Page 1

μετασχηματισμοί της υπαίθρου

O

ικοτριβές Νοέμβριος 2014, τ. 15

θεομηνίες, νομιμότητα και οι «άλλοι» Η «μήνις Του Θεού» χτύπησε πριν δύο εβδομάδες συνοικίες της Δυτικής Αττικής, αλλά και πολλές περιοχές ανά την επικράτεια. Πλημμύρισαν οι τηλεοπτικοί δέκτες με εικόνες κατακλυσμού. Θύματα αυτής της οργής ή αλλιώς της «μανίας της φύσης», κατά τα τσιτάτα των κυρίαρχων ΜΜΕ, κάτοικοι λαϊκών συνοικιών του λεκανοπεδίου, αγρότες αλλά και εργαζόμενοι/ες δημοσίων/δημοτικών υπηρεσιών που απειλούνται άμεσα από τα κύματα, όχι των αστικών χειμάρρων, αλλά των απολύσεων. Φυσικά, απέναντι στις «θεομηνίες» δεν μπορείς να αντιτάξεις και πολλά, πέραν ίσως της καρτερίας και μιας κάποιας

μετάνοιας. Το πράγμα, βεβαίως, αλλάζει εάν προσγειωθούμε στον απτό υλικό κόσμο που μας περιβάλει. Στις μελέτες και έρευνες που προβλέπουν ένταση της συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων λόγω της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής και στις επιτακτικές πολιτικές ανάσχεσής της. Στα προβλήματα του μπαζώματος και της οικοδόμησης των ρεμάτων, του πολεοδομικού και ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, της έλλειψης αντιπλημμυρικών υποδομών, της διάλυσης υπηρεσιών, της εξάλειψης του αστικού πρασίνου, της καταστροφής των περι-αστικών δασών, της πάγιας άσκησης πολιτικών για την εξυπηρέτη-

ση εργολάβων και μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων. Και πάνω απ’ όλα της κυρίαρχης ιδεολογίας του ατομικισμού και της αγοράς, όπου το δημόσιο και το συλλογικό εξοστρακίζεται για να πάρει τη θέση του… η μεταφυσική. Τη μεταφυσική, όμως, ακολουθεί ο θείος νόμος και στα καθ’ ημάς η νομιμότητα των αγορών. Η κατασκευή του εργοστασίου εμπλουτισμού στις Σκουριές από την «Ελληνικός Χρυσός» ΑΕ, κατέστη νόμιμη με φωτογραφικές τροπολογίες και νόμο (4280/2014), με την αντίστοιχη έκδοση έγκρισης δόμησης. Έγκριση περιβαλλοντικών όρων έδωσε, επίσης, ο υπουργός ΠΕΚΑ σε υβριδικό σταθμό παραγωγής

ηλεκτρικής ενέργειας στην Κρήτη, του γαλλικού κολοσσού EDF, πέρα από κάθε δημοκρατικό ενεργειακό σχεδιασμό, στην κατεύθυνση προώθησης μεγάλων fast track επενδύσεων βιομηχανικής κλίμακας εγκαταστάσεων ΑΠΕ, με σύσσωμη την τοπική κοινωνία αντίθετη. Η νομιμότητα εκχώρησης των αιγιαλών στους ιδιώτες και το ξεπούλημα του Ελληνικού στη Lamda Development του ομίλου Λάτση βρίσκουν στο δρόμο τους το ΣτΕ και το Ελεγκτικό Συνέδριο, αντιστοίχως. Η νομιμότητα, αντίθετα, του καταρροϊκού πυρετού δεν ελέγχεται στην είσοδο

συνέχεια στη σελ. 2


O

02

ικοτριβές

της πρυτανείας, αλλά με εμβολιασμούς, μέτρα πρόληψης, στελέχωση των Υπηρεσιών Κτηνοτροφίας και οργανωμένα σχέδια δράσης. Όμως, όπως τα δημόσια πανεπιστήμια, η περιβαλλοντική νομοθεσία, η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων και των υδατικών διαθεσίμων της ΒΑ Χαλκιδικής, του αστικού και περιαστικού πρασίνου (π.χ. Άλσος Νέας Φιλαδέλφειας),

το σχόλιο του μήνα: Η προ μηνός επιστολή της περιφερειάρχη Ρ. Δούρου προς τις δημοτικές αρχές της Αττικής «τάραξε τα νερά» στο κρίσιμο -περιβαλλοντικά, οικονομικά και πολιτικάζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων. Ένα μόλις μήνα μετά την ανάληψη της διοίκησης από την αριστερά, η νέα περιφερειακή αρχή βάζει μπροστά την εφαρμογή μιας εναλλακτικής στρατηγικής που χρόνια τώρα επεξεργάζονται κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς οι οποίοι αντιπαρατέθηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα στα σχέδια των συμφερόντων. Μιας στρατηγικής που βάζει τέλος στη διαιώνιση του κυρίαρχου καθεστώτος της ταφής σύμμεικτων στην Φυλή και ακυρώνει ντε φάκτο την πλήρη ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης και τα τέσσερα φαραωνικά εργοστάσια που προωθούνταν. Ενώ παράλληλα προτάσσει ριζοσπαστικές αρχές για την αναθεώρηση του περιφερειακού σχεδιασμού: οικολογικός προσανατολισμός, οικονομικότητα προς όφελος της κοινωνίας, χωροταξικά αποκεντρωμένος χαρακτήρας, κεντρικός ρόλος αυτοδιοίκησης, συμμετοχή των πολιτών. Ο δημόσιος διάλογος που ξεκίνησε με την επιστολή Δούρου περιλαμβάνει βεβαίως τις κραυγές εκείνων που επιδιώκουν να παραμείνουμε στην προηγούμενη κατάσταση: Όπως συνηθίζουν, κινδυνολογούν, διαστρεβλώνουν, απαξιώνουν, απειλούν. Από την άλλη, ενεργές κοινωνικές συλλογικότητες και φορείς από ένα μεγάλο φάσμα και πολλοί τοπικοί πολιτικοί παράγοντες φαίνεται πως βλέπουν ελπιδοφόρα, παρακολουθούν και καταρχήν στηρίζουν την επιχειρούμενη αλλαγή πορείας. Ιδιαίτερα καθώς η διαχείριση των απορ-

των τοπικών δραστηριοτήτων και του φυσικού τοπίου της Κρήτης καθώς επίσης και οι δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες, η ελεύθερη καθολική πρόσβαση στα κοινά αγαθά (ακτές), ο δημοκρατικός έλεγχος - σχεδιασμός – απόφαση της παραγωγής και οι πολιτικές ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, αφορούν πάντα τους/τις άλλους/ες. Εκείνους και εκείνες που υφίστανται τις

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

επιπτώσεις της ανάπτυξης των επενδυτών και των μεγάλων ομίλων. Τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τον κόσμο της υπαίθρου, των ορεινών και νησιωτικών περιοχών, των οποίων οι ανάγκες συγκρούονται με την επιβαλλόμενη νομιμότητα των αγορών. Της πλειοψηφίας των «άλλων» του συστήματος, για τους οποίους η ανατροπή έγινε ανάγκη.

Μιας ανάγκης που μετατρέπεται σε διττό καθήκον. Η συλλογική ενεργός συμμετοχή και δράση για την ανατροπή του υπάρχοντος συναρθρώνεται με τη διαμόρφωση των όρων ριζικού μετασχηματισμού του. Με τις ιδέες και την κοινωνική κίνηση για την άρση της εκμετάλλευσης ανθρώπου και φύσης. Της πραγματικής κίνησης και των ρήξεων που διαμορφώνουν το αύριο, σήμερα. Η συντακτική ομάδα

ο κοινωνικός-οικολογικός μετασχηματισμός περνάει... απ’ τα σκουπίδια

ριμμάτων, παγκόσμια και με ιδιαίτερο τρόπο σε κάθε τοπικό πλαίσιο, είναι ένα από τα πιο κεντρικά πεδία παρέμβασης για την προώθηση του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού. Όπως και ο τομέας της ενέργειας, αποτυπώνει και συμπυκνώνει πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα και διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι «ανεπτυγμένες» και σε κρίση κοινωνίες. Και είναι εκ των πραγμάτων αναγκαίο και προνομιακό πεδίο παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονα αποτελεί σημαντικό οικονομικό αντικείμενο και δημόσια δαπάνη, εμπλέκει στην καθημερινότητα τους πολίτες και πολλά επίπεδα της διοίκησης και τελικά, αφορά συνολικά τους τρόπους που παράγουμε και καταναλώνουμε ως κοινωνία. Ιδιαίτερα όπως τίθεται στην Ελλάδα σήμερα, η διαχείριση των απορριμμάτων καθίσταται εκ των πραγμάτων κρίσιμο πολιτικό επίδικο για μια αριστερή διακυβέρνηση. Ερωτήματα που αφορούν λ.χ. το πώς θα αντιμετωπιστούν τα μεγάλα συμφέροντα που εποφθαλμιούν τα δημόσια αγαθά και πόρους, την προχωρημένη (μετά από δεκα-

ετίες «εκσυγχρονισμού» και νεοφιλελευθερισμού) διάλυση της (αυτο)διοίκησης, την αναγκαία ευρεία κινητοποίηση και νέους κοινωνικοοικονομικούς δρώντες, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Και οι κατευθύνσεις που θα εμπεδωθούν θα σημαδέψουν την πορεία του εγχειρήματος που ξεκινάει. Για να κερδηθεί το στοίχημα της οικονομικά και οικολογικά δίκαιης και βιώσιμης διαχείρισης θα χρειαστεί πρωτοφανής συστράτευση μιας μεγάλης γκάμας ενεργών κοινωνικών δυνάμεων: τοπικά κινήματα και συλλογικότητες, αυτοδιοίκηση και εργαζόμενοι, ενεργοί επιστήμονες και μελετητές, νέοι «παίκτες» στην κοινωνική και μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Θα χρειαστούν νέοι δημοκρατικοί θεσμοί συνεργασίας και σχέσεις ευθύνης μεταξύ πολιτών, ΟΤΑ και κεντρικού κράτους. Και, στο πλαίσιο της νέας στρατηγικής, θα χρειαστεί να γίνουν πλουραλιστικές επιλογές: ο αποκεντρωτικός χαρακτήρας προσφέρεται για τη διαπίστωση των αναγκών και δυνατοτήτων κάθε περιοχής και μπορεί να διαφοροποιεί τις τεχνικές «λύσεις».

Όμως, ανεξαρτήτως του τελικού «μείγματος» εφαρμογών που θα επιλεγεί να εφαρμοστεί κατά τόπους, στο πλαίσιο του νέου περιφερειακού σχεδιασμού, είναι απολύτως αναγκαίο να κατανοήσουμε και να αναδείξουμε το νέο υπόδειγμα για τα απορρίμματα στην Αττική όχι ως μια πετσοκομμένη, “light” (ή “green”) εκδοχή των προηγούμενων σχεδιασμών, αλλά ως ένα ευθέως αντιπαραθετικό πρόγραμμα. Ίσως ιδιαίτερα στον τομέα των απορριμμάτων, με τα χαρακτηριστικά που έχει αποκτήσει ιστορικά, οι δικές μας αξίες για τη δίκαιη κατανομή των επιβαρύνσεων, για την κοινωνική διανομή των ωφελειών, για τη δημόσια ενεργοποίηση έναντι της ιδιωτικής ανάθεσης δεν μπορούν να συμβαδίσουν με καμία εκδοχή του «τρόπου που γίνονταν οι δουλειές» μέχρι σήμερα - και στην περιφέρεια Αττικής. Και αυτό σίγουρα το έχουν καταλάβει τα συμφέροντα που αντιδρούν λυσσαλέα αυτήν την πρώτη περίοδο αριστεράς στη διακυβέρνηση. ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΣ

περιεχόμενα μηνιαίο ένθετο στην «Αυγή» της Κυριακής Συντακτική ομάδα: Φερενίκη Βαταβάλη, Γιώργος Βελεγράκης, Παναγιώτης Δήμας, Κώστας Ζαχαριάδης, Ιωάννα Θεοδοσίου, Ορέστης Κολοκούρης, Χάρης Κωνσταντάτος, Γιάννης Μάργαρης, Πέτρος Μαρκόπουλος, Ινώ Σιώζιου, Δήμητρα Σπαθαρίδου, Δημήτρης Τσούχλης, Αλέξης Χαρίτσης, Τάσος Χοβαρδάς, Μαίρη Χριστιανού, Πέτρος Ψαρρέας - Eπιμέλεια: Πρόδρομος Σεϊτανίδης - Σχεδιασμός, σελιδοποίηση: Μυρτώ Μπολώτα email: oikotrives@gmail.com – web: oikotrives.gr

3 κριτική στον Έβο Μοράλες 4 συνέντευξη Gabriel Colletis 5 εξοικονομώ κατά των οίκων 6 βιώσιμη ανάπτυξη στην Κοζάνη 7 Ενεργειακή Συνεταιριστική Καρδίτσας 8 ΥΠΕΚΑ & φυσικό αέριο 9-15 ΑΦΙΕΡΩΜΑ μετασχηματισμοί της υπαίθρου: απασχόληση νέων στη γεωργία - υπηρεσίες συμβουλών και κατάρτισης - βιολογικά προϊόντα

16 περιβάλλον, συγκρούσεις, περιαστικοποίηση 17 ΑλSOS Ν. Φιλαδέλφειας 18 Πάρκο Τρίτσης 19 ΑΠΕ και αποθήκευση 20 φυσικό κεφάλαιο για ζωντανή οικονομία - έκθεση IPCC 21 στροφή στην πυρηνική ενέργεια 22-23 ιδέες & θεωρία: Erik Swyngedouw 24 είδαμε - αριστερή αγροτική πολιτική - τουριστική ανάπτυξη στο Ζαγόρι - λιβαδικά οικοσυστήματα


Νοέμβριος 2014 - τ. 15

Είναι δύσκολο να κάνεις μια κριτική και αντικαπιταλιστική σύνοψη της κυβέρνησης του Έβο Μοράλες, που να μην εκφράζει την επιταχυνόμενη, μπερδεμένη κι απογοητευτική στροφή του απ’ τις αρχικές του φιλοδοξίες για κοινωνική αλλαγή προς έναν νέο σθεναρό αστικό πολιτικό σχεδιασμό, που είναι βαθιά καπιταλιστικός και αφήνει απ’ έξω τον ιθαγενικό κόσμο. Πώς είναι δυνατόν αυτό, όταν μιλάμε για έναν απ’ τους πιο δημοφιλείς και αντικαπιταλιστές ηγέτες της Νότιας Αμερικής; Ας το δούμε. Αυτή θα είναι η τρίτη στη σειρά θητεία της κυβέρνησης του Μοράλες, που ξεκίνησε το 2006, εν μέσω μιας βαθιάς κρίσης του συστήματος των νεοφιλελεύθερων, συντηρητικών και ρατσιστικών πολιτικών κομμάτων, και μετά από λαϊκές εξεγέρσεις όπως ο μαύρος Φλεβάρης και ο πόλεμος του φυσικού αερίου το 2003, που έληξε όταν τράπηκε σε φυγή ο τότε πρόεδρος του κόμματος του «Εθνικού Επαναστατικού Κινήματος» (MNR), Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοσάδα, υπεύθυνος για τη σφαγή δεκάδων Βολιβιανών, που απαιτούσαν την ανάκτηση των φυσικών πόρων για λογαριασμό του λαού. Αυτή ακριβώς η λαϊκή κυριαρχία και η ανάκτηση των φυσικών πόρων ήταν η υπόσχεση της κυβέρνησης του Μοράλες, και μαζί η υπόσχεση να μπει τέρμα στα προνόμια των συντηρητικών πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ, που αποτελούσαν εμπόδιο στις προσδοκίες των χωρικών και των ιθαγενών για μια δικαιότερη διανομή της γης. Στη δεύτερη θητεία της κυβέρνησης, που άρχισε το 2009, αντίθετα με τις αρχικές υποσχέσεις και το νέο Σύνταγμα, οι παλιές συντηρητικές ελίτ συμπεριλήφθηκαν στο κόμμα του Έβο. Το «Κίνημα για το Σοσιαλισμό» (MAS), έδωσε στέγη στην παλιά, ξεπερασμένη μιξόλευκη μπουρζουαζία, κι έτσι σφράγισε τη συμβίωση των παλιών δομών εξουσίας (αγροτοβιομήχανους επιχειρηματίες, πετρελαϊκές πολυεθνικές, μεγαλοκτηματίες κτηνοτρόφους, στρατιωτικές ελίτ κτλ) με την αναδυόμενη MASική αστική τάξη , που αγκαλιάζει, μεταξύ άλλων, ηγέτες που καταγγέλθηκαν για διαφθορά ή για σχέσεις με τη διακίνηση ναρκωτικών, ανθρακωρύχους συνεταιρισμών που ζουν τη δική τους εποχή των χρυσοθήρων, που πάει να πει πως έχει συναφθεί ένα σύμφωνο με τις αναδυόμενες ανταγωνιστικές ομάδες στην οικονομία, εφόσον κέρδισαν ένα χώρο στις δυναμικές του εντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου. Μ’ αυτό τον τρόπο, το υποτιθέμενο σοσιαλιστικό πολιτικό όραμα του Έβο Μοράλες όχι μόνο αστικοποιήθηκε αλλά έκανε και δεξιά στροφή, όταν συνθηκολόγησε με την παλαιά διάρθρωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών κομμάτων, που στα φανερά υποτίθεται πως απέρριπτε. Γι’ αυτές τις προεδρικές εκλογές συμμάχησε με την ακροδεξιά φράξια «Εθνικιστική Δημοκρατική Δράση» (ADN) και με το ίδιο το MNR («Εθνικιστικό Επαναστατικό Κίνημα»). Ο ιθαγενής Γκουαρανί ηγέτης, Σέλσο Παδίγια, το εξέφρασε σωστά: οι ίδιοι καταπιεστές επέστρεψαν μεταμφιεσμένοι, μέσα από το MAS. Όχι μόνο πρόδωσε την υπόσχεσή του να τελειώνει με τους αστούς υπέρμαχους του καπιταλισμού, παρά μαζί μ’ αυτούς παγίωσε μια οικονομική ατζέντα (για παράδειγμα, τη λεγόμενη Πατριωτική Ατζέντα ή Νόμο για τα Μεταλλεία), που βασίζεται στη συνέχιση της λεηλασίας των φυσικών πόρων: φυσικό αέριο, πετρέλαιο, δάση, κτλ. Αυτά διαιωνίζονται στη Βολιβία μέσα από τις άνισες κοινωνικές σχέσεις με τις παγκόσμιας εμβέλειας πολυεθνικές, χαρακτηριστικές του χειρότερου είδους καπιταλιστικής παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο που η Βολιβιανή ανθρωπολόγος και ακτιβίστρια, Σαρέλα Πας, ονομάζει αυτή τη διαδικασία «καπιταλισμό του 21ου αιώνα». Μ’ αυτό εννοώ ότι, ως τώρα – πιο πολύ από κάθε άλλη φορά στα χρόνια αυτής της

O

ικοτριβές

03

μαθήματα ενός «αντικαπιταλιστή» καπιταλιστή

κυβέρνησης – γίνεται φανερό ότι το πρόγραμμα του «Κινήματος για το Σοσιαλισμό» ποτέ δεν υπήρξε ένα αληθινά αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, παρά ένα ακόμη εργαλείο για την αναδιοργάνωση του οικονομικού ιμπεριαλισμού στις εξορύξεις και στις πρωτογενείς εξαγωγές. Αυτή η επιστροφή της παραδοσιακής πολιτικής τάξης, που εφαρμόζει την ίδια αποικιακή πολιτική, διαψεύδει εντελώς το λόγο του Έβο Μοράλες, όσον αφορά τα δικαιώματα της Μητέρας Γης και τα δικαιώματα των ιθαγενικών λαών. Από το πλάνο της μεγα-ζώνης πετρελαϊκής εκμετάλλευσης στην περιοχή του Αμαζονίου στα βόρεια της Βολιβίας (που θ’ αρχίσει με την εκμετάλλευση πετρελαίου στο μπλοκ Λικιμούνι , μια που οι ιθαγενείς της TIPNIS αντιστάθηκαν και δεν άφησαν να αρχίσει η εκμετάλλευση στο μπλοκ Σέκουρε), τα φράγματα, για να πουλήσει ηλεκτρική ενέργεια στη Βραζιλία (όπως τα φράγματα Ελ Μπάλα και Κατσουέλα Εσπεράνσα), τις δικαιοχρησίες (φραντσάιζιν), για να επιτρέψει τον εξευτελισμό της διοργάνωσης αγώνων, όπως είναι το ράλι Ντακάρ, που περνά μέσα από το έδαφος της Βολιβίας, μέχρι το σχέδιο ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας, που είναι να πραγματοποιηθεί στο Υψίπεδο της Λα Πας (παρά το ότι το Σύνταγμα που υποστήριξε ο ίδιος ο Μοράλες λέει ρητά πως απαγορεύεται «η κατασκευή και χρήση χημικών, βιολογικών και πυρηνικών όπλων στη βολιβιανή επικράτεια»). Όλα αυτά είναι σχέδια που αντικατοπτρίζουν τις πιο βάναυσες εκδηλώσεις βίας ενάντια στη φύση, και που ο Έβο Μοράλες τα νομιμοποιεί, μέσα από τον λόγο του τον πατσαμαμίστικο . Αλλά η Πατσαμάμα δεν είναι αυτή που έπαθε τα χειρότερα. Ο φυσικός πλούτος βρίσκεται μες στις περιοχές των ιθαγενών, κι ακριβώς αυτές οι ιθαγενικές κοινωνικές οργανώσεις, αγροτικές και εργατο-λαϊκές, συντρίφτηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, όταν κατήγγειλαν την καπιταλιστική λεηλασία που προώθησε η κυβέρνηση. Οι ιθαγενείς πρωταγωνιστές της όγδοης πορείας για την υπεράσπιση της ιθαγενικής περιοχής TIPNIS το 2011 , επίσης η Συνομοσπονδία των Ιθαγενικών Λαών της Βολιβίας (CIDOB) και το Εθνικό Συμβούλιο των Άιλιους και Μάρκας του Κουλιασούγιου (CONAMAQ), υποδείγματα οργάνωσης και οι δύο, θύματα επιθέσεων το 2012 και 2014, ως σήμερα αντιμετωπίζουν τις στρατηγικές της κομματικής σύμπρα-

ξης, των δικαστικών διώξεων ή του εκφοβισμού με φυσική σωματική βία, που προωθεί η κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο που η Βολιβιανή αναρχική και διανοούμενη κοινωνιολόγος, Σύλβια Ριβέρα Κουσικάνκι, αποκαλεί «ακροαριστερό σταλινικό» το καθεστώς Μοράλες. Έτσι, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σύρονται με βία από τραμπούκους του κυβερνώντος κόμματος και απ’ την αστυνομία (όπως συνέβη φέτος τον Φεβρουάριο στη Συνέλευση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βολιβίας), ενώ τα φεμινιστικά κινήματα καταστέλλονται, όταν κάνουν πορεία στους δρόμους, για να απαιτήσουν τον τερματισμό των φόνων γυναικών, να ζητήσουν να επιτρέπονται οι αμβλώσεις ή να τιμωρείται το αντριλίκι και η ομοφοβία. Ο Έβο Μοράλες προτιμάει να κάνει δημόσιες εμφανίσεις σε τελετές της ευαγγελικής εκκλησίας – κι αλήθεια, η χριστιανική ευαγγελική Ekklesía τον αποκάλεσε «πνευματικό ηγέτη της Βολιβίας 2012». Ή, πάλι, δέχεται συγχαρητήρια και βραβεύεται δημοσίως από την Παγκόσμια Τράπεζα. Ως και την αναγνώριση ακραίων νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων απολαμβάνει, όπως ο αμερικάνος Τάιλερ Κόουεν. Τώρα που ο Έβο Μοράλες αρχίζει μια τρίτη θητεία στην κυβέρνηση, το να κάνεις μια κριτική σύνοψη απ’ την οπτική γωνία του αντικαπιταλισμού και όχι του νεοφιλελεύθερου ρεφορμισμού σημαίνει να αναγνωρίζεις τα οδυνηρά όρια που υπάρχουν στις υποσχέσεις του «πρώτου ιθαγενή προέδρου», που, με τα λόγια τής Ριβέρα Κουσικάκι, ίσα ίσα μετέτρεψε σε καρικατούρα την έννοια του ιθαγενή και χειραγώγησε τα προγράμματα για την κοινωνική χειραφέτηση του λαού της Βολιβίας, προς όφελος της παλιάς και νέας εθνικής μπουρζουαζίας, και για τη συνέχιση της λεηλασίας του πολυεθνικού επιχειρηματικού κεφαλαίου. Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να του αποδώσει κανείς, του Μοράλες, το δόλιο τέχνασμα να ξαναβαφτίσει «επαναστατική» την ταπεινωτική επαναφορά των αποικιοκρατικών συνθηκών του εξαρτημένου καπιταλισμού και την εμβάθυνση – από το Κράτος – της διεθνοποίησης της αποικιοκρατίας, που κάνει διακρίσεις, διώκει και εκμεταλλεύεται τους πιο αδυνάτους. Marielle Cauthin

Βολιβιανή δημοσιογράφος, γράφει για ανεξάρτητα ΜΜΕ και ζει στο Μεξικό Μετάφραση: ΑΡΕΤΗ ΠΟΤΣΙΟΥ


04

O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

για το μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου συνέντευξη με τον Gabriel Colletis

O Gabriel Colletis είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης. Έχει γράψει πολλά βιβλία σχετικά με την κρίση, την οικονομική ανάπτυξη, τη βιομηχανία και την εδαφική ανάπτυξη. Έχει επίσης διατελέσει επιστημονικός σύμβουλος κρατικών και περιφερειακών θεσμών τεχνολογικής και βιομηχανικής ανάπτυξης στη Γαλλία. Ο Gabriel Colletis παρεμβαίνει τακτικά στο δημόσιο διάλογο περί αναπτυξιακής πολιτικής, μεταξύ άλλων, μέσα από την αρθρογραφία του στη Le Monde. Το βιβλίο του «L’urgence industrielle” (2013), σχετικά με τους όρους και τους στόχους ενός νέου μοντέλου βιομηχανικής πολιτικής στη Γαλλία, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατης δημόσιας συζήτησης. Τον περασμένο Μάιο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του «Έξω από την κρίση: Για μια χώρα που μας αξίζει» (εκδόσεις Λιβάνη). Τη συνέντευξη πήρε ο ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ

Πρόσφατα έχει επανέλθει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της ανάγκης άσκησης βιομηχανικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συζήτηση αυτή εκκινεί τόσο από «συστημικές» δυνάμεις (κυβερνήσεις, ενώσεις βιομηχάνων κλπ.), αλλά και από πολιτικές δυνάμεις και κοινωνικά/οικολογικά κινήματα που αντιμετωπίζουν το ζήτημα της βιομηχανικής πολιτικής από εντελώς διαφορετική οπτική. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται αυτή η συζήτηση από τις δύο πλευρές που προαναφέρθηκαν; Η υιοθέτηση Ευρωπαϊκής Βιομηχανικής Πολιτικής έχει κομβική σημασία διότι είναι πλέον σαφές ότι είναι αδύνατο να κατακτηθεί ή να διατηρηθεί η ευημερία χωρίς ισχυρή βιομηχανική και αγροτική βάση. Η ερώτηση επομένως είναι πώς θα διατηρηθεί ή θα διευρυνθεί αυτή η βάση; Υπάρχουν δύο τρόποι. Ο πρώτος είναι να συσχετιστεί η ανταγωνιστικότητα μόνο με τις τιμές και τα κόστη. Η δεύτερη προσέγγιση (η δική μας) δίνει έμφαση στην καινοτομία, τη δημοκρατία και την αντιμετώπιση της εργασίας όχι ως κόστος αλλά ως συλλογική συνεισφορά

δεξιοτήτων. Η πρώτη επιλογή προωθείται από εθνικές κυβερνήσεις, σχεδόν παντού στην Ευρώπη, διεθνείς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ, ενώσεις βιομηχάνων και εργοδοτών. Η επιλογή αυτή ενδεχομένως να οδηγήσει σε αποπληθωρισμό και ύφεση. Τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα και κινήματα κατανοούν σήμερα ότι είναι αναγκαίο να επενδύσουν στο «βιομηχανικό ζήτημα». Όροι όπως «η ανταγωνιστικότητα», η «επιχείρηση» και άλλοι αντίστοιχοι δεν πρέπει να μείνουν εκτός του διαλόγου. Όμως ποια ανταγωνιστικότητα; Για ποιο σκοπό και υπέρ ποιού; Ποια είναι η «φύση» ή οι στόχοι της επιχειρηματικότητας; Να κερδίσει χρήματα για τους μετόχους της ή να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές ανάγκες; Συζητείται συχνά ότι η σημερινή κατάσταση στην Ε.Ε. και κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, δεν συνιστά μόνο δημοσιονομική κρίση αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση συνολικά το υπάρχον παραγωγικό μοντέλο. Συμφωνείτε με αυτή την προσέγγιση; Ποιες θα πρέπει να είναι οι βασικές αρχές και στόχοι μιας διαδικασίας παραγωγικού μετασχηματισμού από αριστερή/οικολογική σκοπιά; Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα πρέπει να λάβει χώρα σε ευρωπαϊκό ή σε εθνικό επίπεδο; Πράγματι, η κρίση δεν ξεκίνησε το 2008 και δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους δημόσιου χρέους ή ελλείμματος. Η κρίση έχει παγκόσμια χαρακτηριστικά, έχει βαθιές

