Page 1


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

3

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

4

Κοζάνη 1951: Η κεντρική πλατεία, το Δημαρχείο ελαφρώς επισκευασμένο μετά τον βομβαρδισμό από τους Γερμανούς (1941), και το Καμπαναριό με το ρολόι του Μαμάτσιου (τοποθέτηση 1939) [αδημοσίευτη φωτογραφία].


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

5

ΔΗΜΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ KAI ΝΕΟΛΑΙΑΣ

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Γένεση και Ανάπτυξη μιας Μακεδονικής Μητρόπολης Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου Τοπικής Ιστορίας Κοζάνη 27-30 Σεπτεμβρίου 2012 η 100 επέτειος της απελευθέρωσης της Κοζάνης

Επιστημονική-εκδοτική επιμέλεια Χαρίτων Καρανάσιος, Κώστας Ντίνας, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Σκρέκας

ΚΟΖΑΝΗ 2014


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

6

Στη μνήμη των Ευεργετών της Κοζάνης

© 2014 Δήμος Κοζάνης ISBN 978-618-81319-3-0


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

7

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ – Πρόλογος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . – Πρόγραμμα Συνεδρίου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . – Χαιρετισμός Δημάρχου Κοζάνης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

13 19 27

Η Κοζάνη από την Ίδρυση στην Απελευθέρωση, 15ος αι. – 1912 ΟΙΚΙΣΜΟΙ − ΔΙΟΙΚΗΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ . . . . . . .

29

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ Οικιστικές εγκαταστάσεις και ανθρώπινες δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης κατά την Αρχαιότητα. Μια διαχρονική συνοπτική παρουσίαση . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

31

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ Το οικιστικό δίκτυο των περιοχών Καστοριάς-Βοΐου το 1530 . . . . . . . . . .

49

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ Η περιοχή Γρεβενών σε οθωμανικές πηγές, 16ος αιώνας . . . . . . . . . . .

73

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ Το οθωμανικό σύστημα του μαλικιανέ (malikâne) στην Κοζάνη . . . . .

87

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ Φορολογικές ελαφρύνσεις και απαλλαγές στην περιοχή Σερβίων κατά τον 17ο αιώνα . . . . . . . . . . . . . . . . . 113

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ Διοίκηση και οικονομικοκοινωνική διαστρωμάτωση στην Κοζάνη του 17ου-19ου αιώνα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 133

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ N. ΔΑΡΔΑΣ Συνόψιση εκκλησιαστικής ιστορίας σε Σέρβια, Κοζάνη και Σιάτιστα . 149

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Θ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ Μορφές γαμήλιων παροχών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Κοζάνη. Νάχτι και Τράχωμα . . . . . . . . . 163


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

8

8

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ Το φαινόμενο του ευεργετισμού στην Κοζάνη, 17ος-19ος αιώνας. . . . 179

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ Η κτηνοτροφία στην περιοχή Κοζάνης-Γρεβενών: Μια διαχρονική παραγωγική δραστηριότητα και οι κοινωνικές και πολιτισμικές της διαστάσεις . . . . . . . . . . . . . 189

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ Θεσμικές συνδηλώσεις της ‘ελληνικής’ παρουσίας στην Κεντρική Ευρώπη: Η Διασπορά των Κοζανιτών (18ος αι. – αρχές 19ου αι.) . . . . . . . . . . . 217

ΠΑΙΔΕΙΑ – ΛΟΓΙΟΙ – ΤΕΧΝΗ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 235 ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Η παιδεία στην Κοζάνη κατά τον 18ο αιώνα μέσα από τα χειρόγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης . . . . 237

ΧΑΡΙΤΩΝ ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ Επισκόπηση ιστορίας της Βιβλιοθήκης Κοζάνης . . . . . . . . . . . . . . 255

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΟΤΟΠΟΥΛΟΥ Η παράδοση των ιατροφιλοσόφων στην Κοζάνη και τη Σιάτιστα, 18ος με αρχές του 19ου αιώνα . . . . . . . . . . . . . . 291

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΛΟΦΙΤΗ Η βιβλιοθήκη του ιατροφιλοσόφου Γεωργίου Σακελλάριου . . . . . . . 301

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Οι Σιατιστινοί και Κοζανίτες σύντροφοι του Ρήγα. . . . . . . . . . . . . 313

ΝΙΚΟΣ Κ. ΨΗΜΜΕΝΟΣ Η διένεξη των σχολών στην ελληνική εκδοχή της. Η άποψη του πρυτάνεως Θεοδώρου Μανούση (1846) . . . . . . . . . . 325

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΝΟΒΑΣ Η εκπαίδευση στην πόλη της Κοζάνης και στην ευρύτερη περιοχή της με βάση τα στατιστικά δεδομένα (1830-1912) . . . . . . . . . . . . . . . 337

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΑΛΟΥΤΑ Η γυναικεία εκπαίδευση στην Κοζάνη: Τα πρώτα πενήντα χρόνια (1862-1912). Το Παρθεναγωγείο της Κοζάνης βάσει ανέκδοτων εγγράφων . . . . . . . 353


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

9

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

9

ΚΩΣΤΑΣ Δ. ΝΤΙΝΑΣ Ο γλωσσικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής Κοζάνης-Γρεβενών . . . 365

ΜΑΡΙΖΑ ΤΣΙΑΠΑΛΗ Τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Νομού Κοζάνης . . . . . 381

ΜΑΡΙΖΑ ΤΣΙΑΠΑΛΗ Ο ζωγραφικός και ξυλόγλυπτος διάκοσμος των αρχοντικών Κοζάνης και Σιάτιστας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 389

Η Απελευθέρωση της Κοζάνης, 11 Οκτωβρίου 1912 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΩΓΟΣ Ο Μακεδονικός Αγώνας στην περιοχή της Κοζάνης και η προσφορά των Κοζανιτών . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 397

ΑΝΝΑ Β. ΜΑΝΔΥΛΑΡΑ Οι εορτές του πολέμου και οι πόλεμοι της εορτής. Η απελευθέρωση της Κοζάνης, 11 Οκτωβρίου 1912 . . . . . . . . . . . 413

ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ Η απελευθέρωση της Κοζάνης μέσα από έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 425

Η ελεύθερη Κοζάνη 1912-2012 ΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 445 ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΛΑΒΙΝΑΣ Εκλογικές αναμετρήσεις στην Κοζάνη την περίοδο του Εθνικού Διχασμού 1915-1920: Κόμματα, υποψήφιοι, εκλογικές συμπεριφορές . . . . . . . . . . . . . . . 447

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΗΣ Μεσοπόλεμος, Κατοχή και Εμφύλιος στην περιοχή Κοζάνης . . . . . . 467

ΣΤΑΘΗΣ ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ Η συμβολή των προσφύγων του 1923 στην ανάπτυξη της πόλης και επαρχίας Κοζάνης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 485


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

10

10

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ι. ΚΑΜΗΛΑΚΗΣ Eπισημάνσεις για τα μαστοροχώρια και τους μαστόρους της επαρχίας Bοΐου Kοζάνης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 497

ΜΑΡΙΑ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ-ΔΕΛΙΒΑΝΗ Αναπτυξιακές δυνατότητες και χαμένες ευκαιρίες της Κοζάνης . . . . 527

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΤΟΥΡΛΙΔΑΚΗΣ – ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΛΟΠΟΥΛΟΣ Βιωσιμότητα λιγνιτικής βιομηχανίας και τοπική κοινωνία . . . . . . . . 537

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 547 ΑΓΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ Πολιτιστική κίνηση στην Κοζάνη μετά την Απελευθέρωση: Λογοτεχνία, Θέατρο, Μουσική . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 549

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΣΚΡΕΚΑΣ Tο συγγραφικό έργο του μητροπολίτη Σερβίων και Kοζάνης Διονυσίου Ψαριανού (1957-1997) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 563 αρχιμ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΜΥΡΟΥ Τοπική εκκλησία: Αναχρονιστική λαϊκή παράδοση ή παραδεδομένο αποκαλυπτικό γεγονός υπαρξιακής αυτοσυνειδησίας και κοινοτικής κοινωνικής δομής; . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 581

ΖΩΗ Ν. ΜΑΡΓΑΡΗ Λαϊκά δρώμενα στην Kοζάνη και την περιοχή Tσιαρτσιαμπά. Τελεστική (ανα)συγκρότηση, (ανα)διαπραγμάτευση και (ανα)δήλωση των τοπικών κοινοτήτων . . . . . . . . . . . . . . . . . . 593

ΜΑΡΙΝΑ ΒΡΕΛΛΗ-ΖΑΧΟΥ Παραδοσιακές φορεσιές της περιοχής Κοζάνης στο Λαογραφικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων . . . . . . . . . 613


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

11

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

11

Σύγχρονες προκλήσεις της Κοζάνης και της περιοχής ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΑΛΟΥΤΑΣ Ο σχεδιασμός της πορείας της Κοζάνης μετά τα 600 χρόνια Ιστορίας 641

ΕΥΘΥΜΙΟΣ A. ΜΠΑΤΙΑΝΗΣ Προοπτικές ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας στην περιοχή Κοζάνης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 645

ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Οι προοπτικές του τοπικού εμπορίου στη σύγχρονη εποχή . . . . . . . . . 653

ΛΑΖΑΡΟΣ ΤΣΙΚΡΙΤΖΗΣ Η πρόκληση για μια πράσινη μεταλιγνιτική περίοδο . . . . . . . . . . . . . . 657

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΤΙΑΣ Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και τοπική ανάπτυξη . . . . . . . . . . 673

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ-ΚΑΜΗΛΑΚΗ Σκέψεις για τον Λαϊκό πολιτισμό και τη βιώσιμη τοπική ανάπτυξη . . 685

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Η προβολή του τοπικού πολιτισμού και τουρισμού ως παράγων ανάπτυξης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 693 αρχιμ. ΕΦΡΑΙΜ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ Εκκλησία, κοινωνία και αυτοσυνείδηση . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 703

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡΙΔΗΣ Η έρευνα της τοπικής ιστορίας και οι ιστορικές προκλήσεις . . . . . . . 707

– Γενικό ευρετήριο . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 713


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

12


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

13

ΠΡΟΛΟΓΟΣ H Kοζάνη, ιδρυμένη κατά τον 15ο αι. –μετά την οθωμανική κατάκτηση της περιοχής (τέλ. 14ου αι.)– από πληθυσμούς της γύρω περιοχής και ενισχυμένη από εγκαταστάσεις πληθυσμών από τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αναπτύχθηκε οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, βασιζόμενη αρχικά στη γεωργοκτηνοτροφία και εξελίσσοντας στη συνέχεια το εμπόριο με την Kεντρ. και NΑ Eυρώπη. Έτσι, από το τέλος του 18ου αι. η πόλη εμφανίζει στοιχεία «αστικής» κοινωνίας, χωρίς να λείπουν δεινές κοινωνικές και προσωπικές διαμάχες. Tαυτοχρόνως, η Kοζάνη ανέδειξε εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων και του εμπορίου, οι οποίες βέβαια καταξιώθηκαν στις μεγάλες μητροπόλεις της Kεντρ. Eυρώπης. Aπό την απελευθέρωση του 1912 κ.ε., και ιδιαιτέρως μετά την εγκατάσταση των προσφύγων από τη M. Aσία, η περιοχή αντιπαρατέθηκε με τις δυσκολίες της ελεύθερης ζωής, μετέχοντας στη μοίρα του Ελληνισμού, με όλες τις θετικές και αρνητικές συνέπειες. Mε την ευκαιρία του εορτασμού των 100ων ελευθερίων της Kοζάνης (11 Οκτ. 1912 – 11 Οκτ. 2012) ο Δήμος Κοζάνης διοργάνωσε το επιστημονικό Συνέδριο «Kοζάνη, 600 χρόνια Iστορίας» (27-30 Σεπτ. 2012), με στόχο την προβολή αφενός νέων πρωτότυπων επιστημονικών δεδομένων αναφορικά με κομβικά ζητήματα της τοπικής ιστορίας από την ίδρυση της πόλης έως σήμερα, αφετέρου εργασιών που θα συνοψίζουν θεματικές της τοπικής ιστορίας, ώστε να υποβοηθήσει την προώθηση της επιστημονικής ιστορικής έρευνας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η παρούσα επιστημονική παραγωγή παρέχει μια συνολική εικόνα της τοπικής ιστορίας, καθώς διαπραγματεύεται καίρια και αντιπροσωπευτικά θέματα της ζωής και δράσης των κατοίκων της πόλης και της περιοχής Κοζάνης κατά τη διάρκεια 600 χρόνων. Τι έγινε τα 600 χρόνια στην Κοζάνη το μαρτυρεί ο υπότιτλος του Συνεδρίου/τόμου: «Γένεση και Ανάπτυξη μιας Μακεδονικής Μητρόπολης». Ο παρών τόμος επιχειρεί δηλαδή να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: πώς οι κτηνοτρόφοι και γεωργοί από τη γύρω περιοχή ίδρυσαν έναν οικισμό στην Κοζάνη κατά τον 15ο αι., μάλιστα υπό ξένη κυριαρχία, ο οποίος αναπτύχθηκε στη συνέχεια, και ιδιαίτερα κατά το τέλος του 18ου αι., μέσω του εμπορίου σε οικονομική και πολιτιστική Μητρόπολη. Η απλή απάντηση είναι η εξωστρέφεια, η οποία επί οθωμανικής κυριαρχίας οδήγησε την πόλη σε ανάπτυξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και παρά τα κενά, ο παρών τόμος αποτελεί ένα σύγχρονο και επικαιροποιημένο vademecum, τόσο για τον ειδικό επιστήμονα όσο και για τον απλό αναγνώστη, σχετικά με την ιστορία της Κοζάνης κατά


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

14

6/22/14

9:00 AM

14

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

την εποχή του νέου και του νεότερου Ελληνισμού. Πολλώ μάλλον, η παρούσα συγκομιδή της ιστορικής έρευνας, αποτελούμενη από πρωτότυπες επιστημονικές εργασίες αλλά και κάποιες συνόψεις, συμπληρώνει και ωθεί την ιστορική έρευνα για την τοπική ιστορία της Κοζάνης, η οποία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, δεδομένου ότι σοβαρές πτυχές της ιστορίας της Κοζάνης παραμένουν ακόμη ανεξερεύνητες, καθώς πλήθος χειρογράφων, εντύπων και γενικώς πηγών, δεν έχουν μελετηθεί ακόμη. Η Κοζάνη αποτελεί μοναδικό παράδειγμα ελληνικής πόλης που διαθέτει αρχεία, τα οποία σώζονται –σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα– στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης και στα ΓΑΚ Ν. Κοζάνης, ενώ στοιχεία για τους αποδήμους υπάρχουν και σε αρχεία της αλλοδαπής (Βιέννη, Βενετία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ρωσία κλπ.). Στόχος ποιοτικός του συνεδρίου ήταν, επίσης, να συμβάλει στη μετάβαση, ως προς την προσέγγιση της ιστορίας, από τη γεγονοτολογία στην ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων και φαινομένων μέσω της ανίχνευσης νοοτροπιών καθώς και της συνθετικότερης αντιμετώπισης του ιστορικού γίγνεσθαι. Περαιτέρω επιδίωξη αποτέλεσε η ένταξη του ειδικού και ιδιαίτερου της τοπικής ιστορίας στο γενικό πλαίσιο της ελληνικής, βαλκανικής και ευρωπαϊκής ιστορίας. Tο τελικό ζητούμενο του Συνεδρίου ήταν να συντελέσει στην κριτική ανάλυση και κατανόηση του παρελθόντος δίχως εθνική παρόρμηση ή συναισθηματική φόρτιση και δίχως δικονομική-καταδικαστική διάθεση, ώστε να βοηθήσει τη σύγχρονη τοπική κοινωνία στη συλλογική αυτογνωσία και αυτοσυνείδηση. Καίριο ζήτημα που απασχόλησε το Συνέδριο ήταν ο έλεγχος της προφορικής παράδοσης.1 Έτσι, βάσει οθωμανικών εγγράφων, η πρώτη αναφορά στον οικισμό της Κοζάνης χρονολογείται στο διάστημα 1498-1502 (με 137 εστίες,2 δηλ. περ. 700 κάτοικοι), γεγονός που επιτρέπει τη βάσιμη υπόθεση για χρονολόγηση της ίδρυσης του οικισμού στις αρχές του 15ου αιώνα. Ακόμη, η προφορική παράδοση ότι «η Κοζάνη υπήρξε μαλικιανές της σουλτανομήτορος και απολάμβανε ειδικών προνομίων» καταρρίπτεται από άγνωστα μέχρι σήμερα οθωμανικά έγγραφα.3 Επίσης, στα Σέρβια καταγράφονται Εβραίοι από 1

2

3

Η σύγχρονη ιστορική έρευνα απορρίπτει τις παραδόσεις σχετικά με τους φερόμενους ως πρώτους εποικιστές της Κοζάνης (Βορειοηπειρώτες από Πρεμετή, Μπιθικούκι, Κόσδιανη κλπ.)· Χρ. Γ. Πατρινέλης, «Πρώιμες ιστορικές μαρτυρίες για την Κοζάνη, τη Σιάτιστα και άλλες κοινότητες Δυτικής Μακεδονίας (1660)», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά 5 (1996) 109 κ.ε. Βλ. Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 121. Βλ. Γ. Σαλακίδης, «Το οθωμανικό σύστημα του μαλικιανέ (malikâne) στην Κοζάνη», στον παρόντα τόμο.


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

9:00 AM

15

15

τα μέσα του 16ου αι. και ως το β΄ μισό του 17ου αιώνα.4 Όσον αφορά τον 18ο αι., η μοναδική αναφορά σε Εβραίους στην περιοχή Κοζάνης προέρχεται από προσφάτως εντοπισθέν οθωμανικό έγγραφο του 1772.5 Η μαρτυρία αυτή, δίχως να αναφέρει ρητά εγκατάσταση Εβραίων στην πόλη της Κοζάνης, επιβεβαιώνει την ύπαρξη Εβραίων –πιθανώς χρηματιστών– στην περιοχή και έμμεσα τις οικονομικές συναλλαγές των κατοίκων της Κοζάνης με αυτούς. Περαιτέρω, η ίδρυση της ιστορικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης βάσει των πηγών χρονολογείται στο 1813 (ως Κοινοτικής), ενώ από το τέλος του 17ου αι. (όχι το 1668) υπήρχε μικρή σχολική βιβλιοθήκη, η οποία αποτέλεσε τον πρόδρομο της Κοινοτικής και σήμερα Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Επίσης, ο «Οίκος Βελτιώσεως» (περ. 1813) δεν είχε άμεση σχέση με την (τότε Κοινοτική) Βιβλιοθήκη, που αποτελούσε ξεχωριστό κτήριο, αλλά λειτουργούσε ως αίθουσα μελέτης και εντευκτήριο λογίων. Ακόμη, το κοινοτικό σχολείο της Κοζάνης δεν ιδρύθηκε το 1668, αλλά προς το τέλος του 17ου αι., ενώ, παρά τη μεγάλη σημασία της Σχολής για την πνευματική ανάπτυξη της περιοχής, η εκπαίδευση στην πόλη δεν επηρεάστηκε αποφασιστικά από τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, σε αντίθεση με τους επιφανείς κοζανίτες λογίους του Διαφωτισμού. Τέλος, το περίφημο κοζανίτικο ιδίωμα δεν είναι μοναδικό –ως δήθεν διάλεκτος– παρά τις ιδιαιτερότητες, αλλά ανήκει στα βορειοελλαδικά ιδιώματα. Η Κοζάνη δεν είναι μοναδική περίπτωση στον ελληνικό χώρο, αλλά έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, οι οποίες δημιουργούν τελικά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας κοινωνίας. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Κοζάνη είναι μοναδική, καθώς αποτελεί παράδειγμα σφρίγους στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη στον ευρύτερο χώρο της ΝΑ Ευρώπης, έχοντας να επιδείξει τολμηρούς εμπόρους, λογίους ευρωπαϊκού διαμετρήματος, μεγάλους ευεργέτες, αλλά και πλούσια λαϊκή παράδοση. Όσον αφορά την ιστοριογραφία της Κοζάνης, οι πρώτοι που συνέγραψαν τοπική ιστορία, Μεγδάνης (1813, 1820), Γουναρόπουλος (1872) και Λιούφης (1924), αποτελούν πολύτιμα εργαλεία, καθώς προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες, πλην όμως ατεκμηρίωτες και ενίοτε παραπλανητικές. Σοβαρή είναι η προσπάθεια του ευπατρίδη Μιχ. Παπακωνσταντίνου, του οποίου όμως η «Ιστορία της Κοζάνης» (1992) δεν αποτελεί αυστηρή επιστημονική μελέτη. 4

5

Καμπουρίδης – Σαλακίδης, ό.π., σ. 21, 132-33. Επίσης, ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (1667/8) αναφέρει εβραϊκή συνοικία στα Σέρβια· βλ. Β. Δημητριάδης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 203. Στο έγγραφο (Κωνσταντινούπολη, Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο, C.ML. 27391, καταγραφή 19.1.1772, στο περιθώριο), το οποίο εντόπισε ο υποψ. διδάκτ. οθωμ. Δ. Λαμπράκης, αναφέρεται η φράση: Kozana kalemi reaya ve Yahudi cizyesi varidatının ihalesi (Κεφαλικός φόρος των απίστων [Ελλήνων] και των Εβραίων της φορολογικής ενότητας της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της [των εξαρτώμενων εκμισθούμενων φόρων]).


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

16

6/22/14

9:00 AM

16

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Επίσης, πολύτιμο υλικό μπορεί να ανακαλύψει κανείς στα Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Τοπικής Ιστορίας (1993), στα αξιόλογα τοπικά περιοδικά Δυτικομακεδονικά Γράμματα και Ελιμειακά, καθώς και σε διάφορες συγγραφές τοπικών λογίων. Όλες οι προσπάθειες είναι χρήσιμες, απαιτείται όμως μεγάλη προσοχή, καθώς συχνά επαναλαμβάνονται απλώς γεγονοτολογικά δεδομένα της τοπικής ιστοριογραφίας, χωρίς κριτική επεξεργασία και επιστημονική μέθοδο. Ο παρών τόμος περιλαμβάνει τις εισηγήσεις του ανωτέρω Συνεδρίου, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Στο Συνέδριο συμμετείχαν 50 έγκριτοι επιστήμονες, μεταξύ αυτών και αρκετοί νέοι επιστήμονες της Κοζάνης. Ευχόμαστε στα επόμενα συνέδρια να υπάρξει συμμετοχή και αλλοδαπών καθώς και τούρκων επιστημόνων. Όσον αφορά τη σύλληψη του Συνεδρίου, επιχειρήσαμε να ερευνήσουμε το σύνολο της ιστορίας της πόλης, προσπαθώντας να αναδείξουμε νέα πρωτότυπα στοιχεία της ιστορικής έρευνας, και να προσεγγίσουμε κάποια κομβικά σημεία της τοπικής ιστορίας με τρόπο εποπτικό, ώστε να δοθεί περαιτέρω ώθηση στην έρευνα. Μόνον για τρεις εξέχουσες προσωπικότητες υπήρξαν ειδικές εργασίες: τον κοζανίτη ιατροφιλόσοφο Γεώργιο Σακελλάριο, τον πρώτο καθηγητή ιστορίας του Καποδιστριακού πανεπιστημίου και πρύτανη Θεόδωρο Μανούση από τη Σιάτιστα, καθώς και τον μακαριστό Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιο Ψαριανό. Ο τόμος αποτελείται από δύο βασικά μέρη, πριν και μετά την απελευθέρωση, με βασικά θέματα τους Οικισμούς, την Κοινωνία, την Οικονομία, την Παιδεία, τον Πολιτισμό και την Τέχνη. Ένα τρίτο μέρος, με τρεις εργασίες σχετικά με την απελευθέρωση της πόλης, τίθεται μεταξύ των δύο ανωτέρω θεματικών. Ο τόμος κλείνει με προτάσεις για τις προκλήσεις του μέλλοντος αναφορικά με την περιοχή. Στον παρόντα τόμο έγινε αναδιάρθρωση της σειράς των εισηγήσεων για καλύτερη επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης. Προφανώς και δεν εξαντλείται η έρευνα της τοπικής ιστορίας. Θα είναι επιτυχία για το Συνέδριο/Πρακτικά και μόνον το γεγονός ότι τίθενται κάποιες σημαντικές θεματικές ως αντικείμενα έρευνας. Από τις εργασίες του τόμου προκύπτει ότι, ως προς την ιστορική γεωγραφία και τα οθωμανικά αρχεία έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος. Ωστόσο, η μελέτη της διοίκησης, της κοινωνίας και της οικονομίας στην περιοχή καθώς και των αποδήμων παρουσιάζουν ακόμη μεγάλα κενά. Για την εκπαίδευση, την παιδεία και τους λογίους έχουν γίνει κάποιες αρχικές μελέτες, υπάρχει όμως ανάγκη συστηματικότερης έρευνας, καθώς λείπουν σχολιασμένες επανεκδόσεις έργων λογίων της Κοζάνης, προσωπογραφικές μονογραφίες, αλλά και μια τελική ιστορία της παιδείας, τουλάχιστον ως το 1912. Μεγάλο είναι το κενό σοβαρής και σύγχρονης λαογραφικής μελέτης, παρόλο που η περιοχή διαθέτει πλούσιο λαϊκό πολιτισμό. Το μεγαλύτερο κενό όμως στην έρευνα της τοπικής ιστορίας εντοπίζεται στον 20ο αι., ο οποίος έχει μελετηθεί ελάχιστα.


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

9:00 AM

17

17

Από τις εργασίες του τόμου, που εξασφαλίζουν την επιστημονική εγκυρότητα στην τοπική ιστορία, θα μας επιτραπεί η μνεία σε μία μόνον. Η πρώτη εργασία του τόμου υπενθυμίζει ότι η Κοζάνη δεν έχει ιστορία 600 μόνο χρόνων, αλλά 6.000 ή μάλλον 7.000 χρόνων. Τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στην περιοχή είναι σημαντικά, παρότι δεν έχουν προβληθεί αρκούντως. Ακριβώς στην προσπάθεια προβολής της ιστορίας και του πολιτισμού της περιοχής ελπίζουμε ότι συμβάλλει ο παρών τόμος, αφενός με εργασίες περί την τοπική ιστορία, αφετέρου με συγκεκριμένες προτάσεις προς αξιοποίηση του πολιτιστικού δυναμικού σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη. Το Συνέδριο «Κοζάνη 600 χρόνια Ιστορίας» πρέπει να θεωρηθεί ως το Β΄ Συνέδριο Τοπικής Ιστορίας της Κοζάνης, συνέχεια του Α΄ Συνεδρίου, που διοργανώθηκε τον Σεπτ. του 1993 («Η Κοζάνη και η περιοχή της. ΙστορίαΠολιτισμός», έκδ. Κοζάνη 1997). Αν με το Α΄ Συνέδριο εγκαινιάστηκε το διεπιστημονικό ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία της περιοχής, το παρόν Β΄ Συνέδριο και τα Πρακτικά θέτουν ισχυρά θεμέλια για την ανάπτυξη της συστηματικής επιστημονικής ιστορικής μελέτης βάσει των πηγών. Αποτελεί, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη η διοργάνωση Συνεδρίου Τοπικής Ιστορίας ανά πέντε έτη, αφενός για να δουν το φως της δημοσιότητας νέες πηγές ιστορίας αλλά και συνθετικότερες ερμηνείες και νέες προσεγγίσεις, αφετέρου επειδή κάθε γενιά πρέπει να «ξαναγράφει» την ιστορία της, καθώς η οπτική για το παρελθόν μεταβάλλεται μακροπρόσθεσμα βάσει της εξέλιξης της ιστορίας. Ιδιαίτερα σήμερα υπάρχει ανάγκη ανάλυσης της ιστορικής πορείας του λαού μας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, ώστε να κατανοήσουμε και να αναγνωρίζουμε τα λάθη του παρελθόντος, αλλά και να αναπροσδιορίσουμε τους στόχους για το μέλλον. Με το Συνέδριο/Πρακτικά «Κοζάνη 600 χρόνια Ιστορίας» η πόλη της Κοζάνης «γράφει» και «καταγράφει» Ιστορία, αφενός τιμώντας την 100η επέτειο της απελευθέρωσης της Κοζάνης, αφετέρου ερευνώντας την τοπική ιστορία. Έτσι, ο παρών τόμος αποτελεί ένα είδος απολογισμού και συνόψισης των 600 χρόνων της ιστορίας της πόλης μετά από 100 χρόνια ελεύθερου βίου. Αποτελεί όμως ταυτόχρονα και απότιση φόρου τιμής στους παλαιότερους καθώς και πράξη ευθύνης απέναντι στους μεταγενέστερους κατοίκους της πόλης και της περιοχής. Το Συνέδριο και τα Πρακτικά είναι αφιερωμένα στους Ευεργέτες της πόλης. Με τον όρο αυτό εννοούνται όχι μόνον οι οικονομικοί χορηγοί, αλλά όλοι όσοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη της πόλης, αγρότες, εργάτες, βιοτέχνες, έμποροι, προεστοί, ιερείς, δάσκαλοι, ιατροφιλόσοφοι, και πάνω από όλους οι στρατιώτες και οι πεσόντες κατά την απελευθέρωση. Η «κοινή ωφέλεια του Γένους» υπήρξε κοινός τόπος σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και κυρίως


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

18

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

18

μεταξύ των αποδήμων κατά την Τουρκοκρατία. Οι Ευεργέτες δεν κράτησαν τον πλούτο και τη γνώση για τον εαυτό τους, αλλά, διακατεχόμενοι από πνεύμα συλλογικότητας, απέδωσαν ένα μέρος στην τοπική κοινωνία προς οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποτέλεσαν κινητήριο μοχλό της τοπικής κοινωνίας.

 Για την επιτυχία του Συνεδρίου αλλά και την έκδοση του παρόντος απευθύνουμε ευχαριστίες προς όλους τους εισηγητές, που τίμησαν με τη συμμετοχή τους την Κοζάνη και κατέθεσαν την εργασία τους. Ιδιαίτερες ευχαριστίες για τη άψογη διοργάνωση του Συνεδρίου ανήκουν στον διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης Γιάννη Καραχισαρίδη και τις συνεργάτιδές του Ιωάννα Βόμβα, Φωτεινή Διάφα και Ευαγγελία Παπαδοπούλου. Ακόμη, για τη διάθεση φωτογραφικού υλικού ευχαριστούμε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και τα ΓΑΚ Ν. Κοζάνης, τη Λ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων, τη 17η Εφορεία Βυζαντινών και Νεοελληνικών Μνημείων, την κυρία Στέλλα Ψαριανού-Δημοπούλου, τους κυρίους Αλέξ. Μπακαΐμη, Κ. Ν. Τσιώρα, Γ. Τσότσο και ιδιαιτέρως τον κ. Γιάννη Κορκά. Τέλος, αξιέπαινος είναι ο Δήμος Κοζάνης τόσο για τη διοργάνωση του Συνεδρίου, το οποίο εμπιστεύθηκε πλήρως στους επιστήμονες της Κοζάνης, όσο και για τη χρηματοδότηση της έκδοσης των Πρακτικών. Η επιμέλεια του τόμου έγινε από τους υπογράφοντες ως μέλη της Εταιρείας Δυτικομακεδονικών Μελετών. Σημείωση προς αυτοέπαινο πρωτιάς: Η Κοζάνη υπήρξε από τις λιγοστές πόλεις των «Νέων Χωρών» που διοργάνωσαν Συνέδριο για την 100η επέτειο των ελευθερίων (Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη) και η πρώτη που εκδίδει Πρακτικά. Αυτό οφείλεται αφενός στη συμβολή πλειάδας επιστημόνων που διαθέτει η πόλη και η περιοχή Κοζάνης, αφετέρου στη διάθεση του Δήμου Κοζάνης να προωθήσει την έρευνα της τοπικής ιστορίας ως παράγοντα αυτοσυνείδησης και προβληματισμού για το μέλλον των πολιτών της περιοχής. οι επιμελητές του τόμου


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

19

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΔHMOΣ KOZANHΣ Β΄ ΣYΝΕΔΡΙΟ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ στη μνήμη των Ευεργετών της Kοζάνης

Κοζάνη, 27-30 Σεπτεμβρίου 2012 Kοβεντάρειο

Kοζάνη, 600 χρόνια Iστορίας Γένεση και Ανάπτυξη μιας Mακεδονικής Mητρόπολης

Διοργάνωση Oργανωτική επιτροπή εκδηλώσεων εορτασμού 100 χρόνων ελεύθερης Kοζάνης Iωάννης Kαραχισαρίδης, πρόεδρος Iωάννα Bόμβα Φωτεινή Διάφα Eυαγγελία Παπαδοπούλου

Επιστημονική επιτροπή Xαρίτων Kαρανάσιος, πρόεδρος Kωνσταντίνος Nτίνας Δημήτριος Μυλωνάς Δημήτριος Σκρέκας Eυάγγελος Kαρλόπουλος

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012 17.00-18.00: 18.00:

Eγγραφή συνέδρων. Έναρξη συνεδρίου.

18.00-18.30:

Χαιρετισμός Χαιρετισμός Χαιρετισμός Χαιρετισμός

18.30-19.00:

Προβολή μαγνητοσκοπημένου αφιερώματος για τους Bαλκανικούς πολέμους. Eπιμέλεια: Nίκος Kέφαλος – Ιωάννης Kαραχισαρίδης.

εκ μέρους της Eπιστημονικής επιτροπής. δημάρχου Kοζάνης Λαζάρου Mαλούτα. περιφερειάρχη Kοζάνης Γεωργίου Δακή. αντιδημάρχου Kοζάνης Χάρη Γελαδάρη.


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

20

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

20

KENTPIKH OMIΛIA 19.00-19.45:

Aθανάσιος Kαραθανάσης, Oι Kοινότητες των Eλλήνων στη Mακεδονία και τα Bαλκάνια, και η συμβολή τους στην Aναγέννηση του Nέου Eλληνισμού και στην ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους.

