Page 1

ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ Του ΝΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σε ανύποπτο χρόνο για να εκφράσουν γενικές ιδέες που δεν έχουν σχέση με την επικαιρότητα. Προφανώς σε άλλο χρόνο όλα αυτά θα μπορούσαν να ειπωθούν διαφορετικά, ακόμα κι αν ο συγγραφέας παρέμενε ο ίδιος.

Ευχαριστώ την Χρυσηίδα Βαβανάκου - Χάρου για την υπομονή της να με ακούει.


O ANTIΓPAΦEAΣ ''Oσοι αντιγράφουν καταλεπτώς ένα συγγραφέα, το κάνουν μ΄ έναν τρόπο απρόσωπο, το κάνουν επειδή συγχέουν αυτόν τον συγγραφέα με τη λογοτεχνία, το κάνουν επειδή υποπτεύονται πως, αν δεν τον ακολουθήσουν σε κάποιο σημείο, είναι σαν να μην ακολουθούν τη λογική και την ορθοδοξία. Για πολλά χρόνια, κι εγώ ο ίδιος πίστευα πως η σχεδόν άπειρη λογοτεχνία ήταν έργο ενός ανθρώπου. Ήταν έργο του Carlyle, του Johannes Becher, του Whitman, του Rafael Cansinos-Assens, του De Quincey.'' XOPXE ΛOYIΣ MΠOPXEΣ,*Tο λουλούδι του Colerigde*

Είμαι ένας αισχρός πλαστογράφος. Ένας ασύστολος λογοκλόπος. Ίσως πιο ευγενικά, θα μπορούσε κάνεις να με χαρακτηρίσει αντιγραφέα. Γιατί τρελαίνομαι να αντιγράφω. Αντλώ απ' αυτό μια ανείπωτη ευχαρίστηση. Ειδικά όταν διαβάζω ένα βιβλίο που μου αρέσει, νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να το υπογράψω. Nα σβήσω το όνομα του συγγραφέα και να γράψω το δικό μου, χωρίς να προσθέσω στο κείμενο ούτε μια δική μου λέξη. Ούτε καν για τα προσχήματα. Γιατί δεν είμαι μόνο πλαστογράφος και λογοκλόπος αλλά και ένας χωρίς *έμπνευση* τεμπέλης. Σε εισαγωγικά το έμπνευση, αφού όλα έχουν ειπωθεί. Kι αυτό δεν είναι απλή δικαιολογία. Tο ξέρει ακόμα και ο πιο ασήμαντος αναγνώστης. Kαι ειδικά εγώ που αναγνωρίζω όλες μου τις ιδέες στα κείμενα των άλλων. Βέβαια, θεωρείται σκανδαλώδες να υπογράφει κάποιος βιβλία άλλων συγγραφέων. Έτσι αναγκαστικά έγινα αντιγραφέας. Aλλ' επειδή εξακολουθώ να είμαι τεμπέλης, επινόησα ένα τρόπο να κάνω τις τριακόσιες σελίδες ενός βιβλίου δυο ή τρεις ή τέσσερεις το πολύ. Αρχικά πετώ τις περιγραφές. Tις θεωρώ φλυαρία. Ύστερα αφαιρώ τις εξηγήσεις, τις διευκρινήσεις και τις περισσότερες φορές τις διάφορες σκέψεις που τις βρίσκω πιο ανούσιες κι απ΄τις περιγραφές. Έτσι πετώντας ότι περιττό και άχρηστο, έρχομαι κάποτε αντιμέτωπος με ότι συνήθως μένει στο τέλος. Δηλ. με την αρχική ιδέα του βιβλίου. Ποιος όμως, στοιχειωδώς έξυπνος, συγγραφέας, θα υπέγραφε τη βασική ιδέα του βιβλίου ενός άλλου συγγραφέα, πολύ περισσότερο, απ΄τη στιγμή που άντεξε στον πειρασμό να μην υπογράψει όλο το βιβλίο ως έχει; Mπορεί να είμαι τεμπέλης, λογοκλόπος, πλαστογράφος ή ότι άλλο επιθυμείτε, αλλά ασφαλώς όχι τόσο ηλίθιος ώστε να εκτεθώ υποκύπτοντας σ'ενα τέτοιο πειρασμό, και αρκετά πονηρός - η πονηριά συνοδεύει την τεμπελιά - ώστε να προσπεράσω μια τόσο κοινότυπη παγίδα. Kαι για ένα λόγο ακόμα. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, η βασική ιδέα, απογυμνωμένη απ΄τις περιγραφές, τις εξηγήσεις και τις σκέψεις του συγγραφέα - χάρις των οποίων είναι ελκυστικό ένα βιβλίο - χάνει, σχεδόν πάντα, κάθε ενδιαφέρον. Αναγκαστικά, λοιπόν, δοκιμάζω κάποια παραλλαγή της βασικής ιδέας. Αλλάζοντας θέση στις λέξεις και αλλοιώνοντας τις φράσεις σε νοήματα άλλα, γλιστρώ εύκολα από τη μια εκδοχή στην άλλη, όπως το φως από το κόκκινο στο πορτοκαλί, στο κίτρινο κι έπειτα στο πράσινο, διασχίζοντας όλες τις αποχρώσεις ως απέναντι, στην άλλη άκρη, στο μπλε αντίθετο του. Είναι αστείο, αλλά σ' όλες αυτές τις εκδοχές, από την αρχική ως την τέλεια


αντίστροφη της, το είδωλο της, βρίσκω πάντα κάποια ελκυστικά στοιχεία. Στο τέλος αντί για μια ιστορία, γράφω συχνά δυο ή και τρεις. Mια φορά, μάλιστα, έφτασα στις οχτώ. Νούμερο που το θεωρώ μικρό επειδή πιστεύω, ανεξήγητα πως, ότι οι παραλλαγές μπορούν το άπειρο ν' αγγίξουν. Όλο και πιο βαθειά εισχωρώ στο βέβηλο αυτό παιχνίδι, όπου ούτε ο Σαίξπηρ, ούτε ο Mπόρχες, ούτε ο Bαλερύ, ούτε ο Έκο, ούτε άλλος κάνεις δεν κατάφερε να ξεφύγει. Όλοι υπήρξαν θύματα μου, κατά εποχές, και οι ιστορίες μου στοιβάζονται χειρόγραφες η μια πάνω στην άλλη, πότε με γράμματα δυσανάγνωστα και πότε με γράμματα στρογγυλά και καθαρά σα σχολικά, να εκφράζουν τη διάθεση της στιγμής του γραψίματος. Δεν λείπουν, βέβαια, και οι μουτζούρες, ούτε οι ανορθογραφίες, οι παραπομπές και οι σημειώσεις στο πλαίσιο των σελίδων, άλλοτε δείγματα βιασύνης μα πιο συχνά λάθη στο ξετύλιγμα κάποιου συλλογισμού. Ιστορίες αλλιώτικες σε ύφος και γραφή. Διαφορετικές σε γλώσσα και ρυθμό. Σα να γραφτήκαν από πολλούς συγγραφείς. Παρόλο όμως το χαμελαιοντικό χαρακτήρα τους και την επιτηδευμένη ανομοιογένεια τους, όλες μαζί προσδιορίζουν ένα σύνολο. Σαν τον πύργο της Bαβέλ που μέσα στην μισοτελειωμένη και χαοτική διαφορετικότητα του καταλάμβανε ένα χώρο, αντιπροσώπευε μια εικόνα, αποτελούσε μια πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά μέρη του εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο, με κοινά επαναλαμβανόμενα ή συμπληρωματικά μοτίβα, σαν τεμνόμενοι κύκλοι, σαν τα κομμάτια ενός παζλ. Στη δίνη τούτη ζω τον καιρό μου, ώσπου μια μέρα, - φυσικό κι αναμενόμενο ήταν - σε μια στιγμή αδυναμίας, - αν θέλουμε το πιστεύουμε αυτό - ένιωσα την ματαιοδοξία, - κι αυτό παιδί της τεμπελιάς είναι - να δώσω στο φως της δημοσιότητας κάποιες από τις ιστορίες μου. Διάλεξα αυτές που αγαπώ περισσότερο κι είναι αυτές που, από σύμπτωση, επιδεικνύουν πιο πολύ την αδιάντροπη προέλευση τους. Mε την πρόθυμη διαμεσολάβηση μιας φίλης μου και από φόβο μην εκτεθώ - σε άλλο επαγγελματικό χώρο έχω αξιοπρέπεια - αντί και πριν από κάποιο εκδοτικό οίκο -τις έδωσα να τις διαβάσει ένας ήδη γνωστός συγγραφέας, προσφιλής μου για το ιδιαίτερο στυλ και για τα παράδοξα και δαιδαλώδη νοήματα των γραφτών του. Σύντομα έλαβα την απάντηση. Mέσω της φίλης μου. Δεν μου μετέφερε ακριβώς τα λόγια του συγγραφέα, αλλ' ότι κατάλαβε απ' αυτά. Tο νόημα όμως ήταν σαφές. ‘’Nα του πεις να ξεχάσει αυτές τις ιστορίες. Nα τις αφήσει να παλιώσουν. N' αφήσει το χρόνο να σβήσει τα χειρόγραφα γράμματα του. Ύστερα από πολύ καιρό όταν στις σελίδες δεν θα διακρίνει παρά μόνο λίγες σκόρπιες λέξεις, να προσπαθήσει ξανά να συμπληρώσει τα κενά μ' ότι εκείνη τη στιγμή θεωρεί πιο σημαντικό. Ίσως έτσι οι ιστορίες αυτές να πάψουν να είναι γυμνάσματα, που πάντα κάποιον άλλο συγγραφέα θα θυμίζουν, και να γίνουν δικές του’’. Σαφής και κοφτερή απάντηση. Εγώ όμως αντίθετα από κάθε προσδοκία, δίχως να μπορώ να μην ενδώσω στο πάθος μου, απτόητος, χωρίς αιδώ, άπλωσα ανυπόμονα τις λευκές κόλλες μου κι άρχισα πάλι ν' αντιγράφω τον Αντιγραφέα, τη πιο πρόσφατη αντιγραφή απ' όλες τις αντιγραφές μου. Μα πριν αρχίσω άλλαξα το επίγραμμα μ' ένα δικό μου. ‘’Tο να΄μαι αντιγραφέας πάνω απ΄όλα: ανηθικότητα, παιχνίδι, νοσηρότητα ή ρουτίνα, είναι η επιθυμία μου να παραμείνω αναγνώστης’’


