Page 1

Nέα Πολιτική ΜΗΝΙΑΊΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ

Β΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΤΕΥΧΟΣ 3 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2013 - ΤΙΜΗ 4 ΕΥΡΩ

Tο Ανατολικό Ζήτημα πίσω από την κρίση στην Συρία Ευρωπαϊκή κρίση και κριτική θεωρία Τα εργαλεία του μετα-καπιταλισμού Η γεωπολιτική σκέψη του Καρλ Χαουσχόφερ

ΚΡΙΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ:

Κωνσταντίνος Καραμανλής ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ


k

περιεχόμενα Από την διεύθυνση ................................................................. 4 Tο Ανατολικό Ζήτημα πίσω από την κρίση στην Συρία ..... 6 Κωνσταντίνος Κόλμερ Το εγκεφαλικό κενόν ............................................................. 7 Κώστας Παπασταύρου Η πλάστιγγα γέρνει προς την δική μας πλευρά .................. 9 Νίκος Λιναρδάτος Casus Belli ...................................................................... 11 Επιστολές αναγνωστών Η παραίνεση του Καποδίστρια και τα προκλητικά προνόμια των πολιτικών του 2013 .................................... 12 Πάνος Παναγόπουλος Λαϊκισμός και γεωργική…..«ανάπτυξη»! .......................... 13 Τίμος Κουζέλης Τα εργαλεία του μετα-καπιταλισμού ................................. 16 Παναγιώτης Παπαδιαμάντης Το άσπρο πρόβατο της κρίσης ........................................... 18 Δημήτρης Κουτσονίκας Χρηματιστήριο Αξιών .......................................................... 20 Χάρης Κατσιβαρδάς Kατάλυση της έννοιας της ιδιοκτησίας ........................... 22 Διεθνής επενδυτικός οδηγός Συνέντευξη του Γιώργου Δημητρίου ................................. 24 Γιάννης Μαθιουδάκης Η ευρωπαϊκή κρίση υπό το φως της κριτικής θεωρίας ... 27 Γιάννης Χατζόπουλος Η γεωπολιτική σκέψη του Καρλ Χαουσχόφερ ................ 29 ΚΡΙΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ Εισαγωγικό σημείωμα ......................................................... 33 Φώτης Γεωργίου Το πράσινο χρώμα των ψηφοδελτίων της Αβασίλευτης ... 36 Κωνσταντίνος Κόλμερ Αν ο Eυάγγελος Δενδρινός είχεν αστοχήσει; ................... 40 Νέστωρ Κουράκης Τα προσωπικά χαρακτηριστικά ενός πολιτικού ηγέτη ... 49 Λευτέρης Κουσούλης Ο Κ. Καραμανλής, ο πολιτικός φόβος και η καθυστέρηση . 55 Γεώργιος Μαλούχος Η Ελλάδα που δεν κατάλαβε ............................................. 56 Γεώργιος Μαλούχος Καραμανλής και Ακροδεξιά .................................. ........... 57 Μελέτης Μελετόπουλος Υπήρξε διακεκριμένος αλλά όχι μεγάλος ......................... 58 Βασιλική Μεσθανέως Ο Καραμανλής πριν το 1963 ............................................... 61 Δημήτρης Μιχαλόπουλος Προσωπική μαρτυρία .......................................................... 70 Αντώνης Παπαγιαννίδης Ο Κ. Καραμανλής και ο στρεβλός εξευρωπαϊσμός της Ελλάδας .......................................................................... 78 Κώστας Μ. Σταματόπουλος «Ανήκομεν εις την Δύσιν»; ................................................. 81 Γιάννης Δρακόπουλος Πλούτος ................................................................................. 87 Kωνσταντίνος Mπλάθρας Ο Φίνος στο Γιουτιούμπ ..................................................... 88 Συνέβησαν τον Σεπτέμβριο ................................................ 90 Σπύρος Κουτρούλης Το τέλος του Ζαρατούστρα ................................................ 92 Nίκος Λιναρδάτος Σταυρόλεξο ........................................................................... 95

2

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Nέα Πολιτική ΜΗΝΙΑΊΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ

εκδότης ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ ΑΕΒΕ

επιστημονικές ειδήσεις ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

διευθυντής ΜΕΛΕΤΗΣ Η. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ

αρχισυντάκτης για πολιτιστικά θέματα ΝΙΚΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ κινηματογράφος ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΛΑΘΡΑΣ θέατρο ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ θεωρητικά κείμενα-ιστορικά αφιερώματα ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΟΥΒΑΛΕΡΗΣ ΘΕΜΙΣ ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ ΧΑΡΗΣ ΚΑΤΣΙΒΑΡΔΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

αρχισυντάκτης-συντονιστής ύλης ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ βοηθοί αρχισυντάκτες ΠΕΤΡΟΣ ΒΙΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΠΥΡΑΚΟΣ-ΠΑΤΡΩΝΑΣ κύριοι αρθρογράφοι-αναλυτές ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΑΓΙΣ ΒΕΡΟΥΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΛΜΕΡ ΝΕΣΤΩΡ ΚΟΥΡΑΚΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΣΣΑΒΕΤΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΕΣΘΑΝΕΩΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ Μ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ αρχισυντάκτης για διεθνή θέματα ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΚΟΣ βοηθός αρχισυντάκτης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ γεωπολιτική ανάλυση ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΛΥΒΙΩΤΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΑΛΚΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΦOΙΝΙΚΑΣ ανταποκριτής στην Λευκωσία ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ ανταποκριτής στις Βρυξέλλες ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΡΑΓΚΑΣ αρχισυντάκτης για οικονομικά θέματα ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΙΔΗΣ διεθνής οικονομία ΤΙΜΟΣ ΚΟΥΖΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΧΛΙΔΗΣ ελληνικό χρηματιστήριο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΑΣ

σταυρόλεξο ΝΙΚΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ ομάδα διαδικτύου ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΑΣ επιμέλεια-σελιδοποίηση ΝΙΚΟΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ φωτογραφική επιμέλεια ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΠΥΡΑΚΟΣ-ΠΑΤΡΩΝΑΣ εικονογράφιση ΣΠΥΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ • Ηλ. ταχυδρομείο: syggrafeas@yahoo.gr • Συνδρομές: τηλ. 6978 774 874, 698 014 9044 Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις Παπαζήση, Νικηταρά 2 και Εμμ. Μπενάκη, Αθήνα Η Νέα Πολιτική κυκλοφορεί στην αρχή κάθε μήνα στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένα σημεία πώλησης: Εκδόσεις Πατάκη /Ακαδημίας 65, Αθήνα Ιανός / Σταδίου 24,Αθήνα Αριστοτέλους 7, Θεσσαλονίκη Ναυτίλος / Χαριλάου Τρικούπη 28, Αθήνα Πρωτοπορία / Γραβιάς 3-5, Πλ. Κάνιγγος, Αθήνα Πολιτεία / Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας, Αθήνα Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο / Θεμιστοκλέους 37 Εκδόσεις Θεμέλιο ΕΠΕ/ Σόλωνος 84, Αθήνα Αθ. Χριστάκης / Ιπποκράτους 10-12 Αθήνα Free Thinking Zone / Σκουφά 64, Αθήνα Βιβλιοπωλείο Επιλογή / Κρήτης 5, Ζωγράφου

Η Νέα Πολιτική δέχεται και δημοσιεύει κείμενα συνεργατών και αναγνωστών. Για τις απόψεις των δημοσιευομένων άρθρων υπεύθυνοι είναι μόνον οι συντάκτες τους. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

www.neapolitiki.gr

σύμβουλος έκδοσης ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΦΑΡΑΣ

3


Η επιβίωση του σημερινού πολιτικού συστήματος οδηγεί την Ελλάδα στο ιστορικό της τέλος. Επείγει η αφύπνιση και η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών. 4

Τ

ρεις μακρές περίοδοι φαυλοκρατικής και ανίκανης διακυβέρνησης (Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Σημίτη και Κώστα Καραμανλή) οδήγησαν την Ελλάδα στην χρεωκοπία το 2010. Στην χώρα επεβλήθη από τους δανειστές της μνημόνιο, το οποίο προέβλεπε κυρίως μεταρρυθμίσεις της δομής της οικονομίας και του κράτους, ώστε αυτά να καταστούν βιώσιμα. Το πολιτικό σύστημα, στις διάφορες εκφάνσεις του (κυβερνήσεις Γιώργου Παπανδρέου, Λουκά Παπαδήμου, Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη και Σαμαρά-Βενιζέλου), λυσσαλέα αντιστάθηκε στην πίεση γιά μεταρρυθμίσεις και έθεσε ως κύριο στόχο του την προστασία του πελατειακού κράτους, των ΔΕΚΟ, των άχρηστων οργανισμών-πρυτανείων σίτισης των κομματικών ευνοουμένων, της διαπλοκής, της εχθρικής προς την ιδιωτική πρωτοβουλία γραφειοκρατίας, της διεφθαρμένης κομματικής νομενκλατούρας, των προνομίων του κλειστού κλαμπ της οικογενειοκρατίας και των ευνοουμένων της. Μετέθεσε έτσι το βάρος του χρέους στους μισθωτούς και συνταξιούχους, στον ιδιωτικό τομέα, τον οποίο κυριολεκτικά κατέστρεψε, στην μεσαία τάξη, την οποία εξαφάνισε. Με μία παγκοσμίως πρωτοφανή, άδικη, παράνομη, ανήθικη φορολογική επιδρομή οδήγησε επιχειρηματίες, ιδιοκτήτες ακινήτων, υπαλλήλους, εργάτες και αγρότες στην ανεργία και στην ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Από την διεύθυνση υπερχρέωση. Ο άλλοτε φόβος των συντηρητικών αστών και μικροαστών «μην έρθουν οι κομμουνιστές να μας πάρουν τα σπίτια» υλοποιείται σήμερα από μία κυβέρνηση της Δεξιάς σε συνεργασία με ένα «σοσιαλιστικό» κόμμα! Το συντριπτικό κάταγμα που υπέστησαν τα δύο βασικά κόμματα εξουσίας της Μεταπολίτευσης στις διπλές εκλογές του 2012 δεν μείωσαν τον ζήλο τους να αποδομήσουν ό,τι έχει απομείνει από την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις «δόσεις» ώστε να παραμείνουν στην εξουσία όσο γίνεται περισσότερο, σχηματίζουν κυβερνήσεις με διάφορους συνδυασμούς των ηττημένων μειοψηφικών μνημονιακών κομμάτων και προχωρούν τώρα σε μαζική εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού κράτους στους δανειστές, την οποία βαφτίζουν «επενδύσεις», υιοθετώντας την ξύλινη γλώσσα και την ανέκφραστη μάσκα του ναρκομανούς της εξουσίας. Στην συνέχεια προετοιμάζουν την μέσω μαζικών πλειστηριασμών μεταβίβαση των κατοικιών του ελληνικού λαού σε ξένα γραφεία real estate, με τελικούς αποδέκτες ασφαλιστικά ταμεία ευρωπαϊκών χωρών, που θα τα διαθέτουν για τις διακοπές εύπορων συνταξιούχων από τις κρύες χώρες του βορρά. Εντός του Ελληνικού κοινοβουλίου δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Ο φερόμενος ως επόμενο κόμμα εξουσίας Σύριζα αποτελεί οργανικό μέρος του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης, έχει ήδη προσχωρήσει σαφέστατα, με κείμενα και δηλώσεις που δεν επιδέχονται παρερμηνείας, στην λογική του μνημονίου. Και άλλωστε θα αναγκαστεί, ελλείψει απόλυτης πλειοψηφίας, να συγκυβερνήσει με τα μνημονιακά κόμματα, καρυκεύοντας την προσχώρησή του στην μνημονιακή λογική με γελοία προσχήματα ακριβώς σαν και αυτά που χρησιμοποίησε η λαύρα αντιμνημονιακή Νέα Δημοκρατία για να μεταμορφωθεί στον πειθήνιο εκτελεστή των διαταγών της τρόϊκας. Πέραν αυτού, το τραγελαφικό και ανομοιογενές συριζαϊκό συνονθύλευμα τροτσκιστών, μαοϊκών, αντιεξουσιαστών κλπ., που εμφορείται από απέχθεια για την εξουσία, την έννομη τάξη, το εθνικό συμφέρον, την γεωπολιτική ανάλυση, την επιχειρηματικότητα, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, είναι εντελώς ακατάλληλο να ασκήΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

k

σει οποιαδήποτε διακυβέρνηση. Σε πείσμα των απαισιόδοξων, η Ελληνική κοινωνία διαθέτει παρά ταύτα αστείρευτες δυνάμεις εκτός του πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση Πικραμένου υπήρξε η καλύτερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης ακριβώς διότι δεν προέκυψε από το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα αλλά από προσωπικές επιλογές του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αδιάφθορες και ικανές προσωπικότητες όπως (ενδεικτικά και μόνον) ο Παναγιώτης Πικραμένος, ο Λέανδρος Ρακιντζής, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος, ο ακαδημαϊκός Βασίλης Μαρκεζίνης, σημαντικά πρόσωπα από τον χώρο της επιστήμης, του τύπου, της διανόησης, των ενόπλων δυνάμεων, της οικονομίας, και πολλοί νεώτεροι με λαμπρές σπουδές και θητεία εκτός του διεφθαρμένου εγχώριου πολιτικού και πανεπιστημιακού κατεστημένου, άνθρωποι έντιμοι που συνδυάζουν πατριωτισμό, ηθική ακεραιότητα, ανιδιοτέλεια και ικανότητα, αποτελούν την χρυσή εφεδρεία της χώρας. Μαζί με δεξαμενές κινήσεων πολιτών της βάσης (π.χ. η Σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη, οι απόστρατοι αξιωματικοί, κινήσεις επιστημόνων και διπλωματειών και οι ομογενειακές οργανώσεις), που εμφορούνται από δημοκρατικές και πατριωτικές πεποιθήσεις, μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα του επόμενου πολιτικού συστήματος, που θα κληθεί να διαδεχθεί την σημερινή φαυλοκρατία και να ανοικοδομήσει εξ αρχής το ελληνικό κράτος. Ο Ελληνικός λαός, που προφανώς δεν θέλει να αυτοκτονήσει, δεν θα καμφθεί ούτε από χημικά ούτε από εκβιασμούς περί χρεωκοπίας ούτε από επικοινωνιολογικά ψεύδη. Με την ψήφο του και με την τεράστια δύναμή του, θα εξοστρακίσει, όπως έκανε πριν από έναν αιώνα στο Γουδί, την φαυλοκρατική ολιγαρχία της Μεταπολίτευσης, υπαίτια για μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές της Ελληνικής ιστορίας. Και θα αναδείξει εντελώς νέα ηγεσία, που θα αναλάβει την εκ του μηδενός ανοικοδόμηση της χώρας.

Η Νέα Πολιτική 5


Το Ανατολικό Ζήτημα πίσω από την κρίση στην Συρία

Ο

πρόεδρος Ομπάμα δεν είναι ο κλασσικός WASP πολιτικός τύπου Τζώρτζ Μπους, Τζο Μπάϊντεν ή Μακ-Καίην. Ο τρόπος της σκέψης του μάλλον τείνει σε σημεία αναφοράς όπως ο Γκάντι, παρά σε πολέμαρχους τύπου Θήοντορ ή Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ. Ως καθηγητής Νομικής Σχολής είναι προσανατολισμένος στο Δίκαιο, ενώ πιστεύει βαθειά και ειλικρινά στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πρώτη τετραετία του αντιστάθηκε σθεναρά στις ισχυρές πιέσεις για εμπλοκή στο Ιράν. Άρα ήταν αναμενόμενη η σημερινή αρνητική στάση του έναντι πιθανής τιμωρητικής αμερικανικής επίθεσης στην Συρία. Αλλά και η αμερικανική κοινή γνώμη στην συντριπτική της πλειοψηφία αντιτίθεται στον πόλεμο. Δύο διαδοχικές γεωπολιτικές αποτυχίες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ δημιουργούν σοβαρή αντίσταση στο ενδεχόμενο να θυσιαστούν και άλλοι Αμερικανοί στρατιώτες για αμφίβολους στόχους στην Εγγύς αλλά τόσο μακρυνή γιά το Τέξας και την Καλιφόρνια Μέση Ανατολή. Η άρνηση της κοινής γνώμης αντανακλά ευθέως στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Το Κογκρέσσο πιθανότατα θα απέρριπτε το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης, το οποίο τελικώς απεσύρθη για περαιτέρω διαβούλευση. Αλλά και το διεθνές σύστημα ήταν αντίθετο σε πολεμική ενέργεια: Ρωσσία, Κίνα, Μ. Βρεταννία, ο ΟΗΕ, ο πάπας Φραγκίσκος. Ακόμη και η αρχικώς πρόθυμη Γαλλία οχυρώθηκε εν τέλει πίσω από την επικείμενη έκθεση των επιθεωρητών του ΟΗΕ. Πιθανότατα η πίεση για πολεμική εμπλοκή στην Συρία θα επιστρέψει, μετά από κάποια μορφή επιδείνωσης του συριακού εμφυλίου ή ίσως και κάποια μείζονος κλίμακας προβοκάτσια. Το ζήτημα δεν έκλεισε. Ποιό είναι όμως το μέγα διακύ-

6

βευμα της τιτανομαχίας που επαπειλείται; Η πολιτική γεωγραφία της Εγγύς Ανατολής εξελίσσεται σήμερα σε μία ανεπιθύμητη για τον Δυτικό Πολιτισμό κατεύθυνση. Η σαρωτική αλλαγή καθεστώτων στο ημικύκλιο Βόρειας Αφρικής-Ανατολικής Μεσογείου ανέδειξε φονταμενταλιστικές δυνάμεις, και μάλιστα γύρω από γεωστρατηγικούς κόμβους όπως το Σουέζ, η Τουρκία έχει απωλέσει την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ, ενώ στο επίκεντρο της αστάθειας βρίσκονται τα θηριώδη κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου. Η συνεχής άνοδος της επιρροής του Ιράν στον Λίβανο και στο Ιράκ απειλεί την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ. Σύντομα οι Αγιατολλάχ θα διαμφισβητήσουν οποιαδήποτε δυτική επιρροή, και μεσοπρόθεσμα θα επιχειρήσουν να αναδειχθούν σε παγκόσμια δύναμη, ανταγωνιστική προς την Ρωσσία και τις ΗΠΑ. Η δύναμη εκείνη που εμφανώς υποστηρίζεται σήμερα από το δυτικό σύστημα ως παράγων αναδιάταξης και επανασταθεροποίησης της Εγγύς Ανατολής είναι το Κουρδιστάν. Η συγκρότηση ισχυρού κουρδικού κράτους, που ήδη επικουρείται από δυτικούς συντελεστές, προϋποθέτει εξουδετέρωση της ιρανικής σφαίρας επιρροής, αλλά θα δημιουργήσει ισχυρό κλοιό προστασίας στο Ισραήλ, θα πιέσει την ασταθή περιοχή Συρίας-Λιβάνου, θα συρρικνώσει την επιρροή του Ιράν και θα λειτουργήσει ως δίπολο με το μετα-νασερικό καθεστώς της Αιγύπτου, σπάζοντας την γεωπολιτική του απομόνωση. Επίσης, θα αποτελέσει ισχυρό μοχλό θωράκισης των αγωγών του φυσικού αερίου προς δυσμάς. Ταυτόχρονα, θα πιέσει προς δυσμάς την Τουρκία. Εκεί θα υπάρξουν προφανώς ισχυρές αντιδράσεις. Αυτή είναι η βαθύτερη γεωπολιτική έννοια της δυτικής εμπλοκής. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Το εγκεφαλικό κενόν του Κωνσταντίνου Κόλμερ

Τ

ο κενόν χρηματοδοτήσεως (funding gap ή ΚΧ) της Ελληνικής οικονομίας έχει εξελιχθή εις ένα παιχνίδι «κολοκυθιάς»: πόσο χρηματοδοτικό κενόν παράγει προσεχώς; Το ΔΝΤ αναβιβάζει το ΚΧ σε 10 δις. ευρώ την προσεχή 2ετία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εις 4. Το Γερμανικόν υπουργείον Οικονομικών εις 77,7 δις. ευρώ μέχρις του έτους 2020 και η Ελληνική κυβέρνησις αιδεσίμως αναφέρει ότι έως τέλους του έτους της λείπουν 4 δις. ευρώ, οπότε θα χρειασθή και τρίτο «πακέτο μέτρων», έστω και άν δεν το ομολογεί. Ομως, το κενόν χρηματοδήσεως πλήττει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και τις συντάξεις, αφορά στην λειτουργία των δημοσίων νοσοκομείων, επηρεάζει την παροχή φαρμάκων στους ασθενείς, εξαρτά την προμήθεια πετρελαίου στις ΄Ενοπλες Δυνάμεις, αναφέρεται στην αποπληρωμή τόκων και ληξιπροθέσμων ομολόγων και τέλος αποτελεί το πραγματικό φορολογικό βάρος της οικονομίας. Πράγματα εξόχως σοβαρά διά να παίζει κανείς μαζί των την «κολοκυθιά». Διά την αντιμετώπιση του ΚΧ χρειάζεται αυτό που λείπει από την Ελληνική πολιτική ζωή: η απλότης, που είναι η παραδοχή της προφανούς και η προσθήκη του αυτονοήτου. Ενας σοβαρός αναλυτής, ο κ. Γιάννης Χαραλαμπάκης, υπελόγισε προσφάτως το ΚΧ εις 14,9 δις. ευρώ άχρι τέλους του έτους. Συγκεκριμένως: την υστέρησι της αποδόσεως των φόρων εις 2,7 δις. ευρώ. Το έλλειμμα των κρατικών νοσοκομείων εις 1,4. Τις ακάλυπτες συντάξεις εις 1,8. Τό ταμειακό ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

άνοιγμα του ΕΟΠΥΥ εις 1,3. Τις λήξεις ομολόγων εις 5 δις.ευρώ και την υστέρησι των αποκρατικοποιήσεων (έναντι των προϋπολογισθεισών) εις 2,7 δις. ευρώ. Επιπλέον χρειάζονται 10 δις. ευρώ διά την αναχρηματοδότησι των Τραπεζών, λόγω ανεξοφλήτων δανείων, και θα προσέθετα την συνεχιζομένη μείωσι των Τραπεζικών καταθέσεων, λόγω πληρωμής φόρων και από την αύξησι του δημοσίου χρέους λόγω επιτοκίων άνω του 10%, όπου ως γνωστόν είναι αδιατήρητο. Το ΚΧ θα ημπορούσε να καλυφθή με νέες φορολογίες, αλλ’ αυτές έχουν αποκλεισθή όχι τόσον από την κυβέρνησι, όσον από την εξαντληθείσα φοροδοτική ικανότητα των μισθωτών και συνταξιούχων (ήδη τ’ανείσπρακτα χρέη του ιδιωτικού τομέως ανέρχονται εις 60 δις. ευρώ).Το έλλειμμα των συντάξεων θα ημπορούσε να καλυφθή με ...μείωσι των ή/και αύξησι του συνταξιοδοτικού ορίου στα 67 χρόνια. Το έλλειμμα των νοσοκομείων με αύξησι της συνεισφοράς με 25 ευρώ ανά ασθενή και των φαρμάκων κατά 50% του κόστους, ενώ η έκδοσις εντόκων γραμματίων (πρός αποπληρωμήν ληξιπροθέσμων ομολόγων) θα διαρκούσε 3 έως 6 μήνες και θα περιόριζε περαιτέρω την ρευστότητα των Τραπεζών. Τέλος, η επιτάχυνσις των ιδιωτικοποιήσεων χρειάζεται μία σοβαρή και ικανή ηγεσία στο οικείο Ταμείον, που προφανώς αδυνατεί η κυβέρνησις να προσελκύσει – παρά μόνο κάτι θεσιθήρες. Μία άλλη στρατηγική αντιμετωπίσεως της ΚΧ θ’απαιτούσε περισσότερα διασωστικά κεφάλαια, 7


μείωσι του επιτοκίου στο 2%, μετάθεσι εξοφλήσεων γιά 35 χρόνια και θετική αύξησι του ΑΕΠ. Τα τρία πρώτα μέτρα βρίσκουν αντίθετη την κοινή γνώμη της... Γερμανίας και το τρίτο είναι μάλλον απίθανον με την παντελή έλλειψι ρευστότητος της Ελληνικής οικονομίας. Επιπροσθέτως το ΔΝΤ απειλεί μέ αποχώρησι, εάν ο «επίσημος τομέας», δηλαδή οι άλλες κυβερνήσεις της ευρωζώνης δεν καλύψουν τα 20 δις. ευρώ της συμμετοχής του στο Ελληνικό διασωστικό πρόγραμμα. Αντ’ αυτών ο κ. Στουρνάρας υπόσχεται «πρωτογενές πλεόνασμα» το 2014 και «επάνοδο στις αγορές»

k

σχόλιο

Τ

Τυχαίο; δεν νομίζω...

ην πρόταση της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ κυρίας Ρεπούση περί καταργήσεως της υποχρεωτικής διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στην Μέση Εκπαίδευση και ταυτόχρονα των Θρησκευτικών ως ομολογιακού μαθήματος, εκ των υστέρων υιοθέτησε και κάλυψε (αυτοκτονικά γιά το ήδη καταρρέον κόμμα του) ο κ. Κουβέλης. Ασφαλώς η πρόταση αυτή δεν πρόκειται να ληφθεί σοβαρά ούτε από την κοινή γνώμη ούτε από την εκπαιδευτική και την επιστημονική κοινότητα ούτε βεβαίως από το πολιτικό σύστημα, σε όλο του το φάσμα, που δεν επιδιώκει την επιτάχυνση της κατάρρευσής του. Τα Αρχαία Ελληνικά είναι όχι μόνον η γλωσσολογική βάση της Νέας Ελληνικής, αλλά και ο μηχανισμός πρόσβασης στα κλασσικά-θεμελιακά του Δυτικού Πολιτισμού κείμενα. Γι’ γι’αυτό και διδάσκονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά όχι μόνον στα Πανεπιστήμια αλλά και στην Μέση Εκπαίδευση των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κρατών. Όσο γιά τα Θρησκευτικά, που ούτως ή άλλως δεν είναι υποχρεωτικά γιά τους μη ορθόδοξους μαθητές, στο Λύκειο έχουν προ πολλού τον θρησκειολογικό χαρακτήρα που εισηγείται η μη επαρκώς ενημερωμένη βουλευτής, ενώ στο Γυμνάσιο απο-

8

(κεφαλαίων) το 2015. Προφανώς συγχέει τους ευσεβείς του πόθους με την αδήριτη πραγματικότητα. Η συμβατική πλειοψηφία του Ελληνικού λαού εξακολουθεί να ειδωλολατρεύει το ευρώ και να μην αντιλαμβάνεται ότι η επάνοδος στο δολλάριον, με έλεγχο της εξαγωγής κεφαλαίων και διολίσθησι της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος, αποτελεί την συνθήκη sine qua non της εξόδου της Ελληνικής οικονομίας από την 6ετή ύφεσι. Υπ’ αυτήν την έννοια, δυνάμεθα να ομιλούμε περί πανελληνίου εγκεφαλικού κενού.

τελούν την στοιχειώδη επαφή των μαθητών με την θρησκεία η οποία, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει στην κυρία Ρεπούση, αποτελεί τον ισχυρότερο μαζί με την γλώσσα ιστό συνοχής της Ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο που η κ.Ρεπούση επιχειρεί να πλήξει τα βασικά θεμέλια της συλλογικότητας των συγχρόνων Ελλήνων. Μετά την ανιστόρητη και επιστημονικά διαβλητή «Ιστορία» που συνέγραψε γιά την Έκτη Δημοτικού, στρέφεται τώρα εναντίον των γλωσσικών θεμελίων και του θρησκευτικού συναισθήματος του 98% των Ελλήνων. Η κυρία Ρεπούση θα επιθυμούσε προφανώς να ζει: σε μία κοινωνία χωρίς θρησκεία, χωρίς γλωσσική συνέχεια και χωρίς ιστορική συνείδηση. Κάτι που απλά δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία, καθώς η απώλεια των στοιχείων αυτών οδηγεί οποιαδήποτε κοινωνία στον αφανισμό της. Αυτόν τον μηδενισμό υπηρετεί η κυρία Ρεπούση. Είναι κρίμα όμως που η Ανανεωτική Αριστερά, ένας χώρος στον οποίον συμμετέχουν και αστοί με προοδευτική συνείδηση και παιδεία, στεγάζει και καλύπτει στους κόλπους του παρόμοιες εξαιρετικά σκοτεινές και ύποπτες απόψεις.

Μ.Η.Μ. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Κύπρος

Η

Η πλάστιγγα αυτήν τη φορά γέρνει προς την δική μας πλευρά Υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα το παλέψουμε... του ανταποκριτού μας στην Λευκωσία Κώστα Παπασταύρου

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

βάση των επαίσχυντων Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου (1959-1960), που δεν ήταν άλλη από το διαχωριστικό στοιχείο μεταξύ της πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων (82%) και της μειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων (18%), από τότε μέχρι σήμερα και υπό διάφορες μορφές και ένταση, πηγαινοέρχεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προς επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Καταφανώς, οι εν λόγω συμφωνίες έδωσαν υπερπρονόμια στους Τουρκοκύπριους, με αποκορύφωμα το Δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις του Ελληνοκύπριου προέδρου, την ίδια στιγμή που, με τις συμφωνίες Βενιζέλου-Ατατούρκ, οι Τούρκοι είχαν αποποιηθεί κάθε δικαίωμα για την Κύπρο! Αυτή ήταν δυστυχώς η επιλογή των ηγετών μας (Καραμανλή, Αβέρωφ και Μακαρίου). Εν πάση περιπτώσει, μετά το πραξικόπημα της προδοτικής χούντας, έπεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η λύση της δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας, ως η πιο συμφέρουσα επιλογή (sic). Η πρόταση αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε στην συνέχεια από τους αγγλοαμερικανούς υπό την μορφή του γνωστού Σχεδίου Ανάν και τέθηκε σε δημοψήφισμα το 2004, που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψή του από την Ελληνοκυπριακή πλευρά σε ποσοστό 76% και την αποδοχή του από τους Τουρκοκυπρίους. Στο δια ταύτα. Αμέσως μετά τις καλοκαιρινές διακοπές θα ξαναρχίσουν οι συνομιλίες, αλλά από άγνωστη ακόμα βάση. Ο απελθών Πρόεδρος Χριστόφιας στις επί πενταετία διαβουλεύσεις του με την Τουρκοκυπριακή πλευρά, αφ’ ενός έπαιζε σε ένα παιγνίδι όπου ο διαιτητής ήταν «βρώμικος», ο γνωστός Ντάουνερ, και, αφ’ ετέρου, προβάλλοντας την πολιτικά αριστερή του καταβολή, νόμισε ότι θα εξευμενίσει το θηρίο παραχωρώντας γενναιόδωρα, μεταξύ άλλων, εκ περιτροπής προεδρία για Τούρκο και νόμιμη παραμονή 50.000 εποίκων! Συμπερασματικά, η κωδικοποίηση των θέσεων των δύο πλευρών, όπως αυτή δημοσιοποιήθηκε τον περασμένο Απρίλιο από τον «συντονιστή» των συνομιλιών Ντάουνερ, δεν γίνεται αποδεκτή από την συντριπτική πλειοψηφία της Ελληνοκυπριακή πλευράς, λόγω ακριβώς των καταφανώς εναντίον της πλευράς μας υποχωρήσεων, παρά το γεγονός ότι ο νυν Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν έχει ακόμη επίσημα αποκηρύξει τις θέσεις αυτές… Πειστικά δείγματα η Τουρκία δεν έχει δώσει ότι 9


πραγματικά επιθυμεί μια λογική διευθέτηση, που να βασίζεται στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό δίκαιο, με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων για όλους τους Κύπριους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής, θρησκείας και γλώσσας, χωρίς κατοχικά στρατεύματα και πάτρωνες εγγυητές… Από την άλλη, εμείς, η Ελληνοκυπριακή πλευρά, είμαστε δεσμευμένοι δυστυχώς στην λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, που και από το όνομά της και μόνο, θυμίζει την τρισκατάρατη μορφή του απαρχαϊτ! Εξ άλλου, πώς μπορεί να λειτουργήσει ένα ευρωπαϊκό κράτος με δεσμά μιας διζωνικής λύσης, που καταστρατηγεί και παραβιάζει κάθε έννοια δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, είναι ρατσιστική, χωρίζει λαούς αντί να τους ενώνει; Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι μια τέτοια λύση με βάση τη διζωνικότητα απέρριψε ο Κυπριακός λαός με δημοψήφισμα, παραμονές της ένταξής του στην ΕΕ. Μέσα, λοιπόν, σε αυτόν τον μύλο των πολιτικών δεδομένων, έπεσε πρόσφατα από την δική μας πλευρά η πρόταση για επιστροφή από την Τουρκία της εσώκλειστης πόλης της Αμμοχώστου ως ένδειξη δήθεν καλής θέλησης για επανέναρξη των συνομιλιών. Κι ενώ η Τουρκία κωφεύει επιμελώς στο κάλεσμα αυτό, διάχυτος είναι ο φόβος ότι ο βρεταννικός παράγων θα εμπλέξει, ως αντιστάθμισμα της πιθανής επιστροφής της Αμμοχώστου, το φυσικό αέριο (αγωγός μέσω Τουρκίας και δέσμευση για διαμερισμό των κερδών μεταξύ των δύο κοινοτήτων πριν την λύση) και πιθανώς την νομιμοποίηση της λειτουργίας του αεροδρομίου της Τύμπου, αλλά και το άνοιγμα του Λιμένα της Αμμοχώστου υπό τα Ηνωμένα Έθνη. 10

Τμήμα σημαντικό βέβαια του πολιτικού παζλ είναι και ο υπό δημιουργία άξονας για εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας, αλλά και της ταυτόχρονης κατανόησης από τους Αμερικανούς και Ευρωπαίους ότι ο Ερντογάν και η ισλαμική Τουρκία είναι παράγοντες αυταρχισμού και εξαιρετικά επικίνδυνοι, ενώ ο προαναφερθείς άξονας των τριών χωρών μπορεί να καταστεί αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ και της ΕΕ και αποτρεπτικός έναντι των τουρκικών απειλών, τόσο έναντι των Ελλήνων, όσο και κατά του Ισραήλ. Εξ άλλου, το Ισραήλ δεν θα ήθελε να δει την Κύπρο προτεκτοράτο της Άγκυρας μέσω μια λύσης διζωνικής ομοσπονδίας, που θα ενισχύει την Τουρκία ως ισλαμική περιφερειακή δύναμη. Υπάρχουν, λοιπόν, νέα δεδομένα σε γεωστρατηγικό επίπεδο στην Ανατολική Μεσόγειο, με την πλάστιγγα αυτήν την φορά να γέρνει(;) προς την δική μας πλευρά, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα το παλέψουμε... Με απλά λόγια, θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις νέες αντιλήψεις και οφέλη των ΗΠΑ και της ΕΕ, να αφήσουμε τους Άγγλους έξω από το παιγνίδι και να ζητήσουμε ξεκάθαρα λύση δημοκρατική, ευρωπαϊκή, βιώσιμη, χωρίς την διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και βεβαίως χωρίς την εκχώρηση δικαιωμάτων διαχείρισης του φυσικού μας πλούτου στην Τουρκία. Είναι ευνόητο ότι το οποιοδήποτε όφελος ισχύει για όλους τους νόμιμους κατοίκους του νησιού – αυτό ισχύει και για κάθε άλλη χώρα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον έχουμε πολιτική ηγεσία που να διαθέτει εθνικό όραμα και αναγκαία βούληση… ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Casus Belli

Δημοκρατία είναι… του Νίκου Σ. Λιναρδάτου λαοί κερδίζουν την εξουσία με την ψήφο των πολλών, κυβερνώνται με την ικανότητα c Οιτωνπολιτισμένοι ολίγων και μεγαλουργούν με την πνοή του ενός.

(Ελευθέριος Βενιζέλος, 1864-1936, Έλληνας Εθνάρχης)

μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότηc Ητας,Δημοκρατία διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία,

την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία. (Ισοκράτης, 436-338 π.Χ., Αθηναίος Ρήτορας)

υπάρχει εκεί όπου ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να πει ελεύθερα πως δεν υπάρχει Δηc Δημοκρατία μοκρατία.

(John Kenneth Galbraith, 1908-2006, Καναδός Οικονομολόγος)

τον λαό, για τον λαό. c Δημοκρατία είναι η κυβέρνηση του λαού, από(Αβραάμ Λίνκολν, 1809-1865, Αμερικανός Πρόεδρος)

χειρότερο πολίτευμα, με εξαίρεση όλα τα άλλα. c Η Δημοκρατία είναι το(Ουίνστων Τσώρτσιλ, 1874-1965, Βρεταννός Πρωθυπουργός Νομπέλ 1953)

μεγαλύτερο μέτρο της δημοκρατίας δεν είναι ο βαθμός ελευθερίας ούτε ο βαθμός ισότητας, αλλά c Τομάλλον ο βαθμός συμμετοχής. (Alain de Benoist, 1943-, Γάλλος Φιλόσοφος)

c Οι ψήφοι πρέπει να ζυγίζονται και όχι να μετριούνται. (Σίλλερ, 1759-1805, Γερμανός Συγγραφέας & Ποιητής)

δεν έχει ούτε πάρα πολύ πλούσιους ούτε πάρα πολύ φτωχούς πολίτες. c Άριστη δημοκρατία είναι εκείνη που(Θαλής ο Μιλήσιος, 643-548 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας Φιλόσοφος) καταλαμβάνει ένα δημόσιο αξίωμα, πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του δημόσιο κτήμα. c Όταν κάποιος (Τόμας Τζέφερσον, Αμερικανός Πρόεδρος (1801-1809) και κύριος συντάκτης της Διακήρυ-

ξης της Ανεξαρτησίας)

καραγκιόζηδες όλοι οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου. Είμαστε c Είμαστε εγκλωβισμένοι στο σύστημα της διαπλοκής...

(Κεφαλογιάννης Μ., Σύγχρονος Έλληνας Πολιτικός, εφ. ΕΘΝΟΣ, 3/5/2006)

[Αργότερα ο κος Κεφαλογιάννης προέβη σε διορθωτική δήλωση, με την οποία δεν διαψεύδει όσα δήλωσε στο Μπαχρέιν, αλλά αναφέρεται σε παρερμηνείες. «Η σημερινή κυβέρνηση (2006) κάνει μια μεγάλη προσπάθεια στον τομέα αυτόν (της διαπλοκής)», αναφέρει ο υπουργός. «Είναι αυτονόητο ότι η προσπάθεια αυτή αποτελεί υποχρέωση όλων μας, και των κομμάτων και των πολιτικών και των δημοσιογράφων και τελικά και των πολιτών. Αυτό ανέδειξα στην συζήτησή μου με ορισμένους δημοσιογράφους ως τον μόνο δρόμο για μια δημοκρατία με ποιότητα».] ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

11


Επιστολές αναγνωστών

Η παραίνεση του Καποδίστρια

και τα προκλητικά προνόμια των πολιτικών του 2013 Κύριε Διευθυντά, Οι Έλληνες πολίτες, μετά γνώσεως πλέον, συνειδητοποιούν την βαθύτατη ύφεση και ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως, στην οποία έχει περιπέσει η χώρα. Υπό τις ολοένα φθίνουσες οικονομικές συνθήκες και άκρως δυσοίωνες εξελίξεις, δεν είναι πλέον δυνατή η ανάκαμψη και βεβαίως η ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, η οποία κινείται την τελευταία τριετία σ’ ένα φθίνον πλαίσιο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας, που εντοπίζεται πλέον και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Τρόϊκας. Οι διαρθρωτικές προσαρμογές και αναγκαίες ρυθμίσεις αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατον να επιτευχθούν από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Αποτελεί δε κοινό τόπο, ότι δεν είναι δυνατή η εξυπηρέτηση του χρέους μεσοπρόθεσμα, χωρίς περαιτέρω απομείωση του χρέους (της οποίας όμως το κόστος ποιός θα ήταν διατεθειμένος να αναλάβει;) και η χώρα οδηγείται σε πλήρη οικονομική κατάρρευση. Και ενώ ήδη μελετώνται νέα μέτρα περικοπών μισθών και συντάξεων, σύμφωνα με το πρόγραμμα των «Ευρωπαίων Εταίρων» και το ΔΝΤ για όλες τις χώρες του Μεσογειακού Νότου, ως ένα εκ των πλέον ευχερών,αποτελεσματικών μεταβατικών μέ12

τρων καλύψεως των οικονομικών κενών, παρατηρείται ότι οι κυβερνώντες σε ουδεμία δραστική περικοπή, ανάλογον προς τα υπάρχοντα οικονομικά μέσα, των αντιμισθιών, επιδομάτων και λοιπών παροχών και απολαυών τους πάσης φύσεως, πλην ελαχίστων, συμβολικών σε σχέση με τα υπ’ αυτών εισπραττόμενα ποσά, έχουν χωρήσει. Με εντυπωσίασε πρόσφατα η εκ νέου ανάγνωση της παραίνεσης του αειμνήστου Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια και αισθάνθηκα την ανάγκη να Σας παρακαλέσω να έλθει, «ad hoc», στο φως της δημοσιότητος: «Ελπίζομεν, ότι όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της Κυβερνήσεως εις την προσωρινήν Διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι προσκληθώσιν επί τούτω, θέλουν γνωρίσει μεθ’ ημών, ότι εις τας παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλά ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της». Με τιμή,

Δρ. Αναστασία Σαμαρά-Κρίσπη ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Λαϊκισμός και γεωργική…«ανάπτυξη»! του Πάνου Κ. Παναγόπουλου

Λ

ίγοι γνωρίζουν πως η τελευταία 30ετία της ελληνικής γεωργίας δεν μοιάζει σχεδόν καθόλου με την προηγούμενη και ότι, τουλάχιστον συγκριτικά με την γεωργία των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Υστερούμε τόσο στην οργανωσιακή και στην ρυθμιστική αποτελεσματικότητα της αγοράς γεωργικών προϊόντων, με πρωτοφανές υψηλό κόστος διακίνησης και άνοιγμα της ψαλίδας, όσο και στην ανταγωνιστικότητα, δηλαδή ως προς αυτό καθ’ αυτό το κόστος στο κατώφλι του παραγωγού, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων. Τα μόνα δίκτυα προστασίας που απομένουν απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, είναι το κόστος διακομιδής και οι διαδικασίες εισαγωγής γεωργικών προϊόντων από άλλες χώρες, καθώς και οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι τρίτων χωρών, οι οποίες όμως (επιδοτήσεις) φθίνουν. Η βασική αιτία είναι το ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει ακόμα ούτε μισό βήμα προς την κατεύθυνση της βιωσιμότητας των Γεωργικών της Εκμεταλλεύσεων, σαν αυτήν που επιχείρησαν και πέτυχαν οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως προς το συνολικό μέγεθος, και ως προς τον αριθμό αγροτεμαχίων, αρχής γενομένης το 1962, από την Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, όλες οι μετέπειτα 15 χώρες της Ε.Ε., πλην της Ελλάδας, αποΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Γεωπόνου-Οικονομολόγου Διδάκτορος του Πανεπισημίου της Σορβόννης δέχθηκαν από τότε την παρακάτω συλλογιστική του Michel Debatisse: «Αν τα χωράφια αυτών που αποχωρούν από την Γεωργία δεν περιέλθουν με ενοικίαση, ή με εξαγορά, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο στνη μακροπρόθεσμη διαχείριση αυτών που παραμένουν στην Γεωργία, δεν θα υπάρξουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις και τότε δεν θα έχουν κανέναν λόγο να μην φύγουν και οι υπόλοιποι, ή να στοχεύουν σε ανορθόδοξες επιδοτήσεις, ή να καταλήξουν στη κακομοιριά της ανοργανωσιάς και της ένδειας». Ειδικά εμείς, που έχουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα, τις λιγώτερες δηλαδή βιώσιμες Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις, στον κρίσιμο αυτόν τομέα, σκοντάφτουμε αφ’ ενός στα εκ δεξιών «μην αγγίζετε την αγία ιδιοκτησία» και αφ’ ετέρου στα εξ ευωνύμων «πάλι τσιφλίκια θα φτιάξουμε;». Έτσι, βρεθήκαμε και μάλιστα στη παρούσα συγκυρία 50 (!) χρόνια πίσω, όχι τυχαία, γιατί αυτή η νοοτροπία (όπως στα της γεωργίας), ίσως εξηγεί και γενικώτερα το πώς φθάσαμε ως εδώ. Αν είχαμε τουλάχιστον μια κρίσιμη μάζα από βιώσιμες Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις, ένα έστω 10 με 15%, πιθανότατα το τοπίο θα ήταν διαφορετικό για το σύνολο της γεωργίας μας και όχι αυτό που παρατηρείται σήμερα. Υπ’ όψιν ότι, όπως καταδεικνύεται παρακάτω, υπάρχει εφικτή μεθόδευ13


ση Εγγείου Αναδιαρθρώσεως, ιδιαίτερα χαμηλού κόστους και προπαντός με διαδικασίες εκούσιες. Μία άλλη αιτία, συναφής με την καθυστέρηση της Εγγείου Αναδιαρθρώσεως, είναι ο λαϊκισμός όλων των πολιτικών δυνάμεων, που πιστεύω πως σκόπιμα και επίμονα αρνούνται στους πραγματικούς αγρότες/καλλιεργητές, τις σαφείς επαγγελματικές τους ταυτότητες, αν και οικονομικά αποτελούν ανέξοδη υπόθεση. Αυτό, σε συνδυασμό με την σπανιότητα των βιώσιμων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων, συνέτεινε, νομίζω καθοριστικά, και στην κατάρρευση του συνεταιριστικού, και στην εξ υπαρχής πλημμελή συγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Υπήρξε, δηλαδή, ουσιαστική στέρηση της γεωργίας μας από δύο τόσο πολύτιμα εργαλεία. Υπήρξαν επίσης και άλλες συναφείς παράπλευρες απώλειες, εκτός βέβαια από την μειωμένη ανταγωνιστικότητα και την δυσλειτουργικότητα της αγοράς, που ήδη αναφέρθηκαν ως οι βασικές επιπτώσεις. Αυτά τα δύο στοιχεία, δηλαδή η έγγειος αναδιάρθρωση και η χορήγηση σαφών επαγγελματικών ταυτοτήτων στους αγρότες/καλλιεργητές, λογικά αποτελούν αποκλειστικά κρατική ευθύνη και μέριμνα. Οι όποιες ευθύνες των αγροτών/καλλιεργητών εκτείνονται πέραν των παραπάνω κρατικών υποχρεώσεων, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχουν προηγηθεί. Ας μην νομισθεί δε ότι η ενοχή των πολιτικών ως προς την γεωργία περιορίζεται μόνον στην αδράνεια στο εγγειοδιαρθρωτικό και στις ταυτότητες των αγροτών. Τι τους έφταιγε ο συνδετικός και δημιουργικός ιστός της Ελληνικής Γεωργίας και τον διέλυσαν εις τα εξ ων συνετέθη; Διότι οι πολιτικοί είναι εκείνοι που επιτάχυναν την Αποδιοργάνωση του Συνεταιριστικού Κινήματος, την Διάλυση της Γεωτεχνικής Υπηρεσίας της Α.Τ.Ε. και της ίδιας της Α.Τ.Ε., την εξαφάνιση των Γεωργικών Εφαρμογών, και τελικά τον Διαμελισμό του ίδιου του υπουργείου Γεωργίας (Υπ. Α.Α. και Τ.), με σαφείς-σαφέστατες τις λαϊκιστικές προθέσεις! Είναι δυνατόν να υπάρχει υπουργείο Γεωργίας χωρίς οργανική σύνδεση με τις περιφερειακές Διευθύνσεις Γεωργίας; Και αυτό να συμβαίνει για να παραχωρηθούν δήθεν αρμοδιότητες στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση; Δηλαδή τα πάντα θυσία στο βωμό του λαϊκισμού; 14

Οι άλλες 14 από τις 15 χώρες της τότε Ε.Ε., πολύ πριν από την ένταξη των 10 τέως σοσιαλιστικών χωρών, άλλες περισσότερο και άλλες λιγώτερο, είχαν επιλέξει τις τυπολογίες που αρμόζουν για τις Γεωργοκτηνοτροφικές Εκμεταλλεύσεις της κάθε περιοχής, ανάλογα με τους κλιματικούς, τους εδαφολογικούς, τους υδατικούς παράγοντες και πόρους, καθώς και τους αντίστοιχους περιορισμούς και λοιπές ιδιαιτερότητες, έτσι ώστε, μεταξύ των άλλων τεχνικών προδιαγραφών, οι αγρότες τους να εξασφαλίζουν, κυρίως, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και συνεχόμενη απασχόληση, δηλαδή την βιωσιμότητα των Γεωργικών τους Εκμεταλλεύσεων. Σε τελευταία ανάλυση, το 80% και πλέον του καθαρού οικογενειακού γεωργικού εισοδήματος συνήθως προέρχεται από την εργασία των αγροτών (τα τεκμαρτά ημερομίσθια που πραγματοποιούν μέσα στην ίδια τους την Γεωργική Εκμετάλλευση), δηλαδή από την χειρωνακτική και την διαχειριστική τους δουλειά. Το υπόλοιπο περίπου 20% είναι αφ’ ενός το ενοίκιο του εδάφους, όταν τα καλλιεργούμενα χωράφια ή τα βοσκοτόπια είναι ιδιόκτητα, και αφ’ετέρου οι τόκοι των ιδίων επενδεδυμένων κεφαλαίων, που προέρχονται κι’ αυτά από την εργασία, είτε των ιδίων των αγροτών, είτε των γονιών τους. Δηλαδή, «κέρδη η γεωργία δεν έχει να σε δώσει πιά», θα έγραφε ο Αλεξανδρινός ποιητής. Αυτή είναι ως επί το πλείστον η Ευρωπαϊκή Γεωργία και ιδίως η Ελληνική. Όσοι στοχεύουν σε Βραχυπρόθεσμες Κερδοφόρες Αγροτικές Εργολαβίες και, περισσότερο από όλους, εκείνοι που ζητούν Άμετρη Φοροδοτική Ικανότητα από την Γεωργία και μάλιστα από την Ελληνική γεωργία, λάθος πόρτα χτυπήσανε!!! Ειδικά οι πολιτικοί (οι ερασιτέχνες του είδους), στην προκειμένη περίπτωση και σ’ αυτήν μάλιστα την χρονική στιγμή, δεν χτύπησαν απλώς λάθος πόρτα, αλλά χτυπούν αυτή καθ’ αυτή την διατροφική μας ασφάλεια, το «Food security»!!! Στην Ε.Ε. των 15 πλην της Ελλάδας, στο μέτρο της μείωσης του αγροτικού πληθυσμού, αυξανόταν και συνεχίζει να αυξάνεται το μέγεθος των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και μάλιστα με τρόπο ορθολογικό, βάσει εθνικών νομοθετικών παρεμβάσεων, είτε με μακροχρόνιες εγγυημένες ενοικιάσεις, είτε με ομαδικούς/εταιρικούς συνδυασμούς, ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


είτε με εξαγορές. Με τις μεθόδους αυτές η περαιτέρω μείωση των γεωργικών πληθυσμών αποτελεί απόρροια της αύξησης της παραγωγικότητας και όχι της μείωσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση την δική μας. Δηλαδή να μειώνεται ο γεωργικός πληθυσμός επειδή δεν χρειάζονται πια όλοι, και όχι να αποχωρούν επειδή το κόστος, με υπαιτιότητα της πολιτείας, γίνεται μεγαλύτερο από τις τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί λόγω έλλειψης θεσμικών, λειτουργικών υποδομών. Το γεγονός όμως ότι είμαστε η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν μερίμνησε, ώστε η αναμενόμενη έξοδος των περισσότερων αγροτών από την γεωργία, να συμβάλει στην μεγέθυνση όσων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων παρέμεναν, είχε άμεσες αρνητικές επιπτώσεις, και κυρίως, ως παρεπόμενο παράγοντα, την ουσιαστική απουσία πυρήνων συγκροτημένων από συνειδητοποιημένους Επαγγελματίες Γεωργούς επικεφαλής βιώσιμων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων. Αυτοί οι επαγγελματίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν, όπως συνέβη σε όλες τις άλλες κοινοτικές χώρες, τους φυσικούς φορείς και τους πρωτοπόρους για την ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή, δεν θα είχαμε και τις αρνητικές επιπτώσεις στην σημερινή γεωργία, που αφορούν κυρίως: α) στο κόστος και στην ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. β) στην συγκρότηση πραγματικών συνεταιριστικών και συνδικαλιστικών οργάνων, ικανών να συνεργασθούν και μεταξύ τους και με την δημόσια διοίκηση, αλλά και να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο. γ) στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση, οπότε οι περισσότεροι αγρότες δεν είναι σε θέση να αφομοιώσουν και να εφαρμόσουν την πολύπλοκη και συνεχώς μεταβαλλόμενη νέα τεχνολογία. δ) στην υπερβολική, και πολλές φορές χωρίς κανέναν παραγωγικό λόγο, ρύπανση του περιβάλλοντος, άρα ασύμφορη και για τους ίδιους. ε) στην αδυναμία συγκράτησης, όπου χρειάζεται, μέρους του αγροτικού πληθυσμού, κυρίως νεαρής ηλικίας και με κάπως αυξημένο δείκτη νοημοσύνης, στοιχεία επίσης απαραίτητα για την ανάπτυξη της Γεωργίας. στ) στην μη προαγωγή του πολιτιστικού περιβάλλοντος της υπαίθρου. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Είναι εξ άλλου αυταπόδεικτο ότι οι περισσότεροι από τους παράγοντες αυτούς συνιστούν μεταξύ τους φαύλο κύκλο και παρεμποδίζουν τις όποιες πρωτοβουλίες, ατομικές ή συλλογικές, προς επιθυμητές κατευθύνσεις. Η ΕΤ.ΑΓΡ.Ο. (η επιστημονική εταιρεία των Γεωργοοικονομολόγων), με την βοήθεια των 4 Πανεπιστημιακών Τμημάτων Γεωργικής Οικονομίας (Αριστοτελείου, Γεωπονικού Αθηνών, Ιωαννίνων και Χαροκοπείου), είχε προγραμματίσει 4 πιλοτικά μοντέλα για τον κατά περιοχές προσδιορισμό της τυπολογίας των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και πρότεινε συγκεκριμένη μέθοδο για την μεγέθυνσή τους σε συνδυασμό με τον Αναδασμό. Το μέγιστο ποσοστό της μεγέθυνσης των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων σε βιώσιμες, με το μικρότερο δυνατό κόστος και με σχετική διαδικαστική ευχέρεια, μπορεί να επιτευχθεί μόνον κατά την διαδικασία του Αναδασμού, βάσει του νόμου 674/1977, ο οποίος δεν στοχεύει πλέον αποκλειστικά στην συγκέντρωση της ιδιοκτησίας όπως ο Ν.2258/1952, αλλά αφήνει την πόρτα διάπλατη στην μεγέθυνση των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων, δηλαδή είτε με δημόσια είτε με ιδιόκτητα αγροτεμάχια (άρθρα 25 και 27 με απαραίτητη την επικαιροποίηση). Ακριβώς πριν από την φάση της αναδιανομής, προτού δηλαδή από τον νέο σχεδιασμό και την χάραξη επί του εδάφους της νέας τελικής μορφής των ιδιοκτησιών, δίδεται η ανεπανάληπτη ευκαιρία ριζικής Εγγείου Αναδιαρθρώσεως. Αυτό σημαίνει ότι, εν όσω οι ιδιοκτησίες αποτελούν «ιδανικά μερίδια», ο μελετητής μπορεί να τοποθετήσει τα ιδανικά αυτά μερίδια, (τα δικαιώματα σε έκταση γης) συγκεντρωμένα (μαζί), ανάλογα με τις επιθυμίες και τις συμφωνίες των εκμισθωτών/ενοικιαστών, των πωλητών/ αγοραστών, αυτών που σκοπεύουν να συνεργασθούν με διάφορους εταιρικούς τύπους κ.ο.κ., αλλά και ανάλογα με την τυπολογία παραγωγής της περιοχής και με την μεγιστοποίηση του δημόσιου οφέλους, όπως επιτάσσει η συνταγματική διάσταση επί της οποίας ερείδεται ο αναδασμός. Όμως τους Έλληνες πολιτικούς δεν τους απασχόλησε ποτέ η διευθέτηση μεσομακροπρόθεσμων ζητημάτων. Δηλαδή, του Λαϊκισμού «ουκ έσται τέλος!!!». 15


Τα εργαλεία του μετα-καπιταλισμού

T

ο κυριώτερο ίσως χαρακτηριστικό (και ταυτόχρονα το πιο επικίνδυνο για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική ισορροπία) του σύγχρονου οικονομικού συστήματος είναι η τεράστια απόκλιση μεταξύ της πραγματικής και της εικονικής οικονομίας. Σημαντικός μηχανισμός της δεύτερης, που πολλαπλασιάζει τις συναλλαγές που στηρίζονται στην πραγματικότητα, είναι τα διάφορα εργαλεία κερδοσκοπίας. Τα futures, για παράδειγμα, είναι δεσμευτικά συμβόλαια μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων, κατά τα οποία ο αγοραστής δεσμεύεται να αγοράσει και ο πωλητής να πωλήσει το αντικείμενο του συμβολαίου σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο μέλλον, σε συγκεκριμένη τιμή και σε συγκεκριμένο τόπο. Τα αντικείμενα των συμβολαίων αυτών μπορεί να είναι χρηματοοικονομικά προϊόντα, επιτόκια, εμπορεύματα, χρηματοοικονομικοί δείκτες, συναλλαγματικές ισοτιμίες κ.α. Η τιμή ενός future εξαρτάται άμεσα από την τιμή του αντικειμένου του συμβολαίου: αυτό συμβαίνει επειδή το συμβόλαιο στην λήξη του μετατρέπεται στο υποκείμενο προϊόν. Τα futures αποτελούν αντικείμενα διαπραγμάτευσης στις χρηματαγορές. Οι επενδυτές που επενδύουν σε αυτά, αποσκοπούν είτε στην αντιστάθμιση κινδύνου του χαρτοφυλακίου τους είτε στην κερδοσκοπία. Από την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη, που πρωτοεμφανίζονται τα futures, μέχρι και σή-

16

του Τίμου Κουζέλη μερα, η εφαρμογή της τακτικής της αντιστάθμισης κινδύνου στις τιμές των προϊόντων αποτελεί τον κύριο λόγο ύπαρξής τους. Η εφαρμογή της τακτικής αυτής θα γίνει ευκολώτερα κατανοητή με ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως το έτος 2012 οι καιρικές συνθήκες στην Ελλάδα ευνοούσαν την παραγωγή σίτου, επομένως το 2012 η τιμή του σίτου στην Ελλάδα μειώθηκε, αφού αυξήθηκε η παραγόμενη ποσότητα του συγκεκριμένου προϊόντος, ενώ ταυτόχρονα η ζήτησή του δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το 2013 οι καιρικές συνθήκες μπορεί να είναι το ίδιο ευνοϊκές με το 2012 για την παραγωγή σίτου, επομένως η τιμή του στην αγορά θα παραμείνει σταθερή. Αν είναι ευνοϊκότερες, θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η παραγωγή του και ταυτόχρονα θα μειωθεί ακόμη περισσότερο η τιμή του. Τέλος μπορεί να αποδειχθούν χειρότερες, και στην περίπτωση αυτή η παραγωγή του σιταριού θα μειωθεί ενώ η τιμή του θα αυξηθεί. Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι πως υπάρχει αβεβαιότητα (κίνδυνος) από την πλευρά του παραγωγού και του αγοραστή σίτου για το 2013, αφού η μελλοντική τιμή του στην αγορά είναι άγνωστη. Προκειμένου λοιπόν να μειωθεί αυτός ο κίνδυνος, τα δύο μέρη υπογράφουν ένα συμβόλαιο κατά το οποίο ο παραγωγός δεσμεύεται να πουλήσει στον αγοραστή μια συγκεκριμένη ποσότητα σίτου σε συγκεκριμένη τιμή και σε ορισμένη χροΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


νική στιγμή και η ανάλογη δέσμευση γίνεται και από την πλευρά του αγοραστή. Έτσι, αν τη στιγμή που πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία η τιμή του σίτου είναι μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη τιμή του συμβολαίου, ο αγοραστής έχει κέρδος, στην αντίθετη περίπτωση που η τιμή του σίτου πέσει το κέρδος το έχει ο παραγωγός. Με τον τρόπο αυτό λειτουργούν και τα futures στις χρηματιστηριακές αγορές. Η αστάθεια των τιμών των υποκείμενων τίτλων των futures δημιουργεί ευκαιρίες για μεγάλες αποδόσεις σε μικρές χρονικές περιόδους,τις οποίες προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι κερδοσκόποι προκειμένου να πετύχουν το επιθυμητό κέρδος. Η διαπραγμάτευση για μεγάλα κέρδη απαιτεί υπομονή, χρήματα, χρόνο, βραχυχρόνιες και γρήγορες κινήσεις από την πλευρά των επενδυτών. Μεγάλα κέρδη επιτυγχάνονται από λίγους και, σύμφωνα με τις γενικές εντυπώσεις που έχουν διαμορφωθεί, η πλειοψηφία των επενδυτών που ακολουθεί την τακτική της κερδοσκοπίας βγαίνει χαμένη. Η επένδυση σε futures είναι η αγορά ή η πώληση υποκείμενων τίτλων που στην ουσία ο επενδυτής δεν κατέχει. Κατά την αγορά (long) ενός future ο επενδυτής επιδιώκει αύξηση της τιμής του, ενώ κατά την πώλησή του (short) ο αγοραστής επιδιώκει πτώση της τιμής του συμβολαίου. Ένας επενδυτής που αγοράζει (πωλεί) ένα future δεν καταβάλλει όλη την αξία του συμβολαίου παρά μόνον ένα μικρό ποσοστό αυτής ως ασφάλιστρο. Αν η τιμή του συμβολαίου την επόμενη ημέρα πέσει (ανέβει), τότε ο επενδυτής θα πρέπει να καταβάλει επιπλέον χρήματα ώστε να καλύψει το χαμένο ποσό, αν όμως η τιμή του συμβολαίου ανέβει (πέ-

Σχεδιασμός εντύπων Επιμέλεια κειμένων Σελιδοποίηση Εικονογράφηση Webdesign ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

σει), τότε ο επενδυτής μπορεί ή να εξαργυρώσει τα κέρδη του ή να τα αφήσει ως ασφάλιστρο για ενδεχόμενη μελλοντική πτώση (άνοδο) της τιμής του συμβολαίου του. Στις χρηματαγορές, σε περίπτωση που ένας αγοραστής (ή πωλητής) ενός future θέλει να «κλείσει» την θέση του, μπορεί να το κάνει πωλώντας (αγοράζοντας) ένα future αντίθετης θέσης απ’ αυτό που αγόρασε (πώλησε) αρχικά. Τα futures αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις χρηματιστηριακές αγορές και οι κάτοχοί τους δεν είναι υποχρεωμένοι να τα κρατούν στα χαρτοφυλάκιά τους μέχρι την λήξη τους. Οι επενδυτές που έχουν στην κατοχή τους futures στη λήξη τους καταβάλλουν το ποσό που έχει προσυμφωνηθεί και λαμβάνουν το αντικείμενο του συμβολαίου στην προσυμφωνημένη ποσότητα. Αντιλαμβάνεται κανείς από τα παραπάνω: α. την τάση συγκέντρωσης των κερδών σε μικρό αριθμό κερδοσκόπων, που ευνοεί μία ολιγαρχική δομή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, β. την αστάθεια που δημιουργούν οι συνεχείς μετακινήσεις κεφαλαίων από προϊόν σε προϊόν και από αγορά σε αγορά, γ. την μη παραγωγική και μη επενδυτική πλέον διάσταση της κινήσεως των κεφαλαίων, δ. τελικά την δημιουργία μίας παγκόσμιας «φούσκας», που εγκυμονεί τον κίνδυνο της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης που προέβλεψε ο John Kenneth Galbraith στο κλασσικό του έργο Economic Euphoria. Aσφαλώς σήμερα παρακολουθούμε μία μετάλλαξη του κλασσικού μοντέλου της φιλελεύθερης οικονομίας σε μία νέα μορφή, μπροστά στην οποία ο κλασσικός καπιταλισμός φαντάζει ως η εποχή της αθωότητας.

