Issuu on Google+

Λ.Τ. ΜΕΘΑΝΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ 2008-2009

ΡΥΠΑΝΣΗ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ Περιβαλλοντική Ομάδα 2008-2009 Οι μαθητές: Δημητρίου Ευάγγελος Κανελλόπουλος Δημήτριος Κοκκίνη Μιχαέλα Λαζάρου Σταύρος Λάμπρου Μαρία Μπέτση Μαρία Πάνου Ιωάννης Τζινιέρης Τρύφωνας Τριανταφύλλου Βαρβάρα Οι εκπαιδευτικοί: Ερμίδου Ευφροσύνη Παπαχρήστου Παντελής


ΜΕΘΑΝΑ 2009

2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. Εισαγωγή .................................................................................................................3 2. Κατηγοριοποίηση της ρύπανσης του νερού..........................................................4 2.1 Ρύπανση σημειακής πηγής.......................................................................4 2.2 Ρύπανση μη σημειακής πηγής..................................................................5 2.3 Ρύπανση των υπογείων υδάτων................................................................5 3. Αιτίες της ρύπανσης των υδάτων...........................................................................5 3.1 Παθογόνα βακτήρια...................................................................................6 3.2 Χημικά στοιχεία και ενώσεις....................................................................7 3.3 Μακροσκοπικοί παράγοντες ρύπανσης....................................................8 3.4 Θερμική ρύπανση.......................................................................................9 3.5 Ευτροφισμός.............................................................................................12 4. Μεταφορά και χημικές αντιδράσεις των ρυπαντών............................................20 5. Έλεγχος ποιότητας νερού και μετρήσεις της ρύπανσης......................................22 5.1 Πρότυπα....................................................................................................22 5.2 Κατηγορίες προτύπων..............................................................................23 5.3 Μετρήσιμοι παράγοντες...........................................................................24 5.4 Πρότυπα και αναφορές ποιότητας νερού στην Ε.Ε...............................30 6. Αντιμετώπιση της ρύπανσης του νερού................................................................32 6.1 Οικιακά απόβλητα....................................................................................32 6.2 Βιομηχανικά απόβλητα............................................................................33 6.3 Γεωργικά και κτηνοτροφικά απόβλητα.................................................34 6.4 Ρύπανση από εργοτάξια...........................................................................35 6.5 Ρύπανση από νερό της βροχής σε αστικό περιβάλλον...........................35 7. Προβλήματα ρύπανσης στην Ελλάδα...................................................................36 7.1 Ρύπανση από εξασθενές χρώμιο: η περίπτωση του Ασωπού................36 7.2 Ρύπανση από νιτρικά και υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα......36 7.3 Ρύπανση από τις ιχθυοκαλλιέργειες........................................................50 8. Απολογισμός και συμπεράσματα..........................................................................55

3


1. Εισαγωγή Το νερό καλύπτει το 70% της επιφάνειας της γης και είναι χωρίς αμφιβολία ο πιο πολύτιμος φυσικός πόρος στον πλανήτη μας. Χωρίς το νερό δε θα μπορούσε να υπάρχει ζωή στη γη. Το νερό είναι απαραίτητο για τη ζωή και την ανάπτυξη όλων των ζωντανών οργανισμών. Όμως, παρότι όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουμε τη σημασία του, την παραγνωρίζουμε και μολύνουμε τα ποτάμια, τις λίμνες και τους ωκεανούς. Μολύνουμε το νερό σε σημείο που προκαλούμε θανάτους ζωντανών οργανισμών και με τις δραστηριότητές μας μολύνουμε το πόσιμο νερό θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία αλλά ακόμα και την ίδια μας την επιβίωση. Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα της ρύπανσης του νερού, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα, να κατανοήσουμε τις αιτίες του και να κάνουμε τις απαραίτητες αλλαγές στον τρόπο ζωής μας.

Εικόνα 1 Το μόριο του νερού: Δύο μόρια υδρογόνου ενωμένα με ένα μόριο οξυγόνου με ομοιοπολικούς δεσμούς. Στο αριστερό σχήμα φαίνονται οι διαστάσεις του μορίου και η γωνία μεταξύ των ατόμων υδρογόνου. Στο δεξιό σχήμα φαίνεται μια τρισδιάστατη αναπαράσταση όπου με κόκκινο φαίνεται το οξυγόνο και με άσπρο τα υδρογόνα.

Ως ρύπανση των υδάτων θεωρείται η επιμόλυνση των υδάτινων αποθεμάτων (ποτάμια, λίμνες, ωκεανοί, υπόγεια ύδατα) η οποία οφείλεται κυρίως στην ανθρώπινη δραστηριότητα και η οποία μπορεί να είναι επιβλαβής για τους οργανισμούς και τα φυτά τα οποία ζούν σε αυτά τα υδάτινα περιβάλλοντα. Η ρύπανση συμβαίνει όταν οι ρυπαντές (επιβλαβείς ουσίες) ρίχνονται κατ’ ευθείαν στο νερό χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους επεξεργασία. Η ρύπανση του νερού είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα που απαντάται σε όλο τον κόσμο. Έχει υποστηριχθεί επιστημονικά η άποψη ότι είναι η πιο διαδεδομένη αιτία για ασθένειες και θανάτους παγκοσμίως: περισσότεροι από 14.000 άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά από ασθένειες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη ρύπανση του νερού. Το πρόβλημα της ρύπανσης αφορά τόσο τις αναπτυσσόμενες όσο και τις ανεπτυγμένες χώρες, αν και η φύση και η συνέπειες του προβλήματος είναι διαφορετικές στις ανεπτυγμένες σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Σε μια πρόσφατη αναφορά για την ποιότητα του νερού στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 45% του μήκους των ποταμών, το 47% της επιφάνειας των λιμνών και το 32% του μήκους των παραλιών που ελέγχθηκαν χαρακτηρίστηκαν ως μολυσμένα. Το νερό γενικά αναφέρεται ως μολυσμένο όταν μέσα σε αυτό βρίσκονται ανθρωπογενείς παράγοντες ρύπανσης, είτε όταν δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο ως πόσιμο, είτε όταν δε μποτεί να υποστηρίξει τη ζωή πληθυσμών εμβίων όντων (πχ. ψάρια, φυτά). Φυσικά φαινόμενα, όπως ηφαιστειακές εκρήξεις, σεισμοί, φυσική αποσάθρωση πετρωμάτων και καταιγίδες, μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές αλλαγές στην ποιότητα του νερού. Η ρύπανση του νερού έχει διάφορες αιτίες και πολλαπλά χαρακτηριστικά.

4


Αναφερόμενοι στην ποιότητα του νερού, εννοούμε τα χημικά και βιολογικά του χαρακτηριστικά. Η έννοια της ποιότητας του νερού συνήθως αναφέρεται σε σχέση με κάποια πρότυπα (standards) με βάση τα οποία η ποιότητα μπορεί να αξιολογηθεί. Τα πρότυπα αυτά σχετίζονται κυρίως με το πόσιμο νερό, την ασφάλεια στην επαφή του νερού με τον άνθρωπο και την υγεία των οικοσυστημάτων.

Εικόνα 2 Λίμνη γεμάτη με νεκρά ψάρια στα περίχωρα της πόλης Γουάν στην Κίνα. Εκτιμάται ότι στην Κίνα πεθαίνουν περίπου 50.000 κιλά ψάρια ημερησίως λόγω της ρύπανσης του νερού.

Εικόνα 3 Η ρύπανση διαδίδεται: ανεπεξέργαστα αστικά απόβλητα και βιομηχανικά απόβλητα ρέουν από το Μεξικό στις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς ο ποταμός New River διασχίζει τα σύνορα στην πολιτεία της Καλιφόρνια.

2. Κατηγοριοποίηση της ρύπανσης του νερού Τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα συχνά μελετώνται ως ξεχωριστοί πόροι, παρότι συχνά σχετίζονται μεταξύ τους. Οι πηγές ρύπανσης των επιφανειακών υδάτων χωρίζονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με την προέλευσή τους. 2.1 Ρύπανση σημειακής πηγής Η κατηγορία αυτή αφορά τους ρυπαντές που εκβάλλουν σε έναν υδάτινο δρόμο (π.χ. ποτάμι) από ένα διακριτό αγωγό, όπως ένα σωλήνα. Παραδείγματα αυτής της κατηγορίας είναι τα απόβλητα των βιολογικών καθαρισμών, των βιομηχανιών και των στάβλων.

5


2.2 Ρύπανση μη σημειακής πηγής Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τη διάχυτη ρύπανση που δεν προέρχεται από μία και μόνο πηγή. Η ρύπανση μη σημειακής πηγής είναι συχνά το συσσωρευτικό αποτέλεσμα μικρών ποσοτήτων ρυπαντών που συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου από μία μεγάλη περιοχή. Παραδείγματα αυτής της κατηγορίας ρύπανσης είναι η έκπλυση από τα νερά της βροχής των νιτρικών αλάτων από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και η μεταφορά τους σε μια λίμνη ή στη θάλασσα, καθώς και η έκπλυση τοξικών ρύπων από τις επιφάνειες των αυτοκινητοδρόμων. 2.3. Ρύπανση των υπογείων υδάτων Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων είναι αρκετά περίπλοκες. Κατά συνέπεια, η ρύπανση των υπογείων υδάτων δε μπορεί να κατηγοριοποιηθεί τόσο εύκολα όσο η ρύπανση των επιφανειακών υδάτων. Από τη φύση τους, τα υπόγεια ύδατα μπορούν να μολυνθούν από πηγές οι οποίες μπορεί να μην επηρεάζουν άμεσα τα επιφανειακά ύδατα και επομένως η διάκριση μεταξύ σημειακής και μη ρύπανσης δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Η απόρριψη στο έδαφος ενός χημικού που προκαλεί ρύπανση σε σημείο που βρίσκεται μακριά από επιφανειακά ύδατα μπορεί να μην προκαλέσει –σημειακή ή μη- ρύπανση των επιφανειακών υδάτων αλλά μπορεί να μολύνει τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται κάτω από το έδαφος.

Εικόνα 4 Ρυπανση από σημειακή (αριστερά) και μη σημειακή (δεξιά) πηγή. Στα δεξιά απεικονίζεται το φαινόμενο του ευτροφισμού, το οποίο οφείλεται στη ροή λιπασμάτων (κυρίως νιτρικών) προς τη θάλασσα.

3. Αιτίες της ρύπανσης των υδάτων Οι ρυπαντές που προκαλούν τη ρύπανση των υδάτων περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα χημικών (ανόργανων και οργανικών), βακτηρίων, ραδιενέργειας καθώς επίσης και φυσικών αλλαγών όπως η αύξηση της θερμοκρασίας. Παρότι ορισμένες ουσίες που θεωρούνται ρυπαντές (ασβέστιο, νάτριο, σίδηρος, μαγνήσιο) υπάρχουν φυσικά στο νερό, η συγκέντρωσή τους είναι εκείνη που καθορίζει αν θα χαρακτηριστούν ή όχι ως ρυπαντές. Οι ουσίες που μειώνουν την περιεκτικότητα σε οξυγόνο μπορεί να είναι φυσικής προέλευσης, όπως φύλλα και γρασίδι, ή ανθρωπογενή χημικά. Άλλες φυσικές και

6


ανθρωπογενείς ουσίες μπορούν να προκαλέσουν θόλωση του νερού η οποία εμποδίζει τη διέλευση του φωτός, επηρρεάζοντας έτσι την ανάπτυξη των φυτών και του φυτοπλαγκτόν. Πολλές από τις ανθρωπογενείς ουσίες που βρίσκουμε στο νερό είναι τοξικές. Επιπλέον, τα παθογόνα βακτήρια μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες τόσο στον άνθρωπο όσο και στα ζώα. Οι μεταβολές στις φυσικές ιδιότητες του νερού περιλαμβάνουν την αλλαγή στην οξύτητα (pH), την ηλεκτρική αγωγιμότητα, τη θερμοκρασία και τον ευτροφισμό. Ο τελευταίος είναι ουσιαστικά η λίπανση του νερού από λιπάσμ��τα που παρασύρονται στις λίμνες και τη θάλασσα από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Περισσότερα για το φαινόμενο αυτό και τις επιπτώσεις του θα αναφέρουμε σε επόμενη παράγραφο. 3.1 Παθογόνα βακτήρια Τα κολοβακτηρίδια (Coliform bacteria) είναι ο πλέον χρησιμοποιούμενος ενδείκτης βακτηριακής μόλυνσης του νερού αν τα ίδια και συνήθως δεν προκαλούν άμεσα ασθένειες. Άλλοι μικροοργανισμοί οι οποίοι απαντώνται σε επιφανειακά ύδατα και προκαλούν ασθένειες στον άνθρωπο είναι οι εξής: α. κρυπτοσπόριο (Cryptosporidium parvum) β. Giardia lamblia γ. Σαλμονέλλα δ. Νοβοϊός (novovirus) και άλλοι ιοί ε. διαφορα παρασιτικά σκουλήκια. Τα υψηλά επίπεδα παθογόνων βακτηρίων μπορεί να προέρχονται από λύματα αποχέτευσης που δεν επεξεργάζονται επαρκώς η –πολύ συχνά- δεν επεξεργάζονται καθόλου πριν απορριφθούν στο νερό. Ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι παλαιότερες πόλεις έχουν πεπαλαιωμένες υποδομές αποχέτευσης με αποτέλεσμα συχνές υπερχειλίσεις του συστήματος με συνέπεια τόσο την άμεση μόλυνση των ανθρώπων από τα παθογόνα βακτήρια όσο και τη ρύπανση των επιφανειακών υδάτων από αυτά. Τα παθογόνα βακτήρια μπορούν επίσης να προέλθουν από εγκαταστάσεις κτηνοτροφίας όπου δε γίνεται σωστά η διαχείριση των αποβλήτων τους.

Εικόνα 5 Το βακτήριο της σαλμονέλλας (αριστερά) και το πρωτόζωο Giardia Lamblia, δύο παθογόνα βακτήρια που απαντώνται συχνά στο νερό.

7


3.2 Χημικά στοιχεία και ενώσεις Οι ρυπαντές περιλαμβάνουν χημικές ενώσεις, τόσο οργανικές όσο και ανόργανες. Οι οργανικοί ρυπαντές είναι κυρίως: • Απορρυπαντικά • Παραπροϊόντα της απολύμανσης, τα οποία απαντώνται στο πόσιμο νερό που έχει χημικά απολυμανθεί. Προκύπτουν από τις αντιδράσεις του χλωρίου και φθορίου, τα οποία χρησιμοποιούνται για την απολύμανση, με άλλες ενώσεις που υπάρχουν στο νερό, σχηματίζοντας έτσι τοξικά παράγωγα. Τέτοια παράγωγα είναι το τριχλωρομεθάνιο (CHCl3), το τριφθορομεθάνιο (CHF3) καθώς και χλωρο- και φθορο-ακετικά οξέα (πχ. CH2ClCO2H, CHCl2CO2H). • Απορρίματα από επεξεργασία τροφών, τα οποία περιλαμβάνουν ενώσεις που απαιτούν πολύ οξυγόνο για την αποικοδόμησή τους. • Εντομοκτόνα και παρασιτοκτόνα. • Υδρογονάνθρακες παράγωγα του πετελαίου όπως καύσιμα (βενζίνη, ντήζελ, καύσιμα αεροπλάνων), λιπαντικά καθώς και παραπροϊόντα κάυσης των υδρογονανθράκων τα οποία παρασύρονται από τα νερά της βροχής και φτάνουν στις λίμνες, τη θάλασσα και τα ποτάμια. • Υπολείμματα δέντρων και οργανικό υλικό από εργασίες υλοτόμησης. • Πτητικές οργανικές ενώσεις, όπως οι βιομηχανικοί διαλύτες, λόγω κακών συνθηκών αποθήκευσης. Τα χλωριωμένα οργανικά παράγωγα που χρησιμοποιούνται ως διαλύτες, είναι βαρύτερα από το νερό, δεν αναμειγνύονται με αυτό και επομένως συσσωρεύονται στο βυθό των λιμνών, των ποταμών και της θαλασσας. • Διάφορες οργανικές ουσίες που βρίσκονται στα καλλυντικά και τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής.

Εικόνα 6 Η κατάχρηση εντομοκτόνων οδηγεί σε ρύπανση των υδάτων.

Οι ανόργανοι ρυπαντές είναι κυρίως: • Η οξύτητα (μεταβολή του pH) η οποία προκαλείται από βιομηχανικά απόβλητα, κυρίως από διοξείδιο του θείου που αποβάλλεται από σταθμούς παραγωγής ενέργειας. • Αμμωνία, η οποία προέρχεται από απόβλητα της επεξεργασίας τροφίμων. • Χημικά απόβλητα καθώς και βαρέα μέταλλα, τα οποία είναι βιομηχανικά παραπροϊόντα. Συνήθως τα απόβλητα είναι επιπλέον και ραδιενεργά. • Λιπάσματα τα οποία περιέχουν νιτρικά και φωσφορικά ιόντα. Αυτά προέρχονται κυρίως από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και μεταφέρονται στα υπόγεια ύδατα με

8


αποστράγγιση καθώς και στα επιφανειακά ύδατα παρασυρόμενα από το νερό της βροχής. Βαρέα μέταλλα τα οποία προέρχονται είτε από τα οχήματα είτε από αποσάθρωση πετρωμάτων κοντά σε ορυχεία. Στην πρώτη περίπτωση, το νερό της βροχής παρασύρει από τους αυτοκινητοδρόμους ίχνη μεταλλικών στοιχείων και τα διοχετεύει τόσο στα επιφανειακά όσο και στα υπόγεια ύδατα. Στη δεύτερη περίπτωση το νερό της βροχής αποσαθρώνει πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε μέταλλα και διοχετεύει μεταλλικά στοιχεία στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα. Η τελευταία αυτή διαδικασία συμβαίνει σε περιοχές με ορυχεία μετάλλων η άνθρακα, σε πολλές περιπτώσεις εγκαταλειμμένα, αλλά και με φυσικό τρόπο σε περιοχές όπου υπάρχουν φυσικά εκτεθειμένα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα και μέταλλα. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σε νερό με πολύ όξινο pH μέσω μιας σειράς περίπλοκων χημικών αντιδράσεων. Το κυριότερο παράδειγμα τέτοιας αντίδρασης είναι η οξείδωση του θειούχου σιδήρου σε υδατικό περιβάλλον, η οποία δίνει κατιόντα υδρογόνου αυξάνοντας έτσι το pH του νερού: 2FeS2(s) + 7O2(g) + 2H2O(l) → 2Fe2+(aq) + 4SO42-(aq) + 4H+(aq). Η παρουσία θειϊκών ιόντων διαλυτοποιεί τα ιόντα του σιδήρου ΙΙ, τα οποία στη συνέχεια οξειδώνονται σε σίδηρο ΙΙΙ: 4Fe2+(aq) + O2(g) + 4H+(aq) → 4Fe3+(aq) + 2H2O(l). Οι αντιδράσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν είτε αυθόρμητα είτε καταλυόμενες από μικροοργανισμούς οι οποίοι αντλούν την απαιτούμενη ενέργεια από την αντίδραση της οξείδωσης. Τα ιόντα του σιδήρου ΙΙΙ που παράγονται μπορούν να προκαλέσουν επιπλέον οξείδωση του θειούχου σιδήρου, με συνέπεια τη δημιουργία ακόμα περισσότερων κατιόντων υδρογόνου: FeS2(s) + 14Fe3+(aq) + 8H2O(l) → 15Fe2+(aq) + 2SO42-(aq) + 16H+(aq). Σωματίδια που προέρχονται από κοπή πετρωμάτων. Αυτά έχουν μέγεθος μεταξύ 3.9 και 62.5 μm, και προέρχονται από ορυχεία καθώς και από εργοτάξια κατασκευών δρόμων, κτισμάτων ή και από κατεδαφίσεις.

Εικόνα 7 Απόθεση σωματιδίων που προέρχονται από κοπή πετρωμάτων, λόγω υπερχείλισης ποταμού (αριστερά), και ο ποταμός Ροδανός (Rhone) στις εκβολές του στη λίμνη της Γενεύης (δεξιά). Είναι εμφανής η θόλωση του νερού λόγω της παρουσίας σωματιδίων.

9


Εικόνα 8 Όξινο νερό χρωματισμένο καφετί από τη μεγάλη περιεκτικότητα σε σίδηρο στον ποταμό Τίντο στην Ανδαλουσία της Ισπανίας. Ο ποταμός αυτός περνά από περιοχές όπου υπήρχαν από την αρχαιότητα μεταλλεία σιδήρου, χαλκού, αργύρου, χρυσού και άλλων μετάλλων.