19.45-22.00:

Δεξίωση Δημάρχου Kοζάνης για τους συνέδρους.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012 A. Aπό την ίδρυση στην απελευθέρωση, 15ος αι. – 1912 1. OIKIΣMOI – ΔIOIKHΣH. Προεδρείο: Γ. Σαλακίδης / Γ. Tσότσος 09.00-09.15: Xριστίνα Zιώτα, Οικιστικές εγκαταστάσεις και ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή της Κοζάνης κατά την αρχαιότητα. Μια διαχρονική συνοπτική παρουσίαση. 09.15-09.30: Γεώργιος Tσότσος, Tο ζήτημα του εποικισμού στη Δυτική Mακεδονία 15ος-17ος αιώνας. 09.30-09.45: Δημήτριος Λαμπράκης, Ο καζάς Σερβίων τον 16ο αιώνα. Η περίπτωση τριών χωριών, μέσα από τα οθωμανικά απογραφικά κατάστιχα. 09.45-10.00: Kωνσταντίνος Kαμπουρίδης, Η οθωμανική απογραφή των Γρεβενών 1564. 10.00-10.15: Γεώργιος Σαλακίδης, Το οθωμανικό σύστημα του μαλικιανέ (malikâne) και η Κοζάνη. 10.15-11.00: 11.00-11.30:

Συζήτηση Διάλειμμα

2. KOINΩNIA – OIKONOMIA. Προεδρείο: Aναστασία Παληού / Ίκ. Mαντούβαλος 11.30-11.45: Aναστασία Παληού, Διοίκηση και οικονομικοκοινωνική διαστρωμάτωση στην Κοζάνη του 17ου-19ου αιώνα. 11.45-12.00: Eυάγγελος Kαραμανές, H κτηνοτροφία στην περιοχή KοζάνηςΓρεβενών: μία διαχρονική παραγωγική δραστηριότητα και οι κοινωνικές και πολιτισμικές της διαστάσεις. 12.00-12.15: Ίκαρος Mαντούβαλος – Xαρίτων Kαρανάσιος, Συντεχνίες της Kοζάνης τον 18ο με αρχές του 19ου αιώνα βάσει της διδακτορικής διατριβής της Mαρίας Tσικαλουδάκη. 12.15-12.30: Kατερίνα Παπακωνσταντίνου, Η ανάπτυξη του βαλκανικού εμπορίου με την Ευρώπη τον 18ο αιώνα. 12.30-12.45: Ίκαρος Mαντούβαλος, Θεσμικές συνδηλώσεις της ‘ελληνικής’ πα-


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

21

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

21

ρουσίας στην Κεντρική Ευρώπη: η Διασπορά των Κοζανιτών (18ος αι. – αρχές 19ου αι.). 12.45-13.30:

Συζήτηση

3. ΠAIΔEIA – ΛOΓIOI. Προεδρείο: N. Ψημμένος / Kων. Πέτσιος 17.00-17.15: Nικόλαος Ψημμένος, H διένεξη των σχολών στην ελληνική εκδοχή της. 17.15-17.30: Kωνσταντίνος Πέτσιος, Φιλοσοφικά χειρόγραφα στη Δημοτική Bιβλιοθήκη της Kοζάνης. 17.30-17.45: Bενετία Xατζοπούλου, Η παιδεία στην Κοζάνη κατά τον 18ο αιώνα μέσα από τα χειρόγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Kοζάνης. 17.45-18.00: Xαρίτων Kαρανάσιος, Ιστορικό περίγραμμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης. 18.00-18.15: Kωνσταντίνος Nτίνας, Ο γλωσσικός χάρτης του νομού Kοζάνης. 18.15-19.00:

Συζήτηση / Διάλειμμα

4. IATPIKH – TEXNH. Προεδρείο: Mαρίνα Bρέλλη / Mαρίζα Tσιάπαλη 19.00-19.15: Bασιλική Nοτοπούλου, H παράδοση της Iατρικής στην Kοζάνη και τη Σιάτιστα, 18ος αι. με αρχές του 19ου αιώνα. 19.15-19.30: Σταυρούλα Λοφίτη, H βιβλιοθήκη του ιατροφιλοσόφου Γεωργίου Σακελλάριου. 19.30-19.45: Mαρίζα Tσιάπαλη, Bυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του νομού Κοζάνης. 19.45-20.00: Mαρίζα Tσιάπαλη – Πασχάλης Aνδρούδης, Mακεδονική Aρχιτεκτονική. Mορφολογία και διάκοσμος των αρχοντικών Kοζάνης και Σιάτιστας. 20.00-20.15: Mαρίνα Bρέλλη, Tοπικές φορεσιές της περιοχής Kοζάνης στο Λαογραφικό Aρχείο του Πανεπιστημίου Iωαννίνων. 20.15-21.00:

Συζήτηση

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012 5. Η ΚΟΖΑΝΗ 1821-1912. Προεδρείο: Δ. Kαραμπερόπουλος / I. Mπουνόβας 09.00-09.15: Δημήτριος Kαραμπερόπουλος, Λογιοσύνη και επανάσταση. Οι Σιατιστινοί και Κοζανίτες σύντροφοι του Pήγα. 09.15-09.30: Δημήτριος Mυλωνάς, Το φαινόμενο του ευεργετισμού στην Kοζάνη, 17ος-19ος αιώνας.


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

22

09.30-09.45: 09.45-10.00: 10.00-10.15:

10.15-11.00: 11.00-11.30:

22

Bασιλική Διάφα, Μορφές γαμήλιων παροχών στην Κοζάνη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Νάχτι και Τράχωμα. Iωάννης Mπουνόβας, H εκπαίδευση στην περιοχή Kοζάνης 18301912. Mαριάννα Mαλούτα, H γυναικεία εκπαίδευση στην Kοζάνη, τέλη 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Tο Παρθεναγωγείο Kοζάνης βάσει ανέκδοτων εγγράφων. Συζήτηση Διάλειμμα

B. H ελεύθερη Kοζάνη 1912-2012 6. KOINΩNIA – OIKONOMIA. Προεδρείο: Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη / Eυστ. Πελαγίδης 11.30-11.45: Iωάννης Γκλαβίνας, Eκλογικές αναμετρήσεις στην Kοζάνη την περίοδο του Eθνικού Διχασμού 1915-1920: κόμματα, υποψήφιοι και εκλογικές συμπεριφορές. 11.45-12.00: Eυστάθιος Πελαγίδης, Οι πρόσφυγες της Μ. Ασίας ως παράγων ανάπτυξης της περιοχής. 12.00-12.15: Aθανάσιος Kαλλιανιώτης, Mεσοπόλεμος, Kατοχή και Eμφύλιος στην περιοχή Kοζάνης. 12.15-12.30: Mαρία Nεγρεπόντη-Δελιβάνη, Αναπτυξιακές δυνατότητες και χαμένες ευκαιρίες της Κοζάνης στον 20ο αιώνα. 12.30-12.45: Ευάγγελος Καρλόπουλος – Aντώνιος Tουρλιδάκης, Bιωσιμότητα λιγνιτικής βιομηχανίας και τοπική κοινωνία. 12.45-13.30:

Συζήτηση

7. EKKΛHΣIA – ΠOΛITIΣMOΣ. Προεδρείο: Π. Καμηλάκης / A. Δάρδας 17.00-17.15: Aναστάσιος Δάρδας, Συνόψιση εκκλησιαστικής ιστορίας σε Σέρβια, Κοζάνη και Σιάτιστα. 17.15-17.30: Δημήτριος Σκρέκας, Tο συγγραφικό έργο του μακαριστού μητροπολίτη Σερβίων και Kοζάνης κυρού Διονυσίου Ψαριανού. 17.30-17.45: Aγνή Παπακώστα, Πολιτιστική κίνηση στην Kοζάνη μετά την απελευθέρωση. Λογοτεχνία, Θέατρο, Mουσική. 17.45-18.00: Παναγιώτης Καμηλάκης, Eπισημάνσεις για τον λαϊκό πολιτισμό της επαρχίας Bοΐου Kοζάνης. 18.00-18.15: Zωή Mάργαρη, Λαϊκά δρώμενα στην Kοζάνη και την περιοχή Tσιαρτσιαμπά. 18.15-19.00:

Συζήτηση / Διάλειμμα


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

23

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

23

8. ΣYΓXPONEΣ ΠPOKΛHΣEIΣ. Προεδρείο: I. Kαραχισαρίδης / Δ. Σκρέκας 19.00-19.15: Nικόλαος Aσημόπουλος, H τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Kοζάνη και τη Δυτική Mακεδονία ως παράγων κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. 19.15-19.30: Eυθύμιος Mπατιάνης, Προοπτικές ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας στην περιοχή Κοζάνης. 19.30-19.45: Kωνσταντίνος Kυριακίδης, Oι προοπτικές του τοπικού εμπορίου στη σύγχρονη εποχή. 19.45-20.00: Λάζαρος Τσικριτζής, H πρόκληση για μια πράσινη μεταλιγνιτική περίοδο. 20.00-20.15: αρχιμ. Aυγουστίνος Mύρου, Tοπική εκκλησία: αναχρονιστική λαϊκή παράδοση ή παραδεδομένο αποκαλυπτικό Γεγονός υπαρξιακής αυτοσυνειδησίας και κοινοτικής κοινωνικής δομής; 20.15-20.30: Aθανάσιος Παπαδημητρίου, H προβολή του τοπικού πολιτισμού και τουρισμού ως παράγων ανάπτυξης. 20.30-21.00:

Συζήτηση

Kυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012 9. AΠEΛEYΘEPΩΣH. Προεδρείο: Άννα Mανδυλαρά / Δ. Mυλωνάς 11.00-11.15: Κωνσταντίνος Διώγος, Ο Μακεδονικός Αγώνας στην περιοχή της Κοζάνης και η προσφορά των Κοζανιτών. 11.15-11.30: Βασίλειος Δημητριάδης – Όλγα Mπελεγάκη, H απελευθέρωση της Mακεδονίας στο πλαίσιο των εθνικών ανταγωνισμών στα Bαλκάνια. 11.30-11.45: Άννα Mανδυλαρά, Η απελευθέρωση της Κοζάνης: η τοπική κοινωνία και το εθνικό κράτος γιορτάζουν. 11.45-12.00: Παρουσίαση εγγράφων της Δημοτικής Bιβλιοθήκης για την απελευθέρωση της Kοζάνης. Eπιμέλεια: Eλένη Mαργαρίτη. 10. ΣTPOΓΓYΛH TPAΠEZA: Tο μέλλον της Kοζάνης και της περιοχής 12.00-14.00: Λάζαρος Μαλούτας (εντοπιότητα προβλημάτων και προκλήσεις). Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (σύγχρονα προβλήματα οικονομίας). Πέτρος Πατιάς (πανεπιστημιακή εκπαίδευση και οικονομία). Λάζαρος Τσικριτζής (ενέργεια και οικονομία). Aικατερίνη Πολυμέρου-Kαμηλάκη (λαϊκός πολιτισμός και ανάπτυξη). Iωάννης Kαραχισαρίδης (πολιτισμός και οικονομία). αρχιμ. Eφραίμ Tριανταφυλλόπουλος (κοινωνία και αυτοσυνείδηση). 14.00-14.30:

Συμπεράσματα συνεδρίου: Xαρ. Kαρανάσιος.


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:00 AM

24

ΕΙΣΗΓΗΤEΣ ANΔPOYΔHΣ Πασχάλης, δρ. DEA βυζαντινής αρχαιολογίας, Université PARIS I – Panthéon-Sorbonne, ΜΑ αναστηλωτής IoAAS University of York, αρχιτέκτων μηχανικός ΑΠΘ AΣHMOΠOYΛOΣ Nικόλαος, καθηγητής Τμήματος Ηλεκτρολογίας, πρόεδρος TEI Δυτικής Mακεδονίας BPEΛΛH Mαρίνα, αναπλ. καθηγήτρια λαογραφίας Πανεπιστημίου Iωαννίνων ΓKΛABINAΣ Iωάννης, δρ. νεότερης και σύγχρονης ιστορίας ΑΠΘ ΔΑΡΔΑΣ Aναστάσιος, δρ. εκκλησιαστικής ιστορίας ΔHMHTPIAΔHΣ Bασίλειος, υποψ. δρ. νεότερης και σύγχρονης ιστορίας ΑΠΘ ΔΙΑΦΑ Bασιλική, δρ. ιστορίας του δικαίου Nομικής Σχολής ΑΠΘ ΔIΩΓOΣ Κωνσταντίνος, υποψ. δρ. ιστορίας ΑΠΘ, επιστημονικός συνεργάτης Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα ZIΩTA XPIΣTINA, προϊσταμένη Λ΄ Eφορείας Προϊστορικών και Kλασικών Aρχαιοτήτων KAΛΛIANIΩTHΣ Aθανάσιος, δρ. νεότερης και σύγχρονης ιστορίας Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ ΚΑΜΗΛΑΚΗΣ Παναγιώτης, ομότ. διευθυντής ερευνών Kέντρου Eρεύνης της Eλληνικής Λαογραφίας της Aκαδημίας Aθηνών ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ Kωνσταντίνος, δρ. ιστορίας-αρχαιολογίας ΑΠΘ, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Παράρτημα Κοζάνης KAPAΘANAΣHΣ Aθανάσιος, καθηγητής ιστορίας του Eλληνισμού, πρόεδρος Tμήματος Ποιμαντικής και Kοινωνικής Θεολογίας Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ KAPAMANEΣ Eυάγγελος, διευθύνων Kέντρου Eρεύνης της Eλληνικής Λαογραφίας της Aκαδημίας Aθηνών ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Δημήτριος, δρ. ιστορίας της ιατρικής, πρόεδρος Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ Xαρίτων, διευθυντής ερευνών Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών ΚΑΡΑΧΙΣΑΡΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, σκηνοθέτης-οικονομολόγος, διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ΚAPΛOΠOYΛOΣ Ευάγγελος, MSc χημικός μηχανικός, ερευνητής Ινστιτούτου Tεχνολογίας και Eφαρμογών Στερεών Kαυσίμων του Eθνικού Kέντρου Έρευνας και Tεχνολογικής Aνάπυξης KYPIAKIΔHΣ Kωνσταντίνος, πρόεδρος Eμπορικού και Bιομηχανικού Eπιμελητηρίου Kοζάνης


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

ΚΟΖΑΝΗ, 600 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

9:00 AM

25

25

ΛAMΠPAKHΣ Δημήτριος, πολιτικός επιστήμων-ιστορικός, υποψ. δρ. οθωμανικής ιστορίας στο Iόνιο Πανεπιστήμιο ΛOΦITH Σταυρούλα, MA νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Kύπρου ΜΑΛΟΥΤΑ Mαριάννα, δρ. Tομέα Iστορίας και Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ ΜΑΛΟΥΤΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ, δήμαρχος Κοζάνης ΜΑΝΔΥΛΑΡΑ Άννα, επίκουρος καθηγήτρια ιστορίας νεοτέρων χρόνων Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ Ίκαρος, λέκτορας νεότερης ιστορίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ΜAPΓAPH Zωή, ερευνήτρια Kέντρου Eρεύνης της Eλληνικής Λαογραφίας της Aκαδημίας Aθηνών ΜAPΓAPITH Eλένη, βιβλιοθηκονόμος Δημοτικής Bιβλιοθήκης Kοζάνης MΠATIANHΣ Eυθύμιος, γεωπόνος-οινολόγος, MSc Aριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φυτικής και Ζωικής Παραγωγής, Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας, Γενική Δ/νση Περιφερειακής Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας MΠEΛEΓAKH Όλγα, υποψ. δρ. νεότερης και σύγχρονης ιστορίας ΑΠΘ MΠOYNOBAΣ Iωάννης, δρ. παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Iωαννίνων ΜΥΛΩΝΑΣ Δημήτριος, δρ. κλασικής αρχαιολογίας αρχιμ. Aυγουστίνος MYPOY, δρ. θεολογίας Πανεπιστημίου Durham Aγγλίας ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ-ΔΕΛΙΒΑΝΗ Mαρία, καθηγήτρια οικονομικών σπουδών και πρώην πρύτανης Πανεπιστημίου «Μακεδονία», σύμβουλος Υπουργείου Συντονισμού, της ΥΠΑΒΕ, του ΟΟΣΑ των Παρισίων, μέλος του Διεθνούς Επιστημονικού Συμβουλίου Επαγγελματικού Προσανατολισμού του Πανεπιστημίου Μασσαλίας, αντιπρόεδρος Ένωσης Οικονομολόγων Γαλλικής Γλώσσας, αντιπρόεδρος και διευθύντρια του CEDIMES Ελλάδας, Jean Monnet Fellow, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, πρόεδρος του ιδρύματος «Δημήτρης και Μαρία Δελιβάνη» ΝΟΤΟΠΟΥΛΟΥ Bασιλική, δρ. νεότερης ιστορίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, βιολόγος ΝΤΙΝΑΣ Kωνσταντίνος, καθηγητής γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας ΠΑΛΗΟΥ Aναστασία, υποψ. δρ. ιστορίας του δικαίου της Nομικής Σχολής ΑΠΘ, δικαστική αντιπρόσωπος A΄ Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ΠAΠAΔHMHTPIOY Aθανάσιος, MSc διοίκησης τουριστικών επιχειρήσεων Aνοικτού Πανεπιστημίου, Διεύθυνση Aνάπτυξης Περιφέρειας Kεντρικής Mακεδονίας


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

26

6/22/14

9:00 AM

26

ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ

ΠAΠAKΩNΣTANTINOY Kατερίνα, δρ. νεότερης ιστορίας, διδάσκουσα Eλληνικού Aνοικτού Πανεπιστημίου ΠAΠAKΩΣTA Aγνή, δρ. νεοελληνικής φιλολογίας ΑΠΘ ΠATIAΣ Πέτρος, αντιπρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής Πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας, πρόεδρος Επιτροπής Ερευνών, καθηγητής Τμήματος Aγρονόμων Tοπογράφων Mηχανικών ΑΠΘ ΠEΛAΓIΔHΣ Eυστάθιος, ομότ. καθηγητής νεότερης ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Mακεδονίας ΠETΣIOΣ Kωνσταντίνος, καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Iωαννίνων ΠOΛYMEPOY-KAMHΛAKH Aικατερίνη, τ. διευθύντρια Kέντρου Eρεύνης της Eλληνικής Λαογραφίας της Aκαδημίας Aθηνών ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ Γεώργιος, επίκ. καθηγητής τουρκικής γλώσσας και φιλολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ΣKPEKAΣ Δημήτριος, δρ. βυζαντινής φιλολογίας Πανεπιστημίου Oξφόρδης ΤOYPΛIΔAKHΣ Αντώνιος, αναπλ. καθηγητής του Τμήματος Mηχανολόγων Mηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας αρχιμ. Eφραίμ TPIANTAΦYΛΛOΠOYΛOΣ, δρ. θεολογίας ΑΠΘ, πτυχιούχος παιδαγωγικών-κοινωνιολογίας, πρωτοσύγκελλος I. Mητρόπολης Σισανίου και Σιατίστης TΣIAΠAΛH Mαρίζα, δρ. βυζαντινής αρχαιολογίας, διευθύντρια 17ης Eφορείας Bυζαντινών Aρχαιοτήτων TΣΙΚΡΙΤΖΗΣ Λάζαρος, αναπλ. καθηγητής ΤΕΙ Δυτικής Mακεδονίας, μέλος της Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης ΤΣΟΤΣΟΣ Γεώργιος, δρ. Τομέα Πολεοδομίας, Xωροταξίας και Περιφερειακής Aνάπτυξης της Aρχιτεκτονικής Σχολής ΑΠΘ, αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός ΑΠΘ, DEA ιστορίας επιστημών και τεχνολογίας Πανεπιστημίου Charles De Gaulle/Lille III, ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Bενετία, δρ. φιλολογίας Πανεπιστημίου Σορβόνης/Παρίσι ΨHMMENOΣ Nικόλαος, ομότ. καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Iωαννίνων


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

6/22/14

9:01 AM

27

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ O Δήμος Kοζάνης, επιθυμώντας να συμβάλει στην έρευνα και προβολή της τοπικής ιστορίας, με χαρά και συναίσθηση της ευθύνης για τον τόπο, διοργάνωσε το επιστημονικό Συνέδριο «Kοζάνη, 600 χρόνια Iστορίας». Πρόκειται για το δεύτερο και μεγαλύτερο συνέδριο τοπικής Iστορίας στην Kοζάνη, ενώ το πρώτο διεξήχθη το 1993 με θέμα «H Kοζάνη και η περιοχή της. Iστορία-Πολιτισμός». Mε αφορμή τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης και της περιοχής από την οθωμανική κυριαρχία, το Συνέδριο ζωντάνεψε στιγμές της πορείας αυτού του τόπου στην οικιστική ανάπτυξη, την κοινωνία, την οικονομία, την παιδεία, την τέχνη και τον πολιτισμό. Tο Συνέδριο και ο εορτασμός των 100ων ελευθερίων της πόλης συνέπεσαν με μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα και την περιοχή, κατά την οποία η χώρα βιώνει τη βαθύτερη μεταπολεμική οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση, η οποία προβάλλει την αδήριτη ανάγκη για την περιοχή, μετά από μια περίοδο 30ετούς «ευδαιμονίας», να χαράξει νέα πορεία σε ένα τοπίο μικρότερης εξάρτησης από τον λιγνίτη. Aκριβώς στον παραπάνω προβληματισμό για το μέλλον του τόπου μπορεί να συμβάλει το Συνέδριο αυτό, μέσω του διάλογου που θα αναπτυχθεί. H ιδιαίτερη βαρύτητα του Συνεδρίου έγκειται στο γεγονός ότι συμμετείχαν σε αυτό εισηγητές υψηλού πανεπιστημιακού επιπέδου, οι οποίοι κλήθηκαν να μας δώσουν μια κατά το δυνατόν «αντικειμενική» εικόνα της περιοχής, και, περαιτέρω να σκιαγραφήσουν μια νέα πορεία, αλλά και, πάνω από όλα και πρώτα από όλα, να σπάσουν τα στερεότυπα. H Kοζάνη και η ευρύτερη περιοχή έχει να επιδείξει μακρά πολιτιστική διαδρομή 600 χρόνων, κατά την οποία αναδείχθηκε η κομβική της θέση στα νοτιοδυτικά Bαλκάνια, αναπτύσσοντας ενεργειακές υποδομές, προωθώντας την Παιδεία και καλλιεργώντας τον πολιτισμό. Oι αρετές των κατοίκων, με την ανάπτυξη του εμπορίου από τους πραματευτάδες και τα καραβάνια προς τη Mεσευρώπη, κατέστησαν την πόλη οικονομικό κέντρο στον ενιαίο χώρο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, και καταξίωσαν την Kοζάνη ως Mακεδονική Mητρόπολη. Bασικό στοιχείο των προγόνων μας που μεγαλούργησαν ήταν η εξωστρέφεια, η επιτυχής ανταγωνιστικότητα και η ποιότητα των προϊόντων, αλλά επίσης και η δυναμική προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες των καιρών. Oι σύγχρονοι κάτοικοι της πόλης, κληρονόμοι μιας μακράς και πλούσιας Παράδοσης, ζούμε σε έναν τόπο όμορφο, παραγωγικό, με ένα εξαίρετο φυσικό


00_PROTOSELIDA_001-028:PROTYPH_KOZANH

28

6/22/14

9:01 AM

28

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

απόθεμα, μα πάνω από όλα με ένα ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό. Σήμερα, λοιπόν, αφού διδαχθούμε από την εμπειρία του ιστορικού γίγνεσθαι, «ξαναδιαβάζοντας» την Iστορία του τόπου, καλούμαστε να χαράξουμε μια νέα πορεία στον ενιαίο Eυρωπαϊκό χώρο, αναπτύσσοντας τη δημιουργικότητα και την καινοτομία. Eυχόμαστε και είμαστε βέβαιοι ότι η αναδρομή στη Γένεση και Aνάπτυξη της Mακεδονικής Mητρόπολης Kοζάνης στο πλαίσιο του Συνεδρίου «Kοζάνη, 600 χρόνια Iστορίας», όπως αποτυπώνεται και στα Πρακτικά του Συνεδρίου που παραδίνουμε σήμερα στους πολίτες του Δήμου Κοζάνης αλλά και στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, θα αποτελέσει καταλύτη στη συζήτηση για τις αποφάσεις σχετικά με το μέλλον του τόπου μας. Λάζαρος Μαλούτας Δήμαρχος Κοζάνης


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

29

Η Κοζάνη από την Ίδρυση στην Απελευθέρωση, 15ος αι. – 1912

ΟΙΚΙΣΜΟΙ – ΔΙΟΙΚΗΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

30


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

31

Χριστίνα Ζιώτα

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ*

Στον παρόντα τόμο παρουσιάζονται, αναλύονται και ερμηνεύονται διάφορες πτυχές της ιστορικής διαδρομής της Κοζάνης, αναδεικύονται ποικίλες όψεις του τοπικού βίου από την ίδρυση της πόλης μέχρι σήμερα, διερευνώνται από διαφορετικές σκοπιές ιδεολογικά και πρακτικά ζητήματα και προβάλλονται σημαντικοί σταθμοί στην μακραίωνη πορεία που οδήγησε στη σημερινή Κοζάνη. Ουσιαστικός στόχος δεν είναι βεβαίως η απλή καταγραφή ιστορικών μηνυμάτων, αλλά η σωστή διαχείριση αυτής της γνώσης, για το μέλλον της πόλης αλλά και για το μέλλον όλων μας. Στην αφετηρία ενός τέτοιου «ταξιδιού» δεν είναι δυνατόν να παραλειφθεί η αναφορά στις ανθρώπινες κοινωνίες που δημιουργήθηκαν και έδρασαν στην περιοχή σε πολύ πρωιμότερες εποχές, καθώς και στις συγκεκριμένες επιλογές που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό τους. Υπάρχουν σαφείς –αν και αποσπασματικές– μαρτυρίες για τη μακραίωνη ανθρώπινη παρουσία στη θέση όπου αναπτύχθηκε η σύγχρονη Κοζάνη, χωρίς να διατηρηθεί αρχαίος οικισμός ή οικισμοί. Είναι, ωστόσο, διαφωτιστική η αναφορά στα αρχαιολογικά δεδομένα από άλλες θέσεις, λιγότερο ή περισσότερο κοντινές, αφού σε κάθε ιστορική πε*

Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιούνται οι παρακάτω συντομογραφίες: AAA Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα ἐξ Ἀθηνῶν. ΑΔ Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον. ΑΕ Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερίς. ΑΕΑΜ Το Αρχαιολογικό Έργο στην Άνω Μακεδονία. ΑΕΜΘ Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη. ΑJA American Journal of Archaeology. BSA Annual of the British School at Athens. Ἔργον Τὸ Ἔργον τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. ΠΑΕ Πρακτικὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. PPS Proceedings of the Prehistoric Society.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

2

5/15/14

12:47 AM

32

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

ρίοδο εντοπίζουμε κοινές συνιστώσες και ιχνηλατούμε επαφές και επικοινωνίες, οι οποίες επηρεάζουν εμφανώς την πολιτισμική φυσιογνωμία ευρύτερων περιοχών, χωρίς να εξαλείφουν ιδιαιτερότητες, ενίοτε μάλιστα σημαντικές. Τα λίθινα εργαλεία από το Παλαιόκαστρο Βοΐου είναι από τα αρχαιότερα αναγνωρίσιμα ίχνη παλαιολιθικών ανθρώπων στην περιοχή και στην Ελλάδα γενικότερα. Πρόκειται για έναν αμφίπλευρο αμυγδαλόσχημο χειροπέλεκυ της πρώιμης ή κατώτερης παλαιολιθικής εποχής, που ανακαλύφθηκε από την ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου του Cambridge και τον E. Higgs το 196,1 καθώς και μια αιχμή από πυριτόλιθο της μέσης παλαιολιθικής. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι σε ορεινές περιοχές δραστηριοποιήθηκαν ομάδες κυνηγών και τροφοσυλλεκτών, οι οποίες δεν ήταν μόνιμα εγκαταστημένες, αφού η επιβίωσή τους εξαρτιόνταν από τις μετακινήσεις των θηραμάτων, ενώ συνέλεγαν την τροφή τους όπως την έβρισκαν στη φύση. Καθώς δεν διατηρούνται συνήθως λείψανα από τους εποχικούς καταυλισμούς αυτών των ομάδων, τα αναγνωρίσιμα από την έρευνα ίχνη τους είναι κυρίως τα λίθινα εργαλεία. Η συστηματική έρευνα που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον νομό Γρεβενών αποκάλυψε πολύ περισσότερα στοιχεία για τη δράση παλαιολιθικών ανθρώπων σε ορεινές και αλπικές περιοχές της Πίνδου, όπου κυνηγούσαν, συνέλεγαν άγριους καρπούς, εξασφάλιζαν καύσιμη ύλη και εντόπιζαν πηγές πρώτων υλών για την κατασκευή των λίθινων εργαλείων που τους ήταν απαραίτητα. Η ανθρώπινη μάλιστα παρουσία σε σημεία με υψόμετρο που ξεπερνά τα 1.500 μ. καθ’ όλη τη διάρκεια της προϊστορίας αποδεικνύει ότι οι ορεινοί όγκοι δεν απέτρεπαν τις πολιτισμικές επαφές, συμπέρασμα ουσιαστικής σημασίας για την αρχαιολογική έρευνα σε ένα οικοσύστημα με πολυσχιδές ορεινό ανάγλυφο, όπως αυτό της Δυτικής Μακεδονίας.2 Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα που απασχολεί την παλαιολιθική έρευνα αφορά τη συμβολή της Δυτ. Μακεδονίας στον πρώτο εποικισμό της Ευρώπης, ο οποίος δεν αποκλείεται να άρχισε πριν από 800.000 χρόνια ή και παλαιότερα. Σχετικά στοιχεία αναμένονται από τη διερεύνηση για τον εντοπισμό παλαιολιθικών θέσεων στις αναβαθμίδες του Αλιάκμονα στην Κοζάνη, τα Γρε1

2

S. I. Dakaris – E. S. Higgs – W. Hey, «The climate, environment and industries of Stone Age Greece: Part I», PPS 0 (1964) 199-244· Ι. Τουράσογλου, ΑΔ 24 (1969), Χρονικά Β΄, σ. . Ν. Ευστρατίου – P. Biagi – Π. Ελεφάντη – M. Spataro, «Προϊστορικές έρευνες στην Πίνδο. Η ορεινή περιοχή των Γρεβενών. Τα πρώτα αποτελέσματα», ΑΕΜΘ 17 (200) 581-589· Ν. Ευστρατίου – P. Biagi – Π. Ελεφάντη – Μ. Ντίνου, «Προϊστορικές ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή της Σαμαρίνας, στην Πίνδο του νομού Γρεβενών», ΑΕΜΘ 18 (2004) 62-60.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

33

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ



βενά και την Καστοριά. Ένα τέτοιο στοιχείο, δηλαδή ένας ακόμη παλαιολιθικός χειροπέλεκυς, περισυλλέχτηκε στην παραλίμνια πλέον περιοχή της Αιανής.4 Από τη νεολιθική περίοδο, η οποία αρχίζει γύρω στα μέσα της 7ης χιλιετίας π.Χ., διαθέτουμε σαφώς περισσότερες αρχαιολογικές μαρτυρίες. Το φυσικό περιβάλλον εκείνη την εποχή ήταν πυκνά δασωμένο στην περιοχή μας. Σε θέσεις με χαμηλό και μέσο υψόμετρο επικρατούσαν μεικτά φυλλοβόλα δάση με διάφορα είδη βελανιδιάς, αλλά και φτελιές, φλαμουριές, λεπτοκαρυές. Τα ψηλότερα σημεία ήταν καλυμμένα από δάση κωνοφόρων, πεύκου και έλατου. Τουλάχιστον τα καλοκαίρια φαίνεται ότι ήταν θερμότερα και ξηρότερα, ενώ παρόμοιες με τις σημερινές κλιματικές συνθήκες επικράτησαν σταδιακά, ιδιαίτερα μετά το 2500 π.Χ.5 Η νεολιθική οικονομία βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία, παραγωγικές στρατηγικές που προϋποθέτουν τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπινων ομάδων. Η συλλογή άγριων καρπών και φρούτων, το κυνήγι, η αλιεία, κάλυπταν συμπληρωματικά τις διατροφικές ανάγκες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του φυσικού περιβάλλοντος κάθε οικισμού. Οι θέσεις που επέλεγαν οι τροφοπαραγωγοί για να εγκαταστήσουν και να οργανώσουν τις κοινότητές τους έπρεπε να βρίσκονται κοντά σε πηγές γλυκού νερού και να διαθέτουν επαρκή και εύφορα εδάφη για καλλιέργεια. Η βλάστηση στο περιβάλλον της θέσης και εδάφη με την κατάλληλη σύσταση εξασφάλιζαν ξυλεία και πηλό, τα κυριότερα υλικά δομής των σπιτιών και των κάθε είδους κατασκευών σε ολόκληρη τη Βαλκανική κατά τη νεολιθική περίοδο. Ο πρωιμότερος νεολιθικός οικισμός της περιοχής και ένας από τους πρωιμότερους της Μακεδονίας (περ. 6500 π.Χ.) εντοπίστηκε στη Μαυροπηγή, στη θέση Φυλλοτσαΐρι.. Στην αρχική φάση του είχε ημιυπόγειες κατοικίες, οι οποίες αργότερα έγιναν ισόγειες, ορθογώνιες, με εστίες στο εσωτερικό τους και κατασκευές για την παρασκευή τροφής. Οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι με ξύλινο σκελετό, στηριγμένο σε πασσάλους και καλυμμένο με πηλό. Η έκταση του οικισμού δεν ξεπερνούσε τα πέντε στρέμματα.6 

4 5

6

Ε. Παναγοπούλου – Κ. Χαρβάτη – Π. Καρκάνας – Α. Αθανασίου – Π. Ελεφάντη – S. R. Frost, «Η έρευνα της πρώιμης παλαιολιθικής στην περιοχή του Αλιάκμονα, νομού Γρεβενών», ΑΕΜΘ 18 (2004) 61-640. Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη, ΑΔ 56-59 (2001-2004) Χρονικά Β΄ β, σ. 481-482. Χριστίνα Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες της Εποχής του Χαλκού στη Δυτική Μακεδονία. Τα νεκροταφεία στην Κοιλάδα και στις Γούλες Κοζάνης, διδακτ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 20-21 (διαθέσιμη στις ιστοσελίδες www.didaktorika.gr και invenio.lib.auth.gr). Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Μαυροπηγή 2005: λιγνιτωρυχεία και αρχαιότητες», ΑΕΜΘ 19 (2005) 511-59.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

4

5/15/14

12:47 AM

34

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

Αρκετές ακόμη εγκαταστάσεις των πρώιμων φάσεων της περιόδου, της αρχαιότερης και μέσης νεολιθικής (περ. 6500-500 π.Χ.), βρέθηκαν στη λεκάνη της Κίτρινης Λίμνης,7 στην Ξηρολίμνη8 και στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα.9 Μια από τις σημαντικότερες ανασκαμμένες προϊστορικές θέσεις είναι ο οικισμός των Σερβίων, που ερευνήθηκε αρχικά το 190 και πολύ αργότερα, μεταξύ 1971 και 197, εν όψει της κατασκευής του φράγματος Πολυφύτου. Πρωτοκατοικήθηκε στη μέση νεολιθική και τον αποτελούσαν ορθογώνια πασσαλόπηκτα κτίσματα, ένα από τα οποία είχε δάπεδο από σανίδες και ένα άλλο λίθινα θεμέλια. Έξω από τα σπίτια υπήρχαν εστίες και βοηθητικές κατασκευές, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για διώροφα οικήματα.10 Στη διάρκεια της νεότερης και τελικής νεολιθικής, δηλαδή από το 500 ως το 200 π.Χ. περίπου, η αύξηση του πληθυσμού είναι αδιαμφισβήτητη, οι οικισμοί πολλαπλασιάζονται και χωροθετούνται σε ποικίλα μικροπεριβάλλοντα, ανάμεσά τους και σπήλαια, όπως αυτό που εντοπίστηκε στη Νεράιδα.11 Στην ευρύτερη περιοχή της Κίτρινης Λίμνης, στον πυθμένα της οποίας κάποια χρονική περίοδο σχηματίστηκε λίμνη και στο πρόσφατο παρελθόν υπήρχε το έλος Σαριγκιόλ, εντοπίστηκαν σχεδόν 40 προϊστορικοί οικισμοί, πολλοί από τους οποίους κατοι7

