Page 1

ανανεώσιμες πηγές:

ενεργειακή μετάβαση με δημοκρατία

O

ικοτριβές Απρίλιος 2013, τ. 4

δυο κόσμοι συγκρούονται Οι πολιτικές εξελίξεις και κυβερνητικές αποφάσεις του τελευταίου διαστήματος σχετικά με τα ζητήματα οικολογίας και περιβάλλοντος είναι ραγδαίες: Στο πολεοδομικό - χωροταξικό πεδίο, προωθούνται πολιτικές που οδηγούν στην πλήρη αποσάθρωση του δημόσιου σχεδιασμού, στη διαιώνιση της κυριαρχίας του κατασκευαστικού και κτηματομεσιτικού κεφαλαίου, στην αναπαραγωγή μιας νέας γενιάς οικοδομικών αυθαιρεσιών. Στον ενεργειακό τομέα –και ενώ η ΔΕΗ τεμαχίζεται μέσω ΤΑΙΠΕΔ σύμφωνα με τις ορέξεις των δυνάμει «επενδυτών»– οι νέες ρυθμίσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πετάνε εκτός τους μικρομεσαίους

«παίκτες» της αγοράς των ανανεώσιμων και πριμοδοτούν εξόφθαλμα τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιωτών παραγωγών. Το θεσμικό πλαίσιο και οι υπηρεσίες προστασίας των δασών και των άλλων φυσικών πόρων καταργούνται ή υποβαθμίζονται. Η κυβέρνηση περιφρονεί τις κοινωνικές ανάγκες και στις αποφάσεις της για τον τουρισμό ή τη διαχείριση απορριμμάτων και των υδάτων, τη γεωργία και την αλιεία εκφράζει τις θέσεις των ισχυρών λόμπι. Έτσι, οι πολίτες που αγωνίζονται ενάντια σε καταστροφικά για τους τόπους και τις κοινωνίες σχέδια βρίσκουν μπροστά τους την άγρια καταστολή ενός κρατικού μηχα-

νισμού που «τα δίνει όλα» στους επενδυτές και τους θιασώτες του δόγματος «νόμος και τάξη», μήπως και κερδίσει λίγο περισσότερο πολιτικό χρόνο… Στη Χαλκιδική βιώνουμε την ακραία εκδοχή αυτής της κυβερνητικής επιλογής όξυνσης, με επιδρομές, συλλήψεις και ποινικοποίηση του κινήματος ενάντια στις εξορύξεις χρυσού. Και σε άλλες περιπτώσεις, στην Κέρκυρα, τη Θεσσαλονίκη ή την Κρήτη, οι πολίτες που αγωνίζονται αντιμετωπίζουν τη συκοφάντηση, ισχυρούς μηχανισμούς προπαγάνδας, δικαστικές διώξεις. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, που στο παρελθόν προάσπιζε με τις αποφάσεις του το περι-

βαλλοντικό και χωροταξικό δίκαιο, μοιάζει να έχει, άρρητα αλλά οριστικά, παραιτηθεί του ρόλου του, απορρίπτοντας ή αγνοώντας τεκμηριωμένες προσφυγές πολιτών και φορέων ενάντια σε καταστροφικά έργα και αποφάσεις. Είναι φανερό πως στους κυρίαρχους κύκλους, έχει ληφθεί η στρατηγική επιλογή να περιοριστούν τα όποια θεσμικά περιθώρια παρέμβασης των πολιτών στις αναπτυξιακές επιλογές. Υπάρχει όμως και ένα «άλλος κόσμος»: Που μέσα στην κρίση και τα εκβιαστικά διλλήματα επιμένει να προτάσσει ριζοσπασυνέχεια στη σελ. 2


O

02

ικοτριβές

συνέχεια από τη σελ. 1 στικές αξίες και θέσεις και να αγωνίζεται για ό,τι μπορεί να σταθεί όρθιο στην καταιγίδα. Με την πολύμορφη δράση τους τα κινήματα και οι οργανώσεις πολιτών

Απρίλιος 2013 – τ. 4

επαναφέρουν διαρκώς στο προσκήνιο τα –πιο επίκαιρα από ποτέ– αιτήματα για οικολογική ισορροπία, κοινωνική και χωρική δικαιοσύνη, δημοκρατία και έλεγχο στις αποφάσεις, αναδιανομή των ωφελειών της όποιας ανάπτυξης.

Αυτός είναι ο κόσμος, αυτές είναι οι ιδέες και η προβληματική που επιδιώκουμε και σε αυτό το τεύχος των «Οικοτριβών» να αναδείξουμε. Πέρα από τη νοσταλγική αναπόληση των προ κρίσης συνθηκών, πέρα από τη δογματική προσήλωση σε «δο-

κιμασμένες» λύσεις, η αριστερά θα πρέπει να βρεθεί (επί ποινή αυτο-ακύρωσής της) με όλους όσοι επιμένουν ακόμη να οραματίζονται ριζικά διαφορετικές πορείες για τον τόπο μας.

λευτούν άμεσα αν θέλουν «να βγουν από την κρίση». Παρότι πρέπει να αποφύγουμε τις εύκολες αντιστοιχίσεις, ο τρόπος που τίθεται το ζήτημα θυμίζει την εκμετάλλευση χωρών της Αφρικής και της Λ. Αμερικής από τις μεγάλες εταιρίες πετρελαίου τις προηγούμενες δεκαετίες. Ενισχύεται ένα πλέγμα πολύ συγκεκριμένων και ίδιων ιδεολογημάτων ενώ απονομιμοποιείται ο αντίλογος ως αναχρονιστικός. Καταρχήν οι εξορύξεις υδρογονανθράκων παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα αναγκαίες σήμερα. Για τον κυρίαρχο λόγο είναι, αν όχι η μόνη, σίγουρα η πιο κατάλληλη οδός για να ξεπεραστεί η ύφεση και να επέλθει ανάπτυξη. Συνεπώς οποιοδήποτε μοντέλο «επανεκκίνησης της οικονομίας» πρέπει να τις περιλαμβάνει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Υπάρχει μόνο μια δυνατότητα ανάπτυξης –με κέντρο τις εξορύξεις– και οι κοινωνίες καλούνται απλά να την αποδεχτούν. Αν ξεφύγουμε όμως από τα προφανή και μελετήσουμε λίγο βαθύτερα ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στις εξορύξεις θα δούμε ότι, προκειμένου οι όποιες εξορύξεις

να είναι επικερδείς στην παγκόσμια αγορά σήμερα, προϋποθέτουν ένα κράτος σε «διαρκή κρίση». Ένα κράτος που μπορεί να προσφέρει στις πετρελαϊκές εταιρείες φθηνή γη, χαμηλό εργατικό κόστος και άμεση καταστολή των όποιων κοινωνικών αντιστάσεων. Αυτή η καταστατική δυνατότητα είναι που κάνει ελκυστικές τις επενδύσεις τέτοιου είδους σήμερα σε Ελλάδα και Κύπρο και κάνει «εμφανή» κοιτάσματα, που μέχρι τώρα δεν ενδιέφεραν το παγκόσμιο κεφάλαιο. Κατά δεύτερον, τα οφέλη από τις εξορύξεις παρουσιάζονται ως δεδομένα και τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά κόστη ως πάντα μετρήσιμα και διαχειρίσιμα. Ερωτήματα και κριτικές σε σχέση με την επικινδυνότητα εξορυκτικών δραστηριοτήτων σε μια κλειστή θάλασσα όπως το Αιγαίο ή η Μεσόγειος παρουσιάζονται ως αβάσιμα. Τόσο όμως η εμπειρία του Μεξικού πριν λίγα χρόνια, όσο και οι καθημερινές διαρροές πετρελαίου σε περιοχές της Νιγηρίας σήμερα, δεν μας επιτρέπουν να τα προσπερνάμε. Το κόστος σε οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, όχι από ένα

ατύχημα κλίμακας αλλά από μια απλή διαρροή στο Αιγαίο, είναι τεράστιο και καμία εταιρεία δεν μπορεί να διασφαλίσει την αποφυγή ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Τέλος, τα οφέλη από τις εξορυκτικές δραστηριότητες παρουσιάζονται σαν να διαχέονται ενιαία στην κοινωνία και να τα απολαμβάνουν όλοι. Οι ταξικές διαφοροποιήσεις και οι τοπικές ιδιαιτερότητες φαίνονται ως μη παρούσες «καθώς όλοι έχουν κερδίζειν» από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. «Αυτόματα» θα ανοίξουν χιλιάδες θέσεις εργασίας, θα αυξηθεί η παραγωγική δραστηριότητα της χώρας και θα «αναπτυχθούμε». Όμως και πάλι η πρόσφατη ιστορία διαψεύδει αυτές τις εύκολες γενικεύσεις. Χώρες της Λ. Αμερικής που τα μεταπολεμικά χρυσά χρόνια του καπιταλισμού «αναπτύχθηκαν» μέσω αυτού του μοντέλου, πέτυχαν να αυξήσουν τις ταξικές διαφορές στο εσωτερικό τους, να οδηγήσουν μεγάλα μερίδια του πληθυσμού σε φτωχοποίηση και να υποβαθμίσουν την ποιότητα ζωής και περιβάλλοντος σε τεράστιες περιοχές.

Η συντακτική ομάδα

το σχόλιο του μήνα «Πρέπει να προφυλαχθεί η Ευρώπη από τους κινδύνους που βρίσκονται στα νότιά της, και από εκεί προέρχονται κύματα μεταναστών, στην απέναντι ακτή βρίσκονται πλουτοπαραγωγικοί πόροι που έχει ανάγκη η Ευρώπη, αλλά και στον ίδιο το βυθό της Μεσογείου. […] Η ΕΕ πρέπει να κάνει αισθητή την παρουσία της στη γειτονιά της, η Μεσόγειος παίζει και θα παίξει καθοριστικό ρόλο για την ασφάλεια και τη διεθνή ακτινοβολία της Ευρώπης, για τον ενεργειακό εφοδιασμό της» δήλωσε προ ημερών ο κ. Σαμαράς αναζητώντας τη στήριξη της ΕΕ για την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ και την εξόρυξη πετρελαίου από τη Μεσόγειο. Θα ξεπεράσουμε το μεγαλοϊδεατισμό του ανδρός που φαντάζεται την Ελλάδα ως ενεργειακό κόμβο για την Ευρώπη. Θα ξεπεράσουμε ακόμα και την αποικιοκρατική λογική του, που βλέπει την Αφρική ως χώρο από τον οποίο η Ευρώπη πρέπει να αντλήσει φυσικούς πόρους και στον οποίο πρέπει να εγκλωβίσει πιθανούς μετανάστες. Θα μείνουμε όμως στη θέση που έρχεται και επανέρχεται στο δημόσιο λόγο και λέει ότι η ανάπτυξη για την Ελλάδα εξυπηρετείται από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Την ίδια ακριβώς θέση εξέφρασε ο κύπριος πρόεδρος κ. Αναστασιάδης όταν τις πρώτες μέρες της κυπριακής κρίσης δήλωσε ότι οι μικροκαταθέτες που πιθανώς να χάσουν τις αποταμιεύσεις τους από τις τράπεζες θα αποζημιωθούν παίρνοντας μετοχές από την εταιρεία εξόρυξης φυσικού αερίου της Κύπρου. Δημιουργείται ένα πλαίσιο όπου οι δύο χώρες παρουσιάζονται ως υπερχρεωμένες μεν, πλούσιες σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους δε. Πόρους που πρέπει να εκμεταλ-

Γ.Β.

περιεχόμενα μηνιαίο ένθετο στην «Αυγή» της Κυριακής Συντακτική ομάδα: Γιώργος Βελεγράκης, Κώστας Ζαχαριάδης, Ιωάννα Θεοδοσίου, Χάρης Κωνσταντάτος, Γιάννης Μάργαρης, Σίσσυ Πετράκου, Ινώ Σιώζιου, Δήμητρα Σπαθαρίδου, Γιώργος Τσουράκης, Δημήτρης Τσούχλης, Αλέξης Χαρίτσης, Τάσος Χοβαρδάς, Πέτρος Ψαρρέας Σχεδιασμός, σελιδοποίηση: Μυρτώ Μπολώτα Αναμένουμε σχόλια, προτάσεις και άρθρα στο email: oikotrives@gmail.com Πηγές, σχολιασμός και επιπλέον κείμενα στο blog oikotrives.wordpress.com

3 κατασκευή αυτοκινητόδρομων 4 τουριστική ανάπτυξη, χώρος και σχεδιασμός 5 δημόσια διαχείριση και προστασία των δασών 6 αναθεώρηση ΚΑλΠ: τελευταία ευκαιρία για το μέλλον της αλιείας 7 η αλιεία την εποχή των μνημονίων 8 διεθνείς ειδήσεις 9 ενεργειακή φτώχεια: συνέπεια της ιδιωτικοποίησης 9 ETS και backloading 1Ο-15 ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ: ενεργειακή μετάβαση με δημοκρατία – ιστορία της αιολικής ενέργειας – τα αιολικά πάρκα, το ΝΙΜΒΥ και η πραγματικότητα – ΑΠΕ: στόχοι και προϋποθέσεις για μια ριζοσπαστική πολιτική – βιομηχανικές ΑΠΕ και κοινότητες στην περιφέρεια – ποιες διασυνδέσεις και για ποιους; – τοπικά κινήματα σε σχέση με ΑΠΕ στην

16 στην Γκιώνα, η καταστροφή είναι σε εξέλιξη 17 Φράγματα στον Αώο 18 το πολιτικό παιχνίδι γύρω από τους παραδοσιακούς σπόρους 18 Μπ. Τόκαρ 20 γεωργική βιοποικιλότητα: αναζητώντας νέες πολιτικές 22 διάλογοι γnν εκτροφή ζώων και το γουνεμπόριο 23 θα ήταν ο Μάρξ θιασώτης του εξορυκτισμού; 24 είδαμε... Ελλάδα


O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

κατασκευή αυτοκινητόδρομων: Βρισκόμαστε για άλλη μια φορά μπροστά στην ανακοίνωση ενός «πακέτου» οδικών έργων στην Αττική, στο πλαίσιο των εξαγγελιών περί του νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου. Στο σχέδιο αυτό, ακολουθώντας μια μακρόχρονη σχετική παράδοση με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα οδικά έργα «κλέβουν την παράσταση». Καθόλου πρωτότυπο. Οι «αυτοκινητόδρομοι» είναι αυτό που αναγνωρίζουμε ως το βασικότερο συντελεστή και μοχλό γεωγραφικής και χωροταξικής ανάπτυξης της πρωτεύουσας Αθήνας, ιδιαίτερα δε κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Πριν και έξω από κάθε άλλη προτεραιότητα οικονομική, συγκοινωνιακή, πολεοδομική ή και κοινωνική στο σχεδιασμό.

Θεωρία και πρακτική στα οδικά έργα τα τελευταία 50 χρόνια Αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1960 και την πρώτη συγκοινωνιακή μελέτη για την Αθήνα που πρότεινε με ορίζοντα 15ετίας περίπου 100 χλμ. νέων λεωφόρων μέσω διαπλατύνσεων, επεκτάσεων, διανοίξεων και νέων χαράξεων, κυρίως εντός Λεκανοπεδίου, έχουμε μια αλληλουχία μελετών είτε κυκλοφοριακών είτε στα πλαίσια διατύπωσης ρυθμιστικού σχεδίου για την πρωτεύουσα, καθώς και μια αλληλουχία «α-μελέτητων» εξαγγελιών που εν πολλοίς αντλούν ιδέες και «προτεραιότητες» από μια δεξαμενή έργων που έχουν περιγραφεί πριν από 30-50 χρόνια. Τα πιο σημαντικά απ’ αυτά όπως η Αττική Οδός και η Δυτ. Περιφερειακή Υμηττού μέχρι την Κατεχάκη ή η Λεωφόρος Σχιστού είχαν ηλικία περίπου 40 ετών όταν τελικά δρομολογήθηκαν. Στο βαθμό που οι προβλέψεις εκείνων των μελετών των δεκαετιών ΄60 και ΄70 ως προς τη ζήτηση μετακινήσεων ή τον πληθυσμό δεν επιβεβαιώθηκαν, κάτι που άρχισε να γίνεται φανερό ήδη από τη δεκαετία του ΄80, επιστρατεύτηκε ο ορθολογισμός των «δακτυλίων». Πρώτο παράδειγμα δακτυλίου ήταν ο γνωστός «εσωτερικός» δακτύλιος, ένα σχήμα εκ των ενόντων περί μια περιοχή που ορίστηκε ad hoc ως προστατευτέο «κέντρο». Το πιο ηχηρό αποτέλεσμα του δακτυλίου (που εφαρμόστηκε το 1982) ήταν ο διπλασιασμός των ΙΧ σε μια δεκαετία και η περαιτέρω εντατικοποίηση του «κυκλοφοριακού». Στη δεκαετία του ΄90 άρχισαν να σχεδιάζονται δακτύλιοι μεγαλύτερης ακτίνας κι από όλα τα έργα που τεκμηριώνονταν στη βάση αυτών των δακτυλίων, πραγματοποιήθηκαν 15 χρόνια αργότερα η Αττική Οδός και η Δ. Περιφ. Υμηττού. Η προώθησή τους στην ου-

εργολαβική παράδοση... δεκαετιών σία οφείλεται στην απόφαση για δημιουργία του νέου αεροδρομίου στα Σπάτα. Μια επιλογή, εκτός του νομοθετημένου ΡΣΑ του 1985, που, σε συνδυασμό με την Αττική Οδό, άλλαξε το τοπίο, το χαρακτήρα και την πολεοδομική οργάνωση των Μεσογείων, μιας περιοχής με συνεκτικούς οικισμούς, παραλιακή ανάπτυξη β’ κατοικίας και μεγάλες εκτάσεις αγροτικής γης. Στην υλοποίησή τους «βοήθησαν» το Β’ και Γ’ ΚΠΣ και η πίεση των απαιτήσεων και του «κατεπείγοντος» για την διεκπεραίωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Ξεπάγωμα – πάγωμα – ξεπάγωμα εργολαβιών σε οδικά έργα Μετά το 2004, ο συγκοινωνιακός χάρτης της Αττικής περιλαμβάνει, εκτός από τους νέους άξονες, δύο νέες προαστιακές συνδέσεις με απογοητευτική συχνότητα, επεκτάσεις μετρό και ένα «δείγμα», όχι δίκτυο, τραμ. Στην ευφορία του κατορθώματος διαχείρισης των Αγώνων με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οφείλεται ίσως η τότε στόχευση «σύντομα» οι μετακινήσεις στην Αθήνα να αναλαμβάνονται κατά 50% από αυτά, να περιοριστεί η χρήση του ΙΧ, να ενισχυθεί η βιώσιμη κινητικότητα κ.ο.κ. Εντούτοις, ελάχιστα χρόνια αργότερα, το 2009, και μέσω της προώθησης προς θεσμοθέτηση νέου ΡΣΑ για την Αττική, προωθούνται παράλληλα από το ΥΠΕΧΩΔΕ, πριν ακόμα εγκριθεί το ΡΣΑ και ερήμην των προηγούμενων ή και άλλων βαρύγδουπων στόχων – κλισέ όπως η «συμπαγής πόλη», 106 χλμ νέων αυτοκινητοδρόμων (με πολλά υπόγεια, πανάκριβα τμήματα) αποκλειστικά σχεδόν προσανατολισμένων στα Μεσόγεια και στην Ανατολική Αττική. Είναι προφανές ότι η τεχνογνωσία και ο κύκλος εργασιών των κατασκευαστικών εταιρειών που «θέριεψαν» με τα έργα για του Αγώνες του 2004 και ο ανενεργός εξοπλισμός (μετροπόντικες κ.λπ.) κάπου, κάπως, έπρεπε να αξιοποιηθεί. Ακολουθούν εκλογές, η δημοπράτηση ματαιώνεται και αποφασίζεται η συνολική

επανεξέταση του ΡΣΑ και συνολικά της πολιτικής μεταφορών για την Αττική, σε μια κατεύθυνση ενιαίας αντιμετώπισης και τεκμηρίωσης των πολεοδομικών και κυκλοφοριακών – συγκοινωνιακών στόχων. Όμως, στο νέο ΡΣΑ που παρουσιάστηκε το 2011 (γνωστό ως ΡΣΑ 2021, λόγω του ορίζοντα δεκαετίας που υιοθέτησε), τα οδικά έργα ήταν σημαντικά περιορισμένα και αφορούσαν κυρίως ολοκλήρωση ή αναβάθμιση υφιστάμενων αξόνων. Πιο σημαντικό από τα λίγα νέα οδικά έργα που συμπεριέλαβε το ΡΣΑ 2021 ήταν ο νέος άξονας Ελευσίνα – Υλίκη για την παράκαμψη του Λεκανοπεδίου από τις υπεραστικές ροές, που από την ίδια τη ΓΓΔΕ προβαλλόταν τότε ως «ώριμο έργο». Η μετριοπάθεια του ΡΣΑ 2021 σε οδικά έργα φέρεται να είναι και ο ουσιαστικότερος λόγος που «σκάλωσε» εδώ και 1,5 χρόνο. Τους τελευταίους μήνες δημοσιεύονται ανακοινώσεις για νέο ΡΣΑ στις οποίες φιγουράρουν εκ νέου τα οδικά έργα. «Αυτοκινητόδρομος – γίγας» λένε, 130 χλμ., από τα Μέγαρα με διπλή υποθαλάσσια ζεύξη μέσω Σαλαμίνας προς Πειραιά – Ελληνικό – Αεροδρόμιο κι από εκεί μέχρι τις Αφίδνες ώστε να ενωθεί με την Εθνική Οδό. Φαραωνικών διαστάσεων έργο που, ιδιαίτερα στα ανατολικά, προϋποθέτει μια σήμερα ανύπαρκτη ζήτηση και δραματική περαιτέρω αστικοποίηση των Μεσογείων και της Β. και Αν. Αττικής. Οσον αφορά ειδικότερα στο παραλιακό μέτωπο του Σαρωνικού, η κήρυξή του ως «αναπτυξιακού πόλου» από τον υπουργό Ανάπτυξης και η μετατροπή του σε Εθνική Οδό από την Πελοπόννησο προς το Αεροδρόμιο, μοιάζει να είναι πραγματικά «ταφόπλακα» για την πολυθρύλητη προοπτική του «ανοίγματος της πόλης προς τη θάλασσα».

Είναι οι αυτοκινητόδρομοι νομοτέλεια; Ένα πράγμα είναι η μεθόδευση προώθησης των οδικών έργων στην Ελλάδα. Τα

03 λόμπι κάνουν τη δουλειά στο παρασκήνιο και στο προσκήνιο έχουμε τα δημοσιεύματα που δημιουργούν το αναγκαίο «κλίμα». Ουδέποτε συνοδεύονται από ενιαίο σκεπτικό αξιολόγησης προτεραιοτήτων έναντι άλλων πιθανόν πιο αναγκαίων συγκοινωνιακών έργων ή επενδύσεων σε άλλους τομείς. Κι ένα άλλο πράγμα είναι η ουσία. Είναι κατανοητό σε όλους μας ότι η πριμοδότηση οδικών έργων και οι μεγάλοι άξονες ειδικά στον εξωαστικό χώρο υπονομεύουν εξόφθαλμα στην πράξη τους «κορέκτ» στόχους για «βιώσιμη κινητικότητα», «συνεκτική πόλη», «ενίσχυση της κεντρικότητας» κ.λπ. Γνωρίζουμε επίσης πως έργα υποδομής που δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτούς ακριβώς τους «καλολογικούς» στόχους, θα προκαλέσουν περαιτέρω αστική διάχυση, κατανάλωση δηλαδή χώρου και πολύτιμων φυσικών πόρων όπως η αγροτική γη, αλλοίωση του τοπίου, αύξηση των μετακινήσεων με εύλογο οικονομικό και κοινωνικό αντίκρυσμα, περαιτέρω αποδυνάμωση των κεντρικών περιοχών, ανάγκες για υποδομές στις νέες περιοχές κατοικίας, νέα φούσκα ακινήτων στις νεοαναπτυσσόμενες περιοχές (μην ξεχνάμε το ήδη σημαντικό νεόδμητο, πλην «αζήτητο» κτιριακό απόθεμα) και, φυσικά, συνολική περιβαλλοντική υποβάθμιση. Οι συνέπειες μεσο-μακροπρόθεσμα στο περιβάλλον, στην αναπτυξιακή δυναμική μιας σειράς κλάδων και στην κοινωνική συνοχή, είναι ανυπολόγιστες. Η επιστράτευση του κατασκευαστικού δυναμικού αλλά και οικονομικών πόρων για άλλη μια φορά μονοσήμαντα στα οδικά έργα, θα στερήσει την πόλη από αναγκαία για την αναζωογόνησή της έργα στη δημόσια συγκοινωνία, σε μια συγκυρία μάλιστα που και μεγαλύτερη ζήτηση θα είχε και απολύτως αναγκαία είναι. Σε καιρούς «ρύθμισης» αλλά και σε καιρούς «απορρύθμισης» όπως είναι η παρούσα συγκυρία, ο σχεδιασμός οδικών έργων παραμένει ακλόνητα ο μόνος που λειτουργεί και ακολουθείται με συνέπεια. Ερήμην των συνθηκών. Σήμερα, πράγματι, ο κατασκευαστικός τομέας απειλείται σχεδόν υπαρξιακά. Χρειάζονται έργα. Μένοντας στα έργα μεταφορών αξίζει να δούμε πως οι ευρωπαίοι εταίροι μας εδώ και δύο δεκαετίες περίπου επενδύουν, όχι σε δρόμους πια, αλλά σε τραίνα, τραμ και μετρό. Είναι επίσης παλαιόθεν γνωστό ότι ως κοινωνία παρουσιάζουμε χαρακτηριστική διαφορά φάσης στη μίμηση των αγαπημένων μας «δυτικών» προτύπων. Με τόσες δεκαετίες εμπειρίας (συχνά μετά της αναγκαίας διαπλοκής) σε οδικά έργα, υποθέτουμε βάσιμα ότι αυτή η «υστέρηση» ισχύει και για το προφίλ των μεγάλων κατασκευαστικών μας εταιρειών. Μήπως όμως αυτή ειδικά η «υστέρηση» παραείναι μεγάλη; Θαρρώ πως εμείς και η πόλη μας δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να περιμένουμε τους εθνικούς μας εργολάβους να «ωριμάσουν». Φτάνει. ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

συγκοινωνιολόγος, πολεοδόμος


04

O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

τουριστική ανάπτυξη χώρος και σχεδιασμός Στις 12 Απριλίου πραγματοποιήθηκε ανοιχτή διαβούλευση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με θέμα «Χωρικός Σχεδιασμός και Αναπτυξιακή Στρατηγική στον Τουρισμό». Στη συζήτηση ερευνητές και εκπρόσωποι του κλάδου ανέλυσαν πρόσφατες εξελίξεις και κατέθεσαν προτάσεις για μια νέα στρατηγική τουριστικής ανάπτυξης. Στις εισηγήσεις, ξεχωρίσαμε κοινές διαπιστώσεις και ιδιαίτερες εμφάσεις για τις κατευθύνσεις στον τουρισμό σε σχέση με τη χωροταξική και περιβαλλοντική πολιτική της αριστεράς.

Τουρισμός… από το παρελθόν Βασική διαχρονική αδυναμία του τουριστικού τομέα στην Ελλάδα αποτελεί η ανεπάρκεια του δημόσιου συστήματος χωροταξικού σχεδιασμού. Οι πραγματικές επιλογές αφέθηκαν στις δυνάμεις της αγοράς – και ιδιαίτερα στους πολυεθνικούς tour operators οι οποίοι, ελέγχοντας το 80% του κλάδου, διαμόρφωσαν όρους ζήτησης και προσφοράς «στα μέτρα τους»: Τουρισμός επικεντρωμένος σε λίγους προορισμούς, με «ομαδικό» χαρακτήρα και συρρικνωμένος χρονικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Το κυρίαρχο μοντέλο τουρισμού που εμπεδώθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο και στην Ελλάδα –και σε άλλες χώρες της Μεσογείου– έχει σημαντικές επιπτώσεις: Οδήγησε σε πολώσεις μεταξύ υπερ-ανεπτυγμένων και «υπανάπτυκτων» τουριστικά περιοχών – αν και ακόμα και στους δημοφιλείς προορισμούς η τουριστική δραστηριότητα περιορίζεται «στα 300 μ. από την ακτή»… Σε αυτό το μοντέλο, ο τουρίστας δεν είναι πια «περιηγητής»: μένει καθηλωμένος στα στενά χωρικά και χρονικά όρια που θέτουν τα «πακέτα» και οι μαζικές μονάδες. Κυριαρχεί, δεν φιλοξενείται στο χώρο. Ο μαζικός τουρισμός καταναλώνει υπέρμετρα πόρους και επιβαρύνει το φυσικό περιβάλλον δημιουργώντας ιδιαίτερα διαχειριστικά προβλήματα, σε συγκεκριμένες περιοχές και περιόδους: άναρχη οικιστική επέκταση, συγκρούσεις χρήσεων γης, σπατάλη και ελλείψεις νερού και ενέργειας, ειδικές ανάγκες διαχείρισης αποβλήτων. Έχει οδηγήσει συγκεκριμένες περιοχές σε παραγωγική εξάρτηση από την τουριστική «μονοκαλλιέργεια».

