Issuu on Google+

Εν Άνδρω, τω 1882. Ένα ιστολόγιο για τη ναυτική ιστορία της Άνδρου.

Αθήνα, 2011.


Η ιστορία του εμπορικού στόλου της Άνδρου Αφήγηση: Ανδρέας Καραντώνης Στον ίσκιο του μοναδικού πλάτανου της πλατείας του Θεόφιλου Καΐρη, στη Χώρα της Άνδρου ο Καραντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με ένα Αθηναίο λόγιο. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λιμανιού της Χώρας και ο φίλος του παρατηρεί ότι στην Άνδρο λείπει το «γραφικό» νησιώτικο ύφος που έχουν η Αίγινα, η Ύδρα, η Σπέτσες, και η Μύκονος. —Καταλαβαίνεις ; Εκεί όλα τα νησιώτικα γνωρίσματα είναι μαζεμένα στο γιαλό. Σου προσφέρονται άφθονα και σε καταχτούν αμέσως. Μα εδώ στην Άντρο ; Το ύφος αυτό λείπει ολότελα. Δεν το παραδέχεσαι ; —Το παραδέχομαι ! Μα αν ήθελες μια στιγμή να σου εξηγήσω αυτή τη διαφορά για την οποία μίλησες και που είναι πραγματική, ίσως να σου 'δινα τον τρόπο να αισθανόσουν και στην Άντρο κάτι που δεν θα τό 'βρεις αλλού. Και για να μην πολυλογούμε : Εδώ το θαλασσινό χρώμα του τόπου δεν είναι, πώς να το πω, «λιμανίσιο». Είναι ωκεάνειο . . . —Ωκεάνειο ; ρώτησε ο φίλος δύσπιστα. —Ναι, ωκεάνειο ! Μην παραξενεύεσαι. Η Άνδρος μπορεί να 'ναι εδώ ριζωμένη στο Αιγαίο και να 'χει κι αυτή μερικά από τα πιο όμορφα ακρογιάλια, όμως, στην πραγματικότητα δεν είναι εδώ. Ταξιδεύει, δεκάδες χρόνια τώρα, σ' όλες τις θάλασσες του κόσμου, σ' όλα τα μακρινά πέλαγα, σ' όλους τους ωκεανούς. Ταξιδεύει με τα μεγάλα της φορτηγά και τα υπερωκεάνειά της τα σύγχρονα, και μαζί της ταξιδεύει κι όλος αυτός ο κόσμος που μένει στο νησί. Όχι μονάχα τούτοι οι απόμαχοι ναυτικοί, που παίζουν τάβλι νοσταλγώντας τα παλιά τους καράβια, μα και κάθε κάτοικος εδώ, κι εκείνοι των μακρινών χωριών των χαμένων στις πρασινάδες. Γιατί από κάθε σπίτι λείπουν ένας και δυο και τρεις, και ταξιδεύουν πληρώματα με τα μεγάλα μας φορτηγά ! Ένας ολόκληρος στόλος εμπορικός, καύχημα του νησιού και του τόπου, είναι αντριώτικος. Γι' αυτό δεν έχουμε εδώ λιμάνι ! Γιατί τα λιμάνια μας είναι σ' όλα τα μέρη του κόσμου — κι είναι τα πιο μεγάλα και τα πιο ξακουστά λιμάνια. Νομίζω πως είναι περιττό να σου τα ονομάσω —τα ξέρει όλος ο κόσμος ! — Ναι, ξέρω, είπε ο φίλος, πως η Άντρος έχει πολλά βαπόρια άλλα . . .