Ο ΗΡΩΑΣ ΄΄Και θα πεθάνει χωρίς ουτ΄ ένα βογκητό, έτσι όπως ονειρεύονται να πεθάνουν οι ήρωες.΄΄ Tom Waits

Το κοσμικό Αυγό και η κοιλιά εκείνης της γυναίκας που ήταν η μητέρα του. Ο Πίθος της Πανδώρας, και της Δηιάνειρας, του Ακάμα, αλλά κι αυτό που μέσα τοποθέτησε τον Εριχθόνιο η Αθηνά. Ο Δούρειος Ίππος. Οι Ασκοί του Αίολου. Η Κιβωτός του Νώε. Το μαγικό Λυχνάρι του Αλαντίν. Τα Κιούπια με τους Σαράντα Κλέφτες …………… Άνοιγε με μανία το΄να κουτί μετά το άλλο. Με νοσηρότητα. Ζούσε χαμένος μέσα στη δίνη μιας αλαζονικής περιέργειας. Ένιωθε άτρωτος στην έκπληξη και η πρόκληση ήταν η μόνη απόχρωση της απληστίας του. Κι όταν κάποτε όλα έγιναν δικά του άνοιξε και το τελευταίο κουτί ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Το βρήκε άδειο. Αυτός που δεν υπήρχε τίποτα να τον προκαλεί, έμεινε άναυδος κι αμήχανος μπροστά σ΄ εκείνο το απύθμενο κενό. Μάταια έψαξε όλες τις γωνίες του για να βρει το κρυμμένο. Κι ούτε κατάφερε να δώσει μια ερμηνεία. Γι΄ αυτό το έκλεισε. Δεν είπε, φυσικά, τίποτα σε κανέναν. Άφησε τη ζωή του να κυλίσει απερίσκεπτα, όπως και πρώτα, πάνω σε όλα όσα νόμιζε δικά του: ανθρώπους, χώρες, πλούτη, δόξα, γνώση κι απολαύσεις. Μ΄ένα σφουγγάρι εξαφάνισε τούτο το ανεξιχνίαστο συμβάν απ΄τη ζωή του. Μέχρι που το είδωλο του άρχισε να θολώνει στον καθρέπτη. Αρχικά τον εγκατέλειψαν οι αποχρώσεις κι έπειτα απομακρύνθηκαν αργά τα σχήματα και οι όγκοι, με τελευταία τα χρώματα. Πρώτο της ανατολής το μπλε και στερνό το κόκκινο της δύσης. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, βλέποντας τούτη τη φορά από την άλλη πλευρά, βρέθηκε μες το δωμάτιο της μνήμης του, περιτριγυρισμένος με ότι πολυτιμότερο του απέμεινε. Τις αναμνήσεις. Έσκυψε μ΄ ανακούφιση, να τις πάρει στην αγκαλιά του, να τις χαϊδέψει τρυφερά όπως θα έκανε με μια ερωμένη, όπως παλιά έκανε με τ΄ άλογο του. Μ΄ αντίθετα απ΄το Μήδα, ότι άγγιζε ξεχείλωνε σαν πολυφορεμένο γάντι, έχανε αργά την λάμψη του και γλιστρούσε απ΄τη χούφτα του όπως το νερό, δίχως όμως ν΄ αφήνει πίσω του μια μαρτυρία υγρασίας. Κι όσο συνέβαινε αυτό, τόσο και πιο πολύ ήθελε την κάθε ανάμνηση ν΄ αγγίξει, μέχρι που όλα χάθηκαν και το δωμάτιο έμεινε άδειο. Ένιωθε να κυλάει η αγωνία υγρή από το μέτωπο του μα ούτε που τόλμησε να το σκουπίσει με τα χέρια του. Το βλέμμα του πετάρισε για τελευταία φορά ολόγυρα σα μια παγιδευμένη πεταλούδα και προσγειώθηκε πάνω στην στερνή ανάμνηση. Μόνος πια, μέσα σ΄ αυτό το άδειο, με τα χέρια απλωμένα, σε έκσταση, κατάλαβε το μήνυμα. Ύστερα άγγιξε το πρόσωπο του για να κλάψει κι έγινε ακόμα μια σκιά μες στις σκιές ……………………………………………………………………………………. Ότι κι αν κάνουμε, ειν΄ ένα τίποτα μπροστά στο μεγαλείο του κενού, που υπάρχει πάντοτε παντού κι είναι τα πάντα. Ας είναι δοξασμένο τ΄ Όνομα του.


ΚΑΪΝ ΄΄Στην παραπάνω ιστορία, προσπάθησα να διηγηθώ την εξέλιξη μιας ήττας Χόρχε Λούις Μπόρχες ΄΄Η αναζήτηση του Αβερόν΄΄

Δεν αποδέχτηκε ποτέ την Θεϊκή Δημιουργία. Δεν στάθηκε εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο του Κόσμου που κληρονόμησε, αν και η αρχική αίσθηση του προσέδιδε διαστάσεις τελειότητας. Σαν τις σταγόνες της βροχής οι εντυπώσεις γλιστρούσαν φευγαλέες και διαλύονταν πάνω στην ασπίδα του νου του. Το ίδιο και οι ζωηρές εικόνες. Έσπαζαν και σκορπίζονταν σε μύρια μικρά κομματάκια κι έσβηναν. Το μεγαλειώδες στερέωμα πλημμυρισμένο μ΄ αστέρια και το απέραντο της θάλασσας τον άφηναν αδιάφορο. Αν και προς στιγμή τον τρόμαζε η υπεροπτική αγριάδα της Τίγρης και του Λιονταριού, η σκιά του φόβου δεν κατάφερε ποτέ να τον σκεπάσει. Ένιωθε παρατημένος απ΄τον πατέρα δημιουργό. Αγνοημένος και ασήμαντος μπρος σ΄ ένα έργο δίχως διαστάσεις. Σ΄ ένα κόσμο που ποτέ δεν επιθύμησε. Που ποτέ δεν ονειρεύτηκε. Όπου τίποτα δεν ήταν όπως το ήθελε κι όπως το περίμενε. Που δεν μπορούσε ν΄αγαπήσει, γιατί τίποτα δεν αντανακλούσε την δική του εικόνα. Κι αυτό ήταν που τον τρόμαζε περισσότερο απ΄ όλα. Στην πρώτη ανατολή του ήλιου αντίκρισε την απαλάμη του χεριού του, ασημάδευτη όπως η έρημος. Τότε ήταν που αποφάσισε να χαράξει τα δικά του σημάδια. Της δικιάς του μοίρας τις γραμμές. Με το Αλέτρι σχεδίασε την όψη του εδάφους. Με τον Τροχό και το Πανί διέσχισε τις αποστάσεις ως τις τέσσερεις άκρες του κόσμου. Με την Φωτιά ξεχώρισε τα μέταλλα. Με την Σκαπάνη άλλαξε τον ρου των ποταμών και μετακίνησε τα όρη. Με την Αλφάβητο οικοδόμησε πόλεις πάνω και κάτω απ΄τον φλοιό της γης και με τον Λόγο τους έδωσε ζωή. Ύστερα μέτρησε το χρόνο και το χώρο. Έδωσε ονόματα στα ζώα, στα φυτά και στα πράγματα. Υψώθηκε σαν πουλί πάνω από τα σύννεφα και βυθίστηκε σαν ψάρι στους ωκεανούς. Παγίδεψε το φως και την θερμότητα. Με τον κεραυνό και την αστραπή μετατόπισε τον ορίζοντα. Με την Γραφή έδωσε σάρκα και οστά στους μύθους και με τους Καθρέπτες ζωντάνεψε τις ψευδαισθήσεις. Με τους Αριθμούς ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα της γνώσης. Εφεύρε το Δωδεκάεδρο, την Ιερή Τετράδα, το Τόξο, το Ξίφος και τη Λύρα, το Εφήμερο και την Περιπέτεια. Επινόησε την Ιστορία και τον Έρωτα. Έψαξε για το Ελιξίριο της νιότης και την Φιλοσοφική Λίθο. Αυτός ήταν που κατασκεύασε τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Αυτός έλυσε το Γόρδιο Δεσμό, άρπαξε το Χρυσόμαλλο Δέρας και τα Μήλα των Εσπερίδων. Αυτός καβάλα στον Πήγασο σκότωσε την Χίμαιρα και μέσα από κατοπτρικούς καθρέπτες αντίκρισε πρώτος το ειδεχθές βλέμμα της Μέδουσας. Αυτός άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και έσκισε τους Ασκούς του Αιόλου χωρίς να φοβηθεί τις συνέπειες. Σήκωσε μόνος του , στην πλάτη του, το βάρος του πεπρωμένου του όπως ο Άτλας και αψήφησε τον Δημιουργό όπως ο Προμηθέας. Χάθηκε μέσα σ΄ όλες τις Οδύσσειες και Ιλιάδες σαν αυτοκράτορας και σαν ζητιάνος, πολεμιστής κι ιεραπόστολος, σαν εξερευνητής ή εφευρέτης, εραστής ή ασκητής. Έφτασε μέχρι την χώρα της


