Page 1

1

ΗΛΙΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

ΤΟ ΘΑΥΜΑ Η Αλήθεια και οι Πλάνες

Αθήνα 2001


2

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Το θέμα αυτού του βιβλίου είναι από τα πιο ‘’ευαίσθητα’’ της πίστης μας. Γι’ αυτό όποιος επιχειρήσει να το ψηλαφήσει κινδυνεύει να ‘’τσουρουφλιστεί’’. Μπορεί όμως και ν’ ανάψει φωτιά και να κάψει όλα τα φλέσουρα (φρύγανα) και τη σαβούρα που το κουκούλωσε ανά τους αιώνες. Κι όμως τα πράγματα δεν ήταν « απ’ αρχής» έτσι. Ούτε μόνο του σώρευσε πάνω του ό,τι σήμερα κουβαλάει. Κάποιοι ευθύνονται γι’ αυτό. Κι είναι πολλοί αυτοί. Πρώτοι και καλύτεροι εκείνοι που όφειλαν, είχαν χρέος, λόγω ιδιότητας κι αποστολής και γνώσης, να το κρατήσουν καθαρό, και δεν το έκαμαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς (ή προερχόμενοι απ’ αυτούς) υπάρχουν και κείνοι που σκόπιμα το λέρωσαν ή το άφησαν να λερωθεί και να ξεστρατίσει σε “οδούς πλάνης”, γιατί έτσι τους βόλευε, έτσι τους συνέφερε (και τους συμφέρει). Γιατί μόνο έτσι μπορούν να έχουν μια αστείρευτη χρυσοφόρο πηγή. Φταίνε κι όλοι οι άλλοι, εμείς τα πλήθη των πιστών ανά τους αιώνες, γιατί μερικά ψέματα μας νανουρίζουν, ευφραίνουν τ’ αφτιά μας (Β΄ Τιμ. δ’ 3), κάνουν τον ύπνο της πλάνης μας γλυκό νιώθουμε ανακούφιση με τις ελπίδες, ακόμα και τις ψεύτικες. Γιατί δεν αντέχουμε –δε θέλουμε πες καλύτερα- ν’ ακούσουμε την καθαρή αλήθεια. Τρομάζουμε στη σκέψη ότι κάποιο απ’ αυτά που πιστεύουμε μπορεί να ‘ναι χτισμένο πάνω στην άμμο, με χόρτα και λάσπη, και γι’ αυτό πρέπει να γκρεμιστεί ή να επισκευαστεί, να σκάψουμε και να βρούμε το βραχώδες έδαφος της αλήθειας. Είναι δίχως άλλο οδυνηρές αυτού του είδους οι κατεδαφίσεις. Προκαλούν πληγές στην ψυχή την ανέτοιμη, βέβαια, κι απολιθωμένη ψυχή. Τις ψυχές όμως κάποιοι τις φτιάχνουν έτσι ή τις βοηθούν να γίνουν τέτοιες. Γιατί απλούστατα δεν τις ποτίζουν με το “ζων” και κρυστάλλινο “ύδωρ” της αλήθειας, αλλά με τ’ απόνερά της.


3

Κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις είναι επόμενο κάθε προσπάθεια ουσιαστικής προσέγγισης και συνολικής θεώρησης του θέματος “θαύμα”, όπως αυτό διαμορφώθηκε στη σύγχρονη πραγματικότητα, ισοδυναμεί με τόλμημα. Δεν μπορεί ,όμως, να μην υπάρχουν και ψύχραιμοι αναγνώστες, αυτοί που αντέχουν να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα και να την αποδεχτούνε, όποια κι αν είναι.΄Όχι φυσικά το ψέμα που παρουσιάζεται σαν αλήθεια. Αν τέτοιο είναι τούτο το βιβλίο, ζητώ από τώρα ν’ απορριφτεί. Γιατί πρόθεσή μου δεν είναι να προσθέσω ένα ακόμα ψέμα στα τόσα άλλα. Εάν επρόκειτο ο αναγνώστης να βρει σ’ αυτό το βιβλίο ό,τι περιμένει, δεν υπήρχε λόγος να γραφτεί και να εκδοθεί. Εάν περιμένει ο αναγνώστης να βρει σ’ αυτό το βιβλίο ανατροπές των θεμελίων της γνήσιας κι αληθινής πίστης, θ’ απογοητευθεί. Επιδίωξή μου είναι να επιχειρήσω την προσεκτική αποκατάσταση της φθαρμένης εικόνας του θαύματος στην αρχετυπική-αγιογραφική του έννοια και θέση μέσα στην Εκκλησία και στη συνείδηση των ώριμων πιστών κι όχι να το πολεμήσω κι αποδυναμώσω. Το θαύμα αποτελεί ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής μας διδασκαλίας και πίστης. Ουσιώδες μέν αλλ’ όχι θεμελιώδες. Που σημαίνει ότι δεν κατατάσσεται στα συστατικά στοιχεία της πίστης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και για να γίνω πιο σαφής: Η απουσία –και όχι η άρνηση- του θαυματος σε τίποτα δεν αποδυναμώνει την αλήθεια της πίστης μας. Μόνο δύο θαύματα αποτελούνε τους στυλοβάτες της πίστης μας, εκείνα

της ενανθρώπησης και της Ανάστασης του

Κυρίου μας. Χωρίς αυτά το οικοδόμημα καταρρέει. Διότι “ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών (δηλ. των Αποστόλων), κενή δε και η πίστις υμών” (Α’ Κορ. ιε’ 14). Το θαύμα κατέχει μια ιδιότυπη θέση στον κώδικα της χριστιανικής διδασκαλίας, ο δε ρόλος του είναι σχεδόν συμπληρωματικός, για να μην πω και περιφερειακός. Εντούτοις όμως ουσιώδης. Με την έννοια ότι δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε ή να το απορρίψουμε χωρίς να θιγεί το οικοδόμημα της πίστης μας. ΄Όπως δεν μπορούμε να περιφρονήσουμε οποιαδήποτε άλλη

από τις διδασκαλίες του Κυρίου ή των

Αποστόλων. Ταυτόχρονα, όμως, το θαύμα είναι και από τα πιο ευάλωτα σε νόθευση στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας και πρόσφορο σε άγρια εκμετάλλευση από το ίδιο το πλήρωμα της Εκκλησίας, κλήρο και λαό. Αυτό το τελευταίο είναι και το κύριο γενεσιουργό αίτιο συγγραφής αυτού του βιβλίου. Τα ερεθίσματα πολλά και θλιβερά. Χρόνια και χρόνια ο συγγραφέας ζη την οδύνη της παραχάραξης και κακοποίησης της αλήθειας. Αυτές οι αλλοιώσεις δε συντελέστηκαν κυρίως στο θεωρητικό επίπεδο, αλλά στο πρακτικό, στη θέση που


4

παίρνει στην καθημερινή μας ζωή και στο ρόλο που παίζει στη θρησκευτικότητα και την εν Χριστώ ζωή μας. Παρατηρείται, με λίγα λόγια, μια στρέβλωση της έννοιας και της χρήσης του θαύματος, και μάλιστα –δυστυχώς- με τη συνέργια κι εκείνων που έχουν αποστολή και χρέος ν’ αποτρέπουν τέτοιου είδους εξελίξεις και παραχαράξεις, δηλαδη πολλούς από τους ποιμένες και ταγούς της Εκκλησίας, χαράσσοντας τα αγιογραφικά κι εκκλησιαστικά πλαίσια πορείας των πιστών. Από τη στιγμή Δε που εγκαταλείπουμε

τη

λεωφόρο

και

δημιουργούμε

παράδρομους,

ταυτόχρονα

μπαίνουμε και στον ανεπίστροφο δρόμο της πλάνης. Γιατί η πλάνη δεν είναι μακριά μας. Ούτε ξεκινάει από τα “μεγάλα”. Καταλήγει όμως, συνήθως, στα μεγάλα, αν δεν υπάρξει έγκαιρη κι αποτελεσματική παρέμβαση. Και γίνεται

χωρίς να το

καταλάβουμε, και συνήθως χωρίς να το θέλουμε. Από τον αναγνώστη μου δε ζητάω επιείκεια, κι ας μη θεωρηθεί αυτό κομπασμός ανάληψη ευθύνης είναι. ΄Ένα μόνο τον παρακαλώ: να προσπαθήσει να κατανοήσει – χωρίς προκαταλήψεις, φυσικά- κατά τρόπο ορθό αυτά που θα διαβάσει. Προπάντων δε αν συμβαίνει να ‘ναι και ποιμένας της Εκκλησίας μας.


5

ΤΙ ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ναι, από κει θ’ αρχίσω κι ας φανεί στον αναγνώστη μου ανιαρό: από το

προγονικό μας “ αρχή σοφίας (= γνώσεως) ονομάτων (= λέξεων γενικά) επίσκεψις” (= διερεύνηση της καταγωγής και της σημασίας τους). Τον όρο θαύμα τον απαντάμε σ’ αυτές τις απαρχές της Ελληνικής Γραμματείας, στα ομηρικά έπη. Στο ιωνικό, μάλιστα, γλωσσικό ιδίωμα έχει τη μορφή θωύμα ή καλύτερα θώμα, όπως θωμάζω, θωμάσιος κτλ. Στην κλασική Γραμματεία ο όρος θαύμα απαντάται με τις εξής περίπου σημασίες :1. Βλέπω κάτι με θαυμασμό οτιδήποτε είναι θαυμάσιο να το βλέπει κανείς. 2. Στον πληθυντικό σήμαινε

τα τεχνάσματα των θαυματοποιών, τα περίτεχνα κι

εντυπωσιακά γυμναστικά παιχνίδια. Για τέτοια ‘’θαύματα’’ μιλάει ο Ξενοφώντας όταν γράφει ότι στο περίφημο δείπνο παραβρέθηκε και τους ψυχαγωγούσε, μεταξύ των άλλων, “…και ορχηστρίδα (= χορεύτρια) των (=από εκείνες που) τα θαύματα δυναμένων ποιείν” (Ξενοφών, Συμπόσιον ΙΙ, 1-2). 3. Το αίσθημα του θαυμασμού, της έκπληξης αυτός που είναι άξιος θαυμασμού. (ΗΕΝRY G. Liddel-Robert Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήναι, χ.χ., τ. 2, σ. 463) ΄Όπως παρατηρούμε, σε καμιά περίπτωση οι αρχαίοι δε χρησιμοποιούσαν τη λέξη θαύμα με την επικρατέστερη έννοια της τρέχουσας σήμερα σημασίας. Όχι φυσικά επειδή στις θρησκευτικές τους δοξασίες δεν υπήρχε ως περιεχόμενο η σημερινή σημασία του όρου, αλλ’ επειδή προφανώς έβλεπαν την παρέμβαση των θεών στη ζωή τους υπό εντελώς άλλο πρίσμα, και κυρίως σαν αυτοπρόσωπη παρουσία κάποιου θεού υπό διάφορες μορφές

για να τους βγάλει από κάποιο


6

αδιέξοδο ή να ευοδώσει κάποια σημαντική προσπάθειά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχαία ελληνική μυθολογία δεν αναφέρονται(?) θεραπείες ασθενών και αναστάσεις νεκρών. Κι αν απαντιέται κάτι ανάλογο, γίνεται με πολύ διαφορετικές διαδικασίες και μέσα. Ούτε συναντάμε ανάλογα αιτήματα στις προσευχές των ανθρώπων. ΄Αρα έλειπε το ιδιαίτερο εκείνο στοιχείο από αυτή τη διάχυτη δοξασία που χαρακτηρίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Μυθολογούνται και περιπτώσεις με πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα σημερινά. Ο ρήτορας Λυκούργος, π.χ., στο λόγο του Κατά Λεωκράτους αναφέρει τον εξής μύθο:΄Εγινε κάποτε έκρηξη του ηφαιστείου της Αίτνας. Η λάβα ξεχύθηκε στη γύρω περιοχή σχηματίζοντας ένα πύρινο ποτάμι. Μια από τις πλησιέστερες κωμοπόλεις κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Οι κάτοικοί της τρέχουν αλλόφρονες για να γλυτώσουν.΄Ενας νέος μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνάει τον υπέργηρο κι ανήμπορο να μετακινηθεί πατέρα του. Τον παίρνει στους ώμους του για να τον σώσει. Μην μπορώντας κάτω από το βάρος να τρέξει, τους προλαβαίνει η λάβα. Και κεί που περίμεναν το τέλος τους, βλέπουν τη λάβα να σχηματίζει γύρω τους έναν κύκλο και να τους αφήνει άθικτους. Ηταν οι μόνοι που σώθηκαν . ΄Ολοι εκείνοι που εγκατέλειψαν τους γονείς τους για να σωθούν, αφανίστηκαν. Εδώ ο ρήτορας βλέπει θεία προστασία και διάσωση σε όσους σέβονται τους γονείς τους. Σαν εννοιολογικά συνώνυμες λέξεις –όχι όμως και ταυτόσημες- της αρχαίας Γραμματείας θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε τις

θάμβος, θάμβημα, θάμβησις,

θαμβήτειρα, θαμβητός θαμβαίνω (θαυμαίνω), θαμβέω,-ώ. Στο «Μέγα λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσης» του Δ. Δημητράκου (τ. Ζ’, στήλες 3304-5, εκδ. «Δομή», Αθήναι 1964), περιλήφθηκαν, εκτός από τις προαναφερθείσες και

μερικές

άλλες

σημασίες

του

όρου,

και

πιο

προσφατες,

όπως

το θέατρο όπου γίνονταν τα εντυπωσιακά γυμναστικά παιγνίδια, όπως π.χ. ο ιππόδρομος, το θηριοτροφείο κτλ. η εξαιρετική επινοητικότητα που παρατηρείται σε μηχανικά εφευρήματα η εξαιρετική επιτυχία στην επιστήμη, την τέχνη, το επάγγελμα κτλ. Αλλά και αυτό που είναι πλησιέστερα στο θέμα και το περιεχόμενο της παρούσας εργασίας.

Καθετί που συμβαίνει ή γίνεται κατά παρέκκλιση από τους

φυσικούς νόμους καθετί το εξαιρετικό που ξεπερνάει τα όρια του συνηθισμένου. Ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης προχωρεί ένα ακόμη βήμα στην προσέγγιση της έννοιας με την οποία προπάντων χρησιμοποιείται σήμερα ο όρος, σημειώνοντας ότι θαύμα είναι « κάθε υπερφυσικό φαινόμενο που δεν εξηγείται με τη λογική και φυσική τάξη». Κατά τον ίδιο καθηγητή, η λέξη θαύμα δεν απαντά σε καμιά άλλη από τις λεγόμενες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, ένα ευρύτατο σύνολο γλωσσών ή διαλέκτων, που, εξαιτίας υπαρκτών ή υποτιθέμενων ομοιοτήτων, υποστηρίζεται ότι έχουν κοινή καταγωγή.


7

Τέτοια, όμως, γλώσσα-βάση δεν υπήρξε ποτέ. (Γ.Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σ. 19-20, 784, 746) Η τρέχουσα, όμως, χρήση του όρου από το λαό μας δεν είναι μονοδιάστατη. Εκτός από την ειδική σημασία που πήρε μέσα στο θρησκευτικό κι εκκλησιαστικό μας χώρο –και στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα-, χρησιμοποιείται και με σημασίες ταυτόσημες ή πολύ κοντά στις αφετηριακές χρήσεις της λέξης. ΄Ετσι, λέμε, π.χ., «κορίτσι θαύμα» ή «Πώς σας φαίνεται το φαγητό;» – Θαύμα! κτλ. Φτάνει αυτή η μικρή περιπλάνηση στα διάφορα λεξικά. Σκοπός μας εδώ δεν είναι να ανιχνεύσουμε και καταγράψουμε τις ποικίλες, κλασικές ή ιδιωματικές, σημασίες της λέξης θαύμα. Εδώ μας ενδιαφέρει προπάντων η αποτύπωση της έννοιας του όρου στο χώρο της θρησκευτικής μεταφυσικής. Στα πλαίσια αυτά και στα όρια της Δογματικής της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, θαύμα είναι ένα ασυνήθιστο φαινόμενο που λαμβάνει χώρα στο πεδίο της φυσικής ή πνευματικής ζωής, το οποίο φαινόμενο δεν μπορεί να εξηγηθεί από τη δράση και τη λειτουργία των φυσικών νόμων, αλλ’ η συντέλεσή του οφείλεται στην άμεση ή έμμεση παρέμβαση της παντοδύναμης θέλησης του Θεού για την εξυπηρέτηση του ευρύτατου και κυρίαρχου σχεδίου Του για τη σωτηρία του ανθρώπου. ( Βλ. Παν. Ν. Τρεμπέλας, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, έκδ. Αδελφότητας Θεολόγων «Η ΖΩΗ», Αθήναι 1959, τόμ. 1, σ. 387) ΄Ένα τέτοιο φαινόμενο-γεγονός προκαλεί αναπόφευκτα συγκλονισμό, κατάπληξη, θαυμασμό, ενίοτε δε και φόβο, δέος σ’ εκείνους που το βλέπουν ή εμπλέκονται με οποιοδήποτε τρόπο. ΄Αρα πολύ ορθά το σημαινόμενο αποδόθηκε και πολιτογραφήθηκε στο γλωσσικό μας κώδικα με τον όρο θαύμα. Εντούτοις, με έκπληξη διαπιστώνει κανείς ότι ο όρος μ’ αυτή την έννοια δεν είναι καθόλου αγιογραφικός. Η λέξη θαύμα αναφέρεται μόνο μια φορά στην Κ.Δ. (Αποκ. ιζ’ 6) κι αυτή με την κλασική της σημασία : «και εθαύμασα ιδών αυτήν (τη γυναίκα) θαύμα (=θαυμασμό) μέγα». Το ίδιο συμβαίνει και στην Π.Δ. Θα τη συναντήσουμε 2-4 φορές, όλες στο βιβλίο του Ιώβ, και όλες στη σημασία της έκπληξης, της κατάπληξης, του θαυμασμού. Το έκτακτο|εξαιρετικό αυτό γεγονός του θαύματος εκφέρεται στην Αγία Γραφή με άλλες λέξεις-όρους, άλλοτε ηπιότερες και άλλοτε εντονότερες-ηχηρότερες. ΄Ετσι, συχνότερα το θαύμα στα ιερά κείμενα ονομάζεται σημείον ή στον πληθυντικό σημεία: «διδάσκαλε, θέλομεν από σού σημείον ιδείν» (Ματθ. ιβ’ 38), «σημεία δε τοίς πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει…» (Μάρκ. ιστ’ 17), «…ουδείς γάρ ταύτα τα σημεία δύναται ποιείν α σύ ποιείς…» (Ιων. γ’ 2), «…. Ο άνθρωπος εφ’ όν εγεγόνει το σημείον τούτο της ιάσεως» (Πράξ. δ’ 22). Η λέξη σημείο, βέβαια, στην Κ.Δ. –και στην Αγ. Γραφή γενικότερα- δεν παύει σε άλλες περιπτώσεις να έχει την κλασική της έννοια = σήμα, ‘σημάδι’, σύνθημα, δείγμα|απόδειξη κτλ. Αρκετά συχνά τά θαύματα


8

στην Αγ. Γραφή αναφέρονται ως «σημεία και τέρατα»: «…. Και δώσουσι σημεία και τέρατα προς το αποπλανάν….» (Μάρκ. ιγ’ 22), «Δια δε των χειρών των αποστόλων εγίνετο σημεία και τέρατα εν τώ λαώ πολλά…» (Πράξ. ε’ 12), «…. κατειργάσθη εν υμίν εν πάση υπομονή, εν σημείοις και τέρασι και …» (Β’ Κορ. ιβ’ 12) κτλ. Ή απλά ως δυνάμεις

(Ματθ. ζ’ 22. Μάρκ. στ’ 2. Πράξ. ιθ’ 11 κτλ. ) ή δυνάμεις και τέρατα

(Πράξ. β’ 22) ή τέρατα και ο Θεός ονομάζεται τερατοποιός (Β’ Μακ. ιε’ 21 και Γ’ Μακ. στ’ 32), ή έργα

:

«…μετάβηθι εντεύθεν και ύπαγε εις την Ιουδαίαν, ίνα και οι μαθηταί σου θεωρήσωσι τα έργα σου ά ποιείς» (Ιων. ζ’ 3), «… ει δε μη, δια τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι.» (Ιων. ιδ’ 11. Με ανάλογους τρόπους αναφέρονται τα θαύματα και στην Π.Δ. ( Εξ. ζ’ 3. Αριθ. ιδ’ 11. Δευτ. ιγ’ 1-2 κτλ.). Θεωρώ πως είναι αναγκαία μια περαιτέρω διασάφιση και αντιδιαστολή των όρων «τέρατα» και «σημεία»: Σ η μ ε ί ο ν, στη σημασία που εδώ εξετάζουμε και μας ενδιαφέρει, σημαίνει: α) το θαύμα ως προς την ηθική του σημασία και το σκοπό που επιτελεί στα πλαίσια των σχεδίων του Θεού στο έργο της σωτηρίας β) ότι κάθε θαύμα είναι από τη φύση του και σημείον, δηλαδή σήμα, δείγμα της παντοδυναμίας του Θεού. Τ έ ρ α ς σημαίνει: α) το θαύμα ως ένα εξαιρετικό φαινόμενο σε σχέση και αναφορά με την εξωτερική φυσική τάξη β) το θαύμα ως προς το αποτέλεσμα που έχει για κείνους που το δέχονται ή το βλέπουν, αφού είναι κάτι που προκαλεί φόβο και τρόμο και κατάπληξη. (Βλ. Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σ. 166) Είναι άξιο επισήμανσης ότι ενώ στην αγία Γραφή το θαύμα εκφέρεται με αυτούς τους τρόπους, αμέσως μετά τους αποστολικούς χρόνους στην ορολογία της Εκκλησίας, όπως τη γνωρίζουμε από τα έργα των Εκκλησιαστικών συγγραφέων και των αγίων Πατέρων, καθιερώνεται σταδιακά και σχεδόν αποκλειστικά η λέξη θαύμα, είτε οσάκις αναφέρονται σε όσα υπερφυσικά επιτέλεσε ο Χριστός στη διάρκεια του επίγειου βίου Του, είτε αναφερόμενοι σε ανάλογα γεγονότα που συνέβαιναν στους κόλπους της Εκκλησίας στις ημέρες τους: « Ο δε σωτήρ ημών Χριστός , κατά την θείαν αυτού αυθεντίαν ποιών τα θ α ύ μ α τα , ουδαμώς εδεήθη ύλης…».(Ιουστίνος, ΒΕΠΕΣ, τ. 4, σ. 84) «ουδέ γάρ πάντες οι ασεβείς υπό των θαυμάτων εντρέπονται…» (Διαταγαί Αποστόλων, Επιτομή Η’ Βιβλίου, ΒΕΠΕΣ, τ. 2, σ. 182 κ. εξ.). Ας επανέλθουμε, όμως, στον ορισμό του θαύματος που δανειστήκαμε από τη Δογματική, για να γνωρίσουμε μέσα απ’ αυτόν καλύτερα τα στοιχεία και την έννοια του θαύματος, για μια ευχερέστερη κατανόηση όσων θ’ ακολουθήσουν αλλά και για λόγους συνεννόησης. Από μια προσεκτική ανάγνωση, λοιπόν, αυτού του ορισμού και ανάλυσή του διαπιστώνουμε ότι τα βασικά στοιχεία-γνωρίσματα που συγκροτούν τον


9

πυρήνα της έννοιας του θαύματος στο χώρο της πίστης μας είναι τα εξής: Το θαύμα είναι ένα γεγονός-φαινόμενο που το προσλαμβάνουμε –τουλάχιστο με τη συνήθη κι απλούστερη περί αυτού αντίληψη- με τις βασικές αισθήσεις μας της όρασης ή της ακοής. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια φαντασίωση ή για κάτι το νεφελώδες, που συντελείται έξω από τον αισθητό κόσμο. Πρόκειται, κατόπιν, για ένα συμβάν εντελώς έ κ τ α κ τ ο κι ασυνήθιστο και όχι για κάτι που το συναντάμε συχνά. Αυτό ισχύει, βέβαια, για το θαύμα σαν ένα συγκεκριμένο μόρφωμα και όχι για όσα συντελούνται στο μυστηριώδη κόσμο των κινήσεων της θείας βούλησης στα πλαίσια της καθολικής Προνοίας του Θεού για τον κόσμο, αλλά και –εξαιρετικώς, θα έλεγα- για τον άνθρωπο. Δύο είναι οι χώροι μέσα στους οποίους επιτελείται το θαύμα: η φυσική ζωή ( του ανθρώπου κατά κύριο λόγο) και η πνευματική ζωή (κι εδώ, φυσικά, του ανθρώπου). Τα θαύματα γίνονται κυρίως επί του ανθρώπου, οπωσδήποτε, όμως, πάντοτε χάριν του ανθρώπου . Ενώ δηλαδή έχουμε και θαύματα επί της αψύχου φύσεως ( π.χ. κατάπαυση της τρικυμίας, ξήρανση της συκιάς κτλ.), δεν αφορούσαν καθόλου αυτή, αλλά κι αυτά έγιναν ή γίνονται για τη σωτηρία, κυρίως, συγκεκριμένου ή γενικότερα του ανθρώπου. Ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα|στοιχεία του πραγματικού θαύματος είναι ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις αρχές λειτουργίας των φυσικών νόμων, όπως αυτές δρούν στα φυσικά φαινόμενα. ΄Αρα είμαστε υποχρεωμένοι να ιδούμε το θαύμα έξω από ένα φυσιοκρατικό περιβάλλον και ν’ αναζητήσουμε την αιτία του στην άμεση (ή και έμμεση) ενέργεια δύναμης που βρίσκεται πάνω από τους φυσικούς νόμους, του Θεού. Τέλος, το θαύμα δε γίνεται εική και ως έτυχε, Δε γίνεται για ταπεινούς λόγους, όπως είναι η ικανοποίηση κάποιας περιέργειας ή η εξυπηρέτηση συμφερόντων ή για λόγους επίδειξης κτλ. Το θαύμα γίνεται μ ό ν ο για την εξυπηρέτηση των ύψιστων σχεδίων του Θεού για τον άνθρωπο, όπως εκτενέστερα θα πούμε σε άλλο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου. Συνεπώς, θαύμα χωρίς την εμφανή επέμβαση της θείας παντοδυναμίας δεν υπάρχει. Για θαύμα μπορούμε κι επιτρέπεται να μιλάμε μόνο για πραγματικά γεγονότα που δε θα μπορούσαν με κανέναν άλλο τρόπο να γίνουν, παρά μόνο από το Θεό. Ας μη λησμονούμε, όμως, ότι ‘‘θαύματα’’ γίνονται και από τις σκοτεινές δυνάμεις, δηλ. από τον ίδιο το Σατανά, είτε απευθείας είτε με τη μεσολάβηση ανθρώπων-οργάνων του, κατά ανοχή ή παραχώρηση –άγνωστο γιατίτου Θεού. Τέτοια ‘’θαύματα’’ συναντάμε ακόμα και στην Αγία Γραφή. Ας θυμηθούμε, π.χ., τους «πειρασμούς» του Κυρίου στην έρημο, όπου ο Διάβολος σκηνοθέτησε εκπληκτικά πράγματα (Ματθ. δ’ 1-11) ή το Σίμωνα το μάγο, που με τη συνέργια σκοτεινών δυνάμεων έκανε πράγματα που άφηναν άφωνους τους ανθρώπους της Σαμάρειας, σε σημείο που να τον αποκαλούν «η δύναμις του Θεού η μεγάλη» (Πράξ. η’ 9-11). Αλλ’ επ’ αυτού περιττεύουν τα πολλά παραδείγματα. ΄Εχουμε την


10

αδιάψευστη κι εγκυρότατη μαρτυρία-προειδοποίηση του ίδιου του Κυρίου μας: « και τότε (στις έσχατες μέρες) εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χριστός, ιδού εκεί, μη πιστεύετε. Εγερθήσονται γάρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία και τέρατα προς το αποπλανάν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς» (Μάρκ. ιγ’ 21-22). ΄Αρα το θαύμα από μόνο του δεν αποτελεί αυθεντικό στοιχείο γνησιότητας της πηγής προέλευσής του. Κάτι που μας εντυπωσιάζει, μας καταπλήσσει, μας αφήνει άναυδους, δεν αποκλείεται να είναι μια καλοστημένη παγίδα του Σατανά. Πιο εύκολα μπορούν να πέσουν σ’ αυτή την παγίδα εκείνοι που έχουν μια ακατάσχετη ροπή στο κυνηγητό του θαύματος, που παντού βλέπουν θαύματα κι έχουν ταυτίσει τη θρησκευτική τους ζωή με το θαύμα. Φυσικά τά θαύματα του Θεού και τά θαύματα του Διαβόλου δεν είναι της ίδιας ποιότητας, δεν έχουν τά ίδια χαρακτηριστικά γνησιότητας. Αυτό το έχουν επισημάνει οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιουστίνος θα μας πεί ότι τά ‘’θαύματα’’ των δαιμονίων είναι φαντάσματα. ( ΒΕΠΕΣ, τ. 4, σ. 85-86) ΄Όταν όμως ο πολύς κόσμος μιλάει για θαύματα σχεδόν πάντα έχει κατά νού αυτά που πέφτουν εύκολα στις σωματικές του αισθήσεις και τον συγκλονίζουν, τον εντυπωσιάζουν, του κόβουν την ανάσα: αναστάσεις νεκρών, θεραπείες ανίατων ασθενειών, διασώσεις κατά τρόπο απίστευτο, ανατροπές ή δημιουργία καταστάσεων κατά τρόπο ανθρωπίνως ανεξήγητο κτλ. Αυτά, όμως, δεν είναι ούτε τα μόνα ούτε τα σημαντικότερα θαύματα που συντελούνται μέσα στο χώρο της πίστης μας. Αντίθετα μάλιστα. Είναι τα πιο σπάνια και συχνά τα λιγότερο χρήσιμα. Υπάρχουν (συντελούνται) και θαύματα που συνήθως δεν τα υποψιαζόμαστε καν. Κι είναι αυτά που προπάντων καταξιώνουν το θαυματουργικό στοιχείο μέσα στην Εκκλησία. Αυτή η αθέατη πλευρά δράσης της χάρης και της παντοδυναμίας του αληθινού Θεού μένει ανυποψίαστη από τους πιστους, και γι’ αυτό αγνοείται και , συνήθως, περιφρονείται. Ενώ για το Θεό είναι το προσφιλέστερο θαύμα.


11

ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ;

Είναι το πιο καυτό ερώτημα που κυκλοφορεί στα χείλη όλων σχεδόν των ανθρώπων, είτε το διατυπώνουν είτε όχι. Και το πιο αγωνιώδες κι επιτακτικό. Εντούτοις υπάρχουν δυο αντίθετα άκρα που το ερώτημα φαίνεται να μην τους απασχολεί, σχηματίζοντας έτσι μια ομοφροσύνη διαφωνούντων. Στο ένα άκρο βρίσκονται εκείνοι που είναι ( ή τουλάχιστο φαίνονται ή θέλουν να είναι) τόσο πεπεισμένοι για την πραγματικότητα του θαύματος που θεωρούν αδιανόητο ένα τέτοιο ερώτημα. Στο άλλο άκρο θα συναντήσουμε εκείνους που κατέχονται από την αντίθετη βεβαιότητα, ότι δηλ. το θαύμα είναι μία από τις μεγαλύτερες απάτες που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, και συνεπώς κάθε τέτοια συζήτηση ή ενασχόληση ταιριάζει μόνο σε αφελείς, ανόητους, ψυχικά και διανοητικά ανισόρροπους μ’ αυτό ασχολούνται μόνο εκείνοι που είναι βυθισμένοι στα σκοτάδια της θρησκοληψίας . Οι δύο αυτές ακραίες κατηγορίες ανθρώπων αποτελούν οπωσδήποτε τη μειοψηφία. Στο ενδιάμεσό τους κινούνται τ’ αναρίθμητα πλήθη των συνηθισμένων ανθρώπων που ζούνε με την αμφιβολία ή την αγωνία τους. Αλλ’ ούτε κι αυτή η


12

ανθρώπινη μάζα είναι συμπαγής. Υπάρχει και σ’ αυτούς διαφοροποίηση τόσο ως προς τη στάση τους απέναντι στο θαύμα, όσο και ως προς τη βίωση, την ένταση και την αιτιολογική βάση της αμφιβολίας τους. Θα μπορούσαμε κι αυτούς να τους κατατάξουμε σε δύο υποσύνολα. Το ένα αποτελείται από το πλήθος των πιστών, που όμως δεν είναι απαλλαγμένοι από τις αμφιβολίες τους για πολλά κεφάλαια της πίστης τους, ένα από τα οποία είναι και το ερώτημα αν γίνονται ή όχι θαύματα. Γι’ αυτούς μάλιστα –τους περισσότερους τουλάχιστο- το ερώτημα δεν τίθεται ακριβώς έτσι, αλλά συνήθως με μια διαφορετική απόχρωση: Γίνονται σ ή μ ε ρ α θαύματα; ή Γιατί δε γίνονται και σήμερα θαύματα; Αυτοί κατά βάθος δεν αρνούνται το θαύμα εκείνο που τους λείπει είναι η βεβαιότητα γι’ αυτό. Και ψάχνουν σχεδόν αγωνιωδώς να την αποκτήσουν. Μοιάζουν με τον ασθματικό που λείπει από τα πνεμόνια του λίγο οξυγόνο για να κρατηθεί στη ζωή. Θεωρούν πως μια πειστική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα είναι το οξυγόνο που θα αναζωογονήσει την όλη πίστη τους και η κολόνα που λείπει από το οικοδόμημά τους. Το άλλο υποσύνολο αυτής της ευρύτατης μάζας των ανθρώπων συγκροτείται από εκείνους που κινούνται στις παρυφές της πίστης και της απιστίας. ΄Ένα μέρος τους είναι οι τελείως αδιάφοροι απέναντι στο γενικότερο φαινόμενο της θρησκείας η έννοια του Θεού δεν περνάει καθόλου από τα κανάλια της σκέψης τους τους είναι αδιάφορο αν υπάρχει ή όχι. ΄Ενα άλλο κομμάτι τηρεί ίσες αποστάσεις από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Θα μπορούσαν το ίδιο εύκολα να προσχωρήσουν και στη μία και στην άλλη άποψη. Η απάντηση δε στο ερώτημά τους για το θαύμα ίσως να είναι εκείνο που περιμένουν, που τους λείπει, για να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους. ΄Οσο δε για τους πρώτους, τους αδιάφορους, αυτοί δεν ψάχνουν άρα ούτε δέχονται ούτε απορρίπτουν τίποτε. Χρειάζονται κάτι που θα τους ταρακουνήσει για να βγούνε από τη μακαριότητά τους, κάτι που να τους νεκραναστήσει την αμφιβολία και την αναζήτηση. Από κεί και μετά όλα είναι πιθανά. Μπορεί, βέβαια, να μη φτάσουν ποτέ στο λιμάνι κάποιας βεβαιότητας, αλλά θα ζούνε την ομορφιά του λυκνίσματος των κυμάτων της ψυχικής τους αναζήτησης. Μέσα σ’ αυτή μπορεί να βρίσκεται, χωρίς να το ξέρουν, ο Θεός. Πολλά είναι τα αίτια που οδηγούν στην άρνηση ή την αμφισβήτηση του θαύματος. Το σημαντικότερο μπορεί να βρίσκεται στην πνευματική ιδιοσυστασία των ίδιων των αρνητών. Κι ακόμα περισσότερο συνδέεται με το ψυχικό περιεχόμενο και τη σχέση του ατόμου με το θρησκευτικό βίωμα. Θα μας το πεί αυτό με το δικό του τρόπο και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: « Μικρόν το εν μέσω, και τώ θαύματι θαύμα συνάπτεται παραθήσομαι δε πιστών ακοαίς τον λόγον ψυχαίς γάρ βεβήλοις ουδέν των καλών αξιόπιστον.» (: Μικρό χρονικό διάστημα μεσολάβησε από το θαύμα που σας ανέφερα –δηλ. της επιστροφής του πατέρα του-, και σ’ εκείνο το θαύμα άλλο


13

θαύμα προστέθηκε. Θα το εκθέσω δε κι αυτό, αλλά για να το ακούσουν μόνο οι πιστοί διότι οι μολυσμένες από την αμαρτία και την απιστία ψυχές δεν πιστεύουν τίποτε από αυτά.)(Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιτάφιος εις τον πατέρα παρόντος Βασιλείου, Λόγος Η’, ΒΕΠΕΣ, τ. 59, σ. 117) Συχνά δεν έχει καμιά σχέση με το μορφωτικό τους επίπεδο. ΄Εχω μάλιστα την αίσθηση ότι το φαινόμενο παρατηρείται στην ίδια σχεδόν αναλογία τόσο στην πνευματική ελίτ, όσο και στα λαϊκά στρώματα των ολιγογράμματων ανθρώπων: τους αγρότες, τους εργάτες και τους τεχνίτες. Ανάμεσα στους τελευταίους, μάλιστα, συναντούμε συχνά φανατικότερους και δογματικότερους αρνητές και πολέμιους του θαύματος. Μεγάλη είναι η συμβολή στην απόρριψη του θαύματος από τους άθρησκους και τους ολιγόπιστους και των υπερβολών που παρατηρούνται γύρω από το θαύμα από τους ‘’πιστούς’’ και πολλούς επιτήδειους κι ασυνείδητους –για να μην πω ανίερους κι ασεβείς- ιερωμένους. Οι τελευταίοι ιδιαίτερα, εκμεταλλευόμενοι τη θετική στάση –για να μην πω και την εναγώνια προσμονή - των πιστών απέναντι στο θαύμα, στήνουν διάφορους μηχανισμούς και καταφεύγουν σ’ απίθανες επινοήσεις για να κατάστήσουν το ναό τους ή τη μονή τους ‘’ιερόν προσκύνημα’’ για την προσπόρηση εσόδων, είτε προς ίδιον όφελος είτε χάριν των σκοπών του ιερού τους ιδρύματος ή και για τά δύο. ΄Οποιο απ’ αυτά κι αν συμβαίνει, είναι εξίσου βρωμερό και βλάσφημο. Προβληματισμό μέχρι απογοήτευση προκαλεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις η δήθεν αμέτοχη στάση της ηγεσίας της Εκκλησίας, η οποία, με τη σιωπή και τη μη δραστική παρέμβασή της, δίνει την εντύπωση ότι στην ουσία επευλογεί αυτές τις αθλιότητες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, καταχωνιάζονται μέσα στον κουρνιαχτό της ‘’ιερής’’ απάτης και τα αληθινά δείγματα της αισθητής παρέμβασης του Θεού στα ανθρώπινα, οσάκις αυτό συμβαίνει. ΄Ετσι, η απαξίωση του σημαντικού αυτού στοιχείου της πίστης μας αρχίζει σιγά σιγά να υποσκάπτει τις ρίζες του ακόμα και στις ψυχές των καλοπροαίρετων . Eντούτοις το ισχυρότερο επιχείρημα που προβάλλεται προς τα έξω από εκείνους που απορρίπτουν το θαύμα, είναι ότι αυτό αντιβαίνει ή συγκρούεται με τις δύο συνεκτικές και ρυθμιστικές δυνάμεις ή νόμους που διέπουν τη σύσταση και λειτουργία του υλικού και πνευματικού κόσμου, τους φυσικούς νόμους και τις αρχές ή κανόνες της λογικής. Δεν υπάρχει ή δε συμβαίνει τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο που να μην υπακούει σ’ αυτούς ή να μη διέπεται απ’ αυτούς τους δύο θεμελιώδεις νόμους. Αν υπάρξει υπέρβαση ή αγνόηση ή περιφρόνηση αυτών, τότε ή σπάζουμε τα μούτρα μας ή καταλήγουμε στο παράλογο (όχι φυσικά μόνο στη βάση που λειτουργεί μια έκφραση της σύγχρονης τέχνης), στο ασυμβίβαστο, δηλαδή, με την ανθρώπινη λογική στη γνωστή μας δομή και λειτουργία της.Μπαίνουμε , μ’ άλλα λόγια , σ’ έναν


14

κόσμο και χώρο ξένο για τις, σημερινές τουλάχιστον, αντιληπτικές μας ικανότητες. Επειδή δε ο χώρος πέρα ή έξω από τη λογική μας είναι για μας ή απλησίαστος ή ανάξιός μας, απορρίπτουμε a priori καθετί που ανάγεται σ’ αυτόν, με την πεποίθηση ότι Δε μας ταιριάζει, ότι μας μειώνει, ότι είναι γελοίο. Μια πρώτη αντίδραση σ’ αυτή τη θέση θα ήταν: ΄Αραγε, αυτό να συμβαίνει ή το εντελώς αντίθετο; Αποκλείεται τάχα εμείς να ζούμε και να κινούμεθα σε μια ‘’εικονική’’ κατάσταση |πραγματικότητα, και η φυσιολογική, η αυθεντική, να βρίσκεται πέρα ή πίσω απ’ αυτή; Αποκλείεται τάχα αυτό το φαινόμενο ή συμβάν να μένει έξω από τους νόμους της λογικής μας όχι από δική του παθογένεια (υπαιτιότητα), αλλ’ επειδή ανάγεται σε μια άλλη σφαίρα, ανήκει| κινείται σ’ έναν άλλο κόσμο αξιολογότερο του δικού μας. Ενδέχεται, δηλαδή, το μειονέκτημα να βρίσκεται στη μικρότητα κι ατέλεια της δικής μας λογικής που έχει τόσο μικρή εμβέλεια κι όχι στους ασύλληπτους απ’ αυτή ήχους που παράγονται και κινούνται πέρ’ απ’ αυτή. Συνεπώς καθετί λογικά ανεξήγητο Δε σημαίνει κατ΄ανάγκη ότι είναι και απορριπτέο, όσο κι αν φαίνεται εξωφρενικό. Γι’ αυτό θα ήταν εξαιρετικά φρόνιμο μια τέτοια σκέψη να βρίσκεται διαρκώς στην πίσω, έστω, μεριά του μυαλού μας. Τελικά, ποια είναι η αλήθεια; Το φαινόμενο του θαύματος (ή η παραδοχή του) αντιστρατεύεται πράγματι και κατ’ ανάγκη τους κανόνες της τυπικης λογικής και συνεπάγεται την κατάργηση των φυσικών νόμων; Κατ’ αρχήν το θαύμα δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τη λογική ούτε συντελείται (ή ερμηνεύεται) σε αρμονία με τους γνωστούς μας φυσικούς νόμους. Αν συνέβαινε κάτι από αυτά, τότε δε θα ήταν θαύμα, δηλ. ένα έκτακτο κι εξαιρετικό γεγονός που προϋποθέτει την άμεση παρέμβαση του ίδιου του Θεού. Η θαυματουργική, όμως, ενέργεια του Θεού δεν καταργεί (ούτε κάν τους αναστέλλει προσωρινά) τους φυσικούς νόμους, «αλλ’ υπέρκειται αυτών, ούσα ενέργεια υπέρ φύσιν, αλλ’ ουχί και παρά φύσιν» (Παν. Ν. Τρεμπέλας, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. 1, σ. 387). Στην ουσία είναι μια άλλου είδους, εντελώς περιστασιακή , δημιουργική ενέργεια του Θεού. Σαν εκείνη, ας πούμε, της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά και των άλλων έμβιων όντων, μέσα και μετά τη δημιουργία της ορυκτής κι άψυχης φύσης. Κι όπως τότε δεν καταργήθηκαν, ούτε καν διαταράχθηκαν, οι προϊσχύοντες φυσικοί νόμοι με την εμφάνιση των νέων νόμων που διέπουν το φαινόμενο της ζωής, έτσι θα μπορούσαμε να δούμε και τις θαυματουργικές παρεμβάσεις του Θεού (φυσικά μιλάω πάντα για τις πραγματικές κι όχι τις σκηνοθετημένες ή τσαρλατάνικες θαυματουργίες). Ο δε Ρώσης παρατηρεί πολύ εύστοχα στη Δογματική του, σ. 353: κάθε νέα δημιουργική πράξη του Θεού (θεωρώντας ως τέτοια και τα θαύματα) Δε διαταράσσει την τάξη που επικρατεί στον κόσμο, αλλά συνδέεται αρμονικά με αυτήν, διότι ο κόσμος που έχει ήδη συσταθεί με


15

προηγούμενες δημιουργικές πράξεις έχει ενεργή δεκτικότητα για κάθε μελλοντική δημιουργική ενέργεια του Θεού. Αντίθετα προς την Ορθόδοξη αυτή άποψη είναι όσα υποστηρίζει ο θεμελιωτής της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας Θωμάς ο Ακινάτης, κατά τον οποίο ο Θεός κατά την τέλεση του θαύματος αναστέλλει τη λειτουργία των φυσικών νόμων χάριν κάποιου υψηλότερου σκοπού, κι αφού ο συγκεκριμένος σκοπός επιτευχθεί, τους επαναφέρει στην προϋπάρχουσα τάξη. Γιατί, όμως, αυτό το δέος μπροστά στους φυσικούς νόμους; Δεν είναι κάπως ύποπτη η θεοποίησή τους, ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται να τους αντιπαραθέσουμε με το φαινόμενο του θαύματος; Καταρχήν δεν είναι και τόσο άτεγκτοι όσο συνήθως παρουσιάζονται. ΄Επειτα δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι γνωρίζουμε όλους τους μηχανισμούς λειτουργίας τους. Η επιστήμη σε μια μακρότατη περίοδο έρευνας παρατήρησε, μελέτησε και κατέγραψε

τους περισσότερους ίσως νόμους που

διέπουν την άψυχη φύση. Διαρκώς, εντούτοις, ανακαλύπτει και νέους κι ούτε είναι δυνατόν να γνωρίζουμε πόσα μυστήρια κρύβει ακόμα η φύση, που θα μείνουν για πάντα ίσως άγνωστα. Αλλά μήπως είμαστε σίγοροι ότι όλοι οι γνωστοί νόμοι λειτουργούν έτσι ακριβώς όπως εμείς τους έχουμε αντιληφθεί, παρά τις όποιες πειραματικές μας επαληθεύσεις; Ή ακόμη, μήπως είμαστε σίγουροι ότι γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους κι εκδηλώσεις των φυσικών νόμων; ΄Ο,τι συνεπώς συμβαίνει στη φύση από τους γνωστούς νόμους δε σημαίνει ότι είναι και απίστευτο ή απαράδεκτο για κάθε ‘’λογικό’’ ή «στοιχειωδώς σώφρονα άνθρωπο». Πολύ μάλιστα περισσότερο όταν σήμερα γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος σε χιλιάδες περιπτώσεις κατόρθωσε –και συνεχίζει να το κάνει- να υποτάξει ή να παρακάμψει τις φυσικές δυνάμεις και τους δήθεν άκαμπτους φυσικούς νόμους. Και όταν ο άνθρωπος έχει αυτή τη δύναμη και δυνατότητα, είναι νοητό να την αποκλείσουμε από το δημιουργό και νομοθέτη τους Θεό; Μια άλλη ένσταση κατά της θαυματουργίας ξεκινάει από εντελώς διαφορετική αφετηρία, από μια διάθεση, πιθανώς, ‘’προστασίας’’ των υπεροχικών ιδιοτήτων του Θεού. Το θαύμα, λέει αυτή η αντίρρηση, αντίκειται στη σοφία του Θεού. Αφού είναι, όπως είπαμε παραπάνω, μια μορφή δημιουργικής ενέργειας|παρέμβασης του Θεού –και όχι κατάργηση ή αναστολή λειτουργίας των φυσικών νόμων-, δε σημαίνει τάχα ότι ο Θεός διαπιστώνει ατέλειες σε δικά του δημιουργήματα, που τα βρήκε μετά τη δημιουργία τους «καλά λίαν»; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Πρώτον, διότι τα δημιουργήματα δεν παρέμειναν στην κατάσταση που βγήκαν από τα χέρια του Δημιουργού τους. Διαφθάρθηκαν, αχρειώθηκαν, χάσανε την αρχική τους τελειότητα, παρασυρμένα και αυτά από την πτώση του ανθρώπου. Ο απόστολος Παύλος θα μας το πεί αυτό πεντακάθαρα: « Τη γάρ ματαιότητι (= στη φθορά) η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται


16

από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. Οίδαμεν γάρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νύν» (Ρωμ. η’ 2022) Το «τη ματαιότητι υπετάγη» σημαίνει κατά τον ιερό Χρυσόστομο, «φθαρτή γέγονε». Ο δε Θεοδώρητος Κύρου, σοφότατος εκκλησιαστικός συγγραφέας και άγιος ιεράρχης της Εκκλησίας, παρατηρεί: «Ματαιότητα καλεί την φθοράν. Διδάσκει δε ως (= ότι) πάσα η κτίσις η ορωμένη θνητήν έλαχε φύσιν επειδήπερ των όλων ο Ποιητής προεώρα (= προέβλεπε) του Αδάμ την παράβασιν και την επενεχθησομένην αυτώ του θανάτου ψήφον (= και την απόφαση του Θεού και τον καταστήσει θνητό). Ου γάρ ήν εικός ουδέ δίκαιον τα μεν δι’ αυτόν (= τον άνθρωπο) γεγενημένα μεταλαχείν αφθαρσίας (= να παραμείνουν άφθαρτα|αθάνατα), αυτόν δε (= τον άνθρωπο), ού χάριν (= για τον οποίο) ταύτα επεποίητο (= είχαν γίνει), θνητόν είναι και παθητόν». Και ο Οικουμένιος συμπληρώνει: « Δι’ ημάς έσται και η κτίσις άφθαρτος, ώσπερ και δι’ ημάς γέγονε φθαρτή». (Βλ. Παν. Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας επιστολάς της Καινής Διαθήκης, τόμ. Α’, σ. 126-27). Ειδικά για τον άνθρωπο ο Μ. Αθανάσιος θα μας πεί: «Ούτως μέν ούν ο Θεός τον άνθρωπον πεποίηκε, και μένειν ηθέλησεν εν αφθαρσία άνθρωποι δε κατολιγωρήσαντες (= επειδή έδειξαν αμέλεια κι αδιαφορία) και αποστραφέντες την προς τον Θεόν κατανόησιν, λογισάμενοι δε και επινοήσαντες εαυτοίς (= επειδή προτίμησαν και εφεύραν για τον εαυτό τους) την κακίαν, ώσπερ εν τοις πρώτοις (= παραπάνω) ελέχθη, έσχον (= έλαβαν σαν ανταμοιβή) την προαπειληθείσαν του θανάτου κατάκρισιν και λοιπόν ουκ έτι ως γεγόνασιν διέμενον (δηλ. αθάνατοι), αλλ’ ως ελογίζοντο διεφθείροντο και ο θάνατος αυτών εκράτει βασιλεύων» ( Μ. Αθανάσιος, Λόγος περί ενανθρωπήσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς οικονομίας αυτού, 4, 11-17) Και δεν είναι η μόνη επισήμανση που ‘’ διασώζει’’ τη σοφία του Θεού Δημιουργού από την παραδοχή του θαύματος.Ένα άλλο ισχυρό επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι με την περιστασιακή θαυματουργική παρέμβαση του Θεού δε μεταβάλλονται ποιοτικά τα έμψυχα ή άψυχα δημιουργήματα, ούτε τελειοποιούνται οι μηχανισμοί της φύσης. Αντίθετα, εξακολουθούν και μετά το θαύμα να λειτουργούν και να επιτελούν τον προορισμό τους όπως και πρίν απ’ αυτό. Εξυπακούεται ότι αυτά ισχύουν για θαύματα που συντελούνται πάνω στον υλικό κόσμο (π.χ. θεραπείες ασθενειών, αναστάσεις νεκρών, διασώσεις από κινδύνους, παρεμβάσεις σε ή με φυσικά φαινόμενα κτλ.) και όχι για άλλου είδους θαύματα, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Μια άλλη προστατευτική του ‘’ κύρους ‘’ του Θεού αντίρρηση είναι ότι το θαύμα όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται στη δημιουργική σοφία του Θεού, είναι και απολύτως συμβατό και με την παντοδυναμία του Κυβερνήτη του σύμπαντος Θεού. Για όποιον δέχεται Θεό Δημιουργό του σύμπαντος και νομοθέτη της λειτουργίας του, είναι