Νικόλας Δημητριάδης nikolasadimitriadis@gmail.com

17


Το άσπρο πρόβατο της κρίσης του Παναγιώτη Παπαδιαμάντη

Η

παγκόσμια κρίση ανέδειξε πληθώρα περιπτώσεων χωρών, των οποίων οι φερόμενες ως σοσιαλιστικές κυβερνήσεις κατέφυγαν σε αποφάσεις κοινωνικής και οικονομικής ισοπέδωσης. Εν τούτοις, η περίπτωση της Ισλανδίας, της οποίας οι πολιτικές πρωτοβουλίες χαρακτηρίστηκαν από το παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα ως αιρετικές, ξεχωρίζει στις μέρες μας, καθώς αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα οικονομίας, που κατάφερε όχι μόνο να επουλώσει τις πληγές της οικονομικής κατάρρευσης, αλλά και να επιστρέψει στον δρόμο της ανάπτυξης. Ακόμα και σήμερα, τα διδάγματα από τα λάθη που οδήγησαν στην κατάρρευση των τραπεζών το 2008, κάθε άλλο παρά λαμβάνονται υπ’ όψιν. Οι λαμβάνοντες τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά την πραγματική αιτία της οικονομικής κατάρρευσης, την αφαίμαξη δηλαδή της πραγματικής οικονομίας. Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι και την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008, γίναμε όλοι μάρτυρες ενός πρωτοφανούς οικονομικού στραγγαλισμού, στο πλαίσιο του οποίου οι πραγματικοί μισθοί συνεχώς συρρικνώνονταν, ενώ ο δανεισμός της πραγματικής οικονομίας αυξανόταν. Η προσπάθεια αυτή να διατηρηθεί η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα στους πολυεθνικούς κολοσσούς υπερκέρδη, είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούν τελικά τα παραδοσιακά οχυρά του καπιταλιστικού συστήματος αντιμέτωπα με μια άνευ προηγουμένου οικονομική καταστροφή. Για παράδειγμα, στην Βρεταννία, η πραγματική οικονομία βρίσκεται χρεωμένη με ποσό που εγγίζει το 500%

18

του ΑΕΠ της χώρας. Στην συνέχεια, κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, σε μια προσπάθεια διάσωσης του καταρρέοντος αυτού οικονομικού οικοδομήματος, έσπευσαν να παράσχουν άφεση αμαρτιών στο τραπεζικό σύστημα, κρατικοποιώντας τις ζημίες του, υποθηκεύοντας, όμως, με τον τρόπο αυτόν το μέλλον και τα κοινωνικά κεκτημένα των λαών. Όταν αργότερα κατέστη σαφές ότι η αποπληρωμή των υπέρογκων αυτών κρατικών χρεών δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με συμβατικές πολιτικές, τέθηκε σε εφαρμογή η ισοπεδωτική πολιτική της λιτότητας, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε όχι μόνον η διάλυση των οικονομικών δομών αλλά και η εξάρθρωση της κοινωνικής συνοχής των χωρών, που την υιοθέτησαν. Και πράγματι, όλα τα κράτη που βρέθηκαν αντιμέτωπα με την οικονομική κατάρρευση, ακολούθησαν κατά γράμμα τις πολιτικές του «οικονομικού εξορθολογισμού». Όλα εκτός της Ισλανδίας, ενός κράτους που κατανόησε τις πραγματικές αιτίες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και χάραξε την οικονομική της πολιτική με κριτήρια ανθρωποκεντρικά, έχοντας πάντα ως στόχο την διάσωση όχι των τραπεζών αλλά της πραγματικής οικονομίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης η Ισλανδία, μια χώρα 320.000 κατοίκων και ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που το 2007 έφτασε να αριθμεί σε μέγεθος 10 φορές το Α.Ε.Π της χώρας, υπέπεσε σε μια εξαιρετικά δεινή οικονομική κατάσταση. Η έκθεση των τριών μεγαλύτερων ισλανδικών τραπεζών (Landsbanki, Kaupthing, Glituir) στα διαβόητα προθεσμιακά πακέτα «ice-saving» καθώς και σε μια πληθώρα άλλων επενδύσεων που είχαν αποκτηθεί μέσω της αλόγιστης μόχλευΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


σης, ανερχόταν σε 50 δις ευρώ, ποσό το οποίο ήταν αδύνατο να εγγυηθεί η κεντρική τράπεζα καθώς ισοδυναμούσε σε 6 φορές το Α.Ε.Π της χώρας. Με την κατάρρευση των τριών μεγαλύτερων τραπεζών, η κυβέρνηση έσπευσε να εγγυηθεί τις καταθέσεις των Ισλανδών πολιτών, αρνούμενη να παράσχει πλήρη αποζημίωση στους ξένους πιστωτές και στους κατόχους τίτλων προθεσμιακών επενδύσεων ice-saving, που στην πλειοψηφία τους ήταν Βρεττανοί και Ολλανδοί. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στην αντίληψη ότι ο Ισλανδικός λαός δεν έφερε καμία ευθύνη για τα στοιχήματα των επενδυτών και των τραπεζών, και συνεπώς δεν θα έπρεπε να επωμιστεί το βάρος της οικονομικής καταστροφής, που εκείνοι προκάλεσαν. Η κυβέρνηση της Μ. Βρεττανίας απάντησε με πάγωμα περιουσιακών στοιχείων της Landsbanki, ύψους 5 δις ευρώ εντός της Μ. Βρεττανίας, καθώς και με μια σειρά άλλων εκβιαστικών κινήσεων, όπως η εξώθηση της Kaupthing σε αναγκαστική εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων. Υπό την πίεση πολλών κυβερνήσεων με ηγέτιδα την Βρεττανική, η Ισλανδική κυβέρνηση συμφώνησε σε μερική αποζημίωση των οφειλών των τραπεζών της, μέσω της σύναψης δανειακής σύμβασης. Η παραπάνω συμφωνία προκάλεσε πλήθος αναταραχών, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Geir H. Haarde να παραιτηθεί, προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές. Σε αυτές επικράτησε ένας κεντροαριστερός συνασπισμός, στόχος του οποίου ήταν η προάσπιση των συμφερόντων του Ισλανδικού λαού. Παρά τις δεσμεύσεις του, ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός, υπό την ηγεσία της Johanna Sigurdadottir, επιχείρησε να νομιμοποιήσει την καταβολή 3 δις ευρώ ως αποζημίωση στους ξένους επενδυτές. Η αντίδραση της κοινής γνώμης υπήρξε άμεση, αναγκάζοντας τον πρόεδρο της Δημοκρατίας της Ισλανδίας να ακυρώσει την ισχύ του σχετικού νόμου, προκηρύσσοντας παράλληλα δημοψήφισμα. Παρά τις απειλές τόσο της Βρεττανικής κυβέρνησης όσο και του Δ.Ν.Τ., αναφορικά με τον αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές, ο Ισλανδικός λαός απάντησε σχεδόν ομόφωνα (93%) «όχι» στην αποζημίωση της οικονομικής καταστροφής των στοιχημάτων των τραπεζών. ΜάΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

λιστα, το χρέος του κράτους της Ισλανδίας προς τους επενδυτές του εξωτερικού κρίθηκε παράνομο, με αποτέλεσμα να μην καταβληθεί τελικά ούτε ένα ευρώ. Ο οργισμένος λαός της Ισλανδίας προχώρησε στην απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης, καταδικάζοντας σε ποινές κάθειρξης πολλά στελέχη του πρώην τραπεζικού συστήματος, και υποβάλλοντας μήνυση κατά του πρώην πρωθυπουργού Geir H. Haarde, για εγκληματική ευθύνη σχετικά με την οικονομική καταστροφή της χώρας. Κατά την διάρκεια της τριετίας 2008-2010, η Ισλανδία υπέφερε, εφαρμόζοντας προγράμματα λιτότητας, που είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση των εισοδημάτων και το κλείσιμο πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου να δεχτεί βοήθεια από το Δ.Ν.Τ. Εντούτοις, η απόφασή της να μην ρίξει το βάρος της οικονομικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην πραγματική οικονομία απέφερε καρπούς. Η Ισλανδία κατάφερε να εξέλθει μέσα σε 3 μόλις χρόνια από την κρίση, καταγράφοντας σήμερα ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 2.5%. Πληθώρα δικαστικών αποφάσεων δικαιώνουν την κυβέρνησή της απέναντι σε μηνύσεις που υποβλήθηκαν από επενδυτές, με τελευταία την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ελεύθερου Εμπορίου. Αναμφισβήτητα, οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ της περίπτωσης της Ισλανδίας και αυτής της Ελλάδας θα ήταν άτοπη και απρόσφορη, καθώς το τραπεζικό χρέος των ισλανδικών τραπεζών ουδεμία ομοιότητα παρουσιάζει με τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού δημόσιου τομέα, και την συχνά αντιπαραγωγική ελληνική οικονομία. Ωστόσο, η πολιτική που υιοθετήθηκε από την Ισλανδία καταδεικνύει μια εναλλακτική, βιώσιμη, ανθρωποκεντρική πρόταση. Μια πρόταση που θέτει υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα αποφάσεων, που απέβλεπαν αποκλειστικά στην διάσωση του τραπεζικού συστήματος, αδιαφορώντας για την πραγματική οικονομία· αποφάσεων, που υιοθέτησαν την άποψη ότι η διάσωση της πραγματικής οικονομίας συνιστά τελικά ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και αειφόρου ανάπτυξης. 19


Ύφεση και όχι κρίση

Σ

την ανοδική κίνηση του γενικού δείκτη και της πλειοψηφίας των μετοχών, είχαμε αναφερθεί στο πρώτο τεύχος του Ιουνίου της Νέας Πολιτικής. Αν και στις 17 Σεπτεμβρίου ο γενικός δείκτης ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά το ψυχολογικό όριο των 1000 μονάδων, δεν βλέπουμε την πορεία του ως συνέχεια του ίδιου ανοδικού καναλιού που περιγράφαμε τότε. Η όποια μεταβολή των τιμών απαιτεί χρόνο και όγκο συναλλαγών, προκειμένου να διαμορφώσει τάση. Η πτώση μέχρι τις 800 μονάδες, τον Ιούλιο, έδειξε ότι η αισιοδοξία του πρωθυπουργού δεν είναι πάντα μεταδοτική. Το εάν οι τιμές πέφτουν ή ανεβαίνουν, δεν είναι πρόβλημα για ένα χρηματιστήριο (τι άλλο θα μπορούσε να συμβαίνει άλλωστε;). Ούτε και ο τραγικά χαμηλός όγκος συναλλαγών είναι το κυ-

20

του Δημήτρη Κουτσονίκα ρίαρχο πρόβλημα στο χρηματιστήριό μας. Ακόμα και η αποχώρηση εταιρειών όπως η ΒΙΟΧΑΛΚΟ από τον παραγωγικό ιστό της χώρας, δεν περιγράφει επαρκώς την κατάσταση. Απαξίωση. Απαξίωση της αγοράς (όχι μόνο της χρηματαγοράς) είναι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Από το 2009, λανθασμένα, και από πολλούς εσκεμμένα, η οικονομική φάση στην οποία βρισκόμαστε αποκαλείται κρίση! Κρίση, και όχι ύφεση. Κρίση, ίσως επειδή τα ταχύρρυθμα μαθήματα μακροοικονομίας των δημοσιογράφων δεν έφτασαν μέχρι τον οικονομικό κύκλο. Ίσως επειδή αυτό καταλαβαίνει ο μέσος τηλεθεατής. Ίσως πάλι επειδή η κρίση σε κτυπά δυνατά, αλλά ο πόνος διαρκεί λίγο. Κατά την γνώμη μας, η ελληνική κρίση παρουσιάζει, μεταξύ άλλων συμπτωμάτων της μακροχρόνιας ύφεσης, την απαξίωση ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Χρηματιστήριο Αξιών αγορών και προϊόντων. Εντυπωσιακή για την ελληνική πραγματικότητα, η περίπτωση της αγοράς ακινήτων. Η δραματική υποχώρηση των τιμών έχει φτάσει σε επίπεδα που σοκάρουν. Για τα περισσότερα παλαιά διαμερίσματα, δεν υπάρχει τιμή πώλησης ή ενοικίου. Δεν γίνονται πράξεις. Στην Θεσσαλονίκη, ισόγειο διαμέρισμα 50 τ.μ. πωλείται 10.000 ευρώ, στην Κυψέλη Χανίων διαμέρισμα 55 τ.μ. ημιυπόγειο κατασκευής του 1965 πωλείται μόλις 5.000 ευρώ ή 91 ευρώ το τ.μ. και στα Κάτω Πατήσια διαμέρισμα 35 τ.μ. ενοικιάζεται για 125 ευρώ! Το ακίνητο για τους Έλληνες αποτέλεσε στην μεταπολεμική εποχή την βέβαιη εξασφάλιση. Ήταν ο σίγουρος τρόπος να επενδυθούν οι αποταμιεύσεις κάθε συνετού νοικοκυριού. Η αγορά κατοικίας έχει το πλεονέκτημα να αποτελεί, ταυτόχρονα, καταναλωτική και επενδυτική επιλογή. Κατοικώ στο ακίνητό μου, το οποίο είναι και περιουσία μου. Δεν ήταν λίγοι οι γονείς που προίκισαν τα παιδιά τους με ένα ή και πολλά ακίνητα, ώστε να τα εξασφαλίσουν με τα ενοίκια που θα ει-

σέπρατταν ή τα χρήματα από την πώληση σε μια δύσκολη στιγμή. Η «απόφαση» να μην πτωχεύσει και τυπικά το ελληνικό δημόσιο το 2009, οδηγεί σε πτώχευση τους Έλληνες αργά και σταθερά. Νοικοκυριά έχασαν τις όποιες αποταμιεύσεις τους μέσα από αλλεπάλληλες «νομιμοποιήσεις» ακινήτων, φόρους χωρίς όρια και αίσθηση του δικαίου και της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, τόκους σε δάνεια που επιμηκύνθηκαν από τις χρεοκοπημένες τράπεζες. Το ακίνητο για τον Έλληνα έγινε από εξασφάλιση παγίδα. Σε γενικές γραμμές, δεν πωλείται, δεν ενοικιάζεται και δεν συντηρείται. Με το ξεπάγωμα των πλειστηριασμών, η απαξίωση της κάποτε πιο δυναμικής αγοράς είναι δεδομένη. Το κτύπημα στη μεσαία τάξη και την ψυχολογία των Ελλήνων, καθοριστικό. Ύφεση λοιπόν, και όχι κρίση. Απαξίωση και όχι πτώση τιμών.

Nέα Πολιτική ΜΗΝΙΑΊΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ

Γραφτείτε συνδρομητής στη Νέα Πολιτική Συνδρομές εσωτερικού: 40 ευρώ Συνδρομές φοιτητών: 35 ευρώ Συνδρομές νομικών προσώπων: 75 ευρώ Συνδρομές εξωτερικού: 50 ευρώ

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Επικοινωνήστε μαζί μας για την συνδρομή σας: Ηλ. ταχυδρομείο: syggrafeas@yahoo.gr Τηλ.: 6978 774 874, 698 014 9044 21


Νέα τάξη πραγμάτων

η οποία αποσκοπεί στην κατάλυση της έννοιας της ιδιοκτησίας όπως ίσχυε μέχρι σήμερα του Χάρη Κατσιβαρδά

Ε

κτός από την δραματική συρρίκνωση του οικογενειακού του εισοδήματος και τους παγκοσμίως πρωτοφανείς φόρους, ο Έλληνας πολίτης έχει να αντιμετωπίσει επιπλέον την πρωτοφανή δανειακή υπερχρέωση του στις Τράπεζες, συνεπεία επισώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών, λόγω πραγματικής αδυναμίας έγκαιρης αποπληρωμής τους. Τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, από την απερίσκεπτη λήψη ετερόκλητων χρηματοπιστωτικών προϊόντων από τις τράπεζες, τείνουν να αποτελέσουν τη σύγχρονη κοινωνική «μάστιγα». Επί μία δεκαετία, κατά την διάρκεια της «χρυσής εποχής» της υπερεκχειλίζουσας ευμάρειας του χρηματιστηρίου και εντεύθεν, ήτοι από το 1999 και εξής, οι τραπεζικοί μηχανισμοί δανειοδοτούσαν αφειδώς, δίχως να εξετάσουν ενδελεχώς ως όφειλαν στα πλαίσια των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αν και κατά πόσον ο πιστούχος έχει την ικανότητα (φοροδοτικά εχέγγυα) να αποπληρώσει εμπρο-

22

θέσμως την τακτική μηναία καταβολή της δόσης. Με αποτέλεσμα να διογκωθεί το χρέος των φυσικών προσώπων προς τις τράπεζες και με συνέπεια να έρχονται σήμερα εκ των υστέρων οι τράπεζες να πιέζουν ανηλεώς να πάρουν πίσω τα χρήματά τους με οιονδήποτε τρόπο, καταστρατηγώντας κάθε ψήγμα νομιμότητας ή ακόμη διαπομπεύοντας τον πιστούχο ανενδοίαστα και βλάπτοντας βάναυσα την προσωπικότητά του. Στον αντίποδα, βεβαίως, ευθύνη φέρει και ο καταναλωτής, ο οποίος αποκρινόταν ανέλεγκτα και ανεπιφύλακτα και έστεργε να προσχωρήσει σε μία σύμβαση αγνοώντας τους διαληφθέντες όρους, μη όντας υποψιασμένος ότι συνομολογούσε καταφατικά σε ένα ναρκοθετημένο από, νομικής απόψεως, πεδίο, το οποίο θα υποθήκευε εσαεί το μέλλον του. Όμως, σε κάθε περίπτωση, δίχως να υποληφθεί ότι ο πολίτης είναι άμοιρος ευθυνών ή τίθεται στο απυρόβλητο η κρίση των επιλογών του, την μεγαλύτερη ευθύνη αναμφιβόλως φέρουν οι τράπεΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Η άποψη ενός νομικού ζες, καθ’ ότι αποτελούν ισχυρούς και άρτια οργανωμένους οργανισμούς, οι οποίου δεσπόζουν κατά την ίδρυση μίας συναλλαγής με έναν εξ υπαρχής εκτεθειμένο, περί των νομικών όρων, καταναλωτή (ασθενές μέρος), ευεπίφορο στην παραπλάνηση ή παρανόηση των διαληφθέντων όρων της συμβάσεως. Καθ’ ότι οι τράπεζες δεν εφιστούσαν διεξοδικώς την προσοχή στους συναλλασσόμενους καταναλωτές, σκοπώντας από την πλευρά τους αποκλειστικά και μόνο στην παραχρήμα υφαρπαγή της υπογραφής τους. Παρά ταύτα, καίτοι η Πολιτεία γνώριζε το πλαίσιο επί του οποίου ετελούντο οι συναλλαγές τράπεζας-καταναλωτή, παρέλειπε περιέργως νομοθετικά να παρέμβει, προκειμένου να αμβλύνει εγκαίρως την καταχρηστικώς (281 Α.Κ), διαμορφούμενη ανισότητα μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της τράπεζας και του φυσικού προσώπου καταδήλως εις βάρος του καταναλωτή. Με αποτέλεσμα σήμερα, που η κατάσταση έχει εκτραχηλιστεί, να προσπαθεί αλυσιτελώς να «χρυσώσει το χάπι» με τον Ν. 3869/2010 όπως τροπο-

ποιήθηκε με τον Ν.4161/2913 (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα-διάσωσης πρώτης κατοικίας από τυχόν λήψη καταδιωκτικών μέτρων) και την ετήσια προσωρινή αναστολή των πλειστηριασμών (που τείνει στην άρση της απαγόρευσης δυνάμει των τελευταίων εξελίξεων), της πρώτης κατοικίας ανεξαρτήτως του ύψους της οφειλής, αρκεί να εμπίπτει στο αφορολόγητο όριο το οποίο ισχύει σύμφωνα με τις φορολογικές διατυπώσεις. Η Ελληνική κοινωνία έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, με την τράπεζα σε ρόλο «τοκογλύφου» και την πολιτεία προσπαθώντας, στα πλαίσια της επώδυνης αυτής διελκυστίνδας τράπεζας-πολίτη, να διατηρήσει μία εύθραυστη δήθεν ισορροπία υπέρ του πολίτη, κατ’ ουσίαν όμως να πλειοδοτεί υπέρ των τραπεζών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι εισαγόμαστε εκόντες άκοντες σε μία νέα τάξη πραγμάτων, η οποία αποσκοπεί στην κατάλυση της έννοιας της ιδιοκτησίας όπως ίσχυε μέχρι σήμερα, καθ’ ότι θα καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η συντήρησή της λόγω των τοκοχρεωλυσίων, επαχθών φόρων, τελών και ούτω καθ’ εξής.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ Tο νέο βιβλίο του Βασίλειου Μαρκεζίνη από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρη

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

23


Διεθνής επενδυτικός οδηγός

ΣΥ Ν Ε Ν Τ Ε Υ Ξ Η

του Γιώργου Δημητρίου, Διευθύνοντος Συμβούλου της Eurocorp Securities ΑΕΠΕΥ (μέλους ΧΑ Αξιών & Παραγώγων) στον Μιχάλη Παπίδη.

Μόνον η άνοδος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος είναι ικανή να θέση και πάλι την αγορά κεφαλαίου στο επίκεντρο. 24

Η

ΝΠ συνάντησε τον κ. Γιώργο Δημητρίου, έμπειρο στέλεχος της αγοράς, και συνομίλησε μαζί του, προκειμένου να μεταφέρει στο αναγνωστικό κοινό μια τεχνοκρατική εικόνα του περιβάλλοντος που διαμορφώνεται στις μετοχικές αξίες. Νέα Πολιτική: Κύριε Δημητρίου, στην περιπέτεια που ζει η Ελληνική οικονομία και κοινωνία, πού θα τοποθετούσατε το Ελληνικό Χρηματιστήριο, στις ανεπτυγμένες ή τις αναδυόμενες αγορές; Γ. Δημητρίου: Αν έπρεπε να δώσω μία απάντηση που να στηρίζεται σε de facto τοποθέτηση του ελληνικού οικονομικού γίγνεσθαι, θα έπρεπε να απαντήσω με ευκολία ότι βρισκόμαστε στις ανεπτυγμένες αγορές, αφού μέχρι στιγμής έχουμε καταφέρει να διατηρήσουμε το ευρώ ως κύριο νόμισμα συναλλαγών και η Κεντρική μας Τράπεζα παραμένει μέλος του Ευρωσυστήματος. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η Αγορά Κεφαλαίου μεμονωμένα παρουσιάζει χαρακτηριστικά τέτοια – όπως χαμηλές εμπορευσιμότητες, αλλεπάλληλες ζημιογόνες χρήσεις των εισηγμένων εταιριών, τάσεις φυγής από Ελλάδα μεγάλων εταιριών με παράλληλο delisting και πάνω απ’ όλα σοβαρή καθίζηση του Market Cap της αγοράς – ώστε πολλοί διεθνείς επενδυτές να αρχίζουν την επανατοποθέτησή μας στον διεθνή χρηματοοικονομικό χάρτη ως «παίκτη» αναδυόμενων αγορών. Προσωπικά, συνεξετάζοντας και τον παράγοντα ρίσκου/ απόδοσης, τείνω να κατατάσσω την αγορά μας σε μία υβριδική μορφή, κλίνοντας περισσότερο σε αυτήν της αναδυόμενης αγοράς. ΝΠ: Όπως όλοι γνωρίζουμε, το Ελληνικό Χρηματιστήριο ήταν ανέκαθεν «τραπεζοκεντρικό». Πιστεύετε ότι μετά τις πρόσφατες εξελίξεις αυτό θα διατηρηθεί και γιατί; ΓΔ: Πριν από την διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης, υπήρξε απεμπλοκή του Γενικού Επιπέδου Τιμών από την πορεία των τιμών των τραπεζικών ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Διεθνής επενδυτικός οδηγός μετοχών, κυρίως λόγω του εκμηδενισμού, σχεδόν, των κεφαλαιοποιήσεων των τραπεζικών εταιριών. Η εισροή σημαντικών κεφαλαίων και η ταυτόχρονη άνοδος των κεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών μετέτρεψε εκ νέου το Ελληνικό Χρηματιστήριο, όπως αυτό εκφράζεται από τους Δείκτες (ΓΔ, FTSE κλπ), εκ νέου σε μία τραπεζοκεντρική αγορά. Με δεδομένο ότι η οικονομική ηγεσία πολύ δύσκολα θα «αφήσει» πλέον το τραπεζικό σύστημα να πληγεί ανεπανόρθωτα από ενέργειες παρόμοιες του παρελθόντος (π.χ. haircut), εκτιμούμε για το προσεχές μεσοπρόθεσμο διάστημα ότι η αγορά μας θα παραμείνει σε υψηλό βαθμό τραπεζοκεντρική. ΝΠ: Οι τραπεζικοί όμιλοι όπως έχουν διαμορφωθεί με τις τρέχουσες αποτιμήσεις, είναι κατά την γνώμη σας ακριβοί ή φθηνοί; ΓΔ: Αυτή είναι μία δύσκολη ερώτηση και μάλλον πολύπλοκη είναι και η απάντηση. Ένα ακρογωνιαίο ζήτημα στις ελληνικές τράπεζες είναι η διαμόρφωση των NPLs (μη εξυπηρετούμενα δάνεια) όλο το επόμενο προσεχές διάστημα και ο τρόπος με τον οποίο τα τραπεζικά ιδρύματα θα επιλέξουν να το λύσουν. Σήμερα ο ρυθμός των NPLs τείνει να υπερβεί το 30% των συνολικών πιστοδοτήσεων. Το management του κάθε ιδρύματος πρέπει να προβεί σε κινήσεις τέτοιες που να σταθεροποιήσουν το ύψος αυτό, και να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την πελατεία της ώστε να αρχίσει και η επανείσπραξη «παγωμένων» μέχρι σήμερα δανείων. Όμως η μεγαλύτερη «συμβολή» στην βελτίωση των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών θα είναι η βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα μας. Η άνοδος των αξιών σε τιμές ακινήτων, μετοχών και άλλων στοιχείων του ενεργητικού, σίγουρα θα προσέδιδε διαστάσεις σοβαρής υποτίμησης στις τρέχουσες τραπεζικές κεφαλαιοποιήσεις. Κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής δεν είναι ξεκάθαρα ορατό, αφού επιχειρήσεις και καταναλωτές βρίσκονται ακόμη σε «φορολογικό κλοιό». Στα θετικά, επίσης, οι τράπεζες μπορούν να πιστωθούν την προοπτική σοβαρής ανόδου της οργανικής κερδοφορίας που θα προέλθει από διεύρυνση των τραπεζικών spreads, αφού μετά την ανακεφαλαιοποίηση θα μπορέσουν να αντλήσουν ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

φθηνότερα κεφάλαια, ενώ ταυτόχρονα το κόστος διατήρησης των καταθέσεων μειώνεται σταδιακά. Συμβολή στην οργανική κερδοφορία θα έχουν και οι σοβαρές οικονομίες κλίμακος, μετά την συρρίκνωση του κλάδου και την ενοποίηση των τραπεζικών δικτύων. Δίνοντας μία τελική απάντηση στην αρχική σας ερώτηση, θα έλεγα ότι υπάρχουν 2-3 τίτλοι σήμερα από τους οποίους κάποιος επενδυτής με ανάληψη ρίσκου θα μπορούσε να προσδοκά κάποιες υπεραξίες. ΝΠ: Υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον από ξένους θεσμικούς επενδυτές; Πού εντοπίζετε το ενδιαφέρον αυτό και γιατί; ΓΔ: Σίγουρα υπάρχει ενδιαφέρον από ξένους θεσμικούς επενδυτές, αν και ο χαρακτήρας αυτών των επενδυτών φέρει εντονώτερα το στοιχείο του υψηλού ρίσκου. Οι επενδυτές αυτοί «παίρνουν το στοίχημα» της αλλαγής της πορείας της χώρας, δηλαδή κατά σειρά: σταθεροποίηση δημοσίων οικονομικών, σταθεροποίηση χρέους, επενδύσεις, έξοδος στις αγορές, ενίσχυση απασχόλησης, έξοδος από Μνημόνιο, μείωση φορολογίας, ενίσχυση εισοδημάτων και καταναλωτικών δαπανών. Αυτή η περιγραφή, βέβαια, έχει διάρκεια πολλών ετών, και γι’ αυτό το ρίσκο είναι μεγάλο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται σε τραπεζικούς τίτλους, που συγκεντρώνουν τα στοιχεία που αναφέραμε πρωθύστερα, καθώς και υποδομές, ενέργεια. ΝΠ: Ποιές είναι οι κινήσεις των Ελλήνων επενδυτών, θεσμικών και μη; Με τι ορίζοντα επενδύουν; ΓΔ: Δυστυχώς, οι Έλληνες θεσμικοί επενδυτές έχουν υποστεί μεγάλη καθίζηση του NAV που διέθεταν πριν από 3 έτη. Η συμμετοχή στο haircut, η μαζική φυγή αποταμιευτικών κεφαλαίων και η αποστροφή του ελληνικού κινδύνου είχαν σαν αποτέλεσμα την μεγάλη μείωση των προς επένδυση κεφαλαίων των ΟΣΕΚΑ, με τελική συνέπεια την ισχνή πλέον παρουσία τους στην χρηματιστηριακή αγορά. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι προσπάθησαν να διαφυλάξουν τα εναπομείναντα κεφάλαια, επενδύοντας κυρίως σε «large cap» 25


Διεθνής επενδυτικός οδηγός εταιρίες, μη τραπεζικού τομέα.

να αφήσει σε λειτουργία εταιρίες που προσεγγίΝΠ: Ποιοί κλάδοι, κατά την γνώμη σας, αξί- ζουν «επικίνδυνα επίπεδα» κεφαλαίων. ζουν την προσοχή του επενδυτικού κοινού; ΝΠ: Εσείς ποιά μέτρα θα προτείνατε προκειΓΔ: Άποψή μου είναι ότι θα άξιζαν της προσο- μένου να επανακάμψει η χρηματιστηριακή ιδέα χής μας οι κλάδοι που έχουν να κερδίσουν από την στο εσωτερικό και το εξωτερικό;

σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας: τράπεζες, καΓΔ: Οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν είναι πολτασκευές σε υποδομές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια λές και πολυμέτωπες: και επιλεκτικά δίκτυα λιανικής. α. Το φορολογικό καθεστώς, τόσο το εταιρικό ΝΠ: Εκτιμάτε ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο όσο και το επενδυτικό, αποτελεί σοβαρό ανάχωμα είναι ικανό να διασφαλίσει το συμφέρον των επεν- για ισχυροποίηση των επενδύσεων (ανάμεσά τους δυτών; και η αγορά κεφαλαίου). Η μείωση της φορολογίΓΔ: Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο είναι πέραν ας πρέπει να συντελεστεί σε όλα τα μέτωπα: ειδιτου δέοντος αυστηρό, θα έλεγα από τα αυστηρό- κοί φόροι κατανάλωσης, ΦΠΑ, παρακρατούμενοι τερα στην Ευρωζώνη, όσον αφορά την προστα- φόροι, φόροι εισοδημάτων, φόροι κεφαλαίου. Μόσία των επενδυτών, τις διαδικασίες παροχής των νον η άνοδος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήεπενδυτικών υπηρεσιών, όσο και σε άλλα ζητήμα- ματος είναι ικανή να θέση και πάλι την αγορά κετα, όπως την εφαρμογή των κανόνων της MiFiD, φαλαίου στο επίκεντρο. β. Πρέπει να υπάρξουν επιχειρηματικές εξελίξεις τον έλεγχο της προέλευσης των κεφαλαίων προς και αποφάσεις για επέκταση των ελληνικών επιχειεπένδυση, την επάρκεια κεφαλαίων των ΑΕΠΕΥ. Φυσικά, και οι ίδιοι οι επενδυτές δεν θα πρέπει να ρηματικών ομίλων στο εξωτερικό. Η εξωστρέφεια αφήνουν την πρόληψη της ασφάλειας των επεν- θα απαγκιστρώσει τις εργασίες των εισηγμένων δύσεών τους μόνον στο θεσμικό πλαίσιο, αλλά οι από τους ευρισκόμενους σε δύσκολη θέση Έλληνες ίδιοι με σωστή έρευνα και επιλογή να καταλήγουν καταναλωτές και θα ενισχύσει το brand awareness στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων αντισυμβαλ- και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. γ. Απαιτείται βελτίωση της διαφάνειας, με ενίλομένου που αναλαμβάνουν. σχυση του corporate governance σε όλες τις ελΝΠ: Πιστεύετε ότι οι χρηματιστηριακές εται- ληνικές εισηγμένες εταιρίες. Επίσης προσπάθεια ρίες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες προκειμέ- βελτίωσης των οικονομικών τους μεγεθών, με νου να διασφαλίζουν τα κεφάλαια των πελατών γνώμονα το συμφέρον των επενδυτών και χρητους; σιμοποίηση των ελεύθερων ταμιακών ροών τους ΓΔ: Σίγουρα υπάρχουν εταιρίες που διαθέτουν προς όφελός τους (επαναγορές μετοχών, ισχυρόχαμηλά ίδια κεφάλαια, αν και χαμηλές είναι πλέον τερα μερίσματα). δ. Αύξηση του βάθους του Χρηματιστηρίου με και οι θέσεις των πελατών που διατηρούνται σε αυπρωτοβουλίες των επενδυτικών τραπεζών για νέα τές τις εταιρίες. Το θετικό, πάντως, είναι ότι η Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρκετά αυ- listings, κυρίως μεγάλων και υγειών εταιριών. στηρή στο συγκεκριμένο ζήτημα και είναι δύσκολο

26

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Η ευρωπαϊκή κρίση υπό το φως της κριτικής θεωρίας του Γιάννη Μαθιουδάκη Το 1923 ιδρύθηκε στην Φρανκφούρτη το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών, το οποίο έμελλε να σημαδέψει την σύγχρονη κοινωνική, πολιτική και φιλοσοφική σκέψη μέχρι τις μέρες μας. Το Ινστιτούτο υπήρξε η μήτρα της διαμόρφωσης και ανάπτυξης της Κριτικής Θεωρίας, που αποτέλεσε ένα από τα σημαντικώτερα πνευματικά ρεύματα της εποχής, ιδιαίτερα αφ’ότου ο Max Horkheimer ανέλαβε την διεύθυνσή του το 1930. Πάντως, οι βασικές θέσεις της θεωρίας αυτής αναπτύχθηκαν κατά την εξορία του Ινστιτούτου στην Νέα Υόρκη λόγω της επικράτησης του ναζιστικού καθεστώτος, το 1934, έως τον επαναπατρισμό του στην Γερμανία μετά τον Πόλεμο. Στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού, έργο σταθμό κατά την διαμόρφωσή της, το οποίο συνέγραψαν οι δύο βασικοί της εκπρόσωποι, ο Horkheimer και ο Adorno, αναπτύσσεται η βασική, πεσσιμιστική στην πραγματικότητα, θέση τους. Ο σύγχρονος Λόγος, όπως αναπτύσσεται κατά την εποχή του Διαφωτισμού, παρά την υπόσχεσή του ότι θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο, συντελεί τελικά σε μια νέα υποδούλωσή του. Από την αρχή της ιστορίας του, το ανθρώπινο γένος είχε ως στόχο του την απελευθέρωσή του από τα δεσμά και τους καταναγκασμούς της φύσης. Η εμφάνιση του μύθου αποτέλεσε την πρώτη, δειλή και αδύναμη απόπειρα του ανθρώπου ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

να εξηγήσει και να κατανοήσει τα φυσικά φαινόμενα, στην προσπάθειά του να τα ελέγξει και να προστατευτεί από αυτά. Ως διάδοχος του μύθου, ο Διαφωτισμός υπόσχεται στον άνθρωπο ότι, μέσω του Λόγου, θα τον βοηθήσει να χειραφετηθεί από τα φυσικά του δεσμά. Η φιλοσοφία και οι επιστήμες αναλαμβάνουν το έργο της κατανόησης και παρουσίασης της φυσικής τάξης, και της συνεπακόλουθης κυριαρχίας του ανθρώπου επί της φύσης. Η υπόσχεση, όμως, αυτή αποδεικνύεται φενάκη. Η υποταγή του ανθρώπου στην φύση καταλύεται, μόνο και μόνο για να αντικατασταθεί από την υποταγή του στον άνθρωπο. Γρήγορα ο Λόγος καθίσταται εργαλειακός: χάνει την ουσιαστική του ιδιότητα να παράγει και να στηρίζει αξίες και σκοπούς και περιορίζεται στον ρόλο ενός εργαλείου επίτευξης στόχων αυθαίρετα επιλεγμένων. Η κριτική σκέψη διαλύει κάθε σκοπό ο οποίος επιχειρείται να υποστηριχθεί λογικά – απομένει έτσι μια σκέψη θετικιστική, που στοχεύει στην ταξινόμηση, την κατηγοριοποίηση, την ποσοτικοποίηση, προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι οι οποίοι υπαγορεύονται αυθαίρετα από το ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Έτσι, μια εργαλειακή λογική συντελεί απλώς, στην εποχή μας, στην ολοκλήρωση της εκβιομηχάνισης και στην εδραίωση του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος, καθώς και της γραφειοκρα27


τικοποίησης μιας καθ’όλα διοικούμενης κοινωνίας. Με άλλα λόγια, ο Λόγος δεν βοηθά τους ανθρώπους να συλλάβουν μόνοι τους ένα κοινωνικό όραμα και να προβούν στην διαμόρφωσή του, αλλά υπηρετεί το επικρατούν σύστημα και την διαιώνισή του. Λειτουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο θετικιστικός πλέον Λόγος αδυνατεί να αντιληφθεί και τα συγκεκριμένα συμφέροντα που ενσωματώνει το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα. Ο Λόγος, έτσι, αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως μια δεύτερη φύση, την οποία δεν μπορεί να αλλάξει, και στην οποία υποτάσσεται μόνο και μόνο για να την υπηρετήσει. Από μέσον προόδου και μεταβολής μετατρέπεται σε εργαλείο συντήρησης της δεδομένης κατάστασης και εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, τα οποία μάλιστα υποκρύπτει πίσω από το πέπλο της θεωρούμενης ως δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας. Έτσι, η κυριαρχία της εργαλειακής ορθολογικότητας στην εποχή μας αντανακλάται στην τεχνοκρατική αντιμετώπιση της πολιτικής. Το τεχνοκρατικό πνεύμα συνίσταται στην διαχείριση των πραγμάτων, ούτως ώστε να εκπληρώνονται κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο οι επιταγές του συστήματος. Για τον Habermas, που θεωρείται συνεχιστής της Κριτικής Θεωρίας, η διάσωση της ουσιαστικής διάστασης του Λόγου ταυτίζεται με την αναγνώριση της επικοινωνιακής του διάστασης και την ανάδειξη της επικοινωνιακής ορθολογικότητας. Ουσιαστικός γίνεται ο Λόγος μόνο μέσα στον διάλογο, όπου και επιτυγχάνεται η ορθολογική συναίνεση των συμμετεχόντων στη βάση του ισχυρότερου επιχειρήματος. Υπό αυτήν την οπτική, κατά τον Habermas, ο δημόσιος δημοκρατικός διάλογος, ο διάλογος όπου μπορούν να λάβουν μέρος όλοι οι συμμετέχοντες σε μια πολιτική κοινότητα, χωρίς

28

καταναγκασμούς, είναι η μόνη διαδικασία που εγγυάται την ορθολογική αντιμετώπιση των πολιτικών ζητημάτων. Την αντιμετώπισή τους, δηλαδή, με έναν ουσιαστικό τρόπο, ο οποίος θέτει ορθολογικά υπό εξέταση όχι μόνον τα μέσα, αλλά και τους σκοπούς που υιοθετούνται πολιτικά. Η Ευρώπη σήμερα κατανοεί με τον σκληρότερο τρόπο τα ανωτέρω συμπεράσματα της Κριτικής Θεωρίας, εν μέσω κρίσης. Η Τρόικα και το διευθυντήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκφράζει κυρίως την ανάγκη για την διάσωση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και των συμφερόντων της Γερμανίας, «επισκέπτεται» χώρες, προτείνει μέτρα, εξετάζει, ποσοτικοποιεί κλπ., παρά τον όποιον ανορθολογισμό των τιθέμενων στόχων των σχεδίων της. Η δημόσια συζήτηση βραχυκυκλώνεται, καθώς (συ)ζητούμενο δεν είναι οι προτεραιότητες και οι στόχοι (διάσωση των τραπεζών ή διάσωση των λαών, δημιουργία μιας Ευρώπης της αλληλεγγύης ή μιας Ευρώπης εξυπηρέτησης των ισχυρών και των μεγάλων συμφερόντων, οικοδόμηση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα βασίζεται σε δημοκρατικούς θεσμούς ή θα κατευθύνεται από το κέντρο κλπ.), αλλά τα μέτρα «διάσωσης του συστήματος». Μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για την κρίση θα είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, ενώ θα κατέληγε πιθανώς σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Από αυτήν την άποψη, η εξέλιξη της κρίσης δεν κατανοείται μόνον ως ήττα της δημοκρατίας έναντι των οικονομικών επιταγών του συστήματος και των ισχυρών συμφερόντων που εκφράζονται δι’ αυτού του συστήματος. Νοείται και ως μια ακόμη χαμένη ευκαιρία του Λόγου να υπερβεί τον εργαλειακό χαρακτήρα στον οποίο έχει εκπέσει στην εποχή της νεωτερικότητας και να αναλάβει τον ουσιαστικό ρόλο που του επεφύλασσε το πρόταγμα της εποχής του Διαφωτισμού.

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Η γεωπολιτική σκέψη του Καρλ Χαουσχόφερ του Γιάννη Χατζόπουλου «Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο». (Καρλ Χαουσχόφερ, 1869-1946)

H επιστήμη της γεωπολιτικής: ιστορικά στοιχεία

Η

γεωπολιτική είναι η επιστήμη, η οποία εξετάζει, μελετά, αναλύει, ερμηνεύει την αλληλεξάρτηση μεταξύ γεωγραφικού χώρου και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και την πολιτισμική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, με σκοπό την αξιοποίηση/αύξηση της ισχύος (οικονομικής ή/και στρατιωτικής). Ως επιστημονικός όρος εφαρμόστηκε από τον Σουηδό καθηγητή και φιλόσοφο Ρούντολφ Κιέλεν τo 1899. Η γεωπολιτική, ως επιστήμη, δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια διαδόθηκε στην κεντρική Ευρώπη κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Αποτελεί εργαλείο της στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας. Η γεωπολιτική γνώρισε περίοδο ακμής στις αρχές του 20ου αιώνα ως τις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε εργαλείο για την προώθηση των συμφερόντων των ολοκληρωτικών καθεστώτων της ΓερΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

μανίας και της Σοβιετικής Ένωσης και κατόπιν απαξιώθηκε. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η Σοβιετική Ένωση ήλεγχε πλήρως την «ενδοχώρα» (ανατολική Ευρώπη, Ουκρανία και δυτική Ρωσία), αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να πάρει τον έλεγχο της Ευρασίας. Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ υπέστησαν ταπεινωτική ήττα στο Βιετνάμ. Η γεωπολιτική αναβίωσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αναπτύχθηκε ξανά τη δεκαετία του 1990 με κυρίαρχη προσωπικότητα τον αμερικανό γεωστρατηγικό αναλυτή Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, που τόνισε την σημασία της Ευρασίας για την διατήρηση των ΗΠΑ στην πρωτοκαθεδρία της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη ως προπομπός της γερμανικής Η Αγγλοσαξωνική γεωπολιτική σκέψη βασίζεται στο θέμα της ασφάλειας και εφαρμόζει γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η Heartland είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας. Όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει 29


τον κόσμο. Η θεωρία καταλήγει σε ανάσχεση της Heartland, ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα. Η αγγλοσαξονική γεωπολιτική σκέψη εφαρμόσθηκε σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα. Ιδρυτής της Αγγλοσαξωνικής Σχολής, υπήρξε ο επίσης γεωγράφος και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου Σερ Χάλφορντ Μακίντερ, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics. Με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, ο Μακίντερ εισήγαγε την οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Το άρθρο «The Geographical Pivot of History» αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Μακίντερ να θέτει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων. Συνεχιστής της σκέψης του Μακίντερ, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξωνικής γεωπολιτικής ανάλυσης, υπήρξε ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστη30

μίου του Γέηλ, Νίκολας Σπάικμαν, ο τίτλος του σημαντικότερου έργου του οποίου, Geography of the Peace, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας. Η περίμετρος (rimland) της Ευρασίας αποτελεί την πιο σημαντική έννοια στην σκέψη του , διότι απετέλεσε τον προπομπό της ευρωατλαντικής συμμαχίας (δόγμα ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο).

H γερμανική γεωπολιτική σχολή Στον αντίποδα είναι η σχολή των δυο Γερμανών γεωπολιτικών, του Φρίντριχ Ράτσελ και του Καρλ Χαουσχόφερ. Ουσιαστικά, και οι δυο σχολές αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα, απλώς έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς την αντιμετώπισή του. Μιλάνε και οι δυο για χερσαίες και θαλάσσιες δυνάμεις και αποδέχονται την έννοια της «κεντρικής γης» όπως την όρισε ο Άλφρεντ Μάχαν και την υιοθέτησαν ο Μακίντερ, ο Σπάικμαν και γενικότερα η ομάδα των Αγγλοσαξώνων γεωπολιτικών. Όποιος ελέγχει την κεντρική γη ελέγχει τον πλαΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


νήτη. Για να ελέγξει κάποιος την κεντρική γη προέχει ο έλεγχος των θαλασσών που την περικλείουν, αρχή στην οποία στηρίχθηκαν οι Αγγλοσάξωνες, πρώτα οι Βρεττανοί και μετέπειτα οι Αμερικανοί. Το σημείο που απασχολούσε πάντα την αγγλοσαξωνική γεωπολιτική προσέγγιση ήταν ο αποκλεισμός της κεντρικής γης, δηλαδή της Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας και της τέως Σοβιετικής Ένωσης από τις θερμές θάλασσες. Σκοπός τους ήταν η δημιουργία ενός κλοιού γύρω από τις δύο αυτές δυνάμεις για να μην μπορούν χωρίς έλεγχο να κατέρχονται και να ασκούν εμπορική και στρατιωτική δραστηριότητα στη Μεσόγειο και βεβαίως στους ωκεανούς(Ινδικό, Ειρηνικό και Ατλαντικό). Ο Χαουσχόφερ μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο του Μονάχου φιλοδοξούσε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας του στον γερμανικό στρατό εργάστηκε με μεγάλη επιτυχία ως εκπαιδευτής σε στρατιωτικές ακαδημίες και στο Γενικό Επιτελείο. Το 1887, μπήκε στο 1ο σύνταγμα πυροβολικού τομέων «Prinzregent Luitpold» και ολοκλήρωσε την Σχολή Πυροβολικού και την Ακαδημία Πολέμου (Βασίλειο της Βαυαρίας). Το 1903 άρχισε να διδάσκει στη βαυαρική Ακαδημία Πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 1909 ο στρατός τον έστειλε στο Τόκιο για να μελετήσει τον ιαπωνικό στρατό και να εργαστεί ως σύμβουλος-εκπαιδευτής πυροβολικού. Ο Χαουσχόφερ, βάσει των όσων είδε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ασία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο αγώνας μεταξύ των λαών αφορούσε την κατάληψη χώρου στην επιφάνεια του πλανήτη. Για τη Γερμανία ο χώρος αυτός βρισκόταν στις εντεύθεν των Ουραλίων περιοχές, δηλαδή στη Ρωσία. Ο Χαουσχόφερ υιοθέτησε την ιδέα του Ράτσελ, την επέκταση στη βιολογική αντίληψη της γεωγραφίας, χωρίς μια στατική αντίληψη των συνόρων. Κατά τον Ράτσελ, τα κράτη είναι οργανικά και αναπτυσσόμενα, με σύνορα που αντιπροσωπεύουν μόνο μια προσωρινή στάση στην κυκλοφορία τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Ράτσελ, η έκταση των συνόρων ενός κράτους είναι μια αντανάκλαση της υγείας του έθνους. Τον Ιούνιο του 1910 ο Χαουσχόφερ επέστρεψε στη Γερμανία, ενώ, την περίοδο 1911-1913 εκπόΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

νησε την διδακτορική του διατριβή στην φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου με τον τίτλο να αποτελεί μια πραγματεία για την Ιαπωνία: «Dai Nihon, Betrachtungen über Groß-Japans Wehrkraft, und Zukunft Weltstellung» (Σκέψεις για μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ιαπωνίας, Παγκόσμια Θέση, και το Μέλλον). Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο Χαουσχόφερ αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστράτηγου το 1919. Σε αυτό το χρονικό διάστημα γίνεται φίλος με τον νεαρό Ρούντολφ Ές που θα γίνει βοηθός του και θα μεταλαμπαδεύσει την γεωπολιτική του σκέψη στο Τρίτο Ράιχ. Ο Χαουσχόφερ αποφάσισε να γίνει ακαδημαϊκός με στόχο την αποκατάσταση και αναγέννηση της Γερμανίας. Πίστευε ότι η έλλειψη της γεωγραφικής γνώσης για την γεωπολιτική είναι μια σημαντική αιτία της ήττας της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό το λόγο, ίδρυσε το 1922 το Ινστιτούτο Γεωπολιτικής του Μονάχου, μέσω του οποίου προχώρησε στην διάδοση γεωπολιτικών ιδεών, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας του Μακίντερ για την κεντρική σημασία της Ευρασιατικής «heartland» για την παγκόσμια κυριαρχία, επηρεάζοντας αργότερα την εξωτερική πολιτική της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας μέσω της θεωρίας του ζωτικού χώρου (Lebensraum). Επίσης, ο Χαουσχόφερ ανέλαβε την επιμέλεια του περιοδικού Zeitschrift für Geopolitik. Το 1934 θα λάβει από τον Χίτλερ το τίτλο του προέδρου της Γερμανικής Ακαδημίας. Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι μια ωκεάνεια δύναμη –η Βρεττανική Αυτοκρατορία– ήταν σε παρακμή και ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια ηπειρωτική δύναμη να πάρει τον έλεγχο της ισχύος. Ωστόσο, ήταν πολύ σαφής όσον αφορά τη στάση της Γερμανίας έναντι στη Μεγάλη Βρεττανία: η Γερμανία έπρεπε να παραμείνει σύμμαχος με τη Μεγάλη Βρεττανία. Επίσης, ο Χαουσχόφερ είδε την Ουκρανία ως προμηθευτή προϊόντων για την χώρα του και πίστευε πως μόνο μια μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να αξιοποιήσει πλήρως την ικανότητά της στην παραγωγή τροφίμων, ιδέα που υποστήριξε και ο Χίτλερ. Η θεωρία του Μακίντερ περί ηπειρωτικής ισχύος στην Ευρασία και την «ενδοχώρα» της, αντέ31


στρεψε το επιχείρημα της θαλάσσιας ισχύος του Άλφρεντ Μάχαν, θέτοντας τις βάσεις της γεωπολιτικής προσέγγισης στη διεθνή πολιτική. Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος μάλλον διέψευσε τον Μακίντερ, αφού ανέδειξε την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, μιας ως τότε «περιφερειακής» ναυτικής δύναμης. Παρ’ όλα αυτά, έδωσε νέα ώθηση στη γεωπολιτική προσέγγιση: Πρώτον, διότι οι δύο βασικές ηπειρωτικές δυνάμεις που βγήκαν χαμένες –η Γερμανία που ηττήθηκε και η Ρωσία που αναδιπλώθηκε στον εαυτό της– άφησαν την «ενδοχώρα της Ευρασίας», την ανατολική Ευρώπη, χωρίς επικυριαρχία, άρα ανοικτή σε μελλοντική διεκδίκηση. Δεύτερον, οι δύο ναυτικές δυνάμεις που νίκησαν, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έτειναν να «εκλείψουν» από το διεθνές προσκήνιο τα επόμενα χρόνια: οι ΗΠΑ μπήκαν σε περίοδο απομονωτισμού. Το κενό αυτό επέτρεψε στον Χαουσχόφερ, να επαναφέρει την γεωπολιτική προσέγγιση ως θεωρητική βάση ισχύος μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης. Απ’ αυτόν επηρεάστηκε η θεωρία των ναζί περί «ζωτικού χώρου», που είχε ανάγκη η Γερμανία, αρχικά για «να αναπνεύσει» και τελικά για να κυριαρχήσει στην παγκόσμια σκηνή. Kατά τη γερμανική γεωπολιτική σκέψη, δεν τίθεται θέμα κατανομής ισχύος μεταξύ «ναυτικών» και «χερσαίων» μαζών του πλανήτη, αλλά διαίρεσης όλης της επιφάνειας της Γης, σύμφωνα με τις ανάγκες «ζωτικού χώρου» των ισχυρών δυνάμεων που δρουν ως «ζωντανοί οργανισμοί»: α) Η ευρωπαϊκή και αφρικανική ζώνη υπό την γερμανική κηδεμονία β) Η Πανρωσική ζώνη που έχει πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό.γ).Η Άπω Ανατολική ζώνη με κεντρική δύναμη την Ιαπωνία δ) Η αμερικανική ήπειρος με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ. Mε βάση αυτή την αντίληψη, η γεωστρατηγική προβληματική του Aνατολικού Zητήματος καταργείται μέσα από μια «φυσική» διαίρεση του κόσμου, σύμφωνα με τέσσερις κάθετους άξονες στον παγκόσμιο χάρτη, οι οποίοι δημιουργούν τέσσερις «σφαίρες ζωτικού χώρου» (Lebensraum). Tο Γ΄ Pάιχ, μολονότι επηρεάστηκε από την ανωτέρω γεωπολιτική αντίληψη, τελικά δεν την υιοθέτησε ως πυρήνα της γεωστρατηγικής που εφήρμοσε κατά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για πολλούς 32

και διάφορους λόγους. Aντίθετα, ο αγγλοσαξωνικός χώρος έμεινε πιστός στις γεωπολιτικές αντιλήψεις του Μακίντερ και του Σπάικμαν, τόσο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και κατά την διάρκεια της ψυχροπολεμικής περίοδου. Παράλληλα, επέδειξε και μια σοβαρή ανησυχία για την περίπτωση της δυνητικής υλοποίησης του γερμανικού γεωπολιτικού σχεδιασμού σε κάποιο εγγύς ή απώτερο μέλλον. Για τον Χαουσχόφερ, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός αποτελούσε την μεγαλύτερη απειλή για την χώρα του. Ο Χαουσχόφερ πίστευε ότι προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο βρετανικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ήταν αναγκαία η δημιουργία ενός ενιαίου γεωπολιτικού μπλοκ με τις κύριες δυνάμεις της Ευρασίας, τη Ρωσία και την Ιαπωνία.