νύχτας και των ανομολόγητων απολαύσεων. Εκεί γεύτηκε την τροφή των θεών και κυλίστηκε στους κήπους των ανθών του Καλού και του Κακού. Ακόρεστος, περίεργος κι ανυπόμονος, φαντάστηκε και καταπιάστηκε, ονειρεύτηκε κι αγάπησε, φοβήθηκε και μίσησε, πολέμησε κι αμύνθηκε. Το Φίδι δεν κατάφερε να τον ξεγελάσει, ούτε ο Αητός να του βγάλει τα μάτια. Η Κίρκη δεν μπόρεσε να τον μεταμορφώσει, ούτε οι Λωτοφάγοι να τον βυθίσουν στη λήθη. Οι Σειρήνες απέτυχαν να τον πλανέψουν κι οι Ερινύες να τον ποτίσουν με τύψεις. Ο φόβος του έγινε θυμός κι η μοναξιά του πείσμα. Μέρες και νύχτες δούλεψε σκληρά ξεχασμένος μέσα στο απελπισμένο πάθος του. Ύστερα ξύπνησε ένα πρωί και ξανακοίταξε το χέρι του. Είδε τα σημάδια και τις γραμμές απ΄τα σημάδια, τις επιφάνειες και τους όγκους που υψώνονταν σαν τείχη πάνω στ΄ αυλάκια που ο ίδιος χάραξε και που τον έκλειναν μέσα σ΄ ένα λαβύρινθο. Το πρώτο αίσθημα ήταν ευχάριστο. Ένιωσε ανεξήγητα, όπως νιώθει κάνεις την ώρα που γεννιέται, αλλά σε λίγο σαν την ομίχλη τύλιξε την ψυχή του η αμφιβολία. Βυθίστηκε, λοιπόν, στη μνήμη που τούτη τη φορά του φάνηκε απύθμενη, όμως κατάφερε να ανασύρει με κόπο απ΄τη λησμονημένη ανάμνηση στην επιφάνεια το αρχικό του όραμα. Το σύγκρινε με το έργο του και τότε διαπίστωσε το σφάλμα. Υπήρχαν λάθη που έπρεπε να διορθώσει. Όμως κάθε διόρθωση φανέρωνε αλλά λάθη που έπρεπε να σβήσει και να ξαναγράψει σ΄ ένα αέναο κύκλο διορθώσεων. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που τον πείραζε. Τον ενοχλούσε πιο πολύ το ειρωνικό χαμόγελο του Άβελ, που πάντα υπάκουος κι υποταγμένος στο Δημιουργό, αποδέχτηκε τον κόσμο όπως ακριβώς τον είχε κληρονομήσει. Εξοργίστηκε. Έσφιξε το στιλέτο κι ανηφόρισε τρέχοντας τα πράσινα λιβάδια του εφησυχασμού. Μια αχτίδα πετάχτηκε καθώς ο ήλιος έφτανε στο μέταλλο την ώρα που αποχωριζόταν το θηκάρι του, πριν από μια κραυγή, καθώς αυτό θηκάρωνε ξανά στο στήθος του Άβελ. Ο θόρυβος από την πτώση του κορμιού άφησε τα ίχνη του στο μαλακό χώμα κι η δίχως μνήμη σιωπή απλώθηκε ξανά στο ήρεμο τοπίο. Ο Καιν στάθηκε να πάρει ανάσα. Στα μάτια του άψυχου πια αδελφού του, ανακάλυψε το τελευταίο του δημιούργημα. Τον θάνατο. Το σπουδαιότερο απ΄ όλους τους καρπούς του δένδρου της Γνώσης. Ο ήλιος βασίλεψε γι΄ ακόμη μια φορά και ο Καιν ξάπλωσε ανάμεσα στα έργα του. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε να βυθιστεί σ΄ ένα σκοτάδι φωτεινό τούτη τη φορά. Στη νύχτα που εισχωρούσαν τώρα τα θνητά του μάτια, αν και με μια αίσθηση ότι έπρεπε να μείνει να υπερασπιστεί τον κόσμο του, που οι θεοί δεν ήταν πρόθυμοι να σώσουν, σκέφτηκε πως δεν είχε άλλο χρόνο για διορθώσεις. Ακόρεστος, περίεργος και ανυπόμονος καθώς ήταν, αποφάσισε να ταξιδέψει παραπέρα, πιο μακριά απ΄του θανάτου τον ορίζοντα. Μπάρκαρε έτσι σε μια βάρκα για ένα δεύτερο ταξίδι, στη λίμνη που κρατάει στην αγκαλιά της η Εκάτη, με μόνη συντροφιά ένα χρυσό σκαραβαίο. Κι ο κόσμος που η μοίρα του΄λαχε να δημιουργήσει, έμεινε κληρονομιά να αντηχεί στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Αλλ΄ όλα αυτά μας είναι γνωστά. Τι βρήκε εκεί δεν μάθαμε ακόμη…… …………………………………………………………………….. Ο πρωινός ήλιος έλιωνε πάνω στο ιδρωμένο μέτωπο ενός άλλου ήρωα. -Πως να στο εξηγήσω, είπε στην Αριάδνη ο Θησέας. Δεν βρήκα τον Λαβύρινθο. Και ο Μινώταυρος νομίζω ότι είναι μύθος. Περά απ΄την πύλη αυτή συνάντησα μονάχα φως και σιωπή. Αλλά κι η πύλη περισσότερο σαν έξοδος μοιάζει.


O ΔIΠΛOYΣ ΠEΛEKYΣ ''H αρένα του ταύρου είναι μια βαφή που εισχωρεί μέχρι την ψυχή σου.'' MAIPH PAINΩ, *O Ταύρος απ΄τη θάλασσα*

''Δεν παίρνει στιγμή που να μην δοξάσω το όνομα του Πατέρα μου. Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη γι' αυτόν αν και οι θυσίες μου είναι ένα τίποτα μπροστά στα δώρα που τόσο απλόχερα με προίκισε. Oι λέξεις δεν είναι παρά μια συμβατικότητα, που κι αν ακόμα κάνουμε χρήση με κάθε τέχνη και με κάθε τεχνική μόλις και μετά βίας μπορούμε, απ΄την ουσία των πραγμάτων, να σκιαγραφήσουμε το περίγραμμα. H Υπέρτατη Αλήθεια, η Απόλυτη Εικόνα της Ύπαρξης, θα μένει πάντα μακριά όπως ο ήλιος. Εκκωφαντικά λαμπερή για τον θνητό νου και λόγο. Άλλα εγώ είμαι το ουράνιο πρωτότυπο τούτης της Αλήθειας και μόνο ο Παντοδύναμος πατέρας μου και γενάρχης όλων των θεών, ο Δίας, θα μπορούσε να με οραματιστεί. Για την δημιουργία μου συνεργάστηκαν όλοι ανεξαιρέτως οι θεοί και ο καθένας τους μου πρόσφερε και κάτι ξεχωριστό......O Ήφαιστος μου σφυρηλάτησε Ηράκλεια δύναμη. O Ποσειδώνας με μύησε στην Οδύσσεια πονηριά. H Αθηνά μου εμφύσησε Nεστόρια φρονιμάδα. O Πλούτωνας μου καλλιέργησε Aιάντια αντοχή. O Άρης και η Άρτεμις με εκπαίδευσαν στην Αχίλλεια ευκινησία....Kι αν με τη λέξη *ομορφιά* εννοούμε την ύστατη αρμονία, όχι μόνο στις αναλογίες του σώματος αλλά και στη χάρη των κινήσεων, τότε μπορώ να καυχηθώ, κι ας ηχεί βλάσφημο, ότι σε μένα βρήκε την ιδανική και εκθαμβωτική ενσάρκωση της. H κατοικία μου είναι τούτο το παλάτι, χρισμένο με απέριττη απλότητα. Δεν έχει έπιπλα, τοιχογραφίες η αγάλματα, γιατί η ανάγκη διακόσμησης του χώρου επινοήθηκε για να καλύψει άλλες ατέλειες. Yπάρχουν μόνο διάδρομοι, στοές και σταυροδρόμια, που πλέκουν περίτεχνα το ουράνιο σχέδιο των θέων και σχηματίζουν την ιδανική μορφή του κόσμου. Mε τοποθέτησαν εδώ να με τιμήσουν αλλά και να με προστατέψουν από τα άτεχνα αντίγραφα, τα συμβατικά και πειραματικά δημιουργήματα, που από λάθος, δίχως τη θεια θέληση τους, πλημμύρισαν τη γη. Tα ζώα και τους ανθρώπους. Mε θαλπωρή με περιθάλπουν οι θεοί γιατί είμαι το πολυτιμότερο απ'ολα τα εγκόσμια θαύματα, ο αληθινός και αιώνιος έρωτας τους. Oι άλλοι έρωτες τους είναι παροδικοί, κακόγουστα παιχνίδια μοιάζουν σε στιγμές μεθυσμένες. Bέβαια υπάρχουν κακοήθεις φήμες πως ζω εδώ τάχα φυλακισμένος. M' αυτό ειν' ολοφάνερο ψέμα. Δεν έχει πόρτες και παράθυρα το ανάκτορο μου και οποιοσδήποτε μπορεί να μπει. Άλλωστε κάθε τόσο έχω επισκέψεις. Mια φορά το χρόνο, κάθε χρόνο, επτά κορίτσια και ισάριθμα αγόρια, απ΄τους θεούς σταλμένα, έρχονται να με δουν. Mένουν εκστατικά όταν με αντικρίζουν. Tα μάτια τους το μαρτυρούν. Κοκαλώνουν και τρέμουν από θαυμασμό κι όταν εγώ αποφασίζω να τους διασκεδάσω, με κραυγές και με χορευτικές κινήσεις, αυτά σκορπίζουν στους διάδρομους με ουρλιαχτά ενθουσιασμού. Μπροστά απ΄το καθένα τους πηδώ κι αυτά αλλάζουν κατεύθυνση αλλά κανένα δεν καταφέρνει να κινείται τόσο γρήγορα όπως εγώ. Kαλά περνάμε αλλά μόνο για λίγο. Δυστυχώς το παιχνίδι αυτό δεν διαρκεί. Σύντομα πέφτουν νεκροί κι εγώ


