ χάσω. | 83 Πρέπει μου γώ καί νά χολιώ καί νάμαι λυπημένος γιατί άπό τήν άγάπη μου είμ άλαργαρισμένος. 84. *Ισμαηλία νά καζ τό Πόρτο νά (6)ουλίση ποΟ xfpB τήν άγάπη μου νά μοΟ ξελησμονήσί). 85· 'Ισμαηλία νά καζ τύ Πόρτο καί Σουβέσι jtoO πήρε τήν άγάπη μου νά πά νά μπιάση θέσι. 86* Στέλλω σου χαιρετίσματα μέ τό πουλί τ ά(η)δόνι m ιιέ τόν ιτετροκόσσυφα ποΟ (δ)έν τό φανερώνει.


—107 < | 8 7 . Σ τ έ λ λ ω σου χ α ι ρ ε τ ί σ μ α τ α έ ν α ζ ε υ γ ά ρ ι - μ ή λ α * έ ν α χ λ α ( δ ι ) ϊ βασιλικό μ έ τ άσημένία φύλλα. 8 8 . Ν ά μ ο υ ν α στό καράβι σου ' Ε λ λ η ν ι κ ί ά παντιέρα ν ά κ ά ν ω τοΰ κορμιού σου σκιά της νειότης σου ά ( γ ) έ ρ α . 89. Μ έ ς στό κ α ρ ά β ι πού σαι σύ ν ά μ ο υ καί γ ώ μουσσάκι ν ά σοΟ ' χ ι ν α ν ά π λ ύ ν ο υ σ ο υ ( ν ) ν ε ρ ό μ έ τό τασάκι. 9ο

Μ έ ς στό κ α ρ ά β ι πούσαι σύ ν α μ ο υ ν καί γ ώ καρφάκι ν ά ' λ ω ν ε ς ν ά σο Ο ϊ,έσχιί,α τό μαύρο σου σακάκι.

91. Στέλλω 6ου χαιρετίσματα μέ τό χελιδονάκι πούναι στο δρόμο γρήγορο καί μπιστικό πουλάκι Ιρ2. Στέλλω σου χαιρετίσματα μέ τ ούρανού τ άστέρι καί τό φεγγάρι τής αύγής, κανείς νά μί] τό §έρη. 93· Θάλασσα ή άγάπη μου σάν πιάση τό τιμόνι ροδόσταμο νά γίνεσαι κι' άμέσως νά μερώνης. 94· Θάλασσα, ή άγάπη μου, σάν πιάση τήν παλαίστρα ροδόσταμο νά γίνοσαι, σουπιέρα μέ μανέστρα. 95· Θάλασσα ή άγάπη μου σάν πιάση τό κουπί του ροδόσταμο νά γίνεσαι νά ραίνης τό κορμί του. 96. Νάμοη(ν) στό Φρϋ, στον Εμπορείο, γ!ά στήν Βλυχά μιάν ώρα νάβλεπα τό πουλάκι μου σάν λέει «Τίρα—μόλα». 97- Σάν μ' άγαπος πουλάκι μου (δ)έ(ν) θέλω νά τό χώνης δπου καί ά(ν) πάης και σταθζς νά τό §εφανερώνης, 9$· "Ανοιγε τά χειλάκια σου τά κότσινα πουλί μου κσΐ πες μου το πώς μ* ά(γ)απάς καί πάρε τήν ψοχή μου 99· Έλα πουλί μου νά σέ (δ)ώ καί (δ)εν μοϋ κόβγης χρόνους καί 'γώ χω σί^δ)ερο καρδιά νά νταγιαντώ τούς πόνους. jοο. Ξύπνα διαμάντι καί βουμπί κί άφρέ του μαλαμάτου καί έχω δοό λόγια νά σου πώ τοϋ παραπονεμάτου. S \JToi. Μήν μ* άρνηστζς ο (ν) δέν 1(δ)ης τά μάδίσ μου κλεισμένα τή(ν) Παναγιά στά στήθη μου τά χέρΙα σταυρωμένα· /[ \^Ι02. Μήν πλανηθής στον ν Ερωτα καί μ' άρνηστής πουλί μου γιατί άγάπη (δ)έ(ν) θαυρης πιστή σά(ν) τή δική μου. Χ ο 3. Κάλλιο νά (δ)ώ τό αίμα μου σΓή γή νά κάμη χϋσι παρά νά (δ,)ώ τά χείλη μου άλλος νά τά φιλήση. Ι04· Κάλλιο νά ()δώ τό αίμα μου στή γη νά λαμπικάρη παρά νά (δ)ώ την άγαπώ άλλος νά τήν έπάρη, 105. Κάλλιο νά (δ)ώ τό αίμα μου στή γή νά κάμη άλώνι παρά νά (δ)ώ τήν άγαπώ άλλον νά καμαρώνη. ιοό. Κάλλιο νά (δ)ώ τό αίμα μου στή γη νά κάμη βόρτα παρά νά (δ)ώ τήν άγαπώ νά πάη σ' άλλη πόρτα. 107. Σάν (δ)έν ή.ξέρειζ ν ά(γ)απάς νά πά(ς) νά κάμης πρά£ι γΐά μΙά παμπακερή κλωστή τό χάνεις τό μετάξι. ^ y 108. ΓΙές μου τ ά άν έγινε βουνό γΐά μέναν ή καρδιά «ου Ι νά φύ(γ)ω νά μή μέ θωροϋ(ν) τά μάδία τά (δ)ικά σου.


109. ν Ελα πουλί μου έλα, έλα τήν Κυριακή νά μέ π α ρ η γ ό ρ η σ η ς πούμαι tjrfj φυλακή· ι ι ο . Έ λ α πουλί μου έλα, έλα τό Σάββατο νά μέ παρηγόρησης πούμαι γΐά θάνατο. 111. θ ά γράφω θέλω τόν καιρό καιθά }]£τρώ τούς μήνες πού θέ νά κάμω νά σέ (δ)ώ ήλιε μές τές αχτίνες. 112. ΤρεΤς πήχες φειδι θά (γ)ενώ τή(ν) μέση σου νά ^ώσω καί&ν άγαπήσης άλλονεθέ νά σέ θανατώσω. 113. Νάξεραπούνεν ό θεός ποϋ κατοικούν οί άγιοι νά πά νά κάμω δέησι άλλος νά μή σέ πάρη* 114» Βάλε φωδίά στό θυμιατό καί έβγα ο£ω νά θυμίασης και παρεκάλει τό(ν) θεό μα£ί μου νά ταίριασες. 115· Βασιλικόν έφύτεψα στό στρώμα ποϋ κοιμάσαι νά κόβγης νά μυρίζεσαι και μίνα νά θυμάσαι. ι ι 6· Νά|ερεςπόσο σ ά(γ)απώ καί πώς σέ καμαρόνω καί τόνομα σου στόν θεό νύχτα καί 'μέρα 'μόνω. h ι / . Ή νύχτα ώρες δεκατρείς μόνο τίς τρεις κοιμούμαι τίς άλλες δέκα είμαι ξυπνάς καί σένα συλλο(γ)οϋμαι. ϊ ι8. "Ωστα νάξώ Θά σ' αγαπώ ποτέ (δ)έν σέ ξεχάνω Τ καί τόνομά σου τό γλυκό Θά πω καί θά πεθάνω! 119» Ζωή ρ ft ν έχω στό κορμί έσύ τήν κουμαντέρης καί οπόταν θέλεις γίνεσαι χάρος καί τήν έ*ιέρης ! 120. Τοϋ μαύρου πεύκου τόν μπουγίά έχοησι τά μαλλιά σου καί τής μοσκοκαρφίάς θωριά έχου(ν) τά μά(γ)ουλά σου 121. "Ανοι£α(ν) τά τριαντάφυλλα καί φάνηκ ή θεότη κι άγγελικά χαδέματα έχει ή δική σθυ νειότη 122./Συντέφιν ήτο τό χαρτί καί διαμαντένια ή πέννα καί j(dpiv είχε άπ' τό Θεό ή μάννα ποϋ σ' έγέννα. Ι23· Σάν περιστέρι τοϋ βουνού σά(ν) πέρδικα τοϋ κάμπου έσσ είναι τό κορμάκι σου κι' δ,τι κί άν βάλης λάμπου 124-1 Ούλο(ν) τό κόσμο γύρισα Μπον£ντη καί Λεβάντη (δ)έν εΙ(δ)α τέδοιο πρόσωπο νά λάμπη σά(ν) διαμάντι· 125- Πάλ' ήπλεξεςτα τά μαλλιά στώμμορφο τό κεφάλι κί άν είχα καί κομμάτι νοϋ, μοϋ τόν έπήρες πάλι. 126. Ώ ς καίομαι νά καίεσαι καί ώς ά(νά)φτω νά κεντήσης τό φουστανάκι ποϋ φορείς νά μή τό κατελύσης. 12J. Σήμερα τό πουλάκι μου ήβγε νά συριανίση Θεέ μου κάμε συννεφιά ήλιος μή τό μαϋρίση. 128. Άγάπην είχα στό κλου(β)ί καί άποκαμαρωνά τη(ν) καί έκδίνη ήκαμε φτερά καί ήφυ(γ)ε καί ήχασά τη(ν). 129. Τών έμμαδιων μου τό νερό φτάνει σε νά Ε,υμώσης καί της καρδιάς μου ή κάηλα τόν φούρνο νά πύρωσης. 130. Θά πάω Θέλω στό Καδή καί στό Καϊμακάμη νά πάω νά πώ πως σ' ά(γ)απώ νά (δ)ώ τί Θά μοΰ κάμη. Η Έμάρανες με άπούμουνα βλαστός τής κρε(β)ατίνας τραντάφ^λλο τοΟ Περαια καί βιόλλα τής 'Αθήνας·


109 132. Μήλο μου μή μαραίνεσαι τριανταφυλλάκι μου άσπρο και μας είν' ή αγάπη μας χτισμένη σά(ν) τό κάστρο 133- Ποϋ μ' ήμερες ποϋ σ' ήξερα πού μ' εϊ(δ)ες καί ποϋ σ' εί(δ)α καί άμα μούπασι γΧά σέ δέθηκα μ' άλυσσί(δ)ια· 134· 'Από πολύς μ* έσκλά(β)ωσε πουλί μου ή ώμορφίά σου και τά καλά σου φυσικά καί τά νοικοκυριά σου. 135- Χρυσό μου πολυέλαιο στθλί(δι) τής έκκλησίας παπόρι τής 'Αμερικής φρεγάδα τής 'Αγγλίας. 136 Έσύ σαι πϋργος μέ γιαλίά καθρέφτης μέ σβντέφια έσύ σαι ή ώμορφότερη άπ' όλα σου r ά(δ)έρφια. 137- Μέσα στάφϋλλα της καρδιάς στοϋ έρωτα τόν τόπο έχω την τήν άγάπη σου γΐά πείσμα τών άνθρώπω(ν). 138. Μέσα στά φϋλλα τής καρδίας μέσα στά φυλλαράκία έκαμα τήν ά(γ)άπη σου χρυσά χαμαϊλάκία. 139· Βασιλικό καί ροσμαρί (δ)έν βάλλω πειό στ' αύτί μου γιατί μοϋ τήν έπήρασι τήν άγαπητική μου· 140. Πράσινον είν τό ροσμαρίν καί μπλάβος ό άθδός του όπου 'γαπά μελαχροινή πολύς είν' ό καμός του. 14 1 · Μελαχροινή μου κύπερη δάφνη, μου μυρισμένη ή νειότη μου στά χέρΙα σου είναι παραδοσμένη· 142. Μελαχροινή πΙάσε σπαθί-κόψε τή κεφαλή μου νά πάψου σιν οί πόνοι μου κι' οί αναστεναγμοί μου 143· "Εχεις μαλλιά όλόξανθα στης πλάτες σου ριμμένα ποϋ τά χτενίζουν άγγελοι μέ διαμαντένια χτένα 144· "Αγγελος ποϋ τόν ουρανό στον κόσμον έκατέβη καί σούδωσε τήν έμμορφίά καί πάλι απάνω άνέβη. 145· Μέ τρία δίστομα σπαθιά μοϋ φράξανε τή στράτα * καί πάψαν οί χαιρετισμοί καί τά κρουρά μαντάτα. Λ146. Ό λ α τά μάδΙα 'ναι στεγνά και τά δικά μου βρϋσι j ν περιβολάρης τά £ητά τά δέντρα vd ποτίση. (. \) ΒU|| Θεέ μου καί ξημέρωσε μΙά μέρα καί γ!ά μένα • νάναι τά μάδία μου στεγνά τά χείλη μου βρεμμένα. 148. Κυπαρισσάκι μου ψηλό ποϋ τρέφεσαι στό χώμα ώστα νά ΐ,ΐώ θά σ' ά(γ)απώ κι' άς μή(ν) σέ πάρω κι όλα ή : μικρή και σύ, μικρός κι' έγώ (δ)έν ειν' καιρός ακόμα» 149· Μέ τ' άγριοπερίσοερα καί μέ τά μερωμένα τοϋ στέλλω χαιρετίσματα πουλί αου κάθε μέρα i'l: σ ένα χαριι γραμμένα· 150· Κρίνε μου κρίνε Κρητικέ τοϋ μαχαλλά λουλοϋ(δ)ι έαάθα το πώς σ* ά(γ)απώ και τό ζηλέψαν ούλοι· Μέλι καί γάλα βρίσκεται ε'ις τοϋ Σταυρού τά μέρη θεέ μου καί νάμουν έκεϊ (δ)ά χειμώνα καλοκαίρι. 152. 'Πό τοϋ «Σιαυροϋ» τήν ένορίά είσαι καί σύ πουλί μου γι' αύτό σ' άγάπησα^και 'γώ γιατί 'σαι χωριανή μου 153· Μΐά μαύρη σκόύνα θά (γ)ενώ άσπρα «ιαν!ά θά 3 p | l «δρσα—λά—μπάντα» 0ά σταθ4ώ τήν ά(γ)άπώ νάπάρω.


154. Στον παμπαφιγκο τον πλωριό σ εχω ζωγραφισμένη χαί δτ&ν «τιρά-μόλάρομε» ο' ευρίσκω μπερδεμένη 155. Μαχαίρι μαύρο μάνικο θά βάλω στό ζωνάρι χι α(ν) (δ)έ(ν) οι κλέψω μια βραδοά ( ό ) (ν) έ | είμαι παλληκάρι. 156. 'Εχτές έφύση;ε βορρηάς καί σήμερα μπονέντης για δες πώς με χατήντησες όπούμουνα λεβέντης. 157. ν Ας είσαι άγάπη μοο χαλά χι' άς είσαι χαί μακρύά μοο χι* άς κάμοο(ν) χρόνους νά σέ (δ)οΰν τα μαοια τα (ο)ικά μου 158. Μή σέ πλανέση ό έρωτας χαί μ5 άρνιστης πουλί μου χι' άγάπη (δ)έν θά χάμης πειά ωσάν την έ(δ)ική μου. 159. "Αχ χαί γιατί νάσαι Ισοι (δ)ά ναχης καΓ^ιά σι(δ)4ρου νά μή μποροΰ(ν) τά λόγια μου σάγάπη να σέ φέροο(ν). 160. Στον ούρανο θέ ν* άνε(β)ώ στον Λιοικη\ή του Κ,όσιιου νά χάμω μιάν αναφορά νά σέ χερδέσω φως μου. 161. Γιά δέτε τ άστρα τούρανοΰ πώς κρέμονται νά πέσουν χαι συ μελαχροινούλα μου μή μ άρνηστής πότε σου. 162. Τί μαντινάδα θά σου ' π ω πουλί μου νά σ' άρέση πούχεις αγγελικό κορμί χαί δαχτυλίδι μέση *, 163. *Εχε τον πόνο μέσα σου καί μή τον έδηγασαι ν ά ρ ή ο ύπνος νά σέ 'βρη στήν κλίνη ποΰ κοιμασαι. * 164. Μές στήν καρδιά μου σ ή(β)αλα δέντοο κι έφύτεψά σε καί το αίμα μου έλαμπίχερα νεοο, κί χέπότιζά σε, 165. Κρουφά ποτίζω το δεντρό κρουφά κορφολο(γ)ώ το. Κρουφά χαί μέ (γ)ιντίρησι ( γ ^ ρ ^ ω καί θωρώ το. 166. Κρουφά ποτίζω το δέντρο κρουφά 'κοβγα τους κλώνους κρουφά πουλί μου σ αγαπώ σήμερα πέντε .χρόνους. 167. Ttasapa μήλα στή μηλιά κ' εναν απίδι πέντε (έ Ινα σου φίλο μπιστικό χαιρετισμό μου π έ μ π ε . 16S. Πουλί ςενομπασάρικο μέ τά χρουσά φτερά σου μά τί γλυκάδα είν αυτή ποΰ εχει ή λαλιά σου. \pl69. Έ λ α νά μόσωμε κι' οί δυό είς τήν Ά γ ι α Μαρίνα ποιος άρνηθη άπό τους δυο αύτος ν α χ η τό κρίμα. 170. ' Ε γ ώ άμόνω οτόν Θεό 'μόσε στήν Παναγία νάν σταθερή ή άγάπη μας μέχρι τά γηρατεΐα 171. § 3 θ ά (γ)ενώ Ρωτοκριτος (γ)ίνου καί συ ' Α ρ ε τ ο ύ σ α ποΰ δλα τά ένάντια κι' οί δοό τους ένικοΰσα(ν)· 1 7 2 . Νάξερε; φώς μου γράμματα νά γράφω ν' άναγνώΟ^ς γιατί με τά γνεψίματα σοΰ γνέφω καί δέν νοιώθης. 1 7 3 . Τόν έρωτα βάλλω χριτή τον νοΰ μου δραγομάνο καί σέ πουλί μου διοικητή χαί δ,τι μου π η ς θ ά κάνω. J l 7 4 . Στόν ουρανό κι' α(ν) άνεβτ|ς καί γώ ν' ανέβω θέλω φτ*ρά * ί α(ν) βάλ^ς καί πετάς νά σέ κ λ ο υ θ ή σ ω θ έ λ ω . 1 7 5 . Οδλοι μου λέγο»(ν) πέτα καί πουναι τ ά φτερά ' π ό τά (δ)ν*ά σου χέρια δέν 1χσ> λευτεριά. 1 7 6 . Έ ρ ν ή · τ ΐ | ς Μ άγάπη μου γλυκειά μου Μοφιγ^δλα καί · ά τή* χάψω Η φωδίά τήν χάντρινη σακοδλλβ.


m«Γ»— 177

Τ Ι άνυπόφερτος κα(ϋ)μδς τ ι πυρωμένη λ ό χ χ η ' " νά λέω γ ώ π ώ ς α άγαπώ και συ νά λέης οχι.

1 7 8 . Μπαρμπούνι μου τής θάλασσας δλόχρουσό μου ψάρι άφου έγώ σέ άγαπώ γιατ άλλος νά σε π ά ρ η ; i f 9 . Γιά λό(γ)ου σου Οά σκοτωθώ θά χ ά σ ω τ ή ζωή μοο στδν *Α(δ)η θ ά σέ καρτερώ γιά νά κ ρ ι θ έ ς μαζί μοο. « 180. Έ φ ί λ η σ α και έ σ σ ί μ π η ι α και έπήρα τον ά θ θ ό τώρα παντρέψου * ί έπαρε τον άγαπητικό σου,

σου

1 8 1 . J E * άγάπη σου ' ν α ι ψεύτικη «άν τ ' Α π ρ ι λ ί ο υ το χιόνι, όπαί) το ρ ί χ τ ε ι άπο βραδύς και τδ πρωί το λυώνει. 1 8 2 . Μ ή λ ο μου Γριπολίτικο, Βερουτιανό μου άπίδι_ ή(δ)ωκε 6 νους μου πάνω σου κι (δ)έν ή μπορεί νά φύγη. ή: κά(ϋ)μό μου τδν έπότισες έτοΰτο τδ ταςειδι. 183. Δέρνει μ ή ν ύ χ τ α κί ή αυγή δέρνει με και τ 1 αγιάζι δέρνει με κι* ή άγάπη σου και σένα (δ)εν σέ νοιάζει. 1 8 4 . Καταμεσής τής θάλασσας θά β ά λ ω ενα κλίμα γιά νά περνά ή άγάπη μοο νά τρώη τά σταφύλια. 1 8 5 . Κ λ α ί ω δεν ε χ ω ' μ ε ρ ω μ δ σάν τδ π ο υ λ ί στά δάση δπου του κόψου(ν) τ ά φτερά κ' (δ)έν ή μπορ' άπετάση J ( ή τ ή φ ω λ ^ ά του χάσΐβ). 1 8 0 . "Ώστα νά ζής θ ε λ ω νά ζιώ νά σ άποκαμαρόνω χ οταν έσύ ^ ο χ ο μ α χ ά ς και ' γ ώ νά χ ε ί ε ι ώ ν ω . 1 8 7 . Ά ( γ α ) π ώ σε ' γ ώ ώς άγαπά τρυγόνα τδ τρυγόνι Η χαί ώς άγαπά ό ναυτικός τδ ξυλο ποΰ το(ν) σώνει. y 1 8 ^ . | Σ τ ή ν τελευταία μου στιγμή εσένα θ ά ζητήσω | νά (δ)ής με τι παράπονο τά μόδια μοο θά κλείσω. 189. Τεσσαροκάντουνε Σταυρέ καί μέ τήν άλυσσί(δ)α πρώτα σ άγάπαγα κρουφά καί τώρα παρρησία. 190. Μπιάς τδ μαχαίρι χ τ ύ π α μου μά ο χ ι στη καρδιά μου γιατί κει μέσα βρίσκεσαι μή λαβωθής κυρά μου. 191. Γίνου κυρά μου λεμοννά και Τ γώ στα δρη χιόνι νά λυώνω νά δροσίζουττε οί δροσεροί σου κλώνοι. 1 9 2 . Α μ π έ ρ ι σαι και γιασεμί,· τριαντάφυλλο καί ρόδα άθθός και φοΰλι καί λαλές, καί μενεςες καί βιόλλα. 193. "Ω Παναγιά τοΰ Ε μ π ο ρ ε ί ο υ μέ τδ καμπαναριό σου εβλεπε τήν άγάπη μου πούναιν άπο τδ χ ω ρ ι ό σου, 194. : Ο ή λ ι ο ς έβαοίλεψε άπδ τά κλάμματά μου καί συ (δ)έν Ι(β)αρέθηκες τ αναστενάγματα

μου;

1 9 5 . Θαυμάζομαι σάν περπατείς πώς (δ)έν άθθοΰν τ ά ξΰλα και πώς δέ βγάζουνε καρπδ και διαμαντένια φ ΰ λ λ α . 196

Βασιλιχέ π λ α τ ύ φ υ λ λ ε καί άπδ τήν άλιτάνα

θαρρώ πώς δέν σ' έγέννησε στδν κόσμο άλλη μάννα. 197. Γαρούφαλο άπδ τδν Κιαμπέ, μήλο πδ τδ Μισΰρι (δ)ε(ν) θέλω στήν ά(γ)άπη μας άλλος νά καρισύρ^. 1 9 8 . (τσάκισμα) "Ασπρη κόρη καί χ ι ο ν ά τ η

έβγα στδν κιαμπέ κομμάτι.


\ f 199. Παρακαλώβε θάλασσα φουρτοΰνα νά μή χάννος που ταίειδιύγη ή άγάπη μου νά μή μου τή(ν) μαράνης 2(10. Νάχα τΑν ηλιον άλογο, χαί τ' άστρα χαλινάρι ναρχούμουν νά α άντάμωνα κάθε πρωι και βρά(δ)υ. α 201. Τήν θάλασσα τήν αρμυρή 0ά τήν αλείψω μέλι γιατί τήν ταξειδεύγουνε κορμάκια σάν άγγελοι. 202. c 0 μισε-μός σου μ' άρρωστιεΐ καί (ί>3β(ν) λαμπάδα λυώνω καί ώσά(ν) μου που(ν) πώς ερχεσαι σσ(ν) ρόδο ξεφουντώνω. \ [ 2 0 3 , Μισεύγω παραγγέλλω σου στήν πόρτα μήν κα(ί))ίσης βασιλικό μή μυριστής καί άλλον μήν ά(γ)απήσης. 204. Βασιλικός χ{ ά(ν) μαραθή τή(ν) μυρωδιά ν τήν εχει κι ή άγάπη μου αν πατρευτή τήν ενοια -μου τήν εχει. 205. Άγάπη μου σά(ν) παρπατεΓς, ή στράτες καμαρώνου(ν) καί τά θεριά τ άμέρωτα δντες σε (δ)ου(ν) ? μερώνου(ν). 206. Κρουφή τον ή άγάπη μας μέσα στά χορταράκια καί τώρα τήν ΙμάΟασι καί τά μικρά παι(δ)Ικια 207. Έσί) θαρρείς σάν μ άρνηστης πώς θέ (ν)α κιτρινήσω καρνάδα βιολλα θά (γ)ενώ νά σ* άποδαιμονήσω. 208. Σάν μ' ά(γ)απας θά | ά(γ)απώ σά(ν) μ' άρνηστής (δ)έν εϊσαι (δ)ά καλλίτερη νά τό κρατήσω λύπη.

ας λείπει

209. Άπ* ιο^ταν ήσουν δοο χρονώ(ν) κι5 είσαι δεκατεσσάρω(ν) ήλεγα της μητέρας σου πώς είθε νά σέ πάρω. 210. Τά μάδια σου τά μώρικα μ' εκάμαίν) νά μωρίσω μ' έκάμαν νά ξενητευτώ καί χώρες νά (γ)υρίσω. 211. c 0 ήλιος έβασίλεψε καί τά βουνά μαυρίσα(ν) της κοπελλιάς τά μά(γ)ουλα έροδοκοκκινήσα(Λ 212. ΑΓ άχι καί γιάντα σ αγαπώ καί κάνω σε καί χ ά ζ ι γιατί κι' έσένα ή γνώμη σου της *(δ)ικής μου μοιάζει 213. ΑΙπέρδε καί μπέρδε καί μπερδέ καί μπερδεμένο μ' έχεις καί στά ξανθά σου τά μαλλιά περιπλε(γ)μενο μ' εχεις. 214. Τά μάδια καί τά φρύδια σου καί τ' άναντράνισμά σου μ1 έκάμανε το δυστυχή σκλάβο στήν γειτονιά σου. (η μ έκάμασι καί έγινα σκλάβος στήν αφεντιά σου). 215. *Ας τραγουδήσω μιαν ήχια νά μου περάσ^ πάλι τοΰ νου μου ή διαλό(γ)ησι, τής κεφαλής μου ή ζάλη. 216. ΙΙώς νά φωνάξω δονατά ν' άκούση το πουλί μου ισως καί νάρτη πάλι ό νους μέσα στήν κεφαλή μου. 217. Ζουμπουλάκι μου βαμμένο καί κρινάκι μ ανοιχτό ξέρεις πώς χωρίς «σένα εις ιο(ν) κόσμο (ό)έν φελώ. 218. Ζουμπουλάκι μου γαλάζο μέ τρακόσες (δ)έν σ' αλλάζω ! 219. Γιατ* ε!(ν) το αιμά σου γλυκό μιλάς καί ζαχαρένα f t αδτδ καί 'γώ σ' ά(γ)άπησα καί χάνομαι γιά σένα. 220. Ζάχαρι 'ν το μίλημά σου—κι ή κουβέντα σου γλυκεία. κι1 ό άντρας πουχεις δέν ταιριάζει—στή δική σου αγκαλιά. 221. "Κχω τη τήν άγάπη σου εχω την πώς τήν έχω ί χ ω τη μάδια καί 6«ρώ xt* ίχω τη(ν) φώς καί βλέπω,


— 113 — 2 2 2 . Μ ε λ α χ ρ ο ΐ ν ό μου πρόσωπο χι

άρχοντικό μου ήθος

φοδιαν όπου τήν άναψες μές στό'δικό μου στήθος. 223. βασιλικό κριτήριο χαί Ρ ο υ σ ι κ ή καμπάνα κ ά μ ε τ η τήν άπόφασι νά κοιμηΟοΰμ

άντάμα.

224. Έ μ ε ΐ ς κι άν άποΟάναμε πάλι τά κο/.χαλά μα; άσπρα πουλάκια Οά (γ)ενου(ν) νά σύρνου(ν) τό(ν) σεβδά μας 225. Κομμάδια Χι ά(ν) μας χάμουσι κι' είς τό γιαλό μας ρίςου(ν) πάλι τά κοκκαλάκια μας στόν Ά(δ)η 0έ νά σμίςου(ν) 22G. Μές τό γυαλί άλλο γυαλί και είς τό γυαλί κρουστάλλι οποίος μου 'πή νά σ άρνηστώ μόνο τά λόγια χάνει 227. Μές τό γυαλί αλλο γυαλί και είς τό γυαλί γιαρδίζι|_ (δ)ε(ν) θέλω πλούτη κι' άρχοντιές και ή γνώμη σου τάςίςε^ ^ 228.· Μ ι ά ' ν α ι ή άγάπη π3 αγαπώ, κι' ενα^Οεό δοξάζω τις άλλες παίζω καί γελώ γιά νά τίς δοκιμάζω. | y 229. Μιά ν1 ή άγάπη π* αγαπώ μϊά- ναι μά τό Σταυρό μου τις άλλες παίζω και γελώ γιά νά περνά ό καιρός μου 230. Άπ* ώσταν έλαργάραμε καί (δ)έν συνομιλούμε εχω τά μάδια χαμηλά και (5)έν ήξέρω πού μα ι. \ l 2 3 1 . Λείπεις καί λείπουν ή χαρές και λείπουν τά παιχνίδια κ α! λείπουν κι' ή γαρουφαλλιές άπό τά παραθύρια. 232. Χαρτί μου καλορίζικο καλομελετημένο ποΰ (ό)ιιο(γ)Γ1ς οτης άγάπης μου κι' έγώ 'πίσω 'πομενω.

Ι

233. Ά π ' ώσταν έλαργάραμε θαρρώ και φαίνεται μου πειό μεγαλύτερο καύμό (ο)έν ήπια 'γώ ποτέ μου. 234. Έ λ α καί πολιμένω σε ελα xal καρτερώ σε καί ώς και άιτόξω στήν αυλή προ(β)άλλω πάς χαι (δ)ώσε. 235. Νά χαμήλωνα^)'τά βουνά νάβλεπα τήν 'Αθήνα νάβλεπα τήν άγάπη μου ποΰ περπατεΓ σά(ν) χήνα. 236. Έμίσεψες κι (ό)έ(ν) μούπες σκιάς «σ άφίνω γεια πουλί μου» πεισματικά μοΰ τόκαμες νά φθείρας τή ζωή μου V 237. Μισεύγω xal σ' άφ,ίνω γειά χι* άν είσαι μπιστεμένη χάμε καί συ δοό Κυριακές πώς *1σ άρρωστη μένη. 238. Τά μάδια σου στά μάδια μου μπήκαν προ;ενητά(δ)ες μή(τ)ε προυκιά (γ)υρέβγβυοι μή(τ)ε πολλές χιλιά(δ)ες. 23(.). Ξύπνα κι ό Έρωτας περνά άπό τή(ν) γειτονειά σου χρουσά πλεξίδια σοΰ (β)αστά νά πλέςης τά μαλλιά σου. 240. Ποτ* άνθρωπος νά μήν είπή άγάπη πώς παληώνει γιατί σάν σμίξουσι τά δοό σάν τή φωδιά φουντώνει. 2 4 1 . Τ ά ζ ω κερί της Παναγιάς καί τοΰ Χρίστου λ α μ π ά δ α γιά νά μας σμίίη χαί τά δυό τούτη τήν 4βδομαδ«. 2 4 2 . Τ ά ζ ω σου Παναγία μου ό χ ά ( δ ; ι ς τό λ ι ( β ) ά \ ι

νά μας φορέσης καί τώ(ν) δυό στή(ν) κεφαλή στεφάνι. 243. Τά μάδια μου νυβτάζουσι 6£λου(ν) νά κοιμη&οΰσι γιά τόνομά σου άγάπη μου τά κάνου(<) χι άγρυπνου.» 214. Σέ μιά 'χκλησιά ( 1 ) κ κ λ φ ι ) ^ ύ μ α ο τ ^ μιά ρύμη πορπατούμε ενα θεό δοξάζουμε μ'.ά πίσχι προσχυνοΰμε (ή : ποιός*τώπ» χ α δ ε μ έ ν η μου

πώς Οά ίεχιορχψηΒμ*);


245. "Οντας GOV θέλω θυμηθζ πονλι μου ώρες-ώρες ^ νερό και αίμα τρέχουσι τών έμμαδιών μου ή κόρες. 1246. Τρέμει τό ψφι στό(ν) \{/αpJc οντάς τό πιάσ' ή τράτα ν τρέμει κι' έμοϋ ή καρδούλα μου όταν ae 6db στη(ν) στράτα 247. "Άσπρη 'σαι σχ'ν) τά γάλατα ποϋ κάνουν ή προ(6)άτες ξεχωριστή 'σαι άγάπη μου μέσα στις μαυρομμάτες. •

Ι

248. "Ασπρη κατάσπρη παρπακίά Ρο(δ;ΐτικη παποϋλα νά σέ yap' ή μανούλα σου ποΰ ο έχει μοναχοΰλα, 249. 'Από τή(ν) πόρτα σου κερνώ και βρίσκω κλει(δ)ωμένα. σκύβγω φιλώ τή(ν) κλει(δ)ωνΐά, 15ο. κι Πόσα καί μελετώ, λόγια μου νάσάν σουνάμιλήσω όντας σέπόσα (δ)οϋ(ν) τά μάδια ούλα τ φιλώ άφίνωεσένα· πίσω.,

251. Τά μάδια της άγάπης μου (δ)έν είν' πολύ με(γ)άλα μά τό καμαροφρϋδι της έχει καϋμό και λαύρα. 2 52. Τί μοίπες και (δ)έ(ν) σού*αμα τί μούπες κι' είπα σ* όχι και μάφησες νά καί(γ)ωμαι στου έρωτα τή(ν) λόχχη 253 "Η(δ)ωκε ό νοϋς μου 'πάνω σου ώσά(ν) τ άνεξετίλάΐ ώσάν τόν ήλιον όπου '6γΓ| καί μπίάσΐ) τό λαγκά(δ)ι. 2 54 Ί4(δ)ωκε ό γους μου 'πάνω σου ώσάν τ άνεξαπλάι ώς περιπλέξει τό χλα(δ)ΐ απάνω στ άθυμά(ρ)ϊ. 255. Ή γ λ ώ σ σ α σου 'ναι ζάχαρι τά χείλη σου 'ναι μέλι όποιος σ1 άκούσει καί μιλάς μή(τ)ε φα(γ)ί (δ)έ(ν) θ*ελει. 256. Σκίσετε τή(ν) καρδούλα μου μέ κοφτερό ξυράφι νά δζτβ την άγάπη μου ποϋ κά(θ)εται καί γράφη. 257 "Αν ίσως καί μ' άπαρνηστης κι' άλλην άγάπη κάμης σέ Τούρκου χέρια νά πιασθης καί Τουρκα ν' άποθ νης 2 58 Ό νους μου (δ)έν έγύριζε μέ δεκοχτώ 'ρολόγια καί σύ μοϋ τόν έ(γ)ύρισες μέ τά δικά σου λόγια 2 59, Βάλε τό κάντίο στό νερό νά λυώσιτ) νά τό πιούμε νάναι τά χείλη μας γλυκά όντας θά φιλιθοϋμε. 26ο. Γ] χ πές μου χα?εμένη μου πό πο^άν γεννίά λο(γ)άσαι κΓ είνε τό αίμα σου γλυκύ κι' όποιος σε (δ)*} ά ( γ α ) π ά cje; 26ϊ. "Ω άργανοτρεμμένη μου ποϋ 'τράφης (δ)ίχως μάννα κι' έτράφης καί έμε(γ)άλωσες ώσά(ν) τή(ν) μα^ουράνα^ / 262 Κάννω νά σου καταραστώ μ ί πάλι σέ λυποϋμαι γγιχ είσαι μιά καί μοναχή καί τό(ν) Θεό φο(β)οϋμαι. 2 63, Στόν ουρανόν άνέβηκα στά δεκαπέντε νέφζα ύχι γιατί (δ;έν πέρνοιτται τ ά(δ)έρφια κι' άξα(δ)έρφι« 264 Βαοιλικόν έφύτεψα κι' έκεΐνό^ηβ) 6 κλίμα diaiSjepfctKt μου*άγαπώ, πέτε}μοι άν έχω κρίμα.