17

αδιανόητο να Του αρνείται το δικαίωμα να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο και όποτε Εκείνος το κρίνει αναγκαίο και σκόπιμο. Το αντίθετο οδηγεί ή υποδηλώνει πανθεϊστικές αντιλήψεις που συγχέουν υλικό κόσμο και Θεό. Στην ίδια στάση οδηγούνται και οι δεϊστές, οι οποίοι υψώνουν αδιαπέραστους φραγμούς ανάμεσα στον κόσμο και το Θεό-δημιουργό του. Οι τελευταίοι δέχονται και υποστηρίζουν ότι ο Θεός μετά τη Δημιουργία αποξενώθηκε τελείως από τον κόσμο. Είναι, βέβαια, αυτονόητο ότι αρνούνται και πολεμούν και χλευάζουν το θαύμα οι άθεοι και οι άπιστοι, καθώς και όσοι βλέπουν και εξετάζουν το πράγμα με όρους υλιστικούς και φυσιοκρατικούς. Κι είναι απολύτως φυσιολογικό αυτό και ιδεολογικά συνεπής μια τέτοια στάση. Διότι εάν απορρίψουμε την ύπαρξη δυνάμεων πέραν, έξω και πάνω από τις υλικές|φυσικές δυνάμεις, τις οποίες μπορούν να παρακάμψουν ή να υποτάξουν, τότε οδηγούμαστε νομοτελειακά στην απόρριψη και του θαύματος. Αυτά όμως που γράφονται σ’ αυτό εδώ το βιβλίο δεν α πευθύνονται σ’ αυτές τις κατηγορίες των ανθρώπων, με την ψευδαίσθηση ότι είναι δυνατόν να (μετα)πεισθούν. ΄Αλλωστε είναι ανόητη και άσκοπη κάθε προσπάθεια πειθαναγκασμού κάποιου να δεχθεί τη δυνατότητα ή το ενδεχόμενο τέλεσης θαυμάτων. Ειδικά δε ετούτο το βιβλίο –και θα πρέπει ο φίλος αναγνώστης να το έχει αυτό διαρκώς πρό οφθαλμών- απευθύνεται κυρίως σε όσους πιστεύουν στο θαύμα, κατά δεύτερο δε λόγο σε κείνους που δεν το απορρίπτουν μεν, αλλά διατηρούν πολλές επιφυλάξεις ή έχουν ανάγκη από κάποια βοήθεια ή βρίσκονται σε μια σύγχυση γύρω από κάποιες παραμέτρους ή πτυχές αυτού του φαινομένου και ζητάνε ένα ξακαθάρισμα. ΄Ολες, όμως, οι προηγούμενες παραδοχές δεν απαντούν αυτονόητα στο βασικό ερώτημα αυτού του κεφαλαίου. Διότι ο μη αποκλεισμός της επιτέλεσης θαυμάτων και της δύναμης και του δικαιώματος του Θεού για θαυματουργία, δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι γίνονται και θαύματα, όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις δε γίνονται όλα όσα μπορούν να γίνουν. Ιδιαίτερα αυτό ισχύει για το Θεό, ο οποίος μπορεί μεν τα πάντα [ « ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα» (Λουκ. α’ 37), «ουδείς γάρ ταύτα τα σημεία (=θαύματα) δύναται ποιείν ά σύ (δηλ. ο Χριστός) ποιείς, εάν μη ή ο Θεός μετ’ αυτού» (Ιων. γ’ 2), «… εις το ειδέναι (= για να γνωρίσετε) υμάς τις εστιν η ελπίς…., τι το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού…. κατά την ενέργειαν του κράτους της ισχύος αυτού…. υπράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητος….» ( Εφ. α’ 18-22), « Τώ δυναμένω (Θεώ) υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ών αιτούμεθα ή νοούμεν» (Εφ. γ’ 20), «πάντα γάρ δυνατά εστι παρά τω Θεώ» (Μάρκ. ι’ 27)], αλλά δεν κάνει όσα μπορεί. Κάνει μόνο όσα θέλει. Όσα είναι αναγκαία κι ενταγμένα στο προαιώνιο σχέδιό Του για τον άνθρωπο (κυρίως) και τον κόσμο γενικότερα. Ο Θεός δεν κάνει ‘’επίδειξη δυνάμεως’’. Δεν το χρειάζεται. Αλλ’


18

ας ξαναθέσουμε το ερώτημα: Γίνονται ή όχι θαύματα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: βεβαίως και γίνονται. Από πού αντλούμε αυτή τη βεβαιότητα; Κατ’ αρχάς από την ιστορία. Γιατί έχουμε τα ιστορικά θαύματα. Κι αυτά είναι κατεξοχήν όσα περιέχονται κι εξιστορούνται από την Αγία Γραφή, τόσο από την Παλαιά όσο και (προπάντων) από την Καινή Διαθήκη. Κι αυτά τα θαύματα δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση, χωρίς ν’ αμφισβητηθεί ταυτόχρονα και η αυθεντία και το θεόπνευστο της αγίας Γραφής. Κι αν τυχόν γίνει αυτό, θα συμπαρασύρει στην απόρριψη όχι μόνο των ιερών κειμένων, αλλά κι ολόκληρο το οικοδόμημα της χριστιανικής πίστης και της Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο μόνο από τους άπιστους και πολέμιους της Εκκλησίας θα μπορούσε ν’ αποτολμηθεί ή επικροτηθεί. Αλλά και γι’ αυτούς ο υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας κι ένας από τους γίγαντες της Εκκλησίας μας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επιφυλάσσει μια αποστομωτική κι εντυπωσιακή απάντηση: « Ει γάρ ουκ ανέστη (ο Χριστός), αλλά μένει νεκρός, πώς εν τώ ονόματι αυτού οι Απόστολοι σημεία εποίησαν; Αλλ’ ουκ εποίησαν σημεία; Πώς ουν συνέστη (= συγκροτήθηκε και υπάρχει παρά τις αναρίθμητες κι απερίγραπτης σκληρότητας δυσκολίες) το έθνος το ημέτερον (δηλ. της Χριστιανοσύνης και της Εκκλησίας); Ου γάρ δή και προς τούτο αντιστήσονται (= δε θα μπορέσουν να το αρνηθούν), ουδέ τοις ορωμένοις μαχήσονται (= ούτε να καταπολεμήσουν αυτά που όλοι βλέπουν). ΄Ώστε, όταν λέγωσι μη γίνεσθαι σημεία, μειζόνως εαυτούς καταισχύνουσι (= εξευτελίζουν περισσότερο τον εαυτό τους) τούτο γάρ μέγιστον σημείον (= διότι τούτο είναι το καταπληκτικότερο απ’ όλα τα θαύματα), το χωρίς σημείων την οικουμένην προσδραμείν άπασαν (= το να σπεύσει δηλ. ολόκληρη η ανθρωπότητα κοντά στο Χριστό χωρίς να γίνουν θαύματα), υπό δώδεκα αγραμμάτων ανθρώπων αλιευθείσαν ουδέ γάρ πλούτω χρημάτων, ουκ άλλω τινί τοιούτω περιεγένοντο (= επικράτησαν, επιβλήθηκαν, νίκησαν) οι αλιείς….» (Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία Α’, δ’) Εδώ όμως συζητούμε μ’ εκείνους που αποδέχονται τα θεμέλια της πίστης μας, που δεν είναι άλλα από την αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, ως αποκαλυμμένες πηγές της. ΄Όταν δε αναφερόμαστε στα θαύματα της Κ.Διαθήκης (για να περιοριστώ μόνο σ’ αυτά) δεν εννοούμε μόνο όσα επώνυμα επιτέλεσε ο Κύριος και οι Απόστολοι, αλλά και το πλήθος των θαυμάτων που υποκρύπτονται στις φράσεις: «Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς …. θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» (Ματθ. ε’ 23), «πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη ά ακούετε και βλέπετε τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται….» (Ματθ. ια’ 4-5), «…. Και προσήνεγκαν αυτώ (τω Χριστώ)


19

πάντας τους κακώς έχοντας, και παρεκάλουν αυτόν ίνα καν μόνον άψωνται του κρασπέδου του ιματίου αυτού και όσοι ήψαντο διεσώθησαν.» (Ματθ. ιδ’ 35-36), «…. και όπου αν εισεπορεύετο εις κώμας ή αγρούς, εν ταίς αγοραίς ετίθεσαν τους ασθενούντας και παρεκάλουν αυτόν ίνα κάν του κρασπέδου του ιματίου αυτού άψωνται και όσοι αν ήπτοντο αυτού, εσώζοντο» (Μάρκ. στ’ 56) κ.ά. ΄Οσο δε για τα θαύματα της Π.Δ. (που και αυτά ήταν πολλά κι εντυπωσιακά, αλλά και ενταγμένα μέσα στο σχέδιο του Θεού), κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, «τύπος ήν και σκιά των αληθινών πραγμάτων…» που έφερε ο Χριστός. ( Μακάριος ο Αιγύπτιος, Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία Ν’, παρ. Α’-Δ’: Θεός εστιν δια των αγίων αυτού θαυματουργών, ΒΕΠΕΣ, τ. 41, σ. 352-55) Η περίοδος των κατ’ εξοχήν ιστορικών θαυμάτων καλύπτει κυρίως τους χρόνους του Κυρίου και των Αποστόλων (δηλ. τον πρώτο μ.Χ. αιώνα) που μπορεί να επεκταθεί και μέσα στην πρώτη μεταποστολική εποχή, δηλ. στο μισό του δευτέρου μ.Χ. αιώνα. ΄Εκτοτε; θα ρωτήσει κάποιος. Μετά από την έντονα θαυματουργική αυτή περίοδο δεν έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες για τέλεση θαυμάτων; Και βέβαια έχουμε! Μόνο που αυτές δεν μπορούν να έχουν το κύρος των μαρτυριών της αγίας Γραφής. Θα μπορούσα, π.χ., να μνημονεύσω τα θαύματα που αποδίδονται στον όσιο και θεμελιωτή του μοναχικού βίου Παχώμιο ( 347) και αναφέρονται στους «ελληνοσυριακούς-λατινικούς» βίους του (Βλ. ΒΕΠΕΣ, τ. 40, σ. 103 κ. εξ.) και κυρίως τον τέταρτο (Βλ. ΒΕΠΕΣ, τ. 41, σ. 106 κ. εξ.), αλλά και πολλές άλλες ιστορικές μαρτυρίες ή και, περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστες, παραδόσεις που ο αναγνώστης γνωρίζει ή δύναται ν’ αντλήσει από διάφορες πηγές. Μέσα απ’ όλα αυτά, έτσι κι αφαιρεθούν οι υπερβολές και οι ευφάνταστες διηγήσεις, θα προκύψει ένα πλήθος πραγματικών θαυματουργικών επεμβάσεων του Θεού, είτε σε ατομικό είτε σ’ έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων. Ουδέποτε, όμως, θα παρατηρηθεί ξανά το φαινόμενο της πληθώρας και του μεγέθους (κατά το φαινόμενο τουλάχιστον) των θαυμάτων της Κυριακής κι Αποστολικής περιόδου. Κι ας μη νομισθεί ότι αυτό οφείλεται κυρίως στην επί γής παρουσία του Θεού-Λόγου και στον άμεσο σύνδεσμο των Αποστόλων μαζί Του, αφού τους έδωσε κατά τρόπο άμεσο και πανηγυρικό το δικαίωμα και την εξουσία «του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. ι’ 19), «πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1), «….ασθενούντας θεραπεύειν, λεπρούς καθαρίζειν, νεκρούς εγείρειν, δαιμόνια εκβάλλειν» (Ματθ. ι’ 8) Δεν αρκεί, όμως, να διαπιστώσουμε και να δεχθούμε ότι μπορούν να γίνουν και γίνονται θαύματα. Επιβάλλεται να ξεκαθαρίσουμε και ποιος τα κάνει, ποια είναι η


20

πηγή και ποιος ο πραγματικός τελεσιουργός τους. Αυτό θα προσπαθήσουμε να κάμουμε στη συνέχεια.

ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΑ; ΄Ώστε, λοιπόν, θα μιλάμε πια για κάτι που έγινε ή γινόταν «μια φορά κι έναν καιρό»; ΄Όχι βέβαια! Η παρουσία του θαύματος μέσα στην Εκκλησία δεν έχει χρονικούς περιορισμούς, δεν έχει ημερομηνία λήξης. Αυτό δεν είναι μόνο η μαρτυρία των 2000 χρόνων συμπόρευσής του –εντονότερης ή ηπιότερης- ανάμεσά μας και κάτω από τις


21

πιο αφιλόξενες γι΄αυτό συνθήκες. Προκύπτει, άμεσα ή έμμεσα, και από τα ιερά κείμενα της πίστης μας, κατεξοχήν δε από την αγία Γραφή, όπου μιλάει και διαβεβαιώνει αυτή η πηγή και ο αίτιος των θαυμάτων, ο Κύριος Ιησούς: «αμήν γάρ λέγω υμίν ότι ος(= οποιοσδήποτε πιστός κι όχι μόνο εσείς οι Μαθητές μου) αν είπη (: οποτεδήποτε στο μέλλον κι όχι μόνο τώρα) τώ όρει τούτω, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, και μη διακριθή

εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύση ότι ά λέγει γίνεται,

έσται αυτώ ό εάν είπη» (Μάρκ. ια’ 23), και «αμήν αμήν λέγω υμίν (= σας διαβεβαιώνω με κάθε κατηγορηματικότητα), ο πιστεύων εις εμέ (: οποιοσδήποτε κι οποτεδήποτε), τα έργα (=θαύματα) ά εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιων. ιδ’ 12-13). Το ότι δε η θαυματουργία δεν περιορίζεται δικαιοπρακτικά σ’ ένα στενό κύκλο προσώπων (τους Αποστόλους) και χρονικά σε μια προνομιούχο εποχή (την Αποστολική και της πρώτης Εκκλησίας) καταδεικνύεται, έμμεσα μεν πλήν όμως σαφώς, και από δύο ακόμα στοιχεία. Πρώτον, ότι δόθηκε ρητά αυτή η δυνατότητα από τον Κύριο στον ευρύτερο κύκλο των 70 μαθητών Του, που εκπροσωπούν το σύνολο του σώματος της Εκκλησίας μέχρι τη συντέλεια του κόσμου: « Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου…. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν (= δύναμη) του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων…» (Λουκ. ι’ 17-19). Υπάρχει όμως και δεύτερο. Κατά το μέγιστο των Αποστόλων, τον Παύλο, η θαυματουργία είναι ένα από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος: «ετέρω δε (δίδοται) πίστις (θαυματουργική) εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων (= θεραπείας διαφόρων ασθενειών) εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων» (= κατορθώματα υπερφυσικά κι ασυνήθιστα) (Α’ Κορ. ιβ’ 9-10), και « Μη πάντες δυνάμεις; (Μήπως έχουν όλοι χαρίσματα θαυματουργικά;) Μη πάντες χαρίσματα έχουσι ιαμά των;» (Α’ Κορ. ιβ’ 29-30). Και ως τέτοιο έχει εξ ορισμού μέσα του το στοιχείο της παντοτινότητας μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου και αποκλειστικά ενδημεί κι εκδηλώνεται. Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος δεν κρατιούνται στη ζωή με ‘’ συντηρητικά’’. ΄Εχουν μέσα τους την αθανασία και τη διάρκεια της πηγής τους. Μόνο που τα χαρίσματα του Αγ. Πνεύματος ούτε δίνονται όλα σε όλους τους πιστούς, ούτε και σε όσους δίδεται ένα χάρισμα είναι ισομερώς κατανεμημένο, αλλά «διαιρεί ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α’ Κορ. ιβ’ 11), «ενί δε εκάστω εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού» (Εφ. δ’ 7) και «κατ’ ενέργειαν εν τω μέτρω ενός εκάστου μέρους» (= μέλους της Εκκλησίας) (Εφ. δ’ 16). Η διάθεση και η δεκτικότητα του καθενός είναι εκείνα που προσδιορίζουν τόσο το είδος του χαρίσματος που θα δεχθεί, όσο και το βαθμό στον οποίο θα του δοθεί. Κάθε πιστός είναι (ή γίνεται) κι ένα διαφορετικό δοχείο των χαρισμάτων του Αγ. Πνεύματος.


22

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το ερώτημα που τέθηκε στην αρχή δεν είναι εντελώς αβάσιμο. ΄Όχι μόνο για τους ολιγόπιστους κι άπιστους, αλλά και για τους πιστούς ή αυτούς που ‘’κάνουν’’ τον πιστό ή νομίζουν ότι είναι πιστοί, αγνοώντας προφανώς τι σημαίνει το πράγμα. Κάνοντας, λοιπόν, μια απλή σύγκριση –ως προς το είδος και τη συχνότητα των θαυμάτων- της εποχής τους μ’ εκείνη του Κυρίου και των Αποστόλων, βλέπουν την απόσταση που τις χωρίζει. Πιθανόν να μη βρίσκουν και καμιά ομοιότητα. Κι είναι ακριβώς έτσι. Εκείνη η εποχή είναι κι απ’ αυτή την έποψη ανεπανάληπτη. Εντούτοις, αυτή η τεράστια διαφορά εκείνης της μνημειώδους –κι όντως μοναδικής- περιόδου κι όλων των επόμενων –άρα και της δικής μας- είναι από μια άποψη λιγότερο πραγματική ή περισσότερο –ή εν μέρει- φαινομενική. Για να αιτιολογηθεί επαρκώς αυτό χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γύρω από το μεταφυσικό φαινόμενο του θαύματος. Και πρώτ’ απ’ όλα, ποιο περιεχόμενο δίνει ο πολύς ο κόσμος –κι όχι μόνο- στον όρο του θαύματος. Η απάντηση είναι προφανής: Ως θαύμα θεωρείται, σχεδόν απ’ όλους μας, ό,τι απίθανο κι απίστευτο κι ανεξήγητο με τα εργαλεία του νού (λογικού) και της επιστήμης γίνεται αντιληπτό με τις σωματικές μας αισθήσεις. Ποια είναι τα συνηθέστερα απ’ αυτά; αναστάσεις νεκρών (Γ’ Βασ. ιζ’ 17-24. Δ’ Βασ. δ’ 18-37. Ματθ. θ’ 23-26. Λουκ. ζ’ 11-17. Ιων. ια’ 1-44. Πράξ. θ’ 36-42 και κ’ 8-12), θεραπείες βαριών κι ανίατων ασθενειών κι άλλων αναπηριών (Δ’ Βασ. κ’ 1-7. Ματθ. η’ 5-13. Μάρκ. ζ’ 31-37. Λουκ. ιζ’ 11-19. Πράξ. γ’ 1-11 κ. α.), τιμωρίες παραδειγματικές (Γεν. ιθ’ 12-30. Δ’ Βασ. α’ 9-14. Πράξ. ε’ 1-11 και ιγ’ 8-12 κ.α.), προστασίες και διασώσεις από ανυπέρβλητους κινδύνους (Γεν. στ’ 1-η’ 22. Εξ. ιδ’ 16-31. Ματθ. η’23-27. Μάρκ. στ’ 47-52. Πράξ. ιστ’ 25-31 και κζ’ 21-29 κ.α.), έκτακτα φυσικά φαινόμενα καθ’ υπέρβαση των φυσικών νόμων (Εξ. ιε’ 22-25. Ιησ. του Ναυή ι’ 12-14. Γ’ Βασ. ιζ’ 1-3. Ματθ. κα’ 1822. Μάρκ. ιε’ 33-39. Ιων. β’ 1-11 κ. α.), αναλήψεις στους ουρανούς (Δ’ Βασ. β’ 1-12. Πράξ. α’ 3-11) και άλλα συναφή. ΄Όταν η σύγκριση των διαφόρων μεταγενέστερων εποχών μ’ εκείνη των πρωτοχριστιανικών χρόνων γίνει πάνω σ’ αυτή τη βάση, τότε αναντίρρητα η διαφορά είναι συντριπτική υπέρ των δεύτερων. Κι αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό κι ευεξήγητο. Αρκεί, φυσικά, να συνειδητοποιήσουμε ότι α) τα θαύματα στο σύνολό τους, αλλά και κατά περίπτωση, είναι ενταγμένα μέσα στο ευρύτερο σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά και του κόσμου γενικότερα. Αρα εξυπηρετούν σε κάθε περίπτωση έναν ύψιστο ατομικό και πανανθρώπινο σκοπό. Στα πλαίσια αυτά, συνεπώς, τα θαύματα που έγιναν τότε αφορούν άμεσα κι εμάς κι όλες τις γενιές των ανθρώπων, αφού συμβάλλουν στη σωτηρία μας. Σε τι, λοιπόν,


23

προπάντων απέβλεπε η έντονη εκείνη θαυματουργία της εποχής του Κυρίου και των Αποστόλων; Στο να εμπεδωθεί στη Γή και στις ψυχές των ανθρώπων –ιδιαιτέρως δε των μαθητών Του στους οποίους θα ανέθετε το τιτάνειο έργο της εξάπλωσης της βασιλείας Του στη Γη- η πίστη στη Θεότητά Του και στη θεία προέλευση του θεσμού της Εκκλησίας. Αυτή η έκτακτη διαδικασία δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται σε κάθε γενιά. Δεν πρόκειται για θεατρικό έργο που μπορεί να επανακυκλώνεται συνεχώς με τα ίδια ή άλλα σκηνικά και με τους ίδιους ή άλλους κάθε φορά συντελεστές. Κι ούτε θα πρόσφερε κάτι περισσότερο μια τέτοια αειφορία εκείνων των γεγονότων. Το έργο αυτό ανέλαβε να συνεχίσει με άλλα μέσα η Εκκλησία Του. Τότε οι Απόστολοι «εξελθόντες εκήρυξαν βεβαιούντος

πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον

(επικυρώνοντάς

τον

και

κάνοντάς

τον

πιστευτό)

δια

των

επακολουθούντων σημείων» (Μάρκ. ιστ’ 20). Η Εκκλησία κηρύσσει και σήμερα και θα κηρύσσει πάντοτε τον ίδιο «λόγο» και εκπέμπει το ίδιο μήνυμα, προβάλλοντας κι επικαλούμενη την αξιόπιστη μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων. Στο έργο αυτό της αρκούν τα ίδια «σημεία». Χωρίς αυτό, φυσικά να σημαίνει ότι αποποιείται ή παρασιωπά και όσα άλλα κατά καιρούς τελεσιουργεί στους κόλπους της η Σοφία και η Πρόνοια του Θεού. ΄Οσοι έχουν τις ηθικές και πνευματικές προϋποθέσεις θα τον δεχθούν (το λόγο), οι άλλοι θα τον απορρίψουν ή θα τον αγνοήσουν ή θα τον πολεμήσουν. Ακριβώς το ίδιο έγινε και τότε. Επ’ αυτών, όμως, θα επανέλθουμε. β) Είναι ανεπίτρεπτο κι εντελώς παχυδερμικό να βλέπουμε το θαύμα ωφελιμιστικά κι ωφελιμοθηρικά! Ο Χριστός δεν έκανε θαύματα απλά για να ξαναφέρει κάποιον στη ζωή επειδή του άρεσε ή για να μην αφήσει κάποιον άλλον να πεθάνει η για ν’ απαλλάξει κάποιον απ’ τους ανυπόφερτους πόνους ή για να χορτάσει κάποιους άλλους που πεινούσαν !… Αυτά δευτερεύουσα αξία είχαν και έχουν για τον Κύριο, χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει ότι έτσι αναιρείται ή αμφισβητείται η φιλανθρωπία κι ευσλαχνία Του. Αν ήταν στις προθέσεις του Θεού ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον πόνο, τη θλίψη, τις ανάγκες και τον ίδιο το θάνατο, δε θα κατέφευγε σε τόσο σποραδικές, βραχύβιες κι επιλεκτικές παρεμβάσεις. Διότι την ίδια στιγμή που θεράπευε ένα λεπρό λίγο πιο πέρα δεκάδες άλλοι εξακολοτθούσαν να υποφέρουν από τη φοβερή αρρώστια, αγνοώντας την ευεργετική Του παρουσία. Είχε –και έχειτη δύναμη και ξέρει τους τρόπους να θεραπεύσει|εξαλείψει οριστικά, εφάπαξ και καθολικά τα δεινά από τη ζωή του ανθρώπου, όλα απότοκα της αρχέγονης και μοιραίας εκείνης επιλογής του. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ίσως με το τέλος αυτού του κόσμου και την εκ του μηδενός δημιουργία ενός άλλου. Αυτό όμως είναι μεν επαγγελία και στα σχέδια του Θεού [ «καινούς δε ουρανούς και γήν καινήν κατά το


24

επάγγελμα (= υπόσχεση, διαβεβαίωση)

αυτού προσδοκώμεν, εν οίς δικαιοσύνη

κατοικεί» (Β’ Πέτρ. Γ’ 13)], αλλά θα γίνει, όταν γίνει κατ’ άλλον τρόπο, για άλλους λόγους και στη βάση άλλου σχεδιασμού, στα όρια της ανεξερεύνητης βουλής Του. γ) Το θαύμα δεν είναι μια ατραξιόν, μια φιέστα, ένα ‘’νούμερο’’ τσίρκου ή κάποιου λαϊκού θαυματοποιού|ταχυδακτυλουργού που καλεί τους διαβατικούς να τον θαυμάσουν και να τον χειροκροτήσουν. Στο θαύμα έχουμε μια αληθινή κι ακραίας ιερότητας ιεροτελεστία. Τη στιγμή του θαύματος έχουμε την πιο χειροπιαστή απόδειξη της παρουσίας του Θεού. Σ’ αυτού του είδους τα θαύματα γίνεται κάτι το συγκλονιστικό: έχουμε την αυτοπρόσωπη κι εντελώς άμεση επέμβαση του Θεού πάνω στην υλική δημιουργία, τη μίξη των άμικτων. Σ’ αυτές τις στιγμές ταιριάζει μόνο το δέος και η έκσταση κι όχι θεατρινισμοί κι άλλου είδους βεβηλώσεις. Ας αναλογιστούμε, φέρνοντάς τα ένα ένα στο νού μας, μέσα σε ποια ατμόσφαιρα αγιότητας, σοβαρότητας και θεοπρέπειας επιτελούσε ο ίδιος ο Χριστός –αλλά και οι Μαθητές Του- τα θαύματα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την τέλεση ενός θαύματος ‘’μυστήριον’’ ( Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΚΑ’, παρ. γ’). Ο ίδιος ιερός Πατέρας, σχολιάζοντας το εδάφιο Πράξ. ιβ’ 1-11 σχετικά με τη θαυματουργική απελευθέρωση του Πέτρου, παρατηρεί: «Και δια τι, φησίν (= θα ρωτήσουν κάποιοι), ουκ αφήκεν αυτόν (τον Πέτρο) εις τας χείρας εμπεσείν Ηρώδου και τότε εξήρπασεν; (= και τότε να τον απελευθέρωνε;) Ότι (=διότι) εκείνο μεν εις έκπληξιν ήγαγεν αν (= θα προκαλούσε κατάπληξη), τούτο δε (= έτσι όπως έγινε) υπέρ αυτών εγένετο (= έγινε για το δικό τους καλό, για την καλύτερη ευόδωση του έργου τους) ουκ αν γάρ ενομίσθησαν αννθρωποι είναι (= Δε θα εθεωρούντο ότι είναι κοινοί άνθρωποι), ει θεοπρεπώς πάντα εποίει» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΚΣΤ’, παρ. α’). Ακόμα κατηγορηματικότερος είναι ένας άλλος φωστήρας της Εκκλησίας μας, ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: « Η δε θαυματοποιία ου τω σκοπώ της εκπλήξεως των εντυγχανόντων γίνεται, αλλά προς το χρήσιμον των σωζομένων βλέπει» (= αποβλέπει) ( Γρηγόριος ο Νύσσης, Εις τον βίον Μωυσέως, 51, ΒΕΠΕΣ, τ. 65 Α, σ. 122). ΄Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν μεν τη διαφορά τού τότε και του τώρα –του εκάστοτε ‘’τώρα’’-, αλλά δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έκτοτε δεν έγιναν και δε γίνονται ανάλογα –οπωσδήποτε, όμως, λιγότερο εντυπωσιακά και πολύ λιγότερης συχνότητας- θαύματα. Για να σχηματίσουμε, όμως, μια πληρέστερη άποψη επ’ αυτού πρέπει να έχουμε υπόψη: α) Το θαύμα δεν είναι μια υπόθεση ρουτίνας ή ένα παιγνιδάκι που μπορούν κάποιοι επιτήδειοι να το παίζουν όπως θέλουν κι όποτε θέλουν. Που σημαίνει ότι είναι ανόητο να το περιμένουμε κάθε μέρα ή κάθε χρόνο. Το θαύμα είναι μια


25

«περιουσία» που βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του Θεού. Μόνο Αυτός έχει την εξουσία και την ευχέρεια ν’ αποφασίσει αν θα γίνει, πότε θα γίνει, πώς και πού θα γίνει και γιατί θα γίνει. Αν δεν συντρέχει λόγος στα πλαίσια της ‘’λογικής’’ και των σχεδίων του Θεού, μπορεί να περάσουν ακόμα και αιώνες ώσπου να ιδούμε ένα πραγματικό ( κι όχι σκηνοθετημένο ή υποτιθέμενο) θαύμα αυτού του είδους. β) Δεύτερο και σπουδαιότερο: ο κύκλος και τα όρια της θαυματουργικής επέμβασης του Θεού δεν τελειώνουν μ’ αυτή τη μορφή ( των αντιληπτών από τις σωματικές μας αισθήσεις) των θαυμάτων. Θα έλεγα ότι αυτά όχι μόνο δεν είναι τα περισσότερα, αλλ’ ούτε καν τα σημαντικότερα. Τα σημαντικότερα, ουσιωδέστερα, πολυπληθέστερα και διαρκέστερης συνέπειας είναι τα θαύματα που συντελούνται σε άλλους χώρους –πνευματικούς και ηθικούς- και είναι άλλης υφής. ΄Ηδη στο προηγούμενο κεφάλαιο ακούσαμε τον ουρανοφάντορα Ιωάννη το Χρυσόστομο να χαρακτηρίζει ως το μέγιστο των θαυμάτων τη διάδοση κι επικράτηση του Χριστιανισμού, πολύ δε περισσότερο αν αυτό έγινε χωρίς τη συμβολή των θαυμάτων (αφού το θέλουν έτσι οι αρνητές τους…). Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος θα μας πεί κάτι διαφορετικό, αλλ’ εξίσου αποκαλυπτικό της αξιολογικής κλίμακας που ισχύει στο βασίλειο της Χάριτος: «Εάν δε ίδης τινά επηρμένον και τετυφωμένον ως μέτοχον όντα της χάριτος (= που να περηφανεύεται και να κομπάζει επειδή τάχα κατέχει τη χάρη), ούτος εάν και σημεία ποιήση και νεκρούς εγείρη, μη έχη δε την ψυχήν αυτού άτιμον (= σε περιφρόνηση κι ανυποληψία) και εξουδενωμένη (= ταπεινωμένη) και ή πτωχός τω πνεύματι (= ταπεινός) και βδελυκτός, κλέπτεται υπό της κακίας και ουκ οίδε (= χωρίς να το ξέρει), και ει ποιεί σημεία (= κι αν ακόμα κάνει θαύματα), ουκ έστιν αυτώ πιστεύσαι το γάρ σημείον του Χριστιανισμού τούτό εστι, το όντα τινά δόκιμον του Θεού σπουδάζειν λανθάνειν ανθρώπους» (= ενώ κάποιος είναι ευάρεστος στο Θεό, να φροντίζει να το κρύβει από τους ανθρώπους) (Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία ΙΕ’, παρ. ΛΖ’, ΒΕΠΕΣ, τ. 41, σ. 230, 21 εξ.). Ο Μ. Αθανάσιος, πάλι, το μέγα θαύμα του Χριστιανισμού το εντοπίζει αλλού, στη σύγκρισή του με την ελληνική σοφία: « Περί δε της ελληνικής σοφίας και της των φιλοσόφων μεγαλοφωνίας, νομίζω μηδένα του παρ’ ημών δείσθαι λόγου, επ’ όψει πάντων όντος του θαύματος, ότι τοσαύτα γραψάντων των παρ’ ΄Ελλησι σοφών ( = μολονότι έγραψαν τόσα πολλά οι σοφοί των Ελλήνων) και μη δυνηθέντων πείσαι καν ολίγους εκ των πλησίον τόπων (= δεν κατάφεραν να πείσουν ούτε κάν λίγους από τους γείτονές του μη ΄Ελληνες) περί αθανασίας και του κατ’ αρετήν βίου, (ενώ αντίθετα ) μόνος ο Χριστός δι’ ευτελών ρημάτων (= με απλά κι ανεπιτήδευτα λόγια) και δι’ ανθρώπων (τους αγράμματους Αποστόλους κτλ.) ου κατά την γλώτταν σοφών (‘’ ιδιώτης τω λόγω’’ αυτοχαρακτηρίζεται ο Παύλος –Β’ Κορ. ια’


26

6), κατά πάσαν την οικουμένην παμπληθείς (= πολυάριθμες) εκκλησίας έπεισεν ανθρώπων καταφρονείν μεν θανάτου (= να περιφρονούν το θάνατο χάριν του Χριστού), φρονείν δε αθάνατα…» ( Μ. Αθανάσιος, Λόγος περί ενανθρωπήσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού, 47, 22-32). Κατά δε τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, σημαντικότερο από όλα τα θαύματα είναι η επιστροφή του αμαρτωλού (Μακαρίου του Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία Δ’, παρ. ΚΕΚΖ’, ΒΕΠΕΣ, τ. 41, σ. 169-70). Εκείνος όμως που είναι κυριολεκτικά αφοπλιστικός και σοφότατος οδηγός μας στα μονοπάτια της θείας βουλής είναι ο Πνευματοκίνητος Ιωάννης ο Χρυσόστομος : « Το κεφάλαιον (= σύνολο, τα μέγιστα) έχομεν των αγαθών δια του Βαπτίσματος άφεσιν αμαρτιών ελάβομεν, αγιασμόν Πνεύματος, μετάληψιν, υιοθεσίαν, ζωήν αιώνιον. Τι βούλεσθε (= θέλετε) πλέον; σημεία; Αλλά καταργείται (= αυτά κάποτε θα καταργηθούν). Πίστιν έχεις, ελπίδα, αγάπην, τα μένοντα (= αυτά είναι που μένουν αιωνίως) ταύτα ζήτει, ταύτα σημείων μείζω. Ουδέν αγάπης ίσον»

( Ιωάν. Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των

Αποστόλων, Ομιλία Μ’, παρ. β’). ΄Εντονη δε και καθαρή φτάνει ως εμάς μια από τις αρχαιότερες φωνές της Εκκλησίας, του Ιουστίνου, φιλοσόφου και Μάρτυρα: « Αλλ’ όταν εγώ ζητών επαπορήσω, τότε του μυστηρίου των χριστιανών ανακράζω το θαύμα, ότι υπέρ νούν, υπέρ λόγον, υπέρ κατάληψιν κτιστής φύσεως τα ημέτερα» (δηλαδή το μέγα θαύμα για μας τους χριστιανούς είναι το σύνολο των αληθειών της πίστης μας) ( Ιουστίνος, Αμφιβαλλόμενα, ΒΕΠΕΣ, τ. 4, σ. 72). Ας ακούσουμε όμως, προτού διακόψουμε αυτή τη σύντομη περιήγηση στο εύανθο λιβάδι της πατερικής σοφίας, τι μας λέει σχετικά και ο αρχαιότερος ιστορικός της Εκκλησίας μας, ο Ευσέβιος: «…και τέλος θαυμαστοίς έργοις επιχειρήσαντα και εξ απιστίας τους ανθρώπους εις πίστιν ισχυράν προσκαλεσάμενον εις ουρανόν αναπτήναι, τίνος άλλου πλήν του Θεού της τε εξοχωτάτης δυνάμεως έργον τούτο;…» ( Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΒΕΠΕΣ, τ. 24, σ. 214). Τι προκύπτει από όλα αυτά; ΄Ότι υπάρχει ένας απέραντος χώρος μέσα στην Εκκλησία

όπου

συντελούνται

τα

συγκλονιστικότερα

των

θαυμάτων

χωρίς

τυμπανοκρουσίες, χωρίς να τα υποψιαζόμαστε κάν. Αυτά καθόλου ή ελάχιστα απασχολούν ακόμα και τους πιστότερους κι ευσεβέστερους χτιστιανούς. Οι ίδιοι, αντίθετα, μπορεί και να ποδαριάζονται για να δώσουν το παρόν ως προσκυνητές σε κάθε ‘’θαύμα’’ που κάποιος προβατόσχημος αγύρτης κατασκευάζει και τα ΜΜΕ σαλπίζουν στα πέρατα του κόσμου. Είναι πολύ βολικιά αυτή η άποψη, θα αντιτείνει κάποιος, για να ξεπεράσουν οι σύγχρονοι απολογητές του θαύματος το σκόπελο. Από τα κείμενα, όμως, που παρέθεσα –όλα σχεδόν αγίων ανδρών που έζησαν πολύ κοντά στην ευλογημένη εκείνη εποχή της πλούσιας κι εντυπωσιακής θαυματουργίας- αποδεικνύεται ότι δεν


27

είναι ένα επιχείρημα που το ανακαλύψαμε εμείς οι χριστιανοί της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας για να ‘’βουλώσουμε κάποιες τρύπες’’… ΄Ηταν ανέκαθεν πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας. Μού δίνεται, εντούτοις, η ευκαιρία να επικαλεστώ μια μαρτυρία από την ίδια την Κ.Διαθήκη που στηρίζει ακόμα περισσότερο την προεκτεθείσα άποψη. Μιλώντας ο Κύριος στους ‘’αγανακτισμένους’’ Φαρισαίους και γραμματείς που Τον βλέπανε να συναναστρέφεται και να συμπαθεί τους τελώνες κι αμαρτωλούς, τους είπε κοφτά και κατηγορηματικά: « λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε΄ ). Κάθε φορά που ένας αμαρτωλός μετανοεί Πανηγυρίζουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις. ΄Όχι όταν γίνεται ένα θαύμα (και το πιο συγκλονιστικό) ή πολλά θαύματα όπως τα θέλει ο πολύς κόσμος. Μόνο στο θαύμα της μετάνοιας ακόμη κι ενός αμαρτωλού αγάλλονται οι αγγελικές δυνάμεις. Να προσθέσω και κάτι ακόμα; Αν διαβάσουμε προσεκτικά τα Ευαγγέλια, θα διαπιστώσουμε ότι ο ίδιος ο Κύριος όχι μόνο ήταν πολύ φειδωλός στη θαυματουργία, αλλά θα τολμούσα να υποστηρίξω ότι σε πολλές περιπτώσεις έδειχνε να μην έχει τα θαύματα και σε μεγάλη ‘’υπόληψη’’. Επ’ αυτού όμως θα πούμε περισσότερα κάπου παρακάτω. Παρ’ όλ’ αυτά, βλέπω τον αναγνώστη μου να επιμένει να μ’ ερωτά: “Μωρέ, άστα αυτά! Από εκείνα τα ‘’άλλα’’ θαύματα γίνονται σήμερα; ΄Εχω ελπίδα ν’ αντιμετωπίσω τον καταραμένο τον καρκίνο μου, να κερδίσω το τζάκ-πότ του “Τζόκερ”, να γλυτώσω έτσι και πέσω σε κανέναν απύθμενο γκρεμό κτλ. κτλ.;” Αυτά είναι που μας ενδιαφέρουν, αυτά μας καίνε, μόνο αν σιγουρέψουμε αυτά αξίζει τον κόπο (ή μας συμφέρει) να πιστεύουμε και να εκπληρώνουμε τις θρησκευτικές μας υποχρεώσεις! … Θέλουμε ένα Θεό-πυροσβέτη, μια πίστη-΄Αμεση Δράση ή ΕΚΑΒ, ένα Ανταλλακτήριο όπου θα πηγαίνουμε και θα εξαργυρώνουμε κάθε επιθυμία μας σε ‘’σκληρό νόμισμα’’!… Ναι, απαιτητικέ μου αναγνώστη. Γίνονται θαύματα. Και σήμερα και πάντοτε. Ακόμα και σαν αυτά που εσύ απαιτείς. Υπάρχουν, όμως, κι αναρίθμητα άλλα που γίνονται σε κάθε στιγμή της ζωής μας και περνούν απαρατήρητα γιατί τα’ αγνοούμε ή τα περιφρονούμε σαν ασήμαντα. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που προέρχονται από την ακοίμητη Πρόνοια του Θεού. Μπορούμε να ξέρουμε, π.χ., πόσες φορές θα κινδύνευε ή ζωή μας ή η ζωή των αγαπημένων μας, αν δεν υπήρχε διαρκώς ενεργός αυτή; Ποιος από μας γνωρίζει πόσες επιτυχίες δεν οφείλονται μόνο στις δικές μας ικανότητες ή πόσες αποτυχίες μας αποτράπηκαν χάρης στην αόρατη παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας; Για μας μετράει αυτή εδώ η δοκιμασία που περνάμε, και μόνο αν την ξεπεράσουμε θα μιλάμε για θαύμα και θα νιώσουμε ενδεχομένως την υποχρέωση-ανάγκη να Του πούμε ένα ευχαριστώ. Κι αυτό συνήθως μεμψίμοιρα ή


28

και καθόλου. Υπενθυμίζω απλώς την περίπτωση των 9 από τους 10 λεπρούς που θεράπευσε ο Κύριος… Αν μέχρι τώρα αποτράπηκαν πολλές άλλες ανάλογες περιπέτειες δεν το συλλογιούμαστε. Ναζιάρικα παιδιά που χτυπάμε τα χέρια στο πάτωμα,

ζητώντας

καπριτσιάρικα

την

ικανοποίηση

και

του

πλέον

παρά-

λογου γούστου μας…. Ο Θεός μερικές φορές βρίσκει παράξενους τρόπους ν’ απαντάει στις δήθεν εύλογες προσδοκίες μας ή να εξευτελίζει τις εκτιμήσεις μας. Μια τέτοια περίπτωση δανείζομαι από το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας Αδελφοί Καραμάζωφ του μυσταγωγού της ρωσικής θρησκευτικότητας κι ευλάβειας Φιοντόρ Ντοστογιάσκη. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω εδώ επιγραμματικά την ουσία της αφήγησης. Ο θάνατος του περίφημου τσάρετς Ζόσσιμα, ιερέα και μοναχού, ήρθε εντελώς απρόσμενα. Εκείνο το βράδυ ήταν πολλοί συγκεντρωμένοι κι όλοι ξέρανε ότι το τέλος του γέροντα ήταν πολύ κοντά, αλλά κανένας δεν πίστευε ότι θα ερχόταν τόσο γρήγορα. Τίποτα δεν έδειχνε ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν με τέτοια ταχύτητα. Οι φίλοι του, βλέποντάς τον ζωηρό, χαρούμενο κι ομιλητικό, ανάσαναν μ’ ανακούφιση και την ελπίδα πως ο γέροντας πέρασε, προσωρινά τουλάχιστο, κι αυτή την κρίση. Αυτά μέχρι και πέντε λεφτά πριν το θάνατό του. Ξαφνικά, εντούτοις, όλα αλλάξανε.΄Ενιωσε έναν πόνο-καρφί στο στήθος, έχασε το χρώμα του και τον τσάκισε κρύος ιδρώτας. Προσπάθησε να μετακινηθεί. Πετάχθηκαν όλοι και τρέξανε κοντά του.΄Ισα που πρόλαβε να τους χαρίσει ένα καλοσυνάτο χαμόγελο με το χλομό του πρόσωπο. Μετά βυθίστηκε στην πολυθρόνα και σε λίγο σωριάστηκε στο πάτωμα, ψελλίζοντας κάποια προσευχή. Σ’ ένα λεπτό η πολυσέβαστη ψυχή του πετούσε στον ουρανό. Το νεκρό σώμα του ιερομόναχου Ζόσσιμα ετοιμάστηκε κατάλληλα για την ταφή, όπως καθόριζε το τυπικό για τους νεκρούς μοναχούς κι ασκητές. Πρίν ξημερώσει η επομένη, η σορός του “κεκοιμημένου” ασκητή τοποθετήθηκε στο φέρετρο. Αποφασίστηκε να παραμείνει το φέρετρο όλη μέρα στο κελί του. Σ’ όλο αυτό το διάστημα διαβάζονταν οι νεκρώσιμες ευχές και τα ιερά κείμενα όπως ταίριαζε σ’ έναν ιερέα. Ο πάτερ Παϊσιος , που προεξήρχε πια στο μοναστήρι, περίμενε μαζί μ’ όλους τους άλλους “κάτι ασυνήθιστο’’ να συμβή, κάτι ‘’ανήκουστο’’ και συνταρακτικό! ΄Ολοι οι μοναχοί κατέχονταν από μια ανησυχία και μια αδημονία γι’ αυτό που περίμεναν να συμβή. ΄Οσο η ώρα προχωρούσε, αυτή η έξαψη έπαιρνε τις διαστάσεις μιάς μεγάλης εντάσεως. Η έξαψη, ωστόσο, ήταν ιδιαίτερα έντονη ανάμεσα στα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί και περίμεναν αυτό το ‘’ανήκουστο’’. Ο πάτερ Παϊσιος και ένας ακόμα μοναχός έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ηρεμήσουν τα ανήσυχα και ταραγμένα πλήθη. ΄Όταν ξημέρωσε, άνθρωποι άρχισαν να φτάνουν από την πόλη έχοντας μαζί


29

τους τους αρρώστους τους, ιδιαίτερα παιδιά, σαν να περίμεναν ακριβώς αυτή τη στιγμή, ελπίζοντας καταφανώς στη θεραπευτική δύναμη του νεκρού, η οποία, σύμφωνα με την πεποίθησή τους, θα εκδηλωνόταν αμέσως μετά το θάνατό του! Και ήταν τώρα δά που έγινε φανερό ως ποιο σημείο είχε γίνει συνήθεια στην πόλη μας να θεωρούν το νεκρό Πρεσβύτερο, ακόμα και κατά τη διάρκεια που ζούσε, σαν έναν αδιαφιλονίκητα μεγάλο άγιο! Και πολλοί απ’ αυτούς που ήρθαν στο ασκητήριο δεν ανήκαν στις κατώτερες τάξεις.” Αυτή η μεγάλη προσδοκία των πιστών ενοχλούσε ιδιαίτερα τον πάτερ Παϊσιο και του φαινόταν “σα μια καθαρή παρακίνηση στην αμαρτία”. Περνώντας ο Παϊσιος ανάμεσα από κάποιους μοναχούς που κι αυτοί συμμετείχαν στη μεγάλη προσμονή, τους επέπληξε: “Μια τόσο μεγάλη και άμεση προσδοκία, τους είπε, είναι καθαρή ανοησία, άπρεπη σε μας τους μοναχούς”. Εκείνοι ελάχιστα τα πρόσεξαν αυτά. Αλλά κι ο ίδιος ο Παϊσιος, μ’ όλο που τον ενοχλούσε πολύ αυτή η απερίσκεπτη και παθιασμένη αναμονή, “κρυφά, στα βάθη της καρδιάς του περίμενε επίσης το ίδιο πράγμα, όπως τα ερεθισμένα πλήθη”. Το θαύμα, όμως, που όλοι περίμεναν αργούσε να έρθει. Στο μεταξύ η ώρα περνούσε και το τελετουργικό της εξόδιας ακολουθίας προχωρούσε. Ο Παϊσιος ξαναπήγε κοντά στο φέρετρο και πήρε τη θέση του πάτερ Ιωσήφ στην ανάγνωση των ευαγγελικών περικοπών. “ Και τότε, νωρίς μετά το μεσημέρι, συνέβη κάτι, το οποίο έγινε δεκτό χωρίς σχόλιο από εκείνους που μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο, ο καθένας φανερά φοβισμένος να κοινολογήση την υποψία που είχε κατά νού. Αλλά γύρω στις τρείς το απόγευμα μπορούσε να διαπιστωθή χωρίς το παραμικρό

λάθος ότι η

υποψία γινόταν πραγματικότητα, και το νέο αυτό απλώθηκε σαν αστραπή παντού στο ερημητήριο και ανάμεσα στους επισκέπτες και μοναχούς, και με ταχύτητα πέρασε στο Μοναστήρι κάνοντας τους καλόγερους να μείνουν κατάπληκτοι, και, τελικά, έφτασε πολύ σύντομα στην πόλη για να προξενήση μεγάλη αναταραχή ανάμεσα σε πιστούς και άπιστους. Οι άπιστοι ένιωθαν ευχαριστημένοι…. “ Εκείνο που συνέβη ήταν ότι μια οσμή σήψεως άρχισε να βγαίνη από το φέρετρο, που ολοένα μεγάλωνε και γινόταν αισθητή, και στις τρείς ακριβώς δεν υπήρχε περίπτωση να γίνεται λάθος. Και, πραγματικά,, η μυρωδιά γινόταν ολοένα και πιο έντονη”. Ποτέ στην ιστορία του Μοναστηριού δεν είχε συμβεί τέτοιο σκάνδαλο…. Και πρίν είχε συμβή να πεθάνουν μοναχοί που έζησαν δίκαια και ενάρετα, πρεσβύτεροι θεοσεβούμενοι…. και όμως από τα ταπεινά τους φέρετρα, επίσης, η μυρωδιά της σήψεως έβγαινε κανονική, όπως γίνεται με όλα τα νεκρά σώματα, αλλά δεν έδιναν λαβή για ένα σκάνδαλο…. Φυσικά, υπήρξαν τον παλιό καιρό μερικοί καλόγεροι στο Μοναστήρι μας…., των οποίων τα λείψανα, σύμφωνα με την παράδοση, δεν έδειξαν σημεία αποσυνθέσεως…


30

“ Κατά τη γνώμη μου, πολλοί ήταν οι λόγοι που στάθηκαν υπεύθυνοι για όσα έγιναν τότε… Και, πάνω απ’ όλα, υπήρχε η ζηλοτυπία για την αγιότητα του νεκρού….Γιατί, αν και ο τελευταίος πρεσβύτερος είχε κερδίσει την αγάπη και τη στοργή πολλών ανθρώπων, κι όχι τόσο με θαύματα αλλά με την αγάπη…, όχι λιγότερο όμως άτυχος στάθηκε στη δημιουργία εχθρών ….”Και γιατί έπρεπε αυτό να συμβή;” έλεγαν μερικοί από τους καλόγερους, στην αρχή με ένα ορισμένο δείγμα .λύπης. “Αυτός είχε ένα μικρό σώμα, στεγνό, τίποτε άλλο παρά δέρμα και κόκκαλα από πού ερχόταν αυτή η μυρωδιά;” “Γι’ αυτό”, βιάζονταν άλλοι να προσθέσουν, “πρέπει να είναι ένα ιδιαίτερο σημάδι από τον ουρανό”. “ Και η γνώμη τους γινόταν αμέσως αποδεκτή, γιατί και πάλι παρατηρούσαν πως αν η μυρωδιά ήταν φυσική, όπως στην περίπτωση κάθε αμαρτωλού, θα έπρεπε να εμφανιστή αργότερα, τουλάχιστο μετά παρέλευση εικοσιτεσσάρων ωρών, και όχι με τόσο φανερή βιασύνη, γιατί “αυτό είναι μια παραβίαση των νόμων της φύσεως” και γι’ αυτό ήταν αναντίρρητα πράξη του Θεού και το δάχτυλο του Θεού ήταν εντελώς φανερό…”. Στις συζητήσεις και τα

σχόλια που γίνονταν ανάμεσα

στους

παριστάμενους στην κηδεία (καλογήρους και λαϊκούς) προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να αιτιολογήσουν το απρόσμενο, λέγοντας ο ένας το κοντό του κι ο άλλος το μακρύ του, ανάλογα αν συμπαθούσαν ή όχι το Ζόσσιμα και το θεσμό των Πρεσβυτέρων. ΄Ωσπου στο χώρο εμφανίστηκε ένας βρωμορασοφόρος, ο πάτερ Θεράπων, με ένα πλήθος καλογέρων ξερνώντας κατά του νεκρού του κόσμου τις κατηγόριες, οι πλειότερες γελοίες. Η παρουσία του προκάλεσε αναστάτωση. Οι θεατρινισμοί του έφεραν το διχασμό στους παρισταμένους. “΄Ολοι έδειχναν να έχουν καταληφθή από ένα είδος παραφροσύνης -Αυτός είναι ο άγιος! Αυτός είναι ο δίκαιος! Φώναξαν μερικοί, χωρίς να δείχνουν φοβισμένοι πια. -

Αυτός θα έπρεπε να είναι ο Πρεσβύτερος, πρόσθεταν άλλοι με κακεντρέχεια” (Φιοντόρ

Ντοστογιέφσκη,

Αδελφοί

Καραμάζωφ,

(μτφρ.

Δημήτρης

Παπαδόπουλος), τ. Α’, εκδ. Αφοί Β.Νάστου, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σ. 371 κ.εξ.) Tι είναι αυτό; Μόνο ένα ευφυές λογοτεχνικό εφεύρημα; Πιστεύω πως όχι. Γιατί ο μεγάλος Ρώσος δημιουργός δε συνήθιζε να γράφει αερολογίες. Εκείνο που σε κάθε περίπτωση κάνει είναι να περιτυλίγει την ουσία των πραγμάτων και των ιδεών του με την ομορφιά της μεγάλης του τέχνης.΄Οσο για εδώ, είναι μάλλον ευκρινής η προσπάθεια του Ντοστογιέφσκη για μια θεολογική προσέγγιση του θαύματος, έξω βέβαια από τους κανόνες μιας πραγματείας και τη χρήση εξειδικευμένων θεολογικών όρων. Θα έλεγα ότι ο μεγάλος συγγραφέας μάς ανοίγει ένα φεγγίτη να ιδούμε το θαύμα και από μια άλλη ‘’γωνία’’.