3.3 Μακροσκοπικοί παράγοντες ρύπανσης Ως μακροσκοπικοί παράγοντες ρύπανσης αναφέρονται μεγάλα ορατά με γυμνό μάτι αντικείμενα τα οποία επιπλέουν στο νερό. Αυτά προέρχονται είτε από αστικές περιοχές είτε από διερχόμενα πλοία. Τέτοιοι ρυπαντές μπορεί να είναι: • Σκουπίδια (πχ χαρτί, πλαστικό, υπολείμματα τροφών) τα οποία απορρίποτονται από τους ανθρώπους στη γη και στη συνέχεια μέσω του νερού της βροχής καταλήγουν στα επιφανειακά ύδατα. Συχνά αποτελούν κίνδυνο για τους ζωντανούς οργανισμούς καθώς εκείνοι είτε πεθαίνουν παγιδευμένοι μέσα σε τέτοια σκουπίδια είτε πεθαίνουν καταναλώνοντας τμήματα αυτών των σκουπιδιών. • Μικρά επιπλέοντα σφαιρίδια πλαστικού (nurdles) τα οποία διαφεύγουν κυρίως από βιομηχανίες παραγωγής πλαστικών και καταλήγουν στα επιφανειακά ύδατα. Αυτά τα σφαιρίδια έχουν διάμετρο μικρότερη από 5 mm και χρησιμεύουν ως πρώτη ύλη για τα εργοστάσια που μορφοποιούν το πλαστικό. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες παράγονται ετησίως 27 εκατομμύρια τόνοι από αυτά. Τα πλαστικά σφαιρίδια αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για τη ζωή στη θάλασσα καθώς οι γαρίδες, οι οποίες αποτελούν τη βάση της τροφικής αλυσίδας στην ανοιχτή θάλασσα, πεθαίνουν πρόωρα καταναλώνοντας τέτοια κομμάτια πλαστικού. • Ναυάγια, τα οποία προκαλούν επιπλέον ρύπανση λόγω διαρροής καυσίμων, λιπαντικών αλλά και βαρέων μετάλλων. 3.4 Θερμική ρύπανση Η θερμική ρύπανση είναι η μείωση της ποιότητας του νερού μέσω οποιασδήποτε διαδικασίας μεταβάλλει τη φυσιολογική του θερμοκρασία. Μια σημαντική αιτία θερμικής ρύπανσης είναη η χρήση του νερού ως ψυκτικού υγρού από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και από άλλες βιομηχανίες. Όταν το νερό χρησιμοποιείται ως ψυκτικό υγρό, αυτό επιστρέφει στο περιβάλλον θερμότερο με αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας των επιφανειακών υδάτων όπου αυτό απορρίπτεται. Η αλλαγή της θερμοκρασίας μεταβάλλει την ποσότητα του διαλυμένου οξυγόνου και μεταβάλλει τη σύνθεση των οικοσυστημάτων. Επιπλέον, νερό της βροχής το οποίο έρχεται σε επαφή με αυτοκινητόδρομους και καταλήγει στη συνέχεια στα επιφανειακά ύδατα μπορεί να αποτελέσει παράγοντα θερμικής ρύπανσης. Θερμική ρύπανση μπορεί επίσης να προκληθεί από την απόρριψη κρύου νερού από τεχνητές δεξαμενές (φράγματα) σε θερμότερους ποταμούς. Το κρύο νερό 10


επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα αυγά των ψαριών αλλά και την παραγωγικότητα των οικοσυστημάτων.

Εικόνα 9 Δεξιά: μακροσκοπική ρύπανση σε ποταμό στην Κίνα. Αριστερά: μικρά πλαστικά σφαιρίδια που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη στα εργοστάσια μορφοποίησης του πλαστικού.

3.4.1 Οι οικολογικές επιπτώσεις του θερμού νερού Η υψηλή θερμοκρασία μειώνει το επίπεδο του διαλυμένου οξυγόνου στο νερό με αποτέλεσμα να βλάπτονται οι οργανισμοί που ζουν στο νερό, όπως τα ψάρια και τα αμφίβια. Η θερμική ρύπανση μπορεί επίσης να αυξήσει το ρυθμό του μεταβολισμού των οργανισμών καθώς και τη δράση των ενζύμων στους οργανισμούς αυτούς. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι η αύξηση της κατανάλωσης τροφής από τους οργανισμούς με αποτέλεσμα την έλλειψη τροφής και τη δραστική μείωση των πληθυσμών. Οι αλλαγές της θερμοκρασίας μπορεί επίσης να οδηγήσουν –όπου υπάρχει η δυνατότητα- στη μετανάστευση πληθυσμών σε άλλα πιο πρόσφορα περιβάλλοντα. Επιπλέον, ένα θερμότερο οικοσύστημα μπορεί να δεχτεί οργανισμούςμετανάστες από άλλα ψυχρότερα. Η μετανάστευ��η αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού για τροφή μεταξύ των οργανισμών: οι πιο προσαρμοσμένοι οργανισμοί που μεταναστεύουν σε ένα θερμότερο οικοσύστημα θα έχουν πλεονέκτημα έναντι των άλλων λιγότερα προσαρμοσμένων. Επομένως διαταράσσεται η τροφική αλυσίδα των οικοσυστημάτων ενώ μπορεί να μειωθεί και η βιοποικιλότητα. Είναι γνωστό ότι αλλαγές της θερμοκρασίας ακόμα και της τάξης του ενός ή δύο βαθμών κελσίου μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές μεταβολές στο μεταβολισμό των οργανισμών αλλά και στις κυτταρικές τους λειτουργίες. Τέτοια μεταβολή είναι η μείωση της έντασης της όσμωσης λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας. Η όσμωση είναι η διαδικασία εκείνη μέσω της οποίας περνούν τα διάφορα συστατικά την κυτταρική μεμβράνη. Άλλες τέτοιες μεταβολές είναι η καταστροφή των κυτταρικών πρωτεϊνών και η αλλαγή της δράσης των ενζύμων. Τέτοιες μεταβολές σε κυτταρικό επίπεδο επηρεάζουν τόσο τη θνητότητα των οργανισμών όσο και τη δυνατότητά τους για αναπαραγωγή. Οι παραγωγοί (φυτά και φυτοπλαγκτόν) επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας ενισχύει την ανάπτυξη των φυτών με αποτέλεσμα μειωμένη διάρκεια ζωής και υπερπληθυσμό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εκρηκτική αύξηση της ανάπτυξης των φυκών (algae bloom). Η εκρηκτική αυτή ανάπτυξη οδηγεί σε μείωση των επιπέδων οξυγόνου στο νερό, καθώς η μεγάλη πυκνότητα φυκών εμποδίζει τη διάδοση του φωτός στο νερό με αποτέλεσμα την αύξηση του ρυθμού της αναπνοής των φυτών και αντίστοιχη μείωση του ρυθμού της φωτοσύνθεσης. Η κατάσταση αυτή είναι παρόμοια με το φαινόμενο του ευτροφισμού, το οποίο 11


συμβαίνει όταν τα επιφανειακά ύδατα μολύνονται από ανόργανα (νιτρικά και φωσφορικά) λιπάσματα που μεταφέρονται από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις μέσω του νερού της βροχής. Το φαινόμενο του ευτροφισμού θα το μελετήσουμε εκτενέστερα σε επόμενη παράγραφο. Μία μεγάλη αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή σημαντικών ενζύμων λόγω της διάσπασης των δεσμών υδρογόνου και τη συνεπαγόμενη καταστροφή της τεταρτοταγούς δομής τους. Η μειωμένη δράση των ενζύμων οδηγεί σε προβλήματα μεταβολισμού, όπως η αδυναμία διάσπασης των λιπιδίων, με τελικό αποτέλεσμα την κακή θρέψη των οργανισμών και την αυξημένη τους θνητότητα.

Εικόνα 10 Υπερανάπτυξη φυκών (algal bloom) σε μικρή (αριστερά) και μεγάλη (δεξιά) κλίμακα. Η δεξιά εικόνα είναι δορυφορική φωτογραφία της υπερανάπτυξης φυκών στη Βερίγγειο θάλασσα το 1998.

3.4.2 Οικολογικές επιπτώσεις του ψυχρού νερού Η απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων ψυχρού νερού από τις τεχνητές δεξαμενές (φράγματα) μπορεί να επιφέρει δραματικές αλλαγές στην πανίδα των ποταμών και να μειώσει σημαντικά την δράση των παραγωγών λόγω της επιβράδυνσης του μεταβολικού τους ρυθμού. Για παράδειγμα, στην Αυστραλία, όπου πολλά ποτάμια έχουν κατά τόπους θερμότερες περιοχές, η απελευθέρωση ψυχρού νερού έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών ψαριών και στη θεαματική μείωση της βιοποικιλότητας. 3.4.3 Έλεγχος της θερμικής ρύπανσης Στις περισσότερες περιπτώσεις, η βιομηχανική θερμική ρύπανση προέρχεται κυρίως από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, διυλιστήρια πετρελαίου, εργοστάσια παραγωγής χαρτιού, παραγωγής χημικών και επεξεργασίας μετάλλων. Το θερμό νερό από αυτές τις βιομηχανίες μπορεί να ελεγχθεί, περιορίζοντας έτσι τη θερμική ρύπανση, με τους ακόλουθους τρόπους: • Με την κατασκευή τεχνητών δεξαμενών γεμάτες με νερό που προορίζεται αποκλειστικά για την ψύξη των βιομηχανιών. Η θερμότητα που απορρίπτεται σε

12


αυτές τις λίμνες μεταφέρεται στο περιβάλλον μέσω εξάτμισης, ακτινοβολίας και ρευμάτων. • Με την κατασκευή πύργων ψύξης που οδηγούν την επιπλέον θερμότητα στην ατμόσφαιρα μέσω κυρίως της εξάτμισης. • Με τη διοχέτευση της θερμότητας σε άλλες χρήσεις, όπως π.χ. για τη θέρμανση κατοικιών. Κατά τις θερμές περιόδους του έτους, το νερό που προέρχεται από τις αστικές αποχετεύσεις μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα θερμικής ρύπανσης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σχετικά μικρών υδάτινων δεξαμενών. Στις περιπτώσεις αυτές, το νερό της βροχής θερμαίνεται σημαντικά καθώς περνά από αυτοκινητόδρομους και από τις τεράστιες ασφαλτοστρωμένες εκτάσεις που χρησιμοποιούνται ως χώροι στάθμευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το νερό αυτό στη συνέχεια καταλήγει στο αποχετευτικό σύστημα και στις επιφανειακές υδάτινες δεξαμενές. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού έχει προταθεί η χρήση δεξαμενών όπου το νερό κατακρατείται για κάποιο χρονικό διάστημα πριν απορριφθεί. Η αποτελεσματικότητα όπως αυτής της λύσης είναι περιορισμένη καθώς στις θερμές περιόδους του έτους, ο ήλιος θερμαίνει ακόμη περισσότερο το νερό που αποθηκεύεται στις δεξαμενές αυτές.

13


Εικόνα 11 Το εργοστάσιο της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας. Οι μεγάλες κατασκευές που διακρίνονται είναι πύργοι ψύξης, οι οποίοι διοχετεύουν στην ατμόσφαιρα τη θερμότητα που δε μετατρέπεται σε ηλεκτρική ενέργεια.

3.5 Ευτροφισμός Ο ευτροφισμός είναι μία αύξηση των θρεπτικών χημικών συστατικών σε ένα οικοσύστημα. Τα συστατικά αυτά είναι ουσίες που περιέχουν άζωτο ή φώσφορο. Συνήθως όμως η έννοια του ευτροφισμού χρησιμοποιείται με τη σημασία της συνεπαγόμενης αύξησης της παραγωγικότητας του οικοσυστήματος, δηλαδή της υπερβολικής ανάπτυξης και αποσύνθεσης των φυτών. Το αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η έλλειψης οξυγόνου, η μείωση της ποιότητας του νερού καθώς και η μείωση των πληθυσμών των ψαριών και των υπολοίπων οργανισμών που ζουν στο νερό και χρειάζονται οξυγόνο. 3.5.1 Ευτροφισμός στις λίμνες και τα ποτάμια Ο ευτροφισμός είναι στις περισσότερες περιπτώσεις αποτέλεσμα μόλυνσης από θρεπτικά συστατικά που απορρίπτονται στο νερό. Τα συστατικά αυτά μπορούν να προέρχονται από αστικά λύμματα, αποστράγγιση βόθρων, και από παράσυρση νιτρικών και φωσφορικών λιπασμάτων από τα νερά της βροχής. Ο ευτροφισμός μπορεί επίσης να προέρχεται από φυσικά αίτια σε οικοσυστήματα όπου είτε υπάρχει κάποιου είδους συσσώρευση φυσικών συστατικών είτε υπάρχει εποχιακή ροή θρεπτικών συστατικών. Ο ευτροφισμός γενικά ευνοεί την υπερβολική ανάπτυξη και αποσύνθεση των φυτών, ευνοεί την ανάπτυξη κάποιων ειδών έναντι άλλων και προκαλεί δραστική μείωση της ποιότητας των υδάτων. Στα υδάτινα περιβάλλοντα, η υπέρμετρη αύξηση της βλάστησης ή του φυτοπλαγκτόν (algal bloom) διαταράσσει τη φυσιολογική λειτουργία του οικοσυστήματος, προκαλεί έλλειψη οξυγόνου στο νερό με αποτέλεσμα οι οργανισμοί που χρειάζονται οξυγόνο (όπως ψάρια και μαλάκια) να πεθαίνουν. Το νερό τότε γίνεται θολό και αποκτά έναν χρωματισμό πράσινο, κίτρινο ή καφετί. Ο ευτροφισμός επηρεάζει και τις ανθρώπινες δραστηριότητες: μειώνει τα αλιεύματα των λιμνών και των ποταμών, υποβαθμίζει την αισθητική των ποταμών και των λιμνών με τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις στον τουρισμό.

Εικόνα 12 Ευτροφισμός στον ποταμό Potomac στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γαλαζοπράσινο χρώμα οφείλεται στην υπερβολική αύξηση του πληθησμουύ των κυανοβακτηρίων.

14


Ο Ευτροφισμός είχε αναγνωριστεί ως πρόβλημα ρύπανσης στις λίμνες και τα ποτάμια της βόρειας Αμερικής ήδη από τα μέσα του 20 ου αιώνα. Από τότε γίνονταν όλο και πιο διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο. Έρευνες έδειξαν ότι το 54% των λιμνών στην Ασία έχουν πρόβλημα ευτροφισμού, το 53% στην Ευρώπη, το 48% στην βόρεια Αμερική, το 48% στη νότια Αμερική και το 28% στην Αφρική. Παρότι ο ευτροφισμός προκαλείται κυρίως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι το αποτέλεσμα φυσικών διαδικασιών. Κάποιες λίμνες μάλιστα μπορεί να παρουσιάζουν εικόνα λιβαδιού. Οι παλαιολιμνολόγοι αναγνωρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή, οι γεωλογικές συνθήκες και άλλες εξωτερικές επιδράσεις μπορεί να επηρεάσουν τη φυσική παραγωγικότητα των λιμνών. Κάποιες λίμνες μάλιστα εμφανίζουν το αντίστροφο φαινόμενο (μειοτροφισμός) όπου η παραγωγικότητα μειώνεται με το χρόνο. Ο ευτροφισμός μπορεί να είναι φυσικό φαινόμενο σε περιοχές που κατακλύζονται εποχιακά από νερό με θρεπτικά συστατικά όπως η πεδιάδα Μπαρότσε στη Ζάμπια, η οποία πλημμυρίζεται περιστασιακά από τα νερά του ποταμού Ζαμβέζη. Τα πρώτα νερά που καταφθάνουν στην περιοχή αμέσως μετά την έναρξη της περιόδου των βροχών είναι μικρής περιεκτικότητας σε οξυγόνο και σκοτώνουν πολλά ψάρια ως αποτέλεσμα του ευτροφισμού, ο οποίος προκαλείται από υλικά που παρασύρει το νερό από την πεδιάδα. Τέτοια υλικά είναι η κοπριά των ζώων καθώς και η βλάστηση που αναπτύχθηκε στην πεδιάδα κατά τη διάρκεια της περιόδου ξηρασίας. Η αποσύνθεση των υλικών αυτών οδηγεί στη μείωση του διαλυμένου οξυγόνου στο νερό. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες μπορούν να αυξήσουν το ρυθμό με τον οποίο τα θρεπτικά συστατικά εισέρχονται στα οικοσυστήματα. Η παράσυρση λιπασμάτων από τις αγροτικές καλλιέργειες, η μόλυνση από αποχετευτικά συστήματα και βόθρους καθώς και άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, αυξάνουν την περιεκτικότητα του νερού τόσο σε ανόργανα όσο και σε οργανικά θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, αυξημένες ποσότητες αζώτου στην ατμόσφαιρα μπορούν να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα του αζώτου στο έδαφος και τα νερά, με αποτέλεσμα την ένταση του φαινομένου του ευτροφισμού. Ο φώσφορος θεωρείται συχνά σαν ο κύριος ��νοχος του ευτροφισμού σε λίμνες που δέχονται ρύπανση σημειακού τύπου από αποχετεύσεις. Η συγκέντρωση των φυκών και η συνολική παραγωγικότητα των λιμνών αυτών δείχνει να είναι ανάλογη της περιεκτικότητας σε φώσφορο. Επιπλέον, πειράματα που έγιναν σε ειδικές λίμνες, έδειξαν μια σαφή σχέση μεταξύ της έντασης του ευτροφισμού και της περιεκτικότητας των νερών σε φώσφορο. Η ανθρωπότητα έχει αυξήσει κατά τέσσερεις φορές την ένταση του κύκλου του φωσφόρου στη Γη, κυρίως λόγω της παραγωγής και χρήσης λιπασμάτων. Ανάμεσα στο 1950 και το 1995, 600.000.000 τόνοι φώσφορου έπεσαν στην επιφάνεια της Γης, κυρίως σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος την σημειακών πηγών φωσφόρου έχει οδηγήσει στον έλεγχο του ευτροφισμού.

15


Εικόνα 13 Δορυφορική εικόνα της Κασπίας θάλασσας όπου φαίνεται η θόλωση του νερού στις βόρειες και ανατολικές περιοχές της λόγω του φαινομένου του ευτροφισμού.

16


3.5.2 Ευτροφισμός στους ωκεανούς Ο ευτροφισμός είναι επίσης ένα συχνό φαινόμενο στα θαλάσσια νερά και τις παράκτιες περιοχές. Σε αντίθεση με το γλυκό νερό, στις περιπτώσεις του αλμυρού νερού, το άζωτο είναι το συστατικό με την καθοριστικότερη σημασία για την εμφάνιση του φαινομένου του ευτροφισμού. Σε κλειστούς κόλπους όπου εκβάλλουν ποτάμια, το φαινόμενο του ευτροφισμού μπορεί να υπάρχει και να οφείλεται είτε στην ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε στη φυσική ροή και συσσώρευση θρεπτικών συστατικών είτε σε συνδυασμό και των δύο επιροών. Επιπλέον, σε παράκτια συστήματα, ο ευτροφισμός μπορεί να προέλθει από ρεύματα τα οποία μεταφέρουν στην επιφάνεια από μεγαλύτερο βάθος νερά τα οποία είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Στην επιφάνεια τα θρεπτικά συστατικά απορροφώνται από τα φύκια με συνέπεια την υπερανάπτυξη των φυκών. Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Πόρων (World Resources Institute) έχει εντοπίσει ανά τον κόσμο 375 παράκτιες περιοχές όπου υπάρχει μικρή συγκέντρωση διαλυμένου οξυγόνου. Οι περιοχές αυτές βρίσκονται κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένες στη δυτική Ευρώπη, τις ανατολικές και νότιες ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών και στην ανατολική Ασία, ειδικά στην Ιαπωνία. Το άζωτο που προκαλεί το φαινόμενο του ευτροφισμού, εκτός από το έδαφος, μπορεί να προέλθει και από ανθρωπογενείς ποσότητες αζώτου που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα. Μια μελέτη του 2008 έδειξε ότι το άζωτο αυτής της προέλευσης μπορεί να αποτελεί σχεδόν το 1/3 της εξωτερικής (μη ανακυκλούμενης) ποσότητας αζώτου που βρίσκεται στους ωκεανούς και μέχρι το 3% της ετήσιας θαλάσσιας βιολογικής παραγωγής. Έχει προταθεί ότι ότι η συσσώρευση ενεργού αζώτου στο περιβάλλον μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σοβαρό πρόβλημα με την έκλυση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Εικόνα 14 Μία τεχνητή λίμνη στον Καναδά χρησιμοποιήθηκε για ένα σημαντικό πείραμα. Η λίμνη χωρίστηκε στα δύο. Στο ένα μισό προστέθηκε άζωτο και άνθρακας ένώ στο δεύτερο μισό άζωτο, άνθρακας και φώσφορος. Η πλευρά που δέχονταν φώσφορο (κάτω στην εικόνα) ανέπτυξε ευτροφισμό ενώ η άλλη πλευρά όχι.

17


3.5.3 Ευτροφισμός στα χερσαία οικοσυστήματα Παρότι ο ευτροφισμός επηρεάζει κυρίως τα υδάτινα οικοσυστήματα, τα χερσαία οικοσυστήματα μπορεί να εμφανίσουν παρόμοια προβλήματα. Η αυξημένη περιεκτικότητα του εδάφους σε νιτρικά οδηγεί σε ανεπιθύμητες αλλαγές στη σύνθεση της βλάστησης ενός τόπου και πολλά είδη φυτών στα χερσαία οικοσυστήματα τίθενται σε κίνδυνο λόγω του ευτροφισμού, όπως για παράδειγμα οι ορχιδέες στην Ευρώπη. Τα οικοσυστήματα που επηρεάζονται από το χερσαίο ευτροφισμό είναι κυρίως εκείνα που χαρακτηρίζονται από φυσικά χαμηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών και η βλαστησή τους αποτελείται από μεγάλη ποικιλία ειδών που μεγαλώνουν αργά, προσαρμοσμένα στη χαμηλή περιεκτικότητα θρεπτικών συστατικών. Στα οικοσυστήματα αυτά, η αύξηση των θρεπτικών συστατικών λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας (π.χ. λιπάσματα) οδηγεί στην καταστροφή της ποικιλίας της βλάστησής τους, καθώς ευνοείται η ανάπτυξη βλάστησης αποτελούμενης από είδη λιγότερα σε πλήθος αλλά περισσότερο ανταγωνιστικά ως προς τα θρεπτικά συστατικά. Έτσι, ως αποτέλεσμα του ευτροφισμού, ένα χερσαίο οικοσύστημα μπορεί να αλλοιωθεί εντελώς, να κυριευθεί από ψηλά χόρτα, και τα πιο ευάλωτα από τα είδη που κατοικούσαν σε αυτό να εξαφανιστούν. Για παράδειγμα, βάλτοι με ποικιλία βλάστησης μπορούν σα συνέπεια του ευτροφισμού να κατακλυστούν από βλάστηση που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από καλάμια. Επιπλέον, δάση που αποτελούνται κυρίως ψηλά δέντρα μπορούν να κατακλυστούν από θρεπτικά συστατικά που προέρχονται από κοντινή καλλιεργήσιμη γη και να μετατραπούν σε θαμνώνες από πυκνά βάτα και τσουκνίδες.