20Ά Κρίνε μου μέ τις μυρωδιές καί δυόσμε μου μέ τ $19η| (| τόν νου μου σύ μοϋ τό(ν) βαστάς καί στείλε μου τον νάρθη. 206. Ή άγάπη μου σάν περπατεΐ ώς καί τά χοχλακούλια κι* εκείνα τραγουδούν καί λεν της νειότης της τραγούδια. 267. Τής θάλασσας τά κύματα πατώ καί δέν βουλοϋνε ώστα νά ζώ Θά σ' άγαπώ κα(ν)ένα (δ)έν φο(6)οϋμαι. 268. Βασίλισσα 'σαι μάδια μου κι' ούλο τόν κόσ/xo 'ρίζεις σά(ν) Θέλεις δέρνεις τίς ψυχές σά(ν) θέλεις τίς χαρίζεις. 2 69. Παντρέψου σά(ν) σέ Θέλουσι σά(ν) σέ παρακαλοΰσι καί μέναν οί γονέοι μου άλλου μέ μέλετοϋσι. 2 7ο. 'Όχι άλλο σου σά(ν) (δ)έ(ν) μέ Θές καί θέλεις παρακάλια έχει κι άλλου πορτοκαλλιές καί κάνου(ν) πορτοκάλλια. 271 Λάμνει τό προσωπάκι σου σάν τοϋ μπονέντη τ' άστρο σάν τοϋ ΜαγΧοϋ τό λούλουδο τό κόκκινο καί τ άσπρο 2 72. Άπ' ώσταν άπελάργαρες δοό μίλια τό λιμνιώνα τρέχουσι τά ματάκια μου σά(ν) βρϋσες τοϋ χειμώνα. 2 73. Βασιλικέ μή μαραθθ^ς καί ρόδο μή(ν) μα(δ^ήσης καί σύ ψιλομελαχροινή μή μ άπαλησμονήσης 2 74. Καταμεσής της θάλασσας θά στέσω μία παντιέρα γΐά νά περνά, ή άγάπη μου νά λέ(γ)ί] καλημέρα. 2 75. Μοσκοκαρφχά μου τρίκλωνη κι' έ(γ)ύραν τά χαλιά σου κι' άπό τήν Μπόλην ώς εδώ ήβγεν ή μυρωδιά σου. 2 76. Τί νά τά κάμω τά καλά καί τά πολλά τά τόσα εμπρός στή γνώμη τή(ν) καλή καί στή(ν) γλυκεΐάσου γλώσσα. 2 77. Τά μάδία σου 'ναι σάν έληές άπού 'ναι στό κλωνάρι τά φρύδια σου(ν) στεφανωτά σά(ν^ δυό μερώ(ν) φεγγάρι 2 78. Λιγνό κυπαρισσάκι μου σείσου καί κάμ άγέρα νά κελαδήσου(ν) τά πουλιά νά ξημερώση ή 'μέρα. 279. Ό κρίνος έχ' εννιά ά(δ)ερφούς κι' άνοί(γ)ου'ν) μέ τ' άγιάζι ξανοί^γ)ω- καί παρατηρώ κα(ν)ένας (δ)έ(ν) σοϋ μοιάζει. 2 8ο. Άπωστάν έλαργάραμε ψιλέ λιγνέ μου κρίνε (δ)έν ένενεντράνισα νά (δ^ώ είναι ντουνιάς δέν είνε. 281. Στέλλω σου χαιρετίσματα μ1 άγέρας τά'μποδίζει | θάλασσα | άρμυρή είναι ποϋ μάς χωρίζει. \jj82. Έ(γ)άπας με κι' έγάπου σε ώς τώρα εύχαριστώ σου (δ}έν σοϋ παρήγγειλα ποτέ νά μ άγαπας στανίό σου ν>£83. (Δ)ε(ν) θέλω πείά παράδεισο ούτ' έκκλησίά ν1 αγιάσω μόνον είς τίΐ'άγκαλΑφβο σου νά πέσω νά πλαγιάσω. V284. ΤΩ φεγγαράκι μου λαμπρό ποϋ πά(γ)ς)ς γύρω-γύρω άμε χαιρέτισε μου το το κόκκινό'μου μΓ,λο.


Ι

1

- 1 1 6 -

.

I

Ό φεγγαράκι μου λαμπρό ποϋ πά(γ)ης μέση-μέση wl άμε χαιρέτισέ μου το(ν) τόν νειόν δπου μ'' αρέσει. 1 286. "Ω φεγγαράκι μου λαμπρό ποϋ πά(γ)ης άκραν-άκρα(ν) άμε χαιρέτισε μου τον σαν μπαίνει μές στή βάρκα. 2 87. Ζαχαροζυμωμένη μου μέ τούς άθθούς μηλιά μου καί μέ τά παραχλώναρα χροι ση τρ(ι)ανταφυλλ!ά μου 288. (Δ)έν σ* άπαρνειοϋμαι 'γώ ποτέ είμητ ό θεός τ' όρίση και βάλλει τό χεράκι του καί μας έξεχωρίσει 289. "Αν ίσως καί μ άπαρνηστής καί κάμη ς άλλο ταίρι στό αίμα σου νά κυλιστής ώσά(ν) τό περιστέρι 29ο. "Αν ίσως καί μ'άπαρνηστης ρόδο γλυκοκουνάτο λάκκο νά κάμη ή θάλασσα καί ν ά σέ πάρη κάτω. 291. Σά(ν) τί τό θέλεις καί ρωτάς ά(ν) σ ά(γ)απώ πουλί μου τήν όρεξι σου ρώτηξε νά (δ^ης τήν έ(δ)ική μου. 292. Σά(ν) Θές *ά(δ)ής ά ( ν ) σ' ά(γ)απώ ρώτηξε τή καρδιά σου κι' ώς μ ά(γ^)απάς έσσι ά(γα)π# κι' έγώ τήν άφεντίί σου | 293. "Ηθελα νάμουν άγγελος νά πορπατώ μαξί σου ό\ τας θά πης νά μ άρνηστής ν ά πάρω τήν ψυχή σου. 294. Βάστα καλά τή(ν) γνώμη σου μή 'ρτη κανείς καί πει σου λόγια κακά γΐά λό(γ)ου μου κι' άλλάξη ή όρεξί σου 2 95. Καί μά τα επουράνια καί μά τή(ν) χριστιανότη έσύ "σαι ή άγάπη μου ή δεύτερη καί ή πρώτη. 296. 'Αγάπα με άληθινά κι' όχι μαριολεμένα κι εις το ντιβάνι τοϋ θεοϋ θά κρίνεσαι γ! χ μένα. 297. Χίλιες χιλιά(δ)ες κυνηγοί τόν νου μου κυνη(γ)οϋσι μά γώ τόν έχω 'πάνω σου καί ποϋ θά τόν εύροϋσι. \ 29S Δίμουρι^καί διπρόσωπβΑκαί ψεύτβ)ίτης άγάπης <5Ϊ(ν) δέν ήξέρης ν* ά(γ)απάς πως δέ(ν) ρωτάς νά μάθης· 2 99. "Ημερο πώς αγρίεψες κι' άγριο πώς έπιάστης κι' άκατα(δ)ίκαστο πουλί πώς έκατα(δ)ϊκάστης ; 3οο. Μίλιε μηλιά μου μίλιε μου, μίλα μου μέ τούς κλώνους μίλιε μου χαδεμένη μου ν ά ξήσης χίλιους χρόνους· 3οι. Έχεις ώραίο πρόσωπο μάδια (γ)εμάτα νοϋρι φρύδια τοϋ έρωτα σπαθιά, μαλλιά, σάν τό σσαμοϋρι 3θ2. Ζαχαροζυμωμένη μου καί λαμπαδοχυτή μου καμάρι σαι τής μάννας σου καί καύκησι (δ^ική μου. 3θ3. νΑσπρη στρογγυλοπρόσωπη καί καστανοτουρλοϋ μον 'ψυλή λιγνή μου κοπελλίά κι' έπήρες τον τόν νου μ 0 0 , 3ο4. Τό κυπαρίσσι ρέ(γ)ομαι τό μυρισμένο ξϋλο ποϋ μοιάί,ει τής άγάπης μου στό μάκρος καί στό ψήλος·


3ο5. Τ ό κυπαρίσσι τό ψηλό στή μέση στεφανώνει κι* άπου ά(γα)ιτα: μ ε λ α χ ρ ο ι ν ή ποτέ δέ(ν) μετανοιώνει 3ο6. Ν ά κ ά μ ω θ έ λ ω μία καρδιά είς τούς καλαϊζί(δ)ες όπως τήν ήκαμες και σύ κι' ήκαμες πώς ( δ ) έ ( ν ) μ' εί(δ)ες. 3ο7. Κ α ρ δ ι ά μου γ ί ν ο υ σι(δ)βρο καρδιά μου (γ)«νου άμΦνι ν ά σοϋ χτυπού(ν Ν , άλύπητα τά βάσανα κί' οί πόνοι. 3ο8. ' Ω ς μ ' ήξερες ( δ ) έ ν ε ί μ α ι πεχά κ ι ' ά λ λ ο ι καιροί με φτάσα(ν) ρ ό δ α τ ο ν καί μα(δ)ΐσασι πουλιά τον καί πετάσα(ν). Ά μ ε φ ω ν ή μου κι εύρε τον στήν κλίνη ποϋ κοιμάται καί πάς του π ώ ς τ ό ν _ ά ( γ ) α π ώ ν ά μην παραπονσιαι. 3ίο

Τ ό κ ε φ α λ ά κ ι μου π ο ν ώ ψ υ χ ή μου άνεκατώνει κι* ά χ ο υ τό ν ε ρ α ξ ά κ ι μου καί που θά ξ ε φ α ν τ ώ ν ε ι .

31 μ Ά μ ε φ ω ν ή μου κι' εύρε το τό μπισακό μου ταίρι Ε καί πές του πώς τ* άνεζητώ πρωΐ καί μεσημέρι (ή χ ε ι μ ώ ν α καλοκαίρι) 3 ΐ 2 . Α ε τ έ μου χρυσοπράσινε πούχεις τοϋ φράγκου διώμα τής κ ι τ ρ ο λ ε μ ο ν ί α ς ά θ θ έ π' ά ν ο ί γ η ς τον χ ε ι μ ώ ν α 3 ι 3 . Μές στήν καρδιά μου φύτρωσε έ ν α ς κοζές ώραίος έ ν α ς ψ ι λ ο μ ε λ α χ ρ ο ι ν ό ς εύγενικός καί νέος 3 ι 4 . Τ έ σ σ α ρ α μάδια, δυο καρδιές όντας άγαπηθοίσι κ α λ ύ τ ε ρ α στή μαύρη γ η παρά ν ά χωριστοϋσι. 3 1 5 . Σ ι ( δ ) ε ρ ο β έ ρ γ ι ν ο κλουβί έ κ ά μ α ν οί γ ο ν ι ο ί μου. μ έ σ α ν ά μ έ κλει(δ)ώσουσι \ ά σ άρνηστώ πουλί μου 3 ι 6 . ' Ω ς καί τά παραθύρια που άμαχη μοϋ (β)αστοΰσι κι* δ τ α ( ν ) π ε ρ ν ώ πό τό στενό χωρίς άέρα κλειοϋσι 3 ι # . Π έ ρ ν α ' ψ η λ έ π έ ρ ν α λ ι γ \ έ , πέρνα το τό σοκάκι κι' ά κ ό μ η ( δ ) έ ν έβάλασι τ ώ ν έ μ μ α δ ι ώ ( ν ) διασάκι 3 ι 8 . Ά π ό μικρός στά βάσανα .άπό μικρός βχά πάθη κι' άπό μικρός μπερδεύτηκα στήν έ(δ)ική σου α γ α π η 3 ι 9 . Σ ά ν όφις κουλουριάξομαι καί σ ά ν πουλί κυττάξω καί τά μ ε σ ά ν υ χ τ α ξ υ π ν ώ καί 6 α ρ υ α ν α σ τ ε ν α 0 ω 320 Στή φυλακή μ έ ( β ) ά λ α σ ι καί μέσα μ έ κ λ ε ι ( δ ) ω σ α ( ν ) καί τά κ λ ε ι δ ι ά της φυλακής σέ σέ τά π α ρ α ( δ ) ω σ α ( ν ) 3 2 1 . Ψ ι λ ο μ ε λ α χ ρ ο ι ν ο ϋ λ α μ ο υ μ έ τ έ ς ε λ η έ ς σ ι ή ( ν ) μούρη ζ ω ή V a i τούτη πού μ ο υ τ ρ ώ ς ( δ ) έ ν ε ί ν α ι κ α β ο ύ ρ ι .

32ο

f A W v ) θ έ λ ω πείά ν ά μοϋ μιλάς Νά λ έ ς καί τόνομά μου γ ι ΐ ί δ έ ν τώκαμες καί σύ ποιέ τό θελημά μου. ρ

323

θά ( γ ) ε ν ώ ν ά μπώ μές τό >*σα«ι τό μαϋρο σου μουσ,ακι. ν · άλοίβγης χ α δ ε μ β ν ε μου Μοσκολεβάντα


3*4. 325.

Τά μαΟρα μάδια ρ6(γ)όμαΐ γιατί αονρί (fyb(v) Oil γιατί 'ναι πλάσμα roO 08Q<5 καί ζωγραφίϊ χ άγγ&\0Ό Vlffdtj/β σ Ιέ

320·

τό ψιλό

'Απόψε καί α π ό

327.

Απόψε πώς

329

ποκάμισο,

σ' ό ρ β ι ν ε ό τ η κ α τότβς

δέ(ν)

φαρφοιφομαατραχά μου , / μ έ σ α σ τ ή ν άγκαλίά μου, δ β ώ ρ ε ς ν ά ζημβρώσιj

μπορ(( ύ νοΟς

μου yd

' Α Λ Ι ® σ ' ό ρ β ι ν β ό τ η κ α κι* α γ κ ά λ ι α σ α κρίμας

328.

όρβίν&ΰτηκα

Ό

τόν

ύπνο πούχασα

καί

τήν

τά

μβρώσ/)

ρούχα

χαρών

άπ'

ούχα.

κι βΐ(δ)α σ β ατορβινό μου χαδεμένη μ ο υ ε ί ς τ ό χροσκέφαλΑ μ ο υ .

σ1 ό ρ ε ι ν ε ύ τ η κ α

ηρτες

Παναγιά

τοΟ Έ μ π ο ρ ε ί ο ϋ μ έ

ι"6λεπε τήν αγάπη 33ο· Μ α λ α μ α τ έ ν ι ε

μου

μου νά

τά

πυλλά

σοΟ τ ά σ ώ σ ω

καντήλια

χίλια.

Σ τ α υ ρ έ κ ι ' ά π ό τή Β ε ν ε τ ί α

είπα(ν) μου πώς μ' άρνήστηκες, μά ποιά ναι ν ή αιτία, 331 'Εσύ σαι αιτία κΓ άφορμι) ποΟ ( δ ) έ ν ματαλαβαίνω καί άπό τό χέρι ταΟ παπΛ άντί(δ)α)ρο ( δ ) έ ν π α ί ρ ν α ) . 332. ϊταυρρ μου τρισυπόστατε πούχεις με(γ)άλη χάρι φόλα(γ)β τόν μοναχογυ]ό τής μάνας τ ο υ κ α μ ά ρ ι · 333. (Δ)έν μέ λ υ π ά σ α ι π ο ΰ κ α μ α μ ό τ ο ύ ς γονιούς μ' άμάχη μέ τ' (χ(δ)βρψάκια μ ο υ κ α κ ^ ά κ α ί μ έ τ ά σ ύ ν α α γ ά π η , 334. ΤΙΟελα ν' άστρονόμιζα, κόρη τούς οφθαλμούς σον ί όντας κοιμάσαι μοναχή ποιόν έ'χεις εις τό ν ο Ο σ ο υ . 335 ΓΙές μου το πώς (δ)έν μ' ά(γ)απΛς νά πά νά π]ώ φαρμάκι Ι όχι μι- κοΟπα, μέ γιαλί, μόνο μέ τό μπαρδάκι. jl 336 'Αγάπη μ ο υ ά ν δ ί ν σ ' άγαπώ πολλά κακά νά πάθω / κι' ά(ν) (δ)έ(ν) συχνορωτώ γΐά σέ καθημβρνίς νά μάθω* I 337. Νάτο ζαρές νά σήβλεπα μ ΐ ϊ ν ώρα μέ τό κΐάλι Ί μπέρκι καί μονοσυναχτβΐ ύ νοΟς μου στό κβράλι. Ι 338. (Δ)έν σ' είδαόψές καί σήμερα και ά(ν) (δ)έν σέ (β)Λ /

/

« ά(ν) (δ>ν σέ (δ)ώ κι* ώς τό πορνό τό βΜανό μου κό\]w 339. (Δ)έν Ι ιΊ(δ)α όψές καί σήμερα κΓ (ά)ν (δ)έν σέ (6)<ΰ I

Ι®

(ώς

Ι

παβι Ι ψυχή στό ν ουρανό καί τό κορμί στόν "Α(δ)η· Ι 34ο. 'Αγάπα μ& πουλάκι μου ώς μ* άναποΟσβς πρώτα | τοϋ κόσμου λόγια μήν άκοΟς μόν' τή(ν) καρδιά σου ρώτα» | 341. Ψυλομβλαχροινέ μου ά(β)τέ καί άγγβλοστρατιώτχ] | πώς μοΟ τήνέκατόλυσβς τήν άΟλιη μου νειότη. »

34*. Ό Μπαρμπαρίά καί 'Γούνβζι, Μάρτα μου κι' Ά λ ι ^ ρ ι γιατί μοΟ τό ξβνήτββγβς τό μπιστικό μου ταίρι.


343/τΓΙάαχω, ξετΛζω ερευνώ ζητώ ρωτώ γηρεύγω Η τού πόνου μου τύ γιατρικό ( δ ) έ ν ήμπορώ νά εδριυ. 344. Ώ ς β ί ( ν ) τό δισκοπότηρο ποϋ (δ)ι ν τό πιάνει σκόνη έτσι ' ν α ι κι' ή ά γ ά π η μθυ καματερή καί σκόλη.

34cL (-AV-.v σ' άταρνηούμαι ') ώ ποτέ. εΐ'μητα κ ν u ( v ) γυρίστ)| V) κόσμος ά ξ α \ ά σ τ ρ ο φ α κί' ή πέτρα νά 'μιλήση 346 "I Ιμερο μερτολούλου(δ^ο ώμμορφο λουλου(δ)ΐτο κι' άπώσταν (δ)έ(ν) αέ 'μύρισα τό(ν) κόσμον ηχασά

το(ν).

347. Τ ύ μονοδέντρι στό βουνό ούλ' οί καιροί τ όριζουν καί μ έ ν α u j v άγάπη μου πολλοί τήν φοβερίζουν ί) λαχταρίζουν 348. Κ α λ ά κ α μ α κι' έ(γ)άίτησα κοντά στή γειτονιά μου ν $ χ ώ τόν ύπνο διάφορο καί τό φιλί κοντά ρου.

349. (Β)άλε τόν νοΟ στή ζυ(γ)αρΐά, σκύλλα, καμπάνισέ το(ν) κι' ά(ν) λείπει άπό τή ζυ(γ)αρΐϊ βάλε καί 'νέσωσέ το(ν). 35ο. Εί(δ)α σε πάλι σήμερα κι' ήνοιζες τή γΐαρά μου κι' ή\|/ασι κ* έκαήκασι τά φύλλα | | | καρδιίς μου. 351. Κοζέ μου χρουσοπράσινε μέ τά σαράντα ρόδα ώμορφος είσαι στή θαιρχά μά δίμουρος στά λογία, 35a· 'Αρνί \ρα(γ)ες καί άρνίστης μου ρίφι κ' έζέχασός μου σηκώτι τού μακρού παιδιού καί έζελησμόνησες μου. 353 'Αποθαμμένος 'βρίσκομαι καί ζωντανός λο(γ)οΟμαι πνοή (δ)έν £χω στό κορμί μόνο πώς τυραννιούμαι 354. Πεΐσ,ια καί σύ πείσμα κι' έγώ θέ νά πεισματωθού/τε κι' ύστερα θά γυρεύγομε δίατρό νά δίατρευτι Ομβ 355. Σά(ν) πάρουν τάρματα φωδίά καί κάψοι5(ν) τό κορμί μου τότες Οά μού τή(ν) πάρουσι τήν αγαπητική μου. 356. ΈΕ,Γ|ντα μήνβς σ' ά(γ)απώ (γ^ίνουνται πέντε χρό\οι jjlXi λεμονίi νάφύτευγα θά \ρω(γΛ* καί λεμόνι. 351, Ά ( ν ) ά(γ)απάς αληθινά (δ)εΐζε μου σημαδάκι βγάλε τό μαντηλάκι σου κάμε μου σερετάκι. 358 Διαμάντι καί περλάντι μου τί χεις καί γιουκουντίζεις μόνο γιά σένα τραγουδώ καί μή βαρυκαρδιζεις. 359. Καιν ούργια παπουτσάκια φορείς καί τρίζουσι καί μένα τήν καρδιά μου τήν έρρα(γ)ίζουσι. 36ο, Νάμουνα τί (δ)ά νάμουνα γρεβάδιχ τοΟ λαιμού σου κορδέλλα τοΟ καπέλλου σου κλειδί τ' ώρολογίοΰ σου. 361. Συννεφιασμένος ούρανός μοιάζει μέ τι)(ν) καρδιά μου κάννει τά σύννεφα βροχή καί σβύνει τά φωδίά μου. 36a. Νάναστβνάζω ήθελα φο(β)οΟμαι μήν πεθάνω φο(β)οΰμαι μήν έστερηθώ τϊν κόσμο τόν άπ-άνω.


563 "Ελα κοντά μου σίμωσε κΓ έγά? δέν είμαι χ ά ρ ο ς νά κονιαρέψω τό κορμί καί τή φυχη νά πάρω. 364. Στόν ούρα\όν άνέ(6)ηκα εϊ(δ)α εκκλησιά μέ βήμα 6ΐ(δ)α καί τήν άγάπη μου στή(ν}μέση κι έ^οοσκύνα. 365. Στόν ούρανόν άνέ 6)ηκα εΐ(δ)α εκκλησία χτισμένη Λ ε\(δ)α καί τήν άγάπη μου μέσα ζωγραφισμένη.: (1 366. μου κι' αρρωστώ, μίλα μου γΐά νά γ ι άνω και πάλι ξαναμτλα μου μήν πέσω κι' αποθάνω 367. Μιλώ σου μετανοιώνωτο γιατί νά σοϋ μιλήσω νά διί(γ)ερνεν ό λόγο; μου θά τον έπηρνα πίσω 36S. Σκίσου καρδιά σέ τέσσαρα σκίσου καί γίνου σκίζα γιατ εϊ(δ)ασι τά μάδια μου πράαμα ποϋ (δ)έν όρπίζα(ν) (Τα εχόμετα δίστιχα μεχοι χον aot&. 433 siren άταχοίνωοις

τοϋ κ. Ί&. Μ.

Λιακάκη.)

369. Ζωγράφος (δ)έν θά βυνηθη ποτέ νά ζ ω γ ρ α φ ^ τά κάλλη καί τίς ώμορφιές ποϋ σού(δ)ωκεν ή φύση. 37ο. Ζατγραφιστή V | νειότη σου κι' ή τορνευτή σου μούρη

κι' όποιος σέ (δ)ζ πουλάκι μου (δ)έν θά σου βρη κουσούρι 371. Ζεβαεράκι μου χρουσό άπ* τό Βοοκαρέστι ότα(ν) φιλώ τά χείλη σου εχω Χριστός 'Ανέστη. 372. Ζεβαεράκι μου άκρι(6)ό γιατί νά μοϋ θυμά>σης ά(ν) μέλλη νά μ άπαρνηστξς κάλλια νά μέ σκοτώσης 373. Ήρτες καί ήρταν οί χαρές κι' ήρταν κι' έγγλεζέδες μήλο μου ζαριφλίδικο μέ τους χρουσονς κοζέδες 374* Ήρχεν | <ϊρα κΓ ό καιρίς νά σοϋ τόν μολο(γ)ήσω τόν πόν«> πούχω στή καρδιά κι' δέ(ν) ήμπορώ νά ζήσω, 375. Ήθελα νά σ* άπαρνιστώ νά μή σέ συλλο(γ)οϋμαι μά ύτα(ν) σέ (δ]ώ ζαλίζομαι καί (δ)βν ήξέρω ποϋμαι. 376. Ήθελα νά σ* ^^YtfLtm γΐά σέ νά pr γφ νοιάζη μ άμα σέ (δ)ου(ν) τά μάδία μου ή όρεζ,ι μ αλλάζει. 377. Ηφταιζα'γώ, καί ξέρω to, μόνο συμπάθησε μου καί (δ)έν τό ζανακάνω πε±ά ώστα να ποτέ μου. 378 θέλω νά σ* εΐρω μονάχη πολλά νά σοϋ μιλήσω κΓ άμα σέ (δ)ώ βουβαίνομαι (δ)έ(ν) |έρω πως ν' α ρ χ ί σ ω 379. Θυμήσου | | έμωσαμε πριχοϋ νά χα>ριστοϋμε ή καλογερέψωμε(ν) | ταίρι λ ά (γ)ενοϋμε. 38α. Κάμε τη τήν άπόφασι πρόβαλε στή λοζέττα

χρουσό δαχτυλιδάκι μου μέ διαμαντένια ίΐέτρα 3&ι Κάλλία νά (δ)ώ τά σπλάχνα μου κάτω στη γ η Χ*Ι^ ν *αρά νά το στόμα μου ποτέ κακό γ ΐ χ σένα., ·


ψ

i

ι

^

^ ^ bcnx^ ^

^

382. Καλώς το τό υ.αοϊ κλειδί π άνοί(γ)ει τή(ν) καρδιά μου καί μπαίνει αέρας δροσερός μέσα στά 'σωθικά μου. 383. Καλώς τη τήν ά(γ)άπη μου τό μπιστικά ταιράκι ποϋ κάνει τή(ν) καρδούλα μοϋ χαρούμενο πουλλάκι. 384. Καλώς τη τήν όρπί(δ)α μου καί τή(ν) παρη(γ)οο!ά μου Ιοπου τή(ν) συχνανα^ηιά καθ* ώραν ή καρδιά μου. Β 385 Λυπήσου μβ, σπλαχνίσου με, κάμε γΐα τή(ν) ψυχή σου καί μήν μ* άφίσης νά χαθώ κι" είναι ντροπή (δ)ική σου. 1 Λυπήσου με καί δρκεψε πείά ν" άλλάζης τό(ν) σκοπό σου μή(ν) θές τήν αμαρτία μου, νά πάρης σιό(ν)_λαιμό σου.

Μήν βίσαι τόσο άσπλαχνη καί θές τό(ν) θάνατο μου κι' άν σούφταιξα συμπάθα με καί (δ)έ(ν) τό κάνω πείό μου Νάμου(λ ) πουλί νά πέταγα νάρτώ στή(ν) κάμαρά σου γΐάνά σέ (δ)ώ σάν τραουδας καί πλέκεις τά μαλλιά σου. 389. Ξύπνησε ζοβαέρι μου σηκώσου πίνω ντυσου ν" ακούσης όπου τραουβα γΐά σένα τό πουλί σου. 39ο. Ξέρεις το σύ πώς σ' ά(γ)απώ βάσιμα τό γνα>ρίζεις μά κάνεις τήν άνήξερη γιά \ά μέ βασανί^ης. 391 Ότα(ν) γυρίσης καί μέ (δ)ης καί μοϋ χαμο(γ)ελάσης θαρρώ πώς εϊσ' όλόχρουσο παγώνι νά πετάσης. 392 "Οσα τρα(γ)ούδια κΓ ά(ν) σοϋ 'πώ ούλα σοϋ γ;ερατ'ιζου(ν) γιατί σέ καμαρώνουσι όσοι κι' ά(ν) σέ Y*vajpii,ou(v). 393. "Οσα παινέματα σου πώ ούλα 'ναιν έ(δ)ικά σου γιατί νδ;έν έχει ά'λη καμμίά τήν ώραιότητά σου. 394. * Αμόνω σου πουλλάκι μου στόν ερωτά σου πάνω ώστα νά £ώ νά σ ά(γ)απώ κι* ότι μοϋ πεις νά κάνω 395. Ούλος ό κόσμος σκοτεινός καί τά βουνά ki* οί κάμποι μόνο(ν) τό προσωπάκι σου δπου προ(β)άλλει λάμπει· 396. Όσα φϋλλά 'χει τό δεντρί σάν είναι άθθισμένο τόσες βολές νά σέ θωρώ τήν ώρα, (δ)έν χορταίνω. 397. Ώς είν* ή γης τήν άνοιξη ντυμένη πρασι\ ά(δ)ες έσσι 'ναι τό κορμάκι σου (γ)εμ&το νοσπμά(δ)ες. 398. Ώ ς πεθυμοϋσι τά δεντρά νερό %*ά δροσιστουσι έισι καί μοϋ τά σπλάχχα μου πάντα σ* άνε^ητοίσι. 399. "Ωστ^ νά στέκου(ν) τά βουνά "νά ζζς κΓ ά; μή σέ βλέπω γιατί μέ τήν παρη(γ)οριά τήν ε(δ)ική σου σιέκω. 4οο. "Ωστα νά σ* ά(γ)απώ κι* άς μή σέ πάρω κιόλα σγουρό βασιλικάκι μου καί κόκκινη μου βιόλλα. 4ο ι "Ωστα ποϋ νάγω τή(ν) πνοή (δ)έν θά σοϋ λησμονήσω καί τόνομά σου τό γλυκύ θά *πώ νά £εψυχησα\

ι


— 122 —

402. Ρίξετα τα μαλλάκια σου μπροστά σου ξεπλεμένα νά κρύψουσι τά στήθη σου τά μαργαριταρένα. 4ο3 Ρίξε tW νοΟ σου πάνω μου παράτησε τά πλούτη και έλα νά ζήσουμε μάξι καί μ ΐ | ζωή ναι τούτη 4ο4. Τά μάδία σου ναι ξώβεργα καί δίχτυ μ α γ ε μ έ ν ο καί τάδα καί μπερδεύτηκα καί μέχου(ν) σκλα(β)ωμένο. 4ο5. Φύλαξε τ ί μαντήλι μου καί 6ό- μου τό (δ)ικό σου νά τώχω γΐά παρη(γ)ορ?ά στ ν αποχωρισμό σου 4ο6. Χαρώ τα τά ματάκι χ σου τά γλυκοξαχαρένια ποϋ κάνου(ν) τά πρικά γλυκά καί τ άγρία μερωμένα. 4θ7. Χαρώ τά μάδία σου τά δυό μέ τή(ν) πολλή γλυκότη ποΰ 6ίου(ν) ξήση καί πνοή στήν έρημή μου νβιότη. 4ο8. Ώ ς ρέ(γ)ομαι σά(ν) σε θωρώ λυποϋμαι σά(ν) σε χάσω κι' ούτε στιγμή δέ(ν) ήμπορώ φως μου νά ησυχάσω 4ο9. "Ανοιξε τά χειλάκια σου τά κόκκινα πουλί μου καί λέ μου το πώς μ ά(γ)αττ&ς καί πάρε τή ψυχή μου. 4ίο "Ανοιξε τό παράθυρο καί πρό(6)χλε λιγάκι καί κάμε πώς σκουπίζεσαι μέ τ άσπρο μαντηλάκ·.. 4 ι ι . "Ανοιξε τό παράθυρο κι' άρησ(ε) κλειστά τό ξάμι νά (δ)ώ τής ώραιότες σοο άτοΰναι είς τό νάαι. 4ΐ2. "Αλλαξε τήν ιδέα σου πίψε τή τυραννία ^ καίμή μ άρίνης νά χαθώ καί θάχης άμαρτία. *\|4ι3 "Αχού καί varo μπορετό τό στήθος μου ν* άνοίξω καί μές στά φυλλοκάρδια μου πώς σ εχω νά σοΰ (δ)είξω. \ ^ 4ι4. "Ας είσ άγάπη μου καλά κι άς είσαι θυμωμένη τυράννει τή(ν) καρδοϋλα μου κι% ούλα τά υπομένει. 4ι5. Αυτά τά φρύδια τά σμιχτά, τά ξαχαρένα μάδία κάνουσι τήν καρδούλα μου καθημερνίς κομμάδια. 4ι6. Αραγε νά (γ)εν\ήθηκε στά χρόνία τά (δ)ικά σου άλλη κοπέλλα σάν έσέ νάχη τήν έμμορφίά σου ; 4ι7. "Αχη καί δέν τόν νταγιαντώ τίν άποχωρισμό σου καί λαχταρώ καί πεθυμώ νά (δ)ώ τό πρόσωπο σου. 4ι8. Αντίκρυ είς τή πόρτα σου θά χιίσω τό κελλί μου νά σέ θωρώ νά προσκυνώ νά σώσω τή φυχή μου 4ι9. Βασίλισσα τής ώμμόρφιάς θρόνος χρουσός σοΰ πρέπει Bp· νάρκεται κάθε σεδδαλΓς σά(ν) θα(υ)μα νά σέ βλέπει. p 420* Βρύση τής ώραιότητας, κορμάκι χαδεμένο άνγελικό μου πρόσωπο γιατ είσαι λυπημένο ·, 4 2 1 . (Β)άλε χλα(δ)ι βασιλικό στου μπαρκονιοΰ τή γλάστρα 1 έβγαινε ποτιξέτονε δταν έβγαίνουν τ άστρα.