31

Εσύ ( κι εγώ, φυσικά) όμως εξακολουθείς να μένεις γαντζωμένος στον ‘’καρκίνο’’ σου (Σημ.: Παρακαλώ να μην εκληφθεί αυτό κυριολεκτικά. Είναι ένας περιεκτικός όρος που αντιπροσωπεύει όλες μας τις καθημερινές πληγές κι αγωνίες που μας βασανίζουν) και να ζητάς επίμονα να σε βεβαιώσω αν γίνονται ή όχι σήμερα θαύματα!… Ας υποθέσουμε ότι είχα τον τρόπο να σε πείσω πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι γίνονται ή δε γίνονται, σε τι θα σε ωφελούσε αυτό; τι θα είχες να κερδίσεις; Είσαι σίγουρος ότι, αν γίνονται, θα ήσουνα μέσα στους ‘’τυχερούς’’; « Μωρέ, πες μου εσύ ότι γίνονται, κι εγώ θα βρώ τον ‘’τρόπο’’ να τα καταφέρω!…», σαν να σε ακούω να μου λες, σε συνέπεια ασφαλώς με όσα κάνεις στη ζωή σου! … «Αν πάλι δε γίνονται, προς τι να χάνω τον καιρό μου κάνοντας προσευχές και τρέχοντας από μοναστήρι σε μοναστήρι κι από προσκύνημα σε προσκύνημα ή να ξοδεύομαι σε κεριά, δωρεές και τάματα;…» θα συμπληρώσεις. Αν μ’ αυτό τον τόσο χοντροειδή τρόπο προσεγγίζουμε το μεταφυσικό φαινόμενο του θαύματος, ας είμαστε σίγουροι ότι δε θα μπορέσουμε ποτέ να το κατανοήσουμε σωστά και να συμφιλιωθούμε με την αλήθεια του Θεού και της Εκκλησίας γύρω από ένα φαινόμενο, η διαχείριση του οποίου ανήκει στην αποκλειστική ‘’αρμοδιότητα’’ του Τριαδικού Θεού, ο οποίος αποφασίζει κυριαρχικά αν, πού, πότε και πώς θα το ενεργοποιήσει. Καιρός είναι να το πούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή καθαρότητα: Το θαύμα δεν είναι υπόθεση γνώσης, επιχειρημάτων και πειθούς. ΄Άλλος τρόπος έξω από την πίστη δεν υπάρχει να το ψηλαφήσουμε και να το οικειοποιηθούμε. ΄Η το δεχόμαστε ως κεφάλαιο της πιστης μας ή το απορρίπτουμε. Κανένα από τα δύο όμως δε μοιάζει με την απόφαση αν θα πάμε την Κυριακή εκδρομή ή όχι… Αν πιστεύουμε σε Θεό αληθινό και παντοδύναμο, είναι σχεδόν αδύνατο να Του αρνηθούμε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να επεμβαίνει και θαυματουργικώς στη ζωή και τη λειτουργία των δημιουργημάτων Του. Εκείνο που με έκαμε να καταπιαστώ σε τούτο βιβλίο με το θαύμα είναι –ας το ξαναπώ- όχι για να πείσω τους αρνητές ή να ‘’κατατροπώσω’’ τους πολεμίους του για την αφροσύνη της στάσης τους, αλλά για να επιχειρήσω τον απολεπιασμό της πίστης στο θαύμα από τις πολλές πλάνες που την περιτύλιξαν και την κατάντησαν ένα αηδές θέαμα στα μάτια του Θεού, μια πληγή κακοφορμισμένη στο άχραντο σώμα της Εκκλησίας κι ένα διαρκές αίτιο χλευασμού του από τους άπιστους. Είναι χρέος μας η αποκατάσταση της φθαρμένης εικόνας του θαύματος στη συνείδηση και στην πρακτική του συνόλου σχεδόν των μελών της Εκκλησίας. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το μέγεθος της διαστροφής και οι καταστροφικές προεκτάσεις της, θα διατυπώσω ένα κρίσιμο ερώτημα, κι αν μπορούσα να πάρω μια ειλικρινή απάντηση, θα κατάδεικνυόταν η σοβαρότητα της διαστροφής που έχει συντελεστεί στη διάρκεια της μεγάλης διαδρομής της πίστης: Υποθέστε ότι βγαίνει αύριο η Εκκλησία και δηλώνει


32

κατά τρόπο απόλυτο: «Ξεχάστε το! Θαύματα δε γίνονται! Ο Θεός των ορθόδοξων χριστιανών δεν κάνει κι ούτε έχει καμιά υποχρέωση να κάμει θαύματα…». ΄Αραγε πόσοι από τους σημερινούς χριστιανούς (εντός ή εκτός εισαγωγικών) θα παραμέναμε μέλη της Εκκλησίας και θα συνεχίζαμε να εκτελούμε τις θρησκευτικές μας υποχρεώσεις; Καθένας ας απαντήσει για τον εαυτό του και ας βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας έρευνας θα ήταν αποκαρδιωτικό…Και θ’ απέμενε ο καυτός λόγος του μεγάλου Ντοστογιέφσκη να μας κατάδιώκει: «Αν κάποιος μου αποδείκνυε ότι Αλήθεια και Χριστός είναι πράγματα άσχετα, θα προτιμούσα το Χριστό»!

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ Κάπου στα προηγούμενα κεφάλαια είπαμε ότι στο θαύμα (στην κλασική του μορφή) έχουμε την πιο άμεση και χειροπιαστή απόδειξη της παρουσίας του Θεού και της ανάμειξής Του στα του υλικού κόσμου. Κάθε φορά που γίνεται ένα πραγματικό


33

(χρειάζεται τάχα να εξηγήσω γιατί το υπογραμμίζω;) θαύμα επαναλαμβάνεται, κατά κάποιο τρόπο, εκείνο που έγινε στο Σινά. Εκεί, τότε, « ώφθη αυτώ (= στο Μωυσή) άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου, και ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο. Είπε δε Μωυσής παρελθών όψομαι (= ας πλησιάσω να ιδώ) το όραμα το μέγα τούτο, ότι ου κατακαίεται ο βάτος. Ως δε είδε Κύριος ότι προσάγει ιδείν, εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου λέγων Μωυσή, Μωυσή. Ο δε είπε Τι εστι; Ο δε είπε Μη εγγίσης ώδε. Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ο γάρ τόπος, εν ω΄σύ έστηκας, γή αγία εστί.» ( Εξ. γ’ 2-5). Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στην άλλη εκείνη συγκλονιστική παρουσία του Θεού, πάλι στο ιερό βουνό του Σινά, για να παραδώσει τη φορά αυτή το Νόμο Του στο λαό του Ισραήλ. Τότε «είπε Κύριος προς Μωυσήν ιδού εγώ παραγίνομαι προς σε εν στύλω νεφέλης, ίνα ακούση ο λαός λαλούντος μου προς σε και σοί πιστεύσωσιν εις τον αιώνα.» Γι’ αυτό «καταβάς διαμάρτυραι τω λαώ και άγνισον αυτούς σήμερον και αύριον και πλυνάτωσαν τα ιμάτια και έστωσαν έτοιμοι εις την ημέραν την τρίτην τη γάρ ημέρα τη τρίτη καταβήσεται Κύριος επί το όρος το Σινά εναντίον παντός του λαού.» ( Εξ. ιθ’ 9-11) «κατέβη δε Μωυσής εκ του όρους προς τον λαόν και ηγίασεν αυτούς, και έπλυναν τα ιμάτια. Και είπε τω λαώ γίνεσθε έτοιμοι τρείς ημέρας, μη προσέλθητε γυναικί.» ( Εξ. ιθ’ 14-15) Τα ίδια παραγγέλλει ο Θεός και σ’ όποιον από μας επιχειρεί ή τολμά να πλησιάσει το θαύμα , είτε για να το διερευνήσει είτε –πολύ περισσότερο- να δεχθεί την ευεργετική του παρουσία: «Μη εγγίσης ώδε»! Κι αν θελήσεις να πλησιάσεις , «λύσαι το υπόδημα» της απιστίας ή της αμφιβολίας ή της υστεροβουλίας σου!… Και πάλι δεν είναι αρκετό. Στον ιερό χώρο του θαύματος δεν μπαίνεις μόνο γυμνός, αλλά και ντυμένος «την οσφύν εν αληθεία», «τον θώρακα της δικαιοσύνης», «τον θυρεόν της πίστεως» «και την περικεφαλαίαν του σωτηρίου», ποδεμένος δε «τους πόδας εν ετοιμασία του ευαγγελίου της ειρήνης» και κρατώντας «την μάχαιραν του Πνεύματος», «δια πάσης προσευχής και δεήσεως» (Πρβλ. Εφ. στ’ 14-18) Εδώ όμως δε μιλάμε ακριβώς για κάτι ανάλογο. Εκεί ο Θεός προσκαλούσε το Μωυσή και το λαό να παρευρεθούν σε μια δική Του αυτόβουλη παρουσία. Εκείνος ήταν ο ‘’οικοδεσπότης’’ κι ήθελε οι προσκεκλημένοι Του να προσέλθουν με «ένδυμα γάμου» (Πρβλ. Ματθ. κβ’ 11-12), με επίσημη αμφίεση… Στην περίπτωση του θαύματος ο άνθρωπος φιλοδοξεί να γίνει ο ίδιος οικοδεσποτης του Θεού κι αξιώνει να Τον ‘’εξαναγκάσει’’ να του κάμει αυτό που Του ζητεί. Η διαφορά είναι συγκλονιστική. Στο θαύμα –ούτε λίγο ούτε πολύ- έχουμε την αξίωση να ‘’σύρουμε’’ το Θεό με τις παρακλήσεις μας να μας κάμει το ‘’χατίρι’’, επικαλούμενοι αφ’ ενός τη δική Του φιλανθρωπία, κι από την άλλη έχουμε την ψευδαίσθηση, συνήθως, ότι το αξίζουμε. Αυτή, όμως,

η κίνηση και υποχώρηση δεν είναι για το Θεό

ένας


34

‘’περίπατος αναψυχής’’. Ισοδυναμεί με άπειρη συγκατάβαση κι εξίσου σκληρή ‘’δοκιμασία’’, και για να ‘’υποβληθεί’’ σ’ αυτή πρέπει να συντρέχουν πολλές και σημαντικές προϋποθέσεις. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιες είναι αυτές; ΄Όχι βέβαια! Γνωρίζουμε μόνο μερικές που προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, από την αγία Γραφή. Πέρα, όμως, απ’ αυτές θα υπάρχουν ασφαλώς κι άλλες που μόνο Εκείνος γνωρίζει. Δε θεώρησε, βλέπετε, αναγκαίο να μας τις φανερώσει χαρτί και καλαμάρι. Γιατί; Προφανώς γιατί δε θεωρεί το θαύμα αναγκαίο για τη σωτηρία μας. ΄Οσα είναι απαραίτητα γι’ αυτό τον υψιστο σκοπό μάς τα είπε. Kαί ποιες είναι, λοιπόν, αυτές οι γνωστές σε μας προϋποθέσεις για την επιτέλεση ενός θαύματος; Αν θα θέλαμε να προχωρήσουμε κάπως ‘’συστηματικά’’ στην κατάταξη και παράθεσή τους, μπορούμε να τις διακρίνουμε σ’ εκείνες που αναφέρονται στο Θεό και σ’ εκείνες που θα πρέπει να διαθέτουν εκείνος ή εκείνοι χάριν των οποίων θα γίνει το θαύμα. Για τις πρώτες ελάχιστα μπορούμε να γνωρίζουμε ή και να υποθέσουμε με κάποια βεβαιότητα. Εκείνο που είναι προφανές, είναι ότι για να γίνει ένα θαύμα πρέπει οπωσδήποτε να συμπράξουν|συνεργαστουν|συμβάλουν και ο Θεός και ο άνθρωπος (μιλάμε, φυσικά, για τις περιπτώσεις που ο Θεός δεν ενεργεί αυτοβούλως, αλλά μετά από αίτηση κάποιου ανθρώπου και πιθανώς τη μεσιτεία της Παναγίας ή κάποιου αγίου). Για να συμμετάσχει ο Θεός σε μια τόσο σοβαρή και ως εκ τούτου σπάνια ενέργεια, το πρώτο που χρειάζεται είναι να το θελήσει. Να ευθυγραμμιστεί, δηλαδή, και να συμπέσει η δική Του βούληση με το αίτημα του συγκεκριμένου ανθρώπου ή ανθρώπων. Κι αυτό δεν είναι κάτι πολύ εύκολο, συχνό ή αυτονόητο. Για να συμβεί χρειάζονται πολλά προαπαιτούμενα. Το να θελήσει ο Θεός κάτι δεν έχει καμιά ομοιότητα με το να θελήσει ο άνθρωπος κάτι. Η θέληση του ανθρώπου παράγεται με πολλούς τρόπους (π.χ. τη βία, την παραπλάνηση|εξαπάτηση, την άγνοια, την ανάγκη κ.ά.) κι επηρεάζεται από ποικίλες αιτίες (π.χ. το φόβο, το συμφέρον, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τους συναισθηματισμούς της στιγμής κτλ.). Τίποτε, όμως, από αυτά δε συμβάλλει στη διαμόρφωση της θείας βουλής που είναι αιώνια. ΄Εχουμε, βέβαια στην αγία Γραφή και μαρτυρίες για ‘’μεταμέλεια’’ του Θεού, όπως π.χ. «και Κύριος μετεμελήθη ότι εβασίλευσε τον Σαούλ επί Ισραήλ» (= ο δε Κύριος μεταμελήθηκε, επειδή επέτρεψε να γίνει βασιλιάς του Ισραήλ ο Σαούλ) (Α’ Βασ. ιε’ 35), κι αυτό διότι αυτός απομακρύνθηκε

από το δρόμο Του κι αθέτησε τις εντολές

Του (πρβλ. Α’ Βασ. ιε’ 11). « Και απέστειλεν ο Θεός άγγελον εις Ιερουσαλήμ του εξολοθρεύσαι αυτήν. Και ως εξωλόθρευσεν, είδε Κύριος και μετεμελήθη επί τη κακία (= για την καταστροφή της πόλης) και είπε τω αγγέλω τω εξολοθρεύοντι ικανούσθω σοι, άνες την χείρα σου» (= φτάνει, μην προχωρείς σε παραπέρα καταστροφή) (Α’ Παρ. κα’ 15) και «εμνήσθη (ο Κύριος) της διαθήκης αυτού (= θυμήθηκε την υπόσχεση


35

που έδωσε στους πατριάρχες του Ισραήλ) και μετεμελήθη κατά το πλήθος του ελέους αυτού…» (Ψαλ. ρε’ 45). Κατά το Θεοδώρητο τον Κύρου, σ’ αυτές τις περιπτωσεις «μεταμέλειαν καλεί την της παιδείας (= παιδευτικής τιμωρίας) παύλαν» (= το τέλος) και όχι την αναγνώριση κάποιου ‘’σφάλματος’’ ή εσωτεριή αλλοίωση της φύσης του Θεού. (Βλ. Κων|νος Χάρης, Ερμηνευτικά σχόλια εις τους Ψαλμούς, Αθήνα, 1993, σ. 492). Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι γνωρίζουμε ή μπορούμε να υποψιαστούμε με το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της Θεότητας, αφού «ουδείς επιγινώσκει τίς εστιν ο Υιός, ει μη ο Πατήρ, και τίς εστιν ο Πατήρ ει μη ο Υιός» (Λουκ. ι’ 22) «και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων» (Ιων. ιζ’ 25). Δεν αρκεί όμως αυτό, ή, καλύτερα, για να γίνει αυτό ( να συμπέσει δηλαδή η βούληση του Θεού με το περί θαύματος αίτημα|επιθυμία του ανθρώπου) θα πρέπει η επιτέλεση του συγκεκριμένου θαύματος να βρίσκεται μέσα στα σχέδια

της θείας

οικονομίας, μια από τις γνωστές μας και πλέον σημαντικές πτυχές τους είναι η σωτηρία κάθε ανθρώπου και του κόσμου ως συνόλου. Ο Θεός δεν κάνει τίποτε στην τύχη κι άσκοπα. ΄Όλα όσα κάνει ή επιτρέπει να γίνονται εντάσσονται στην προοπτική της αιωνιότητας. Κι όλα τα κάνει από αγάπη, προπάντων δε από φιλανθρωπία. Μόνο που η αγάπη του Θεού διαφέρει σημαντικά από αυτή μεταξύ των ανθρώπων. Ποιες είναι οι διαφορές τους;΄Ολες δεν τις ξέρω, γι’ αυτό θ’ αναφέρω μερικές αυτονόητες: Η αγάπη του Θεού, π.χ., δεν ενεργοποιείται και δε συγκροτείται από πρόσκαιρους συναισθηματισμούς, της μορφής: «Κρίμα τον καημένο! Ας του κάμω αυτό το θαυματάκι, αφού τόσο το θέλει…». Η αγάπη του Θεού είναι ουσιαστική και σημαντική. Εκδηλώνεται και υπηρετεί μόνο το πραγματικό, σύμφωνα με τα δικά Του κριτήρια, συμφέρον του ανθρώπου, που δεν είναι άλλο από την αιώνια σωτηρία του.΄Ο,τι, συνεπώς, εξυπηρετεί τον κεντρικό αυτό σκοπό –άρα και το θαύμα, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβάλλει σ’ αυτό- χρησιμοποιείται – την κατάλληλη στιγμή και στην αναγκαία δοσολογία- από το Θεό. Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι παραμένει απαθής κι αδιάφορος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και την πολύμορφη άλλη δυστυχία του. Μόνο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν επεμβαίνει θαυματουργκά αλλά α ν α κ ο υ φ ι σ τ ι κ ά. Οπλίζει, δηλαδή, τον πάσχοντα άνθρωπο με την αναγκαία υπομονή ή διεγείρει όλες τις δυνάμεις και δυνατότητές του, ώστε να αντέξει τη δοκιμασία ή να ξεπεράσει τις δυσκολίες, με παράλληλη εξομάλυνση των καταστάσεων στα όρια της αντοχής και των ικανοτήτων του ανθρώπου. Ακόμη, όμως, κι αυτές οι ή π ι ε ς παρεμβάσεις του Θεού στη ζωή μας δε γίνεται εική κι ως έτυχε, έξω από προϋποθέσεις και τα όρια του σχεδιασμού Του για τον καθένα μας. Ας μην αυταπατώμεθα όμως. Στην πραγματικότητα κανένας δε γνωρίζει τα του Θεού, πώς ‘’σκέπτεται’’ δηλαδή και πώς ενεργεί σε κάθε περίπτωση ή γιατί ενεργεί έτσι κι όχι αλλιώς. ΄Ο,τι ξέρουμε είναι αυτά που ο ίδιος μας αφήνει να


36

δούμε από τις χαραμάδες όσων μας αποκάλυψε «δι’ Υιού». Συνεπώς, το φρονιμότερο θα ήταν να παύσουμε ν’ ασχολούμαστε περισσότερο με τις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού και να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς. Και να δούμε ποια είναι αυτά που απαιτούνται από μας για να γίνει ένα θαύμα. Κι αυτά είναι και πολλά και σημαντικά, ανάλογα άλλωστε και με το μέγεθος του προσδοκώμενου. Το πρώτο που χρειάζεται είναι η πίστη εκείνου που θα δεχτεί το θαύμα. ΄Όχι όμως μια οποιαδήποτε πίστη, μια αφηρημένη δηλ. και θεωρητική παραδοχή της ύπαρξης ενός «υπερτάτου όντος», μια ς απρόσωπης κι ανώνυμης δύναμης που σαν νεφέλωμα περιφέρεται μέσα ή έξω από το σύμπαν. Η θαυματουργούσα πίστη είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο. Είναι πρωτίστως πίστη στον έναν κι αληθινό Τριαδικό Θεό. Είναι ακόμη πίστη στη δύναμη του Θεού και στη δυνατότητα του θαύματος. Είναι, τέλος, πίστη υψηλής ποιότητας και ποσότητας, απαλλαγμένη από πλάνες, αμφιβολίες, ‘’κρατούμενα’’, υπολογισμούς και αυτάρεσκες αυτάρκειες. Μια άδολη, εν αληθεία και χωρίς όρους και όρια πίστη που αφήνεται με παιδική εμπιστοσύνη στην τελική απόφαση του Θεού-πατέρα του. Αν δεν υπάρχει μια τέτοια πίστη, ο Θεός α δ υ ν α τ ε ί να κάμει θαύμα. Μας το λέει καθαρά ο ευαγγελιστής: «και ουκ ηδύνατο εκεί ( δηλ. ανάμεσα στους άπιστους συμπατριώτες Του) ουδεμίαν δύναμιν (= θαύμα) ποιήσαι» (Μάρκ. στ’ 5). «Ουκ είπεν ουκ ήθελεν», ερμηνεύει ο μέγας Ωριγένης, «αλλ’ ουκ ηδύνατο, ως ερχομένης μεν επί την ενεργούσαν δύναμιν συμπράξεως υπό πίστεως εκείνου εις ον ενήργει η δύναμις, κωλυομένης δε ενεργείν υπό της πίστεως». Και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας: «Ουχ ότι αυτός (ο Χριστός) ασθενής (=αδύναμος) ην, αλλ’ ότι εκείνοι άπιστοι ήσαν…Εν δε ταις θαυματουργίαις χρεία (=χρειάζεται) της τε του ποιούντος δυνάμεως και της των δεχομένων πίστεως (= και η δύναμη του Θεού και η πίστη αυτών που δέχονται το θαύμα). Μετά γάρ των άλλων σημαινομένων του μη δύνασθαι, ειώθαμεν ονομάζειν αδυναμίαν και τον παρεμποδισμόν (= συνηθίσαμε να ονομάζουμε αδυναμία και την παρεμπόδιση) της οιασδήποτε αιτίας, ώσπερ και νυν. Ενεπόδιζε γαρ αυτόν η απιστία των ευεργετουμένων. Ουκ ηδύνατο ουν , αντί του ενεποδίζετο και ουκ έδει βιαίως ευεργετείν αυτούς». (Π.Ν.Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον. Εκδόσεις Αδελφότητος Θεολόγων

‘’Ο ΣΩΤΗΡ’’, β’ έκδ., Αθήναι 1972, σ. 102)

Ανάλογη πίστη πρέπει, προφανώς, να διαθέτει και ο συγγενικός περίγυρος του υποψήφιου δέκτη του θαύματος, προπάντων μάλιστα όταν αυτοί ενεργούν για λογαριασμό του, στις περιπτώσεις που ο ίδιος αδυνατεί να το πράξει. Ιδιαίτερα απαιτείται αυτό από εκείνον που θα κληθεί να επιτελέσει το θαύμα, αν φυσικά αυτός δεν είναι ο ίδιος ο Θεός. Από πού όμως προκύπτει η αναγκαιότητα μιας τέτοιας πίστης; Από μια πληθώρα παραδειγμάτων από την Κ. Διαθήκη και προτροπών του Κυρίου. Ας θυμηθούμε


37

μερικά: Πατέρας δυστυχισμένος φέρνει το επιληπτικό παιδί του στους Μαθητές του Κυρίου να το θεραπεύσουν. Εκείνοι αδυνατούν. Μετά καταφεύγει στον Κύριο που θεραπεύει το παιδί. Σε λίγο οι Μαθητές, προφανώς ταπεινωμένοι κι ανήσυχοι, πλησιάζουν τον Ιησού και τον ρωτούν: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» (δηλ. το δαιμόνιο). Εκείνος τους απάντησε: «δια την απιστίαν υμών» (δηλ. των αποστόλων και όχι του παιδιού και του πατέρα) (Ματθ. ιζ’ 16-20. Μάρκ. θ’ 18-19). Σε άλλη περίπτωση, απευθυνόμενος στους εξουσιοδοτημένους ήδη να θαυματουργούν Μαθητές Του, τους λέγει: «Αμήν γάρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20), και αλλού κατά τρόπο γενικό: «αμήν αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα ά εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει» (Ιων. ιδ’ 12). Ας πεταχτούμε, όμως, για λίγο μέχρι τα Λύστρα. Εκεί θα συναντήσουμε τον Παύλο να ευαγγελίζεται το Χριστό. Ανάμεσα στους ακροατές του και ένας εκ γενετής χωλός. Ο Παύλος «ατενίσας αυτώ και ιδών ότι πίστιν έχει του σωθήναι,…»(Πράξ. ιδ’ 8-9). ‘ Ότι είχε δηλ. πίστη κατάλληλη ώστε να θεραπευτεί θαυματουργικώς. Χωρίς αυτή την πίστη δε θα μπορούσε να θεραπευτεί. Η ‘’κλέφτρα’’ της θαυματουργικής δύναμης του Χριστού αιμορροούσα γυναίκα τρέμει από το φόβο της γι’ αυτό που έγινε σ’ αυτή και μάλιστα με τέτοιο τρόπο! Κι ο Κύριος: «θύγατερ, η πίστις σου (και όχι εγώ…) σέσωκέ σε» (Μάρκ. 25-34). Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: χαίρεται ο Θεός να Τον ‘’ξεγελάμε’’ με την πίστη μας!… Και στον τυφλό Βαρτίμαιο: «ύπαγε, η πίστις σου σέσωκέ σε» (Μάρκ. ι’ 52) Τέσσερις άντρες οδηγούν έναν παράλυτο σε κάποιο σπίτι που ο Χριστός δίδασκε τα πλήθη, για να τον θεραπεύσει. Και μην μπορώντας να πλησιάσουν, ανέβηκαν στη σκεπή, άνοιξαν μια τρύπα κι από κεί τον κατέβασαν μπροστά στο Χριστό και στα έκπληκτα μάτια του πλήθους. Κι ο Χριστός «ιδών την πίστιν αυτών (και των συνοδών και όχι μόνο του αρρώστου) είπεν αυτώ (στον άρρωστο) άνθρωπε, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Λουκ. ε’ 20). Και σε άλλη περίπτωση: Κάποιοι προσκόμισαν στον Κύριο έναν παραλυτικό πάνω σε κρεβάτι για να τον γιάνει. Και Κείνος «ιδών την πίστιν αυτών….» (και του αρρώστου και των συνοδών του) (Ματθ. θ’ 2-7). Οι δύο τυφλοί τρέχουν πίσω από το Χριστό φωνάζοντας «ελέησον ημάς» (= λυπήσου μας και δώσ’ μας το φως των ματιών μας). Κι ο Κύριος τους λέει: Αυτό που μου ζητάτε γνωρίζετε ότι είναι πολύ μεγάλο. «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Κι όταν εκείνοι απάντησαν καθαρά και χωρίς δισταγμούς: «Ναι, Κύριε», τότε ο Χριστός τους επιβράβευσε: «Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν» (Ματθ. θ’ 27-30) Χωρίς τη δική τους πίστη, χωρίς αυτού του ποιού την πίστη, το θαύμα δε θα μπορούσε να συντελεστεί. Χωρίς τη δική μας πίστη η δύναμη του Θεού μένει ανενεργός. Η πίστη μας είναι το καλώδιο που μεταφέρει τη δύναμη του Θεού από την πηγή της στον


38

άνθρωπο, όπως μεταφέρεται το ηλεκτρικό ρεύμα από το σταθμό στη λάμπα μας. Εντούτοις έχουμε και την περίεργη|ασυνήθιστη περίπτωση του πατέρα του κωφάλαλου παιδιού.΄Εχοντας μια αναιμική πίστη πήγε πρώτα στους Μαθητές ζητώντας να θεραπεύσουν το παιδί του. Κι αφού εκείνοι δεν τα ‘’κατάφεραν’’, κατέφυγε στον Κύριο. Και Κείνος: «ω γενεά άπιστος,…., έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν προς με». Το πονηρό πνεύμα δε δίστασε να δράσει εκεί μπροστά στον Κύριο, ώστε το παιδί «πεσών επί της γής εκυλίετο αφρίζων». Ο πατέρας, προδίνοντας την πνευματική του κατάσταση και το έλλειμμα της πίστης του, κάνει μια ύστατη προσπάθεια ν’ αποσπάσει τη θεία εύνοια κι ευεργεσία: «ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς. Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Κι ο πατέρας, συναισθανθείς ότι από αυτόν εξαρτάται η σωτηρία του παιδιού του, κονταριοχτυπιέται με το μέσα του ‘’πονηρό πνεύμα’’ της δικής του απιστίας και καθώς αρχίζει να χαλαρώνει ο βρόχος της γύρω από το λαιμό της ψυχής του, καταφέρνει να κραυγάσει «μετά δακρύων πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τη απιστία» ( Μάρκ. θ’ 16-27). Δε χρειάζονται, θαρρώ, περισσότερες μαρτυρίες για ν’ αποδειχθεί η πρωτεύουσα σημασία της πίστης, για να κινητοποιηθούν οι μηχανισμοί του θαύματος. Παρ’ όλη, όμως, την καίρια σημασία της πίστης, αυτή μόνη δεν αρκεί. Χρειάζονται κι άλλα. ΄Ένα απ’ αυτά είναι η προσευχή εκείνου που επιζητεί το θαύμα. Αλλά κι εδώ, στην προσευχή, προαπαιτείται η πίστη. Προσευχή χωρίς πίστη είναι φλυαρία ανούσια. Πέφτει στο κενό. Και δεν αρκεί μια τυπική και τυποποιημένη και στανική προσευχή. Αυτή πρέπει να ‘ναι όχι μόνο θ ε ρ μ ή, αλλά και ε π ί μ ο ν η. Ο Κύριος είναι κατηγορηματικός επ’ αυτού: «και πάντα όσα αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. κα’ 22), και σε άλλη περίπτωση: «τούτο δε το γένος (δηλ. των πονηρών πνευμάτων) ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Μια τέτοια προσευχή δεν μπορεί να είναι περιστασιακή και νωχελική. Πρέπει να βγαίνει από την πιστή ψυχή σαν πυρακτωμένη λάβα. Και να ‘ναι αποφασισμένη να διαρκέσει όσο μια ζωή, και να τελειώνει πάντα μ’ ένα ταπεινό και φλογάτο «γενηθήτω το θέλημά Σου», έτοιμη ν’ αποδεχτεί αγόγγυστα και δοξολογικά ακόμα και την άκαμπτη σιωπή τ’ ουρανού. Σύμβολο μιας τέτοιας προσευχής είναι η χήρα του Ευαγγελίου, που με την ανυποχώρητη επιμονή της να χτυπάει νυχτόημερα την κλειστή πόρτα του άδικου κριτή, με αποτέλεσμα τελικά να τον αναγκάσει να της ανοίξει για να την ‘’ξεφορτωθεί’’. (Πρβλ. Λουκ. ιη’ 1-5) Κι ο Θεός τον θέλει, τον επιζητεί, έναν τέτοιο ‘’εξαναγκασμό’’. Αλλ’ ούτε κι αυτά αρκούνε. Βέβαια, μόνο ο Θεός γνωρίζει ακριβώς πόσα και ποια άλλα απαιτούνται. Κι ούτε είναι σίγουρο πως σε όλες τις περιπτώσεις χρειάζονται τά ίδια πράγματα. Οπωσδήποτε, όμως, κάτι άλλο που σε κάθε περίπτωση είναι


39

αναγκαίο, είναι η καθαρότητα του βίου, η αγιότητα της καρδιάς, εσωτερικό απαλλαγμένο από την αμαρτία και την κακία. Ο Κύριος ποτέ δεν έκαμε θαύμα σ’ αμαρτωλό, αν προηγουμένως δεν τον απάλλασσε από την αμαρτία. Φέρανε στο Χριστό έναν παραλυτικό να τον θεραπεύσει. Η προϋπόθεση της πίστης υπήρχε και στον άρρωστο και στους συνοδούς του. Συνυπήρχε, όμως, κι ένα σοβαρό εμπόδιο: οι αμαρτίες του παράλυτου. Ο Ιησούς, κρίνοντας ότι ο συγκεκριμένος άρρωστος στη δεδομένη στιγμή έπρεπε να θεραπευθεί, «είπε τω παραλυτικώ θάρσει, τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Κι αφού έγινε αυτό, «τότε λέγει τω παραλυτικώ εγερθείς άρόν σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκόν σου» (Ματθ. θ’ 2-7). ΄Ετσι κι έγινε. Αλλά και σε όλα τα άλλα θαύματα το ίδιο γινόταν, είτε το λένε ρητά είτε όχι οι ιεροί συγγραφείς. Πριν από το ορατό θαύμα γινόταν κάτι πιο μεγάλο, η κάθαρση του ανθρώπου από τις αμαρτίες του. Γιατί είναι αδιανόητη η συνύπαρξη στον άνθρωπο, έστω και για λίγο, της θείας παντοδυναμίας και παναγιότητας και της αμαρτίας. Εκεί που βασιλεύει ανενόχλητη η αμαρτία δε χωράει ο Θεός. Κι αντίστροφα, εκεί που κατοικεί ο Θεός δεν υπάρχει χώρος για την αμαρτία με την ανθρώπινη συγκατάθεση. « Σκληρός εστιν ούτος ο λόγος τις δύναται αυτού ακούειν;» (Ιων. στ’ 60), θ’ αναφωνήσει κάποιος (αν όχι όλοι). Με τέτοιες και τόσες προϋποθέσεις μπορεί κανείς να ελπίζει σε θαύμα; Δεν οδηγούμαστε έτσι –πρακτικά τουλάχιστον- στην άρνηση της πραγματοποίησης του θαύματος; Αλλού μας οδηγεί κυρίως, κατά τη γνώμη μου, κι όχι σε αυτό. Πρώτα-πρώτα στο να κατανοήσουμε ότι η συντέλεση ενός θαύματος δεν είναι παίξε-γέλασε, μια εύκολη, μηχανιστική, ρουτινίστικη, υπόθεση. Είναι μια πολύ επίπονη προσπάθεια κι επιδίωξη –αν επιτρέπεται να μιλάμε έτσι σε τούτη την περιοχή- του ανθρώπου. Κατόπιν, είναι και ανόητο και ασεβές να βάλει κανείς ως σκοπό της ζωής του να γίνει δέκτης ή συντελεστής ενός θαύματος. Το θαύμα δεν το επιδιώκεις, ούτε, προπάντων, το εκβιάζεις. Το προσδοκάς, το ελπίζεις, ευχόμενος να σε επισκεφθεί μαζί του κι ο Θεός. Εκείνο που έχεις να κάνεις είναι να προετοιμάζεσαι να το δεχθείς τ α π ε ι ν ά, αν ο Θεός σε κρίνει αξιο κτλ. για κάτι τέτοιο. Το τρίτο που συνάγεται από το πλήθος και το είδος των προϋποθέσεων που απαιτούνται, είναι ότι το θαύμα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται «είδος εν αφθονία»! Είναι από τα πιο σπάνια πράγματα σ’ αυτό τον κόσμο. Βρίσκονται συνεπώς σε οικτρή πλάνη όσοι πιστεύουν το αντίθετο (μιλάμε πάντα, φυσικά, για την κατηγορία των θαυμάτων που υποπίπτουν στις αισθήσεις μας, για κείνα που θεωρεί ως τέτοια ο πολύς κόσμος). Θα ρωτήσει κάποιος: Αν συντρέχουν όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις, θα γίνει οπωσδήποτε το θαύμα; Αυτό γιατί το ρωτάς; Για να κάμεις τ’ αδύνατα δυνατά για να τα πετύχεις; Σε βεβαιώνω πως αν το πάς έτσι, ποτέ δε θα τα καταφέρεις!…΄Όμως ας απαντήσω στο ερώτημά σου, για να μη νομίσεις ότι πάω να ξεφύγω: Αν αυτά μόνο


40

είναι τα προαπαιτούμενα –αν κατάφερα, δηλαδή, ν’ αντιγράψω τη σκέψη και τη βούληση του Θεού-, ναι, το θαύμα θα γίνει. Ποιος όμως θ’ αξιολογήσει τη δύναμη και τη γνησιότητα της πίστης σου, τη ζέση της προσευχής σου και την ποιότητα της ψυχής και της ζωής σου; Υπάρχει άλλος από το Θεό; ΄Όχι. Ε, λοιπόν, αυτός έχει και την τελική κι αυθεντική απάντηση στο ερώτημά σου –και δικό μου φυσικά. Και θα τη δώσει με τα γεγονότα. Σε μας απομένει να δεχόμαστε αυτή την απάντηση –όποια κι αν είναι- εν ταπεινώσει και σιωπή.

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΘΑΥΜΑΤΩΝ Η έννοια του θαύματος είναι σφιχτοδεμένη με τη ζωή μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το πιστεύουμε (δεχόμαστε) είτε όχι. Αν θελήσουμε να κάμουμε μια χαρτoγράφηση της παρουσίας του στη ζωή μας, θα το βρούμε παντού: στις καθημερινές μας συζητήσεις, στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις ως ευχή, ως χλευασμό, ως διαπίστωση, ως απορία, ως ενδεχόμενο, ως βεβαιότητα. Δεν περνάει μέρα να μην ακούσουμε ή να μην πούμε: «σώθηκα|κε|καν από θαύμα», «ας κάμει ο Θεός το θαύμα του», «μόνο ένα θαύμα μας σώζει», «Δε γίνονται θαύματα σήμερα…», «εγώ δεν πιστεύω σε θαύματα…», «έκαμε η Παναγιά το θαύμα της», «είχε μαζί του|της όλους τους αγίους», «αφού σώθηκες, πήγαινε ν’ ανάψεις ένα κεράκι», «Δε φοβάμαι τίποτα, έχω πάνω μου τίμιο ξύλο…», «Μη μού πείς ότι πιστεύεις και σύ σε θαύματα!…», «αυτό το ….. κάνει θαύματα», «γίνονται και θαύματα καμιά φορά…», «Κάμε το θαύμα σου, Μεγαλόχαρη!…», «ολοζώντανο θαύμα, σου λέω…», και τόσα άλλα σχετικά. Μιλήσαμε στα προηγούμενα για την κατάταξη των θαυμάτων με βάση τα χαρακτηριστικά τους και τον τρόπο πραγματοποίησής τους σε τρείς μεγάλες ομάδες: στα επώνυμα ή συγκλονιστικά ή ιστορικά (αναστάσεις νεκρών, αναβλέψεις τυφλών, ιάσεις βαριών ασθενειών, τιμωρίες, ασυνήθιστα φυσικά φαινόμενα κτλ.) κι είναι κυρίως όσα αναφέρονται στην Π. Διαθήκη κι όσα επιτελέστηκαν από τον Κύριο και τους Αποστόλους, αλλά και όσα ανάλογα μεταγενέστερα αναφέρονται από αξιόπιστες πηγές. Στα θαύματα της πρόνοιας του Θεού, στα οποία κατατάσσονται οι


41

προστασίες, οι αποτροπές δυσάρεστων καταστάσεων, η εξομάλυνση συνθηκών, η δημιουργία προϋποθέσεων επιτυχίας κτλ. Τέλος, στην ομάδα θαυμάτων που συντελούνται στον ηθικό τομέα, όπως η μεταστροφή απίστων, η μετάνοια περιβόητων εγκληματιών, η διάδοση του Ευαγγελίου, η ατρόμητη πορεία προς το μαρτύριο φυσικώς αδύναμων πλασμάτων (παιδιών, γυναικών κτλ.) κ.ά, Μα και οι άνθρωποι, ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στο φαινόμενο του θαύματος, μπορούν να ομαδοποιηθούν, πέρα απ’ όσα σχετικά ως τώρα είπαμε. ΄Ετσι, σε μια πρώτη ομάδα θα συναντήσουμε εκείνους που δε βλέπουν πουθενά στη ζωή τους θαύμα. ΄Όλα όσα τους συμβαίνουν ή δεν τους συμβαίνουν είναι φυσιολογικά . Κι αν υπάρχουν γεγονότα ανεξήγητα, τ’ αποδίδουν στη θεά Τύχη και ησυχάζουν!… Η παρέμβαση της τύχης, βλέπεις, δεν τους ενοχλεί. Αρκεί να βγεί από τη μέση η πιθανότητα να υπάρχει και να δρά ένας αληθινός Θεός. Η τύχη τους φαίνεται βολικότερη, γιατί δεν τους ζητάει τίποτε. Αντίθετα μάλιστα, τους προσφέρει ένα αναπαυτικό μαξιλαράκι-άλλοθι, που μπορούν να το ανασύρουν κάθε φορά που νιώθουν στριμωγμένοι. Ο Θεός, από την άλλη, είναι πολύ ‘’απαιτητικός’’, και στα πιο κρίσιμα θέματα, μάλιστα, αρκετά ασύμφορος… Πρέπει να είσαι ασυγχώρητα ανόητος να βάλεις στη ζωή σου ως ρυθμιστή ένα Θεό που δε σ’ αφήνει να χορτάσεις όλες τις ορέξεις τις σάρκας σου, να πλουτίσεις μ’ οποιοδήποτε τρόπο, να ποδοπατήσεις το διπλανό σου για να περάσεις… Κι όχι μόνο που σ’ εμποδίζει, αλλά απαιτεί κιόλας από σένα να κάνεις τόσα δυσάρεστα ή ενοχλητικά πράγματα για να Τον ‘’ευχαριστήσεις’’…

Προκειμένου

να

‘χεις

τέτοιες

δυσάρεστες

κι

ασύμφορες

δοσοληψίες, το πιο ‘’φρόνιμο’’ είναι να ξεγράψεις έναν τέτοιο Θεό από την ψυχή και τη ζωή σου. Κι όταν αδειάσεις την ψυχή σου από το Θεό, θα σπεύσουν να τη γεμίσουν τα σκύβαλα που πλεονάζουν γύρω μας, όπως η τύχη, οι δεισιδαιμονίες, οι πολυώνυμες προλήψεις και οι εκμεταλλευτές της ανασφάλειας και της αγωνίας μας. Και σε όποιου την ψυχή δεν υπάρχει ο Θεός, είναι αυτονόητο και φυσιολογικό ν’ απουσιάζει απ’ αυτόν και η αίσθηση του θαύματος. Αυτές τις πετρωμένες ψυχές τις αφήνει συνήθως ανέγγιχτες, ανυποψίαστες, παγερές ακόμα και η πιο θορυβώδης παρουσία του Θεού. Στο άλλο άκρο της προηγούμενης κατηγορίας ανθρώπων βρίσκονται εκείνοι που βλέπουν παντού θαύματα. Ακόμα και κεί που δεν υπάρχει ούτε καν υποψία θαύματος. ΄Όλα γίνονται από θαύμα, όλα οφείλονται σε θαύμα. Η ευσεβής νοικοκυρά αυτού του είδους αποδίδει σε θαύμα το ότι ξαναβρήκε το χαμένο εδώ και μέρες ψωμομάχαιρό της, χωρίς κάν να ψάξει αυτή τη φορά, «λες και την πήρε ο Θεός από το χέρι και την πήγε εκεί που ήταν»!…Το ίδιο κι ο ευλαβής οδηγός που το πρωί τ’ αυτοκίνητό του «πήρε με την πρώτη μπροστά», ενώ χτές βράδυ δεν έπαιρνε με τίποτα…΄Εφερα επίτηδες δυό ακραία παραδείγματα για να καταδειχτεί μια


42

αρρωστημένη νοοτροπία, αρκετά διαδεδομένη, δυστυχώς. Το να βλέπεις θαύματα και κει που υπάρχουν τόσες άλλες εξηγήσεις ή πιθανότητες πολύ πιο ‘’φυσικές’’ δεν είναι γνώρισμα της αληθινής ευσέβειας, αλλά μιας νόθας θρησκευτικότητας, καρπός συνήθως κακής διαπαιδαγώγησης, είτε από μέρους της Εκκλησίας είτε από μέρους της οικογένειας. Μια τέτοια στάση δεν ευτελίζει μόνο την ευσέβεια και τη θρησκευτικότητα, αλλά και την αληθινή έννοια του θαύματος. ΄Εχει κανείς την αίσθηση ότι κάποιοι χριστιανοί συναγωνίζονται ή αποδύονται σ’ ένα φρενήρη αγώνα να γεμίσουν τις ‘’αποθήκες’’ τους με θαύματα. Αντί να βλέπουν τη ζωή τους να κολυμπάει στο μέγα θαύμα της διαρκούς παρουσίας του Θεού, καρφιτσώνουν στα πέτα τους μερικά παφιλένια παράσημα υποτιθέμενων θαυμάτων και καμαρώνουν. Προέχει να κατανοήσουμε ότι ο Θεός δεν κυβερνάει τον κόσμο με θαύματα! Το εξαισιότερο θαύμα Του είναι ο ίδιος ο κόσμος. Ο Θεός δε μας θέλει νήπια για να μας πηγαίνει βόλτα «από το χεράκι». ΄Εβαλε μέσα μας όλα όσα χρειάζονται για μια αυτοδύναμη πορεία και αυτάρκεια σε δυνατότητες να λύνουμε τα καθημερινά μας προβλήματα. Ο Θεός αυτό που κάνει είναι να προνοεί για τις ανάγκες μας και να κατευθύνει διακριτικά τη ζωή μας, ώστε ν’ αξιοποιούμε όλες τις ικανότητες|δυνατότητες που εκείνος έβαλε μέσα μας. Αλλιώς δε θα μας τις έδινε. Ο Θεός δεν έφτιαξε ρομπότ, αλλά προσωπικότητες. Αν τώρα με τις συνεχείς και βάναυσες παρεμβάσεις Του τις αχρηστεύσει, είναι σαν να μετάνοιωσε που μας προίκισε με τόσες και τέτοιες ιδιότητες. Ναι, είναι αλήθεια ότι μερικές φορές ο Θεός επεμβαίνει πιο άμεσα κι ενεργά στη ζωή μας, είτε αυτό υποπίπτει είτε όχι στην αντίληψή μας. Είναι τότε που οι προσωπικές μας δυνατότητες είναι πράγματι ανεπαρκείς και το πραγματικό μας συμφέρον δικαιολογεί αυτή την επέμβαση. Τότε είναι που πράγματι συντελείται ένα θαύμα. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση απαιτείται να διαθέτουμε την αληθινή πίστη και την καθαρή καρδιά για να το δούμε. Αν λείπουν αυτά, υπάρχει κίνδυνος να βλέπουμε τα ‘’θαύματα’’ και να μας διαφεύγουν τα θαύματα. Σ’ αυτούς τους –συνήθως- καλοπροαίρετους κι ανιδιοτελείς –συχνά όμως ελλιπείς στη γνώση της ουσίας της πίστης τους ή με στρεβλή καθοδήγησηχριστιανούς θα πρέπει να ειπωθεί και τούτο. Ας μη νομίζουν ότι βλέποντας παντού θαύματα ή αποδίδοντας όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή τους σε θαύμα, ‘’ωφελούν’’ το Θεό ή την υπόθεση του θαύματος, εδραιώνοντας κατά κάποιο τρόπο τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. ΄Όχι. Θα έλεγα ότι συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Η έννοια του θαύματος, ως ενός εντελώς εξαιρετικού και εκτάκτου φαινομένου της πίστης μας, με τέτοιες συμπεριφορές ευτελίζεται, αποδυναμώνεται και γελοιοποιείται. Είναι απείρως ωφελιμότερο να γίνεται ένα αληθινό θαύμα κάθε 100 ή και 1000 χρόνια,

παρά

να

πλασάρονται

ως

θαύματα

100

το

χρόνο

χοντροειδή


43

κατασκευάσματα ή αμφίβολης εγκυρότητας θαύματα. Αν, αντιθέτως, θέλουμε να βιώνουμε μέσα μας σαν θαύμα κάποιες καταστάσεις ή μυστικές επισκέψεις του Θεού, αυτό όχι μόνο δεν προσβάλλει το περιεχόμενο και το νόημα της πίστης μας, αλλά και την εμπλουτίζει. Αυτό όμως πρέπει να συμβαίνει και να ‘ναι γνωστό μόνο ανάμεσα σε μας και το Θεό. Δεν αφορά τους άλλους. Δε θα βγούμε στους δρόμους να το διαλαλούμε. Τις άξιες ψυχές ο Θεός δεν τις επισκέπτεται «μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. ιζ’ 20), που θα πεί με πομπές και θορύβους κι εντυπωσιακά εφέ. Μυστικοί κι αθέατοι είναι οι δρόμοι της συνάντησης του Θεού και της ψυχής. Οι χριστιανοί της προηγούμενης κατηγορίας γίνονται ευκολότερα θύματα των επιτήδειων. Σπεύδουν αβασάνιστα ν’ αποδεχθούν ως θαύμα ό,τι πλασάρουν ως τέτοιο στην ευλάβεια των ανθρώπων οι αδίστακτοι εκμεταλλευτές της, συνήθως ρασοφόροι της συμφοράς. ΄Ετσι, φθάνουμε σε μια τρίτη ομάδα ανθρώπων σε αναφορά με τη σχέση τους με το θαύμα. Είναι οι πιο ολιγάριθμοι, αλλά και οι πιο απαίσιοι, οι πιο βρωμεροί. Είναι εκείνοι που επινοούν ή «κατασκευάζουν» θαύματα!…Είτε προς ίδιον όφελος είτε για κάποιον δήθεν ‘’ιερό σκοπό’’, όπως είναι, π.χ., η ίδρυση ενός μοναστηριού ή προσκυνήματος ή η ανέγερση ή αποπεράτωση ενός ναού. Είναι δε τόσο ξετσίπωτη αυτή η σκηνοθέτηση τέτοιων ‘’θαυμάτων’’ που συνιστά την πιο βαριά βλαστήμια, την πιο ασεβή βεβήλωση, την πιο ισοπεδωτική γελοιοποίηση της ευσέβειας. Και τι δε σκαρφίζονται οι αδίστακτοι πλασέ ενός από τα πιο τιμαλφή και πιο σπάνια της πίστης μας!…Εικόνες που ‘’δακρύζουν’’ ή ‘’στάζουν αίμα’’ ‘η ‘’ξεφυτρώνουν’’ κάπου στην ερημιά (συνήθως σε μέρη προεπιλεγμένα κι αγορασμένα για ίδρυση μοναστηριού ή προσκυνήματος…) ή μετακινούνται από τόπο σε τόπο ή χάνονται και ξανάρχονται ή εμφανίζονται σαν σε όραμα ή σχίζονται ή ευωδιάζουν πολυέλεοι που κουνιούνται, βρύσες με ιαματικές ιδιότητες, σκηνώματα ή οστά ευλαβών κληρικών (συνήθως) που θαυματουργούν ή ευωδιάζουν ή ‘’παίζουν τά μάτια τους’’ κτλ. Κι όλα αυτά να προβάλλονται με όλους τους κανόνες της διαφήμισης και της προβολής: με πληρωμένους ή αφελείς κεκράχτες, με τηλεοπτικές καλύψεις, με τις δηλώσεις δήθεν κατάπληκτων πιστών ή εύπιστων κι απονήρευτων προσκυνητών, με πύρηνες δηλώσεις κάποιου ρασοφόρου κ.ά. κ.ά. Κι είναι τόσο προκλητική αυτή ή εμπορική καμπάνια, κι είναι τόσο έκδηλη η υποκρισία των πρωταγωνιστών, κι είναι τόσο κακόγουστο το όλο σκηνικό, που κάνουν ένα πληροφορημένο

και μέτοχο της

αλήθειας της πίστης του χριστιανό να αισθάνεται θλίψη και ντροπή και ν’ αλλάζει οργισμένος κανάλι ή να κλείνει την τηλεόρασή του. Κι είναι τόσο χοντροειδής αυτή η επιχείρηση εξαπάτησης των πιστών, που γίνονται όπλα παντοδύναμα στη φαρέτρα των άπιστων κι αρνητών του θαύματος. Κι είδαμε δημοσιογράφους ευσυνείδητους – συνήθως αδιάφορους ή άπιστους- να εξεγείρονται κατ’ αυτής της βάναυσης


44

προσβολής του κοινού νού, της δικής τους νοημοσύνης, και να ζητάνε, δικαιολογημένα, την άμεση παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου. Σε μια, μάλιστα, από τις πιο πρόσφατες περιπτώσεις άγριας προσβολής κι εκμετάλλευσης της ευλάβειας των χριστιανών, σε κάποιο από τα δυτικά προάστια της πρωτεύουσας, με την εικόνα της Παναγίας που δήθεν ‘’έσταζε αίμα’’, ο πρωταγωνιστής ιερέας προκλήθηκε να υποβληθεί σ’ εργαστηριακό έλεγχο το δήθεν αίμα. Και το αρνήθηκε «μετά βδελυγμίας», ο αχρείος, με το γελοίο επιχείρημα ότι αυτό συνιστά ασέβεια στο πρόσωπο της Παναγίας!… Κι ήταν αυτή η άρνηση η μεγαλύτερη απόδειξη της δικής του απάτης και της δικής του καθαρόαιμης ασέβειας. Από μια τέτοια έρευνα, βέβαια, η αλήθεια δε διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Η αληθινή πίστη μόνο κερδισμένη θα έβγαινε. Διότι από αυτήν ή θα αποκαλυπτόταν η επιχείρηση