Ο απολογισμός του έργου του Χαουσχόφερ Η κεντρική ιδέα της γεωπολιτικής σκέψης του Χαουσχόφερ, επηρεασμένη από τον Ράτσελ, βασίζεται στην πολιτισμική διαίρεση της υδρογείου. Εμπεριέχει την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγει στη διαίρεση του κόσμου, αν και ο «ζωτικός χώρος» που διεκδικούσε η ναζιστική Γερμανία σχεδόν συνέπιπτε με τη στρατηγικής σημασίας «ενδοχώρα» της Ευρασίας του Μακίντερ: Μεσευρώπη (Mitteleuropa), δυτική Ρωσσία και Ουκρανία. Η ναζιστική Γερμανία κέρδισε τον έλεγχο της «ενδοχώρας», αλλά έχασε τον πόλεμο. Τα έργα του Χαουσχόφερ βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του απετέλεσαν «εργαλεία» για τoν γερμανικό επεκτατισμό, αν και στο τέλος εγκαταλείφθησαν με το «σπάσιμο» του συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότωφ και την βαριά ήττα στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Χωρίς τη θεωρία του Χαουσχόφερ η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ θα στερείτο από γεωπολιτικό σχέδιο. Σήμερα, ο «ζωτικός χώρος» για τον οποίο έκανε λόγο ο Χαουσχόφερ αποτελεί σημείο αναφοράς στην γεωπολιτική άποψη των ρώσων πανσλαβιστών εθνικιστών που αναπολούν τις μέρες της Σοβιετικής Ενώσεως και προσβλέπουν στον οικονομικό έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ευρασίας και κατ’ επέκτασιν στην πολιτική κηδεμονία των κρατών της υπό την Ρωσσία. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Κριτικό Αφιέρωμα

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Η

πρωτοφανής και εξαιρετικά βίαιη χρεωκοπία του πολιτικοκοινωνικού συστήματος της Μεταπολίτευσης δεν μπορεί ασφαλώς να ερμηνευθεί αποκλειστικά με χρηματοοικονομικούς όρους. Πίσω από τα λογιστικά μεγέθη υπάρχουν στάσεις, νοοτροπίες, ήθη, ολόκληρο πολιτισμικό και κοινωνιολογικό υπόστρωμα και ασφαλώς οι επιλογές του λαού και της ηγεσίας του. Ανατρέχοντας κανείς πίσω στον χρόνο, και διερευνώντας τι πήγε στραβά στην ίδια την θεμελίωση του μεταπολιτευτικού οικοδομήματος, σταματά στην ιδρυτική συνθήκη της Μεταπολίτευσης: το πώς δηλαδή οργανώθηκε εξ αρχής το πολιτικοκοινωνικό σύστημα που σήμερα πεθαίνει συμπαρασύροντας δομές και κυρίως την ζωή των ανθρώπων. Αναπόφευκτα λοιπόν η συζήτηση οδηγείται στον εμπνευστή και θεμελιωτή της μεταπολιτευτικής ελληνικής πολιτείας: τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

33


Ο Καραμανλής (Πρώτη Σερρών 1907 - Αθήνα 1998) σπούδασε νομικά και εξελέγη αρχικά βουλευτής Σερρών του Λαϊκού κόμματος στις εκλογές του 1935. Στην Κατοχή απέσχε από οποιαδήποτε αντιστασιακή ή πολιτική δραστηριότητα. Μεταπολεμικά διετέλεσε υπουργός σε διάφορα υπουργεία. Το 1951 πραγματοποίησε πολύμηνο ταξίδι στις ΗΠΑ. Διορίστηκε υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση του στρατάρχη Παπάγου το 1952-55 και επιδόθηκε σε εκτεταμένο πρόγραμμα διάνοιξης δρόμων σε όλη την επικράτεια. Επελέγη ως διάδοχος του Παπάγου τον Σεπτέμβριο του 1955 από τον βασιλιά Παύλο χωρίς να έχει εκλεγεί αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος και χωρίς να διαθέτει την δεδηλωμένη πλειοψηφία στην Βουλή. Ίδρυσε στην συνέχεια την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση, κέρδισε με σχετική πλειοψηφία τις εκλογικές αναμετρήσεις του 1956, 1958 και 1961, αν και για την τελευταία η αντιπολίτευση τον κατηγόρησε ότι άσκησε βία και νοθεία. Κατά την οκταετή πρωθυπουργία του, ο Καραμανλής ασχολήθηκε κυρίως με το ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης και την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, παραιτήθηκε δε το 1963 ύστερα από βίαιη ρήξη του με το Στέμμα, τις συνταγματικές υπερεξουσίες του οποίου επεχείρησε να περικόψει. Ο Καραμανλής, μετά από μακρά διαμονή στο Παρίσι, επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1974 εν μέσω της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, με πρόσκληση του καταρρέοντος δικτατορικού καθεστώτος και του παλαιού πολιτικού κόσμου. Σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952 χωρίς τις διατάξεις περί Βασιλείας ( ενώ καθήκοντα αρχηγού του κράτους συνέχισε να ασκεί μέχρι τον Δεκέμβριο ο διορισμένος από την στρατιωτική χούντα πρόεδρος, ο στρατηγός Γκιζίκης). Τον Αύγουστο η προέλαση, χωρίς καμμία ελληνική στρατιωτική απάντηση, των τουρκικών στρατευμάτων μέχρι την Λευκωσία οδήγησε τον Καραμανλή να αποσύρει, σε αντίποινα για την δυτική απραξία, την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Τον Οκτώβριο ίδρυσε την Νέα Δημοκρατία, κέρδισε με πρωτοφανή πλειοψηφία (54%) τις εκλογές για αναθεωρητική βουλή που διεξήγαγε ο 34

ίδιος επικεφαλής υπηρεσιακής κυβερνήσεως και τον Δεκέμβριο διεξήγαγε δημοψήφισμα με το οποίο καταργήθηκε η Μοναρχία. Εξελέγη προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Μ. Στασινόπουλος. Το 1975 ψηφίστηκε νέο σύνταγμα που θέσπιζε μεν καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά ταυτόχρονα προέβλεπε πρόεδρο της Δημοκρατίας εκλεγόμενο από την Βουλή με τις υπερεξουσίες που διέθετε παλαιότερα ο μονάρχης (δυνατότητα παύσης της κυβέρνησης, διάλυσης της Βουλής κλπ.). Τις υπερεξουσίες αυτές δεν τόλμησε να ασκήσει ο διανοούμενος και πολιτικός Κωνσταντίνος Τσάτσος, που εξελέγη πρόεδρος το 1975, αλλά ούτε και ο ίδιος ο Καραμανλής όταν τελικώς εξελέγη πρόεδρος το 1980, αφού την εξουσία κατέλαβε το 1981 με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Έτσι ο Καραμανλής δεν μπόρεσε να αντιδράσει στην αποδόμηση των θεσμών που ο ίδιος είχε εν πολλοίς διαμορφώσει, ούτε στην τελική επίθεση του Παπανδρέου εναντίον του προεδρικού θεσμού. Όταν ο Παπανδρέου πρότεινε στις αρχές του 1985 αναθεώρηση του Συντάγματος και κατάργηση των προεδρικών υπερεξουσιών, ο Καραμανλής εξοργισμένος παραιτήθηκε πριν από την λήξη της θητείας του. Το 1990, όταν το κόμμα του επανήλθε στην εξουσία με οριακή πλειοψηφία, με οριακή πλειοψηφία επανεξελέγη και ο ίδιος πρόεδρος (εντελώς διακοσμητικός πλέον, αφού οι υπερεξουσίες είχαν καταργηθεί). Οι δύο προεδρικές του θητείες δεν είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο και δεν προσέθεσαν τίποτε στην υστεροφημία του. Ο Καραμανλής, ως ιδρυτικός μύθος της Μεταπολίτευσης, βρίσκεται στο απυρόβλητο από όλες τις συνιστώσες του πολιτικού συστήματος που αυτός θεμελίωσε. Είναι χαρακτηριστικό ότι απολύτως καμμία, ήπια έστω, κριτική προσέγγιση της προσωπικότητας και του έργου του Καραμανλή δεν προέκυψε τις τελευταίες δεκαετίες ούτε κάν από την Αριστερά. Στο αφιέρωμα αυτό της ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ δημοσιεύεται σειρά άρθρων που προσεγγίζουν τον Καραμανλή από εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τα κείμενα που ακολουθούν, κείμενα έγκριτων αναΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα

λυτών, ιστορικών και ακόμα στενών συνεργατών του Καραμανλή, δεν διέπονται από ενιαία στάση έναντι του προσώπου και του έργου του Καραμανλή. Μερικά μάλιστα έχουν έντονη επικριτική διάθεση. Ούτως ή άλλως το περιοδικό αυτό υπηρετεί την ελευθερία της έκφρασης, τον διάλογο και την αντιπαράθεση απόψεων και όχι μονολιθικές προσεγγίσεις και απεχθείς «γραμμές». Είναι, όμως, εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτό το-πρώτο κατ’ ουσίαν ανοιχτό σε όλες τις απόψεις- αφιέρωμα στον Καραμανλή έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθούν απόψεις τόσο έντονα διαφορετικές και μάλιστα μερικές εξαιρετικά επικριτικές όσο αυτές που θα διαβάσει αμέσως μετά ο αναγνώστης. Είναι φανερό ότι η γενική, συναινετικά θετική και υμνητική αποτίμηση του Καραμανλή (όπως π.χ. αυτή που εκφράστηκε στην πρόσφατη εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής) προκύπτει μάλλον από το πολιτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεν εκφράζει ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

όλο το εύρος της κοινής γνώμης ούτε των ιστορικών και αναλυτών της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας... Η ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, επομένως, δημοσιεύει όλες τις απόψεις, την ευθύνη των οποίων έχουν αποκλειστικά οι συγγραφείς τους. Και αφήνει τον αναγνώστη να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Εδώ η αφετηρία δεν είναι μία κατ’ αρχήν διάθεση επαίνου ή μομφής εναντίον του συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου. Αλλά μία τεκμηριωμένη διερεύνηση, στην πολιτική προσωπικότητα και στην δράση του Καραμανλή, των στοιχείων που επέδρασαν στην διαμόρφωση ενός θνησιγενούς όπως αποδεικνύεται σήμερα, πολιτικοκοινωνικού μορφώματος. Τα κείμενα του αφιερώματος δημοσιεύονται με αλφαβητική σειρά.

Η ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 35


Το πράσινο χρώμα των ψηφοδελτίων της Αβασίλευτης Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και το Δημοψήφισμα του 1974 του Φώτη Γεωργίου

Μ

ε την επιστροφή του στην εξουσία το 1974, ο Κ. Καραμανλής ανέλαβε μία σειρά ριζοσπαστικών πολιτικών πρωτοβουλιών, που υπογράμμιζαν την θέλησή του να ιδρύσει μια αληθινά «νέα δημοκρατία» στην Ελλάδα. Η πιο ριζοσπαστική, ίσως, κίνησή του, ήταν η προκήρυξη δημοψηφίσματος για την κατάργηση της Βασιλείας. Έχουν περάσει από τότε σχεδόν σαράντα χρόνια. Αυτό μας επιτρέπει να επιχειρήσουμε μία ιστορική ανάλυση αυτής της ριζοσπαστικής πολιτικής κίνησης του Κ. Καραμανλή, χωρίς τους φανατισμούς και τα πάθη της εποχής.

Οι δυσκολίες του δημοψηφίσματος Εκ πρώτης όψεως, η προκήρυξη δημοψηφίσματος το 1974 παρουσίαζε κάποιες αντιφάσεις και δημιουργούσε αμφιβολίες σχετικά με την αντιμετώπιση των νομικών επιπτώσεων της Δικτατορίας στη συνταγματική τάξη της χώρας. Πρώτον, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος θεωρούσε την Δικτατορία ως μια συνταγματική εκτροπή. Συνεπώς, το λογικό ήταν η πτώση της Δικτατορίας να οδηγήσει στην επαναφορά της συνταγματικής νομιμότητας που το δικτατορικό καθεστώς είχε διακόψει. Αυτή η συνταγματική νομιμότητα δεν ήταν άλλη από το καθεστώς 36

της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, που βασιζόταν στο Δημοψήφισμα του 1946 και στο Σύνταγμα του 1952. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε. Ο Κ. Καραμανλής επανέφερε το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις που ήταν σχετικές με την μορφή του πολιτεύματος. Αυτή η ρηξικέλευθη πρωτοβουλία δημιουργούσε ορισμένα πολιτικά και νομικά ερωτήματα: ποιό νομικό πρόβλημα είχε το Δημοψήφισμα του 1946 ώστε να απαιτείται τώρα η επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων του; Και με το να τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνταγματική τάξη που προϋπήρχε της δικτατορίας, δεν ήταν σαν να δικαιώνεται εν μέρει η απόφαση της στρατιωτικής χούντας να την καταργήσει με το πραξικόπημα του 1967; Δεύτερον, την Βασιλεία την είχε καταργήσει η ίδια η χούντα με το «δημοψήφισμα» που είχε οργανώσει το καλοκαίρι του 1973. Σύσσωμος ο δημοκρατικός πολιτικός κόσμος είχε καταδικάσει το χουντικό δημοψήφισμα ως νόθο και είχε αρνηθεί να αναγνωρίσει τα αποτελέσματά του. Εάν λοιπόν το χουντικό δημοψήφισμα ήταν ανυπόστατο, η Βασιλεία δεν είχε ποτέ καταργηθεί νόμιμα. Όμως, με το να τεθεί το ζήτημα της Βασιλείας το 1974, δεν ήταν σαν να αναγνωρίζεται ότι το χουντικό «δημοψήφισμα» είχε πράγματι σοβαρές έννομες συνέπειες στην συνταγματική τάξη της ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα χώρας; Δεν ήταν σαν να αναγνωρίζεται ότι υπήρχε αμφιβολία σχετικά με τον τύπο του πολιτεύματος που ίσχυε στην Ελλάδα, μετά από το χουντικό «δημοψήφισμα» του 1973; Αυτό δεν ήταν αντίθετο με την επίσημη πολιτική άποψη που θεωρούσε το χουντικό δημοψήφισμα ανυπόστατο; Τρίτον, ο κύριος λόγος για τον οποίον ο Βασιλιάς δεν βρισκόταν στην Ελλάδα την ημέρα που έπεσε η Δικτατορία, ήταν το ότι είχε αυτοεξορισθεί στο εξωτερικό μετά την αποτυχία του να ανατρέψει ένοπλα την στρατιωτική χούντα στις 13 Δεκεμβρίου του 1967. Με άλλα λόγια, η χούντα αποτελούσε το εμπόδιο που δεν επέτρεπε στον Βασιλιά να εξασκήσει τα συνταγματικά του καθήκοντα. Με την πτώση της Δικτατορίας, το εμπόδιο αυτό έπαυε να υφίσταται. Όμως, με το να προκηρυχθεί δημοψήφισμα για το εάν ο Βασιλιάς μπορούσε να επανέλθει στα συνταγματικά του καθήκοντα, δεν ήταν σα να δικαιώνεται η χούντα για τα εμπόδια που του είχε θέσει;

Οι ελπίδες του δημοψηφίσματος Ο Κ. Καραμανλής και οι συνεργάτες του θα πρέπει να είχαν αντιληφθεί τις πολιτικές και νομικές αντιφάσεις που προκαλούσε η διενέργεια του δημοψηφίσματος. Συνεπώς, η απόφασή τους να προχωρήσουν στην διενέργειά του θα πρέπει να είχε στηριχθεί στην προσδοκία τους να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη μεγαλύτερα από τα πολιτικά και νομικά προβλήματα που θα προκαλούσε το δημοψήφισμα. Ένα πολιτικό όφελος που ενδεχομένως να επεδίωκαν ο Κ. Καραμανλής και οι συνεργάτες του ίσως να ήταν η προσέλκυση των παλαιών Βενιζελικών (ή «κεντρώων») ψηφοφόρων. Αυτή είναι μία θεωρία που βρίσκει κάποιο έρεισμα στα όσα γράφει ο Κρις Γούντχαουζ στην βιογραφία του Κ. Καραμανλή: ο Γούντχαουζ επισημαίνει ότι ο Κ. Καραμανλής και οι συνεργάτες τους επεχείρησαν να υιοθετήσουν μερικά από τα συνθήματα και τις πολιτικές προτάσεις του κομματικού χώρου του «κέντρου» όταν ξεκινούσαν την οργάνωση του κόμματος της «Νέας Δημοκρατίας», με σκοπό να επεκτείνουν την απήχησή του πέρα από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της παλαιάς ΕΡΕ. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτήν την θεωρία είναι το ότι οι βασικοί συνεργάτες του Κ. Καραμανλή εκείνη την εποχή είχαν βενιζελική πολιτική προέλευση. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, στον οποίον ο Κ. Καραμανλής ανέθεσε το χειρισμό των συνταγματικών θεμάτων της χώρας και την ίδια την εκπόνηση του Συντάγματος της Ελλάδος. Ίσχυε επίσης και για τον Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος είχε αναλάβει τον πολύ ευαίσθητο τομέα των Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, αυτοί οι συνεργάτες του να είχαν πείσει τον Κ. Καραμανλή ότι η διενέργεια δημοψηφίσματος, στο οποίο ο Κ. Καραμανλής και το κόμμα του θα τηρούσαν ουδέτερη στάση, θα επέτρεπε στην «Νέα Δημοκρατία» να προσελκύσει κεντρώους ψηφοφόρους. Εάν πράγματι αυτό ήταν το πολιτικό όφελος που προσδοκούσε ο Κ. Καραμανλής, τότε τα γεγονότα τον διέψευσαν οικτρά. Οι «κεντρώοι» ψηφοφόροι συνέχισαν να ψηφίζουν με φανατισμό όποιο κόμμα φαινόταν περισσότερο ικανό να σταθεί απέναντι στην μισητή για αυτούς «δεξιά». Το κόμμα αυτό ήταν το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υιοθέτησε ως κομματικό του χρώμα το πράσινο των ψηφοδελτίων της «Αβασίλευτης», συμβολίζοντας έτσι την ιδιοποίηση του πολιτικού οφέλους του δημοψηφίσματος. Ο «κεντρώος» χώρος (που τότε κάλυπτε το ΠΑΣΟΚ και η ΕΔΗΚ) είχε συνεχή άνοδο μετά το δημοψήφισμα. Από το 33% του 1974, ανέβηκε στο 36% το 1977 και δεν επρόκειτο να πέσει κάτω από το 39% με 40% για περισσότερο από 30 χρόνια, ακόμα και στις πολύ δύσκολες στιγμές του Ανδρέα Παπανδρέου το 1989-1990. Έτσι, αντί να φέρει τους «κεντρώους» ψηφοφόρους κοντά στον Κ. Καραμανλή, το δημοψήφισμα του 1974 μάλλον ενίσχυσε την εκλογική απήχηση του ΠΑΣΟΚ. Εάν το δημοψήφισμα πράγματι προκάλεσε κάποια «μετακίνηση» ψηφοφόρων, αυτή ήταν αρνητική για τον Κ. Καραμανλή: η δυσαρέσκεια πολλών φιλοβασιλικών ψηφοφόρων τους οδήγησε να εγκαταλείψουν τον Κ. Καραμανλή στις εκλογές του 1977 και να ψηφίσουν τους ελάχιστα δημοφιλείς πολιτικούς της βραχύβιας «Εθνικής Παράταξης». Έτσι το δημοψήφισμα συνέβαλε στην περαιτέρω πτώση της εκλογικής απήχησης του Κ. 37


Καραμανλή, ο οποίος είδε το ποσοστό του να πέφτει κατά περισσότερο από 12% μέσα σε τρία χρόνια (από 54% το 1974 σε 41,80% το 1977). Περίπου η μισή από αυτήν την πτώση οφειλόταν στην μετακίνηση φιλοβασιλικών ψηφοφόρων από τον Κ. Καραμανλή προς την «Εθνική Παράταξη». Ένας δεύτερος στόχος, τον οποίο ενδεχομένως να επεδίωκε ο Κ. Καραμανλής, ίσως να αφορούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας. Είναι πιθανό ο Κ. Καραμανλής να θεωρούσε ότι ο ίδιος, ως εκλεγμένος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τον ανερχόμενο πολιτικό λαϊκισμό. Πράγματι, ήδη από το καλοκαίρι του 1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η ελληνική κοινωνία έδειχνε να είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στον αντι-αμερικανικό (και ευρύτερα αντι-δυτικό) λαϊκισμό. Δεν αποκλείεται να θεωρούσε ο Κ. Καραμανλής ότι η δική του παρουσία στην Προεδρία της Δημοκρατίας θα εξασφάλιζε την πολιτική σταθερότητα και τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας πιο αποτελεσματικά από ό,τι ο πολιτικά αδύναμος και αδέξιος Βασιλιάς. Η θεωρία αυτή βρίσκει κάποιο έρεισμα και στα απομνημονεύματα 38

του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος αναφέρει ότι ο Κ. Καραμανλής του είχε πει ότι σκόπευε να τον διαδεχθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας και ότι αυτό μπορεί να συνέβαινε ακόμα και πριν το τέλος της θητείας του Τσάτσου. Εάν αυτό πράγματι ήταν ένα από τα οφέλη που προσδοκούσε ο Κ. Καραμανλής, τότε και αυτό διαψεύσθηκε. Η παρουσία του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας από το 1980 και μετά, δεν κατάφερε να ανακόψει την ραγδαία πορεία του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ προς την εξουσία. Ούτε ήταν η παρουσία του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας που εξασφάλισε την παραμονή της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο (και ιδιαίτερα στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ) μετά το 1981. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του πολιτικού ρεαλισμού του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος κατάλαβε ότι μπορούσε να κερδίσει περισσότερα παραμένοντας σε αυτούς τους οργανισμούς, παρά εγκαταλείποντάς τους. Και, τέλος, ο Κ. Καραμανλής ήταν τελείως ανήμπορος να αντιδράσει όταν το 1985 ο Ανδρέας Παπανδρέου τον αντικατέστησε ταπεινωτικά στην Προεδρία της Δημοκρατίας με τον Χρήστο Σαρτζετάκη. Ένα τρίτο όφελος που ενδεχομένως να επεδίωκε ο Κ. Καραμανλής μπορεί να ήταν η «ειρήνευση των παθών». Δεν αποκλείεται ο Κ. Καραμανλής να είχε πειστεί ότι, με ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού σφόδρα αντίθετο στον θεσμό της Βασιλείας, η παρουσία Βασιλιά στη χώρα θα προκαλούσε πάθη, συγκρούσεις και νέους διχασμούς στο μέλλον. Ίσως ο Κ. Καραμανλής να θεωρούσε ότι η κατάργηση της Βασιλείας θα «ειρήνευε» τον πληθυσμό και θα έσβηνε τις παλαιές πολιτικές «διαχωριστικές» γραμμές. Και αυτή η προσδοκία (εάν πράγματι υπήρχε) διαψεύστηκε από τα γεγονότα. Τα κομματικά πάθη συνέχισαν να είναι οξυμένα, ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1980. Υπήρξαν συχνές νυχτερινές συμπλοκές μεταξύ ομάδων «αφισοκόλλησης», χωριστά καφενεία στα χωριά και τις μικρές πόλεις, δυσμενείς μεταθέσεις υπαλλήλων κάθε φορά που άλλαζε η κυβέρνηση, δολοφονίες πολιτικών και δημοσιογράφων, βομβιστικές επιθέσεις και άλλες τροΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα μοκρατικές ενέργειες. Έτσι επιβεβαιώθηκε ότι δεν ήταν η Βασιλεία που δημιουργούσε τα πολιτικά πάθη και ότι, συνεπώς, το δημοψήφισμα για την κατάργηση της Βασιλείας δεν μπορούσε να φέρει την ζητούμενη πολιτική συναίνεση ή «ειρήνευση».

Η αποτίμηση της πρωτοβουλίας του Κ. Καραμανλή Η κυρίαρχη άποψη έχει αποτιμήσει θετικά την απόφαση του Κ. Καραμανλή να προκηρύξει δημοψήφισμα το 1974. Αυτή η άποψη στηρίζεται μάλλον σε δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η καθαρή νίκη της «Αβασίλευτης» μοιάζει να δικαίωσε όσους εισηγήθηκαν στον Κ. Καραμανλή να μην επαναφέρει την συνταγματική τάξη που η Δικτατορία είχε διακόψει, αλλά αντίθετα να επιδιώξει μία εντελώς «νέα δημοκρατία» μέσω του δημοψηφίσματος. Ωστόσο, η εκλογική νίκη της «Αβασίλευτης» θα πρέπει να αναλυθεί μέσα στα πλαίσια της εποχής που διενεργήθηκε το δημοψήφισμα: η εμπειρία της Δικτατορίας και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είχαν δημιουργήσει μία διάθεση ρήξης με το παρελθόν. Επίσης, η «Αβασίλευτη» ενισχύθηκε σημαντικά από την διάχυτη αντίληψη ότι ο συγκεκριμένος Βασιλιάς ήταν πολιτικά αδύναμος και αδέξιος. Στις ιδιαίτερα ευαίσθητες συνθήκες του 1974, είναι πιθανό το εκλογικό σώμα να ψήφισε περισσότερο με γνώμονα ποιό πρόσωπο ήταν προτιμότερο να βρίσκεται στην ηγεσία της Ελλάδος προκειμένου να σώσει την χώρα από την πολύπλευρη κρίση (ο αδέξιος Βασιλιάς ή ο ισχυρός Καραμανλής) και λιγώτερο με γνώμονα ποιό ήταν το προτιμώτερο πολιτειακό σύστημα. Εάν το δημοψήφισμα είχε διενεργηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν Βασιλιάς ήταν ο δημοφιλής Παύλος και η Ελλάδα βρισκόταν σε τροχιά οικονομικής ανόδου, ίσως τα αποτελέσματα να ήταν πολύ διαφορετικά. Ο δεύτερος λόγος της θετικής αποτίμησης της πρωτοβουλίας του Κ. Καραμανλή είναι ότι, τελικά, η κατάργηση της Βασιλείας πέρασε σχετικά απαρατήρητη από το ευρύ κοινό. Στην κοινή αντίληψη, η Ελλάδα δεν υπέστη καμμία ζημία από την ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

κατάργηση της Βασιλείας, ούτε είχε η Βασιλεία κάποιο ιδιαίτερο όφελος να προσφέρει. Συνεπώς, για το ευρύ κοινό, το δημοψήφισμα δεν αποτελεί παρά μία διαδικαστική πράξη, με την οποία έκλεισε μία παλιά και σχεδόν ξεχασμένη εκκρεμότητα. Η βάση αυτής της αντίληψης είναι μάλλον σωστή. Είναι πολύ πιθανό η ιστορική εξέλιξη της Ελλάδος τα τελευταία σαράντα χρόνια να ήταν περίπου η ίδια, είτε με Προεδρευομένη Δημοκρατία είτε με Βασιλευομένη Δημοκρατία. Κατά την διάρκεια αυτών των σαράντα ετών υπήρξαν ελάχιστες στιγμές που ο Ανώτατος Άρχων της χώρας χρειάστηκε να παίξει σοβαρό πολιτικό ρόλο (κυρίως κατά την περίοδο 1989-1990). Αντίθετα, τα γεγονότα απέδωσαν στους διαδοχικούς Προέδρους έναν εθιμοτυπικό ρόλο, τον οποίο άνετα θα μπορούσε να είχε παίξει και ο Βασιλιάς. Ωστόσο, η απόφαση του Κ. Καραμανλή να καταργήσει την Βασιλεία μέσω του δημοψηφίσματος είχε και άλλες συνέπειες. Η προσπάθεια των αντιβασιλικών να απαλείψουν κάθε ίχνος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας οδήγησε στην απώλεια ενός μέρους της ελληνικής ιστορίας. Παντού στην Ελλάδα έγιναν μαζικές μετονομασίες οδών, πάρκων, ακόμα και νοσοκομείων και, μέχρι σχετικά πρόσφατα, συνεργεία του Δήμου Αθηναίων αντικαθιστούσαν τις πινακίδες της «Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας» με άλλες που έγραφαν «Λεωφόρος Ελευθερίου Βενιζέλου». Η σημαντικώτερη όμως συνέπεια ήταν ότι ο Κ. Καραμανλής και οι συνεργάτες του, αντί να σταθούν απέναντι στον λαϊκισμό το 1974, είχαν υποκύψει σε αυτόν. Το πράσινο χρώμα των ψηφοδελτίων της «Αβασίλευτης» έγινε το σύμβολο της κομματικής δύναμης που ελάχιστα χρόνια αργότερα θα παρέδιδε την Ελλάδα στον Μένιο Κουτσόγιωργα, τον Λούβαρη, τον Κοσκωτά και τους ομοίους τους. Εάν κανείς εξετάσει τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του Κ. Καραμανλή να προκηρύξει το δημοψήφισμα του 1974 αποτέλεσε το πρώτο βήμα της πορείας που έφερε την Ελλάδα και τους Έλληνες στην σημερινή τους κατάσταση. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Χριστόφορου Μπιτσίδη. 39


Βίος και πολιτεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή

Αν ο Eυάγγελος Δενδρινός είχεν αστοχήσει;.. Η αποδόμησις ενός μύθου του Κωνσταντίνου Κόλμερ

Τ

ο τηλέφωνο στο γραφείο του Μεταξικού υπουργού Ασφαλείας κωδούνισε δυνατά. Ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης σήκωσε το ακουστικό. – Λέγετε… – Εδώ διευθυντής των φυλακών Αβέρωφ, ακούσθηκε από την άλλη γραμμή. Έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα, κύριε υπουργέ. Αντιμετωπίζουμε τον εκβιασμό ενός εγκαθείρκτου. Παρέσυρε τον βουλευτή Λάμπρο Ευταξία στο κελί του, τον αιχμαλώτισε και απειλεί να τον σκοτώσει, εάν δεν αποφυλακισθή αμέσως. – Περιμένατε, απήντησε ο Μανιαδάκης, και ευθύς αμέσως συνεβουλεύθη τηλεφωνικώς τον πρωθυπουργό. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε έναν φίλο, δεινό σκοπευτή. Τον Ευάγγελο Δενδρινόν. Τον επεφόρτισε να μεταβή πάραυτα στις φυλακές Αβέρωφ, να σκοπεύσει από του μικρού παραθύρου του κελίου τον εκβιαστή και να τον φονεύσει επί τόπου. Όπερ και εγένετο. Διασωθέντος του Ευταξίου και του κύρους του κράτους, που δεν υπέκυψε στον εκβιασμό ενός βαρυποινίτου, ο βασιλεύς Γεώργιος β’ παρεσημοφόρησε τον Δενδρινόν διά την ευστοχία του. Ακολούθησεν η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, που διέλυσε την Βουλή του ’36 στην οποίαν μετείχε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. (βλ. σχ. Πάνου Βίγλαρη, Η καθόδος των Ολεθρίων, σελ. 407 επ.)

40

Οι σχέσεις του Λάμπρου Ευταξίου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήσαν γνωστές στην προπολεμικήν Αθήνα. Αυτό που έμεινε άγνωστο αφορά στην επιστολή που έστειλε (28.3.1988) ο Λάμπρος Ευταξίας στον Σπύρο Μαρκεζίνη, παραπονούμενος ότι, «άν και τον προστάτευσε» (και ουσιαστικώς διέσωσε τον Καραμανλή απ’ το δικαστήριο των δοσιλόγων, διά την δραστηριότητά του κατά την Γερμανική κατοχήν), εν τούτοις ο περί ού ο λόγος συμπεριεφέρθη αγνωμόνως στον προστάτη του (βλ. σχ. Σπ. Μαρκεζίνη, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος 1936-44, εκδ. Πάπυρος, α΄τόμος, σελ. ΧΙ.) Ως διηγείται σχετικώς ο τ. πρόεδρος της νεολαίας των Προοδευτικών Αντώνης Βογιατζής, κατά εξομολόγησι του ιδίου του Ευταξίου, ο Καραμανλής του είπε τηλεφωνικώς ότι «κατέστησε την αγνωμοσύνη...πολιτική αρετή», εννοών την απιστία έναντι των πρώην συντρόφων του. Η πολιτική απάτη ήταν παγία τακτική του Καραμανλή: εξαπατήσας τον βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄, ΏΣΤΕ να μην επανέλθη στην πατρίδα το 1974, τον συνταγματάρχη Γ. Γρίβα διά την ματαίωσι του Κυπριακού αγώνος, τον αρχιεπίσκοπον Μακάριον μετά την Τουρκικήν εισβολή, τον Σπύρο Θεοτόκη ως υπουργό Εξωτερικών το 1956 και τον Ευάγγελον Αβέρωφ διά την πρωθυπουργία το 1980 (που την παρέδωσε στον Γεώργιο Ράλλην), ο κρυψίνους Καραμανλής είχε αναγάγει την παραπλάΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα νησιν εις επιστήμην, μη αποφυγών, όμως, εν τέλει και ο ίδιος την εξαπάτησιν απ’ τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1989, όταν αντ’ αυτού διορίσθη πρόεδρος της δημοκρατίας ο Χρίστος Σαρτζετάκης. Εάν όμως ο Δενδρινός το 1936 είχεν αστοχήσει και ο Ευταξίας εφονεύετο υπό του εγκαθείρκτου κακοποιού, ποία θα ήταν η πολιτική εξαπάτησις της Ελλάδος μεταπολεμικώς;

Σκοτεινό παρελθόν Εν πρώτοις, ολίγα περί του αγνώστου βίου του Καραμανλή στην πρώτη φάσι της ζωής του – διότι περί του γνωστού έχουν φροντίσει ήδη οι μίσθαρνοι «αγιογράφοι»του: Ο γεννηθείς στο χωρίον Κιούπκιοϊ της Οθωμανικής Μακεδονίας το 1907, πρωτότοκος υιός του Γεωργίου Καραμανλή και της Φωτεινής Δαλόγλου, ο Κ. έλαβε την στοιχειώδη εκπαίδευσι στην Πρώτη Σερρών και την δευτεροβάθμιο στο Γυμνάσιον Νέας Ζίχνης. Ο τότε βουλευτής Σερρών Αθανάσιος Αργυρός ανέλαβε την επιμόρφωσι του Καραμανλή και τον εισήγαγε ως οικότροφον στο Λύκειον Μεγαρέως, στο Παγκράτι. Αποφοιτήσας ο Κ., εισήλθε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε δίπλωμα το 1932, ελάχιστα δικηγορήσας εις Σέρρας. Στην πολιτικήν ζωήν εισήλθεν ως «ιδιαίτερος» του Αργυρού, που κατά τον Κώστα Μπαρμπή (βλ. σχ. ΚΚ: Εθνάρχης ή Εθνικός Εφιάλτης, εκδ. Λογοθέτης, 1995, σελ.29 επ.) τον εξηπάτησεν πολιτικώς εκλεγείς αντ’ αυτού, εις ηλικίαν 28 ετών, στην Ε΄ Εθνοσυνέλευσι του 1935, ως βουλευτής Σερρών του Λαϊκού κόμματος. Το 1936, επανεξελέγη στην Γ΄ Αναθεωρητική Βουλή, την οποίαν διέλυσεν ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς την 4ην Αυγούστου 1936, κηρύξας δικτατορία, λόγω και της τότε χαώδους πολιτικής καταστάσεως εν Ελλάδι. Στην Βουλή του ’35 ο Καραμανλής εσχετίσθη με τον Λάμπρον Ευταξία. Ήσαν σχεδόν συνομήλικοι, ομοϊδεάτες κατά της Μεταξικής δικτατορίας, η οποία ανέστειλε την πολιτική των δραστηριότητα (βλ. σχ. ΛΑΜΠΡΟΣ ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ο Βίος και η πολιτεία ενός ευπατρίδη, υπό Κ. Κόλμερ, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 2006, σελ.112). Ο Καραμανλής, διαρκούσης της Γερμανικής καΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

τοχής, έλαμψε διά της απουσίας του από τους εθνικούς αγώνες. Αντιθέτως, σύμφωνα με αναφερόμενες βιβλιογραφικές αναφορές, φέρεται ότι ανεμίχθη στην εμπορία τροφίμων, συνεργαζόμενος με τον κατοχικό γενικό γραμματέα του υπουργείου Γεωργίας Φιλήμονα Πατίστα, καταδικασθέντα αργότερα ως δοσίλογον. Συνεργάζετο επίσης, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Κ. με τον πλοιοκτήτη Μιλτιάδη Εμπειρίκο, εφοδιάζοντα με το σκάφος ΕΛΕΝΗ την στρατιάν του Ρόμελ στο Τομπρούκ με τρόφιμα. Ο Πατίστας εξέδιδε άδειες εισαγωγής ελαιολάδου εκ Κρήτης έναντι οσπρίων και σίτου εκ Θεσσαλονίκης, τα οποία επωλούντο στην μαύρη αγορά της λιμοκτονούσης Αθήνας. Ο Κ. επεδίωξε να διορισθή και διοικητής της Αγροτικής Τραπέζης αλλά ο κατοχικός πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος τον απέρριψε, γνωρίζων το δύσφημο παρελθόν του (βλ. σχ. Η κάθοδος των ολεθρίων, υπό Πάνου Βίγλαρη, εκδ. Στ.Κωνσταντινόπουλος, 1985) Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Καραμανλής προσεχώρησε στην «Σοσιαλιστική ΄Ενωση» που είχαν ιδρύσει οι σοσιαλιστές καθηγητές Ξενοφών Ζολώτας, Κων/νος Τσάτσος και ΄Αγγελος Αγγελόπουλος (εν συνεχεία «υπουργός Οικονομικών» του... Βουνού το 1943-4). «Αυτοί (οι καθηγητές) με τις ιδέες τους, τις προτάσεις και τις διασυνδέσεις τους επηρέασαν καθοριστικά τον χαρακτήρα των δημοσίων επιλογών που υιοθετήθησαν τα πρώτα κρίσιμα μεταπολεμικά χρόνια, όσο και αρκετές δεκαετίες μετά» (βλ. σχ. «Δημιουργική κρίση σε Δημοκρατία και Οικονομία, με παράδειγμα την σύγχρονη Ελλάδα», υπό Γεωργίου Μπήτρου και Αναστασίου Καραγιάννη, εκδ.Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ.275 κ.ε., όπου εκτίθεται η οικονομική πολιτική του Κ. τα έτη 1955-63 εντός πλαισίου εντόνου κρατικισμού). Τελευτούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Καραμανλής διέφυγε στην Μέσην Ανατολήν αλλά φιλύποπτοι οι Εγγλέζοι τον εκράτησαν επί τρίμηνον στην Συρίαν, απ’όπου επέστρεψεν άπρακτος εις Αθήνας, μηδέποτε κατορθώσας να φθάσει στο Κάϊρον, όπου ευρίσκετο η ελευθέρα Ελληνική κυβέρνησις. Μεταπολεμικώς, ο Κ. αξιοποίησε την προσωπική του σχέσιν με τον Ευταξίαν. Τη υποδείξει του 41


τελευταίου, διορίσθη επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Τσαλδάρη ως υπουργός Εργασίας από 24ης Νοεμβρίου 1946 έως 7ης Φεβρουαρίου 1947. Διετέλεσε υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνησι Δ. Μαξίμου από 27 Ιανουαρίου 1947 ενώ ο Ευταξίας ετέθη οικειοθελώς εκτός κυβερνήσεως. Ο Κ. έγινε υπουργός Μεταφορών από 7ης Μαΐου έως 18 Νοεμβρίου 1948 και υπουργός Κοινωνικής Προνοίας από 18. 11.48 μέχρις 6ης Ιανουαρίου 1950. Τον Σεπτέβριον 1950, στην κυβέρνησι Βενιζέλου-Τσαλδάρη-Παπανδρέου, ο Κ. ανέλαβε επί δίμηνον το υπουργείον Στρατιωτικών και εν συνεχεία απεχώρησε απ’ το Λαϊκόν κόμμα, προσχωρήσας στην ομάδα Στεφανοπούλου, η οποία τελικώς συνετάχθη με τον στρατάρχην Αλέξανδρο Παπάγον στον ιδρυθέντα υπ’ αυτού «Ελληνικόν Συναγερμόν» (Ε.Σ) (βλ. σχ. Ελλήνων Σάλπισμα, Ιαν 2011). Κατά τας εκλογάς του 1951, ο Ε.Σ. δεν συνεκέντρωσε την απόλυτο πλειοψηφία και παρέμεινε στην αντιπολίτευσι. Φημολογείται ότι ο Κ. προσεφέρθη να στηρίξη την ασθενή κοινοβουλευτικώς κυβέρνησι Πλαστήρα, αποσχιζόμενος του Ε.Σ. με μία μικρή ομάδα βουλευτών, αλλ’ ο Πλαστήρας δεν εδέχθη την Καραμανλική πρωτοβουλία, ειδο42

ποιήσας τον Παπάγον (βλ. αν. Π. Βίγλαρη). Ο Παπάγος δεν ηθέλησε να συμπεριλάβη τον Κ. στον εκλογικό συνδυασμό Σερρών κατά τας εκλογάς του 1952 αλλ’ επιέσθη υπό του Σπ. Μαρκεζίνη, επ’ απειλή ότι άλλως ο Καραμανλής θα κατήρχετο εις τας εκλογάς επικεφαλής αυτονομιστικού «Μακεδονικού κόμματος». Ούτως ο Καραμανλής επανεξελέγη και μάλιστα διορίσθη υπουργός Δημοσίων ΄Εργων, αποκτήσας εν τω μεταξύ και την εύνοιαν των Ανακτόρων (αποκληθείς ως «Μέγας ...Φρειδερίκος» υπό της εφημερίδος ΑΘΗΝΑΪΚΗ. Βλ. σχ. εξομολόγησι του Κ. Μανιαδάκη στο βιβλίον του Π. Βίγλαρη). Μετά τον θάνατον του Αλεξάνδρου Παπάγου, το 1955, ο Κ. διωρίσθη την 4ην Οκτωβρίου 1955 πρωθυπουργός υπό του βασιλέως Παύλου (αντί του Πιπινέλη) καθ’ υπόδειξιν της βασιλίσσης Φρειδερίκης και των Αμερικανών. «Από της στιγμής αυτής ήρχισεν η πρωθυπουργική σταδιοδρομία και ηγεμονία του Καραμανλή, πλήρους πολιτικού αμοραλισμού» (βλ. σχ. Θ. Παπακωνσταντίνου, Η μεγάλη περιπέτεια, σελ.120). Τα μετέπειτα είναι λίγο ή πολύ γνωστά. Άν όμως ο Κ. δεν είχεν υποστηριχθή υπό του Λάμπρου Ευταξίου, κατά την κρίσιμον μεταπολεμικήν περίοδον ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα 1946-51, είναι πολύ πιθανόν ότι δεν θα πρωταγω- τεύει τα συμφέροντα των λαθρομεταναστών με την νιστούσε στο πολιτικό προσκήνιον της Ελλάδος συνθήκη Σένγκεν, αντί των γηγενών; 3. Άνευ του Κ. δεν θα είχε προκληθή, κατά την σχεδόν επί μία 35ετίαν. Ούτως δεν θα είχαν συμβή πρώτη οκταετία του, η μετανάστευσις ενός εκατα ακόλουθα ατυχή διά το έθνος γεγονότα: τομμυρίου Ελλήνων, η αστυφιλία και η εγκατάλειΑτυχείς συγκυρίαι ψις της υπαίθρου, με προσέλκυσι των αγροτικών 1. Το Ελληνικόν κράτος δεν θα χρεωκοπούσε πληθυσμών στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθησήμερα και η Ελληνική κοινωνία δεν θα είχε δια- νών και Θεσσαλονίκης. Το «κόλπο» της αστυφιλίσπασθή εις μίαν κάστα προνομιούχων και εις έναν ας εμεθοδεύθη διά της Αντιπαροχής - Κατ’Όροφον χύδην λαόν, που εξαρτά πλήρως την επιβίωσίν του Ιδιοκτησίας - Αφορολογήτων Υψηλών Συντελεαπό το δημόσιον. Το μοντέλο της νεοθωμανικής στών Δομήσεως υπέρ των... εργολάβων! Αρχικώς διακυβερνήσεως υιοθετήθη υπό του Καραμανλή, εφηρμόσθη επί θητείας του Κ. στο υφυπουργείον όπου όλες οι αποφάσεις και «οι εντολές» εκπο- Οικισμού το 1954. Τότε άρχισε και η αλλοίωσις της ρεύοντο από του πρωθυπουργικού γραφείου. Συγ- φυσιογνωμίας των Αθηνών, με την καταστροφή χρόνως ο Κ. εφήρμοσε την διαρκή διεύρυνσι του των διατηρητέων κτισμάτων της λεωφόρου Βασ. δημοσίου τομέως, με ίδρυσι δημοσίων επιχειρήσε- Σοφίας, την κάλυψι των ποταμών Κηφισσού, Ηριων, προσλήψεις ψηφοφόρων και ξένες πιστώσεις. δανού και Ιλισσού, την αυθαίρετη δόμησι των χειΟ αριθμός των «εργαζομένων» στο δημόσιον από μάρων της Αττικής και την δημιουργία ακαλύπτων 54.000 προπολεμικώς είχεν ήδη το 1963 τριπλα- χωματερών εις ολόκληρη την χώρα. Την απουσία σισθή επί Κ. και έφθασε το ένα εκατομμύριον και πολεοδομικής πολιτικής του Κ. εμιμήθησαν εν συπλέον στις αρχές του 21ου αιώνος επί των επιγό- νεχεία όλες οι «δημοφιλείς» κυβερνήσεις. νων του. Ο Κ. εξέθρεψε τον Λεβιάθαν του δημοΈνα από τ’ άγνωστα «ανδραγαθήματα» του σίου και ο Ανδρέας Παπανδρέου εύρεν πρόσφο- «απο-φασιστικού» Κ. ήταν η εν μιά νυκτί και μόνη ρον έδαφος να παράσχει μισθούς, συντάξεις και αποξήλωσις των σιδηροτροχειών του Τράμ, το επιδοτήσεις στην λαϊκήν μάζα με τα χρήματα της οποίον επανιδρύθη επ’ ευκαιρία των «Ολυμπια«ΕΟΚ» και του εκτεταμένου ξένου δανεισμού (συ- κών... Παιγνίων» (Olympic Games) το 2004. νολικώς άνω του ενός τρις. ευρώ). Τ’ αποτελέσμαΆλλο λησμονημένο «σκανδαλάκι» του Κ., ως τα της εξωνήσεως της λαϊκής ψήφου έφεραν την υπουργού Δημοσίων Έργων, ήταν η αγορά των Ελλάδα στην σημερινή κρίσι και άφησαν τον λαόν «βραχωδών οικοπέδων» στην Φιλοθέη, στο δέπολιτικώς αμόρφωτον και παραγωγικώς με αρνη- κατο της αξίας και η εν συνεχεία ένταξίς των στο τική προστιθεμένην αξία. σχέδιον πόλεως, μ’ αποτέλεσμα την κατακόρυφο 2. Η Ελλάς χωρίς τον Κ. δεν θα «ανήκε εις την ανατίμησίν των. Δύσιν», ως επιγραμματικώς είχε δηλώσει, αλλά πρω4. Με τον Καραμανλή απωλέσθησαν τ’ αποθετίστως εις εαυτήν. Δηλαδή στον Ελληνικόν λαόν και ματικά των Ασφαλιστικών Ταμείων (ΝΑΤ, ΙΚΑ, δευτερευόντως στις συμφέρουσες πρός τα μακρο- ΜΤΣ κλπ.) διά της υποχρεωτικής ανακαταθέσεως πρόθεσμα συμφέροντα του Ελληνισμού συμμαχίες. στην Τράπεζα της Ελλάδος με ιδιαιτέρως χαμηλά Εις ποίαν «Δύσιν» ήθελεν ο Κ. την Ελλάδα; Του αν- επιτόκια και αποδόσεις. Η σημερινή αδυναμία των θελληνικού ΝΑΤΟ, με όπλα του οποίου κατελήφθη Ταμείων να πληρώσουν τους συνταξιούχους, ιδίως υπό των Τούρκων η Κύπρος; Της Ευρωπαϊκής Ενώ- μετά το αξιόποινον «κούρεμα» των κρατικών ομοσεως των Ολλανδών, Φιλανδών και Αυστριακών, λόγων υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, ανατρέχει που θεωρούν τους Έλληνας «τεμπέληδες, ανεπρό- στην εποχή Καραμανλή. κοπους και καλοπερασάκηδες»; Της Γερμανίας του 5. Ο Κ. ίδρυσε σειράν δημοσίων επιχειρήσεων χερ Σόϋμπλε, που φαντάζεται αντιεπιστημονικώς ως η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ η ΕΥΔΑΠ, τα Ζαχαρουργεία, η «την ανάπτυξη της Ελλάδας μέσω της... λιτότητας» ΚΥΔΕΠ, ο ΟΛΠ κλπ., όπου διόριζε ως διοικητάς (!) ή μήπως της Κομμισσιόν της Ε.Ε., που προστα- υποστηρικτές του άνευ προσόντων. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

43


6. Απόντος του Κ. δεν θα είχε «λυθή» το Κυπριακόν με τις επαίσχυντες συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, που κατέστησαν την Τουρκίαν εγγυήτρια δύναμι της «ανεξαρτησίας» της Κύπρου και οδήγησαν στην διχοτόμησι, την οποίαν πρώτος υπεστήριξεν ο Καραμανλής, με τον Ευάγγελον Αβέρωφ-Τοσίτσα ως υπουργόν Εξωτερικών, κατόπιν της παραιτήσεως του Σπύρου Θεοτόκη, κατ’ αξίωσιν του Μακαρίου. (βλ. σχ. Βιογραφία του Σ.Θ., Πολιτικαί Αναμνήσεις, Αθήνα 1986). Η εκβιαστική υπογραφή των συμφωνιών υπό του Μακαρίου υπήρξεν «η ευτυχεστέρα ημέρα της ζωής» του Καραμανλή, κατά δήλωσιν του ιδίου, ίσως διότι ούτως απεπλήρωσε το γραμμάτιον της αναρρήσεώς του στην πρωθυπουργίαν υπό των Αμερικανών. 7. Ο Κ. διέλυσε τον «Ελληνικό Συναγερμόν» (4.1.1955), συστήσας προσωποπαγές κόμμα, την «Ε,ρέ» (ΕΣΤΙΑ) και εμεθόδευσε αλλεπάλληλα εκλογομαγειρεία, με τις εκλογικές «νίκες» του το 1958, 1961 και 1975. Ούτως ο πολιτικός βίος της χώρας δεν θα εκτραχύνετο, ως παρεδέχθη αργότερον κι’ ο ίδιος, εις μίαν σπανία κρίσιν αυτογνωσίας. 8. Δεν θα είχεν λόγον ο Γεώργιος Παπανδρέου να κηρύξει τον «ανένδοτο αγώνα» το 1962 και δεν θα είχε κερδίσει τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 η «Ένωσις Κέντρου» – ένα εξ υπ’ αρχής ασταθές πολιτικό σχήμα ετεροθαλών κομμάτων. 9. Δεν θα είχε «διαφωνήσει» ο Κ., αρχομένου του 1963, με το Παλάτι, σχετικώς με την επίσκεψι των Ελλήνων βασιλέων στην Αγγλία, που ωδήγησεν εις παραίτησίν του και στην οξυτάτη πολιτική και, γιά πρώτην φοράν μεταπολεμικώς, καθεστωτική κρίσι της «κοινοβουλευτικής μοναρχίας». 10. Απουσιάζοντος του Κ. δεν θα είχεν επανέλθη ο έτερος ολετήρας της συγχρόνου Ελλάδος, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εξ Αμερικής, διορισθείς καθ’ υπόδειξιν των Αμερικανών ως «σύμβουλος» στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλά κι’ αν είχεν ...αυτοβούλως επανέλθη ο Α.Π., δεν θα απηλλάσσετο υπό του Ειδικού Δικαστηρίου το 1989 διά την συμμετοχή του στο σκάνδαλο της Τραπέζης Κρήτης, τη αγρία παρεμβάσει των Καραμανλή-Μητσοτάκη εις τους περιδεείς δικαστάς (όπως αναφέρει ο Σπυρίδωνος Σπύρου: Πώς απηλλάγη ο Α.Π. στο Ειδικό δικαστήριον, εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2012) . 44

Ο Καραμανλής διετείνετο ότι «οι πρώην πρωθυπουργοί πάνε σπίτι τους κι’ όχι φυλακή» (όταν συλληφθούν υπεξαιρούντες δημόσια κεφάλαια). Ούτως καθιερώθη διά πρώτη φοράν η παράδοξος ασυλία των πολιτικών εν Ελλάδι, η οποία επεξετάθη και στους διοικούντες τις Τράπεζες προσφάτως. 10. Είναι και πολύ πιθανόν, επί τη βάσει της θεωρίας του «ισοδυνάμου των όρων», ότι εξομαλυνομένου του πολιτικού βίου άνευ των Καραμανλή και Α. Παπανδρέου, να μην είχε γίνη και η επέμβασις του στρατού της 21ης Απριλίου 1967 - αν κι’ αύτη υπηγορεύθη υπό των Αμερικανών εξ άλλων λόγων (εν όψει του πολέμου των «Έξη ημερών» του Ισραήλ, τον Ιούνιον 1967). 11. Άνευ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μιά ευνομουμένη Ελλάς θα είχεν εισπράξει από την Γερμανία το λεγόμενον «Κατοχικόν δάνειον», αξίας 40 δις.$ σήμερον, ως και τις αποζημιώσεις διά τις φρικαλεότητες της Βέρμαχτ στο Δίστομον, στα Καλάβρυτα, στην ΄Ηπειρο, Μακεδονία και Κρήτη. Ο Κ. διέγραψε τις νόμιμες αυτές αξιώσεις χάριν Γερμανικών πιστώσεων μόλις 200 εκατομμυρίων μάρκων και παρέσχεν αμνηστείαν στους Γερμανούς εγκληματίες πολέμου (Μέρτεν και Σια) κατά την πρώτην του οκταετίαν (βλ. σχ. «Στην Σκιά της Κατοχής. Οι Ελληνογερμανικές σχέσεις την περίοδο 1940-2010.» υπό Katerina Kralova. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2012, σελ.222 -229 και ικατωτέρω). Τον Καραμανλή περιβάλλει η φήμη ως «μεγαλοφυούς οικονομολόγου», που επέτυχε την «ανάπτυξη της Ελλάδας» στην περίοδο 1956-1963. Πράγματι, ο μέσος ρυθμός αναπτύξεως της 8ετίας ήταν 5% αλλά στην δευτέρα 8ετία (1975-81)έπεσε στο 0,5%! Αν ήταν σπουδαίος οικονομολόγος δεν θα υπήρχε τόση διαφορά, καθ’ όσον μάλλον κατά την μεσολαβείσα «χουντική» 7ετία, η ανάπτυξις της οικονομίας υπερέβη τον μ.ό. 6%. Προφανώς το χαμηλόν σημείον αφετηρίας και οι ευνοϊκές διεθνείς οικονομικές συνθήκες ευνόησαν την εγχωρία ανάπτυξι των περιόδων αυτών, μαζί με την πολιτική σταθερότητα και τις ξένες επενδύσεις. Εν τούτοις, τότε εξετράφη ο πρώϊμος κρατικισμός του Κ., που επεκράτησε πλήρως μετά το 1974, οδηγήσας την χώραν εις πλήρη τελμάτωσιν. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα Η «κοινοβολευτική δημο-ακρατία» Η επάνοδος του Κ. εκ της αυτοεξορίας του στο Παρίσι το θέρος του 1974, μετά την τουρκικήν εισβολήν στην Κύπρο και την κατάρρευσι της δικτατορίας του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη, προσφέρεται περαιτέρω διά μίαν υπόθεσιν εργασίας: τι θα συνέβαινε εάν δεν ανελάμβανε τα ηνία της χώρας ο Κ. Καραμανλής, ωρκισθείς υπό του στρατηγού Γκιζίκη στο «Παπαδοπουλικόν σύνταγμα» τον Ιούλιο του 1974, αλλά μία άλλη πολιτική κυβέρνησις, μετά τις ματαιωθείσες εκλογές του Φεβρουαρίου 1974; Εν πρώτοις, είναι αμφίβολον εάν μία πολιτική κυβέρνησι ως εν προκειμένω η «δοτή» του Σπ. Μαρκεζίνη του Οκτωβρίου 1973, θα είχε επιχειρήσει ανατρεπτικό κίνημα κατά του Μακαρίου, που άνοιξε τον δρόμον γιά την τουρκικήν εισβολή στην Κύπρον και την αναστολή των πολιτικών δικαιωμάτων, με το «ηρωϊκό πολυτεχνείο»... Δεύτερον, δεν άνοιξε ποτέ ο «φάκελλος της Κύπρου» στην Ελληνική βουλήν, οπότε δεν εγνώσθη ο σκοτεινός ρόλος του Καραμανλή και του Ευαγγέλου Αβέρωφ, κατά την πρό του κινήματος εναντίον του Μακαρίου εποχήν. Εικάζεται ότι ο Κ. εμπόδισε την εκκαθάρισι των ευθυνών της εποχής εκείνης, διότι βαρύνεται με ρόλον... «αζάν προβοκατέρ» της διενέξεως του Μακαρίου με την δεύτερη χούντα των Αθηνών, ως και ενωρίτερον του κινήματος των συνταγματαρχών του Απριλίου 1967, όταν ζήτησε από τον πρώην διοικητή του ΝΑΤΟ στρατηγόν Λάρυ Νόρσταντ την πραγματοποίησι πραξικοπήματος στην Ελλάδα επι κεφαλής των στρατηγών (βλ. σχ. Ηλία Δημητρακόπουλου, εκτεταμένη δημοσιότητα γιά την συγκάλυψι της αληθείας υπό Λαμπρία-Νικολοπούλου, το 1976). Τρίτον, δεν θα επήρχετο η πολιτειακή μεταβολή του Ιουλίου 1974, με την εσπευσμένη έλευσι του Καραμανλή και την παρεμπόδισι της επανόδου του βασιλέως Κωνσταντίνου, του τελευταίου «αντιστασιακού» κατά της χούντας. Επίσης, η νομιμοποίησις του ΚΚΕ άνευ όρων και η έξοδος της Ελλάδος από του ΝΑΤΟ, που κατέστησε αποκλειστικούς ρυθμιστάς τους Τούρκους στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης μέχρις του 1981, θα είχαν αποφευχθή, ως και το πολιτειακό δημοψήφισμα με το ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

σύνθημα «Καραμανλής ή τανκς», που εγκαδίδρυσε την προεδρευομένη δημο-ακρατία και την πρωθυπουργικήν κληρονομικήν ολιγαρχίαν εν Ελλάδι. Η «κοινο-βολευτική δημο-ακρατία» προεκάλεσε τελικώς την χρεωκοπίαν της χώρας επί ΝΔ, την οποία ίδρυσεν ο Κ. Καραμανλής, διά την οποίαν χρεωκοπίαν είχα προειδοποιήσει με άρθρα μου στον Οικονομικόν Ταχυδρόμον και την αφημερίδα ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ, αλλ’ εις ώτα μη ακούοντων (βλ. σχ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ, υπό Κ.Κόλμερ, εκδ.Ροές, σελ.359 επ.1986). Χωρίς τον Καραμανλή, οι πολιτικές ακροβασίες και οι μεταπολιτευτικοί εκβιασμοί θα ήσαν απείρως δυσκολώτεροι, ενώ η αποφυγή πολιτικών λαθών ευκολωτέρα: λ.χ. θα ήταν δυνατόν ο εξαναγκασμός του ΚΚΕ ν’ απορρίψη το επαναστατικό του παρελθόν, εφικτή η αποφυγή της κομματικής διαφθοράς της κεντροδεξιάς και αδύνατος η ανομία της αριστεράς, που χαρακτηρίζουν την μεταπολίτευσι του 1974.Τα φαινόμενα αυτά θα είχαν αποτραπεί όχι κατά το Καραμανλικό δόγμα «η πολιτική τέχνη του εφικτού», αλλά από την μετουσίωσιν ιδεολογικών αξιών εις κυβερνητικήν πραγματικότητα, ως του σεβασμού του Νόμου, του μικρού και αποδοτικού κράτους και της αξιοκρατίας. Δεν θα είχε γίνη επίσης η αναγνώρισις της «εθνικής αντίστασης» υπό του Α. Παπανδρέου, προεδρεύοντος του Κ. Δηλαδή η παροχή συντάξεων σε στελέχη του ΕΑΜ και ΕΛΑΣ που έστρεψαν τα όπλα εναντίον της μητρός-πατρίδος εις τρεις «γύρους» μητροκτόνου ανταρσίας. Τέλος, δεν θα διεσπείρετο η διαφθορά που εμόλυνε ολόκληρο το σώμα της Ελληνικής πολιτείας κατά την Μεταπολίτευσι. Δεν θα κατεστρέφοντο τα checks and balances που επέτρεψαν την ομηρεία του Ελληνικού λαού υπό της πολιτικής ολιγαρχίας, την οποίαν ίδρυσεν ο Καραμανλής μετά το 1974. Η βουλή κυριαρχείται σήμερον από 70 απογόνους πολιτικών οικογενειών. Τέταρτον, δεν θα είχε καθιερωθή η «μαλλιαρή» ως γλώσσα του κράτους και η εκπαίδευσις θα είχε αποφύγει την πλήρη εξαχρείωσιν – ιδίως στα Ελληνικά πανεπιστήμια. Η ενημέρωσις της κοινής γνώμης επί των πολιτικών υποθέσεων και της ξένης ειδησεογραφίας θα ήταν περισσότερον αντικειμενική, με μίαν ακομμάτιστον ραδιοφωνίαν και 45


τηλεόρασι, που σήμερα δεν υπάρχει ακόμη και στα λεγόμενα «ιδιωτικά κανάλια». Οι ολιγάρχες του Τύπου και της «κουλτούρας» (π.χ. ο μακαρίτης Χρίστος Λαμπράκης, τινές διαπλεκόμενοι εργολάβοι και μερικοί «νάνοι» ή «ογκόλιθοι» της δημοσιογραφίας) δεν θα ενισχύοντο με χρήματα του φορολογουμένου και ο «πολιτισμός» δεν θα μονοπωλείτο απ’ τα φερέφωνα της αριστεράς και τα τρωκτικά του δημοσίου πλούτου. Δεν θα καθιερούτο το ακαταδίωκτο των βουλευτών δι’ αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και δεν θα εσπαταλώντο εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ δι’ επιδοτήσεις των κομμάτων, μεταξύ των οποίων και το ΚΚΕ, που ουδέποτε επέτρεψε δημόσιο έλεγχο των οικονομικών του ενώ εισπράττει απ’ τον ιδρώτα των εργαζομένων. Πέμπτον, η οικονομική πολιτική θα απέφευγε την στρεβλή ανάπτυξι, στηριγμένη στην αστυφιλία, υπερκατανάλωσι και «σοσιαλμανία» του Παναγή Παπαληγούρα, με τις άσκοπες κρατικοποιήσεις τύπου Στρατή Ανδρεάδη, τον «εξισορροπητικό δανεισμό» του Ξενοφώντος Ζολώτα, και τα μεγάλα ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών, με κατάληξιν την χρεωκοπία του 2009, επί ανεψιού Κώστα Καραμανλή (βλ. σχ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, υπό Γ. Μπήτρου και Αναστασίου Καραγιάννη, εκδ. Παπαζήση 2011, σελ. 414 επ.) Ο «εθνάρχης» βαρύνεται με το κλείσιμο δεκάδων Ελληνικών επιχειρήσεων ως της ΙΖΟΛΑ, Πίτσος, Εσκιμό, Πειραϊκής-Πατραϊκής, Αιγαίου, ΧΡΩΠΕΙ, ΠΥΡΚΑΛ, Ολυμπιακής Αεροπορίας, Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και Ελευσίνος, του Συγκροτήματος Σκαλιστήρη, της χαρτοβιομηχανίας Κεφάλα και πλειάδος ξένων επενδύσεων ως της ΕΣΣΟ, ΕΘΗΛ, ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΤΗΛ, ΠΙΡΕΛΙ κλπ. Ως ενδιάμεσος «σύνδικος πτωχεύσεως» όλων αυτών των επιχειρήσεων κατέστη η διοίκησις της Εθνικής Τραπέζης. Τα υπόλοιπα ανέλαβεν ο κομματικός συνδικαλισμός, ιδίως μετά το 1981, οπότε ο Κ. περιορίσθη στα διακοσμητικά καθήκοντα του πρόεδρου της Δημοκρατίας, αφού ως νέα Κίρκη προσεταιρίσθη τις αναγκαίες ψήφους διά να επιτύχη τις απαραίτητες 180 (ως του αλήστου μνήμης Αθανασίου Κανελλοπούλου, του «φιλελευθέρου» Κ. Μητσοτάκη και τινών βο-λευτών της Εθνικής 46

Παρατάξεως). Τελικώς, αλλ’ όχι άνευ σημασίας, όλοι οι προϋπολογισμοί του Ελληνικού κράτους από του 1975 και εντεύθεν ενεφανίζοντο ως «ισοσκελισμένοι και χωρίς επιπλέον φορολογικό βάρος», ενώ στην πραγματικότητα ήσαν εντόνως ελλειμματικοί και την επιπλέον φορολογία ανεδέχετο η διεύρυνσις της κρατικής δαπάνης υπό μορφήν ελλειμμάτων, πληθωρισμού και εξωτερικού δανεισμού. Ο πρώτος υπουργός Οικονομικών της ΝΔ ήταν ο Ευάγγελος Δεβλέτογλου, «πρωταθλητής» της δημιουργικής λογιστικής, ως απεκάλυψα τότε από των στηλών του Οικονομικού Ταχυδρόμου. Ο Δ. αξίωσε από τον «επιστάτη» του ΔΟΛ Αθανάσιο Κανελλόπουλον την απόλυσίν μου επί τη προφάσει ότι παρενέβαλα εμπόδια στην «οικονομική πολιτική» του δημοκρατικού καθεστώτος, ενώ στην πραγματικότητα προσεπάθησα να προστατεύσω την δημοκρατία από τις καταχρήσεις των κομματικών εγκαθέτων. Αργότερα (το 1979) η Καραμανλική κυβέρνησι αντεκατέστησε την δημιουργική λογιστική του Δεβλέτογλου με την πλήρη παραχάραξι του δημοσιονομικού ισοζυγίου, που βρήκε αξίους μιμητάς όλους τους υπουργούς Οικονομικών του Ανδρέα Παπανδρέου, με αποκορύφωμα την κυβέρνησι Σημίτη και τις λαθροχερίες της Γκόλντμαν Ζάκς ή GS (Βλ. σχ. Η ΤΡΑΠΕΖΑ, υπό Μάρκ Ρός, εκδ.Μεταίχμιο, ΑΘΗΝΑ 2010). Η Ελλάς «ξεπέρασε τα όρια» το 1999 με την Αντιγόνη Λουλιάδη της G.S. και τον κ. Γιαννάκη Στουρνάρα, γιά να επιτύχη την πλαστή ένταξί της στην Ευρωζώνη, αλλ’ είμαι βέβαιος ότι η Καραμανλική κουστωδία θα εχαιρέτιζε αρμονικώς την απώλεια της εθνικής νομισματικής ανεξαρτησίας της χώρας, ως δικαίωσι της «Ευρωπαϊκής πολιτικής» του Κ.