- 12δ '422.

Γελάς και .τά. βουνά γελο£(ν| και τά χορτάρι* άδ0*ζου(ν) κι' ή Gcpuu; ο που περ-ατεΓ; ουλές μοσκομυριζον(ν)

423

Γελάς xt' ά5$ίζου(ν| τα δεντρά που/όνν ξε^ά κλωνάρια καϊ t i χαλί r 17. που πατεί; εχοι·(ν) κρουγά καμάρια.

4 2 4 . Γιαδές φω^ά ποΟ μ' άναψες καί καλοσυλλογ/σου yC ά ( ν ) δέ(ν) φ.(β)ασαι το(ν) 5εο τη νειοτη μ<υ λυπήσου. 425

(Γ)/νου κε,οοί μου )εμονΐά καί Ν^ω νε^; στ' αυλάκι νά σεχω πάντα δ,οοσερη σά(ν) τ* τ/$ιαντα<ρυλλάκί

42ΰ

(Γ):νου νερά μου λεμονία vat γώ ν ε ρ νά τ^εχω στο μέρος οπού βρίσνεσαι, τη(ν) ρ'ζα σου νά /3ρεχω.

4 2 7 . (Δ)έν ε/ω τ/ποτε μέ σε yt' ούτε μονάχο; μωύ,ηα στο(ν) σεβδά

παραπονούμαι κι α(?>ε)ς με κί' άς τνραννιοΰμαι

τωλπιζα νά μου (β)αστας τοση π^λλη κακ/α γυρίζγς νά μέ (δ)γ?ς (δ)/^ως καμμίχν αιτία. Μ 429. (Δ)έν 0ελν) τίπ,τα 'πο σέ πίρΰινα πλουμισμένη μονο το καλημέρα σου, εκείνο μέ χορταίνει. 4 3 0 . (Δ)οκε μου ρίχ πχρηγορίχ πάψε να μ απψκίζγις καί φτάνει τοσο δεά?τημ«. οηου μΐ βασανίζγς· 4 3 1 . Έμ/σεψες καί μ άφηνες σά(ν) χω/3α κουρσεμένη σάν εκνλησιά άλειτ^ουητη καί καταριμασμενη. 4 3 2 . Έ7Γ/0θ'(β)χλ·ά'/χπη μου κι ηοτες παρηγοριά μορ ημπεν ^ ( γ ^ α ς καί γρόσια μίζα στα σωθικά μου. 4 3 3 . ' Έ λ α νά π α ( μ ε ) νά μωσωμεν εις την Φανερωμένη πώς θάχομε παν'τοτεινά φιλία μκιστεμενη. Ν 4 2 8 . (Α)έν νά μη

IX 1 2.

Δίατιχα rng Εενητεια$

Ν ά μ ο υ ν α καί ποΰ νάμουνα τούτη την ώρα νάμουν στης Κάσος τά 'ψηλά |3ουνά §τίρΰΐ'.α να *<ελά$ουν, j ^ ά μ ο υ ( ν ) στο Πολι δήμαρχος, στο Φ/5υ καϊμακάμη: στην " Α — Μ α ρ ί ν α πΓοεστω;, στην Παναγίά μ ο υ χ τ ά Γ η ; . y-ες 5ά τ' αξιωθώ κΓ άρα γες δέ να ζήσω σ τ ο ν ^ Α η — Γ ι ο ^ / η Dig X^fijfg u i

4.

Κάσος

•ήθελα

μου

καί νά (γ)/ν*το | θάλασσα νά το(ν) πορπατω Kt άς ητο xt

σου ΰρομο; ενας y.oovo^

5.

Κάσος κακόμοιρο ν η π Η συ καί τοκμχ σον Ι ξενειδε?ά τά χαίρεται τ? άτυχα τά σου.

6.

Ή

μά

Κασος είν' ίνα νησί καί άλλα δμως ( δ ) έ ν το λησμονού(ν) τά

μικρά σιμά τον μερακλο'παώά του,


g 1-24 —

I V

7,

Άνα&μά

σε ζενειδε2« χ α ι

πήρε; της

Κάσο;

σύ και τά

τά παιδία

και

καλά

τάχαμες

σου (δ)ικά

σου

Άνά0εμ* σε ξενειδελά καί σ υ flo/to—Σαΐτ1 'ποϋ j i i f i | p κι' ά(ονη9η α τ ί , ς μ ά ν ν ^ ς μ ο υ τ ο σ π ί τ ι 9 . "Ωχου και πώ; νά σου Β ' π ύ Κ ά σ ο ; μ ο υ | g j κακο'^ σ ο υ έποι) ' ? κ ( γ ) « τους σκάρου; σου χαι ή π ι α π ο τ ο ν ε ο ο σ ο υ . — 10. Kfti πώς 0ά κατε(β)ώ στο Φ 1 Β πώς^θά ' μ ™ ^ ™ ) βά^κα 8.

Ε

και πως 1 άφηχω πίσω μ ο υ ™ ( ν ) Μπούκα κα\ τ

ςj

IrJS

Αρμφα

11. Έλα, Μαριώ, Ι ά(δ>'ρφι μου νά σ αποχαιρετήσω^ γιατί 0ά πάω στά μαχρυά και ( δ ) έ ( ν ) | νά (γ)υρισω. 12.

Άμε,

Ι ά(δ)ερφι, στο χαλο και στη (ν) καλη την ώ ρ α

χαι νά

-

ό δρόμος σου τραντάφυλλα χαι ρ δ α

13 Νά 0ε νά | | Ι Δελεσσέψ | | νά Β δικάζω που 'σπιτωσε' j f l έρημο κι' ερήμωσε τη(ν) Κ α σ ο . 14. "Αμα προ(β)άλω το(ν) "Χρίστο» και (δ)ω 1 δστερ' ά; μέ ποτίσουσι μία κουταλιά φαρμάκι 1 5 . Νάχα ψωμί Β

έλαΐκη Β και νδμου(ν) στο μιτά:ο Η

«Καδαοάκι»

το χαϊσερο μου

»

Ια 'τυ^οκομου(ν)

/;;

16 Ι

Ό<τά(ν) προ(β)άλΰ τη «Βολλά» και \ούσω τά σαμπχλία S Β τη(ν) μάντραν αδειανή κλαισι τά μου μαδία. 17, Βοηδα 'Π&παντοΟλα μου στη(ν) Κ ο σο νά πατήσω στον 'Αγιο Σπυρίδων α νά πά^ ω νά προσκυνήσω 18. Κάσο; ωραίο μου νηοι π ώ ; 9ά σε ).η·7μονησω^_

το ονΓμ* aoj 0ε νά πω όντας ί α ξεψυχήσω. •

"Αη — ( Α ) η μ η τ ρ η μοϋ o n ! Β νά (γ)υρι'σω μες στο χελλί | άφεντη μου έμει να ξεψυχήσω

20. Βίη9α Η (Α)ημητρη μου, του Κικου-Παναγία νά μη ® ρ Μ χωρίς παπά κ ι ' (δ)ι/„ ω 5 άκουλουθία. 2'1· "Ω τοδ Έλερου Παναγία | Β | με νά ζηιω και την ήμε'^α που θαρ:ώ ευ$υ; | | σε λ ε ι τ ρ η τ ω 2 2 Β Β Γιώργη της Χαφιές S τρά(γ)ου; 6ά 8 Β μέ β ο κ κ συγκαλα στη Κάσο Ι άποσύσω. 23

Κ αλλία 'χω ( Β στην S R |

ν ά τ:ω(γ)ω

πατελλι(ο)ε?

jrapa τοΰ κόσμου τα καλά να τάχω στις Ά Ο ή ν ε ς .

24.

Τ

Ω τδ Β Η νησί πως τ ί(γ)απω περίσσια (ϊ)ε(ν) βί'ω πετρ' άπο | Ά ν ρ ι να πάρ'Λ τα Ϊ1»ρίσια. -

25. 'Η Β

Β

τ ί χα/ρεται οδλα τά Κ ο σ ί ω τ ά ν ί α .

Μ Ι jxcivic ίπου τάχουσι πίνουσι τα 2 6 . Ποτέ H νά Η

fappyia.

κα(μ)«με πανία να κάταω στο τερ,ονι τής Κάβος τά δουνά v i Η

δ ΐ α δ ο ϊ ν οί πονοι. πο


Κ^;,^,,·'-,..—125 — 27. Νά μοϋ τ άξιώση ό θεός στή Κάβο νά πατήσω νά πά(γ)ω εις τήν μάντρα μου γΐά νά τυροκομήσω. 28. ΤΩ Κάσος κακορρίζικη ποϋκαμες τά παιδία σου ποΰκαμες τσ καράβια σου και τά ναυτόπουλα σου 2

9· "Ωχου και πώς τό άγαπώ τό Φρϋ μέ τό κονάκι τή(ν) Μπούκα καί τόν Εμπορείο μαΐ,ί μέ τό νησάκι. 30 "Ωχου πώς έπεθύμησα τό(ν) μϋλο(ν) τοϋ Κουτλακη γΐά νάντικρύ^ω τή Μακρά μα£,ί μέ τό Νησάκι. 3 ϊ . Τ Αραγες Θά τ' ά£ιωθώ στή Κάσο νά πατήσω Στόν "Αη—Γιώργη τις Χαδίές νά πά νά προσκυνάω. 32. Τ' «Άνππεράτου» τό νερό και ν&χα 'να φλυν^άνι νά 'πλυνσ τήν καρδούλα μου δπου πονει νά γιάνη. 33· «Μπούκα» καί «Άρμάθια» καί «Μακρά» μα£ί μέ τό νησάκι αύτά 'ν ποϋ μέ ποτίσασι τοϋ λάκκου ro φαρμάκι. 34 Άπώσταν έλαργάραμε δΟό μίλΙα άπό τή(ν) Κάσο (δ)έν ήνοιξα τό στόμα μου μ' όρεξι νά (βελάσω· 35· Ανάθεμα τη τή(ν) στιγμή ποϋ *φυ(γ)α άπό τή(ν) Κάσο καί ήρτα είς τή(ν) ^ενηδείά τά νείάτα μου νά χάσω. 36. ΤΩ Κάσος κακορροί£:κη τά τέκνα σου '^ωρίζεις Ι ^ενηδείά τά χαίρε:αι καί σύ τά λαχταρίζεις.

37· "Αρα γ-ες θά 1 ά£ιω3ώ στή(ν) Κάσο νά πατήσω κάί ένα χοχλάκι τοϋ Σκύλλα νά σκύ\]/ω νά φιλήσω. 38. (Άπ). Νά μή μιλάς γΙά τό(ν) Σκυλλά γιατί μέ πιάνουν πόνοι κι είναι τά τομαρένία μας στό σταϋλο μας άκόμη. 39· Καί πώς νά to ξεχάσω'γώ Κάσος μου τό νησί σου πού 'φα(γ)α τή σιτάκα σου καί τήν έλαϊκή σου. 4θ. Καί πώς νά τά ξεχάσω 'γώ Κάσος μου τά καλά σου ποϋ φα(γ)α (ά)πό τό(ν) βότρρο καί τ* άπο\|/ήματά σου. Γϊοΐός τό νησί σου Κάσος μου νά τό £εγάση θέλει καί άν ή-ρα(γ)ε S μΐά βολά τό σύκκερό σοι* μέλι·

ΙΙΧ Δίατιχα Διάφορα

sf

ΓΙ Λ

ΐ· Παί^ε Μανώλη τό βιολί νά πώ μ!ά μαντινάδα καιρόν έχω στό μαχαλά νά κάμω παπνάόα. 2. "Αχου τά παραιτούμενα άχη τά περασμένα καί νά £αναδιαέρνασι τό χρόνο μίαν ήμέρα. 3· Καί μέ τήν παραπόνεσι μοϋ τώπεν ή τρίγωνα | «πώς Θά τόν έττετάραμε έφέτος τόν χειμώνα 4'J>Aq τραγουδήσω καί άς χαρώ κι' άς παί£ω κι' άς γελάσω (\γιατ\ δέν £εύρω τόν καιρό πώς θά τόν έτεράσω γ(ή τά 1 ειάτα (δ)έν πουλίοϋττε πειά νά τά 5, Σταυρέ μου τρισυπόστατε μεγάλη ένορία σουη άς gw^Mτό »» "'πανηγ 'Ι»»' "•• JϋριΛί». πρέπει — —-, -yfm ·— —είναι ·« »ι|· καί *νηστεία. » ι ιΜ 6. Ό τοίχος ήκαμεν αύπά κι' | γης ήκαμε πόδια HI ήρθα σ ι καί μοϋ τάπασι τά δίμουρά σου λόγΙα.

V


Κ^;,^,,·'-

,

.

.

— 126 —

7· 'Ανάθεμα τούς μαραγγούς ποϋ κάνου(ν) ιά κσράβία καί πά(ν) και £ενητεύγουττε τ ώμορφα παλληκάρία· 8· Όπού(β)αλεν τά λογία του γ·ά έ(δ)ικός γΐά £ένος καί τίαν έκατάλαβεν ό μαχαιροσφαμένος 9· Και τό Πολίάτικο νερό >έγου(ν) πώς έχει άβδέλλες. και κείνο τό κακόμοιρο βγάΐ,' ώμμορφες κοπέλλες. ΙΟ· Και τό Πολίάτικο νερό οποίος τό π!ή ιιαργώχ ει καϊ οποίος περάση μία καί δυό άγάπη θεμελιώνει. 11. Νάτον ή θάλασσα γιαλί καί γης νά τήν έπάτου(ν) άνάθεμα τά πόδΙα μου κι ά(ν) (δ)έ(ν) τήν έπορπάτου(ν). 12. *Α(ν) θά μοϋ (β)άλουν μεΐ,ητίέ ούλους Θά τούς φόνέ\]/α> και στου Καλάρη-τά-γκρεμμά Θά πάω νά κονέψω. 13. "Αη μου Γιώργη-τή-Χαδιές και σύ Χριστέ-τής-Λάκκας και σύ Άποπαντοϋλα μου άπ* ούσα ι μές στ' άρμάθΐ f 14. Ούλοι κι' ά(ν) ρί£ου σί(δ)ερα στόν άνεμο πετούνε κι' εγώ ά(ν) ρί|ω Η άχερα μές στό γίαλό βουλοϋνε. 15. "Αη μου Γιώργη τής-Χαδιές μέ τό καινούργιο Θόλο έβλεπε τούς προσκυνητές νάρκουτται κάθε χρόνο. 16· "Αη μου Γιώργη τής Χαδιές κι' έβγα άπό τό θρονί σου νά (δ)ής χαρές ποϋ (γ)ίνουτται άπό£ω στήν αύλή σου Ι7· "Αη μου Γιώργη-τής Χαδιές πού σαι στόν Άμμουδιάρη άρματωμένος μέ σπαθί και μέ ψαρό μουλάριιδ. Τά βάσανα κι' οί πόνοι μου κι' οί άναστεναγμοί μου θερΙά καί φείδια θά γενοϋ(ν) νά φά<5ι τό κορμί σου. ig. Σάν μ/ ά(γ)απάς θά σ* ά(γ)απώ τέσσαρα κάρτα πάνω σάν μοϋ 'περηφανεύεύαι τοϋ νοϋ μου (δ)έν σέ βάνω· 2θ. Σάν μ' ά(γ)απάς έσύ στά δυό 'γαπώσε 'γώ στά τρία σά(ν) μ' άρνηστής θά σ' άρνηστώ γιατί (δ)έν σ' έχω χρεία 21. Στή φυλακή μ' έ(β)άλασι γΐά νά μοϋ (β)ΐλουν γν.ΰσι μά κείνος όπου μ' ή(β)αλε Θέ νά τό μετανοιώση. 22. Έ ! τοϋ δαιμόνου τό(ν) Σκύλλα κοπέλλες τής έβγάλλει όλο ψιλομελαχροινές καί νόστιμες στά κάλλη. 23. Νύχτα γΖάντα ^ημέρωνες Ή λ ί ε μου γΐάντα βγήκες καί περισσότερη χαρά να πάρω (δ)έν μ' άφήκες.

^ ^ ^

24. Όποιος μέ (δ)ή καί τραγουδώ λέγει, (δ;έν έχω π^Θη καί 'γώ 'χω μέσα στήν καρδιά ένα και βοϋνι V ά(νά)ρτει 25. Όποιος μέ στό πρόσωπο λέγει (δ^εν έχω πίκρα καί 'γώ 'χω μέσα στήν καρδιά ένα μαχαίρι δίπλα 26. ΙΙολλά Θωροϋ(ν) τά μάδία μου καί (δ)έν ημπορώ νά κρίνω £ερό σφουγγάρι (γ)ίνομαι κι' ούλα τά καταπίνω 27. Πολλά Θωροϋ(ν) τά μάδία μου κι' ό νους μου τά σκεπάζει ' κι' ή πικραμένη μου καρδιά κλαίει κι' αναστενάζει28. Όποϋ 'γαπώ καλά 'γαπώ μ' άλήθεια σ^ν μισήσω μπροστά μου νάρθη νά σφα(γ)η (6)αστώ νά μη μιλήσω29. Έ γ ώ 'χω έγγλέϊ,ικη καρδιά κι' άράπικο γινάτι κΓ άμα μαλλώσω μ' άνθρωπο (δ)έν θέλω π) εΐό μου ά γ ά π η .

φ


Κ^;,^,,·'-,..—127 — 30. Ίντάναι τούτη ή συλλογή όπούχω κάθε μέρα • ωχου «Φανερωμένη, μου βός τής κ α ρ δ ά μ ο υ άέρα. ; ά {wvrivdta Μ νά πώ κι' ένα μαντιναδάκι. στά σι(δ)ερα μέ (β)άλασι γ Λ τό Κατερινάκι. 32· Κάλλια νά {δ)ώ τό αίμα μου στή γή νά κοκκινήοη παρά να (δ)ώ τά μάδία μου Τούρκος νά τά φιλήση.

Μ

Μ

33- Κάσος μέ τά καράβια σου Κρήτη μέ τΙς έληές σου Κάρπαθος μέ τά κρυά νερά καί μέ τής λεμονιές σου. 34- Όποϋναι νηός καί (δ)έν πετά μέ τοϋ βορρηά τά νέφη ϊντα τή θέλει τή ζωή στόν κόσμο νά τήν έχει. 35- Έ γ ώ μουν όπου πέταγα μέ τοϋ Βορηά τά νέφη καί τώρα σιγανεύκηκα σάν Γραίγος δντας βρέχει. 36, Νάξερα καί χορεύγασιν ή κοπελλιές στόν "Α(δ)η νά παραγγείλω μ!ά βραδ.ιά του Χάρου νά μέ πάη. 37· Έβγάτε φείδια κΓ όχεντρες στό δρόμο νά σταΘήΓε t νά φάτε τό κορμάκι μου νά μή τό λυπηθήτε. 38. Ώ καϋμένη μου καρδιά κι' άς είχες παραθύρι νά βλέπη ό κόσμος πώς κεντάς χωρίς φωδίά και άπϋρι. 39· Φύ(γ)ε άπό μέ κακή καρδιά συλλογισμέ καί πίκρα καί δέν σέ κληρονόμησα νά σ1 έχω 'μέρα νύχτα. 40. Άνάθεμά σε γΐά καρδιά καί τί καταλαδαίνης μέρα και νύχτα στεναγμούς χίλιους τήν ώρα πέρνης. ' Ι. Χριστέ μου 'γώ σέ σταύρωσα καί τάχης μέ τά μένα καί Θέλεις πάντα τά θωριάς τά μάδία μου κλαμμένα. 42 Χαίρου καρδιά ξεφάντωνε καί νά ποδάνης θέλης στόν "Α(δ^η • νά κατε(β)ής καί ά(ν) θέλης καί ά(ν) (δ)έ(γ) θέλης. 43· ΧίλΙα φλουριά βενέπκα θά (δ)ώκω στά παιχνίδιανά πάρου(ν) τή κανακαρά νά πά(ν) στά πάνω σπίδία 44- Χ'λια φλουριά βενέτικα Οά (β)άλω στό πανιέρι νά φέρω της Κανακαρβς γ!ά νά τή κάμω ταϊρι. 45 'Απ δλα τ'"άστρα τούρανοϋ τό πε!ό μικρό μ' αρέσει γιατί 'κλουθά του φεγγαριού νά πα νά βασιλέ\|/η· 46. Θεέ με(γ)αλοδύντμε με(γ)άλε καί άπό τις πίκρες βγάλε με καί στίς χαρές μέ (β)άλε, 47. 'Αστροπελέκι καί φωδίά καί μπούρμττοορη νά πέση σέ μερικώ(ν) τά στόματα ποϋ (δ)έν θωρου(ν) καί λέσι 48. Τί ώμορφ' I I I ή θάλασσα § § είναι μερωμένη μά σαν άγριέψη ή WM ^ ^ κα Ρ δ1έ < 4Q. Θάλασσα πικροθάλασσα καί πικροκυματούσα όποϋν 'τά ^ ρ ΐ α σου γλυκά καί συ σαι φάρμακουσα50. Θάλασσα πούλα τά vrpd καί τά ποτάμία πίνεις πΐές μου καί μοϋ τά δάκρυα πλατύτερη να γίνης. 5ι.

Σάν dnoddvto τό κεντί μή *ώση νά βΡ"*™** καί δταν μέ βάλλουν είς τή γή ύ κοσμος νά χαλάόη,


Κ^;,^,,·'-,.

.

— 128 —

52. (Άν)άφτει ή καρδιά μου καί κεντά σάν πέτρα στο καμίνι ' σάν τό κερί στήν έκκλησίά ποϋ λυώνει καί δέ σβήνει. 53- Σάν τό Kepi στήν έκκλησιά ήλυωσε τό κορμί μου ' καί ούλος ό πόσμος μ' άρωτά ϊντα 'ναι ή άφΓρμή μου54- May μέ τ' άλλα τά πουλιά έπή(γ)αινα πετώντας τώρα μοϋ κόψα(ν) τά φτερά καί πάω περπατώντας· 55- Μάχει ό θεός νά δυνηθώ vr βάλλω τά φτερά μου νά κυνηγήσω νά ταύρώ τά παραμπροτινά μου. 5ό· Άρχισε γλώσσα μου πικρά, στόμα φαρμακωμένο κορμί μου κακορρίϊ,κο στά παθ' άναθρεμιχένο 57- Ώς καίομαι νά καί(γ)εσαι κι* ώς άφτω νά κεντίσης τό σουρτουκάκι ποϋ φορείς νά μήν τό κατελύσης 58. Λε(γ)εις έ(δ)ά τ4 χρΐμα μ_ου και νά μην σ ευρη θέλει στον δρόμον δπου περπατε~ς νά σου παντίξη θέλει 5 9 . Σάν ξεμπαρκάρης εις τό Φρΰ παράγγειλε μου νάρτω νά πιάσω τ ί χεράκι σου οάν του «Σταυροΰ» τον αρτο. ΪΙ). "Ηθελα και νά πέΟενα καί 6 θάνατος μου νατο(ν) ψο)ματιν4ς ναύρίσκετο, νά δώ ποι4ς μ έλυπατο. J r f f t . "Ηθελα xal ν' άπέΟαινβΕκαί πάλι νατον ψέμμα νά δώ ποιδς ε!(>) που 1 ά(γ)απα καί πυι4ς πονεί γιά μένα. 62. Καϋμένα γεμιζζόπουλα ώσάν βραχςΰ(ν) χ ί άλλάςου(ν) χαι πιάσουν τ4 τιμόνι των xai βαρυαναστενάξου(ν). 63. Φύ(γ)ε άπύ μέ κακή καρδιά πή(γ)αινε άλλου χαί κάτσε χαί δέν σέ κληρονόμησα κι ουτε παντρευτηχά σε. 6Φ. Βασανιβμένο μου κορμί τυραννισμενο σώμα και ποι4ς σέ καταράστηκε νά κοίτεσαι στ4 στρώμα. 65. ν Αχου και γιάντα τά περνώ τά νειάτοί πικραμμέ',α σάν νά μου καταράστηκεν ή μάννα ποΰ μ* έγέννα H 66. Της μαυρομμάτας τ4 στενδ δποιος κι* a(vj τ4 περάση βασιλικό ναχη τΐ(ν) νου κ α! πάλι Οά το(ν) χάση. 67. Kaf διά μ* άπαρηγόρητη παρηγορήσου άτή σου ·. εχου(ν) χαμούς xal άλλες καρδιές κί·(δ)έν είσαι μονάχη α°υ 68. Καρδιά μ* άπαρηγόρητη τι μου παραπονασαι τι μυΰ τά λές τά πάθη σου καί τ! μου τά δηγάσαι. | β Καρδιά μου τείχεις και πονεις και βαρυαναστενάζας βαρυ γομάρι (δ)έν βαστας, βουνά (ο)ζν άνεβάζεις. * \ \ / 7 0 . Καρδιά μου τειχεις κ' εκλευες κ' ήβαλες μαύρη σκέπη άπουοαι νειά χαί δροσερή κι* άκόμα (δ)ε(ν) σου πρ&πει μ οιρα μου σά(ν) μέ μοίρασες ήσουνα κουρασμένη καί μουγραψες γιά νά περνώ ζωή βασανισμένη. 72. Ή Μοίρα μου μ έμοίρασε μέ τ4 ζερβό της χέρι μή(τ)ε χειμώνα νά χβρώ μή(τ)ε καί καλοκαίρι

A r n -

73. Ά ν ά β ε μ ά σε μοίρα μου, μοίρα μ άναΟεμά σε ι ΐ ς τ4 καλ4 (δ)έ(ν) βρίσκεσαι καί στ4 χακ4 'μπροστά 'σαι. 74. Νά μου πλήρωσες τΙς βραδυές καί τίς νυχτιές τίς τόσεί τά νοχτοξημερώματα ποΰ πέρασα 'γώ τότες.


- 12975. 'Αναστενάζω βγαίν' άχνδς χαι μέσα βράζει ό πόνος όπου μας έξεχώρησε να μήν τον ευρ/j 6 χρόνος, 70, "Οταν Οά ι έ παντρεύγουσι κι %α(ν) Οά σε βλο(γ)αυσι στης πεΟΟερας σου τήν αύλή Οά σέ παστολο(γ)ουσι 77. Ά π ο ΰ ' ρ τ η καί συχχάρη μου πώς ήρτεν ή γουλέττα μά ro(v) Gso μου βίω τη τή μιά | Α 0 υ καγιονέττα. 78. Ά π ο υ 'ρτη και συχχάρη μου πώς ήρτε τ4 καράβι μά τδ(ν) θεό μου βίω του τή λίρα κι ας υπά(γ){|. 79. ' Α π ο υ 'ρτγι καί συχχάρη μου πώς ήρτε τδ καΐκι μά τί(ν) θεό μου βίω του τώνα μου σκολαρίκι. 80. Έγέρασα κι' (δ)>ν ημπορώ τις νύχτες νά (γ)υρίζω καί τις παληές μου άρααστές νά τις καλησπερίζω 81. Γιά κείνο (δ)ά με 'γώ κακή γιά κείνο (δ)ά μανίζω γιατί θωρώ παρσ(δ)ικα καί (δ)έν τά νταγιαντίζω 82. 'Όσες ψιλές ψιλές έληές εχει τδ λεμονάκι τόσα κομμάδια νά (γ)ενώ νά πάρω Κασσιωτακι Τ 83. Αραγες είς τή(ν) μαύρη γή Οά βρω τδν ίδιο κόσμο Οά βρώ τους φίλους νά γλεντώ γιά τά σκουλήκια μόνο ; 84. Ά(γ)απώ 'γώ τά (γ)ίδια μοο καί χίλια νά (γ)ενοΰσι και τά παιδιά μου νά(ν) καλά γιά νά τά κυνη(γ)ουσι. 85. 'Κγώ μαζί σας έκλινα σο (ν) τδ πουλί στο δάσος θέλετε (δ)έν με θέλετε μαζί σας Οά (γ)εράσω. 86. β12σάν Οά σέ παντρεύγουαι καί ώσά(ν) Οά σ εύλι(γ)οΟσι καί μαρμαρόχτιστες αυλές Οέ (ν)ά καταλυΟοΰσι 87. Ξένος έδώ ξένος κι' έκεί χ ί δπου χαί αν πάω ξένος καί αν είμαι καί στο σπίτι μας πολυ μον. σσαρισμε: ος. 88. ' Ά μ ε ν άνοιξης μνήματα καί μέσα νά ςανοίςης ^ τδν πλούσιο άπδ τδν πτωχδ νά μου τδν έγνωρισης. 89. Μαξιλαράκια δεκοχτώ σου (β)άλλαν ν άκουμπήσης κι1 άπόπλα'μα πολίτικο νά μη κρυολο(γ)/)σης. 90. Μιά μαντινάδα Οέ νά πώ καί Οά τήν πώ καινούργια σάν του καράκου τά φτερά είναι τά δυό οου φρούδια. ^ 91. 1 £2σο(ν) σέ (δ)ώ μου φαίνεται πώς μπαίνω σέ περιβόλια σέ πρασινάδες σέ δεντρά που κελαδου(ν) τ αηδόνια. 92. Ώσσ(ν) σέ βλέπω χ ί ερκεσαι θαρρώ πώς μου χαριζου(ν) τδν έμισδ Παρσ(δ)εισο καί ρέσα μέ κα(0)ίζου(ν) 93. Νάμουνα τηλεγραφητής τό τέλι νά βαστούσα κάθε λεφτό άγάπη μου Οά σοΰ τηλεγραφοΰσα. 94. ΦοροΟ(ν) κι' άλλοι τά ρούχα σου χι' έ'χου(ν) καί τ δ>ομα σοα (δ)έν εχου(ν) τόν αέρα βου μτ,(τ)ε τήν ώμορφιά σου. »5*95. Νεράσασι τά νειάτα μου (δ)έν τ ανιστορούμαι θαρρώ πώς έγεννήΟηκα τεδοιο»(ν) λογιών δποΟ μαι. 96. "Οπου φιλα τά χείλη σου φιλα τήν οικουμένη δπου κοιματ αντάμα σου τόν (δ)ί(ν; χορταίνει. 97. "Οπου φιλα τά χείλη σου ζάχαρη χοκαλίζει , κι δπου κοιματ' άντάμα σου τόν υπνο λαχταρίζει. 98. "Οντας σέ θέλω ΟυμηΟη αν είμαι χαί οτή στρώσι δπνος δέ(ν) ξέρω τί δηλιοί ώστα νσ ξημερώση. ^ - 9 9 . Σο(ν) Ι άγαπας Οά σ'άγαπώ σό(ν) μ άρνιστ^ς α αρνιούμαι Γ έσί) μέ πρωταγάπησες καί (δ)έν παραπονιοΰμαι.

II

Ckvo


Κ^;,^,,·'-

,

.

.

— 130 —

100. f 0 ν Ερωτας etva μακρύς χαι μώρικα ντυμένος χ α ί σαϊττεύγει τΙς καρδιές ώς είναι μ α θ η μ έ ν ο ς . 101. Έρωτ* άπό τΙς χάρες σου δόαε και μένα νά'χω νά σαϊττεύγω τις καρδιές δπου κι' 8ν βέ νά λ ά χ ω . | 0 2 . (Δ)έν εΐ(*)α μάδια ώμορφα φρύδια κ α μ α ρ ω μ έ ν α ώς είναι του προσώπου σου γλυκά ζωγραφισμένα. 103. Σκίαου χαρδιά μου κι' εβγαλε π ο υ λ λ ά κ ι α νά π έ τ ο υ σι. νά παν νά βρου(ν) τήν άγαπώ νά μου τήν χ α ι ρ ε τ ο υ σ ι , [ / 1 0 1 . Χίλιους χ ι λ ι ά δ ε ς ώμορφους τά μάδια μου νά (δ)ουσι έσέναν λέσιν ώμορφο κι' έσέναν ά(γ)απουσι. 103. Χίλιους νά (δ)ου(ν) τά μάδια μου (δ)έν τους ' π ο κ α μ ι φ ώ ν ω χι' έσένα τήν άγάπη σου (δ)έν τήν άνεκατώνω. 106. Στή στράτα δπου περπατεις ναμου(ν) χί έγώ μ α ζ ί σου νά πέρνω άπδ τδν ΐδρω σου κι' άπδ τή(ν) κούρασί σου. (To naobv τυπογραφικοί' φύλλον ευρίσκβτο ι]δη υπό τά πιβστήοια δτβ

μ&ς επβοκέφ6

κ.