της απάτης, οπότε οι εμπνευστές της και πρωταγωνιστές θα

παραδίνονταν στην κοινή χλεύη κι ίσως στον εισαγγελέα, ή θα επαληθευόταν το ανεξήγητο του φαινομένου (διότι η τυχόν απόρροια από μια εικόνα σταγόνων αληθινού αίματος ή κάποιου άλλου υγρού απροσδιόριστων συστατικών θ’ αποτελούσε ατράνταχτη επιβεβαίωση κάποιας υπερφυσικής ενέργειας) και θα ισχυροποιούνταν έτσι η πίστη στο θαύμα, αφοπλίζοντας τους πολεμίους ή αμφισβητίες του. Η αλήθεια δεν τη φοβάται την έρευνα αντίθετα, τη θέλει και την επιζητεί. Η έρευνα δεν τη βλάπτει την αλήθεια αντίθετα, τη δυναμώνει και την κάνει λαμπρότερη, όπως η φωτιά και το καμίνι τον αληθινό χρυσό. Εχθρός της έρευνας είναι το ψέμα, η απάτη, η δολιότητα. Συνεπώς, μόνο όποιος υπηρετεί και χρησιμοποιεί αυτά έχει λόγους να την αποφεύγει, επικαλούμενος αστείες δικαιολογίες. Πρότυπο κι οδηγός μας και σ’ αυτό ας είναι ο Κύριος. Εκείνος δε φοβόταν την επαλήθευση των θαυμάτων Του. Αντίθετα μάλιστα, την προκαλούσε ο ίδιος. Κάτι περισσότερο: δεν ζητούσε κάν αμερόληπτους κριτές, δεν την ανέθετε καν σε «ανεξάρτητη αρχή», δεν έβαζε ‘’παρατηρητές’’. Εμπιστευόταν την κρίση στους πιο παθιασμένους εχθρούς Του. Ας θυμηθούμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Με

‘’συνοπτικές

διαδικασίες’’

θεραπεύει

ένα

λεπρό,

επιβραβεύοντας

την

υποδειγματική πίστη του (Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» –Ματθ. η’ 1-4) – Αυτή είναι πίστη που δικαιούται ν’ αξιωθεί της θείας δωρεάς του θαύματος. Το πρώτο που του λέει είναι να μην πει το παραμικρό σε κανέναν. Μετά τον πρόσταξε να πάει και να δείξει τον εαυτό του στον αρμόδιο ιερέα, ώστε εκείνος να πιστοποιήσει το θαύμα της θεραπείας του (Ματθ. η’ 1-4). Το ίδιο έκαμε και με τους δέκα λεπρούς. Στο επίμονο

δικό

τους

«Ιησού

επιστάτα,

ελέησον

ημάς»,

Εκείνος

απάντησε:

«πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοίς ιερεύσι». Και κείνοι ξεκίνησαν χωρίς να ‘χουν ακόμα θεραπευτεί. Στο δρόμο γίνανε καλά (Λουκ. ιζ’ 11-19). Ανασταίνει την κόρη του


45

Ιαείρου ενώπιον πλήθους ανθρώπων (Ματθ. θ’ 18-19, 23-26), και για να μη μείνει σε κανέναν η παραμικρή υπόνοια ότι πρόκειται για οφθαλμαπάτη ή για τέχνασμα κάποιου μάγου, παραγγέλνει να της δώσουν να φάει. (Μάρκ. ε’ 43) Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου δεν έγινε μόνο ενώπιον πολλών, αλλά μερικοί και ‘’υποβοήθησαν’’ το Χριστό «άραντες τον λίθον» του τάφου. Και στο τέλος, για να σφραγίσει στις ψυχές των παρισταμένων τη βεβαιότητα του μεγάλου θαύματος, κάλεσε τους παρισταμένους να του ‘’λύσουν’’ τις φασκιές από τα χέρια και τα πόδια του και να βγάλουν από το κεφάλι του το φακιόλι (= κεφαλόδεσμο), προστάζοντας να τον αφήσουν να περπατήσει και να πάει στο σπίτι του, όπως και πρίν πεθάνει, σαν να μην έμεινε στο μνήμα τέσσερις ολόκληρες μέρες και να μην πέρασε από τη διαδικασία της φθοράς.(Ιων. ια’ 17-44) Θα μπορούσε οποιοσδήποτε –και ο πιο κακόπιστος και ο φανατικότερος εχθρός Του- ν’ αμφισβητήσει αυτά τα θαύματα; Και δεν τόλμησαν, φυσικά, να το κάμουν ούτε οι Φαρισαίοι. Άλλες προφάσεις βρίσκανε για να μη δεχθούν τη Θεότητά Του… Τι μας χρειάζονται, όμως, όλα αυτά τα παραδείγματα, όταν το πιο αυθεντικό κι απ’ όλα πειστικότερο το συναντούμε στο πρόσωπο του ίδιου του Κυρίου μας; Εκείνος ούτε ασεβές ούτε υποτιμητικό ούτε περιττό θεώρησε να υποκύψει στη δυσπιστία του μαθητή Του Θωμά. Τον κάλεσε να πιστοποιήσει με τις πιο ασφαλείς αισθήσεις του, την όραση και την αφή, ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν ένα φάντασμα, αλλ’ ο ίδιος ο Διδάσκαλός του, που πριν λίγες μέρες τον είδε νεκρό πάνω στο σταυρό. Πρίν απ’ αυτό, όμως, έκαμε κάτι άλλο, υποβλήθηκε σε μια άλλη ‘’ταπείνωση’’ : δέχθηκε να εμφανιστεί για δεύτερη φορά στους συναγμένους μαθητές Του, για να Τον δει κι ο Θωμάς. Αν την πρώτη φορά ήταν ανάμεσά τους κι εκείνος, αν δεν είχε απομακρυνθεί από τον κύκλο των μαθητών –απογοητευμένος ασφαλώς από την τροπή που πήραν τα πράγματα-, δε θα χρειαζόταν να ξαναμπεί ο Κύριος στο εργαστήριο της ανθρώπινης αμφιβολίας. Και το ‘καμε χωρίς καμιά δυσφορία. Ας επανέλθουμε, όμως, στους εμποράκους κι εκμεταλλευτές του θαύματος. Σ’ αυτούς

που

ποντάρουν

στον

ανθρώπινο

πόνο

και

ποικίλη

εκμεταλλεύονται την αφελότητα των πολλών. Αυτοί που δε

δυστυχία

κι

διστάζουν να

κατασκευάζουν θαύματα εκ του μηδενός, είναι πολύ φυσικό –κι απίστευτα βολικό, φυσικά- να αναγάγουν σε θαύμα και να κάμουν λάβαρό τους κάθε ένδειξη ή υπόνοια ανάλογου φαινομένου, όπως π.χ. τη βελτίωση (προσωρινή ή μονιμότερη) της κατάστασης κάποιου βαριά άρρωστου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μην έχουμε μεν καραμπινάτη απάτη, είναι όμως πλάνη κι ενδεχόμενη παραπλάνηση (σκόπιμη ή όχι). Κι όταν αυτό γίνεται από τους απλούς κι αδαείς πιστούς, είναι απολύτως σεβαστή και συγγνωστή. ΄Όταν όμως χρησιμοποιούνται αυτές οι οριακές περιπτώσεις από επιτήδειους δήθεν ποιμένες ή και άλλους για άνομους σκοπούς


46

, συνιστά βαρύτατο ολίσθημα. Η παραπάνω άποψη, για να μη θεωρηθεί αυθαίρετη –μια και μ ο ι ά ζ ε ι λίγο τολμηρή- χρειάζεται περαιτέρω θεμελίωση. Κι αυτή δεν είναι δύσκολη. Αρκεί να θυμηθούμε και να κατανοήσουμε ότι ο Θεός δεν κάνει ‘’ημιθαύματα’’, κάτι που να μοιάζει με θαύμα! Στην ουσία δεν κάνει τίποτε ημιτελές, τίποτε στο «περίπου», τίποτε στο ναι και όχι. ΄Όλα τα έκαμε και τα κάνει «καλά λίαν». Δεν ταιριάζουν στον υπερτέλειο Θεό οι μεσοβέζικες λύσεις κι ενέργειες. ΄Ετσι κι εδώ. Δεν έχουμε παρά να παρατηρήσουμε τα δικά Του (σάμπως και ποια δεν είναι δικά Του) θαύματα. Κανέναν κατάκοιτο δεν έκαμε να περπατάει με πατερίτσες. Σε κανέναν τυφλό δε γιάτρεψε μονάχα το ένα μάτι…Εντελώς το αντίθετο μάλιστα. Τη μανιασμένη τρικυμία την εξαφανίζει (Ματθ. η’ 23-27), το νερό το μεταβάλλει σε εύγευστο και τέλειο κρασί (Ιων. β’ 1-11), στον παραλυτικό λέει να πάρει στους ώμους του το κρεβάτι του πόνου του και να πάει με τα πόδια στο σπίτι του, και κείνος «εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού» (Ματθ. θ’ 1-7), οι δυό τυφλοί επανέκτησαν πλήρως το φώς τους (Ματθ. κ’ 34) κτλ. Το ίδιο διαπιστώνουμε και με τα λεγόμενα θαύματα των Αποστόλων. Ο από γεννησιμιού του κουτσός, μετά τη θεραπεία του από τον Πέτρο, στάθηκε στα πόδια του γερά και «εξαλλόμενος» (= χοροπηδώντας από τη χαρά του), περπατούσε και μπήκε στο ναό «αλλόμενος (= πηδώντας, όχι απλά περπατώντας) και αινών τον Θεόν» (Πράξ. γ’ 6-9). Αλλά και του μάγου Ελύμα η τύφλωση από τον Παύλο ήταν πλήρης και παραδειγματική. Προτού προλάβει ο Απόστολος να του πεί «και νύν… έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον» «παραχρήμα (= αυτοστιγμεί) έπεσεν επ’ αυτόν αχλύς (= θαμπούρα) και σκότος, και περιάγων (= περιφερόμενος) εζήτει χειραγωγούς» (= ανθρώπους που να τον βοηθούν να περπατήσει) (Πράξ. ιγ’ 8-11). Θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα ανάλογα παραδείγματα. Είναι όμως περιττά. Το αμετακίνητο συμπέρασμα απ’ αυτά είναι πώς τα «έγινε καλύτερα», «βελτιώθηκε η κατάστασή του», «άρχισε να πιάνει με το δεξί του χέρι» και τα όμοια, δεν έχουν καμιά σχέση με άμεση θαυματουργική επέμβαση του Θεού. Μια τέτοια, όμως, επέμβαση θα μπορούσαμε να δούμε, χωρίς να κινδυνεύουμε να πέσουμε σε πλάνη, σε περιπτώσεις διασώσεων από βέβαιο θάνατο με κατάλοιπο μια αναπηρία (ατελής διάσωση). Εδώ δικαιούμαστε να μιλάμε για θαύμα, στο βαθμό που αυτό εντάσσεται στο σχέδιο της αιώνιας σωτηρίας του συγκεκριμένου ανθρώπου (ή και κάποιου ή κάποιων συγγενών του), δίδοντάς του(ς) έτσι μία δυνατότητα και μία ευκαιρία μετάνοιας. Σε αυτό δε συνεισφέρει μόνο αυτή καθ’ εαυτήν η διάσωση, αλλά και η αναπηρία. Γιατί θα του θυμίζει διαρκώς ότι η διάσωσή του δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε δικό του κατόρθωμα, αλλά «δάκτυλος Θεού».΄Ηταν ένα μήνυμα εντελώς προσωπικό κι οφείλει να το ‘’πάρει’’ στα σοβαρά και να το αξιοποιήσει κατάλληλα.


47

΄Ένα

άλλο

στοιχείο

ασέβειας

που

παρακολουθεί

αυτή

την

ασύστολη

υπερπαραγωγή θαυμάτων είναι η χυδαία προβολή τους με όλα τα σύγχρονα μέσα κι όλους τους τρόπους. Αυτό είναι μεν σύμφωνο και συνεπές με την εκμετάλλευση και την εμπορευματοποίηση του θαύματος, αλλά εντελώς αντίθετο και ξένο προς τους σκοπούς και την ιερότητά του. Οδηγός μας και σ’ αυτό ο ίδιος ο Κύριός μας. Μολονότι τα δικά Του –εννοώ της επί γής παρουσίας Του- θαύματα ήταν –όπως θα δούμε σε άλλο κεφάλαιο- ενταγμένα στο σχέδιο της προαιώνιας θείας οικονομίας κι αποσκοπούσαν στην εξάπλωση της βασιλείας Του –άρα επιβαλλόταν η ευρύτερη δυνατή γνωστοποίησή τους-, εντούτοις πολλές φορές επέβαλλε την αποσιώπησή τους, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της δημόσιας δράσης Του. Ας θυμηθούμε κάποιες τέτοιες περιπτώσεις. Στο θεραπευμένο λεπρό παρήγγειλε με αυστηρότητα: «όρα μηδενί μηδέν είπης» Μάρκ. α’ 44). Με τους συνοδούς του κωφού μογιλάλου ήταν εξίσου αυστηρός. Μετά τη θεραπεία «διεστείλατο (= διέταξε, τους επέστησε την προσοχή) αυτοίς ίνα μηδενί είπωσιν» (Μάρκ. ζ’ 36). Φαντάζεσαι το μέγεθος της δοκιμασίας να είσαι θεότυφλος, να βρεθεί Εκείνος που θα σού χαρίσει το πολυτιμότερο αγαθό, κι αφού το κάμει σε μια ερημιά, μετά να σε αναγκάσει να πάς να κλειστείς στο σπίτι σου και να μη σου επιτρέψει «μηδέ εις την κώμην εισέλθης μηδέ είπης τινί εν τη κώμη»; Να μη σ’ αφήσει, μ’ άλλα λόγια, να πανηγυρίσεις, να τρέξεις να το διαλαλήσεις παντού, σε φίλους, σε γνωστούς, σε συγγενείς, να παραθέσεις τραπέζια, να δοξάσεις και να προβάλεις με κάθε τρόπο τον ευεργέτη σου; Αυτό έκαμε ο Χριστός με τον τυφλό (Μάρκ. η’ 22-26). Και το ‘καμε, επειδή ο Χριστός δεν ήταν ‘’θαυματοποιός’’, δεν ήταν τσαρλατάνος, δεν ήταν μέλος ενός περιφερόμενου τσίρκου που κάνει το ‘’νούμερό’’ του για να εντυπωσιάσει. Για το Χριστό το θαύμα δεν είναι κατόρθωμα, είναι μία από τις ‘’φυσικές’’ Του δυνατότητες. Για το Χριστό το θαύμα δεν είναι υπερφυσικό αλλά ‘’φυσικό’’ γεγονός. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι και είδος προς κατανάλωση. Δε θα το βρούμε στα πανηγύρια και τις λαϊκές αγορές. Συνδέεται άμεσα με τη φύση του Θεού. Γι’ αυτό και είναι ο αποκλειστικός, κι αυστηρός, διαχειριστής του. Γι’ αυτό κι εξαιρετικά φειδωλός. Ποιος άνθρωπος θα φερόταν έτσι; Δε θέλω, όμως, να εγκαταλείψω ετούτο το μελαγχολικό κεφάλαιο, χωρίς ν’ απαντήσω σ’ ένα ερώτημα-ένσταση, που πιθανόν να προκύψει απ’ όλα τα προηγούμενα: Αποκλείεται, λοιπόν, κάποιο ή κάποια απ’ όσα κατά καιρούς προβάλλονται ως θαύματα, να ‘ναι αληθινό; Αποκλείεται, δηλαδή, ο Θεός και με κάποιον απ’ αυτούς τους τρόπους να μας επισκεφθεί; Μια πρώτη απάντηση θα ήταν: ασφαλώς και δεν αποκλείεται!… Σκοπός μας εδώ δεν είναι

να βάλουμε φραγμούς στις

‘’κινήσεις’’ του Θεού. Την απάτη και την αγυρτεία θέλουμε να ξεσκεπάσουμε και να στηλιτεύσουμε. Τη άγνοια και την αφέλεια προσπαθούμε να μειώσουμε. Τον


48

εξανδραποδισμό του Θεού και το διασυρμό του θαύματος αρνούμαστε. Γιατί ο Θεός δεν περνάει μέσα από σκοτεινά σοκάκια για να έρθει κοντά μας. Αυτά που κατά καιρούς προβάλλονται ως θαύματα είναι τόσο ταπεινωτικά για την ‘’αξιοπρέπεια’’ του Θεού, που δεν τους αρμόζει άλλο από την περιφρόνησή μας. Κι αν από σεβασμό στο ‘’κύρος’’ του Θεού και του θαύματος συμπαρασύρει η περιφρόνησή μας και κάποιο αληθινό θαύμα, ας είμαστε βέβαιοι ότι θα έχουμε απόλυτη τη συγνώμη και τη συμπάθεια του Θεού. ΄Αλλωστε οι ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις που μπορεί να βρίσκονται στα όρια της αλήθειας και της απάτης επιβάλλεται να περνούν από τη βάσανο της επαλήθευσης, με πρωτοβουλία και ευθύνη της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, χωρίς, φυσικά, αποκλεισμούς και των αρνητών του θαύματος. Αυτονόητο ότι οι τελευταίοι οφείλουν –παραιτούμενοι προς στιγμήν από τις προσωπικές τους αντιλήψεις|πεποιθήσεις-

να

ενεργήσουν

και

να

χρησιμοποιήσουν

μόνο

επιστημονικές μεθόδους. Οφείλουν, μ’ άλλα λόγια, να μπαίνουν στον ιερό χώρο της πίστης με σοβαρότητα και σεβασμό, ανεξάρτητα αν οι ίδιοι είναι άπιστοι και άθεοι. Σε μια τέτοια επαλήθευση και παραδοχή της Εκκλησίας ο πιστός θα έχει κάθε λόγο να είναι διπλά χαρούμενος, και για το θαύμα και για την αλήθεια της πίστης του. Δε θα κομπάζει. Μόνο θα δοξάζει «εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. ε’ 28) το Θεό «επί πάσι τοις ενδόξοις τοίς γινομένοις υπ’ αυτού» (Λουκ. ιγ’ 17). Κι ας είμαστε βέβαιοι πως αν ο Θεός θελήσει με κάποιο θαύμα να μας στείλει ένα σημαντικό (μόνο με τέτοια ασχολείται ο Θεός) μήνυμα, θα φροντίσει (και μπορεί να το κάμει) ώστε αυτό να ‘ναι ξεκάθαρο κι όχι έρμαιο στην κάθε αμφισβήτηση. Μόνο που τέτοιες ενέργειες του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι πολύ σπάνιες.


49

ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΑΥΜΑΤΑ; Πρίν όμως απ’ αυτό τίθεται ένα άλλο ερώτημα, πιο καίριο: Ποιος κάνει τα θαύματα; ποια είναι η αληθινή πηγή και ποιος ο αρχιαίτιος των θαυμάτων; Εδώ η απάντηση είναι μόνο μία και ξακάθαρη: μόνος «τερατουργός» είναι ο αληθινός Τριαδικός Θεός, ακόμα κι όταν φαινομενικά συντελεστής του είναι ένα από τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αυτή είναι η μαρτυρία της Αγίας Γραφής, αυτή είναι η ομόφωνη διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ας πάμε να το διαπιστώσουμε από πιο κοντά. Πρώτος σταθμός μας η Π. Διαθήκη. Ο Μωυσής κι ο ισραηλιτικός λαός μετά την απελευθέρωσή τους από τη μακροχρόνια σκληρή δουλεία δοξολογούν το Θεό κι ομολογούν: «Τις όμοιός σοι εν θεοίς, Κύριε; τις όμοιός σοι, δεδοξασμένος εν αγίοις, θαυμαστός εν δόξαις, ποιών τέρατα. Εξέτεινας την δεξιάν σου, κατέπιεν αυτούς (:τους Αιγυπτίους) γή» (Εξ. ιε’ 11-12). Κι ο ψαλμωδός: «ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ο ποιών θαυμάσια μ ό ν ο ς» (Ψαλ. οα’ 18) και «σύ εί ο Θεός ο ποιών θαυμάσια» (= θαυματα, θαυμαστά) (Ψαλ. οστ’ 15). Ακόμα


50

κι ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος αναγκάζεται ν’ απευθυνθεί «πάσι τοις λαοίς, φυλαίς, γλώσαις» και να διακηρύξει ότι ο Θεός του Δανιήλ «εστί Θεός ζών και μένων εις τους αιώνας…αντιλαμβάνεται (= παίρνει υπό την προστασία Του) και ρύεται (= σώζει από κινδύνους) και ποιεί σημεία και τέρατα εν τω ουρανώ και επί της γής…» (Δαν. στ’ 25, 27). Ο Παράδεισος, όμως, της δικής μας αλήθειας κι οδηγός μας ασφαλής

στο

μυστήριο της ορθής πίστης είναι η Κ. Διαθήκη, ο καθαρός κι αυθεντικός λόγος του Κυρίου μας και των αγίων Του Μαθητών. Μεγαλύτερη απόδειξη ότι έχω κάτι αποτελεί η δυνατότητά μου να το δίνω. Αυτό ακριβώς κάνει και ο Κύριος. Ως μόνος κάτοχος και πηγή της θαυματουργικής δύναμης ο Χριστός, αφού συγκέντρωσε «τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς δύναμιν και εξουσίαν επί πάντα τα δαιμόνια και νόσους θεραπεύειν και απέστειλεν αυτούς κηρύσσειν την βασιλείαν του Θεού και ιάσθαι τους ασθενούντας» (Λουκ. θ’ 1-2). Κάτι ανάλογο είπε και στους 70 που γύρισαν από μια περιοδεία τους και Του ανήγγειλαν χαρούμενοι, διότι «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου»: «ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. ι’ 17, 19). Ποιο μήνυμα εκπέμπεται από αυτά τά εδάφια; ΄Ότι Αυτός έχει τη δύναμη και την εξουσία του θαυματουργείν, Αυτός τη διαχειρίζεται και μόνο Αυτός τη χορηγεί όταν κι όπου θέλει και στο μέτρο της δεκτικότητας κι αξιότητας του λήπτη. Ο απόστολος Πέτρος θα μας πεί την ίδια αλήθεια εντονότερα και κατηγορηματικότερα. Μαζί με τον αγαπημένο Μαθητή του Κυρίου, τον Ιωάννη, πηγαίνουν στο ναό για να προσευχηθούν. Στην είσοδο του ναού συναντούν έναν κουτσό «εκ κοιλίας μητρός αυτού». Ζητεί και από αυτούς ελεημοσύνη. Εκείνοι, αντί χρημάτων που δεν είχαν, του δίνουν εκείνο που του ήταν αδιανόητο να ζητήσει: την υγεία και τη σωματική του ακεραιότητα! Ο λαός, σαν είδε τον πρώην κατάκοιτο ζητιάνο να περπατάει εντελώς φυσιολογικά, καταλήφθηκε από δέος και θάμβος και κατάπληξη, και κοίταζαν τους Αποστόλους σάμπως να ‘ταν όντα υπερφυσικά, κι ασφαλώς πολλοί ήταν έτοιμοι (όπως σε κάποια άλλη περίπτωση) να τους ανακηρύξουν θεούς και να τους προσκυνήσουν. Ο Πέτρος, βλέποντας αυτές τις αντιδράσεις και διαθέσεις του πλήθους, έσπευσε να διαλύσει την πλάνη και να διακηρύξει την αλήθεια: «άνδρες Ισραηλίται, τι θαυμάζετε επί τούτω (= γιατί εκπλήττεσθε γι’ αυτό που είδατε, τη θεραπεία του χωλού), ή ημίν τι ατενίζετε (= ή γιατί έχετε καρφωμένα πάνω μας τά μάτια σας, γεμάτα έκπληξη και θαυμασμό) ως ιδία δυνάμει ή ευσεβεία πεποιηκόσι του περιπατείν αυτόν;» (= λες και με τη δική μας δύναμη ή με την πολλή μας ευσέβεια τον κάμαμε να περπατά;) (Πράξ. γ’ 12). Αυτό που είδατε, συνέχισε να τους λέει, δεν είναι δικό μας έργο και κατόρθωμα. Εμείς είμαστε άνθρωποι αδύναμοι σαν και σας. Με την πίστη μας όμως στο Χριστό που σας κηρύσσουμε, αντλούμε από


51

Εκείνον αυτή τη δύναμη (Πράξ. γ’ 16). Ο δε Παύλος υπενθυμίζει σε ύφος αυστηρό στους Γαλάτες ότι τα θαύματα που βλέπουν να γίνονται ανάμεσά τους δεν οφείλονται στα ενάρετα έργα τους, αλλά τα επιτελεί ο Χριστός χάρη στην πίστη τους: «Ο ούν επιχορηγών υμίν το Πνεύμα και ενεργών δυνάμεις εν υμίν, εξ έργων νόμου ή εξ ακοής πίστεως;» (Γαλ. Γ’ 5). Απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγία Γραφή είναι και η διδασκαλία των αγίων Πατέρων. Ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης, αναφερόμενος σε κάποιο θαύμα που έγινε με το λείψανο του αγίου Κλήμεντος, επισημαίνει: «Θαυματουργεί τι κανταύθα Θεός» (Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης, Επιτομή, C LXXIV-CLXXV, ΒΕΠΕΣ 1, σ. 292). Πολλοί ήταν εκείνοι που κατέφευγαν στο μοναστήρι όπου εγκαταβιούσε ο άγιος ασκητής Παχώμιος ζητώντας του να τους κάμει καλά. «Και επί πολύ ενοχλούντων και αξιούντων εύχεσθαι αυτόν, ηύχετο το θέλημα του Θεού και το συμφέρον γενέσθαι. Και εθεράπευσεν αυτούς ο Κύριος …» και όχι φυσικά ο άγιος. (Βίος Πρώτος Παχωμίου, 133, ΒΕΠΕΣ, 40, σ. 183). Ο δε άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος συνιστά στους πιστούς να μην παρασύρονται από κάποιον που κομπάζει ότι τάχα έχει το χάρισμα να θαυματουργεί διότι κι αν ακόμα «σημεία ποιήση και νεκρούς εγείρη», δεν έχει όμως «την ψυχήν αυτού άτιμον (= σε ανυποληψία και περιφρόνηση) …. και ή (= είναι) πτωχός τω πνεύματι (= ταπεινός) …. Ουκ έστιν αυτώ πιστεύσαι (= δεν επιτρέπεται να του δώσεις εμπιστοσύνη) το γάρ σημείον (= απόδειξη της γνησιότητάς του) του Χριστιανισμού τούτό εστι …. Σπουδάζει λανθάνειν ανθρώπους» [= να φροντίζει (ο χριστιανός) να μένει απαρατήρητος (άγνωστος) από τους ανθρώπους]. Κι αν ακόμα έχει τα μεγαλύτερα πλούτη ή χαρίσματα, οφείλει να λέει: «Ουκ έστιν εμόν, άλλος μοι παρέθετο τον θησαυρόν τούτον, εγώ γάρ πτωχός ειμι, και ότε θέλει, λαμβάνει αυτόν απ’ εμού» (Μακαρίου του Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία ΙΕ, παρ. ΛΖ’, ΒΕΠΕΣ, 41, σ. 230). Καθαρή είναι εν προκειμένω και η φωνή του μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης: «Τα γάρ της άνωθεν ενεργείας θαύματα ιδιάζουσαν επί των έργων έχει την δύναμιν. Και ουκ αν τις ευλόγως ανθρωπίνη φύσει τάς τοιαύτας θαυματοποιίας λογίσαιτο» (Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον εαυτού αδελφόν Βασίλειον, 15, ΒΕΠΕΣ, 69, σ. 360). ΄Οσα προαναφέρθηκαν είναι και αρκετά και ικανά να μας οδηγήσουν σ’ ένα καθαρό συμπέρασμα-απάντηση σχετικά με το βασικό ερώτημα αυτού του κεφαλαίου: οι άγιοι –κανένας άγιος- δεν έχουν αφ’ εαυτών ούτε τη δύναμη ούτε τη δυνατότητα να κάνουν θαύματα. Η θαυματουργία ανήκει αποκλειστικά στη δύναμη και τη δικαιοδοσία του Τριαδικού Θεού. Κι όμως καθημερινά μιλάμε για θαύματα της Παναγίας, των Αποστόλων και άλλων αγίων. Μιλάμε για θαυματουργούς αγίους. Και δε μιλάμε μόνο εμείς. Και η ίδια η Αγία Γραφή αναφέρει πληθώρα θαυμάτων που αποδίδει σε Προφήτες κτλ. (κατά την περίοδο της Π. Διαθήκης) και σε αποστόλους


52

και άλλους αγίους (κατά την περίοδο της Χάριτος). Όλα αυτά είναι αληθινά. Μόνο που χρειάζεται να τα διευκρινίσουμε. Εκείνο που αποτελεί την αμετακίνητη κι αναμφισβήτητη αλήθεια –και δεν πρέπει ποτέ να το λησμονούμε- είναι τούτο: θαύματα κάνει μόνο ο Θεός, και κανένας άλλος δεν έχει τη δύναμη να θαυματουργεί. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο Θεός κάνει και όλα τα θαύματα ‘’αυτοπροσώπως’’. ΄Εχοντας τη δύναμη της θαυματουργίας εγγενή εν εαυτώ, ως στοιχείο της θεότητάς Του, έχει αυτονόητα και την εξουσία να επιλέγει και τους τρόπους και τα μέσα με τους οποίους θαυματουργεί. ΄Ενας απ’ αυτούς είναι και «δια» εκλεκτών Του προσώπων, και τέτοιοι είναι οι άγιοί Του. Κατά τη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, η επιτέλεση θαυμάτων υπό διαφόρων προσώπων αποτελεί «χάρισμα» του Αγίου Πνεύματος, που σημαίνει δωρεά και παραχώρηση κι εξουσιοδότηση του Θεού σ’ αυτούς να θαυματουργούν. ΄Όχι, βεβαίως, κατά το δοκούν κι ανεξέλεγκτα, αλλά υπό τον απόλυτο έλεγχο και τη χειραγώγηση του ίδιου του Θεού. Διότι η θαυματουργία είναι μέγιστο προνόμιο για να το εμπιστευθεί ο Θεός «εν λευκώ» σε άνθρωπο, ακόμα και τον αγιότερο και πλέον αφοσιωμένο στο Θεό. Κι ας μη νομισθεί ότι αυτό το δώρο δίδεται σε όλους τους αγίους και τους εκλεκτούς του Θεού. Και ναι μεν υπάρχουν χωρία στα Ευαγγέλια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κύριος είναι πρόθυμος να παραχωρήσει αυτή την εξουσία όχι μόνο στους αποστόλους-Μαθητές Του, αλλά και σε όλους τους πιστούς, αλλ’ ο Παύλος θα μας πεί ότι το χάρισμα της θαυματουργίας χορηγείται σε ορισμένους. Σ’ αυτό θα καταλήξουμε κι εμείς αν μελετήσουμε προσεκτικά και κείνα τα ευαγγελικά χωρία που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνηγορούν για το αντίθετο, και αν παρακολουθήσουμε τη δράση των Αποστόλων και τη ζωή της πρώτης Εκκλησίας. Ας προσπαθήσουμε να τα δούμε αυτά περισσότερο αναλυτικά. Ο Ιησούς και οι Μαθητές Του φεύγουν εσπευσμένα από τα Ιεροσόλυμα, για να μην τον συλλάβουν οι μόνιμοι κι ανελέητοι εχθροί Του. Καθώς προχωρούν ο Πέτρος βλέπει την ξηραμένη συκιά που καταράστηκε ο Κύριος και Του το υπενθυμίζει. Κι ο Κύριος βρήκε την ευκαιρία να πεί στους Μαθητές Του: «έχετε πίστιν Θεού (= αποκτήστε πίστη στο Θεό) αμήν γάρ λέγω υμίν ότι ός (= οποιοσδήποτε πιστός κι όχι μόνο σεις οι Μαθητές μου) αν είπη τω όρει τούτω, άρθητι (= σήκω) και βλήθητι (= πέσε) εις την θάλασσαν, και μη διακριθή εν τη καρδία αυτού (= και δε νιώσει τον παραμικρό δισταγμό κι αμφιβολία ούτε για μια στιγμή στην καρδιά του) , αλλά πιστεύση ότι ά λέγει γίνεται, έσται αυτώ ό εάν είπη» (Μάρκ. ια’ 22-23). Κατά δε τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, αρκεί (ή απαιτείται) για να γίνει ακόμα και το μεγαλύτερο θαύμα πίστη «ως κόκκος σινάπεως» (Ματθ. ιζ’ 20). Πόσοι όμως, ακόμα και από τους μεγαλύτερους αγίους, έχουν ή είχαν μια τέτοια πίστη; ΄Όχι, φυσικά, για να μετακινήσουν ένα πραγματικό βουνό, πράγμα που δεν έγινε ποτέ, ούτε κι από τον ίδιο τον Κύριο, αλλά για να επιτελέσουν κάποιο


53

από τα θαύματα που έγιναν κατά παραχώρηση Θεού. Αφού ούτε για τους περισσότερους Μαθητές του Χριστού -ούτε κάν για όλους τους κορυφαίους (π.χ. τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο)- δεν έχουμε μαρτυρία ότι θαυματούργησαν. Πρέπει δε να έχουμε συνεχώς κατά νούν –το έχουμε ξαναπεί αυτό- ότι η θαυματουργούσα πίστη δεν ταυτίζεται με την πίστη στα δόγματα. Η πρώτη είναι εντελώς ειδική, κι είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. ιβ’ 9). Επιβάλλεται δε να τη διαθέτουν τόσο ο θαυματουργών άγιος, όσο και ο δέκτης της ευεργεσίας. Τέτοια ήταν η πίστη που διέθετε κι ο χωλός, τον οποίο ο Παύλος «ατενίσας και ιδών ότι πίστιν έχει του σωθήναι», τον πρόσταξε να σταθεί στα πόδια του, κι εκείνος «ήλατο και περιεπάτει» (Πράξ. ιδ’ 9, 10). Και δεν είναι εκπληκτικό που ο μέγιστος των προφητών (Λουκ. ζ΄ 28), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, δεν έκαμε κανένα θαύμα; Είναι δε τόσο χαρακτηριστική η περίπτωση που δεν περνάει απαρατήρητη από τον οξυνούστατο ανάμεσα στους μεγάλους Πατέρες άγιο Γρηγόριο το Νύσσης. Αντιπαραβάλλοντας, λοιπόν, τον Πρόδρομο με τη ‘’σκιά’’ του στην Π. Διαθήκη, τον προφήτη Ηλία, γράφει: «Διά τούτό μοι δοκεί και ο μέγας εν προφήταις Ηλίας και ο έν πνεύματι και δυνάμει Ηλιού, μετ’ εκείνον επιδημήσας τω βίω, ού μείζον ουδείς εν γεννητοίς γυναικών…. Αμφότεροι γάρ ευθύς εκ νέων απεξενώθησαν της ανθρωπίνης ζωής (= από παιδιά φύγανε από τον κόσμο και ζούσανε στην έρημο)… Ηλίας μέν γάρ, καθάπερ ταμίας τις των του Θεού δωρεών καταστάς, τάς εκ του ουρανού χρείας κατ’ εξουσίαν και αποκλείειν τοίς αμαρτάνουσι και ανιέναι τοις μετανοούσι κύριος ήν (= ο Ηλίας σαν άλλος ταμίας των δωρεών του Θεού, είχε την εξουσία ν’ απαγορεύει στον ουρανό να βρέξει σ’ εκείνους που αμαρτάνανε και να την επιτρέπει σ’ εκείνους που μετανοούσαν), τον δε γε Ιωάννην τοιούτον μέν τι θαυματοποιήσαι ουδέν η θεία φησίν ιστορία (= ενώ για τον Ιωάννη η ιερά ιστορία δε λέει ότι έκαμε κάποιο ανάλογο θαύμα) περισσότερον δε ή κατά πάντα προφήτην το εν αυτώ χάρισμα παρά του τα κρυπτά βλέποντος μεμαρτύρηται, …» (= το κυρίαρχο χάρισμα σ’ αυτόν ήταν το προφητικό) (Γρηγορίου Νύσσης, Περί παρθενίας, κεφ. ΣΤ’, ΒΕΠΕΣ, 69, σ. 30-31) Αλλά τι μας χρειάζεται η μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου, όταν έχουμε τη διαβεβαίωση του Ευαγγελιστή Ιωάννη; «και πολλοί ήλθον προς αυτόν (: το Χριστό) και έλεγον ότι Ιωάννης μεν σημείον εποίησεν ουδέν,» (Ιων. ι’ 41). Ας θυμηθούμε και τούτο: Ο Κύριος έφυγε από τη γή. ΄Αρχισε η δράση των Αποστόλων. Ο Πέτρος και ο Ιωάννης πηγαίνουν στο ναό. Εκεί ένας χωλός τους ζητάει ελεημοσύνη. Ο Πέτρος αντ’ αυτού τον απαλλάσσει από τη χωλότητα. Ο Ιωάννης δε φαίνεται να μετέχει στη θαυματουργία. Και όχι μόνο σ’ αυτή την περίπτωση. Ο δε Ιωάννης (« ο μαθητής εκείνος, όν ηγάπα ο Ιησούς» – Ιων. κα’ 7) ούτε λιγότερο άγιος ούτε κατώτερος από τον Πέτρο ήταν. ΄Αραγε όταν το Ευαγγέλιο σημειώνει ότι ο Κύριος προσκάλεσε «τους δώδεκα μαθητάς αυτού» και τους έδωσε


54

τη δύναμη και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. θ’ 1), έδωσε αυτή τη δύναμη, τη θαυματουργική, και στον Ιούδα τον Ισκαριώτη; Πατερική γνώμη δε βρήκα επ’ αυτού, γι’ αυτό θα εκφέρω προσωπική γνώμη, απαντώντας αρνητικά. Το ισχυρότερο, όμως, αγιογραφικό χωρίο που στηρίζει την άποψη –τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως- της διάχυσης του θαυματουργικού χαρίσματος σε όλους τους πιστεύοντας χριστιανούς, είναι το του Ευαγγελιστή Ιωάννη: «αμήν αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα ά εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει, ότι εγώ προς τον πατέρα μου πορεύομαι» (Ιων. ιδ’ 12). Γι’ αυτό και επιβάλλεται να σταθούμε λίγο περισσότερο στο εδάφιο αυτό για έναν εκτενέστερο σχολιασμό. Πρώτη παρατήρηση, και αρκετά σημαντική για την καλύτερη κατανόηση του χωρίου: Αυτοί οι λόγοι του Κυρίου λέχθηκαν σε στιγμές εξαιρετικής συναισθηματικής φόρτισης. Είναι στιγμές των παραμονών του οριστικού αποχωρισμού του Κυρίου από τους Μαθητές Του. Κατήφεια επικρατεί ανάμεσα στους Μαθητές, κι αβεβαιότητα, κι αγωνία, και θλίψη όχι μόνο για το χωρισμό αλλά και για το δικό τους μέλλον. Η Πεντηκοστή είναι μακριά ακόμα. Οι Μαθητές χωρίς το ΄Αγιο Πνεύμα νιώθουν όπως ακριβώς είναι: αδύναμα ανθρωπάκια. Πίσω από τον Κύριο βλέπουν ν΄απλώνεται ένα απέραντο κι αδιαπέραστο σκοτάδι. Και το μέλλον τους χωρίς το Διδάσκαλο ζοφερό. Κι αυτοί οι λόγοι είναι καταφανώς λόγοι παρηγορίας και στηριγμού τους. Ως τέτοιους τους βλέπει και ο ιερός Χρυσόστομος: «Πάντα δε ταύτα, παραμυθούμενος αυτούς, έλεγεν επειδή γάρ εικός ήν αυτούς, μηδέπω τους περί της αναστάσεως ειδότας λόγους, εννοεί τι σκυθρωπόν, ετέροις επαγγέλλεται τοιαύτα δώσειν αυτούς, πανταχού θεραπεύων αυτούς, και δεικνύς ότι μένει διηνεκώς, και ου μένει μόνον, αλλά και μείζονα επιδείξεται δύναμιν» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Ομιλία ΟΔ’, παρ. β). Εξάλλου δεν είναι απαραίτητο τά «έργα» που θα κάνουν οι Απόστολοι και οι πιστοί να είναι της ίδιας υφής μ’ εκείνα που έκαμε ο Κύριος. Ο ιερός Αυγουστίνος θα επισημάνει, ερμηνεύοντας το χωρίο, ότι π.χ. με το κήρυγμα των Αποστόλων, αλλά και όλων των πιστών και ιεραποστόλων, πίστεψαν ασυγκρίτως περισσότεροι στο Χριστό από όσους με τη δική Του διδασκαλία. Να ένα «έργο» ‘’μείζων’’ από εκείνα που έκαμε ο Κύριος. Δεν υπάρχει συνεπώς καμιά δυσκολία να δεχθούμε, συμφωνώντας μ’ ένα σύγχρονο ερμηνευτή του χωρίου, ότι εδώ ο Κύριος «αναφέρεται ουχί εις έργα εξωτερικά, επί μάλλον έκτακτα των υπό του Κυρίου συντελεσθέντων, αλλ’εις έργα φύσεως ανωτέρας και αυτών των σωματικών ιάσεων. ΄Ο,τι επέτυχον ο Πέτρος κατά την ημέραν της Πεντηκοστής (δηλ. τη μεταστροφή χιλιάδων ανθρώπων), ο Παύλος καθ’ άπαντα τον κόσμον, απλούς τις ιεροκήρυξ ή πιστός συνεργών ίνα καταβή το Πνεύμα εις καρδίαν τινά, δεν είχον επιτευχθή πρίν η ο Ιησούς Χριστός σταυρωθή» (Παν. Ν. Τρεμπέλας,


55

Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 1979, σ. 516-17). Αλλ’ έχουμε αλάθευτο κι ασφαλή οδηγό τον Παύλο για την προσέγγιση του πνεύματος της διδασκαλίας του Κυρίου, γι΄αυτό είναι επικίνδυνη ματαιοπονία η περιπλάνησή μας σε άλλες πηγές και η επίκληση άλλων ερμηνειών. Ο Παύλος, λοιπόν, μας βεβαιώνει ότι δε δίνονται όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος –και η θαυματουργία είναι ένα από αυτά, όπως είδαμε- σε όλους, αλλά τα μοιράζει «εκάστω καθώς βούλεται». «Διαιρέσεις χαρισμάτων εισί….. και διαιρέσεις διακονιών …. και διαιρέσεις ενεργημάτων (= έκτακτες και υπερφυσικές ενέργειες και πράξεις) εισίν, …. Εκάστω δε δίδοται … Ω μέν (= σε άλλον μεν) δια του Πνεύματος δίδοται λόγος…. Ετέρω δε πίστις…., άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων (= θεραπειών) εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων (= την ικανότητα να επιτελεί και διάφορα άλλα θαύματα, πλήν των θεραπειών), άλλω δε…» (Α’ Κορ. ιβ’ 4-11). Αναφερόμενος ο ιερός Χρυσόστομος στο χάρισμα της πίστης για την οποία μιλάει εδώ ο Απόστολος, σχολιάζει και διευκρινίζει ότι «ου την (πίστιν) των δογμάτων (εννοεί), αλλά την των σημείων». Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κλειδί της κατανόησης γιατί ‘ολοι οι άγιοι του Θεού (πολύ δε περισσότερο το σύνολο των πιστών) δε θαυματουργούν, αλλά και η απάντηση στο ζήτημα που εδώ μας απασχολεί. Διότι το χάρισμα της θαυματουργίας δίδεται σ’ εκείνους που ήδη έχουν εφοδιαστεί, πάλι από το ΄Αγιο Πνεύμα, με την ειδική θαυματουργική πίστη. Και όχι μόνο αυτό. Ακόμη και κείνοι που έχουν το χάρισμα της θαυματουργίας, αυτό δεν εκτείνεται σε όλα τα είδη των θαυμάτων: «μη πάντες… απόστολοι;…διδάσκαλοι;… δυνάμεις (=μήπως όλοι έχουν το χάρισμα της θαυματουργίας;)…χαρίσματα έχουσι ιαμάτων;» (= μήπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπειών;) (ό.π., 29-30). Πώς γίνεται, όμως, αυτή η μοιρασιά των διαφόρων χαρισμάτων; «Κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού» (Εφ. δ’ 7), θα μας απαντήσει ο ίδιος Απόστολος. Αυτό θα πεί ότι ο δωρεοδότης Τριαδικός Θεός με δικά Του κριτήρια αποφασίζει σε ποιόν θα δώσει και τι. Στον καθένα δε δίνει αυτό για το οποίο είναι κατάλληλος να το διαχειριστεί καλύτερα «προς το συμφέρον» (Α’ Κορ. ιβ’ 7), όχι φυσικά μόνο το δικό του, ούτε το υλικό. Το βέβαιο είναι, πάντως, ότι «ουκ από της οικείας (= της δικής μας) αξίας ο μέν πλέον (= περισσότερα), ο δε έλαττον (= λιγότερα) έλαβεν», θα μας πεί ο ιερός Χρυσόστομος, αλλά «η διαφορά γέγονε, καθώς την εαυτού δωρεάν εκάστω ημών ο δεσπότης επεμέτρησε Χριστός», κατά το Θεόδωρο Μοψουεστίας. «Ει αυτός εμέτρησε (= μοίρασε), πάντως …. καλώς εμέτρησε και συμφερόντως», παρατηρεί ο Οικουμένιος. Πώς αλλιώς γίνεται η διανομή των χαρισμάτων στους πιστούς; «Κατά την αυτού (Θεού|Αγίου Πνεύματος) θέλησιν» (Εβρ. β’ 4) θα μας πεί σε άλλο σημείο ο Παύλος. Εκείνος αποφασίζει κυριαρχικά και σοφά. Οπωσδήποτε, όμως, πάντοτε δίκαια.


56

Αφού όμως μόνο ο Θεός κάνει τα θαύματα, τότε γιατί μιλάμε για θαύματα αγίων και θαυματουργούς αγίους; Εάν με αυτά εννοούμε ότι οι άγιοι κάνουν θαύματα κι είναι θαυματουργοί με τη δική τους δύναμη, αυτεξούσια, είναι πλάνη οικτρή. Εάν όμως πιστεύουμε ότι ο άγιος είναι απλά όργανο κι αγωγός και μεσολαβητής για να φτάσει ως εμάς η θαυματουργική δύναμη του Θεού, τότε καλώς κι ευσεβώς μιλάμε για θαύματα αγίων και θαυματουργούς αγίους. Εάν, συνεπώς, παρακαλούμε την Παναγία ή κάποιον άγιο και του λέμε « κάμε το θαύμα σου», σφάλλουμε και παραχαράσσουμε τη σχετική διδασκαλία του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Το σωστό είναι να λέμε: « Παναγία μου (ή άγιέ μου τάδε), παρακάλεσε και σύ, ως άξια μεσίτρια, μαζί μου τον Κύριό μας να κάμει το θαύμα Του». Το αν θα το κάμει και με ποιο τρόπο, Εκείνος θα το αποφασίσει, δε θα του το υποδείξουμε εμείς, ούτε κι ο άγιός Του…. Επειδή, εντούτοις, επικρατεί μεγάλη σύγχυση –συχνά δε και σκόπιμη παραπληροφόρηση- σχετικά με το βαθμό εμπλοκής ή συμμετοχής ενός αγίου στο θείο έργο του θαύματος, για να βρούμε την απάντηση και την αλήθεια δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε στα ασφαλή μας καταφύγια, την Κ. Διαθήκη και τους Πνευματοκίνητους Πατέρες της Εκκλησίας, και σ’ αυτά ν’ αναζητήσουμε την αλήθεια. Γιατί αυτά αποτελούν το κοινό ταμείο της θείας αλήθειας, από το οποίο τραφήκαμε, τρεφόμαστε και θα τροφοδοτούνται ανά τους αιώνες « οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. ε’ 6). Δύο είναι οι φορείς τελέσεως των θαυμάτων που μνημονεύονται στην Κ.Δ. Ο ένας είναι ο ίδιος ο Κύριος. Ο τρόπος δε που ο Κύριος θαυματουργεί είναι εντελώς μοναδικός, γιατί κυρίως ενεργεί «ως εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ’ 29) και «εν εξουσία και δυνάμει» (Λουκ. δ’ 36) και όχι κατά παραχώρηση και με ‘’δανεική’’ δύναμη. Αυτό γίνεται φανερό από τον τρόπο που έκανε τα θαύματα. Δεν επικαλούνταν τη βοήθεια κανενός. Ο ίδιος πρόσταζε [ «φημώθητι και έξελθε εξ αυτού» (Λουκ. δ΄ 35), «Λάζαρε, δεύρο έξω» (Ιων. ια’ 43), «επετίμησε τοίς ανέμοις και τη θαλάσση» (Ματθ. η’ 26), «μηκέτι εκ σού εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγοι» (Μάρκ. ια’ 14), «θέλω, καθαρίσθητι» (Ματθ. η’ 3), «έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει» ( Ιων. ε’ 8)], ή εκδήλωνε απλά την πρόθεσή Του να γίνει το θαύμα και γινόταν [ «δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ’ 16), «γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. ιε’ 28), «ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι» (Ματθ. η’ 13), «πορεύου ο υιός σου ζή» (Ιων. δ’ 50)], ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως είναι οι αναστάσεις νεκρών κτλ., όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός το απαιτούσε, προέβαινε και σε κάποιες ορατέςσωματικές ενέργειες [«εκράτησε της χειρός αυτής» (Ματθ. θ’ 25), «ήψατο της σορού» (Λουκ. ζ’ 14), «εποίησε πηλόν …., και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς…» (Ιων. θ’ 6), «και επέθηκεν αυτή τάς χείρας» (Λουκ. ιγ’ 13)], ή άφηνε απλώς να τον αγγίξει ο πάσχων και το θαύμα γινόταν ‘’παραχρήμα’’ [«τις μου ήψατο των ιματίων;»


57

(Μάρκ. ε’ 30), «και παρεκάλουν αυτόν ίνα κάν μόνον άψωνται του κρασπέδου του ιματίου αυτού και όσοι ήψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ’ 36)], ή ευλογούσε [«αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε» τους άρτους και τα ψάρια (Ματθ. ιδ’ 19)] ή ευχαριστούσε προκαταβολικά τον Πατέρα για το θαύμα που σε λίγο θα έκανε (Ιων. ια’ 41-42). Ποτέ όμως δε ζήτησε τη βοήθεια του Πατέρα για να επιτελέσει κάποιο θαύμα, γιατί και ο Πατέρας και το Πνεύμα το ΄Αγιο ενεργούσαν πάντοτε μαζί Του. Κι όταν ακόμα λέει στους επικριτές Του Ιουδαίους ότι «τά έργα ά εγώ ποιώ εν τω ονόματι του Πατρός μου» ή «εκ του Πατρός μου» ‘η «ποιώ τά έργα του Πατρός μου» (Ιων. ι’ 25, 32, 37) ή «εν Πνεύματι Θεού» (Ματθ. ιβ’ 28) και κατά το Λουκά «εν δακτύλω Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια» (Λουκ. ια’ 20), αυτό ακριβώς εννοεί: τη σύμπραξη, δηλαδή, και των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας, αλλά και ότι είναι, κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, «έργα θεοπρεπή», ή, κατά το Ζιγαβηνό: «από της των έργων ισότητος και ταυτότητος την προς τον Πατέρα ισότητα και ταυτότητα δεικνύει».΄Οσο δε για τά «εν Πνεύματι» και «δακτύλω Θεού», «εν θεία δυνάμει» σημαίνει κατά το Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, ή κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «ότι μεγίστης δυνάμεως έργον εστί το δαίμονας εκβάλλειν και ου της τυχούσης χάριτος». Κι ακόμη: «Χωρίς κανένα από αυτούς τους ακκισμούς και τας μαγικάς επωδάς και επικλήσεις, τάς οποίας χρησιμοποιούν οι εξορκισταί. Αρκεί και μόνο να υψώση τον δάκτυλόν Του, ίνα ο σατανάς εγκαταλίπη ελεύθερον το θύμα του» (Παν. Ν.Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 1972, σ. 346). Ας παρακολουθήσουμε τώρα τη θαυματουργική δράση των αγίων Αποστόλων, αλλά και άλλων θαυματουργών αγίων. Δε θ’ ακούσουμε εδώ τα «εγώ σοι επιτάσσω, …» (Μάρκ. θ’ 25) κτλ., αλλά μόνο τά «εν τώ ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου» (Πράξ. γ’ 6 δ’ 10 ιστ’ 18) ή «διά του ονόματος του αγίου παιδός σου Ιησού» (Πράξ. δ’ 30) ή «εν|επί τώ ονόματί σου|μου» (Μάρκ. θ’ 38-39 ιστ’ 17. Λουκ. θ’ 49 ι’ 17) ή «δια των χειρών των αποστόλων» (Πράξ. ε’ 12 ιδ’ 3 κτλ.). Αυτά τα «εν τω ονόματι…» και «διά των χειρών…» είναι τα ‘’κλειδιά’’ και η αιτία των θαυμάτων των αγίων. Αυτό προπάντων το «εν τώ ονόματι Ιησού Χριστού» και όχι η δική τους δύναμη ή αγιότητα, οσοδήποτε σημαντική κι αν είναι αυτή. Η αγιότητα είναι ο δρόμος προς την ηθική ομοίωση του ανθρώπου (μέσα στα όρια φυσικά που έβαλε Εκείνος) με το Θεό, αλλ’ όχι και μέσο απόκτησης θεϊκής δύναμης γιατί το θαύμα γίνεται μόνο με τη θεϊκή δύναμη. Η αγιότητα είναι, βέβαια, απαραίτητη για να ενεργοποιηθεί η θαυματουργική δύναμη του Θεού στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να γίνει ο άνθρωπος το κατάλληλο όργανό της μέσω του οποίου αυτή θα εκδηλωθεί. Αυτό δεν σημαινει, φυσικά, ότι αυτή δεν μπορεί να κινηθεί και να δράσει αυτόνομα κι ανεξάρτητα από τη δική μας α-


58

γιότητα (άλλωστε αυτός είναι ο κανόνας) υπάρχουν εντούτοις λόγοι εκπληρώσεως του σωτηριώδους σχεδίου του Θεού που επιβάλλουν συχνά αυτό να γίνεται αντιληπτό

από

τους

ανθρώπους

και

να

διακηρύσσεται.΄Ετσι,

οι

Μαθητές

θαυματουργούσαν μόνο με την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Παρακαλούσαν να έρθει Εκείνος για να κάμει το θαύμα. Κι επιδίωκαν με κάθε τρόπο να το ακούσουν και να το συνειδητοποιήσουν οι παριστάμενοι ότι δεν κάνανε εκείνοι το θαύμα. Αυτό θα μας το πει κατά τρόπο κρυστάλλινο και ο άγιος Ειρηναίος: «Διό και εν τώ εκείνου (δηλ. του Χριστού) ονόματι οι α λ η θ ώ ς αυτού μαθηταί, παρ’ αυτού λαβόντες την χάριν, επιτελούσιν επ’ ευεργεσία των λοιπών ανθρώπων, καθώς είς έκαστος αυτών την δωρεάν είληφε (= έλαβε) παρ’ αυτού. Οι μέν γάρ δαίμονας ελαύνουσι (= διώχνουν από τους ανθρώπους) βεβαίως και αληθώς… Οι δε πρόγνωσιν έχουσι (= δύνανται

να

προβλέπουν)….»