Οψεις μνημονιακής απορρύθμισης Από το 2010 έχουν υπάρξει πολλές κυβερνητικές αποφάσεις με στόχο την προώθηση μεγάλης κλίμακας τουριστικών επενδύσεων. Πρόκειται για μέτρα κατάργησης κάθε περιβαλλοντικού και χωροταξικού περιορισμού και δημόσιας διαδικασίας ελέγχου: Δημόσια ακίνητα αποδίδονται για αξιοποίηση με ειδικό πολεοδομικό καθεστώς. Νομιμοποιούνται πολεοδομικές αυθαιρεσίες σε τουριστικές εγκαταστάσεις. Ενισχύονται μεγάλης κλίμακας «οργανωμένες» επενδύσεις (σύνθετα τουριστικά καταλύματα, παραθεριστικά τουριστικά χωριά, ιδιωτικές πολεοδομήσεις, οργανωμένοι υποδοχείς, ΠΟΤΑ κ.λπ.). Δίνονται προνομιακοί όροι πρόσβασης των επενδυτών στις δασικές εκτάσεις και τον αιγιαλό. Επιβάλλεται ένα απορρυθμισμένο πλαίσιο για τον καθορισμό όρων χρήσης γης, πολεοδόμησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων. Παράλληλα, δρομολογείται η παγίωση στο νέο ειδικό χωροταξικό του τουρισμού (που αναθεωρεί το, παρόμοιας κατεύθυνσης, ισχύον από το 2009), των αντιπεριβαλλοντικών και αντικοινωνικών μνημονιακών κατευθύνσεων. Πρόκειται για μια βίαιη (ανα)παραγωγή ενός μοντέλου συγκεντρωτικά ελεγχόμενου τουρισμού, που οξύνει τις χωρικές και κοινωνικές πολώσεις και (συνεχίζει να) καταστρέφει πολύτιμα φυσικά αποθέματα και τόπους. Επιπλέον, δημιουργεί κτηματομεσιτικές «φούσκες», εξαρτάται απόλυτα από μη προβλέψιμες τάσεις και επιλογές της πολυεθνικής τουριστικής βιομηχανίας και προσφέρει επισφαλείς θέσεις εργασίας. Η κυβερνητική/τροϊκανή πολιτική για τον τουριστικό κλάδο είναι αλληλένδετη με την αποσάθρωση συνολικά του συστήματος (νομοθεσίας, υπηρεσιών) δημόσιου σχεδιασμού και περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Ιδιαίτερα στη χωροταξία, οι νεοφιλελεύθερες στρατηγικές αποτυπώνονται και στην υποβάθμιση του τοπικού – εθνικού χωροταξικού επιπέδου προς όφελος των ειδικών χωροταξικών πλαισίων, τα οποία αντανακλούν τα κυρίαρχα συμφέροντα συγκεκριμένων οικονομικών τομέων (τουρισμός, υδατοκαλλιέργειες, ΑΠΕ, εξορύξεις). Η χωροθέτηση των διάφορων –συχνά αλληλοσυγκρουόμενων– δραστηριοτήτων θα εναπόκειται στη «διακριτική ευχέρεια» των

επενδυτών και των πολιτικών τους διαμεσολαβήσεων, με τις τοπικές κοινωνίες να παρακολουθούν παραγκωνισμένες.

Τουρισμός με/ για την κοινωνία Στις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνει η πολύπλευρη κρίση, χρειάζεται να επανεξετάσουμε βασικές παραμέτρους της συζήτησης για την τουριστική ανάπτυξη. Μεταξύ ερευνητών και επαγγελματιών του τουρισμού υπάρχει σχετική συμφωνία στις γενικές διαπιστώσεις και αρχές ενός «βιώσιμου» μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το σύνθετο πλέγμα των διαστρωματώσεων στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στον κλάδο του τουρισμού. Είναι αναγκαίο οι θέσεις να εξειδικευτούν και να ανοίξουν μέτωπα σε συγκεκριμένα συμφέροντα που σήμερα κυριαρχούν στην τουριστική οικονομία. Στον αντίποδα των σημερινών αδιεξόδων, μια «νέα κουλτούρα» (στρατηγική/ πρότυπο) για τον τουρισμό θα επιδίωκε πρωτίστως να εμπεδώσει διαδικασίες δημοκρατίας, αναδιανομής και περιβαλλοντικής-χωρικής δικαιοσύνης στις λειτουργίες του τομέα. Κοινά διαπιστωμένα προβλήματα και ζητούμενα, όπως η άμβλυνση της εποχικότητας, η αναβάθμιση της ποιότητας των τόπων-προορισμών, η ανάπτυξη υπηρεσιών τουρισμού υψηλής προστιθέμενης αξίας, η μετεξέλιξη των σημερινών δομών «ομαδικού» τύπου, αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο τρόπο από μια αριστερή προοπτική. Μια νέα κουλτούρα για τον τουρισμό θα επιδίωκε, στοχεύοντας στην περιφερειακή κοινωνική συνοχή, τη μεγαλύτερη διάχυση των αποτελεσμάτων –θετικών και αρνητικών– του τουρισμού και θα πρότεινε μηχανισμούς για την αναδιανομή των ωφελειών και το δικαιότερο επιμερισμό των ζημιών των τουριστικών επενδύσεων, τόσο σε υπερ-τοπικό επίπεδο, όσο και στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών. Σε συνδυασμό με μια αντίστοιχη πολιτική μεταφορών, στόχος επίσης θα ήταν η διεύρυνση των «προορισμών» και η συμπερίληψη μεγαλύτερων γεωγραφικών περιοχών ως «τόπων τουρισμού» (και όχι στενά «τουριστικών τόπων»). Στο επίκεντρο τίθενται επίσης η προστασία του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος, η εξοικονόμηση πόρων, η ανάδει-

ξη της ποιότητας (και όχι της ποσότητας), η βελτίωση των συνθηκών ζωής των τοπικών κοινωνιών και των εργαζομένων. Προωθούνται συνεργασίες που αξιοποιούν το τοπικό παραγωγικό δυναμικό, μορφές κοινωνικής οικονομίας όπως οι συνεταιρισμοί και η σύνδεση του τουρισμού με καινοτόμες δραστηριότητες της αγροτικής παραγωγής και μεταποίησης. Πρόκειται για μια προσέγγιση που συνδέει την τουριστική προσφορά με την εγχώρια παραγωγή και δημιουργεί συνθήκες ώστε οι τουριστικές υπηρεσίες να διαμορφώνουν, και όχι απλά να αντανακλούν τη ζήτηση.

Σχεδιασμός ως συνθήκη ανάπτυξης Ένα αριστερό πολιτικό σχέδιο για τον τουρισμό σχετίζεται με την εφαρμογή συνολικότερης περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής και αρχών δημόσιου σχεδιασμού. Θα δίνει έμφαση στην «από τα κάτω» λήψη αποφάσεων των τοπικών κοινωνιών λ.χ. για τα είδη των επενδύσεων, για το βαθμό κορεσμού (τη «φέρουσα ικανότητα») των περιοχών, για το «μείγμα» οικονομικών δραστηριοτήτων που μπορεί να ανεχθεί και να υποστηρίξει ένας τόπος, για τα σημεία μη-περαιτέρω «αποδεκτής αλλαγής». Δεν μπορούμε να συλλάβουμε με όρους γενικούς, φαινόμενα που έχουν εξαιρετικές επιλεκτικότητες και εξειδικεύσεις σε κάθε επίπεδο του χώρου. Η τοπικές συμμετοχικές και αντιπροσωπευτικές διαδικασίες και η θεσμική αναβάθμιση των περιφερειακών σχεδιασμών αποτελούν μηχανισμούς τροφοδότησης των χωροταξικών σχεδίων στρατηγικού επιπέδου (εθνικό, ειδικά), ώστε αυτά να αντιστοιχηθούν στις συγκεκριμένες προτεραιότητες και δυνατότητες των κοινωνικοοικονομικών δρώντων. Σήμερα ο δημοκρατικός χωροταξικός σχεδιασμός βάλλεται, βρισκόμενος ταυτόχρονα στο επίκεντρο της μνημονιακής λαίλαπας, αλλά στο παρασκήνιο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία για τη μορφή που θα πάρει η παραγωγική ανασυγκρότηση, η εκ νέου επινόηση διαδικασιών επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ του επιστημονικού κόσμου, των φορέων πολιτών, των πολιτικών θεσμών και η κοινωνική αξιοποίηση της κριτικής και της συσσωρευμένης γνώσης και εμπειρίας. ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΣ


O

05

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

απέναντι στην υποτέλεια προς τα συμφέροντα

δημόσια διαχείριση και προστασία των δασών Η αειφορική διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων, ως πρωταρχικό μέσο για την αντιμετώπιση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, αποτελεί εδώ και χρόνια διακηρυγμένο στόχο της διεθνούς κοινότητας. Αναντίρρητα η ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας προϋποθέτει τη χρήση, ακόμα και την ιδιοποίηση εκ μέρους του ανθρώπου, των φυσικών πόρων και αντίστοιχα περιορίζεται εξαιτίας της έλλειψής τους. Ο άνθρωπος και η κοινωνική-οικονομική του δράση αποτελούν διαχρονικά μέρος του οικοσυστήματος και βρίσκονται διαρκώς σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης με τους υπόλοιπους βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες. Από την εποχή που ο άνθρωπος εξημέρωσε το σιτάρι, ο ανθρώπινος πολιτισμός πάντα παρήγαγε μεταβολές στη φύση, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες που του προσέφερε, και πάντα εξελισσόταν εντός των περιοριστικών πλαισίων αυτής. Ωστόσο τα οικολογικά προβλήματα είναι συμπτώματα των σύγχρονων κοινωνιών και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οργάνωσής τους. Η κλιματική αλλαγή, η ερημοποίηση, η εξάντληση φυσικών πόρων, η εξαφάνιση ειδών και η μόλυνση του αέρα και των υδάτων, αποτελούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ενός κοινωνικού-οικονομικού μοντέλου που θέτει ως πρώτο στόχο το κέρδος και για το σκοπό αυτό εκμεταλλεύεται μέχρι εξάντλησης ανθρώπους και φυσικό περιβάλλον. Τα οικολογικά προβλήματα του περασμένου αιώνα, στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού που βιώνουμε είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν τελικά και σε περιβαλλοντική κρίση. Με αυτά τα δεδομένα, τα δάση, ως τα σημαντικότερα και πλέον εκτεταμένα χερσαία φυσικά οικοσυστήματα αποτελούν ύψιστο δημόσιο αγαθό, υπερεθνικού μάλιστα χαρακτήρα. Η προσφορά τους στον πρωτογενή τομέα παραγωγής και κυρίως στην ποιότητα της ανθρώπινης ζωής, σε παγκόσμια κλίμακα, είναι αναμφισβήτητη. Η ανθρωπότητα θα κληθεί σύντομα

Οι διάφοροι διοικητικοί πειραματισμοί τις τελευταίες δεκαετίες, η αποξένωση της Δασικής Υπηρεσίας από τον τομέα των δασικών πυρκαγιών, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικούς φορείς, αποδιοργάνωσαν την άλλοτε αξιόμαχη υπηρεσία.

να προστατέψει τα δασικά οικοσυστήματα παγκοσμίως και να αντιμετωπίσει το περιβαλλοντικό ζήτημα αναλαμβάνοντας δράση αντί να περιορίζεται σε συνδιασκέψεις, διακηρύξεις και ευχολόγια. Στη χώρα μας, όπως και στις φτωχές «αναπτυσσόμενες» χώρες, τα δάση και το φυσικό περιβάλλον αντί να αντιμετωπίζονται ως πολύτιμο δημόσιο αγαθό, βρίσκονται πάντα σε σχέση υποτέλειας ως προς τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Οι ασκούμενες πολιτικές έχουν αποτέλεσμα το σταδιακά μειούμενο βαθμό προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων προκειμένου να διευκολυνθεί η, προβαλλόμενη ως επιτακτική, οικονομική μεγέθυνση αντί μιας ανάπτυξης βιώσιμης με σεβασμό στο περιβάλλον και στις ανάγκες του ανθρώπου. Ο κίνδυνος αφενός της εξάντλησης των φυσικών πόρων και αφετέρου της πρόκλησης μη αναστρέψιμων βλαβών στο περιβάλλον διαβίωσης του πληθυσμού, είναι περισσότερο από ορατός. Παρά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση του κράτους να προστατεύει το δασικό μας πλούτο, εδώ και τριάντα χρόνια οι εφαρμοζόμενες πολιτικές υποκρύπτουν μια εντελώς αντίθετη στόχευση με νομοθετήματα και πρακτικές που κινούνται στα όρια της συνταγματικότητας, πολλές φορές δε και εκτός αυτών. Είναι εξάλλου

αμέτρητες οι περί αντισυνταγματικότητας αποφάσεις του ΣτΕ, τελευταία αυτή για τον ορισμό του δάσους που εισήγαγε ο ν. 3208/03 μέσω του οποίου αποχαρακτηρίστηκαν ανυπολόγιστα στρέμματα δασικής γης. Τα κροκοδείλια δάκρυα της πολιτικής ηγεσίας μετά από κάθε μεγάλη καταστροφική πυρκαγιά και οι δήθεν πρωτοβουλίες για τα εκτεταμένα φαινόμενα λαθροϋλοτομίας που προκάλεσε η φτώχεια που επέβαλαν οι ελληνικές κυβερνήσεις και η τρόικα στον ελληνικό λαό, δεν πείθουν κανέναν. Η πολιτική στον τομέα των δασών τις τελευταίες δεκαετίες ήταν καταστροφική αλλά στα χρόνια των μνημονίων, γίνεται πλέον εγκληματική. • Η Δασική Υπηρεσία, κάποτε πρότυπο οργάνωσης δημόσιας υπηρεσίας, που στο παρελθόν προσέφερε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της υπαίθρου, από τη σταδιακή εγκατάλειψη οδηγείται πλέον στην πλήρη διάλυση. Οι διάφοροι διοικητικοί πειραματισμοί τις τελευταίες δεκαετίες, η αποξένωση της Δασικής Υπηρεσίας από τον τομέα των δασικών πυρκαγιών, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικούς φορείς, αποδιοργάνωσαν την άλλοτε αξιόμαχη υπηρεσία. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής μετριούνται μόνο με τα εκατομμύρια στρέμματα καμένων

δασών και καλλιεργειών, με την καταστροφή περιουσιών και εγκαταστάσεων και δυστυχώς με την απώλεια ανθρώπινων ζωών. • Η διαχείριση των δασών μας για την παραγωγή ποιοτικών δασικών προϊόντων σε συνδυασμό με την προστασία τους από τις πυρκαγιές και τις ασθένειες και την εν γένει ενίσχυση του προστατευτικού τους ρόλους στην οικολογική ισορροπία, μετά την υποβάθμιση της Κρατικής Εκμετάλλευσης Δασών, έχει εγκαταλειφθεί. Το αναξιοποίητο εθνικό μας κεφάλαιο, υποβαθμίζεται διαρκώς με μόνο στόχο της πλήρη απαξίωση και την παράδοσή του στα ιδιωτικά συμφέροντα. • Σημαντικά αναπτυξιακά εργαλεία, όπως είναι τα ειδικά δασοτεχνικά έργα γίνονται σε περιορισμένη κλίμακα αφενός λόγω της χαμηλής χρηματοδότησης και αφετέρου λόγω του αποπροσανατολισμού της Δασικής Υπηρεσίας από τον κύριο σκοπό της. Οι αναδασώσεις ειδικότερα, μια αμιγώς επιστημονική και τεχνική εργασία, από τις σημαντικότερες για την ανάπτυξη και την αναβάθμιση των διαρκώς πληττόμενων δασικών μας οικοσυστημάτων, αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα. • Το προστατευτικό νομοθετικό πλαίσιο για τα δάση ξηλώνεται μέρα με τη μέρα ώστε κάθε επέμβαση, ανεξαρτήτως περιβαλλοντι-

κού κόστους, να επιτρέπεται και να αδειοδοτείται. Η προστασία του περιβάλλοντος υποκλίνεται και υποτάσσεται στο υπέρτερο «δημόσιο» συμφέρον που δεν είναι άλλο από το όφελος της εγχώριας και διεθνούς οικονομικής ελίτ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (άρ. 24 & 117) θα μπουν εκ νέου στο στόχαστρο και θα επιδιωχθεί η αναθεώρησή τους, όπως το 2001 και το 2008. Στόχος μιας τέτοιας αναθεώρησης δεν είναι άλλος από το να υπερπηδηθεί και το τελευταίο εμπόδιο για την παράδοση των δασικών μας οικοσυστημάτων στα αδηφάγα επιχειρηματικά συμφέροντα που βυσσοδομούν απροκάλυπτα πλέον και με πρόσχημα την κρίση, εις βάρος του λαού και του περιβάλλοντος. Για την Αριστερά, για το λαό, ο αγώνας ενάντια στην ολέθρια για τον άνθρωπο και τη φύση πολιτική, είναι μονόδρομος. Η ανάγκη χάραξης μιας νέας δασικής πολιτικής, με κορμό μια αναβαθμισμένη και ανασυγκροτημένη, δημόσια Δασική Υπηρεσία και με στόχο την αειφορική διαχείριση, την προστασία και την ανάπτυξη των δασικών και εν γένει των φυσικών οικοσυστημάτων ως κοινωνικών πόρων και δημόσιων αγαθών, καθοριστικών παραγόντων για την ανάπτυξης και ευημερίας της κοινωνίας, είναι επιβεβλημένη. ΝατΑσα ΒαρουχΑκη Δασολόγος, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων (ΟΣΕΑΔΕ)


06 Μια για πάντα κινδυνεύει να χαθεί η ιστορική ευκαιρία της ΕΕ να διορθώσει τις λαθεμένες κοινές αλιευτικές πολιτικές των τελευταίων τριάντα ετών, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών θαλασσών.

Οι κρίσιμες αποφάσεις για την τελική μορφή που θα πάρει η αναθεωρημένη Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑλΠ) θα ληφθούν στα τέλη Ιουνίου από τα μέλη του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Υπουργών Αλιείας. Από τις αποφάσεις αυτές θα κριθεί το μέλλον του αλιευτικού τομέα ο οποίος είναι ζωτικής σημασίας καθώς εξασφαλίζει σημαντικό μέρος των προϊόντων διατροφής των ευρωπαίων πολιτών, αλλά και το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών στις παράκτιες περιοχές της Ευρώπης οι οποίες βιοπορίζονται από την αλιεία. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αλιείας και της Επιτρόπου κ. Δαμανάκη κινήθηκε προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως επίσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο υπερψήφισε στις 6 Φεβρουαρίου με συντριπτική πλειοψηφία τον τερματισμό της υπεραλίευσης μέχρι το 2015 και τη σταδιακή αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων έως το 2020 σε επίπεδα άνω της «μέγιστης βιώσιμης απόδοσης». Αντιθέτως τα μέλη του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Υπουργών Αλιείας (συμπεριλαμβανομένου και του Έλληνα υπουργού) απέρριψαν τις προτάσεις και συμφώνησαν μόνο στον τερματισμό της υπεραλίευσης μέχρι το 2020 χωρίς να θέσουν στόχους για την αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων. Η στάση των ευρωπαίων Υπουργών, η οποία δεν έχει καμία ουσιαστική τεκμηρίωση, δημιουργεί πολλά ερωτήματα για το πώς ακόμα και σήμερα οι ευρωπαίοι υπουργοί Αλιείας συνεχίζουν την... παράδοση δεκαετιών, εξυπηρετώντας συμφέροντα του ισχυρού λόμπυ της βιομηχανικής αλιείας, χωρίς να υπολογίζουν την καταστροφή που έχει προκλήθει από τις πολιτικές τους. Εάν η στάση τους δεν

O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

αναθεώρηση ΚΑλΠ: τελευταία ευκαιρία

για το μέλλον της αλιείας

αλλάξει στην επικείμενη ψηφοφορία του Ιουνίου, θα σημάνει την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης για τα αποθέματα των ψαριών στις θάλασσες της Ευρώπης αλλά θα οδηγήσει στην ανεργία και όλους όσους για χρόνια στήριζαν την επιβίωση των οικογενειών τους στην αλιεία.

Καταστροφικές οι συνέπειες για την Ελλάδα Οι συνέπειες για την Ελλάδα, μία χώρα με μακρά αλιευτική ιστορία οι κάτοικοι της οποίας παραδοσιακά βάσιζαν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους στη θάλασσα θα είναι καταστρεπτικές. Η χώρα μας διαθέτει το μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στην Ευρώπη, περίπου 16.000 επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη, και σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις περίπου 35.000 οικογένειες βιοπορίζονται από την ενασχόληση με την αλιεία. Με βάση έρευνα που υλοποιεί σε διάφορες περιοχές των ελληνικών θαλασσών τα τελευταία χρόνια το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», η υποβάθμιση των ιχθυαποθεμάτων στις θάλασσές μας είναι δραματική και συνεχώς επιδεινώνεται, με μείωση παραγωγικότητας που σε ορισμένς περιοχές φτάνει το 50-80% σε διάστημα μόλις δύο ετών.

Ελληνική παράδοση στις αυτοκαταστροφικές αλιευτικές πολιτικές Είναι γεγονός ότι όχι μόνο η στάση του Έλληνα υπουργού σήμερα δεν στηρίζει τους στόχους μίας αειφόρου αναθεώρησης της ΚΑλΠ, αλλά παράλληλα, τα διάφορα υπουργεία, αρμόδια για θέματα αλιείας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στηρίζουν επανειλημμένα αποφάσεις και πολιτικές που αναπόφευκτα οδηγούν στην κατάρρευση των ιχθυαποθεμάτων και του αλιευτικού κλάδου. Αξιοσημείωτο είναι ότι σήμερα δεν εφαρμόζονται σε μεγάλο βαθμό οι υποχρεώσεις της Ελλάδας που απορρέουν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία για αειφόρο διαχείριση των ιχθυαποθεμάτων και τον έλεγχο της παράνομης και καταστροφικής αλιείας. Παράλληλα λόγω… γραφειοκρατικών κωλυμάτων, κάθε χρόνο η Ελλάδα χάνει πολλά εκατομμύρια ευρώ, καθώς δεν αξιοποιούμε τους σχετικούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της ΕΕ για την αλιεία.

Χάνονται 100.000 θέσεις εργασίας Αποκαλυπτικά για τα όσα προοιωνίζει μία πιθανή δυσάρεστη εξέλιξη στην αναθεώρηση της ΚΑλΠ είναι τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα οποία δείχνουν ότι

το 80% των αποθεμάτων της Μεσογείου, το 47% των αποθεμάτων του Ατλαντικού, καθώς και πέντε από τα εφτά κύρια είδη ιχθυαποθεμάτων της Βαλτικής έχουν υποστεί υπεραλίευση. Ακόμη, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, εάν φέτος η ευρωπαϊκή αγορά θαλασσινών στηριζόταν μόνο στα αλιεύματα από τις ευρωπαϊκές θάλασσες (και όχι σε ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας ή εισαγωγής), εκτιμάται ότι τα θαλασσινά θα εξαντλούνταν από την αγορά μέχρι τις 6 Ιουλίου. Οδυνηρές θα είναι οι συνέπειες και για τους εργαζόμενους καθώς η υπεραλίευση των ευρωπαϊκών ιχθυαποθεμάτων οδηγεί στην απώλεια εκφορτώσεων εκτιμώμενης αξίας πάνω από τρία δισ. ευρώ που θα μπορούσαν να στηρίξουν περισσότερες από 100.000 επιπλέον θέσεις εργασίας.

Τι πρέπει να γίνει; Αν θέλουμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη της παραγωγικότητας των θαλασσών μας, η αναθεώρηση της νέας ΚαλΠ θα πρέπει να έχει σαφείς και μη-διαπραγματεύσιμους στόχους: Τερματισμό της υπεραλίευσης μέχρι το 2015, σταδιακή αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων έως το 2020 σε επίπεδα άνω της «μέγιστης βιώσιμης απόδοσης», ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων των αλιευτικών δραστηριοτήτων στα

θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς και παύση της παράνομης και καταστροφικής αλιείας. Όπως αναφέρεται από το πανευρωπαικό δίκτυο Ocean2012, αντίστοιχα μέτρα και πολιτικές εφαρμόστηκαν τεράστια επιτυχία τόσο στην Αυστραλία όσο και στη Β. Αμερική, όπου πέτυχαν την ανάκαμψη των υποβαθμισμένων ιχθυαποθεμάτων τους, διασφαλίζοντας την υγεία των θαλασσών τους, εκατομμύρια θέσεις εργασίας και μία βιώσιμη αλιεία. Αν η Ευρώπη ακολουθήσει αυτά τα επιτυχή παραδείγματα, τα ιχθυαποθέματα θα μπορέσουν να επανέλθουν σε βιώσιμα επίπεδα και μακροπρόθεσμα θα εξασφαλισθεί για τους πολίτες της ΕΕ μια σταθερή, ασφαλής και υγιεινή πηγή τροφίμων. Θα δοθεί νέα οικονομική ώθηση στον αλιευτικό κλάδο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αποκατάσταση των ιχθυαποθεμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιπλέον 3,53 εκατομμύρια τόνους εκφορτώσεων, αριθμός που κρίνεται επαρκέστατος για την κάλυψη των ετήσιων αναγκών σε ψάρια για 155 εκ. ευρωπαίους πολίτες. Αυτές οι επιπλέον ψαριές θα άξιζαν 3.188 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό το οποίο είναι πέντε φορές μεγαλύτερο από τις ετήσιες επιδοτήσεις που δίνονται στα μέλη της ΕΕ. Η επιπλέον αξία θα μπορούσε να στηρίζει 32.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης και να δημιουργήσει 69.000 νέες θέσεις κάθε χρόνο.

Τελευταία ευκαιρία Αυτή τη στιγμή οι διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της ΚΑλΠ της ΕΕ είναι στο τελικό και πιο κρίσιμο στάδιο. Είναι σημαντικό μέχρι τα τέλη Ιουνίου να γίνουν αποδεκτές από το Συμβούλιο των Υπουργών Αλιείας, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν με σαφήνεια στο Ευρωκοινοβούλιο και την Επιτροπή Αλιείας, οι οποίες θα επιτρέψουν την ανάκαμψη των ιχθυαποθεμάτων και θα δώσουν την ευκαιρία στον κλάδο της αλιείας να γίνει ξανά βιώσιμος. Το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος» τονίζει: πρόκειται για μια ιστορική ευκαιρία, αλλά πάνω απ΄όλα πρόκειται για την τελευταία ευκαιρία, καθώς η επόμενη αναθεώρηση της ΚΑλΠ θα γίνει μετά από δέκα χρόνια όταν πλέον θα είναι ήδη πολύ αργά... ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΗΛΙΟΥ Υδροβιολόγος, Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», Δίκτυο Ocean2012


O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

07

Η ΑΛΙΕΙΑ την εποχή των μνημονίων Η αλιεία αποτελεί ίσως την πιο ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα των παράλιων περιοχών της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου. Πέρα από τη σημαντικότητα του επαγγέλματος για την οικονομική επιβίωση των τοπικών κοινωνιών αποτελεί και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, του πολιτισμού, αλλά και της αισθητικής των περιοχών αυτών. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η αλιεία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και ισχυρό στοιχείο διατήρησης του κοινωνικού ιστού και της ζωής στην πληθώρα των νησιών και των παράκτιων περιοχών της χώρας. Μετά από τριάντα χρόνια εφαρμογής μιας αλιευτικής πολιτικής από την ΕΕ, από το 1983, που δεν κατάφερε να εναρμονίσει την ιδιαίτερη αυτή οικονομική δραστηριότητα με τη σημαντικότητα της προστασίας τόσο των θαλάσσιων οικοσυστημάτων όσο και των αποθεμάτων της, αποφασίστηκε η μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Η υπεραλίευση έχει φτάσει στο 80% περίπου στην Μεσόγειο και στο 47% στον Ατλαντικό, ενώ η πρώτη σε κατανάλωση ψαριού Ευρώπη πλέον δεν μπορεί να καλύ-

ψει τις ανάγκες της. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με τη συνεχή υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων από ρυπογόνους παράγοντες, αλλά και τη μη βιώσιμη διαχείριση συνολικά του θαλάσσιου πλούτου, ολοκληρώνουν την εικόνα της καταστροφής για τον αλιευτικό κλάδο συνολικά στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα η μεγάλη πλειοψηφία των αλιέων είναι μικρής κλίμακας, η λεγόμενη παράκτια αλιεία και αριθμεί περίπου 25.000 αλιείς. Ενώ υπάρχει και η μέσης κλίμακας αλιεία που αριθμεί περίπου 700 αλιείς. Η μέση αλιεία είναι και αυτή που κατηγορείται περισσότερο για σημαντικό μέρος της καταστροφής που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω κυρίως της χρήσης εργαλείων όπως η μηχανότρατα βυθού και τα γρι-γρι, που μπορούν να έχουν καταστρεπτικές επιπτώσεις σε σημαντικά οικοσυστήματα του βυθού. Η νέα ΚΑλΠ, βάσει των τροποποιήσεων που υπερψηφίστηκαν θέτει ως κύριους στόχους, μεταξύ άλλων, την ανάκαμψη μέσω διαχειριστικών σχεδίων των υπεραλιευμένων ιχθυαποθεμάτων, την εξάλειψη των απορρί-

To «Arctic Sunrise» στις Κυκλάδες Το πλοίο της Greenpeace βρέθηκε στις αρχές Απριλίου στη χώρα μας στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής περιοδείας του για τη βιώσιμη αλιεία, την προστασία των παράκτιων ψαράδων και της θάλασσας. Στα λιμάνια που έδεσε πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις παρουσίασης των επιβλαβών αποτελεσμάτων της βιομηχανικής αλιείας, συζητήσεις ανάμεσα σε ψαράδες και μέλη του ελληνικού γραφείου της οργάνωσης και ξεναγήσεις σχολείων στο ιστορικό πλοίο. Σε συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε στις 8 Απρίλη στο αγκυροβολημένο στη μαρίνα του Φλοίσβου καράβι, με προσκεκλημένους εκπροσώπους της πολιτείας και κομμάτων, παραβρέθηκε ο βουλευτής Κυκλάδων του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Συρμαλένιος. Στην παρέμβασή του, μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Ο πρωτογενής τομέας και συγκεκριμένα η αλιεία πρέπει να είναι βασικός πυλώνας της αειφόρου ανάπτυξης. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η προστασία της αλιείας, κάτι που πρέπει να απαιτήσουν οι ίδιοι οι ψαράδες ως διαχειριστές της θάλασσας. Ως ΣΥΡΙΖΑ παρακολουθούμε και στηρίζουμε την προσπάθεια για βιώσιμη αειφόρο αλιεία. Είμαστε σαφώς υπέρ της δημιουργίας θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, ως μία από τις εναλλακτικές λύσεις για τον εμπλουτισμό των αλιευτικών αποθεμάτων αλλά και της θαλάσσιας ζωής. Όπως επίσης είμαστε υπέρ της κατάργησης όσων εργαλείων καταστρέφουν το γόνο, την αναπαραγωγή και τελικά τον αλιευτικό πλούτο. Όμως είναι φανερό και άλλωστε η ίδια η ζωή και η εμπειρία, μας έχουν αποδείξει ότι, τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει και να υλοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών και των άμεσα ενδιαφερομένων, που στην περίπτωση μας είναι οι ψαράδες. Η λογική της εκ των άνω επιβολής αποφάσεων, δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βεβαίως και η άρνηση του διαλόγου».