Ίίοάιψης Λ^όπονΙίος, ζώσα συλλογή Κασιακών δημοτικών διστίχων, δστις καί μας cΙνβκοίνωσβ τα κάτωθι καί τά Jτιοϊα [ici ευγνωμοσύνης 3ημοσιεύομβν,]

Της άγάιτης ιο7. Και τά πουλιά ποΰ κβλα(δ)οΰ(ν) κι' έκείνα έχου(ν) πόνο ποϋ 'μεροξημερώνουττε είς τοϋ δέντρου τό(ν) κλώνο. ιο8. Καί τά πουλιά ποΰ κελα(δ)οϋ(ν) κι' εκείνα έχου(ν) πάθη ποϋ πά(ν) νά φ&νε τό(ν) καρπό και τά σσιμπά τ* άγκάθι. ιο9. ΛΗφυ(γ)α καί ξωρίσπκα γιά νά σέ λησμονήσω μά | αγάπη σου ν γλυκεΐά πάντα μέ φέρνει πίσω. 11 ο. Σάν άποθάνω γώ ί,εχνώ, και πίσω σύ 'πομένεις\| μη(τ)ε κι' έγώ γυρίζω πειό, μή(τ)ε καί σύ λιμένεις i n . "Ωχου και πώς έγέρασα κι1 άσπρίσα(ν) τά μαλλιά μου κ?1 (δ)έν πετοϋν Ι πέρδικες μέσα στήν άγκαλχά μου. ιΐ2. Γιά δές πώς έκατήντησα μαύρος σά(ν) τόν 'Αράπη (6)έν είν* άπό ιήν άραπίά μόν άπ' τήν άγάπη. ιι 3. Έκλινα πείό κι' απόκλινα (δ)έν έχω ποϋ ποϋ κλίνω μόνο στά χέρια σου τά δυό, καί στό θεό σ' άφίνω. ιι4. Τήν πίστη μου Θέ ν' άρνιστώ μά σένα (δ)έ(ν) σ'άρνειοϋμαι κι'άς μας σκοτώσου(ν) σά(ν) μποροϋ(ν) τήν ώρα ποΰ P J B t e · | il 1 [γλεντοΰμε(ν). ι ι 5 Μά νά σέ πάρω Θέλω 'γώ μά θά σέ τυραννήσω ώς )χ έτυμάννησες κι' έσύ ώστα νά σ' άγαπήσω. ιι 6. Μά νά σέ πάρω α>έλω γώ Θέλει (δ)έ(ν) Θέλει ή γρ(ηΚ §Ι§ κι άν είν καί γιά τά σπίδια σου έκεΐνα ν* γονικά σου ιι7. Θεέ μεγαλοδύναμε θέλω νά σ' άρωτήσω τά νειάτα ποϋ μΛςΙήδωσβς γιατί τά «έρνεις πίσω ;


Κ^;,^,,·'-

,

.

.

— 131 —

118. Ήθελα καί νά σμίγαμε γΐά νά μοϋ πης πουλί μου άν έρκουττε κι' εύρίσκου(ν) σε οί αναστεναγμοί μου. ιι 9. Βαρυαναθεματίζω το(ν) τό(ν) μήνα καί τό(ν) χρόνο και βλαστημώ τη(ν) τή(ν) στιγμή ποϋ σ'εί(δ)α μέσ* στό δρόμο \)ΐ2θ. Έσύ θαρρείς πως σ' άγαπώ και πηρε ό νους σου ά(γ)έρα μά 'γώ Υ-^ φιλότιμο σοϋ λέω καλημέρα. ^ ν^ι 21 - Έσύ Θαρρείς πώς σ άγαπώ καί κάνεις τόσο νάζι τή(ν) νειότη μου νά μή χαρώ ό νους μου oc(v) σε βάζει. 122. Γιά δές τά μάδια μίας ψιχής πόσο γλυκά Θίυρ.οΰσι και άπό 'να μίλι κι' άπό δ^ό τόν άθθρωπο πλανουσι. 12 3. Σά(ν) μ άγαπάς πουλάκι μου πές μου το νά τό ξέρω γιατ'είν'ό νους μου στά μοκρυά νά πέ(μ)\]/ω νάτό(ν)φέρω. 124. Ποτέ μου (δ)έ(ν) τόν ήνοιωσα τόν νοϋ μου νά λι(γ)άνη μόνο σάν έκατέβασες τά ρούχα στό λιμάνι 125. Τώρα στά ξεχωρίσματα ποϋ θά ξεχωριστούμε (δ)έν έχω πόδία νά σταθώ ν' άποχαιρετιστοϋμε. ι 26. Άλοίμονο κΓ ά(ν) δέ(ν) γένη αύτό ποϋ (β)άλλει ό νους μΛ) μονάχος μου θέ νά (γ^ενώ ζελάτης τοϋ κορμιού μου. 12 7. Δυό μπάλλες Αρβανίτικες θά πάρω ένα ζευγάρι νά τίς φυτέψω στή καρδιά 'κείνου ποϋ θά σέ πάρη. r Ν /ΐ28. 'Ανιστορούμαι κ<Λ χολίώ θυμούμαι καί λυπούμαι πολλώ(ν) λογιώ(ν) πουλιά θωρώ, μά τό (δ)ικό μου πούναι Μ Η Κάθε πρωί σά(ν) σηκωθώ μέ της αύγ^ς τ άγιάζι πολλώ(ν)λογιώ(ν) πουλιά θωρώ κα(ν)ένα (δ)έ(ν) σοϋ μοιάζει 13ο. 'Ήλε(γ)α πώς άγάπησα κα(ν)ένα κυπαρίσσι μά 'κείνος είν 1 άσπάλαθος γρήγορα θά μα(δ)ίση 131. "Ασπρη κατάσπρη (δ)ε(ν) φελά ά(ν) (δ)έ(ν) μελαχροινίζη νά τώχη και τό πρόσωπο νά ροδοκοκκινίζη. ι32. Περνώ καί δέν σέ χαιρετώ τά μάδια κατεβάζω στό(ν) κόσμον έγεννήθηκα καρδιές νά δοκιμάζω. 133 'Αγάπα με, βλαστήμα με, κάνε πώς δέ(ν) μέ ξέρεις νά λέ(γ)ουν κι' | γειτόνισσες πώς τό κακό μου θέλεις ι34. Μέ τό σαρέτι γνέψε μου μά ξάνοιε κι' ομπρός σου Β έξερε σύ τόν πόνο μου κι' έγώ τόν έ(δ)ϊκό σου. 135. Σάντό κεράκι νά (γ)ενης καί νά καής ομπρός μου (δ)έν σέ ξανα(γ)απίζω πειά, διπρόσωπη τοϋ κόσμου. ι 36. Γιατί κορμί νά σύρνεσαι άδικοπονεμένο μή(τ)ε καί νάσαι ζωντανό μή(τ)ε κι' άποθαμμένο 137. Μισοσφα(γ)μένο σά(ν) πουλί μ ή(φ)ηκες καί σπαράσσω γιά 'πόσφαξέ με σκιάς καλά γι' ά(φ)ης μέ νά πετάσω.


Κ^;,^,,·'- ,

.

. — 132 —

|w 138 Στόν 'Ά(δ)ΐ) κι' ά(ν) μέ (β)άλουσι κι'έκεΐ θ1 άναστενάζω

κοί τό γλικό σου όνομα πάντα θά ιό φωνάζω. 139· Ούλα τά ντέρτια τάχω γιώ και μιά μεγά(λ)η λύπη

|

κι' εί(ν) καί τά πάθη μου πολλά τίποτα ( δ ) έ ν μου λείπει. ι4ο. ΤΙ άλλο Vo τό Θάναω θέ νά μέ φο(β Χρήσης δ,τι Trepvdt 4π' τό χέρι σου πίσω νά μή r' άφίσής

141. Και τοϋ Χριστού τό(ν) θάνατο νά πάθω (δ)έν σ αρνιούμαι σέ θάνατο νά δικασιώ (δ)έν σοΰ παραπονιοΰμαι. 142. 'Εμένα κι' Ι ν ) μοϋ κάμουσι τόν "Α(δ)η περιβόλι καί τούς νεκρούς χρουσές μηλιές 6' άναστενάζ' άκόμη 143. ΔιΟκόσες λίρες 'Αγγλικές βίω γΐά τήν έλ(η)ά σου Μ ^ νά τή χμουσώση ό χρουσοφός πάνω στά μά(γ)ουλά σοα. ι44./Έφτά καρδιές νάχη ά(ν)9ρωπος νά μπη στόν ερωτά σου

και τίς έφτά τις καταλΰεί ή σοβαρότητά σου., 145 (Δ)έν με σκοτώνεις μά γιατί, γιατί (δ)έν μέ σκοτώνεις, I κάλλια 'χα νά μέ σκότωνες παρά ποΰ μέ πληγώνεις· 14$. Ούλα τά δέντρα άθθίσασι κι1 ούλα καρποφοροΟσι και τΓ|ς παντέρμης μου καρδιάς τά φύλλα της μα(δ)οϋσι. 147 · 'Ώχου γΐά μιά μελαχρινή μαλλώματα τά πέρνω eiira μου νά μή τΓ(ς μιλώ κι' όπου ναι νά μή μπαίνω. Γ * ι48. Γιά σένα μέ μαλλώνουσι γιά σένα μοϋ 'μ^οΰσι Ι για σένα μές τό σπίτι μας (δ)έν θέλου(ν) νά μέ (δ)ουσι ^149» Ίίίβρνε σύ μαλλώματα πίκρες καμυύς γιά μένα κι ύγώ πουλάκι θά (γ)ενώ νά κελαδώ γιά σένα. ι5ο. Έλα νά πά \ά 'μώσωμε σ' έ^ντα δυύ κολώνες κι'όποιος τόν άλλον άρνηθη νά τόν πλακώσουν όλες. 151 νΑν ίσως καί μ' άπαρνιστί)ς ν' άδικοθανατίσης καί τά προυκίά σου ποΰ κεντάς έρημα νά τ1 άφίσης* Μ J 52. Πκτρα θά κάμω τή(ν) κάρδϊά καί τάπία τό κορμί μου (δ)έν σ' άπαρνηοΰμαι 'γώ ποτέ ψι^ομελαχροινή μου. χ 53· Τίποτα (δ)β(ν) τοΰ ρέχτηκα τοΰ ψεύτικου τοϋ κόσμου μόνο τά μάδια σου τά δυό καί τίς έληές σου φώς μου. ^54 Μίς στΐ| καρδιά μου'χεις θρονί καί μπαίνεις καί κα(θ)'ζης ^νπίνεις το αίμα μου νερό κΓ άθθιΓ,ς καί λουλουδίζεις 155. Αγάπη μου καμάρι μου ρόδο πλατύφ·λλό μου σύ'σαι χαρά καί ζήση μου καί φώς τών έμμαδιώ(ν) μου. 156· 'ϋννηά κουμπούρες Η ζωστώ καί μιά μαχαίρα δέκα κι' ά(ν) (δ)έ(ν) σε^κλέψω μιά'.βραδυά (δ)έ(ν) θέλω πεϊό [γυναίκα·


157 Καί μέ τό ζόρι πέρνωσε καί μέ τή καλωσύνη κι' άς πάη κι' ό πατέρας σου στου Μπέη νά μέ κρίνη. 158. 'Αναστενάζω (δ)έ(ν) μ' άκοΰς, κλαίω (δ/έ(ν) μέ λυπάσαι λέ(γ)ω (δ)εν είσαι χριστιανή μή(τ)ε θεό φο(β)άσαι. 159. Πά δές πώς μέ κατήντησες κι' ό κόσμος μέ λυπαrai κι* ή άπονη σου ή καρδιά δέν μέ ψυχοπονάται. ιόο Πράσινο ροσμαράκι μου του πάνω κόσμου ά(γ)έρι γΐά σένα βασανίζομαι χειμώνα καλοκαίρι ν ι6ι. Έσύ'σαιτ^ς ψυχής ψυχή καί της καρδιάς μου ό σίϋλος έσύ σαι κι' ή άγάπη μου κι' ό μπιστικός μου φίλος. 4 162. Καλλίά'χω νά μέ θάψουσι στης αραπιάς τόν άμμο παρά νά μέ καλέσουσι στης ά(γ)απώ τόν γάμο. ι(53. Τά φρούδια σου 'ναι σπαθωτά, τά μάδια σου μεγάλα καί χαναλίζει όποιος σέ (δ)η της μάννας σου τό γάλα. ι64. Τά μάδια σου 'ναι πέλαγος κι' όποιος τά κουλουμπίση πλεΐό του χαίρι (δ)έ(\) θά (δ)ξ) όσο καιρό κι' άν ζήση. 165. Έγώ *λε(γ)α μέ λό(γ)ου σου πολλές φωδίές νά σβύσω κι' έσύ μ' αύτη ποΰ μοϋ ά(να)ψες (δ)έν ημπορώ νά ζήσω. 166. Τ' άστρο μου 'γώ γνωρίζω το, βρίσκεται στό Λεβάντη καί βγαίνει πίντα τήν αυγή κι άπ' ούλα τ άλλα λάμπει. ι67. ^Απ' ούλα τ' άστρα τούρανοϋ ένα μόνο σοΰ μοιάζει ποΰ βγαίνει πάντα τήν. αύγή καί τ άλλα σκοτινιάζει.\ 168. Τί'χεις καμένε κόρακα κι' εί(ν) τά φτερά σου μαϋρα π&ς κι* ή μπες είς τόν έρωτα κι' έχει ή καρδιά σου λαϋρα ; 169. Τί 'χεις καμένε κόρακα κι' εΐ(ν) μαϋρα τά φτερά σου πας κι' ήμπες είς τόν έρωτα καί μοιάζεις τις καρδίας σου ; ι7ο.#Μέλι καί γάλα βάλασι καί κάντια σέ ζυμώσα(ν) κι' άγγέλοι 'πό τούς ούρανούς τήν έμορφιά σοϋ δώσα(ν). 17 τ. "Ωχου καί πώς τά ρέ(γ)ομαι καί πώς τά καμαρώνω της κεφαλές σου τά μαλλιά ποΰ τάχης ένα κλώνο. ΐ?2. Καρδιά άν είχαέπί]ρες τη καί γνώμην ήλλαξές τη κι' άν είχα πούετα φιλιά έξεθεμέλιωσές τη.

173. Ε1(δ)'α τα πάλι σήμερα τά μάδια ποΰ μέ Kplvoufv) κι'άποϋ μοΰ πήρασι τό νου καί (δ)ε(ν) μοϋ τόν άφίνου(ν). 174. 'Αναστενάζω θλι(β)ερά καί κλαίω πικραμένα γιατί χω τή φωληά ψηλά καί τά φτερά κομμένα. 175. Μιά τέχνη ξέρω, ν'άγαπώ' κΓ ά(ν) θέλης τ£ καλό σου σύ ποΰ δέ(ν) ξέρεις ν ά(γ)απΛς πάρε με δάπκολό σου. ι76. Έσύ θαρρείς πώς είμαι γώ μικράκι νά μέ παίζης μικρό παι(δ)ί νά μέ (γ)ελας καί νά μέ περιπαίζε


Κ^;,^,,·'-,..— 134 — 177. Παίζεις με μά (δ)έ παίζομαι (γ,ίελάς με δέ(ν) γελοιουμα* κι αυτά ποϋ ξέρεις ζυ.τνητή τά ζέρω σά(ν) κοιμούμαι. 178. Ούτ* εΐ(δ)α ούτε ξέρω τη, τήν συναναστροφή σου καί μόνο 'πό τήν άκουή τρελλάθηκα μαζί σου. i 79. Τίς έμορφιές σου ήκουσα κι' ήρτα καταρωτώντα κι" ώσάν εσένα ώμορφη (δ)έν είχα γώ θωρώντα. ι8ο. Τίνος νά πώ τό(ν) πόνο μου νά μέ παρηγόρηση καί νάναι φίλος μπιστικός νά μή τό μαρτυρήση. φ ι8ι. Παρη(γ)ορώ τη τή καρδιά μά (δ)έ παρη(γ)οριέται, της λέ(γ)ω χίλία ψώματα μά κείνη (δ)έ γελιέται. 182. Καρδιά μου θέλει νά σφα(γ)ζ} κι' έγώ τήν εμποδίζω «καρδιά μου άν έχεις βάσανα έγώ τά νταγιαντίζω.» Χ ι83. Σκίσου καρδιά μου γίνου δυό, σκίσου χίλια κομμάδια πρ&(γ)μα ποΰ (δ)έν έρπίζασι εί(δ)α τά δυό μου μάδια. 4 - ι 84. Δέντρα παραμερήσετε, φίλοι μου τραβηχτ^τε * φωδιά (βιαστώ καί καίομαι μή τύχη καί καήτε. οικούμαι μέ τά βάσανα καί μέ ξυπνούν οί πόνοι καιψξ τό άχ καί βάχ περνοϋ(ν) οί πειό καλοί μου χρόνοι 4" 186· Ούλες ή ώρες της νυχτός μοϋ φαίνουτται γΐά χρόνοι καί βλαστημώ τή(ν) τύχη μου γιατί (δ)έ(ν) ξημερώνει. Ύι87. (Δ)έ ξημερώνης μαύρη αύγή, ήλιε γιατί δέ βγαίνεις τώ(ν) πληγωμένω(ν) τϊς καρδιές έσύ σαι ποϋ τίς -ραίνεις, ι88. Σάν αποθάνω κλάψετε καί θά\]/εϋέ με φίλοι καί φύλλο πράσινο έληάς μοΰ (β)άλετε στά χείλη. ι89. Σάν αποθάνω καί ταφώ καί γίνω κρΰο χώμα καί 'νοίξουσι T0jiv^|ia μου^πάθη θά βροΰν άκόμα. ι9ο 'Εσέ ζητοΰ(ν^ τά μάδια μου, όπου κι'ά(ν) τά (γ)υρίζω καί (δ)έ σέ βλέπω πούετα, λυπουμαι καί (δ)ακρύζω. 191 Κι' ά(ν) κά(θ)ομαι καί ά(ν) πορπατώ έσένα συλλο(γ)οΰμαι σαράντα ώρες νά (γ)ενη ή νύχτα, (δ)έ(ν) κοιμούμαι. ι92. Γίνου πουλί μου σύννεφο καί 'γώ νά γίνω μπόρα γιά νά συναπαντώμεθα χίλιες βολές τήν ώρα. ^">193 Πολλές φωδιές μέ κινη(γ)οϋ^ν) μά μιά ναι ποϋ μέ καίει I μονάχος μου τήν ή(ν)α\]/α κα(ν)ένας (&J& μοϋ φταίει. ι94. Όχι (δ)έ μου φταίξε κανείς νά τοΰ παραπονούμαι τά μάδια μου μοϋ φταίξασι κι' άς κλαιν ώστα νά βγούνε 195. Ό "Ερωτας μοϋ πάντηξε G ένα στενό σοκάκι καί μέ τή(ν) καρυ(δ)όκοοπα μέ πότιζε φαρμάκι. 196 Τρία ν τά καπαέτια σου ποϋ μούχεις κα(μ)ωμένα κι' ά(ν) μοΰ τά κάμης τέσσαρα (δ)έν είσαι πειό γιά .μένα.


— 135 — 197.

Η πρώτη μου άγαπητικίά χήρα ν ά μοϋ παντίξη μέ δυό παιδί 5c στήν άγκαλίΛ ψωμί νά μοϋ ζητήξη. ι98 Μαγάρι (δ)ά πουλάκι μου νά μή πονεϊ ή καρδιά σου μά σάν τοϋ φούρνου τό τοιχειό μαϋρα V τά σωθηκά σου

ι 9 9 . Ή θ ε λ α καί νά γίνου μου (ν) πνοή στά σωθηκά σου ν ά (δ)(Β γιατί μαραίνουττε τα φΟλλα τΓ|ς καρδίας σου. 2θθ. Λαμπά(δα) μου της'Ανάστασις, κερί τώ(ν) Χριστου(γ)έννω(ν) κάθε στιγμή ν ά σέ θωρώ ποτέ δέ(ν) σέ χορταίνω 2θΐ M i τό Σταυρό ποϋ ρίχνουσι στή θάλασσα τά Φώτα έσύ σαι ή άγφτη μου ποιίκαμα πρώτα-πρώτα. 202· ( Δ ) έ ν είναι τρόπος ν ά τό βρώ τό άντιφάρμακό μο.υ, ν ά μή σ* ανιστορούμαι πειό γιά ν ά κοιμούμαι φώς μου; 2θ3. Τό πώς ν ά πολιτεύγομαι πες μου το νά θυμοϋμαι γ ΐ ά νά ξ ε χ ν ώ τις πίκρες μου νά πέφτω νά κοιμούμαι. 2θ4. Ό νους μου (γ/ινηκε νερό, βαρκοϋλα καί ψαρεύγει καί πήρε τις άκρογιαλιές καί πά ν ά σέ (γ)υρεύγει.

2θ5. Ό νοϋς μου πειό έμίκρυνε ώσά(ν) κουκκί πιπέρι

κι· δπου κι* ά(ν) πάης καί σταθης μαζί σου βορταζέρη. 2θ6. Ό νοϋς μου έγινε νερό κουλοϋκι καί 'κλουθά σου κι' δπου κι' ά(ν) πάης καί σταθης ευρίσκεται κοντός σου 2θ7. Ρόδο μου, τριαντάφυλλο, τών λουλουδιώ(ν) κορώνα Έσύ θαρρείς σ' άρνήστηκα μά γώ 'γαπώ σ' ακόμα. 2θ8 2θ9 2ίο, 2ΐι. 2 12. 21 3 2ΐ 4. 2ΐ5. 2ΐ6.

Θαρρείς κι άν έλαργάραμε πώς ήλλαξα καί γνώμη πάλι στόν ίδιο λογισμό ευρίσκομαι ακόμη "Αν ήτο ν ά πονης καί σύ δπως καί 'γώ λυπούμαι χίλια κολάδια θάκανες τόν πόνο μας ν ά ποϋμε "Α(φ)ης με χάρε νά χαρώ τά δροσερά μου νειατα γιατί θαρθη ένας καιρός νά τά σκεπάση ή πλάκα, Στή γη ποϋ θά μέ θάψουσι δέντρο θά βγί) στό χώμα ν ά γράφουσι τά φύλλα του πώς σ' άγαπώ άκόμα Στό μάρμαρο τοϋ τάφου μου νά 'ρτης νά (γ)ονατίσης ν ά χύσης μαϋρα δάκρυα, ίσως και μ' άναστήσης. Άνάθ-εμά τη τήν καρδιά σάν ήτο νά μοϋ λάχη μή(τ)ε πεισματικά (β)αστά μή(τ)ε κι' αμάχη νάχη. Μέσα στά φϋλλα της καρδι&ς πούναι τό μαύρο ν αίμα έχω τη τήν άγάπη σου γραμμένη μέ τήν πέννα. Διψοϋ(ν) τά δέντρα γιά νερό καί τά 6ου\ά γιά χιόνι καί μ έ ν α ν Ι καρδούλα μου κλαίει καί δέ(ν) μερώνει· Ήσφαλα ποϋ σ' αγάπησα, τρέλλα καμα με(γ)άλη μά τό Σταυρό, μά τό Χριστό (δ)έ(ν) Θ' αγαπήσω άλλη.


_ 136 — *

*''

-Cj"-f^·

\2 ι 7. Ησφαλα 'γώ σάν άνθρωπος κι' ή μπα στόν ερωτά σου Ί(δ)έν ήμουν όμως καί Θεός νά ξέρω τή(ν) καρδιά σου. 2ΐ 8. "Οτα(ν) σέ γέννα ή μάννα σου σά(ν) σέ μοιράξα(ν) Μοίρες έτήρες χάρες .κι' ώ αμορφίες, μόνο καρδιά δέ(ν) πήρες. 2 19. "Ομορφες είν' ή χάρες σου, γλυκεία 'ναι ή 'μιλιά σου άγγελικό τό βλέμμα σου μά πέτρινη ή καρδιά σου. 2 2ο. Κόκκινο ρόδο τοϋ Μαγίοΰ καί πούλλουδο τοϋ Μάρτη επήρες μου το(ν) πείά τόν νοϋ κι' ά(ν) θέλης πέτου ν&ρτη. 22 1. Δίπλα θά πάρω τά βουνά νά βρώ χλαδιά κομμένα καί θά τά ά(νά)ψω νά καώ άγάπη μου γιά σένα. 42 2 2. Ξϋλα θά παρ' άπ' τό βουνό καί φλόγ' άπ' τήν καρδιά μου καί (δ)άκρυα άπό τά μάτια μου γι χ νά λουστης κυρά μου 22 3 Μαζί νά ξεψυχίσωμε, μαζί νά βγ-fj ή ψυχή μας κι' αγκαλιασμένο νά βρεθξ] στόν "Α(δ)η τό κορμί μας 2 2 4. Στήν τελευταία μου πνοή, στήν ύστερη μου ζήση τώνα σου χέρι νά (β)αστώ τά μάδια μου νά κλείση. 2 25. "Ενας Θεός ποΰναι Θεός λυπάται καί τά ξϋλα κι' έγώ άποϋ 'μαι πλάσμα του (δ)έν μέ λυπάσαι σκύλλα. ^ 2226 20 Ό κρίνος έμαράθηκε δπου με παρηγόρα ποϋ μοΰ 'λε(γ)ε νά μή χολιώ χίλιες βολές τήν ώρα. 2 2 7. Κλωνάριν ήμουνα κι' έγώ μίας μηλιάς μέ τ άθθη τώρα ή μηλιά ξεράθηκε καί τό κλωνάρι έχάθη. 228. (Μ)πιάς τό μαχαίρι βός μου μΐά είς της καρδιάς τό(ν) τόπο όποϋ 'νεν ή αναπνοή κι' ή ξήση τών άθθρώπω(ν). 29 Γι' αγάπα με γίά άρνήσου με γΐά πές των έμμαδιώ(ν) σου νά μή μέ σαϊττεύγουσι σά(ν) θά περνώ ά(π)ό 'μπρός σου. 2 3ο λο(γ)ϊσμέ πώς δέ(ν) φυράς καί νοϋ πώς δέ(ν) λι(γ)εύης καρδιά πώς δέ(ν) ^>α(γ)ΐζεσαι, ψυχή μου πώς δε(ν) βγαίνεις 2 31 Μές στή καρδιά μου φύτρωσε δέντρο μέ δίχως χώμα καί ήπλωσε τούς κλώνους του σέ ούλο μου τό σώμα. 2 32. Όντες σοΰ θέλω θυμηθή ά(ν) πορπατώ κα(θ)ΐζω κι' άν είνε καί στόν ΰπ\ο μου σά(ν) ψάρι σπαρταράω. J 2 33. Στή(ν) κορυφή ένός βουνοϋ δέντρο μαι φυτε(υ)μένο κι' όσοι καιροί φυσήξουσι μέ δέρνου(ν) τό καϋμένο. 2 34. Καί τί (δ)ά νά σοΰ θυμηθώ νά μήν αναστενάξω δπού ρκουσου(ν) στό σπίτι μας δίχως νά σοϋ φωνάζω. 2 35. (Δ)έ(ν) θέλω παρά μΐά βολά νάρκεσαι τήν ήμέρα νά σέ θωροϋ(ν) τά μάδια μου νά παίρν' ό νοΰς μου ά(γ)έρα. 2 36 "Ωχου καμένη μου καρδχχ κι' έχεις ακόμα τόπο j νά παίρνης τά πεισματικά καί λογία τών άχθρώηω(ν);


— 437 — 2 37. "Ενα θεό λατρεύγομε μϊά

πίστη προσκυ\ούμε

καί χ ώ ρ ι α νά βρισκοόμαστε ϊντα

ζωή τραβούμε ;

2 38. ' Έ ν α θεό λ α τ ρ ε ύ σ ο υ μ ε μία Π α ν α γ ι ά μ Ί ς ρίζει

/ κι' άνάθεμα τή θάλασσα δπου μ&ς ξεχωρίζει. Μ 2 3 9 . ( Δ ) ε ν ήαττορώ βασιλικέ κρουφϊ νά σέ ποτίζω κι' ή μυρωδχί σου 'ναι πολλή καί ( δ ) έ ( ν ) τή νταγιαντίζω. Γ 2 4ο. "Ωχου καμένη μου καρδιά 6αθυά 'ναιν ή πληγή σου στόν άλλο κόσμο ώκούουττε οί άναστεν αγμοί σου 2 4 ι . Μάννα μου σα(ν) μ' έ(γ)έννησες έκαταράστης κι είπες ποτές ν ά μή μοϋ λείψουσι τά βάσανα κι' ή λύπες. V7242. Σ ά ν ήμου(ν) κακορίζικος, μάννα, γιατί μ* έγέννας καί δέ(ν) μ' έπλάντας μία βραδυά νά μή μέ (δ)η κα(ν)ένας. 2 43. Γιά 'δέ πώς μ' έκατήντησες καί σά(ν) τρελλός γυρίζω οί φίλοι μου με χαιρετού(ν) καί "γώ (δ)έ(ν) τούς γνωρίζω, 2 44. Πάντα μου μέ τόν έρωτα ήβγαινα κι' έπολέμου νά μέ νικήση ό άπιστος (δ)έν ήφηνα ποτέ μου. 2 45. Πάντα στήν άκροποταμίά δέ(ν) λείπ' ή πρασινάδα κι' άπό τό μα(γ*)ουλάκι σου ή ροδοκοκκινάδα. 246 ( Δ ) έ ν είναι κρίμα κΓ ά(δ)ικο τά δυϊ άγαπημένα νάναι στό(ν) κόσμο ζωντανά καί ν ά ( ν ) ξεχωρισμένα ; 247. Γαλάζια πέτρα τοϋ γυαλοϋ, μαλαματένια βούλλα νά σέ χαρίνη ή μά\ να σου πού σ' έχει μοναχούλα 248. Σκίσου καρδία μου κι* έβγαλε φείδία φαρμακωμένα ν ά πα(ν) νά φά(ν) τά στόματα πού λ έ ( ν ) κακό γίά μένα 2 49 Σ ά ν άποθάνω έγώ καί σύ άγάπη μου με(γ)άλη πέτρα άς μήν *πομείνει πείό ή μιά πάνω στήν άλλη. 2 5ο. Ό σ ο ( ν ) περνοΟσιν οί καιροί τδ φείδι μεγαλώνει περικυκλώνει τή(ν) καρδιά καί το κορμί μου λυώνει, 251. Κορμί 'ναι τούτο ποϋ πόνε! καρδιά κι' άναστενάζει κι' ό κάθε άναστεναγμός μές 'στή καρδΓχ μέ σφάζει. \(^252. Άποθαμμένος · νάμουνα κάλλια 'χα πίστεψε μου παρά σέ τέδοια βάσανα ποϋ μ ήρριξες θεέ μου. 2 53. Σ ά ( ν ) πάρου(νϊ τ άρματα φωδίά καί σκοτωθώ γιαγνίσι τότες κΓ έσένα άγίπη μου άλλος θά σ* απόχτηση. 2 54. Τά μάδια σου όποιος κΓ δ(ν) τά (δ)() άν εί(ν) καί λυπημένος τις πίκρες του ξαλι,σμονεΤ καί χαίρεται ό καϋμέ\ος. 2 5 5 . Τ ά μ ί δ ΐ χ σου όποιος κι dt(v) τά ( δ ) η κ α ί (δ)έν ά ν α σ τ ε ν ά ξ η φωδΐ)ι ν ά ρίξη ό Θεός κι άπϋρι ν ά τ ύ ( ν ) κάψη. 256

Περν&ς καί ( δ ) έ ( ν ) μέ χαιρετάς ώ ς μ' έχαιρέτας παντα κ α κ ί ά κι' ά μ ά χ η μου (β)αστάς καί δ έ ν ήξέρω γ ΐ ά \ τ α .


Κ^;,^,,·'-

,

.

.

— 138 —

2 57. μπροστά μου πέρασες κι' εϊπα(ν) μου ποία ναι τούτη : αυτή Vat άποϋ μούφα(γ)ε νά λειάτακαί τά πλούτη. 2 58. Το(ν) νου μου καί τό(ν) λογισμό κοντεύγω νά τό^ν) χάσω μή(τ)ε μπορώ νά | | άρνηστώ μή(τ)ε νά σέ ξεχάσω. 2 59. Καλλίά *χα νά μή σ* ήξερα καί νά μή σέ γνωρίσω, γιατί πολύ σ' άγάπησα κι' (δ)έν ημπορώ νά ζήσω. 2 6ο. Όντας μοϋ κάνεις πείσματα χαίρομαι καί γλεντίζω ξέρω το 'γώ πώς μ' ά(γ)απάς καί (δ)έ(ν) βαρυκαρδίζω. 26ι. 'Ανάθεμα τή^ν) μάννα σου κι' έμοΰ την έ(δ)ϊκή μου ποΰ (δ)έ(ν) μάς στεφανώνουσι έσέ κι' έμέ πουλί μου. 262. Βασίλισσά σαι μάδία μου φορείς καί τή(ν) κορώνα κι* έχεις καί τό(ν) Παρά(δ)εισο στά χείλη καί στό στόμα. 263. Σάν άποθάνη ή μάννα μου άλλη μάννα (δ)έ(ν) κάννω κ' άν είναι γι' άγαπητικίές χίλιες τήν ώρα κάννω. 264. Γι* άγάπη (δ)έ(ν) ζαλίζομαι (γ)εμάτος είν' ό κόσμος σά(ν) ξεραθθή ό βασιλικός είν άθθισμένος δυόσμος. 265. Όποιος μ' άκούη καί τρα(γ)ουβώ λέ(γ)ει (δ)έν έχω πόνο τό ντέρτι πούχω στή(ν) καρδιά έγώ γο ξέρω μόνο. 266. Χάρε (δ)έ σέ φο(6)οΰμαι πείά σα(ν) μοϋ 'πήρες τό φώς μου κι' άν έχεις κι άλλα βάσανα είς τό κορμί μου βός μου. 267. (Β)άστα καλά νταγιάντιζε σο\5λε(γ)α κάθε μέρα καί σύ τά λόγία μοϋ 'παιρνές καί τάδινες τ ά(γ)έρα. 2 68. Ποιός ήπαθε τά πάθη μου, ποιος εΐ(δ)ε τούς κα(ϋ)μούς μου ^αί ποιός τούς άνεστέναξε τούς άναστεναγμούς μου. *69. Τό μπόϊ σου 'ναι λεμονιά καί τά μαλλιά σου οί κλώνοι χαρά στόν νηό ποΰ θ* άνε(β)η νά κό\|/η τό λεμόνι. 2 7ο "Q λεμονιά μου φουντωτή μηλιά μου μέ τούς κλώνους τίς ώρες μου νά κόβγη ό Θϊός νά σοϋ τούς δίνει χρόνους. 271. "Ηλιε μου τί (δ)ά σοΰ 'καμα καί πά(ς) νά βασιλέψης κι' άφίνεις με στά σκοτεινά καί πάς άλλοϋ νά φέξης. 2 72. Σάν έρτη ό Χάρος καί σέ βρη στείλε τον είς έμένα τού βία) τό κορμάκι μου καί S κακό σ* έσέ να. 2 73. "Ωχου καμαρωμένη μου, ώχου κρυά μου βρύση ποιός σούπε πώς (δ)έ(ν) σ' ά(γ)απώ όποΰ νά μή χρονίση· 2 74. *Α(ν) μ άρνηστ^ς θέλω νά (δ)ώ τό στΓ,θος μου κομμάδια γιατί μοϋ λες πώς μ ά(γ)απάς σά(ν) καί τά δοό σου μάδία 275. Άρνήστης μου πού ν' άρνηστζς τή πίστη τή ρωμέϊκία ποϋ ν* άποθάνης Τούρκικα καί νά θαφτές ' Εβραίϊκία„ 2 76. Παρη(γ)ορΐά μου τώχω 'γώ το συχνοπέρασμά σου τώρα μοϋ τώκοψες κι1 αύτό ποϋ νά καη καρδιά σου.


