Issuu on Google+

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Α' ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Στην πρώτη κλίση ανήκουν : Αρσενικά ασυναίρετα σε -ας και -ης : ὁ ταμίας / ὁ μαθητής Αρσενικά συνηρημένα σε -ῆς : ὁ Ἑρμῆς Θηλυκά ασυναίρετα σε -α και -η : ἡ χώρα / ἡ τιμή Θηλυκά συνηρημένα σε -α και -η : ἡ μνᾶ / ἡ συκῆ

ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

  ΑΡΣΕΝΙΚΟ

ΘΗΛΥΚΟ

ΑΡΣΕΝΙΚΟ/ΘΗΛΥΚΟ

ας, ης ου, ου ᾳ, ῃ αν, ην α, ᾰ/η

α, η ας/ης, ης ᾳ/ῃ, ῃ αν, ην α, η

αι ων αις ας αι

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Έχουν τις καταλήξεις των ασυναίρετων(εκτός των σε -ας-αρσενικών).Τονίζονται στη λήγουσα και σε όλες τις πτώσεις περισπώνται.Εξαίρεση: ὁ βορέας - ὁ βορρᾶς.

ΚΑΝΟΝΕΣ Γενικοί i. Η γενική πληθυντικού και στα αρσενικά και στα θηλυκά τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη. Εξαιρούνται και τονίζονται στην παραλήγουσα τα : αἱ αἱτησίαι —> αἱτησίων, ὁ χρήστης —> χρήστων ii. Η κατάληξη -ας και στα δυο γένη και στους δυο αριθμούς είναι πάντοτε "μακρόχρονη". π.χ. τοὺς στρατιώτας, τὰς γλώσσας Κανόνες Αρσενικών i. έχουν τη γενική ενικού σε -ου ii. έχουν τη κλητική ενικού σε -ᾰ και το α βραχύχρονο, όσα λήγουν σε : της-αρχης-πώλης-τρίβης-μέτρης-ώνης-λάτρης τα εθνικά —> π.χ. ὁ Πέρσης —> (ὦ) Πέρσα ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το όνομα "δεσπότης" στην κλητική ενικού ανεβάζει τον τόνο —> (ὦ) δέσποτα. iii. ΄Εχουν τα δίχρονα φωνήεντα α, ι, υ: βραχύχρονα όσα λήγουν σε: -ῠτης ( προερχόμενα απο ρήματα π.χ. λύτης ) -ῐδης (εὐπατρίδης )


-ᾰτης (ἁμαξηλάτης ) μακρόχρονα όσα λήγουν σε: -ῑτης ( τεχνίτης ) -ᾱδης (όσα δηλώνουν καταγωγή: Ἐλεάτης ) -ῡτης (οσα δεν προέρχονται από ρήματα π.χ. πρεσβύτης) Κανόνες Θηλυκών σε -α: i. όταν πριν από το - α υπάρχει φωνήεν ή ρ το - ᾱ λέγεται καθαρό και διατηρείται σ' όλες τις πτώσεις. Το - α αυτό είναι μακρόχρονο. Εξαιρούνται και έχουν τo - α βραχύχρονο τα: γαῖα / γραῖα μαῖα / μυῖα / μοῖρα πεῖρα / πρῷρα σπεῖρα / σφαῖρα / σφῦρα και τα προπαροξύτονα: π.χ. ἡ εὐγένεια ii. όταν πριν από - α υπάρχει σύμφωνο, εκτός του ρ, το - ᾰ λέγεται μη καθαρό, είναι βραχύχρονο και μετατρέπεται στη γεν. / δοτική ενικού σε - η και το - α. Παράδειγμα: ἡ θύελλα / τῆς θυέλλης / τῇ θυέλλη ἡ γλῶσσα / τῆς γλώσσης / τῇ γλώσσῃ iii. στην αιτιατική και την κλητική ενικού το - α είναι ό,τι και στην ονομαστική. Παράδειγμα: ἡ ἱέρειᾰ —> βραχύ —> άρα: τὴν ἱέρειᾰν / ὦ ἱέρειᾰ ἡ σημαίᾱ —> μακρό —> άρα: τὴν σημαίαν / ὦ σημαία iv. στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα και παίρνουν περισπωμένη. Παράδειγμα: τῶν θαλασσῶν τῶν ἐνεργειῶν τῶν σφαιρῶν

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Α΄ ΚΛΙΣΗΣ

α. ΑΡΣΕΝΙΚΩΝ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ὁ τοῦ τῷ τὸν (ὦ)

ταμίας ταμίου ταμίᾳ ταμίαν ταμία

πολίτης πολίτου πολίτῃ πολίτην πολῖτα

μαθητὴς μαθητοῦ μαθητῇ μαθητὴν μαθητὰ

᾿Ατρείδης ᾿Ατρείδου ᾿Ατρείδῃ ᾿Ατρείδην ᾿Ατρείδη

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ.

οἱ τῶν τοῖς τοὺς

ταμίαι ταμιῶν ταμίαις ταμίας

πολῖται πολιτῶν πολίταις πολίτας

μαθηταὶ μαθητῶν μαθηταῖς μαθητὰς

᾿Ατρεῖδαι ᾿Ατρειδῶν ᾿Ατρείδαις ᾿Ατρείδας


Κλητ.

(ὦ)

ταμίαι

πολῖται

᾿Ατρεῖδαι

μαθηταὶ

β. ΘΗΛΥΚΩΝ σε α —> γεν. -ας

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ἡ τῆς τῇ τὴν (ὦ)

σημαία σημαίας σημαίᾳ σημαίαν σημαία

γενεὰ γενεᾶς γενεᾷ γενεὰν γενεὰ

ἐνέργεια ἐνεργείας ἐνεργείᾳ ἐνέργειαν ἐνέργεια

μοῖρα μοίρας μοίρᾳ μοῖραν μοῖρα

ἐνὲργειαι ἐνεργειῶν ἐνεργεὶαις ἐνεργεὶας ἐνὲργειαι

μοῖραι μοιρῶν μοὶραις μοὶρας μοῖραι

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

αἱ τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

σημαῖαι σημαιῶν σημαὶαις σημαὶας σημείαι

γενεαὶ γενεῶν γενεαῖς γενεὰς γενεαὶ

γ. ΘΗΛΥΚΩΝ σε α —>γεν. -ης, η—>γεν. -ης

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ἡ τῆς τῇ τὴν (ὦ)

θύελλα θυέλλης θυέλλῃ θύελλαν θύελλα

γλῶσσα γλώσσης γλώσσῃ γλῶσσαν γλῶσσα

νίκη νίκης νίκῃ νίκην νίκη

ψυχὴ ψυχῆς ψυχῇ ψυχὴν ψυχὴ

νῖκαι νικῶν νίκαις νίκας νῖκαι

ψυχαὶ ψυχῶν ψυχαῖς ψυχὰς ψυχαὶ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

αἱ τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

θύελλαι θυελλῶν θυέλλαις θυέλλας θύελλαι

γλῶσσαι γλωσσῶν γλώσσαις γλώσσας γλῶσσαι

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Α' ΚΛΙΣΗΣ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ὁ τοῦ τῷ τὸν (ὦ)

Ἑρμῆς Ἑρμοῦ Ἑρμῇ Ἑρμῆν Ἑρμῆ

ἡ τῆς τῇ τὴν (ὦ)

ἀμυγδαλῆ ἀμυγδαλῆς ἀμυγδαλῇ ἀμυγδαλῆν ἀμυγδαλῆ

μνᾶ μνᾶς μνᾷ μνᾶν μνᾶ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ.

οἱ

Ἑρμαῖ

αἱ

ἀμυγδαλαῖ

μναῖ


Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

τῶν τοῖς τοὺς (ὦ)

Ἑρμῶν Ἑρμαῖς Ἑρμᾶς Ἑρμαῖ

ἀμυγδαλῶν ἀμυγδαλαῖς ἀμυγδαλᾶς ἀμυγδαλαῖ

τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

μνῶν μναῖς μνᾶς μναῖ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Τα συνηρημένα: Ἑρμὲας —> ῆς και ἀμυγδαλέα -> ῆ διατηρούν σ' όλες τις πτώσεις και μετά την συναίρεση τις καταλήξεις των ασυναίρετων. Εξαιρείται το ουσιαστικό βορὲας που έχει διπλούς τύπους και συνηρημένους και ασυναίρετους. Όταν όμως είναι συνηρημένο έχει διπλό -ρ-: ὁ βορρᾶς, ενώ ασυναίρετο έχει ένα -ρ-: βορέας. Έχει δε μόνο ενικό αριθμό. Επίσης μόνο ενικό έχει το θηλυκό συνηρημένο: γῆ. Β΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ος ου ῳ ον ε

ον ου ῳ ον ον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

οι ων οις ους οι

α ων οις α α

ΚΑΝΟΝΕΣ

Τα δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά είναι αρσενικά και θηλυκά σε -ος και έχουν τις ίδιες καταλήξεις σε ενικό και πληθυντικό αριθμό. Σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη — > π.χ. (ὦ) ἄνθρωπε. Τα ουδέτερα ασυναίρετα ουσιαστικά έχουν τρεις πτώσεις όμοιες (ον.-αιτ.-κλ.) και στους δύο αριθμούς. Οι άλλες δύο πτώσεις είναι κοινές με τα αρσενικά και θηλυκά. Το -α των ουδετέρων στη β΄ κλίση είναι βραχύχρονο —> π.χ. τὰ δῶρᾰ

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ.

καρπὸς

νῆσος

τὸ

μνημεῖον


Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

τοῦ τῷ τὸν (ὦ)

καρποῦ καρπῷ καρπὸν καρπὲ

τῆς τῇ τὴν (ὦ)

νήσου νήσῳ νῆσον νῆσε

τοῦ τῷ τὸ (ὦ)

μνημείου μνημείῳ μνημεῖον μνημεῖον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

οἱ τῶν τοῖς τοὺς (ὦ)

καρποὶ καρπῶν καρποῖς καρποὺς καρποὶ

αἱ τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

νῆσοι νήσων νήσοις νήσους νῆσοι

τὰ τῶν τοῖς τὰ (ὦ)

μνημεῖα μνημείων μνημείοις μνημεῖα μνημεῖα

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ονομάζονται τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά που είχαν άλλο -ο ή -ε πριν το χαρακτήρα -ο- και συναιρέθηκαν σ'όλες τις πτώσεις π.χ. ὁ πλόος -> πλοῦς, το ὀστέον - ὀστοῦν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ους ου ῳ ουν ου

ουν ου ῳ ουν ουν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

οι ων οις ους οι

α ων οις α α

ΚΑΝΟΝΕΣ

Οι καταλήξεις των συνηρημένων διαφέρουν απο των ασυναίρετων στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού. Στις πτώσεις αυτές το -ο- και το -ε- συναιρούνται με το χαρακτήρα -ο- —> σε -ουΤα απλά συνηρημένα παίρνουν στη λήγουσα παντού περισπωμένη. Αν όμως είναι σύνθετα τονίζονται στην παραλήγουσα διατηρώντας τον τονισμό της ονομαστικής ενικού —> π.χ. ὁ ἔκπλους —> τοῦ ἔκπλου

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ὁ τοῦ τῷ τὸν (ὦ)

ἡ τῆς τῇ τὴν (ὦ)

περίπλους περίπλου περίπλῳ περίπλουν περίπλου

πρόχους πρόχου πρόχῳ πρόχουν πρόχου

ὀστοῦν ὀστοῦ ὀστῷ ὀστοῦν ὀστοῦν

τὸ τοῦ τῷ τὸ (ὦ)

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

οἱ τῶν τοῖς τοὺς (ὦ)

περίπλοι περίπλων περίπλοις περίπλους περίπλοι

αἱ τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

πρόχοι πρόχων πρόχοις πρόχους πρόχοι

ὀστᾶ ὀστῶν ὀστοῖς ὀστᾶ ὀστᾶ

τὰ τῶν τοῖς τὰ (ὦ)

ΑΤΤΙΚΗ Β΄ ΚΛΙΣΗ (ΑΤΤΙΚΟΚΛΙΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ως ω ῳ ων / ω ως

ων ω ῳ ων ων

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ῳ ων ῳς ως ῳ

ω ων ῳς ω ω

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ἡ τῆς τῇ τὴν (ὦ)

ἅλως ἅλω ἅλῳ ἅλων /ω ἅλως

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

αἱ τῶν ταῖς τὰς (ὦ)

ἅλῳ ἅλων ἅλῳς ἅλως ἅλῳ


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: i. ii. iii. iv. v.

H κλητική ενικού είναι όμοια με την ονομαστική. Tο -ω- υπάρχει σ' όλες τις καταλήξεις. Yπάρχει -ῳ- όπου στα ασυναίρετα υπάρχουν καταλήξεις : -ῳ και -οι. O τονισμός των πτώσεων ακολουθεί την ονομαστική. Όσα τονίζονται στη λήγουσα, οξύνονται (εξαιρούνται : ἡ Κῶς, ὁ ὀρφῶς, ὁ λαγῶς).


ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Τα επίθετα της αρχαίας ελληνικής διακρίνονται:

α) ως προς τον αριθμό των γενών σε: τριγενή-διγενή Τριγενή ειναι τα επίθετα που έχουν τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο). Διγενή ειναι τα επίθετα που έχουν δυο μόνο γένη το αρσενικό και το θηλυκό.

β) ως πρός τον αριθμό των καταλήξεων σε: τρικατάληκτα-δικατάληκτα-μονοκατάληκτα Τρικατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν τρεις διαφορετικές καταλήξεις, μια για κάθε γένος (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο). Δικατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν δὐο μόνο καταλήξεις, μια κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό και μια για το ουδέτερο. Μονοκατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν μια μόνο κατάληξη για το αρσενικό και το θηλυκό και ειναι διγενή.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1. Τα επίθετα της β΄ κλίσης είναι δύο ειδών: α) τριγενή και τρικατάληκτα με καταλήξεις –ος, -η (ή –α), -ον και β) τριγενή και δικατάληκτα με καταλήξεις –ος (αρσενικό και θηλυκό), -ον (ουδέτερο). 2. Το αρσενικό και το ουδέτερο γένος των δευτερόκλιτων επιθέτων κλίνονται όπως ακριβώς και των ουσιαστικών της β΄ κλίσης στο αντίστοιχο γένος, ενώ η κλίση του θηλ��κού γένους των δευτερόκλιτων τρικατάληκτων επιθέτων είναι ακριβώς η ίδια με αυτή των ουσιαστικών της α΄


κλίσης. 3. Τα θηλυκά των δευτερόκλιτων επιθέτων διαφοροποιούνται μόνο στη γενική πληθυντικού, όπου τονίζονται στην ίδια συλλαβή που τονίζεται και το αρσενικό και όχι όπως τα θηλυκά ουσιαστικά της α΄ κλίσης, τα οποία τονίζονται πάντα στη λήγουσα και παίρνουν πάντα περισπωμένη.

Καταλήξεις των δευτερόκλιτων επιθέτων

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Αρσενικά

Θηλυκά

Ουδέτερα

Ον.

-ος

-ον

Γεν.

-ου

-ης

-ας

-ου

Δοτ.

-ῳ

-ῃ

-ᾶ

-ῳ

Αιτ.

-ον

-ην

-αν

-ον

Κλητ.

-ον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Αρσενικά

Θηλυκά

Ουδέτερα

Ον.

-οι

-αι

Γεν.

-ων

-ῶν

-ων

Δοτ.

-οις

-αις

-οις

Αιτ.

-ους

-ας

Κλητ.

-οι

-αι


ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Παραδείγματα α) Τρικατάληκτα με τρία γένη σε –ος, -η, -ον

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ σοφὸς

ἡ σοφὴ

τὸ σοφὸν

Γεν.

τοῦ σοφοῦ

τῆς σοφῆς

τοῦ σοφοῦ

Δοτ.

τῷ σοφῷ

τῇ σοφῇ

τῷ σοφῷ

Αιτ.

τὸν σοφὸν

τὴν σοφὴν

τὸ σοφὸν

Κλητ.

(ὦ) σοφὲ

(ὦ) σοφὴ

(ὦ) σοφὸν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ σοφοὶ

αἱ σοφαὶ

τὰ σοφὰ

Γεν.

τῶν σοφῶν

τῶν σοφῶν

τῶν σοφῶν

Δοτ.

τοῖς σοφοῖς

ταῖς σοφαῖς

τοῖς σοφοῖς

Αιτ.

τοὺς σοφοὺς

τὰς σοφὰς

τὰ σοφὰ

Κλητ.

(ὦ) σοφοὶ

(ὦ) σοφαὶ

(ὦ) σοφὰ

σε –ος, -α, -ον

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ δίκαιος

ἡ δικαία

τὸ δίκαιον

Γεν.

τοῦ δικαίου

τῆς δικαίας

τοῦ δικαίου

Δοτ.

τῷ δικαίῳ

τῇ δικαίᾳ

τῷ δικαίῳ

Αιτ.

τὸν δίκαιον

τὴν δικαίαν

τὸ δίκαιον

Κλητ.

(ὦ) δίκαιε

(ὦ) δικαία

(ὦ) δίκαιον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ δίκαιοι

αἱ δίκαιαι

τὰ δίκαια

Γεν.

τῶν δικαίων

τῶν δικαίων

τῶν δικαίων

Δοτ.

τοῖς δικαίοις

ταῖς δικαίαις

τοῖς δικαίοις

Αιτ.

τοὺς δικαίους

τὰς δικαίας

τὰ δίκαια

Κλητ.

(ὦ) δίκαιοι

(ὦ) δίκαιαι

(ὦ) δίκαια

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:


Το θηλυκό των τρικατάληκτων επιθέτων σε -ος: 1. λήγει σε -η, αν πριν από την κατάληξη –ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από το ρ: ἀγαθός, ἀγαθή - πιστός, πιστή λήγει σε -α, αν πριν από την κατάληξη –ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ρ: ἅγιος, ἁγία – γενναῖος, γενναία (εκτός ἀπὸ τὸ ὄγδοος, ὀγδόη). 2. στην ονομαστική, γενική και κλητική του πληθυντικού τονίζεται όπου και όπως τονίζεται στις ίδιες πτώσεις το αρσενικό: ἡ ἁγία – αἱ ἅγιαι, τῶν ἁγίων, (ὦ) ἅγιαι (όπως οἱ ἅγιοι, τῶν ἁγίων, (ὦ) ἅγιοι).

β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη σε -ος, -ον

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ ἄφθονος

τὸ ἄφθονον

Γεν.

τοῦ, τῆς ἀφθόνου

τοῦ ἀφθόνου

Δοτ.

τῷ, τῇ ἀφθόνῳ

τῷ ἀφθόνῳ

Αιτ.

τὸν, τὴν ἄφθονον

τὸ ἄφθονον

Κλητ.

(ὦ) ἄφθονε

(ὦ) ἄφθονον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ ἄφθονοι

τὰ ἄφθονα

Γεν.

τῶν ἀφθόνων

τῶν ἀφθόνων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς ἀφθόνοις

τοῖς ἀφθόνοις

Αιτ.

τοὺς, τὰς ἀφθόνους

τὰ ἄφθονα

Κλητ.

(ὦ) ἄφθονοι

(ὦ) ἄφθονα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

Από τα δευτερόκλιτα επίθετα είναι δικατάληκτα: 1. τα περισσότερα από τα σύνθετα σε -ος: ὁ, ἡ ἄγονος, τὸ ἄγονον - ὁ, ἡ ἀθάνατος, τὸ ἀθάνατον - ὁ, ἡ ἄκαιρος, τὸ ἄκαιρον - ὁ, ἡ ἄκαρπος, τὸ ἄκαρπον - ὁ, ἡ ἀξιόμαχος, τὸ ἀξιόμαχον - ὁ, ἡ ἔνδοξος, τὸ ἔνδοξον κ.ά 2. τα απλά επίθετα: αἴθριος, αἰφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος, γαμήλιος, δόκιμος, ἕωλος (=παλιός), ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος, χέρσος, τιθασός (=εξημερωμένος, ήμερος) 3. μερικά επίθετα σε -ος που χρησιμοποιούνται (στο αρσενικό και το θηλυκό) και ως ουσιαστικά: ὁ, ἡ ἀγωγός, τὸ ἀγωγόν (=αυτός που οδηγεί, που φέρνει) - ὁ, ἡ βοηθός, τὸ βοηθόν (=αυτός που βοηθεί) - ὁ, ἡ τιμωρός, τὸ τιμωρόν - ὁ, ἡ τύραννος, τὸ τύραννον


4. τα περισσότερα που λήγουν σε: –ειος, -ιος, -ιμος

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Μερικά δευτερόκλιτα επίθετα, που πριν από το χαρακτήρα τους -ο- έχουν άλλο ο ή ε, συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα επίθετα αυτά λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα. Από αυτά άλλα είναι τρικατάληκτα (με τρία γένη) και άλλα δικατάληκτα (με τρία γένη). Παραδείγματα α) Τρικατάληκτα μὲ τρία γένη σε – οῦς, -ῆ , -οῦν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ (χρυσέος) χρυσοῦς

ἡ (χρυσέα) χρυσῆ

τὸ (χρυσοῦν) χρυσοῦν

Γεν.

τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ

τῆς (χρυσέας) χρυσῆς

τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ

Δοτ.

τῷ (χρυσέῳ) χρυσῷ

τῇ (χρυσέα) χρυσῇ

τῷ (χρυσέῳ) χρυσῷ

Αιτ.

τὸν (χρύσεον) χρυσοῦν

τὴν (χρυσέαν) χρυσῆν

τὸ (χρύσεον) χρυσοῦν

Κλητ.

-

-

-

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ (χρύσεοι) χρυσοῖ

αἱ (χρύσεαι) χρυσαῖ

τὰ (χρύσεα) χρυσᾶ

Γεν.

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

Δοτ.

τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς

ταῖς (χρυσέαις) χρυσαῖς

τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς

Αιτ.

τοὺς (χρυσέους) χρυσοῦς

τὰς (χρυσέας) χρυσᾶς

τὰ (χρύσεα) χρυσᾶ

Κλητ.

-

-

-

β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη σε -ους, -ουν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ (εὔνοος) εὔνους

τὸ (εὔνοον) εὔνουν

Γεν.

τοῦ, τῆς (εὐνόου) εὔνου

τοῦ (εὐνόου) εὔνου

Δοτ.

τῷ, τῇ (εὐνόῳ) εὔνῳ

τῷ (εὐνόῳ) εὔνῳ

Αιτ.

τὸν, τὴν (εὔνοον) εὔνουν

τὸ (εὔνοον) εὔνουν

Κλητ.

-

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ον.

οἱ, αἱ (εὔνοοι) εὖνοι

τὰ (εὔνοα) εὔνοα

Γεν.

τῶν (εὐνόων) εὔνων

τῶν (εὐνόων) εὔνων

Δοτ.

ταῖς, ταῖς (εὐνόοις) εὔνοις

τοῖς (εὐνόοις) εὔνοις

Αιτ.

τοὺς, τὰς (εὐνόους) εὔνους

τὰ (εὔνοα) εὔνοα

Κλητ.

-

-

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Τα συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα: 1. Σχηματίζονται όπως και τα αντίστοιχα συνηρημένα ουσιαστικά της β΄ και α΄ κλίσης 2. Δεν έχουν κλητική 3. Στα τρικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -οῦς όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στη λήγουσα, ακόμη και όταν δεν τονίζεται κανένα από τα φωνήεντα που συναιρούνται: (χρύσεος) χρυσοῦς 4. Η κατάληξη -οι στην ονομαστική πληθυντικού είναι βραχύχρονη, παρόλο που προέρχεται από συναίρεση 5. Στο τέλος του πληθυντικού των ουδετέρων το -οα μένει ασυναίρετο

ΑΤΤΙΚΟΚΛΙΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Παραδείγματα

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἠ ἵλεως

τὸ ἵλεων

Γεν.

τοῦ, τῆς ἵλεω

τοῦ ἵλεω

Δοτ.

τῷ, τῇ ἵλεῳ

τῷ ἵλεῳ

Αιτ.

τὸν, τὴν ἵλεων

τὸ ἵλεων

Κλητ.

(ὦ) ἵλεως

(ὦ) ἵλεων ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ ἵλεῳ

τὰ ἵλεα

Γεν.

τῶν ἵλεων

τῶν ἵλεων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς ἵλεῳς

τοῖς ἵλεῳς

Αιτ.

τοὺς, τὰς ἵλεως

τὰ ἵλεα

Κλητ.

(ὦ) ἵλεῳ

(ὦ) ἵλεα


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: 1. Όλα τα αττικόκλιτα είναι δικατάληκτα εκτός από το επίθετο ὁ πλέως, ἡ πλέα, τὸ πλέων, τα σύνθετά του όμως σχηματίζονται με δύο καταλήξεις, π.χ. ὁ, ἡ ἔμπλεως, τὸ ἔμπλεον. 2. Στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του πληθυντικού του ουδετέρου, έχουν κατάληξη -α, σύμφωνα με τα ουδέτερα της κοινής β' κλίσης.


Γ΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Τα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης διακρίνονται:

α) ως προς την κατάληξη σε: καταληκτικά και ακατάληκτα Καταληκτικά λέγονται τα ουσιαστικά που στην ονομαστική ενικού έχουν κατάληξη –ς. Ακατάληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που στην ονομαστική ενικού δεν έχουν κατάληξη.

β) ως προς το θέμα σε: μονόθεμα και διπλόθεμα Μονόθεμα λέγονται τα ουσιαστικά που διατηρούν το αρχικό τους θέμα σε όλες τις πτώσεις. Διπλόθεμα λέγονται τα ουσιαστικά που παρουσιάζουν δυο θέματα κατά την κλίση τους.

γ) ως προς τον χαρακτήρα του θέματος (δηλαδή το τελευταίο γράμμα πρίν την κατάληξη) σε: φωνηεντόληκτα – συμφωνόληκτα Φωνηεντόληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που έχουν χαρακτήρα θέματος φωνήεν. Συμφωνόληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που έχουν χαρακτήρα θέματος σύμφωνο. Πιο συγκεκριμένα :


Σημείωση: Δεν υπάρχουν ενρινόληκτα με χαρακτήρα -μ-.

ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ

ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΘΗΛΥΚΑ Ενικός

Πληθυντικός

αριθμός

αριθμός

ΟΥΔΕΤΕΡΑ

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

-ς ή -

-ες

-

Γεν.

-ος ή -ως

-ων

-ος ή -ως

-ων

Δοτ.

-σι(ν)

-σι(ν)

Αιτ.

-α ή -ν

-ας ή -ς

-

Κλητ.

-ς ή -

-ες

-

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ Γ ΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ 1. Αρσενικά και θηλυκά της γ΄ κλίσης ουσιαστικών έχουν τις ίδιες καταλήξεις σε όλες τις πτώσεις. 2. Το -ι- και το -α- στη λήγουσα των ονομάτων της γ΄ κλίσης είναι πάντα βραχύχρονα: π.χ. ἡ γνῶσις, τῷ ἀγῶνι, τὸ γῆρας. Επομένως και η κατάληξη -σι της δοτικής πληθυντικού και -ας της αιτιατικής πληθυντικού είναι


βραχύχρονες: π.χ. ταῖς ἀκτῖσι(ν), τὰς ἀκτῖνας τοῖς παιᾶσι(ν), τοὺς παιᾶνας τοῖς χειμῶσι(ν), τοὺς χειμῶνας. 3. Περισπωμένη παίρνουν: α) Οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομαστικής, αιτιατικής και κλητικής ενικού που έχουν χαρακτήρα -ικαι -υ-: π.χ. ὁ κῖς, τὸν κῖν, (ὦ) κῖ ὁ σῦς, τὸν σῦν, (ὦ) σῦ. β) Η αιτιατική πληθυντικού των ονομάτων σε -υς, όταν τονίζεται στη λήγουσα: π.χ. τοὺς ἰχθῦς, τὰς κλιτῦς. γ) Η ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού των «πῦρ» και «οὖς»: π.χ. τὸ πῦρ, τὸ πῦρ, (ὦ) πῦρ τὸ οὖς, τὸ οὖς, (ὦ) οὖς. δ) Η ονομαστική και κλητική ενικού του θηλυκού «ἡ γλαῦξ»: π.χ ἡ γλαῦξ, (ὦ) γλαῦξ. ε) Η κλητική ενικού των ονομάτων σε -ευς: π.χ. (ὦ) βασιλεῦ, (ὦ) γονεῦ, (ὦ) ἱερεῦ. 4. Τα μονοσύλλαβα ουσιαστικά της γ΄κλίσης στη γενική και τη δοτική ενικού και πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα: π.χ. ἡ φλόξ, τῇ φλογί, τῶν φλογῶν, ταῖς φλοξί. Εξαιρούνται και δεν τονίζονται στη λήγουσα: ὁ θώς, τῶν θώων τὸ οὖς, τῶν ὤτων ὁ παῖς, τῶν παίδων ὁ Τρώς, τῶν Τρώων ἡ δᾴς, τῶν δᾴδων τὸ φῶς, τῶν φώτων.

ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ

Τα φωνηεντόληκτα λήγουν σε: -ως, -ωος -υς, -υος -ις, -εως -υς, -εως -υ, -εως -εύς, -έως -αῦς, -αὸς -ώ, -οῦς -οῦς, -οὸς

Παραδείγματα:


Καταληκτικά μονόθεμα σε -ως, (-οως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ δμὼς

οἱ δμῶες

Γεν.

τοῦ δμωὸς

τῶν δμώων

Δοτ.

τῷ δμωὶ

τοῖς δμωσὶ(ν)

Αιτ.

τὸν δμῶα

τοὺς δμῶας

Κλητ.

(ὦ) δμὼς

(ὦ) δμῶες

Καταληκτικά μονόθεμα σε -υς, (-υος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἰχθὺς

οἱ ἰχθύες

Γεν.

τοῦ ἰχθύος

τῶν ἰχθύων

Δοτ.

τῷ ἰχθύϊ

τοῖς ἰχθύσι(ν)

Αιτ.

τὸν ἰχθὺν

τοὺς ἰχθῦς

Κλητ.

(ὦ) ἰχθὺ

(ὦ) ἰχθύες

Καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς, (-έως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ γονεὺς

οἱ γονεῖς

Γεν.

τοῦ γονέως

τῶν γονέων

Δοτ.

τῷ γονεῖ

τοῖς γονεῦσι

Αιτ.

τὸν γονέα

τοὺς γονέας

Κλητ.

(ὦ) γονεῦ

(ὦ) γονεῖς

Καταληκτικά μονόθεμα σε -ους, (-οός):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ βοῦς

οἱ βόες

Γεν.

τοῦ βοὸς

τῶν βοῶν

Δοτ.

τῷ βοῒ

τοῖς βουσὶ(ν)

Αιτ.

τὸν βοῦν

τοὺς βοῦς

Κλητ.

(ὦ) βοῦ

(ὦ) βόες

Καταληκτικά μονόθεμα σε -αῦς, (-αός):


Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ἡ γραῦς

αἱ γρᾶες

Γεν.

τῆς γραὸς

τῶν γραῶν

Δοτ.

τῇ γραῒ

ταῖς γραυσὶ(ν)

Αιτ.

τὴν γραῦν

τὰς γραῦς

Κλητ.

(ὦ) γραῦ

(ὦ) γρᾶες

Καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -ις, (-εως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ἡ κρίσις

αἱ κρίσεις

Γεν.

τῆς κρίσεως

τῶν κρίσεων

Δοτ.

τῇ κρίσει

ταῖς κρίσεσι(ν)

Αιτ.

τὴν κρίσιν

τὰς κρίσεις

Κλητ.

(ὦ) κρίσι

(ὦ) κρίσεις

Καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -υς, (-εως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ πῆχυς

οἱ πήχεις

Γεν.

τοῦ πήχεως

τῶν πήχεων

Δοτ.

τῷ πήχει

τοῖς πήχεσι

Αιτ.

τὸν πῆχυν

τοὺς πήχεις

Κλητ.

(ὦ) πῆχυ

(ὦ) πήχεις

Καταληκτικά διπλόθεμα ουδέτερα σε -υ, (-εως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ ἄστυ

τὰ ἄστη

Γεν.

τοῦ ἄστεως

τῶν ἄστεων

Δοτ.

τῷ ἄστει

τοῖς ἄστεσι(ν)

Αιτ.

τὸ ἄστυ

τὰ ἄστη

Κλητ.

(ὦ) ἄστυ

(ὦ) ἄστη

Ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ώ, (-οῦς):


Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ἡ λεχὼ

αἱ λεχοὶ (κατά τη β΄ κλίση)

Γεν.

τῆς λεχοῦς

τῶν λεχῶν

Δοτ.

τῇ λεχοῖ

ταῖς λεχοῖς

Αιτ.

τὴν λεχὼ

τὰς λεχοὺς

Κλητ.

(ὦ) λεχοῖ

(ὦ) λεχοὶ

Ενικός αριθμός Ον.

ἡ πειθὼ

Γεν.

τῆς πειθοῦς

Δοτ.

τῇ πειθοῖ

Αιτ.

τὴν πειθὼ

Κλητ.

(ὦ) πειθοῖ

Πληθυντικός αριθμός

(Δεν έχει)

Παρατηρήσεις στα φωνηεντόληκτα: 1. Στα καταληκτικά μονόθεμα σε -υς, -υος: α) η κλητική ενικού σχηματίζεται χωρίς κατάληξη. π.χ. (ὦ) κλιτύ , στάχυ, πληθύ , ἰχθύ. β) όλοι οι μονοσύλλαβοι τύποι, όταν τονίζονται στη λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη. π.χ. ἡ δρῦς , τὴν δρῦν , ὦ δρῦ, τὰς δρῦς. γ) στην αιτιατική πληθυντικού, όταν τονίζονται στη λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη. π.χ. τοὺς ἰχθῦς, τὰς κλιτῦς, τὰς ἰσχῦς. δ) η αιτιατική ενικού λήγει σε -ν, αντί σε -α. π.χ. τὸν ἰχθύν , τὴν κλιτὺν και η αιτιατική πληθυντικού λήγει σε -ς και όχι -ας π.χ. τοὺς βότρυς, τὰς ὀσφῦς. 2. Στα καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -ις, -εως και στα καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -υς, -εως: α) η γενική ενικού και πληθυντικού τονίζονται στην προπαραλήγουσα. π.χ. τῶν πόλεων, τῶν πελέκεων, τῶν δυνάμεων. β) σχηματίζουν την αιτιατική ενικού σε –ν και την κλητική χωρίς κατάληξη. π.χ. τὴν πρᾶξιν, (ὦ) πρᾶξι, τὴν φύσιν , (ὦ) φύσι, τὴν βάσιν, (ὦ) βάσι. 3. Στα καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς, -έως: α) η κλητική ενικού είναι όμοια με το θέμα χωρίς την κατάληξη. π.χ. (ὦ) βασιλεῦ, γραμματεῦ. β) η αιτιατική πληθυντικού λήγει σε -ας π.χ. τοὺς βασιλέας, γονέας, γραμματέας.


4. Τα ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ώ, -οῦς: α) δεν έχουν κανονικά πληθυντικό αριθμό, αν όμως χρειαστεί να τον σχηματίσουν, κλίνονται κατά την β΄κλίση. π.χ. ἡ λεχώ, αἱ λεχοί. β) σχηματίζουν την κλητική ενικού σε -οῖ και τονίζονται αναλογικά με τη δοτική. π.χ. τῇ πειθοῖ, (ὦ) πειθοῖ.

ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ α. Αφωνόληκτα Τα αφωνόληκτα λήγουν σε:

Ουρανικόληκτα

Χειλικόληκτα

-ξ, -κος

-ψ, -πος

-ξ, -γος

-ψ, -βος

Οδοντικόληκτα αρσενικά και θηλυκά

-ξ, -χος

ουδέτερα

-ς, -τος -ς, -δος -ς, -θος

-α, -ατος

-ας, -αντος -ων, -οντος

Παραδείγματα: Ουρανικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ὄνυξ

οἱ ὄνυχες

Γεν.

τοῦ ὄνυχος

τῶν ὀνύχων

Δοτ.

τῷ ὄνυχι

τοῖς ὄνυξι

Αιτ.

τὸν ὄνυχα

τοὺς ὄνυχας

Κλητ.

(ὦ) ὄνυξ

(ὦ) ὄνυχες

Χειλικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ λὶψ

οἱ λίβες

Γεν.

τοῦ λιβὸς

τῶν λιβῶν


Δοτ.

τῷ λιβὶ

τοῖς λιψὶ

Αιτ.

τὸν λίβα

τοὺς λίβας

Κλητ.

(ὦ) λὶψ

(ὦ) λίβες

Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με χαρακτήρα τ, δ, θ:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ τάπης

οἱ τάπητες

Γεν.

τοῦ τάπητος

τῶν ταπήτων

Δοτ.

τῷ τάπητι

τοῖς τάπησι

Αιτ.

τὸν τάπητα

τοὺς τάπητας

Κλητ.

(ὦ) τάπης

(ὦ) τάπητες

Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα σε -ας, (-αντος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἱμὰς

οἱ ἱμάντες

Γεν.

τοῦ ἱμάντος

τῶν ἱμάντων

Δοτ.

τῷ ἱμάντι

τοῖς ἱμᾶσι

Αιτ.

τὸν ἱμάντα

τοὺς ἱμάντας

Κλητ.

(ὦ) ἱμὰς

(ὦ) ἱμάντες

Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα σε -ους, (-οντος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ὀδοὺς

οἱ ὀδόντες

Γεν.

τοῦ ὀδόντος

τῶν ὀδόντων

Δοτ.

τῷ ὀδόντι

τοῖς ὀδοῦσι

Αιτ.

τὸν ὀδόντα

τοὺς ὀδόντας

Κλητ.

(ὦ) ὀδοὺς

(ὦ) ὀδόντες

Οδοντικόληκτα ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ων, (-οντος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ γέρων

οἱ γέροντες

Γεν.

τοῦ γέροντος

τῶν γερόντων

Δοτ.

τῷ γέροντι

τοῖς γέρουσι(ν)

Αιτ.

τὸν γέροντα

τοὺς γέροντας


Κλητ.

(ὦ) γέρον

(ὦ) γέροντες

Οδοντικόληκτα ουδέτερα ακατάληκτα μονόθεμα σε -α, (-ατος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ κτῆμα

τὰ κτήματα

Γεν.

τοῦ κτήματος

τῶν κτημάτων

Δοτ.

τῷ κτήματι

τοῖς κτήμασι

Αιτ.

τὸ κτῆμα

τὰ κτήματα

Κλητ.