ψεων και τη συνδιαχείριση με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στο σχεδιασμό μέτρων προστασίας. Βέβαια η τόσο έντονη πλέον επιθυμία της ΕΕ να προστατευτεί η μικρής κλίμακας αλιεία θέτει και ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει προσεκτικά να απαντηθούν. Το βασικό ζήτημα είναι ότι οι ανισότητες και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των αλιέων και των αλιευμάτων της Ευρώπης καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την χάραξη μίας Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Όταν λοιπόν οι ανάγκες σε κατανάλωση ψαριού στην Ευρώπη ήδη δεν καλύπτονται και γίνεται εισαγωγή περίπου των 2/3 των ψαριών (νωπών και κατεψυγμένων) που καταναλώνονται, αναγκαστικά η αγορά προσανατολίζεται στις υδατοκαλλιέργειες. Ένας ισχυρός κλάδος παγκοσμίως που τείνει ν΄ αντικαταστήσει τελείως την αλιεία. Η εύνοια της ΕΕ προς τον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας είναι ολοφάνερη κι φυσικά έρχεται σε συνεχή σύγκρουση με την «φιλοπεριβαλλοντική» και «πράσινη» εικόνα που θέλει να καλλιεργεί. Τα προγράμματα χρηματοδότησης του κλάδου συνεχίζουν να υπάρχουν μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας (ΕΤΑ), το οποίο συστάθηκε το 2007 για ν’ αντικαταστήσει το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ) της περιόδου 1994-2006. Μέχρι στιγμής η χρηματοδότηση που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα μέσω του ΕΠΑΛ ήταν κυρίως για την απόσυρση παλαιών αλιευτικών σκαφών που ουσιαστικά διέλυσε κομμάτι του αλιευτικού στόλου και πέταξε εκτός επαγγέλματος πολλούς αλιείς. Η μελλοντική χρηματοδότηση θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο θα μπορέσουν οι ελληνικές αρχές και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να εφαρμόσουν την νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική. Η μέχρι τώρα στάση του Υπουργού της συγκυβέρνησης κ. Τσαυτάρη, είναι ξεκάθαρη. Όσον αφορά τις εξελίξεις για τη μεταρρύθμιση της ΚΑλΠ ο κ. Υπουργός τηρεί «σιγή ιχθύος» και προκλητικά απέχει από οποιαδήποτε ουσιώδη δημόσια τοποθέτηση, παρά μόνο προβαίνει σε εξαγγελίες αόριστες και γενικές, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει τη Διεύθυνση Αλιείας, κάτι που θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την αλιεία, καθώς και στην απορρόφηση των όποιων μελλοντικών χρηματοδοτήσεων από το ΕΤΑ. Στην εποχή λοιπόν των Μνημονίων και της Ελλάδας με το κατακρεουργημένο Δημόσιο τομέα, την οικονομική εξουθένωση και την παντελή έλλειψη χρηματοδότησης, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) αποτελεί το μακροπρόθεσμο πλαίσιο προϋπολογισμού της ΕΕ και είναι φυσικό και επόμενο τομείς και κλάδοι της οικονομίας όπως η παράκτια και μέση αλιεία, να έρχο-

νται σε δεύτερη μοίρα, μια και οι «μεγάλες επενδύσεις» που προωθούνται αφορούν τις υδατοκαλλιέργειες, τις μεγάλες μεταποιητικές μονάδες και τις λίγες εταιρείες κολοσσούς του χώρου αυτού. Τα άμεσα μέτρα που θα πρέπει να είναι προτεραιότητα του ΥΠΑΑΤ ενόψει της μεταρρύθμισης της ΚΑλΠ είναι συγκεκριμένα: • Η χρηματοδότηση για αλλαγή εργαλείων σε μικρούς και μεσαίους ψαράδες, προκειμένου να μπορέσει να διασωθεί το επάγγελμα του αλιέα με ταυτόχρονη προστασία του θαλάσσιου πλούτου και περιορισμού της υπεραλίευσης. Αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνο μέσω ενός θεσμικού πλαισίου πολυδραστηριότητας στις παράκτιες κοινότητες (πχ ο «αλιευτικός τουρισμός» που έχει μείνει στα συρτάρια ή προγράμματα εκπαίδευσης αλιέων), ώστε να προσαρμοστεί η αλιευτική ικανότητα στους διαθέσιμους βιολογικούς πόρους. • Η αναθεώρηση όρων και προϋποθέσεων για υδατοκαλλιέργειες, ιδίως σε περιοχές όπου δραστηριοποιούνται για πολλά χρόνια και εντατικά. • Η ενίσχυση υποδομών σε λιμάνια, υπηρεσίες, των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά και τη συλλογή δεδομένων και ουσιαστική χρήση τους στη διαμόρφωση των πολιτικών για τη διαχείριση των αποθεμάτων, μέσω των υπηρεσιών και φορέων του ΥΠΑΑΤ. • Η δημιουργία διαχειριστικών θαλάσσιων πάρκων για την ανάκαμψη των αποθεμάτων, με προσεκτικά σχέδια και προγραμματισμό, καθώς και πλήρη συνεργασία τοπικών φορέων και κοινωνιών, με αυστηρή αστυνόμευση ακόμη και με ποινικές κυρώσεις. • Η αναθεώρηση της νομοθεσίας για την «παρεμπίπτουσα» αλιεία-η μη επιλεκτική αλιεία- που έχει ως αποτέλεσμα την αλίευση ειδών που δεν αποτελούν στόχο και καταλήγουν στην απόρριψη, για να οδηγηθούν στην παραγωγή ιχθυάλευρου για τις ιχθυοκαλλιέργειες. • Επαναδιαπραγμάτευση συμφωνιών με τρίτες χώρες και συγκεκριμένα τις γειτονικές όπως η Τουρκία, όπου τα θαλάσσια αποθέματα είναι κοινά. Όλες οι μορφές αλιείας, η μέση, η παράκτια, η ερασιτεχνική, αλλά ακόμη και οι υδατοκαλλιέργειες μπορούν να συνυπάρξουν στη θάλασσα, με σαφείς όμως όρους και κανόνες που θα καθορίζονται από τις ανάγκες του ίδιου του φυσικού πόρου και των κοινωνιών και όχι από τους κανόνες των αγορών. ΔημΗτρης ΖΑννες

αλιέας, Πρόεδρος Ομοσπονδίας Παράκτιων Αλιέων Νοτίου Αιγαίου

ΣτεργιανΗ ΣαπαρδΑνη Διεθνολόγος – Περιβαλλοντολόγος, Μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ


08 Συνάντηση κοινοτήτων στο Λονδίνο ενάντια στις εξορύξεις των πολυεθνικών

Δεκάδες ακτιβιστές από την Κολομβία, τη Μογγολία, τη Νότια Αφρική και τις ΗΠΑ συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο στις 19 και 20 Απρίλη για να διαδηλώσουν για τις παραβιάσεις που διαπράττονται στις χώρες τους από τις εταιρείες Anglo American και Rio Tinto, με έδρα την Αγγλία. Μετά από πρόσκληση του Δικτύου Μεταλλευτικών Δραστηριοτήτων Λονδίνου (London Mining Network), οι ακτιβιστές παρευρέθηκαν στην Ετήσια Γενική Συνέλευση των δύο εταιριών κολοσσών στις εξορύξεις, με σκοπό να ανακρίνουν δημόσια τα μεγαλοστελέχη τους για την καταπάτηση των ανθρωπινών δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος στην κάθε χώρα. Η εταιρεία Anglo American, συνιδιοκτήτρια του επιφανειακού ανθρακωρυχείου Cerrejón στη βόρεια Κολομβία και πολλών ορυχείων χρυσού στη Νότια Αφρική, δέχτηκε σε ακρόαση τους ακτιβιστές, οι οποίοι και παρέθεσαν εκθέσεις και στοιχεία για τις επιπτώσεις των εξορύξεων στις κοινότητές τους και στο περιβάλλον. Για περίπου 30 χρόνια, η δραστηριότητα της εταιρείας στην Κολομβία, η οποία εφοδιάζει με άνθρακα τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, έχει επιφέρει σε εκτοπισμό κοινότητες ιθαγενών χωρίς αποζημίωση, ενώ έχει καταστρέψει τεράστιες εκτάσεις τροπικού δάσους. Στην Νότια Αφρική, η εταιρεία εξορύσσει χρυσό εδώ και πολλές δεκαετίες με σχεδόν πλήρη ατιμωρησία και αντιμετωπίζει σήμερα προσφυγές από ανθρακωρύχους που πάσχουν από ασθένειες των πνευμόνων. Όσον αφορά την εταιρεία Rio Tinto, ιθαγενείς από τη Μογγολία επιτέθηκαν λεκτικά στην υποτιθέμενη πολιτική της εταιρείας για προστασία του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη συνάντησή τους με τους μετόχους. Τα ορυχεία χαλκού και χρυσού στις ερημικές εκτάσεις στη χώρα απειλούν την παροχή νερού για χιλιάδες νομάδες καθώς και τα ευαίσθητα οικοσυστήματα της περιοχής. Παρόμοια επιχειρήματα άκουσαν οι μέτοχοι και από κοινότητες από την Αλάσκα, οι οποίες κατά πλειοψηφία απορρίπτουν τα σχεδιαζόμενα ορυχεία χαλκού, παρά την προώθησή τους από την κεντρική κυβέρνηση. Μετά τις ακροάσεις, ακολούθησε συλλαλητήριο έξω από τα γραφεία των δύο εταιρειών, οι οποίες, αν και έδωσαν το βήμα στους ακτιβιστές να παρουσιάσουν τα επιχειρήματα τους, αρνήθηκαν να σχολιάσουν και αρκέστηκαν στη συνηθισμένη ρητορική περί τήρησης αυστηρών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και εργασιακών κανονισμών και προτύπων υγείας και ασφάλειας.

O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

Δημοσιεύτηκε το «πράσινο βιβλίο» της ΕΕ για την ενεργειακή πολιτική με ορίζοντα το 2030 Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημοσίευσε στις 27 Μαρτίου ένα Green Paper για την πολιτική της για την ένεργεια και την κλιματική αλλαγή έως το 2030 1. Υπενθυμίζεται ότι σήμερα η ΕΕ βρίσκεται καθ’ οδόν για επίτευξη των στόχων που έχει θέσει για το 2020 για 20% μείωση στις εκπομπές CO2 και 20% ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα (που είναι νομικά δεσμευτικοί), όχι όμως και για τον μη δεσμευτικό στόχο της εξοικόνομησης ενέργειας κατά 20%. Τώρα όμως προτείνεται να τεθεί δεσμευτικός στόχος για το 2030 μόνο για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (κατά 40%), χωρίς δηλαδή δεσμευτικούς στόχους που θα εξασφαλίζουν ότι αυτό θα επιτευχθεί μέσω αύξησης της εξοικονόμησης ενέργειας και των εφαρμογών ΑΠΕ. Το έγγραφο αναφέρει επίσης ότι η δράση για μείωση των εκπομπών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα. Περιβαλλοντικές οργανώσεις αντιτείνουν σε αυτό μελέτες και στοιχεία που δείχνουν θετικά αποτελέσματα στην οικονομία από τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές, όπως ότι το καθαρό όφελος από μία μείωση κατά 35% της κατανάλωσης ενέργειας έως το 2030 υπολογίζεται στα 250 εκατ. ευρώ το χρόνο (ποσό αντίστοιχο με το ΑΕΠ της Δανίας) 2. Άλλοι όμως υπερθεματίζουν στην αντίθετη κατεύθυνση: η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάλυβα για παράδειγμα, προτείνει, αντί για το στόχο μείωσης των εκπομπών CO2 κατά 40% (που θα ανεβάσει λένε τα κόστη), να τεθούν στόχοι και μέτρα για να μειωθεί η απόσταση των μέσων τιμών ενέργειας μεταξύ της ΕΕ και των βασικών ανταγωνιστών της. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις είναι ιδιαίτερα ανήσυχες με τις εξελίξεις αυτές και υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει αφενός να αυξήσει το στόχο για μείωση των εκπομπών (ώστε να συμβαδίζει με τα πορίσματα του IPCC για την κλιματική αλλαγή) και αφετέρου να καθορίσει με δεσμευτικούς στόχους πώς θα επιτευχθεί η μείωση των εκπομπών. Αλλιώς η πόρτα θα είναι ανοιχτή για ψευδολύσεις όπως η πυρηνική ενέργεια, η κατακράτηση και αποθήκευση άνθρακα ή η αντικατάσταση κάρβουνου με φυσικό αέριο. 1. http://ec.europa.eu/energy/consultations/doc/com_2013_0169_ green_paper_2030_en.pdf 2. Ecofys, ‘Saving Energy: bringing down Europe’s energy prices for 2020 and beyond’, February 2013.

Κινέζικα δάνεια με υποθήκη πρώτες ύλες Το Εκουαδόρ σχεδιάζει να θέσει σε πλειστηριασμό πάνω από τρεις χιλιάδες εκτάρια παρθένου τροπικού δάσους σε κινέζικες πετρελαϊκές εταιρίες, εξοργίζοντας τους ιθαγενείς πληθυσμούς. Είναι το βαρύ τίμημα που πληρώνει απέναντι στην ακόρεστη ενεργειακή δίψα της Κίνας. Μέσα στο Μάρτιο, ομάδα πολιτικών της χώρας υπέβαλε προσφορές σε αντιπροσώπους κινεζικών πετρελαϊκών εταιρειών στο Πεκίνο. Ήταν η τέταρτη κατά σειρά συνάντηση διαπραγματεύσεων μετά τις αντίστοιχες στο Κίτο, το Χιούστον και το Παρίσι, οι οποίες ξεσήκωσαν διαμαρτυρίες από τις τοπικές κοινότητες του Εκουαδόρ. Σύμφωνα με το «Παρατηρητήριο του Αμαζονίου», επτά πληθυσμιακές ομάδες που κατοικούν στην εν λόγω περιοχή δηλώνουν την αντίθεσή τους στα πετρελαϊκά project, τα οποία καταστρέφουν το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και απειλούν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ντόπιων. O Andres Donoso Fabara, από την κρατική Γραμματεία του Εκουαδόρ για τους υδρογονάνθρακες, δήλωσε ότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να μη διαθέσει κάποιες περιοχές λόγω της αντίδρασης των τοπικών κοινωνιών. Το ενδιαφέρον των κινέζικων πετρελαϊκών για το Εκουαδόρ αποτελεί τμήμα των σχεδιασμών της Κίνας για τους φυσικούς πόρους της Λατ. Αμερικής. Από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης του 2008, η Κίνα είναι ο βασικός δανειστής των χωρών της Λατ. Αμερικής. Μόνο το 2010, διέθεσε 37 δισ. δολάρια στους τέσσερις βασικούς εξαγωγείς πρώτων υλών (Βενεζουέλα, Βραζιλία, Αργεντινή και Εκουαδόρ), για υποδομές μεταφορών και εξορύξεων. Η Βενεζουέλα και το Εκουαδόρ που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίου λόγω αθέτησης υποχρεώσεων αποπληρωμής παλαιότερων δανείων, έχουν λάβει υπέρογκα δάνεια από την Κίνα. Αυτό έχει ως συνέπεια την εξάρτηση αυτών των χωρών από τα κινεζικά συμφέροντα. Η αποπληρωμή της Κίνας θεωρείται εξασφαλισμένη εξαιτίας της δέσμευσής τους να συνεχίστει η εκμετάλλευση των φυσικών τους πόρων ακόμη και αν αυτή συνεπάγεται ολέθριες επιπτώσεις για το φυσικό περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες.


O

09

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

Ο Στέφαν Μπουζαρόφσκι είναι καθηγητής Γεωγραφίας στο τμήμα Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Μάντσετσερ. Έχει δημοσιεύσει πλήθος ερευνών για την ενεργειακή φτώχεια στην Ανατολική Ευρώπη. Τον συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί του λίγες ημέρες μετά την πτώση της βουλγαρικής κυβέρνησης υπό την πίεση μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στις αυξημένες τιμές ρεύματος. “Ο/τ”

ενεργειακή φτώχεια:

συνέπεια της ιδιωτικοποίησης Συνέντευξη με τον Καθ. Στέφαν Μπουζαρόφσκι (Stefan Bouzarovski)

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ενεργειακή φτώχεια»» για να περιγράψουμε την κατάσταση σε συγκεκριμένες περιοχές της Ευρώπης; Θα έλεγα ότι είναι απολύτως απαραίτητο να αυξήσουμε την ευαισθητοποίηση για την ύπαρξη ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη. Η κατάσταση μπορεί να παρομοιαστεί με ένα νοικοκυριό που αδυνατεί να έχει πρόσβαση σε επαρκείς υπηρεσίες ενέργειας στο σπίτι (ειδικότερα θέρμανση και ψύξη χώρου, φωτισμός και οικιακές συσκευές). Η ενεργειακή φτώχεια είναι σε μεγάλο βαθό ένα κρυμμένο αλλά εξαιρετικά διαδεδομένο πρόβλημα στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ανατολή και στο Νότο, αλλά και στo «Ατλαντικό τόξο» (Μ. Βρετανία, Ιρλανδία, Βέλγιο ακόμη και Γαλλία). Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι σε μερικές χώρες, περισσότερο από το 30% του πληθυσμού μπορεί να ζει σε μη επαρκώς θερμαινόμενα σπίτια. Ο δείκτης αυτός έχει την υψηλότερη τιμή στη Βουλγαρία, γεγονός που εξηγεί σε ένα βαθμό τα αίτια για τα πρόσφατα γεγονότα. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι υψηλές τιμές δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία της ενεργειακής φτώχειας, η οποία επίσης οφείλεται στα χαμηλά εισοδήματα, στη χαμηλή ενεργειακή αποδοτικότητα του κτιριακού αποθέματος και των συστημάτων θέρμανσης, όπως επίσης και στον τρόπο καθορισμού των ενεργειακών αναγκών των νοικοκυριών. Υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στη βίαιη μετάβαση προς μια νεοφιλελεύθερη οικονομία αγοράς και στην αύξηση της ενεργειακής φτώχειας στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης; Η προσέγγιση της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης που αναφέρετε, συχνά αποδόθηκε ως «θεραπεία σοκ» και όχι αναίτια. Εφαρμόστηκε πολύ γρήγορα χωρίς να ληφθούν υπόψη οι σύνθετες κοινωνικές και στεγαστικές πολιτικές

μπορεί να απαιτούν αύξηση των τιμών ενέργειας, γεγονός που αυξάνει την ενεργειακή φτώχεια. Πολιτικές όπως τα «δελτία» ενέργειας που διακηρυκτικά στοχεύουν στον προγραμματισμένο περιορισμό της κατανάλωσης, ενδέχεται να πλήξουν σε μεγαλύτερο βαθμό ευάλωτους πληθυσμούς. Εν τούτοις, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας τόσο στην παραγωγή όσο και στη ζήτηση ενέργειας που απαιτεί από τα νοικοκυριά να χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια για το ίδιο ποσό ενεργειακής υπηρεσίας, μπορεί να σημαντικά αποτελέσματα στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Οι τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών μπορούν επίσης να συμβάλλουν στη μείωση του κόστους ενέργειας μακροπρόθεσμα. που θα απαιτούνταν να συνοδεύουν την απελευθέρωση του ενεργειακού τομέα. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι μετα-σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις και η αύξηση της ενεργειακής φτώχειας αλληλοσυνδέονται. Πώς εντάσσονται οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης στα λεγόμενα «Νέα Ενεργειακά Τοπία” της ΕΕ; Μια συνέπεια της μετα-σοσιαλιστικής ιδιωτικοποίησης του ενεργειακού τομέα στην Ανατολική Ευρώπη είναι η είσοδος των εταιρειών της Δυτικής Ευρώπης στον έλεγχο των επιχειρήσεων διανομής ενέργειας (συγκεκριμένα ηλεκτρισμού) σε όλη την περιοχή. Αυτή η διαδικασία συνέβη σε όλες σχεδόν τις χώρες όπου η αγορά άνοιξε σε εξωτερικούς παίκτες. Ποια είναι η σχέση μεταξύ των πολιτικών που προωθούν την οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα και των μεγεθών της ενεργειακής φτώχειας; Η σύνδεση ανάμεσα στην ενεργειακή φτώχεια και την απεξάρτηση από τον άνθρακα είναι σύνθετη. Για παράδειγμα, επενδύσεις σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών

Μπορούν συγκεκριμένες τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό του ενεργειακού τομέα και υπό ποιες συνθήκες; Δεν πιστεύω ότι η τεχνολογία μπορεί από μόνη της να είναι φορέας δημοκρατίας. Αυτό που έχει σημασία είναι οι πολιτικές, κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που καθορίζουν την πρακτική και την κατανομή της εξουσίας. Πολλές από τις τεχνολογίες που έχουμε χρησιμοποιήσει έως τώρα έχουν συνδεθεί με την αποδυνάμωση του πολίτη, ο οποίος έχει μετατραπεί σε «αιχμάλωτο καταναλωτή». Υπάρχει μία ελπίδα ότι οι ευρύτερα κατανεμημένες ενεργειακές τεχνολογίες (όπως αποκεντρωμένα ηλιακά, αιολικά, υδροηλεκτρικά ή μονάδες συμπαραγωγής) μπορούν να συμβάλλουν στο να αλλάξει αυτό, αλλά και πάλι υπάρχει ανάγκη για την καθιέρωση συγκεκριμένων πολιτικο-οικονομικών σχέσεων (που εμπεριέχουν αποτελεσματικά μια ριζική αλλαγή στη φύση της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου), πολύ περισσότερο από τη δημιουργία των ίδιων των υποδομών.

Η αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού εμπορίας ρύπων και η απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου για το backloading Σε πρόσφατη έκθεσή του, το διεθνές δίκτυο τεκμηρίωσης Transnational Institute (ΤΝΙ) αποδομεί τους μύθους γύρω από τον ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων (ETS). Όπως επισημαίνει το TNI, η εφαρμογή του ETS έχει οδηγήσει σε αύξηση των εκπομπών ρύπων, των τιμολογίων ρεύματος αλλά και των κερδών πολλών ρυπογόνων βιομηχανιών. Λίγες μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, συζητήθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναβολή διαπραγμάτευσης 900 εκατομμυρίων μονάδων δικαιωμάτων ρύπων από το ETS, με στόχο η μείωση του αριθμού των προς διαπραγμάτευση δικαιωμάτων να οδηγήσει τις καταρρέουσες

σήμερα τιμές διαπραγμάτευσης σε μερική έστω ανόρθωση. Η διαδικασία αυτή έχει ονομαστεί backloading. Τελικά, η πρόταση καταψηφίστηκε και το backloading δεν θα εφαρμοστεί. Η ευρω-ομάδα της Αριστεράς υπερψήφισε την πρόταση Επιτροπής. Παρότι δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις για το backloading και τη δυνατότητα αναμόρφωσης του καταρρέοντος ευρωπαϊκού μηχανισμού εμπορίας ρύπων με όρους αγοράς, η υπερψήφιση από την πλευρά της ευρω-Αριστεράς ήταν σωστή, ως η λιγότερο κακή, αναγκαία επιλογή. Μετά την απόφαση, η τιμή διαπραγμάτευσης δικαιωμάτων έχει καταβαραθρωθεί στα 2,6 περίπου €/τόνο, κάτι που σημαίνει ότι οι ρυπογόνες

ευρωπαϊκές βιομηχανίες άνθρακα θα πληρώσουν πολύ λιγότερα για τις εκπομπές ρύπων διαιωνίζοντας έτσι ουσιαστικά το σημερινό μη βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η ΔΕΗ θα έχει πολύ μικρότερο κόστος από το προβλεπόμενο για τις εκπομπές ρύπων (άρα θα μπορούσε θεωρητικά να μετακυλήσει την ελάφρυνση στους καταναλωτές), το ΥΠΕΚΑ όμως που υπολόγιζε να εισπράξει 300 εκατ. € από την πώληση δικαιωμάτων και μέσω αυτών να καλύψει μέρος του ελλείμματος του ΛΑΓΗΕ, θα εισπράξει τώρα πολύ λιγότερα. Είναι κι αυτό ένα παράδειγμα του παραλογισμού πάνω στον οποίο έχει δομηθεί ο μηχανισμός. Είναι προφανές ότι οι ευέλικτοι μηχανισμοί δεν

βοηθούν τη μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων. Οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς και τα περιβαλλοντικά κινήματα θα πρέπει να θέσουν τη σχετική δημόσια συζήτηση στην πραγματική της διάσταση και να απαιτήσουν καθαρές εθνικές μειώσεις στις εκπομπές. Α.Χ.

