Issuu on Google+

Οι μαθητές

του Δ΄1

24ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

« Από τον Ιπποκράτη στην αυλή του σχολείου μας»

ΜΑΪΟΣ 2014


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΒΟΤΑΝΩΝ Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο συμμαθητές, το Σέλινο και το Τσάι του βουνού. Αυτοί οι δύο φίλοι ήταν πάρα πολύ δεμένοι. Όμως μια μέρα το Τσάι του βουνού πήγε με την οικογένειά του να ζήσει πολύ μακριά σε μια άλλη χωρά στη Βοτανούπολη. Το Σέλινο και το Τσάι του βουνού στενοχωρήθηκαν πολύ. Συνέχεια ο ένας σκεφτότανε τον άλλον. Όταν μεγάλωσε το Σέλινο άρχισε να ψάχνει για τον φίλο του. Μια μέρα έμαθε ότι ο φίλος του μένει στη Βοτανούπολη. Έτσι ετοιμάστηκε για τη μεγάλη αναχώρηση, προς τη Βοτανούπολη. Μόλις το Τσάι του βουνού άκουσε την είδηση ότι έρχεται ο φίλος του χάρηκε πάρα πολύ. Το Σέλινο βρήκε το τηλέφωνο του Τσαγιού και κανόνισαν να συναντηθούν στην πλατεία Αρωματικής στις 6:30 το απόγευμα. Συναντήθηκαν ξανά οι δυο φίλοι μετά από 15 χρόνια και είχαν τόσα πολλά να πούνε. Μετά από πολλές ώρες συζήτησης έμαθε πολλά πράγματα ο ένας για τον άλλο. Μίλησαν για τις οικογένειές τους, τις δουλειές τους και για τα χρόνια στο σχολείο που περάσανε χωριστά.


Το Σέλινο αποφάσισε να μην φύγει από την Βοτανούπολη και να μην αποχωριστεί ξανά τον φίλο του. Μετακόμισε εκεί με την οικογένειά του και έζησαν για πάντα μαζί οι δυο φίλοι αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ W. ΣΠΥΡΟΣ Γ. 20/05/2014


Η ΔΑΦΝΟΥΛΑ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γλυκιά, καλή κι όμορφη κοπέλα που την έλεγαν Δαφνούλα. Είχε όμως μια πολύ κακιά μητριά , την Τσουκνίδα, και δύο ετεροθαλείς αδελφές την Ξινήθρα και την Αλόη που της έκαναν τη ζωή δύσκολη. Της φέρονταν λες και ήταν απλώς υπηρέτρια. Η Δαφνούλα δούλευε σκληρά από το πρωί ως το βράδυ, ενώ η Τσουκνίδα, η Ξινήθρα και η Αλόη χάζευαν όλη μέρα μπροστά στο καθρέφτη. Μια μέρα συνέβη κάτι αναπάντεχο και συναρπαστικό. Έλαβαν μία πρόσκληση για το χορό του πρίγκιπα Θύμαριλ στο παλάτι! Η Δαφνούλα απ’ τη πρώτη στιγμή ρώτησε αν θα μπορούσε να πάει μαζί τους αλλά φυσικά το αποτέλεσμα ήταν να μείνει στο σπίτι. Έφτασε λοιπόν η νύχτα του χορού, όταν η μητριά και οι αδελφές της ανέβηκαν στην άμαξα για να πάνε στο παλάτι, η Δαφνούλα άρχισε να κλαίει σε ένα πεζουλάκι στο βοτανόκηπο του σπιτιού. Τότε, ξαφνικά , φανερώθηκε μπροστά της η νονά της η Βαλεριάνα. Την παρηγόρησε λέγοντας της ότι θα πάει και αυτή στο χορό. Η Δαφνούλα χάρηκε πολύ αλλά αμέσως μετά έκανε μια σκέψη που την στενοχώρησε πολύ: «Πως θα


πάω στο χορό; Τι θα φορέσω;» Η Βαλεριάνα χτύπησε το μαγικό ραβδάκι της και, στη στιγμή, ντύθηκε με ένα φόρεμα φτιαγμένο από λεβάντα, ήταν όντως εκθαμβωτικό αλλά, το πιο όμορφο ήταν η ζώνη της που ήταν φτιαγμένη από φύλλα δάφνης και θυμαριού. Τη στιγμή αυτή με μαγικό τρόπο τα χρυσά μαλλιά της πιάστηκαν σε έναν κότσο πιάνοντάς τον με φύλλα λεβάντας. Η Βαλεριάνα μεταμόρφωσε έναν βασιλικό σε άμαξα, έξι κλωνάρια φασκόμηλο σε έξι άλογα και τέλος ένα άνθος κρόκου για αμαξά. Της είπε όμως κάτι πολύ σημαντικό «Όταν έξω από την πύλη του παλατιού πέσουν τρία φύλλα από δεντρολίβανο και ήχο μαγικό ακούσεις, γρήγορα θα τρέξεις μέσα στην άμαξα, αλλιώς όλα θα καταστραφούν. Με τα λόγια αυτά η Δαφνούλα ξεκίνησε για τον χορό με πολύ ενθουσιασμό. Με το που πέρασε την πύλη του παλατιού όλοι σταμάτησαν το χορό και την κοίταξαν. Ο πρίγκιπας Θύμαριλ ζήτησε σε χορό τη μυστηριώδης κοπέλας και εκείνη δέχτηκε με χαρά.