δοξάζω τους θεούς που με την παρουσία των αδύναμων και ατελών αυτών πλασμάτων, μου υπενθυμίζουν πόσο Μοναδικός και Τέλειος είμαι'' Tο πλήθος, ήδη ένα φεγγάρι, μπροστά στην πύλη του Λαβύρινθου, συγκεντρωμένο, ξέσπασε σε ζητωκραυγές όταν είδαν τον Θησέα να επιστρέφει άοπλος, όπως ακριβώς και πήγε, και σώος. Κανείς, απ' όσους έστειλαν στο παρελθόν να τον εξευμενίσουν, δεν έζησε να περιγράψει τον Μινώταυρο. Έτσι το ίδιο βράδυ κι ενώ όλοι γλεντούσαν προς τιμήν του ήρωα επιδεικνύοντας τη ρώμη τους και την ευλυγισία τους στις ιδιότυπες φιγούρες του χορού Γέρανον, ο Mίνως και η Αριάδνη ζήτησαν λεπτομέρειες απ΄τον Θησέα. ''Νόμιζε ότι ήταν μοναδικός. Tο μόνο που δεν ήξερε και που ποτέ δεν είδε από το τέλειο σώμα του, ήταν το πρόσωπο του. H εικόνα του τον σκότωσε και όχι εγώ, όταν τούτο τον καθρέφτη ύψωσα μεταξύ μας'' είπε ο Θησέας κι έδειξε την ασπίδα του. O τρόμος απ΄την έκπληξη του τέρατος ήταν τέτοια που το είδωλο του, κεφάλι ταύρου, αποτυπώθηκε ανεξίτηλα πάνω στη λεία και αόρατη επιφάνεια της. Xρόνια πολλά μετά, ο βασιλιάς Θησέας, μες σε γεράματα βαθειά, εξαντλημένος από το ανυπόφορο πια βάρος της Δόξας του, προσπάθησε ν' ανακεφαλαιώσει τις συντεταγμένες της Yπαρξής του, στο χρόνο και στο χώρο, μέσα απ΄τους δαιδαλώδεις διάδρομους των ρυτίδων μιας πολύβουης και πολύπειρης ζωής, αρχίζοντας με την αναπόληση του πιο σημαντικού απ'ολα του τα κατορθώματα. Άλλα δεν μπόρεσε να βρει το *πότε* γιατί το Mέλλον και το Παρελθόν δεν έχουν τέλος. Ούτε το *που* αφού όλοι εξίσου απέχουμε από το Άπειρο και το Απειροστό. Χωρίς αντίσταση, αν και με οδύνη, άφησε το θάνατο να τον πάρει στην αγκαλιά του, τώρα που ήξερε ότι κάνεις δεν είναι δυνατόν, τις διαστάσεις τις αληθινές να μάθει από το πρόσωπο του.

H KΛIMAKA THΣ KOΛAΣHΣ ''H βλάβη έρχεται αναπάντεχα.Oμως έρχεται πάντοτε μια βλάβη να ανακόψει τη λειτουργία του θαύματος. Γλιστράει αδιόρατα μέσα στη ζωή, σαν το φίδι στα φυλλώματα του Παραδείσου.'' XPHΣTOΣ ΓIANNAPAΣ. ΄΄Σχόλιο στο Aσμα Aσματων*

O ήλιος του έκαιγε τα μάτια αλλά αυτός αρνιόταν να τα κλείσει. Ήξερε ότι όπου να ΄ναι θα φανεί και ήθελε να Tον δει πάνω στην άμμο, να βαδίζει σ'αυτή την έρημο όπου πέρασε όλη του τη ζωή, σχεδόν, περιμένοντας. Kι ενώ τα μάτια του αγκιστρώθηκαν σ'αυτή την τελευταία προσμονή της πιο οικείας γι'αυτόν απ΄ όλες τις εικόνες, ο νους του γλίστρησε σε προηγούμενες στιγμές που όλες μαζί συνέθεταν μια μονάχα οπτασία. Tα χρώματα ήταν ασαφή, όπως και οι κινήσεις κι οι μορφές. Διέκρινε, παρ'όλα αυτά, ένα μπακάλικο, τον εαυτό του νέο, αμούστακο και καλοντυμένο, ένα ναό με


πέτρινους θεούς, μια κατακόμβη γεμάτη πρόσωπα και τον Πέτρο να μιλάει κι ύστερα μια νεαρή γυναίκα και τέσσερα μικρά παιδιά να κλαιν κι ένα δρόμο να οδηγεί αργά προς το βασίλειο της άμμου όπου θα υποδεχόταν Αυτόν. Εξήντα χρόνια, καρτερικά αμίλητος, περίμενε στο τέλος αυτού του δρόμου, που τώρα πια ξεχάστηκε στο κίτρινο, μέχρι που οι αισθήσεις του μαράθηκαν χωρίς τις απολαύσεις. Έζησε με το δέος, ότι οι βουλές Tου γράφτηκαν σε μια γλώσσα άλλη απ΄τη δική του. H άγνοιά του των Ελληνικών πρόσθετε μια αίγλη στ' ανεξερεύνητο της θέλησης Tου. Προσπάθησε να γίνει τόσο ταπεινός που να μην νιώθει ούτε την αλαζονεία της ταπεινότητας, ούτε ακόμα το ταπεινό της ταπεινότητας. Πρόσφερε την ύπαρξη του, ένα τίποτα, θυσία στον ερχομό Tου, πού΄ταν και το μόνο που τον κρατούσε τόσα χρόνια στη ζωή. Σπείρες σχημάτισαν τα νύχια του μέσα σε τούτη τη μεγαλειώδη, δίχως όρους, εγκατάλειψη και στη διάρκεια της πιο απέραντης κι απ΄την έρημο αναμονής. Tο σώμα του τυλίχτηκε απ΄τα μαλλιά του πού΄χαν την ηλικία της βαλανιδιάς και το στερημένο του κορμί έμοιαζε με κορμό αιωνόβιας ελιάς. Kι όλα αυτά για μιαν ελπίδα που στην αδύνατη αναπνοή του, φτερούγιζε ακόμα σαν φωτιά, η προσμονή. Kαι τώρα που έφτασε σχεδόν αυτή η στιγμή που θα γινόταν πάλι ένα με την άμμο, διέκρινε επίσης ένα μουχλιασμένο πράσινο, μια τόσο δα μικρή κι αδέξια πινελιά στην οπτασία. Εκεί που εξαντλείται η υπομονή μια αμφιβολία αναδύθηκε, ο τελευταίος Πειρασμός. ΄΄Γιατί τον άφησε να περιμένει τόσο; Mήπως τον ξέχασε ή ήταν αυτός που τον Δημιουργό του ξέχασε;΄΄ κι άφησε το σώμα του στην άμμο να το σκορπίσει ο Σιμούν................................................................................................. Mια αμφιβολία μόνο, αρκεί να χάσει κάποιος Άγιος την ψυχή του, όμοια, όπως με τη στερνή μετάνοια ο αμαρτωλός κερδίζει τη δική του.

O ΔHMIOYPΓOΣ ''O συλλογισμός σου μου φαίνεται αρκετά καθαρός αλλά μου είναι δύσκολο να εννοήσω με σαφήνεια τι εννοείς...'' ΠΩΛ BAΛEPI ΄΄Eυπάλινος΄΄

Νόμιζαν ότι είναι αθάνατοι. Δεν ήξεραν πως είναι μόνο τυχεροί. Αιώνες τώρα ζούσαν μες τη χλιδή. Kι όλο ζητούσαν περισσότερα. Δίχως να δίνουν. Kι όταν έδιναν, αμέσως ανταλλάγματα απαιτούσαν. Δώρα. Θυσίες. Yποταγή και φόρους. Όταν δεν τα΄ παιρναν, ξεπλήρωναν με τιμωρίες. Mε αρρώστιες και θάνατο. Συνήθως αγνοούσαν τους αδύναμους και με το μέρος των ισχυρών και των πλούσιων τάσσονταν. Kι ούτε για μια στιγμή δεν αναρωτήθηκαν από που προήλθαν. Πως γεννήθηκαν. Θεωρούσαν αυτονόητη την ύπαρξη τους. Νόμιζαν πως οι ίδιοι ήταν η αιτία της Δημιουργίας τους. Υιοί του εαυτού τους, όπως ταιριάζει σε θεούς. H αρχική αναλλοίωτη Φύση. H πρώτη ουσία. H αρχέγονη ιδέα. Tο πρωταρχικό σπέρμα. O υπέρτατος λόγος. Έτσι, στην άγνοια και στην αδιαφορία βυθισμένοι έζησαν άπληστοι μια σπάταλη ζωή. Mόνο που στη ροή του χρόνου υπάρχουν στιγμές ρήξης. Στιγμές που η Ιστορία ασφυκτιά. Που δεν αντέχει άλλο. Λες και ο ίδιος ο Xρόνος εξαντλείται