Η μελέτη του TNI: http://www.tni.org/briefing/ eu-ets-myth-busting


O

10

ικοτριβές

ανανεώσιμες πηγές:

Απρίλιος 2013 – τ. 4

ενεργειακή μετάβαση με δημοκρατία

επιμέλεια αφιερώματος: ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ

ιστορία της αιολικής ενέργειας

σημειώσεις για τεχνολογική πολιτική Η κεντρική τεχνολογική προσδοκία των ημερών μας είναι ότι με τον άνεμο θα σωθεί αυτό που κατέστρεψε ο ατμός, ότι δηλαδή η ανεμογεννήτρια θα αντιστρέψει την ιστορία που άνοιξε με την ατμομηχανή, την ιστορία που μπορεί και να οδηγήσει στο τέλος της ιστορίας εξαιτίας της πρωτοφανούς και απρόβλεπτης καταστροφής του περιβάλλοντος. Η αιολική ενέργεια συνδέεται σήμερα με μια τεχνολογική επανάσταση που ελπίζεται ότι θα σώσει τον πλανήτη από την τεχνολογική επανάσταση της ατμομηχανής και των επιγόνων της (από τις διάφορες μηχανές εσωτερικής καύσης ορυκτών καυσίμων μέχρι τον πυρηνικό αντιδραστήρα). Δεν είναι, όπως θα δούμε, η πρώτη φορά στην ιστορία που η μαζική εισαγωγή και χρήση αιολικών διατάξεων συνδέεται με κάποια επανάσταση, τεχνική και κοινωνική. Η διάδοση της χρήσης ανεμόμυλων συμπίπτει με τους καταληκτικούς αιώνες των μέσων χρόνων. Αν συγκριθεί με τη διάδοση του νερόμυλου στους αιώνες που προηγούνται, στους αιώνες δηλαδή που αντιστοιχούν στο επίκεντρο του μεσαιωνικού κόσμου, προκύπτει μια εικόνα επανάστασης. Ο νερόμυλος χτίστηκε μέσα στη γη του μεσαιωνικού ηγεμόνα-φεουδάρχη, υποστηρίχθηκε από την εξουσία του και στήριξε αυτή την εξουσία. Ενώ ο ανεμόμυλος μπορούσε να χτιστεί εκτός αυτής, να δραπετεύσει από αυτήν. Να την υπονομεύσει. Δεν χρειαζόταν γη που διατρέχεται από ρέμα, η οποία ήταν συνήθως αυτή που είχε καταλάβει πρώτη-πρώτη αυτός που αναδείχθηκε ως φεουδάρχης. Ο συμβολικός συσχετισμός των αιολικών διατάξεων και μιας νέας (μετα-μεσαιωνικής) τάξης πραγμάτων διακρίνεται με μεγάλη ευκρίνεια στη ζωγραφική της εποχής που αντιστοιχεί στην ανάδυση του εμπορικού κεφαλαίου. Στην περίπτωση της Ολλανδίας, η αποστράγγιση που παρήγαγε νέα γη βασίστηκε στην ανάπτυξη καινοτόμων αιολικών διατάξεων, η χρήση των οποίων συνδυάστηκε με έναν επαναστατικό κοινωνικό πειραματισμό προς πιο δημοκρατικές κοινότητες. Στην Ολλανδία βρίσκουμε αργότερα και ένα αντίστροφο παράδειγμα, την άρνηση υιοθέτησης μιας τεχνικής καινοτομίας επειδή αυτή απειλούσε τα δικαιώματα

των πολλών. Αποτυπώθηκε στην αντίσταση των εργατών στην εισαγωγή αγγλικών επαναστατικών μηχανισμών αυτόματης προσαρμογής του ανεμόμυλου στις μεταβολές του αέρα (όπως ο διάσημος «κυβερνήτης», γνωστός από τη μεταφορά της χρήσης του από τον ανεμόμυλο στην ατμομηχανή του James Watt). Όπως οι κοινοτικές αιολικές διατάξεις, έτσι και αυτές που υποστήριζαν την αυτοπαραγωγή ενέργειας έτυχαν γενικά μαζικής επιδοκιμασίας. Πολύ χαρακτηριστικά, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μέχρι και το Μεσοπόλεμο χρησιμοποιήθηκαν στις ΗΠΑ περίπου πέντε εκατομμύρια αιολικές διατάξεις (π.χ. για άντληση νερού σε αγροικίες). Στον ύστερο Μεσοπόλεμο, εκατοντάδες χιλιάδες οικιακές ανεμογεννήτριες δοκιμάστηκαν με μεγάλη επιτυχία για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, σε αγροκτήματα και αλλού. Αρκετές εταιρείες προχώρησαν και στη διάθεση ανεμογεννητριών μικρού μεγέθους, για τη φόρτιση, για παράδειγμα, της μπαταρίας ενός ραδιοφώνου. Με τη μεταπολεμική καλλιέργεια ουτοπικών προσδοκιών από τη χρήση πυρηνικών αντιδραστήρων («ενέργεια τόσο φθηνή που δεν θα χρειαζόταν μετρητές της κατανάλωσής της»), παράχθηκε μια ασυνέχεια δύο-τριών δεκαετιών στον πειραματισμό με διατάξεις αιολικής ενέργειας. Όμως, η κριτική στην πυρηνική ενέργεια από τα κινήματα αμφισβήτησης που πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του ΄60, η πετρελαϊκή κρίση του εβδομήντα, και η σταδιακή αποδοχή της

γενικευμένης περιβαλλοντικής κρίσης μετά τη δεκαετία του ΄80, προκάλεσαν ένα νέο ενδιαφέρον για αιολικές διατάξεις. Στην Ελλάδα υπήρχε ένα ιδιαίτερα ισχυρό κίνητρο για ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας, καθώς έπρεπε να συντηρείται ένα πλήθος ανεξάρτητων μικρών θερμοηλεκτρικών σταθμών στα νησιά του Αιγαίου, οι οποίοι παρήγαγαν ηλεκτρικό ρεύμα με μεγάλο κόστος. Κι αν τα πολύ πρόσφατα χρόνια υποβάλλονται προτάσεις για τη διασύνδεση των νησιών και σύνδεσή τους με το ηπειρωτικό δίκτυο, οι τεχνικές αβεβαιότητες και το ύψος των επενδύσεων που θα απαιτούσε μια τέτοια σύνδεση δεν επέτρεπε επί μακρόν τη διατύπωση τέτοιων προτάσεων. Για τρεις περίπου δεκαετίες (1980-2010), το Αιγαίο πρόσφερε ένα προνομιακό πεδίο για την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας στο πλαίσιο αυτόνομων δικτύων. Μια σειρά από ακαδημαϊκές και άλλες ερευνητικές ομάδες της χώρας, όπως και ένας μικρός αλλά εμπνευσμένος πυρήνας μηχανικών της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, είχαν αναλάβει πρωτοβουλίες για την κατασκευή και εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε αντιπροσωπευτικά νησιά του Αιγαίου. Με την ολοκλήρωση ενός πρώτου πιλοτικού κύκλου, περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, καταγράφηκαν πολύτιμα συμπεράσματα για να προετοιμασθεί η αποφασιστική διείσδυση της αιολικής ενέργειας στα αυτόνομα δίκτυα των νησιών. Με εγκατάσταση περισσότερων και ακόμη πιο προσαρμοσμένων ανεμογεννητριών μικρής

κλίμακας, με αντίστοιχης κλίμακας αποθηκευτικές διατάξεις, με πρωτοβουλίες για την ευαισθητοποίηση των κατοίκων στα συλλογικά πλεονεκτήματα αλλά και τους αυτοπεριορισμούς από τη χρήση αιολικών διατάξεων, με έναν τουρισμό (και γενικότερα μια τοπική οικονομία) που θα στόχευε στην αποφυγή ακραίων εποχιακών ανισορροπιών στην χρήση ηλεκτρικού. Η προετοιμασία όμως αυτή ακυρώθηκε στη συνέχεια από πολιτικές (εθνική νομοθεσία, ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, ρυθμιστικές παρεμβάσεις) που ευνόησαν έναν αντιπαραθετικό τεχνολογικό προσανατολισμό, ο οποίος δεν ξεκινούσε από τοπικές ανάγκες αλλά στόχευε στην αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού για την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού κέρδους από την εξαγωγή του παραγόμενου ρεύματος. Η κλίμακα, το πλήθος και το μέγεθος των ανεμογεννητριών, υπερβαίνει στον προσανατολισμό αυτό κατά πολύ τις ανάγκες του νησιού. Οι ανεμογεννήτριες δεν κατασκευάζονται και δεν τροποποιούνται στη χρήση με βάση τοπικές ιδιαιτερότητες. Την τοπική αποθήκευση αιολικής ενέργειας αντικαθιστά εδώ η συνέχιση της λειτουργίας συμβατικών σταθμών «βάσης». Αντί να μειώνει τη συνολική κατανάλωση ενέργειας, ο προσανατολισμός αυτός υπόσχεται απλά αύξηση στο ποσοστό συμμετοχής της αιολικής ενέργειας, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει (και η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει) αύξηση στη συνολική κατανάλωση ενέργειας από συμβατικούς θερμοηλεκτρικούς σταθμούς. Αντί να συγκρατείται στον ίδιο τόπο την παραγωγή και χρήση ηλεκτρικού, αναπαράγεται τελικά το μοντέλο της μεταφοράς και κατανάλωσης ενέργειας σε μεγάλες αποστάσεις, μέσω γραμμών μεταφοράς που αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη επένδυση σε κεφάλαιο. Μάλλον λοιπόν φυσιολογικό το να έχει συναντήσει ο προσανατολισμός αυτός την αντίσταση κινημάτων που αναφέρονται στην προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και καθόλου παράδοξο που αυτή η ιστορία της αιολικής ενέργειας έχει πρωταγωνιστή το μεγάλο κεφάλαιο της ενέργειας, αυτό που την ίδια στιγμή βασίζεται και σε κάθε είδους συμβατικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Η τεχνολογική επανάσταση στην αιολική ενέργεια που χρειάζεται η κοινωνία και ο πλανήτης θα πρέπει νομίζω να αναζητήσει αλλού τις ιστορίες που θα την εμπνεύσουν. ΤΕΛΗΣ ΤΥΜΠΑΣ Επικ. Καθηγητής Ιστορίας της Τεχνολογίας, ΕΚΠΑ


O

11

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

τα αιολικά πάρκα, το ΝΙΜΒΥ

και η πραγματικότητα

Όλο και πιο συχνά το τελευταία διάστημα ακούμε για την άρνηση των τοπικών κοινωνιών να δεχτούν την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στην περιοχή τους. Και εξίσου συχνά αυτή η άρνηση χαρακτηρίζεται ως έκφραση του φαινομένου NIMBY (Not-InMy-Back-Yard, «όχι-στην-αυλή-μου» ή, για να το αποδώσουμε καλύτερα στα ελληνικά, «όχι-δίπλα-στην-πόρτα-μου»). Σύμφωνα με ένα κλασικό ορισμό, με τον όρο NIMBY εννοούνται οι προστατευτικές στάσεις και οι αντιπαραθετικές τακτικές που ακολουθούν τοπικές ομάδες όταν αντιμετωπίζουν την εγκατάσταση μιας ανεπιθύμητης δραστηριότητας στην περιοχή τους. Οι κάτοικοι συνήθως συμφωνούν ότι αυτές οι «ενοχλητικές» δραστηριότητες είναι αναγκαίες, αλλά όχι δίπλα στα σπίτια τους, εξ ου και ο όρος «όχι-δίπλα-στην-πόρτα-μου». Με άλλα λόγια, το ΝΙΜΒΥ είναι μια εκδήλωση της λογικής του «λαθρεπιβάτη» (free-rider): είμαι υπέρ του να χρησιμοποιώ τα δημόσια μέσα μεταφοράς (γιατί είναι πιο φθηνό από το να χρησιμοποιώ ταξί και πιο ξεκούραστο από το να πηγαίνω με το ποδήλατο) αλλά δεν θέλω να πληρώσω το εισιτήριο. Ήδη από τα παραπάνω είναι φανερό ότι το να χαρακτηρίζεται, συλλήβδην και ελαφρά τη καρδία, η απόρριψη ενός αιολικού πάρκου ως περίπτωση NIMBY είναι λάθος, καθώς συγχέει τη συμπεριφορά με το αίτιο εκδήλωσής της: αν δεν θέλω το κέντρο προσωρινής φιλοξενίας μεταναστών δίπλα στο σπίτι μου επειδή δεν μου αρέσει το χρώμα των προσφύγων, δεν είμαι NIMBY, είμαι ρατσιστής. Συνεπώς, είναι σημαντικό όταν μελετάμε τις κοινωνικές αντιδράσεις σε «οχλούσες» δραστηριότητες να χρησιμοποιούμε ένα μεθοδολογικό εργαλείο το οποίο θα μετρά ακριβώς αυτή τη λογική του λαθρεπιβάτη: δηλαδή, την προδιάθεση ενός ατόμου να μεταθέσει σε άλλους το ατομικό κόστος που του αναλογεί εξαιτίας της πραγμάτωσης μιας δραστηριότητας που θα έχει συλλογικό όφελος. Σχετικά, ξένοι ερευνητές προτείνουν χρήσεις ερωτήσεων όπως «Δεν θέλω να αναλάβω το βάρος ενός προβλήματος το οποίο προκαλείται και από άλλους, με το να δεχθώ το αιολικό πάρκο (ΑΠ) στην περιοχή μου», «για μένα είναι απολύτως λογικό να εγκατασταθεί το ΑΠ σε κάποια άλλη περιοχή», «δεν δέχομαι το ΑΠ στην περιοχή μου γιατί πιστεύω ότι και κάποιος άλλος δεν θα το δεχόταν στη δική του περιοχή» κοκ για να αποσαφηνιστεί κατά πόσο ένα άτομο έχει, ή όχι, την προδιάθεση να καρπωθεί τα οφέλη («να γίνει κάπου αλλού…») χωρίς να επωμισθεί το κόστος («… αλλά όχι εδώ»).

Ο σημαντικότερος παράγοντας ερμηνείας της αντίθεσης στα συγκεκριμένα πάρκα είναι η αίσθηση αδικίας που έχουν οι κάτοικοι, οι οποίοι θεωρούν ότι η διαδικασία χωροθέτησης και έγκρισης του έργου χωλαίνει.

«Λαθρεπιβάτες» όσοι αντιδρούν στη χωροθέτηση των αιολικών; Τον περασμένο χρόνο, η ομάδα μας συνέλεξε στοιχεία για δύο περιπτώσεις χωροθέτησης αιολικών πάρκων, ένα μικρό πάρκο δύο μόλις ανεμογεννητριών στη νότια Λακωνία και το τεράστιο project της «Αιγαίας Ζεύξης» των 300+ ανεμογεννητριών στη δυτική Λέσβο. Στόχος μας ήταν να δούμε σε ποιο βαθμό η αντίδραση στη χωροθέτηση των πάρκων οφείλεται σε μια νοοτροπία λαθρεπιβάτη. Έτσι, σε αντιστοιχία με έρευνες που έχουν γίνει στο εξωτερικό, την ερώτηση για το αν ο ερωτώμενος ήταν υπέρ ή κατά του πάρκου, συνόδευαν ερωτήσεις όπως οι προαναφερθείσες για το NIMBY, ερωτήσεις για τα πιθανά κόστη (π.χ. «Θα “χαλάσει” το τοπίο της περιοχής μας»), οφέλη (π.χ. «Θα δώσει επιπλέον έσοδα στο Δήμο μας») και κινδύνους («θα προκληθούν ατυχήματα») από το έργο, για το πόσο οι κάτοικοι θεωρούν ορθή και δίκαιη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την επιλογή της περιοχής τους και τέλος

για το βαθμό της εμπιστοσύνης που έχουν απέναντι στην εταιρία που θα κατασκευάσει το αιολικό πάρκο και τους θεσμικούς/ πολιτικούς φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία (δημοτική αρχή της περιοχής, υπουργείο, την κυβέρνηση κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα είναι άκρως ενδιαφέροντα. Ο σημαντικότερος παράγοντας ερμηνείας της αντίθεσης στα συγκεκριμένα πάρκα είναι η αίσθηση αδικίας που έχουν οι κάτοικοι, οι οποίοι θεωρούν ότι η διαδικασία χωροθέτησης και έγκρισης του έργου χωλαίνει. Δεύτερος πιο σημαντικός παράγοντας είναι ότι οι κάτοικοι δεν θεωρούν ότι τα έργα θα έχουν όφελος για την περιοχή τους. Η επίδραση του NIMBY είναι τρίτη από άποψη σημαντικότητας, σχεδόν ίση με την επίδραση που ασκεί το ότι οι κάτοικοι θεωρούν πώς η ανάπτυξη των πάρκων εμπεριέχει κόστη για την περιοχή τους και τους ίδιους. Τέλος, μικρότερη αλλά σημαντική επίδραση έχει και το επίπεδο εμπιστοσύνης που έχουν οι κάτοικοι απέναντι σε όσους εμπλέκονται στην προώθηση του έργου. Ουσιαστικά, αυτό που αποδεικνύουν τα αποτελέσματά μας είναι ότι οι ντόπιοι δεν αντιτίθενται στα αιολικά πάρκα επειδή οι ίδιοι επιθυμούν να φορτώσουν το βάρος του ΑΠ σε κάποιον άλλο (η λογική του NIMBY), αλλά επειδή θεωρούν ότι είναι άδικο κάποιοι άλλοι (η κεντρική εξουσία και οι επενδυτές τους οποίους δεν εμπιστεύονται) να προσπαθούν να τους φορτώσουν το βάρος! Αυτά τα αποτελέσματα μόνο έκπληξη δεν προκαλούν. Όταν η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί απλώς να «εκφέρει γνώμη» –αλλά όχι να αποφασίσει– για το έργο, είναι άραγε περίεργο που η διαδικασία λήψης απο-

φάσεων θεωρείται άδικη; Όταν οι τοπικές κοινωνίες δεν μπορούν να διαπραγματευτούν απευθείας με τους ιδιώτες επενδυτές αλλά πρέπει να αρκεστούν σε συγκεκριμένα «αντισταθμιστικά οφέλη» – που είναι ένα κλάσμα των πραγματικών κερδών του ιδιώτη –, είναι περίεργο να θεωρούν τα όποια, προσφερόμενα, οφέλη ως ασήμαντα; Τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα, όσοι προωθούν τέτοια έργα (είτε πρόκειται για αιολικά πάρκα, είτε για ΧΥΤΑ, είτε για μια σειρά άλλων, περιβαλλοντικά/κοινωνικά, επωφελών έργων) δε λαμβάνουν υπόψη τους τέτοιες «λεπτομέρειες». Αντίθετα, συνεχίζουν να αποδίδουν τις τοπικές αντιδράσεις στην εγωιστική λογική του λαθρεπιβάτη. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό φανερώνει άγνοια των επιστημονικών πορισμάτων. Στη χειρότερη περίπτωση, πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική που έχει ως στόχο την υποβάθμιση και την από-νομιμοποίηση των αντίθετων απόψεων. Όμως, όπως δείχνουν πλήθος ερευνών, αν επιθυμούμε πραγματικά τον μετριασμό των αντιδράσεων πρέπει να παρατήσουμε την «καραμέλα» του ΝΙΜΒΥ και του λαθρεπιβάτη – που έχουν αισθητά μικρή ερμηνευτική αξία. Θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν δώσουμε στις τοπικές κοινωνίες πραγματικά δικαιώματα συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη διαχείριση και αν τους προσφέρουμε ουσιαστικά οφέλη, ενέργειες που θα βοηθήσουν να εμπεδωθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης. Τότε πραγματικά «θα ανοίξει πανιά» η αιολική ενέργεια στη χώρα μας. ΙωσΗφ Μποτετζαγιας Επίκουρος Καθηγητής Περιβαλλοντικής Πολιτικής στο Τμήμα Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Δεν θέλω να γίνει εδώ το αιολικό πάρκο


O

12

ικοτριβές

ΑΠΕ:

Τους τελευταίους μήνες ο λογαριασμός του λειτουργού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΛΑΓΗΕ), που επιδοτεί τις εγγυημένες τιμές πώλησης του ηλεκτρισμού από ΑΠΕ (κυρίως αιολικά πάρκα και φωτοβολταϊκά) καθώς και τη λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο (!), έχει καταρρεύσει. Το προβλεπόμενο χρέος του αναμένεται να ξεπεράσει το 1,5 δις € την επόμενη χρονιά, ενώ η ελληνική κυβέρνηση «συζητά», με «σοβαρότητα» το θέμα με την τρόικα. Η συζήτηση αυτή γίνεται εν μέσω της προετοιμασίας των σχεδίων για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και την ανάγκη «να καταστεί η αγορά πιο ελκυστική σε νέους παίκτες», σε απλά ελληνικά δηλαδή, της αύξησης των τιμολογίων. Την ίδια στιγμή, όχι βεβαίως ως αποτέλεσμα ολοκληρωμένων πολιτικών εξοικονόμησης και ενεργειακής αποδοτικότητας, αλλά εξαιτίας της πρωτοφανούς ύφεσης στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα από την καπιταλιστική κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας πέφτει συνεχώς, όντας πολύ κάτω από την προσφορά, ενισχύοντας έτσι τον ανηλεή ανταγωνισμό μεταξύ των ηλεκτροπαραγωγών για την είσοδό τους στο σύστημα. Παράλληλα, μειούμενο βαίνει και το βασικό μέγεθος της νεοπαγούς στη χώρα μας «αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας», η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ). Σε αυτό το περιβάλλον, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) παρουσιάζονται σαν μέρος, αν όχι η κορυφή, του προβλήματος. Την εποχή της ευφορίας που δημιουργούσε η πρόσδεση της χώρας στο κλαμπ των ισχυρών του «σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης», η πράσινη ανάπτυξη παρουσιάστηκε στην ελληνική κοινωνία ως η νέα Μεγάλη Ιδέα του εγχώριου καπιταλισμού. Η δυνατότητα ένταξης στο πράσινο σχέδιο ευρύτατων στρωμάτων μικρομεσαίας προέλευσης (αγρότες, μηχανικοί, τεχνίτες,

Απρίλιος 2013 – τ. 4

στόχοι και προϋποθέσεις για μια

ριζοσπαστική πολιτική

προμηθευτές μικροεξοπλισμού) επέτρεψε την ισχυροποίηση των δεσμών με αυτά τα στρώματα, την κατασκευή δηλαδή κοινωνικής συναίνεσης στο μεγαλόπνοο σχέδιο (νεοφιλελεύθερου) εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας. Η λογική των υψηλών κινήτρων που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, ώθησαν χιλιάδες μικροεπενδυτές να επενδύσουν στα φωτοβολταϊκά, αναμένοντας μεγάλες αποδόσεις με βάση το θεσμικό πλαίσιο των, υψηλότερων στην Ευρώπη, εγγυημένων τιμών πώλησης (feed-in-tariffs). Στην Ελλάδα της πρωτοφανούς μνημονιακής κρίσης του 2013 τέτοιες πολυτέλειες δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών. Οι συναινέσεις πλέον χτίζονται στη βάση της επικοινωνιακής χειραγώγησης, της ιδεολογικής τρομοκράτησης και της αστυνομικής καταστολής. Οι μικρομεσαίοι δεν μπορούν πλέον να διεκδικήσουν κομμάτι της πράσινης πίτας από τους μεγάλους ενεργειακούς ομίλους. Η αναπαραγωγή (μεγάλου) κεφαλαίου προϋποθέτει την καταστροφή (μικρού) κεφαλαίου… Η καπιταλιστική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, αποτέλεσε για την ελληνική και ευρωπαϊκή ελίτ την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα πιο αρπακτικά της σχέδια. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά και στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Δίπλα στα σχέδια για την πλήρη ιδιωτικοποίηση, με ή χωρίς σπάσιμο, της ΔΕΗ, δίπλα στη συνεχή αύξηση των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος, σε εποχή ακραίας φτώχιας, δίπλα στο λαβύρινθο των κάθε λογής επιδοτήσεων των ιδιωτικών συμβατικών σταθμών παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας, ανακοινώνονται μεγαλεπήβολα, fast track, σχέδια για έργα ηλεκτροπαραγωγής από αιολική ενέργεια που, είτε θα γεμίσουν απ’ άκρου εις άκρον την Κρήτη με ανεμογεννήτριες και θα τη μετατρέψουν σε εξαγωγέα ενέργειας, είτε θα γεμίσουν την

Για τον καπιταλισμό, πιθανόν να ανοίγει μία νέα εποχή ορυκτών καυσίμων. Στην εποχή μας, οι μεγάλες ιδέες της «πράσινης ανάπτυξης» μπορούν κάλλιστα να συμβιώνουν με τη φθηνή και εθνικά υπερήφανη «μαύρη ανάπτυξη».

Ελλάδα με φωτοβολταϊκά πάρκα με σκοπό η εξαγώγιμη ενέργεια να «σβήσει» μέρος του δημόσιου χρέους της χώρας. Οι διεθνείς εξελίξεις στην αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων έχουν όμως πάρει και έναν διαφορετικό δρόμο. Η έρευνα και αξιοποίηση νέων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή μας, η διαρκής φιλολογία για ενδεχόμενα κοιτάσματα στον ελληνικό χώρο, η με ραγδαίο ρυθμό αναπτυσσόμενη εκμετάλλευση των «σχιστολιθικών κοιτασμάτων» από τις ΗΠΑ και τον Καναδά καθώς και το άνοιγμα αυτής της προοπτικής για τις ευρωπαϊκές χώρες, δείχνει ότι, για τον καπιταλισμό, πιθανόν να ανοίγει μία νέα εποχή ορυκτών καυσίμων. Στην εποχή μας, οι μεγάλες ιδέες της «πράσινης ανάπτυξης» μπορούν κάλλιστα να συμβιώνουν με τη φθηνή και εθνικά υπερήφανη «μαύρη ανάπτυξη». Αν έτσι βολεύει το κεφάλαιο βέβαια.

Τι είναι οι ΑΠΕ για την αριστερά; Αν όμως το κεφάλαιο διεκδικεί την οικονομική, τεχνολογική και πολιτική του

κυριαρχία με τον τρόπο που κάθε φορά το εξυπηρετεί (συμπεριλαμβανομένων η μη των «πράσινων» επιλογών όπως ορίζονται στα μέτρα του), για την Αριστερά, η ορθολογική χρήση ενέργειας και η εκμετάλλευση των ΑΠΕ για αποκεντρωμένη παραγωγή, αποτελούν στοιχεία του οράματός της για μια διαφορετικού τύπου ανάπτυξη που θα έχει στον πυρήνα της τον κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό της παραγωγικής διαδικασίας. Η αποκεντρωμένη παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας με χρήση του ήλιου, του αέρα, της γεωθερμίας, της βιομάζας και του νερού καθώς και οι τεχνολογίες για την ορθολογική χρήση ενέργειας (ΟΧΕ) μπορούν με μεγαλύτερη ευκολία να υποστηρίξουν μια ανάπτυξη όπου η παραγωγή των ενεργειακών αγαθών δεν είναι συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια, ενώ ταυτόχρονα η προτεραιότητα δίνεται στην ορθολογικότερη διαχείριση των ενεργειακών αναγκών. Το μοντέλο αυτό βρίσκεται κοντά σε ένα εναλλακτικό τρόπο ανάπτυξης όπου δεν κατασπαταλούνται οι φυσικοί πόροι, την ίδια στιγμή που η αποκεντρωμένη ιδιοκτησία δίνει στις τοπικές κοινότητες τη δυνατότητα αυτόνομης λειτουργίας και απεξάρτησης από «μεγάλους παρόχους». Με αυτόν τον τρόπο, η χρήση των ενεργειακών αγαθών και η ανάπτυξη των ΑΠΕ συσχετίζεται με ένα συνολικότερο σχέδιο για δημοκρατική κατανομή και έλεγχο των φυσικών πόρων, αλλά και συνολικά την αποκέντρωση ανθρώπων και δραστηριοτήτων. Από την άλλη μεριά, στο μεγαλύτερό τους μέρος, η εκμετάλλευση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η Ορθολογική Χρήση Ενέργειας, προϋποθέτουν τη συνεχή ανάπτυξη και χρήση τεχνολογίας. Το όραμα της αριστεράς για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και παραγωγική ανασυγκρότηση είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ανατροπή του μοντέλου της χώρας


O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

- καταναλωτή τεχνολογικού εξοπλισμού και ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση της στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό. Σε αυτή την προσπάθεια, η ανάπτυξη των τεχνολογιών ΑΠΕ και ΟΧΕ παίζει έναν από τους σημαντικότερους ρόλους. Οι επιλογές για το είδος, την κλίμακα και τον τρόπο που θα διεκδικηθεί αυτή η ανάπτυξη θα πρέπει να περιλαμβάνουν, την προτεραιότητα στην ανάπτυξη τεχνολογιών που είναι κοντά στην κατανάλωση και έχουν μικρό μέγεθος έτσι ώστε να είναι δυνατή η ανάπτυξη εγχώριας τεχνολογίας, την ανάπτυξη τεχνολογιών που σχετίζονται με άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας όπως ο αγροτικός τομέας ή η μικρή μεταποίηση έτσι ώστε να μεγιστοποιείται η προστιθέμενη αξία καθώς και η ανάπτυξη υποδομών η μεγάλων έργων εκεί που υπάρχει δυνατότητα τεχνολογικής αξιοποίησης.

Ποιος ο ρόλος των ΑΠΕ στο στρατηγικό σχέδιο της Αριστεράς; Ο σημαντικότερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει μια ριζοσπαστική πολιτική για την ενέργεια που επιδιώκει να αντιπαρατεθεί με την καπιταλιστική «πράσινη ανάπτυξη» είναι να πετάξει μαζί με τα νερά (κερδοσκοπική φούσκα) και το μωρό (ΑΠΕ). Για τις κοινωνικές ανάγκες τις οποίες φιλοδοξεί να εκφράσει η Αριστερά, η ανάπτυξη των ΑΠΕ θα πρέπει να έχει τρεις βασικούς στόχους: • Αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης – ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής. • ΑΠΕ ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. • ΑΠΕ ως επιλογή για την ασφάλεια εφοδιασμού και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Αν για τις πολιτικές του κεφαλαίου η στήριξη της μάχης ενάντια στην κλιματική αλλαγή αποτελεί μια σημαία ευκαιρίας, την οποία κάθε μερίδα του υποστέλλει ή κυματίζει ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά της στο διαρκή ανταγωνισμό ισχύος, για την Αριστερά η επιλογή αυτή συνδέεται με τη συνεπή προσήλωσή της σε αξίες και στόχους που εκφράζουν τα κοινά συμφέροντα των λαών και την αλληλεγγύη τους καθώς και στη συνειδητοποίηση ότι, η οικολογική κρίση, σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που το υπάρχον σύστημα διαχειρίζεται τις ανάγκες των ανθρώπων και τους φυσικούς πόρους. Σε αυτή τη μάχη, το όραμα για έναν ενεργειακό τομέα που αντιλαμβάνεται την ενέργεια ως ένα αγαθό για όλους και είναι απαλλαγμένος από τα ορυκτά καύσιμα και τον πυρηνικό κίνδυνο αποτελεί μια τεχνολογική και πολιτική πρόκληση σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι ΑΠΕ δεν μπορούν στα πλαίσια ενός ριζοσπαστικού σχεδίου να αντιμετωπίζονται μόνο ως απλή τεχνολογική μετάβαση σε πιο καθαρές λύσεις. Οι ΑΠΕ για την Αριστερά αποτελούν σημαντικό μέσο αλλα-

Οι ΑΠΕ για την Αριστερά αποτελούν σημαντικό μέσο αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου με όρους δημοκρατίας, συμμετοχής, διάχυσης οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού οφέλους. Αποτελούν προνομιακό πεδίο για τη σύνδεση της αναπτυξιακής προοπτικής με την οικονομία των αναγκών και την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.

γής του παραγωγικού μοντέλου με όρους δημοκρατίας, συμμετοχής, διάχυσης οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού οφέλους. Σε αυτή τη λογική, οι ΑΠΕ αποτελούν προνομιακό πεδίο για τη σύνδεση της αναπτυξιακής προοπτικής με την οικονομία των αναγκών και την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας. Η προώθηση και ενίσχυση συνεργατικών και συνεταιριστικών σχημάτων για την υλοποίηση και την εκμετάλλευση μονάδων ΑΠΕ, αλλά και η μέγιστη δυνατή συμμετοχή των πολιτών στην επιλογή των έργων αποτελούν βασικούς στόχους του εγχειρήματος. Σχετικά με την εγγύηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, όσον αφορά τον ηλεκτρισμό, τη θερμότητα και τις μεταφορές, η χρήση των ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων είναι απαραίτητη. Ως «ασφάλεια εφοδιασμού» νοείται εδώ ένας γενικός όρος κάτω από το οποίο καλύπτονται: • Η εγγύηση παραγωγής αρκετής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας για όλες τις χρήσεις και η ποικιλία επιλογών στην προσφορά (diversification of resources) • H απεξάρτηση από «εισαγόμενα» και συνεχώς ακριβότερα ορυκτά καύσιμα με όλα τα τεχνικά και οικονομικά οφέλη που αυτή συνεπάγεται. • Η βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων. Οι ΑΠΕ είναι πάντα «εγχώριος και απο-

κεντρωμένος» ενεργειακός πόρος και η εκμετάλλευσή τους εγγυάται την ικανοποίηση των βασικών ενεργειακών αναγκών με ταυτόχρονη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικές πηγές (καύσιμα ή μεγάλες διασυνδέσεις).