8 9

10

11

Για την έρευνα στην Κίτρινη Λίμνη ως το 2006 βλ. St. Andreou – M. Fotiadis – K. Kotsakis, «The Neolithic and Bronze Age of Northern Greece» στο: T. Cullen (επιμ.), Aegean Prehistory. A Review, AJA Suppl. 1, [Archaeological Institute of America], Βοστώνη 2001, 259-27· Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες, ό.π.· Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη, Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς. Το παράδειγμα της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας, διδακτ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2009. Για τις πιο πρόσφατες ανασκαφές βλ. Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Εορδαία 2008. Έρευνα στη Σπηλιά και τη Μαυροπηγή», ΑΕΜΘ 22 (2008) 9-56· η ίδια, «Εορδαία 2009. Η έρευνα στην Αναρράχη και στη Μαυροπηγή», ΑΕΑΜ 1 (2009) 27500· Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη – Κ. Αναγνωστοπούλου – Χ. Λόκανα, «Δύο θέσεις της αρχαιότερης και μέσης νεολιθικής στην Ποντοκώμη και στη Μαυροπηγή Εορδαίας», ΑΕΜΘ 24 (2010) [υπό έκδοση]. Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Ξηρολίμνη Κοζάνης 1998», ΑΕΜΘ 12 (1998) 465-480. Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη, «Αλιάκμων 1985-2005: η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου (κοιλάδα μέσου ρου του Αλιάκμονα), αποτελέσματα και προοπτικές», ΑΕΜΘ 20 χρόνια, Θεσσαλονίκη 2009, 449-462, όπου παλιότερη βιβλιογραφία· η ίδια, «Η αρχαιολογική έρευνα στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα», στο ψηφιακό περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, www.archaiologia.gr, 7/5/12, 21/5/12, 4/6/12, 18/6/12. W. A. Heurtley, «Excavations at Servia in Western Macedonia», Antiquaries Journal 12 (192) 227-28· ο ίδιος, Prehistoric Macedonia, εκδ. Cambridge University Press, Cambridge 199· C. Ridley – K. A. Wardle – C. A. Mould, Servia I. Anglo-Hellenic Rescue Excavations 1971-73, BSA Suppl. τ. 2, Λονδίνο 2000. Κ. Ρωμιοπούλου, ΑΔ 27 (1972), Χρονικά Β2, 519· K. Rhomiopoulou – C. Ridley, «Prehistoric Settlement of Servia (West Macedonia) Excavations 1972», ΑΑA 6 (197) 424.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

35

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

5

κήθηκαν στην ύστερη 6η και στη διάρκεια της 5ης χιλιετίας.12 Γύρω στις 0 θέσεις της νεότερης και τελικής νεολιθικής εντοπίστηκαν, και δυστυχώς καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, στη λεκάνη κατάκλυσης της λίμνης Πολυφύτου (κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα),1 για να αναφερθούμε σε δύο μόνο μεγάλα οικιστικά σύνολα στον νομό Κοζάνης. Στη λεκάνη της Κίτρινης Λίμνης βρίσκονται και οι δύο γειτονικοί οικισμοί της νεότερης και τελικής νεολιθικής που ανασκάφηκαν κοντά στον Κλείτο, στο κατεστραμμένο πλέον χωριό στα όρια του λιγνιτωρυχείου του Νότιου Πεδίου. Στον οικισμό που ονομάστηκε «Κλείτος 1» υπήρχαν μεγάλα οικήματα, 100 και πλέον τ.μ., κατασκευασμένα με ξύλινο σκελετό που επενδύθηκε με πηλό. Σε κάποια σημεία των τοίχων τους έφεραν και διακόσμηση. Μέσα στις κατοικίες υπήρχαν πηλόκτιστες κατασκευές για θέρμανση, φωτισμό, προετοιμασία τροφής και αποθήκευση αγαθών, όπως εστίες, φούρνοι, «πλατφόρμες», λάκκοι και μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία. Σε εξωτερικούς χώρους υπήρχαν κατασκευές, μεμονωμένες ή σε μικρά σύνολα, για ποικίλες παραγωγικές δραστηριότητες με συλλογικό χαρακτήρα.14 Τον «Κλείτο 1» οριοθετούσαν τάφροι και ξύλινοι περίβολοι, η λειτουργία των οποίων ήταν πιθανότατα πρακτική, χωροταξική και συμβολική. Προφανώς όριζαν και προστάτευαν τον ζωτικό χώρο του, εμπόδιζαν τα άγρια ζώα να πλησιάσουν και τα εξημερωμένα να διαφύγουν, και οριοθετούσαν συμβολικά τις δραστηριότητες της κοινότητας. Μολονότι κατασκευάστηκαν τμηματικά, η κατασκευή και η συντήρησή τους προϋποθέτουν συλλογική μέριμνα και προσπάθεια αλλά και σταθερότητα κοινωνικών πρακτικών σε βάθος χρόνου. Τάφροι εντοπίστηκαν και στα όρια του οικισμού Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας,15 12 1 14

15

Βλ. παραπάνω, σημ. 7. Βλ. παραπάνω, σημ. 9. Χριστίνα Ζιώτα, «Κίτρινη Λίμνη 1995. Νέες ερευνητικές δραστηριότητες», ΑΕΜΘ 9 (1995) 47-58· η ίδια, ΑΔ 62 (2007), Χρονικά [υπό έκδοση]· η ίδια, ΑΔ 6 (2008), Χρονικά [υπό έκδοση]· η ίδια, ΑΔ 64 (2009), Χρονικά [υπό έκδοση]· η ίδια, «Ο νεολιθικός οικισμός ῾Κλείτος 1᾽ και τα νεότερα δεδομένα για την προϊστορική έρευνα», ΑΕΑΜ 1 (2009) 211-20· η ίδια, «Η ανασκαφή στον Κλείτο Κοζάνης το 2010», ΑΕΜΘ 24 (2010) [υπό έκδοση]· Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Νομός Κοζάνης 2006: Πολύμυλος, Κλείτος, Περδίκκας, Μικρόκαστρο, Αλιάκμων», ΑΕΜΘ 20 (2006) 856-860· Χριστίνα Ζιώτα – Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη – Ε. Μαγγουρέτσιου, «Η αρχαιολογική έρευνα στον Κλείτο Κοζάνης το 2009», ΑΕΜΘ 2 (2009) 7-52· Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη, «Κλείτος 2009. Η ανασκαφή στα ανατολικά όρια του οικισμού της ΝΝ και στον οικισμό της ΤΝ», ΑΕΑΜ 1 (2009) 21-244· Christina Ziota, Areti Hondroyanni-Metoki – E. Mangouretsiou, «Recent prehistoric research in the Kitrini Limni area of the Kozani prefecture», ΑΕΑΜ 2 (2010) [υπό έκδοση]. Χονδρογιάννη-Μετόκη, Μη οικιστικές χρήσεις χώρου, ό.π.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

6

5/15/14

12:47 AM

36

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

που χρονολογείται στην ίδια περίοδο, αλλά και στην Ποντοκώμη, σε μια πρωιμότερη εγκατάσταση, της αρχαιότερης και μέσης νεολιθικής.16 Οι νεολιθικοί παραγωγοί καλλιεργούσαν δημητριακά και όσπρια και εξέτρεφαν αιγοπρόβατα, βοοειδή και χοίρους. Εκτός από το κρέας και το γάλα, χρησιμοποιούσαν για ποικίλες ανάγκες της καθημερινής ζωής τα οστά, τα κέρατα, το μαλλί και το δέρμα, τόσο των εξημερωμένων όσο και των άγριων ζώων κυνηγιού. Ένα στοιχείο που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αγροτοκτηνοτροφική οικονομία και τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων είναι η κατασκευή πήλινων αγγείων. Καθ’ όλη τη νεολιθική περίοδο και στο μεγαλύτερο μέρος της εποχής του χαλκού τα αγγεία ήταν χειροποίητα και προορίζονταν για την προετοιμασία, το μαγείρεμα και την κατανάλωση στερεών και υγρών τροφών. Καθώς η καλλιέργεια δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας αποθέματος, το οποίο εξασφαλίζει την επιβίωση του νοικοκυριού ακόμη και σε χρονιές με μικρή ή ανύπαρκτη παραγωγή, κατασκεύαζαν μεγάλα αγγεία για την αποθήκευση προϊόντων. Η εξαιρετική ποιότητα πολλών νεολιθικών αγγείων, στα οποία συχνά εφαρμόζεται μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών τεχνικών, υποδεικνύει ότι δεν ήταν απλώς χρηστικά αντικείμενα (εικ. 1). Η προσφορά τροφής φαίνεται ότι έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στη διατήρηση και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής στις νεολιθικές κοινότητες, και τα αγγεία που εμπλέκονταν σε αυτές τις διεργασίες έπρεπε να έχουν την ανάλογη ποιότητα. Αρχαιολογικές μαρτυρίες για τις ασχολίες των νεολιθικών κατοίκων αποτελούν τα εργαλεία (λίθινα, οστέινα, πήλινα) που χρησιμοποιούσαν για υλοτομικές και ξυλουργικές εργασίες, για την αγροτική καλλιέργεια και την επεξεργασία των προϊόντων της, για την υφαντική, το κυνήγι, την επεξεργασία αγγείων, την κατεργασία δερμάτων κ.ά. Η ενασχόληση με την υφαντική αποδεικνύεται από τα σφονδύλια που χρησιμοποιούσαν στο γνέσιμο και τα υφαντικά βαρίδια για τον όρθιο αργαλειό. Γνωρίζουμε ακόμη και λεπτομέρειες για τις τεχνικές ύφανσης από αποτυπώματα στις βάσεις των αγγείων, καθώς τα τοποθετούσαν πάνω σε υφάσματα ή σε ψάθες, για να τα μορφοποιήσουν. Η χρήση εργαλείων από οψιανό της Μήλου και από άλλες ποικιλίες λίθων με μακρινή προέλευση, όπως και τα θαλάσσια όστρεα, με τα οποία συνήθως κατασκεύαζαν κοσμήματα, αποδεικνύουν ότι λειτουργούσαν οργανωμένα δίκτυα επαφών και ανταλλαγών, μέσω των οποίων διακινούνταν ολοκληρωμένα αντικείμενα ή πρώτες ύλες. Στη νεότερη νεολιθική εμφανίζονται και οι πρώτες ενδείξεις ενασχόλησης με τη μεταλλοτεχνία. 16

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη – Κ. Αναγνωστοπούλου – Χ. Λόκανα, «Δύο θέσεις της αρχαιότερης και μέσης νεολιθικής στην Ποντοκώμη και στη Μαυροπηγή Εορδαίας», ΑΕΜΘ 24 (2010) [υπό έκδοση].


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

37

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

7

Τα ειδώλια ανήκουν στα δημιουργήματα μέσω των οποίων οι άνθρωποι εξέφραζαν με υλικό τρόπο τις ιδέες και τις πεποιθήσεις τους για τον κόσμο γύρω τους. Είναι ανθρωπόμορφα ή ζωόμορφα και ερμηνεύονται σαν παιχνίδια, φυλακτά ή σύμβολα μύησης και μαγείας, και ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί σε κάποιου είδους τελετουργίες. Με μικρογραφικό τρόπο αναπαρίσταναν επίσης σπίτια, έπιπλα, φούρνους, αγγεία, τρόφιμα κ.ά. Οι πήλινοι οικίσκοι που βρέθηκαν στον Κλείτο και στην Κοιλάδα ίσως αποτελούν ενδείξεις ότι υπήρχαν διώροφα σπίτια, αν και δεν είναι απαραίτητο τα ομοιώματα αυτά να αναπαράγουν πιστά την πραγματικότητα. Από τις ίδιες θέσεις προέρχονται και οστέινοι αυλοί, κατασκευασμένοι μάλιστα από ανθρώπινα οστά.17 Στη διάρκεια της νεολιθικής εποχής στην περιοχή μας δεν φαίνεται να υπήρχαν οργανωμένα νεκροταφεία απομακρυσμένα από την οικιακή σφαίρα. Σε όσες θέσεις αποκαλύφθηκαν ταφές, όπως στη Μαυροπηγή, στον Ροδίτη, στις Γούλες, στον Κλείτο, στην Κοιλάδα, στην Ξηρολίμνη, είχαν γίνει κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών, ανάμεσα στα σπίτια ή σε συστάδες στην περιφέρεια του οικισμού. Πάντως, εφαρμόστηκε τόσο ο ενταφιασμός όσο και η καύση των νεκρών.18 Στη νεότερη νεολιθική περίοδο επιλέγονται για εγκατάσταση, μεταξύ άλλων, και θέσεις σε σχετικά μεγάλο υψόμετρο, φυσικά οχυρές, επιλογή που εξασφαλίζει τον έλεγχο των περασμάτων και κατ’ επέκταση των εμπορικών δικτύων, αν και δεν αποκλείεται να συνδέεται και με λιγότερο ειρηνικές ασχολίες.19 Ιδανικός από την άποψη αυτή είναι ο λόφος του Αγ. Ελευθερίου στα ΒΑ της Κοζάνης, ο οποίος πρωτοκατοικήθηκε αυτή την περίοδο και καθ’ όλη τη διάρκεια της προϊστορίας.20

 Σε πολλά σημεία του νομού Κοζάνης έχουν εντοπιστεί οικισμοί της εποχής του χαλκού, οι οποίοι ιδρύθηκαν ή συνέχισαν να κατοικούνται από τα τέλη της 4ης ως το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Αρκετοί από αυτούς ερευνήθηκαν ανασκαφικά.21 Στον Αλιάκμονα Βοΐου ήρθαν στο φως ορύγματα από ημιυπόγειες 17

18 19 20

21

Ζιώτα, «Ο νεολιθικός οικισμός ῾Κλείτος 1᾽, ό.π.· Χονδρογιάννη-Μετόκη, Μη οικιστικές χρήσεις χώρου, ό.π. Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες, σ. 454. Andreou κ.ά., «The Neolithic and Bronze Age», ό.π. Φ. Μ. Πέτσας, «Ανασκαφή Κοζάνης», ΠΑΕ 1965, 24-5· ο ίδιος, «Κοζάνη», Ἔργον 1965, σ. 17-20. Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες, σ. 19-22· Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, διδακτ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 1999· Χονδρογιάννη-Μετόκη, «Αλιάκμων 1985-2005», ό.π.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

8

5/15/14

12:47 AM

38

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

κυκλικές κατοικίες σε αραιή διάταξη, απορριμματικοί λάκκοι και τρεις αναλημματικοί τοίχοι, εντυπωσιακά τεχνικά έργα μεγάλης κλίμακας.22 Στον οικισμό των Σερβίων όμως διαπιστώνονται διαφορετικά χωροοργανωτικά χαρακτηριστικά. Τα οικήματα είναι ισόγεια, με δάπεδα από πηλό, όμοιο προσανατολισμό και αυλές ανάμεσά τους.2 Τα βασικά δομικά υλικά παραμένουν τα ξύλα και ο πηλός στα Σέρβια και στη Βασιλάρα Ράχη Βελβεντού, αλλά στην Καρυδίτσα, στην Αιανή και πολύ πρόσφατα στην Ελάτη αποκαλύφθηκαν κατοικίες αυτής της περιόδου κατασκευασμένες με λίθινη κρηπίδα και ανωδομή πιθανώς από πλιθιά, κάποιες με αψιδωτή απόληξη.24 Πάντως, στην πρώιμη και μέση εποχή του χαλκού δεν διαφαίνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τις κοινωνικοοικονομικές δομές σε σχέση με τη νεολιθική περίοδο. Τώρα εντείνεται η ενασχόληση με την κτηνοτροφία και πληθαίνουν τα μικρά αγγεία πόσης, που συνδέονται προφανώς με την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, ίσως και κρασιού. Αν και συνεχίζονται οι ταφές μέσα στα όρια των οικισμών, ως επί το πλείστον παιδιών, δημιουργούνται και ανεξάρτητα οργανωμένα νεκροταφεία, και η μεταχείριση των νεκρών υπόκειται σε σαφείς κανόνες. Η ενασχόληση με τη μεταλλοτεχνία γίνεται συστηματικότερη, ενώ η χρήση κραμάτων συνιστά σημαντική τεχνολογική εξέλιξη. Στο νεκροταφείο της εποχής χαλκού που ερευνήθηκε στο Ξεροπήγαδο Κοιλάδας (η περίοδος χρήσης του εκτείνεται μεταξύ 2420 και 170 π.Χ. περίπου25) τα μεταλλικά αντικείμενα δεν είναι πολλά, αλλά έχουν κατασκευαστεί από ποικίλα υλικά. Στο νεκροταφείο των Γουλών (υπάρχουν δύο ραδιοχρονολογήσεις, 2140-1770 και 1960-1680 π.Χ.) βρέθηκαν πολύ περισσότερα μεταλλικά κοσμήματα, αλλά είναι όλα χάλκινα, ανήκουν σε συγκεκριμένους τύπους και η ταφική τελετουργία γενικά φαίνεται αυστηρότερα οργανωμένη και προκαθορισμένη.26 Στην ύστερη εποχή του χαλκού (1600-1100 π.Χ.) πληθαίνουν τα μεταλλικά κοσμήματα και όπλα που συνοδεύουν τους νεκρούς, τεχνουργήματα που θεωρείται ότι προωθούν διακρίσεις πλούτου ή/και κοινωνικού κύρους. Δεν δια22

2

24

25

26

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη – Χ. Λόκανα, «Η ανασκαφή στη θέση Κρυοπήγαδο Αλιάκμονα Βοΐου», ΑΕΑΜ 1 (2009) 01-27. Ridley κ.ά., Servia I, ό.π.· K. A. Wardle – Β. Βλαχοδημητροπούλου, «Ανασκαφή Σερβίων Κοζάνης 1971-7: Αποτελέσματα», ΑΕΜΘ 12 (1998) 54-556. Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες, σ. 20-22· Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη – Δ. Θεοδώρου, «Από την έρευνα στο Φράγμα Ιλαρίωνα (Αλιάκμων): Η ανασκαφή στον Λογκά Ελάτης», ΑΕΜΘ 2 (2009) 5-62. Christina Ziota – Y. Maniatis, «Systematic radiocarbon dating of a unique Middle Bronze Age cemetery at Xeropigado Koiladas, W. Macedonia, Greece», Radiocarbon 5 (2011) 461-478. Ζιώτα, Ταφικές πρακτικές και κοινωνίες, ό.π.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

39

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

9

θέτουμε πολλά στοιχεία για την οικιστική οργάνωση στη διάρκεια αυτής της περιόδου στην περιοχή, αφού οι μέχρι σήμερα ανασκαφές σε οικισμούς της ύστερης εποχής του χαλκού ήταν πολύ περιορισμένες. Όσον αφορά τη μεταχείριση των νεκρών, γνωρίζουμε ότι επικρατεί η πρακτική του ενταφιασμού, οι χώροι ταφής βρίσκονται έξω από τους οικισμούς αλλά σε μικρή απόσταση από αυτούς, και οι τάφοι ομαδοποιούνται σε συστάδες ή σειρές, με τύμβους ή περιβόλους, όπως στο Ρύμνιο, στην Αιανή, στον Πολύμυλο, στο Βέρμιο και αλλού. Η οργάνωση αυτή προβάλλει με σαφήνεια τη θέση και τη συνοχή των επιμέρους κοινωνικών ομάδων, τα μέλη των οποίων προφανώς συνδέονταν με συγγενικούς δεσμούς, και μάλιστα στην περίπτωση των τύμβων με τρόπο μνημειακό.27 Εμφανίζονται, επίσης, όλο και συχνότερα μυκηναϊκής προέλευσης αντικείμενα, κυρίως σε ταφικά αλλά και σε οικιστικά περιβάλλοντα, ευρήματα που αποδεικνύουν συστηματικές εμπορικές σχέσεις με τον μυκηναϊκό κόσμο, χωρίς να αποκλείονται και εγκαταστάσεις των φορέων του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή. Μόνο στον νομό Κοζάνης οι θέσεις από τις οποίες προέρχονται μυκηναϊκά ευρήματα πλησιάζουν σήμερα τις 0, και ειδικά στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα εμφανίζουν αισθητά μεγαλύτερη συχνότητα.28 Πολύ συχνά συνυπάρχουν με κεραμική που χαρακτηρίζεται από γραπτή θαμπή διακόσμηση και ονομάζεται αμαυρόχρωμη μακεδονική. Ένα σημαντικό κέντρο παραγωγής τέτοιας κεραμικής του 15ου αι. π.Χ. βρισκόταν στην Αιανή, όπου αποκαλύφθηκε ένα πολυπληθές και εξαιρετικής ποιότητας σύνολο αμαυρόχρωμων αγγείων, τα οποία είχαν τοποθετηθεί ως κτερίσματα σε τάφους μαζί με μυκηναϊκή κεραμική, όπλα, κοσμήματα και εργαλεία.29 Μυκηναϊκή κεραμική βρέθηκε και στον χώρο της αρχαίας νεκρόπολης που εντοπίστηκε κατά τη διάνοιξη της οδού Φιλίππου Β΄, στα νότια του σύγχρονου νεκροταφείου της Κοζάνης.0 Η θέση της πόλης είναι προνομιακή, όσον αφορά τις πηγές νερού, την ποιότητα των εδαφών και τις παραγωγικές της δυνατότητες, γι’ αυτό και αξιοποιήθηκε νωρίς. Η αρχαιολογική έρευνα που διενερ27 28

29

0

Ό.π., σ. 455-458. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς· η ίδια, «Μυκηναϊκά Αιανής-Ελιμιώτιδας και Άνω Μακεδονίας», Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συμποσίου, Λαμία 1999, επιμ. Ν. Κυπαρίσση-Αποστολίκα – Μ. Παπακωνσταντίνου, Αθήνα 200, σ. 167-190· η ίδια, Αιανή, Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσείο, [Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής], Αιανή 2009. Βλ. παραπάνω, σημ. 28, και Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη – Δ. Θεοδώρου, «Από την έρευνα στο Φράγμα Ιλαρίωνα (Αλιάκμων): Η ανασκαφή στον Λογκά Ελάτης», ΑΕΜΘ 2 (2009) 60, σημ. 8. Φ. Μ. Πέτσας, «Μυκηναϊκά όστρακα εκ Κοζάνης και Παιονίας», ΑΕ 195, σ. 11-120.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

40

5/15/14

12:47 AM

40

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

γήθηκε «παρά την οδόν Φιλίππου» κατά περιόδους μεταξύ 1948 και 1961 και πολύ αργότερα, το 1997,2 απέδειξε τη διαχρονική, οικιστική και ταφική, χρήση του χώρου από τη νεότερη νεολιθική περίοδο ως τα ρωμαϊκά χρόνια. Ο πρωιμότερος από τους 2 συνολικά τάφους που ερευνήθηκαν στο νεκροταφείο της οδού Φιλίππου, ένας κιβωτιόσχημος με δύο παιδιά ενταφιασμένα στο εσωτερικό του, χρονολογείται στην πρώιμη εποχή σιδήρου, ανήκει δηλαδή στην περίοδο από τον 11ο ως τον 7ο αι. π.Χ. Οι γνώσεις μας για την περίοδο αυτή βασίζονται κυρίως σε ταφικά ευρήματα, καθώς οι μέχρι σήμερα ανασκαφικές έρευνες σε οικιστικά στρώματα της πρώιμης εποχής σιδήρου είναι πολύ αποσπασματικές. Όσον αφορά την επιλογή των θέσεων για εγκατάσταση, παρατηρείται μια σαφής τάση να καταλαμβάνουν σημεία με μεγάλο υψόμετρο και φυσική οχυρότητα, σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές. Οι κατοικίες κατασκευάζονταν με φθαρτά υλικά αλλά διέθεταν μεγάλους πιθεώνες για την αποθήκευση προϊόντων. Συνεχίζεται η παραγωγή της μακεδονικής αμαυρόχρωμης κεραμικής, ενώ η παρουσία παράλληλα αγγείων του πρωτογεωμετρικού και γεωμετρικού ρυθμού αποδεικνύει αδιάλειπτες εμπορικές επαφές με τη Νότια Ελλάδα. Η τεχνολογία του σιδήρου είναι πλέον γνωστή, αλλά δεν έχουμε προς το παρόν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ουσιαστικής σημασίας οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις στη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου. Οι νεκροί θάβονταν σε επίπεδα νεκροταφεία ή σε τύμβους, και οι μεν άνδρες συνοδεύονταν συνήθως από σιδερένια όπλα, οι δε γυναίκες από πλούσια κοσμήματα που ονομάζονται «χαλκά μακεδονικά». Περιλαμβάνουν περόνες, πόρπες, περιλαίμια, χάντρες περιδεραίων, περίαπτα, βραχιόλια, κοσμήματα μαλλιών, τριγωνικά κοσμήματα ζώνης κ.ά., ορισμένα από τα οποία είναι βέβαιο ότι κατασκευάζονταν μόνο για ταφική χρήση. Εμφανίζουν ευρύτατη διάδοση, αποδεικνύουν υψηλό επίπεδο κατάρτισης και τεχνικής εξειδίκευσης στην κατεργασία του μετάλλου και ανήκουν σε τύπους που επιβιώνουν για αρκετούς αιώνες αργότερα. Εκτός από τη νεκρόπολη της Φιλίππου, αγγεία της πρώιμης εποχής σιδήρου, προερχόμενα επίσης από τάφους, βρέθηκαν στο ύψωμα του 1

2 

Β. Γ. Καλλιπολίτης – D. Feytmans, «Νεκρόπολις κλασσικών χρόνων εν Κοζάνη», ΑΕ, 1948-1949, σ. 85-111· Β. Γ. Καλλιπολίτης, «Ανασκαφή αρχαίας νεκροπόλεως εν Κοζάνη», ΠΑΕ 1950, σ. 281-292· ο ίδιος, «Ανασκαφή αρχαίας νεκροπόλεως εν Κοζάνη», ΠΑΕ 1958, σ. 96-102· Φ. Μ. Πέτσας, «Ανασκαφή αρχαίου νεκροταφείου Κοζάνης», ΠΑΕ 1960, σ. 107-11· Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, ΑΔ 52 (1997), Χρονικά Β΄2, σ. 79-740. Χονδρογιάννη-Μετόκη, «Αλιάκμων 1985-2005», ό.π.· Καραμήτρου-Μεντεσίδη, ΒόιονΝότια Ορεστίς, ό.π.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

41

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

41

Αγ. Αθανασίου, όταν ακόμη ο ναός βρισκόταν έξω από την πόλη. Νεκροταφείο με διαχρονική χρήση υπήρχε και στην περιοχή της σημερινής πλατείας 25ης Μαρτίου (τοποθεσία «Μπίλιως νημόρια»), στα λεγόμενα Αλώνια, όπου οικοδομικές δραστηριότητες κατά τις δεκαετίες του ’0 και του ’70 έφεραν στο φως θραύσματα και αγγεία της ύστερης εποχής χαλκού και της πρώιμης εποχής σιδήρου, αλλά και πολύ μεταγενέστερα, των κλασικών, ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων.4

 Η Κοζάνη και η περιοχή της ανήκε στα ιστορικά χρόνια στην Άνω (ορεινή) Μακεδονία, η οποία, σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ήταν η κοιτίδα των Μακεδόνων. Ανήκε συγκεκριμένα στο μακεδονικό βασίλειο της Ελίμειας, που είχε πρωτεύουσα την Αιανή και πρώτο γνωστό βασιλιά τον Αρριδαίο (α΄ μισό 5ου αι. π.Χ.)· οι κάτοικοί της αποτελούσαν μέρος του ελληνικού φύλου των Μακεδόνων. Οι πηγές που αναφέρονται στην Άνω Μακεδονία είναι λιγοστές και ολιγόλογες, τουλάχιστον ως την πλήρη ενσωμάτωση της περιοχής στο βασίλειο της Κάτω Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β΄ μετά το 58 π.Χ. Τότε καταργήθηκαν τα τοπικά βασίλεια, οι ευγενείς έγιναν εταίροι του βασιλιά και αναλάμβαναν τη διοίκηση τμημάτων του στρατού. Όσες γραμματειακές πηγές αναφέρονται στην περίοδο που ακολούθησε μνημονεύουν κυρίως επιφανή πρόσωπα καταγόμενα από την περιοχή, που υπήρξαν στρατηγοί και αξιωματούχοι και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ανατολή και στους πολέμους των διαδόχων του.5 Όσον αφορά τους πολιτειακούς θεσμούς, γνωρίζουμε από τον Θουκυδίδη την οργάνωση σε κώμες στα κλασικά χρόνια. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν πόλεις την ίδια περίοδο. Η επικρατούσα μέχρι πρόσφατα άποψη μεταξύ των ιστορικών, ότι τα πρώτα αστικά κέντρα ιδρύθηκαν από το Φίλιππο Β΄, έχει αναθεωρηθεί. Η αρχαιολογική έρευνα στην αρχαία Αιανή αποκάλυψε μια πόλη οργανωμένη, όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, ήδη από τα υστεροαρχαϊκά χρόνια, πολύ πριν από την ενσωμάτωση της Ελίμειας στο κεντρικό μακεδονικό βασίλειο. Από την πόλη και τη νεκρόπολη της Αιανής 4

5

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Κοζάνη, μία αρχαία πόλη», Η Κοζάνη και η περιοχή της. Ιστορία-Πολιτισμός, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Σεπτέμβριος 1993, Κοζάνη 1997, σ. 20-21, όπου πλήρης βιβλιογραφία για τις αρχαιότητες από την πόλη της Κοζάνης. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Αιανή, ό.π.· η ίδια, «Αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή στον Νομό Κοζάνης», στο: Κοζάνη και Γρεβενά, Ο χώρος και οι άνθρωποι, επιμ. Ν. Καλογερόπουλος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 270-282· Η. Κ. Σβέρκος, «Η περίοδος του Μακεδονικού βασιλείου», στο ίδιο, σ. 150-154.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

42

5/15/14

12:47 AM

42

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

προέρχονται μοναδικά δείγματα πρώιμης γραφής και αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, πλαστικής, μεταλλοτεχνίας, κοσμηματοτεχνίας, κοροπλαστικής, αγγειοπλαστικής, τεχνών που αποδεικνύεται ότι γνώρισαν εντυπωσιακή ακμή, σε πλήρη εναρμόνιση με τάσεις και ρεύματα από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο.6 Μολονότι δεν ανασκάφηκαν με την απαιτούμενη έκταση και συστηματικότητα άλλοι σύγχρονοι οικισμοί, έχουμε σαφείς ενδείξεις ότι υπήρχαν και άλλες πόλεις με ανάλογη πολιτικοκοινωνική οργάνωση, οικονομική ευρωστία και καλλιτεχνική ανάπτυξη. Σε πολλές θέσεις εκτός της Αιανής βρέθηκαν πλούσια κτερισμένοι τάφοι αρχαϊκής και κλασικής εποχής, αδιάψευστες μαρτυρίες γενικότερης οικονομικής ευμάρειας και πολιτιστικής άνθησης, πάντοτε σε συνεχή επαφή και αλληλεπίδραση με τις καλλιτεχνικές τάσεις που εκδηλώνονταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι περισσότεροι τάφοι που ανασκάφηκαν στη νεκρόπολη της οδού Φιλίππου στην Κοζάνη χρονολογούνται από τον 5ο ως τον ο αι. π.Χ.7 Ήταν λακκοειδείς, ορισμένοι λιθοπερίκλειστοι, και τρεις διαμορφωμένοι με πλάκες κιβωτιόσχημοι. Περιείχαν έναν ή δύο νεκρούς. Τα κτερίσματα ήταν ιδιαίτερα πλούσια και περιλαμβάνουν πήλινα αγγεία τοπικών εργαστηρίων αλλά και αττικά εισαγμένα, όπως μια μελανόμορφη υδρία των αρχών του 5ου αι. π.Χ. με παράσταση του άθλου του Ηρακλή με το λιοντάρι της Νεμέας (εικ. 2), καθώς και μια ερυθρόμορφη λήκυθος του τέλους του 5ου αι. π.Χ. Τους νεκρούς συνόδευαν επίσης αργυρά και χάλκινα αγγεία, κοσμήματα και όπλα από άργυρο, χρυσό, χαλκό και σίδερο, ενώ σε δύο τάφους βρέθηκαν σιδερένιοι λυχνοστάτες και μια αργυρή δραχμή Μ. Αλεξάνδρου (εικ. ). Στον τάφο ΙΙ βρέθηκε μια αργυρή ομφαλωτή φιάλη με σφυρήλατη διακόσμηση και εγχάρακτη επιγραφή, σύμφωνα με την οποία το αγγείο είχε αφιερωθεί στην Αθηνά των Μεγάρων (εικ. 4). Ο Καλλιπολίτης, πρώτος ανασκαφέας του νεκροταφείου, υπέθεσε ότι πρόκειται για λάφυρο που αποσπάστηκε από ιερό της Αθηνάς στα Μέγαρα της Αττικής, φυλάχτηκε ως κειμήλιο και χρησιμοποιήθηκε ως κτέρισμα πολύ αργότερα, αφού η φιάλη χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., ενώ ο τάφος, στον οποίο βρέθηκε, στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Υποστηρίχτηκε επίσης το ενδεχόμενο η φιάλη να προέρχεται από ομώνυμη πόλη της Μακεδονίας.8

6 7 8

Βλ. παραπάνω, σημ. 5. Βλ. παραπάνω, σημ. 1. Β. Γ. Καλλιπολίτης – D. Feytmans, «Νεκρόπολις κλασσικών χρόνων εν Κοζάνη», ΑΕ, 1948-1949, σ. 85-111· Θ. Ριζάκης – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, τ. 1, [Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων], Αθήνα 1985, σ. 20 (αρ. 2)· Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Κοζάνη, μία αρχαία πόλη», σ. 212-21.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

43

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

4

Η περίοδος χρήσης του ανασκαμμένου τμήματος της νεκρόπολης τελειώνει στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο. Βρέθηκαν όμως μελαμβαφή αγγεία του β΄ μισού του 4ου αι. π.Χ. στη θέση Τριπόταμος, «όπισθεν της νέας οικίας Τσιτσελίκη».9 Επίσης, πινάκιο και ανάγλυφο αγγείο ελληνιστικών χρόνων βρέθηκαν τον Σεπτέμβριο του 196 στην οδό Ακροπολίτου, «έμπροσθεν της οικίας του φαρμακοποιού κ. Τρ. Τριανταφύλλου» κατά την εκτέλεση δημοτικών έργων.40 Σε μικρή απόσταση προς τα ΝΑ της Κοζάνης, στη θέση Κασλάς, κοντά στη μονή Αναλήψεως εντοπίστηκε πρόσφατα νεκροταφείο της ίδιας περιόδου, και ανασκάφηκαν έξι λακκοειδείς τάφοι. Ήταν συλημένοι από την αρχαιότητα, εκτός από έναν, ο οποίος περιείχε αγγεία και νόμισμα του Φιλίππου Ε΄ (221179 π.Χ.). Από τη διαταραγμένη κεραμική των τάφων προκύπτει ότι το νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον ως τον 2ο αι. π.Χ.41 Λίγο μακρύτερα, στον λόφο του Αγ. Ελευθερίου, δημιουργήθηκε ένας σημαντικός οχυρωμένος οικισμός, που εξακολουθούσε να ακμάζει και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Σε περιορισμένης έκτασης ανασκαφικές τομές που διενήργησε το 1965 ο Πέτσας ήρθαν στο φως οικοδομικά κατάλοιπα, τμήμα του ισχυρού τείχους που περιέβαλλε την ακρόπολη, καθώς και πλήθος κινητών ευρημάτων, που χρονολογούνται από τον ο αι. π.Χ. έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Δεν εντόπισε, ωστόσο, τα ιερά από τα οποία προέρχονται τα ενεπίγραφα αναθηματικά ανάγλυφα που βρέθηκαν στον χώρο και ήταν αφιερωμένα στον Δία Ύψιστο, στον Δία Κρονίδη και στον Ηρακλή Προπυλαίο.42 Υπάρχουν πολλές αρχαιολογικές μαρτυρίες για τις λατρείες των κατοίκων της περιοχής κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου, στις οποίες αντιπροσωπεύεται σχεδόν όλο το δωδεκάθεο.4 Συγκεκριμένα, στον Δία Ύψιστο είναι αφιερωμένο ένα αναθηματικό ανάγλυφο του 2ου-ου αι. μ.Χ., που βρέθηκε το 198 κοντά στην οικία Αθ. Λιόντα, μεταξύ Αγ. Δημητρίου και Αγ. Αναργύρων. Απεικονίζει τον Δία Ύψιστο με σκήπτρο και φιάλη, και σώζει επι-