ρίζες στο παρελθόν και είναι συνδυασμός τεσσάρων κρίσεων. Η πρώτη κρίση αφορά την εργασία. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας είναι, από τη δεκαετία του ’70, πολύ μικρή. Ο παλιός «ταιηλορισμός» έχει πεθάνει αλλά μια νέα οργάνωση της εργασίας που θα αναγνωρίζει τις ικανότητες όλων των εργαζομένων και μισθωτών δεν έχει ακόμα γίνει κοινός τόπος. Η δεύτερη σημαντική κρίση έχει να κάνει με τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Οι πόροι που παρέχονται από τη φύση στον άνθρωπο θα πρέπει να προστατευθούν, αλλά στην τρέχουσα ισορροπία κοινωνικών σχέσεων αυτό προφανώς δεν ισχύει. Η τρίτη κρίση συνδέεται με τον λανθασμένο τρόπο «ανοίγματος» των εθνικών οικονομιών. Αντί να προωθούν λογικές συνέργειας και κοινά αναπτυξιακά προγράμματα, τα κράτη έχουν ωθηθεί στον ανταγωνισμό μέσω της απορρύθμισης και όλων των ειδών ντάμπινγκ: οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό. Η τελευταία κρίση είναι η οικονομική. Η κατανομή του πλούτου είναι απολύτως άνιση: το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο γίνεται ο βασικός υποδοχέας του πλούτου χάρη στην ικανότητά του για «πλήρη» κινητικότητα (πτητικότητα) λόγω της πλήρους απουσίας φραγμών (οι χρηματοπιστωτικές ροές σε όλο τον κόσμο είναι πλήρως ελεύθερες): το παραγωγικό κεφάλαιο (διεθνείς άμεσες επενδύσεις) και οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι έρχονται δεύτεροι στην πληρωμή χάρη στη «νομαδικότητά» τους (μπορούν να μετακινηθούν για να αποκτήσουν υψηλότερα εισοδήματα, αλλά η κινητικότητά τους είναι μικρότερη από το χρηματοπιστωτικό

κεφάλαιο λόγω κοινωνικών και φυσικών περιορισμών). Τέλος, οι ανειδίκευτοι εργάτες (ή οι εργάτες των οποίων τα προσόντα δεν λαμβάνονται υπόψη) λαμβάνουν μόνο τα υπολείμματα: ό,τι απομένει όταν όλοι οι άλλοι παράγοντες έχουν πληρωθεί. Σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, το Κράτος θα έπρεπε να διατηρήσει μόνο έναν ρυθμιστικό/νομοθετικό ρόλο ή θα έπρεπε να αποκτήσει έναν πιο στρατηγικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία; Το Κράτος δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ξένο σώμα από την κοινωνία. Το Κράτος είναι ή θα έπρεπε να είναι ο θεσμικός χώρος όπου οι αντιφάσεις που διαπερνούν την κοινωνία εκφράζονται και οδηγούν σε συμβιβασμούς. Σε αυτή τη λογική, το Κράτος κωδικοποιεί αυτούς τους συμβιβασμούς και τους μετατρέπει σε πολιτικές, νόμους και κανόνες. Ο στρατηγικός ρόλος δεν σημαίνει ότι το Κράτος θα λέει τι πρέπει να γίνει αλλά συνδέεται με τη δυνατότητά του να καθιστά λειτουργικές τις πολιτικές αποφάσεις εντός του νέου παραγωγικού μοντέλου που διαμορφώνεται από τον Δήμο. Το Κράτος και η κυβέρνηση πρέπει να υποστηρίζουν και όχι να υποκαθιστούν την κίνηση της κοινωνίας. Το ζήτημα του προστατευτισμού συζητείται ευρέως τελευταία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα το βλέπατε ως λύση στα τρέχοντα πιεστικά προβλήματα της ανεργίας και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων;


Νοέμβριος 2014 - τ. 15

Ο προστατευτισμός δεν είναι αυτοσκοπός. Ούτε βεβαίως μπορεί να αποτελεί το περιεχόμενο ενός νέου βιομηχανικού μοντέλου. Παρόλα αυτά, δεν είναι δυνατό να προωθήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο χωρίς διεθνείς κανόνες που θα προστατεύουν την ανθρώπινη υγεία, το περιβάλλον, τις κοινωνίες και την παραγωγική βάση. Αλλά αυτή η προσέγγιση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή στα πλαίσια του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού. Οι χρόνοι της φύσης, οι χρόνοι των ανθρώπινων κοινωνιών είναι μακρείς. Οι χρόνοι του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού είναι μεσοπρόθεσμοι. Αντιμετωπίζουμε σήμερα μια σύγκρουση χρονικών κλιμάκων. Από τη μία, οι χρηματοπιστωτικές αγορές επιβάλουν πολύ βραχείες χρονικές κλίμακες. Από την άλλη, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάπτυξης χωρίς μακροπρόθεσμες επενδύσεις: στην εκπαίδευση, στο σύστημα υγείας, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι κοινωνίες μας, παγκοσμίως, πρέπει να αυτοπροστατευθούν από την χρηματιστικοποίηση. Αυτό θα γίνει με τον περιορισμό της κινητικότητας του κεφαλαίου. Μέτρα σαν το «φόρο Τόμπιν» βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση. Πρακτικές όμως όπως οι «χρηματιστηριακές συναλλαγές υψηλής συχνότητας» (αγοραπωλησίες ασφαλίστρων σε κλάσματα του δευτερολέπτου), οι «προσυμφωνημένες αγορές μετοχών» (η δυνατότητα ενός μάνατζερ να αγοράσει μετοχές σε συγκεκριμένη τιμή το έτος 0 και να τις πουλήσει δυο χρόνια αργότερα σε τιμή αγοράς και, με αυτό τον τρόπο, να εξασφαλίσει κεφαλαιακό κέρδος χωρίς κανένα ρίσκο) ή «η προσχεδιασμένη εξαγορά μετοχών» (η δυνατότητα μιας εταιρείας να αγοράσει δικές τις μετοχές και να τις καταστρέψει με στόχο να ανεβάσει την αξία των ασφαλίστρων της) θα πρέπει να απαγορευτούν. Στις χώρες του Νότου, και ειδικά στην Ελλάδα που η ανεργία έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, πώς θα αντιλαμβανόσασταν την πιο ενεργή συμμετοχή των δυνάμεων της εργασίας και των παραγωγικών υποκειμένων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού; Οι δυνάμεις της εργασίας είναι οι μόνες που μπορούν να επινοήσουν το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειαζόμαστε. Τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με αυτά της χώρας. Οι δυνάμεις της εργασίας πρέπει να επενδύσουν στην παραγωγή, στις επιχειρήσεις. Η παραγωγή είναι ένα «κοινό» (ανήκει σε όλους τους Έλληνες όπως η φύση) και οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως ιδιοκτησία των μετόχων τους. Για να εμπλακούν πιο ενεργά στο σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού, οι δυνάμεις της εργασίας πρέπει να αποδεχτούν πλήρως τον ρόλο του ενεργού μετόχου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχτούν τη συμμετοχή τους στη διοίκηση μεγάλων επιχειρήσεων και να υπερβούν το στάδιο της απλής διεκδίκησης. Η τρέχουσα συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο και τη βιομηχανική πολιτική (σε εθνικό και διεθνές επίπεδο) συμπίπτει χρονικά και ορισμένες φορές συνδέεται εννοιολογικά με τη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή και τον οικολογικό μετασχηματισμό της παραγωγής. Μερικοί αντιλαμβάνονται την κλιματική αλλαγή ως μια μακροπρόθεσμη συζήτηση που δεν συνδέεται με τις πιεστικές ανάγκες που, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, πρέπει να αντιμετωπίσουν οι πολιτικές για τη βιομηχανία και την παραγωγή. Άλλες φωνές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι αυτά τα δύο ζητήματα είναι τόσο αλληλένδετα ώστε η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή θα πρέπει να επικαθορίζει τη συνολική αντιμετώπιση για το μετασχηματισμό της παραγωγής. Ποια είναι η γνώμη σας; Ο οικολογικός μετασχηματισμός δεν θα πρέπει να θεωρείται ως παρεμπίπτον θέμα της συζήτησης για τον ορισμό του νέου παραγωγικού μοντέλου. Ο οικολογικός μετασχηματισμός, η αναγκαιότητα δηλαδή να δοθούν κατάλληλες απαντήσεις σε θεμελιώδεις ανάγκες που σήμερα εν πολλοίς παραμελούνται ή παραβλέπονται (διατροφή, υγεία, εκπαίδευση, στέγαση κλπ.) και ο επαναπροσδιορισμός της θέσης της εργασίας και της έννοια του ανταγωνισμού, είναι αδιαχώριστες διαδικασίες. Όλες αυτές οι διαστάσεις του νέου παραγωγικού μοντέλου συγκλίνουν. Η κινητήριος δύναμη που συνδυάζει όλες αυτές τις διαστάσεις είναι η δημοκρατία. Μόνο όταν ο Δήμος πάρει τη μοίρα του στα χέρια του, οι βαθιές αλλαγές που είναι απαραίτητες θα πραγματοποιηθούν.

O

ικοτριβές

05

εξοικονομώ κατά των οίκων Όταν ο υπουργός περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής κ. Μανιάτης ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια συνέντευξης αν θα ψηφίσει η Ελλάδα υπέρ των υποχρεωτικών ευρωπαϊκών στόχων για την ενεργειακή εξοικονόμηση είπε με έμφαση πως ναι. Μετά την πρόσφατη ψηφοφορία αποκαλύφθηκε ότι η Ελλάδα τους καταψήφισε. Με την ψήφο της Ελλάδας οι στόχοι δεν πέρασαν. Γιατί ο κ. Μανιάτης είπε ψέματα; Γιατί η ψήφος αυτή της κυβέρνησης ήταν επιζήμια για την πραγματική ελληνική οικονομία και τα νοικοκυριά; Το πρώτο ερώτημα πρέπει να απαντηθεί από τον ίδιο δημόσια. Σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα το δημόσιο ψέμα αποτελεί λόγο παραίτησης. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα η ιστορία είναι εν πολλοίς γνωστή. Είμαστε η χώρα που έχει από τα πιο σπάταλα - ενεργειακά - σπίτια και κτίρια στην Ευρώπη. Δυόμισι φορές πιο σπάταλα από ότι η παγωμένη Σουηδία και τρεις φορές από ότι η επίσης παγωμένη Φινλανδία. Οι υποχρεωτικοί ευρωπαϊκοί στόχοι για ενεργειακή εξοικονόμηση θα σήμαιναν κατεύθυνση πόρων προς την πραγματική ελληνική οικονομία και ελάφρυνση κόστους θέρμανσης και ψύξης των νοικοκυριών. Σημαντικοί πόροι του ΕΣΠΑ θα έπρεπε και πρέπει να στραφούν προς την ενεργειακή αναβάθμιση των δημόσιων και ιδιωτικών κατοικιών, με προτεραιότητα στα σπίτια των φτωχότερων συμπολιτών μας. Οι πόροι αυτοί θα διατίθεντο για να μονώσουμε σωστά τα σπίτια μας, να βάλουμε δίπλα τζάμια, καλύτερα κουφώματα, ώστε να μειώσουμε θεαματικά τις ανάγκες θέρμανσης και ψύξης των σπιτιών μας. Θα διατίθεντο επίσης για να βάλουμε ηλιακούς θερμοσίφωνες, ώστε να μειώσουμε τους λογαριασμούς ηλεκτρικού, αλλά και φωτοβολταϊκά συνδεδεμένα με το δίκτυο ηλεκτρισμού ώστε το σπίτι μας να συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα μέσα από την παραγωγή ενέργειας. Για να τα κάνουμε όλα αυτά πρέπει να αγοράσουμε κουφώματα, μονωτικά υλικά και υλικά κατασκευής, ηλιακούς και φωτοβολταϊκά. Όλα αυτά η χώρα μας τα παράγει. Έχουμε βιομηχανία κουφωμάτων, μονωτικών υλικών, υλικών κατασκευής, παράγουμε ηλιακούς θερμοσίφωνες και φωτοβολταϊκά πάνελ. Επίσης θα πρέπει να απασχολήσουμε τεχνικούς, μαστόρους, οικοδόμους, μια από τις κατηγορίες συνανθρώπων μας δηλαδή που χτυπήθηκαν δραματικά από την ανεργία. Όμως οι μικρές οικοδομικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δεν αποτελούν προτεραιότητα για την κυβέρνηση αυτή. Αρκείται στην περιορισμένη και προβληματική χρηματοδότηση των νοικοκυριών μέσω τραπεζών και του “εξοικονομώ κατ’ οίκον”, την ίδια ώρα που ανακοινώνει την ανάθεση στους μεγάλους εργολάβους μέσω ΣΔΙΤ της ενεργειακής αναβάθμισης δημόσιων κτιρίων. Μάλιστα στις πρόσφατες δηλώσεις του ο κ. Μανιάτης προβλέπει μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας από τα ΣΔΙΤ τη δημιουργία 15.000 θέσεων εργασίας και ότι με 220 εκ. ευρώ δημόσιων πόρων, η οικονομία θα έχει ένα όφελος 1 δισ. Αν αυτό ισχύει, γιατί καταψήφισε τους στόχους εξοικονόμησης; Αυτό που καταψήφισε η κυβέρνηση είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας προς όφελος των νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων. Για τους “μικρούς” άλλωστε η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη. Θέλει, με κάθε κόστος, όλες οι σημαντικές δραστηριότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να συγκεντρωθούν στα χέρια των μεγάλων, οι αυτοαπασχολούμενοι να γίνουν υπάλληλοι ή να δραστηριοποιούνται σε τομείς που, προς το παρόν, δε συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των μεγάλων επιχειρήσεων. Η έλλειψη υγιούς οράματος για την απαραίτητη παραγωγική ανασυγκρότηση οδηγεί και στην μονοκαλλιέργεια νέων καφετεριών και φαστφουντάδικων αυτή την περίοδο. Με λίγα λόγια αυτό που ζούμε είναι ότι τα μεγάλα συμφέροντα σχεδιάζουν εκ του μηδενός την αναδιανομή οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα, παίρνουν για τους ίδιους ότι θεωρούν προσοδοφόρο και αφήνουν ότι προς το παρόν δεν τους ενδιαφέρει στα χέρια των μικρών επιχειρήσεων. Πετρέλαια, ορυκτά, ενέργεια στους μεγάλους, φραπέδες και σάντουιτς στους μικρούς. Το καίριο ερώτημα είναι αν το κάνουν γιατί έχουν μια διαφορετική άποψη για το πώς να βγούμε από την κρίση. Αρκεί να δούμε την τελευταία αποκάλυψη για την σοκαριστική παραβίαση του δημοσίου συμφέροντος από την κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά καταστροφική εξόρυξη στις Σκουριές. Η εκεί πολυεθνική είχε κέρδη πάνω από 7εκατ. ευρώ, για τα οποία δεν πλήρωσε ούτε δραχμή στην Ελλάδα, καθώς φορολογείται στα νησιά Μπαρμπέιντος. Όπως προκύπτει, αυτή η κυβέρνηση προωθεί ενεργά την εξοικονόμηση. Μια εξοικονόμηση όμως διαφορετική από αυτή που ζητάμε εμείς. Προωθούν την εξοικονόμηση των μεγάλων σε βάρος των μικρών. Μια διαφορετική παραγωγική ανασυγκρότηση είναι κοινωνικά και οικονομικά απαραίτητη και θα είναι πετυχημένη εφόσον έχει στο επίκεντρο το περιβάλλον, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. ΚρΙτων ΑρσΕνης


06

O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

ΚΟΖΑΝΗ περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη Η Κοζάνη υπήρξε ιστορικά μια περιοχή ορεινή, κυρίως αγροτική και δυσπρόσιτη. Από την δεκαετία του 1950, η παραγωγική, κοινωνική και οικονομική βάση της περιοχής αρχίζει να αλλάζει. Ξεκινούν τη λειτουργία τους τα πρώτα ορυχεία και κατασκευάζεται ο πρώτος σταθμός παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Στο πέρασμα του χρόνου αρχίζουν να αναπτύσσονται τα ορυχεία και να χτίζονται νέοι σταθμοί παραγωγής. Η παραγωγή λιγνίτη που το

1959 ήταν 1,3 εκ. τόνοι, άγγιξε τελικά το 2006 τους 49 εκ. τόνους. Στο Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας (ΛΚΔΜ) η ΔΕΗ παράγει περίπου το 40% της ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτό, υπάρχουν εγκατεστημένοι έξι ατμοηλεκτρικοί σταθμοί, με ισχύ 4000MW, οι οποίοι καταναλώνουν χαμηλής ποιότητας λιγνίτη που εξορύσσεται σε ορυχεία ανοιχτού τύπου. Στην περιοχή υπάρχουν περισσότερα από 150.000 στρέμ-

ματα ορυχείων, με ελάχιστα έως τώρα να έχουν αποκατασταθεί, ενώ τα περισσότερα μένουν σε εκκρεμότητα. Δημιουργούνται, λοιπόν, ορισμένα εύλογα ερωτήματα, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αρχίσουν να αποκαθίστανται τα ανοιχτά ορυχεία, αναφορικά με το ποιος θα το αναλάβει το κόστος, τι μέλλει γενέσθαι με την διαφαινόμενη ιδιωτικοποίηση, και τι πρόκειται να συμβεί τελικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ορυχείων.

Ας δούμε όμως και τις συνέπειες αυτής της δραστηριότητας, οι οποίες εντοπίζονται καταρχάς στο θέμα του περιβάλλοντος. Πρόκειται για μία περιοχή με σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα, όπου παρατηρείται συστηματική παραβίαση της σχετικής ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας. Αρκεί να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 2001-2009, στο ΛΚΔΜ το πλήθος των μέσων ημερήσιων συγκεντρώσεων των PM10 στην ατμόσφαιρα υπερέβαινε το ετήσιο όριο 9,6 % (για τιμές> 50 μg/m3) και άγγιζε το 50% (κατά παράβαση της οδηγίας 1999/30). Ένα κρίσιμο ζήτημα είναι επίσης η καταστροφή των υδάτινων πόρων της περιοχής, που είναι μια από τις σοβαρότατες παρενέργειες της εξορυκτικής δραστηριότητας. Η εξορυκτική δραστηριότητα έχει προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες στη γεωμορφολογία των λιγνιτοφόρων περιοχών. Μέχρι σήμερα στο ΛΚΔΜ έχουν αποκατασταθεί 32.800 στρέμματα Υπάρχουν όμως περίπου 180.000 στρέμματα, τα οποία είναι ανοιχτά και μη αποκατεστημένα. Αλλού, η αποκατάσταση δεν ξεκίνησε ποτέ. Να αναφερθεί, επίσης, ότι, λόγω της εκτεταμένης ανάπτυξης των ορυχείων, πραγματοποιούνται πολλές μετεγκαταστάσεις οικισμών. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει πέντε μετακινήσεις και είναι σε εξέλιξη άλλες τέσσερις. Και προφανώς δεν μπορούμε να αγνοούμε τις επιπτώσεις όλης αυτής

Ενεργειακή Συνεταιριστική Εταιρία Καρδίτσας Η σταδιακή εξάντληση των μη ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων, η συνεχής και μακροχρόνια τάση αύξησης των τιμών του πετρελαίου (με παροδικές ακραίες διακυμάνσεις), η όξυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, οδηγούν την ανθρωπότητα στην αναζήτηση νέων ενεργειακών πηγών. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), παρ’ όλες τις δυσκολίες στην παραγωγή, τη διαχείριση και τη χρήση τους, φαίνονται ότι αποτελούν μια διέξοδο και το κλειδί για την επίλυση των προβλημάτων που προαναφέρθηκαν. Η γεωργία καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών, όπως η βιομάζα και τα βιοκαύσιμα σε διάφορες μορφές. Η δημιουργία Ενεργειακής Συνεταιριστικής Εταιρίας στο Νομό Καρδίτσας (ΕΣΕΚ) συμβάλει στη βιώσιμη αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα, ο οποίος βρίσκεται σε κρίση, αδυνατώντας να επιλέξει πειστική στρατηγική κατεύθυνση. Την ίδρυση της ΕΣΕΚ ενέπνευσε η κερδο-

φόρα λειτουργία της Συνεταιριστικής Τράπεζας Καρδίτσας, η οποία διαχειρίζεται με αποτελεσματικό τρόπο έναν πολύ σημαντικό πόρο (την αποταμίευση), συμβάλλοντας στην άμβλυνση των συνεπειών της κρίσης και στην τοπική ανάπτυξη. Με τον ίδιο τρόπο ένας Ενεργειακός Συνεταιρισμός μπορεί να αξιοποιήσει έναν εξ ίσου σημαντικό τοπικό πόρο: τη βιομάζα. Ο Νομός Καρδίτσας παράγει κάθε χρόνο περίπου 200.000 τόνους βιομάζας με τη μορφή υπολειμμάτων της αγροτικής καλλιέργειας, της δασικής εκμετάλλευσης ή άλλων δραστηριοτήτων. Ένα μεγάλο μέρος αυτής καίγεται άσκοπα και αδικαιολόγητα διαχέοντας στην ατμόσφαιρα ρύπους, αντί να αξιοποιείται ενεργειακά με παράλληλη προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας καθώς και δημιουργία θέσεων εργασίας και εισοδημάτων! Η ΕΣΕΚ είναι αστικός συνεταιρισμός που η σύσταση και λειτουργία του διέπεται από το Ν.1667/86. Είναι συνεταιρισμός «ανοιχτού κεφαλαίου» με δυνατότητα συνεχών εγγραφών νέων μελών και αγοράς μερί-

δων. Δημιουργήθηκε για να αξιοποιήσει Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και να παρέμβει στον πρωτογενή τομέα παραγωγής υποστηρίζοντας την καινοτόμα αναδιάρθρωσή του, μέσω της απορρόφησης βιομάζας που προκύπτει ως υπόλειμμα των αγροτικών καλλιεργειών ή είναι προϊόν της δασικής παραγωγής ή προέρχεται από καλλιέργεια ενεργειακών φυτών. Η βιομάζα θα χρησιμοποιείται σε πρώτο στάδιο για την παραγωγή στερεών τυποποιημένων καυσίμων υψηλής ποιότητας τα οποία θα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή θερμικής ενέργειας όπου αυτή χρειάζεται (ξήρανση, θέρμανση θερμοκηπίων, κατοικιών ή άλλων εγκαταστάσεων), υποκαθιστώντας ορυκτά καύσιμα, συμβάλλοντας έτσι στην προστασία του περιβάλλοντος και στην αναίρεση της κλιματικής αλλαγής. Σε δεύτερο στάδιο, θα αναπτυχθεί η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με παράλληλη αξιοποίηση της συμπαραγόμενης θερμικής ενέργειας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσον αναδιάρθρωσης της πρωτογενούς παραγω-

γής μέσω της εισαγωγής καλλιεργειών και οικονομικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ. θερμοκήπια). Την πρωτοβουλία για την ίδρυση της ΕΣΕΚ ανέλαβε το Επιμελητήριο Καρδίτσας. Το εγχείρημα υποστηρίχτηκε από όλους τους τοπικούς φορείς. Η τεχνική υποστήριξη παρέχεται δωρεάν από την Αναπτυξιακή Καρδίτσας όπου φιλοξενείται και η έδρα της ΕΣΕΚ, με στόχο να ελαχιστοποιηθεί το κόστος έναρξης. Η Συνεταιριστική Τράπεζα ανέλαβε την υποστήριξη συγκέντρωσης του κεφαλαίου για την πραγματοποίηση του επενδυτικού προγράμματος. Η ιδρυτική Συνέλευση έγινε στις 15 Ιουλίου 2010. Σ’ αυτήν εγγράφηκαν 476 ιδρυτικά μέλη και ορίστηκε προσωρινό ΔΣ. Έχει συγκεντρωθεί ήδη ποσό 420.000 € περίπου. Τα χρήματα κατατίθενται σε προθεσμιακό λογαριασμό στη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας μέχρι να πραγματοποιηθεί η επένδυση ενώ οι εγγραφές συνεχίζονται. Μέχρι σήμερα, ενδεικτικά, τα αποτελέσματα της δράσης της ΕΣΕΚ είναι:


O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

07

της δραστηριότητας στο κλίμα, που είναι σοβαρότατες. Επιπλέον, είναι τεράστιες οι συνέπειες στο παραγωγικό και οικονομικό μοντέλο της περιοχής. Η αποκλειστική εκμετάλλευση του λιγνίτη στις περιοχές όπου υπήρχε λιγνιτική δραστηριότητα επισκίασε τις λοιπές παραγωγικές δραστηριότητες. Όσο αναπτυσσόταν η παραγωγική βάση της περιοχής με βάση τον λιγνίτη, τόσο περιορίζονταν οι λοιπές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα την αύξηση του εισοδήματος, την αύξηση του πληθυσμού, αλλά και την αύξηση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων. Άλλαξε επίσης η παραγωγική κατεύθυνση του πληθυσμού. Οι κάτοικοι, από εργάτες γης, έγιναν στην πλειοψηφία τους βιομηχανικοί εργάτες. Παράλληλα, γύρω από την βασική δραστηριότητα της περιοχής, διαμορφώθηκαν και άλλες, που είχαν άμεση εξάρτηση από την βασική λιγνιτική δραστηριότητα. Μετά την δεκαετία του 1990, άρχισαν σιγά σιγά να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια κόπωσης του υφιστάμενου μοντέλου, το οποίο δεν μπορούσε να είναι βιώσιμο για πάντα. Η περιοχή εισήλθε σε μία εποχή βαθιάς οικολογικής κρίσης, την οποία βιώνει και σήμερα, και μάλιστα οξυμμένη, λόγω της οικονομικής εθνικής κρίσης. Σήμερα η περιοχή της Κοζάνης ζει μια δραματική περιβαλλοντική καταστροφή. Οι σημερινές και οι επόμενες γενιές καλού-

νται να πληρώσουν έναν λογαριασμό για τον οποίο δεν ευθύνονται. Η εξορυκτική δραστηριότητα μειώνεται συνεχώς, ενώ τα επόμενα χρόνια αναμένεται να κλείσουν αρκετές λιγνιτικές μονάδες. Σε ότι αφορά το κόστος από τη λιγνιτική δραστηριότητα –το οποίο σαφώς δεν είναι μόνο οικονομικό- θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπολογίζεται μεταξύ 4.6 - 25.5 c€/kWh και, επομένως, η συμπερίληψή του στον υπολογισμό του πραγματικού κόστους θα εκτοξεύσει την τιμή της λιγνιτικής κιλοβατώρας στα 10-30 c€/kWh από τα 5 c€/kWh που είναι σήμερα, καταρρίπτοντας έτσι τον μύθο του «φθηνού λιγνίτη». Μελέτες που εκτιμούν το εξωτερικό κόστος της λιγνιτοπαραγωγής στην Ελλάδα, αναφέρουν ποσά από 1,5 έως 4 δις ευρώ ετησίως. Σχετικά με τον φόρο στερεών καυσίμων, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ΔΕΗ επί δεκαετίες, δεν επιβαρυνόταν με το κόστος καυσίμου, καθώς αυτό λειτουργούσε σαν μια επιπλέον επιδότηση. Ο συγκεκριμένος πόρος, που υπολογίζεται σε επιπλέον 80 με 100 εκ. ετησίως, θα πρέπει κατά κύριο λόγο να επενδύεται στις λιγνιτικές περιοχές. Κάθε κρίση όμως είναι αγγελιαφόρος της ανάγκης για αλλαγή. Οφείλουμε, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πως το παλιό μοντέλο πέρασε στο παρελθόν ανεπιστρεπτί, οφείλουμε να δούμε κατάματα το αδιέξοδο στο οποίο μας έχει οδηγήσει η εμμονή στη λιγνιτική «μονοκαλλιέργεια», να αντι-

ληφθούμε πως δεν αξιοποιήσαμε ποτέ τα άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής μας και αφήσαμε μια σειρά από ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες. Είναι αναγκαία η εκπόνηση ενός σχεδίου 20ετίας που θα αφορά στη μεταλιγνιτική περίοδο. Με ένα ολοκληρωμένο πλάνο αποκατάστασης των εδαφών και χωροθέτησης νέων δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε την Ευρωπαϊκή εμπειρία στην διαχείριση αντίστοιχων ζητημάτων και να γίνουν επενδύσεις που θα επιδιώκουν την αποκατάσταση της ζημιάς στους φυσικούς πόρους της περιοχής. Είναι σαφές πως η περιοχή έχει ανάγκη από ένα πράσινο σχέδιο για την μεταλιγνιτική περίοδο. Η πράσινη ενέργεια είναι ένας δρόμος τον οποίο θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει εδώ και χρόνια. Υπολογίζεται, επίσης, πως μπορούν να δημιουργηθούν σχεδόν 3000 θέσεις εργασίας στον τομέα αυτό. Πρόκειται όμως για μία πρόταση που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η νέα Δημοτική Αρχή του Δήμου Κοζάνης έχει ήδη απευθύνει κάλεσμα σε όλους τους φορείς της περιοχής για να ξεκινήσει ένας γόνιμος διάλογος με στόχο την εκπόνηση ενός σχεδίου για την μεταλιγνιτική περίοδο. Η Δυτική Μακεδονία είναι σχεδόν ταυτισμένη με τον λιγνίτη και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Η περιοχή όμως έχει μοναδικές ομορφιές και σημαντικά συγκρι-

τικά πλεονεκτήματα, που ελάχιστοι γνωρίζουν. Διαθέτει τα πλουσιότερα επιφανειακά νερά στην Ελλάδα, σπάνιους ορεινούς όγκους, σημαντική πολιτιστική, λαογραφική και αρχιτεκτονική παράδοση, και παράγει εξαιρετικά τοπικά προϊόντα. Στόχος είναι να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό σχέδιο αξιοποίησης αυτού του φυσικού πλούτου σε περιφερειακό επίπεδο. Μια κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα είναι ο πρωτογενής τομέας. Η Κοινωνική Οικονομία μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την έξοδο από την κρίση, ενώ επιβάλλεται να γίνουν επενδύσεις στον τομέα της γεωργίας. Η περιοχή μας χρειάζεται ένα σχέδιο, το οποίο να σέβεται την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα, να αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου, να επιδιώκει την άμβλυνση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων και την ισόρροπη ανάπτυξη, να στοχεύει στην αναζωογόνηση της υπαίθρου, να αξιοποιεί ορθολογικά και αποδοτικά όλους τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να είναι ρεαλιστικό, ουσιαστικό και να εκπονηθεί μετά από ευρεία διαβούλευση με την κοινωνία. Η επόμενη προγραμματική περίοδος είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτη.