Βασικές προϋποθέσεις και οι άμεσες προτεραιότητες Οι αδιαφανείς διαδικασίες αδειοδότησης και χωροθέτησης, η πλήρης απουσία της κοινωνίας από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η άνευ όρων προώθηση ιδιωτικών συμφερόντων, με κραυγαλέα παραδείγματα τις φαραωνικού μεγέθους fast-track επενδύσεις, σε βάρος των ενεργειακών, περιβαλλοντικών και παραγωγικών αναγκών των τοπικών κοινωνιών, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της κερδοσκοπικής πράσινης ανάπτυξης που συνετέλεσαν στην απαξίωση των ΑΠΕ και στη δημιουργία τοπικών κινημάτων εναντίον τους. Η ένταξη στο αναπτυξιακό σχέδιο για τις ΑΠΕ ευρύτατων κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων, η κινητοποίηση με άλλα λόγια ανθρώπινου δυναμικού που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε αδράνεια έχει καθοριστική σημασία για την επιτυχία του εγχειρήματος. Η ουσιαστική ενεργοποίηση θεσμών που μετά από δεκαετίες δικομματικής διαχείρισης αδυνατούν να λειτουργήσουν δημιουργικά, όπως η τοπική αυτοδιοίκη-

13 ση, το συνεταιριστικό κίνημα, οι ενώσεις πολιτών και οι κοινωνικές επιχειρήσεις, αποτελεί ένα εξίσου μεγάλο στοίχημα. Αυτοί εξάλλου είναι και οι θεσμοί πάνω στους οποίους στηρίχτηκαν πολλά υποδείγματα ανάπτυξης ΑΠΕ στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη για μεγάλο διάστημα, πριν βέβαια και εκεί περάσει η ανάπτυξη αυτή σε άλλη φάση. Παράλληλα, ο ρόλος του Δημοσίου τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο υλοποίησης είναι εξαιρετικά κρίσιμος. Με αυτή την έννοια, το στρατηγικό σχέδιο για τις ΑΠΕ συνδέεται ευθέως με τον αγώνα για αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των μεγάλων ενεργειακών επιχειρήσεων της χώρας. Ειδικότερα, μια δημόσια επιχείρηση ενέργειας που θα λειτουργεί όχι με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά με ουσιαστικό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, έχει αποφασιστικό ρόλο να παίξει όχι μόνο στην ανάπτυξη των υποδομών που σχετίζονται με τις ΑΠΕ (διασυνδέσεις, έργα ενεργειακής αποθήκευσης και ευφυή δίκτυα) αλλά και στο σχεδιασμό, την υλοποίηση και την ιδιοκτησία όποιων μεγάλων έργων κριθούν απαραίτητα μέσα από τη διαδικασία εκπόνησης ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού. Συνολικά για τον κλάδο των ΑΠΕ, η παραγωγική ανασυγκρότηση με όρους οικονομίας των αναγκών προϋποθέτει την αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος αλλά και μια άλλη ιεράρχηση στον τύπο, τις τεχνολογίες και την κλίμακα των έργων. Τα έργα που πρέπει να προωθηθούν κατά προτεραιότητα είναι αυτά που σχετίζονται με την εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς και με την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ για την ικανοποίηση υπαρκτών αναγκών σε ηλεκτρισμό και θέρμανση. Με οικονομικούς όρους, η ριζική αναδιάρθρωση του κλάδου σημαίνει ότι το κίνητρο υλοποίησης μιας επένδυσης, ακόμα και για τη μικρή και μεσαία ιδιωτική επιχειρηματικότητα που θα εμπλακεί στη διαδικασία, δεν μπορεί να είναι η υψηλή απόδοση κεφαλαίου όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια ενός τέτοιου ριζικά διαφορετικού, ριζοσπαστικού σχεδίου για τις ΑΠΕ, είναι επιβεβλημένη όχι μόνο η εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού, πράγμα δυστυχώς καθόλου αυτονόητο σήμερα, αλλά και η εμπλοκή των ίδιων των τοπικών κοινωνιών οι οποίες θα πρέπει να αντιληφθούν τις ΑΠΕ ως δική τους υπόθεση. Θα απαιτηθεί ισχυρή πολιτική βούληση και μεγάλη επινοητικότητα από μια κυβέρνησης της Αριστεράς για να διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο καθώς και οι πολιτικοί και οικονομικοί όροι έτσι ώστε όλα αυτά να αρχίσουν να γίνονται πραγματικότητα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΙΛΙΑΣ ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ


O

14

ικοτριβές

Ποιες διασυνδέσεις – και για ποιους; Ο χάρτης αποτυπώνει συνολικά τις μελέτες και τα εναλλακτικά σενάρια διασύνδεσης των νησιών του Αιγαίου με το ηπειρωτικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ, 2010). Οι προτάσεις για υποθαλάσσιες καλωδιακές διασυνδέσεις είτε περιλαμβάνονται σε προγραμματισμούς της ΔΕΗ προηγούμενων περιόδων, είτε αποτελούν μέρος σημερινών πολυεθνικών σχεδίων για την ανάπτυξη μεγάλων αιολικών πάρκων στα νησιά και τη διοχέτευση της παραγόμενης ενέργειας στο εθνικό σύστημα μεταφοράς. Το ζήτημα των διασυνδέσεων βρίσκεται έτσι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της αγοράς και των αρμόδιων φορέων, αλλά ταυτόχρονα και στην προβληματική των τοπικών κινημάτων που αντιστέκονται στην εγκατάσταση των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας. Σχηματικά, κάποιες βασικές θέσεις αλλά και ερωτήματα της δημόσιας αντιπαράθεσης που υπάρχει γύρω από τη διασύνδεση των νησιών είναι: Από τους καταρχήν υποστηρικτές της προώθησης των διασυνδέσεων δίνεται προτεραιότητα στο μεγάλο σήμερα οικονομικό (εξάρτηση από εισαγωγές) και περιβαλλοντικό (εκπομπές καύσεων) κόστος της -βασισμένης στο πετρέλαιο- ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών. Επισημαίνεται επίσης ότι αλληλεξαρτήσεις των ενεργειακών συστημάτων είναι ήδη πραγματικότητα σε δια-περιφερειακό και υπερεθνικό επίπεδο και συνεισφέρουν στην ασφάλεια και ευστάθεια του συστήματος. Όσοι διαφωνούν με τα επενδυτικά σχέδια διασυνδέσεων που προωθούνται σήμερα, αναδεικνύουν ότι, με τους όρους που προωθούνται σήμερα από την αιολική βιομηχανία και την ΡΑΕ, δεν λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες φορτίου και τη φέρουσα ικανότητα των περιοχών. Θα μετατρέψουν βίαια τα νησιά σε εξαγωγικά - διαμετακομιστικά «ενεργειακά κέντρα», επιβάλλοντας ένα μοντέλο που έρχεται σε σύγκρουση με άλλες σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες και χρήσεις γης. Θα αποκλείσουν την προοπτική ενός εναλλακτικού τοπικού-περιφερειακού υποδείγματος παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας που θα βασίζεται στην εξοικονόμηση και την αυτάρκεια. Φαίνεται ότι ως συνέπεια της απορρύθμισης, συγκεκριμένοι δημόσιοι σχεδιασμοί που είχαν εκπονηθεί σε διαφορετικά πλαίσια, με άλλες προκείμενες και στοχεύσεις, μπαίνουν «στο τσεπάκι» των επίδοξων επενδυτών που τις ενσωματώνουν στα fast track σχέδια τους. Ίσως τελικά το ερώτημα «ναι ή όχι» στις διασυνδέσεις (γενικώς) είναι απλουστευτικό και αποπροσανατολιστικό: Από μια αριστερή σκοπιά, σε κάθε περίπτωση γίνεται αποδεκτό ότι οι υποδομές διασύνδεσης θα πρέπει να εντάσσονται σε έναν νέο δημόσιο ενεργειακό σχεδιασμό περιφερειακού και εθνικού επιπέδου. Που θα τεκμηριώσει και επαναξιολογήσει κατά περίπτωση –με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, τις τοπικές δυνατότητες, το πραγματικό, μακροχρόνιο δημοσιονομικό όφελος- την αναγκαιότητα και τα χαρακτηριστικά των προτάσεων για υποδομές διασύνδεσης. Είναι μάλλον αυτονόητο επίσης ότι ζητήματα όπως η κρατική ιδιοκτησία και ο ουσιαστικός κοινωνικός έλεγχος των στρατηγικών υποδομών τέτοιου τύπου, αλλά και οι μέθοδοι δημόσιας χρηματοδότησης των επενδύσεων είναι κομβικά για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις ενεργειακές διασυνδέσεις των νησιών μακροπρόθεσμα.

Απρίλιος 2013 – τ. 4

βιομηχανικές ΑΠΕ και κοινότητες στην περιφέρεια Η ιστορία περίπου η ίδια για πολλές περιοχές της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια: αιφνιδιαστικά οι μικρές τοπικές κοινωνίες της υπαίθρου και των νησιών πληροφορούνται ότι έχουν εκχωρηθεί σε ιδιωτικά συμφέροντα βουνά και δάση της περιοχής τους για την εγκατάσταση βιομηχανικών ΑΠΕ. Στο δαίδαλο της δημόσιας διοίκησης και στη συνήθη τυπική διεκπεραίωση εγγράφων προθεσμιών και εγκρίσεων χάνεται το μείζον. Το παράδειγμα των νησιών του Β. Αιγαίου και η εκχώρηση στην πολυεθνική ibertrola τμήματός τους, είναι διδακτική για τις πολλαπλές πτυχές του θέματος των βιομηχανικών ΑΠΕ στον ορίζοντα του οποίου περικλείονται θέματα χωροθέτησης, κοινωνικού ελέγχου, διαδικασιών αδειοδότησης και ανταποδοτικών ωφελημάτων για τις τοπικές κοινωνίες. Στη Χίο, από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, η ibertrola πλησιάζει την τοπική αυτοδιοίκηση και με δουλειά λόμπι σε αυτοδιοικητικούς παράγοντες, με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις, χορηγίες σε αθλητικά σωματεία και υποσχέσεις για υψηλά ανταποδοτικά οφέλη επιτυγχάνει την πρώτη σύμφωνη γνώμη του δημοτικού συμβουλίου για την εκχώρηση και δέσμευση περιοχών για την εγκατάσταση βιομηχανικής κλίμακας ΑΠΕ στα βουνά του νησιού. Οι περιορισμένες αντιδράσεις της εποχής περισσότερο εγγράφονται στον παραδοσιακό λόγο και πρακτική της οριακά ικανής και ευκόλως αφομοιώσιμης κριτικής από το τοπικό πολιτικό προσωπικό, κυρίως όμως από την πολυεθνική η οποία δεν δείχνει να ανησυχεί από τα λίγα δημοσιεύματα και τις φωνές διαφοροποίησης. Σε άλλο επίπεδο στα επόμενα πέντε χρόνια που ακολουθούν μια σειρά από αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο χωροθέτησης των ΑΠΕ σε συνδυασμό με τη σημαντική ενίσχυση του γνωστού λόμπι των ενεργειάδων διαλύουν στην κυριολεξία το θεσμικό πλαίσιο περιβαλλοντικής προστασίας ακόμα και σε περιοχές προτεραιότητας των οικοτόπων της οδηγίας «Φύση 2000», αναδασωτέων περιοχών, περιοχών σημαντικών για την ορνιθοπανίδα. Η κατάθεση της ΜΠΕ το 2012 από την ibertrola για το έργο «Αιγαία Ζεύξη», φέρνει ξανά στο προσκήνιο το θέμα με περισσότερο δυσχερείς όρους σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο με μια σημαντική ωστόσο διαφορά. Η κριτική στο σύνολο της προτεινόμενης επένδυσης και οι πολλαπλές ρητές και άρρητες διαστάσεις για τη διαφοροποίηση της ταυτότητας του νησιού, το περιβαλλοντικό κόστος που συνεπάγεται, τον τοπικό αναπτυξιακό σχεδιασμό, την ανυπαρξία και συνάμα την ανάγκη περιφερειακού ενεργειακού σχεδιασμού, κυρίως όμως την προχειρότητα τις αντιφάσεις και τις επισφαλείς τεχνολογικά πρόνοιες της «επένδυσης», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διασύνδεση με την ηπειρωτική ενδοχώρα, έδειξε σε σύντομο χρόνο ότι ο βασιλι-

άς είναι γυμνός. Οι αντιστάσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν μέσα από την τοπική πρωτοβουλία «Πολίτες και Ανεμογεννήτριες» είχαν και εξακολουθούν να θέτουν επιτακτικά μια σειρά από ζητήματα καταρρίπτοντας τα κυρίαρχα επιχειρήματα της πολυεθνικής και τον ποικιλώνυμων συνοδοιπόρων της. Τα κυρίαρχα επίδικα αυτής της αντιπαράθεσης εξακολουθούν να τίθενται. Όπως: Η περιβαλλοντική διάσταση με επίκεντρο την προστασία και τη διαφύλαξη του φυσικού, πολιτιστικού, ιστορικού αποθέματος με όρους ήπιας και λελογισμένης χρήσης των πόρων. Η ουσιαστική διαβούλευση η οποία θέτει στο προσκήνιο της ανάγκες των τοπικών κοινωνιών για το σχεδιασμό έργων που καθορίζουν το μέλλον τους. Το αγαθό της ενέργειας ως δημόσιο κοινωνικό αγαθό, ο έλεγχος στην κερδοφορία του εγχώριου και πολυεθνικού κεφαλαίου. Η χρήση της τεχνολογίας σε μικρή κλίμακα και η σύμπραξη από τα κάτω σε συνεργατικά σχήματα επαναπροσδιορίζουν και διεκδικούν λόγο και θέση στα τοπικό και αναπτυξιακό γίγνεσθαι και το σχέδιο του τόπου. Τα διδάγματα από τη μέχρι τώρα πορεία είναι ικανά ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα πενιχρά και συνήθως ψευδή ανταποδοτικά που υπόσχεται η πολυεθνική –ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά θέσεις εργασίας– δημιουργούν αδιέξοδα ακόμα και στους φανατικούς υποστηρικτές της. Ωστόσο, μέσα από την τοπική κοινωνική κινητοποίηση προκύπτουν προς το παρόν δύο διδάγματα. Ευρύτερα για τις βιομηχανικές ΑΠΕ, φαίνεται ότι στο βήμα χρόνου της τελευταίας δεκαετίας, το ενεργειακό κεφάλαιο έχει σημαντικά ισχυροποιηθεί αποσπώντας σημαντικές νομοθετικές εκχωρήσεις και συμφωνίες από το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά της Βιομηχανικές ΑΠΕ φαίνεται εγκλωβισμένο στα αδιέξοδα των αθρόων αδειοδοτήσεων της ΡΑΕ και των εταιρικών ανταγωνισμών. Ιδιαίτερα σήμερα, που οι δεσμεύσεις που απέσπασαν πριν λίγα χρόνια φαντάζουν προϊστορία στον πυκνό πολιτικό χρόνο και στη διαρκή ανακατάταξη οικονομικών δεδομένων και συμφερόντων. Τοπικά, είδαμε ότι η προτεινόμενη «επένδυση» της πολυεθνικής ibertrola στη Χίο συνέδεσε διάσπαρτες δυνάμεις από τα κάτω, έχοντας ως κοινό τόπο ότι μπροστά μας έχουμε μακρά πορεία με πολλούς σταθμούς. Το κίνημα έστειλε μήνυμα σε κάθε κατεύθυνση ότι ακόμα και ο καλύτερος τεχνοκρατικός σχεδιασμός όσο μεγάλα και αν είναι τα συμφέροντα, με όσα εφόδια και εξασφαλίσεις κι αν αποσπάσει από το πολιτικό προσωπικό, αποτυγχάνει αν η τοπική κοινωνία αγωνισθεί. Τότε όλα καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΧΛΗΣ

Δείτε: www.voreioaigaiosos.gr/


O

15

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

ΑΠΕ και τοπικά κινήματα:

μια μάχη του πράσινου ενάντια στο «πράσινο» ΚΡΗΤΗ: Στο κυριαρχούμενο (θεσμικά, χωροταξικά, οικονομικά) από την αγορά ενεργειακό τοπίο της Ελλάδας, η Κρήτη έχει κεντρικό ρόλο. Από τη ΡΑΕ έχουν δοθεί, επί μέσου όρου κατανάλωσης περίπου 600 MW, άδειες παραγωγής ρεύματος της τάξης των 8.000 MW σε ολόκληρο το νησί αλλά και σε βραχονησίδες γύρω από την Κρήτη, μη εξαιρουμένων των προστατευόμενων περιοχών. Τρεις από αυτές τις άδειες (αφορούν περίπου 2.500 MW) έχουν ενταχθεί σε διαδικασία fast track. Επιπλέον, η Κρήτη αποτελεί περιοχή-στόχο αναζήτησης υδρογονανθράκων. Έχει τουλάχιστον τρία σχέδια καλωδιακής διασύνδεσης και «σχέδια» υποδοχής αγωγών μεταφοράς υδρογονανθράκων. Η παραίτηση από οποιαδήποτε μορφή κεντρικού σχεδιασμού είναι εκούσια, κατ’ επιταγή και προς όφελος των ιδιωτών επενδυτών. Ζητήματα χωροθέτησης μονάδων και διασύνδεσης με το ηπειρωτικό ενεργειακό σύστημα αφήνονται να ρυθμιστούν από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Στο ζοφερό αυτό πλαίσιο δεν αποτελεί έκπληξη ότι έχουν αναπτυχθεί αντιδράσεις από φορείς, ΟΤΑ, κόμματα, κινήματα και μεμονωμένους πολίτες. Λόγω των καθολικών επιπτώσεων σε όλη την έκταση του νησιού, περίπου 100 τοπικά κινήματα και φορείς, συνέπραξαν στη δημιουργία του «Παγκρήτιου Δικτύου Αγώνα κατά των Βιομηχανικών ΑΠΕ». Παράλληλα το δίκτυο έχει αναπτύξει σχέσεις και έχει βρει υποστηρικτές στην υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό. Η πολυσυλλεκτικότητα του Δικτύου έχει επιτρέψει τη διεύρυνση των προβληματισμών και των παρεμβάσεων με ζητήματα που υπερβαίνουν αμιγώς ενεργειακά ζητήματα να τίθενται ψηλά στην ατζέντα (συμμετοχικότητα, δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων, παραγωγική ανασυγκρότηση). Δίνει ιδιαίτερο βάρος στη χωροταξία και τις χρήσεις γης τονίζοντας το πρόβλημα της παράδοσης του σχεδιασμού στις μεγάλες εταιρείες, ενώ παράλληλα προασπίζεται το χαρακτήρα της ενέργειας ως δημόσιου αγαθού και το σχεδιασμό με βάση τις τοπικές ανάγκες.

ΛΑΚΩΝΙΑ: Στο νότο της Πελοποννήσου, στο νομό Λακωνίας γίνεται τα τελευταία χρόνια μια προσπάθεια ανάπτυξης ΒΑΠΕ με κεντρικό πυλώνα τα μεγάλα αιολικά πάρκα αλλά και νέα φαραωνικού μεγέθους φωτοβολταϊκά πάρκα. Ορισμένα από τα έργα που ετοιμάζονται για την περιοχή είναι φωτοβολταϊκό πάρκο συνολικής ισχύος 70 MWp, στη Σκάλα του Δήμου Ευρώτα, ανεμογεννήτριες συνολικής ισχύος περίπου 400 ΜW, νέο εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής, σταθμό αποθήκευσης και αεριοποίησης φυσικού αερίου καθώς και εργοστάσιο βιομάζας. Τα περισσότερα από τα έργα εντάσσονται στη διαδικασία fast track και όχι σε ένα πλαίσιο ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού. Στην περιοχή οι κάτοικοι έχουν αναπτύξει ένα δυναμικό κίνημα ενάντια στα σχέδια αυτά. Το Δίκτυο Περιβαλλοντικής και Πολιτιστικής Προστασίας της Λακωνίας είναι ένα συντονιστικό όργανο τοπικών φορέων και ατόμων, που συντονίζει αυτό το κίνημα και που στόχο έχει «την ενημέρωση αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κάθε περιοχή της Λακωνίας και την ανάληψη κοινών δράσεων σχετικά με τον ενεργειακό σχεδιασμό στην περιοχή». Όπως οι ίδιοι οι συμμετέχοντες στο κίνημα δηλώνουν στην ιστοσελίδα τους «Θεωρούμε πως ο σχεδιασμός στη χώρα και ειδικότερα στο νομό μας, μέσω του οποίου αυθαίρετα βαφτίζονται ΑΠΕ διάφορες δραστηριότητες, ενώ εξαιρούνται άλλες, είναι ελλιπής και ισοπεδωτικός. Αμφισβητούμε έντονα τη χρησιμότητα και τους στόχους του σχεδιασμού αυτού. […] Ο παρών ενεργειακός σχεδιασμός έγινε ερήμην των τοπικών κοινωνιών. Θα αποφέρει μεγάλα κέρδη σε κάποιες εταιρείες μέσω των επιδοτήσεων, ενώ από την άλλη δεν θα μειώσει ουσιαστικά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα , δεν θα αντικαταστήσει τις υπάρχουσες συμβατικές ενεργειακές υποδομές και δεν θα έχει αντίστοιχα ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες, που είναι προσανατολισμένες και δραστηριοποιούνται κυρίως σε αγροτοτουριστικές δραστηριότητες».

Δείτε: sites.google.com/site/pankretiodiktyoagonakatavape

Δείτε: diktyolakonias.blogspot.gr

Η... «αναζωπΥρωση» της βιομΑζας και βιοαΕριου: Τους τελευταίους μήνες παρατηρείται μεγάλη αύξηση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την εγκατάσταση μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα (φυτικά (υπο)προϊόντα) και βιοαέριο (από ζυμώσιμα). Το θέμα έχει τεθεί σε πολλές περιοχές της χώρας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις που προωθούνται αυτό το διάστημα και ήρθαν προς έγκριση στις αρμόδιες περιφερειακές και δημοτικές αυτοδιοικήσεις είναι περιπτώσεις μονάδων βιομάζας στην Αττική και βιοαερίου στα Τρίκαλα. Στο σχετικό διάλογο που σήμερα αρχίζει να μας απασχολεί εντονότερα, τα τοπικά κινήματα και οι εκπρόσωποι της αριστεράς θέτουν μια σειρά από ζητήματα που αφορούν: - Την προέλευση και ισοζύγιο πρώτης ύλης. Το στοιχείο της τοπικότητας και εγγύτητας μεταξύ περιοχής παραγωγής πρώτης ύλης και εγκατάστασης μονάδας είναι σημαντικό. - Τις επιλεγόμενες μεθόδους διαχείρισης και διάθεσης των αποβλήτων – ιδιαίτερα της καύσης βιομάζας

- Τις επιλογές χωροθετήσεων των μονάδων και τις αλλαγές χρήσεων γης που προκαλούν οι ανάγκες τροφοδοσίας τους - Τη σπουδή της ΡΑΕ και του ΥΠΕΚΑ να νομιμοποιήσουν παράτυπες πρακτικές των ενδιαφερόμενων επενδυτών όπως η τεχνητή «σαλαμοποίηση» μονάδων για την ευκολότερη αδειοδότησή τους, η υποβολή ελλιπών μελετών επιπτώσεων κλπ.) Φαίνεται ότι και στην περίπτωση της ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας και βιοαερίου εκδηλώνονται ορισμένες μακροχρόνιες παθογένειες του συστήματος: Με τη φούσκα φωτοβολταϊκών και αιολικών να έχει σκάσει, άλλες μορφές ΑΠΕ γίνονται νέο πεδίο δραστηριοποίησης επιχειρηματικών συμφερόντων, αναπαράγοντας ουσιαστικά το ίδιο αδιέξοδο μοντέλο «πράσινης ανάπτυξης».

ΠΕΝΤΕΛΗ: Πρόσφατα, η κυβέρνηση ψήφισε νέο επενδυτικό νόμο που επιτρέπει σε επενδυτές να κατασκευάζουν έργα με προϋπολογισμό άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ παρακάμπτοντας τη νομοθεσία, ενώ ταυτόχρονα αφήνονται παράθυρα για επενδύσεις εντός προστατευόμενων περιοχών όπως είναι και η Πεντέλη. Οι παραπάνω ρυθμίσεις επιτρέπουν στην Εκκλησία της Ελλάδας να επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιότερο σχέδιο για τη δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου έκτασης 3500 στρεμμάτων και ισχύος 300MW στην Πεντέλη. Αν υλοποιηθεί, το συγκεκριμένο φωτοβολταϊκό πάρκο θα είναι το μεγαλύτερο στη χώρα και θα καταλαμβάνει την ίδια έκταση με τον αστικό ιστό της Νέας Πεντέλης! Πρόκειται για μια από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις «πράσινων επενδύσεων» που το γενικό συμφέρον και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις επιδιώξεις του επενδυτή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα «τυχαίνει» να είναι η Εκκλησία της Ελλάδας. Το Πεντελικό Όρος, που, αν και καμένο, σιγά σιγά αναγεννιέται με φυσικό τρόπο, είναι ένα από τα ελάχιστα φυσικά air condition της πρωτεύουσας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και η διάσωσή του αφορά όλους τους Αθηναίους. Ένας ζωτικός χώρος για την ποιότητα ζωής όλων των πολιτών που ζουν στο λεκανοπέδιο, αντί να αναδασωθεί θα μετατραπεί σε βιομηχανική περιοχή παραγωγής ΑΠΕ. Πυλώνες μεταφοράς ρεύματος, κτίρια και χώροι αποθήκευσής θα κάνουν την εμφάνισή τους εκεί που λίγα χρόνια πριν δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι «οργίαζε» η χλωρίδα και η πανίδα. Το «πάρκο» σχεδιάζεται να γίνει εντός της ζώνης προστασίας, σε περιοχή που κηρύχτηκε αναδασωτέα μετά τις πυρκαγιές του 2009. Η εγκατάσταση ΑΠΕ στο χώρο του καμένου Πεντελικού δάσους είναι το πρώτο βήμα για να γίνει αλλαγή χρήσης γης. Η Πεντέλη για τους Αθηναίους είναι στοίχημα επιβίωσης και επιβάλλεται να κερδηθεί και ως τέτοια θα την υπερασπιστούμε.


O

16

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

στην ΓΚΙΩΝΑ, η καταστροφή είναι σε εξέλιξη με τις ευλογίες των τοπικών πολιτευτών

Ποια είναι η θέση του Δήμου Δελφών και της Περιφερειακής Αρχής μέσω της επιτροπής περιβάλλοντος και της αντιπεριφερειάρχη Φωκίδας;

Tα Καστέλλια είναι ένα πανέμορφο χωριό στην Γκιώνα, 35 χλμ από την Άμφισσα. Ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του Δήμου Δελφών με πλούσια ιστορία και ευρήματα από τους προϊστορικούς χρόνους. Στην περιοχή των Καστελλίων υπάρχουν μεγάλες ποσότητες καλής ποιότητας βωξίτη. Μια νέα εξόρυξη από την εταιρεία S&B (Οδ. Κυριακόπουλος) προκάλεσε επεισοδιακές συνεδριάσεις στο χωριό και στο Δήμο Δελφών και ανάκληση της άδειας επέμβασης από τη Δ/νση Δασών. Η Δέσποινα Σπανούδη συζήτησε με τους Καστελλιώτες πρωτεργάτες Δημήτρη Μπάκα και Παναγιώτη Μακρή και το Γιώργο Κόλλια από την Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας.

Τα Καστέλλια αντέδρασαν δυναμικά στην επιχειρούμενη νέα εξόρυξη της S&B. Για ποιο λόγο; Π. Μακρής: Τα Καστέλλια τα τελευταία 50 χρόνια έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη πίεση, από κάθε άλλο χωριό της Φωκίδας από τις μεταλλευτικές εξορύξεις του βωξίτη. Οι κάτοικοι είδαν το φυσικό πλούτο και μαγευτικές τοποθεσίες όπου έζησαν σαν παιδιά να καταστρέφονται η μια μετά την άλλη. Φύλλο συκής απέμειναν τα «Κεφαλάρια» του χωριού, δηλαδή οι δύο βουνοκορφές που περικλείουν τον οικισμό, η Αλεφάντω και η Τσούκα. Με δόλιο τρόπο καταστράφηκε η Τσούκα τον Ιούλιο του 2011. Η επιτυχημένη μεθόδευση από πλευράς της εταιρείας άνοιξε την όρεξη για την άλωση και της Αλεφάντως. Το σκηνικό στήθηκε: Υπηρεσίες διαβρωμένες, πολιτική τάξη ποδηγετημένη, τοπική κοινωνία αγόμενη και φερόμενη. Μέσα στο κοινωνικό τέλμα που βρίσκεται η χώρα μας, βρέθηκαν λίγοι άνθρωποι που αντιστάθηκαν και κοντά σε αυτούς πολλοί άλλοι που δεν μπορούσαν από μόνοι τους να σηκώσουν το βάρος της αντιπαράθεσης. Κάπως έτσι γλίτωσε προσωρινά η Αλεφάντω. Δ. Μπάκας: Πριν ένα μήνα μάθαμε ότι έχει δοθεί έγκριση στην εταιρεία του Κυριακόπουλου να πάρει επιφανειακά και τα κοιτάσματα που είναι ορατά και πολύ κοντά στα Καστέλλια, να καταστρέψει τα κεφαλάρια και να εκθέσει το χωριό σε τεράστιο κίνδυνο από πλημμύρες, κατολισθήσεις και κατακρημνίσεις. Αμέσως καλέσαμε σε συγκέντρωση. Το Τοπικό Συμβούλιο και ο Αντιδήμαρχος έκαναν έκτακτη συνεδρίαση καλώντας την εταιρεία για ενημέρωση, που όμως αυτή τη φορά δεν τα κατάφερε ούτε με τις δωροδοκίες ούτε με τις απειλές. Τελικά αποφάσισαν για Συνέλευση των κατοίκων, την ίδια μέρα με την προγραμματισμένη συγκέντρωση. Για να μη διασπαστεί το χωριό συμφωνήσαμε για ενωτική συγκέντρωση σωτηρίας του χωριού. Η εταιρεία και οι εκφραστές της όμως είχαν άλλο σχεδιασμό. Για να διαλύσουν τη συγκέντρωση, έφεραν εργαζόμενους από όλη τη Φωκίδα,

με επικεφαλής τον υπεύθυνο προσωπικού της εταιρείας. Οι χωριανοί, χωρίς ενδοιασμό, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια τις προσπάθειες εκφοβισμού, συγκεντρώθηκαν και άντεξαν όλες τις προκλήσεις του αντιδημάρχου. Λίγες μέρες μετά έγινε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου για το ίδιο θέμα. Το Δασαρχείο ανακάλεσε την άδειά του αναφέροντας ότι είχε παραβλέψει σημαντικά δεδομένα. Τι συνέπειες έχουν αυτές οι εξελίξεις; Τι στάση κράτησαν γενικά οι αρμόδιες υπηρεσίες; Π. Μακρής: Η ανάκληση της απόφασης του Δασαρχείου έγινε με την αιτιολογία ότι δόθηκε εκ παραδρομής. Εύλογο και το ερώτημα αν θα διεξαχθεί έρευνα για καταλογισμό ευθυνών σε επίορκους υπαλλήλους. Η ενασχόλησή μου με το ρόλο των Υπηρεσιών δυστυχώς έχει φέρει στο φως και το σχετικό τιμοκατάλογο παρεχομένων υπηρεσιών και εκδουλεύσεων. Πρωταγωνίστριες σε αυτό είναι οι κεντρικές Υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ. Τον έλεγχο των τοπικών υπηρεσιών (πλην ίσως του Δασαρχείου που δρα αυτόνομα) έχει αναλάβει η τοπική πολιτική τάξη, λαμβάνοντας άλλου είδους «αντίδωρα». Δ. Μπάκας: Το Δασαρχείο γνώριζε πολύ καλά τι έκανε. Έχουν υπάρξει αρνητικές αποφάσεις ήδη από τη δεκαετία του ΄80, από τη Δ/νση Δασών και τον υπουργό Γεωργίας. Σήμερα εξέδωσαν την άδεια επέμβασης με τοπογραφικό που έχει μεταγενέστερη ημερομηνία, με διαφορετικές συντεταγμένες και με ψευδή στοιχεία στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Ούτε άδεια επέμβασης για τους δρόμους πρόσβασης δεν υπήρχε.