9 40 41

42

4

Αντ. Δ. Κεραμόπουλλος, «Ανασκαφαί και έρευναι εν Μακεδονία», ΠΑΕ 194, σ. 88-89. Φ. Μ. Πέτσας, «Ανασκαφαί Κοζάνης», ΠΑΕ 196, σ. 58. Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Νομός Κοζάνης 2000. Ανασκαφές εν οδοίς και παροδίως», ΑΕΜΘ 14 (2000) 614-615· η ίδια, «Σωστικές ανασκαφές στον νομό Κοζάνης κατά το 200», ΑΕΜΘ 17 (200) 559. Βλ. παραπάνω, σημ. 20· Ριζάκης – Τουράτσογλου, Επιγραφές, σ. 21-2, 6-7, 57-58 (αρ. , 4, 5, 21, 46). Το ανάγλυφο του Δία Ύψιστου από τον Άγιο Ελευθέριο είναι από τα πρωιμότερα γνωστά αναθήματα του θεού στον αρχαίο ελληνικό κόσμο· βλ. Π. Χρυσοστόμου, «Η λατρεία του Δία ως καιρικού θεού στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία», ΑΔ 44-46 (1989-1991), Μέρος Α΄ – Μελέτες, σ. 66-67. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, «Αρχαϊκή, κλασική», σ. 280-282.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

44

5/15/14

12:47 AM

44

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

γραφή, σύμφωνα με την οποία ο Χρυσέρως, γιος του Φιλίππου, προσφέρει στον Δία δύο σειρές από τα αμπέλια της προσωπικής του περιουσίας για τον κύριό του.44 Ο αναθέτης ήταν δούλος και ασκούσε το επάγγελμα του αμπελουργού. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 168 π.Χ. και τη δημιουργία της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας το 148 π.Χ., υπήρχαν, σύμφωνα με τις πηγές, τρεις μορφές πολιτειακής οργάνωσης, οι κώμες, οι πόλεις και τα κοινά ή έθνη, όπως και σε ολόκληρη τη Μακεδονία.45 Στη θέση της Κοζάνης υπήρχε αυτόνομη πόλη, όπως αποδεικνύει μια τιμητική επιγραφή του 2ου αι. μ.Χ., χαραγμένη σε μεγάλη στήλη ή βωμό, αλλά δυστυχώς πολύ αποσπασματική, η οποία βρέθηκε το 191 κοντά στην κεντρική πλατεία κατά την κατασκευή δικτύου υπονόμων (εικ. 5). Η επιγραφή αναφέρεται σε απόφαση της βουλής και του δήμου, παραπέμποντας σαφώς σε οργάνωση πόλης, με βασικά πολιτειακά όργανα τους άρχοντες, τη βουλή και την εκκλησία του δήμου, όμοια με των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων.46 Τα περισσότερα όμως ρωμαϊκά ευρήματα προέρχονται από την περιοχή του Αγ. Κωνσταντίνου (τοποθεσία Τρίδενδρο), και ανήκουν σε οργανωμένο και εκτεταμένο νεκροταφείο. Εδώ βρέθηκε το αποσπασματικό επιτύμβιο ανάγλυφο της Εαρίνης Ηρακλίδου, στο οποίο σώζεται το κεφάλι καλυπτροφόρου γυναίκας. Επίσης, ένα μαρμάρινο φοινικόμορφο κιονόκρανο, τμήμα του επιτύμβιου μνημείου που έστησε ο Κρίσπος για την Κλεοπάτρα, με επιγραφή στις τρεις πλευρές του. Χρονολογούνται και τα δύο στο β΄ μισό του 2ου αι. μ.Χ.47 Κατά τις εργασίες κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής κοντά στον ναό Αγ. Κωνσταντίνου βρέθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι, από τους οποίους προέρχονται πήλινα αγγεία και υφαντικά βάρη.48 Παρόμοιος τάφος, πλούσια κτερισμένος με χάλκινα, πήλινα και γυάλινα αγγεία, αργυρό κουταλάκι και σιδερένιο εργαλείο, αποκαλύφθηκε στο προαύλιο του παραπάνω ναού κατά την ισοπέδωση του χώρου για την ανέγερση του Γκέρτσειου Εκκλησιαστικού Ιδρύματος το 1968.49 Στην οδό Αρκαδίου, πολύ κοντά στον ίδιο ναό, βρέθηκε το 1991 κτιστός οικογενειακός τάφος-ηρώο του 1ου-2ου αι. μ.Χ., δυστυχώς συλημένος (εικ. 6). Έχει διάδρομο πρόσβασης και ορθογώνιο θάλαμο, χτισμένο με τούβλα και συν44

45

46

47 48

49

Ριζάκης – Τουράτσογλου, Επιγραφές, σ. 7-8 (αρ. 22)· Χρυσοστόμου, «Η λατρεία του Δία», σ. 62. Η. Κ. Σβέρκος, Συμβολή στην ιστορία της Άνω Μακεδονίας των ρωμαϊκών χρόνων (Πολιτική οργάνωση – Κοινωνία – Ανθρωπωνύμια), διδακτ. διατρ., Θεσσαλονίκη 1997. Ριζάκης – Τουράτσογλου, Επιγραφές, σ. 48-49 (αρ. 4)· Σβέρκος, Συμβολή, σ. 40-55, σημ. 124. Ριζάκης – Τουράτσογλου, ό.π., σ. 62-65 (αρ. 52, 54). Χ. Ι. Μακαρόνας, «Εκ της Ελιμείας και της Εορδαίας. Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης», ΑΕ 196 Χρονικά, σ. 12 (αρ. 7-40). Α. Κ. Ανδρειωμένου, ΑΔ 2 (1968), Χρονικά Β΄2, σ. 49.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

45

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

45

δετικό κονίαμα και πλακοστρωμένο δάπεδο. Στις μακρές πλευρές του θαλάμου είχαν διαμορφωθεί κόγχες, προφανώς για τοποθέτηση γλυπτών. Στο εσωτερικό του βρέθηκε μαρμάρινη σαρκοφάγος με ανάγλυφο διάκοσμο, μαρμάρινη εντοιχισμένη θήκη, τμήματα γλυπτών και πορτρέτα (ηλικιωμένης γυναίκας, νεαρών γυναικών και αγοριού) εξαιρετικής τέχνης.50 Δεν υπάρχουν ενδείξεις για την έκταση του ρωμαϊκού νεκροταφείου στον χώρο γύρω από το ναό του Αγ. Κωνσταντίνου, αλλά αντικείμενα ρωμαϊκών χρόνων προέρχονται και από την περιοχή του Αγ. Αθανασίου. Πρόκειται για 22 γυάλινα αγγεία, προφανώς κτερίσματα τάφου ή τάφων.51 Τα αρχαιολογικά ευρήματα από τον χώρο στον οποίο αναπτύχθηκε η σύγχρονη Κοζάνη είναι κυρίως ταφικά· ο Πέτσας είχε συντάξει τον αρχαιολογικό χάρτη της πόλης με τις θέσεις των νεκροταφείων ήδη το 196.52 Ο ίδιος όμως το 1960 εντόπισε και λιθόκτιστο τοίχο στην οδό Φιλίππου.5 Μολονότι δεν μπόρεσε να τον χρονολογήσει, είναι μια σαφής ένδειξη για οικιστική χρήση του ίδιου χώρου στα ιστορικά χρόνια. Άλλωστε, στην ίδια περιοχή ήρθε στο φως πολύ αργότερα κεραμικός κλίβανος ρωμαϊκών χρόνων. Ήταν ορθογώνιος, στηριγμένος σε πέντε πλινθόκτιστα τόξα και έσωζε μεγάλο μέρος της εσχάρας.54 Τόσο οι εργαστηριακές εγκαταστάσεις όσο και οι χώροι ταφής δεν μπορεί να απέχουν πολύ από τα όρια ενός οικισμού, αλλά η θέση του (ή η θέση τους) στην περίπτωση της Κοζάνης παραμένει αβέβαιη. Ούτε η έρευνα του Πέτσα, που αποσκοπούσε στον εντοπισμό επιφανειακών ενδείξεων εγκατάστασης, απέδωσε καρπούς, μολονότι η έκταση της Κοζάνης το 1960 ήταν πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με τη σημερινή.55

 Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Κοζάνης εγκαταστάθηκαν σε έναν τόπο με πλουσιότατη ιστορία. Όσα πολύ συνοπτικά αναφέρθηκαν και όσα παρατίθενται στις εργασίες του παρόντος τόμου πρέπει να αποτελούν για όλους μας συνεκδοχές συλλογικής μνήμης και σοβαρούς λόγους για να σεβόμαστε, να προστατεύουμε και να προβάλλουμε αυτή την πόλη και το παρελθόν της. Τέλος, πιστεύω ότι ο τίτλος του επόμενου συνεδρίου πρέπει να είναι «Κοζάνη, 7.000 χρόνια ιστορίας»! 50

51 52 5 54 55

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, ΑΔ 46 (1991), Χρονικά Β΄2, σ. 05· η ίδια, «Κοζάνη, μία αρχαία πόλη», σ. 217-220. Μακαρόνας, «Εκ της Ελιμείας», σ. 12 (αρ. 41-62). Φ. Μ. Πέτσας, «Ανασκαφαί Κοζάνης», ΠΑΕ 196, σ. 58. Φ. Μ. Πέτσας, «Ανασκαφή αρχαίου νεκροταφείου Κοζάνης», ΠΑΕ 1960, σ. 110-111. Βλ. παραπάνω, σημ. 2. Βλ. παραπάνω, σημ. 52.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

46

5/15/14

12:47 AM

46

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ

Εικ. 1. Κλείτος Κοζάνης: Αγγεία νεότερης και τελικής νεολιθικής περιόδου.

Εικ. 2. Κοζάνη, Νεκρόπολη οδού Φιλίππου Β΄: Κτερίσματα του τάφου ΧVI.


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

5/15/14

12:47 AM

47

ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Εικ. . Κοζάνη, Νεκρόπολη οδού Φιλίππου Β΄: Όπλα, κοσμήματα, αργυρή δραχμή Αλεξάνδρου Γ΄.

Εικ. 4. Κοζάνη, Νεκρόπολη οδού Φιλίππου Β΄: Αργυρή ενεπίγραφη φιάλη από τον τάφο ΙΙ.

47


01_ZIOTA_029-048:01_ZIOTA

48

5/15/14

12:47 AM

48

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΙΩΤΑ Εικ. 5. Κοζάνη, πλατεία Νίκης: Τιμητική επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων.

Εικ. 6. Κοζάνη, οδός Αρκαδίου: Ρωμαϊκός τάφος-ηρώο.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:52 AM

49

Γεώργιος Τσότσος

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ ΤΟ 1530

1.

Επιστημολογικό, γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο, αντικείμενο μελέτης

Η παρούσα εργασία κινείται στο επιστημονικό πεδίο της ιστορικής γεωγραφίας και έχει σκοπό να περιγράψει την εικόνα του δικτύου των οικισμών των σημερινών περιοχών Καστοριάς και Βοΐου, όπως αυτή προκύπτει από οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1530. Με τον όρο ιστορική γεωγραφία νοείται η γεωγραφία του παρελθόντος1 ή η φυσική και ανθρώπινη γεωγραφία ιστορικών περιόδων2 και, ειδικότερα, η ανθρωπογεωγραφία του παρελθόντος.3 Η ιστορική γεωγραφία συχνά ασχολείται με τις ανθρώπινες εγκαταστάσεις-οικισμούς,4 το σύνολο των οποίων σε μια γεωγραφική ενότητα σχηματίζει το δίκτυο των οικισμών ή οικιστικό δίκτυο (urban system), που περιλαμβάνει και τις σχέσεις μεταξύ των οικισμών.5 Μεταξύ άλλων, αντικείμενα έρευνας του οικιστικού δικτύου στον ιστορικό χώρο αποτελούν ο εντοπισμός των οικισμών με βάση τις ιστορικές πηγές, η χωροθέτησή τους και τα χαρακτηριστικά τους (δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά, κ.ά.). Από την άποψη αυτή η εργασία μας εντάσσεται και στα ειδικά πεδία της ιστορικής τοπογραφίας (ταύτιση των οικισμών στον χώρο) και, κατά έναν βαθμό, της ιστορικής οικονομικής γεωγραφίας (δημοσιονομική υπαγωγή οικισμών). Ιστορική πηγή της ανακοίνωσης είναι το εκδεδομένο από τον τούρκο ιστο1

2

3

4

5

R. J. Johnston – D. Gregory – P. Haggett – D. M. Smith – D. R Stoddart, The Dictionary of Human Geography, εκδ. B. Blackwell, Οξφόρδη 1981, σ. 134. Ε. Π. Δημητριάδης, «Μια πρώτη εκτίμηση της μεταπολεμικής Ιστορικής Γεωγραφίας στην Ελλάδα με πλαίσιο την αγγλοαμερικανική εξέλιξη του κλάδου», Ανθρωπολογικά 8 (1985) 5-19. Μ. Κορδώσης, Ιστορικογεωγραφικά Πρωτοβυζαντινών και εν γένει Παλαιοχριστιανικών Χρόνων, εκδ. Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα 1996, σ. 7. Ε. Π. Δημητριάδης – Δ. Δρακούλης, «Πρόλογος», στο: Δ. Δρακούλης – Γ. Τσότσος (επιμ.), Ιστορική Γεωγραφία της Ελλάδος και της Ανατολικής Μεσογείου, εκδ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2012, σ. iii. Γ. Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας: Το οικιστικό δίκτυο 14ος-17ος αιώνας, εκδ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 47.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

50

5/15/14

12:52 AM

50

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

ρικό Harun Yeni οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1530 με τίτλο «167 numaralι Defter-i Muhasebe-i Vilayet-i Rum-ili» (σε μεταπτυχιακή εργασία του),6 το οποίο αναφέρεται χωρικά στον αριστερό κλάδο (Sol Kol) του σαντζακιού του Πασά (Pasa Sancaği),7 που εκτείνεται από τη Θράκη προς τα δυτικά, κατά μήκος του Αιγαίου, καλύπτοντας περίπου τον ευρύτερο σημερινό βορειοελλαδικό χώρο. Από το σύνολο του καταστίχου, ασχοληθήκαμε με το τμήμα που περιλαμβάνει τους καζάδες Καστοριάς και Αστίν8 και αντιστοιχεί, προσεγγιστικά, με τη γεωγραφική έκταση της σημερινής Περιφερειακής Ενότητας (πρώην νομού) Καστοριάς και του μεγαλύτερου τμήματος της προς νότο όμορης περιοχής του σημερινού Δήμου (πρώην επαρχίας) Βοΐου. Σκοπός μας είναι η ταύτιση των αναφερομένων στο κατάστιχο οικισμών και η γεωγραφική αποτύπωση της χωροθέτησης και των δημογραφικών χαρακτηριστικών τους, με σχεδίαση ιστορικού χάρτη, για την περιγραφή του οικιστικού δικτύου. Ως κύρια βιβλιογραφική υποστήριξη χρησιμοποιήσαμε την τοπική ιστορία της περιοχής, στην οποία εμπεριέχεται και η καταγραφή της τοπικής προφορικής παράδοσης, που αναφέρεται στα τοπωνύμια και τους ερημωμένους οικισμούς. Ο γεωγραφικός χώρος της περιοχής μελέτης (χάρτες 1 και 2) εκτείνεται σε δύο συνεχόμενα λεκανοπέδια, το βορειότερο της Ορεστίδας (Καστοριάς), με κύριο χαρακτηριστικό την ομώνυμη λίμνη, και το νοτιότερο της κοιλάδας του Άνω Αλιάκμονα, τα οποία περιβάλλονται από ορεινούς όγκους (Γκόρμπες και Βίτσι βόρεια, Γράμμος δυτικά, Μουρίκι και Σινιάτσικος ανατολικά) και διαχωρίζονται με τη χαμηλή οροσειρά Γκουρούσια-Όντρια (χάρτες 1 και 2, όπου σημειώνονται τα γεωφυσικά στοιχεία της Δυτικής Μακεδονίας με την ονοματολογία της περιόδου της Ύστερης Τουρκοκρατίας).9 6

7

8 9

H. Yeni, Demography and settlement in Pasa Sancagi Sol-Kol region according to Muhasebei Vilaye-it Rumeli Defteri dated 1530, master’s Thesis, Department of History, Bilkent University, Άγκυρα 2006, διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://www.belgeler.com/ blg/qis/demography-and-settlement-in-pasa-sancagi-sol-kol-region-according-tomuhasebe-i-vilayet-i-rumeli-defteri-dated-1530-1530-tarihli-muhasebe-i-vilayet-irumeli-defteri-ne-gore-pasa-sancagi-sol-kol-bolgesinde-demografi-ve-yerlesim (τελευταία ενημέρωση: 20.1.2013). Για το σαντζάκι του Πασά βλ. D. E Pitcher, An Historical Geography of the Ottoman Empire from the earliest times to the end of the sixteenth century, εκδ. E. J. Brill, Leiden 1972, passim. Yeni, ό.π., σ. 109-114. Γ. Τσότσος, «Τα ορεωνύμια της Δυτικής Μακεδονίας στους χάρτες και στα γεωγραφικά έργα του 19ου αιώνα», 6ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Πρακτικά, τ. 1, [Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Γεωλογίας, Τομέας Φυσικής και Περιβαλλοντικής Γεωγραφίας, ΑΠΘ], Θεσσαλονίκη 2002, σ. 485-492.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:52 AM

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

51

51

Κατά την περίοδο μελέτης (α΄ μισό 16ου αι.), στη Δυτική Μακεδονία επικρατεί απόλυτα το τιμαριωτικό σύστημα, με αποτέλεσμα την ύπαρξη, κατά την περίοδο αυτή, ενός ενιαίου κοινωνικοοικονομικού χώρου. Τόσο στον πεδινό χώρο όσο και στον ορεινό, όλοι οι οικισμοί ανήκουν σε τιμάρια σπαχήδων, ενώ κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η γεωργία.10 Σύμφωνα με στοιχεία που επεξεργαστήκαμε σε πρόσφατη εργασία μας,11 η περιοχή μελέτης περιέχεται σε δύο διοικητικές περιφέρειες (με τις ονομασίες ναχιγιέ και βιλαέτι τον 15ο αι., καζά στις αρχές του 16ου αι.),12 της Καστοριάς και του Αστίν (χάρτης 1), με πρωτεύουσες, αντίστοιχα, την πόλη της Καστοριάς (εικ. 1) και τη κωμόπολη της Χρούπιστας (σημ. Άργος Ορεστικό).13 Κατά την περίοδο αυτή, στη διοικητική περιφέρεια Αστίν-Χρούπιστας περιλαμβάνεται και το μεγαλύτερο τμήμα της μετέπειτα (και ως το 1927) επαρχίας Ανασελίτσας (σημ. Βοΐου). Χάρτης 1. Οι διοικητικές περιφέρειες και οι αντίστοιχες έδρες στον χώρο της Δυτ. Μακεδονίας, τέλ. 15ου – αρχές 16ου αιώνα. Τα όρια των περιφερειών αποδίδονται προσεγγιστικά. Οι έδρες των περιφερειών Πρέσπας και Μολισκού είναι άγνωστες και τοποθετούνται προσεγγιστικά (πηγή: Γ. Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας: Το οικιστικό δίκτυο 14ος-17ος αιώνας, εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 200, χάρτης 10). 10 11 12

13

Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία Δυτ. Μακεδονίας, σ. 500. Τσότσος, ό.π., σ. 199-202. Τ. Gökbilgin, «Kanunî Sultan Süleyman devri başlarinda Rumeli eyaleti, livalari, şehir ve kasambalarι», Belleten 20/78 (1956) 264, σημ. 41· N. Todorov – A. Velkov, Situation démographique de la péninsule balkanique (fin du XVe s. – début du XVIe s.), [Académie Bulgare des Sciences, Institut d’Etudes Balkaniques], Σόφια 1988, πίν. 1, σ. 12 κ.ε., πίν. 2, σ. 22 κ.ε. Τσότσος, ό.π., σ. 155-157, 199-202.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:52 AM

52

52

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

2.

Το περιεχόμενο του φορολογικού καταστίχου του 1530 για την περιοχή Καστοριάς-Αστίν

Στο κείμενο της μεταγραφής του οθωμανικού φορολογικού καταστίχου14 «167 numaralι Defter-i Muhasebe-i Vilayet-i Rum-ili» του 1530 από τον εκδότη Yeni, μεταξύ άλλων, περιέχονται σε τέσσερις σελίδες πολυσέλιδου καταλόγου,15 που περιλαμβάνει τιμάρια του αριστερού κλάδου του σαντζακιού του Πασά, και οι οικισμοί των δύο καζάδων Καστοριάς και Αστίν (στο κατάστιχο Kestorya και Aştin αντίστοιχα), τα δεδομένα των οποίων στον κατάλογο διατάσσονται σε μορφή πεντάστηλου πίνακα. Κάθε γραμμή του πίνακα αντιστοιχεί σε ένα τιμάριο. Εδώ χρησιμοποιούμε για λόγους γενίκευσης τον όρο καταχρηστικά, επειδή εστιάζουμε το ενδιαφέρον στους οικισμούς και όχι στα εισπραττόμενα ποσά, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τιμάρια, ζιαμέτια, χάσια κλπ. Κάθε τιμάριο (χάσι, ζιαμέτι) μπορεί να περιλαμβάνει έναν ολόκληρο οικισμό, με την έννοια ότι όλοι οι υπόχρεοι φορολογίας κάτοικοι ενός οικισμού υπάγονται σε ένα και τον ίδιο τιμαριούχοσπαχή (ή γενικότερα επικαρπωτή των προσόδων), μπορεί όμως το τιμάριο να περιλαμβάνει τμήμα οικισμού, οπότε συναντούμε το όνομα ενός οικισμού περισσότερο από μία φορές στον πίνακα του εκδότη, και κάθε αναφορά αντιστοιχεί σε τμήμα του οικισμού που ανήκει σε διαφορετικό τιμαριούχο. Στον κατάλογο-πίνακα του εκδότη αναγράφονται ανά στήλη: (1) Οι ονομασίες των οικισμών μαζί με χαρακτηρισμούς του τύπου της οικονομικής εξάρτησης (π.χ. hâss, ze΄amet κ.ά.), (2) οι αριθμοί των υπόχρεων σε φορολογία μουσουλμανικών εστιών, διακρινόμενων σε εστίες παντρεμένων (hn.) και ανύπαντρων (mcr.), (3) οι αριθμοί των υπόχρεων σε φορολογία μη μουσουλμανικών εστιών (gebran), διακρινόμενων σε εστίες παντρεμένων (hn.), ανύπαντρων (mcr.) και χηρών (bive), (4) επιπλέον πληροφορίες οικονομικού τύπου, που αναγράφονται στο κατάστιχο υπό τον τίτλο diğer (άλλοι), και (5) τα ποσά των φόρων (hasιl).16 14

15 16

Για το τιμαριωτικό σύστημα και τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα βλ. πρόχειρα H. Inalcik, The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy, εκδ. Variorum Peprints, Λονδίνο 1978, σ. 107-122· Β. Δημητριάδης, «Φορολογικές κατηγορίες των χωριών της Θεσσαλονίκης κατά την Τουρκοκρατία», Μακεδονικά 20 (1980) 376 κ.ε., 432 κ.ε.· H. Inalcιk, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: Η Κλασική Εποχή 1300-1600, μτφ. Μ. Κοκολάκης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995, σ. 376· Σπ. Ασδραχάς, «Οι πολιτικοί όροι του οικονομικού, οι κατακτήσεις και η οικονομική τους λογική: Η οθωμανική επικράτεια», στο: Σπ. Ασδραχάς (επιμ.), Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕ΄ΙΘ΄ Αιώνας, τ. 1, εκδ. Ερμής, Αθήνα 2003, σ. 250. Yeni, ό.π., σ. 109-114. Ευχαριστώ τον τ. καθηγητή του Πανεπ. Κρήτης κ. Βασίλη Δημητριάδη για τη βοήθειά


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:52 AM

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

53

53

Από τα δεδομένα του καταλόγου του εκδότη μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα για τους οικισμούς (ονομασίες οικισμών και συνολικοί αριθμοί εστιών) και το οικιστικό δίκτυο, αν τα περιεχόμενα στον κατάλογο τιμάρια ενοποιηθούν για κάθε οικισμό και συνταχθεί νέος πίνακας, όχι ανά τιμάριο, όπως στη μορφή του καταστίχου, αλλά ανά οικισμό. Αυτό επιχειρούμε πιο κάτω, με κατάλληλο μετασχηματισμό του τμήματος του καταλόγου του εκδότη για τους καζάδες Αστίν και Καστοριάς και επεξεργασία των δεδομένων του για τους οικισμούς.

3.

Η μέθοδος επεξεργασίας των δεδομένων του καταστίχου για τον προσδιορισμό του οικιστικού δικτύου

Από τον κατάλογο του Yeni στην εργασία μας εστιάζουμε στους οικισμούς και, ειδικότερα, στις ταυτίσεις των αναφερομένων στο κατάστιχο οικισμών με σημερινούς ή με οικισμούς που δεν υφίστανται σήμερα (ερημωμένους) και στον συνολικό αριθμό των αντίστοιχων εστιών, προκειμένου να προσδιορίσουμε δημογραφικά στοιχεία των οικισμών. Προς τον σκοπό αυτό συντάξαμε τους τρεις (I, II, III) κατωτέρω οκτάστηλους πίνακες, για τους οικισμούς του καζά Αστίν (I), του καζά Καστοριάς (II) και τους οικισμούς των οποίων ένα ή περισσότερα τμήματα ανήκουν σε τιμάρια (χάσια, ζιαμέτια) υπαγόμενα και στους δύο καζάδες (III). Δεν ασχολούμαστε με τα ποσά των φόρων (hasιl) ανά τιμάριο και με άλλες πληροφορίες που αφορούν το είδος και την κατηγορία των προσόδων. Σε κάθε στήλη των τριών πινάκων αναγράφονται: (α) όνομα στο κατάστιχο: οι ονομασίες των οικισμών στο κατάστιχο, όπως αποδόθηκαν από τον εκδότη από την παλαιά οθωμανική γραφή στα σύγχρονα τουρκικά. (β) ταυτισμένο παραδοσιακό όνομα: οι ταυτισμένες παλαιές παραδοσιακές ονομασίες των οικισμών που χρησιμοποιούνταν πριν από το 1927 (επιχειρείται ταύτιση των οικισμών του καταστίχου), ενώ η ένδειξη (;) δηλώνει ότι δεν είμαστε βέβαιοι για την ταύτιση του οικισμού και η ένδειξη (ερ.) ερημωμένο οικισμό. (γ) σύγχρονο όνομα: οι σύγχρονες (μετά τη μετονομασία του 1927) ονομασίες των ταυτισμένων οικισμών.17 Οι περισσότεροι από τους αναφερόμενους

17

του στη μετάφραση και ερμηνεία των τουρκικών όρων, καθώς και για τις χρήσιμες υποδείξεις του. Για τον συσχετισμό παλαιών και νέων ονομασιών των οικισμών χρησιμοποιήσαμε κυρίως το λεξικό: Μ. Σταματελάτος − Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 2001.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

54

5/15/14

12:53 AM

54

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

ταυτισμένους οικισμούς ανήκουν στη σημ. Περιφερειακή Ενότητα (πρ. νομό) Καστοριάς ή στον σημ. Δήμο Βοΐου της Περιφ. Ενότητας Κοζάνης. Σε όσους οικισμούς (πλην των ερημωμένων) ανήκουν στην Περιφ. Ενότητα Φλώρινας ή Γρεβενών ή στην αλβανική επικράτεια αναγράφεται σε παρένθεση (Φλωρ.) ή (Γρεβ.) ή (Αλβ.) αντίστοιχα. (δ) χ: οι αριθμοί του συνόλου των μη μουσουλμανικών εστιών, άρα χριστιανικών, εφόσον για τις εβραϊκές γίνεται ειδική αναφορά στην προαναφερθείσα στήλη (4) − κατηγορία diğer του πίνακα του Yeni. Ο αριθμός των χριστιανικών εστιών αναγράφεται με έντονη γραφή (bold), όταν προκύπτει ως άθροισμα επιμέρους αριθμών εστιών τμημάτων του οικισμού που ανήκουν σε διαφορετικά τιμάρια. Στην περίπτωση αυτή ο οικισμός αναφέρεται περισσότερες από μία φορές στο φορολογικό κατάστιχο (και στον κατάλογο του εκδότη), αλλά εδώ, επειδή μας ενδιαφέρουν οι οικισμοί συνολικά και όχι τα τιμάρια, ενοποιούμε τις αναφορές τμημάτων ενός και του ιδίου οικισμού σε μία, παραθέτοντας τον συνολικό αριθμό εστιών του οικισμού. Οι οικισμοί του πίν. III αναγράφονται με τον συνολικό αριθμό εστιών του οικισμού αλλά και με τον επιμέρους αριθμό εστιών κάθε τιμαρίου-τμήματος του οικισμού που ανήκει σε δύο καζάδες. (ε) μ: οι αριθμοί του συνόλου των μουσουλμανικών εστιών. (στ) Κ: η πληθυσμιακή κατηγορία στην οποία υπάγεται ο οικισμός με βάση κατάταξη ανάλογα με τον αντίστοιχο αριθμό εστιών. Για την κατάταξη των οικισμών σε πληθυσμιακές κατηγορίες (Κ), με στόχο την προσέγγιση στην πληθυσμιακή ιεράρχηση του οικιστικού δικτύου, χρησιμοποιήσαμε το ακόλουθο σχήμα, με τέσσερις κατηγορίες οικισμών, ανάλογα με τον αριθμό των εστιών: πληθυσμιακή κατηγορία αριθμός εστιών Α άνω των 200 εστιών Β 101-200 εστίες Γ 51-100 εστίες Δ 1-51 εστίες

(ζ) Πληροφ.: πληροφορίες που προέρχονται από τη στήλη (4) – diğer, του καταλόγου του εκδότη και τις αναφέρουμε, εφόσον θεωρούμε ότι συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της εικόνας του οικιστικού δικτύου. (η) Σχ.: δικά μας σχόλια στα δεδομένα του καταστίχου για τον αντίστοιχο οικισμό και σχόλια για την επιχειρούμενη ταύτιση του οικισμού στη στήλη (β).


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

55

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

4.

55

Οι Πίνακες των οικισμών

όνομα στο κατάστιχο Bagciste Panarit Klepis Visinicko Vidoliste Kirciste Nefs-i Hurpeste kasabadir Tocil Cetrekos Virticko Izlatoriste Volos Trisitika Zagradic Gosna Kinos Pavlikan Islimko Novasil

I. ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑ ΑΣΤΙΝ ΕΣΤΙΕΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ταυτισμένο παραδοσιακό σύγχρονο όνομα χ μ όνομα 86 1 Παναρέτη Παναρέτη 24 Κλεπίστι Πολυκάστανο 64 98 Βύσαντσκο Πευκόφυτο Βιντουλούστι Δαμασκηνιά 186 1 Κόρτσιστα Πολυάνεμο 121 Χρούπιστα Άργος Ορεστικό 69 19 Τσοτύλι Τσετιρόκι

Τσοτύλι Μεσοποταμία

Λατόριστα

Αγίασμα

Τέρστικα Ακόντιο Ζαγκραντέτσι (Αλβ.) Γκόσνο Λαχανόκηποι Γκινόσι Μολόχα Σλίμνιτσα Νοβοσέλο

Osoviste-I Buzurk Babracko Κάτω Πάπρατσκο Babracko Άνω Πάπρατσκο Zukoviste Ζηκόβιστα Vaypes Βαΐπεσι Rusicani Οσνίτσανη (;) Jupan m’ a Ζουπάνι και mahalle-I Kul συνοικία Ντόλο Lorat Λόπεσι (;) Kinam Κίναμη Tirveniste Τριβένι (;) Cirenin Τζιρανή Gramus Γράμμοστα Lubet Λιουμπέτινο Kakos Κακούσι Dotur Χοτούρι Drenova Ντράνοβο

Τρίλοφος Κορφούλα (ερ. συν. Κομνηνάδων)

86 128 6 74 4 51 33 39 11 32 45 53

52 Κάτω Φτεριά 41 Άνω Φτεριά 218 Σπήλιος 138 Χειμερινό 112 Καστανόφυτο 290 Πεντάλοφο και 173 Βυθός 88 Απιδέα Πολύλακκος 55 Σύδενδρο (Γρεβ.) 20 (ερ.) 13 Γράμμος 115 Πεδινό (Φλωρ.) 50 (ερ.) 16 Λευκοθέα 44 Γλυκονέρι (Φλωρ.) 44

5 1

5

2 2

2

Κ ΠΛΗΡΟΦ. ΣΧ Γ Δ Γ Γ Β Β Γ

1

Γ Β Δ Γ Δ Γ Δ Δ Δ Δ Δ Γ

Δ Α Β Β Α Β

Γ Γ Δ Δ Β Δ Δ Δ Δ

2

3


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

56

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

56 Revani Cukurova Korile Bubilline ? Golesova Govnice Liboviste Viciste Siryad Borcko Zaberdani Ispilye Futin Ikrimin

Ρέβανη

Διποταμιά

Πόπλι

Λευκώνας (Φλωρ.)

Λιμπίσοβο Βίτσιστα

Αηλιάς Νίκη

Ζαμπύρδενη

Μελάνθιο

Φωτείνιστα Κριμίνι

Φωτεινή (ερ.) Παλιοκριμίνι Ζούζουλη Πτελέα Μυροβλήτης (ερ.)

Jujeli Ζούζουλη Granci Γκρέντσι Miroslavic Μιροσλάβιτσα Kucuk Miroslavic Μικρή Μιροσλάβιτσα Bele Cerkova Μπέλα Τσέρκβα Provetrenik Osani Όσιανη Virbicko Μπουρμπουτσκό Dilab Ντίσλαπο Sirocani Σιρότσιανη Dolani Ντόλιανη Kaluviste Καλέβιστα Caknohor Τσακνοχώρι Girlani Γκέρλιανη Isloliska Korite Κούριτε (Αλβ.) Ero Kasri Ρόκαστρο Mil Vodorina Βουδωρίνα Cerciste Τσάριστα Ayo Paraskeva Zelenovad Ζέλεγκραντ Istaricani Σταρίτσιανη Istaricani Σταρίτσιανη Mahalle-I συνοικισμός Ayonikola Άγιος Νικόλας Gidrahor Γαϊδουροχώρι Petric Πετρίτσι Baco Μπάτζη Manastir

Ασπροκκλησιά Οινόη Επταχώρι Δραγασιά Λεύκη Ζευγοστάσι Καλή Βρύση Ανθοχώρι Χιονάτο

(ερ.) Ρόκαστρο (ερ.) Νέα Σπάρτη Άγιο Θεόδωροι Μεσόβραχο Λακκώματα συνοικισμός Λακκωμάτων Αηδονοχώρι (ερ.) (ερ.)

79 47 75 41 31 34 52 91 83 22 96 70 27 41 148 124 110 26

5 2 1 3 2 2 1

9 6

24 17 149 102 49 42 33 74 46 51 55 41 29 67 22 32 7 14

58 21 17 29

Γ Γ Γ Δ Δ Δ Γ Γ Γ Δ Γ Γ Δ Δ

4

Β Β Β Δ Δ Δ Β

4

1

1

Β Δ Δ Δ Γ Δ Γ Γ Δ Δ Γ Δ Δ Δ Δ

Γ Δ Δ Δ

5 6


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

57

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530 Balvani Labanova Bogrozincani Leskovnik Ayo Yorgi Islaliska Vobra Slogisin Izgibli Jalci Drenova

Λαμπάνοβο Σήμαντρο Μπόζιγκραντ (Αλβ.)

Ίζγκλιμπι Ζάλτσι Ντράνοβο

Melidonice Μελιδόνι Poganci Kravire Vinani Βίνιανη Gramacko Morkopolo Pirgoz Pesyak Πισιάκοι Magali Bedris(te) Nestime Yukaru Selanik Pilos Cer Trapkosta Meniste Ayo Yorgi Holyomod Plazom Megali Cuvalar Okorine Icovlani Ivlasnice Bohorina Pocemova Cerneliste Topolova Selce Kalestratin Jujuliste Kotelci Viceste-i Kucuk Boliste

Ποριά (ερ.) Γλυκονέρι (Φλωρ.) ή Δρυόβουνο Μελιδόνι

Λευκάδι

Αμμουδάρα

Νιστίμι Άνω Σούλεν (;)

Νόστιμον Σούλεν (Αλβ.)