(ὦ) κτῆμα

(ὦ) κτήματα

Παρατηρήσεις στα αφωνόληκτα: 1. Τα βαρύτονα (δηλαδή τα ουσιαστικά που δεν τονίζονται στη λήγουσα) οδοντικόληκτα σε –ις, ιδος / -ιτος / -ιθος σχηματίζουν την αιτιατική σε –ν και την κλητική ενικού όμοια με το θέμα χωρίς την κατάληξη. Ενδεικτικά: Ενικός αριθμός Ον. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ὁ ὄρνις τοῦ ὄρνιθος τῷ ὄρνιθι τὸν ὄρνιν (ὦ) ὄρνι

Πληθυντικός αριθμός οἱ ὄρνιθες τῶν ὀρνίθων τοῖς ὄρνισι τοὺς ὄρνιθας (ὦ) ὄρνιθες

2. Το οξύτονο (δηλαδή το ουσιαστικό που τονίζεται στη λήγουσα) ουσιαστικό «τυραννὶς» και το «παῖς» σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη. Έτσι προκύπτει: Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ἡ τυραννὶς τῆς τυραννίδος τῇ τυραννίδι τὴν τυραννίδα (ὦ) τυραννὶ

αἱ τυραννίδες τῶν τυραννίδων ταῖς τυραννίσι τὰς τυραννίδας (ὦ) τυραννίδες

Ον. Γεν. Δοτ. Αιτ. Κλητ.

ὁ παῖς τοῦ παιδός τῷ παιδὶ τὸν παῖδα (ὦ) παῖ

οἱ παῖδες τῶν παίδων τοῖς παισὶ τοὺς παῖδας (ὦ) παῖδες

3. Τα οδοντικόληκτα βαρύτονα σε -ας (-αντος) σχηματίζουν την κλητική ενικού όμοια με το θέμα (με αποβολή του οδοντικού χαρακτήρα): π.χ. ὁ γίγας , (ὦ) γίγαν.


4. Τα οδοντικόληκτα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων, -οντος σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη (με αποβολή του οδοντικού χαρακτήρα), σε -ον, ενώ τα συνηρημένα σε -ῶν, -ῶντος π.χ. ὁ γέρων, (ὦ) γέρον ὁ Ξενοφῶν, (ὦ) Ξενοφῶν.

β. Ημιφωνόληκτα Τα ημιφωνόληκτα λήγουν σε:

Ενρινόληκτα

Υγρόληκτα

Σιγμόληκτα

-ήρ, -ηρος -ίς, -ινος -άν, -ανος -ην, -ηνος -ήν, -ενος

-ήρ, -έρος αρσενικά και θηλυκά

-ωρ, -ωρος -ωρ, -ορος -αρ, -αρος

-ων, -ωνος -ων, -ονος

ουδέτερα

Συγκοπτόμενα: -ηρ, -ρος

-ης, -ους

-ος, -ους

-κλῆς, -κλέους

-ας, -ως

-ὼς, -οῦς

-ας, -ατος

Παραδείγματα: Ενρινόληκτα: Μονόθεμα καταληκτικά σε -ίς, (-ινος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ δελφὶς

οἱ δελφῖνες

Γεν.

τοῦ δελφῖνος

τῶν δελφίνων

Δοτ.

τῷ δελφῖνι

τοῖς δελφῖσι

Αιτ.

τὸν δελφῖνα

τοὺς δελφῖνας

Κλητ.

(ὦ) δελφίς

(ὦ) δελφῖνες

Μονόθεμα ακατάληκτα σε -άν, (-ανος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ παιὰν

οἱ παιᾶνες

Γεν.

τοῦ παιᾶνος

τῶν παιάνων


Δοτ.

τῷ παιᾶνι

τοῖς παιᾶσι

Αιτ.

τὸν παιᾶνα

τοὺς παιᾶνας

Κλητ.

(ὦ)παιὰν

(ὦ) παιᾶνες

Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ην, (-ηνος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ σωλὴν

οἱ σωλῆνες

Γεν.

τοῦ σωλῆνος

τῶν σωλήνων

Δοτ.

τῷ σωλῆνι

τοῖς σωλῆσι

Αιτ.

τὸν σωλῆνα

τοὺς σωλῆνας

Κλητ.

(ὦ) σωλὴν

(ὦ) σωλῆνες

Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ήν, (-ενος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ αὐχὴν

οἱ αὐχένες

Γεν.

τοῦ αὐχένος

τῶν αὐχένων

Δοτ.

τῷ αὐχένι

τοῖς αὐχέσι

Αιτ.

τὸν αὐχένα

τοὺς αὐχένας

Κλητ.

(ὦ) αὐχὴν

(ὦ) αὐχένες

Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ων, (-ωνος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἀγὼν

οἱ ἀγῶνες

Γεν.

τοῦ ἀγῶνος

τῶν ἀγώνων

Δοτ.

τῷ ἀγῶνι

τοῖς ἀγῶσι

Αιτ.

τὸν ἀγῶνα

τοὺς ἀγῶνας

Κλητ.

(ὦ) ἀγὼν

(ὦ) ἀγῶνες

Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ων, (-ονος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ πνεύμων

οἱ πνεύμονες

Γεν.

τοῦ πνεύμονος

τῶν πνευμόνων

Δοτ.

τῷ πνεύμονι

τοῖς πνεύμοσι

Αιτ.

τὸν πνεύμονα

τοὺς πνεύμονας


Κλητ.

(ὦ) πνεῦμον

(ὦ) πνεύμονες

Παρατηρήσεις 1. Τα φωνήεντα -ι- και -α- εμπρός από τον χαρακτήρα -ν- των μονόθεμων καταληκτικών σε -ίς, ινος και των μονόθεμων ακατάληκτων σε -άν, -ανος είναι μακρόχρονα. 2. Τα ενρινόληκτα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης έχουν την κλητική ενικού όμοια με την ονομαστική, εκτός από τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων, -ονος που σχηματίζουν κλητική ενικού όμοια με το ασθενές θέμα: π.χ. ὁ δαίμων, (ὦ) δαῖμον ὁ τέκτων, (ὦ) τέκτον.

Υγρόληκτα: Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ήρ, (-ηρος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ νιπτὴρ

οἱ νιπτῆρες

Γεν.

τοῦ νιπτῆρος

τῶν νιπτήρων

Δοτ.

τῷ νιπτῆρι

τοῖς νιπτῆρσι

Αιτ.

τὸν νιπτῆρα

τοὺς νιπτῆρας

Κλητ.

(ὦ) νιπτὴρ

(ὦ) νιπτῆρες

Διπλόθεμα ακατάληκτα σε - ήρ, (-έρος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἀθὴρ

οἱ ἀθέρες

Γεν.

τοῦ ἀθέρος

τῶν ἀθέρων

Δοτ.

τῷ ἀθέρι

τοῖς ἀθέρσι

Αιτ.

τὸν ἀθέρα

τοὺς ἀθέρας

Κλητ.

(ὦ) ἀθὴρ

(ὦ) ἀθέρες

Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ωρ, (-ωρος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἰχὼρ

οἱ ἰχῶρες

Γεν.

τοῦ ἰχῶρος

τῶν ἰχώρων

Δοτ.

τῷ ἰχῶρι

τοῖς ἰχῶρσι

Αιτ.

τὸν ἰχῶρα

τοὺς ἰχῶρας


Κλητ.

(ὦ) ἰχὼρ

(ὦ) ἰχῶρες

Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ωρ, (-ορος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἐκλέκτωρ

οἱ ἐκλέκτορες

Γεν.

τοῦ ἐκλέκτορος

τῶν ἐκλεκτόρων

Δοτ.

τῷ ἐκλέκτορι

τοῖς ἐκλέκτορσι

Αιτ.

τὸν ἐκλέκτορα

τοὺς ἐκλέκτορας

Κλητ.

(ὦ) ἐκλέκτορ

(ὦ) ἐκλέκτορες

Μονόθεμα ακατάληκτα ουδέτερα σε -αρ, (-αρος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ νέκταρ

-

Γεν.

τοῦ νέκταρος

-

Δοτ.

τῷ νέκταρι

-

Αιτ.

τὸ νέκταρ

-

Κλητ.

(ὦ) νέκταρ

-

Συγκοπτόμενα διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ηρ, (-ρος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ πατὴρ

οἱ πατέρες

Γεν.

τοῦ πατρὸς

τῶν πατέρων

Δοτ.

τῷ πατρὶ

τοῖς πατράσι

Αιτ.

τὸν πατέρα

τοὺς πατέρας

Κλητ.

(ὦ) πάτερ

(ὦ) πατέρες

Παρατηρήσεις 1. Τα υγρόληκτα ουσιαστικά γ΄ κλίσης έχουν την κλητική ενικού όμοια με την ονομαστική εκτός από τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ωρ, -ορος τα οποία σχηματίζουν κλητική όμοια με το ασθενές θέμα: π.χ. ὁ πράκτωρ, (ὦ) πράκτορ. 2. Τα συγκοπτόμενα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης «ὁ πατήρ», «ἡ μήτηρ», «ἡ θυγάτηρ», «ἡ γαστὴρ» στη γενική και τη δοτική του ενικού τονίζονται στη λήγουσα ενώ το «ἡ Δημήτηρ» τονίζεται στην προπαραλήγουσα, σε όλες τις πτώσεις εκτός από την ονομαστική που τονίζεται στην παραλήγουσα.


3. Τα συγκοπτόμενα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης σχηματίζουν την κλητική ενικού όμοια με το ασθενές θέμα και τονίζονται στην αρχική συλλαβή. Εξαιρείται το ουσιαστικό «ἡ γαστὴρ» που σχηματίζει την κλητική όμοια με την ονομαστική: (ὦ) γαστήρ. 4. Προσοχή στην κλίση του συγκοπτόμενου ουσιαστικού «ὁ ἀνὴρ» το οποίο στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλο τον πληθυντικό αναπτύσσει μπροστά από το χαρακτήρα ένα -δ-. π.χ. Κλίνεται ως εξής: Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ ἀνὴρ

οἱ ἄνδρες

Γεν.

τοῦ ἀνδρὸς

τῶν ἄνδρῶν

Δοτ.

τῷ ἀνδρὶ

τοῖς ἄνδράσι

Αιτ.

τὸν ἄνδρα

τοὺς ἄνδρας

Κλητ.

(ὦ) ἄνερ

(ὦ) ἄνδρες

Σιγμόληκτα: Αρσενικά ακατάληκτα σε -ης, (-ους):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ Ἀριστοτέλης

οἱ Ἀριστοτέλαι

Γεν.

τοῦ Ἀριστοτέλους

τῶν Ἀριστοτελῶν

Δοτ.

τῷ Ἀριστοτέλει

τοῖς Ἀριστοτέλαις

Αιτ.

τὸν Ἀριστοτέλη

τοὺς Ἀριστοτέλας

Κλητ.

(ὦ) Ἀριστότελες

(ὦ) Ἀριστοτέλαι

Αρσενικά ακατάληκτα σε -κλῆς, (-κλέους):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

ὁ Προκλῆς

οἱ Προκλεῖς

Γεν.

τοῦ Προκλέους

τῶν Προκλέων

Δοτ.

τῷ Προκλεῖ

-

Αιτ.

τὸνΠροκλέα

τοὺς Προκλεῖς

Κλητ.

(ὦ) Πρόκλεις

(ὦ) Προκλεῖς

Θηλυκά ακατάληκτα σε -ώς, (-οῦς):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός


Ον.

ἡ αἰδὼς

-

Γεν.

τῆς αἰδοῦς

-

Δοτ.

τῇ αἰδοῖ

-

Αιτ.

τὴν αἰδῶ

-

Κλητ.

(ὦ) αἰδὼς

-

Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ος, (-ους):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ ἔθνος

τὰ ἔθνη

Γεν.

τοῦ ἔθνους

τῶν ἐθνῶν

Δοτ.

τῷ ἔθνει

τοῖς ἔθνεσι

Αιτ.

τὸ ἔθνος

τὰ ἔθνη

Κλητ.

(ὦ) ἔθνος

(ὦ) ἔθνη

Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας, (-ως):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ κρέας

τὰ κρέα

Γεν.

τοῦ κρέως

τῶν κρεῶν

Δοτ.

τῷ κρέᾳ

τοῖς κρέασι(ν)

Αιτ.

τὸ κρέας

τὰ κρέα

Κλητ.

(ὦ) κρέας

(ὦ) κρέα

Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας, (-ως ή -ατος):

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ον.

τὸ πέρας

τὰ πέρατα

Γεν.

τοῦ πέρατος

τῶν περάτων

Δοτ.

τῷ πέρατι

τοῖς πέρασι(ν)

Αιτ.

τὸ πέρας

τὰ πέρατα

Κλητ.

(ὦ) πέρας

(ὦ) πέρατα

Παρατηρήσεις 1. Τα κύρια ονόματα σε -ης, -κλῆς στην κλητική ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και ανεβάζουν τον τόνο. 2. Τα ουδέτερα σιγμόληκτα σε -ος σχηματίζουν την ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού


σε -η. π.χ. τὰ βέλεσ- α>βέλε-α>βέλη. Αν όμως πριν από το ε προηγείται άλλο ε, τότε συναιρούν το ε+α σε α: τὰ χρέε-α>χρέα, τὰ κλέε-α>κλέη. 3. Τα ουσιαστικά «ἡ αἰδὼς» και «ἡ ἠὼς» δε σχηματίζουν πληθυντικό. 4. Το ουσιαστικό «τὸ πέρας» κλίνεται κατά τα οδοντικόληκτα σε -α, -ατος όπως «τὸ κτῆμα», εκτός από την ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού που τις σχηματίζει από σιγμόληκτο θέμα σε ας, -ως όπως «τὸ κρέας». 5. Τα ουσιαστικά «τὸ γέρας» και «τὸ γῆρας» κλίνονται όπως «τὸ κρέας». Έχουν θέμα παντού καθαρά σιγμόληκτο. Προσοχή: «τὸ γῆρας» δεν έχει πληθυντικό. 6. Το ουσιαστικό «τὸ κέρας» κλίνεται σύμφωνα με τα σιγμόληκτα («τὸ κρέας») αλλά και σύμφωνα με τα οδοντικόληκτα («τὸ πέρας»). Έχει διπλούς τύπους στη γενική και δοτική του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού εκτός της δοτικής. 7. Το ουσιαστικό «τὸ τέρας» κλίνεται στον ενικό κατά «τὸ πέρας» και στον πληθυντικό κλίνεται και κατά «τὸ κρέας».


ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Τα ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής που δεν κλίνονται ομαλά διακρίνονται σε:

1. Ετερόκλιτα. 2. Μεταπλαστά. 3. Ανώμαλα κατά το γένος. 4. Ιδιόκλιτα. 5. Άκλιτα. 6. Ελλειπτικά.

1. Ετερόκλιτα

Ορισμός: Ετερόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία: α) σχηματίζονται στον πληθυντικό κατά διαφορετική κλίση. π.χ.: (ενικ.:) ὁ πρεσβευτής – (πληθ.:) οἱ πρέσβεις. β) σχηματίζουν μερικές πτώσεις κατά διαφορετική κλίση ή συγχρόνως κατά την ίδια και κατά διαφορετική κλίση. π.χ.: (ονομ.) ὁ Οἰδίπους – (γεν.) τοῦ Οἰδίποδος / τοῦ Οἰδίπου.

Τα συνηθέστερα ετερόκλιτα ουσιαστικά είναι τα εξής: ὁ υἱός, ὁ πρεσβευτής, ἡ γυνή, τὸ πῦρ, ὁ χρὼς (= το δέρμα, η επιδερμίδα), ὁ Ἄρης και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός Ον.

ὁ υἱὸς

ὁ πρεσβευτὴς

ἡ γυνὴ

τὸ πῦρ

Γεν.

τοῦ υἱοῦ / υἱέος

τοῦ πρεσβευτοῦ

τῆς γυναικὸς

τοῦ πυρὸς

Δοτ.

τῷ υἱῷ / υἱεῖ

τῷ πρεσβευτῇ

τῇ γυναικὶ

τῷ πυρὶ

Αιτ.

τὸν υἱὸν

τὸν πρεσβευτὴν

τὴν γυναῖκα

τὸ πῦρ

Κλ.

(ὦ) υἱὲ

(ὦ) πρεσβευτὰ

(ὦ) γύναι

(ὦ) πῦρ

Ενικός αριθμός


Ον.

ὁ χρὼς

ὁ Ἄρης

Γεν.

τοῦ χρωτὸς

τοῦ Ἄρεως

Δοτ.

τῷ χρωτὶ / χρῷ

τῷ Ἄρει

Αιτ.

τὸν χρῶτα

τὸν Ἄρη / Ἄρην

Κλ.

(ὦ) -

(ὦ) Ἄρες

Πληθυντικός αριθμός Ον.

οἱ υἱοὶ / υἱεῖς

οἱ πρέσβεις

αἱ γυναῖκες

τὰ πυρὰ

Γεν.

τῶν υἱῶν / υἱέων

τῶν πρέσβεων

τῶν γυναικῶν

τῶν πυρῶν

Δοτ.

τοῖς υἱοῖς / υἱέσι

τοῖς πρέσβεσι

ταῖς γυναιξὶ

τοῖς πυροῖς

Αιτ.

τοὺς υἱοὺς / υἱέας / υἱεῖς

τοὺς πρέσβεις

τὰς γυναῖκας

τὰ πυρὰ

Κλ.

(ὦ) υἱοὶ / υἱεῖς

(ὦ) πρέσβεις

(ὦ) γυναῖκες

(ὦ) πυρὰ

Παρατήρηση: το ουσιαστικό «ὁ χρὼς» και το κύριο όνομα «ὁ Ἄρης» σχηματίζουν μόνο ενικό αριθμό.

(Για τα ετερόκλιτα ουσιαστικά βλ. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 89-90, παρ.149).

2. Μεταπλαστά

Ορισμός: Μεταπλαστά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία κλίνονται σε όλες τις πτώσεις κατά μία ορισμένη κλίση αλλά το θέμα τους μεταβάλλεται - μεταπλάσσεται σε ορισμένες πτώσεις.

Τα συνηθέστερα μεταπλαστά ουσιαστικά είναι τα εξής: ἡ ναῦς, ἡ χείρ, ἡ κλείς, ὁ μάρτυς, ὁ, ἡ κύων, ὁ Ζεύς , τὸ οὖς, τὸ ὕδωρ, τὸ δόρυ, τὸ φρέαρ και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός Ον.

ἡ ναῦς

ἡ χεὶρ

ἡ κλεὶς

Γεν.

τῆς νεὼς

τῆς χειρὸς

τῆς κλειδὸς

Δοτ.

τῇ νηὶ

τῇ χειρὶ

τῇ κλειδὶ

Αιτ.

τὴν ναῦν

τὴν χεῖρα

τὴν κλεῖδα / κλεῖν

Κλ.

(ὦ) ναῦ

(ὦ) χεὶρ

(ὦ) κλεὶς


Πληθυντικός αριθμός Ον.

αἱ νῆες

αἱ χεῖρες

αἱ κλεῖδες

Γεν.

τῶν νεῶν

τῶν χειρῶν

τῶν κλειδῶν

Δοτ.

ταῖς ναυσὶ(ν)

ταῖς χερσὶ(ν)

ταῖς κλεισὶ(ν)

Αιτ.

τὰς ναῦς

τὰς χεῖρας

τὰς κλεῖδας / κλεῖς

Κλ.

(ὦ) νῆες

(ὦ) χεῖρες

(ὦ) κλεῖδες

Ενικός αριθμός Ον.

ὁ μάρτυς

ὁ, ἡ κύων

ὁ Ζεὺς

Γεν.

τοῦ μάρτυρος

τοῦ, τῆς κυνὸς

τοῦ Διὸς

Δοτ.

τῷ μάρτυρι

τῷ, τῇ κυνὶ

τῷ Διὶ

Αιτ.

τὸν μάρτυρα

τὸν, τὴν κύνα

τὸν Δία

Κλ.

(ὦ) μάρτυς

(ὦ) κύον

(ὦ) Ζεῦ

Πληθυντικός αριθμός Ον.

οἱ μάρτυρες

οἱ, αἱ κύνες

Γεν.

τῶν μαρτύρων

τῶν κυνῶν

Δοτ.

τοῖς μάρτυσι

τοῖς, ταῖς κυσὶ(ν)

Αιτ.

τοὺς μάρτυρας

τοὺς, τὰς κύνας

Κλ.

(ὦ) μάρτυρες

(ὦ) κύνες

Ενικός αριθμός Ον.

τὸ οὖς

τὸ ὕδωρ

τὸ δόρυ

τὸ φρέαρ

Γεν.

τοῦ ὠτὸς

τοῦ ὕδατος

τοῦ δόρατος

τοῦ φρέατος

Δοτ.

τῷ ὠτὶ

τῷ ὕδατι

τῷ δόρατι

τῷ φρέατι

Αιτ.

τὸ οὖς

τὸ ὕδωρ

τὸ δόρυ

τὸ φρέαρ

Κλ.

(ὦ) οὖς

(ὦ) ὕδωρ

(ὦ) δόρυ

(ὦ) φρέαρ

Πληθυντικός αριθμός Ον.

τὰ ὦτα

τὰ ὕδατα

τὰ δόρατα

τὰ φρέατα

Γεν.

τῶν ὤτων

τῶν ὑδάτων

τῶν δοράτων

τῶν φρεάτων

Δοτ.

τοῖς ὠσὶ(ν)

τοῖς ὕδασι(ν)

τοῖς δόρασι(ν)

τοῖς φρέασι(ν)

Αιτ.

τὰ ὦτα

τὰ ὕδατα

τὰ δόρατα

τὰ φρέατα

Κλ.

(ὦ) ὦτα

(ὦ) ὕδατα

(ὦ) δόρατα

(ὦ) φρέατα


Παρατήρηση: το κύριο όνομα «ὁ Ζεὺς» σχηματίζει μόνο ενικό αριθμό

(Για τα μεταπλαστά ουσιαστικά βλ. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ.90-92, παρ.150).

3. Ανώμαλα κατά το γένος

Ορισμός: Ετερογενή ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά που έχουν: α) στον πληθυντικό αριθμό διαφορετικό γένος από ό,τι στον ενικό. π.χ.: (ενικ.:) ὁ λύχνος – (πληθ.:) τὰ λύχνα. β) δύο γένη στον πληθυντικό αριθμό. π.χ.: (ενικ.:) ὁ σταθμὸς – (πληθ.:) οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμά.

Ετερογενή ουσιαστικά είναι τα παρακάτω, τα οποία σχηματίζουν ενικό και πληθυντικό ως εξής:

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ὁ λύχνος

τὰ λύχνα

ὁ σῖτος

τὰ σῖτα

ὁ δεσμὸς

οἱ δεσμοὶ και τὰ δεσμὰ

ὁ σταθμὸς

οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμὰ

τὸ στάδιον

τὰ στάδια και οἱ στάδιοι

Ορισμός: Διπλογενή ονομάζονται τα ουσιαστικά που έχουν δύο γένη στον ενικό αριθμό. π.χ.: (ενικ.:) ὁ ζυγὸς και τὸ ζυγὸν – (πληθ.:) τὰ ζυγά.

4. Ιδιόκλιτα

Ορισμός: Ιδιόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται σύμφωνα με μία από τις


τρεις κλίσεις αλλά κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο.

(Για τα ιδιόκλιτα βλ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 92, παρ. 151).

5. Άκλιτα

Ορισμός: Άκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλ�� ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται, διατηρούν δηλαδή σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τύπο.

(Για τα άκλιτα βλ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 92-93, παρ. 152).

6. Ελλειπτικά

Ορισμός: Ελλειπτικά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία είναι εύχρηστα μόνο σε ορισμένες πτώσεις.

(Για τα ελλειπτικά βλ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 93, παρ. 153).


ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Τα τριτόκλιτα επίθετα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα τους, όπως και τα ουσιαστικά, σε φωνηεντόληκτα και συμφωνόληκτα.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Σε όλα τα τριτόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα το θηλυκό γένος: Λήγει σε –α βραχύχρονο: π.χ. ὁ βαθύς, ἡ βαθεῖα, ὁ πᾶς, ἡ πᾶσα, ὁ ἐκών, ἡ ἐκοῦσα, ὁ μέλας, ἡ μέλαινα Στη γενική του πληθυντικού τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα: π.χ. τῶν βαθειῶν, τῶν πασῶν, τῶν ἑκουσῶν, τῶν μελαινῶν

Α. ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ Παραδείγματα: α) Τρικατάληκτα σε -υς, -εια, -υ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ βαθὺς

ἡ βαθεῖα

τὸ βαθὺ

Γεν.

τοῦ βαθέος

τῆς βαθείας

τοῦ βαθέος

Δοτ.

τῷ βαθεῖ

τῇ βαθείᾳ

τῷ βαθεῖ

Αιτ.

τὸν βαθὺν

τὴν βαθεῖαν

τὸ βαθὺ

Κλητ.

(ὦ) βαθὺ

(ὦ) βαθεῖα

(ὦ) βαθὺ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ βαθεῖς

αἱ βαθεῖαι

τὰ βαθέα

Γεν.

τῶν βαθέων

τῶν βαθειῶν

τῶν βαθέων

Δοτ.

τοῖς βαθέσι

ταῖς βαθείαις

τοῖς βαθέσι

Αιτ.

τοὺς βαθεῖς

τὰς βαθείας

τὰ βαθέα


Κλητ.

(ὦ) βαθεῖς

(ὦ) βαθεῖαι

(ὦ) βαθέα

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ θῆλυς

ἡ θήλεια

τὸ θῆλυ

Γεν.

τοῦ θήλεος

τῆς θηλείας

τοῦ θήλεος

Δοτ.

τῷ θήλει

τῇ θηλείᾳ

τῷ θήλει

Αιτ.

τὸν θῆλυν

τὴν θήλειαν

τὸ θῆλυ

Κλητ.

(ὦ) θῆλυ

(ὦ) θήλεια

(ὦ) θῆλυ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ θήλεις

αἱ θήλειαι

τὰ θήλεα

Γεν.

τῶν θηλέων

τῶν θηλειῶν

τῶν θηλέων

Δοτ.

τοῖς θήλεσι

ταῖς θηλείαις

τοῖς θήλεσι

Αιτ.

τοὺς θήλεις

τὰς θηλείας

τὰ θήλεα

Κλητ.

(ὦ) θήλεις

(ὦ) θήλειαι

(ὦ) θήλεα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Τα τριτόκλιτα επίθετα σε –υς, -εια, -υ: 1. στο αρσενικό και στο ουδέτερο είναι: γενικώς οξύτονα: βαθύς, βαρύς, βραδύς, γλυκύς, δασύς, εὐθύς, εὐρύς, ἡδύς, θρασύς, ὀξύς, παχύς, ταχύς, τραχύς, κ.α, βαρύτονα είναι μόνο το θῆλυς, θήλεια, θῆλυ και το ἥμισυς, ἡμίσεια, ἥμισυ (τοῦ ἡμίσεος, της ἡμισείας, τοῦ ἠμίσεος) 2. παρουσιάζονται με δυο θέματα: το ένα σε –υ, από το οποίο σχηματίζονται η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική του ενικού του αρσενικού και του ουδετέρου, και το άλλο σε –ε, από το οποίο σχηματίζονται όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών. 3. συναιρούν το χαρακτήρα -ε- με το ακόλουθο –ε- ή -ι- σε –ει-, το ἥμισυς συναιρεί πολλές φορές και το -ε- με το –α στο τέλος του ουδετέρου και σχηματίζει και δεύτερο τύπο σε –η: τὰ ἡμίσεα και τὰ ἡμίση. 4. την κλητική του ενικού του αρσενικού τη σχηματίζουν χωρίς κατάληξη –ς


π.χ. (ὦ) βαθύ, (ὦ) ταχύ, (ὦ) θῆλυ, (ὦ) ἥμισυ 5. την αιτιατική του πληθυντικού τη σχηματίζουν όμοια με την ονομαστική π.χ. τοὺς βαθεῖς, τοὺς ταχεῖς

β) Δικατάληκτα σε -υς, -υ Κατά την γ΄ κλίση κλίνονται και μερικά σύνθετα δικατάληκτα επίθετα με β΄συνθετικό ουσιαστικό φωνηεντόληκτο σε –υς, που λήγουν στην ονομαστική το αρσενικό και το θηλυκό σε –υς και το ουδέτερο σε –υ και σχηματίζουν τη γενική σε -υος ή –εος. Παραδείγματα Δικατάληκτα σε -υς, -υ, (γεν.-υος)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ εὔβοτρυς

τὸ εὔβοτρυ

Γεν.

τοῦ, τῆς εὐβότρυος

τοῦ εὐβότρυος

Δοτ.

τῷ, τῇ εὐβότρυϊ

τῷ εὐβότρυϊ

Αιτ.

τὸν, τὴν εὔβοτρυν

τὸ εὔβοτρυ

Κλητ.

(ὦ) εὔβοτρυ

(ὦ) εὔβοτρυ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ εὐβότρυ-ες

τὰ εὐβότρυ-α

Γεν.

τῶν εὐβοτρύ-ων

τῶν εὐβοτρύ-ων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς εὐβότρυ-σι

τοῖς εὐβότρυ-σι

Αιτ.

τοὺς, τὰς εὐβότρυ-ς

τὰ εὐβότρυ-α

Κλητ.

(ὦ) εὐβότρυ-ες

(ὦ) εὐβότρυ-α

Δικατάληκτα σε -υς, -υ, (γεν. –εος)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ δίπηχυς

τὸ δίπηχυ

Γεν.

τοῦ, τῆς διπήχεος

τοῦ διπήχεος

Δοτ.

τῷ, τῇ διπήχει

τῶ διπήχει


Αιτ.

τὸν, τὴν δίπηχυν

τὸ δίπηχυ

Κλητ.

(ὦ) δίπηχυ

(ὦ) δίπηχυ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ διπήχεις

τὰ διπήχεα και διπήχη

Γεν.

τῶν διπηχέων

τῶν διπηχέων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς διπήχεσι

τοῖς διπήχεσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς διπήχεις

τὰ διπήχεα και διπήχη

Κλητ.

(ὦ) διπήχεις

(ὦ) διπήχεα και διπήχη

Κατά το εὔβοτρυς (= αυτός που έχει αφθονα σταφύλια) κλίνονται: πολύιχθυς, φίλιχθυς, λεύκοθρυς, σύνοφρυς, ἄδακρυς, πολύδακρυς, φιλόδακρυς κ.α. Κατά το δίπηχυς κλίνονται: τρίπηχυς, τετράπηχυς κτλ, διπέλεκυς, τριπέλεκυς κτλ.

B. ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ Παραδείγματα Αφωνόληκτα α) Τρικατάληκτα σε –ας, -ασα, -αν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ πᾶς

ἡ πᾶσα

τὸ πᾶν

Γεν.

τοῦ παντὸς

τῆς πάσης

τοῦ παντὸς

Δοτ.

τῷ παντὶ

τῇ πάσῃ

τῷ παντὶ

Αιτ.

τὸν πάντα

τὴν πᾶσαν

τὸ πᾶν

Κλητ.

(ὦ) πᾶς

(ὦ) πᾶσα

(ὦ) πᾶν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ πάντες

αἱ πᾶσαι

τὰ πάντα

Γεν.

τῶν πάντων

τῶν πασῶν

τῶν πάντων

Δοτ.

τοῖς πᾶσι

ταῖς πάσαις

τοῖς πᾶσι

Αιτ.

τοὺς πάντας

τὰς πάσας

τὰ πάντα


Κλητ.

(ὦ) πάντες

(ὦ) πᾶσαι

(ὦ) πάντα

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ χαρίεις

ἡ χαρίεσσα

τὸ χαρίεν

Γεν.

τοῦ χαρίεντος

τῆς χαριέσσης

τοῦ χαρίεντος

Δοτ.

τῷ χαρίεντι

τῇ χαριέσσῃ

τῷ χαρίεντι

Αιτ.

τὸν χαρίεντα

τὴν χαρίεσσαν

τὸ χαρίεν

Κλητ.

(ὦ) χαρίεν

(ὦ) χαρίεσσα

(ὦ) χαρίεν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ χαρίεντες

αἱ χαρίεσσαι

τὰ χαρίεντα

Γεν.

τῶν χαριέντων

τῶν χαριεσσῶν

τῶν χαριέντων

Δοτ.

τοῖς χαρίεσι

ταῖς χαριέσσαις

τοῖς χαρίεσι

Αιτ.

τοὺς χαρίεντας

τὰς χαριέσσας

τὰ χαρίεντα

Κλητ.

(ὦ) χαρίεντες

(ὦ) χαρίεσσαι

(ὦ) χαρίεντα

Κατά το χαρίεις, -εσσα, -εν (= γεμάτος χάρη, χαριτωμένος) κλίνονται επίθετα που σημαίνουν πλησμονή: ἀστερόεις, ἠνεμόεις, ἀνεμόεις (= αυτός που έχει πολύ άνεμο ή γρήγορος όπως ο άνεμος), ἰχθυόεις, ὑλήεις (= γεμάτος δράση), φωνήεις (= αυτὀς που έχει φωνή).

σε –ων, -ουσα, -ον

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ ἄκων

ἡ ἄκουσα

τὸ ἆκον

Γεν.

τοῦ ἄκοντος

τῆς ἀκούσης

τοῦ ἄκοντος

Δοτ.

τῷ ἄκοντι

τῇ ἀκούσῃ

τῷ ἄκοντι

Αιτ.

τὸν ἄκοντα

τὴν ἄκουσαν

τὸ ἆκον

Κλητ.

(ὦ) ἆκον

(ὦ) ἄκουσα

(ὦ) ἆκον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ ἄκοντες

αἱ ἄκουσαι

τὰ ἄκοντα

Γεν.

τῶν ἀκόντων

τῶν ἀκουσῶν

τῶν ἀκόντων

Δοτ.

τοῖς ἄκουσι

ταῖς ἀκούσαις

τοῖς ἄκουσι

Αιτ.

τοὺς ἄκοντας

τὰς ἀκούσας

τὰ ἄκοντα


Κλητ.

(ὦ) ἄκοντες

(ὦ) ἄκουσαι

(ὦ) ἄκοντα

Κατά το ἄκων (= μη θέλοντας, ακούσιος) κλίνεται και το ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκὸν (= θέλοντας, εκούσιος) γεν. ἑκόντ-ος, ἑκούσης, ἑκόντ-ος κτλ.

β) Δικατάληκτα Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι τριγενή και δικατάληκτα. Αυτά είναι σύνθετα με β΄ συνθετικό ουσιαστικό τριτόκλιτο αφωνόληκτο (χάρις, ἐλπίς, πούς, ὀδοὺς, κ.α) και κλίνονται όπως το β΄ συνθετικό τους: ὁ, ἡ εὔχαρις, τὸ εὔχαρι

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ εὔχαρις

τὸ εὔχαρι

Γεν.

τοῦ, τῆς εὐχάριτος

τοῦ εὐχάριτος

Δοτ.

τῷ, τῇ εὐχάριτι

τῷ εὐχάριτι

Αιτ.

τὸν, τὴν εὔχαριν

τὸ εὔχαρι

Κλητ.

(ὦ) εὔχαρις

(ὦ) εὔχαρι ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ εὐχάριτες

τὰ εὐχάριτα

Γεν.

τῶν εὐχαρίτων

τῶν εὐχαρίτων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς εὐχάρισι

τοῖς εὐχάρισι

Αιτ.

τοὺς, τὰς εὐχάριτας

τὰ εὐχάριτα

Κλητ.

(ὦ) εὐχάριτες

(ὦ) εὐχάριτα

ὁ, ἡ εὔελπις, το εὔελπι

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ εὔελπις

τὸ εὔελπι

Γεν.

τοῦ, τῆς εὐέλπιδος

τοῦ εὔέλπιδος

Δοτ.

τῷ, τῇ εὐέλπιδι

τῷ εὐέλπιδι

Αιτ.

τὸν, τὴν εὔελπιν

τὸ εὔελπι

Κλητ.

(ὦ) εὔελπις

(ὦ) εὔελπι


ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ, αἱ εὐέλπιδες

τὰ εὐέλπιδα

Γεν.

τῶν εὐελπίδων

τῶν εὐελπίδων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς εὐέλπισι

τοῖς εὐέλπισι

Αιτ.

τοὺς, τὰς εὐέλπιδας

τὰ εὐέλπιδα

Κλητ.

(ὦ) εὐέλπιδες

(ὦ) εὐέλπιδα

ὁ, ἡ δίπους, τὸ δίπουν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ δίπους

τὸ δίπουν

Γεν.

τοῦ, τῆς δίποδος

τοῦ δίποδος

Δοτ.

τῷ, τῇ δίποδι

τῷ δίποδι

Αιτ.

τὸν, τὴν δίποδα (δίπουν)

τὸ δίπουν

Κλητ.

(ὦ) δίπους

(ὦ) δίπου ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ δίποδες

τὰ δίποδα

Γεν.

τῶν διπόδων

τῶν διπόδων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς δίποσι

τοῖς δίποσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς δίποδας

τὰ δίποδα

Κλητ.

(ὦ) δίποδες

(ὦ) δίποδα

ὁ, ἡ μονόδους, τὸ μονόδουν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ μονόδους

τὸ μονόδουν

Γεν.

τοῦ, τῆς μονόδοντος

τοῦ μονόδοντος

Δοτ.

τῷ, τῇ μονόδοντι

τῷ μονόδοντι

Αιτ.

τὸν, τὴν μονόδοντα

τὸ μονόδουν

Κλητ.

(ὦ) μονόδους

(ὦ) μονόδουν


ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ, αἱ μονόδοντες

τὰ μονόδοντα

Γεν.

τῶν μονοδόντων

τῶν μονοδόντων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς μονόδουσι

τοῖς μονόδουσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς μονόδοντας

τὰ μονόδοντα

Κλητ.

(ὦ) μονόδοντες

(ὦ) μονόδοντα

Όμοια κλίνονται και τα: ἄχαρις, ἄπελπις, φέρελπις, ἄπους, μονόπους, τρίπους, κτλ.

γ) Μονοκατάληκτα (με δυο γένη) Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης, απλά ή σύνθετα, είναι διγενή και μονοκατάληκτα. Αυτά κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης:

ὁ, ἡ βλάξ

τοῦ, τῆς βλακὸς κτλ.

ὁ, ἡ κόλαξ

τοῦ, τῆς κόλακος κτλ.

ὁ, ἡ ἅρπαξ

τοῦ, τῆς ἅρπαγος κτλ.

ὁ, ἡ γαμψῶνυξ

τοῦ, τῆς γαμψώνυχος κτλ.

ὁ, ἡ λογάς

τοῦ, τῆς λογάδος κτλ.

ὁ, ἡ μιγάς

τοῦ, τῆς μιγάδος κτλ.

ὁ, ἡ φυγάς

τοῦ, τῆς φυγάδος κτλ.

ὁ ἡ ἄπαις

τοῦ, τῆς ἄπαιδος κτλ.

ὁ, ἡ πένης

τοῦ, τῆς πένητος κτλ.

ὁ, ἡ ἡμιθνής

τοῦ, τῆς ἡμιθνῆτος κτλ.

ὁ,ἡ ἀγνὼς

τοῦ, τῆς ἀγνῶτος κτλ. (= άγνωστος ή αυτός που αγνοεί),

ὁ,ἡ φιλόγελως

τοῦ, τῆς φιλογέλωτος κτλ. (αλλά και κατά την αττική β΄κλίση: ὁ, ἡ φιλόγελως, γεν. φιλόγελω, δοτ. φιλόγελω κτλ.)