Εθνικά εγκλήματα Υποτίθεται ότι ο Κ., ενδιατρίψας επί 10ετίαν εις την σοσιαλιστική Γαλλίαν, εμολύνθη υπό του Μιττερανικού κρατικισμού, ως ο Καποδίστριας υπό του Ρωσσικού καισαρισμού το 1829. Εν τούτοις, διά τους γνωρίζοντας την δημιουργία της μεγάλης, συγκεντρωτικής και ανικάνου γραφειοκρατίας εν Ελλάδι μεταπολεμικώς, το έρΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα γον ήτο κατ’ εξοχήν Καραμανλικής εμπνεύσεως. Αντιστάσεως μη ούσης υπό της Ελληνικής επιχειρηματικής «ελίτ», η Ελλάς έγινε σοσιαλιστική δημοκρατία επί Α. Παπανδρέου. Συνεπώς οι αιτίες της Ελληνικής κακοδαιμονίας επεκτείνονται και προ του Παπανδρεϊκού σοβιετικού μετασχηματισμού της Ελληνικής κοινωνίας. Εκεί όμως όπου οι ευθύνες του Καραμανλή είναι απολύτως προσωπικές υπήρξαν στην εξωτερική πολιτική. Συγκεκριμένως, ο Καραμανλής βαρύνεται με τα εξής εθνικά εγκλήματα και μειοδοσίες: α) Ως πρωθυπουργός υπό Νατοϊκήν κηδεμονίαν άφησε ανυπεράσπιστο τον Ελληνισμό της Κωνσταντινουπόλεως να καταστραφή υπό των Τούρκων το 1955. Ηνέχθη αδιαμαρτυρήτως τον αφελληνισμό της Ίμβρου και Τενέδου, και ως πρόεδρος-μονάρχης απεδέχθη την ονομασία- έκτρωμα των Σκοπίων ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» το 1991! β) Ο Κ. άναψε το 1974 το «πράσινο φώς» στον τουρκικόν «Αττίλα 2», να καταλάβη το 38% του Κυπριακού εδάφους, ειπών το διαβόητον «η Κύπρος κείται... μακράν» (διά να την αφήση απροστάτευτη το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και η Αεροπορία, που διέθεταν τότε υπεροπλία στο Αιγαίον). γ) Ο Κ. έρριψεν αθωράκιστον της Ελληνικήν οικονομίαν στην αγκάλην της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, με αποτέλεσμα την καταστροφή της Γεωργίας, Αλιείας, Βιομηχανίας και του Τραπεζικού συστήματος της χώρας, ιδίως μετά την χρεωκοπίαν του 2008 επί των κληρονόμων του. Ως έγραφεν ο μακαρίτης Παναγής Τζαννετάκης, «η Ελλάς ερρίφθη στην θάλασσα χωρίς να γνωρίζει κολύμπι»! δ) Ο Κ. απήλλαξε ουσιαστικώς, με τον ν.3933/13.2.1959, τον εγκληματία πολέμου Μάξ Μέρτεν και απηλλάγη από τις κατηγορίες του τελευταίου, διά συνεργασία στην διαρπαγή των Εβραϊκών περιουσιών, υπό της «εταιρίας» Τάκου Μακρή, Γεωργίου Θέμελη, Δοξούλας το γένος Λεοντίδου-γνωστών συνεργατών του Κ. μεταπολεμικώς. (βλ. σχ. Στη σκιά της Κατοχής υπό Κατερίνας Κράλοβας, εκδ. Αλεξάνδρεια 2012, σελ.241 επ.) Μετά την παλινόρθωσι του Καραμανλή το 1974, η Ελλάς δεν θα είχεν μεταβληθή εις «απέραντον φρενοκομείον», ως διακήρυξεν ούτος την ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

10ην Ιανουαρίου 1989, άμα τη απολύσει του από του προεδρικού μεγάρου υπό του Α.Π., με την πολιτική κωμωδία των εγχρώμων ψηφοδελτίων. Ο κυβερνήσας επί 35ετίαν τον Ελληνικόν οίκον ευθύνεται πρωτίστως διά την μεταβολήν του εις τρελλοκομείον, με την μετάκλησι του Ανδρέα Παπανδρέου από τις ΗΠΑ-πάσχοντος από μανιοκατάθλιψι κατά τον θεράποντα ιατρόν του τελευταίου, καθηγητήν Αυγερινόν (ως ούτως απεκάλυψε στο πρόσφατο βιβλίον του). Θα έλεγε κανείς ότι η Ελλάς εκυβερνάτο επί 50 έτη υπό ψυχικώς ανωμάλων και διατεταραγμένων ηγετών. Πώς λοιπόν, να μην φθάσει στην σημερινή κατάντια;

Μικρά και ...ανέντιμον Εν αντιθέσει προς την δυναστεία των Γλύξμπουργκ, που προσέθεσε στην Ελλάδα τας Ιονίους νήσους το 1864, την ΄Ηπειρο, Κρήτη, Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, τα νησιά του βορείου Αιγαίου (1912-18) και τα Δωδεκάνησα το 1947, η Καραμανλική «δυναστεία» εσμίκρυνε την Ελλάδα. Αυτός και οι επίγονοί του (Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Σημίτης κλπ.) έχασαν τον Ελληνισμό της Κωνσταντινουπόλεως (1955), της Ίμβρου και Τενέδου, την Κύπρον (1974), την Ελληνική υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (συμφωνία της Βέρνης 1974 του Κ. με τους Τούρκους όπου απεκλείσθη η εκμετάλλευσις των Αιγαιακών υδρογοναναθράκων υπό της Ελλάδος πλήν του Πρίνου), απώλεσαν την εδαφική κυριαρχία των Ιμίων (επί Σημίτου), μετέβαλον την Μουσουλμανικήν μειονότητα της Θράκης εις «τουρκικήν», εσπατάλησαν την αποκλειστικήν ονομασίαν «Μακεδονία» (Μητσοτάκης) και εξεχώρησαν την νομισματική ανεξαρτησία της χώρας το 2002 στην Ευρωζώνη δηλαδή στην Γερμανική Μπούντεσμπανκ, επί αλήστου μνήμης Σημίτου, όστις εκουβάλησεν επιπλέον και τα 2 εκατομμύρια λαθρομετανάστες μέσω της συνθήκης Σένγκεν, την οποίαν αδιστάκτως υπέγραψαν οι συνεχιστές του «ευρωπαϊστού» Κ.

Η κολοβή δημο-ακρατία Εάν «η δημοκρατία»του Κ. δεν είχεν επανέλθη το 1974 «με τις λόγχες των Τούρκων στρατιωτών», ως εκόμπαζεν ο Ετσεβίτ, ίσως η Κύπρος να ήταν 47


σήμερον ελευθέρα και η Ελλάς ολιγώτερον εξηρτημένη χώρα. Το «σοσια-ληστρικό» σύνταγμα του 1975 των Τσάτσων, με τις φλύαρες διατάξεις του «μεγάλου κράτους», θα επερίττευε μαζί με τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του (πχ. του ακαταδιώκτου των υπουργικών λαθροχειριών), που το μετέβαλαν εις ένα «κουρελόχαρτο». Το παρανόμως καταργηθέν σύνταγμα της βασιλευομένης-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας του 1952 θα ίσχυεν σήμερον με ορισμένες ουσιώδεις μεταβολές στις μη θεμελιώδεις διατάξεις. Ούτως, λ.χ., οι εκατοντάδες δήμοι και κοινότητες δεν θα εξηφανίζοντο με τα δημο-φονικά σχέδια «Καποδίστρια» και «Καλλικράτης» και μαζί μ’ αυτούς οι πληθυσμοί της υπαίθρου κατ’ απαίτησιν της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το φυσικό περιβάλλον δεν θα είχεν καταστραφή ανεπανορθώτως με την Καραμανλικήν αβελτηρία της ανυπάρκτου πολεοδομικής πολιτικής. Το δημογραφικόν πρόβλημα, που προεκάλεσεν η αστόχαστος πολιτική του Καραμανλή ήδη από της πρώτης οκταετίας του, δεν θα υπέσκαπτε τα θεμέλια του Ελληνικού έθνους μακροπροθέσμως, ως συμβαίνει σήμερον με τα Μνημόνια της «Τρόϊκας», τα κατατρώγοντα το δημογραφικό σφρίγος του Ελληνικού λαού. Απομένει μία ακόμη «υπόθεσις εργασίας» προς εξέτασι: τι θα συνέβαινε εάν ο Καραμανλής δεν ετύγχανε της ευνοίας του Ευταξίου, του στέμματος και των Αμερικανών, διά ν’ αναρριχηθή στην εξουσία;

«Πολιτικό ζώον» Απαντώ υποθετικώς: ίσως πάλιν ο Καραμανλής να εγίνετο πρωθυπουργός κάποιας κυβερνήσεως «συνεργασίας» αθλίων κομμάτων και φαύλων κομματαρχών. Τόση υπήρξεν η απαξία των μεταπολεμικών κομματικών σχηματισμών μετά τον Αλέξανδρο Παπάγον (πχ. ΄Ενωσις Κέντρου, «Ε,ρέ», Ν.Δ. και ΠαΣοΚ και τ’ αριστερά κόμματα της ανομίας), τοσαύτη δέ η παντελής έλλειψις πολιτικού σθένους των αντιπάλων του Κ. (λ.χ. Παναγιώτου Πιπινέλη, Στεφάνου Στεφανοπούλου, Παναγιώτου Κανελλοπούλου, Γεωργίου Μαύρου), ώστε δεν είναι απίθανον και πάλιν ο Κ. να είχεν πρωταγωνιστήσει στην πολιτική σκηνή. Η φθορά των δημοκρατικών θεσμών από καταβολής του νεωτέρου Ελληνικού κρά48

τους (λχ. Καποδιστριακές, Οθωνικές, Βενιζελικές, χουντικές παρεκτροπές) επέτρεψαν ώστε άνθρωποι αδίστακτοι ως ο Κ., συμπεριφερόμενοι όμως ως...«πολιτικά ζώα», να είναι λίαν πιθανόν ότι θα κατελάμβανον και πάλιν την εξουσίαν, διά να ωφελήσουν εαυτούς και να εξαπατήσουν τον λαόν. Υπό άλλας όμως συνθήκας, ο Κ. δεν θα είχε θέσει την προσωπική του σφραγίδα στις σύγχρονες συνθήκες του Ελληνικού έθνους. Θα ήταν παρείσακτος, ως λ.χ. ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, που έθεσε την Ελλάδα υπό τα «Καυδιανά δίκρανα» του ΔΝΤ το 2010, ή ο Λουκάς Παπαδήμος, που υπέγραψε την ανεπαρκή περικοπή του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους την οποίαν απέρριπτε προηγουμένως διαρρήδην. Ο πάντοτε ευκολόπιστος και αείποτε απατημένος Ελληνικός λαός διατηρεί κι’ αυτός τις ευθύνες του ακέραιες, διά τα όσα υπέστη επί Κ. και υφίσταται σήμερον επί των επιγόνων του, καθ΄όσον «βολεύεται» με την ρουσφετολογία, το μπαξίσι και τους διορισμούς στο δημόσιον και τελευταίως με το ...ευρώ! Μόνον οι κατακαημένοι οι Κύπριοι δεν έπταισαν διά τον εμπαιγμόν υπό του μοιραίου Σερραίου και των επιγόνων του, που άφησαν τον Κυπριακόν λαόν ανυπεράσπιστον προ του Τούρκου εισβολέως και πολιτικώς ατροφικόν, ώστε να υποστή δύο συμφοράς: ό,τι δεν επρόλαβε η Καραμανλική προδοσία το 1974, το επέτυχεν ο...Καταστρόφιας, ο νυν πρόεδρος Ανα(ν)στασιάδης, τη υποδείξει των Αγγλοσαξώνων και του Γιούρογκρουπ τον Μάρτιον του 2013, δηλαδή την πλήρη καταστροφή της Κυπριακής οικονομίας. Συνεπώς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν αξίζει τον τίτλο του «εθνάρχου», αλλά μάλλον του εθνοκτόνου, ως θ’ αποδειχθή οψέποτε ανοίξει ο φάκελλος της Κύπρου. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα τον αποκαθηλώσει από το βάθρο το οποίον έστησαν συμβατικά συμφέροντα και ανιστόρητοι «ακαδημαϊκοί κ...», ως τους είχεν αποκαλέσει επιγραμματικώς ο Ηλίας Πετρόπουλος. Ήδη, η μνήμη του Κ. έχει λησμονηθή, πλην των τυμβωρύχων θαμμένων ιστορικών αρχείων, που τον ενθυμούνται οσάκις προσπαθούν να στηρίξουν την αποτυχούσα 3η καραμανλική δημο-ακρατία με επικοινωνιακά τεχνάσματα και ευτελή συνθήματα. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα

Τα προσωπικά χαρακτηριστικά ενός πολιτικού ηγέτη του Νέστορα Ε. Κουράκη

Σ

κοπός αυτής της μελέτης δεν είναι η, έστω και σύντομη, αποτίμηση του έργου και των πολιτικών επιλογών του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδίως ως προς ορισμένα αμφισβητούμενα ζητήματα της πρώτης και της δεύτερης διακυβέρνησής του1, καθώς η κρίση τόσο σύνθετων ζητημάτων προϋποθέτει την απόσταση του χρόνου. Αντίθετα, σκοπός είναι να καταγραφούν, σύμφωνα με τις σημαντικώτερες διαθέσιμες μαρτυρίες (εξ ου και οι εκτενείς υποσημειώσεις που τεκμηριώνουν τις εδώ αναπτύξεις), τα κύρια γνωρίσματα της προσωπικότητάς του σε σχέση με τον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά του και, στην συνέχεια, να διερευνηθεί η διαχρονικότητα αυτών των γνωρισμάτων ως χαρακτηριστικών ενός πολιτικού ηγέτη. Για την αποτίμηση της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή μπορεί κανείς να αναχθεί σε σειρά αξιόλογων βιογραφικών έργων Ελλήνων και αλλοδαπών συγγραφέων2. Πολλά, μάλιστα, από τα έργα αυτά έχουν και τις «εξομολογητικές» απόψεις του ίδιου του Κ. Καραμανλή για κρίσιμα θέματα της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Από την μελέτη των στοιχείων που εμπεριέχονται σε αυτά τα έργα θεωρώ ότι για την προσωπικότητα του Κ. Καραμανλή, που διατηρείται αναλλοίωτη, με κάποιες διακυμάνσεις, καθ’ όλη την πολιτική του σταδιοδρομία3, προκύπτει η ακόΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

λουθη εικόνα: Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά αυτής της προσωπικότητας είναι αφ’ ενός ένα αίσθημα ευθύνης για την αποστολή του, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, να βελτιώσει τη μοίρα της χώρας του4 και αφ’ ετέρου ένα αίσθημα υπεροχής5, ότι μόνον αυτός μπορούσε να επιτελέσει και να φέρει εις πέρας την εν λόγω αποστολή με τον επιτυχέστερο δυνατό τρόπο6. Συγκεκριμένα: Ι. Το αίσθημα της ευθύνης και του χρέους, ενίοτε μέχρις αυτοθυσίας, για την εκπλήρωση της αποστολής του υπέρ του γενικού συμφέροντος, επιδρούσε άμεσα και στα άλλα ζητήματα της προσωπικότητας του Κ. Καραμανλή: τον έκανε αξιοκρατικό στις επιλογές των συνεργατών του7, σε βαθμό ώστε ακόμη και να συγχωρεί και να συνεργάζεται εκ νέου με άξιους πολιτικούς που σε κάποια στιγμή τον αμφισβήτησαν ή και τον «εγκατέλειψαν» προσωρινά, όπως ο Γεώργιος Ράλλης και ο Παν. Παπαληγούρας8. Σε γενικώτερο επίπεδο, το αίσθημα αυτό τον εμπότιζε με μία «ωφελιμιστική λογική»9, ωθώντας τον να σταθμίζει ψυχρά τις εξελίξεις και να προκρίνει –ενίοτε και με διαίσθηση ή ένστικτο10– ό,τι είναι χρήσιμο για τον ίδιο και την χώρα και όχι ό,τι τυχόν του υπαγορεύει το συναίσθημά του11. Γι’ αυτό, άλλωστε, ειπώθηκε από τον ίδιο τον Κ. Καραμανλή η γνωστή φράση ότι: «Για να κυβερνήσω με δικαιοσύνη στέγνωσα 49


την ψυχή μου»12. Ανέδειξε έτσι ο Καραμανλής τον αυτοέλεγχο και την αυτοπειθαρχία σε θεμελιώδεις αρετές13, ακόμη (περισσότερο;) και σε στιγμές μεγάλης στενοχώριας και πικρίας14, ενώ παράλληλα επεχείρησε να καταπνίγει, όποτε αυτό ήταν δυνατό, τον έντονο –όπως φαίνεται– συναισθηματισμό του15. Το αίσθημα της ευθύνης τον έκανε επίσης να είναι τελειομανής16, π.χ. στην σύνταξη των κειμένων του17, και απαιτητικός από τον εαυτό του και τους άλλους18, να έχει απαράμιλλη εργατικότητα19 και εμμονή στην προσπάθειά του20, να προετοιμάζεται σχολαστικά στις συναντήσεις του21 και να είναι πάντοτε καλά πληροφορημένος22. Τέλος, τον έκανε να αποφεύγει τις ακρότητες23, να υιοθετεί ως πολιτική του φιλοσοφία την μετριοπάθεια (αντί του φανατισμού)24, να απεχθάνεται την δημαγωγία των ανέφικτων υποσχέσεων25 και να θέτει μακρόπνοους ενοραματικούς στόχους26, τους οποίους να υπηρετεί με ενδελεχή εκτίμηση των δεδομένων27, αδογμάτιστο πρόγραμμα28, χρονοδιάγραμμα29, αλλά επίσης προσαρμοστικότητα30 και «αίσθηση του καίριου» (timing)31, έως την τελική τους πραγμάτωση32. Τούτο συνέβη, π.χ., με τους ενοραματικούς του στόχους για την οικονομική ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας κατά την περίοδο 19551963 και, στην συνέχεια, κατα την Μεταπολίτευση, για κατοχύρωση των δημοκρατικών θεσμών και για ένταξη της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη33. ΙΙ. Αντίστοιχη επίδραση στα στοιχεία του χαρακτήρα του Κ. Καραμανλή ασκούσε και η άλλη βασική πτυχή της προσωπικότητάς του, δηλαδή το αίσθημα υπεροχής που είχε για τον εαυτό του. Χάρη σε αυτό το αίσθημα υπεροχής ή εξ αιτίας αυτού, ο Καραμανλής ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να εγκαταλείψει την εξουσία για να μη φθαρεί και αμαυρωθεί η δημόσια εικόνα του34, την οποία φρόντιζε επιμελώς να φιλοτεχνεί, όπως και την υστεροφημία του35, ιδίως όταν επρόκειτο για ζητήματα ηθικής ακεραιότητας36. Ακόμη, δυσκολευόταν να λέει «ευχαριστώ»37 ή να παρέχει εξηγήσεις στους άλλους38 και θεωρούσε σκόπιμο να τηρεί τις αποστάσεις με όλους39, ακόμη και με τους πολύ στενούς συνεργάτες του, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Πέτρος Μολυβιάτης40, που προσέκρουαν έτσι στο ισχυρό «εγώ» του Καραμανλή41. Ορισμένες φορές, 50

μάλιστα, η απόσταση αυτή μεγάλωνε περισσότερο και κατέληγε σε μοναχικότητα42 λόγω της αυστηρότητάς του43, της εν γένει μυστικότητάς του44 και των (κάποτε προσχεδιασμένων) απότομων τρόπων του ή εκρήξεων45. Αποτέλεσμα, όμως, αυτής της τακτικής ήταν να δυσχεραίνεται ο διάλογος με τους στενούς συνεργάτες του46, που τον θεωρούσαν άτεγκτο και έφθαναν στο σημείο να τον φοβούνται47, περαιτέρω, δε, να διαμορφώνει ο ίδιος ο Καραμανλής ενίοτε απόψεις αντίθετες με την εν εξελίξει πραγματικότητα, όπως π.χ. συνέβη με τις προβλέψεις του κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις του 196348, του 197749 και του 198150. ΙΙΙ. Ασφαλώς, η επιβλητική προσωπικότητα του Καραμανλή συγκεντρώνει πλήθος στοιχείων, που συναρμόζουν την παραδοσιακή φυσιογνωμία ενός ηγέτη. Ιδίως το αίσθημα ευθύνης, που μεταρσιώνεται μάλιστα σε όραμα υπέρ του γενικού συμφέροντος, έστω και αν έτσι δημιουργείται αντίθεση με τα συμφέροντα επιμέρους λαϊκών στρωμάτων, αποτελεί ένα κομβικό χαρακτηριστικό του πραγματικού ηγέτη˙ χαρακτηριστικό που προσιδιάζει όχι μόνον στον Κωνστ. Καραμανλή ως ανωτέρω, αλλά και σε κορυφαίους πολιτικούς άνδρες, όπως ο Περικλής, για τον οποίο ο Θουκυδίδης51 λέγει ότι δεν επεδίωκε να αποκτήσει επιρροή στον λαό με αθέμιτα μέσα και δεν ομιλούσε σ’ αυτόν με κολακείες, αλλά μπορούσε λόγω της επιβολής του να του αντιτάσσεται, προκαλώντας εν ανάγκη και την οργή του λαού. Επίσης, συνέτρεχαν αναμφίβολα στο πρόσωπο του Καραμανλή τα στοιχεία τα οποία ο Αριστοτέλης52 θεωρεί ότι πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν αληθινό πολιτικό ηγέτη, δηλαδή την αγάπη προς το υφιστάμενο πολίτευμα, μεγάλη ικανότητα προς εκτέλεση των καθηκόντων του και, επιπλέον, χαρακτήρα ενάρετο και δίκαιο. Περαιτέρω, και ορισμένα άλλα ηγετικά χαρακτηριστικά που προτείνονται από άλλους συγγραφείς φαίνεται να αποτελούν έως έναν βαθμό και στοιχεία της προσωπικότητας του Καραμανλή. Έτσι, κατά τον Ισοκράτη, στον παραινετικό λόγο του προς τον βασιλέα της Κύπρου Νικοκλέα53, τον προτρέπει να μην επιτρέπει ούτε ο όχλος να αυθαδιάζει, ούτε να ανέχεται τον εξευτελισμό αυτού του πλήθους, αλλά να κοιτάζει πώς οι μεν άριστοι θα έχουν τα ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα αξιώματα, οι δε άλλοι δεν θα αδικούνται καθόλου. Ακόμη, κατά τον Λέοντα Στ’ τον Σοφό54, ο (στρατιωτικός) ηγέτης πρέπει να διακρίνεται (...) για τον άριστο σχεδιασμό του, την ενθουσιώδη αγωνιστική του διάθεση να μάχεται μαζί με άλλους και την ακατάβλητη διανοητική του υπεροχή. Βέβαια, αμέσως μετά, στην ίδια περικοπή, ο Λέων Στ’ Σοφός θεωρεί ότι ο ηγήτορας πρέπει να ξεχωρίζει για την καλογνωμία του και την φιλική του διάθεση, χάρη στις οποίες οι συμμαχητές του συμμετέχουν στους κινδύνους μαζί του σαν να ήταν στενοί φίλοι. Επίσης και ο Ισοκράτης στον «Παναθηναϊκό» του λόγο55 τονίζει ότι οι «άριστοι» θα πρέπει, μεταξύ άλλων, «να είναι αξιοπρεπείς και δίκαιοι προς αυτούς που τους συναναστρέφονται συχνά και (να) ανέχονται ήρεμοι τους δυσάρεστους και οχληρούς τύπους, ενώ οι ίδιοι να φέρονται προς τους φίλους τους με την μεγαλύτερη καλοσύνη και ηπιότητα». Εξαίρεται, δηλαδή, στα αποσπάσματα αυτά ένα στοιχείο ηπιότητας και καλοσύνης απέναντι σε φίλους και συνεργάτες του ηγήτορα ή, γενικώτερα, του «άριστου», στοιχείο όμως το οποίο στην περίπτωση του Κ. Καραμανλή υπερακοντιζόταν, όπως αναφέρθηκε, από την αυστηρότητα με την οποία αυτός ασκούσε την εξουσία, ακόμη και όταν βρισκόταν με τους πολύ στενούς του συνεργάτες. Θεωρώ, ωστόσο, ότι το είδος αυτό ηγεσίας «με πυγμή», το οποίο μετερχόταν ο

Κωνστ. Καραμανλής ιδίως κατά την χρονική περίοδο της πρώτης, «ανασυγκροτικής» διακυβέρνησής του, όχι απλώς εδικαιολογείτο, αλλά και αποτελούσε, όπως φαίνεται, φυσιολογική κατάσταση για πολλούς πολιτικούς ηγέτες εκείνης της εποχής. Συμπερασματικά, ο Καραμανλής κατατάσσεται αναμφίβολα μεταξύ των σημαντικώτερων ηγετών της νεώτερης Ελλάδας του 19ου και 20ού αι., πλάι στον Καποδίστρια, τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο56. Κύριο γνώρισμα όλων αυτών των κορυφαίων πολιτικών ανδρών υπήρξε ότι προσπαθούσαν να λειτουργούν με νοοτροπία αξιοκρατίας, ότι απέφευγαν την δημαγωγία και ότι δεν δίσταζαν να συγκρούονται με ευρύτερα λαϊκά στρώματα ή και πολιτειακούς θεσμούς, όταν θεωρούσαν ότι έτσι εξυπηρετείται καλύτερα το γενικό συμφέρον της χώρας. Ομως η περίπτωση ηγεσίας του Κ. Καραμανλή φαίνεται να αξίζει περαιτέρω μελέτης και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο πολιτικός αυτός είναι ο μόνος που, χάρη στις ρεαλιστικές επιλογές του και την έλλειψη φανατισμού που τον διέκρινε, επέτυχε, «τύχῃ ἀγαθῇ», όχι μόνο να μην εμπλακεί σε πολέμους, εξεγέρσεις και κινήματα και να μην αποβιώσει δολοφονημένος ή εξόριστος, όπως οι άλλοι τρεις προαναφερθέντες πολιτικοί, αλλά και να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του το 1998, «συνοδευόμενος», κατά την έκφραση του Λεωνίδα Κύρκου, «από τον καθολικό σεβασμό φίλων και αντιπάλων»57.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 1 Πρβλ. Θαν. Διαμαντόπουλου, «Κωνσταντίνος Καραμανλής», σημείωμα στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 23.3.1995 και κατ’ αναδημοσίευση στο συλλογικό έργο Αποχαιρετισμός, με επιμέλεια Κατερίνας Βασιλοπούλου και Ελένης Χατζηαποστόλου, Αθήνα: Εκδόσεις «Ορίζων»/ Εταιρία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, χ.χ. (1995), σελ. 55-57: 56, αλλά και Γιάννη Μαρίνου, Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Προσπάθεια προσέγγισης ενός φαινομένου», αυτόθι, σελ. 168-175 (αρχική δημοσίευση στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 16.3.1995). Μία γενικώτερη προσέγγιση του έργου του Καραμανλή από έγκυρες εφημερίδες (π.χ. από τους Times του Λονδίνου) και από ηγέτες της αλλοδαπής αμέσως μετά τον θάνατό του εμπεριέχεται στον τόμο In memoriam, Η διεθνής κοινότητα τιμά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που εκδόθηκε από το «Ιδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» το 1999. 2 Με αλφαβητική σειρά (παραπέμπονται στην

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

συνέχεια με το όνομα των συγγραφέων τους): Γ. Αναστασόπουλος, Μύθοι και Αλήθειες για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2001˙ Γιάννη Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα 1061-1981, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνης, 2012˙ Αλ. Βέλιος, Η αλληλογραφία της αυτοεξορίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής 1963-1974, Αθήνα: Ροές, 1995˙ Κρις Μ. Γούντχάουζ, Καραμανλής, Ο Ανορθωτής της Ελληνικής Δημοκρατίας, Αθήνα: Μορφωτική Εστία, 1982˙ Ελ. Καρτάκης (εκδ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ο τελευταίος Μεγάλος, Αθήνα: Ροές, 1991˙ Ελ. Καρτάκης/ Βασ. Παπαθανασόπουλος (επιμ.), Ο πολιτικός λόγος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αθήνα: Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής και εκδ. Ροές, 2004˙ Μ. Ζενεβουά, Η Ελλάς του Καραμανλή ή η δημοκρατία δυσχερής;, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1972˙ Τ. Λαμπρίας, Στη σκιά ενός μεγάλου. Μελετώντας 25 χρόνια τον Καραμανλή, Αθήνα: Μορφωτική Εστία, 1989˙ Αντ. Μακρυδημήτρης,

Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ενα παράδειγμα πολιτικής ηγεσίας, Αθήνα: Ποταμός, 2007˙ Ροζέ Μασσίπ, Καραμανλής, Ο Ελληνας που ξεχώρισε, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 19824˙ Κωνσταντίνας Ε. Μπότσιου, «Από την πρωθυπουργία στην αυτοεξορία: Εκλογές, πολιτικές και κρίσιμες καμπές για τις κυβερνήσεις Καραμανλή, 1955-1963», εις: Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της Μεταπολεμικής Ελλάδας, τ. Α΄, Αθήνα, έκδ. της εφημ. Τύπος της Κυριακής, 14.7.2013, σελ. 3977˙ Κ. Σβολόπουλος, Καραμανλής 1907-1998. Μια πολιτική βιογραφία, Αθήνα: Ικαρος, 2011˙ Κ. Σβολόπουλος/ Κωνστ. Μπότσιου/ Ευ. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον Εικοστό Αιώνα, τ. Α΄, Β΄, Γ΄ (πρακτικά συνεδρίου, Ζάππειο Μέγαρο, 5-9.6.2007), Αθήνα: Ἱδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», 2008˙ Παύλος Ν. Τζερμιάς, Η πολιτική σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Μια ανίχνευση, Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1990˙ Κωνστ. Τσάτσος,

51


Ο άγνωστος Καραμανλής. Μια προσωπογραφία, Αθήναι 1984 3 Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., 138, 203. Επίσης και ο ίδιος ο Κωνστ. Καραμανλής αναφέρει στον Ροζέ Μασσίπ (όπ.π., σελ. 117) το περιστατικό ενός ηλικιωμένου, ο οποίος, όταν τον άκουσε να απευθύνεται με έντονο ύφος προς τα πλήθη κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1974, μουρμούρισε: «Ιδιος έφυγε, ίδιος γυρίζει» -πρβλ. και Ελ. Καρτάκη/ Βασ. Παπαθανασόπουλου, όπ.π., σελ. 225. 4 Πρβλ. Κωνστ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 21 επ., στον οποίο παραπέμπει και ο Τάκης Λαμπρίας, όπ.π., σελ. 73. Κατά τον Μ. Ζενεβουά, οπ.π., σελ. 242, ο Καραμανλής «δεν έπαψε κυριολεκτικά να κατατρύχεται σε κάθε αποφασιστική στιγμή από ένα αίσθημα ευθύνης, αίσθημα που δεν υπεχώρησε ποτέ στη φροντίδα για προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες». Στο ίδιο αυτό έργο (σελ. 95 επ.) υπάρχει και η αναφορά για την συνομιλία του νεαρού Καραμανλή, όταν ξεκινούσε την πολιτική του σταδιοδρομία το 1932, με τον αυστηρό πατέρα του, και όπου περιλαμβάνεται η εμβληματική φράση του μετέπειτα πρωθυπουργού: «Στοχάζομαι πως δεν δικαιώνεται η παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη με το να καλλιεργή μια περιορισμένη προσωπική ευτυχία (...). Σήμερα, και για μένα η πολιτική μου προσφέρει αυτή την τύχη, θα ήθελα να αφιερωθώ στους ανθρώπους του λαού μου, γι’ αυτούς και δια μέσου αυτών θα ήθελα να δικαιώσω το πέρασμά μου από τον κόσμο αυτό...» (πρβλ. και Κρις Μ. Γούντχάουζ, όπ.π., σελ. 23). Παρόμοιας υφής είναι και η φράση του Κ. Καραμανλή σε εκτεταμένη επιστολή του πολιτικού περιεχομένου προς τον παλαιό οικογενειακό του φίλο δικηγόρο Γεώργιο Αβτζή την 12.7.1945, όπως παρατίθεται στο έργο του Κωνστ. Τσάτσου, ανωτ., σελ. 148: «Ξέρεις ποιά είναι η έννοια της πολιτικής για μένα; Η θέλησι και η ικανότης να θυσιάζεσαι για τον τόπο σου. Όταν κατέχης αυτή τη δύναμη ημπορεί να είσαι χρήσιμος στον τόπο σου και στην εποχή σου» (πρβλ.και εδώ Κρις Μ. Γούντχάουζ, σελ. 39). Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο επιστολής του Κωνστ. Καραμανλή προς τον Κωνστ. Τσάτσο την 10.5.1966 (Κ. Τσάτσος, όπ.π., σελ. 169 επ.), όπου πέρα από προσωπικές αναφορές για το τι επεδίωξε να επιτύχει σε εκπλήρωση της αποστολής του (σελ. 178), επιχειρεί και γενικώτερη ανάλυση των τότε πολιτικών εξελίξεων. Οπως μάλιστα παρετήρησε ο Καραμανλής στον Παύλο Τζερμιά (όπ.π., σελ. 37), «αν διαβάσεις αυτές τις επιστολές [ενν. προς Αβτζή και Τσάτσο], μολονότι απέχουν πολύ η μια από την άλλη, θα δεις ότι από τότε μέχρι σήμερα έχω τις ίδιες περίπου αντιλήψεις για το πρωταρχικό αυτό πρόβλημα (=το πολιτικό πρόβλημα της χώρας)». Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης του Κωνστ. Καραμανλή ότι η ζωή του ταυτίζεται με την εκπλήρωση μιας αποστολής, εύστοχη είναι η παρατήρηση του Κ. Σβολόπουλου, όπ.π., σελ. 217, ότι «ο Καραμανλής διακρινόταν για την αυστηρή προσήλωση σ’ ό,τι σταθερά πίστευε πως είναι πολιτικά ορθό και πρέπον, αποδίδοντάς του ισχύ και κύρος ηθικού νόμου. Χωρίς να παραγνωρίζει το στοιχείο της εκάστοτε σκοπιμότητας, επεδίωκε, ενεργώντας ή σιωπώντας, να συνδυάζει τη δράση του με τις επιταγές του κανόνα αυτού». 5 Βλ. Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 35: «Ο συνομιλητής του [κ. Καραμανλή] (...) έφευγε με το αίσθημα ότι ο άλλος τον κοίταζε αφ’ υψηλού, όχι από

52

υπεροψία ή κουφότητα, αλλά από μια συναίσθηση υπεροχής, που και σ’ εκείνον επιβάλλονταν» -πρβλ. αυτόθι, σελ. 40, όπου παραπέμπει και ο Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 85-86. 6 Οπως αναφέρει ο Γ.Θ. Μαυρογορδάτος στην μελέτη του «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως χαρισματικός ηγέτης», που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του συλλογικού έργου με επιμ. Κ. Σβολόπουλου/ Κωνστ. Μπότσιου/ Ευ. Χατζηβασιλείου, όπ.π., σελ. 157-160:158, όταν ο Καραμανλής συναντήθηκε τον Σεπτέμβριο 1944 στο Χαλέπι της Συρίας με τον πατέρα του συγγραφέα ιατρό και πρ. γερουσιαστή Θέμη Ι. Μαυρογορδάτο, του δήλωσε με έμφαση: «Εμένα που με βλέπεις, γιατρέ, μια μέρα θα κυβερνήσω την Ελλάδα!». 7 Βλ. Μ. Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 242-243, όπου υπογραμμίζεται ως μοναδικό κριτήριο επιλογής των συνεργατών του η αποτελεσματικότητά τους, και Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., σελ. 202, όπου σημειώνεται: «Ουδέποτε [ο Καραμανλής] επηρεάστηκε στην επιλογή των άριστων από τον κομματικό προσανατολισμό τους, εφ’ όσον θα προσφέρονταν να υπηρετήσουν τους στρατηγικούς στόχους του». Επίσης και ο ίδιος ο Καραμανλής, όπως εκμυστηρεύθηκε στον Κωνστ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 82), συνήθιζε να απευθύνεται στους υποψήφιους συνεργάτες του λέγοντας: «Δεν θέλω να γίνετε φίλοι του κόμματός μου, αλλά έντιμοι συνεργάτες της Κυβερνήσεώς μου». Ενδεικτικό αυτής της χωρίς κομματικές παρωπίδες νοοτροπίας του Κ. Καραμανλή είναι και το γεγονός ότι, κατά την ίδρυση της ΕΡΕ τον Ιανουάριο του 1956, έγιναν δεκτοί σ’ αυτήν και κορυφαίοι πολιτευτές με βενιζελική προέλευση, άρα από αντίπαλο πολιτικό σχηματισμό, όπως ο Ευ. Αβέρωφ, ο Κωνστ. Τσάτσος, ο Γρηγ. Κασιμάτης, κ.ά. –βλ. Κωνστ. Μπότσιου, όπ.π., σελ. 44. 8 Βλ. Γ. Αναστασόπουλο, όπ.π., σελ. 81-82, 91 και Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 79 και 237. Επίσης, ο Κωνστ. Τσάτσος παρατηρεί ότι ο Καραμανλής δεν μνησικακούσε διότι δεν ήθελε να είναι κριτής και τιμωρός, αλλά δημιουργός (σελ. 83). Μάλιστα, παραθέτει τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος ο Καραμανλής, κατά δήλωσή του, δεν ήθελε να μνησικακεί (σελ. 123): «Το κάνω για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί με τον τρόπο αυτό αμβλύνω τις πολιτικές οξύτητες. Δεύτερον, γιατί εμπλουτίζω το κόμμα μου με καινούργιες δυνάμεις. Και τρίτον, γιατί δίνω το παράδειγμα της μεγαλοψυχίας». 9 Έτσι αποκαλεί την λογική του Καραμανλή ο Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 90, ενώ ο Τ. Λαμπρίας (σελ. 143-144), επικαλούμενος και αντίστοιχο όρο του Max Weber, κάνει λόγο για «τελολογικό ορθολογισμό». Ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής, σε συνομιλία μαζί του που παραθέτει ο Τ. Λαμπρίας (σελ. 330), εξομολογείται: «Εγώ κατέστησα βασανιστική τη ζωή μου για το λόγο ότι ελογοκρατούμην. Είναι πράγματι βασανιστική η λογική. Κάθε πρόβλημα προσπαθούσα να το συλλάβω και να το λύσω με τη λογική...». 10 Κατά τον Κ. Καραμανλή, σε συνομιλίες του με τον Τ. Λαμπρία (όπ.π., σελ. 138 και 331), «Για να ασκηθεί με επιτυχία η πολιτική χρειάζεται κρίση, πείρα και ένστικτο» (...)˙ «όσον αφορά εμένα, μπορώ να πω ότι πολλές φορές –μάλιστα σε κρίσιμες περιστάσεις- το λεγόμενο «ένστικτο» επενήργησε αυτόματα, με επηρέασε, με καθοδήγησε προς την ορθή απόφαση. Αλλά αυτό το διαπίστωσα εκ των υστέρων. Σε καμμιά περίπτωση δεν πίστεψα εκ των προτέρων από ένστικτο˙ δεν αφέθηκα

σκόπιμα, συνειδητά σ’ αυτό. Μια τέτοια διαδικασία θα ήταν αντίθετη στη λογοκρατούμενη φύση μου». Για το ίδιο θέμα βλ. Μ. Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 240-241 και 246. 11 Βλ. Κ. Σβολόπουλο, όπ.π., σελ. 166. Σε συνομιλία του με τον Τάκη Λαμπρία (όπ.π., σελ. 336 –πρβλ. και σελ. 94 με αντίστοιχη δήλωση) μία ημέρα μετά την παραίτησή του από την προεδρία της Δημοκρατίας στις 9.3.1985, ο Κ. Καραμανλής του εξομολογείται: «Σου έχω ξαναπεί ότι όταν έχω να πάρω μεγάλες αποφάσεις, είμαι όχι απλώς ψύχραιμος, ήρεμος˙ είμαι ψυχρός». 12 Η φράση αυτή ειπώθηκε στον Κωνστ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 23), ο οποίος μάλιστα την χαρακτηρίζει «ανατριχιαστική». 13 Βλ. Κωνστ. Τσάτσου, όπ.π., σελ. 23, καθώς και Γ. Αναστασόπουλου, όπ.π., σελ. 84, κατά τον οποίο: «Με πειθαρχία που δε γνώριζε όρια, [ο Καραμανλής] ανέπτυξε τον αυτοέλεγχό του σε βαθμό εκπληκτικό». 14 Βλ. το περιστατικό που αναφέρει ο Γ. Αναστασόπουλος (όπ.π., σελ. 44) για την στάση του Καραμανλή την μεθεπομένη της παραίτησής του από την προεδρία της Δημοκρατίας. 15 Σειρά περιστατικών για τον «κρυφό και πειθαρχημένο» –όπως τον ονομάζει ο Κωνστ. Τσάτσος, σελ. 43- «συναισθηματισμό» παρατίθεται από όλους σχεδόν τους βιογράφους του Καραμανλή –βλ. π.χ. Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 31 επ., Γ. Αναστασόπουλο, όπ.π., σελ. 89 επ., και Κ. Σβολόπουλο, όπ.π., σελ. 160, 206, 221, 234. 16 Βλ. Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 60 και Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 224. 17 Βλ. Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 56 επ., Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 222 επ. και Γ. Αναστασόπουλο, όπ.π., σελ. 107. 18 Έτσι Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 88. Βλ. και Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 79, κατά τον οποίο [ο Καραμανλής] «είναι αυστηρός απέναντι των συνεργατών του και επιεικής απέναντι των αντιπάλων του». Μάλιστα, κατά τον Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 38, [ο Καραμανλής] «επειδή (...) ο ίδιος, μια ολόκληρη ζωή αυτοπειθαρχούμενος, δεν βαρυγκομούσε για τις στερήσεις που συνεπαγόταν κατά την αντίληψή του η δημόσια ζωή, δυσκολευόταν να κατανοήσει την αδυναμία των συνεργατών του να προσαρμοστούν στο σκληρό πρόγραμμα εργασίας που αξίωνε και να εγκαταλείψουν ορισμένες, κάθε άλλο παρά μεμπτές ή παράλογες, συνήθειές τους». 19 Μ. Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 246. Η δημοσιογράφος Μαρία Καραβία, σε σημείωμά της με τίτλο «Η ανεπίσημη όψη ενός ηγέτη», που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του συλλογικού έργου με επιμ. Κ. Σβολόπουλου/ Κωνστ. Μπότσιου/ Ευ. Χατζηβασιλείου, όπ.π., σελ. 477-482:482, αναφέρει πως, όταν μια πλανόδια ανθοπώλις στο Τουρκολίμανο είπε στον Καραμανλή πως συνέχιζε να εργάζεται διότι «εγώ αν δε δουλέψω, την άλλη μέρα θα πεθάνω», αυτός της απάντησε: «Κι εγώ το ίδιο»... 20 Βλ. Κ. Σβολόπουλου, όπ.π., σελ. 41. 21 Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 117. 22 Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., σελ. 223 και Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 22. 23 Σύμφωνα με κείμενο του Κ. Καραμανλή από το Αρχείο Κ. Καραμανλή (τ. 1, σελ. 150-151) που παραθέτει ο Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., 59, σημ. 42, «Εχθρός εκ πεποιθήσεως της πολιτικής οξύ-

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα τητος ήτο φυσικόν να μην επιδοκιμάζω την αδιάλλακτον τακτικήν του Συναγερμού». Για τον ίδιο λόγο αποφυγής της οξύτητας, όπως σημειώνει ο Κ. Σβολόπουλος, σελ. 55 και σημ. 29, [ο Καραμανλής] «θα διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την αντίπερα όχθη, χωρίς όμως πάντοτε να μετακινηθεί από τον ειδικώτερο κομματικό χώρο του». Μία άλλη πτυχή της τάσης του Καραμανλή να αποφεύγει τις ακρότητες και να προτάσσει το συμφέρον του τόπου είναι, κατά τον Κωνστ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 49) και η αντίδραση του Καραμανλή το 1963, όταν ήλθε σε ανοικτή ρήξη με το στέμμα: «Δεν αντέδρασε δυναμικά, όπως θα μπορούσε, αλλά υποχώρησε, γιατί δεν ήθελε να διχάση τον τόπο». Όπως σχολιάζει εδώ ο Αντ. Μακρυδημήτρης (όπ.π., σελ. 40), «[ο Καραμανλής] δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει να διαμορφωθούν συνθήκες που ίσως οδηγούσαν σε ένα νέο εθνικό διχασμό, πράγμα από το οποίο είχε υποφέρει κατ’ επανάληψη ο τόπος στο παρελθόν. Έτσι, μολονότι η κυβέρνησή του διέθετε την πλειοψηφία στη Βουλή, ο ίδιος είχε διατελέσει πρωθυπουργός επί οκταετία και είχε κερδίσει τρεις διαδοχικές φορές στις εκλογές, προτίμησε να υποχωρήσει και να μην διακινδυνεύσει την περαιτέρω όξυνση του ήδη τεταμένου πολιτικού κλίματος». Επίσης και Θεόδωρος Κουλουμπής, σε μελέτη του δημοσιευμένη στον δεύτερο τόμο του συλλογικού έργου που επιμελήθηκαν οι Κ. Σβολόπουλος/ Κωνστ. Μπότσιου/ Ευ. Χατζηβασιλείου, όπ.π., σελ. 559-562, αναφέρει για το θέμα αυτό με νόημα: «Αξίζει οι μελετητές του μέλλοντος να κάνουν μια ίσων αποστάσεων συγκριτική ανάλυση της αντιπαράθεσης Καραμανλή-Παύλου (1963) και Γεωργίου Παπανδρέου-Κωνσταντίνου (1965)». Ως προς τους ειδικώτερους λόγους που ώθησαν τον Κ. Καραμανλή να αποφύγει την σύγκρουση με τα Ανάκτορα, βλ. π.χ. Γεωργ. Ράλλη, Η αλήθεια για τους Ελληνες πολιτικούς, Αθήνα: Ερμείας, 20054 (19711), σελ. 106 και Αλ. Βέλιου, όπ.π., σελ. 15 επ. 24 Κατά τον Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 51, η μετριοπάθεια του Καραμανλή δεν οφειλόταν σε τάση υποχωρητικότητας και συμβιβασμού, αλλά συνδυαζόταν με μίαν ακλόνητη και σταθερή πορεία προς τον στόχο. Πάντως το πνεύμα αυτό της μετριοπάθειας εκδηλώθηκε συχνά ως πνεύμα μεγαλύτερης επιείκειας από ό,τι προηγουμένως απέναντι στους αριστερούς κυρίως πολίτες που αμφισβητούσαν τότε την καθεστηκυία τάξη – βλ. π.χ. Κωνστ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 119-120, Τάκη Λαμπρία, όπ.π., σελ. 244-245 και Κ. Σβολόπουλο, όπ.π., σελ. 75. 25 Κατά τον Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 92, «ο Καραμανλής σιχαίνεται τη δημαγωγία, χωρίς την οποία είναι αδύνατη η άσκηση της αντιπολίτευσης στον τόπο μας». Μάλιστα ο Τσάτσος αναφέρει (σελ. 3738) το πώς αντέδρασε ο Καραμανλής όταν, πριν από τις εκλογές του 1958, του ζητήθηκε να πεί κάτι το ενθαρρυντικό για την ρύθμιση των δανείων που είχαν δοθεί στους σεισμόπληκτους της Θεσσαλίας: «Βγήκε ξανά στο μπαλκόνι και τους είπε: “Οι πολιτευταί σας μού ζήτησαν να σας πω κάτι για τα δάνεια των σεισμοπαθών. Λοιπόν˙ τα δάνεια αυτά θα τα πληρώσετε εξ ολοκλήρου. Γιατί αν μετά από 2 ή 3 χρόνια έχωμε καινούργιες θεομηνίες, πού θα βρω τα χρήματα να τις αντιμετωπίσω;”. Οι ακροατές του προς στιγμήν έμειναν σιωπηλοί. Μετά όμως ξέσπασαν σε χειροκροτήματα».

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Επίσης και ο Κ. Μητσοτάκης, στο ομότιτλο βιβλίο του Θαν. Διαμαντόπουλου (Αθήνα: Παπαζήσης, 1989, σελ. 112), παραδέχεται: «Κοίταξε, ο Καραμανλής (...) ήταν πολύ προσεκτικός στις δαπάνες και δεν έκανε ποτέ δημοκοπική πολιτική. Αντίθετα, ήταν ο πρώτος πολιτικός στην Ελλάδα που είπε από το μπαλκόνι δυσάρεστα πράγματα». 26 Σύμφωνα με τον Κ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 26), «γενικά ο Καραμανλής, αν και ταχύς στη σκέψη, αργούσε να πάρη αποφάσεις όταν επρόκειτο για μακρόπνοους σχεδιασμούς. Γιατί ήθελε οι αποφάσεις του αυτές να στηρίζωνται σε μακρές προοπτικές». Επίσης και κατά τον ίδιο τον Καραμανλή, σε συνομιλία του με τον Τάκη Λαμπρία (όπ.π., σελ. 182), «Πάντα ό,τι αποφασίζω, το κάνω με μακρά προοπτική». 27 Βλ. Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 144. 28 Σύμφωνα με τον Καραμανλή, σε συνομιλία του με τον Τάκη Λαμπρία (όπ.π., σελ. 139), «Για μένα ο δογματισμός είναι η μεγαλύτερη αδυναμία του πολιτικού (…). Κάθε πολιτική πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στις “ιδιαιτερότητες” κάθε τόπου, να λαμβάνει δηλαδή υπ’ όψη το επίπεδο –το πολιτικό, το κοινωνικό, το οικονομικό, ασφαλώς και το πολιτιστικό (…). Ήθελα να είμαι ελεύθερος να επιλέγω σε κάθε περίπτωση αυτό που ανταποκρινόταν στο συμφέρον του τόπου, αδιαφορώντας αν θα το χαρακτήριζαν οι άλλοι δεξιό ή αριστερό». 29 Σύμφωνα με την μαρτυρία του Επαμ. Σπηλιωτόπουλου, στην μελέτη του με τίτλο: «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι δημοκρατικοί θεσμοί: η μεθοδολογία της διακυβέρνησης», που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του συλλογικού έργου με επιμ. Κ. Σβολόπουλου/Κωνστ. Μπότσιου/Ευ. Χατζηβασιλείου, όπ.π., σελ. 161-165: 162, «Ο Κωνστ. Καραμανλής στις συσκέψεις τις οποίες συγκαλούσε ζητούσε ευγενικά, αλλά επιτακτικά, τον καθορισμό περιοριστικού χρονοδιαγράμματος, σημειώνοντας τις σχετικές απαντήσεις των αρμοδίων και λέγοντας ότι «θα πρέπει να ενημερωθεί για την πραγματοποίηση των στόχων στις αντίστοιχες ημερομηνίες» -πρβλ. και Γ. Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σελ. 409. 30 Κατά την διατύπωση του Κ. Σβολόπουλου, όπ.π., σελ. 235, «Ο Καραμανλής είχε σταθερά αποδείξει ότι διέθετε το γνώρισμα της προσαρμοστικότητας στις ρευστές περιστάσεις, διακρίνοντας τις επωφελείς τακτικές μεθοδεύσεις που ανταποκρίνονταν στην εκάστοτε δυναμική διαμόρφωση των πραγμάτων˙ και, παράλληλα, παρέμενε προσηλωμένος σε στρατηγικές επιδιώξεις γενικώτερης εμβέλειας, με τις οποίες οι μεταλλασσόμενες τακτικές επιλογές του έπρεπε να είναι σύμφωνες». Με παρόμοιο τρόπο εκφράζεται και ο Μιλτ. Εβερτ στο συλλογικό έργο που εξέδωσε ο Ελ. Καρτάκης, όπ.π., σελ. 93-επ.,: «Ήξερε να συλλαμβάνει το μήνυμα των καιρών, όχι για ν’ αλλάξει τους βασικούς προσανατολισμούς και την κοσμοθεωρητική του στάση, αλλά για να προγραμματίζει σωστά και έγκαιρα». 31 Το γνώρισμα αυτό του Καραμανλή τονίζεται ιδίως από τον Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 36 και (ειδικά ως προς το να εκφωνεί λόγους -αγορεύσεις, ομιλίες- ή να προβαίνει σε δηλώσεις) σελ. 223. 32 Ο Καραμανλής είναι γνωστό ότι επέμενε ιδιαιτέρως στην παρακολούθηση της εφαρμογής των αποφασισθέντων, σε αυτό δηλαδή που συνήθως και στην χώρα μας αποκαλείται follow-up.

Για τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε γενικώτερα ο Κ. Καραμανλής προς λήψη και εφαρμογή των αποφάσεών του, βλ. ιδίως τις αναπτύξεις του Κωνστ. Τσάτσου στα προλεγόμενά του στο έργο του Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 17 και πιο αναλυτικά στο δικό του έργο για τον Καραμανλή, όπ.π., σελ. 74 επ., επίσης, δε, Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 33-36. 33 Για τους ενοραματικούς αυτούς στόχους, που επιστέγασαν την ίδια την πολιτική σταδιοδρομία του Κ. Καραμανλή, βλ. αντί άλλων Κ. Σβολόπουλου, όπ.π., σελ. 201-202, 240, και Γ. Αναστασόπουλου, όπ.π., σελ. 125 και 303. Μάλιστα, όπως ορθά επισημάνθηκε από τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου (παρουσίαση του Κ. Καραμανλή στο συλλογικό έργο 100 Μεγάλοι Έλληνες, τ. Β΄, Αθήνα: Σκάι Βιβλίο, 2009, σελ. 64-69: 69), «στο σχεδιασμό του Καραμανλή, η Ευρώπη, η ανάπτυξη, η δημοκρατία δεν ήταν διαφορετικοί στόχοι: ήταν διαφορετικές όψεις ενός ενιαίου σχεδιασμού για το μακροπρόθεσμο μέλλον του έθνους». 34 Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Κ. Καραμανλής σε συνομιλία του με τον Τ. Λαμπρία (όπ.π., σελ. 337), «Εγώ, εξ αρχής που μπήκα στην πολιτική έλεγα: Θα κάνω ό,τι μπορώ. Όταν διαπιστώσω ότι αρχίζει η κάμψη, θα σηκωθώ να φύγω…». Παρόμοια και η δήλωσή του, όπως αυτή καταγράφεται από τον Κ. Σβολόπουλο, όπ.π., σελ. 205: «Είχα την πρόθεση να αποχωρήσω εγκαίρως από την πολιτική και πριν φθάσω στο σημείο της κάμψεως… Η επιμονή του πολιτικού να παραμένει και όταν έχει ξεπερασθεί από τα γεγονότα είναι επιζήμια και για αυτόν τον ίδιο και για τη χώρα του». Ενδιαφέρον είναι εδώ να σημειωθεί ότι, όπως αφηγείται ο Γ. Αναστασόπουλος (όπ.π., σελ. 54 επ.), ο Κωνστ. Καραμανλής το 1980 έκλινε μάλλον υπέρ της ιδέας να ολοκληρώσει την πολιτική του σταδιοδρομία χωρίς να διεκδικήσει τη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας, και ότι είχε ετοιμάσει τις ομιλίες με τις οποίες θα εξηγούσε την απόφασή του αυτή, αλλά ότι τελικά υπανεχώρησε, φοβούμενος ότι σε μια τέτοια περίπτωση η χώρα θα έμπαινε σε περίοδο πολιτικής αστάθειας και μάλιστα με ανοιχτά τα εθνικά της θέματα. 35 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 83 επ., 180: «Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι για να επιβληθεί ως ηγέτης ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, φρόντισε από νέος να φιλοτεχνήσει την δημόσια εικόνα του. Και όλα σχεδόν υποτάχθηκαν στην προσπάθειά του να συντηρήσει την εικόνα αυτή» (…). «Η υστεροφημία του τον ενδιέφερε πάντα ιδιαίτερα». Με παρόμοιο πνεύμα καταθέτει την μαρτυρία του για το θέμα αυτό και ο Κωνστ. Τσάτσος, όπ.π., σελ. 34: «Δεν θέλει [ο Καραμανλής] τίποτε που θα ξέφευγε από μέσα του να χαλάση την εικόνα του εαυτού του, όπως τη θέλει ο ίδιος να παρουσιάζεται στους άλλους». 36 «Δε συγχωρούσε (…) την απόπειρα παραμόρφωσης της ιστορικής εικόνας του, θεωρημένης στην ολότητά της, και ενέμενε σθεναρά στην άρση κάθε αμφισβήτησης που συνεχόταν με την ηθική του υπόσταση»: Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., σελ. 241- πρβλ. και αυτόθι, σελ. 137 και 155, σημ. 23 και 66, όπου ο ίδιος ο Καραμανλής τονίζει την ανάγκη να μη «πλαστογραφείται» η ιστορία του. 37 Κατά δήλωση του ίδιου του Καραμανλή, όπως την μεταφέρει ο Μ. Ζενεβουά (όπ.π., σελ. 244), «Το ευχαριστώ το έχω δύσκολο». Οπως μαρτυρείται από άλλες πηγές, ο συνήθης έπαινός

53


του ήταν η γυμνή φράση «Εκανες καλή δουλειά» (Τ. Λαμπρίας, όπ.π., σελ. 28, Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., σελ. 41) ή, το πολύ, προς ξένους ηγέτες, «Εκτιμώ τη στάση σας» (Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 166). Η απαρέσκεια αυτή του Κ. Καραμανλή για επαίνους οφειλόταν, κατά τον Κ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 39-40), στον φόβο του μήπως έτσι δημιουργήσει την εντύπωση της κολακείας. 38 Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 91. 39 Πρβλ. Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 39: «Η απόσταση στον Καραμανλή είναι αποκύημα της ψυχοσύνθεσής του. Δεν την ζητάει˙ του είναι δοσμένη». Επίσης και κατά δηλώσεις του Κ. Καραμανλή στον Τ. Λαμπρία, όπ.π., σελ. 204-205, η εντύπωση του αγέρωχου και της απόστασης που δημιουργούσε στο περιβάλλον του ο Κ. Καραμανλής ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του να ξεπεράσει την αμηχανία που του προκαλούσε η φυσική του συστολή. 40 O Κ. Tσάτσος (όπ.π., σελ. 41) κάνει λόγο εδώ για το «πάθος της απόστασης» του Κ. Καραμανλή, ενώ και για τον Πέτρο Μολυβιάτη διηγούνται (Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 92-93) ότι, σε σχετική συζήτησή του με τον Κ. Καραμανλή, διαμείφθηκε και ο ακόλουθος διάλογος: ΚΑΡ.: Μου λένε ότι δεν έχω φίλους, κύριε Πέτρο. Εσύ δεν αισθάνεσαι φίλος μου; ΜΟΛ.: Πώς θα αντιδρούσατε, κ. πρόεδρε, αν σας έλεγα: «Έλα, ρε Κώστα, να παίξουμε κανένα ταβλάκι»; ΚΑΡ.: Ε, δεν είπαμε κι έτσι. Το πολύ-πολύ θα μπορούσες να μου πεις: «Ελάτε, κ. πρόεδρε, να παίξουμε ένα ταβλάκι». ΜΟΛ.: Βλέπετε, κ. Πρόεδρε, γιατί ποτέ δεν μπορώ να αισθανθώ φίλος σας; Η απόσταση που δημιουργείτε δε μου το επιτρέπει. Και την απόσταση αυτή δεν μου επιτρέπετε εσείς να καταργήσω». 41 Για εγωισμό του Καραμανλή, ως κάτι μάλιστα φυσιολογικό σε ισχυρές ηγετικές προσωπικότητες, ομιλούν ο Κωνστ. Τσάτσος, όπ.π., σελ. 69, και ο Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 176. 42 Για το θέμα αυτό ο Κ. Καραμανλής, σε επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 30) από το Παρίσι την 10.5.1966, αναφέρει και τα ακόλουθα: «Στο γράμμα σου ομιλείς και περί της μοναξιάς μου, η οποία και σε κάμει να με σκέπτεσαι περισσότερο. Δεν έχεις άδικο. Αυτή όμως, όπως ξέρεις συμφυής με τον χαρακτήρα μου, έγινε σχεδόν απόλυτος με την πολιτική...». 43 Ο Κ. Καραμανλής, σε σημείωμά του που συμπεριελήφθη στο Αρχείο του (τ.3, σελ. 86-87, κατά παραπομπή του Κ. Σβολόπουλου, όπ.π., σελ. 79 και σημ. 39), θεωρεί ότι μερικοί από τους συνεργάτες του και κυρίως εκείνοι που έφεραν γνωστά πολιτικά ονόματα δεν μπορούσαν να εξοικειωθούν με την ιδέα της ηγεσίας του, «λόγω της αυστηράς πολιτικής μου νοοτροπίας και της σταθεράς αποφάσεώς μου να ασκήσω ηγεσίαν ουσιαστικήν». Πάντως η αυστηρότητα αυτή, που ενίοτε τον έκανε να φαίνεται απότομος (Τ. Λαμπρίας, όπ.π., σελ. 16) ή και αυταρχικός (Μ. Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 246), ωστόσο διετηρείτο κατά κανόνα στο πλαίσιο της ευπρέπειας. Οπως αναφέρει ο Τ. Λαμπρίας,(όπ.π., σελ. 27), «Συνέβη πολλές φορές να τον δω ή να τον αντιληφθώ οργισμένο, αγανακτισμένο, ακόμη κι έξω φρενών. Ακόμη περισσότερες φορές πικραμένο κι απογοητευμένο. Ποτέ όμως έξαλλο, σε βαθμό που να μην ελέγχει τις φράσεις του, να ωρύεται και να βρίζει» -πρβλ. και Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 79.