• Αγοράστηκε (μετά από δημόσια προκήρυξη) έκταση 22 στρ. για την εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 500 KW, • Υποβλήθηκε φάκελος – αίτηση στη ΔΕΔΔΗΕ για την λήψη άδειας σύνδεσης της μονάδας με το δίκτυο. Έχει ήδη εκδοθεί η οριστική προσφορά όρων σύνδεσης από τη ΔΕΔΔΗΕ, έχουν κατατεθεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά (εγγυητικές κλπ) και αναμένεται η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων από την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλίας, ως προϋπόθεση για την υπογραφή της τελικής σύμβασης μεταξύ ΔΕΔΔΗΕ και ΕΣΕΚ. • Σχεδιάστηκαν οι απαιτήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας βιομάζας και έγινε δοκιμαστική συγκομιδή – συγκέντρωση αγροτικής βιομάζας, • Ολοκληρώθηκε η προκήρυξη για την επιλογή προμηθευτή ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. Υποβλήθηκαν 5 προσφορές οι οποίες αξιολογήθηκαν. • Παράλληλα, υποβλήθηκε φάκελος στο πρόγραμμα LEADER για την κατασκευή μονάδας παραγωγής στερεών καυσίμων από δασική βιομάζα προϋπολογισμού 500.000€. Η πρόταση εγκρίθηκε και ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη οι αδειοδοτικές διαδικασίες, ενώ στο επόμενο διάστημα θα

αρχίζουν οι κατασκευαστικές εργασίες. Για την αντιμετώπιση των ερευνητικών αναγκών που προκύπτουν λόγω του καινοτόμου χαρακτήρα του εγχειρήματος, η ΕΣΕΚ συνεργάζεται με ερευνητικά ιδρύματα, όπως το ΤΕΙ Τεχνολογίας Ξύλου, το Τμήμα Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, το Τμήμα Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ. Έχουν επίσης υπογραφεί «πλαίσια συνεργασίας» με το Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και τον «Δημόκριτο». Η ΕΣΕΚ, όπως και άλλα καινοτόμα συνεργατικά σχήματα που ιδρύθηκαν και λειτουργούν αποτελεσματικά, προέκυψε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας ενός «Οικοσυστήματος Συνεργατισμού» που έχει οργανωθεί στο Νομό Καρδίτσας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι: • Η αποφυγή των λαθών των παραδοσιακών συνεταιρισμών (απουσία ελέγχου, συμμετοχής, ενδιαφέροντος) μέσω της ίδρυσης των συνεταιρισμών Νέας Γενιάς. • Η κάλυψη των αναγκών για τεχνική στήριξη, ανάγκες που είναι αυξημένες στο ιδρυτικό στάδιο των νέων συλλογικών σχημάτων. Η λειτουργία της «Θερμοκοιτίδας Συνεργατισμού» από την Αναπτυξιακή Καρδίτσας (ΑΝ.ΚΑ) λύνει αυτό το

πρόβλημα. Το τρέχον διάστημα φιλοξενούνται ή εξυπηρετούνται από αυτήν 12 συνεργατικά σχήματα Συνεταιρισμοί (Αγροτικοί , Αστικοί, Κοινωνικοί) και Δίκτυα μικρών Επιχειρήσεων • Ο υποστηρικτικός ρόλος της Συνεταιριστικής Τράπεζας Καρδίτσας η οποία καλύπτει τις ανάγκες των βιώσιμων και υγιών επενδυτικών σχεδίων των Συνεταιρισμών οι οποίοι – ας σημειωθεί - διαθέτουν σημαντικό μέρος του κεφαλαίου που απαιτείται. • Ωστόσο, υπάρχει το πρόβλημα της χρηματοδοτικής υποστήριξης των Συνεταιρισμών που δεν διαθέτουν μεγάλα κεφάλαια ή έχουν μικρή πιστοληπτική

ικανότητα(π.χ. ΚοινΣΕπ). Για την επίλυση του προβλήματος έχει σχεδιαστεί ειδικό πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα συγχρηματοδοτείται από την ΕΕ. Το πρόγραμμα αυτό (με το ακρωνύμιο SESnet) και τίτλο «Δίκτυο υποστήριξης της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας» ξεκίνησε στις αρχές του Ιουνίου 2014 και έχει διάρκεια 1 έτος.

Λευτέρης Ιωαννίδης Δήμαρχος Κοζάνης

ΒασΙλης ΜπΕλλης Γενικός Διευθυντής Αναπτυξιακή Καρδίτσας ΑΝ.ΚΑ ΑΕ

Πληροφορίες για την ΕΣΕΚ στον ιστοχώρο της ΑΝ.ΚΑ ΑΕ (www.anka.gr) και για το «Δίκτυο υποστήριξης της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας» SESnet στον ιστοχώρο http://www. sesnet.eu/


O

08

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

ζάχαρη από φυσικό αέριο στον δηλητηριώδη κουραμπιέ του ΥΠΕΚΑ

Παρότι τα τελευταία χρόνια, επ’ αφορμή τραγικών και θανατηφόρων ατυχημάτων, τα κυρίαρχα ΜΜΕ ανέδειξαν με ένταση τις επιπτώσεις από την καύση ακατάλληλης ξυλείας σε κατοικίες, ελάχιστα έχει επισημανθεί η αιτία τους και η πολιτική ευθύνη πίσω από αυτές. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα στο λεκανοπέδιο της Αττικής εμφανίζεται ως συνώνυμη της έλλειψης περιβαλλοντικής παιδείας, παραβλέποντας ότι η ακρίβεια στις συμβατικές λύσεις θέρμανσης δεν έχει αφήσει στους πολίτες άλλη λύση προστασίας από το κρύο, εκτός από το να καίνε ό,τι βρουν σε φτηνές και ρυπογόνες ξυλόσομπες ή τζάκια. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και τον φετινό χειμώνα αυτή η εικόνα θα επαναληφθεί. Η εξελισσόμενη συρρίκνωση του κοινωνικού εισοδήματος, η ακρίβεια στα συμβατικά μέσα θέρμανσης και η αναποτελεσματική ως και ανύπαρκτη ενεργειακή θωράκιση των κτιρίων στις πόλεις, έχουν οδηγήσει ώστε το πρόβλημα της ενεργειακής πενίας να λάβει χαρακτήρα ανθρωπιστικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια το οικιακό τιμολόγιο της ΔΕΗ όχι μόνο χρησιμοποιήθηκε ως φοροεισπρακτικός μηχανισμός, αλλά επιβαρύνθηκε με διαδοχικές αυξήσεις, νέους φόρους και τέλη. Το κόστος προμήθειας αυξήθηκε κατά 50%, ενώ προστέθηκαν τα ενδιάμεσα κόστη διανομής, μεταφοράς, ΥΚΩ, ΝΕΡΙΤ. Το τέλος επιδότησης των περιβαλλοντικά καθαρών μονάδων ιδιωτών παραγωγών (ΕΤΜΕΑΡ) αυξήθηκε κατά 3.500 %. Σε βάθος δεκαετίας το πετρέλαιο και το φ.α. στην Ελλάδα έχουν υποστεί συνολική αύξηση πάνω από 100% στην τελική τιμή διάθεσης, λόγω της διεθνούς αύξησης της τιμής, των περιθωρίων κέρδους των εισαγωγών χονδρικής, των διανομέων λιανικής και ειδικά των φόρων που τα συνοδεύουν, οι οποίοι στο πετρέλαιο ξεπερνούν το 50% της τελικής τιμής διάθεσης. Η ποιότητα κατασκευής των κτηρίων αποτιμάται επίσης ως εξαιρετικά προβληματική. Η ενεργειακή κατανάλωση στα κτήρια της Αθήνας ξεπερνά τις 29 kWh/έτος ανά κυβικό, ενώ στη Δανία δεν ξεπερνά τις 14 kWh, στη Γερμανία τις 21 και στην Ολλανδία τις 20 kWh, σε χώρες δηλαδή με πολύ δυσκολότερες κλιματολογικές συνθήκες. Όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες των τελευταίων κυβερνήσεων από τη μια μεγενθύνουν την ενεργειακή πενιά, από την άλλη επιχειρούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Η πρόσφατη μείωση κατά 30% σε ένα φόρο που είχε αυξηθεί 400% (ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης) αποτελεί απολύτως ενδεικτικό παράδειγμα μιας πολιτικής που αστειεύεται πάνω σε ανθρώπινα θύματα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το τελευταίο ν/σ

του ΥΠΕΚΑ, το οποίο μετά από μια προσχηματική δημόσια διαβούλευση διάρκειας τεσσάρων ημερών έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή. Το ν/σ κινείται σε δύο άξονες. Πρώτον, κατακερματίζονται και αναδιατάσσονται οι δραστηριότητες των Εταιρειών Παροχής Αερίου, δημιουργώντας σημαντικά ενδιάμεσα κόστη προς τους τελικούς καταναλωτές και αφαιρώντας αμετάκλητα από την Πολιτεία την δυνατότητα άσκησης πολιτικής Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας. Δεύτερον, απελευθερώνεται η δυνατότητα αποκοπής μεμονωμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών από την κεντρική θέρμανση πολυκατοικιών και μάλιστα με επιδότηση του ΕΣΠΑ και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μετατροπή τους σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, μόνο όπου υπάρχει δυνατότητα άμεσης σύνδεσης. Αποφάσισε άραγε η Κυβέρνηση των Μνημονίων να επιδείξει τέτοιο ενδιαφέρον για την ποιότητα της ατμόσφαιρας στις πόλεις και για την οικολογική θέρμανση των κατοίκων; Το οξυμένο σήμερα πρόβλημα της ενεργειακής πενίας είναι βαθιά πολιτικό και ταξικό. Οφείλεται στην ήττα των κοινωνικών δυνάμεων που διέθεταν συγκεκριμένο επιστημονικό και κοινωνικό σχέδιο την δεκαετία του ’40, από την επελαύνουσα καραμανλική πολυκατοικία της αντιπαροχής. Οι ένοικοι των ανεγειρόμενων πολυκατοικιών σύμφωνα με τον ΓΟΚ του 1955, βρέθηκαν να κατοικούν σε κτήρια χωρίς τις πρόνοιες του Ν.3741/1929 (θέρμανση, ανελκυστήρας, αυλές, άνετοι κοινόχρηστοι χώροι, χώροι βοηθητικής χρήσεως, χρήση φωταερίου κ.α.) με ανυπολόγιστο κόστος στις συνθήκες διαβίωσής τους και στην επιβάρυνση του αστικού ιστού. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολυκατοικιών που αποτελούν σήμερα τις εστίες ενεργειακής πενίας στην Αθήνα, (Παγκράτι, Κυψέλη, Νεάπολη, Πατήσια, Αμπελόκηποι) αποτελούν καθόλου συμπτωματικά και «σήμα κατατεθέν» του ΓΟΚ του 1955, σύμφωνα με τον οποίο η σύνταξη μελετών θέρμανσης είναι προαιρετική, ανεξαρτήτως οικοδομικού όγκου. Σε αυτές τις πολυκατοικίες, αλλά και σε πλείστες άλλες, οι θερμάνσεις έχουν κατασκευαστεί με έλλειμμα επιστημονικού σχεδιασμού, περίσσεια εμπειρισμού και πλήρη απουσία ελέγχου από την Πολιτεία, σε ό,τι αφορά την χωροθέτηση του λεβητοστασίου, τις συνθήκες αερισμού, τις διατάξεις απαγωγής καυσαερίων, την αποδοτική επιλογή ζεύγους καυστήρα-λέβητα, τα υδραυλικά της θέρμανσης. Τα τσιμεντένια κουτιά του ΓΟΚ του ’55 στεγάζουν σήμερα ενοίκους μακροχρόνια άνεργους, μακροχρόνια ασθενείς και σε κάθε περίπτωση οικονομικά ανήμπορους να τροφοδοτούν τις στραβές, κακές και ανάποδες εγκαταστάσεις θέρμανσης με πανάκριβα μέσα. Όμως οι κκ Μανιάτης και Παπαγεωργίου βρήκαν τη λύση, όποιος έχει να πληρώσει θα αυτονομείται από την κεντρική θέρμανση, οι υπόλοιποι καυσόξυλα, μαγκάλια και κουβέρτες. Έτσι ακριβώς τα λέει το ν/σ χωρίς ίχνος υπερβολής ή μεγέθυνσης.

Χωρίς να αγγίζουν στο ελάχιστο τις πραγματικές αιτίες της ενεργειακής πενίας, καλλιεργούν τον κοινωνικό αυτοματισμό και βαθαίνουν ακόμα περισσότερο την ταξική διαίρεση. Δεν πρόκειται απλά για διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, πρόκειται και για μεγάλη μπίζνα. Μπορούν άραγε όλες οι πολυκατοικίες του ΓΟΚ του ’55 να υποδεχτούν αυτόνομες εγκαταστάσεις φ.α.; Μήπως ο φορέας ελέγχου συμμόρφωσής τους σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές, είναι οι ιδιώτες που βάσει του ίδιου ν/σ θα νέμονται εις το διηνεκές τα δίκτυα και την παροχή του φυσικού αερίου στην Ελλάδα; Ο αναμενόμενος αντίλογος για τον κοινωνικό, πολεοδομικό και οικονομικό κανιβαλισμό δεν είναι άλλος από το δήθεν σημαντικό περιβαλλοντικό όφελος αντικατάστασης μονάδων πετρελαίου από μονάδες φυσικού αερίου σε Αττική, Θεσσαλονίκη και Θεσσαλία και από αντλίες θερμότητας με ηλεκτρικό ρεύμα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το ΥΠΕΚΑ θα θυμηθεί ότι η καύση φ.α συνεπάγεται ανυπαρξία αιθάλης, μικρότερες εκπομπές αιωρούμενων σωματιδίων, του τοξικού CO, οξειδίων του θείου και του αζώτου, καθώς και 30% λιγότερο CO 2. Θα θυμηθεί επίσης ότι η απευθείας χρήση φ.α. στην θέρμανση και την εστίαση συνοδεύεται από 100% ενεργειακή απόδοση, σε σύγκριση με την χρήση ηλεκτρικού ρεύματος που έχει παραχθεί από φ.α. κατά την οποία η απόδοση δεν ξεπερνά το 30%. Το ΥΠΕΚΑ θα θυμηθεί ότι το φ.α. αποτελεί ιδανική λύση για τον οικιακό τομέα ειδικά στα αστικά κέντρα. Ήδη η Βουλή έχει ψηφίσει την διάθεση κονδυλίων ύψους 15 εκ. € για την επιδότηση εγκαταστάσεων φ.α. (85% ΕΣΠΑ - 15% ΠΔΕ). Αν υποθέσουμε ότι το μέσο κόστος μετατροπής είναι 4.000 € (συμπεριλαμβανομένων και των παρεμβάσεων στα υδραυλικά της θέρμανσης) και ότι η επιδότηση θα είναι της τάξης του 50% τότε πρόκειται να ωφεληθούν 7.500 διαμερίσματα ή κεντρικές θερμάνσεις στην Αττική, την Θεσσαλονίκη και τη Θεσσαλία. Φυσικό Αέριο σε 7.500 από 2 εκατομμύρια νοικοκυριά. Οι υπόλοιποι μαγκάλια, καυσόξυλα και κουβέρτες. Απέναντι σε αυτό το έρεβος υπάρχει επιστημονικά και κοινωνικά τεκμηριωμένη πρόταση. Αναφέρονται σε αυτή η συνδικαλιστικοί, επιστημονικοί και πολιτικοί φορείς. Είναι η άμεση έξοδος της Ελλάδας από τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ενέργειας και η συγκρότηση του Ενιαίου Δημόσιου Φορέα Ενέργειας. Του φορέα που θα αντιμετωπίζει τις ενεργειακές κοινωνικές ανάγκες της θέρμανσης, της εστίασης, του ζεστού νερού χρήσης, της μετακίνησης, του φωτισμού ως δικαίωμα των πολιτών και όχι ως πεδίο κερδοφορίας του Κεφαλαίου. Η εν αναμονή κυβέρνηση της Αριστεράς έχει ήδη τοποθετηθεί με ΠΑΡΩΝ και στις τρεις τροπολογίες του ΥΠΕΚΑ (επιλέγοντες, ΕΣΠΑ, ΕΦΚ), αποδεικνύοντας ότι τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από την κοινωνικά αναγκαία πολιτική στάση. Απαιτείται σίγουρα μια διαφορετική στάση στο Κοινοβούλιο και τους χώρους εργασίας ενόψει του αναμενόμενου ν/σ. ΣπΥρος ΚοντομΑρης συνδικαλιστής στο ΤΕΕ και το Φυσικό Αέριο, μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ


O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

09

μετασχηματισμοί της υπαίθρου ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΙΩΑΝΝΑ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΟΛΟΚΟΥΡΗΣ

πρόγραμμα μίσθωσης δημόσιας γης:

αφορμή για απασχόληση νέων στη γεωργία; Τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, γίνεται πολύς λόγος για την επιστροφή ή την πρώτη εγκατάσταση νέων στην ύπαιθρο. Μετά από μια μακρά περίοδο απαξίωσης του αγροτικού χώρου και του γεωργικού επαγγέλματος ειδικότερα, που αποτέλεσε μεταξύ άλλων σημαντικό παράγοντα υποκίνησης μεταναστευτικών ρευμάτων, επανανακαλύπτεται η αξία του πρωτογενή τομέα ως τομέα ικανού να προσφέρει απασχόληση, ενώ παράλληλα προβάλλεται ιδιαίτερα ως ειδυλλιακό το πλαίσιο της ζωής στην ύπαιθρο. Τα ΜΜΕ της χώρας, έντυπα και τηλεοπτικά, με την ιδιαίτερη προβολή αποτελεσμάτων επιστημονικών ερευνών (που δείχνουν αύξηση των θέσεων εργασίας στον πρωτογενή τομέα), δημοσκοπήσεων (που δείχνουν την πρόθεση των νέων των πόλεων για επιστροφή στην ύπαιθρο), καθώς και πετυχημένων παραδειγμάτων, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εντύπωσης ότι υπάρχει ρεύμα επιστροφής νέων στην ύπαιθρο, οι οποίοι επιθυμούν ή επιλέγουν το γεωργικό επάγγελμα. Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ), έχοντας ως στόχους την ηλικιακή ανανέωση του γεωργικού πληθυσμού (που αποτελεί ένα από τα σημαντικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας), και τη δημιουργία απασχόλησης για νέους (των οποίων το ποσοστό ανεργίας ξεπερνά το 50% σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία), με Υπουργική Απόφαση το 2011 (20/9/2011) εξήγγειλε την παραχώρηση σε νέους δημόσιων εκτάσεων προς γεωργική χρήση με ιδιαίτερα χαμηλό ενοίκιο (5 ευρώ ανά στρέμμα). Το πρώτο βήμα αυτής της διαδικασίας ήταν η αποστολή στις κατά τόπους νομαρχιακές υπηρεσίες του Υπουργείου των τεμαχίων δημόσιας γης (που ήταν καταγεγραμμένα στα αρχεία του ΥΠΑΑΤ), τα οποία θα μπορούσαν να παραχωρηθούν. Ζητήθηκε η πραγματογνωμοσύνη τους σε σύντομο χρονικό διάστημα για την καταλληλότητα αυτών για γεωργική χρήση. Η πραγματογνωμοσύνη έδειξε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εκτάσεις αυτές δε θα μπορούσαν να παραχωρηθούν, καθώς όσες

ήταν κατάλληλες για καλλιέργεια παραχωρούνταν ήδη από τα ΔΣ των Δήμων με ετήσιες μισθώσεις σε ακτήμονες των αγροτικών τους κοινοτήτων, ενώ οι περισσότερες ήταν ακατάλληλες για γεωργική χρήση (άγονες, δυσπρόσιτες κλπ). Οι λίγες εκτάσεις που ήταν «κατάλληλες» αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν ηλεκτρονική αίτηση, αφού προηγουμένως είχαν «επισκεφθεί» τα τεμάχια μέσω google earth. Το σύστημα επιλογής των υποψηφίων γινόταν βάση μορίων, όπου τα κριτήρια με τη μεγαλύτερη μοριοδότηση ήταν η ηλικία, η ανεργία, και το πτυχίο γεωτεχνικού. Υπήρξε έντονο ενδιαφέρον από την πλευρά των νέων. Ωστόσο τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Ο αρχικός ενθουσιασμός ξεφούσκωσε όταν οι δικαιούχοι παρέλαβαν τα τεμάχια. Αρκετοί τα επέστρεψαν είτε διότι διαπίστωσαν ότι θα χρειαζόταν αρκετές εργασίες και κεφάλαιο για να γίνουν καλλιεργήσιμα, είτε γιατί δε διέθεταν τον απαραίτητο γεωργικό μηχανολογικό εξοπλισμό, είτε γιατί συνειδητοποίησαν τη δυσκολία του γεωργικού επαγγέλματος κλπ. Επίσης, αρκετές ήταν οι περιπτώσεις όπου οι δικαιούχοι κατοικούσαν σε άλλους νομούς. Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Νόμος 4061/2012, ο οποίος πρόσθεσε και την εντοπιότητα στα κριτήρια μοριοδότησης των υποψηφίων (άρθρο 7). Ορισμένες τοπικές υπηρεσίες προχώρησαν σε νέες προκηρύξεις, εστιάζοντας στις εκτάσεις που ήταν κατάλληλες για γεωργική χρήση, οι οποίες όμως είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και εντοπίζονται σε πολύ λίγες αγροτικές κοινότητες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου, συνολικά έγιναν μισθώσεις σε 15 νομούς της χώρας, μισθώθηκαν 363 τεμάχια γης σε 145 δικαιούχους. Πραγματοποίηθηκε έρευνα μέσω προσωπικών συνεντεύξεων σε δείγμα 20% των δικαιούχων. Συνοπτικά, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, σε ό,τι αφορά το προφίλ των δικαιούχων, το 73% είναι άνδρες, το 62% ανύπαντροι, το 63% είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκ των οποίων το 74% απόφοιτοι γεωτεχνικών τμημάτων. Σχεδόν το σύνολο των δικαιούχων έχει καταγωγή από αγροτική κοινότητα, ενώ το 65% κατοικούσαν ήδη σε χωριό κατά την προκήρυξη του Προγράμματος. Μεταξύ των λόγων ένταξης στο Πρόγραμμα, κυριαρχούν το πτυχίο του γεωτεχνικού (31%), η ανεργία (26%), καθώς και το γεγονός ότι ήταν ήδη αγρότες (28%). Η έκταση που μίσθωσαν είναι περίπου 33 στρέμματα κατά μέσο όρο (σε ένα έως τρία τεμάχια), ενώ το ένα τρίτο των δικαιούχων μίσθωσαν κάτω των 10 στρεμμάτων (με όριο, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, τα 100 στρέμματα). Στην πλειοψηφία τους οι εκτά-

σεις ήταν χέρσες και απαιτούνταν αρκετές εργασίες και κεφάλαιο για να γίνουν καλλιεργήσιμες, γεγονός που αποθάρρυνε αρκετούς και τελικά δεν τις καλλιέργησαν (40%). Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προϋπήρχε οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση (που ανήκει στον πατέρα, στον παππού ή στον αδερφό) και κατά συνέπεια ο απαραίτητος μηχανολογικός εξοπλισμός. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ο τρόπος αντιμετώπισης της τοπικής κοινωνίας, που στο 54% των περιπτώσεων ήταν εχθρική. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το Πρόγραμμα μίσθωσης δημόσιας γης δεν πέτυχε τους αρχικούς του στόχους, καθώς δεν αποτέλεσε αφορμή προσέλκυσης νέων, ιδιαίτερα από αστικές περιοχές, για απασχόληση στη γεωργία. Στις περισσότερες περιπτώσεις των δικαιούχων προϋπήρχε πατρογονική γη και γεωργικός μηχανολογικός εξοπλισμός ή ήταν ήδη οι ίδιοι γεωργοί, οπότε ουσιαστικά πρόκειται για μεγέθυνση προϋπάρχουσας οικογενειακής γεωργικής εκμετάλλευσης. Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι είναι εξαιρετικά περιορισμένες οι δημόσιες εκτάσεις που θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν. Επομένως, η ενθάρρυνση της απασχόλησης νέων στη γεωργία μέσω της παραχώρησης δημόσιων εκτάσεων είναι ζήτημα που προϋποθέτει μεν κεντρικό σχεδιασμό, ωστόσο είναι απολύτως απαραίτητη η συνεργασία με τις τοπικές υπηρεσίες για τον εντοπισμό των κατάλληλων εκτάσεων. Στην αντίθετη περίπτωση προκαλεί απογοήτευση και απαξίωση. Η επικοινωνιακή αξιοποίηση του Προγράμματος συνέβαλε στη δημιουργία λαθεμένων εντυπώσεων, γεγονός που δε βοήθησε και δε βοηθάει στην επιτυχία του. ΣΤΑΥΡΙΑΝΗ ΚΟΥΤΣΟΥ Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης

Το κείμενο βασίζεται σε αποτελέσματα έρευνας που διεξήγαγαν οι: Σταυριανή Κουτσού, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και Μαρία Μπότσιου, Υποψήφια διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


10

O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

οι υπηρεσίες συμβουλών και κατάρτισης στη ΓΕΩΡΓΙΑ και οι ΝΕΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ Η αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού που απασχολείται στη γεωργία και τις μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αγροτικό χώρο αποτελεί, όπως είναι γνωστό, επιτακτική ανάγκη και αναγκαία συνθήκη για τη βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα της αγροτικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι Γεωργικές Εφαρμογές (Γ.Ε.) αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν, σε όλο τον κόσμο και υπό διάφορες μορφές, τον κατεξοχήν φορέα ενημέρωσης, εκπαίδευσης και κινητοποίησης των γεωργών (και, γενικότερα, των αγροτικών πληθυσμών). Πρόκειται για υπηρεσίες που σκοπό έχουν τη διάδοση της γνώσης και της τεχνογνωσίας προς τους γεωργούς (γενικότερα, αγρότες) και περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως η εξωσχολική εκπαίδευση-κατάρτιση και η πληροφόρηση-ενημέρωση. Στη χώρα μας, μετά τα επιτεύγματα των γεωπόνων της Υπηρεσίας Γεωργικών Εφαρμογών (ΥΓΕ) του Υπουργείου Γεωργίας (σήμερα ΥΠΑΑΤ), κυρίως την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, η υπηρεσία έπεσε σταδιακά σε παρακμή, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ (ΕΕ) το 1981, λόγω του εγκλωβισμού της στο διοικητικό και γραφειοκρατικό έργο της κατανομής και του ελέγχου των επιδοτήσεων – ενισχύσεων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την απουσία γεωπόνων-συμβούλων στο πλευρό του αγροτικού πληθυσμού. Οι δυσλειτουργίες εντάθηκαν από τα μέσα του ’90 όταν οι διαδικασίες αποκέντρωσης (Καποδίστριας και Καλλικράτης) συντέλεσαν στη διάσπαση των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών δομών της ΥΓΕ. Σήμερα, με βάση το νέο Οργανόγραμμα του ΥΠΑΑΤ η Δ/ νση Γεωργικών Εφαρμογών (Γ. Δ/νση Έρευνας και Εφαρμογών) ‘υποβιβάζεται’ σε Τμήμα Ενημέρωσης, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Αγροτών, στο πλαίσιο της Δ/νσης Προγραμματισμού και Εφαρμογών (Γενική Δ/νση Βιώσιμης Ανάπτυξης). Παράλληλα με τον εγκλωβισμό των γεωπόνων στα γραφεία τους, η επαγγελματική κατάρτιση,