Ενρινόληκτα - Υγρόληκτα α) Ενρινόληκτα Τρικατάληκτα

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ μέλας

ἡ μέλαινα

τὸ μέλαν

Γεν.

τοῦ μέλανος

τῆς μελαίνης

τοῦ μέλανος


Δοτ.

τῷ μέλανι

τῇ μελαίνῃ

τῷ μέλανι

Αιτ.

τὸν μέλανα

τὴν μέλαιναν

τὸ μέλαν

Κλητ.

(ὦ) μέλαν

(ὦ) μέλαινα

(ὦ) μέλαν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

οἱ μέλανες

αἱ μέλαιναι

τὰ μέλανα

Γεν.

τῶν μελάνων

τῶν μελαινῶν

τῶν μελάνων

Δοτ.

τοῖς μέλασι

ταῖς μελαίναις

τοῖς μέλασι

Αιτ.

τοὺς μέλανας

τὰς μελαίνας

τὰ μέλανα

Κλητ.

(ὦ) μέλανες

(ὦ) μέλαιναι

(ὦ) μέλανα

Όμοια κλίνεται και το επίθετο ὁ τάλας, ἡ τάλαινα, το τάλαν ( γεν. τοῦ τάλαν-ος, τῆς ταλαίνης, τοῦ τάλαν-ος κτλ.)

β) Ενρινόληκτα Δικατάληκτα σε –ων, –ον, (γεν. –ονος)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ εὐδαίμων

τὸ εὔδαιμον

Γεν.

τοῦ, τῆς εὐδαίμονος

τοῦ εὐδαίμονος

Δοτ.

τῷ, τῇ εὐδαίμονι

τῷ εὐδαίμονι

Αιτ.

τὸν, τὴν εὐδαίμονα

τὸ εὔδαιμον

Κλητ.

(ὦ) εὔδαιμον

(ὦ) εὔδαιμον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ εὐδαίμονες

τὰ εὐδαίμονα

Γεν.

τῶν εὐδαιμόνων

τῶν εὐδαιμόνων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς εὐδαίμοσι

τοῖς εὐδαίμοσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς εὐδαίμονας

τὰ εὐδαίμονα

Κλητ.

(ὦ) εὐδαίμονες

(ὦ) εὐδαίμονα

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ον.

ὁ, ἡ σώφρων

τὸ σῶφρον

Γεν.

τοῦ, τῆς σώφρονος

τοῦ σώφρονος

Δοτ.

τῷ, τῇ σώφρονι

τῷ σώφρονι

Αιτ.

τὸν, τὴν σώφρονα

τὸ σῶφρον

Κλητ.

(ὦ) σῶφρον

(ὦ) σῶφρον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ σώφρονες

τὰ σώφρονα

Γεν.

τῶν σωφρόνων

τῶν σωφρόνων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς σώφροσι

τοῖς σώφροσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς σώφρονας

τὰ σώφρονα

Κλητ.

(ὦ) σώφρονες

(ὦ) σώφρονα

Όμοια κλίνονται τα επίθετα:

ὁ, ἡ κακοδαίμων

τὸ κακόδαιμον

ὁ, ἡ ἀγνώμων

τὸ ἄγνωμον

ὁ, ἡ εὐσχήμων

τὸ εὔσχημον

ὁ, ἡ μεγαλοπράγμων

τὸ μεγαλόπραγμον

ὁ, ἡ ἐλεήμων

τὸ ἐλεῆμον

ὁ, ἡ μνήμων

τὸ μνῆμον

ὁ, ἡ ἄφρων

τὸ ἄφρον

ὁ, ἡ μεγαλόφρων

τὸ μεγαλόφρον κ.α.

σε –ην, -εν, (γεν.-ενος)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ ἄρρην

τὸ ἄρρεν

Γεν.

τοῦ, τῆς ἄρρενος

τοῦ ἄρρενος

Δοτ.

τῷ, τῇ ἄρρενι

τῷ ἄρρενι

Αιτ.

τὸν, τὴν ἄρρενα

τὸ ἄρρεν

Κλητ.

(ὦ) ἂρρεν

(ὦ) ἄρρεν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ ἄρρενες

τὰ ἄρρενα


Γεν.

τῶν ἀρρένων

τῶν ἀρρένων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς ἄρρεσι

τοῖς ἄρρεσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς ἄρρενας

τὰ ἄρρενα

Κλητ.

(ὦ) ἄρρενες

(ὦ) ἄρρενα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: 1. Τα σύνθετα σε –ων, -ον, (γεν. –ονος) στη κλητική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού και στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού του ουδετέρου ανεβάζουν το τόνο, όχι όμως πιο πάνω από την τελευταία συλλαβή του α΄ συνθετικού: π.χ. ὁ, ἡ εὐδαίμων, (ὦ) εὔδαιμον - τὸ εὔδαιμον, ὁ, ἡ εὐγνώμων, (ὦ) εὔγνωμον - τὸ εὔγνωμον, ὁ, ἡ μεγαλοπράγμων, (ὦ) μεγαλόπραγμον - τὸ μεγαλόπραγμον αλλά: μεγαλόφρων, (ὦ) μεγαλόφρον – τὸ μεγαλόφρον 2. Τα δικατάληκτα ενρινόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης έχουν τη κλητική του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: (ὦ) ἐλεῆμον, (ὦ) ἄρρεν

γ) Υγρόληκτα Δικατάληκτα σε –ωρ, -ορ (γεν. –ορος):

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ ἀπάτωρ

τὸ ἀπάτορ

Γεν.

τοῦ, τῆς ἀπάτορος

τοῦ ἀπάτορος

Δοτ.

τῷ, τῇ ἀπάτορι

τῷ ἀπάτορι

Αιτ.

τὸν, τὴν ἀπάτορα

τὸ ἀπάτορ

Κλητ.

(ὦ) ἀπάτορ

(ὦ) ἀπάτορ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ ἀπάτορες

τὰ ἀπάτορα

Γεν.

τῶν ἀπατόρων

τῶν ἀπατόρων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς ἀπάτορσι

τοῖς ἀπάτορσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς ἀπάτορας

τὰ ἀπάτορα

Κλητ.

(ὦ) ἀπάτορες

(ὦ) ἀπάτορα


Όμοια κλίνεται το επίθετο: ὁ, ἡ ἀμήτωρ, τὸ ἀμῆτορ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Τα δικατάληκτα υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης έχουν τη κλητική του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: (ὦ) ἀπάτορ

δ) Ενρινόληκτα και Υγρόληκτα Μονοκατάληκτα Μερικά ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά είναι απλά ή σύνθετα με β΄ συνθετικό τριτόκλιτο ενρινόληκτο ή υγρόληκτο και κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης.

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ μάκαρ

Γεν.

τοῦ, τῆς μάκαρος

Δοτ.

τῷ, τῇ μάκαρι

Αιτ.

τὸν, τὴν μάκαρα

Κλητ.

(ὦ) μάκαρ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ μάκαρες

Γεν.

τῶν μακάρων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς μάκαρσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς μάκαρας

Κλητ.

(ὦ) μάκαρες

Όμοια κλίνονται: ὁ, ἡ ἄχειρ, γεν. ἄχειρ-ος, δοτ. ἄχειρ-ι, αιτ. ἄχειρ-α κτλ, ὁ, ἡ μακρόχειρ, γεν. μακρόχειρ-ος, δοτ. μακρόχειρ-ι, αιτ. μακρόχειρ-α κτλ, ὁ, ἡ ὑψαύχην, γεν. ὑψαύχεν-ος, δοτ. ὑψαύχεν-ι, αιτ. ὑψαύχεν-α κτλ.

Σιγμόληκτα δικατάληκτα Τα σιγμόληκτα δικατάληκτα επίθετα λήγουν στην ονομαστική του ενικού στο αρσενικό και το θηλυκό


γένος σε -ης και στο ουδέτερο γένος σε -ες. οξύτονα σιγμόληκτα δικατάληκτα σε -ης, -ης, -ες

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ ἀληθὴς

τὸ ἀληθὲς

Γεν.

τοῦ, τῆς ἀληθοῦς

τοῦ ἀληθοῦς

Δοτ.

τῷ, τῇ ἀληθεῖ

τῷ ἀληθεῖ

Αιτ.

τὸν, τὴν ἀληθῆ

τὸ ἀληθὲς

Κλητ.

(ὦ) ἀληθὲς

(ὦ) ἀληθὲς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ ἀληθεῖς

τὰ ἀληθῆ

Γεν.

τῶν ἀληθῶν

τῶν ἀληθῶν

Δοτ.

τοῖς, ταῖς ἀληθέσι

τοῖς ἀληθέσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς ἀληθεῖς

τὰ ἀληθῆ

Κλητ.

(ὦ) ἀληθεῖς

(ὦ) ἀληθῆ

Κατά το ἀληθής κλίνονται πολλά οξύτονα: ἀγενής, ἀκριβής, ἀσεβής, ἀσθενής, ἀμελής, ἀτυχής, δυστυχής, ἐπιμελής, εὐγενής, εὐσεβής, εὐτυχής, σαφής, ψευδής, κ.α.

Βαρύτονα σιγμόληκτα δικατάληκτα σε -ης, -ης, -ες

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ πλήρης

τὸ πλῆρες

Γεν.

τοῦ, τῆς πλήρους

τοῦ πλήρους

Δοτ.

τῷ, τῇ πλήρει

τῷ πλήρει

Αιτ.

τὸν, τὴν πλήρη

τὸ πλῆρες

Κλητ.

(ὦ) πλῆρες

(ὦ) πλῆρες ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ πλήρεις

τὰ πλήρη

Γεν.

τῶν πλήρων

τῶν πλήρων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς πλήρεσι

τοῖς πλήρεσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς πλήρεις

τὰ πλήρη


Κλητ.

(ὦ) πλήρεις

(ὦ) πλήρη

Κατά το πλήρης κλίνονται επίθετα: i. σε -ήρης: ὁ, ἡ μονήρης, τὸ μονῆρες, ὁ, ἡ ξιφήρης, τὸ ξιφῆρες, ii. σε -ώδης: ὁ, ἡ δυσώδης, τὸ δυσῶδες, ὁ, ἡ εὐώδης, τὸ εὐῶδες iii. σε -ώλης: ὁ, ἡ ἐξώλης, τὸ ἐξῶλες (= εντελώς, χαμένος), ὁ, ἡ προώλης, τὸ προῶλες (= από πριν χαμένος, άξιος να χαθεί πριν από την ώρα του), ὁ, ἡ πανώλης, τὸ πανῶλες (= εντελώς χαμένος και με ενεργητική σημασία: αυτός που καταστρέφει τα πάντα) κ.α.

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ὁ, ἡ συνήθης

τὸ σύνηθες

Γεν.

τοῦ, τῆς συνήθους

τοῦ συνήθους

Δοτ.

τῷ, τῇ συνήθει

τῷ συνήθει

Αιτ.

τὸν, τὴν συνήθη

τὸ σύνηθες

Κλητ.

(ὦ) σύνηθες

(ὦ) σύνηθες ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

οἱ, αἱ συνήθεις

τὰ συνήθη

Γεν.

τῶν συνήθων

τῶν συνήθων

Δοτ.

τοῖς, ταῖς συνήθεσι

τοῖς συνήθεσι

Αιτ.

τοὺς, τὰς συνήθεις

τὰ συνήθη

Κλητ.

(ὦ) συνήθεις

(ὦ) συνήθη

Κατά το συνήθης κλίνονται επίθετα: i. σε -ηθης: ὁ, ἡ εὐήθης, τὸ εὔηθες (= αγαθός, απλοϊκός, ανόητος), ὁ, ἡ χρηστοήθης, τὸ χρηστόηθες κ.α ii. σε -έθης: ὁ, ἡ εὐμεγέθης, τὸ εὐμέγεθες, ὁ, ἡ παμμεγέθης, τὸ παμμέγεθες κ.α, iii. σε -άντης: ὁ, ἡ ἀνάντης, τὸ ἄναντες (= ανηφορικός ), ὁ, ἡ κατάντης, τὸ κάταντες (= κατηφορικός), ὁ, ἡ προσάντης, τὸ πρόσαντες (= ανηφορικός, απόκρημνος) κ.α iv. Επίσης τα επίθετα: ὁ, ἡ αὐθάδης, τὸ αὔθαδες, ὁ, ἡ αὐτάρκης, τὸ αὔταρκες κ.α

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:


1. Τα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες έχουν θέμα σε -εσ-. Στα επίθετα αυτά: α) η ονομαστική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού γένους σχηματίζεται χωρίς κατάληξη, αλλά το βραχύχρονο φωνήεν -ε- που είναι πριν από το χαρακτήρα εκτείνεται σε -η-. Όλες οι άλλες πτώσεις και των τριων γενών σχηματίζονται από το θέμα -εσ-, αλλά ο χαρακτήρας -σ- ανάμεσα στα δυο φωνήεντα αποβάλλεται, και έτσι τα δυο αυτά φωνήεντα συναιρούνται. β) η κλητική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού γένους, καθώς και η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους είναι ίδιες με το θέμα (χωρίς κατάληξη)

π.χ. (ὦ) ἀληθές, τὸ ἀληθές, τὸ ἀληθές, (ὦ) ἀληθές 2. Τα βαρύτονα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες: α) αν είναι υπερδισύλλαβα ανεβάζουν τον τόνο στην κλητική του ενικού αριθμού του αρσενικού και του θηλυκού γένους και στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού αριθμού του ουδετέρου γένους: π.χ. ὁ, ἡ συνήθης, (ὦ) σύνηθες - τὸ σύνηθες, ὁ, ἡ αὐθάδης, (ὦ) αὔθαδες - τὸ αὔθαδες Εξαίρεση αποτελούν όσα λήγουν σε -ώδης, -ώλης, -ήρης και κλίνονται κανονικά: π.χ. ὁ, ἡ εὐώδης, (ὦ) εὐῶδες, τὸ εὐῶδες, ὁ, ἡ ἐξώλης, (ὦ) ἐξῶλες, τὸ ἐξῶλες, ὁ, ἡ ποδήρης, (ὦ) ποδῆρες, τὸ ποδῆρες β) στη γενική του πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα αντίθετα με τον κανόνα από αναλογία προς τη γενική του ενικού: π.χ. τῶν συνήθων (όπως τοῦ συνήθους), τῶν πλήρων (όπως τοῦ πλήρους ), τῶν εὐώδων (όπως τοῦ εὐώδους)


ΑΝΩΜΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Τα συνηθέστερα ανώμαλα επίθετα είναι τα εξής: ὁ πολύς, ἡ πολλή, τὸ πολὺ ὁ μέγας, ἡ μεγάλη, τὸ μέγα ὁ πρᾶος, ἡ πραεῖα, τὸ πρᾶον.

Ανώμαλα επίθετα είναι και τα ελλειπτικά: ὁ, ἡ σῶς , τὸ σῶν και ὁ φροῦδος, ἡ φρούδη( και ἡ φροῦδος) , τὸ φροῦδον (βλ. Γραμματική της αρχαίας ελληνικής, σελ.113-114, παρ.4 ,5). Η κλίση των ανωμάλων επιθέτων

ὁ πολύς, ἡ πολλή, τὸ πολὺ Ενικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ. αιτ. κλητ.

θηλυκό

ουδέτερο

ὁ πολὺς

ἡ πολλὴ

τὸ πολὺ

τοῦ πολλοῦ

τῆς πολλῆς

τοῦ πολλοῦ

τῷ πολλῷ

τῇ πολλῇ

τῷ πολλῷ

τὸν πολὺν

τὴν πολλὴν

τὸ πολὺ

(ὦ) πολὺ

(ὦ) πολλὴ

(ὦ) πολὺ

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ.

θηλυκό

ουδέτερο

οἱ πολλοὶ

αἱ πολλαὶ

τὰ πολλὰ

τῶν πολλῶν

τῶν πολλῶν

τῶν πολλῶν

τοῖς πολλοῖς

ταῖς πολλαῖς

τοῖς πολλοῖς

τοὺς πολλοὺς

τὰς πολλὰς

τὰ πολλὰ


αιτ. κλητ.

(ὦ) πολλοὶ

(ὦ) πολλαὶ

(ὦ) πολλὰ

ὁ μέγας, ἡ μεγάλη, τὸ μέγα Ενικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ. αιτ. κλητ.

θηλυκό

ουδέτερο

ὁ μέγας

ἡ μεγάλη

τὸ μέγα

τοῦ μεγάλου

τῆς μεγάλης

τοῦ μεγάλου

τῷ μεγάλῳ

τῇ μεγάλῃ

τῷ μεγάλῳ

τὸν μέγαν

τὴν μεγάλην

τὸ μέγα

(ὦ) μέγα

(ὦ) μεγάλη

(ὦ) μέγα

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ. αιτ. κλητ.

θηλυκό

ουδέτερο

οἱ μεγάλοι

αἱ μεγάλαι

τὰ μεγάλα

τῶν μεγάλων

τῶν μεγάλων

τῶν μεγάλων

τοῖς μεγάλοις

ταῖς μεγάλαις

τοῖς μεγάλοις

τοὺς μεγάλους

τὰς μεγάλας

τὰ μεγάλα

(ὦ) μεγάλοι

(ὦ) μεγάλαι

(ὦ) μεγάλα

ὁ πρᾶος, ἡ πραεῖα, τὸ πρᾶον Ε��ικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ. αιτ. κλητ.

θηλυκό

ουδέτερο

ὁ πρᾶος

ἡ πραεῖα

τὸ πρᾶον

τοῦ πράου

τῆς πραείας

τοῦ πράου

τῷ πράῳ

τῇ πραείᾳ

τῷ πράῳ

τὸν πρᾶον

τὴν πραεῖαν

τὸ πρᾶον

(ὦ) πρᾶε

(ὦ) πραεῖα

(ὦ) πρᾶον


Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

ονομ. γεν. δοτ. αιτ. κλητ.

θηλυκό

ουδέτερο

οἱ πρᾶοι

αἱ πραεῖαι

τὰ πραέα

τῶν πραέων

τῶν πραειῶν

τῶν πραέων

τοῖς πραέσι

ταῖς πραείαις

τοῖς πραέσι

τοὺς πράους

τὰς πραείας

τὰ πραέα

(ὦ) πρᾶοι

(ὦ) πραεῖα

(ὦ) πραέα


ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα

επίθετα,

κλιτοί

ονοματικοί

τύποι

που

φανερώνουν

την

ιδιότητα

ή

την

ποιότητα

των

προσδιοριζόμενων από αυτά όρων, σχηματίζουν τους λεγόμενους βαθμούς παράθεσης των επιθέτων. Ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ονομάζονται παραθετικά του επιθέτου.

Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις: Α) θετικός βαθμός, κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει απλώς την ιδιότητα ή την ποιότητα του προσδιοριζόμενου όρου, χωρίς σύγκριση προς κάποιο άλλο, π.χ. ὁ δίκαιος ἀνήρ. Β) συγκριτικός βαθμός, κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει ότι ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς έναν άλλο όρο ή και ένα σύνολο, π.χ. οὖτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου - χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων. Γ) υπερθετικός βαθμός, κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει ότι ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα και διακρίνεται σε: α) σχετικό υπερθετικό, (ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί), π.χ. Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων. β) απόλυτο υπερθετικό, (ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον ανώτατο βαθμό, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα), π.χ. οὖτός ἐστι δικαιότατος.

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ Τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται είτε μονολεκτικά, είτε περιφραστικά. Α. ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται κανονικά προσθέτοντας στο θέμα του θετικού βαθμού του αρσενικού γένους τις παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες είναι:

για το συγκριτικό βαθμό:

-τερος, -τέρα, -τερον

για τον υπερθετικό βαθμό:

-τατος, -τάτη, -τατον

Σχηματίζουν με τις παραπάνω καταλήξεις τα παραθετικά τους τα παρακάτω επίθετα:


α) δευτερόκλιτα, τριγενή και τρικατάληκτα, π.χ. πτωχός-ή-όν, -πτωχό-τερος, πτωχο-τέρα, πτωχό-τερον- πτωχό-τατος, πτωχο-τάτη, πτωχότατον β) τριτόκλιτα, τριγενή και τρικατάληκτα ή δικατάληκτα, π.χ. βαρύς-εῖα-ύ -βαρύ-τερος, βαρυ-τέρα, βαρύ-τερον-βαρύ-τατος, βαρυ-τάτη, βαρύ-τατον ἀληθής-ής-ές -ἀληθέσ-τερος, ἀληθεσ-τέρα, ἀληθέσ-τερον-ἀληθέσ-τατος, ἀληθεσ-τάτη, ἀληθέστατον μέλας-αινα-αν -μελάν-τερος, μελαν-τέρα, μελάν-τερον-μελάν-τατος, μελαν-τάτη, μελάν-τατον χαρίεις-εσσα-εν -χαριέσ-τερος, χαριεσ-τέρα, χαριέσ-τερον-χαριέσ-τατος, χαριεσ-τάτη, χαριέστατον

Παρατήρηση: Τα δευτερόκλιτα επίθετα σχηματίζουν παραθετικά με χαρακτήρα -ο- ή –ω- ως εξής:

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ σε -ότερος / -ότατος

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ σε -ώτερος / -ώτατος

1. αν προηγείται συλλαβή φύσει μακρόχρονη, δηλαδή μακρόχρονο φωνήεν ή

1. αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:

δίφθογγος:η, ω,ου, ει, αι

π.χ. νέος, νεώ-τερος, νεώ-τατος

π.χ. ξηρός, ξηρό-τερος, ξηρό-τατος

σοφός, σοφώ-τερος, σοφώ-τατος

γενναῖος, γενναιό-τερος, γενναιό-τατος 2. αν προηγείται συλλαβή θέσει μακρόχρονη, δηλαδή βραχύχρονο φωνήεν και ακολουθούν δυο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό -ξ, -ψ π.χ. θερμός, θερμό-τερος, θερμό-τατος

2. όσα λήγουν σε: -ιος, -ιμος, -ικος, ινος π.χ. δόκιμος

ἔνδοξος, ἐνδοξό-τερος, ἐνδοξό-τατος 3. όσα έχουν ως δεύτερο συνθετικό τις λέξεις:

3. όσα λήγουν σε:

θυμός, κῦρος, λύπη, νίκη, τιμή, κίνδυνος,

-ακος, -αλος, -αμος, -ανος, -αρος, -ατος,

ψυχή

ΠΡΟΣΟΧΗ: εξαιρείται το ἀνιαρός

π.χ. ἔγκυρος

4. τα επίθετα: ἀνιαρός, ἰσχυρός, ψιλός, πρᾱος, λιτός, φλύαρος

4. όσα λήγουν σε: -υρος, - χος, π.χ. ἥσυχος


Β. ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ Μερικά παραθετικά επιθέτων διαμορφώνονται αναλογικά πρός τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά: (ἐλαφρός -ἐλαφρύτερος κατά το βαρύτερος, χοντρός -χοντρύτερος κατά το παχύτερος, αντί για τα κανονικά ἐλαφρότερος, χοντρότερος). Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:

α) -έστερος, -έστατος Τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. –ονος):

σώφρων, -ων, -ον

εὐδαίμων, -ων, -ον

σωφρον-έσ-τερος,

σωφρον-έσ-τατος,

σωφρον-εσ-τέρα,

σωφρον-εσ-τάτη,

σωφρον-έσ-τερον

σωφρον-έσ-τατον

εὐδαιμον-έσ-τερος,

εὐδαιμον-έσ-τατος,

εὐδαιμον-εσ-τέρα,

εὐδαιμον-εσ-τάτη,

εὐδαιμον-έσ-τερον

εὐδαιμον-έσ-τατον

καθώς και τα επίθετα ἄκρατος (= αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), ἄσμενος (= ευχαριστημένος), ἐρρωμένος (= δυνατός) καὶ πένης σχηματίζουν τα παραθετικά τους κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (ἀληθής, ἀληθέσ-τερος, ἀληθέσ-τατος)

ἄκρατος, -ος, ον

ἄσμενος,-ος, ον

ἐρρωμένος,- η,ον

πένης

ἀκρατ-έσ-τερος, ἀκρατ-εσ-τέρα, ἀκρατ-έσ-τερον

ἀσμεν-έσ-τερος (και ἀσμενώ-τερος), ἀσμεν-εσ-τέρα (και ἀσμενω-τέρα), ἀσμεν-έσ-τερον (και ἀσμενώ-τερον)

ἀκρατ-έσ-τατος (και ἀκρατό-τατος), ἀκρατ-εσ-τάτη (και ἀκρατο-τάτη), ἀκρατ-έσ-τατον (και ἀκρατό-τατον) ἀσμεν-έσ-τατος (και ἀσμενώ-τατος), ἀσμεν-εσ-τάτη (και ἀσμενω-τάτη), ἀσμεν-έσ-τατον (και ἀσμενώ-τατον)

ἐρρωμεν-έσ-τερος,

ἐρρωμεν-έσ-τατος,

ἐρρωμεν-εσ-τέρα,

ἐρρωμεν-εσ-τάτη,

ἐρρωμεν-έσ-τερον

ἐρρωμεν-έσ-τατον

πεν-έσ-τερος,

πεν-έσ-τατος,

πεν-εσ-τέρα,

πεν-εσ-τάτη,

πεν-έσ-τερον

πεν-έσ-τατον


β) –ούστερος, -ούστατος Το επίθετο ἁπλοῦς και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθετικό το όνομα νοῦς σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τά παραθετικά σε -έστερος, -έστατος με συναίρεση):

ἁπλοῦς, -ῆ,-οῦν

εὔνους, -η,-ουν

ἁπλ-ούστερος,

ἁπλ-ούστατος,

ἁπλ-ουστέρα,

ἁπλ-ουστάτη,

ἁπλ-ούστερον

ἁπλ-ούστατον

εὐν-ούστερος,

εὐν-ούστατος,

εὐν-ουστέρα,

εὐν-ουστάτη,

εὐν-ούστερον

εὐν-ούστατον

γ) -ίστερος, -ίστατος Τα μονοκατάληκτα επίθετα ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (= φλύαρος), κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατὰ τὰ παραθετικά του ἄχαρις: ἀχαρίστερος, ἀχαρίστατος)

ἅρπαξ

βλάξ

λάλος

κλέπτης

πλεονέκτης

ἁρπαγ-ίσ-τερος,

ἁρπαγ-ίσ-τατος,

ἁρπαγ-ισ-τέρα,

ἁρπαγ-ισ-τάτη,

ἁρπαγ-ίσ-τερον

ἁρπαγ-ίσ-τατον

βλακ-ίσ-τερος,

βλακ-ίσ-τατος,

βλακ-ισ-τέρα,

βλακ-ισ-τάτη,

βλακ-ίσ-τερον

βλακ-ίσ-τατον

λαλ-ίσ-τερος,

λαλ-ίσ-τατος,

λαλ-ισ-τέρα,

λαλ-ισ-τάτη,

λαλ-ίσ-τερον

λαλ-ίσ-τατον

κλεπτ-ίσ-τερος,

κλεπτ-ίσ-τατος,

κλεπτ-ισ-τέρα,

κλεπτ-ισ-τάτη,

κλεπτ-ίσ-τερον

κλεπτ-ίσ-τατον

πλεονεκτ-ίσ-τερος,

πλεονεκτ-ίσ-τατος,

πλεονεκτ-ισ-τέρα,

πλεονεκτ-ισ-τάτη,

πλεονεκτ-ίσ-τερον

πλεονεκτ-ίσ-τατον


δ) –αίτερος, -αίτατος Το επίθετο παλαιὸς σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρημα πάλαι σε -αίτερος, -αίτατος:

παλαιός, -η, -ον

παλαί-τερος,

παλαί-τατος,

παλαι-τέρα,

παλαι-τάτη,

παλαί-τερον

παλαί-τατον

Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:

γεραιός, -α, -ον (= γέροντας, σεβαστός)

σχολαῖος, ᾱ, -ον (= αργός, αργοκίνητος)

γεραί-τερος,

γεραί-τατος,

γεραι-τέρα,

γεραι-τάτη,

γεραί-τερον

γεραί-τατον

σχολαί-τερος,

σχολαί-τατος,

σχολαι-τέρα,

σχολαι-τάτη,

σχολαί-τερον

σχολαί-τατον

Με την κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

ἴσος-η-ον

ἰσ-αί-τερος, -α, -ον

ἰσ-αί-τατος

ὄψιος (= όψιμος)-η-ον

ὀψι-αί-τερος, -α, -ον

ὀψι-αί-τατος

πλησίος-α-ον

πλησι-αί-τερος, -α, -ον

πλησι-αί-τατος, -η, -ον

πρῳ-αί-τερος, -α, -ον

πρῳ-αί-τατος, -η, -ον

εὐδι-αίτερος, -α, -ον

εὐδι-αί-τατος , -η, -ον

(και εὐδιέσ-τερος, -α, -ον)

(και εὐδιέσ-τατος, -η, -ον)

ἡσυχ-αί-τερος ,-α, -ον

ἡσυχ-αί-τατος , -η, -ον

(και ἡσυχώ-τερος, -α, -ον)

(και ἡσυχώ-τατος, -η, -ον)

ἰδι-αί-τερος, -α, -ον

ἰδι-αί-τατος, -η, -ον

(και ἰδιώ-τερος, -α, -ον)

(και ἰδιώ-τατος, -η, -ον)

πρῷος (από το πρώιος = πρωινός)

εὔδιος-α-ον

ἥσυχος –η-ον

ἴδιος-α-ον

φιλ-αί-τερος, -α, -ον φίλος -η-ον

ἤ φίλ-τερος, -α, -ον (και φιλ-ίων, -ιων, -ιον)

φιλ-αίτατος , -η, -ον φίλ-τατος, -η, -ον


ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, γι’ αυτό λέγονται ανώμαλα παραθετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

ὁ,ἡ αἰσχίων, τὸ αἴσχιον

αἰσχιστος, -η, -ον

ὁ,ἡ ἐχθίων, τὸ ἔχθιον

ἔχθιστος, -η, -ον

(καὶ ὀμαλά: ἐχθρότερος, -α, -ον)

(καὶ ὀμαλά: ἐχθρό-τατος, -η, -ον)

ἡδύς, -εῖα, -ὺ

ὁ, ἡ ἡδίων, τὸ ἥδιον

ἥδιστος, -η, -ον

καλός, -η, -ον

ὁ, ἡ καλλίων, τὸ κάλλιον

κάλλιστος, -η, -ον

μέγας - μεγάλη - μέγαν

ὁ, ἡ μείζων, τὸ μεῖζον

μέγιστος, -η, -ον

ῥᾴδιος, -α, -ον

ὁ, ἡ ῥᾴων, τὸ ῥᾷον

ῥᾷστος, -η, -ον

ταχύς, -εῖα, -ὺ

ὁ, ἡ θάττων, τὸ θᾶττον

τάχιστος, -η, -ον

ὁ, ἡ ἀμείνων, τὸ ἄμεινον

ἄριστος, -η, -ον

ὁ, ἡ βελτίων, τὸ βέλτιον

βέλτιστος, -η, -ον

ὁ, ἡ κρείττων, τὸ κρεῖττον

κράτιστος, -η, -ον

ὁ, ἡ λῴων, τὸ λῷον

λῷστος, -η, -ον

ὁ, ἡ κακίων, τὸ κάκιον

κάκιστος, -η, -ον

ὁ, ἡ χείρων, τὸ χεῖρον

χείριστος, -η, -ον

αἰσχρός, -α, -ον

ἐχθρός, -α, -ον

ἀγαθός, -η, -ον

κακός, -η, -ον

μακρός, -α, -ον

μακρότερος, -α, -ον

μακρότατος, -η, -ον μήκιστος, -η, -ον

μικρότερος, -α, -ον

μικρότατος, -η, -ον

ὁ, ἡ ἐλάττων, τὸ ἔλαττον

ἐλάχι��τος, -η, -ον

ὁ, ἡ ἥττων, τὸ ἧττον

ἐπιρρ. ἥκιστα

ὀλίγος, -η, -ον

ὁ, ἡ μείων, τὸ μεῖον

ὀλίγιστος, -η, -ον

πολύς - πολλή - πολύ

ὁ, ἡ πλείων, τὸ πλέον

πλεῖστος, -η, -ον

μικρός, -α, -ον

ΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΤΩΝ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ


Ο συγκριτικός βαθμός των ανωμάλων παραθετικών κλίνεται κατά τα δικατάληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης με τρία γένη και κλίνονται κατά το ακόλουθο παράδειγμα: π.χ. ὁ,ἡ βελτίων, τὸ βέλτιον

Ενικός αριθμός

Ον.

ὁ, ἡ βελτίων

τὸ βέλτιον

Γεν.

τοῦ,τῆς βελτίον-ος

τοῦ βελτίον-ος

Δοτ.

τῷ, τῇ βελτίον-ι

τῷ βελτίον-ι

τὸν, τὴν βελτίον-α

Αιτ.

ή βελτίω

Κλητ.

ὦ βέλτιον

τὸ βέλτιον

ὦ βέλτιον

Πληθυντικός αριθμός οἱ, αἱ βελτίον-ες ή

τὰ βελτίον-α ή

βελτίους

βελτίω

τῶν βελτιόν-ων

τῶν βελτιόν-ων

τοῖς, ταῖς βελτίοσι(ν)

τοῖς βελτίοσι(ν)

τοὺς, τὰς βελτίον-

τὰ βελτίον-α ή

ας ή βελτίους

βελτίω

(ὦ) βελτίον-ες ή

(ὦ) βελτίον-α ή

βελτίους

βελτίω

ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα περιφραστικά παραθετικά σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, στο συγκριτικό βαθμό με το επίρρημα μᾶλλον και στον υπερθετικό βαθμό με το επίρρημα μάλιστα εμπρός από το θετικό: π.χ. ἐπιμελής, μᾶλλον ἐπιμελής, μάλιστα ἐπιμελής Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά.

Παρατηρήσεις στα περιφραστικά παραθετικά: Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά. μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν. μονοκατάληκτα ἐπίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων΄ ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς. Έτσι και τα εὔελπις, κόλαξ, ὑβριστής, φιλόγελως κ.ἄ.

ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ


Μερικά επίθετα δεν έχουν θετικό βαθμό ή και έναν από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά. Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

(ἄνω)

ἀνώ-τερος

ἀνώ-τατος

(κάτω)

κατώ-τερος

κατώ-τατος

(πρό)

πρό-τερος

(ὑπέρ)

ὑπέρ-τερος

ὑπέρ-τατος

ἐπικρατῶν

ἐπικρατ-έστερος

-

προτιμώμενος

προτιμό-τερος

-

πρῶτος (πρό-ατος)

Παρατήρηση στα παραθετικά των επιθέτων: Μερικά επίθετα δεν σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι όσα φανερώνουν:

α) ύλη: π.χ. λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος β) τοπική ή χρονική σχέση: π.χ. χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος γ) μέτρο: π.χ. σταδιαῖος, πηχυαῖος δ) καταγωγή ή συγγένεια: π.χ. πατρῷος, μητρικός ε) μόνιμη κατάσταση: π.χ. θνητός, νεκρός στ) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό ἀ-: π.χ. ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ἄ. ζ) μερικά συνθετικά με α΄ συνθετικό το επίθετο πᾶς ή την πρόθεση ὑπέρ: π.χ. πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος , ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ Πολλά επιρρήματα της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι΄ αυτό σχηματίζουν παραθετικά. Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική: α) επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατική του ουδετέρου του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικὀ έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατική του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:


(δίκαιος), δικαίως, δικαιότερον, δικαιότατα (σοφός), σοφῶς, σοφώτερον, σοφώτατα (ἀληθής), ἀληθῶς, ἀληθέστερον, ἀληθέστατα (σώφρων), σωφρόνως, σωφρονέστερον, σωφρονέστατα (ἡδύς), ἡδέως, ἥδιον, ἥδιστα (καλός), καλῶς, κάλλιον, κάλλιστα κ.ἄ. β) Τα επιρρήματα εὖ (ἀντίστοιχο τοῦ ἐπιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον καὶ πολύ:

Θετικός

Συγκριτικός

εὖ

ὀλίγον

πολύ

Υπερθετικός

ἄμεινον

ἄριστα

βέλτιον

βέλτιστα

κρεῖττον

κράτιστα

μεῖον

ὀλίγιστα

ἔλαττον

ἐλάχιστα

ἧττον

ἥκιστα

πλέον

πλεῖστα ή πλεῖστον

γ) Το επίρρημα μάλα (= πολύ), ποὺ οἱ τρεὶς βαθμοί του εἶναι: θετ. μάλα, συγκρ. μᾶλλον, ὑπερθ. μάλιστα δ) Μερικὰ τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις –τέρω, -τάτω:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

ἄνω

ἀνωτέρω

ἀνωτάτω

ἄπωθεν (= μακριά)

ἀπωτέρω

ἀπωτάτω

ἐγγυτέρω

ἐγγυτάτω

ἐγγύτερον

ἐγγύτατα

ἔγγιον

ἔγγιστα

ἔξω

ἐξωτέρω

ἐξωτάτω

ἔσω (καὶ εἴσω)

ἐσωτέρω

ἐσωτάτω

κάτω

κατωτέρω

κατωτάτω

πόρρω

πορρωτέρω

πορρωτάτω

ἐγγύς (= κοντά)


πέρα

περαιτέρω

-

ε) Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις –(αί)τερον, -(αί)τατα:

Θετικός πάλαι

πρωί

ὀψέ (= ἀργά)

Συγκριτικός

Υπερθετικός

παλαίτερον

παλαίτατα

πρωιαίτερον

πρωιαίτατα

πρῳαίτερον

πρῳαίτατα

ὀψιαίτερον

ὀψιαίτατα

Παρατήρηση στα παραθετικά των επιρρημάτων: Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με τα μᾶλλον, μάλιστα και το θετικό.

π.χ. σοφῶς, μᾶλλον σοφῶς, μάλιστα σοφῶς ἡδέως, μᾶλλον ἡδέως, μάλιστα ἡδέως


ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ Αντωνυμίες ονομάζονται οι κλιτές λέξεις που χρησιμοποιούνται στο λόγο αντί των ονομάτων (ουσιαστικών ή επιθέτων).

Τα είδη των αντωνυμιών είναι:

1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9.

προσωπικές, δεικτικές, οριστική ή επαναληπτική, κτητικές αυτοπαθητικές, αλληλοπαθητική, ερωτηματικές, αόριστες, αναφορικές.

1. Προσωπικές αντωνυμίες Προσωπικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου. α) πρόσωπο: ἐγὼ β) πρόσωπο: σὺ γ) πρόσωπο: αὐτός, ἐκεῖνος, ὅδε κ.λπ. Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

α΄

β΄

γ΄

α΄

β΄

γ΄

πρόσωπο

πρόσωπο

πρόσωπο

πρόσωπο

πρόσωπο

πρόσωπο

Ονομαστική

ἐγὼ

σὺ

-

ἡμεῖς

ὑμεῖς

(σφεῖς)

Γενική

ἐμοῦ, μου

σοῦ, σου

(οὗ)

ἡμῶν

ὑμῶν

(σφῶν)

Δοτική

ἐμοί, μοι

σοί, σοι

οἷ, οἱ

ἡμῖν

ὑμῖν

σφίσι(ν)

Αιτιατική

ἐμέ, με

σέ, σε

(ἓ)

ἡμᾶς

ὑμᾶς

(σφᾶς)

2. Δεικτικές αντωνυμίες Δεικτικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για να δείξουν κάτι αισθητό ή νοητό.