Τσέρος Τρακόβιστα

(ερ.) (ερ.)

Χιλιομόδι Πλάζομη Τσαβαλέρ

(ερ.) Ομαλή Κοιλάδι

Σβόλιανη

Αγία Σωτήρα

Μπουχουρίνα

Βουχωρίνα

Τσερνόλιστα

Μαυρόκαμπος

Σέλιτσα (;) Καλλιστράτι Ζούζελτσι Κοτέλτσι Μικρή Βίτσιστα

Εράτυρα Καλλιστράτι Σπήλαια Παλιά Κοτύλη (ερ.) συνοικισμός Νίκης

57 6 103 10 4 26 26 102 25 16

13 1

1 11 5 3

Δ Β Δ Δ Δ Δ Β Δ Δ

7 mezraa

65 21 19 41 51

6 1

33 57 94 22 28 7 27 14 31 92 24 27 12 29 5 52 17 17 17 85 71 37 107

1 3 3

3

1

1

Γ Δ Δ Δ Γ Δ ciftlik adet 8 5 Γ Γ Δ Δ Δ 9 Δ 10 Δ mezraa Δ 11 Γ Δ Δ Δ Δ Δ Γ Δ Δ Δ Γ Γ Δ Β

12


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

58

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

58 Pradomir Lisnicka Mahalle-i Nenade der Jujelci

Cervene-Resa Ramkicko Ayo Yorgi Ayo Praskeva Bilovice Trepotos Radovijde Markovan Kabas Bursa (και Gurse) Rusola Varpojde

Μπρατμίρι Λόσνιτσα συν. Νέναντε του Ζούζελτσι

Τραποτούστι Ραντοβίστι Μαρκόβιανη

Κλεισώρεια Ροδοχώρι Αμπελοχώρι

Μπόρσια Ρεσούλιανη

Κορυφή Βέλος

Kucuk Hokur

Μικρό Χοτούρι

Mayer-i Bozurk Brezvan Zehiz Cagosit Libohova Subura

Μεγάλη Μαγέρη

Nikola Vasil Lana Dumicko Miho Cukala Lisicar Kosulat Mirisan Damaskite Kalu-viric Kucuk Plazotiste Labanica

(ερ.) Γέρμας (ερ.) συνοικισμός Σπηλαίων

Καγκουράδες (;) Λιμπόχοβο Σόρμπα

συνοικισμός Λευκοθέας (ερ.) Παλιομάερο

(ερ.) Δίλοφο (ερ.) συν. Στεζαχίου

Λίτσιστα

Πολυκάρπη

Μερασάνη Δαμασκηνιά Καλογρίτσα (Μικρή) Πλαζόμιστα Λαμπανίτσα

Μόρφη (ερ.) (ερ.) Σταυροδρόμι Πλακίδα

54 45 8

55 32 70 43 87 70 42 39 136 32 39

2

2 5

1

30 36 28 38 16 18 8 5 41 22 23 5 36 36 10 19 53 104

Γ Δ Δ

Γ Δ Γ Δ Γ Γ Δ Δ B Δ Δ

13 ma’a karye-i CerveneReka ber osr

ciftlik 2 sipahizade 3

14

15

16

Δ

1

4

Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Γ

Β

17

18 19

20 21

το ένα 22 τμήμα με 48 εστίες είναι ma’a voynugan


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

59

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530 Megali-Rezni Ayo Nikola Pilori Mahalle MikriOsoviste Selanik-i Buzurk Rende Lokom Kostanicko Kafe Homocko Sirdan Kosize Mikri Cernis Vitanci Hogac Manokovac Volte Vitovinic Sinovir Tirpezga Lancito Iskala Vidoviste Linotop Bisova Miricko Cerepyani Malohine Mirali Cuhan Ayo Todor

Μέγα Ρέζνι Μ. Αγ. Νικολάου Πέτσιανης (;) Πυλωρί

(ερ.) ερ. Μονή στην Τριάδα Βοΐου Πυλωρί

Μεγάλο Σούλεν (;) Ρέντα Λουκόμι Κωστάντσικο

Σούλεν (Αλβ.) Διχείμαρρο Λουκόμι Αυγερινός

Όμοτσκο Σιουρντάνι

Λιβαδοτόπι Αξιόκαστρο

Μόκρενη (;) Τσέρνις Βιτάνι

Βαρικό (Φλωρ.) (ερ.) Βοτάνι

Μονοκοβάτσι

(ερ.)

Σινίβεργο Τραπεζίτσα Λούτιστα Τσουκαλοχώρι (;)

(ερ.) Τραπεζίτσα Κερασώνα Σκαλοχώρι

Λινοτόπι Μπίσοβο Παρατσικό (;) Τσεραπιανή

(ερ.) Κυπαρίσσι (Γρεβ.) (ερ.) Γλυκοκερασιά

Μιραλή Τσιούκα

Χρυσαυγή (ερ.)

59 37 2 17 17 48 10 69 87 8 67 22 18 17 17 8 34 54 35

Δ Δ

1

7

3 1

5 29 34 177 91 28 29 6 14 80 46 17

Δ Δ Δ Δ Γ Γ Δ Γ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Γ Δ Δ Δ Δ

5

3 3

23

Β Γ Δ Δ Δ Δ Γ Δ Δ

24

25

26

27 28

29


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

60

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

60

όνομα στο κατάστιχο Kestorya

II. ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΕΣΤΙΕΣ ταυτισμένο σύγχρονο όνομα χ μ όνομα Καστοριά Καστοριά 1007 97

Zagoricani Islive Jupaniste Dobroniste Behoki

Zαγορίτσανη Σλίβενη Ζουπάνιστα Ντομπρόλιστα Μπομπόκι

Dupyak Blopasani Ohoviste Hurpeste Linka Mavrova Koturi Bogacko Kumanice Korilova Velijde Gorenci Pirzovani Hotoniste Dolecko mz tabi-I Gorice Yukaru Sadova Irmava Pendatrol Nikovani ? Konotlan Tiholiste Krimpeni Kladorom

Ντουπιάκοι

Άνω Σάντοβο

(ερ.)

Νεγοβάνη Κονομπλάτι Τιχόλιστα Κρεπενή Κλαδοράπη

Delova

Ζέλοβο

Radogojd Lentova Poznovad Yukaru Orasice

Ραντιγκόζντι

Φλάμπουρο Μακροχώρι Τειχιό Κρεπενή Κλαδορράχη (Φλωρ.) Ανταρτικό (Φλωρ.) Αγία Άννα

Χρούπιστα Λ’νκα – Λόγγα Μαύροβο Κότορι Μπογατσικό Κουμανίτσοβο Τσιρίλοβο Βελίστι Γκόρεντσι

Βασιλειάδα Κορομηλιά Λεύκη Καλοχώρι Μακροχώρι Μελισσότοπου Δισπηλιό

Άργος Ορεστικό (ερ.) Μαυροχώρι (ερ.) Βογατσικό Λιθιά Άγιος Νικόλαος Ασπρούλα Κορησσός

76 69 60 140 49

4 1 2

Κ ΠΛΗΡΟΦ. ΣΧ Α 47 άτομα μουσ.+17 εστίες Εβραίοι Γ Γ Γ Β Δ

36 36 176

Δ Δ Β

59 186 119 186 106 25 39 108

Γ Β Β Β Β Δ Δ Β

30

31 32

4 1

106

33

Β mezraa

Άνω Ρακίτσκα (;)

Ρακίτσκα – Σούχα Γκόρα (Αλβ.)

66 17 39 36 134 96 42 70

1

144 56 73 87 45

Γ Δ Δ Δ Β Φ Δ Γ

Β

1 3 3

Γ Γ Γ Δ

34


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

61

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530 Ziciste Istudene Dode Tirpanicko Recicani Petensanova Koroniste Baniste Zelekojd Kurusovec Cakoni-yi Buzurk Cakoni-yi Kucuk Dorava Setol Ayo Dimitri Kuruse Lavur Serakine Kurusodol Cerciste Jelin Macani Varibob Bradolince Izderlice Islemite Mavronice

Ζήτσιστα

Ζήτσιστα (Αλβ.)

Ζελεγκόζντι

Πεντάβρυσο

Μεγάλη Τσάκωνη Μικρή Τσάκωνη

Τσάκωνη συν. Τσάκωνης

Σέτομα

Κεφαλάρι

Λούβρη Σαρακίνα

Λούβρη (ερ.)

Ζελίνι Μαζγκάνι Βαριμπόμπ (Αλβ.)

Χιλιόδενδρο Αχλαδιά

Ζντράλτσι Σλίμιστα Μαυρώτισσα (;)

Αμπελόκηποι Μηλίτσα Μονή Παναγίας Μαυρώτισσας (;) (ερ.)

Arhangel Pimova Horaliste Ivratin Kosturajde

Αρχάγγελος

Prekopana Orasnice Igliberine Gorna Isliveni

Προκοπάνα

Χόλιστα Βρατίνι Κωσταράζι

Γκόρνο Σλίβενη

Μελισσότοπος Αλιάκμων Παλιό Κωσταράζι (ερ.) Περικοπή

Άνω Σλίβενη (ερ.)

Berst Kalureh ? Zeloviste Ilyan Virenovani Tirnova

61 78 60 44 42 57 58 3 101 36 69 11 49 43 19 94 18 36 18 28 14 21 15 23 19 28

10 8 6 4 19

1

2 1

3

1 24

1 1

4

Κρανιώνας Πράσινο

ma’a mezraa

Δ Γ Δ Δ Δ Δ Γ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ Δ

35

Δ Δ Δ Δ Δ

22 35

Δ Δ

16

Δ

5

Ντρενοβένι Τίρνοβο

Γ Γ Δ Δ Γ Γ Δ Β

36

37

38

Δ

47

Δ

80 44

Γ Δ

bazdar 1 εστία

39


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

62

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

62 Breznice Babso Kalu Geric Orahovice Hrovilya Besvinya Ostadilce Cerno Hoviste Gabres Grazdani ………….. Galiste Vidohova Klisura Draganice

Μπρέσνιτσα Βαψώρι – Μπαπτσιόρι Καλογερίτσα

Βατοχώρι Ποιμενικό

2

Β Γ

(ερ.)

Ρούλια Μπέσφινα Στάτιστα

Κώττας (Φλωρ.) Σφήκα (Φλωρ.) Μελάς

Γαβρέσι – Γκαμπρέσι Γκράζντενη

Άνω Γάβρος Βροντερό (Φλωρ.)

Megasicova

Γκάλιστα Ομορφοκκλησιά Βιντόχοβα ή Βίντοβα (Αλβ.) Κλεισούρα Κλεισούρα Νταργκόνιστα ή Δασερή Ντρομπίτσιστα (Φλωρ.) Μπλάτσι Οξυά Αρμενοχώρι Αρμενοχώρι (Φλωρ.) Μέγα Σίστεβο Σιδηροχώρι

Aposkepos Nusta

Απόσκεπο Όστιμα (;)

Izmeksi

Σμίξη

Plac Armenohor

108 87

Απόσκεπος Τρίγωνο (Φλωρ.) (ερ.)

40 33 37 22 95 44 82

Δ Δ Δ Γ Δ Γ

75

Γ

183 274 38 28 18

5 3

24 9

Δ Δ

7 28 29 10

Β Α Δ Δ Δ

3

Δ Manastir-i Arhangel Δ Δ Δ

41

III. ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΑΝΗΚΟΝΤΕΣ ΣΕ ΚΑΖΑ ΑΣΤΙΝ ΚΑΙ ΚΑΖΑ KΑΣΤΟΡΙΑΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΕΣΤΙΕΣ όνομα στο ταυτισμένο σύγχρονο χ Κ ΠΛΗΡΟΦ. ΣΧ κατάστιχο όνομα όνομα 55 Γ Orahova Ράχοβα ή Όροβο Πυξός 9+46=5 44 Δ 42 Nevolani Νεβόλενη (ερ.) (Αλβ.) 25+19=4 248 Α Stenic Στέντσκο Στενά 73+91+47+37=2 Visani Βύσανη Βυσσινέα 82+58=1140 Β 203 Α 5 Brestani Μπρέστενη Αυγή 57+67+79=2 Simas και Sezam Σέμασι Κρεμαστό 132+28=1160 Β Islatina Σλάτινα Χρυσή 98+32=1130 Β 31 Δ το ένα Ceresnice και Τσερέσνιτσα Πολυκέρασο Firesnice τμήμα είναι mezraa 97 Γ Cuka Τσούκα Αρχάγγελος 23+74=9


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

63

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

5.

63

Σχόλια-επεξηγήσεις στους πίνακες των οικισμών

1. Η Χρούπιστα αναφέρεται ως πόλη στο κατάστιχο και είναι έδρα του καζά, παρόλο που εμφανίζεται με 88 φορολογήσιμες εστίες μόνο. 2. Η Τζιρανή είναι ερημωμένος από αιώνες οικισμός κοντά στη Δράμιστα (σημ. Δάφνη Βοΐου).18 3. Το Κακούσι, ερημωμένος από αιώνες οικισμός, βρισκόταν κοντά στη Λατόριστα (σημ. Αγίασμα Βοΐου).19 4. Δεν πρόκειται για το σημ. Κριμίνι Βοΐου, το οποίο δεν υπήρχε ως οικισμός τον 16ο αι., αλλά για τον ερημωμένο από τα μέσα του 19ου αι. οικισμό Παλιοκριμίνι, δυτικά της ομώνυμης κορυφής του όρους Ρουσιοτάρι (σημ. Βόιο).20 5. Ερημωμένος οικισμός από αιώνες στην περιοχή Μπουρμπουτσικού (σημ. Επταχωρίου Καστοριάς).21 6. Ερημωμένος οικισμός από αιώνες στην περιοχή Κωστάντσικου (σημ. Αυγερινού Βοΐου).22 7. Οικισμός στην περιοχή Κωστάντσικου (σημ. Αυγερινού Βοΐου) που ερημώθηκε τον 18ο αιώνα.23 8. Αναφέρονται επιπλέον 5 άτομα που υπάγονται σε τσιφλίκι. Πρώιμη αναφορά τσιφλικιού μαζί με τιμάριο. 9. Ερημωμένος από τον 18ο αι. οικισμός, 15 χλμ. νοτιοδυτικά από το Λιμπόχοβο (σημ. Δίλοφο Βοΐου).24 10. Ερημωμένος από το 18ο αι. οικισμός, 3 χλμ. ανάμεσα στο Τσουκαλοχώρι (σημ. Σκαλοχώρι) και το Μεσολογγόστι (σημ. Μεσόλογγο Βοΐου).25 11. Με την ονομασία Χιλιομόδι ή Χελιμόδι υπήρχαν δύο οικισμοί, ερημωμένοι από την προ του 1912 περίοδο:26 Ο ένας περί τα 7 χλμ. βορειοανα18 19 20

21

22 23 24

25 26

Α. Αδαμίδης, Παλιοχώρια Βοΐου Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 19. Α. Δάφνης, «Το Αγίασμα (Λατόριστα)», Βοϊακή Ζωή 38 (1979) 19. Μιχ. Καλινδέρης, Σημειώματα Ιστορικά (εκ της Δυτ. Μακεδονίας), τύποις «Επαρχιακής Φωνής», Πτολεμαΐδα, 1939, σ. 44. Δ. Τσίγκαλος, «Τα παλιοχώρια του Επταχωρίου», Β΄ Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας − Γλωσσολογίας − Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού Χώρου, [Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης], Θεσσαλονίκη 1979, σ. 79 κ.ε. Αδαμίδης, ό.π., σ. 13. Αδαμίδης, ό.π., σ. 12. Σ. Τζιούφας, Το Δίλοφο Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 13· Αδαμίδης, ό.π., σ. 37, Γ. Μπατζής, Το Δοτσικό Γρεβενών, έκδ. Μορφωτικού Συλλόγου των απανταχού Δοτσικιωτών Η Σκούρτζια, Δοτσικό 1999, σ. 10. Αδαμίδης, ό.π., σ. 29. Μιχ. Καλινδέρης, Ο Βίος της Κοινότητος Βλάτσης επί Τουρκοκρατίας εις το Πλαίσιον του Δυτικομακεδονικού Περιβάλλοντος, [Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών], Θεσσαλονίκη 1982, σ. 506.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

64

5/15/14

12:53 AM

64

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

τολικά της Σαμαρίνας ν. Γρεβενών και νοτιοανατολικά της Ζούζουλης ν. Καστοριάς,27 και ο άλλος κοντά στο Βρατίνι (σημ. Αλιάκμων Βοΐου). Δεν προκύπτει από το κατάστιχο για ποιον από τους δύο οικισμούς πρόκειται. 12. Ο οικισμός Κοτύλη ν. Καστοριάς βρισκόταν νότια της κορυφής Πύργος και μεταφέρθηκε λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, στη σημερινή του θέση, μετά το 1950. 13. Ερημωμένος από το 1902 οικισμός, 2 χλμ. νότια από το Τσουκαλοχώρι (σημ. Σκαλοχώρι Βοΐου).28 14. Ο συνοικισμός Νέναντε συσχετίζεται με το χωριό (karye) Cervene-Reka, το οποιο, ωστόσο, στην επόμενη εγγραφή στο κατάστιχο αναφέρεται ως Cervene-Resa. 15. Στον (αταύτιστο) οικισμό δεν αναφέρονται κάτοικοι, και προφανώς το σημειούμενο στο κατάστιχο ποσό υπολογίζεται κατ’ αποκοπή. 16. Στον (αταύτιστο) οικισμό προστίθενται 5 άτομα ή εστίες, εκ των οποίων υπάγονται τα 2 σε τσιφλίκι και τα 3 στον γιο του σπαχή. 17. Οικισμός στα όρια των επαρχιών Γρεβενών και Ανασελίτσας (Βοΐου), που ερημώθηκε ίσως περί το 1700 και επανιδρύθηκε αργότερα 5 χλμ. ΒΑ στη σημερινή θέση, πάλι με το όνομα Μαγέρη (σημ. Δασύλλιο Γρεβενών).29 18. Ερημωμένος από αιώνες οικισμός δυτικά από την Κίναμη (σημ. Πολύλακκο Βοΐου).30 19. Ερημωμένος, πιθανώς από τις αρχές του 19ου αι., οικισμός κοντά στο Στεζάχι (σημ. Αηδόνια Γρεβενών).31 20. Ερημωμένος από αιώνες οικισμός στην περιοχή του Κωστάντσικου (σημ. Αυγερινός Βοΐου).32 21. Ερημωμένος από το 18ο αι. οικισμός βόρεια από το Ντόλο (σημ. Βυθός Βοΐου).33 22. Ο οικισμός ανήκει σε δύο τιμάρια. Το ένα έχει τη υποχρέωση να πα-

27

28 29 30 31

32

33

Χάρτης της Γ.Υ.Σ., 1:50.000, φ. Πεντάλοφος, έκδ. Ιούλιος 1970, και Χάρτης της Γ.Υ.Σ., Προσωρινή Έκδοσις, Επιτελικός Χάρτης της Ελλάδος 1:100.000, φ. Νεστράμι, έκδ. 1929 (αποτύπωση 1914). Αδαμίδης, ό.π., σ. 35. Α. Αδαμίδης, Το Δασύλλιο Ν. Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 15-21. Ι. Τζημόπουλος, Πολύλακκος, ένα Δυτικομακεδονικό χωριό, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 9. Φ. Παπανικολάου, Γλώσσα και Λαογραφία Επαρχίας Βοΐου, [Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης], Θεσσαλονίκη 1973, σ. 19, και Α. Αδαμίδης, Τα Αηδόνια και το Δασάκι Νομού Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 9-10. Ι. Γκάσης, «Ο Αυγερινός (Κωστάντσικο): ένα κεφάλαιο από την ιστορία του», Βοϊακή Ζωή 24 (1977) 14. Τσότσος, ό.π., σ. 388.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

65

65

ρέχει βοϊνίκους ή βοϊνούκους (ιπποκόμους, ma’a voynugan = με βοϊνίκους) στον οθωμανικό στρατό.34 23. Ερημωμένος από τον 17ο αι. οικισμός στη θέση Σιλιό, 2 χλμ. ΝΑ από το Ρέζνι (σημ. Ανθούσα Βοΐου).35 24. Ερημωμένος από αιώνες οικισμός βορειοδυτικά από το Κωστάντσικο (σημ. Αυγερινός Βοΐου).36 25. Ερημωμένος από αιώνες οικισμός στην περιοχή του χωριού Στέντσικο (σημ. Στενά Καστοριάς).37 26. Ερημωμένος από τον 18ο αι. οικισμός βόρεια της Δράμιστας (σημ. Δάφνης Βοΐου).38 27. Πρόκειται ίσως για την πρωιμότερη αναφορά της ερημωμένης από τον ο 18 αι. κώμης του Λινοτοπίου, κοιτίδας ζωγράφων και αγιογράφων.39 28. Ερημωμένος οικισμός από αιώνες στην περιοχή Μπουρμπουτσικού (σημ. Επταχωρίου Καστοριάς).40 29. Ερημωμένος οικισμός από αιώνες νότια της Μιρασάνης (σημ. Μόρφης Βοΐου).41 30. Ο αριθμός 40 προκύπτει από πρόσθεση διαφόρων επιμέρους αριθμών ατόμων μουσουλμάνων, που αναφέρονται ως diğer (άλλοι). Στην ίδια κατηγορία υπάγονται και οι εστίες των Εβραίων της πόλης. 31. Οι αταύτιστοι οικισμοί του καταστίχου Blopasani, Ohoviste, Hotoniste, Pendatrol, Petensanova, Kurusodol, αναφέρονται και σε οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα του 1445 και 1481.42 32. Οι εστίες της Χρούπιστας που ανήκουν στον καζά Αστίν αναφέρονται 34

35 36 37

38 39

40 41 42

Ι. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τχ 9, Β΄, Αθήνα 1889, σ. 5-7. Την παρουσία βοϊνίκων στην περιοχή Καστοριάς αναφέρει ο N. Beldiceanu, Le monde ottoman des Balkans (1402-1566): Institutions, société, économie, εκδ. Mouton et Co., Λονδίνο 1976, σ. ΙΙΙ, 106-107. Α. Αδαμίδης, Η Ανθούσα Βοΐου Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 15. Αδαμίδης, Παλιοχώρια Βοΐου, σ. 13. Μ. Κωστόπουλος, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς (Ανθρωπογεωγραφική Μελέτη), [Δήμος Νεστορίου Καστοριάς], Νεστόριο 1998, σ. 300. Αδαμίδης,, Παλιοχώρια Βοΐου, σ. 19. Για το Λινοτόπι βλ. Αναστασία Γ. Τούρτα, Οι Ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδένδρι, έκδ. Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 1991, σ. 42-43· Α. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τ. 2: Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 450 κ.ε. Τσίγκαλος, ό.π., σ. 79 κ.ε. Β. Τζώρτζης, Μόρφη το χωριό μου, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 16. Μ. Sokoloski (επιμ.), Turski Dokumenti za Istorijata na Makedonskiot Narod, Opsirin Popisni Defteri od XV Vek, ΙΙ, Σκόπια 1973, σ. 72-122, 273-489· πβ. Τσότσος, ό.π., σ. 136-141.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

66

5/15/14

12:53 AM

66

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

ως ze΄amet, ενώ το τμήμα που ανήκει στον καζά Καστοριάς είναι χωρίς κατοίκους και αναφέρεται ως χάσι του πατισάχ. 33. Ερημωμένος οικισμός νοτιοδυτικά της Μπόμπιστας (σημ. Βέργας Καστοριάς).43 34. Ερημωμένος πριν τον 19ο αι. οικισμός νότια του Βογατσικού.44 35. Ερημωμένος οικισμός στην περιοχή της Λόσνιτσας (σημ. Γέρμα Καστοριάς).45 36. Ερημωμένος από αιώνες οικισμός, αναφέρεται ως Αρχαγγέλοβο σε οθωμανικό κατάστιχο του 144546 και ως Αρχάγγελον σε κώδικα της μητρόπολης Καστοριάς το 1684. Πιθανώς βρισκόταν κοντά στην (ερημωμένη) μονή Ταξιαρχών, βόρεια από το Νεστόριο.47 37. Το Κωσταράζι βρισκόταν σε ύψωμα δυτικότερα του σημ. οικισμού και μεταφέρθηκε στη νέα του θέση μετά το 1950. 38. Ερημωμένος οικισμός, πιθανώς από το 18ο αι., ΒΔ της Σλίβενης (Κορομηλιάς).48 39. Μία εστία του οικισμού αναφέρεται ως bazdar (περσική ονομασία), δηλ. γερακοτρόφος,49 που έχει υποχρέωση αποστολής στον σουλτάνο υπηρετών που ασχολούνται με κυνηγετικά γεράκια (τουρκ. doğanci). 40. Ερημωμένος οικισμός ΝΔ της Φλώρινας.50 41. Ερημωμένος (από τις αρχές του 20ου αι.) οικισμός δυτικά του Βογατσικού.51 42. Ερημωμένος οικισμός πιθανώς από τις αρχές του 19ου αι., κοντά στα σημ. ελληνοαλβανικά σύνορα.52 43 44 45

46 47

48 49

50

51 52

Τσότσος, ό.π., σ. 131-132. Κ. Μπέντας, Ιστορικά Βογατσικού, Καστοριά 1951, σ. 1-2. Γ. Αλεξίου, «Τα εγκαταλελειμμένα χωριά Αϊ-Λιας, Γιάζια και Σαρακίνα, τα πλησιόχωρα του Γέρμα», εφημ. Ο Γέρμας, αρ. φ. 30 (Απρ.-Μάιος-Ιούν. 2002) 1. Sokoloski, ό.π., σ. 72-122· πβ. για την ταύτισή του Τσότσος, ό.π., σ. 136-141. Δεν ταυτίζεται με τον οικισμό Τσούκα, όπως υποθέτει ο Φ. Βαφείδης, «Κώδιξ της Ιεράς Μητροπόλεως Καστορίας», Εκκλησιαστική Αλήθεια 20 (1900) 123, σημ. 3, επειδή στο κατάστιχο του έτους 1445 αναφέρονται και οι δύο οικισμοί Τσούκα και Αρχάγγελο, όπως και στο υπό εξέταση του 1530. Τσότσος, ό.π., σ. 143. Ο οικισμός Ispilye του καζά Αστίν του παρόντος καταστίχου αναφέρεται σε κατάστιχο του έτους 1481 ως χωριό γερακοτρόφων· βλ. Τσότσος, ό.π., σ. 149. Αναφέρεται σε κατάστιχο του έτους 1481· βλ. Sokoloski, ό.π., σ. 297 και Τσότσος, ό.π., σ. 127, 189. Χάρτης φ. 39ο 40ο Janina, Artaria, Βιέννη 1904. Α. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου − Μονοπύλου − Σλημνίτσης − Καλής Βρύσης και Λειβαδοτόπου, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 123.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

67

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

6.

67

Παρατηρήσεις για το οικιστικό δίκτυο

Από τους οικισμούς που εξετάσαμε, ένας σημαντικός αριθμός παραμένει άγνωστος (αταύτιστος). Η συνολική εικόνα της προσπάθειας ταύτισης των αναφερομένων στο κατάστιχο οικισμών παρέχεται από τον παρακάτω πίνακα: υπαγωγή οικισμών σύνολο ταυτισμένοι αταύτιστοι οικισμοί του καζά Αστίν 184 125 59 οικισμοί του καζά Καστοριάς 95 64 31 οικισμοί υπαγόμενοι και στους δύο καζάδες 9 9 0 σύνολο οικισμών των δύο καζάδων 288 198 90

Οι ταυτισμένοι οικισμοί που χωροθετούνται στο έδαφος της αλβανικής επικράτειας βρίσκονται όλοι στη σημερινή επαρχία Μπίγλιστας, κοντά στα ελληνικά σύνορα. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στους δύο οικισμούς Yukaru Selanik και Selanik-i Buzurk, εξαιτίας της ομοιότητας του ονόματος τους με την τουρκική ονομασία της Θεσσαλονίκης. Υποθέτουμε ότι θα πρόκειται για δύο γειτονικούς οικισμούς με πρώτο συνθετικό της ονομασίας τις λέξεις Άνω και Μεγάλο, και πιθανολογούμε, με μεγάλη επιφύλαξη, την ταύτισή τους με τον οικισμό Σούλεν, στο νοτιοδυτικό άκρο της Μεγάλης Πρέσπας, αλλά διατυπώνουμε, επίσης με μεγάλη επιφύλαξη, και μια άλλη υπόθεση: την ταύτισή τους με τον ερημωμένο, σε άγνωστη περίοδο και πάντως πριν από τον 18ο αι., οικισμό Σόλουμ Μοναστήρι (το όνομα από προϋπάρχουσα στην περιοχή μονή), κοντά στο Σολουμίστι (σημ. Στέρνα Βοΐου),53 ο οποίος κατά την προφορική παράδοση αποτελούσε κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας τοπικό οικιστικό κέντρο. Η υπόθεση αυτή διατυπώνεται εξαιτίας της ομοιότητας της τουρκικής απόδοσης (Σελανίκ) με τη σλαβική (Σόλουν) της ονομασίας της Θεσσαλονίκης. Σε άλλη εργασία μας έχουμε διατυπώσει την υπόθεση ότι οι αρχικοί εποικιστές μοναχοί του Σόλουμ Μοναστήρι πιθανώς να ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη.54 Τα στοιχεία των πιν. I, II, III αποδίδονται χαρτογραφικά στον χάρτη 2, όπου αποτυπώνονται οι ταυτισμένοι οικισμοί κατά τάξη μεγέθους, σύμφωνα με την κατάταξη που προτείναμε πιο πάνω – με γκρίζο χρώμα οι οικισμοί του καζά Αστίν, ενώ με μαύρο οι οικισμοί του καζά Καστοριάς. Από τη μελέτη των πινάκων και του χάρτη προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα. 53

54

Α. Δάφνης, «Η Στέρνα (Σολουμίστι)», Βοϊακή Ζωή 85 (1980) 22· Αδαμίδης, Παλιοχώρια Βοΐου, σ. 36 Τσότσος, ό.π., σ. 190.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

68

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

68

1. Όπως φαίνεται από τον χάρτη 2, οι οικισμοί των δύο καζάδων εκτείνονται σε ευρεία περιοχή, που εκτείνεται από τις λίμνες Πρέσπες προς βορρά μέχρι την επαρχία Γρεβενών προς νότο (βλ. και χάρτη 1 με τα όρια των επαρχιών). Η επιρροή του καζά Καστοριάς φθάνει μέχρι την περιοχή γύρω από τη Φλώρινα, όπου απαντούν οικισμοί που ανήκουν δημοσιονομικά στην Καστοριά. Ο καζάς Αστίν (Χρούπιστας) περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της μετέπειτα επαρχίας Ανασελίτσας. 2. Από όλους τους οικισμούς, ο μόνος που έχει χαρακτήρα πόλης είναι η Καστοριά, με 1.121 εστίες και 47 άτομα επιπλέον, αριθμοί οι οποίοι παραπέμπουν σε πληθυσμό 4.000-5.000 κατοίκων, πολύ μεγάλο για την εποχή, που καθιστούν την Καστοριά μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Νότιας Βαλκανικής.55 Η παρουσία του εβραϊκού στοιχείου τονίζει την εμπορική ανάπτυξη της πόλης και την ύπαρξη αξιόλογου τριτογενούς τομέα παραγωγής. Αντίθετα, η Χρούπιστα εμφανίζεται με 88 εστίες ως ένα τοπικό διοικητικό κέντρο (ως έδρα καζά είναι έδρα ιεροδικείου), χωρίς σημασία στο τοπικό οικονομικό σύστημα. 3. Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι οικισμοί είναι αμιγώς χριστιανικοί, και μόνο διάσπαρτες ολιγάριθμες μουσουλμανικές ομάδες κατοικούν σε ορισμένους οικισμούς. Μόνο στα δύο διοικητικά κέντρα εμφανίζεται κάπως αξιόλογο μουσουλμανικό στοιχείο, περισσότερο αναλογικά στη Χρούπιστα (19 φορολογήσιμες μουσουλμανικές εστίες έναντι 69 χριστιανικών) και λιγότερο στην Καστοριά, όπου οι μουσουλμάνοι είναι περίπου το 10% επί των φορολογουμένων κατοίκων. 4. Η εικόνα της ιεραρχίας των οικισμών (ταυτισμένων και αταύτιστων) έχει ως εξής, σύμφωνα με την προταθείσα κατάταξη: πληθυσμιακή κατηγορία Α Β Γ Δ

αριθμός εστιών άνω των 200 εστιών 101-200 εστίες 51-100 εστίες 1-51 εστίες

αριθμός οικισμών 4 34 64 186

Εάν λάβουμε υπόψιν ότι στην κατηγορία Α ένας μόνο οικισμός υπερβαίνει τις 300 εστίες (Καστοριά), ενώ οι υπόλοιποι συνωθούνται μεταξύ 2-300 εστιών, θα διαπιστώσουμε ότι απουσιάζουν μεγάλοι σχετικά οικισμοί με κλιμακούμενο μέγεθος πληθυσμού και, επομένως, απουσιάζει η σχετική ιεραρχία στο οικιστικό δίκτυο. Το γεγονός αυτό παραπέμπει στον φεουδαρχικό τρόπο 55

Για τον συσχετισμό με τις άλλες πόλεις του νοτιοβαλκανικού χώρου βλ. Τσότσος, ό.π., σ. 212, 508.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

69

69

παραγωγής56 της κοινωνίας του τιμαριωτισμού και στην ιεραρχική δομή της μεσαιωνικής κοινωνίας, και παρατηρείται και στη γειτονική Ήπειρο κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία.57 5. Υπάρχουν αναφορές τοπωνυμίων, που αντιστοιχούν σε περιοχές υπό φορολόγηση χαρακτηριζόμενες ως mezraa, είτε αυτόνομες, χωρίς κατοίκους, οπότε ενδέχεται να πρόκειται για θέσεις οικισμών που ερημώθηκαν, είτε προσαρτημένες στην κτηματική περιοχή οικισμών. 6. Οι περισσότεροι οικισμοί που υπήρχαν κατά τον 20ο αι. εμφανίζονται, μέσα από το κατάστιχο, να υπάρχουν και κατά το 1530. Αρκετοί είναι οι ερημωμένοι οικισμοί, στους οποίους θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται (πλέον αυτών που εντοπίσαμε και είναι γνωστή η θέση τους) και άγνωστος αριθμός των αταύτιστων για μας οικισμών. Η αξιοσημείωτη αυτή σταθερότητα του οικιστικού δικτύου επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές της ίδιας περιόδου στον δυτικομακεδονικό χώρο.58 7. Από την εξέταση της χαρτογραφικής εικόνας του οικιστικού δικτύου στον χάρτη 2, φαίνεται ότι οικισμοί του ενός καζά (με την έννοια της αναγραφής του όρου στο κατάστιχο) εμφανίζονται και στη γεωγραφική ενότητα που, υποτίθεται, ανήκει στον άλλο καζά. Έτσι, η δικαιοδοσία του ενός καζά φαίνεται να διεισδύει γεωγραφικά στη δικαιοδοσία του άλλου, κατά τρόπο ώστε θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι οικισμοί των δύο καζάδων, Χρούπιστας και Αστίν, χωρικά «μπλέκονται» κυριολεκτικά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μην είναι εμφανή στον χάρτη τα γεωγραφικά όρια των καζάδων, με βάση την υπαγωγή των οικισμών στον αντίστοιχο φεουδάρχη-σπαχή. Αυτό σημαίνει ότι η αναφορά στο κατάστιχο του όρου καζά, ως επικεφαλίδας σε τιμαριωτικό κατάλογο, τουλάχιστον για τον δυτικομακεδονικό χώρο και την εποχή της ακμής του τιμαριωτισμού των αρχών του 16ου αι., δεν παραπέμπει στη γεωγραφική διοικητική ενότητα δικαιοδοσίας του ιεροδίκη (kâdî), αλλά σε γεωγραφική ενότητα δημοσιονομικής υπαγωγής, με γεωγραφικά όρια ασαφή και ακαθόριστα και οπωσδήποτε μεταβλητά, που καθορίζονται κατά περίπτωση από το ζήτημα σε ποιον σπαχή ανήκε (ως προς την επικαρπία των φόρων) ο οικισμός σε κάθε χρονική περίοδο. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη των εννέα οικισμών της κατηγορίας III, όπου οι οικισμοί υπάγονται κατά ένα μέρος 56

57

58

Α.-Ph. Lagopoulos, «Social Formation and Settlement Network in Greece», Geoforum 17/1 (1986) 41. Ε. Π. Δημητριάδης, Κοινωνικός Σχηματισμός και Πολεολογικός Χώρος: Είκοσι Οικισμοί της Επαρχίας Κόνιτσας Ηπείρου, διδακτ. διατριβή, [Επιστημονική Επετηρίδα της Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Παράρτημα 1 του Η΄ Τόμου], Θεσσαλονίκη 1980, σ. 331. Τσότσος, ό.π., σ. 210.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

70

5/15/14

12:53 AM

70

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

στον ένα καζά και κατά το υπόλοιπο στον άλλο. Με δεδομένο ότι η βασική διοικητική ενότητα της εποχής ήταν το σαντζάκι (sancak), οι γραμματείς των σπαχήδων (Sipâhî Yazιcιlarι),59 επιφορτισμένοι με την καταγραφή των εστιών υποχρέων σε φορολογία ανά σπαχή και τη σύνταξη των σχετικών φορολογικών καταστίχων, φαίνεται ότι ενδιαφέρονταν για τη διοικητική υπαγωγή των οικισμών σε σαντζάκι και όχι σε καζά. Για τον λόγο αυτό, στους φορολογικούς καταλόγους, κατέτασσαν τους σπαχήδες με τους αντίστοιχους οικισμούς (ή τμήματα οικισμών) δικαιοδοσίας τους στον καζά όπου οι σπαχήδες διέμεναν,60 ή όπου υπάγονταν οικονομικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω και λαμβάνοντας ως μελέτη περίπτωσης το κατάστιχο του 1530 για τις περιοχές Καστοριάς και Βοΐου, διαπιστώνεται ότι άλλη ήταν η σταθερή, γεωγραφικά, και με μόνιμα όρια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιφέρεια του ιεροδικείου (καζάς) και άλλος ο, συνεχώς μεταβαλλόμενος, γεωγραφικός χώρος στρατιωτικής και οικονομικής (φορολογικής) δικαιοδοσίας των φεουδαρχών-ιπποτών-σπαχήδων ενός καζά της πρώιμης οθωμανικής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του οικιστικού δικτύου της περιοχής αναμένεται να διευκρινιστεί περισσότερο και με την έκδοση και επεξεργασία και άλλων φορολογικών καταστίχων της περιόδου.