—Αξίζει να μάθεις το χρονικό της ιστορίας και της εξέλιξης του ανδριακού ναυτικού ! Λοιπόν, τα νησιά που θεωρείς «γραφικά» μορφώσανε τον τύπο τους στον καιρό που άκμαζε η ιστιοπλοΐα. Πριν από το 1850. Την εποχή εκείνη, πολύ πριν από την επανάσταση του '21 και ωσότου εφευρεθεί ο ατμός, η ναυτική ζωή, το ναυτικό πνεύμα συνέχιζε τις προαιώνιες παραδόσεις της ιστιοπλοΐας. Κέντρο της ζωής αυτής ήταν τα ίδια τα λιμάνια των νησιών, η Μύκονος, η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά. Πολυάριθμα ιστιοφόρα ταξίδευαν ανάμεσα στα ίδια λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Ύστερα γύριζαν να ξαποστάσουν στην πατρίδα. Κι από κει παίρνανε πάντα δύναμη. Έτσι, ήταν στιγμές που τα λιμάνια των ναυτικών νησιών γέμιζαν χαρούμενα από πανιά και κατάρτια. Ο ρυθμός της εξέλιξης ήταν τόσο αργός, ώστε προλάβαιναν να δημιουργηθούν παραδόσεις κοινής νησιώτικης ζωής, αρχιτεκτονικής, ηθών, εθίμων, ντυσίματος, επιπλώσεως κλπ. Ο ένας νησιώτης αντέγραφε και τελειοποιούσε τον άλλον, χωρίς να φοβάται πως αύριο μια νέα μόδα θα τα σαρώσει όλα και θα προβάλει τις δικές της απαιτήσεις. Κατάλαβες ; Έτσι μπόρεσαν να διαμορφωθούν πάνω σε κοινά αχνάρια τα λεγόμενα γραφικά νησιά της Ελλάδας. Και η διαμόρφωση τους αυτή είναι συνυφασμένη με την πρόοδο της ιστιοπλοΐας ! —Και η Άνδρος, αυτά τα χρόνια ; ρώτησε ο Αθηναίος λόγιος. —Έχει κι αυτή το μέρος της στην προκοπή της ιστιοπλοΐας, άλλα δεν είναι και τόσο λαμπρό, αν κρίνουμε ότι στην επανάσταση του '21 πήρε μέρος με μια σακολέβα μόνο, που τη χάρισε ο Νικόλας Μπιρίκος ή Λατούσης στον Κανάρη. Ύστερα από την επανάσταση και μετά την καταστροφή των μεγάλων εμπορικών στόλων των άλλων νησιών, η Άνδρος συνέχισε την ιστιοπλοϊκή της ανάπτυξη. Μα μοίρα της δεν ήταν η ιστιοπλοΐα, που είχε φτάσει πια στο μοιραίο τέρμα της. Λαμπρή μοίρα της ήταν η «ατμήρης ναυτιλία», που μόλις τότε στην Ελλάδα έκανε τα πρώτα της βήματα. Όσοι ναυτικοί τόποι δεν εγκολπώθηκαν τον ατμό, όπως το Γαλαξείδι, χάθηκαν ! Μα το Γαλαξείδι είχε μεγάλη ιστιοπλοϊκή παράδοση, που το εμπόδισε ν' αντιληφθεί την καινούρια πραγματικότητα, ενώ η Άνδρος, μη έχοντας, ρίχτηκε μ' ενθουσιασμό στους καινούριους δρόμους της θάλασσας. Είχε ελεύθερο το ένστικτο ν' αγκαλιάσει τον ατμό, αδίσταχτα, συστηματικά, επίμονα. Έτσι, έφτασε εκεί που βρίσκεται σήμερα. Αλλά ωσότου φτάσουμε εδώ, το ναυτικό μας πέρασε από πολλά στάδια κι από πολλές δυναστείες μεγάλων εφοπλιστικών οίκων.


