Page 1

Σάντρα του Χρήστου Μαντιού Η Σάντρα ένιωθε από τις πιο ευτυχισμένες γυναίκες πάνω στη γη μέχρι εκείνη τη μέρα. Θέλησε να κάνει έκπληξη στον άντρα της. Όταν έσπρωξε όμως την πόρτα του γραφείου του, πάγωσε. Ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει. Η φωνή έμοιαζε να έχει φυλακιστεί μέσα της. Την άκουγε μόνο αυτή. «Γιατί αυτό να συμβαίνει σε εμένα;» Οι άνθρωποι που αγαπούσε πιο πολύ, που εμπιστεύτηκε απόλυτα, ο άντρας της και η παιδική της φίλη, την είχαν προδώσει. «Γιατί;» Βγήκε έξω χωρίς να πει κουβέντα , με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά και στο μυαλό της να παλεύουν διάφορες σκέψεις. Σκεφτόταν τις ωραίες στιγμές που περάσανε μαζί και παράλληλα σκεφτόταν τι να κάνει, πώς να εκδικηθεί. Περπατούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, έξαλλη, με τα δάκρυα να κάνουν ρυάκια στο πρόσωπό της. Μπήκε χωρίς να το καταλάβει στο πρώτο μπαρ που συνάντησε, κάθισε σε ένα τραπέζι και ζήτησε ένα δυνατό ποτό. Ήθελε να τα σβήσει όλα, να καθαρίσει το μυαλό της, να καταλάβει αν το ζει ή αν το ονειρεύεται όλο αυτό. Με το δεύτερο ποτό τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Έπρεπε να φύγει. Κατάφερε με το ζόρι να ξεκινήσει για το σπίτι της. Περπατούσε με κόπο, με την καρδιά κομμάτια και το κεφάλι της να γυρίζει. Τα πόδια της μόνα τους την οδηγούσαν σε οικεία μονοπάτια. Κάποια στιγμή βρέθηκε αναμαλλιασμένη, με κατακόκκινα μάτια και μουτζουρωμένο πρόσωπο να περιμένει όρθια δίπλα στη στάση. Εκεί ένα νεαρό ζευγαράκι πιασμένο από το χέρι ήταν χαμένο στον ονειρικό του κόσμο. Κανείς δεν τη ρώτησε τι έχει, τι έπαθε, γιατί κλαίει. Μπήκε τελευταία στο λεωφορείο και κάθισε πίσω από τον οδηγό.


Στο βάθος μία παρέα παιδιών που μάλλον μόλις είχαν σχολάσει, γελούσαν και πείραζαν ο ένας τον άλλον. Στο διάδρομο του λεωφορείου δύο κυρίες που γύριζαν από τα ψώνια, τακτοποιούσαν τις τσάντες ανάμεσα στα πόδια τους. Χωρίς να το θέλει άκουσε που έλεγαν η μία στην άλλη πόσο τυχερές είναι που είχαν έναν καλό γάμο, και αυτό ανέβασε περισσότερο την πίεσή της. Ο οδηγός βλέποντας την από τον καθρέφτη σκέφτηκε « Άλλη μια

δυστυχισμένη τρελή σε αυτήν την περιοχή!». Απέναντί της μια μητέρα καθόταν αγκαλιά με το εφτάχρονο αγοράκι της. Κάποια στιγμή ο μικρός σήκωσε το χέρι του και έδειξε τη Σάντρα. «Μαμά κοίτα!». Η μαμά του τον μάλωσε κάπως αυστηρά και του είπε: «δεν δείχνουν με το δάχτυλο τον κόσμο Μιχαλάκη, είναι ασέβεια!» Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο βάθος του λεωφορείου. Αυτό το δάχτυλο θαρρείς και σφηνώθηκε στο μυαλό της Σάντρας. Δεν ήταν η μόνη που πόνεσε, που προδόθηκε, που δεν έβρισκε νόημα στη ζωή.


Κατέβηκε στην επόμενη στάση. Δεν ήταν η δική της. Καιρός όμως να αλλάξει πορεία.

"Σάντρα" του Χρήστου Μαντιού  

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής- Εσπερινό ΕΠΑΛ Ευόσμου