59

60

S. H. Gibb − H. Bowen, Islamic Society and the West, τ. 1, τμ. 1, Oxford University Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Τορόντο 51963, σ. 147-151. Και όπου, επίσης, διέμεναν οι επικεφαλής των σπαχήδων τοπικοί αξιωματούχοι Subaşi ή Çeribaşi· βλ. σχετικά Gibb − Bowen, ό.π., σ. 149.


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

12:53 AM

71

ΤΟ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ-ΒΟΪΟΥ 1530

Χάρτης 2. Το δίκτυο των οικισμών των σημ. περιοχών Καστοριάς και Βοΐου, σύμφωνα με το κατάστιχο του 1530 (σχεδίαση: Γ. Τσότσος).

71


02_TSOTSOS_049-072:PROTYPH_KOZANH

72

5/15/14

12:53 AM

72

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΤΣΟΣ

Εικ. 1. Η Δυτ. Μακεδονία σε απόσπασμα του χάρτη «Graecia Nuova Tavola», Κλαύδιος Πτολεμαίος, Geographia, έκδ. Vin. Valgrisi και Gir. Ruscelli, Βενετία 1561 (πηγή: Τσότσος, ό.π., χάρτης 22).


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

73

Κώστας Καμπουρίδης

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AIΩNAΣ Η πρώιμη οθωμανική περίοδος της ιστορίας της Δυτ. Μακεδονίας (15ος-16ος αι.) μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως terra incognita, τουλάχιστον από την άποψη της βιβλιογραφικής παραγωγής. Με εξαίρεση την πρόσφατη μελέτη των Καμπουρίδη-Σαλακίδη1 για το βιλαέτι των Σερβίων, που καλύπτει την περίοδο 1500 έως 1613 και η οποία στηρίζεται στα οθωμανικά κατάστιχα απογραφής, για τη Δυτική Μακεδονία, και ειδικότερα την περιοχή των Γρεβενών, απουσιάζει κάποια εξειδικευμένη μελέτη στηριγμένη σε οθωμανικές πηγές. Οι πληροφορίες μας για την περίοδο αυτή βρίσκονται διάσπαρτες σε κώδικες ή και γενικότερα έργα, τα οποία όμως καλύπτουν ευρύτερες χρονολογικές ή θεματικές ενότητες. Μεταξύ αυτών, ο κώδικας της μονής Ζάμπορδας2 είναι η πιο γνωστή και περισσότερο χρησιμοποιούμενη πηγή για την ιστορική γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, κυρίως. Στην κάλυψη των κενών που υπάρχουν ακόμη και σήμερα για την ιστορία αυτής της περιόδου μπορεί να συμβάλει καθοριστικά η μελέτη των οθωμανικών ιστορικών πηγών. Ειδικότερα, οι οθωμανικοί απογραφικοί κώδικες (tapu tahrir defterleri) αποτελούν ίσως τις σημαντικότερες αρχειακές πηγές για την ιστορία του 15ου και 16ου αι., των ‘σκοτεινών’ αιώνων της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο από διοικητική αλλά και από κοινωνική, οικονομική και δημογραφική άποψη. Πρόκειται για δημοσιονομικού χαρακτήρα πηγές, που συντάσσονταν από το οθωμανικό κράτος για φορολογικούς σκοπούς αμέσως μετά την κατάκτηση μιας περιοχής και, κατόπιν, σε κανονικά διαστήματα δέκα ή και είκοσι ετών. Στους κώδικες αυτούς καταγράφονταν οι πηγές εσόδων κάθε μιας επαρχίας του οθωμανικού κράτους, με τελικό σκοπό να μοιρασθούν σε όσους πρόσφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες, τους ιππείς (sipahi) κυρίως, αλλά και στους υπόλοιπους αξιωματούχους του κράτους, με τη μορφή τιμαρίων, ζεαμετίων και hass. Όμως, όλες οι πηγές εσόδων μιας περιοχής δεν προορί1

2

Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2013. Έκδοση του κώδικα από την Εύη Ολυμπίτου στο Mαρία-Xριστίνα Xατζηϊωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία. Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, [ΚΝΕ/ΕΙΕ], Αθήνα 2000, σ. 86-236.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

7

5/15/14

1:00 AM

74

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

ζονταν για το στρατιωτικό και διοικητικό προσωπικό της επαρχίας ή της ευρύτερης διοίκησης. Kατά κανόνα, o κεφαλικός φόρος (cizye), και ενδεχομένως και άλλες πηγές προσόδων, όπως ο φόρος προβάτων, εισπράττονταν απευθείας για την κεντρική εξουσία. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στους δύο κώδικες για τα Γρεβενά, για τους οποίους γίνεται λόγος παρακάτω, δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτούς τους φόρους. Στο Οθωμανικό Αρχείο της Πρωθυπουργίας (Başbakanlık Osmanlı Arşivi) στην Κωνσταντινούπολη απόκεινται δύο κώδικες απογραφής, που αφορούν στην επαρχία Γρεβενών. Είναι αδημοσίευτοι, χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 16ου αι., και αποτελούν τμήματα ευρύτερων κωδίκων. Ο πρώτος, χρονολογικά, κώδικας φέρει την ταξινομική ένδειξη ΤΤ 350 (εικ. 1), ενώ το τμήμα που αφορά την περιοχή Γρεβενών αποτελούν οι σελ. 588-687. Στον ταξινομικό οδηγό του Αρχείου ως χρονολογία σύνταξης του κώδικα αναφέρεται το έτος Εγείρας 972, δηλ. το έτος 156/65. Ο κώδικας, επομένως, συντάχθηκε κατά την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του. Στον ίδιο κώδικα συμπεριλαμβάνονται και άλλες περιοχές, που ανήκαν επίσης στο σαντζάκι ή λιβά των Ιωαννίνων/Yanya. Αν και το σαντζάκι Ιωαννίνων/liva-i Yanya ιδρύθηκε τον 15ο αι., το παλαιότερο σωζόμενο tahrir defteri για το σαντζάκι αυτό χρονολογείται στον 16ο αιώνα: πρόκειται για το λεπτομερές mufassal TT 350, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα Γρεβενά. Ο δεύτερος κώδικας στον οποίο περιέχεται απογραφή των Γρεβενών, ο ΤΤ 586, είναι και αυτός λεπτομερής και χρονολογείται το έτος Εγείρας 987/1579. Το τμήμα για την επαρχία Γρεβενών αποτελούν οι σελ. 50613. Ένα τρίτο λεπτομερές κατάστιχο για τον λιβά Ιωαννίνων φυλάσσεται στο αρχείο Tapu ve Kadastro στην Άγκυρα και χρονολογείται το έτος Εγείρας 991/1583. Ο κώδικας αυτός αποτελείται από τα κατάστιχα με αριθμό ΤD 28 και ΤD 32, οι πληροφορίες όμως που περιέχει είναι ίδιες με εκείνες του ΤΤ 586, αντίγραφο του οποίου μπορεί και να θεωρηθεί.3 Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε εν συντομία την εικόνα της περιοχής Γρεβενών με βάση μια πρώτη επεξεργασία των δεδομένων του πρώτου κώδικα ΤΤ 350. Όπως φαίνεται από τη γεωγραφική διασπορά των καταγραφόμενων οικισμών, ο όρος επαρχία Γρεβενών, nahiye-i Grebene ή και Girebene, συμπίπτει σε γενικές γραμμές με τον σημερινό νομό Γρεβενών. Στις σελίδες του

3

Bλ. Melek Delilbaşı – Hatice Oruc, «The Properties of Fatima Sultan in Ioannina in the sixteenth Century», στο: El. Kolovos – Ph. Kotzageorgis – Sophia Laiou – Mar. Sariyannis (εκδ.), The Ottoman Empire, The Balkans, The Greek Lands: Toward a Social and Economic History. Studies in Honor of Joun C. Alexander, εκδ. Isis Press, Kωνσταντινούπολη 2007, σ. 62.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

75

75

κώδικα για τα Γρεβενά δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τη χρονολογία σύνταξής του. Προφανώς, η χρονολόγησή του τοποθετήθηκε στο έτος 156 από τους ταξινόμους του Αρχείου, που θα είχαν υπόψιν τους ολόκληρο τον κώδικα. Προσπαθήσαμε όμως να εκμαιεύσουμε ή να επιβεβαιώσουμε τη χρονολογία σύνταξης του κώδικα, αναζητώντας πληροφορίες για τα πρόσωπα στα οποία παραχωρήθηκαν χάσια ή μεγάλα ζεαμέτια, για τα οποία είμαστε σε θέση να αντλήσουμε στοιχεία. Μετά, λοιπόν, τις πρώτες καταχωρίσεις στους κώδικες απογραφής, στις οποίες γίνεται λόγος για τις κτήσεις του σουλτάνου, γνωρίζουμε ότι στη συνέχεια καταγράφονται τα χάσια των άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων στην περιοχή, με πρώτους τους μεγάλους βεζίρηδες. Έτσι, όταν μετά το χωριό Palihor, που ανήκε στα χάσια του τότε σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, καταγράφεται η φορολογική πρόσοδος της Σαμαρίνας, αναφέρεται ότι αυτή ανήκει στα χάσια της εξοχότητας του Ali Paşa (an hasha-i hazret-i Ali Paşa). Επειδή το κατάστιχο στον ταξινομικό οδηγό του Αρχείου έχει ήδη χρονολογηθεί το 156, συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για τον μεγ. βεζίρη Semiz Ali Paşa κατά το διάστημα που αυτός ήταν μεγ. βεζίρης για πρώτη φορά, δηλ. τα έτη 1561 έως 1565. Διοικητικά η επαρχία Γρεβενών υπαγόταν στον λιβά ή σαντζάκι Ιωαννίνων (nahiye-i Girebene der liva-i Yanya). Σύμφωνα με τους κώδικες απογραφής του 16ου αι., το σαντζάκι των Ιωαννίνων αποτελούνταν από δύο περιφέρειες ή καζάδες, τον kaza-i Yanya (Ιωάννινα) και τον kaza-i Narda (Άρτα). Η επαρχία Γρεβενών (nahiye-i Grebene) υπαγόταν στον καζά Ιωαννίνων (Yanya). Τα αναλυτικά κατάστιχα απογραφής (mufassal defterleri) αποτελούσαν μια λεπτομερέστατη καταγραφή των οικισμών μιας περιοχής. Αρχικά, γραφόταν το όνομα του οικισμού, αν αυτός ήταν χωριό/karye ή πόλη/nefs, αλλά και άλλες σημειώσεις, όπως εάν ο οικισμός ανήκε σε τιμάριο, ζεαμέτι ή σε κάποιο χάσι. Ακολουθούσαν τα ονόματα των επικεφαλής των νοικοκυριών (hane) που φορολογούνταν και, στην περίπτωση των χριστιανικών οικισμών, επίσης τα ονόματα των χηρών που ήταν επικεφαλής των νοικοκυριών. Μια ιδιομορφία των δυο κωδίκων αποτελεί το γεγονός ότι πουθενά στην επαρχία Γρεβενών δεν καταγράφονται χήρες (bive) ως επικεφαλής νοικοκυριών, παρά μόνον άρρενες έγγαμοι και άγαμοι νέοι (mücerred). Πιθανώς, επειδή οι χήρες πλήρωναν μικρότερο φόρο ispence, ένα είδος κεφαλικού φόρου που προϋπήρχε της οθωμανικής κατάκτησης στα Βαλκάνια, οι οθωμανοί αξιωματούχοι απέφευγαν να τις καταγράψουν ως τέτοιες. Μετά τα ονόματα των επικεφαλής των νοικοκυριών σημειώνεται η πρό

Στον επόμενο κώδικα ΤΤ 586 η Σαμαρίνα εμφανίζεται ως χάσι του μεγ. βεζίρη [Koca] Sinan Paşa, επίσης αλβανικής καταγωγής.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

76

5/15/14

1:00 AM

76

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

σοδος (hasıl), την οποία έδινε ο καταγραφόμενος οικισμός στον τιμαριούχο, είτε με τη μορφή προσωπικών φόρων επί των χριστιανών και των μουσουλμάνων οι οποίοι κατείχαν γη, όπως ο ispence για τους χριστιανούς και ο resmi çift για τους μουσουλμάνους, είτε με τη μορφή της δεκάτης σε δημητριακά ή άλλα προϊόντα, είτε με τη μορφή κάποιων άλλων φόρων, όπως του niyabet, του koruculuk και του arusiyye. Αναφέρθηκε, ήδη, ότι ορισμένες πηγές εσόδων, όπως ο κεφαλικός φόρος ή οι φόροι στα πρόβατα, εισπράττονταν απευθείας για το κράτος. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αναφέρεται κάτι σχετικό στους κώδικες, αφού αυτοί συντάχθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να μοιραστούν τα έσοδα των επαρχιών της αυτοκρατορίας κυρίως στους στρατιωτικούς sipahi. Η κτηνοτροφία στην περιοχή θα αποτελούσε βασική επαγγελματική ασχολία, την οποία οι χριστιανοί κάτοικοι συμπλήρωναν και με τους χοίρους, για τους οποίους πλήρωναν και τον φόρο bidat-i hanazir. Η απογραφή της επαρχίας Γρεβενών στο κατάστιχο ΤΤ 350 αρχίζει, όπως συμβαίνει στους κώδικες αυτού του είδους, με την καταγραφή των κτήσεων του σουλτάνου στην επαρχία (nahiye) των Γρεβενών. Η λέξη Γρεβενά αποδίδεται στα οθωμανικά τουρκικά ως Grebene, Girebene και –για μια μόνον φορά– ως Karabene. Στην επαρχία Γρεβενών καταγράφονται συνολικά 151 οικισμοί ή χωριά (karye) και μεζράδες (mezraa), δηλ. αγροτικές εκτάσεις, που καλλιεργούνται από κατοίκους γειτονικών χωριών και δεν είχαν μόνιμους κατοίκους. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας οικισμός της περιοχής δεν χαρακτηρίζεται στο κείμενο ως πόλη (nefs), δεν έχει δηλαδή όχι μόνον το μέγεθος, αλλά κυρίως τα χαρακτηριστικά εκείνα γνωρίσματα που θα έκαναν τους Οθωμανούς να τον θεωρήσουν ως μια πόλη. Τέτοια γνωρίσματα θα μπορούσε να ήταν, για παράδειγμα, να αποτελεί ο οικισμός την έδρα ενός καδή ή του βοηθού του, του ναΐπη, ενός αξιωματικού (serdar) των Γενιτσάρων, ή να έχει συνοικίες (mahalle). Πρέπει ακόμη να τονισθεί, διότι αυτό έχει σημασία για την ιστορική συνέχεια της πόλης των Γρεβενών και συμβάλλει στον σχετικό ιστορικό προβληματισμό, ότι τα ίδια τα Γρεβενά, είτε ως απλός οικισμός (karye) είτε ως πόλη (nefs), δεν αναφέρονται ούτε μία φορά στο κατάστιχο. Δεν υπάρχει οικιστική συνάθροιση με το όνομα Γρεβενά, αν και η τυπική φράση «υπάγεται στα Γρεβενά (tâbi-i Girebene)» αναφέρεται για όλους τους οικισμούς της περιοχής που παραχωρούνται ως τιμάρια. Φαίνεται, δηλαδή, η επαρχία των Γρεβενών να μην έχει διοικητικό κέντρο, μία πόλη σημείο αναφοράς, και πως στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο για την οθωμανική διοίκηση πρυτάνευσαν άλλα κριτήρια από τα πληθυσμιακά. Αυτό το διοικητικό κέντρο της επαρχίας θα έπρεπε να ήταν κάποιος οικισμός ή τα ίδια τα Γρεβενά, τα οποία όμως δεν καταγράφονται ως οικισμός σε κανέναν από τους δύο κώδικες.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

77

77

Οι μόνες κτήσεις σουλτάνων (hass-i hümayun ή havass-i hümayun) που καταγράφονται στην περιοχή εντοπίζονται στα χωριά Palihor και Zaborda. Εννοείται, βέβαια, ότι αυτά ήταν μερικά μόνο από τα πολυπληθή χάσια, που υπήρχαν σε όλη την αυτοκρατορία και ανήκαν στον τότε σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Ακολουθεί το χάσι του μεγ. βεζίρη [Semiz] Ali Paşa στο χωριό Σαμαρίνα και ένα χάσι του mir-i liva, του σαντζάκμπεη, δηλαδή των Ιωαννίνων, στο χωριό Havlular/Αυλές, κοντά στα σημερινά Γρεβενά. Η απογραφή συνεχίζεται με την καταχώριση 13 ζεαμετίων στην περιοχή, που ανήκαν σε στρατιωτικούς αξιωματούχους, όπως o miralay των Ιωαννίνων, σε αξιωματικούς της αριστερής πτέρυγας [των Βαλκανίων] (müteferrika-i sol kol: πρόσωπα επιφορτισμένα με διάφορες υπηρεσίες στην υπηρεσία του σουλτάνου) και σε ser-i bevvabin (επικεφαλής των θυρωρών της Πύλης). Οι υπόλοιπες κτήσεις είναι απλά τιμάρια, που ανήκουν σε ιππείς πολεμιστές (sipahî) ή, ακόμη, και άνδρες που υπηρετούσαν στο κάστρο των Γρεβενών. Άξιο προσοχής ότι μεταξύ των τιμαριούχων στην επαρχία Γρεβενών υπάρχουν και δύο, για τους οποίους ο συντάκτης του κώδικα δηλώνει ότι πρόκειται για νεοπροσήλυτους μουσουλμάνους: «νέοι μουσουλμάνοι (müslim-i nev)». Πρόκειται για τους τιμαριούχους των οικισμών Gridavdes και Rahoviç. Η προβολή της νέας τους θρησκείας αποτελεί ίσως ένδειξη για την πολιτική που ακολουθούσε το οθωμανικό κράτος, να ανταμείβει δηλαδή με αξιώματα και υλικά αγαθά όσους από τους χριστιανούς προσηλυτίζονταν στο ισλάμ, έτσι ώστε αυτοί να συνιστούν παράδειγμα και για τους πρώην ομοθρήσκους τους. Αν και τα φορολογικά κατάστιχα γράφτηκαν με κύριο σκοπό τη διανομή των εσόδων στους στρατιωτικούς που πρόσφεραν υπηρεσίες, είναι μια πρώτης τάξεως πηγή και για τη διενέργεια δημογραφικών εκτιμήσεων σε μια περιοχή. Η βασική οικονομική μονάδα που καταγράφεται είναι το νοικοκυριό (hane) με το όνομα του επικεφαλής άρρενα έγγαμου. Επειδή για κάθε οικισμό κατά την καταχώριση ενός τιμαρίου σημειώνεται και ο συνολικός αριθμός των εστιών για τις οποίες αυτός φορολογούνταν, έχουμε αμέσως μια πρώτη, κατά προσέγγιση, εικόνα για τον πληθυσμό μιας πόλης ή μιας περιοχής. Συνολικά, στο κατάστιχο της επαρχίας Γρεβενών καταγράφονται περίπου 5.56 νοικοκυριά. Αν για τις δημογραφικές μας προσεγγίσεις δεχθούμε τον συντελεστή 5 (περίπου τα μέλη μιας οικογένειας), τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Γρεβενών την περίοδο αυτή αριθμούσε 27.820 άτομα. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, και μάλιστα από μια γειτονική προς τα Γρεβενά επαρχία, την ίδια χρονική περίοδο (έτ. 1569), η επαρχία Σερβίων (Serfice), όπως φαίνεται από τον κώδικα ΤΤ 79, στον οποίο αυτή απογράφεται, φορολογήθηκε για 7.706 νοικοκυριά, από τα οποία όμως τα 1.505 ήταν μουσουλμανικά λόγω της πυκνής εγκατάστασης Γιουρούκων στην περιοχή.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

78

5/15/14

1:00 AM

78

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

Στην περιοχή των Γρεβενών κατά το χρονικό διάστημα 156-1579 οι καταγραφόμενοι οικισμοί (karye) είναι μόνον χριστιανικοί. Καμία εγκατάσταση τουρκικών νομαδικών φύλων δεν ανιχνεύεται στην επαρχία, όπως συνέβη στην επαρχία Σερβίων, όπου ο εποικισμός της περιοχής με Γιουρούκους είχε κατά ένα μεγάλο μέρος ολοκληρωθεί ως τα μέσα του 16ου αιώνα. Επειδή το ζήτημα του χρονικού προσδιορισμού του εξισλαμισμού κατοίκων της περιοχής Γρεβενών αλλά και του Βοΐου παραμένει εν πολλοίς άλυτο, σημειώνουμε πως εκτός από την περίπτωση του χωριού Virbova/Ιτέα, στο οποίο καταγράφονται δύο αδέλφια μουσουλμάνοι –όχι όμως «γιοι του Αμπντουλλάχ»– να πληρώνουν τον φόρο resm-i çift, δεν απαντoύν μουσουλμάνοι φορολογούμενοι μεταξύ των κατοίκων χριστιανικών χωριών της επαρχίας, γεγονός το οποίο γνωρίζουμε ότι συνήθως αποτελούσε την απαρχή ενός ευρύτερου εξισλαμισμού του χωριού ή της περιοχής. Όπως φαίνεται από τον αριθμό των νοικοκυριών που φορολογούνταν, οι περισσότεροι οικισμοί στην επαρχία Γρεβενών έχουν μικρό σχετικά μέγεθος. Συγκεκριμένα, οι 102 από τους 151 οικισμούς που καταγράφονται στους κώδικες έχουν μέγεθος μικρότερο από 50 σπίτια (hane). Αν και η ύπαρξη πολλών οικιστικών συναθροίσεων με σύντομη διάρκεια ζωής ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιστορικής γεωγραφίας κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο, λόγω των συνεχών αναστατώσεων που αυτή επέφερε, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται απόλυτα από τις πηγές μας, αφού ο αριθμός τους παραμένει σχετικά σταθερός. Όμως, και το μικρό χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ετών δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Για τους περισσότερους από τους οικισμούς του 156 έχει καταστεί δυνατή η ταύτισή τους με σύγχρονα χωριά, που υπάρχουν ως τις μέρες μας με διαφορετικές ή αλλαγμένες ονομασίες. Οικιστικές συναθροίσεις με περισσότερα από 100 φορολογούμενα νοικοκυριά /hane στην επαρχία Γρεβενών είναι οι οικισμοί Venci με 151 νοικοκυριά, Samarina με 128, Holonişta με 126, Şirin και οι συνοικίες του (mahalle) με 125, Radoşinişta με 100, Şarakina με 102, İkseropotamo nam-i diğer (= άλλο όνομα) Filibe με 117, Çurhli με 117, Torista με 100 και İstilo με 121. Αντίστοιχα, την ίδια περίπου χρονική περίοδο (1569) στην περιοχή των Σερβίων καταγράφονται πολύ μεγαλύτεροι σε μέγεθος οικισμοί, όπως Kalyani με 53 νοικοκυριά, Libyot nam-i diğer Velvendos με 88 εστίες, Rahova με 35 και Vanca-i Büzürg με 322, εκτός βέβαια από το διοικητικό κέντρο της περιοχής, τα Σέρβια, που τότε αριθμούσε 830 χριστιανικές οικογένειες.5 Η καταγραφή ενός οικισμού στον κώδικα με περισσότερα νοικοκυριά από έναν άλλο δεν σήμαινε κατ’ ανάγκην ότι ο οικισμός αυτός απέδιδε και μεγαλύ5

Καμπουρίδης – Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα, σ. 67-68.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

79

79

τερη πρόσοδο. Επειδή, όπως προαναφέραμε, στον κώδικα καταγράφονται μόνον οι φόροι που προορίζονταν για τους τιμαριούχους και όχι εκείνοι που πήγαιναν στην κεντρική εξουσία, οικισμοί οι οποίοι στήριζαν την οικονομία τους στην καλλιέργεια δημητριακών κυρίως, ή και στην αμπελουργία, και όχι κατ’ ανάγκην στην κτηνοτροφία, αν και μικρότεροι πληθυσμιακά, παρουσιάζουν μεγαλύτερη πρόσοδο από άλλους. Παράδειγμα αποτελεί το χωριό Sombino/Κοκκινιά, το οποίο με 95 σπίτια είχε συνολική πρόσοδο 37.000 άσπρα, τη μεγαλύτερη από όλα τα χωριά των Γρεβενών, από την οποία τα 21.900 ήταν η δεκάτη στα δημητριακά. Η πρόσοδος αυτή ήταν μεγαλύτερη και από αυτή του χωριού Venci, που όπως αναφέρθηκε είχε 151 εστίες και πρόσοδο 17.000 άσπρα. Ένα ακόμη παράδειγμα: η Σαμαρίνα με 128 νοικοκυριά είχε πρόσοδο μόλις .695 άσπρα, με ελάχιστη παραγωγή δημητριακών, στα οποία η δεκάτη ήταν μόνον 1.068 άσπρα. Γίνεται φανερό ότι η βασική βιοποριστική ασχολία των κατοίκων της Σαμαρίνας, όπως και άλλων οικισμών, δεν ήταν η γεωργία αλλά η κτηνοτροφία, για την οποία όμως δεν υπάρχει καμία ένδειξη στους κώδικες, εφόσον σε αυτούς δεν καταγράφονται οι σχετικοί φόροι. Άλλοι οικισμοί με φορολογική πρόσοδο μεγαλύτερη από το όριο των 10.000 άσπρων αποτελούν οι οικισμοί Zaborda με 60 νοικοκυριά και 12.970 άσπρα πρόσοδο, Timiniç με 50 σπίτια και 10.000 άσπρα πρόσοδο, Dovrani με 27/10.099, Ayo Dimitri με 92/13.20, Mavronoz με 73/1.000, Gridades με 71/15.725 και Kaloşi με 97/1.600. Όπως φαίνεται από τη δεκάτη που αποδίδουν, οι οικισμοί αυτοί στηρίζουν την οικονομία τους κυρίως στην παραγωγή των δημητριακών σιτάρι (gendüm), «μείγμα» (mahlut) και χόρτο (giyah), αντίθετα από άλλους οικισμούς της περιοχής, οι οποίοι σε σχέση με τον πληθυσμό τους έχουν μικρή παραγωγή δημητριακών. Συνολικά, το 156 η επαρχία Γρεβενών φέρεται να αποδίδει φορολογική πρόσοδο αξίας 752.956 άσπρων. Αναλυτικά, τα έσοδα αυτά προέρχονται από τους λεγόμενους προσωπικούς φόρους, τη δεκάτη στα δημητριακά και σε άλλα αγροτικά προϊόντα και από φόρους της κατηγορίας niyabet. Αντίστοιχα, στον κώδ. ΤΤ 79 η πρόσοδος της επαρχίας Σερβίων/Serfice ανέρχεται σε 860.887 άσπρα, από τα οποία 122.279 άσπρα είναι πρόσοδος που λαμβάνεται από τους μουσουλμανικούς οικισμούς των Σερβίων. Τα 13.729 άσπρα της προσόδου των Γρεβενών, ποσοστό 17,89%, αποτελούν οι προσωπικοί φόροι ispence και resm-i çift. Ουσιαστικά όμως μόνον από τον φόρο ispence, αφού μουσουλμάνοι ραγιάδες δεν υπήρχαν στην περιοχή, και ο resm-i çift αφορά μόνον δύο οικογένειες σε έναν οικισμό. Οι δεκάτες (aşar), σε χρήμα ή σε είδος, επί των δημητριακών προϊόντων αποτελούσαν συνήθως το μεγαλύτερο μέρος της προσόδου που έδινε ένας οικισμός. Τα δημητριακά που καλλιεργούνταν στην περιοχή και από τα οποία λαμβανόταν ο φόρος της δεκάτης, δηλ. το 1/10 ή και παραπάνω της παραγωγής, ήταν μόνον


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

80

5/15/14

1:00 AM

80

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

το σιτάρι (gendüm), το μείγμα σίκαλης και σταριού (mahlut) και το χόρτο για την εκτροφή ζώων (giyah). Συγκρίνοντας τα προϊόντα αυτά με εκείνα στην επαρχία Σερβίων, διαπιστώνουμε ότι εκεί καλλιεργούνταν περισσότερα είδη δημητριακών, όπως το κριθάρι (cev), ο βίκος (burçak), το κεχρί (erzen) και η βρώμη (alef). Άλλη μια ιδιαιτερότητα στις καλλιέργειες της περιοχής αποτελεί και η απουσία από την πρόσοδο των οικισμών δεκάτης στα όσπρια, όπως οι φακές και τα ρεβίθια. Αυτά τα τρία βασικά είδη δημητριακών στην περιοχή δίνουν με τη δεκάτη τους πρόσοδο 30.853 άσπρων, ποσό που αποτελεί και το 57.22% της όλης προσόδου της επαρχίας. Το ήμισυ της προσόδου των δημητριακών, τα 216.83 άσπρα ή 2.397 «φορτώματα» (hıml), προέρχονται από τη δεκάτη στο σιτάρι, και ακολουθεί το «μείγμα» με 189.810 άσπρα και 2.875 φορτώματα. Μία μικρή έκπληξη μπορεί να θεωρηθεί η αμπελοκαλλιέργεια στην επαρχία Γρεβενών, λόγω κυρίως της διάδοσής της, αποτελώντας ένα σημαντικό τομέα της αγροτικής παραγωγής. Σε όλα σχεδόν τα χωριά της περιοχής –ελάχιστα είναι αυτά που δεν καλλιεργούν αμπέλια– καταγράφεται στην πρόσοδό τους η δεκάτη από τον μούστο (şıra), η οποία συνολικά φτάνει τα 6.690 «μέτρα» (medre)6 και ισοδύναμη χρηματική αξία 95.515 άσπρα. Το ποσό αυτό αποτελεί το 12.69% της συνολικής προσόδου της επαρχίας Γρεβενών. Μεγάλοι οινοπαραγωγικοί οικισμοί είναι οι Sombino με 950 medre και αποτίμηση δεκάτης 11.00 άσπρα, Radoşinişta με 20 medre και 3600 άσπρα, Venci με 300 medre και .500 άσπρα, Çurhli με 260 medre και 3.900 άσπρα, Mavronoz με 220 medre και 3.300 άσπρα, και Şirin με 135 medre και 2.025 άσπρα. Ακόμη και η Σαμαρίνα εμφανίζεται να δίνει, μικρή έστω, δεκάτη μούστου 20 medre ισοδύναμης αξίας 20 άσπρων. Η παρατήρηση αυτή, με δεδομένο πως η αμπελοκαλλιέργεια σε τέτοια υψόμετρα είναι απαγορευτική, μπορεί να συμβάλει και στη συζήτηση για τη θέση του οικισμού αυτή τη χρονική περίοδο. Αποτελεί, ίσως, ένδειξη πως η Σαμαρίνα βρισκόταν τότε σε άλλο σημείο, νοτιότερα και χαμηλότερα του σημερινού οικισμού.7 Φαίνεται, λοιπόν, ότι η αμπελοκαλλιέργεια στα Γρεβενά ήταν αναπτυγμένη και ότι η περιοχή μπορεί να θεωρηθεί ως μια οινοπαραγωγική περιοχή. Η εμπορευματοποίηση του κρασιού που παρατηρείται στον οθωμανικό χώρο είχε ως αποτέλεσμα τον 16ο αι. περιοχές με χριστιανική πλειονότητα να στηρίζουν την οικονομία τους σε αξιόλογο βαθμό στην κοπιαστική και ευαίσθητη αμπελοκαλλιέργεια.8 6 7

8

Ο medre ισοδυναμούσε με 8 ή 9 οκάδες, δηλαδή με 10 ή 11,5 κιλά. Γ. Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας. Το Οικιστικό Δίκτυο, 14ος17ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 0. Φωκίων Κοτζαγεώργης, Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος-17ος αι.), Ξάνθη 2008, σ. 192-195.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