—Θα 'θελα να μάθω μερικές λεπτομέρειες γι' αυτές τις «δυναστείες», είπε ο Αθηναίος λόγιος. Ευχαρίστως. Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να σου αραδιάσω αριθμούς και ονόματα. Σου αναφέρω μονάχα τις έξης δυναστείες εφοπλιστών : Τους αδελφούς Αλκιβιάδη και Επαμεινώνδα Εμπειρίκο, που στα 1880 φτιάξαν το πρώτο φορτηγό ανδριώτικο βαπόρι. Τον Βασίλειο Εμπειρίκο, που έφτιαξε το δεύτερο, το «Σκαραμαγκά». Ύστερα από λίγο πολλοί τους μιμήθηκαν, και τ' ανδριώτικα βαπόρια άρχισαν ν' αυξάνουν. Στα 1906 σημειώνεται νέος σταθμός στην εξέλιξη του ναυτικού μας. Εμφανίζεται ο Δημήτριος Μωραΐτης. Εφαρμόζοντας το σύστημα της συμμετοχής στα σκάφη με εκατοστά, συγκέντρωσε τ' απαραίτητα χρήματα κι ίδρυσε την πρώτη Υπερωκεάνειο Ατμοπλοία. Οι βλέψεις του Μωραΐτη ήταν πλατιές. Έτσι, παράγγειλε το πρώτο ελληνικό υπερωκεάνειο, τον «Μωραΐτη», ένα σκάφος 6.000 τόνων. Δυστυχώς ο Μωραΐτης φτώχεψε σε λίγο. Και τον διαδέχτηκε μια μεγάλη ναυτική φυσιογνωμία, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος, ο ιδρυτής, ο πατέρας της περίφημης «Εθνικής Ατμοπλοίας της Ελλάδος», που σημείωσε σταθμό στην πρόοδο της ελληνικής ναυτιλίας. Η «Εθνική Ατμοπλοία», κάτω από τη φωτισμένη καθοδήγηση του Λεωνίδα Εμπειρίκου, εξελίχθηκε σε μεγάλο στόλο, που περιλάμβανε ένα πλήθος σκάφη της ακτοπλοΐας και πολλά υπερωκεάνεια, το «Πατρίς», το «Μακεδονία», το «Θεμιστοκλής», το «Αθήναι», το «Βασιλεύς Κωνσταντίνος», που πήρε έπειτα το όνομα «Βύρων». Αυτό θα το θυμούνται και πολλοί νεότεροι, γιατί στα 1922 κουβάλησε χιλιάδες πρόσφυγες και στρατό από τη Μικρασία. Μα ο Λεωνίδας Εμπειρίκος έφτιασε κι άλλα πολλά υπερωκεάνεια και μικτά επιβατικά σκάφη. Η λαμπρή του δυναστεία κράτησε από το 1910 περίπου ως το1935, χρονιά που διαλύθηκε η «Ατμοπλοία». Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος δημιουργός, αλλά κι ένας μεγάλος πατριώτης. Έβαλε τα καράβια του στη διάθεση της Ελλάδας κατά το διάστημα των εθνικών αγώνων του 1912 1920. Σαν οραματιστής που ήταν, πίστεψε και στη Μεγάλη Ελλάδα εκείνων των χρόνων και των προσπαθειών. Παράλληλα με την «Εθνική Ατμοπλοία», δρα ένας άλλος δαιμόνιος Εμπειρίκος, ο Σταμάτης. Αυτός κυρίως έφτιαξε μεγάλο φορτηγό εμπορικό στόλο. Μα κι αυτή η δυναστεία έληξε με το θάνατο του ιδρυτή της και την κρίση που ακολούθησε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Κι έπειτα έρχεται η σειρά της οικογενείας των Γουλανδρή. Είναι σήμερα ο οίκος ο πιο ισχυρός της Άνδρου, αλλά κι ένας από τους ισχυρότερους της Ελλάδας και του κόσμου. Τιμή του Έθνους μας.