Αυτές είναι οι εξής: 1. 2. 3. 4. 5.

οὗτος, αὕτη, τοῦτο, ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο, ὅδε, ἥδε, τόδε (= αυτός εδώ, αυτός δα,ο εξής), τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε ή τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο(ν) (= τέτοιος), τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε ή τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) (= τόσο μεγάλος),

Η αντωνυμία οὗτος, αὕτη, τοῦτο κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ονομαστική

οὗτος

αὕτη

τοῦτο

οὗτοι

αὗται

ταῦτα

Γενική

τούτου

ταύτης

τούτου

τούτων

τούτων

τούτων

Δοτική

τούτῳ

ταύτῃ

τούτῳ

τούτοις

ταύταις

τούτοις

Αιτιατική

τοῦτον

ταύτην

τοῦτο

τούτους

ταύτας

ταῦτα

Κλητική

(ὦ) οὗτος

(ὦ) αὕτη

-

-

-

-

Παρατηρήσεις: 1. Η αντωνυμία οὗτος, αὕτη, τοῦτο είναι η μόνη από τις αντωνυμίες που έχει κλητική στο αρσενικό και στο θηλυκό του ενικού αριθμού. 2. Το ουδέτερο στην ονομαστική και αιτιατική δεν έχει ν. 3. Η αντωνυμία ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθετο της β’ κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο.

Η αντωνυμία ὅδε, ἥδε, τόδε κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός

Πληθυντικός αριθμός

Ονομαστική

ὅδε

ἥδε

τόδε

οἵδε

αἵδε

τάδε

Γενική

τοῦδε

τῆσδε

τοῦδε

τῶνδε

τῶνδε

τῶνδε

Δοτική

τῷδε

τῇδε

τῷδε

τοῖσδε

ταῖσδε

τοῖσδε

Αιτιατική

τόνδε

τήνδε

τόδε

τούσδε

τάσδε

τάδε

Παρατηρήση: Η αντωνυμία ὅδε, ἥδε, τόδε σχηματίστηκε από το άρθρο ὁ, ἡ, τὸ μαζί με το εγκλιτικό δεικτικό


μόριο δὲ στο τέλος του. Κλίνεται όπως το άρθρο και οι άτονοι τύποι του παίρνουν τον τόνο του μορίου δέ.

3. Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία είναι η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό. Οριστική είναι σε όλες τις πτώσεις, όταν χρησιμεύει για να ορίσει κάτι, να το ξεχωρίσει από τα άλλα π.χ. Μετὰ δ ὲ ταῦτα γενομένης τ ῆς ὕστερον στρατείας, ἣν α ὐτὸ ς (=αυτός ο ίδιος όχι άλλος) Ξέρξης

ἤγαγεν. Επαναληπτική είναι μόνο στις πλάγιες πτώσεις, όταν χρησιμεύει για να επαναλάβει κάτι για το οποίο έγινε λόγος πρωτύτερα π.χ. Κῦρον δ ὲ μεταπέμπεται ἀπὸ τ ῆς ἀρχῆς, ἧς α ὐτὸ ν (=δηλ. Κῦρον ) σατράπην ἐποίησε καὶ στρατηγ ὸ ν δ ὲ α ὐτ ὸ ν ἀπέδειξε πάντων. Η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό κλίνεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β κλίσης σε -ος, -η, ον, χωρίς όμως το τελικό ν στο ουδέτερο του ενικού: αὐτός, αὐτή, αὐτὸ (γεν. αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτοῦ) κ.λπ. Η αντωνυμία αὐτός, όταν εκφέρεται μαζί με το άρθρο, σημαίνει ταυτότητα (ὁ αὐτὸς = ο ίδιος) π.χ. Τὴν γοῦν Ἀττικὴν ἐκ τοῦ ἐπὶ πλεῖστον διὰ τὸ λεπτόγεων ἀστασίαστον οὖσαν ἄνθρωποι ᾤκουν οἱ αὐτοὶ αἰεί.(οι ίδιοι πάντοτε) 4. Κτητικές αντωνυμίες Κτητικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν σε ποιον ανήκει κάτι, δηλαδή ορίζουν κτήτορα. Σχηματίζονται από τα θέματα των προσωπικών αντωνυμιών και έχουν αντιστοίχως τρία πρόσωπα: Α για ένα κτήτορα α πρόσωπο: ἐμός, ἐμή, ἐμὸν (= δικός μου, δική μου, δικό μου), β πρόσωπο: σός, σή, σὸν (= δικός σου, δική σου, δικό σου), γ πρόσωπο: ἑός, ἑή, ἑὸν (= δικός του, δική του, δικό του). Β για πολλούς κτήτορες α πρόσωπο: ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον (= δικός μας, δική μας, δικό μας), β πρόσωπο: ὑμέτερος, ὑμετέρα, ὑμέτερον (= δικός σας, δική σας, δικό σας), γ πρόσωπο: σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (= δικός τους, δική τους, δικό τους).

Παρατηρήση: Οι κτητικές αντωνυμίες κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β κλίσης σε -ος, -η, -ον και ος, -α, -ον. Π.χ. ἐμός, ἐμή, ἐμὸν (όπως σοφός, σοφή, σοφόν) και ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον ( όπως δίκαιος, δικαία, δίκαιον).


5. Αυτοπαθητικές αντωνυμίες Αυτοπαθητικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν ότι το ίδιο υποκείμενο ενεργεί και συγχρόνως παθαίνει. π.χ. Ἰσοκράτης κάκιστον ἔλεγεν ἄρχοντα εἶναι τὸν ἄρχειν ἑαυτοῦ μὴ δυνάμενον. π.χ. Τῶν φυγόντων οὐδεὶς ἑαυτοῦ κατηγορεῖ, ἀλλὰ τοῦ στρατηγοῦ καὶ τῶν πλησίον καὶ πάντων μᾶλλον. Παραδείγματα κλίσης:

α προσώπου Ενικός αριθμός αρσενικό

Πληθυντικός αριθμός

θηλυκό

αρσενικό

θηλυκό

Γενική

ἐμαυτοῦ

ἐμαυτῆς

ἡμῶν αὐτῶν

ἡμῶν αὐτῶν

Δοτική

ἐμαυτῷ

ἐμαυτῇ

ἡμῖν αὐτοῖς

ἡμῖν αὐταῖς

Αιτιατική

ἐμαυτὸν

ἐμαυτὴν

ἡμᾶς αὐτοὺς

ἡμᾶς αὐτὰς

β προσώπου Ενικός αριθμός αρσενικό

Πληθυντικός αριθμός

θηλυκό

αρσενικό

θηλυκό

Γενική

σεαυτοῦ

σεαυτῆς

ὑμῶν αὐτῶν

ὑμῶν αὐτῶν

Δοτική

σεαυτῷ

σεαυτῇ

ὑμῖν αὐτοῖς

ὑμῖν αὐταῖς

Αιτιατική

σεαυτὸν

σεαυτὴν

ὑμᾶς αὐτοὺς

ὑμᾶς αὐτὰς

γ προσώπου Ενικός αριθμός

Γενική

Πληθυντικός αριθμός

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ἑαυτοῦ

ἑαυτῆς

-

αρσενικό

θηλυκό

ἑαυτῶν ή

ἑαυτῶν ή

σφῶν αὐτῶν

σφῶν αὐτῶν

ἑαυτοῖς ή

ἑαυταῖς ή

ουδέτερο

-


Δοτική

ἑαυτῷ

ἑαυτῇ

-

Αιτιατική

ἑαυτὸν

ἑαυτὴν

ἑαυτὸ

σφίσιν αὐτοῖς

σφίσιν αὐταῖς

ἑαυτοὺς ή

ἑαυτὰς ή

σφᾶς αὐτοὺς

σφᾶς αὐτὰς

-

ἑαυτὰ

Παρατηρήσεις: 1. Οι αυτοπαθητικές αντωνυμίες εξαιτίας της σημασίας τους συνηθίζονται μόνο στις πλάγιες πτώσεις. 2. Οι τύποι του β και γ προσώπου απαντούν και συνηρημένοι: σεαυτοῦ > σαυτοῦ, σεαυτῆς > σαυτῆς κ.λπ. π.χ. Γνῶθι σαυτὸν(= γνώρισε τον εαυτό σου). π.χ Κρατεῖ δ’ εἷς τὸν νόμον κεκτημένος αὐτὸς παρ’ αὑτῷ.

6. Αλληλοπαθητική αντωνυμία Αλληλοπαθητική ονομάζεται η αντωνυμία που φανερώνει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούν και παθαίνουν αμοιβαία. π.χ. Ἆρ’ οὐ διδάσκομέν τι ἀλλήλους; Λόγω του ότι αναφέρεται σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα δεν έχει ενικό αριθμό, έχει μόνο δυϊκό και πληθυντικό αριθμό. Δε συνηθίζεται στην ονομαστική αλλά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Έχει τρία γένη και κλίνεται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β κλίσης.

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Γενική

ἀλλήλων

ἀλλήλων

ἀλλήλων

Δοτική

ἀλλήλοις

ἀλλήλαις

ἀλλήλοις

Αιτιατική

ἀλλήλους

ἀλλήλας

ἄλληλα

7. Ερωτηματικές αντωνυμίες Ερωτηματικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που εισάγουν ερωτήσεις και είναι οι εξής: 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8.

τίς, τί (= ποιος;), πότερος, ποτέρα, πότερον (= ποιος από τους δύο;), πόσος, πόση, πόσον ποῖος, ποία, ποῖον (= τι λογής, τι είδους;), πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (= πόσο μεγάλος; ποιας ηλικίας;), ποδαπός, ποδαπή, ποδαπὸν (= από ποιον τόπο;), πόστος, πόστη, πόστον (= τι θέση έχει σε μια αριθμητική σειρά πβ. δεύτερος, τρίτος κ.λπ.), ποσταῖος, ποσταία, ποσταῖον (= σε πόσες μέρες;- πβ. τριταῖος, τεταρταῖος κ.λ.π).


Όλες οι ερωτηματικές αντωνυμίες είναι τρικατάληκτες και κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος, -η, -ον, εκτός από την αντωνυμία τίς, τί που είναι τριγενής και δικατάληκτη και κλίνεται όπως τα ενρινόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά σε -ις (γεν. -ίνος), έτσι: τίς, τι

Ενικός αριθμός αρσενικό / θηλυκό

Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο

αρσενικό / θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

τίς

τί

τίνες

τίνα

Γενική

τίνος ή τοῦ

τίνος ή τοῦ

τίνων

τίνων

Δοτική

τίνι ή τῷ

τίνι ή τῷ

τίσι(ν)

τίσι(ν)

Αιτιατική

τίνα

τί

τίνας

τίνα

8. Αόριστες αντωνυμίες Αόριστες ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν κάτι αόριστο, που δεν μπορεί κανείς ή δε θέλει να το ονομάσει. Οι αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής: 1. τὶς, τὶ (= κάποιος), 2. ὁ δεῖνα, ἡ δεῖνα, τὸ δεῖνα, 3. ἔνιοι, ἔνιαι,ἔνια (= μερικοί). Η αντωνυμία τὶς, τὶ κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός αρσενικό / θηλυκό

Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο

αρσενικό / θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

τὶς

τὶ

τινὲς

τινὰ ή ἄττα

Γενική

τινὸς ή του

τινὸς ή του

τινῶν

τινῶν

Δοτική

τινὶ ή τῳ

τινὶ ή τῳ

τισὶ(ν)

τισὶ(ν)

Αιτιατική

τινὰ

τὶ

τινὰς

τινὰ ή ἄττα

Παρατηρήσεις: 1. Η αντωνυμία τίς, τὶ είναι τριγενής και δικατάληκτη, κλίνεται κατά την τρίτη κλίση, τονίζεται σε όλες τις πτώσεις στη λήγουσα, έχει άτονους τους δεύτερους τύπους στον ενικό και διπλούς τύπους στην ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού του ουδετέρου.


2. Η αντωνυμία δεῖνα δεν έχει εύχρηστο πληθυντικό και κλίνεται ή κατά την τρίτη κλίση (δεῖνα, δεῖνος, δεῖνι κ.λπ.) ή μένει άκλιτη. 3. Η αντωνυμία ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια απαντά μόνο στον πληθυντικό και κλίνεται σαν τρικατάληκτο δευτερόκλιτο επίθετο. Στις αόριστες αντωνυμίες ανήκουν και μερικά επίθετα που λέγονται επιμεριστικές αντωνυμίες, οι οποίες ονομάζονται έτσι διότι δηλώνουν επιμερισμό από ένα σύνολο δύο ή περισσότερων ουσιαστικών. Αυτές είναι οι εξής: πᾶς, πᾶσα, πᾶν (= καθένας χωρίς καμία εξαίρεση), ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον (= καθένας), ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο, οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν – μηδείς, μηδεμία, μηδὲν (= κανείς), ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (= και οι δύο μαζί), ἑκάτερος, ἑκατέρα, ἑκάτερον (= καθένας από τους δύο), ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον (= άλλος, χρησιμοποιείται όταν έχουμε δύο ουσιαστικά), οὐδέτερος, οὐδετέρα, οὐδέτερον – μηδέτερος, μηδετέρα, μηδέτερον (= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος), 9. ποσός, ποσή, ποσόν (= κάμποσος), 10. ποιός, ποιά, ποιόν (= κάποιας λογής), 11. ἀλλοδαπός, ἀλλοδαπή, ἀλλοδαπὸν (= από άλλο τόπο). 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8.

Παράδειγμα κλίσης: οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν

Ενικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο

Ονομαστική

οὐδεὶς

οὐδεμία

οὐδὲν

οὐδένες

Γενική

οὐδενὸς

οὐδεμιᾶς

οὐδενὸς

οὐδένων

Δοτική

οὐδενὶ

οὐδεμιᾷ

οὐδενὶ

οὐδέσι(ν)

Αιτιατική

οὐδένα

οὐδεμίαν

οὐδὲν

οὐδένας

Παρατηρήσεις: 1. Οι αντωνυμίες οὐδεὶς και μηδεὶς κλίνονται όπως το αριθμητικό εἷς, μία, ἕν, αλλά στο αρσενικό γένος έχουν και πληθυντικό αριθμό: οὐδένες, μηδένες. 2. Όλες οι επιμεριστικές αντωνυμίες εκτός από το πᾶς, πᾶσα πάσα, πᾶν – οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν και μηδείς, μηδεμία, μηδέν, κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα. 3. Η αντωνυμία πᾶς, πᾶσα, πᾶν χρησιμεύει και ως επίθετο: π.χ. πᾶσα ἡ πόλις (= ολόκληρη η πόλη).

9. Αναφορικές αντωνυμίες


Αναφορικές ονομάζονται οι αντωνυμίες με τις οποίες μια πρόταση αναφέρεται σε λέξη άλλης πρότασης ή σε όλο το περιεχόμενο της πρότασης αυτής. Οι αναφορικές αντωνυμίες είναι οι εξής: 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11.

ὅς, ἥ, ὃ (= ο οποίος), ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ (= αυτός ακριβώς που), στις, ἥτις, ὅ,τι (= όποιος), ὁπότερος, ὁποτέρα, ὁπότερον (= όποιος από τους δύο), ὅσος, ὅση, ὅσον, ὁπόσος, ὁπόση, ὁπόσον (= όσος), οἷος, οἷα, οἷον (= τέτοιος), ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον(= όποιας λογής), ἡλίκος, ἡλίκη, ἠλίκον (= όσο μεγάλος), ὁπηλίκος, ὁπηλίκη, ὁπηλίκον (= όσο μεγάλος), ὁποδαπός, ὁποδαπή, ὁποδαπὸν (= από ποιον τόπο, σε πλάγια ερώτηση).

Η αντωνυμία ὅστις, ἥτις, ὅ,τι κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

ὅστις

ἥτις

ὅ,τι

Γενική

οὗτινος και ὅτου

ἧστινος

οὗτινος και ὅτου

Δοτική

ᾧτινι και ὅτῳ

ᾗτινι

ᾧτινι και ὅτῳ

Αιτιατική

ὅντινα

ἥντινα

ὅ,τι

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

οἵτινες

αἵτινες

ἅτινα ή ἅττα

Γενική

ὧντινων

ὧντινων

ὧντινων

Δοτική

οἷστισι(ν)

αἷστισι(ν)

οἷστισι(ν)

Αιτιατική

οὕστινας

ἅστινας

ἅτινα ή ἅττα

Παρατηρήση: Η αντωνυμία ὅστις, ἥτις, ὅ,τι είναι σύνθετη με α συνθετικό την αναφορική αντωνυμία ὅς, ἥ, ὃ και β συνθετικό την αόριστη αντωνυμία τὶς, τὶ. Κλίνεται και ως προς τα δύο μέρη διατηρώντας τον τόνο του α συνθετικού.


Η ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

ὅσπερ

ἥπερ

ὅπερ

Γενική

οὗπερ

ἧσπερ

οὗπερ

Δοτική

ᾧπερ

ᾗπερ

ᾧπερ

Αιτιατική

ὅνπερ

ἥνπερ

ὅπερ

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

οἵπερ

αἵπερ

ἅπερ

Γενική

ὧνπερ

ὧνπερ

ὧνπερ

Δοτική

οἷσπερ

αἷσπερ

οἷσπερ

Αιτιατική

οὕσπερ

ἅσπερ

ἅπερ

Παρατηρήση: α) Η αντωνυμία ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ είναι σύνθετη με α συνθετικό την αντωνυμία ὅς, ἥ, ὃ και β συνθετικό το εγκλιτικό μόριο πὲρ (= ακριβώς). Κλίνεται μόνο ως προς το α

συνθετικό της που

κρατά τον αρχικό του τόνο.

Για τη μελέτη όλων των αντωνυμιών βλέπε τη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 136 έως 146.


ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Αριθμητικά λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν αριθμούς ή παράγονται από ονόματα αριθμών. Τα αριθμητικά είναι: επίθετα, ουσιαστικά, επιρρήματα. Τα αριθμητικά ουσιαστικά σημαίνουν αφηρημένη αριθμητική ποσότητα, είναι όλα θηλυκά και λήγουν σε -ὰς. Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων π.χ. δυ-άς, τρι-ὰς κ.λπ. και κλίνονται όπως τα θηλυκά οδοντικόληκτα της γ’ κλίσης σε –άς, γεν. –άδος. Τα αριθμητικά επιρρήματα φανερώνουν πόσες φορές επαναλαμβάνεται κάτι. Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων και λήγουν σε –άκις ή –κις π.χ. πεντάκις, δεκάκις κ.λπ. Σχηματίζονται ιδιόμορφα τα: ἅπαξ (= για μια μόνο φορά), δὶς (= για δύο φορές), τρὶς (= για τρεις φορές) και ἐνάκις (= για εννέα φορές). Τα αριθμητικά επίθετα διακρίνονται σε απόλυτα, τακτικά, χρονικά, πολλαπλασιαστικά και αναλογικά. Α. Απόλυτα αριθμητικά Τα απόλυτα αριθμητικά δηλώνουν απλώς ένα ορισμένο πλήθος όντων: εἷς (ὁπλίτης), μία (ναῦς), ἕν (ὅπλον). Τα εἷς - μία - ἕν, τρεῖς - τρία, τέτταρες - τέτταρα, κλίνονται ως εξής: α. εἷς - μία - ἓν

Ενικός αριθμός αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

εἷς

μία

ἓν

Γενική

ἑνὸς

μιᾶς

ἑνὸς

Δοτική

ἑνὶ

μιᾷ

ἑνὶ

Αιτιατική

ἕνα

μίαν

ἓν

β. τρεῖς - τρία

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό και θηλυκό Ονομαστική

τρεῖς

ουδέτερο τρία


Γενική

τριῶν

τριῶν

Δοτική

τρισὶ(ν)

τρισὶ(ν)

Αιτιατική

τρεῖς

τρία

γ. τέτταρες - τέτταρα

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό και θηλυκό

ουδέτερο

Ονομαστική

τέτταρες

τέτταρα

Γενική

τεττάρων

τεττάρων

Δοτική

τέτταρσι(ν)

τέτταρσι(ν)

Αιτιατική

τέτταρας

τέτταρα

Παρατηρήσεις: Τα αριθμητικά από το πέντε μέχρι και το εκατό είναι άκλιτα (π.χ. τῶν τριάκοντα τυράννων κ.λπ.). Από το διακόσιοι, -αι, -α και εξής κλίνονται μόνο στον πληθυντικό αριθμό όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα. Τα απόλυτα αριθμητικά από το διακόσιοι, -αι, -α και πέρα είναι δυνατό να βρεθούν και στον ενικό αριθμό όταν προσδιορίζουν περιληπτικά ουσιαστικά: π.χ. τὴν παρὰ Περδίκκου διακοσίαν ἵππον ἐν Ὀλύνθῳ μένειν.

Β. Τακτικά αριθμητικά Τα τακτικά αριθμητικά φανερώνουν την τάξη, τη θέση που κατέχει κάτι σε σχέση με μια σειρά από όμοιά του: π.χ. Πρῶτος (μήν), Δευτέρα (ἡμέρα) κ.λπ.

Έως και το 12 είναι μονολεκτικά με κατάληξη -τος, -τη, -τον: π.χ. πρῶτος, -τη, -τον, εκτός από τα δεύτερος, -τέρα, -τερον, ἕβδομος, -μη, -μον και ὅγδοος, -όη, -οον κ.λπ. Από το 13 εως το 19 είναι περιφραστικά:


π.χ. τέταρτος και δέκατος κ.λπ. Από το 20 και πέρα σχηματίζονται με την κατάληξη -στός, -στη, -στον: π.χ. εἰκοστός, -στή, -στὸν κ.λπ.

Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε ος, -η, -ο . Γ. Χρονικά Τα χρονικά αριθμητικά (που δεν τα έχει η νέα ελληνική) φανερώνουν ποια ημέρα συμβαίνει μια πράξη, από τότε που άρχισε. Αυτά σχηματίζονται από το θέμα των τακτικών και λήγουν σε –αῖος: π.χ. (δεύτερος) δευτεραῖος ἀφίκετο (= έφτασε τη δεύτερη μέρα αφότου ξεκίνησε). Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος, -α, -ον. Δ. Πολλαπλασιαστικά Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δηλώνουν από πόσα μέρη αποτελείται κάτι. Σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων με την προσθήκη της κατάληξης -πλοῦς. π.χ. (τρί-α) τριπλοῦς, (δέκα) δεκαπλοῦς. Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά κλίνονται όπως τα συνηρημένα τρικατάληκτα επίθετα της β

κλίσης

σε - οῦς, -ῆ, -οῦν. π.χ. (ἁπλόος) ἁπλοῦς, (ἁπλόη) ἁπλῆ , (ἁπλόον) ἁπλοῦν, (διπλόος) διπλοῦς, (διπλόη) διπλῆ, (διπλόον) διπλοῦν κτλ. Ε. Αναλογικά Τα αναλογικά αριθμητικά δηλώνουν πόσες φορές είναι μεγαλύτερο ένα ποσό από ένα άλλο του ίδιου είδους. Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων και λήγουν σε -πλάσιος. π.χ. (δι-ο) διπλάσιος. Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος, -α, -ον.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ απόλυτα

1

εἷς, μία, ἓν

τακτικά

πολλαπλασιαστικά

αναλογικά

χρονικά

ουσιαστικά

επιρρήματα

ἁπλοῦς

-

-

μονὰς

ἅπαξ

διπλοῦς

διπλάσιος

δευτεραῖος

δυὰς

δὶς

πρῶτος, πρώτη, πρῶτον δεύτερος,

2

δύο

-έρα, ερον


3

4

τρεῖς,

τρίτος, -

τρία

η, -ον

τέσσαρες, τέσσαρα

5

πέντε

6

ἓξ

τριπλοῦς

τριπλάσιος

τριταῖος

τριὰς

τρὶς

τετραπλοῦς

τετραπλάσιος

τεταρταῖος

τετρὰς

τετράκις

πενταπλοῦς

πενταπλάσιος

πεμπταῖος

πεμπὰς

πεντάκις

ἑξαπλοῦς

ἑξαπλάσιος

-

ἑξὰς

ἑξάκις

τέταρτος, -άρτη, αρτον πέμπτος, -η, -ον ἕκτος, η,-ον

Παρατήρηση: Για τη μελέτη όλων των αριθμητικών βλέπε τη Γραμματική της Aρχαίας Ελληνικής, σελ. 128 έως 133.


ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ α) Οι μετοχές όλων των χρόνων της Μέσης Φωνής κλίνονται κατά τα δευτερόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα:

λυόμενος, λυομένου, κτλ

τιμώμενος, τιμωμένου, κτλ

τιθέμενος, τιθεμένου, κτλ

λυομένη, λυομένης, κτλ

τιμωμένη, τιμωμένης, κτλ

τιθεμένη, τιθεμένης, κτλ

λυόμενον, λυομένου, κτλ

τιμώμενον, τιμωμένου, κτλ

τιθέμενον,τιθεμένου, κτλ

Όμοια κλίνονται και οι μετοχές των άλλων χρόνων: λεξόμενος -η -ον, σωθησόμενος -η -ον, πραξάμενος -η -ον, πεπραγμένος -η -ον, κτλ. β) Οι μετοχές αρσενικού και ουδετέρου γένους όλων των χρόνων της Ενεργητικής Φωνής και των Παθητικών Αορίστων κλίνονται κατά την γ΄κλίση: 1. σε -ας, ᾶσα, -αν: (κατά το πᾶς, πᾶσα, πᾶν)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

λύσας, λύσασα, λῦσαν

ἱστάς, ἱστᾶσα, ἱστὰν

Γεν.

λύσαντος, λυσάσης, λύσαντος

ἱστάντος, ἱστάσης, ἱστάντος

Δοτ.

λύσαντι, λυσάσῃ, λύσαντι

ἱστάντι, ἱστάσῃ, ἱστάντι

Αιτ.

λύσαντα, λύσασαν, λῦσαν

ἱστάντα, ἱστάσαν, ἱστάν

Κλητ.

λύσας, λύσασα, λῦσαν

ἱστάς, ἱστᾶσα,ἱστὰν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

λύσαντες, λύσασαι, λύσαντα

ἱστάντες, ἱστᾶσαι, ἱστάντα

Γεν.

λυσάντων, λυσασῶν, λυσάντων

ἱστάντων, ἱστασῶν, ἱστάντων

Δοτ.

λύσασι, λυσάσαις, λύσασι

ἱστᾶσι, ἱστάσαις, ἱστᾶσι

Αιτ.

λύσαντας, λυσάσας, λύσαντα

ἱστάντας, ἱστάσας, ἱστάντα

Κλητ.

λύσαντες, λύσασαι, λύσαντα

ἱστάντες, ἱστᾶσαι, ἱστάντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Αορίστου α΄, άσιγμων Αορίστων των υγρόληκτων και ενρινόληκτων ρημάτων (ὁ μείνας-ασα-αν, ὁ ἀγγείλας-ασα-αν) και οι μετοχές βάς, βᾶσα, βάν, δράς, δρᾶσα, δράν, κ.ά. 2. σε -είς, -εῖσα, -έν: (κατά το χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲν

Γεν.

λυθέντος, λυθείσης, λυθέντος

Δοτ.

λυθέντι, λυθείσῃ, λυθέντι


Αιτ.

λυθέντα, λυθεῖσαν, λυθὲν

Κλητ.

λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

λυθέντες, λυθεῖσαι, λυθέντα

Γεν.

λυθέντων, λυθεισῶν, λυθέντων

Δοτ.

λυθεῖσι, λυθείσαις, λυθεῖσι

Αιτ.

λυθέντας, λυθείσας, λυθέντα

Κλητ.

λυθέντες, λυθεῖσαι, λυθέντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές α΄και β΄ Παθητικού Αορίστου (σωθείς-εῖσα-έν, ἀπαλλαγείς-εῖσα -έν), οι μετοχές τιθείς-εῖσα-έν, ἱείς, ἱεῖσα, ἱέν και ῥυείς, ῥυεῖσα, ῥυέν, κ.ά. 3. σε -ούς, -οῦσα, -όν: (κατά το ὁ ὀδούς, τοῦ ὀδόντος) κλίνεται η μετοχή γνοὺς

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

γνούς, γνοῦσα, γνὸν

Γεν.

γνόντος, γνούσης, γνόντος

Δοτ.

γνόντι, γνούσῃ, γνόντι

Αιτ.

γνόντα, γνοῦσαν, γνὸν

Κλητ.

γνούς, γνοῦσα, γνὸν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

γνόντες, γνοῦσαι, γνόντα

Γεν.

γνόντων, γνουσῶν, γνόντων

Δοτ.

γνοῦσι, γνούσαις, γνοῦσι

Αιτ.

γνόντας, γνούσας, γνόντα

Κλητ.

γνόντες, γνοῦσαι, γνόντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές ἁλούς, ἁλοῦσα, ἁλόν (μτχ. Αορ. β΄του ρ. ἁλίσκομαι), βιούς, βιοῦσα, βιόν (μτχ. Αορ. β΄του ρ. ζῶ). 4. σε -ύς, -ῦσα, -ύν: (κατά το ἱμάς, ἱμάντος) κλίνεται η μετοχή δεικνὺς

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺν

Γεν.

δεικνύντος, δεικνύσης, δεικνύντος

Δοτ.

δεικνύντι, δεικνύσῃ, δεικνύντι

Αιτ.

δεικνύντα, δεικνῦσαν, δεικνὺν

Κλητ.

δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺν


ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

δεικνύντες, δεικνῦσαι, δεικνύντα

Γεν.

δεικνύντων, δεικνυσῶν, δεικνύντων

Δοτ.

δεικνῦσι, δεικνύσαις, δεικνῦσι

Αιτ.

δεικνύντας, δεικνύσας, δεικνύντα

Κλητ.

δεικνύντες, δεικνῦσαι, δεικνύντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές ἀπολλύς, ἀπολλῡσα, ἀπολλὺν (μτχ. Ενεστώτα του ρ. ἀπόλλυμι), δύς, δῦσα, δὺν (μτχ. Αορ.β΄του ρ. δύομαι), φύς, φῦσα, φὺν (μτχ. Αορ.β΄του ρ. φύομαι) κ.ά. 5. σε ων, -ουσα, -ον: (κατά το ἄκων, ἄκουσα, ἆκον- ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκὸν) κλίνονται οι μετοχές λύων και φυγὼν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

λύων, λύουσα, λῦον

Γεν.

λύοντος, λυούσης, λύοντος

Δοτ.

λύοντι, λυούσῃ, λύοντι

Αιτ.

λύοντα, λύουσαν, λῦον

Κλητ.

λύων, λύουσα, λῦον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

λύοντες, λύουσαι, λύοντα

Γεν.

λυόντων, λυουσῶν, λυόντων

Δοτ.

λύουσι, λυούσαις, λύουσι

Αιτ.

λύοντας, λυούσας, λύοντα

Κλητ.

λύοντες, λύουσαι, λύοντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Ενεστώτα και Μέλλοντα, η μετοχή Ενεστώτα του ρ. εἰμί και οι μετοχές κάθε ενεργητικού Αορ. β΄. 6. σε -ῶν, -ῶσα, -ῶν: (κατά το Ξενοφῶν, -ῶντος) κλίνεται η μετοχή τιμῶν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν

Γεν.

τιμῶντος, τιμώσης, τιμῶντος

Δοτ.

τιμῶντι, τιμώσῃ, τιμῶντι

Αιτ.

τιμῶντα, τιμῶσαν, τιμῶν

Κλητ.

τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ον.

τιμῶντες, τιμῶσαι, τιμῶντα

Γεν.

τιμώντων, τιμωσῶν, τιμώντων

Δοτ.

τιμῶσι, τιμώσαις, τιμῶσι

Αιτ.

τιμῶντας, τιμώσας, τιμῶντα

Κλητ.

τιμῶντες, τιμῶσαι, τιμῶντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές των συνηρημένων ρ. σε –άω. 7. σε -ῶν, -οῦσα, -οῡν: (κατά το πλακοῦς, -οῦντος) κλίνεται η μετοχή δηλῶν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν

Γεν.

δηλοῦντος, δηλούσης, δηλοῦντος

Δοτ.

δηλοῦντι, δηλούσῃ, δηλοῦντι

Αιτ.

δηλοῦντα, δηλοῦσαν, δηλοῦν

Κλητ.

δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

δηλοῦντες, δηλοῦσαι, δηλοῦντα

Γεν.

δηλούντων, δηλουσῶν, δηλούντων

Δοτ.

δηλοῦσι, δηλούσαις, δηλοῦσι

Αιτ.

δηλοῦντας, δηλούσας, δηλοῦντα

Κλητ.

δηλοῦντες, δηλοῦσαι, δηλοῦντα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές των συνηρημένων ρ. σε -έω, σε -όω, οι μετοχές του ενεργητικού Μέλλοντα των υγρόληκτων και ενρινόληκτων ρημάτων και των υπερδισύλλαβων σε -ιζω: μενῶν, ἀγγελῶν, κομιῶν, κ.ά.) 8. σε -ώς, -υῖα, -ός: κλίνεται η μετοχή λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκὸς

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκὸς

Γεν.

λελυκότος, λελυκυίας, λελυκότος

Δοτ.

λελυκότι, λελυκυίᾳ, λελυκότι

Αιτ.

λελυκότα, λελυκυῖαν, λελυκὸς

Κλητ.

λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκὸς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ον.

λελυκότες, λελυκυῖαι, λελυκότα

Γεν.

λελυκότων, λελυκυιῶν, λελυκότων

Δοτ.

λελυκόσι, λελυκυίαις, λελυκόσι


Αιτ.

λελυκότας, λελυκυίας, λελυκότα

Κλητ.

λελυκότες, λελυκυῖαι, λελυκότα

Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Παρακειμένου και η μετοχή εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός. 9. σε -ώς, -ῶσα, -ώς: κλίνεται η μετοχή ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς ή ὸς

Γεν.

ἑστῶτος, ἑστώσης, ἑστῶ(ό)τος

Δοτ.

ἑστῶτι, ἑστώσῃ, ἑστῶ(ό)τι

Αιτ.

ἑστῶτα, ἑστῶσαν, ἑστὼς ή ὸς

Κλητ.

ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς ἠ ὸς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜ��Σ

Ον.

ἑστῶτες, ἑστῶσαι, ἑστῶτα

Γεν.

ἑστώτων, ἑστωσῶν, ἑστώτων

Δοτ.

ἑστῶσι, ἑστώσαις, ἑστῶσι

Αιτ.

ἑστῶτας, ἑστῶσας, ἑστῶτα

Κλητ.

ἑστῶτας, ἑστῶσας, ἑστῶτα

Όμοια κλίνεται η μετοχή τεθνεώς, τεθνεῶσα, τεθνεὼς (είναι β΄τύπος μετοχής του παρακειμένου τέθνηκα του ρ. ἀποθνῄσκω).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η κλητική του ενικού των τριτόκλιτων μετοχών σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική: ὦ λύσας, ὦ λυθείς, ὦ διδούς, ὦ δεικνύς, ὦ λύων, ὦ τιμῶν κ.τ.λ.


ΤΟ ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΡΗΜΑ ΕΙΜΙ Το ρήμα εἰμὶ είναι ανώμαλο και οι χρόνοι του στην οριστική είναι:

Ενεστώτας

εἰμὶ

Παρατατικός

ἦ και ἦν

Μέλλοντας

ἔσομαι

Αόριστος β

ἐγενόμην

Παρακείμενος

γέγονα

Υπερσυντέλικος

ἐγεγόνειν

Από αυτούς τους χρόνους για το σχηματισμό των περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο μέλλοντας, που κλίνονται:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

εἰμὶ

εἴην

-

εἶ

ᾖς

εἴης

ἴσθι

ἐστὶ(ν)

εἴη

ἔστω

ἐσμὲν

ὦμεν

εἴημεν/ εἶμεν

-

ἐστὲ

ἦτε

εἴητε/ εἶτε

ἔστε

εἰσὶ(ν)

ὦσι(ν)

εἴησαν/ εἶεν

ἔστων/ ὄντων/ ἔστωσαν

Απαρέμφατο

Μετοχή

ὢν εἶναι

οὖσα ὂν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἦ/ ἦν ἦσθα ἦν ἦμεν ἦτε/ ἦστε ἦσαν ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Οριστική

Ευκτική

ἔσομαι

ἐσοίμην

ἔσῃ/ ἔσει

ἔσοιο

ἔσται

ἔσοιτο

ἐσόμεθα

ἐσοίμεθα

Απαρέμφατο

Μετοχή

ἐσόμενος ἔσεσθαι

ἐσομένη ἐσόμενον


ἔσεσθε

ἔσοισθε

ἔσονται

ἔσοιντο

Οι ιδιαιτερότητες του ρήματος εἰμὶ στον τονισμό

α) Όταν το ρήμα εἰμὶ είναι σύνθετο, ανεβάζει τον τόνο στην οριστική του ενεστώτα, καθώς και στο β ενικό και β πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής του ίδιου χρόνου. π.χ.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

πάρειμι

παρῷ

παρείην

-

πάρει

παρῇς

παρείης

πάρισθι

πάρεστι(ν)

παρῇ

παρείη

παρέστω

πάρεσμεν

παρῶμεν

παρείημεν/ παρεῖμεν

-

πάρεστε

παρῆτε

παρείητε/ παρεῖτε

πάρεστε

πάρεισι(ν)

παρῶσι

παρείησαν/παρεῖεν

παρέστων/ παρόντων/ παρέστωσαν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική παρῆν παρῆσθα παρῆν παρῆμεν παρῆτε/παρῆστε παρῆσαν

β) Οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής του ενεστώτα, συνεπώς πλην του εἶ, είναι εγκλιτικοί. γ) Ο τύπος ἐστὶ(ν) ανεβάζει τον τόνο: Όταν σημαίνει «υπάρχει»: π.χ. ἔστι θεός. Όταν σημαίνει «είναι δυνατόν» ή «επιτρέπεται»: π.χ. ἔστι λαβεῖν. Όταν βρίσκεται στην αρχή της πρότασης: π.χ. Ἔστι δέ τις ἄνθρωπος σοφός. Όταν βρίσκεται μετά από τις λέξεις: τουτ’ (τοῦτο), ἀλλ’ (αλλά), εἰ, ὡς, καί, οὐκ, μή: π.χ. οὐκ ἔστι, τοῦτ’ ἔστι κ.λπ. Σε φράσεις όπως οι παρακάτω: π.χ. ἔστιν ὃς (κάποιος), ἔστιν ὅτε (κάποτε), ἔστιν ὅπου (κάπου), ἔστιν ὅπως (κάπως) κ.λπ.