αρμοδιότητας πλέον του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» (πρώην ΟΓΕΕΚΑ «ΔΗΜΗΤΡΑ»), πέρα από τις αδυναμίες ως προς το σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων, περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην εξυπηρέτηση όσων εντάσσονται σε ευρωπαϊκά προγράμματα και τα τελευταία χρόνια κυρίως στους «υπόχρεους εκπαίδευσης» του προγράμματος των «Νέων Αγροτών», ενώ ζητούμενο είναι η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου Πράσινου Πιστοποιητικού (Π.Π.), το οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί από το 2013 και θα μπορούσε να συντελέσει ουσιαστικά στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της υπαίθρου. Η κατάρρευση της ΥΓΕ έχει επιφέρει ένα επιπλέον σοβαρό πλήγμα στο σύστημα δημιουργίας και διάδοσης γνώσης και τεχνογνωσίας που στη χώρα μας είναι ούτως ή άλλως ασθενές, καθώς συνολικά απουσιάζουν ισχυροί δεσμοί μεταξύ Εφαρμογών, Εκπαίδευσης και Έρευνας που θα στόχευαν στην ικανοποίηση των αναγκών των γεωργών και, γενικότερα, του αγροτικού πληθυσμού. Η απουσία των Γεωργικών Εφαρμογών από τα τεκταινόμενα στον αγροτικό χώρο είχε, τις τελευταίες δεκαετίες, αναμφισβήτητα αρνητικά αποτελέσματα. Έρευνες δείχνουν ότι, από τη μια, οι γεωργοί αμφισβητούν τους γεωπόνους τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, τους μεν πρώτους ως γραφειοκράτες τους δε δεύτερους ως εμπόρους καθώς, κατά την άποψή τους, και οι δύο κατηγορίες γεωπόνων δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των γεωργών. Από την άλλη, διαπιστώνεται άγνοια βασικών κατευθύνσεων της ΚΑΠ, προγραμμάτων της ΕΕ/ΥΠΑΑΤ. Παράλληλα όμως ισχυρή είναι η ζήτηση, ιδίως από τους νέους που ζουν και εργάζονται στην ελληνική ύπαιθρο, για ένα συμβουλευτικό και εκπαιδευτικό φορέα και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, υπό πληρωμή. Η έλλειψη ενός φορέα Γ.Ε. είναι επίσης φανερή στην περίπτωση ατόμων που ενδιαφέρονται να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο και δεν έχουν επαρκή υποστήριξη (έγκαιρη και

έγκυρη πληροφόρηση-ενημέρωση και κατάρτιση). Η αποτυχία όμως τόσο της λειτουργίας των Τοπικών Κέντρων Αγροτικής Ανάπτυξης (ΤΟΚΑΑ) στο πρόσφατο παρελθόν όσο και εφαρμογής του Μέτρου 114 του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 για τη «χρήση υπηρεσιών παροχής γεωργικών συμβουλών» είναι αποκαλυπτική της αδυναμίας ή της υποτίμησης της ανάγκης επανενεργοποίησης και αναβάθμισης των Γεωργικών Εφαρμογών - συμπεριλαμβανόμενης της κατάλληλης αξιοποίησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ακόμη και ‘μη-παραδοσιακών, μη-δημόσιων δομών’. Στις σημερινές συνθήκες, πέρα από την κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία της κατάλληλης υποδομής και τη διασφάλιση ενός αποδεκτού επιπέδου ποιότητας ζωής και εργασίας στον αγροτικό χώρο, η αντιμετώπιση των προβλημάτων απαιτεί την ενεργοποίηση και συμμετοχή του αγροτικού κόσμου και των οργανώσεών του. Για να γίνει όμως αυτό είναι απαραίτητη η συστηματική εκπαίδευση, ενημέρωση και πληροφόρηση όλων των ομάδων του αγροτικού πληθυσμού και η απρόσκοπτη συνεργασία όλων των φορέων που σχετίζονται με την αγροτική ανάπτυξη. Πρωτίστως δε, απαραίτητη είναι η πλήρης αξιοποίηση του γεωπονικού δυναμικού και κυρίως των νέων γεωπόνων οι

οποίοι πρέπει να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της αναγκαίας ανασυγκρότησης και του επαναπροσδιορισμού του ρόλου των Γ.Ε. στη χώρα μας. Γιατί, πολύ απλά, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από τον Έλληνα γεωργό, ή γενικά αγρότη, να μετατραπεί σε ‘επαγγελματία’ (πολύ δε περισσότερο σε ‘επιχειρηματία’) όταν δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Σήμερα, ο πρωτογενής τομέας θεωρείται ως ένας από τους πυλώνες της εξόδου της χώρας από την κρίση και μάλιστα μέσα από την ανάδειξη και την αξιοποίηση νέων ιδεών και πρακτικών (καινοτομιών). Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη σύμπραξη των ενδιαφερομένων, δηλαδή τη διασύνδεση και συνεργασία γεωργών, ερευνητών, γεωπόνων, επιχειρήσεων και λοιπών φορέων με σκοπό την ανταλλαγή γνώσεων και πληροφοριών καθώς και τη δημιουργία, διάδοση και χρήση καινοτομιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των γεωπόνων-γεωργοεφαρμοστών μετασχηματίζεται από απλούς παρόχους (τεχνικών) πληροφοριών σε συμβούλους και ‘διαμεσολαβητές καινοτομίας’, δηλαδή σε επιστήμονες που γνωρίζοντας τόσο τους γεωργούς όσο και τους άλλους φορείς του χώρου είναι σε θέση είτε να επιλύσουν τα προβλήματα είτε να δράσουν ως ‘ενδιάμεσοι’ για το σχηματισμό συμπράξεων που θα είναι σε θέση να βοηθήσουν στην ανάπτυξη μιας

περιοχής μέσα από την ανάπτυξη καινοτόμων δράσεων. Όμως, η τρέχουσα απουσία στοιχειώδους έστω μηχανισμού Γ.Ε. στη χώρα μας θέτει πολύ σοβαρά εμπόδια στη δυνατότητα της χώρας να συμβαδίσει με τις εξελίξεις αυτές. Τα παραπάνω θέτουν κατά συνέπεια, για μια ακόμη φορά, το ζήτημα των Γεωργικών Εφαρμογών στη χώρα μας, δηλαδή την ανασύσταση της ΥΓΕ στο πλαίσιο του ΥΠΑΑΤ με παράλληλη δραστηριοποίηση ιδιωτών γεωπόνων-συμβούλων (βλ. Άρθρο 15 περί «Συμβουλευτικών Υπηρεσιών» της νέας ΚΑΠ 20142020) όπως άλλωστε και την αναβάθμιση της κατάρτισης (βλ. Άρθρο 14 περί «Δράσεων μεταφοράς γνώσεων και ενημέρωσης») και τη συγκρότηση επιχειρησιακών ομάδων/ συμπράξεων καινοτομίας (βλ. Άρθρο 35 περί «Συνεργασίας») στη βάση ενός σαφούς σχεδίου έτσι ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τόσο τις ανάγκες των γεωργών όσο και τις αυξημένες απαιτήσεις της νέας ΚΑΠ και να εξυπηρετήσει, τελικά, την έξοδο της χώρας από την κρίση διαμέσου της αξιοποίησης τόσο των ‘παραδοσιακών’ δραστηριοτήτων των γεωργών όσο και καινοτόμων δράσεων στο πεδίο της γεωργίας αλλά και συνολικότερα της βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης. Αλεκοσ ΚουτσοΥρης Αν. καθηγητής Γεωπονικό πανεπιστήμιο Αθηνών


O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

11

5 + 1 ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα Η ΑΡΧΗ Τριάντα χρόνια περάσανε από τις πρώτες προσπάθειες παραγωγής βιολογικών προιόντων στην Ελλάδα. Το 1983 στο Αίγιο, ο ΕΑΣ Αιγιαλείας παράγει τη πρώτη ελληνική βιολογική κορινθιακή σταφίδα ενώ, λίγο αργότερα, το 1985 στη Μάνη ο Αυστριακός Blauel οργανώνει τη παραγωγή ελαιολάδου με βιολογικές μεθόδους. Σιγά σιγά και σταθερά η παραγωγή αναπτύσσεται, ιδρύονται οι πρώτοι οργανισμοί πιστοποίησης (Βιοελλάς, ΔΗΩ και Φυσιολογική) και παίρνει σάρκα και οστά μια μικρή αλλά διαρκώς ανερχόμενη εσωτερική αγορά βιολογικών προιόντων. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ: ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ! Με τη πάροδο του χρόνου, την εικοσαετία 1990- 2010, δημιουργείται μια όλο και αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προιόντα από τα πιο δυναμικά κομμάτια του καταναλωτικού κοινού. Η ζήτηση αυτή καλύπτεται- κυρίως στα μεταποιημένα προιόντα- από εισαγωγές από Γερμανία, Ιταλία , Ολλανδία και άλλες χώρες. Δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά καθώς η ελληνική παραγωγή βιολογικών αφορά ελάχιστα απλά προιόντα όπως ελαιόλαδο, σταφίδα και κάποια κηπευτικά και όσπρια. Ειδικά τα πρώτα χρόνια αυτής της περιόδου λείπουν παντελώς από την αγορά βασικές κατηγορίες ελληνικών βιολογικών ειδών όπως ζυμαρικά,ρύζι, γαλακτοκομικά, τυριά, αυγά, μέλι, δημητριακά και εν γένει μεταποιημένα προιόντα. Οι όποιες μικρές ελληνικές προσπάθειες υπολείπονται τόσο σε ποιότητα όσο και σε ανταγωνιστική τιμή των εισαγόμενων. Από την άλλη, τα εισαγόμενα βιολογικά επέτρεψαν στους καταναλωτές να έχουν στη διάθεσή τους μια ευρεία γκάμα προιόντων και έθεσαν στους Ελληνες παραγωγούς- μεταποιητές το στόχο ποιότητας- τιμής που πρέπει να φτάσουν. ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ; ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ Τη δεκαετία του 1970, η Γερμανία είναι ήδη μια αγορά που ζητάει βιολογικά προιόντα από το εξωτερικό, τα οποία η παραγωγή της δε μπορεί να καλύψει. Το κενό σε ζυμαρικά, ελαιόλαδο, ρύζι, τομάτα και τοματοειδή αναλαμβάνει να καλύψει η γειτονική Ιταλία που αναπτύσσει μια ρωμαλέα βιολογική παραγωγή σε αυτά τα είδη, εξάγοντάς τα στη ‘’διψασμένη’’ μεγάλη Γερμανική αγορά. Παρότι οι Ιταλοί παρήγαγαν πολλά βιολογικά προιόντα, χρειάστηκε να περάσουν δύο δεκαετίες μέχρι να αναπτυχθεί η δική τους εσωτερική αγορά τη δεκαετία του ‘90. Ακριβώς λόγω της μεγέθυνσης της παραγωγής των προηγούμενων ετών, τα ιταλικά βιολογικά έφθασαν στον Ιταλό καταναλωτή σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές και αυτό βοήθησε στο σοβαρό άνοιγμα και της εσωτερικής ιταλικής αγοράς. Εν προκειμένω, ο εξαγωγικός προσανατολισμός έριξε τα κόστη της παραγωγής και δημιούργησε φθηνότερα προιόντα και για τους ντόπιους καταναλωτές. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ‘’ΧΙΠΠΙΔΕΣ’’ ΣΤΟΥΣ SALES MANAGERS ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ Στην αρχή παλεύουν, οργανώνονται, παράγουν και πωλούν βιολογικά προιόντα ολίγοι “γραφικοί”. Σιγά σιγά, όσο αυξάνεται η ζήτηση, δημιουργούνται μεγαλύτερα κανάλια διακίνησης και πώλησης , οι λαικές αγορές πάνε σε ολοένα πιο πολλές γειτονιές με πιο πολλούς πάγκους, ανοίγουν όλο και περισσότερα εξειδικευμένα καταστήμα-

τα, στο παιχνίδι μπαίνουν δειλά στην αρχή ορμητικά στη συνέχεια και τα σούπερ μάρκετ που φτιάχνουν βιολογικές γωνιές με όλο και πιο μεγάλη γκάμα προιόντων. Τα βιολογικά καταστήματα πολλαπλασιάζονται, μεγαλώνουν σε τετραγωνικά και δημιουργούνται κάποιες αλυσίδες καταστημάτων, ενώ κάποια βιολογικά μπορείς πια να βρεις και στο πιο μικρό μπακάλικο της πιο απομονωμένης επαρχίας. Οι εκθέσεις βιολογικών προιόντων από μικρά υπαίθρια παζάρια μετατρέπονται σε καθαρόαιμες μεσαίες- μεγάλες εμπορικές εκθέσεις και οι πρώην γραφικοί χίππυς κουρεύονται, βάζουν τα καλά τους και παίρνουν τις παραγγελίες τους στα laptop τους. Οι συνάξεις ελαχίστων μυημένων είναι πια ένα υπολογίσιμο ποσοστό της αγοράς τροφίμων με ετήσιες κλαδικές αναλύσεις και εκθέσεις, γραφήματα και έρευνες αγοράς από τα τμήματα μάρκετινγκ μεγάλων εταιριών και οικονομικών πανεπιστημίων. Η ζήτηση μεγεθύνεται και ταυτόγχρονα όμως διαφοροποιείται. Οσο η αγορά μαζικοποιείται, τόσο ξεπηδούν νέα προιόντα και υπηρεσίες για τους πιο απαιτητικούς: βιοδυναμικά, ομοιοδυναμικά, τοπικά, προιόντα δικαίου εμπορίου, απαστερίωτα γαλακτοκομικά προιόντα, καλάθια παραγωγών, χωρίς μεσάζοντες, επισκέψιμα αγροκτήματα, παραγωγή με παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων, κολλεκτιβες και επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας. Η κατανάλωση μεγαλώνει τόσο ώστε να δημιουργεί ένα κοινό και για μικρά εξειδικευμένα εγχειρήματα με πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά που σε άλλες εποχές θα ήταν απολύτως μη βιώσιμα. ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ «ΦΥΛΕΣ» ΤΩΝ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ Από την εμπειρία μου, και φυσικά γνωρίζοντας την αλληλοκάλυψη των κινήτρων, θα χώριζα τον πυρήνα των βιοκαταναλωτών σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες: 1. Οι ‘’υγιεινιστές ‘’. Λιγότερο ή περισσότερο υποχόνδριοι, παραμένουν ένα μεγάλο κομμάτι της κατανάλωσης και σίγουρα τους αναγνωρίζω ότι μου έχουν δώσει κατά καιρούς πολύτιμες συμβουλές για την υγεία μου (ανάμεσα σε αρκετές υπερβολές) 2. Οι ‘’μερακλήδες”. Είναι οι άνθρωποι που δεν τους ενδιαφέρει τόσο η βιολογικότητα όσο η γεύση και η από-

λαυση της τροφής. Ισως η πιο ισορροπημένη κατηγορία καταναλωτών. Αλλωστε η διακριτότητα της γεύσης θα έπρεπε να χαρακτηρίζει ούτως ή άλλως τα βιολογικά προιόντα. 3. Οι νέοι γονείς. Είναι αυτοί που προβληματίζονται για τη διατροφή λόγω της απόκτησης παιδιών. 4. Οι καταναλωτές που νοιάζονται για το ηθικό- περιβαλλοντικό αντίκτυπο των αγορών τους . Είναι πιο λίγοι από τους προηγούμενους, πλην όμως δυναμικοί και υπολογίσιμοι. Η κατανάλωση της 2ης και της 3ης κατηγορίας μειώθηκε λόγω της κρίσης και της πτώσης των γεννήσεων. Παρόλα αυτά, οι πωλήσεις βιολογικών προιόντων εμφανίζουν αξιοσημείωτες αντοχές χωρίς φυσικά να απολαμβάνουν τους ρυθμούς αύξησης του παρελθόντος. ΠΟΛΥ ΠΡΟΘΥΜΙΑ, ΛΙΓΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ Στην αρχή και για πολύ καιρό,το ελληνικό κράτος και η δημόσια διοίκηση- κεντρική ή αποκεντρωμένη- κρατούσε απολύτως εχθρική στάση απέναντι στη βιολογική γεωργία και τους φορείς της καθώς οι βιοκαλλιεργητές χαλούσαν τη σούπα της φαύλης σύνδεσης παλαιών κατεστημένων στον αγροτικό χώρο και του ελληνικού κράτους. Η στάση αυτή μετατράπηκε σιγά σιγά σε μια πιο ευμενή τοποθέτηση που παραμένει όμως στα λόγια και διανθίζεται με διάφορες πομφολύγες (‘’τα ελληνικά προιόντα να κυριαρχήσουν στις διεθνείς αγορές”- εμάς περιμένανε). Ενώ πολλαπλασιάζονται οι προσπάθειες κυρίως νέων ανθρώπων να παράξουν βιολογικά με τις όποιες γνώσεις αποκτούν μέσω της καθημερινής εμπειρίας τους , το επίπεδο της θεσμικής εκπαίδευσης (σε όλα τα επίπεδα- από τις γεωπονικές σχολές, τα ΤΕΙ και την αγροτική εκπαίδευση ) παραμένει τραγικά αναντίστοιχο των αναγκών σε εξειδικευμένα στελέχη, επιστήμονες και τεχνίτες. Έστω και έτσι όμως, η συμβολή της βιολογικής γεωργίας στην ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού και στην αντιστροφή της τάσης μείωσής του, είναι καθοριστική. ΠαναγιΩτης ΜΙχας Επιχειρηματίας στο χώρο των βιολογικών προϊόντων


12

O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: προς ένα άλλο αγροτικό χώρο της υπαίθρου Πολύ συχνά, αναφερόμενοι στην ύπαιθρο, την ταυτίζουμε εννοιολογικά με τον αγροτικό χώρο, του οποίου ο παραδοσιακός κοινωνικός πυρήνας είναι το χωριό και κεντρική παραγωγική δραστηριότητα η γεωργία. Η ύπαιθρος, όμως, δεν είναι μόνο τα παραπάνω που από μόνα τους δεν περιγράφουν πλέον την ολοκληρωμένη εικόνα της σύγχρονης υπαίθρου. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα συντελέσθηκαν έντονες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές (αστικοποίηση, μεγαλύτερη επικοινωνία και διείσδυση μεταξύ αστικού και αγροτικού χώρου, εντατικοποίηση και επιχειρηματικοποίηση της γεωργίας, ‘παγκοσμιοποίηση’) που μετέβαλλαν την παραδοσιακή ταυτότητα της υπαίθρου (αποαγροτικοποίηση) και σηματοδοτούν την αγροτική αναδιάρθρωση και την μεταβαλλόμενη φύση του αγροτικού χώρου σε πολυλειτουργική κατεύθυνση. Παρά την διακριτότητά τους, ο αγροτικός χώρος συνεχίζει να καθορίζει σημαντικά την φυσιογνωμία της υπαίθρου, δεδομένης της χωρικής κυριαρχίας της γεωργίας, η οποία κατέχει πρώτιστο ρόλο στην ύπαρξη μιας βιώσιμης ανάπτυξης της υπαίθρου. Το ζητούμενο είναι μέσα στις σύγχρονες μεταβολές να επανασυστήσουμε την κοινωνική και παραγωγική υπηρεσία του αγροτικού τομέα, μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο, από την σκοπιά της αριστεράς και της οικολογίας, ώστε η πολιτική μας πρόταση να αντιστοιχεί στην συγκυρία, τις πραγματικές ανάγκες και το όραμά μας. Ο φυσικός χώρος περιλαμβάνει τον αγροτικό και σε αυτόν λαμβάνουν χώρα γεωργικές και μη δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί έναν χώρο όπου συμπυκνώνονται πολιτισμοί, αντιλήψεις, κοινωνικές σχέσεις σε αλληλεπίδραση ακόμα και με το περιβάλλον που δεν συμμετέχει άμεσα στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι, ο φυσικός χώρος αποτελεί πλέον ένα λειτουργικό πεδίο όπου συνδυάζονται η γεωργική παραγωγή με την κατανάλωση, την αναψυχή και τον τουρισμό, τα αγροδιατροφικά προϊόντα, το τοπίο και την φύση (μη αγοραία «προϊόντα»). Η αποαγροτικοποίηση, η αστική διάχυση, η πολυλειτουργικότητα της γεωργίας και του αγροτικού χώρου είναι αλλαγές που διαμορφώνουν μια νέα οπτική για την ύπαιθρο.

Από τον παραγωγισμό σε μια φάση μετάβασης Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επικράτησε στην γεωργία, όπως και σε άλλους τομείς,

η λογική του παραγωγισμού προσδίδοντας στη γεωργία τα εξής δομικά χαρακτηριστικά: εντατικοποίηση, συγκεντροποίηση και εξειδίκευση. Αυτά είχαν ως συνέπεια όχι μόνο φυσικές αλλαγές στο τοπίο (αλλαγή στο μέγεθος των αγρών, εισαγωγή νέων καλλιεργειών, άροση λιβαδιών κά), αλλά και περιβαλλοντικές, κοινωνικές και χωρικές επιπτώσεις. Η ρύπανση, η διάβρωση των εδαφών, η απώλεια της βιοποικιλότητας και άλλα, άρχισαν να αποτελούν πρόβλημα. Η εκμηχάνιση της παραγωγής, η αστικοποίηση είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση του πληθυσμού που δραστηριοποιείται στον γεωργικό τομέα. Οι γεωργοί βρήκαν διέξοδο για τα προϊόντα τους στους εμπόρους, στη βιομηχανία τροφίμων και στα σούπερ μάρκετ εις βάρος των τοπικών αγορών και καταστημάτων. Η καλλιεργούμενη γη άρχισε να συγκεντροποιείται σε μεγάλα αγροκτήματα σύγχρονων γαιοκτημόνων ενώ για τους μικρούς κλήρους το αγροτικό εισόδημα μετατράπηκε από βασικό σε συμπληρωματικό του οικογενειακού. Οι περιφέρειες εξειδικεύτηκαν σε αγροτοπαραγωγικούς τομείς με αποτέλεσμα την χωρική συγκέντρωση της παραγωγής, και την αναδιαμόρφωση της γεωργικής γεωγραφίας με παράλληλο περιορισμό των παραδοσιακών της χαρακτηριστικών. Η εκβιομηχάνιση της γεωργίας μετατόπισε την δύναμη από τον αγρότη ως παραγωγική μονάδα στις μεγάλες επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα. Η αυξανόμενη παρουσία και ο ρόλος των εταιρειών αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της παραγωγιστικής καπιταλιστικής γεωργίας. Η παγκοσμιοποίηση, ο ανταγωνισμός, ο

κόσμος δύο ταχυτήτων, των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων κρατών, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας ειδικά στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα, από τον πρωτογενή στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα, οι διαπραγματεύσεις στo πλαίσιο των συμφωνιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, έχουν σαν αποτέλεσμα ο παραγωγισμός που αναφέρθηκε αρχικά, να έχει αρχίσει αν όχι να αμφισβητείται, να δίνει την θέση του (χωρίς να αμφισβητεί το μοντέλο των επενδύσεων κεφαλαίων και στόχων κερδοφορίας στους τομείς της γεωργίας όπου κρίνεται ότι αυτό είναι δυνατό) και σε μοντέλα γεωργικής δραστηριότητας μικρότερης έντασης παραγωγισμού. Για τον λόγο αυτό, συχνά υποστηρίζεται ότι βρισκόμαστε στην φάση της «μεταπαραγωγιστικής μετάβασης». Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από την εκτατικοποίηση, την διαφοροποίηση των εκμεταλλεύσεων, την έμφαση στην διαχείριση του χώρου της υπαίθρου και στην ενίσχυση της αξίας των γεωργικών προϊόντων. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για επιμέρους λύσεις-διεξόδους, στο αδιέξοδο που οδηγεί η καπιταλιστικοποίηση και ο εντεινόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός στον αγροτικό τομέα. Ειδικά στα αναπτυγμένα οικονομικά κέντρα, όπως η ΕΕ, κρίνεται εκ των πραγμάτων αναγκαία η διαχείριση του αγροτικού κόσμου και χώρου μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον και τίθενται επί τάπητος ζητήματα όπως η οικογενειακή γεωργία, το πρασίνισμα της γεωργίας, η διατήρηση των μικρών εκμεταλλεύσεων, η ανάσχεση της εγκατάλειψης της γεωργίας ως παραγωγικής δραστηριότητας. Έτσι,

στον αγροτικό τομέα και χώρο δημιουργείται ένα θολό τοπίο, όπου από τη μία παραμένει η ανάγκη οι αγρότες να καθίστανται όλο και περισσότερο ανταγωνιστικοί σε μια φιλελεύθερη παγκόσμια αγορά και από την άλλη να γίνονται όλο και περισσότερο «πράσινοι αγρότες», εκτατικοί, βιολογικοί, παράγοντας προϊόντα με ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά και προστιθέμενη αξία. Στο παραπάνω συγκεχυμένο αγροτικό τοπίο μένουν αναπάντητα βασικά ερωτήματα όπως: γιατί στον ευρωπαϊκό χώρο ενώ εκ των πραγμάτων διατίθενται σημαντικά ποσά χρηματοδοτικών ενισχύσεων (παρά την μείωση τους) μειώνεται η συμβολή της γεωργίας ως πεδίο απασχόλησης και συμβολής στο ΑΕΠ; Γιατί ενώ πρασινίζει όλο και περισσότερο η γεωργία, δεν αθωώνεται ως παράγοντας περιβαλλοντικής πίεσης και συμβολής στη κλιματική αλλαγή; Μέσα από τον μεταπαραγωγισμό, ο καπιταλισμός προσπαθεί να αθωωθεί και να ξεπεράσει τα αδιέξοδα του στον αγροτικό τομέα και σε αυτό το πλαίσιο είναι πραγματικά πολύ δύσκολο αλλά και απόλυτα αναγκαίο μια αριστερή αγροτική πολιτική να επαναπροσδιορίσει στόχους και προτεραιότητες.

Το πρασίνισμα των πολιτικών για την ύπαιθρο και την γεωργία Πολύς λόγος γίνεται για το πρασίνισμα της γεωργίας, για μια γεωργία φιλικότερη στο περιβάλλον, που παράγει ασφαλέστερα αγροτικά προϊόντα για τους καταναλωτές. Χωρίς να παραγνωρίζεται η όποια προσπάθεια της αντιστροφής των αρνητικών επιπτώσεων της «παραγωγιστικής γεωργίας» και των επιπτώσεών της στην ύπαιθρο, η σύγχρονη διεκδίκηση του πράσινου χαρακτήρα της αγροτικής δραστηριότητας, είναι μάλλον περισσότερο αποτέλεσμα του διεθνούς ανταγωνισμού, παρά μια ξαφνική απαίτηση της καπιταλιστικής γεωργίας. Η σύγχρονη γεωργία έχει όντως προκαλέσει πιέσεις στο περιβάλλον που μπορεί να είναι και μη αναστρέψιμες. Η εκτατικοποίηση της γεωργίας, ο στόχος της μείωσης της χρήσης χημικών, η ενθάρρυνση της βιολογικής γεωργίας, η διατήρηση δασών και ο σχεδιασμός αναδασώσεων εντάσσονται στο πλαίσιο πολιτικών προστασίας της υπαίθρου. Δεδομένου ότι παραμένει ακόμα σημαντικός ο επιδοματικός χαρακτήρας με τον οποίο ασκείται η κεντρική πολιτική στο τομέα της γεωργίας, η αναγκαιότητα για ενισχύσεις που όλο και λιγότερο στρε-


O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

βλώνουν την αγορά, έχει ως αποτέλεσμα η χορήγηση τους να μετατοπίζεται από τον παραγωγικό γεωργικό τομέα, στην περιβαλλοντική και πολυλειτουργική διάσταση της γεωργίας (μετατόπιση των ενισχύσεων από το κεχριμπαρένιο στο πράσινο «κουτί» στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων και συμφωνιών του ΠΟΕ). Δεν είναι τυχαία η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή και η μετάβαση στο καθεστώς της ενιαίας και στρεμματικής ενίσχυσης καθώς και η δημιουργία νέων ειδικών καθεστώτων στο τομέα των άμεσων ενισχύσεων. Έτσι από την μία πλευρά έχουν αναπτυχθεί πολιτικές προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο της διαχείρισης του αγροτικού χώρου (εθνικά πάρκα, προστατευόμενες περιοχές, αγροπεριβαλλοντικά προγράμματα κ.ά.) αλλά από την άλλη, δεν αμφισβητείται ο πυρήνας της εντατικής γεωργίας με την υπέρμετρη χρήση εισροών, την κατασπατάληση των φυσικών πόρων και την προώθηση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, ενώ παράλληλα εντείνονται οι παγκόσμιες πιέσεις για την μεταβολή των προτύπων ασφαλείας (λιγότερο αυστηρά) στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων (ΤΤΙP, πιέσεις για κατάργηση της αρχή της προφύλαξης κλπ). Ο αγρότης θα πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο επιχειρηματίας αλλά και πράσινος με αποτέλεσμα να καθίσταται τελικά παραγωγικά σχιζοφρενικός.