—Α, βέβαια, είπε ο Αθηναίος λόγιος, ποιος δεν ξέρει τους Γουλανδρήδες, τη μεγάλη τους μεταπολεμική πρόοδο και το θαυμάσιο υπερωκεάνειο που έχουν βάλει στη γραμμή Νέας Υόρκης - Πειραιά, την «Ολυμπία» ; —Ο οίκος Γουλανδρή έχει αρχίσει τη δράση του από τα παλιά χρόνια, μα τώρα έφτασε σε μιαν ακμή κι έναν πολιτισμό που δεν τα γνώρισαν οι προηγούμενοι. Τους διακρίνει ένα τολμηρό πνεύμα συγχρονισμού και ανθρωπισμού. Δεν είναι απλώς δημιουργοί «ναυτιλίας», έχουν πλατύτερη συνείδηση του ρόλου τους, και μέσα στο έθνος τους και στον σύγχρονο κόσμο. Θεμελιωτής του οίκου Γουλανδρή, πρώτος γενάρχης, είναι ο Ιωάννης Γουλανδρής, παλαιός ιδιοκτήτης ιστιοφόρων. Νωρίς κι αυτός προσχώρησε στην έλξη του ατμού και στα 1900 εμφανίζεται σαν ιδιοκτήτης ενός φορτηγού βαποριού. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος τον βρίσκει κάτοχο δυο φορτηγών. Αυτά στάθηκαν οι βάσεις της κατοπινής μεγάλης επιχείρησης, που την ανάπτυξαν οι γιοι του πρώτα, τα εγγόνια του έπειτα, οι σημερινοί ιδιοκτήτες του «Ολυμπία». Τον θυμάμαι ακόμα τον Γιάννη τον Γουλανδρή στην Άνδρο, που έμενε μόνιμα. Εμείς πηγαίναμε τότε στο δημοτικό. Τον βλέπαμε σχεδόν κάθε μέρα. Ήταν ένας γέρος αυστηρός, λίγο σκυφτός. Παιδιά εμείς, παίζοντας στ' αλάνια της Χώρας, τον παρακολουθούσαμε που κατέβαινε τα σκαλάκια τραβώντας προς το μεγάλο του αρχοντικό σπίτι, ένα από τα λαμπρότερα της Χώρας. Εκείνα τα χρόνια οι πιο πολλοί εφοπλιστές μένανε σχεδόν συνεχώς στο νησί. Αργότερα σκόρπισαν κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορα επίκαιρα ναυτικά σημεία του κόσμου, για να διευθύνουν άμεσα τις μεγαλωμένες επιχειρήσεις τους. Μα πάντα ο δεσμός τους με την Άνδρο έμεινε ακατάλυτος, όπως το απόδειξε τα τελευταία χρόνια η γενναιόδωρη συμπεριφορά των Γουλανδρήδων προς το αγαπημένο τους νησί και τις λογής ανάγκες του. Ο σημερινός οίκος Γουλανδρή ήρθε ν' αναπληρώσει, και με το παραπάνω, το μεγάλο κενό που άφησε στην υπερωκεάνειο ναυτιλία η διάλυση της «Εθνικής Ατμοπλοίας». Με τη διάλυση αυτή κόπηκε η γραμμή Ελλάδας - Αμερικής και την ανάλαβαν — μέσω Πατρών — οι ιταλικές εταιρείες. Τότε ο Μεταξάς κατάλαβε πως έπρεπε να ξανασυνδεθεί η γραμμή προς όφελος της ελληνικής ναυτιλίας. Και τότε παρουσιάστηκε ο εφοπλιστικός οίκος των Αδελφών Γουλανδρή, με πρωτοστάτη τον Λεωνίδα Γουλανδρή, που υπήρξε μια μεγάλη ναυτιλιακή φυσιογνωμία. Εκείνη την εποχή κανένας Έλληνας εφοπλιστής δε δεχόταν ν' αναλάβει αυτή τη γραμμή. Φοβόταν όλοι το πάθημα της «Εθνικής Ατμοπλοίας». Μα ο Λεωνίδας Γουλανδρής τόλμησε, κι ας υπήρχε τότε μεγάλη μεταναστευτική κρίση. Την άνοιξη του 1939 αγόρασε το υπερωκεάνειο «Νέα Ελλάς», σκάφος κατά το δυνατό