Εικόνα 15 Αριστερά: η χρήση αζωτούχων λιπασμάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Δεξιά: σύγκριση της χρήσης αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων σε παγκόσμια κλίμακα.

Το άζωτο, στις διάφορες χημικές του μορφές, είναι το κυρίως υπεύθυνο συστατικό για τον ευτροφισμό στα χερσαία περιβάλλοντα. Τα φυτά έχουν μεγάλες ανάγκες σε άζωτο και επομένως η προσθήκη στο έδαφος αζωτούχων συστατικών ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών (πρωτογενής παραγωγή). Το ίδιο συμβαίνει και με τα αυξημένα επίπεδα φωσφόρου στο έδαφος. Το άζωτο όμως δεν είναι άμεσα διαθέσιμο στα φυτά καθώς η αέρια μορφή του (Ν2) που βρίσκεται σε αφθονία στην ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικά ευσταθής. Τα χερσαία οικοσυστήματα βασίζονται στα αζωτοβακτήρια για τη μετατροπή του N2 σε μορφή που να μπορεί να απορροφηθεί από τα φυτά (νιτρικά ιόντα). Όμως, υπάρχει ένα όριο στο πόσο άζωτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Τα οικοσυστήματα που δέχονται περισσότερο άζωτο από όσο χρειάζονται τα φυτά ονομάζονται κορεσμένα σε άζωτο οικοσυστήματα. Τα τελευταία αυτά οικοσυστήματα μεταβιβάζουν το επιπλέον άζωτό (τόσο σε οργανική όσο και σε ανόργανη μορφή) στο νερό, συνεισφέροντας έτσι στο φαινόμενο του ευτροφισμού, 18


όπου το άζωτο είναι επίσης παράγοντας ευτροφισμού. Ο φώσφορος, ο οποίος είναι γενικά λιγότερο διαλυτός από το άζωτο, διαφεύγει σε μικρότερο βαθμό από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις καθώς διαλύεται λιγότερο στο νερό της βροχής.

Εικόνα 16 Το αναερόβιο βακτήριο Clostridium botulinum που παράγει τη νευροτοξίνη Μποτουλίνη, η οποία προκαλεί μυική παράλυση.

3.5.4 Οικολογικές επιπτώσεις του ευτροφισμού Οι οικολογικές επιπτώσεις από την υπερανάπτυξη των παραγωγών ενός οικοσυστήματος είναι πολλές και ποικίλες, αλλά οι περισσότερο κρίσιμες και ανησυχητικές επιπτώσεις είναι η μείωση της βιοποικιλότητας, οι αλλαγές στη σύνθεση των ειδών καθώς και φαινόμενα τοξικότητας. Κάποιες επιπτώσεις του ευτροφισμού είναι: • Αυξημένη βιομάζα του φυτοπλαγκτόν • Τοξικά ή μη βρώσιμα είδη φυτοπλαγκτόν • Εκρηκτική αύξηση του ζελατινοειδούς ζωοπλαγκτόν • Μειωμένη βιομάζα κάποιων ειδών φυκών • Μειωμένη διαφάνεια του νερού (θολότητα) • Μείωση του διαλυμένου στο νερό οξυγόνου • Συχνά επεισόδια μαζικού θανάτου ψαριών • Μείωση του πληθυσμού των περισσότερο σημαντικών ψαριών και μαλακίων • Μείωση της αισθητικής των βιοτόπων • Μείωση της βιοποικιλότητας: Όταν σε ένα οικοσύστημα αυξάνεται η διαθεσιμότητα θρεπτικών συστατικών, οι πρωτογενείς παραγωγοί είναι οι πρώτοι που επωφελούνται. Στα υδάτινα οικοσυστήματα, είδη όπως τα φύκη αυξάνονται εκρηκτικά με αποτέλεσμα τη μείωση της έντασης του φωτός που φτάνει στα κατώτερα στρώματα. Επιπλέον, η εκρηκτική αυτή ανάπτυξη των φυκών προκαλεί μεγάλες διακυμάνσεις στην περιεκτικότητα του νερού σε οξυγόνο. Το οξυγόνο απαιτείται από όλους τους αναπνέοντες οργανισμούς για την επιβίωσή τους και αναπληρώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας μέσω της διαδικασίας της φωτοσύνθεσης. Σε συνθήκες ευτροφισμού, η περιεκτικότητα σε οξυγόνο αυξάνει πολύ κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά μειώνεται επίσης πολύ κατά τη διάρκεια της νύχτας, τόσο από τα αναπνέοντα φύκη όσο και από τους μικροοργανισμούς που αποικοδομούν τα νεκρά φύκη. Όταν το επίπεδο του διαλυμένου στο νερό οξυγόνου μειωθεί πάρα πολύ, τα ψάρια και τα υπόλοιπα είδη που ζουν στο νερό ασφυκτιούν με αποτέλεσμα να πεθαίνουν μαζικά. Σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, αναπτύσσονται αναερόβιες συνθήκες, στις οποίες μπορούν να

19


αναπτυχθούν βακτήρια που παράγουν τοξίνες οι οποίες είναι θανατηφόρες για τα πουλιά και τα θηλαστικά. Οι περιοχές όπου συμβαίνει αυτό ονομάζονται νεκρές ζώνες. Εισβολή νέων ειδών στα οικοσυστήματα: Ο ευτροφισμός μπορεί να προκαλέσει αλλαγή στη σύνθεση των ειδών ενός οικοσυστήματος. Η αύξηση της διαθεσιμότητας κάποιου συστατικού μπορεί να προκαλέσει μετανάστευση σε κάποιο οικοσύστημα ενός είδους που υπό κανονικές συνθήκες δε θα υπήρχε σε αυτό. Σε πολλές περιπτώσεις τα νέα ανταγωνιστικά είδη υπερσκελίζουν τα υπάρχονται είδη και προκαλούν δραματικές αλλαγές στους πληθυσμούς και τη σύνθεση των οικοσυστημάτων. Τοξικότητα: Κάποια φύκη που αναπτύσσονται εκρηκτικά είναι τοξικά στα φυτά και τα ζώα. Τα τοξικά συστάτικά που παράγουν μπορούν να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα αυξάνοντας τη θνησιμότητα ζώων και ανθρώπων. Όταν τα τοξικά φύκη νεκρωθούν, απελευθερώνονται νευροτοξίνες και ηπατοτοξίνες οι οποίες μπορούν να σκοτώσουν τα ζώα αλλά και να αποτελέσουν κίνδυνο για τους ανθρώπους. Ένα παράδειγμα τοξινών από φύκη που φτάνουν στους ανθρώπους είναι η περίπτωση της δηλητηρίασης απ�� κατανάλωση οστρακοειδών. Άλλοι θαλασσινοί οργανισμοί οι οποίοι συσσωρεύουν στο σώμα τους τοξίνες είναι κάποια αρπακτικά ψάρια που βρίσκονται στην κορυφή (ή κοντά στην κορυφή) της τροφικής πυραμίδας. Πρόκειται για αρπακτικά ψάρια τα οποία όταν καταναλωθούν από τους ανθρώπους προκαλούν δηλητηρίαση. Επιπλέον, το άζωτο μπορεί από μόνο του να προκαλέσει τοξικές επιδράσεις. Όταν το άζωτο παρασύρεται στα επίγεια ύδατα, η κατανάλωση νερού μπορεί να προκαλέσει ασθένειες όπως η μεθαιμοσφαιριναιμία (methaemoglobinaemia), η οποία προκαλείται στα βρέφη από την κατανάλωση νερού μολυσμένου με νιτρικά ιόντα. Το αναερόβιο περιβάλλον στο στομάχι των βρεφών προκαλεί τη μετατροπή των νιτρικών σε νιτρώδη ιόντα. Αυτά με τη σειρά τους προσδένονται στην αιμοσφαιρίνη αφαιρώντας της την ικανότητα να μεταφέρει οξυγόνο.

Εικόνα 17 Το αρπακτικό τροπικό ψάρι Μπαρακούντα. Βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας και επομένως συσσωρεύει πολλές τοξίνες που παράγονται κυρίως από φύκη.

20


3.5.5 Πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου Ο ευτροφισμός δεν απειλεί μόνο τα οικοσυστήματα αλλά και τους ανθρώπους. Η μείωση της έντασης του φαινομένου του ευτροφισμού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μέριμνα στο σχεδιασμό της μελλοντικής περιβαλλοντικής και γεωργικής πολιτικής. Όμως, παρότι ο ευτροφισμός δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι φυσικό φαινόμενο. Επομένως, δε θα έπρεπε να μειώσουμε την έντασή του (μέσω της μείωσης των θρεπτικών συστατικών) κάτω από τα φυσιολογικά του επίπεδα. Τα μέτρα καθαρισμού είναι στις περισσότερες περιπτώσεις μερικώς επιτυχή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Φινλανδίας, όπου ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα για τον καθαρισμό από το φώσφορο των μολυσμένων λιμνών και ποταμών. Η προσπάθεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του 90% της πλεονάζουσας ποσότητας του φωσφόρου.

Εικόνα 18: Εγκατάσταση κομποστοποίησης στο Wisconsin των Ηνωμένων Πολιτειών. Με τη μέθοδο της κομποστοποίησης, οργανικά υπολείμματα, συμπεριλαμβανομένων των αποβλήτων των ζώων, μετατρέπονται σε λίπασμα. Η χρήση τέτοιων μη συνθετικών λιπασμάτων είναι βασική αρχή της βιολογικής γεωργίας.

Η μη σημειακή ρύπανση είναι και η πιο δύσκολη στον έλεγχο πηγή θρεπτικών συστατικών. Στην επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζεται ότι όταν οι πηγές αυτές ελέγχονται, ο ευτροφισμός μειώνεται. Για την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης από μη σημειακές πηγές, προτείνεται η λήψη των ακόλουθων μέτρων. • Παρόχθιες και παράκτιες ζώνες προστασίας: Μελέτες έχουν δείξει ότι η παρεμβολή μιας ειδικής χερσαίας ζώνης (φυσικής ή τεχνητής) μεταξύ των πηγών ρύπανσης και του νερού, μειώνει κατά πολύ το φαινόμενο του ευτροφισμού. Έτσι, τα σωματίδια καθώς και τα θρεπτικά συστατικά παραμένουν στην περιοχή αυτή και δεν καταλήγουν άμεσα στο νερό. • Πολιτική πρόληψης: Η θέσπιση νόμων που ρυθμίζουν την απόρριψη και τη διαχείριση των λυμάτων έχουν τα τελευταία χρόνια οδηγήσει σε μια δραματική μείωση των θρεπτικών συστατικών που προκαλούν το φαινόμενο του ευτροφισμού. Είναι πλέον γενική πεποίθηση ότι πρέπει να επιβληθεί μια πολιτική που να ρυθμίζει τόσο τη γεωργική χρήση των λιπασμάτων όσο και τη διάθεση των αποβλήτων των ζώων. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, η ποσότητα του αζώτου που παράγεται από τα ζώα εκτροφής είναι επαρκής για να καλύψει την ανάγκη σε λιπάσματα της γεωργικής βιομηχανίας! Επομένως, είναι φυσιολογικό να επιβληθεί στους ιδιοκτήτες κτηνοτροφικών μονάδων να συλλέγουν τα απόβλητα των ζώων, γιατί αν τα απόβλητα αυτά δε συλλεχθούν θα καταλήξουν στο νερό εντείνοντας το φαινόμενο του ευτροφισμού. 21


Έλεγχος αζώτου: Η διαδικασία του ελέγχου αζώτου (Soil Nitrogen Testing) είναι μια τεχνική που βοηθά τους αγρότες να βελτιστοποιήσουν την ποσότητα αζώτου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα στην καλλιεργήσιμη γη τους. Ελέγχοντας τα χωράφια με τη μέθοδο αυτή, οι αγρότες αποκομίζουν οικονομικά ωφέλη από τη ελαχιστοποίηση της χρήσης λιπάσματος ενώ η κοινωνία αποκομίζει περιβαλλοντικά οφέλη καθώς ελέγχεται μία από τις σημαντικότερες πηγές ρύπανσης που προκαλεί ευτροφισμό. Βιολογική (ή οργανική) γεωργία: Η μέθοδος αυτή συνίσταται κυρίως στον αποκλεισμό (ή τον πολύ αυστηρό περιορισμό) της χρήσης συνθετικών λιπασμάτων και εντομοκτόνων στη γεωργία. Με τον περιορισμό της χρήσης συνθετικών λιπασμάτων μειώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλεονάζοντα θρεπτικά συστατικά που προκαλούν ευτροφισμό.

4. Μεταφορά και χημικές αντιδράσεις των ρυπαντών Οι περισσότεροι ρυπαντές μεταφέρονται από τα ποτάμια στους ωκεανούς. Σε κάποιες περιοχές του κόσμου, οι επιπτώσεις της ρύπανσης μπορεί να εντοπιστούν μέχρι και εκατοντάδες χιλιόμετρα από τις εκβολές των ποταμών. Εξεζητημένα υπολογιστικά μοντέλα της υδρολογίας έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές πειρπτώσεις για να εξετάσουν την πορεία των ρυπαντών στα υδάτινα συστήματα. Ένα επιπλέον εργαλείο για την πειραματική μελέτη της κίνησης των ρυπαντών είναι οι οργανισμοί που τρέφονται με φυτοπλαγκτόν φιλτράροντας το νερό.

Εικόνα 19 Ο ποταμός Χάντσον καθώς διέρχεται από βιομηχανική περιοχή στη Νέα Υόρκη.

Με τη χρήση τέτοιων οργανισμών (κυρίως αρθρόποδων) βρέθηκε ότι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις τοξινών δε βρίσκονται δεν βρίσκονταν στις εκβολές του ποταμού Χάντσον (στη Νέα Υόρκη) αλλά περίπου 100 χιλιόμετρα νοτιότερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι απαιτούνται αρκετές μέρες για την ενσωμάτωση των τοξινών στον πλαγκτονικό ιστό. Τα νερά που εκβάλλονται από τον ποταμό Χάντσον ρέουν νότια κατά μήκος της ακτής λόγω της δύναμης Coriolis. Ακόμη νοτιότερα από τις εκβολές, υπάρχουν περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη οξυγόνου, η οποία προκαλείται τόσο από τη συσσώρευση χημικών όσο και από την εκρηκτική ανάπτυξη φυκών λόγω αφθονίας θρεπτικών συστατικών, η οποία με τη σειρά της προκαλείται από τα νεκρά

22


μονοκύτταρα φύκη. Επιπλέον, στην περιοχή εκείνη αναφέρονται μαζικοί θάνατοι ψαριών και μαλακίων λόγω της «ανόδου» των τοξινών στην τροφική αλυσίδα: τα αρθρόποδα τρέφονται με το μολυσμένο φυτοπλαγκτόν, τα μικρά ψάρια με τα αρθρόποδα, τα μεγαλύτερα ψάρια με τα μικρά κ.ο.κ. Κάθε διαδοχικό βήμα προς τα πάνω στην τροφική πυραμίδα οδηγεί σε μία αντίστοιχη αύξηση στη συγκέντρωση ρυπαντών όπως τα βαρέα μέταλλα και οι παραμένοντες οργανικοί ρύποι (persistent organic pollutants) όπως το DDT. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται βιοσυσσώρευση. Μεγάλες δίνες στους ωκεανούς παγιδεύουν τα πλαστικά απόβλητα. Η δίνη του βορείου Ειρηνικού (North Pacific Gyre) για παράδειγμα, έχει συλλέξει μια τεράστια ποσότητα σκουπιδιών δημιουργώντας μία έκταση με σκουπίδια που εκτιμάται ότι έχει έκταση περίπου 100 φορές την επιφάνεια της πολιτείας του Τέξας! Πολλά από αυτά τα πλαστικά, τα οποία παραμένουν για πάρα πολλά χρόνια αδιάσπαστα στο νερό, καταλήγουν στα στομάχια των θαλασσίων πτηνών και ζώων. Το αποτέλεσμα της κατάποσης αυτής οδηγεί πολλές φορές σε μειωμένη ανάπτυξη ή και σε πρόωρο θάνατο των ζώων.

Εικόνα 20 Η μεγάλη δίνη του βόρειου Ειρηνικού (North Pacific Gyre). Στο κέντρο της φαίνεται η ζώνη σύγκλισης των αποβλήτων (convergence zone).

Πολλοί ρυπαντές υφίστανται χημική διάσπαση ή αλλάζει η χημική τους σύσταση με την πάραδο του χρόνου, ιδιαίτερα στις υπόγειες δεξαμενές. Μια αξιοσημείωτη τέτοια περίπτωση είναι οι χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες, όπως για παράδειγμα το τριχλωροαιθένιο (χρησιμοποιείται στη βιομηχανική κατεργασία μετάλλων καθώς και στην κατασκευή ηλεκτρονικών) και το τετραχλωροαιθένιο (χρησιμοποιείται για το στεγνό καθάρισμα των ρούχων). Και τα δύο αυτά χημικά, τα οποία είναι καρκινογόνα, υφίστανται αντιδράσεις μερικής αποσύνθεσης, οι οποίες οδηγούν σε νέα επικίνδυνα προϊόντα όπως το διχλωροαιθάνιο και το βινυλοχλωρίδιο. Η ρύπανση των υπογείων υδάτων είναι πολύ πιο δύσκολη στην αντιμετώπιση από τη ρύπανση των επιφανειακών υδάτων, καθώς τα υπόγεια ύδατα μπορούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις υπογείως, ακολουθώντας αόρατα σε εμάς υπόγεια υδραγωγεία. Τα μη πορώδη υπόγεια υδραγωγεία, όπως τα αργιλώδη πετρώματα, φιλτράρουν μερικώς το νερό από τα βακτήρια. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, οι ρυπαντές απλώς ρυπαίνουν το υπέδαφος. Τα υπόγεια ύδατα που μετακινούνται μέσω ρηγμάτων και σπηλαίων δε φιλτράρονται και μπορούν να μεταφέρουν τη ρύπανση

23


εξίσου εύκολα με τα επιφανειακά ύδατα. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται καθώς οι άνθρωποι έχουν την τάση να χρησιμοποιούν φυσικά βάραθρα ως τόπους απόρριψης αποβλήτων σε περιοχές με καρστική τοπογραφία εδάφους.

Εικόνα 21 Ρύπανση του εδάφους η οποία προκλήθηκε από υπόγεια δοχεία αποθήκευσης πίσσας.

5. Έλεγχος ποιότητας του νερού και μετρήσεις της ρύπανσης Με τον όρο «ποιότητα του νερού» εννοούμε τα φυσικά, χημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του νερού. Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται κυρίως σε σχέση με κάποια πρότυπα (standards) βάση των οποίων μπορεί να αξιολογηθεί η ποιότητα του νερού. Τα πιο κοινά πρότυπα που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ποιότητας του νερού, σχετίζονται με την την καταλληλότητα του νερού ως πόσιμου, την ασφάλεια του ανθρώπου κατά την επαφή του με αυτό και την υγεία των οικοσυστημάτων. 5.1 Πρότυπα Για τον καθορισμό των προτύπων, οι αρμόδιοι οργανισμοί λαμβάνουν πολιτικές και τε��νικές/επιστημονικές αποφάσεις σχετικά με τη χρήση του νερού που πρόκειται να αξιολογηθεί. Στην περίπτωση των φυσικών υδάτων γίνεται επίσης μια εκτίμηση της φυσιολογικής τους κατάστασης. Διαφορετικές χρήσεις του νερού απαιτούν διαφορετικές θεωρήσεις και επομένως γίνεται χρήση διαφορετικών προτύπων. Τα φυσικά ύδατα μεταβάλλουν τις ιδιότητές τους ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Οι περιβαλλοντολόγοι προσπαθούν να κατανοήσουν πως λειτουργούν τα συστήματα αυτά με απώτερο σκοπό την κατανόηση τόσο της δράσης των ρυπαντών όσο και των μηχανισμών μεταφοράς τους. Οι ειδικοί του περιβαλλοντικού δικαίου προσπαθούν να ορίσουν νομοθεσία με βάση την οποία θα εξασφαλίζεται ότι το νερό είναι στη σωστή ποιότητα για τη χρήση για την οποία προορίζεται. Το μεγαλύτερο μέρος των επιφανειακών υδάτων του πλανήτη μας δεν είναι ούτε πόσιμα αλλά ούτε και τοξικά. Η πρόταση αυτή παραμένει αληθής ακόμη και αν δε λάβουμε υπ’ όψη μας το νερό της θάλασσας. Παρότι με τον όρο «ποιότητα νερού» οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται απλώς μια ιδιότητα που δείχνει αν το νερό είναι ή όχι μολυσμένο, στην πραγματικότητα η ποιότητα του νερού είναι ένα

24


εξαιρετικά πολύπλοκο ζήτημα καθώς το ίδιο το νερό είναι ένα πολύπλοκο σύστημα του οποίου η ροή εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες. 5.2 Κατηγορίες προτύπων •

Ποιότητα νερού για ανθρώπινη κατανάλωση: Οι ρυπαντές στο νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση μπορεί να είναι μικροοργανισμοί (όπως βακτήρια και ιοί), ανόργανοι ρυπαντές (άλατα και μέταλλα), εντομοκτόνα και παρασιτοκτόνα, οργανικοί ρυπαντές από βιομηχανικές διαδικασίες και χρήση πετρελαίου, καθώς και ραδιενεργά στοιχεία. Η ποιότητα του νερού εξαρτάται από την τοπική γεωλογία, το τοπικό οικοσύστημα καθώς και τις ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η διάθεση των λυμάτων, η βιομηχανική ρύπανση, η θερμική ρύπανση καθώς επίσης και η υπερκατανάλωση νερού. Η οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το πόσιμο νερό (Drinking Water Directive ή DWD για συντομία) θέτει πανευρωπαϊκά πρότυπα για το πόσιμο νερό (μικροβιολογικές, χημικές και οργανοληπτικές παράμερτοι) και καθορίζει την υποχρέωση των μελών της ΕΕ να ελέγχουν την ποιότητα του νερού με βάση τα πρότυπα που αυτή καθορίζει. Στην DWD, καθορίζεται ένα σύνολο από 48 μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους, οι οποίες πρέπει να ελέγχονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κατά την ενσωμάτωση της DWD στα εθνικά δίκαια, τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν επιπλέον απαιτήσεις (π.χ. επιπλέον συστατικά που ελέγχονται ή αυστηρότερα κριτήρια για κάποια συστατικά) αλλά όχι να θέτουν χαμηλότερα κριτήρια από εκείνα που προσδιορίζονται στην οδηγία.