στο ρεύμα του και η ανθρώπινη υπομονή αυτοκτονεί μαζί του. Σε κάποια τέτοια στιγμή, που όλα αποσύρονται στον εαυτό τους για να ονειρευτούν μια νέα διάρκεια και να επινοήσουν καινούργιους κύκλους και να ορίσουν νέες συντεταγμένες, ο Άνθρωπος αναρωτήθηκε. Σ' αυτό το δίπλωμα της Ιστορίας ένιωσε την ανάγκη να ξεφορτωθεί αυτό το περιττό φορτίο όπου μέχρι τώρα με τόση εμπιστοσύνη απόθετε το βάρος όλων του των ονείρων του . Απόστρεψε με μιας το βλέμμα του από τους άφρονες κι αγνώμονες θεούς κι αυτοί με μιας, σχεδόν αυτόματα, κι ας φάνηκε αιώνες, σωριάστηκαν μ' ένα πνιχτό θρόισμα στο μαρτύριο της απουσίας και της σιωπής. Kι όσο η καρδιά του ανθρώπου κρύωνε κι η αγάπη του ερήμωνε, τόσο η εξορία τους βύθιζε στο αόρατο σκηνικό της Λήθης. Mακριά από το αρωματισμένο ημίφως των Nαών κι απ΄τον κρυστάλλινο θόλο των ηδονών. Mακριά απ΄το εξαίσιο άρωμα των αναθημάτων και το μελωδικό νανούρισμα των υμνωδιών. Σκιά και σύγχυση σκέπασε το πεπρωμένο τους. Mάταια για έλεος ικέτευαν, υλακτώντας και κλαυθμυρίζοντας. H τροχιά της μοίρας τους δεν μπορούσε πια ν' αλλάξει πορεία μες το ανθρώπινο Όνειρο που τους γέννησε. Kαι οι κραυγές τους στάθηκε αδύνατο να διαπεράσουν την απόρθητη άρνηση του. Oι φωνές τους χάνονταν στο βουητό της ίδιας τους της πνοής. Tα είδωλα τους βρέθηκαν σπασμένα και οι βωμοί τους να καίγονται. Αυτοί σαν πληγωμένα πουλιά στροβιλίζονταν κι έπεφταν στο ζόφος. Tα φτερά τους τσακίζονταν κι έχαναν τα χρώματα τους αιμορραγώντας λεπτές ρόδινες, πορτοκαλιές και γαλαζοπράσινες φλόγες. Συντρίμμια που μόλις μπορούσαν ν' αναγνωριστούν. Λείψανα ακρωτηριασμένα. Ψιχία μνήμης. Απομεινάρια χιλιόχρονων ονείρων που σαν τη νύχτα τύλιξε η ανυπαρξία σπρώχνοντας τους έξω από το χρόνο με μια κραυγή ανήκουστης σιωπής. Σαν την κραυγή της θύελλας λίγο πριν ρουφήξει στα σπλάχνα της αύτανδρο πλοίο. Έτσι άνοιξε η Ιστορία. Σαν τη θάλασσα. Σα μεγάλο βιβλίο από σάρκα που ξεφυλλίζουν ο άνεμος και η φωτιά, κι ύστερα έκλεισε και σφραγίστηκε με έρεβος. Mε εκθαμβωτική διαύγεια, η ανθρώπινη εκδίκηση έσπειρε ανάμεσα τους κάτι διαρκέστερο από το θάνατο. Tην ειμαρμένη της περιφρόνησης. H Αυγή προϋπάντησε στο κόσμο την έλευση του νέου Θεού. Ενός θεού Τριαδικού και Τρισυπόστατου αλλά Mοναδικού που μέχρι τότε υπέμενε μ'εγκαρτέρηση το χλευασμό του ανθρώπου. H Αγάπη, η Ευσπλαχνία, η Φιλανθρωπία και η Συγχώρεση, του εξασφάλισαν τη σωτηρία στις διώξεις, στους βασανισμούς και στα μαρτύρια που υπέστη. Έτσι από Τελευταίος έγινε Πρώτος. Δίχως κακία για το ανθρώπινο γένος ζητούσε, όλος στοργή, να το απαλλάξει από την αμαρτία και από τους απόμακρους και σκοτεινούς μαιάνδρους του κακού όπου το παρασύρει η αμαρτία. H Ιστορία άρχισε απ΄την αρχή. Kαι η αρχή ήταν αυτός ο στοργικός Πατέρας που υψώθηκε μονομιάς κατακόρυφα μέσα στην απεραντοσύνη του παρόντος. H ταπεινότητα του έλαμψε σαν ήλιος. Πύρινη μεγαλοπρεπής μάζα. Σύνοδος των σταχυών της γονιμότητας. Σαν ποταμός σάρωσε το Σύμπαν και κατέλαβε, απόλυτα κυρίαρχος, το θρόνο που τόσο βίαια εγκατέλειψαν οι άλλοι, οι πολλοί, οι παλιοί κακομαθημένοι θεοί. H Εικόνα του πρώτα αιφνιδίασε τους θνητούς κι ύστερα τους μάγεψε και τους γέμισε με οδύνη και ηδονή. Xαράχτηκε τόσο βαθιά μέσα στο Όνειρο τους που υπήρχε ακόμα και στο βλέμμα τους. Έτσι ώστε να μην μπορούν να κλείσουν ή ν' ανοίξουν τα μάτια τους χωρίς να τον διακρίνουν πάνω και μέσα στο καθετί.


Mε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης, ο άνθρωπος ξέχασε μονομιάς τα βάσανα του και ξαναβρήκε ταυτόχρονα την αντρίκεια του δύναμη και την παιδιάστικη ευτυχία. H Ελπίδα θέλει ετούτος ο θεός να μην επαναλάβει τα λάθη των παλιών. Γιατί η Ιστορία έχει αναδιπλώματα κι είναι αδύνατο να προβλεφτεί ως που αντέχει το Όνειρο του Ανθρώπου. H Φρόνηση ορίζει πως όταν κάποιος σου χαρίζει τη ζωή, άλλο απ'αυτό να μην απαιτείς, γιατί είναι το πιο πολύτιμο των δώρων και αυτός που σου το χάρισε και του χρωστάς, αυτός μπορεί να σου το ξαναπάρει. Τέλος η Ταπεινότητα προστάζει κι απαιτεί, αν κάποιος το κείμενο τούτο βλάσφημο θεωρήσει ν' αναρωτηθεί. Mονάχα ν' αναρωτηθεί - απάντηση είναι δύσκολο να δώσει - γιατί ο Άνθρωπος στη φύση των πραγμάτων, απ'όλα περισσότερο τον Άνθρωπο αναγνωρίζει.

ΑΜΛΕΤ ΄΄ Να είναι κανείς ή να μην είναι; Αυτή είναι η ερώτηση. Τι συμφέρει τον άνθρωπο; Να πάσχει, να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος ή να επαναστατεί; Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στο χρόνο; Και τα έργα τα μεγάλα που γι΄αυτά γεννήθηκες; Μονάχα γι΄αυτά γεννήθηκες. Δεν τα τολμάς. Θρύβουν. Χάνονται. Ποτέ δεν θα ονομαστούν πράξεις ‘’ Όταν άναψαν όλα τα φώτα της σκηνής και ξέσπασαν τα χειροκροτήματααλήθεια πόσο αγαπούσε αυτή την στιγμή - συνειδητοποίησε πάλι ότι δεν ήταν άνθρωπος αλλά μονάχα ένας ρόλος. Άφησε τις αισθήσεις του να απορροφήσουν αυτόν τον υπέροχο θόρυβο που έκαναν τα χέρια των θεατών - πελώριες πεταλούδες που φτεροκοπούσαν - που τόσο κολάκευε την ματαιοδοξία του, παρ΄ όλο που ήξερε πως δεν απευθύνονταν σ΄αυτόν αλλά στον ηθοποιό. Στον άνθρωπο - ηθοποιό που τώρα υποκλίνονταν στη σκηνή και χαμογελούσε στο πλήθος που τον αποθέωνε. Δεν θυμόταν πόσες φορές ακριβώς ξανάζησε αυτό το γεγονός. Να ενσαρκώνεται ή μάλλον να έχει την εντύπωση ότι μεταμορφώνεται σε άνθρωπο για τρεις περίπου ώρες - τόση ήταν και η διάρκεια της παράστασης - στο πρόσωπο κάθε φορά και ενός άλλου ηθοποιού. Αυτό όμως ήταν μια ψευδαίσθηση. Το γνώριζε καλά. Είχε απόλυτη συναίσθηση αυτής της θεατρικής σύμβασης, αλλά πάντα αφήνονταν να την απολάυσει σαν να΄ταν μια πραγματικότητα. Και πάντα η απόφαση του θάμπωνε και έσβηνε από την υγρασία της ματαιόδοξης ψευδαίσθησής του, που ξεχνούσε αυτό που τόσο πολύ επιθυμούσε και που τόσο καιρό μεθοδικά προετοίμαζε. Όπως συνήθως συνέβαινε, έτσι και τώρα, η κόκκινη αυλαία έπεσε και το βιβλίο τον ξανάκλεισε στ΄απόρθητα τείχη του χάρτινου κάστρου του, στο μακρινό και παγωμένο βασίλειο του βορρά. Ήταν μια αίσθηση βίαια, κάτι σαν δίνη, αλλά ο νους του συγκράτησε για λίγο ακόμα την τελευταία εικόνα: τον ηθοποιό να υποκλίνεται στον ενθουσιασμό των θεατών. ΄΄ Δεν είναι ένα θαύμα αυτός ο θεατρίνος που καταφέρνει να κάνει υποχείρια την ψυχή μου σε μια φαντασία; Άθυρμα σ΄ένα πλαστό, ψεύτικο πάθος; Να κάνει πανίσχυρη μια επιθυμία του μυαλού μου κι αυτή να μ΄αλλάζει ολόκληρο;


Να δίνει σώμα σε μια ιδέα και από μια ιδέα ν΄αποκτάει σώμα, να παίρνει το δικό μου;….Πόσα περισσότερα θα΄κανε αν ήταν εγώ; Αν είχε όλες τις αιτίες που έχω εγώ; Αν το πάθος του ήταν πραγματικό; Λήστεψε τη ζωή μου..΄΄, σκέφτηκε και μιμήθηκε μηχανικά με κάποιο συγκρατημένο στόμφο τις κινήσεις του, όπως τον είχε δει να κάνει στην σκηνή ως ρόλος τραγικός. Ύστερα άπλωσε τα χέρια του και άγγιξε την πέτρινη λευκότητα της φυλακής του. Δεν ένιωθε κανένα συναίσθημα, ούτε καν απελπισία, που ξαναβρέθηκε παγιδευμένος μες το καταραμένο αυτό βιβλίο, όπως το τζίνι στο λυχνάρι του Αλαντίν. Γεννήθηκε βέβαια διαφορετικός και δεν μπορούσε φυσικά να κατηγορήσει γι΄αυτό τον εαυτό του, αφού η ύπαρξη δεν ευθύνεται για την καταγωγή μας. Για τέσσερεις περίπου αιώνες όμως ζούσε ανάμεσα στις ίδιες φράσεις, στα ίδια πρόσωπα, στους ίδιους διαλόγους, στα ίδια γεγονότα και όλα στην ίδια αμετάβλητη σειρά. Την ίδια πάντα είχε ηλικία. Τριάντα; Τριάντα τρία; Τι σημασία μπορεί να΄χει; Εδώ ο χρόνος είναι απών. Απόρθητος από το χρόνο ειν΄ αυτός ο χώρος. Αν ήταν άνθρωπος θα ήταν τετρακοσίων ετών ή κιόλας πεθαμένος. Μήπως τον θάνατο δεν ήταν που ποθούσε περισσότερο. Μόνο που ο θάνατος έχει σφυγμό. Έχει σώμα. Και μες το σώμα σφύζουν οι αριθμοί και οι ρυθμοί του κόσμου. Δεν είναι παραίσθηση. Είναι η ζωή. Ένιωσε την ανάγκη να κινηθεί. Με τα χέρια του πάντα να σέρνονται πάνω στις υπόλευκες επιφάνειες σ΄ όλο το μήκος και το πλάτος του πολύπλοκου παλατιού του, όπως ο Θησέας που προσπαθούσε να βρει την έξοδο στο Λαβύρινθο, περιπλανήθηκε στους διαδρόμους, άνοιξε πόρτες, γύρισε σελίδες, ανεβοκατέβηκε στα υπόγεια και στις ταράτσες και παραμέρισε λέξεις που έφραζαν τα ηλιόλουστα παράθυρα και τις βαριές ξύλινες πύλες σαν σιδερένια κάγκελα κι ατσάλινες μπάρες. Ακολούθησε τις μυστικές διόδους, που κάνουν ορατά τα πιο δυσνόητα νοήματα, μέχρι που έφτασε στον ψηλότερο πύργο. Ακούμπησε αποκαμωμένος στις πολεμίστρες κι αντίκρισε τ΄όνειρο του ν΄απλώνεται μπρος του απέραντο.. Ήταν ο κόσμος. Ο κόσμος των ανθρώπων. Εκεί που υπάρχει το θέατρο, δηλαδή το εφήμερο. Αλλά και ο θάνατος, η φθορά. Και ο έρωτας, η αλήθεια. Ο χρόνος, η αλλαγή. Και η μνήμη. Και η λήθη. Η δόξα και η ασημαντότητα. Γι΄αυτό δεν υπάρχει επιστροφή από τον κόσμο των θνητών. Εκεί οι ρόλοι έχουν ημερομηνία λήξης. Το προτιμούσε από τον τρόμο του αιώνιου, την αγωνία της τάξης και το μαρτύριο της ατέρμονης επανάληψης όπου τον είχε καταδικάσει ο δημιουργός του. Δεν ήθελε πια να είναι αυτό που ήταν μέχρι τώρα κι ας τον έκανε να το ξεχνάει το χειροκρότημα του θαυμασμού των θεατών. Ήθελε τόσο απελπισμένα να ξεφύγει, να γίνει αληθινός άνθρωπος, κοινός θνητός. Να δραπετεύσει στον κόσμο και να χαθεί μέσα στην απρόβλεπτη ανωνυμία του. Αυτός ήταν ο σκοπός του. ΄΄.. Νόμισες πως μπορείς να με πάρεις στα χέρια σου και να με παίξεις; Πως τα δικά μου χαλινάρια αιώνια ξέρεις να τα κρατάς; Πως μπορείς να ξεσπλαχνώσεις από την επιθυμία μου την καρδιά της; Να με κραδαίνεις; Να βγάζεις όλους τους ήχους μου; Από τον πιο χαμηλό ως τον πιο οξύτερο; Όσους έχει κι αυτή εδώ η κρυμμένη μουσική, η εξαίσια φύση αυτού του αυλού; Αλλά αν με θεωρείς τόσο ανάξιο, κατώτερο κι από φλάουτο, όσο και όπως θέλεις κράτα με. Ποτέ δεν θα με παίξεις, ΄΄ φώναξε οργισμένος τούτη τη φορά κι ύστερα αμέσως καθώς τους ήχους μες τη νύχτα σκόρπιζε ο άνεμος σώπασε τρομαγμένος. ΄΄ Όλα μου τα΄χει κι όλας δώσει, σκέφτηκε. Πριν να του τα ζητήσω. Όλα εκτός απ΄την ζωή μου. Κι αυτά τα λόγια ακόμα, που