— 139 — 277. "Α(ν) θέλης πέρασε άπό γιά κι* δ(ν) θέλ^ς μ*ΐ(ν) πβράσ(|ς ή μάννα μου (δ^ν μ δκαμε 6βύ νά μέ χτικιάσης. 278. Τά παλαιή μου βάσανα περάσανε καί πάνε καί τά καινούργια γ£νασι φείδια γιά νά μέ φανε. '279. Είχα πληγές κΓέγιά\ασι, μά τώρ" άνοίξαν δλλβς άπό τΙς πρώτες πειό πολλές κι' άκόμα πειό με(γ)ίλβς. \j280. Οΰλα μου τό υστέρησες κα\ ιάκαμες δικάσου 11 J- ' fiia καρδιά μου "πόμείνε κι" εκείνη χάρισμά σου, 281. Σαν fjto ή άγάπη μας μόνο γιά ενα χρόνο (ή γιά ενα μήνα) , γιαΓι (δ)έ(*) μου ιά λε(γ)δς νά μήν δμπω σχδ(ν) πόνο (ή y (ατό κρϊμα 282f "Αχι ιό πορτοκάλι μου τό γλυκολέμονό μου οέ μακρυνά νερά 'πβσε καί (8)e(v) τό βρίσκω πειό μου. ι^ι .«ηίληΐ.τλ μά κηΐνίϊ 'tgv δικό μου. 283. "Ώχου γειτονοπούλα μου ώχοιι γεινόνισσά μου άμα πλυθ^ς καί στολιστής καίεις τη τή(ν) καρδία μου. 284.ΙΜεσά\υχτα γιά οέ ξυπνώ, μά τί ξυπνώ νά κάμω *»έσα σέ μαύρη συλλο(γ)?ι πέφτω τόν νου μου χάνω. 285. Σέ συλλο(γ)ή ευρίσκομαι οέ κύματα άγριεμένα καί (8)έν άλλάζουν οί καιροί, άλλοίμονο οέ μένα· 286. Μικρή σ' άρρο(β)ωνιάσασι, στρέψε τόν άρρο(β)ύνα κΓ δ(ν) σέ ρωιήξη ή μάννα σου πέ(ς) της μικρή μ άκόμα. 287. Ντέρτι (δ)έν είχα σϊή(ν) καρδιά τώοά 'καμα μαράζι £ού μου τό κατάσιεσες καί τώρα (δ)έ(ν) σέ νοιάζει. 288. Ό πόνος σου ναι πόνος μου τό ντέρτι σου δικό μου κΓ δπου πονεΐς καί 'γώ πονώ μήλο ζαρίφικό μου. 289. Νά πα(ς) νά πηςτής μάννας σου νά μή μου καταραται καί Θά τή(ν) κάμω πεθθερά κι ΰιτερα θά λυπαται, 290. Τά μάδια σου μέ μπιάσασι τά φρούδια σου μέ δέσο(ν) και τά καλά σου φυσικά είναι ποΰ μέ πλανέσα(ν). 291. Πολύ καιρό χω. νά οέ δώ χρόνια νά σ' Ανταμώσω φο(β)η5μαι μήν άγρίεψες καί πώς θά σέ μερώσω. 292. Τά μάδια σου μέ σφάζουσι μά γώ χά καμαρώνω τρελλαίνομαι γιά νά τά δώ κΓ δηας τά βλέπω λυώνω. 293. Βνέ σεβδαλή, βρέ μερακλή βρέ δ^ωϊοχςυ,τημένε, ποΰ πας νά οέ κρεμμάσουσι γ η δ^α φιλί καμένε ; Γνωμικά 294· ΤΙ ιόν έμέλει ιόν κανεΐ ιό κάθε κα\ κανένα σάν <5(γ)απά κανείς χομμχά εϊιε καμμιά κανένα ;


Κ^;,^,,·'- , . . — 140 — 295. Άπ' οΰχει τήν ύπομονή ιό πεθυμά θωρεΐτο κΓ άπου δέν £χει ύπομονή χάνει καί τό κρατεί το. 296. Ανάθεμα ποΰ βρβ καιρό κΓ άλλο καιρό λιμένει γιατί δ θεός τά πράγματα τά πάνω κάτω φέρνει. 297· "Εχει καί ζωντανούς καμούς κΓ είναι κΓ οί ποθσμένοι μά πειότεροι 'ναι οί ζωντανοί καί πειό κατακαμένοι. 298. Μήν άγαπήπυς κοπελλια δ(ν) δέ(ν) οέ άγαπήση ΗΓδ(ν) δένίδης τά μάδια της νά τρέχοΐ'(ν) σό(ν) τή βρόβη. 299. Έπη(γ)α γώ στης μά(γ)ΐισας κΓ είτε μου ή καμένη μέ τοΰ σεβδα τό κάρβουνο όποιος καεΐ δέ(ν) γιαίνει μ1 Ά(\) γιάνη και καμμιά βολίι σημάδι τ* άπομένει. * 300· Υπομονή, υπομονή, ώς πότβ θά υπομένω • γιά δήτε τήν υπομονή πώς μ' εχει κο(μ^ωμένο. 30.. Ό έρωτας είς τήν αρχή είναι οό(\>) παιχνιδάκι πρώτα σοΰ (δείχνει τό γλυκύ κΓ υστέρα τό φαρμάκι 802. Πάντα ή άγάπη ήπαλβδ, παληώνει μά 5!fv) λυώνει στά χίλια χρόνια μιά 6 αλά νά σμίξη, καινουργιώνε*. 303. Μές στη φουρτίνα ό φελλός ποτές του (δ)έν βουλιάζει μή(τ)ε κι' άγάπη μπισιική τή γνώμη της αλλάζει. 304. "Ωμμορφο είναι τώμορφο έννηι βολές καί δέκα μ1 άλήθεια τ ώμορφόχερο είν' ή σεμνή γυναίκα 305. Πουλί ό πούχει δυό φωλιές ή μιά νά τοΰ χαλάοβ και τά φτερά του νά κοπον(ν/ νά μ?| μπορ' (ν)\ πετάσβ. 306. Και στό χαρούμενο καιρό πολλοί φίλοι λογιοΰττε κΓ αμα (γ)υρίσχ] θλι(β)3ρός ούλοι ξελησμονιοίττε 307. Μή μπιστευθής σιό φίλο σου καί πής τό μυσιικό σου φίλος στί(ν) φίλο θά τό πχ) κΓ είναι κακό δικό σου. 808. Ό Μισεμός εχει καύμό τό *εχε γεια» χει ζάλη καί τό «καλώς ώρίσατε» εχει χαρά μεγάλη. 309. ΤΙ νά τή(ν) κάμωτή ζωή κι" α; είναι κι' άλλη τόση άφοΰ υπάρχει θάναιος καί τό κορμί θά· λυώσ|]. 310. Κλάψε καμένη μου καρδία χλάψ3 καί (δ)ε(ν) πειράζει πάθη ποΰ (δ)έ(ν) γιαϊρεύγουιιε ή πλάκα τά σκεπάζει. 311. Σό(ν) θά σαρανταρήσχις 3ΐειό καί μπ^ϊς μές τά σαράντα (δ)έ(ν) οέ μυτίζον(ν) κοπελλιές κΓ ό^φ^νουσε στή(ν,) βάντα. 312. Σκληρός είνεν ό θάνατος βαρύ ν είναι *τό χώμα μά δ ζωντανός ό χωρισμός είν πειό βαρύς άκόμα. 313. Πύργος bh(*J θεμελιώνεται χωρίς μαστόρου μάτι χωρίς άμάχη Β κακιά (bjkv τελειώνει άγάπη.


/314. Θάλασσα δίχως κύματα καράβια h\(y) διαβαΙνον(ν,Ι κι* άγάπη δίχως πείσματα εΤ(δ)α 'γώ ποτέ μου. 315. Σάν είν" ό άντρας 'πδ γέννιά κι' είναι καί παλλικάρι τή φο(β)αιαι τή μπαλιά δπου κι' fifv) τόν δπάρη. 316. Τά μανρα μόδια τήν αυγή δέ(ν) πρέπει νά κοιμοΰττε μόνον νά παίζουν νά γελούν καί νά γλυκοφιλιοΰττε. 317. 2 c ( 0 κδμο\(*) ή έλχ)ές κρασί καί τά σταφύλια λ(5(δ)ΐ τότες θέ νά χορέψουσι- κι' ή κοπελλιές σιόν "Α(δ)η. 318. "Ασχημη τήν έθέλω 'γώ τήν άγαπητικιά μου νά μή τήν ά(γ)απα κανείς ταναί μοναχικιά μου. 3 1 9 . "Εχει αγάπες δυων ά σ π ρ ώ ( ν ) κι' εχει και χίλιες στ'δσπρο μ'δχει κι'άγάπες 'μπιστικές πϋΰ πολεμονί*) σέ (ν) κάστρο. 320. (Γ)υνοΐκας μή μπιστεύγεσαι κι' δς είναι κι' αγιασμένη Μ" άς εΚΟ κι" άπου τόν ουρανό κάΓω κατί(β)ασμένη. Σκωπτικά 321. Μή μέ θωρείς κοντό-κοντό καί χαμηλοζωσμένο άπό χή/ν^ γή (b)i(y) jφαίνομαι μά τις καρδιές μαραίνω. 322. Άπ' οΰλα τά πετούμενα ό ψύλλος εχει χάρι γιατ) στους κόρφους τν(\) κοραγν) πάει και βορταζάρει. 323. 'Αγαπημένη τών πολλών κύτταξε ναβρ|]ς ταίρι γιατί χειμώνας περνά χωρίς τό καλοκαίρι. 324. Χαρώ τες τις αγάπες μου σά μιΊν τουζίναν εχω καί πόιε βοσκός νά πά^ω^ νά τίς έβλέπω. 325 Οΰλοι ξανοίοι·(ν^ τή Μακρά δν ερκουττε καράβια καί γώ ξανοίω τό Σκύλλα αν έρκουττε μουλάρια. 326. Είπα σου μήν τόν ά(γ)χπας τόν παντρεμένον δντρα καί ιή γυναίκα του σ(γ)τπα καί θά σοΰ μείνη ή λαύρα. 327. (Δ)έν είμπορώ πειά νά χολιώ καί νά βαρυκαρδίζω κι' όπως τόν εΰ^ω τόν καιρό εσσι θά ιόν γλεντίζω. 328 Ήκ?αια μά (δ)έ(ν) κλαίω πειΛ κι' άλλη καρδιά θά κάμω μή τύχη κι' άπό τούς καμούς ρωστήσω καί πεθάνω. 329. Κι' δν έξαναπαντρεύγουτιο οί κακοπαντρεμένοι νά ξαναπαντρευτώ καί 'γώ ποΰχω καρδιά καμένη. 330. Νά πίνω θέλω νά μεθιώ κι' δς μέ καιηγορουσι κι' δς μή μέ θόλον(') γιΛ γαμπρό, χρωιιω (*V&(v) μου χρωστοδσι 331. Κά\ω (b)t(v) κάνω, λί(γ)ον(\)μου δς κάνω δς μοϋ Xifylovfv) καί έγώ καμα πολλές καρδιές κι' άχόμα ώς τώρα κλαίοι(\). 332. Κάνω (δ)ϊ(ν) κάνω l{(y)ov(v) μου πώς 2χω χσ{μ)ωμ6νοτ ός κάνω (δ)ά9 λοιπύ(ν), καί έγώ κι' δς cT(V) συμπαθισμένα.


Κ^;,^,,·'-,..—142 — 383. "Ac ήτο νδρτη ή φτώσι σου νό (y)lvοϋσου τουλουμι ίσως καί νά φτηνένασι ή ρόκα καί τό ρούμι. 334. Σάν άποθάνω καί χρωστώ α; είναι χαρισμένα γιατί κι' έμοΰ χρωστούσα (ν) μου, χανδλι μου κι' έμένα. 335. Έού ωσάν έπή(γ^αινες έγώ μουνα στή πόρτα κι δ δάσκαλος ποϋ σ* ήμαθε ήμαθε έμένα πρώτα. 336. Ό Δαίμονας χΐ ο πειρασμός Ι/γ^νησαν συντέχνοι # ήμοι(ν) καί γώ σσιράκι τοτ(ν) κι' έμάθαίΝα τήν τέχνη. 337. Διάβολο ιαχο ό έρωτας κι Ά-του τί(ν) κάννει φίλο κι' άπου τόν έμπιστεύγεται τόν άτιμο τό(ν) σκΰλο. | 338/* Απόψε σ' ονειρεύτηκα κι' αγκάλιασα το (ν) κάιινί \κι" άπό τόν σφιχταγκαλιασμό δ κάτιης έλωλάθη. ΙΤ^νΔιάφορα 339. Ό φεγγαράκι μου λαμπρό ποΰ πά(γ)ης μέσ' τά \εφη Ι ά μ ε νά τι\\ς τής Μοίρας μου νά μή μέ κατατρέχει* 340. Ή Κάσος μέ τή Κρήτη μας είν' άνακατωμέ\η και βουλίσχ) ή Κάσος μας ή Κρήτη απομένει ! 341 "Εχει δ Θεός δπου μπορεί γιαι' άλλοι δέ(ν) μπορουσι fl πίκρες καί τά βάσανα χαρές νά μου (γ)βνοΰσι. 342. Τά \ηάτα μου βαρέθηκα θέλω νά τά πουλήσω μ* flfvj τύχη κι" εΰρω μερακλή Θά τοΰ τά χαναλίσω. 343. Γιατί κακόμοιρε ντουνιά οέ μένα να παινιίσαι έγώ 'μουν που ο' έγλέντιζα καί τώρα μ' Απαρνιέσαι. _^J344. Πώς χαίρομαι σά τραουβώ Κασιώτικα τραούδια Μου φαίνεται πώς συργιανώ μπσξέδες μέ ?ουλούδια. 345. Νδμουν είς V "Αργός βασιλέας στέ(ν) Τρούσσουλα βεζύρης καί στόν παντέρημο Σκυλλά, καθάριος νοικοκύρης. ^ 346.· Κάλλια γω στή(ν) Κάσο μας νά τρώ(γω) ψωμί κι' άλάίΐ παρά νά ζιώ στήν ξενηδειά σέ βασιληα παλάτι. «*>* 347. Τής άπολίμνης τά βουνά καί τοΰ Σκύλλα τά μέρη τδχασα nc\ (δ)έ(ν) τά θωρώ χειμώνα καλοκαίρι· 348. Σταλο(γ)ματιά στάλο (γ) ματιά τό μάρμαρο τρυπιεςαι κι' άγάπη που δ£Μ πέρνεται (6Jkv πρέπει V άγαπιέιαι 4 349. Η Αγάπη ρου πέρνεται (δ^έν πρέπει ν' Αγαπιέται γιατί δ νέος φθείρεται κι' ή νέα καταλύεται. 350. Π&ςθά ^θάνω ξέρω το γιατ1 ή καρδιά μου έρρά(γ)Π , φωδίά'πεσε στήν νειοτη μου κι'Αναλαμπή κι' έ κ ά η . φ ^ ^ Α ^ 35) , Χωρίς Αγέρα τά πουλιά χωρίς νερά τά ψάρια χωρΐ£ Αγάπη δέν περνούν νέες και παλληκάρία. 3&2. Εαινούργια άγάπη ήκαμα καί στά σκαριά τήν 2χω κι} Αμέτβ ίΐήτε τής παληδς Ανάγκη δέν τήν εχω.

τ*


— 143 — Γιά τά νέα καράβια . Καί ιό καρ(5(6)ΐ ιοΟχο (5)i νά ζήσ^ νά (γ)εράσυ καί ^μφ® Λπό τή(ν) π λ ώ ? η ίου δ\λο νά μ?| περάσο. II. Δίστιχα αδομενα μέ ώρισμένα μουσικά μέλη 1. Αβ τό σκοπό ζ τον Βλάγον» 1. Σάν

άποκάμει τό κρασί του (Γ)έρω Μαλλιαράκη άγγειά χ ι ' άγγειά καί πάλ' άγγειά τοδ (γ)ερω Μαλλιαράκη

2. Πέρνω χ ί έγώ την καθετή και πάω μές στ άγγειά χ ί άγγειά χαι κάλ' άγγειά του Μαλλιαράκη τά χρασιά.

Αυλάκι

3. Κ ί 3ν ευρης χ ί είς την πλώρη σου τδν Βλάχο τ ί ( ν ) Μιχάλη Οέ να (β)αστα στά χέρια του άχταποδ;οΰ ποχάλι 4. Έ π ή ( γ ) ε κί έξαπλώΟηκε μέσα στου «Διαπουλέλη» κ ί ή(δ)ωκε κ* έκοιμήΟηκε πάνω σ' ίνα βαρέλι. 5. Πας κί ετυχε στά χέρια του άχταποδιοΰ κομμάτι καί ρούφηξε 6 άχρόνιστος μιά βαρέλια γεμάτη;

2. Με τον «Διαγγούαικο» 6. Μέ του Διαγγούση το(ν) σκοπο Οά πώ 'να τραγουδάκι ν' άνοίξω τήν καρδούλα σας, σάν τό τριανταφυλλάχι.

3. Με «τοϋ Κέλη* 7. 'Απόψε τώοα τονειρο άψυ σο (ν) τδ φαρμάκι τό πώς Οά μέ σκοτώσουσι εμένα τό Κελάχι. 4.

Mk

τον

«Λβό

τοΰ

Νικολή*

8. Έ γ ώ 'μαι. ό Αηός του Νικολή που λέ(γ)ω μαντινά(δ)ες πουζο(γ)ελώ τις κοπελλιές καί παίρνω τους *αρτ(δ)ες. 9. Έ γ ώ 'μαι ό Ληός τοΰ Νικολή τό πρώτο ζιίπέχι π* ά(ν) δέν υπά(γ)ω otc(v) χορό δέ(ν) κάνει ό κόσμος ζέφχι» (ΕΙς μη

Kaalav)

ν

10. Ωχου ψιλομελαχροινή ή άκρι{|3)ή σου νειότη κ ί άς ήτον άπό τό(ν) θεό χαι νάπαιρνε; Κασιώτη. 11. Μ(ά) άν οί Κασιώτες είν* χαλοί (δ)έν χάνουσι νισάφιο oi σχΰλλοι (δ)ιν τά προσχυνοΰ(ν) τάμπέλια χαι χωράφια. 5 . Με

τύν

*(Β)θ0Ηίηκο»

12. Νάτον | Τροΰλλες βότυρος χαί τ Ά ρ γ ο ; μαχαρούνια και τοΰ Καλλάρη τά γχρεμμά μυζήθρες χαί μανούλια. 13. Καλήν ή δρΰλλα τοΰ (β)οοχου χαλό 'ν χαι τό τυρί του χαλή του χ ί ή τυράννησι που πήρε τό χορμί του.


Σ Υ Μ Π Λ Η Ρ Ώ Μ Α Τ Α 'Λναγκαζόμε&α σβν I* Τ9ΰ Έν

»'ά προσ&εσωμεν

ενταϋ&α οσα η εξ αβλεψίας

ή άργα

ληφ&έντα

παρελείφ&η~

χειμ&όν; οεΧίδι 11 §

*

*

4 προαύεσατε

13 § 13

it υποσημειώσει:

1

I

Πρβλ.

»

Λαογραφίας

Πρβλ.

Α'. σελ.

Λαογραφίας

Α'.

και Η\

Έν ac/.iSt 21 §

3 ποοσ&έσατε:

"ΛΙλη

παραλλαγή

(ανακοίνωσις

*Αη-Γιώργη Κ α β α λ λ ά ρ η — χ α ι με το χ ρ υ σ ό

509

> 96, 527

κ. Ζ.

66,

185^

και 529.

\

Χαλκιάδη)

μουλάρι

ε^γαλε το πετραδάχι—λΰσε χαι τδ πασσουλάχι. *

»

22 §

4 προσ&έσατε

εν υποσημειώσει:

Πρβλ.

»

*

22 §

5 >

*

Πρβλ. Λαογραφίας

*

* 23 -§ 8

»

>

Λαογραφίας

> μετά τον στίχον <διά(γ)υρε »·ά

Προορίσατε τα εξής ώς σννέχειαν ; (άνακοίνωσις κ.

Ε'. 615 θ \ Η\

243

558

διατρέψης* Ζ.

Χαλκιά5ου).

Κάτω στο γιαλό στον αμμο—Φωχιανοί χάνου(ν) ζευγάρι Τώνα χέρι χάνει στάρι—χαι τά πόδια τους ζευγάρι, ουτε άμμος νά φυτρώση—ουτε φύχιο νά ριζώση Πάρε τ ή ( ν ) π υ ρ ά σου ° Ή λ ι ε — ' π ο υ τον οίνδρωπον α ύ τ ο ( ν ) χ α ί στους φ ω χ ι α χ ο υ ς τ ή ρ ί ξ ε — γ ι ά νά πέσουν στο γ ι α λ ό .

Μέ το(ν) λόγο τού Χρίστου—χαί τής Μάννας του τδ(ν) λόγο ήρτα φ ώ χ ι ο νά σου ' π ώ — τ ο χ α λ ό σου τ ί y

Α με φ ώ χ ι ο στά ( Β ) ο υ ν ά — χ ι '

ή φ ω δ ί ά σέ

(δ)άν

είναι.

χυνη(γ)α

χι α(ν) σέ φτάσΐβ στή γυρογυαλ^ά—ί)ά σοΰ (β)άλΐ[) εύτυς φωδίά. ν

Α μ ε φ ώ χ ι ο εις τά β ά δ η τ ή ς δ α λ ά σ σ ο υ — έ χ ε ι πουνεν ή φ ω λ η ά σου νά χ υ τ τ ά ξ η ς τ ά π α ι δ ι ά σ ο υ — δ π ο υ χ α μ π ά ν α ( δ ) έ ( ν ) χ τ υ π ά χαί παπας δέ(ν) λ ε ι τ ρ ι α — χ α ί χ λ η μ α τ α ρ ι ά (δ)έν άνεμα. Έν

υποσημειώσει

Τ ο γ ή τ ε μ α τούτο λ έ γ ε τ α ι άφοΰ μένου ο υ τ » ώ ς

έχ τ η ς

έχ

τοΰ

τδ

δέ:

πρόσωπον του πάσχοντος « Φ ώ χ ι ο »

έρυσιπέλατος

π ρ ο ι ώ π ο υ ητις υπενθυμίζει τήν φώχην τής

προχληδείσης

δ ι ά τ η ς ά λ λ η ς τον π ά σ χ ο ν τ α

δι

τοΰ

δι τ έ ρ υ θ ρ ο ΰ

υφά-

θυμιαττ,ριον ραντίζει

ύδατος. Π ρ β λ . λαογραφίας Δ'.

Έν α*λίδι 23 § 9 με τα τον στίχον *.χάιώ(ν) λογιω(ν) τρυοτονίια> ποοσ&εσατ*

παραμορφώσεως

θαλάσσης) χαλυφδει

σματος χαί ένώ | ή ή λέγουσα χρατοΰσα διά τής μιας χειρός

507.

και ποο τοϋ

τα εξής :

Σά(ν) θα προ(β)άλης Κυρ' Α υ γ ή — μ έ ουλη τή(ν) δροσιά σου ιτέρν

Ι

ά π δ τήν ά χ ρ ο γ ι α λ ι ά — χ α ί

( β ) ά λ ε οτή(ν) ποδιά

δροσιά χαί άγγιχτο νερό—νά λ%ύσ·βς τδ παι(δ)ΐ μοΟ γιά τή(ν) *λα·ύρα κοίίτυχε - γ ι ά τ ύ χ η ν

έ(δ)ϊχή

(χαλου-

μου.

σου

τελευταίου


— 145 — Έν

σε/Jδι 26 προσθέσατε

χαι

το

εξής:

§14. Γιά νά μάβη ή κόρη ποιόν θά πάρη Σημ.

Ποϊν χαταχλιθβ

Στον

η κόρη ζώνεται

με κόκκινη

λωιίδα

χαί λίγε ι τ ρις :

κυργουν (1) —ή Μπίρες τών μοιραίων.

Κ ί ή έ(δ)ϊχή μου Μοίρα—χί αν είναι κα(0)ιστή ας σηχωΟή »ν

τ

5 _ι /n\ ν ν

ι

ι ι

*

t

— J. ι

'

χι αν είναι ορτη (2J ας ερτβ—να με ονειρεψτ; τ'-ν νεο που da πάρω. Έν οελίδι 40 § 1 προσθέτατε >

42 § 4 42§5

*

εν υποσημειώσει:

Λαογο. Η'. 503 ενθα και αιλαι παρπΐ W ν.

>

>

>

>

Α\

64 xai Θ. 200 >

>

»

>

>

Δ'.

143

Η'.

150

»

43

> εν τ ί] (1) υποσημειώσει:

»

43 § 7

» μετά

»

τον τελευταίο ν στίχοι

τον

ποιήματος

»

:

Κ ί α(ν) τ£(ν) βαστώ κ ί επάνω μου στή (ν) γλώσσα μου ά(π)ο χάτω κ ί ή γλώσσα μου καμμιά βολά >

44 Προσθέσατε

>

46

> »

εν τ/; (Γ) υποσημειώσει

ξεχνά

καί *μολο(γ)ά το.

Λαογραφία;

*

> >

>

>

>

>>

>

·

51 § 21 » /i^ra τον τελενταΐον

J ' . 9 7 Η ' . 504 ενθα &.

529, 530 καϊ

Ά(δ)η

Σΰρε π ο υ λ ί μου μιά φωνή νά pt|ig 6 Οίος

σημά(δ)Ε

καί σάν θά (δ)ής το μνήμα μου νά β γ ά λ -

χορταράκια

άσπρα σου

χαράκια.

(άναχοίνωσις προσθέτετε

Έν σελίδι 54 Προσθέσατε εν * *

: Πρβλ.

Λαογο.

χ. Ζ.

55 57

»

57 § 11 μετά τό στίχο ν : «ενα μασονράχιν

» * (2)

114, 606, 69 >',

1J?, /Γ.

»

» »

w

&. 156 J\ 107

οργο*

προαβέτττι:

το στο λ υ χ ν ά ρ ι — κ ί ή π λ υ ν α το στό φεγγάρι

άπ* αυτί ώς αυτί τής

κ ά τ τ α ς - έκανα τ

ή λείπε καί δ βροχδς—ά(π)ό πίσω κ ί ή λείπε κι' ή σέλλα ο υ λ η - κ α ί τά

ϊ ή ( ν ) Δευτέρα χάνει Τ* (ν) ' Γ π ά ρ τ η

σχολή—χαί

άντρός μου

βράκα

ό(π)4'μπρος δοό χαλαμοβράχια.

Έτερα παραλλαγή τοΰ ποιήματος τούτοι> χατ* ά'ακοΰωιιν

*. Ζ. Xalxmiqίχη

ώς

:

τ>,(ν) Τ ρ ί τ η παρασχόλη

γιά τόν άντρα—χαί τή(ν)

Π ί φ τ η γ ι ά τα μάδια

Τή(ν) Παρασχευή ζυμώνει—χαί Σα(ββ)άτο ςεφουρνίζει χαί τή(ν) Κυριακήν έρωτα - « Έ χ ε τ ε γυναίκες ρόχα

(1) χυριαοχοΟν ( / ) όιθή.

Χαλκήδη)

υποσημειώσει : Λαογρ. Λ\ 136 ε ν θα παραλλιψαι

» *

Κπλε(κ)α

* »

&.161

οτίχον τά εξής :

ελα ζενέσπασε μου τα μέ τ

ν

167

Σάν &α μέ κατεβάσουσι τρία σκαλιά στον

ΕΙς δε την ύποσημείωσιν

παρ.

.


- 146 σε/Jh 63 μετα την § 23 προιδέτετε

και τά εξ ή;

W&

ποιήματα

:

§ 24. Ό μέρμηγκας μου πάντηξε 0 Μέρμηγκας μοΰ πάντηςε χι' ήτο σ φ ι χ τ ο ζ ω σ μ έ ν ο ς χαι κουδούνια φορτωμένος. — « Π ο ΰ πάς άφέντη Μέρμηγχα κι είοαι σ φ ι χ τ ο ζ ω σ μ έ ν ο ς χαΓ κούφο ύν?α φορτωμένος ;» — Ά μ π έ λ ι ν ε χ ω σ-ή Β λ υ χ ά καί πά(ω) νά τ δ τ ρ ι ( γ ) υ σ ω ποΰ κάρπισε τδ έρημο κι' ήκαμε πέντε ρό(γ)ες 1 Ιπήρ' I πεντικδς τή μιά—κι' δ κί σσυφδς τήν α λ λ η σσιλοπατώ κι' έγώ τές τρεΤς Μ (δ)έν ε ί χ α ποΰ νά ( β ) ά λ ω Κάνω κονί(δ)α ( 2 ) γιά ασκί—τή ψείρα γιά π ι δ ά ρ ι τον τον παληοψυλλο, μουλάρι κι* έ κ ο υ ( β ) ά λ ε ι .

(1)

§ 25. Σά(ν) Θέλεις ν* άγαπιούμαατε Σα(ν) θέλεις ν' άγαπιούμαστε κρουφά ' π δ τους γειτόνους ( β ) ά λ ε μηλιά στή(ν) πόρτα σου νά χ ώ ν ο μ α ι στους κ λ ώ ν ο υ ς Σά(ν) δες έσυ, θ έ λ ω κι* έγώ, δέλουσι κι οί ( γ ; ε ι τ ό ν ο ι μά ή μάννα σου κι ό αφέντης σου ( δ ) έ ( ν ) δέλουν οί δαιμόνοι Λωλόχορτυ τους βίομε αν ειν' καί μας μ π ο ( δ ) ί ζ ο υ ( ν ) Τέδοιοι γονέοι πρέπει | | | | λωλλους νά τους τ α ΐ ζ ο υ ( ν ) Κ ί α(ν) δε μας έταιρίζουσι σμίγομαι μοναχοί μας κι άλλοι πολλοί τδ κάμασι δέν είναι έντροπή μας Τυφλά στο(ν) περιοριστή ποΰ μας περιορίζει oi(v) θέλεις σι) δέλω κι* έγώ κανείς (δ)έν μας ορίζει. {άνακοίνωσις Έν aeM5i S4 προσδέσατε

έν υποσημειώσει.

Πρβλ.

Λαογραφίας

κ. Ζ. Λ\

Χαλκιάδη) 613

ενδα

Χαγαί χαι ΜηχαηΜδον σελ. 21. Έν σελίδι 92 μιχά

το 53ον δίστιχο)' προσδέσατε

:

54. Κάμε μετάνοια φίλησε τη; μάννας σου τό χέρι γιατί Οά πά: στήν εκκλησιά να κάμης αίλο ταίρι. Έν σελίδι 95 μετά το 54ον δίστιχον

προσδέσατε

:

55. Ποιός κρίνος ωραιότατος σοΰδωκε τήν άσπράδα καί μία μηλιά χρουσομηλιά τή ροδοκοκκινάδα. 56. Ποιός κι' άλλος ήτον ικανός διπλώματα νά βγάλτ| μόνον Ι εΰγελεία σου δπου τον εις τό νάμι 57. Τό μπόι σου μετρούσα σι μέ μιά μηλιά στή Μπόλη διιου τήν εχει δ Βτσιληας μονάχη στό περβόλι. Έν σελίδι

97 μετά το 21ον δίστιχον προσδέσατε

:

22. Χίλια καλεί ωρίσαμε στοδ φίλου μας τό σπίτι όπουχει τόν Αυγερινό καί τόν 'Αποσπερίτη, 23. 'Αφου (δ)έ(ν) βλέπω τόν μπαξέ μέ τά νερά τά κρυα πως δύνομαι νά τραγουδώ νά κάνω κι' άλλεγρία. Έν

σελίδι 102 μετά τό 41ον δίστιχον

προσδέσατε

:

42. Τήν άγαπώ παντρεύγουσι κι' εμέ παρηγορουσι δση παρηγοριά θωρώ τόσο καλό νά (δ)ουσι. 43. "Εχει το 'μου ή μοίρα μου κι' δπου 'γαπήσω χάνω μά 'χει το καί τό ριζικό, μχά χάνω δέκα κάνω. ( / ) ?ο κρασί δηλαδη,

(2) ώς Β

τό αρχ.

κονις,

τό ώόν τής

φδειρός.

καϊ

παραλ-


Λ ΕΞΙ Λ Ο Γ Ι Ο Ν τών έν τώ κειμένω δυσνόητων λέξεων. Συγκεκομέναι λέξεις ρήμα

πληΰ·. =

ν. ο — ναυτικός δοος

εν» = ενικός

μτβ. =

μεταβατικον

συγκ. /=

άμτβ. =

άμετάβατον

χ. ξ§ κοινώς αρχ. = μτφ.

αρχαΐον

==• μεταφορικώς

μτχ.

πληθυντικός

ρ =

ο, ι. = 5 Ids

συγκοπή

νποκ. =

νποκοριστικον

αύτοπ. =

αυτοπαϋες

άντων. Β

αντωνυμία

επιρρ, =

επίρρημα

Α Ά β ρ α χ ν α ί , ό, ό έφιάλτης (κ· βραχνάς). ' « Α γ ι α Μ α ρ ί ν α , ή, ή καί " Α — Μ α ρ ί ν α ή παλαιά πρωτεύουσα τής Κάσου και vfe? κωμόπολις αυτής έχουσα καί όμώνυμον να όν.