Εικόνα 22 Έλεγχος της ποιότητας του νερού σε ένα φράγμα που προμηθεύει με πόσιμο νερό την πόλη του Όκλαντ στη Νέα Ζηλανδία. Η τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε από το φράγμα βρίσκεται πάνω σε ένα ενεργό βασαλτικό ηφαιστειακό πεδίο.

Περιβαλλοντική ποιότητα του νερού: Η περιβαλλοντική ποιότητα του νερού σχετίζεται με μεγάλες φυσικές δεξαμενές νερού όπως οι λίμνες, τα ποτάμια και οι θάλασσες. Τα πρότυπα της ποιότητας του νερού παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές λόγω των πολύ διαφορετικών περιβαλλοντικών συνθηκών, οικοσυστημάτων και χρήσεων των υδάτων από τον άνθρωπο. Τοξικές ουσίες και μεγάλοι πληθυσμοί μικροοργανισμών μπορεί να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία ακόμα και για χρήσεις μη πόσιμου νερού, όπως για άρδευση, κολύμβηση, ψάρεμα, αναψυχή και βιομηχανικές χρήσεις. Οι καταστάσεις αυτές μπορεί επίσης

25


να επηρεάζουν τους ζωντανούς οργανισμούς που καταναλώνουν το νερό αυτό ή που διαβιούν σε αυτό. Οι σύγχρονοι νόμοι για την ποιότητα του νερού γενικά καθορίζουν κριτήρια για την προστασία των αλιευμάτων, την κατανάλωση νερού από ζώντες οργανισμούς (πλην των ανθρώπων), την ποιότητα του υδάτινου οικοσυστήματος καθώς και την καταλληλότητα για δραστηριότητες αναψυχής όπως κολύμβηση, rafting κλπ. Υπάρχει συχνά στο κοινό η επιθυμία να επιστρέψουν οι λίμνες, οι θάλασσες και τα ποτάμια στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Καθώς όμως αυτό δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις εφικτό, οι νόμοι σε αρκετές χώρες επιτρέπουν κάποιο μικρό βαθμό ρύπανσης, όχι όμως σε σημείο που η χρήση του νερού για τις δραστηριότητες που προορίζεται να προκαλεί βλάβες στους οργανισμούς. Στα πλαίσια αυτά, οι περιβαλλοντικοί επιστήμονες εστιάζουν κυρίως τις προσπάθειές τους στη δημιουργία και τη διατήρηση υγειών οικοσυστημάτων, στην προστασία των πληθυσμών των απειλούμενων ειδών και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας.

Εικόνα 23 Αξιολόγηση της βιολογικής ποιότητας των νερών ποταμών και καναλιών στην Αγγλία για το χρονικό διάστημα 2000-2004. Από το διάγραμμα είναι εμγανής η αύξηση της ποιότητας των νερών στις βόρειες (περισσότερο βιομηχανικές) περιοχές (North West, North East) καθώς και στην περιοχή του Τάμεση (Thames) ως συνέπεια μέτρων που λήφθησα την περίοδο αυτή.

5.3 Μετρήσιμοι παράγοντες Η πολυπλοκότητα της έννοιας της ποιότητας του νερού αντανακλάται στο πολύ μεγάλο πλήθος μετρήσεων που πρέπει να γίνουν ώστε να ελεγχθούν όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του νερού. Κάποιες από τις απλούστερες μετρήσεις που αναφέρονται παρακάτω, όπως θερμοκρασία, οξύτητα (pH), διαλυμένο οξυγόνο, αγωγιμότητα, δυναμικό αναγωγής οξυγόνου, μπορούν να γίνουν επί τόπου. Υπάρχουν όμως και άλλες πολυπλοκότερες μετρήσεις που πρέπει να γίνουν στο εργαστήριο και απαιτούν να γίνει δειγματοληψία του νερού, διατήρηση του δείγματος

26


και ανάλυσή του σε ένα εξειδικευμένο εργαστήριο. Η πραγματοποίηση τέτοιων πολύπλοκων μετρήσεων μπορεί να είναι πολύ ακριβή σε ορισμένες περιπτώσεις. Λόγω του κόστους των απ’ ευθείας μετρήσεων της ποιότητας του νερού, αυτές συνήθως πραγματοποιούνται μέσω προγραμμάτων κρατικών οργανισμών. Σε πολλές όμως περιπτώσεις υπάρχουν εθελοντικά προγράμματα για τον έλεγχο της ποιότητας του νερού. Τα τελευταία χρόνια άλλωστε, είναι διαθέσιμες στην αγορά σειρές απλών οργάνων και αντιδραστηρίων για έλεγχο της ποιότητας του νερού με σχετικά μικρό κόστος. Οι παράγοντες που ελέγχονται κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τη χρήση του νερού. Α. Πόσιμο νερό • Αλκαλικότητα: Η αλκαλικότητα είναι ένα μέτρο της ικανότητας του νερού να εξουδετερώνει οξέα. Είναι ίση με το στοιχειομετρικό άθροισμα των βάσεων ενός διαλύματος. Ο ορισμός της είναι: AT = [HCO3−]T + 2[CO3−2]T + [B(OH)4−]T + [OH−]T + 2[PO4−3]T + [HPO4−2]T + [SiO(OH)3−]T − [H+]sws − [HSO4−] , όπου ο δείκτης Τ υποδηλώνει τη συνολική συγκέντρωση του συγκεκριμένου ιόντος στο διάλυμα όπως αυτή μετράται. • Χρώμα • pH: Είναι μέτρο της οξύτητας ενός διαλύματος και ορίζεται ως ο αντίθετος του αρνητικού λογαρίθμου της (αδιάστατοποιημένης) συγκέντρωης των ιόντων υδρογόνου. Η αδιαστατοποίηση γίνεται διαιρώντας τη συγκέντρωση με κάποια συγκέτρωση αναφοράς, η οποία στα υδατικά διαλύματα λαμβάνεται συνήθως ίση με 1Μ. Επομένως, ένα διάλυμα με τη συγκέντρωση αυτή έχει pH=0. Το καθαρό νερό έχει pH περίπου ίσο με 7 σε θερμοκρασία 20ο C. Διαλύματα με pH κάτω από 7 χαρακτηρίζονται ως όξινα ενώ εκείνα με pH πάνω από 7 χαρακτηρίζονται ως βασικά.

Εικόνα 24 Αριστερά: Πεχαμετρικό χαρτί. Ανάλογως με το χρώμα του χαρτιού που εμβαπτίζεται στο διάλυμα, εκτιμούμε το pH με τη χρήση αυτής της χρωματικής κλίματας. Δεξιά: Φορητό πεχάμετρο. Μας δίνει απ’ ευθείας μια ακριβή ένδειξη του pH.

• •

Γεύση και οσμή Μικροοργανισμοί: Οι κυριότεροι είναι τα κολοβακτηρίδια (Escherichia coli), το κρυπτοσπορίδιο και το πρωτόζωο Giardia Liamblia.

27


• •

Διαλυμένα μέταλλα και μεταλλοειδή: Στο πόσιμο νερό συνήθως ανιχνεύονται ιόντα νατρίου, χλωρίου, καλίου, ασβεστίου, μαγγανίου και μαγνησίου. Διαλυμένες οργανικές ενώσεις: Οι κυριότερες κατηγορίες είναι η έγχρωμη διαλυμένη οργανική ύλη (Coloured Dissolved Organic Matter, ή CDOM για συντομία) και ο διαλυμένος οργανικός άνθρακας (Dissolver Organic Carbon, ή DOC για συντομία). Η CDOM, η οποία αναφέρεται συνήθως και ως gelbstoff (στα γερμανική σημαίνει κίτρινη ύλη), αποτελείται κυρίως από τανίνες οι οποίες προέρχονται από την αποσύνθεση νεκρών μικροοργανισμών. Η CDOM δίνει συνήθως στο νερό έναν ελαφρώς κίτρινο χρωματισμό. Ο DOC αποτελείται από μία ποικιλία οργανικών ενώσεων προερχόμενες από διάφορες πηγές. Η πιο κοινή πηγή των ενώσεων αυτών είναι η αποσύνθεση ανώτερων οργανισμών, όπως τα φυτά. Ο DOC ευνοεί την ανάπτυξη μικροοργανισμών, ενώ επίσης έχει την ιδιότητα να σχηματίζει σύμπλοκα με τα μέταλλα αυξάνοντας έτσι τη διαλυτότητα των μετάλλων και μειώνοντας τη βιοδιαθεσιμότητά τους.

Εικόνα 25 Διάγραμμα της επιφανειακής αλατότητας των ωκεανών.

• • •

Ραδόνιο: Το στοιχείο ραδόνιο, του οποίου το πιο σταθερό ισότοπο είναι το 222 Rn, προέρχεται από τη ραδιενεργό διάσπαση του Ουρανίου και είναι και το ίδιο ραδιενεργό με χρόνο υποδιπλασιασμού περί τις 4 ημέρες. Η κατανάλωση νερού με υψηλές συγκεντρώσεις ραδονίου μπορεί να προκαλέσει καρκίνο. Βαρέα μέταλλα: Τα πλέον τοξικά από αυτά είναι ο υδράργυρος, το κάδμιο, το αρσενικό, το χρώμιο και ο μόλυβδος. Τα μέταλλα αυτά συναντώνται συχνά στον υδροφόρο ορίζοντα κοντά σε βιομηχανικές περιοχές και χωματερές. Φαρμακευτικά προϊόντα Ορμόνες

28


Β. Νερό στο περιβάλλον Β1. Χημική αξιολόγηση • pH • Αγωγιμότητα και αλατότητα: Η ηλεκτρική αγωγιμότητα είναι ένα φυσικό μέγεθος το οποίο εκφράζει πόσο εύκολα περνά το ρεύμα από ένα υλικό. Στην περίπτωση του νερού, η αγωγιμότητα είναι μέτρο της αλατότητας, δηλαδή της συγκέντρωσης στο νερό των διαλυμένων αλάτων. Τα άλατα αυτά συνήθως είναι χλωριούχο νάτριο (αλάτι), θειϊκό μαγνήσιο και ασβέστιο, καθώς και διττανθρακικό μαγνήσιο και ασβέστιο. Η αγωγιμότοτα του πόσιμου νερού βρίσκεται μεταξύ 0.0005 και 0.05 S⋅m-1 ενώ η αλατότητα συνήθως είναι μικρότερη από 0.05%. • Διαλυμένο οξυγόνο (Dissolved Oxygen, DO): Είναι ένα σχετικό μέτρο της περιεκτικότητας του νερού σε διαλυμένο αέριο οξυγόνο. Το νερό με μικρή περιεκτικότητα σε διαλυμένο οξυγόνο δε μπορεί να υποστηρίξει τους αναπνέοντες υδρόβιους οργανισμούς.

Εικόνα 26 Η ποσότητα διαλυμένου οξυγόνου (σε ppm) σε σχέση με την καταλληλότητά της για τη ζωή των ψαριών. Τιμές κάτω από 3 ppm δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη ψαριών, από 3 ως 5 ppm είναι οριακές και μπορούν να γίνουν ανεκτές μόνο για 12-24 ώρες, περί τα 6 ppm είναι ικανοποιητικές, τιμές για την αναπαραγωγή, περί τα 7 ppm υποστηρίζουν καλύτερα την ανάπτυξη ενώ τιμές μεγαλύτερες από 9 ppm υποστηρίζουν μεγάλη αφθονία πληθυσμών ψαριών.

• Νιτρικά ιόντα • Φωσφορικά ιόντα • Χημική ζήτηση οξυγόνου (Chemical Oxygen Demand, COD): Στην περιβαλλοντική χημεία, η χημική ζήτηση οξυγόνου (COD) είναι ένα μέτρο της ποσότητας των οργανικών συστατικών που βρίσκονται στο νερό. Εκφράζεται σε mg/L και δείχνει τη μάζα του οξυγόνου που καταναλώνεται για κάθε λίτρο διαλύματος. Η μέθοδος μέτρησης της COD βασίζεται στο ότι όλες σχεδόν οι

29


οργανικές ενώσεις μπορούν να οξειδωθούν προς διοξείδιο του άνθρακα με ένα ισχυρό οξειδωτικό μέσο σε όξινο περιβάλλον. • Βιοχημική ζήτηση οξυγόνου (Biochemical Oxygen Demand, BOD): Πρόκειται για μια χημική διαδικασία η οποία μετρά πόσο γρήγορα οι μικροοργανισμοί χρησιμοποιούν το οξυγόνο σε μια ποσότητα νερού. Δεν είναι ένα ακριβές ποσοτικό τεστ αλλά είναι ένας καλός δείκτης της ποιότητας του νερού. Οι πιο καθαροί ποταμοί έχουν BOD (μετρημένη σε διάστημα 5 ημερών) μικρότερη από 1 mg/L. Για τους μετρίως μολυσμένους ποταμούς η αντίστοιχη τιμή είναι 2-8 mg/L. Αστικά λύματα που έχουν υποστεί αποτελεσματική επεξεργασία έχουν αντίστοιχη τιμή περίπου ίση με 20 mg/L ή μικρότερη. Τα μη επεξεργασμένα λύματα έχουν τιμή γύρω στα 600 mg/L στην Ευρώπη και γύρω στα 200 mg/L στης Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μικρότερες τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες οφείλονται στη σημαντικά μεγαλύτερη κατά κεφαλή κατανάλωση νερού εκεί. Για τον προσδιορισμό της BOD μετράται ο ρυθμός απορρόφησης οξυγόνου από τους μικροοργανισμούς ενός δείγματος νερού σε θερμοκρασία 20ο C, σε ένα χρονικά διάστημα 5 ημερών και σε συνθήκες απόλυτου σκότους. • Εντομοκτόνα Β2. Φυσική αξιολόγηση • Θερμοκρασία • Ολικά αιωρούμενα στερεά (Total Suspended Solids, TSS): Η παράμετρος αυτή αναφέρεται στη βιβλιογραφία και ως μη διηθήσιμο υπόλοιπο (non-filterable residue, ή NFR). Ο δείκτης αυτός για ένα δείγμα νερού προσδιορίζεται περνώντας μια ποσότητα νερού γνωστού όγκου από το δείγμα διαμέσου ενός φίλτρου με γνωστή διάσταση πόρων. Μετά τη διέλευση του νερού, το φίλτρο πλένεται μέ απεσταγμένο νερό, ξηραίνεται και ζυγίζεται. Η αύξηση του βάρους του εκφράζει την ποσότητα των αιωρούμενων στερεών (με διάσταση μεγαλύτερη από το μέγεθος των πόρων) στο δείγμα και μετριέται συνήθως σε mg/L.

Εικόνα 27 Αριστερά: τρία πρότυπα διαλύματα θολότητας (από τα αριστερά προς τα δεξιά) 5, 50 και 500 NTU. Δεξιά: Θολότητα που προκαλείται από τις έντονες βροχοπτώσεις.

• Θολότητα: Η θολότητα του νερού προκαλείται από αιωρούμενα στερεά σωματίδια τα οποία δεν είναι γενικά ορατά στο γυμνό μάτι, 30


όπως για παράδειγμα τα μεμονωμένα σωματίδια καπνού στον αέρα. Το νερό μπορεί να περιέχει αιωρούμενα στερεά αποτελούμενα από σωματίδια πολλών διαφορετικών διαστάσεων. Κάποια από αυτά είναι αρκετά μεγάλα ώστε να πέσουν ως ίζημα αν το νερό αφεθεί ακίνητο για ικανό χρονικό διάστημα. Κάποια άλλα όμως είναι πολύ μικρά και είτε καθιζάνουν πολύ αργά είτε καθόλου. Αυτά τα τελευταία προκαλούν τη θολότητα στο νερό. Η θολότητα στα ανοικτά νερά οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν ενώ σε κλειστά νερά οφείλεται κυρίως σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες όπως λατομεία, δρόμοι, κατασκευές κλπ. Η θολότητα μετράται μέσω της εξεσθένισης μιας φωτεινής δέσμης κατά τη διέλευσή της μέσα από το υπό εξέταση δείγμα. Οι μονάδες στις οποίες μετράται ονομάζονται νεφελομετρικές μονάδες θολότητας (Nephelometric Turbidity Units ή για συντομία NTU). B3. Βιολογική αξιολόγηση Για την πρακτική αξιολόγηση της βιολογικής καταλληλότητας του νερού χρησιμοποιούνται πολλοί εμπειρικοί δείκτες. Ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος είναι ο δείκτης EPT, του οποίου το όνομα προέρχεται από τα αρχικά των τάξεων εντόμων Ephemeroptera (εφημερόπτερα), Plecoptera (πλεκόπτερα) και Trichoptera (τριχόπτερα). Έχει εμπειρικά βρεθεί ότι όσο πιο μεγάλο είναι το πλήθος των συγκεκριμένων εντόμων που ζουν κοντά σε ένα υδάτινο περιβάλλον, τόσο πιο καθαρό από άποψη βιολογικής καταλληλότητας είναι το νερό εκεί. Ένας σημαντικός παράγοντας στη διαδικασία του ελέγχου της ποιότητας του νερού είναι η σωστή δειγματοληψία. Η δειγματοληψία μπορεί να γίνει με διάφορες μεθόδους ανάλογα με την απαιτούμενη ακρίβεια και τη φύση των ρυπαντών. Πολλά γεγονότα ρύπανσης είναι πολύ στενά περιορισμένα στο χρόνο και είναι κυρίως σε άμεση εξάρτηση με τις βροχοπτώσεις. Για το λόγο αυτό, η απλή λήψη δείγματος σε μια τυχαία χρονική στιγμή είναι συχνά ανεπαρκής για την πλήρη ποσοτικοποίηση του επιπέδου της ρύπανσης. Για το λόγο αυτό, οι ειδικοί χρησιμοποιούν αυτόματες συσκευές δειγματοληψίας, οι οποίες λαμβάνουν δείγματα είτε ανά τακτά χρονικά διαστήματα είτε όταν υπάρχει μεγαλύτερη ροή. Η δειγματοληψία για τη βιολογική αξιολόγηση του νερού περιλαμβάνει επιπλέον και τη συλλογή οργανισμών (φυτά ή/και ζώα) από το νερό ή γύρω από αυτό. Οι οργανισμοί συλλέγονται είτε για μέτρηση του πληθυσμού τους, οπότε και επιστρέφονται στο περιβάλλον τους, είτε για μελέτη της τοξικότητας, οπότε μεταφέρονται και ανατέμνονται στο εργαστήριο.

31


Εικόνα 28 Περιβαλλοντικοί επιστήμονες προετοιμάζουν για χρήση αυτόματες συσκευές δειγματοληψίας νερού.

32


5.4 Πρότυπα και αναφορές ποιότητας νερού στην Ε.Ε. Η πολιτική της Ε.Ε. για το νερό κωδικοποιείται σε τρείς οδηγίες: Α. Στην οδηγία για τη διαχείριση των αστικών αποβλήτων (Urban Waste Water Treatment Directive, 91/271/EEC) της 21ης Μαΐου 1991. Β. Στην οδηγία για το πόσιμο νερό (Drinking Water Directive, 98/83/EC) της 3ης Νοεμβρίου 1998. Γ. Στην οδηγία για το πλαίσιο του νερού (Water Framework Directive, 2000/60/EC) της 23ης Οκτωβρίου 2000 η οποία αφορά τη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν τροποποιήσει τη νομοθεσία τους σε συμφωνία με τις παραπάνω οδηγίες. Ο οργάνωση του δημόσιου συστήματος παροχής ύδρευσης και αποχέτευσης δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ε.Ε. αλλά αποτελεί προνόμιο των κρατών-μελών. Η οδηγία για τη διαχείριση των αστικών αποβλήτων (Urban Waste Water Treatment Directive, 91/271/EEC) αφορά τη συλλογή, διαχείριση και απόρριψη των αστικών αποβλήτων καθώς και των υδάτινων αποβλήτων από κάποιες βιομηχανικές μονάδες. Στόχος της είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τις δυσμενείς επιπτώσεις της διάθεσης μη επεξεργασμένων αποβλήτων. Η οδηγία αυτή έθετε χρονοδιαγράμματα για τη δημιουργία μονάδων επεξεργασίας στους διάφορους οικισμούς των κρατών-μελών, με καταληκτικές ημερομηνίες ανάλογες με τον πληθυσμό των οικισμών. Η Ευρωπαϊκή επιτροπή δημοσίευσε το 2004 την τελευταία της αναφορά σχετικά με την υλοποίηση της οδηγίας αυτή. Στην αναφορά σημειώνεται ότι η κατάσταση στην Ε.Ε. είναι ακόμα μη ικανοποιητική, ότι καμμία από τις προθεσμίες δεν τηρήθηκε από όλα τα κράτη-μέλη και ότι μόνο η Αυστρία, η Δανία και η Γερμανία συμμορφώθηκαν πλήρως με την οδηγία αυτή. Επίσης σημειώνεται ότι η βιολογική ζήτηση οξυγόνου (BOD) στους ποταμούς μειώθηκε κατά ένα ποσοστό 20-30% ενώ άλλοι παράγοντες ρύπανσης, όπως τα νιτρικά, παραμένουν ακόμα σε υψηλό επίπεδο. Επιπλέον, ο ευτροφισμός στη Βαλτική θάλασσα, τη Βόρεια θάλασσα και ορισμένες περιοχές της Μεσογείου παραμένει ακόμα ένα σοβαρό πρόβλημα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οδηγία αυτή είναι η πιο ακριβή από όλες τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες για το περιβάλλον: μεταξύ του 1990 και του 2010 προβλέπεται να επενδυθούν 152 δισεκατομμύρια ευρώ στη διαχείριση των υδάτινων αποβλήτων. Η Ε.Ε. προσφέρει οικονομική υποστήριξη για την υλοποίηση της οδηγίας της τάξης των 5 δισεκατομμυρίων ευρώ το χρόνο.