Τα σύνθετα του ρήματος εἰμὶ

Τα σύνθετα του ρήματος εἰμὶ είναι: ἄπειμι (είμαι μακριά, απουσιάζω), ἔνεστι (είναι εντός, απροσωπ. είναι δυνατό) και ἐνὸν (μετοχή), ἔνι (αντί των ἔνεστι και ἔνεισι), ἔξειμι κυρίως ως απρόσωπο, ἔξεστι (επιτρέπεται, είναι δυνατό), ἔπειμι (είμαι επάνω, προΐσταμαι), μέτειμι (είμαι μεταξύ), κυρίως ως απρόσωπο μέτεστι: μέτεστί μοι τινὸς (μετέχω σε κάτι), πάρειμι (είμαι παρών, παρευρίσκομαι) και ως απρόσωπο, πάρεστι (είναι δυνατόν), περίειμι με γενική (υπερτερώ σε σχέση με κάποιον), περίειμι με δοτική (ζω μετά από κάποιον, επιζώ), πρόσειμι (συνυπάρχω, προστίθεμαι), σύνειμι με δοτική (είμαι μαζί με κάποιον), συμπάρειμι (συμπαρευρίσκομαι), (μτγν.), πρόειμι (προϋπάρχω), (μτγν.), ὑπέρειμι (υπερέχω).


ΒΑΡΥΤΟΝΑ ΡΗΜΑΤΑ Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΩΝ ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑΣ

Ενεργητική φωνή Οριστική

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Αόριστος

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

βουλεύω

βουλεύω

βουλεύοιμι

-

βουλεύεις

βουλεύῃς

βουλεύοις

βούλευε

-

-

-

ἐβούλευον ἐβούλευες βουλεύσω

βουλεύσοιμι

-

βουλεύσεις

-

βουλεύσοις

ἐβούλευσα

βουλεύσω

βουλεύσαιμι

-

ἐβούλευσας

βουλεύσῃς

βουλεύσαις

βούλευσον

βεβουλευκώς, -

βεβουλευκώς, -

βεβούλευκα

υῖα, -ὸς ὦ

υῖα, -ός εἴην

βεβούλευκας

βεβουλευκώς, -

βεβουλευκώς, -

υῖα, -ὸς ᾖς

υῖα, -ός εἴης

-

-

ἐβεβουλεύκειν ἐβεβουλεύκεις

βεβουλευκώς, υῖα, -ός ἴσθι

-

Ενεργητική φωνή Απαρέμφατο

Μετοχή βουλεύων

Ενεστώτας

βουλεύειν

βουλεύουσα βουλεῦον

Παρατατικός

-

βουλεύσων

Μέλλοντας

βουλεύσειν

βουλεύσουσα βουλεῦσον βουλεύσας

Αόριστος

βουλεύσασα


βουλεῦσαι βουλεῦσαν βεβουλευκώς Παρακείμενος

βεβουλευκέναι

βεβουλευκυῖα βεβουλευκός

Υπερσυντέλικος

-

-

Παρατήρηση: Η ευκτική ενεργητικού αορίστου α΄ σχηματίζει και αιολικούς τύπους ως εξής: βουλεύσειας (β΄ ενικό), βουλεύσειε (γ΄ ενικό), βουλεύσειαν (γ΄ πληθυντικό).

Μέση φωνή Οριστική

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Αόριστος

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

βουλεύομαι

βουλεύωμαι

βουλευοίμην

-

βουλεύῃ (-ει)

βουλεύῃ

βουλεύοιο

βουλεύου

-

-

-

ἐβουλευόμην ἐβουλεύου βουλεύσομαι βουλεύσῃ (-ει)

βουλευσοίμην

-

-

βουλεύσοιο

ἐβουλευσάμην

βουλεύσωμαι

βουλευσαίμην

-

ἐβουλεύσω

βουλεύσῃ

βουλεύσαιο

βούλευσαι

βεβουλευμένος, -

βεβουλευμένος, -

βεβούλευμαι

η, -ον ὦ

η,-ον εἴην

-

βεβούλευσαι

βεβουλευμένος, -

βεβουλευμένος, -

βεβούλευσο

η, -ον ᾖς

η, -ον εἴης

-

-

ἐβεβουλεύμην ἐβεβούλευσο

-

Μέση φωνή Απαρέμφατο

Μετοχή βουλευόμενος

Ενεστώτας

βουλεύεσθαι

βουλευομένη


βουλευόμενον Παρατατικός

-

βουλευσόμενος

Μέλλοντας

βουλεύσεσθαι

βουλευσομένη βουλευσόμενον βουλευσάμενος

Αόριστος

βουλεύσασθαι

βουλευσαμένη βουλευσάμενον βεβουλευμένος

Παρακείμενος

βεβουλεῦσθαι

βεβουλευμένη βεβουλευμένον

Υπερσυντέλικος

-

-

Παθητική διάθεση Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

παθητικός

βουλευθήσομαι

μέλλοντας

βουλευθήσῃ (-ει)

παθητικός

ἐβουλεύθην

βουλευθῶ

βουλευθείην

-

αόριστος

ἐβουλεύθης

βουλευθῇς

βουλευθείης

βουλεύθητι

βουλευθησοίμην

-

-

βουλευθήσοιο

Παθητική διάθεση Απαρέμφατο

Μετοχή βουλευθησόμενος

παθητικός μέλλοντας

βουλευθήσεσθαι

βουλευθησομένη βουλευθησόμενον βουλευθεὶς

παθητικός αόριστος

βουλευθῆναι

βουλευθεῖσα βουλευθὲν

Παρατήρηση: Στους συντελικούς χρόνους ανήκει και ο συντελεσμένος μέλλοντας ο οποίος σχηματίζεται ως εξής:


Ενεργητική φωνή: μετοχή παρακειμένου και ο μέλλοντας του ρήματος «εἰμί», π.χ. λύω → λελυκὼς ἔσομαι.

Μέση φωνή: μονολεκτικά, με αναδιπλασιασμό και την κατάληξη μέλλοντα, π.χ. λύομαι → λελύσομαι και περιφραστικά, με τη μετοχή παρακειμένου και το μέλλοντα του ρήματος «εἰμί», π.χ. λύομαι → λελυμένος ἔσομαι.

Σχηματίζει τις εγκλίσεις του μέλλοντα, δηλαδή οριστική, ευκτική και τους ρηματικούς τύπος του απαρεμφάτου και της μετοχής και κλίνεται σαν το μέλλοντα.

Ρήματα που έχουν δόκιμο συντελεσμένο μέλλοντα είναι μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: αἱροῦμαι → ᾑρήσομαι, ᾑρημένος ἔσομαι ἀπαλλάττομαι → ἀπηλλάξομαι, ἀπηλλαγμένος ἔσομαι ἀπόλλυμι → ἀπολωλεκὼς ἔσομαι διαβάλλομαι → διαβεβλήσομαι, διαβεβλημένος ἔσομαι γίγνομαι → γεγονὼς ἔσομαι, γεγενημένος ἔσομαι γιγνώσκω → ἐγνωκὼς ἔσομαι καλοῦμαι → κεκλήσομαι λαμβάνω → εἰληφὼς ἔσομαι πείθομαι → πεπεισμένος ἔσομαι πράττομαι → πεπράξομαι, πεπραγμένος ἔσομαι τιμωρῶ → τετιμωρηκὼς ἔσομαι

1) ΑΥΞΗΣΗ Οι παρελθοντικοί (ιστορικοί) χρόνοι (παρατατικός, αόριστος και υπερσυντέλικος) έχουν στην αρχή του θέματος, αύξηση μόνο στην οριστική. Α) ΟΜΑΛΗ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΑ ΑΠΛΑ ΡΗΜΑΤΑ

Τα απλά ρήματα δέχονται αύξηση είτε συλλαβική είτε χρονική. α) Συλλαβική αύξηση (η προσθήκη ενός ἐ- στην αρχή του θέματος) παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από σύμφωνο.


π.χ. ρ. λύ-ω: ἔ-λυον, ἔ-λυσα, ἐ-λελύκειν. β) Χρονική αύξηση (η έκταση του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος του θέματος στο αντίστοιχο μακρό) παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο. Κατά τη χρονική αύξηση γίνονται οι παρακάτω εκτάσεις: α σε η: ἀκούω - ἤκουον ε σε η: ἐλπίζω - ἤλπιζον ο σε ω: ὁρίζω - ὥριζον ι (βραχύχρονο) σε ι (μακρόχρονο): ἱκετεύω - ἱκέτευον υ (βραχύχρονο) σε υ (μακρόχρονο): ὑβρίζω - ὕβριζον αι σε ῃ: αἰσθάνομαι - ᾐσθανόμην ει σε ῃ: εἰκάζω - ᾔκαζον αυ σε ηυ: αὐξάνω – ηὔξανον ευ σε ηυ: εὔχομαι – ηὐχόμην οι σε ῳ: οἰκτίρω - ᾤκτιρον

Β) ΟΜΑΛΗ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΡΗΜΑΤΑ

Τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα που το α' συνθετικό τους είναι πρόθεση δέχονται αύξηση εσωτερική, συλλαβική ή χρονική μετά την πρόθεση: π.χ. ὑπερβάλλω → ὑπερ-έ-βαλλον, ὑπερ-έ-βαλον συν-άγω → συν-ῆγον, συν-ήγαγον ἐγχειρίζω → ἐν-ε-χείριζον, ἐν-ε-χείρισα. Αν το ρήμα είναι σύνθετο με περισσότερες από μία προθέσεις η αύξηση είναι εσωτερική μετά την τελευταία πρόθεση: π.χ. ἀνακαταβάλλω (ἀνα-κατα-βάλλω ) → ἀνακατέβαλλον. Τα παρασύνθετα ρήματα που το α' συνθετικό τους είναι άλλη λέξη εκτός από πρόθεση έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση στην αρχή, όπως τα απλά: π.χ. μυθολογῶ: ἐμυθολόγουν, ἐμυθολόγησα

Παρατηρήσεις: α) τα παρασύνθετα ρήματα με πρώτο συνθετικό το επίρρημα εὖ:


συνήθως δεν παίρνουν αύξηση: π.χ. εὐδοκιμῶ → εὐδοκίμουν αλλά το ρήμα εὐεργετῶ απαντάται είτε χωρίς αύξηση, είτε με αύξηση: π.χ. εὐεργέτουν και εὐηργέτουν, εὐεργέτησα και εὐηργέτησα.

β) τα σύνθετα ρήματα στην οριστική των ιστορικών χρόνων μπορεί να τονίζονται μέχρι την αύξηση και ποτέ πριν από αυτή:

π.χ. προσέχω → προσεῖχον κατοικῶ → κατῴκουν

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ:

α.Ορισμένα σύνθετα ρήματα παίρνουν την αύξηση πριν την πρόθεση σαν να ήταν απλά:

π.χ. ἀμφιέννυμι → ἠμφιέννυν ἐμπεδῶ → ἠμπέδουν ἐναντιοῦμαι → ἠναντιούμην ἐπίσταμαι → ἠπιστάμην

β) Ορισμένα σύνθετα ρήματα παίρνουν συγχρόνως δύο αυξήσεις: και εσωτερική αύξηση και αύξηση πριν την πρόθεση. Μερικά από αυτά τα ρήματα είναι:

ἀμφιγνοῶ → ἠμφεγνόουν, ἠμφεγνόησα ἀνέχομαι → ἠνειχόμην ἐπανορθῶ → ἐπηνώρθουν

2) ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ

Α) ΟΜΑΛΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΠΛΑ ΡΗΜΑΤΑ Οι συντελικοί χρόνοι (παρακείμενος, υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας) έχουν στην αρχή του θέματος, αναδιπλασιασμό σε όλες τις εγκλίσεις και στους ονοματικούς τύπους (απαρέμφατο και μετοχή). Ο αναδιπλασιασμός είναι τριών ειδών:

α) Επανάληψη του αρχικού συμφώνου του θέματος μαζί με ένα - ε: π.χ. λύ-ω → λέ-λυ-κα


Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει: i. από ένα απλό σύμφωνο (εκτός από το ῥ-) και ii. από δυο σύμφωνα από τα οποία το πρώτο είναι άφωνο (κ, γ, χ, π, β, φ, τ, δ, θ) και το δεύτερο υγρό (λ, ρ) ή ένρινο (μ, ν).

π.χ. λύ-ω → λέ-λυ-κα, ἐ-λε-λύ-κειν πνέ-ω → πέ-πνευ-κα, ἐ-πε-πνεύ-κειν γράφ-ομαι → γέ-γραμ-μαι, ἐ-γε-γράμ-μην Όταν το αρχικό σύμφωνο του θέματος είναι δασύπνοο (χ, φ, θ), τρέπεται στη συλλαβή του αναδιπλασιασμού στο αντίστοιχο ψιλόπνοο (κ, π, τ): π.χ. χορεύ-ω → κε-χόρευ-κα, ἐ-κε-χορεύ-κειν φυτεύ-ω → πε-φύτευ-κα, ἐ-πε-φυ-τεύ-κειν θύ-ω → τέ-θυ-κα, ἐ-τε-θύ-κειν.

β) Συλλαβική αύξηση: π.χ. στρατηγέω-ῶ → ἐ-στρατήγηκα. Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από: i. σύμφωνο ῥ-: ῥίπτ-ω → ἔ-ρριφ-α, ἐ-ρρίφ-ειν ii. ένα διπλό σύμφωνο: ψεύδ-ομαι → ἔ-ψευσ-μαι, ἐ-ψεύσ-μην iii. δυο σύμφωνα, χωρίς όμως να είναι το πρώτο άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο: φθείρ-ω → ἔ-φθαρ-κα, ἐ-φθάρ-κειν iv. τρία σύμφωνα: στρατεύ-ομαι → ἐ-στράτευ-μαι, ἐ-στρατεύ-μην Εξαίρεση αποτελούν τα ρήματα: γιγνώσκω → ἔγνωκα (και όσα έχουν θέμα που αρχίζει από γν-) κτῶμαι → κέκτημαι μιμνήσκομαι → μέμνημαι (θ. μνη-) πίπτω → πέπτωκα (θ. πτω-)

γ) Χρονική αύξηση: π.χ. ἀδικῶ → ἠδίκηκα Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει: από φωνήεν (ή δίφθογγο):


π.χ. ἁθροίζω → ἥθροικα, ἡθροίκειν οἰκέω-ῶ → ᾤκηκα, ᾠκήκειν Εξαίρεση αποτελούν μεταξύ άλλων τα ρήματα: ὁρῶ και ἁλίσκομαι, τα οποία παίρνουν αναδιπλασιασμό ε-, αν και αρχίζουν από φωνήεν: ὁρῶ → ἑόρακα και ἑώρακα ἁλίσκομαι → ἑάλωκα και (σπάνια) ἥλωκα

Β) ΟΜΑΛΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΡΗΜΑΤΑ

Τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα έχουν τον αναδιπλασιασμό ως εξής: α) Τα σύνθετα ρήματα μετά την πρόθεση όπως και την αύξηση π.χ. ἀπο-γράφω → ἀπο-γέ-γραφα, ἀπ-ε-γε-γράφειν. β) Τα παρασύνθετα ρήματα στην αρχή π.χ. μυθολογῶ → με-μυθολόγηκα. γ) Τα παρασύνθετα ρήματα με πρώτο συνθετικό το επίρρημα ευ απαντούν και χωρίς αναδιπλασιασμό π.χ. εὐτυχῶ → εὐτήχηκα και ηὐτύχηκα εὐεργετῶ → εὐεργέτησα και εὐηργέτησα.

Γ) ΑΤΤΙΚΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ: Ορισμένα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από α, ε, ή ο παίρνουν αττικό αναδιπλασιασμό (δηλαδή επανάληψη των δύο πρώτων φθόγγων του θέματος και ταυτόχρονη έκταση του αρχικού φωνήεντος).

Μεταξύ άλλων αττικό αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα:

ἄγω → ἀγήοχα, ἠγηόχειν ἀκούω → ἀκήκοα, ἠκηκόειν ἐγείρω → ἐγρήγορα, ἐγρηγόρειν ἐλαύνω → ἐλήλακα, [ἐληλάκειν] ἔρχομαι → ἐλήλυθα, ἐληλύθειν και ἐληλυθὼς ἦν


ὄλλυμι → -ὀλώλεκα, -ὠλωλέκειν ὄμνυμι → ὀμώμοκα, ὠμωμόκειν ὁρῶ → ἑόρακα και ἑώρακα, ἑωράκειν φέρω → ἐνήνοχα, ενηνόχειν

Δ) ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΩΝ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΥ ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

- κα ( βεβούλευκα)

- μαι (βεβούλευμαι)

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

- κειν (ἐβεβουλεύκειν)

-μην (ἐβεβουλεύμην)

ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

- χειν

- γμαι

-γμην

(ἐπεπράχειν)

(πέπραγμαι)

(ἐπεπράγμην)

- φειν

- μμαι

- μμην

(ἐγεγράφειν)

(γέγραμμαι)

(ἐγεγράμμην)

- κειν

- σμαι

- σμην

(ἐπεπείκειν)

(πέπεισμαι)

(ἐπεπείσμην)

ουρανικόληκτα (κ, γ, χ) (και ττ, σσ)

- χα (πέπραχα)

(ρ. πράττω) χειλικόληκτα (π, β, φ)

- φα (γέγραφα)

(ρ. γράφω) οδοντικόληκτα (τ, δ, θ)

- κα (πέπεικα)

(ρ. πείθω)

Για την κλίση του παρακειμένου και του υπερσυντελίκου μέσης φωνής των αφωνόληκτων ρημάτων βλέπε την αντίστοιχη ενότητα της γραμματικής: Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ


3) Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

Τα σύνθετα ρήματα τονίζονται ως εξής στο β΄ ενικό προστακτικής όλων των χρόνων:

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

ο τόνος ανεβαίνει

ο τόνος δεν ανεβαίνει

π.χ. (λῦε) ἀπόλυε

π.χ. (λύου) ἀπολύου

ο τόνος ανεβαίνει

ο τόνος ανεβαίνει

π.χ. (λῦσον) ἀπόλυσον

π.χ. ( λῦσαι) ἀπόλυσαι

Δε μεταβάλλεται ο τονισμός διότι σχηματίζεται ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

περιφραστικά: π.χ. καταβάλλω →

ο τόνος δεν ανεβαίνει π.χ. (λέλυσο) άπολέλυσο

καταβεβληκώς, -υῖα, -ὸς ἴσθι

Παρατήρηση: Στα άλλα πρόσωπα της προστακτικής ο τονισμός διατηρείται όπως και στα απλά ρήματα:

π.χ. -, ἀπόλυε, ἀπολυέτω, -, ἀπολύετε, ἀπολυόντων

Για τη μελέτη όλων των τύπων των βαρύτονων ρημάτων α΄ συζυγίας βλέπε Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 164 έως 173.


ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α' ΚΑΙ Β' Α. ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄ Ο παθητικός αόριστος α΄σχηματίζεται από: την αύξηση (στην οριστική) + το ρηματικό θέμα + το χρονικό πρόσφυμα -θη- (-θε-) + τις καταλήξεις. Ειδικότερα:

Ρήματα με

Σχηματίζονται:

χαρακτήρα:

αύξηση-θέμα-θη-ν

Παράδειγμα

διατηρούν το χαρακτήρα του θέματος:

ρ. λύομαι → ἐλύθην

αύξηση-θέμα -θη-ν

ρ. ἱδρύομαι → ἱδρύθην ρ. ἀκούομαι → ἠ κούσθην

φωνήεν Εξαιρούνται τα ρήματα:

ἀκούομαι, ἕλκομαι, κελεύομαι,

ρ. ἕλκομαι → εἱλκύσθην ρ. κελεύομαι → ἐκελεύσθην ρ. σείομαι → ἐσείσθην

σείομαι διατηρούν το χαρακτήρα του θέματος: ένρινο ή υγρό

αύξηση-θέμα -θη-ν

Εξαιρούνται τα ρήματα: κρίνομαι, τείνομαι, τέμνομαι

φ), ή -πτ-

ουρανικό (κ, γ, χ), -ττ- , -σσ-

οδοντικό (τ, δ, θ), ή -ζ-

ρ. ἀγγέλλομαι → ἠγγέλθην ρ. ἐγείρομαι → ἠγέρθην ρ. κρίνομαι → ἐκρίθην

(μ, ν, λ, ρ)

χειλικό (π, β,

ρ. ὀξύνομαι → ὠξύνθην

τρέπουν το χαρακτήρα π, β, φ, πτ σε φ: αύξηση-θέμα-φ-θη-ν

τρέπουν το χαρακτήρα κ, γ, χ, ττ, σσ σε χ: αύξηση-θέμα-χ-θη-ν

ρ.τείνομαι → ἐτάθην ρ.τέμνομαι → ἐτμήθην

ρ. λείπομαι → ἐλείφθην ρ. ἀμείβομαι → ἀμείφθην ρ. μέμφομαι → ἐμέφθην ρ. καλύπτομαι → ἐκαλύφθην ρ. διδάσκομαι → ἐδιδάχθην ρ. ἄγομαι → ἤχθην ρ. ἄρχομαι → ἤρχθην ρ. πράττομαι → ἐπράχθην

τρέπουν το χαρακτήρα τ, δ, θ, ζ σε

ρ. πείθομαι → ἐπείσθην

σ:

ρ. ψεύδομαι → ἐψεύσθην

αύξηση-θέμα-σ-θη-ν

ρ. δικάζομαι → ἐδικάσθην

Παράδειγμα κλίσης: ρ. παιδεύομαι


Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἐπαιδεύθην

παιδευθῶ

παιδευθείην

-

ἐπαιδεύθης

παιδευθῆς

παιδευθείης

παιδεύθητι

παιδευθῇ

παιδευθείη

παιδευθήτω

ἐπαιδεύθημεν

παιδευθῶμεν

παιδευθείημεν / -θεῖμεν

-

ἐπαιδεύθητε

παιδευθῆτε

παιδευθείητε / -θεῖτε

παιδεύθητε

ἐπαιδεύθησαν

παιδευθῶσι(ν)

παιδευθείησαν /-θεῖεν

παιδευθέντων / -θήτωσαν

ἐπαιδεύθη

Απαρέμφατο

Μετοχή παιδευθεὶς

παιδευθῆναι

παιδευθεῖσα παιδευθὲν

Παρατηρήσεις: 1. Το β΄ενικό πρόσωπο της προστακτικής του παθητικού αορίστου α΄ είναι προπαροξύτονο και έχει κατάληξη –θητι: παιδεύθητι 2. Η υποτακτική του παθητικού αορίστου α΄ περισπάται: π.χ. παιδευθῶ, παιδευθῆτε 3. Στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής, το πρόσφυμα -θη- μπροστά από το -ντ- της κατάληξης γίνεται -θε-: παιδευθέντων.

Β. ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Ορισμένα συμφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν παθητικό αόριστο β΄. Δηλαδή στον παθητικό αόριστο διατηρούν το σύμφωνο του χαρακτήρα τους χωρίς την προσθήκη του -θ-. π.χ.: κόπτομαι → ἐκόπην (αντί ἐκόφθην), γράφομαι → ἐγράφην (αντί ἐγράφθην), βλάπτομαι → ἐβλάβην (αντί ἐβλάφθην), φαίνομαι → ἐφάνην (αντί ἐφάνθην). Παράδειγμα κλίσης παθητικού αορίστου β΄: ἐτράπην ( ρ. τρέπομαι)

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἐτράπην

τραπῶ

τραπείην

-

ἐτράπης

τραπῇς

τραπείης

τράπηθι


ἐτράπη

τραπῇ

τραπείη

τραπήτω

ἐτράπημεν

τραπῶμεν

τραπείημεν / τραπεῖμεν

-

ἐτράπητε

τραπῆτε

τραπείητε / τραπεῖτε

τράπητε

ἐτράπησαν

τραπῶσι(ν)

τραπείησαν / τραπεῖεν

τραπέντων / τραπήτωσαν

Απαρέμφατο

Μετοχή τραπεὶς

τραπῆναι

τραπεῖσα τραπὲν

Παρατηρήσεις: 1. Ο παθητικός αόριστος β΄ κλίνεται ακριβώς όπως ο παθητικός αόριστος α΄, αλλά στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής ο παθητικός αόριστος β΄ λήγει σε -θι. π.χ.: παθητικός αόριστος α΄

παθητικός αόριστος β΄

(ρ. λύομαι) ἐλύθην → λύθητι,

(ρ. γράφομαι) ἐγράφην → γράφηθι

(ρ. πράττομαι) ἐπράχθην → πράχθητι

(ρ. φαίνομαι) ἐφάνην → φάνηθι

(ρ. ἀπάγομαι) ἀπήχθην → ἀπάχθητι

(ρ. ἀναστρέφομαι) ἀνεστράφην → ἀναστράφηθι

2. Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -ε- τρέπουν στον παθητικό αόριστο β΄ το -ε- σε -α-. π.χ.: τρέπομαι (θ. τρεπ-) → ἐτράπην, κλέπτομαι (θ. κλεπ-) → ἐκλάπην. Εξαιρούνται: Τα σύνθετα του ρ. –λέγομαι. π.χ.: ρ. συλλέγομαι → συνελέγην, ἐκλέγομαι → ἐξελέγην. 3. Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -η- τρέπουν στον παθητικό αόριστο β΄ το -η- σε -α-. π.χ.: τήκω (θ. τηκ-) → ἐτάκην , ἐκπλήττω (θ. πληγ-) → ἐξεπλάγην. Εξαιρείται: Το ρήμα πλήττομαι όταν είναι απλό.


π.χ.: πλήττομαι → ἐπλήγην, αλλά σύνθετο: ἐκπλήττομαι → ἐξεπλάγην. 4. Στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής, το χρονικό πρόσφυμα -η- μπροστά από το -νττρέπεται σε -ε-. π.χ.: ρ. τρέπομαι → τραπέντων, ρ. στρέφομαι → στραφέντων.

Κατάλογος των συνηθέστερων ρημάτων με παθητικό αόριστο β΄:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄

ἀλλάττομαι

ἠλλάγην

βλάπτομαι

ἐβλάβην

γράφομαι

ἐγράφην

θάπτομαι

ἐτάφην

κλέπτομαι

ἐκλάπην

κόπτομαι

ἐκόπην

συλλέγομαι

συνελέγην

πλέκομαι

ἐπλάκην

πλήττομαι

ἐπλήγην

(ἐκ)-πλήττομαι

(ἐξ)-επλάγην

ῥίπτομαι

ἐρρίφην

στέλλομαι

ἐστάλην

στρέφομαι

ἐστράφην

σφάλλομαι

ἐσφάλην

τάττομαι

ἐτάγην

τρέπομαι

ἐτράπην


τρέφομαι

ἐτράφην

φαίνομαι

ἐφάνην

φθείρομαι

ἐφθάρην

φύομαι

ἐφύην

χαίρομαι

ἐχάρην


Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ Α. Μέσος Παρακείμενος και Υπερσυντέλικος των αφωνόληκτων ρημάτων Τα αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και υπερσυντέλικο της μέσης φωνής όπως τα φωνηεντόληκτα με τις καταλήξεις -μαι, -σαι, -ται κ.λπ. και –μην, -σο, -το κ.λπ. αντιστοίχως. Κατά το σχηματισμό των τύπων αυτών όμως συμβαίνουν τα κανονικά πάθη του χαρακτήρα μπροστά από τις προσωπικές καταλήξεις. Παραδείγματα: ρ. δέχομαι (θ. δεχ-), ρ. λείπομαι (θ. λειπ-), δανείζομαι (θ. δανειζ-)

Οριστική Παρακείμενος

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

Υπερσυντέλικος

δέδεγμαι

ἐδεδέγμην

-

δέδεξαι

ἐδέδεξο

δέδεξο

δέδεκται

ἐδέδεκτο

δεδέχθω

δεδέγμεθα

ἐδεδέγμεθα

-

δέδεχθε

ἐδέδεχθε

δέδεχθε

δεδεγμένοι εἰσὶ

δεδεγμένοι ἦσαν

δεδέχθων

λέλειμμαι

ἐλελείμμην

-

λέλειψαι

ἐλέληψο

λέλειψo

λέλειπται

ἐλέλειπτο

λελείφθω

λελείμμεθα

ἐλελείμμεθα

-

λέλειφθε

ἐλέλειφθε

λέλειφθε

λελειμμένοι εἰσὶ

λελειμμένοι ἦσαν

λελείφθων

δεδάνεισμαι

ἐδεδανείσμην

-

δεδάνεισαι

ἐδεδάνεισο

δεδάνεισο

δεδάνεισται

ἐδεδάνειστο

δεδανείσθω

δεδανείσμεθα

ἐδεδανείσμεθα

-

δεδάνεισθε

ἐδεδάνεισθε

δεδάνεισθε

δεδανεισμένοι εἰσὶ

δεδανεισμένοι ἦσαν

δεδανείσθων

δεδεγμένος δεδέχθαι

δεδεγμένη δεδεγμένον

λελειμμένος λελεῖφθαι

λελειμμένη λελειμμένον

δεδανεισμένος δεδανεῖσθαι

δεδανεισμένη δεδανεισμένον

Παρατηρήσεις: 1. Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής παρακειμένου και υπερσυντελίκου μέσης φωνής των αφωνόληκτων ρημάτων σχηματίζεται περιφραστικά. π.χ.: δεδεγμένοι εἰσὶ/ δεδεγμένοι ἦσαν, λελειμμένοι εἰσὶ/ λελειμμένοι ἦσαν. 2. Τα ρήματα στρέφομαι, τρέπομαι, τρέφομαι στον παρακείμενο και υπερσυντέλικο τρέπουν το -


ε- του θέματος σε -α-: π.χ.: στρέφ-ομαι → ἔ-στραμ-μαι, ἐ-στράμ-μην, τρέπ-ομαι → τέ-τραμ-μαι, ἐ-τε-τράμ-μην, τρέφ-ομαι → τέ-θραμ-μια, ἐ-τε-θράμ-ην.

Β. Μέσος παρακείμενος και υπερσυντέλικος των ενρινόληκτων ρημάτων Τα ενρινόληκτα ρήματα σχηματίζουν κι αυτά τον παρακείμενο και υπερσυντέλικο της μέσης φωνής όπως τα φωνηεντόληκτα με τις καταλήξεις -μαι, -σαι, -ται κ.λπ. στον παρακείμενο και –μην –σο –το κ.λπ. στον υπερσυντέλικο, όμως ο ρηματικός χαρακτήρας ν μπροστά από το μ των καταλήξεων: είτε αφομοιώνεται με αυτό, π.χ.: ρ. ὀξύνομαι, ὤξυν-μαι → ὤξυμμαι, ὠξύμμην, είτε τρέπεται σε -σ-, π.χ.: ρ. φαίνομαι, πέ-φαν-μαι → πέφασμαι, ἐπεφάσμην. π.χ.: ρ. ὀξύνομαι (θ. . ὀξῠν-), ρ. ὑφαίνομαι (θ. ὑφᾰ ν-)

Οριστική Παρακείμενος

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

Υπερσυντέλικος

ὤξυμ-μαι

ὠξύμ-μην

-

ὤξυν-σαι

ὤξυν-σο

ὤξυν-σο

ὤξυν-ται

ὤξυν-το

ὠξύν-θω

ὠξύμ-μεθα

ὠξύμ-μεθα

-

ὤξυν-θε

ὤξυν-θε

ὤξυν-θε

ὠξυμμένοι εἰσὶ

ὠξυμμένοι ἦσαν

ὠξύν-θων

ὕφασ-μαι

ὑφάσ-μην

-

ὕφαν-σαι

ὕφαν-σο

ὕφαν-σο

ὕφαν-ται

ὕφαν-το

ὑφάν-θω

ὑφάσ-μεθα

ὑφάσ-μεθα

-

ὕφαν-θε

ὕφαν-θε

ὕφαν -θε

ὑφασμένοι εἰσὶ

ὑφασ-μένοι ἦσαν

ὑφάν-θων

ὠξυμ-μένος ὠξύν-θαι

ὠξυμ-μένη ὠξυμμένον

ὑφάσ-μένος ὑφάν-θαι

ὑφάσ-μενη ὑφάσ-μένον

Παρατηρήσεις: 1. Τα ρήματα κλίνω, κρίνω και πλύνω σχηματίζουν το μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο με αποβολή του χαρακτήρα -ν-: π.χ.: κλίνω (θ. κλιν-) → κέ-κλι-μαι, ἐ-κε-κλί-μην, κρίνω (θ. κριν-) → κέ-κρι-μαι, ἐ-κε-κρί-μην, πλύνω (θ. πλυν-) → πέ-πλυ-μαι, ἐ-πε-πλύ-μην. 2. Το ρήμα τείνω σχηματίζει το μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο με αποβολή του χαρακτήρα -ν- και τροπή του -ε- του θέματος σε -ᾰ-:


π.χ.: τείνω (θ. τεν-) → τέ-τα-μαι, ἐ-τε–τά-μην. 3. Όσα ενρινόληκτα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -ε-, τρέπουν στο μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο το -ε- σε -ᾰ-: π.χ.: σπείρω (θ. σπερ-) → ἔ -σπαρ-μαι, ἐ-σπάρ-μην, στέλλω (θ. στελ-) → ἔ-σταλ-μαι, ἐ-στάλ-μην.

Πίνακας συνηθέστερων ενρινόληκτων και αφωνόληκτων ρημάτων:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ἄγομαι

ἦγμαι

ἀλλάσσομαι

ἤλλαγμαι

ἅπτομαι

ἧμμαι

αἰσχύνομαι

ᾔσχυμμαι

βλάπτομαι

βέβλαμμαι

γράφομαι

γέγραμμαι

δέχομαι

δέδεγμαι

διώκομαι

δεδίωγμαι

εὔχομαι

ηὖγμαι

καθαίρομαι

κεκάθαρμαι

καλύπτομαι

κεκάλυμμαι

κηρύττομαι

κεκήρυγμαι

κλίνομαι

κέκλιμαι

κρίνομαι

κέκριμαι

κρύπτομαι

κέκρυμμαι

λαμβάνομαι

εἴλημμαι

λανθάνομαι

λέλησμαι

λείπομαι

λέλειμμαι


μιαίνομαι

μεμίασμαι

νομίζομαι

νενόμῐσμαι

ὁρίζομαι

ὥρῐσμαι

πείθομαι

πέπεισμαι

πράττομαι

πέπραγμαι

πυνθάνομαι

πέπυσμαι

ῥίπτομαι

ἔρριμμαι

ταράσσω

τετάραγμαι

τάσσομαι

τέταγμαι

τρέπομαι

τέτραμμαι

τρέφομαι

τέθραμμαι

φαίνομαι

πέφασμαι

φυλάσσομαι

πεφύλαγμαι

ψηφίζομαι

ἐψήφισμαι

Ενδεικτικά παραδείγματα σχηματισμού του παρακειμένου και υπερσυντελίκου αφωνόληκτων ρημάτων: ρ. λαμβάνομαι (θ. λαβ- και ληβ-)

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Παρακ.

Υπερσ.

α'εν.

εἴλημμαι

εἰλήμμην

εἰλημμένος, -η, -ον ὦ

εἰλημμένος, -η, -ο εἴην

-

β'εν.

εἴληψαι

εἴληψο

εἰλημμένος, -η, -ον ᾖς

εἰλημμένος, -η, -ο εἴης

εἴληψο

Απαρέμφατο εἰλῆφθαι

Μετοχή εἰλημμένος, -η, -ον


ρ. λείπομαι (θ. λειπ-)

Οριστική Παρακ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Υπερσ. λελειμμένος, -η, -ον

λελειμμένος, -η, -ον

α'εν.

λέλειμμαι

ἐλελείμμην

εἴην

-

β'εν.

λέλειψαι

ἐλέλειψο

λελειμμένος, -η, -ον

λελειμμένος, -η, -ον

λέλειψο

ᾖς

εἴης

Απαρέμφατο

Μετοχή λελειμμένος, -η, -ον

λελεῖφθαι

ρ. πυνθάνομαι (θ. πευθ-, πυθ-) (= ρωτώ, μαθαίνω)

Οριστική Παρακ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Υπερσ.

α'εν.

πέπυσμαι

ἐπεπύσμην

β'εν.

πέπυσαι

ἐπέπυσο

πεπυσμένος, -η, -ον ὦ πεπυσμένος, -η, -ον ᾖς

πεπυσμένος, -η, -ον εἴην

-

πεπυσμένος, -η, -ον

πέπυσο

εἴης

Απαρέμφατο

Μετοχή

πεπύσθαι

πεπυσμένος, -η, -ον

ρ. ῥίπτομαι (θ. ῥίπ-, ῥίπτ-)

Οριστική Παρακ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Υπερσ. ἐρριμμένος, -η, -ον

α'εν.

ἔρριμμαι

(ἐρρίμμην)

ἐρριμμένος, -η, -ον ὦ

εἴην

-

β'εν.

ἔρριψαι

(ἔρριψο)

ἐρριμμένος, -η, -ον ᾖς

ἐρριμμένος, -η, -ον

ἔρριψο

εἴης


Απαρέμφατο

Μετοχή

ἐρρῖφθαι

ἐρριμμένος, -η, -ον

ρ. στρέφομαι (θ. στρεφ-, στροφ-)

Οριστική Παρακ.

Υποτακτική

Ευκτική

ἐστραμμένος, -η, -ον

ἐστραμμένος, -η, -ον

Προστακτική

Υπερσ.

α'εν.

ἔστραμμαι

ἐστράμμην

εἴην

-

β'εν.

ἔστραψαι

ἔστραψο

ἐστραμμένος, -η, -ον

ἐστραμμένος, -η, -ον

ἔστραψο

ᾖς

εἴης

Απαρέμφατο

Μετοχή

ἐστράφθαι

ἐστραμμένος, -η, -ον

ρ. τάττ(σσ)ομαι (θ. ταττ-,τασσ-)

Οριστική Παρακ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Υπερσ. τεταγμένος, -η, -ον

α'εν.

τέταγμαι

ἐτετάγμην

τεταγμένος, -η, -ον ὦ

εἴην

-

β'εν.