Δ. Μπάκας: Ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος μας επισκέπτεται όταν είναι υποχρεωτικό ή όπως πρόσφατα για να βοηθήσει την εταιρεία. Οι επισκέψεις του Δημάρχου γίνονται αποκλειστικά στα πανηγύρια και ειδικά όταν τα όργανα είναι πληρωμένα από την S&B ή συνεργάτες της. Η αρμόδια αντιπεριφερειάρχης δηλώνει αδυναμία να κάνει ελέγχους και η επιτροπή περιβάλλοντος δεν έχει ασχοληθεί. Βασικό μέλημα του Δημάρχου, των Αντιδημάρχων και των συμβούλων της πλειοψηφείας του Δήμου στα τελευταία γεγονότα ήταν να μην πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση των κατοίκων και αφού η τελευταία έγινε μαζική και δυναμική προσπάθησαν να την αποπροσανατολίσουν, να απαξιωθούν οι αποφάσεις της, έκαναν πως δεν είδαν το ψήφισμά της και τις πολλές εκατοντάδες υπογραφές που το συνόδευαν. Π. Μακρής: Η πολιτική τάξη της Φωκίδας εκλέγεται με γνώμονα το ποιος θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα της εταιρείας, εξασφαλίζοντάς της υπηρεσιακή ασυλία. Στην περίπτωση των Καστελλίων, όταν ο κόμπος έφτασε στο χτένι και η κατάσταση διαμορφώθηκε αλλιώς με την κινητοποίηση των κατοίκων φόρεσαν το μανδύα του «Σωτήρα». Σήμερα παρά τις συνεχείς παραστάσεις ακόμα και επερωτήσεις στο Περιφερειακό Συμβούλιο, ο ελεγκτικός Μηχανισμός της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης αρνείται να προβεί σε οποιοδήποτε έλεγχο των μεταλλευτικών εξορύξεων. Έχετε κάνει και άλλες καταγγελίες για τα Καστέλλια τον τελευταίο χρόνο. Τι τύχη είχαν; Π. Μακρής: Τα τελευταία δύο χρόνια η προσοχή μας έχει εστιασθεί στην αποκατάσταση της παράνομα κατεδαφισθείσας κορυφής «Τσούκα» καθώς και στην αποκατάσταση των μεταλλευτικών εκμεταλλεύσεων πάνω από το χωριό Αποστόλια, για τις οποίες η εταιρεία κωλυσιεργεί και ο έλεγχος των αρμοδίων υπηρεσιών είναι ανύπαρκτος. Δ. Μπάκας: Η αρχική μου καταγγελία έγινε πριν από ένα χρόνο (2/3/2012). Κατήγγειλα ότι η μεταλλευτική εταιρεία S&B Βιομηχανικά Ορυκτά Α.Ε. συστηματικά, εξόφθαλμα, προκλητικά και βάρβαρα καταπατά εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, υπουργικές αποφάσεις, νόμους και διατάξεις. Δημιουργεί μια τρομακτική και μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Ότι δεν πληρώνει στο ελληνικό δημόσιο ούτε ευρώ για την αξία του μεταλλεύματος. Η καταγγελία αυτή, που περιέχει πλήθος φωτογραφιών που τη στηρίζουν, κατατέθηκε μαζί με μηνυτήρια αναφορά στον εισαγγελέα πρωτοδικών Άμφισσας, που κατατέθηκε και στο συνήγορο του πολίτη, σε όλες τις υπηρεσίες, το δημοτικό συμβούλιο και στην περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. Τέλος αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει αντικρούσει την καταγγελία αυτή ούτε στο ελάχιστο. Αλλά καμιά από τις αρμόδιες υπηρεσίες όπως η Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος και Περιφέρεια (Κ.Ε.Π.ΠΕ.) Στερεάς Ελλάδας, δεν έχει κάνει ούτε το ελάχιστο.


Απρίλιος 2013 – τ. 4

Ποιες θα είναι οι εξελίξεις από εδώ και πέρα. Τι θέλετε για το μέλλον για την περιοχή σας; Δ. Μπάκας: Τα Καστέλλια είναι χωριό που δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις ομορφιές της φύσης του για την ανάπτυξη διαφόρων δραστηριοτήτων και οικοτουρισμού. Γιατί όπου να στρέψεις το βλέμμα σου υπάρχουν ξεκοιλιασμένα βουνά. Η κατάσταση αυτή είναι μη αναστρέψιμη και συνεχώς επιδεινώνεται. Η φύση βιάζεται, τα νερά στραγγίζουν και κατακρημνίζονται στις τρύπες των πολύ πυκνών και μεγάλων σε βάθος γεωτρήσεων. Νομοτελειακά αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση, όλη η περιοχή θα καταντήσει κρανίου τόπος. Τα Καστέλλια ήταν ένα χωριό με μεγάλη κτηνοτροφία με πάνω από 40.000 γιδοπρόβατα και καλλιέργειες. Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε: έχουν καταστραφεί όλοι οι βοσκότοποι από την εξόρυξη βωξίτη, έχουν καταστραφεί οι πηγές που ξεδιψούσαν τα ζώα και έχουν κοπεί τα περάσματα επικοινωνίας. Η γεωργία είναι ανύπαρκτη χωρίς ούτε τις στοιχειώδεις υποδομές. Όλα έχουν προσαρμοστεί στα συμφέροντα του εκμεταλλευτή. Ποιος είπε και από πού συμπεραίνεται ότι μια περιοχή που διαθέτει ορυκτό πλούτο δεν έχει κανένα δικαίωμα στη ζωή, πρέπει να καταστραφεί σε όφελος κάποιων μετόχων που φορολογούνται στο Λουξεμβούργο ή αλλού χωρίς να πληρώνει ούτε ένα ευρώ στο ελληνικό δημόσιο για το μετάλλευμα; Ένα τμήμα του πλούτου που παράγεται στην περιοχή πρέπει να μείνει σε αυτήν. Θέλουμε να εφαρμοστούν οι περιβαλλοντικοί όροι, να μην προχωρήσει η εξόρυξη στην Αλεφάντω και να γίνουν νέες μελέτες για τις επιπτώσεις των εξορύξεων στα νερά της περιοχής. Θέλουμε να δοθεί η δυνατότητα μέσα από τα χωροταξικά σχέδια που εκπονούνται για το Δήμο και για την Περιφέρεια να αποκτήσουμε δυνατότητες επιβίωσης. Π. Μακρής: Αν δεν υπάρξει πολιτική αλλαγή ώστε να υπάρξει η βούληση ο βωξίτης να εκμεταλλεύεται προς όφελος του ελληνικού κράτους της τοπικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος, οι πολύ λίγοι που κατά καιρούς αντιδρούν στη ληστρική εκμετάλλευση δεν θα αντέξουν για πολύ. Η εταιρεία διαβρώνει την τοπική κοινωνία και το ελληνικό κράτος μεθοδευμένα και σε καθημερινή βάση, ώστε η επικράτησή της στο προτεκτοράτο της που ονομάζεται Φωκίδα, να είναι ολοκληρωτική. Όταν εξαντληθούν τα αποθέματα βωξίτη το μόνο ρόλο που θα μπορεί να παίξει η Φωκίδα θα είναι σκηνικό ταινιών επιστημονικής φαντασίας ως πλανήτης ΑΡΗΣ. Γ. Κόλλιας: Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιες ακριβώς θα είναι οι εξελίξεις από εδώ και πέρα. Πιστεύω ότι η εταιρεία θα προσπαθήσει πολύ σύντομα να επανέλθει μιας και η περιοχή έχει πολύ καλής ποιότητας βωξίτη, παρότι επανειλημμένα έχει διαβεβαιώσει ότι «θα είναι και η τελευταία επιφανειακή εκμετάλλευση». Οι τελευταίες εξελίξεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας για το θέμα των εξορύξεων χρυσού στη Χαλκιδική είναι δυστυχώς αρνητικές. Θα ήθελα οι τοπικές κοινωνίες παίρνοντας οι ίδιες τις τύχες στα χέρια μας, μέσα από ένα γόνιμο διάλογο, με ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων, να συνθέσουμε και έτσι να διαμορφώσουμε το μέλλον μας. Πιστεύω ότι η Φωκίδα και ειδικότερα η περιοχή μας, είναι ένα μεγάλο παράδειγμα πώς η μεταλλεία τελικά δεν οδήγησε στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων των περιοχών μας, αλλά στην υποβάθμιση και στη φτώχεια. Η «μονοκαλλιέργεια» της εξόρυξης βωξίτη έχει οδηγήσει τη Φωκίδα να είναι ένας από τους φτωχότερους νόμους της χώρας (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία) και ταυτόχρονα τους ιδιοκτήτες των εταιρειών εξόρυξης στους πιο πλούσιους. Αν οι τοπικές κοινωνίες δεν αντιδράσουμε και δεν προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε άλλες λύσεις, να συνθέσουμε και να απαιτήσουμε αυτά τα οποία θέλουμε για τον τόπο μας, τότε θα συνεχίσουμε να ξεπουλάμε τον τόπο μας στις μεταλλευτικές εταιρείες, πάντα βέβαια στα πλαίσια μιας «νομιμότητας» και ενός χουντικού μεταλλευτικού κώδικα που περιέργως δεν τον αλλάζει κανείς.

O

17

ικοτριβές

Φράγματα στον Αώο: το λάθος διορθώνεται με λάθος; Το 1988 εκκινεί τη λειτουργία του το Υδροηλεκτρικό Εργο Πηγών Αώου. Από την ημέρα εκείνη 100 εκ. κυβικά μέτρα νερού το χρόνο πάυουν να ακολουθούν μια διαδρομή χιλιάδων χρόνων. Ο Αώος καταλήγει τα επόμενα χρόνια να είναι παραπόταμος του Ρέματος Βάλια Κάλντα (Αρκουδόρεμα), να μη συναντά, τους θερινούς μήνες (τα τελευταία χρόνια) στην Κόνιτσα, το Βοϊδομάτη και το Σαραντάπορο. Οι πληθυσμοί της πέστροφας και του νημάχειλου του ποτάμιου (μπριάνι), φθίνουν συνεχώς. Το ογκωδέστερο ψάρι του ποταμού, το «συρτάρι», είδος συγγενές με τον κέφαλο, έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα η καραβίδα, είδος μέχρι πρόσφατα όχι συχνό στον Αώο, έχει πολλαπλασιαστεί. Η πτώση της ροής ελαττώθηκε και η στασιμότητα των υδάτων αυξάνει τη θερμοκρασία του ποταμού μειώνοντας τον αερισμό και την οξυγόνωση των υδάτων. Ο πυθμένας καλύπτεται πια από λάσπη και εμφανίζει ευτροφισμό. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των έργων του φράγματος πηγών Αώου έγινε τυπικά, γρήγορα και εκ των υστέρων, ενώ στερείται επιστημονικής εγκυρότητας. Από την άλλη, το Ίδρυμα Γουλανδρή εκπόνησε μελέτη που ζητά μέρος του υδάτινου όγκου του φράγματος να επιστρέψει στη φυσική του ροή. Σε μια περίοδο που διαλύεται η καθημερινότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, τα αντανακλαστικά της λαϊκής αντίδρασης δεν βρίσκονται στο ύψος των περιστάσεων. Σήμερα, τίθεται και πάλι το θέμα δημιουργίας φράγματος στον Αώο, στην περιοχή άνω της Βωβούσας. Παρά τη συντριπτική άρνηση φορέων και πολιτών, το αρμόδιο υπουργείο δεν αίρει, τελεσίδικα, από τους σχεδιασμούς του ένα έργο που θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στο ήδη επιβαρυμένο οικοσύστημα της Βόρειας Πίνδου. Οι επιπτώσεις του ανωτέρω φράγματος δεν χρειάζονται επιστημονικές μελέτες για να τεκμηριωθούν, αφού η απλή παρατήρηση του όγκου υδάτων του Αώου, ιδίως το καλοκαίρι, της υδροπανίδας, της εναπόθεσης ιλύος και του φυτικού ευτροφισμού στον άλλοτε πετρώδη πυθμένα του ποταμού, τις καθιστά εύκολα αντιληπτές. Παράλληλα, οι παρεμβάσεις που απαιτούνται για την κατασκευή του (μεταφορά υλικών, αγωγοί, διάνοιξη δρόμων) θα επιβαρύνουν σε μεγάλο βαθμό το δάσος και το οικοσύστημα σε απόσταση πολύ κοντά στα όρια του δρυμού Βάλια Κάλντα. Η φραγματοποίηση των εκβολών της Βάλια Κάλντα, που αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους ελληνικούς δρυμούς, θα αποτελέσει την ταφόπλακα ενός μεγάλου τμήματος του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου και δη του τμήματος Βίκου Αώου που ανακηρύχθηκε Εθνικό Πάρκο το 1973. Η τοπική κοινωνία δεν ζητά απλά να πάψει να υφίσταται το σχέδιο του φράγματος της Βωβούσας, αλλά να

εκτιμηθούν οι επιπτώσεις και το νομικό πλαίσιο του ήδη υπάρχοντος φράγματος των Πηγών Αώου. Για ποιο λόγο υπάρχει τέτοια εμμονή στο συγκεκριμένο έργο; Το θέμα κατασκευής του φράγματος έρχεται και παρέρχεται με αλλεπάλληλες αναβολές και απορρίψεις (1995 από το ΥΠΕΧΩΔΕ και το 2009 από την Τ. Μπιρμπίλη). Ποια είναι η εικόνα που έχουν γι’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε Αώο, όσοι επαναφέρουν το θέμα; Υπάρχει εμπεριστατωμένη καταγραφή και μελέτη της ποσότητας υδάτων στο ύψος της Υδροληψίας και γιατί στις προτάσεις και τους υπολογισμούς που τις συνοδεύουν λαμβάνουν υπόψη την παροχή στη σμίξη Αώου, Βοϊδομάτη και Σαραντάπορου; Μπορεί να κατασκευαστεί ένα φράγμα μέσα σε Ζώνη Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών (ΦΕΚ 639/2005) όπου θα διαταράξει κατάντη περιοχές Natura από τη Βωβούσα μέχρι την Κόνιτσα; Και αν τεχνικά και οικονομικά το έργο κρίνεται «εφικτό» και κερδοφόρο, βιολογικά και περιβαλλοντικά, ο Αώος αντέχει μια τέτοια επέμβαση; Έστω και ενός φράγματος που δεν θα εκτρέπει ποσότητα νερού! Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τη στιγμή που αναμένεται το έργο να προχωρήσει με διαδικασίες fasttrack, που σημαίνει ότι θα παρακαμφθούν ακόμα και οι στοιχειώδεις περιβαλλοντικές προϋποθέσεις. Ακόμα και η υποτυπώδης δημόσια διαβούλευση με την τοπική κοινωνία και τους φορείς που διαφωνούν με το έργο αυτό, ήδη θυσιάζεται για την επιτάχυνση της «επένδυσης». Το έργο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε υποτυπωδώς, «αναπτυξιακό» για την τοπική κοινωνία. Ούτε θέσεις εργασίας δημιουργούνται, ούτε αναπτυξιακές υποδομές. Αντιθέτως καταστρέφεται το περιβάλλον που αποτελεί βασικό πόρο για τους ντόπιους που έχουν επενδύσει σε αυτό με ήπιας έντασης, αξιόλογες υποδομές. Κέρδη για λίγους, κέρδη για ΤΕΡΝΑ και ΔΕΗ Ανανεώσιμες και όποιους κρύβονται πίσω τους, είναι το μόνο όφελος της επένδυσης. Υπερασπιζόμαστε τον τόπο μας και το φυσικό περιβάλλον ώστε να τα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές όπως τα παραλάβαμε. Αντιστεκόμαστε σε μια «ανάπτυξη» που στο επίκεντρο έχει μόνο τους αριθμούς, την κερδοφορία των «μεγάλων» με κάθε κόστος (περιβαλλοντικό, κοινωνικό, πολιτισμικό). Ελπίδα μας η αλληλεγγύη των κινημάτων και η ενεργοποίηση των πολιτών ώστε να κάνουμε τον αγώνα της προστασίας του Αώου υπόθεση όλων μας. ΔημΗτρης ΔροΥγιας, ΠαΥλος ΚοντογιΑννης, ΧρΟνης ΔροΥγιας, ΓιΑννης ΓιαννοΥλης Μέλη της «Κίνησης για την προστασία του Αώου»

Δείτε: www.protectaoos.blogspot.gr http://www.gopetition.com/petitions/protect-thewaters-of-aoos/sign.html


18

O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

το πολιτικό παιχνίδι γύρω από τους παραδοσιακούς σπόρους Είναι αυτονόητο ότι σπόροι αποτελούν τη βάση της ζωικής και ανθρώπινης διατροφής. H συγκέντρωση εξουσίας σε θέματα παραγωγής και διακίνησής τους, θέτει σε κίνδυνο τη διατροφική μας επάρκεια, ασφάλεια και ανεξαρτησία και τελικά, τη δημοκρατία. Λόγω της ισχύουσας νομοθεσίας, στη σημερινή Ευρώπη έχουν δημιουργηθεί μεγάλα προβλήματα γύρω από τους σπόρους και ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί ένα δυναμικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα που διασώζει διαδίδει και βελτιώνει τους παραδοσιακούς σπόρους, ενώ ζητά άμεση αλλαγή της ισχύουσας νομοθεσίας Tα ατοπήματα στον τομέα των σπόρων και του υπόλοιπου πολλαπλασιαστικού υλικού, δεν επικεντρώνονται μόνο στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ ή «μεταλλαγμένα»), αλλά επεκτείνονται και στους σπόρους που δεν έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση. Αυτή την πιο άγνωστη πλευρά, πραγματεύεται το παρόν άρθρο.

Αρχικά οι σπόροι παράγονταν αποκλειστικά από αγρότες οι οποίοι έχουν προσφέρει στην κοινωνία εκπληκτικές καινοτομίες «εξημερώνοντας» και βελτιώνοντας τα διάφορα άγρια είδη και δημιουργώντας τα σημερινά καλλιεργούμενα τρόφιμα όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι το ρύζι κ.λπ. Αργότερα, ένα μέρος της γενετικής βελτίωσης πέρασε στα χέρια δημόσιων ερευνητικών Ινστιτούτων που επίσης έκαναν εξαιρετική δουλειά προσφέροντας με τη σειρά τους στην κοινωνία πολύ σημαντικές ποικιλίες αγροτικών φυτών. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες επειδή ενισχύθηκε η ιδιωτικοποίηση της σποροπαραγωγής, οι δημόσιοι βελτιωτές δεν χρηματοδοτούνται επαρκώς ενώ ουσιαστικά αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό η δύναμη και η συγκέντρωση της ιδιωτικής βιομηχανίας σποροπαραγωγής σε βαθμό που εξαλείφονται τα προσχήματα για υποτιθέμενο «υγιή ανταγωνισμό». Θα διαπραγματευθούμε λοι-

πόν πιο κάτω τη σημερινή πραγματικότητα δηλαδή τους «σπόρους της βιομηχανίας» σε αντιδιαστολή με τους «σπόρους των αγροτών».

Σπόροι της βιομηχανίας Οι σπόροι της ιδιωτικής βιομηχανίας σποροπαραγωγής αποτελούν στην πράξη ιδιωτικό αγαθό καθώς καλύπτονται από πνευματικά δικαιώματα (ή πατέντες στην περίπτωση των ΓΤΟ). Τα υβρίδια F1 των σπόρων της βιομηχανίας διασπώνται στη δεύτερη γενιά και έτσι ο σπόρος που ενδεχόμενα να κρατήσει ο αγρότης, δεν αναπαράγεται σωστά. Επομένως, είτε για νομικούς ή για πρακτικούς λόγους ο αγρότης δεν μπορεί να κρατήσει σπόρο για την επόμενη χρονιά δηλαδή πρέπει να τον αγοράσει ξανά από τις εταιρίες. Οι σπόροι αυτοί έχουν μεγάλη παραγωγικότητα αλλά είναι ταυτόχρονα και ευπα-

Ο Μπράιαν Τόκαρ μίλησε στις 25 Μάρτη στην Αθήνα, στο «ευτοπικό εργαστήρι», σε εκδήλωση για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και την εμπειρία της Βόρειας Αμερικής. Ο Μπραϊαν Τόκαρ συγγραφέας και θεωρητικός στην κοινωνική οικολογία, είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικολογίας στο Βερμόντ, που είχε ιδρύσει ο Μάρεϊ Μπουκτσιν το 1974. Ο Μπούκτσιν ονόμασε τη θεωρία του στο σύνολό της «κοινωνική οικολογία». Η επιλογή του όρου αυτού έγινε στη λογική του ότι στην οικολογική σκέψη το σημαντικότερο στοιχείο πρέπει να είναι το κοινωνικό. Σε πολλά κείμενά του υποστήριξε τη θέση ότι «Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο». Kατά τον Μπούκτσιν τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα, πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής. Ο Μπούκτσιν, σε πολιτικό επίπεδο, υποστηρίζει τον ελευθεριακό κοινοτισμό, δηλαδή μια πολύ διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας με άμεση δημοκρατία και μικρές κοινότητες. Στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας που ίδρυσε, για παράδειγμα, κάθε βδομάδα γινόταν γενική συνέλευση στην οποία συμμετείχαν με ίση ψήφο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες των προγραμμάτων, οι καθηγητές/τριες, ο κηπουρός, οι μάγειρες και οι γραμματείς του Ινστιτούτου. Ο Τόκαρ, στη συγκεκριμένη ομιλία του αναφέρθηκε σε πολλά ζητήματα που αφορούν στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και έκανε μεταξύ άλλων κάποιες πολύ χρήσιμες επισημάνσεις όπως: το ζήτημα της διατροφικής κυριαρχίας -ο έλεγχος δηλαδή της τροφής από τις κοινωνίες- και υπογράμμισε ότι για τους κοινωνικούς οικολόγους το πιο σημαντικό είναι ένα άλλο όραμα για το σύστημα διατροφής, για τους λαούς και όχι για το κέρδος. Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στο MSTτο κίνημα των ακτημόνων της Βραζιλίας, στη Via Campesina την παγκόσμια οργάνωση αγροτών και εργατών γης αλλά και στα πολλά κινήματα για έλεγχο των τροφίμων που με τους αγώνες τους κατάφεραν να αναδείξουν το ριζοσπαστικό αίτημα της διατροφικής κυριαρχίας, το δικαίωμα δηλαδή στον έλεγχο της τροφής από τους ανθρώπους και όχι από τις εταιρείας. Αναφέρθηκε επίσης στην προσπάθεια των εταιρειών, για παράδειγμα της Monsanto, μέσω των «πατεντών» των σπόρων που επιχειρούν σε όλο τον κόσμο, να ελέγξουν πλήρως την τροφή, τις πρώτες ύλες, τους φυσικούς πόρους και την πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά. Στην Ινδία, όπως είπε, υπάρχει μεγάλο κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα και στο πατεντάρισμα των σπόρων και υπογράμμισε το πόσο κρίσιμο είναι αυτό το ζήτημα δίνοντας ως ένα ακόμα παράδειγμα τους Ζαπατίστας, όπου ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα που είχαν ήταν να προστατεύσουν τις παραδοσιακές τους ποικιλίες από την επιμόλυνση από γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, και να έχουν τον έλεγχο των σπόρων και άρα και της τροφής τους. Ο Μπράϊαν Τόκαρ πραγματικά έθιξε πολύ καίρια ζητήματα τα οποία πολύ σύντομα λόγω και της επερχόμενης αλλαγής νομοθεσίας στην ευρώπη για τους σπόρους και τα μεταλλαγμένα, θα μας απασχολήσουν πολύ σοβαρά. ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΛΟΚΙΤΗ

θείς, δηλαδή απαιτούν σημαντικές εισροές λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων κατά τη διάρκεια της καλλιέργειάς τους. Επομένως οι σπόροι της βιομηχανίας εντείνουν την εξάρτηση του αγρότη σε εισροές και σε αγορά νέου σπόρου κάθε χρόνο. Είναι ποικιλίες κατάλληλες για την εντατική γεωργία. Η δημιουργία τους βασίζεται σε βελτίωση των παλιών σπόρων και των άγριων ειδών αλλά η νομοθεσία επιτρέπει στις εταιρίες να μην αποκαλύπτουν τις πηγές τους, δηλαδή να χρησιμοποιούν δωρεάν και χωρίς καταγραφή τον αρχικό φυσικό πόρο ο οποίος αποτελεί δημόσιο αγαθό. Οι σπόροι της βιομηχανίας έχουν συνήθως μια «στενή γενετική βάση» (μειωμένο αριθμό γονιδίων)

Σπόροι των αγροτών Οι σπόροι των αγροτών (παλιοί και νέοι σπόροι που βελτιώνονται από αγρότες) αποτελούν δημόσιο αγαθό, δεν καλύπτονται από πνευματικά δικαιώματα, αναπαράγονται ελεύθερα και από νομική και από πρακτική άποψη από όποιον το επιθυμεί, επομένως δεν χρειάζεται αγορά σπόρου κάθε χρόνο. Έχουν αντοχές και απαιτούν μικρές εισροές σε λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Δεν δημιουργούν μεγάλες εξαρτήσεις στον αγρότη για ετήσια αγορά σπόρου και εισροών. Υπάρχουν παραδοσιακές ποικιλίες με μεγάλη παραγωγή και καλά χαρακτηριστικά για εμπορική χρήση. Υπάρχουν και άλλες με μικρότερη απόδοση από τους σπόρους της βιομηχανίας. Είναι όλες κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό μοντέλο γεωργίας του μικρο-μεσαίου αγρότη, για μια μορφή ήπιας γεωργίας που δεν είναι εντατική. Σε αντίθεση με τις ποικιλίες της βιομηχανίας, οι παραδοσιακές ποικιλίες των αγροτών έχουν ευρύτατη γενετική βάση δηλαδή φέρουν μεγάλο αριθμό γονιδίων. Είναι κατάλληλες για εποχές κλιματικής αλλαγής γιατί το εύρος των γονιδίων προσφέρει τη δυνατότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρουν τα μέγιστα στη διατήρηση της πολύτιμης αγροτικής βιοποικιλότητας.

Η δύναμη της ιδιωτικής βιομηχανίας σποροπαραγωγής αντανακλάται στη νομοθεσία Τις τελευταίες δεκαετίες η βιομηχανία σποροπαραγωγής χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη συγκέντρωση δύναμης. Οι μεγάλες


O

εταιρίες συνεχώς εξαγοράζουν τις μικρές και τις μεσαίες, με αποτέλεσμα δέκα μόνο πολυεθνικές να ελέγχουν το 73% της παγκόσμιας εμπορικής διακίνησης σπόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από αυτές είναι και εταιρίες παραγωγής αγροχημικών ουσιών. Μέσω του ελέγχου της εμπορίας σπόρων προωθούν κυρίως τα χημικά τους προϊόντα από τα οποία κερδίζουν πολύ περισσότερα χρήματα σε σχέση με τους σπόρους. Αυτές οι μεγάλες πολυεθνικές προσπαθούν να πάρουν και το μερίδιο αγοράς που ακόμα ανήκει στον αγρότη και στη δημόσια ιδιοκτησία. Προσπαθούν δηλαδή να ιδιωτικοποιήσουν το σύνολο της διακίνησης αγροτικών σπόρων περιορίζοντας αφενός τους παραδοσιακούς σπόρους στις Τράπεζες σπόρων και αφετέρου στερώντας στο σημερινό αγρότη τη δυνατότητα να προχωρήσει σε νέες καινοτομίες. Επιπλέον η δύναμη που έχει αποκτήσει η βιομηχανία σποροπαραγωγής επηρεάζει και το μοντέλο της γεωργίας που η κοινωνία επιλέγει για το μέλλον της (εντατική χημική ή ήπια πολυλειτουργική), αλλά και τα κριτήρια της γενετικής βελτίωσης (το είδος των ποικιλιών που τρώμε).