Χόρευαν αρκετές ώρες και η ώρα περνούσε. Όταν έπεσε και το τελευταίο φύλλο δεντρολίβανου και ακούστηκε ο μαγικός ήχος θυμήθηκε τα λόγια της Βαλεριάνας, ξεγλιστρώντας από τα χέρια του πρίγκιπα ,έτρεξε γρήγορα να φύγει. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια του παλατιού τόσο βιάστηκα που η ζώνη της βγήκε από την μέση της και έμεινε στην σκάλα. Ο πρίγκιπας έτρεξε πίσω της να την προλάβει, αλλά ήταν πια αργά. Η Δαφνούλα είχε φύγει και εκείνος δεν ήξερε ούτε το όνομα της. Βλέποντας όμως την ζώνη της στα σκαλιά κατάλαβε πως ήταν δικιά της. Την επόμενη κιόλας μέρα ο πρίγκιπας άρχισε να ψάχνει από την μια άκρη της χώρας ως την άλλη για την κοπέλα που είχε χάσει την ζώνη .Έφτασε κάποτε και στο σπίτι της Δαφνούλας οι δυο κακές αδελφές δοκίμασαν την ζώνη, αλλά η Ξινήθρα ήταν αδύνατη και η Αλόη ήταν χονδρή.Τότε η Δαφνούλα ρώτησε ευγενικά: <<Μήπως μπορώ να δοκιμάσω και εγώ;». Ο πρίγκιπας της έδωσε την ζώνη και αυτή εφάρμοσε κατευθείαν στην μέση της. <<ταιριάζει!> >φώναξε η Τσουκνίδα. <<ταιριάζει!>> ούρλιαξαν οι αδελφές. <<ταιριάζει…>> ψιθύρισε και ο πρίγκιπας. Την ίδια κιόλας μέρα αποφάσισε


να την παντρευτεί και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!!

ΝΕΦΕΛΗ Ζ. - ΜΑΡΙΑ ΤΣ.


Μέντα Κάποτε ένας χωρικός με την γυναίκα του, πήγαν στο δάσος να μαζέψουνε βότανα. Αμέσως είδαν καλλιεργημένη μια τεράστια μέντα. Την μάζεψαν και την έβαλαν σε ένα μπαούλο για ώρα ανάγκης. Μια μέρα ο χωρικός αρρώστησε βαριά και η γυναίκα του δεν ήξερε τι να κάνει. Αμέσως θυμήθηκε την μέντα στο μπαούλο. Έψαξε την ατζέντα της και βρήκε το τηλέφωνο του γιατρού να έρθει να κάνει ρόφημα το βότανο. Όταν η μέντα έγινε ρόφημα η γυναίκα του το έβαλε σε μια κούπα για να το πιεί. Μετά ένιωσε καλύτερα και όλοι μαζί πήγανε μία βόλτα!!!!!!

ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΣΤΗΝ

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΠ.


Η Λεβάντα και η Ξινήθρα Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Λεβάντα και η Ξινήθρα που ήταν εχθροί μεταξύ τους. Μισούσανε η μία την άλλη και δεν ήθελαν να βλέπονται. Η Ξινήθρα είχε έναν αδελφό τον Ξινόμηλο που ήταν ο καλύτερος φίλος της Λεβάντας. Μια μέρα ο Ξινόμηλος αρρώστησε βαριά. Φώναξε την καλύτερη του φίλη την Λεβάντα και την αδελφή του την Ξινήθρα. Όταν έφτασαν στο σπίτι του Ξινόμηλου και συναντήθηκαν άρχιζαν να τσακώνονται. Ο Ξινόμηλος τις σταμάτησε και τις είπε ότι πρέπει να γίνουν φίλες και έτσι έγιναν οι καλύτερες φίλες.

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠ.