τέταξαι

ἐτέταξο

τεταγμένος, -η, -ον ᾖς

τεταγμένος, -η, -ον

τέταξο

εἴης

Απαρέμφατο τετάχθαι

Μετοχή τεταγμένος, -η, -ον


ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β Πολλά ρήματα σχηματίζουν ενεργητικό και μέσο αόριστο σύμφωνα με τις καταλήξεις του αντίστοιχου παρατατικού στην οριστική και του αντίστοιχου ενεστώτα στις άλλες εγκλίσεις καθώς και στο απαρέμφατο και τη μετοχή. Ο αόριστος αυτός ονομάζεται (ενεργητικός ή μέσος) αόριστος δεύτερος. Α. Παράδειγμα σχηματισμού ενεργητικού και μέσου αορίστου Β':

α) Ενεργητικός αόριστος β’: ἔπαθον(< ρ. πάσχω). Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἔ-παθ-ον

πάθ-ω

πάθ-οιμι

-

ἔ-παθ-ες

πάθ-ῃς

πάθ-οις

πάθ-ε

ἔ-παθ-ε

πάθ-ῃ

πάθ-οι

παθ-έτω

ἐ-πάθ-ομεν

πάθ-ωμεν

πάθ-οιμεν

-

ἐ-πάθ-ετε

πάθ-ητε

πάθ-οιτε

πάθ-ετε

ἔ-παθ-ον

πάθ-ωσι

πάθ-οιεν

παθ-όντων

Απαρέμφατο

Μετοχή

παθ-ὼν παθ-εῖν

παθ-οῦσα παθ-ὸν

β) Μέσος αόριστος β΄: ἐλαβόμην (< ρ. λαμβάνω). Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἐ-λαβ-όμην

λάβ-ωμαι

λαβ-οίμην

-

ἐ-λάβ-ου

λάβ-ῃ

λάβ-οιο

λαβ-οῦ

ἐ-λάβ-ετο

λάβ-ηται

λάβ-οιτο

λαβ-έσθω

Απαρέμφατο

λαβ-όμενος λαβ-έσθαι

ἐ-λαβ-όμεθα

λαβ-ώμεθα

λαβ-οίμεθα

-

ἐ-λάβ-εσθε

λάβ-ησθε

λάβ-οισθε

λάβ-εσθε

ἐ-λάβ-οντο

λάβ-ωνται

λάβ-οιντο

λαβ-έσθων

Β. Κανόνες τονισμού. α) Στον ενεργητικό αόριστο β':

Μετοχή

λαβ-ομένη λαβ-όμενον


1. Το απαρέμφατο και η μετοχή στο αρσενικό και ουδέτερο γένος των απλών και των σύνθετων ρημάτων τονίζονται πάντοτε στη λήγουσα (σε αντίθεση με τους ονοματικούς τύπους του ενεστώτα). Το απαρέμφατο παίρνει περισπωμένη και η μετοχή οξεία. π.χ.: βαλεῖν, εἰπεῖν, καταβαλεῖν, ἀπειπεῖν και βαλών, καταβαλόν, εἰπών, ἀπειπόν. Αλλά το θηλυκό της μετοχής τονίζεται στην παραλήγουσα και παίρνει περισπωμένη. π.χ.: βαλοῦσα, εἰποῦσα. 2. Το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του αορίστου β΄ των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω και ὁρῶ, όταν είναι απλό, τονίζεται στη λήγουσα: ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ. Όταν όμως είναι σύνθετο, ο τόνος ανεβαίνει. π.χ.: ἄπελθε, ἄνευρε, παράλαβε, πρόσειπε, πάριδε. 3. Το β΄ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ρήματος ἔχω (σχές), όταν είναι σύνθετο ανεβάζει τον τόνο στην τελευταία συλλαβή της πρόθεσης. π.χ.: μετάσχες, πρόσχες 4. Οι αόριστοι ἔσχον, ἐσχόμην ανεβάζουν τον τόνο στην υποτακτική και ευκτική όταν είναι σύνθετοι και εφόσον το επιτρέπει η λήγουσα: σχῶ, σχῇς, σχῇ κ.λπ. → παράσχω, παράσχῃς, παράσχῃ κ.λπ. σχῶμαι, σχῇ, σχῆταικ.λπ. → παράσχωμαι, παράσχῃ, παράσχηται κ.λπ. σχοίην, σχοίης, σχοίη κ.λπ. → παράσχοιμι, παράσχοις, παράσχοι κ.λπ. β) Στο μέσο αόριστο β΄: 1. Το απαρέμφατο του μέσου αορίστου β΄ των απλών και των σύνθετων ρημάτων τονίζεται πάντα στην παραλήγουσα. π.χ.: βαλέσθαι, ἐπιλαθέσθαι. 2. Το β΄ ενικό ��ρόσωπο της προστακτικής των απλών και σύνθετων ρημάτων τονίζεται κανονικά στη λήγουσα και περισπάται. π.χ.: βαλοῦ, αντιλαβοῦ. Όταν όμως ο τύπος της προστακτικής είναι μονοσύλλαβος και σύνθετος με δισύλλαβη πρόθεση, ανεβάζει τον τόνο στην παραλήγουσα. π.χ.: (ρ. ἔχομαι) ἐσχόμην: σχοῦ → παράσχου, (ρ. ἕπομαι) ἑσπόμην: σποῦ → ἐπίσπου. 3. Όταν ο τύπος της προστακτικής είναι μονοσύλλαβος και σύνθετος με μονοσύλλαβη πρόθεση διατηρεί τον τόνο στη λήγουσα: (ρ. ἔχομαι) ἐσχόμην: σχοῦ → προσχοῦ. Γ. Πίνακας ενδεικτικού σχηματισμού του αορίστου β΄ ορισμένων εύχρηστων ρημάτων: ρ. ἄγω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή


α΄ ενικό

ἤγαγον

ἀγάγω

ἀγάγοιμι

-

β΄ ενικό

ἤγαγες

ἀγάγῃς

ἀγάγοις

ἄγαγε

ἀγαγὼν ἀγαγεῖν

ἀγαγοῦσα ἀγαγὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

ἠγαγόμην

ἀγάγωμαι

ἀγαγοίμην

-

β΄ ενικό

ἠγάγου

ἀγάγῃ

ἀγάγοιο

ἀγαγοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀγαγόμενος

ἀγαγέσθαι

ἀγαγομένη ἀγαγόμενον

ρ. αἱρῶ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

εἷλον

ἕλω

ἕλοιμι

-

β΄ ενικό

εἷλες

ἕλῃς

ἕλοις

ἕλε

Απαρέμφατο

Μετοχή ἑλὼν

ἑλεῖν

ἐλοῦσα ἑλὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

εἱλόμην

ἕλωμαι

ἑλοίμην

-

β΄ ενικό

εἵλου

ἕλῃ

ἕλοιο

ἑλοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἑλόμενος

ἑλέσθαι

ἑλομένη ἑλόμενον

ρ. ἕπομαι

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή (ἐπι)-

α΄ενικό

ἑσπόμην

β΄ενικό

ἕσπου

(ἐπί)-

(ἐπι)-

σπωμαι

σποίμην

(ἐπί)-σπῃ

(ἐπί)-σποιο

σπόμενος -

(ἐπι)-

(ἐπι)-

(ἐπί)-σπου

σπέσθαι

σπομένη (ἐπι)σπόμενον


ρ. ἐρωτάω –ῶ

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἠρόμην

ἔρωμαι

ἐροίμην

-

β΄ενικό

ἤρου

ἔρῃ

ἔροιο

ἐροῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἐρόμενος

ἐρέσθαι

ἐρομένη ερόμενον

Παρατήρηση: 1. Το ρήμα ἐρωτάω –ῶ έχει μέσο αόριστο β΄ ἠρόμην με ενεργητική σημασία αλλά και αόριστο α΄ ἠρώτησα.

ρ. ἔχω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἔσχον

σχῶ

σχοίην

-

β΄ενικό

ἔσχες

σχῇς

σχοίης

σχὲς

Απαρέμφατο

Μετοχή σχὼν

σχεῖν

σχοῦσα σχὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἐσχόμην

σχῶμαι

σχοίμην

-

β΄ενικό

ἔσχου

σχῇ

σχοῖο

σχοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή σχόμενος

σχέσθαι

σχομένη σχόμενον

ρ. παρέχω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

παρέσχον

παράσχω

παράσχοιμι

-

β΄ενικό

παρέσχες

παράσχῃς

παράσχοις

παράσχες

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'

Απαρέμφατο

Μετοχή παρασχὼν

παρασχεῖν

παρασχοῦσα παρασχὸν


Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

παρεσχόμην

παράσχωμαι

παρασχοίμην

-

β΄ενικό

παρέσχου

παράσχῃ

παράσχοιο

παράσχου

Απαρέμφατο

Μετοχή παρασχόμενος

παρασχέσθαι

παρασχομένη παρασχόμενον

ρ. λέγω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

εἶπον

εἴπω

εἴποιμι

-

β΄ενικό

εἶπες

εἴπῃς

εἴποις

εἰπὲ

Απαρέμφατο

Μετοχή εἰπὼν

εἰπεῖν

εἰποῦσα εἰπὸν

ρ. ὄλλυμαι

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ὠλόμην

ὄλωμαι

ὀλοίμην

-

β΄ενικό

ὤλου

ὄλῃ

ὄλοιο

ὀλοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ὀλόμενος

ὀλέσθαι

ὀλομένη ὀλόμενον

ρ. ὁράω -ῶ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

εἶδον

ἴδω

ἴδοιμι

-

β΄ενικό

εἶδες

ἴδῃς

ἴδοις

ἰδὲ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἰδὼν

ἰδεῖν

ἰδοῦσα ἰδὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

εἰδόμην

ἴδωμαι

ἰδοίμην

-

β΄ενικό

εἴδου

ἴδῃ

ἴδοιο

ἰδοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἰδόμενος

ἰδέσθαι

ἰδομένη


ἰδόμενον

ρ. ὀφλισκάνω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

α΄ενικό

ὦφλον

ὄφλω

ὄφλοιμι

β΄ενικό

ὦφλες

ὄφλῃς

ὄφλοις

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή ὀφλὼν

-

ὀφλεῖν

ὀφλοῦσα ὀφλὸν

ρ. φέρω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἤνεγκον

ἐνέγκω

ἐνέγκοιμι

-

β΄ενικό

ἤνεγκες

ἐνέγκῃς

ἐνέγκοις

ἔνεγκε

Απαρέμφατο

Μετοχή ἐνεγκὼν

ἐνεγκεῖν

ἐνεγκοῦσα ἐνεγκὸν

Δ. Πίνακας των συνηθέστερων ρημάτων της Α΄ συζυγίας με ενεργητικό και μέσο αόριστο β΄:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄

ἄγω

ἤγαγον

ἄγομαι

ἠγαγόμην

αἱρῶ

εἷλον

αἱροῦμαι

εἱλόμην

αἰσθάνομαι (αποθ.)

ᾐσθόμην

ἁμαρτάνω

ἥμαρτον

ἀνέχομαι

ἠνεσχόμην

ἀπαγορεύω

ἀπεῖπον

ἀπόλλυμαι

ἀπωλόμην


ἀφικνοῦμαι (αποθ.)

ἀφικόμην

βάλλω

ἔβαλον

βάλλομαι

ἐβαλόμην

γίγνομαι (αποθ.)

ἐγενόμην

εἰμὶ

ἐγενόμην

ἕπομαι (αποθ.)

ἑσπόμην

ἔρχομαι (αποθ.)

ἦλθον

ἐρωτάω -ῶ

ἠρόμην

εὑρίσκω

εὗρον/ ηὗρον

εὑρίσκομαι

εὑρόμην/ ηὑρόμην

ἔχω

ἔσχον

ἔχομαι

ἐσχόμην

(ἀπο)θνῄσκω

(ἀπ)ἔθανον

λαγχάνω

ἔλαχον

λαμβάνω

ἔλαβον

λαμβάνομαι

ἐλαβόμην

λανθάνω

ἔλαθον

λανθάνομαι

ἐλαθόμην

λέγω

εἶπον

λείπω

ἔλιπον

λείπομαι

ἐλιπόμην

μανθάνω

ἔμαθον

ὄλλυμαι

ὠλόμην

ὁρῶ

εἶδον


ὁρῶμαι

εἰδόμην

ὀφείλω

ὤφελον

ὀφλισκάνω

ὦφλον

πάσχω

ἔπαθον

πείθω

ἔπιθον

πείθομαι

ἐπιθόμην

πίπτω

ἔπεσον

πυνθάνομαι (αποθ.)

ἐπυθόμην

τέμνω

ἔτεμον

τέμνομαι

ἐτεμόμην

τίκτω

ἔτεκον

τρέπω

ἔτραπον

τρέπομαι

ἐτραπόμην

τρέχω/ θέω

ἔδραμον

τυγχάνω

ἔτυχον

ὑπισχνοῦμαι

ὑπεσχόμην

φέρω

ἤνεγκον

φεύγω

ἔφυγον


ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΡΗΜΑΤΑ

Ορισμός: Συνηρημένα ονομάζονται τα φωνηεντόληκτα ρήματα της πρώτης συζυγίας των οποίων ο χαρακτήρας -α, -ε, -ο, στον ενεστώτα και στον παρατατικό συναιρείται με το επόμενο φωνήεν ή δίφθογγο της φαινομενικής κατάληξης. π.χ. τιμά-ω → τιμῶ. Τα ρήματα αυτά ονομάζονται και περισπώμενα, διότι περισπώνται στο α ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα. π.χ. δρῶ, γελῶ, πεινῶ.

Ανάλογα με το χαρακτήρα τους τα συνηρημένα ή περισπώμενα ρήματα χωρίζονται σε τρεις τάξεις. Στην α τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -α-. π.χ. τιμά-ω → τιμῶ, νικά-ομαι → νικῶμαι. Στη β τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -ε-. π.χ. ποιέ-ω → ποιῶ, φοβέ-ομαι → φοβοῦμαι. Στη γ τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -ο-. π.χ. ἀξιό-ω → ἀξιῶ, δηλό-ομαι → δηλοῦμαι.

Για τον τονισμό των συνηρημένων έχουμε υπόψη ότι:

1. Η συλλαβή που προκύπτει από τη συναίρεση είναι πάντα μακρόχρονη. 2. Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται παίρνει περισπωμένη: π.χ. ποιέω → ποιῶ. 3. Μία συνηρημένη συλλαβή παίρνει οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται: π.χ. τιμαέτω → τιμάτω. 4. Όπως τονίζονται τα απλά έτσι τονίζονται και τα σύνθετα σε όλες τις εγκλίσεις: π.χ. ποιῶ και ἐκποιῶ, ποίει και ἐκποίει, σπῶμεν και ἀποσπῶμεν, ὁρᾶν και καθορᾶν, πληροῖσθε και ἀποπληροῖσθε, δουλῶν και καταδουλῶν. Εξαίρεση αποτελεί το β ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα της ενεργητικής φωνής των ρημάτων σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα, όταν είναι σύνθετα: π.χ. πλέε → πλεῖ αλλά ἔκπλεε → ἔκπλει (βλ. Τα ρήματα πλέω,πνέω,ῥέω,δέομαι).

Α. Τα συνηρημένα ρήματα σε - άω


α. Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού Στα συνηρημένα ρήματα της α τάξης (-άω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις:

ᾰ + ε, η → ᾱ ᾰ + ει, ῃ → ᾳ ᾰ + ο, ω, ου → ω ᾰ + οι → ῳ

Ενδεικτικά, ο σχηματισμός των ρημάτων αυτών και των ρηματικών τους τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: ἐάω - ἐῶ (= αφήνω,επιτρέπω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. ἐῶ

ἐῶ

ἐῷμι (βλ. Παρ1.)

-

β εν. ἐᾷς

ἐᾷς

ἐῷς

ἔα

Απαρέμφατο

Μετοχή ἐῶν

ἐᾶν (βλ. Παρ2.)

ἐῶσα ἐῶν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. εἴων β εν. εἴας

Παρατηρήσεις: 1. Οι αττικοί τύποι σχηματίζονται ως δεύτεροι στον ενικό αριθμό και είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους: ἐῴην, ἐῴης, ἐῴη. 2. Το απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής των συνηρημένων ρημάτων σε -άω λήγει σε -ᾶν (ἐᾶν) και όχι σε -ᾷν διότι η αρχική κατάληξη του απαρεμφάτου του ενεστώτα των βαρύτονων ρημάτων είναι –εν και όχι –ειν( λύε-εν → λύειν).

Ρήμα: ὁράομαι - ὁρῶμαι


ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. ὁρῶμαι

ὁρῶμαι

ὁρῴμην

-

β εν. ὁρᾷ

ὁρᾷ

ὁρῷο

ὁρῶ

Απαρέμφατο

Μετοχή ὁρώμενος

ὁρᾶσθαι

ὁρωμένη ὁρώμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ἑωρώμην β εν. ἑωρῶ

(Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –άω, βλ. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ.200 -202, παρ.323 α.) Τα ρήματα πεινῶ, διψῶ, ζῶ, χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι, χρησιμοποιώ) έχουν χαρακτήρα -η- και όχι -α(πεινήω – πεινῶ, διψήω – διψῶ, ζήω – ζῶ, χρήομαι – χρῶμαι). Στον ενεστώτα και τον παρατατικό ενεργητικής και μέσης φωνής κλίνονται όπως τα ρήματα σε –άω. Αλλά, όπου τα ρήματα σε –άω έχουν α και ᾳ, αυτά έχουν η και ῃ αντίστοιχα. Τα ρήματα πεινῶ, διψῶ, ζῶ σχηματίζουν στον ενικό της ευκτικής ενεστώτα μόνο τους αττικούς τύπους. Ενδεικτικά, ο σχηματισμός των ρημάτων σε –ήω και των ρηματικών τους τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: ζήω – ζῶ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. ζῶ

ζῶ

ζῴην

-

β εν. ζῇς

ζῇς

ζῴης

ζῆ (ζῆθι)

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ἔζων

Απαρέμφατο

Μετοχή ζῶν

ζῆν

ζῶσα ζῶν


β εν. ἔζης

Παρατήρηση: Το ρήμα ζῶ στην προστακτική ενεστώτα σχηματίζει μόνο β΄και γ΄ενικό πρόσωπο: ζῆ (ζῆθι), ζήτω.

Ρήμα: χρήομαι – χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι)

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. χρῶμαι

χρῶμαι

χρῴμην

-

β εν.χρῇ

χρῇ

χρῷο

χρῶ

Απαρέμφατο

Μετοχή χρώμενος

χρῆσθαι

χρωμένη χρώμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ἐχρώμην β εν. ἐχρῶ

(Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –ήω, βλ. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ.208 -209, παρ.325) β. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων. Τα συνηρημένα ρήματα σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) και κλίνονται κανονικά όπως και τα ασυναίρετα βαρύτονα ρήματα της Α΄ συζυγίας .Δηλαδή, με το ρηματικό θέμα, τις φαινομενικές καταλήξεις κάθε χρόνου και την αύξηση ή τον αναδιπλασιασμό για τους ιστορικούς ή τους συντελικούς αντίστοιχα χρόνους. Συγκεκριμένα:

1. Τα συνηρημένα σε –άω εκτείνουν στους υπόλοιπους χρόνους κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος (σε μακρόχρονο) μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων, τρέποντας το -ᾰ- σε –η-: π.χ. ρ. τιμῶ (θ.τιμᾰ-) → τιμήσω, ἐτίμησα, τετίμηκα, ἐτετιμήκειν και τιμῶμαι → τιμήσομαι, τιμηθήσομαι, ἐτιμησάμην, ἐτιμήθην, τετίμημαι, ἐτετιμήμην. 2. Όμως τα ρήματα τα οποία έχουν ε, ι ή ρ μπροστά από το χαρακτήρα -ᾰ-, εκτείνουν το χαρακτήρα


-ᾰ- σε -ᾱ- (και όχι σε –η-): π.χ. ρ. ἐῶ → ἐάσω, εἴασα, εἴακα, εἰάκειν και ἐῶμαι → ἐάσομαι, εἰάθην, εἴαμαι ,εἰάμην και ρηματικό επίθετο ἐατέος ρ. ἀνιῶ (= λυπώ,δυσαρεστώ) → ἀνιάσω, ἠνίασα, ἠνίακα και ἀνιῶμαι → ἀνιάσομαι, ἠνίαθην, ἠνίαμαι, ἠνιάμην ρ. θηρῶ (= κυνηγώ) → θηράσω, ἐθήρασα, τεθήρακα. και θηρῶμαι → θηράσομαι, θηραθήσομαι, ἐθηρασάμην, ἐθηράθην και ρηματικό επίθετο θηρατός, θηρατέος.

Ανάλογα σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους τα ρήματα: αἰτιῶμαι (= κατηγορώ) και ἰῶμαι (= θεραπεύω).

Εξαιρούνται μεταξύ άλλων:

i. Το ρήμα δρῶ (= ενεργώ) έχει μακρόχρονο χαρακτήρα -ᾱ- και τον διατηρεί σε όλους τους χρόνους: δράσω, ἔδρασα, δέδρακα και δέδραμαι, ἐδεδράμην. Αλλά παίρνει -σ- μπροστά από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ και τ: π.χ. δρῶμαι → ἐδράσθην και ρηματικό επίθετο: δραστέον. ii. Τα ρήματα γελῶ και σπῶ (= τραβώ, σπάζω) διατηρούν σε όλους τους χρόνους το βραχύχρονο χαρακτήρα -ᾰ- και έχουν σ μπροστά από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ, μ, τ: π.χ. γελῶμαι → (γελασθήσομαι), ἐγελάσθην, (γεγέλασμαι) και ρηματικό επίθετο: (καταγέλαστος) σπῶμαι → σπασθήσομαι, ἐσπάσθην, ἔσπασμαι, ἐσπάσμην και ρηματικό επίθετο: (ἀνάσπαστος) . iii. το ρήμα ἀκροῶμαι (=ἀκούω, υπακούω) εκτείνει το -ᾰ- σε -ᾱ-, αν και πριν από το ᾰ δεν υπάρχει ε, ι, ρ: π.χ. ἀκροῶμαι → ἀκροάσομαι, ἠκροασάμην, (ἠκροάθην), (ἠκρόαμαι).

(βλ. και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ.212, α) 1, 2, 3 – 213 ) Β. Τα συνηρημένα ρήματα σε -έω

α. Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού Στα συνηρημένα ρήματα της β τάξης (-έω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις:

ε + ε → ει


ε + ο → ου ε + μακρό φωνήεν / δίφθογγος → το ίδιο μακρό φωνήεν / η ίδια δίφθογγος: ε + ω → ω, ε + η → η, ε + ῃ → ῃ, ε + ου → ου, ε +οι → οι

Ενδεικτικά, ο σχηματισμός των ρημάτων και των ρηματικών τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: οἰκέω - οἰκῶ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. οἰκῶ

οἰκῶ

οἰκοῖμι(βλ. Παρατήρηση)

-

β εν. οἰκεῖς

οἰκῇς

οἰκοῖς

οἴκει

Απαρέμφατο

Μετοχή οἰκῶν

οἰκεῖν

οἰκοῦσα οἰκοῦν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ᾤκουν β εν. ᾤκεις

Παρατήρηση: Οι αττικοί τύποι είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους, όπως και στα συνηρημένα σε -άω: οἰκοίην, οἰκοίης, οἰκοίη.

Ρήμα: αἱρέομαι – αἱροῦμαι (= εκλέγω, προτιμώ και με παθητική σημασία, εκλέγομαι)

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή αἱρούμενος


α εν. αἱροῦμαι

αἱρῶμαι

αἱροίμην

-

β εν.αἱρεῖ(-ῇ)

αἱρῇ

αἱροῖο

αἱροῦ

αἱρεῖσθαι

αἱρουμένη αἱρούμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ᾑρούμην β εν. ᾑροῦ

(Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –έω, βλ. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ.202 -205, παρ.323 β.)

Παρατηρήσεις: 1. Τα συνηρημένα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα (πλέω, πνέω, ῥέω, δέομαι) συναιρούνται μόνο όπου μετά το χαρακτήρα -ε- ακολουθεί άλλο -ε- ή -ει-: π.χ. το ρήμα πνέω συναιρείται ως εξής: πνεῖς, πνεῖ, πνεῖτε. Εξαιρούνται: α) το β ενικό της οριστικής ενεστώτα του ρήματος δέομαι που παραμένει ασυναίρετο: δέει/ δέῃ. β) το ρήμα δέω – δῶ (= δένω), το οποίο συναιρείται σε όλους τους τύπους: δῶ, δεῖς, δεῖ, δοῦμεν, δεῖτε, δοῦσι (ν). 2. Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα, όταν είναι σύνθετα, ανεβάζουν τον τόνο μόνο στο β ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής. π.χ. πλεῖ → ἔκπλει, αλλά πλεῖτε → ἐκπλεῖτε. (Για την κλίση αυτών, βλ. Τα ρήματα πλέω, πνέω, ῥέω, δέομαι)

β. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων Τα συνηρημένα ρήματα σε –έω για το σχηματισμό των υπόλοιπων χρόνων (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) εκτείνουν κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος (σε μακρόχρονο) μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων. Τρέπουν συγκεκριμένα το χαρακτήρα -ε- σε -η-: π.χ. ρ. ἀγνοῶ (θ. ἀγνοε-) → ἀγνοήσω, ἠγνόησα, ἠγνόηκα.

Παρατηρήσεις: 1. Τα ρήματα αἰνέω -ῶ (= επαινώ), αἱρέω -ῶ (= συλλαμβάνω, κυριεύω), δέω -ῶ (= δένω) διατηρούν είτε σε όλους είτε σε ορισμένους τύπους το βραχύχρονο χαρακτήρα -ε-, ενώ σε άλλους τον εκτείνουν σε -η- και δεν παίρνουν -σ- μπροστά από θ, μ, τ:


αἰνῶ → αἰνέσω, αἰνέσομαι, ᾔνεσα, ᾔνεκα, αἰνοῦμαι → -, αἰνεθήσομαι, ᾐνέθην, ᾔνημαι, ᾐνήμην και ρηματικό επίθετο: αἰνετός, αἰνετέος αἱρῶ → αἱρήσω, εἷλον, ᾕρηκα, ᾑρήκειν αἱροῦμαι → αἱρήσομαι, αἱρεθήσομαι, εἱλόμην, ᾑρέθην, ᾕρημαι, ᾑρήμην και ρηματικό επίθετο: αἱρετός, αἱρετέος δῶ → δήσω, ἔδησα, αλλά ρηματικό επίθετο: δετός, δετέος. 2. Το ρήμα καλέω -ῶ: α. σχηματίζει μέλλοντα συνηρημένο καλῶ και καλοῦμαι (από το καλέσω και καλέσομαι), β. διατηρεί τον χαρακτήρα -ε- στον αόριστο: ἐκάλεσα και έκαλεσάμην, γ. σχηματίζει παθητικό μέλλοντα και παθητικό αόριστο α΄, παρακείμενο, υπερσυντέλικο και ρηματικό επίθετο με μετάθεση και έκταση του –α- σε –η- (θ. καλε- → θ. κλη-): κληθήσομαι, ἐκλήθην, κέκλημαι, ἐκεκλήμην και ρηματικό επίθετο κλητός, κλητέος . 3. Μεταξύ άλλων, τα ρήματα αἰδέομαι –οῦμαι (= σέβομαι, ντρέπομαι), ἀρκέω –ῶ, τελέω –ῶ, πλέω και πνέω διατηρούν παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα -ε- και έχουν ή παίρνουν σ μπροστά από θ, μ, τ: π.χ. αἰδοῦμαι → αἰδέσομαι, (αἰδεσθήσομαι), ᾐδεσάμην, ᾐδέσθην, ᾔδεσμαι, και ρηματικό επίθετο: αἰδεστός, αἰδεστέος τελοῦμαι → -, τελεσθήσομαι, ἐτελεσάμην, ἐτελέσθην, τετέλεσμαι, ἐτετελέσμην και ρηματικό επίθετο: ἀ-τέλεστος, ἐπι-τελεστέος πλέω → πλευσοῦμαι, ἔπλευσα, πέπλευκα, (και πλευσθήσομαι, ἐπλεύσθην) και ρηματικό επίθετο: πλευστός , πλευστέον.

(βλ. και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ.213, β) 1, 2 – 215 )

Γ. Τα συνηρημένα ρήματα σε -όω

α. Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού. Στα συνηρημένα ρήματα της γ τάξης (-όω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις:

ο + ε, ο, ου → ου ο + η, ω → ω ο + ει, οι, ῃ → οι


Ενδεικτικά, ο σχηματισμός των ρημάτων και των ρηματικών τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: βιόω-βιῶ (= ζω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. βιῶ

βιῶ

βιοῖμι (βλ. Παρατήρηση)

-

β εν. βιοῖς

βιοῖς

βιοῖς

βίου

Απαρέμφατο

Μετοχή βιῶν

βιοῦν

βιοῦσα βιοῦν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ἐβίουν β εν. ἐβίους

Παρατήρηση: Οι αττικοί τύποι είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους: βιοίην, βιοίης, βιοίη.

Ρήμα: ὁμοιόομαι - ὁμοιοῦμαι (= γίνομαι όμοιος, μοιάζω)

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α εν. ὁμοιοῦμαι

ὁμοιῶμαι

ὁμοιοίμην

-

β εν.. ὁμοιοῖ

ὁμοιοῖ

ὁμοιοῖο

ὁμοιοῦ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ὡμοιούμην β εν. ὡμοιοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ὁμοιούμενος

ὁμοιοῦσθαι

ὁμοιουμένη ὁμοιούμενον


(Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –όω, βλ. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας ,σελ. 206 -208, παρ. 323 γ.)

Παρατήρηση: 1. Το ρήμα ῥιγῶ (= με πιάνει ρίγος, κρυώνω) έχει χαρακτήρα -ω- (θ: ῥιγω-) και μετά τη συναίρεση έχει ω και ῳ όπου τα ρήματα σε –οω έχουν ου και οι αντίστοιχα. Το ρήμα λοιπόν στην οριστική ενεστώτα έχει ως εξής: ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ, ῥιγῶμεν, ῥιγῶτε, ῥιγῶσι(ν) . Το ρήμα δεν σχηματίζει προστακτική ενώ δόκιμος είναι μόνο ο ενεστώτας.

β. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων. Τα συνηρημένα ρήματα σε –όω στους υπόλοιπους χρόνους (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) εκτείνουν κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος -ο- σε -ω- μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων. Κλίνονται σε αυτούς όπως και τα ασυναίρετα ρήματα, με την προσθήκη των φαινομενικών καταλήξεων στο ρηματικό θέμα και την αύξηση ή τον αναδιπλασιασμό, ανάλογα με το χρόνο: π.χ. ὀρθόω –ῶ → ὀρθώσω, ὤρθωσα, ὤρθωκα ὀρθοῦμαι → ὀρθώσομαι, ὠρθώθην, ὤρθωμαι ζημιῶ → ζημιώσω, ἐζημίωσα, ἐζημίωκα, ἐζημιώκειν ζημιοῦμαι → ζημιώσομαι, ζημιωθήσομαι, ἐζημιώθην, ἐζημίωμαι, ἐζημιώμην.

Παρατήρηση: Το ρήμα χόω -ῶ (= σκεπάζω με χώμα) εκτείνει τον χαρακτήρα του θέματος -ο- σε -ω- και παίρνει σ- μπροστά από θ, μ, τ και το ρήμα ἀρόω -ῶ (= οργώνω) διατηρεί παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα -ο(βλ. και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, σελ. 216, γ), 1 , 2).


ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ: πλέω, πνέω, ῥέω, δέομαι Τα ρήματα σε –έω με μονοσύλλαβο θέμα όπως τα πλέω, πνέω, ῥέω και δέομαι συναιρούνται μόνο όπου μετά το χαρακτήρα -ε- ακολουθεί άλλο -ε- ή -ει-: π.χ.: πνέω, πνεῖς, πνεῖ, πνέομεν, πνεῖτε, πνέουσι(ν). Παραδείγματα κλίσης των ρημάτων ῥέω και δέομαι:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ῥέω

ῥέω

ῥέοιμι

-

ῥεῖς

ῥέῃς

ῥέοις

ῥεῖ

ῥεῖ

ῥέῃ

ῥέοι

ῥείτω

ῥέομεν

ῥέωμεν

ῥέοιμεν

-

ῥεῖτε

ῥέητε

ῥέοιτε

ῥεῖτε

ῥέουσι(ν)

ῥέωσι(ν)

ῥέοιεν

ῥεόντων/

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Απαρέμφατο

Μετοχή

ἔρρεον ῥέων ῥεῖν

ῥέουσα ῥέον

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

δέομαι

δέωμαι

δεοίμην

-

δέῃ/δέει

δέῃ

δέοιο

δέου

δεῖται

δέηται

δέοιτο

δείσθω

δεόμεθα

δεώμεθα

δεοίμεθα

-

δεῖσθε

δέησθε

δέοισθε

δεῖσθε

δέονται

δέωνται

δέοιντο

δείσθων/ δείσθωσαν

ἔρρεις ἔρρει ἐρρέομεν ἐρρεῖτε ἔρρεον

ῥείτωσαν

Οριστική

Οριστική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Απαρέμφατο

Μετοχή

Οριστική

ἐδεόμην δεόμενος δεῖσθαι

δεομένη δεόμενον

ἐδέου ἐδεῖτο ἐδεόμεθα ἐδεῖσθε ἐδέοντο

Παρατηρήσεις: 1. Το ρήμα δέομαι δε συναιρείται στο β΄ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα: δέει. 2. Εκτός από το ρήμα δέω (= έχω έλλειψη ή ανάγκη) υπάρχει και το ρήμα δέω-ῶ (= δένω) που συναιρείται σε όλους τους τύπους. π.χ.: δῶ, δεῖς, δεῖ, δοῦμεν κ.λπ. 3. Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα, όταν είναι σύνθετα ανεβάζουν τον τόνο στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα της ενεργητικής φωνής.


π.χ.: ρ. πλέω, πλεῖ → ἀπόπλει ρ. πνέω, πνεῖ → ἔκπνει ρ. ῥέω, ῥεῖ → ἀπόρρει

Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων της οριστικής των ρημάτων πλέω, πνέω, ῥέω, δέομαι:

Ενεστώτας

πλέω

πνέω

ῥέω

δέομαι

Παρατατικός

ἔπλεον

ἔπνεον

ἔρρεον

ἐδεόμην

Μέλλοντας

πλεύσομαι/ πλευσοῦμαι

πνεύσομαι/ πνευσοῦμαι

ῥυήσομαι

δεήσομαι

Παθητ. Μέλλ.

-

-

-

δεηθήσομαι

Αόριστος

ἔπλευσα

ἔπνευσα

-

ἐδεησάμην

Παθητ. Αόρ.

-

-

-

ἐδεήθην

Παθητ.Αόρ. β΄

-

-

ἐρρύην

-

Παρακείμενος

πέπλευκα

πέπνευκα

ἐρρύηκα

δεδέημαι

Υπερσυντέλικος

ἐπεπλεύκειν

-

ἐρρυήκειν

-


Ο ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΔΙΣΥΛΛΑΒΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ -ίζω Τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε –ίζω που έχουν χαρακτήρα -δ- σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα χωρίς το χρονικό χαρακτήρα -σ- και λήγουν σε -ιῶ και -ιοῦμαι στην ενεργητική και μέση φωνή αντιστοίχως. Ο μέλλοντας αυτός κλίνεται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε –έω. π.χ.: ρ. κομίζω (θ. κομιδ-) → μέλλ.: κομιῶ, κομιεῖς, κομιεῖ, κομιοῦμεν, κομιεῖτε, κομιοῦσι(ν). ρ. ἀγωνίζομαι (θ. ἀγωνιζ-) → μέλλ.: ἀγωνιοῦμαι, ἀγωνιεῖ, ἀγωνιεῖται, ἀγωνιούμεθα, ἀγωνιεῖσθε, ἀγωνιοῦνται. Α. Πίνακας ενδεικτικού σχηματισμού των υπερδισύλλαβων ρημάτων σε –ίζω

ρ. οἰκίζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική

Ευκτική

α΄ προσ.

οἰκιῶ

οἰκιοῖμι, οἰκιοίην

β΄ προσ.

οἰκιεῖς

οἰκιοῖς, οἰκιοίης

Απαρέμφατο

Μετοχή οἰκιῶν

οἰκιεῖν

οἰκιοῦσα οἰκιοῦν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική

Ευκτική

α΄ προσ.

οἰκιοῦμαι

οἰκιοίμην

β΄ προσ.

οἰκιεῖ,-ῇ

οἰκιοῖο

Απαρέμφατο

Μετοχή οἰκιούμενος

οἰκιεῖσθαι

οἰκιουμένη οἰκιούμενον

ρ. πορίζω (= παρέχω, προμηθεύω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική

Ευκτική

α΄ προσ.

ποριῶ

ποριοῖμι, ποριοίην

β΄ προσ.

ποριεῖς

ποριοῖς, ποριοίης

Απαρέμφατο

Μετοχή ποριῶν

ποριεῖν

ποριοῦσα ποριοῦν


ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική

Ευκτική

α΄ προσ.

ποριοῦμαι

ποριοίμην

β΄ προσ.

ποριεῖ, -ῇ

ποριοῖο

Απαρέμφατο

Μετοχή ποριούμενος

ποριεῖσθαι

ποριουμένη ποριούμενον

Παρατηρήσεις: 1. Μόνο τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε –ίζω σχηματίζουν συνηρημένο μέλλοντα. Εξαιρούνται τα: ἐρίζω → ἐρίσω, θωρακίζω → θωρακίσω, καλλωπίζω → καλλωπίσω, ῥαπίζω → ῥαπίσω, φορτίζω → φορτίσω. 2. Τα δισύλλαβα ρήματα σε –ίζω σχηματίζουν μέλλοντα σε –σω. π.χ.: κτίζω → κτίσω, σχίζω → σχίσω.

Β. Κατάλογος των συνηθέστερων υπερδισύλλαβων ρημάτων σε –ίζω

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ἀγωνίζομαι

ἀγωνιοῦμαι

γνωρίζω

γνωριῶ

δανείζω

δανειῶ

δανείζομαι

δανειοῦμαι

διαχειρίζω

διαχειριῶ

διαχειρίζομαι

διαχειριοῦμαι

ἐγχειρίζω

ἐγχειριῶ

ἐθίζω

ἐθιῶ

ἐλπίζω

ἐλπιῶ


ἐμποδίζω

ἐμποδιῶ

καθίζω

καθιῶ

κομίζω

κομιῶ

κομίζομαι

κομιοῦμαι

λογίζομαι

λογιοῦμαι

μεταχειρίζομαι

μεταχειριοῦμαι

νομίζω

νομιῶ

οἰκίζω

οἰκιῶ

ὀργίζω

ὀργιῶ

ὀργίζομαι

ὀργιοῦμαι

ὁρίζω

ὁριῶ

ὁρίζομαι

ὁριοῦμαι

πορίζω

ποριῶ

πορίζομαι

ποριοῦμαι

τειχίζω

τειχιῶ

τειχίζομαι

τειχιοῦμαι

ὑβρίζω

ὑβριῶ

ὑβρίζομαι

ὑβριοῦμαι

φροντίζω

φροντιῶ

ψηφίζω

ψηφιῶ

ψηφίζομαι

ψηφιοῦμαι


Ο ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΥΓΡΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

Ορισμός Ενρινόληκτα ονομάζονται τα ρήματα που έχουν χαρακτήρα -μ-, -ν- και υγρόληκτα εκείνα που έχουν χαρακτήρα λ, ρ π.χ.: γέμ-ω, μέν-ω, βούλ-ομαι δέρ-ω κ. ά.