Επιπτώσεις της νομοθεσίας στην αγροτική βιοποικιλότητα Όλοι οι σπόροι για να κυκλοφορήσουν στο εμπόριο πρέπει να εγγραφούν σε επίσημο κατάλογο. Η εγγραφή απαιτεί διακριτότητα, ομοιομορφία και σταθερότητα, χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν στη φύση των σπόρων της βιομηχανίας οι οποίοι έχουν ομοιομορφία και σταθερότητα λόγω της πολύ στενής γενετικής τους βάσης. Αντίθετα οι «σπόροι των αγροτών» με πολύ ευρεία γενετική βάση, έχουν την ευεργετική δυνατότητα να προσαρμόζονται στις τοπικές συνθήκες άρα δεν είναι σταθεροί. Ο νομοθέτης θεώρησε αυτήν την ιδιότητα αρνητική και μέσω του καταλόγου, εξόρισε τους παραδοσιακούς σπόρους από την αγορά αφήνοντας ως άλλοθι κάποια παράθυρα και παρεκκλίσεις. Επιπλέον, η προϋπόθεση εγγραφής στον κατάλογο, έχει κόστος και γραφειοκρατικές διαδικασίες, που εύκολα μπορεί να αντιμετωπίσει μια πολυεθνική αλλά είναι δυσβάστακτες για τον αγρότη. Οι επιπτώσεις της εφαρμογής αυτής νομοθεσίας έχουν αποδειχθεί καταστροφικές για τη βιοποικιλότητα. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, από τότε που εφαρμόσθηκε ο κατάλογος, χάθηκε το 72% των παλιών ποικιλιών. Στην Ελλάδα οι μετρήσεις δεν έχουν την ίδια χρονική ακρίβεια, υπάρχουν όμως σοβαρά στοιχεία που δείχνουν σημαντική απώλεια γενετικού δυναμικού, δηλαδή μείωση της αγροτικής βιοποικιλότητας. Ο Νίκος Σταυρόπουλος, τέως διευθυντής της Τράπεζας γενετικού υλικού Θεσσαλονίκης, αναφέρει: «Το μέγεθος της γενετικής διάβρωσης στη χώρα είναι αποκαρδι-

19

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

ωτικό. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι μόνο το 1% των εντόπιων ποικιλιών σίτου και το 2-3% των ποικιλιών λαχανικών που υπήρχαν πριν 50 χρόνια στην Ελλάδα έχει διασωθεί υπό καλλιέργεια μέχρι τις ημέρες μας» . Όσον αφορά τους καινούριους σπόρους ο κ. Σταυρόπουλος γράφει: «Επικίνδυνος περιορισμός της γενετικής βάσης παρατηρήθηκε τα τελευταία 30 χρόνια σε όλες σχεδόν τις σημαντικές καλλιέργειες. Για πολλές από αυτές δεν χρησιμοποιούνται στη βελτίωση περισσότερο από το 510% της διαθέσιμης παραλλακτικότητας κάθε είδους». Η μείωση της βιοποικιλότητας, εν μέρει οφείλεται στις αντιλήψεις της σύγχρονης γεωργίας και εν μέρει, στο στραγγαλισμό της εμπορικής κυκλοφορίας των παραδοσιακών ποικιλιών από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.

Τι μπορεί να κάνει ο πολίτης - Να διεκδικήσει την αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ώστε να μην υπάρχουν πρακτικά και γραφειοκρατικά εμπόδια στην εμπορική διακίνηση των «σπόρων των αγροτών». - Στα πλαίσια των νέων συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών ο καταναλωτής θα μπορούσε να υποστηρίξει τις «τοπικές» ποικιλίες, όπως συχνά αποκαλούνται τα φυτά που προκύπτουν από παραδοσιακούς σπόρους, ώστε να έχουν κίνητρο οι παραγωγοί να προωθούν την καλλιέργειά τους. Ήδη το δίκκοκο παλαιό σιτάρι έχει εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα καθώς είναι γνωστό ότι περιέχει λιγότερη γλουτένη από τις ποικιλίες που διακινεί η βιομηχανία σπόρων. - Θα είναι μια πολύ σημαντική πολιτική πράξη εάν σε ομαδικό και ατομικό επίπεδο, ξαναμάθουμε να παράγουμε σπόρους για την επόμενη χρονιά. Αυτή ήταν μια εξαιρετικά διαδεδομένη γνώση στο παρελθόν που σήμερα έχει απόλυτα συρρικνωθεί, γεγονός

που βολεύει τη βιομηχανία σπόρων.

Οργανώσεις πολιτών Υπάρχουν οργανώσεις πολιτών που μπορούν να μας υποστηρίξουν με γνώσεις και με σπόρους ελεύθερους δικαιωμάτων. Στην Ελλάδα, έχουμε το «Πελίτι» (www.peliti. gr, ιδρυτής Παναγιώτης Σαϊνατούδης), τον «Αιγίλοπα» που ασχολείται με τα παλιά σιτάρια (www.aegilops.gr, ιδρυτής Κώστας Κουτής) το «Αρχιπέλαγος» που διασώζει σπόρους στα νησιά και το δίκτυο νεολαίας «Δρυάδες» που έχει δίκτυο διατηρητών καθαρών σπόρων σε μπαλκόνια στην Αθήνα αλλά και στην περιφέρεια (Βασίλης Φακουρέλης, Μαρίνα Σιγάλα) καθώς και τοπικές προσπάθειες που αυτοοργανώνονται όπως για παράδειγμα στο Βοτανικό κήπο Πετρούπολης και στο νησί της Πάρου. Το «Πελίτι» εργάζεται για δυο παράλληλους στόχους. Την ύπαρξη κάποιου βαθμού διατροφικής αυτονομίας μέσω της διάδοσης των σπόρων και των γνώσεων και τη διατήρηση της καθαρότητας των παλιών ποικιλιών μέσω του πειθαρχημένου δικτύου των εκπαιδευμένων διατηρητών. Το «Πελίτι» δημιουργεί τράπεζα σπόρων με 2.000 είδη ενώ ταυτόχρονα αποκεντρώνει τη δωρεάν διάδοση και διάσωση σπόρων έχοντας δημιουργήσει πολλά τοπικά παραρτήματα και παράλληλα εκδίδοντας κάθε χρόνο το βιβλίο «Κατά τόπους αγροκτήματα» που περιλαμβάνει ονόματα και στοιχεία επαφής καλλιεργητών σε όλη την Ελλάδα που είναι διατεθειμένοι να σας προσφέρουν δωρεάν παραδοσιακούς σπόρους και ενδεχόμενα συμβουλές. Και το «Πελίτι» και ο «Αιγίλωψ» έχουν σημαντική διεθνή δράση συμμετέχοντας σε ευρωπαϊκά δίκτυα που διεκδικούν την άμεση αλλαγή της νομοθεσίας και την ελεύθερη κυκλοφορία των παλιών και νέων αγροτικών σπόρων. Στη Γερμανία υπάρχει «Η εκστρατεία για την κυριαρχία σε σπόρους» (www.seedsovereignty.org) που εί-

ναι πολύ δραστήρια σχετικά με τη νομοθεσία και τη διάδοση. Στην Αυστρία υπάρχει η εκπληκτική «Κιβωτός του Νώε» (www. arche-noah.at) που έχει τράπεζα σπόρων και ευρεία παραγωγή και διάδοση σπόρων έχοντας διασώσει 6.000 είδη. Στη Γαλλία έχουμε το μαχητικό «Κοκοπελί» που έχει διασώσει 4.000 είδη σπόρων και επειδή τους αναπαράγει και τους πουλά χωρίς να τους έχει εγγράψει στον επίσημο κατάλογο καταδικάσθηκε σε πρόστιμο από γαλλικό δικαστήριο, ενώ σε μια δίκαιη κοινωνία αυτός που διατηρεί ένα φυσικό πόρο για να τον περάσει στις επόμενες γενιές θα έπρεπε να επιδοτείται. Στην Αγγλία έχουμε το «Seedy Sunday». Γενικά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν ήδη δραστήριες οργανώσεις πολιτών που διασώζουν και διαδίδουν τους παραδοσιακούς σπόρους και τις σχετικές γνώσεις που είχαν σχεδόν χαθεί. Κάθε χρόνο γίνονται πολλές τοπικές και διεθνείς συναντήσεις με στόχο τη δωρεάν ανταλλαγή γνώσεων αλλά και σπόρων.

Επίλογος Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στα σχέδια αναθεώρησης της ισχύουσας ευρωπαϊκής νομοθεσίας (αναμένεται το τελικό σχέδιο τον Ιούνιο από τη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτή της ΕΕ-DG SANCO) περιλαμβάνεται και η ουσιαστική απαγόρευση της δωρεάν ανταλλαγής σπόρων καθώς αυτή θα θεωρείται εμπορία(!) και θα υπόκειται στους αντίστοιχους περιορισμούς (π.χ. εγγραφή στον επίσημο κατάλογο). Να ένας τρόπος για να σταματήσει η νεκρανάσταση των παραδοσιακών σπόρων που επιτελείται αθόρυβα από τα κινήματα των πολιτών ώστε να μη στερηθεί η σπορο-βιομηχανία ούτε ένα μικρό κομμάτι της εμπορικής πίτας. Ενώ λοιπόν τρέφουμε σεβασμό για το έργο της μη γενετικά τροποποιημένης επιστημονικής βελτίωσης φυτών, είτε προέρχεται από το δημόσιο είτε από τον ιδιωτικό χώρο, είμαστε απόλυτα αντίθετοι στη συγκέντρωση δύναμης και στην επιβολή μοντέλου ανάπτυξης της γεωργίας το οποίο εξορίζει τις παραδοσιακές ποικιλίες από την αγορά. Σήμερα με την κρίση οι νέοι άνδρες και γυναίκες που επιθυμούν να δοκιμάσουν την τύχη τους στη γεωργία θα έπρεπε να έχουν ανοικτές όλες τις επιλογές για τη μορφή γεωργίας και τους σπόρους που θα επιλέξουν. Γι’ αυτό διεκδικούμε την ελευθερία των αγροτικών παραδοσιακών σπόρων και τη δυνατότητα επιλογής γεωργικού μοντέλου για κάθε καλλιεργητή. Τέλος διεκδικούμε οριστική παύση στην απώλεια της γεωργικής βιοποικιλότητας.

ΒΑΣΩ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ μέλος εναλλακτικής κοινότητας «Πελίτι»


O

20

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

γεωργική βιοποικιλότητα:

αναζητώντας νέες πολιτικές Το θέμα της αγροτικής παραγωγής και της διατροφής εν γένει έχει έρθει πολύ έντονα στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια όχι μόνο λόγω της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας των καταναλωτών (κάτι που εμφανίστηκε σαν αίτημα τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον) αλλά και λόγω της επαναφοράς του αιτήματος της διατροφικής ασφάλειας. Ένα αίτημα που σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η λειτουργία της γεωργίας σε ένα παγκοσμοποιημένο περιβάλλον, όπου ο προστατευτισμός μειώνεται και η παραγωγή γεωργικών εφοδίων συγκεντρωποιείται. Πολύ πρόσφατα στη χώρα μας η αγροτική παραγωγή προβάλλεται ως η λύση για το πρόβλημα ανάπτυξης και ανεργίας λόγω της κρίσης. Θέματα που πριν έμπαιναν δειλά, τώρα μπαίνουν πιο έντονα και πιο επιτακτικά. Όλα αυτά θέτουν το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της αγροτικής παραγωγής θέτοντας νέα ή προβάλλοντας πιο έντονα παλαιότερα αιτήματα όπως α) η βελτίωση της ποιότητας των γεωργικών προϊόντων σε επίπεδο γεύσης και οργανοληπτικών συστατικών αλλά και στη μείωση των υπολειμμάτων από αγροχημικά, β) η αύξηση της παραγόμενης ποσότητας και γ) η εφαρμογή γεωργικών πρακτικών φιλικών προς το περιβάλλον. Η επίτευξη των παραπάνω απαιτεί τον συνδυασμό πολλών δράσεων. Μία από τις πιο σημαντικές δράσεις, στρατηγικού χαρακτήρα, αποτελεί η διαφύλαξη της γεωργικής βιοποικιλότητας. Η γεωργική βιοποικιλότητα συντίθεται τόσο από τα γεωργικά είδη όσο και τους άγριους συγγενείς τους που απαντούν στην φύση. Η ποικιλότητα των καλλιεργουμένων ειδών εντοπίζεται κυρίως στις τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες.

Τοπικές ποικιλίες Οι τοπικές ποικιλίες ή εγχώριοι πληθυσμοί ή παραδοσιακές ποικιλίες ή ποικιλίες διατήρησης είναι δημιούργημα της επιλογής της φύσης και των αγροτών, τυχαίων μεταλλάξεων και διασταυρώσεων και της συνεχούς προσαρμογής τους στο περιβάλλον που καλλιεργήθηκαν ή καλλιεργούνται. Βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η ετερογένεια (σε αντίθεση με τις βελτιωμένες ποικιλίες που είναι ομοιόμορφες) και η προσαρμοστικότητα στις αγροοικολογικές συνθήκες της περιοχής. Είναι πληθυσμοί

τηρούνται στον αγρό στον τόπο που δημιουργήθηκαν ή και εξεσελλίσονται. Ωστόσο, αυτή η διατήρηση πρέπει να γίνεται βάσει σχεδίου αφού η εμπειρία αλλά και μελέτες έχουν δείξει ότι σημαντικό μέρος της γενετικής διάβρωσης οφείλονταν και στις επιλογές των αγροτών οι οποίοι (και ορθά) έχουν σαν κύριο στόχο τη διασφάλιση του εισοδηματός και όχι τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Έτσι προέκυψε η ανάγκη ενός επιστημονικά τεκμηριωμένου σχεδίου συλλογής, διατήρησης αλλά και ορθολογικής διαχείρισης των εγχώριων πληθυσμών.

Διαχείριση και χρήση των εγχώριων πληθυσμών

που δεν έχουν προκύψει από βελτιωτικά προγράμματα. Οι αγρότες τις καλλιεργούσαν κυρίως μέχρι την εμφάνιση των βελτιωμένων ποικιλιών (στον τεχνολογικά ανεπτυγμένο κόσμο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) οπότε άρχισαν να καλλιεργούν τις πιο αποδοτικές βελτιωμένες ποικιλίες και έτσι οι εγχώριοι πληθυσμοί καλλιεργούνται σε όλο και λιγότερες εκτάσεις παγκοσμίως. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών αποτελούν πολύ σημαντική πηγή γονοτύπων βάσει των οποίων υλοποιείται η βελτίωση των φυτών. Το γεγονός επίσης ότι ανήκουν στο ίδιο φυτικό είδος με τις ποικιλίες που θέλουμε να δημιουργήσουμε διευκολύνει αφού μειώνει το χρόνο δημιουργίας τους.

Γενετική διάβρωση Tον περασμένο αιώνα φωτισμένοι γενετιστές με πρωτοπόρο τον Ρώσο Nikolai Vavilov (1887-1943) κατέγραψαν, συνέλεξαν και διέσωσαν μεγάλο μέρος του παγκόσμιου γενετικού πλούτου στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Ωστόσο, εσφαλμένες αντιλήψεις και πρακτικές στην αγροτική παραγωγή παγκοσμίως, όπως η μονοκαλλιέργεια, η καλλιέργεια περιορισμένου αριθμού βελτιωμένων ποικιλιών που δε διέφεραν πολύ μεταξύ τους, η υποτίμηση της ανάγκης συστηματικής διατήρησης των εγχώριων πληθυσμών μέσω της καλλιέργειας τους, οδήγησε στη γενετική διάβρωση δηλαδή στην απώλεια πολύτιμου γενετικού υλικού

και στο «στένεμα» της γενετικής βάσης. Φαίνεται λοιπόν από τα παραπάνω ότι οι υψηλοαποδοτικές ποικιλίες που δημιούργησαν οι βελτιωτές φυτών, με πρωτοπόρο το νομπελίστα Norman Borlaug (Βραβείο Nobel Ειρήνης 1970), δεν αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Ενώ συνέβαλαν, οι υψηλοαποδοτικές ποικιλίες, στην μείωση της πείνας (ενός φαινομένου που είναι σύνθετο με πολιτικές και οικονομικές πλευρές και όχι μόνο παραγωγικές) σε σημαντικές περιοχές στη γη, παράλληλα η κακή χρήση τους οδήγησε στη γενετική διάβρωση. Έκτοτε η εντεινόμενη γενετική διάβρωση, δηλαδή η μείωση του γενετικού πλούτου που συνέβαινε και συμβαίνει ποικιλότροπα, όπως με την εξαφάνιση εγχώριων πληθυσμών και πληθυσμών αγρίων φυτικών ειδών, έκανε τους διατηρημένους εγχώριους πληθυσμούς στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού και αυτούς που διατηρήθηκαν σε καλλιέργεια από διάφορους αγρότες, πολύτιμο υλικό για την επιστημονική κοινότητα αλλά και για τους καταναλωτές. Η γενετική διάβρωση εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα στους εγχώριους πληθυσμούς που διατηρούνται στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού αφού αναπαραγόμενοι εκτός του τόπου προέλευσης τους και χωρίς την αλληλεπίδραση με το αρχικό τους περιβάλλον, όπως θα συνέβαινε με τον γεωργό που τις καλλιεργούσε, να χάνουν την ποικιλότητα τους. Γι’ αυτό, παράλληλα δηλαδή με την φύλαξή τους στις τράπεζες γενετικού υλικού, οι εγχώριοι πληθυσμοί πρέπει να δια-

Η ορθολογική αυτή διαχείριση θα πρέπει να εμπεριέχει ένα συνδυασμό πρακτικών που να εξασφαλίζει τη σωστή αναπαραγωγή τους ώστε να μην υπάρξει γενετική διάβρωση λόγω μη αντιπροσωπευτικής αναπαραγωγής και τη διατήρηση και αν είναι δυνατό την αύξηση του υπάρχοντος γενετικού πλούτου. Αυτές οι πρακτικές εξαρτώνται από το καθεστώς διατήρησης ενός εγχώριου πληθυσμού. Δηλαδή αν διατηρείται μόνο σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, ή σε καλλιέργεια στον αγρό σε μικρές (κήπους) ή σε μεγάλες εκτάσεις. Η προσπάθεια πρέπει να αυξάνει την έκταση καλλιέργειας ώστε να διευρύνεται η γενετική βάση. Όμως η επέκταση της καλλιέργειας τέτοιων πληθυσμών (που από μόνη της έχει όρια αφού πρόκειται για πληθυσμούς τοπικής κλίμακας που συνήθως έχουν χαμηλή απόδοση) θέτει ορισμένες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων το προϊόν να έχει ή να βρει μια θέση στην αγορά και να οργανωθεί η παραγωγή και διάθεση πολλαπλασιαστικού υλικού. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) έχει ένα νομοθετικό πλαίσιο για την διαχείριση των εγχώριων πληθυσμών που προβλέπει την εγγραφή τους στον Εθνικό Κατάλογο, την σποροπαραγωγή τους και την εμπορία τους, πλαίσιο που δυστυχώς, μετά από χρόνια, δεν έχει ενεργοποιηθεί στη χώρα μας με ευθύνη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Και αυτό όμως το νομοθετικό πλαίσιο είναι υπό συζήτηση αυτή τη στιγμή στην ΕΕ. Οι γενικοί προβληματισμοί σχετίζονται αφενός με το αν πράγματι το νομοθετικό αυτό πλαίσιο βοηθά στη μείωση της γενετικής διάβρωσης ή μακροπρόθεσμα την επιτείνει,. Από την άλλη αυτή η ελεύθερη ανταλλαγή και


O

η απουσία των κατάλληλων μέτρων κατά την αναπαραγωγή περιέχει κινδύνους, όπως την εξάπλωση σπορομεταδιδόμενων ασθενειών, την υπονόμευση της τοπικότητας των παραδοσιακών ποικιλιών με συνέπεια την απώλεια του συγκριτικού πλεονεκτήματος της τοπικής κοινωνίας και την αύξηση της γενετικής διάβρωσης μέσω της επιλογής συγκεκριμένων τύπων από τους αγρότες και απόρριψη άλλων. Είτε έτσι είτε αλλιώς η διαχείριση των εγχώριων πληθυσμών δεν μπορεί να γίνει αυτόνομα αλλά θα πρέπει να εντάσσεται σε μία συνολική στρατηγική που θα περιλαμβάνει το τι είδους γεωργία θέλουμε, με ποιους και για ποιους. Μία τέτοια λοιπόν στρατηγική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη διάσωση και διατήρηση των φυσικών πόρων και του γενετικού πλούτου της χώρας και θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη σε ένα αειφορικού τύπου αναπτυξιακό μοντέλο όπου η γνώση θα παράγεται από το σύνολο των εμπλεκομένων φορέων. Οι τοπικές ποικιλίες για την Ελληνική γεωργία αποτελούν και μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα ποιοτικής διαφοροποίησης των προϊόντων της. Σε συνδυασμό με την ερευνητική υποστήριξη, τη σωστή εμπορία και σταθερές πολιτικές μπορεί να συμβάλουν στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών της περιφέρειας, ιδιαίτερα της ορεινής και νησιωτικής. Αυτά δεν είναι υπερβολή αν κάποιος συνειδητοποίησει τι σημαίνουν για τις τοπικές κοινωνίες οι επιτραπέζιες ελιές, τα κρασιά, τα ξερά σύκα, τη φάβα Σαντορίνης, τα φασόλια Πρεσπών και Καστοριάς, τα ελαιόλαδα, τα μανταρίνια Χίου κ.ά. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεκάδες τοπικές ποικιλίες ακόμα και τώρα υπάρχουν και μπορούν να προσφέρουν ποιοτικά προϊόντα. Μια πρόκληση τόσο για τις τοπικές κοινωνίες όσο και την κυβέρνηση.

Βελτιωμένες φυτικές ποικιλίες Οι βελτιωμένες ποικιλίες είναι αυτές που τα τελευταία 60 χρόνια συνέβαλαν με περισσότερο από 50% στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής παγκοσμίως και αναμένεται να παίξουν έναν κρίσιμο ρόλο στην Γεωργία του 21ου αιώνα. Οι βελτιωμένες φυτικές ποικιλίες είναι εκείνες οι ομάδες των φυτών που έχουν προκύψει από προγράμματα βελτίωσης φυτών (Ινστιτούτων ή εταιρειών) έχουν ομοιομορφία (όλα τα φυτά έχουν όμοια χαρακτηριστικά), σταθερότητα (η ποικιλία διατηρεί τα βασικά της χαρακτηριστικά σε διαφορετικά περιβάλλοντα) και διακριτότητα (η ποικιλία διακρίνεται από όλες τις άλλες ποικιλίες) Προκειμένου να πουληθεί θα πρέπει να εγγραφεί στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών. Αυτό απαιτεί να έχει η ποικιλία τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά αλλά και να είναι εφάμιλλη (ή καλύτερη για κάποια χαρακτηριστικά) από τις ποικιλίες που μέχρι εκείνη τη στιγ-

21

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

μή κυκλοφορούν στην αγορά. Προκειμένου να δημιουργηθούν και να παραχθούν σπόροι για τις ποικιλίες, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που εργάζεται σε ερευνητικό και παραγωγικό επίπεδο. Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε αυτό το κομμάτι της διατροφικής βιομηχανίας χωρίζοντας το στα εξής τμήματα: α) βασική έρευνα σε θέματα γενετικής και βελτίωσης φυτών, β) εφαρμοσμένη έρευνα στη βελτίωση των φυτών, γ) δημιουργία νέου γενετικού υλικού και αξιολόγηση και επιλογή των ποικιλιών με τα πιο επιθυμητά χαρακτηριστικά, δ) σποροπαραγωγή των ποικιλιών αυτών και επεξεργασία του σπόρου και ε) εμπορία του σπόρου στον αγρότη. Η διαδικασία δημιουργίας μίας νέας ποικιλίας, δηλαδή το στάδιο γ) μπορεί να απαιτήσει από 7 με 10 έτη. Γενικά είναι μια πολυετής και επίπονη διαδικασία. Το θεμέλιο σε όλο αυτό το οικοδόμημα είναι η γενετική ποικιλότητα που υπάρχει και η οποία περιλαμβάνει κυρίως άγρια είδη, εγχώριους πληθυ-

σμούς και παλιές ποικιλίες. Με βάση την γενετική ποικιλότητα είναι δυνατόν μέσα από διασταυρώσεις, επιλογές και πλείστες άλλες μεθόδους να δημιουργήσουμε τις πολυπόθητες νέες ποικιλίες. Οι εμπορικές ποικιλίες συνήθως είναι πιο παραγωγικές αλλά και απαιτητικές σε εισροές (λιπάσματα, φυτοφάρμακα, άρδευση).

Χαράζοντας το μέλλον για την αγροβιοποικιλότητα Χαράζοντας λοιπόν το μέλλον όσον αφορά την διατήρηση και αξιοποίηση της γεωργικής βιοποικιλότητας στην χώρας μας χρειάζονται ολοκληρωμένες πολιτικές που θα εκκινούν από την προστασία των άγριων συγγενών στη φύση, θα προστατεύουν τις τοπικές ποικιλίες στον αγρό με στόχο την ορθολογική διαχείριση και χρήση τους. Αυτά απαιτούν την στενή συνεργασία ερευνητικών ιδρυμάτων με αγρότες με βάση επιστημονικά στοιχειοθετημένα προγράμματα,

όπως ήδη συμβαίνει σε άλλες χώρες. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορεί να έχει συγκεκριμένη δομή και να περιλαμβάνει και προγράμματα βελτίωσης φυτών και σποροπαραγωγικές διαδικασίες για κάποια τουλάχιστον φυτικά είδη δίνοντας τη δυνατότητα στη χώρα μας να είναι πιο αυτάρκης σε πολλαπλασιαστικό υλικό και να διαμορφώσει μία βιομηχανία παραγωγής γενετικού υλικού που θα προσφέρει τεχνογνωσία και μεγαλύτερο εισόδημα σε όσους εμπλέκονται (αγρότες, γεωπόνους, εταιρείας κλπ), νέες παραγωγικές δραστηριότητες για την υποστήριξη των κύριων δραστηριοτήτων με ποικίλα οφέλη. Εν τέλει η πρόκληση είναι, όπως λέει ο Βορέντε, Αιθίοπας βοτανικός-γενετιστής, να γίνει εφικτό να αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς να θυσιαστεί η ποικιλότητα. ΠαναγιΩτης Ι. ΤερζΟπουλος ΡΟΙκος ΘανΟπουλος ΠηνελΟπη Ι. ΜπεμπΕλη Διδάκτορες, ερευνητές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο

Συγκέντρωση και αρπαγή γης και λαϊκοί αγώνες στην Ευρώπη Η συγκέντρωση και αρπαγή της γης δεν συνιστούν φαινόμενα μόνο των αναπτυσσόμενων χωρών του Νότου. Στην πραγματικότητα, και οι δύο βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ευρώπη σήμερα. Σε νέα έκθεσή του το ευρωπαϊκό τμήμα της Via Campesina αναδεικνύει ότι η αρπαγή γης αλλά και η πρόσβαση στη γη είναι κρίσιμα ζητήματα σήμερα στην Ευρώπη, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) εμπλέκεται με πολλούς τρόπους. Η έκθεση, με τη συμμετοχή 25 συγγραφέων από 11 χώρες, αποκαλύπτει ένα μεγάλο αλλά αποσιωπημένο σκάνδαλο: το 3% των ιδιοκτητών γης ελέγχουν πλέον το μισό των γεωργικών γαιών. Η συγκέντρωση γης μοιάζει πια με αυτή της Βραζιλίας, Κολομβίας και των Φιλιππίνων. Η συγκέντρωση γης σε λίγα χέρια δεν είναι κάτι καινούργιο. Ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες έχει επιταχυνθεί, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη. Πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς και νέοι παίκτες, όπως κινέζικες εταιρείες και hedge funds της Μέσης Ανατολής ψάχνουν να επωφεληθούν από την ολοένα και πιο κερδοφόρα επένδυση στη γη. Η έκθεση αναδεικνύει τις περιπτώσεις μεγάλων συγκεντρώσεων γης στην Ισπανία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Περιγράφει επίσης τις μορφές αρπαγής γης στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ουκρανία. Και ακριβώς όπως και στην Αιθιοπία, την Καμπότζη και την Παραγουάη, πολλές από τις μεγάλες συμφωνίες διεξάγονται με μυστικότητα και αδιαφανή τρόπο. Η έκθεση αποκαλύπτει ότι μία από τις κινητήριες δυνάμεις αρπαγής γης και τη συγκέντρωση της γης υπήρξαν οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, η οποία ευνοεί σαφώς τις μεγάλες εκτάσεις γης, περιθωριοποιεί τις μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, και εμποδίζει την είσοδο νέων αγροτών. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το 2009, το 75% των επιδοτήσεων αποσπάστηκε από το μόλις 16% των μεγαλύτερων παραγωγών. Ενώ παράλληλα μεγάλες πιέσεις στη γη ασκούνται από την εξορυκτική βιομηχανία, την άναρχη δόμηση, το real estate, τους τουριστικούς θύλακες και άλλες εμπορικές επιχειρήσεις. Η έκθεση, ωστόσο, δείχνει ότι η συγκέντρωση της γης δεν γίνεται χωρίς αντιδράσεις, αλλά, αντίθετα, εμπνέει ένα τεράστιο κύμα αντίστασης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κοινότητας της Narbolia στη Σαρδηνία όπου οργανώθηκαν κινητοποιήσεις ενάντια στη μετατροπή της αγροτικής γης σε φωτοβολταϊκά πάρκα, όπως και η εναντίωση στην κατασκευή του αεροδρομίου στη Νάντη. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις κοινοτήτων που προχωρούν σε καταλήψεις αγροτικής γης. Η έκθεση επισημαίνει την περίπτωση του SOC στην Ανδαλουσία, όπου ακτήμονες αγρότες κατέλαβαν και καλλιεργούν συλλογικά τη γη χρησιμοποιώντας βιοκαλλιεργητικές τεχνικές και την SoLiLA στη Βιέννη, όπου νέοι άνθρωποι ενώθηκαν προκειμένου να «καταλάβουν» γόνιμη αστική γη για την κάλυψη των αναγκών της γειτονιάς αποτρέποντας ταυτόχρονα την αλλαγή χρήση της γης προς όφελος μεγάλων εμπορικών έργων. Ο Jeanne Verlinden, μέλος του Ευρωπαϊκού Συντονιστικού της Via Campesina (ECVC), υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τη μελέτη: «Η γη πρέπει να ιδωθεί και πάλι ως δημόσιο αγαθό. Πρέπει να μειωθεί η εμπορευματοποίηση της γης και να προάγουμε τη δημόσια διαχείριση αυτού του κοινού αγαθού από το οποίο όλοι εξαρτώμαστε. Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στους μικρούς παραγωγούς και όχι στα εμπορικά συμφέροντα που αναζητούν γη προκειμένου να κερδοσκοπήσουν. Η πρόσβαση στη γη θα πρέπει να δοθεί σε εκείνους που τη δουλεύουν». Δείτε: http://www.tni.org/briefing/land-concentration-land-grabbing-and-peoples-struggles-europe