Εικόνα 29 Στη φωτογραφία αυτή του ποταμού Niers (περιοχή βόρειου Ρήνου, Βεστφαλία, Γερμανία) του 1958 διακρίνεται η ρύπανση με τη μορφή αφρού στην επιφάνεια του ποταμού. Ήδη από τη δεκαετία του 50 ήταν εμφανείς οι οικολογικές συνέπειες του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος» της Γερμανίας.

33


Η οδηγία για το πόσιμο νερό (Drinking Water Directive, 98/83/EC) έχει σκοπό να προστατεύσει την ανθρώπινη υγεία θέτοντας πρότυπα με τα οποία το πόσιμο νερό πρέπει να συμμορφώνεται. Έχει ισχύ για όλα τα νερά που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση εκτός από τα φυσικά μεταλλικά νερά και να νερά που έχουν ιατρική χρήση. Σύμφωνα με την οδηγία, όλα τα κράτη-μέλη πρέπει να παρέχουν πόσιμο νερό το οποίο: (α) να μην περιέχει μικροοργανισμούς και παράσιτα η οποιαδήποτε άλλη ουσία που να αποτελεί απειλή για την ανθρώπινη υγεία (β) να πληρεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις (μικροβιολογικές και χημικές παράμετροι καθώς και παράμετροι σχετιζόμενες με τη ραδιενέργεια) που τίθεται από την οδηγία. (γ) Πρέπει επίσης τα κράτη μέλη να λάβουν κάθε δράση που απαιτείται για να εγγυηθούν την καθαρότητα του νερού που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση. Σε σύγκριση με την προηγούμενη ανάλογη οδηγία του 1980, ο αριθμός των παραμέτρων ποιότητας έχει μειωθεί, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να προσθέσουν δικές τους παραμέτρους όπως μαγνήσιο, ολική σκληρότητα, φαινόλες, ψευδάργυρος, φωσφορικά, ασβέστιο και χλώριο. Στην αναφορά που δημοσιεύθηκε πρόσφατα σχετικά με την οδηγία αυτή, τονίζεται καμμία χώρα της Ε.Ε. δεν κατάφερε να συμμορφωθεί πλήρως με την οδηγία, κυρίως λόγω της γεωλογίας του εδάφους της και της αγροτικής δραστηριότητας.

Εικόνα 30 Σχηματική αναπαράσταση της ρύπανσης του νερού σε παγκόσμια κλίμακα. Με κόκκινο σημειώνονται οι σοβαρά μολυσμένες περιοχές, με πορτοκαλί οι μολυσμένες περιοχές και με καφέ οι περιοχές που μολύνονται συχνά από τη διέλευση πλοίων. Οι κόκκινες γραμμές υποδηλώνουν τα σοβαρά μολυσμένα ποτάμια. Τα μαύρα τρίγωνα υποδηλώνουν ρύπανση από πετρελαιοειδή, αστικά και βιομηχανικά απόβλητα.

Σύμφωνα με την οδηγία οδηγία για το πλαίσιο του νερού (Water Framework Directive, 2000/60/EC), τα κράτη-μέλη πρέπει να ταυτοποιήσουν όλες τις λεκάνες απορροής των ποταμών που βρίσκονται μέσα στα σύνορά τους και να τις ταξινομήσουν σε περιοχές. Με καταληκτική ημερομηνία την 22 η Δεκεμβρίου 2003, πρέπει για κάθε περιοχή να έχει συσταθεί μία αρχή για την ανάλυση των χαρακτηριστικών αλλά και της οικονομικής χρήσης του νερού. Εννέα χρόνια μετά την έκδοση της οδηγίας, ένα σχέδιο διαχείρισης πρέπει να εκπονηθεί για κάθε περιοχή λεκανών αποροής. Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στα πλαίσια της διαχείρισης αυτής έχουν σκοπό: (α) να προστατεύσουν από τη φθορά, να εμπλουτίσουν και να επαναφέρουν στη φυσική τους κατάσταση τα επιφανειακά ύδατα.

34


(β) να προστατεύσουν με αντίστοιχο τρόπο τα υπόγεια ύδατα και να εξασφαλίσουν μια ισορροπία μεταξύ της άντλησης και της φυσικής ανανέωσής τους (γ) να διατηρήσουν τις προστατευόμενες περιοχές. Ως το 2010, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν θέσει σε εφαρμογή πολιτικές τιμολόγησης του νερού οι οποίες να δίνουν κίνητρα στους χρήστες για ορθολογική χρήση των υδάτινων πόρων. Το Μάρτιο του 2007, η Ε.Ε. δημοσίευσε την πρώτη αναφορά σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Στην αναφορά τονίζεται ότι αν και όλες οι χώρες έχουν μεταφέρει την οδηγία στα εθνικά τους δίκαια, σε πολλές περιπτώσεις αυτή η μεταφορά έχει γίνει με ανεπαρκή ή λανθασμένο τρόπο. Μόνο τρείς χώρες (Αυστία, Μάλτα και Πορτογαλία) έχουν, σύμφωνα με την αναφορά, μεταφέρει σωστά την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο. Επιπλέον, η αναφορά κάνει λόγο για σημαντικές καθυστερήσεις στην ανάλυση των χαρακτηριστικών των λεκανών αποροής των ποταμών. Η καθυστέρηση αυτή καθυστερεί την πρόοδο της εφαρμογής ολόκληρης της οδηγίας.

6. Αντιμετώπιση της ρύπανσης του νερού 6.1 Οικιακά απόβλητα Στις αστικές περιοχές, η επεξεργασία των οικιακών αποβλήτων γίνεται σε ειδικές κεντρικές μονάδες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρώπη, οι περισσότερες από αυτές τις μονάδες δοικούνται είτε από το κράτος είτε από την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι μονάδες αυτές είναι σχεδιασμένες ώστε να ελέγχουν τους συμβατικούς ρυπαντές: τη βιολογική ζήτηση οξυγόνου (BOD) και τα αιωρούμενα στερεά. Όταν οι μονάδες αυτές είναι σχεδιασμένες σωστά και λειτουργούν πλήρως (δευτερογενής τουλάχιστο επεξεργασία) μπορούν να αφαιρέσουν ως και το 90% των συμβατικών ρυπαντών. Κάποιες μονάδες μάλιστα έχουν ειδικά υποσυστήματα ώστε να αντιμετωπίζουν νιτρικά και παθογόνους μικροοργανισμούς. Οι περισσότερες από τις μονάδες δεν είναι σχεδιασμένες για την αντιμετώπιση των τοξικών ρυπαντών που προέρχονται από τα βιομηχανικά απόβλητα.

Εικόνα 31 Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας αστικών αποβλήτων στο Deer Island της Βοστώνης. Οι εγκαταστάσεις αυτές εξυπηρετούν την πόλη της Βοστώνης και τις γύρω περιοχές.

35


Στις πόλεις όπου υπάρχει υπερφόρτωση του αποχετευτικού συστήματος, με συνέπεια συνεχείς υπερχειλίσεις, χρησιμοποιούνται μία ή περισσότερες από τις παρακάτω λύσεις για την μείωση της ποσότητας των αποβλήτων: • Αύξηση της χωρητικότητας του συστήματος, ή δημιουργία παράλληλου συστήματος, για την αντιμετώπιση των νερών της βροχής. Η αύξηση της υδραυλικής χωρητικότητας του συστήματος είναι γενικά μια πολύ ακριβή λύση. • Επισκευή και αντικατάσταση των εγκαταστάσεων που είτε δε λειτουργούν σωστά είτε παρουσιάζουν διαρροές. Οι κατοικίες και οι επιχειρήσεις που δεν έχουν πρόσβαση στο αποχετευτικό σύστημα μπορεί να έχουν ένα βόθρο, ο οποίος διοχετεύει τα απόβλητα στο έδαφος. Εναλλακτικά, τα οικιακά απόβλητα μπορεί να στένονται σε ένα μικρό ιδιωτικό σύστημα επεξεργασίας τοπικής συνήθως κλίμακας. 6.2 Βιομηχανικά απόβλητα Κάποιες βιομηχανίες δημιουργούν απόβλητα τα οποία μπορούν να επεξεργαστούν από τις αστικές μονάδες επεξεργασίας. Οι βιομηχανίες όμως οι οποίες παράγουν απόβλητα με υψηλές συγκεντρώσεις συμβατικών ρυπαντών (πχ λάδι ή γράσσο), τοξικών ρυπαντών (πχ βαρέα μέταλλα, πτητικοί οργανικοί ρυπαντές) ή άλλων μη συμβατικών ρυπαντών (πχ αμμωνία) χρειάζονται ειδικά συστήματα επεξεργασίας. Κάποιες βιομηχανίες εγκαθιστούν μια μονάδα προεπεξεργασίας για την αφαίρεση των τοξικών αποβλήτων και στη συνέχεια διοχετεύουν τα μερικώς επεξεργασμένα απόβλητά τους στα αστικά συστήματα. Οι βιομηχανίες οι οποίες παράγουν πολύ μεγάλες ποσότητες αποβλήτων, έχουν τα δικά τους τοπικά πλήρη συστήματα επεξεργασίας. Η θερμική ρύπανση που προκαλείται από τις βιομηχανίες μπορεί να ελεγχθεί με τους ακόλουθους τρόπους: • Με την κατασκευή τεχνητών δεξαμενών γεμάτες με νερό που προορίζεται αποκλειστικά για την ψύξη των βιομηχανιών. Η θερμότητα που απορρίπτεται σε αυτές τις δεξαμενές μεταφέρεται στο περιβάλλον μέσω εξάτμισης, ακτινοβολίας και ρευμάτων. • Με την κατασκευή πύργων ψύξης που οδηγούν την επιπλέον θερμότητα στην ατμόσφαιρα μέσω κυρίως της εξάτμισης. • Με τη διοχέτευση της θερμότητας σε άλλες χρήσεις, όπως π.χ. για τη θέρμανση κατοικιών.

Εικόνα 32 Μονάδα προεπεξεργασίας σε βιομηχανία επεξεργασίας χαρτιού. Η μονάδα αυτή αφαιρεί από το νερό τα αιωρούμενα σωματίδια και τα λάδια.

36


6.3 Γεωργικά και κτηνοτροφικά απόβλητα Η παράσυρση χώματος από τα χωράφια μέσω των νερών της βροχής είναι η μεγαλύτερη πηγή ρύπανσης από αγροτικά απόβλητα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, γίνονται έργα στερέωσης και αποφυγής της διάβρωσης όπως καλλιέργεια σε πεζούλες και φύτευση ζωνών με δέντρα στις όχθες των ποταμών.

Εικόνα 33 Ζώνη με δέντρα στις όχθες ποταμού στην πολιτεία Αϊόβα των ΗΠΑ. Η ζώνη αυτή χρησιμεύει ως φράγμα και εμποδίζει τη ροή γεωργικών αποβλήτων από την καλλιεργήσιμη γη προς τον ποταμό.

Τα θρεπτικά συστατικά (άζωτο με τη μορφή νιτρικών και φώσφορος με τη μορφή φωσφορικών) εφαρμόζονται στην καλλιεργήσιμη γη με τη μορφή εμπορικών λιπασμάτων ή κοπριάς. Τα συστατικά μπορούν επίσης να εισέλθουν στην καλλιεργήσιμη γη μέσω απορροής υδάτων από απόβλητα βιομάζας, μέσω της άρδευσης, των ζωντανών οργανισμών και μέσω της απόθεσης από την ατμόσφαιρα (με τη βοήθεια αζωτοβακτηρίων ή των κεραυνών). Για τον περιορισμό της υπερβολικής περιεκτικότητας του χώματος σε θρεπτικά συστατικά μπορεί να εφαρμοστεί έλεγχος των αναγκών της γης σε θρεπτικά συστατικά. Για την αντιμετώπιση της ρύπανσης από το εντομοκτόνα, οι αγρότες μπορούν να χρησιμοποιήσουν την τεχνική της ολοκληρωμένης διαχείρισης εντόμων (Integrated Pest Management), η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο των πληθυσμών των εντόμων μέσω βιολογικών εντομοκτόνων. Η μέθοδος αυτή περιλαμβάνει μια ποικιλία πρακτικών για τη διαχείριση των εντόμων όπως φυσικές και μηχανικές παγίδες καθώς γενετική και βιολογική διαχείριση ώστε τα έντομα να μην εξαλείφονται πλήρως και οι πληθυσμοί τους να παραμένουν σε ένα ωφέλιμο επίπεδο. Οι φάρμες με πολλά ζώα ή πουλερικά δημιουργούν και αυτές σημαντικές ποσότητες αποβλήτων και υπάγονται σε όλο και αυστηρότερους κανονισμούς λειτουργίας. Τα απόβλητα των ζώων οδηγούνται σε ειδικές λίμνες πριν διατεθούν, κυρίως για τη λίπανση της καλλιεργήσιμης γης. Ένας συνήθης τρόπος επεξεργασίας των κτηνοτροφικών λυμάτων είναι η τοποθέτησή τους στις λεγόμενες αναερόβιες 37


λίμνες. Εκεί γίνεται η αποσύνθεσή τους με τη βοήθεια αναερόβιων βακτηρίων τα οποία υπάρχουν φυσικά στα κόπρανα των ζώων. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις, τα απόβλητα των ζώων αναμιγνύονται με υπολείμματα φυτών και κομποστοποιούνται σε υψηλή θερμοκρασία με τελικό προϊόν ένα βακτηριολογικά αποστειρωμένο προϊόν για τη λίπανση της καλλιεργήσιμης γης. 6.4 Ρύπανση από εργοτάξια Τα εργοτάξια προκαλούν ρύπανση καθώς δημιουργούν μεγάλες ποσότητες σκόνης και χώματος το οποίο παρασύρεται εύκολα από τα νερά της βροχής και μεταφέρεται από τόπο σε τόπο. Η ρύπανση από τα εργοτάξια μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εγκατάσταση: • ειδικών λεκανών στις οποίες αποτίθεται η σκόνη και το χώμα που παρασύρεται από τα νερά της βροχής. Η κλίση του εδάφους στην περίπτωση αυτή ρυθμίζεται κατάλληλα ώστε τα παρασυρόμενα υλικά να καταλήγουν κυρίως στη λεκάνη. • Ειδικών φρακτών από συνθετικό υλικό οι οποίοι εμποδίζουν τη διάβρωση. Τα εργοτάξια δημιουργούν επιπλέον τοξικά απόβλητα, όπως τα καύσιμα μηχανών, τα λιπαντικά μηχανών και το νερό που προέρχεται από την έκπλυση του τσιμέντου. Η ρύπανση που προκαλείται από τα απόβλητα αυτά μπορεί να αντιμετωπιστεί με την κατασκευή ειδικών δοχείων για τη συλλογή καυσίμων και λαδιών καθώς και ειδικών δεξαμενών για τη συγκράτηση των μολυσμένων υδάτων.

Εικόνα 34 Μέθοδοι για την αποφυγή της ρύπανσης από τα εργοτάξια. Στα αριστερά φαίνεται μια ειδική λεκάνη για τη συγκέντρωση των υλικών που παρασύρονται από τα νερά της βροχής, ενώ δεξιά φαίνεται ένα φράγμα συγκράτησης της διάβρωσης. Το φράγμα αποτελείται από ένα ειδικό συνθετικό υλικό το οποίο επιτρέπει στο νερό να περνά αλλά συγκρατεί τα υλικά που προέρχονται από τη διάβρωση.

6.5 Ρύπανση από νερό της βροχής σε αστικό περιβάλλον Το νερό της βροχής το οποίο ρέει μέσα στις πόλεις, παρασύρει πολλούς ρυπαντές από το έδαφος και αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα ρύπανσης, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Οι μέθοδοι που εφαρμόζονται για τον έλεγχο της ρύπανσης αυτής βασίζονται κυρίως τόσο στη μείωση της ταχύτητας και της ποσότητας της ροής του νερού όσο και στον περιορισμό της απόθεσης ρυπαντών στο έδαφος των πόλεων. Η καταπολέμηση της ρύπανσης αυτής γίνεται με στρατηγικές τόσο πρόληψης όσο και αντιμετώπισης. Οι στρατηγικές πρόληψης περιλαμβάνουν εγκατάσταση πράσινων στεγών καθώς και μεθόδους διαχείρισης του όγκου των χημικών που αποτίθενται στο έδαφος. Οι στρατηγικές αντιμετώπισης περιλαμβάνουν κυρίως την κατασκευή ειδικών λεκανών όπου το νερό αποτίθεται και είτε συγκρατείται εκεί, είτε 38


φιλτράρεται είτε και τα δύο. Οι τελευταίες αυτές στρατηγικές αντιμετωπίζουν και τη θερμική ρύπανση που προκαλείται όταν τα νερά της βροχής περνούν από το θερμό αστικό έδαφος.

7. Προβλήματα ρύπανσης στην Ελλάδα Η Ελλάδα, παρότι η βιομηχανία της είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με άλλες χώρες, παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα σημαντικά προβλήματα ρύπανσης. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε τα ακόλουθα: • ρύπανση του ποταμού Ασωπού Βοιωτίας και του υδροφόρου ορίζοντα από εξασθενές χρώμιο. • μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα με νιτρικά λόγω της υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων, • υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα λόγω υπεράντλησης και εισόδου θαλασσινού νερού σε αυτόν, • ρύπανση των παραλιών που βρίσκονται κοντά σε αστικά κέντρα ή μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες από κολοβακτηρίδια, • ρύπανση του εδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα από τις εκατοντάδες παράνομες χωματερές που λειτουργούν ανά τη χώρα, • ρύπανση της θάλασσας από τις πολυάριθμες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας που λειτουργούν κοντά στις ακτές, • εκτεταμένη καταστροφή ποταμών και ρεμάτων με τη ρίψη μπάζων αλλά και με ανεξέλεγκτες παράνομες αμμοληψίες, • υπερβολική έκλυση διοξειδίου του άνθρακα και άλλων τοξικών καταλοίπων από την καύση του λιθάνθρακα, • ανυπαρξία βιολογικού καθαρισμού σε πολλούς οικισμούς με αποτέλεσμα πολλοί ποταμοί να γίνται αποδέκτες ανεπεξέργαστων αστικών λυμάτων, • ανυπαρξία μονάδων επεξεργασίας αποβλήτων στις κτηνοτροφικές μονάδες με αποτέλεσμα τα απόβλητα να καταλήγουν ανεπεξέργαστα στις λίμνες, τις θάλασσες και τα ποτάμια (το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ήπειρο και τη Μακεδονία), • κλειστές θάλασσες, όπως ο Αμβρακικός κόλπος, τείνουν να μετατραπούν σε νεκρές ζώνες λόγω του ευτροφισμού. Κάποια από αυτά τα προβλήματα, τα μελετήσαμε εκτενέστερα και τα αναλύουμε στις επόμενες παραγράφους. Ένας χάρτης με κάποια από τα κυριότερα προβλήματα ρύπανσης ανά την Ελλάδα φαίνεται στην εικόνα 35. 7.1 Ρύπανση από εξασθενές χρώμιο: η περίπτωση του Ασωπού Σύμφωνα με στοιχεία του Υ.Π.Ε.ΧΩ.Δ.Ε. στον Ασωπό καταλήγουν τα απόβλητα από σαράντα μεγάλες και είκοσι μικρές βιομηχανίες μετάλλων, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή Οινοφύτων και Σχηματαρίου. Οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκουν πιο εύκολο και πιο φθηνό να ρίχνουν τα απόβλητα τους στο ποτάμι, από το να δημιουργήσουν συστήματα καθαρισμού. Αθροιστικά έχουν επιβληθεί πρόστιμα για τη ρύπανση των υδάτων του Ασωπού με χρώμιο, τα οποία υπερβαίνουν τις 500.000 ευρώ. Οι επιστημονικές μετρήσεις στα νερά του Ασωπού δείχνουν ότι χρόνο με το χρόνο οι συγκεντρώσεις χρωμίου αυξάνονται. Τυπικά, οι βιομηχανίες μετάλλων είναι υποχρεωμένες από το νόμο να διαθέτουν εγκαταστάσεις φυσικής και χημικής επεξεργασίας των αποβλήτων τους, κάτι που δεν γίνεται. Η περιβαλλοντική καταστροφή από την ανεξέλεγκτη ρίψη αποβλήτων στο ποτάμι είναι τεράστια. Τεράστιοι είναι και οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, για τους ανθρώπους

39


που καταναλώνουν το μολυσμένο νερό. Επιστημονικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι το εξασθενές χρώμιο απορροφάται από τη γαστρεντερική οδό και φθάνει σε πολλά όργανα του σώματος, προξενώντας σοβαρές βλάβες και καρκίνους. Ακόμη και η εισπνοή εξασθενούς χρωμίου προκαλεί την ανάπτυξη καρκίνου, κυρίως στους πνεύμονες. Οι μετρήσεις στα ύδατα του Ασωπού και ο εντοπισμός εξασθενούς χρωμίου έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου και οδήγησαν στη διακοπή χρήσης νερού για πόση σε πολλές περιοχές. Με δεδομένο ότι ο υδροφόρος ορίζοντας είναι ενιαίος, το πρόβλημα της ρύπανσης των υδάτων του Ασωπού αφορά τις νομαρχίες Βοιωτίας και Ανατολικής Αττικής και τους δήμους και κοινότητες Τανάγρας, Σχηματαρίου, Οινοφύτων, Αυλώνα, Συκάμινου και Ωρωπού. Η περίπτωση του Ασωπού αποτελεί δείγμα ακραίας αυθαιρεσίας σε βάρος της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος. Η ανάγκη για παρέμβαση της Πολιτείας, προκειμένου οι νόμοι να εφαρμοσθούν, επισημάνθηκε και ήδη έχει αρχίσει η λήψη μέτρων.

Εικόνα 35 Χάρτης της ρύπανσης στην Ελλάδα. Στο χάρτη είναι σημειωμένες κάποιες περιοχές με έντονη ρύπανση.