Μετασχηματίζοντας τον ρόλο του αγροτικού τομέα Εάν προσεγγίσουμε την γεωργία από την σκοπιά της καπιταλιστικής οικονομίας, την αντιμετωπίζουμε ως ένα σύστημα συσσώρευσης κεφαλαίου που στοχεύει στην μεγιστοποίηση των οικονομικών αποδόσεων. Με γνώμονα το παραπάνω, μπορούμε να ερμηνεύσουμε την λογική του «εκσυγχρονισμού» στην γεωργία από τους επενδυτές, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού συστήματος. Η δική μας οπτική, όμως, κινείται σε διαφορετική λογική. Η γεωργία δεν αποτελεί μονάχα βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της υπαίθρου αλλά διαμορφώνεται και από το παραγωγικό, κοινωνικό και διατροφικό πρότυπο που σαν κοινωνία επιλέγουμε. Ένα πρότυπο που βασίζεται στην αειφόρο ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της τροφής ως κοινωνικό αγαθό. Εδώ έρχεται να επαναπροσδιοριστεί η γεωργία με βάση τον αρχέγονο πυρηνικό της χαρακτήρα που είναι η υπηρεσία της σε οποιοδήποτε ανθρωποσύνολο (εξασφάλιση τροφής και βιολογικής επιβίωσης) και όχι ως αφηρημένο πεδίο επενδύσεων και κερδοφορίας. Με βάση ένα πρότυπο εξασφάλισης της μέγιστης δυνατής αυτάρκειας του πληθυσμού της χώρας σε αγροτικά προϊόντα. Που κατανοεί τα χαρακτηριστικά της ελληνικής

υπαίθρου και προτάσσει την στήριξη των μικρομεσαίων παραγωγών και της οικογενειακής γεωργίας. Που διαφυλάσσει την πολιτιστική κληρονομιά (λαογραφία, πολιτισμός, διατροφικές παραδόσεις) που φέρει η ύπαιθρος. Που ιεραρχεί την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας μας. Η ανασυγκρότηση του αγροδιατροφικού τομέα με την φυσιογνωμία που τα παραπάνω της προσδίδουν, μπορεί να αναδείξει την ελληνική γεωργία και ύπαιθρο ως βασικό μοχλό της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και ανόρθωσης της κοινωνίας. Μια γεωργία που υπηρετεί πρώτα απ΄ όλα την κοινωνία και στη συνέχεια την οικονομία. Δύσκολο εγχείρημα αλλά απόλυτα αναγκαίο. Το προγραμματικό πλαίσιο μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής γεωργικής πολιτικής που στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της υπαίθρου και στην βιώσιμη γεωργία προς όφελος των κοινωνικών αναγκών, θέτει στο επίκεντρο την διατροφική αυτάρκεια, την συγκράτηση του πλούτου στη παραγωγική βάση, τον σεβασμό στο περιβάλλον, την προστασία της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων αλλά και την συμμετοχή του αγροτικού τομέα στο διεθνές εμπόριο, συμβάλλοντας στην κοινωνική ευημερία. Το παγκόσμιο βιομηχανοποιημένο αγροτικό προϊόν μπορεί να αντικατασταθεί από το αγροτικό προϊόν που είναι προϊόν φύσης, ανθρώπου, ιστορίας και πολιτισμού. Το χωρικά περιορισμένο παραγόμενο αγροτικό προϊόν λόγω φυσικών ιδιαιτεροτήτων μπορεί να βρει την θέση του στον κόσμο. Για μια αριστερή πολιτική η γεωργική παραγωγή δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο που απλώς γίνονται οικονομικές επενδύσεις και «όποιος αντέξει στον ανταγωνισμό» αλλά προτάσσει το κοινωνικό δικαίωμα της πρόσβασης σε υγιεινή τροφή για όλους, σε προσιτές τιμές καθώς και την ενίσχυση της διατροφικής αυτονομίας της χώρας. Δεν μπορεί ο αγροτικός τομέας να κατευθύνεται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες και το κράτος να παίρνει τις απαιτούμενες διοικητικές αποφάσεις για να υπηρετεί τους παραπάνω μηχανισμούς. Αντίθετα, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό, κεντρικά σχεδιαζόμενη αγροτική παραγωγή, να στηριχθεί η απασχόληση στον γεωργικό τομέα, να ενισχυθεί το αγροτικό εισόδημα και να συμπληρωθεί με εναλλακτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της πολυτομεακής και πολυλειτουργικής γεωργίας. Η δημιουργία δομών για την άμεση επαφή παραγωγού- καταναλωτή είναι ένας βασικός πυλώνας της πολιτικής μας. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να επιτευχθεί – εκτός των άλλων- και η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς όφελος των παραγωγών. Όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν δίχως να ενισχυθούν πρωτοβουλίες που στηρίζονται στον

συνεργατισμό και λειτουργούν στην βάση της κοινωνικής ανάγκης και συλλογικότητας, δίνοντας νέο νόημα και νέες πρακτικές στην συνεργατική ιδέα. Με γνώμονα όλα τα παραπάνω θα πρέπει να υπάρξουν ειδικότερα: α) κλαδικές πολιτικές ανά στρατηγικό προϊόν (ελαιόλαδο, αμπελοοινικά, οπωροκηπευτικά, τυροκομικά), δυναμικές ετήσιες καλλιέργειες (ίνες, σιτηρά, τεύτλα, καπνός), β) ειδικό αναπτυξιακό σχέδιο της κτηνοτροφίας και ιδιαίτερα της εκτατικής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αύξηση της παραγωγής και τη διατροφική επάρκεια γ) ανάπτυξη της αλιείας με άμεσα μέτρα που θα εξασφαλίσουν τη δυνατότητα αναγέννησης των ιχθυοαποθεμάτων και θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την αειφορική διαχείριση της, δ) σχέδιο ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της γεωργικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας-οικοτεχνίας, ε) υλοποίηση διαφοροποιημένων προγραμμάτων και παρεμβάσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο με αιχμή την ανάδειξη των τοπικών καλλιεργειών και προϊόντων, στ) ανάπτυξη της γεωργικής έρευνας και τεχνολογίας και τέλος επαναδραστηριοποίηση του δημοσίου ως αρωγού του πρωτογενή τομέα.

Χωροταξικός – περιβαλλοντικός σχεδιασμός και στήριξη της υπαίθρου Κομβική σημασία για τον μετασχηματισμό της γεωργίας και την παραγωγική ανασυγκρότηση έχει η ολοκλήρωση του εθνικού κτηματολογίου, η αποτύπωση των δημόσιων εκτάσεων που παραμένουν γεωργικά αναξιοποίητες καθώς και ο χωροταξικός σχεδιασμός για κάθε παραγωγική δραστηριότητα ώστε να παρεμποδιστούν οι κερδοσκοπικές αλλαγές χρήσης σε βάρος της γεωργικής γης. Από τις προτάσεις μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής αγροτικής πολιτικής δεν μπορεί να απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αειφόρου διαχείρισης των φυσικών πόρων. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να υλοποιηθεί τομεακό πρόγραμμα διαχείρισης των υδατικών πόρων εξειδικευμένο στην αγροτική παραγωγή. Απαραίτητη είναι επίσης η σύ-

13 νταξη και η εφαρμογή οδηγιών άρδευσης ανά καλλιέργεια, γεωγραφική περιοχή και αρδευτικό σύστημα καθώς και η προώθηση της τεχνικής υποστήριξης αλλά και ελέγχου κατά την εφαρμογή των αρδεύσεων από τους παραγωγούς. Όσον αφορά το έδαφος και την διαχείρισή του, θα πρέπει να καθοριστεί σχετική εθνική πολιτική για την αντιμετώπιση της ερημοποίησης και της υποβάθμισης των εδαφικών πόρων της χώρας. Απαραίτητο σε αυτό είναι η σύνταξη εδαφολογικών χαρτών και η αξιολόγηση των γαιών. Επίσης, το γενετικό υλικό της γεωργίας αποτελεί έναν ακόμα σημαντικό φυσικό πόρο. Στην οπτική μας για τον οικολογικό μετασχηματισμό της γεωργίας και την προστασία της βιοποικιλότητας, ιεραρχείται η υποστήριξη και η ενεργοποίηση όλων των δημόσιων δομών που σχετίζονται με το γενετικό υλικό της γεωργίας, όπως είναι τα κέντρα σποροπαραγωγής και γενετικής βελτίωσης φυτών και ζώων, τράπεζες σπόρων και γενετικού υλικού. Σε αυτή την προσπάθεια μετασχηματισμού θα πρέπει ακόμα να στηριχθούν και ιδιωτικοί και κοινωνικοί φορείς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διατήρησης, αναπαραγωγής, εμπορίας και προώθησης του εγχώριου γεωργικού γενετικού υλικού. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναβάθμιση της Τράπεζας Γενετικού Υλικού και η σύνδεση της με την παραγωγική διαδικασία, με σκοπό την μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενο γενετικό υλικό καθώς και η καθολική απαγόρευση χρήσης και καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων προϊόντων αποτελούν βασικά στοιχεία. Μια αριστερή ριζοσπαστική γεωργική πολιτική οφείλει να μην είναι αποκλειστικά και μόνο ένας μηχανισμός κατανομής ενισχύσεων αλλά να ενεργοποιεί τα αναπτυξιακά ανακλαστικά του αγροτικού χώρου, ώστε να αναβαθμίσει τον ρόλο του τόσο σε οικονομικό (περιφερειακή ανάπτυξη – δημιουργία διακλαδικών σχέσεων με την υπόλοιπη οικονομία) όσο και κοινωνικό επίπεδο (ασφάλεια και ποιότητα τροφίμων, προστασία του περιβάλλοντος). ΦΩτης ΓεωργοΥλιας ΙωΑννα ΘεοδοσΙοΥ


14

O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

βιώνονοντας την κρίση «πίσω απ’ το βουνό» όψεις της τουριστική ανάπτυξης στο Ζαγόρι

«Το Ζαγόρι είναι γραφή δύσκολη, δεν προσφέρεται για ερμηνείες πρόχειρες. Για να καταλάβεις πρέπει να το δεις από πολλές μεριές. Χρειάζεται ν’ ανεβείς στις βουνοκορφές του, ν’ αφήσεις το μάτι να πλανηθεί στην άπλα του ορίζοντα, κάπου θ’ αγγίξει και τη γαλάζια θάλασσα, για να προσδιορίσεις έτσι το γεωγραφικό στίγμα και τα περιγράμματα της μορφής του, διαφορετικά κάθε φορά που αλλάζεις σκοπιά θεώρησης. Να περπατήσεις ύστερα στους βατούς δρόμους και να σκαρφαλώσεις σ’ απόκρημνες πλαγιές, να γευτείς τις κρυφές χαρές της παρθένας φύσης, σπάνια απόλαυση στην εποχή μας. Να σεργιανίσεις στα έρημα καλντερίμια των χωριών του, με συντροφιά τις μνήμες των ανθρώπων, για να πιάσεις τον παλμό μιας εποχής που χάθηκε, χωρίς ελπίδα επιστροφής. Να καταδυθείς στα έγκατα της ιστορίας για ν’ ανασύρεις απ’ εκεί θησαυρούς αρίφνητους – τι σοφία, τι παιδεία, τι μορφές πολιτισμού και κανόνες ζωής, ατομικής και ομαδικής, μένουν ακόμα εκεί, καταχωνιασμένοι – και ν’ αφουγκραστείς τις μυστικές κλήσεις της γης που κρατούσε κοντά της, σε παλιούς καιρούς τους ανθρώπους δεμένες μαζί της ως [το] θάνατο, έτσι που να ξεκινούν από τα πέρατα του κόσμου για ν’ αναπάψουν το κορμί τους στην αγκαλιά της». Το παραπάνω απόσπασμα από το έργο του παλιού δασκάλου και λόγιου από τη Βίτσα του Ζαγορίου Ιωάννη Νικολαΐδη, Ζαγόρι. Δοκίμιο Ανθρωπογεωγραφίας, θα μπορούσε να είναι η επιτομή της σχέσης ανάμεσα στον τόπο και τον τουρίστα στο Ζαγόρι, στον τόπο ‘πίσω από το βουνό’: μια σχέση «διαπροσωπική» (ας σημειώσουμε το β΄ ενικό πρόσωπο) με το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον της περιοχής και την ιστορία του, κι επιπλέον μια σχέση ενεργητική, παραγωγική, όπου η «τουριστική απόλαυση» προκύπτει με «κόπο», τον κό-

πο που οφείλει ο εκάστοτε επισκέπτης να καταβάλει προκειμένου να θεμελιώσει μια σχέση ισοτιμίας με το υπό επίσκεψη τοπίο. Οι συνθήκες, ωστόσο, με τις οποίες διενεργείται η τουριστική δραστηριότητα στο Ζαγόρι τα τελευταία χρόνια δεν ευνοούν καθόλου τη διαμόρφωση μιας τέτοιας σχέσης, και η υπαιτιότητα είναι αμφίπλευρη, και του τόπου και του επισκέπτη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Ο τουρισμός στο Ζαγόρι γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκαν στο Μονοδένδρι Γάλλοι τουρίστες από το Club Meditterané της Κέρκυρας, προκειμένου να επισκεφθούν την περίφημη χαράδρα του Βίκου. Ελλείψει καταλυμάτων, οι Γάλλοι τουρίστες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια χωρικών, οι τελευταίοι επιζώντες από τους οποίους αφηγούνται διάφορα χαριτωμένα στιγμιότυπα από τη συνύπαρξη αυτή. Ήταν η εποχή που μια παρέα νεαρών τότε ανθρώπων επιχειρούσε να βγάλει το χωριό από την αφάνεια και τη μεταπολεμική μιζέρια, ποντάροντας στη μεγαλειώδη φύση της χαράδρας. Πέρασαν αρκετά χρόνια, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ώσπου να συστηματοποιηθεί μια στοιχειώδης τουριστική υποδομή για την υποδοχή των επισκεπτών της χαράδρας, τόσο στο Μονοδένδρι όσο και στο Πάπιγκο, το δεύτερο χωριό που άρχισε να αξιοποιεί δειλά – δειλά την εγγύτητά του με τη χαράδρα. Την ίδια εποχή, στο πλαίσιο του Κέντρου Ερευνών Ζαγορίου που είχε από τις αρχές τις δεκαετίας συσταθεί με έδρα τους Κήπους, άρχισαν να εφαρμόζονται τα πρώτα «εναλλακτικά» προγράμματα τουρισμού με τη φιλοξενία νέων απ’ όλο τον κόσμο που έπαιρναν μέρος σε προγράμματα εθελοντικής εργασίας που αφορούσαν την αποκατάσταση καλντεριμιών κ.λπ. σε διάφορα χωριά. Η «ρομαντική» αυτή φάση του τουρισμού στο Ζαγόρι έληξε άδοξα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε με την αξιοποίηση του ξένου εργατικού δυναμικού η μαζική ανέγερση ξενώνων τόσο στους καθιερωμένους προορισμούς, το Μονοδένδρι και το Πάπιγκο, όσο και στα χωριά – δορυφόρους τους, τη Βίτσα, τα Άνω Πεδινά, την Ελάτη, την Αρίστη κ.ο.κ. αλλά και νέους προορισμούς όπως οι Κήποι, το Καπέσοβο και το Τσεπέλοβο. Πρόκειται για επενδύσεις τόσο επιδοτούμενες στο πλαίσιο του περίφημου «αγροτουρισμού» που αφορούσαν κτηνοτρόφους της περιοχής, κυρίως Σαρακατσάνους, όσο και μη Ζαγορίσιων επιχειρηματιών του τουρισμού που

έβλεπαν ένα διαρκώς διογκούμενο ρεύμα τουριστών να κατευθύνεται προς το Ζαγόρι. Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία του Δήμου Ζαγορίου, στο Ζαγόρι των 1.600 περίπου μόνιμων κατοίκων, λειτουργούν περισσότεροι από 180 ξενώνες και 200 καταστήματα εστίασης και τουριστικής εξυπηρέτησης, που βρίσκονται πλέον σχεδόν σε κάθε χωριό. Η χρονιά με τη μαζικότερη επισκεψιμότητα φαίνεται πως ήταν το 2009 -χρονιά έναρξης λειτουργίας και της Εγνατίας Οδού- όταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δημοτικών αρχών, επισκέφθηκαν ή διανυκτέρευσαν στο Ζαγόρι περί τους 400.000 επισκέπτες, Έλληνες και ξένοι. Ωστόσο, η τουριστική κίνηση στο Ζαγόρι δεν αφορά το σύνολό του. Στο ανατολικό Ζαγόρι, για παράδειγμα, η τουριστική κίνηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή αφορά πολύ ειδικές ομάδες τουριστών που είναι εξοικειωμένοι με συγκεκριμένες εναλλακτικές τουριστικές πρακτικές του δάσους, ενώ από τα χωριά που βρίσκονται στο νότιο τμήμα του Ζαγορίου, στους βόρειους δηλαδή πρόποδες του όρους Μιτσικέλι, τα «Ριζά», το μόνο που παρουσιάζει αξιοσημείωτη κίνηση είναι η Ελάτη, λόγω της εγγύτητάς της με το Μονοδένδρι και τη χαράδρα του Βίκου. Τα υπόλοιπα χωριά έχουν έναν περιορισμένο αγροτικό χαρακτήρα, ενώ το χειμώνα είναι σχεδόν ακατοίκητα ή κατοικούνται από συνταξιούχους και απόμαχους. Οι λόγοι για την επιλεκτική αυτή τουριστική κίνηση δε σχετίζονται μόνο με την ελκυστικότητα των χωριών του κεντρικού Ζαγορίου λόγω της χαράδρας του Βίκου. Έχουν επίσης να κάνουν με το κακό και κακοσυντηρημένο οδικό δίκτυο των υπόλοιπων χωριών αλλά κυρίως με την εικόνα που παρουσιάζουν οι περισσότεροι από τους οικισμούς αυτούς: πρόκειται στην πλειονότητά τους για τα καμένα από τα ναζιστικά στρατεύματα χωριά το καλοκαίρι του 1943, μια καταστροφή που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ επί της ουσίας, ειδικά ως προς το ζήτημα της αισθητικής του δομημένου χώρου. Τα χωριά αυτά δε «χωρούν» στο πλαίσιο της τουριστικής ρητορικής για το Ζαγόρι, αφού ούτε η «φύση» (δεν έχουν πρόσβαση στη χαράδρα του Βίκου) ούτε η «παράδοση» (η ιστορική αρχιτεκτονική τους εικόνα έχει καταστραφεί) είναι «αξιοποιήσιμες». Αυτή η μη ισορροπημένη ιστορική «κληρονομιά» της δεκαετίας του 1940 για το Ζαγόρι ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από μια στρεβλή αντίληψη περί τουρισμού που κυριάρχησε στην περιοχή τα τελευταία 2025 χρόνια: η έλλειψη χωροταξικού σχεδι-

ασμού, η μετατροπή των αρχιτεκτονικά απείραχτων οικισμών για περισσότερα από 150 χρόνια σε «παραδοσιακούς» με την «αποκατάσταση» καλντεριμιών, πλατειών και όψεων κτιρίων με εξαιρετικά αμφίβολα αποτελέσματα, η μαζική στροφή στην τουριστική «βιομηχανία» που τείνει να γίνει μονοκαλλιέργεια και κυρίως η επιδίωξη άλλοτε της μαζικοποίησης του τουριστικού ρεύματος (προς συγκεκριμένους προορισμούς χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό για τη διαχείριση αυτού του μαζικού τουριστικού ρεύματος) κι άλλοτε ενός τουρισμού «υψηλής εισοδηματικής τάξης» μετέτρεψαν την τουριστική δραστηριότητα σε οπτική -και όχι μόνο- κατανάλωση: το αδηφάγο «τουριστικό βλέμμα» διαμορφώνει όλο και περισσότερο το Ζαγόρι σ’ ένα τόπο «προσδοκίας τριήμερης απόδρασης» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το (τουριστικό) Ζαγόρι βιώνει σήμερα την «κρίση» των επιλογών της κεντρικής και τοπικής εξουσίας αλλά και των δικών του επιλογών, της αδυναμίας της ίδιας της κοινωνίας του να ανασυγκροτηθεί παραγωγικά ώστε να αποκαταστήσει τις αρρυθμίες του μεταπολεμικού του παρελθόντος. Ο τουρισμός εξακολουθεί να είναι η πιο δυναμική δραστηριότητα, αλλά οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις καρκινοβατούν όχι μόνο από τη δραματική μείωση των επισκεπτών αλλά κυρίως από την αδυναμία τους να επανατοποθετήσουν το «προϊόν» σε μια ισορροπημένη βάση: η ενίσχυση και πιστοποίηση της ποιοτικής τοπικής αγροτικής παραγωγής και η σύνδεσή της με την τοπική γαστρονομία, η σύνδεση του μαθητικού τουρισμού με συγκεκριμένα εκπαιδευτικά προγράμματα (τοπική αρχιτεκτονική, νερό, δάσος, γαιοπάρκα, βότανα, αγροτική εκπαίδευση κλπ.) και η διαμόρφωση ενός «εναλλακτικού τουρισμού» που δε θα εξαντλείται στην επινόηση όλο και πιο «extreme» δραστηριοτήτων αλλά θα ενεργοποιεί την αμοιβαιότητα ντόπιων και επισκεπτών είναι μερικές ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση. Η διαμόρφωση, πάλι, μια «εναλλακτικής» ρητορικής που θα εξαντλείται στο σχεδιασμό για την κατανάλωση των εναπομεινάντων ευρωπαϊκών προγραμμάτων είναι ένας ακόμη κίνδυνος. Το στοίχημα όμως πρέπει να κερδηθεί, γιατί η αξιοπρέπεια του τόπου κάθε τόπου, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του- είναι αδιαπραγμάτευτη. ΒασΙλης ΔαλκαβοΥκης Επίκουρος Καθηγητής ΔΠΘ, Δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Ζαγορίου


O

ικοτριβές - αφιέρωμα

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

15

ΛΙΒΑΔΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: φυσικά οικοσυστήματα και πολύτιμοι φυσικοί πόροι Όταν στην Ελλάδα ακούει κανείς τη λέξη λιβάδια στο μυαλό έρχεται η εικόνα μιας μεγάλης έκτασης με πράσινο χόρτο στην οποία βόσκουν με ικανοποίηση γελάδια και πρόβατα. Πράγματι, αν κανείς περιδιάβαινε στην ελληνική ύπαιθρο μιαν άνοιξη της δεκαετίας του ’30, αυτή ήταν η κυρίαρχη εικόνα και αυτή είναι που ταυτίστηκε με όλες τις εκτάσεις με φυσική βλάστηση που δεν ήταν δάσος, αυτή που στην καθομιλουμένη αποκαλείται βοσκότοπος. Η μακραίωνη κυριαρχία της χρήσης των εκτάσεων χωρίς υψηλή ξυλώδη βλάστηση για τη βόσκηση αγροτικών ζώων, ταύτισε τη χρήση με την περιγραφή του τόπου. Από την άλλη, η ταύτιση αυτή είναι και υπόμνηση της ιδιαιτερότητας των λιβαδιών της Ελλάδας, τα οποία στην πλειονότητά τους αποτελούν δυναµικά συστήµατα, που χωρίς βόσκηση έχουν την τάση να επιστρέφουν στην αρχική τους κατάσταση, δηλαδή να γίνονται δάση ή πυκνοί θαμνώνες. Πολλές από αυτές τις εκτάσεις, ιδιαίτερα στις πεδινές και ημιορεινές περιοχές γνώρισαν δεκάδες κύκλους αλλαγών χρήσεων από τη γεωργία και την κτηνοτροφία (συχνά ασκούμενες στον ίδιο χώρο) αλλά και εγκατάλειψης. Αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας επίδρασης του ανθρώπου, σε συνδυασμό με το ανάγλυφο και το ιδιαίτερο κλίμα είναι στην Ελλάδα να απαντούν τέσσερις κατηγορίες λιβαδικών οικοσυστημάτων, τα ποολίβαδα, τα θαµνολίβαδα, τα φρυγανολίβαδα αλλά και τα δασολίβαδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το ποσοστό της έκτασης της χώρας που καλύπτουν τα ποολίβαδα και θαμνολίβαδα ανέρχεται στο 34%, ενώ αν προσμετρηθούν τα φρυγανολίβαδα και τα δασολίβαδα το ποσοστό φθάνει στο 40%. Τα λιβάδια όμως δεν είναι μόνο εκτάσεις εκτροφής αγροτικών ζώων, έχουν και τεράστια σημασία για τη βιοποικιλότητα, τη διαχείριση των υδατικών πόρων Η πλειονότητα των σπάνιων, ενδημικών και προστατευόμενων ειδών της ελληνικής χλωρίδας απαντά σε λιβάδια και το ίδιο ισχύει και για τους τύπους οικοτόπων. Τα λιβάδια έχουν τεράστια αξία ως χώροι διατροφής των περισσότερων ειδών της ορνιθοπανίδας αλλά και αυστηρά προστατευόμενων θηλαστικών, όπως το αγριόγιδο και ο κρητικός αίγαγρος αλλά και πιο κοινών ειδών όπως τα ελάφια, τα ζαρκάδια κ.λπ. Σε αυτά απαντά επίσης μεγάλος αριθμός ειδών ασπόνδυλων στα οποία περιλαμβάνονται και τα έντομα, που όσο κι αν ενοχλούν τους αστούς εκδρομείς, είναι απολύτως απαραίτητα για τη γονιμοποίηση πολλών φυτών από τα οποία τρεφό-

μαστε. Επίσης, η προσεκτική τους διαχείριση, ιδιαίτερα στον ορεινό χώρο, συμβάλλει αποφασιστικά στην αποτροπή διαβρώσεων και στην ταμίευση νερού στα δασικά εδάφη και στους καρστικούς υπόγειους υδροφορείς που έχουν τεράστια σημασία, ιδιαίτερα στη Νότια Ελλάδα. Αυτό όμως που καθιστά τα ελληνικά λιβαδικά οικοσυστήματα μοναδικά είναι ότι αποτελούν ζωντανά μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Σε αυτά και την εκτατική κτηνοτροφία οφείλει η χώρα μερικά από τα πολυτιμότερα προϊόντα της όπως η φέτα αλλά και μεγάλο αριθμό βασικών συστατικών της διάσημης ελληνικής μεσογειακής διατροφής, όπως τα χόρτα της Κρήτης και τα μυρωδικά και βότανα που απαντούν σε όλα τα ελληνικά βουνά. Είναι επίσης αυτά που στήριξαν την οικονομική άνθηση ορεινών περιοχών, όπως των Ζαγοροχωρίων όπου ράβονταν οι περίφημες κάπες από κατσικίσιο και πρόβειο μαλλί. Τα λιβαδικά οικοσυστήματα, όπως διαμορφώθηκαν από τις ανθρώπινες δραστηριότητες με κυρίαρχη την κτηνοτροφία, συνυπάρχουν με δάση και άλλα οικοσυστήματα, δημιουργώντας μερικά από τα ομορφότερα και πλουσιότερα σε είδη τοπία της χώρας. Αυτά τα τοπία, εκτός από τη μεγάλη αξία για τη διατήρηση της φύσης και τις δυνατότητες προσέλκυσης δραστηριοτήτων αναψυχής, αποτελούν και ζωντανά παραδείγματα συνύπαρξης πολλών δραστηριοτήτων που μπορούσαν να στηρίξουν οικονομίες μικρής κλίμακας. Παρά τις πολλαπλές αυτές αξίες, η διατήρηση και διαχείριση τους αφέθηκαν

στην τύχη τους και στον αυτόματο πιλότο της «παραδοσιακής» διαχείρισης, εμπλουτισμένης με τις επιδοτήσεις που λίγο-πολύ έκλειναν τα στόματα. Όμως ούτε η διαχείριση γινόταν πια «παραδοσιακά» - πως θα γινόταν άλλωστε αυτό, ενώ οι αλλαγές των ίδιων των λιβαδιών με την εγκατάλειψη μεγάλων εκτάσεων, οι δυσκολίες στην άσκηση του κτηνοτροφικού επαγγέλματος και τέλος οι αλλαγές στο πλαίσιο άσκησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής προκάλεσαν έναν ορυμαγδό εξελίξεων, μια τεράστια πίεση για βίαιη προσαρμογή του πλαισίου διαχείρισής τους. Μια προσαρμογή που καλείται να ξεπεράσει από το συχνά ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς και τις νομικές δυσκολίες ακόμα και για την εγκατάσταση ενός απλού στέγαστρου για το καλοκαίρι, στην απίστευτη κατάσταση να μην υπάρχουν εγκεκριμένες προδιαγραφές εκπόνησης διαχειριστικών μελετών για τα λιβάδια. Φυσικά οι ευθύνες δεν είναι απρόσωπες. Ανήκουν αποκλειστικά στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που εδώ και 40 χρόνια αδιαφόρησαν εγκληματικά και σήμερα έχουν το θράσος να παρουσιάζονται ως σωτήρες, απλά επειδή με την ανοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κουκούλωσαν προσωρινά δεκαετίες εγκληματικής αδιαφορίας. Ωστόσο, σε πείσμα όλων αυτών τα ελληνικά λιβάδια μπορούν μέσα από μια ολοκληρωμένη πολιτική αειφορικής διαχείρισης, όχι μόνο να συνεχίσουν να στηρίζουν την εκτατική κτηνοτροφία, αλλά να επιτελούν και όλες τις άλλες λειτουργίες προς όφελος όλων των πολιτών. Μια διαχείριση που απαιτεί σχεδιασµό, προετοιµασία για

την αντιµετώπιση έκτακτων καταστάσεων, διεπιστηµονική συνεργασία, συνεχή συντονισµό µεταξύ διαφόρων φορέων της διοίκησης και των κτηνοτρόφων αφού η βόσκηση αγροτικών ζώων εκτός από την κύρια οικονομική χρήση των εκτάσεων αυτών, εφόσον ασκείται ορθολογικά συμβάλλει αποφασιστικά στην παροχή όλων των άλλων περιβαλλοντικών υπηρεσιών των λιβαδικών οικοσυστημάτων. Κρίσιµα προαπαιτούµενα προς την κατεύθυνση αυτή είναι: • Η προστασία του δηµόσιου χαρακτήρα των λιβαδικών εκτάσεων. Ο υφιστάµενος έλεγχος του µεγαλύτερου ποσοστού λιβαδιών από το Δηµόσιο ή άλλους οργανισµούς δηµοσίου συµφέροντος όπως οι ΟΤΑ, δίνει τη δυνατότητα χάραξης ενιαίων πολιτικών για την οικολογική ανασυγκρότηση της εκτατικής κτηνοτροφίας και τη διατήρηση της φύσης, µε κριτήριο τις ανάγκες των πολλών όχι µόνο σήµερα αλλά και στο µέλλον. • Η προστασία των εκτάσεων αυτών από αλλαγές χρήσεων που δεν εξυπηρετούν το δηµόσιο συµφέρον και µόνο µετά από ευρεία διαβούλευση µε τις τοπικές κοινωνίες. • Η εκπόνηση ενός πλαισίου συνεργασίας μεταξύ επιστημόνων, της διοίκησης και των κτηνοτρόφων το οποίο θα εξειδικεύσει τους σκοπούς και τα μέσα για την αειφορική διαχείριση των λιβαδιών. ΠΕτρος ΚακοΥρος δασολόγος


16

O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

περιβάλλον, συγκρούσεις, περιαστικοποίηση

στην ΑΤΤΙΚΗ Είναι οι συγκρούσεις δείκτης κοινωνικής καθυστέρησης ή δημοκρατικής αφύπνισης; Οι περιβαλλοντικές διαμαρτυρίες ταυτίζονται με τις περιοχές και τους πληθυσμούς που υπόκεινται τις περιβαλλοντικές πιέσεις και ή υποβάθμιση; Τελικά, η περιβαλλοντική διακυβέρνηση στην Ελλάδα γνωρίζει εξέλιξη ή μένει στάσιμη; Τα κινήματα διαμαρτυρίας για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής αποτελούν κίνημα; O αγροτικός και περιαστικός χώρος αποτελούν πεδίο συγκρούσεων και κινητοποιήσεων ή αυτό αποτελεί προνόμιο των “κινημάτων πόλης”; Καμιά από τις παραπάνω ερωτήσεις που απασχολούν τις κοινωνικές επιστήμες του χώρου δεν μπορεί να απαντηθεί μονολεκτικά. Όσο προφανές και να είναι, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο αστικός χώρος αποτελεί προνομιακό χώρο κοινωνικών κινητοποιήσεων, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ακόμα και στον αγροτικό μπορούμε να βρούμε κοινωνικές διαδικασίες και κοινωνικούς μηχανισμούς συγκρούσεων που άλλοτε είναι εντελώς διαφορετικοί, άλλοτε αποτελούν διαφορετικές μορφές αντίστοιχων φαινομένων ή ακόμη αποτελούν πεδία κοινωνικού πειραματισμού. Άλλωστε το αγροτικό Λαρζάκ 1, το 1973 στη Γαλλία και η ελληνική Κάρυστος 2 το 19793 αποτελούν συμβολικά και πρώιμα επεισόδια του οικολογικού κινήματος.