54

44 «Δεν γνωρίζω άνθρωπο πιο μυστικό, πιο σιωπηλό, όταν το ήθελε. Πληροφορημένος για όλα, ενθυμούμενος τα πάντα, δεν εμπιστευόταν τίποτε σε κανένα»: Μ. Ζενεβουά, όπ.π., σελ. 248. Επίσης και κατά τον Κ. Τσάτσο, όπ.π., σελ. 26, [ο Καραμανλής], ακόμη και σε αυτούς που σαν ανθρώπους απόλυτα τους εμπιστεύεται, εν τούτοις δεν τους εμπιστεύεται τα πολιτικά μυστικά του». 45 Κατά τον Τ. Λαμπρία (όπ.π., σελ. 188), «οι περιβόητοι απότομοι τρόποι [του Κ. Καραμανλή] (...) είχαν το αντίκρυσμά τους στη βαθιά αυτοπεποίθηση για την ορθότητα όσων υποστήριζε. Και προέβαλλαν, πολύ περισσότερο απ’ όσο άφηνε να εννοηθεί η έξαψη της στιγμής, μια προσεκτικά μελετημένη θέση» -με ανάλογο πνεύμα και Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 85. Και ο ίδιος ο Καραμανλής, σε συνομιλία του με τον Τ. Λαμπρία (όπ.π., σελ. 166 –πρβλ. και σελ. 103), επιβεβαιώνει και εξηγεί: «Η σκληρότητά μου έχει άμεση σχέση με τη συναίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος. Γι’ αυτό και δεν συγχωρούσα σφάλματα – και πρώτα στον εαυτό μου». Επίσης και ο Κρις Μ. Γούντχάουζ, όπ.π., σελ. 161, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο κόσμος τον εθεώρησε σκληρό, αλλά ο Τσάτσος τροποποίησε την ετυμηγορία: επρόκειτο για σκληρότητα της θελήσεως, όχι της ψυχής» και, αφού κάνει μνεία άλλων παρόμοιων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του Καραμανλή, καταλήγει: «Εάν όλα αυτά ήσαν κοινωνικά ελαττώματα, ήταν όμως πολιτικά προτερήματα για έναν άνδρα που είχε βαλθεί να εξυγιάνει το δημόσιο βίο στην Ελλάδα, πράγμα που ο τόπος είχε μεγάλη ανάγκη». Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα περιπτώσεων κατά τις οποίες ο Κ. Καραμανλής εσκεμμένα «απόπαιρνε» τους υψηλούς συνομιλητές του, αναφέρονται συχνά από τους βιογράφους του, όπως π.χ. τον Κ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 36), τον Τ. Λαμπρία (όπ.π., σελ. 166 επ. και 190 επ.), τον Κ. Σβολόπουλο (όπ.π., σελ. 47 επ., και τον Γ. Αναστασόπουλο (όπ.π., σελ. 135 επ.). Ειδικώτερα για το περιστατικό με τον καγκελλάριο Σμιτ βλ. και Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ, στο συλλογικό έργο με τίτλο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ιστορικές Αποτιμήσεις, σελ. 34, έργο εκδοθέν από την Εταιρεία Ευρωπαϊκής και Διεθνούς Συνεργασίας με τα κείμενα εκδήλωσης που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μουσικής την 14.5.1997. 46 Ωστόσο, σε συνήθεις συσκέψεις με υπουργούς του και άλλους αρμόδιους κρατικούς παράγοντες, ο Κ. Καραμανλής, όπως μαρτυρείται από τον Γεώργιο Κασιμάτη, στη μελέτη του με τίτλο: «Κωνσταντίνος Καραμανλής –μια μαρτυρία για τον πολιτικό ηγέτη», εις: Κ. Σβολόπουλο/ Κωνστ. Μπότσιου/ Ευ. Χατζηβασιλείου (επιμ.), τ. Α΄, όπ.π., σελ. 222-242: 241, «δεν σε καλούσε –σε αντίθεση με άλλους ανώτατους λειτουργούς-για να πει τη γνώμη του χωρίς να σε ακούσει». Και ακόμη, «διατύπωνε πάντοτε τη γνώμη του μετά την εξάντληση της ενημέρωσής του και της συζήτησης». 47 Τούτο επισημάνθηκε και από τον Κ. Τσάτσο (όπ.π., σελ. 79-80), κατά τον οποίο [η αυστηρότητά λειτουργεί βλαπτικά για τον Καραμανλή], «όταν [αυτός] αποθαρρύνη τον συνομιλητή του να του πη, έστω και αδέξια, έστω και μπλεγμένα μέσα σε περιττολογίες και λαθεμένες σκέψεις, μια ουσιαστική και χρήσιμη αλήθεια». 48 Βλ. Γιάννη Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σελ. 110-113.

49 Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 37 επ., 184, στον οποίο αναφέρεται και ο Κ. Σβολόπουλος, όπ.π., σελ. 188 και σημ. 15. Επίσης, ενδιαφέρον είναι να σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time της 26.11.1976, είχε δηλώσει με υπεραισιοδοξία ότι «αν επρόκειτο να κατέλθω σήμερα στις εκλογές, το 80% του ελληνικού λαού θα εψήφιζε για μένα» (βλ. Αρχείο, τ. 9, σελ. 344), ενώ ως γνωστόν στις εκλογές της 20.11.1977 το κόμμα της «Νέας Δημοκρατίας», μολονότι ήλθε πάλι πρώτο και εσχημάτισε εκ νέου κυβέρνηση, όμως έλαβε ποσοστό μόλις 41,84.%. 50 Γ. Αναστασόπουλος, όπ.π., σελ. 182 επ. 51 Θουκυδίδη Ιστ., Β’ 65 –πρβλ. και Νέστ. Κουράκη, Ηγέτες σε εποχή κρίσης, εφημ. Το Βήμα, ένθετο «Βήμα Ιδεών» της 5.6.2010, σελ. 22. 52 Αριστοτέλους Πολιτικά, Ε΄7, 1309 a 32˙ πρβλ. του ιδίου, Γ΄5, 1281 a 5 και Πλάτωνος Πολιτεία, Ε΄473 d επ., και 487 a επ., όπου διακηρύσσεται και επεξηγείται το γνωστό ιδεώδες των φιλοσόφων – βασιλέων (αρχόντων). 53 Ισοκράτους προς Νικοκλέα, 5, 18 a, κατά μετάφραση του Μ. Πρωτοψάλτη, στην σειρά Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, αρ. 114, Αθήνα: «Δαίδαλος» - Ζαχαρόπουλος, χ.χ., σελ. 55. 54 Λέοντος του Σοφού Τακτικά, Διάταξις Κ΄, αρ. 215˙ πρβλ. Νέστ. Κουράκη, Διαχρονικές αρχές βυζαντινής στρατηγικής και τακτικής, Αθήνα: εκδ. Ποιότητα, 2012, σελ. 106-107. 55 Ισοκράτους Παναθηναϊκός, ια΄, 30 επ. – πρβλ. και Νέστ. Κουράκη, Κλασικά Ιδεώδη για μια Σύγχρονη Παιδεία, Αθήνα: Ροές, 2009, σελ. 93 και 137, σημ. 233, όπου ως ιδανικός θεωρείται κατά τον Ισοκράτη ο ηγέτης που συνδυάζει μεγαλοπρέπεια και ευγένεια, με την ειδικώτερη επισήμανση στον προαναφερθέντα ανωτέρω λόγο προς Νικοκλέα, 10, 21 d, ότι: «Από όλας τας παραγγελίας αυτή είναι η δυσκολωτάτη˙ διότι ως επί το πολύ θα εύρης εκείνους μεν που είναι μεγαλοπρεπείς να είναι ψυχροί, εκείνους δε εξ άλλου που θέλουν να είναι ευγενείς, να φαίνωνται μικροπρεπείς. Πρέπει να κάμης χρήσιν και των δύο αυτών τρόπων, δηλαδή της ευγενείας και της μεγαλοπρεπείας, να αποφεύγης όμως τα κακά, που έχει η κάθε μία από αυτάς». 56 Η σύγκριση αυτή επιχειρείται inter alia και από τον έγκριτο δημοσιογράφο Τίτο Αθανασιάδη σε σημείωμά του που δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή της 5.3.1995 και κατ’ αναδημοσίευση στο συλλογικό έργο Αποχαιρετισμός, με επιμέλεια Κατερίνας Βασιλοπούλου και Ελένης Χατζηαποστόλου, Αθήνα: Εκδόσεις «Ορίζων»/ Εταιρία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, χ.χ. (1995), σελ. 74-79. 57 Την έκφραση αυτή μνημονεύει ο Φώτης Κουβέλης, Πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς, στην ομιλία που εκφώνησε την 6.3.2013 σε εκδήλωση που διοργανώθηκε στην Αθήνα από το ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με αφορμή τη συμπλήρωση 15 ετών από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το κείμενο της ομιλίας του περιλαμβάνεται στον τόμο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Τότε και Τώρα, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2013, σελ. 39-43: 43.

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα Αφιέρωμα

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο πολιτικός φόβος και η καθυστέρηση του Λευτέρη Κουσούλη

Ο

χρόνος στην πολιτική μεταπλάθει την εικόνα των δημοσίων ανδρών. Προσθέτει και αφαιρεί. Αφαιρεί και προσθέτει. Κάθε αφήγηση για κάθε δημόσιο άνδρα, έχει πάντοτε ένα στοιχείο μυθοπλασίας, προερχόμενο κυρίως από τους φίλους που προσθέτουν θετικά και διαγράφουν τα αρνητικά. Αλλά και από εκείνους, οπαδούς ή μη, που εκμεταλλεύονται τον μύθο, που ψηφίδα - ψηφίδα «στήνεται» στον χρόνο. Η κριτική σκέψη στέκει απέναντι στους μύθους. Και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έχει από πολύ νωρίς περιβληθεί με στοιχεία μύθου. Φρόντισε και ο ίδιος να τα κατασκευάσει και οι επίγονοι να τα επιμεληθούν. Ως πραγματικός πολιτικός, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πέρα από μύθους και υμνητικές περιγραφές, υπήρξε στα δικά μου μάτια μια μέτρια πολιτική προσωπικότητα. Το ζήτημα της τελικής αποτίμησης ενός πολιτικού άνδρα, δεν έχει τόσο σχέση με τα εξωτερικά στοιχεία της δημόσιας παρουσίας του, όσο με τον πυρήνα της πολιτικής του στάσης. Με τον πυρήνα δηλαδή της πολιτικής του αντίληψης και φιλοσοφίας, που ορίζει τις ιεραρχήσεις, αξιολογεί τις προτεραιότητες και κατατάσσει στην σωστή θέση στον ιστορικό χρόνο το ασήμαντο και το σημαντικό. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής χαρακτηρίζεται από την τυφλή προσήλωση στο κράτος. Κατά κάποιον τρόπο, έχει μια θρησκευτικού τύπου πίστη στο κράτος. Όλα μπορούν να γίνουν με το κράτος και δια του κράτους. Και όλα πρέπει να γίνονται με το κράτος και δια του κράτους. Μέχρις αυτόν τον ορίζοντα έφτανε το φως της πολιτικής του φι-

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

λοσοφίας. Έχει ως προς αυτό μια παραλληλία με την Αριστερά. Και οι δύο αντιλήψεις, ρητά και άρρητα, κινούνται με την θεμελιώδη παραδοχή, ότι η κοινωνία μπορεί να τελεί «υπό κατασκευή», να διαμορφώνεται από κεντρικές παρεμβάσεις, να κατευθύνεται σύμφωνα με έναν κεντρικό σχεδιασμό και μια μηχανική λογική. Να «διατάσσεται» τελικά για το πώς θα λειτουργήσει και πώς θα πορευθεί. Έτσι, για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η κοινωνία είναι μια κατάσταση υπό διαμόρφωση, με την προϋπόθεση πάντοτε του ισχυρού κράτους, που έρχεται να επιβληθεί στις αδιαμόρφωτες και χαοτικές συχνά επιλογές της. Η δημιουργικότητα που ενυπάρχει σε κάθε κοινωνία, η αμφισβήτηση, η άρνηση, η εναντίωση στην εξουσία, ήταν, για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μια πηγή πολιτικού άγχους. Και επειδή οι κοινωνίες είναι και θα παραμείνουν πάντοτε στο βάθος μη καθοδηγούμενες οντότητες, αφού το αίτημα της ελευθερίας θα τις συνταράζει, το πολιτικό άγχος εγκαταστάθηκε στην καραμανλική φιλοσοφία ως πολιτικός φόβος. Οι εποχές αλλάζουν. Και ο χρόνος δεν μεταπλάθει μόνο την εικόνα των δημοσίων ανδρών αλλά παρασύρει και τις αντιλήψεις τους. Αυτό που αντιπροσώπευσε και συμβολίζει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι η συντηρητική εκδοχή της πολιτικής. Εμπεριέχει την επιβολή, υποθάλπει την αδράνεια, αρνείται τη μεταβολή και κρύβει τη βία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως εκφραστής αυτής της αντίληψης, υπήρξε τελικά παράγοντας καθυστέρησης της ελληνικής κοινωνίας στο μακρύ χρόνο. 55


Η Ελλάδα που δεν κατάλαβε του Γεωργίου Π. Μαλούχου

Π

άμε πίσω στο 1980, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παρέδιδε την εξουσία: τότε, το συνολικό ελληνικό δημόσιο χρέος βρισκόταν περίπου στο ύψος που ένα τέταρτο του αιώνος αργότερα βρέθηκε μόνο του το χρέος του ΙΚΑ. Αυτό είναι κάτι που αξίζει να σημειώσει κανείς πάνω από ο,τιδήποτε άλλο σήμερα, καθώς δυστυχώς μόνον τώρα γίνεται κατανοητό στο πλήρες βάθος του, κάτι που δεν συνέβαινε επί πολλά χρόνια. Γι αυτό άλλωστε, πριν από λίγο καιρό, πλην της Χρυσής Αυγής – κι αυτό λέει πολλά -, σύσσωμο το πολιτικό φάσμα της χώρας τιμούσε τα δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραμανλή σε μια πρωτοφανή εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής. Τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Καραμανλής ένωσε ακριβώς επειδή, λόγω όλων αυτών που ζούμε, η σημασία του έργου του για την Ελλάδα κατέστη πιο φανερή από ποτέ, ακόμα και σε εκείνους τους πολιτικούς χώρους που παλιότερα βρέθηκαν απέναντί του. Πότε άλλοτε στο παρελθόν αναγνωρίστηκε με τέτοια ευρύτητα η σημασία ενός ηγέτη, στη χώρα που η σορός του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν αφέθηκε ούτε καν να περάσει από την Αθήνα; Η Ελλάδα κατάλαβε, αλλά άργησε πάρα πολύ… Τα εθνικά επιτεύγματα του Καραμανλή της δεύτερης περιόδου, την Μεταπολίτευση, την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής, την Ελλάδα στην (τότε όχι ακόμα γερμανική) Ευρώπη, την οικονομική ανόρθωση της χώρας, τα γνωρίζουν φυσικά οι πάντες και, ρητά ή σιωπηρά, τα αποδέχονται εδώ και καιρό. Ομως, ο Καραμανλής δεν ήταν μόνον αυτά. Έχει έρθει πια η στιγμή για την ελληνική κοινή γνώμη να κοιτάξει και πιο πίσω, στην πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του, όταν ανέλαβε, το 1955, μία Ελλάδα κυριολεκτικά μέσα από τα ερείπια. Τότε που η Ελλάδα είχε πρακτικά μόλις βγει από τον φοβερό Εμφύλιο Πόλεμο και ο Καραμανλής σταμάτησε οριστικά τις πολιτικές εκτελέσεις. Ο ίδιος ο Χαρίλαος Φλωράκης σώθηκε την τελευταία στιγμή ανάμεσα σε πολλούς άλλους τελεσίδικα καταδικασμένους. Επίσης, όταν

56

έφυγε το 1963, ο Καραμανλής «παρέδωσε» λιγώτερους από το 10% των εκτοπισμένων και φυλακισμένων από εκείνους που είχε «παραλάβει». Φυσικά, η προπαγάνδα δεκαετιών όλα αυτά τα είχε κάνει στην άκρη και, μόλις τώρα, και αυτά, συνειδητοποιούνται. Όπως παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό η σφοδρή σύγκρουση του Καραμανλή ως υπουργού του Παπάγου στα μέσα του 1955, όταν αρνήθηκε να υπογράψει τον διαβόητο νόμο για το σκάνδαλο Ζήμενς της εποχής και έστειλε στον Λεωνίδα Παπάγο την παραίτησή του να την διαβιβάσει στον ασθενή Στρατάρχη. Η παραίτηση δεν έγινε δεκτή, ο νόμος για την Ζήμενς αποσύρθηκε και, σε τρείς μήνες, μετά τον θάνατο του Παπάγου, ο Καραμανλής, με απόφαση του Παύλου αλλά και με την ψήφο από την κοινοβουλευτική ομάδα του Συναγερμού, είχε γίνει πρωθυπουργός: έφυγε από το υπουργείο Συγκοινωνιών έχοντας μόλις αναθέσει στον Πικιώνη τα έργα γύρω από την Ακρόπολη και μόλις αυτά είχαν αρχίσει να εκτελούνται, αποτελώντας το σημαντικώτερο ίσως έργο εθνικής αυτοσυνειδησίας αλλά και διεθνούς επανατοποθέτησης της σύγχρονης Ελλάδας, την ώρα που διάφοροι επαγγελματίες και μη διανοούμενοι τον κατηγορούσαν ως «αμόρφωτο» - λες και δεν ήταν πρωθυπουργός, αλλά υποψήφιος διδάκτωρ, ειδικά σε έναν κόσμο που μείζονες καταστροφές έχουν επέλθει από διανοούμενους στην πολιτική… Το ΄55 στην πραγματικότητα ο Καραμανλής «κληρονομούσε» μια Ελλάδα που είχε πίσω της όχι μόνον τον Εμφύλιο, αλλά, πριν από αυτόν, την Κατοχή, τον Πόλεμο, τις δικτατορίες. Είχε ακόμα και τεράστιο αριθμό προσφύγων ,που δεν είχαν βρει μόνιμη, «ανθρώπινη» στέγη, από το 1922. Η Ελλάδα ήταν μία χώρα χωρίς υποδομές, χωρίς κοινωνικό κράτος (λ.χ., ανάμεσα σε πολλά άλλα, ο ΟΓΑ ήταν δικό του έργο), χωρίς τίποτα σχεδόν που να θυμίζει «Ευρώπη». Αυτήν την χώρα οδήγησε ο Καραμανλής στο οικονομικό θαύμα, που κορωνίδα του υπήρξε η πρώτη συμφωνία σύνδεσης της τότε ΕΟΚ. Η ΕΟΚ «γεννήθηκε» το 1957. Η Ελλάδα υπέγραψε την πρωτοποριακή ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα εκείνη συμφωνία μόλις τέσσερα χρόνια μετά. Με μία πορεία ανάπτυξης που ξεπερνούσε ακόμα και τους Ιαπωνικούς και Γερμανικούς μέσους όρους –τα παγκόσμια θαύματα της μεταπολεμικής εποχής– ο Καραμανλής δημιούργησε ένα ελληνικό θαύμα. Για να το πετύχει, δούλεψε με όλους: λ.χ., στην κορυφή της οικονομικής πολιτικής του βρισκόταν ο κεντρώος Ξενοφών Ζολώτας, ενώ ακόμα και ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρατεύθηκε για τον ίδιο σκοπό και επέστρεψε από την Αμερική – πολλοί σήμερα δεν γνωρίζουν ότι μέχρι τις εκλογές του 1961 ο Ανδρέας ήταν ένας από τους πιο πιστούς οπαδούς της προσπάθειας του Καραμανλή για την ευρωπαική οικονομική ανόρθωση της Ελλάδας και ότι το πρώτο του βιβλίο όταν γύρισε από το Μπέρκλεϋ γράφτηκε για να την ενισχύσει… Στην πρώτη οκταετία Καραμανλή, τηλεόραση στην Ελλάδα δεν υπήρχε. Τα μηνύματά του για το νέο έτος γίνονταν από το ραδιόφωνο. Σε αυτά – μπο-

ρεί να τα ακούσει κανείς και σήμερα σε διάφορα αρχεία– το κεντρικό του θέμα ήταν ένα: η συνεχής αγωνία του για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Γι’ αυτήν πάλευε με όλες του τις δυνάμεις και τα είχε καταφέρει όσο ποτέ άλλοτε σε αυτήν την χώρα. Σήμερα αυτήν την αγωνία και τις φοβερές της προεκτάσεις την καταλαβαίνουμε πια κυριολεκτικά στο πετσί μας. Η Ελλάδα αναζητά και πάλι αυτά που ο Καραμανλής της πρώτης περιόδου είχε πετύχει αλλά στον δρόμο, αργότερα, σταδιακά χάθηκαν: την ανεξαρτησία στην οικονομία και την επιστροφή στην ανάπτυξη, την σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, τον περιορισμό των άκριτων πολιτικών παθών, την αποσόβηση των απολύτως ορατών κινδύνων για την δημοκρατία, το χτίσιμο κοινωνικού κράτους – και αυτά δεν είναι τα μόνα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όλα αυτά είναι και πάλι επώδυνα, τραγικά επίκαιρα. Ίσως ακριβώς επειδή δεν θέλησε να καταλάβει, τουλάχιστον όσο υπήρχε καιρός...

Καραμανλής και άκρα δεξιά Την στιγμή που το τεύχος αυτό έφτανε στο τυπογραφείο, η Ελλάδα συγκλονιζόταν από την δολοφονία ενός νέου ανθρώπου. Κανείς δεν γνώριζε το πού ή το πώς αυτό το έγκλημα θα μπορούσε να οδηγήσει την χώρα – και πιθανόν οι πραγματικές πλήρεις συνέπιες αυτού του φόνου δεν θα έχουν γίνει φανερές ακόμα και όταν το περιοδικό φτάσει στους αναγνώστες του. Το βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε έναν σκοτεινό δρόμο από τον οποίο μπορεί να μην υπάρχει γυρισμός. Από τον οποίο η μόνη ελπίδα και πιθανότητα διαφυγής είναι η άμεση παύση ενός προγράμματος που υποτίθεται εφαρμόστηκε για να «σώσει» την Ελλάδα από δεινά που «θα» ερχόντουσαν και έφερε ήδη χειρότερα, χωρίς ταυτόχρονα όχι μόνον να εγγυάται την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, αλλά, αντιθέτως, να κινδυνεύει να την οδηγήσει στο συνολικό περιθώριο της Ευρώπης και του δυτικού κόσμου ως μία χώρα στην οποία εκκολάπτεται ο φασισμός – το πρώτο σημάδι ήρθε την ίδια κιόλας ημέρα με τις δηλώσεις Σβόμποντα εναντίον της επερχόμενης ελληνικής προεδρίας της ΕΕ: ο Αυστριακός πολιτικός είπε ότι τέτοια φαινόμενα δεν επιτρέπουν σε μία χώρα να ασκεί μια ευρωπαϊκή προεδρία… Όμως, το ζήτημα αυτού του σύντομου σημειώματος της τελευταίας στιγμής δεν έχει σκοπό την συνολική προσέγγιση και την κριτική αποτίμηση αυτής της νέας ελληνικής τραγωδίας που βρίσκεται σε εξέλιξη – αυτό απαιτεί πολύ περισσότερα. Το σημείωμα αυτό αφορά το κεντρικό θέμα .του παρόντος ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 3 . ΣΕΠ 2013 τεύχους, το αφιέρωμά του

στον Κωσταντίνο Καραμανλή. Και, υπό το φως των δραματικών εξελίξεων, θέλει να προσθέσει μία ακόμα διάσταση της πολιτικής του που, όπως και πολλές άλλες, τόσο άκριτα υποτιμήθηκε: αυτή της πολιτικής εξαφάνισης της άκρας δεξιάς από την Ελλάδα, την οποία ο ίδιος πέτυχε και η οποία τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, αναιρείται πιά ως κατάκτηση της ελληνικής δημοκρατίας. Τον Καραμανλή τον θεωρούν οι περισσότεροι «δεξιό». Είτε έχουν δίκιο είτε έχουν άδικο (ο υπογράφων πάντως δεν συμφωνεί με αυτήν την άποψη: ο Καραμανλής έφερε ενεργά όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της ανοικτότητας που ουδέποτε χαρακτήρισαν την ελληνική «λαϊκή» δεξιά), η ουσία είναι ότι ο Καραμανλής ήταν ο άνθρωπος που έβαλε το τέρας της ακροδεξιάς βαθιά στο κλουβί και την λήθη της ιστορίας, κάτι που κράτησε περίπου για σαράντα χρόνια. Εκείνος ήταν που κατάφερε να τους περιθωριοποιήσει, δυσανάλογα δε σε σχέση με την πραγματική τους δύναμη. Και, φυσικά, όχι επιλέγοντας τον δρόμο μιας εμπειριστικής πολιτικής σύμφωνα με την οποία, την ώρα που υπάρχουν νεκροί από την άκρα δεξιά, η κυβέρνηση δείχνει ως «ισοδύναμή» της την αριστερά και δη την αξιωματική αντιπολίτευση, κατασκευάζοντας εχθρούς που δεν υπάρχουν, σε μία δημοκρατία τόσο ασθενική πιά από τους αληθινούς της εχθρούς, που ήδη την ακρωτηριάζουν… Δεν σώζεται έτσι η δημοκρατία. Στις δύσκολες ειδικά ώρες, θέλει σύνθεση και όχι σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνους που, υποτίθεται ότι, την πιστεύουν. 57


Υπήρξε διακεκριμένος αλλά όχι μεγάλος

Ο

ι πραγματικά μεγάλοι ηγέτες δεν προσπαθούν να προκαταλάβουν ή να παραπλανήσουν την αναπόφευκτη ιστορική ετυμηγορία σχετικά με την προσωπικότητα και το έργο τους. Έχουν την αυτοπεποίθηση να θεωρούν ότι τόσο οι επιτυχίες όσο και οι αποτυχίες τους θα κριθούν τελικώς με αντικειμενικότητα, ως αναπόσπαστα μέρη της συνολικής τους παρουσίας στην πορεία του έθνους τους. Αντιμετωπίζουν τις δουλοπρεπείς, εξυμνητικές, αγιογραφικές προσεγγίσεις με απέχθεια και περιφρόνηση και επιδιώκουν την σκληρή κριτική, που αποτελεί μία αναμέτρηση με την Ιστορία, την μόνη άξια ενός μεγάλου. Η επιμελής θεσμική προετοιμασία της υστεροφημίας προδίδει ανασφάλεια για την μελλοντική επιστημονική αποτίμηση των πραγματικών διαστάσεων της προσφοράς ενός ηγέτη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, παρά την αγωνιώδη προσπάθεια των υπαλλήλων της μνήμης του να πείσουν περί του αντιθέτου, υπήρξε διακεκριμένος αλλά όχι μεγάλος (η φράση ανήκει σε στενό συνεργάτη και υπουργό του Καραμανλή). Οι ηγέτες στους οποίους η Ιστορία απέδωσε τον χαρακτηρισμό «μεγάλος» συνδυάζουν ένα πλήθος ατομικών χαρακτηριστικών, και συνδέονται με συγκλονιστικές ιστορικές στιγμές που αποδεικνύονται εκ των υστέρων καταλυτικές για το μέλλον του έθνους

58

του Μελέτη Η. Μελετόπουλου τους. Ο Καραμανλής, αν και σαφώς υπήρξε κορυφαία πολιτική προσωπικότητα του δευτέρου ημίσεως του Εικοστού Αιώνα, δεν διέθετε την μεγαλοφυία ενός Ελευθερίου Βενιζέλου. Δεν υπήρξε επαναστάτης, όπως ο μεγάλος Κρητικός, ούτε ποτέ διακινδύνευσε μετωπική ρήξη με το πολιτικό σύστημα της εποχής του (η φυγή του από την Ελλάδα το 1963 και η εκ του ασφαλούς εξουδετέρωση τηςήδη εξουδετερωμένης από την δικτατορία- μοναρχίας το 1974 δεν αποτελούν ρήξη). Δεν δημιούργησε, όπως ο Βενιζέλος, έναν νέο πολιτικό χώρο, αναδεικνύοντας νέα πρόσωπα και συγκεντρώνοντας τα καλύτερα στοιχεία της κοινωνίας του. Αλλά κληρονόμησε, στην πραγματικότητα υφάρπαξε ένα παλαιό κόμμα, και μάλιστα με ανορθόδοξες μεθόδους και όπλο την βασιλική εύνοια. Δεν αναδόμησε το κράτος και την κοινωνία της εποχής του, όπως ο Βενιζέλος την κοσμογονική διετία 191012, ούτε διηύρυνε την γεωπολιτική ισχύ του κράτους, όπως ο Βενιζέλος το 1912-1920. «Η ιστορία θα με αδικήσει γιατί δεν έκανα πολέμους», έλεγε ο Καραμανλής. Είχε όμως την ευκαιρία να υπερασπιστεί την εθνική αξιοπρέπεια το 1955, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία λίγες μέρες μετά την καταστροφή του Ελληνισμού της Κωνσταντινουπόλεως από τον τουρκικό όχλο. Αλλά εσιώπησε. Όπως και τον Αύγουστο του 1974, όταν επί των ημερών του στην ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα Κύπρο ο τουρκικός στρατός προήλασε και κατέλαβε την μισή Λευκωσία, ο Καραμανλής οχυρώθηκε πίσω από την μεγάλη απόσταση της Κύπρου από την Ελλάδα και αντέδρασε αποσύροντας την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αντί να παραμείνει και να το χρησιμοποιήσει εναντίον της Τουρκίας. Οι μεγάλοι έχουν και άλλα χαρακτηριστικά που δεν υπήρχαν στον Καραμανλή. Ο Βενιζέλος, ακόμη και αν δεν είχε πολιτευθεί ποτέ, θα εθεωρείτο κορυφαίος φιλόλογος μόνον από την μετάφραση του Θουκυδίδη. Αλλά και έναντι των συγχρόνων του ο Καραμανλής υστερούσε πνευματικά. Δεν είχε την ιδιοφυία του Σπύρου Μαρκεζίνη, ο οποίος ήταν ο σημαντικώτερος οικονομικός εγκέφαλος της εποχής του και εξ άλλου συνέγραψε και πολύτομο ιστορικό έργο. Δεν ήταν κορυφαίος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ούτε διέθετε την μαθηματική σκέψη και την διεθνώς αναγνωρισμένη νομική επιστημοσύνη του Παναγή Παπαληγούρα. Ο Καραμανλής δεν διέθετε κάν την παιδεία και την κουλτούρα του μέσου υπουργού των κυβερνήσεών του. Η έλλειψη παιδείας, όμως, περιόρισε τόσο την κατανόηση των βαθύτερων τάσεων της εποχής του όσο και το εύρος των επιλογών του. Αυτά τα σοβαρά ελλείμματα ασφαλώς δεν αντισταθμίστηκαν από το ισχυρό πολιτικό ένστικτο και την «όσφρηση» που διέθετε ο Καραμανλής. Οπωςδήποτε ο Καραμανλής ήταν προσωπικότητα με ισχυρή βούληση, αποφασιστικότητα και γρήγορα αντανακλαστικά. Επίσης ήταν ένας από τους λίγους νεοέλληνες πολιτικούς ηγέτες που αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα με αριθμούς. Στην πρώτη πρωθυπουργία του (αλλά όχι και στην δεύτερη) είχε την ευφυία να επιλέξει ικανούς συνεργάτες μη δεξιάς προέλευσης, με τους οποίους μπόρεσε να κυβερνήσει αποτελεσματικά. Για τα δεδομένα της μεταπολεμικής Ελλάδας ήταν ένας αποτελεσματικός manager. Επίσης, συνέλαβε, κατά την πρώτη πρωθυπουργία του, το πνεύμα των καιρών, δηλαδή την οικονομική ανάπτυξη, ενώ στην δεύτερη την πορεία προς την Ευρώπη. Αλλά η έλλειψη παιδείας υπήρξε υπαίτια για την τελική κατάρρευση των δύο μειζόνων εγχειρημάτων του Καραμανλή: της ανάπτυξης και του ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

εξευρωπαϊσμού της χώρας. Τα εγχειρήματά του αυτά ο Καραμανλής τα υπηρέτησε χωρίς να διαθέτει ευρύτερες οντολογικές και πνευματικές προϋποθέσεις, γι’ αυτό και τα έφερε εις πέρας μέχρις ενός ορισμένου, μη επαρκούς για την ευόδωση των ίδιων των στόχων του, σημείου. Η συμβολή του στην μεταπολεμική ανάπτυξη της Ελλάδας είναι αδιαμφισβήτητη, όπως αδιαμφισβήτητη είναι και η συμβολή του στην στρεβλότητα αυτής της ανάπτυξης. Διότι δεν ήταν σε θέση να συλλάβει και να αντιμετωπίσει εγκαίρως τις κοινωνιολογικές και πολιτισμικές επιπτώσεις της αναπτυξιακής έκρηξης που άρχισε ήδη από το 1952-3 και κορυφώθηκε επί της πρώτης πρωθυπουργίας του (1955-1963). Στην δεύτερη πρωθυπουργία του (1974-1980), ενώ επέτυχε την ιστορικής σημασίας ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, απέτυχε εντελώς να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ευόδωσης του εγχειρήματος, για τρεις λόγους: Πρώτον, απέτυχε να διαμορφώσει ιθύνουσα τάξη με ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, η οποία να είναι σε θέση να επωμιστεί το καθήκον της ενσωμάτωσης της υπανάπτυκτης Ελλάδας στον ευρωπαϊκό κόσμο. Αποτέλεσμα αυτής της αβελτηρίας του Καραμανλή ήταν η μοιραία περιθωριοποίηση της χώρας στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων και η μετεξέλιξή της σε παρία και μαύρο πρόβατο της ευρωπαϊκής οικογένειας. Στο ίδιο το κόμμα του ο Καραμανλής απέτυχε παταγωδώς να προσδώσει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, ανανεώνοντας με αξιοκρατικά κριτήρια το στελεχιακό του δυναμικό. Ήταν αυταρχικός και συγκεντρωτικός και δημιουργούσε γύρω του κλίμα φόβου, απεχθανόταν τον διάλογο και τον αντίλογο, η δε επικοινωνία των συνεργατών μαζί του είχε τα χαρακτηριστικά του οθωμανικού δεσποτισμού, δηλαδή της δουλοπρέπειας και της άνευ όρων υποταγής στον ηγεμόνα. Κάτι που απέκλεισε την προσέλκυση και ανάδειξη αξιοπρεπών και ανεξάρτητων προσωπικοτήτων, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Επίσης αυτός ο τρόπος άσκησης της εξουσίας απέκλειε τον δημιουργικό διάλογο, που αποτελεί την ασφαλέστερη οδό εξεύρεσης της ορθής λύσης στην πολιτική. Έτσι, σε αντίθεση με τον Βενιζέλο, ο Καραμανλής δεν διαμόρφωσε μία 59


νέα γενιά ηγετών, που θα ήταν σε θέση να υποστηρίξουν την πορεία της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη. Όταν παρέδωσε το κόμμα στους διαδόχους του, αυτό εξακολουθούσε να είναι ένα τριτοκοσμικό συνονθύλευμα μετριοτήτων, κολάκων, αυλικών και κληρονομικών τοπικών κοτζαμπάσηδων με πελατειακά δίκτυα, ανίκανο να αντιληφθεί τις επείγουσες προτεραιότητες του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της χώρας. Διότι βασικό πρόβλημα του ίδιου του Καραμανλή ήταν η ηγετική του ανασφάλεια και η προώθηση μετριοτήτων που δεν θα έθεταν σε διακινδύνευση την ηγετική θέση του ιδίου και της οικογένειάς του μέσα στο κόμμα. Δεύτερον, ο Καραμανλής απέτυχε να εκσυγχρονίσει το κράτος, ώστε αυτό να είναι σε θέση να λειτουργήσει με τα κριτήρια και τους κανόνες της ευρωπαϊκής οικογένειας. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ προϋπέθετε μία ριζική αναμόρφωση του κρατικού μηχανισμού, τουλάχιστον επιπέδου Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο μόνος που διέθετε, κατά την Μεταπολίτευση, την πολιτική ισχύ για να το πραγματοποιήσει, ήταν ο Καραμανλής. Ίσως φυσικά αυτό να υπερέβαινε τα όρια της ανθρώπινης αντοχής του και της πολιτικής του παιδείας, αλλά δεν φρόντισε να τοποθετήσει στα αρμόδια υπουργεία προσωπικότητες που θα μπορούσαν να επιφέρουν έστω οριακές βελτιώσεις. Συναφώς, και η δομή της οικονομίας παρέμεινε προβληματική και καθυστερημένη, με ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό (ο Καραμανλής προέβη σε καταιγισμό κρατικοποιήσεων), αδικαιολόγητο για μία χώρα που επρόκειτο να ενταχθεί σε ένα περιβάλλον ελεύθερης οικονομίας με κανόνες υγιούς ανταγωνισμού. Όπως η Ελλάδα πήγε το 1919 στην Μικρά Ασία χωρίς την απαραίτητη αντοχή των υλικών, δηλαδή τις οικονομικές, υλικοτεχνικές και ποσοτικές προϋποθέσεις, έτσι το 1979 εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα χωρίς τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις. Ο Καραμανλής φαίνεται ότι είχε επίγνωση, και το είχε διατυπώσει κυνικά με την φράση: «Έρριξα τους Έλληνες στα βαθειά, ή θα μάθουν να κολυμπούν ή θα πνιγούν». Τρίτον, ο Καραμανλής δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για το ιδεολογικό πεδίο. Η ιδεολογική επέλαση, μετά την πτώση της Δικτατορίας το 1974, της Αριστεράς σε όλες τις μορφές της και κυρίως στις 60

πιο ακραίες, η ιδεολογική κυριαρχία της στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στις εκδόσεις, στον τύπο και στην διανόηση, όχι μόνον δεν συνάντησε καμμία αντίσταση αλλά και προκάλεσε μία φοβική, αυτοενοχοποιητική, αυτολογοκριτική στάση της Δεξιάς. Από πλευράς Καραμανλή δεν υπήρξε απολύτως κανένα ενδιαφέρον, κανένας συστηματικός σχεδιασμός, κάποιος έστω εκσυγχρονισμός του πολιτικού λόγου, δημιουργία κάποιου κέντρου παραγωγής ιδεολογίας, υποστήριξη εκδοτικών δραστηριοτήτων, προώθηση αντιμαρξιστών ή απλά μη μαρξιστών διανοουμένων σε καίριες θέσεις. Η απώλεια, όμως, της ιδεολογικής ηγεμονίας δεν στοίχισε απλώς στην Δεξιά την εξουσία για τα επόμενα τριάντα χρόνια, αλλά το σπουδαιότερο: υπονόμευσε, στο βαθύτερο επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας, δηλαδή της αίσθησης του ανήκειν, του γενικώτερου προσανατολισμού της κοινωνίας, των στάσεων και νοοτροπιών, των ηθών και του πολιτισμού, την δυτική πορεία της Ελλάδας και την πολιτισμική προσχώρησή της στον ευρωπαϊκό κόσμο. Η μεταπολεμική αστίζουσα ιθύνουσα τάξη, χωρίς αμφιβολία προβληματική, που πάντως άκουγε κλασσική μουσική, διάβαζε ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ήταν στραμμένη ψυχικά προς την Ευρώπη ως θεμελιακό σημείο αναφοράς, ηττήθηκε κατά κράτος το μοιραίο 1981 από ένα κοινωνιολογικό συνονθύλευμα με ανατολίτικα, τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά και αντιευρωπαϊκή συνείδηση. Έτσι, όπως το διατύπωνε ο διανοούμενος, στενός συνεργάτης και σύμβουλος του Καραμανλή την περίοδο 1955-63 Δήμης Πουλάκος, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1979 εξελίχθηκε όπως η υπογραφή της Συμφωνίας της Φερράρας το 1438 μεταξύ του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου και του Πάπα, η οποία αν και τυπικώς ισχύουσα ακυρώθηκε στην πράξη από το ισχυρό ανθενωτικό ρεύμα της βυζαντινής κοινωνίας, με αποτέλεσμα οι παπικοί απεσταλμένοι να εκδιωχθούν κακήν-κακώς από την Κωνσταντινούπολη. Αυτή η τελευταία αποτυχία, ασφαλώς όχι μόνον του Καραμανλή αλλά ολόκληρης της ελληνικής αστικής τάξης, ίσως είναι η βαθύτερη αιτία της χρεωκοπίας του 2010. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα

Ο Καραμανλής πριν το 1963 της Βασιλικής Π. Μεσθανέως «Κύριοι Βουλευταί. Η ιστορία και η γεωγραφική θέσις της Ελλάδος έχουν προσδιορίσει την τοποθέτησιν αυτής παρά το πλευρόν των δυτικών δημοκρατιών»1

Η

πλήρης εσωτερίκευση των ιδεολογικών συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου (1945-1949) και του Ψυχρού Πολέμου (1945-1989), δηλαδή της διάστασης μεταξύ ανατολικού και δυτικού συνασπισμού, που ήταν σε πλήρη ανάπτυξη κατά την χρονική περίοδο της πρώτης οκταετίας (1955-1963) του Κ. Καραμανλή, αποκρυσταλλώθηκαν με μεγάλη ενάργεια σ’ αυτήν την στρατηγικής αξίας διαπίστωση/διατύπωσή του ενώπιον της ελληνικής βουλής. Ο Κ. Καραμανλής, αν και δεν υπήρξε ο κύριος δημιουργός του ιδιότυπου θεσμικού πλέγματος που έθεσε τους περιοριστικούς όρους άσκησης του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα μετά την λήξη του Εμφυλίου Πολέμου[2], υπήρξε εν τούτοις ένας από τους πλέον άρτιους ιδεολογικούς εκφραστές και εφαρμοστές του. Είναι χαρακτηριστική μία εξαιρετικά ρεαλιστική ομιλία του στην βουλή, το 1950, ως απλός ακόμη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, κατά την οποία προέβλεψε και προδιέγραψε ουσιαστικά όλη την πορεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος μέχρι το 1974. Καθώς και τη δική του προσωπική πορεία έως τότε: «... (ότι) εκείνο το οποίον χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει σχεδόν αποκλειστικώς την εθνικήν μας

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

ζωήν από της απελευθερώσεως και εντεύθεν και το οποίον χρησιμοποιείται ως κριτήριον δια την τοποθέτησιν των Ελληνικών κομμάτων είναι η αντιμετώπισις του κομμουνιστικού κινδύνου και (ότι) όλοι οι άλλοι θεωρητικοί διαχωρισμοί, τους οποίους δημιουργούμεν μεταξύ μας δια να δικαιολογήσωμεν την ύπαρξιν πληθύος αυτοτελών κομμάτων, στερούνται υπό τας σημερινάς τουλάχιστον συνθήκας αξίας πρακτικής. Κατά την γνώμην μου, ένα είναι το θέμα το οποίον έχει ν’ αντιμετωπίση ο πολιτικός κόσμος της χώρας μας. Να κρατήση, με μίαν σταθεράν και σώφρονα πολιτικήν, ορθήν την Ελλάδα, μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν το δράμα το οποίον δημιουργεί η σύγκρουσις του κομμουνισμού με την ιδέαν της ελευθερίας θα εύρη διεθνώς την λύσιν του»[3]. Δηλαδή μίας δυτικού τύπου φιλελεύθερης ιδεολογίας, προσαρμοσμένης στις ελληνικές ιδιαιτερότητες του περιορισμένου κοινοβουλευτισμού, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1967, και για όσο χρονικό διάστημα αυτό ήταν αναπόφευκτο, δηλαδή για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκούσε ο διεθνής Ψυχρός Πόλεμος. Ενδο-ελληνική εκδοχή της φιλελεύθερης ιδεολογίας, η οποία διαχώριζε τις υπόλοιπες πολιτικές παρατάξεις, χαρακτηρίζοντάς τις σύμφωνα με την αντι- ή φιλο61


κομμουνιστική τοποθέτησή τους («εθνικόφρονες» από την μία πλευρά και «συνοδοιπόροι» του «συμμοριτισμού» και/ή «αντεθνικώς δρώντες» από την άλλη πλευρά), καθώς και με την αυτο-τοποθέτηση των ιδίων των παρατάξεων απέναντι στον διαχωρισμό αυτόν[4], έως ότου, η με οποιονδήποτε τρόπο λήξη του Ψυχρού Πολέμου, καθιστούσε περιττό τον διαχωρισμό αυτό σε εθνικόφρονες και μη ή σε αντικομμουνιστές και φιλοκομμουνιστές. Ο Κ. Καραμανλής, πεπεισμένος δυτικόφιλος[5] και αντικομμουνιστής[6], οπαδός του οικονομικού φιλελευθερισμού[7], άνθρωπος του εφικτού[8], κράτησε την κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα από τον Οκτώβριο του 1955 έως τον Μάιο του 1963, έχοντας ως θεμέλια της πολιτικής του αφ’ ενός την εθνικοφροσύνη, τα όρια της οποίας κατοχύρωνε το «σταθερό κράτος», το οποίο ήταν απαραίτητο, όχι μόνο για να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις, αλλά και για να επιτύχει την οικονομική ανάπτυξη που είχε προδιαγράψει. Αφ’ ετέρου δε την αδιαπραγμάτευτη ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο και, ειδικώτερα, στο ΝΑΤΟ[9]. Ήταν δύο στοιχεία, τα οποία, για τον Κ. Καραμανλή των ετών 1955-1963, ήταν αμετακίνητα[10]. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957, παρά την σκληρή κριτική της αντιπολίτευσης για το Κυπριακό, με βάση την οποία οι αριστερές πτέρυγες ζητούσαν αποδέσμευση της Ελλάδας από τις δυτικές συμμαχίες της και την ευθυγράμμισή της με τους Αδέσμευτους ή την διακοπή των ελληνοβρεταννικών σχέσεων, ο Κ. Καραμανλής αντέτεινε σταθερά την συμμετοχή της χώρας στο δυτικό στρατόπεδο[11], αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις δυσκολίες που η γραμμή αυτή μπορούσε να προκαλέσει σε θέματα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής[12]. Είχε όμως και ένα χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπικό προσόν, αλλά στην πολιτική διαχείριση αναδείχθηκε συχνά σε ελάττωμα: αυτό της προσωπικής άποψης για τον τρόπο εφαρμογής κάθε θέματος, είτε σε ελληνικό είτε σε διεθνές επίπεδο, παρ’ όλο που δεν ξέφευγε ποτέ από τα πλαίσια του δυτικού στρατοπέδου και των συμμαχιών του στο πλαίσιο αυτού[13]. Προσωπική άποψη, που σήμαινε αφ’ ενός απόλυτη τήρηση του πλαισίου πολιτικής δράσης και των όρων αυτού, 62

δηλαδή του δυτικού πλαισίου και των συμμαχιών εντός αυτού, αφ’ ετέρου όμως διαφοροποίηση, όπου ο ίδιος έκρινε ότι επιβαλλόταν, στην μέθοδο και τα μέσα δράσης. Δηλαδή, στον τρόπο εφαρμογής των δυτικών αρχών στην εθνική πολιτική της Ελλάδας. Έτσι, αρνείτο να δεχθεί υποδείξεις όταν η πολιτική που εφάρμοζε δεν αντίκειτο στην γενική στρατηγική κατεύθυνση του δυτικού στρατοπέδου, όπως π.χ. στην περίπτωση της κρίσης στο Σουέζ, όπου διαφοροποιήθηκε τελείως από την αγγλο-γαλλική πολιτική. Ή επεδίωκε διαφοροποιήσεις όταν η θέση της Ελλάδας κινδύνευε να δυσχερανθεί σημαντικά σε διεθνές ή περιφερειακό επίπεδο, όπως π.χ. στον τρόπο εφαρμογής του Δόγματος Αϊζενχάουερ[14] για την Μέση Ανατολή από την Ελλάδα στο βαθμό που αυτό θα επηρέαζε τις σχέσεις της με τους Άραβες. Ή ακόμη και στον τρόπο εγκατάστασης των πυραυλικών βάσεων στην Ελλάδα, όταν στην διάσκεψη κορυφής του Ν.Α.Τ.Ο. το 1957 πρότεινε την εφαρμογή της «αρχής της καθολικότητας», ώστε να αποφύγει την μετατροπή της Ελλάδας σε μοναδικό στόχο της Ε.Σ.Σ.Δ. Αυτό δεν αναδείχθηκε σε μείζον πολιτικό προσόν του, διότι οι μετεμφυλιακοί και ψυχροπολεμικοί ιδεολογικοί επικαθορισμοί ήταν κατά πολύ ισχυρότεροι από τις οποιεσδήποτε αποχρώσεις ή προσωπικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του καθ’ ενός από τα δύο μείζονα στρατόπεδα και απαιτούσαν πολλές φορές πλήρη ευθυγράμμιση είτε με τη νατοϊκή ή την αμερικανική στάση σε διεθνές επίπεδο, είτε με την στρατηγική των παραγόντων του πολιτικού καθεστώτος (Στρατού, Συμμάχων, Στέμματος) μέσα στην Ελλάδα. Αλλά και ούτε τον βοήθησε στην πολιτική διαδρομή του έως το 1963. Αντίθετα, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην πορεία του μετά το 1974[15]. Βέβαια, κατά την μετεμφυλιακή περίοδο, οι αποχρώσεις αυτές στην συμπεριφορά του Κ. Καραμανλή δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αντιληπτές πάντα από τους πολιτικούς αντιπάλους του, ούτε και ο ίδιος φαινόταν να το επιδιώκει, δεδομένου ότι η λογική που είχε επιβληθεί με τη νομοθεσία των εκτάκτων μέτρων και το σύστημα του περιορισμένου κοινοβουλευτισμού, τα οποία ο ίδιος υπηρετούσε πιστά, λειτουργούσαν απαγορευτικά για την δημόσια εκδήλωσή τους ή έστω και την ενημερωτική γνωστοποίησή τους ακόμη και στους ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα «εθνικά αποδεκτούς» πολιτικούς αντιπάλους του. Έτσι, είναι, επίσης, χαρακτηριστική η προσωπική άποψη την οποία εξέφρασε ως υπουργός Δημοσίων Έργων, στις 3 Δεκεμβρίου 1954, σε επιστολή που απηύθυνε προς τον πρωθυπουργό, τον στρατάρχη Παπάγο, την επαύριον της αποχώρησης των μαρκεζινικών υπουργών, και πριν τον ανασχηματισμό που ακολούθησε. Εντόπισε δύο βασικές αδυναμίες στην μέχρι τότε διακυβέρνηση του Ελληνικού Συναγερμού κατά την πρώτη διετία του: «πρώτον, η προέλευσις και η ιδιοσυγκρασία των προσώπων, τα οποία ήσκησαν την οικονομικήν του πολιτικήν, αλλά και συγκεκριμέναι πολιτικαί πράξεις τον ετοποθέτησαν απολύτως δεξιά και, δεύτερον, η οικονομική αύτη πολιτική ησκήθη κατά τρόπον ώστε να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι δι’ αυτής δεν εξυπηρετήθησαν απλώς μεγάλα συμφέροντα αλλά πολλάκις και ύποπτα τοιαύτα. Εάν προστεθή και το γεγονός ότι ο Συναγερμός δια της μεγαλοστόμου πολιτικής του κ. Μαρκεζίνη εδημιούργησεν ψευδείς εντυπώσεις και αβασίμους ελπίδας, δυνάμεθα να εξηγήσωμεν την κάπως δυσάρεστον ατμόσφαιραν εντός της οποίας κινείται σήμερον η Κυβέρνησις». Στην συνέχεια αφού συνιστά «απολογισμόν του μέχρι τούδε κυβερνητικού έργου, δια του οποίου να αναγνωρίζηται ότι διεπράχθησαν ωρισμένα σφάλματα ... και θα τονίζη το θετικόν έργον της κυβερνήσεως», υποδεικνύει μερικά μέτρα κοινωνικής-οικονομικής πολιτικής, τα οποία αποκαλούσε «νέαν πολιτικήν, η οποία, χωρίς να είναι εντυπωσιακή, δέον να εκδηλωθή δια συγκεκριμένων μέτρων τα οποία θα αποδεικνύουν εμπράκτως την αλλαγήν», και τα οποία αφορούσαν: «α. ... μεταβολή εις την εργατικήν πολιτικήν μας, εφ’ όσον υπάρχει η εντύπωσις ότι η πολιτική αύτη εμπνέεται από τους βιομηχάνους και εργοδότας, β. εις την πολιτικήν των πιστοδοτήσεων πρέπει να δοθή προτεραιότης εις την γεωργίαν, γ. θα πρέπει να αποφευχθή η περαιτέρω άρσις του ενοικιοστασίου. Διότι δεν συγχωρείται η άρσις κοινωνικού μέτρου εις εποχήν κοινωνικής στενότητος, δ. θα πρέπει να επιδιωχθή σοβαρώς η είσπραξις των παγωμένων πιστώσεων, έστω και αν πρόκειται να κλείσουν μερικαί παθητικαί επιχειρήσεις, ε. θα πρέπει να ανακοινωθούν τα δάνεια τα οποία εχορηγήθησαν κατά το τελευταίον προ της αναπροσαρμογής τρίμηνον και να ληφθούν μέτρα εναντίον εκείνων, ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

οίτινες αδικαιολογήτως τα έλαβον, στ. θα πρέπει δια λόγους ουσιαστικούς και ψυχολογικούς να περιορισθή η ελευθερία των εισαγωγών ως προς τα είδη πολυτελείας, ζ. θα πρέπει να επιδιωχθή μεγαλυτέρα διαφοροποίησις μεταξύ αμέσου και εμμέσου φορολογίας, η. να καταρτισθή πρόγραμμα επενδύσεων ρεαλιστικόν, ανταποκρινόμενον εις τα μέσα τα οποία διαθέτει η Κυβέρνησις ...»[16]. Όντως, ο στρατάρχης Παπάγος προέβη σε δημόσια αυτοκριτική και έλαβε μερικά μέτρα κοινωνικής πολιτικής, λιγώτερο εντυπωσιακά και ρηξικέλευθα, όμως, από αυτά που του συνέστησε ο υπουργός Δημοσίων Έργων. Το πλέον ευάλωτο στοιχείο της πρωθυπουργικής θητείας του Κ. Καραμανλή, κατά την οκταετία 1955-1963, ήταν ο διορισμός του από τον βασιλιά Παύλο στην πρωθυπουργία. Οι αρχειακές αμερικανικές πηγές, ιδιαίτερα της CIA[17], δείχνουν ανάγλυφα ότι ο διορισμός του Κ. Καραμανλή ανταποκρινόταν στα κριτήρια του Στρατού, και ειδικώτερα του Ι.Δ.Ε.Α. (συνέχιση του αντικομουνιστικού κράτους) και των Αμερικανών (λύση του Κυπριακού πριν αυτό βλάψει ανεπανόρθωτα τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις), ο δε βασιλιάς[18], αφού συμφώνησε, ανέλαβε να φέρει σε πέρας το διαδικαστικό μέρος[19] του διορισμού του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης σύμφωνα με την μοναρχική/ορλεανική εφαρμογή των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του[20]. Η ψήφος εμπιστοσύνης, που δόθηκε στη νέα κυβέρνηση υπό τον Κ. Καραμανλή, διέσωσε την βασιλική υπερ-θεσμική πρωτοκαθεδρία και σταθεροποίησε για τα επόμενα οκτώ χρόνια τον Κ. Καραμανλή ως πρωθυπουργό. Ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής, αφού εξιστόρησε, σε κείμενο που υπαγόρευσε στην διάρκεια της διαμονής του (1963-1974) στο Παρίσι, όλο το σχετικό παρασκήνιο[21], δικαιολόγησε τη στάση του βασιλιά και κατέληξε: «Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι θα ήτο δημοκρατικώτερον εάν το απορφανισθέν κόμμα ανεδείκνυε τον νέον αρχηγόν του και ανετίθετο εν συνεχεία εις αυτόν η εντολή. Η κρισιμότης όμως των περιστάσεων και η βεβαιότης ότι η διαδικασία αυτή δεν θα έδιδε λύσιν εις την πολιτικήν κρίσιν, επέβαλε εις τον βασιλέα να κάμη χρήσιν της διακριτικής του εξουσίας»[22]. Η διαπίστωση αυτή, η οποία στην πρώτη παράγραφό της εμπεριέχει την 63


ουσιαστική παραδοχή για τον αντι-κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της μεταβολής που έγινε, εμπεριέχει και ένα δεύτερο, ακόμη σημαντικώτερο, στοιχείο στην δεύτερη παράγραφό της. Ότι, χωρίς αυτήν την μεταβολή, έτσι όπως έγινε, η ελληνική δεξιά θα έχανε την ευκαιρία να προσαρμοστεί στις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας, έτσι όπως την είχε διαμορφώσει το αντικομουνιστικό πολιτικό καθεστώς της έκτακτης νομιμότητας, και όπως και οι τρεις διαμορφωτικοί παράγοντές του (υπερθεσμικό Στέμμα, Στρατός, Αμερικανοί) απαιτούσαν να συνεχιστεί[23]. Αντίθετα, οι ισχυρές κεντρόφυγες και διαλυτικές τάσεις, λόγω των σαφών ομαδοποιήσεων στον εσωτερικό του Ελληνικού Συναγερμού, μαζί με την έντονη προσωπική αντιπαράθεση των Π. Κανελλόπουλου και Στ. Στεφανόπουλου για την διαδοχή του στρατάρχη και την πρωθυπουργία, οδηγούσαν την κυβερνητική παράταξη (και σε προέκταση την ευρύτερη αντικομμουνιστική «εθνική» παράταξη) σε παρακινδυνευμένες εξελίξεις για την διατήρηση και την άσκηση της εξουσίας. Γεγονός που ήταν απαγορευτικό στις μετεμφυλιακές συνθήκες του περιορισμένου κοινοβουλευτισμού και της κυριαρχίας του πολιτικού καθεστώτος. Αυτό, πάντως, που και οι τρεις αυτοί παράγοντες (υπερ-θεσμικό Στέμμα, Στρατός, Αμερικανοί) δεν γνώριζαν εκείνη την στιγμή, και αυτό θα αποδειχθεί εκ των πραγμάτων και εκ των υστέρων, ήταν ότι ο μοχλός τον οποίο χρησιμοποίησαν για την αναπροσαρμογή αυτή, δηλαδή ο Κ. Καραμανλής, είχε και την δική του αυτόνομη άποψη για τον χειρισμό των διαμορφωτικών στοιχείων της πραγματικότητας αυτής. Έτσι, κατά την συζήτηση του Κυπριακού στην ελληνική βουλή, στις 30.11.1956, ο Καραμανλής έκανε μία εντυπωσιακή εξίσωση, σε εποχή Ψυχρού Πολέμου και με δεδομένη την αδιαπραγμάτευτη ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο, των δύο επεμβάσεων, των Σοβιετικών στην Ουγγαρία και των Αγγλο-Γάλλων στο Σουέζ, χαρακτηρίζοντας και τις δύο ως πραξικοπήματα[24], στην προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από την επεμβατική πολιτική των Βρεταννών στο Κυπριακό. Δηλαδή, όταν οι συγκυρίες τον αποδέσμευαν περιστασιακά από τα δύο θεμέλια της πολιτικής αντίληψής του, την εθνικοφροσύνη και την προ64

