Issuu on Google+

Του καλού καιρού Αχ! τι ωραία λιακάδα, κάθεσαι στη μπαλκονάρα σου, απολαμβάνεις το καφεδάκι σου και αγναντεύεις το λιμάνι, να φεύγουν και να έρχονται τα καράβια. Τι ωραία που είναι… και όλα αυτά τζάμπα! Να’ναι καλά ο μπαμπάς και η μαμά. Αυτά σκεπτόταν ο Μεμάς, καθώς έπινε το πρωινό καφεδάκι του στο ρετιρέ που του είχαν νοικιάσει οι γονείς του.

Η πολυκατοικία ήταν σε έναν λόφο. Η βεράντα του ρετιρέ ήταν τόσο μεγάλη που έπαιζες και μπάλα αν ήθελες και υπό σκιά παρακαλώ, γιατί είχε μια κληματαριά που τη σκέπαζε ολόκληρη και όλα αυτά με θέα το λιμάνι του Ηρακλείου.

Παναγιώτης Πολυχρόνης Β3


-

Μεμά, χτυπάει το τηλέφωνό σου ρε, δεν θα το σηκώσεις; φώναξε ο συμφοιτητής και συγκάτοικός του Σάκης.

Ο Σάκης ήταν ίδιος με τον Μεμά δηλαδή έτρωγε κι αυτός τα λεφτά των γονιών του. -

Σάκη, έχουμε μεγάλο πρόβλημα.

-

Έλα ρε και από πού πρόεκυψε το πρόβλημα;

-

Φίλε οι γονείς μου ήταν. Μου κόβουν το μηνιάτικο.

Όντως υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Η οικονομική κρίση σίγουρα επηρέασε και τους γονείς του Μεμά αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Μεμάς ήταν επτά χρόνια φοιτητής και δεν έλεγε να τελειώσει. Στο τηλεφώνημα υπήρξε έντονος διαπληκτισμός. Έκλεισαν με το τελεσίγραφο πως αν δεν τελείωνε σε ένα εξάμηνο θα έπρεπε να συνεχίσει μόνος του με δικά του λεφτά, πράγμα που ο Μεμάς δεν μπορούσε ούτε καν να το διανοηθεί. Δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, μέχρι τώρα τα είχε όλα στο πιάτο. Παναγιώτης Πολυχρόνης Β3


-

Το κατάλαβες το πρόβλημα ρε Σάκη;

-

Το κατάλαβα ρε Μεμά και πρέπει κάτι να κάνεις. Κι εγώ γουστάρω τη φάση να τρώω τα λεφτά των γονιών μου αλλά και αυτοί έχουν ένα δίκιο.

-

Ναι ρε φίλε, αλλά εγώ δουλειά δεν πιάνω και ούτε γουστάρω να γυρίσω Θεσσαλονίκη!

-

Και τι θα κάνεις;

-

Έχω κάτι στο μυαλό μου.

Αυτό δεν άρεσε στον Σάκη. Κατάλαβε ότι ο Μεμάς θα έκανε κάποια βλακεία. Κι όντως ο Μεμάς την έκανε. Έμπλεξε με κάτι τύπους που κλέβανε τα μικρομάγαζα της περιοχής. Μέχρι που αποφάσισαν να κλέψουν κάτι μεγαλύτερο. Το παιχνίδι ήταν στημένο όμως. Για να ηρεμήσουν τα πράγματα έπρεπε να δώσουν κάποιον στην αστυνομία. Και το κορόιδο ήταν ο Μεμάς. Αφού τον έπιασαν, ειδοποιήθηκε αμέσως η οικογένειά του. Ο πατέρας του κατέβηκε στο Ηράκλειο και πήγε να τον βρει. Με το που συναντήθηκαν τον έφτυσε στα μούτρα. -

Αλήτη, έτσι μας ξεπληρώνεις όσα κάναμε για σένα;

-

Πατέρα έκανα ένα λάθος συγχώρεσέ με.

-

Δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου. Ντροπή σου!

Του γύρισε την πλάτη και έφυγε. Ο Μεμάς έφαγε δυο χρόνια φυλακή.

Παναγιώτης Πολυχρόνης Β3


Όσο ρέμπελος και χαλαρός κι αν ήταν, τον βασάνιζε πολύ η γνώμη του πατέρα του. Σε μια κουβέντα που είχε για το θέμα αυτό με τον Ανέστη, τον συγκρατούμενό του που ήταν μέσα για χρέη στο δημόσιο, αυτός του είπε: -

Φίλε, αν και δεν είμαι ο καταλληλότερος για συμβουλές θα σου πω ότι δεν πρέπει να κάνουμε πράγματα που ντροπιάζουν την οικογένειά μας. Σε μια δύσκολη στιγμή αυτοί θα μας στηρίξουν. Κάνε μια προσπάθεια να μιλήσεις μαζί τους.

Τα λόγια αυτά τριβέλιζαν το μυαλό του μέρες. Ώσπου το αποφάσισε. -

Πατέρα ο Μεμάς είμαι.

-

Δεν σου είπα δεν θέλω να σε ξανακούσω! Και του έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Μεμάς τύλιξε αργά σχεδόν τελετουργικά το καλώδιο του τηλεφώνου γύρω από το λαιμό του και το έσφιξε με όλη του τη δύναμη. Την ώρα που ένιωθε τον αέρα να τελειώνει στα πνευμόνια, κάποιος τον ταρακούνησε έντονα.

Παναγιώτης Πολυχρόνης Β3


-

Μεμά, Μεμά! Ξύπνα, τι έπαθες; ακούστηκε η φωνή του πατέρα του.

Παναγιώτης Πολυχρόνης Β3


Του καλού καιρού Παναγιώτης Πολυχρόνης