Η ανάλυση της περιβαλλοντικής (και γενικότερα της τοπικής) διακυβέρνησης μπορεί να προσεγγιστεί με τρεις τρόπους: α) με την έρευνα γύρω από την εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών πάνω στο ζήτημα των χωροταξικών πολιτικών, β) με την ανάλυση των συνεργιών γύρω από καινοτόμα τοπικά προγράμματα και γ) με αυτό της κοινωνικής ρύθμισης μέσω των συγκρούσεων, των χρήσεων και των συμπεριφορών μέσα σε μια δοσμένη περιοχή. Η ανάγκη για μια ανάλυση στο χρόνο και στο χώρο με στόχο να συνδέσουμε χωρικά φαινόμενα (την επέκταση των λειτουργιών της πόλης) με ένα κοινωνικό (την υπεράσπιση του περιβάλλοντος) μας οδήγησε στο να κατευθυνθούμε σε μια μελέτη του συνόλου των συγκρούσεων σε περιφερειακό επίπεδο (Αττική) με τρόπο που να συνδυάζει το ιστορικό (χρονικό) στοιχείο με το κοινωνικό (δομικό) και γεωγραφικό (χωρικό/ εδαφικό). Το φαινόμενο μελέτης είναι οι λεγόμενες περιβαλλοντικές συγκρούσεις. Όμως ο όρος «περιβαλλοντικές συγκρούσεις» είναι ιδιαίτερα ευρύς και καλύπτει όλες τις συγκρούσεις που προκύπτουν από ένα χωροταξικό σχέδιο, από ρύπανση μέχρι κινδύνους, αρκεί το αντικείμενο της σύγκρουσης να αφορά κάποιο περιβαλλοντικό ζήτημα. Ο ορισμός αυτός, λοιπόν, έχει το μειονέκτημα ότι με τη διάδοση του οικολογικού

προβληματισμού περίπου όλοι έχουν αναφορά στο περιβάλλον. Επομένως, καταφεύγουμε σε εργαλεία μελέτης την εσωτερική διασύνδεση των κινήσεων/ οργανώσεων (δρώντων) υπεράσπισης/ προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτό μας οδήγησε στο να προσανατολιστούμε σε πηγές που προέρχονται από αυτούς τους ίδιους και όχι από εξωτερικούς παρατηρητές (πχ. καθημερινός τύπος, δικαστικά έγραφα κλπ.) όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις μελέτης των συγκρούσεων. Ο χώρος μελέτης είναι ο δυναμικότερος δημογραφικά και σε πιέσεις επέκτασης αστικών χρήσεων της Ελλάδας. Για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν 17 ιστότοποι και ιστολόγια οργανώσεων ή μέσων δημοσιοποίησης/ δικτύωσης/ εκπροσώπησης των οργανώσεων (όπως το Παρατηρητήριο των ελεύθερων χώρων) σε μια περίοδο που σηματοδοτεί μια σύντομη και περιορισμένη πράσινη αφύπνιση (μετά τις πυρκαγιές του 2007, την ανάπτυξη των εναλλακτικών κινημάτων κλπ.) μέχρι τα πρώτα χρόνια της άγριας επίθεσης στο περιβάλλον που προκάλεσαν οι πολιτικές των μνημονίων από το 2010 και έπειτα. Από μια πρώτη ανάλυση και χαρτογράφηση των συγκρούσεων δείχνει συνοπτικά προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα: α) Παρατηρείται συσχέτιση μεταξύ του μεγέ-

θους του οικισμού και του βαθμού αστικοποίησής του ανάλογα με το πλήθος, την ποικιλία των δρώντων και τη συγκέντρωση των συγκρούσεων. Για παράδειγμα, διαπιστώθηκε ότι στις λιγότερο αστικοποιημένες περιοχές κάνουν την εμφάνισή τους δρώντες λιγότερο συμβατικοί ως προς τους καθιερωμένους όρους διεκδίκησης, οι οποίοι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο (εξωραϊστικοί/ πολιτιστικοί σύλλογοι, εκκλησία, κοινότητες), ενώ στις περισσότερο πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές πρωταγωνιστούν οι οικολογικές κινήσεις/ οργανώσεις και τα κοινωνικά κινήματα. β) Είναι φανερή η θεματική διαφοροποίηση μεταξύ συγκρούσεων που αφορούν μείζονα περιβαλλοντικά/ κοινωνικά αιτήματα, για τις οποίες είναι έντονη η μαζική κινητοποίηση φορέων και δρώντων (π.χ. διαχείριση απορριμμάτων, ρύπανση κλπ.) και άλλων λιγότερο γενικευμένης εμβέλειας, χωρίς ευρύτερη απήχηση, που δεν γνωρίζουν καθολική αποδοχή (π.χ. οδοποιία, κατασκευή εμπορικών κέντρων) και γ) Ο χωρικός/ κοινωνικός διαχωρισμός μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Αττικής δεν επαληθεύεται από το πλήθος των συγκρούσεων αλλά από τη θεματολογία, το πλήθος και τον χαρακτήρα των οργανώσεων που ειδικεύονται στην υπεράσπιση του περιβάλλοντος. Ο χώρος της Αττικής είναι ένας από τους πιο συγκρουσιακούς ως προς το πλήθος, θεματολογία, τις μορφές δρώντων και τις στρατηγικές/ συμμαχίες που διαμορφώνονται. Η μελέτη περισσότερων ποσοτικών στοιχείων και ο συνδυασμός ποιοτικών και ποσοτικών θα φέρουν στην επιφάνεια πολλές αλήθειες για το ρόλο των συγκρούσεων και των κινημάτων στη διαμόρφωση της περιβαλλοντικής πολιτικής και διακυβέρνησης στην Αττική και στην Ελλάδα γενικότερα. ΟρΕστης ΚολοκοΥρης Το άρθρο αυτο αντλεί από υλικό που προκύπτει από διδακτορική έρευνα στα πλαίσια της θεματικής μακροσκοπικής ανάλυσης των συγκρούσεων (υπό τον συντονισμό του AgropariThech του INRA Παρισιού -Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικών Ερευνών) και έρευνα των Ο. Κολοκούρη, Σ. Νικολαϊδου, Θ. Ανθοπούλου (επιστ. υπευθ.) διενεργήθηκε με την υποστήριξη του ΚΕΚΜΟΚΟΠ και του Πράσινου Ινστιτούτου.

1 Πολύχρoνη κοινωνική κινητοποίηση, από τις πρώτες του οικολογικού κινήματος, ενάντια στην εγκατάσταση στρατοπέδου σε αγροτική περιοχή. 2 Κινητοποίηση ενάντια στην εγκατάσταση πυρη-


O

17

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

aλsos Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

Σε απόσταση μόλις επτά χιλιομέτρων από το κέντρο της Αθήνας, ένας πνεύμονας πρασίνου, ένας λόφος με δασικό χαρακτήρα, ένας ελεύθερος δημόσιος κοινόχρηστος χώρος, απλώνεται και κυριαρχεί μέσα στον αστικό ιστό: το Άλσος της Φιλαδέλφειας. Μια οριοθετημένη έκταση 423 στρεμμάτων, με δασική βλάστηση, που αποτελεί το 15% της έκτασης της πόλης, ένας σημαντικός πνεύμονας πρασίνου για το λεκανοπέδιο της Αττικής. Μια πράσινη κηλίδα, στο κέντρο μιας τσιμεντούπολης, της Αθήνας, όπου σε κάθε κάτοικο αντιστοιχούν 0,96m2 πρασίνου, τη στιγμή που σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (OECD Factbook 2014) θα έπρεπε να αντιστοιχούν 9m 2 πρασίνου ανά κάτοικο! Την ευεργετική επίδραση του Άλσους στο μικροκλίμα της γύρω περιοχής, μπορεί να την αντιληφθεί οποιοσδήποτε, απλά και μόνο διασχίζοντας τη Λ. Δεκελείας, όπου αισθάνεται τη μεταβολή θερμοκρασίας όσο κινείται παράλληλα σε αυτό. Τα δένδρα λειτουργούν ως φίλτρο για τους ατμοσφαιρικούς ρύπους, καθώς επιφάνεια φυλλώματος 25m 2 μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μιας ημέρας σε οξυγόνο για έναν άνθρωπο. Οι ρίζες των δένδρων συγκρατούν τα εδάφη και οι αδόμητες επιφάνειες δίνουν την ευκαιρία στο νερό της βροχής να εμπλουτίσει τον υδροφόρο ορίζοντα. Σημαντική είναι η συμβολή του Άλσους στην προστασία της βιοποικιλότητας. Δεκαοχτούρες, περιστέρια, καρακάξες, σπουργίτια, κοτσύφια ακόμα και παπαγαλάκια συναντάμε μέσα σε αυτό. Οι χελώνες, οι σαύρες, τα τρωκτικά και οι νυκτερίδες έρχονται να συμπληρώσουν την πανίδα του Άλσους. Με το που περάσει κανείς μέσα από τις πετρόκτιστες πύλες του, γρήγορα αντιλαμβάνεται πως ο θόρυβος και η βοή από τους γύρω δρόμους μειώνεται και σε πολλά σημεία σβήνει τελείως. Το Άλσος Νέας Φιλαδέλφειας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης και τις μνήμες των κατοίκων της. Είναι σημείο αναφοράς για όλες τις γενιές τόσο

των φιλαδελφιωτών όσο και των κατοίκων των γύρω περιοχών. Η ιστορία του ξεκινά το 1914, όταν φυτεύεται το πρώτο πεύκο. Το 1934, η περιοχή του Άλσους, κηρύσσεται αναδασωτέα. Το 1939 δεντροφυτεύονται 480 στρέμματα. Στα χρόνια της ιταλογερμανικής Κατοχής (1941-1944), το μεγαλύτερο μέρος του Άλσους ξυλεύτηκε από τους κατοίκους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε θέρμανση. Στη μακριά ιστορία του Άλσους, δεν ήταν λίγες οι φορές που ασκήθηκαν πιέσεις για αλλαγή χρήσης τμήματος του Άλσους. Το 1956 το Ταμείο του Εθνικού Στόλου, ζητά να του παραχωρηθούν 28 στρ. από το Άλσος προκειμένου να κτίσει πολυκατοικίες για τα μέλη του. Το 1960 το Αρχηγείο Αστυνομίας Πόλεων, ζητά να του παραχωρηθούν δύο στρ. από το Άλσος. Και στις δύο περιπτώσεις τα αιτήματα απορρίπτονται από το Δημοτικό συμβούλιο της εποχής κάτω από την πίεση των κατοίκων. Το Φλεβάρη του 1956 εγκρίνεται η κατασκευή της λίμνης, η οποία ολοκληρώνεται μια δεκαετία αργότερα. Την ίδια χρονιά παραχωρείται στην ΕΜΥ 1,5 στρέμμα και γίνεται η εγκατάσταση του μετεωρολογικού σταθμού. Το 1960 ιδρύεται ο θερινός κινηματογράφος του Άλσους. Στις 25 Μαΐου 1986 έγιναν τα εγκαίνια του ζωολογικού κήπου που λειτούργησε μέχρι το 1995. Τα τελευταία, κυρίως χρόνια της λειτουργίας του, οι συνθήκες διαβίωσης των ζώων σε αιχμαλωσία ήταν άθλιες. Οι φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους δεν έγιναν βάσει κάποιας μελέτης αλλά αποσπασματικά και χωρίς σχεδιασμό. Η δασική βλάστηση, αποτελείται κυρίως από τραχεία πεύκη, κυπαρίσσι, ευκάλυπτο, με λιγότερο κοινή παρουσία της χαλεπίου πεύκης, της χαρουπιάς και της κουκουναριάς. Το 2009, συντάσσεται για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη μελέτη προστασίας - διαχείρισης – ανάπλασης του Άλσους, η οποία εγκρίθηκε από τη Δ/νση Δασών Αθηνών. Η μελέτη αποτελεί εργαλείο, με το οποίο ο Δήμος θα πρέπει να προχωρήσει στην προστασία-διαχείριση και ανάπλασή του. Στα χρόνια που μεσολαβούν έως σήμερα, το Άλσος, αρχίζει να έχει μια εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης, αφενός ως άμεση συνέπεια της οικονομικής κρίσης, αφετέρου ως

αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών των μέχρι τώρα διοικήσεων του Δήμου.

Κάτι αρχίζει να αλλάζει στο Άλσος Την Κυριακή 19 Οκτώβρη 2014, η νέα δημοτική αρχή του Δήμου, με σύνθημα «ΑΛSOS, ΦΡΟΝΤΙΖΩ ΤΟ ΑΛΣΟΣ, ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ» κάλεσε φορείς, σχολεία, συλλο-

γικότητες, συλλόγους και συλλογικές κουζίνες σε μια πρώτη περιβαλλοντική δράση στο Άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας, σε μια μέρα γιορτής, παιχνιδιού και συμμετοχικής δράσης. Το Άλσος ζωντάνεψε, γέμισε χρώματα από τους εικαστικούς πειραματισμούς των παιδιών, γέμισε μουσικές από τους Εncardia και το ΚΕΘΕΑ Παρέμβαση. Οι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στον καθαρισμό του Άλσους, κλαδεύτηκαν ξερά κλαδιά, σκουπίστηκε ο κεντρικός διάδρομος, βάφτηκε ο μύλος και αλλάχτηκαν τα πανιά του. Κατασκευάστηκαν φωλιές πουλιών και τοποθετήθηκαν πάνω σε δένδρα. Τα παιδιά ζωγράφισαν και έκαναν κατασκευές από πηλό, χρησιμοποιώντας υλικά από το ΄Αλσος. Το δάσος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση παιδιών και νέων. Μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ζωντανό σχολείο, όπου τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη φύση, αντλούν πληροφορίες από το περιβάλλον, χρησιμοποιώντας όλες τους τις αισθήσεις. Έχουν το δικαίωμα να

μπορούν να εκφραστούν δημιουργικά μέσα σε έναν ελεύθερο κοινόχρηστο χώρο πρασίνου και οι μεγαλύτεροι έχουμε την υποχρέωση να τους το εξασφαλίσουμε. Πολλοί μελετητές έχουν κάνει έρευνες που αποδεικνύουν τη θετική επίδραση του πρασίνου στην ψυχική υγεία του ατόμου. Αυτό που πραγματικά συνέβη στις 19 Οκτώβρη, είναι πως επανοικειοποιηθήκαμε τον ελεύθερο χώρο πρασίνου ο οποίος δικαιωματικά μας ανήκει. Οι πολίτες επανακατέλαβαν τον κοινόχρηστο χώρο πρασίνου, έδειξαν πως αυτός μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο συνάντησης, συλογικής δράσης και ζύμωσης ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες. Οι ελεύθεροι χώροι και οι χώροι πρασίνου είναι πολύτιμα κοινωνικά αγαθά για τον σημερινό πολίτη αλλά και για τις επόμενες γενιές, για το λόγο αυτό πρέπει να τους διαφυλάξουμε αλώβητους και ακέραιους. Σε μια εποχή που επικρατούν τα ιδανικά της αγοράς και της εμπορευματοποίησης κάθε τομέα της ζωής, σε μια εποχή που τα μέχρι χθες κοινά αγαθά, γίνονται αντικείμενο κερδοφορίας, η συμμετοχή όλων μας στην διεκδίκηση του δικαιώματος στην ποιότητα ζωής είναι πολύ σημαντική. Το Άλσος της Φιλαδέλφειας άνοιξε τις πύλες του: συναντιόμαστε, συμμετέχουμε, ανακαταλάμβάνουμε τον ελεύθερο δημόσιο κοινόχρηστο χώρο, υπερασπιζόμαστε αυτό που μας ανήκει! ΑγγελικΗ ΓκοντΟρα Γεωπόνος


O

18

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΤΣΗΣ πάρκο καταπάτησης, αυθαιρεσίας και διαφθοράς; Η αντίληψή μας για το φυσικό τοπίο είναι συνήθως συνυφασμένη με την άποψη ότι αποτελεί τμήμα-μέρος του χώρου που δραστηριοποιούμαστε. Όμως η ίδια η γεωγραφική εγκατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται από το φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον ορίζει τελικά τον χώρο που θα δραστηριοποιηθεί ο άνθρωπος από τους αρχαίους χρόνους. Είναι κοινά αποδεκτό πλέον ότι υπάρχει μια έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ περιβάλλοντος και κοινωνίας. Η διάρθρωση της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και η πολιτική οργάνωση και οι θεσμοί που διέπουν την κοινωνία, επηρεάζουν καταλυτικά το χώρο γύρω μας και ιδιαίτερα τον δημόσιο. H περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης, από το μακρινό παρελθόν αποτελούσε καταφύγιο για ανθρώπους και ζώα. Σε εργασίες δημιουργίας καταφυγίου από τις κατοχικές δυνάμεις (1944), στον Πύργο Βασιλίσσης, βρέθηκαν διάφορα απολιθώματα πικερμικής περιόδου (12.000.000 ετών περίπου) ιππαρίων, γαζελών, προβοσκιδωτών, ρινόκερων και καμηλοπαρδάλεων που μαρτυρούν την ύπαρξη στέπας. Βρέθηκε επίσης μια σιαγόνα ανθρωποειδούς (Graecopithecus freybergi) ηλικίας 7-8 εκατομμυρίων ετών της οποίας η αξία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υπάρχουν ελάχιστα ευρήματα στην Ευρώπη που να αποδεικνύουν την ύπαρξη «παλαιοανθρώπων». Στην αρχαία Ελλάδα, στην ίδια περιοχή υπήρχε ναός του Απόλλωνα που περιβαλλόταν από ιερό Άλσος. Εκεί βρέθηκαν και δυο επιγραφές (του 4ου π.χ. αι. περίπου), που προτρέπουν τους πολίτες να σέβονται το άλσος και συγκεκριμένα: «να μην κόβουν κλαδιά, να μην ξεριζώνουν δέντρα και να μην φτιάχνουν κάρβουνα στο δάσος» και καταγράφονταν συγκεκριμένες ποινές για όποιον παρέβαινε τις άνω οδηγίες. Στους νεότερους χρόνους η Αμαλία σε επίσκεψή της στο χώρο, εντυπωσιάζεται από το κάλλος της περιοχής και δημιουργεί ένα ενιαίο κτήμα. Το 1854 εγκαινιάζε-

ται ο Πύργος και το πρότυπο κτηνοτροφικό και γεωργικό κέντρο που καταλαμβάνει τότε περίπου 2.500 στρέμματα. Στο κτήμα εφαρμόζονται πρωτοπόρες τεχνολογίες και ο σχεδιασμός των κήπων γίνεται από τους γεωπόνους του Εθνικού Κήπου (Φρειδερίκος Σμιθ και Μπαρώ). Έπειτα από την έξωση του Όθωνα από την Ελλάδα, η Β’ Εθνοσυνέλευση το 1863 κηρύσσει την έκταση κρατική και τη θέτει υπ’ ευθύνη του Υπουργείου Οικονομικών. Στη σύγχρονη εποχή φέρεται να έχει ιδιοκτησία στο χώρο η οικογένεια Σερπιέρη και η Αγροτική εταιρεία «Πύργος Βασιλίσσης Α.Ε.». Μεγάλο μέρος της περιοχής του Πύργου Βασιλίσσης μένει στο δημόσιο εγκαταλελειμμένη και χρησιμοποιείται από την πολιτεία κυρίως ως «Τράπεζα γης». Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί χώρο αναψυχής και απόλαυσης της φύσης από πολίτες και αποτελεί βασικό προορισμό εκδρομών, όπου σχολεία, Γυμνάσια και Λύκεια της Δυτικής Αττικής (οι οποίοι έχουν ιδιαίτερα προβλήματα υποβάθμισης και έλλειμμα σε χώρους πρασίνου), επισκέπτονται και τον απολαμβάνουν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 το δημόσιο ξεκινά παραχωρήσεις εκτάσεων σε μεγάλο αριθμό οργανισμών και ιδρυμάτων (Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, Μαθητική εστία, ίδρυμα Μητέρα, ίδρυμα Θεοτόκος, Εργατική Εστία κ.α.). Δημιουργήθηκαν έργα κοινωφελών σκοπών (σχολεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί) αλλά ακολούθησαν και χρήσεις μεγάλων εκτάσεων χωρίς νόμιμα παραχωρητήρια, από εκκλησία, προσκόπους και αθλητικούς συλλόγους, ενώ στην περίμετρό του έχουν αναπτυχθεί από πάρκινγκ απορριμματοφόρων των όμορων δήμων έως πάρκινγκ γηπέδων, φυτώρια κ.λπ.), και έτσι τέθηκαν τα θεμέλια της αυθαιρεσίας και κατακερματισμού του χώρου που παρατηρούνται έως σήμερα. Το 1987 ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Αντώνης Τρίτσης δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον και αποφασίζει την εκπόνηση μελέτης ενιαίου χαρακτήρα του κτήματος του Πύργου Βασιλίσσης. Το 1992 ο χώρος παραχωρείται στον Οργανισμό Ρυθμιστικού Αθήνας και

αρχίζει η προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης του χώρου σε υπερτοπικό Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης. Το 2001 η έκταση παραχωρείται στον ΑΣΔΑ με σκοπό τη φύλαξη και προστασία του χώρου. Το 2003 η έκταση παραχωρείται στον Οργανισμό Διοίκησης και Διαχείρισης Πάρκου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης Αντώνη Τρίτση για την πραγματοποίηση σκοπών περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης. Τα βασικά έργα διαμόρφωσης περιλάμβαναν την δημιουργία τεχνικών λιμνών, χάραξη οδών περιπάτου, ενίσχυση του πρασίνου, ανάδειξη των ιστορικών βασιλικών κτιρίων κ.λπ. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1996 και η έκταση ονομάστηκε Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης, προς τιμήν του πολιτικού που διέσωσε το χώρο από την εγκατάλειψη και αναγνώρισε την ανάγκη προστασίας των ελευθέρων δημόσιων χώρων αλλά και της ανάδειξής τους ως κοιτίδες δημιουργίας περιβαλλοντικής συνείδησης και επαφής με τη φύση. Το κόστος της ανάπλασης ήταν περίπου 8.500.000 ευρώ και έγινε με κοινοτική χρηματοδότηση, η οποία διακόπηκε εσπευσμένα, καθώς σε ελέγχους της Ευρωπαϊκής κοινότητας παρουσιάστηκαν «ελλείψεις παραστατικών». Λόγω των παραπάνω διακόπτεται η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το ελληνικό δημόσιο αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει την αποπεράτωση του έργου. Στην περίοδο αυτή την ανάπλαση διαχειρίστηκαν φορείς του Δημοσίου και ο ΑΣΔΑ. Τη διαχείριση του Πάρκου αναλαμβάνει, από το 2002, (κάτω από την εποπτεία του ΥΠΕΚΑ) φορέας, όπου την πλειοψηφία στο εννεαμελές όργανό του έχουν η τοπική αυτοδιοίκηση, (οι 3 τότε δήμαρχοι των όμορων δήμων, ο ΑΣΔΑ, η νομαρχία, ο Ο.Ρ.Σ.Α, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, περιβαλλοντική οργάνωση, εκπ. ΥΠΕΧΩΔΕ). Αυτή η περίοδος και ιδιαίτερα μέχρι το 2008, σημαδεύεται από αναφορές για αδιαφάνεια στη διαχείριση κονδυλίων για έλλειψη δικαιολογητικών δαπανών, κακοδιαχείριση και

χρήση του πάρκου από τους δήμους για μικροπολιτικούς και ψηφοθηρικούς σκοπούς, αδιαφορία για καταπατήσεις, κατατμήσεις του χώρου και παράνομες περιφράξεις, ενώ διατάσσεται διαχειριστικός και οικονομικός έλεγχος (ακόμα σε εξέλιξη παρά τις πιέσεις τοπικών παρατάξεων). Ο αρχικός σχεδιασμός για το Πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης ήταν να αποτελέσει ένα ζωντανό παράδειγμα βιωματικής επιμόρφωσης και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ωστόσο ακόμα δεν έχει υπάρξει ομάδα ή έστω ένας εργαζόμενος στο χώρο που να ασχολείταιειδικεύεται με την οργάνωση, υποστήριξη, το σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων για τους χρήστες του πάρκου. Δεκαοκτώ χρόνια έπειτα, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που κυρίως πραγματοποιούνται εκεί σήμερα είναι από ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο χώρο, με εισιτήριο. Αντίθετα ξεφυτρώνουν με ταχύ ρυθμό καφετέριες, πάγκοι πώλησης μικροαντικειμένων, τροφίμων, φυτών αλλά και αυτοσχέδια «λούνα πάρκ» επικίνδυνα και χαμηλού κόστους κατασκευής, με καλώδια παροχής ρεύματος που θάβονται πρόχειρα κάτω από τα μηχανήματα από μοκέτες και χαλίκια, ενοικιάσεις τετραθέσιων ποδηλάτων και μηχανοκίνητων, χωρίς καμία πρόβλεψη ασφαλείας, χωρίς ηλεκτρολογικές μελέτες κ.α.. Διοικητικά, η έκταση του πάρκου ανήκει στο Δήμο Ιλίου, ο οποίος έως σήμερα από όσο μας έχει γίνει γνωστό, δεν έχει εκδώσει άδεια λειτουργίας για καμία από τις εμπορικές χρήσεις που υπάρχουν, αν και κάποιες δραστηριοποιούνται εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Παράλληλα όμως κανένας δεν έχει προβεί σε άλλα δραστικότερα μέτρα για την απομάκρυνση ή διακοπή των δραστηριοτήτων αυτών. Αν και οι σύγχρονες προσεγγίσεις για το σχεδιασμό των ανοικτών δημόσιων χώρων προϋποθέτουν τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, μέχρι σήμερα ποτέ δεν υπήρξε πρόσκληση για διαβούλευση από την πολιτεία στη διαδικασία οργάνωσης και σχεδι-


O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

ασμού του χώρου, η οποία αποφασίζεται συνήθως από δημόσιες υπηρεσίες με υποκίνηση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης των όμορων δήμων. Οι κάτοικοι επιμένουν να προσπαθούν να επηρεάσουν το σχεδιασμό και να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων για το χώρο μέσω επιτροπών, ανοικτών συνελεύσεων, παρεμβάσεων στα δημοτικά συμβούλια των δήμων, παρουσία στις συνεδριάσεις του φορέα διαχείρισης του Πάρκου Τρίτση, με μαζικές κινητοποιήσεις αλλά και θεσμικά μέσω εγγράφων καταγγελιών σε δημόσιες υπηρεσίες και αρχές όπου απαιτείται. Από τη δεκαετία του ’80 με τις παρεμβάσεις και κινητοποιήσεις τους απέτρεψαν οικοπεδοποίηση και ανέγερση δημοσίων κτιρίων (ΟΑΕΔ, ΕΛΟΤ), και μπλοκάρισαν επιπλέον εμπορικές χρήσεις που δημοπρατήθηκαν. Δημιούργησαν στο χώρο ένα πυρήνα αυθόρμητης δημόσιας διαβούλευσης και συλλογικής έκφρασης για την αξία των ελεύθερων δημόσιων ανοικτών χώρων αλλά και γενικότερα το Πάρκο Α. Τρίτσης αποτελεί πλέον, χώρος έκφρασης όχι μόνο κατοίκων της Αττικής αλλά και κοινωνικής ενσωμάτωσης, προσφύγων, οικονομικών μεταναστών κ.α.. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα Σαββατοκύριακα και ιδιαίτερα από άνοιξη έως Σεπτέμβριο που είναι η ανώτατη περίοδος επισκεψιμότητας του πάρκου, έχουν καταμετρηθεί 14.000-15.000 επισκέπτες ημερησίως, ενώ σε αργίες όπως την Καθαρή Δευτέρα οι επισκέπτες είναι περίπου 40.000 και προσέρχονται από όλη την Αττική, γεγονός που αποδεικνύει τον υπερτοπικό χαρακτήρα του Πάρκου. Στις 17/9/2014 οι κάτοικοι για ακόμα μια φορά ενημερώθηκαν, σαν να μην τους αφορά ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου, σαν να αποτελεί αυτός μια εντελώς ιδιωτική και εμπορική υπόθεση, ότι το Πάρκο παραχωρήθηκε στον Αναπτυξιακό Σύνδεσμο Δυτικής Αττικής με fast track νομοθετική μεταρρύθμιση. Να σημειωθεί ότι δεν είχε προηγηθεί ως θέμα συζήτησης στα δημοτικά συμβούλια των δήμων της Δυτικής Αττικής. Στην τροπολογία δεν αναφέρεται συγκεκριμένη κρατική χρηματοδότηση όπως αυτή αναφερόταν στα προηγούμενα προεδρικά διατάγματα, αντίθετα, ο ΑΣΔΑ αποκτά κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Μητροπολιτικού φορέα (στο Παρκο Τρίτση περίπου 940 στρέμματα), αλλά και το δικαίωμα να συνάπτει συμφωνίες με αντικείμενο την εκμετάλλευση, αξιοποίηση ή διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων. Η επέκταση των εμπορικών χρήσεων και των χρήσεων τέτοιου είδους αναψυχής σαφώς αλλοιώνει τους σκοπούς ίδρυσης του Πάρκου.

