Page 1


Sun-mi Hwang Η ΚΟΤΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ Μετάφραση: Αναστασία Καλλιοντζή Εκδόσεις Διόπτρα


Οι διθυραμβικές κριτικές για το βιβλίο Η ΚΟΤΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ συνεχίζονται: «Η Κότα Που Ονειρευόταν να Πετάξει γκρεμίζει τα φράγματα ανάμεσα στα ζώα και στους ανθρώπους και μας παρασύρει σε ένα βαθιά προσωπικό ταξίδι μιας μοναχικής κοτούλας, της οποίας η ανεπιτήδευτη, ασυγκράτητη λαχτάρα τη συνοδεύει και την οδηγεί σε σημεία εκπληκτικά. Αυτή η αστεία όσο και λυπητερή ιστορία είναι το Charlotte’s Web που έχει να επιδείξει η Νότια Κορέα και αξίζει να διαβαστεί από μικρούς και μεγάλους» Krys Lee, συγγραφέας του Drifting House «Μια αλληγορία για τη ζωή, γραμμένη με μαεστρία… στο πνεύμα βιβλίων που έχουν γίνει κλασικά όπως το Charlotte’s Web και ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον… Μια ιστορία που ξεχειλίζει από αγνότητα και θα μιλήσει στην καρδιά των αναγνωστών όλων των ηλικιών» Kirkus Reviews


Η ΚΟΤΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ

Η Sun-mi Hwang είναι δημοφιλής συγγραφέας στη Νότια Κορέα, η οποία έχει διακριθεί με πολλά βραβεία και έχουν κυκλοφορήσει πάνω από σαράντα βιβλία της που έχουν αγαπηθεί εξίσου από μικρούς και μεγάλους. Γεννημένη το 1963, δεν μπόρεσε να πάει στο Γυμνάσιο λόγω του ότι ήταν φτωχή, όμως χάρη σε έναν καθηγητή που της έδωσε ένα κλειδί για να μπαίνει σε μια τάξη, μπορούσε να πηγαίνει στο σχολείο και να διαβάζει βιβλία όποτε ήθελε. Γράφτηκε στο Λύκειο κατόπιν εξετάσεων και αποφοίτησε από το τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Ινστιτούτου Τεχνών της Σεούλ και από το Πανεπιστήμιο Gwangju, ενώ έκανε μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο Chung-Ang. Ζει στη Νότια Κορέα, στη Σεούλ. Το 2000, με το που κυκλοφόρησε Η Κότα Που Ονειρευόταν Να Πετάξει, το βιβλίο πήρε αμέσως τη θέση του ανάμεσα στα κλασικά έργα λογοτεχνίας, παραμένοντας στις λίστες των ευπώλητων για δέκα χρόνια και αποτελώντας την πηγή έμπνευσης για την ταινία κινουμένων σχεδίων με τις


μεγαλύτερες εισπράξεις που έγιναν ποτέ στην ιστορία της Κορέας. Το εν λόγω βιβλίο κυκλοφόρησε σε μορφή κόμικς, έγινε θεατρικό έργο και μιούζικαλ και μεταφράστηκε σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Η Chi-Young Kim έχει μεταφράσει το βιβλίο της Kyungsook Shin με τίτλο Please Look After Mom που μπήκε στις λίστες των ευπώλητων των New York Times. Ζει στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια. H Nomoco είναι Γιαπωνέζα σχεδιάστρια και εικονογράφος, που έχει ως βάση της το Λονδίνο. Έχει εκθέσει έργα της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στο Λονδίνο, το Μιλάνο, το Τόκιο, τη Σιγκαπούρη και τη Νέα Υόρκη. Παρουσιάζει έργα της και με το πλήρες όνομά της, Kazuko Nomoto.


Τίτλος Πρωτοτύπου: THE HEN WHO DREAMED SHE COULD FLY Copyright © 2000 by Sun-mi Hwang ● Μετάφραση από τα αγγλικά © 2013 by Chi-Young Kim Εκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τη P.&R. Permissions & Rights LTD ● © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Εκδόσεις Διόπτρα, 2014 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ISBN: 978-960-364-692-1 Πρώτη έκδοση: Μάρτιος 2014 ● Μεταφραση: Αναστασία Καλλιοντζή ● Επιμέλεια - Διόρθωση: Βίκυ Κατσαρού, Εκδόσεις Διόπτρα ● Προσαρμογη εξωφύλλου: Γιώργος Παναρετάκης, Εκδόσεις Διόπτρα ● Ηλεκτρονική Σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου, Εκδόσεις Διόπτρα Εκδόσεις Διόπτρα ● ΕΔΡΑ ● Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι, τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 ● ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ● Στοά του Βιβλίου ● Πεσμαζόγλου 5, 105 64 Αθήνα, τηλ.: 210 330 07 747 ● www.dioptra.gr ● email: sales@dioptra.gr ● info@dioptra.gr


ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΩ ΑΛΛΟ ΑΥΓΟ!


Το αυγό σταμάτησε την κατρακύλα του σαν έφτασε στο λεπτό συρματόπλεγμα του κοτετσιού. Η Μπουμπουκίτσα το κοίταξε – ένα αυγό στο χρώμα της κιμωλίας, διάστικτο με πιτσιλιές από αίμα. Δεν είχε γεννήσει αυγό εδώ και δύο μέρες· είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι δεν θα μπορούσε να ξαναγεννήσει κανένα άλλο πια. Κι όμως, να το – ένα τόσο δα, αξιοθρήνητο στην όψη αυγουλάκι. Αυτό δεν γίνεται να ξανασυμβεί, σκέφτηκε η Μπουμπουκίτσα. Άραγε θα το έπαιρνε κι αυτό η γυναίκα του αγρότη; Είχε πάρει όλα τα υπόλοιπα και γκρίνιαζε κι από πάνω κάθε φορά ότι τα αυγά που γεννιούνταν ήταν όλο και μικρότερα. Ε, δεν θα άφηνε τούτο δω χωρίς να το πάρει μόνο και μόνο επειδή ήταν άσχημο, έτσι δεν είναι; Σήμερα η Μπουμπουκίτσα στεκόταν στα πόδια της με το ζόρι. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς – με κάποιον τρόπο είχε κατορθώσει να γεννήσει ένα αυγό δίχως να έχει βάλει μπουκιά στο στόμα της. Αναρωτήθηκε πόσα ακόμη αυγά είχαν απομείνει μέσα της· ήλπιζε ότι τούτο δω θα ήταν το τελευταίο. Τέντωσε το κεφάλι της αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό και κοίταξε ερευνητικά προς τα έξω. Μια και το κλουβί της ήταν κοντά στην είσοδο, μπορούσε να βλέπει πολύ πιο πέρα από τα συρματοπλέγματα. Η πόρτα που οδηγούσε στο κοτέτσι δεν έκλεινε κι ερμητικά· από το κενό


που σχηματιζόταν, η Μπουμπουκίτσα διέκρινε μια ακακία. Αγαπούσε εκείνο το δέντρο πάρα πολύ κι έτσι δεν παραπονιόταν για τους παγωμένους αέρηδες του χειμώνα που εισέβαλαν μέσα απ’ τη χαραμάδα ούτε για τις καλοκαιρινές μπόρες.

Η Μπουμπουκίτσα ήταν κότα προορισμένη να γεννάει αυγά, πράγμα που σήμαινε ότι την εξέτρεφαν γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό· για τα αυγά της. Είχε καταφτάσει στο κοτέτσι εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο. Από τότε και μετά, το μόνο που έκανε ήταν να γεννάει. Δεν μπορούσε να τριγυρίζει ανέμελα, ούτε να πλαταγίζει τα φτερά της, ούτε καν να καθίσει στα ίδια της τα αυγά. Δεν είχε ξεμυτίσει απ’ το κοτέτσι ποτέ. Όμως, από τότε που είχε δει μια κότα να περιδιαβαίνει την αυλή μαζί με τα αξιολάτρευτα κοτοπουλάκια που είχαν ξεπηδήσει απ’ τα αυγά που είχε κλωσήσει, η Μπουμπουκίτσα είχε αρχίσει ενδόμυχα να τρέφει έναν μυστικό πόθο – να κλωσήσει ένα αυγό και να παρακολουθήσει το κοτοπουλάκι της να γεννιέται. Όμως ήταν ένα άπιαστο όνειρο. Το κοτέτσι είχε μια κλίση έτσι ώστε τα αυγά που γεννιούνταν να κατρακυλούν στην άλλη μεριά του φράχτη με αποτέλεσμα να χωρίζονται από τις μητέρες τους. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο αγρότης σέρνοντας ένα


καροτσάκι. Οι κότες άρχισαν να κακαρίζουν ανυπόμονα, χαλώντας τον κόσμο. «Πρωινό!» «Πεινάω, άντε, γρήγορα, γρήγορα!» Με τη βοήθεια ενός κάδου, ο αγρότης έβγαλε την τροφή απ’ το καροτσάκι και τη σκόρπισε ολόγυρα. «Μια ζωή πεινάτε! Το καλό που σας θέλω να αξίζει τον κόπο το φαΐ που τρώτε. Δεν είναι δα και φθηνό!» Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε μέσα απ’ την πόρτα που έχασκε ορθάνοιχτη, επικεντρώνοντας το βλέμμα της στον έξω κόσμο. Εδώ και λίγο καιρό της είχε κοπεί η όρεξη. Δεν είχε καμία διάθεση να γεννήσει άλλο αυγό. Η καρδούλα της έμενε άδεια και παγωμένη κάθε φορά που η γυναίκα του αγρότη της άρπαζε τα αυγά της. Η περηφάνια που ένιωθε όταν γεννούσε ένα αυγό έδινε τη θέση της στη θλίψη. Είχε εξαντληθεί μετά από έναν ολόκληρο χρόνο που βίωνε αυτή την κατάσταση. Δεν προλάβαινε να αγγίξει τα αυγουλάκια της ούτε καν με την άκρη του ποδιού της! Και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι απογίνονταν αφότου η γυναίκα του αγρότη τα παράχωνε μέσα στο καλάθι της και τα έπαιρνε απ’ το κοτέτσι.


Η μέρα έξω ήταν ηλιόλουστη. Η ακακία στην άκρη της αυλής ήταν ολάνθιστη, φορτωμένη με λευκά λουλουδάκια. Το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε αιχμαλώτισε το γλυκό άρωμα που ανέδιδαν τα άνθη και το έφερε μέσα στο κοτέτσι, λιγώνοντας την καρδιά της Μπουμπουκίτσας. Μια και δυο σηκώθηκε κι έβαλε το κεφαλάκι της ανάμεσα απ’ τα συρματοπλέγματα του κλουβιού της. Ο γυμνός, χωρίς πούπουλα, λαιμός της τρίφτηκε και γδάρθηκε λιγάκι. Τα φύλλα γέννησαν ξανά λουλούδια! Η Μπουμπουκίτσα ζήλεψε. Με μια λοξή ματιά, θα μπορούσε να δει τα ανοιχτοπράσινα φύλλα που είχαν πια ωριμάσει και ήταν έτοιμα να γεννήσουν μοσχομύριστα λουλουδάκια. Είχε προσέξει την μπουμπουκιασμένη ακακία από την πρώτη κιόλας μέρα που την είχαν φέρει και την είχαν κλείσει μέσα σ’ αυτό εδώ το κοτέτσι. Λίγες μέρες αργότερα, το δέντρο έριξε τα λουλούδια του, τα οποία σκορπίστηκαν ολόγυρα σαν χιονονιφάδες, αφήνοντας πίσω τους μόνο πράσινα φύλλα. Τα φύλλα συνέχισαν να ζουν για καιρό, μέχρι που το φθινόπωρο κόντευε πια να τελειώσει και τότε έγιναν κίτρινα, ώσπου στο τέλος άρχισαν να πέφτουν σιωπηλά και ήσυχα. Η Μπουμπουκίτσα κατατρόμαξε όταν είδε τα φύλλα, που αντιστέκονταν γενναία στους μανιασμένους αέρηδες και στις δυνατές βροχές, να μαραίνονται και να πέφτουν. Όταν, όμως, τα είδε να ξαναγεννιούνται ανοιχτοπράσινα την επόμενη άνοιξη, την κυρίευσε συγκίνηση.


Το «Μπουμπουκίτσα» ήταν το ωραιότερο όνομα στον κόσμο. Ένα μπουμπούκι μεγάλωνε σ’ ένα φύλλο κι αγκαλιαζόταν με τον αέρα και τον ήλιο, προτού πέσει και σαπίσει και γίνει κι αυτό ένα με το παχύ στρώμα των σάπιων φύλλων που θα έτρεφαν το δέντρο για να ξαναβγάλει κι άλλα ευωδιαστά λουλούδια. Η Μπουμπουκίτσα ήθελε κι αυτή να κάνει κάτι στη ζωή της, όπως ακριβώς τα μπουμπούκια πάνω στην ακακία. Γι’ αυτό, άλλωστε, αποφάσισε να δώσει στον εαυτό της το όνομά τους. Κανείς δεν την αποκαλούσε «Μπουμπουκίτσα» και ήξερε καλά ότι η ζωή της δεν έμοιαζε σε τίποτα μ’ εκείνη ενός μπουμπουκιού, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το όνομα αυτό την έκανε να αισθάνεται όμορφα. Ήταν το μυστικό της. Από τότε που ονόμασε έτσι τον εαυτό της, άρχισε να παρατηρεί εντατικά τα πράγματα που συνέβαιναν έξω απ’ το κοτέτσι: τα πάντα, από τη χάση και τη φέξη του φεγγαριού και την ανατολή και τη δύση του ήλιου, μέχρι τα ζώα που διαπληκτίζονταν στην αυλή του αχυρώνα. «Άντε ντε, φάτε για να γεννάτε πολλά αυγά, απ’ τα μεγάλα!» μούγκρισε ο αγρότης. Αυτό το πράγμα το έλεγε κάθε φορά που τάιζε τις κότες και η Μπουμπουκίτσα είχε κουραστεί να το ακούει. Συνέχισε να κοιτάζει επίμονα στην αυλή, αγνοώντας τον. Τα ζώα εκεί έξω ήταν απασχολημένα με το πρωινό που


έτρωγαν. Μια μεγάλη οικογένεια από πάπιες περικύκλωσε μια ταΐστρα και, με τις ουρές τους να δείχνουν τον ουρανό, καταβρόχθισαν το φαγητό τους δίχως να σηκώσουν τα κεφάλια τους ούτε μια φορά. Ο γερο-σκύλος ήταν κάπου εκεί κοντά, μπουκωμένος κι αυτός με φαγητό. Αν και είχε τη δική του γαβάθα, ήταν αναγκασμένος να μπουκώνεται με όλο του το φαΐ πριν το πάρει μυρωδιά ο κόκορας. Μια φορά, είχε αρνηθεί στον κόκορα να τσιμπήσει απ΄ τη γαβάθα του και εισέπραξε ένα άγριο και μοχθηρό ράμφισμα, που είχε ως αποτέλεσμα να ξεπηδήσει αίμα απ’ τη μουσούδα του. Η ταΐστρα που προοριζόταν για τον κόκορα και τις κότες δεν μάζευε πολύ κόσμο γύρω της. Επειδή τον καιρό αυτό δεν είχαν απογόνους, ήταν και οι μόνοι που μπορούσαν να τρώνε με την ησυχία τους, ανενόχλητοι. Ακόμα κι έτσι, όμως, ο κόκορας εξακολουθούσε να δείχνει ενδιαφέρον για τη γαβάθα του γερο-σκύλου. Είχε εδραιώσει την κυριαρχία του ως αρχηγός του αχυρώνα τότε που αρνήθηκε να οπισθοχωρήσει, ακόμα κι όταν ο σκύλος χαμήλωσε την ουρά του και γρύλισε θυμωμένα. Ο κόκορας ήταν ομορφούλης, με μια στητή ουρά που ενέπνεε σεβασμό, ένα κατακόκκινο λειρί, βλέμμα ατρόμητο κι ένα κοφτερό ράμφος. Εκείνος ήταν που διατυμπάνιζε ότι είχε έρθει η μέρα λαλώντας τα χαράματα κι ύστερα σεργιάνιζε στους αγρούς, παρέα με τις κότες.


Κάθε φορά που έβλεπε τις κότες της αυλής, η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να το αντέξει – ένιωθε ακόμη πιο έντονο τον περιορισμό μέσα στο κλουβί της, σαν φυλακισμένη. Ήθελε κι εκείνη να σκαλίσει το κοπρόχωμα μαζί με τον κόκορα, να περπατήσει στο πλάι του και να καθίσει στ’ αυγά της για να τα κλωσήσει. Δεν μπορούσε να φτάσει στην αυλή όπου ζούσαν εκείνοι, όλοι μαζί –οι πάπιες, ο γερο-σκύλος, ο κόκορας και οι κότες– όσο κι αν τέντωνε το λαιμό της βγάζοντάς τον μέσα απ’ τα συρματοπλέγματα· το μόνο που κατάφερνε ήταν να μαδάει τα πούπουλά της. Εγώ, δηλαδή, γιατί να είμαι μέσα στο κοτέτσι ενώ εκείνες οι κότες είναι έξω στην αυλή; Δεν ήξερε ότι ο κόκορας και οι κότες ήταν γέννημα θρέμμα της Κορέας. Ούτε ήξερε ότι από ένα αυγό που θα γεννούσε μόνη της δεν θα ξεπηδούσε ποτέ κλωσοπουλάκι όσο κι αν καθόταν πάνω του και το κλωσούσε. Αν το ήξερε αυτό, ίσως να μην είχε μπει ποτέ στη διαδικασία να ονειρευτεί ότι θα μπορούσε να κλωσήσει ένα. Οι πάπιες τέλειωσαν το φαγητό τους και, μπαίνοντας σε σειρά η μία πίσω απ’ την άλλη κάτω απ’ την ακακία, προχώρησαν μ’ εκείνα τα μικρά χαρακτηριστικά βήματα των παπιών προς το παρακείμενο λοφάκι, ενώ ένα πουλάκι λίγο μικρότερο σε μέγεθος και με διαφορετικό χρώμα τους ακολουθούσε κατά πόδας. Το κεφάλι του ήταν πράσινο σαν τα φύλλα της ακακίας – ίσως και να μην ήταν παπί. Αλλά πάλι, και «κουά κουά» έκανε και βάδιζε σαν πάπια. Η


Μπουμπουκίτσα δεν είχε ιδέα πώς και μια πρασινοκεφαλόπαπια είχε έρθει να ζήσει στην αυλή, το μόνο που ήξερε ήταν ότι το εν λόγω παπί ήταν διαφορετικό. Ακόμα καθόταν και κοιτούσε επίμονα έξω, όταν έκανε την εμφάνισή του ο αγρότης για να την ταΐσει. Τέντωσε το κεφάλι του παραξενεμένος, όταν παρατήρησε ότι το φαγητό που της είχε βάλει την προηγούμενη μέρα εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα στην ταΐστρα ανέγγιχτο. «Ε; Τι γίνεται εδώ;» μουρμούρισε. Συνήθως, αφότου έβαζε το φαγητό, έφευγε και μετά ερχόταν η γυναίκα του για να μαζέψει τα αυγά. Όμως σήμερα ο αγρότης έκανε και τη δική της δουλειά. «Δεν έχει φάει τίποτα όλες αυτές τις μέρες. Μάλλον θα είναι άρρωστη». Ο αγρότης έβγαλε ένα επιφώνημα δυσαρέσκειας κι ύστερα κοίταξε την Μπουμπουκίτσα αποδοκιμαστικά. Έσκυψε για να μαζέψει το αυγό της. Τη στιγμή όμως που τα δάχτυλά του το ακούμπησαν, το αυγό ράγισε· λεπτές ραγισματιές σχηματίστηκαν σ’ όλη την επιφάνειά του. Η Μπουμπουκίτσα αναστατώθηκε βαθιά. Ήξερε ότι το αυγουλάκι ήταν μικρό και άσχημο, αλλά δεν της είχε περάσει καθόλου απ’ το μυαλό ότι θα ήταν και μαλακό. Το κέλυφος δεν είχε καν σκληρύνει! Ο αγρότης συνοφρυώθηκε.

Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε την καρδιά της να σκίζεται στα δύο. Η θλίψη που αισθανόταν κάθε φορά που της έπαιρναν


τα αυγά της δεν ήταν τίποτα, μπροστά σ’ αυτό που ένιωθε τούτη ακριβώς τη στιγμή. Ο λαιμός της γέμισε λυγμούς και αναφιλητά· ολόκληρο το σώμα της σφίχτηκε, κοκάλωσε. Το καημένο, ήρθε στον κόσμο δίχως κέλυφος. Ο αγρότης πέταξε με δύναμη το μαλακό αυγό έξω, στην αυλή· η Μπουμπουκίτσα μάζεψε όλο της το κουράγιο και σφάλισε σφιχτά τα μάτια της. Το αυγό έσπασε δίχως να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Ο γερο-σκύλος σύρθηκε βαριά κι αδέξια ως εκεί κι άρχισε να το γλείφει. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν αβίαστα απ’ τα μάτια της Μπουμπουκίτσας, για πρώτη φορά στη ζωή της. Αρνούμαι να γεννήσω άλλο αυγό! Ποτέ ξανά!


ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ


Η Μπουμπουκίτσα απολάμβανε να χαζεύει όλα όσα συνέβαιναν στην αυλή του αχυρώνα. Πολύ περισσότερο της άρεσε να κάθεται να παρακολουθεί τις πάπιες να το βάζουν στα πόδια όταν τις πλησίαζε ο σκύλος παρά να τσιμπολογάει το φαγητό της. Έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν τον εαυτό της να περιπλανιέται ελεύθερα και ξένοιαστα, εδώ κι εκεί. Έβλεπε με τα μάτια του μυαλού της πως καθόταν μέσα σε μια φωλιά, πάνω σ’ ένα αυγό, φανταζόταν ότι τριγύριζε στα λιβάδια μαζί με τον κόκορα ή ότι έπαιρνε στο κατόπι τις πάπιες και πήγαινε όπου πήγαιναν. Αναστέναξε βαθιά. Δεν είχε νόημα να ονειρεύεται, ήταν μάταιο. Δεν θα της συνέβαιναν ποτέ όλα αυτά. Δεν είχε καταφέρει να γεννήσει αυγό, εδώ και λίγες μέρες. Δεν ήταν και τόσο περίεργο, αφού μόλις και μετά βίας στεκόταν στα πόδια της. Την πέμπτη μέρα χωρίς αυγό, η Μπουμπουκίτσα ξύπνησε από έναν βαθύ ύπνο ακούγοντας τη φωνή της γυναίκας του αγρότη που γκρίνιαζε. «Είναι σκαρταδούρα. Πρέπει να τη διώξουμε απ’ το κοτέτσι». Της Μπουμπουκίτσας δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι θα έφευγε απ’ το κοτέτσι. Δεν καταλάβαινε τι σήμαινε η λέξη «σκαρταδούρα», αλλά και μόνο στη σκέψη ότι θα έβγαινε από κει μέσα, πλημμύριζε με ζωντάνια. Ύψωσε το ανάστημά της και ήπιε μερικές γουλίτσες νερό. Ούτε την επόμενη μέρα, επίσης, κατάφερε να γεννήσει αυγό. Η Μπουμπουκίτσα το ένιωθε – το σώμα της


δεν μπορούσε πλέον να κάνει άλλα αυγά. Ωστόσο συνέχισε να πίνει λίγο νεράκι και να τσιμπολογάει λίγη τροφή. Ανυπομονούσε να αρχίσει την καινούρια της ζωή. Θα κλωσούσε ένα αυγό και θα έβλεπε ένα κλωσοπουλάκι να ξεπετάγεται. Ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να τα καταφέρει όλα αυτά, φτάνει μόνο να έφευγε μέσα από εκείνο το κοτέτσι και να έβγαινε στην αυλή. Περίμενε με μια αδημονία από εδώ ως τον ουρανό. Κοιμήθηκε ανήσυχα, έναν ύπνο ταραγμένο, και είδε όνειρο ότι έπαιζε στα λιβάδια μαζί με τον κόκορα και πως σκάλιζε το χώμα. Την επόμενη μέρα, η πόρτα που οδηγούσε στο κοτέτσι άνοιξε και μπήκαν ο αγρότης με τη γυναίκα του, σπρώχνοντας ένα άδειο καροτσάκι. Η Μπουμπουκίτσα ήταν τόσο αδύναμη που δεν μπορούσε καν να σταθεί όρθια, ωστόσο η διαύγειά της ήταν πλήρης· το μυαλό της δούλευε πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. Ύψωσε τον τόνο της φωνής της για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό: «φεύγω απ’ το κοτέτσι!» κακάρισε. Είχε χαράξει η πιο υπέροχη μέρα από τότε που την έκλεισαν μέσα σε τούτο δω το κοτέτσι. Το λεπτό άρωμα που ανέδιδαν τα λουλούδια της ακακίας πλημμύρισε τον αέρα. «Όλο και κάτι θα βγάλουμε απ’ το κρέας, ε;» ρώτησε η γυναίκα του αγρότη τον άντρα της.


«Δεν είμαι σίγουρος. Δείχνει αρρωστιάρα…»

Η Μπουμπουκίτσα δεν είχε προσέξει ούτε είχε καταλάβει τι έλεγαν, γιατί η καρδιά της βροντοχτυπούσε στη σκέψη ότι επιτέλους θα πήγαινε να ζήσει στην αυλή. Ο αγρότης την άρπαξε απ’ τα φτερά και την έβγαλε έξω απ’ το στενόχωρο κλουβί της. Η Μπουμπουκίτσα προσγειώθηκε μέσα στο καροτσάκι μ’ έναν υπόκωφο γδούπο. Παραήταν εξασθενημένη για να μπορέσει να αντισταθεί ή έστω να πεταρίσει τα φτερά της. Κατάφερε και τέντωσε το λαιμό της για μια στιγμή μονάχα. Αμέσως μετά έπεσαν από πάνω της κι άλλες αδύναμες, αρρωστιάρικες κότες και την καταπλάκωσαν. Σ’ ένα χωριστό κλουβί, ο αγρότης και η γυναίκα του φόρτωσαν γριές κότες, που ο καιρός που μπορούσαν να γεννούν αυγά είχε περάσει πια, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν καλά στην υγεία τους, και μετά τις φόρτωσαν σ’ ένα φορτηγάκι το οποίο έφυγε απ’ το αγρόκτημα. Η Μπουμπουκίτσα παρέμεινε μέσα στο καροτσάκι, καταπλακωμένη από ένα σωρό κότες οι οποίες ήταν ένα βήμα πριν το θάνατο. Η τελευταία κότα προσγειώθηκε στο κεφάλι της. Η Μπουμπουκίτσα είχε τρομοκρατηθεί. Προσπάθησε να μη χάσει την ψυχραιμία της και αναρωτήθηκε τι στο καλό συνέβαινε. Τα δυνατά κακαρίσματα σιγά σιγά έσβησαν, ώσπου στο τέλος η Μπουμπουκίτσα δεν άκουγε τίποτα απολύτως. Άρχισε να


δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ανασάνει. Δηλαδή, αυτό πάει να πει «σκαρταδούρα»; Να μας πετάξουν όπου να ’ναι; Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να κρατήσει τα βλέφαρά της ανοιχτά. Α, δεν είναι δυνατόν να πεθάνω μ’ αυτό τον τρόπο… Προσπάθησε να μαζέψει όσο θάρρος μπορούσε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να δει το φόβο της να μεγαλώνει. Θλίψη αναδύθηκε μέσα απ’ τα μύχια της καρδιάς της. Μα δεν ήταν δυνατόν να πεθάνει έτσι, όχι πριν προλάβει να πάει και να ζήσει στην αυλή… Έπρεπε να το σκάσει μέσα από εκείνο το καροτσάκι. Αλλά οι κότες που είχαν πέσει σωρός ολόκληρος από πάνω της, της τσάκιζαν τα κόκαλα. Η Μπουμπουκίτσα έφερε στο νου της την εικόνα της ακακίας κατάφορτης από λουλούδια, τα πράσινα φύλλα της, το υπέροχο, ολόγλυκο άρωμά της, τα ευτυχισμένα ζώα στην αυλή… Μόνο μια λαχτάρα είχε: να κλωσήσει ένα αυγουλάκι και να δει να βγαίνει από κει μέσα ένα κλωσοπουλάκι. Μπορεί να ήταν ένα απλό όνειρο, όμως τώρα πέθαινε χωρίς να έχει προλάβει να το πραγματοποιήσει. Καθώς οι αισθήσεις της την εγκατέλειπαν σιγά σιγά, η Μπουμπουκίτσα άρχισε να βλέπει πράγματα. Είδε τον εαυτό της να κάθεται πάνω σ’ ένα αυγό και να το ζεσταίνει με το σώμα της μέσα σε μια φωλίτσα. Ο καλός κι ευγενής κόκορας παράστεκε στο πλευρό της ακοίμητος φρουρός, ενώ τα λουλουδάκια της ακακίας έπεφταν σιωπηλά στο χώμα σαν χιονονιφάδες. Πάντα ήθελα


να κλωσήσω ένα αυγό. Έστω μια φορά! Ένα αυγό και για εμένα, μια φορά… Ήθελα να του ψιθυρίσω: ποτέ δεν θα σ’ αφήσω, Μωρό μου. Άντε, σπάσε το τσόφλι, βγες απ’ το αυγό, θέλω να σε γνωρίσω. Μη φοβάσαι, Μωρό μου! Κι αφού γεννήσω το μωρό μου, να το πάρω αγκαλιά… Έχοντας πιστέψει ότι όντως κλωσούσε ένα αυγό, έχασε τις αισθήσεις της μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο ράμφος της. Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τα μάτια της. Πόση ώρα είχε περάσει; Έβρεχε κι είχε γίνει μούσκεμα ως το κόκαλο. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Μάλλον δεν πέθανα. Έτρεμε σύγκορμη απ’ το κρύο. Το μυαλό της καθάρισε σιγά σιγά, αλλά ακόμα και τότε δεν μπορούσε να κουνηθεί. Σίγουρα θα ένιωθε πολύ καλύτερα αν μπορούσε να τινάξει τα φτερά της ή τουλάχιστον να τεντωθεί, αλλά δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Άκουσε κάτι, από κάπου από πάνω της. Μόνο όταν ο θόρυβος επαναλήφθηκε, η Μπουμπουκίτσα κατάλαβε. «Έι, εσύ! Μ’ ακούς;» είπε δυνατά μια φωνή. Η Μπουμπουκίτσα κατάφερε να σηκώσει το κεφάλι της. Μια απαίσια μυρωδιά έφτανε στα ρουθούνια της, αλλά δεν μπορούσε να δει τι υπήρχε γύρω της. «Είσαι μια χαρά. Το ’ξερα εγώ!» Η συγκινημένη φωνή


δυνάμωσε σε ένταση. «Άντε, σήκω! Πάρε τα πόδια σου!» «Να πάρω τα πόδια μου; Δεν μπορώ. Είναι πολύ δύσκολο». Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε τριγύρω της τα δέντρα στη μισοσκότεινη πλαγιά και τη χλόη να αναδεύεται απ’ τον άνεμο στην κορυφή του χαντακιού. Από κάπου εκεί η Μπουμπουκίτσα άκουσε ξανά τη φωνή. «Δεν έχεις πεθάνει. Άντε, σήκω!» «Φυσικά και δεν έχω πεθάνει». Η Μπουμπουκίτσα λύγισε τα φτερά της, τέντωσε τα πόδια της και κούνησε το λαιμό της πέρα δώθε, πάνω κάτω. Τα πάντα ήταν στη θέση τους, σώα και αβλαβή· ήταν απλώς αδύναμη, μόνο αυτό. «Ποιος είσαι;» «Σταμάτα να μιλάς. Πρέπει να φύγεις τρέχοντας. Κάνε γρήγορα!»

Η Μπουμπουκίτσα στάθηκε αδέξια στα πόδια της. Έβαλε όση δύναμη είχε και δεν είχε για να κάνει μερικά βήματα προς το μέρος απ’ όπου ερχόταν η φωνή. Από πότε είχε να περπατήσει; Πότε ήταν η τελευταία φορά; Ένα βήμα, δύο βήματα. Μαρμάρωσε, κοκάλωσε κι ύστερα κάθισε κάτω, συγκλονισμένη. «Ω, Θεέ μου… Τι είναι τούτο;»


Νεκρές κότες ήταν στοιβαγμένες παντού γύρω της. Πατούσε πάνω τους. Είχε πέσει μέσα σ’ έναν τεράστιο, ανοιχτό τάφο και είχε κολλήσει εκεί. «Μα εγώ είμαι ακόμα ζωντανή! Πώς γίνεται αυτό;» Η Μπουμπουκίτσα τινάχτηκε σαν ελατήριο κι άρχισε να τρέχει ολόγυρα, κακαρίζοντας πανικόβλητη. Όμως δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Σε κάθε της βήμα, σκόνταφτε πάνω σε πτώματα, παντού πτώματα, συνέχεια πτώματα. Ο τρόμος της ήταν ατελείωτος. Δεν πίστευε στα μάτια της. «Μα τι στην ευχή κάνεις;» ρώτησε η φωνή πέρα απ’ τον τάφο. Όμως η Μπουμπουκίτσα, δεν έδωσε σημασία· συνέχισε να τρέχει ολόγυρα και να κακαρίζει. «Αχ, όχι! Τι θα κάνω;» «Το νου σου, πρόσεχε!» «Δεν είμαι νεκρή! Πώς είναι δυνατόν;» «Για κοίτα εκεί! Σ’ έχουν βάλει σημάδι!» «Τι θα κάνω; Αχ, τι θα κάνω;» «Φύγε, τρέχα! Δεν το βλέπεις ότι έχεις γίνει στόχος; Χαζή κότα! Εκείνα εκεί τα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου!»