(Ειρηναίος,

΄Ελεγχος

ψευδωνύμου

γνώσεως

(Αποσπάσματα), 11, ΒΕΠΕΣ, 5, σ. 142). Κι ενώ αυτή είναι η αλήθεια κι έτσι συνέβαιναν τα πράγματα, εντούτοις ο πολύς ο κόσμος δεν είχε τις προϋποθέσεις να το κατανοήσει (ούτε και σήμερα, δυστυχώς, μπορεί), γι’ αυτό και απέδιδε το θαύμα σ’ αυτόν που έβλεπε. Δεν πρέπει, όμως, να νομισθεί ότι οποιοσδήποτε άγιος άνθρωπος (ακόμα κι ο μεγαλύτερος) δύναται με την προσευχή του να προκαλέσει με τη δύναμη του Κυρίου θαύμα. ΄Όχι. Το ξεκαθαρίσαμε ήδη αυτό: μόνο όσοι έχουν το ειδικό χάρισμα της θαυματουργίας το κάνουν αυτό . Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.΄Ολοι οι άγιοι δεν κάνουν θαύματα. Είναι συνεπώς βλασφημία και ασέβεια να κάνουμε κάποιον άγιο με το ζόρι θαυματουργό, επειδή θέλουμε να τραβήξουμε προσκυνητές στο φερώνυμο ναό ή μοναστήρι!… Είναι απάτη κι εμπαιγμός ν’ αποδίδουμε σε κάποιον άγιο θαύματα που δεν κάνει!… Κι αυτό γίνεται, δυστυχώς, κατά κόρον. Και δε γίνεται μόνο από απλούς κι απονήρευτους πιστούς. Ούτε γίνεται καλοπροαίρετα κι ανιδιοτελώς. Ο νοών, νοείτω… Παρόμοιος προς το «εν τω ονόματι Ιησού» τρόπος είναι και το «διά των χειρών» των Αποστόλων ή ‘’αυτών’’. Μόνο που εδώ η εμπλοκή των Αποστόλων, και κατ’ επέκταση όλων των θαυματουργών αγίων κτλ., ως απλών οργάνων της θαυματουργικής χάριτος του Θεού, είναι καταφανέστερη. Ας πάμε, όμως, να ιδούμε από πιο κοντά τά ιερά κείμενα: «Δυνάμεις (= θαύματα) τε ου τας τυχούσας εποίει ο Θεός δια των χειρών Παύλου» (Πράξ. ιθ’ 11). Ο Παύλος και ο Βαρνάβας, καταδιωγμένοι, φτάνουν στο Ικόνιο. Εκεί «ικανόν χρόνον διέτριψαν παρρησιαζόμενοι επί τώ Κυρίω…, διδόντι (ο Κύριος) σημεία και τέρατα γίνεσθαι διά των χειρών αυτών» (Πράξ. ιδ’ 3). «Διά δε των χειρών των αποστόλων εγίνετο σημεία και τέρατα εν τώ λαώ πολλά» (Πράξ. ε’ 12) «Προς όν (Πόπλιο) ο Παύλος εισελθών και προσευξάμενος και επιθείς τάς χείρας αυτώ ιάσατο αυτόν» (Πράξ. κη 8).


59

Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά; Θα μας το πεί επιγραμματικά κι αυθεντικά εκείνος που είχε «νούν Χριστού» (Α’ Κορ. β’ 16), ο ιερός Χρυσόστομος: « π ά ν τ α

γάρ τά σημεία, άπερ εποίησαν ( οι Απόστολοι), αυτός (ο Χριστός)

ενήργει» (Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Ομιλία ΟΔ’, παρ. β’). Επάνω δε στις ασφαλείς αυτές ράγες της αλήθειας κινήθηκαν και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, είτε διδάσκοντες είτε θαυματουργούντες. ΄Ετσι, στον πρώτο Βίο (βιογραφία) του αγίου Παχωμίου βρίσκουμε ετούτο το λίαν διαφωτιστικό χωρίο: «Και ότε προσήρχοντό τινες κοσμικοί (μη καλόγεροι δηλ.), ή εν οδώ (εννοείται:τον συναντούσαν) ή εν τώ μοναστηρίω ( για να τον παρακαλέσουν) περί τινος δαιμονιζομένου ή άλλως πάσχοντος, έλεγεν αυτοίς’’μη γάρ νομίζετε ότι ικανοί εσμεν πρεσβεύσαι (= να παρακαλέσουμε) τώ Θεώ υπέρ τούτων, αμαρτωλοί όντες; Εάν δε θέλη ο Θεός οικτίρμων ών του ιδίου πλάσματος φείσασθαι (= να λυπηθεί), εξουσίαν έχει (να το κάμει) ως και αεί ποιεί (= όπως το κάνει πάντοτε) προς πάντας (δείχνοντας) την αγαθότητα αυτού’’. Και επί πολύ ενοχλούντων και αξιούντων εύχεσθαι αυτόν (= κι επειδή επέμεναν για πολύ να τον πιέζουν να παρακαλέσει το Θεό), ηύχετο το θέλημα του Θεού και το συμφέρον (το πνευματικό) γενέσθαι. Και εθεράπευσεν αυτούς ο Κύριος…», και όχι προφανώς ο άγιος ( Βίος πρώτος Παχωμίου, 133, ΒΕΠΕΣ, 40, σ. 183). Ακούσαμε κάπου παραπάνω τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης να μας λέει ότι «ουκ αν τις ευλόγως ανθρωπίνη φύσει τάς τοιαύτας θαυματοποιίας λογίσαιτο» (= είναι αδύνατο ν’ αποδώσει τά θαύματα στον άνθρωπο) (Γρηγόριος Νύσσης, Εις τον εαυτού αδελφόν Βασίλειον, 15, ΒΕΠΕΣ, 69, σ. 360). Μαρτυρείται θαύμα «γινόμενον δ ι ά μοναχού Αμούν» (Μ. Αθανάσιος, Βίος και πολιτεία οσίου Αντωνίου, ΒΕΠΕΣ, 33, σ. 41), και θαύματα τελεσθέντα διά του Μ. Αντωνίου (ό.π., σ. 37. 38, 40, 41). Ο δε Μ. Αθανάσιος, απευθυνόμενος στους διαφόρους αιρετικούς, διακηρύσσει: «Είς Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ού τά πάντα… Χριστός τά πάντα. Τι (= γιατί) φεύγουσι το πολυπόθητον όνομα; Τούτο τάς νόσους ήλασεν (= απομάκρυνε, θεράπευσε) ‘’εν τώ ονόματι Ιησού Χριστού έγειραι και περιπάτει’’. Τούτο τους δαίμονας εφυγάδευσε ‘’ Παραγγέλλω σοι εν ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου εξελθείν εξ αυτής’’» (Μ. Αθανάσιος, Κατά αιρέσεων διαφόρων λόγοι (Αμφιβαλλόμενα), ΒΕΠΕΣ, 37, σ. 53). Ο δε άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος θα μας πεί ότι «Θεός εστιν διά των αγίων αυτού θαυματουργών» (Μακάριος ο Αιγύπτιος,Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία Ν’, παρ. Α’-Δ’, ΒΕΠΕΣ, 41, σ. 352-55).  Ως τώρα μιλήσαμε για τις ομαλές, τις φυσιολογικές, μορφές του θαύματος.


60

Υπάρχουν, όμως, και θαύματα που γίνονται έξω από τά πλαίσια πού ως τώρα περιγράψαμε. Υπάρχουν δηλαδή και ‘’θαυματουργοί’’ που κινούνται ούτε κάν στις παρυφές της Εκκλησίας! Ποιοι είναι αυτοί; Πρώτος και καλύτερος ο Σατανάς! Ώστε κι αυτός θαυματουργός; ΄Εφτασε κι ως αυτού η…’χάρη’ του; Βεβαίως! Απαιτείται, όμως, πρίν προχωρήσουμε πάνω σ’ αυτό, να προβούμε σε μερικές αναγκαίες παραδοχές. Πρώτη: Ο Σατανάς και η δράση του στον κόσμο δεν καταργήθηκαν με την ενανθρώπηση, το θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Μόνο αποδυναμώθηκε έναντι του πιστού ανθρώπου, μόνο το ακατάβλητο έχασε από τους «πιστεύοντας εις Χριστόν» , επειδή κατανικήθηκε με το θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Ο Σατανάς εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος και κυρίαρχος στον κόσμο του σκότους και της αμαρτίας. Ο Σατανάς είναι πολύ δυνατότερος από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μπορεί και του αντιστέκεται και τον νικάει στο ηθικό πεδίο, αλλά μόνο «εν τώ ονόματι Ιησού Χριστού». Θα το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα με την προσφυγή μας στο σημαντικότατο γεγονός των πειρασμών του Κυρίου (Ματθ. δ’ 1-11. Μάρκ. α’ 12-13). Τι βλέπουμε σ’ αυτό το περιστατικό; Ο Διάβολος «παραλαμβάνει» τον Ιησού και τον οδηγεί στα Ιεροσόλυμα και τον ανεβάζει πάνω στη στέγη του ναού. Αποκεί «παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος» και τον ανεβάζει «εις όρος υψηλόν λίαν». Κι από κεί δείχνει στο Χριστό όλα τα βασίλεια του κόσμου. Και τι του λέει;΄Ο,τι εκπληκτικότερο κι ασεβέστερο: «΄Όλα αυτά που βλέπεις θα σού τα δώσω, αν γονατίσεις και με προσκυνήσεις»! Κι ο Κύριος πώς αντέδρασε; ΄Εβαλε μέν τόν υβριστή και υπερόπτη Εωσφόρο στη θέση του, δεν του αμφισβήτησε, όμως, τη δύναμη να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. ΄Όλα αυτά, βέβαια, έγιναν κατά παραχώρηση Θεού και μέσα στα πλαίσια της σωτηριώδους αποστολής Του. ΄Ηταν αναγκαίο να νικηθεί ο διάβολος και κατ’ αυτό τον τρόπο. Υπάρχει, επιπλέον, και μια ουσιώδης ποιοτική διαφοροποίηση των ‘’θαυμάτων’’ του Σατανά από εκείνα του Κυρίου και των αγίων Του. Θα έρθει, λέει ο Παύλος ο «άνομος» (δηλ. ο αντίχριστος) συνοδευόμενος με όλη τη δύναμη του Σατανά πού θα εκδηλώνεται «σημείοις και τέρασι ψεύδους και εν πάσι απάτη της αδικίας» (Β’ Θεσ. β’ 9-10). Η απάτη και η αγυρτεία είναι, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ‘’θαυμάτων’’ του Σατανά. Ως προς την εντύπωση, όμως, πού αφήνουν μπορεί να είναι και ισχυρότερα των γνησίων θαυμάτων! Γι’ αυτό και συχνά «πλανά τους κατοικούντας επί της γής διά τα σημεία» τά μεγάλα «ά εδόθη αυτώ (= επετράπη σ’ αυτόν) ποιήσαι» (Αποκ. ιγ’ 13-14). Είναι, συνεπώς, διδασκαλία της αγίας Γραφής ότι «εισί πνεύματα δαιμονίων ποιούντα σημεία» (Αποκ. ιστ’ 14) απατηλά για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιουστίνος, φιλόσοφος και μάρτυρας, χαρακτηρίζει τά θαύματα των δαιμόνων ως «φαντάσματα»


61

(Ιουστίνος, Αμφιβαλλόμενα, Αποκρίσεις προς Ορθοδόξους, ΚΣΤ’, ΒΕΠΕΣ, 4, σ. 8586). Στενοί συνεργάτες του Σατανά σ’ αυτό το έργο και όργανά του δραστήρια στην παραπλάνηση των ανθρώπων είναι οι ψευδοπροφήτες και οι ψευδόχριστοι και ο αχώριστος σύντροφος του ‘’θηρίου’’ «ψευδοπροφήτης ο ποιήσας τά σημεία ενώπιον αυτού» (του θηρίου) (Αποκ. ιθ’ 20). Αυτή η κατηγορία των θαυματοποιών είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι για το πλήρωμα της Εκκλησίας, γι’ αυτό ο Κύριος, περί το τέλος της επίγειας ζωής Του, μας προειδοποιεί με τον πλέον έντονο τρόπο: «τότε (δηλ. στους έσχατους καιρούς) εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε, μη πιστεύσητε εγερθήσονται γάρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι (= θα πραγματοποιήσουν) σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ’ 24). Προσοχή, λοιπόν, προειδοποιεί τους πιστούς, μην πέσετε αφελώς στην παγίδα τους. Εγώ σας τα έχω πεί όλα από τώρα για να μήν έχετε καμιά δικαιολογία.( Μάρκ. ιγ’ 23). Ο δε άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος θα μας μιλήσει για την ύπαρξη και μιάς άλλης υποκατηγορίας θαυματοποιών, εξίσου παράξενη: για θαυματοποιούς άσχετους με την αγιότητα κι ελάχιστα ενάρετους, που δεν αποκλείεται, μάλιστα, ν’ ανασταίνουν και νεκρούς! Μακριά, μας προτρέπει, απ’ αυτούς γιατί δεν είναι άνθρωποι του Χριστού. Άλλος τους κατευθύνει: «Εάν δε ίδης τινά επηρμένον και τετυφωμένον (= υπερήφανο και φουσκωμένο από εγωισμό) ως μέτοχον όντα της χάριτος (= διότι τάχα έχει το χάρισμα της θαυματουργίας), ούτος εάν και σημεία ποιήση και νεκρούς εγείρη, μη έχη δε την ψυχήν αυτού άτιμον και εξουθενωμένην και ή πτωχός τώ πνεύματι και βδελυκτός ( εάν δεν θεωρεί τον εαυτό του, δηλαδή, ένα τίποτα, κάτι σιχαμερό) κλέπτεται υπό της κακίας και ουκ οίδε , και ει ποιεί σημεία, ουκ έστιν (= δεν επιτρέπεται) αυτώ πιστεύσαι» (Μακάριος ο Αιγύπτιος, Ομιλίαι πνευματικαί, Ομιλία ΙΕ’, παρ. ΛΖ’, ΒΕΠΕΣ, 41, σ. 230) Για το τέλος αυτής της απαρίθμησης των εκτροπών της θαυματοποιίας κράτησα μια περίπτωση που φαίνεται ότι απασχόλησε εντονότερα την Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες. Πράκειται για την περίπτωση αιρετικών, οι οποίοι εμφανίζονται να κάνουν θαύματα. Από πηγές, μάλιστα, αποδίδονται και συγκεκριμένα θαύματα στον αιρετικό Θεόδωρο Μοψουεστίας. (Βλ. J. D. mansi, …., τ. 10, στ. 1177 Ε και Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Μητροπολίτου Κορίνθου, Κλείς Πρακτικών και Κειμένων των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων της αδιαιρέτου Εκκλησίας, έκδοσις Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1986, σ. 231). Ο δε συγγραφέας των Αποκρίσεων προς Ορθοδόξους (το έργο αποδίδεται μεν στον Ιουστίνο, το φιλόσοφο και Μάρτυρα, στην πραγματικότητα όμως πρέπει να είναι άλλου συγγραφέα, μεταγενέστερου ), απατώντας σε σχετική ερώτηση, αποφαίνεται


62

ότι οι αιρετικοί δεν κάνουν θαύματα.΄Οσα δε γίνονται σε εκκλησίες που κατέχουν οι αιρετικοί, δεν είναι δικά τους, αλλά τα κάνουν οι Απόστολοι και οι άγιοι, στ’ όνομα των οποίων είναι κτισμένοι αυτοί οι ναοί. (Ιουστίνος, Αμφιβαλλόμενα, Αποκρίσεις προς Ορθοδόξους, Ρ-ΡΑ’, ΒΕΠΕΣ, 2, σ. 119)  Το παρόν κεφάλαιο, όμως, τράβηξε αρκετά. Γι’ αυτό είναι αναγκαία μια σύνοψη των απόψεων που εκτέθηκαν σ’ αυτό υπό μορφή συμπεράσματος, και η παράθεση κάποιων επισημάνσεων. Αυτά, λοιπόν, που υποστηρίχθηκαν ανωτέρω και θεμελιώθηκαν με ανάλογα επιχειρήματα είναι ότι α) Ο μόνος που ενεργεί θαύματα κατά τρόπο κυριαρχικό και αυτοδύναμο είναι ο Τριαδικός Θεός. Αυτός είναι η αληθινή πηγή και ο αίτιος των γνησίων θαυμάτων. β) Ο Θεός, όμως, κάνει θαύματα και διά των αγίων Του, και ειδικότερα μ’ εκείνους που εφοδιάστηκαν με το χάρισμα της επιτέλεσης θαυμάτων.΄Αρα κανένας άγιος δεν κάνει θαύματα με δική του δύναμη κι εξουσία. Είναι απλά όργανα της θαυματουργικής χάρης του Θεού. Είναι οι καλοί αγωγοί μέσα από τους οποίους φτάνει ως εμάς αυτή η χάρη. Είναι οι κατάλληλοι μαγνήτες που την ελκύουν πάνω στο δικό μας πόνο για να τον ανακουφίσει ή πάνω στην αμφιβολία μας για να τη διαλύσει. Οι άγιοι δεν μπορούν να εξαναγκάζουν το Θεό να θαυματουργήσει. Εκείνο που κάνουν είναι –όταν και οι ίδιοι υιοθετήσουν το αίτημά μας- να ενώνουν και τη δική τους ικεσία στη δική μας ώστε να ευδοκήσει να κάμει ό,τι είναι συμφέρον για τη σωτηρία μας. Αφού, όμως, είναι έτσι, τότε γιατί παρακαλούμε τους αγίους «να κάμουν το θαύμα τους» ή γιατί μιλάμε για «θαυματουργούς αγίους»; Πρώτον, γιατί δε γνωρίζουμε την αλήθεια. Νομίζουμε –αιώνες ολόκληρους τώρα σέρνεται αυτή η άποψη- ότι οι άγιοι με δική τους δύναμη θαυματουργούν. Δεύτερον, γιατί, αισθανόμενοι την αμαρτωλότητά μας, δεν τολμούμε να το ζητήσουμε απευθείας από το Θεό. Τρίτον, γιατί γνωρίζουμε ότι δε συντρέχουν στο πρόσωπό μας οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να γίνει το θαύμα. Γι’ αυτό καταφεύγουμε στην Παναγία ή σε κάποιον άγιο και τον παρακαλούμε να μεσολαβήσει. Τέλος, γιατί ο άγιος ως άνθρωπος είναι πλησιέστερα στις αδυναμίες και τις ανάγκες μας. Ο διάβολος και οι ψευδοπροφήτες κάνουν ‘’θαύματα’’ απάτης και πλάνης| παραπλάνησης. Γι’ αυτό ο πιστός οφείλει να είναι πολύ προσεκτικός στην αξιολόγηση και την αποδοχή ενός θαύματος. Οφείλει να ερευνά κυρίως την πηγή και την προέλευσή του κι όχι να σπεύδει απερίσκεπτα να προσκυνήσει τα κατά καιρούς θρυλούμενα ως θαύματα. Κανένας άλλος δεν μπορεί να τον διασφαλίσει απ’ αυτό τον κίνδυνο ειμή μόνο η ποιμαίνουσα Εκκλησία ως θεσμός. Χρειάζεται δηλ. πολλή


63

προσοχή με τούς μεμονωμένους ρασοφόρους που πολλές φορές εξυπηρετούν ύποπτα συμφέροντα εις βάρος της αλήθειας ή και δεν είναι κατάλληλοι για μια σοφή κι άσφαλτη πνευματική καθοδήγηση. γ) ΄Ολοι οι άγιοι δεν κάνουν θαύματα. Αυτή η αλήθεια είναι καίριας σημασίας, κι όμως λησμονείται ή σκόπιμα καταστρατηγείται. Ολόκληρες πλεκτάνες στήνονται για να ‘’βγεί’’ κι ο ‘’δικός’’ μας άγιος θαυματουργός! Και κείνο που τελικά επιτυγχάνεται είναι ν’ αποδεικνύεται ‘’θαυματουργός’’ για … κάποιες τσέπες!…Είναι βαριά ασέβεια ν’ αποδίδουμε από ιδιοτέλεια σε κάποιον άγιο ιδιότητες που δεν έχει. Για να χαρακτηριστεί ένας άγιος θαυματουργός (με την έννοια, φυσικά, που ήδη γνωρίζουμε) πρέπει πράγματι να ‘ναι, να τον έχει καταστήσει, δηλαδή, τέτοιον ο ίδιος ο Θεός κι όχι εμείς ή κάποιοι επιτήδειοι. Αν, συνεπώς, ο Θεός δεν άφησε αδιάσειστα δείγματα ύπαρξης σε κάποιον άγιο του θαυματουργικού χαρίσματος, για την Εκκλησία δεν είναι θαυματουργός. Κι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να ‘ναι ένας άγιος θαυματουργός και να το αγνοούμε, παρά το αντίθετο. Αλήθεια, δε μας εμβάλλει σε σκέψεις το γεγονός ότι στους γίγαντες της Εκκλησίας μας , τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον άγιο Βασίλειο, τον άγιο Γρηγόριο, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή κ.ά.π., δεν αποδίδονται θαύματα; Κι από την άλλη, δε μας προκαλεί μελαγχολία και προβληματισμό το σύνηθες φαινόμενο να ξεπετάγονται κάποιοι ‘’θαυματουργοί’’ από το πουθενά ή κάποιοι άλλοι «της μιάς χρήσεως» ή και κάποιοι τρίτοι που για ένα διάστημα γίνονται του συρμού και μετά εξαφανίζονται; Για όνομα του Θεού! Πού θα πάει αυτό το γαϊτανάκι της απάτης;… Από όσα λέχθηκαν στην προηγούμενη ενότητα πρέπει να συναχθούν και να επισημανθούν δύο ουσιώδεις αλήθειες. Πρώτον, ότι οι μη θαυματουργοί άγιοι δεν είναι καθόλου ‘’κατώτεροι’’ από τους θαυματουργούς. Στα μάτια του Θεού η θαυματουργία δεν αποτελεί «ειδικό προσόν» ούτε «πρόσθετο προσόν». Γιατί, απλούστατα, αυτό τους δόθηκε από το Θεό ως «χάρισμα» και δεν το απέκτησαν ‘’με το σπαθί τους’’. Εμείς οι άνθρωποι τους βάζουμε ψηλότερα, επειδή…. μας κάνουν πότε-πότε και κανένα ρουσφετάκι!…΄Ολοι οι πραγματικοί άγιοι κοσμούνται με κάποιο ή κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα του Θεού, ίσως μάλιστα και σημαντικότερης αξίας, «τα χαρίσματα τα κρείτονα» (Α’ Κορ. ιβ’ 31), όπως τα χαρακτηρλιζει ο απόστολος

Παύλος και τα οποία μας προτρέπει

προπάντων να επιδιώκουμε, και στα οποία δεν περιλαμβάνει –παραδόξως για πολλούς- τη θαυματουργία. Γι’ αυτό εμείς θα ζητούμε εξίσου τη μεσιτεία όλων των αγίων, θαυματουργών και μη. ΄Αλλωστε κανένας δε μας έδωσε έναν έγκυρο κατάλογο θαυματουργών και μη θαυματουργών αγίων. Ούτε μας χρειάζεται. ΄Αγιοι αυθεντικοί μας χρειάζονται. Δεύτερη ουσιώδης επισήμανση: Η θαυματουργία δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο –πολύ περισσότερο δε μοναδικό- της αγιότητας. Η διαπιστούμενη


64

θαυματουργία μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας και της ορθής πίστης αποτελεί ασφαλώς αμάχητη απόδειξη της αγιότητας ενός προσώπου. Αυτό όμως πολύ απέχει από του να οδηγεί και στο αντίθετο συμπέρασμα: όποιος, δηλαδή, δεν κάνει θαύματα αποκλείεται να ‘ναι άγιος. Η αγιότητα σφυρηλατείται με τη ζωή, μέσα στην ψυχή, με την ένωση με το Θεό, με τη νέκρωση τής σάρκας και της αμαρτίας και με τη συνεχή μετάνοια. Κι όμως θαύματα γίνανε κι από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα (ή σχεδόν τίποτα) από αυτά, δεν ήταν δηλ. κάν άγιοι με τη συγκεκριμένη έννοια. Μια τέτοια περίπτωση προκάλεσε τον προβληματισμό και την αγανάκτηση των Μαθητών. ‘’Κατήγγειλαν’’ μάλιστα το δράστη στον Κύριο: «Διδάσκαλε, είδομέν τινά εν τώ ονόματί σου εκβάλλοντα δαιμόνια, ός ουκ ακολουθεί ημίν, και εκωλύσαμεν αυτόν (= τον εμποδίσαμεν) , ότι ουκ ακολουθεί ημίν» ( δεν είναι δηλ. μαθητής Σου) (Μάρκ. θ’ 38-39) Αυτός ο άνθρωπος ασφαλώς δεν ήταν άγιος. Εντούτοις ο Κύριος του επέτρεψε να βγάζει δαιμόνια, γιατί σίγουρα είχε τις αναγκαίες για την περίπτωση προϋποθέσεις, όπως π.χ. πίστη στη Θεότητα του Χριστού, ανιδιοτέλεια κτλ. Νομίζω πώς μ’ αυτά κάλυψα το θέμα αυτού του κεφαλαίου.


65

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ετούτο κι αν είναι αγκάθι! Εδώ κι αν υπάρχει πλάνη και παραπλάνηση! Από δώ κι αν αναβλύζουν κεφαλάρια απογοήτευσης! Η πιο λερωμένη περιοχή του θαύματος… Από τους ανθρώπους, φυσικά…. Δεν μπορούμε, όμως, να μιλήσουμε για τη σχέση εικόνας και θαύματος και να κατανοήσουμε σωστά αυτή τη σχέση, αν προηγουμένως δεν προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε –σε αδρές γραμμές, φυσικά- τη σημασία, την ιστορία και τη θέση της εικόνας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. ( Στο σημείο αυτό θα συνιστούσα στον αναγνώστη που έχει περισσότερα ενδιαφέροντα γύρω από αυτό το θέμα, και κυρίως τις προϋποθέσεις για την κατανόηση της θεολογίας της εικόνας, να μελετήσει δύο έξοχα, κι ίσως κλασικά στο είδος τους, έργα: 1) Παύλος Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία, (μτφρ. Αγαμέμνων Μπουρτζόπουλος), εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, ιδιαίτερα τις σ. 291-321. 2) Λεωνίδας Ουσπένσκυ, Η θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, (μτφρ. Σπυρ. Μαρίνης), εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998, στα οποία στηρίζονται κυρίως, άμεσα ή έμμεσα, όσα σχετικά εκτίθενται εδώ γύρω από το θέμα της ιστορίας και της θέσης της εικόνας μέσα στην Εκκλησία). Πρώτη αξιωματική θέση: οι εικόνες δεν αποτελούν συστατικό στοιχείο της Εκκλησίας. Αντίθετα μάλιστα, ενσωματώθηκαν σε αυτή αρκετά αργότερα. Αρχικά στη λειτουργική και λατρευτική της ζωή κι αργότερα στη θεολογία της. Ο ακριβής χρόνος εμφάνισης των εικόνων στη ζωή της Εκκλησίας στη σημερινή τους μορφή δεν έχει ακόμη –κι ούτε φαίνεται πιθανόν να γίνει, εκτός κι αν εμφανιστούν στο μέλλον κάποια άγνωστα ως τώρα στοιχεία- προσδιοριστεί. Η επικρατέστερη, πάντως, επιστημονική άποψη την τοποθετεί κάπου εκεί στις αρχές του Δ’ μ.Χ. αιώνα. Αυτή η καθυστέρηση ούτε παράξενη ούτε αδικαιολόγητη ήταν. Η Εκκλησία έπρεπε στο μεταξύ να ξεπεράσει δύο ισχυρούς ανασχετικούς παράγοντες, έναν εσωτερικό κι έναν εξωτερικό. Ο πρώτος απέρρεε από την Π. Διαθήκη, η οποία αποτελεί και γι’ αυτήν ιερό βιβλίο και η οποία απαγορεύει ρητά τις εικόνες και ειδικότερα την εξεικόνιση του Θεού: « και φυλάξεσθε σφόδρα τάς ψυχάς υμών, ότι (= διότι) ουκ είδετε ομοίωμα εν τη ημέρα, ή ελάλησε Κύριος προς υμάς εν Χωρήβ εν τώ όρει εκ μέσου του πυρός. Μη ανομήσητε και ποιήσητε υμίν εαυτοίς γλυπτόν ομοίωμα πάσαν εικόνα ομοίωμα αρσενικού ή θηλικού, ομοίωμα παντός κτήνους των όντων επί της γής,…» (Δευτ. δ’ 15-18). Από την άλλη, εντούτοις, ο Θεός διατάσσει να κατασκευαστούν δύο σκαλιστά Χερουβίμ στο χρυσό κάλυμμα της Κιβωτού της Διαθήκης, ένα στην κάθε πλευρά του (Εξ. κε’ 16-21). Παράλληλα δε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες παρατηρείται και μια χαλάρωση στην


66

αυστηρότητα της απαγόρευσης αυτής και μέσα στους κόλπους του ίδιου του ιουδαϊσμού. Ο

δεύτερος

–και

ίσως

ισχυρότερος

και

ουσιαστικότερος-

ανασχετικός

παράγοντας προερχόταν από τον ειδωλολατρικό περίγυρο μέσα στον οποίο εκινείτο –ασφυκτιούσε, καλύτερα-

η Εκκλησία και ζούσαν τά μέλη της. Ο κίνδυνος της

πρόκλησης σύγχυσης ανάμεσα στους πιστούς ως προς την ακριβή θέση της εικόνας μέσα στη λατρεία και τη σχέση της με τα διάφορα είδωλα και της επανόδου ή διολίσθησης πολλών από αυτούς στην ειδωλολατρία, καθιστούσε τους ποιμένες της Εκκλησίας πολύ προσεκτικούς, και άρα ισχυρότατο παράγοντα αποτροπής της εμφάνισης σ’ αυτή την πρώιμη περίοδο των εικόνων. Με την προοδευτική, όμως, επικράτηση

του

Χριστιανισμού

και

την

υποχώρηση

της

ειδωλολατρίας

δημιουργούνταν όλο και ευνοϊκότερες συνθήκες εμφάνισης των πρώτων εικόνων της Παναγίας, του Θεανθρώπου Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Υπάρχει, βέβαια, μια παράδοση της Εκκλησίας που τοποθετεί την εμφάνιση της πρώτης εικόνας του Χριστού κατά τη διάρκεια της επίγειας παρουσίας Του. Αυτή αναφέρεται κι εξηγεί την προέλευση της εικόνας του αγίου Μανδηλίου, που στη Δύση ονομάζεται «Αγία ΄Οψη» και στην Ανατολή «Αχειροποίητος». Κατά το Μηναίο του Αυγούστου ο πρίγκιπας της ΄Εδεσσας, πρωτεύουσας της Οσροηνής (χώρας που βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρητα και Ευφράτη) Αύγαρος Ε’ έπασχε από λέπρα. ΄Ακουσε ότι στην Ιουδαία υπήρχε κάποιος Ιησούς που θεράπευε λεπρούς κι άλλους βαριά άρρωστους. Άλλη ελπίδα δεν του απέμεινε. ΄Εστειλε το γραμματέα του Ανανία –πού ήταν και ζωγράφος- με τον οποίο προσκαλούσε τον Ιησού να έρθει να τον θεραπεύσει. Σε περίπτωση που ο Χριστός αρνιόταν να δεχθεί την πρόσκλησηπαράκλησή του, ο Ανανίας είχε εντολή να προσπαθήσει να φτιάξει ένα πορτραίτο Του και να του το πάει. Ο Ανανίας έφτασε στην Ιουδαία. Συνάντησε τον Ιησού ανάμεσα σε πλήθη κόσμου να διδάσκει. ΄Ηταν αδύνατο να Τόν πλησιάσει. Ανέβηκε σ’ ένα βράχο και προσπαθούσε απεγνωσμένα να Τον ζωγραφίσει, αλλά στάθηκε αδύνατο ν’ αποτυπώσει τη μορφή Του, επειδή η όψη του Χριστού διαρκώς μεταβαλλόταν. Η προσπάθεια και η αγωνία του Ανανία ήταν αδύνατο να διαφύγει της προσοχής του Κυρίου. Εκτιμώντας δε τη λαχτάρα του να Τον ζωγραφίσει, ζήτησε να Του φέρουν μια γαβάθα με νερό.΄Ενιψε το πρόσωπό Του και σκουπίστηκε μ΄ ένα τετράδιπλο κουρέλι. Πάνω σ’ αυτό αποτυπώθηκαν τά χαρακτηριστικά του προσώπου Του. Κάλεσε τον Ανανία και του το έδωσε να το πάει στον Αύγαρο αντί για το πορτραίτο που

πάσχιζε να φτιάξει. ΄Όταν ο πρίγκιπας έλαβε το αποτύπωμα,

θεραπεύτηκε από την ανίατη αρρώστια του. Αυτή η παράδοση που θυμίζει εν πολλοίς παρόμοιες διηγήσεις των Απόκρυφων Ευαγγελίων, δεν επιβεβαιώνεται από καμιά σύγχρονή της γραπτή πηγή. Μέχρι τον Ε’


67

αιώνα δέ κανένας από τους αγίους Πατέρες κι εκκλησιαστικούς συγγραφείς δεν αναφέρεται στο άγιο Μανδήλιο. Την πρώτη ασφαλή πληροφορία οφείλουμε στον ιστορικό Ευάγριο (ΣΤ’ αιώνας), ο οποίος μιλάει για τη «Θεότευκτο εικόνα». ΄Άλλη παράδοση –ευρύτερα διαδεδομένη αυτή- είναι εκείνη που αποδίδει στον Ευαγγελιστή Λουκά την ιδιόχειρη κατασκευή τριών εικόνων της Παναγίας. Μεταγενέστερες παραλλαγές αυτής της παράδοσης θέλουν τον Ευαγγελιστή Λουκά ως δημιουργό περισσότερων εικόνων της Παναγίας, από τις οποίες οκτώ ανήκουν στη ρωσική εκκλησία κι άλλες είκοσι μία στη Δύση και το ΄Αγιο ΄Ορος. Η αλήθεια είναι ότι καμία από αυτές τις εικόνες δεν προέρχεται από τά χέρια του Λουκά. Δεν είναι του παρόντος ν’ αναφερθούμε στη διαδικασία δημιουργίας αυτής της παράδοσης. Πρόδρομοι της εικόνας θεωρούνται και είναι τα διάφορα πρωτοχριστιανικά σύμβολα που βρέθηκαν να κοσμούν τις κατακόμβες. Πρόκειται για γραμμικές παραστάσεις απλούστατης κατασκευής, για καθαρά «σημειακή» τέχνη, με σαφώς καθορισμένη|περιορισμένη θεματολογία. Σκοπός αυτής της αρχαϊκής χριστιανικής τέχνης ήταν να περάσει το μήνυμα της σωτηρίας και να αισθητοποιήσει τά μέσα με τά οποία αυτή επιτυγχάνεται συγχρόνως δε αποτελούσε και ένα μυστικό τρόπο επικοινωνίας

ανάμεσα

στους

διωκόμενους

χριστιανούς.΄Οσο

για

τα

χρησιμοποιούμενα σύμβολα, αυτά μπορούν να καταταχθούν σε τρείς ομάδες: α) σε όσα σχετίζονται με το νερό [ κιβωτός του Νώε (= Εκκλησία), Ιωνάς και θαλάσσιο κήτος (= τριήμερη ταφή του Χριστού), ψάρι|ΙΧΘΥΣ (= Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ), άγκυρα (= ελπίδα σωτηρίας), ο Μωυσής ως βρέφος στο ποτάμι (= σωτηρία διά του Βαπτίσματος)] β) σ’ εκείνα που κινούνται γύρω από τον άρτο και τον οίνο [στάχυ, άμπελος (= ο Χριστός), πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων] γ) παραστάσεις που συμβολίζουν τη σωτηρία και τους σεσωσμένους (οι τρείς παίδες στο καμίνι, ο Δανιήλ ανάμεσα σε λιοντάρια, ο Φοίνικας, ο τετραήμερος Λάζαρος, ο Καλός Ποιμένας). Αυτά θα μας τά πεί με το δικό του τρόπο ο Κλήμης ο Αλεξανδέας (150 – 211|216 μ.Χ.): «Αι δε σφραγίδες (= τά σημάδια της γνησιότητας) ημίν (= για μας τους χριστιανούς) έστων (= ας είναι) πελειάς (= το περιστέρι) ή ιχθύς ή ναύς ουρανοδρομούσα (= πλοίο που να ταξιδεύει στους ουρανούς) ή λύρα μουσική ή κέχρηται (= την οποία χρησιμοποιεί) Πολυκράτης, ή άγκυρα ναυτική, ήν Σέλευκος ενεχαράττετο (= σκάλιζε) τη γλυφή (= με τη σμίλη) κάν αλιεύων τις ή (= ώστε ακόμα και την ώρα που θα ψαρεύει κάποιος χριστιανός) αποστόλου μεμνήσεται και των εξ ύδατος ανασπωμένων παιδίων». Πολλές δε (ή και όλες) από αυτές τις παραστάσεις τις συναντούμε σήμερα στους διάκοσμους των ορθόδοξων ναών, αλλά ως καλλιτεχνήματα πιά και όχι με την άτεχνη κι εντελώς σχηματική μορφή των κατακομβών. Τότε ήταν απλά ένας σημειολογικός κώδικας επικοινωνίας των πιστών ή μια μυστική μέθοδος μετάδοσης της θείας


68

διδασκαλίας, Στην εποχή μας τα ιερά –καθότι καθαγιασμένα με το αίμα των μαρτύρων- αυτά σύμβολα είναι ενταγμένα μέσα στο όλο σύστημα της αγιογραφίας και της θεολογικής και λειτουργικής παρουσίας της εικονογραφίας γενικότερα μέσα στο ναό. Αξίζει εδώ να μνημονεύσουμε ότι η πρώτη ιστορική μαρτυρία για ύπαρξη πορτραίτων του Χριστού και των αποστόλων Πέτρου και Παύλου προέρχεται από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο Παμφίλου, επίσκοπο Καισαρείας (265; - 339; μ.Χ.), ο οποίος μάλιστα βεβαιώνει ότι τα είδε ο ίδιος. Η σημαντικότητα αυτής της μαρτυρίας δεν έγκειται μόνο (ή κυρίως) στην αρχαιότητά της, αλλά στο γεγονός ότι ο Ευσέβιος ήταν ένας από τους πολέμιους της εικόνας (όχι φυσικά με την πολύ μεταγενέστερή του έννοια του εικονομάχου, όπως τη γνωρίζουμε). ( Λεωνίδας Ουσπένσκυ, Η θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, (μτφρ. Σπύρος Μαρίνης), εκδ. Αρμός, Αθήνα, χ.χ., σ. 47-48). Εκείνο, πάντως, πού είναι αναμφισβήτητο είναι ότι η είσοδος και η καθιέρωση της εικόνας στη ζωή της Εκκλησίας έγινε σε μια μακρά διαδικασία που ξεκίνησε απ’ αυτές τις απαρχές της Εκκλησίας και δεν εισέβαλε σαν μια καταιγίδα κάποια συγκεκριμένη στιγμή σ’ αυτή, ούτε είναι εφεύρεση των ζωγράφων. Αναδύθηκε σαν θείος καρπός μέσα από τη ζωή και τις ανάγκες της Εκκλησίας, ως ένας ακόμα «καρπός του Πνεύματος». Η εικόνα δεν επινοήθηκε σαν ένα διακοσμητικό στοιχείο των ναών και των λοιπών χώρων λατρείας. Ούτε επικράτησε κι αγκαλιάστηκε για την καλλιτεχνική της αξία. Δεν έγκειται σ’ αυτό η αξία της. Ασφαλώς σήμερα οι ειδικοί ανακαλύπτουν στην εικονογραφία της ώριμης περιόδου στοιχεία υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Αποστολή της εικονογραφίας, όμως, δεν είναι να υπηρετήσει το αισθητικά ωραίο. Γι’ αυτό και το στοιχείο της ωραιότητας σ’ αυτή εκφράζεται και λειτουργεί έξω και πέρα από τις συνήθεις παραδοχές και κανόνες της κοσμικής ζωγραφικής. Η εικόνα είναι μια δοξολογία στο μεγαλείο του Θεού. (Βλ. Παύλος Ευδοκίμωφ, Η τέχνη της εικόνας. Θεολογία της ωραιότητας,

εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980)

Το νοητό

περιεχόμενο των εικόνων είναι δογματικό γι’ αυτό και ωραία δεν είναι η εικόνα ως έργο τέχνης, αλλά η ενσωματωμένη σ’ αυτή αλήθεια. Μια εικόνα δεν μπορεί ποτέ να είναι ‘’ομορφη’’ η ωραιότητά της απαιτεί μια πνευματική ωριμότητα για να την αποδεχτούμε και να λειτουργήσει μέσα μας ως μέσο αλλά και καρπός αποκάλυψης. (Βλ. Παύλος Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 291). Συνεπώς η εισαγωγή της εικόνας στη ζωή της Εκκλησίας και στους ναούς δεν έγινε για λόγους αισθητικούς, ως διάκοσμος, αλλά ως έκφραση και βίωση της πνευματικότητάς


69

της και ως ένας άφωνος διαγγελέας της δόξας και της παρουσίας του Θεού, προπάντων στη θεανθρώπινη μορφή Του. Γιατί «Καθετί στη ζωή και στη λατρεία της Ορθόδοξης

Εκκλησίας

σχεδιάστηκε

να

υπογραμμίζει

την

ιστορικότητα

της

Ενανθρώπησης (του Θεού-Λόγου). Να γιατί έχουμε εικόνες ο Χριστός ήρθε «εν σαρκί», και η εικόνα Του, όπως και οι εικόνες των αγίων, των μαρτύρων, των αποστόλων, καθώς και της Μητέρας Του, μαρτυρούν την ιστορικότητα του ερχομού Του» (Frank Scaeffer, Dancing Alone, The Quest for Orthodox Faith in the Age of False Religion, - Eλληνικός τίτλος σε μετάφραση

αρχιμ. Αυγουστίνου Μύρου:

Αναζητώντας την Ορθόδοξη πίστη στον αιώνα των ψεύτικων θρησκειών – Χορεύοντας μόνος , Εκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000, σ. 279-80). Γι’ αυτό η αγιογράφηση πρέπει να γίνεται «μετά φόβου Θεού». Η εικόνα δεν είναι «ούτε σάρκωση ούτε τύπος. Αλλά σημείο ορατό της αόρατης ακτινοβόλας Παρουσίας. Παίρνει μόνο το όνομα του πρωτοτύπου, όχι τη φύση του. Δεν υπάρχει άρα οντολογία στην εικόνα, ούτε ‘’εγγεγραμμένη’’ ούτε ‘’περιγεγραμμένη’’, αλλά ένα όνομα ζωγραφισμένο» ( Π. Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία, ό.π., σ. 295). Αυτή η λειτουργική θεολογία της Παρουσίας διαφοροποιεί

ριζικά την εικόνα από έναν πίνακα με

θρησκευτικό περιεχόμενο. « Η εικόνα είναι ένα θαύμα της πίστης». Γι’ αυτό « η δύναμη μιάς εικόνας προέρχεται απ’ το περιεχόμενό της, φανερώνει το Πνεύμα. Ο αγιογράφος μάς μυσταγωγεί στο υπεραισθητό». ( Π.Ευδοκίμωφ, ό.π., σ. 304) Στο χώρο της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας η εικόνα αποτελεί έναν ακόμη τρόπο μετάδοσης της αποκαλυμμένης θείας αλήθειας. Τά πράγματα, όμως, δεν ήταν εξ αρχής έτσι. Μέσα στους εννέα πρώτους αιώνες της ζωής της Εκκλησίας, η θέση της εικόνας στη ζωή και τη λατρεία της Εκκλησίας πέρασε από πολλές φάσεις με άλλες τόσες εναλλαγές. Από την περίοδο της πλήρους ανυπαρξίας –όση κι αν ήταν αυτή- και της άρνησης|απαγόρευσής της, στην υποτυπώδη εμφάνισή της στις κατακόμβες και τους άλλους μυστικούς χώρους συναθροίσεων και λατρείας, στη σταδιακή καθιέρωσή της, στην κορύφωση της παρουσίας της, στη θεοποίησή της με εκδηλώσεις λατρείας που σε ορισμένες περιπτώσεις άγγιζαν τά όρια της ειδωλολατρίας, ως τη συγκλονιστική περίοδο της εικονομαχίας, η οποία τελικά και έφερε το μεγάλο τοκετό: την πλήρη αποσαφήνιση (θεολογική κι εκκλησιολογική) του περιεχομένου, της θέσης και του ρόλου της εικόνας στη λατρεία της Εκκλησίας και την ενδεικνυόμενη στάση των πιστών απέναντί της, μετά από

πολυχρόνιες

θεολογικές ζυμώσεις και θεολογικές αναμετρήσεις που μετουσιώθηκαν σε συνοδικές αποφάσεις αμετάθετης ισχύος.΄Ετσι, από τά μέσα του 9 ου αιώνα το πεδίο ξεκαθαρίστηκε απολύτως και η αλήθεια επικράτησε. Οι θεολογικο-δογματικές και οι άλλες συγχύσεις διαλύθηκαν και η βεβαιότητα της αληθινής πίστης επανήλθε στους κόλπους της Εκκλησίας. Μετά τη θέσπιση των δογματικών πλαισίων από την


70

αυθεντικότερη έκφραση της Εκκλησίας, την Οικουμενική Σύνοδο, περιθώρια πλέον αμφισβητήσεων, εκτροπών, παρερμηνειών και «ετεροδιδασκαλιών» δεν υπήρχαν. Τουλάχιστο σε θεωρητικό και δογματο-θεολογικο-εκκλησιαστικό επίπεδο.΄Ετσι, κατά τον ‘’όρο’’ της Ζ΄Οικ. Συνόδου: «Η Καθολική Εκκλησία ει και αναζωγραφεί τον Χριστόν τη ανθρωπίνη μορφή, αλλ’ ου δαιρεί ταύτην έκ της ενωθείσης αυτή θεότητος [….] ούτως και την εικόνα του Κυρίου ποιούντες, τεθεωμένην την σάρκα του Κυρίου ομολογούμεν, και την εικόνα ουδέν έτερον ίσμεν (= γνωρίζουμε|θεωρούμε) ή εικόνα δηλούσαν την του πρωτοτύπου μίμησιν, ένθεν και το όνομα αυτού κεκλήρωται, και κατ’ αυτό κοινωνεί μόνον, και διά τούτο σεπτή και αγία». (Λεων. Ουσπένσκυ, ό.π., σ. 189) Και ακόμη: «΄Οσω γάρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται (αι εικόνες), τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν, και ταύταις ασπασμόν και

τιμητικήν προσκύνησιν

απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, ή πρέπει (= αρμόζει, οφείλεται) μόνη τη θεία φύσει». Για να συμπληρώσει ο μέγας θεολόγος και ιεροφάντης της εικόνας Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Εάν τις ανθρώπων θειοποιήση εικόνα, αναθεματίζομεν τούτον» (ΡG., 94, 1299) Τό βάθρο πάνω στο οποίο εδράζεται η όλη διδασκαλία της Ορθοδόξου (και πρίν το Σχίσμα της όλης Εκκλησίας) Εκκλησίας όσον αφορά τη θέση της εικόνας στη ζωή της Εκκλησίας και τη στάση των πιστών απέναντί της ( ή τη χρήση της από αυτούς) είναι τούτο: Η εικόνα δεν είναι και σε καμιά περίπτωση και για κανέναν λόγο επιτρέπεται να γίνει αντικείμενο λατρείας. Η τελευταία ανήκει και πρέπει να προσφέρεται μόνο στον αληθινό εν Τριάδι Θεό. Στην εικόνα ταιριάζει μόνο η τιμητική προσκύνηση, ο σεβασμός των πιστών, όπως και σε πολλά άλλα ιερά αντικείμενα και σκεύη. Αυτή δε η προσκύνηση δέον ν’ απονέμεται μόνο σ’ εκείνες τις εικόνες που με ειδική τελετή καθιερώθηκαν στο ναό και έχει πιστοποιηθεί αρμοδίως η δογματική τους ακρίβεια, η συμφωνία τους με την Παράδοση της Εκκλησίας, και έχει κριθεί – πάλι αρμοδίως- ότι διαθέτουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο καλλιτεχνικής αξίας. Μόνο μια τέτοια εικόνα θεωρείται «αναμφισβήτητος μάρτυρας και αγωγός της χάριτος στην αγαθοποιό αρετή» (Παύλος Ευδοκίμωφ, Η τέχνη της εικόνας. Θεολογία ής ωραιότητας, (μτφρ. Κώστας Χαραλαμπίδης), Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 143). Συνεπώς, κάθε εκτροπή ή παρέκκλιση από αυτά τα αμετάθετα όρια πού θέτει η εν Πνεύματι Αγίω διατυπωθείσα αλήθεια της Εκκλησίας αποτελεί πλάνη και αίρεση. Ειδικά δε στην περίπτωση των εικόνων, ο πλησιέστερος και συνηθέστερος κίνδυνος που παραμονεύει είναι η διολίσθηση σε μια ασυναίσθητη ειδωλολατρία. Πότε; ΄Όταν η τιμητική προσκύνηση εξελιχθεί σε λατρευτική προσκύνηση της εικόνας, και όταν η τιμή που απονέμεται με τον ασπασμό δεν πάει στο εικονιζόμενο