Τελικά υπάρχει δημόσιος χώρος ή μήπως δημόσιος ορίζεται πλέον ο χώρος ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει ως κάτι άλλο, ως τράπεζα γης ή να μπορεί να αποφέρει μόνο υλικά κέρδη; Μήπως η ύπαρξή των δημόσιων χώρων εξαρτάται αποκλειστικά από το αν «μπορούν να βγάλουν λεφτά», από την ανταλλακτική αξία τους; Έμμεσα ή άμεσα η επίσκεψη σε πάρκα και πλατείες όπου τα τραπεζοκαθίσματα καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των ελευθέρων χώρων και εκδιώκουν όσους δεν μπορούν να καταβάλλουν ένα «εισιτήριο χρήσης», αλλοιώνουν και τελικά ακυρώνουν την έννοια του δημόσιου χώρου και της αξίας του ως τέτοιου. Το σημαντικότερο όμως είναι η εγκαθίδρυση μιας κουλτούρας που απαξιώνει συνολικά τη φύση. Παρόλο που η νομοθεσία προστατεύει τα πάρκα και τα άλση και αποτρέπει την αλλαγή του χαρακτήρα τους, η πρακτική και η πολιτική που εφαρμόζεται είναι αυτή της εμπορευματοποίησης σε κάθε επίπεδο και με οποιοδήποτε κόστος. ΧρυσοΥλα ΡουσΑκη Μέλος της ανοικτής συνέλευσης κατοίκων για τη σωτηρία του Πάρκου Τρίτση

19

ΑΠΕ και ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Η αποθήκευση της ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες, έστω σε περιορισμένο βαθμό, κυρίως με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης. Τέτοιους είδους εφαρμογές κρίθηκαν συμφέρουσες για την αντιμετώπιση της μεταβλητότητας του φορτίου, λόγω της έλλειψης ευελιξίας πολ- Εικ. 1 Κόστος οικιακής κιλοβατώρας στις χώρες της ΕΕ λών μεγάλων θερμικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (π.χ. με καύ- ανάπτυξη των ΑΠΕ, είναι προφανές ότι ο μεσιμο λιγνίτη στην Ελλάδα). Οι πρόσφατες εξε- γάλος χαμένος από τέτοιες εξελίξεις θα είναι λίξεις στην τεχνολογία της αποθήκευσης (π.χ. οι μεγάλες θερμικές μονάδες. Πρέπει να σημειμπαταρίες διαφόρων ειδών, ανάλογα με την ωθεί όμως, ότι η αποθήκευση της ηλεκτρικής εφαρμογή) είναι σημαντικές και επιτρέπουν ενέργειας είναι μόνο ένας από τους διάφορους πια και άλλες εφαρμογές στα δίκτυα ηλεκτρικής τρόπους για αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ ενέργειας πλην της αντλησιοταμίευσης. Για πα- [3]. Για παράδειγμα: ράδειγμα, μία νέα εφαρμογή αποθήκευσης της • Η απλή ιδέα ότι το φυσικό αέριο πριν χρηηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόζεται σε μικρές σιμοποιηθεί σε κάποιο σταθμό ηλεκτροπαεγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών. Στη Γερμανία ραγωγής προσφέρει παρόμοια οφέλη με την είναι εγκατεστημένα πάνω από 4000 οικιακά αποθήκευση είναι, εν πολλοίς, έγκυρη εφόσυστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες, ως αποσον οι σταθμοί με φυσικό αέριο είναι αρκετά τέλεσμα ενός εθνικού προγράμματος επιδότησης ευέλικτοι. που προσφέρει δάνεια για την εγκατάσταση συ- • Μια άλλη τάση είναι η χρησιμοποίηση εμβοστημάτων αποθήκευσης μαζί με φωτοβολταϊκά. λοφόρων «μικρών» μηχανών εσωτερικής καύΤα συστήματα αυτά παραμένουν συνδεδεμένα σης (<10 MW) σε περιοχές με μεγάλη αιολική στο δίκτυο, όμως οι μπαταρίες επιτρέπουν την διείσδυση (π.χ. στο Τέξας των ΗΠΑ). Έχουν αποθήκευση μέρους της παραγωγής των φωτομεν υψηλό λειτουργικό κόστος σε σχέση με βολταϊκών, ώστε να καταναλωθεί το βράδυ που άλλες εναλλακτικές, χρησιμοποιούνται όμως το οικιακό ηλεκτρικό φορτίο είναι σημαντικό. μόνο περιστασιακά και έχουν χαμηλό κόστος Προφανώς, σε μεγάλη κλίμακα αυτή η εφαρμογή έγκατάστασης. μπορεί να περιορίσει σημαντικά το φαινόμενο • Επίσης υπάρχει και η τάση για διαχείριση της της γρήγορης αύξησης της ζήτησης τις πρώτες ζήτησης, η οποία υλοποιείται ήδη από αρκεβραδινές ώρες, όταν η φωτοβολταϊκή παραγωγή τούς διαχειριστές δικτύων για τη διαχείριση σταδιακά μηδενίζεται και το δίκτυο ηλεκτρικής της μεταβλητότητας κυρίως στις μικρότερες ενέργειας καλείται να αντιμετωπίσει τη βραδινή χρονικές κλίμακες. αιχμή της κατανάλωσης. Συμπερασματικά, η ένταξη της αιολικής και Πέρα από τις επιδοτήσεις, αυτού του είδους της ηλιακής ενέργειας απαιτεί μεγαλύτερη ευετα συστήματα έχουν οικονομικό ενδιαφέρον λιξία από το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, προγια τον μικροπαραγωγό εφόσον το κόστος της κειμένου αυτό να διαχειριστεί την (συνδυασμέφωτοβολταϊκής κιλοβατώρας είναι μικρότερο νη) αβεβαιότητα και τη μεταβλητότητα αυτών του κόστους της κιλοβατώρας από το δίκτυο των μορφών ΑΠΕ. Αυτή η τάση δεν σημαίνει (όπως συμβαίνει τώρα στη Γερμανία όπου η ότι οι ΑΠΕ απαιτούν οπωσδήποτε αποθήκευση, τιμή με την οποία πωλείται η φωτοβολταϊκή η οποία είναι χρήσιμο να γίνεται αντιληπτή ως κιλοβατώρα στο δίκτυο είναι κατά σχεδόν 1/3 ένας ξεχωριστός ευέλικτος πόρος του δικτύου χαμηλότερη από την τυπική τιμή της οικιακής που μπορεί να επιτρέψει στους άλλους πόρους κιλοβατώρας). Με αυτούς τους όρους, μία κα- να προσφέρουν στο δίκτυο με άλλους τρόπους, τοικία με φωτοβολταϊκά έχει συμφέρον να κα- ανάλογα με τα οικονομικά κάθε περίπτωσης. ταναλώνει η ίδια όσο μπορεί περισσότερο από ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΡΑΚΗΣ την παραγωγή της και όχι να την εξάγει στο Μηχανικός Συστημάτων Ηλεκτρικής Ενέργειας δίκτυο. Βέβαια τα επίπεδα τιμών της κιλοβα[1] “Energy Storage (Power to the People)”, HSBC, τώρας στη Γερμανία είναι υψηλότερα σε σχέση Σεπ. 2014 με την Ελλάδα και πολλές άλλες χώρες της ΕΕ, [2] “Global Utilities, Autos & Chemicals: Will solar, batteries and electric cars re-shape the electricity όπως φαίνεται στην Εικ. 1. system?”, UBS, Αυγ. 2014 Εκτεταμένη ανάπτυξη και εφαρμογή των με[3] “Look before you leap: The role of energy storage θόδων αποθήκευσης θα αλλάξει σημαντικά το in the grid”, IEEE power & energy magazine, Ιουλ./ δίκτυο όπως το ξέρουμε. Σε συνδυασμό με την Αυγ. 2012


20 σύντομο σχόλιο

O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

στην τελευταία έκθεση του IPCC

Την Κυριακή 2/11 δημοσιοποιήθηκε τελικά η πολυαναμενόμενη 5η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Τα ευρήματα της μελέτης δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά καθώς η κλιματική αλλαγή έχει ήδηαυξήσει κατακόρυφα τον κίνδυνο για σοβαρούς καύσωνες και άλλα ακραία καιρικά φαινόΕικ. 1: Μέση ετήσια μεταβολή παγκόσμιας θερμοκρασίας μενα. Γίνεται μάλιστα προειδοποίηση για ακόμα χειρότερες επιπτώσεις στο μέλλον όπως είναι η μαζική έλλειψη τροφής και οι βίαιες συγκρούσεις. Η έκθεση προειδοποιεί ότι ο κόσμος θα αντιμετωπίσει «σοβαρές, διάχυτες και μη αναστρέψιμες» συνέπειες από την υπερθέρμανση του πλανήτη, εάν δεν ληφθούν μέτρα για να μειωθούν τα επίπεδα ρεκόρ του διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου. Είναι γνωστό από τις προηγούμενες μελέτες ότι η επιλογή των λέξεων για να περιγραφεί

το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής γίνεται πολύ προσεκτικά και αποτελεί σημείο σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ των επιστημόνων και των κυβερνήσεων. Επομένως είναι πολύ σημαντικό που αναγνωρίζεται στην 5η έκθεση ο βαθμός που η κλιματική αλλαγή έχει ήδη επηρεά- Εικ. 2: Μεταβολή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (η αύξηση τη δεκασει αρνητικά τη ζωή στον ετία 2000-2010 είναι μεγαλύτερη από ότι τις προηγούμενες 3 δεκαετίες πλανήτη και οι επιπτώσεις αθροιστικά) στο άμεσο μέλλον περιγράφονται με τους πιο δραματικούς τόνους που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ σε αντίστοιχη έκθεση. Από την άλλη, είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο παρουσίασε τα ευρήματα της έκθεσης ο γ.γ. του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν: «η απραξία θα είναι δαπανηρή», ενώ κάλεσε τους διαχειριστές των ταμείων να «να μειώσουν τις επενδύσεις στην οικονομία των ορυκτών καυσίμων και να τις μεταφέρουν προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».

το φυσικό κεφάλαιο ΩΣ ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Οι πρόσφατες πλημμύρες στην Αττική αναδεικνύουν ότι ακόμα και σε μια μεγαλούπολη όπως η Αθήνα, η καθημερινότητα εξαρτάται από τη φύση και τις παροχές που μας προσφέρει. Τα αντιπλημμυρικά έργα, όπου έχουν ολοκληρωθεί έγκαιρα και συντηρηθεί σωστά, δεν ήταν αρκετά για να συγκρατήσουν την ορμή των νερών. Έχουμε μπαζώσει, χτίσει και καταστρέψει τα δάση, τα ρέματα και ποτάμια της Αττικής που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν, να απορροφήσουν ή να διοχετεύσουν τα νερά. Εάν αποκαταστήσουμε τις φυσικές εκτάσεις, τότε θα έχουμε φυσική υποδομή, η οποία μαζί με την τεχνητή, μπορούν να παρέχουν ολοκληρωμένη αντιπλημμυρική προστασία. Το παράδειγμα της αντιπλημμυρικής προστασίας είναι ένας πρακτικός τρόπος για να αντιληφθούμε ότι η φύση αποτελεί θεμέλιο της οικονομίας. Η παγιωμένη οικονομική επιστήμη αναγνωρίζει ως βασικούς παράγοντες της λειτουργίας της οικονομίας το οικονομικό κεφάλαιο, τους ανθρώπινους και τους φυσικούς πόρους. Οι «φυσικοί πόροι» είναι οι πρώτες ύλες και η γη που απαιτούνται για την παραγωγική διαδικασία. Δεν περιλαμβάνουν το φυσικό κεφάλαιο, δηλαδή τη φύση, τη βιοποικιλότητα, τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρέχουν. Ίσως μας είναι κατανοητό ότι η τροφή, η στέγη, τα φάρμακα μας προέρχονται από τη φύση. Όμως η σχέση οικονομίας και φύσης δεν περιορίζεται στις προμηθευτικές

της υπηρεσίες. Η συμβολή του κλάδου της μελισσοκομίας στην οικονομία, για παράδειγμα, δεν σταματάει στην προμήθεια του μελιού. Ο κλάδος προσφέρει όφελος στην Ελλάδα 15πλάσιο από τη συνολική αξία των προϊόντων της μελισσοκομίας. Οι μέλισσες με την επικονίαση συμβάλουν στη γεωργική παραγωγή. Περισσότερες από 150 καλλιέργειες στην Ευρώπη εξαρτώνται για την παραγωγή τους από τα έντομα! Η αξία όμως που παρέχουν τα έντομα για να έχουμε τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν είναι αναγνωρισμένη. Το φυσικό κεφάλαιο είναι οικονομικά «αόρατο». Οι υπηρεσίες που μας προσφέρει δεν εμπίπτουν σε συγκεκριμένη δομή αγοράς και άρα η προσφορά και η ζήτηση τους δεν μπορούν να εξισορροπηθούν από κάποιο μηχανισμό τιμών. Δεν είναι απαραίτητο ούτε και θεμιτό να προσδώσουμε μια τιμή σε όλα. Η περίπτωση με τις πλημμύρες καταδεικνύει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί τρόπο για να εκτιμήσουμε την αξία της φύσης. Ωστόσο, έχουν αναπτυχθεί διάφορες μέθοδοι εκτίμησης της «ατιμολόγητης» αξίας του φυσικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα, η αξία των επικονιαστών στην Ευρώπη υπολογίζεται σε περίπου 22δις ευρώ ετησίως. Αντίστοιχα μπορούμε να εκτιμήσουμε το κόστος της απώλειας των ρυθμιστικών υπηρεσιών της φύσης. Ο ασφαλιστικός κλάδος το κάνει ήδη: Καταγράφει φυσικές καταστρο-

φές και το ύψος των ζημιών. Τα δεδομένα φανερώνουν αύξηση στα συμβάντα φυσικών καταστροφών όπως πλημμύρες και αύξηση στο κόστος των ζημιών. Μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες αντασφαλίσεων στον κόσμο, η Μunich Re, εκτιμά ότι εάν οι φυσικές καταστροφές συνεχιστούν με ρυθμό ίσο με εκείνον που σημειώθηκε κατά το 2ο μισό του 20ου αιώνα, το 2060 το κόστος των ζημιών θα υπερβεί σε ύψος το σύνολο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Δεν χρειάζεται να σταθεί κανείς στα ακριβή νούμερα, αρκεί να αντιληφθούμε ότι η απώλεια του φυσικού περιβάλλοντος έχει οικονομικό κόστος και κοινωνικό αντίκτυπο. Στον αντίποδα της λογικής των αποζημιώσεων είναι η επένδυση στη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου. Η πράξη αυτή είναι συμφέρουσα και έχει πολλά οφέλη.

Αν διατηρήσουμε φυσικές πλημμυρικές εκτάσεις, πέρα από την αντιπλημμυρική προστασία, μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρους αναψυχής αλλά και βιότοπους για διάφορα είδη. Οι απαραίτητες δράσης, άρα, δεν εξαντλούνται στις προστατευόμενες περιοχές, που αποτελούν πολύτιμο θύλακα του φυσικού κεφαλαίου, αλλά αφορούν στη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος στο σύνολο του. Ειδικά η Ελλάδα που σήμερα αναζητεί αναπτυξιακή προοπτική, έχει τη δυνατότητα να να αξιοποιήσει το φυσικό της θησαυροφυλάκιο. Εδώ και κάποιες δεκαετίες, ο κλάδος της δασοπονίας έχει ατονήσει και τεράστιες εκτάσεις παραμένουν χωρίς διαχείριση. Η αειφορική διαχείριση των δασών μπορεί να φέρει έσοδα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, να στηρίξει κοινωνίες, να συνδυαστεί με βιώσιμη κτηνοτροφία και να βοηθήσει την ίδια τη φύση, καθώς θα μειωθούν οι κίνδυνοι (π.χ. πυρκαγιές) αλλά και θα δώσει ζωτικό χώρο σε είδη, όπως τα αρπακτικά πουλιά, που απειλούνται από την πύκνωση των δασών. Η θάλασσα μας αποτελεί έναν άλλον σημαντικό πόλο ανάπτυξης για την χώρα. Μέσα από μεθόδους βιώσιμης αλιείας μπορούν τα αλιεύματα να αποκτήσουν πρόσθετη αξία και να συνεισφέρουν ουσιαστικά στο εισόδημα των αλιέων. Παράλληλα, διατηρώντας υγιή τον αλιευτικό μας πλούτο


O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

Αναμενόμενη δήλωση. Σημειώνει μεν την κρισιμότητα της στιγμής αλλά δεν ξεφεύγει από τη λογική της εμπορευματοποίησης της φύσης. Η πραγματικότητα είναι δυστυχώς σκληρότερη: όπως σωστά επισημαίνει ο Erik Swyngedouw σε άρθρο του (βλ. σελ 22-23) «η αποκάλυψη της κλιματικής αλλαγής δεν αναμένεται. Συμβαίνει ήδη. Και είναι άνιση καθώς αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους πολιτικά ανίσχυρους και τους οικονομικά αδύνατους». Παράλληλα δεν μπορούμε παρά να στοχοποιούμε τις επιλογές εκείνες που υποβαθμίζουν το κοινωνικο-οικολογικό πρόβλημα σε ζήτημα τεχνικής ή οργανωτικής προσαρμογής. Από την μια οι ελίτ που προσπαθούν να μεταφράσουν την καταστροφή σε μια κρίση που απαιτεί «καλή», «συμμετοχική» και «οικολογική» διαχείριση με πλήρη όμως σεβασμό στις επιταγές της αγοράς και από την άλλη το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας που βιώνει τις συνέπειες αυτών των καταστροφικών επιλογών. Η επιλογή πλευράς είναι κρίσιμη! Ο/τ

και θέτοντας σωστούς κανόνες μπορούμε να δώσουμε ώθηση σε νέους τομείς τουρισμού όπως είναι ο καταδυτικός. Αξιοποίηση δεν σημαίνει εκμετάλλευση. Αξιοποίηση σημαίνει κανόνες, όρια αλλά και ευκαιρίες. Σήμερα, πριν είναι αργά, πρέπει να μεριμνήσουμε για τη συστηματική και αποτελεσματική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ειδικά την ορθή λειτουργία του συστήματος προστατευόμενων περιοχών. Να δρομολογήσουμε την χαρτογράφηση των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων και την εκτίμηση της αξίας τους. Η ενσωμάτωση της προστασίας της βιοποικιλότητας σε όλους τους κλάδους της οικονομίας πρέπει να παγιωθεί. Πρέπει να δοθεί έμφαση στην αξιοποίηση διαθέσιμων πόρων και την θέσπιση κινήτρων και μηχανισμών που θα υποστηρίζουν επενδύσεις στο φυσικό κεφάλαιο, περιλαμβανομένων των φυσικών πράσινων υποδομών, την προώθηση οικονομικά και οικολογικά αποδοτικών επιχειρηματικών πρακτικών και καινοτόμων προϊόντων και την ανάδειξη βιώσιμων προτύπων κατανάλωσης και καθημερινότητας. Τελικά, η βιώσιμη αξιοποίηση του φυσικού κεφαλαίου πρέπει να αποτελέσει οριζόντια πολιτική προτεραιότητα, επιχειρηματική πρακτική και καθημερινό μέλημα. Τότε, θα έχουμε βάλει πλώρη για μια ζωντανή οικονομία. ΙΟλη ΧριστοποΥλου PhD, Υπεύθυνη πολιτικής για το φυσικό περιβάλλον, WWF Ελλάς

Το κείμενο είναι προσαρμοσμένο από ομιλία στην ημερίδα του WWF Ελλάς «Ζωντανή ελληνική οικονομία, για το περιβάλλον και τον άνθρωπο», που πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου, σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus.

στροφή 180 μοιρών στην πυρηνική ενέργεια Είναι κοινός τόπος ότι η παραγωγή, διάχυση και ο τρόπος, με τον οποίο μετουσιώνεται η γνώση, ελέγχεται στις μέρες μας από μια πολύ μικρή και εκτυφλωτικά πλούσια ελίτ. Οι προϋποθέσεις που χρειάζεται για να διασφαλίσει την ευημερία της είναι ένα διεφθαρμένο κράτος, πληρωμένα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ένα σύστημα φορολογικών παραδείσων. Αν και η έννοια των λόμπι είναι ευρέως γνωστή, λίγοι καταλαβαίνουν τον τρόπο, με τον οποίο τα λόμπι διαπερνούν και κρατούν σε ομηρεία πολιτικά κόμματα και θεσμούς σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο και ειδικότερα στον τομέα της ενέργειας. Στις 8 Οκτώβρη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε το πράσινο φως ώστε να κατασκευαστούν οι πρώτοι νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες στη Μεγάλη Βρετανία εδώ και είκοσι χρόνια. Με αυτό τον τρόπο στήριξε την επιδότηση της ενεργειακής εταιρείας EDF που θα πραγματοποιήσει επένδυση ύψους 16 δις σε αγγλικές λίρες για την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου Hinkley Point C στην περιοχή Somerset της νοτιο-δυτικής Αγγλίας. Η βασική συμφωνία εξασφαλίζει στην εταιρεία EDF μία εγγυημένη τιμή 92.5 λίρες ανά μεγαβάττ για 35 χρόνια ζωής του πυρηνικού σταθμού. Η τιμή αυτή, αυτή τη στιγμή, είναι διπλάσια από την τρέχουσα και θα επιδοτείται απευθείας από τους λογαριασμόυς ρεύματος των νοικοκυριών. Μια εβδομάδα μετά τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Εθνική Ελεγκτική Υπηρεσία της Μεγάλης Βρετανίας άρχισε να ελέγχει το αμφιλεγόμενο πλαίσιο της επιδότησης. Παράλληλα η Οικονομική Επιτροπή Ελέγχου η οποία ασκεί κοινοβουλευτικό ελέγχο των δημόσιων έξοδων, εξετάζει κατα πόσο το πλάνο για την εγγυημένη τιμή των 92 λιρών για πυρηνική ενέργεια, που όπως προαναφέρθηκε είναι η διπλάσια της υφιστάμενης, αξίζει όντως τα λεφτά του. Σε κοινοβουλευτικό επίπεδο πάλι, οι οικολόγοι ασκούν κριτική στη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι η πυρηνική ενέργεια τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης σε σχέση με την αιολική και ηλιακή. Η αντίδραση των οικολογικών οργανώσεων είναι σφοδρότατη. Η Greenpeace, μετά τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής

Επιτροπής, θέτει ζήτημα δημοψηφίσματος ισχυριζόμενη ότι η κρατική βοήθεια για την κατακευή του εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας παραβιάζει συγκεριμένα το όγδοο άρθρο της Οδηγίας 2009/72/EC όσον αφορά στην ασυμβατότητα με την εσωτερική αγορά. Η Greenpeace επισημαίνει ότι το πρόγραμμα για την κατασκευή του Hinkley Point C αποτυγχάνει με όλους τους οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους. Δύο από τα πιο σημαντικά αποτέλεσματα της κατασκευής του Hinkley Point C είναι πρώτον ότι θα αναγκάσει μία ολόκληρη γενιά καταναλωτών στη Μεγάλη Βρετανία να πληρώνουν μια τρομερά υψηλή τιμή για ενέργεια παραγόμενη από μη φιλική προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο για τα επόμενα 35 χρόνια, και δεύτερον η κατασκευή του αντιδραστήρα συνεπάγεται τη μη επένδυση σε ανανεώσιμες τεχνολογίες καθαρές και φιλικές προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο, το γνωστό και ως φαινόμενο τεχνολογικού κλειδώματος (lock in). Παρόλη τη στήριξη της κυβέρνησης της Μεγάλης Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα τόσο ακριβό και βρώμικο σχέδιο, το θέμα της διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων δεν έχει τεθεί καν σε σοβαρή βάση. Έτσι γίνεται τουλάχιστον εμφανής η για κάποιους άγνωστους λόγους πολιτική στήριξη του κοινοβουλίου της Μεγάλης Βρετανίας στο πυρηνικό λόμπι. Με ποιο τρόπο το Κόμμα των Εργατικών

21 εγκατάλειψε τη δέσμευσή του στις εκλογές του 1997 εναντίον στην πυρηνική ενέργεια; Γιατί η Caroline Flint, στέλεχος του Εργατικού κόμματος, η οποία ασκεί το ρόλο της αντιπολίτευσης για τα ζητήματα του Υπουργείου Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ενώ στο παρελθόν είχε δηλώσει ότι θα στήριζε τυχόν επενδύσεις σε πυρηνική ενέργεια αν στηρίζονταν αποκλειστικά στο ιδιωτικό κεφάλαιο, τώρα στηρίζει την επιδότηση των 16 δις; Η απόφαση για την κατασκευή και την επιδότηση του αντιδραστήρα Hinkley Point C από το ίδιο το δημόσιο καταδεινκύει τη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών του πολιτικού σκηνικού στη Μεγάλη Βρετανία όσον αφορά στον τομέα πυρηνικής ενέργειας. Το ερώτημα παραμένει πώς επιτεύχθηκε αυτή η στροφή. Ο Donnachadh McCarthy οικολόγος, ακτιβιστής και συγγραφέας του βιβλίου «Ένα Εκπορνευμένο Κράτος-Πώς Εξαγοράστηκε η Δημοκρατία της Μεγάλης Βρετανίας» (Prostitute State - How Britain’s Democracy Was Bought), δίνει μια απλή απάντηση: «Η βιομηχανία της πυρηνικής ενέργειας επενδύει εκατομμύρια κάθε χρόνο σε μαζικές εκστρατείες πολιτικής επιρροής. Μια ολόκληρη ομάδα πρώην πολιτικών που υπηρετούσαν ανώτατες θέσεις έχει εξαγοραστεί ώστε να προωθούν παρασκηνιακά τα συμφέροντα της βιομηχανίας. Εκατομμύρια ξοδεύονται ώστε να χειραγωγηθεί η κοινή γνώμη μέσω της διαφήμισης και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης». Ακόμη και μετά το ατύχημα στη Φουκουσίμα, το οποίο επέφερε σημαντικές αλλαγές στη θεσμική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά στην πυρηνική ενέργεια, τα πυρηνικά λόμπι συνέχισαν να δουλεύουν σε παγκόσμιο επίπεδο, έχοντας προϋπολογισμό που ανέρχεται στα 20 εκατομμύρια ευρώ και έχοντας στο δυναμικό τους 150 με 200 στελέχη στις Βρυξέλλες. Τα λόμπι είναι τόσο ισχυρά που η πυρηνική ενέργεια παραμένει στον πυρήνα των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα καθαρό ενεργειακό μέλλον! Η Επιτροπή έχει ακόμη δημιουργήσει τεχνολογικές πλατφόρμες και ομάδες συμβούλων ώστε η βιομηχανία πυρηνικών να προωθεί τα συμφέροντά της, όπως για παράδειγμα η Τεχνολογική Πλατφόρμα για την Ανανεώσιμη Πυρηνική Ενέργεια (Sustainable Nuclear Energy Technology Platform). Η κυριαρχία του όρου «οικονομία χαμηλού άνθρακα» αντί του όρου «οικονομία ανανεώσιμης/καθαρής ενέργειας» στα επίσημα πολιτικά έγγραφα αποτυπώνει την ταυτόχρονη κυριαρχία του πυρηνικού λόμπι. Έτσι το πυρηνικό λόμπι ελέγχοντας τη γνώση άρα και τη γλώσσα καταφέρνει να χειραγωγεί την πολιτική και κατ’ επέκταση τη δημοκρατία σε παγκόσμιο επίπεδο. ΙΝΩ ΣIΩΖΙΟΥ