81

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

81

Άλλες δεκάτες, εκτός από αυτές στα δημητριακά και στην αμπελουργία, καταγράφονται στους λαχανόκηπους (öşr-ü bostan), στα καρύδια (ceviz), στα φρούτα (meyva) και στα κεράσια (kiras). Δεκάτη πληρώνουν επίσης και μικρές ιδιόκτητες επιχειρήσεις, όπως οι κυψέλες μελισσών (öşr-ü gevare ή öşr-ü kovan), ενώ οι μύλοι (asyab), όπου αυτοί υπήρχαν, καθώς και οι μύλοι για τις κάππες (asyab-i kebe) πληρώνουν φόρο (resm) ανάλογα με τον αριθμό τους και το διάστημα λειτουργία τους σε έναν χρόνο. Δεκάτη λαμβανόταν ακόμη και από προϊόντα που χρησιμοποιούνταν στην υφαντουργία, όπως το λινάρι (ketan) και η κάνναβη (kendir). Στην παραγωγή ύλης για προϊόντα μεταξουργίας παραπέμπει και η δεκάτη από τα κουκούλια (öşr-ü kökül), που συναντούμε σε 16 χωριά της περιοχής, αν και αυτή είναι πολύ λίγη. Αξιοπρόσεκτη και η καλλιέργεια κρόκου (zaferan) σε 22 χωριά με επίκεντρο τη Zaborda, που δίνει τη μεγαλύτερη δεκάτη με 300 άσπρα. Άλλες περιοχές, στις οποίες καλλιεργείται ο κρόκος, ήταν οι Palihor, Kolokisaki, Holonista, Plançiko, Venci, Kaloşi, Gurunak και İskumiza. Η συνολική αποτίμηση της δεκάτης επί του κρόκου ήταν μόλις 1.251 άσπρα, γεγονός που δείχνει ότι η καλλιέργεια κρόκου δεν ήταν σημαντική στις αγροτικές δραστηριότητες. Στην οθωμανική περίοδο τα πανηγύρια (bazar ή panayır) συνέχισαν την παράδοση των προοθωμανικών χρόνων και διακινούσαν πολλά προϊόντα, συμβάλλοντας, με τον τρόπο αυτό, στην ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών. Η ύπαρξή τους σε μια περιοχή ανιχνεύεται από την καταγραφή στην πρόσοδο ενός οικισμού του φόρου bacıbazar, «τα τέλη αγοράς ή διέλευσης από τα προς πώληση αγαθά, ανά φορτίο», για το παζάρι που διεξαγόταν εκεί. Για ορισμένα από αυτά φαίνεται πως η λειτουργία τους ήταν άγνωστη ως τις μέρες μας, όπως των χωριών Havlular και Sombino, ενώ για άλλα η αρχή τους φθάνει πιο βαθιά στον χρόνο. Ειδικότερα, φόρος bacıbazar καταγράφεται σε πέντε χωριά των Γρεβενών, στο Havlular/Αυλές με αποδιδόμενη πρόσοδο 1.960 άσπρα, Sombino με 00 άσπρα, Mavronoz/Μαυρονόρος με 1.200 άσπρα, Osnik/[...] με 300 και Manesi/Ανθρακιά με 100 άσπρα, συνολικά 3.960 άσπρα σε όλη την επαρχία. Φαίνεται ότι ο bacıbazar αποτελεί ένα μικρό ποσοστό της όλης προσόδου της επαρχίας, δείχνοντας παράλληλα και τον μικρό βαθμό της εμπορευματοποίησης των αγαθών που διακινούνταν στην περιοχή. Εξάλλου, η έλλειψη ενός μεγάλου οικιστικού και διοικητικού κέντρου στην περιοχή, στο οποίο θα κατέληγαν τα προϊόντα, συνηγορούσε προς αυτό. Αρκεί να σημειωθεί ότι την ίδια χρονικά περίοδο και μόνον στη πόλη των Σερβίων/nefs-i Serfice, το κέντρο της ομώνυμης επαρχίας, ο bacıbazar καταγράφεται με 2.000 άσπρα.9 9

Καμπουρίδης – Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα, σ. 751.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

82

5/15/14

1:00 AM

82

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

Έκπληξη προκαλεί η καταχώριση του bacıbazar στην πρόσοδο του Havlular /Αυλές με 1.960 άσπρα. Και αυτό επειδή ο οικισμός, που ανήκε στα χάσια του τότε σαντζάκμπεη των Ιωαννίνων (an hasha-i mir-i liva-i Yanya), φέρεται στην απογραφή με μόλις επτά νοικοκυριά και συνολική πρόσοδο 5.000 άσπρα. Είναι, λοιπόν, λίγο παράξενο το μεγαλύτερο παζάρι της επαρχίας Γρεβενών, όπως φαίνεται από το ύψος του φόρου, να διεξάγεται σε έναν οικισμό, που φορολογείται μόνον για επτά σπίτια, από τους μικρότερους οικισμούς της επαρχίας Γρεβενών. Το ποσό και μόνον υποδηλώνει ότι το παζάρι ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο της περιοχής, και δεν μπορούσε να διακινεί αγαθά και εμπορεύματα μόνον του χωριού, στην πρόσοδο του οποίου καταγράφονταν, αλλά από μία ευρύτερη περιφέρεια. Το δεύτερο σε μέγεθος παζάρι διεξαγόταν στο χωριό Mavronoz, το οποίο στον ΤΤ 350 καταγράφεται με 73 σπίτια και πρόσοδο 1.000 άσπρα, από τα οποία τα 1.200 άσπρα προέρχονταν από τον bacıbazar. Αυτή η αναφορά στο πανηγύρι του Μαυρονόρους είναι η παλαιότερη, με δεδομένο ότι οι σχετικές αναφορές είναι βιβλιογραφικά νεότερες και ανάγονται στον 18ο και 19ο αιώνα.10 Πάντως, στην επόμενη απογραφή του 1579 ο ίδιος φόρος ανέρχεται σε 250 άσπρα, γεγονός που δείχνει ότι οι συναλλαγές στο παζάρι ήταν αρκετά λιγότερες και η πορεία του ίσως φθίνουσα. Φόρος παζαριού καταγράφεται επίσης και στο χωριό Sombino/Κοκκινιά, που ανέρχεται σε 00 άσπρα. Η ύπαρξη στο χωριό αυτό παζαριού δικαιολογείται μάλλον από τη μεγάλη πρόσοδο του συγκεκριμένου οικισμού, που φτάνει τα 37.000 άσπρα και η οποία βασιζόταν κυρίως στη παραγωγή δημητριακών. Προβληματισμό όμως δημιουργεί μια σημείωση για τον bacıbazar του χωριού Manesi/Ανθρακιά. Το χωριό αυτό ήταν από κοινού τιμάριο των Haşim, γιου Abdullah, και του Abdurrahman, που ήταν και ο φρούραρχος του κάστρου των Γρεβενών (dizdar-i kale-i Girebene). Η πρόσοδός του ανερχόταν σε .300 άσπρα, τα οποία μοιράζονταν άνισα οι δύο τιμαριούχοι. Στην ανάλυση, λοιπόν, της προσόδου παρατηρείται ότι στο μερίδιο του Abdurrahman υπάρχει φορολογικό έσοδο και από τον φόρο αγοράς των Γρεβενών (bacıbazar-i Girebene). Εκτός από μεμονωμένες αναφορές στο κάστρο των Γρεβενών (kale-i Girebene), που υπάρχουν στον κώδικα κατά την παραχώρηση ενός τιμαρίου στον φρούραρχο ή και στους άνδρες του κάστρου των Γρεβενών (merdan-i kale-i Girebene), η σημείωση αυτή είναι η μοναδική στον κώδικα, από την οποία μπορούμε να εννοήσουμε ότι την περίοδο εκείνη υπήρχε οικισμός με την ονομασία Girebene, αφού ο φόρος bacıbazar αλλά και το μέγεθός του (100 άσπρα) δεν ήταν δυνατόν να ανα10

Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας, σ. 5-55.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

83

83

φέρεται σε ολόκληρη τη περιοχή των Γρεβενών αλλά σε κάποιο συγκεκριμένο πόλισμα ή χωριό. Η ορεινή περιοχή των Γρεβενών, ως γεωγραφικός χώρος από τον οποίο διέρχονταν αναγκαστικά άνθρωποι και εμπορεύματα για τη μετάβασή τους σε άλλα γειτονικά μέρη, όπου διεξάγονταν μεγάλα και φημισμένα πανηγύρια, όπως του Τσοτυλίου, του Μαυρονόρους, της Ελασσόνας, του Μοσχολουρίου, αλλά και καθ’ οδόν για την Κωνσταντινούπολη, εγκυμονούσε ασφαλώς πολλούς κινδύνους για τους ταξιδιώτες. Στην περιοχή υπήρχαν στενές διαβάσεις, από τις οποίες έπρεπε οπωσδήποτε να περάσουν οι οδοιπόροι και οι έμποροι, διακινδυνεύοντας την ασφάλειά τους. Επομένως, η φύλαξη των τόπων αυτών αλλά και η συντήρηση των γεφυρών που υπήρχαν εκεί συνιστούσε για το οθωμανικό κράτος σημαντικό μέλημα. Η οθωμανική διοίκηση, ήδη από τους πρώτους αιώνες, επέβαλε στους κατοίκους των περιοχών που χαρακτηρίστηκαν ως δερβένια (derbend) να φυλάγουν τα περάσματα αυτά από τις επιδρομές κλεφτών και άλλων ληστών, όπως ονομάζονται στα οθωμανικά κείμενα, με αντάλλαγμα την απαλλαγή τους από ορισμένες κατηγορίες φόρων, συνήθως τους έκτακτους φόρους της κατηγορίας avarız.11 Στην επαρχία Γρεβενών καταγράφονται τα δερβένια της Κρανιάς, του Nidroz –χαρακτηρίζεται ως παλιό δερβένι (derbend-i kadim)–, Lepeniç –χαρακτηρίζεται ως νέο δερβένι (derbend-i cedid)–, του Boniç και του Radovizdi. Το σημαντικότερο, λόγω της γεωγραφικής του θέσης αλλά και του συνακόλουθου πληθυσμιακού του μεγέθους, ήταν ασφαλώς το δερβένι της Κρανιάς/Kranya. Το 156 φέρεται να ανήκει στο ζεαμέτι του Şuca, αλλά στην επόμενη απογραφή του 1579 συμπεριλαμβάνεται πλέον στις βασιλικές κτήσεις (an havass-i hümayun).12 Για το δερβένι της Κρανιάς υπάρχει η μοναδική εκτενής σημείωση στον κώδικα,13 στην οποία αναφέρεται πως το χωριό φορολογείται με πρόσοδο 7.500 άσπρα. Η πρόσοδος, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ο οιονεί κεφαλικός φόρος ispence, έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το «έθιμο των δερβενίων» (hasıl ma ispence ber muceb-i adet-i derbendan), χωρίς όμως να δηλώνεται αναλυτικά η προέλευσή της. Το δερβένι βρισκόταν πάνω στον δημόσιο δρόμο (tarik-i am) από τον οποίο περνούσαν οι κάτοικοι τεσσάρων σαντζακίων, για να πάνε στην Κωνσταντινούπολη και στην υπόλοιπη βασιλική επικράτεια (memalik-i mahruse). Από εκεί διέρχονταν κάθε χρόνο και οι έμποροι (tüccar) για τα πανηγύρια του Μοσχολουρίου/Maşkolur, της Ελασσόνας/Alasonya και του 11

12 13

Linda T. Darling, Revenue Raising and Legitimacy. Tax Collection and Finance Administration in the Ottoman Empire, 1560-1660, Leiden 1996, σ. 87-89. ΤΤ 586, σ. 505. ΤΤ 350, σ. 592.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

84

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

8

Τσοτυλίου/Tucul. Για τους λόγους αυτούς οι 91 φορολογούμενοι επικεφαλής των νοικοκυριών της Κρανιάς –από αυτούς οι 11 ήταν άγαμοι νέοι (mücerred)– ήταν υποχρεωμένοι να επιτηρούν τις γέφυρες που υπήρχαν στις δυο πλευρές του χωριού, τα μεγάλα δερβένια και τα επίφοβα μέρη, όπως χαρακτηρίζονται στο κείμενο, οι 0 από τη μια πλευρά του και οι άλλοι 0 από την άλλη, να επιδιορθώνουν τις γέφυρες και να διατηρούν βατούς τους δρόμους. Για τον λόγο αυτό και οι κάτοικοι της Κρανιάς ήταν απαλλαγμένοι από τους έκτακτους φόρους της κατηγορίας avarız-i divaniye και tekâlif-i örfiye, ενώ είχαν μειωμένη τιμή του ispence με 15 άσπρα για κάθε νοικοκυριό, έχοντας στην κατοχή τους βασιλικές διαταγές (ahkâm-i şerife) που το επιβεβαίωναν. Επειδή μάλιστα η σημείωση γράφτηκε σύμφωνα με το προηγούμενο κατάστιχο απογραφής (ber muceb-i defter-i atik), στην πραγματικότητα ο θεσμός της φύλαξης της στενωπού στο χωριό Κρανιά πηγαίνει ακόμη πιο πίσω χρονικά, πιθανόν άλλα 20 με 30 χρόνια.

 Ο πλούτος των πληροφοριών που παρέχουν οι οθωμανικές αρχειακές πηγές είναι πραγματικά μεγάλος. Μέσα από τους απογραφικούς κώδικες μπορούμε να σχηματίσουμε μια σαφή εικόνα για τις οικονομικές δραστηριότητες και την οικιστική κατάσταση στην περιοχή των Γρεβενών, και να υπολογίσουμε το δημογραφικό της μέγεθος, αρχίζοντας από τον 16ο αιώνα. Εξαιρετικά ενδιαφέρον ζητούμενο της έρευνας αποτελεί μια συστηματική αναζήτηση και αποτύπωση των οικιστικών θέσεων των Γρεβενών στους πρώιμους και «σκοτεινούς» αιώνες της Τουρκοκρατίας με βάση αυτές τις πηγές.


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:00 AM

85

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΕ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 16ος AI.

Εικ. 1. Κώδ. ΤΤ 350, σ. 588-589, Κωνσταντινούπολη Başbakanlık Osmanlı Arşivi (Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο): Αρχή της απογραφής της επαρχίας Γρεβενών.

85


03_KAMPOURIDHS_073-086:PROTYPH_KOZANH

86

5/15/14

1:00 AM

86

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ

Εικ. 2. Κώδ. ΤΤ 350, σ. 592-593, Κωνσταντινούπολη Başbakanlık Osmanlı Arşivi (Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο): η σημείωση και η απογραφή του χωριού Kranya (σ. 592), σημείωση για το χωριό Kolokişaki (σ. 593).


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

87

Γεώργιος Σαλακίδης

ΤΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ (MALIKÂNE) ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

Κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο ο οικισμός της Κοζάνης υπήχθη στην επαρχία Σερβίων, το οθωμανικό vilayet-i Serfice.1 Αν μελετήσει κανείς τα φορολογικά κατάστιχα (tapu tahrir defterleri, συντομ. TTD, Κωνσταντινούπολη, Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο) που συνέταξαν οι Οθωμανοί για την επαρχία Σερβίων, προκειμένου να καταγράψουν τις υπάρχουσες πηγές εισοδήματος, θα διαπιστώσει, ανάμεσα σε άλλα στοιχεία, και το εξής, που μπορεί να αποδοθεί σχηματικά στον παρακάτω πίνακα:2 Πίν 1. Καρπωτές της φορολογικής προσόδου της επαρχίας Σερβίων τον 16ο – αρχές 17ου αιώνα.

Καρπωτές Βασιλικά χάσια Χάσια Ζεαμέτια Τιμάρια

1498-1502 − − 7 49

1519 − − 10 26

1527-29 1 1 5 26

1543 1 2 8 39

1569 1 3 7 49

1613 1 − − −

Ενώ δηλαδή ως το 1530 περίπου τα έσοδα της επαρχίας Σερβίων καρπώνονταν αποκλειστικά τιμαριούχοι σπαχήδες (ιππείς) και ζαΐμηδες, στη συνέχεια βλέπουμε τη δημιουργία μεγάλων χασιών –ανήκουν σε πασάδες–, ανάμεσά τους και ένα βασιλικό (hass-i hümayun). Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι από τον 17ο αι. όλα τα έσοδα της επαρχίας παύουν να κατανέμονται σε τιμάρια και ζεαμέτια, αλλά είναι μόνο βασιλικά χάσια, περνάνε δηλαδή υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι συνέβη. 1

2

Για την πρώιμη διοικητική διαίρεση της περιοχής βλ. Γ. Σαλακίδης, «Ιστορικό περίγραμμα της οθωμανικής κατάκτησης της επαρχίας Σερβίων», στο: Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 15-20. Για τη μεταγενέστερη εξέλιξη βλ. Γ. Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Κοζάνης (1721-1909), Κοζάνη 2004, σ. 11-16. Τα στοιχεία του πίν. 1 προκύπτουν από τα φορολογικά κατάστιχα που μελετήθηκαν στο Καμπουρίδης – Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα, ό.π.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

88

5/15/14

1:04 AM

88

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

Ίσως το πιο βασικό μέλημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους πρώτους κυρίως αιώνες της ύπαρξής της, δηλ. τον 14ο, 15ο και 16ο αι., ήταν η χρηματοδότηση του πολέμου και των φρουρών στις παραμεθόριες κυρίως περιοχές. Για όσο διάστημα η πολεμική τεχνολογία απαιτούσε ξίφη και ακόντια, η επίτευξη του στόχου αυτού εξυπηρετήθηκε, με πολλή επιτυχία όπως γνωρίζουμε καλά, από το τιμαριωτικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτό, τα –κυρίως αγροτικά– έσοδα μιας περιοχής παραχωρούνταν σε ισόβια βάση με τη μορφή τιμαρίου σε στρατιωτικούς, οι οποίοι σε αντάλλαγμα έπρεπε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε καιρό πολέμου, δηλ. σχεδόν κάθε χρόνο, ως ιππείς κυρίως. Με το σύστημα αυτό το κράτος πετύχαινε πολλαπλούς στόχους. Σε μια εποχή που οι συγκοινωνίες ήταν δύσκολες και η μεταφορά ιδιαίτερα χρημάτων ήταν επικίνδυνη υπόθεση, η δημοσιονομική οργάνωση του κράτους ανεπαρκής και η εγχρήματη οικονομία σχετικά περιορισμένη, με τα τιμάρια λυνόταν το μείζον ζήτημα της πληρωμής του στρατού κυρίως. Από την άλλη πλευρά, με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν και η ομαλή διακυβέρνηση των επαρχιών, αφού οι τιμαριούχοι επιτελούσαν και διοικητικό έργο, μαζί με τον καδή, συλλέγοντας τους φόρους και επιβάλλοντας την τάξη στην επαρχία τους. Επιπλέον, με τιμάρια δεν αποζημιώνονταν μόνο στρατιωτικοί και φύλακες πόλεων και κάστρων, αλλά και άλλοι υπάλληλοι του κράτους που έμεναν στην πρωτεύουσα του κράτους ή της επαρχίας. Έτσι, αποζημιώνοντας έναν υπάλληλο της Κωνσταντινούπολης με ένα τιμάριο σε οποιοδήποτε μέρος της αυτοκρατορίας, το κράτος απαλλασσόταν από ένα σωρό προβλήματα, όπως το να συλλέξει τους φόρους σε είδος, να τους μετατρέψει σε χρήμα στην αγορά, να μεταφέρει τα χρήματα με ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη και να πληρώσει τον υπάλληλό του. Για να δώσουμε ένα πολύ γνωστό παράδειγμα: Ο ποιητής Σεϊχί (Mevlana Yusuf Sinan Germiyani) γεννήθηκε στην Κιουτάχεια, σπουδαίο κέντρο των γραμμάτων εκείνη την εποχή, πιθανόν μεταξύ του 1371 και του 1376. Εκτός από ποιητής υπήρξε και γιατρός, ιδιαίτερα οφθαλμίατρος. Υπήρξε προσωπικός γιατρός του σουλτάνου Μεχμέτ Α΄ (1413-1421). Έγραψε ένα από τα καλύτερα σατιρικά έργα της τουρκικής λογοτεχνίας με τον τίτλο Το Βιβλίο του Γαϊδάρου (Harname). Λέγεται ότι το έγραψε με αφορμή τη δυσάρεστη εμπειρία του καθ’ οδόν προς ένα χωριό που του είχε δοθεί ως τιμάριο, όταν θεράπευσε τον σουλτάνο Μεχμέτ Α΄. Πηγαίνοντας στο τιμάριό του τον σταμάτησαν και του επιτέθηκαν οι προηγούμενοι κάτοχοι του τιμαρίου, δυσαρεστημένοι προφανώς με την αλλαγή αυτή. Αποφάσισε λοιπόν να καταγράψει με σατιρικό τρόπο την ιστορία και να τη γνωστοποιήσει στον σουλτάνο.3 Ένα άλλο ωραίο παράδειγμα προέρχεται από την περιοχή της Κοζάνης. 3

Ahmet Atilla Şentürk, Osmanlı Şiiri Antolojisi (= Ανθολογία οθωμανικής ποίησης), χ.τ.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

89

89

Το έτος 1543 ο Χαγιαλί, ένας φημισμένος ποιητής που γεννήθηκε στα Γιαννιτσά, αλλά σταδιοδρόμησε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στην Αδριανούπολη, κατείχε, ως αντάλλαγμα των ποιητικών του υπηρεσιών, ένα ζιαμέτι που απαρτιζόταν από την κοινότητα της Κοζάνης και ορισμένες κοινότητες Γιουρούκων γύρω από αυτήν.4 Τα έσοδα όμως από τα τιμάρια, όπως είδαμε, δεν πήγαιναν στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο, αλλά κάλυπταν κυρίως τη μισθοδοσία του ιππικού και των φρουρών των κάστρων. Ένα άλλο μέρος των φορολογικών εσόδων, το μεγαλύτερο, πήγαινε κατευθείαν στο θησαυροφυλάκιο. Τα έσοδα αυτά προέρχονταν κυρίως από πλουτοπαραγωγικές πηγές που δεν είχαν άμεση σχέση με τη γη. Τέτοιες ήταν, για παράδειγμα, ο κεφαλικός φόρος, τα μεταλλεία, οι αλυκές, τα τελωνεία, τα σκλαβοπάζαρα κτλ. Οι πηγές αυτές ήταν υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και η εκμετάλλευσή τους γινόταν: είτε από κάποιον έμμισθο κρατικό υπάλληλο, τον ονομαζόμενο εμίνη (emin), κυρίως όταν το κράτος ήθελε να έχει άμεσο έλεγχο στη συγκεκριμένη πηγή εισοδημάτων, αλλά και όταν δεν υπήρχαν ικανοποιητικές προσφορές από εκμισθωτές φόρων για διάφορους λόγους· είτε μέσω του συστήματος της ενοικίασης των φόρων, δηλ. του iltizam, το οποίο γινόταν με πλειστηριασμό και επακόλουθη ανάθεση μιας συγκεκριμένης εκμίσθωσης. Το σύστημα με τον έμμισθο υπάλληλο, τον εμίνη, εξασφάλιζε αμεσότητα και πληρέστερο έλεγχο του κράτους επί μιας εισοδηματικής πηγής η οποία διαφορετικά δύσκολα θα μπορούσε να ελεγχθεί. Ένα καλό παράδειγμα είναι τα έσοδα που προέρχονταν από τις κληρονομιές ανθρώπων που πέθαιναν χωρίς κληρονόμους (beytülmal) και τα οποία προορίζονταν για το δημόσιο ταμείο. Το πόσο περίπλοκες καταστάσεις ήταν συχνά οι υποθέσεις αυτές φαίνεται από τις περιπτώσεις που έφτασαν στο δικαστήριο της Λάρισας (Yenişehir) και στις οποίες εμπλέκεται πάντα ο εμίνης του beytülmal της Λάρισας.5

4 5

32006, σ. 20. Οι διαμάχες αυτές μεταξύ νέου και παλιού τιμαριούχου συχνά απέβαιναν εις βάρος των αγροτών του τιμαρίου, διότι αυτοί καλούνταν να πληρώσουν τους φόρους μιας χρονιάς δύο φορές. TTD 433, σ. 642. Σε μία περίπτωση ο Elhac ‘Ali b. ‘Abdullah, ο οποίος καταγόταν από τη συνοικία Cami‘-i ‘Atik του Yenişehir, αλλά κατοικούσε στην Περιφρούρητη Selanik, δήλωσε στον «Υπόδειγμα των δοξασμένων» Mustafa Ağa b. Şükrüllah Efendi, ο οποίος ήταν εμίνης του beytülmal στο Yenişehir, ότι: Είχε μια αδερφή, την ‘Ayşe, η οποία κατοικούσε στην ειρημένη συνοικία του Yenişehir, και πέθανε. Ο εμίνης αυτός, εξαιτίας της λανθασμένης εντύπωσης ότι η τελευταία δεν είχε κληρονόμους, επειδή αυτός (ο αδερφός της) βρισκόταν σε άλλο μέρος, κατέσχε την περιουσία της και με άδεια του δικαστηρίου την έβγαλε σε πλειστηριασμό στην αυτοκρατορική αγορά (sukk-i sultani), όπου από την πώλησή της προέκυψαν, σύμφωνα με το κατάστιχο, 11.269 άσπρα, τα οποία παρέλαβε αυτός ο εμίνης για το δημόσιο. Τότε αυτός (ο Elhac ‘Ali) ήρθε και απέδειξε ότι είναι


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

90

5/15/14

1:04 AM

90

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

Η συλλογή φόρων μέσω ενός εμίνη είχε ένα ακόμη πλεονέκτημα: Καθώς, αφενός, η ρευστότητα χρημάτων ήταν πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα και, αφετέρου, η μεταφορά χρημάτων ήταν επικίνδυνη και αργή υπόθεση, το οθωμανικό σύστημα είχε καταφύγει σε ένα σύστημα που το ονόμαζε χαβαλέ (havale: εντολή πληρωμής από κάποια εισοδηματική πηγή), για να καλύπτει τις υποχρεώσεις του. Θα δώσουμε ένα παράδειγμα από τα πρακτικά του ιεροδικείου της Λάρισας, για να φωτίσουμε κάπως το σύστημα του χαβαλέ: Κάποιος χριστιανός ονόματι Γιάννης από ένα χωριό του Φαναρίου του καζά Λάρισας είχε πουλήσει στον αρχιχασάπη της Κωνσταντινούπολης πρόβατα αξίας 628.000 άσπρων, τα οποία προορίζονταν για την αυτοκρατορική κουζίνα. Αντί να μεταφερθεί αυτό το μεγάλο ποσό σε μια τόσο μακρινή απόσταση (Λάρισα-Κωνσταντινούπολη), προτιμήθηκε η εξής λύση: Ο αρχιχασάπης της Κωνσταντινούπολης έκανε χαβαλέ το ποσό αυτό από τον κεφαλικό φόρο (cizye, τζιζγιέ) των απίστων των καζάδων Λαρίσης και Φαρσάλων, η συλλογή του οποίου είχε ανατεθεί για το έτος 1060 σε κάποιον Habib Ağa (Yenişehir ve Çatalca re‘ayasının cizyelerini cem’ine me’mur olan). Μαθαίνουμε για την υπόθεση αυτή, διότι ο Γιάννης δήλωσε μέσω αντιπροσώπου στο δικαστήριο της Λάρισας ενώπιον του Habib Ağa ότι έλαβε το ποσό αυτό από αυτόν. Προφανώς, η συμβολαιογραφική αυτή πράξη ήταν αναγκαία κυρίως για τον Habib, διότι θα έπρεπε στο τέλος της αποστολής του να αποδείξει τι έκανε τα χρήματα που συνέλεξε από τον κεφαλικό φόρο των απίστων της περιοχής.6 Αν σώζονταν τα πρακτικά του δικαστηρίου του Εγρί Μπουτζάκ από τον 17ο αι., οπωσδήποτε θα βρίσκαμε ανάλογες περιπτώσεις και για την περιοχή της Κοζάνης. Το άλλο σύστημα, αυτό του ιλτιζάμ, εξυπηρετούσε πολλούς σκοπούς: Εξασφάλιζε σίγουρα έσοδα, αφού το κράτος προεισέπραττε ένα μέρος τουλάχιστον των φόρων, εισέπραττε κατευθείαν χρήμα αντί για είδος, αποσοβούσε τους κινδύνους της μεταφοράς ρευστού και συγχρόνως εξασφάλιζε ένα δίκτυο

6

ο κληρονόμος της αποθανούσης. Δηλώνει τώρα ότι, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα για τον εμίνη και το φόρο διανομής της κληρονομιάς, έλαβε το υπόλοιπο ποσό, και ότι ο εμίνης αυτός δεν του οφείλει πλέον τίποτε και δεν έχει καμιά απαίτηση από αυτόν. 22 Şevval 1060. Βλ. Γ. Σαλακίδης, Η Λάρισα στα μέσα του 17ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 106, έγγρ. 13/6α. Σαλακίδης, Η Λάρισα στα μέσα του 17ου αιώνα, σ. 197, έγγρ. 270/87α. Το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό συντάχτηκε από το δικαστήριο της Λάρισας για τον Habib Ağa φαίνεται και από την έκφραση που προηγείται του ονόματός του, χαρακτηρίζοντάς τον ως sahib ül-kitap, δηλ. κάτοχο του εγγράφου. Ο εν λόγω εμίνης θα είχε λάβει οπωσδήποτε και κάποια διαταγή, που θα έκανε λόγο για το χαβαλέ της υπόθεσής μας. Στον τέλος της υπηρεσίας του, μαζί με το ποσό του κεφαλικού φόρου που θα είχε συλλέξει, θα κατέθετε βέβαια και αυτά τα δύο έγγραφα, τη διαταγή της κεντρικής εξουσίας και το αποδεικτικό του καδή της Λάρισας που επιβεβαίωνε ότι έδωσε τα χρήματα.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

91

91

κοινωνικής υποστήριξης, παραχωρώντας το προνόμιο του φοροσυλλέκτη σε πολλούς ανθρώπους.7 Λειτουργούσε περίπου ως εξής: Αφού το κράτος όριζε μια συγκεκριμένη φορολογητέα ενότητα, την οποία ονόμαζε μουκαταά (mukata‘a: από την αραβική ρίζα kata‘a, που έχει ως κύρια σημασία της το «φτάνω σε μια συμφωνία επί τη βάσει ενός συγκεκριμένου ποσού»), π.χ. τα έσοδα ενός τελωνείου, ανέθετε την είσπραξη των φόρων σε όποιον πλειοδοτούσε. Ο ενοικιαστής των φόρων ονομαζόταν mukata‘acı (και mültezim). Υπήρχε ποικιλία μουκαταάδων, ενώ το σύστημα αυτό πηγαίνει πίσω ως το β΄ μισό του 15ου αιώνα.8 Ένα πρώιμο παράδειγμα, το οποίο δείχνει καλά την οθωμανική αντίληψη για τον μουκαταά, αποτελεί το εξής: Στο παλαιότερο σωζόμενο πατριαρχικό διοριστήριο έγγραφο (μπεράτι, βεράτιο), αυτό με το οποίο διορίστηκε ο Συμεών ο Τραπεζούντιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το έτος 1483, διαβάζουμε ήδη στις πρώτες γραμμές αυτού του εξαιρετικά σημαντικού εγγράφου ότι ο Συμεών, αφού πλήρωσε τα 2.000 φλορίνια στην Πύλη ως πεσκέσι για την ανάληψη του αξιώματός του, θα είναι στο εξής μουλτεζίμ όλων των χριστιανών υπηκόων του κράτους.9 Με τον τρόπο αυτό το κράτος κατάφερε να καρπωθεί ένα μέρος των εκκλησιαστικών φόρων και να θέσει υπό τον έλεγχό του ένα πολύ μεγάλο μέρος των υπηκόων του, δηλ. των χριστιανών, εκμεταλλευόμενο την υφιστάμενη οργάνωση της ορθόδοξης εκκλησίας. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το β΄ μισό του 16ου αι. συνέβαλε στον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της. Άρχισε πλέον να γίνεται ξεκάθαρο ότι με τα σπαθιά και τα ακόντια δεν μπορούσε κανείς να πολεμήσει ενάντια σε πυροβόλα όπλα. Αυτό είχε σημαντικότατες συνέπειες στην παραδοσιακή δομή του τιμαριωτικού συστήματος. Με λίγα λόγια, η ανάγκη εκχρηματισμού της οικονομίας έκανε το σύστημα του ιλτιζάμ να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος και να επεκτείνεται και στη συλλογή των αγροτικών φόρων, που παραδοσιακά δίνονταν στα τιμάρια. Ίσως ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να γίνει αυτό, δηλαδή η εκμίσθωση των αγροτικών φόρων, ήταν η μετατροπή των παραδοσιακών τιμαρίων σε αυτοκρατο7

8

9

Linda Darling, Revenue-Raising and Legitimacy. Tax Collection and Finance Administration in the Ottoman Empire, 1560-1660, Leiden 1996, σ. 122. Η συγγραφέας δείχνει με πειστικό τρόπο ότι το σύστημα της ενοικίασης φόρων δεν ήταν σημάδι παρακμής και εξασθένησης του κράτους, όπως υπέθεταν μερικοί μέχρι τότε, βασιζόμενοι κυρίως σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις διαφθοράς, αλλά λειτουργούσε αρκετά ικανοποιητικά υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο. Για πολλά παραδείγματα βλ. H. İnalcık − D. Quataert (εκδ.), An Economic and Social History of the Ottoman Empire, τ. 1: 1300-1600, Cambridge 1997 (11994), σ. 55-75. G. Salakides, Sultansurkunden des Athos-Klosters Vatopedi aus der Zeit Bayezid II. und Selim I. Kritische Edition und wissenschaftlicher Kommentar, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 35.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

92

5/15/14

1:04 AM

92

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

ρικά χάσια, ή ακόμη και σε χάσια άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του κράτους. Αυτό φαίνεται ότι συνέβη και στην επαρχία των Σερβίων, όπως δείχνει καθαρά ο πίν. 1. Οι εκμισθωτές φόρων διέτρεχαν πολλούς κινδύνους, διότι το κράτος διατηρούσε τη δυνατότητα, οποτεδήποτε εμφανιζόταν μια καλύτερη προσφορά, να ακυρώσει το παλιό και να συνάψει καινούργιο συμβόλαιο με τον νέο πλειοδότη. Στην περίπτωση αυτή ο παλιός εκμισθωτής είτε πλήρωνε τη διαφορά είτε έχανε το δικαίωμα συλλογής των φόρων.10 Σε περιόδους ηρεμίας και καλών οικονομικών του κράτους αυτές οι αλλαγές δεν ήταν και πολύ συχνές και το κράτος σεβόταν τα συμβόλαια που υπέγραφε με τους εκμισθωτές φόρων, για όσο διάστημα βέβαια αυτοί ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Η συνήθης διάρκεια ενός τέτοιου συμβολαίου έφτανε τα τρία χρόνια. Ωστόσο, σε περιόδους πολέμου η πίεση για εξασφάλιση εσόδων οδηγούσε σε συχνές αντικαταστάσεις των εκμισθωτών. Στις περιπτώσεις αυτές κάποιος μπορούσε να υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά, καθώς θα είχε καταβάλει την προκαταβολή, η οποία ήταν και η σημαντικότερη δαπάνη, και δεν θα είχε προλάβει ούτε καν να καλύψει τα έξοδα αυτά, πράγμα που κατεξοχήν συνέβαινε στις εκμισθώσεις αγροτικών φόρων, όπου η συλλογή γινόταν κανονικά μία φορά το χρόνο. Η κατάσταση αυτή κατάντησε αρνητική και για το ίδιο το κράτος, κυρίως από τα τέλη του 17ου αι., για δύο κυρίως λόγους. Από τη μία πλευρά χειροτέρευε η κατάσταση των φορολογουμένων υπηκόων, επειδή αυτοί υφίσταντο κάθε είδους πιέσεις από εκμισθωτές φόρων, οι οποίοι προσπαθούσαν άρον-άρον να συλλέξουν όσο περισσότερους φόρους μπορούσαν, καθώς το μέλλον τους ήταν αβέβαιο. Από την άλλη πλευρά άρχισαν να μειώνονται οι προσφορές των εκμισθωτών, καθώς φανερά πλέον η δραστηριότητα της εκμίσθωσης κρατικών φόρων ήταν ασύμφορη γι’ αυτούς. Και οι δύο αυτές τάσεις σήμαιναν απώλεια εισοδημάτων για το κράτος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, το 1695, σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης του συστήματος εκμίσθωσης κρατικών φόρων, εφαρμόστηκε το σύστημα του μαλικιανέ (malikâne), δηλαδή της ισόβιας εκμίσθωσης κρατικών φόρων.11 Όπως και στις κανονικές εκμισθώσεις (ιλτιζάμ), έτσι και στο σύστημα του μαλικιανέ η ανάθεση γινόταν, ύστερα από πλειστηριασμό, σε αυτόν που θα προσέφερε τα περισσότερα χρήματα. Αυτός πλήρωνε ένα εφάπαξ ποσό, που λεγόταν mu‘accele, και αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώνει κάθε χρόνο ένα σταθερό ποσό. Ήταν, επίσης, υποχρεωμένος να πληρώνει 10