ούρλιαξε η φωνή. Τότε και μόνο τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η Μπουμπουκίτσα σταμάτησε να κάνει σαματά. Κάτι γλιστρούσε ύποπτα μέσα στα χόρτα, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση απ’ όπου ακουγόταν η φωνή. Δύο μάτια την αγριοκοίταζαν. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. «Αν συνεχίσεις να μένεις εκεί, θα βρεις τον μπελά σου!» Η Μπουμπουκίτσα δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός έξω απ’ τον ανοιχτό τάφο που της έδινε συνεχώς εντολές και οδηγίες, ωστόσο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πιο αξιόπιστος από εκείνα εκεί τα μάτια που λαμπύριζαν. «Εσύ πρέπει να είσαι ο κόκορας», αναφώνησε. Μόνο εκείνος θα είχε το θάρρος να φωνάξει έτσι μες στα σκοτάδια. Η Μπουμπουκίτσα ακολούθησε τη φωνή, πηγαίνοντας προς την άκρη του τάφου. Εκεί ο λάκκος ήταν πιο ρηχός κι έτσι μπορούσε να πηδήξει και να βγει πιο εύκολα. «Αυτή είσαι!» είπε ο καινούριος της φίλος με γλυκιά κι ευγενική φωνή. Η Μπουμπουκίτσα ανατρίχιασε κι έριξε μια προσεκτική ματιά στο φίλο της. Ήταν η πρασινοκεφαλόπαπια που είχε δει στην αυλή – ή μάλλον ο Πρασινοκεφαλόπαπιας, μ’ εκείνα


τα ασυνήθιστα πράσινα και καφέ πούπουλα, εκείνος ο μοναχικός τύπος που μονίμως ακολουθούσε κατά πόδας την παπιοοικογένεια. Είχε αρχίσει να χωνεύει μέσα στο μυαλό της την ιδέα ότι, τελικά, είχε όντως φύγει απ’ το κοτέτσι. «Σ’ ευχαριστώ που μ’ έσωσες!» «Σώπα καλέ, ούτε λόγος! Δεν μπορούσα να τον αφήσω να σε τσακώσει. Όταν τσακώνει κάποιον, ζωντανό, θυμώνω απίστευτα πολύ». «Ποιος;» «Ο Νυφίτσας!» Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας ανατρίχιασε, τα πούπουλα στο λαιμό του ορθώθηκαν. Αλλά και η Μπουμπουκίτσα αναρίγησε σύγκορμη. Ο Νυφίτσας στεκόταν αγέρωχος στην άλλη πλευρά του ανοιχτού τάφου. Κοιτούσε βλοσυρά και αγριωπά προς τη μεριά τους, θυμωμένος που το γεύμα του είχε καταφέρει να του ξεγλιστρήσει. «Πήγαινε πίσω τώρα που τη γλίτωσες», είπε ο Πρασινοκεφαλόπαπιας και άρχισε να απομακρύνεται, βαδίζοντας σαν πάπια. «Περίμενε, για μια στιγμή! Πίσω, πού;» Ο


Πρασινοκεφαλόπαπιας δεν είχε σκοπό να την πάρει κι αυτή μαζί του! Εκείνη ήθελε να ακολουθήσει τον καινούριο της φίλο και να επιστρέψουν μαζί στην αυλή. Γιατί να γυρίσει πίσω, ποιος ο λόγος; «Εγώ δεν ξαναπάω στο κοτέτσι. Μα αφού μόλις βγήκα! Με είπαν “σκαρταδούρα”». «Σκαρταδούρα; Τι πάει να πει αυτό;» «Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω ότι σημαίνει πως είμαι ελεύθερη». «Όπως κι αν έχει το πράγμα, είναι επικίνδυνο να παραμείνεις εδώ. Άντε, πήγαινε. Έχω αργήσει. Όλοι θα έχουν πέσει για ύπνο». Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας συνέχισε το δρόμο του, δείχνοντας κουρασμένος. Η Μπουμπουκίτσα έριξε μια λοξή ματιά στον Νυφίτσα κι αμέσως μετά έτρεξε ξοπίσω απ’ τον Πρασινοκεφαλόπαπια. «Πώς ήξερες ότι βρισκόμουν μέσα στον τάφο;»

«Καθώς επέστρεφα απ’ την τεχνητή λίμνη, είδα τον Νυφίτσα να τριγυρίζει ύποπτα εδώ γύρω, γεγονός που μαρτυρούσε ότι μέσα στο Λάκκο του Θανάτου υπήρχε μια κότα που ήταν ακόμα ζωντανή. Το ξέρω καλά εγώ αυτό το απαίσιο πλάσμα!» Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας ανατρίχιασε ξανά, με τα πούπουλα στο λαιμό του να τρέμουν.


«Δεν υπάρχουν λόγια για τον συγκεκριμένο – μονίμως κυνηγάει ζωντανά πλάσματα. Και είναι και μεγαλόσωμος – πιο μεγαλόσωμος απ’ όλους τους άλλους. Κυνηγάει ζωντανά πλάσματα για να δείξει πόσο δυνατός είναι. Μια ζωντανή κότα, όπως εσύ, είναι η τέλεια λεία. Στο τέλος πάντα καταφέρνει να τσακώσει ό,τι κυνηγάει. Εσύ στάθηκες τυχερή». «Πολύ σωστά, εγώ στάθηκα τυχερή. Κι αυτό χάρη σ’ εσένα και μόνο». Η Μπουμπουκίτσα έτρεξε βιαστικά ξοπίσω απ’ τον Πρασινοκεφαλόπαπια. Και μόνο που είχε ακούσει ότι θα ήταν μια χαρά λεία για τον Νυφίτσα, ήταν αρκετό για να της σηκώσει τα πούπουλα κάγκελο. «Ε, λοιπόν, ποτέ μου δεν συνάντησα άλλη κότα σαν εσένα. Χαίρομαι πολύ που τα κατάφερες και του ξέφυγες. Ο Νυφίτσας πρέπει να σκεφτόταν για αρκετή ώρα κάποιον τρόπο να καταφέρει να τσακώσει μια τέτοια πλουσιοπάροχη λεία». Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας γέλασε χαρούμενος και κοίταξε τον τάφο πίσω του. Να τος και ο Νυφίτσας, ακόμα να στέκεται εκεί πέρα και να τους ζυγιάζει με το βλέμμα του. Η Μπουμπουκίτσα απέστρεψε τα μάτια της βιαστικά, αλλά ο Πρασινοκεφαλόπαπιας παρέμενε εντελώς ατάραχος. «Είμαι σίγουρος ότι θα τον ξανασυναντήσεις. Αυτός ο τύπος δεν τα παρατάει εύκολα».


«Αλήθεια;» ψέλλισε η Μπουμπουκίτσα. «Θεωρώ ότι είσαι η πρώτη κότα που καταφέρνει να βγει από κει μέσα ζωντανή». «Μα αφού δεν είχα πεθάνει», ψιθύρισε η Μπουμπουκίτσα. Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας συνέχισε το δρόμο του. Πέρασαν κάτω απ’ την ακακία. «Πού θα πας;» ρώτησε. Η Μπουμπουκίτσα κόμπιασε για λίγο. «Κοίτα… δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να επιστρέψω στο κοτέτσι». «Αυτό μου το ξανάπες ήδη». «Μμμ… ναι, σωστά, στο ξανάπα ήδη. Η Μπουμπουκίτσα ήλπιζε ολόψυχα ότι ο Πρασινοκεφαλόπαπιας θα της συμπαραστεκόταν σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή. «Εεε… δεν θα μπορούσες να με πάρεις μαζί σου;» «Πού; Στον αχυρώνα;» Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας κούνησε το κεφάλι του. Η Μπουμπουκίτσα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, κίνδυνοι ελλόχευαν. Όμως, ίσως επειδή τη λυπήθηκε, δεν είπε όχι αμέσως. «Εγώ δεν είμαι από δω. Ωστόσο εσύ είσαι κότα, οπότε ίσως…» Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας την οδήγησε μέσα στον αχυρώνα, εκεί όπου κοιμούνταν τα ζώα τις νύχτες.


ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΧΥΡΩΝΑ


Ο γερο-σκύλος ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο χώμα, μόνο τον πισινό του είχε μέσα στο σπιτάκι του. Με τα μάτια του μισόκλειστα, είχε βάλει πλώρη για τη χώρα των ονείρων. Όταν, όμως, έπιασε με την άκρη του ματιού του τον Πρασινοκεφαλόπαπια και μια κοκαλιάρα, βρεγμένη ως το μεδούλι, κότα που της έλειπαν όλα τα πούπουλα απ’ το λαιμό, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. «Τι απαίσια μυρωδιά!» μούγκρισε ο σκύλος, αρχίζοντας να πηγαίνει προς το μέρος τους. Η Μπουμπουκίτσα ζάρωσε πιο κοντά στον Πρασινοκεφαλόπαπια. «Δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις. Δεν είναι παρά μια κότα», είπε ο Πρασινοκεφαλόπαπιας μαλακά για να μην προσβάλει το σκύλο. Ο σκύλος στραβομουτσούνιασε και κινήθηκε κυκλικά γύρω από την Μπουμπουκίτσα, λες και περίμενε μια ευκαιρία για να την αρπάξει ανάμεσα στα σαγόνια του και να την κάνει μια χαψιά. «Δεν αφήνω κανέναν να περάσει. Είμαι περίφημος φύλακας!» είπε και γύμνωσε τα δόντια του. Ακούγοντας τη σχετική αναταραχή, κάποιες πάπιες έβγαλαν τα κεφάλια τους έξω απ’ τον αχυρώνα για να δουν τι έγινε. «Α, ώστε δεν έφυγε τελικά αυτός;» γκρίνιαξε μια πάπια.


«Αχ, όχι!» άρχισε να ολοφύρεται μια άλλη πάπια. «Τι σέρνει μαζί του;» «Ποπό, χάλια! Ένα μαδημένο κοτόπουλο. Μάλλον κατάφερε να το σκάσει απ’ το τραπέζι του Νυφίτσα!» Οι πάπιες ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας έμεινε αμίλητος, αλλά τα πούπουλά του είχαν σηκωθεί όρθια κι έτρεμαν. Η Μπουμπουκίτσα στενοχωρήθηκε πολύ που τον κορόιδευαν και τον πείραζαν. «Έι, Παρατρεχάμενε!» φώναξε μια πάπια. «Αρκετό βάρος μας είσαι από μόνος σου, ούτως ή άλλως. Έπρεπε να φέρεις μαζί σου κι ένα άρρωστο κοτόπουλο;» «Στείλ’ την από κει που ήρθε! Θα μας μολύνει όλους!» Όλες μαζί, με μια φωνή, συμφώνησαν ότι η Μπουμπουκίτσα θα έπρεπε να φύγει αμέσως. Ο σκύλος γρύλισε θριαμβευτικά. «Το ’πιασες; Ούτε να σου περνάει απ’ το μυαλό ότι θα μείνεις να τριγυρνάς εδώ πέρα!» Η Μπουμπουκίτσα τρομοκρατήθηκε. Απ’ την άλλη, όμως, δεν είχε και πουθενά αλλού να πάει. Συνέχισε να στέκεται


ακριβώς πίσω από τον Παρατρεχάμενο. «Κανείς δεν θα αρρωστήσει εξαιτίας μου. Κανέναν δεν θα ενοχλήσω», είπε μυξοκλαίγοντας. Τα ζώα της αυλής δεν της ήταν άγνωστα – είχε πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά αν κατάφερνε να φύγει απ’ το κοτέτσι. «Κι εδώ και πολύ καιρό ήθελα να ζήσω κι εγώ στην αυλή». «Τι έκανε, λέει; Εσύ είσαι κότα προορισμένη να κάνεις αυγά! Οφείλεις να κάθεσαι στο κοτέτσι και να γεννάς!» άστραψε και βρόντηξε ο σκύλος. «Μα εγώ…» τραύλισε η Μπουμπουκίτσα, προσπαθώντας να παραμείνει σταθερή στις θέσεις της. Ο σκύλος εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο κι ήρθε και κόλλησε τη μούρη του πάνω της με τα ρουθούνια του να ανοιγοκλείνουν σαν φυσητήρες, ώσπου η Μπουμπουκίτσα αναγκάστηκε να καθίσει στον πισινό της και να ζαρώσει στο έδαφος. Αυτό έγινε κάμποσες φορές. Οι πάπιες ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Η Μπουμπουκίτσα, όμως, ξέσπασε σε κλάματα. «Είστε δειλοί και άκαρδοι! Αφήστε την κοτούλα ήσυχη!» τους φώναξε ο Παρατρεχάμενος. «Εγώ ήρθα εδώ για να ζητήσω τη γνώμη όλων σας. Πώς μπορέσατε να φερθείτε τόσο σκληρά και άσπλαχνα;»


«Σκληρά και άσπλαχνα; Μήπως τούτος εδώ ξεχνάει ποιοι τον αφήνουν να μένει μέσα στον αχυρώνα;» μουρμούρισε θυμωμένα μια από τις πάπιες. Η αγανάκτηση του Παρατρεχάμενου όλο και μεγάλωνε. «Αυτή η κότα κατάφερε και το έσκασε από το Λάκκο του Θανάτου! Καμία άλλη κότα δεν έχει ξαναβγεί ζωντανή από κει μέσα. Ο Νυφίτσας την είχε βάλει στο μάτι, αλλά εκείνη γλίτωσε. Το λέει η καρδούλα της!» Οι πάπιες φάνηκαν να εκπλήσσονται. «Όρθωσε το ανάστημά της απέναντι στον Νυφίτσα!» συνέχισε ο Πρασινοκεφαλόπαπιας. «Θα μπορούσε να κάνει τέτοιο πράγμα κάποιος από εσάς; Θα ερχόταν το τέλος σας με το που θα προσπαθούσατε να ξεφύγετε». Μπροστά σε μια τέτοια θερμή υποστήριξη εκ μέρους του Πρασινοκεφαλόπαπια, οι πάπιες άρχισαν να σωπαίνουν, η μία μετά την άλλη. Ακόμη και ο γερο-σκύλος σταμάτησε να γρυλίζει. «Πού είναι το θέμα, δηλαδή; Μπορούμε να της δώσουμε μια γωνίτσα στον αχυρώνα», πρότεινε ο Παρατρεχάμενος. Η Μπουμπουκίτσα θαύμασε το θάρρος του και την


αυτοπεποίθησή του. Επειδή ήταν μονίμως ο ακόλουθος όταν οι πάπιες πήγαιναν κάπου, εκείνη φανταζόταν γι’ αυτόν ότι ήταν απλώς ένα παπάκι. «Για κλείσε το ράμφος σου και μη μιλάς!» τον επέπληξε μια άλλη πάπια, αρχηγός του σμήνους των παπιών, που έκανε την εμφάνισή της μέσα απ’ τον αχυρώνα. «Εσύ είσαι ξένος, παρείσακτος. Πώς τολμάς να μας προσβάλλεις; Μην ξεχνάς ότι εμείς σ’ αφήνουμε και ζεις μέσα στον αχυρώνα. Θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων!» Ο κόκορας εμφανίστηκε και αυτός για να δει τι ήταν όλος αυτός ο σαματάς. «Εγώ είμαι ο αρχηγός του αχυρώνα! Ο Παρατρεχάμενος δεν έχει κανένα δικαίωμα να λέει το οτιδήποτε. Εγώ παίρνω όλες τις αποφάσεις!» Όλοι υποτάχτηκαν μπροστά στην υπεροχή του κόκορα. Η φωνή του ήταν επιβλητική, ο τόνος του επιτακτικός όπως ακριβώς όταν λαλούσε το ξημέρωμα. Κι ο κόκορας συνέχισε: «μην κάνετε φασαρία. Είναι αργά και μπορεί να κάνει καμιά βόλτα εδώ κοντά ο Νυφίτσας. Η κότα μπορεί να μείνει στον αχυρώνα. Αλλά μόνο γι’ απόψε. Ούτως ή άλλως το κοτέτσι είναι κλειστό. Μπορεί να κοιμηθεί σε μια ακρούλα. Και με το που θα λαλήσω το ξημέρωμα, πρέπει να φύγει αμέσως!». Ο κόκορας ξαναμπήκε στον αχυρώνα. Ο αρχηγός των παπιών τον ακολούθησε, το ίδιο και ο


Πρασινοκεφαλόπαπιας. Η Μπουμπουκίτσα μπήκε τελευταία, με κάθε επιφύλαξη. Ο δύστροπος και καβγατζής γερο-σκύλος απόμεινε να βηματίζει πάνω κάτω στην αυλή.

Ο αχυρώνας ήταν ένας χώρος άνετος και φιλόξενος. Γαβάθες με νερό και φαγητό ήταν απλωμένες παντού, ενώ σε μια γωνιά υπήρχαν δεμάτια με σανό που απέπνεαν μια ζεστασιά. Δεν υπήρχε συρματόπλεγμα σαν εκείνο που κρατούσε την Μπουμπουκίτσα περιορισμένη κάθε φορά που πάσχιζε να πλαταγίσει τα φτερά της. Ο κόκορας και η κότα του φτεροκόπησαν βιαστικά ως την κούρνια και κοίταξαν διαπεραστικά τους πάντες. Οι πάπιες ξεκουράζονταν στριμωγμένες η μία πλάι στην άλλη. Ο Παρατρεχάμενος ζάρωνε κοντά στην πόρτα, σε κάποια απόσταση. Προφανώς αυτό ήταν ένα ακόμη δείγμα ότι οι πάπιες δεν τον θεωρούσαν δικό τους. Η Μπουμπουκίτσα ήξερε ότι έπρεπε να πάει και να φωλιάσει ακόμη πιο μακριά από τη συντροφιά των παπιών. Έτσι, πήγε και βολεύτηκε στην πιο απόμερη άκρη του αχυρώνα κι ούτε που τόλμησε να ονειρευτεί να πάει να κουρνιάσει πάνω απ’ τα ζεστά άχυρα. «Δεν το πιστεύω ότι ξανάγινε αυτό!» γκρίνιαξε θυμωμένη η κότα στην κούρνια. «Εκείνη η κότα πρέπει να φύγει το πρωί οπωσδήποτε. Είμαι πολύ ευαίσθητη αυτές τις μέρες. Όπου να ’ναι, θα γεννήσω αυγά. Αν πρόκειται να κλωσήσω


κλωσόπουλα, τα πάντα γύρω μου πρέπει να είναι ήσυχα και ειρηνικά. Είμαι σίγουρη ότι οι πάντες θυμούνται πως έχω χάσει όλα μου τα κοτοπουλάκια!» Η Μπουμπουκίτσα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την κότα στην κούρνια. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει την ομορφιά της – το αισθησιακό κορμί της, τα στιλπνά της πούπουλα, το καλοβαλμένο λειρί της. Ήταν μια χαριτωμένη και αξιαγάπητη σύντροφος για τον εκλεπτυσμένο κόκορα. Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε να ζηλεύει. Αναρωτήθηκε αν εκείνη είχε υπάρξει ποτέ τόσο κομψή και καλαίσθητη. Και θα κλωσήσει κι ένα αυγό! Θέλω να ξέρω πώς είναι. Μακάρι να μπορούσα να είμαι σαν κι εκείνη. Η Μπουμπουκίτσα ποτέ δεν είχε δώσει σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση. Ωστόσο ήταν σίγουρη ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ήταν καθόλου μα καθόλου ελκυστική – λερωμένη, λασπωμένη και ξεπουπουλιασμένη. Νιώθοντας ξαφνικά να ντρέπεται, κουλουριάστηκε γύρω απ’ τον εαυτό της και κατάπιε τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να καρφώνει κανένας τα μάτια του πάνω στον γυμνό της λαιμό. Για να παρηγορηθεί, έφερε στο νου της ότι είχε καταφέρει να φύγει απ’ το κοτέτσι και πως τώρα πια βρισκόταν μαζί με τα ζώα της αυλής. Σύντομα θα μπορέσω να γεννήσω ένα αυγό! Πολύ σύντομα! Μετά, όμως, θυμήθηκε ότι την είχαν διατάξει να φύγει. Το μέλλον της


φάνταζε σκοτεινό. Άσε δε που πέθαινε και της πείνας. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η Μπουμπουκίτσα κατάφερε να κοιμηθεί καλά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Ήταν η πρώτη που ξύπνησε, νωρίτερα ακόμα κι απ’ τον κόκορα, αλλά δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της. Ήθελε να απολαύσει τη ζεστασιά και την ασφάλεια του αχυρώνα και δεν ήθελε να ενοχλήσει καθόλου τα άλλα ζώα που κοιμούνταν. Άρχισε να νιώθει μέσα της ένα φτερούγισμα ελπίδας. Ίσως να μ’ αφήσουν να μείνω. Ο Πρασινοκεφαλόπαπιας είναι ένας περιπλανώμενος κι όμως βολεύτηκε εδώ. Αν μάθουν πόσο πολύ θέλω να ζήσω στην αυλή, θα δείξουν κατανόηση. Ο κόκορας ξύπνησε και σηκώθηκε. Έστρωσε τα πούπουλά του, ξεδίπλωσε τα φτερά του κι ύστερα τέντωσε το λαιμό του και φώναξε: «κικιρίκουουουου!». Μ’ ένα φτεροκόπημα βγήκε απ’ την κούρνια και βρέθηκε κοντά στην Μπουμπουκίτσα. Εκείνη πετάχτηκε όρθια για να τον υποδεχτεί.

«Σου δίνω χρόνο μέχρι να πλαταγίσω τα φτερά μου και ν’ ανέβω στον πέτρινο τοίχο για να λαλήσω και από κει. Μετά θα πρέπει να φύγεις», διέταξε ο κόκορας. «Αφήνουμε τον Πρασινοκεφαλόπαπια να μένει εδώ γιατί αυτός όντως δεν έχει πού να πάει. Εσύ όμως έχεις μέρος. Το κοτέτσι. Είναι καλά εκεί, δεν κινδυνεύεις. Όσο γενναία κότα κι αν είσαι, δεν θα μπορείς να ξεφεύγεις απ’ τον


Νυφίτσα για πάντα». Φούσκωσε με περηφάνια. «Σου έδωσα ένα μέρος για να κοιμηθείς χθες βράδυ γιατί ανήκεις στο είδος μας. Όμως το είδος μας δεν μπορεί να γίνει ο περίγελος ολόκληρου του αχυρώνα. Τώρα πρέπει να επιστρέψεις εκεί όπου ανήκεις». «Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να ζήσω στην αυλή. Εδώ πέρα δεν θα χρειάζεται να ανησυχώ για τον Νυφίτσα», έκανε η Μπουμπουκίτσα ικετευτικά. «Είπαν πως είμαι σκαρταδούρα». «Σκαρταδούρα;» Η Μπουμπουκίτσα έγνεψε καταφατικά και ο κόκορας γέλασε κοροϊδευτικά. Την κοίταξε άγρια, λες κι ήταν έτοιμος να τη ραμφίσει έτσι και τολμούσε να αντιδράσει. «Κανένας δεν σε θέλει!» Οι ελπίδες της Μπουμπουκίτσας καταποντίστηκαν. Ταπεινωμένη και ντροπιασμένη, κράτησε το ράμφος της πεισματικά κλειστό. Ο κόκορας έφυγε. Μια στιγμή αργότερα τον άκουσε να λαλεί, σημάδι ότι εκείνη έπρεπε να φύγει. Έριξε μια λοξή ματιά προς τον Πρασινοκεφαλόπαπια που είχε ξυπνήσει και την κοιτούσε. Μα ο Παρατρεχάμενος δεν μπορούσε να βοηθήσει – ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Της έριξε ένα απολογητικό βλέμμα. Η


Μπουμπουκίτσα καταλάβαινε. Εκείνος είχε κάνει ό,τι μπορούσε, την είχε βοηθήσει όταν αυτή ήταν ένα βήμα απ’ το να γίνει δείπνο για τον Νυφίτσα και την είχε υπερασπιστεί όταν τα ζώα της αυλής την απέρριπταν. Η Μπουμπουκίτσα έφυγε απ’ τον αχυρώνα, αλλά δεν είχε πουθενά να πάει. Πήγε και κούρνιασε κάτω απ’ την ακακία. Ο αγρότης έσπρωχνε το καροτσάκι του προς το κοτέτσι. Όταν βρισκόταν στο κοτέτσι, η Μπουμπουκίτσα δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή που θ’ άνοιγε η πόρτα για να ρίξει γεμάτη λαχτάρα μια τόση δα ματιά στην αυλή, εκεί όπου ποτέ της δεν πίστευε ότι θα κατόρθωνε να φτάσει. Ωστόσο να την, τα κατάφερε! Δεν θα έπρεπε να νιώθω λυπημένη. Το ότι βρίσκομαι εδώ είναι θαύμα έτσι κι αλλιώς! Η Μπουμπουκίτσα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την ακακία που ορθωνόταν ψηλή ως τον ουρανό. Θα γεννήσω αυγό. Και θα κλωσήσω ένα κοτοπουλάκι. Αφού τα κατάφερα και γλίτωσα απ’ τον Νυφίτσα, τότε δεν μπορεί να με σταματήσει τίποτα! Το στομάχι της γουργούριζε. Της έτρεξαν τα σάλια σαν είδε τη γυναίκα του αγρότη να ταΐζει τα ζώα της αυλής. Κι εκείνη ήθελε να φάει. Σηκώθηκε, λοιπόν, κι έτρεξε προς μια ταΐστρα. Δεν είχε ιδέα πού τη βρήκε τη δύναμη και την ενέργεια να το κάνει. Πριν όμως προλάβει να βάλει μια μπουκιά στο ράμφος της, μια πάπια τη δάγκωσε λυσσαλέα στο λαιμό. «Πώς τολμάς;»


Δίχως πούπουλα να της προστατεύουν το λαιμό, η Μπουμπουκίτσα κόντεψε να λιποθυμήσει απ’ τον πόνο. «Χάσου! Τώρα!» είπε άγρια η πάπια κι αμέσως μετά έχωσε το κεφάλι της μέσα στην ταΐστρα. Οι υπόλοιπες πάπιες ήρθαν κι αυτές και στάθηκαν γύρω απ’ την ταΐστρα, με τις ουρές τους ορθωμένες να κοιτάζουν προς τον ουρανό. Δεν υπήρχε ούτε μια τόση δα χαραμάδα για να καταφέρει η Μπουμπουκίτσα να χωθεί κι αυτή κάπου εκεί ανάμεσα. Η Μπουμπουκίτσα έριξε μια λοξή ματιά προς την ταΐστρα του κόκορα. Εκεί πέρα υπήρχε αρκετός ελεύθερος χώρος, αλλά δεν τολμούσε να πάει. Ο κόκορας ήταν άπληστος, αχόρταγος και πολύ άγριος. Κι όσο για να σκεφτεί να πλησιάσει το σκύλο… ούτε λόγος! Ο αγρότης πήρε είδηση την Μπουμπουκίτσα τη στιγμή που έβγαζε το καροτσάκι του έξω απ’ το κοτέτσι. Η γυναίκα του, καθώς πήγαινε να μπει στο κοτέτσι για να μαζέψει αυγά, κοντοστάθηκε δίπλα του. «Με κάποιον τρόπο τα κατάφερε και τη γλίτωσε», είπε. Ο άντρας της κούνησε το κεφάλι του με σημασία. «Είναι σκληρό καρύδι». «Μήπως να την ξαναβάλω πίσω στο κοτέτσι; Αλλά τι


λέω, ξέχασα, αυτή εδώ δεν μπορεί να κάνει αυγά. Μήπως να την τρώγαμε;» Η Μπουμπουκίτσα αποσβολώθηκε. Όμως ο αγρότης κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Αφού είναι άρρωστη. Αργά ή γρήγορα θα πεθάνει. Ή θα τη φάει καμιά νυφίτσα». Η Μπουμπουκίτσα άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Όμως ευχήθηκε να μπορούσε να φάει κάτι, οτιδήποτε. Προσπάθησε να ξεγελάσει την πείνα της καταπίνοντας αέρα. Οι κότες μέσα στο κοτέτσι αυτή την ώρα σίγουρα θα έτρωγαν. Τα έντερά της ήταν άδεια και τα ένιωθε μπερδεμένα σαν κόμπο. Μολονότι η ζωή στην αυλή ήταν πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο την είχε φανταστεί, δεν έριξε ούτε μια λοξή ματιά προς το κοτέτσι. Ο σωρός με το κοπρόχωμα! Έφερε στη μνήμη της τον κόκορα να τον σκαλίζει. Μια και δυο η Μπουμπουκίτσα κατευθύνθηκε προς τα εκεί μην έχοντας την παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να έβρισκε. Χάρηκε που είδε ένα ζουμερό σκουλήκι να στριφογυρνάει μες στις λάσπες. Έδειχνε πεντανόστιμο. Η κότα του κόκορα ήρθε τρεχάτη. «Μην τυχόν και φας το κολατσιό μου!» Φιλοδώρησε την Μπουμπουκίτσα με ένα άγριο ράμφισμα στο κεφάλι. Η Μπουμπουκίτσα ούρλιαξε και πισωπάτησε. Μια και δεν είχε βγάλει όλο της το άχτι, η κότα του κόκορα ράμφισε την Μπουμπουκίτσα σ’ όλο το σώμα και την έδιωξε


απ’ την αυλή με τις κλοτσιές. Ολόκληρο το κορμάκι της Μπουμπουκίτσας πονούσε. Όμως η πείνα της ήταν μεγαλύτερη απ’ τον πόνο της. Αποφάσισε να πάει στον κήπο. Τσιμπολόγησε λίγες άκρες από τρυφερές, καταπράσινες λαχανίδες, ανακουφίζοντας ευχάριστα την πείνα και τη δίψα της μαζί. Με το φόβο ότι μπορεί ο κόκορας και η κότα του να έρχονταν κατά δω για να περιφρουρήσουν την περιοχή τους, η Μπουμπουκίτσα συνέχισε την εξερεύνησή της. Ο κήπος δεν ήταν το μόνο μέρος όπου μπορούσε να βρει κανείς φαγητό· παντού τριγύρω υπήρχαν απέραντα, αχανή λιβάδια. Η Μπουμπουκίτσα όρθωσε περήφανα το ανάστημά της και κακάρισε χαρούμενα. Μα τέλος πάντων, ο κόκορας κι η κότα του δεν ήταν δυνατόν να τα διαφεντεύουν όλα αυτά!


ΤΟ ΑΥΓΟ ΣΤΟ ΠΑΡΤΕΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ


Η Μπουμπουκίτσα πέρασε ολάκερη τη μέρα της στα λιβάδια. Έφαγε κάμπιες για κολατσιό, σκάλισε το χώμα και πήρε κι έναν αναζωογονητικό υπνάκο για να χωνέψει. Είχε τόσο πολλά πράγματα να κάνει… πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόταν. Κανένας δεν της τάραξε την ησυχία – οι πάπιες πήγαν στο λόφο και κάθισαν εκεί όλη μέρα, ενώ το ζεύγος του κόκορα και της κότας δεν ξεμάκρυνε απ’ τον κήπο. Η Μπουμπουκίτσα ήταν ευχαριστημένη. Όμως, καθώς έπεφτε το σούρουπο, άρχισε να αισθάνεται μια ανησυχία. Έπρεπε να βρει ένα μέρος ασφαλές, μακριά απ’ τον Νυφίτσα. Έψαξε εδώ κι εκεί στα λιβάδια μήπως κι έβρισκε κανένα απόμερο και απομονωμένο μέρος να κοιμηθεί. Όμως δεν έβρισκε κανένα σημείο κατάλληλο για να κρυφτεί. Έτσι, απογοητευμένη πήγε πίσω στην αυλή. Τα ζώα της αυλής είχαν ήδη αποσυρθεί στον αχυρώνα για τη νυχτερινή κατάκλιση, ενώ ο γερο-φύλακας στεκόταν φρουρός. Όταν το βλέμμα του εντόπισε την Μπουμπουκίτσα, πήγε προς το μέρος της έχοντας στη φάτσα του μια έκφραση που δεν σήμαινε ακριβώς «καλωσόρισες»… «Δεν είναι η τυχερή σου μέρα σήμερα. Κανένας δεν πρόκειται να πάρει το μέρος σου». Κινήθηκε γύρω από την Μπουμπουκίτσα αρκετές φορές. «Τον Παρατρεχάμενο τον έχουμε ήδη προειδοποιήσει. Έτσι και δημιουργήσει το παραμικρό θέμα, θα πρέπει να φύγει απ’ τον αχυρώνα. Οπότε, δεν πρόκειται να


σε ξαναβοηθήσει». Η Μπουμπουκίτσα κύρτωσε τους ώμους της επιφυλακτικά.

Ο σκύλος συνέχισε: «και έχει έρθει ο καιρός της κότας να γεννήσει τ’ αυγά της. Έχω καθήκον να φροντίσω να διατηρήσω το περιβάλλον ήρεμο για χάρη της. Δεν θέλω να σε βλέπω να τριγυρίζεις εδώ γύρω». Η Μπουμπουκίτσα ήταν σίγουρη πως ο σκύλος φοβόταν την κότα όταν δεν ήταν στα κέφια της. Αν νευρίαζε μαζί του, σίγουρα θα τον αντάμειβε με ένα ράμφισμα στη μουσούδα του – κι εδώ που τα λέμε δεν ήθελε να του κάνει κουμάντο μια κότα.

«Δεν έχω πού αλλού να πάω για να κοιμηθώ», απάντησε η Μπουμπουκίτσα ευγενικά. Δεν προσπαθούσε να ξαναμπεί στον αχυρώνα όπως το προηγούμενο βράδυ· τώρα απλώς ήλπιζε να κοιμηθεί υπό την προστασία του σκύλου. Δεν την ένοιαζε πού θα κοιμόταν, αρκεί να ήταν κάπου μέσα στην αυλή. «Αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Εγώ θα έχω όλο και πιο πολλές δουλειές να κάνω. Η κότα θέλει να κλωσήσει τ’ αυγά της σ’ ένα ήσυχο μέρος. Να, ακριβώς εκεί». Ο σκύλος έδειξε προς μια πυκνή συστάδα από μπαμπού, κοντά στο σωρό με το κοπρόχωμα. Φάνταζε σαν μέρος όπου ο


Νυφίτσας θα μπορούσε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά μέσα στη νύχτα. «Πολύ σύντομα θα χρειαστεί να περιπολώ και σ’ εκείνη την περιοχή. Στην ηλικία μου! Η κότα βασίζεται πάνω μου. Αν μάθει ότι τριγυρίζεις εδώ γύρω, θ’ αρχίσει να γκρινιάζει. Είμαι πολύ γέρος για να αντιμετωπίσω κάτι τέτοιο». Ο σκύλος αναστέναξε βαθιά. «Ούτε κιχ δεν πρόκειται να βγάλω. Μονάχα άσε με να μείνω, λίγο, μόνο λίγο. Κάτω απ’ τον πέτρινο τοίχο, στην άκρη της αυλής. Θα ξυπνήσω πριν απ’ τον κόκορα και θα φύγω». «Ζητάς πάρα πολλά. Σ’ όλη μου τη ζωή είχα υπάρξει αυστηρός φύλακας. Δεν γίνεται να παραβώ τους κανόνες για χάρη σου». «Μα γιατί δεν μπορώ να ζήσω στην αυλή; Στο κάτω κάτω, κότα είμαι κι εγώ, ακριβώς όπως κι εκείνη». «Χα! Ανόητο κοτόπουλο! Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό; Ναι, κότες είστε και οι δύο, όμως εκείνη είναι διαφορετική. Πώς γίνεται να μην το ξέρεις αυτό; Όπως εγώ είμαι φύλακας κι ο κόκορας λαλεί την αυγή, έτσι κι εσένα η δουλειά σου είναι να γεννάς αυγά μέσα σ’ ένα κλουβί. Όχι στην αυλή! Αυτοί είναι οι κανόνες».


«Κι αν εμένα δεν μ’ αρέσουν αυτοί οι κανόνες; Τι γίνεται τότε;» «Μη λες βλακείες!» Ο σκύλος ρουθούνισε με θόρυβο. Έκανε μεταβολή και μπήκε στο σπιτάκι του, κουνώντας το κεφάλι. Δεν είχε σκοπό να τη βοηθήσει. Κι αν συνέχιζε να τον τσιγκλίζει, τότε πήγαινε γυρεύοντας να εισπράξει καμιά προσβολή – ακριβώς σαν αυτήν που της είχε απευθύνει ο κόκορας όταν της είπε: «δεν σε θέλει κανείς».