Το χρώμιο απαντάται στην Βιόσφαιρα (είναι το 7ο κατά σειρά στοιχείο στη Γη) σε διάφορες καταστάσεις οξειδώσεως με πιο σταθερές το τρισθενές χρώμιο Cr(lll) που είναι απαραίτητο ιχνοστοιχείο (για τη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης, πρωτεϊνών, και του λίπους), και το εξασθενές Cr(VI), το οποίο παράγεται κυρίως από βιομηχανικές διεργασίες. Και οι 2 μεταλλικές μορφές προκαλούν σοβαρές βλάβες στους ιστούς και στα όργανα των φυτικών οργανισμών, αν και σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. Το εξασθενές είναι περισσότερο τοξικό για τους ζωικούς οργανισμούς και αυτό επειδή το τρισθενές αθροίζεται στην κυτταρική μεμβράνη, ενώ το Cr(VI) περνά την κυτταρική μεμβράνη μέσω ανιοντικών θειικών διαύλων, διεισδύει στο κυτταρόπλασμα και αντιδρά αναγόμενο σχηματίζοντας ποικίλα ενδιάμεσα μόρια που είναι επιβλαβή για τα κυτταρικά οργανίδια και νουκλεϊκά οξέα.

40


Ο γενικός πληθυσμός εκτίθεται στο χρώμιο (βασικά στο Cr(lll) με την τροφή, το πόσιμο νερό και τον εισπνεόμενο αέρα που το περιέχει. Ο μέσος όρος ημερησίας προσλήψεως με την τροφή, το νερό και τον αέρα είναι 60μg, 2.0μg, και 0,3μg αντιστοίχως. Από την ελληνική ειδησεογραφία του παρελθόντος έτους, τη βεβαρημένη στο επίπεδο της αντίληψης του κινδύνου με τις ανεπίσημες καταγραφές από τον ιερέα των Οινοφύτων που ανεβάζουν τον αριθμό θανάτων από καρκίνο τα τελευταία 18 χρόνια από 6% σε 32%, τις μετρήσεις των επισήμων φορέων και τις επιστημονικές δημοσιεύσεις προκύπτει ότι, εκτός της βαριάς ρύπανσης του ποταμού Ασωπού από τα βιομηχανικά απόβλητα των παρακειμένων εργοστασίων και του ποσίμου ύδατος των γειτονικών περιοχών, το Cr(VI) έχει εισχωρήσει και εξαπλωθεί στον υδροφόρο ορίζοντα που εκτείνεται σε Βοιωτία και Ανατολική Απική . Επιπλέον δε του Cr(VI) στις ανωτέρω περιοχές και όχι μόνον, ανιχνεύθηκαν και άλλοι ρύποι όπως τα βαρέα μέταλλα -Zn, As, Pb, Ni, καθώς και νιτρικά ιόντα τα οποία υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να καταστούν καρκινογόνα. Ρύπανση των υδάτων δε, σημαίνει και ρύπανση των καλλιεργειών και τελικά των τροφίμων που καταναλώνουμε όλοι μας. Δυστυχώς το πρόβλημα του εξασθενούς χρωμίου στον ποταμό Ασωπό, επιβεβαιώνει την προς το χειρότερο τρωθείσα σχέση του Νεοέλληνα με τη Φύση, σε αντίθεση προς τον απέραντο σεβασμό που έτρεφαν προς αυτή οι προγονοί του, θεοποιώντας μάλιστα τα περισσότερα στοιχεία της. Η χρόνια αναπνευστική έκθεση του ανθρώπου στο Cr(VI) προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην αναπνευστική οδό με ρινίτιδες, ρινορραγίες, διάτρηση διαφράγματος, βρογχίτιδα, αναπνευστική δυσπραγία, πνευμονία, άσθμα, ρήξη τυμπάνου, οπτικές διαταραχές και καρκίνο της ρινός και του ιγμορείου.

Εικόνα 36 Η εξάπλωση του εξασθενούς χρωμίου στον υδροφόρο ορίζοντα της Βοιωτίας και της ανατολικής Αττικής.

Επιδημιολογικές μελέτες σε εργάτες έχουν δείξει καθαρά ότι το εισπνεόμενο Cr είναι καρκινογόνο και αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονος. • Μολονότι οι εκτεθέντες εργάτες υπέστησαν την επίδραση τόσο του Cr(lll) όσο και του Cr(lV), μόνο το Cr(VI) αποδείχθηκε καρκινογόνο σε μελέτες επι πειραματόζωων. Η ΕΡΑ (Environmental Protection Agency) έχει συμπεράνει ότι πρέπει να ταξινομηθεί στην ομάδα Α ως καρκινογόνο στον άνθρωπο.

41


Λόγω ελλείψεως δεδομένων (μέχρι τώρα) για καρκινογόνο δράση του Cr(lll) η ΕΡΑ ταξινόμησε το Cr(lll) στην ομάδα D.Ωστόσο η ΕΡΑ έχει δηλώσει ότι «η ταξινόμηση του Cr(VI) ως ενός γνωστού καρκινογόνου για τον άνθρωπο εγείρει κάποια ανησυχία για το καρκινογόνο δυναμικό του Cr(lll)». Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, εισπνοή Cr(VI) μπορεί να προκαλέσει καρκίνο πνεύμονος σε επαγγελματική έκθεση, εγέρθηκαν ερωτήματα κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος μετά από έκθ��ση στο πόσιμο ύδωρ Cr(VI) μέσω καταπόσεως, εισπνοής και δερματικής επαφής. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Pausten-bach et al 2003 (αποτελέσματα 9 μελετών) έκθεση σε Cr(VI) στο πόσιμο ύδωρ μέσω όλων των οδών προσλήψεως ή επαφής σε συγκεντρώσεις : 1) μέχρι 10mg/L (ppm) από το Γαστρεντερικό Σύστημα (ΓΕΣ). 2) μέχρι 10mg/L εισπνοή αερολύματος, 3) μέχρι 22mg/L δερματική επαφή (π.χ. με κολύμβηση) δεν υπερκαλύπτουν την αναγωγική ικανότητα του ΓΕΣ, δέρματος και αίματος ώστε να προκληθεί βλάβη οξεία ή χρονία.

Εικόνα 37 Εικόνα από δημοσίευμα της Καθημερινής για τον Ασωπό (25/1/2008). Στο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι η ρύπανση συντελείται για 40 σχεδόν χρόνια και ότι από το 2004 που οι πρώτοι έλεγχοι έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου τίποτα δεν έχει γίνει για την απορρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα.

Οι συγκεντρώσεις αυτές είναι πολύ υψηλότερες από το τρέχον μέγιστο ρυπογόνο επίπεδο των (ppb) της EPA των Ηνωμένων Πολιτειών. Tα συμπεράσματα αυτά είναι σε συμφωνία με εκείνα ομάδος εμπειρογνωμόνων στην Καλιφόρνια. Μελέτες Φαρμακοκινητικής σε υγιείς εθελοντές με λήψη από το ΓΕΣ 5 και 10 mg Cr(VI) στο πόσιμο ύδωρ είτε σε μία είτε σε επανειλημμένες δόσεις και μέτρηση της συγκεντρώσεως του στα ούρα, πλάσμα και ερυθρά αιμοσφαίρια απεκάλυψε ότι: στην εφάπαξ χορήγηση η αποβολή από τη νεφρική οδό ακολούθησε το ίδιο περίπου σχήμα για όλα τα άτομα με χρόνο ημιζωής 39 ώρες, ενώ στην επανειλημμένη χορήγηση του

42


Cr(VI), η ολική απέκκριση από τα ούρα, και η αιχμή συγκεντρώσεως στα ούρα και το αίμα των εθελοντών παρουσίασε σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. 'Ετσι στις ανωτέρω μελέτες βιοδιαθεσιμότητας του Cr(VI) διαπιστώθηκε ότι σχεδόν όλο το ποσό (99.7%) του κατα ποθέντος Cr(VI) 5-10 mg/L υπέστη αναγωγή σε οργανικές ενώσεις του Cr(lll) πρίν να εισέλθει στο αίμα. Τούτο σημαίνει ότι όταν το ποσό του Cr(VI)είναι λιγότερο από 10 mg/L και αναλόγως του ατόμου και του αναγωγικού του δυναμικού και εφεδρείας στο άνω ΓΕΣ και το αίμα θα μπορεί να εμποδίζει οιαδήποτε σημαντική συστηματική πρόσληψη Cr(VI) με το πόσιμο ύδωρ. Επειδή όμως τίποτα στην Ιατρική δεν είναι 100% σίγουρο, χρειάζεται επαγρύπνηση ώστε να προληφθούν τα χειρότερα υιοθετώντας τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης. Για επιβεβαίωση των τελευταίων φράσεων, μία πρόσφατη ανασκόπηση και επανεκτίμηση μελετών που ερεύνησαν την τοξικοκινητική, γενοτοξικότητα, και μηχανισμό καρκινο-γενέσεως του Cr(VI), καθώς και τις διαθέσιμες μελέτες καρκίνου στον άνθρωπο και τα πειραματόζωα που έδειξε ότι: α) ένα ποσοστό του από του στόματος χορηγηθέντος Cr(VI) απορροφάται και περνά στα κύτταρα ποικίλων ιστών προκαλώντας βλάβη του DNA. Στην μόνη διά βίου μελέτη σε ζώα με χορήγηση από του στόματος Cr(VI) έδειξε σημαντική αύξηση των όγκων του στομάχου. Στη μόνη επίσης διαθέσιμη μελέτη επί ανθρώπων που εξετέθησαν στο Cr(VI) διά του ποσίμου ύδατος παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση των όγκων του στομάχου.

Εικόνα 38 Φωτογραφία από κινητοποίηση κατοίκων στη Θήβα με αφορμή την παγκόσμια ημέρα του νερού (22/3/2008).

Επιπλέον μετα-ανάλυση επαγγελματικών μελετών (occupational studies) απεκάλυψε σημαντική αύξηση στον καρκίνο του στομάχου. Τα ανωτέρω δεδομένα εκτιμήθηκαν από τους Sedman et al (2006) California ERA , office of Environmental Health Hazard Assessment Oakland USA, οι οποίοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η μέσω του πεπτικού συστήματος έκθεση στο Cr(VI) φαίνεται να θέτει κίνδυνο καρκινογενέσεως. Η μελέτη αυτή ξεκίνησε από τη διαπίστωση ότι το 38% των δημοτικών πηγών του ποσίμου ύδατος στην Καλιφόρνια έχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα Cr(VI). Επιπρόσθετα μία άλλη σημαντική πληροφορία προέρχεται από δημοσίευση του 2007 στην έγκριτη ιατρική επιθεώρηση Carcinogenesis από τους Reynolds and Zhitkovich που δείχνει ότι η καλή μας βιταμίνη C παίζει διπό ρόλο όσον αφορά στην 43


τοξικότητα του Cr(VI). Προκαλεί μείωση της τοξικότητας όταν βρίσκεται εκτός του κυττάρου και ενίσχυση της όταν βρίσκεται εντός ακόμη και σε ελάχιστα ποσά ενδοκυττάριου Cr(VI). Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα και σε σύνδεση με τα δεδομένα της ρυπάνσεως των υδάτων της περιοχής Ασωπού και των επηρεαζόμενων υδροφόρων οριζόντων θα πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα τόσο εκ μέρους της Πολιτείας όσο και εκ μέρους της Επιστημονικής κοινότητας. Μερικά εξ αυτών θα ήταν: • συνεχείς μετρήσεις συγκεντρώσεως Cr(VI) στο νερό: πόσιμο και αρδευτικό. • μετρήσεις στο αίμα , ούρα και ερυθρά κατοίκων πασχόντων από καρκίνους ή νόσους που μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο φορτίο- έκθεση στο Cr(VI). Οι συγκεντρώσεις του Cr(VI) στα ερυθρά χρησιμεύουν ως ειδικοί βιο-δείκτες συστηματικής προσλήψεως Cr(VI) διότι το Cr(VI) συνδέεται μη αντιστρεπτά με την αιμοσφαιρίνη. • επειδή το Cr(VI) προκαλεί και δερματολογικές τοξικότητες (αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής και δερματικά έλκη) όπως μπορεί να συμβαίνει σε εργαζομένους με τσιμέντο (10-20 ppm) για χρόνια και της παρουσίας του εξασθενούς χρωμίου σε διάφορα καταναλωτικά προϊόντα όπως τα απορρυπαντικά, μερικοί ερευνητές συνιστούν μείωση της συγκεντρώσεως του σε λιγότερο από 5 ppm. • H ευθύνη για το Περιβάλλον είναι συλλογική, αλλά την ίδια στιγμή και επιμερισμένη, σε κάθε κοινωνικό εταίρο και ως ατομική ευθύνη στον καθένα και την καθεμία, ανάλογα με τον ρόλο και την θέση τους. Επομένως η με αυστηρότητα, σύστημα και διάρκεια εφαρμογή της Νομοθεσίας που προστατεύει το Περιβάλλον και ταυτοχρόνως τον Άνθρωπο είναι απαραίτητη. Το ανωτέρω πλαίσιο μπορεί να υποστηρίξει και να προαγάγει με τους κατάλληλους τρόπους και πόρους την αναθεώρηση προτεραιοτήτων και την αλλαγή νοοτροπίας ώστε να αντιστραφούν, εάν είναι δυνατόν, ήδη συντελεσθείσες βλάβες. 7.2 Ρύπανση από νιτρικά και υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια, δύο σοβαρά προβλήματα ρύπανσης συνήθως συνυπάρχουν: η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα από νιτρικά (κυρίως λόγω της υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων) αλλά και η υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην υπεράντληση υδάτων από τον υδροφόρο ορίζοντα (κυρίως για γεωργική χρήση) με συνέπεια το νερό της θάλασσας να εισέρχεται στον υδροφόρο ορίζοντα για αποκατάσταση της ισορροπίας πιέσεων. Με τον τρόπο αυτό, το νερό του υδροφόρου ορίζοντα καθίσταται ακατάλληλο για χρήση και οι περιοχές που αρδεύονται από αυτό κινδυνεύουν από ερημοποίηση. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο στις περιοχές της Αργολίδας, της Ξάνθης και της Ροδόπης. Τελευταία το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και στο Θεσσαλικό κάμπο, όπου η υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα έχει φτάσει ως την περιοχή της Κάρλας! Επιπλέον, ανεπανόρθωτες βλάβες στην ποιότητα των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων προκαλεί, σύμφωνα με τους ειδικούς, η απόρριψη αστικών και γεωργοβιομηχανικών αποβλήτων σε παλιά πηγάδια. Μετρήσεις του ΙΓΜΕ έχουν δείξει κατά το παρελθόν περιοχές με μολυσμένα υπόγεια νερά εξαιτίας τέτοιων πρακτικών, αλλά και λόγω γειτνίασης του υδροφόρου ορίζοντα με σκουπιδότοπους ή λατομεία, που επίσης χρησιμοποιούνται σε πολλές περιπτώσεις ως χωματερές. Στην περιοχή της Τροιζηνίας, απ΄όπου υδρεύεται κυρίως ο δήμος Μεθάνων, τα φαινόμενα της υφαλμύρωσης και της ρύπανσης από νιτρικά έχουν παρατηρηθεί ήδη από το 1974. Η νιτρορύπανση αποδίδεται στην αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και 44


φυτοφαρμάκων στις καλλιέργειες, ειδικά των ανθέων που καλύπτουν το 75% της ελληνικής αγοράς. Ολα δείχνουν ότι τον γνωστό «λουλουδοπόλεμο» των μπουζουκιών, στον οποίο καταλήγουν τα γαρίφαλα της Τροιζηνίας, τον πληρώνουν ακριβά οι κάτοικοι της περιοχής μας. Τον εφιάλτη συμπληρώνει η υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα που έχει επεκταθεί και καλύπτει το 1/3 των παράκτιων περιοχών, με αποτέλεσμα το νερό να μην είναι κατάλληλο ούτε για άρδευση. Το μέτωπο της υφαλμύρωσης, όπως φαίνεται και από την εικόνα 39 εκτείνεται ως εξής: • Από Βλαχέικα - Τσελεβίνια µέχρι τον Γαλατά επεκτείνεται έως 300 µέτρα από την ακτογραµµή. • Από Γαλατά έως το ακρωτήριο του Βιδίου από 200 έως 1000 µέτρα από την ακτογραµµή. • Από το Βίδι έως την περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου από 200 έως 300 µέτρα. • Άγιο Κωνσταντίνο έως την Ψήφτα, από 100 έως 500 µέτρα και από Ψήφτα έως Καλλονή από 100 έως 1000 µέτρα.

Εικόνα 39 Το μέτωπο της υφαλμύρωσης (κόκκινο) στην περιοχή της Τροιζηνίας. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από αφίσα σε εκδήλωση για τη συνδυαστική διαχείριση έργων υδροληψίας και τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων των αγροτικών περιοχών της Νομαρχίας Πειραιά, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο Απόλλων (Πειραιάς) τον Ιούνιο του 2008.

Το πρόβλημα δεν είναι νέο στην περιοχή, όμως οι τιμές από τις τελευταίες δειγματολειψίες, αιφνιδίασαν και τις αρμόδιες υπηρεσίες. Οι δήμαρχοι είναι ανάστατοι, ενώ η νομαρχία Πειραιά, καταστρώνει σωρεία σχεδίων-μελετών με τη βοήθεια της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων. Ολα όμως σκαλώνουν στην εφαρμογή, αφού οι σχετικές μελέτες είτε παραμένουν στα συρτάρια του ΥΠΕΧΩΔΕ, είτε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία η οποία διστάζει να εγκρίνει έργα σε μια πλούσια σε 45


ευρήματα περιοχή. Τα λιπάσματα που χρησιμοποιούνται στον κάμπο της Τροιζήνας (που καλύπτει έκταση 20.000 στρεμμάτων), όπως θειική και φωσφορική αμμωνία, μετατρέπονται όλα σε νιτρικά. Τοξικά επίσης είναι τα φυτοφάρμακα όπως το Furandan, Dursban,Thiodan, Gramozone και χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή τους. Δυστυχώς, πα��ά τις απαγορεύσεις της Ε.Ε. χρησιμοποιείται ακόμη και το βρωμιούχο μεθύλιο, που θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα αζωτούχα λιπάσματα είναι απαραίτητο να μειωθούν το λιγότερο μέχρι 30%, οι παραγωγοί πρέπει να ενημερωθούν και οι γεωπόνοι οφείλουν να ελέγχουν τις ποσότητες των φυτοφαρμάκων. Εξάλλου η υπεράντληση διαταράσσει την ισορροπία του υδροφόρου ορίζοντα, μειώνεται η ροή του γλυκού νερού και καταλήγουμε στην υφαλμύρωση που απειλεί την περιοχή με ερημοποίηση. Μέσα σε 20 χρόνια η αγωγιμότητα του νερού (περιεκτικότητα σε αλάτι) στα παράκτια του νομού έχει αυξηθεί από 800 μs/cm στα 1.300. Πάνω από 750 μs/cm κρίνεται ακατάλληλο για άρδευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο σε μία από τις γεωτρήσεις που ελέγχθηκαν βρέθηκε πως το νερό ήταν κάτω από τα επιτρεπόμενα όρια.

Εικόνα 40 Περιοχές με έντονη ρύπανση από νιτρικά. Σε όσες περιοχές είναι παραθαλάσσιες, η ρύπανση από νιτρικά συνήθως συνυπάρχει με την υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα.

Σύμφωνα με τον Αλ. Νικολόπουλο, διευθυντή της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων (εφημερίδα Ελευθεροτυπία 6/4/2009), το πρόβλημα θα αντιμετωπιζόταν ευκολότερα εάν δεν υπήρχαν τόσες γεωτρήσεις.Η καλύτερη λύση θα ήταν οι ομαδικές γεωτρήσεις. Επίσης θα είχαμε 70% εξοικονόμηση νερού εάν χρησιμοποιούσαμε ειδικές μεθόδους άρδευσης. Επιπλέον, τα φράγματα που συγκρατούν τα νερά των χειμάρρων θα αυξήσουν την ποσότητα νερού. Τρία χρόνια εκκρεμεί η άδεια γεώτρησης στο Λεμονοπερίβολο (ένα σημείο σε ορεινή περιοχή της Τροιζηνίας). Πέρυσι από το Γ' ΚΠΣ επιδοτήθηκε η περιοχή με 250.000 ευρώ και κατασκευάζονται ήδη 8 φράγματα, οι καθυστερήσεις όμως από την ΚΣΤ' εφορεία αρχαιοτήτων ήταν μεγάλη. Το κράτος δεν αντιμετωπίζει σωστά τη διαφύλαξη των υδάτινων πόρων. Την 1-1 - 2005 ψηφίστηκε νέος νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι νομαρχίες παρ' ότι γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες των περιοχών δεν θα συμμετέχουν στη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Ολα τα αναλαμβάνει μια νεοσύστατη υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ σε κεντρικό επίπεδο και η περιφέρεια σε περιφερειακό. Τη δεκαετία του '50 η περιοχή φημιζόταν για την ποιότητά του νερού της. Οι Αθηναίοι πήγαιναν στην Τροιζήνα και κουβαλάγανε νερό στις στάμνες. Τώρα ο δήμαρχός της Γιάννης Σαμπάνης υποχρεώνεται να προειδοποιήσει ότι οι εγκυμονούσες και τα παιδιά δεν πρέπει να

46


πίνουν νερό από τις γεωτρήσεις. Ο οικισμός της Τακτικούπολης αντιμετωπίζει πρόβλημα, σε αντίθεση με τον Γαλατά που το νερό είναι απαλλαγμένο από νιτρικά. Η λιμνοδεξαμενή του Καρατζά που θα έχει χωρητικότητα 438.000 κυβικά έπρεπε να είναι ήδη έτοιμη. Έχει κατατεθεί μελέτη στο ΥΠΕΧΩΔΕ, ο υφυπουργός την εκτίμησε θετικά αλλά ακόμη αναμένουμε. Τα ορεινά χωριά υδρεύονται αλλά και αρδεύονται με τις υδροφόρες πολλές φορές κάθε ημέρα. Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται τα αποτελέσματα της τελευταίας ανάλυσης του νερού των Μεθάνων. Από τον πίνακα φαίνεται ότι το νερό μας έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε άλατα (ολική σκληρότητα) ενώ βρίσκεται στα όρια του πόσιμου από άποψη νιτρικών.