'Αγιάζι

τό, έκ τοϋ τουρκ. άγιά£ δρόμος τής νυκτός. Άγριλος ό, ή άγρία έλαια, κότινοσ.¥ Ά γ ρ ο ι κ ώ , γρικώ και γρικούμ α ι άόρ· έ γ ρ ί κ η σ α ρ. μτβ. άκούω, καταλαμβάνω, αισθάνομαι. Έ κ τοϋ άγροικος (Κοραής) 1 έκ τοϋ άγροι· κός (Χατΐ,ηδάκις). Ά γ ρ ο ϊ λ ά κ ι τό, ύποκ. του άγ ρ ο α λ ί ν α άράχνη· Κατά τινα έκδοχήν ώνομάσθη ούτω διότι ό ίστός της όμοιάζει μέ άγροϊλιάν (είδος περιπλοκάδος.) 'Ακριβώς ειπείν «άΥροαλίνα» είνε | αράχνη τών άγ·ρών διότι Ι των οικιών λέγειαι «άλεφαντοϋ» (ύφάντρια) ώς ύφαίνυυσα μέγ α ν καί τεχνιχώτατον ίστόν (Ζ. Χαλ» κιάδης). Ά γ ο ι ο μ η ν υ μ α τό, έκ τοϋ άγριος καί | κακή άγγελία. ,

Α ( δ ) ε ρ φ ο ^ ι τ ό ς ό, κατά συγ·κ· έκ τοϋ άδελφοποιϊ>ος· ΚΓΐ»ιολεκτικώς

σημαίνει τόν διά μαγικής τιν^ς πράξεως καθιστάμενων άδελφόν τινός· (adoptio in fratrem). Γενικώς δέ τόν ώς άδελφόν ύπό τίνος θεωρούμενον, Ισάδελφον· Ά 8 ι ( β ) ο λ ή ή, Ιδέ ά ν α θ ι β ά λ ω Ά κ ά ν ο 5 ό, πληθ. οί ά κ ά ν ο 1 είδος χόρτου τό άρχ. άκανος δπεΡ πάλιν παράγεrai έκ τοϋ άκή έκ το υ οχήματος τών αιχμηρών φύλλων του· Ά κ ν ά τ ο ς μοσκος ό, έκ τοϋ άκρατος άμιγής καθαρός ου άκρατος (π.χ «άκρατοι φίλοι»=στενοι φίλοι) και κατά παραφθορά ν άκν ά» τος. Ό κ. Χαλκιάδης παραδέχεται on παράγεται έκ τοΰ «άκνά» (τό άρχ. «Χηνέα» ή Κάνθη, κύπρος | £άνθιον) και έχων δέ τήν έννοιαν τοϋ «σπάνιος» καθότι έσπάνιζ,ε τότε ό «άκνάς» όστις καί μόνον εις τά Σουλτανικά χαρέμια ήτο προσιΓός.

Άκρι

τό, συνοικιομός τής κωμοπόλεως Ά ^ ί α ς Μαρίνης. 'Αλάργα καί άλάργου έπιρρ. ιιακράν έκ τοϋ ίταλ· a I largo καί alia larga ου καί τά II ά λ α ρ γ έ ρ ω και ά λ α ρ γ ά ρ ω άποαακρύνω καί άπομακρύνομαι. Άλασσάτη ή, έκ τοϋ άλας ή άλατισμένη, | νόστιμη.


Ά λ υ γ # ρ ι ά I Ι; λυγαριά

yoc, ό Λγνος,

| λύ·

"Αλυγη ή, άλόγιστος, Άλχζέρχ τό, Άλγέρων, άλι£ερ(νΐΜ# τό άλγερινύν "Αλικη ή, ίρηθρά, ή κόκκινη. Ά λ ι μ έ ν ω Ιδέ 'λιμένω (κατά τύ αλησμονώ).

Ά λ ι τ ά ν α Ε |έκ τον 1ταλ« altana) κητ^ριον έντος α γ) ής είς $ ύπάρ· χοοαι μοτεομινα άνθη, Ά λ λ α ξ ο π ^ ρ π α τ ώ (άλλάΐ,ωΐπεριπατώ) άλλ«ϊζα> διεύδυνσιν· "Αμε καί άρετε (πληβ.) συγκεκ· τόπος too Λγωμε(ν) μέ σημαβ(αν προστακτικής πήγαινε, πηγαίνετε. Ά μ ι ρ ά λ η ί ύ, έκ τοΰ Ιταλ. amirag I Ιο ναύαρχος» Ά μ μ έ έναντ. συνδ.-~άλλά. Έκ τοΰ Αν μή (Κοραής.) Άμμουδιάρπ(δ)6$ οί, Μικρά πεδιάς β Κάσου, Εκτός ένύς έλαιο* φύτοο πά«α ή άλλη aorof> έκπισις σπεφεται, Τό χώμα δέ είναι άμμώδες, | | ού και το όνομα· Ά μ ό ν ω και ' μ έ ν ω άόρ» § § ω σ α {)' αύτοπ. ορκίζομαι έκ τοό όμνυμι

teal όμνύω, Ά μούργος ο, ό άμολγεύς τών Αρχαίων, κ. καρδάρα τύ δοχεΐον έν φ Αμέλγεται τό γάλα. Ά μ π ε ρ γ ι ά ή, κ. γα&(α, έκ τού κασοια, δένδρον τοΰ αΰΤνΐβ γένοος μέ τήν άκακίαν. Άμπράχβμο; \ πληθ. Α μ π ρ α κ ά μ ο ι είδος κοσμήματος, ΆναΘιβάλί* διηγούμαι, αναφέρω έκ too αναβάλλω και Αύιβάνω(Χατΐ.) 1 I ; ου ή άβΐ(β)ολή λόγος, ομιλία ι'κ τοΰ Αντι6ολή (Κοραής) ή έκ τοΰ άμφιβολή (ΧατΙ^ηδ) Άν*Χ0*λο το, Απυδμενον φρέαρ παρά το χωρίον Εμπορειός ρίπτοντες τι έν αύτφ ΰλέπομεν αυτό έ^ερχο-

μενον είς τήν παραλίαν. Φαίνεται βτι οί Αρχαιότεροι κάτοικοι έν τη προσπαθείς των νά εβρωσιν πόσιμον ύδωρ ήνοι^αν αύτό αλλ' έαταμάτησαν συ> αντήσαντες τήν θάλασσαν· ' Α ν ά ν τ ι ο ν τό, έκ τοϋ ένάντιον, τύ Αντίθετο ν. ' Α ν α τ ρ ι χ Λ καί α ν ά τ ρ ε χ α έπιρρ· κατ1 Αντίθετον διεύθυνσιν τών τριχών καί γε νικώς™Αντιθ έπος, Αναδρομικώς. Άνεκαττνά ή, καπνοδόχος. ' Ά ν ε κ ο υ μ τ τ ο ν ο μ α ι ρ. με<5· κ· Ανα σκουμπόνομαι, το Αρχ. Ανακομβόομαι (Όδυσ, Ξ· § 7 2 ) μεταφ- καί συνεκδοχ. έτοιμά*ομα\ νά κάμω τι, Ά ν ε κ ο υ ν τ ο υ ρ ί ζ ο μ α ι κατά λέ£ιν σηκώνω τά φορέματα διά νά δυνηθώ νά κάμω τί ευκολώτερον καί μεταφ έτοιμά^ομαι νά κάμω κάπ έκ too ανά -j"·ινοντύ-|-*(γ)ΐ)ρί£α>· Ά ν ε μ ι κ έ ν ο τό, ή λέ£ις άγνωστος ίσως πρόκειται περί τής λέξεως «άνενουγκένο* ήτοι γεμάτο μέ άν©· νοόγκους, είδος χόρτου, τό,

'Ανεμοπύρωμα

έρυσίπελας

είδος νόσου»

Ά ν ε ν τ ρ α ν ί ζ ω ύ\|/·ώ τήν λήν 1 τύ βλέμμα, έκ του

κεφατρανός

κατά Κ ο ρ α ή ν. Άνεξεπλάϊ

τύ, ε ί δ ο ς περιπλοκΑ-

δος ( Σ μ ϊ λ α £ ή Α κ α ν θ ώ δ η ς ) .

Άνεράδες ρήϊδες.

||

Ά ν ε σ π ώ καί

φ νεράϊδες, νεαπώ

σπα(σ1α ώ ς τό Αρχ. ζώνω

νη-

Αόρ.

άνέ-

ανασπώ,

εκρι-

'νεσώρνω

άόρ.

φυτόν.

Άνεούρν&> έ ν έ σ υ ρ α

καί ώςτο

άρχ,

άνασυρω,

a opto η ρ ύ ς τ ά άνα>, \\νε(γ)υρεύγω

ρ, ( ά ν ά - γ υ ρ ε ύ ω )

ά ν α ^ η τ ώ , ^ η τ ώ δ ι ' έρα^τήσεων.


Ά ν ε γ υ ρ ( £ ω ρ. (ανά - γυρίζω) ποφεύ γω, άποστρ£φομ m Ά ν ε φ α ί ν ω καί ' ν ε φ α ί ν ω άόρ. έ ν έ φ α ν α ι-κ του άρχ άναφαίνομαι έμφανίΐ,ομαι. ' Α ν ι σ τ ο ρ ο ύ μ α ι έκ τοϋ άρχ. άνι· στορέω-ώ, έρα^τών, έίζετάΐ,ω, έπομενως έ^ετάΐ,ω, ι-ρωτώ έμαυτόν, άναμιμνήσκομαι, άναπολώ, ένθυμοϋμαι. Ά ν ο ι χ τ ο κ ο υ τ α λ ά τ ο 5 ό, (άνοιΚΓ0ς-|-κι:υτάλα, τύ κουτάλα συνεκδοχ· σημαίνει ώμοπλάί η)=εύρύνωτος. ' Α ν ο μ β ρ ί α ή, ώς τό αρχ. άνομβρία, έλλει\]/ις όμβρου, κ. άναβμοχίά. " Α ν ο μ η J άρσ. ανομ©5 ό μή φυλάττων τούς νόμους, άπατος, Ά ν τ ό ν ν α ή, ν. & § κεραία τών πλοίων:=έπιμήκη £ύλα άναρτώμενα εις διάφορα ύψη έπΐ τών Ιστών τών πλοίων. Ά ν τ ι π έ ρ α τ ο ξ ό, δνομα μιας τών άκτών τ ή ς Κάσου. Ά ξ έ γ ν ο ι α Οηλ. τοϋ ά^έγνοιος κ. άξέννοιαστος, άμέριμνος. Α ο ρ η τό, όρος, τό προσθετικόν ά προσεκολλήθη έκ τοϋ άρθρου τά. Έ κ τοϋ τ ά ο ρ η έγινε τ' άόριι δπως έκ τοϋ τά χείλη τ' άχειλι κλπ. "Aoupog ό, κ. άγουρος (επί καρπών) καί μεταφ. ό μή ώριμος άνήρ έφηδος πρβλ. τό κ, άγόρι καί τό άρχ. «άγορος», όπως έκαλειτο ό έφηβος παρά Θρι^ί καί Άττικοΐς· Ά π α ν τ έ χ ω καί π α ν τ έ χ ω έκ τοϋ άπεκδέχομαι, περίμενα', προσδοκώ. Ά π α τ ο ς άντων. ήνωμένη πάντοτε μετά γενικής προσωπ· άντων. (μου, σου κλπ·) ώς άπατος του=αύτός ό Ι'διος πρβλ, τό ά τ ό ς. Άτπιλο(γ)οϋμαι καί ούσ. άπηλογΐά έκ τοϋ απολογούμαι άπαντώ, άτοκρίνομαι, άόρ. α π η λ ο ^ θ ^ κ α ) . Ά π ή ς καί a n n n j συνδ. χρον>= άφοϋ, κατά Κοραήν έκ τοϋ άφ'ής κατ'

άλλους έκ τοϋ έ π ε i καί έ π ή ν. Ά π λ ά τ α ν ο ; ό, ύ πλάτανος. Άποδιαντρέπομ*ι

άόρ.

έ π ο-

δ ι α ν τ ρ ά π η ( κ α ) = Αποβάλλω τήν έντροπήν καί τόν σεβασμό ν. Άποκάννω

άόρ. έ π ο κ α ν ν α έκ

τοϋ άποκάμνα = κουράζομαι καί συνεκδοχ.—τελειώνω (π.χ. τό κρασ) έπύ· καμε—έτελείωσε) Ά π ο λ α ρ γ έ ρ ω έκ τοϋ άπό - άλαργέρω, απομακρύνω ίδέ ά λ ά ρ γ α. Ά π ο π α ν τ ο ΰ λ α ή, άντί Ύποπαντοϋλα ύποκορ. τοΰ Ύπαπαντή—ύνομα εκκλησίας άριερωμένη^ είς τήν Ύ· παπαντήν τοδ Χριστού. 1 Ά ι τ ί π λ ω μ κ το, κ» πάπλωμα κατ άλλους έκ τοϋ πέπλος καί πέπλωμα καί κατ' άλλους άπό τό έράπλωμα. Ά π ο σ ώ ν ω καί ' π ο σ ώ ν ω

άόρ.

έ-

π ό σ ω σ α έκ τοϋ άπό καί σώνω' ιον) φθάνω, άφικνοΰμαι 2 )ν) συμπληρώ (όπότε καί παράγεται έκ τοϋ άπό καί Ισώνω) Ιδέ β, σώνω· Τήν 2αν αύτήν σημασίαν έχει καί τό ν β· σ ω ν αν. Ά ρ γ υ ρ ο κ ο υ δ ο υ ν ά τ η ή, ή φέρουσα άργυρούν κώδωνα. Άριώνω, ^υπαίνω. Ά ρ μ ά δ α ή έκ τοϋ Ιταλ· armala στόλος, Ά ρ μ ά θ ι α τά, ή μεγαλύτερα τών νησίδων τής Κάσου· Άρμαστος ό, θηλ· ή άρμαστή ύ έρωμένος, ό έραστής. 7\ρμεγο$ ό, πληθ, άρμεγοί (οί) άμ έλγοντες. ν βρμ πούρο τό, ν. δ. κ, κατάρτι, ό ιστός (ίταλ- albero). ν Ασκημος αντί άσχημος. «"Ασ κ η μ α ρ ο ύ χ α » τά ροϋχα τής χηρείας. ' Α σ π ά λ α θ ο ς ύ, όπως καϊ τό άρχ. --είδος αγκαθωτοί) χαμοδένδρου. "Ασπρα τά, χρήματα (άσπρον


έκαλειτο | μικρότερα τουρκική χρηματική μονάς). Ά σ π ρ ο κ ο ύ τ ε λ λ ο ς 6, άσπρος-jκουτελλον ό έχων λ*υκάς τάς τρίχας μεταφ. δέ ό ασπροπρόσωπος, δηλ. ό τίμιος, άκυλίδωτος. ' Α σ π ρ ο μ η λ ι γ γ ο υ δ α τ ο ; ό, άσπρος 8 μήλιγγας (έκ τοϋ \ ήνιγ£, μηνίγγιον | | ου κατα Χατζηδάκιν έγένετο μηλίγγι δι' άνομοίωσιν) κρόταφος, ό έχων λευκάς τάς τρίχας τών κροτάφα^ν του, πολιοκρόταφος. 'Ασπροπηλιάδες οί, τοποθεσία τής Κάσου· (μεταξύ τοϋ χωρίου Πόλι καί τής Βουνάρας) Εκλήθη οϋτω διότι παρέχει ύ π ό λ ε υ κ ο ν πηλ ό ν τιθέμενον είς δώματα τών οίκιών προς προφύλα^ιν άπό τών βροχών (Ζ. Χαλκιάδης.) Άασάκι τ ό, είδος λίθου στερεωτάτου (έκ τοϋ ό μή τσακιζόμενος.) Άσσάλι τό, άτσολι χάλυψ·. Άστοιέξ ϊ | έκ τοϋ άρχ. στοίβη, είδος φυτοϋ άκανθώδους. 'Ατος άντων. ήνωμένη πάντοτε μετά τών προσωπικών άντων. μου, σου κλπ. κατά συγκοπή ν τοϋ υ έκ τοϋ αυτός άτός μου—έγώ ό ϊδιος πρβ. τό α π α τ ό ς · 7\ύγούλλα ή, μεγεθ. τοϋ «αύγόν* μεγάλο αύγό. .. Αυλάκι τό, όρμος εις τό Δ· μέρος τής Κάσου κληθέν ούτω ώς έκ του έπιμήκους καί στενού σχήματος του· 'Αφέντης ό, θηλ. α φ έ ν τ ρ α ιον άρχων, κύριος, δεσπότης 2ον πατήρ (τό θηλ· έν χρήσει μόνον είς τήν ποίησιν—έρωμένη.) κυρίαρχος, έκ τοϋ αύθέντης. Ά φ κ ρ ά ζ ο μ α ι κα } ά φ ο υ κ ρ ά ζ ο μ α ι καί ά φ κ ρ ο ϋ μ α ι , φ κ ρ ι ο ϋ μ α ι καί φ ο υ κ ρ ά ζ ο μ α ι άορ. ά φ ο υ κ ρ ά σ τ η κ α άκο6ω κατά Χατΐ>. έκ τοϋ έπα* κροώμαι.

' Α φ ρ ί ε ί ή,

άφροι.

"Κφτω άορ·

ή ψ- α μετ. καί άμτβ. έκ τοϋ άνάπτω μτχ· άφ τ ο ύ μ ε ν ο ς ' Α χ ε ί λ ι τό, τό χείλος τοϋ στόματος (έκ τοϋ τά χ ε ί λ η.) ώς τό Ά ό ρ η . ν Α χ ε ρ α τά, ά^τί άχυρα (τά) Ά χ ρ ό ν ι ο χ ο ς ό, κατάρα δι' | | ζητείται όπως εκείνος καθ* ού λέγεται αύτη μή χρονίση, δηλ. όλιγώτερον τοϋ έτους. Άχτίμητος ό, άντί άνεκτίμητος. Ά χ υ ρ ο β ο ύ ϊ καί ά χ ε ρ ο β ο ΰ ϊ τ ό, μέρος είς δ φυλάσσονται τά άχυρα μετά τό άλώνισμα. Ε π ε ι δ ή δέ παραπλεύρως ευρηται ό σταϋλος τών βοών (έκ τοϋ «βούϊ» δ· ί.) μονολεκτικώς όνομά^εται τό μέρος τοϋτο «άχεροβούΐ>. 'ΑψιΘιά

ή,

ή ά>]/ινθος.

"Αψε προστακτ· τοϋ

άφτω

ό. |

=άνα\|/ε. Ά φ ύ = δ ρ ι μ ύ κ· τσουχτερός.

Β Β α ϊ σ σ α ή,ι^υπηρίτρια, Βάγια.

0

Στράβων

βαΐαν καλοΰσι την

βαϊοκλαδίζω

λέγει

ύποχορ. τοΰ «Ρωμαίοι

τροφόν.» περιποιούμαι

(έχ

τ ο ) μετά βαΐων χ α ί κ λ ά δ ω ν υ π ο δ έ χ ο μ α ι . ) Β ά ν τ α , ή,=ττλευρά

Βαρυδυμί£ω

fhaX.banda)

έκ τοΰ βαρυδυμέω—

ώζζζκαχοκαρδίζω. Βαρυομοιρος

ό, 0 .

βαρυομοίρα

Ι

έχων βαρείαν (κακήν) μοιραν. Β α σ ι λ ι κ ό ς ό,ώς έπι&. σημαίνει, β έςέχων π.χ. «εχει βασιλικό μοαλο.» Βααταος ό, με3οτοιχος μεταξύ άγρών διαφόρου υψους οιά νά βαβταζ^) το χώμα.

Βενετία ϋ | | ου και β«νέτικ· I Ένετία, Τό β ε ν ε τ ι κ ό είναι ένετικδν νόμιαμα χρυσοΰν. Β ί ο τό, θησαυρός έκ τοΰ άρχ. Μ ορα Ήροδ. «Βίον κτησάμενος».


r

Β ί ω ρ. μτβ.=οιδω, προστακτική β δ ς, αντί δός. ' β λ © ( γ ) ω άντί ευλογώ, νυμφεύω, όπανδρεύω. Β λ ΰ χ ά ή, τοπο&εσία της Κάίου είς το Β. μέρος αύτη ς καλείται ούτω διότι έκεΐ υπάρχει φρέαρ μέ «βλυχό» νερό. Δηλαόη ύφάλμυρον έκ τού βλιγχός η βριγχός τό άλλως χ. γλυφό, (κατ αναγραμματισμών.) Β ο λ ά ή, Ιον μέγας λί&ος παρά τον «Φράχτην» της Κάσου. 2ον συνοικία είς τό Ν. μέρος του Άρβανιτοχωρίου δπου επίσης υπάρχει μέγας λίθος. Ίσως ή ονομασία έκ τοϋ «βόλος» (ές οΰ και ή λέςις «βώλος»=λίί}ος) (Ζ.Χαλκιάδης.) β ο λ ά ή, πλη&. ή βολέξ φορά

Γα(δ)$υρά ή, τά περιττώματα τοΰ ονου. Γ ε ί λ ι ώ ρ. αύτοπ.=δειλιώ. Γ ε ί χ ν ω ρ. άμτβ.πιδεικνύω, ν ά γ ε ίξ η ς, νά δείίης^

Γεμίζζοπουλο

γλώσση εις τόν

καί

' Γ ι ά καί Έ γ ΐ ά = έ δ ώ . γ ι ά , έναντ. σύνδε·?μος=η. Γιαγκίνι Γιαηλά5 μέρος είς δ ρος

τών

δροσ«-ρότητος

τοΰ

τό, υποκορ. τοΰ γιαλός

αιγιαλός) Ιον

Γ ι ά ν τ α έκ διατί ;

παραλία

2ον

τοΰ

γιάγειντα

(ο. Γ.)

Γ ι α ρ ά ή, λέξις τουρκ.=:πληγή.

( Ί τ α λ . vol-

Γιαραμπη

(τουρκ.)=&εέ μου.

- Γ ι α ρ δ ί £ ΐ τό, (τουρκ. Γιαλδίζ πολύτ'μος λίΟοςιιζχρυσόλιΟος^

B o g ίδέ β ί ω δός. Β ο ΰ ϊ έκ τοΰ άρχ. βοιδιον βοΰς. Β ο υ λ ε ι ά ή, κ. δουλειά, έργασία. Βοΰλεψΐ ή, κ. δούλεψηζ=:μισί)δς άπό τό δούλευμα (Εύρυπίδ. Όρεστ. 2 2 1 ) Β ο ϋ λ λ α ή, σφραγίς, πρβλ. τό Αίολικόν βόλλα.

δασί)

Γ ί α ρ μ ά ν ΐ τό, ασμα ου ή έπωδός ήτο «γιάρ—αμάν.» Γ ι α τ τ ά κ ι τό, μέρος είς o κατακλίνεταί τις (τουρκ. γιαττάκ.) Γίβεντΐαμένος= ό διαπεπομπευμένος. ( Έ κ τοΰ τουρκ. Kevenmek)

β ο υ ρ ν ε ς (ή)

Γΐερατί£ω γιερατιΐμένος.

* γοΰρνα=δεξαμενή κατά Κορ. έκ τοΰ λατ. u r n a κατ άλλους έκ τοΰ γρώνη κατ άναγραμμ β ρ ό χ ο ς ό, έκ τοΰ άρχ. βρο-χις τό α μ μ α (κορδόνι) δι* οΰ έδένετο ή "βράκα,, Βρΰσιι ή, τοποθεαία της Κάσου και δπου μόνον υπάρχει κα&' δλον το ετος πόσιμον υδ«>ρ ρέον άπό κρουνοΰ (βρύση.) C H πηγή τ^υ ύδατος εύρισκεται είς τό ιερόν τοΰ έκεΐ μοναστηρίου τοΰ « Α γ . Γεωργίου της βρύσης.»

τής

θάλασσα.

tegglare).

πληθ.

καταφεύγουσι κατά τό θέ-

ενεκα

(έκ τοΰ

Β ό ρ τ α ή, (ίταλ. volta) περίπατος.

Β ο ΰ ρ ν α ή,

(τουρκ.) πάν ύψηλόν

Γιαλουάκι

βολή—φοράιζζβολά.

Βορταζέρω:=περπατώ

ό,

μέρους.

τη κοινή

συμφυρμου

τό, πυρκαϊά ( ή ) (τουρκ.)

γ ΐ α ν γ ί σ ΐ — κ α τ ά λ ί θ ο ς (Τουρκ.)

πληί). «πόσες βολές.»

Κ α τ ά Κοραήν έκ τοΰ βυνωνύμων

έν

ναυτόπουλο

ύποκορ. τοΰ τουρκ. γεμιτζής—ναύτης. Γ ε ΰ γ ο μ α ι έκ τοΰ γεύομαι τρώγω.

είναι τό δωρικόν β ο λ ά αντί τοΰ αττικού βολή έν χ ρ ή ζ ε ι

τό,

ταιριάζω, άρμόζω μ τ χ .

« Γ ί ν ο μ α ι κ ο υ φ ο ύ ν ι α » έκτί&εμαι Γιντήρησι ή , ό φόβος, δειλία, συστολή τό ρ. 'ν τ ι ρ η ο ΰ μ α ι έκ τοΰ έντηρέομαι.

ι

Γ ιουκουντίζω=μελαγχολώ. Γΐβσηνία

ή, στάμνα.

Γίψα ή, δίψα. Γΐωργίζω

γεωργώ, καλλιεργώ.

Γ κ ι © υ ρ γ ι α ι τό, είδος θάμνου (τουρκ γκιουρτζά.)


Γκβρφι τϊ^έγχολπιον, I κουΐζω πεποιημ, λέξι; έχ της φω| | «γχουϊ» τών βρεφών, Γκρεμίζω ρ μτβ, χαι Γκρεμίζομαι >. ι*, τ.

χρημνίζω χαι κρημηζομαι.

Γλακώ

τρέχω

χατα

Κοραή ν

έκ

του λασκω.

Γλυκουννατο, τ1,=τΐ

εχων γλυ-

κοί»; σπάρους.

Γλωσσοκακία χαί Γλωσσοφαγιά

Ι χ* κοΜογλωσβΐ'*, ή καχολογία.

Γομάρι

γόμος Η

το, χα;

κατ

άλλους

άλλου; έκ

ex

τοΰ

του <5ραβ.

χομορ (ονο;)~ρορτΐυν.

Γοργομε(γ)*λΰνω

έχ του /οργδ;γ

Γουλέττα ή, ν. Γραΐβα

Γ*ραιγθ5 ό, ν- ο. άνεμος |

έλα-

(goeleita )

ή, f x του γ ρ η α (ή) λέγε~

ται * «ι Y p a (fjJ

του γραυ;, βορειοανατολικός

Μίοης.

Γροικω ρΐ αγροικώΓρωνίζω κατ* άναγραμματισμόν ix τοί; γνωρίζω. Δ Δαχτυλίδι) χί\, ό δακιύλιοΓ, τό δαχτυλίδι. Δαχτυλι τγ, | δάκτυλος. Δαχτυλίζω έκ τ<*ν δάκτυλος=δείχνω δια του δαχτύλου.

Διαζομαι

ρ. δπο θετικοί έπι ΰφαν" τών, ιό αρχ. στήμονα Ι'στηα». Διασάκι τό, περιορισμός έχ icy τονρ*. γιισάχ άπαγόρευσις. Διατρεύγω χαι δ ι α τ ρ ο ς άντί ί«ίτς^ΰα> χαί ιατρός.

Δια^γ)ΰρε

προστακτική του δνθέ·

ρω δ.

Δικολογιά η, οί συγγενείς Ιν γένει, κκ τοί5 (ι)δικσς κ. συγγενολόϊ. Δίμουρος, | διπρόσωπος, (έκ του μονρη 8. I.)

μ«γαλώνωζ=:μ5γαλών«) ταχέως. φρον οίατηλον πλοίον

Έρωτοχρίτον χ ) γ ι α γ έ ρ ν φ ται ώ ; δ ι ε γ ε*ί ρ ω.

(Δ)ιπλοκα(μ)ωματοΰ §κ τον (*)ir

πλός - κ ο ( μ ) ο μ ο ί ο υ

ή πολύ πανούρ-

γος γυνή.

Διώμα

τό, ι δ ί ω μ α .

Δραγόρρ5 δ, διευθύνων βορβοροφαγον (draojue) κυρίως παρά | | "Έναιριίφ τής Διώρυγος Σουέξ.

λρΰλλα

ή,τό άνί)όγαλα« τό άφρο?

γαλα χ. κ α ϊ μ α κ ι ,

Ε Έγείξω

(ίδε και τό γείχνω)|=Ξδεί-

ξω το π ρ ο θ ε τ ι κ ό ν ε προσεκολλήθη |κ τής αυξήσεως

Έγια,

ε(^)-;ι|α.

| | | «γΐ<ί.»

Εγκρεμός

καί ' γ κ ρ ε μ ό ς ( τ ο προ-

θ ε τ ι χ ϋ ν | π ρ ο σ ε κ ο λ λ ή θ η έκ

τής

α$||

£ήσεω?· του ρ ή μ α τ ο ς έ γ κ ρ ε μ ί σ τ η πρ$λ<

τό έχτυπος άντί κ τ ύ π ο ς έλα'(δ)ϊ άντί Δελεσσέψ δ, de Lesseps εις 8ν λ<ί(^)ϊ δφείλεται § τομή tfjc διώρυγας του Έγρ&>νίζω ϊδέ γ ρ ω ν ί ξ ω τό ε προ-|| Σουέζ. σεκολλήϋη έκ χής αύξήσεως έ/ρώμιξ«. Δεντρι τά, καί δέντρο πληθ. δ ;ντρΐ] χοι δβγτρί,=^--5έλδρον. ά^ί ϊδέ; 4 " δηλ^οΤ— δήλοι το ρ δ η λ ι ώ έχ ΈΘέλω άντί 8έλο> το ε προσεκολ? ταυ δηλόω,—ώ χαι μέ τήν αδτΥν ση- λήθη έχ τής αυξήσεως του ρήματος μασία^ ϋδελα (ήθελα) κλφ Διαέρω dop- έδχάειρα ΕπιστρέΕικοσάρια ττ), φω σννώνυμον με το ίν Κρήτη σάρι τό ή μ ι σ υ του τ ο υ ρ κ . γροσίου γ ι α γ ί ρ ν ω. ΓΙαλαιά κείμενα χον 20 παράδες.


Εΐμητα Ιδέ ημητα. Έκαλάμιζε ιδέ καλαμίζω. Έκκρεμίστη και έγκρεμίστη Ιδέ γκρεμίζομαι. Έκορφολό(γ)α Ιδέ κορφολ< (/) η. Έκβυμένη (ή) dm ή Οικουμένη. Έλά(δ)·ι· τδ λάδι διά το προθετικό ν ε Ιδέ τό «εγκρεμός.» Ελεύτερος δ, άντί Ιλεύ&ερος μεταφ. = οίγαμος. Έμιρ·πβϋλα ή, κόρη Έμίρου (έκ τοΰ άραβ. άμίρ, οί άμιράς και έμιρ)=δρχ(ον, αΰΟέντη;. Έμμαδιώ(ν) και έμματιών αντί μ α δ ι ώ ν και ματιών τών οφθαλμών, τών ματιών εκ τοΰ δμμάτιον τό ε προσεκολλήθη εκ τ ή; αυξήσεως τοΰ ρ. Ιμμάτιαζα. Έμπορε^ ο, χωρίον της Κάσου δπου και ό ναός «Παναγία τοΰ Εμπορείου·» ν Εμωσε καί πμωσε ||| ά μ ο ν ω. Έξεστράτπκος

δ, Ιον 6 άλλου Αρχιστράτηγος f§|p ό Αρχάγγελος Μι χα»,λ 2ον ναός άφιερωμένος είς Αυτόν· ' ΐ ΐ ο ρ α α ρ ε Ιδέ ό ρ σ ά ρ ω.

Έ σ ώ Θ η ιδέ σ ώ ν ω .

Ένεπρό(β)αλε

ΐνέφανε Ιδέ S ε φαίνω. Ζ Ζάττι εη αι ππρεφΟαρϋένος τΰ.-ος τοΰ Ιν Κρήτη λεγομένου άζάπης τό όποιον σημαίνει φίλος, εταίρος και μετά συμπαθείας λεγόμενο ν ση μ a h ει τόν κοΰμένον πρβλ. τό τοΰ Έρωτοκρίτου «τ άζάπη τ' έρωτάρι». Ό Ξ ινθουδίδης τό παρ ίγει εκ τον άρ »β. azap τό όποιον σημαίνει τόν ά ευ συζΰγου. 'Αλλά δέν είναι άπίθανον νά προέρχεται καί εκ τοΰ άραβ. azab τό όποιον σημαίνει στενοχώρια ν, βά;σανον. Π.χ. «Πή(γ)ιινε ζά;:ι» (καΰμένε.) Ό κ. Χαλκιάδη; τό θεωρεί ώ; συντετμημένον τύπον τοΰ ζάπαλη όπερ εκ τοΰ τουρκ. ζάβαλη σημαίνει καϋμένος. Ζαρεζ

(τουρκ.

ΖελάΤΠξ

ά π ο δ ι α ν-

Ζέφχι

τρόπος.

ο, (τοιρι.) δήμιος. τό, (τοιρκ,) χ. κέφι ευ-

θυμία. Ζουάττι τό, (τουρκ.) άπαντησις.

ΐπο£εψε Ιδέ π ο ζ ε ΰ γ ω. Έποβώρείδ (dnc+f>(e) ι)ρώ)=δβλε-

Η

πες άλλοΰ. Ιδέ

'ποσι'ρνω.

"Ηβιες

Έπροκάμασι Ιδέ π ρ ο κ ά ν ω . 'ΕΛου£ο(γ)ελοΰσα(ν) Ιδέ π ο υ| ο (y) e

τσάρε.)

μετβ. Ιον κάνω ζοβόν ή'τοι άδέξιον, καί κατ' Ιπέκτασιν εκ τοΰ πνευματικοΰ εις τό σωματικόν Ιλάττωμα,=ασθενή, άνάπυρον, 2ον λυγίζω (έκ τοΰ σαβός fj άπό τό λαιός ;)

τρέπομαι.