σήλωση στο Ν.Α.Τ.Ο., μπορούσε να προβεί σε διαπιστώσεις οι οποίες τον αποστασιοποιούσαν αντικειμενικά από το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η επιλογή λοιπόν του Κ. Καραμανλή ως πρωθυπουργού μακροπρόθεσμα αντέστρεψε τα αποτελέσματά της, αφού ο Καραμανλής, όπως και ο στρατάρχης Παπάγος, δεν αποδέχθηκε ποτέ τον ρόλο του καθοδηγούμενου πρωθυπουργού από τον βασιλιά. Η προσωπική επιθυμία του Κ. Καραμανλή να υποκαταστήσει το Στέμμα στο πολιτικό μερίδιο του πολιτικού καθεστώτος και να συμμετέχει στο κέντρο της λήψης των ουσιαστικών πολιτικών αποφάσεων, υπήρξε η πραγματική αιτία των προστριβών του με το Στέμμα από το 1961 και μετά, του στέρησε δε τελικά την κυβερνητική εξουσία τον Ιούνιο του 1963, λόγω της ανατροπής στην σχέση αυτή που επεχείρησε με την συνταγματική αναθεώρηση που πρότεινε το Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Γι’ αυτό, οι σχέσεις του βασιλιά με τους πρωθυπουργούς των δύο δεξιών κυβερνητικών περιόδων (Παπάγο 1952-1955 και Κ. Καραμανλή 1955-1963) εμπεριείχαν, εκτός από την ιδεολογική ταυτότητα, και οξείες φάσεις αντιθέσεων και συγκρούσεων. Ο θεσμός του Πρωθυπουργού προσωποποιήθηκε έντονα από τον Κ. Καραμανλή. Η πρώτη τριετία της θητείας του είχε λιγώτερο εμφανείς διακυμάνσεις ως προς τις σχέσεις αυτές, εκτός από την κυβερνητική κρίση του Μαρτίου 1958, που οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή και στη διεξαγωγή εκλογών. Μετά τις εκλογές του 1958, με την ανάδειξη της Ε.Δ.Α. ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και κυρίως μετά τις δημοτικές εκλογές του 1959, οπότε οι δυνάμεις καταστολής άρχισαν να στρέφονται και κατά των κεντρώων κομμάτων και οπαδών, η εσωτερική κατάσταση άρχισε να γίνεται περισσότερο σύνθετη. Οι εκλογές του 1961 ήταν το έναυσμα ανακατατάξεων στις σχέσεις του Κ. Καραμανλή με το Στέμμα. Σχέσεις οι οποίες είχαν έναν κατ’ αρχήν σημαντικό θεσμικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο πρωθυπουργός ήταν υποχρεωτικά ο κυριώτερος πολιτικός σύμβουλος του βασιλέως. Και όντως, ο Κ. Καραμανλής έπαιξε πάντοτε το θεσμικό ρόλο του υπεύθυνου πρωθυπουργού, ο οποίος κάλυπτε τον τυπικά ανεύθυνο ανώτατο άρχοντα για όλες τις πράξεις του. Έτσι, σε κατηγορίες του ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα τύπου και της αντιπολίτευσης για τις πολυτελείς κρουαζιέρες πολυπληθών ομάδων ξένων πριγκίπων, που οργάνωσε το βασιλικό ζεύγος, και για την αύξηση της βασιλικής χορηγίας που ζητήθηκε από την βουλή ή για την επιχορήγηση της πριγκίπισσας Σοφίας για τον γάμο της, ο Κ. Καραμανλής, θεσμικά υποχρεωμένος να υπερασπιστεί το Στέμμα, ως φορέα της μορφής του πολιτεύματος, απέδωσε στις 27 Σεπτεμβρίου 1956 την πολιτική ευθύνη των κατηγοριών κατά των πράξεών των στην αριστερή αντιπολίτευση και τους συνοδοιπόρους της[25]. Πάντως, παρ’ όλο που η κυβέρνηση αδυνατούσε να ελέγξει το σύνολο των βασιλικών δραστηριοτήτων (κυρίως τους βασιλικούς εράνους που επόπτευε η βασίλισσα και τα βασιλικά ιδρύματα στα οποία προέδρευε η ίδια), παρενέβη, μαζί με την αύξηση της βασιλικής χορηγίας, και ρύθμισε την μισθολογική κατάσταση των αυλικών, ενώ αύξησε τα ασυμβίβαστά τους, γεγονός που μάλλον θα στοιχίσει στον Κ. Καραμανλή την μετέπειτα πολιτική εχθρότητα του υπασπιστή του βασιλέως Παύλου, του Χ. Ποταμιάνου[26]. Κατά μαρτυρία του Π. Κανελλόπουλου[27], ο βασιλιάς είχε παραβιάσει ευθέως την συνταγματική διαδικασία της σύνταξης του Λόγου του Θρόνου από την κυβέρνηση κατά τα τελευταία χρόνια των κυβερνήσεων Καραμανλή. Ο Λόγος του Θρόνου στο Κοινοβούλιο συνετάσσετο από προσωπικούς συνεργάτες του βασιλιά, και όχι από τον πρωθυπουργό, ο οποίος τον διόρθωνε εκ των υστέρων. Έγινε, δηλαδή, ως προς την σύνταξη των Λόγων του Θρόνου, υποκατάσταση της πολιτικής ευθύνης της κυβερνήσεως από το Στέμμα, κατά παράβαση του συνταγματικού ανεύθυνου του βασιλέως. Το ίδιο και οι επίσημοι βασιλικοί λόγοι σε διάφορες εκδηλώσεις εκφωνούντο χωρίς την σύμφωνη πολιτική γνώμη της κυβέρνησης, όπως φαίνεται αυτό από επιστολή που απηύθυνε ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής προς τον βασιλιά στις 3.10.1962[28]. Από τον Οκτώβριο του 1962 είχε γίνει δημόσια προφανές ότι οι σχέσεις του Κ. Καραμανλή με τον βασιλιά είχαν χάσει το στοιχείο της εμπιστοσύνης, ενώ αντίθετα οι σχέσεις του βασιλιά με τον Στρατό είχαν ισχυροποιηθεί γεγονός που τον ενίσχυε στην διένεξή του με τον πρωθυπουργό[29]. Ο Κ. ΚαραΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

μανλής είχε απευθύνει επιστολή στον βασιλέα, εφιστώντας του την προσοχή για τον τρόπο με τον οποίο η βασιλική οικογένεια χειριζόταν την δημόσια εικόνα της και τα οικονομικά της, ενώ πρότεινε την υπαγωγή της διαχείρισης των εράνων της βασίλισσας σε δημόσιο οργανισμό. Η απάντηση του βασιλέως έδειξε την βαθειά του ενόχληση για τις παρατηρήσεις αυτές, ενώ απέδωσε στον Κ. Καραμανλή την πρόθεση να υιοθετήσει τις απόψεις της αντιπολίτευσης εναντίον της βασιλικής οικογένειας[30]. Αμερικανικές πηγές αποκάλυψαν σε σημαντικό βαθμό το επίπεδο των σχέσεων του Κ. Καραμανλή με το Στέμμα[31]. Η βασίλισσα Φρειδερίκη εμφανίζεται, στις 31 Ιανουαρίου 1963, σε συνομιλία της με τον σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, να κατηγορεί τον τότε Πρωθυπουργό για «πολύ κακή κρίση», παρ’ όλο που του αναγνωρίζει «μεγάλες ικανότητες» και το γεγονός ότι ήταν «εξ ολοκλήρου πιστός στην μοναρχία», ενώ χαρακτήρισε με αρνητικά σχόλια και τους υπόλοιπους εθνικόφρονες πολιτικούς[32]. Τον Ιούνιο του 1963, όμως, οι όροι ανεστράφησαν πλήρως με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Κ. Καραμανλή, διότι ο βασιλιάς αρνείτο να συμμορφωθεί προς τις πολιτικές υποδείξεις της υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας σχετικά με το επίσημο ταξίδι του στη Μ. Βρεταννία[33]. Αμέσως μετά την παραίτηση του Κ. Καραμανλή, σε μία μεγαλοπρεπή επίδειξη μοναρχικής ερμηνείας των αρμοδιοτήτων του, ο βασιλιάς, χωρίς να συμβουλευθεί τον υπεύθυνο πρωθυπουργό, που εξακολουθούσε να είναι υπηρεσιακά ο Κ. Καραμανλής μέχρι τον ορισμό του διαδόχου του, απηύθυνε διάγγελμα στον ελληνικό λαό[34] όπου εξέθεσε τις διαφωνίες του με τον πρωθυπουργό για το βασιλικό ταξίδι στο Λονδίνο[35], το οποίο τελικά πραγματοποιήθηκε και υπήρξε ιδιαιτέρως επεισοδιακό και δυσμενές για την Ελλάδα. Δύο μείζονες κινήσεις του Κ. Καραμανλή, η επιδίωξη να συνδέσει την Ελλάδα με την Ε.Ο.Κ.[36] και η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, δείχνουν ότι, αφ’ ενός, ήθελε να μετριάσει την αποκλειστική εξάρτηση της χώρας από τις Η.Π.Α., και, αφ’ ετέρου, να αναδιατάξει δραστικά τις σχέσεις του πρωθυπουργού με το Στέμμα, το Στρατό και τους Συμμάχους. Στο πρώτο, με σημαντικό ρίσκο, επέτυχε, αν και οι διαπραγματεύσεις με την 65


(τότε) Ε.Ο.Κ. ανάγκασαν τον Κ. Καραμανλή να θέσει το θέμα με πολιτικούς όρους, αφού οι οικονομικοί όροι λειτουργούσαν σε βάρος της Ελλάδας[37]. Στο δεύτερο, όμως, απέτυχε, και εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει[38]. Πάντως, ο ίδιος, σύμφωνα με μεταγενέστερη συνέντευξή του, επικέντρωσε την πολιτική φιλοσοφία του, για την περίοδο 1955-1963, στην επίτευξη της οικονομικής προόδου και ανάπτυξης, μέσω της οποίας πίστευε ότι θα επετύγχανε και την άμβλυνση και εξομάλυνση των πολιτικών αντιθέσεων[39]. Η τελική αποχώρησή του από την πολιτική και την Ελλάδα, κατά την περίοδο εκείνη, έδειξαν τελικά ότι η οικονομική πρόοδος χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή και αναδιάταξη των πολιτικών δεδομένων και παραμέτρων, παρά τις επιτυχίες της, δεν μπόρεσε να αποδώσει αυτά που ο εμπνευστής της θα ήθελε. Άλλωστε, αυτό απέδειξε η ανεπιτυχής απόπειρά του να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό, με την πρότασή του για συνταγματική αναθεώρηση, το 1963, λίγο πριν παραιτηθεί από την θέση του πρωθυπουργού. Γενικώτερα, το 1963 ήταν έτος καμπής, επίσης, διότι κατά την διάρκειά του έλαβαν χώρα τέσσερα σημαντικά γεγονότα, εκ των οποίων τα τρία απεκάλυπταν τάσεις ανατροπής των μέχρι τότε πολιτικών ισορροπιών, ενώ το τέταρτο προκάλεσε τελικά την ανατροπή αυτή. Το πρώτο ήταν η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος από την Ε.Ρ.Ε.[40], στις 21 Φεβρουαρίου 1963, η οποία, στην ουσία της, στόχευε, αφ’

ενός, στην αναδιάταξη της ισορροπίας στο εσωτερικό της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή στην ενδυνάμωση της κυβέρνησης έναντι του Στέμματος, άρα στην ενίσχυση του ρόλου του πρωθυπουργού έναντι του βασιλιά. Και, αφ’ ετέρου, στην αναπροσαρμογή των ιδεολογικών διατάξεων του Συντάγματος προς τις ψυχροπολεμικές εξελίξεις της εποχής, χωρίς να αναιρείται ο ουσιαστικός περιοριστικός χαρακτήρας τους, ο οποίος αντιθέτως αναβαθμιζόταν σε συνταγματικό επίπεδο. Δεύτερο γεγονός ήταν η δολοφονία, τον Μάιο του 1963, του συνεργαζόμενου με την Αριστερά βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, η οποία απεκάλυψε την βίαιη, ανεξέλεγκτη σε σημαντικό βαθμό από την κυβέρνηση, πλευρά των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών καταστολής και πολιτικού ελέγχου[41]. Τρίτον, η παραίτηση του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή[42] μετά την δολοφονία αυτή και τις διαφωνίες του με τον βασιλιά, τον Ιούνιο του 1963, και η αναχώρησή του στο εξωτερικό, γεγονός που συνοδεύτηκε και από την συνεπαγόμενη ακύρωση της προαναφερθείσας αναθεωρητικής απόπειρας. Τέταρτον, τέλος, οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1963[43], οι οποίες ανέδειξαν στην κυβερνητική εξουσία την Ένωση Κέντρου και επικύρωσαν την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού μετά από ένδεκα χρόνια απόλυτης δεξιάς πλειοψηφίας. Οι εκλογές αυτές, χωρίς να καταφέρουν να ανατρέψουν το συνολικό μετεμφυλιακό καθεστώς, υπήρξαν η πρώτη σημαντική ρωγμή του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ [1]Ιστορική δήλωση του Κ. Καραμανλή κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της πρώτης κυβέρνησής του στη Βουλή, μετά το θάνατο του στρατηγού Παπάγου, στις 10 Οκτωβρίου 1955. Ίδρυμα Κ. Καραμανλή, Αρχείο Κ. Καραμανλή, τ. 1-12, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1997 (εφεξής  Αρχείο Κ.Κ.) 1/273. Η πλήρης περικοπή από την δήλωση αυτή συνεχίζετο ως εξής: «Η θέσις όμως αυτή υπέστη κατά τον τελευταίον καιρόν ισχυρόν κλονισμόν. Η άρνησις των συμμάχων μας, όπως επιδείξωσι την οφειλόμενην κατανόησιν εις το δίκαιον αίτημα των Κυπρίων, επίκραναν βαθύτατα ολόκληρον τον ελληνικόν λαόν. Η Κυβέρνησις πιστεύει εις την χρησιμότητα των υφιστάμενων συμμαχιών μας και θα καταβάλη πάσαν προσπάθειαν δια την διαφύλαξιν αυτών, θέλει όμως να ελπίζη προς τούτο ότι και οι

66

σύμμαχοι της Ελλάδος θα κατανοήσουν την ανάγκην της άρσεως των αιτίων, τα οποία προεκάλεσαν την ηθικήν των δοκιμασίαν». Είχε προηγηθεί, πάντως, ήδη από τις 24 Απριλίου 1950 ο στρατηγός Ν. Πλαστήρας, όταν δήλωνε ως Πρωθυπουργός στην Βουλή, κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του: «Η φυσική θέσις της Ελλάδος ευρίσκεται εις το πλευρόν των Δυτικών Δημοκρατιών, εις την αλληλεγγύην των οποίων οφείλομεν την διατήρησιν της εθνικής ανεξαρτησίας, καθώς και την οικονομικήν ανάρρωσιν του Λαού μας». Βουλή των Ελλήνων, Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου (εφεξής Πρακτικά), 24.4.1050, 15. Το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο περιλαμβάνετο στην κοινή επιστολή των τεσσάρων αρχηγών του Κέντρου

(Ν. Πλαστήρα, Σ. Βενιζέλου, Γ. Παπανδρέου, Εμμ. Τσουδερού) που είχε αποσταλεί στον Βασιλέα στις 12 Μαρτίου 1950, μία εβδομάδα μετά τις εκλογές της 5ης Μαρτίου.Σ. Λιναρδάτου, Από τον εμφύλιο στη χούντα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1986, τ. Α-Ε, Α›/97-98. Το πλήρες πρακτικό της συμφωνίας των τεσσάρων αρχηγών (Ν. Πλαστήρας - Ε. Τσουδερός - Σ. Βενιζέλος - Γ. Παπανδρέου), στο Π. Παρασκευόπουλος, Φιλελεύθερα Ανοίγματα στην Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο (Η άνοδος και η πτώση του Πλαστήρα), Φυτράκης/Ο Τύπος Α.Ε., Σύγχρονη Ιστορία, Αθήνα, 1987, 82-83 [2] Η διατήρηση σε ισχύ όλης της έκτακτης νομοθεσίας του Εμφυλίου Πολέμου, με το Ψήφισμα της 29ης Απριλίου 1952, μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1952παρά τη συνταγμα-

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα τική επιταγή του άρθρου 105 και κατά παρέκκλιση αυτού, οριστικοποίησε την παράλληλη ισχύ με τη συνταγματική κοινοβουλευτική νομιμότητα και της «έκτακτης νομιμότητας» καθ’ όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο (1949-1967) και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974) [3] Πρακτικά ..., 8.9.1950, 45 [4] Αναφερόμενος στην εκλογική συμμαχία κεντρώων-αριστερών, τη Δημοκρατική Ένωση, για τις εκλογές τους 1956, κατά την προεκλογική ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, έλεγε: ...  Μας ενδιαφέρει όμως η περιπέτεια εις την οποίαν είναι δυνατόν να ριφθή η χώρα δια της υποταγής μιάς εθνικοφρόνου αντιπολιτεύσεως εις τα κελεύσματα του κομμουνισμού», Αρχείο Κ.Κ., 1/355 [5] »... Κατά την γνώμη μου, για να κατασφαλίση η Ελλάς την ανεξαρτησία της πρέπει να έχη πιστούς συμμάχους. Τους συμμάχους αυτούς δεν μπορεί να τους περιμένη παρά από τη Δύσι. Όλα την ωθούν προς αυτή και πριν από όλα ο ίδιος ο πολιτισμός μέσα από την πολύχρονή του συνέχεια ...». Μωρίς Ζενεβουά, Η Ελλάς του Καραμανλή, Ι. Σιδέρης, Αθήναι 1972, 104 (τηρείται η ορθογραφία της μετάφρασης) [6] »... Τούτο με οδηγεί να πω δυό λόγια για την εξωτερική μου πολιτική. Κι εκείνη την καθόρισα σύμφωνα με τα πάγια συμφέροντα της χώρας μου. Ποιά; Αυτά που καθορίζονται από την γεωγραφική της θέσι κι από την ιστορία που ζήσαμε. Δια μέσου του εδάφους μας, και πάνω από το εθνικό μας έδαφος περνά ο δρόμος της ανατολικής Ευρώπης προς τη Μεσόγειο. Και γι› αυτό, από την εποχή του Πέτρου του Μεγάλου, η Ελλάς δεν έπαψε να δέχεται την πίεσι της σλαβοκομμουνιστικής μάζας. Υπάρχει η Σοβιετική Ένωσις, αλλά υπάρχουν και οι γείτονες που δεν έπαψαν να εποφθαλμιούν την ελληνική Μακεδονία και τη Θράκη. Με θλίψι θα προσθέσω πως η απειλή αυτή είναι πιό επίφοβη, εφ’ όσον υπάρχει σε μας ένα κομμουνιστικό κόμμα ισχυρό, ωργανωμένο, ολοκληρωτικά αφοσιωμένο στη Μόσχα. Τα Σοβιέτ πάντοτε το ώθησαν να υποστηρίξη από το εσωτερικό τα σχέδια των σλαβοκομμουνιστών, δηλαδή: την δημιουργία ενός Μακεδονικού κράτους, φυσικά κι απαρχής δορυφόρου, φυσικά επίσης εις βάρος της Ελλάδος». Μ. Ζενεβουά, 103-104 [7] Κατά την ανακοίνωση του πρώτου προσωρινού πενταετούς προγράμματος οικονομικής αναπτύξεως της Ελλάδας, στις 27 Απριλίου 1959, προδιέγραψε ως εξής το πλαίσιο και το περιεχόμενο της «οικονομικής και πολιτικής σταθερότητος», την οποία θεωρούσε σημαντική προϋπόθεση για την κατάρτιση και εφαρμογή μακροχρονίων αναπτυξιακών προγραμμάτων: «Τα στοιχεία αυτά (δηλ. η οικονομική και πολιτική σταθερότητα) είναι βασικής σημασίας εις τας ελευθέρας δημοκρατικάς οικονομίας, εις τας οποίας η ιδιωτική δραστηριότης αποτελεί αποφασιστικόν παράγοντα δια την ανάπτυξιν της οικονομίας. Εις τας οικονομίας αυτάς, όπως είναι η ελληνική, ο ρόλος του Κράτους περιορίζεται μόνον αφ› ενός μεν εις την εκτέλεσιν έργων, τα οποία εκφεύγουν οπωσδήποτε της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ως και έργων οικονομικής

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

υποδοχής, τα οποία δημιουργούν ευνοϊκάς προϋποθέσεις δια την ανάπτυξιν της ιδιωτικής δραστηριότητος, αφ’ ετέρου δε εις την χάραξιν και εφαρμογήν, δι› όλων των διαθεσίμων μέσων, της καταλλήλου πολιτικής προς επηρεασμόν και κατεύθυνσιν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας προς τους επιθυμητούς και εξυπηρετούντας το κοινωνικόν σύνολον σκοπούς. Η κινητοποίησις όμως της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ο δια της πολιτικής επηρεασμός αυτής είναι δυνατοί μόνον εντός πλαισίου οικονομικής και πολιτικής σταθερότητος. Εξ άλλου, δεδομένου ότι, λόγω της ανεπαρκείας της εγχωρίου αποταμιεύσεως προς αντιμετώπισιν των αναγκών οικονομικής αναπτύξεως, η προσφυγή τόσον του Κράτους όσον και των ιδιωτών εις το ξένον κεφάλαιον είναι αναπόφευκτος και αναγκαία, η ύπαρξις της σταθερότητος αυτής αποτελεί όρον αποφασιστικής σημασίας δια την προσέλκυσιν του ξένου και δη του ιδιωτικού κεφαλαίου».Αρχείο Κ.Κ., 4/52-53. Μία κριτική περιγραφή και αποτίμηση της οικονομικής αυτής πολιτικής, ιδίως σ’ ό,τι αφορά τις παραχωρήσεις προς το ξένο κεφάλαιο, στο JeanMeynaud - Π. Μερλόπουλος - Γ. Νοταράς, Οι Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα, 1946-1965, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα, 2002, τ. Α&Β, Α›/417-450 [8]»Κ. Καραμανλής (Υπ. Δημ. Έργων):  Κύριε συνάδελφε, εις την πολιτικήν δεν κάμομεν ό,τι θέλομεν, αλλά ό,τι ημπορούμεν»,  Πρακτικά  ..., 16.2.1954, 417 [9]Σε επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα του Ν.Α.Τ.Ο. Πωλ-Ανρί Σπάακ, την 5η Δεκεμβρίου 1960, πρότεινε την επέκταση των σχέσεων των μελών της Συμμαχίας και σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Αρχείο Κ.Κ., 4/464 [10] Θα τα αναδιαμορφώσει (απόλυτη δυτικοφιλία) ή και θα τα ανατρέψει (εθνικοφροσύνη) κατά τη μεταπολιτευτική του περίοδο, όταν θα επιστρέψει στην Ελλάδα μετά το 1974 [11] »...  Αλλ’ έχει διαπιστωθή, κύριοι συνάδελφοι, από όλας τας συζητήσεις εν τη αιθούση ταύτη επί του Κυπριακού ότι δεν υπάρχει διαφορετική πολιτική επί του Κυπριακού. Διαφορετικήν πολιτικήν επί του θέματος αυτού είναι δυνατόν να προβάλουν τα κόμματα της ΕΔΑ και ίσως του Δημοκρατικού κόμματος (εννοεί το ΔΚΕΛ). Τα άλλα κόμματα, κύριοι συνάδελφοι, κατ’ επανάληψιν, οσάκις συνεζητήθη το Κυπριακόν εις την Βουλήν, ανεγνώρισαν ότι είμεθα υποχρεωμένοι τον αγώνα δια την Κύπρον να τον διεξαγάγωμεν εντός των συμμαχιών μας. Τούτου δοθέντος, αι αντικειμενικαί δυσκολίαι, τας οποίας παρουσιάζει το θέμα, δεν θα ήσαν διάφοροι και εάν είσθε σεις Κυβέρνησις». Αρχείο Κ.Κ., 2/308-309. Επίσης,  Ι. Δ. Στεφανίδη,  Ασύμμετροι εταίροι, Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο, 1953-1961, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Οκτώβριος 2002,, 114-118 [12] »... Η Ελλάς είναι υποχρεωμένη να διεξάγη τον Κυπριακόν αγώνα εις το πλαίσιον των συμμαχιών της. Το τελευταίον αυτό καθιστά το Κυπριακόν πρόβλημα, ένα πρόβλημα με δραματικάς αντιφάσεις. Υπάρχουν στιγμαί κατά τας οποίας μία ενέργεια προωθούσα το Κυπριακόν είναι δυνατόν να είναι επιβλαβής δια την ελευθέραν Ελλά-

δα. Υπάρχουν αντιθέτως άλλαι περιπτώσεις, κατά τας οποίας μία ενέργεια ορθή δια την εθνικήν πολιτικήν να γίνεται επιζημία δια την Κύπρον. Είμεθα υποχρεωμένοι δια λόγους γενικωτέρου εθνικού συμφέροντος να διατηρήσωμεν τας συμμαχίας μας και οφείλομεν εντός αυτών να διεξάγωμεν τον αγώνα μας δια την Κύπρον ...», Αρχείο Κ.Κ., 2/305. Επίσης, Σ. Λιναρδάτου, Γ›/215 [13]»Ουδέποτε επέτρεψα σε ξένους, όσο μεγάλοι και αν ήσαν, να επηρεάζουν την πολιτική μου. Χωρίς να αποκόπτω τη χώρα από τον παραδοσιακό προσανατολισμό της προς τη Δύση, εννοούσα να προσδιορίζω την πολιτική μου όπως υπαγόρευαν τα συμφέροντα της χώρας». Αρχείο Κ.Κ., 2/147 [14] Αρχείο Κ.Κ., 2/328-334. Για το περιεχόμενο του «Δόγματος Αϊζενχάουερ» και την αντίληψη της ελληνικής πλευράς γι’ αυτό, Ι. Δ. Στεφανίδης, Ασύμμετροι ...,, 77-78 & 310-312 [15] Πριν την επίσημη επίσκεψη του Κ. Καραμανλή στις Η.Π.Α., σε αμερικανικό υπηρεσιακό έγγραφο, του Απριλίου 1961, ο Κ. Καραμανλής χαρακτηριζόταν: «Σαν Έλληνας πατριώτης, ο Καραμανλής είναι θερμός φίλος των Ηνωμένων Πολιτειών, πιστός σύμμαχος του ΝΑΤΟ και (όπως δείχνουν η Κύπρος και πιο πρόσφατα η Κοινή Αγορά) αληθινός πολιτικός ...». Σε μεταγενέστερο έγγραφο, του Ιανουαρίου 1966, όταν πλέον ήταν εκτός πολιτικής και έστειλε ευχές στον Πρόεδρο Τζόνσον, δεν έλαβε απάντηση από τον Λευκό Οίκο διότι «... Δεν έχει νόημα να δώσουμε υπερβολική σημασία σ’ αυτόν τον γεμάτο αντιφάσεις Έλληνα. Μας κατηγορούν ότι τον υποστηρίξαμε σε βάρος προοδευτικότερων στοιχείων. Ο υπουργός Ρασκ έχει φροντίσει για τα τυπικά»,  Γ. Π. Ρουμπάτη,  Δούρειος Ίππος, Η αμερικανική διείσδυση στην Ελλάδα, 1947-1967, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 186. Επίσης, τα σχόλια του J. Meynaud ..., Α’/146-147 για τις σχέσεις του Κ. Καραμανλή και των Αμερικανών μετά τις εκλογές του 1961. Για την γνώμη του Ντην Ρασκ, καθώς και για τις εκτιμήσεις της αμερικανικής πλευράς για το ρόλο του, Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη, 1961-1964, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2001, 120 & 144-145. Τελικά, οι Αμερικανοί δεν τον θεωρούσαν τόσο απόλυτα αμερικανόφιλο όσο οι υπόλοιποι Έλληνες πολιτικοί. Φαίνεται ότι δεχόταν ως αυθεντικότερη την πολιτική διάσταση του φιλοαμερικανισμού του και όχι την προσωπική [16] Αρχείο Κ.Κ., 1/213-214 και Σ. Λιναρδάτου, Β›/244-245 [17] ”Η απόρρητη βιογραφία του αρχηγού της Άλλεν Ντάλλες, η οποία έχει γραφεί από το ιστορικό τμήμα της CIA, αναφέρει ανάμεσα στα σημαντικά ορόσημα της θητείας του αρχηγού της πως “στις 5 Οκτωβρίου 1955, ο Καραμανλής γίνεται Πρωθυπουργός της Ελλάδας”». Α. Παπαχελάς, Ο βιασμός της ελληνικής Δημοκρατίας, Ο αμερικανικός παράγων, 1947-1967, Εστία, Αθήνα, 1998, 51. Γενικά για το θέμα βλέπε Βασιλική Μεσθανέως «Η αντιπολίτευση στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, 1949-1963», εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2011, 520 σ. [18] Στο ίδιο, 44-55. Επίσης, Γ. Π. Ρουμπάτης,

67


Γελοιογραφία του Μποστ 174-177 και Δ. Χαραλάμπης, Στρατός και Πολιτική Εξουσία, η δομή της εξουσίας στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, Εξάντας, Αθήνα, 1985, 109-112 [19] «Σήμερον το απόγευμα υπεβλήθη και τυπικώς εις την Α.Μ. τον Βασιλέα η παραίτησις της Κυβέρνησεως υπό των αντιπροέδρων αυτής. Κατόπιν τούτου η Α.Μ. ο Βασιλεύς καλέσας παρ’ Αυτώ τον βουλευτήν Σερρών κ. Κ. Καραμανλήν, ανέθεσεν αυτώ τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως». Επίσημη ανακοίνωση της ανάθεσης της πρωθυπουργίας στον Κ. Καραμανλή, Αρχείο Κ.Κ., 1/259. Σ. Λιναρδάτου, Β’/277-279, 294-295, 306-308, 317318, 322-323, 344-353, 364-385 [20] «Πάντως για μία ακόμη φορά και μάλιστα την πρώτη στα πλαίσια του συνταγματικά πλέον θεσπισμένου κοινοβουλευτικού συστήματος, η άσκηση της αρμοδιότητος του διορισμού της κυβέρνησης από τον βασιλέα δημιούργησε πολιτική ένταση αποδεικνύοντας τη διάσταση ανάμεσα στο συνταγματικά κατοχυρωμένο κοινοβουλευτικό σύστημα και στη συγκεκριμένη λειτουργία του στην πολιτική πραγματικότητα», Γ. Ο. Αναστασιάδη, Ο Διορισμός και η Παύση των Κυβερνήσεων στην Ελλάδα, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1981, 120. Ενδιαφέρουσες και οι εκτιμήσεις του Ι. Δ. Στεφανίδης, Ασύμμετροι ..., 301-305 [21] Σημαντικά πρόσθετα στοιχεία για τις σκέψεις και τις κινήσεις όλων των βασικών παραγόντων που έπαιξαν ρόλο στη διαδοχή του στρατάρχη Παπάγου, Σωτήρη Ριζά, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο, κοινοβουλευτισμός και δικτατορία, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2008,, 152-161 [22] Αρχείο Κ.Κ., 1/259-262. Όπως παρουσιάζει τα γεγονότα ο Μ. Ζενεβουά, 173-176, κατά τη μαρτυρία του ιδίου του Κ. Καραμανλή, η κοινή εκτίμηση των Βασιλέα και Κ. Καραμανλή ότι ο Ελληνικός Συναγερμός δεν μπορούσε να εκλέξει ομόφωνα νέο αρχηγό, οδήγησε στην επιλογή του τελευταίου ως Πρωθυπουργού. Η εκτίμηση του Κ. Καραμανλή ήταν ότι «Ο «Ελληνικός

68

Συναγερμός» δεν αποτελείται πια παρά από ομάδες, η καθεμιά έχει τον αρχηγό της, και ο καθένας από αυτούς τους αρχηγούς επιδιώκει να διαδεχθή τον στρατάρχη. Έτσι, η ομοφωνία μου φαίνεται αδύνατη». Εντούτοις, παρά τη βεβαιότητά του αυτή, όταν ο Βασιλέας του πρότεινε να ορκιστεί η νέα κυβέρνηση μετά τη γενική συνέλευση του κόμματος, που ενδεχόμενα θα ανεδείκνυε νέο αρχηγό, ο Κ. Καραμανλής αρνήθηκε και προτίμησε να προκαταλάβει το κόμμα του, το οποίο, μετά την ορκομωσία του, εκ των πραγμάτων έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στο νεοδιορισθέντα Πρωθυπουργό. Τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη έρευνα από τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου, Η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία, 1954-1955, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2001 [23] Κατά τον J. Meynaud ..., Α’/287-288, ο Κ. Καραμανλής «επιλέχθηκε από το βασιλιά για να διοικήσει τη Δεξιά, δηλαδή την πολιτική ομάδα που στο Έθνος και τη Βουλή αποτελεί το στήριγμα του Στέμματος». Με διαφορετική οπτική, ο Σ. Ριζάς, Η ελληνική …, 172, υποστηρίζει ότι «… Η επιρροή του Καραμανλή στο στρατό θα εκτιμάτο ως μέγεθος εξαρτώμενο από τη θέληση του στέμματος, από την επιλογή της μοναρχίας για την ηγεσία της συντηριτικής παράταξης. Αυτή ήταν η στάση που ερμηνεύει τη λειτουργία αλλά και την αστάθεια του συστήματος συμβίωσης μεταξύ του στέμματος, του στρατού και του κοινοβουλίου. Η κυβέρνηση Καραμανλή μπορούσε να επηρεάζει τις στρατιωτικές υποθέσεις στο μέτρο που δεν υπερέβαινε κυριάρχες παραδοχές του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος» [24] Είπε συγκεκριμένα: «... θα ήθελα δι’ ολίγον να αναφερθώ εις την διεθνή κατάστασιν και εις την τοποθέτησιν της Ελλάδος εν μέσω αυτής. Την κατάστασιν αυτήν την επεδείνωσαν προσφάτως ωρισμένα πραξικοπήματα, τα οποία έφεραν την ανθρωπότητα εγγύς του πολέμου, όπως το πραξικόπημα των Ρώσων εις βάρος του Ουγγρικού λαού και το πραξικόπημα των Αγγλογάλλων εις την Μέσην

Ανατολήν. Η ελληνική Κυβέρνησις εις την περίπτωσιν αυτήν έλαβε σαφή θέσιν, αποδοκιμάσασα αμφότερα τα πραξικοπήματα. Η θέσις της Ελλάδος εν μέσω αυτής της διεθνούς κρίσεως προσδιορίζεται κατ’ αρχήν και κατά βάσιν από τας υφιστάμενας συμμαχίας της ...». Αρχείο Κ.Κ., 2/212 [25] Αρχείο Κ.Κ., 2/170. Επίσης, Σ. Λιναρδάτου, Γ’/162-163. Κατά τον Σ. Ριζά, Η ελληνική …, 273, «… όταν ο Καραμανλής ανέλαβε την προσπάθεια περιορισμού του στέμματος σε ρόλο πιο συμβατό με το κοινοβουλευτικό πρότυπο, δεν ήταν σε θέση να επιβληθεί στη μοναρχία, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι η νομιμοποίηση της κυβέρνησής του ήταν αμφισβητούμενη από το κέντρο, το οποίο, αν και παράταξη δημοκρατικής παράδοσης, απέβλεπε σε τακτική συνεργασία με το στέμμα, για να ανατρέψει τη μακρά συντηρητική κυριαρχία» [26] Δηλώσεις Κ. Τσάτσου, υπουργού Προεδρίας. Αρχείο Κ.Κ., 2/170-171 & 177. Τ. Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, Εκδόσεις Αφών Τολίδη, 5/134-136. Σ. Λιναρδάτου, Γ’/161-167. Για τα ιδρύματα της Βασίλισσας, J. Meynaud ..., Α’/392-394 [27] Σ. Λιναρδάτου, Δ’/281 [28] «... 3. Τα κείμενα των βασιλικών λόγων δεν είναι ακίνδυνον να γίνωνται εν αγνοία της Κυβερνήσεως. Γνωρίζω και σέβομαι την επιθυμίαν Σας να έχουν τα κείμενα την σφραγίδα της προσωπικότητος Σας. Αυτό όμως δύναται να γίνεται εν συνδυασμώ με την υπεύθυνον τοποθέτησιν του πολιτικού περιεχομένου των λόγων Σας ... 5. Η έλλειψις πολιτικού συμβούλου με κύρος, όστις να ενημερώνη τον βασιλέα και να κρατή εις διαρκή επαφήν την Κυβέρνησιν με το Στέμμα, είναι ουσιώδους σημασίας. Διότι πολλάκις γίνονται παραλείψεις και δημιουργούνται παρεξηγήσεις από έλλειψιν αμοιβαίας ενημερώσεως». Αρχείο Κ.Κ., 5/470-472. Σ. Λιναρδάτου, Δ’/178-182, Κ. Μ. Γουντχάουζ, Καραμανλής, Ο Ανορθωτής της Ελληνικής Δημοκρατίας, Μορφωτική Εστία, Αθήνα, 1982, 188-191, Σ. Ριζάς, Η ελληνική …, 272-273

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα [29] Ήδη από το 1962 ο Βασιλέας Παύλος απευθυνόμενος στη στρατιωτική ηγεσία σε επίσημη εκδήλωση είχε πει: «Εγώ ανήκω σε σας και σεις μου ανήκετε». Στις 10 Ιουνίου 1963, μία ημέρα πριν την παραίτηση του Κ. Καραμανλή, η ηγεσία του Στρατού επισκέφθηκε τον Βασιλέα στα Ανάκτορα και του επιβεβαίωσε την αφοσίωση της σ’ αυτόν. Σ. Λιναρδάτου, Δ’/133-134, 249 & 282. Γ. Π. Ρουμπάτης, 195. Αρχείο Κ.Κ., 5/320-321 [30] Στην απάντηση του, ο Βασιλέας Παύλος, αφού του υπενθύμισε ότι τον εξέλεξε προσωπικώς για Πρωθυπουργό το 1955, απέδωσε στον Κ. Καραμανλή αδυναμία να τον προστατέψει: «.... Δεν αντιλαμβάνομαι τί εννοείτε δια της εκφράσεως «φθορά του Στέμματος». Υπάρχει βεβαίως προϊούσα δυσφήμησις αυτού, οφειλομένη εις γνωστούς λόγους. Η δυσφήμησις αυτή θα ήτο πολύ μικροτέρα εάν αι εκάστοτε Κυβερνήσεις ελάμβανον δραστηρίως και επιτυχέστερον τα ενδεικνυόμενα μέτρα διαφωτίσεως του λαού προς εξουδετέρωσιν της δυσφημήσεως ...». Αρχείο Κ.Κ., 5/469-474, 505-506, 645. Σ. Λιναρδάτου, Δ’/178-182, Κ. Μ. Γουντχάουζ, 188191, Σ. Ριζάς, Η ελληνική …, 272-273 [31] Ο Έλις Μπριγκς, Αμερικανός πρέσβυς στην Ελλάδα (1959-1962) σε εκθέσεις του, το Νοέμβριο του 1961, επετέθηκε κατά των Βασιλέων, και ιδιαίτερα κατά της Φρειδερίκης, για την αντιπάθεια που εξέφραζε για τον Κ. Καραμανλή, με έντονους χαρακτηρισμούς: «...πρόκεται για μιά ανάξια βεντέττα εναντίον του καλύτερου Πρωθυπουργού που είχε την τύχη να εκλέξει η Ελλάδα αυτόν τον αιώνα», ενώ προέβλεψε από τότε την κατάργηση της βασιλείας στην Ελλάδα: «Ένα δένδρο με τόσο ρηχές και ασήμαντες ρίζες είναι πολύ πιθανόν όμως ότι θα πέσει με έναν ισχυρό άνεμο. Και οι ελληνικοί άνεμοι, απρόβλεπτοι και βίαιοι, είναι γνωστό ότι εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση». Α. Παπαχελάς, 7577. Βλ και J. Meynaud..., Α’/397-401, το κεφάλαιο «πιθανότητες επιβίωσης της Μοναρχίας». Τη θετική άποψη του Αμερ. πρέσβυ για τον Κ. Καραμανλή, αναφέρει και ο Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα…, 51 [32] Τον Γ. Παπανδρέου: «φανατικό και ανεύθυνο», τον Σ. Βενιζέλο, με τον οποίο και τη γυναίκα του οι Βασιλείς διατηρούσαν στενές κοινωνικές σχέσεις, «γλοιώδη οπορτουνιστή, ο οποίος προσπαθεί να αποκτήσει την εύνοια του βασιλέα και της βασίλισσας, προκειμένου να απομονώσει και να πλήξει την αξιοπιστία του Παπανδρέου» και έδειξε να «μην έχει σε ιδιαίτερη εκτίμηση τον αρχηγό του Προοδευτικού Κόμματος Σπύρο Μαρκεζίνη». Α. Παπαχελάς, 81-82. Επίσης, Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα …, 142 και στον ίδιο, Η ελληνική …, 273 [33] «Η παραίτηση Καραμανλή κίνησε το ενδιαφέρον του Λευκού Οίκου, με αποτέλεσμα να απευθύνει ο πρόεδρος Kennedy ερώτημα στο State Department σχετικά με τις … συνέπειες σε κάθε περίπτωση για τα αμερικανικά συμφέροντα …», Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα …, 147 [34] Το οποίο ο Κ. Καραμανλής αποκάλεσε «νέο σφάλμα», Κ. Μ. Γούντχαουζ, 199 [35] Σ. Λιναρδάτου, Δ’/283-285

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

[36] Μία συνοπτική παρουσίαση των ελληνοευρωπαϊκών σχέσεων και των ελληνικών επιδιώξεων, Ι. Δ. Στεφανίδης, Ασύμμετροι ...,, 126-130, όπου επισημαίνεται ότι «Η βασική ελληνική επιδίωξη ήταν να συμπληρωθεί το περιβάλλον ασφαλείας της χώρας με την οικονομική ισχύ και τη θεσμική προοπτική της ΕΟΚ» [37] Στις 26 Νοεμβρίου 1960, με προσωπική επιστολή του προς τους Πρωθυπουργούς των έξη χωρών της Ε.Ο.Κ., ο Κ. Καραμανλής πρόβαλε την πολιτική διάσταση της ελληνικής υποψηφιότητας για την τελωνειακή σύνδεση: «... Η σύνδεσις της Ελλάδος με την Κοινήν Αγοράν δεν ημπορεί να κριθή παρά δια του πρίσματος του γενικώτερου ευρωπαϊκού συμφέροντος, όπως η ελληνική οικονομία συγκρατηθή, δεόντως αναπτυσσομένη, μέσα εις το πλαίσιον της ελευθέρας δυτικοευρωπαϊκής οικονομίας. Τούτο θα προελάμβανε την απειλούσαν την οικονομίαν της Ελλάδος εξάρτησιν, δυναμένην να έχη ολεθρίας συνεπείας, όχι μόνον δια την χώραν μας, αλλά και δια την Δυτικήν Ευρώπην (σημ. δική μας: εδώ θα πρέπει να εννοεί την εξάρτησιν από τις εξαγωγές των ελληνικών γεωργικών προϊόντων προς τις ανατολικές χώρες, που ελάμβανε εκ των πραγμάτων όλο και μεγαλύτερη έκταση και αύξανε τις πιθανότητες μελλοντικής εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις ανατολικοευρωπαϊκές/ κομμουνιστικές αγορές). Οι όροι τους οποίους η Ελλάς θέτει δια την πραγματοποίησιν της συνδέσεως, όροι ους ακριβώς, εν τη συναισθήσει των ανωτέρω κινδύνων, η ελληνική Κυβέρνησις έχει ήδη περιορίσει εις το ελάχιστον, δεν αποβλέπουν ειμή εις την διατήρησιν της δυνατότητος αναπτύξεως της ελληνικής οικονομίας, μέσα εις το πλαίσιον της Κοινής Αγοράς. Το γεγονός ότι η Ελλάς ευρίσκεται εν καθυστερήσει από απόψεως οικονομικής αναπτύξεως και ότι τούτο εν πολλοίς οφείλεται εις τας εκ του τελευταίου πολέμου καταστροφάς, θα εδικαιολόγει όπως αύτη τύχη εν πνεύματι διευρωπαϊκής αλληλεγγύης προνομιακής μεταχειρίσεως, προς ανόρθωσιν της οικονομίας της. Παρά ταύτα, ό,τι ζητεί η Ελλάς είναι βασικώς ισότης μεταχειρίσεως των κυρίων αυτής γεωργικών προϊόντων, αι δε ειδικαί ρυθμίσεις επί των οποίων επιμένει αποτελούν έν ελάχιστον όριον άνευ του οποίου, αύτη, λόγω της μεγάλης διαφοράς βαθμού οικονομικής αναπτύξεως προς τας εξ χώρας, όχι μόνον ωφελείας δεν θα απεκόμιζε εκ της συνδέσεως αλλά και επικινδύνους ζημίας θα υφίστατο εξ αυτής. Εάν ληφθή υπ’ όψιν ότι αι ελληνικαί εξαγωγαί εις τας χώρας της Κοινής Αγοράς δεν αντιπροσωπεύουν από απόψεως αξίας ειμή το 0,8% του συνόλου των εισαγωγών των εξ χωρών, καθίσταται εξόφθαλμον πόσον οικονομικώς ασήμαντοι δια το σύνολον των εξ χωρών είναι αι ζητούμεναι υπό της Ελλάδος διευκολύνσεις ...». Για το σύνολο της επιστολής, Αρχείο Κ.Κ., 4/451. Επίσης, ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του Σωτήρης Βαλντέν «Εξωτερικό εμπόριο και εξωτερική εμπορική πολιτική της Ελλάδας 1950-1967» στο Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1949-1967: Η Εκρηκτική Εικοσαετία, Αθήνα, 2002, 256-261, τόσο για την πολιτική οπτική των ελληνι-

κών εξαγωγών προς τις ανατολικές/κομμουνιστικές χώρες, όσο και για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ. [38] Κατά τον J. Meynaud ..., Α’/292-293, «Συμπερασματικά ο Καραμανλής έπεφτε κάτω από το κτύπημα των δυνάμεων που είχαν εξασφαλίσει την άνοδό του. Και η πτώση του οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήταν πλέον κύριος των στοιχείων πάνω στα οποία είχε στηρίξει την εξουσία του ... Σε μια τέτοια συγκυρία δεν υπάρχει άλλη τακτική από την εφαρμογή της συνταγής του αποδιοπομπαίου τράγου ή ακόμη της αλλαγής της φρουράς των ανθρώπων, για να διαφυλαχθεί η ουσία των πραγμάτων. Τελικά η θέση που αποδίδει στη βασιλική πρωτοβουλία την αποχώρηση του Καραμανλή μας φαίνεται περισσότερο αξιόπιστη ...» [39] «Στην περίοδο της οκταετίας έδωσα προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Και πράγματι, αυτό που είναι σήμερα η Ελλάς έγινε κατά την διάρκεια της οκταετίας εκείνης ... Κάποτε μάλιστα έγραψαν οι «Times”, μου φαίνεται, ότι ο μεν Βενιζέλος μεγάλωσε την Ελλάδα, ο δε Καραμανλής την έκτισε. Και πράγματι υπήρξε μιά τεραστία πρόοδος τότε στον τομέα τον κοινωνικό, τον οικονομικό και τον πολιτικό βέβαια. Γιατί έλυσα το Κυπριακό και κυβέρνησα δημοκρατικά τόσα χρόνια. Έδωσα δε προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη, γιατί, όπως είπα στην πρώτη μου διακήρυξη, είχα πάντοτε την άποψη ότι τα ελαττώματα της ελληνικής φυλής οφείλονται στην μακραίωνα φτώχεια της. Και ότι εξαιτίας αυτών των ελαττωμάτων που εκδηλώνονται κυρίως στην πολιτική, δεν μπόρεσε η Ελλάς να έχει σταθερό και ομαλό πολιτικό βίο. Και έλεγα ότι πρέπει να θεραπεύσω αυτή την αδυναμία μας, να αναπτύξω την οικονομία, να χορτάσουν οι Έλληνες ψωμί, ν’ αποκτήσουν το αίσθημα της ασφαλείας για το μέλλον και να γίνουν καλοί πολίτες, για να γίνουμε Κράτος σοβαρό. Αυτή ήταν δηλαδή η πολιτική μου φιλοσοφία. Γι’ αυτό και έδωσα προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη και έκαμα την Ελλάδα απέραντο εργοτάξιο. Είπα τότε ότι θα αλλάξω την μοίρα του ελληνικού λαού. Πέτυχε αυτή η προσπάθεια και μετά οκτώ χρόνια είχαμε μία τεραστία οικονομική πρόοδο». Αρχείο Κ.Κ., 2/29 [40] Γ. Ο. Αναστασιάδη, Πολίτευμα και Κομματικοί Σχηματισμοί στην Ελλάδα, 19521967, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1991, 133142 & 283-291 και N. C. Alivizatos, Les Institutions Politiques de la Grèce à travers les Crises, 19221974, L.G.D.J., Paris, 1979, 171-179 & 429-439 (Ελληνική έκδοση: Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974, όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, ιστορική βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1986). Οι παραπομπές του παρόντος κειμένου είναι από το γαλλικό πρωτότυπο [41] Σ. Λιναρδάτου, Δ’/252-274, 303-305, 313314 [42] Σ. Λιναρδάτου, Δ’/274-285. Αρχείο Κ.Κ., 6/19-25 [43] Σ. Λιναρδάτου, Δ’/317-326, Αρχείο Κ.Κ., 6/92-93

69


προσωπική μαρτυρία του Δημήτρη Μιχαλόπουλου «Αυτό θα το γράφατε;», τον ρώτησα (με μια υποψία θράσους). «Γιατί; Αμφιβάλλεις;» μου απάντησε γελαστά… Και συνέχισε: «Εσύ πάντως μάθε να μη πιστεύεις τίποτα. Ειδικά άμα ακούς για ηρωισμούς, πράξεις αυτοθυσίας κ.λπ.». Και μετά – με τον λανθανόντως ειρωνικό του τόνο: «Και για να μη κάθεσαι να περιμένεις και να ψάχνεις εδώ κι εκεί, σου δηλώνω ότι το έχω ήδη γράψει». Τότε μόνο πρόσεξα πως, στο γραφείο πίσω από το οποίο καθόταν, υπήρχε μία μικρή, τακτοποιημένη στοίβα βιβλίων, που την έσπρωξε προς το μέρος μου. «Εδώ θα βρεις αυτό που ζητάς», μου είπε, ενώ τα μάτια του έπαιρναν έκφραση ειρωνικής αγαθότητας. «Και επειδή νέος είσαι, πρέπει να μάθεις να κουράζεσαι. ψάξε λοιπόν και βρες μόνος σου πού ακριβώς είναι αυτό που σου είπα». Τα βιβλία ήταν οι λόγοι του κατά τον μετά την μεταπολίτευση του 1974 δημόσιο βίο του1. Τα πήρα προσεχτικά και σηκώθηκα να φύγω. «Το κατάλαβες;» με ξαναρώτησε. «Επειδή είσαι ιστορικός, μάθε να μη πιστεύεις τίποτα – ειδικά όταν πρόκειται για τη Νεώτερη Ελλάδα». Αμέσως μόλις επέστρεψα στο δικό μου γραφείο, άρχισα να ψάχνω το δώρο του. Το βρήκα 70

πολύ γρήγορα: Η Ιστορία, είχε πει στις 27 Οκτωβρίου 1980, όταν δεν είναι παραμορφωμένη όπως η δική μας, είναι το καλύτερο μάθημα για τους πολίτες μιας χώρας2. Αλλά βέβαια, όπως ο ίδιος έσπευσε να μου εξηγήσει λίγες μέρες μετά, καθώς τον υπέβαλα σε καταιγισμό ερωτήσεων διευκρινιστικού χαρακτήρα, όταν έλεγε παραμορφωμένη, εννοούσε «πλαστογραφημένη» – και μάλιστα για λόγους πολιτικώς ιδιοτελείς. *** Στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχα τοποθετηθεί τον Οκτώβριο του 1980, εν όσω έκανα ακόμη τη θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό. Προηγουμένως δεν είχα καμμία απολύτως επαφή ούτε με τον ίδιο μα ούτε και με τον κόσμο του. Η τοποθέτησή μου είχε γίνει μετά από σύσταση του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, υφηγητή τότε στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – μα κάποιον ρόλο είχε οπωσδήποτε παίξει το ότι, έως τότε, είχα ασχοληθεί με την καταλογογράφηση των αρχείων της Ιστορικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ευθύς αμέσως μου ανέθεσε την επιμέλεια και καταλογογράφηση των δικών του αρχείων, η έκδοση των οποίων ήδη ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα προετοιμαζόταν. Τον απασχολούσε πολύ η υστεροφημία του… και ήθελε να φτιάξει Ίδρυμα που θα εξελισσόταν, μετά τον θάνατό του, σε κέντρο έρευνας της Σύγχρονης Ιστορίας του τόπου μας. Η δουλειά ήταν συναρπαστική. την ανέλαβα λοιπόν με μεγάλη προθυμία, οπότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας μού ανέθεσε και άλλο καθήκον, εμφανώς συναρπαστικώτερο: να τηρώ τα πρακτικά των συναντήσεων που γίνονταν για ιστορικά θέματα και να καταγράφω τις απόψεις που απροσδόκητα αλλά πολύ συχνά διατύπωνε πάνω σε καίρια ζητήματα του πολιτικού μας βίου. Έμεινα στα κτήρια της Ηρώδου Αττικού και της οδού Στησιχόρου μέχρι τον Οκτώβριο του 1982, οπότε εκλέχτηκα και διορίστηκα επιμελητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι επαφές μου όμως μαζί του συνεχίστηκαν για έξι χρόνια ακόμα, μέχρι το 1988. και στο διάστημα αυτό μπόρεσα να γνωρίσω καλά την ψυχοσύνθεσή του και, κατά συνέπεια, τη νοοτροπία αλλά και την προσωπική του ιστορία.