Α. Σχηματισμός ενεργητικού και μέσου Μέλλοντα Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα από το ρηματικό θέμα και τις καταλήξεις -ῶ και -οῦμαι αντίστοιχα. Κλίνονται δηλαδή σύμφωνα με τα συνηρημένα ρήματα σε –έω. π.χ.: ἀμυνῶ, ἀμυνεῖς, ἀμυνεῖ κ.λπ. ἀμυνοῦμαι, ἀμυνεῖ, ἀμυνεῖται κ.λπ. Β. Σχηματισμός ενεργητικού και μέσου Αορίστου Ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄ των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων σχηματίστηκε αρχικά σε –σα και –σάμην, όπως στα φωνηεντόληκτα. Ο χρονικός χαρακτήρας -σ- όμως αφομοιώθηκε με το προηγούμενό του ένρινο ή υγρό και έπειτα έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων και αναπληρωτική έκταση (αντέκταση) του προηγούμενου φωνήεντος δηλαδή τράπηκε το: ᾰ -> η ή ᾱ (αν προηγείται ι, ε, ρ), το ε -> ει, το ῐ -> ῑ, και το ῠ -> ῡ. Παραδείγματα

Τελικός τύπος (με Ενεστώτας

Αρχικός τύπος

Με αφομοίωση

απλοποίηση και αναπληρωτική έκταση)

ὑφαίνω (θ. ὑφαν-)

ὕφαν-σα

ὕφαν-να

-> ὕφηνα

μιαίνω (θ. μιᾰν-)

ἐμίᾰν-σα

ἐμίᾰν-να

-> ἐμίᾱνα

λεαίνω (θ. λεᾰν-)

ἐλέᾰν-σα

ἐλέᾰν-να

-> ἐλέᾱνα

μαραίνω (θ. μαρᾰν-)

ἐμάρᾰν-σα

ἐμάρᾰν-να

-> ἐμάρᾱνα


καθαίρω (θ. καθᾰρ-)

ἐκάθᾰρ-σα

ἐκάθᾰρ-ρα

-> ἐκάθηρα

ἀγγέλλω (θ. ἀγγελ-)

ἤγγελ-σα

ἤγγελ-λα

-> ἤγγειλα

κρίνω (θ. κρῐν-)

ἔκρῐν-σα

ἔκρῐν-να

-> ἔκρῑνα

ἀμύνω (θ. ἀμῠν-)

ἤμῠν-σα

ἤμῠν-να

-> ἤμῡνα

Έτσι ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄ των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων σχηματίζεται σε όλες τις εγκλίσεις, το απαρέμφατο και τη μετοχή, με το θέμα μετασχηματισμένο και με τις ίδιες καταλήξεις που έχουν τα φωνηεντόληκτα ρήματα, αλλά χωρίς το χρονικό χαρακτήρα -σ-. Γ. Σχετικά με τον τονισμό:

1. Στα υγρόληκτα και ενρινόληκτα ρήματα, το δίχρονο φωνήεν του θέματος είναι μακρόχρονο στον αόριστο λόγω της αναπληρωτικής έκτασης (αντέκτασης). π.χ.: ρ. κρίνω (θ. κρῐν-) -> ἔκρῑνα, κρῖναι, ρ. ἀμύνω (θ. ἀμῠν-) -> ἤμῡνα, ἀμῦναι. 2. Η προστακτική του αορίστου α΄, ενεργητικής και μέσης φωνής, των απλών και σύνθετων ρημάτων ανεβάζει πάντα τον τόνο όσο το επιτρέπει η λήγουσα. π.χ.: ρ. ἀγγέλλω -> ἄγγειλον, ἀγγέλλομαι -> ἄγγειλαι, ρ. διακρίνω -> διάκρινον, ἀποκρίνομαι -> ἀπόκριναι. 3. Το απαρέμφατο και η μετοχή όταν είναι σύνθετα δεν ανεβάζουν τον τόνο. π.χ.: ρ. κατατείνω -> κατατεῖναι, κατατείνας, κατατείνασα, κατατεῖναν, ρ. ἀποκλίνω -> ἀποκλῖναι, ἀποκλίνας, ἀποκλίνασα, ἀποκλῖναν. Δ. Σχετικά με τον σχηματισμό του ενεστώτα και παρατατικού, ενεργητικής και μέσης φωνής Τα περισσότερα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν το θέμα του ενεστώτα με την προσθήκη του προσφύματος -j-. α) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -λ-, το -j- αφομοιώνεται από αυτό και έτσι τα ρήματα έχουν -λλ-. θ. βαλ-     βάλ-jω > βάλλω θ. στελ-     στελ-jω > στέλλω Εξαιρούνται και έχουν ένα -λ- (δεν παίρνουν πρόσφυμα -j-) τα:


βούλομαι - (μέλλ.:) βουλήσομαι ἐθέλω – (μέλλ.:) ἐθελήσω ἐπιμέλομαι – (μέλλ.:) ἐπιμελήσομαι μέλει (απρόσωπο) – (μέλλ.:) μελήσει ὀφείλω – (μέλλ.:) ὀφειλήσω

β) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -ν-, -ρ- και προηγείται το φωνήεν α, τότε το -j- μετατοπίζεται πριν το -ν- ή το -ρ- και ενώνεται με το προηγούμενο -α- σε δίφθογγο -αι-. π.χ.: ὑφαν-jω > ὑφαίνω καθαρ-jω > καθαίρω γ) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -ν-, -ρ- και προηγούνται τα φωνήεντα ε, ῐ, ῠ, τότε το -j- αφομοιώνεται προς το χαρακτήρα -ν- ή -ρ-, έπειτα το διπλό -ν- ή -ρ- απλοποιείται και το προηγούμενο φωνήεν εκτείνεται αναπληρωτικά, δηλ. το -ε- σε -ει-, το -ῐ- σε -ῑ- και το -ῠ- σε -ῡ-. π.χ.: κτέν-jω > κτείνω, σπέρ-jω > σπείρω, κρίν-jω > κρίνω, οἰκτίρ-jω > οἰκτίρω πλύν-jω > πλύνω, σύρ-jω > σύρω (Ο παρακείμενος και υπερσυντέλικος ενεργητικής και μέσης φωνής, παρουσιάζονται σε ξεχωριστή ενότητα.) Ε. Πίνακας των συνηθέστερων υγρόληκτων και ενρινόλητων ρημάτων

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ἀγγέλλω

ἀγγελῶ

ἤγγειλα

ἀγγέλλομαι

ἀγγελοῦμαι

ἠγγειλάμην

αἴρω

ἀρῶ

ἦρα

αἴρομαι

ἀροῦμαι

ἠράμην

ἀμύνω

ἀμυνῶ

ἤμυνα

ἀμύνομαι

ἀμυνοῦμαι

ἠμυνάμην

βάλλω

βαλῶ

ἔβαλον (αόρ.β΄)


βάλλομαι

βαλοῦμαι

ἐβαλόμην (αόρ.β΄)

ἐγείρω

ἐγερῶ

ἤγειρα

καθαίρω

καθαρῶ

ἐκάθηρα

καθαίρομαι

καθαροῦμαι

ἐκαθηράμην

κλίνω

κλινῶ

ἔκλινα

κρίνω

κρινῶ

ἔκρινα

κρίνομαι

κρινοῦμαι

ἐκρινάμην

κτείνω

κτενῶ

ἔκτεινα

μαραίνω

μαρανῶ

ἐμάρανα

μένω

μενῶ

ἔμεινα

μιαίνω

μιανῶ

ἐμίανα

νέμω

νεμῶ

ἔνειμα

νέμομαι

νεμοῦμαι

ἐνειμάμην

ὀδύρομαι

ὀδυροῦμαι

ὠδυράμην

σημαίνω

σημανῶ

ἐσήμηνα / ἐσήμανα

σημαίνομαι

σημανοῦμαι

ἐσημηνάμην

σπείρω

σπερῶ

ἔσπειρα

σπείρομαι

σπαρήσομαι (παθ. μελ.β΄)

ἐσπειράμην

στέλλω

στελῶ

ἔστειλα

στέλλομαι

στελοῦμαι

ἐστειλάμην

σφάλλω

σφαλῶ

ἔσφηλα / (ἔσφαλα)

σφάλλομαι

σφαλοῦμαι

ἐσφάλην (παθ. Αορ. β΄)

τείνω

τενῶ

ἔτεινα

τείνομαι

τενοῦμαι

ἐτεινάμην

τέμνω

τεμῶ

ἔτεμον (αορ.β΄)


τέμνομαι

τεμοῦμαι

ἐτεμόμην (αόρ.β΄)

ὑγιαίνω

ὑγιανῶ

ὑγίανα

φαίνω

φανῶ

ἔφηνα

φαίνομαι

φανοῦμαι

ἐφηνάμην

φθείρω

φθερῶ

ἔφθείρα

φθείρομαι

φθεροῦμαι

ἐφθάρην (παθ.αόρ.β΄)

ΣΤ. Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού του μέλλοντα και αόριστου των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρηματων ρ. νέμω

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική

α΄ενικό

νεμῶ

β΄ενικό

νεμεῖς

Υποτακτική

-

Ευκτική

νεμοῖμ�� νεμοῖς

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή νεμῶν

-

νεμεῖν

νεμοῦσα νεμοῦν

Μέση φωνή Οριστική

α΄ενικό

νεμοῦμαι

β΄ενικό

νεμῇ(-εῖ)

Υποτακτική

-

Ευκτική

νεμοίμην νεμοῖο

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή νεμούμενος

-

νεμεῖσθαι

νεμουμένη νεμούμενον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή


α΄ενικό

ἔνειμα

νείμω

β΄ενικό

ἔνειμας

νείμῃς

νείμαιμι

-

νείμαις/

νεῖμον

νείμειας

νείμας νεῖμαι

νείμασα νεῖμαν

Μέση φωνή Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἐνειμάμην

νείμωμαι

νειμαίμην

-

β΄ενικό

ἐνείμω

νείμῃ

νείμαιο

νεῖμαι

Απαρέμφατο

Μετοχή νειμάμενος

νείμασθαι

νειμαμένη νειμάμενον

ρ. κρίνω

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική

α΄ενικό

κρινῶ

β΄ενικό

κρινεῖς

Υποτακτική

-

Ευκτική

κρινοῖμι κρινοῖς

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή κρινῶν

-

κρινεῖν

κρινοῦσα κρινοῦν

Μέση φωνή Οριστική

α΄ενικό

κρινοῦμαι

β΄ενικό

κρινῇ

Υποτακτική

-

Ευκτική

κρινοίμην κρινοῖο

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή κρινούμενος

-

κρινεῖσθαι

κρινουμένη κρινούμενον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή


α΄ενικό

ἔκρινα

κρίνω

κρίναιμι

-

β΄ενικό

ἔκρινας

κρίνῃς

κρίναις

κρῖνον

κρίνας κρῖναι

κρίνασα κρῖναν

Μέση φωνή Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἐκρινάμην

κρίνωμαι

κριναίμην

-

β΄ενικό

ἐκρίνω

κρίνῃ

κρίναιο

κρῖναι

Απαρέμφατο

Μετοχή κρινάμενος

κρίνασθαι

κριναμένη κρινάμενον

ρ. αἴρω

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική

α΄ενικό

ἀρῶ

β΄ενικό

ἀρεῖς

Υποτακτική

-

Ευκτική

ἀροῖμι ἀροῖς

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀρῶν

-

ἀρεῖν

ἀροῦσα ἀροῦν

Μέση φωνή Οριστική

α΄ενικό

ἀροῦμαι

β΄ενικό

ἀρῇ (-εῖ)

Υποτακτική

-

Ευκτική

ἀροίμην ἀροῖο

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀρούμενος

-

ἀρεῖσθαι

ἀρουμένη ἀρούμενον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή

α΄ενικό

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἤρα

ἄρω

ἄραιμι

-

Απαρέμφατο

Μετοχή ἄρας


β΄ενικό

ἤρας

ἄρῃς

ἄραις

ἆρον

ἆραι

ἄρασα ἆραν

Μέση φωνή Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἠράμην

ἄρωμαι

ἀραίμην

-

β΄ενικό

ἤρω

ἄρῃ

ἄραιο

ἆραι

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀράμενος

ἄρασθαι

ἀραμένη ἀράμενον


ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -μι: Συμφωνόληκτα

Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι (β΄ συζυγία, λ.χ. ρ. δείκνυμι, μείγνυμι, ὄμνυμι) διαφέρουν από τα βαρύτονα ρήματα σε –ω της α΄ συζυγίας (λ.χ. ρ. λύω) μόνο στο σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής. Όλα τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται ως εξής: Θέμα - πρόσφυμα -νυ- κατάληξη -μι, π.χ. δείκ-νυ-μι Λήγουν: α) σε -νυμι (τα αφωνόληκτα, ενρινόληκτα ή υγρόληκτα): δείκνυμι, εἵργνυμι, μείγνυμι, ὄμνυμι, πτάρνυμι κ.ά. β) σε -ννυμι (τα σιγμόληκτα): ἀμφιέννυμι, κεράννυμι, σβέννυμι, σκεδάννυμι κ.ά. γ) αλλά, ὄλλυμι.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΛΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

δείκνυμι

δεικνύω

δεικνύοιμι

-

ἐδείκνυν

δείκνυς

δεικνύῃς

δεικνύοις

δείκνυ

ἐδείκνυς

δείκνυσι(ν)

δεικνύῃ

δεικνύοι

δεικνύτω

ἐδείκνυ

δείκνυμεν

δεικνύωμεν

δεικνύοιμεν

-

ἐδείκνυμεν

δείκνυτε

δεικνύητε

δεικνύοιτε

δείκνυτε

ἐδείκνυτε

δεικνύασι(ν)

δεικνύωσι(ν)

δεικνύοιεν

δεικνύντων/δεικνύτωσαν

ἐδείκνυσαν

Απαρέμφατο

Μετοχή δεικνὺς

δεικνύναι

δεικνῦσα


δεικνὺν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

δείκνυμαι

δεικνύωμαι

δεικνυοίμην

-

ἐδεικνύμην

δείκνυσαι

δεικνύῃ

δεικνύοιο

δείκνυσο

ἐδείκνυσο

δείκνυται

δεικνύηται

δεικνύοιτο

δεικνύσθω

ἐδείκνυτο

δεικνύμεθα

δεικνυώμεθα

δεικνυοίμεθα

-

ἐδεικνύμεθα

δείκνυσθε

δεικνύησθε

δεικνύοισθε

δείκνυσθε

ἐδείκνυσθε

δείκνυνται

δεικνύωνται

δεικνύοιντο

δεικνύσθων/δεικνύσθωσαν

ἐδείκνυντο

Απαρέμφατο

Μετοχή δεικνύμενος

δείκνυσθαι

δεικνυμένη δεικνύμενον

Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης ενεστώτα και παρατατικού συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι: ρ. ἀπόλλυμι (= καταστρέφω, χάνω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

α΄εν.

ἀπόλλυμι

ἀπολλύω

ἀπολλύοιμι

-

ἀπώλλυν

β΄εν.

ἀπόλλυς

ἀπολλύῃς

ἀπολλύοις

ἀπόλλυ

ἀπώλλυς

Απαρέμφατο

Μετοχή


ἀπολλὺς ἀπολλύναι

ἀπολλῦσα ἀπολλὺν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

α΄εν.

ἀπόλλυμαι

ἀπολλύωμαι

ἀπολλυοίμην

-

ἀπωλλύμην

β΄εν.

ἀπόλλυσαι

ἀπολλύῃ

ἀπολλύοιο

ἀπόλλυσο

ἀπώλλυσο

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀπολλύμενος

ἀπόλλυσθαι

ἀπολλυμένη ἀπολλύμενον

ρ. μείγνυμι (= σμίγω, ανακατεύω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

α΄ εν.

μείγνυμι

μειγνύω

β΄ εν.

μείγνυς

μειγνύῃς

Ευκτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

μειγνύοιμι

-

μειγνύναι

μειγνύοις

μείγνυ

Οριστική ἐμείγνυν ἐμείγνυς

Μετοχή μειγνὺς μειγνῦσα μειγνὺν


ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

α΄

μείγνυμαι

μειγνύωμαι

εν.

μείγνυσαι

μειγνύῃ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

μειγνυοίμην

-

μείγνυσθαι

μειγνύοιο

μείγνυσο

β΄

Οριστική ἐμειγνύμην ἐμείγνυσο

Μετοχή

εν. μειγνύμενος μειγνυμένη μειγνύμενον

ρ. ὄμνυμι (= ορκίζομαι)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

α΄ εν.

ὄμνυμι

ὀμνύω

ὀμνύοιμι

-

ὀμνύναι

β΄ εν.

ὄμνυς

ὀμνύῃς

ὀμνύοις

ὄμνυ

Οριστική ὤμνυν ὤμνυς

Μετοχή ὀμνὺς ὀμνῦσα ὀμνὺν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

α΄ εν.

Οριστική

Υποτακτική

ὄμνυμαι

ὀμνύωμαι

Ευκτική ὀμνυοίμην

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

-

ὄμνυσθαι

Οριστική ὠμνύμην


β΄ εν.

ὄμνυσαι

ὀμνύῃ

ὀμνύοιο

ὄμνυσο

ὤμνυσο Μετοχή ὀμνύμενος ὀμνυμένη ὀμνύμενον

ρ. ῥώννυμι (= δυναμώνω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

α΄ εν.

ῥώννυμι

ῥωννύω

β΄ εν.

ῥώννυς

ῥωννύῃς

Ευκτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

ῥωννύοιμι

-

ῥωννύναι

ῥωννύοις

ῥώννυ

Οριστική ἐρρώννυν ἐρρώννυς

Μετοχή ῥωννὺς ῥωννῦσα ῥωννὺν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

α΄

ῥώννυμαι

ῥωννύωμαι

εν.

ῥώννυσαι

ῥωννύῃ

β΄

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

ῥωννυοίμην

-

ῥώννυσθαι

ῥωννύοιο

ῥώννυσο Μετοχή

εν. ῥωννύμενος ῥωννυμένη ῥωννύμενον

Οριστική -


Σχηματισμός των άλλων χρόνων: Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους τους όπως τα βαρύτονα συμφωνόληκτα ρήματα, ανάλογα με το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος, χωρίς το πρόσφυμα -νυ-, π.χ.: ρ. δείκνυμι

Ενεργητική Φωνή Μέλλοντας

δείξω

Αόριστος α΄

ἔδειξα

Παρακείμενος

δέδειχα

Υπερσυντέλικος

-

Μέση φωνή Μέλλοντας

δείξομαι

Παθ. Μέλλοντας

δειχθήσομαι

Αόριστος α΄

ἐδειξάμην

Παθ. Αόριστος α΄

ἐδείχθην

Παρακείμενος

δέδειγμαι

Υπερσυντέλικος

ἐδεδείγμην

Κατάλογος των συνηθέστερων συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι:

δείκνυμι - ὄμνυμι, μείγνυμι - πήγνυμι - ῥήγνυμι,


εἵργνυμι - ἀνοίγνυμι και ἄρνυμαι (αποθετικό), ὄλλυμι, ἀμφιέννυμι - κεράννυμι, ῥώννυμι - σβέννυμι - σκεδάννυμι.

Κανόνας τονισμού: Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι όταν είναι σύνθετα τονίζονται όπως και απλά.


ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -μι: Φωνηεντόληκτα

Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται στον ενεστώτα και στον παρατατικό ως εξής: ενεστωτικός αναδιπλασιασμός - ρηματικό θέμα - κατάληξη -μι / -μαι: π.χ.: ρ. δίδωμι < δί-δω-μι (ε.φ.) και δίδομαι < δί-δο-μαι (μ.φ.) ρ. πίμπρημι < πί-πρη-μι (ε.φ.) και πίμπραμαι < πί-πρα-μαι (μ.φ.) Τα ρήματα ἵστημι, τίθημι, ἵημι, δίδωμι σχηματίζουν αόριστο β΄ και διαφέρουν στην κλίση του από τα ρήματα σε -ω. Κατάλογος συνηθέστερων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι: ἵστημι, τίθημι, ἵημι, δίδωμι ὀνίνημι, πίμπρημι, πίμπλημι ἄγαμαι, δύναμαι, ἐπίσταμαι (αποθετικά)

ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΛΙΣΗΣ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ: ἵστημι, τίθημι, ἵημι, δίδωμι.

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ θ. στη-, στα-

θ. ἡ-, ἑ-

θ. θη-, θε-

θ. δω-, δο-

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἵστημι

τίθημι

ἵημι

δίδωμι

ἵστης

τίθης / (τιθεῖς)

ἵης / (ἱεῖς)

δίδως

ἵστησι(ν)

τίθησι(ν)

ἵησι(ν)

δίδωσι(ν)

ἵσταμεν

τίθεμεν

ἵεμεν

δίδομεν

ἵστατε

τίθετε

ἵετε

δίδοτε

ἱστᾶσι(ν)

τιθέασι(ν)

ἱᾶσι(ν)

διδόασι(ν)

Υποτακτική


ἱστῶ

τιθῶ

ἱῶ

διδῶ

ἱστῇς

τιθῇς

ἱῇς

διδῷς

ἱστῇ

τιθῇ

ἱῇ

διδῷ

ἱστῶμεν

τιθῶμεν

ἱῶμεν

διδῶμεν

ἱστῆτε

τιθῆτε

ἱῆτε

διδῶτε

ἱστῶσι(ν)

τιθῶσι(ν)

ἱῶσι(ν)

διδῶσι(ν)

Ευκτική ἱσταίην

τιθείην

ἱείην

διδοίην

ἱσταίης

τιθείης

ἱείης

διδοίης

ἱσταίη

τιθείη

ἱείη

διδοίη

ἱσταίημεν / (ἱσταῖμεν)

τιθείημεν / (τιθεῖμεν)

ἱείημεν / (ἱεῖμεν)

διδοίημεν / (διδοῖμεν)

ἱσταίητε / (ἱσταῖτε)

τιθείητε / (τιθεῖτε)

ἱείητε / (ἱεῖτε)

διδοίητε / (διδοῖτε)

ἱσταίησαν / (ἱσταῖεν)

τιθείησαν / (τιθεῖεν)

ἱείησαν / (ἱεῖεν)

διδοίησαν / (διδοῖεν)

Προστακτική -

-

-

-

ἵστη

τίθει

ἵει

δίδου

ἱστάτω

τιθέτω

ἱέτω

διδότω

-

-

-

-

ἵστατε

τίθετε

ἵετε

δίδοτε

ἱστάντων / (ἱστάτωσαν)

τιθέντων / (τιθέτωσαν)

ἱέντων / (ἱέτωσαν)

διδόντων / (διδότωσαν)

Απαρέμφατο ἱστάναι

τιθέναι

ἱέναι

διδόναι

Μετοχή ἱστὰς

τιθεὶς

ἱεὶς

διδοὺς

ἰστᾶσα

τιθεῖσα

ἱεῖσα

διδοῦσα

ἱστὰν

τιθὲν

ἱὲν

διδὸν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἵστην

ἐτίθην

ἵην

ἐδίδουν

ἵστης

ἐτίθεις

ἵεις

ἐδίδους


ἵστη

ἐτίθει

ἵει

ἐδίδου

ἵσταμεν

ἐτίθεμεν

ἵεμεν

ἐδίδομεν

ἵστατε

ἐτίθετε

ἵετε

ἐδίδοτε

ἵστασαν

ἐτίθεσαν

ἵεσαν

ἐδίδοσαν

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ θ. στη-, στα-

θ. ἡ-, ἑ-

θ. θη-, θε-

θ. δω-, δο-

Οριστική ἔστην

ἔθηκα

ἧκα

ἔδωκα

ἔστης

ἔθηκας

ἧκας

ἔδωκας

ἔστη

ἔθηκε

ἧκε

ἔδωκε

ἔστημεν

ἔθεμεν

εἷμεν

ἔδομεν

ἔστητε

ἔθετε

εἷτε

ἔδοτε

ἔστησαν

ἔθεσαν

εἷσαν

ἔδοσαν

Υποτακτική στῶ

θῶ

δῶ

στῇς

θῇς

ᾗς

δῷς

στῇ

θῇ

δῷ

στῶμεν

θῶμεν

ὧμεν

δῶμεν

στῆτε

θῆτε

ἧτε

δῶτε

στῶσι(ν)

θῶσι(ν)

ὧσι(ν)

δῶσι(ν)

Ευκτική σταίην

θείην

εἵην

δοίην

σταίης

θείης

εἵης

δοίης

σταίη

θείη

εἵη

δοίη

σταίημεν / (σταῖμεν)

θείημεν / (θεῖμεν)

εἵημεν / (εἷμεν)

δοίημεν / (δοῖμεν)

σταίητε / (σταῖτε)

θείητε / (θεῖτε)

εἵητε / (εἷτε)

δοίητε / (δοῖτε)

σταίησαν / (σταῖεν)

θείησαν / (θεῖεν)

εἵησαν / (εἷεν)

δοίησαν / (δοῖεν)

Προστακτική -

-

-

-


στῆθι

θὲς

ἓς

δὸς

στήτω

θέτω

ἕτω

δότω

-

-

-

-

στῆτε

θέτε

ἕτε

δότε

στάντων / (στήτωσαν)

θέντων / (θέτωσαν)

ἕντων / (ἕτωσαν)

δόντων / (δότωσαν

Απαρέμφατο στῆναι

θεῖναι

εἷναι

δοῦναι

Μετοχή στὰς

θεὶς

εἳς

δοὺς

στᾶσα

θεῖσα

εἷσα

δοῦσα

στὰν

θὲν

ἓν

δὸν

Παρατήρηση: Ο αόριστος β΄ ἔστην είναι ενεργητικός με μέση και παθητική σημασία.

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ θ. στα-

θ. ἑ-

θ. θε-

θ. δο-

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἵσταμαι

τίθεμαι

ἵεμαι

δίδομαι

ἵστασαι

τίθεσαι

ἵεσαι

δίδοσαι

ἵσταται

τίθεται

ἵεται

δίδοται

ἱστάμεθα

τιθέμεθα

ἱέμεθα

διδόμεθα

ἵστασθε

τίθεσθε

ἵεσθε

δίδοσθε

ἵστανται

τίθενται

ἵενται

δίδονται

Υποτακτική ἱστῶμαι

τιθῶμαι

ἱῶμαι

διδῶμαι


ἱστῇ

τιθῇ

ἱῇ

διδῷ

ἱστῆται

τιθῆται

ἱῆται

διδῶται

ἱστώμεθα

τιθώμεθα

ἱώμεθα

διδώμεθα

ἱστῆσθε

τιθῆσθε

ἱῆσθε

διδῶσθε

ἱστῶνται

τιθῶνται

ἱῶνται

διδῶνται

Ευκτική ἱσταίμην

τιθείμην

ἱείμην

διδοίμην

ἱσταῖο

τιθεῖο

ἱεῖο

διδοῖο

ἱσταῖτο

τιθεῖτο

ἱεῖτο

διδοῖτο

ἱσταίμεθα

τιθείμεθα

ἱείμεθα

διδοίμεθα

ἱσταῖσθε

τιθεῖσθε

ἱεῖσθε

διδοῖσθε

ἱσταῖντο

τιθεῖντο

ἱεῖντο

διδοῖντο

Προστακτική -

-

-

-

ἵστασο / (ἵστω)

τίθεσο

ἵεσο

δίδοσο

ἱστάσθω

τιθέσθω

ἱέσθω

διδόσθω

-

-

-

-

ἵστασθε

τίθεσθε

ἵεσθε

δίδοσθε

ἱστάσθων /

τιθέσθων /

ἱέσθων /

διδόσθων /

(ἱστάσθωσαν)

(τιθέσθωσαν)

(ἱέσθωσαν)

(διδόσθωσαν)

Απαρέμφατο ἵστασθαι

τίθεσθαι

ἵεσθαι

δίδοσθαι

Μετοχή ἱστάμενος

τιθέμενος

ἱέμενος

διδόμενος

ἰσταμένη

τιθεμένη

ἱεμένη

διδομένη

ἱστάμενον

τιθέμενον

ἱέμενον

διδόμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἱστάμην

ἐτιθέμην

ἱέμην

ἐδιδόμην

ἵστασο

ἐτίθεσο

ἵεσο

ἐδίδοσο


ἵστατο

ἐτίθετο

ἵετο

ἐδίδοτο

ἱστάμεθα

ἐτιθέμεθα

ἱέμεθα

ἐδιδόμεθα

ἵστασθε

ἐτίθεσθε

ἵεσθε

ἐδίδοσθε

ἵσταντο

ἐτίθεντο

ἵεντο

ἐδίδοντο

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ θ. ἑ-

θ. θε-

θ. δο-

Οριστική ἐθέμην

εἵμην

ἐδόμην

ἔθου

εἷσο

ἔδου

ἔθετο

εἷτο

ἔδοτο

ἐθέμεθα

εἵμεθα

ἐδόμεθα

ἔθεσθε

εἷσθε

ἔδοσθε

ἔθεντο

εἷντο

ἔδοντο Υποτακτική

θῶμαι

ὧμαι

δῶμαι

θῇ

δῷ

θῆται

ἧται

δῶται

θώμεθα

ὥμεθα

δώμεθα

θῆσθε

ἧσθε

δῶσθε

θῶνται

ὧνται

δῶνται Ευκτική

θείμην

εἵμην

δοίμην

θεῖο

εἷο

δοῖο

θείτο

εἷτο

δοῖτο

θείμεθα

εἵμεθα

δοίμεθα

θεῖσθε

εἷσθε

δοῖσθε

θεῖντο

εἷντο

δοῖντο Προστακτική

-

-

-


θοῦ

οὗ

δοῦ

θέσθω

ἕσθω

δόσθω

-

-

-

θέσθε

ἕσθε

δόσθε

θέσθων / (θέσθωσαν)

ἕσθων / (ἕσθωσαν)

δόσθων / (δόσθωσαν)

Απαρέμφατο ἕσθαι

θέσθαι

δόσθαι Μετοχή

θέμενος

ἕμενος

δόμενος

θεμένη

ἑμένη

δομένη

θέμενον

ἕμενον

δόμενον

Παρατήρηση: Οι τύποι της υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής και μέσης φωνής είναι συνηρημένοι.

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Οι άλλοι χρόνοι των ρημάτων ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι σχηματίζονται ως εξής:

Ενεργητική Φωνή ρ. ἵστημι

ρ. τίθημι

ρ. ἵημι

ρ. δίδωμι

Μέλλοντας

στήσω

θήσω

ἥσω

δώσω

Αόριστος α΄

ἔστησα

-

-

-

Παρακείμενος

στήσας ἔχω

τέθηκα / τέθεικα

εἷκα

δέδωκα

Υπερσυντέλικος

στήσας εἶχον

ἐτεθήκειν

εἵκειν

ἐδεδώκειν

Μέση φωνή


Μέλλοντας

στήσομαι

θήσομαι

ἥσομαι

δώσομαι

Παθ. Μέλλοντας

σταθήσομαι

τεθήσομαι

ἐθήσομαι

δοθήσομαι

Αόριστος α΄

ἐστησάμην

-

-

-

Παθ. Αόριστος α΄

ἐστάθην

ἐτέθην

εἵθην

ἐδόθην

Παρακείμενος

ἕστηκα

τέθειμαι / κεῖμαι

εἷμαι

δέδομαι

Υπερσυντέλικος

ἑστήκειν / εἱστήκειν

ἐκείμην

εἷμην

ἐδεδόμην

Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης σύνθετων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε –μι, σε ενεστώτα και παρατατικό: ρ. παρίστημι (= παρίσταμαι, βοηθώ)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

α΄εν.

παρίστημι

παριστῶ

παρισταίην

-

παρίστην

β΄εν.

παρίστης

παριστῇς

παρισταίης

παρίστη

παρίστης

Απαρέμφατο

Μετοχή παριστὰς

παριστάναι

παριστᾶσα παριστὰν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική α΄εν.

παρίσταμαι

Υποτακτική παριστῶμαι

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική

παρισταίμην

Προστακτική -

Οριστική παριστάμην


β΄εν.

παρίστασαι

παρισταῖο

παριστῇ

παρίστασο

Απαρέμφατο

παρίστασο

Μετοχή παριστάμενος

παρίστασθαι

παρισταμένη παριστάμενον

ρ. ἀνατίθημι (= αναθέτω, αφιερώνω κ.ά.)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο ἀνατιθέναι

α΄εν.

ἀνατίθημι

ἀνατιθῶ

ἀνατιθείην

-

β΄εν.

ἀνατίθης /

ἀνατιθῇς

ἀνατιθείης

ἀνατίθει

Οριστική ἀνετίθην ἀνετίθεις

Μετοχή

(ἀνατιθεῖς)

ἀνατιθεὶς ἀνατιθεῖσα ἀνατιθὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

α΄εν.

ἀνατίθεμαι

ἀνατιθῶμαι

β΄εν.

ἀνατίθεσαι

ἀνατιθῇ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο

ἀνατιθείμην

-

ἀνατίθεσθαι

ἀνατιθεῖο

ἀνατίθεσο

Οριστική ἀνετιθέμην ἀνετίθεσο

Μετοχή ἀνατιθέμενος ἀνατιθεμένη ἀνατιθέμενον


ρ. ἀφίημι (= αφήνω, απολύω, απαλλάσσω κ.ά.)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

α΄ εν.

ἀφίημι

ἀφιῶ

ἀφιείην

-

ἀφιέναι

β΄ εν.

ἀφίης

ἀφιῇς

ἀφιείης

ἀφίει

Οριστική ἀφίην ἀφίεις

Μετοχή ἀφιεὶς ἀφιεῖσα ἀφιὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

α΄ εν.

ἀφίεμαι

ἀφιῶμαι

ἀφιείμην

-

ἀφίεσθαι

β΄ εν.

ἀφίεσαι

ἀφιῇ

ἀφιεῖο

ἀφίεσο

Οριστική ἀφιέμην ἀφίεσο

Μετοχή ἀφιέμενος ἀφιεμένη ἀφιέμενον

ρ. παραδίδωμι (= παραδίδω)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική

Προστακτική

Οριστική


α΄εν.

παραδίδωμι

παραδιδῶ

παραδιδοίην

-

παρεδίδουν

β΄εν.

παραδίδως

παραδιδῷς

παραδιδοίης

παραδίδου

παρεδίδους

Απαρέμφατο

Μετοχή παραδιδοὺς

παραδιδόναι

παραδιδοῦσα παραδιδὸν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

α΄εν.

παραδίδομαι

παραδιδῶμαι

παραδιδοίμην

-

παρεδιδόμην

β΄εν.

παραδίδοσαι

παραδιδῷ

παραδιδοῖο

παραδίδοσο

παρεδίδοσο

Απαρέμφατο

Μετοχή παραδιδόμενος

παραδίδοσθαι

παραδιδομένη παραδιδόμενον

Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης σύνθετων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε –μι, στον αόριστο β΄: ρ. ἐνδίδωμι (= υποχωρὠ κ.ά.)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

ἐνέδωκα

ἐνδῶ

ἐνδοίην

-

β΄ εν.

ἐνέδωκας

ἐνδῷς

ἐνδοίης

ἔνδος

Απαρέμφατο

Μετοχή ἐνδοὺς

ἐνδοῦναι

ἐνδοῦσα ἐνδὸν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ


Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

ἐνεδόμην

ἐνδῶμαι

ἐνδοίμην

-

β΄ εν.

ἐνέδου

ἐνδῷ

ἐνδοῖο

ἐνδοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἐνδόμενος

ἐνδόσθαι

ἐνδομένη ἐνδόμενον

ρ. ἀνίστημι (= στήνω όρθιο, αναστατώνω κ.ά.)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

ἀνέστην

ἀναστῶ

ἀνασταίην

-

β΄ εν.

ἀνέστης

ἀναστῇς

ἀνασταίης

ἀνάστηθι

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀναστὰς

ἀναστῆναι

ἀναστᾶσα ἀναστὰν

Παρατήρηση: Ο αόριστος β΄ ἀνέστην είναι ενεργητικός με μέση και παθητική σημασία.

ρ. διατίθημι (= διευθετώ, διαθέτω κ.ά. )

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

διέθηκα

διαθῶ

διαθείην

-

β΄ εν.

διέθηκας

διαθῇς

διαθείης

διάθες

Απαρέμφατο

Μετοχή διαθεὶς

διαθεῖναι

διαθεῖσα διαθὲν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

διεθέμην

διαθῶμαι

διαθείμην

-

β΄ εν.

διέθου

διαθῇ

διαθεῖο

διάθου

Απαρέμφατο

Μετοχή διαθέμενος

διαθέσθαι

διαθεμένη


διαθέμενον

ρ. ἀφίημι (= αφήνω, απολύω, απαλλάσσω κ.ά.)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

ἀφῆκα

ἀφῶ

ἀφείην

-

β΄ εν.

ἀφῆκας

ἀφῇς

ἀφείης

ἄφες

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀφεὶς

ἀφεῖναι

ἀφεῖσα ἀφὲν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ εν.

ἀφείμην

ἀφῶμαι

ἀφείμην

-

β΄ εν.

ἀφεῖσο

ἀφῇ

ἀφεῖο

ἀφοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή ἀφέμενος

ἀφέσθαι

ἀφεμένη ἀφέμενον

Κανόνες τονισμού: 1. Ο ενεστώτας και παρατατικός όταν είναι σύνθετοι τονίζονται όπως και απλοί. 2. Στην προστακτική του ενεστώτα ενεργητικής και μέσης φωνής, τα ρήματα σε –μι όταν είναι σύνθετα με πρόθεση τονίζονται όπως και τα απλά. π.χ.: ἵστη → παρίστη ἵστατε → παρίστατε τίθεσο → ἀνατίθεσο τίθεσθε → ἀνατίθεσθε. 3. Στον αόριστο β΄, τα ρήματα σε –μι όταν είναι σύνθετα με πρόθεση ανεβάζουν τον τόνο σε β΄ενικό και β΄πληθυντικό πρόσωπο στην προστακτική ενεργητικής και μέσης φωνής. Ποτέ όμως ο τόνος δεν ξεπερνά την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης. π.χ.: θὲς → ἀπόθες, ἀπόθετε θὲς → πρόσθες, πρόσθετε θοῦ → ἀπόθου, ἀπόθεσθε


δὸς → παράδος, παράδοτε δὸς → ἔκδος, ἔκδοτε δοῦ → παράδου, παράδοσθε ἓς → ἄφες , ἄφετε 4. Στην προστακτική του αορίστου β΄ μέσης φωνής δεν ανεβάζουν τον τόνο: οι τύποι θοῦ, δοῦ όταν είναι σύνθετοι με μονοσύλλαβη πρόθεση π.χ.: δοῦ → προσδοῦ, προσδόσθε θοῦ → ἐνθοῦ, ἐνθέσθε ο τύπος οὗ όταν είναι σύνθετος με μονοσύλλαβη πρόθεση ή με δισύλλαβη πρόθεση που έχει πάθει έκθλιψη: π.χ.: οὗ → προσοῦ, προσέσθε οὗ → ἐφοῦ, ἐφέσθε. 5. Οι ονοματικοί τύποι (απαρέμφατο και μετοχή) του αορίστου β΄ όταν είναι σύνθετοι τονίζονται όπως και απλοί: π.χ.: θεῖναι → ἀναθεῖναι θεὶς → ἀναθεὶς


Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ: ἐπίσταμαι, δύναμαι, μέμνημαι, κεῖμαι, κάθημαι Ρήμα: ἐπίσταμαι (= γνωρίζω καλά), (θ. ἐπι-στη-, ἐπι-στᾰ-). Το ρήμα ἐπίσταμαι κλίνεται στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρήμα ἵστημι - ἵσταμαι.