22

O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

διάλογοι

για τnν εκτροφή ζώων και το γουνεμπόριο Πρόσφατα, με αφορμή εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του φιλοζωικού κινήματος ενάντια σε εμπορικές εκθέσεις γούνας, αναζωπυρώθηκε ο δημόσιος διάλογος σχετικά με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή και διακίνηση προϊόντων γούνας. Αυτές οι δραστηριότητες στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας, ιδιαίτερα της Καστοριάς και της Κοζάνης. Ποιοι είναι οι λόγοι που το ζωοφιλικό κίνημα αντιστέκεται στο εμπόριο γούνας; Γιατί ακόμη και σήμερα, στο πλαίσιο της πολύπλευρης κρίσης, δεκάδες ομάδες και σύλλογοι αλλά και πολιτικές οργανώσεις και κόμματα ζητούν τη σταδιακή κατάργηση αυτής της δραστηριότητας; Καταρχήν, τίθενται τα ζητήματα της ευζωίας των ζώων που εκτρέφονται για τη γούνα τους. Οι συνθήκες διαβίωσης των ζώων αυτών, όπως έχει επισημανθεί και σε ευρωπαϊκές εκθέσεις (πχ. http://goo.gl/zf50L) παρουσιάζουν σημαντικότατα προβλήματα: οι ακατάλληλοι κλωβοί και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εκτροφή γουνοφόρων έχουν ως αποτέλεσμα την υψηλή θνησιμότητα, σημαντικά προβλήματα νοσηρότητας, έντονες συμπεριφορές, δαγκώματα ή αυτοακρωτηριασμούς. Τα ζώα κακοποιούνται όσο ζουν, ενώ θα πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στο «απάνθρωπο» του γεγονότος ότι τις περισσότερες φορές τα γδέρνουν ζωντανά!! Χωρίς αμφιβολία, οι συνθήκες στα εκτροφεία γουνοφόρων ζώων δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική συμπεριφορά των ζώων, ενώ δεν μπορεί βεβαίως να γίνεται λόγος για ευζωία. Επιπλέον η συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα σε μεγάλη κλίμακα επιβαρύνει το περιβάλλον, ενώ ελλοχεύουν πάντοτε σημαντικοί κίνδυνοι από την εισαγωγή ξενικών ειδών ζώων που εισάγονται από οικοσυστήματα άλλων ηπείρων – ιδιαίτερα εαν βρεθούν ελεύθερα στο φυσικό περιβάλλον. Δεν είναι όμως μόνο οι συνθήκες διαβίωσης και οι γενικότερες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις και κίνδυνοι από την εκτροφή ζώων για τη γούνα τους. Οι ενστάσεις αφορούν επίσης και συνολικότερα τη «χρήση» ζώων για να παραχθεί ένα προϊόν ένδυσης που είναι εντελώς περιττό στην εποχή μας και δε συμβολίζει παρά την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Τα ζώα, είναι αισθανόμενα όντα με εγγενή αξία. Υπάρχουν μόνο γι’ αυτά τα ίδια και διόλου για άλλα όντα, ούτε βέβαια για εξυπηρέτηση του ανθρώπου! Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προϊόντα προς εκμετάλλευση σε ένα γενικότερο σύστημα όπου απλώς αποτελούν πρώτη ύλη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το γουνεμπόριο, αλλά και συνολικά βεβαίως για τις εντατικές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις μεγάλης, βιομηχανικής κλίμακας. Σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει η τάση για τον περιορισμό ή και την οριστική απαγόρευση της εκτροφής ζώων για τη γούνα τους. Ωστόσο, στην Ελλάδα βρισκόμαστε στον αντίποδα αυτών των εξελίξεων. Βλέπουμε να συνεχίζεται και να επεκτείνεται η στήριξη του τομέα γουνοπαραγωγής από την πολιτεία, ικανοποιώντας τα αιτήματα του κλάδου των εκτροφέων και χρηματοδοτώντας τους ουσιαστικά με χρήματα φορολογούμενων πολιτών, χωρίς μάλιστα αυτοί να έχουν ερωτηθεί αν συμφωνούν να στηρίζουν μια τέτοια δραστηριότητα. Με πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις η εκτροφή των γουνοφόρων ζώων εντάσσεται στις δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα και συνεπώς οι εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός και το ζωικό «κεφάλαιο» μπορούν να ενταχθούν σε επενδυτικά σχέδια πρωτογενούς παραγωγής με κοινοτική ή εθνική οικονομική ενίσχυση, ενώ παράλληλα «απλοποιήθηκαν» περαιτέρω οι διαδικασίες αδειοδότησης των σχετικών κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Όλα αυτά προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η εκτροφή γουνοφόρων ζώων αποτελεί από τους πιο «εξωστρεφείς» κλάδους της χώρας, που εξασφαλίζει σημαντικό εισόδημα και δημιουργεί θέσεις εργασίας, εν μέσω μάλιστα οικονομικής κρίσης… Όμως η κοινή γνώμη θέτει πλέον στο στόχαστρο αυτό το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στη μονοκαλλιέργεια και την πλήρη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές, υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα των περιοχών και έχει εξαιρετικά προβληματικές ηθικές διαστάσεις. Οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες προβάλλουν το όραμα μιας κοινωνίας και οικονομίας με σεβασμό στο περιβάλλον και τα ζώα. Υπάρχουν διαφορετικές, βιώσιμες και αποδεκτές δραστηριότητες στο πλαίσιο ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για τις περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας, μιας περιοχής που προσφέρεται για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, βιολογικής γεωργίας, δραστηριοτήτων με επίκεντρο τη φυσική ομορφιά, την πολιτιστική κληρονομιά και η αξιοποίηση των ιστορικών μνημείων και παραδοσιακών οικισμών Αποτελεί ευθύνη της πολιτείας η διερεύνηση των δυνατοτήτων και η χάραξη στρατηγικής για τη σταδιακή μετάβαση προς αυτό το στόχο, βεβαίως με την ενεργό συμμετοχή και συμπόρευση της τοπικής κοινωνίας, των επαγγελματιών και των εργαζομένων των περιοχών.

Η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ 2486Β/12-92012) με την οποία ρυθμίζεται η αδειοδότηση εγκαταστάσεων εκτροφής γουνοφόρων ζώων, αναζωπύρωσε μια μακρά διαμάχη μεταξύ των εκτροφέων, των τοπικών κοινωνιών (ιδίως των περιοχών Καστοριάς και Κοζάνης) και των υπερμάχων των δικαιωμάτων των ζώων. Για να αποφευχθούν κατ’ αρχήν κάποιες λάθος εντυπώσεις, διευκρινίζεται ότι η εν λόγω ΚΥΑ δεν επέβαλε κάποιο προνομιακό καθεστώς ή κάποιες ευνοϊκές ρυθμίσεις αδειοδότησης ειδικά για τα εκτροφεία γουνοφόρων. Τα ενέταξε όμως στο συνολικό κανονιστικό πλαίσιο του κλάδου της οικονομίας που αφορά στην εκτροφή και εκμετάλλευση ζώων, δηλαδή της κτηνοτροφίας. Άρα, με δεδομένη την ύπαρξη των εκτροφείων γουνοφόρων, είναι απόλυτα απαραίτητο να ενταχθούν σε ένα σύστημα δημόσιων ελέγχων ώστε η λειτουργία τους να διασφαλίζει «την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την υγιεινή και καλή διαβίωση των εκτρεφόμενων ζώων, τις ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων και χώρων ή δραστηριοτήτων που χρήζουν προστασίας, καθώς και οικισμών και πηγών ύδατος και την ικανοποίηση των ζωοτεχνικών δεδομένων της εγκατάστασης». Στο επίκεντρο της διαμάχης είναι το ρώτημα αν είναι οικολογικά ορθή η εκτροφή ζώων για δευτερεύουσες ή και πλαστές καταναλωτικές ανάγκες. Όμως, αν ορίσουμε ως αποκλειστικό κριτήριο επιτρεπόμενης κτηνοτροφικής δραστηριότητας την παραγωγή τροφής και δευτερευόντως τη χρησιμοποίηση των υποπροϊόντων (μαλλί, δέρμα κ.λπ.), μήπως θα έπρεπε να απαγορευτεί και η εκτροφή π.χ. στρουθοκαμήλων, ελαφιών, κροκοδείλων, καγκουρό κ.λπ. (τα δύο τελευταία όχι στη χώρα μας φυσικά) που προορίζονται για «γκουρμέ» ουρανίσκους και χοντρά πορτοφόλια; Εξάλλου το τι ορίζεται ως κοινωνική ανάγκη έχει να κάνει και με τις συνθήκες ζωής. Για τους κατοίκους των βόρειων περιοχών δεν είναι βασική ανάγκη η ένδυση που να τους προστατεύει από πολικές θερμοκρασίες; Ή μήπως η «οικολογική» λύση είναι η συνθετική γούνα που προωθείται και από τη βιομηχανία μόδας και τις επιχειρήσεις συνθετικών ινών, υποπροϊόντων των ορυκτών καυσίμων; Τελικά, υπάρχει ζήτημα «δικαιωμάτων των ζώων»; Ρητά και κατηγορηματικά ναι. Αλλά αφορά, δυστυχώς, σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό και είδη εκτρεφόμενων ζώων. Η εξάπλωση της εντατικής κτηνοτροφίας σε όλο τον κόσμο, οι επιπτώσεις στην ευζωία των ζώων και στην ανθρώπινη υγεία, αλλά και τα περιορισμένα φυσικά αποθέματα του πλανήτη, καθιστούν την αντιμετώπιση κατεπείγουσα. Είναι καιρός να επιτευχθεί μια παγκόσμια δεσμευτική συμφωνία για να περιοριστεί ο πόνος στα ζώα και να μετριαστούν οι πολλές ακούσιες και ανεπιθύμητες συνέπειες από την εκτροφή τους, όσο και κατά τη μεταφορά και τη σφαγή τους. Και με τα γουνοφόρα, τι θα γίνει; Η Ολλανδία που απαγόρευσε στις 18/12/2012 την εκτροφή των μινκ, θα εφαρμόσει την απόφαση την 1.1.2024 αναγνωρίζοντας την ανάγκη μεταβατικής περιόδου για την υλοποίησή της. Στη χώρα μας και ιδίως σε ό,τι αφορά στη δική μας Αριστερά, ο διάλογος για την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και καταναλωτικών προτύπων που έτσι κι αλλιώς έχει ξεκινήσει, μπορεί να δώσει λύσεις και διεξόδους. Πάντα όμως με τη συμμετοχή και τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών και των τοπικών κοινωνιών.

ΡΟΖΙΝΑ ΓΙΩΤΗ

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΤΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

μέλος τμήματος περιβάλλοντος και οικολογίας ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

συντονίστρια τμήματος αγροτικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ


O

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

θα ήταν ο Μάρξ θιασώτης του εξορυκτισμού;

23 ιδέες & θεωρία

του Eduardo Gudynas, ερευνητής στο CLAES (Latin America Centre of Social Ecology) Αναδημοσίευση άρθρου από το «Ιnternational Viewpoint». Ο Eduardo Gudynas ειδικεύεται σε θέματα αειφόρου ανάπτυξης στο CLAES με έδρα την Ουρουγουάη.

Στη Λατινική Αμερική η εξορυκτική βιομηχανία μετάλλων και υδρογονανθράκων καθώς και οι μονοκαλλιέργειες, παραμένουν στο επίκεντρο, παρά το γεγονός ότι αναπαράγουν από τη μια το μοντέλο των εξαγωγέων πρώτων υλών και από την άλλη τις αντιστάσεις των πολιτών. Αυτό το εξορυκτικό μοντέλο «ύπαρξης» εκφράζεται ταυτόχρονα τόσο από συντηρητικές, όσο και από προοδευτικές κυβερνήσεις. Ο «εξορυκτισμός» ελκύει νέες επεξεργασίες πολιτικής δικαιολόγησης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές είναι η επίκληση των κλασικών θεωρητικών του σοσιαλισμού, επιχειρηματολογώντας ότι εκείνοι δεν θα αντιτίθονταν στον εξορυκτισμό τον 21ο αιώνα, αλλά αντίθετα θα τον προωθούσαν. Αναμφισβήτητα το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε ο πρόεδρος του Εκουαδόρ Ραφαέλ Κορέα, ο οποίος προκειμένου να υπερασπιστεί τον εξορυκτισμό έθεσε δύο «προκλητικές» ερωτήσεις: «Πού λέει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο όχι στις εξορύξεις; Ποια σοσιαλιστική θεωρία είπε όχι στις εξορύξεις»; (Μάιος 2012). Ο Κορέα επέκτεινε τον ισχυρισμό του, αφού πέραν των αναφορών στους Μαρξ και Ένγκελς πρόσθεσε και τη δική του συμπερασματική διαπίστωση ότι «παραδοσιακά οι σοσιαλιστικές χώρες υπήρξαν εξορυκτικές». Το μήνυμα που αναπαράγεται είναι ότι η θεωρητική βάση του σοσιαλισμού εδράζεται στο λειτουργικό-χρηστικό εξορυκτισμό και πρακτικά, οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού τον εφάρμοσαν με επιτυχία. Εάν η θέση του Κορέα είναι σωστή, σήμερα στη Λατινική Αμερική, οι Μαρξ και Ένγκελς θα ενθάρρυναν τις εξορύξεις, τις εκμεταλλεύσεις υδρογονανθράκων και τις μεγάλες εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες.

Με το όνειρο ενός Μαρξ των εξορύξεων Σταθμίζοντας την εγκυρότητα της ερώτησης του Κορέα, κανείς δεν μπορεί να προσδοκά ότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, γραμμένο στα μέσα του 19ου αιώνα, εμπεριέχει όλες τις απαντήσεις για όλα τα προβλήματα του 21ου αιώνα. Όπως τονίστηκε από δύο από τους πιο γνωστούς Μαρξιστές του 20ου αιώνα, τους Λίο Χούμπερμαν και Πολ Σουίζι, από κοινού οι Μαρξ και Ένγκελς θεωρούσαν ότι οι αρχές του Μανιφέστου παρέμεναν σωστές, αλλά ότι το κείμενο είχε κάποια «ηλικία». «Ειδικότερα, αναγνώριζαν ότι τα μέσα με τα οποία ο καπιταλισμός θα επεκτεινόταν και θα εισήγαγε νέες χώρες και περιοχές στην κυρίαρχη τάση της σύγχρονης ιστορίας, θα οδηγούσαν απαρέγκλιτα στην ανάδυση προβλημάτων και μορφών ανάπτυξης που δεν είχαν ληφθεί υπόψη στο Μανιφέστο». Χωρίς αμφιβολία αυτή είναι η περίπτωση των χωρών της Λατινικής Αμερικής, στο πλαίσιο των οποίων θα ήταν χρήσιμο να εντάξουμε τόσο τα ερωτήματα όσο και τις απαντήσεις. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αποσαφηνίσουμε εάν οι σοσιαλιστικές χώρες ήταν πράγματι εξορυκτικές. Αυτό δεν είναι ολοκληρωτικά αληθές, ενώ ταυτόχρονα στις τοποθεσίες όπου η εξορυκτική δραστηριότητα απέκτησε αυξημένη σημασία, σήμερα γνωρίζουμε ότι το περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό ισοζύγιο ήταν πολύ αρνητικό. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, δεδομένου του υψηλού κοινωνικού και περιβαλλοντικού τους κόστους, καθίστανται πραγματοποιήσιμες μόνο όταν απου-

σιάζει επαρκής περιβαλλοντικός έλεγχος και όταν οι αντιστάσεις των πολιτών φιμώνονται με απολυταρχικά μέσα. Επίσης, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε ότι ο εξορυκτισμός, σοβιετικού τύπου, αποδείχθηκε ανίκανος να παράξει το οικονομικό και παραγωγικό άλμα που προέβλεπαν τα ίδια τα προγράμματα (πλάνα). Σήμερα, οι προοδευτικοί υπέρμαχοι της ανάπτυξης υπερασπίζονται τον εξορυκτισμό, στοχεύοντας στην αξιοποίηση του οικονομικού οφέλους για τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων και το μετασχηματισμό της παραγωγικής βάσης ώστε να συγκροτηθεί ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι ότι κατά αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται μια αλληλεξάρτηση μεταξύ κοινωνικών προγραμμάτων και εξορυκτισμού. Αυτό συνεπάγεται ότι το ίδιο το κράτος γίνεται «εξορυκτικό», συμμετέχοντας ως εταίρος σε ποικίλες εξορυκτικές επενδυτικές δραστηριότητες, προσελκύοντας επενδυτές κάθε είδους, παρέχοντας ταυτόχρονα ποικίλες διευκολύνσεις (π.χ. υποδομές, εγκαταστάσεις). Χωρίς αμφιβολία συντελούνται αλλαγές στο γενικό φάσμα των «προοδευτικών», το πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις εξακολουθούν και ενισχύουν το ρόλο των εθνικών οικονομιών ως εξαρτημένων προμηθευτών πρώτων υλών. Ο ισχυρισμός ότι η διέξοδος από αυτή την εξάρτηση είναι εφικτή μέσω περισσότερου εξορυκτισμού είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου η υπόσχεση της μετάβασης καθίσταται αδύνατη δια των ίδιων των συνεπειών του εξορυκτισμού σε μια πληθώρα επιπέδων: εκτόπιση της τοπικής βιομηχανίας, ανατίμηση του εθνικού νομίσματος

και καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων. Η χρήση εργαλείων αναδιανομής του εισοδήματος έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, όπως καταδεικνύεται από τις επαναλαμβανόμενες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Ταυτόχρονα όμως είναι και δαπανηρή, απολήγοντας στην ανάγκη των κυβερνήσεων για ακόμα περισσότερα νέα εξορυκτικά σχέδια. Το «διάγγελμα» του Κορέα, παρότι «δύσκολο», στην πραγματικότητα δεν εδράζεται στις αρχές του Μαρξ που διατηρούν όλη την ισχύ τους στον 21ο αιώνα.

Ας ακούσουμε την προειδοποίηση του Μαρξ Ο Μαρξ δεν απέρριπτε τις εξορύξεις και τη μεταλλευτική δραστηριότητα. Ούτε η πλειοψηφία των κοινωνικών κινημάτων τις απορρίπτει και εάν η επιχειρηματολογία και οι διεκδικήσεις τους εξεταστούν με προσοχή θα διαπιστωθεί ότι επικεντρώνονται σε ένα συγκεκριμένο τύπο επιχειρηματικής δραστηριότητας: μεγάλης κλίμακας, με τεράστιες εξορυσσόμενες ποσότητες, εντατικές και ανοικτού ορύγματος. Με άλλα λόγια δεν πρέπει να συγχέουμε τις εξορύξεις και τη μεταλλευτική δραστηριότητα με τον εξορυκτισμό. Ο Μαρξ δεν απέρριπτε τις εξορύξεις, όμως ήταν εξαιρετικά σαφής για το πού θα έπρεπε να υπάρξουν αλλαγές. Από αυτή την άποψη υπάρχουν απαντήσεις στις ερωτήσεις του Κορέα: Ο Μαρξ διέκρινε μεταξύ «χυδαίου σοσιαλισμού» και «ουσιώδους» σοσιαλισμού και αυτή η διαφοροποίηση πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη σήμερα. Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» ο Μαρξ υπενθυμίζει ότι η διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι, στην πραγματικότητα, συνέπεια του τρόπου παραγωγής. Η παρέμβαση στην

κατανάλωση δεν μετασχηματίζει τους τρόπους παραγωγής, αλλά είναι σε αυτό ακριβώς το επίπεδο, του τρόπου παραγωγής, στο οποίο οι πραγματικές αλλαγές πρέπει να συντελούνται. Ο Μαρξ προσθέτει: «Ο χυδαίος σοσιαλισμός […] κληρονόμησε από τους αστούς οικονομολόγους την αντίληψη να θεωρεί και να χειρίζεται τη διανομή ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής και έτσι να παρουσιάζει το σοσιαλισμό σαν να περιστρέφεται κυρίως γύρω στη διανομή». Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η απάντηση στο ερώτημα του Κορέα: Ο Μαρξ, σήμερα στη Λατινική Αμερική, δεν θα ήταν θιασώτης του εξορυκτισμού, διότι αυτό θα σήμαινε την εγκατάλειψη του στόχου του μετασχηματισμού των όρων παραγωγής και τη μετατροπή του σε αστό οικονομολόγο. Αντίθετα, θα προωθούσε εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής και αυτό θα σήμαινε, στο παρόν πλαίσιο, την κίνηση προς την υπέρβαση του εξορυκτισμού. Σίγουρα η διορατικότητα του Μαρξ δεν επαρκεί προκειμένου να οργανωθεί η υπέρβαση και το τέλος του εξορυκτισμού, καθώς έζησε εντός του ιστορικού περιβάλλοντος κατίσχυσης των ιδεών της προόδου και της νεωτερικότητας, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξης εναλλακτικών. Πράγματι, καθίσταται σαφές ότι τόσο οι προσαρμογές όσο και η ενίσχυση μηχανισμών αναδιανομής μπορεί να αντιπροσωπεύουν κάποια πρόοδο, παρά ταύτα παραμένει επιτακτική η ανάγκη υπέρβασης της εξάρτησης από τον εξορυκτισμό ως κεντρικού στοιχείου του σημερινού τρόπου παραγωγής. Το ζήτημα αυτό είναι απόλυτα σαφές, ο ίδιος ο Μαρξ καταλήγει: «από τη στιγμή που η πραγματική σχέση των πραγμάτων αποκαταστάθηκε, γιατί να πάμε πίσω»; Συνεπώς, γιατί συνεχίζουμε να εμμένουμε στο εξορυκτισμό; μετάφραση-επιμέλεια: ΠΕΤΡΟΣ ΨΑΡΡΕΑΣ


24

O

είδαμε...

ικοτριβές

Απρίλιος 2013 – τ. 4

Ομόφωνη απαγόρευση του fracking στην Καντάβρια της Ισπανίας

25 χρόνια από τη δολοφονία του Chico Mendes, οι δολοφονίες στον Αμαζόνιο αποτελούν μόνιμο «φαινόμενο» Με αφορμή τη δίκη για τις δολοφονίες του Cláudio Ribeiro da Silva και της συζύγου του Maria do Espirito Santo που αγωνίζονταν για χρόνια ενάντια στους υλοτόμους και τους κτηνοτρόφους στα τροπικά δάση του Αμαζονίου, το θέμα των δολοφονιών στον Αμαζόνιο έχει αποκτήσει και πάλι διεθνή προβολή. Μόνο στην πολιτεία «Παρά» 231 άνθρωποι δολοφονήθηκαν μεταξύ 1996 -2010, ενώ 12 ακόμα φόνοι διαπράχθηκαν το 2011. «Η δίκη αποκαλύπτει τα προβλήματα και τις προκλήσεις σήμερα στον Αμαζόνιο. Η ωμή βία αποτελεί εργαλείο του τοπικού καπιταλισμού. Είναι περήφανοι που δολοφονούν και από κάποιους αντιμετωπίζονται ως τοπικοί ήρωες, που υπερασπίζουν την ιδιοκτησία τους με το αίμα τους. Είναι τρελό, αλλά αυτό συμβαίνει εδώ», δηλώνει ο Βραζιλιάνος οικολόγος Felipe Milanez. «Ο νέος δασικός κώδικας έχει χορηγήσει αμνηστία στα περιβαλλοντικά εγκλήματα και θα οδηγήσει σε όξυνση των αντιπαραθέσεων για τη γη στον Αμαζόνιο» δηλώνει ο Paulo Adario από την Greenpeace, και καταλήγει: «Αυτό σημαίνει ότι αναμένουμε, στο άμεσο μέλλον, να ενταθούν τόσο η αποψίλωση, όσο και οι διαμάχες στον Αμαζόνιο».

Διαρροή αγωγού μέσα στην πόλη! Στις 29 Μαρτίου έγινε έκρηξη σε αγωγό πετρελαίου της Exxon Mobil στο Αρκάνσας των ΗΠΑ. Το ακριβές μέγεθος της διαρροής και οι επιπτώσεις στην κατοικημένη περιοχή την οποία διασχίζει ο αγωγός δεν έχουν ακόμα εκτιμηθεί. Το τελευταίο αυτό πετρελαϊκό ατύχημα έφερε και πάλι στο προσκήνιο μια σειρά ζητημάτων σχετικά με την πετρελαϊκή βιομηχανία τα οποία δεν έχουν, παρά τα αλλεπάλληλα σχετικά ατυχήματα των τελευταίων ετών, δεν έχουν ακόμα αντιμετωπιστεί. Η πλήρης έλλειψη ενημέρωσης των κατοίκων ακόμα και για την ύπαρξη του αγωγού στην περιοχή τους, η καθυστερημένη κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού πολιτικής προστασίας και η αδράνεια της Exxon Mobil (της μεγαλύτερης και πιο κερδοφόρας αμερικανικής εταιρείας!) έχουν προκαλέσει την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας. Δεκάδες περίοικοι έχουν ήδη αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, η Exxon Mobil απειλεί να συλλάβει δημοσιογράφους που καλύπτουν το συμβάν και πολλοί κάτοικοι έχουν ήδη καταθέσει αγωγές κατά του πετρελαϊκού κολοσσού.

Στις αρχές Απρίλη οι βουλευτές της αυτόνομης περιφέρειας της Καντάβριας στη Βόρεια Ισπανία αποφάσισαν ομόφωνα να απαγορεύσουν την εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου με τη μέθοδο του fracking. Η απόφαση μάλιστα καταρρίπτει τη βούληση της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας που προωθούσε ένα σχέδιο άμεσης εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου της περιοχής. Το τελευταίο διάστημα έχουν ενισχυθεί οι προσπάθειες εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ισπανία καθώς εγχώριες και διεθνείς εταιρίες του κλάδου θέλουν να εκμεταλλευτούν την οικονομική κρίση στη χώρα. Μόνο στην περιοχή της Καντάβριας έχουν ανοιχτεί τους τελευταίους μήνες 202 δοκιμαστικές γεωτρήσεις για την εύρεση φυσικού αερίου. Είναι η πρώτη φορά που περιφερειακή αρχή στη χώρα νομοθετεί ενάντια στο fracking, γεγονός που ήταν συνέπεια ενός δυναμικού και μακροχρόνιου κινήματος στην περιοχή με δεκάδες συνελεύσεις, διαδηλώσεις, επιστημονικές και ενημερωτικές εκδηλώσεις. Περισσότερες πληροφορίες για το anti-fracking κίνημα στην Ισπανία: http://aturemfracking.wordpress. com, http://www.fracturahidraulicano.info/

Νόμπελ στα «μηδενικά απόβλητα» Το Περιβαλλοντικό Βραβείο Goldman, που θεωρείται το «πράσινο νόμπελ» απονεμήθηκε φέτος στο Rossano Ercolini, ηγέτη του κινήματος για «μηδενικά απόβλητα» στην Ιταλία. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο βραβευθείς, το βραβείο αποτελεί για τον ίδιο μια αναγνώριση 20 ετών κοινωνικής παρέμβασης. Αρχικά στο κίνημα ενάντια στην κατασκευή αποτεφρωτήρα στην πόλη Capannori της Τοσκάνης και αργότερα για την οικοδόμηση στην Ιταλία και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο του διεθνούς δικτύου “Zero Waste Europe” στο οποίο συμμετέχουν εκατοντάδες οργανώσεις, τοπικές κινήσεις και αυτοδιοικήσεις. Ο δάσκαλος στο επάγγελμα Ιταλός ακτιβιστής ανέφερε: «Οι σημερινοί τρόποι ζωής που παράγουν υπερβολικά σκουπίδια απειλούν το μέλλον των παιδιών μας. Η πολιτική μηδενικών αποβλήτων τους δίνει ελπίδα για ένα μέλλον χωρίς τοξικά, χωματερές και αποτεφρωτήρες». Περισσότερες πληροφορίες: http://www.zerowasteeurope.eu, http://www.goldmanprize.org/

25 Μαΐου: Πορείες ενάντια στη Μοσάντο... παντού! Στις 25 Μαΐου έχουν προγραμματιστεί ταυτόχρονες διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις της Αμερικής κατά της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής γενετικά τροποποιημένων τροφίμων στον κόσμο, της περίφημης Monsanto. Αφορμή για τις κινητοποιήσεις αποτέλεσε η πρόσφατη ψήφιση νόμου από το Αμερικανικό Κογκρέσο που, μεταξύ άλλων, περιορίζει τα δικαστήρια να απαγορεύσουν την πώληση γενετικά τροποποιημένων σπόρων της Monsanto. Ακτιβιστές και περιβαλλοντικές οργανώσεις κατηγορούν την κυβέρνηση ότι έχει υποκύψει στα λόμπυ της Monsanto και ότι επιδοτεί την εταιρεία με υπέρογκα ποσά τη στιγμή που καλλιεργητές οργανικών προϊόντων και μικροί αγρότες βιώνουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν την ενίσχυση των ερευνών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αλλά και για τις συνέπειες των μεταλλαγμένων στην υγεία των καταναλωτών. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις κινητοποιήσεις κατά της Monsanto, δείτε εδώ: https:// www.facebook.com/MarchAgainstMonstanto

Οικοτριβές #4  

Απρίλιος 2013