22

O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

ιδέες & θεωρία

Erik Swyngedouw Να νικήσουμε το φόβο! Να αντιμετωπίσουμε την Ανθρωποκενο-δοξία1 Καθηγητής Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο παρακάτω blog http://entitleblog. org/2014/10/20/losingour-fear-facing-theanthro-obscene/

“Είναι ανώφελο να περιμένουμε για μια σημαντική ανακάλυψη, την επανάσταση, την πυρηνική αποκάλυψη ή ένα κοινωνικό κίνημα. Να συνεχίσουμε περιμένοντας είναι απλώς τρέλα. Η καταστροφή δεν έρχεται, είναι ήδη εδώ. Βιώνουμε την κατάρρευση ενός πολιτισμού. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα πρέπει να επιλέξουμε με ποια πλευρά είμαστε”. The Invisible Committee Το ηγεμονικό φιλελεύθερο πλαίσιο σήμερα είναι η «οικολογία της αγοράς». (...) Η οικολογικοποίηση της οικονομίας είναι αναγκαία και επαρκής, μας λένε, για να αποφύγουμε τον επικείμενο Αρμαγεδδώνα, για να συνεχίσει ο πολιτισμός μας όπως τον ξέρουμε. (…) Όμως, ακριβώς αυτό το σκεπτικό της βιβλικής υπόσχεσης μιας οικολογικής καταστροφής που πλησιάζει στο εγγύς μέλλον πρέπει να απορρίψουμε. Αντιμέτωποι με κατακλυσμικές εικόνες της ερχόμενης οικολογικής καταστροφής, των οποίων ο τελικός στόχος εί-

ναι ακριβώς να εξασφαλίσουν ότι αυτή η καταστροφή δε θα συμβεί (αν πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα), η μόνη σωστή ριζοσπαστική απάντηση είναι: «μην ανησυχείτε» (Αλ Γκορ, πρίγκιπα Κάρολε, πράσινα αγόρια και κορίτσια, οικολογικά υπεύθυνες εταιρείες κλπ), το σενάριο καταστροφής σας είναι εκ των πραγμάτων σωστό, αλλά ελαφρώς εκτός χρόνου: ο κοινωνικόςοικολογικός Αρμαγεδδών δεν θα συμβεί, συμβαίνει ήδη, έχει ήδη ξεκινήσει. Πολλοί ζουν ήδη στην αποκάλυψη, σε μέρη όπου η κλιματική αλλαγή και οι κοινωνικές συνθήκες έχουν μετατρέψει τη ζωή σε οριακή επιβίωση. Οι κοινωνικοοικολογικές επιπλοκές έχουν ήδη φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Είναι ήδη αργά να γίνει κάτι για τη φύση. Πάντα ήταν πολύ αργά. Μόνο αν αποδεχτούμε αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα μπορεί να προκύψει μια ριζοσπαστικά νέα πολιτική. Το σύνθημα «Καλώς ήρθατε στην ανθρωπόκαινο (anthropocene)» ακούγεται όλο και πιο συχνά για να μας ενημερώσει ότι μια νέα γεωλογική περίοδος έχει ξεκινήσει, ότι είναι ήδη αργά για να σωθεί η φύση. Ενώ μέχρι πρόσφατα οι γεωλογικές διεργασίες προχωρούσαν πολύ αργά και ανεπηρέαστες από την ανθρώπινη παρέμβαση στην επιφάνεια της γης ή στην ατμόσφαιρα, τα ανθρώπινα όντα έχουν πλέον γίνει συμπαραγωγοί μιας βαθειάς γεωλογικής περιόδου. Ο Πολ Κρούτσεν, νομπελίστας χημικός, επινόησε τον όρο πριν από 10 χρόνια περίπου για να περιγράψει τι ακολουθεί την ολόκαινο περίοδο, τη σχετικά μετριοπαθή γεω-κλιματική περίοδο κατά την

οποία εμφανίστηκαν η γεωργία, οι πόλεις και οι πολύπλοκοι ανθρώπινοι πολιτισμοί. Η κεντρική ιδέα της ανθρωπόκαινου είναι ότι οι κοινωνικές και φυσικές διεργασίες διαπλέκονται πλέον τόσο έντονα που η Φύση δεν υφίσταται πλέον ως εξωτερική συνθήκη για την ύπαρξη των ανθρώπων. Δεν υπάρχει πλέον πτυχή της φύσης που να μην επηρεάζεται από κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις. Ο Χένρικ Έρνστσον, διάσημος πολιτικός οικολόγος, πρόσφατα χρησιμοποίησε τον όρο Anthro-Obscene για να τονίσει την σαφώς αντιπολιτική και αποθαρρυντική επίδραση μιας, φαινομενικά μόνο, επαναστατικής σύλληψης. Είναι ή δεν είναι η Anthropocene και οι έντονες συσχετίσεις ανθρωπογενούς-μη ανθρωπογενούς, η ουσία της αποτυχημένης ιστορικής εξέλιξης της καπιταλιστικής πολιτικής οικολογίας των τελευταίων δεκαετιών; Η ίδια η ιστορικο-γεωγραφική δυναμική του καπιταλισμού και της παγκόσμιας εξάπλωσής του δεν απέκλεισε την ύπαρξη μιας «εξωτερικής» φύσης; Η ανθρωπόκαινος σηματοδοτεί την περίοδο από την αρχή της βιομηχανοποίησης, άρα και του καπιταλισμού, που επέφεραν μια ποιοτική αλλαγή στη γεω-οικοκλιματική δυναμική του πλανήτη ως αποτέλεσμα της ολοένα εντεινόμενης αλληλεπίδρασης μεταξύ του ανθρώπου και των φυσικών συνθηκών στις οποίες ζει. Η ανθρωπόκαινος λοιπόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα γεωλογικό όνομα για τον καπιταλισμό ΜΑΖΙ με τη φύση. Η οξίνιση των ωκεανών, οι αλλαγές στη βιοποικιλότητα, η

γενετική μετανάστευση και οι νέοι γενετικοί συνδυασμοί, η κλιματική αλλαγή, οι μεγάλες υποδομές που επηρεάζουν τη γεωδετική δυναμική, νέα υλικά, οι διεθνούς εμβέλειας και συχνά αναπάντεχοι ιοί κλπ είχαν ως αποτέλεσμα ακόμα πιο περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ φυσικών και κοινωνικών διεργασιών, μέσω των οποίων οι άνθρωποι έγιναν ενεργοί παράγοντες στην συν-παραγωγή της μελλοντικής ιστορίας του πλανήτη. Η ανθρωπόκαινος είναι μια ακόμα ονομασία που υπογραμμίζει το Τέλος ή το Θάνατο της Φύσης. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουμε. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. (…) Η Εδέμ δεν υπήρξε ποτέ έτσι κι αλλιώς. Το παρελθόν είναι απροσπέλαστο για πάντα αλλά το μέλλον – που τώρα περιλαμβάνει το μέλλον μιας πλήρως κοινωνικοποιημένης φύσης – είναι ριζικά ανοιχτό. Εντός αυτού του ιστορικά και γεωγραφικά προσδιορισμένου σχηματισμού αναδύεται όχι μόνο η δυνατότητα αλλά και η αναγκαιότητα για μια πραγματική πολιτικοποίηση του περιβάλλοντος, που πρέπει να γίνουν νέες επιλογές και πειραματισμοί με διαφορετικές σχέσεις κοινωνικού και οικολογικού. Η ανθρωπόκαινος στην AnthroObscenic πραγματικότητά της, μεταθέτει το έδαφος άσκησης της πολιτικής από απλή ανθρώπινη δραστηριότητα στο περιβάλλον ως σύνολο, συμπεριλαμβανομένων και όσων διεργασιών μέχρι πρόσφατα «υπάγονταν» στους νόμους της φύσης. Μη ανθρώπινοι παράγοντες και διεργασίες ενσωματώνονται πλέον στη διαδικασία


O

ικοτριβές

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

της πολιτικοποίησης. Και αυτό θα πρέπει να αναγνωριστεί πλήρως στη ριζοσπαστική του υλικότητα. Η Anthro-Obscene ανοίγει μια προοπτική σύμφωνα με την οποία μπορούμε να οραματιστούμε και να πραγματοποιήσουμε διαφορετικές φυσικές συνθήκες και αλληλεπιδράσεις του κοινωνικού με το οικολογικό. Η πολιτική μάχη για τη φύση, την κατεύθυνση και ανάπτυξη αυτών των αλληλεπιδράσεων και για τη διαδικασία της ισότιμης κοινωνικο-οικολογικής συμπαραγωγής των κοινών αγαθών της ζωής είναι το όραμα μιας προοδευτικής πολιτικοποίησης του περιβάλλοντος. Ναι, η αποκάλυψη είναι ήδη εδώ αλλά αυτό δεν είναι λόγος για απελπισία ή πανικό. (…) Πολλοί θα συμφωνήσουν με την άποψη ότι η κλιματική κρίση δεν μπορεί να λυθεί από ηγεμονικές προσεγγίσεις της «πράσινης οικονομίας», κάνοντας το κεφάλαιο συμβατό με την οικολογία (αν όχι να επενδύσει σε αυτή). Όλοι παρατηρούν ότι τα ενεργειακά κόστη αυξάνονται, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, εθνικισμοί αναδύονται παντού και η εμπορευματοποίηση των πάντων πληρώνεται με ένα αβάσταχτο οικολογικό και κοινωνικό κόστος. Πολλοί γνωρίζουν ότι η κατάσταση μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Ωστόσο, όπως κι εγώ, δεν ξέρουν τι να κάνουν ή πως να φτάσουν σε κάτι άλλο, καλύτερο. Τρέφουμε όλοι αυτό το βασανιστικό και παράξενο συναίσθημα ότι οι απέλπιδες προσπάθειες των οικονομικών και πολιτικών ελίτ να μεταφράσουν την οικολογική και κοινωνική καταστροφή σε μια απλή ή παροδική κρίση που μπορεί και πρέπει απλά να διαχειριστούμε ορθά, δε λύνει τα προβλήματα αλλά τα μεταθέτει για το μέλλον ή για άλλα μέρη. Πράγματι, δεν επιμένει η κυρίαρχη ρητορική των ελίτ ότι «η κατάσταση είναι σοβαρή αλλά όχι καταστροφική»; Δεν παρουσιάζουν τις νεοφιλελεύθερες συνταγές ως εγγύηση για να αποφευχθεί η καταστροφή; Δεν ισχυρίζονται ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί με λίγη καλή θέληση και προσπάθεια: η κοινωνική συνοχή θα αποκατασταθεί, η οικονομική μεγέθυνση θα ανακάμψει και τα οικολογικά προβλήματα θα αντιμετωπισθούν βιώσιμα; «Κρατηθείτε λίγο ακόμα!» φαίνεται να φωνάζουν «Η βοήθεια έρχεται!».

Δεν έχετε την αίσθηση ότι κάτι πάει λάθος με τη ρητορική όλων εκείνων που (μερικές φορές κυριολεκτικά) θέλουν να διατηρήσουν την υπάρχουσα κατάσταση με κάθε κόστος; Ότι η οικολογική και κοινωνική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με απλές τεχνικές και οργανωτικές προσαρμογές; Ότι οι προσπάθειες των ελίτ να “μεταφράσουν” την καταστροφή απλώς σε μια κρίση που απαιτεί “καλή», «συμμετοχική» και «οικολογική» διαχείριση τελικά διευρύνει το άγχος, την αναασφαλεια και επιδεινώνει την καταστροφή που πολλοί ήδη βιώνουν; Τι θα συμβεί όμως αν ξεφύγουμε από το φόβο; Αν αποδεχθούμε ότι η οικολογική, κοινωνική και οικονομική αποκάλυψη είναι ήδη εδώ; (…) Τι θα συμβεί αν πιστέψουμε ότι τα πράγματα όχι μόνο μπορούν αλλά πρέπει να αλλάξουν; Αν καταλάβουμε ότι είναι ήδη αργά για πολλούς ανθρώπους και για διάφορα περιβάλλοντα; «Ναι», θα μου πείτε, «αλλά δεν ζούμε καμία Αποκάλυψη». «Ήταν μια καλή χρονιά το καλοκαίρι ήταν λίγο απογοητευτικό, αλλά οι διακοπές ήταν και πάλι ηλιόλουστες. Η οικονομική κρίση αντιμετωπίζεται χωρίς πολύ κόπο για μένα και τους συγγενείς μου, η εκπαίδευση μου συνεχίζεται, νέες βιώσιμες περιβαλλοντικές τεχνολογίες αναπτύσσονται, το υβριδικό αυτοκίνητο πραγματικά μειώνει τις εκπομπές ρύπων και ο νέος κατάλογος του ΙΚΕΑ υπόσχεται μια οικολογικά βιώσιμη επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, τα πράσινα κόμματα δεν πηγαίνουν άσχημα στις δημοσκοπήσεις. Επομένως για ποια καταστροφή μας μιλάς; Κρίση, ναι, αλλά η λέξη καταστροφή είναι υπερβολική». Ας θυμηθούμε τα λόγια του Ιταλού μαρξιστή Αμαντέο Μπορντίγκα «όταν το πλοίο βουλιάζει, χάνονται μαζί του και οι επιβάτες της πρώτης θέσης». Δεν υπάρχει κάποιο νησί της σωτηρίας όπου οι ελίτ μπορούν να απομονωθούν (παρά τις προσπάθειές τους να το πράξουν). Αυτό το σύνθημα συχνά υιοθετείται από τους οικολόγους ανεξαρτήτως πολιτικής θέσης. Ο Μπιλ Γκέιτς, ο Αλ Γκορ, ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, οι κάτοικοι των ήδη πληγέντων από την κλιματική αλλάγή περιοχών, ο γιος μου, ακόμα και ο πρίγκιπας Κάρολος συμμερίζονται την άποψη του περιβόητου κομμουνιστή για την κοινή απει-

λή που αντιμετωπίζουμε. «Είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα». Αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά, θα έλεγα ότι ο γερο-Αμαντέο κάνει λάθος. Θα σας πρότεινα να ξαναδείτε την ταινία Τιτανικός. Ένα μεγάλο ποσοστό των επιβατών πρώτης θέσης βρήκε μια σωσίβια λέμβο, ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν κολλημένοι στα αμπάρια του πλοίου. Η κοινωνική και οικολογική καταστροφή δεν αφορά όλους, η αποκάλυψη είναι άνιση. Αυτή ακριβώς είναι η αλήθεια για τη δεινή θέση στην οποία βρισκόμαστε. Θυμηθείτε τις εικόνες από το σεισμό στην Αϊτή πριν από λίγα χρόνια, ή τον τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη. Εκατοντάδες χιλιάδες άστεγοι, εκατοντάδες νεκροί, η δυσεντερία και ελονοσία να εξαπλώνονται γρήγορα, ελλείψεις πόσιμου νερού. (…) Όμως γνωρίζουμε καλά ότι η κοινωνικο-οικολογική καταστροφή δεν προκλήθηκε από το σεισμό ή τον τυφώνα. Ήταν εκεί πολύ πριν. (…) Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αϊτής μαζί με τόσους άλλους που ζουν στα όρια της επιβίωσης, βίωναν και βιώνουν την αποκάλυψη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το σεισμό. Φυλετικές προκαταλήψεις, άθλιες συνθήκες διαβίωσης και κοινωνικό-οικογολογική επισφάλεια είναι η πραγματικότητα των φτωχών στην Αϊτή, τη Νέα Ορλεάνη και αλλού. Ή σκεφτείτε τον ανυπολόγιστο αριθμό των περιβαλλοντικών προσφύγων. Έχουμε μια γενική ιδέα για τον αριθμό μεταναστών που φτάνει στις ακτές της Ευρώπης, αλλά δεν έχουμε ιδέα για τους αμέτρητους μετανάστες που δεν τα καταφέρνουν και γίνονται τροφή για τα ψάρια. Είναι ο συνδυασμός των οικολογικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που τους ωθεί, συχνά με απελπιστικά λίγα μέσα, να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. (...) Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει σήμερα στα μεγάλα κινέζικα εργοστάσια όπως η Foxconn, όπου κατασκευάζονται τα iPhone, iPod, iPad και άλλες συσκευές που θεωρούνται σήμερα απαραίτητες για την «κανονική» ζωή. Οι συνθήκες εκεί κάνουν τις βιομηχανικές ευρωπαϊκές πόλεις του 19ου αιώνα να μοιάζουν με κοινωνικοοικολογικές ουτοπίες. Ή την κοινωνική και οικολογική καταστροφή που η διεθνής

ελίτ επιβάλλει στην Ελλάδα για να βεβαιωθείτε ότι το ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο μοντέλο συνεχίσει ακάθεκτο. Αν τα πυρηνικά εργοστάσια κλείσουν αύριο, η Ευρώπη θα καίει το φυσικό αέριο του Πούτιν. Παρά τις Pussy Riot. Και το σχιστολιθικό αέριο ή η ασφαλτούχος άμμος θα μας προστατεύσει από την έλλειψη πετρελαίου στο μέλλον. Ανεξάρτητα αν η συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα έχει φτάσει στο μέγιστο επίπεδο στην ιστορία της γής. Οι “φυσικές” και οικολογικές καταστροφές μας δείχνουν καθαρά αυτό που ήδη γνωρίζαμε εδώ και καιρό, δηλαδή ότι οι πολιτικά ανίσχυροι και οικονομικά αδύναμοι πληρώνουν πάντα το τίμημα. Η αποκάλυψη αφορά αυτούς και μόνο αυτούς. Ενώ η Αποκάλυψη του Ιωάννη υπόσχεται με την τελική κρίση τον Παράδεισο για τους καλούς, η κοινωνικο-οικολογική αποκάλυψη χωρίζει τις ελίτ από τους ανίσχυρους και αποκλείει από τη σωτηρία τους τελευταίους. Ίσως κάτι πρέπει να γίνει με τις σωσίβιες λέμβους. Για μερικούς, η λύση είναι να σφραγισθούν ερμητικά, να προστατευθούν με ηλεκτρικές περιφράξεις και αδιαπέραστα τείχη και να ενισχυθούν με στρατιωτικές δυνάμεις προκειμένου να εξασφαλισθούν ως μικροί οικολογικοί παράδεισοι για τους λίγους. Οι ορδές κόσμου στις πύλες των παραδείσων, το πλήθος κόσμου που απαιτεί μερίδιο στη φύση και οι επαναστάτες που ζητούν ένα νέο, ριζικά, διαφορετικό παρόν και μέλλον, αποτελούν για τις ελίτ την απειλή και την καταστροφή. Αυτή είναι η πραγματικότητα και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Ο James Lovelock, ένας “οικο-πολεμιστής” υπέρμαχος της πυρηνικής ενέργειας και αδιόρθωτα μαλθουσιανός που εισήγαγε την “υπόθεση της Γαίας” περιγράφει εύγλωττα την άνιση αποκάλυψη: “... τι θα γίνει αν κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, συνειδητοποιήσουμε, όπως κάναμε το 1939 στην Αγγλία, ότι η δημοκρατία πρέπει προσωρινά να ανασταλεί και να δεχτούμε ένα αυταρχικό καθεστώς ως νόμιμο, αλλά περιορισμένο, ασφαλές καταφύγιο για τον πολιτισμό μας; Η εύρρυθμη επιβίωση απαιτεί έναν ασυνήθιστο βαθμό της ανθρώπινης κατανόησης και ηγεσίας ενώ

23 μπορεί να σημαίνει, όπως και στον πόλεμο, την αναστολή της δημοκρατικής κυβέρνησης για μια περίοδο έκτακτης ανάγκης.” Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως τίθεται από το Lovelock δεν σημαίνει ότι ο καθένας επιβιώνει. Υποτίθεται ότι είναι η συνέπεια της δημογραφικής έκρηξης και της οικολογικής αποσύνθεσης του παγκόσμιου Νότου, αποτέλεσμα των οποίων θα είναι ορδές κόσμου να συσσωρευτούν στις πύλες του κοινωνικο-οικολογικού παραδείσου στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Μια αυταρχική ηγεσία και η αναστολή της δημοκρατίας χρειάζονται ακριβώς για να κρατήσουν τις πόρτες ερμητικά κλειστές. Το παραπάνω μπορεί να ακούγεται υπερβολικό. Αυτό όμως δεν συμβαίνει τα τελευταία χρόνια; Ίσως όχι τόσο πολύ σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, αλλά σίγουρα όσον αφορά τις προσπάθειες για να μετατραπεί η καταστροφή σε μια διαχειρίσιμη κρίση. Όλα τα άλλα προβλήματα μπήκαν στην άκρη. (…) Οι ελίτ, όπως φαίνεται, αν χρειαστεί, στο μέλλον θα χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα μέσα για να διατηρήσουν το καθεστώς και την κυριαρχία τους. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΕΓΡΑΚΗΣ, ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο στο www.oikotrives.gr

1. Ως ανθρωποκενοδοξία, αποδώσαμε τον όρο anthro-obscene, ο οποίος επινοήθηκε από τον Χένρικ Έρνστσον, διάσημο πολιτικό οικολόγο. Αποτελεί λογοπαίγνιο με βάση τον όρο Anthopocene (ανθρωπόκαινο για τη μετάφραση) που χρησιμοποίησε ο Πολ Κρούτσεν, νομπελίστας χημικός, για τη γεωλογική περίοδο που διανύουμε με στόχο να τονίσει την επίδραση της ανθρωπογενούς δραστηριότητας στις φυσικές διεργασίες του πλανήτη. Με την αντικατάσταση της συλλαβής -po- από το obs αλλά διατηρώντας την κατάληξη cene(=καινος, κατάληξη γεωλογικών περιόδων πχ Ολόκαινο, Πλειστόκαινο κ.α.) ώστε εντός του όρου να εμφανίζεται η λέξη obscene (=αισχρός) τονίζεται η καταστροφική επίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον.


24

O

ικοτριβές

είδαμε... Μεγάλη διαδήλωση στο Δουβλίνο κατά της φορολόγησης του νερού Περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Δουβλίνο στις 11 Οκτωβρίου κατά του σχεδίου της κυβέρνησης για την επιβολή ενός νέου φόρου στις υπηρεσίες ύδρευσης. Η διαδήλωση συνέπεσε χρονικά με τη νίκη-έκπληξη ακτιβιστή κατά του νέου φόρου σε επαναληπτικές κοινοβουλευτικές εκλογές. Μέχρι τώρα, οι πολίτες της Ιρλανδίας πληρώνουν για τις υπηρεσίες ύδρευσης μέσω της γενικής φορολογίας. Ωστόσο φέτος, ο κεντροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός αποφάσισε να θεσπίσει αυτόν τον νέο φόρο που από την αρχή του 2015 θα επιβαρύνει τα νοικοκυριά με εκατοντάδες ευρώ σε ετήσια βάση. Η εξαγγελία αυτή της κυβέρνησης πολύ γρήγορα ξεσήκωσε μεγάλο κύμα διαμαρτυρίας σε ολόκληρη τη χώρα και έχει προκαλέσει ένα μαζικό κίνημα μη-πληρωμής.

Νοέμβριος 2014 - τ. 15

Μελέτη της ολλανδικής οργάνωσης SOMO για την Eldorado Gold H έρευνα με τίτλο «Eldorado Gold, ο ρόλος των ολλανδικών εταιρειών στην φοροαποφυγή και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα» παρουσιάστηκε από την ολλανδική ΜΚΟ Somo (Κέντρο για την Έρευνα των Πολυεθνικών εταιρειών) στις αρχές Νοέμβρη στη Θεσσαλονίκη. Η ΜΚΟ έφερε στο προσκήνιο άγνωστες πτυχές της δράσης της εταιρείας που έχουν να κάνουν με τη συνεχή φοροαποφυγή μέσα από την σύνδεσή της με ολλανδικές εταιρείες και φυσικά την κάλυψη της ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Τα χρήματα από τις υπάρχουσες δραστηριότητες της Eldorado Gold δεν φορολογούνται στην Ελλάδα αλλά στα νησιά Μπαρμπέιντος μέσα από μια περίπλοκη διαδρομή της ροής χρήματος στην οποία συμβάλλουν ολλανδικές εταιρείες -βιτρίνα (εταιρείας που δεν έχουν υλικές δραστηριότητες, υπαλλήλους πωλήσεις, ενεργητικό και εκτελούν απλά λογιστικές δραστηριότητες). Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η έρευνα είναι ότι πέρα από τις αποδεδειγμένα επιστημονικά καταστροφικές συνέπειες της εξόρυξης στο περιβάλλον και την υγεία των κατοίκων το δημόσιο δεν θα κερδίζει απολύτως τίποτα από την παρουσία της Eldorado Gold στην Ελλάδα. Ολόκληρη η έρευνα στα Αγγλικά στη διεύθυνση: http://www.somo.nl/publications-en/Publication_4113

Κόστος $17 δις. στη βιομηχανία πισσώδους άμμου (tar sands) λόγω διαμαρτυριών

Οικο-διαδηλωτής νεκρός για ένα φράγμα στη νότια Γαλλία Στις 26 Οκτώβρη ο θάνατος από εκρηκτικό της αστυνομίας του Rémi Fraisse, ενός 20χρονου φοιτητή και ακτιβιστή στις κινητοποιήσεις ενάντια στην κατασκευή φράγματος στη Νότια Γαλλία (για την άρδευση μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων), έφερε στο προσκήνιο τη βίαιη καταστολή που υφίστανται -και στις “ανεπτυγμένες” χώρες- τα ριζοσπαστικά και ακτιβίστικα οικολογικά κινήματα που αντιδρούν συνήθως σε μεγάλες μεταφορικές και ενεργειακές υποδομές. Φαίνεται πως η οικολογική προβληματική και αιτήματα στην Ευρώπη δεν “ενσωματώνονται” από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο - ιδιαίτερα στη σημερινή του κρίση: Σε μια περίοδο που οι συστημικές δυνάμεις “κάνουν στροφή” στον εξορυκτισμό, την υπερεκμετάλλευση κάθε διαθέσιμου πόρου, για να σταθεροποιήσουν και να αναπαράγουν τα κυρίαρχα μοντέλα και σχέσεις, λίγο μπορούν να γίνουν ανεκτές από το κράτος έμπρακτες κινήσεις αντίστασης από “μειοψηφίες” που υπερασπίζονται μοναχά τη γη και το νερό... Γράφεται ότι αυτός ο άδικος χαμός μιας ζωής προκάλεσε την επανεξέταση του σχεδίου για το φράγμα που ζητούσαν αριστερά και οικολόγοι. Ας μας επιτραπεί να αμφιβάλουμε.

Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου για τα Οικονομικά της Ενέργειας και την Οικονομική Ανάλυση (IEEFA), οι δημόσιες εκστρατείες κατά των έργων πισσώδους άμμου (tar sands) έχουν στοιχίσει στις εταιρείες του κλάδου το εκπληκτικό ποσό των $17 δις. σε διαφυγόντα κέρδη. Η έρευνα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια ποσοτικοποίησης των οικονομικών επιπτώσεων που έχουν οι περιβαλλοντικές καμπάνιες στη βιομηχανία των μη συμβατικών ενεργειακών πηγών. Οι διαμαρτυρίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων έχουν διογκωθεί από την ενεργή συμμετοχή κοινοτήτων ιθαγενών σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, οι οποίες εξαγριώνονται με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της δραστηριότητας των βιομηχανιών μη συμβατικών εξορύξεων στις πατρογονικές τους εστίες. Τo ενεργειακό μέλλον του Καναδά ειδικότερα, που κατέχει τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα αργού μετά τη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα, βασίζεται στη μαζική εξάπλωση της εξόρυξης πισσώδους άμμου. Ωστόσο, οι τεράστιες ποσότητες νερού και διαλυτών που απαιτούνται για την εξαγωγή πετρελαίου από πίσσα ενισχύει σημαντικά την παραγωγή αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα μάλιστα με τις τελευταίες προβλέψεις, οι εκπομπές CO2 του Καναδά θα αυξηθούν κατά 56 μεγατόνους το 2020 λόγω αυτών των δραστηριοτήτων εξόρυξης.

Εκλεκτικές συγγένειες Το επόμενο μεγάλο διεθνές φόρουμ για την κλιματική αλλαγή θα είναι η συνάντηση των G20 στις 15 Νοεμβρίου και 16 στο Brisbane της Αυστραλίας που θα συγκεντρώσει τις μεγαλύτερες οικονομίες και τις μεγαλύτερες χώρες-παραγωγούς εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η συνάντηση σηματοδοτεί τη λήξη της προεδρίας της Αυστραλίας στους G20 – περίοδος που δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα φιλική για το περιβάλλον, καθώς η κυβέρνηση του Tony Abbott επέμεινε στην προώθηση πολιτικών ενίσχυσης των ορυκτών καυσίμων σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτή τη λογική, το αεροδρόμιο του Brisbane απαγόρευσε, με το σκεπτικό ότι περιείχε πολιτικό μήνυμα, την ανάρτηση πινακίδας που ζητούσε την ένταξη της κλιματικής αλλαγής στην ατζέντα της διάσκεψης. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος του Αεροδρομίου Bill Grant είναι επίσης πρόεδρος στο διοικητικό συμβούλιο της New Hope Group, εταιρείας εξόρυξης άνθρακα και πετρελαίου...

Οικοτριβές #15  

Νοέμβριος 2014

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you