Το πρελούδιο της ανόδου του Πρέπει να αναζητηθεί στα Δεκεμβριανά του 1944. Το Ε.Α.Μ., μέχρι τότε, ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Βρεταννών3. Οι ιθύνοντές του, όμως, δεν έστερξαν να καταλάβουν την ισχύ και εμβέλεια του δόγματος MacKinder: «Εάν η Δύναμη η οποία κατέχει το κέντρο της Ευρασίας αποκτήσει πρόσβαση σε παραθαλάσσιες περιοχές, τότε αυτομάτως θέτει υποψηφιότητα παγκόσμιας κυριαρχίας.4» Οι Βρεταννοί, συνεπώς, και οι Αμερικανοί, εκτελεστικά τους όργανα, ήταν διατεθειμένοι να δώσουν πάρα πολλά στην Ρωσσία του Στάλιν, εκτός από ένα: την Ελλάδα. Έτσι, το κρίσιμο φθινόπωρο του 1944, έγιναν, με ταχύτητα περίπου κινηματογραφική, τα ακόλουθα: 1. Τον Σεπτέμβριο, με πρωτοβουλία του Τσώρτσιλ, οι Βρεταννοί και οι Γερμανοί συμφώνησαν στην Λισσαβώνα οι μεν πρώτοι να αφήσουν τους δεύτερους να φύγουν ανενόχλητοι από τη χώρα μας και οι δεύτεροι να «κληροδοτήσουν» στους πρώτους σχεδόν ολόκληρο τον μηχανισμό των –κυρίως ιδιοτελών– συνεργατών τους5. Παράλληλα, όμως, οι Γερμανοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να παραδώσουν «άθικτη και με συνοπτικές διαδικασίες» την ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Θεσσαλονίκη στους Βρεταννούς, ώστε οιονεί αυτομάτως να αποφευχθεί ο «κίνδυνος καθόδου» γενικώς σλαυϊκών Δυνάμεων στις ακτές του Αιγαίου. 2. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Τσώρτσιλ πήγε μαζί με τον Ήντεν στη Μόσχα, όπου, τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου, στο Κρεμλίνο, συμφωνήθηκε η υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλοαμερικανική σφαίρα επιρροής. Αυτή η συμφωνία υπήρξε η ουσιωδέστερη από όσες έγιναν στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – και μπροστά της εκείνη «της Γιάλτας» δεν ήταν, στην ουσία, παρά είδος ανούσιας, κοσμικής συγκέντρωσης των τότε ιθυνόντων του κόσμου μας. 3. Μετά από αυτά, εκείνο που έπρεπε να επιτευχθεί ήταν η πάταξη και στην συνέχεια εξουδετέρωση/εξόντωση του Ε.Α.Μ./Ε.Λ.Α.Σ.. και αυτό όχι λόγω του «κομμουνιστικού κινδύνου» που εκπροσωπούσε η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση του Ελληνικού Λαού, αλλά διότι τυχόν επικράτηση του Ε.Α.Μ. και των «κλάδων» του θα σήμαινε καθοριστική ενίσχυση της σοβιετικής (=ρωσσικής) επιρροής στην χώρα μας, άρα παραβίαση του δόγματος MacKinder. Ο άνθρωπος που επιλέχτηκε «για να κάνει την δουλειά» ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, τον οποίο οι Γερμανοί, ήδη κατά τα χρόνια της Κατοχής, θεωρούσαν ως τον «άνθρωπο του μέλλοντος» στην Ελλάδα7. Το κύριο – εάν όχι μοναδικό του– προσόν; Ήταν ο μόνος τον οποίο οι Βρεταννοί εκείνη την περίοδο θεωρούσαν ως «ειλικρινά αγγλόφιλο»8. Ο Παπανδρέου όμως τα έκανε θάλασσα. Ενώ είχε πάρει μεγάλα χρηματικά ποσά (7.000 λίρες συγκεκριμένα9), και ενώ τα πάντα είχαν καταστρωθεί επιμελώς από τους Βρεταννούς, αυτός, αντί να συντρίψει σε όφελος των ιθυνόντων του Λονδίνου το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. με μία και μόνη κίνηση, προξένησε με την αβελτηρία του τέτοιο χάος, ώστε οι μάχες που ξέσπασαν στην Αθήνα στις αρχές Δεκεμβρίου του 1944 δεν σταμάτησαν παρά έναν μήνα αργότερα, και αφού χρειάστηκε να έρθει ο ίδιος ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα, να πυροβοληθεί από ελεύθερους σκοπευτές κ.λπ. Το σχέδιο συγκεκριμένα είχε ως εξής: την περίφημη διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου 1944 αρχικώς την επέτρεψε και μετά την απαγόρευσε η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου – υπό διάφορα προσχήμα71


τα βέβαια, έτσι ώστε, όμως, να εξαφθεί η οργή των επίδοξων διαδηλωτών. Το πρωί εκείνης της ημέρας, στις 10.30΄συγκεκριμένα, καθώς τα πλήθη του Ε.Α.Μ. κατέβαιναν στο Σύνταγμα και περνούσαν μπροστά από το κτήριο στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 6, όπου τότε διέμενε ο Γ. Παπανδρέου, το πρόσωπο αυτού του τελευταίου έγινε –όπως ευχερώς μπορούσε να περιμένει κανείς– αντικείμενο αποδοκιμασίας κραυγαλέας. Το σχέδιο, λοιπόν, αριστοτεχνικά επεξεργασμένο πάνω στο πρότυπο της Ματωμένης Κυριακής (22 Ιανουαρίου 1905) στην πλατεία των Χειμερινών Ανακτόρων στην Πετρούπολη, πρωτεύουσα τότε της Ρωσσίας, προέβλεπε ανταπόδοση με πυρά της εκεί φρουράς των κατά του Γ. Παπανδρέου «ύβρεων». Την εν λόγω φρουρά όμως την αποτελούσαν υπάλληλοι της Αστυνομίας Πόλεων, διαβρωμένης σε μεγάλο βαθμό από το Ε.Α.Μ., που πυροβόλησαν μεν αλλά κυρίως με άσφαιρα πυρά δε10. Έτσι οι διαδηλωτές μπόρεσαν να φτάσουν στο Σύνταγμα, όπου και πάλι οι αστυνομικοί δίστασαν να κάνουν χρήση ένσφαιρων πυρών… οπότε η κατάσταση προσέλαβε διαστάσεις αυτόχρημα ιλαροτραγικές: ο Άγγελος Έβερτ, αστυνομικός διευθυντής Αθηνών εκείνη την εποχή, όχι μόνο έδωσε ο ίδιος διαταγή να χτυπηθούν οι διαδηλωτές11, αλλά, ντυμένος όπως-όπως μόνο με «λευκό πουκάμισο και χακί παντελόνι», βγήκε από την έδρα της Αστυνομίας στον δρόμο και κραυγάζοντας: Πυροβολήστε λοιπόν τους παλιανθρώπους! άρχισε να χτυπάει με ριπές αυτομάτου τον κόσμο12. Έκανε δηλαδή ο Έβερτ ό,τι είχε φοβηθεί να κάνει ο Παπανδρέου – και το τι επακολούθησε είναι πια πασίγνωστο και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί εδώ. Δεινή όμως υπήρξε η θέση των Βρεταννών ιθυνόντων. Πράγματι, ενώ μια χαρά τα είχαν βρει, ως προς την Ελλάδα, και με τον Χίτλερ και με τον Στάλιν, η παροιμιώδης «ασχετοσύνη» της «νεοελληνικής πολιτικής ελίτ» τους ανάγκαζε να υποβληθούν στις περιπέτειες μιας πλήρους ελληνικής εμφύλιας σύρραξης. Ο Παπανδρέου, κατά συνέπεια, έπρεπε να διωχτεί το ταχύτερο δυνατόν – όπως και πράγματι έγινε, στις αρχές Ιανουαρίου του 1945. Ποιός όμως θα μπορούσε να αναλάβει, αποτελεσματικά και υπεύθυνα, τον κρίσιμο ρόλο της διασφάλισης των αγγλοαμερικανικών συμφερόντων στην Ελ72

λάδα; Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος; Όχι, διότι – προφανώς λόγω της στάσης του στο Βορειοηπειρωτικό– οι Βρεταννοί έσπευσαν να τον χαρακτηρίσουν ως «πολύ διανοούμενο» και, κατά συνέπεια, ακατάλληλο για πολιτικό13. Μήπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος; Ούτε αυτός, επειδή, «εάν δεν είχε το επώνυμο του πατέρα του, το μόνο πεδίο όπου θα μπορούσε να διαπρέψει ήταν η χαρτοπαιξία» (συγκεκριμένα το μπριτζ)14. Ο Ναπολέων Ζέρβας; Με τίποτα, διότι, παρά την συμπάθεια που ενέπνεε η προσωπικότητά του, δεν ήταν παρά ένας «παλιάνθρωπος» (rascal), ο οποίος είχε «ιδιοποιηθεί» σημαντικό μέρος των χρυσών λιρών που του έδωσαν οι Άγγλοι στην διάρκεια της Κατοχής15. Ο Νικόλαος Πλαστήρας; Όλοι –εκτός από τους Έλληνες βέβαια– γνώριζαν τον πολύ άσχημο ρόλο που είχε παίξει, τον Αύγουστο του 1922, στο μικρασιατικό μέτωπο16. Επιπλέον, ήταν ιδεολογικώς ανεμόμυλος: εμφανιζόταν πότε ως «δημοκράτης», πότε υιοθετούσε φασιστική ιδεολογία, μετά ξαναγινόταν «δημοκράτης» κ.ο.κ. Οι Άγγελος Έβερτ, τέλος, και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός δεν ήταν «άνθρωποι των Άγγλων», όπως γενικώς πιστεύεται17. Πράγματι, υπήρξαν άνθρωποι αυτών που κινούνταν πίσω από τους Άγγλους και, στην διάρκεια της Κατοχής, δραστικώς συνέβαλαν στην επαφή των δύο εμπόλεμων πλευρών στο κατ’ εξοχήν στρατηγικώς καίριο σημείο της Ευρώπης που είναι η δική μας χώρα18. Έτσι, η αναζήτηση, που άρχισε ήδη τον Δεκέμβριο του 1944, έμελλε να καταλήξει, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε αυτό, βέβαια, καθοριστικώς συνέβαλαν και ορισμένες διαπιστώσεις που είχαν γίνει κατά την διάρκεια των ετών 1946-1949: α) η νίκη του Εθνικού Στρατού σε βάρος του Δημοκρατικού είχε καθυστερήσει πολύ λόγω της ανυπαρξίας στην Ελλάδα «καλού οδικού δικτύου»19, β) η φτώχεια της Ελλάδας οφειλόταν σε «οργανικές αδυναμίες της χώρας»20 και γ) ο ελληνικός οικονομικός βίος ήταν –απλούστατα!– «εξωφρενικός»21. Ο νέος πολιτικός, λοιπόν, που θα έπρεπε, υπό την αιγίδα και καθοδήγηση των Αγγλοαμερικανών, να αναλάβει την διακυβέρνηση των Νεοελλήνων έπρεπε να είναι όχι μόνο –σε αντίθεση με το πολιτικό κατεστημένο– στοιχειωδώς τίμιος και εργατικός αλλά και ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα ιδιαίτερα ικανός σε θέματα οδοποιίας. Αυτό ακριβώς ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμαν22 λής – και, αφού έδωσε τις αναγκαίες «εξετάσεις» κατά την διακυβέρνηση της χώρας από τον Αλέξανδρο Παπάγο, έγινε, μετά από σαφέστατη υπόδειξη των «Αμερικανών»23, και με απροκάλυπτη βασιλική παρέμβαση24, πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 1955. Το θέμα της εν λόγω απροκάλυπτης παρέμβασης του Στέμματος υποκριτικώς «σοκάρισε» και εξακολουθεί να «σοκάρει» τους νεοέλληνες σχολιαστές των ιστορικών συμβάντων. και τούτο, διότι σε επίσης απροκάλυπτη παρέμβαση του Γεωργίου Α΄ οφειλόταν η πολιτική κατίσχυση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 191025 και σε ανάλογη κίνηση του Γεωργίου Β΄ η πρωθυπουργοποίηση του Ιωάννη Μεταξά τον Απρίλιο του 1936. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η βασική αποστολή του Στέμματος στον πολιτικό βίο των Νεοελλήνων: να διευκολύνουν καθοριστικώς την κατίσχυση των προσώπων που τους υποδεικνύονταν από τις φιλελεύθερες Δυνάμεις της Δύσης και, γενικώς, του Ατλαντικού Κόσμου. Ο Καραμανλής, πάντως, λόγω χαρακτήρα και των ικανοτήτων του, σε όλη του την ζωή διατήρησε τον φόβο «μήπως του φάει τη θέση» ο Γεώργιος Παπανδρέου πρώτα και ο γιος του Ανδρέας μετά, δεδομένου ότι αυτοί ήταν οι ακραιφνέστεροι και κατ’ εξοχήν αποδεδειγμένοι φίλοι των φιλελεύθερων Δυνάμεων του Ατλαντικού κόσμου. Και, ως γνωστόν, ο φόβος του αυτός επαληθεύτηκε όχι μία αλλά δύο φορές…

Η καταγωγή και η προσωπικότητά του Ευκαιρία δεν έχανε ο Καραμανλής να διασαλπίζει πως ήταν Μακεδών. Αυτό αποτελούσε «πονηρό» πολιτικό τέχνασμα, πλήρως εναρμονισμένο με την όλη ατμόσφαιρα που καταθλιπτικώς πίεζε την Ελλάδα από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά: το ζήτημα ήταν η Μακεδονία – και το μέγα αιτούμενον να αποτραπεί η κατίσχυση των εκεί σλαβικών πληθυσμών καθώς και, ευρύτερα, η κάθοδος σλαυϊκών Δυνάμεων σε μακεδονικές ακτές. Εκθειάζοντας, δηλαδή, την μακεδονική καταγωγή του, ο Καραμανλής προέβαλλε τον εαυτό του ως οιονεί ενσαρκωμένη εγγύηση εκτέλεσης των εντοΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

λών των Μεγάλων Δυτικών Δυνάμεων. και, βέβαια, αυτή η περίφημη «μακεδονική καταγωγή» ερμηνευόταν στο εσωτερικό της χώρας μας ως διαβεβαίωση δυνατότητας πολιτικής και κοινωνικής ανόδου ατόμων που δεν προέρχονταν από τα τζάκια της Παλιάς Ελλάδας, τα οποία είχε θεωρηθεί πως νέμονταν την εξουσία περίπου κληρονομικώς. Αλλά αυτό ειδικά το θέμα είναι μια άλλη ιστορία… Ενώ το κύριο θέμα μας εδώ και τώρα είναι η πραγματική καταγωγή του Καραμανλή. Ο Μακεδών πολιτικός, λοιπόν, δεν ήταν Μακεδών. Είχε βέβαια γεννηθεί στην Μακεδονία, αλλά σε χωριό το όνομα του οποίου, Κιούπκιοϋ (<Κüpköy= Το χωριό με τα πιθάρια), καταδείκνυε την εκεί ύπαρξη ισχυρού τουρκικού στοιχείου. Τι ήταν, λοιπόν, ο Καραμανλής; Απλώς, αυτό που δηλώνει το επώνυμό του: Καραμανλής (<Karamanlı), δηλαδή άνθρωπος από την Καραμανιά, τα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Στην εν λόγω Καραμανιά τον τόνο έδιναν πληθυσμοί τουρκόφωνοι, που όμως ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. [Αυτό καθόλου δεν πρέπει να εκπλήσσει. Έστω και αν, ειδικά στην Ελλάδα, οι Τούρκοι έχουν ταυτιστεί με το Ισλάμ, τα πρώτα κύματα Τούρκων που έφτασαν στην Ευρώπη ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό. Οι Ούγγροι, Τούρκοι στα ελληνικά κείμενα του Μεσαίωνα, αποτελούν παράδειγμα πρόχειρο. Άλλο παράδειγμα είναι οι Γκαγκαούζηδες της Ρουμανίας, που μάλιστα είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι26. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα κατάλοιπα τουρκικών πληθυσμών στην Πελοπόννησο – σήμερα πια αισθητά μόνο σε τοπωνύμια: πρόκειται για Τούρκους μισθοφόρους των Ελλήνων του Μεσαίωνα, οι οποίοι, όταν αυτοί οι τελευταίοι ηττήθηκαν από τους Φράγκους, έγιναν… Χριστιανοί Καθολικοί και εγκαταστάθηκαν στην Ηλεία.27] Οι περίφημοι Καραμανλήδες της Μικράς Ασίας, προφανώς όμαιμοι του δικού μας Καραμανλή, μιλούσαν τουρκικά αλλά τα έγραφαν –λόγω εκκλησιαστικής επίδρασης– με ελληνικούς χαρακτήρες. Δάσκαλος, λοιπόν, ήταν ο Γεώργιος Καραμανλής, πατέρας του Κωνσταντίνου [σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες δάσκαλος όχι της ελληνικής μα της… τουρκικής γλώσσας]28. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας μας άλλωστε μι73


τη τάση, αντί να επιδίδεται σε ρητορικές εξάρσεις, όπως τα επιφανή μέλη της οικογένειας Παπανδρέου π.χ., να αναλαμβάνει «έργα», τα οποία κατά κανόνα έσπευδε να φέρει σε πέρας. Παράλληλα, ποτέ του δεν χώνεψε τα «δημοκρατικά ιδεώδη» που γενικώς διέπουν τον βίο των Νεοελλήνων. Κατά την διάρκεια της Κατοχής τον περιέβαλε η συμπάθεια των τότε κυβερνήσεων29 – και είναι χαρακτηριστικό το ότι διέφυγε από την Ελλάδα μόλις το 1944, όταν πια είχε αρχίσει η εκκένωση της χώρας μας από τα γερμανικά στρατεύματα30. Επιπλέον, παρά τα όσα ακόμα και σήμερα του καταμαρτυρούνται, φέρθηκε στους κομμουνιστές με τρόπο ηπιότερο από εκείνο των περισσότερων προκατόχων του στην εξουσία. Ακόμη, έφτιαξε το οδικό δίκτυο (για την κατασκευή του οποίου είχε, κυρίως, επιλεγεί από τους [Αγγλο]αμερικανούς) και προσπάθησε, επιχειρώντας να εξαλείψει τις «οργανικές αδυναμίες» του νεοελληνικού βίου, να αλλάξει τη «μοίρα του Λαού μας» και να τον βγάλει (επιτέλους) από την φτώχεια. Το πρακτικό του μυαλό, όμως, δεν του επέτρεπε να «συμμορφωθεί» με τις ατελεύτητες, καταστροφικές φλυαρίες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. έτσι, διαρρηγνύοντας τον δεσμό του με τους Αμερικανούς, προσπάθησε να στηριχτεί στον Κάρολο Ντε Γκωλ, να προσεταιριστεί το Στράτευμα και να επιβάλει στην Ελλάδα καθεστώς αυταρχικής μορφής. Ήδη από το 1961, πράγματι, θεωρούσε τον Στρατό Ξηράς ως βασικό έρεισμα της εξουσίας του. και αυτό φάνηκε στις περίφημες εκλογές της «βίας και νοθείας». Όμως, η προσπάθεια προσεταιρισμού του Στρατεύματος τον έφερε σε σύγκρουση με το Στέμμα, που θεωρούσε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έπρεπε να υπάγονται στην αποκλειστικώς δική του δικαιοδοσία. Και έτσι, αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα μας στις 9 Δεκεμβρίου 1963, επειδή, μεταξύ άλλων, έφτασε να κινδυνεύει και η ίδια του η ζωή.

λούσε τουρκικά – λίγα, όπως έλεγε, όταν απευθυνόταν σε ευρύ κύκλο συνομιλητών, αλλά πολλά και καλά, όπως είχε την τάση να εξομολογείται σε μικρό αριθμό στενών συνεργατών του. Είναι –σκοπίμως– ασαφές, πράγματι, εάν κατά τις συναντήσεις του με τον Bülent Ecevit υπήρχε διερμηνέας με καθήκοντα ουσιαστικά ή απλώς «για τα μάτια». Και φυσικά, σε όλο τον πολιτικό του βίο βασική προσπάθειά του υπήρξε η στερέωση μιας πραγματικής ελληνοτουρκικής φιλίας, στα πλαίσια της οποίας και μόνον, όπως –ορθώς!– πίστευε ήταν δυνατόν να επιτευχθεί λύση του Κυπριακού βιώσιμη και καθολικώς επωφελής. Έχοντας τέτοιες καταβολές, ο Καραμανλής αποτελούσε βροντερή αντίθεση προς την συντριπτική πλειοψηφία –εάν όχι το σύνολο– των συγΤο Παρίσι και τα μετέπειτα χρόνων του Ελλήνων πολιτικών. Τον χαρακτήριζε, πράγματι, η χαρακτηριστική βραχυλογία των Όσον αφορά τους Αγγλοαμερικανούς, με τον τουρκόφωνων λαών («Καλό στρατόπεδο είναι εκεί- Καραμανλή, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο προς νο στο οποίο επικρατεί σιγή», όπως διευκρίνιζαν ό,τι με τους Γεώργιο και Ανδρέα Παπανδρέου: οι και οι Οθωμανοί.) Και έτσι είχε την ακαταμάχη- Αγγλοαμερικανοί είχαν εμπιστοσύνη στις ικανό74

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα τητες του Καραμανλή αλλά όχι και στα προς αυτούς αισθήματά του. ενώ, ως γνωστόν, εμπιστευόντουσαν πλήρως τα αισθήματα/φρονήματα των δύο Παπανδρέου μα όχι και τις ικανότητές τους. (Για αυτό άλλωστε και ο μεν Γεώργιος Παπανδρέου κυβέρνησε πολύ λίγο την Ελλάδα, ενώ ο Ανδρέας ούτε καν αποτόλμησε να βάλει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας.) Έτσι, δεδομένου ότι και τον Καραμανλή, όλο το διάστημα που παρέμεινε στο Παρίσι, τον διακατείχε –όπως σχεδόν και οποιονδήποτε άλλον στην θέση του– η «νοσταλγία της εξουσίας», αλλά και επειδή οι Αγγλοαμερικανοί ευχαρίστως θα έβλεπαν την επιστροφή του στην κορυφή του Ελληνικού Κράτους, έπρεπε να αλλάξει τις ιδέες του, ώστε να κατανοήσει το ‘βαθύτερο νόημα’ του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και, γενικώς, της Δημοκρατίας. Την εκπαίδευσή του, λοιπόν, την ανέλαβε, στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Raymond Aron, ο γνωστός «ειδήμων» των διεθνών σχέσεων, δάσκαλος του ίδιου του Henry Kissinger31 και εκείνος που διεθνώς λανσάρισε, σε μορφή λόγια, εξυπακούεται, το περίφημο «εδώ και τώρα» του Ανδρέα Παπανδρέου32. Ο R. Aron, βέβαια, εκτιμούσε, ως διάνοια, κυρίως τον Παναγή Παπαληγούρα.33, όμως σαφώς θαύμαζε και το πολιτικό «ύψος» του Κ. Καραμανλή34. Η φήμη, πάντως, πως ο «Μακεδών πολιτικός» συστηματικώς παρακολουθούσε τις παραδόσεις του Aron στη Σορβόννη επικράτησε μεν διεθνώς, αλλά διαψεύστηκε από τον ίδιο τον Aron35. Βέβαια, την εν λόγω διάψευση θα έπρεπε να την κάνει ο ίδιος ο Καραμανλής, ώστε να γίνει πλήρως πιστευτή. αυτός, όμως, όχι μόνον δεν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα διαβεβαίωνε τον R. Aron πως «ευχαρίστως θα υπέγραφε οποιοδήποτε δικό του άρθρο». Και αυτό μπορεί να θεωρηθεί αρκετό… …Εφ’ όσον, μάλιστα, πλήρως επιβεβαιώνεται από τα όσα έγιναν μετά την κατά το καλοκαίρι του 1974 αυτοκατάλυση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Ως προς το ότι η υπόθεση της «μετάκλησης» του Καραμανλή ήταν τελείως «στημένη», ίχνος αμφιβολίας δεν μπορεί να υπάρξει. Άλλωστε, οι βασικοί μοχλοί της προς τον Καραμανλή πρόσκλησης και εκ νέου καθιέρωσής του, συγκεκριμένα ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΦαίΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

δων Γκιζίκης και –λανθανόντως– ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, διόλου δεν ενοχλήθηκαν από το δημοκρατικό καθεστώς – σε αντίθεση με τους πρωτεργάτες της 21ης Απριλίου, οι οποίοι φυλακίστηκαν για λόγους μάλλον πολιτικούς παρά ιδεολογικούς. Εάν, πράγματι, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και οι βασικοί του συνεργάτες έπαιρναν μέρος στις εκλογές της δεκαετίας του 1970, θα αποδείκνυαν ότι η προς αυτούς συμπάθεια μεγάλου μέρους του Ελληνικού Λαού παρέμενε αμείωτη. οπότε εξοντώθηκαν πρώτα ηθικώς και πολιτικώς και στην συνέχεια φυσικώς με τη μακροχρόνια φυλάκισή τους. Το ίδιο ισχύει και με την υπόθεση της Κύπρου: ο τουρκικός λαός σαφώς έχει πολεμικές αρετές– και η συντριπτική αριθμητική υπεροχή κάνει τις αρετές αυτές ακόμα μεγαλύτερες. Η τουρκική πλευρά όμως παρουσιάζει χρόνια –εάν όχι παραδοσιακήαδυναμία όσον αφορά το Ναυτικό. το μέγα ερώτημα, κατά συνέπεια, είναι τι έκανε το καλοκαίρι του 1974 το Ελληνικό Ναυτικό. ή –για να τεθεί ευθέως το ζήτημα– γιατί δεν συγκρούστηκε με τις αντίστοιχες τουρκικές δυνάμεις; Εδώ βρίσκεται το κλειδί της όλης υπόθεσης. και αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση του πνεύματος που διαχρονικώς επικρατεί στην Ελλάδα, ότι πάρα πολλοί ξέρουν πια τι ακριβώς έγινε, αλλά ακόμη φοβούνται να μιλήσουν. *** Επέστρεψε, λοιπόν, ο Καραμανλής στην χώρα μας και, έχοντας εμπεδώσει την –οποιασδήποτε μορφής- διδασκαλία του R. Aron, «έκοψε μαχαίρι» τους λόγους και σκέψεις τους σχετικούς με την ανάγκη επιβολής και διατήρησης στην Ελλάδα καθεστώτος αυταρχικού. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα: μεταβλήθηκε σε πασιφανή και διαπρύσιο θαυμαστή και, γενικώς, απολογητή του δημοκρατικού πολιτεύματος (συνεχίζοντας βέβαια να κρατάει και ορισμένες, ανώδυνες λίγο-πολύ επιφυλάξεις) και έφτασε στο σημείο να κάνει και λόγο για την ανάγκη συγκρότησης «σώματος επαγγελματιών της πολιτικής», των οποίων η δουλειά θα ήταν ακριβώς η διακυβέρνηση αυτού του –έρμου– τόπου μας. Το crux point, όμως, χρονικώς τοποθετείται τον Οκτώβριο του 1981. Εντάξει, ο Κ. Καραμανλής είχε φερθεί στο Κυπριακό όπως λίγο-πολύ επιθυμούσε η «ανωτέ75


ρα του αρχή». εξ ου και παρέμεινε πρωθυπουργός επί έξι έτη. Στην συνέχεια, μεταπήδησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας. για να παραμείνει όμως εκεί, έπρεπε όχι μόνο να «καταπιεί» αλλά και να «χωνέψει» τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του. Ε, αυτό ήταν πολύ δύσκολο, επειδή η αντιπάθειά του προς τον Ανδρέα ήταν όχι μόνο τοις πάσι αισθητή αλλά και πλήρως δικαιολογημένη. Τι σχέση είχε, πράγματι, ο λιγόλογος «Μακεδών», που ορθώς μοχθούσε να δομήσει εικόνα του εαυτού και της χώρας του διαφορετική από εκείνην που είχαν φτιάξει οι συνεχώς σκανδαλοποιοί, κληρονομικώ δικαίω πολιτικοί ταγοί των Νεοελλήνων, με τον ελληνοαμερικανό Ανδρέα Παπανδρέου; Ο Καραμανλής, βέβαια, είχε στέρξει να τον φέρει στην Ελλάδα το 1961, μετά από παράκληση του Γεωργίου Παπανδρέου φαινομενικώς αλλά υπακούοντας σε άνωθεν επιταγή ουσιαστικώς. Και τώρα… να που ο Ανδρέας πήγαινε να γίνει και πρωθυπουργός! Ο Καραμανλής, πάντως, κατάφερε να αυτοσυγκρατηθεί. Ενώ –ορθώς!- μαινόταν κατά του Ανδρέα και των σοσιαλιστών «συντρόφων» του, χαλιναγώγησε την παρόρμησή του και προσέφερε στον Ανδρέα την καλλίτερη βοήθεια – και μάλιστα ακριβώς την στιγμή που έπρεπε. Την επομένη των εκλογών του Οκτωβρίου του 1981, πράγματι, επισκέφτηκαν τον Καραμανλή στο γραφείο του, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, οι Αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων και του υπέβαλαν την εξής πρόταση: να παραιτηθούν όλοι μαζί, ώστε να δημιουργηθεί τέτοια αναταραχή στο Στράτευμα, που θα παρακώλυε την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή, έστω, τη στερέωσή του σε αυτήν38. Ο Καραμανλής τους απέτρεψε… με τα πασίγνωστα επακόλουθα. Στην συνέχεια, πάντως, έτεινε να παροτρύνει τους ανθρώπους που θεωρούσε «δικούς του» να παραιτηθούν από τις κρατικές θέσεις ισχύος που κατείχαν. Σε αυτό, ειδικά, επέδειξε μορφή αφέλειας, εφ’ όσον επιζητούσε ιδεολογική συνέπεια και σταθερότητα στη μόνη, ίσως, χώρα όχι μόνον της Ευρώπης αλλά και του συνόλου της Μέσης Ανατολής, στην οποία η έννοια της «προδοσίας» είναι τελείως ακατανόητη (από την Ε.Ο.Ν. στην Ε.Π.Ο.Ν. π.χ. και

76

ούτω καθ’ εξής.) Οπότε ο Καραμανλής είπε εκείνο, η ορθότητα του οποίου αποδεικνύεται κάθε μέρα και περισσότερο: «Όλοι οι Έλληνες κρύβουνε μέσα τους έναν μικρό Ανδρέα». Προσωπικώς, δεν νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί καλλίτερη ερμηνεία της «μεγάλης λαϊκής απήχησης» του Ανδρέα Παπανδρέου και των ατόμων που τον περιέβαλλαν από αυτήν του Κωνσταντίνου Καραμανλή. *** Η μεγάλη του απογοήτευση υπήρξε η «αποπομπή» του από την Προεδρία της Δημοκρατίας κατά το 1985. Πίστευε ότι η «άψογη στάση» που είχε τηρήσει ως προς τον Ανδρέα και τους υπόλοιπους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποτελούσε εχέγγυο της παραμονής του σε αυτήν. Δεν ήθελε να καταλάβει το βάθος της πολιτικής, που βάσει πολύ άνωθεν εντολών και επιταγών ακολουθούσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., και η οποία αποσκοπούσε στην προώθηση σε «υψηλές θέσεις» ανθρώπων από πληθυσμιακά συγκροτήματα που έως τότε παρέμεναν αποκλεισμένα από αυτές. Το μόνο αιτούμενο ήταν, εκείνοι των οποίων η άνοδος σχεδιαζόταν, να έχουν πλήρως ενστερνιστεί τα «ιδεώδη του Δυτικού» και, γενικώτερα, «ατλαντικού κόσμου». Στα πλαίσια εν πολλοίς αυτής ακριβώς της πολιτικής προωθήθηκε στην προεδρία της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης. Το νέο το έμαθα, εν όσω ακόμη ήμουν λέκτορας στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την οργή μου, ιδίως καθώς ακουσίως άκουγα και έβλεπα τους πανηγυρισμούς των δημοκρατικών στιφών. Δέχτηκα λοιπόν την πρόταση του εκδότη Λευτέρη Καρτάκη να συνεργαστούμε στην έκδοση ενός μικρού βιβλίου, όπου θα περιλαμβάνονταν οι επιγραμματικές γνώμες του Κωνσταντίνου Καραμανλή για την Ελλάδα και τους Νεοέλληνες. Δέχτηκα ευχαρίστως… και το βιβλιαράκι μας έκανε τέσσερις εκδόσεις μέσα σε 20 μέρες39. Ο Καραμανλής αρχικώς αντέδρασε (προφανώς φοβήθηκε την άνωθεν αρχή), αλλά μετά συγκινήθηκε – και μου έδειξε εμπράκτως την τότε συγκίνησή του αλλά και την διαρκή συμπάθειά του προς το πρόσωπό μου. Τον Μάϊο του 1988, μου ζήτησε να ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα τον συναντήσω στο σπίτι του στην Πολιτεία. Φυσικά, το έκανα. και μου εξήγησε πως ήταν πια καιρός να κατεβώ από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα (κάτι που, από πολύ καιρό, επιθυμούσα διακαώς) και να «βοηθήσω στην ευόδωση» του έργου του σχετικού με τα Αρχεία του. Έτσι λοιπόν κατέβηκα στην Αθήνα το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου και άρχισα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο Ίδρυμα που είχε ήδη φτιαχτεί στην Φιλοθέη. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ… Έτσι, από εκείνο το φθινόπωρο του 1988 και μετά δεν ξαναείδα ποτέ πια τον Κωνσταντίνο Καραμανλή…

Αλλά έμαθα την εντολή που είχε αφήσει ως προς την κηδεία του. Δεν ήθελε παρά πολύ λίγους – και αυτούς κατ’ ανάγκην. Και αυτό –στα δικά μου τουλάχιστον μάτια– πλήρως τον δικαιολογούσε: ήταν ο μόνος σύγχρονος πολιτικός που κατάλαβε την Ελλάδα (όλη η Ελληνική Ιστορία είναι παραμορφωμένη) και τον κόσμο της (μέσα σε κάθε Έλληνα κρύβεται ένας μικρός Ανδρέας). Και αυτά, παρά το κακό που τελικώς μου προξένησε, είναι αρκετά, ώστε να λέω, όποτε τον σκέφτομαι: requiem aeternam dona ei, Domine.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 1. Οι λόγοι του Κ. Καραμανλή. 2. Οι λόγοι του Κ. Καραμανλή, 1980-’81, σ. 44. 3. Πρβλ. Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Η ελληνική αντίστασις, 1941-1944 (Αθήνα: «Εστία» Ι. Δ. Κολλάρος, 1964), σ. 216. 4. Βλ. κυρίως Ορέστη Ε. Βιδάλη, Το σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον και η εθνική μας πολιτική (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1988), σ. 24. (Το έργο αυτό έχει πάρει έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών.) 5. Δημοσθένη Κούκουνα, «Οκτώβριος 1944. Η απελευθέρωση της Αθήνας», Τότε (Αθήνα), σσ. 40-41. Πρβλ. Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Η ελληνική αντίστασις, 1941-1944, σσ. 104, 120. Η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής έχει γίνει αντικείμενο διάψευσης από επιφανείς –και σεβαστές– προσωπικότητες του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως ο Chris Woodhouse π.χ., αλλά τα γεγονότα αποτελούν το ασφαλέστερο τεκμήριο της ύπαρξής της. Οι Γερμανοί, πράγματι, αποχώρησαν από την Ελλάδα, όχι μόνον την ηπειρωτική μα και τη νησιωτική, τελείως ανενόχλητοι, ενώ την Θεσσαλονίκη την πήραν οι Βρεταννοί κυριολεκτικώς αβρόχοις ποσί. 6. Α. Ι. Κοραντή, Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1956), τόμ. Δ΄, μέρος β΄ (Αθήνα, 1981), σσ. 226-227. 7. Π. Κ. Ενεπεκίδη, Η ελληνική αντίστασις, 1941-1944, σ. 217. 8. Foreign Office Papers (στο εξής: FO) 476/8-248315, o Sir Charles Peake, πρέσβυς του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα, προς τον Sir Anthony Eden, Βρεταννό υπουργό Εξωτερικών, αρ. 198 (εμπ.), Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954. 9. Π. Λ. Παπαγαρυφάλλου, «Η μοίρα της Ελλάδος και της Κύπρου στα πλοκάμια της αγγλικής διπλωματίας μέσα από απόρρητα έγγραφά της του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Ελληνόραμα, αρ. 96 (Σεπτέμβριος 2012), σ. 18. 10. Σόλωνος Ν. Γρηγοριάδη, «Δεκέμβριος

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

1944: Το ανεξήγητο λάθος» (Αθήνα: Το Βήμα [χωρίς έτος έκδοσης]), σ. 47. 11. Βλ. την συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολις (Αθήνα), φύλλο 3ης Δεκεμβρίου 1958. 12. Σόλωνος Ν. Γρηγοριάδη, Δεκέμβριος 1944…, σσ. 50-51. Το ότι το άτομο που άρχισε να χτυπάει τους «παλιανθρώπους» ήταν ο ίδιος ο Έβερτ δεν μαρτυρείται κατηγορηματικώς, αλλά προκύπτει από τα συμφραζόμενα. 13. FO 476/8-248315, o Sir Charles Peake προς τον Sir Anthony Eden, αρ. 198 (εμπ.), Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954. 14. FO 476/8-248315, o Sir Charles Peake προς τον Sir Anthony Eden, αρ. 198 (εμπ.), Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954. 15. FO 476/8-248315, o Sir Charles Peake προς τον Sir Anthony Eden, αρ. 198 (εμπ.), Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954. 16. Βλ. Μίκη Πρωτοπαπαδάκη, «Η αποφράς νύκτα της 14 προς τη 15 Αυγούστου 1922 στο μικρασιατικό μέτωπο», http://www.theodotus. blogspot.gr/2013/08/14-15-1922.html (26 Αυγούστου 2013). 17. Ως προς τον Έβερτ, είναι χαρακτηριστικό το ότι οι Βρεταννοί αρκέστηκαν να ανταμείψουν τις υπηρεσίες του με μία χρυσή τσιγαροθήκη και όχι με παράσημο, όπως διακαώς ο ίδιος επιθυμούσε. (FO 476/8-248315, o Sir Charles Peake προς τον Sir Anthony Eden, αρ. 198 [εμπ.]), Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1954. Πρβλ. Δημοσθένη Κούκουνα, «Πού βρίσκεται το αρχείο Έβερτ;», Λαβύρινθος (Αθήνα), 43 (Ιανουάριος 2007), σ. 19. 18. Ενδιαφέρουσες μαρτυρίες για το θέμα αυτό: Ηρακλή Πετιμεζά, Εθνική Αντίσταση και Κοινωνική Επανάσταση. Ζέρβας και Ε.Α.Μ. (Αθήνα, 1991), σ. 152 επ. passim. 19. Ελευθερία (Αθήνα), 3 Σεπτεμβρίου 1948. 20. Ελευθερία, 24 Σεπτεμβρίου 1948. 21. Ελευθερία, 22 Μαΐου 1947. 22. FO 476/8-248315, o Sir Charles Peake

προς τον Sir Anthony Eden, αρ. 198 (εμπ.), Αθήνα, 14 Οκτωβρίου 1954. 23. Δημήτρη Μιχαλόπουλου, «Ανέκδοτα κείμενα Κωνσταντίνου Τσάτσου», Νέα Κοινωνιολογία, 24 (Φθινόπωρο 1997), σ. 21. 24. Αυτόθι. 25. Ενδεικτικώς: Δημήτρη Μιχαλόπουλου, Ο Εθνικός Διχασμός. Η άλλη διάσταση (Αθήνα: Πελασγός-Ιωάννης Χρ. Γιαννάκενας, 20122), σ. 92 επ. 26. Ενδεικτικώς: Zeki Kuneralp, Just a Diplomat (Κωνσταντινούπολη: İsis, 1992), σ. 23. 27. William Miller, Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα (1204-1566). Μετάφραση-εισαγωγή-σημειώσεις Άγγελου Φουριώτη (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1960), σσ. 175-176. 28. Μαρτυρία του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. 29. C. M. Woodhouse, Karamanlis. The Restorer of Greek Democracy (Οξφόρδη: Clarendon Press, 1982), σ. 17. 30. Αυτόθι, σ. 22. 31. Raymond Aron, Mémoires (Παρίσι: Julliard, 1983), σ. 742. 32. Hic et nunc (αυτόθι). 33. Αυτόθι, σ. 302. 34. Αυτόθι, σ. 594. 35. Αυτόθι. 36. Αυτόθι. 37. Περιλαμβάνεται σε πρακτικό σύσκεψης που έγινε με θέμα την έκδοση των Αρχείων του. 38. Ο συγγραφέας του άρθρου ήταν παρών στην συνάντηση αυτή. 39. Οριοθετήσεις. Οι επιγραμματικές φράσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Επιλογή Δρ. Ε. Καρτάκης. Πρόλογος-χρονολογικοί πίνακες Δ. Μιχαλόπουλος, εκδόσεις Ροές, Αθήνα 1986.

77


Ο Κ. Καραμανλής και ο στρεβλός εξευρωπαϊσμός της Ελλάδας

Ε

ίναι από τις βασικές παραδοχές της τρέχουσας πολιτικής βουλγκάτας, πάντως της Μεταπολίτευσης: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε εκείνος που σήκωσε το βάρος, που έκανε την θεμελιώδη επιλογή, που σχεδίασε και υλοποίησε και επέβαλε (ο καθείς ας διαλέξει την διατύπωση που τον βολεύει…) την πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα της «Ευρώπης». Από την Συμφωνία Συνδέσεως Ελλάδας-ΕΟΚ της 9ης Ιουλίου του 1961, μετά από διαπραγματευτική προσπάθεια σ’ όλο το διάστημα 1955-61 (και με βάση την απόφαση να στραφεί η Ελλάδα, η ελληνική οικονομία στην ΕΟΚ, και όχι στην ΕΖΕΣ) και μέχρι την Πράξη Προσχώρησης της 28ης Μαΐου του 1979, που έκλεισε διαπραγματευτικό κύκλο ο οποίος ξεκίνησε λίγο μετά την Μεταπολίτευση του 1974 (και δρομολόγησε την Ελλάδα προς τον πυρήνα της υπό μετεξέλιξη ΕΟΚ

78

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Ευρωπαϊκή Ένωση και ήδη στην αμφιλεγόμενη Ευρωζώνη), θεωρείται ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι επιλογές του έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο για «μετάφραση» σε συγκεκριμένη ευρωπαϊκή ένταξη του (επίσης Καραμανλικού) «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Θέση του σύντομου αυτού σημειώματος είναι ότι, ακριβώς η Καραμανλική προσέγγιση πολιτικής βουλησιαρχίας στα πράγματα, κυρίως δε η παραμέληση αν μη περιφρόνηση της ταπεινότερης δουλειάς που αποτελεί η επεξήγηση των επιλογών στην κοινή γνώμη της χώρας –μαζί και με την αντιπαραθετικότητα του πολιτικού σκηνικού, τόσο της δεκαετίας του ΄50, όσο και εκείνης του ΄70– στέρησε την Ευρωπαϊκή επιλογή από την ουσιαστική της νομιμοποιητική βάση. παρέσυρε σε επιδερμική μόνον αντιμετώπιση των απαραίτητων προσαρμογών. εγκατέστησε «περισσότερη πολιτική» και ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα ασφαλώς «λιγώτερη ουσία» στον δημόσιο λόγο στην άρση της τελωνειακής προστασίας. περί Ευρώπης. Και, τελικά, υπονόμευσε –αποτελεΘα μας επιτρέψει ο αναγνώστης μιαν έκφραση σματικώτατα!– το Ευρωπαϊκό ανήκειν της Ελλάδας που θα ακουστεί παραδοξολογική, αν μη ευθέως (και την Ευρωπαϊκή αντίληψη των Ελλήνων). αμαρτωλή: τελικά την Σύνδεση την έκανε βαθύτερα αποδεκτή, της έδωσε δηλαδή τον χαρακτήρα «εθνικού στοιχήματος»… η Χούντα. Τι εννοούμε; Ότι το Από την Σύνδεση στην Χούντα Τι εννοούμε; Όταν έγινε, στην συγκυρία καλ- πάγωμα της Συμφωνίας Σύνδεσης, που περιλάμβαπάζουσας μεταπολεμικής οικονομικής ανόρθωσης, νε αρκετές δυσμενείς για την Ελλάδα συνέπειες (κυμε βάση την (ανα)δημιουργία βιομηχανικής δομής ρίως: υπαναχωρήσεις από υποχρεώσεις των Έξη…) υπό συνθήκες προστασίας αλλά και την επαναφο- τόσο σε επίπεδο ΚΑΠ όσο και χρηματοδότησης των ρά της γεωργίας σε θετικούς ρυθμούς –αυτή ήταν υποδομών, «εισπράχθηκε» από την κοινή γνώμη τεη ώριμη φάση της δεκαετίας του ΄50–, η επιλο- λικά ως πολιτική αποστροφή της «Ευρώπης» προς γή για Ευρωπαϊκή στροφή, υπήρξαν αντιδράσεις/ την πολιτική ανωμαλία στην Ελλάδα. Με αποτέλεαντιστάσεις από δύο βασικές πλευρές. Η πρώτη σμα να κερδηθεί το πολιτικό στοίχημα του Ευρωπαήταν πολιτική: η αντίθεση της ΕΔΑ αλλά και πολ- ϊκού ανήκειν, την ώρα ακριβώς που αναδύονταν δυλών φορέων της Κεντροδεξιάς είχε εκφρασθεί και σλειτουργίες των συμφωνημένων… αναλυτικά, στην θεωρητική/δημόσια συζήτηση της εποχής, αλλά και μέσω του Τύπου της εποχής. Η δεύτερη ήταν ευθέως οικονομική: η βιομηχανία δεν είχε αντιδράσει εν γένει ευνοϊκά στην λογική της απελευθέρωσης των αγορών, δηλαδή της κατάργησης της προστασίας «της». Η στάση Καραμανλή, σ’ εκείνη την στροφή της ιστορίας, ήταν καθαρά… Καραμανλική. Και ο ίδιος και όσοι δούλεψαν τα «Ευρωπαϊκά» μαζί του –από τον (διαπραγματευτή) Γιάγκο Πεσμαζόγλου και τον (τεχνοκράτη) Γεώργιο Κοντογιώργη μέχρι τον Παναγή Παπαληγούρα, τον Ευάγγελο Αβέρωφ (ναι, και αυτός!) και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο της εποχής– επικεντρώθηκαν κυρίως στην πολιτική κατίσχυση και λιγώτερο στην επιχειρηματολόγηση, ακόμη λιγώτερο στην διάχυση της «φιλο-ΕΟΚ» επιλογής στην τότε, έστω, ευρύτερη κοινή γνώμη καθώς και στα αντιτιθέμενα στην επιλογή εκείνη οικονομικά συμφέροντα. Επεκράτησαν και στις δυο πτυχές. Όμως η επικράτηση ήταν πολιτική, οι βαθύτερες αντιρρήσεις δεν απαντήθηκαν. Και τούτο είχε ιδιαίτερο νόημα, καθώς η διαπραγμάτευση των όρων σύνδεσης άφησε αρκετά «στον αέρα» και της γεωργικής παραγωγής την προσαρμογή (η διαβόητη «εναρμόνιση», προϋπόθεση της στήριξης αγορών και των διαρθρωτικών παρεμβάσεων με χρηματοδότηση FEOGA) και την προσαρμογή της βιομηχανικής δομής μπροστά ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Από την Μεταπολίτευση στην ένταξη Κατά έναν παράδοξο τρόπο –ή μήπως απόλυτα αναμενόμενο;– το ίδιο σχήμα ακολούθησε και η μεταπολιτευτική τροπή της Ελλάδας προς την ΕΟΚ των Εννέα, τότε. Εδώ, το στοίχημα Καραμανλή τέθηκε ευθέως και σχεδόν πανηγυρικά με πολιτικό τρόπο. Ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής πρόβαλε την «πλήρη ένταξη» ως υπόθεση προεχόντως πολιτική, και μάλιστα με ευθεία αναφορά στην δημιουργία συνθηκών αποφυγής κάθε ενδεχόμενου επανόδου σε πολιτική ανωμαλία, ως εκ της ενσωματώσεως στην «Ευρώπη». Σε δεύτερο πλάνο έθεσε την δημιουργία συμμαχιών που θα βοηθούσαν στην αντιμετώπιση της Ελληνοτουρκικής απειλής – σήμερα, αυτό μπορεί να ηχεί παράδοξο, όμως αξίζει κανείς να θυμηθεί τις συνθήκες του 1975, με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και εσωτερικό αυτοδικαιωμένο αντιΑμερικανισμό κοκ. – ενώ μόνον σε τρίτο επίπεδο αφηνόταν όλη η οικονομική/πρακτική διάσταση της ένταξης (και αυτό, πάλι, περισσότερο με μια λογική «προκοπής» , προσέγγισης του προτύπου των πιο προηγμένων οικονομιών, με μικρή μόνο προσοχή στο «πώς» και τις προϋποθέσεις της προσαρμογής…). Και πάλι, άλλωστε, τόσο ο ίδιος ο Καραμανλής –ενοικών πλέον σε Ολύμπια ύψη της πολιτικής–, όσο και η πάλι σημαντική ομάδα διαπραγματευ79


τών που συγκέντρωσε γι’ αυτόν τον στόχο –Παναγής Παπαληγούρας, Γεώργιος Κοντογιώργης, Βύρων Θεοδωρόπουλος, Γρηγόρης Βάρφης, Νίκος Κυριαζίδης (μέχρι την αποστασιοποίηση των τελευταίων)– επικέντρωσαν την προσοχή τους αφ’ενός μεν στην κυρίως πολιτική διαδικασία, αφ’ετέρου στην τεχνική διαπραγμάτευση (που, την φορά αυτή, ήταν πολύ πιό πολύπλοκη και ανηφορική καθώς η ΕΟΚ αποτελούσε πλέον διαμορφωμένο και όλο και πιο άκαμπτο μηχανισμό). Σημασία στην επεξήγηση, στην δημόσια υπεράσπιση του εγχειρήματος δόθηκε λιγοστή, κυρίως δε προς το τέλος της όλης διαδικασίας. Και, όσο κι όταν δόθηκε, πήρε αρκετά απλοϊκή μορφή – «Είσαι στην ΕΟΚ,

μάθε για την ΕΟΚ!», ή πάλι στην ενδιάμεση περίοδο μεταξύ υπογραφής της ένταξης το 1979 και έναρξης της ισχύος το 1981, πανηγυρική διανομή αγροτικών επιχορηγήσεων με λογική Νάσου Κανελλόπουλου… Και πάλι, δηλαδή, η έμφαση δόθηκε στην πολιτική επικράτηση και στην πιο απλουστευτική / απλοϊκή επεξήγηση. Καθώς δε, αυτήν την φορά «απέναντι» βρισκόταν η εντυπωσιακή ιδεολογική/συνθηματολογική μηχανή του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, ο αυτοεγκλωβισμός σε «πολιτι80

κή υπεράσπιση» και σε άμυνα επιχειρημάτων ήταν αναπόδραστος. Πολύ περισσότερο που, όταν η διαπραγμάτευση δυσκόλεψε και χρειάζονταν πλέον επώδυνοι συμβιβασμοί, η άποψη Καραμανλή περί επίσπευσης των διαπραγματεύσεων πάση θυσία (που έφερε και την απομάκρυνση Βάρφη-Κυριαζίδη), άποψη που θεωρήθηκε εκ των υστέρων δικαιωμένη από την εμπειρία της ζωής «σε περιβάλλον Ευρωπαϊκής Κοινότητας/Ένωσης» από τις επόμενες διευρύνσεις σε 12, 15, 25 κοκ, δυσχέραινε έως απέκλειε κάθε ουσιαστική επεξήγηση και δημιουργία εσωτερικού μετώπου στήριξης.

Ένα στρεβλό Ευρωπαϊκό ανήκειν: το αποτέλεσμα Το τελικό αποτέλεσμα; Την ένταξη στην ΕΟΚ, μετέπειτα Ευρωπαϊκή Κοινότητα κοκ, και μέχρι τον προσανατολισμό στον σκληρό πυρήνα (την Ευρωζώνη), την δεκαετία πλέον του ΄90, την «πέτυχε» ο Ανδρέας Παπανδρέου! Τι εννοούμε και μ’ αυτήν την πρόσθετη φαινομενική παραδοξολογία; Ότι εκείνο που δρομολόγησε, πάλεψε, ιδεολόγησε, διαπραγματεύθηκε και «πέρασε» πολιτικά ο Κ. Καραμανλής, κλήθηκε να το «πουλήσει» στην κοινή γνώμη –την οποία είχε στρέψει εναντίον, με το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, ίδιο συνδικάτο!» και το «Όχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων!»– ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο οποίος και το έπραξε. Με μια σειρά διαδοχικών προσαρμογών: από το Μνημόνιο στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, απ’ εκεί στην λογική της «πολιτικής συνοχής», με ενδιάμεσους σταθμούς πολιτικής διαφοροποίησης (περίπτωση κατάρριψης τζάμπο, κλείσιμο εργασιών Ελληνικής Προεδρίας χωρίς συμπεράσματα…) αλλά σταθερά προς μια κατεύθυνση προϊούσας ενσωμάτωσης. Μόνο που, στον πυρήνα αυτής της διαδρομής, εγκαταστάθηκε μια λογική «πακέτων», δηλαδή παροχών, και εξαιρέσεων/ παρεκκλίσεων/προθεσμιών προσαρμογής, δηλαδή απομάκρυνσης από την ίδια την έννοια της διαρθρωτικής προσαρμογής. The rest is history, που λένε. Όχι; ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα

«Ανήκομεν εις την Δύσιν»; Κριτική προσέγγιση στο βασικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή. του Κώστα Μ. Σταματόπουλου

Η

ανάγκη να γραφτεί το άρθρο αυτό προέκυψε αφ’ ενός από την ανάγνωση των κειμένων του σχετικού αφιερώματος στο πρώτο τεύχος της νέας Νέας Πολιτικής, και αφ’ ετέρου από την διεξαχθείσα συζήτηση στην διάρκεια της παρουσίασης του περιοδικού, κατά την οποία θεώρησα σχεδόν ύποπτη, και πάντως εξόχως ανασφαλή, την βεβαιότητα αλλά και την απολυτότητα με την οποία όλοι όσοι έλαβαν τον λόγο έσπευσαν να υπερθεματίσουν την άποψη ότι Ελλάδα και Δύση είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Φρονώντας ότι παρόμοιοι χοντροκομμένοι ισχυρισμοί κρύβουν μεγάλη δόση ιδεοληψίας, όπως επίσης ότι συγχέουν την επιθυμία με την πραγματικότητα, θεώρησα καθήκον μου την έστω εκ των υστέρων ανάμιξή μου στην συζήτηση, επί ενός θέματος, άλλωστε, το οποίο, επειδή ακριβώς είναι θέμα ταυτότητος, απασχολεί τον Ρωμηό από συστάσεως τουλάχιστον του νεοελληνικού κράτους, αν όχι κι από πιο μπροστά. *** Επιχειρώντας έναν πρώτο γενικόλογο ορισμό του τι είναι «Δύση», θα μπορούσα να διατυπώσω την άποψη ότι είναι το πολιτισμικό εκείνο σύστημα το οποίο ως μέτρο, πυρήνα και αναφορά του έχει τον άνθρωπο και το οποίο, ως εκ τούτου, καλλιεργεί και εφαρμόζει τις έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας (όπου η δεύτερη περιορίζει αλλά και αναδεικνύει στα πλαίσια της πόλεως-νόμου την ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

πρώτη). Στο σύστημα αυτό ο ορθός λόγος παίρνει την καίρια εκείνη θέση που σε άλλους πολιτισμούς κατέχει ο μύθος και η πίστη στο υπερβατικό. Σύμφωνα με αυτήν την διατύπωση, η κλασσική Ελλάδα υπήρξε αναμφισβήτητα «Δύση» απέναντι στην δεσποτική και άμορφη Ανατολή, την επικράτεια δηλαδή του Μεγάλου Βασιλέως. Πόσο μάλλον που στην δυτική λεκάνη της Μεσογείου δεν είχε ακόμη αναφυεί καμμία υπολογίσιμη οργανωμένη πολιτειακή και πολιτισμική οντότητα. Έτσι, η νίκη στον Μαραθώνα υπήρξε καθοριστική νίκη της «Δύσεως» επί της «Ανατολής», νίκη που επέτρεψε στο θαύμα του 5ου π.Χ. αθηναϊκού αιώνα να υπάρξει. Οι κατακτήσεις όμως του Μεγάλου Αλεξάνδρου θα μπερδέψουν τα πράγματα. Διότι ναι μεν θα φέρουν την Δύση/Ελλάδα έως τα βάθη της Ανατολής/ Ασίας, αλλά, στην νέα σύνθεση που προέκυψε, το «δυτικό» στοιχείο αμετάκλητα θα νοθευτεί από τον ανατολικό και ασιατικό περίγυρο, τόσο δε ώστε να μην αποτελεί απαράδεκτη υπερβολή ο ισχυρισμός ότι ο νικητής κατακτήθηκε από τον ηττημένο. Παντού θριαμβεύουν οι μοναρχίες, οι δε πολιούχοι θεσμοί, στα χέρια πλέον ολιγαρχιών, περιορίζονται όλο και πιο στενά σ’ αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε τοπική αυτοδιοίκηση. Το ένδυμα εξακολουθεί να είναι ελληνοπρεπές, το σώμα όμως στις γιγαντουπόλεις της εποχής, τις Αλεξάνδρειες και τις Αντιόχειες, είναι καρπός οσμώσεων στις οποίες επικρατέστερες είναι οι ανατολικές τάσεις. 81


Λίγο αργότερα ανατέλλει η Ρώμη. Μία δυτικώτερη «Δύση» αποκτά υπόσταση, και εντός λίγων αιώνων θα απορροφήσει στους ευρύχωρους αυτοκρατορικούς κόλπους της ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο, τον τότε γνωστό κόσμο. Όσο για την «Ελλάδα», έτσι όπως ο κόσμος μέχρι τότε την γνώρισε, θα έλεγα ότι αποσύρεται οριστικά από το προσκήνιο της Ιστορίας, περιοριζόμενη, για κάποιους ακόμη αιώνες, στην τιμητική θέση του εκπαιδευτηρίου της πολιτισμένης ανθρωπότητας, οι σχολές του οποίου προσελκύουν ευλαβείς θαυμαστές του πνευματικού ελληνικού παρελθόντος από Δύση και Ανατολή, από τον αυτοκράτορα Αδριανό έως τον Μέγα Βασίλειο. *** Οι βαρβαρικές εισβολές, από τον 3ο μ.Χ. αιώνα και μετά, θα καταλήξουν στην κατάλυση του δυτικού και λατινόφωνου ρωμαϊκού ημίσεως, ενώ το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας είχε ήδη από τις αρχές του 4ου αιώνα μετακινηθεί στο ελληνόφωνο τμήμα της, και πιο συγκεκριμένα στην θρακική ακτή της Προποντίδος και του Βοσπόρου. Ο σταδιακός εμβαπτισμός του Ελληνισμού στην χριστιανική κολυμβήθρα, η αποκοπή, λόγω Περσών και κυρίως Αράβων, της Κιλικίας, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου από τον αυτοκρατορικό κορμό, θα διαμορφώσουν την «βυζαντινή» πραγματικότητα και θα μετατρέψουν σταδιακά από τον 7ο αιώνα και μετά, την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε μία ελληνική αυτοκρατορία. Η ελληνική πολιτισμική διάσταση της οποίας θα βγει ενισχυμένη, με την μορφή της Ορθοδοξίας, από την κρίση εφηβείας που ήταν η περί των εικόνων έριδα. Μορφή η οποία ανάλογα με τις περιόδους και τους συρμούς θα λάβει πότε αρχαιοπρεπές και πότε ασκητικό-καλογερικό ένδυμα. Ταυτόχρονα, η αραβική θαλασσοκρατορία θα απομονώσει ακόμη πιο πολύ την λατινόφωνη Δύση –στην οποία η ελληνομάθεια εξαφανίζεται– από την ελληνική ή ελληνόφωνη Ανατολή. Έχοντας σε μεγάλο βαθμό επιτύχει είτε την υποταγή είτε την αφομοίωση των σλαυϊκών μαζών που τον 6ο, 7ο και 8ο αιώνα κατακλύζουν την βαλκανική και ελλαδική χερσόνησο, η Ρωμανία μεταγγίζει δια της Ορθοδοξίας τον πολιτισμό της προς την αχανή σλαυική ενδοχώρα: τεκ82

μήριο όχι μόνον η Αγία Σοφία στο Κίεβο, αλλά και η Αγία Σοφία του μακρυνού και υπερβορείου Νόβγοροδ, σημείο επαφής του κόσμου της Βαλτικής με τον σλαυϊκό ρωσσικό ωκεανό, αλλά και απαρχή του ποτάμιου εμπορικού «ελληνικού δρόμου» προς την Βασιλεύουσα. Την περίοδο αυτή το Βυζάντιο ή πιο σωστά η Ρωμανία αποτελεί το Μέσον, έχοντας στην μεν Ανατολή τον ισλαμικό αραβικό κόσμο (η πολεμική ορμή του οποίου φθίνει από τον 9ο αιώνα και μετά, αλλ’ όχι η πολιτιστική λάμψη του), στην δε Δύση τον κόσμο εκείνο στον οποίο η συνεργασία της Παπωσύνης και του Καρλομάγνου θα επιχειρήσουν να δώσουν μία πρώτη ενότητα, που, παρά τα φαινόμενα, αποδεικνύεται ευσταθής. Τόσο βαθύτερες ανατολικές ροπές όσο και η ασπλαχνία της Ιστορίας –καθώς η αυτοκρατορία δέχεται ταυτόχρονα επίθεση από βορρά (Πετσενέγοι), δύση (Νορμανδοί) και ανατολή (Τούρκοι) – θα εμποδίσουν την βυζαντινή αναγέννηση του 11ου αιώνα να οδηγήσει στην διάπλαση ενός νέου κόσμου, την ώρα που, δειλά στην αρχή, όλο και πιο έντονα στην συνέχεια, μεταξύ Αδριατικής, Ατλαντικού και Βόρειας θάλασσας, διαμορφώνεται μία νέα δυναμική πολιτισμική οντότητα, ικανή αυτή να μετατρέψει το αρχαιοελληνικό πολιτισμικό κεφάλαιο που παραλαμβάνει από τους Άραβες της Ιβηρικής σε εργαλείο διαμόρφωσης ενός νέου κόσμου: πρόκειται για την δυναμική Ευρώπη των καθεδρικών ναών και των Πανεπιστημίων, που διαδέχεται εκείνη των απέραντων δασών, των χωριών και των πύργων. Στην ελληνική Ανατολή, σε μία πρώτη περίοδο –περίοδο αυτοκρατορικής ακμής– το πανίσχυρο και καλά οργανωμένο κράτος δεν αφήνει περιθώρια αυτονομίας και ανάπτυξης στην κοινωνία. Σε μία δεύτερη περίοδο, από τους Κομνηνούς και πέρα, το κράτος γίνεται κτήμα και υπόθεση μιας χούφτας οικογενειών, η υλική υπόσταση των οποίων εδράζεται στην μεγάλη γαιοκτησία, που βρίσκεται πρώτα στην Μικρασία κι αργότερα, λόγω των τουρκικών κατακτήσεων, στην Βαλκανική. Αντίστροφη είναι η πορεία στην Δύση, όπου η κοινωνία με την μορφή της φεουδαρχικής πυραμίδας (αλλά και των ελευθέρων πόλεων) αντιστέκεται στις προσπάθειες του μοναρχικού κράτους να επιβληθεί. Η Εκκλησία στην Δύση έχοντας ως κέντρο υπερώριο και υπερ-κρατικό την ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα Ρώμη, διατηρεί και αυτή σε μεγάλο βαθμό την αυτονομία της σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ανατολή, όπου η αντίδραση, κάθε φορά που ο αυτοκράτορας τείνει να υπερβεί τα εσκαμμένα, προέρχεται όχι από την κατά κανόνα υποταγμένη σε αυτόν ιεραρχία, αλλά από τις ατιθάσευτες τάξεις των μοναχών. Τέλος ο ανατολικός «φεουδαλισμός» (ελληνικού, ρωσσικού, αλλά και αργότερα οθωμανικού τύπου) μικρή έχει σχέση με την δυτική φεουδαρχία, παρά την κοινή παράμετρο της γαιοκτησίας. Φεουδάρχης και γαιοκτήμων δεν είναι στην Δύση έννοιες ταυτόσημες, καθ’ ότι η νομική φύση του κάθε κτήματος διαφέρει, και είναι αυτή και όχι ο αριθμός των εκταρίων που καθιστά ή όχι τον ιδιοκτήτη της «ευγενή» και επομένως φεουδάρχη. Από την άλλη, η ουσία της δυτικής φεουδαρχίας έγκειται στην προσωπική σχέση και το συμβόλαιο τιμής που ένωνε την κάθε βαθμίδα της, τόσο με την ανώτερη όσο και με την κατώτερη από αυτήν. Στην Ανατολή, απ’ εναντίας, το μόνο ενδιαφέρον της γαιοκτησίας ήσαν οι εξ αυτής πρόσοδοι. Το παιχνίδι της εξουσίας κρινόταν αλλού: μέσα στην ίδια την Πόλη και στον αυτοκρατορικό προθάλαμο. Οι Σταυροφορίες θα προκαλέσουν την μαζική επαφή των δύο χριστιανικών κόσμων. Η διαπιστούμενη ετερότητα, αποτέλεσμα αιώνων αμοιβαίας αποκοπής και απόκλισης, μοιραίως γεννά και στις δύο πλευρές δυσπιστία και έχθρα. Στην πρώτη σταυροφορία, η πολιτιστική υπεροχή των Ελλήνων είναι αδιαμφισβήτητη. Τον 12ο όμως αιώνα, και συγκεκριμένα στην Αυλή του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού –οι δύο σύζυγοι του οποίου είναι δυτικές πριγκίπισσες– θα παρατηρηθούν οι πρώτες εκδηλώσεις μιμήσεως δυτικών συνηθειών, όπως αιώνες πιο μπροστά, στην Αυλή του αυτοκράτορος Θεοφίλου, είχε συμβεί το ίδιο, με πρότυπο τότε την Βαγδάτη των Αββασιδών. Η μάχη του Μυριοκέφαλου το 1176 σηματοδοτεί την απαρχή της μακράς ελληνικής παρακμής. Ήδη μια Δύση γεμάτη αυτοπεποίθηση και έπαρση κινείται εναντίον της χριστιανικής Ανατολής: σε ένα πρώτο διάστημα αρκείται στο να απομυζήσει ό,τι απομένει από την βυζαντινή οικονομική ικμάδα. Σε ένα δεύτερο διάστημα, βέβαιη για την πλήρη εσωτερική διάλυση της Ρωμανίας, θα την καταλύσει σε ένα όργιο λεηΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

λασίας και σφαγής. Έκτοτε καθίσταται για την Ρωμηοσύνη ο απόλυτος εχθρός και είναι αλήθεια ότι δεν χάνει ευκαιρία να το αποδείξει. Ωστόσο, το «Βυζάντιο» ήταν κάτι πολύ μεγάλο για να σβήσει τόσο άδοξα και τόσο γοργά. Δεχόμενο θανάσιμα πλήγματα από Δύση και Ανατολή και μη έχοντας πλέον επί γης «μένουσαν πόλιν», δραπετεύει από την Ιστορία και, ανακεφαλαιώνοντας την τεράστια πνευματική του παράδοση, καταφεύγει στην αγκαλιά του Ουρανού. Έτσι θα μπορούσε να ερμηνευθεί το Ησυχαστικό κίνημα του όψιμου 13ου και του 14ου αιώνα (που μεταλαμπαδευόμενο στην Ρωσσία παράγει στην τέχνη το αριστούργημα της Αγίας Τριάδος του Ρουμπλιώφ, αλλά και τις συγκλονιστικές μορφές των αγίων του αγιογράφου Θεοφάνους του Έλληνος), το οποίο αποτελεί την έσχατη μείζονα συμβολή του ελληνικού πνεύματος στην ανθρωπότητα. Η απόλυτη κατάφαση της ύλης, ως επιδεχόμενης την θέωση μέσω των ακτίστων και μεθεκτών ενεργειών του Θεού, και η αντιμετώπιση του ανθρώπου ως ενιαίας ψυχοσωματικής οντότητος, είναι οι κύριοι άξονες μιας στάσης ζωής και μιας θεολογίας, την οποία ατυχώς η Ιστορία κατεδίκασε να μείνει περιορισμένη στους τέσσερεις τοίχους των μονών και των ασκηταριών της Ορθοδοξίας. Απ’ εναντίας, αν άλλες ήσαν οι περιστάσεις, το θεολογικό-φιλοσοφικό αυτό σύστημα θα μπορούσε να είχε δώσει ζωή σε μια ανθρωπότητα ούτε απόλυτα δυτική, ούτε απόλυτα ανατολική, η οποία θα ήταν οπωσδήποτε λιγώτερο μονοδιάστατη και ετεροβαρής από αυτήν που τελικώς παγκοσμίως κυριάρχησε μέσα από τον Σχολαστικισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, αλλά και τις ανακαλύψεις και την αποικιοκρατία. Από την άλλη, η ίδια αυτή πνευματική κίνηση αποτέλεσε ίσως την ιδανική πνευματική προετοιμασία για την είσοδο του Γένους στο έρεβος της Τουρκοκρατίας. *** Από το 1300, αν όχι κι από πιο μπροστά, είναι σαφές ότι έχομε να κάνομε με δύο κόσμους ανισοβαρείς και όλο και πιο αποκλίνοντες. Ήταν δε επόμενο η σφριγηλή Δύση να ασκήσει στον καταρρέοντα κόσμο της χριστιανικής Ανατολής την σαγήνη της, ενώ προκαλούσε ταυτόχρονα αποστροφή και θαυμασμό, έλξη, την οποία στα μάτια των 83