7.2.1 Οι υδρολογικές λεκάνες της Τροιζηνίας 1. Η λεκάνη του Γαλατά εκτείνεται κατά µήκος της παραλιακής περιοχής, από την πόλη Γαλατά µέχρι τον όρµο του Βιδίου. Σχεδόν στο σύνολό της καλύπτεται από σχηµατισµούς του φλύσχη, δηλαδή συµπαγείς µάργες και ψαµµίτες., που είναι πετρώµατα αδιαπέρατα και στο εσωτερικό τους δεν σχηµατίζονται υδροφόροι ορίζοντες. Στην παραλιακή ζώνη και ιδιαίτερα κοντά στις κοίτες των χειµάρρων έχουν συσσωρευτεί προσχώσεις, δηλαδή υλικά που προέρχονται από την διάβρωση του φλύσχη. Στην περιοχή αυτή έχουν αναπτυχθεί υδροφόροι ορίζοντες και υπάρχουν µερικά πηγάδια και γεωτρήσεις που καλύπτουν τις τοπικές ανάγκες. Στην παραπάνω περιοχή, όπως και στις άλλες παράκτιες περιοχές της επαρχίας Τροιζηνίας, υπάρχει πρόβληµα υφαλµύρωσης λόγω διείσδυσης του θαλασσινού νερού στον παράκτιο υδροφόρο ορίζοντα, όπως µαρτυρούν παρατηρήσεις εµπειρογνωµόνων και αναλύσεις από το 1974 και µετά. Το φαινόµενο αυτό βρίσκεται σε ύφεση τα τελευταία χρόνια λόγω των απαγορευτικών – περιοριστικών µέτρων που είχε λάβει η Υπηρεσία µας µέχρι το 2005 και λόγω του περιορισµού των αντλήσεων και την εφαρµογή νέων καλλιεργητικών τεχνικών που είναι προσαρµοσµένες στις σύγχρονες ανάγκες της γεωργίας καθώς και εξαιτίας των αλλαγών των ειδών των καλλιεργειών. Η ευρύτερη περιοχή του Γαλατά έχει 2707 κατοίκους (απογραφή 2001) Η συνολική καλλιεργήσιµη έκταση στην περιοχή είναι 13.500 στρέµµατα.. Εξ΄ αυτών αρδεύονται τα 7.500 στρέµµατα Βάσει αυτών τεκµαίρεται ότι µία µεγάλη ποσότητα νερού αντλείται για την κάλυψη των αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών της περιοχής. 47


2. Η λεκάνη της Τροιζήνας Αυτή περιλαµβάνει την πεδινή περιοχή µεταξύ της λίµνης Ψήφτας και του όρµου του Βιδίου, και τις ηµιορεινές περιοχές γύρω από την πεδινή λεκάνη που βρίσκονται βόρεια και νότια αυτής, δηλαδή την Τακτικούπολη και την Τροιζήνα. Στην λεκάνη της Τροιζήνας, ισχύουν οι ίδιες παρατηρήσεις όπως και παραπάνω. Έχει δηλαδή παρατηρηθεί το ίδιο φαινόµενο υφαλµύρινσης, ελήφθησαν τα ίδια προστατευτικά µέτρα, πλην όµως η κατάσταση δεν παρουσιάζει βελτίωση καθώς εκτός από τις αντλούµενες ποσότητες που προορίζονται για την άρδευση συνεχίζεται η απόληψη µεγάλων ποσοτήτων νερού για την ύδρευση της νήσου Ύδρας, του Δήµου Μεθάνων, των Δ.Δ. Τροιζήνας, Τακτικούπολης, του Δήµου Πόρου και επιπλέον από τη διείσδυση της θάλασσας στο Ρέµα Κουµουνδούρου, λόγω υψοµετρικής διαφοράς. Στην ίδια περιοχή λόγω εφαρµογής δυναµικών καλλιεργειών παρατηρείται σηµειακή εµφάνιση νιτρικών και νιτρωδών αλάτων. Η περιοχή έχει συνολικό πληθυσµό 1.692 µόνιµους κατοίκους εκ΄ των οποίων οι 955 στην Τροιζήνα, και 737 στην Τακτικούπολη (απογραφή 2001). Σύµφωνα µε τις εγκεκριµένες µελέτες του ΥΠΑΑΤ (Κάρολου Μπεζέ 1999), αλλά και απόψεις άλλων γεωλόγων ερευνητών, το κεντρικό τµήµα της λεκάνης αυτής καλύπτεται από προσχώσεις των χειµάρρων. Μέσα στις προσχώσεις αυτές σχηµατίζεται ελεύθερος υδροφόρος ορίζοντας που εκφορτίζεται υπογείως προς τον όρµο του Βιδίου και προς την πλευρά της λίµνης Ψήφτας. Ο υδροφόρος ορίζοντας της Τροιζήνας τροφοδοτείται από λεκάνη έκτασης 50, 16 τετρ. χλµ. Εξ΄ αυτών τα 18,5 τετρ. χλµ. είναι πεδινή έκταση. Υδρολογικά η λεκάνη τροφοδοσίας αποτελείται από τις λεκάνες των κάτωθι χειμάρρων: Α) Διαβολογέφυρου Β) Κουμουνδούρου Γ) Κρύφτης Δ) Κωνσταντίνου Ε) Ψήφτας. Ο φυσικός εµπλουτισµός στην υπόψη λεκάνη γίνεται από την κατείσδυση του νερού των χειµάρρων στους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες.

Εικόνα 41 Εικόνες από τον κάμπο της Τροιζηνίας. Αριστερά: εφαρμοφή φυτοφαρμάκων σε καλλιέργειες. Στο κέντρο και δεξιά: τα τοξικά φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται εντατικά στην Τροιζηνία.

3. Η λεκάνη της Καλλονής που σχηµατίζεται στις εκβολές του Μεγάλου Ρέµατος, από προσχώσεις µικρού βάθους, οι οποίες έχουν σωρευτεί στις εκβολές του ποταµού. Είναι µια επιµήκης λεκάνη που εκτείνεται παράλληλα

48


στην ακτή, µήκους περίπου 2 χλµ και πλάτους 1 χλµ. Η λεκάνη απορροής του Μεγάλου Ρέµατος έχει έκταση περίπου 44,5 τετρ. χλµ. Στην περιφέρεια της λεκάνης, υπάρχουν αδιαπέρατοι σχηµατισµοί (φλύσχης), µε αποτέλεσµα ο υδροφόρος ορίζοντας να είναι κλειστός από όλες τις πλευρές και να επικοινωνεί µόνον µε την θάλασσα. Οι διηθήσεις από το Μεγάλο Ρέµα είναι συνάρτηση της ροής του Ποταµού. Η ετήσια απορροή είναι αρκετή για την αναπλήρωση της ποσότητας του νερού που αντλείται ετησίως από τα πηγάδια και τις γεωτρήσεις της περιοχής για την κάλυψη των ετησίων αναγκών σε νερό. Ακόµη είναι γνωστό ότι η τροφοδοσία του υδροφόρου ορίζοντα από τον ποταµό δεν επηρεάζει την αλατότητα στην παραλιακή ζώνη, και µόνον στο κέντρο της λεκάνης και κατά τους χειµερινούς µήνες µπορεί να παρατηρηθεί µείωση της αλατότητας σε µικρό ποσοστό. Κατά συνέπεια το νερό του υδροφόρου ορίζοντα της Καλλονής είναι καλής ποιότητας για άρδευση.

Εικόνα 42 Εικόνα από το φαράγγι του ποταμού Χρυσόροα (Διαβολογέφυρο).

4.

Η λεκάνη της Δρυόπης - Άνω Φαναρίου. Στην υπόψη περιοχή κατοικούν 1707 µόνιµοι κάτοικοι σύµφωνα µε την απογραφή του 2001. Συγκροτείται από ασβεστόλιθους που συναντώνται στις υψηλότερες περιοχές του Ασπροβουνίου και Μεγαλοβουνίου και οι οποίοι είναι επωθηµένοι πάνω στην οφιολιθική σειρά, από οφιόλιθους, ραδιολαρίτες και σχιστοκερατόλιθους. Εξαιτίας της γεωλογικής αυτής δοµής, η επαφή ασβεστολίθων – οφιολίθων είναι σε µεγάλο υψόµετρο µε κλίση προς την θάλασσα, µε αποτέλεσµα να µην αποθηκεύεται νερό στον καρστικό υδροφόρο ορίζοντα, αλλά να εκφορτίζεται στην θάλασσα. Η συνολική καλλιεργούµενη έκταση των δύο παραπάνω λεκανών είναι 23.014 στρέµµατα. Εξ΄ αυτών τα 6.270 στρέµµατα είναι αρδευόµενα. 5. Η λεκάνη του Καρατζά βρίσκεται ανατολικά του Ορθολιθίου και καταλαµβάνει την περιοχή που βρίσκεται προς τα δυτικά έως την Τραχειά. και Βοθίκιον. Οι µόνιµοι κάτοικοι του Καρατζά ανέρχονται σε 401 (απογραφή 2001). Η συνολική καλλιεργούµενη έκταση είναι 7575 49


στρέµµατα, εκ΄ των οποίων αρδεύονται τα 1210 στρέµµατα. Η περιοχή καλύπτεται από οφιόλιθους και ραδιολαρίτες. Από τις πραγµατοποιηθείσες διασκοπήσεις προέκυψε ότι υπάρχει ασβεστολιθικό υπόβαθρο σε βάθος 90 – 145 µέτρα, µε κλίση προς τα ανατολικά. Μεταξύ των τριαδικών και ανωκρητιδικών ασβεστολίθων παρεµβάλλεται τεκτονικώς ένα στρώµα οφιολίθων και σχιστοκερατολιθικής διάπλασης. Οι ασβεστόλιθοι που βρίσκονται κάτω από τους οφιολίθους έχουν υδρογεωλογικό ενδιαφέρον. 6. Η Λεκάνη του ρέµατος Μπινιάρα. Περιλαµβάνει τις νότιες υπώρειες του όρους Αδέρες και είναι δηµιούργηµα σταδιακών καταβυθίσεων λόγω συστήµατος ρηγµάτωσης µε γενική διεύθυνση Β¬Ν και Α¬Δ. Παρά την κάλυψη των ανθρακικών πετρωµάτων από τις φλυσχικές αποθέσεις, το ανάγλυφο των ανατολικών πρανών παραµένει απότοµο λόγω της έντονης ρηγµάτωσης. Γεωλογικά η ευρύτερη περιοχή δοµείται από φλυσχικούς Νεογενείς σχηµατισµούς καθώς και από Προνεογενείς σχηµατισµούς οι οποίοι αποτελούνται από τους Μεσοζωικούς ασβεστολίθους και την µικτή ηφαιστειακή σειρά του Ιουρασικού. Η Τεκτονική της περιοχής χαρακτηρίζεται από την έντονη ρηγµάτωση. Διαρρήξεις που είχαν γενική διεύθυνση Β¬Ν και Α¬Δ προκάλεσαν βαθµιδωτή καταβύθιση της περιοχής προς Ν. µε αποτέλεσµα την δηµιουργία απότοµου αναγλύφου. Οι νεότερες ορογενετικές και ηπειρογενετικές κινήσεις που έλαβαν χώρα κατά το τριτογενές και τεταρτογενές, είναι αυτές που διαµόρφωσαν την σηµερινή τελική µορφολογική εικόνα και έδωσαν τον οριστικό µορφογενετικό τύπο της περιοχής. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτουν τα κάτωθι συµπεράσµατα: Α) Στην περιοχή της λεκάνης της Καλλονής δεν υφίσταται πρόβληµα τόσο για την ποσότητα όσον και για την ποιότητα των υπόγειων υδροφόρων. Το νερό του συγκεκριµένου υδροφορέα είναι καλής ποιότητας, και επαρκές για την κάλυψη των αρδευτικών αναγκών της περιοχής. Β) Στην περιοχή της λεκάνης του Γαλατά η µεγάλη αύξηση του αριθµού των υδροληψιών και των αντλούµενων ποσοτήτων νερού, είχε σαν συνέπεια την διείσδυση του θαλασσινού νερού µέσα στον παράκτιο υδροφόρο ορίζοντα µε αποτέλεσµα την υφαλµύρυνση αυτού, φαινόµενο το οποίο σήµερα βρίσκεται σε ύφεση. Γ) Στην περιοχή της λεκάνης της Τροιζήνας από τα στοιχεία των γενοµένων µελετών προκύπτει ότι η ποσότητα του νερού που αντλείται και η ποσότητα νερού που χάνεται καθότι απορρέει στην θάλασσα, αθροιστικά, είναι µεγαλύτερη από την συνολική ποσότητα νερού που εισρέει στην υπόψη λεκάνη. Αποτέλεσµα αυτού είναι η ποσοτική και ποιοτική υποβάθµιση των υπόγειων υδροφόρων της περιοχής, λόγω ελλειµµατικού υδατικού ισοζυγίου. Λύση στο εν΄ λόγω πρόβληµα µπορεί να αποτελέσει ο τεχνητός εµπλουτισµός των υπόγειων υδροφορέων της περιοχής αυτής. Όπως προαναφέραµε φυσικός εµπλουτισµός γίνεται από την κατείσδυση του νερού των απορρεόντων χειµάρρων (Διαβολογέφυρου, Κουµουνδούρου, Κρύφτης, Αγ. Κωνσταντίνου, Ψήφτας), κατά την διάρκεια που το νερό αυτό διασχίζει τµήµα της πεδιάδας µέχρι να καταλήξει στην θάλασσα. Στις περιπτώσεις όµως πληµµυρικών φαινοµένων, µεγάλη ποσότητα νερού καταλήγει στην θάλασσα χωρίς να προλαβαίνει να κατεισδύει, και χάνεται ανεκµετάλλευτο. Έτσι καθίσταται αυτονόητη η αξία του τεχνητού εµπλουτισµού που προαναφέραµε δεδοµένου ότι:

50


(α) Αντιµετωπίζεται η εξάντληση του υπόγειου υδροφορέα που προκαλείται από την εντατική εκµετάλλευσή του. (β) δηµιουργούνται υπόγεια υδατικά αποθέµατα κατά τις βροχερές περιόδους, που θα αξιοποιηθούν σε περιόδους λειψυδρίας. (γ) Αντιµετωπίζεται το φαινόµενο της υφαλµύρωσης του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής. (δ) Παρεµποδίζεται πιθανή καθίζηση των εδαφών, η οποία είναι δυνατόν να προκληθεί από την υπεράντληση των υπόγειων υδροφόρων. (ε) Αποφυγή πληµµυρικών φαινοµένων. (στ) Αξιοποιούνται οι χειµερινές απορροές οι οποίες καταλήγουν στην θάλασσα καθότι δεν προλαβαίνουν να κατεισδύσουν. Για την υπόψη λεκάνη προτείνεται επίσης ο τεχνητός εµπλουτισµό της µε εισαγόµενα στην περιοχή επιφανειακά νερά από την περιοχή του Μεγάλου Ρέµατος, θέση η οποία προσφέρεται τεχνικά για κατασκευή µεγάλου φράγµατος συγκέντρωσης νερού, µε απώτερο σκοπό την µεταφορά του µε δίκτυο κατάλληλων αγωγών στην λεκάνη της Τροιζήνας. Συγκεκριµένα, το νερό που θα συγκεντρώνεται στο υπόψη φράγµα, θα διοχετεύεται µε αγωγούς σε λεκάνες κατείσδυσης που ήδη έχουν διαµορφωθεί, µε την κατασκευή µικρών φραγµάτων ανάσχεσης που έχουν κατασκευαστεί στους υπάρχοντες χειµάρρους, για την επίτευξη του εµπλουτισµού που προείπαµε. Λαµβάνοντας υπόψη την γεωλογία της περιοχής της Τροιζήνας, επιλέγουµε ως κατάλληλη µέθοδο για τον εµπλουτισµό της αυτήν µε λεκάνες κατείσδυσης. Για τον λόγο αυτό όπως και στο παρελθόν, προτείνεται ως λύση την κατασκευή και άλλων µικρών ανασχετικών φραγµάτων κατά µήκος των διερχόµενων χειµάρρων για την δηµιουργία και άλλων λεκανών κατείσδυσης που θα συντελέσουν στην αύξηση της ποσότητας του υπόγειου νερού. 7.2.2 Προτεινόμενες δράσεις για την περιοχή της Τροιζηνίας 1) Ανόρυξη νέων υδρευτικών γεωτρήσεων στον ορεινό όγκο της οροσειράς των Αδέρων και κατάργηση όλων των υδρευτικών γεωτρήσεων που λειτουργούν στον κάµπο της Τροιζήνας (Δ.Δ. Τροιζήνας, Άνω Φαναρίου - Κάτω Φαναρίου, Γαλατά), το νερό των οποίων είναι επιβαρυµένο µε νιτρικά και νιτρώδη άλατα, έχει υψηλή αγωγιµότητα. (Παρόλα αυτά εξακολουθούν να υδρεύονται από αυτό οι κάτοικοι των Δήµων Πόρου Τροιζήνας και Μεθάνων). Δηµιουργία δύο δεξαµενών συγκέντρωσης υδρευτικού νερού στον ορεινό όγκο των Αδέρων πλησίον των υπό ανόρυξη υδρευτικών γεωτρήσεων, διασύνδεση όλων των υδρευτικών δικτύων που λειτουργούν αυτή την στιγµή προς ύδρευση όλων των Δηµοτικών διαµερισµάτων της επαρχίας Τροιζηνίας και Μεθάνων, µε ελεύθερη ροή λόγω της εξασφαλισµένης υψοµετρικής διαφοράς. Για να υλοποιηθεί όµως αυτός ο τρόπος ύδρευσης προτείνουµε να δηµιουργηθεί διαδηµοτική Εταιρεία ύδρευσης της επαρχίας Τροιζηνίας και Μεθάνων, µε ευέλικτη νοµική µορφή. Το συνολικό κόστος για την γεωφυσική έρευνα στην οροσειρά των Αδέρων, την ανόρυξη των υδρευτικών γεωτρήσεων, την εκπόνηση των απαραίτητων περιβαλλοντικών µελετών, την κατασκευή δεξαµενών ύδρευσης και την σύνδεση µε τα δίκτυα ύδρευσης, εκτιµάται προσεγγιστικά σε 2.000.000 €. 2) Να χρησιµοποιηθούν κάποιες από τις Δηµοτικές υδρευτικές γεωτρήσεις του κάµπου που από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει ότι είναι πλέον ακατάλληλες για

51


τον σκοπό αυτό (καθότι έχουν αυξηµένα νιτρικά και νιτρώδη και υψηλή αγωγιµότητα), από τους ΤΟΕΒ Λεµονοδάσους και Λεµονοπεριβόλου, για την άρδευση αυτών και παράλληλα να χρησιµοποιηθούν οι έως σήµερα γεωτρήσεις των ΤΟΕΒ για την ύδρευση (αφού προηγουµένως συνδεθούν και µπούν στο πλέγµα της ύδρευσης.), λόγω της καλύτερης ποιότητας νερού που έχουν. Για την υλοποίηση των παραπάνω δύο προτάσεων είναι αναγκαία η έκδοση των σχετικών αδειών που θα είναι χρονοβόρος και όχι εύκολη διαδικασία λόγω του µεγάλου αριθµού των εµπλεκοµένων φορέων ( Δήµοι ΤΟΕΒ Περιφέρεια ), και της ανάγκης συµφωνίας των εν΄ λόγω φορέων. 3) Αλλαγή του τρόπου άρδευσης στους ΤΟΕΒ Λεµονοδάσους Πόρου (650 στρ.) και Λεµονοπεριβόλου Τροιζήνας (1200 στρ.) Ήτοι τοποθέτηση υδροµετρητών και καθιέρωση µεθόδου άρδευσης µε σταγόνες για την αποφυγή της σπατάλης του νερού. Τούτο θα επιτευχθεί υπό την προυπόθεση ότι και τα δύο αρδευτικά δίκτυα θα ανακαινιστούν και θα εκσυγχρονιστούν σε δίκτυα κλειστού τύπου που θα λειτουργούν υπό πίεση. ( Επέκταση του αρδευτικού δικτύου του Λεµονοδάσους και κατασκευή υπό πίεση δικτύου για την Λεµονοπερίβολο.) Η προβλεπόµενη συνολική δαπάνη ανακαίνισης του έργου, εκτιµάται σε 300.000 €. 4) Αποθάρρυνση της απόληψης νερού από την περιοχή της Τροιζήνας για την κάλυψη των υδρευτικών αναγκών της νήσου Ύδρας. 5) Εµπλουτισµός υπογείων υδροφόρων οριζόντων του Δήµου Τροιζήνας από τις απορροές του Διαβολογέφυρου κατά τους χειµερινούς µήνες. Για το σκοπό αυτό θα χρησιµοποιηθούν οι υπάρχουσες δεξαµενές άρδευσης, το υφιστάµενο δίκτυο σωλήνων Φ100 για άρδευση και οι υφιστάµενες µη λειτουργούσες υδροληψίες στις οποίες θα διοχετεύεται ποσότητα του προαναφερόµενου νερού προς επίτευξη του επιζητούµενου εµπλουτισµού. Η προβλεπόµενη δαπάνη της επέµβασης αυτής ανέρχεται σε 100.000 € 6) Δηµιουργία ανασχετικών φραγµάτων εµπλουτισµού υπογείων υδροφόρων οριζόντων στα ρέµατα Κρύφτης και Ψήφτας, συνολικής προβλεπόµενης δαπάνης περίπου 300.000 €, πέραν των ήδη δηµιουργηθέντων και λειτουργουσών ανασχετικών φραγµάτων στα ρέµατα «Φράντζη» και «Κουµουνδούρου» περιοχής Δήµου Τροιζήνας. 7) Δηµιουργία επιποτάµιας δεξαµενής στο «Μεγάλο Ρέµα» χωρητικότητας περί τα 2,5 - 3 εκατοµµύρια κυβ. µ. νερού, το οποίο θα χρησιµοποιηθεί για εµπλουτισµό των υπογείων υδροφόρων οριζόντων, για την άρδευση και λοιπές χρήσεις. Η προεκτιµώµενη δαπάνη κατασκευής του υπόψη φράγµατος ανέρχεται σε 7.000.000 €. 8) Κατασκευή φράγµατος στο ρέµα της Κεχαριτωµένης, ανάντη του ανασχετικού φράγµατος στο ρέµα «Κουµουνδούρου», για συγκέντρωση νερού προς σταδιακό εµπλουτισµό των υπογείων υδροφόρων οριζόντων, την άρδευση της περιοχής και λοιπές χρήσεις νερού κατά περίπτωση. Η συνολική δαπάνη του έργου εκτιµάται σε 4.500.000 €. 9) Κατασκευή ανασχετικών φραγµάτων εµπλουτισµού υπόγειων υδροφόρων στην περιοχή «Τσαρκί» Δήµου Τροιζήνας στα ρέµατα Αµυγδαλιά, Κωσταντινιά , Μπινιάρα, εκτιµώµενης συνολικής δαπάνης περί τα 1.000.000 €. 52


10) Κατασκευή επιποτάµιας δεξαµενής στο ρέµα «Μπινιάρα» προς άρδευση της ευρύτερης περιοχής και προς ύδρευση της νήσου Ύδρας εκτιµώµενης συνολικής δαπάνης 4.500.000 € 11) Ενθάρρυνση κατασκευής οµβριοδεξαµενών πλησίον των λειτουργούντων θερµοκηπίων και χρήση των οµβρίων υδάτων µετά από ανάδευση µε το νερό των γεωτρήσεων. 12) Προώθηση διαδικασιών σταδιακής µείωσης της ισχύος των ηλεκτροκινητήρων των χρησιµοποιουµένων αντλητικών συγκροτηµάτων, προς µείωση των αντλούµενων ποσοτήτων νερού. 13) Επικράτηση πνεύµατος χρήσης λιγότερης ποσότητας νερού σε περισσότερο χρόνο. 14) Να πιστέψουν οι παραγωγοί ότι «προσέχουµε και προσπαθούµε για να έχουµε». 15) Διευθέτηση του ρέµατος «Κουµουνδούρου» σε σηµείο πλησίον της εκβολής του, µε σκοπό την προστασία των παρακείµενων περιοχών από την όξυνση του φαινοµένου της υφαλµύρωσης που παρατηρείται λόγω της διείσδυσης του θαλασσινού νερού. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία από την Περιφέρεια Αττικής, για την υλοποίηση της κατασκευής εξωποτάµιας λιµνοδεξαµενής στην περιοχή Δ.Δ Καρατζά του Δήµου Τροιζήνας, προς κάλυψη αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών της περιοχής.