Το Ψαλιδόχορτο και η Τσουκνίδα

Μια φορά και έναν καιρό η Δεσποινίς Τσουκνίδα και η ξαδέρφη της κυρία Ψαλιδόχορτο ζούσαν μαζί σε ένα δάσος . Μια μέρα μόλις ξύπνησαν έφαγαν, πλύθηκαν και λέει η Δεσποινίς Τσουκνίδα : - Ξαδερφούλα τι λες να πάμε μια πρωινή βολτούλα ; Εκείνη απάντησε : - Καλή ιδέα. Ας ντυθούμε όμως πρώτα ! Μόλις ντύθηκαν πήγαν βόλτα στις βατομουριές. Στο δρόμο για τις βατομουριές η Δεσποινίς Τσουκνίδα θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει την τσάντα της. Εκείνη τη στιγμή είπε: - Ξαδερφούλα ξέχασα την τσάντα μου στο σπίτι μας και χρειάζομαι μια τσίχλα επειγόντως. - Εντάξει ας πάμε γρήγορα στο σπίτι. Η Δεσποινίς Τσουκνίδα και η ξαδέρφη της η κυρία Ψαλιδόχορτο πήγαν γρήγορα στο σπίτι. Μόλις έφτασαν στο σπίτι άνοιξαν την πόρτα , πήραν την τσάντα και έφυγαν στις βατομουριές .


Μετά από 3 ώρες όταν δηλαδή έφτασαν στο σπίτι τους καληνύχτισαν η μια την άλλη και πήγαν για ύπνο. Μετά από μία εβδομάδα η Δεσποινίς Τσουκνίδα αγόρασε μερικές καινούριες τσίχλες που ήταν πά........ρα πολύ πικάντικες! Όταν δοκίμασε μία άρχισε να γίνεται κακιά . Έριχνε κάτω τα πιάτα , ξέστρωνε τα κρεβάτια και τσιμπούσε τον κόσμο με τα φύλλα της. Την ώρα που πήγε να ρίξει την σιφονιέρα , έπεσε το κουτάκι με τις τσίχλες φράουλας και μία μπήκε στο στόμα της. Μόλις την μάσησε η πικάντικη γεύση έφυγε και έγινε ξανά ο εαυτός της . Τότε η ξαδέρφη της την ρώτησε: - Τι έγινε εδώ μέσα ; Ένα τέταρτο έλειψα και το σπίτι βομβαρδίστηκε ! Η τσουκνίδα είχε κοκκινίσει από την ντροπή της . - Με συγχωρείς . Τσιχλίτσα; Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα ..

ΡΑΦΑΗΛΙΑ Α. ΧΡΙΣΤΙΝΑ Α.


Ο κόλιανδρος σώζει τη φτωχή οικογένεια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή οικογένεια. Το μόνο που είχαν ήταν ένας κήπος με διάφορα αρωματικά φυτά και βότανα. Όμως κάνεις δεν τα αγόραζε. Μια μέρα ο βασιλιάς της πόλης έβγαλε μια ανακοίνωση ότι όποιος μαγειρέψει το καλύτερο φαγητό και του αρέσει θα γίνει ο βασιλικός μάγειρας και θα πληρώνεται κάθε μήνα με τρία σακούλια χρυσές λίρες. Μόλις το άκουσε αυτό ο μπαμπάς της φτωχής οικογένειας αποφάσισε να πάρει και αυτός μέρος στο διαγωνισμό. Την επόμενη μέρα όλοι πήγαν στο παλάτι για να παρουσιάσουν τα φαγητά τους στον βασιλιά. Όμως κανείς δεν είχε βάλει κανένα


βότανο και αρωματικό φυτό στο φαγητό του. Μόνο ο μπαμπάς είχε βάλει μόνο ένα και πολύ σπάνιο «τον κόλιανδρο». Μετά από πολλή ώρα αφού δοκίμασε όλα τα φαγητά ο βασιλιάς αποφάσισε. Το μόνο φαγητό που του άρεσε πιο πολύ από όλα ήταν του μπαμπά. Έτσι ο μπαμπάς έγινε ο βασιλικός μάγειρας και η οικογένεια κατάφερε να πληρώσει όλα όσα χρώσταγε. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!!!!!

Θανάσης Κ.


Ο Βασιλικός

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια, η οικογένεια του Βασιλικού. Μια μέρα θέλησαν να επισκεφτούν το Βοτανολόγιο για να γνωρίσουν καινούρια φυτά και να κάνουν καινούριους φίλους. Αρχές της άνοιξης λοιπόν πήγαν και γνώρισαν την τσουκνίδα, το θυμάρι, το σέλινο, το βάλσαμο, το φασκόμηλο και πολλά άλλα. Με το βάλσαμο μάλιστα ο μικρός βασιλικός δέθηκε περισσότερο από όλα τα άλλα φυτά. Ήταν πάντα μαζί. Μαζί στο σχολείο, μαζί στο πάρκο, μαζί στις εκδρομές, μαζί στις διακοπές. Η ζωή τους άλλαξε. Ήταν πολλοί ευτυχισμένοι και τα παιδιά και οι οικογένειές τους. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Μάριο Τσ.