βυζαντινών λογίων ενέτεινε η αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στις αυλές και σχολές των ηγεμόνων της, καθώς και στα πανεπιστήμιά της. Σε μία Ανατολή όλο και πιο ανασφαλή και περιθωριοποιημένη, σε μία Ανατολή την οποία η Ανάγκη υποχρέωνε στην αναδίπλωση στα καίρια και τα μόνα μένοντα, η σχέση προς την Δύση λαμβάνει την μορφή της πάλης μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για διάσπαση βαθειά της βυζαντινής ηγέτιδος τάξης, ανάμεσα στους λίγους δυτικόφρονες τους οποίους το σώμα του έθνους αποβάλλει και οι οποίοι καταλήγουν να νιώθουν πιο οικείο το φιλόξενο δυτικό περιβάλλον, και στους λοιπούς και πολλούς που δεν μπορούν και που δεν θέλουν να φύγουν και οι οποίοι θεωρούν την Αλήθειά τους περισσότερο απειλούμενη από τους Δυτικούς, παρά από τον Τούρκο. *** Η μακραίωνη οθωμανική κατοχή έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ενίσχυση του ανατολικού στοιχείου στους κόλπους του Ελληνισμού, καθώς επίσης και μία δραματική πτώση του επιπέδου της παιδείας. Η καθ’ ημάς Παράδοση είναι κατ’ επέκτασιν απρόσιτη ακόμη και στους λίγους εγγράμματους, διδάσκεται δε και βιώνεται αντ’ αυτής μία αναιμική, αποστεωμένη, εσωστρεφής και τυπολατρική εκδοχή της, στην οποία ανασφαλής, διότι από παντού πληττόμενος, ο Ρωμηός, γαντζώνεται 84

με τον φανατισμό της απόγνωσης. Την ίδια ώρα, συντελείται μακράν του η εσπέρια Αναγέννηση. Το ίδιο, τον 18ο αιώνα, ισχύει και για τον Διαφωτισμό, που δεν επηρεάζει παρά μόνον ξώφαλτσα τις παρυφές της εγγράμματης ελληνικής τάξης. Οι μεγάλες ελληνικές σχολές του Διαφωτισμού είναι μεγάλες μόνον συγκρινόμενες με ό,τι προηγήθηκε μετά την Άλωση, και λαμβανομένου υπ’ όψιν των δυσκολιών που αντιμετώπισαν για να λειτουργήσουν, λιγώτερο εκ μέρους του δυνάστη και πιο πολύ εκ μέρους ημετέρων φανατικών της «παράδοσης». Στην πραγματικότητα, το τελευταίο δυτικοευρωπαϊκό γυμνάσιο ήταν ανώτερό τους. Οι αιώνες της οθωμανικής παρακμής (17ος-20ος) θα προσδώσουν κατά μόνιμο τρόπο τα χαρακτηριστικά τους στην αναγεννώμενη εξ αιτίας της Ρωμηοσύνη, επηρεάζοντας βαθειά όλες τις εκφάνσεις του βίου της. Μολονότι οι Ρωμηοί αποτελούν την εγγύτερη προς την Δύση οθωμανική εθνική κατηγορία, η εγγύτητα αυτή δεν καταλήγει σε πραγματική πρόσμιξη, αλλά περιορίζεται στην μίμηση και την αντιγραφή ορισμένων επί μέρους στοιχείων, τα οποία, παραμένοντας αναφομοίωτα, όχι μόνον αδυνατούν να καρποφορήσουν, αλλ’ αντιθέτως επιτείνουν την σύγχυση. Ο διχασμός μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής» θα εγκατασταθεί πλέον μέσα στο κάθε άτομο –όπως επίσης και στο σύνολο της κοινωνίας– και θα λάβει διαστάσεις σχιζοφρένειας ανάμεσα στο ανατολικό συναίσθημα και την δυΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Αφιέρωμα

Γελοιογραφίες του ΚΥΡ τική λογική, καθώς επίσης ανάμεσα σε αυτό που όντως είμαστε και σε αυτό που θα θέλαμε να είμασταν είτε από ρεαλιστική εκτίμηση του συμφέροντος είτε από ματαιοδοξία. Την διάσταση και διάσπαση αυτή κληρονόμησε και περαιτέρω ενίσχυσε το νεοελληνικό κράτος των Αθηνών. Μεγάλο μέρος της αρχαιομανίας –καθώς και ο συνακόλουθος παραγκωνισμός του Βυζαντίου– υπήρξε κατ’ εξοχήν εκδήλωση συναισθήματος μειονεξίας απέναντι στην Δύση και συμπλέγματος κατωτερότητας. *** Ήδη ο αναγνώστης έχει αντιληφθεί το πώς η προϊούσα περιθωριοποίηση της Ανατολής (μία από τις διαστάσεις της οποίας είναι η ρωμαίικη) απέναντι σε μία πανίσχυρη και όλο και πιο παγκόσμια Δύση, έχει ως συνέπεια στους κόλπους των γηγενών κοινωνιών την συνεχή ποιοτική τους σμίκρυνση και κατ’ επέκτασιν την ανάπτυξη αλόγων αμυντικών ανακλαστικών. Είναι σαφές ότι ο όρος Ανατολή δεν περικλείει πια το ίδιο περιεχόμενο με πρώτα και τείνει να εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό σε έναν ετερόφωτο κόσμο, όπου η παραίτηση, η αμάθεια ή η ημιμάθεια των πολλών, μαζί με την θολή ανάμνηση ενός ενδόξου παρελθόντος ισχύος και λάμψης, τόσο αντίθετου προς την σημερινή κακομοιριά, σωρεύει με τον καιρό, παράλληλα με την βεβαιότητα ότι η Δύση, καλώς ή κακώς, αποτελεί μονόδρομο, έναν ωκεανό συναισθήματος υστέρησης και αποστέρησης, που εκδηλώνεται δια της συΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

νομωσιολογίας, της οργής και της βίας. Αλλά προτρέχομε... Από συστάσεως της νεώτερης Ελλάδος η τομή Δύση-Ανατολή είναι τόσο κύρια και καίρια, ώστε να εξηγεί, έως ένα σημείο, όλες ή όλες σχεδόν τις μείζονες πολιτικές και εθνικές περιπέτειες και τους εμφυλίους πολέμους. Τα εισαχθέντα σχήματα Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά είναι ασήμαντα μπροστά της και όχι μόνον τέμνονται πέρα για πέρα από τις αντιθετικές έννοιες Δύση-Ανατολή, αλλά προσκρούουν συχνά στο ανυπέρβλητο (διότι αναπόφευκτα εμφανιζόμενο) πρόβλημα της υιοθετήσεως μιας δυτικής ιδέας και της εκτελέσεως-ακυρώσεώς της από ένα ανατολικό όργανο, παρά τις καλύτερες των προθέσεων. Ενίοτε η γραμμή αυτή διαπερνά και διχάζει προσωπικότητες: ο μέγιστος Νεοέλλην πολιτικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε μέσα του αμφότερους τους κόσμους. Κι ο μεν δυτικός Βενιζέλος έκτιζε ο δε ανατολικός γκρέμιζε. Από τους βασιλείς, ανατολικός ήταν ο Κωνσταντίνος, γι αυτό και λατρεύτηκε, ενώ ο πατέρας του Γεώργιος ο Α΄, που ουδέποτε συγκίνησε, ήταν αμιγώς δυτικός. Αμιγώς ανατολικό ήταν μέχρι πρότινος μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα και είναι ενδιαφέρον και μέχρις ενός σημείου παράδοξο το πώς δεν κατάφερε να συγκινήσει περισσότερο τους Έλληνες (όπως παλαιότερα, δεν τους είχε ελκύσει το φιλορθόδοξο λεγόμενο ρωσσικό κόμμα). Ίσως διότι το ΚΚΕ προσέκρουσε στον ανυπέρβλητο σκόπε85


λο του ελληνικού ατομικισμού. Αυτό για να επισημάνω πόσο ακόμη πιο σύνθετα είναι τα πράγματα, που εδώ αναγκαστικά παρουσιάζομε σε απλουστευμένη μορφή. Αμιγώς δυτικά ήσαν και είναι τα διάφορα γκρουπούσκουλα του φιλελευθερισμού και ο παλιός Συνασπισμός και σχεδόν αμιγώς δυτικός ηγέτης ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης. Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως η Ανατολή ρέπει προς την αναρχία και επιζητεί την μοιραία της κατάληξη: τον δεσποτισμό. Απ’ εναντίας η Δύση αγωνίζεται να εδραιώσει ένα κράτος με ευνομία και αποτελεσματική διοίκηση, ένα κράτος που απορρέει και συνδιαλέγεται με την κοινωνία των πολιτών. Δεν χρειάζεται να επιμείνομε ούτε για το ποιά από τις δύο τάσεις επικράτησε στον τόπο μας, ούτε για το ποιά υπήρξε η τύχη των ελάχιστων γνησίων εκσυγχρονιστών Ελλήνων, καθώς και του έργου τους. Σπεύδω όμως να πω ότι, με τέτοια δεδομένα, το πλέον ταιριαστό πολίτευμα, αν και με ελάχιστες, και αυτό, πιθανότητες επιτυχίας, ήταν η Συνταγματική Μοναρχία, η οποία συγκέραζε και ισορροπούσε μέσα της το ανατολικό και το δυτικό στοιχείο και απέτρεπε την διαλυτική επικράτηση των άκρων. Απαιτούσε όμως στην κεφαλή του κράτους έναν ιδιαίτερα ικανό, προσεκτικό και σώφρονα χειριστή, έχοντας να κάνει με έναν λαό χωρίς παγιωμένους θεσμούς, που αποστρέφεται τα θεωρητικά θεσμικά σχήματα και δένεται όχι με ιδέες αλλά με ανθρώπους. Η νεοκλασσική Αθήνα –η πιο δυτική έκφραση που έλαβε ποτέ αυτή η πόλη– δεν είναι άσχετη προς το παραπάνω πολιτειακό σχήμα. Και δεν ήταν άσχετη η αδιαμαρτύρητη καταστροφή της μετά την έλευση των Μικρασιατών προσφύγων, που ενίσχυσαν στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας την ανέκαθεν ισχυρή χαοτική ανατολική ροπή. Η πλήρης αστοχία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως προς την εκτίμηση της πραγματικής φύσεως και καταστάσεως του ελληνικού λαού μετά την επταετία των συνταγματαρχών –η επιπόλαιη δηλαδή άποψη ότι το πάθημα της Χούντας του είχε γίνει μάθημα– σε συνδυασμό με την εκπλήρωση προσωπικής φιλοδοξίας και νωπή την ανάμνηση της συγκρούσεως του με τον Θρόνο στα χρόνια 1962-63, τον οδήγησαν σε πράξεις αποδυνάμωσης 86

του αστικού καθεστώτος και στην κατάργηση των ασφαλιστικών δικλείδων που επέτρεπαν σε αυτό να επιβιώνει. Με άλλα λόγια εξασθένησε εσωτερικά την δυτικότροπη θωράκιση της ιδιότυπης ελληνικής κοινωνίας, την στιγμή δε κατά την οποία επιτύγχανε την ένταξη της Ελλάδος στην τότε Κοινή Αγορά. Το αποτέλεσμα ήταν η σαρωτική επέλαση της ανατολικώτατης πλημμυρίδας του τριτοκοσμικού Ανδρέα Παπανδρέου την δεκαετία του 1980, και η επίσης ανατολικού τύπου διασπάθιση και κατασπατάληση του ευρωπαϊκού πακτωλού από το ΠΑΣΟΚ, τακτική που για ψηφοθηρικούς λόγους ακολούθησαν λίγο-πολύ όλοι οι επίγονοι του Ανδρέα, είτε ήσαν «σοσιαλιστές» είτε «δεξιοί». Η Δύση,για τον μέσο μεταπολιτευτικό Έλληνα της καφετερίας και της αρπακτής, ταυτιζόταν με τους κουτόφραγκους και τα δωρεάν, όπως αφελώς νομίζαμε, και άνευ αντικρύσματος και υποχρεώσεων λεφτά τους. Την ίδια στιγμή, διαπλάθαμε με την φαντασία μας μία καρικατούρα, πολύ βολική για μας, της γειτονικής Τουρκίας-Ανατολής που καμμία απολύτως σχέση δεν είχε με την πραγματική... Και ήμασταν ευτυχείς! Κι ήλθε πάνω στην γενικευμένη και καθολική κρίση η κρίση στην οικονομική της παράμετρο, όταν η Δύση, με την αποκρουστική και όχι αμιγώς ευρωπαϊκή –διότι χωρίς ανθρωπισμό– μορφή της σημερινής Γερμανίας, απαίτησε ωμότατα τα δανεικά. Με ποια όπλα να την αντιμετωπίσει ο Ρωμηός, που από δεκαετίες έχει χάσει και τα αυγά και τα πασχάλια;! Ποια ανύπαρκτη ηγεσία είναι ικανή να αντιληφθεί το πρόβλημα και ποια ανύπαρκτη παιδεία είναι σε θέση να ανασκουμπωθεί για να το αντιμετωπίσει; Είναι σαφές ότι η επί 190 χρόνια προσπάθεια επιδερμικής και άκριτης μίμησης απέτυχε, αφού αφόπλισε εσωτερικά ακόμη πιο πολύ τον Ρωμηό. Το ζητούμενο τώρα είναι η σύνθεση (*), με απαραίτητη προϋπόθεση την επανεύρεση της καθ’ ημάς παραδόσεως με Π κεφαλαίο! (*) Ο Ερντογάν έδειξε μέχρι στιγμής ότι είναι εφικτός ο συνδυασμός της παράδοσης (σε μια μάλιστα ακραία μορφή που είναι το Ισλάμ) με την οικονομική ανάπτυξη και την συνεργασία ως ίσος προς ίσον με τον προηγμένο κόσμο. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


k

Θέατρο

Πλούτος του Γιάννη Δρακόπουλου

Έ

να από τα έργα του κλασσικού ρεπερτορίου που είχαν την τιμητική τους τον χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι που πέρασε –και που μάλλον θα το ξαναδούμε σε πολλές αναγνώσεις όσο η κρίση θα μας συντροφεύει– είναι ο Πλούτος του Αριστοφάνη. Γεγονός που καθόλου βέβαια δεν εκπλήσσει, απ’ εναντίας, τι πιο φυσιολογικό και αναμενόμενο στις μέρες μας, να σκύβουμε πάνω από ένα κείμενο που αναπτύσσει έναν τόσο σύγχρονο προβληματισμό, όπως το ζήτημα της κατανομής του πλούτου σε μια δημοκρατική κοινωνία ή όπως και την μετάλλαξη που μπορεί να επιφέρει σε όσους τον κατέχουν και τον διανέμουν. Μια τέτοια είναι και η σταδιακή μετάλλαξη του καλλιτέχνη, από δημιουργό σε εκμεταλλευτή. Αν η ύπαρξη του καλλιτέχνη ταυτίζεται με την δημιουργία, αν αυτή είναι η ζωογόνος δύναμή του, η ανάσα του και η πνοή του, τότε, όσο ο καλλιτέχνης κλείνει τα ώτα του στις σειρήνες της επιτυχίας και του πλούτου που αναπόφευκτα αυτή συνεπάγεται, τόσο θα μπορεί να παραμένει δημιουργός. Και όσο είναι δημιουργός, μπορεί να είναι συνεπής απέναντι στην σπουδαιότερη αποστολή του προς το κοινωνικό σύνολο, που δεν είναι άλλη από το να λειτουργεί σαν ένας καθρέπτης γι’ αυτό και να του δίνει παράλληλα ένα όραμα και μια ταυτότητα με την οποία αυτό να μπορεί να καθορίζεται, να προσδιορίζεται μέσα στο συνεχώς μεταβαλλόμενο πολιτικοκοινωνικοϊστορικό γίγνεσθαι. Αν κοιτάξουμε στην πρόσφατη ιστορία μας, θα δούμε πώς το έργο δημιουργών όπως ο Χατζιδάκις, ο Κουν, ο Καμπανέλης, ο Ελύτης, ο Θεοδωράκης, ο Μινωτής, η Παξινού, ο Κακογιάννης, ο Σολωμός και άλλοι πολλοί σηματοδότησε μια εποχή, αφήνοντας ανεξίτηλα τα σημάδια του στον τόπο μας. Στάθηκαν σημαντικοί αρωγοί στην δημιουρΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

γία μιας ταυτότητας, ενός οράματος για τον τόπο, ενός τρόπου όπου ο ήλιος, η θάλασσα και η ελληνική φύση παντρεύονται με τον πολιτισμό, την φιλοξενία και την ευγένεια, στοιχεία πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η τουριστική ανάπτυξη του τόπου, η οποία, έστω και ασθμαίνοντας, παραμένει ο βασικός πυλώνας της οικονομίας μας μέχρι τούδε. Σήμερα, βιώνουμε την εποχή, η οποία, όπως ίσως ποτέ άλλοτε, γεννά καλλιτέχνες-εκμεταλλευτές. Η μεταστροφή αυτή ακολουθεί κατά πόδας την σταδιακή αποχαύνωση και παρακμή της ελληνικής πολιτείας, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Όσοι επιμένουν ως δημιουργοί, είναι καταδικασμένοι να δρουν στο περιθώριο, στην αφάνεια, όπου προσπαθούν να επιπλεύσουν μέσα στον βούρκο της χυδαιότητας που περιβάλλει απ’ άκρη σ’ άκρη το σύγχρονο συστημικό θεατρικό τοπίο. Τα μεγάλα έργα, όμως, μπορούν και λειτουργούν ως σημεία. Είναι καθρέπτες που μπορούν να λειτουργήσουν και με ανάστροφη φορά – και αυτό τα θωρακίζει από την απληστία του καλλιτέχνη εκμεταλλευτή. Την λειτουργία τους αυτή μπορούμε να ανιχνεύσουμε στον Πλούτο, που παρουσιάστηκε το φετινό καλοκαίρι σε παραγωγή του θεατρικού οργανισμού «Ακροπόλ» από έναν καλλιτέχνη του οποίου ο βίος και η πορεία χαρακτηρίζουν τόσο ανάγλυφα την πορεία της ελληνικής κοινωνίας από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Από τον Σαββόπουλο, δημιουργό του «Φορτηγού» και του «Ζεϊμπέκικου», στον Σαββόπουλο του Πλούτου, που προσγειώνεται με ελικόπτερο στο νησί που παρουσιάζεται η παράσταση στην οποία υπογράφει την σκηνοθεσία και που έχει αναθέσει στον εαυτό του να κάνει την –συνήθως διδακτικού χαρακτήρα– παράβαση του έργου. Δάσκαλε που δίδασκες… 87


Ο Φίνος στο Γιουτιούμπ του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Τ

ην χρονιά, στα 1955, που ο Καραμανλής αναλάμβανε την πρωθυπουργία, ο Φίνος διαμόρφωνε το νέο του κινηματογραφικό στούντιο σ’ ένα παλιό βουστάσιο στα Μυκονιάτικα, στους Αγίους Αναργύρους και τα καινούργια εργαστήρια της εταιρείας, με υπερσύγχρονα για την εποχή μηχανήματα, στην οδό Χίου, στο πρώην σαπωνοποιείο Παπουτσάνη, κοντά στον Σταθμό Λαρίσης. Ο Σακελλάριος γύριζε το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», με Φωτόπουλο, Αυλωνίτη και Καρέζη και η «Φίνος Φιλμ», μαζί και ο μεταπολεμικός ελληνικός κινηματογράφος, έμπαινε στην περίοδο της ωριμότητάς του. Εκτός από τον Σακελλάριο, ο Τζαβέλλας, ο Κακογιάννης, ο Λάσκος, ο Δαλιανίδης, ο Κατσουρίδης, ο Κούνδουρος, ο Κουτσομύτης, ο Φώσκολος κ.ά. ανήκαν στο δυναμικό του Φίνου, μαζί και όλοι σχεδόν οι μεγάλοι ηθοποιοί της εποχής. Ο Χατζηδάκης καθόταν στο πιάνο με μισή ουρά, στη νέα αίθουσα προβολής-ηχοληψίας της οδού Χίου, για να γράψει τα πλέον αξιαγάπητα τραγούδια του ελληνικού κινηματογράφου. Η Αλίκη έχει μόλις εμφανιστεί –το 1954– στο «Ποντικάκι» του Τσιφόρου και θα περάσουν κάμποσα χρόνια, ώς το 1959, για να κάνει με τον Σακελλάριο την πρώτη της ταινία στου Φίνου, την «Αστέρω», και να καθιερωθεί ως «εθνική σταρ». Το ’55, επίσης, η «Στέλλα» του Κακογιάννη –ταινία της «Μήλας Φιλμ»– θα εκτοξεύσει τη Μελίνα Μερκούρη στις Κάννες και σ’ όλο τον κόσμο. Στον «Ζηλιαρόγατο» του Τζαβέλλα –ταινία της «Ανζερβός»– στα 1956, σε μια απ’ τις καλύτερες του

88

Λογοθετίδη, η ζήλεια του ζευγαριού φουντώνει με θρυαλλίδα την παραλιακή Βάρκιζας-Σουνίου, η διάνοιξη της οποίας ξεκίνησε το 1954, με τον Καραμανλή υπουργό Δημοσίων Έργων και ολοκληρώθηκε επί πρωθυπουργίας του. Η Ίλια Λυβικού –η σύζυγος Λέλα– συνομιλεί δήθεν τυχαία με την εξαδέρφη της, την ζωντοχήρα κα Μουτσοπούλου, άρτι αφιχθείσα εκ Πατρών, με σκοπό να ακούσει ο ανυποψίαστος σύζυγος, ο Πότης, για να ζηλέψει: Εξαδέρφη: «Ξέρεις τι θέλω να δω τώρα που είμαι στην Αθήνα, Λέλα μου;» Λέλα (δήθεν ανυποψίαστη): «Τι;» – «Το νέο δρόμο της Βάρκιζας. Άκουσα πως είναι θαύμα!» – «Άλλο να τον ακούς και άλλο να τον βλέπεις. Είναι υπέροχος, φαρδύς, μεγάλος, πηγαίνει παραλία-παραλία, όνειρο!» – «Θαύμα!» Πότης (διαπορών)»: «Πού τον ξέρεις εσύ, βρε Λέλα, εμείς έχουμε χρόνια να πάμε στη Βάρκιζα;» Λέλα (παραπονούμενη): «Δεν λες πως δεν πήγαμε ποτέ;» Και όταν πια έχουν μπει για τα καλά ψύλοι στ’ αυτιά του Πότη, του σαπωνέμπορου κ. Αντωνόπουλου, το ζευγάρι, η εξαδέλφη Μίνα και το «ζεύγος Αργυρίου», η ζηλιάρα Τζένη δηλαδή και ο Πίπης της –που «σκοτώνονται» καθημερινά στον επάνω όροφο– μαζί με τον κουμπάρο, τον κινηματογραφόπληκτο και φαντασιοπλόκο Μάρκο, εκδράμουν, με το καινούργιο αμάξι του κ. Αργυρίου, στον ολοκαίνουργιο δρόμο. Από κοντά η κάμερα του Τζαβέλλα και οι θεατές, που έχουν μια πρώΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Κινηματογράφος της τάξεως ευκαιρία να δουν κι αυτοί, έστω μόνο στο σινεμά, ένα από τα περιβόητα «έργα Καραμανλή». Στις σχεδόν αποστειρωμένες πολιτικά, ένεκα λογοκρισίας, ταινίες της εποχής –εκτός από κάτι σποραδικές μπηχτές εδώ κι εκεί– οι δρόμοι του Καραμανλή έχουν την τιμητική τους. Είναι ίσως τα μόνα πολιτικά-δημόσια έργα που καταγράφηκαν στον κινηματογράφο εκείνου του καιρού. Στην οκταετία Καραμανλή, λοιπόν, η «Φίνος Φιλμ» και οι άλλες εταιρείες παραγωγής περνούν σε περίοδο αλματώδους ανάπτυξης. Η εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή συναγωνίζεται σε αριθμό ταινιών το Χόλλυγουντ. Ο Φίνος, που το 1955 παρουσιάζει τρεις ταινίες, στα 1962 γυρίζει δέκα! Ο όγκος των ταινιών δεν σημαίνει αντίστοιχη πλησμονή ποιότητας. Η εταιρεία του Φίνου, ωστόσο, στην τριανταοκτάχρονη ιστορία της, διατηρεί μια σταθερή βελτίωση της ποιότητας των ταινιών της. Άλλωστε, ο Ρουμελιώτης Φιλοποίμην Φίνος –από την Κάτω Τιθορέα Λοκρίδας– υπήρξε πρωτοπόρος του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Η πρώτη του δημιουργία, «Το τραγούδι του χωρισμού» (1939), είναι η πρώτη ομιλούσα ταινία, η επεξεργασία της οποίας έγινε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα. Στα χρόνια που μιλάμε, το 1961, η Αλίκη πρωταγωνιστεί στην πρώτη έγχρωμη ταινία της Φίνος Φιλμ, στην «Αλίκη στο Ναυτικό», η οποία έκανε, όπως και οι άλλες ταινίες της Αλίκης, εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια. Για την ιστορία, η πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία ήταν «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» (1932), αλλά η ηχητική επεξεργασία είχε γίνει στο Βερολίνο. Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας, πάλι, σε άλλη εκδοχή, ήταν η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία, το 1956. Και τις δύο «βοσκοπούλες» σκηνοθέτησε ο Ηλίας Παρασκευάς. Με την Αλίκη, λοιπόν, με τα έγχρωμα και τα σινεμασκόπ –πιονιέρος εδώ ο Δαλιανίδης στο «Κάτι να καίη» (1963)– έρχεται η εποχή των υπερπαραγωγών. Τότε ξεκινά και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1960, η Αλίκη-Μανταλένα ανοίγει την αυλαία της πρώτης «Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου». Με το τέλος της οκταετίας, ο Δαλιανίδης φέρνει ένα νέο είδος, το μιούζικαλ: «Μερικοί το προτιμούν κρύο...» (1962). Η ταινία προβάλλεται σε πρώτη προβολή στις 10 Ιανουαρίου 1963, μια χρονιά ποΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

k

λιτικά ταραγμένη, που σήμανε το τέλος της πρώτης πολιτικής περιόδου Καραμανλή. Πολλά άλλαξαν στο μεταξύ. Οι μέρες ευτυχίας της ελληνικής ταινίας τελειώνουν. Η τηλεόραση –η πρώτη πειραματική της εκπομπή έγινε από την ΔΕΘ το 1961– απορρόφησε σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος των θεατών, με αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση των εισιτηρίων, καθώς η χρυσή δεκαετία ’60 εκπνέει. Δεν έφταιγε, φυσικά, μόνον η τηλεόραση. Η τυποποίηση, η αδυναμία ανανέωσης σε πρόσωπα και θέματα, αλλά και η παντελής έλλειψη κρατικής πολιτικής –τότε ο κινηματογράφος υπαγόταν στο υπουργείο Βιομηχανίας και η Πολιτεία για το μόνο που μεριμνούσε ήταν η είσπραξη τελών– οδήγησαν την ελληνική παραγωγή σε μαρασμό και εξαφάνιση.

Ύστερα, τίποτε δεν ήταν ίδιο. Η Αθήνα χτίστηκε –ή μάλλον γκρεμίστηκε για να χτιστεί– και οι Έλληνες μάθανε να διαβάζουν υπότιτλους στα ξένα έργα. Έμειναν οι ταινίες να θυμίζουν πώς έδειχνε εκείνη η πόλη της φτώχειας, με τις αυλές και τους γελαστούς ανθρώπους. Οι ταινίες του Φίνου, αν και γυρισμένες σε σκηνικά στούντιο, κρατούν την ηχώ των αναμνήσεων μιας Αθήνας της «μπελ-επόκ». Κι η ιστορία τελειώνει κάπως έτσι: οι μεγάλοι ηθοποιοί του καιρού και οι ατάκες τους ξεχάστηκαν προσώρας, για να ξαναγυρίσουν με μεγάλη επιτυχία στην «ελεύθερη τηλεόραση», την δεκαετία του 1990. Και όπως φαίνεται, στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα έχουν ήδη ξεκινήσει την κατάκτηση του ίντερνετ. Το Κανάλι της «Φίνος Φιλμ», όπως μάθαμε, άνοιξε ήδη στο YouTube! 89


1 Σεπτεμβρίου

Το 1715 πεθαίνει ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΧΙV, έχοντας συμπληρώσει 72 χρόνια και 110 μέρες στο γαλλικό θρόνο. Το 1939 ο Χίτλερ επιτίθεται στην Πολωνία ξεκινώντας τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη. Το 1969 μια μικρή ομάδα από αξιωματικούς του στρατού υπό την ηγεσία του Μουαμάρ Καντάφι κάνει πραξικόπημα και ανατρέπει τον βασιλιά της Λιβύης Ίντρις, ενώ ο τελευταίος παραθέριζε στην Ελλάδα (στα Καμένα Βούρλα) για λόγους υγείας.

2 Σεπτεμβρίου

Το 31 π.Χ. λαμβάνει χώρα η ναυμαχία στο Άκτιο (λίγο έξω από την σημερινή πόλη της Πρέβεζας) ανάμεσα στον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό. Η νίκη του τελευταίου τερμάτισε τον ρωμαϊκό εμφύλιο πόλεμο. Το 1666 ξεσπάει μεγάλη πυρκαϊά στο Λονδίνο. Η φωτιά κατέστρεψε 13.200 σπίτια, 87 ενοριακές εκκλησίες, τον παλαιό καθεδρικό του Αγίου Παύλου και τα περισσότερα κυβερνητικά κτήρια, αφήνοντας άστεγους τους 70.000 από τους 80.000 κάτοικους της πόλης.

5 Σεπτεμβρίου

Το 1931 πεθαίνει ο Νικόλαος Βότσης, ανώτατος αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού, γνωστός για το ηρωϊκό του επίτευγμα να τορπιλίσει μέσα στο λιμάνι της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης το 3000 τόνων θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» χωρίς να γίνει αντιληπτός και να ξεφύγει με μηδενικές απώλειες. Το 1972, κατά την διάρκεια των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Μόναχο, μέλη της Ισραηλινής αποστολής έπεσαν θύματα απαγωγής από την παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση «Μαύρος Σεπτέμβρης». Η απαγωγή έληξε με αποτυχημένη επέμβαση της γερμανικής αστυνομίας, κατά την οποία σκοτώθηκαν 9 αθλητές, ένας αστυνομικός και πέντε από τους απαγωγείς. Μαζί με τους δυο αθλητές που είχαν δολοφονηθεί νωρίτερα, ο τελι90

κός απολογισμός έφτασε τους 17 νεκρούς.

6

Σεπτεμβρίου Το 1885 η Βουλγαρία προσαρτά πραξικοπηματικά την Ανατολική Ρωμυλία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην περιοχή έμενε σημαντικός αριθμός Ελλήνων. Η κυβέρνηση του Θ. Δεληγιάννη αντέδρασε κηρύσσοντας επιστράτευση, η οποία όμως δεν οδήγησε πουθενά. Το 1955 μαινόμενος τουρκικός όχλος, ενορχηστρωμένα και επικαλούμενος την εξέγερση των Ελλήνων της Κύπρου, προέβη σε πρωτοφανείς βανδαλισμούς σε περιουσίες Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών. Πολλά ελληνικά σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες και ελληνικά ιδρύματα λεηλατήθηκαν, ενώ παράλληλα βεβηλώθηκαν χριστιανικά νεκροταφεία. Η αντίδραση της τουρκικής αστυνομίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ενεθάρρυνε τις καταστροφές, αν δεν τις προκαλούσε. Από την ημέρα αυτή και σταδιακά ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης μειώθηκε σε σημαντικό βαθμό. Αφορμή για το πογκρόμ έδωσε μια βομβιστική επίθεση στο πατρικό σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη, που αποδείχτηκε στην συνέχεια ότι ήταν σκηνοθετημένη προβοκάτσια από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση.

7 Σεπτεμβρίου

Το 1923 ιδρύεται στην Βιέννη η Διεθνής Αστυνομία Ιντερπόλ. Το 1570 οι Τούρκοι κυριεύουν την Λευκωσία ολοκληρώνοντας την κατάληψη της Κύπρου.

9

Σεπτεμβρίου Το 1922 πυρπολείται από τους Τσέτες η Σμύρνη. Η καταστροφή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από την Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Συνέβησαν τον Σεπτέμβριο

συγκεκριμένα μετά την ανατίναξη της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου από τους Τούρκους, όπου είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα. Με την βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από την μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία, και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922.

k

13

Σεπτεμβρίου Το 1968 η Αλβανία εγκαταλείπει το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

15

Σεπτεμβρίου Το 1812 ο Ναπολέων καταλαμβάνει την Μόσχα, την οποία βρίσκει άδεια και κατεστραμμένη. Αν και αρχικά αψήφησε τις συμβουλές των στρατηγών του, που του συνιστούσαν άμεση υποχώρηση,τελικά αναγκάστηκε να ενδώσει με καταστροφικές Σεπτεμβρίου 2001 Δύο επιβατικά αεροσκάφη υπό τον έλεγχο τρο- συνέπειες για τον στρατό του. Η Μεγάλη Στραμοκρατών προσκρούουν στους δίδυμους πύργους τιά, υποχωρώντας στον βαρύ ρωσσικό χειμώνα, σε του Παγκοσμίου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρ- καμένη γη και δεχόμενη επιθέσεις από τους Κοζάκη, που καταρρέουν ύστερα από 63 και 100 λεπτά κους, εξοντώθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου. αντίστοιχα. Ένα ακόμα αεροπλάνο προσκρούει στο Πεντάγωνο και ένα συντρίβεται στην ύπαιθρο Σεπτεμβρίου της Πενσυλβανίας. Ο απολογισμός: περίπου 3000 Το 1960 η Κύπρος γίνεται το 99ο μέλος του ΟΗΕ. νεκροί και 3000 τραυματίες. Σεπτεμβρίου Σεπτεμβρίου Το 480 π. Χ. λαμβάνει χώρα η ναυμαχία της ΣαΤο 490 π. Χ. οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς συντρί- λαμίνος, όπου ο συνασπισμένος στόλος των Ελλήβουν τους Πέρσες στην Μάχη του Μαραθώνα. νων θριαμβεύει επί του περσικού. Σύμφωνα με σύγχρονες εκτιμήσεις, ο στρατός των Περσών ανερχόταν στους 100.000 πεζούς και 1.000 Σεπτεμβρίου ιππείς ενώ των Ελλήνων στους 10.000 πεζούς. Το Οι πρωθυπουργοί της Βρεταννίας και της Γαλλίας αποτέλεσμα της μάχης έκρινε την τύχη όχι μόνον Νέβιλ Τσάμπερλεϊν και Εντουάρ Νταλαντιέ υπέτου ελληνικού πολιτισμού αλλά και ολόκληρης της γραψαν την Συμφωνία του Μονάχου με τον Αδόληπείρου. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Βρε- φο Χίτλερ, βάσει της οποίας αναγνωριζόταν η προταννού φιλοσόφου Τζων Στιούαρτ Μιλ: «H μάχη σάρτηση της Σουδητίας, γερμανόφωνης επαρχίας του Μαραθώνα αποτελεί σημαντικώτερο γεγονός της Τσεχίας, στο Τρίτο Ράιχ. Αν και οι Βρεταννοί για την βρεταννική ιστορία από την μάχη του Χάκαι οι Γάλλοι ήλπιζαν ότι η συμφωνία θα διέκοπτε στινγκς (μάχη με την οποία ο νορμανδός Γουλιέλτον γερμανικό επεκτατισμό στην Ευρώπη, εν τούμος ο Κατακτητής κατέλαβε την Αγγλία)». τοις συνέβη το αντίθετο. Έναν χρόνο αργότερα, Βρεταννία και Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στην Σεπτεμβρίου Γερμανία, μετά την εισβολή της τελευταίας στην Το 1829 δίνεται η τελευταία μάχη της Ελληνικής Πολωνία, επισημοποιώντας την έναρξη του Β΄ ΠαΕπανάστασης με περιφανή νίκη των Ελλήνων στο στενό Πέτρας (μεταξύ Θηβών και Λιβαδειάς). Τον γκοσμίου Πολέμου.

11

17

12

29 30

12

ελληνικό στρατό διοικούσε ο Δ. Υψηλάντης ενώ τον οθωμανικό ο Ασλάν μπέης. ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

επιμέλεια: Θεμιστοκλής Καλλιγέρης 91


Το τέλος του Ζαρατούστρα

Η επινόηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και η διαδρομή από τον Νίτσε στον Ντοστογιέφσκυ του Σπύρου Κουτρούλη

Τ

ο 1956 ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θα εκδώσει το έργο Το τέλος του Ζαρατούστρα, ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα, που, όπως προδίδει ο τίτλος του, σκοπεύει να δώσει συνέχεια στο διάσημο έργο του Φρειδερίκου Νίτσε. Όπως γράφει ο συγγραφέας στον σύντομο πρόλογο, πρόκειται για αυτοέκδοση, την επιμέλεια της οποίας είχε η Αθηνά Καλογεροπούλου και την έκδοση το Τυπογραφείο των αδελφών Ρόδη. Το έργο, από το 1953 που θα εκδοθεί για πρώτη φορά από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», θα επανεκδοθεί το 1985 και το 2004. Η τελευταία έκδοση περιέχει εισαγωγή του Μ. Μπέγζου. Έχει προηγηθεί το 1953 η έκδοση του δοκιμίου Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας, ενώ το 1956 θα εκδώσει, σε αυτοέκδοση, το Μεταφυσικής Προλεγόμενα. Ενιαία αν δούμε τα τρία αυτά έργα, που εκδίδονται σε διάστημα μιας τριετίας, παρά το διαφορετικό τους περιεχόμενο, αποτυπώνουν την προσπάθεια του Κανελλόπουλου, αν και εν ενεργεία πολιτικού, να συνθέσει πρωτογενή φιλοσοφικό στοχασμό, που θα έχει αφομοιώσει δημιουργικά το σύνολο του αρχαιοελληνικού και νεώτερου φιλοσοφικού λόγου. Βέβαια από τα τρία αυτά έργα, που ελάχιστα έχουν απασχολήσει τον κριτικό λόγο, η φιλόδοξη και ριψοκίνδυνη απόπειρα να αποδοθεί μυθιστορηματική συνέχεια στο θεμελιώδες έργο του

92

Νίτσε, είναι το πιο ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα απεικονίζει το μέτρο των ισχυρών επιδράσεων που δέχθηκε από το νιτσεϊκό έργο ο Π. Κανελλόπουλος. Στον μικρό πρόλογο που προτάσσει, εξομολογείται την πρώιμη ήδη ανάγνωση του Νίτσε, τις ισχυρές επιρροές που δέχθηκε, αλλά και την επιδίωξή του να τον αθωώσει από τις διαστρεβλώσεις που διέπραξαν κάποιοι από τους υποτιθέμενους αναγνώστες ή οπαδούς του. Το έργο επαναλαμβάνει την νιτσεϊκή σκηνοθεσία, ώστε να πείθεται ο αναγνώστης ότι αποτελεί ένα έργο, το οποίο θα είναι γνήσια συνέχεια του αρχικού «Ζαρατούστρα». Ο Κανελλόπουλος επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να υπάρξει ένας λογικός δρόμος που οδηγεί τον Νίτσε, να αναιρέσει πολλές θεμελιώδεις για αυτόν σκέψεις και να ασπαστεί τον χριστιανισμό. Κάτι τέτοιο δεν είναι διόλου προκαταβολικά έωλο, διότι ο Νίτσε έχει εκφράσει τον βαθύτατο θαυμασμό του για έναν συγγραφέα που έχει διαπλαστεί από την σχέση με την ορθοδοξία, τον Φ. Ντοστογιέφσκι, ενώ στις τελευταίες του επιστολές υπογράφει άλλοτε ως Διόνυσος και άλλοτε ως Εσταυρωμένος. Ο Νίτσε γράφει για τον Ντοστογιέφσκι: «Η μαρτυρία του Ντοστογιέφσκι είναι πολύ σημαντική για τούτο το πρόβλημα –του Ντοστογιέφσκι, του μόνου ψυχολόγου, από τον οποίο είχα κάτι να ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


Επιφυλλίδα μάθω– είναι ανώτερος ακόμη κι από τον Σταντάλ. Αυτός ο βαθύς άνθρωπος, που είχε εκατό φορές δίκιο να μην εκτιμάει πολύ τους επιπόλαιους Γερμανούς, έζησε για πολύ καιρό ανάμεσα στους βαρυποινίτες της Σιβηρίας –σκληρούς εγκληματίες για τους οποίους δεν υπήρχε γυρισμός στην κοινωνία– και τους βρήκε πολύ διαφορετικούς απ’ ό,τι περίμενε: ήταν φτιαγμένοι σχεδόν από το πιο καλό, το πιο σκληρό και το πιο πολύτιμο ξύλο που μεγαλώνει παντού στο ρωσσικό χώμα.» Προφανώς, ο Νίτσε, αναφέρεται κυρίως στο έργο του Ντοστογιέφσκι Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων1, ενώ η προσέγγισή του θα επαναληφθεί στο τελευταίο του έργο, την Θέληση για δύναμη2. Σε αυτό θα αποφανθεί: «Πόσο λυτρωτικός είναι ο Ντοστογιέφσκι»3. Στην Γενεαλογία της Ηθικής, ενώ ξεθεμελιώνει τον χριστιανισμό, θα γράψει συγχρόνως ότι στην έρημο «αποτραβιούνται και συγκεντρώνονται στον εαυτό τους τα ρωμαλέα, ανεξάρτητα πνεύματα»4. Στις τελευταίες επιστολές, στον Αύγουστο Στρίντμπεργκ (19 Ιαν. 1889), στη Μέτα φον Ζάλις (3 Ιαν. 1889), στον Γκέοργκ Μπραντές (4 Ιαν. 1889), στον Χάϊνριχ Καιζελιτς (4 Ιαν. 1889), στην Μαλβίντα φον Μεϋζενμπουργκ, στους «Επιφανείς Πολωνούς» (4 Ιαν. 1889), στον Καρδινάλιο Μαριάνι (4 Ιαν. 1889), στον Ουμπέρτο Α’, βασιλιά της Ιταλίας, (4 Ιαν. 1889), θα υπογράφει ως «Εσταυρωμένος». Ακόμη, σε επιστολή του στην Κοζίμα Βάγκνερ, θα υπογράψει ως «Ο Ευαγγελισμός»5. Μετά Ο Φ. Ντοστογιέφσκι στο έργο του, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων (μετ. Α. Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη) γράφει: «Αποχαιρετούσα σιωπηλά τους ξύλινους στρατώνες. Τι εχθρική εντύπωση μου ‘καναν τότε, τον πρώτο καιρό. Ίσως κι αυτοί να ‘ταν πιο γέρικοι τώρα παρά κείνη την εποχή. Πόσα νιάτα θάφτηκαν άδικα μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους, πόσες υπέροχες δυνάμεις χάθηκαν τζάμπα εδώ μέσα ! Γιατί πρέπει όλα να τα πούμε. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν συνηθισμένοι. Ίσως αυτοί να ‘ταν οι πιο προικισμένοι, οι πιο δυνατοί άνθρωποι απ’ όλο το λαό μας. Μα χάθηκαν άδικα πανίσχυρες δυνάμεις, χάθηκαν αφύσικα, παράνομα, τελειωτικά. Και ποιός φταίει; Αυτό είναι. Ποιός φταίει;»(σελ.453). 2 Φ. Νίτσε, Η θέληση για δύναμη, μετ. Ζ. Σαρίκας, εκδόσεις Νησίδες, σελ. 344, 365. 3 όπ.π., σελ. 381. 4 Φ. Νίτσε, Γενεαλογία της Ηθικής, μετ. Α. Δικταίος, σελ.116. 5 Περιέχονται στο έργο: Φ. Νίτσε, Τελευταίες Επιστολές 18871889, μετ. Α. Μανούση, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2003. 1

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

k

από λίγο καιρό, ο Νίτσε θα σιωπήσει οριστικά. Όμως, έχει προηγηθεί η επιστολή στην Μαλβίντα φον Μεϋζενμπουργκ (12 Μαΐου 1887), όπου εξομολογείται το πάθος του για τον Ντοστογιέφσκι και μια άλλη στον Γκέοργκ Μπράντες (20 Νοεμβρίου 1888), όπου γράφει: «Τα σχόλιά σας για τον Ντοστογιέφσκι τα πιστεύω ανεπιφύλακτα. Εξ άλλου τον εκτιμώ, επειδή αποτελεί το πιο πολύτιμο ψυχολογικό υλικό που γνωρίζω – κατά έναν περίεργο τρόπο, του είμαι ευγνώμων, παρ’ όλο που πάντα προκαλεί απέχθεια, αφού ξυπνάει τα πιο ταπεινά μου ένστικτα. Αυτή είναι περίπου η σχέση μου προς τον Πασκάλ, τον οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ, επειδή έχω διδαχτεί άπειρα πράγματα απ’ αυτόν: ο μοναδικός λογικός χριστιανός…» Σύμφωνα με την αφήγηση του Κανελλόπουλου, η βαθιά μεταστροφή του Ζαρατούστρα στον Χριστιανισμό αρχίζει «από την ημέρα που εμπιστεύθηκε ο Ζαρατούστρας τ’ όνομα του Ιησού Χριστού στο αγόρι των δώδεκα ετών, άρχισε να αισθάνεται μέσα του ότι γινόταν Χριστιανός». Αντί να αναζητάει την απόσταση από τους άλλους, αναζητά τον άλλο, αλλά δεν βρίσκει: «ο Ζαρατούστρας αναζήτησε με μάτια γεμάτα τρυφερότητα το διπλανό του∙ κανένας δεν ήταν πλάι του». Ο νιτσεϊκός Ζαρατούστρα και ο ντοστογιεφσκικός Ιβάν Καραμαζώφ βεβαίως λέγουν «ν’ αγαπάμε τον πιο μακρυνό και όχι το διπλανό μας». Σε αυτό το σημείο γίνεται η μεγάλη μεταστροφή του Ζαρατούστρα από τον Διόνυσο στον Χριστό: «Σας καλώ, λοιπόν, να ξαναθυμηθείτε την εντολή που είχε δώσει Εκείνος και να ξεχάσετε την εντολή του Ζαρατούστρα. Αγαπάτε τον διπλανό σας κ’ έτσι θα υπάρχει πάντα κάποιος πλάι σας. Μιλήστε του και όταν ακόμα δεν σας προσέχει. Ατενίζετέ τον και όταν ακόμα αποστρέφει το πρόσωπό του από σας. Βοηθήστε τον και όταν ακόμα λέει ότι δεν έχει την ανάγκη σας». Θα συνεχίσει δε πιο έντονα, επιστρέφοντας στην ευαγγελική αγάπη του εχθρού: «άρχισα, ωστόσο, ν’ αγαπάω –κ’ έτσι άρχισα να αισθάνομαι ότι δεν είμαι πια έρημος και ολομόναχος– εκείνους που είναι αδιάφοροι απέναντι μου∙ εκείνος που περνάνε πλάι μου χωρίς καν να με προσέχουν». Στην συνέχεια, ο Ζαρατούστρα βαδίζει στον δρόμο που του άνοιξε ο Θεός. Όμως, ομολογεί ότι: 93


Επιφυλλίδα «Παλεύω ακόμα με τον Θεό, αλλά παλεύω ελπίζοντας και αγαπώντας∙ αγαπώντας μάλιστα λιγώτερο το Θεό και περισσότερο τους ανθρώπους». Θα αναρωτηθεί για την σκέψη του Νίτσε που βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό, στην αθωότητα του γίγνεσθαι: «έτσι είχε άδικο ο μέγας Ζαρατούστρας όταν ζητούσε κάτι που νάναι περ΄ από το αγαθό και το κακό, κάτι που να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν έλεγε ότι πρέπει να πάμε περ’ από την αντίθεση –και κάθε αντίθεση είν’ εφεύρεση ανθρώπινη– θα είχε δίκιο. Πολλές σκέψεις του μεγάλου Ζαρατούστρα έχουν γερά κουκούτσια και σπάζεις τα δόντια αν δεν προσέξεις αλλά τα φρούτα δεν κρίνονται μόνον από το κουκούτσι τους !» Θα θεωρήσει την εξουσία ως έκφραση αδυναμίας: «Ναι, από αδυναμία διατάζουν οι άνθρωποι. Η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη από τις αδυναμίες εκείνων που, για να κρύψουν την αδυναμία τους, βγάζουν διαταγές κ’ εξουσιάζουν». Αντίθετα, οι πραγματικά ισχυροί δεν νοιώθουν την ανάγκη να διατάζουν. Το τέλος, ο θάνατος του Ζαρατούστρα, έρχεται με ηρακλείτειο τρόπο, κολυμπώντας στο ποτάμι: «Το ρεύμα του ποταμού δεν είχε πια κανένα λόγο νάναι βίαιο∙ είχε ηρεμήσει∙ ο ποταμός κυλούσε ειρηνικά και σιωπηλά. Τέτοιο ήταν το τέλος του Ζαρατούστρα». Από ό,τι αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες, έπεσε στο ποτάμι για να σώσει κάποιον, πέθανε συνεπώς με την αγωνία του άλλου. Την ίδια εποχή θα πεθάνει και ο Αλιόσα. Θα αφήσει ηγούμενο στην θέση του, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, εκείνον που είναι πράγματι έσχατος, τον θυρωρό του μοναστηριού του, που δεν ξέρει ούτε καν να ψέλνει : «Έτσι, ο έσχατος θα γίνει πρώτος, αλλά θα γίνει πρώτος μένοντας ο έσχατος!» Το έργο του Κανελλόπουλου, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο του Νίτσε, ίσως να φαντάζει κάπως «αναιμικό». Μπορεί να μην έχει την ορμητικότητα των παθών και την πυκνότητα στοχασμών, που συναντούμε στον λόγο του Νίτσε. Ταυτόχρονα, δεν έχει το μυστικιστικό πάθος και τον βιωματικό χαρακτήρα που διαθέτει η γραφή του Ντοστογιέφσκι. Συναντά, όμως, αυτές τις πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης ως ψύχραιμος παρατηρητής, και γι΄αυτό μπορεί να οδηγήσει τον αναγνώστη να εμβαθύνει στον λόγο του Νίτσε. Έτσι, το αξιολογικά φορτισμέ94

νο όραμα του υπεράνθρωπου, που υποτίθεται ότι οδηγεί τον άνθρωπο πέρα από τον άνθρωπο και τον «τελευταίο άνθρωπο», στην πραγματικότητα περιγράφει τις διόλου ασυνήθιστες ανθρώπινες καταστάσεις, τις «ανθρώπινες πολύ ανθρώπινες» επιδιώξεις της κυριαρχίας και της θέλησης της ισχύος. Τελικά, το έργο του Κανελλόπουλου, γραμμένο λίγα χρόνια μετά τον ελληνικό εμφύλιο, όπου όλοι οι δαίμονες που κατέτρεχαν τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι είχαν έρθει στο προσκήνιο, δεν προσέχτηκε ούτε από τους εχθρούς ούτε από τους φίλους του. Δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον, ούτε για το υψιπετές θάρρος και την ασυνήθιστη τόλμη να δοθεί συνέχεια σε ένα κλασσικό έργο του φιλοσοφικού στοχασμού, μα ούτε για την προσπάθεια να αποδοθεί, δίχως παραμορφώσεις, το έργο του Νίτσε. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που, στα χρόνια που ακολούθησαν από την πρώτη έκδοση του έργου, το ενδιαφέρον για την ευφάνταστη επινόηση του Κανελλόπουλου να δώσει συνέχεια και να ολοκληρώσει τον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα, ατόνησε ακόμη περισσότερο, ενώ οι μιμήσεις είναι ακόμη σπανιότερες και οπωσδήποτε λιγώτερο φιλόδοξες6. * Το κείμενο αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από ευρύτερη ανέκδοτη μελέτη του συγγραφέα.

Μία τέτοια περίπτωση είναι το αφήγημα της Ελένης Λαδιά Φρειδερίκος και Ιωάννης (Εστία, Αθήνα 2003). Αναφέρεται στον Νίτσε και στον Ιωάννη της Κλίμακας. Δεν συγκρίνει άμεσα το έργο τους, αλλά περιγράφει πώς η ίδια βίωσε την πορεία από τον ένα στον άλλο. Συνεπώς τα κείμενα τίθενται σε δεύτερη μοίρα, αφού προέχει το υποκειμενικό βίωμα. Η συγγραφέας γράφει, μεταξύ άλλων: «ευλογημένη η στιγμή που γεννήθηκες, Φρειδερίκε!», «ώ Ιωάννη, ήσουν ο αντίπους του Φρειδερίκου, τόσο τέλεια αντίθετοι σαν να ανήκετε στον ίδιο πυρήνα, όμοια πέρατα με τόσο διαφορετικές πορείες»(σελ.77) , και «εγώ, όμως, με την θητεία κοντά στους δύο μου αγαπημένους, είδα ολόλαμπρα τις αντίθετες πορείες να οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, τις αντίθετες όψεις του ίδιου πράγματος, το αρνητικό και το θετικό στην ίδια επιφάνεια… Το Χαροποιόν σου Πένθος, Ιωάννη, που με έκανε να σπαράξω, όπως και η Χαρούμενη Γνώση του Φρειδερίκου». 6

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013


H ζωή είναι ένα σταυρόλεξο... 1

2

3

4

5

6

7

8

9

ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ 1. Θεωρείται ως ο ιδρυτής της μαθηματικής αστρονομίας – Ανδρικό χαϊδευτικό 2. Αλλιώς ο θάνατος – Χαρακτηριστικό του μεταξιού 3. Αθλητικά αρχικά – Υπάρχει και στα γήπεδα – Κάθε προϊόν έχει την δική του – Αναμορφωτής της Ιαπωνίας – Πρόθεση 4. Ονομαστός Αθηναίος πολιτικός και στρατιωτικός – Όχι άνισο – Τέλος προσευχής 5. Συνοδεύουν εταιρείες – Μοναδική – Γνωστή η ναυμαχία του (γεν.) 6. Όρος του βόλεϋ – Γυναικείο όνομα – Όνομα, αλλά και επιτυχία 7. Θεραπεία (καθ.) – Είναι οι ιοί με γυμνό μάτι – Βλέπει… αρχαιοπρεπώς 8. Βιβλικό βουνό – Παλιά μάρκα πούλμαν – Ίδιες σε μέγεθος (καθ.) 9. Ανατολίτες αυτοί – Βιομηχανική περιοχή της Γερμανίας – Λέξη από Σπαρτιατικό ρητό 10. Οργώνει τη γη – Συνεχόμενα στο αλφάβητο – Έξι και αυτό - Συμπεραίνει 11. Από την Μαδρίτη αυτοί - … Σόου, τηλεοπτική εκπομπή 12. Επώνυμο γνωστού ηθοποιού μας – Μαζί, αντάμα 13. Συνθετικό πυγμαχικού όρου – Αρχαίων … απαγορευτικό – Συνταξιοδοτούσε τυπογράφους – Της αυγής, έγινε σήριαλ 14. Μάρκα στερεοφωνικών – Όμοια σύμφωνα – Άρθρο στον πληθυντικό (καθ.) – Το παράσιτο της ψώρας 15. Δικά σου – Εκλεκτά του λαού – Ήχος ρολογιού 16. Ήταν τρεις στην αρχαιότητα – Αριθμός Λουδοβίκου – Άγιος χωρικών 17. Παρομοιάζει – Άξιος – Αρχή … ύλης 18. Ελαφρά παράλυση μυός – Άφωνη… τιμή – Φωτιστικό μέσο 19. Υπόστρωμα μπογιάς – Έχει πάνω του ρώγες – Πρώτο συνθετικό στρατιωτικών βαθμών 20. Τρώμε σε αυτό – Ίδιο με το 4γ – Αυτοί οι μαθητές μπαίνουν τιμωρία ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

11

12

13

14

15

16

17

18

... και, μάλιστα, για δυνατούς λύτες!

1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20

10

k

ΚΑΘΕΤΑ 1. Γυναικείο όνομα – Λεπτή μεμβράνη – Παλιά σιδηροδρομικά αρχικά 2. Τόποι λατρείας – Ανοιξιάτικα – Πολιτεία των ΗΠΑ – Νότα μουσικής 3. Υποθέτει – Χαϊδευτικό εντόμου – Μισή … Άννα – Άρθρο για πολλά 4. Όνομα Μεξικανών – Αρχικά επαναστατικού στρατού – Όμοια σύμφωνα – Υπάρχουν στη… λίρα – Όρος στο σκάκι 5. Λουλουδιασμένη σε γνωστό δημοτικό τραγούδι – Εκνευρίζομαι… μάγκα – Μάρκα στρατιωτικών τζιπ 6. Μόλυσμα – Τυρί παρασκευασμένο σε ασκό 7. Αρχικά κώδικα – Διπλό, αντιλέγει – 13 κι αυτό – Μισό πέτο 8. Γνωστός μυελός – Ισπανικό άρθρο – Σήκωμα (καθ.) 9. Κλωστίτσα – Συντάσσεται με τις… μάρες – Όχι βόρειο – Θαλάσσια είναι οι φάλαινες 10. Όνομα Ισπανών – Παιδική βόλτα – Κλάμα μωρού – Καταναγκασμός – Θα τα βρείτε στο σανό 11. Τρύπα – Μικρό άστρο – Πασίγνωστα του Γιώργου Οικονομίδη 12. Δύο έχει η Σάσα – Πρώτα στο αλφάβητο – Η σύζυγος του Ομήρου – Μάτι αρχαίων 13. Μεγάλο ο Πειραιάς – Ανδρικό όνομα – Απτά και… μεσαία 14. Με αυτό πίνουμε – Χαρακτηρισμός γεγονότων – Μία Βίσση 15. Εξασθενημένος – Δημιουργούνται και στον αέρα – Μάρκα απορρυπαντικού 16. Αρχαίων βεβαιωτικό – Και αυτά… κινούνται – Βασική αρτηρία μας – Τέλος στο σκάκι 17. Αρχικά μεγάλου Οργανισμού μας – Μολυσμένα – Ελευθερία βαφτίστηκε – Ατελής… ύπνος 18. Είδος συσκευασίας – Προστακτικό μόριο – Αγενής νότα – Πλεκτό σκεύος

επιμέλεια: Νίκος Λιναρδάτος 95


Λύση σταυρολέξου προηγούμενου τεύχους 1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

1

Υ

Δ

Ρ

Α

Υ

Λ

Ι

Κ

Ο

Σ

2

Π

Ρ

Α

Γ

Α

Σ

Ο

3

Ο

Α

Σ

Η

Φ

Τ

Υ

Σ

4

Π

Κ

Λ

Α

Κ

Α

5

Τ

Ο

Κ

Ρ

Λ

6

Ο

Σ

Α

7

Σ

8

Κ

Μ

Α

Α

Σ Ε

Α

Ρ

Ο

Ι

Δ

Α

Α

Π

Λ

Α

Μ

Α

Ε

Κ

Τ

Σ

Ο

Ρ

Ο

9

Χ

Ο

Ρ

Τ

10

Ε

Κ

Α

Ι

11

Ι

Κ

12

Λ

Ο

13

Ι

Σ

14

Κ

15

Α

16

Π

Κ

Α

Φ

Ο

Σ

Α

Ι

Ο

Ν

Σ Σ

Ρ

Α

Ι

Α

Σ

Ο

Σ

Ε

Ρ

Ο

Λ

18

Π

Ο

Σ

Ι

Μ

Ε

Σ

Ι

Κ

Τ

Ο

Ι

Μ

Ε

Α

Ε

Ι

Φ

Ι Κ

Ι

Α

Ρ

Τ

Σ

Α Α

Λ

Ν

Τ

Η

Ρ Π

Ο

Λ

Α

Κ

Α

Σ

Η

Σ

Α

Ρ

Κ

Ω

Ρ

Α

Ι

Ο

Σ

Μ

Α

Ν

Τ

Ο

Μ

Α

Σ

Ε

Λ

Λ

Ω

Α

Μ

Π

Α

Ρ

Σ

Ο

Π

Ο

Τ

Κ

Ο

Μ

Ε

Μ

Ν

Κ

Α

Ι

Α

Α

Ν

Σ

Π

Λ

Ι

Ι

19

Ο

Η

Τ

18

Ρ

Ρ

Ε

17

Α

Α

Κ

16

Μ

Ρ

Ρ

15

Α

Υ

Ε

14

Τ

Ε

Ε

13

Φ

Α

Ι

12

Ε

Σ

Ν

17

11

Σ Α

Ι

Ι

Σ

Τ

Τ

Α

Τ

Υ

Μ

Ο

Σ

Α

Ι

Α

Λ

Α Κ

Ρ

Τ

Ο

Ι

Ε

Σ

Α Ε

Μ

Ι

Λ

Α

Μ

Α

Α

Τ

Τ

Α

Ρ Ι

Σ

Τ

Ο

Ι

Π

Ο

Ν

Ο

Μ

Ο

Α

Μ

Ο

Κ

Η

Ν

Σ

Ο

Ρ Ε

Α

Ι Σ

Η

Σ

Σ Ο

Ε

Σ

Νέα Πολιτική ΜΗΝΙΑΊΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ

Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις Παπαζήση, Νικηταρά 2 και Εμμ. Μπενάκη, Αθήνα Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μας:

www.neapolitiki.gr 96

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ . 3 . ΣΕΠ 2013

Νεα Πολιτική 3  

Νεα Πολιτική 3

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you