'Ιΐηύσυρε

ίδέ 'νεπρο(β)ίλ/ ω.

Ζα(β)ώνα)

Ιδέ πλαντώ. Ιδέ

ι·

rπ, και ζα^ιφλίκι ώραΐον (εκ τοΰ τουρκ. ζαρίφ.)

άντί παίρ\ω τό ε προσεκολλήθη άπό τήν αΰ^ησιν επήρα πρβλ. τό Ιθέλω άντί Όέλω. Έποδκχντρ&πη

σ υ κ λ ί ζ ο μ ρ

Ζκρίφιχο

Έιταίρνω

Έττλάνταξ,

Έσυκλ(στηκε ίδέ

βίω.

"Ημπτ* (ίσως όρθάτερον ε ί μ ι ^ / ) έκτος 4<ιν (παράγεται άραγε έκ του

λ ώ.

Έ ρ γ ο ( ρ ά κ ι τό, ύποκ. τοΰ Έ ρ γ ά κ η ς δ, έκ τοΰ Γεωργάκι, ά\τί Γεώργιος.

Ιδέ τό ρ .

«εΐ μ ή το» }| |

ΉμΚ0£Κ|ά$ ό, ίδέ Έμπηρηός.


Ήκλααβε

του

Ήχιά

ή ήχώ.

πλάττω, πλάθω* ή,

ρ.

πλάσσω χ οι

Κάϊλα

Θ ©«(υ)μάζομοα ρ. άποθετικόν μ έ ένεργ. σημασίαν=άπορώ, θαυμάζω. θ ε μ ο ν ι παράλιον μέρος εϊς τό Β. μίρος της Κάσου παρά τούς πρόποδας του δρονς «Πατέλλι* λέγεται ούτω διότι έκεί ίτοποθετοΰντο είς «θεμονίές» (δέματα) οί συλλεγόμενοι

στάχει:.

©εοτικός δ, θηλ. θεοτική καί θεοτικιά χαί Ιπιρρ. θεοτικά Μέση λέξι; σημαίνουσα Ιον τόν έκ του Θεοΰ, τόν ψσυμάσιον καί 2ον τόν d\ ισόρροπων, τον βλάκα (πρβλ. τό θεοσκό·

wivof, θεότρελο; κλπ.) Φΐ|Μά£ΐ (τό) χαί φικάρΐ έκ του θήκη ό κολβός, ή θήκη του ξίφους Ι τοΰ ίγχειριδίου. /

ι

μάσΟη οίίτω 2νεκα τή; δμαλότητος Hal «καίΚιρόιητος» τοΰ έδάφουί.

!&|ΐ

«Ίλκ-Ιλβ-άλλάχ» χατά παραφθβράν έχ του «λά-Ιλλάχα-ΐλλ' άλλα χ* ήιοι tlvai Ι πρώτη φράσις τοΰ μου σουλμανικβΰ συμβόλου της πίστεως = } έ ν υπάρχει θεός πλήν τοΰ θεοΰ "Ivta xal «Ιντ* |ρα>τ· συνδ. τί; I Κοραή; τό παράγει έκ τοΰ τ ί II ϋ τα

fy

Ιδέ

Καϊμακάμης ό, (τουρκ.) συνταγματάρχης. Είναι ό β ι θ μ ό ς ον Εφερε δ Τούρκος διοικητή; έν Κάσφ. Καΐσι τό, (τονρκ.) ν. κον ίκ τοΰ λατ. braccoccia.

m

M

Κ&βές |

Κακόγνωμος δ, εχων κακήν γνώμΐ|ν ^χορθίκτΓ)ρ«)=δ δύστροπος. Καλαϊζής δ, κασιτερο)τί|ς εκ τοΰ κ α λ ά ϊ. Ή λέξις πσρήχθη έκ τών Καλλαϊιών, Εθνους τής Λυσιτανίας, δπου πολλά ύ/τηρχον μέταλλα κασιτίρου (Διοδ. Ε ' . 38 καί Στραβ. Γ'. 147.) τυλίγω το νήμα είς τά καλάμια διά τήν ΰφανσιν, τό άρχ· πηνίζω. Καλαμίζω

Kakeatd(i)eg πληθ. τοΰ καΛε· ΰ%ής δ προσκαλών είς γάμους κλπ. αΚαλάρισε-νερά»

Τό κ. * κάμνω (Γαλλ. faire-eau)

Καδής

άντί καφές. κόσμημα.

6r (τουρκ.) δικαστή:.

ή θέρμη, φλόγωσις έκ τοΰ π Ιχάη^κα) χατά Χ<πζηδάκιν. Έξ «ύιοΟ τό ρ. ο υ γ χ α | γ ω. Pll τό, τοποθεσία ήτις ώνοΚάηΧα

ν. δ. διαρρέω· νερ\>, έπί πλοίου.

*Καλλάρη-χά-γκρεμμά»-·~τοΰ

ΙναΓ

βαλλάρη τά γχρεμμά, Δηλαδή τοΰ Αγ· Γεωργίου ε ΐ ς το μοναστήριον τ ο ΰ όποιου ανήκει ή περιοχί| εκείνη. (Ζ. Χαλκιάδη;,) ('καλός - άπολογία^)

άπάντησε καλώς.

κ

Καγΐ6νέττ« ||

βΓ:ρύκο·

Κακαρίζω φω\άζω δπως ή όρνις τό άρχ. κακάζω λέξις πεποιημένη έκ του fici-κα».·

Καλοπιλόγιασε

B

χ ά η λ α.

Καλοφιγκραατεϊ καλός - άφιγχραotet Ιδέ ά φ ι γ κ ρ ά ζ ο μ α ι Καμάκι =ή

τό,

ύποκορ.

τοΰ

« Β

τρίαινα.

Καματερός δ, φιλόπονος, ήμίρ« καματερί| = Εργάσιμος, έν flvtiOeoei πρ\ς t f | V σ κ ό λ η , = Λργίαν, τό άντιθ· είναι Ακαμάτης (δ) Λχαμάτρα (f|).


ζνγίζαϊ κατά Κοραήν έκ του καμπανός^ζυγός. Κάμποι οί, μεγάλη ι·υψορος πβδιάς· Νοτίω; του χωρίου Ψρΰ. Έκ του Ιτα\. campo Αγρός. ΚαμπανΙζω

Κάμπου

χ&ς 6,

υφαοιια πολόιιμον. Κανακάρης

καί

καμπουφ&ς

ό, καί θηλ.

κανακαρά

Ιδιαίτερος τίτλος δι δομένος μέχρι τών άρχων τοΰ 19ου αΙώνος εί; ώρισμένας οίκογενείας έξ ώ / 12 άρρενες καί 12 Οήλεις καί ών fjie περιουσία καί ό τίτλος διπβιβαζοντο κληρονομικών εί; τόν ή τήν πρωτότοκο ν. 0 1 ε/,οντες τήν τίτλον Ιφερον καί διακριτικών γ>ώρισμα ε ί ; τήν ένδυμαοίαν των καί ϊδιαίτερον κόσμημα τήν «κολαίνα» ( έ κ του Ι^νετ. c o l a r i n a , Ιταλ. c o l l a n a . ) Σήμερον δ'μως τήν ΰρχικήν σημασίαν αύτήν Αντικατάστησε ήΒννοια του χαϊδεμένου. Ό Βυζάντιος λέγιιΐ δτι ή λέξις Αναφέρεται ΰ/ιό ΙΙέτρου το Ο Σικελοί».

τΛ» καί κανάκιαμα —χάδι, θ ω π ε ί α , δ Κ ο ρ α ή ς τό παρα'γει έκ του (Ιρχ. καναχ^ι, καναχεΰω. Ό Meyer §κ του λατ. canicare. Κανάκι

K a v v l , τό, δοχκΐην δι' ου ί ρ ρ ά ν τιζβν τό ροδόστααον ή τό Ανθόνερο έκ του κώνειο ν. Κανιάζω, ταλήγω. Κάντιο

καταντώ, Απόληγα), κατο,

Ι

κρυσταλλωτί)

καλοδεμένη ζάχαρη έκ του λατ. didum.

καί

can-

Κανχοϋνι ή, ή γ ω η α ( Ι τ α λ ι κ . cantonej Κάνω χάζι Αρέσκομαι, όρκγομαι κ. κάνω γουσιο· Icf χάζι τονρκ.^ Καπαόίΐα

κ πεισματικά (ιονρ <.)

Καπεχάν-Πασ&ς

δάν-Πασ&ς

ό,

-ναύαρχος

Καρασύρω—Ιναμιγ

και

Κ

(υονρκ)

απόν-

Κάργος τ<\ φορτίο ν πλοίου ν. δ. (cargaison). Κ αρδ ιοχρεμμόνος νος μέ >;αρ^ΐίς·

ό, ύ ιρκφόμβ·

Καρέγλα ή, κα'Αισμα. Είναι ή ί'\λην· λέξις κ α θ έ δ ρ α οΰ οί Ρωμαίοι c a t h e d r a 8ί)εν οι ΊταλρΙ Ικαμαν τό c a d r e g a καί οί "Ενετοί c a r e g a £κ του δποίου καί ίκ συμφόρσεως μέ το κ α θ ί) μ α ι ίίγινε ή κ α θ έ κ λ α, ή κ α ρ έ κ λ α καί ή

καρέγλα.

Καριόλα ή, τό χρ*β,3ατι. Κάρκανο τό, τό κρανίο ν» Καρκα(δ)ονννμένη

ή,

έ<

τοΰ

ντυμίνη. [Ινα'ρκαδο^—ίσχα'ρα πληγης (ή ίφελκΐ;) Ικ του κιίρκορον ή dπυ του καίω (Ητζαντιος) = I γεμάτη d/ιό πληγάς. Καρνάδα ή, Ερυθρά, κυρίω; ή σαρ<ίνου χρώματος έ κ τ ο δ Ιταλ.

carnato καί τοΟ Ένετ. carnado. Κάροα ή, ή κ. κάλτσα (?< του λατ. calceus.) Καρσί ('τουρκ.) drc^vcmi. Κάρια τα, ένικδς τό καρτο τέταρτο τδ τέταρτη μ όριο ν ( Ί τ α λ ι κ . q u a rt a J τα,

Κασαβέχια

βίσανα.

(wvq<·)

ή. ("Ιταλ. casse (a J το κ. μπαούλο f Ί ί α λ . bauele ) Κααέλλα

Καστρινή

ή,

ή

ίκ

τοΟ

Κάστρου

Ηατ»<γ<ο(ιένΐ|, Κ ά ο r ρ ο ν ήτο Γ| πρωτεύουσα τΡ|ς Κρήϊης βπδ τί)ς 'Αραβικής κατακτήσεως υ,τό τών οίρ'/βον δνομάσί)ΐ| Κ h a n d a k οι Ηυζανπ" vol τό δΐΕτΓ]ρΐ]ααν ώ ; X d ν δ α ξ οί Έ>ετοΙ τό έκαμον Candia, τό σημε* ρινόν ΜΙ ρ α' κ λ β ι ο ν» Κασχροπολεμιμ&(δ)ες

οί,

οι π ο -

λέμου ντες τα κάστρα, οί γΗνναίοι,. Καναζονλονμένη

ή,

ί κ του

Hutu


4-*ονζ »υλός, (άνόη-ος, τρελλός, πολύ ανόητος, χατά Ξανθουδίδην τό κ ο υ ζ ο υ λ ό ς παράγεται εκ συμφορ. του χ ο υ λ λ ό ς καί ζ ο υ ρ λ ό ς .

Κνισάρα ή, άπό τό άρχ. κ ρ η σέρ α τό λεπτότατον κόσκινον τοΰ 1λευριοΰ. λ ο £ £ έ ς δ, (ιονρνί.) to μπουμποΰκι (ό κάλυς τών ανθέων.^

Κατέχω, ήξεύρω, γνωρίζω, ό Dieterich παρατηρεί δτι ή λεξις εχει τήν αυτήν σημασίαν παρά Πολιβίφ κα» Θβοφράστφ.

Κολλων&τα τα, τά ισπανικά τάλληρα ελαβον τό δ'νομα εκ τών Ιπ'αύτών εγχαριγμένων κιόνων, (κολώνε).

Κάττης catusj.

Κομιανάτο τό, Βυζαντ. νόμισμα άπό αύτοκρ. Κομνηνοΰ. (Ζ. Χαλκιά δ η:).

δ, κ. ό γάτος, ή γαλή (λατ-

έ< τοΰ «κ α ι ώ> π.χ. ώ κακόμοιρε... καώ

κα(ι^

Α"εντΙ τό, (τονρχ.) τό δειλινόν. Κενιώ Ιον) μεταβ άγκυλώνω 2ovJ μετ. και ιμετ. καίω και καίομαι πρβλ. τό «Ιόχχη.» Κερά> ή θηλ,τοΰ κύρης, δέσποινα κ. όρχόντισα' επί ερωτικ. σηιιασίας,=ή ερωμένη. "Η Κ ε ρ ά = ή Παναγία. Κερεατές, δ, δλη εν γίνει ή νανπηγήσιμος ξυλεία (ν. δ.) Κερδαίαω

τοΰ ρ.

κερδαίνω

άντί

κερδίζω. Κεφαλές

ή, έννβεΐ τάς χεφαλας τώι

σταχυών. Κεφάλι τό, λόφος εχων σχήμα κεφαλής Ν. Δ. τής χωμοπόλεως ε Αγ. Μαρίνης. Κιαμπες δ,=&όλος, εκ τοΰ νεολατινικού cumba, χαμπυλότης. Κϊάρος ο, δ φωτεινός ό (Ίταλ. chiaro.)

διαυγή;

Κιβονρι τό, μνήμα πρβλ. τό άρχ· χιβώριον (λατ. ciborium.j Κιμέρι τό, καί ύποκορ. hi μεράκι το, τό σ<ικχουλάχι εν φ φυλάττονται τά χρήματα, άπό τό Καμάρα = ζώναι στρατιωτικοί. (Βυζάντιος.) Κιχρινοφνλιάζω

(κίτρινος -φΰλλα^,

μαραίνομαι. mjM m τό χλάμμα άρχ. κλαΰμα κλαυθμός.

Κονάκι τό, Διοικητήριο ν (τονρκ.) τό άνάκτορ^ν. Κονεύγω κία ν κλπ.

(τουρκ.) καταλύω είς οι-

Κόντρα ή, εναντίωσις, εχθρός (Ίταλ. contra.j

άντιλογία,

Κοπελλοϋδα ή, ή μικρά κόρη ύποκ. τοΰ κοπελλιά. Τήν λέςιν κοπέλλι-ιά κλπ. παράγουν άλλοι έκ τοΰ κ ό π τ ο μ α ι καί κόπος, άλλοι §κ τοΰ άλβαν. k ο p i I δ δέ Χατζηδάκης εκ τοΰ λατ. c a u p o-n i s. Κόρμιααμα τό, καί ρ. κορμιάζω αιμωδία κ. μούδιασμα (αρά γε άπό τό κ ο ρ μ ί.) Κόρφος

δ,

κόλπος.

Κορφολο(γ)ώ

τό άρχ.

ά κ ρ ί ζ ω

καί β λ α σ τ ο κ ο π έ ω , είς τό Κασιακόν ιδίωμα «β λ α τ ί ζ ω>· κόπτω τά ακρα τών φυτών, τούς βλαστούς κυρ τής άμπέλου μετφ. Κουβέρτα

ή,

περιποιούμαι. ν. δ.

9

κατάστρωμα

τοΰ πλοίου. Κουκίζω

πεποιημέλη λέξις έκ τοΰ

κούκου=φωνάζω όπως ό πετεινός. κονλοϋκι

τό, τό κυνάριον κ. σκυ-

λάκι. κουμανταίρω

διευθύνω,

κυβερνώ

(ίταλ. c o m m a n d a r e j κονμας

κουμάσι.^

ό,

δ

δρνιθών

(τουρκ.


κουμπάσο passo.

Κουνχουαλιώχης

δ, έπίθετον του

Αγ. Γεωργίου διότι εξωκλήσιον αυτού ευρηται εις τό δροπέδιον «Κουντουάλια.»

κουσσουλή

ή, κ. κ ο υ τ σ ο υ λ ή

= ίολί βος κατά τι μέλος τοΰ οώματοΓ, λέγεται και επί αψύχων. Έ κ τ Λ ΰ it ο υ τ σ ό ς (δπερ παράγουν άλλοι ε* τοΰ άρχ. Κ ο τ ζ ό ς άλλοι εκ τών Σλοβ. ριζών k u t s και k u t άλλοι εκ τοΰ Ί σ π α η κ ο ΰ coxo και του Ιταλ. coscia και άλλοι Ικ τοΰ Έλλ. κοντός)

κουσσονεφρίζω

ρ. έ\εργ. διά κτυ-

πήιιατος προκαλώ εις τινά βλοβην τής σπονδυλικής στήλης, κουσσόςχνεφρά, πρβλ. τό κουτσομύτης, κοντσοδόντης κλπ.

κονχροϋλλα

ή, άρσ. ό

κουχροάλ-

λης, κουρευμένος, φαλακρό,ς κατά Ξανθουδίδι]ν εκ τοΰ κ ο υ τ σ ό ς και τ ρ ο ΰ λ λ α(=κορνφη^, κατά Κοραήν εκ τοΰ κοΰτελον. κουζοϋχο τΓ, δ ΰδροχόος, ο σωλήν δι* ου εκρέει τό ΰδωρ της κρήνης (ιταλ.

τρέχω πρβλ· τό κ. τό κόβω

κρονφά

επιρρ. τό κ. κ ρ υ φ ά

καί

ρ. χςούβγω, κρύπτω κυβοϋρι ίδέ κ ι β ο ΰ ρ ι. κύπερη τρικός.

Λαλώ Ιον λέγω 2ον λέγεται επίσης ε<ί τής ελάσεως κτηνών, οτε δηλ. προτρέπει τις ι έ ζώον νά βαδίση. Λαμαρίνες η, είδος χόρτου. Λάχει ρ. λ α χ α ί ν ω τυγχάνω, επιτυγχάνω. Λεβέρω σηκώνω, τραβώ, flevare ιταλ·^ καί μεταφ. αντιλαμβάνομαι άλλά καί προσορμίζαι ν. δ. (ε* τοΰ arrivare.)

Λειχρχά καί ρ, λειχριώ

ν

ή, φυτό ,

κΰπειρος

οπισθοχώρησαν.

λειτουρ-

γία καί λειτουργώΛέσι

με τοΰ

λέγω κ. μέ λένε

εκ

τοΰ μέ λέ^γου^σ·.. Αεύχερος Αηος

δ, ελεύθερος, άγαμος.

δ, Ηλίας, δνομα κνριον.

τα, τά ελαιόφυτα* καί άλιμένω

περιμένω,

εκ τοΰ αναμένω άόρ. ελίμενα. Λιμιώνας δ, λιμήν εκ συμφύρσεως τοΰ λ ί μ ν η χαί τής τοπονυμικής καταλή ςεως—ώνας. Αισμός

ό, άντί λιμός, πείνα.

χον λόγγου alia lunga).

επιρρ. άμέσως. (Ίταλ.

Λογιέται τοΰ λο^οΰμαι

καί λο-

γαριάζομαι, νομίζομαι, θεωρούμαι. δ ια-

κύρης δ, γεν. τοΰ κυροΰ τό θη?# κ ε ρ ά δ. ι. πατήρ.

1κώλυσαν

Λσλά ή, μάμμη. ΚατάΧατζηδ. λέξις παλαιά μικρασιατική καί νΰν τουρκ. Λάλες ό, τό λείριον είδος άνθους.

Αιμένω

ιδέ «γ ίν ο μ α ι.>

Κοφχερή ή, δρμος Βορείως της Κάσου, τό ονομα ελαβε εκ τών εχει ευρισκομένων κοπτερών λίθων. κόφχω λάσπη.

Αάκκα ή, Συνοικία τής κωμωπόλεως ε Αγία Μαρίνα δπου καί ή εκκλησία «Χριστός τής Λάκκας.» Έ λ α βε τό δνομα τοΰτο ώς ευρισκομένη εις χαμηλότερον Ιπίπεδον.

Αηόφυχα

condotto )

κονφούνια

Λ

to, διαβήτης ιταλ. cem-

Αογιώ(ν)

τοΰ λ ο γ ή συνήθη μό-

νον εϊς τήν γενι κήν λ ο γ ή ς , εΙδών π.χ πολλών λογιώ(ν) πολλών ειδών. Αοζέχχα ή, έκ τοΰ Βενετ. loggetta =Ιξώστης.


Μακρά ή, ^ήσος τ ή ;

Κάσου δ% νομοζομένη οΰτω ώ : εκ τοΰ επιμήκους

Αόχχος δ, λαχνός, κλήρος ίταλ. lotto. S P h B Ι Ι φλόγα. Έ κ τ<·ΰ λόγχη κατά Ξανθουδίδην ενεκσ τοΰ λογχοειδοΰς οχήματος τών φλογών» είτε και έκ π^ρεννοήσεως τής εκκλησιαστικής φράσεως λ ό γ χ η τ ή ν π λ ε υ ρ ώ ν έκέντησαν πρβλ. και τήν σημασίαν του ρ. κεντώ. Λουάρι

τό, ΰησανρος

άλλως

σχήματός τη". Μ α μ μ ο υ λ ε ΐ καί μαμμουΐίζει ρ. μ α μ μ ο υ λ ί ζ ω κ. μασσουλίζω πεποιημ. λέξις εκ του μα-μα φωνή τών βρεφών δταν ζητούν τήν τροφήν των. Τρώγο) όπως τά βρέφη δι* §λλειψιν οδόντων εκ του αρχ. μ α μ μ ά ω , μασταρίζω και μαστιχάομσι. ς

λο-

γάρι ΰποκορ. του λόγος. Τό άρχαιότερον παράδειγμα τής χρήσεως ταύτης ευρίσκεται είς πάπυρον Όξυρύγχου

Μανίκα

Μανταχεύγω do ρ. ε μ α ν τ If τ ε ψ α φανερώνω, καταγγέλλω εκ του:

Λωλάγρα ή, αταξία, μωρία, ηλίθιοτης έκ τοΰ λωίλός έκ τοΰ άρχ δλωλός και α^ολωλός.

Μανταχο τό, αγγελία, εΐδησις εκ τοΰ Ίταλ. mandato λατ. m a n d a t u m έκ τής ότοίας και ή βοζαντινή λέξις μ α ν δ α τ ο ν.

Λωλλαίνω και μεσ. λωλοίνομαι, άόρ. έλώλαινα 1 τρελλαίνω, τρελλαίνομαι. Διά τήν έτυμολ. ίδέ «λωλάγρΓ:.»

\oiooav*aq

δ, κ.

πρβ.

τό

και κ, περιχειρί

Ίταλ.> man ica.

τοΰ β', αιώνος.

Λώνω μπερδεύομαι άγκυλώνω.

ή, δ πως

Μαντινάδα

ή, και

μανχινά

ή, έκ

τοΰ Ιταλ· mattinata και βε·\ετ. malinada

κ.

άσμα

άδόμενον

τάς π ρ ω ι ν έ ς ώρας.

Σήμερον σημαίνει δίστιχον.

λόξυγγας

αρχ.

λύξ-γγός.

Μανούλια τύρου.

\υροαοάμπουνα τά, ήτοι δ συνδυασμός τών οργάνων λύρας και σαμποΰνα; (=άσκαυλος·)

Μάρανα τά, πληΛ. τοΰ μα'ρα-θον όπως τό άρχ. δνομα τοΰ γνωστού φυτοΰ μάλαθρον καί μάραΟρον (γαλλ

lenonit.)

Λώρος δ, ομοιον μέ τό άρχαιον λ ώ ρ ο ς (=λονρι) οΰτως ονομάζονται, οί αγροί οί έχοντες σχήμα λώρου ήρ 9 σιενόμαχρον.

Μάρχα

Μάδια

κ.

μακάρι

Μαϊδιά

κ.

έπιρρ.

Μασονρόχουρνοδάχ τ ν λα τα, μασοΰρι Ι τόρνος^δάκτνλα=:<ίτρογγυλά·

μ α γ α-

Μαααάχι

ΐοδ μεγάλου

της 1

άκόνιον τών

Μασχραπ&ς τονρκ. μασραπα δνομασία ύαλίνου, πηλί>ου κ< 1 μεταλ-

μεγάλης κεραίας «μεγίστη»,

τό, τονρκ.

μαχαιριών.

I τετράγωνον ίστίον επί

γνω·

Μασουρίζ ω μετχ. ΐ'ασοί'ρισμένος ρ. μεταβ καί άμετοβ. συν. του 1 αΛ XS ν 9 λαμιζω. ο. u

τά, χρήματα,

Μαΐοχρα

ή

Μααουράκι τό, συνων. μέ τό «καλαμάκι» χό πηνίον ύφανί'. Τ ό ρ —

τύ, Ιδέ | 1 μ α δ ι ώ (*)·

Μαερίζω ρ. μεταβ I ί Ι ω μιαίνω.

δεδεμένον

εΰκτ.

ή, άντί Μάλτα ή,

σ ΐ ή νήσος.

Μ Μαγάρι είθε.

τα, τεμάχια ·\ωπυΰ βου-

I

λίνου άγγείου προχόη.


—159 — ' μ α ν ο Η ν λ ΐ ϋ μ έ Ί α τά, π α θ . μετοχ. του [»χί] 'μ α, ν J κ υ λ ι ο © μ α ι αιμόφυρτος. Μαύρος δ, μέλας, και μτφρ. ύ δυ" στυχής και /ιολλάκις εχει τήν σημασία ν του ίππος, έκ τοΰ αμαυρός ιτ. maurus. Μαυρό(γ)υλοι εκ του μαύρος και (γ)όλλθΓ, άρτος επιμήκους σχήματος. Μάχομαι λώνω.

πολεμώ,

Μ ε ζ ξ ά τ ς το, πλειστηριασμός.

μανδρόσπιτον.

τ-, μόδιον μέτρον βάρους 1)2 κοιλςν Κων)πολεως έκ τοΰ μόδιος Μ ό λ Ά Χ ^ ς δ,πληδ. οί μολάκοι τρεπεζιτας δδόντες molaires. H I όμ.π&λ'Χ τά, τι mobile.)

έπιπλα

(Ίταλ.

Λ Ι ο ν ο δ ο ν τ ο Ο ή, ή έχουσα μόνον ενα δδόντα.

οργίζομαι μαλ-

Μ ό ν ο ) ιδέ ά μ ώ ν ω. Ι Μ ο α κ ο κ * ρ φ & ά ή, ή γαρυφαλλιά.

τουρκ.

δημοπρασία,

Μ ό α κ ο ς έ, μάσκος κ

μόσχος λατ.

moschus ευώδης οδσία.

Μ δ λ ά ΐ ή | ή, έπιδ. έκ του μέλι γλυκεία ?πως τύ μέλι μελίτινος κ. μελένια. Μ s p a ή, κ μεριά έκ του μέρος. Λ Ι ε ρ τ 2 χ ή, θάμνος έκ του άρχ. μύρτος ή καί άλλως μυρσίνη. Λ ϊ ε ρ τ χ τά, δ καρπ:ς 1 f . ιο. τα μύρτα,

τής

μερτιας

Hff&fj(i)}X0; δ, ή ήμέρωσις δ έ ν ? χ ω μερωμό δεν δυναμαι νά (κατα-) πραϋνΟώ τό ρ. Μ ε ρ ώ ν ω μετβ. καί άμβ. καί jj.eμετ. μ ε ρ ω μ έ ν ο ς πραΰνομαι καί πραυνω. ΛΙετχ'ξο(υ):ράΏ&χστχ ταξοΰφαντα.

τά, κ. με-

Λ 1 ε τ χ ρ ά α σ ε & του pt μ κ τ χ ρ ά ξ ω έκ του μετά καί άράζω ν. 8. σηκώνω τήν άγκυραν καί μεταφέρω τό πλοιον εις άλλο μέρος δπου καί αγκυροβολώ άρχ. μεδ.—άρμιζω. Μ ^ σ ε ύ γ ω d. άμτ. άόρ. έμίσσεψα αναχωρώ φεύγω έκ του λατ. missus του p. mittere_ Μ£ατ;κο(ν) | | μετά κεραιών.

Μ τ ο ,

είδος

ιστιοφόρου

Μ&3ΰρ& τ:, έκ του άραβ. Μίσρ καί Μ άορ, ή Αίγυπτος καί συνεκδοχ. τό Κάιρο v. I

Μοορχροϋκχ

ή, μεγεδυντ. τοδ

Ι Μ ο υ ρ ^ ή, πρόσωπον έκ νοαπκοΰ muro.

του

Γε-

Μ ο υ σ α ύ ο ς * τά, τά χαρακτηριστικά τοΰ προσώπου. Μ ο ϋ α α ο ς δ, χ. μούτσος ί παις Ιταλ. mozzo.

νάυτό-

Μ ο ο χ τ ά ρ η ς δ, (τουρκ.) δήμαρχος· Μ τ τ χ & ρ ά χ ι τό, (τουρκ.) όμίς. Μ π ^ ρ δ ά χ ς τό, (τουρχ.)

ποτήριον.

Μ π ί β μ . ' χ τ χ τά, έχ τοΰ έμβάσματα έχ τοΰ έμβαίνω, οί άρραβώνδς=±οιότι είσήρχετο τότε ό γαμβρός είς την οίκίαν τής νύμφης. Μ π ά β ο ο β ΐ άντί έμβάσωσι ήτοι νά σε άρραβωνίιουν τοΰ ρ. μπάσσω Ιδέ μπάσματα. Μπχτχλεύγω χρηστεύω. Μπχτχρέχ ιταλ.

batteria

έκ τοΰ τουρ*, α-

ή,

τό

γενικώς

πυρ οβολεΐον πλοία φέροντα

πυροβόλα. MwxTittCx προγαμιαία

τά, έκ του

δωρεά

ήν

έμβατίκια

δίδει

γαμβρός 6 πενβερός του εις τά σματα

τόν

μπά-

ό. ί»

Μπέρκς μπορεί.

είς

(τουυρ. μ π έ λ χ ι )

Γσως κ·


—160 — Μπεί>|*.πέρης

barblere

χουρεύς. Μποτνω προστ μπίας χ.

πιάνω έχ

του

Δωρ.

άντί πιάζω

του συλ-

λαμ{3 ίνω. Μ π ς λ ό τ τ ο ς δ, έχ του γαλλ. pilote δ π)οη*|4ς ιδίως παρ» τή ' Εταιριίβρ τής Διώρυγος Σουέζ, παρ1 \ έργάζονται οί πλείστοι τών Καλίων. Μ π ς σ τ ς κ ο ς δ, έχ του

έμπιστος^

Μ π λ ά β ο ς 6, (Ίταλ. blavo) κυανούς χ. μπλί. Hf 96 ό λ ο χ ή ^ϊδ^ς υφάσματος χατά Βυζαντ. έκ τοΰ έμβολίς. Μπονχββχ

ή»

(Ίταλ.

bonaccla)

γαλήνη. Μ π ό σ σ ε ς ή, ττληΟ. του μ . π ό α σ χ ή, υποχορ. [j.tcOOO 7//.0 έχ τοΰ ίταλ. boccia ή φιάλη, ΐ; φιαλίδιον.

Μποττόνςχ τά, βΐδος κοσμήματος χόμ,^οι χρυσοΰ ώς οί του χομβολογίου διάχενοι χαί διάτρητοι έκ του Ιτ. botfonc. ΜποΟκχ

m δνομα μιχροΰ ορμίσκου τής Κάσου ίζ ου γίνεται ή είς τήν νήσον άποβίβασις έχ ίου Ί τ α λ , buca κοίλωμα ή boca στόμιον.

Μ

Κ

Ν

Λίά-jj.c ( Ί τ α λ . Home) φήμη. Β ϊ χ ν ά ή, ή άλλου ν έ ν α τροφός, παιδαγωγός έχ του Έ ν ε τ , nena άνάδοχος ή, * ν ε ( γ ) υ ρ ε ύ γ γ ι άντί ά ν ε ( γ ) υ ρ ε ύ ~ γ η Ιδέ ά ν ε (γ) υ ρ ε ύ γ ω. ' V ε π ρ α ( β ) ά λ λ ω έκ τοΰ ανά J καί προβαίνω άόρ. ένεπρό(β)αλα 1ον)·άμετ. προκύπτω προφαινομαι καί 2ον) μεταβ. προβάλλω, προτείνω, ν ε π έ τ ο τδ, ή σιιρά. Ν ε α ύ ρ ν ω Ιδέ άνεσύρνω. ' ν ο ώ ν ι ο Ιδέ τδ άποσώνω. ' ν ε φ χ έ ν ω Ιδέ άνεφαίνω, ' ν ε χ ' χ σ κ ό ' ζ ω έκ του άρχ άναχάσχω καί μέ τήν Ιδίαν σημαοίαν ανοίγω τδ στόμα πρδς τά άνω. Μ 7 τ δ , νηοίς μικρδν άπέχουσα τής παραλία; τής κωμοπόλεως Φρυ. Ϊ Ι ί ο δ 2 7 . ή, κ. Ν ο τ ι ά άνεμος.

&

Νότιος

Ι Ί ί ο ο ο ^ ω του ν ο ι ώ 0 ω καταλαμβάνω έχ τοΰ γνώσω Ιγνωσα

γίνεται τδ

γ ν ώ ft ω πρβ. (άναγνώΟω κλπ.) πιν νώΑω καί τέλος

κατό-

νοιώΟα>.

Λ ί ο Ο ρ ς τ-, (τουρκ.) φώς τδ·

ΜπΓΐυλιττΙ | | | Ίταλ. bulMta κλήρος τί άρχ, '<γραμμάτειον» (Λουκ. Ερμ.)

ν τ χ γ ο χ ν τ ώ υπομένω (τουρκ.)

1ΐ96θυ/>λότ*χ τί, Μταλ brulotto |§ πυρπολικά πλοία, ήτοι πλοιον άλειμμίνον ρ έμπρηστικών υλών χρησιμεΰον άλλοτε διά τήν πυρπόλησιν τών έχΟριχών πλοίων,

ν τ χ κ ο ο οί πληί). τους ν τ χ χ ο υ ς δ,

Μ υ π ο χ ο ρ , μ,προκάκο* τ», οί πάρωνες είδος πολεμικού χαί έμποριχσυ πλοίου μιτά δύο ίστών, Μ ή , έχ του Μυλοποτάμου τή; Κρήτης χαταγομένη. Μ ο ψ ί ζ ω έχ του μωρδς γίνομαι

Κ

Μώ(Η*<* Mfe 4* του μωρδς τρέλλα,

ντελάλης

δ, κήρυζ έχ

τοΰ τουρκ.