Ενεστ.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἐπίσταμαι

ἐπίστωμαι

ἐπισταίμην

-

ἐπίστασαι

ἐπίστῃ

ἐπίσταιο

ἐπίστω / ἐπίστασο

ἐπίσταται

ἐπίστηται

ἐπίσταιτο

ἐπιστάσθω

ἐπιστάμεθα

ἐπιστώμεθα

ἐπισταίμεθα

-

ἐπίστασθε

ἐπίστησθε

ἐπίσταισθε

ἐπίστασθε

ἐπίστανται

ἐπίστωνται

ἐπίσταιντο

ἐπιστάσθων

ἠπιστάμην ἠπίστω / ἠπίστασο Παρατ.

ἠπίστατο ἠπιστάμεθα ἠπίστασθε ἠπίσταντο Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων ἐπιστήσομαι

Μέλλ.

Παθ.Αόρ.

ἐπιστήσει,- ῃ

-

ἐπιστησοίμην ἐπιστήσοιοv

ἠπιστήθην

ἐπιστηθῶ

ἐπιστηθείην

-

ἠπιστήθης

ἐπιστηθῇς

ἐπιστηθείης

ἐπιστήθητι

Απαρ.

Μετοχή ἐπιστάμενος

Ενεστ.

-

ἐπίστασθαι

ἐπισταμένη


ἐπιστάμενον Παρατ. Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων ἐπιστησόμενος ἐπιστήσεσθαι

Μέλλ.

ἐπιστησομένη ἐπιστησόμενον ἐπιστηθεὶς

ἐπιστηθῆναι

Παθ.Αόρ.

ἐπιστηθεῖσα ἐπιστηθὲν

Παρατηρήσεις: 1. Το ρήμα ἐπίσταμαι δεν είναι σύνθετο από το ρ. ἵσταμαι (ἐπὶ + ἵσταμαι -> ἐφίσταμαι = ἐπιστατώ). 2. Ο παρακείμενος και υπερσυντέλικος του ρήματος ἐπίσταμαι αναπληρώνονται από το ρήμα γιγνώσκω. Παρακείμενος: ἔγνωκα, Υπερσυντέλικος: ἐγνώκειν.

Ρήμα: δύναμαι, (θ. δυνα-, δυνασ-). Το ρήμα δύναμαι κλίνεται επίσης στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρήμα ἵστημι - ἵσταμαι.

Ενεστ.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστ.

δύναμαι

δύνωμαι

δυναίμην

-

δύνασαι

δύνῃ

δύναιο

-

δύναται

δύνηται

δύναιτο

δυνάσθω

δυνάμεθα

δυνώμεθα

δυναίμεθα

-

δύνασθε

δύνησθε

δύναισθε

-

δύνανται

δύνωνται

δύναιντο

δυνάσθωσαν

ἐ(ἠ)δυνάμην ἐ(ἠ)δύνω


Παρατ.

ἐ(ἠ)δύνατο ἐ(ἠ)δυνάμεθα

-

-

-

ἐ(ἠ)δύνασθε ἐ(ἠ)δύναντο Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων

Μέλλ.

δυνήσομαι δυνήσει,- ῃ

Παθ.

δυνηθήσομαι

Μέλλ.

δυνηθήσει,- ῃ

Αόρ.

δυνησοίμην

-

δυνήσοιο δυνηθησοίμην

-

δυνηθήσοιο

-

-

ἐδυνησάμην

δυνήσωμαι

δυνησαίμην

-

ἐδυνήσω

δυνήσῃ

δυνήσαιο

δύνησαι

ἐ(ἠ)δυνήθην

δυνηθῶ

δυνηθείην

-

ἐ(ἠ)δυνήθης

δυνηθῇς

δυνηθείης

δυνήθητι

ἐδυνάσθην

δυνασθῶ

δυνασθείην

-

ἐδυνάσθης

δυνασθῇς

δυνασθείης

δυνάσθητι

δεδύνημαι

(δεδυνημένος,-η,-ον

(δεδυνημένος,-η,-ον

δεδύνησαι

ὦ)

εἴην)

Παθ.Αόρ.

Παρακ.

Απαρ.

Μετοχή δυνάμενος

Ενεστ.

δύνασθαι

δυναμένη δυνάμενον

Παρατ.

-

δυνησόμενος

Μέλλ.

δυνηθήσεσθαι

δυνησομένη δυνησόμενον δυνηθησόμενος

Παθ. Μέλλ.

δυνηθήσεσθαι

δυνηθησομένη

(δεδύνησο)


δυνηθησόμενον δυνησάμενος Αόρ.

δυνήσασθαι

δυνησαμένη δυνησάμενον δυνηθεὶς

δυνηθῆναι

δυνηθεῖσα δυνηθὲν

Παθ.Αόρι. δυνασθεὶς δυνασθῆναι

δυνασθεῖσα δυνασθὲν

Παρακ.

(δεδυνῆσθαι)

(δεδυνημένος, -η, -ον)

Παρατήρηση: Η προστακτική ενεστώτα του ρήματος δύναμαι σχηματίζει μόνο γ΄ενικό και γ΄πληθυντικό πρόσωπο: δυνάσθω - δυνάσθωσαν.

Ρήμα: μέμνημαι (= θυμάμαι), (θ. μνη-).

Το ρ. μέμνημαι είναι παρακείμενος του ρήματος μιμνῄσκομαι με σημασία ενεστώτα. Σχηματίζεται στην οριστική , προστακτική, απαρέμφατο και μετοχή ομαλά , όπως ο παρακείμενος των βαρύτονων ρημάτων ( π.χ. λέλυμαι, λέλυσαι κτλ ), αλλά στην υποτακτική σχηματίζεται: α) μονολεκτικά με κατάληξη -ῶμαι: μεμνῶμαι, μεμννῇ, μεμνῆται κ.λ.π. β) περιφραστικά, μεμνημένος, -η, -ον ὦ κ.λπ. στην ευκτική σχηματίζεται: α) μονολεκτικά με κατάληξη -ῄμην: μεμνῄμην, μεμνῇο, μεμνῇτο κ.λπ β) περιφραστικά, μεμνημένος, -η, -ον εἴην κ.λπ. Ενδεικτικός σχηματισμός του παρακειμένου μέμνημαι.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρ.

Μετοχή


μέμνημαι

μεμνῶμαι

μεμνῄμην

-

μέμνησαι

μεμνῇ

μεμνῇο

μέμνησο

μεμνῆσθαι

και

και

μεμνημένος,-η,-

μεμνημένος,-η,-ον

ον ὦ

εἴην

μεμνημένος,-η,-

μεμνημένος,-η,-ον

ον ᾖς

εἴης

μεμνημένος, -η, -ον

Ρήμα: κεῖμαι (= κείτομαι, είμαι τοποθετημένος), (θ. κει-).

Το κεῖμαι είναι ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρήματος τίθεμαι και έχει παρατατικό με σημασία υπερσυντελίκου: ἐκείμην Οι χρόνοι του σχηματίζονται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενεστ.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστ.

κεῖμαι

κείμενος ὦ

κείμενος εἴην

-

κεῖσαι

κείμενος ᾖς

κείμενος εἴης

κεῖσο

κεῖται

κέηται

κέοιτο

κείσθω

κείμεθα

κείμενοι ὦμεν

κείμενοι εἴημεν

-

κεῖσθε

κέησθε

κείμενοι εἴητε

κεῖσθε

κεῖνται

κέωνται

κέοιντο

κείσθων

Απαρ.

κείμενος κεῖσθαι

ἐκείμην

κειμένη κείμενον

ἔκεισο Παρατ.

Μετοχή

ἔκειτο ἐκείμεθα ἔκεισθε ἔκειντο

Ενδεικτικός σχηματισμός του μέλλοντα


Οριστική

Μέλλ.

κείσομαι κείσῃ

Υποτακτική

Ευκτική (κεισοίμην)

-

(κείσοιο)

Προστακτική

Απαρ.

Μετοχή

-

(κείσεσθαι)

(κεισόμενος, -η, ον)

Παρατηρήσεις: 1. Το ρήμα κεῖμαι όταν είναι σύνθετο ανεβάζει τον τόνο σε όλες τις εγκλίσεις , αλλά όχι στο απαρέμφατο. π.χ.: ρ. διάκειμαι -> διάκεισαι, διάκεισο αλλά διακεῖσθαι, ρ. σύγκειμαι -> σύγκεινται, σύγκεισθε αλλά συγκεῖσθαι, ρ. πρόσκειμαι -> πρόσκεισθε, πρόσκεισθε αλλά προσκεῖσθαι. 2. Συνήθως απαντώνται οι τύποι της οριστικής , προστακτικής , του απαρεμφάτου και της μετοχής ενεστώτα και ο παρατατικός. 3. Ο μέλλοντας κείσομαι κλίνεται ομαλά.

Ρήμα: κάθημαι (= κάθομαι), (θ. ἡσ-, ἡ-).

Το ρ. κάθημαι είναι ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρήματος καθέζομαι και ο παρατατικός ἐκαθήμην έχει σημασία υπερσυντελίκου. Οι χρόνοι του σχηματίζονται με τον ακόλουθο τρόπο:

Ενεστ.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστ.

κάθημαι

(κάθωμαι /

καθῄμην

-

κάθησαι / κάθῃ

καθῶμαι)

(καθῇο)

κάθησο

κάθηται

(κάθῃ / καθῇ)

(καθῇτο)

καθήσθω

καθήμεθα

καθῆται

(καθῄμεθα)

-

κάθηστε

καθώμεθα

καθῇσθε

(κάθησθε)

κάθηνται

καθῆσθε

(καθῇντο)

(καθήσθων)

καθῶνται και καθοίμην καθοῖο


κ.λ.π. ἐκαθήμην / καθήμην ἐκάθησο / καθῆσο Παρατ.

ἐκάθητο / καθῆτο ἐκαθήμεθα

-

-

-

ἐκάθηστε ἐκάθηντο καθήσομαι Μέλλ.

καθησοίμην -

και καθεδοῦμαι

Απαρ.

και

-

καθεδοίμην

Μετοχή καθήμενος

Ενεστ

καθῆσθαι

καθημένη καθήμενον

Παρατ.

καθήσεσθαι

Μέλλ.

και καθεδεῖσθαι

-

καθησόμενος, -η, -ον και καθεδούμενος, -η, -ον

Παρατηρήσεις: 1. Από την υποτακτική και ευκτική απαντώνται συνήθως οι τύποι του πληθυντικού αριθμού. 2. Από την προστακτική απαντώνται συνήθως οι τύποι του ενικού αριθμού. 3. Οι μέλλοντες καθήσομαι και καθεδοῦμαι σχηματίζονται ομαλά: καθήσομαι, κλίνεται όπως ο μέσος μέλλοντας των βαρύτονων ρημάτων και καθεδοῦμαι, κλίνεται όπως ο ενεστώτας των συνηρημένων σε -έω στις αντίστοιχες εγκλίσεις.


Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΑΟΡΙΣΤΩΝ Β΄: ἔβην, ἔγνων, ἔδραν, ἔφυν, ἐρρύην Ορισμένα βαρύτονα ρήματα της α΄ συζυγίας (ρήματα σε -ω) σχηματίζουν τον αόριστο β΄ κατά τα ρήματα σε -μι και κλίνονται όπως ο αόριστος ἔστην. Παραδείγματα: ρ. βαίνω (θ.ισχυρό βη-, θ.αδύνατο βα-)

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

ἔβην

βῶ

βαίην

βῆθι

ἔβης

βῇς

βαίης

βήτω

ἔβη

βῇ

βαίη

-

ἔβημεν

βῶμεν

βαίημεν / βαῖμεν

βῆτε

ἔβητε

βῆτε

βαίητε / βαῖτε

βάντων / βήτωσαν

ἔβησαν

βῶσι(ν)

βαίησαν / βαῖεν

Μετοχή

βὰς βῆναι

βᾶσα βὰν

ρ. γιγνώσκω (θ. ισχυρό γνω-, θ.αδύνατο γνο-)

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

ἔγνων

γνῶ

γνοίην

-

ἔγνως

γνῷς

γνοίης

γνῶθι

ἔγνω

γνῷ

γνοίη

γνώτω

ἔγνωμεν

γνῶμεν

γνοίημεν / γνοῖμεν

-

ἔγνωτε

γνῶτε

γνοίητε / γνοῖτε

γνῶτε

ἔγνωσαν

γνῶσι(ν)

γνοίησαν / γνοῖεν

γνόντων / γνώτωσαν

Μετοχή

γνοὺς γνῶναι

γνοῦσα γνὸν

ρ. (ἀπο) διδράσκω (θ.ισχυρό δρᾱ-, θ.αδύνατο δρᾰ-)

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

(ἀπ)έδραν

(ἀπο)δρῶ

(ἀπο)δραίην

-


(ἀπ)έδρας

(ἀπο)δρᾷς

(ἀπο)δραίης

(ἀπό)δραθι

(ἀπ)έδρα

(ἀπο)δρᾷ

(ἀπο)δραίη

(ἀπο)δράτω

(ἀπ)έδραμεν

(ἀπο)δρῶμεν

(ἀπο)δραίημεν / (ἀπο)δραῖμεν

-

(ἀπ)έδρατε

(ἀπο)δρᾶτε

(ἀπο)δραίητε / (ἀπο)δραῖτε

(ἀπό)δρατε

(ἀπ)έδρασαν

(ἀπο)δρῶσι(ν)

(ἀπο)δραίησαν/ (ἀπο)δραῖεν

(ἀπο)δράντων / (ἀπο)δράτωσαν

Απαρέμφατο

Μετοχή (ἀπο)δρὰς

(ἀπο)δρᾶναι

(ἀπο)δρᾶσα (ἀπο)δρὰν

ρ. φύομαι (θ.ισχυρό φῡ-, θ.αδύνατο φῠ-)

Ευκτική (σπάνια

Οριστική

Υποτακτική

ἔφυν

φύω

φύοιμι

ἔφυς

φύῃς

φύοις

ἔφυ

φύῃ

φύοι (φύη / φυίη)

ἔφυμεν

φύωμεν

φύοιμεν

ἔφυτε

φύητε

φύοιτε

ἔφυν

φύωσι(ν)

φύοιεν

χρησιμοποιείται)

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

φὺς φῦναι

φῦσα φὺν

ρ. ῥέω (θ.ισχυρό ῥυη-, θ.αδύνατο ῥυε-)

Ευκτική (σπάνια

Οριστική

Υποτακτική

ἐρρύην

ῥυῶ

ῥυείην

ἐρρύης

ῥυῇς

ῥυείης

ἐρρύη

ῥυῇ

ῥυείη

ἐρρύημεν

ῥυῶμεν

ῥυείημεν / ῥυεῖμεν

ἐρρύητε

ῥυῆτε

ῥυείητε / ῥυεῖτε

ἐρρύησαν

ῥυῶσι(ν)

ῥυείησαν / ῥυεῖεν

χρησιμοποιείται)

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

ῥυεὶς ῥυῆναι

ῥυεῖσα ῥυὲν


Ενδεικτικός σχηματισμός των σύνθετων ρημάτων: ρ.διαβαίνω

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄εν.

διέβην

διαβῶ

διαβαίην

-

β΄εν.

διέβης

διαβῇς

διαβαίης

διάβηθι

Απαρέμφατο

Μετοχή διαβὰς

διαβῆναι

διαβᾶσα διαβὰν

ρ. καταγιγνώσκω

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄εν.

κατέγνων

καταγνῶ

καταγνοίην

-

β΄εν.

κατέγνως

κατααγνῷς

καταγνοίης

κατάγνωθι

Απαρέμφατο

Μετοχή καταγνοὺς

καταγνῶναι

καταγνοῦσα καταγνὸν

Παρατηρήσεις σχετικές με τον τονισμό: 1. Όταν τα ρήματα αυτά είναι σύνθετα, στην προστακτική ενεργητικής και μέσης φωνής, ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. π.χ.: ρ. ἀποδιδράσκω → ἀπόδραθι, ἀποδράτω, ἀπόδρατε, ἀποδράντων. ρ. ἀποβαίνω → ἀπόβηθι, ἀποβήτω, ἀπόβητε, ἀποβάντων. 2. Οι ονοματικοί τύποι όπου τονίζονται απλοί, εκεί τονίζονται και σύνθετοι. π.χ.: ρ. φύομαι → φῦναι, φὺς ρ. ἀναφύομαι → ἀναφῦναι, ἀναφὺς

Κατάλογος των ρημάτων που σχηματίζουν αόριστο β΄ κατά τα ρήματα σε -μι:


Ενεστώτας

Αόριστος β΄

ἁλίσκομαι

ἑάλων / ἥλων

βαίνω

ἔβην

γηράσκω

ἐγήραν

γιγνώσκω

ἔγνων

(ἀπο)διδράσκω

(ἀπ)έδραν

δύομαι

ἔδυν

ζήω,-ῶ

ἐβίων

ῥέω

ἐρρύην

φθάνω

ἔφθην

φύομαι

ἔφυν

Παρατηρήσεις: 1. Μόνο τα ρήματα βαίνω, γιγνώσκω και διδράσκω σχηματίζουν αόριστο β΄ σε όλες τις εγκλίσεις. 2. Οι αόριστοι β΄ ἔφθην, ἐρρύην, ἑάλων, ἐβίων και ἔφυν δε σχηματίζουν προστακτική. 3. Ο αόριστος ἔδυν δε σχηματίζει ευκτική. 4. Ο αόριστος ἐγήραν σχηματίζει μόνο οριστική και ονοματικούς τύπους.


Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ εἶμι, φημί, οἶδα Τα ρήματα εἶμι, φημὶ και οἶδα κλίνονται εν μέρει σύμφωνα με τα ρήματα σε –μι όμως παρουσιάζουν διάφορες ανωμαλίες. Α. Ρήμα εἶμι (θ. ισχυρό εἰ-, θ. αδύνατο ἰ-) (= θα πάω):

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Απαρέμφατο ἰέναι

εἶμι

ἴω

ἴοιμι/ἰοίην

-

εἶ

ἴῃς

ἴοις/ἰοίης

ἴθι

εἶσι(ν)

ἴῃ

ἴοι/ἰοίη

ἴτω

ἴμεν

ἴωμεν

ἴοιμεν

-

ἴτε

ἴητε

ἴοιτε

ἴτε

ἴασι(ν)

ἴωσι(ν)

ἴοιεν

ἰόντων/ἴτωσαν

Μετοχή ἰὼν ἰοῦσα ἰὸν

Οριστική

ᾖα/ᾔειν ᾔεις/ᾔεισθα ᾔει ᾖμεν ᾖτε ᾖσαν/ᾔεσαν

Παρατηρήσεις: 1. Η οριστική ενεστώτα του εἶμι χρησιμοποιείται ως οριστική μέλλοντα του ρήματος ἔρχομαι και ο παρατατικός του εἶμι χρησιμοποιείται ως παρατατικός του ρήματος ἔρχομαι. Το ρήμα ἔρχομαι αναπληρώνεται στην υποτακτική, ευκτική, προστακτική, απαρέμφατο και μετοχή ενεστώτα από τους τύπους του εἶμι. Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος ἔρχομαι είναι οι εξής: Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας

ἔρχομαι

Παρατατικός

ᾖα/ἤειν

Μέλλοντας

εἶμι

Αόριστος β'

ἦλθον

Παρακείμενος

ἐλήλυθα

Υπερσυντέλικος

ἐληλύθειν

2. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του εἶμι ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα.


π.χ.: εἶμι → πάρειμι, πάρει κ.λπ. ἴθι → πάριθι, παρίτω κ.λπ.

Β. Ρήμα φημὶ (θ. ισχυρό φη-, θ. αδύνατο φᾰ-) (= λέω, ισχυρίζομαι, συμφωνώ):

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική

Υποτακτική

φημὶ

φῶ

φαίην

φὴς/φῂς

φῇς

φαίης

φησὶ(ν)

φῇ

φαίη

φαμὲν

φῶμεν

φαίημεν/(φαῖμεν)

φατὲ

φῆτε

φαίητε/(φαῖτε)

φασὶ(ν)

φῶσι(ν)

φαίησαν/(φαῖεν)

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ευκτική

Προστακτική -

Απαρέμφατο φάναι

φάθι φάτω

Μετοχή

φάτε

φάσκων

φάντων/

φάσκουσα

φάτωσαν

φάσκον

Οριστική

ἔφην ἔφησθα/ἔφης ἔφη ἔφαμεν ἔφατε ἔφασαν

Παρατηρήσεις: 1. Ο παρατατικός καθώς και η υποτακτική, η ευκτική και το απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος φημί, έχουν σημασία αορίστου. 2. α. Όταν το ρήμα φημὶ έχει τη σημασία του «λέω», σχηματίζει: μέλλοντα: λέξω/ἐρῶ αόριστο α΄: εἶπα αόριστο β΄: εἶπον β. Όταν το ρήμα φημὶ έχει τη σημασία του «συμφωνώ» ή «ισχυρίζομαι», σχηματίζει: μέλλοντα: φήσω αόριστο α΄: ἔφησα 3. Οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημὶ είναι εγκλιτικοί. π.χ. Ἐγὼ δέ φημι πρῶτα μὲν δῆμον ξύμπαν ὠνομάσθαι, ὀλιγαρχίαν δὲ μέρος. Τιτρώσκει διὰ τοῦ θώρακος, ὥς φησι Κτησίας ὁ ἰατρός. Ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν. Ἃ δὲ τελευταῖά φατε ἀδικηθῆναι. Αὐτὸς δ’ εἰσελθὼν εἶπε τοῖς περὶ Ἀρχίαν ὅτι οὐκ ἄν φασιν εἰσελθεῖν αἱ γυναῖκες. 4. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του φημὶ ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. π.χ.: φημὶ → κατάφημι, κατάφης κ.λπ. φάθι → κατάφαθι, καταφάτω κ.λπ. 5. Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος φημὶ είναι οι εξής:


Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας

φημὶ

Παρατατικός

ἔφην

Μέλλοντας

φήσω

Αόριστος β'

ἔφησα

Παρακείμενος

-

Υπερσυντέλικος

-

Γ. Το ρήμα οἶδα (θ. ισχυρό εἰδ-/οἰδ-, θ. αδύνατο ἰδ-) (= γνωρίζω):

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

οἶδα

εἰδῶ

εἰδείην

-

οἶσθα

εἰδῇς

εἰδείης

ἴσθι

οἶδε

εἰδῇ

εἰδείη

ἴστω

ἴσμεν

εἰδῶμεν

εἰδείημεν/(εἰδεῖμεν)

-

ἴστε

εἰδῆτε

εἰδείητε/(εἰδεῖτε)

ἴστε

ἴσασι(ν)

εἰδῶσι(ν)

εἰδείησαν/(εἰδεῖεν)

ἴστων/ἴστωσαν

Απαρέμφατο εἰδέναι Μετοχή εἰδὼς εἰδυῖα εἰδὸς

Οριστική

ᾔδειν/ᾔδη ᾔδεις/ᾔδησθα ᾔδει/ᾔδειν ᾔδεμεν/ᾖσμεν ᾔδετε/ᾖστε ᾔδεσαν/ᾖσαν

Παρατηρήσεις: 1. Το ρήμα οἶδα είναι παρακείμενος β΄ του άχρηστου ρήματος εἴδω και έχει σημασία ενεστώτα. 2. Ο υπερσυντέλικος ᾔδειν/ᾔδη κ.λπ. έχει σημασία παρατατικού. 3. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του οἶδα ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. π.χ.: οἶδα → πρόοιδα, πρόοισθα κ.λπ. ἴσθι → πρόισθι, προΐστω κ.λπ. 4. Ο αόριστος β΄, ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος αναπληρώνονται από το ρήμα γιγνώσκω. Οι αρχικοί χρόνοι λοιπόν του ρήματος οἶδα είναι οι εξής: Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας

οἶδα


Παρατατικός

ᾔδειν/ᾔδησθα

Μέλλοντας

εἰδήσω/εἴσομαι

Αόριστος β'

ἔγνων

Παρακείμενος

ἔγνωκα

Υπερσυντέλικος

ἐγνώκειν

Σχηματισμός και κλίση των σύνθετων ρημάτων ἄπειμι, ἀπόφημι, σύνοιδα:

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Ευκτική

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

Υποτακτική

Προστακτική

ἄπειμι

ἀπίω

ἀπίοιμι/ἀπιοίην

-

ἄπει

ἀπίῃς

ἀπίοις/ἀπιοίης

ἄπιθι

ἄπεισι(ν)

ἀπίῃ

ἀπίοι/ἀπιοίη

ἀπίτω

ἄπιμεν

ἀπίωμεν

ἀπίοιμεν

-

Απαρέμφατο ἀπιέναι Μετοχή ἀπιὼν

ἄπιτε

ἀπίητε

ἀπίοιτε

ἄπιτε

ἀπίασι(ν)

ἀπίωσι(ν)

ἀπίοιεν

ἀπιόντων/ἀπίτωσαν

ἀπιοῦσα ἀπιὸν

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἀπόφημι ἀπόφης/ἀπόφῃς ἀπόφησι(ν)

Υποτακτική ἀποφῶ ἀποφῇς ἀποφῇ

Ευκτική

Οριστική

ἀπῇα/ἀπῄειν ἀπήεις/ἀπῄεισθα ἀπῄει ἀπῇμεν ἀπῇτε ἀπῇσαν/ἀπῄεσαν

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική

Οριστική

ἀποφαίην

-

ἀπέφην

ἀποφαίης

ἀπόφαθι

ἀπέφησθα/ἀπέφης

ἀποφαίη

ἀποφάτω

ἀπέφη ἀπέφαμεν

ἀπόφαμεν

ἀποφῶμεν

ἀποφαίημεν/(ἀποφαῖμεν)

-

ἀπόφατε

ἀποφῆτε

ἀποφαίητε/(ἀποφαῖτε)

ἀπόφατε

ἀπέφατε

ἀπόφασι(ν)

ἀποφῶσι(ν)

ἀποφαίησαν/(ἀποφαῖεν)

ἀποφάντων/

ἀπέφασαν

ἀποφάτωσαν Απαρέμφατο

Μετοχή

ἀποφάναι

ἀποφάσκων ἀποφάσκουσα ἀποφάσκον

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ


Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Οριστική

σύνοιδα

συνειδῶ

συνειδείην

-

συνῄδειν/

σύνοισθα

συνειδῇς

συνειδείης

σύνισθι

συνῄδη

σύνοιδε

συνειδῇ

συνειδείη

συνίστω

συνήδεις/

σύνισμεν

συνειδῶμεν

συνειδείημεν/(συνειδεῖμεν)

-

συνῄδησθα

σύνιστε

συνειδῆτε

συνειδείητε/(συνειδεῖτε)

σύνιστε

συνῄδει/

συνίσασι(ν)

συνειδῶσι(ν)

συνειδείησαν/(συνειδεῖεν)

συνίστων/

συνῄδειν

συνίστωσαν

συνῄδεμεν/ συνῇσμεν

Απαρέμφατο

Μετοχή

συνειδέναι

συνειδὼς

συνῄδεσαν/

συνειδυῖα

συνῇσαν

συνῄδετε/ συνῇστε

συνειδὸς

ΟΜΟΙΟΙ ΚΑΙ OMOHXOI ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ εἶμι, εἰμί, ἵημι, φημί, οἶδα Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται προκειμένου να μη γίνει σύγχυση ανάμεσα στους όμοιους ή ομόηχους τύπους που παρουσιάζουν τα ρήματα εἶμι, εἰμί, ἵημι, φημὶ και οἶδα.

Αυτοί είναι οι εξής:

β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶ β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: εἶ β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἴσθι β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. οἶδα: ἴσθι α΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴην α΄ ενικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵην α΄ ενικό παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵην α΄ ενικό παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔειν β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄

ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό

ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴης ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵης παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵεις ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴοις οριστικής ενεστώτα του ρ. ἵημι: ἵης υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἶμι: ἴῃς οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔεις

γ΄ γ΄ γ΄ γ΄ γ΄ γ΄

ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό

ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴη ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵη οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔει ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴοι παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵει προστακτικής ενεστώτα του ρ. ἵημι: ἵει


απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶναι απαρέμφατο αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷναι α΄ α΄ α΄ α΄ α΄ α΄

πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό

ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶμεν οριστικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷμεν ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷμεν παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦμεν παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖμεν οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴμεν

β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄

πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό

ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶτε οριστικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷτε ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷτε προστακτικής ενεστώτα του του ρ. εἶμι: ἴτε οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴτε οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦτε υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἦτε οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖτε

β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦστε β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. οἶδα: ᾖστε γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦσαν γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. οἶδα: ᾖσαν γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖσαν β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἔστε γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του του ρ. εἰμί: ἔσται β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. φημί: φὴς/φῂς β΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. φημί: φῇς


ΟΜΟΙΟΙ ΚΑΙ OMOHXΟΙ ΤΥΠΟΙ

Κατά την κλίση των ρημάτων παρουσιάζονται ορισμένοι όμοιοι τύποι. Ιδιαίτερη προσοχή λοιπόν πρέπει να δοθεί στους εξής:

1. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. π.χ.: πράττει (γ΄ ενικ. Οριστ. Ενεστ. Εν. φων.) και πράττει (β΄ ενικ. Οριστ. Ενεστ. Μέσης φων.). 2. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής και Υποτακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. π.χ.: πράττῃ (γ΄ ενικ. Υποτ. Ενεστ. Εν. φων.) πράττῃ (β΄ ενικ. Οριστ. Ενεστ. Μέσης φων.) πράττῃ (β΄ ενικ. Υποτ. Ενεστ. Μέσης φων.). 3. Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής. π.χ.: παιδεύετε (β΄ πληθ. Οριστ. Ενεστ. Εν. φων.) παιδεύετε (β΄ πληθ. Προστ. Ενεστ. Εν. φων.). 4. Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. π.χ.: παιδεύεσθε (β΄ πληθ. Οριστ. Ενεστ. Μέσης φων.) παιδεύεσθε (β΄ πληθ. Προστ. Ενεστ. Μέσης φων.). 5. Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Παρακειμένου Μέσης Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντκό πρόσωπο Προστακτικής Παρακειμένου Μέσης Φωνής. π.χ.: πεπαίδευσθε (β΄ πληθ. Οριστ. Παρακ. Μέσης φων.) πεπαίδευσθε (β΄ πληθ. Προστ. Παρακ. Μέσης φων.). 6. Το α΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το α΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. π.χ.: λύω (α΄ ενικ. Οριστ. Ενεστ. Εν. φων.) λύω (α΄ ενικ. Υποτ. Ενεστ. Εν. φων.). 7. Το α΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το α΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής. π.χ.: τάξω (α΄ ενικ. Οριστ. Μελλ. Εν. φων.)


τάξω (α΄ ενικ. Υποτ. Αορ. Εν. φων.). 8. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Ευκτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Προστακτικής Αορίστου Μέσης Φωνής και με το απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής φωνής. π.χ.: πράξαι (γ΄ ενικ. Ευκτ. Αορ. Εν. φων.) πρᾶξαι (β΄ ενικ. Προστ. Αορ. Μέσης φων.) πρᾶξαι (απαρέμφατο Αορ. Εν. φων.). 9. Τα συνηρημένα ρήματα παρουσιάζουν αρκετούς όμοιους τύπους, ενδεικτικά αναφέρονται όμοιοι τύποι των ρημάτων σε –όω. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το γ΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής και με το γ΄ ενικό πρόσωπο Ευκτικής Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής και με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα της Μέσης Φωνής και με το β΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. π.χ.: δηλοῖ (= είναι κοινός τύπος όλων των παραπάνω προσώπων).

Ομοιότητες παρατηρούνται ακόμη ανάμεσα σε ρηματικούς και ονοματικούς τύπους. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους εξής:

1. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με τη δοτική ενικού τριτόκλιτου ουσιαστικού σε –ις. π.χ.: λύσει – τῇ λύσει. 2. Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με τη δοτική πληθυντικού της Μετοχής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. π.χ.: ἄρχουσι(ν) – τοῖς ἄρχουσι(ν) 3. Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα και Αορίστου ομοιάζει με τη γενική πληθυντικού της μετοχής Ενεστώτα και Αορίστου αντίστοιχα. π.χ.: γραφόντων – τῶν γραφόντων γραψάντων – τῶν γραψάντων.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΩΝ ΟΜΟΙΩΝ ΚΑΙ OMOHXΩΝ ΤΥΠΩΝ

ᾕρηκα → παρακείμενος του ρ. αἱρῶ


εἴρηκα → παρακείμενος του ρ. λέγω ᾕρημαι → παρακείμενος του ρ. αἱροῦμαι εἴρημαι → παρακείμενος του ρ. λέγομαι ᾑρήμην → υπερσυντέλικος του ρ. αἱροῦμαι εἰρήμην → υπερσυντέλικος του ρ. λέγομαι

ᾐρόμην → παρατατικός του ρ. αἴρομαι ἠρόμην → αόριστος β΄ του ρ. ἐρωτῶ αἰρόμενος → μετοχή ενεστώτα του ρ. αἴρομαι ἐρώμενος → μετοχή ενεστώτα του ρ. ἐρῶμαι ἐρόμενος → μετοχή αορίστου β΄ του ρ. ἐρωτῶ

ᾔτημαι → παρακείμενος του ρ. αἰτοῦμαι ἥττημαι → παρακείμενος του ρ. ἡττῶμαι ᾐτήθην → παθητικός αόριστος του ρ. αἰτοῦμαι ἡττήθην → παθητικός αόριστος του ρ. ἡττῶμαι

εἷμαι → παρακείμενος του ρ. ἵεμαι οἶμαι → ενεστώτας του ρ. οἴομαι / οἶμαι

ἦρξα → αόριστος του ρ. ἄρχω εἶρξα → αόριστος του ρ. εἴργω ἤρχθην → παθητικός αόριστος του ρ. ἄρχομαι εἴρχθην → παθητικός αόριστος του ρ. εἴργομαι ἦργμαι → παρακείμενος του ρ. ἄρχομαι εἶργμαι → παρακείμενος του ρ. εἴργομαι ἦρχθαι → απαρέμφατο παρακειμένου του ρ. ἄρχομαι εἶρχθαι → απαρέμφατο παρακειμένου του ρ. εἴργομαι ἠργμένος → μετοχή παρακειμένου του ρ. ἄρχομαι εἰργμένος → μετοχή παρακειμένου του ρ. εἴργομαι


ἔβαλον → αόριστος β΄ του ρ. βάλλω ἔβαλλον → παρατατικός του ρ. βάλλω ἐβαλόμην → αόριστος β΄ του ρ. βάλλομαι ἐβαλλόμην → παρατατικός του ρ. βάλλομαι βαλών, -οῦσα, -ὸν → μετοχή αορίστου β΄ του ρ. βάλλω βαλῶν, -οῦσα, -ὸν → μετοχή μέλλοντα του ρ. βάλλω

δρῶ → ενεστώτας του ρ. δράω-ῶ (ἀπο)δρῶ → υποτακτική αορίστου β΄ του (ἀπο)διδράσκω δέδρακα → παρακείμενος του ρ. δρῶ (ἀπο)δέδρακα → παρακείμενος του ρ. ἀποδιδράσκω δρᾶν → απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. δρῶ (ἀπο)δρὰν → μετοχή ουδετέρου αορίστου β΄, του ρ. (ἀπο)διδράσκω

εἶ → β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. εἰμὶ εἶ → β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι εἰ → υποθετικός σύνδεσμος

ἡ → άρθρο ἢ → διαζευκτικός σύνδεσμος ἣ → αναφορική αντωνυμία (ὅς, ἥ, ὃ) ἦ → α΄ ενικό παρατατικού του ρ. εἰμὶ ἦ → γ΄ ενικό παρατατικού με σημασία αορίστου του ρ. ἠμὶ (=λέγω). Το ρήμα είναι ποιητικό, δόκιμο μόνο στον Πλάτωνα στον παρατατικό: ἦν (=είπα) , ἦ (=είπε). ἦ → επίρρημα με σημασία βεβαιωτική (= ασφαλώς, βεβαίως, πράγματι) ή ερωτηματική (= τι; πώς παρακαλώ;) ᾖ → γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμὶ ᾗ → β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵεμαι ᾗ → γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι


ᾗ → επίρρημα που δηλώνει τόπο (= όπου, στο μέρος το οποίο κ.α.) ή τρόπο π.χ. ᾗ θέμις ἐστὶ (= όπως είναι το ορθό και το δίκαιο) ᾗ → δοτική ενικού της αναφορικής αντωνυμίας θηλυκού γένους ἣ (ὅς, ἥ, ὃ) ὦ → α΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμὶ ὧ → α΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι ὦ → κλητικό επιφώνημα ᾧ → δοτική της αναφορικής αντωνυμίας ὃς (ὅς, ἥ, ὃ)

ἥσομαι → μέλλοντας του ρ. ἵεμαι εἴσομαι → μέλλοντας του ρ. οἶδα οἴσομαι → μέλλοντας του ρ. φέρομαι

λέλειμμαι → παρακείμενος του ρ. λείπομαι λέλυμαι → παρακείμενος του ρ. λύομαι λήψομαι → μέλλοντας του ρ. λαμβάνω λείψομαι → μέλλοντας του ρ. λείπομαι ληφθήσομαι → παθητικός μέλλοντας του ρ. λαμβάνομαι λειφθήσομαι → παθητικός μέλλοντας του ρ. λείπομαι ἐλήφθην → παθητικός αόριστος του ρ. λαμβάνομαι ἐλείφθην → παθητικός αόριστος του ρ. λείπομαι

πείσομαι → μέλλοντας του ρ. πάσχω πείσομαι → μέλλοντας του ρ. πείθομαι ἐπειθόμην → παρατατικός του ρ. πείθομαι ἐπιθόμην → αόριστος β΄ του ρ. πείθομαι ἐπυθόμην → αόριστος β΄ του ρ. πυνθάνομαι πέπεισμαι → παρακείμενος του ρ. πείθομαι πέπυσμαι → παρακείμενος του ρ. πυνθάνομαι


τέτροφα → παρακείμενος του ρ. τρέπω τέτροφα → παρακείμενος του ρ. τρέφω τέτραμμαι → παρακείμενος του ρ. τρέπομαι τέθραμμαι → παρακείμενος του ρ. τρέφομαι

φῦναι → απαρέμφατο αορίστου β΄ του ρ. φύομαι φῆναι → απαρέμφατο αορίστου α΄ του ρ. φαίνω

χρῇ → υποτακτική του απρόσωπου ρ. χρὴ χρῇ → β΄ ενικό οριστικής και υποτακτικής ενεστώτα του ρ. χρῶμαι