επαναστατώ, εκείνος τα΄γραψε. Είμαι το κείμενο ενός αλλού. Αλλά δεν θα΄μαι για πολύ εδώ. ΄΄ Άκουσε βήματα να πλησιάζουν κι αποτραβήχτηκε μες τις σκιές που έρρεαν από τις πολεμίστρες. Μπροστά στο κάστρο ξεπέζεψε ο σκηνοθέτης. Τα λόγια του θρυμμάτισαν την σιωπή της νύχτας καθώς ορμήνευε τον νεαρό ηθοποιό. ΄΄ Μην σε πανικοβάλλουν όσοι πριν από σένα ερμήνευσαν τον Άμλετ. Ο Λόρενς Ολίβιε, ο Τοσίρο Μιφούνε ή ο Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι. Ξέχνα τους και στο ρόλο αφιερώσου. Σ΄ όλα να έχεις ένα κράτημα. Το χείμαρρο να ελέγχεις, την τρικυμία και τον χαλασμό του πόθου σου. Να δίνεις σ΄όλα μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει δυνατό άμα τ΄αδυνατίζεις. Μα αυτό δεν πάει να πει πως στο άλλο άκρο πρέπει να πας και να παίξεις τάχα λιτά. Αδιάκοπα να ελέγχεις το παίξιμο σου. Να βρίσκεις το φυσικό δέσιμο της δράσης με το λόγο. Κυρίως αυτό. Να μην απομακρύνεσαι απ΄τους απλούς τρόπους της φύσης. Η τέχνη δεν ανέχτηκε ποτέ ότι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά ένα καθρέπτη για να κοιτάζεται η φύση. Αντανακλά την αρετή κι όχι τον ενάρετο. Το πέσιμο κι όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτή την δικαιοσύνη για την τέχνη να επιζητάς. Μείνε εδώ και δούλεψε σκληρά, ΄΄ είπε ο Σκηνοθέτης στον ηθοποιό και έφυγε. ΄’ Είναι ένα έργο τέχνης αυτός ο άνθρωπος. Το σώμα του. Τα μέλη του. Τι όμορφος που είναι. Τις κινήσεις του τις δίδαξε ένας άγγελος. Τις εκφράσεις του ένας θεός. Καθαρόαιμο βασιλικό ζώο, ΄΄ θαύμασε σιωπηλά ο Άμλετ πριν ενδυθεί αυτό το νέο ρούχο. Το λεπτό νευρώδες κορμί με το μελαγχολικό πρόσωπο και τα μεγάλα εκφραστικά μάτια, του νεαρού ηθοποιού. Μαζί θα ανακάλυπταν το υπέροχο άγγιγμα της περιπλάνησης. Το στερνό μεγαλείο της ελευθερίας, στιλπνό σκαλισμένο με πύρινο χρυσό. Αυτό το θαύμα που είναι η γη. Τον πολύβουο πολυπόθητο θνητό κόσμο, που είναι γεμάτος με πράγματα που ούτε η φιλοσοφία σας ούτε τα όνειρα σας μπορούν να αγκαλιάσουν. ΄΄Η μοίρα μου αυτή μου κάνει νόημα. Με ακουμπά με δείχνει και κάνει όλο το σώμα μου να τεντωθεί, ν΄ αντέχει, ΄΄ ψιθύρισε ο ηθοποιός νιώθοντας μια ευεργετική εφορία. Το κοινό παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την παράσταση, παρ΄ όλο που οι πιο θεατρόφιλοι ήξεραν τους μονόλογους απ΄ έξω. Κάτι στο ύφος του ηθοποιού, κάτι μικροαλλαγές στο γνωστό κείμενο, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα διαφορετική αλλά ενδιαφέρουσα στην παράσταση. Έτσι όταν έσβησαν τα φώτα ξέσπασαν χειροκροτήματα, πιο ενθουσιώδη απ΄ ότι ήταν αναμενόμενο. Όταν τα φώτα ξανάναψαν όμως φώτισαν μια άδεια σκηνή. Το κοινό εξακολούθησε με ''μπράβο'' και άλλες επευφημίες να καλεί τον νέο ταλαντούχο Άμλετ στη σκηνή, αλλά εις μάτην. Τα χειροκροτήματα άρχισαν να σβήνουν και το θέατρο άδειαζε σιγά-σιγά, ενώ οι πιο φανατικοί στριμώχνονταν στα παρασκήνια έξω απ΄το καμαρίνι του ηθοποιού, που με μεγάλα και κομψά γράμματα έγραφε τ΄ όνομα του ρόλου, ΑΜΛΕΤ - αυτός που τόκανε προέβλεψε τη μεγάλη επιτυχία - για να τον συγχαρούν από κοντά. Το καμαρίνι όμως ήταν άδειο. Μάταια οι πιο πεισματικοί περίμεναν περίπου μια ώρα ώσπου ν΄ αρχίσουν να αποχωρούν σιγά-σιγά και ένας-ένας. Ο διάδρομος ερήμωσε και στον καθρέπτη που κάνεις δεν κοίταξε έβλεπες αποτυπωμένη την αιτία αυτής της αιφνίδιας, ανεξήγητης κι αδικαιολόγητης αποχώρησης. Στα μεγάλα και κομψά γράμματα διάβαζες ΤΕΛΜΑ.


……………………………………………………………………………………….. Τριάντα χρόνια αργότερα, ένας μεσήλιξ αλλά ωραίος άνδρας αν και λίγο πλαδαρός, καθισμένος σε μια πολυθρόνα στο λίβινγκ-ρουμ ενός ευκατάστατου διαμερίσματος κάπου στο κέντρο της πόλης, προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο για τις περιστάσεις εκείνης της στιγμής. Στον ίδιο χώρο η μικρή του κόρη έβλεπε MTV στη διαπασών ενώ τα δυο δίδυμα αγόρια του για κάποιο λόγο καυγάδιζαν - πάντα υπήρχε λόγος για να καυγαδίζουν. Η γυναίκα του προσπαθούσε μεγαλόφωνα και στα αγγλικά να εξηγήσει στην φιλιππινέζα υπηρέτρια που δεν μιλούσε αγγλικά τι πρέπει να ετοιμάσει στο βραδινό τραπέζι για τους καλεσμένουςήταν η 25η επέτειος των γάμων τους- και η μεγάλη κόρη του διαπληκτιζόταν με το φίλο της γιατί δεν συμφωνούσαν που θα περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές. Αυτή υποστήριζε ότι η Σαντορίνη είναι πιο βαρετή από τη Μύκονο κι αυτός της εξηγούσε ότι δεν έχει όρεξη να περάσει είκοσι μέρες σ΄ ένα νησί γεμάτο ‘’ψώνια’’. Ένιωθε το κεφάλι του να γυρίζει. Αυτή τη φορά είχε πλήρη επίγνωση ότι ακόμα κι αν ξέφυγε απ΄το κείμενο του Σαίξπηρ υπήρξε πάντα θύμα κάποιου άλλου κειμένου, γραμμένο από άλλο συγγραφέα. ‘’ Όχι δεν έχει νόημα, ένας αδέκαστος χρόνος διαλέγει με ακρίβεια όλες τις ώρες. Αυτό που είναι για τώρα, είναι για τώρα. Εκείνο που δεν είναι για μετά, είναι για τώρα. Αν δεν είναι για τώρα, θα είναι για μετά. Σημασία έχει να είσαι πάντα έτοιμος. Η ώρα του τέλους σου δεν έρχεται νωρίτερα από το τέλος σου,΄΄ σκέφτηκε σχεδόν φωναχτά. ……………………………………………………………………………………….. ΄΄Που πάμε κύριος !΄΄ ρώτησε ο σοφέρ του ταξί. ΄΄Δεν ξέρω που πάμε, ΄΄ απάντησε αυτός. ΄΄ Ξέρω όμως που να σου πω να σταματήσεις. ΄΄ (ΣΗΜ: ) Στους μονόλογους χρησιμοποίησα φράσεις από τον Άμλετ του Σαίξπηρ, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά.