71

πρόσωπο, αλλά στην εικόνα αυτή καθ’ εαυτήν. Διότι «η εικόνα αυτή καθ’ εαυτή δεν έχει δική της πραγματικότητα –είναι μια σανίδα-ξύλου-, αλλ’ επειδή αντλεί όλη την αξία της από τη μέθεξή της (= συμμετοχή της) στο απόλυτα ΄Άλλο, γι’ αυτό δεν μπορεί να περιέχη τίποτε μόνη της, αλλά γίνεται ένα ‘’σχήμα’’ της ακτινοβολίας της Παρουσίας» (Παύλος Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία, ό.π., 299) Πολύ κοντά, όμως, στην εικόνα-μάρτυρα και σύμβολο και δάσκαλο και φανέρωση, «πού δείχνει μέσα στον άγιο τη σκέψη του Θεού γι’ αυτόν» (΄Ο.π., σ. 305) βρίσκεται η εικόνα-είδωλο. Η δε ειδωλοποίηση της εικόνας επιφέρει ταυτόχρονα και το θάνατό της, την καταστροφή της και την αποβολή της από το χώρο της αλήθειας της Εκκλησίας. Το χρέος, συνεπώς, του χριστιανού είναι αυτονόητο: να κόψει κάθε δίοδο και κάθε γέφυρα μετάβασης από την εικόνα στο είδωλο. Αυτό θα γίνει μέσα στην ψυχή του, γιατί εκεί κατοικεί ή αλήθεια και κεί συντελείται η πλάνη. ΄Ετσι, κάθε φορά που θα σκύβει ν’ ασπαστεί μια ιερή εικόνα, θα πρέπει να ‘χει συνείδηση τι κάνει οφείλει να κλείνει τά σωματικά του μάτια και με τά μάτια της ψυχής του να βλέπει μπροστά του ολόσωμο το εικονιζόμενο πρόσωπο και σ’ εκείνο ν’ απονέμει την οφειλόμενη τιμή: στο Θεό τη λατρεία και την πίστη κι όλη του την ύπαρξη σ’ όλα τα’ άλλα πρόσωπα την τιμή και το σεβασμό του. Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ ετούτη τη συγκλονιστική αλήθεια: ότι η γνησιότερη κι αυθεντικότερη εικόνα του Θεού είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, και μάλιστα ο άνθρωπος που τείνει στο «καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. α’ 26-27. Κολ. Γ’ 10). Γι’ αυτή την εικόνα μιλάει ασίγαστα ο πατερικός λόγος. Προσοχή όμως: Ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού δεν πρέπει να συγχέεται και να ταυτίζεται με την έννοια του Υιού ως εικόνας του Θεού Πατρός στα πλαίσια της Τριαδικής Θεότητας, ως υποστατικού ιδιώματος δηλαδή (Β΄Κορ. δ’ 4. Κολ. Α’ 15).  ΄Ένα τέτοιο θέμα δεν εξαντλείται εύκολα. Νομίζω, όμως,ότι αυτά είναι αρκετά σαν ενημερωτικό και πληροφοριακό υλικό για τις ανάγκες και τις επιδιώξεις της παρούσας εργασίας. Καιρός να επιχειρήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα πού τέθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου. Κάνουν, λοιπόν, οι εικόνες θαύματα; Οποιαδήποτε απάντηση έξω από το πνεύμα όσων εκθέσαμε παραπάνω κινδυνεύει να –ή μάλλον είναι σίγουρο ότι θα- παραβιάσει τά όρια της αλήθειας της Εκκλησίας. Κι έχω απόλυτη επίγνωση ότι αυτό που επιχειρώ μοιάζει σαν να περπατώ ξυπόλυτος πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα και να περιμένω να μην καώ ή να περάσω μέσα από πυκνοστρωμένο ναρκοπέδιο και να βγώ αλώβητος – χωρίς δηλαδή να προκαλέσω την οργή και τις κατάρες κάποιων βολεμένων στην πλάνη τους ή κάποιων συγχρόνων μας Δημήτριων αργυροκόπων, των οποίων ενδέχεται να κινδυνεύσει «η ευπορία» (Πράξ. ιθ’ 24-29). Αυτές τις


72

αντιδράσεις και τίς περιμένω και δε με φοβίζουν. Γιατί δεν έχω καμιά πρόθεση –το ξέρει πολύ καλά αυτό ο Χριστός μου- ούτε να πλανηθώ ούτε να πλανέψω. Την αλήθεια θέλω να ψηλαφήσω και να την πω. Αλλ’ αυτή η αλήθεια στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι προδιαγεγραμμένη κι αποτυπωμένη κατά τρόπο αξιωματικό. Χρειάζεται επίπονη προσπάθεια κι ανοιχτή διάθεση η ανεύρεσή της. Διότι η Εκκλησία δεν έχει αποφανθεί σχετικά ούτε σε επίπεδο Συνόδου, αλλ’ ούτε με το στόμα των πνευματοκίνητων διδασκάλων της. Πέρα απ’ αυτό: λέγοντας την αλήθεια (με τις όποιες επιφυλάξεις) κινδυνεύω να – είναι σίγουρο ότι θα- προσκρούσω σε κατεστημενες στρεβλές αντιλήψεις, που οι αιώνες τις μπόλιασαν στο θρησκευτικό μας οργανισμό. Με την ανοχή, δυστυχώς, ή και την ενεργό υποβοήθηση των ποιμένων της Εκκλησίας. Μια πρώτη, λοιπόν, ευθεία και καθαρή απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε πρέπει να είναι αρνητική. Κατ’ αρχήν στην περίπτωση των εικόνων δεν ισχύουν ούτε καν όσα είπαμε για τους αγίους. Και κεί, βέβαια, η απάντηση ήταν σαφώς αρνητική, αλλά πάνω σε άλλη βάση και ταυτόχρονα αναμφισβήτητη εμπλοκή των αγίων στη διαδικασία του θαύματος. Εδώ η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εικόνα και το θαύμα είναι πολύ-πολύ ευκρινέστερη.΄Όχι, οι εικόνες δεν κάνουν θαύματα. Δεν υπάρχουν θαυματουργές εικόνες. Και ναι μέν δεν είναι φρόνιμο να μιλάει κανείς τόσο απόλυτα πάνω σε τέτοιας φύσης θέματα, όταν μάλιστα η Εκκλησία –όπως είπαμε ήδη- δεν αποφάνθηκε επ’ αυτού ούτε αυθεντικά ούτε διά των Πατέρων –εξ όσων τουλάχιστο εγώ γνωρίζω-, αλλ’ όταν τόσο ισχυρές ενδείξεις συνηγορούν σ’ αυτή τη θέση κι όταν το θέμα τείνει να μετατραπεί –αν δεν έχει ήδη γίνει- σε μια αρρωστημένη κατάσταση μέσα στην Εκκλησία, έχουμε χρέος να δώσουμε τουλάχιστο ένα ισχυρό ερέθισμα για ένα οριστικό ξακαθάρισμα του μοντού τοπίου. Αυτός ο άγιος για την αλήθεια και την Εκκλησία στόχος δεν επιτρέπεται να θυσιαστεί ή να εμποδιστεί από το φόβο κάποιων επικρίσεων ή να προκληθεί ενόχληση σε κάποιους που βρίσκονται κι αισθάνονται άνετα στην πλάνη. Και η πλάνη, οποιαδήποτε πλάνη, πρέπει να ‘ναι ο πρώτος εχθρός της Εκκλησίας, όπως ήταν και του Χριστού. Καμιά σκοπιμότητα και κανένας φόβος δε δικαιολογεί στους κόλπους της την ανοχή, πολύ δε περισσότερο την υπόθαλψη, της πλάνης. Ακόμα κι αν κάποια πλάνη μ ο ι ά ζ ε ι να την ‘’ευνοεί’’, αν μπορεί να υπάρξει τέτοιο ενδεχόμενο. Η Εκκλησία έχει ως κεφαλή της την Αλήθεια (Ιων. ιδ’ 6. Εφ. α’ 22) και ως ψυχή της «το Πνεύμα της αληθείας» (Ιων. ιδ’ 17 ιε’ 26 ιστ’ 13) που την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιων. ιστ’ 13). Αυτή την πλάνη ήρθε να καταλύσει ο Χριστός κι εμείς θα Τον αναγκάσουμε να γίνει υπηρέτης της; Δεν τελειώσαμε με τα παραπάνω. Δεν είναι νοητό να πετάξω στον αναγνώστη μου μια φαινομενικά αυθαίρετη άποψη και να τον

αφήσω μετέωρο, σε μια

κατάσταση αμηχανίας, αν θα πρέπει να την κρατήσει ή να μού την επιστρέψει ως


73

απαράδεκτη, καθότι αναιτιολόγητη. Γι’ αυτό θα επιχειρήσω να θεμελιώσω –όπως νομίζω έκαμα ως τώρα- τη βασική θέση που κατά τρόπο αποφθεγματικό υποστήριξα. Κι ασφαλέστερο στήριγμα από την Κ. Διαθήκη δεν υπάρχει. Στην Κ. Διαθήκη, λοιπόν, -σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τους αγίους Αποστόλους κτλ.- δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, άμεση ή εμμεση, ούτε κάν ένας υπαινιγμός, ούτε η παραμικρή νύξη, ότι ο Κύριος εκχώρησε θαυματουργική δύναμη σε οποιοδήποτε άψυχο αντικείμενο ή σύμβολο. Και η εικόνα, παρ’ όλα όσα είπαμε για το βαθύτατο πνευματικό της νόημα| περιεχόμενο, είναι σαφέστατα ένα άψυχο αντικείμενο, δεν έχει οντότητα και υπόσταση. Ακόμη, δεν αναφέρεται κ α μ ι ά περίπτωση επιτέλεσης θαύματος κατ’ άλλο τρόπο ή με άλλο μέσο, παρά μόνο είτε απευθείας από τον Κύριο είτε με τη μεσολάβηση κάποιου Αποστόλου ή άλλου προσώπου. Σ’ εκείνον δε πού θα σπεύσει ν’ αντιτάξει σ’ αυτό τις περιπτώσεις πού άνθρωποι θεραπεύτηκαν

με ένα απλό

άγγιγμα «του κρασπέδου (= της ούγιας, άκρου) του ιματίου» του Ιησού (Ματθ. θ’ 20ιδ’ 36. Λουκ. η’ 44. Μάρκ. ε’ 27-30 κ.α.) ή τα πλήθη των αρρώστων που κατέκλυζαν τις πλατείες της Ιερουσαλήμ περιμένοντας να πέσει πάνω τους έστω και η σκιά του Πέτρου για να γίνουν καλά (Πράξ. ε’ 15), θα πρέπει ν’ απαντήσω ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις η θαυματουργός δύναμη δεν απέρρεε από τά ρούχα του Κυρίου ούτε από τη σκιά των Αποστόλων. Ο ίδιος ο Κυριος ήταν ο θαυματουργών και στις δύο περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις άλλες. Ειδικά δε στη δεύτερη περίπτωση φορείς της θαυματουργίας του Κυρίου ήταν οι Απόστολοι και όχι η σκιά τους. Η θαυματουργική δύναμη είναι μια ύψιστη ιδιότητα πού ανήκει αποκλειστικά στο Θεό, είναι, θα έλεγα, ένα συστατικό στοιχείο της Θεότητας, και ως τέτοιο Εκείνος το διαχειρίζεται με απόλυτο σεβασμό και φειδώ. Αν δεχτούμε το αντίθετο, τότε θα έπρεπε όλα τα αντικείμενα που έπιασε ή χρησιμοποίησε ή φόρεσε ο Κύριος να είχαν εφοδιαστεί με θαυματουργές ιδιότητες. Κι αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, τότε τίποτε από αυτά δε θα είχε χαθεί, ή τουλάχιστον θα είχαν διασωθεί αδιάψευστες –κι ως τέτοιες δεν μπορούν, φυσικά, να θεωρηθούν σε καμιά περίπτωση οι ποικίλες διηγήσεις που κατέκλυζαν τη Δύση κατά το Μεσαίωνα- μαρτυρίες περί αυτού. Κι όμως δεν έγινε. Κι αν αυτά τα αντικείμενα που άγγιξαν τα θεϊκά χέρια κι εξυπηρέτησαν τις ανθρώπινες ανάγκες του Θού Λόγου δεν απέκτησαν τέτοιες ιδιότητες, πώς θα μπορούσε να συμβεί μ’ ανθρώπινα κατασκευάσματα (όσο σεβαστά κι αν είναι), όπως οι εικόνες; Υπάρχει και μια άλλη, εξίσου εύγλωττη, σιωπή που ενισχύει ακόμα περισσότερο την άποψη ότι δεν υπάρχουν θαυματουργές εικόνες. Είναι εκείνη των Πατέρων της Εκκλησίας. ΄Οσο κι αν έψαξα δε βρήκα κάποια ανόλογη μαρτυρία από ‘’πρώτο χέρι’’ ή έστω μια αναφορά αδιαμφισβήτητη περί της θαυματουργίας του Θεού μέσω των εικόνων (για αυτοδύναμη ούτε λόγος να γίνεται…). Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, όσο σπάνιο κι αν


74

ήταν, ή αν υπήρχε ως βέβαιη δυνατότητα, ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητο ή ν’ αποσιωπηθεί. Και οι Πατέρες δε συνήθιζαν να ‘’παίζουν’’ μ’ αυτά τα θέματα.! ΄Ηταν αμείλικτοι πολέμιοι της πλάνης και της παραπλάνησης, όπως κι ο Χριστός. Ποτέ δεν υπέκυψαν στον πειρασμό –πάντα σατανικής έμπνευσης και καθοδήγησηςνα σκηνοθετήσουν θαύματα, με την ηλίθια πρόφαση ή άποψη για να ‘’διευκολυνθεί’’ δήθεν το έργο της επιστροφής των ανθρώπων στο Χριστό ή από άλλα ταπεινότερα και απαισιότερα κίνητρα. Γιατί γνώριζαν οι Πατέρες πώς αν άκριτα κι επιπόλαια μιλούσαν για θαύματα εικόνων ή αναπαρήγαγαν ανάλογες αναπόδεικτες φήμες, ήταν σαν να άνοιγαν

με τά ίδια τους τά χέρια μια ευρύχωρη λεωφόρο προς την

ειδωλολατρία. Κι ο λαός δε θέλει πολύ για να τον πάρει αυτό το δρόμο!…Βλέπουμε δα πόσο εύκολα τον ανοίγει μόνος του. ΄Εργο των ποιμένων του δεν είναι να τον διευκολύνει, αλλά να τον αποτρέπει, δρομολογώντας τον προς τη σώζουσα αλήθεια. Εντούτοις υπάρχουν κάποιες –ελάχιστα έγκυρες όμως ως προς την προέλευσή τους- ‘’πατερικές’’ μαρτυρίες για θαύματα εικόνων. Μία κάνει λόγο για «θαύμα γεγονός εν Βηρυττώ υπό εικόνος του Χριστού» και το συναντάμε στο «Λόγος εις το θαύμα το γεγονός εν Βηρυττώ, Περί της τιμίας και σεβασμίας εικόνος του Κυρίου και Θεού ημών» (ΒΕΠΕΣ, τ. 36, σ. 189-198) πού αποδίδεται μέν στο Μεγάλο Αθανάσιο, αλλά ελάχιστα πιθανό είναι να είναι δικό του έργο, γι’ αυτό και κατατάσσεται στα «Αμφιβαλλόμενα» ή και στα νόθα έργα του μεγάλου Πατέρα. Ο πραγματικός συγγραφέας αυτού του ‘’λόγου’’-διήγησης είναι ασφαλώς κάποιος άγνωστός μας πολύ μεταγενέστερος του Αθανασίου. Συνεπώς δεν πρόκειται για αφήγηση ενός αυθεντικού και ‘’διασταυρωμένου’’ γεγονότος, αλλά για αναδιήγηση κάποιας προφορικής λαϊκής παράδοσης. Ανάλογης εγκυρότητας πληροφορίες βρίσκουμε και στο συλλεκτικό έργο του D. Mansi, τ. 13, στήλες 48C, 60ΑΒ, 64Β-68 D, 73C –100Α, 125Α-128Α ktl. ( Παντελεήμονος Καρανικόλα, ό.π., σ. 152-53, 231). Eπιδίωξή μας εδώ δεν είναι –αλίμονο αν ήταν- να ‘’περάσουμε’’ κάποια προσωπική μας άποψη ή δοξασία. Την αλήθεια αναζητούμε. Κι είμαστε έτοιμοι (έτσι πάντα πρέπει να ‘μαστε) να τη δεχτούμε σ’ όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Γι’ αυτό ας δεχτούμε προς στιγμή ότι υπάρχουν θαυματουργές εικόνες (πάντα, βέβαια, με την έννοια ότι ενεργεί μέσα από αυτές η μόνη θαυματουργός δύναμη του Θεού). Πού θα μας οδηγούσε μια τέτοια παραδοχή; το πιθανότερο σε αξεπέραστα αδιέξοδα. Διότι πώς θα δικαιολογήσουμε , π.χ., γιατί η α’ εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στον τάδε ναό θαυματουργεί, ενώ η β’ ίδια εικόνα (ίσως και του ίδιου αγιογράφου) που βρίσκεται σε άλλο ναό δε θαυματουργεί; Θα έπρεπε λογικά όλες οι εικόνες του ίδιου ιερού προσώπου να είναι θαυματουργές. Κι αυτό γιατί εδώ δεν είναι δυνατόν να ισχύσουν τά κριτήρια με τά οποία το ΄Αγιο Πνεύμα μοιράζει στα διάφορα πρόσωπα το χάρισμα της θαυματουργίας. Δεν υπάρχουν δηλαδή αντικειμενικά κριτήρια που να


75

προσδιορίζουν την αξία και τη δυνατότητα μιάς εικόνας να προσελκύσει τη θαυματουργική δύναμη του Θεού. ΄Αρα, αν κάποια εικόνα αγίου είναι θαυματουργή, αυτό δεν μπορεί παρά να το οφείλει στο εικονιζόμενο πρόσωπο κι όχι στον εαυτό της. Συνεπώς αυτό το πρόσωπο πρέπει όχι μόνο να είναι θαυματουργό, αλλά και να είναι τέτοιο εξ εαυτού, για να μπορεί να μεταβιβάσει αυτή την ιδιότητα. Εμείς όμως γνωρίζουμε ήδη ότι οι άγιοι δε διαθέτουν δική τους θαυμαργή δύναμη. Είπαμε ήδη ποιες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε μια εικόνα να δικαιούται την προσκυνηματική μας τιμή: να εκφράζει την αλήθεια του δόγματος, να συμφωνεί με την ιερή Παράδοση της Εκκλησίας, να διαθέτει ένα ανεκτό τουλάχιστο επίπεδο καλλιτεχνικής αξίας και να έχει καθιερωθεί σε ορθόδοξο ναό. Αυτά επιβάλλεται να τα διαθέτουν όλες οι εικόνες που υπάρχουν σε κάθε ναό. Τότε τι είναι εκείνο που τις διαφοροποιεί, ώστε η μια να κάνει θαύματα ενώ η άλλη όχι; Η αρετή και η ευσέβεια του κατασκευαστή της; Τότε θα έπρεπε όλες οι εικόνες του αυτού αγιογράφου να είναι θαυματουργές. Μήπως η καλλιτεχνική τους αξία; Μά συχνά π α ρ ο υ σ ι ά ζ ο ν τ α ι χαμηλής αισθητικής ποιότητας εικόνες ως θαυματουργές, ενώ άλλες που είναι αριστουργήματα να μένουν περιφρονημένες κι αδύναμες. Δεν απομένει παρά να δεχτούμε ότι παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει εν προκειμένω το εικονιζόμενο πρόσωπο; Μά τότε θα ‘πρεπε κατεξοχήν θαυματουργές –και όλες μάλιστα- να είναι οι εικόνες του Κυρίου, και ίσως μόνο αυτές. Η πείραπραγματικότητα λέει όμως πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! … Κι ακόμη: Πώς θα εξηγήσουμε το φαινόμενο ότι δεν αναφέρονται θαύματα του ιερού Ευαγγελίου ή του μετουσιωμένου σε Σώμα και Αίμα Χριστού άρτου και οίνου; ΄Ετσι όμως και δεχτούμε ότι υπάρχουν θαυματουργές εικόνες είμαστε υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε από πού αντλούν τη θαυματουργική τους δύναμη και με ποιο τρόπο. Από τον εικονιζόμενο άγιο; Μά δεχτήκαμε ήδη, κατά τρόπο αναμφισβήτητο μάλιστα, ότι οι θαυματουργοί άγιοι δε διαθέτουν πρωτογεννή κι από τη φύση τους, δική τους με άλλα λόγια, θαυματουργική δύναμη. Οφειλέτες ήταν. Άλλος τούς την έδωσε και κείνοι απλώς τη χρησιμοποιούσαν κατά περίπτωση και κατά παραχώρηση και όπου Εκείνος τους το επέτρεπε. Φύλακες και οικονόμοι ήταν της χάρης. Και ξέρουμε ότι κανένας δεν μπορεί να δώσει κάτι που δεν έχει. Εξάλλου το χάρισμα της θαυματουργίας δε μεταβιβάζεται. Είναι εντελώς προσωποπαγές, δηλαδή άρρηκτα κι απόλυτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο στο οποίο ο Κύριος και το Πνεύμα το Αγιο το εμπιστεύτηκε.΄Αρα ο μόνος πού έχει τη δύναμη και το δικαίωμα να το κάμει είναι Εκείνος πού διαθέτει εξ εαυτού τη θαυματουργική δύναμη κι εξουσία. Ο Κύριος όμως δεν έδειξε ποτέ διάθεση να εκχωρήσει τέτοιο δικαίωμα κι εξουσία έξω από την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Κι αν θα το έκανε, οι πρώτες, και μόνες ίσως, πού θα δέχονταν μια τέτοια τιμή θα ήταν οι δικές Του. Κι όμως ελάχιστες εικόνες του Χριστού


76

θεωρούνται ‘’θαυματουργές’’. Αλλά κι ο τρόπος μεταβίβασης της χάρης δεν παρουσιάζει λιγότερες δυσκολίες κι ανερμήνευτες πλευρές. Αυτό γίνεται με την απλή απεικόνιση ενός αγίου προσώπου από το ζωγράφο; Ο τελευταίος τη μεταδίδει; Κατά τρόπο μαγικό ενσωματώνεται στην εικόνα; Ας μην ξεχνάμε δε ότι η μετάδοση κάποιων άλλων χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος υπάρχουν στην Εκκλησία ειδικές τελετές και οι ποιμένες της έχουν την εξουσιοδότηση να το κάμουν. Τελετή μετάδοσης του θαυματουργικού χαρίσματος δεν υπάρχει, ούτε στους ιερείς δόθηκε ανάλογο δικαίωμα. Δεν μπορούσε τάχα να το κάμει ο Κύριος; Ασφαλώς και μπορούσε. Δεν ήταν όμως αναγκαίο. Γιατί απλούστατα δεν είναι μέσο σωτηρίας. Μόνο αυτά διαιωνίζονται μέσα στην Εκκλησία ως περιεχόμενο της ιεράς της Παράδοσης. Και το θαύμα σαφώς δεν είναι απ’ αυτά. Αλλ’ αν τά παραπάνω είναι αληθινά (κι είναι, αφού τίποτε δεν οδηγεί στο αντίθετο), τότε πώς εξηγείται μια τόσο διαδεδομένη (κάτι περισσότερο: παγιωμένη) αντίληψη μέσα στην Εκκλησία για το αντίθετο; Γιατί όλοι μιλάμε για θαυματουργές εικόνες; Πρόκειται, λοιπόν, για μια τόσο εκτεταμένη απάτη ή για μια ηθελημένη πλάνη; Το πιθανότερο είναι να έχουμε συνδυασμό και των δύο, χωρίς φυσικά ν’ αποκλείεται ασυζητητί η συνύπαρξη σ’ αυτά και κάποιου, μικρότερου ή μεγαλύτερου, ποσοστού αλήθειας. Το θέμα, όμως, χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Τά θαύματα που αποδίδονται σε εικόνες θα μπορούσαν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες: α) σ’ εκείνα πού η θαυματουργική ενέργεια μεταβαίνει κι εκδηλώνεται στον άνθρωπο (συνήθως σαν θεραπεία ή προστασία ή διάσωση), και β) σ’ εκείνα που γίνονται στην ίδια την εικόνα ( συνήθως μιλάμε για εικόνες πού δακρύζουν ή μετακινούνται ή εμφανίζονται σε κάποιο έρημο μέρος ή εκπέμπουν κάποιο ανεξήγητο φώς ή για ακάνθινο στεφάνι που βλαστάνει ή ανθίζει ή για εικόνες που ματώνουν κτλ.). Ανάμεσα στις δυό αυτές κατηγορίες θαυμάτων υπάρχει ουσιώδης διαφορά. Τά πρώτα υποτίθεται ότι γίνονται κατά παράκληση και για χάρη κάποιου πιστού. Αυτό σημαίνει ότι επιβάλλεται να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που αναφέραμε για κάθε θαύμα. Μόνο πού στην περίπτωση αυτή η θαυματουργός δύναμη του Θεού δε διοχετεύεται στον άνθρωπο διά κάποιου αγίου αλλά διά της εικόνας (του). Τα θαύματα αυτής της κατηγορίας τελούνται πάντοτε σε κάποιο ναό (εγώ τουλάχιστο δεν έχω ακούσει για θαύμα που να έγινε σε σπίτι ή άλλο χώρο) ή σε μοναστήρι ή σε προσκύνημα (συνήθως). Και το πράγμα είναι ευεξήγητο. Διότι αυτοί είναι οι κατ’ εξοχήν χώροι της θείας παρουσίας. Σ’ αυτούς, ακόμη, πληρούνται και οι εξωτερικές συνθήκες πραγματοποίησης ενός τόσου σημαντικού γεγονότος. Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους χώρους υπάρχει πάντοτε μια κυρίαρχη εικόνα κι αυτή είναι η εικόνα του φερώνυμου του ναού|μονής|προσκυνήματος αγίου|-ας. ΄Όταν συνεπώς γίνει ένα θαύμα σε κάποιον από αυτούς τους χώρους είθισται –και είναι πολύ φυσικό


77

αυτό- ν’ αποδίδεται στην εικόνα αυτού του αγίου, έστω κι αν υπάρχουν στον ίδιο χώρο πάρα πολλές άλλες εικόνες, είτε του Χριστού είτε της Παναγίας είτε άλλων αγίων, ακόμα “μεγαλύτερων’’ –με τα ανθρώπινα βέβαια κριτήρια- του φερώνυμου αγίου. Αν έτσι είναι, τότε γιατί υποστηρίχθηκε παραπάνω ότι οι εικόνες δεν κάνουν θαύματα; Κατ’ αρχάς πρέπει να διαπιστωθεί έξω από κάθε καλόπιστη αμφισβήτηση ότι πρόκειται για πραγματικό θαύμα και όχι για απάτη ή νομιζόμενο θαύμα, όπως συχνά συμβαίνει. Κι αφού γίνει αποδεκτή η γνησιότητα του θαύματος με τούς πλέον αξιόπιστους τρόπους και μεθόδους, επόμενο βήμα θα είναι να διευκρινιστεί η πηγή και η προέλευση του θαύματος. Τερατουργός είναι η εικόνα ή κάποιος άλλος; Κι αν είναι η εικόνα, τότε γιατί να είναι εκείνη του φερώνυμου του ναού αγίου κι όχι κάποια από τις τόσες άλλες που υπάρχουν σ’ αυτόν; Μόνο αν είχαμε τη δυνατότητα να δούμε|παρακολουθήσουμε με κάποιο τρόπο τη ροή|προέλευση της θεϊκής| θαυματουργού δύναμης θα ήμασταν βέβαιοι για τον πραγματικό αίτιο του θαύματος. Σύμφωνα πάντως με όσα ως τώρα είπαμε, σχεδόν αποκλείεται ‘’δράστης’’ να είναι κάποια εικόνα, πολύ περισσότερο δε να γίνει αυτό με δική της δύναμη. Τότε ποιος είναι; ΄Ενας και μόνο: ο πραγματικός αίτιος κάθε θαύματος, ο Θεός. Θα μπορούσαμε ακίνδυνα να θεωρήσουμε ως πρωταγωνιστή σε μεσιτεία και κάποιον ή κάποιους αγίους, τον πρωταγωνιστικό ρόλο να διεκδικεί –‘’λόγω θέσεως’’- ο τιμώμενος στο ναό ή το προσκύνημα άγιος. Μόνο τέτοιο ρολο μπορεί να έχει –του μεσίτη δηλαδή- ο εν ουρανοίς πλέον άγιος και όχι του “μεταφορέα” της θείας δύναμης, που δεν τον έχει εξάλλου ανάγκη. Ναι αλλά, τότε το “δια των χειρών των αποστόλων” πώς εξηγείται; Μά σ’ εκείνες τις συγκεκριμένες κι εξαιρετικές συνθήκες αυτό ήταν απολύτως αναγκαίο.΄Επρεπε, δηλαδή, να επικυρώνεται και με αυτούς τους έκτακτους κι ορατούς τρόπους η ιδιότητα των Αποστόλων, η σωτηριώδης αποστολή τους, η θεότητα του κηρυσσομένου και η θεία προέλευση των όσων κήρυσσαν και δίδασκαν. Αν τά παραπάνω είναι ορθά, τότε πώς επικράτησε κι έγινε γενική πεποίθηση ότι το θαύμα οφείλεται στη συγκεκριμένη εικόνα; Το φαινόμενο έχει την εξήγησή του. Προηγείται, συνήθως, έντονη προετοιμασία της κοινής|θρησκευόμενης γνώμης, είτε με ψιθύρους είτε διά των μέσων μαζικής πληροφόρησης, φτιάχνοντας το μύθο της συγκεκριμένης εικόνας σαν θαυματουργού. Είναι προφανές ότι στις περιπτώσεις αυτές έχουμε μια καθαρά ‘’επαγγελματική’’ προπαγάνδα, χωρίς όμως να μπορούμε ν’ αποκλείσουμε εντελώς και τη σκόπιμη ή μη διάδοση ενός πραγματικού γεγονότος, θαύματος. ΄Αρα είναι επόμενο ο πιστός να πηγαίνει ως προσκυνητής –έκτακτος ή ενορίτης- της συγκεκριμένης εικόνας. Αυτή βρίσκεται στην πιο περίοπτη θέση. Αυτή πρωτοσυναντά κι αυτή προπάντων προσκυνεί. Σ’ αυτή ανάβει το κερί του ή αφήνει το τάμα του. Μπροστά σ’ αυτή γονατίζει συνήθως και προσεύχεται. Σ’ αυτή εναποθέτει


78

τον πόνο και τις ελπίδες του.. ΄Οσο κι αν στο βάθος του νού και της ψυχής του υπάρχει το εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο, με τα σωματικά του μάτια βλέπει και με τά χείλη του ψηλαφεί την υλική εικόνα που βρίσκεται μπροστά του. Αν, συνεπώς, λάβει το ζητούμενο ή διαπιστώσει ότι σε κάποιον άλλον συνέβη κάτι το εξαιρετικό, είναι πολύ φυσικό κι ανθρώπινο να το αποδώσει στην κυρίαρχη στο ναό εικόνα. Ο απλός πιστός ούτε περιθώρια ούτε δυνατότητες έχει για θεολογικούς και άλλους προβληματισμούς και συνειρμούς. ΄Όταν μάλιστα δεν έχει σωστή ποιμαντική καθοδήγηση και διαφώτιση. Η άλλη ομάδα θαυμάτων που αποδίδονται σε εικόνες, εκείνα δηλαδή που συντελούνται στο δικό τους σώμα, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.. Πρώτο μέλημά μας κι εδώ πρέπει να είναι η εξακρίβωση της εγκυρότητάς τους. Κι αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να γίνει, εν προκειμένω, εργαστηριακώς. Εκείνο που προέχει είναι να μη μένει καμιά αμφιβολία για το υπερφυσικό τού φαινομένου. Αν, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα τέτοιο πραγματικό θαύμα, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε –και πρέπει να μιλάμε- ότι πρόκειται για ένα θαύμα-θεϊκό μήνυμα. Μόνο ως άμεση παρέμβαση του Θεού για να μας πεί κάτι πολύ σημαντικό κι επείγον μπορεί να εξηγηθεί ένα ανάλογο φαινόμενο (ας θυμηθούμε εδώ τη φλεγόμενη βάτο ενώπιον του Μωυσή). Επειδή δε αυτού του είδους οι παρεμβάσεις του Θεού δεν μπορεί παρά να αφορούν κάποιο γεγονός υψίστης σημασίας και γι’ αυτό ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ά σπάνιο, επιβάλλεται να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί κι επιφυλακτικοί στο να πιστεύουμε όσα τόσο επιπόλαια διαδίδονται κι αβασάνιστα υιοθετούνται από πολλούς, ακόμα κι από ιερωμένους, δυστυχώς. Και στην περίπτωση, όμως, ενός τέτοιου δ ι α π ι σ τ ω μ έ ν ο υ θαύματος, θαυματουργός δεν είναι η συγκεκριμένη εικόνα, αλλά ο ίδιος ο Θεός. Γιατί τώρα ο Θεός διάλεξε αυτό τον τρόπο κι αυτή την εικόνα για να μας στείλει το μήνυμά Του είναι κάτι που ανήκει στις ανεξερεύνητες βουλές Του. Δικό μας χρέος είναι να έχουμε την ικανότητα κι ετοιμότητα πρόσληψης κι ορθής αποκωδικοποίησης του θείου μηνύματος.΄Οσον δε αφορά τη συγκεκριμένη εικόνα, το μόνο που δικαιούται και πρέπει να περιμένει από μας είναι ο αυξημένος σεβασμός έναντι των άλλων, επειδή αξιώθηκε να γίνει όργανο και διαγγελέας της θείας παρουσίας. Τίποτα άλλο… Θα έμοιαζε πολύ βάναυσο αν έκλεινα ετούτο το κεφάλαιο χωρίς να επιχειρήσω να διασκεδάσω την αγωνία και τους φόβους εκείνων των αναγνωστών μου που, εξαιτίας των όσων υποστηρίχθηκαν παραπάνω, νιώθουν το έδαφος της πίστης τους να σειέται κάτω από τά πόδια τους. Αν αυτά που προηγουμένως εκτέθηκαν τά δεχτούμε σαν αληθινά κι ορθά –θα αναρωτηθούν ίσως κάποιοι-, δεν είναι σαν να γκρεμίζουμε με τά ίδια μας τά χέρια το δισχιλιόχρονο οικοδόμημα της πιστης μας; Πού πάμε, λοιπόν;


79

Είναι αλήθεια ότι για πολλούς όσα υποστηρίζονται εδώ ισοδυναμούν με μια “κατεδάφιση”. Ναι, κάτι τέτοιο επιδιώκεται να ‘ναι και τέτοιο είναι. Μόνο που σε καμιά περίπτωση δεν είναι γκρέμισμα του “οικοδομήματος”, αλλά κάποιων αυθαίρετων προσθηκών γύρω από ή πάνω σ’ αυτό. Αυτές οι ‘’παράγκες’’ πού μέσα στους αιώνες ξεφύτρωσαν στο άγιο οικόπεδο της πίστης μας με ευθύνη –αρνητική ‘η θετική- των μελών της Εκκλησίας –κλήρου και λαού-, μπορούν, είναι επιτακτική ανάγκη, να γκρεμιστούν. Από μια τέτοια δε κατεδάφιση όχι μόνο δε θα θιγεί το υπέρλαμπρο οικοδόμημα της Ορθόδοξης πίστης μας, αλλά θα αναδειχθεί σ’ όλο του το μεγαλείο, λαμπρότερο και μεγαλοπρεπέστερο, όπως ήταν στην πρώτη του νιότη. Προσωπικά εντούτοις δεν πιστεύω ότι πρόκειται για γκρέμισμα αυθαίρετων κατασκευών. Θα ήταν πολύ σοβαρό να δεχτούμε ότι στην πίστη των μελών της Εκκλησίας μας ενσωματώθηκαν τέτοιας έκτασης κατασκευές-προσθήκες. Νομίζω πώς ορθότερο θα ήταν να πούμε ότι επιχειρήσαμε έναν καθαρισμό της αυλής της πίστης μας από σκουπίδια πού οι ίδιοι πετάξαμε ή αφήσαμε να πέσουν. Είναι αυτά πού προπάντων βλέπουν πολλοί αιρετικοί και ή μας κατηγορούν ή αποφεύγουν να μπούν στο σπίτι μας, είτε γιατί το θεωρούν ακατοίκητο είτε γιατί δεν το ‘’καταδέχονται’’. Κι ας είναι στην πραγματικότητα το παλάτι του Θεού. Αλλά σ’ ένα τέτοιο εκθαμβωτικό οικοδόμημα δεν ταιριάζει μια αυλή-σκουπιδότος. Ούτε είναι νοητό να περιμένουμε κάποιους άλλους να την καθαρίσουν. Δεν υπάρχουν κατάλληλοι καθαριστές για το δικό μας σπίτι. Μόνο εμείς δικαιούμαστε και μπορούμε να το καθαρίσουμε. Σαν μια τέτοια προσπάθεια ας θεωρηθεί κι αυτό που επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο. Και για να τελειώνω: Αποστολή της εικόνας δεν είναι να κάνει θαύματα. Ο ρόλος της μέσα στην Εκκλησία είναι άλλος, πολύ ουσιαστικότερος. Αλλ’ ούτε και η ίδια η Εκκλησία βρίσκεται στον κόσμο για να κάνει θαύματα, με την τρέχουσα σημασία του όρου. Ιδρύθηκε από τον Αρχηγό της και στάλθηκε στον κόσμο για να επιτελέσει ένα και μόνο θαύμα, το μέγα θαύμα της σωτηρίας ψυχών εν Χριστώ. Ει δυνατόν, όλων των ψυχών. Μέγα και μοναδικό έργο. Πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις και δυνατότητες. Κατάλληλο μόνο για τά ‘’μέτρα’’ του Θεού.


80

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΤΟ ΘΑΥΜΑ Και

ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ Πολύ σπάνια –για να μην πώ σχεδόν ποτέ- τά δύο αυτά συμπίπτουν! Δε νομίζω, δηλαδή, ότι υπάρχει περίπτωση ταύτισης της θέλησης του ανθρώπου να γίνει ένα θαύμα με τη ‘’διάθεση’’ και τους λόγους που ωθούν το Θεό να κάμει το θαύμα. Αν τά δύο αυτά συμβεί κάποτε να συμπορευτούν, τότε ασφαλώς θα γίνει βατότερος ο δρόμος προς την πραγματοποίηση του θαύματος. Θα τολμούσα να πω ότι οσάκις γίνεται κάποιο θαύμα, τούτο συμβαίνει προπάντων επειδή ο Θεός ‘’σύρεται’’ προς την πλευρά του ανθρώπου, καμπτόμενος προφανώς από τις ικεσίες της Παναγίας και των αγίων Του. Είναι οι περιπτώσεις που ενεργοποιείται κι εκδηλώνεται η άκρα φιλανθρωπία και συγκατάβαση του Θεού-Πατέρα. Εξυπακούεται ότι αυτά αναφέρονται σε περιπτώσεις θαυμάτων που γίνονται χάριν κάποιων ανθρώπων και όχι για εκείνα που οφείλονται στην απόλυτη ‘’πρωτοβουλία’’ του Θεού, στα πλαίσια των δικών Του σκοπών κι επιδιώξεων. Ας αφήσουμε, όμως, τις γενικότητες και να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Μολονότι ο απόστολος Παύλος διαπιστώνει ότι «Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και ΄Ελληνες σοφίαν ζητούσιν» (Α’ Κορ. α’ 22), η αλήθεια|πραγματικότητα είναι ότι όλοι οι άνθρωποι, όλων των εποχών και σε κάθε μέρος της γής, θέλουν, επιδιώκουν κι όσο μπορούν ‘’εκβιάζουν’’ το θαύμα. Εδώ, βέβαια, ο Παύλος εννοεί ότι οι Ιουδαίοι , για να πιστέψουν, ζητάνε θαύματα, πολλά θαύματα, όλο κι εντυπωσιακότερα θαύματα. Αντίθετα, οι ΄Ελληνες (δηλ. όλοι όσοι έχουν ανατραφεί και εμποτιστεί με το ελληνικό πνεύμα) απαιτούν την παράθεση λογικών επιχειρημάτων και συλλογισμών


81

για να πειστούν και να προσχωρήσουν σε μια άλλη έξω από τη δική τους άποψη. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος έκαμε την ίδια θλιβερή διαπίστωση για τους Ιουδαίους της εποχής του: «Εάν μη σημεία και τέρατα ίδητε, ου μη πιστεύσητε» (Ιων. δ’ 48). Αλλά μήπως και οι αρχαίοι ΄Ελληνες δεν επιδίωκαν και περίμεναν το θαύμα, ιδιαίτερα στις κρισιμότερες

στιγμές της ζωής τους και στις πιο σοβαρές και ριψοκίνδυνες

συλλογικές|εθνικές τους επιχειρήσεις; Πολλές οι σχετικές αποδείξεις και μαρτυρίες. Η ιδέα του «από μηχανής Θεού», αναπόσπαστο στοιχείο κάθε τραγωδίας, δεν ήταν παρά ελληνικό εφεύρημα και πίστη, το αντίστοιχο του ιουδαϊκού θαύματος στον ελληνικό χώρο. Οι θυσίες των στρατηγών πρίν από κάθε πολεμική επιχείρηση, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η επίκληση της θαυματουργικής επέμβασης των θεών για την ευνοϊκή έκβαση του πολέμου και την τιμωρία των αντιπάλων τους. Αλλά μήπως κι αυτή η υπέροχη μυθολογία μας δεν είναι κατάφορτη από ‘’θαύματα’’; Γιατί τι άλλο ήταν

τά περίφημα ‘’κατορθώματα’’ ή άθλοι των θεών ή ημιθέων ή γιγάντων ή

ηρώων; Από τις πολλές μαρτυρίες ας ακούσουμε μία. Είναι του μεγάλου τραγικού μας, του Σοφοκλή: «Πολ.: αλλ’ εξερώ (= θα το πώ καθαρά) καλώς γάρ εξηγή σύ μοι πρώτον μέν αυτόν τον θεόν ποιούμενος αρωγόν (= βοηθόν), ένθεν μ’ ώδ’ ανέστησεν μολείν ο τήσδε της γής κοίρανος (δηλ. ο Δίας), διδούς εμοί λέξαι τ’ ακούσαι τ’ ασφαλεί σύν εξόδω» ( Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώ, 84-88). Αυτή η μανιώδης και συχνά παθολογική επιζήτηση του θαύματος αποτελεί αδιάψευστο δείγμα θρησκευτικής παρακμής. Αυτή η παρακμή συντίθεται από δύο στοιχεία. Πρώτον, από την απώλεια της αληθινής θρησκευτικότητας που συνίσταται σε μια βαθιά βίωση του θείου. Στην περίπτωση αυτή καταφεύγουμε στο θαύμα σαν σε ένα υποκατάστατο της αλήθειας που χάσαμε, ταυτίζοντας τη θρησκεία με το θαύμα. Δεύτερον, από τη συνεχή υποχώρηση της θρησκευτικότητας από τη ζωή των ανθρώπων, από την αδιαφορία ή την περιφρόνηση προς τα ουσιώδη της θρησκείας. Ενόψει αυτής της πραγματικότητας οι θρησκευόμενοι ή οι εκπρόσωποι της θρησκείας καταφεύγουν στο θαύμα –αληθινό ή σκηνοθετημένο- σαν στο έσχατο ανάχωμα αντίστασης στην επερχόμενη θύελλα και μια ουράνια σάλπιγγα αφύπνισης της αποκοιμισμένης θρησκευτικότητας. Η συνεχής επιζήτηση κι επίκληση του θαύματος αποδεικνύει ακόμα και μια παχυλή αντίληψη περί θρησκευτικότητας. Ζητούν το θαύμα όσοι δεν μπορούν να αναχθούν στην πίστη από τον ανηφορικό δρόμο της χάρης και της εσωτερικής αναγέννησης. Είναι

περιττό

να

καταφύγουμε

σε συγκεκριμένα

παραδείγματα

για

να

καταδείξουμε πόσο στενά δεμένη με τη θρησκευτική ζωή όλων των λαών κι όλων των θρησκειών κάθε εποχής είναι η έννοια του θαύματος. Πρόκειται αναμφισβήτητα για πανανθρώπινο φαινόμενο. Μόνο που σε όλους τους λαούς και σε όλες τις


82

θρησκείες το θαύμα δεν προσεγγίζεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτός συνήθως είναι άμεσα συναρτημένος με το επίπεδο πολιτισμού ενός λαού και με την απόσταση που χωρίζει τη θρησκεία του ( δηλ. το θεό ή θεούς που λατρεύει) από την αλήθεια του ενός Θεού. Ενώ δηλ. η πίστη και η προσδοκία και η καταφυγή στο θαύμα είναι ένα καθολικό φαινόμενο, δεν υπάρχει ομοιομορφία στα είδη των θαυμάτων ανάμεσα στις διάφορες θρησκείες και τους λαούς κι ενιαία στάση των ανθρώπων απέναντι σ’ αυτά, τόσο ως προς την προέλευσή τους, όσο και ως προς τη σημασία και το ρόλο τους στη ζωή τους. Εμείς εδώ, φυσικά, θ’ ασχοληθούμε με τα συμβαίνοντα στο δικό μας χώρο, στους κόλπους της ορθόδοξης πίστης και ζωής μας. Αν επιχειρούσαμε να καταρτίσουμε έναν κατάλογο με τις περιπτώσεις|θέματα για τις οποίες οι πιστοί –υπάρχει άραγε κανένας άπιστος που δε θα καλοδεχότανε ένα θαύμα που θα τον έβγαζε από κάποιο αδιέξοδο;- θα θέλανε –και παρακαλάνε- να γίνει το θαύμα στη ζωή τους, πρώτον ο κατάλογος θα ήταν πολύ μεγάλος, και δεύτερον, θα ήταν σχεδόν αδύνατη η καταγραφή όλων των περιπτώσεων. Γι’ αυτό αντ’ αυτού θα προσπαθήσουμε να κάμουμε κάτι πολύ ευκολότερο, αλλά και πρακτικότερο: να ομαδοποιήσουμε τις πιθανές περιπτώσεις. Επιχειρώντας μια αξιολογική διαστρωμάτωση των λόγων|αιτίων επιδίωξης του θαύματος, κάτω-κάτω θα βάζαμε τα εντελώς ταπεινά μέχρι χυδαία θέματα αμέσως μετά υποθέσεις πολύ ανθρώπινες, καθημερινών αναγκών λίγο παραπάνω την υπέρβαση προβλημάτων κι αναγκών ανθρωπίνως ανυπέρβλητων ακόμα ψηλότερα για την πίτευξη ευγενέστερων σκοπών, και στην κορυφή εκείνες τις περιπτώσεις που είναι απολύτως (όσο, φυσικά, αυτό μπορούμε να το προσδιορίσουμε) συμβατές και σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Ζητάει, λοιπόν, κατ’ αρχήν το θαύμα ο πιστός για την επίλυση μιάς πληθώρας καθημερινών προβλημάτων κι αναγκών του. Δεν πρόκειται ασφαλώς για εκείνες τις περιπτώσεις που, συναισθανόμενος τη φυσική του ατέλεια κι αδυναμία κι έχοντας εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, επικαλείται τη βοήθειά Του ώστε να ευοδωθούν

οι προσπάθειές του, να παραμεριστούν ή να μην εμφανιστούν

ανυπέρβλητα εμπόδια σε μια έντιμη και ηθική επιδίωξή του και που καταλήγει με το του Κυρίου: «πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (= τελικά, όμως, Κύριε, ας γίνει όχι αυτό που εγώ ζητάω και θέλω, αλλ’ εκείνο που εσύ ως πάνσοφος κρίνεις ότι πρέπει και είναι για το πραγματικό μου συμφέρον και στην αιώνια προοπτική μου να γίνει) (Ματθ. κστ’ 39). Ούτε όταν του ζητάμε να ευλογήσει τους κόπους μας ή τα χωράφια μας γιανα καρπίσουν ή να μάς χαρίζει υγεία ώστε να βγάζουμε το ψωμί μας «εν ιδρώτι του προσώπου» μας. (Γεν. γ’ 19) Αλλά δεν πρόκειται γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Γιατί αυτές κινούνται στο χώρο του θελήματος του Θεού. Αυτές υπαγορεύονται από τη συναίσθηση της προσωπικής μας ατέλειας κι αδυναμίας και


83

πηγάζουν από την πίστη μας στο Θεό και την εμπιστοσύνη μας στην αγαθή Του Πρόνοια. Ο λόγος εδώ για τις περιπτώσεις που θέλουμε να βολεύουμε

και

ικανοποιούμε τις τρέχουσες ανάγκες μας με θαύματα. ΄Όταν παρακαλούμε το Θεό να μας τα φέρνει όλα βολικά κι άκοπα!…Να μας τρέφει με τον κόρακα όπως τον προφήτη Ηλία (Γ’ Βασ. ιζ’ 4-16) και με το μάννα όπως τους Εβραίους στην έρημο. Να καθόμαστε στο σαλόνι μας αναπαυτικά μπροστά στην τηλεόραση και τα ψυγεία κι οι αποθήκες μας να γεμίζουν…θαυματουργικώς!… Υπερβολές θα πει κάποιος. Μπορεί και όχι όμως… Υπάρχουν και χειρότερα βέβαια! Αξιώνουμε από το Θεό ή την Παναγία ή κάποιο άγιο της προτίμησής μας να «κάμουν το θαύμα» τους και μ’ έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο να μας κάμουν από τη μια στιγμή ως την άλλη πλούσιους. Τους υποδεικνύουμε μάλιστα και τον τρόπο, όπως π.χ. να κερδίσουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, και κατά προτίμηση ένα παραφουσκωμένο ‘’τζακ-ποτ’’. Και για να καταφέρουμε να Τον δελεάσουμε, συνοδεύουμε το αίτημά μας και μ’ ένα γενναιόδωρο τάμα: πως έτσι και κερδίσουμε, π.χ., ένα δισεκατομμύριο, θα διαθέσουμε τα 100 εκατομμύρια για έργα φιλανθρωπικά και θεάρεστα! Με κάτι τέτοια είναι σαν να λέμε στο Θεό ότι το θαύμα δε θα γίνει για δικό μας καλό, αλλά στην ουσία για τον ….ίδιο! Γιατί πού θα βρεί τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα εκατό ολόκληρα εκατομμύρια για τους …’’φτωχούς Του’’;… Κι όμως δε σταματάει ούτε και σ’ αυτό η αθλιότητά μας. Φτάνουμε συχνά στο σημείο να ζητάμε μέσα από το θαύμα να ικανοποιήσουμε ακόμα και την κακία μας, το μίσος μας, την εκδικητική μας μανία. Μη μου πείτε πως δεν έτυχε ν’ ακούσετε κάποιον να παρακαλεί το Θεό «να ρίξει κεραυνό ή φωτιά και να κατακάψει» εκείνον που τον έβλαψε ή τον χτύπησε ή τον γέλασε ή…; Κατάντησε να μη μας κάνουν εντύπωση εκείνα τα τόσο συνηθισμένα «κακό τέλος να ‘χει, ο παλιάνθρωπος», «να το βρεί απ’ το Θεό», «να βγάλει το κακό σπυρί», «να βρεθεί στα τάρταρα της κόλασης», «να πέσει στο κεφάλι των παιδιών του το κακό που μου ‘καμε», να… Πόσες άλλες φορές πάλι δεν αγανακτούμε για την υπομονή ή την ανοχή του Θεού που «δε ρίχνει φωτιά και να κατακάψει…» αυτούς που… ή τους ασεβείς ή βλάσφημους ή άθεους ή ιερόσυλους κτλ.κτλ. Δε λείπουν, δυστυχώς, από αυτό το άθλιο ρεπερτόριο της θαυματοθεματολογίας και εξόχως χυδαίες περιπτώσεις. Δεν είναι λίγα τα δάκρυα –για ν’ αναφέρω μια περίπτωση- που χύνονται μποροστά σε εικόνες από ερωτευμένες είτε για να ξαναγυρίσει ο καλός τους ή για να ενδώσει στον έρωτά τους το αντικείμενο του πόθου τους! Ας μη νομιστεί ότι αυτά αφορούν μόνο τις γυναίκες… Ας περάσουμε, όμως, και σε κάποιες ‘’ευγενέστερες’’ κατηγορίες θαυμάτων που θέλει κι επιδιώκει ο άνθρωπος, ο ορθόδοξος χριστιανός θέλω να πω – για τους


84

άλλους δε μου πέφτει λόγος. Αλλ’ ούτε κι απ’ αυτές απουσιάζει –περισσότερο ή λιγότερο- το ωφελιμιστικό στοιχείο! Κι αυτή είναι η τέλεια απαξίωση –το δράμα, θα ‘λεγα- του θαύματος. ΄Ενας από τους πιο συμπαθείς κι αρκετά ‘’ανθρώπινους’’ λόγους που επικαλούμαστε το θαύμα είναι η απαλλαγή μας από καταστάσεις ιδιαίτερα οδυνηρές ή η σωτηρία|προστασία προσφιλών μας προσώπων από άμεσο ή έστω ενδεχόμενο κίνδυνο. Συνηθέστερη περίπτωση εκείνη της απαλλαγής από μια ανίατη κι επώδυνη αρρώστια ή από μια σοβαρή αναπηρία. Αμέσως μετά έρχεται η σωτηρία προσφιλών προσώπων από κάποιο ναυάγιο ή άλλο ατύχημα ή κάποια θεομηνία. Αυτές είναι μερικές από τις περιπτώσεις που αποκαλύπτεται η απόλυτη αδυναμία του ανθρώπου. Και που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί –έστω και για λίγο- τη συντριβή της αγερωχίας του, την προσωπική του ανεπάρκεια και την ανάγκη της Θείας παντοδυναμίας. Κι είναι οι μόνες ίσως περιπτώσεις που εν ταπεινώσει καταφεύγει σ’ Αυτόν και ικετεύει εναγωνίως την παρέμβασή Του, ως του μόνου δυνατού να τον βγάλει από τη φοβερή κατάσταση, να τον αρπάξει από τα νύχια του θανάτου. Μόνο που θα πρέπει και σ’ αυτές τις περιπτώσεις να καταλήγει πάντοτε με το «γενηθήτω το θέλημά Σου». Κι όχι να το λέει μηχανικά και τυπικά, αλλά να το νιώθει. Απόδειξη δε αυτού αποτελεί

η διάθεση κι ετοιμότητά του ν’ αποδεχθεί αγογγύστως

οποιαδήποτε απάντηση –ή και τη σιωπή- του Θεού, απαντώντας και στην πιο σκληρή κατάληξη με το του Χρυσοστόμου: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» ή το του Ιώβ στην πιο μεγάλη του συμφορά: «αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο ως τω Κυρίω έδοξεν ούτω και εγένετο είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’ 21). Μόνο έτσι εξαγιάζεται και δικαιώνεται ηθικά η επιθυμία και το αίτημά μας για θαυματουργική επέμβαση του Θεού. Υπάρχει και μια ψηλότερη βαθμίδα θέλησης για θαύμα. Είναι εκείνη της μάνας – και πολλών άλλων ασφαλώς- του ιερού Αυγουστίνου, της Μόνικας, η οποία «έχυνε δάκρυα περισσότερα παρά εκείνα, που χύνουν αι μητέρες επί της σορού των προσφιλεστάτων τέκνων των. Διότι, δυνάμει της διαπύρου πίστεως, την οποίαν της είχες –στο Θεό μιλάει ο άγιος- εμπνεύσει, με έβλεπε νεκρόν. (Σημ. Μιλάει ο ίδιος ο άγιος για τη μάνα του. Ο πόνος της οφειλόταν στην αμαρτωλή ζωή του παιδιού της και στη φιλοσοφική και θρησκευτική περιπλάνησή του μακράν του Χριστού.) Και εισήκουσες, Κύριε, την δέησίν της, δεν περιεφρόνησες τα δάκρυά της, τα οποία επότιζαν το έδαφος παντού, όπου προσηύχετο.» Και «έτεινες από τα ύψη το χέρι Σου και με απέσπασες από την άβυσσον του σκότους» (άγ. Αυγουστίνος, Αι εξομοπλογήσεις (μτφρ. Ανδρέου Δαλέζιου), στ’ έκδοσις, Τεύχος Α’, Αθήναι 1980, σ. 57 κ.εξ.) Κάνουν οι σημερινοί γονείς κάτι ανάλογο για τα παιδιά τους ή ο|η σύζυγος


85

για το|τη σύζυγο ή ο|η αδελφός|-ή για τον|την αδελφό|-ή; Το κάνουμε εμείς οι δήθεν χριστιανοί για τα παραστρατημένα παιδιά όλου του κόσμου; Το κάνουμε για τα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονται στην πλάνη ή στην αδιαφορία μετά από 2000 χρόνια παρουσίας του Χριστού στη γη; Ζητάμε φορτικά κι ανυποχώρητα από το Θεό ένα τέτοιο θαύμα; Πόσοι θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε καταφατικά σ’ ένα τέτοιο ερώτημα; Δε μας αφήνει, βλέπετε, η ιδιοτελής μιζέρια μας για τέτοιες πτήσεις… Συχνά προβάλλεται ένας άλλος λόγος απαίτησης του θαύματος, που μοιάζει να είναι ό,τι ιερότερο θα μπορούσε να επιδιώξει ο άνθρωπος: απαιτούμε από το Θεό να κάμει ένα θαύμα, αν θέλει να μας βοηθήσει να πιστεύσουμε. Αυτό δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Και οι άνθρωποι της εποχής Του το ίδιο έκαναν. Επ’ αυτού όμως περισσότερα στο επόμενο κεφάλαιο. Θα κλείσω αυτή την ενότητα με την πιο ‘’ιδιότροπη’’ ομάδα λόγων που θέλουμε το θαύμα. ΄Ολοι τους έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό ή συνδέονται με μια ημιδιαφανή κλωστή: την ανθρώπινη ματαιοδοξία, με μια επίφαση θρησκευτικότητας, φυσικά. Η μία όψη αυτού του φαινομένου-λόγου παρουσιάζεται σαν η πιο εξευγενισμένη,

καθότι

λιγότερο

ιδιοτελής.