συγχρονισμένο, ικανό να εξυπηρετήσει άνετα τη γραμμή. Μα ο πόλεμος δεν άφησε να συνεχιστούν τα δρομολόγια, και το «Νέα Ελλάς» χρησιμοποιήθηκε σα μεταγωγικό και πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στον συμμαχικόν αγώνα. Το σκάφος αυτό είχε τη σπάνια τύχη να διασωθεί από τους φοβερούς γερμανικούς τορπιλισμούς. Και σαν τελείωσε ο πόλεμος, ξανάρχισε την παλιά του γραμμή. Όταν έκαμε το πρώτο του ταξίδι και μπήκε στον Πειραιά για πρώτη φορά ύστερα από τον πόλεμο, πολύς κόσμος το υποδέχτηκε με ενθουσιαστικά χειροκροτήματα και εκδηλώσεις. Στο μεταξύ, o Λεωνίδας Γουλανδρής είδε πως η γραμμή έπρεπε να εξυπηρετηθεί μ' ένα υπερωκεάνειο πιο γρήγορο και πολύ πιο συγχρονισμένο. Ταχύς στις εκτελέσεις του, παράγγειλε το «Ολυμπία», που η καθέλκυση του έγινε στα 1953. Τώρα κάνει τη γραμμή Νέας Υόρκης Πειραιά, με τη διεύθυνση των παιδιών του αείμνηστου Λεωνίδα Γουλανδρή. Πρόκειται για δυο πολιτισμένα και προοδευτικά παιδιά, τον Γιάννη και την Σάντρα. Ο Γιάννης είναι η καινούρια ψυχή του σκάφους . . . —Θα 'θελα να έβλεπα αυτό το υπερωκεάνειο, είπε ο Αθηναίος λόγιος. —Δεν είναι δύσκολο. Κάθε φορά που έρχεται στον Πειραιά, επιτρέπεται η επίσκεψη του. Αξίζει τον κόπο. Φεύγει κανείς ενθουσιασμένος . . —Εσύ το έχεις επισκεφθεί ; —Δυο φορές, που έγιναν εκθέσεις Ελλήνων καλλιτεχνών. Βλέπετε, το υπερωκεάνειο αυτό μπαίνει και στην καλλιτεχνική μας κίνηση ! Άλλωστε, το ίδιο είναι ένα καλλιτέχνημα. Ένα θαυμαστό κατόρθωμα εφαρμοσμένης σύγχρονης ναυπηγικής, τεχνικής, διευθέτησης χώρων και μοντέρνας διακοσμητικής. Τι τα θέλεις φίλε μου ! Σαν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά, βλέποντας τους εκτεθειμένους πίνακες των καλλιτεχνών μας, σκεφτόμουν πως αυτό το σκάφος ήταν μια πολύ πιο ζωντανή και πιο συναρπαστική έκφραση μοντέρνας τέχνης ! Η γραμμή του, ο όγκος του, τα καταστρώματα του, το βάψιμο του, το πλήθος των ξεχωριστών σαλονιών του, οι γωνιές του, οι εσωτερικές σκάλες του, ο μοντέρνος και κρυφός φωτισμός του, τα εστιατόρια του, οι κουζίνες του, τα υαλόφρακτα μέρη του, η επίπλωση του τέλος, καθώς βέβαια και οι καμπίνες του, δημιουργούν την εντύπωση ενός παραμυθένιου σύγχρονου παλατιού που ταξιδεύει. Και το σπουδαίο είναι τούτο : τις ανέσεις που διαθέτει το σκάφος τις απολαμβάνουν τώρα όλοι οι ταξιδιώτες, γιατί έχει κανονιστεί έτσι, ώστε όλες οι θέσεις να είναι τουριστικές — πλην ελαχίστων πολυτελείας, για όσους θα ήθελαν να ταξιδέψουν σε «αριστοκρατική απομόνωση». Την τελευταία φορά που είδα το σκάφος, συζητούσαμε με τον κυβερνήτη του, τον κ. Σιγάλα,