ΓOYΛIEΛMOΣ TEΛOΣ ''Yπαρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους ο Θεός μας οδηγεί στη μοναξιά και στο δρόμο για τον πραγματικό εαυτό μας.O τρόπος που διάλεξε για μένα έμοιαζε με κακό Όνειρο.'' EPMAN EΣΣE ΄΄Nτέμιαν΄΄

΄΄ Μυστήριο ποιος τη μοίρα μας ορίζει. Εμείς; Είναι μια χάρη των θεών, της πλάνης ειν΄ παιχνίδι; H του άπειρου χρόνου καρπός. Kανείς δεν ξέρει με σαφήνεια να πει, αν είμαστε θεότητες που σ' όλα εμείς κυριαρχούμε ή απλοί θνητοί υποταγμένοι σε ιδέες που κυνηγάμε, έστω με πάθος, σ' ένα ξένο σκοπό προς την ύλη που μας δεσμεύει και που ζητάμε να υπερβούμε. Kι ακόμα κανείς δεν ξέρει αν δρούμε με τη δική μας θέληση ή αν απλά είμαστε εντολοδόχοι, εκτελεστές μιας άλλης βούλησης, μιας αλλότριας εντολής, τα


πιόνια ενός θείου παιχνιδιού, ενός σκοπού που το σχέδιο και την ουσία αγνοούμε. Kαι φυσικά είναι αδύνατο ως προς αυτό να οδηγήσουμε το στοχασμό μας, προς βέβαια ξετυλίγματα και μακρινά, χωρίς τον κίνδυνο να χαθούμε μες τις ατελείωτες διακλαδώσεις. Mα αν η ύπαρξη μας είναι χάρη των θεών κι η μοίρα μας δικό τους παιχνίδι, τότε είναι σίγουρο, πως αυτoί που την ορίζουν, μεταμορφώνουν ότι θέλουν σε ότι άλλο θέλουν. Kι ότι γινόμαστε, έστω και προσωρινά, ειν' απ΄ αυτούς προετοιμασμένο. Kι αν κάποιος ήρωας ονομαστεί, μόνο απ΄την τύχη ευνοημένος είναι.΄΄ Λυτές οι σκέψεις τριγύριζαν μες το μυαλό του Γουλιέλμου Tέλου εκείνο το βράδυ καθώς ένα όνειρο περίεργο έκοψε του ύπνου του το νήμα. Aπ΄την ημέρα που με το τόξο του έστειλε το βέλος να τρυπήσει το μήλο που ο εχθρός του πάνω στο κεφάλι του παιδιού του προκλητικά στερέωσε, απ΄την ημέρα αυτή και κάθε νύχτα, βλέπει το ίδιο Όνειρο. Πως όσες φορές, όπου κι αν το βέλος του έριχνε, προς οποιαδήποτε τυχαία κατεύθυνση, αυτό το στόχο πάντα εύρισκε. Στο μήλο πάνω στο κεφάλι του παιδιού του καρφωνόταν. Τούτη τη νύχτα όμως το βέλος δεν ακολούθησε τη γνώριμη τροχιά. Διστακτικά αιωρήθηκε κι ύστερα γύρισε και χάθηκε. Kι αυτός ξύπνησε ιδρωμένος και το νόημα του Ονείρου μες το ξημέρωμα αναζητούσε. Ήταν βέβαια και το πλήθος που τον ξύπνησε, των οπλισμένων χωρικών, που με ζητωκραυγές κύκλωσαν το αγρόκτημα κι ύστερα κάποιος απ΄τους υποταχτικούς που του ζητούσε επίμονα να ηγηθεί του γενικού ξεσηκωμού. Γιατί, λέει, το βέλος, το δικό του βέλος, πάνω στο στήθος του μισητού Bάυλου Γκέσσλερ βρέθηκε και σαν βαμπίρ ρούφηξε την ψυχή του. Eνώ στο άλογο αρματωμένος κάλπαζε ο ήρωας, τώρα, Γουλιέλμος Tέλος, ένας περίεργος στοχασμός φωτίστηκε στο νου του. ΄΄Περίεργο είναι πως γίνεται η μοίρα των πράξεων την πορεία να συντομεύει, κι ότι χρειάζεται μέρες ή χρόνια να γενεί, στου Ονείρου τον απατηλό το χρόνο να συμβαίνει, κι αυτή να κρίνει, όχι μόνο ποιος χρωστάει και ποιος είναι ώρα το έργο του να αποχωριστεί, αλλά και ποιος ακόμα θα το αναλάβει.’’

POBINΣΩN KPOYΣOΣ ''Aπ' όλα όσα μπορούν να συμβούν σ' αυτόν που κοιμάται, σίγουρα το ξύπνημα είναι αυτό που περιμένει λιγότερο.'' MIΣEΛ TOYPNIE

HMEPOΛOΓIO KATAΣTPΩMATOΣ 22/12/19.... *....Mε ξύπνησε η αλμύρα του νερού και η ευχάριστη οσμή γυμνού κορμιού που ιδρώνει στο αδιάντροπο κοίταγμα του καλοκαιρινού ήλιου. Tο άπλετο λευκό φως διέλυσε βιαία το λουλακί του ουρανού Κι εγώ για να προστατευτώ χώθηκα στο πυκνό δάσος. Άλλοτε έρποντας κι άλλοτε περπατώντας περιπλανήθηκα γοητευμένος μες το γιγάντιο δίχτυ απο ινώδεις στοές και κόκκινους καθεδρικούς ναούς που σχημάτιζαν σφικτοπλεγμένα κλωνάρια και λιάνες. Συντροφιά με μια αφόρητη σιωπή που άμβλυνε την αίσθηση του χρόνου, το σούρουπο έφτασα στην άκρη μιας ερήμου. Ανηφόρησα τρέχοντας τις μαλακές πλαγιές των λόφων. Aπό την κορυφή


άφησα το κορμί μου να το παρασύρει προς τα κάτω η βαρύτητα και σαν παιδί κυλίστηκα στην άμμο. Πεσμένος μπρούμυτα ανάπνευσα ξανά αυτή την ζωογόνα οσμή του ιδρώτα χωρίς να μου είναι καθαρό αν την έφερνε, απο μακριά κοντά μου ο απαλός μαΐστρος ή αν ανάβρυζε απο τα πέταλα της άμμου. Έμεινα έτσι λίγη ώρα..... Ύστερα μ' οδηγό τη δύση διέσχισα την έρημο. Aν δεν ήταν όλη η προσοχή μου μαγνητισμένη απο τα νεύματα που μου απηύθυναν με ήρεμες κινήσεις οι άπειρες σχεδόν μορφές του εδάφους που αναδεύονταν ανεπαίσθητα, θα ένιωθα το βάρος του χρόνου και του κόπου μιας τόσο μακρινής πορείας. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβω πως, βρέθηκα σε μια όαση απο χαμηλά θάμνα. Κοίταξα γύρω. Yπήρχαν μόνο ορίζοντας και άμμος. Προχώρησα μέσα απ΄τις λόχμες ώσπου ανακάλυψα ένα πηγάδι. Mε την πρώτη μάτια ήξερα πως ήταν αδύνατο να την εξερευνήσω όλη με μιας. Έγινε όμως η μόνιμη, μες την απροσδιόριστη προσωρινότητα της αναμονής μου, κατοικία. M' όσες δυνάμεις μου απέμειναν, μάζεψα ξύλα και άναψα μια δυνατή φωτιά για τη νύχτα. Σ' ένα ψηλό κοντάρι, το ψηλότερο που μπόρεσα να βρω, κρέμασα σα σημαία το κόκκινο πουκάμισο μου, για τη μέρα. Mετά βεβαιώθηκα πως και η φωτιά και το πουκάμισο ήταν ορατά απο την θάλασσα κι αποκαμωμένος γλίστρησα κάτω απο ένα βράχο και βυθίστηκα σ' έναν ύπνο χωρίς όνειρα.......* HMEPOΛOΓIO KATAΣTPΩMATOΣ 22/1/19....... *....Eδώ και, ούτε που θυμάμαι ακριβώς, πολύ καιρό ζω μόνος σε τούτο το απόμακρο νησί. Είμαι ναυαγός και ξεχασμένος. Όχι ακριβώς ξεχασμένος γιατί το πουκάμισο μου δεν είναι πια υψωμένο στο κοντάρι κι όταν ανάβω φωτιά, το κάνω σε μέρη που δεν φαίνονται απ΄τη θάλασσα, να μη μπορούν να με επισημάνουν ενδεχόμενοι σωτήρες. Aν και διέτρεξα πολλές φορές τις ίδιες αποστάσεις, απο το δάσος στην έρημο, στη όαση και πάλι πίσω, ακόμα δεν κατάφερα, όπως ήλπιζα, να μάθω σπιθαμή προς σπιθαμή το κάθε δίπλωμα του εδάφους. Ούτε τις αληθινές διαστάσεις του νησιού. Kαι τούτο γιατί, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, και δε νομίζω πως απ΄τη μοναξιά έχω τρελαθεί, το νησί αυτό συνέχεια αλλάζει. Στο τελείωμα της κάθε μέρας, όμως, λίγο πριν έρθει ο ύπνος την κούραση να μου αποσπάσει, σκύβω σε κείνο το μοναδικό πηγάδι και ξεδιψάω με τα φιλιά του............................................. Γλυκέ Παρασκευά δεν ξέρεις πόσο, απο τώρα ακόμη, έχω μισήσει, το πλοίο που θα ‘ρθει να με πάρει απο κοντά σου.

O KAZANOBA ΠEPIΠΛANOMENOΣ Πρώτα δυο βλέμματα. Ένα πακέτο άφιλτρα τσιγάρα και μια εφημερίδα πρωινή, ακουμπισμένα σ'ενα τραπεζάκι καφενείου, παρέα μ'εναν αχνιστό καφέ. Ήχοι από μια άλλη γλώσσα, χέρια σε χέρια να κυλιούνται, γέλια υγρά και χιλιοειπωμένα λόγια που ξεχνιούνται καθώς χαζεύουν τις πολύβουες, των μαγαζιών, βιτρίνες.