Μετά από λίγο καιρό, η κότα άρχισε να περνάει όλη της τη μέρα καθισμένη σε μια φωλιά που βρισκόταν στη συστάδα των μπαμπού. Καμιά φορά πήγαινε μέχρι το σωρό με το κοπρόχωμα για να κυνηγήσει κανένα ζουζούνι, αλλά είχε πάψει πια να πηγαίνει στον κήπο. Η διάθεση της Μπουμπουκίτσας ήταν απαίσια. Ούτε που θυμόταν πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε γεννήσει αυγό για


τελευταία φορά. Δεν είχε καμία διάθεση να γεννήσει μέσα στο κοτέτσι, όμως τώρα η υγεία της είχε αποκατασταθεί κι όλα τα πούπουλα στο λαιμό της είχαν ξαναφυτρώσει. Όσο κι αν λαχταρούσε με όλη της την καρδιά να γεννήσει ένα αυγό, είχε την αίσθηση ότι δεν μπορούσε. Πόσο περήφανη κι ευτυχισμένη θα ένιωθε, αν τα κατάφερνε… Η Μπουμπουκίτσα αισθανόταν μεγάλη απογοήτευση, ένιωθε αποτυχημένη. Το να τριγυρίζει στα λιβάδια ψάχνοντας για φρέσκο φαγητό δεν διέφερε και πολύ απ’ τη ζωή πίσω απ’ τα κάγκελα… Προσπάθησε να αποδιώξει αυτές τις ζοφερές σκέψεις. Φυσικά και θα γεννήσω ένα αυγό! Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό θα ερχόταν από μόνο του, αβίαστα, μόλις έφτιαχνε για τον εαυτό της μια φωλίτσα – δεν ήταν δυνατόν να γεννήσει αυγό τη στιγμή που έκανε ταραγμένο κι ακανόνιστο ύπνο κάθε βράδυ, ανησυχώντας μην τυχόν έκανε την εμφάνισή του ο Νυφίτσας… Όμως, βαθιά μέσα της, αναρωτιόταν αν αυτό ήταν απλώς μια δικαιολογία. Καμιά φορά μες στη νύχτα ξυπνούσε τρομαγμένη, βλέποντας τα μάτια του Νυφίτσα να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Όμως κάθε φορά ο σκύλος τον έπαιρνε μυρωδιά και γρύλιζε απειλητικά. Ο Νυφίτσας δεν είχε κατορθώσει να φτάσει κοντά της και η Μπουμπουκίτσα δεν χρειαζόταν ν’ αρχίσει να τρέχει πανικόβλητη μέσα στην αυλή για να γλιτώσει. Αν δεν μπορώ να γεννήσω ένα αυγό, τότε τι νόημα έχει η ζωή μου;


Η Μπουμπουκίτσα ένιωθε ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά επειδή ο Παρατρεχάμενος είχε βρει ένα ταίρι. Εδώ και αρκετό καιρό δεν πήγαινε ποτέ πουθενά χωρίς να έχει στο πλευρό του μια λευκή πάπια. Την πρώτη μέρα που η Μπουμπουκίτσα ακολούθησε το σμήνος με τις πάπιες ως την τεχνητή λίμνη, είδε τον Παρατρεχάμενο να καταβρέχει τη λευκή πάπια με εντελώς παιχνιδιάρικη διάθεση και να χοροπηδάει πάνω στην πλάτη της. Η Μπουμπουκίτσα χαιρόταν πολύ για το φίλο της. Όμως, η παλιά μοναχικότητα του Παρατρεχάμενου είχε διαπεράσει και την ίδια λες και ήταν κολλητική αρρώστια. Ο Παρατρεχάμενος, απ’ την άλλη, άλλαξε συμπεριφορά όταν βρήκε την καλύτερή του φίλη. Δεν πήγαινε πια να κολλήσει κι αυτός πίσω από τις πάπιες, ενώ μερικές νύχτες δεν επέστρεφε καν στον αχυρώνα. Ε, εκείνες ακριβώς τις νύχτες η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να κοιμηθεί επειδή ανησυχούσε για το φίλο της. Κάποια μέρα, την ώρα που έπαιρνε το πρωινό της στα λιβάδια, η Μπουμπουκίτσα είδε τις πάπιες να περπατούν η μία πίσω από την άλλη προς την τεχνητή λίμνη. Ο Παρατρεχάμενος δεν ήταν μαζί τους. Η Μπουμπουκίτσα τις είδε να εξαφανίζονται πίσω απ’ το λόφο και τις ακολούθησε, ελπίζοντας να εντοπίσει κάπου και τον Πρασινοκεφαλόπαπια. Θεωρούσε ότι θα ηρεμούσε αν τον έβλεπε έστω και φευγαλέα κάπου εκεί κοντά. Όμως, εκείνος δεν ήταν στην τεχνητή


λίμνη· ούτε και η λευκή πάπια ήταν. Μήπως έφυγε; Η Μπουμπουκίτσα νόμιζε πως ήταν φίλοι… Θα έφευγε δίχως να της πει αντίο; Αν ήξερε ότι ο Παρατρεχάμενος θα εξαφανιζόταν, θα του είχε πει εκείνη αντίο, έστω κι από μέσα της. Εγώ θα έπρεπε να ήμουν αυτή που θα έφευγε. Θέλω να φύγω από την αυλή. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Μπουμπουκίτσα έπιασε τον εαυτό της να αισθάνεται νοσταλγία για το κοτέτσι. Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να γεννήσει αυγά. Η ζωή δεν θα ήταν τόσο μοναχική και ανιαρή αν συμπεριφερόταν απλώς όπως κάθε άλλη κότα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Στράφηκε για να κοιτάξει το μονοπάτι απ’ όπου είχε έρθει. Η αυλή ξαφνικά φάνηκε να απέχει χιλιόμετρα μακριά. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω, εκεί. Αν και ο Πρασινοκεφαλόπαπιας δεν ήταν ο λόγος για τον οποίο η Μπουμπουκίτσα ήθελε να ζήσει στην αυλή, τώρα που εκείνος δεν βρισκόταν πια εκεί, δεν της έκανε κέφι να γυρίσει πίσω. Ήθελε να γλιτώσει απ’ την τρομερή ζέστη και να πάει να κοιμηθεί για ώρες και ώρες. Κανένας δεν με συμπαθεί. Δεν ήθελε πια να μένει κάτω απ’ την ακακία· κοίταξε με λαχτάρα προς τη μεριά του αχυρώνα. Παρατήρησε για πρώτη φορά ένα παρτέρι με μια πυκνή συστάδα από αγριοτριανταφυλλιές που ξεφύτρωνε στις παρυφές του λόφου. Θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως προστασία από τη ζέστη. Δεν ήταν απαραίτητο να στηθεί μια


φωλιά μέσα στην αυλή! Η Μπουμπουκίτσα κόντευε σχεδόν να φτάσει στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές όταν άκουσε ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό. Τα πούπουλά της σηκώθηκαν όρθια. Η ηρεμία στα λιβάδια αποκαταστάθηκε σύντομα, όμως κάτι δυσοίωνο και απειλητικό πέρασε βιαστικά μπροστά απ’ το οπτικό της πεδίο. Κάτι που έμοιαζε με κοντόχοντρη ουρά μπλέχτηκε στην πυκνή συστάδα με τις φτέρες και μετά χάθηκε. Οι φτέρες θρόισαν λιγάκι, αλλά αυτό ήταν όλο. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να ακούσει τίποτ’ άλλο. Απόμεινε μαρμαρωμένη στον τόπο της για αρκετή ώρα, μ’ εκείνη την τρομερή στριγκλιά να αντηχεί μέσα στην καρδιά της. Ένιωσε να ζαλίζεται κι έκλεισε τα μάτια της· όλα έγιναν κόκκινα. Άνοιξε επιφυλακτικά τα μάτια της για να αποφύγει όλη αυτή την κοκκινίλα και κοίταξε γύρω της με προσοχή. Ο Παρατρεχάμενος! Η Μπουμπουκίτσα ανατρίχιασε σύγκορμη όπως ακριβώς είχε πάθει και μέσα στο Λάκκο του Θανάτου. Μολονότι ήξερε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως από εκείνο το μέρος, αυτή συνέχισε την πορεία της προς το παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές. Λέγοντας στον εαυτό της να παραμείνει σε επιφυλακή, έβαλε δύναμη στα πόδια της και άνοιξε τα μάτια της διάπλατα για να αποδείξει το θάρρος της. Όλα καλά. Κανένας δεν μπορεί να μου κάνει κακό. Συνέχισε να περπατάει, ένα βήμα τη φορά. Ήταν πεπεισμένη ότι αυτός που είχε στριγκλίσει ήταν ο Παρατρεχάμενος. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ τόσο τρόμο στη


φωνή κάποιου ζώου. Παρ’ όλα αυτά ήταν προετοιμασμένη να υψώσει ανάστημα και να μην πτοηθεί ακόμα κι αν ερχόταν μούρη με μούρη με τον Νυφίτσα. Αν ήταν ο φίλος της αυτός που κινδύνευε, η Μπουμπουκίτσα δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει πίσω. Όμως δεν έβλεπε τίποτα. Δεν βρήκε ούτε καν ένα τόσο δα πούπουλο, πόσο μάλλον κάποιο ίχνος του Νυφίτσα. Το μόνο που έβλεπε ήταν ψηλό χορτάρι και πυκνά κλαδιά. Μπα, μάλλον θα το φαντάστηκε. Νιώθοντας ανακούφιση, έχωσε το κεφάλι της μέσα στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές. Ήταν υπέροχο μέρος για να στηθεί μια φωλιά και περιστοιχιζόταν μάλιστα κι από πυκνές συστάδες από φτέρες. Ωστόσο… κάτι ήταν εκεί. «Ω, Θεέ μου, τι είναι τούτο;» Η Μπουμπουκίτσα έβγαλε το κεφάλι της απ’ το παρτέρι μπερδεμένη, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της νευρικά κι έπειτα το ξανάχωσε μέσα. «Τι όμορφο!» Στη μέση του παρτεριού υπήρχε ένα άσπρο αυγό με μια αδιόρατη γαλαζωπή απόχρωση. Ένα πουλάκι μέσα του που ακόμα δεν είχε βγάλει πούπουλα. Το αυγό ήταν μεγάλο και όμορφο, αλλά πουθενά δεν υπήρχε ίχνος απ’ τη μητέρα του, ούτε ότι το κλωσούσε. Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε ολόγυρα για να δει μην τυχόν κι ήταν κάπου εκεί κοντά η μητέρα του. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε ξέφρενα. Ποιανού είναι; Τι


κάνω τώρα; Τι κάνω τώρα; Κακαρίζοντας, βημάτιζε πάνω κάτω. Δεν μπορούσε να το παρατήσει έτσι και να φύγει. Αν δεν το φρόντιζε, μπορεί να μην έβγαινε ποτέ πουλάκι από εκεί μέσα. Η Μπουμπουκίτσα κατέληξε στην απόφαση να παραμείνει απλώς ώσπου να επέστρεφε η μητέρα του. Μπήκε μέσα στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές και κάθισε με προσοχή πάνω στο αυγό. Ήταν ακόμη ζεστό· μόλις είχε γεννηθεί. Παραλίγο να μπλέξεις σε μπελάδες, μικρούλι μου. Θα σε κρατήσω εγώ ζεστό. Μη φοβάσαι. Αμέσως ο φόβος της εξανεμίστηκε και μια γαλήνη απλώθηκε πάνω απ’ το παρτέρι. Μέσα της άρχισε να γεννιέται η χαρά. Η Μπουμπουκίτσα έκλεισε τα μάτια της και απόλαυσε τη ζεστή μάζα που είχε καλύψει με το στήθος της. Το εσωτερικό του παρτεριού με τις αγριοτριανταφυλλιές ήταν εκπληκτικά ζεστό και φιλόξενο. Καθώς έπεφτε το σούρουπο, εκεί μέσα σκοτείνιασε πιο γρήγορα απ’ ό,τι κάτω από μια βελανιδιά κι ο ήχος που έκανε το ελαφρύ αεράκι έσβησε. «Ξέρω ότι δεν μπορώ πια να γεννήσω αυγά», είπε η Μπουμπουκίτσα στον εαυτό της. «Αλλά δεν πειράζει. Κάθομαι πάνω σ’ ένα αυγό! Τα όνειρά μου βγαίνουν αληθινά. Είναι μόνο ένα αυγό, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’ αυτό». Ήθελε να πιστεύει ότι είχε ξαναβρεί ένα απ’ τα πολλά αυγά που είχε γεννήσει στο παρελθόν και είχαν εξαφανιστεί. Ωστόσο, δεν μπορούσε και να μην κοιτάζει επίμονα μες στο σκοτάδι σε περίπτωση που η μητέρα επέστρεφε. Καθώς το βουητό των


εντόμων καταλάγιασε, η Μπουμπουκίτσα έβγαλε μερικά πούπουλα απ’ το στήθος της για να αποκτήσει μια καλύτερη αίσθηση του αυγού. Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό της. Αυτό είναι το αυγό μου. Το μωρό μου που μπορώ να του λέω τις ιστορίες μου! Η Μπουμπουκίτσα το είχε ήδη αγαπήσει εκείνο το αυγό. Ακόμη κι αν επέστρεφε η μητέρα του, εκείνη δεν ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να το εγκαταλείψει. Συγκεντρώθηκε αποκλειστικά στις προσπάθειές της να κρατήσει το αυγό ζεστό· μπορούσε να νιώσει τη μικροσκοπική καρδούλα να χτυπάει μέσα απ’ το κέλυφος.

Χάραξε η αυγή. Όλα είχαν αλλάξει από χθες. Η Μπουμπουκίτσα σκέπασε το αυγό με τα πούπουλα που είχε ξεριζώσει απ’ το στήθος της και βγήκε έξω απ’ το παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές. Τσιμπολόγησε λίγο γρασίδι που ήταν μουσκεμένο απ’ τις δροσοσταλίδες. Δεν μπορούσε να απομακρυνθεί και πολύ όσο καθόταν πάνω σ’ ένα αυγό, οπότε έπρεπε να αρκεστεί με ό,τι υπήρχε τριγύρω. Οι πάπιες βάδιζαν η μία πίσω απ’ την άλλη κατά μήκος του ρυακιού, με κατεύθυνση προς την τεχνητή λίμνη. Ο αρχηγός τους ήταν μπροστά μπροστά, ενώ το νεαρότερο παπί ήταν ο ουραγός της πομπής. Ο Παρατρεχάμενος δεν ήταν μαζί τους. Για μια ακόμη φορά η Μπουμπουκίτσα ευχήθηκε να είχε μια ευκαιρία να πει αντίο, όμως τώρα πια δεν ένιωθε τόσο μόνη όσο πριν. Έψαξε γύρω της να βρει ξερό χορτάρι που θα κρατούσε το


αυγό ακόμη πιο ζεστό. Καθώς επέστρεφε στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές, έχοντας στο ράμφος της μερικά χόρτα, άκουσε πίσω της ένα θόρυβο. Ο Παρατρεχάμενος! Έμεινε τόσο κατάπληκτη που παραλίγο να της πέσουν τα χόρτα απ’ το ράμφος. Εκείνος έδειχνε εξουθενωμένος και λυπημένος. Η Μπουμπουκίτσα χαιρόταν που τον έβλεπε, ωστόσο έμεινε στη θέση της για να μην προσέξει ο Παρατρεχάμενος το αυγό της. Εκείνος παρατήρησε αμίλητος το ξεπουπουλιασμένο στήθος της Μπουμπουκίτσας και μετά κάθισε κάτω. Στο τέλος, η Μπουμπουκίτσα ξαναμπήκε μέσα στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές κι έκατσε όμορφα όμορφα πάνω στο αυγό. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να είχε συμβεί στο φίλο της. Δεν της είπε τίποτα, αλλά πού και πού ξεπρόβαλλε το κεφάλι του κάτω απ’ το φτερό του και την κοιτούσε με μάτια θλιμμένα. Η Μπουμπουκίτσα αναρωτιόταν γιατί η έκφρασή του ήταν τόσο μελαγχολική. Αναρωτιόταν πού να ήταν άραγε η λευκή πάπια. Ο Παρατρεχάμενος έμεινε εκεί μέχρι να ξημερώσει και μετά έφυγε. Η Μπουμπουκίτσα τον συμπονούσε ολόψυχα, αλλά παράλληλα του ήταν κι ευγνώμων που δεν της είχε κάνει καμία ερώτηση σχετικά με το αυγό. Καθώς ξεπρόβαλε ένας ήλιος θαμπός από την πρωινή αχλή, ο Παρατρεχάμενος κατευθύνθηκε προς την τεχνητή λίμνη, μαζί με τις άλλες πάπιες. Λίγο αργότερα ξαναγύρισε, με ένα ψάρι να κρέμεται


από το ράμφος του. Το τοποθέτησε μπροστά από το παρτέρι κι έφυγε ξανά.


ΕΝΑ «ΑΝΤΙΟ» ΚΙ ΕΝΑ «ΧΑΙΡΕ»


Ο Παρατρεχάμενος έφερνε κάθε μέρα στην Μπουμπουκίτσα και από ένα ψάρι. Χάρη σ’ εκείνον, είχε τη δυνατότητα να κάθεται πάνω στο αυγό δίχως να την κόβει η πείνα. Μα γιατί, όμως, ο Πρασινοκεφαλόπαπιας δεν επέστρεφε στον αχυρώνα; Γιατί της έφερνε φαγητό; Γιατί όλη νύχτα βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο παρτέρι; Η Μπουμπουκίτσα είχε περιέργεια για όλα όσα έκανε ο φίλος της, αλλά δεν είχε βρει ευκαιρία να τον ρωτήσει. Με εξαίρεση τις φορές που της έφερνε φαγητό, δεν ερχόταν ποτέ κοντά της, ενώ εκείνη απ’ την άλλη ήταν υποχρεωμένη να κάθεται πάνω στο αυγό χωρίς να μετακινείται. Ψιθύρισε στο αυγό: «Μωρό μου, ο Παρατρεχάμενος σκαρφάλωσε το λόφο και κοιτάζει ένα μέρος που είναι πολύ μακριά. Έχω την εντύπωση ότι κοιτάζει πέρα από την τεχνητή λίμνη». Τις νύχτες, όταν το φεγγάρι ήταν ιδιαίτερα φωτεινό, ο Παρατρεχάμενος τριγύριζε πέρα δώθε πλαταγίζοντας τα φτερά του. Καινούρια σχέδια αυτά, μια και δεν είχε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο στην αυλή. Την πρώτη φορά που είδε με τα μάτια της τον Παρατρεχάμενο να τριγυρίζει φτερουγίζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, η Μπουμπουκίτσα είπε στο αυγό: «Μωρό μου, το δεξί φτερό του Παρατρεχάμενου δεν ανοίγει εντελώς. Αναρωτιέμαι τι να συνέβη. Όμως το αριστερό του φτερό είναι μεγαλύτερο και πιο δυνατό απ’ όσο νόμιζα. Τα φτερά του δεν μοιάζουν με τα φτερά των άλλων παπιών». Τις


νύχτες εκείνες που ο Παρατρεχάμενος έτρεχε έτσι πάνω κάτω, η Μπουμπουκίτσα διηγιόταν στο αυγό ένα σωρό ιστορίες. Ή του έλεγε νανουρίσματα, το ένα μετά το άλλο, σε περίπτωση που ένιωθε ότι το αυγό τρόμαζε απ’ τα δυνατά κακαρίσματα του Παρατρεχάμενου, που αντιλαλούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη στους λόφους. Ο Παρατρεχάμενος έμοιαζε σαν να χόρευε και η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε παρά να ανησυχεί. Η συμπεριφορά του γινόταν ολοένα και πιο αλλοπρόσαλλη. Όμως, δεν τον ρώτησε σχετικά. Δεν ήθελε να τον φέρει σε δύσκολη θέση, ιδίως όταν ήταν τόσο ευγενικός και της κουβαλούσε φαγητό κάθε μέρα.

Καθώς το ολόγιομο φεγγάρι άρχισε να περνάει σε φάση χάσης, ο χορός του Παρατρεχάμενου έγινε πιο συχνός και η ανησυχία της Μπουμπουκίτσας πιο έντονη. Η Μπουμπουκίτσα καθόταν πάνω στο αυγό από τότε που το φεγγάρι ήταν μισερό· το μωρό μέσα στ’ αυγό είχε σχηματιστεί σχεδόν τελείως, ο χτύπος της καρδιάς του ήταν δυνατός. Σύντομα το κέλυφος θα έσπαγε, αλλά η Μπουμπουκίτσα ανησυχούσε ότι ο Πρασινοκεφαλόπαπιας θα τρόμαζε το μωρό. Πέρασαν λίγες μέρες ακόμη. Ο Παρατρεχάμενος κάποιες νύχτες το έσκαγε κι έφευγε, αλλά ο μυστηριώδης χορός του συνεχιζόταν. Η Μπουμπουκίτσα παρακολουθούσε την κατάσταση υπομονετικά.


Μια νύχτα, ο Παρατρεχάμενος έκανε έναν αδιάκοπο σαματά. Δεν έκλεισε μάτι. Έτρεχε πανικόβλητος πάνω κάτω λες και τον κυνηγούσαν. Ήταν χειρότερο από κάθε άλλη φορά. Η Μπουμπουκίτσα που είχε ξαγρυπνήσει από τη φασαρία αποφάσισε να κάνει μια κουβεντούλα μαζί του. Ο Παρατρεχάμενος ήταν αδιαμφισβήτητα ένας καλός φίλος, όμως αυτό, κακά τα ψέματα, παραπήγαινε. Το πρωί που ο Πρασινοκεφαλόπαπιας πήγε στην τεχνητή λίμνη η Μπουμπουκίτσα κατάφερε να κλείσει τα μάτια της και να ξεκουραστεί. Λίγο αργότερα της έφερε ένα ψάρι. Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε με κόπο τα βαριά από τον ύπνο βλέφαρά της και τίναξε το κεφάλι. «Σε παρακαλώ, μην το ξανακάνεις αυτό. Μακάρι να μην έκανες τόση φασαρία τη νύχτα». Ο Παρατρεχάμενος δεν απάντησε. Έμοιαζε πολύ κουρασμένος. «Μου έχεις φερθεί πολύ καλά», συνέχισε η Μπουμπουκίτσα. «Σου είμαι απίστευτα ευγνώμων. Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσω όσα έκανες για εμένα. Όμως, όπως ξέρεις, κλωσάω ένα αυγό». Ο Παρατρεχάμενος δεν είπε τίποτα. Η Μπουμπουκίτσα μάλλον τον είχε πληγώσει. Το μόνο που έκανε ήταν να παραπονιέται και να γογγύζει – τη στιγμή που εκείνος την είχε


σώσει απ’ το Λάκκο του Θανάτου, την είχε υπερασπιστεί για να μπορέσει να μείνει στον αχυρώνα και επιπλέον της έφερνε φαγητό. Ο Παρατρεχάμενος απόμεινε να κοιτάζει επίμονα την τεχνητή λίμνη, βαθιά συλλογισμένος. Με απολογητική διάθεση, η Μπουμπουκίτσα είπε: «είμαι μια χαρά τώρα. Τα νύχια μου έχουν δυναμώσει και το ράμφος μου έχει σκληρύνει. Δεν πρόκειται να πέσω αμαχητί έτσι κι επιστρέψει ο Νυφίτσας. Οπότε, μπορείς κι εσύ να φύγεις και να κάνεις τα δικά σου, ό,τι είναι αυτά». Ο Παρατρεχάμενος την κοίταξε, με τα πούπουλα στο λαιμό του να τρεμουλιάζουν. Η Μπουμπουκίτσα δεν έπρεπε να είχε αναφέρει τον Νυφίτσα. «Όταν βγει το πουλάκι απ’ το αυγό, ίσως όταν έρθει η νέα σελήνη…» μουρμούρισε ο Πρασινοκεφαλόπαπιας. Η Μπουμπουκίτσα αναρωτήθηκε γιατί εκείνος περίμενε να βγει το πουλάκι απ’ το αυγό, μα δεν πήρε καμία απάντηση. Πριν επιστρέψει στην τεχνητή λίμνη, ο Παρατρεχάμενος είπε το εξής δυσνόητο: «αχ και να μπορούσα να κολυμπήσω έστω για μια φορά ακόμη με…» Εκείνη η νύχτα κύλησε ήσυχα. Η Μπουμπουκίτσα παρακολουθούσε με προσοχή τις φάσεις του φεγγαριού, τη φέξη και τη χάση του. Το μισοφέγγαρο φούσκωνε σιγά σιγά κι έγινε πανσέληνος και τώρα μίκραινε κάθε βράδυ για να γίνει σύντομα νέα σελήνη. Η επώαση κρατούσε περισσότερο


απ’ όσο πίστευε η Μπουμπουκίτσα, αλλά ο χτύπος της καρδιάς εξακολουθούσε να είναι ισχυρός. Ο Παρατρεχάμενος της έφερε φαγητό ως συνήθως. Η Μπουμπουκίτσα ήθελε να ζητήσει συγγνώμη για όσα είχε πει νωρίτερα. «Νομίζω πως δεν θα ήταν και πολύ κακή ιδέα αν χαλάρωνες λιγάκι. Με τα φτερά σου έτσι ορθάνοιχτα, μοιάζεις σαν να χορεύεις. Σαν να πετάς, όμορφος και ελεύθερος». Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τα δικά της φτερά και τα τίναξε για να βγάλει κι αυτή λίγο το άχτι της. Τελικά, όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να σηκώσει σκόνη. Τα δικά της φτερά δεν ήταν για πέταγμα· ήταν μονάχα για μόστρα. «Σαν να πετάω;» ρώτησε ο Παρατρεχάμενος απαλά. Έστρεψε το βλέμμα του προς την τεχνητή λίμνη και την κοίταξε θλιμμένα. Κι ύστερα μουρμούρισε: «αχ και να μπορούσα να ξαναπετάξω…». «Τα φτερά σου δείχνουν αλλιώτικα απ’ των υπόλοιπων παπιών. Αν και το δεξί σου φτερό είναι λιγάκι παράξενο». «Δίκιο έχεις, βάζω στοίχημα ότι έδειχνα σαν ηλίθιος. Το δεξί μου φτερό…» Ο Παρατρεχάμενος απόμεινε αμίλητος για πολλή ώρα, παρατηρώντας την Μπουμπουκίτσα να καταβροχθίζει με όρεξη το ψάρι που της είχε φέρει. Μετά το γεύμα της, η Μπουμπουκίτσα έσκαψε για εξάσκηση μια τρύπα


στο έδαφος και κυλίστηκε μέσα στα χώματα. Το σώμα της, που τη φαγούριζε τρομερά, αισθάνθηκε πολύ καλύτερα. «Το πουλάκι κοντεύει πια να βγει, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Παρατρεχάμενος μαλακά. «Και μάλλον άργησε. Θα έπρεπε να έχει ήδη βγει». Πολύ της άρεσε της Μπουμπουκίτσας που κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλον και φλυαρούσαν. «Χμ, λοιπόν, αργότερα, όταν το πουλάκι θα έχει βγει απ’ το αυγό – εσύ είσαι κότα…» τραύλισε ο Παρατρεχάμενος, χτυπώντας νευρικά το έδαφος με το ράμφος του, κατά τη διάρκεια των παύσεών του. Η Μπουμπουκίτσα ένιωθε λιγάκι ξαναμμένη. «Ξέρεις, έχω όνομα», του εκμυστηρεύτηκε. «Εγώ, η ίδια, το έδωσα στον εαυτό μου». «Σοβαρά; Δεν το έχω ακούσει ποτέ». «Ναι, γιατί δεν το ξέρει και κανένας. Θα με λες Μπουμπουκίτσα;» «Μπουμπουκίτσα; Σαν να λέμε μπουμπούκια και λουλούδια και τέτοια;» «Ναι, ακριβώς. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα


μπουμπούκι. Αντιπροσωπεύει κάτι καλό». Ο Παρατρεχάμενος ζύγιασε με προσοχή τα λόγια της. Σποραδικά χρησιμοποιούσε το ράμφος του για να τρίψει στα πούπουλά του το λίπος που έβγαζε από τα φτερά της ουράς του. «Το μπουμπούκι είναι η αρχή δημιουργίας των λουλουδιών», εξήγησε η Μπουμπουκίτσα. «Αναπνέει, αντιστέκεται στη βροχή και στον άνεμο, μαζεύει το φως του ήλιου και ανθίζει με εκθαμβωτικά λευκά λουλουδάκια! Αν δεν υπήρχαν τα μπουμπούκια, δεν θα υπήρχαν δέντρα. Το μπουμπούκι είναι πολύ ουσιώδες». «Μπουμπουκίτσα… Αυτό είναι ένα τέλειο όνομα για εσένα», συμφώνησε ο Παρατρεχάμενος. Η Μπουμπουκίτσα χάρηκε. Κατάλαβε ότι έπρεπε να προσπαθήσει να δείξει κατανόηση για τη φασαριόζικη διάθεση που τον κυρίευε τις νύχτες αντί να αγανακτεί. Ο Παρατρεχάμενος πήρε επίσημο ύφος. «Ακόμα και χωρίς ένα τέτοιο όνομα, είσαι στ’ αλήθεια μια σπουδαία κότα. Ήθελα να σ’ το πω αυτό». Η Μπουμπουκίτσα αισθάνθηκε ενοχές. Σάστισε, αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Παρατρεχάμενος αν ήξερε την αλήθεια. Σίγουρα θα είχε συγκλονιστεί, θα είχε κυριευθεί από φρίκη! Δίχως να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια, η


Μπουμπουκίτσα επέστρεψε στη φωλιά της και βολεύτηκε πάνω στο αυγό. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό τώρα πια. Δεν σκόπευε να το πει σε κανέναν ούτε καν στον καλό της φίλο. Είναι το μωρό μου! Κάθομαι πάνω του, κι εγώ θα το αναθρέψω. Ε, αυτό οπωσδήποτε το κάνει να είναι το μωρό μου. Άλλαξε απότομα θέμα συζήτησης. «Τι έπαθε το δεξί σου φτερό; Και πού είναι η λευκή πάπια;»

Ο Παρατρεχάμενος σήκωσε το κεφάλι του. Η γλυκιά κι ευγενική του συμπεριφορά άλλαξε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο. «Αυτό να μην το ξαναναφέρεις!» Η Μπουμπουκίτσα τα ’χασε. Δεν ήξερε τι ακριβώς απαγορευόταν να αναφέρει. Τα πούπουλα στο λαιμό του Παρατρεχάμενου είχαν σηκωθεί κάγκελο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως τότε που είχε δει τον Νυφίτσα. Σφίχτηκε και κοίταξε γύρω του βιαστικά, σαν να του είχε διαφύγει κάτι σημαντικό. Η Μπουμπουκίτσα δεν είχε καμία πρόθεση να τον κάνει να θυμώσει. «Εγώ φαντάστηκα ότι είχες φύγει από τον αχυρώνα μαζί της», είπε μαλακά. «Ξέρω ότι οι υπόλοιποι δεν σε συμπαθούν. Παρόλο που έμενες εκεί, ήσουν πάντα απομονωμένος. Ω, θέλω να πω, δηλαδή, εννοώ ότι…» Ο Παρατρεχάμενος δεν είπε λέξη.


Η Μπουμπουκίτσα προσπάθησε ξανά. «Η λευκή πάπια είναι η σύντροφός σου, σωστά; Εγώ είμαι φίλη σου, όμως…» «Σου είπα να το σταματήσεις αυτό!» την αποπήρε ο Παρατρεχάμενος, διακόπτοντάς την απότομα. Πετάχτηκε όρθιος και απομακρύνθηκε βαδίζοντας αποφασιστικά, περπατώντας σαν πάπια περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η Μπουμπουκίτσα αδυνατούσε να καταλάβει γιατί ο φίλος της ήταν τόσο θυμωμένος. Σύντομα επέστρεψε και ήταν ακόμα έξω φρενών. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του και είπε ψυχρά: «το φεγγάρι λεπταίνει. Αυτό πάει να πει ότι το πουλάκι θα βγει σύντομα απ’ το αυγό». «Σωστά, και πολύ άργησε». «Μπουμπουκίτσα, είσαι έξυπνη κότα, οπότε θα ξέρεις τι να κάνεις. Εγώ απλώς θέλω να σου πω κάνα δυο πράγματα. Όταν το πουλάκι βγει απ’ το αυγό, φύγε απ’ αυτό το μέρος. Και πήγαινε στην τεχνητή λίμνη, μην πας στην αυλή, εντάξει; Μην ξεχνάς ότι όταν το φεγγάρι είναι στη χάση του, το στομάχι του Νυφίτσα είναι αδειανό». Ο Παρατρεχάμενος μιλούσε σαν να επρόκειτο να φύγει. Μήπως ήταν θυμωμένος μαζί της; Κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά της έλεγε κι ένα κάρο πράγματα μαζεμένα. Πράγματα που εκείνη δεν μπορούσε να τα καταλάβει ακριβώς.


«Τι εννοείς λέγοντας ότι το στομάχι του Νυφίτσα είναι αδειανό;» ρώτησε η Μπουμπουκίτσα. «Δεν νομίζω να υπάρξει πρόβλημα. Όμως εγώ σ’ το λέω για την αντίθετη περίπτωση. Μην πας στην αυλή, πήγαινε στην τεχνητή λίμνη». «Γιατί;» Ο Παρατρεχάμενος δεν αποκρίθηκε. Απομακρύνθηκε, λοξοκοιτάζοντας γύρω του, κι ύστερα σκαρφάλωσε πάνω στο λόφο και κοίταξε πέρα μακριά. Η Μπουμπουκίτσα σφίχτηκε, ένιωσε μια ανησυχία και μόνο στην αναφορά του Νυφίτσα. Αφότου είχε βρει τυχαία το παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές, είχε βγάλει τον Νυφίτσα απ’ το μυαλό της. Δεν είχε δει τα γυαλιστερά του μάτια ούτε μία φορά από τότε που κάθισε πάνω στο αυγό. Αν την έβρισκε ο Νυφίτσας, η ίδια θα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο και το μωρό της θα πάθαινε κακό. Κι αυτή ήταν μια σκέψη απαίσια. Έπεσε η νύχτα. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να αποδιώξει απ’ το μυαλό της τη σκέψη του Νυφίτσα. Η καρδιά της χοροπηδούσε κάθε φορά που το βραδινό αεράκι φυσούσε ανάμεσα στα χορτάρια και τα ανάδευε ή όταν τα φεγγαροφωτισμένα φύλλα των δέντρων θρόιζαν. Ο Παρατρεχάμενος καθόταν ακριβώς έξω απ’ το παρτέρι με τις


αγριοτριανταφυλλιές, με το κεφάλι του χωμένο κάτω απ’ το φτερό του. Αυτό την έκανε να αισθάνεται μια ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία. Πολύ λιγότερο θα φοβόταν να τον έβλεπε να το ξαναρίχνει σ’ εκείνο τον αλλόκοτο χορό του.