δ κ. τάκος παξιμάδι έχ τοΰ τακών-ώνος.

'vTifjonrcx'JYi ϋ ρ. 'ντεροσπώ έκ τοΰ εντερον-|-3πάζω^"-3φοβουμαι. 'ντέ,οτ;

τδ,

πληΟ.

τά

ντέρτοχ

τουρκ. | ίσανα. VTVjfjT0O$jJ.X0 συστέλομαι

έχ τοΰ

ένττιρέομαι. ν τ ο β / , ν ο τδ,

( τ ο υ ρ κ ) καναπές

άνά-

κλιντρον. ντουν2ϊ;

h (τουρκ.; δ κόσμος.

ντο ορμά (Ti) ες | χ. ντολμίδες,


(έκ τοΰ γραφικού «Ις^διον») καί 2ον) ή νεκρική πομπή.

'ξ χ ϋ Ο ή

ή, άντί ;ανί)ή. έξαπολύω,/ άφίνο> *• Wi Τ

»

<ς<ν*.πλ& τό, έκ τοΰ λατ. exemplum

ιταλ.

lov) κέντημα 2ον) παράδειγμα. Ό

si molar?.

'ξ χ ν τ ο το, 8πο>ς καί χ.~ίρχέ Ι ξ χ ν χ Β & χ έ ρ Ψ ω έκ του έρνω ιδε δ ι α έ ρ ω.

φορογ. τό λέγει έςεμπλιον.

ητλόν.

' ξ ω ' Ι . έ ν ω έκ τοΰ ε;ο)-[-μένω. 9. Um ftja 1b (t*

ξαν'-|-δια-

ςωρ£ς<υ=ίςοριζω. Ο

1 ξ χ ν ο £ ( γ ) ω ίο ν) βλέπω, κοττίζω, καί μεταφ. 2 ο ν) φροντίζω περιποιούμαι

Ι/ άόρ.

έ;

Ιταλ

ΓΙορ-

ή,

/νοιςα. _έ

άντί

Έβραιο-

ποΰλα.

λζέρω vlacerc.

υπερβαίνω

καί

νικώ

ο λ θ ( γ ) ε ρ α τό, έκ τοΰ 8λος-[~γ2ρός (ζ=άρρηκτο;)=4λόκληρον.

Ιξεγνο&'ί/ζω άόρ. έ ξ έ γ ν ο ι α σ α άπαλάσ^ομαι τών φροντίδων, βγαίνω άπό τήν έγνοια ν, ίξεκορίΐΛ'χζο) άπαλάττομαι άπδ τδ κ ό ρ μ ι α σ μ α (8. ί.) ξ ε κ ο \ > Π ο υ ν ώ ' 3 ω = β γ ά ζ ω τά κουδούνια τών προβάτων ήτοι καταστρέφω τήν ποίμνην. ' ζ ε λ ' / . λ ί ο Ιδέ τοΰ

λ α λ ώ τήν

2αν

ση μασίαν ' ξ ι Ι Α τ υ χ ρ ν ι έ ρ ω έκ τοΰ Ιταλ. (sbar-

03Γβ)ζι:άποβιβάζ'ϊμαι.

ξ ε μ , π ε ρ ί ώ ν ω ρμ.

καί άμεταβ # ά-

θλθ*έΠ&Χ

τ/,

8λος-)-ιδιος=τά

ιδια

( ζ = ? μ ο ι α ) κα*)' 8λα 8. ί. ο λ ό ν τ ρ ε τ η ή, ολος-{-ντρέτη (—ίσος ίιαλ. dritto) κ. όλόϊσια.

ό λ ό ρ τ ο ς δ, Οηλ. δλόρτα ή, έκ τοΰ δλος-j-δρΟδς ή κατ άλλου; έκ τοΰ λορδόί~έντελώς ορΟιος, ό^Οίς. ί ί μ π * τ-, τό στόμα. ί ί ν τ / . ς κ α ι ί ί ν τ ε ; χρον. σύνδ.—8τε· Κατά Χατζ^δάκην τδ ν προσέλαβε έκ συμφύρσεως πρός τό ε ι ν τ α το δέ ς εί; τό τέλος κατά τό πότες; τότες, άλλοτε; κλπ.

π α λ ά τ τ ω καί άπαλάττομαι τ δ ρ. μπερ-

ο ν τ ϊ ; δ, (τουρκ.) δ ω μ ' τ ι ο ν .

οώνω π α ρ ή χ θ η έκ τοΰ

δ ο ε ^ ν ο τό, κατ* άναγραμματισμδν=

έν'περι-δένω.

'ξενάκζ- τό, υποκορ. τυΰ f ο έρχόμενος άπό τά

ξένος. έμβαίνο>ν

ξένα,

άπό

τό ρνειρο, |

ξένον

μέρος. ξζρίχιΐζ

προστ. τοΰ

ρ.

ξεραχίζω

ο > ν ς ( ) π ά Α η σ ι ;

βλέπει

#ήν νύχτα,

ήμερα-

ευθείας άδοο τ ;

άλλως

έκ

νά πλησιάζη την διεύί)υνσιν τοΰ ανέμου. ΐίρ<3χ-λ-Α-^πχντx

ξετέλε-

άντί

έξευγε-

μοιρολόγι ποΰ τοΰ

νεχρου

Ιταλ.»ανακω-

χεύο> ν. 8. πρόσαγβ. τύπος τοΰ ολοζ :.:πας

δλόκληρ ος. θφκχ&ρ(δ,

έκφοράν

άμτβ. ν. δ

παραστρατίζω

νισμένος. γίνεται κατά τ/jv

καί

φω τήν πρώραν τοΰ πλοίου ουτω; ώστε

ο υ Χ ο ς έπι/).

τό, 1αν) τό

μ β τ.

«προοάγω» (άρχ. άνατοι/έω) ήτοι στρέ·

μ α κ. άποτελειώνω. ό,

όρνιθες)

τής

ς ε τ ^ λ ε ύ γ ω καί ούσ. τ'σ 'ξευγεν&<3|Ρ.ένι*ς

αί

λωπία.

έκ τοΰ εςω καί στράτα δ. |

,

8π«>ς

O / x r / . p ω ρ.

' ξ ε σ τ ρ χ τ ί ζ ο> ~~ έξέρχομαι

δ-

ράσεως (καθ* ήν δ πάσχων δέν

—σπάσε τ/jν ρ ' χ ι ν του. <ςε fi τ ώ ν ο> ---δ ιατη ρο | μα ι.

τής

δ

εύκαιρος

κενός, άδειος, ίκ τοΰ γίνεται

τής μειά τοΟ ίρΟρου

οφκαιρος

συνεκφοράς»

έκ


<ίχεντνοχ==ϊχιδνα ή» τοΰ άρχ,

π χ ρ τ ό τ δ , = χ . παλτδ (γαλλ. paletot) =5πανωφόριον.

διότι προσέ-

π & ς ερωτημ. χαι δισταχτιχδν μόριον

ο ψ έ χαί ίιψές—^Oi^t έχ δ^έ έγινε

δε καί έ ψ έ ς

λαβα το ς χατά τ

χ θ ε ς , προχθές χ λ π

ζ τ μ τ , π ω ; , π ά ς κ α ι—Γσως και πχσχρελλ* μα εμπροσΟεν τοΰ

π χ γ κ ί , λ ζ τδ, (ιταλ.

banca)

μέρος

έν ω φυλάττονται τά τρόφιμα. έχτοχύ-

χλιον (γαλλ sextant) το ναυτιχόν οργανον* δ, τετραγώνον ίστίον τών ίστι&φδβίΐ»ν τδ δποίον ευρίσκεται εις τον μεγ&ν ίστδν, τρίτον χατά σειράν προ; τά ανω

Ιΐαμπαφιγχος

π λ ω ρη δ*

τρίτον χαι πάλιν 'υτίον

άλλα

τοΰ

«άχατίου ίστοΰ» ν. δ.==:φωσώνιον.

π α ν τ ή χ ν n.=i-

παντώ, συναντώ άόρ. έ π ά ν τ η ξ α (sx τοΰ υτ;αντ'ω χαί τ: μέσον απαντήσω.) πχ^τοαύνχχτχ

τα, τα άπδ «παν-

τού» ουναχΟέντα—διάφορα,

τά Κοραή ν s κ τοΰ πατώ μέ σιν,

χατά Χατζηδάχιν

σπαλεύγω

παντοειδή,

νιορτδ;.) τδ, χ. πατ«ουλάκι άρχ. πα^σάλιον. πχοτρικο;

δ

παστρεύγω

καδαρος έκ

«παρτεύω

(έχ τοΰ σ π ά ρ τ ο ; δ

γνωστός θάμνος

έ; ου κατασκευάζονται ή σκούπες) ναντάται εις

παλαιά

κείμενα

τοΰ «πάτερ-ήμών»)^ - » • τδ,ζαΰλι τδ κτιστον χαι

υποχβρ. * τοΰ π ι πέτρινων κάθισμα

τδ εξωδεν τ ή ; Ούρα; οίκου,

cula) x. πανούκλα—τανώλης.

χατ3ι συνίζησιν = πλε2ά.

γη α

·- :··•-

παραφρονώ.

πχρχμχν** ρ

Ιον) ή βηλάατρια

tcs3>,

ή,

τδ

παρά

την έ-

άπδ του;

χαί x X s ^ i ,

πλειο

π ε ν τ ι χ ο φ χ ( γ ) ο > μ « έ ν ο 5 δ, έχ τοΰ πεντιχδ; = πο*τιχδ;) δ φαγωμένος απο του; ποντικου;:=μοόβρωτο; ή μυότρωχτος% τά, έχ τοΰ

περίγυ-

ρος, τά περί χαί γύρω μερη. π ε ρ ς Π χ Ι ΐ ά ζ ω ρ. μτβ. Ι ο ν ) κάμνω πε-

οτίαν μέρας.

^

• | ί ν u£s:t ον)

πε'.ο

ίσως διότι

επιρρ, έχ τοΰ πλέον χ α ; π λ η δ . τά π λ έ α

2ον) ή μητρυιά. wapxvwrrti

σ π α-

π χ τ ε μ ν ^ α τ ά , = τ δ χομβολόγιον (έχ

ίππου; (Βυζάντιος.)

επαραλό-

συ-

I τ ρ ε ύ ω.

το χ. 'πανδρολογώ:ι;προξενεύω τδ άρχ. νυμφαγωγέω* π χ ν ο ϋ γ λ * % (sx τοΰ λατ. panu-

άόρ.

τοΰ

κ, παστρεύω καθαρίζω

εί; αύτδ ξ ε π ε ζ ε ύ ο υ σ ι

παράξενα,

π «-

(έχ τοΰ π α σ π ά λ η = χ ο -

ποικίλα.

τ · τ ά

άναδιπλω-

είναι τδ

τδ άρχ. χαδαίρω έχ τ · ΰ

η πανούργο; γριία· Ι ί χ ν χ γ ί χ ή» χωρίον της Κάσου έχον ναδν άφιερωμίνον τη θεντδχφ, πχντίω—μεταδίδω, διαβιβάζω, πχντίοσω

ίσταται δ κυβερνήτης τοΰ πλοίου (ν. δ.)

έχ

ν. δ.Ξζζφώσων» δ

μεγάλου ιστοΰ δπου

Λ χ β π χ τ ε ύ γ ω = ψ η λ α φ ώ . ψάχνω κα-

π χ Χ χ ί β τ ρ χ ήϊ δ εξάς το

τδ

passerelle)

ή γέφυρα τοΰ πλοίου, ήτοι στενέν ικρίω-

Π

τών χάτω

ή, (γαλλ.

μτχ. τοΰ π α ρ αά φ 2 ο ν )

λει^ιν τ ή ; λε;εω;

χατά παρά-

ζ ω ήν:~-άποβνήσχω

ζ^άκοϋαμμίν ο, παρέα, ή" συντροφιά.

«

)

ρίπατον (τδ τουρχ. σιριανϊζω χαι το

ιτ.

αολασαάρω 2ον) άμετ.

ξε-

διασκεδάζω,

φαντώνω. έπιρρ. έχ τ · ΰ ρισσώςι™ ί>περ£ολιχά.

άρχ.

π·*


G a S a ή, και δσκιά=/) σκιά. <3*2 X H o * 2 i ίπιρρ. έλαττωτικδνιπτούλάχιστον, καν έκ του χαι ά ν χατά συνίζησιν χ α ι α χ ι ά κ ι ά ς χαι υ atapov σ χ ι ί ς χατά τό χ ι υ λ α ς κλπ. sx τ ή ; συνεκφοράς. βχάΧ&ξ ή, ένιχ. ή σχόλη—έορτη. tlivai ή αρχαία λε;ις σ χ ο λ ή λαβοί»σα την νεωτέραν βημασίαν παρά τοις χ ο ι η ι α ν ο ι ς διά την , άργίαν χατά τάς έορτας. Τδ αντίθετον καματ ε ρ ή (Τ ί) <JttαΟνχ

ή,

ν. δ.

εΐδος

ήμιολίας

(schoner.) • δ, πλη8. σ κ ο σ α ι άρ η (δ) s ς=π:είσμων, άτί&ασσος, άπειθής, ισχυρογνώμων. πρβλ. (Ιταλ SCOC-

c'are.)f σ * α ο Χ α ύ ; . ι . ε ν τ ; > χ καί σ κ α ο λ ο ο μ . ε ν τ ρ £ χ ή, κ. σαρανταποδαρούσα έ< του άρχ σκολόπενδρα. β κ ρ ό φ χ ή χ. γουρούνα τδ άρχ.

ύς,

συς.

σ ο Χ " * 3 3 χ . ρ ω = < ά μ ν ω περίπατον ( i t . sollazzare) τδ άρχ, διαπεριπατέω τδ, τδ 1 ο υ έ | τής Αιγύπτου δπου εργάζονται πολλοί Κάσιοι. α α \ > 6 Χ ο > τ ό ; δ, κ. περαστικός, δ;ύς,

οοολοομ,ας ^

σουβλεοίς

δια-

sublimatum)

=:(διχλεριουχος υδράργυρος κ. σουμπλιμε)^= τά ψιμμύ&ια διότι ώ ; έπί τδ πλείστον ες αύτοΰ κατεσκευάζοντο ταύτα J.& τδ, ή ca\>XoO*c 3*

τοΰ σωλήνα 3ωληνάριον, etvj^T^o.ti τδ, τδ κ. σακάκι.

δ, (τουρκ.) άνθρωπος άνοικοκύρευτος.

τά, τά σημϊία, χαρα· <τηρΐ3τικά. Έ κ \οΰ σύσσωμον τη τρο» πη του φΟόγ/ου ι sic ου (ώ; s ο υ π \ ά σουσάμι κ,τ,τ.) Τήν Γδιαν σημασίαν έχει και ή λέξις μ ο υ σ ο ύ δ ι α ήτις παρήχθη έκ του σουσούμια κατά τινα άναγραμματισμον καί σύμφυρ^ιν (Ξαν Οουδίδης.) [

β ο υ φ α ς δ, έκ του τουρκ. κ. καναπέ;

ο σοφάς,

σ π ε α β χ ρ ί χ ή, έχ του ίταλ jpezieria, τδ φαρμακειον.

<3ο*γγρο\>νοφαρεμ.έν;η ή, έχ του σσαγγρουνιά, χ. τ»αγκρουνί£ω, τδ αρχ. άμύσσω, ή λέςις φαίνεται δνοματοιημενη. Ή τ ο ι ή φέρουσα «σσαγγρουνιές» δηλαδή ή έ* λύπης ή στενοχώριας τινδς προκαλούσα άμυχάς είς τδ ίδιον α ΐ τ ή ς σώμα διά τών ονύχων της. to,

(τουρχ.)

χ. ή λά-

σπη, ή ιλύς. c a x v x x ? * τά, τά πιάτα, τά πινάκια λεςις τουρκ. ή μάλλον περσική, σ β χ ν τ ^ ρ : τδ, χ. τσαντηρι. α β ε μ π έ ρ ; τ*, χαί μεγε&. ή σ α ε μ· πέρ α α<ηγχ£Χ& τδχ χ. τσιγκέλι, ή αρπάγη σ α & : Α π λ ο μ . μ . ά τ χ ή, έκ του σσίμπλα (λύμη εών οφθαλμών* χ. τσίμπλα), ή έχουσα μάτια γεμάτα «σσιμπλες.» « S O O x i X t τδ, χ. τσουκάλι (εκ του Ιταλ. ZUCCa, κολοκύνθη,) ή χύτρα, σ σ α \ > ρ μ . έ ρ ω χαί 1ς ^ύ και σ σ ο υ ρμ α δ ώ ρ · ς Ιον) δ επί χε^αλή* τών ναυτών οΓτινες χρησιμοποιούνται κατά την κα&ελχυσιν του πλοίου καί δστις δίδει τά παραγγέλματα (ίδε τδ 25ον μουσικδν μέλος τοΰ παρόντος) 2ον) δ αναλαμβάνουν την στρατολογώσιν τών καταλλήλων προσώπων διά πλοιον τι* α τ χ ΰ ό ρ ς τδ, είδ^ς άνθους δμοιιζον μέ γιασεμί, α τ χ . Χ χ άντί σταλαματιά σταλάισω, σταρόν.

έκ

τοΰ

OTjt;j.7viXcx oi ποιμενικοί κώ* δωνες β τ * μ . π χ ο > τ ή ή έχουσα σ τ ά μ π ε (ίιαλ. stampa) σφραγίδες, στολίδια. β τ χ ν ^ ό αα\)-~ά*ουσίως σου, δ Κος ραής τδ παράγει άχδ τδ σ τ ε ν ό ς δ δ έ Ξαν&ουδίδης (δπερ και πιθανότερων) ε* του σθένος.


Α τ ά β β ω άόρ. ησταξα, στάζω. ! Ε τ χ υ ρ < > ; 4, Συνοικία

τής

χωμο-

π&Αεως'Αγίας Μαρίνης έχουσα ναόν άφιερωμίνον ΐ ΐ ς τόν Γίμιον Σταυρόν. π τ ε ρ ε ύ γ ω άέβ. έστέρεψα, οτειρεύω. Χ τ ι χ κ ο ; 4, 4 ix Κρήτης καταγόμενος.

Σητείας

ή, μαχαιριές

τής

έχ του ίτ.

stiletto, έγχειρίΙι·ν. σ τ ρ χ τ ί ζ ω έκ του β τ ρ ά τ α (2 Ι.) 4&ευω, περιπατώ. α τ ρ χ τ ί τό, χαί α τ ρ χ τ χ ή, 4δός, ix του λατ. strata via ή έστρωμένη σ τ ρ έ φ ω Ιον) ώς τ4 άρχ. και «τρέφομαι

4

όδός. στρέφω

2ον)

έπιατρέφω

3ον)

έπιρρ.

έντελώς

χαλά

μεταβάλλομαι. αύγκχλχ (βυν-|-χ«λά). σ ύ κ κ ε ρ ο τό, (!χ του

οί>ν-|~κηρ4ς)

τ4 μέλι τό ί χ · ν χαί χηρόν. το άρχ. συγκλυζω γίνομαι άνω χάτω. βυν<>ρ£ζομ.χς τ4

χ.

συνερίζομαι

β υ ν τ ύ λ ς ( γ ) μ . ' * (ουν-f τύλι(γ)μα) έχ τοΰ άρχ. ταλίσαω, δφασμα γιά

νά τυ·

λ ί ^ τις χάτι. Α\>ντέφ& το, έχ τοΰ τουρκ. ή μαργαριταρόριζα άρχ. κόχλο:. σ υ ν τ η ρ ώ παρατηρώ μετά προσοχής. β υ ρ γ & χ ν έ ζ ω καί α υ ρ γ & χ ν ώ έχ τοΰ τουρκ. (^μοιον μέ τ , οολασαάρω) περιδιαβάζω. αυρ|Λάμ.ενχ τ·ΰ ·ύρω.

τά,

τά

έρπε ά

έχ

σ φ χ ζ ς κ ε ς ή ι νομίσματα ρωαΐκά άξιας 4 γροσίων (Ζ Χαλχιάδης.) ο ώ ν ω άόρ ή σ ω ο α Ιον) φίάνω έξαρχώ 2ον) ουμπληρώ* τήν δευτέραν αυτήν σημα·ίαν έχουν χαί τά σύνθετα άποσώνω χαί νεσώνω τό δεύτερον αυτό παρήχθη χατά ΕανΟουδίδην έχ τοΰ

1

H

^

B

ταϋλα.

τ*( γ ) ήβ&ους τους, έκ | α (γ) | ς

κακωμένους.

τεΓαγ·μένον μέρος τοϋ σιτηρε·τίου τοϋ στρατιώτου | τοϋ ίππου του (τουοκ. τ α ΐ ν ) έξ

s

οδ καί

ή

βημαύία

τής

βρόμης. τ χ ( γ ) & 4 ω άόρ. έ τ ά ΐ β α—σιτίζω. τ χ λ λ ο έ ρ ; τό άρχ. έλεος ξύλινο ν σκεύος της κουζίνας έπί τοϋ όποιου έπλαττον διάφορα ζυμαρικά (Ιταλ. lagllire.) τ χ π : χ ή, τουρκ. πρόχωμα. τ ί η ι τό ύποκ· τχαάκ& κύπελλον μικρόν έγον όχήμα λεκάνης έκ τοϋ τουρκ. τ χ τ χ ς ό , άνάδοχος. τ χ ϋ λ χ ή, όανίς, καί συνεκδ. αϊ κατά γης έστρωμέναι σανίδες έ'ρ ώ ν έτίθεντο τά φαγητά. Έ κ τοϋ ιταλ. tavola fij τοϋ λατ. tabula. τχχτ&*6; ό, ό στρατιώτης. τχχί> τό πρωΐ. τ ί Π ο ο ο ς ό, θηλ. τίτϊο&χ άντί τυϋ κ. τέτοιος, τοιοϋτος. τ*λε&χ έπιρρ, δλως διόλου τό άρχ, τελείως. τ ί ρ μ ^ ν ο το (Ιταλ. term! e r m l n e = τέρμα) τό τέλος της ζωής. τ ' ^ ό γ ί χ ή, στέφανος, κόσμημα, (έν. zo]a, zogia τό Ιτ· gloja ) καί μεταφ.στολίδι, τ £ γ χ ρ : ; έπιρρ δισπχκπκ· καί έρωτηματ. έη. τοϋ τί γ ά ρ ή—μήπως; χί% όμοιονμέτό έρωτι,μ. τ I έκ τοϋ r I δ ά. τ & ρ χ ρ . ο λ ά ρ ο μ . * ν. υ τραβώ πρός τό μέρος μου «μεθέλκω.» τ ο μ , χ ρ ί ν ς χ τά, ύποδήματα κατασκευασμένα άπό «τομάρι» δέρμα* τ α υ λ ό γ γ ο υ έπιρρ. άμέόως, (Ίταλ· alia

iottVltff

Τ

τ χ ( γ ) ή ή βρόμη. Έ κ τοϋ τάσσω, είς τούς Βυζαντινούς σημαίνον τό

lunga)

τ(*ύ]ΐ.πχνχ τά, τά κ. τύμπανα, τ ο υ π ε τό, φόρμα διά μυζήθραν έκ χόρτων πλεγμένων. τ & υ ^ τ ο ΰ ΰ ΐ * τά, έ ν ι κ ό ς τό τ ο υ ρ τ ο Ι (6) ϊ ό π ω ς ύ τ ρ α χ α ν ά ς | | | | |

τράγος.


τρ*ο\>6<& άντί τραγουδώ. Τ ρ ο ϋ λ λ ε ς ή, δνομα όροπεδίου. έν Κάσψ ΐ^ως έκ τοϋ «τρούλλος» ώς έκ τού σχήματος· Τ ρ ο ύ α σ ο ο λ α ς ό, δρος είς τήν Ν. πλευρών Τ ής Κάσου. ΐροφ£μ.&% ή, έ λ λ ε φ ς τροφών·

Ύ *1·πά<η(ν) κ. πάνε.

άντί

ύπάγουσιν

τό

Φ

φ χ ο λ ό ν ο τό, (κατά μεταθ· έκ τού φαινόλιον λατ. paenula, έκκλησιαστικύν φόρεμα, έ£ωμίς. φ ά λ α χ ψευδώς έκ τού Ιταλ. falso. φ&ρφο·ορΙ ό Κοραής τό παράγει άπό τό πορφύριον «ψαβεντιανόν σκεύος» τό έκ πορσελάνης κατασκευασμένο ν. φ χ α κ ς χ ή, τά σπάργανα τού βρέφους (λατ. fascia·) φ%φοΰτ&κ% έπιρρ· δπως ό φ χ φ ο ύ τ γ ] ^ ό, ό άνευ οδόντων, νωδός. φ έ λ λ τ ι ή, τό κ. ρελί έκ τού λατ· offela (ι'%ποκ. τού of fa) τεμάχιον άρτου (γαλλ. tranche) ' φ ε λ ώ άντί ώφελώ. P ^ P w l Ή άντί θηκάρι έκ τού θήκη. « Ι π ν ί χ έ λ ο ς 6, χείμαρος έν Κά<*ψ. φ&νιρ*στήτ£ Ιδέ άορκράξομαι. φ ί ν * (έκ τού Ιταλ. fine έπιpp. θαυράσια. i i t t l Τ<,> 0 τ(χ λ· f I ο r e ν θ ο ς . φ λ ό τ τ χ ή, (Ιταλ. f Ιο tta)=στόλος, φ ό ρ τ ε (Ιταλ. forte) έπίρρ.—Ισχυρώς, p τό διχαλα^τύν £ύλον πού βοηθεΐ τήν φόρτωσιν τών Ε,ώων, στήριγμα. φονρ.ί'ζΐύ καί φ ο υ μ ι σ τ ό ς τό άρχ. εύφημί^ω, έγκωμιά£ω, όνομα χορού (Ιδέ μουσ. μέρος τού παρόντος) έκ τού «εύφημιστός» καθ' δν «έφοό-

μιΐ,αν* τούς νεόνυμφους, ήτοι τούς έπη νου ν αδοντες σχετικά TiJ περιστάσει δίστιχα. φ ο ύ ν τ ο ς ό (Ιταλ. fondo) τό βάθος ό βυθός. λ φ ο ΰ ρ κ κ ή, ή άγχόνη (λατ· furca.) φ ο υ ρ κ ί ζ ω φονεύω δι' άγχόνης Ιδέ φούρκα· φο\)ρνόαπ&το τό, τό δωμάτιον τής οΙκίας τό περιέχον τόν φούρνον έπειδή δέ ήτο έκτός τής κυρίως οΙκίας έθεωρείτο ώς άλλο «σπίτι » έ£ ού καί ή όνομασία. φ ρ ο κ ά λ ο τό, ή κ· σκούπα, τό σάρωθρον έκ τού φιλοκάλιον (Βυζάντιος) φ ρ ο κ χ λ ώ κ. σκουπίζω, σαρώνω, Ιδέ φ ρ ο κ ά λ ι. Φ ρ ΰ τό, | νύν πρωτεύουπχ τής Κάσου (έκ τπύ όφρύς ώς έκ τού σχήματος ) ' φ τ χ ρ μ . ό ς έκ τού όφθαλμός=ή βασκανία κ . τύ κακό ' μ ^ π έ£ ού ύ έχων καλό μάτι λέγεται εύφταρμος. φ τ /.ρμ.£ζω Ιδέ φ τ α ρ μ ύ ς = β α σκαίνω· τά, τά κ. αύτΐά έκ τού ώτία. τά, ώτα φ τ υ ά ρ ι τό, άπό τό πτυάριον ύποκ. τοϋ πτύου. φ o p t o καί φυραίνω=όλιγοστεύω ή, άντί κ. φωτΙά.

Χ ή, όροπέδιον δπου καί τό μοναστήριον τού Ά γ . Γεωργίου. χ * ζ ς * ρ ί χ & τό, (τουρ κ*) έγχειρίδιον τό. έκ τού τουρκ. εύτυχία, εύηρρρία. χ ^ ΐ α ε ρ ο τό, τό μαχαιράκι χ«μ.άμ,0 τό, τουρκ. τύ λουτρό ν. XTqi.-xcXaxt τουρκ.-^τό φυλακτό. χ χ ν * λ £ ζ ω καί χ χ λ α λ ί ζ ω (έκ τού τουρκ· χαλάλ) ^ • i v v j τού, τίτλος τοΰ Σουλτάνου (τουρκ. Χάν.) χ*ρ***.$1(?5)ε<5 οί, οί κλέπται (τουρκ. λέ£ις·) f χ * ρ κ £ & ς ύ / χαλκεύς,


168 χάαικος

ό, κατάλευκος. χε&ρομ.υλ£ζω στρέφω τόν χει· ρόμυλον· χ έ ρ * ή, άντί τό χέρι, ή χείρ. χ ε ρ α δ ά χ τ ο λ * έκ τοϋ χέρι—j—δά.κτυλα=δάκτυλα και χέρια· χ λ * ( 8 ) ΐ πληθό κλάδος, χολςώ πικραίνομαι, οργίζομαι τό άρχ. χολοϋμαι. χ ο χ λ ά ο β ω εΐται τό άρχ. κοχλάζω καί καχλάζω (όνοματοποιημένον έκ τοϋ κρότου δν κάμνει τό βράζον ύδωρ.)

χο*/λ2ος

ό, ό κοχλίας κ. ό σά-

λιαγγαςΧ ρ ι σ τ ό ι της Λ ά κ κ χ ς τήν λέ£ιν « Λ / έ χ κ χ · ) )

ό, ιδέ

/ ρ ο · ο σ ο ( β ) χ σ £ λ « σ χ ή, ή χρυσή βασίλισσα. χρο*ν>σομ.ερθον2α ή, έκ τοϋ χ.ρουσή-|-μερβυν1ά δ. ί. χ ρ ο ο α ο ς ό , θηλ. χ ρ ο υ σ ή ή, άντί χρυσός χρυσοϋς. τό, ή φθίσις | | ού τό χτικιάζω, χτικίάρης κλπ. έκ τοϋ «έκ τ ι κ ό ν» νόσημα, φυμα τίωσις ή.

χώνω

άόρ- ή χ co σ α, κρύπτω και μεσ. χ ώ ν ο α α ι , = κ ρ ύ π τ ο μ α ι τό άρχ. χ ώ ν ν υ μ ι μετά σημασίας ήτις ά\ ππτύχθη έκ τής άρχικής. (Ξανθουδίδης)

ψ ψ&χκή ή, δηλητήριον έκ του >]/ία£, ψ-ιάς και ψ-ακάς (Χατζ.) ψ ^ λ ο ί τό, τό ύψος, έκ τοϋ υψηλός. ή, έκ του ψ · ω μ ί + θήκη τό μέρος τίς τό όποιον έφυλαττον τούς άρτους· ψω ό, ό έκ τοϋ ( ψ ώ μ α = τ ό ψεϋμα και πληθ.) ψ·ά*ματα=ό φιλοψευδής-

ώ ζ ό τό, καί πληθ· τά άναγραμματ. τό ζωον·

φζά

κατ'

ώ μ , ό φ ο ρ ο τό, τό ώμοφόριον, τό ιερόν άμφιον δπερ φέρει ό ύρχιερεύς έπί τών ώμων. ώ ρ γ ^ ο τό, τό ώραΐο. ώ χ α ο έπνφ. ώ ς τό ώχ ! άλ) οίμονον·

ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ. Παρ' δλην τήν προΰπά&ειάν μας δ:τ ως ά.τοφύγωμν σφίΧματα αρκετά τταρεισέφρυσαν έν τω κείμενα). Σημειοϋμεν ενταύθα μόνον εννοιαν επαφιεμενοι διά τά aV.a είς την έπιείκιαν τοϋ άναγνώστον. Σελ. 5 στιχ. 4ος άντί το είκοσι γράφε και είκοσι

τά τυπογραφικά τά άλλο ιον ν τα την

Σελ. 15 *

2ος » Χαλκνάδης » Χαλκιάδης Σελ. 26 » 25ος » (τήν σκοΰπαν) καίουν γράφε (την σκοϋπαν/ το καίουν « 44 μετά την § 10 προσϋέσατε τό δνομα Κα 'Ελένη Κωστίδρυ Σελ. 45 οτιχ. 31ος άντί τά φλουριά γράφε τά φλουριά σου Σελ. Σελ. Σελ. Σελ. Σελ. Σελ. Σελ.

46 49 49 52 52 54 56

νττοσημείίοοις αντί ή δ έ γράφε ι δ έ § 15 μετά τόν τίτλον «Ναύτηζ" ποοσ&έσατε (2) οτιχ. 35ος αντί (2) γράφε (3) οτιχ. 5ος άντί Κυρίαζίδης γράφε Κυριακίδη; οτιχ. τελευταίος άντι μου γράφε μου στιχ. 10ος άντί έγλ....ακούσασι » έγλακούσασι στιχ. 31ος άντι έ(β)αλαγ γράφε έ π α λ λ α ν

τοΐχ

ΤΟΪχε

Σελ. 59 » 6ος i οσουκάλια g σσουκάλια Σελ. 7S νποσημείωοιςάνύφοάνον ται δημώδη, δοντο γράφε φαίνονται δημώδη, ήδοντο Σελ. 103 στίχος 31ος at'zi χαρέ; γράφε χάρε; Σελ. 124 οτίχος 17βς άντί σαμπάλια γράφε σταμπάλία Σελ. 130 οτιχ. 31ος άντι εχω ποΰ ποΰ γράφε εχω πειο ποΰ Σελ. 136 στιχ. 27ος άντί λΐ/γ)εύζΐ5 γράφε λΐ(γ}ένζ|$

, ggl 151 στήλη 1η στίχος 25ος άντι voltegglare γράφε volteggiare Σελ. 154 στήλη 1η στίχος 23ος άντι ήτοι γράφε ητις Σελ, 160 στήλη 1η στίχος 28ος αντί *γραμμάτειον» γ^άγε -γραμματείον*

Φ