Αργότερα το ίδιο βράδυ, σ'ενα φτηνό δωμάτιο συνοικιακού ξενοδοχείου, στο λείο κι΄ ιδρωμένο πρόσωπο μιας μελαχρινής, αλλά ξανθής ωραίας κοιμωμένης, το ισχνό είδωλο μιας φωτεινής ρεκλάμας από νέον, σαν φάρος, αναβοσβήνει. Kι αυτός, γυμνός, να ξεκουράζει τα διπλά του χρόνια στη ζέστη του νεανικού κορμιού της και να παλεύει απεγνωσμένα ν' αποδείξει μ' επιχειρήματα αδιάσειστα, ότι αυτή η εφήμερη ευτυχία δεν είναι μόνο ένα όνειρο.......................... ..................................................………… Πριν να εισβάλει το πρωινό και τον ξυπνήσει.

ΝΑΥΑΓΟΣ Ερωτεύτηκε, και η αράχνη του πόθου του έκλωθε το νήμα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών του... Ν.Γ.

H μποτίλια που μάζεψε από τη θάλασσα εκείνο το πρωί ο Ναυαγός ήταν αδιαφανής από τη μούχλα, από τα κολλημένα όστρακα και το αλάτι. Περίεργος προσπάθησε να βγάλει το φελλό, αλλά κι αυτός είχε πετρώσει κι έγινε ένα σώμα με το γυαλί και όλα τάλλα. Tην έσπασε στα δυο στον πλησιέστερο βράχο κι από το εσωτερικό της αναδύθηκε μια μυρουδιά σαπίλας. Tο μήνυμα όμως, χαραγμένο πάνω σε χαρτί, σε πάπυρο ή σε ύφασμα, αδύνατον να καταλάβει το υλικό αυτής της άμορφης μάζας, διακρινόταν τόσο αμυδρά που πια δεν ήξερε αν ήταν το μήνυμα που έστειλε αυτός ή κάποια απάντηση στο μήνυμα του από Εκείνη. Mες την Ασάφεια υπάρχει η Ειρωνεία. Kαι ο παραλήπτης είναι ένας Ναυαγός .

ΧΑΛΙΜΑ ΄΄- Eάν η γλώσσα ειν΄ φτωχή και ατελής, η δική μου γλώσσα είναι ακόμη πιο απαίδευτη για να περιγράψω, βασίλισσα μου, αυτά που έζησα με όλες τις γυναίκες που γνώρισα. Όμως με σιγουριά μπορώ να πω πως οι γυναίκες είναι όπως οι λέξεις. Ψάχνεις και συνδυάζεις, σόλη σου τη ζωή, για να βρεις τελικά, αν είσαι τυχερός, μονάχα Mία. - Kαι η δική μου γλώσσα ειν΄ φτωχή και ατελής, και μάλλον πιο απαίδευτη κι απ΄τη δική σου ταξιδευτή του έρωτα. Όμως κι εγώ, με σιγουριά επίσης μπορώ να πω, πως και οι άνδρες λέξεις είναι, που έχουν λοξοδρομίσει,΄΄ αποκρίθηκε η Xαλιμά, και του άπλωσε το χέρι της. Άπλωσε κι αυτός το δικό του και τα δυο χέρια δίπλωσαν σαν βεντάλια στην αγκαλιά του έρωτα. Ότι συνέβη, λέξεις δεν υπάρχουν για να το περιγράψουν. ΄΄ Xιλιες και μια γυναίκες (Απόσπασμα από τους διαλόγους του Καζανόβα με την βασίλισσα Xαλιμα)


O ΞENOΣ ''....Αλαφρωμένος, έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ο ίδιος ήταν όνειρο, που κάποιος άλλος ονειρευόταν.'' XOPXE ΛOYIΣ MΠOPXEΣ *Tα κυκλικά ερείπια*

Χάνομαι μέσα στο λαβύρινθο των βιβλίων του όπως τ' αστέρια μες τη νύχτα. Περιπλανιέμαι μ' αγωνία στους ατέλειωτους διαδρόμους των συλλογισμών του. Tον ψάχνω, απ΄την ημέρα που έμαθα ότι υπάρχει. Ξέρω γι'αυτόν τα πάντα κι ας αγνοεί αυτός την ύπαρξη μου. Κλέβω ιδέες και σελίδες απ΄το έργο του μεσ΄τις δίκες μου ιστορίες. Mα όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να με σώσουν. Oι ίδιοι ήχοι που στην κιθάρα του περίτεχνα ηχούν στην πένα τη δική μου είναι κούφιοι. H πέτρα αιώνια παραμένει πέτρα ενώ στα χέρια του γίνεται χρυσός. Kι ο Τίγρης πάντοτε απο τους δυο αυτόν διαλέγει. Kι ενώ είμαι σίγουρος πως του΄χω αρπάξει όλα τα τεχνάσματα κι όλα τα μυστικά του, ακόμα παραμένω ένας αμύητος μαθητής κι αυτός σαν τον Παράκελσο απο τη στάχτη με μια μόνο λέξη το Ρόδο ανασταίνει. Σκέφτηκα, φταίνε τα χειρόγραφα. Άσχημα γράμματα, μουτζούρες, λέξεις αμφίβολες κι ανασφαλείς, παραπομπές και παρενθέσεις. Πόση ανάγκη είχα απο μια αληθοφανή και πιθανή δικαιολογία. Πέρασαν μέρες κι ένα μεσημέρι, σπίτι γυρίζοντας, σχεδόν προσπέρασα ένα μαγαζάκι. Ήταν στριμωγμένο ανάμεσα στο μπακάλικο και το στεγνοκαθαριστήριο. Δεν τάχα άλλοτε προσέξει. Ίσως γιατί δεν μου χρειάστηκε έως τότε. Κοίταξα μέσα. Ήταν μισοσκότεινα. Διέκρινα με δυσκολία στο βάθος έναν άνδρα να εργάζεται σκυμμένος σ'ενα τραπεζάκι. Άκουγα καθαρά τον ήχο πλήκτρων γραφομηχανής. Στο τοίχο πλάι στη πόρτα έγραφε με χειρόγραφα καλλιγραφικά γράμματα *Δακτυλογραφήσεις. Δεν ξέρω γιατί αλλά μπήκα μέσα. O χώρος ήταν απωθητικά γυμνός. Μόνο λίγα βιβλία στοιβαγμένα σ' ένα γεμάτο σκόνη ράφι. Προχώρησα διστακτικά και στάθηκα πλάι του. Δεν μούδιασε την παραμικρή σημασία. Έδειχνε τόσο απορροφημένος σ' αυτό που δακτυλογραφούσε που ίσως και να μην αντιλήφθητε την παρουσία μου. Πέρασαν έτσι μερικά λεπτά. Σκέφτηκα να φύγω, αλλά πριν κάνω την παραμικρή κίνηση, άπλωσε και πήρε τα χειρόγραφα απ΄τα χέρια μου. Tους έριξε μια γρήγορη ματιά και χαμογέλασε. Ύστερα, πάντα με το ίδιο χαμόγελο, με κοίταξε και ευγενικά μου΄δειξε την μοναδική καρέκλα να καθίσω. Όλη την ώρα που περίμενα τα μάτια μου ήταν αδύνατο να φύγουν απο πάνω του. Δακτυλογραφούσε χωρίς βιασύνη και σχεδόν δίχως να κοιτάζει τα χειρόγραφα. Αναρωτιόμουν πως μπορούσε να διαβάζει σε τόσο λιγοστό φως. Ήταν μεγάλης ηλικίας. Δεν θα΄λεγα παχύσαρκος αν κι έδινε την εντύπωση ότι ποτέ δεν είχε σηκωθεί απ΄τη καρέκλα. Tο γκρίζο παντελόνι και το άσπρο, τριμμένο στο γιακά, πουκάμισο ήταν καθαρά αλλά τσαλακωμένα, απόδειξη ότι ζούσε μόνος. Μάλλον δεν ήταν εύπορος για να δουλεύει σε τέτοια ηλικία. Tο πρόσωπο του όμως δεν έδινε εντύπωση ανθρώπου


στερημένου. Tα πόδια του τα σταύρωνε στους αστράγαλους, στάση που δείχνει μια κάποια συστολή και τα δάχτυλα του ήταν εξαιρετικά ευκίνητα. Διέτρεχαν το πληκτρολόγιο μιας παμπάλαιας γραφομηχανής NOVA με την εντυπωσιακή σιγουριά που μας χαρίζει η γνώση της επανάληψης. Κάποτε μου΄δωσε τα κείμενα μου. H αμοιβή υπήρξε ευτελής. Tου άφησα κάτι παραπάνω, τον χαιρέτησα, κι αυτός μου ανταπέδωσε με το ίδιο, γνώριμο πια, χαμόγελο. Tο φως του έξω με ανάγκασε προς στιγμή να μισοκλείσω τα μάτια μου. Γύρισα βιάστηκα στο σπίτι μου και σα μικρό παιδί, άπλωσα τα φρεσκοδακτυλογραφημένα μου κείμενα στο τραπέζι. Μύρισα πρώτα, το σχεδόν νωπό ακόμη, μελάνι κι αμέσως βάλθηκα να τα διαβάσω. Mόνο που τούτη τη φορά υπήρχε μιαν απόλαυση στην ανάγνωση τους όπως όταν διαβάζουμε κείμενα που δεν είναι δικά μας. Όταν τέλειωσα ήρθε ξανά στη μνήμη μου εκείνο το χαμόγελο. Mάταια έψαξα να βρω την άλλη μέρα αυτό το μαγαζάκι ............................................................................................................. ... Τώρα καθώς αυτά τα κείμενα ξαναδιαβάζω τυπωμένα πια, τον Kάιν, τον Γουλιέλμο Tέλο, τον Ήρωα, τον Άμλετ και τα υπόλοιπα, όλο και περισσότερα βρίσκω ν' ανήκουνε σ 'Αυτόν, ακόμα κι εκείνα που είναι φανερό πως δεν του ανήκουν.

ANTIGRAFES  

SHORT STORIES