Κίνητρο;

Η

θρησκευτική

μας

υπεροπτικότητα, η δικαίωση της θρησκευτικής μας υπεροχικότητας, η ανάδειξη της δικής μας πίστης και θρησκείας ως της μόνης αληθινής και της ‘’δυνατότερης’’ από όλες τις άλλες. Η αντιπαράθεση στο πεδίο του θαύματος με όλες τις άλλες θρησκείες και η κατατρόπωσή τους. ΄Ένα κατάλοιπο, από τα πιο νοσηρά, του παλαιού Ισραήλ. Ας θυμηθούμε τη σύγκρουση του προφήτη Ηλία με τους «προφήτες της αισχύνης» του Βάαλ, τους οποίους, αφού κατεξευτέλισε ο προφήτης του Θεού κι απέδειξε την ανυπαρξία του θεού τους, τους κατέσφαξε μέσα σε μια χαράδρα (Γ’ Βασ. ιη’ 20-40). Δε θέλω να πω μ’ αυτά ότι δε δικαιούμαστε να θεωρούμε την πίστη μας ως τη μόνη αληθινή και άρα υπεροχότερη όλων των άλλων, αλλ’ ότι αυτοί οι τρόποι επιβεβαίωσής του βρίσκεται έξω από το πνεύμα του ορθόδοξου φρονήματος και ήθους μας. Βάθρο της εν Χριστώ ζωής που διδάσκει και προβάλλει η Εκκλησία μας είναι η ταπεινωσύνη, η απλότητα και η ανεκτικότητα, και όχι ο θρησκευτικός σωβινισμός και κομπασμός. Η Εκκλησία δεν κηρύσσει και δεν καυχάται για τον θαυματουργούντα Χριστό, αλλά για τον Εσταυρωμένον, ο οποίος είναι «Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, ΄Ελλησι δε μωρία», ενώ για μας τους πιστούς είναι «Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α’ Κορ. α’ 23-24) Νομίζουμε ότι η παντοδυναμία και το ανυπέρβλητο του Χριστού βρίσκεται κι εκδηλώνεται στα θαύματα και όχι στην πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου! Δείγμα κι αυτό της απομάκρυνσής μας από τον πυρήνα της διδασκαλίας της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου.


86

Στην πίσω όψη της παραπάνω εκτροπής θα συναντήσουμε τη γελοιογραφία της προσωπικής

μας

θρησκευτικότητας.

Θέλουμε

μέσα

από

το

θαύμα

να

υπογραμμίσουμε την προσωπική μας αυτοδικαίωση. Να προβάλουμε και ν’ αναδείξουμε την ‘’έξυπνη’’ θρησκευτική μας επιλογή. Nα βροντοφωνάξουμε στους άλλους ότι δεν ‘’την πατήσαμε’’ όπως τόσοι άλλοι… Κάνουμε το θαύμα μπαϊράκι και το σηκώνουμε ψηλά να το δούνε οι απέναντι, οι παραδίπλα, οι πίσω μας και να … ζηλέψουν. Μπορεί και να τους προκαλούμε να μας δείξουν και κείνοι, αν έχουν, ανάλογα πειστήρια. Δεν αρκούμαστε, φυσικά, σ’ αυτό. Θέλουμε, μέσα από το θαύμα, να υπογραμμίσουμε τη δική μας διαφορετικότητα έναντι και αυτών των ομοπίστων μας. Αν γίνει σε μένα θαύμα, είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν είμαι «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων» (Λουκ. ιη 11). Για να εισακούσει ο Θεός την προσευχή μου και να κάμει το θαύμα αποτελεί επιβράβευση της αρετής μου κι αποδεικνύει το μέγεθος, τη δύναμη και την καθαρότητα της πίστης μου!… Ποιος δα δεν άκουσε κάποιον ή κάποια να διηγείται και να καμαρώνει για κάποιο θαύμα που του|της έγινε! Κι είναι καταφανής συνήθως στην έκφρασή του η προσδοκία να προκαλέσει την έκπληξη και το θαυμασμό των ακροατών του|της. Συνηθέστερο θαύμα αυτής της κατηγορίας είναι τα’ ‘’αποκαλυπτικά’’ όνειρα. Μερικοί, μάλιστα, δίνουν την εντύπωση –πολλές φορές το λένε και ξεκάθαρα- ότι ενεργούν ή αποφασίζουν –ιδίως σε κρίσιμα θέματα- με την καθοδήγηση τέτοιων ονείρων!… Ο τρόπος που παρουσιάζουν το πράγμα σου δίνει την εντύπωση ότι διατηρούν μια συνεχή επικοινωνία με το Θεό. Σαν να συνδέονται μ’ ένα είδος «κόκκινης γραμμής»! ΄Ετσι και σε ιδούνε δε να μην το πολυπιστεύεις, σε αφοπλίζουν με το στερεότυπο: «Μα το είδα ολοζώντανο, σού λέω! Να, καλή ώρα όπως σε βλέπω και με βλέπεις»… Ας πούμε ότι με τα παραπάνω έχουμε μια ακριβή χαρτογράφηση των λόγων που ωθούν τον άνθρωπο να επιζητεί το θαύμα. Ποιος όμως τολμά να ισχυριστεί ότι σκαλίζοντας αυτό τον ωκεανό που λέγεται ανθρώπινη ψυχή θα συναντήσει κάπου τον πυθμένα της; Μόνο ο Χριστός «γινώσκει τι ήν εν τω ανθρώπω» (Ιων. β’ 25). Οι δικές μας επισημάνσεις, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, δεν είναι παρά ένα αντικαθρέφτισμα της ίδιας μας της ψυχής. Μπορεί, βέβαια, η ηθικοπνευματική νοσηρότητα του ανθρώπου να λειτουργεί κατ’ αυτό τον τρόπο, η ‘’λογική’’, αντίθετα, των ενεργειών του Θεού έχει τους δικούς της κανόνες κι αρχές. Γι’ αυτό με τα περισσότερα απ’ όσα αναφέρθηκαν για τον άνθρωπο δε συναντιέται πουθενά. Για το πώς δε ‘’σκέφτεται’’ και ενεργεί ο Θεός επί του προκειμένου δε χρειάζεται να κουράσουμε τη φαντασία μας. Μας το λέει ξεκάθαρα ο ίδιος ή μας το έδειξε με τη ζωή Του. Το πρώτο, ίσως, που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να καταπλήξει, να εντυπωσιάσει, να προκαλέσει παραλήρημα ενθουσιασμού ή


87

τον τρόμο των εχθρών Του να αποσπάσει την αποθέωση ή για να κάμει «επίδειξη δύναμης». Αυτό δεν προκύπτει μόνο από το γεγονός ότι πολλά από τα θαύματά Του φρόντιζε να τα κάμει μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων ή παρουσία όσο γινόταν λιγότερων, αλλά και από τη συνήθειά Του να συνιστά στους ευεργετουμένους Του: «μηδενί ειπείν το γεγονός» (Λουκ. η’ 56) ή «όρα μηδενί είπης» (Ματθ. η’ 4) ή «οράτε μηδείς γινωσκέτω» (Ματθ. θ’ 30) ή «μηδενί είπητε το όραμα» (της Μεταμορφώσεως) (Ματθ. ιζ’ 9) ή «μηδενί μηδέν είπης» (Μάρκ. α’ 44) ή «διεστείλατο (= τους επέστησε την προσοχή) αυτοίς πολλά ίνα μηδείς γνω τούτο» (Μάρκ. ε’ 43). Αυτή την αλήθεια αποκωδικοποιεί θαυμάσια και ο άγιος Πατήρ Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η δε θαυματοποιία ου τω σκοπώ της εκπλήξεως των εντυγχανόντων γίνεται, αλλά προς το χρήσιμον των σωζομένων βλέπει» (Γρηγόριος Νύσσης, Εις τον βίον Μωυσέως, 51, ΒΕΠΕΣ, τ. 65Α, σ. 122). Και ο μέγας Πατήρ Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το εδ. Πράξ. ιβ’ 1, παρατηρεί: «Και διατί, φησίν, ουκ αφήκεν αυτόν (τον Πέτρο) εις τας χείρας εμπεσείν (= να συλληφθεί) Ηρώδου, και τότε εξήρπασεν; (= και τότε να τον ελευθερώσει;) ΄Ότι (= διότι) εκείνο μεν εις έκπληξιν ήγαγεν αν (= απλώς θα προκαλούσε κατάπληξη), τούτο δε υπέρ αυτών εγένετο» (= έγινε για το δικό τους καλό και προς όφελος της αποστολής τους) (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΚΣΤ’, ξα). Υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση στη θεία παντοδυναμία από εκείνη που δέχτηκε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό; τόσο από το αφιονισμένο πλήθος που κραύγαζε: « ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών! σώσον σεαυτόν ει υιός εί του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού» (Ματθ. κζ’ 40), όσο και από τους πρωταγωνιστές του Εγκλήματος αρχιερείς, γραμματείς, πρεσβυτέρους και Φαρισαίους που τον λοιδορούσαν λέγοντας: «άλλους έσωσεν. Εαυτόν ου δύναται σώσαι ει βασιλεύς Ισραήλ εστι, καταβάτω νύν από του σταυρού και πιστεύσομεν επ’ αυτώ» (ό.π., 41). Αν είχε τη δύναμη να το κάμει και δεν ήταν αληθινός Θεός , θα ήταν αδύνατο ν’ αντισταθεί σ’ έναν τέτοιο πειρασμό-πρόκληση. Κι είναι εύκολο να φανταστούμε ποιος πάταγος θα προκαλούνταν αν εκείνη την ώρα ο Χριστός κατέβαινε από το σταυρό! Μόνο που αυτό θα ισοδυναμούσε με θρίαμβο του Σατανά και ματαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου κι όχι με δική Του νίκη… Αλλ’ ο Χριστός και θαύματα έκανε και πολλές φορές δημοσία τα έκαμε, είτε ο ίδιος είτε δια των Αποστόλων Του. Όχι σπάνια δε η εντύπωση που προκαλούνταν στα πλήθη από αυτά ήταν συγκλονιστική, όπως έχει καταγραφεί στα ιερά κείμενα: «και εξέστησαν εκστάσει μεγάλη» (= έμειναν κατάπληκτοι) (Μάρκ. ε’ 42) ή «έλαβε (= κατέλαβε, κυρίευσε) φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν…» Λουκ. ζ’ 16) ή «και εφοβήθησαν» (Μάρκ.ε’ 15) ή «ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν» (Ματθ. θ’ 8) ή «ο γάρ Ιησούς (μετά το θαύμα) εξένευσεν (= κρύφτηκε, χάθηκε μέσα στο πλήθος) όχλου όντος εν τω τόπω» ( του θαύματος) (Ιων. ε’ 13) ή «και είδεν αυτόν (το χωλό) πάς ο


88

λαός περιπατούντα…., και επλήσθησαν θάμβους και εκστάσεως επί τω συμβεβηκότι αυτώ» (Πράξ. γ’ 9-10). Μήπως πρέπει να διαπιστώσουμε κάποια αντίφαση στη συμπεριφορά του Χριστού; Γιατί τη μια θαυματουργεί στην αφάνεια κι απαγορεύει την κοινολόγηση του θαύματος, ενώ κάποια άλλη φορά δρα δημοσία και δεν αποφεύγει την πρόκληση εντυπώσεων; Όχι, γιατί και τα δύο ήταν εξίσου αναγκαία. Κατ’ αρχήν διότι το θαύμα αυτό καθ’ εαυτό εμπεριέχει μέσα στη φύση του την έκπληξη και τον εντυπωσιασμό, ενίοτε δε και το φόβο. Αυτό το είπαμε και στο πρώτο κεφάλαιο, όταν προσδιορίζαμε τις σημασίες του όρου ‘’θαύμα’’. Συνεπώς η κατάπληξη προκαλείται , είτε το θέλουμε είτε όχι, από ένα θαύμα. Αυτό όμως διαφέρει πολύ από το να κάνεις το θαύμα με σκοπό να εντυπωσιάσεις. Κάτι τέτοιο δεν έκαμε ποτέ ο Χριστός . Αντίθετα, το απέφευγε. Από την άλλη όμως ήταν απολύτως αναγκαίο για την εκπλήρωση της αποστολής Του πολλά θαύματα να τα ιδεί ο λαός, ώστε οι καλοπροαίρετοι να πιστέψουν. Γιατί μέσα από τα θαύματα φανερωνόταν η Θεότητά Του. Καιρός όμως να δούμε γιατί ο Κύριος θαυματουργούσε. 1)

Από

φιλανθρωπία

και

συμπόνια

προς

τον

πάσχοντα

άνθρωπο,

ανταποκρινόμενος σε επίμονες παρακλήσεις των δυστυχισμένων ή και με δική Του πρωτοβουλία, εκεί που ο πόνος περίσσευε και η ανθρώπινη ανεπάρκεια, επίσης. Οι τελευταίες είναι συνήθως και οι περιπτώσεις που απέφευγε τη δημοσιότητα του θαύματος. Οι μαρτυρίες των ιερών Ευαγγελιστών είναι άκρως αποκαλυπτικές: «και ιδών αυτήν (τη χήρα) ο Κύριος ε σ π λ α γ χ ν ί σ θ η επ’ αυτή» (Λουκ. ζ’ 13), «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα» (Ματθ. η’ 25), «Κύριε, σώσον με» (Ματθ. ιδ’ 30), «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2), «ελέησον ημάς, υιέ Δαυίδ» (Ματθ. θ’ 27), «και παρακαλούσιν αυτόν ίνα αυτού άψηται» (Μάρκ. η’ 22), «σπλαγχνισθείς δε ο Ιησούς (τους δύο τυφλούς) ήψατο των οφθαλμών αυτών…» (Ματθ. κ’ 34) κ. α. 2) Κυρίως στα πλαίσια και προς διευκόλυνση του σωτηριώδους έργου Του. Αυτό γίνεται σε δύο φάσεις|περιόδους: Πρώτη, κατά την επίγεια ζωή Του. Κατ’ αυτήν το θαύμα επιτελεί διπλό ρόλο: Πρώτον, αποδεικνύει τη Θεότητα του Χριστού: «άνδρα από Θεού αποδεδειγμένον εις υμάς δυνάμεσι και τέρασι και σημείοις οίς εποίησε δι’ αυτού ο Θεός εν μέσω υμών, καθώς και αυτοί οίδατε» (Πράξ. β’ 22), διότι «τα έργα α εγώ ποιώ εν τω ονόματι του Πατρός μου, ταύτα μαρτυρεί περί εμού» (Ιων. ε’ 25) κι εξακολουθείτε ν’ αμφιβάλλετε ότι «υιός του Θεού ειμι; ει ου ποιώ τα έργα του πατρός μου, μη πιστεύετέ μοι ει δε ποιώ, καν εμοί μη πιστεύητε, τοίς έργοις (= στα|από τα θαύματα ) πιστεύσατε» (ό.π., 36-37). Δεύτερον, χρησιμοποιείται από τον Κύριο σαν φουρνέλο για να θρυμματίσει τα παγόβουνα της αδιαφορίας και της ηθικής ή και θρησκευτικής νάρκης, για να ταρακουνήσει κι αποκυλήσει από τις ψυχές τους ογκόλιθους της ειδωλολατρίας. Για να γίνουν αυτά έπρεπε ν’ ανοίξουν κάποια μάτια


89

για να ιδούνε και κάποια αφτιά για ν’ ακούσουν. Τι να ιδούνε; ΄Ότι Αυτός που τους μιλούσε είναι πάνω από άνθρωπος και πάνω από προφήτης ή σοφός δάσκαλος, σαν εκείνους που ήρθαν πρίν απ’ αυτόν ή και συγχρόνους τους. Αν δεν έκανε αυτά τα θαύματα κι αν δεν υπήρχαν και κάποιοι να τα ιδούνε με τα μάτια τους, πώς θα έφτανε η φήμη Του «εις όλην την γήν εκείνην» (Ματθ. θ’ 26) ή πώς θα λέγανε τα πλήθη «ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16) ή πώς θα φανέρωνε «την δόξαν αυτού» που ήταν τόσο αναγκαίο ακόμα και για τους Μαθητές Του να πιστεύσουν «εις αυτόν» (Ιων. β’ 11) ή πώς θ’ αναγκάζονταν κάποιοι να ομολογήσουν δημοσία «ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ» (Ματθ. θ’ 33) καταθορυβώντας τους Φαρισαίους, ή πώς θα γινόταν εκείνος ο γόνιμος σάλος γύρω από τον εκ γενετής τυφλό (Ιων. θ’ 1-39) ή πώς θα τρέχανε να πάνε κοντά στο Χριστό τόσοι Σαμαρείτες αν δεν άκουγαν τη συμπατριώτισσά τους να τους διαβεβαιώνει ότι συνάντησε κάποιον «ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα μήτι (= μήπως) ούτός εστι ο Χριστός;» (Ιων. δ’ 29-30) ή αν δε γινόταν κατά το γνωστό συγκλονιστικό τρόπο η ανάσταση του Λαζάρου πώς θα είχαμε εκείνο το «πολλοί ούν εκ των Ιουδαίων, οι ελθόντες προς την Μαρίαν και θεασάμενοι α εποίησεν ο Ιησούς, ε π ί σ τ ε υ σ α ν εις αυτόν»; (Ιων. ια 45). Κι αν δεν ακουγόταν ο εκκωφαντικός ήχος κάποιου θαύματος, πώς θα ξεβούλωναν τα μακροχρονίως ταπωμένα αφτιά ώστε ν’ αναφωνούν οι ακροατές Του: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο αννθρωπος» (Ιων. ζ’ 46) ή να εκπλήσσονται «οι όχλοι επί τη διδαχή αυτού» (Ματθ. ζ’ 28) κ.ά.; Κι ήταν πνευματικά βαρήκοοι οι άνθρωποι, τόσο που αναγκαζόταν συχνά ο Κύριος να χτυπάει δυνατά το αφυπνιστήριό Του: «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. ια’ 15. Μάρκ. δ’ 9. Λουκ. η’ 8 ιδ’ 35). Το θαύμα έφερνε πάντα το επιδιωκόμενο

αποτέλεσμα;

΄Όχι

βέβαια.

΄Όπως

και

σήμερα,

άλλωστε.

Χαρακτηριστική περίπτωση των δέκα λεπρών. Και οι δέκα θεραπεύτηκαν. Κι όμως μόνο ένας ‘’σώθηκε’’! Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλ. ό,τι πιο μισητό για τους δήθεν ‘’εκλεκτούς’’ Εβραίους ( Λουκ. ιζ’ 11-19) 3) Για να φανερώσει τη Θεότητά Του. Κι ήταν το μόνο αποτελεσματικό μέσο για να ξεπεράσει την πνευματική τύφλα των συγχρόνων Του και να διεγείρει το κοιμισμένο ενδιαφέρον τους. Αυτό θα μας πεί κι ο Δίδυμος: « Αρκεί γάρ και μόνα τα θαύματα εμφαίνειν την άναρχον και απροσδεή αυτού θεότητα…» (Δίδυμος Αλεξανδρεύς, Κείμενα, ΒΕΠΕΣ,τ. 44, σ. 105). Δεν είναι λίγες δε οι περιπτώσεις που το ζητούσαν επίμονα και οι ακροατές Του, άλλοτε καλόπιστα κι άλλοτε κακόπιστα και κακόβουλα, είτε «ίνα επιλάβωνται αυτού» (= για να Τον συλλάβουν) (Λουκ. κ’ 20) είτε «πειράζοντες αυτόν» (Μάρκ. η'11). Ο Κύριος, βέβαια, δεν ικανοποιούσε τέτοιου είδους απαιτήσεις. Με πολλή προσοχή κι άλλη τόση φειδώ άφηνε τη θεότητά Του να λάμψει μέσα από το θαύμα. ΄Ένα από τα χαρακτηριστικότερα θαύματα αυτής της


90

κατηγορίας αποτελεί η Μεταμόρφωσή Του πάνω στο όρος, εκεί όπου «εγένετο το είδος του προσώπου αυτού έτερον και ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων» (Λουκ. θ’ 29) κι ακούστηκε από τον ουρανό η φωνή του Πατέρα: «ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματθ. ιζ’ 5). Σε άλλη περίπτωση «ιδόντες οι όχλοι (τη θεραπεία του παραλυτικού) εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν» (Ματθ. θ’ 8), ενώ κατά τη θεραπεία του τυφλού και χωλού «εξίσταντο πάντες ο όχλοι και έλεγον μήτι (= μήπως) ούτός εστιν ο Χριστός…;» (Ματθ. ιβ’ 23) και μετά τη θεραπεία του κωφού μογιλάλου «υπερπερισσώς εξεπλήσσοντο» (Μάρκ. ζ’ 37), ενώ εξ αφορμής της θεραπείας της συγκύπτουσας γυναίκας «κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ (= οι πολέμιοί Του) και πάς ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ’ αυτού» (Λουκ. ιγ’ 17).  Η δεύτερη περίοδος της σωτηριώδους θαυματουργίας αρχίζει μετά την Πεντηκοστή και περιλαμβάνει κυρίως τους αποστολικούς χρόνους. Τα θαύματα κατ’ αυτήν εκπληρούσαν διπλό σκοπό. Πρώτον , επικύρωναν και επιβεβαίωναν κι αποδείκνυαν την εγκυρότητα και τη θεία προέλευση της διδασκαλίας των Μαθητών και των λοιπών κηρύκων του Ευαγγελίου. Θα μας το πει με λακωνική λιτότητα κι επιγραμματικότητα ο Μάρκος στην κατακλείδα του Ευαγγελίου του: «εκείνοι δε ( δηλ. οι Μαθητές) εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μάρκ. ιστ’ 20), ώστε να επαναλαμβάνουν οι ακροατές τους κάτι ανάλογο που λέγανε για τον Κύριο: «… ραββί, οίδαμεν ότι από Θεού ελήλυθας διδάσκαλος ουδείς γάρ ταύτα τα σημεία δύναται ποιείν α συ ποιείς, εάν μη η΄ο Θεός μετ’ αυτού» (Ιων. γ’ 2). Αυτή η έντονη παρουσία του Θεού στο έργο των Αποστόλων έκανε τον Παύλο να συνιστά: «Δια τούτο δεί περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι», γιατί «πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας; ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι δια του Κυρίου,…συνεπιμαρτυρούντος του Θεού σημείοις και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι…» (Εβρ. β’ 1,3,4). Μόνο μετά από ένα θαύμα μπορούσε ο Πέτρος να στέκεται άτρομος μπροστά στους Εβραίους δικαστές του και να ομολογεί με παρρησία και να δίνει μαρτυρία αφοπλιστική και στους ίδιους και στο λαό « ότι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού…, εν τούτω ούτος (δηλ. ο θεραπευθείς) παρέστηκεν ενώπιον υμών υγιής …και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία…» (Πράξ. δ’ 10-12) με αποτέλεσμα οι κατήγοροί τους «βλέποντες συν αυτοίς εστώτα τον τεθεραπευμένον, ουδέν είχον αντειπείν» (ό.π., 14). Τα θαύματα δεν ισχυροποιούσαν μόνο το λόγο των Αποστόλων ώστε να γίνεται αποδεκτότερος από τους ακροατές τους, αλλά ταυτόχρονα στήριζαν αποφασιστικά στην πίστη και τις νεοσύστατες χριστιανικές κοινότητες εν μέσω τόσων εχθρών και κινδύνων, ώστε να παρακαλεί εν μέσω


91

ενθουσιασμού το σωτήρα της: «Και τα νυν, Κύριε, έπιδε επί τας απειλάς αυτών, και δος τοις δούλοις σου μετά παρρησίας πάσης λαλείν τον λόγον σου εν τω την χείρά σου

εκτείνειν σε εις ίασιν και σημεία και τέρατα γίγνεσθαι δια του ονόματος…»

(Πράξ. δ’ 29-30). Επιπλέον τα θαύματα λειτουργούσαν και σαν μια ασπίδα προστασίας των Αποστόλων, ζωτικότατης σημασίας στην υπόθεση της επικράτησης της βασιλείας του Θεού επί της γης: «Δια δε των χειρών των αποστόλων εγίνετο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά… των δε λοιπών ουδείς ετόλμα κολλάσθαι αυτοίς, αλλ’ εμεγάλυνεν αυτούς ο λαός» (Πράξ. ε’ 12-13). Και μόνο απ’ αυτές τις μαρτυρίες γίνεται φανερό πόσο ισχυροποιούνταν μέσα από το πλήθος και το μέγεθος των θαυμάτων ο λόγος|κήρυγμα των Αποστόλων και πόσο στηρίζονταν στην πίστη τους οι χριστιανοί. Δεύτερον, με τα θαύματα επισφραγιζόταν η ιδιότητα και η αποστολή των ίδιων των Αποστόλων. Τόσο πολύ, μάλιστα, που μερικές φορές έφτανε στα άκρα, μέχρι και τη θεοποίησή τους.! Κάτι τέτοιο έγινε στα Λύστρα με τον Παύλο και το Βαρνάβα, όπου «οι όχλοι ιδόντες ο εποίησεν ο Παύλος επήραν την φωνήν αυτών Λυκαονιστί λέγοντες οι θεοί ομοιωθέντες ανθρώποις κατέβησαν προς ημάς» (Πράξ. ιδ’ 11), ο δε ιερέας του Δία ετοιμαζόταν να προσφέρει θυσία προς τιμήν τους στην είσοδο της πόλης.Οι δύο Απόστολοι αντέδρασαν με οργή και αγανάκτηση για την ασέβεια που πήγαινε να συντελεστεί, κι αφού ξέσχισαν τα πανωφόρια τους, όρμησαν ανάμεσα στα εκστασιασμένα πλήθη κραυγάζοντας: «άνδρες, τι ταύτα ποιείτε;», καταλαβαίνετε τι πάτε να κάμετε; (ό.π., 14-16) Και μεις άνθρωποι σαν και σας είμαστε. Και δεν απέτρεψαν έτσι μόνο μια ειδωλολατρική εκδήλωση, αλλά ταυτόχρονα πέρασαν και το μήνυμα περί του αληθινού Θεού. Δεν είναι φυσικά η μόνη περίπτωση συγκλονισμού που προκαλούνταν εξ αφορμής ενός θαύματος με αγαθότατες συνέπειες στην ενίσχυση του κύρους των Αποστόλων και στη διάδοση κι αποδοχή της νέας πίστης. «Τούτο (το θαύμα) δε εγένετο γνωστόν πάσιν Ιουδαίοις και ΄Ελλησι…., και επέπεσε φόβος επί πάντας αυτούς, και εμεγαλύνετο το όνομα Κυρίου Ιησού πολλοί τε των πεπιστευκότων ήρχοντο…Ούτω κατά κράτος ο λόγος του Κυρίου ηύξανε και ίσχυεν.» (Πράξ. ιθ 17-20). Μετά από ένα θαύμα οι Απόστολοι αισθάνονταν πιο σίγουροι για την αποστολή και την ιδιότητά τους, με αποτέλεσμα απτόητοι να ομολογούν μπροστά στους ισχυρούς του Ισραήλ: «και ημείς εσμεν αυτού (του Χριστού) μάρτυρες των ρημάτων τούτων» (Πράξ. ε’ 32) Κάτι που ήταν αδύνατο στους διώκτες τους να το αμφισβητήσουν, αποδυναμωμένοι απέναντί τους από τις τόσο ‘’δυναμικές’’ επεμβάσεις του Κυρίου. Τα θαύματα ήταν, κατά κάποιο τρόπο, τα ναρκαλιευτικά που μπαίνανε μπροστά από τους Αποστόλους και καθάριζαν το πεδίο δράσης τους από τις νάρκες της εχθρότητας και των εμποδίων που έβαζε ο Διάβολος στο έργο τους.


92

4) Για να διδάξει. Το θαύμα ήταν ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα που χρησιμοποίησε ο Κύριος και οι Απόστολοι για να ‘’περάσουν’’ στους ανθρώπους πολλά από τα σωτήρια μηνύματά τους ή που έδινε την κατάλληλη αφορμή|ερέθισμα για κάποια νέα διδασκαλία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του επί 38 χρόνια κατάκοιτου παραλυτικού, στον οποίο βρήκε την ευκαιρία ο Χριστός, μετά τη θεραπεία του, να φανερώσει τη στενή σχέση αμαρτίας και αρρώστιας¨: «ίδε υγιής γέγονας μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοι τι γένηται» (Ιων. ε’ 14). Σε άλλη δε ευκαιρία, με τη θεραπεία του κουλού, ο Κύριος πήρε αφορμή να διαλύσει τη θολούρα-ταμπού της αργίας του Σαββάτου λέγοντας στους επικριτές Του ότι «έξεστι (= είναι επιτρεπτό) τοις σάββασιν καλώς ποιείν» (= να ευεργετεί) (Ματθ. ιβ’ 12) και σε άλλη ευκαιρία να πεί την αιώνια αλήθεια: «το σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το σάββατον» (Μάρκ. β’ 27) Είναι εκπληκτικός ο πλούτος των αληθειών που προέκυψαν κατά τη διαδικασία της ανάστασης του Λαζάρου: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται» (κι όχι πέθανε) – «εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή» – «εάν πιστεύσης, όψει (= θα ιδείς) την δόξαν του Θεού» (Ιων. ια’ 11, 26, 40) ή από τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού: «ίνα φανερωθή τά έργα του Θεού εν αυτώ» – «έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι» – «φως ειμί του κόσμου» – «ει μη ην ούτος (ο Χριστός) παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν» – «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιων. θ’ 3,4,5,33,39). Και για να πούμε κάτι γενικό κι αμετακίνητο: Από όλα όσα γνωρίζουμε για τις μυστηριώδεις και κρυφές βουλές του Θεού προκύπτει ότι ΟΛΑ τα θαύματα που έκαμε και κάνει ο Θεός αποβλέπουν και συντελούν –άμεσα ή έμμεσα- σε έναν και μοναδικό σκοπό: την αιώνια λύτρωση του ανθρώπου, είτε ως ατόμου είτε στα πλαίσια της κοινότητας. Με τα θαύματα ο Θεός καλεί τον μέν αμαρτωλόν σε μετάνοια, τον δε πλανεμένο ή στην άγνοια ευρισκόμενο να γυρίσει|έρθει κοντά Του, απαρνούμενος την πλάνη και τις συνέπειές της. Για το Θεό όλα τα άλλα δεν έχουν καμιά –ή έχουν πολύ μικρή- αξία. Είναι ανόητο, συνεπώς, να περιμένουμε από το Θεό να λύνει τα καθημερινά μας προβλήματα με θαύματα. Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να καταργήσει τον πόνο, τη θλίψη, τις αποτυχίες, τους κινδύνους, το θάνατο και τη δυστυχία, αλλά για να καταλύσει το φόβο του θανάτου (Εβρ. β’ 15), προσφέροντας ως φάρμακο κι αντίδοτο την προοπτική της αθανασίας και της αιωνιότητας, και ν’ αποδυναμώσει «τον το κράτος (= δύναμη, εξουσία) έχοντα του θανάτου, τούτ’ έστι τον διάβολον» (ό.π., 14). Αυτό ασφαλώς δε σημαίνει ότι εμείς δεν πρέπει να παρακαλούμε με πίστη το Θεό σε δύσκολες καταστάσεις και να του ζητούμε «να κάμει το θαύμα» Του. Οφείλουμε, εντούτοις, να Του έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη και ν’ αφήνουμε στη δική Του δίκαιη κρίση την τελική απόφαση. Και να είμαστε


93

έτοιμοι ν’ αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα όποια κι αν είναι αυτή. Εκείνο που δεν πρέπει οπωσδήποτε να παραλείπουμε, είναι να ζητάμε από το Θεό να μας αξιώσει της αιώνιας βασιλείας Του (Ματθ. στ’ 33) και να μας ενισχύει πρώτ’ απ’ όλα στον αγώνα για τη σωτηρία μας κι έπειτα στην αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών και δοκιμασιών που μας επιφυλάσσει η ζωή. Σ’ αυτά ο Θεός δεν είναι σφιχτοχέρης. Αρκεί και μεις να μην είμαστε ανεπαρκείς σε πίστη… Υπάρχουν, ακόμα, και περιπτώσεις θαυματουργικής παρέμβασης του Θεού στην πορεία του συνόλου της ανθρωπότητας ή κάποιου μικρότερου ανθρώπινου συνόλου μέσα στα πλαίσια του προαιώνιου σχεδίου Του για τα έσχατα του κόσμου. Είναι εντελώς έξω από τις προθέσεις του γράφοντος ν’ αμφισβητήσει ούτε και για ελάχιστο την παρέμβαση του Θεού στη ζωή του κάθε ανθρώπου, είτε προσκαλούμενος είτε με δική Του πρωτοβουλία, για να διευκολύνει την υπόθεση της σωτηρίας μας. Μόνο που συνήθως αυτές οι επισκέψεις Του δεν έχουν τα τυπικά στοιχεία ενός θαύματος, και γι’ αυτό είτε δεν τις αντιλαμβανόμαστε καν είτε τις υποψιαζόμαστε από τα αποτελέσματα. ΄Οσοι, βέβαια, μπορούμε ή θέλουμε να βλέπουμε στα γεγονότα το «δάκτυλο του Θεού». ΄Οσο για τους τρόπους που ο Θεός επεμβαίνει στην Ιστορία και τη δρομολογεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, αυτοί μας είναι άγνωστοι. Κι ούτε υπάρχει λόγος να τους ξέρουμε.  Αν θα θέλαμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα από την παρουσίαση κι ανάλυση που προηγήθηκε, αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα εξής: α) Μεγάλη απόσταση χωρίζει τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι θέλουν και κυνηγούν το θαύμα και εκείνους για τους οποίους ο Θεός θα δεχόταν να κάμει το θαύμα. β) Οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι, έχουν μια ψύχωση με το θαύμα. Ακόμα και κείνοι που το χλευάζουν όχι απλά το δέχονται για τον εαυτό τους, αλλ’ έρχονται στη ζωή τους στιγμές που εκλιπαρούν να τους συμβεί. γ) Οι άνθρωποι βλέπουν το θαύμα, σχεδόν αποκλειστικά, σαν ένα μαγαζί, σαν μια ακόμα δυνατότητα αντλήσεως ωφελιμάτων, σαν ένα χρυσωρρυχείο ανεξάντλητο, σαν ένα μέσο –το ισχυρότερο και το έσχατο- επίλυσης των καθημερινών τους προβλημάτων, φυγής από τα εδιέξοδα, αλλά και επίδειξης και κομπασμού και καταξίωσης στα μάτια των συνανθρώπων τους. Αυτά –κι όλα τα συναφή- συνιστούν ασέβεια κι οδηγούν στην πλήρη απαξίωση του θαύματος. δ) Υπάρχουν ανθρώπινες ανάγκες κι επιδιώξεις απολύτως συμβατές με το αποκαλυμμένο θέλημα του Θεού και με τη διάθεσή Του ν’ απαντήσει ακόμα και με θαύμα. Μόνο τέτοια θαύματα δικαιούμαστε να ζητούμε από το Θεό. Η


94

επίκληση της θείας βοήθειας και προστασίας είναι κάτι πολύ διαφορετικό, γι’ αυτό και πάντα ευπρόσδεκτη από το Θεό. ε) Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι για το τι μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο θαύματος και τι όχι. Αυτό ανήκει στη σφαίρα της αποκλειστικής ‘’αρμοδιότητας’’ του Θεού να το κρίνει και να το αποφασίσει. Εκείνο που σίγουρα είναι ανεπίτρεπτο για μας είναι να καταντάμε χυδαίοι στις απαιτήσεις μας για θαύμα. Και γινόμαστε τέτοιοι οσάκις παίζουμε μαζί του, οσάκις το κατεβάζουμε σε επίπεδο συναλλαγής ή βιοπορισμού ή ικανοποίησης κάποιας ματαιοδοξίας μας. στ) Ο χώρος του θαύματος είναι ιερός. ΄Αρα θα πρέπει να μπαίνουμε σ’ αυτόν με πολύ σεβασμό. ζ) Ο Θεός ενεργεί πάντοτε –άρα και όταν θαυματουργεί – με γνώμονα το πραγματικό μας συμφέρον, που δεν είναι άλλο από την αιώνια σωτηρία μας

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑ Στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο θα εξετάσουμε την πίστη ως αίτιο και προϋπόθεση του θαύματος και το θαύμα ως παραγωγό ή ενισχυτή της πίστης.


95

΄Οσον αφορά το πρώτο σκέλος, είπαμε ήδη αρκετά στο κεφάλαιο για τις προϋποθέσεις πραγματοποίησης ενός θαύματος. Θα προσπαθήσουμε να μην τα επαναλάβουμε εδώ. Πρόθεσή μας είναι να πούμε μόνο όσα απαιτούνται για την ολοκλήρωση του θέματος. ΄Οσα δηλ. παραλείφθηκαν εκεί ή δεν τονίστηκαν όσο έπρεπε, επειδή από τη φύση τους δε συνδέονταν άμεσα με το αντικείμενο εκείνου του κεφαλαίου. Αν υπάρξουν και κάποιες αναπόφευκτες επαναλήψεις, ας δείξει κατανόηση ο αναγνώστης. Η σύνδεση της πίστης με το θαύμα είναι και βαθιά και πολύπλευρη. Μερικές φορές, θα έλεγα, και περίεργη. Μια απόλυτη διατύπωση θα ήταν: αποκλείεται να προκύψει θαύμα χωρίς πίστη. Μια άλλη διατύπωση –ίσως ακόμα δυνατότερη- που προκύπτει από πολλές ρητές μαρτυρίες της Κ. Διαθήκης είναι: Μόνο με την πίστη φτάνουμε στο θαύμα. Ας θυμίσω στην αγάπη σας μερικές απ’ αυτές: «η πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. θ’ 22), «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι; λέγουσιν αυτώ ναι, Κύριε» (ό.π., 28), «και ουκ εποίησεν εκεί δυνάμεις πολλάς δια την απιστίαν αυτών» (Ματθ. ιγ’ 58). Απορούν οι Μαθητές που δεν κατάφεραν – μολονότι ήδη ο Κύριος τους είχε εφοδιάσει με τη σχετική δύναμη- εκείνοι να βγάλουν το δαιμόνιο από το παιδί και ρωτούν τον Κύριο: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Και Κείνος: «δια την α π ι σ τ ί α ν υμών» (Ματθ. ιζ’ 19-20). Και στον αρχισυνάγωγο: «μη φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. ε’ 36), ενώ στην αιμορροούσα γυναίκα: «θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε» (ό.π., 24). Στο δυστυχισμένο δε πατέρα –και ταλαντευόμενο, όπως φαίνεται, στην πίστη- του δαιμονιζόμενου παιδιού είπε τον αιώνιο λόγο: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23), κι ο πατέρας συντετριμμένος ανασταίνεται στην πίστη: «πιστεύω, Κύριε» (ό.π., 24). Τι σημαίνουν αυτά; ΄Ότι η πίστη, και μάλιστα η θαυματουργούσα, είναι ηθικό κατόρθωμα είναι μια κυρίαρχη δύναμη μέσα στην ψυχή, ριζωμένη ως τα κατάβαθά της, και όχι υπόθεση μιας απλής λεκτικής ομολογίας. Για ν’ αντιληφθούμε την κρισιμότητα του ρόλου της πίστης στην επέλευση του θαύματος, αρκεί να πούμε ότι η έλλειψή της αποδυναμώνει κι απενεργοποιεί τη θαυματουργική δύναμη ακόμα κι αυτού του Χριστού! Αν το έλεγα εγώ αυτό , δικαιολογημένα θα κατηγορούμουν ως ασεβής και υβριστής. Μας το λέει, ευτυχώς, ξεκάθαρα ο ευαγγελιστής: «και ουκ ηδύνατο (ο Χριστός) εκεί ουδεμίαν δύναμιν (=θαύμα) ποιήσαι… δια την απιστίαν αυτών» (Μάρκ. στ’ 5-6). Και αυτό, θα μας πεί ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, «Ουχ ότι αυτός ασθενής (= αδύναμος) ην , αλλ’ ότι (= επειδή) εκείνοι άπιστοι ήσαν… Εν δε ταις θαυματουργίαις χρεία (= είναι αναγκαία) της τε του ποιούντος δυνάμεως και της των δεχομένων πίστεως». Η πίστη, δηλαδή, έρχεται να μπολιάσει και να συμπληρώσει τη θεία παντοδυναμία, δίνοντάς της το δικαίωμα|’’άδεια’’ να επιτελέσει το θαύμα. Χωρίς αυτό το μπόλιασμα, θαύμα δε γίνεται. Χωρίς αυτή τη συνάντηση, η θεία παντοδυναμία μένει ανενεργός. ΄Όπως η


96

βόμβα χωρίς τον πυροκροτητή. Μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί η μονότονη επανάληψη από τον Κύριο εκείνου του: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Επιδιώκει μ’ αυτό να γίνει συνείδηση στον ευεργετηθέντα ότι χωρίς τη δική του συμβολή δε θα μπορούσε να γίνει ό,τι έγινε ότι ένα μέρος του θαύματος οφείλεται και σ’ αυτόν. Το ίδιο λέει και σε μας: μην περιμένετε να δείτε θαύμα χωρίς τη δική σας ενεργό συμμετοχή. Και τέτοια δεν είναι τα φλύαρα παρακάλια χωρίς πίστη. Κι όχι όποια κι όποια πίστη, αλλά θερμουργό, καρδιάς λαμπικαρισμένη από κάθε ψεγάδι αμφιβολίας, του θαυματοκτόνου ορθολογισμού ή του μικρόψυχου υπολογισμού. Και για να δανειστώ μια φράση που συνήθως χρησιμοποιείται από άλλους και για άλλες περιπτώσεις: το θαύμα δε χαρίζεται, κατακτιέται. Και πληρώνεται με το σκληρότερο νόμισμα, την π ί σ τ η. Σαν κι αυτή, π.χ., που είχε και ο τυφλός της Ιεριχούς. Δε φλυαρούσε, βέβαια, γύρω από την πίστη. Μόνο φώναζε και έλεγε: λυπήσου με. Ούτε Εκείνος τον ρώτησε αν πιστεύει. Άλλο τον ρώτησε, πιο παράξενο: «τι σοι θέλεις ποιήσω;» – «ίνα αναβλέψω». Κι αμέσως η επιβράβευση της γεμάτης πίστη καρδιάς του: «ύπαγε, η πίστις σου σέσωκέ σε.» (Μάρκ. ι’ 47, 51-52). Ο Πέτρος, βλέποντας την ξηραμένη συκιά, λέει έκπληκτος στον Κύριο: «ραββί, ίδε η συκή ην κατηράσω εξήρανται.» Και ο Κύριος: «έχετε πίστιν Θεού» (Μάρκ. ια 21-22). Να και μια εντελώς διαφορετική περίπτωση: Στην Κανά πλησιάζει τον Κύριο ένας αυλικός και του ζητάει να πάει στο σπίτι του και να γιάνει το βαριά άρρωστο παιδί του. ΄Όλα δείχνουν ότι του το ζητάει ‘’από θέσεως ισχύος’’, χωρίς ίχνος ταπείνωσης και πίστης κι όταν διαπιστώνει ότι ο Κύριος δείχνει να μη λαμβάνει και πολύ (στην ουσία καθόλου) υπόψη Του το αξίωμά του, ώστε να ποδαριαστεί να του κάμει τη χάρη, φαίνεται απαιτητικός: «Κύριε, κατάβηθι πριν αποθανείν το παιδίον μου». Ο Κύριος τον επιπλήττει μεν για την ολιγοπιστία (ή και απιστία) του, μολοντούτο το θαύμα γίνεται –«πορεύου ο υιός σου ζη»-, χωρίς ο Ιησούς να πάει στο σπίτι του και χωρίς να προηγηθεί η πίστη του πατέρα. Μόνο όταν ο τελευταίος γύρισε στο σπίτι του και είδε το παιδί του υγιές και πληροφορήθηκε την ακριβή ώρα της θεραπείας τα πράγματα άλλαξαν. Τι έγινε; «επίστευσεν αυτός και η οικία (= οικογένεια) αυτού όλη» (Ιων. δ’ 47-53). Τι σημαίνουν αυτά; ΄Ότι ναι μεν προαπαιτείται η πίστη για να γίνει το θαύμα, αλλ’

ο Κύριος δεν είναι δέσμιος καμιάς προϋπόθεσης και κανενός απαράβατου

κανόνα. Κι ακόμα, ότι για τον Κύριο το ουσιώδες είναι να επέλθει το σωτήριο αποτέλεσμα, άσχετα πότε. Και ο Κύριος γνώριζε ότι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση θα συνέβαινε. Κι έγινε με το παραπάνω: πίστεψε ολόκληρη η οικογένειά του. Η πίστη, όμως, δεν είναι αναγκαία μόνο από το δέκτη του θαύματος, αλλά και από το συνεργό του Θεού στη διαδικασία επιτέλεσής του: «αμήν αμήν λέγω (= σας διαβεβαιώνω) υμίν, ο πιστεύων εις εμέ τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιων. ιδ’ 12) .