Εικόνα 43 Ιχθυοκαλλιέργειες στην ανατολική Κορινθία.

7.3 Ρύπανση από τις ιχθυοκαλλιέργειες Ένας σχετικά πρόσφατος παράγοντας ρύπανσης στις ελληνικές θάλασσες είναι οι ιχθυοκαλλιέργειες. Τα τελευταία χρόνια έχουν εγκατασταθεί εκατοντάδες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε περιοχές όπως η Κορινθία, η Φθιώτιδα (περιοχές Αταλάντης και Θεολόγου) η Αργολίδα (περιοχές Τολού, Δρεπάνου και Ασίνης), ο Αμβρακικός κόλπος, ο Αστακός Αιτωλοακαρνανίας, τα Μέθανα (περιοχές Στενό και 53


Κρασοπαναγιά) και ο Πόρος. Καθώς πολλές από αυτές τις περιοχές είναι τουριστικές ή περιοχές φυσικού κάλλους, υπάρχει έντονος προβληματισμός κατά πόσο η λειτουργία μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας, με όσα πλεονεκτήματα μπορεί τυχόν να προσφέρει, υποβαθμίζει το περιβάλλον και το τουριστικό «προϊόν» των εν λόγω περιοχών. Υπάρχει μια συνεχής ανησυχία σχετικά µε την επίδραση των υδατοκαλλιεργειών στο περιβάλλον. Η δραστηριότητα αυτή µπορεί να επηρεάσει το περιβάλλον τόσο µε τη φυσική παρουσία ποικίλων υποδοµών (συχνά ανταγωνιζόµενων µε άλλες χρήσεις) επιδρώντας στην αισθητική του χώρου όσο και µέσω των αλλαγών, οι οποίες µπορεί να προκληθούν στα φυσικά, χηµικά και βιολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, εξαιτίας των αιωρούµενων και των διαλυτών µεταβολιτών που απελευθερώνονται. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις περιλαµβάνουν διάχυση οργανικής ύλης, θρεπτικών και αντιβιοτικών στο περιβάλλον νερό και στο ίζηµα, επίδραση στην πανίδα του βυθού και στις φυτοπλαγκτονικές κοινωνίες και πιθανές επιπτώσεις σε αποθέµατα άγριων ψαριών, τέτοιες όπως γενετική αλληλεπίδραση και µεταφορά ασθενειών. Πιο αναλυτικά, οι ιχθυοκαλλιέργειες μπορούν να προκαλέσουν ρύπανση τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά με τους ακόλουθους τρόπους: • Τα ψάρια στις ιχθυοκαλλιέργειες τρέφονται με τροφές οι οποίες περιέχουν σε μεγάλο βαθμό ιχθυάλευρα. Επομένως οι ιχθυοκαλλιέργιες δεν προστατεύουν τα ψάρια της ανοικτής θάλασσας, καθώς ουσιαστικά τρέφονται από αυτά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι απαιτούνται πάνω από 22 κιλά ιχθυαλεύρου για να μεγαλώσουν έναν σολωμό ιχθυοκαλλιέργειας! • Όπως και σε κάθε περίπτωση εντατικής εκτροφής ζώων ή ψαριών, η συσσώρευση πολλών ψαριών στα κλουβιά, ευνοεί τη διάδοση ασθενειών. Η τακτική χορήγηση αντιβιοτικών στα ψάρια των ιχθυοτροφείων με την τροφή τους για να προστατεύονται από τις ασθένειες οδηγεί στη δημιουργία βακτηρίων ανθεκτικών στα αντιβιοτικά τα οποία συσσωρεύονται σε ιζήματα κάτω από τα κλουβιά. Αυτά τα βακτήρια μπορούν αποδειχθούν επικίνδυνα τόσο για τους καταναλωτές όσο και για το οικοσύστημα όπου τοποθετούνται αυτά τα κλουβιά. • Ένα συνηθισμένο ιχθυοτροφείο δυναμικότητας 200.000 ψαριών παράγει περίπου την ίδια ποσότητα περιττωμάτων όση και μία πόλη 62.000 ανθρώπων. Η απόρριψη αυτού του βλαβερού μίγματος στο νερό που βρίσκεται γύρω από τα ιχθυοτροφεία απειλεί άμεσα την επιβίωση των μικρότερων ειδών ψαριών, τα αρπακτικά πουλιά που τρέφονται από αυτά καθώς και το μέλλον των αειφόρων μεθόδων αλιείας αλλά και των κοινωνιών που εξαρτώνται από τις καθαρές και υγιείς θάλασσες. • Οργανική ρύπανση που επέρχεται λόγω του γεγονότος ότι σημαντικές ποσότητες οργανικών ουσιών που προέρχονται κυρίως από τα παραπροϊόντα του μεταβολισμού των ψαριών και τα υπολείμματα της ασύλληπτης τροφής καταβυθίζονται στο υποκείμενο ίζημα και το μετατρέπουν γρήγορα σε ένα ανοξικό και αφιλόξενο περιβάλλον. Η συσσώρευση του οργανικού φορτίου στο ίζημα των ιχθυοκαλλιεργειών αποτελεί έναν μείζονα φορέα ρύπανσης με άμεσες συνέπειες στην ποιότητα της υπερκείμενης στήλης νερού και στην υγεία των εκτρεφομένων ψαριών. Η παράσυρση του ιζήματος αυτού από τυχόν ρεύματα δημιουργεί θολότητα στο νερό σε μεγάλες αποστάσεις από τις ιχθυοκαλλιεργητικές μονάδες. Σύμφωνα με πολλές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν κυρίως στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας πρωτευόντως στη Βόρεια Θάλασσα και τελευταία και στη Μεσόγειο, η επιβάρυνση των οικοσυστημάτων προκαλεί μείωση τόσο στην βιοποικιλότητα όσο και στην βιομάζα των οργανισμών. Η μείωση αυτή 54


παρουσιάζεται ως βαθμίδα αφθονίας και ποικιλότητας έχοντας τις μικρότερες τιμές κοντά στους κλωβούς πάχυνσης ενώ σταδιακά οι τιμές αυξάνονται όσο απομακρυνόμαστε από αυτούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να παρερμηνεύεται η σχέση ποικιλότητας, αφθονίας και βιομάζας μια και στα περιβάλλοντα με κινητό ίζημα είναι δυνατόν να καταγραφούν σε μία περιοχή υψηλές τιμές βιομάζας και ταυτόχρονα μικρή ποικιλότητα. Το γεγονός αυτό καταμαρτυρά την ευκαιριακή πληθυσμιακή έκρηξη των ανθεκτικών ειδών οργανισμών στην οργανική ρύπανση (π.χ. Πολύχαιτοι Δακτυλιοσκώληκες) εξωθώντας την βιομάζα σε υψηλές τιμές και ταυτόχρονα μειώνοντας την ποικιλότητα. Σε γενικές γραμμές, το συνολικό πρότυπο χωροχρονικής κατανομής της επιβάρυνσης των ιζημάτων των ιχθυοκαλλιεργειών σε μια περιοχή με ανάλογη δραστηριότητα, ακολουθεί το γενικό πρότυπο ρύπανσης προερχομένης από οργανικό φορτίο ενώ αντίστοιχη είναι και η ζώνωση, έτσι διακρίνονται οι παρακάτω ζώνες: 1η Ζώνη: έχει έκταση από 0 έως 5m περιμετρικά από τους κλωβούς. Αποτελεί περιοχή υψηλής επιβάρυνσης ενώ μπορεί να είναι αζωική ή να κυριαρχείται από ευκαιριακούς οργανισμούς ανθεκτικούς στην ρύπανση 2η Ζώνη: 5 έως 25 m περιμετρικά από τους κλωβούς και η έκταση της μεταβάλλεται εποχικά. Περιοχή μέτριας επιβάρυνσης Περισσότεροι οργανισμοί 3η Ζώνη: 25 έως 50 m. Χαμηλή επιβάρυνση και αύξηση της βιοποικιλότητας 4η Ζώνη: 50 έως 200 m. Εποχική και κατά περίπτωση χαμηλή επιβάρυνση. Ανάκαμψη βιοποικιλότητας στα φυσιολογικά για την περιοχή επίπεδα. Τέλος, σημειώνεται η εποχική διακύμανση της επιβάρυνσης των συγκεκριμένων ιζημάτων, γεγονός που τους προσδίδει μια ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία. Πιο συγκεκριμένα η μέγιστη επιβάρυνση καταγράφεται το καλοκαίρι ενώ περίοδο ανάκαμψης αποτελεί ο χειμώνας που χαρακτηρίζεται από την μικρότερη επιβάρυνση.

Εικόνα 44 Το φύκος Posidonia Oceanica δημιουργεί υποθαλάσσια λιβάδια και σε πολλές περιπτώσεις καλύπτει πλήρως το βυθό.

Από μετρήσεις που έγιναν, από τα Ινστιτούτα Θαλασσίων Ερευνών στη Γερμανία και στην Τουρκία, βρέθηκε ότι στο ίζημα των ιχθυοκαλλιεργειών ευδοκιμεί το 55


φύκος Collerpe Assemosa το οποίο εκκρίνει τοξικό υγρό που σκοτώνει κάθε ζωντανό οργανισμό γύρω από αυτό. Επίσης, καταστρέφει το φύκος Ποσειδωνία, το οποίο φιλτράρει το νερό από βλαβερές ουσίες όπως υδράργυρο, μόλυβδο και κάδμιο, και το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως προστατευόμενο είδος από την Ε.Ε. (Λιβάδια Ποσειδωνία, περιοχές Natura). • Οι ιχθυοκαλλιέργειες προκαλούν επίσης και μακροσκοπική ρύπανση στη θάλασσα με τις σακούλες και τα φελιζόλ στα οποία τοποθετούν τα ψάρια. Τα υλικά αυτά τα παρασύρει ο αέρας μέσα στη θάλασσα και στη συνέχεια βγαίνουν στις ακτές. • Οι ιχθυοκαλλιέργειες υποβαθμίζουν και το παράκτιο περιβάλλον, καθώς οι ιχθυοκαλλιεργητές καταλαμβάνουν αυθαίρετα μεγάλα τμήματα των ακτών χτίζοντας καλύβες (ή και ολόκληρα οικήματα σε κάποιες περιπτώσεις) γύρω από τις οποίες αποθέτουν πολλά άχρηστα αντικείμενα, τα οποία αποτελούν εστία μόλυνσης. Για την πρόβλεψη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ιχθυοκαλλιεργειών, έχουν αναπτυχθεί από ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερικού ειδικά προγράμματα τα οποία προσομοιώνουν με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή τις συνθήκες λειτουργίας μιας ιχθυοκαλλιέργειας και μπορούν να προβλέψουν τις επιπτώσεις της. Οι επιπτώσεις αυτές μετρώνται με ποσοτικές παραμέτρους όπως η ροή αποτιθέμενων στερεών, η συνολική απόθεση στερεών, οι μακροβενθικοί δείκτες (όπως αριθμός ειδών, αφθονία, βιομάζα κλπ) και η εναπόθεση ενεργών συστατικών στην περίπτωση της χρήσης φαρμακευτικών σκευασμάτων. Τα δύο πλέον χρησιμοποιούμενα τέτοια προγράμματα είναι το DEPOMOD και το MERAMOD. Ειδικά το τελευταίο έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι καταλληλότερο για τις περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στη Μεσόγειο. Τα αποτελέσματα μπορούν να απεικονιστούν σε τρισδιάστατες αναπαραστάσεις, όπως αυτή του σχήματος 45.

Εικόνα 45 Τρισδιάστατη αναπαράσταση αποτελεσμάτων που έχουν εξαχθεί με το πρόγραμμα MERAMOD.

56


Τα υπολογιστικά αυτά μοντέλα, αν και προς το παρόν παρουσιάζουν κάποια μειονεκτήματα, συνεχίζουν να αναπτύσσονται με σκοπό να αποτελέσουν ένα σημαντικό εργαλείο που θα επιτρέψει τη σωστή χωροθέτηση των ιχθυοκαλλιεργειών. Τα μειονεκτήματα των υπολογι��τικών μοντέλων είναι: • αδυναμία να υπολογίσουν τις διακυμάνσεις των υδροδυναμικών συνθηκών στο χώρο και το χρόνο, • αποκλεισμός των επιδράσεων στον παράκτιο χώρο από άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες, • αδυναμία να υπολογίσουν αθροιστικές επιδράσεις καθώς τα οικοσυστήματα λειτουργούν με μη γραμμικό τρόπο, • υπόκεινται σε περιορισμούς λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας στοιχείων. Τα μοντέλα αυτά δε χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα για τους ακόλουθους κυρίως λόγους: • έλλειψη στοιχείων (ρεύματα, βαθυμετρία, φυσικοχημικά και βιολογικά δεδομένα), • απουσία περιβαλλοντικών κριτηρίων στην ελληνική νομοθεσία για τις ιχθυοκαλλιέργειες, • υψηλό κόστος περιβαλλοντικών μετρήσεων, • απουσία ποιοτικού έλεγχου στις μελέτες αξιολόγησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Εικόνα 46 Με κόκκινο σημειώνονται οι ιχθυοκαλλιεργητικές μονάδες στις οποίες διαπιστώθηκαν από τη νομαρχία Πειραιά παραβάσεις των περιβαλλοντικών όρων λειτουργία του. Στις μονάδες αυτές επιβλήθηκαν το 2008 πρόστιμα συνολικής αξίας 245.000 ευρώ.

57


8. Απολογισμός και συμπεράσματα Στην εργασία αυτή αποτυπώνονται οι μελέτες της περιβαλλοντικής μας ομάδας σχετικά με τη ρύπανση των νερών. Η επιλογή του θέματος αυτού οφείλεται κυρίως στην έντονη δημοσιότητα που έλαβε το ζήτημα του Ασωπού τους τελευταίους μήνες καθώς και στους προβληματισμούς που αναπτύσσονται στην περιοχή μας τόσο σε σχέση με τη συνεχώς υποβαθμιζόμενη ποιότητα του πόσιμου νερού όσο και σε σχέση με τις ιχθυοκαλλιέργιες. Για το τελευταίο ζήτημα μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στις 4/10/2008 ημερίδα στον Πόρο με θέμα την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος, πραγματοποιήσαμε βιβλιογραφική έρευνα χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό το διαδίκτυο, ενώ σε μικρότερο βαθμό χρησιμοποιήσαμε άρθρα από τον ημερήσιο τύπο καθώς και κάποιες επιστημονικές εργασίες. Η συνολική έρευνα χωρίστηκε σε επιμέρους τμήματα, το οποία οι μαθητές ανέλαβαν να μελετήσουν, είτε ατομικά είτε σε ζευγάρια. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στην τάξη και στη συνέχεια έγινε σύνθεση με τη μορφή ανοικτών συζητήσεων ώστε να επιλεγεί το υλικό που θα περιληφθεί στην εργασία. Παρά το μεγάλο πλήθος δημοσιευμάτων και πηγών στο διαδίκτυο για πολλά προβλήματα ρύπανσης, επιλέξαμε να μελετήσουμε εκτενώς τα προβλήματα εκείνα που είτε βρίσκονται στην αιχμή της επικαιρότητας (εξασθενές χρώμιο στην περιοχή του Ασωπού) είτε παρουσιάζουν ιδιαίτερο τοπικό ενδιαφέρον (ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα, ιχθυοκαλλιέργειες). Στις συζητήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του προγράμματος, αποκτήσαμε σημαντικές γνώσεις τόσο για τα συγκεκριμένα περιβαλλοντικά προβλήματα όσο και για τη φύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων γενικότερα: το περιβάλλον είναι ένα μη γραμμικό σύστημα με πολλούς βαθμούς ελευθερίας και πολλαπλές και πολύπλοκες εξαρτήσεις μεταξύ των μερών του. Κανένα περιβαλλοντικό πρόβλημα δεν εκδηλώνεται μόνο του, και συνήθως οι επιπτώσεις του δε μπορεί να είναι άμεσα προβλέψιμες. Κατανοήσαμε επίσης το πόσο σημαντική είναι η ευθύνη του καθενός μας αλλά και πόσο αναντικατάστατος είναι ο κεντρικός σχεδιασμός και η χάραξη περιβαλλοντικών πολιτικών που θα μπορέσουν να οδηγήσουν τη χώρα μας στο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης.

58


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Στη συγγραφή της εργασίας αυτής χρησιμοποιήσαμε τις ακόλουθες πηγές: 1. την ελεύθερη ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia (http://www.wikipedia.org) και συγκεκριμένα τα ακόλουθα άρθρα i. Water Pollution (http://en.wikipedia.org/wiki/Water_pollution ) ii. Thermal Pollution (http://en.wikipedia.org/wiki/Thermal_pollution) iii. Water Quality (http://en.wikipedia.org/wiki/Water_quality ) iv. Environmental Chemistry (http://en.wikipedia.org/wiki/Environmental_chemistry ) v. Bacteriological Water Analysis (http://en.wikipedia.org/wiki/Bacteriological_water_analysis ) vi. Sewage Treatment (http://en.wikipedia.org/wiki/Sewage_treatment ) vii. Industrial Wastewater Treatment (http://en.wikipedia.org/wiki/Industrial_wastewater_treatment ) viii. Riparian Buffer (http://en.wikipedia.org/wiki/Riparian_buffer ) ix. Integrated pest management (http://en.wikipedia.org/wiki/Integrated_Pest_Management ) x. Silt fence (http://en.wikipedia.org/wiki/Silt_fence ) xi. Fish farming (http://en.wikipedia.org/wiki/Fish_farming ) 2. τον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο και συγκεκριμένα τα ακόλουθα φύλλα i. Ελευθεροτυπία, φύλλο 6/4/2009 ii. Τα Νέα, φύλλο 9/6/2009 iii. Καθημερινή, φύλλα 12/11/2005 και 25/1/2008 iv. Ναυτεμπορική, φύλλο 7/11/2008 3. τις ιστοσελίδες i. http://mymethana.blogspot.com ii. http://utopia.duth.gr/~ap5669/ iii. http://www.water-pollution.org.uk/ iv. http://www.epa.gov/ebtpages/watewaterpollution.html v. http://www.umich.edu/~gs265/society/waterpollution.htm vi. http://www.ambio.gr/files/PRESENTATION%20STEREA %20ELLADA.pdf 4. το φύλλο της 1/4/2008 της εφημερίδας «Καποδιστριακό» που εκδίδεται από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο φύλλο αυτό περιλαμβάνεται αφιέρωμα στην περίπτωση του Ασωπού. 5. την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νερό (http://ec.europa.eu/environment/water/index_en.htm ) 6. τις σημειώσεις του μαθήματος «Βενθικά Οικοσυστήματα», του Πανεπιστημίου Αιγαίου (τμήμα Επιστημών της Θάλασσας), διδάσκων Δ. Κουτσούμπας. 7. την ιστοσελίδα του ΠΑΚΟΕ (Πανελλήνιο Κέντρο Οικολογικών Ερευνών) όπου περιέχεται πληθώρα άθρων για προβλήματα ρύπανσης ανά την Ελλάδα. (http://www.pakoe.gr )

59


Περιβαλλοντική 2008-2009