Η μαγική ρίγανη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Βασιλιάς Μέντα ο οποίος ζούσε σε ένα μεγάλο και μαγικό κάστρο. Ο Βασιλιάς Μέντα ήταν άρρωστος και για να νιώσει καλύτερα, βγήκε να κάνει μια βόλτα στον κήπο του. Εκεί που περπατούσε είδε ξαφ��ικά μια Ρίγανη που είχε φυτρώσει μόνη της. Όταν τη δοκίμασε κατάλαβε ότι ήταν μαγική, γιατί έγινε αμέσως καλά. Μόλις το έμαθαν αυτό δυο πονηροί κλέφτες, η Τσουκνίδα και το Θυμάρι, σκέφτηκαν να την πουλήσουν για να γίνουν πλούσιοι. Μπήκαν λοιπόν στο κάστρο, έψαξαν όλα τα δωμάτια, αλλά δε βρήκαν τίποτα. Όταν έψαξαν και στο τελευταίο δωμάτιο που απέμεινε βρήκαν τη μαγική ρίγανη. Την έκοψαν και πήγαν να την πουλήσουν. Κόβοντάς την όμως η μαγική ρίγανη μαράθηκε και έχασε τις μαγικές της ιδιότητες. Χωρίς να το ξέρουν αυτό την πούλησαν στους κατοίκους της Βοτανοπίας. Η Τσουκνίδα και το Θυμάρι έγιναν πάμπλουτοι. Όταν οι κάτοικοι της Βατανοπίας κατάλαβαν πως το φυτό που αγόρασαν δεν ήταν μαγικό αλλά μια απλή ρίγανη έτρεξαν και το είπαν στο Βασιλιά


τους. Εκείνος έψαξε, τους βρήκε και τους έκλεισε σε ένα βοτανομπουντρούμι, αφού πρώτα επέστρεψαν όσα από τα λεφτά τους έμειναν.. Κι έζησαν αυτοί χάλια, οι κάτοικοι της Βοτανοπίας καλά κι εμείς καλύτερα.

Μαρκέλλα


Αντλώντας δύναμη Κάποτε ήταν δυο χώρες που πολεμούσαν μεταξύ τους. Οι άνθρωποι της μιας χώρας ήταν πολύ δυνατοί γιατί είχαν μαζί τους έναν γίγαντα, ενώ οι άλλοι ήταν αδύναμοι, διότι δεν είχαν κανέναν να τους βοηθήσει. Μια μέρα ένας βοτανολόγος τους μίλησε για το ιπποφαές, ένα φυτό που μπορεί να τους κάνει πολύ

δυνατούς και έτσι θα μπορέσουν να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Ήταν όμως ένα σπάνιο φυτό. Άρχισαν λοιπόν να το ψάχνουν. Μετά από πολλές μέρες και ταξιδεύοντας μακριά από τη χώρα τους, επιτέλους το βρήκαν. Άρχισαν να τρώνε λαίμαργα τους νόστιμους


πορτοκαλί καρπούς του. Τρώγοντας ένιωθαν ολοένα και πιο δυνατοί. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να επιστρέψουν στη χώρα τους και να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους. Πριν φύγουν πήραν μαζί τους και καρπούς για να φυτέψουν στα πάρκα της πόλης και στους κήπους τους. Στη μάχη που ακολούθησε νίκησαν τους αντιπάλους τους κι ας είχαν και τον γίγαντα.

Αλέξανδρος


Το μυρωδάτο φασκόμηλο

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν στο πάρκο ο κύριος Θαμνούλης Φασκόμηλος, ένα φυτό που μύριζε πολύ όμορφα. Μια μέρα κάποια παιδιά άρχισαν να του κόβουν τα κλαδιά και να τα μυρίζουν. Το πάρκο μοσχομύρισε φασκόμηλο. Ένα παιδάκι μάλιστα είπε: «Μυρίζει τόσο όμορφα, θα το δώσω στη μαμά μου να μου φτιάξει ρόφημα και πού ξέρεις μπορεί και να είναι ωφέλιμο για την υγεία. Τότε ο Φασκόμηλος σκέφτηκε: «Επιτέλους κάποιοι με βρίσκουν χρήσιμο και καθόλου δε με νοιάζει που δεν έχω κλαδάκια, να ‘ναι καλά οι ρίζες μου και του χρόνου την άνοιξη θα βγάλω καινούρια.

Κωνσταντίνος Μιχ.


Η χωρα των βοτανων