Μια σκέψη της καρφώθηκε ξαφνικά μέσα στο μυαλό. Μήπως ο Παρατρεχάμενος έκανε φασαρία τις νύχτες εξαιτίας του Νυφίτσα; Μήπως για να τον τρομάξει και να τον κάνει να φύγει; Η Μπουμπουκίτσα τώρα πια ήταν σε πλήρη επιφυλακή, νιώθοντας το φόβο να φτάνει μέχρι το μεδούλι της. Μα γιατί να την προστατεύει έτσι ο Πρασινοκεφαλόπαπιας, γιατί να ξεπερνάει ακόμη και τον εαυτό του για να προστατέψει μια απλή φίλη; Και δεν είμαι καν πάπια… Κοίταξε ψηλά, στον ουρανό. Τα αστέρια φαίνονταν θολά και ασαφή, το φεγγάρι ήταν αμυδρό… σημάδια ότι θα έβρεχε. Ξαφνικά της ήρθε στο μυαλό ο Λάκκος του Θανάτου. Κι εκείνη τη μέρα είχε βρέξει. Μην μπορώντας να αποδιώξει το φόβο της, η Μπουμπουκίτσα ύψωσε το ανάστημά της. Θα αντιμετώπιζε τον Νυφίτσα με θάρρος και γενναιότητα. Σκόπευε να τον γδάρει με τα νύχια της και να τον ραμφίσει ανελέητα ενώ ταυτόχρονα θα πλατάγιζε τα φτερά της. Θα κακάριζε δυνατά και θα έστηνε σωστή μάχη. Κοίταξε διερευνητικά μέσα στο


σκοτάδι. Ο Νυφίτσας μπορεί να βρισκόταν ήδη κάπου εκεί, στην απέναντι μεριά του σκοταδιού, αυτός ο κυνηγός με τα μάτια που έμοιαζαν σαν δυο σχισμές, να αγριοκοιτάζει προς αυτή την κατεύθυνση και να ξερογλείφεται, με το στομάχι του αδειανό. «Ξύπνα, Παρατρεχάμενε!» φώναξε η Μπουμπουκίτσα. Ο Παρατρεχάμενος σήκωσε το κεφάλι του ξαφνιασμένος. «Γεννήθηκε το πουλάκι;» «Όχι, αλλά μπορεί να γεννηθεί την ώρα που η αυγή θα χαράζει τον ουρανό. Αν κρίνω απ’ τον πόσο καιρό έχει μείνει μέσα στο αυγό, μπορεί να βγει κανονικός κόκορας!» γέλασε η Μπουμπουκίτσα, επίτηδες δυνατά, αλλά μέσα της ακόμη φοβόταν. «Αρχίζω ν’ ανησυχώ στ’ αλήθεια. Τι θα γίνει έτσι και έρθει ο Νυφίτσας;» Πάντως ο Παρατρεχάμενος δεν έδειχνε να συμμερίζεται την ανησυχία της Μπουμπουκίτσας. «Τέλεια!» αναφώνησε. «Με το που χαράξει η αυγή, λοιπόν. Μια χαρά!» Τίναξε τα φτερά του για να ξυπνήσει εντελώς και κοίταξε γύρω του επιφυλακτικά. Η Μπουμπουκίτσα αποφάσισε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Δεν ένιωθε όμορφα που έλεγε ψέματα στο φίλο


της, ο οποίος την είχε πάρει υπό την προστασία του και την είχε φροντίσει απ’ την πρώτη στιγμή. «Παρατρεχάμενε, έχω κάτι να σου πω. Είχα μια μεγάλη επιθυμία. Ήθελα να κλωσήσω ένα αυγό και να παρακολουθήσω ένα κλωσοπουλάκι να γεννιέται. Αυτό ήταν ένα όνειρο που ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί μέσα στο κοτέτσι. Δεν ήθελα πια να γεννήσω άλλα αυγά – και μάλιστα πίστευα ότι δεν θα ξαναμπορούσα…» Ο Παρατρεχάμενος τη διέκοψε. «Μπουμπουκίτσα, είσαι μια υπέροχη μαμά κοτούλα». «Δεν ψάχνω για κομπλιμέντα». «Όχι, αλήθεια, είσαι. Εγώ είμαι μια αγριόπαπια που δεν μπορεί να πετάξει κι εσύ είσαι μια σπάνια και μοναδική κότα». «Ναι, εντάξει, αλλά…» «Αυτό είναι όλο κι όλο. Δείχνουμε διαφορετικοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς τι κρύβει ο καθένας μας βαθιά μέσα στην καρδιά του, όμως αγαπάμε ο ένας τον άλλον με τον δικό μας τρόπο. Σε εκτιμώ πολύ». Της Μπουμπουκίτσας της στάθηκε η ανάσα στο λαιμό. Μερικές φορές ο Παρατρεχάμενος την έκανε να σαστίζει.


«Παρόλο που δεν μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον; Πώς γίνεται αυτό;» «Γίνεται, γιατί ξέρω ότι είσαι υπέροχη μητέρα», είπε ο Παρατρεχάμενος με σταθερή φωνή. Η Μπουμπουκίτσα έκλεισε το ράμφος της και δεν είπε τίποτα. Κατά κάποιον τρόπο, η ανάγκη της να συνεχίσει την εξομολόγησή της σχετικά με το αυγό έπαψε πια να φαντάζει και τόσο σημαντική. «Τον ξέρω εγώ αυτόν τον Νυφίτσα», συνέχισε ο Παρατρεχάμενος. «Είναι γεννημένος κυνηγός, επομένως δεν μπορούμε να τον νικήσουμε. Είναι πιο μεγαλόσωμος και πιο δυνατός από κάθε άλλη νυφίτσα που έχω συναντήσει. Ακόμα κι αν είμαστε καλά για την ώρα, στο τέλος θα καταφέρει να μας τσακώσει. Πρέπει λοιπόν να τελειώσουμε τη δουλειά μας πριν συμβεί κάτι τέτοιο». Η Μπουμπουκίτσα δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο Παρατρεχάμενος, ωστόσο ήξερε ότι είχε δίκιο σ’ αυτά που έλεγε. Η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπάει. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι είχε περάσει όλο αυτό τον καιρό δίχως να αναλογιστεί τον κίνδυνο που άκουγε στο όνομα «Νυφίτσας». Ο Παρατρεχάμενος βγήκε απ’ το παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές και μουρμούρισε: «ελπίζω το πουλάκι να γεννηθεί αύριο, πριν να είναι πολύ αργά. Είμαι πολύ κουρασμένος. Δεν μπορώ να κρατήσω μακριά τον Νυφίτσα για πολύ ακόμη». Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να τον


κοιτάζει σιωπηλή, ζυγιάζοντάς τον με το βλέμμα. Δεν ήξερε τι είχε προηγηθεί ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Νυφίτσα κι αυτό την έκανε ακόμη πιο νευρική και πιο ανήσυχη. Ο Παρατρεχάμενος συνέχισε να μιλάει. «Είμαι εντάξει. Αν αυτός είναι χορτάτος, τότε θα ησυχάσει για λίγο. Όλα καλά, φτάνει να γεννηθεί το πουλάκι. Είμαι έτοιμος». Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να ακούσει πλέον το φίλο της. Ο Παρατρεχάμενος είχε πάει να βολευτεί σ’ ένα πιο απομακρυσμένο μέρος από αυτό που συνήθιζε κι έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ το φτερό του για να κοιμηθεί. Τα πούπουλα της Μπουμπουκίτσας σηκώθηκαν όρθια, όπως ακριβώς είχαν σηκωθεί και του Πρασινοκεφαλόπαπια στο άκουσμα του ονόματος του Νυφίτσα. Γύρισε το αυγό απ’ την άλλη. Με τον Παρατρεχάμενο εδώ, κοντά της, τίποτα δεν θα συνέβαινε και σύντομα θα ξημέρωνε. Όλα ήταν ήσυχα και γαλήνια. Ακόμη και οι άκρες των χόρτων ήταν σιωπηλές και ακίνητες, δεν θρόιζαν η μια δίπλα στην άλλη. Η Μπουμπουκίτσα άρχισε να αισθάνεται μια νύστα. Έκλεισε τα μάτια της για μια τόση δα στιγμούλα. «Κουάααακ!» Τα μάτια της Μπουμπουκίτσας άνοιξαν κατευθείαν διάπλατα. Ο Παρατρεχάμενος! Αυτή η ξαφνική, φρικιαστική στριγκλιά του της τρύπησε την καρδιά. Μέσα στο αφέγγαρο


σκοτάδι, ο Πρασινοκεφαλόπαπιας ανοιγόκλεινε τα φτερά του με όλη του τη δύναμη. Κάποιο πλάσμα είχε αρπάξει σφιχτά το σκουρόχρωμο κορμί του που σπαρταρούσε. Δεν ακούγονταν πια στριγκλιές. Ο λαιμός του Παρατρεχάμενου πρέπει να είχε σπάσει. Η Μπουμπουκίτσα αναρίγησε σύγκορμη και ο λαιμός της έκλεισε. «Παρατρεχάμενε!» Πετάχτηκε όρθια και βγήκε έξω τρεχάτη, με τα μάτια της να πετάνε σπίθες οργής και τα φτερά της να πλαταγίζουν. Ο Νυφίτσας, με τον Πρασινοκεφαλόπαπια στο στόμα του, την κεραυνοβόλησε μ’ ένα καθηλωτικό βλέμμα. Η καρδιά της Μπουμπουκίτσας πάγωσε. Τα γυαλιστερά μάτια του Νυφίτσα την προειδοποίησαν να μείνει μακριά, να μην πλησιάσει. Η Μπουμπουκίτσα σκέφτηκε αστραπιαία. Δεν θα μπορούσε να βγει νικήτρια απ’ τη μάχη έχοντας για όπλα της μονάχα τα νύχια και το ράμφος της. Τρέμοντας, απόμεινε να παρακολουθεί το τραγικό τέλος του φίλου της καθώς ο Νυφίτσας έσερνε το άψυχο σώμα του μακριά. Ο θύτης και το θύμα εξαφανίστηκαν μέσα στα σκοτάδια· το δάσος και οι αγροί ανέκτησαν και πάλι τη γαλήνη και την ηρεμία τους. Μολονότι μια πολύτιμη ζωή είχε χαθεί, έσβησε σαν κερί μέσα σε μια στιγμή, ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι γαλήνιος και ατάραχος. Τα δέντρα, τ’ αστέρια, το φεγγάρι, τα χόρτα… τα πάντα ήταν ήσυχα και ακίνητα, σαν να μην είχαν γίνει μάρτυρες αυτού που είχε συμβεί. Η Μπουμπουκίτσα τρεχάτη πήρε τον Νυφίτσα στο κατόπι. Όμως, το μόνο που υπήρχε


γύρω της ήταν σκοτάδι· κανένα ίχνος απ’ τον Νυφίτσα, πουθενά. Ποθώντας διακαώς να βρει κάτι, οτιδήποτε, ακόμη κι ένα πούπουλο, η Μπουμπουκίτσα ερεύνησε εξονυχιστικά όλο τον σκοτεινό λόφο. Δεν μπορούσε να σταματήσει να θρηνεί. Ο Παρατρεχάμενος ήταν νεκρός. Κι εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα για να τον βοηθήσει. Είχε φοβηθεί απίστευτα και ένιωθε σαν ηλίθια! Ο φίλος της είχε πεθάνει ολομόναχος και αβοήθητος. Τα βλέμμα του Νυφίτσα την είχε τρυπήσει μέχρι το μεδούλι. Από τη στιγμή που η Μπουμπουκίτσα είχε φύγει απ’ το κοτέτσι, τα μάτια του Νυφίτσα ήταν μονίμως καρφωμένα πάνω της και την ακολουθούσαν παντού. Ο Παρατρεχάμενος την είχε προφυλάξει κι έτσι δεν την άφησε να συνειδητοποιήσει ότι το παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές δεν ήταν ασφαλές μέρος. Κρατιόταν ξύπνιος κάθε νύχτα για να προσέχει και να προστατεύει αυτήν και το αυγό της απ’ τον Νυφίτσα. Γιατί δεν έμεινες ξύπνιος κι απόψε; Γιατί δεν άφησες μια κραυγή προειδοποίησης; Κακομοίρη… Μάλλον θα είχε εξουθενωθεί πια ο καημένος… Η Μπουμπουκίτσα ανατρίχιασε. Θα μπορούσε να ήταν εκείνη στη θέση του και να είχε πεθάνει αυτή. Τα πάντα θα είχαν τελειώσει μέσα σε μια στιγμή. Ξημέρωσε η μέρα. Ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει πέρα απ’ την τεχνητή λίμνη, θολός από την πρωινή αχλή ως συνήθως, και να φωτίζει το σημείο όπου συνήθιζε να κάθεται ο


Παρατρεχάμενος. Εκείνος που θα καθόταν να κοιτάξει τον ήλιο και να τινάξει τα πούπουλά του δεν υπήρχε πια. Η Μπουμπουκίτσα ορκίστηκε να μην τον ξεχάσει ποτέ. Ανοιγόκλεισε τα φτερά της στον ήλιο, σαν αποχαιρετισμό προς το φίλο της. Ω! Το αυγό είχε μείνει μόνο του για πολλή ώρα ως τώρα. Η Μπουμπουκίτσα έτρεξε βιαστικά και μπήκε στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. Ένα μωρό ερχόταν δειλά δειλά στον κόσμο! Είχε μόνο του σπάσει το κέλυφος του αυγού. Αυτό το απίστευτο, καταπληκτικό, χνουδωτό πλασματάκι κοίταξε την Μπουμπουκίτσα, με τα μαύρα ματάκια του να λάμπουν. «Ω, Θεέ μου!» Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε ακίνητη, σαστισμένη και κατάπληκτη. Ήξερε φυσικά ότι μέσα στο αυγό υπήρχε ένα μωράκι, όμως αυτό εδώ ήταν σαν όνειρο. Μικρά ματάκια, μικρά φτερά, μικρά ποδαράκια – τα πάντα ήταν μικροσκοπικά και λεπτεπίλεπτα. Όμως όλα κινούνταν και κάθε τους κίνηση ήταν ντελικάτη και αξιολάτρευτη. «Μωρό μου, ήρθες!» Η Μπουμπουκίτσα έτρεξε προς το μέρος του και αγκάλιασε το αγοράκι της με τα φτερά της ανοιγμένα διάπλατα. Ήταν ένα κανονικό μωράκι, απίστευτα μικροκαμωμένο και ζεστό. Άκουσε τις πάπιες να κατευθύνονται προς την τεχνητή λίμνη. Στον έξω κόσμο,


ήταν λες και δεν είχε αλλάξει τίποτα απ’ την προηγούμενη μέρα, όμως για εκείνη τούτο το πρωινό ήταν πολύ ιδιαίτερο. Σε διάφορα σημεία των αγρών συνέβαιναν πολλά και διάφορα πράγματα, ασταμάτητα. Κάποιος πέθαινε, κάποιος γεννιόταν. Καμιά φορά ένα «αντίο» κι ένα «χαίρε» τύχαινε να συμβούν την ίδια στιγμή. Η Μπουμπουκίτσα κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει λυπημένη για πολύ καιρό.


ΝΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΤΟΠΟΥΛΩΝ


Η Μπουμπουκίτσα βάδισε σταθερά και με αυτοπεποίθηση προς την αυλή του αχυρώνα, με το χνουδωτό ανοιχτοκαφέ μωρό της να την ακολουθεί κατά πόδας. Η προτροπή του Παρατρεχάμενου να φύγει απ’ τη φωλιά με το που θα έβγαινε το πουλάκι απ’ το αυγό δεν είχε γίνει τυχαία ούτε ήταν αστόχαστη. Ήταν κάτι που της είχε υποδείξει για να προστατέψει το μωρό της απ’ τον Νυφίτσα. Κι εκείνη όφειλε να πάει το Μωρό σ’ ένα ασφαλές μέρος, πριν το στομάχι του Νυφίτσα –το οποίο προς το παρόν είχε γεμίσει με το φίλο της τον Πρασινοκεφαλόπαπια– αδειάσει ξανά. Ο σκύλος, ο οποίος λαγοκοιμόταν μέσα στη λάβρα του μεσημεριού, ήταν ο πρώτος που πρόσεξε την Μπουμπουκίτσα που ερχόταν. «Βρε, βρε, για δες ποιος έρχεται!» γάβγισε. Η κότα του κόκορα ήρθε τρεχάτη από τη μάντρα όπου βρισκόταν και σκάλιζε. Έξι κίτρινα κοτοπουλάκια ακολουθούσαν ξοπίσω της. Τα κοτοπουλάκια είχαν φτέρωμα εντελώς κίτρινο, ακηλίδωτο, δίχως την παραμικρή καφετιά τουφίτσα οπουδήποτε. «Ποια είναι αυτή;» ρώτησε η κότα στραβομουτσουνιάζοντας. Κακάρισε στον κόκορα για να τον ειδοποιήσει να βγει έξω. Ο κόκορας, που δεν συμπαθούσε καθόλου το λιοπύρι, έκανε μια αιωνιότητα να βγει.

Η Μπουμπουκίτσα κοντοστάθηκε κάτω απ’ τον ίσκιο της ακακίας και περίμενε το Μωρό να την προφτάσει. Το


καημένο, αναγκαζόταν να μετακινείται πολύ μακριά και πολύ σύντομα αφότου γεννήθηκε… Σκουντούφλησε κι έπεσε αρκετές φορές στη διαδρομή, αλλά τελικά, έστω και παραπατώντας, κατάφερε να φτάσει ως την αυλή. Ο σκύλος μύρισε το Μωρό και άρχισε να το τριγυρίζει, πράγμα που δημιούργησε στην Μπουμπουκίτσα εκνευρισμό. Η κότα κακάρισε και τα κοτοπουλάκια, αφού εμπέδωσαν το ρυθμό, άρχισαν να τιτιβίζουν κι αυτά ακατάπαυστα. Κι ύστερα η κότα είπε γκρινιάρικα: «μα πώς είναι δυνατόν και κλώσησε αυτή ένα αυγό; Δεν μπορώ να το χωνέψω». Τα κοτοπουλάκια, που μάθαιναν να μιλούν ακούγοντας τη μητέρα τους, άρχισαν κι αυτά να λένε όλα μαζί, σαν χορωδία: «μα πώς είναι δυνατόν και κλώσησε αυτή ένα αυγό; Δεν μπορώ να το χωνέψω». «Σουτ! Δεν χρειάζεται να τα μαθαίνετε αυτά». «Σουτ! Δεν χρειάζεται να τα μαθαίνετε αυτά». «Αχ, Θεέ μου, δεν μπορώ να πω τίποτα!» Τα κοτοπουλάκια είχαν ήδη αρχίσει να επαναλαμβάνουν «Αχ Θεέ μου…» αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή η κότα πρόλαβε και είπε γρήγορα «είναι ώρα για ένα νόστιμο κολατσιό!» και πήγε τρεχάτη προς το σωρό με το


κοπρόχωμα. «Είναι ώρα για ένα νόστιμο κολατσιό!» Τα έξι κοτοπουλάκια έτρεξαν κι αυτά ξοπίσω της. Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να κοιτάζει τα κοτοπουλάκια μ’ ένα χαμόγελο. Ήταν πολύ αξιαγάπητα. Η κατακίτρινη γούνα τους ήταν ιδιαίτερα χαριτωμένη. Μην έχοντας δει ποτέ ξανά ένα κοτοπουλάκι από κοντά, η Μπουμπουκίτσα υπέθεσε ότι η ανοιχτοκαφέ γουνίτσα του δικού της μωρού θα γινόταν κι αυτή κατακίτρινη με τον καιρό. Βολεύτηκε κάτω απ’ την ακακία κι έχωσε το μωρό μέσα στη φτερούγα της. Δεν πα’ να έλεγαν όλοι ό,τι ήθελαν, εκείνη δεν θα έφευγε απ’ την αυλή μέχρι να μεγάλωνε ο μικρούλης της για τα καλά. Σίγουρα την περίμεναν ταπεινώσεις κι εξευτελισμοί, αλλά καλύτερα όλα αυτά παρά να τους φάει ο Νυφίτσας. «Ποπό, χάλια!» γάβγισε ο σκύλος, σηκώνοντας το κεφάλι του. Μια και δεν ήταν πλέον σε θέση να αγνοεί όλη αυτή τη βαβούρα, ο κόκορας βγήκε τελικά από τον αχυρώνα. Έπαθε σοκ που είδε την Μπουμπουκίτσα. Μην μπορώντας ενδεχομένως να πιστέψει ότι ήταν ακόμη ζωντανή, διέσχισε την αυλή με τα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Ο σκύλος ψιθύρισε κάτι στον κόκορα κι εκείνος κατακεραύνωσε μ’ ένα


βλέμμα την Μπουμπουκίτσα. «Τι είναι αυτά που μαθαίνω; Για να δω το μωρό!» Η Μπουμπουκίτσα φοβήθηκε, αλλά παρέμεινε στη θέση της. Δεν ήθελε να ενδώσει στην απαίτηση του κόκορα. «Άσε με να δω αυτό το παπάκι, είπα!» άστραψε και βρόντηξε ο κόκορας, με τα πούπουλα του λαιμού του να έχουν σηκωθεί ολόρθα.

Η Μπουμπουκίτσα τα ’χασε. Παπάκι; Η κότα ήρθε κι αυτή κοντά τους τρέχοντας ενώ τα κοτοπουλάκια περικύκλωσαν την Μπουμπουκίτσα. Εκείνη παρέμεινε στη θέση της, με το μωρό να είναι ακόμα χωμένο κάτω απ’ τη φτερούγα της. Γεγονότα από το παρελθόν άρχισαν να ξεπετάγονται μέσα στο μυαλό της σαν μπουρμπουλήθρες. Το αυγό στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές, ο Παρατρεχάμενος, τα ψάρια, η στριγκλιά, τα ανοιχτοκαφέ πούπουλα… παπάκι; Όλα τα νύχια των ποδιών του μωρού της ήταν ενωμένα μεταξύ τους. Το ράμφος του ήταν στρογγυλεμένο και βάδιζε και σαν παπί, αλλά η Μπουμπουκίτσα τα είχε αποδώσει όλα αυτά στο νεαρό της ηλικίας του. Ο κόσμος άρχισε να στροβιλίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με τον ίδιο τρόπο που στροβιλιζόταν εκείνη την πρώτη της μέρα στον έξω κόσμο, όταν έχωσε το ράμφος της μέσα στην ταΐστρα για να εισπράξει μια δαγκωματιά από μια πάπια. Βέβαια, τώρα έβγαζαν νόημα τα πάντα! Την πρώτη φορά που πήγε στο παρτέρι με τις αγριοτριανταφυλλιές, είχε ακούσει ένα


ουρλιαχτό. Φαντάστηκε πως ήταν ο Πρασινοκεφαλόπαπιας αυτός που είχε ουρλιάξει, αλλά, ίσως, τελικά να ήταν η λευκή πάπια! Να λοιπόν πώς βρέθηκε εκεί το αυγό και να γιατί είχε έρθει ο Παρατρεχάμενος. Κλωσούσα το αυγό της λευκής πάπιας. Ο Παρατρεχάμενος τα ήξερε όλα – πότε θα γεννιόταν το πουλάκι και ότι εκείνος έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει να ζήσει αυτό. Εκείνη την τελευταία νύχτα, όταν ο εξουθενωμένος Πρασινοκεφαλόπαπιας είχε αποκοιμηθεί, κατά βάθος θυσίαζε τη ζωή του, γνωρίζοντας πως το πουλάκι θα έβγαινε σύντομα απ’ το αυγό. Είχε ελπίσει ότι η Μπουμπουκίτσα και το Μωρό θα έφευγαν από τη φωλιά όσο ακόμη το στομάχι του Νυφίτσα θα ήταν χορτάτο. Γι’ αυτό της είπε να πάει στην τεχνητή λίμνη και όχι στην αυλή. Ο λαιμός της Μπουμπουκίτσας έκλεισε, το κορμί της σφίχτηκε. Ένας τρομερός πόνος της έσκισε την καρδιά, όπως εκείνη την απαίσια μέρα που είχε γεννήσει ένα μαλακό αυγό, γεμάτο χαρακιές, έτοιμο να διαλυθεί. Παρατρεχάμενε, υπήρξες ένας υπέροχος πατέρας! Τι να κάνω τώρα; Το Μωρό ξεπρόβαλε το κεφαλάκι του κάτω απ’ τη φτερούγα της Μπουμπουκίτσας. Η Μπουμπουκίτσα αναστατώθηκε, αλλά το άφησε να κάνει αυτό που ήθελε· στο κάτω κάτω δεν μπορούσε να το κρατάει κρυμμένο για πάντα… Το Μωρό βγήκε ολόκληρο απ’ τη φτερούγα της Μπουμπουκίτσας και πήγε κοντά στα κοτοπουλάκια.


Μολονότι το χρώμα του ήταν ανοιχτοκαφέ ενώ τα υπόλοιπα ήταν κατακίτρινα, τα μωρά έπαιζαν όλα μαζί μια χαρά και φαίνονταν τρισευτυχισμένα. Το καημένο! Μάλλον νομίζει ότι είναι και αυτό κοτοπουλάκι. «Το βλέπεις; Σ’ το είχα πει!» γάβγισε ο σκύλος θριαμβευτικά. Ο κόκορας αγριοκοίταξε την Μπουμπουκίτσα τη στιγμή που η κότα κάγχασε: «μια σκαρταδούρα δεν θα μπορούσε να έχει γεννήσει αυγό! Ποπό, ντροπή! Αν σε είχαν πουλήσει, τουλάχιστον, σε κάνα εστιατόριο, το ρεζιλίκι σου θα ήταν λιγότερο!». Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να κοιτάζει την κότα μπερδεμένη. Ο κόκορας ανέλαβε να της εξηγήσει με απότομο τρόπο. «Θέλει να πει ότι είναι πιο αξιοπρεπές να γίνεις πιάτο που θα το φάει κάποιος θαμώνας σ’ ένα εστιατόριο. Δεν ντρέπεσαι; Εσύ, που ανήκεις στο είδος των κοτόπουλων, να έχεις κλωσήσει μωρό από άλλο είδος!» «Έλα ντε!» είπε κοροϊδευτικά ο σκύλος. «Μια κότα να κλωσάει ένα παπί! Τι γελοίο θέαμα!»


Ο κόκορας, του οποίου η κακή διάθεση γινόταν ολοένα και χειρότερη, έτρεξε ολοταχώς προς τη μεριά του σκύλου για να τον ραμφίσει, ο οποίος υποχώρησε αργά αργά και αποσύρθηκε μέσα στο σπιτάκι του. Τα πούπουλα του κόκορα είχαν σηκωθεί ολόρθα. «Είναι ντροπή για το γένος των κοτόπουλων!» φώναξε θυμωμένα. «Μια γελοία κότα έκανε το είδος μας περίγελο ολόκληρου του αχυρώνα. Πώς τολμούν να μας κοροϊδεύουν και ειδικά εμένα, τη φωνή του ήλιου, το βασιλιά του λειριού!Ηλίθια κότα!» Ο κόκορας άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στην αυλή, γεμάτος αγωνία, στενοχώρια, ψυχοπλάκωμα και καμιά φορά κοντοστεκόταν ίσα ίσα για να μαχαιρώσει την Μπουμπουκίτσα μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Δεν υπάρχει περίπτωση να το ανεχτούμε!» αποφάσισε τελικά ο κόκορας, με έναν τελεσίδικο τόνο στη φωνή. Οι σκέψεις της Μπουμπουκίτσας ήταν μπερδεμένες και ανάκατες, ωστόσο κάθε άλλο παρά ντροπή ένιωθε. Είχε κλωσήσει το αυγό της με όλη της την καρδιά. Λαχταρούσε να δει το πουλάκι της να γεννιέται. Το είχε ήδη αγαπήσει από την ώρα που ήταν ακόμη μέσα στο αυγό. Δεν είχε ποτέ της υποψιαστεί τι μπορεί να είχε μέσα το αυγό – και, σε τελική ανάλυση, δεν την ένοιαζε κιόλας. Εντάξει, είναι πάπια, δεν είναι κοτόπουλο. Και λοιπόν; Δεν παύω να είμαι η μητέρα του και το Μωρό το ξέρει!


Έπεσε η νύχτα. Όταν οι πάπιες γύρισαν από την τεχνητή λίμνη, ο κόκορας συγκάλεσε μία σύσκεψη για να συζητηθεί «το ζήτημα της ηλίθιας κότας και του παπιού». Ο κόκορας ήθελε να ξεφορτωθεί ευθύς αμέσως την Μπουμπουκίτσα και το παπί, αλλά είχε κρυφακούσει τους ιδιοκτήτες του αγροκτήματος να συζητούν μεταξύ τους: «Κοίτα εκείνη την κότα», είχε παρατηρήσει η γυναίκα του αγρότη. «Όμορφη, παχιά παχιά! Από πού ξεφύτρωσε αυτή;» Ο αγρότης χάρηκε. «Κι ένα αδέσποτο παπάκι! Να τα βάλουμε στον αχυρώνα!». Παρά τις αντιρρήσεις του κόκορα, η Μπουμπουκίτσα και το Μωρό φαίνεται ότι ήταν γραφτό να ζήσουν μέσα στον αχυρώνα. Ο κατσουφιασμένος κόκορας, που τον είχαν κακοκαρδίσει, ηγούνταν της σύσκεψης. Ως αρχηγός του αχυρώνα, έπρεπε να το παίξει και λιγάκι δύσκολος πριν τελικά αποδεχτεί την Μπουμπουκίτσα και το παπάκι. Ο κόκορας ανέβηκε πάνω στην κούρνια για να τους κοιτάζει όλους αφ’ υψηλού· η κότα φώλιασε μέσα στα άχυρα, μαζί με τα κοτοπουλάκια της. Οι πάπιες μαζεύτηκαν κι αυτές γύρω απ’ τον αρχηγό τους, ενώ η Μπουμπουκίτσα κράτησε το Μωρό ανάμεσα στις φτερούγες της και κάθισε με την πλάτη προς την πόρτα. Ως φύλακας και γενικός κλειδοκράτορας, ο σκύλος είχε βάλει μόνο τα μπροστινά του πόδια μέσα στον


αχυρώνα όση ώρα άκουγε τον κόκορα. «Όπως γνωρίζετε όλοι σας, το ζήτημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι περίπλοκο», εξήγγειλε επίσημα ο κόκορας, κεραυνοβολώντας την Μπουμπουκίτσα μ’ ένα χλευαστικό βλέμμα. «Αυτή εδώ η κότα κλώσησε το αυγό μιας πάπιας και ήρθε να ζήσει στην αυλή. Ως επικεφαλής του αχυρώνα, μπορώ να εκδώσω απόφαση και μόνος μου. Όμως, εγώ θέλω να ακούσω και τι έχουν να πουν οι πάπιες, διότι το πρόβλημα αυτό αφορά κι εκείνες και τις κότες. Τι θα ’πρεπε να κάνουμε μ’ αυτή την ηλίθια κότα; Και τι θα ’πρεπε να κάνουμε μ’ εκείνο το παπάκι;» Η κότα μίλησε πρώτη. «Μία κότα μέσα στον αχυρώνα είναι αρκετή. Και έχω κι έξι κοτοπουλάκια. Δεν υπάρχει χώρος. Επίσης, ανησυχώ πολύ για την ανατροφή και την εκπαίδευση των νεαρών κοτόπουλων. Ξέρω ότι θα ρωτούν συνέχεια: “γιατί αυτός, ενώ κάνει ‘κουάκ’, αποκαλεί ‘μαμά’ μια κότα;” “Γιατί είναι διαφορετικός από εμάς;”. Μπορεί μάλιστα κάποια απ’ τα κοτοπουλάκια να προσπαθήσουν ακόμα και να κάνουν “κουάκ”! Δεν μπορώ εγώ να αναθρέψω τα κοτοπουλάκια μου μέσα σ’ ένα τέτοιο χαοτικό περιβάλλον. Οφείλουμε να διώξουμε την ηλίθια κότα και το παπάκι με τις κλοτσιές». «Πολύ σωστά», συμφώνησε ολόψυχα ο σκύλος. «Η


τήρηση των κανόνων είναι το άλφα και το ωμέγα!» Η Μπουμπουκίτσα έσφιξε ακόμη περισσότερο το παπάκι μέσα στην αγκαλιά της, ενώ εκείνο το κακόμοιρο πάλευε να ξεμυτίσει κάτω απ’ τις φτερούγες της. Τα ζώα της αυλής μπορεί να εξαγριώνονταν αν έβλεπαν το παπάκι να τριγυρίζει κορδωμένο μπροστά στα μούτρα τους κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά αυτή εδώ η συζήτηση έπρεπε οπωσδήποτε να έχει καλή κατάληξη. «Κοιτάξτε», πήρε το λόγο ο αρχηγός των παπιών με ευχάριστη φωνή, «το παπάκι είναι μωρό. Αν το διώξουμε έτσι, κακήν κακώς, σίγουρα θα πεθάνει. Οπότε, καλύτερα να τους επιτρέψουμε να μείνουν. Το παπάκι ανήκει στο είδος μας κι επομένως νομίζω ότι η γνώμη μου μετράει περισσότερο. Ο Παρατρεχάμενος και η λευκή πάπια δολοφονήθηκαν από τον Νυφίτσα. Κι εμείς δεν έχουμε αρκετά παπιά στην οικογένειά μας. Ούτε που θυμάμαι πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που έχω να δω ένα τόσο νεαρό παπάκι. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε όλοι σας, δεν μπορούμε να κλωσήσουμε καθόλου αυγά αυτές τις μέρες». «Αυτό είναι γελοιότητα», ειρωνεύτηκε η κότα. «Δεν έχεις αρκετά παπιά στην οικογένειά σου; Πώς μπορείς και το λες αυτό τη στιγμή που ολόκληρος ο αχυρώνας είναι γεμάτος παπιά; Και τούτο δω δεν ξέρει καν ότι είναι παπάκι!»


Ο αρχηγός των παπιών δεν το έβαλε κάτω. «Αυτό μπορεί να το διδαχτεί. Μπορεί να το κλώσησε μια κότα, αλλά δεν παύει να είναι παπί. Πρέπει να κολυμπάει και να ψαρεύει. Εγώ ο ίδιος θα το διδάξω. Δεν γίνεται να το διώξουμε. Αυτή είναι η απόφασή μας». «Πρέπει να το ξαποστείλουμε!» φώναξε με τη σειρά της η κότα, πλαταγίζοντας τις φτερούγες της. «Αν βάζουμε εδώ μέσα τον κάθε περιπλανώμενο και αδέσποτο, την επόμενη φορά μπορεί να δούμε μπροστά μας τον ίδιο τον Νυφίτσα, να μας ζητάει να βολευτεί κι αυτός στον αχυρώνα! Κάπως έτσι, τι κάπως, ακριβώς έτσι αρχίζουν όλα!» Ο σκύλος γκρίνιαξε δυστυχισμένα. «Α, για να σας πω! Προσβάλλετε τον καλύτερο φύλακα!» Οι πάπιες άρχισαν να κρώζουν όλες μαζί. Η κότα κακάριζε κι αυτή δίχως να κάνει παύση ούτε καν για να πάρει ανάσα. Η διαμάχη δεν έλαβε τέλος μέχρι που νύχτωσε για τα καλά· προκλήθηκε μάλιστα τόσο μεγάλη βαβούρα, ώστε στο τέλος ο αγρότης και η γυναίκα του ήρθαν στον αχυρώνα με φακούς ανά χείρας, για να δουν τι γινόταν.