97

Οι άγιοι Πατέρες, και προπάντων ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κάνουν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην πίστη στο δόγμα και στην πίστη που θαυματουργεί, που μεταθέτει όρη. Ερμηνεύοντας ο ιερός Πατέρας σχετικό χωρίο, λέει: «Ου την (πίστιν) των δογμάτων (εννοεί), αλλά την των σημείων περί ων φησιν εάν έχητε πίστιν… ερείτε τω όρει τούτω…». Αυτή η πίστη είναι υψηλής ποιότητας και όχι μια θεωρητική αποδοχή των δογμάτων. Τέτοια πίστη, εξάλλου, διέγνωσε, κατά τον ιερό συγγραφέα των Πράξεων, και ο απόστολος Παύλος στο πρόσωπο του εκ γενετής τυφλού που καθόταν ανάμεσα στους ακροατές του στα Λύστρα. Κάποια στιγμή ο Απόστολος «ατενίσας αυτώ και ιδών ότι πίστιν έχει του σωθήναι» (= να θεραπευθεί), του είπε με δυνατή φωνή: «ανάστηθι επί τους πόδας σου ορθός» και κείνος « ήλατο (= χοροπηδούσε) και περιεπάτει» (Πράξ. ιδ’ 9-10). Αυτή δε η διάκριση της πίστης σε δογματική, δηλαδή θεωρητική παραδοχή της ύπαρξης του Θεού (όχι φυσικά οποιουδήποτε Θεού ή μιας ‘’ανώτερης δύναμης’’, αλλά του αληθινού Τριαδικού Θεού), και σε πίστη θαυματουργική είναι υψίστης για τη ζωή μας και τη σωτηρία μας σημασίας. Ασφαλώς η δεύτερη προϋποθέτει την πρώτη, αλλά αν μείνουμε μόνο σ’ αυτή, σαν εκείνη, π.χ., τη χωρίς καμιά συνέπεια

ή προέκταση ομολογία των

επιβατών του πλοίου «αληθώς Θεού υιός ει» (Ματθ. ιδ’ 33), δεν κάνουμε τίποτε περισσότερο από ό,τι και τα δαιμόνια διότι και αυτά όχι μόνο «πιστεύουσι», αλλά «και φρίττουσι» (Ιακ. β’ 19). Το είδαμε στην περίπτωση των δύο δαιμονιζομένων των Γεργεσηνών, όπου το δαιμόνιο πέφτει, προσκυνεί το Χριστό κι ομολογεί μεγαλόφωνα: «τι εμοί και σοί, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; ορκίζω σε (= σε εξορκίζω, σε ικετεύω) τον Θεόν, μη με βασανίσης» (Μάρκ. ε’ 7) ενώ σε άλλη περίπτωση τα πονηρά πνεύματα πειθάρχησαν ολοπρόθυμα στην εντολή του Κυρίου, «ότι ήδεισαν (= ξέρανε) αυτόν Χριστόν είναι» (Μάρκ. α’ 34). Αλλού δε έκραζαν «λέγοντα ότι συ ει ο υιός του Θεού» (Μάρκ. γ’ 11). ΄Εχοντας δε και αρκούμενοι σε μια τέτοια πίστη, είναι σαν να κουβαλάμε στην ψυχή μας ένα νεκρό (Ιακ. β’ 17). Και δεν είμαστε παρά ένα ζωντανό| περιφερόμενο νεκροταφείο! Αυτή δε η πίστη δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με το θαύμα, καμιά πιθανότητα και δυνατότητα να παραγάγει θαύμα ή πνευματική εν Χριστώ ζωή. Ας το ιδούμε αυτό μ’ ένα παράδειγμα. Τη στιγμή που ο πιστός αρχισυνάγωγος θερμοπαρακαλούσε τον Κύριο να σπεύσει στο σπίτι του για να προλάβει και να σώσει το ετοιμοθάνατο κορίτσι του, έρχονται απεσταλμένοι φέρνοντάς του τη δυσάρεστη είδηση: «η θυγάτηρ σου απέθανε». Το οικοδόμημα της ψυχής του σειέται συθέμελα, έτοιμο να καταρρεύσει. Ο Κύριος το διαβλέπει και σπεύδει να τον στηρίξει: «μη φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. ε’ 35, 36). Αν εσύ συνεχίσεις να πιστεύεις το ίδιο έντονα όπως όταν ήρθες και με συνάντησες, να είσαι βέβαιος ότι τίποτε δε χάθηκε. …


98

Κι αυτή μεν είναι η πορεία από την πίστη στο θαύμα. Υπάρχει όμως και η αντίστροφη κίνηση: από το θαύμα στην πίστη. Μήπως τουλάχιστο εδώ έχουμε μια πιο ευθύγραμμη, πιο ομαλή πορεία; Κάθε άλλο. Ας την παρακολουθήσουμε, όμως, από πιο κοντά. Πρώτα-πρώτα ότι η σχέση θαύματος και πίστης είναι ή συμπληρωματική| ενισχυτική ή παραγωγική. Στην πρώτη περίπτωση το θαύμα έρχεται να προσθέσει πίστη πάνω στην πίστη, που υπάρχει μεν ήδη, αλλ’ είναι ελλιπής. Βοηθάει, δηλ., το θαύμα στο συμπλήρωμα της πίστης – ποσοτικό στοιχείο. Ως τέτοιες περιπτώσεις θαυμάτων μπορούμε ν’ αναφέρουμε, π.χ., αυτό που είπε ο Κύριος στους Μαθητές Του, όταν τους ανήγγειλε το θάνατο του φίλου του Λαζάρου: «Και χαίρω δι’ υμάς, ίνα πιστεύσητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιων. ια 15). Οι Μαθητές δεν ήταν άπιστοι. Ολιγόπιστοι ήταν, αμφιβολίες είχαν. ΄Ισως και οι ίδιοι να μην είχαν σαφή επίγνωση της πραγματικής τους κατάστασης. Αυτό θα μας το πούνε καθαρά και οι ιεροί ερμηνευτές του χωρίου: «΄Ινα πιστεύσητε πλέον (= περισσότερο), όταν ίδητε αυτόν (το Λάζαρο) ανιστάμενον» (Ζιγαβηνός), και κατά το Θεοφύλακτο Βουλγαρίας: «Μειζόνως (= περισσότερο) εις την πίστιν βεβαιωθήσεσθε την εμήν, όταν ίδητέ με και τούτο δυνάμενον ο μήπω (=ποτέ) πρότερον

(προηγουμένως) επεδειξάμην,

διερρυηκότα (= αυτόν που έχει εξαφανιστεί) ήδη νεκρόν και όζοντα… εξανιστάν». Κάτι ανάλογο συνέβη και μετά το θαύμα του γάμου της Κανά: «…και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού» (Ιων. β’ 10). Η συμβολή του θαύματος, όμως, στην πίστη δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά και ποιοτική. Αυτός δε ο επηρεασμός έχει δύο όψεις. Από τη μια με το θαύμα η πίστη δυναμώνει, αποκτά δηλ. μια εσωτερική ρώμη, ένα ατσάλωμα γίνεται πιο νευρώδης και περισσότερο αντισεισμική. Από την άλλη αποκαθαίρεται, αποβάλλει όλα τα φθοροποιά στοιχεία που την υπονομεύουν, όπως είναι η αμφιβολία, η αμφισβήτηση και ο διαλυτικός ορθολογισμός. Υπενθυμίζω και πάλι στον αναγνώστη μου πως πάντα σ’ αυτό το βιβλίο μιλάμε για το αυθεντικό θαύμα, που δεν αποκλείεται –και μακάρι να γίνεται πάντοτε έτσι- να το γνωρίζει μόνο ο δέκτης του και κανένας άλλος. Και ναι μεν η άποψη αυτή συγκρούεται με την προτροπή του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας: «Μη τοίνυν κρύπτωμεν τα θαύματα του Θεού, αλλά και υπέρ της ημετέρας ωφελείας ταύτα σπουδάζωμεν εκπομπεύειν (= να φροντίζουμε να τα γνωστοποιούμε), και εις την των άλλων οικοδομήν (=ώστε να ωφελούνται πνευματικώς και οι άλλοι)…» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΚΣΤ’ , γ’), αλλά είναι μυριάκις επωφελέστερο ν΄αποσιωπηθεί ένα πραγματικό μεν δυσαπόδεικτο δε θαύμα, παρά να διαλαληθεί κάποιο που αμφισβητείται η εγκυρότητά του ή, το χειρότερο, που θ’ αποδειχθεί η ανυπαρξία ή η


99

πλαστότητά του. Ο ιερός Πατέρας, φυσικά, ούτε καν διανοείται ότι είναι ποτέ δυνατόν να ‘’κατασκευάζονται’’ ανύπαρκτα θαύματα!… Τι άλλο θα διαπιστώσουμε παρακολουθώντας τ’ αποτελέσματα ενός θαύματος; ΄Ότι καταλύουν την απιστία και την ολιγοπιστία ή την αθεϊα ή την πλάνη περί την πίστη πολλών ανθρώπων. Αυτό θα το δούμε εντονότερα κατά την κρίσιμη περίοδο της επί γης παρουσίας του Θεανθρώπου και κατά τα πρώτα στάδια στερέωσης της χριστιανικής πίστης κι εξάπλωσης της Εκκλησίας. Τότε, δηλαδή, που κατεξοχήν το θαύμα διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην εκπόρθηση της πλάνης|ειδωλολατρίας και την επικράτηση της αληθινής πίστης. Πληθώρα οι μαρτυρίες. Σε πολλές δε περιπτώσεις και εκπληκτικές. Δεν είναι μόνο άτομα ή οικογένειες που αποκηρύσουν την πλάνη τους κι ομολογούν πίστη στο Χριστό αλλά και πλήθη ανθρώπων μετά από κάποιο θαύμα προσχωρούν στη νέα πίστη Αυτή τη φορά η περιήγησή μας στις πηγές θ’ αρχίσει από την Παλαιά Διαθήκη. Πραγματικά ένας ποταμός από «σημεία και τέρατα» έλαβαν χώρα κατά την απελευθέρωση των Εβραίων από τη δουλεία των Αιγυπτίων. Ποιος δεν έχει ακούσει για τις περιβόητες «δέκα πληγές του Φαραώ»! Από έκπληξη σε έκπληξη έπεφταν οι δύο λαοί με τους πρωταγωνιστές τους ηγέτες. Στο τέλος «είδεν Ισραήλ την χείρα την μεγάλην (του Θεού), ά εποίησε Κύριος τοις Αιγυπτίοις εφοβήθη δε ο λαός τον Κύριον και επίστευσαν τω Θεώ και Μωυσή

τω θεράποντι αυτού» (Εξ. ιδ’ 31). Ο Θεός

εισακούει τη θερμή σε ένταση και πίστη προσευχή του προφήτη Ηλία κι αποστέλλει φωτιά απ’ τον ουρανό κι ανάβει το δικό του θυσιαστήριο. Τότε «έπεσε πάς ο λαός επί πρόσωπον αυτών και είπον αληθώς Κύριος ο Θεός, αυτός ο Θεός» (Γ’ Βασ. ιη’ 39). Χαρακτηριστική και η ομολογία του Σύρου στρατηγού Ναιμάν και των στρατιωτών του μετά τη θαυμαστή απαλλαγή του από τη λέπρα: «ιδού δη έγνωκα ότι ουκ έστι Θεός εν πάση τη Γή, ότι αλλ’ ή εν τω Ισραήλ» (Δ’ Βασ. ε’ 15). Το πραγματικό χρυσωρυχείο, εντούτοις, είναι η Καινή Διαθήκη. Εξ αφορμής του μεγάλου θαύματος της ανάστασης του 4ημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου, «πολλοί εκ των Ιουδαίων, οι ελθόντες προς την Μαρίαν (: για να της συμπαρασταθούν στο πένθος της) και θεασάμενοι α εποίησεν ο Ιησούς, επίστευσαν εις αυτόν» (Ιων. ια 45). Αυτό το θαύμα, μάλιστα, είχε διαρκή αποτελέσματα. Μετά λίγες μέρες ξαναπήγε ο Ιησούς στη Βηθανία όπου συνάντησε και πάλι τον αναστημένο Λάζαρο. Πλήθη λαού συνέρρευσαν για να δούνε και τους δύο. Μεγάλος πονοκέφαλος για τους αρχιερείς. Βάζουν σκοπό τους «ίνα και τον Λάζαρον (εκτός από το Χριστό) αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν (= εξ αιτίας του) υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν» (Ιων. ιβ’ 10-11). Άλλο: Η είδηση για την ανάσταση της Ταβιθά διαθόθηκε σ’ ολόκληρη την Ιόππη «και πολλοί επίστευσαν επί τον Κύριον» (Πράξ. θ’ 42), και σε άλλη περίπτωση « πολλοί επίστευσαν εις το όνομα


100

αυτού, θεωρούντες αυτού τα σημεία α εποίει» (Ιων. β’ 23). Την ίδια ευεργετική επίδραση είχε το θαύμα και σε προσωπικό|ατομικό επίπεδο, είτε του ιδίου του ευεργετηθέντος είτε συγγενών του. Δραματική είναι η ομολογία του πατέρα που έφερε στο Χριστό το παιδί του με το άλαλο πνεύμα: «πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. θ’ 24). ΄Όταν ο αυλικός διαπίστωσε ότι ο Χριστός από μακριά και με μόνο το λόγο Του θεράπευσε το ετοιμοθάνατο παιδί του, «επίστευσεν αυτός και η οικία αυτού όλη» (Ιων. στ’ 53). ΄Όταν ο εκ γενετής τυφλός –μετά τα μπλεξίματα που είχε με τους ‘’άρχοντες του Ισραήλ’’- ξανασυνάντησε και γνώρισε τον ευεργέτη του, άφησε την αναγεννημένη ψυχή του να μιλήσει ξέχειλη από ευγνωμοσύνη: «πιστεύω, Κύριε και προσεκύνησεν αυτώ» (Ιων. θ’ 38). Ούτε οι ‘’επώνυμοι’’ της εποχής έμειναν ‘’απρόσβλητοι’’ από τα θαύματα. Η παραδειγματική τιμωρία του μάγου Ελύμα οδήγησε τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο στην πίστη, «ιδόντα το γεγονός» (Πράξ. ιγ’ 12). Η πίστη δε του εκατόνταρχου έχει μείνει παροιμιώδης (Ματθ. η’ 10). Οι μαρτυρίες, βέβαια, για το ρόλο του θαύματος στην παραγωγή πίστεως δεν περιορίζονται μόνο στα ιερά κείμενα. Ο ευώδης λειμώνας των Πατέρων

της

Εκκλησίας είναι κατάσπαρτος από ανάλογες για όποιον θα είχε την υπομονή να τις αναζητήσει. Ενδεικτικά παραθέτω κάποιες απ’ αυτές: «Επειδή δε (ο Χριστός) λόγω καταγγέλλων (=κηρύσσοντας) αυτοίς την αλήθειαν ουκ έπειθεν ευσεβείν, παρεστώς (= καίτοι ήταν παρών) απεκρύβη (=χάθηκε) και φαινόμενος (= κι ενώ φαινόταν) ουκ εβλέπετο, ίν’ εκ της τοιαύτης αυτού θαυματουργίας ελκύση προς συγκατάθεσίν του, ότι και Θεός ετύγχανεν και Θεός Αβραάμ πρεσβύτερος»(= αρχαιότερος) ( Αστερίου Αμασείας, Λόγος Ζ’, Εις τον εκ κοιλίας τυφλόν, 2. 4, ΒΕΠΕΣ, τ. 71, σ. 284). «Δια τούτο ήδη του πάθους πλησιάζοντος, και του σταυρού μέλλοντος πήγνυσθαι, ανίστησιν αποθανόντα τον Λάζαρον, ίνα έργω (= εμπράκτως, δια θαυμάτων) διδάξη τους μαθητευομένους, ως ουκ ασθενείας (= επειδή ήταν αδύναμος) ο σταυρός και ο θάνατος, ίνα πείση τους παρόντας ότι θανάτω μεν επιτάττει (= προστάζει) και ψυχήν ανακαλείται (= την ξαναφέρνει στη ζωή) των γηίνων απολυθείσαν δεσμών…Αύτη του Σωτήρος η δια των έργων (= θαυμάτων) διδασκαλία ει γάρ μη τούτο ην, μηδέ λόγω τινί (= δε θα υπήρχε κανένας λόγος) την κατά τον Λάζαρον θαυματουργίαν εταμιεύετο (= να διασώσει ο Ευαγγελιστής το θαύμα του Λαζάρου)… Ιουδαίων δε παρόντων, ανοίγει τον τάφον, ίνα κήρυκας του θαύματος εργάσηται τους ελαύνοντας…. Και τούτο

προς

μείζω

και

βεβαιοτέραν

πίστιν

των

συνδραμόντων

(=

όσων

παραβρέθηκαν στο θαύμα ή αργότερα έτρεξαν να το διαπιστώσουν), ίνα…» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον τετραήμερον Λάζαρον). Αν μείνουμε, όμως, σε αυτά, παραμονεύει ο κίνδυνος κάποιοι να συμπεράνουν ότι «τω καιρώ εκείνω» μόνο ή κυρίως τα θαύματα ήταν εκείνα που οδηγούσαν τα πλήθη των ανθρώπων να εγκαταλείψουν την πλάνη –δηλαδή την ειδωλολατρία και


101

τον Ιουδαϊσμό- και να εγκολπωθούν τη νέα διδαχή, τη νέα πίστη, τη σωτήρια αλήθεια του Ευαγγελίου. ΄Όχι. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι το θαύμα δρούσε συμπληρωματικά, βοηθητικά, σαν δυναμίτιδα που ανατίναζε κάποιες βραχώδεις καταστάσεις για ν’ ανοίξει ο δρόμος απόπου θα περνούσε ευκολότερα ο Χριστός. Ο μεγάλος όγκος των ανθρώπων που δέχτηκαν τη νέα πίστη, που πίστεψαν στο Χριστό, σαγηνεύτηκε από το λόγο Του, από τη θεία διδασκαλία Του, που παρόμοια της δεν ξανακούσανε. Αυτή ήταν το μεγαλύτερο, αποτελεσματικότερο και διαρκέστερο θαύμα. Δε θέλανε θαύμα για να πιστέψουν εκείνοι που διακήρυσσαν: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιων. ζ’ 46) ή που «εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή αυτού» (Ματθ. ζ’ 28), ή « εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» (Λουκ. δ’ 22). Ανάλογη δύναμη και πειθώ εξέπεμπαν και τα κηρύγματα των αγίων Αποστόλων και των άλλων διδασκάλων κι ευαγγελιστών. Γύρω στις 3000 ψυχές έπιασε στα δίχτυα της σωτηρίας ο Πέτρος με το πρώτο του κιόλας κήρυγμα. Αν ο λόγος τους δεν είχε μέσα του τη ζωογόνο θεία αλήθεια, δεν επρόκειτο, βέβαια, να συγκινήσει κανέναν. Όπως συνέβαινε συνήθως με τόσους άλλους περιφερόμενους δασκάλους της εποχής τους. Η πιο ενδιαφέρουσα, ίσως, διαπίστωση από τη συνάντηση του θαύματος με την πίστη –και η λιγότερο αναμενόμενη όμως- δεν είναι καμία από τις προηγούμενες, αλλά η στείρα σχέση μεταξύ τους, δηλ. η μη παραγωγή πίστης από το θαύμα! Κι αυτό δεν είναι μια εξαίρεση, όπως ίσως θα ανέμενε κανείς. Αντίθετα, θα υποστήριζα ότι είναι ένα φαινόμενο συνηθέστερο κι εκτενέστερο από το αντίθετό του. Και θα πρέπει να ταξιδέψουμε ως τα βάθη των αιώνων για να παρακολουθήσουμε την ιστορία του. Πρωταγωνιστές και σ’ αυτό οι Εβραίοι. Ας αρχίσουμε, όμως, από το βασιλιά της Αιγύπτου. Τιμωρίες φοβερές έστειλε ο Θεός και στον ίδιο και στο λαό του, για να του δώσει να καταλάβει ότι ήταν θέλημα κι απόφασή Του να ελευθερώσει τον Ισραήλ από τη δουλεία, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τον ερχομό του Σωτήρα του κόσμου. Κι αντί εκείνος να δει στα θαύματα αυτά τη δύναμη και την παρουσία και τη δόξα του αληθινού Θεού και να πέσει να τον προσκυνήσει , αντίθετα «εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ και ουκ εισήκουσεν αυτών (δηλ. του Μωυσή και του Ααρών), καθάπερ είπε Κύριος» (Εξ. ζ’ 22 η’ 15 θ’ 35), μολονότι ακόμη οι σύμβουλοί τουμάγοι τον διαβεβαίωναν ότι «δάκτυλος Θεού εστι τούτο» (Εξ. η΄15). Εκπλήσσει, ασφαλώς, η στάση του Φαραώ μπροστά στις τόσες ‘’χειροπιαστές’’ αποδείξεις της παρουσίας του Θεού, αλλ’ εκείνη των Εβραίων που βλέπανε κάθε μέρα το ‘’δικό’’ τους Θεό να τους σώζει, να τους τρέφει, να τους ποτίζει και να τους φανερώνει θαυμαστώς και ποικιλοτρόπως πτυχές της δόξας, της δύναμης και της αγάπης Του, είναι κυριολεκτικά εξοργιστική κι ανεξήγητη. Απιστούνε, γκρινιάζουν, διαμαρτύρονται, κατηγορούν τον ίδιο το Θεό που τους ξεσήκωσε από την ‘’ησυχία’’ της σκλαβιάς τους


102

και τους έριξε σ’ αυτή την περιπέτεια, και φθάνουν στο αδιανόητο: ζητούν να ξαναγυρίσουν εκεί που ήταν, στη σκλαβιά τους! Η δίκαιη οργή του Θεού ξεχειλίζει. Καλεί το Μωυσή και τον προειδοποιεί: «έως τίνος παροξύνει (= εξοργίζει) με ο λαός ούτος και έως τίνος ου πιστεύουσί μοι επί πάσι τοις σημείοις, οις εποίησα εν αυτοίς; πατάξω αυτούς θανάτω (= θα τους χτυπήσω αλύπητα με θανατικό) και απολώ αυτούς…» (Αριθ. ιδ’ 11-12). Μολονότι για χάρη τους «εποίησε θαυμάσια εν γη Αιγύπτω,…., διέρρηξε θάλασσαν και διήγαγεν αυτούς,….διέρρηξε πέτραν εν ερήμω και επότισεν αυτούς,…., έβρεξεν αυτοίς μάννα φαγείν και άρτον ουρανού έδωκεν αυτοίς…» κ.ά. κ.ά., αυτοί «ουκ επίστευσαν εν τω Θεώ ουδέ ήλπισαν επί το σωτήριον αυτού» (Ψαλ. οζ’ 12-24). Η ίδια ιστορία και συμπεριφορά επαναλήφθηκε και κατά την ένσαρκη παρουσία του Θεού Λόγου στη Γη. Και, φυσικά, όχι μόνο από τους Ισραηλίτες. Οι γενιές των ανθρώπων και οι εποχές αντιγράφονται μεταξύ τους σε συμπεριφορές και στάσεις ζωής. Οι Φαρισαίοι, υποκριτικότατα, από τη μια ζητούσαν από το Χριστό «σημείον ιδείν» (Ματθ. ιβ 38) τάχα για να πιστέψουν, αλλ’ όταν Τον βλέπανε να θεραπεύει τους δαιμονισμένους, λέγανε πως «εν τω άρχοντι των δαιμονίων (= με τη βοήθεια και τη σύμπραξη του Σατανά) εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ’ 34). Οι Γεργεσηνοί που Τον είδαν να θεραπεύει τους δύο δαιμονισμένους και να πνίγει στη θάλασσα τα γουρούνια τους, όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά «πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιησού, και ιδόντες αυτόν παρεκάλουν όπως μεταβή από των ορίων αυτών» (Ματθ. η’ 34). Πρόσωπο ανεπιθύμητο, λοιπόν, ο Χριστός!… Με παράπονο και θλίψη θα κάμει τη διαπίστωση από άλλη αφορμή ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Τοσαύτα δε σημεία αυτού πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον εις αυτόν» (Ιων. β’ 37). Ο Χριστός αναγκάζεται να τραβήξει με τα ίδια Του τα χέρια τον πέπλο της υποκρισίας από τις ψυχές των Ιουδαίων. Τον πλησιάζουν, παραπονούμενοι τάχα που δεν τους βοηθάει να καταλάβουν αν πράγματι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας! «έως πότε την ψυχήν ημών αίρεις; ει συ ει ο Χριστός, ειπέ ημίν παρρησία». Γιατί μας βασανίζεις, επιτέλους; Πες το μας καθαρά!… Και Κείνος: «είπον υμίν, και ου πιστεύετε τα έργα α εγώ ποιώ εν τω ονόματι του πατρός μου, ταύτα μαρτυρεί περί εμού αλλ’ υμείς ου πιστεύετε» ( Ιων. ι’ 24-26). Και η πιο χαρακτηριστική και συνάμα εξοργιστική

περίπτωση:

Χιλιάδες

ολοκληρες

λαού

«έφαγον

πάντες

και

εχορτάσθησαν» με τα πέντε καρβέλια και τα δυο ψάρια, αλλά τα γεμάτα στομάχια δεν έστειλαν κανένα μήνυμα στις ψυχές! «ου γάρ συνήκαν επί τοις άρτοις, αλλ’ ην αυτών η καρδία πεπωρωμένη» (Μάρκ. στ’ 42, 52). ΄Αλλοτε πάλι «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού» (Λουκ.θ’ 42) ή «και υπερπερισσώς εξεπλήσσοντο» (Μάρκ. ζ’ 37), αλλ’ ούτε βήμα παραπέρα. Μένανε μόνο με την έκπληξη και το θαυμασμό. Συναισθήματα στείρα, καρδιές νεκρές κι άγονες. Την πίστη την πνίγει, τη


103

στραγγαλίζει, ο σκεπτικισμός και οι τόσοι άλλοι ‘’υπολογισμοί’’. Αμ, και η περίπτωση των εννέα από τους δέκα λεπρούς; Καθαρίστηκαν από τη λέπρα αλλ’ όχι κι από την απιστία! Γι’ αυτό μόνο ένας σώθηκε. (Λουκ. ιζ’ 15-19) Το ίδιο φαινόμενο και σην εποχή των Αποστόλων. Τα πλήθη έβλεπαν τον εκ γενετής χωλό «περιπατούντα και αινούντα τον Θεόν» κι αντί να ενώσουν και τη δική τους δοξολογία στον αίτιο του θαύματος, το μόνο που έκαμαν «επλήσθησαν θάμβους και εκστάσεως επί τω συμβεβηκότι αυτώ» (Πράξ. γ’ 10). Στη Λυδία ο Παύλος ελευθερώνει το δυστυχισμένο κορίτσι από το «πνεύμα πύθωνος» που τη βασάνιζε, τ’ αφεντικά της αντί να πάνε κοντά στους Αποστόλους και να ρωτήσουν «τι με δει ποιείν ίνα σωθώ;» (Πράξ. ιστ’ 30), εκείνοι «επιλαβόμενοι (= πιάσανε) τον Παύλον και τον Σίλαν είλκυσαν εις την αγοράν επί τους άρχοντας» (ό.π., 19). Αυτό δε που έγινε στο Ικόνιο απεικονίζει πειστικά την ιστορία|πορεία της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου μέσα στους αιώνες. Ο Παύλος κι ο Βαρνάβας έμειναν στην πόλη «ικανόν χρόνον παρρησιαζόμενοι επί τω Κυρίω…., διδόντι σημεία και τέρατα γίνεσθαι δια των χειρών αυτών. Ε σ χ ί σ θ η δε το πλήθος της πόλεως, και οι μεν ήσαν συν τοις Ιουδαίοις, οι δε (= άλλοι δε) συν τοις αποστόλοις» (Πράξ. ιδ’ 3-4). Η τιμωρία του Ανανία ήταν σκληρή και παραδειγματική, τέτοια που «εγένετο φόβος μέγας επί πάντας τους ακούοντας ταύτα» (Πράξ. ε’ 5), πλην όμως τους άφησε παγερά αδιάφορους. Οι μόνοι που δραστηριοποιήθηκαν ήταν κάποιοι νέοι, κι αυτοί για να φροντίσουν για την ταφή του νεκρού Ανανία!… Αυτή την πικρή αλήθεια και πραγματικότητα διαπιστώνουν και υπογραμμίζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αρχίζουμε από τον ιστορικό Ευσέβιο: «Τοιαύτα ήν του σωτήρος ημών τα πολυύμνητα θαύματα…., δι’ ων αυτός ο Κύριος ημών εισέτι και νυν (= ακόμα και τώρα), οις αν κρίνειεν (= σ’ εκείνους που αυτός ήθελε αποφασίσει), μικρά τινα της αυτού δυνάμεως παραφαίνειν (= να φανερώσει) είωθεν (= συνηθίζει), …. Αλλ’ είτε παντελώς απιστούσιν αυτοίς και μηδέν καθόλου γεγονέναι τοιούτον προς αυτό φάσκουσιν, ή γεγονέναι μεν, γοητεία δε άλλως επί πλάνη των ορώντων (= τ’ αποδίδουν όμως σε αγύρτες και σε παραπλάνηση όσων τα είδαν) ως αν υπ’ ανδρός πλάνου επιθέσθαι…» ( Ευσέβιος, Ευαγγελική Απόδειξις Γ΄, ΙΙΙ κ. εξ., ΒΕΠΕΣ, τ. 27, σ. 109 κ. εξ.). Ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι «Επειδή ως τα πολλά (= τις περισσότερες φορές) μετά το γενέσθαι τα θαύματα απιστούσιν άνθρωποι, προλαμβάνει (ο Χριστός) ταις οικείαις αποκρίσεσιν άνθρωποι…» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τον άγιον Ματθαίον τον Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΛΑ’). Σε άλλη ομιλία του ρωτάει επιτιμητικά: «… Πού τοίνυν εισίν οι λέγοντες ότι σημεία γίνεσθαι έδει; Δια γαρ τούτων (των λόγων) έδειξεν, ότι η αγνώμων ψυχή ουδέ εντεύθεν πείθεται, και εδήλωσεν ότι και τοις μαθηταίς εική ενεκάλουν (= άδικα τους κατηγορούσαν)…» (ό.π., Ομιλία Μ’ ). Και για τους Εβραίους ο ίδιος Πατήρ: « Αλλ’


104

ουκ ήκουσαν αυτού (του Μωυσή), μαθόντες αεί απειθείν, μετά τα σημεία, μετά τα θαύματα, τα εν τεσσαράκοντα έτεσι.» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις, Ομιλία ΙΖ’, α’). Σε άλλη ομιλία του ο άγιος πατήρ, παίρνοντας αφορμή από όσα γίνονταν στις μέρες του και συνδυάζοντάς τα με αντίστοιχα φαινόμενα επί των ημερών του Κυρίου και των Απόοστόλων, καυτηριάζει τη διαχρονική πνευματική ραστώνη των ανθρώπων λέγοντας: «΄Ορα (= πρόσεξε) οία (= πόσο μεγάλα, ποια) μετά μικρόν (= λίγο μετά το θαύμα) γίνεται κακά, τοιούτων σημείων γενομένων. Τοιαύτη γάρ η ανθρωπίνη φύσις, ταχέως επιλανθάνεται (= λησμονεί) ων ευεργετείται. ΄Η ου μέμνησθε (= ή μήπως δε θυμάστε) ότι και επί των καθ’ ημάς γενομένων το αυτό τούτο γέγονεν; Ειπέ γάρ μοι, ου πέρυσιν ετίναξεν (= ταρακούνησε με σεισμό) ο Θεός την πόλιν πάσαν; Τι δαι (= λοιπόν); ουχί πάντες επί το φώτισμα έδραμον (= έτρεξαν να βαπτισθούν); ουχί πόρνοι και μαλακοί και διεφθαρμένοι, οικήματα αφέντες και τους τόπους εν οις διέτριβον (= έμεναν), μετετέθησαν και γεγόνασιν (= έγιναν) ευλαβείς; Επειδή (= μόλις) δε τρείς ημέραι Παρήλθον, πάλιν επί την οικείαν (= στην παλιά τους) επανήλθον κακίαν. Πόθεν δε τούτο γίνεται; Από της πολλής νωθείας (= νωθρότητας)… Τα εν Σοδόμοις (= η καταστροφή των Σοδόμων), ειπέ μοι, ουχί διηνεκή τυγχάνει; Τι ουν; οι προσοικούντες (= οι γύρω κάτοικοι) από τούτων (= εξ αιτίας αυτών) γεγόνασι βελτίους (= καλύτεροι); Ουδαμώς… Μη δη θαυμάζωμεν (= ας μην απορούμε) πώς ουκ επίστευσαν, τούτων γενομένων, όπου γε αυτή η πίστις πολλάκις εις τουναντίον αυτοίς περιτρέπεται, εις κακίαν…. Ταύτα ημίν είρηται (= έχουν λεχθεί), ίνα μη τις θαυμάζη (= απορεί, αναρωτιέται) πώς, τοιούτων σημείων γενομένων, ου πάντες επέστρεψαν» (στην πίστη ) (Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΜΑ’ , β’) Εκείνοι δε που δείχνουν υπερβολική σημασία στο θαύμα, εξαρτώντας απ’ αυτό την πίστη τους ή την ευλάβειά τους προς κάποιον άγιο, ας έχουν πάντα υπόψη, κοντά στα προηγούμενα, και τούτα: «Ουδέ γάρ πάντες οι ασεβείς

υπό των θαυμάτων εντρέπονται…. Ούτε γάρ οι

Αιγύπτιοι επίστευσαν τω Θεώ Μωυσέως τοσαύτα σημεία και τέρατα…. Ούτε το πλήθος των Ιουδαίων τω Χριστώ….ταύτα δε φαμεν (=λέμε) επί τω επαίρεσθαι τους λαμβάνοντας (= για κείνους που κομπάζουν επειδή έλαβαν από το Θεό) χαρίσματα τοιάδε….» (Διαταγαί Αποστόλων, Επιτομή Η’ Βιβλίου, ΒΕΠΕΣ, τ. 2, σ. 182 εξ.). Και του Παύλου τον αιώνιο λόγο: «Εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν (= να μπορώ να μετακινώ βουνά), αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι» (Α’ Κορ. ιγ’ 2) Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Τι αποδεικνύουν; Περίτρανα τη σχετικότητα της αξίας του θαύματος την περιορισμένη αποτελεσματικότητά του στον αγώνα κατά της απιστίας και της ολιγοπιστίας. ΄Αρα, όσοι ζητάνε θαύματα τάχα για να πιστέψουν, απλώς ψάχνουν για άλλοθι για να δικαιολογήσουν την απιστία τους ή τον τρόπο της ζωής τους. Το ίδιο έκαναν και οι σύγχρονοι του Χριστού. Τον προκαλούσαν να κάμει


105

κάποιο θαύμα («θέλομεν από σού σημείον ιδείν») τάχα για να τον παραδεχτούνε ως το Μεσσία, ενώ στην πραγματικότητα «σημείον ιδείν αιτούσιν, ουχ ίνα πιστεύσωσιν, αλλ’ ίνα επιλάβωνται αυτού (= να βρούν αφορμή να Τον συλλάβουν) ». Εκείνος δεν αγνοούσε τις ύπουλες διαθέσεις τους. Γι’ αυτό σε άλλη περίπτωση που ζητούσαν « παρ’ αυτού σημείον από του ουρανού», Εκείνος «αναστενάξας τω πνεύματι» τους λέει: «αμήν λέγω υμίν, ει (= ου) δοθήσεται τη γενεά ταύτη σημείον» (Μάρκ. η’ 11-12). Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί τόσοι πολλοί μένουν ανεπηρέαστοι από τόσο ηχηρά και τόσο χειροπιαστά θαύματα; Γιατί απλούστατα, η μήτρα της πίστης δεν είναι ούτε οι σωματικές αισθήσεις ούτε το μυαλό. Τέκνο της καρδιάς και της θείας χάρης είναι η πίστη. Αυτός που δε θέλει, που δεν έχει τις προϋποθέσεις να πιστέψει, όσα θαύματα κι αν δει, θα βρεί ισάριθμες δικαιολογίες-προφάσεις για να τα εξουδετερώσει, να τα διαψεύσει: φυσικό φαινόμενο, κατά τύχη, οφθαλμαπάτη, νεκροφάνεια, καλοστημένη απάτη, ψυχολογικές διαταραχές και τόσα άλλα. Γι’ αυτό ας μην αυταπατώμεθα, ρίχνοντας την ευθύνη της απιστίας μας στην έλλειψη θαυμάτων ή ισχυριζόμενοι πως αν μας συμβεί κάποιο ( συνήθως συγκεκριμένο) θαύμα θα πιστέψουμε!…Αλλού βρίσκεται η αιτία. Ας είμαστε περισσότερο ειλικρινείς με τον εαυτό μας , και λιγότερο θεομπαίχτες. Η πίστη –ή τουλάχιστον οι προϋποθέσεις για την πίστη- είναι πριν από το θαύμα. Ούτε η σωτηρία μας ούτε η πίστη μας θα προκύψουν από τα θαύματα. Κι ευτυχώς που είναι έτσι! Γιατί αλλιώς θα είχε καταλυθεί η ελευθερία της θέλησής μας. Φθάσαμε έτσι στο τελευταίο τμήμα αυτού του κεφαλαίου κι ολόκληρου του βιβλίου. Τα δε ερωτήματα που βρίσκονται μπροστά μας είναι: Πίστη από θαύμα ή χωρίς θαύμα; Ποια από τις δύο πίστεις είναι ποιοτικότερη; Ποια, τελικά, περιμένει από μας ο Θεός; Το είπα κι αλλού: Ο Χριστός δε φαίνεται να έτρεφε και ιδιαίτερη ‘’εκτίμηση’’ στα θαύματα, τουλάχιστο όσον αφορά τη συμβολή τους στο σωτηριώδες έργο Του. Οι ενδείξεις είναι πολλές. Συχνά ειρωνευόταν όσους Του ζητούσαν θαύματα, αν θέλει τάχα ν’ αποδείξει τη Θεότητά Του. Πολλές φορές απαγορεύει τη γνωστοποίηση θαυμάτων. ΄Αλλοτε, πάλι, μετά το θαύμα φροντίζει να χάνεται μέσα στα πλήθη. Επέπληξε και ταλάνισε τον αυλικό που περίμενε να ιδεί το θαύμα για να πιστέψει: «εάν μη σημεία και τέρατα ίδητε, ου μη πιστεύσητε» (Ιων. δ’ 48)… Τα θαύματα ο Χριστός τα χρησιμοποίησε στο έργο της σωτηρίας με δύο τρόπους: α) ως ξυπνιτήρια για να διεγείρει τις ναρκωμένες και υπνωτισμένες συνειδήσεις και τις προκαλέσει να Τον ακούσουν και να Τον προσέξουν. Αυτός όμως που βρίσκεται σε βαθύ λήθαργο και περιμένει το ξυπνιτήρι να τον ξυπνήσει, το πιθανότερο είναι ότι ότι θα το φιμώσει και θα ξανακοιμηθεί. β) Για να φανερώσει στους ανθρώπους κάποια στοιχεία της Θεότητάς Του με τρόπο ορατό και ανθρωπίνως προσιτό, αλλά και ανεκτό στην ανθρώπινη ατέλεια. Αυτός ήταν ένας δεύτερος τρόπος. Ο πρώτος


106

και καθοριστικός ήταν η υπέροχη, η μοναδική, θεία διδασκαλία Του. Σ’ αυτή και στο μέγα και μοναδικό θαύμα της εκ νεκρών Ανάστασής Του θεμελιώθηκε η νέα θρησκεία. Τα δίχτυα που έριχναν οι Απόστολοι στα πελάγη των ανθρώπων κι έφερναν στη νέα πίστη τις μυριάδες των ανθρώπων δεν ήταν τα θαύματα, αλλά «ο λόγος ο του σταυρού» (Α’ Κορ. α΄ 18) και «ο λόγος του Ευαγγελίου» (Πράξ. ιε΄ 7). Κι όμως ο δρόμος προς την πίστη μέσα από το θαύμα είναι ευκολότερος και συντομότερος, θα ισχυριστεί κάποιος. Φαινομενικά, τουλάχιστον, έτσι πρέπει να ‘ναι. Μόνο που δεν είναι ο καλύτερος|ασφαλέστερος. Γι’ αυτό και ο Κύριος δεν τον απέκλεισε μεν, αλλά και δεν τον καθιέρωσε. Αν ο Κύριος επέλεγε έναν εύκολο τρόπο και δρόμο για να σώσει τον άνθρωπο, δε θ’ ακολουθούσε τη σκληρότερη για τον ίδιο πορεία: της ενανθρώπησης, της καταφρόνιας από τα πλάσματά Του, της πειθούς με το λόγο, της σύγκρουσης με τους άρχοντες του Ισραήλ, των προπηλακισμών Του, του φρικτού Πάθους, της έσχατης ταπείνωσης, και τέλος και αυτού του θανάτου. Αντ’ αυτών θα μπορούσε από το θρόνο της Θεότητάς Του να συγκροτήσει ένα μηχανισμό θαυμάτων και να τον βάλει σε λειτουργία, και να έχει έτσι μια υπερπαραγωγή πιστών! Η σωτηρία, όμως, είναι έξω από τη λογική της παραγωγικής, βιομηχανικής, διαδικασίας. Είναι μια επίπονη, μια οδυνηρή, διαδικασία. Η πίστη από το θαύμα δεν είναι μόνο μια εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό και στα μάτια του Κυρίου είναι από απλά ανεκτή μέχρι και ανεπιθύμητη. Ο απόστολος Θωμάς, όταν είδε και ψηλάφησε τον Αναστημένο Κύριο, πίστεψε κι ομολόγησε την πίστη του: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιων. κ΄ 28), αλλ’ ο Κύριος όχι μόνο δεν επαίνεσε αυτή την πίστη του και τον ίδιο, όπως άλλοτε τον Πέτρο (Ματθ. ιστ΄17), αλλ’, αντίθετα, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά Του για την αδυναμία του να πιστέψει στη μαρτυρία των δέκα συναδέλφων του. Κι αυτή η δυσαρέσκεια καταγράφηκε στο ιερό κείμενο για να μείνει στους αιώνες των αιώνων: « Καημένε Θωμά! ‘’ότι (= επειδή) εώρακάς με, πεπίστευκας’’ (ό.π., 29)… Τι να την κάμω, όμως, μια τέτοια πίστη; Θα μπορούσα να γεμίσω τις αποθήκες όλου του κόσμου με τέτοιες ‘’πίστεις’’ και να συγκροτήσω στρατιές αναρίθμητες από τέτοιους ‘’πιστούς’’!… Δε σε απορρίπτω, αλλά βάλε το βαθιά μέσα σου πως η περίπτωσή σου δεν μπορεί να είναι το υπόδειγμα των πιστών. Γι΄αυτό και δε σε μακαρίζω που πίστεψες κατ΄αυτό τον τρόπο. ‘’μακάριοι (είναι) οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες’’ (ό.π., 29). Και τέτοιοι θα είναι όλοι όσοι θα πιστέψουν αληθινά από τώρα και πέρα, εκείνοι που δε θα έχουν τη δυνατότητα –και μέγα προνόμιο, ίσωςτης ψηλάφησής Μου, όπως εσύ, Θωμά…». Ποτέ ο Κύριος δεν επαίνεσε την πίστη κάποιου που προέκυψε μετά από θαύμα. Το έκαμε μόνο για πίστεις που προϋπήρχαν

του θαύματος, όπως π.χ. του εκατόνταρχου (Ματθ. η’ 10) και της

Χαναναίας (Ματθ. ιε’ 28). Ποιους άλλους καλοτύχησε ο Κύριος; Εκείνους που ακούνε


107

το λόγο του Θεού προσεκτικά, τον δέχονται και τον εφαρμόζουν στη ζωή τους (Λουκ. ια’ 28) κι όχι εκείνους που ζητάνε ή κάνουν θαύματα! Αν, μάλιστα, διαβάσουμε προσεκτικά την υπέροχη παραβολή του άσπλαχνου πλουσίου και φτωχού Λαζάρου (Λουκ. ιστ΄19-31), θα διαπιστώσουμε, έκπληκτοι ίσως, ότι η πίστη από θαύμα δε ‘’γεμίζει το μάτι’’ του Κυρίου! Αυτό προκύπτει αβίαστα από τη σχετική αφήγηση. Ο πλούσιος πέθανε «και ετάφη». Βρισκόμενος στον άδη βασανίζεται φρικτά. Ζητάει από τον Αβραάμ να του στείλει με το Λάζαρο λίγες σταγόνες νερό για να δροσίσει τα φλεγόμενα χείλη του. Το αίτημά του απορρίπτεται: _ Δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να έρθει κάποιος αποδώ εκεί κι απ΄αυτού εδώ, του λέει ο Αβραάμ. Τότε ο πλούσιος υποβάλλει ένα πιο σημαντικό αίτημα: _ Στείλ’ τον τουλάχιστο στο πατρικό μου σπίτι. ΄Εχω εκεί άλλα πέντε αδέρφια και πολύ φοβάμαι πως θα βρεθούνε κι εκείνοι σε τούτα εδώ τα βάσανα. Να πάει και να τους πει με τον πιο έντονο τρόπο πόσο υποφέρω εγώ και να τους συστήσει ν΄αλλάξουν τελείως συμπεριφορά, αν θέλουν να μη βρεθούνε κι εκείνοι «εις τον τόπον τούτον της βασάνου». Και ο Αβραάμ: _ Δε χρειάζεται να πάει ο Λάζαρος για να τους τα πεί αυτά. ΄Εχουν στη διάθεσή τους το μωσαϊκό νόμο και τη διδασκαλία των προφητών. Θα βρούν εκεί τι πρέπει να κάμουν. _ Ναι, τα έχουν αυτά, πάτερ Αβραάμ, αλλά δεν τους δίνουν και πολλή σημασία! Μόνο αν κάποιος νεκρός επιστρέψει στη γη και τους τα πεί υπάρχει ελπίδα να πιστέψουν και να μετανοήσουν… _ Κάνεις λάθος! Αν δεν έχουν διάθεση και τις προϋποθέσεις ν΄ακούσουν και να κάμουν ό,τι τους λένε οι Γραφές, δεν πρόκειται να πιστέψουν ούτε και σε όσα θα τους πει κάποιος που θ’ αναστηθεί από τους νεκρούς. Το μήνυμα είναι πεντακάθαρο: Ο αυθεντικότερος εκφραστής του θελήματος του Θεού εδώ στη Γη είναι το Ευαγγέλιο, ο λόγος του Θεού, και όχι τα θαύματα. Ο Θεός διαλέγεται με τον άνθρωπο σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα ιερά βιβλία. Το θαύμα το χρησιμοποιεί πότε-πότε σαν τηλεβόα. Το συμπέρασμα είναι, νομίζω, προφανές κι ευανάγνωστο: η πίστη που προκύπτει από κάποιο θαύμα δεν είναι αυτή που ζητάει κι επιβραβεύει ο Χριστός. Τη δέχεται μόνο σαν μια αρχή, ένα πρώτο ξεκίνημα σαν μια προσδοκία ότι σταδιακά θα περάσει στα επόμενα σταδια της ηθικής καταξίωσης. Γιατί η πίστη από το θαύμα είναι μια «στοιχειώδης» και αξιολογικά χαμηλής ποιότητας πίστη, διότι (πέραν των όσων μέχρι τώρα είπαμε):


108

α) Η σώζουσα και καρποφόρος εις αρετήν πίστη πρέπει να είναι καρπός ελεύθερης

συγκατάθεσης

και

πνευματικής

γονιμοποίησης,

και

κατόρθωμα

καθυπόταξης του ορθολογισμού στο «ρήμα Κυρίου». Η δε πίστη από το θαύμα δεν έχει τίποτε από αυτά. Διότι σε μεγάλο βαθμό είναι προϊόν εξαναγκασμού, πειθαναγκασμού. Δεν μπορώ να μην πιστέψω σ’ αυτό που βλέπω, δεν έχω περιθώρια να το απορρίψω. Αν το κάμω, περνάω στη σφαίρα της παραφροσύνης. Αλλ’ αυτό δεν είναι πίστη, είναι γνώση, και μάλιστα εμπειρική. Πίστη είναι «ελπιζομένων υπόστασις ( = η βεβαιότητα υπάρξεως αυτών που ελπίζουμε), πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (= η θέαση και η απόδειξη ως αληθινών πραγμάτων που δε βλέπονται) (Εβρ. ια΄1). Αυτά επιτυγχάνονται μόνο με τις πνευματικές αισθήσεις και όχι με τα μάτια του σώματος. Ο χώρος της θρησκείας είναι το βασίλειο της πίστης και όχι της γνώσης. Η γνώση μόνο σαν ταπεινή θεραπαινίδα της πίστης γίνεται δεκτή. Θα γνωρίσω όσο γίνεται πληρέστερα την πίστη μου και τα περί αυτήν, αλλά δε θα επιδιώξω να πιστέψω μέσα από τη γνώση. Σε όποιον φαίνεται άβολη και «σκάνδαλο» η πίστη, δεν του απομένει παρά να εξέλθει «των ορίων» αυτής και να «πορευθή εις ετέραν πόλιν». Εκεί που τον αναπαύει. Η πίστη δεν εκβιάζει: «ει υιός ει του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού» (Ματθ. κζ΄ 40) «και πιστεύσομεν επ’ αυτώ» (ό.π., 42). «Αν υπάρχεις , Θεέ μου, κάμε εδώ μπροστά μου το θαύμα και θα ιδείς πώς θα πιστέψω!…». Και η απάντηση του Θεού: «Ας μου λείπει αυτή η ‘’πίστη’’ σου. Κράτα τη για τον εαυτό σου!». β) Η πίστη από το θαύμα είναι εφήμερη, παροδική. Είναι χτισμένη πάνω στην άμμο του ενθουσιασμού, της κατάπληξης και της επιπολαιότητας γι’ αυτό όταν σε λίγο «κατέβει η βροχή και έλθουν τα φουσκωμένα ποτάμια και φυσήξουν οι άνεμοι» και πέσουν πάνω της ορμητικά (πρβλ. Ματθ. ζ’ 27), ούτ’ ένα σημάδι για δείγμα δε θα μείνει απ’ αυτό το πρόχειρο κατασκεύασμα. Δε ζητάει αυτή την πίστη ο Χριστός. Θέλει πίστη που θ’ αντέξει ωσότου

αντικατασταθεί από το «πρόσωπον προς

πρόσωπον» (Α΄Κορ. ιγ’ 12). Μια προτύπωση αυτής της κατάστασης είναι το θαύμα. Μόνο που τότε δε θα υποκείμεθα σε μεταβολές θα έχει εκπληρωθεί το προσδοκώμενο θα έχει έρθει το «τέλειον». Ως τότε, όμως, η πορεία είναι μακρά και κουραστική. Κι αν διαλέξουμε σαν όχημα μια πίστη περιστασιακή κι αναιμική , όπως αυτή του θαύματος, είναι βέβαιο ότι θα μείνουμε καθ’ οδόν. Τότε θα έρθει κατήγορός μας ο Παύλος που μας είπε: «επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του Ευαγγελίου» (Κολ. Α’ 23). Μια τέτοια είναι ασφαλώς η θαυματουργούσα πίστη, αλλ’ όχι απαραίτητα και η πίστη που προέκυψε από κάποιο θαύμα.


109

Αντί Επιλόγου ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΜΑΙΝΟΥΣΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Οι δάσκαλοι της Εκκλησίας και οι κήρυκες του θείου λόγου συνήθως στρέφουν όλη τους την προσοχή και τη δραστηριότητα προς τα έξω. Αγωνίζονται κι αγωνιούν να προφυλάξουν την πίστη από εχθρούς και κινδύνους που έρχονται απ’ έξω ή από τις ανοιχτές αιρετικές διδασκαλίες που ξεπηδάνε μέσα από τα σπλάχνα της ίδιας της Εκκλησίας. Φαίνεται να μένουν ανύποπτοι ή αδιάφοροι, όμως, για τους εσωτερικούς κινδύνους νόθευσης της θρησκευτικής αλήθειας και ζωής. Δεν ανησυχούν για τις πλάνες που σιγά-σιγά

αναπτύσσονται στις αντιλήψεις και τη ζωή των πιστών,

εισχωρώντας, δυστυχώς, ύπουλα κι ανεπαίσθητα στην αρχή, ακόμα και στο χώρο της, για να παγιωθούν σε λίγο. Αναφλερω σαν κραυγαλέα περίπτωση εκείνο το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», αντί του ορθού «πρέσβευε υπέρ ημών»… Αυτές ή περνάνε απαρατήρητες ή τις ανέχονται, για να μην πω ότι καμιά φορά και τις υποθάλπουν σιωπηρά, κολακευόμενοι επειδή συχνά κρύβουν μια ευσεβοφάνεια, ενώ στην ουσία είναι νόθευση της ευαγγελικής αλήθειας, αυτής που έφερε ο Κύριος για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από όλα τα ψέματα, και προπάντων τα ψέματα γύρω από την πίστη, τη λατρεία και τη θρησκευτική –κατά Θεόν- ζωή. Αυτή η ταχτική δείχνει πως και οι ίδιοι οι φύλακες της αλήθειας έχουν μέσα τους έναν κάλπικο, ένα νοθευμένο χριστιανισμό. ΄Ένα χριστιανισμό φορτωμένο με μπιχλιμπίδια, σκοπιμότητες και υστεροβουλίες, θολωμένο με στοιχεία τόσο ξένα με την ουσία του, που στο διάβα των αιώνων μπολιάστηκαν στο σώμα του σαν μικρά ή μεγάλα καρκινώματα. Νοιαζόμαστε, π.χ., να έχουμε πολλούς χριστιανούς και όχι ζωντανά μέλη της Εκκλησίας. Θέλουμε χριστιανούς που να εντυπωσιάζονται από το Χριστό και όχι να Τον ζουν βαθιά. Είναι εύκολο να δείξει κανείς ‘’κατανόηση’’ σ’ αυτή τη δήθεν ‘’ανεκτικότητα’’πειρασμό των ποιμένων που ξεκινάει ή από τη λαχτάρα τους να δούνε τους πιστούς


110

τους να πληθαίνουν ή από την ικανοποίησή τους –για να αναφέρω τους πιο ‘’αθώους’’ λόγους-, διαπιστώνοντας ότι οι χριστιανοί τους είναι ‘’ευλαβείς’’, αδιαφορώντας , όμως, για το είδος και την ποιότητα της ‘’ευλάβειάς’’ τους. Αλλά δεν είναι αυτό το ‘’συμφέρον’’ ούτε τους πιστούς τους ούτε, προπάντων, το θεσμό της Εκκλησίας. Αν το μόνο που ενδιέφερε το Χριστό ήταν οι δυσαρίθμητες στρατιές των ‘’οπαδών’’ Του, δε θα μας πρόσφερε τη «στενή πύλη» και την «τεθλιμμένην οδόν» για τη σωτηρία μας, αλλά την «πλατείαν πύλην» και την «ευρύχωρον οδόν»… (Ματθ. ζ’ 13-14). Τα δε πλαίσια σωτηρίας που έβαλε Εκείνος με τα ίδια Του τα χέρια, δεν έχει κανένας δικαίωμα να τα μεταβάλει. Κι ας μην ξεχνάμε πως η Εκκλησία δεν υιοθέτησε ποτέ, ευτυχώς, και δεν υποτάχθηκε στη λαϊκίζουσα ευσέβεια. Γιατί κι αυτός ο πειρασμός της χτύπησε πολύ έντονα την πόρτα, κάτω από τις πιο σκληρές συνθήκες μάλιστα. Και βρήκε το σθένος –μολονότι την είχε ανάγκη, περισσότερο από ποτέ ίσως- να της κλείσει οριστικά το δρόμο. Γιατί τι άλλο ήταν τα «Απόκρυφα ευαγγέλια» παρά η έκφραση της ίδιας λαϊκίζουσας θρησκευτικότητας που πήγε να κατακλύσει την Εκκλησία στο ξεκίνημά της; Κι όμως οι ποιμένες της εποχής είχαν το απαιτούμενο ‘’ανάστημα’’ και την αναγκαία φώτιση ν’ απορρίψουν τα ‘’Ευαγγέλια’’ της εύκολης-φαινομενικής ευλάβειας και να κρατήσουν το ένα Ευαγγέλιο της «στενής πύλης». Αυτός οφείλει να είναι στο διηνεκές ο ρόλος και η αποστολή των πραγματικών ποιμένων, οποιασδήποτε βαθμίδας. Τα εύκολα κι ευχάριστα τα βρίσκουμε και μόνοι μας. Δε μας χρειάζονται ποιμένες…


111


112

Θαυμα1  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you