έναν ναυτικό που έχει οργώσει όλες τις θάλασσες και που είναι σοφός στη δουλειά του. Μου περιέγραφε λοιπόν με ζωντανά χρώματα αφηγητή πως ταξίδευαν οι μετανάστες και οι επιβάτες τρίτης θέσης με τα προπολεμικά υπερωκεάνεια. Εκεί μέσα, οι λεγόμενες «κοινωνικές διακρίσεις» είχαν φτάσει σε δραματική αντίθεση. Ένα πλήθος ταξιδιωτών ήταν σωριασμένο σε μακρά υποφράγματα, με απανωτά και αραδιασμένα κρεβάτια, σαν στρατώνες. Τρώγαν από συσσίτιο κοινό, παίρνοντας το φαγί στα τενεκεδάκια τους, κι υπόφεραν όλοι μαζί το αδιαχώρητο, το συνωστισμό, την ακαθαρσία και τις συνέπειες της φουρτούνας. Ωκεανό περνούσανε, δεν είναι παίξε - γέλασε ! Φαντασθείτε το ηθικό αυτών των ανθρώπων, σε ποια χάλια φτάνανε στο Νέο Κόσμο, με ποιες ελπίδες αρχίζανε την καινούρια τους ζωή ! Κατάσταση βαρβαρότητας και αδικαιολόγητου πρωτογονισμού επικρατούσε σ' εκείνα τα υπερωκεάνεια, που μολαταύτα για τους λίγους διέθεταν υπερπολυτελείς ανέσεις ! Αλλά να τώρα, ο οίκος Γουλανδρή, με μια αποφασιστική χειρονομία, έβαλε τέρμα στο απολίτιστο εκείνο ταξιδιωτικό καθεστώς κι έφερε την ανθρωπιά, το φως, την καθαριότητα, την άνεση, την πολυτέλεια, την ευπρέπεια, δημιουργώντας το «Όλυμπία». Θα λέγαμε μάλιστα πως η ταχύτητα του σκάφους βλάπτει τους ταξιδιώτες, γιατί συντομεύει κατά πολύ τη χαρά να ταξιδεύεις άνετα και ωραία. Άλλοτε το ταξίδι με τα υπερωκεάνεια —για τον πολύ κόσμο— ήταν ένα μέσο για να φτάσουν κάπου. Βέβαια και τώρα μέσο είναι πάλι, αλλά έτσι που γίνεται μεταβάλλεται κάλλιστα και σε αυτοσκοπό ! Μπορεί κανείς με το «Ολυμπία» να ταξιδέψει, για να ταξιδέψει και μόνο ! Για να περάσει μερικές παραμυθένιες μέρες στον Ωκεανό . . . Καταλαβαίνεις τώρα, φίλε μου. τι θρύλος θα 'χει γίνει το «Ολυμπία», ακόμα και στην πιο απόμακρη γωνιά ετούτου του νησιού ! Το ωκεάνειο πνεύμα του διαπερνάει τα πάντα εδώ, αιχμαλωτίζει τις φαντασίες, ναρκώνει τις ψυχές. Βέβαια, το καράβι αυτό δεν είναι δυνατό να 'ρθει ν' αράξει καμιά μέρα στο λιμανάκι εδώ ! Μα κανένα από τα αντριώτικα καράβια, τα φορτηγά των ωκεανών, δεν περνάει από το νησί. Όλοι εδώ τα ξέρουν, τα παρακολουθούν νοερά στα ταξίδια τους, χωρίς να τα βλέπουν. Στα παλιά χρόνια, τα πριν από τον πρώτο ευρωπαϊκό πόλεμο, τότε που ήταν ανοιχτή η Ρωσία και γίνονταν πολλοί ναύλοι στη Μαύρη Θάλασσα, συχνά περνούσαν τα φορτηγά μας, ξέκοβαν από τη γραμμή τους λίγο και άραζαν σε κείνο το λιμάνι, που το βλέπεις τώρα άδειο κι από βαπόρια μα κι από καΐκια ακόμα ! Αλλά το λιμάνι τούτο της Άντρου, για κάθε ντόπιο που ξέρει, είναι στοιχειωμένο από την αόρατη παρουσία του πλήθους των μεγάλων φορτηγών που ταξιδεύουν στις μακρινές θάλασσες, ενώ τα πληρώματα τους ονειρεύονται τη μικρή


πατρίδα και τους δικούς τους — ναι, ονειρεύονται να πιουν ένα καφεδάκι κάτω από τούτο τον πλάτανο, να τα πουν με τους παλιούς φίλους και να διηγηθούν στους δικούς τους τα βάσανα τους, τις χαρές τους, τις θαλασσινές τους περιπέτειες. Ονειρεύονται τα όμορφα χωριά του νησιού, με τους κήπους, τα φροντισμένα περιβόλια, τα κυπαρίσσια, τα τρεχούμενα νερά και τις . . . λιχουδιές, που τόσο νόστιμα τις ετοιμάζουν οι αντριώτισσες νοικοκυρές . . . Αυτό είναι το ειδικό θαλασσινό πνεύμα του νησιού μας, φίλε μου ... Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί η Χώρα δεν πήρε ψαράδικο, λιμανίσιο ύφος, γιατί δε μοιάζει με τη Μύκονο λόγου χάρη. Η μικρή αυτή πόλη αναπτύχθηκε ακριβώς στην περίοδο της ακμής των βαποριών — κι έτσι αναπτύσσεται και τώρα. Αλλά είχε αρχίσει πια ο εικοστός αιώνας. Αν πας στις παλιές συνοικίες, στο Παραπόρτι, στην Καμάρα, θα δεις δρομάκια και σπίτια καθαρά νησιώτικα, γραφικά. Μα οι ναυτικοί που άρχιζαν να πλουτίζουν μετά το 1900, ήταν φυσικό να χτίζουν τα σπίτια τους απάνω στους νέους, τους «αστικούς ρυθμούς». Έτσι, εγκαταλείφθηκε η παλιά, «νησιώτικη πόλη», και η νέα τράβηξε προς τα έξω, με καινούρια σπίτια, μεγάλα, άνετα, συγχρονισμένα για την εποχή. Να γιατί το «ωκεάνειο πνεύμα» δε φαίνεται πουθενά μέσα στην ήσυχη τούτη, καθαρή και σιωπηλή πολίχνη. Μα αν μπούμε σ' οποιοδήποτε καφενείο, σ' οποιοδήποτε σπίτι, δε θ' ακούσεις τίποτ' άλλο παρά κουβέντες για μακρινές θάλασσες, για ταξίδια, για επιταγές, για την αγωνία των ξενιτεμένων, για ναύλους, κέρδη και ζημιές. Μήπως κι αυτό δεν είναι «θαλασσινή ατμόσφαιρα», μήπως κι αυτό δεν είναι «θαλασσινή Ελλάδα»; Και μάλιστα Ελλάδα απλωμένη σε κοσμοπολίτικα κέντρα, σε διεθνείς διαστάσεις. Αν γεννιόταν κι εδώ ένας Παπαδιαμάντης, πόσα θα είχε ν' αποκαλύψει και να ζωντανέψει. Γιατί εδώ η θαλασσινή μας ζωή είναι ψυχή, ανάμνηση, φαντασία, ονειροπόληση, σχέδιο για το μέλλον. Δε χτυπά στα μάτια, μα μιλά στην ψυχή όσων καταλαβαίνουν τι θα πει ξενιτεμός, ωκεανός, ξένο λιμάνι, φτάσιμο του καραβιού, φορτηγό, ναύλος. Όποιον και να ρωτήσεις εδώ, θα σου μιλήσει, σαν καλός γεωγράφος για τα πιο απίθανα λιμάνια του κόσμου. Αν πεις να ξουριστείς σ' ένα κουρείο, θα ιδείς στολισμένους τους τοίχους με φωτογραφίες και εικόνες παλιών φορτηγών, που ανεμοδέρνονται στους μανιασμένους ωκεανούς, ή που ναυαγούν σ' αφιλόξενες ξέρες. Στα σπίτια των εφοπλιστών, στις σάλες τους, θα δεις να συμπληρώνουν την επίπλωση μεγάλα ομοιώματα των καραβιών τους, φυλαγμένα σε τεράστιες γυάλες. Και κάθε μέρα σχεδόν, στ' άσπρα ερημοκλήσια μας γίνονται λειτουργίες, για να 'χουν «καλό κατευόδιο» εκείνοι που θαλασσοδέρνουνται….


—Φτάνει ! Μ' έπεισες ! φώναξε γελώντας ο Αθηναίος λόγιος. Θα μείνω εδώ κάμποσες μέρες να μελετήσω και να καταλάβω αυτό το «ωκεάνειο πνεύμα σας». Και σα γυρίσω στην Αθήνα, θα κάνω μια επίσκεψη στο «Ολυμπία», για να πιστοποιήσω σε ποια ακμή και σε ποιόν πολιτισμό έχει φτάσει σήμερα η ελληνική ναυτιλία, χάρη στο ωκεάνειο πνεύμα των Ανδρίων . . . Από το βιβλίο του Αντρέα Καραντώνη Ελληνικοί Χώροι, Το ωκεάνειο πνεύμα ενός νησιού . (εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα 1979)


Η ιστορία του εμπορικού στόλου της Άνδρου. Αφήγηση: Ανδρέας Καραντώνης