«Ποπό, χαλασμός. Θα χρειαστεί να κάνω κάτι το πρωί», είπε ο αγρότης, περιστρέφοντας το φακό του στις γωνίες για να φωτίσει την αναποδογυρισμένη γαβάθα με


το νερό και τα πούπουλα που αιωρούνταν εδώ κι εκεί στον αέρα. Τα ζώα ησύχασαν και ο φακός εστίασε πάνω στην Μπουμπουκίτσα. «Βρε, βρε, για δες εκεί!» Ο αγρότης χάρηκε. «Καθόλου άσχημα, ε;» έκανε η γυναίκα του και ξεκίνησαν να βγουν από τον αχυρώνα. Κυριευμένη από ανησυχία για το περιεχόμενο της συζήτησής τους, η Μπουμπουκίτσα τέντωσε τα αυτιά της για ν’ ακούσει τι ακριβώς σχεδίαζαν να κάνουν το πρωί. «Μήπως να την έβαζα στο κοτέτσι;» αναρωτήθηκε η γυναίκα του αγρότη. «Ή ίσως θα μπορούσαμε να τη βράσουμε για σούπα αύριο το βράδυ». «Ό,τι θέλεις εσύ», είπε ο αγρότης. «Α, παρεμπιπτόντως, θαρρώ πως αυτό το παπάκι είναι άγριο. Δεν θα έπρεπε να το βάζαμε σε κάνα κλουβί ή να του ψαλιδίζαμε τα φτερά;» Η Μπουμπουκίτσα σάστισε. Όμως ήταν η μόνη που είχε ακούσει τη συζήτηση του ζευγαριού. Γι’ άλλη μια φορά ο κόκορας και η κότα τσακώνονταν με τις πάπιες. Εδώ ακόμα και ο σκύλος είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. «Πρέπει να το ξαποστείλουμε!» κακάρισε η κότα. «Με τίποτα!» έκρωξαν οι πάπιες.


«Σαν φύλακας δεν σας έχω απογοητεύσει ούτε μια φορά!» γάβγισε ο σκύλος. Στο μυαλό της Μπουμπουκίτσας εξακολουθούσαν να τριγυρίζουν τα σχέδια του αγρότη και της γυναίκας του. Θα μπορούσε να καταλήξει πίσω στο κοτέτσι ή να γίνει σούπα. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει ολόκληρη. Αυτά που έμαθε ήταν τόσο τρομακτικά όσο και τα μάτια του Νυφίτσα. Μετάνιωσε που ξαναγύρισε στην αυλή. Λες γι’ αυτό να της είχε πει ο Παρατρεχάμενος να πάει στην τεχνητή λίμνη αντί να έρθει εδώ πέρα; Σκούπισε τα μάτια της στα κρυφά. Έπρεπε να φύγει απ’ την αυλή αμέσως, πριν την αρπάξουν και τη μαντρώσουν στο κοτέτσι και ψαλιδίσουν και τα φτερά του Μωρού. Εκείνη η νύχτα κύλησε αργά. Η Μπουμπουκίτσα δεν επέτρεψε στον εαυτό της να αποκοιμηθεί, γιατί ήξερε ότι έπρεπε να φύγουν προτού ξυπνήσει κάποιος. Ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του στον ορίζοντα. Η Μπουμπουκίτσα ίσα που μπορούσε να διακρίνει αμυδρά τα δέντρα πάνω στους λόφους. Κανονικά ο κόκορας θα έπρεπε να είχε ξυπνήσει ως τώρα, αλλά, επειδή είχε πέσει για ύπνο πολύ αργά, τα μάτια του ήταν ακόμα κλειστά. Και ο σκύλος, επίσης, κοιμόταν βαθιά. Η Μπουμπουκίτσα ψιθύρισε στο παπάκι κάτω απ’ τη φτερούγα της: «Μωρό μου, πάμε να φύγουμε. Ήσυχα


ήσυχα». «Εντάξει, Μαμά». Η Μπουμπουκίτσα σηκώθηκε αθόρυβα και βγήκε πατώντας στις μύτες των ποδιών. Το παπάκι την ακολούθησε στα μουλωχτά. Η αυλή απόμεινε τυλιγμένη στο αχνογάλαζο φέγγος της χαραυγής. Η Μπουμπουκίτσα δεν ανησυχούσε, όμως, γιατί σύντομα θα απλωνόταν το φως της μέρας. Διέσχισε την αυλή με κατεύθυνση προς την ακακία, κι ύστερα γύρισε και κοίταξε πίσω της λυπημένα. Δεν θα ξαναγύριζε εδώ ποτέ. Κοιτάζοντας ολόισια μπροστά της, σφίγγοντας τα νύχια της, κλείνοντας το ράμφος της και με τα μάτια της άγρια και ξετρελαμένα, προχώρησε αποφασιστικά προς τη χαραυγή.


ΤΟ ΔΙΧΩΣ ΑΛΛΟ, ΠΑΠΙ


Ο δρόμος προς την τεχνητή λίμνη ήταν τραχύς και ανώμαλος. Σηματοδοτούσε την απαρχή της θλιβερής ζωής τους ως περιπλανώμενων στους αγρούς, δίχως την προστασία του φύλακα ή του αχυρώνα, με τον Νυφίτσα να στοιχειώνει μόνιμα το μυαλό τους. Η Μπουμπουκίτσα ζήτησε από τον Παρατρεχάμενο να της δώσει δύναμη. Έπρεπε να προστατέψει το Μωρό ώσπου να μεγάλωνε. Ανέκαθεν είχε τη συνήθεια να μιλάει στον εαυτό της, αλλά τώρα θα μπορούσε να μιλάει και στον Πρασινοκεφαλόπαπια που βρισκόταν πάντα μέσα στην καρδιά της. Το Μωρό κουράστηκε πριν ακόμα φτάσουν στην τεχνητή λίμνη· έπρεπε να ξεκουραστούν λιγάκι. Η Μπουμπουκίτσα το οδήγησε σ’ έναν ορυζώνα. Ήπιαν νερό απ’ το αρδευτικό κανάλι κι έπιασαν μερικές ακρίδες ανάμεσα στους βλαστούς των ρυζιών, για να γεμίσουν τα στομάχια τους. Το Μωρό αποκοιμήθηκε σύντομα, κάτω απ’ τον ίσκιο των σγουρών λάπαθων. Η Μπουμπουκίτσα, που είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα με τα μάτια της ορθάνοιχτα και σε εγρήγορση, βυθίστηκε κι αυτή σ’ έναν γλυκό, ακατανίκητο ύπνο. «Τι είναι αυτό;» Ένα δυνατό κρώξιμο πάπιας αντήχησε ξαφνικά και της τρύπησε τ’ αυτιά, αλλά η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια της. Τα βλέφαρά της ήταν


βαριά, λες και είχαν κολλήσει μεταξύ τους. «Δεν έχεις ιδέα πόσο επικίνδυνο είναι!» διαμαρτυρήθηκε κάποιος. «Θεέ μου, μα πώς την πάτησα έτσι;» είπε η Μπουμπουκίτσα και πετάχτηκε όρθια. Ο αρχηγός των παπιών στεκόταν στην κορυφή του λόφου και τους κοιτούσε. Οι υπόλοιπες πάπιες ήταν από πίσω του. «Μα γιατί το σκάσατε; Θα ήσασταν πιο ασφαλείς στον αχυρώνα». «Ε, κοιτάξτε, εγώ…» κόμπιασε η Μπουμπουκίτσα. Ίσως να μην έπρεπε να του πει πως η αυλή δεν ήταν ασφαλές μέρος γι’ αυτούς. Δηλαδή τι καλό θα έβγαινε αν του έλεγε ότι είχε κρυφακούσει τα σχέδια του αγρότη και της γυναίκας του; «Ένιωσα άσχημα που τσακωθήκατε εξαιτίας μας. Πηγαίνουμε προς την τεχνητή λίμνη». Η Μπουμπουκίτσα σκαρφάλωσε το λόφο μαζί με το παπάκι της κι έβαλε πάλι μπρος για την τεχνητή λίμνη. Οι πάπιες συνωστίζονταν γύρω απ’ το Μωρό. Ιδίως οι θηλυκές δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν απ’ το αξιολάτρευτο παπάκι, αλλά το Μωρό ακολουθούσε μονάχα την Μπουμπουκίτσα. «Σ’ ευχαριστώ που κλώσησες το αυγό», είπε στην Μπουμπουκίτσα μία από τις πάπιες. «Δεν υπάρχει πιο


χαριτωμένο πλάσμα! Τα δικά μας αυγά είτε πουλιούνται είτε πηγαίνουν στο εκκολαπτήριο, κι έτσι καμία από μας δεν είχε την ευκαιρία να μεγαλώσει ένα μωρό. Τι ευλογία, να έχουμε ένα μωρό στην οικογένεια!» Η Μπουμπουκίτσα κοντοστάθηκε. «Οικογένεια;» πέταξε απότομα. «Δεν έχω κανένα σκοπό να σας δώσω το μωρό». «Τι πράγμα; Μα τι νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις μαζί του; Εσύ είσαι κότα». «Είμαι η μαμά του. Θέλουν να του ψαλιδίσουν τα φτερά. Φαντάζεσαι ότι πρόκειται να το αφήσω να ξαναγυρίσει στην αυλή του αχυρώνα;» «Α, ώστε γι’ αυτό το σκάσατε; Μη φοβάσαι. Δεν πονάει καθόλου. Νιώθεις απλώς ένα τσιμπηματάκι. Μπορεί μάλιστα να μην το καταλάβει και καθόλου. Έτσι δεν θα ανοίξει τα φτερά του να πετάξει και να φύγει». «Να πετάξει και να φύγει;» «Αυτό το μωρό φαντάζει περισσότερο σαν αγριόπαπο παρά σαν παπί όπως εμείς. Αν δεν το εξημερώσεις, θα κινδυνέψει. Θα είναι για πάντα περιπλανώμενο όπως ο Παρατρεχάμενος και στο τέλος θα καταλήξει σκοτωμένο».


Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε αμίλητη. Το τέλος του Παρατρεχάμενου ήταν τραγικό, αλλά δεν της περνούσε καν απ’ το μυαλό η σκέψη να εγκαταλείψει το Μωρό στην τύχη του. Ο αρχηγός την ακολούθησε και συνέχισε τις προσπάθειές του να την μεταπείσει. «Σκέψου τον Παρατρεχάμενο. Μια ζωή ήταν μόνος. Είναι δύσκολο να περνάς τη ζωή σου χωρίς να ανήκεις κάπου, να μην είσαι ούτε ακριβώς άγριος ούτε ακριβώς εξημερωμένος. Δεν μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα του. Έχασε τη σύντροφό του εξαιτίας του Νυφίτσα και τραυμάτισε από πάνω και το φτερό του. Δεν μπορούσε να πετάξει κι έτσι δεν κατάφερε να γυρίσει πίσω στα χειμαδιά του». «Ο Νυφίτσας του τραυμάτισε το φτερό;» «Ποιος άλλος;» Η Μπουμπουκίτσα κατένευσε σιωπηλή. Τώρα καταλάβαινε γιατί τα πούπουλα στο λαιμό του τρεμούλιαζαν και μόνο στην απλή αναφορά του ονόματος του Νυφίτσα. «Στο πρόσωπο της λευκής πάπιας βρήκε μια σύντροφο, αλλά ο Νυφίτσας την ξέκανε και αυτήν». Ο αρχηγός αναστέναξε βαθιά. «Κι όλα αυτά γιατί ο Παρατρεχάμενος δεν


μπόρεσε να αλλάξει τις συνήθειες που είχε ως αγριόπαπια. Αν η λευκή πάπια είχε κλωσήσει το αυγό μέσα στον αχυρώνα, θα ήταν ακόμα ανάμεσά μας. Ε εντάξει, υποθέτω ότι αν ο αγρότης έπαιρνε το αυγό, δεν θα είχε μπορέσει να το κλωσήσει η καημένη».

Η Μπουμπουκίτσα αναρίγησε όταν η τελευταία νύχτα πέρασε αστραπιαία απ’ το μυαλό της. Τώρα καταλάβαινε τι σκεφτόταν ο Παρατρεχάμενος. Έτρεφαν και οι δύο την ίδια κρυφή επιθυμία. Αχ και να γινόταν να το είχε καταλάβει νωρίτερα! Όλο τον καιρό ο Παρατρεχάμενος ήταν ανήσυχος και νευρικός, φοβόταν ότι η Μπουμπουκίτσα δεν θα καθόταν πάνω στο αυγό αν ήξερε πως ήταν το αυγό μιας πάπιας. Κι όμως, εκείνη δεν θα είχε αρνηθεί να το κλωσήσει, ακόμη κι αν γνώριζε την αλήθεια. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει κανείς στον κόσμο πόσο ευτυχισμένη ήταν όταν καθόταν πάνω στ’ αυγό. Η Μπουμπουκίτσα μείωσε ταχύτητα για να συγχρονιστεί με το ρυθμό που περπατούσε το Μωρό. Οι θηλυκές πάπιες υποχώρησαν απρόθυμα. Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε μέσα της να φουσκώνει μίσος εναντίον του Νυφίτσα. Αυτός έφταιγε που είχαν χαθεί τόσες πολύτιμες ζωές, αυτός τις πήρε. Ήθελε να ήταν δυνατότερη απ’ τον Νυφίτσα για να μπορέσει να πάρει εκδίκηση. Όμως ήξερε ότι αυτό ήταν ανοησία. Εκδίκηση; Και μόνο η σκέψη ότι θα πήγαινε ξανά να ζήσει


στα απέραντα χωράφια ήταν αρκετή για να την κάνει να κλάψει. Παρ’ όλα αυτά, κατάπιε τα δάκρυά της και έσφιξε το ράμφος της. Έφτασαν στην τεχνητή λίμνη. Οι πάπιες πήδηξαν μέσα χαλώντας τον κόσμο απ’ τη φασαρία για το ποια θα προλάβαινε να μπει πρώτη. Όμως ο αρχηγός και το Μωρό παρέμειναν δίπλα στην Μπουμπουκίτσα. «Κοίταξέ το. Δεν ξέρει ότι είναι παπί ούτε ότι μπορεί να κολυμπήσει. Μολονότι τα πόδια του έχουν τη μεμβράνη των παπιών, είναι πολύ πιθανόν να νομίζει ότι είναι κοτόπουλο!» Ο αρχηγός, με τις φτερούγες του απλωμένες, προσπάθησε να οδηγήσει το Μωρό προς το νερό. Το μωρό ούρλιαζε και πρόβαλε αντίσταση. «Άφησέ το ήσυχο!» του φώναξε θυμωμένη η Μπουμπουκίτσα, με τα πούπουλά της να σηκώνονται όρθια. Το Μωρό έτρεξε ολοταχώς και κρύφτηκε κάτω απ’ τις φτερούγες της. Ο αρχηγός αναστέναξε. «Αυτό είναι λάθος. Παρόλο που το κλώσησε μια κότα, δεν παύει να είναι παπί». Κούνησε το κεφάλι του με σημασία και πήγε κολυμπώντας προς τις πάπιες του.


Η Μπουμπουκίτσα ένιωθε την καρδιά της βαριά. Έπρεπε πάντως να βρει μια φωλιά. Έκανε τη βόλτα της χωρίς βιασύνη στην άκρη του νερού, μακριά από τη φασαρία και την οχλαγωγία των παπιών. Δεν ήξερε τι να κάνει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να μείνει σε επαγρύπνηση κι επιφυλακή έτσι ώστε να μην πέσουν θύματα του Νυφίτσα. Ξεπρόβαλε μπροστά της μια συστάδα από καλαμιές. Η Μπουμπουκίτσα ερωτεύτηκε το σημείο αυτό με την πρώτη ματιά. Ξερά καλάμια ήταν σκορπισμένα στο έδαφος, ενώ μπόλικες φρέσκες καλαμιές φύτρωναν η μια πλάι στην άλλη προσφέροντας μια πρώτης τάξεως κρυψώνα. Ήταν πανέμορφα εκεί μια και το μέρος ήταν γεμάτο με νούφαρα και υάκινθους του νερού, αλλά το καλύτερο απ’ όλα ήταν πως υπήρχε αφθονία σε φαγητό! Το μέρος ήταν γεμάτο με βραχνά βατράχια που κάθονταν πάνω στα μεγάλα φύλλα των νούφαρων, λιβελούλες που αναπαύονταν στους κορμούς των καλαμιών, μικρά ψαράκια που αναδύονταν ως την επιφάνεια του νερού, ακρίδες και σκαθάρια. Εκείνο το μέρος θα γινόταν ένα τέλειο σπιτικό. Ελπίζω να μη μας βρει κανείς. Η Μπουμπουκίτσα έφτιαξε μια φωλιά από ξερά φύλλα καλαμιών. Μόνο ένα μικρό πουλί θα μπορούσε να χωρέσει και να περάσει ανάμεσα απ’ τις πυκνές συστάδες των φυτών που ξεπετάγονταν απ’ το νερό. Το Μωρό πήδηξε πάνω σ’ ένα νούφαρο.


«Μωρό μου, πρόσεχε!» «Προσέχω, προσέχω!» Το Μωρό έκρωξε τρισευτυχισμένο κι ύστερα πήδηξε σε άλλο νούφαρο. Η Μπουμπουκίτσα ανησυχούσε μ’ αυτά που έκανε το Μωρό, αλλά δεν γινόταν και να το συγκρατήσει. Το Μωρό συνέχισε να πηδάει από νούφαρο σε νούφαρο, ώσπου στο τέλος βρέθηκε στη μέση της λίμνης. «Μωρό μου, γύρνα πίσω!» «Μαμά, κοίτα πού είμαι!» Κούνησε τη φτερουγίτσα του καταχαρούμενο. Και τότε το νούφαρο αναποδογύρισε και το Μωρό έπεσε στο νερό. «Μωρό μου!» πανικοβλήθηκε η Μπουμπουκίτσα. Ξαφνιασμένο, το Μωρό άρχισε να χτυπιέται μέσα στα νερά. Η Μπουμπουκίτσα έτρεξε φυσέκι να μπει μέσα στη λίμνη, αλλά τα πούπουλά της έγιναν μούσκεμα και με πολύ μεγάλη δυσκολία κατάφερε να βγει. «Μαμά, κοίταξέ με!» φώναξε το παπάκι, αγκομαχώντας και τσαλαβουτώντας. Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε με προσοχή – το Μωρό δεν πνιγόταν· προφανώς και κολυμπούσε, έστω και λίγο αδέξια.


Στάζοντας νερά και βρεγμένη ως το κόκαλο, η Μπουμπουκίτσα γέλασε δυνατά. Το μωρό της έκανε πράγματα που δεν του τα είχε διδάξει κανείς. «Ε ναι, το δίχως άλλο, είσαι παπί!» Οι μέρες κυλούσαν ειρηνικά. Η Μπουμπουκίτσα έχασε βάρος για να μπορεί να κινείται πιο εύκολα και άνετα ανάμεσα στις καλαμιές. Φρόντιζε να κάνει ησυχία ώστε να μην ανησυχήσει τους γείτονές τους. Ένα ζευγάρι νεροχελίδονα είχε χτίσει τη φωλιά του εκεί κοντά και το θηλυκό είχε γεννήσει αυγά. Το φεγγάρι γέμιζε και κανένας δεν κρυφοκοίταζε προς τις πυκνές καλαμιές. Η Μπουμπουκίτσα κυριευόταν από ανησυχία κάθε φορά που έβλεπε τα χορτάρια να δημιουργούν σκιές κάτω απ’ το φως του φεγγαριού ή όταν άκουγε τις καλαμιές να κροταλίζουν, ωστόσο και αυτή και το μωρό της ήταν ασφαλείς. Το Μωρό μεγάλωνε κάθε μέρα και γινόταν όλο και καλύτερο στο κολύμπι, στις βουτιές και στο ψάρεμα. Και κάθε βράδυ του άρεσε να βολεύεται κάτω απ’ τη φτερούγα της Μπουμπουκίτσας για να κοιμηθεί. Μια μέρα το Μωρό πήγε κολυμπώντας πολύ μακριά κι επέστρεψε παρέα με τον αρχηγό των παπιών. Ή, κρίνοντας απ’ την κάπως φοβισμένη έκφραση που είχε η φατσούλα του Μωρού, μάλλον ο αρχηγός των παπιών το είχε ακολουθήσει απρόσκλητος. Έχοντας λάβει σχετικές εντολές από τον


αρχηγό, οι υπόλοιπες πάπιες ακολουθούσαν από πίσω, κρατώντας κάποια απόσταση. Έπαιζαν ανάμεσα στα νούφαρα φλυαρώντας δυνατά. Η Μπουμπουκίτσα ενοχλήθηκε. Το θηλυκό νεροχελίδονο τιτίβισε εκνευρισμένο ενώ το αρσενικό σηκώθηκε αρκετές φορές στον αέρα για να ελέγξει την κατάσταση και να δει τι γινόταν. Η Μπουμπουκίτσα κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. Οι ηλίθιες πάπιες δεν είχαν κλωσήσει ποτέ τους ένα αυγό κι έτσι δεν είχαν την παραμικρή ιδέα πώς μια μητέρα μπορούσε να αισθανθεί ότι απειλούνταν από τη βαβούρα τους. Ήλπιζε μάλιστα όλος αυτός ο θόρυβος να μην τραβούσε την προσοχή του Νυφίτσα και ερχόταν προς τα εδώ και ανακάλυπτε την κρυψώνα τους. Ο αρχηγός, που δεν καταλάβαινε τις ανησυχίες και τους φόβους της, άρχισε να φλυαρεί άσκοπα. «Έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που κόντεψα να μην τον αναγνωρίσω! Έχει πάρει τα καλύτερα χαρακτηριστικά απ’ τη λευκή πάπια και απ’ τον Παρατρεχάμενο. Είναι στ’ αλήθεια εκπληκτικό το πώς τα βρίσκει και τα κάνει όλα μόνος του! Μπράβο του!» Ο αρχηγός προσπάθησε να χαϊδέψει το Μωρό, το οποίο του ξεγλίστρησε και κοίταξε πρώτα την Μπουμπουκίτσα κι ύστερα τον αρχηγό. Και ο αρχηγός συνέχισε να μιλάει: «Όσο κι αν το κλώσησε μια κότα, ένα παπί δεν παύει να είναι παπί! Το είδος μας κουβαλάει μέσα του τη γνώση τού πώς να


κολυμπάει και πώς να κάνει βουτιές. Κι αυτός ξέρει πώς να το κάνει δίχως να του το έχει δείξει κανείς, κάτι που ένα κοτόπουλο, το οποίο αισθάνεται ασφαλές στην αυλή αλλά φοβάται τους αγρούς, δεν μπορεί να αποτολμήσει!». Η Μπουμπουκίτσα ρουθούνισε με θόρυβο προς τη μεριά του αρχηγού που κόμπαζε και καμάρωνε λες κι ήταν αυτός ο πατέρας του Μωρού. Αμ δεν το ήξερε καλά το Μωρό! Το Μωρό δεν θα την εγκατέλειπε μόνο και μόνο επειδή ο αρχηγός θα το εκθείαζε και θα του έπλεκε εγκώμιο. Ποτέ δεν θα την εγκατέλειπε. Φούσκωσε το στήθος της με αυτοπεποίθηση και περηφάνια. «Τα κοτόπουλα φοβούνται τους αγρούς;» «Ω, δεν εννοώ εσένα, φυσικά. Όμως, τα υπόλοιπα κοτόπουλα δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Βάζω στοίχημα πως δεν έχουν ιδέα ότι οι πρόγονοί τους τριγύριζαν στους ουρανούς σαν πουλιά!» «Τα κοτόπουλα; Σαν πουλιά;» Η Μπουμπουκίτσα δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Μα να πετάνε μ’ αυτές τις φτερούγες που το μόνο που κατάφερναν ήταν να σηκώνουν σκόνη; Είχε δει τον κόκορα να πηδάει και να κατεβαίνει απ’ τη μάντρα με τις φτερούγες του διάπλατα ανοιγμένες, αλλά αυτό δεν μπορούσες να το πεις και πέταγμα. Στο κάτω κάτω, το να πετάς πραγματικά απαιτούσε να μπορείς, για παράδειγμα, να


ανεβαίνεις ψηλότερα απ’ το ύψος ενός δέντρου και να πηγαίνεις όπου θέλεις, καταφέρνοντας να κρατιέσαι ψηλά στον ουρανό για όση ώρα θελεις. Αχ, θα ήταν υπέροχο αν μπορούσε κι εκείνη να πετάξει! «Μα τι συνέβη; Γιατί δεν μπορούμε πια να πετάξουμε;» Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τις φτερούγες της. Δεν ήταν σε θέση να ανέβει ούτε καν ως την κορυφή των καλαμιών. «Κοίτα, αυτό συνέβη γιατί το μόνο που κάνετε όλη μέρα είναι να τρώτε και να γεννάτε αυγά», εξήγησε ο αρχηγός. «Έτσι, οι φτερούγες σας γίνονται όλο και πιο αδύναμες ενώ ο πισινός σας όλο και μεγαλύτερος. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, νομίζετε ότι είστε σπουδαίες και λέτε κι από πάνω πως είστε η προσωποποίηση της φωνής του ήλιου». Η Μπουμπουκίτσα βρήκε πως ήταν για γέλια το γεγονός ότι ο αρχηγός των παπιών κακολογούσε τις κότες πίσω απ’ την πλάτη του κόκορα· ούτε λέξη απ’ όλα αυτά δεν θα τολμούσε να πει έτσι και ο τελευταίος ήταν παρών. «Κι αν οι δικοί μας οι πισινοί μεγαλώνουν όλο και περισσότερο, τι έχεις να πεις για σας τις πάπιες που καταλήξατε να βαδίζετε σαν χαζές;» ρώτησε η Μπουμπουκίτσα ευγενικά. «Κι εσείς έχετε φτερούγες, επίσης. Σε τι τις χρησιμοποιείτε;» Ο αρχηγός ξερόβηξε και άλλαξε θέμα συζήτησης. «Βασικά, ο λόγος για τον οποίο ήρθα είναι για να σου


μιλήσω για το παπάκι. Είναι επικίνδυνο γι’ αυτόν να ζει έτσι. Ας γυρίσουμε πίσω στον αχυρώνα. Άσε τουλάχιστον εκείνον να γυρίσει, ακόμα κι αν εσύ δεν θέλεις». «Εδώ πέρα δεν μας έχει συμβεί τίποτα κακό Αν συνεχίσεις να κάνεις τόση φασαρία, οι πάντες θα ανακαλύψουν πού κρυβόμαστε. Σε παρακαλώ, γύρνα στο σπίτι σου μαζί με την οικογένειά σου. Εμείς πίσω δεν γυρίζουμε». «Δυο κοτοπουλάκια απ’ την αυλή του αχυρώνα εξαφανίστηκαν!» επέμεινε σθεναρά ο αρχηγός. «Η περιέργειά τους τα οδήγησε να ανέβουν από τον κήπο στο λόφο. Η κότα έπαθε τέτοια κατάθλιψη, που τώρα πια δεν βγαίνει ούτε από τον αχυρώνα». Η Μπουμπουκίτσα τίναξε τα πούπουλα του λαιμού της, θορυβημένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Νυφίτσας επέμενε να συνεχίζει να καταβροχθίζει ζωντανά. «Μωρό μου, έλα», είπε θέλοντας να κρατήσει το αγοράκι της ασφαλές, κάτω απ’ τις φτερούγες της. Όμως το Μωρό απόμεινε απλώς να την κοιτάζει κι ύστερα κοίταξε και τον αρχηγό, γεγονός που την πλήγωσε λιγάκι. «Ήταν μεγάλη ευθύνη για την κότα να φροντίζει ολομόναχη όλα εκείνα τα κοτοπουλάκια», συνέχισε ο αρχηγός. «Όμως μ’ εμάς είναι αλλιώς. Εμείς έχουμε μεγάλη


οικογένεια, οπότε θα μας είναι εύκολο να φροντίσουμε ένα παπάκι. Μην κάνεις τη ζωή σου δύσκολη. Άφησέ μας να βοηθήσουμε. Αργά ή γρήγορα, ο Νυφίτσας θα προσπαθήσει να αρπάξει όλα τα κοτοπουλάκια, τώρα που έχει δοκιμάσει τρυφερή σάρκα και ξέρει πώς είναι. Καταλαβαίνεις ποιος έχει σειρά…» Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε τα νύχια της να σφίγγονται. Σχεδόν μπορούσε να αισθανθεί τη σκιά του τρομακτικού κυνηγού να κοντοζυγώνει. Όπου να ’ναι ο Νυφίτσας θα έκανε την εμφάνισή του και σ’ αυτό το μέρος. Ίσως, μάλιστα, να κοίταζε ήδη προς τα δω. Φιλοδώρησε τον αρχηγό με ένα άγριο βλέμμα, υποχρεώνοντάς τον να σωπάσει. «Άφησέ μας και φύγε. Τώρα!» διέταξε η Μπουμπουκίτσα. «Μα είσαι πολύ πεισματάρα! Δεν γίνεται να συνεχίσεις να τον θεωρείς κοτόπουλο. Όσο κι αν τον κλώσησε μια κότα, μια πάπια δεν παύει να είναι μια πάπια!» είπε γαλήνια ο αρχηγός κι έπειτα έφυγε. Οι υπόλοιπες πάπιες άρχισαν να κάνουν φασαρία μόλις πληροφορήθηκαν ότι το παπάκι δεν θα πήγαινε μαζί τους. Τα νεροχελίδονα τιτίβιζαν εκνευρισμένα μέχρι που σταμάτησε το ακατάπαυστο «κουάκ κουάκ». Το Μωρό κάθισε μέσα στη φωλιά, κοιτάζοντας τις πάπιες που έφευγαν. Δεν έδειχνε και τόσο ξέγνοιαστο και ανέμελο όσο πριν. Η φασαρία που


έκαναν οι πάπιες πρέπει να το είχε στενοχωρήσει. «Μωρό μου, πρέπει να φύγουμε», είπε η Μπουμπουκίτσα. «Αυτό το μέρος δεν είναι ασφαλές τώρα πια». «Γιατί δεν είναι;» «Αφού μας βρήκαν οι πάπιες, θα μας βρει και ο Νυφίτσας. Ο Νυφίτσας είναι πολύ δυνατός. Μπορεί να μας κάνει κακό εύκολα. Κυνηγάει ζωντανά και δεν το βάζει ποτέ κάτω. Οπότε, πάμε να βρούμε κάποια άλλη φωλιά, πριν πέσει η νύχτα». Η Μπουμπουκίτσα μάζεψε τα πούπουλά τους που είχαν διασκορπιστεί στο έδαφος και τα πέταξε μέσα στη λίμνη. Έξυσε με τα νύχια της τη φωλιά και την έστρωσε με τις φτερούγες της. Ήσυχα κι αθόρυβα άνοιξε δρόμο ανάμεσα στις καλαμιές για να μην ενοχλήσει τα νεροχελίδονα. Το παπάκι κοιτούσε συνεχώς πίσω του, απρόθυμο να αφήσει τη λίμνη. Ο μικρούλης προχωρούσε τόσο αργά που έκανε την Μπουμπουκίτσα να καταλάβει ότι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν και πολύ μακριά. Η μέρα έφτανε στο τέλος της. Η Μπουμπουκίτσα ανέβηκε μια χαμηλή πλαγιά κατάφυτη με γρασίδι που δέσποζε πάνω από τις καλαμιές. Την αγελάδα που είχε περάσει τη μέρα της δεμένη πάνω στην ιτιά, τώρα την είχαν οδηγήσει πίσω στο σπίτι. Είχε τραβήξει το σκοινί της σε κάποια απόσταση απ’ το


δέντρο και ως εκεί που μπορούσε, για να βοσκήσει το χορτάρι κι έτσι η χλόη ακριβώς κάτω απ’ το δέντρο ήταν άφθονη και αφάγωτη. Κοπριές αγελάδας ήταν διασκορπισμένες γύρω απ’ το δέντρο. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να περάσουν τη νύχτα τους στους αγρούς δίχως κάποιο κάλυμμα, μια προστασία. Αλλά η Μπουμπουκίτσα συγκέντρωσε όλο της το κουράγιο. «Νομίζω ότι μπορούμε να περάσουμε μια νύχτα εδώ. Οι κοπριές της αγελάδας θα καλύψουν τη δική μας μυρωδιά». Έσκαψε μια τρύπα και πέρασαν τη νύχτα εκεί μέσα, με τις φτερούγες της τυλιγμένες γύρω απ’ το Μωρό. Το ψηλό χορτάρι τους έκρυβε λιγάκι, ωστόσο εκείνη δεν έκλεισε μάτι και πέρασε τη νύχτα ξάγρυπνη. Το φεγγάρι ήταν λαμπρό. Το Μωρό, το οποίο ήταν ήσυχο και αμίλητο όλη μέρα, αποκοιμήθηκε και το μόνο που μπορούσε να ακούσει η Μπουμπουκίτσα ήταν το αεράκι που ανάδευε τη χλόη. Σε επαγρύπνηση κι επιφυλακή, η Μπουμπουκίτσα κοίταξε μες στα σκοτάδια. Τώρα, ήταν αυτή σαν τον Παρατρεχάμενο. Τότε, εκείνη είχε κοιμηθεί ξένοιαστη και ήσυχη όπως το Μωρό τώρα δα, ενώ ο Παρατρεχάμενος είχε μείνει ξύπνιος για να κρατήσει τον Νυφίτσα μακριά, πλαταγίζοντας τα φτερά του και βγάζοντας δυνατές κραυγές. Έπρεπε κι αυτή να δείξει την ίδια γενναιότητα με τον Παρατρεχάμενο: πριν θυσιάσει τη ζωή του ούτε ο Νυφίτσας δεν μπορούσε να του παραβγεί. Μια ανάμνηση ήρθε και την


τρόμαξε, λες και της είχε πέσει ένας κουβάς με κρύο νερό στο κεφάλι – ο Νυφίτσας δεν είχε καταφέρει να την τσακώσει μέσα στο Λάκκο του Θανάτου γιατί ήταν πολύ επιθετική. Θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, φτάνει να ήταν θαρραλέα. Δεν μπορεί να μας αγγίξει! Η Μπουμπουκίτσα βγήκε από την τρύπα και κοίταξε κάτω, προς τις καλαμιές. Ευχήθηκε να μην είχε χρειαστεί να εγκαταλείψουν τη φωλιά. Τώρα πια ήταν μια περιπλανώμενη, δίχως ένα σπιτικό. Δεν ήθελε να την κλείσουν μέσα σ’ ένα κλουβί και δεν μπορούσε να μείνει στην αυλή όπως ήλπιζε. Χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τη φωλιά τους στις καλαμιές. Και αύριο το πρωί θα έφευγαν ξανά. Γιατί ήταν έτσι η ζωή της; Μήπως γιατί δεν είχε πάψει ποτέ της να ελπίζει; Σκέφτηκε τον Παρατρεχάμενο. Τον είχε πάντα μέσα στην καρδιά της, αλλά συχνά πυκνά ευχόταν να τον είχε και ακριβώς δίπλα της. Αχ και να μπορούσε να ακούσει τη φωνή του, να δει το πρόσωπό του… Η Μπουμπουκίτσα αντιλήφθηκε με την άκρη του ματιού της κάτι να κινείται. Ξάπλωσε κι έγινε ένα με το χώμα. Μια σκούρα σκιά κινιόταν γοργά προς τις καλαμιές. Ο Νυφίτσας. Το ήξερα! Κοκάλωσε στη θέση της και άρχισε να τρέμει. Ο Νυφίτσας μπήκε μέσα στις καλαμιές. Τα καλάμια φάνηκαν να θροΐζουν


για μια στιγμή, αλλά μετά η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Γνωρίζοντας πως ο Νυφίτσας θα απόμενε με το στομάχι αδειανό, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. Αυτή τη μάχη την είχε κερδίσει. Δεν είμαστε εκεί! Δεν μπορείς να μας πιάσεις! Ο Νυφίτσας πετάχτηκε μέσα από τις καλαμιές και πήρε τρέχοντας το δρόμο για να πάει από κει που ’ρθε. Την επόμενη μέρα η Μπουμπουκίτσα και το Μωρό επέστρεψαν στις καλαμιές. Το Μωρό πήδηξε μέσα στο νερό, ενώ η Μπουμπουκίτσα πήγε να ρίξει μια ματιά στη φωλιά τους. Όμως, τότε, είδε κάτι φρικτό. Τα νεροχελίδονα είχαν δεχτεί επίθεση. Η φωλιά τους είχε γίνει θρύψαλα και σπασμένα κελύφη αυγών βρίσκονταν παντού. Μα τα πουλάκια ήταν σχεδόν έτοιμα να γεννηθούν! Η μητέρα τους είχε εξαφανιστεί. Το αρσενικό νεροχελίδονο τριγύριζε πάνω απ’ τις καλαμιές και θρηνούσε. Η Μπουμπουκίτσα ανατρίχιασε. Την ώρα που έφευγε, έδωσε υπόσχεση στον εαυτό της να μη φτιάξει πουθενά ένα μόνιμο σπιτικό. Θα εντόπιζε τη σκιά του κυνηγού, πριν προλάβει ο κυνηγός να τους εντοπίσει εκείνος, πρώτος.


ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΣΜΗΝΟΣ


Οι παρατεταμένες βροχές του καλοκαιριού κατέβασαν τεράστιες ποσότητες νερού. Η λίμνη φούσκωσε τόσο πολύ που οι καλαμιές βυθίστηκαν σχεδόν εντελώς. Αυτές ήταν δύσκολες μέρες για την Μπουμπουκίτσα. Της ήταν δύσκολο να βρει ένα στεγνό μέρος και, λόγω του ότι τα πούπουλά της ήταν ήδη υγρά και νοτισμένα, υπέφερε από ένα μόνιμο κρυολόγημα. Είχε αδυνατίσει πάρα πολύ γιατί άλλαζαν φωλιές κάθε μέρα και δεν κοιμόταν αρκετά τις νύχτες. Ωστόσο, το Μωρό μεγάλωνε και έδειχνε πια σχεδόν παπί, κάθε μέρα που περνούσε έμοιαζε όλο και περισσότερο στον Παρατρεχάμενο. Αυτό ευχαριστούσε και ξάφνιαζε την Μπουμπουκίτσα απίστευτα. Το όνομα «Μωρό» δεν ταίριαζε πια σε έναν έφηβο κι έτσι τον ονόμασε Πρασινοκέφαλο, λόγω του χρώματός του. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να της αρέσει να τον αποκαλεί Μωρό, μια και αυτό την έκανε να νιώθει πιο οικεία. Όταν οι βροχές σταμάτησαν, η Μπουμπουκίτσα κατάφερε επιτέλους να συνέλθει από το κρυολόγημα που την είχε τόσο βασανίσει. Ωστόσο, φάνταζε απίθανο το κοκαλιάρικο κορμάκι της να μπορούσε να ξαναγίνει αφράτο και παχουλό. Μεγάλωνε… Μα και βέβαια μεγάλωνε: το μωρό της κόντευε πια στην πλήρη ανάπτυξή του! Κι όμως, ένιωθε πιο δυνατή από ποτέ. Το ήρεμο βλέμμα της μπορούσε να συλλάβει και την παραμικρή κίνηση μέσα στο σκοτάδι, το ράμφος της ήταν


σκληρό και τα νύχια της αιχμηρά. Η Μπουμπουκίτσα και ο Πρασινοκέφαλος ποτέ δεν περνούσαν παραπάνω από δύο νύχτες στο ίδιο σημείο. Καμιά φορά, από απόσταση, έβλεπαν τον Νυφίτσα να επιστρέφει στο σπίτι του νηστικός. Η ζωή των περιπλανώμενων ήταν δύσκολη, αλλά όχι και τόσο άσχημη. Η καρδιά της Μπουμπουκίτσας πραγματικά ράγιζε όταν έβλεπε τον Πρασινοκέφαλο με μια μελαγχολική έκφραση στο πρόσωπό του. Από τότε που τους είχε επισκεφτεί ο αρχηγός των παπιών στις καλαμιές, ο Πρασινοκέφαλος φαινόταν άκεφος πού και πού. Αυτά τα επεισόδια συνέβαιναν όλο και πιο συχνά από τότε που τα πούπουλά του άλλαξαν χρώμα. Η Μπουμπουκίτσα τον ρωτούσε τι του συνέβαινε, αλλά εκείνος δεν της άνοιγε την καρδιά του. Για λίγο καιρό δεν θα ξανάβρεχε. Τ’ αστέρια λαμπύριζαν στο σούρουπο και τις νύχτες τα πούπουλά της παρέμεναν στεγνά. Με τον καιρό να έχει γίνει πιο γλυκός, η Μπουμπουκίτσα και ο Πρασινοκέφαλος ναι μεν μπορούσαν να βρουν ένα μέρος κοντά στο νερό για να κοιμούνται, αλλά εκείνη προτιμούσε να τον οδηγεί προς την πλαγιά για να αποφεύγουν τον Νυφίτσα. Έλεγξε κάτω απ’ το βράχο, στην άκρη του λόφου. Είχαν κοιμηθεί μερικές φορές σ’ εκείνη τη μικρή σπηλιά κατά τη διάρκεια των βροχών, αλλά του Πρασινοκέφαλου δεν του άρεσε γιατί ήταν μακριά από τη λίμνη.


«Δύο μέρες έχουμε να δούμε τον κυνηγό. Είμαι σίγουρη ότι σήμερα θα τον δούμε. Βάζω στοίχημα ότι θα περιπλανηθεί στις καλαμιές για να προσπαθήσει να τσακώσει κανένα πουλάκι τουλάχιστον», είπε η Μπουμπουκίτσα, αλλά ο Πρασινοκέφαλος δεν έδινε προσοχή. Βυθισμένος ξανά σε σκέψεις, στεκόταν σ’ ένα σημείο κατάφυτο από λευκές μαργαρίτες και κοιτούσε προς τη λίμνη. Ίδιος ο πατέρας του ήταν. Η Μπουμπουκίτσα κουλουριάστηκε μέσα στη σπηλιά κι απόμεινε να παρατηρεί τον Πρασινοκέφαλο. Δεν ήταν πια μωρό. Ακόμα κι όταν οραματιζόταν ότι μιλούσε με τον Πρασινοκεφαλόπαπια για ό,τι συνέβαινε σχετικά με τον Πρασινοκέφαλο, και πάλι δεν μπορούσε να βρει μια ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα. Φοβόταν πως ο Νυφίτσας θα έκανε τον Πρασινοκέφαλο μια χαψιά, όπως είχε κάνει και τον Παρατρεχάμενο. Η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη όταν είσαι μόνος σου, δίχως κάποιον να σε προσέχει. Αποφάσισε να φωνάξει τον Πρασινοκέφαλο να μπει μέσα. Βγαίνοντας από τη σπηλιά, με την άκρη του ματιού της είδε φευγαλέα έναν σκούρο ίσκιο να κατεβαίνει από ένα βράχο, νυχοπατώντας. Ακουγόταν σαν άνεμος, αλλά δεν ήταν. Της Μπουμπουκίτσας της κόπηκε η ανάσα. Ήταν ο Νυφίτσας.


Μα πώς είχε κάνει τέτοιο λάθος; Είχε διαλέξει εντελώς ακατάλληλο τόπο. Μέχρι τώρα τα είχαν καταφέρει και απέφευγαν τον Νυφίτσα, ωστόσο εκείνος αποδείχτηκε ένα βήμα πιο μπροστά από αυτούς. Ο Πρασινοκέφαλος ήταν χαμένος στον κόσμο του. Η Μπουμπουκίτσα έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Ήταν η μητέρα του· δεν μπορούσε να το αφήσει να συμβεί αυτό. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, βγήκε ολοταχώς σαν αστραπή, κακαρίζοντας, πλαταγίζοντας τα φτερά της και φωνάζοντας «πάρε δρόμο!» Ο Νυφίτσας στράφηκε για να κοιτάξει. Ο Πρασινοκέφαλος, που πιάστηκε στον ύπνο, πλατάγισε τα φτερά του και ούρλιαξε. Σαστισμένος ο Νυφίτσας γύρισε και κοίταξε τον Πρασινοκέφαλο και μετά στράφηκε προς το μέρος της Μπουμπουκίτσας. Φάνταζε πιο μεγαλόσωμος και πιο γοργοπόδαρος από παλιότερα, αλλά η Μπουμπουκίτσα ήξερε πως τώρα δεν γινόταν να δειλιάσει και να υποχωρήσει. Ο Πρασινοκέφαλος συνέχισε να πλαταγίζει τα φτερά του, έντρομος. Η Μπουμπουκίτσα τέντωσε τα νύχια της και σήκωσε όλα της τα πούπουλα ολόρθα. Το βλέμμα της συνάντησε το βλέμμα του Νυφίτσα. «Ούτε που να το σκέφτεσαι!» του είπε απειλητικά, έτοιμη να θυσιάσει και τη ζωή της. Ο Νυφίτσας κούνησε αργά το κεφάλι του, με τα μάτια του


ακόμα καρφωμένα πάνω της. «Εσύ, μην ανακατεύεσαι!» Η φωνή του έκανε την Μπουμπουκίτσα να ανατριχιάσει. Ο Νυφίτσας ήθελε μόνο τον Πρασινοκέφαλο, γι’ αυτό και δεν έδινε σ’ εκείνη καμία σημασία. Η Μπουμπουκίτσα κάρφωσε τον Νυφίτσα με ένα άγριο βλέμμα. «Άσε ήσυχο το μωρό μου!» Ο Νυφίτσας γέλασε ειρωνικά. Η Μπουμπουκίτσα αισθάνθηκε την καρδιά της να βροντοχτυπά και όλο της το κορμί να καίγεται από οργή. Δεν την αποθάρρυνε πια το επίμονο βλέμμα του Νυφίτσα. Πάνω στην ώρα που ο Νυφίτσας ήταν έτοιμος να αποστρέψει τη ματιά του από πάνω της, η Μπουμπουκίτσα έτρεξε ολοταχώς καταπάνω του, σαν νυχτοπεταλούδα που τρέχει απότομα προς τη φλόγα. Τον ράμφισε άγρια. Ο Νυφίτσας ούρλιαξε κι έριξε ένα σάλτο προς τη μεριά του Πρασινοκέφαλου. Η Μπουμπουκίτσα, με το ράμφος της πεισματικά χωμένο μέσα στη σάρκα του Νυφίτσα, παρασύρθηκε απ’ την ορμή του και σύρθηκε μαζί του. Άκουγε τον Πρασινοκέφαλο να κάνει φασαρία. Η Μπουμπουκίτσα και ο Νυφίτσας έγιναν ένα κουβάρι και κατρακύλησαν απ’ την πλαγιά. Ο Νυφίτσας που σπαρταρούσε από τον πόνο γρατζούνισε την Μπουμπουκίτσα στην κοιλιά. Ξεκόλλησαν ο ένας απ’ τον άλλον μόνο όταν κουτούλησαν πάνω σ΄ ένα βράχο, στα μισά της πλαγιάς. Η


Μπουμπουκίτσα άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της. «Τρέξε, Μωρό», φώναξε βραχνά. Μια στιγμή, αργότερα, άνοιξε τα μάτια της. Δεν μπορούσε να δει ούτε να κινηθεί. Κάτι υπήρχε μέσα στο στόμα της. Όταν το έφτυσε, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα κομμάτι σάρκας. Της σάρκας του Νυφίτσα. «Μωρό μου! Μωρό μου!» Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε γύρω της. Όλα ήταν πολύ ήσυχα. Μήπως ο Νυφίτσας τον είχε πιάσει; Μήπως ο Πρασινοκέφαλος ήταν ήδη νεκρός; Δάκρυα ανέβλυσαν απ’ τα μάτια της. Αν ο Πρασινοκέφαλος δεν υπήρχε πια, θα μπορούσε να αντέξει πιο δύσκολα το ενδεχόμενο αυτό παρά τις πληγές της που την πονούσαν. Α, το απαίσιο τέρας! Εμένα έπρεπε να είχε πάρει. Το Μωρό είναι πολύ μικρό ακόμα για να φύγει από τη ζωή… Η Μπουμπουκίτσα έκλεισε τα μάτια της. Και το παραμικρό ίχνος ενέργειας είχε στραγγίξει από μέσα της, όπως τότε που την είχαν πετάξει στο Λάκκο του Θανάτου. «Μαμά, σήκω!» Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε ένα αεράκι πάνω απ’ το κεφάλι της. Ανοιγόκλεισε νευρικά τα βλέφαρά της. Ο Πρασινοκέφαλος αιωρούνταν στον αέρα, ανοιγοκλείνοντας τα φτερά του. Μοχθούσε, βέβαια, για να κρατηθεί ψηλά, όμως το δίχως άλλο πετούσε. «Θεέ μου! Τι έγινε με τα φτερά σου;»


«Δεν είναι υπέροχο; Εγώ απλώς να το σκάσω ήθελα και ξαφνικά βρέθηκα ψηλά στον αέρα!» φώναξε ο Πρασινοκέφαλος με ενθουσιασμό. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Απλώς χαμογέλασε. Ήταν θαύμα, το τρίτο που είχε δει με τα μάτια της από τότε που έφυγε απ’ το κοτέτσι και κλώσησε το Μωρό για να γεννηθεί. Αυτό ήταν το κερασάκι στην τούρτα! «Μαμά, για να δω. Πονάς;» Ο Πρασινοκέφαλος άπλωσε τις φτερούγες του και την αγκάλιασε. Η φωνή της Μπουμπουκίτσας ράγισε από ευγνωμοσύνη. Ίσιωσε το ράμφος της για να συγκρατήσει τα δάκρυά της, αλλά εκείνη ειδικά τη μέρα ήταν αδύνατον. Καθώς το καλοκαίρι έφτανε προς το τέλος του, άρχισε να φυσάει ένας ξερός άνεμος. Οι καυτές ακτίνες του ήλιου έπεφταν αμείλικτες και τα λουλούδια στις καλαμιές άρχισαν να μαραίνονται. Αυτή ήταν μια μοναχική περίοδος για την Μπουμπουκίτσα. Ο Πρασινοκέφαλος, που είχε ξετρελαθεί με τις χαρές του πετάγματος, περνούσε μέρες ολόκληρες στη λίμνη. Η Μπουμπουκίτσα περιδιάβαινε τις καλαμιές ή ανέβαινε την πλαγιά για να τον εποπτεύει όταν κολυμπούσε και πετούσε. Ο Νυφίτσας δεν έλεγε να φανεί. Ίσως να είχε επιστρέψει στις παλιές του συνήθειες και να πήγαινε να παραμονεύει στα κοτέτσια για να τσακώσει τίποτα κοτοπουλάκια ή μπορεί να έψαχνε για ετοιμοθάνατες κότες μέσα στο Λάκκο του Θανάτου, πράγμα που θα ’πρεπε να


έκανε εξαρχής. Ήταν βλακεία να του τρέχουν τα σάλια για τον Πρασινοκέφαλο. Μα πώς μπορούσε να πιστεύει ότι το να τσακώσει μια αγριόπαπια που πετούσε στον ουρανό θα ήταν τόσο εύκολο όσο και το να τσακώσει ένα ξεπεταρούδι στην αυλή; Ο Πρασινοκέφαλος λάτρευε το πέταγμα. Όχι μόνο είχε σταματήσει να ανησυχεί για τον Νυφίτσα, αλλά μπορούσε επίσης να πάει απ’ τη μια άκρη της λίμνης ως την άλλη στο πιτς φιτίλι. Επιπλέον, μπορούσε να πετάει αργά και διερευνητικά πάνω απ’ τις καλαμιές, για να εντοπίσει κάνα καλό σημείο για ύπνο. Ο κόσμος του διευρύνθηκε, από το έδαφος και το νερό έφτασε μέχρι τον ουρανό. Μολονότι η Μπουμπουκίτσα ζήλευε τον Πρασινοκέφαλο, της έλειπε κιόλας. Ήταν το μωρό της, αλλά συγχρόνως ήταν και αγριόπαπια. Εμείς οι κότες τα ξεγράψαμε πια τα φτερά μας. Τι να το κάνεις που το μόνο που έχουμε να περηφανευόμαστε είναι τα λειριά μας; Τα λειριά δεν προσφέρουν καμία χρησιμότητα απέναντι στους κυνηγούς. Και ο Πρασινοκέφαλος ήταν μόνος, σαν τη μητέρα του. Η μητέρα του μπορεί να ήταν κότα, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να κακαρίσει. Οι πάπιες της αυλής του αχυρώνα τον καταφρονούσαν. Αρνιούνταν να πάνε κοντά του, αρνιούνταν ακόμα και να τον αναγνωρίσουν. Πάλι καλά, τουλάχιστον,


που οι νύχτες της Μπουμπουκίτσας και του Πρασινοκέφαλου ήταν όμορφες – δύο μοναχικά πλάσματα που τους είχε γυρίσει την πλάτη το είδος του καθενός τους, αποκοιμιούνταν χουχουλιάζοντας ο ένας πλάι στον άλλον. Η Μπουμπουκίτσα έτρωγε το ψάρι που της έφερνε κάθε βράδυ ο Πρασινοκέφαλος και σκεφτόταν τον Πρασινοκεφαλόπαπια, ειδικά όταν τα στιλπνά πούπουλα του μωρού της λαμποκοπούσαν κάτω απ’ το φως του φεγγαριού. «Μωρό μου», είπε η Μπουμπουκίτσα μια νύχτα, «ακόμα και την ώρα που κοιμάσαι, να έχεις πάντα τα μάτια σου δεκατέσσερα. Ο κυνηγός έρχεται έχοντας την κάλυψη της νύχτας. Κάποια στιγμή θα έρθει. Δεν το βάζει ποτέ κάτω». «Μην ανησυχείς για εμένα. Εγώ φοβάμαι για εσένα, Μαμά. Εσύ δεν μπορείς να πετάξεις ούτε να κολυμπήσεις». «Μια χαρά είμαι εγώ. Αυτός δεν ενδιαφέρεται για εμένα. Είμαι τόσο κοκαλιάρα που ούτε να με λιγουρευτεί δεν μπορεί», αστειεύτηκε η Μπουμπουκίτσα, συγκινημένη από το γεγονός ότι ο Πρασινοκέφαλος ανησυχούσε γι’ αυτή. Για μια στιγμή, ο Πρασινοκέφαλος έμεινε σιωπηλός. «Μαμά, σκεφτόμουν…» άρχισε διστακτικά. Ξανασώπασε για λίγο. Η Μπουμπουκίτσα άρχισε να νιώθει μια ανησυχία. «Τι θα έλεγες να ξαναγυρίζαμε στον αχυρώνα; Δεν μ’ αρέσει


συνέχεια να είμαι μόνος μου». Η καρδιά της Μπουμπουκίτσας κόντεψε να φύγει απ’ τη θέση της. Ήταν η πρώτη φορά που ο Πρασινοκέφαλος έλεγε ένα τέτοιο πράγμα. Προφανώς πρέπει να πάλευε με όλα αυτά τα συναισθήματα εδώ και πολύ καιρό. «Να ξαναγυρίζαμε στον αχυρώνα;» «Πάπια είμαι, ούτως ή άλλως. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι “κουάκ!”» «Και λοιπόν; Παρόλο που δείχνουμε διαφορετικοί, αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Εγώ σ’ αγαπώ πάρα πολύ», η Μπουμπουκίτσα είπε τα ίδια λόγια που της είχε πει ο Πρασινοκεφαλόπαπιας πριν από πολύ καιρό. Εκείνη είχε καταλάβει τον Πρασινοκεφαλόπαπια και τώρα ήλπιζε πως ο Πρασινοκέφαλος θα καταλάβαινε εκείνη. Όμως ο Πρασινοκέφαλος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω, Μαμά… Τι θα γίνει αν οι πάπιες δεν με αποδεχτούν ποτέ; Θέλω να είμαι μια απ’ αυτές». Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Η Μπουμπουκίτσα δεν ήξερε τι να κάνει. Του έτριψε την πλάτη. «Μωρό μου, μια χαρά είμαστε ως τώρα. Είσαι πανέξυπνος, έμαθες πώς να κολυμπάς και πώς να πετάς και


όλα αυτά από μόνος σου, ολομόναχος…» Η Μπουμπουκίτσα ήξερε ότι τα λόγια της δεν πρόσφεραν καμία βοήθεια. Ίσως να είχε αντιδράσει υπερβολικά όταν είχε ακούσει τη συζήτηση του αγρότη με τη γυναίκα του. Αν του είχαν ψαλιδίσει τα φτερά, ο Πρασινοκέφαλος θα ήταν κι αυτός μια πάπια σαν όλες τις άλλες. Ίσως θα ’πρεπε να τον είχε στείλει πίσω, μαζί με τις άλλες πάπιες, τότε που ο αρχηγός τής είχε ζητήσει να τον πάρει μαζί του. «Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς. Όμως εξακολουθούμε να μην ανήκουμε στο ίδιο είδος», είπε ο Πρασινοκέφαλος. «Σύμφωνοι, δείχνουμε διαφορετικοί. Όμως είμαι πολύ ευτυχισμένη που σ’ έχω. Ό,τι κι αν λένε, δεν παύεις να είσαι το μωρό μου», είπε η Μπουμπουκίτσα, νιώθοντας θλίψη. Ο Πρασινοκέφαλος απομακρύνθηκε. «Μαμά, πρέπει να πάμε πίσω. Εγώ θα πάω μαζί με το σμήνος». «Τότε κι εμένα θα με οδηγήσουν στο κοτέτσι…» Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω απ’ τα πόδια της, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά να τον κατσαδιάσει. Καιρό πριν, όταν ο Πρασινοκέφαλος έδωσε ατρόμητα ένα σάλτο πάνω απ’ τα νούφαρα και τελικά έπεσε στο νερό και κολύμπησε, η Μπουμπουκίτσα συνειδητοποίησε ότι δεν ανήκε στο είδος της. «Μωρό μου, εγώ υπήρξα κότα


που έπρεπε να γεννάει αυγά μέσα στο κοτέτσι», είπε μαλακά, προσπαθώντας να τον μεταπείσει. «Ποτέ μου δεν είχα τη δυνατότητα να κλωσήσω το δικό μου αυγό, μολονότι το μόνο που ονειρευόμουν ήταν να καθίσω πάνω σ’ ένα και να παρακολουθήσω ένα κοτοπουλάκι να γεννιέται. Όταν δεν μπορούσα να γεννήσω αυγά άλλο πια, με απομάκρυναν απ’ το κοτέτσι. Ήμουν καταδικασμένη να πεθάνω. Μα όταν συνάντησα εσένα, έγινα επιτέλους μητέρα». Ο Πρασινοκέφαλος έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ τη φτερούγα του και δεν κούνησε ρούπι. Το χλωμό φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν πάνω στα νερά της λίμνης. «Μωρό μου, δεν έχουμε κανένα λόγο να ξαναγυρίσουμε στον αχυρώνα. Εμένα δεν με θέλουν εκεί και, όσο για εσένα, είσαι πολύ καλύτερος απ’ όλα εκείνα τα ζώα». Η Μπουμπουκίτσα χάιδεψε την πλάτη του Πρασινοκέφαλου. Εκείνος δεν άνοιξε τα μάτια του ούτε σήκωσε το κεφάλι του, αν και άκουσε όλα όσα είχε πει. Ο μικρός παραείχε γίνει μεγαλόσωμος για να μπορεί να τον αγκαλιάσει, ακόμα κι όταν άνοιγε διάπλατα τις φτερούγες της. Το μωρό της είχε μεγαλώσει πάρα πολύ γρήγορα. Η Μπουμπουκίτσα έμεινε ξάγρυπνη όλη νύχτα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Τώρα πια δεν χρησίμευε σε τίποτα, ούτε καν ως προστασία, απ’ τη στιγμή που ο Νυφίτσας δεν ερχόταν να τους ψάξει. Και ακόμα κι αν ερχόταν, ο Πρασινοκέφαλος ήταν πλέον αρκετά δυνατός ώστε να μπορεί να πετάξει


μακριά, ολομόναχος. Όταν χάραξε η αυγή, την ώρα που ο Πρασινοκέφαλος έφυγε για τη λίμνη, εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι της. Φοβόταν πως θα τον άκουγε πάλι να επιμένει να πάει να ενταχθεί κι αυτός στο σμήνος των παπιών. Από την πλαγιά τον παρακολούθησε να πηγαίνει κοντά τους, αργά και διστακτικά. Εκείνες ήταν ψυχρές μαζί του. Του έβαλαν τις φωνές. Μάλιστα, ο αρχηγός έφτασε σε σημείο να του επιτεθεί. Ωστόσο ο Πρασινοκέφαλος δεν το έβαζε κάτω κι όλο συνέχιζε να φτεροκοπάει εκεί γύρω. Καθώς ο ήλιος πήγε να βασιλέψει, οι πάπιες επέστρεψαν στην αυλή. Ο Πρασινοκέφαλος τις πήρε στο κατόπι. Ήταν λες κι έβλεπε τον μοναχικό Πρασινοκεφαλόπαπια απ’ την αρχή… «Μωρό μου, γύρνα πίσω!» φώναξε η Μπουμπουκίτσα. Όμως κανείς δεν γύρισε να την κοιτάξει. «Θα νιώσεις μοναξιά στην αυλή. Είσαι τόσο ξεχωριστός! Τα ζώα της αυλής δεν θα σε αποδεχτούν…» Τον ακολούθησε, από μια κάποια απόσταση.


ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ


Η Μπουμπουκίτσα εγκαταστάθηκε στους λόφους, απ’ όπου μπορούσε να βλέπει προς την αυλή. Τίποτα δεν είχε αλλάξει – το αχνό φως που ξεχυνόταν μέσα απ’ το κοτέτσι, εκεί όπου οι κότες κακάριζαν δυνατά, το καροτσάκι με το φαγητό, τα ζώα στον αχυρώνα. Για του λόγου το αληθές, υπήρχε και κάτι καινούριο: ένα πετεινάρι. Ήταν το ένα και μοναδικό κοτοπουλάκι που είχε καταφέρει να γλιτώσει απ’ τον Νυφίτσα. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να δει τι γινόταν μέσα στον αχυρώνα, αλλά μπορούσε να μαντέψει. Σίγουρα οι πάπιες θα διαπληκτίζονταν για το θέμα του Πρασινοκέφαλου. Απ’ τη στιγμή που ο αρχηγός των παπιών δεν φαινόταν και πολύ ενθουσιασμένος που τον δέχτηκε στο σμήνος, τον Πρασινοκέφαλο μπορεί να τον έδιωχναν. Η Μπουμπουκίτσα σκέφτηκε ότι αυτό, ίσως, να ήταν το καλύτερο. Ήθελε να τον πάει πίσω στη λίμνη. Ακόμα κι αν ήταν μόνος, τουλάχιστον δεν θα τον ταπείνωναν, δεν θα τον πρόσβαλλαν και κυρίως θα ήταν ελεύθερος να πετάει όπου θέλει η ψυχούλα του. Η νύχτα πέρασε. Τελικά δεν έδιωξαν τον Πρασινοκέφαλο. Οι πάπιες έχωσαν τα κεφάλια τους μέσα στην ταΐστρα, ενώ ο Πρασινοκέφαλος έφαγε μέσα από έναν μικρότερο κουβά. Είχε φροντίσει γι’ αυτό η γυναίκα του αγρότη. Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη τον ήθελε εκεί. Και ποιος δεν θα τον ήθελε, δηλαδή, με τα αστραφτερά τα πούπουλα και το πανέμορφο παρουσιαστικό του. Αν τον ήθελε η γυναίκα του αγρότη, ο


κόκορας και ο αρχηγός των παπιών θα ήταν αναγκασμένοι να τον αφήσουν να μείνει στον αχυρώνα. Οι πάπιες έφυγαν για να πάνε μια βόλτα, με τον αρχηγό επικεφαλής ενώ τα νεαρότερα μέλη του σμήνους να τον ακολουθούν κατά πόδας. Όταν ο Πρασινοκέφαλος έκανε να ακολουθήσει κι αυτός τα νεαρά παπιά, η γυναίκα του αγρότη τον άρπαξε. Έκρωξε έντρομος και πλατάγισε τα φτερά του. Η Μπουμπουκίτσα πετάχτηκε όρθια. Οι πάπιες δεν έδωσαν σημασία στη φασαρία και συνέχισαν την πορεία τους προς τη λίμνη. Η γυναίκα του αγρότη έδεσε τον Πρασινοκέφαλο σε έναν από τους ξύλινους πασσάλους που υποστήριζαν το κοτέτσι. Εκείνος δοκίμασε να ελευθερωθεί, μα δεν μπορούσε. Ξέσπασε σε κλάματα, όπως και η Μπουμπουκίτσα. Με όση δύναμη κι αν πλατάγιζε τα φτερά του, δεν μπορούσε με τίποτα να ελευθερωθεί από το σκοινί. Η Μπουμπουκίτσα έπρεπε να του είχε πει ποιος ήταν ο λόγος που είχαν φύγει απ’ την αυλή ευθύς εξαρχής. Αν του το είχε πει, εκείνος δεν θα είχε ξαναπάει εκεί πέρα. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να σταθεί σε μια γωνιά από τη στενοχώρια της. Παλεύοντας να ελευθερωθεί, ο Πρασινοκέφαλος αρνήθηκε να φάει. Ο κόκορας με την οικογένειά του πήγαν να σουλατσάρουν στον κήπο, ενώ ο σκύλος πήρε έναν υπνάκο. Το απόγευμα οι πάπιες επέστρεψαν και όλοι μπήκαν μέσα στον αχυρώνα για να πέσουν για ύπνο.


Η Μπουμπουκίτσα περιφερόταν έξω απ’ την αυλή. Ήθελε να πάει κοντά στον Πρασινοκέφαλο και να του χαϊδέψει την πλάτη. «Ακόμα ζεις εσύ; Πολύ επίμονη είσαι», γρύλισε ο σκύλος αποκαλύπτοντας τα δόντια του. Η Μπουμπουκίτσα τον αγριοκοίταξε με λύσσα. «Τι φαντάζεσαι, ότι από τύχη κατάφερα να μείνω ζωντανή; Τα έχω δει όλα! Το καλό που σου θέλω, μη μου κολλάς». «Ας γελάσω! Τι αυτοπεποίθηση! Κοίτα, ανάθρεψες ένα παπάκι, ναι. Όμως, ούτε να σου περνάει απ’ το μυαλό να μπεις μέσα στην αυλή. Επειδή είμαι αυστηρός φύλακας, έχω ως αρχή να δαγκώνω πρώτος, ξέρεις». Επέστρεψε στο σπιτάκι του, περπατώντας νωχελικά. Ενώ στεκόταν κάτω απ’ την ακακία, η Μπουμπουκίτσα φώναξε προς τον Πρασινοκέφαλο: «μωρό μου, η Μαμά είναι εδώ. Μην κλαις. Κάτι θα σκεφτώ, κάποια λύση θα βρούμε». «Μαμά, μη μ’ αφήνεις εδώ! Το πόδι μου, με πονάει!» Με τα νεύρα της τσιτωμένα, η Μπουμπουκίτσα άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. Ο αγρότης και η γυναίκα του δεν είχαν δέσει τον Παρατρεχάμενο. Γιατί, λοιπόν, είχαν δέσει το


Μωρό; Εξακολουθώντας να βηματίζει άσκοπα, πλησίασε το Λάκκο του Θανάτου χωρίς ακόμα να το αντιληφθεί ότι είχε φτάσει μέχρι εκεί. Η Μπουμπουκίτσα αισθάνθηκε μια δόλια, καταχθόνια παρουσία. Μέσα στο σκοτάδι, κάτι την αγριοκοίταζε. Ο Νυφίτσας! Όμως είχε μόνο ένα μάτι το οποίο λαμπύριζε. Η Μπουμπουκίτσα φούσκωσε τα πούπουλα του λαιμού της και τέντωσε τα νύχια της. Το αίμα της έβραζε, ήταν έτοιμη να δώσει μάχη. Ο Νυφίτσας είχε ένα ετοιμοθάνατο κοτόπουλο ανάμεσα στα δόντια του. Η Μπουμπουκίτσα διέκρινε μια φτερούγα να συσπάται. Ο Νυφίτσας την πλησίασε αργά, αλλά εκείνη δεν έκανε ούτε βήμα πίσω. Ο Νυφίτσας δεν είχε σκοπό να της επιτεθεί όσο είχε το δείπνο του μέσα στο στόμα του. Απίθωσε το κοτόπουλο κάτω, μα δεν μαζεύτηκε για να της ορμήσει. Η Μπουμπουκίτσα, με το στήθος της προτεταμένο περήφανα, τον κατακεραύνωσε με ένα άγριο βλέμμα. «Μια πάπια σκέτη απόλαυση!» κάγχασε ο Νυφίτσας. «Αργά ή γρήγορα, πού θα μου πάει, θα τον αρπάξω!» Γέλασε μοχθηρά. «Ποτέ δεν θα μπορέσεις να τον πιάσεις!» «Μπα; Παρόλο που είναι δεμένος σ’ εκείνο τον πάσσαλο;


Πολύ σύντομα θα έχει παχύνει τόσο πολύ που δεν θα μπορεί να πετάξει. Έτσι εξημερώνονται αυτοί». Ο Νυφίτσας γέλασε ξανά. Η Μπουμπουκίτσα ξαφνικά κατάλαβε. Τον Παρατρεχάμενο δεν τον είχαν δέσει γιατί το φτερό του είχε πάθει ζημιά· δεν μπορούσε να πετάξει μακριά και να το σκάσει. «Κι όσο για εσένα…» σφύριξε ο Νυφίτσας απειλητικά. «Εσύ μου έβγαλες το ένα μάτι! Θα σε εκδικηθώ. Και τους δυο σας θα εκδικηθώ και πολύ σύντομα μάλιστα». Η Μπουμπουκίτσα είχε μείνει εμβρόντητη. Εκείνο το κομμάτι σάρκας μέσα στο στόμα της ήταν το μάτι του Νυφίτσα! «Προτιμώ να πέσω στη λίμνη και να πνιγώ παρά να σε αφήσω να με φας», φώναξε κι αυτή με τη σειρά της. «Μην το κάνεις αυτό. Δεν μ’ αρέσει να τρώω πεθαμένες κότες. Μείνε ζωντανή κι απλώς κάτσε και δες τι θα κάνω στο μωρό σου!» Ο Νυφίτσας γέλασε και πάλι. Άρπαξε το κοτόπουλό του κι εξαφανίστηκε μες στα σκοτάδια. Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να τον κοιτάζει. Είχε ανατριχιάσει κι έτρεμε ολόκληρη. Ο Νυφίτσας της είχε δώσει το λόγο του πως θα την έβρισκαν συμφορές! Κούνησε το κεφάλι της για να αποδιώξει αυτές τις σκέψεις κι έφυγε από το Λάκκο του Θανάτου. Τα λόγια του Νυφίτσα δεν έλεγαν να βγουν απ’ το μυαλό της. Μα θα έμπαινε ο Νυφίτσας στην αυλή, ακόμα κι αν ήταν εκεί μέσα ο φύλακας; Ο σκύλος θα πάθαινε υστερία,


το ίδιο και τα υπόλοιπα ζώα. Θα ριχτεί στο μωρό μου, θα του κάνει κακό. Όμως ο Πρασινοκέφαλος ήταν δεμένος· δεν ήταν δυνατόν να τον αρπάξει ο Νυφίτσας και να τον πάρει μακριά. Αυτός θα κάτσει και θα καιροφυλακτεί, ώσπου να παχύνει πολύ ο Πρασινοκέφαλος και να μην μπορεί πια να πετάξει και θα περιμένει υπομονετικά τη γυναίκα του αγρότη να λύσει το σκοινί.

Την επόμενη μέρα ο Νυφίτσας έκανε απροκάλυπτα την εμφάνισή του και με αργά και νωχελικά βήματα πήγε κατευθείαν στο Λάκκο του Θανάτου. Όμως, έφυγε από εκεί με τα σαγόνια του άδεια. Γλίστρησε ύπουλα προς την αυλή, εκεί όπου καθόταν το πετεινάρι και σκάλιζε το σωρό με το κοπρόχωμα. Ο Νυφίτσας ήξερε πως η Μπουμπουκίτσα τον παρακολουθούσε απ’ το λόφο. Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε κοροϊδευτικά. Η Μπουμπουκίτσα κοκάλωσε στη θέση της. Ήθελε να ουρλιάξει και να προειδοποιήσει το πετεινάρι για τον κίνδυνο που το πλησίαζε, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από μέσα της. Ο σκύλος δεν πήρε χαμπάρι τίποτα· η όσφρηση και η ακοή του πρέπει να είχαν αμβλυνθεί με τα χρόνια. Η Μπουμπουκίτσα ήταν σίγουρη ότι ο Νυφίτσας προσπαθούσε να την τρομάξει, να της τσακίσει το ηθικό. Ξαφνικά ο Πρασινοκέφαλος άρχισε να ουρλιάζει. Με την οξυμμένη του ακοή, είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο πριν απ’ όλους. Και τότε συνέβησαν όλα


ταυτόχρονα. Ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει την ίδια στιγμή που ο Νυφίτσας ρίχτηκε σαν βέλος και το πετεινάρι τσίριξε. Γαβγίζοντας μανιασμένα, ο σκύλος καταδίωξε τη σκούρα σκιά, ενώ τα ζώα έτρεξαν βιαστικά έξω απ’ τον αχυρώνα. Ο αγρότης και η γυναίκα του ήρθαν τελευταίοι. Το πετεινάρι δεν βρισκόταν πουθενά, λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε. Ο κόκορας και η κότα κακάριζαν και ξανακακάριζαν ψάχνοντας παντού για το μωρό τους. Κρώζοντας πανικόβλητες, οι πάπιες συμπλήρωσαν κι αυτές τη χορωδία. «Αυτός ο καταραμένος ο Νυφίτσας!» είπε ο αγρότης. Η γυναίκα του, η οποία προσπαθούσε να συμμαζέψει τις πάπιες για να τις οδηγήσει ξανά μέσα στον αχυρώνα, αποκρίθηκε: «χρειαζόμαστε ένα μπουλντόγκ – αυτός εδώ ο σκύλος παραγέρασε πια. Αλλιώς δεν θα έχουμε σπέρμα για ντόπια κοτόπουλα!». «Ο Νυφίτσας ήρθε γιατί εσύ πήγες κι έδεσες εκείνη την πάπια!» την αποπήρε ο αγρότης. «Είναι λες και τον κάλεσες για δείπνο. Άντε πήγαινε και δέσε το παπί μέσα στον αχυρώνα, τουλάχιστον!» Η Μπουμπουκίτσα βημάτιζε νευρικά καθώς έβλεπε τη γυναίκα του αγρότη να λύνει το σκοινί κι ύστερα να σέρνει απ’ το πόδι τον Πρασινοκέφαλο, που έκρωζε και σπαρταρούσε, μέσα στον αχυρώνα. Η Μπουμπουκίτσα δεν θα είχε τη


δυνατότητα να τον προσέχει, αν η γυναίκα του αγρότη τον έδενε μέσα στον αχυρώνα. Δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό της. «Αφήστε το μωρό μου!» Η Μπουμπουκίτσα κακάριζε καθώς έτρεχε προς τα κει, σαν τρελή. Η γυναίκα του αγρότη κόντεψε να πέσει ανάσκελα από κατάπληξη, βλέποντας μια κότα να έρχεται καταπάνω της ολοταχώς, πλαταγίζοντας τις φτερούγες της. Λες και ήταν κόκορας που είχε μπλέξει σε καβγά, τα πούπουλα της Μπουμπουκίτσας είχαν σηκωθεί ολόρθα την ώρα που ρίχτηκε πάνω στη γυναίκα του αγρότη και άρχισε να τη ραμφίζει. «Οχ! Οχ! Αυτή η καταραμένη κότα έχει βαλθεί να με σκοτώσει!» στρίγκλισε η γυναίκα του αγρότη. Όλες οι πάπιες βγήκαν αμέσως απ’ τον αχυρώνα, κρώζοντας. Κι άλλη φασαρία προέκυψε. Πάνω στην προσπάθειά της να αποφύγει την Μπουμπουκίτσα, η γυναίκα του αγρότη χαλάρωσε τη λαβή της στο πόδι του Πρασινοκέφαλου. «Μωρό μου! Φύγε, πέτα!» φώναξε η Μπουμπουκίτσα και ο Πρασινοκέφαλος σηκώθηκε στον αέρα με δύναμη. Με το σκοινί να κρέμεται ακόμα απ’ το πόδι του, εξαφανίστηκε πίσω απ’ το λόφο. Οι υπόλοιπες πάπιες απόμειναν να χάσκουν με δέος. Η Μπουμπουκίτσα το έβαλε στα πόδια, γλιτώνοντας παρά τρίχα απ’ το θάνατο, καθώς η γυναίκα του αγρότη πήγε να τη χτυπήσει με μια σκούπα. Το μονοπάτι προς τη λίμνη


ήταν μακρύ και σκοτεινό. Όμως, η Μπουμπουκίτσα δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Για την ακρίβεια ήταν τόσο χαρούμενη, τόσο ευχαριστημένη, που δεν μπορούσε να μην αρχίσει να σιγοσφυρίζει. Το κακόμοιρο το πετειναράκι είχε γεμίσει το στομάχι του Νυφίτσα και ο Πρασινοκέφαλος δεν θα ήθελε πια να μένει στην αυλή. Είχε πάρει ένα πολύτιμο μάθημα. Μόνο και μόνο επειδή ανήκετε στο ίδιο είδος δεν σημαίνει ότι είστε όλοι μαζί μια χαρούμενη οικογένεια! Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό θα πει αγάπη! Η Μπουμπουκίτσα συνέχισε το δρόμο της, αρχίζοντας ένα τραγούδι που έβγαινε μέσα απ’ την ψυχή της. Η Μπουμπουκίτσα είχε γίνει πιο λεπτή από ποτέ. Έτρωγε μόνο όσο χρειαζόταν για να ξεγελά την πείνα της και περνούσε όλο της τον καιρό τρέχοντας εδώ κι εκεί ψάχνοντας τον Πρασινοκέφαλο, με αποτέλεσμα να έχει γίνει τόσο μικροκαμωμένη όσο κι ένα νεροχελίδονο. Ο Πρασινοκέφαλος, αφότου κατάφερε να το σκάσει απ’ την αυλή, επέλεξε να στήσει μόνος του μια φωλιά. Δεν γύριζε πίσω στην Μπουμπουκίτσα ούτε καν τις νύχτες· παρέμενε στη λίμνη. Η Μπουμπουκίτσα μπορούσε να βλέπει τον Πρασινοκέφαλο από μακριά, αλλά δεν ήξερε πού κοιμόταν. Της έλειπε που έπεφταν να κοιμηθούν μαζί και την έπαιρνε ο ύπνος χουχουλιασμένη στο πλευρό του, της έλειπε να του


μιλάει. Όμως δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει για το ζήτημα αυτό – ήξερε πως ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν ανήκαν στο ίδιο είδος. Όμως η Μπουμπουκίτσα ήθελε να τον βοηθήσει να ξεφορτωθεί το σκοινί που είχε ακόμα δεμένο στο πόδι του. Όπου κι αν πήγαινε, το έσερνε κι αυτό στο πόδι του και φάνταζε απογοητευμένος και αποθαρρημένος, λες και ήταν η θλίψη αυτή που τελικά έσερνε μαζί του. Ο Πρασινοκέφαλος δεν ήθελε την Μπουμπουκίτσα κοντά του, αλλά εκείνη έστηνε τη φωλιά της σε σημεία απ’ όπου μπορούσε να τον βλέπει. Μολονότι ο Νυφίτσας καραδοκούσε κι έκανε την εμφάνισή του πού και πού, ο Πρασινοκέφαλος είχε εξαιρετική ακοή, όπως και η Μπουμπουκίτσα άλλωστε, κι έτσι πάντα ήξεραν πότε ήταν κάπου εκεί κοντά.

Το φθινόπωρο κύλησε αργά. Η Μπουμπουκίτσα άρχισε μέσα στις καλαμιές να εντοπίζει λιβελούλες που είχαν γεννήσει αυγά πάνω στα νούφαρα – κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που πετούσαν. Αφού προσγειώνονταν, τα φτερά τους κοκάλωναν και τα πολλά μάτια τους απόμεναν να ατενίζουν τον γαλάζιο ουρανό. Τα μάτια τους εξακολουθούσαν να κινούνται, αλλά δεν μαρτυρούσαν φόβο κάθε φορά που η Μπουμπουκίτσα τις πλησίαζε για να τις φάει. Δεν μπορούσε ακριβώς να πει ότι απολάμβανε να τρώει αυτές τις λιανές


λιβελούλες με τα τεράστια μάτια, γι’ αυτό κι ενέδιδε στον πειρασμό μόνο όταν ψοφούσε απ’ την πείνα. Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει πιο γρήγορα, κάνοντας τις πάπιες να επιστρέφουν πιο νωρίς απ’ τη λίμνη στην αυλή, και το μόνο που απόμενε να αντηχεί στις καλαμιές ήταν το βουητό του ανέμου κι ένα ξερό θρόισμα απ’ το χορτάρι που αναδευόταν. Ο Πρασινοκέφαλος κολυμπούσε ως αργά κι ύστερα έσερνε το μακρύ σκοινί του κι έμπαινε στις καλαμιές. Η Μπουμπουκίτσα τον ακολουθούσε αργά καθώς έπεφτε η κρύα, φθινοπωρινή νύχτα. Μια μέρα, νωρίς το πρωί, ο αέρας φυσούσε σαν μανιασμένος, τραντάζοντας τις καλαμιές. Κάτι υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Η Μπουμπουκίτσα αναρίγησε καθώς ο αέρας χώθηκε ανάμεσα στα πούπουλά της. Την κυρίευσε μια ανησυχία για τον Πρασινοκέφαλο, ο οποίος ωστόσο βρισκόταν σε απόσταση τέτοια ώστε να μπορεί να την ακούει. «Μωρό μου, είσαι καλά;» Ο Πρασινοκέφαλος κοιτούσε γύρω του ανήσυχος, με το λαιμό του τεντωμένο. Και ξαφνικά φώναξε «Μαμά, πρόσεξε!» και πέταξε ψηλά στον αέρα. Η Μπουμπουκίτσα σφίχτηκε. Ο Πρασινοκέφαλος της έδωσε το σήμα ότι ο Νυφίτσας ήταν εκεί κοντά κι ύστερα άρχισε να κάνει κύκλους πάνω απ’ τις καλαμιές, ξεσηκώνοντας τον κόσμο. «Είναι


τρεις… α, για στάσου, να κι άλλος ένας! Μα γιατί είναι τόσο πολλοί;» Η Μπουμπουκίτσα κυριεύτηκε από πανικό. Με έναν μπορούσε να τα βγάλει πέρα, αλλά τώρα ήταν τέσσερις! Με πολλή προσοχή βγήκε από τις καλαμιές. Και, ξαφνικά, απ’ το πουθενά έκανε την εμφάνισή του ο μονόφθαλμος Νυφίτσας. Ρουθούνισε άγρια προς το μέρος της. Η Μπουμπουκίτσα του ανταπέδωσε το άγριο βλέμμα. «Δεν γυρεύουμε εσένα – εκτός, βέβαια, κι αν δεν βρούμε τίποτ’ άλλο να φάμε στους αγρούς», είπε ο Νυφίτσας με ένα κακόβουλο χαμόγελο. Έκανε μεταβολή. Κι η Μπουμπουκίτσα με τη σειρά της του είπε απότομα: «μόνο ένας εξαιρετικός κυνηγός μπορεί να τον πιάσει. Για έναν μονόφθαλμο κυνηγό όπως είσαι εσύ, πρέπει να είναι δύσκολο ακόμα και το να μπορείς να τον έχεις στο οπτικό σου πεδίο! Ήρθες εδώ μαζί με άλλους τρεις, αλλά, για δες, εκείνος είναι ψηλά στον αέρα! Ή μήπως δεν τον έχεις προσέξει ακόμα επειδή σου λείπει ένα μάτι;». Ενοχλημένος, ο Νυφίτσας χαμήλωσε το σώμα του και γύμνωσε τα δόντια του. Όμως, δεν της ρίχτηκε. «Είναι περίοδος κυνηγιού! Επιτέλους! Το περιμέναμε πώς και πώς!» Κι έδωσε μια κι έφυγε τρέχοντας.


Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε γύρω της. Είχε συννεφιά. Κάθε φορά που έπνεε μια ριπή ανέμου, τα καλάμια λύγιζαν κι έπεφταν κι ύστερα σιγά σιγά επανέρχονταν στη θέση τους. Ωστόσο, ο δυνατός άνεμος που έριχνε κάτω τις καλαμιές άφηνε με λύσσα τα χνάρια του. Κάτι το ασυνήθιστο κι εξαιρετικό επρόκειτο να συμβεί. Ο Πρασινοκέφαλος φώναξε στην Μπουμπουκίτσα κι εκείνη του απάντησε. Αφού είχε ήδη πετάξει γύρω απ’ τη λίμνη μια φορά, ο Πρασινοκέφαλος ήρθε και προσγειώθηκε δίπλα της. Για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, στέκονταν δίπλα δίπλα και κοιτούσαν μαζί προς τη λίμνη. «Μαμά, είναι πολύ παράξενο. Ποτέ πριν δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Κάτι θα συμβεί». «Κυνηγοί, μήπως;» «Μπα, όχι αυτό». «Είναι κάτι πιο τρομακτικό;» «Μαμά, αυτό είναι κάτι αλλιώτικο. Καλύπτει ολάκερο τον ουρανό! Μα δεν το νιώθεις;» «Μωρό μου, για ποιο πράγμα μιλάς;» Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβλεπε ο Πρασινοκέφαλος με


τα μάτια του που παρατηρούσαν τα πάντα απ’ τα πλαϊνά του κεφαλιού του ή τι άκουγε. «Αααα, αυτός ο ήχος! Μαμά, είναι απίστευτο! Ένα ολάκερο σμήνος από εκείνες, έρχονται προς τα εδώ!» Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να καταλάβει τι επρόκειτο να συμβεί, ήξερε όμως ότι θα ήταν κάτι το τελείως πρωτόφαντο. Ενώ περίμενε, άρχισε να το αισθάνεται. Ο θόρυβος αντηχούσε μέσα από τον ουρανό και τα βουνά, πέρα μακριά. Και σιγά σιγά άρχισε να εξαπλώνεται και να γίνεται όλο και πιο δυνατός. Ώσπου, τελικά, κάτι μαύρα στίγματα έκαναν την εμφάνισή τους. Ήταν πουλιά, αμέτρητα πουλιά, που πολύ γρήγορα σκέπασαν τον ουρανό. Ο κόσμος ολάκερος γέμισε πουλιά και η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να ακούσει τίποτ’ άλλο. Τα πουλιά περικύκλωσαν τη λίμνη και άρχισαν να προσγειώνονται πάνω στα νερά της. Η Μπουμπουκίτσα και ο Πρασινοκέφαλος απόμειναν με το ράμφος ανοιχτό να κοιτάζουν τους ταξιδιώτες από έναν άλλο κόσμο. «Παρατρεχάμενε! Η οικογένειά σου είναι εδώ!» ψιθύρισε η Μπουμπουκίτσα. Προφανώς αυτά τα πουλιά ανήκαν στο δικό του είδος, η οικογένεια που του έλειπε και την έψαχνε κάθε φορά που πάλευε να σκαρφαλώσει στο λόφο και να


κοιτάξει πέρα μακριά, στην απεραντοσύνη. Είχε χωριστεί από ένα τέτοιο τεράστιο σμήνος – πόσο μόνος πρέπει να ένιωθε χωρίς αυτούς… «Μαμά, γιατί η καρδιά μου βροντοχτυπάει έτσι, τόσο μα τόσο δυνατά;» Ο Πρασινοκέφαλος έχωσε το κεφάλι του στη φτερούγα της Μπουμπουκίτσας, όπως έκανε όταν ήταν μωρό. Έτρεμε σύγκορμος, ανεξήγητα συγκινημένος.

«Είναι πολύ φυσικό! Δεν έχεις ξαναδεί ποτέ ένα τόσο όμορφο σμήνος!» Η Μπουμπουκίτσα ένιωσε μια απέραντη γαλήνη. Χαμογέλασε. Έι, παλιόφιλε! ώρα καταλαβαίνω τα πάντα. Νόμιζε ότι είχε καταλάβει τότε που ο Παρατρεχάμενος της είχε πει να πάει στη λίμνη, μαζί με το Μωρό. Αλλά δεν είχε. Σίγουρα ο Παρατρεχάμενος θα ήθελε για τον Πρασινοκέφαλο να μεγαλώσει και να πετάξει, να φύγει μακριά, να ακολουθήσει το δικό του είδος. Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τις φτερούγες της και κράτησε σφιχτά εκεί μέσα το μεγάλο πια Μωρό της. Τον κράτησε στην αγκαλιά της για πολλή, πολλή ώρα. Νιώθοντας τα μεταξένια του πούπουλα και εισπνέοντας το άρωμά του, του χάιδεψε την πλάτη. Αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία φορά. Οι πολύτιμες στιγμές δεν κρατούν για πάντα. Η Μπουμπουκίτσα ήθελε να τα κρατήσει όλα αυτά στη μνήμη της, χαραγμένα ανεξίτηλα. Σύντομα, οι αναμνήσεις θα ήταν το μόνο πράγμα


που θα είχε.


Ο ΑΠΟΚΑΜΩΜΕΝΟΣ ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ


Ο Παρατρεχάμενος είχε δίκιο: ο μονόφθαλμος Νυφίτσας ήταν πιο μεγαλόσωμος και πιο γρήγορος από τις υπόλοιπες νυφίτσες. Ήταν προσεκτικός και σβέλτος και πού και πού έκανε παρέα και με καμία άλλη νυφίτσα, ειδικά για τους σκοπούς του κυνηγιού. Οι νυφίτσες τριγύριζαν γύρω απ’ τη λίμνη, καιροφυλακτώντας. Είχαν βάλει στο μάτι τις αγριό​π απιες. Κατάφεραν να αρπάξουν νεαρές πάπιες που είχαν χωριστεί απ’ το σμήνος ή εκείνες που είχαν έρθει εδώ, για το παρθενικό τους ταξίδι. Οι αγριόπαπιες κοιμούνταν όλες μαζί στις καλαμιές και κολυμπούσαν πάλι σαν ομάδα. Όταν ο αρχηγός τους σηκωνόταν στον αέρα, όλες οι υπόλοιπες τον ακολουθούσαν, δημιουργώντας έναν ορυμαγδό που ενέπνεε δέος. Η ήσυχη λίμνη είχε ξυπνήσει. Ο Πρασινοκέφαλος άφησε την Μπουμπουκίτσα για να πάει μαζί τους, αλλά εκείνες δεν έδειξαν και κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Έχοντας μεγαλώσει στους αγρούς, δεν χρειαζόταν να ανησυχεί ότι απέπνεε έναν αέρα πάπιας οικόσιτης, αλλά το σκοινί γύρω απ’ το πόδι του έδινε την εντύπωση πως το είχε σκάσει από κάποιον άνθρωπο, οπότε οι άγριες πάπιες ήταν επιφυλακτικές μαζί του.

Η Μπουμπουκίτσα δεν έφυγε απ’ την πλαγιά. Εκεί ήταν ασφαλής – οι νυφίτσες είχαν στόχο μόνο τις αγριόπαπιες και η πλαγιά ήταν το καλύτερο μέρος απ’ όπου θα μπορούσε να έχει ορατότητα προς τις καλαμιές. Ο


Πρασινοκέφαλος προσπάθησε πάρα μα πάρα πολύ να γίνει αποδεκτός. Μολονότι οι αγριόπαπιες δεν του έριχναν ούτε μια φευγαλέα ματιά, εκείνος επέμενε να είναι κοντά τους και κοιμόταν μαζί τους. Δεν τον πείραζε που έστρωνε να κοιμηθεί στην πιο απομακρυσμένη γωνιά της ομάδας όπου ήταν και πιο επικίνδυνα. Της ήταν δύσκολο να παρακολουθεί τον Πρασινοκέφαλο να κάθεται χωριστά απ’ το σμήνος ή να κολυμπάει μονάχος του, αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει για να τον βοηθήσει. Γι’ αυτήν, ο Πρασινοκέφαλος ανέκαθεν υπήρξε ξεχωριστός, ιδίως συγκρινόμενος με τις οικόσιτες πάπιες. Απ’ την άλλη, δεν μπορούσε να πετάξει τόσο καλά όσο οι αγριόπαπιες ούτε είχε τη δική τους αντοχή. Για όλα έφταιγε το σκοινί· η Μπουμπουκίτσα ευχόταν να μπορούσε να το κόψει. Περνούσε τις μέρες της ψάχνοντας για τίποτα ξεχασμένους κόκκους ρυζιού στους ορυζώνες και τα απόβραδα επέστρεφε στη σπηλιά, πάνω στην πλαγιά. Η μικρή σπηλιά κάτω απ’ το βράχο ήταν ζεστή και φιλόξενη και την προστάτευε απ’ το κρύο. Από εκεί εντόπιζε τις νυφίτσες καθώς περιδιάβαιναν τις καλαμιές. Θα έβαζε στοίχημα και το κεφάλι της ακόμη ότι αυτά τα καθάρματα δεν σκάρωναν απολύτως τίποτα το καλό. Ώσπου το φθινόπωρο να γίνει χειμώνας, οι νυφίτσες είχαν φάει όλες τις νεαρές και αδύναμες αγριόπαπιες. Τώρα, μετά απ’ τα πρώτα χιόνια, το κυνήγι τους δεν ήταν πια και τόσο


επιτυχημένο. Οι υγιείς αγριόπαπιες ήταν πολύ υπολογίσιμοι αντίπαλοι. Οι πεινασμένες νυφίτσες ήταν γοργοπόδαρες, αλλά η τύχη τους περιοριζόταν στο να πιάνουν μια αγριόπαπια κάθε δύο μέρες. Έτσι και κατάφερναν να πιάσουν καμία, μούγκριζαν και απειλούσαν να δαγκώσουν η μία την άλλη, μαλώνοντας για το ποια θα έπαιρνε το μεγαλύτερο μερίδιο. Οι δύο απ’ αυτές έφυγαν γι’ άλλες περιοχές όπου το κυνήγι θα ήταν πιο αποδοτικό, αλλά παρέμεινε ο μονόφθαλμος Νυφίτσας με ένα φίλο του.

Η Μπουμπουκίτσα ανησυχούσε για τον Πρασινοκέφαλο, μια και αυτός κοιμόταν στην τελευταία άκρη της ομάδας. Έτσι και γινόταν επίθεση, ο Πρασινοκέφαλος θα ήταν ο πρώτος που θα τη δεχόταν. Επιπλέον, θα τον δυσκόλευε πολύ κι εκείνο το μπελαλίδικο το σκοινί γύρω απ’ το πόδι του. Μωρό μου, να κοιμηθείς ελαφριά απόψε. Δυο μέρες έχουν να φάνε αυτοί. Η Μπουμπουκίτσα, καθώς στεκόταν στην πλαγιά, παρακολούθησε τις νυφίτσες να κρύβονται σ’ ένα σωρό από πεσμένα καλάμια. Οι αγριόπαπιες κολυμπούσαν ακόμα. Χιόνι άρχισε να πέφτει. Και η Μπουμπουκίτσα άρχισε να βηματίζει νευρικά. Νιφάδες χιονιού στοιβάχτηκαν η μια πάνω στην άλλη στις καλαμιές και στα ξερόχορτα, εκεί όπου κρύβονταν και παραμόνευαν οι νυφίτσες. Οι αγριόπαπιες άρχισαν η μία μετά την άλλη να κάνουν την εμφάνισή τους για το πρωινό τους


μπάνιο. Με το σήμα που τους έδωσε ο αρχηγός τους, σηκώθηκαν όλες μονομιάς ψηλά στον ουρανό, έκαναν το γύρο της λίμνης και πέταξαν πάνω απ’ το λόφο. Ενίοτε έβρισκαν εκεί κάποιο καλό σημείο, αλλά τις περισσότερες φορές επέστρεφαν στις καλαμιές. Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε με προσοχή, προσπαθώντας να διακρίνει τον Πρασινοκέφαλο. Μες στο χιόνι δεν μπορούσε να δει το κορδόνι που κρεμόταν και χωρίς αυτό ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιο ήταν το μωρό της. Ήξερε ωστόσο ότι θα κρατούσε τα αυτιά του ανοιχτά –είχε εντρυφήσει καλά μέχρι τώρα στους τρόπους με τους οποίους δρούσαν οι κυνηγοί– αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνη εξακολουθούσε να ανησυχεί. Η Μπουμπουκίτσα πήγε και βολεύτηκε μέσα στη σπηλιά της. Ήλπιζε ότι το σμήνος θα διάλεγε κάποιο άλλο μέρος για να κοιμηθεί – στους ορυζώνες ίσως ή στις θημωνιές πάνω στους λόφους. Δεν είχε φάει γιατί υπήρξε πολύ απασχολημένη με το να παρακολουθεί τις κινήσεις των νυφιτσών, αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Είχε συνηθίσει πλέον να τρώει πολύ λίγο ή και καθόλου· δεν είχε πρόβλημα, αν και δεν ήταν και πολύ καλό αυτό για το βάρος της και τα πούπουλά της. Άρχισε να χιονίζει πολύ έντονα. Μια συμπαγής μάζα από χιόνι στοιβάχτηκε στην είσοδο της σπηλιάς και της περιόρισε πολύ την ορατότητα, ωστόσο


εξακολουθούσε να μπορεί να ακούει τα πάντα. Οι νυφίτσες κόντευαν να τρελαθούν απ’ την πείνα. Η Μπουμπουκίτσα έφερε στο νου της τον Παρατρεχάμενο, ο οποίος έμενε ξύπνιος όλη νύχτα χορεύοντας και φωνάζοντας. Είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να προστατέψει το αυγό. Είμαι η μητέρα του. Δεν γίνεται να κάθομαι άπραγη και να τον αφήσω να τον αρπάξουν. Η Μπουμπουκίτσα παραμέρισε όπως όπως το χιόνι και βγήκε έξω. Το σμήνος με τις αγριόπαπιες επέστρεφε. Μάλλον είχαν αποφασίσει να πάνε ξανά να κοιμηθούν στις καλαμιές. Θα έβρισκαν ένα σημείο με πυκνά καλάμια για να αποφύγουν το χιόνι, αλλά δεν υπολόγιζαν πως οι νυφίτσες ήταν ήδη εκεί και παραμόνευαν… Αφού θα έκαναν μερικούς κύκλους στον γκρίζο μουντό ουρανό, ύστερα θα πήγαιναν και θα βολεύονταν στα σημεία όπου είχαν επιλέξει για ύπνο. Η Μπουμπουκίτσα έπρεπε να βιαστεί. Κατέβηκε την πλαγιά τρέχοντας σαν σίφουνας, αλλά έπεφτε το χιόνι πάνω της ασταμάτητα αναγκάζοντάς τη να κλείνει τα μάτια της. Όταν τα άνοιξε, είδε τον Πρασινοκέφαλο να στέκεται μπροστά της· τα δυνατά φτερά του είχαν διώξει το χιόνι από πάνω της. «Μωρό μου!» Η Μπουμπουκίτσα λιγώθηκε απ’ τη χαρά της. Άνοιξε τις φτερούγες της για να τον χαιρετήσει. Ο Πρασινοκέφαλος έδειχνε κουρασμένος και θλιμμένος.


Ξαφνικά ξεσηκώθηκε μια βαβούρα μέσα απ’ τις καλαμιές και το σμήνος σηκώθηκε κατευθείαν στον αέρα σύσσωμο. Ο Πρασινοκέφαλος έτρεξε προς την άκρη της πλαγιάς. «Κυνηγοί!» Η Μπουμπουκίτσα και ο Πρασινοκέφαλος τέντωσαν τ’ αυτιά τους και άκουσαν τη σύντομη κραυγή που έσκισε το σκοτάδι. Προφανώς οι νυφίτσες θα γέμιζαν τα στομάχια τους απόψε. Μια ζωή που θυσιάστηκε σήμαινε για την υπόλοιπη ομάδα μια ήσυχη νύχτα. Η Μπουμπουκίτσα ένιωθε ευγνώμων που ο Πρασινοκέφαλος δεν είχε πάθει τίποτα.

Ο Πρασινοκέφαλος ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στην Μπουμπουκίτσα. «Δεν το αντέχω. Το μόνο που θέλω είναι να μείνω μαζί σου, Μαμά. Άλλες πάπιες στην ηλικία μου κοιμούνται στον εσωτερικό κύκλο, περικυκλωμένες απ’ τους μεγάλους. Όμως εγώ αναγκάζομαι να κοιμάμαι έξω έξω, πιο μακριά ακόμα και απ’ τους φρουρούς. Όταν πετάμε, δεν έχω ιδέα σε ποια θέση πρέπει να βρίσκομαι. Κάθε φορά που είμαι δίπλα σε κάποιον ενήλικο, με κατσαδιάζουν ότι είμαι τάχα αγενής και, αν είμαι από πίσω τους, με κοροϊδεύουν. Μια ζωή είμαι μόνος, ο εξωτικός, ο παρείσακτος, όπου κι αν είμαι. Γιατί πρέπει να συνεχίσω να ζω έτσι; Δεν μπορώ άλλο, μπούχτισα. Είμαι πιο ευτυχισμένος όταν είμαι μαζί σου, Μαμά. Γι’ αυτό γύρισα πίσω».


Αν έκρινε κανείς απ’ το πόσο αδύνατος ήταν, ο Πρασινοκέφαλος όντως δεινοπαθούσε με τις αγριόπαπιες, ήταν ολοφάνερο. Όμως τα φτερά του τώρα πια μπορούσαν να σκίζουν μια χαρά τον αέρα – τώρα πια είχε γίνει στ’ αλήθεια κι αυτός αγριόπαπια. Ο Πρασινοκέφαλος, κουρασμένος, μπήκε μέσα στη σπηλιά σέρνοντας από πίσω το μακρύ σκοινί του. Οι πατημασιές του καθώς και το ίχνος απ’ το σκοινί είχαν αποτυπωθεί στο χιόνι. «Όνειρα γλυκά», ψιθύρισε η Μπουμπουκίτσα, καθώς το μωρό της κουλουριάστηκε κι έγινε μια μπαλίτσα. Το χιόνι συσσωρεύτηκε κι έφραξε την είσοδο προς τη σπηλιά γι’ άλλη μια φορά, επιτρέποντας να επικρατήσει μια κάποια ζέστη στα ενδότερα. Ο Πρασινοκέφαλος άρχισε να ροχαλίζει, αλλά η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Απόψε έπρεπε οπωσδήποτε να τον βοηθήσει να απαλλαγεί απ’ το σκοινί. Όλη νύχτα το πελεκούσε με το ράμφος της. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, την ώρα που η μέρα ξημέρωσε η Μπουμπουκίτσα ένιωθε μια ζάλη, το δε ράμφος της την πονούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε ούτε να το ανοίξει. Όμως το σκοινί είχε καταφέρει σχεδόν να το διαλύσει· εύκολα μπορούσε να το τραβήξει κάποιος και να το αποκόψει. Ο Πρασινοκέφαλος ξύπνησε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από ενθουσιασμό σαν είδε το ξεφτισμένο πια


σκοινί. Άρπαξε τη μια άκρη με το ράμφος του και η Μπουμπουκίτσα τσάκωσε την άλλη. Τράβηξαν ο ένας απ’ τη μια και ο άλλος απ’ την άλλη και το σκοινί επιτέλους κόπηκε στα δύο. Λόγω του ότι η Μπουμπουκίτσα δεν μπόρεσε να λύσει τον κόμπο, ένα κομμάτι του σκοινιού παρέμεινε σαν δαχτυλίδι γύρω απ’ το πόδι του, αλλά ο Πρασινοκέφαλος δεν στεναχωρέθηκε καθόλου για δαύτο. Εξουθενωμένη και πονώντας παντού, η Μπουμπουκίτσα ξάπλωσε. Ο Πρασινοκέφαλος ησύχασε λιγάκι κι αυτός και αμέσως μετά καθάρισε το χιόνι απ’ την είσοδο της σπηλιάς και βγήκε έξω. Την ώρα που την έπαιρνε ο ύπνος, η Μπουμπουκίτσα τον είδε να πετάει μακριά. Πέρασε λίγη ώρα. «Μαμά, ξύπνα!» είπε ο Πρασινοκέφαλος, τραντάζοντας την Μπουμπουκίτσα για να ξυπνήσει. Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τα μάτια της με κόπο. Ο Πρασινοκέφαλος της είχε φέρει ένα απολαυστικότατο ψάρι. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα καθώς της είπε: «ξέρεις ποια ήταν τα θύματα της επίθεσης; Δύο απ’ αυτούς! Ο ένας ήταν ο οδηγός που έψαχνε για σημεία κατάλληλα για ύπνο και ο άλλος ήταν ο σκοπός, ο φρουρός!». Οι νυφίτσες πρέπει να είχαν περιέλθει σε απόγνωση κι επιτέθηκαν όπως όπως, ορμώντας πάνω σ’ αυτούς που


προσγειώθηκαν πρώτοι, αντί να περιμένουν να τους δοθεί μια καλύτερη ευκαιρία. Η Μπουμπουκίτσα έφαγε το ψάρι. Αν δεν ήταν ο Πρασινοκέφαλος, δεν θα είχε τη δυνατότητα να ευχαριστηθεί ένα τόσο υπέροχο γεύμα καταμεσής του χειμώνα. «Σ’ ευχαριστώ, Μωρό μου. Ήταν πεντανόστιμο!»

Ο Πρασινοκέφαλος χαμογέλασε πλατιά. Και η Μπουμπουκίτσα του ανταπέδωσε το χαμόγελο, μέσα της όμως ένιωθε μια θλίψη. «Χαίρομαι αφάνταστα που κατάφερα να σε ελευθερώσω από εκείνο το σκοινί. Όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό το δαχτυλίδι που ξέμεινε γύρω απ’ το πόδι σου. Ας το αφήσουμε εκεί, σαν σημάδι ότι είσαι το μωρό μου. Έτσι ώστε να μπορώ να σε ξεχωρίζω ανάμεσα στους ταξιδιώτες». «Μαμά, θέλεις να φύγω;» Η Μπουμπουκίτσα κοίταξε τον Πρασινοκέφαλο βαθιά μέσα στα μάτια κι έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να φύγεις. Δεν νομίζεις κι εσύ πως πρέπει να ακολουθήσεις το είδος σου και να δεις κι άλλους κόσμους; Αν μπορούσα κι εγώ να πετάξω, δεν θα έμενα εδώ πέρα με τίποτα. Δεν ξέρω πώς θα μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα. Εσύ όμως πρέπει να φύγεις. Πήγαινε και γίνε εσύ ο φρουρός, η σκοπιά που λένε. Κανένας δεν έχει καλύτερη ακοή από εσένα».


«Δεν πάω πουθενά», είπε ο Πρασινοκέφαλος μέσα σε αναφιλητά, χώνοντας το κεφάλι του στη φτερούγα της Μπουμπουκίτσας. «Κάνε αυτό που εσύ θέλεις να κάνεις. Ρώτα τον εαυτό σου ποιο είναι αυτό». «Μα θα είσαι μόνη σου! Κι επιπλέον δεν μπορείς και να γυρίσεις στην αυλή του αχυρώνα…» «Μια χαρά θα είμαι εγώ. Έχω μπόλικες καλές αναμνήσεις να μου κρατούν συντροφιά». Ο Πρασινοκέφαλος συνέχισε να κλαίει σιωπηλά και η Μπουμπουκίτσα του χάιδεψε την πλάτη. Ήθελε να του πει να προσπαθήσει ακόμη περισσότερο και να γίνει αποδεκτός απ’ το σμήνος, αλλά μέσα στο λαιμό της είχε κάτσει ένας κόμπος και δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν έβγαινε φωνή. «Μπορεί ν’ αλλάξουν σημείο που κοιμούνται λόγω της εμφάνισης των κυνηγών. Άκουσα ότι ενδέχεται να πάνε στα βουνά, στην άλλη μεριά της λίμνης, όμως τότε δεν θα μπορώ να σε δω για πολύ καιρό», μουρμούρισε ο Πρασινοκέφαλος. Η Μπουμπουκίτσα άκουγε δίχως να μιλάει – ήξερε ότι τελικά εκείνος θα πήγαινε μαζί τους και ήταν περήφανη γι’ αυτόν. Κι όμως, γνωρίζοντας ότι η καρδιά του στην πραγματικότητα


δεν είχε απορρίψει ποτέ το σμήνος, ένιωθε μέσα της ένα κενό. Της ήταν δύσκολο να παραμείνει ψύχραιμη και στωική. «Εσύ κι εγώ δείχνουμε διαφορετικοί, Μαμά, όμως εγώ σ’ αγαπώ ανεξάρτητα απ’ αυτό», είπε ο Πρασινοκέφαλος κι έφυγε βιαστικά μέσα από τη σπηλιά. Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε στήλη άλατος, ανίκανη να κουνηθεί. Ο Πρασινοκέφαλος κοίταξε πίσω του. Εκείνη έτρεξε βιαστικά να τον προλάβει, αλλά αυτός είχε ήδη σηκωθεί ψηλά στον ουρανό. Έκανε μια φορά τον κύκλο της σπηλιάς κι ύστερα κατευθύνθηκε προς τη λίμνη. Η Μπουμπουκίτσα στάθηκε στην πλαγιά και τον παρακολούθησε να επιστρέφει στο είδος του. Η ίδια αισθανόταν ένα ρούχο αδειανό, ένα απέραντο κενό μέσα της. Ο χειμώνας πλησίαζε στο τέλος του. Στα μέρη που δεν τα έβλεπε ο ήλιος, το χιόνι παρέμενε άθικτο, αλλά στα σημεία που λούζονταν απ’ το φως του ήλιου είχαν ήδη αρχίσει να ξεπετάγονται αρτεμισίες, μαργαρίτες και ψυλλόχορτα. Η Μπουμπουκίτσα ήταν γεμάτη ενθουσιασμό που δοκίμαζε τα φρέσκα λαχανικά, παρόλο που ήταν ελαφρώς παγωμένα. Πέρασε το υπόλοιπο του χειμώνα μετακινούμενη διαρκώς – ο Νυφίτσας τρελαινόταν όλο και περισσότερο από την πείνα. Πήγαινε από τις καλαμιές στη σπηλιά, από ένα πεσμένο δέντρο κάτω απ’ το οποίο έβρισκε καταφύγιο στους ορυζώνες


και ύστερα στη σαπισμένη βαρκούλα, έχοντας στο νου της μην τυχόν και διασταυρωθεί ο δρόμος της μ’ εκείνον του Νυφίτσα. Το αγαπημένο της μέρος ήταν οι σωροί με τα άχυρα, γιατί φιλοξενούσαν ζουζούνια με τα οποία μπορούσε να γεμίσει το στομάχι της, όμως δεν μπορούσε να παραμείνει για πολύ εκεί γιατί στο ίδιο ακριβώς μέρος ζούσαν και αρουραίοι των αγρών και ψύλλοι. Από τότε που πουλήθηκε ο γερο-σκύλος και ο αγρότης με τη γυναίκα του αγόρασαν ένα μπουλντόγκ, το οποίο εγκατέστησαν πλάι στο κοτέτσι με την ιδιότητα του νέου φύλακα και κλειδοκράτορα της αυλής, η πείνα του Νυφίτσα έγινε ιδιαίτερα μεγάλη. Καθώς ο αριθμός των υποψήφιων θυμάτων προς βρώση μειωνόταν σταθερά, ο άλλος Νυφίτσας εγκατέλειψε την προσπάθεια κι έφυγε. Αλλά ο μονόφθαλμος Νυφίτσας έμεινε εκεί. Ακόμα και αφότου έχασαν τον οδηγό και το φύλακά τους, οι αγριόπαπιες εξακολούθησαν να κοιμούνται στις καλαμιές. Για τον Νυφίτσα, που παραμόνευε στα καλυμμένα απ’ το χιόνι λιβάδια, οι αγριόπαπιες ήταν μια πλούσια πηγή πρωτεϊνών την οποία δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ο φύλακας ήταν η μοναδική πάπια που ο Νυφίτσας είχε την ευκαιρία να τσακώσει. Έτσι, ο Πρασινοκέφαλος παρέμενε ο κύριος στόχος του. Τώρα πια είχε γίνει ένας ευυπόληπτος φύλακας για το σμήνος, με τη βροντερή φωνή του, με τα γυαλιστερά του πούπουλα και τα πανίσχυρα φτερά του. Κανένας δεν τον


απέπεμπε πλέον. Όταν οι αγριόπαπιες έφευγαν απ’ τη λίμνη τις νύχτες, ο Νυφίτσας έψαχνε να βρει την Μπουμπουκίτσα. Παρά το γεγονός ότι της έλειπαν πούπουλα, παρότι ήταν κοκαλιάρα και δεν είχε μείνει κρέας πάνω της, για τον Νυφίτσα η Μπουμπουκίτσα αποτελούσε την μπουκιά και το συχώριο των λιβαδιών. Όμως όλο και του ξεγλιστρούσε· για κάποιο λόγο ο ίδιος είχε επιβραδύνει τις προσπάθειές του. Ο αέρας άρχισε να γίνεται πιο ζεστός. Το στρώμα του πάγου στη λίμνη έλιωσε και οι αγριόπαπιες ξανάρχισαν να κολυμπούν με την ψυχή τους. Η Μπουμπουκίτσα έκανε βόλτα στην άκρη της λίμνης για να μπορεί να παρατηρεί τον Πρασινοκέφαλο από κοντά. Οι πάπιες της αυλής του αχυρώνα βγήκαν κι αυτές για να πάρουν το πρώτο τους ανοιξιάτικο μπάνιο – όλον το χειμώνα δεν είχαν καταφέρει να κολυμπήσουν ούτε μία φορά, οπότε τώρα πήδηξαν μέσα στο νερό με ζέση και ορμή και μπόλικο θόρυβο. Ο αρχηγός χαιρέτησε την Μπουμπουκίτσα με συμπάθεια. «Ποπό… πρέπει να πέρασες δύσκολο χειμώνα – έχεις χάσει πάρα πολύ βάρος!» Η Μπουμπουκίτσα απλώς χαμογέλασε και δεν είπε λέξη· δεν ζήλευε καθόλου τις πάπιες που είχαν γίνει τετράπαχες, καθώς είχαν περάσει το χειμώνα τους κλεισμένες μέσα στον αχυρώνα. «Όμως δείχνεις μια χαρά», είπε ο αρχηγός, επιδεικνύοντας πνεύμα γενναιοδωρίας. «Θέλω να πω, δηλαδή, η εμφάνισή σου μπορεί να μην είναι και η


καλύτερη δυνατή, όμως κάτι…» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δείχνεις διαφορετική από την κότα μας. Είναι περίεργο: έχεις περισσότερη αυτοπεποίθηση και χάρη, παρά το γεγονός ότι σου λείπουν μερικά πούπουλα». Η Μπουμπουκίτσα το εξέλαβε αυτό ως κομπλιμέντο. Στρώνοντας τα πούπουλά του πριν πέσει στο νερό, ο αρχηγός ρώτησε: «πού είναι το παπάκι; Μήπως…». Προφανώς ρωτούσε αν ο Πρασινοκέφαλος είχε πεθάνει. Η Μπουμπουκίτσα έδειξε τον Πρασινοκέφαλο την ώρα που σηκωνόταν στον αέρα με ορμή. Ο αρχηγός απόμεινε να κοιτάζει, έκπληκτος. Έκλινε ελαφρά το κεφάλι του σε ένδειξη σεβασμού. Ευχαριστημένη, η Μπουμπουκίτσα πήρε το φιδογυριστό μονοπάτι και βγήκε από τις καλαμιές. Την ώρα που περνούσε μπροστά από μια μικρή κλαίουσα ιτιά, η Μπουμπουκίτσα άκουσε κάτι περίεργους θορύβους να βγαίνουν απ’ τα ξερόχορτα, εκεί γύρω. Τέντωσε τ’ αυτιά της για να ακούει πιο προσεκτικά. Ήταν κλάμα μωρών, αδύναμο μεν, συνεχόμενο και φρενιασμένο δε. Η Μπουμπουκίτσα έχωσε το πρόσωπό της ανάμεσα στα ξερόχορτα. Ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσε να δει τίποτα. Όταν τα μάτια της άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι, συνειδητοποίησε πως βρισκόταν μέσα σε μια μικρή σπηλιά. Μικροσκοπικά μωρά στριφογύριζαν ανήσυχα, με τα κορμιά τους κολλημένα το ένα πάνω στ’ άλλο, μην μπορώντας ακόμα να ανοίξουν τα μάτια τους. Ποια ήταν; Ποιου ήταν; Η καρδιά της Μπουμπουκίτσας


άρχισε να βροντοχτυπάει. Ήταν μωρά τετράποδα. Η Μπουμπουκίτσα έκανε μεταβολή κι έφυγε. Δεν θα της έβγαινε σε καλό και μόνο η υποψία ότι μπορεί να τους έκανε κακό. Εντούτοις, την έτρωγε η περιέργεια. Πού ήταν η μητέρα τους; Αυτά τα μωρά ήταν πολύ μικρά ακόμα, δεν μπορούσαν ν’ ανοίξουν καν τα μάτια τους· μα δεν θα πέθαιναν χωρίς τη μητέρα τους; Η Μπουμπουκίτσα ανέβηκε την πλαγιά και περίμενε να δει μην τυχόν κι έπαιρνε το μάτι της, έστω και φευγαλέα, τη μητέρα των μωρών να κατευθύνεται προς τη σπηλιά. Όμως δεν φάνηκε κανείς. Ήταν αργά. Οι πάπιες της αυλής του αχυρώνα έφυγαν απ’ τη λίμνη, ενώ οι αγριόπαπιες σηκώθηκαν ψηλά στον ουρανό. Όμως, καμία μητέρα δεν πλησίασε προς το μέρος όπου βρίσκονταν τα μωρά. Η Μπουμπουκίτσα ανησύχησε. Μήπως η μητέρα είχε πεθάνει; Κι αν είχε, τότε ποιος θα τα μεγάλωνε τούτα δω; Η Μπουμπουκίτσα ήρθε στα συγκαλά της όταν οι αγριόπαπιες επέστρεψαν απ’ τον καθιερωμένο γύρο που έκαναν πετώντας πάνω απ’ τα βουνά. Αυτή τη φορά πέταξαν κοντά της κι έτσι η Μπουμπουκίτσα κοίταξε προς τις καλαμιές, ελπίζοντας να εντοπίσει τον Πρασινοκέφαλο. Αυτός που ανακάλυψε, ωστόσο, ήταν ο Νυφίτσας – κρυβόταν και παραμόνευε στις λόχμες, όπως ακριβώς τη


μέρα που είχε καταφέρει να αρπάξει τον οδηγό και το φύλακα. Η Μπουμπουκίτσα αναστατώθηκε: ο Πρασινοκέφαλος διέτρεχε κίνδυνο. Είχε περάσει λίγος καιρός από τότε που είχε δει τον Νυφίτσα για τελευταία φορά. Αν μέσα σ’ όλο εκείνο το διάστημα που μεσολάβησε ο Νυφίτσας είχε μείνει νηστικός, η πείνα θα τον είχε τρελάνει. Οι αγριόπαπιες περικύκλωσαν τη λίμνη. Η Μπουμπουκίτσα δεν είχε καιρό για χάσιμο. Κατέβηκε ολοταχώς την πλαγιά, πλαταγίζοντας τις φτερούγες της. Αχ και να μπορούσε να πετάξει αντί να χρειάζεται να στηριχτεί στα κοντά πόδια της, όσο δυνατά κι αν ήταν, και να τρέχει στο έδαφος! Αχ αυτές οι άχρηστες, οι άχρηστες φτερούγες! «Α βρε απαίσιο πλάσμα!» φώναξε η Μπουμπουκίτσα στον Νυφίτσα, την ώρα που κατέβαινε κουτρουβαλώντας την πλαγιά. Τα ξερόχορτα και τα γαϊδουράγκαθα την τσιμπούσαν ανελέητα, αλλά εκείνη δεν ένιωθε το παραμικρό. Η μόνη της έγνοια ήταν να προλάβει να φτάσει στις καλαμιές πριν προσγειωθεί ο Πρασινοκέφαλος. «Έι, εδώ! Να ’μαι, έρχομαι!» φώναξε με όλη της τη δύναμη. Πρέπει να έδειχνε ηλίθια, ένα μάτσο ανακατωμένα πούπουλα και κάτι ποδαράκια σαν άχυρα, αλλά η φωνή της ήταν βροντερή όσο κανενός.

Ο Νυφίτσας πετάχτηκε μεμιάς όρθιος. Την πλησίασε γρυλίζοντας, με τα μάτια του να γυαλίζουν από οργή. Η


Μπουμπουκίτσα τον κοίταξε γενναία. Ο Νυφίτσας ήταν τόσο αδυνατισμένος που η Μπουμπουκίτσα σχεδόν τον λυπήθηκε. Μα πόσο καιρό είχε που λιμοκτονούσε έτσι; Δεν θύμιζε σε τίποτα τον κυνηγό που είχε υπάρξει κάποτε, αυτόν που έτρεχε σαν τον άνεμο. Και τότε με την άκρη του ματιού της είδε το φουσκωμένο στήθος του και τις θηλές του. Ω! Η Μπουμπουκίτσα είχε μείνει άφωνη. Μες στο μαύρο χειμώνα δεν είχε πάψει ν’ αναρωτιέται πώς η κοιλιά του Νυφίτσα είχε γίνει τόσο στρογγυλή. Και γιατί οι κινήσεις του είχαν γίνει τόσο αργές. Τώρα κατάλαβε: τα τετράποδα μωρά, που έσκουζαν απ’ την πείνα σ’ εκείνη την κρυφή σπηλιά, ήταν δικά του – και ο Νυφίτσας δεν ήταν Νυφίτσας, ήταν νυφίτσα και ήταν η μητέρα τους! Οι αγριόπαπιες ήταν έτοιμες να προσγειωθούν. Μία από αυτές προσγειώθηκε πρώτη. Η Μπουμπουκίτσα είδε το κορδόνι γύρω απ’ το πόδι του. Ήταν ο Πρασινοκέφαλος. «Ρε ενοχλητική κότα! Χάσου από δω!» Η Νυφίτσα γύμνωσε τα δόντια της. Η Μπουμπουκίτσα έπρεπε με κάποιον τρόπο να της αποσπάσει την προσοχή. Έκανε ένα βήμα πίσω και είπε απειλητικά: «το νου σου! Θα πάω στα μωρά σου!». Κι άρχισε να τρέχει ολοταχώς προς την ιτιά.


Ύστερα από μια στιγμή, η Νυφίτσα συνειδητοποίησε τι ακριβώς γινόταν και όρμηξε πίσω από την Μπουμπουκίτσα. Η Μπουμπουκίτσα έτρεχε με το ράμφος της σφιχτά κλεισμένο. Όσο αδύναμη κι αν ήταν η Νυφίτσα, δεν έπαυε να παραμένει εξαιρετική κυνηγός. Ήταν έτοιμη να γραπώσει την Μπουμπουκίτσα απ’ το λαιμό, αλλά η τελευταία κατόρθωσε να μπει πρώτη στη σπηλιά, κάτω από την ιτιά. Με τα νύχια της άρπαξε τα μωρούλια που ήταν χουχουλιασμένα το ένα πλάι στ’ άλλο. Τα καημένα ήταν σκέτο κρέας, ακόμα δεν είχαν βγάλει τρίχωμα. Η Μπουμπουκίτσα δεν είχε ειλικρινά καμία πρόθεση να το κάνει αυτό –δεν ήταν σωστό–, όμως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Η Νυφίτσα κοίταξε ικετευτικά την Μπουμπουκίτσα με το ένα της μάτι. Απόμειναν να κοιτάζουν η μία την άλλη, ώσπου η ανάσα τους ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό. Τα μωρά έσκουζαν και ολοφύρονταν στα πόδια της Μπουμπουκίτσας. Ακούγοντας τα κλάματά τους, η έκφραση του προσώπου της Νυφίτσας πλημμύρισε από πόνο. «Σε παρακαλώ, λυπήσου τα», ικέτεψε η Νυφίτσα, με φωνή ραγισμένη. «Δεν έχουν καν ανοίξει τα μάτια τους». Η Μπουμπουκίτσα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Κι εσύ θα μπορούσες να είχες δείξει έλεος ένα σωρό φορές. Όμως δεν έδειξες. Ούτε στη λευκή πάπια, ούτε στον Παρατρεχάμενο, ούτε σ’ εμένα, ούτε στο μωρό μου. Είχες τόσες ευκαιρίες να δείξεις έλεος, μα δεν το έκανες!»


«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Απλώς έτυχε να βρίσκεστε εκεί γύρω όταν πεινούσα. Έκανα ό,τι έκανα για να μην πεθάνω της πείνας». «Απλώς έτυχε να βρισκόμαστε εκεί γύρω; Όχι, εσύ δεν έβλεπες την ώρα να μας κάνεις μια χαψιά! Ε, τώρα, κι εγώ θα κάνω κακό στα λατρεμένα σου μωρά! Αυτό θα πει δικαιοσύνη». «Όχι, όχι, δεν είναι δικαιοσύνη αυτό! Εσύ δεν πεινάς. Εγώ κυνηγάω μόνο όταν πεινάω. Για να ζήσω». «Όλη μου τη ζωή την έχω περάσει προσπαθώντας να γλιτώσω από εσένα. Δεν έχεις ιδέα πόσο έχω κουραστεί, πόσο έχω λυπηθεί…» «Δεν το πιστεύω!» αντέτεινε η Νυφίτσα. «Είσαι η πιο τυχερή κότα στον κόσμο! Ποτέ μου δεν κατάφερα να σε τσακώσω. Έχεις καταφέρει τόσα πράγματα εσύ! Εγώ είμαι αυτή που έχει κουραστεί… Έχω βγάλει φουσκάλες στα πόδια μου να σε ακολουθώ τόσο καιρό, εδώ κι εκεί». Η Μπουμπουκίτσα σκέφτηκε για μια στιγμή. Η Νυφίτσα δεν είχε και εντελώς άδικο. Η Μπουμπουκίτσα είχε κοντέψει να πεθάνει πολλές φορές κι όμως ήταν εδώ, ακόμα ζωντανή. Λυπήθηκε τα καημένα τα μωρά που τα είχε γραπώσει εκεί,


κάτω απ’ τα κοφτερά της νύχια. Το δερματάκι τους ήταν τόσο ντελικάτο που θα μπορούσε να ματώσει σε μια στιγμή. Έβγαλε τα νύχια της από πάνω τους αργά αργά, με τρόπο, ώστε να μην το προσέξει η Νυφίτσα. «Αν βρεις κάποιον άλλο τρόπο που να σου εξασφαλίζει φαγητό, θ’ αφήσεις ήσυχο το μωρό μου;» «Φυσικά!» «Στο λόγο σου; Υπόσχεσαι; Αν μάλιστα σου έλεγα κι ένα μέρος όπου να βρεις κάτι να φας;» Η Νυφίτσα έγνεψε καταφατικά με βιάση. «Υπόσχομαι. Αν υπάρχει κάτι άλλο για να φάω, δεν θα πλησιάσω το μωρό σου». «Είμαι γριά, αλλά τα νύχια και το ράμφος μου είναι ακόμα δυνατά», την προειδοποίησε η Μπουμπουκίτσα. «Εσύ πρέπει να το ξέρεις καλά αυτό από προσωπική πείρα. Αν δεν κρατήσεις το λόγο σου, τα μωρά σου μπορεί να χάσουν κι αυτά από ένα μάτι, ακριβώς όπως η μητέρα τους». Τότε είπε στη Νυφίτσα για τις θημωνιές στους ορυζώνες, για τα κοπάδια από αρουραίους των αγρών, που είχαν γίνει τετράπαχοι κατά τη διάρκεια του χειμώνα και κάθε βράδυ τσακώνονταν μέσα στα λαγούμια τους. Τα μάτια της Νυφίτσας άστραψαν από χαρά, αλλά δίστασε να φύγει απ’ τη


σπηλιά, γιατί δεν είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στα λεγόμενα της Μπουμπουκίτσας. «Βγες εσύ πρώτη. Τότε θα φύγω κι εγώ», υποσχέθηκε η Μπουμπουκίτσα. Στο τέλος η Νυφίτσα έφυγε. Η Μπουμπουκίτσα έριξε μια ακόμη ματιά στα μωρά που έτρεμαν απ’ το κρύο και απ’ την πείνα. Ως μητέρα και η ίδια, ένιωσε συμπόνια για τη Νυφίτσα. Μια μητέρα που διέσχιζε τα σκοτεινά λιβάδια· μια μητέρα που έπρεπε να επιστρέψει γρήγορα στα μωρά της που ήταν ακόμα τυφλά, που δεν θα κατάφερνε να ζήσει αν δεν ήταν γρήγορη σαν τον άνεμο· μια μητέρα που ήταν ένας αποκαμωμένος, μονόφθαλμος κυνηγός.


ΦΤΕΡΟ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ


Πράσινα βλαστάρια ξεπετάγονταν από κάθε γωνιά που τη χάιδευε το χέρι του ήλιου. Οι κρανιές πέρα στους λόφους ήταν κατάφορτες με κίτρινα λουλουδάκια. Η άνοιξη είχε καταφτάσει. Η Μπουμπουκίτσα έκανε το γύρο της λίμνης κάθε μέρα. Όμως ο Πρασινοκέφαλος δεν έλεγε να κολυμπήσει προς το μέρος της, ποτέ. Εκείνη βέβαια κατανοούσε ότι ο φύλακας δεν γινόταν να αφήσει το σμήνος που φύλαγε, όμως της ήταν πολύ δύσκολο να καταπνίξει την απογοήτευσή της. Είχαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλον… ούτε κι αυτή θυμόταν από πότε.

Ο ευχάριστος καιρός πήρε μια αναπάντεχη τροπή προς το χειρότερο. Ο αέρας ήταν κρύος, ο ουρανός γέμισε σύννεφα που προοιωνίζονταν χιόνι. Η Μπουμπουκίτσα δεν ένιωθε καλά. Ήταν κι αυτή γκρίζα και μελαγχολική, όπως ο καιρός. Ξεθεωμένη καθώς ήταν αφού είχε περπατήσει γύρω απ’ τη λίμνη όλη μέρα, επέστρεψε στην πλαγιά. Αυτές τις μέρες επέστρεφε στη σπηλιά πάνω στην πλαγιά κάθε βράδυ, έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τον Πρασινοκέφαλο. Ήθελε πλέον να ξαποστάσει η καημένη, γέρασε πια… Ήξερε πως η Νυφίτσα τριγύριζε κι εκείνη εκεί κοντά, όμως η Μπουμπουκίτσα δεν είχε πια το κουράγιο να το σκάσει. Είχε αρχίσει να νιώθει τη Νυφίτσα, να κατανοεί τα κίνητρά της, να τη συμμερίζεται. Ήξερε πόσο δύσκολο ήταν


να πρέπει να αντέξεις έναν ολόκληρο χειμώνα έχοντας και κάποιον να περιμένει από εσένα να τον φροντίσεις. Μαζεύτηκε ένα κουβαράκι στην άκρη της πλαγιάς και ήρθε αντιμέτωπη με τους παγωμένους αέρηδες. Καμιά φορά της έφευγε κάνα πούπουλο και το έπαιρνε ο άνεμος. Φυσούσε τόσο μανιασμένα που της περόνιαζε τα κόκαλα, όμως δεν είχε διάθεση να πάει να κουρνιάσει μέσα. Καταβεβλημένη από υπνηλία και αφόρητη κούραση, κοίταξε με κόπο προς τη μεριά της λίμνης. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να κατέβει εκεί κάτω και την επόμενη μέρα. Το απόγευμα παρατηρήθηκε μια κινητικότητα στο σμήνος των αγριόπαπιων. Εκείνη τη μέρα, όταν περικύκλωσαν τους αρχηγούς τους κι έκρωζαν δυνατά, ακούγονταν πιο αναστατωμένες και οι φωνές τους ήταν πιο βροντερές από κάθε άλλη φορά. Η Μπουμπουκίτσα δεν ήξερε πως ετοιμάζονταν να φύγουν για τα χειμαδιά τους στο βορρά. Ο αέρας άρχισε να φυσάει ακόμη πιο δυνατά. Ερχόταν ασυγκράτητος πέρα από τους λόφους και πήγαινε όπου ήθελε, σαρώνοντας τα λιβάδια. Τα φύλλα τραντάζονταν, οι καλαμιές κροτάλιζαν. Οι αγριόπαπιες πλατάγισαν τα φτερά τους καθώς είδαν την πεινασμένη Νυφίτσα να τις πλησιάζει, ψάχνοντας για μια ευκαιρία. Ο αρχηγός των αγριόπαπιων σηκώθηκε στον αέρα με δύναμη. Οι υπόλοιπες τον ακολούθησαν, η μία μετά την άλλη, σε στοίχους. Η


Μπουμπουκίτσα σήκωσε το βλέμμα και τις κοίταξε, καθώς έκαναν κύκλους πάνω απ’ τη λίμνη και τους πέρα λόφους. Τα πόδια της λύγισαν. «Πρασινοκέφαλε, μωρό μου!»

Η Μπουμπουκίτσα άπλωσε τις φτερούγες της για να τον χαιρετήσει, όμως εκείνος αντί να προσγειωθεί, έκανε έναν σύντομο κύκλο πετώντας από πάνω της. Με τα φτερά του να την αγγίζουν ξυστά, φώναξε «Μαμά!» σαν να ήταν αυτό το αντίο του σ’ εκείνη. Ο αέρας πήρε τη φωνή του και τη σκόρπισε στα λιβάδια. Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να στέκει άφωνη στη θέση της. Συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο αποχαιρετισμός. Φεύγει! Το ήξερε από πάντα πως θα ερχόταν κάποτε αυτή η μέρα. Όμως δεν είχε καταφέρει να πάρει όσο χρόνο ήθελε για να του μιλήσει, για να τον αποχαιρετήσει όπως έπρεπε. Ο Πρασινοκέφαλος σηκώθηκε ξανά ψηλά στον αέρα και πέταξε με δύναμη για να τρέξει να προλάβει τις υπόλοιπες πάπιες, οι οποίες είχαν ήδη απομακρυνθεί πολύ. Η Μπουμπουκίτσα άφησε να ξεχυθούν ελεύθερα όλα εκείνα τα συναισθήματα που φύλαγε μέσα στην καρδιά της, τότε που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τα μοιραστεί μαζί του. Όμως δεν κατάφερε να τα συμπυκνώσει σε λόγια, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη· αντίθετα, το μόνο που έβγαινε από μέσα της ήταν αναφιλητά. Το μωρό μου φεύγει και μ’ αφήνει!...


Το τεράστιο σμήνος των αγριόπαπιων σκέπασε τον ουρανό και σιγά σιγά χάθηκε πίσω απ’ τα βουνά, πέρα μακριά, με τον ήχο που έκαναν να γίνεται όλο και πιο αχνός, ώσπου χάθηκε κι αυτός. Ήταν λες και κάποιος ανεξιχνίαστος κόσμος στην άλλη μεριά του ουρανού τους τραβούσε μέσα του. Ξαφνικά, επικράτησε μια απόλυτη ησυχία. Η Μπουμπουκίτσα δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Κάθε φορά που δοκίμαζε να ανασάνει, πονούσε, σαν κάποιο χέρι να της είχε ξεριζώσει την καρδιά. Ήθελε απελπισμένα να μπορούσε να πάει μαζί με το μωρό της. Ήθελε κι αυτή να πετάξει πλάι πλάι με τις αγριόπαπιες. Φοβόταν που είχε απομείνει μονάχη της· μισούσε βαθιά αυτό που συνέβαινε. Κάποια στιγμή, η Νυφίτσα πλησίασε. Όμως η κυνηγός δεν την τρόμαζε τόσο πολύ όσο η προοπτική της μοναξιάς… Η Μπουμπουκίτσα έκλεισε τα μάτια της. Μόνο μια λαχτάρα είχε στη ζωή της, να καθίσει πάνω σ’ ένα αυγό, να το κλωσήσει και να δει να γεννιέται μέσα απ’ αυτό ένα πουλάκι. Η ευχή της να το καταφέρει είχε βγει αληθινή. Είχε περάσει μια δύσκολη ζωή, αλλά είχε υπάρξει ευτυχισμένη. Αυτό ήταν που την κράτησε, που τη βοήθησε να τα βγάλει πέρα. Τώρα θέλω να πετάξω, να φύγω μακριά! Θέλω να φύγω κι εγώ μακριά, σαν τον Πρασινοκέφαλο! Πλατάγισε τις φτερούγες της. Μα γιατί δεν είχε εξασκηθεί κι αυτή, όταν ο Πρασινοκέφαλος, μικρό παπάκι ακόμα, είχε αρχίσει να


προσπαθεί μόνος του; Ποτέ της δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι βαθιά μέσα της έκρυβε κι άλλη μια ευχή. Και κάτι ακόμη περισσότερο από ευχή· ήταν μια βαθιά λαχτάρα που την κατέκλυζε ολόκληρη. Η Μπουμπουκίτσα απόμεινε να κοιτάζει τον αδειανό ουρανό, νιώθοντας μια απαίσια μοναξιά, ένα απέραντο κενό. Το μάτι της Νυφίτσας την τρυπούσε στην κυριολεξία. Όμως η Μπουμπουκίτσα συνέχιζε να κοιτάζει ψηλά, και να κοιτάζει, και να κοιτάζει, προσπαθώντας να φτάσει με το βλέμμα της ως το τέρμα του ουρανού. Χιόνι άρχισε να πέφτει. Καθώς έβλεπε τις χιονονιφάδες να στροβιλίζονται στον άνεμο, στο πρόσωπό της απλώθηκε ένα χαμόγελο. Πέφτουν τα λουλουδάκια της ακακίας! Για την Μπουμπουκίτσα, το χιόνι φάνταζε ακριβώς όπως τα λουλούδια της ακακίας. Θέλοντας να νιώσει με όλο της το είναι τα λουλούδια που έπεφταν, άνοιξε εντελώς τις φτερούγες της. Ήθελε να τα οσφρανθεί. Αισθανόταν υπέροχα. Δεν ένιωθε πια ούτε κρύο ούτε μοναξιά.

Κι ύστερα, ακούστηκε ένα γρύλισμα και όλα χάθηκαν – τα λουλούδια της ακακίας, η μυρωδιά, το απαλό αεράκι. Μπροστά στην Μπουμπουκίτσα βρέθηκε η Νυφίτσα που πέθαινε της πείνας. «Εσύ είσαι», είπε η Μπουμπουκίτσα, κοιτάζοντας βαθιά μέσα στο μοναδικό βαθουλωτό μάτι της Νυφίτσας. Έφερε στο νου της εκείνα τα εύθραυστα μωρά και


το ντελικάτο μαλακό δέρμα τους. Της θύμιζαν το τελευταίο αυγό που είχε γεννήσει, εκείνο με το μαλακό κέλυφος που το είχαν πετάξει στην αυλή και τσακίστηκε. Η Μπουμπουκίτσα θυμήθηκε πόσο είχε ραγίσει η καρδιά της, πώς είχε νιώσει… Τώρα το κορμί της είχε γίνει αλύγιστο, δυσκίνητο. Δεν μπορούσε να τρέξει πάλι μακριά και να το σκάσει. Δεν είχε πλέον και κανένα λόγο ούτε κι ενέργεια μέσα της. «Εμπρός, φάε με», παρότρυνε τη Νυφίτσα. «Γέμισε τα στομάχια των μωρών σου». Έκλεισε τα μάτια. Η Μπουμπουκίτσα ασφυκτιούσε. Είχε φανταστεί ότι όλο αυτό θα πονούσε, όμως τώρα το μόνο που ένιωθε ήταν μια ανακούφιση που έφτανε ως τα μύχια της ψυχής της. Με τσάκωσες, επιτέλους. Τα πάντα γύρω της έγιναν μαύρα. Το είχε ξαναζήσει αυτό άλλη μια φορά, στα λιβάδια. Τότε που είχε ακούσει το ουρλιαχτό της λευκής πάπιας. Όλα είχαν γίνει μαύρα και ύστερα, σιγά σιγά, πολύ σταδιακά, όπως και τώρα, απέκτησαν μια κοκκινωπή απόχρωση. Και μετά τα πάντα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο φωτεινά.

k

Η Μπουμπουκίτσα άνοιξε τα μάτια της. Ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα εκτυφλωτικά γαλάζιο. Ένιωσε διάφανη, ελαφριά. Και μετά, σαν πούπουλο, σαν φτερό, βρέθηκε να πετάει. Γλιστρώντας στον αέρα με τα μεγάλα πανέμορφα φτερά της, η Μπουμπουκίτσα κοίταξε τον κόσμο από κάτω


της – τη λίμνη και τα λιβάδια και τη χιονοθύελλα που μαινόταν και τη Νυφίτσα να απομακρύνεται κούτσα κούτσα, με μια κοκαλιάρα κότα να κρέμεται απ’ το στόμα της.

Hwang Sun mi - Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει  

.

Hwang Sun mi - Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει  

.

Advertisement