11

Suraiya Faroqhi, «Crisis and Change, 1590-1699», στο: İnalcık – Quataert (εκδ.), An Economic and Social History of the Ottoman Empire. τ. 2: 1600-1914, σ. 537-538. Faroqhi, «Crisis and Change, 1590-1699», σ. 538.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

93

93

μιαν αύξηση της τάξης του 25% σε κάθε αλλαγή σουλτάνου, και 10% σε περίοδο πολέμου.12 Σε αντίθεση με τους άλλους εκμισθωτές φόρων, οι οποίοι μπορούσαν να προέρχονται από τις τάξεις των απλών υπηκόων, οι εκμισθωτές των μαλικιανέδων ήταν συνήθως υψηλόβαθμοι οθωμανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι μάλιστα διέμεναν συνήθως στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Η αιτιολογία ήταν ότι μόνο άνθρωποι του κυβερνητικού χώρου θα μπορούσαν να προστατέψουν τους οθωμανούς υπηκόους κατά τη διαδικασία της συλλογής των φόρων.13 Τα πλεονεκτήματα της ισόβιας εκμίσθωσης είναι προφανή: Ο εκμισθωτής ενδιαφέρεται για τη μακροπρόθεσμη ευημερία της επένδυσής του, η οποία σχετίζεται άμεσα με την ευημερία των υπηκόων που διαμένουν στα όρια του μαλικιανέ. Ωστόσο, το προειρημένο γεγονός της διαμονής αυτού του είδους των εκμισθωτών φόρων στην πρωτεύουσα τους υποχρέωνε να υπενοικιάσουν την πρόσοδο σε «υπεργολάβους», όχι φυσικά ισόβιους, αλλά για μικρότερα χρονικά διαστήματα, πράγμα που συχνά ακύρωνε τα πλεονεκτήματα της ισόβιας εκμίσθωσης.14 Το 1715 καταργήθηκε τύποις το σύστημα του μαλικιανέ, το οποίο όμως στην πράξη άρχισε να γενικεύεται όσο προχωρούσε ο 18ος αιώνας. Πλέον, κάθε πηγή κρατικού εισοδήματος εκμισθωνόταν ισοβίως σε μία προνομιούχο τάξη 1.000-2.000 ατόμων, οι οποίοι κατοικούσαν στην πρωτεύουσα και αναλάμβαναν τις εκμισθώσεις αυτές. Ενώ το 1734 το 65% των εκμισθωτών αυτών –των μαλικιανετζήδων– ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, το 1789 το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 87%.15 Τόσο επικερδής ήταν η δραστηριότητα αυτή, ώστε στη Βοσνία, ακόμη και τον 20ο αι., η λαϊκή φράση για το «εύκολο χρήμα» ήταν malikâne.16 Οι άνθρωποι στους οποίους υπενοικιάζονταν οι μαλικιανέδες προέρχονταν από την τοπική ελίτ (αγιάν). Το σύστημα του μαλικιανέ ήταν κατά κάποιο τρόπο μια ενδιάμεση λύση 12 13 14

15

16

Irene Beldiceanu-Steinherr, «malikane», στο: Ε.Ι. (Encyclopaedia of Islam, new edition). Faroqhi, «Crisis and Change, 1590-1699», σ. 567. Αλλά και όταν ο μαλικιανετζής τύχαινε να είναι τυραννικός, τότε προέκυπταν πολλά προβλήματα. Παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του μαλικιανέ της Αθήνας στα τέλη του 18ου αι., τον οποίο αγόρασε κάποιος δεσποτικός και βάναυσος Hacı Ali προς 750.000 γρόσια χάρη στην επιρροή της ερωμένης του πριγκίπισσας Esma Sultan, και ο οποίος έμελλε να προκαλέσει πολλά βάσανα στους Αθηναίους· βλ. J. Strauss, «Ottoman Rule Experienced and Remembered: Remarks on Some Local Greek Chronicles of the Tourkokratia», στο: Fikret Adanir – Faroqhi Suraiya (εκδ.), The Ottomans and the Balkans. A Discussion of Historiography, Leiden 2002, σ. 193-221: 201 κ.ε. Br. McGowan, «The Age of the Ayans, 1699-1812», στο: İnalcık – Quataert (εκδ.), An Economic and Social History, τ. 2, σ. 637-758: 713. Ό.π., σ. 637-758: 714.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

94

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

94

ανάμεσα στα συστήματα του τιμαρίου και του ιλτιζάμ. Το πρώτο ήταν ισόβιο αλλά δεν απέδιδε μετρητά στο κράτος, το δεύτερο απέδιδε μεν μετρητά στο κράτος, αλλά λόγω της βραχύτητας της εκμίσθωσης οδηγούσε σε διαφθορά. Ο μαλικιανές λοιπόν προσπάθησε να συνδυάσει τα δύο προηγούμενα συστήματα: Και μετρητά απέδιδε στο κράτος και ήταν ισόβιος, ώστε να ενδιαφέρεται ο επενδυτής για την επένδυσή του.17

 Αφού ξεκαθαρίσαμε, κατά το δυνατόν, τις έννοιες μουκαταάς, ιλτιζάμ, και μαλικιανές, θα έρθουμε τώρα στα στοιχεία που διαθέτουμε για την περιοχή της Κοζάνης.18 Πίν. 2. Δημογραφικά και φορολογικά στοιχεία για την Κοζάνη τον 16ο αιώνα.

Έτος Νοικοκυριά Φορολ. πρόσοδ. Κατηγ. προσόδ.

περ. 1500 137 10.624 τιμάριο

1519 127 9.000 τιμάριο

1527-29 154 11.321 ζιαμέτι

1543 199 15.595 τιμ.+ζιαμ.

1569 1613 134 203 11.000 11.000 χάσι χάσι

1. Γύρω στο 1500 τα φορολογικά έσοδα της Κοζάνης, με 137 νοικοκυριά ένας από τους μεγαλύτερους οικισμούς της επαρχίας, είναι διαμερισμένα, όπως συμβαίνει και με την υπόλοιπη επαρχία Σερβίων, σε τιμαριούχους που έναντι αυτών υποχρεούνται να εκστρατεύουν. Συγκεκριμένα, ένα μέρος των εσόδων της Κοζάνης ανήκει στο τιμάριο κάποιου Yusuf Cündi, ένα άλλο μέρος στο τιμάριο κάποιου Nasuh Serrac, και ένα τρίτο μέρος ανήκει στο τιμάριο κάποιου Hızır veled-i Ya‘kub.19 Το 1519 ανήκει ολοκληρωτικά στο τιμάριο κάποιου Sekban Ahmed.20 Το 1527-29 είναι μέρος του ζιαμετίου κάποιου Süca Siyah.21 Γύρω στα μέσα του 16ου αι., το 1543, με πολύ μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της, ένα μικρό μέρος των εσόδων της (4.274) είναι μέρος του τιμαρίου κάποιων Mahmud b. Ali και Barak b. Davud, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της προσόδου 17

18

19 20 21

M. Genç, «Osmanlı maliyesinde malikâne sistemi», στο: Osman Okyar (εκδ.), Türkiye İktisat Tarihi Semineri, Metinler/Tartışmalar, 8-10 Haziran 1973, Άγκυρα 1975, σ. 231-296: 237. Τα στοιχεία του πίν. 2 προκύπτουν από τα φορολογικά κατάστιχα που μελετήθηκαν στο Καμπουρίδης – Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα, ό.π. Καμπουρίδης – Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα, σ. 767-769. Ό.π., σ. 772. Ό.π., σ. 774.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

95

95

της (11.321) είναι μέρος του ζιαμετιού του φημισμένου οθωμανού ποιητή Hayali Bey.22 Περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, το 1569, παρατηρείται μεγάλη μείωση του πληθυσμού της, ενώ η πρόσοδός της είναι μέρος του χασιού του γνωστού βεζίρη Pertev Paşa.23 Το 1613 ο πληθυσμός επανέρχεται στα 200 νοικοκυριά, αλλά η φορολογική της πρόσοδος παραμένει 11.000 άσπρα ως μέρος πλέον του σουλτανικού χασιού στην περιοχή Σερβίων.24 Φαίνεται λοιπόν ότι η επαρχία των Σερβίων, στην οποία υπάγεται η Κοζάνη, από τις αρχές του 17ου αι. σταμάτησε να διανέμεται σε μικρότερα τιμάρια, και για τη συλλογή των φορολογικών εσόδων που απέδιδε εφαρμοζόταν ένα από τα δύο συστήματα που αναφέραμε, δηλ. είτε με έμμισθο εμίνη (ber vech-i emanet) είτε με μουλτεζίμη (ber vech-i iltizam), ενώ από τον 18ο αι. προστέθηκε και η επιλογή του μαλικιανέ. 2. Έτσι, σε μία διαταγή του αυτοκρατορικού συμβουλίου του έτους 1646/47,25 απευθυνόμενη προς τον καδή του Eğri Buca,26 μαθαίνουμε ότι οι κάτοικοι δύο χωριών (δεν κατονομάζονται) της περιοχής που ανήκε στο χάσι του μεγ. βεζίρη Salih Paşa υπέβαλαν αναφορά στην Υψηλή Πύλη και παραπονέθηκαν ότι ο βοεβόδας τους, δηλ. ο αντιπρόσωπος του πασά στον καζά τους, τους ανάγκαζε να μεταφέρουν τη δεκάτη επί των σιτηρών τους στη Θεσσαλονίκη, που είναι μακριά, και τους ζητούσε παρανόμως διάφορα ποσά ως φόρους. Άρα, στα μέσα του 17ου αι. η Κοζάνη αποτελεί μέρος των εσόδων όχι των σουλτανικών χασιών, αλλά ενός χασιού του μεγάλου βεζίρη της εποχής. Να σημειώσουμε ότι και τα χάσια υψηλόβαθμων πασάδων μπορούσαν να ενοικιαστούν με το σύστημα του ιλτιζάμ. 3. Για το υπόλοιπο του 17ου και για το α΄ μισό του 18ου αι. δεν έχουμε ακόμη πληροφορίες για το φορολογικό καθεστώς της Κοζάνης. Ανάμεσα στα φιρμάνια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Κοζάνης υπάρχει και ένα του έτους 1794,27 με το οποίο, με αφορμή την ανάρρηση στον θρόνο του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (1789), δίνεται θετική απάντηση σε έναν αξιωματούχο της Υψηλής Πύλης ονόματι Μεχμέτ, πρώην γραμματέα του σώματος των τζεμπετζήδων (cebeci), ο οποίος είχε ζητήσει να του ανανεωθεί η παραχώρηση του μουκαταά της Κοζάνης ως μαλικιανές. Από τη σύντομη αναφορά στην ιστορία του μουκαταά 22 23 24 25

26

27

Ό.π., σ. 778-784. Ό.π., σ. 785. Ό.π., σ. 789. T. Mertol κ.ά. (εκδ.), Mühimme Defteri 90, [Türk Dünyası Araştırmaları Vakfı], Κωνσταντινούπολη 1993, σ. 392, διαταγή 475. Για τον τύπο Eğri Buca ή Buc αντί για Eğri Bucak βλ. και Β. Δημητριάδης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 183. Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 139 κ.ε.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

96

5/15/14

1:04 AM

96

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της στο φιρμάνι αυτό μαθαίνουμε ότι αυτός είχε παραχωρηθεί ως μαλικιανές στον εν λόγω Μεχμέτ το έτος 1174 (1760/1) από την Φατμά Σουλτάν, στα χάσια της οποίας ανήκε ο μουκαταάς. Δεν γνωρίζουμε εάν ο μουκαταάς της Κοζάνης είχε παραχωρηθεί και παλαιότερα, κάποια στιγμή μεταξύ 1695 και 1760, ως μαλικιανές, αλλά αυτό είναι μια πιθανότητα που δεν μπορούμε να αποκλείσουμε. Σήμερα, για καλή μας τύχη, έχουμε στα χέρια μας ένα άλλο έγγραφο, το οποίο αποτελεί τον ισολογισμό της πρώτης τριετίας κατά την οποία ο μουκαταάς της Κοζάνης παραχωρήθηκε, για πρώτη φορά εξ όσων γνωρίζουμε μέχρι τώρα, ως μαλικιανές, αυτόν των ετών 1761-1763.28 Το όνομα του Μεχμέτ, του κατόχου του μαλικιανέ που γνωρίσαμε στο φιρμάνι του 1794, δεν αναφέρεται στον ισολογισμό, αλλά πρέπει να θεωρήσουμε μάλλον βέβαιο ότι πρόκειται περί αυτού, εφόσον οι χρονολογίες συμπίπτουν με εκείνες του φιρμανιού ανανέωσης.29 Παρόλο που το έγγραφο φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του Ιμπραήμ, καδή του Eğri Bucak, στον οποίο υπαγόταν τότε η Κοζάνη, συντάκτης του ισολογισμού φαίνεται ότι είναι κάποιος Οσμάν Αγάς, που φέρει τον τίτλο του βοεβόδα του μουκαταά. Αυτός είναι ο οικονομικός διαχειριστής του μουκαταά και εκτός από τη συλλογή των φόρων και των άλλων οικονομικών υποχρεώσεων του μουκαταά φαίνεται ότι είχε και την υποχρέωση να συντάσσει ετήσιους ισολογισμούς, των οποίων τελικός ελεγκτής ήταν ο καδής της περιοχής, καθώς αυτός ήταν πάντα συνυπεύθυνος για τις οικονομικές και φορολογικές υποθέσεις της περιφέρειάς του, δηλαδή του καζά. Ακολουθεί μεταγραφή του ισολογισμού με το μεταγραφικό σύστημα της İslam Ansiklopedisi (= Εγκυκλοπαίδεια του Ισλάμ) και έπεται ο σχολιασμός του, ενώ πανομοιότυπο του εγγράφου παρατίθεται στο τέλος του άρθρου (εικ. 1). Για να διακρίνονται καλύτερα μεταξύ τους τα μέρη, για τα οποία θα γίνει λόγος αμέσως μετά τη μεταγραφή του κειμένου, μπήκαν τρεις αστερίσκοι ανάμεσά τους:

28 29

Başbakanlık Osmanlı Arşivi (BOA), TS.MA.d / 6642 (27 Şa’ban1179 / 8 Φεβρ. 1766). Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 212, σειρά 6 του φιρμανιού. Βλ. και πρωτότυπο στο παράρτημα της εργασίας. Ένα ακόμη στοιχείο που συνηγορεί υπέρ αυτού, ότι δηλαδή πρόκειται περί του ιδίου κατόχου του μαλικιανέ, του Μεχμέτ, είναι και το γεγονός ότι στον ισολογισμό, στο σημείο της καταγραφής των εξόδων του έτους (11)74 υπάρχει η σημείωση, ότι 400 γρόσια δόθηκαν στους τζεμπετζήδες (mukata‘anın mirisiyçün cebeciler tarafına verilen).


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

97

97

Hū defter oldur ki ḫavāss-i hümāyūn ḳuralarından Eğri Bucaḳ ḳażāsına tābi‘ Ḳozana ve tevābi‘i muḳāta‘asınıñ işbu biñ yüz yetmiş dört ve yetmiş altı ve yetmiş yedi senelerinde voyvodası olan ‘Osmān nam kimesneniñ sene-i mezbūrelerde muḳāta‘a içün ve gerek muḳāta‘anıñ mali mirisine ve ḳalemiyesine ve mal-i maḳtū‘-i cizyesine teslimātı ve āḫz u ḳabżınıñ muḥāsebesi rü’yet olunmasıyçün ṣādır olan emr-i celil ül-ḳudret mūcibince ehālī-i ḳarye ṭaraflarından vekilleri olan mesṭūr ül-esāmī ve maḥṣūr ül-eşḫās zimmīler muvācehelerinde ve ḫuṣūṣ-i mezbūreye ta‘yın olan mübāşir ve żābıṭı ma‘rifetiyle ve ma‘rifet-i şer‘le cümlenin ma‘lūmları olarak maḳbūlleri olan āḫz u i‘ṭā defteridir ki ber vech-i ātī zikr olunur ḥurire fi el-yevm üs-sābi‘ ve ül‘öşrin min şehr-i şa‘bān ul-mu‘aẓẓam li-sene tis‘ ve seb‘īn ve mi’e ve elf.

σελ. 1

(1)

(2)

(3)

(4)

(5)

(6)

(7)

(8)

(9)

***

(10) sene-i mezkūrelerde mezbūr ‘Osmān nam kimesnenin muḳāta‘a ve mal-i mirisi ve mal-i cizye ve sā’ir maṣārifātı içün kendü yediyle teslīm olunub ehālīniñ maḳbūlleri olan teslīmāt defteridir ki (11) 8.500 ġuruş: yetmiş dört senesinin mal-i muḳāta‘asıyçün (12) 1.780 ġuruş: sene-i mezbūrede muḳāta‘anıñ mal-i mirisine verilen aḳçe (13) 400 ġuruş: def‘a muḳāta‘anıñ mirisiyçün cebeciler ṭarafına verilen (14) 3.250 ġuruş: ḳarye-i mezbūrenin mal-i maḳṭū‘-i cizyesiyçün verilen (15) 272 ġuruş: sene-i mezbūrede muḳāta‘anıñ ḳalemiyesiyçün verilen (16) 298 ġuruş: muḳāta‘a-i mezbūr içün verilen harc-i bāb ve maṣārif-i sā’ire (17) 14.500 ġuruş (18) 680 ġuruş: meblaġ-i mezbūr içün verilen ṣarrāfa dört ayda fā’iż (19) 2.000 ġuruş: serbestiyet ḫaṭṭ-i hümāyūnu iṣdār içün verilen maṣārif (20) 500 ġuruş: mezbūr ‘Osmān Aġa’ya verilen ücret-i aġalık (21) 2.345 ġuruş: meblaġ-i mezbūru sene-i mezbūrede edā edemeyüb cümlesinin rıżālarıyla verilen fā’iż-i bir senede (22) 20.025 ġuruş (23) 8.500 ġuruş: yetmiş altı senesinde mal-i muḳāta‘a içün verilen


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

98

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

98

(24) 1.780 ġuruş: sene-i mezbūrede muḳāta‘anıñ mal-i mirisine verilen aḳçe (25) 400 ġuruş: def‘a muḳāta‘anıñ mirisiyçün cebeciler ṭarafına verilen aḳçe (26) 3.122 ġuruş: ḳarye-i mezbūrenin mal-i maḳṭū‘-i cizyesiyçün verilen (27) 272 ġuruş: sene-i mezbūrede muḳāta‘anıñ ḳalemiyesiyçün verilen (28) 34.099 ġuruş (29) 726 ġuruş: muḳāta‘a -i mezbūre içün verilen harc-i bāb ve maṣārif-i sā’ire (30) 500 ġuruş: mezbūr ‘Osmān Aġa’ya verilen ücret-i aġalık (31) 300 ġuruş: sene-i mezbūrede segbānlara verilen ‘ulūfe30 (32) 582 ġuruş: mezbūr ‘Osmān Aġa’dan ḳarż aldıkları aḳçe (33) 1.873 ġuruş: bir senede beğin ḳonaḳ maṣārifi (34) 2.300 ġuruş: bir senede mezbūr ‘Osmān Aġa yediyle cümlesinin rıżāsıyla müteferriḳa verilen aḳçe fā’iżi (35) 40.380 ġuruş (36) 15.420 ġuruş: yetmiş yedi senesinde mal-i muḳāta‘a ve mal-i miri ve ḳalemiyesi ve harc-i bāb ve mal-i cizye ve rūz-i ḳasıma değin cümle rıżāsyla verilen fā’iż (37) 500 ġuruş: sene-i mezbūrede verilen ücret-i aġalık (38) 2.000 ġuruş: sene-i mezbūrede beğin ḳonaḳ maṣārifi (39) 2.573 ġuruş: yetmiş altı senesinde muḳāta‘a-i mezbūr içün tevzī‘ olunan defteri mezbūre teslīm olub defterden baḳāya ḳalan aḳçedir (40) 78 ġuruş: mezbūr defter içün verilen taḥṣīldāriye (41) 500 ġuruş: rūz-i ḳasımdan marta gelince cümle rıżāsıyla verilen aḳçe fā’iżi (42) 61.451 ġuruş: yalnız altmış bir dört yüz elli bir ġuruştur ***

(43) sene-mezkūrelerde mezbūr ‘Osmān Aġa’nıñ ferden ferden iḳrārı mucibince ḳabż eylediği meblaġdır ki ber vech-i ātī zikr olunur ḥurire fi tārīḫ ül- mezbūr (44) 5.254 ġuruş: yetmiş dört senesinde mezbūr ‘Osmān Aġa’ya ‘Ali Aġa yediyle teslīm olunan aḳçedir (45) 4.519 ġuruş: sene-i mezbūrede ehāli-i ḳaryeden imdād nāmıyla taḥṣīl olunub Dodo (?)zimmī yediyle teslīm olunan aḳçedir (46) 2.054 ġuruş: sene-i mezbūrede taḥṣīldār Manol zimmī yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan aḳçedir (47) 25.980 ġuruş: yetmiş altı senesinde taḥṣīldār İpçooğlu (?) yediyle muḳāta‘a-i mezbūr içün tevzī‘ olunan defterden mezbūr ‘Osmān Aġa’nıñ ḳabżıdır (48) 4.208 ġuruş: yetmiş yedi senesinde Dodo (?) vekīlḫarc yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan (49) 42.015 ġuruş 30

Στο κείμενο ulūfe, με elif vav στην αρχή της λέξης.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

99

99

(50) 4.050 ġuruş: sene-i mezbūrede def‘a Dinafoti taḥṣīldār yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan (51) 1.078 ġuruş: sene-i mezbūrede taḥṣīldār Dinafoti yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan (52) 1.468 ġuruş: def‘a taḥṣīldār Dinafoti yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan (53) 1.006 ġuruş: def‘a taḥṣīldār Dinafoti yediyle mezbūr ‘Osmān Aġa’ya teslīm olunan (54) 49.617 ġuruş σελ. 2

(55) 49.617 ġuruş: naḳl-i yekūn-i evvel (56) 1.435 ġuruş: sene-i mezbūreniñ ‘öşürlerini kendü üzerine fürūḫt olunub teslīm olunan aḳçedir (57) 1.814 ġuruş: vekīlḫarc Dimişḳioğlu ve Foti zimmīler yedleriyle teslīm olunan aḳçedir (58) 52.866 ġuruş: yalnız elli iki biñ sekiz yüz altmış altı ġuruştur ***

(59) cem‘an (60) 61.451 ġuruş: sene-i mezkūrelerde voyvoda ‘Osmān Aġa’nın yediyle verilen mali muḳāta‘a ve mal-i cizye ve maṣārif-i sā’iresiyçün verdiği aḳçedir (61) 52.866 ġuruş: sene-i mezkūrelerde voyvoda ‘Osmān Aġa’nın ferden ferden iḳrārı mucibince taḥṣīldār ve vekīlḫarclardan ḳabż eylediği aḳçedir (62) 8.585 ġuruş ***

(63) ṣaḥḥ ül-bāḳī ḳalan meblaġ-i mezbūr ehāli-i ḳaryenin iḳrārları mucibince zimmetlerinde ẓuhūr31 ve şer‘en edāsı lazım gelmekle żabıṭı (64) ma‘rifetiyle ve ma‘rifet-i şer‘le taḥṣīl olunub mezbūr ‘Osmān Aġa’ya bil-muvacehe ḥużūr-i şer‘ide teslīm olunub ehāli-i ḳarye(65) niñ zimmetlerinde mezbūr ‘Osmān Aġa’nıñ bāḳī bir aḳçe alacağı ḳalmadığı ecelden bu maḥale ḳayd ve şerḥ verildi ḥurrire tārīḫ ül- mezbūr ***

(66-68) υπογραφή του İbrahim, καδή του Eğri Bucak (69) σφραγίδα του İbrahim, καδή του Eğri Bucak 31

Στο κείμενο żuhūr, δηλαδή με zad.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

100

5/15/14

1:04 AM

100

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

Όπως μπορεί να διακρίνει κανείς από το πανομοιότυπο του εγγράφου (εικ. 1), αυτό μπορεί να χωριστεί σε έξι μέρη: 1) σειρές 1-9, 2) σειρές 10-42, 3) 43-58, 4) 59-62, 5) 63-65, και 6) 66-69. Το πρώτο μέρος αποτελεί την εισαγωγή, όπου ενημερώνεται ο αναγνώστης περί τίνος πρόκειται. Η πρώτη πληροφορία που παίρνουμε είναι ότι ο μουκαταάς της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της (Kozana ve tevabi‘) ανήκει στα αυτοκρατορικά χάσια (havass-i hümayun). Αυτό συνάδει με την πληροφορία του φιρμανιού του έτους 1794, στο οποίο λέγεται ότι ο εν λόγω μουκαταάς δόθηκε ως μαλικιανές στον Μεχμέτ από τη Φατμά Σουλτάν.32 Η έκφραση «η Κοζάνη και τα εξαρτήματά της» αναφέρεται προφανώς σε κάποια παρακείμενα χωριά, τα οποία θα συναποτελούσαν μαζί με την Κοζάνη την οικονομική ενότητα του εν λόγω μουκαταά. Αυτό συνάγεται με μεγαλύτερη ασφάλεια από την έκφραση που απαντά στο φιρμάνι του 1794: nefs-i Kozani ve tevabi‘ kurasında sakin ve mütemekkin olan ehali ... (= αυτοί διαμένουν και είναι εγκατεστημένοι στην ίδια την Κοζάνη και στα εξαρτημένα από αυτήν χωριά ...).33 Στο εισαγωγικό αυτό μέρος μαθαίνουμε ακόμη ότι βοεβόδας, δηλ. ο οικονομικός διαχειριστής, του μουκαταά της Κοζάνης για τα έτη (εγίρας) 1174, 1176 και 1177 ήταν κάποιος Οσμάν Αγάς. Δυσερμήνευτη είναι η απουσία του ενδιάμεσου έτους 1175. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι το έτος 1175 ο Οσμάν Αγάς δεν ήταν, για κάποιο λόγο, βοεβόδας του μουκαταά, και συνεπώς στον ισολογισμό που κατέστρωσε δεν συμπεριέλαβε το έτος αυτό στους υπολογισμούς του, αφού δεν ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό. Μια άλλη λεπτομέρεια που σχετίζεται με χρονολογίες είναι ότι στο τέλος αυτού του εισαγωγικού μέρους δίνεται ως χρονολογία σύνταξης του καταστίχου ο μήνας Şa‘ban του έτους 1179. Αυτό σημαίνει ότι ο ισολογισμός έγινε περίπου δύο χρόνια μετά το τελευταίο έτος της περιόδου που ισοσκελίζεται. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του πρώτου μέρους αυτού του ισολογισμού (muhasebe) είναι η καταγραφή του λόγου για τον οποίο αυτό καταστρώθηκε. Αυτός βέβαια δεν είναι άλλος από τον έλεγχο (rü’yet olunması içün). Έλεγχος όμως από ποιον; Στις σειρές πέντε και εξής μαθαίνουμε ποιοι είναι αυτοί οι ελεγκτές: 1. Οι αντιπρόσωποι των ζιμμήδων της Κοζάνης (ehali-i karye taraflarından vekilleri olan mestur ül-esami ve mahsur ül-eşhas zimmiler muvacehelerinde), των οποίων μάλιστα τα ονόματα φέρονται ως καταγεγραμμένα.34 32 33 34

Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 158. Ό.π., σ. 212, σειρά 4. Το γεγονός ότι στο έγγραφο δεν υπάρχει κανένα καταγεγραμμένο όνομα ζιμμή από την Κοζάνη σημαίνει ίσως ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με αντίγραφο που στάλθηκε για έλεγχο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξάλλου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

101

101

2. Κάποιος υπάλληλος (mübaşir) που στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη ειδικά για την υπόθεση αυτή (husus-i mezbureye ta‘yın olan mübaşir).35 3. Ο ζαμπίτης της Κοζάνης (zabıtı ma‘rifetiyle). Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πραγματικός διοικητής ενός χωριού ή μιας οικονομικής ενότητας. Αυτός αντιπροσώπευε την εκτελεστική εξουσία επί τόπου και ασχολούνταν με όλα τα πρακτικά ζητήματα μιας περιοχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του μουκαταά της Κοζάνης μαθαίνουμε από το φιρμάνι του 1794 ότι ο Μεχμέτ, δηλ. ο κάτοχος του μαλικιανέ, είχε ορίσει έναν δικό του άνθρωπο στη θέση αυτή: Ο μουκαταάς της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της, που βρίσκεται στον ναχιγιέ του Εγρί Μπουτζάκ στο σαντζάκι του Πασά, του [του Μεχμέτ] είχε παραχωρηθεί με υψηλό βεράτιο ως μαλικιανές (malikâne)· ο εν λόγω μουκαταάς ανήκει από παλιά στους ελεύθερους κρατικούς μουκαταάδες, και δεν υπάρχει ανάγκη να αναμειγνύεται κανείς με οποιονδήποτε τρόπο στις υποθέσεις και τα ζητήματα των κατοίκων και των ραγιάδων που κατοικούν και διαμένουν στην Κοζάνη και στα από αυτήν εξαρτημένα χωριά, τα οποία ορίστηκε από αυτόν να κατέχει και να κυβερνά ελεύθερα ένας άνθρωπός του [δική μου υπογράμμιση].36 Ένας από τους ελεγκτές του ισολογισμού ήταν λοιπόν και ο ζαμπίτης της Κοζάνης, ο οποίος, όπως θα δούμε παρακάτω, έφερε προφανώς τον τίτλο του μπέη και διατηρούσε στην πόλη ένα κονάκι. 4. Ως τελευταίος ελεγκτής καταγράφεται ο ιεροδίκης του καζά του Eğri Bucak (ma‘rifet-i şer‘le), για τον οποίο γνωρίζουμε ότι τη συγκεκριμένη χρονιά ονομαζόταν Ιμπραήμ, όπως φαίνεται από την υπογραφή και τη σφραγίδα στο τέλος του εγγράφου. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο ισολογισμός που συνέταξε ο βοεβόδας Οσμάν Αγάς τέθηκε υπόψιν του ιερού δικαστηρίου και καταγράφηκε στα ιεροδικαστικά πρακτικά, από τα οποία στη συνέχεια αντιγράφηκε ένα απόσπασμα, υπογράφηκε, σφραγίστηκε από τον καδή και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω έλεγχο. Κάπως έτσι διασώθηκε ως τις μέρες μας. Είναι πολύ πιθανό ότι στα ιεροδικαστικά πρακτικά (kadı sicilleri) του Eğri Bucak, κάτω από την εγγραφή του εν λόγω ισολογισμού, θα ήταν καταγεγραμμένα και τα ονόματα των αντιπροσώπων των ζιμμήδων της Κοζάνης, ίσως μαζί με άλλα ονόματα περισσοτέρων μαρτύρων στην υπόθεση αυτή. Αυτοί θα ήταν σίγουρα οι πρόκριτοι και οι εξέχοντες της εποχής. Μια από τις πιο σημαντικές αλλαγές, 35

36

Τα έξοδα (οδοιπορικά, διαμονή κτλ.) και ο μισθός του ανθρώπου αυτού δεν πληρώνονταν από το κράτος, αλλά συλλέγονταν από τον ντόπιο πληθυσμό, με κάποιο ζήτημα του οποίου θα ασχολούνταν ως κρατικός ελεγκτής ο mübaşir. Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 139-140, και σε μεταγραφή στη σ. 212 (tarafından zabt içün ta‘yin olunan ademisi ...).


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

102

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

102

μαζί με αυτή του μαλικιανέ και του κεφαλικού φόρου, που έφερε μαζί του ο 18ος αι. στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η κατανομή (tevzi) των φορολογικών βαρών σε τοπικό επίπεδο. Δημιουργήθηκαν δηλαδή τοπικές επιτροπές για τον σκοπό αυτό, με το σκεπτικό ότι αυτοί γνώριζαν καλύτερα τις τοπικές συνθήκες. Άτομα από αυτές τις επιτροπές θα ήταν και αυτοί από τους ντόπιους κατοίκους, που κλήθηκαν να ελέγξουν τον ισολογισμό του μουκαταά της Κοζάνης. Η εισαγωγή κλείνει με την παρατήρηση ότι ο ισολογισμός αυτός –τώρα ονομάζεται ahz u i‘ta defteri, δηλ. κατάστιχο εσόδων και εξόδων– είναι εν γνώσει όλων των παραπάνω και έχει την αποδοχή τους (cümlenin ma‘lumları olarak makbulleri olan ahz u i‘ta defteridir). Για το ποια είναι τα έσοδα και ποια τα έξοδα του μουκαταά σημειώνεται στην εισαγωγή (σειρές 3-4) ότι ο ισολογισμός αφορά τη συλλογή και την παράδοση των mukata‘a, mal-i miri, kalemiye και mal-i maktu‘-i cizye του μουκαταά. Γι’ αυτά όμως θα γίνει λόγος παρακάτω. Το δεύτερο μέρος του εγγράφου (σειρές 10-42) φέρει έναν τίτλο, στον οποίο αναφέρεται τι ακολουθεί. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι πρόκειται τόσο για την παράδοση των φόρων του μουκαταά καθώς και για τα υπόλοιπα έξοδά του. Τονίζεται και στο σημείο αυτό ότι αυτά, δηλαδή οι πληρωμές και τα έξοδα, τυγχάνουν της αποδοχής των κατοίκων (ehalinin makbulleri olan). Το μέρος αυτό του καταστίχου ονομάζεται «κατάστιχο παράδοσης» (teslimât defteri). Είναι χωρισμένο σε τρία μέρη, ένα για το κάθε έτος της τριετούς περιόδου. Το μεγαλύτερο έξοδο του μουκαταά φαίνεται ότι είναι τα 8.500 γρόσια που πρέπει να πληρώνει ετησίως στο κράτος ως σταθερό ποσό. Παραπάνω είχαμε σημειώσει ότι, κατά τον πλειστηριασμό ενός μαλικιανέ, αυτός που προσέφερε τα περισσότερα πλήρωνε ένα εφάπαξ ποσό, που ονομαζόταν μουατζελέ (mu‘accele), και αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώνει και ένα ετήσιο σταθερό ποσό, το οποίο επισήμως ονομαζόταν μουετζελέ (mü’eccele). Στην πράξη όμως ονομαζόταν mal-i mukata‘a, όπως συμβαίνει και στο εδώ εκδιδόμενο έγγραφο.37 Για τον μαλικιανέ της Κοζάνης τη συγκεκριμένη περίοδο το ποσό αυτό ήταν 8.500 γρόσια. Αμέσως μετά το ετήσιο ποσό των 8.500 γροσιών σημειώνεται ένα άλλο, πάλι σταθερό, ποσό, το οποίο οφείλει να αποδώσει ο μουκαταάς της Κοζάνης στο κράτος. Αυτό ονομάζεται τώρα mal-i miri, δηλαδή δημόσια έσοδα (στ. 12: mukata‘anın mal-i mirisi). Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι και το προηγούμενο ποσό των 8.500 γροσιών αποτελούσε δημόσιο έσοδο και ονομαζόταν mal-i mukata‘a. Τι μπορεί να συμβαίνει λοιπόν; Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι την τριετία 37

M. Genç, «Osmanlı maliyesinde malikâne sistemi», σ. 240.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

103

103

αυτή ίσως επιβλήθηκε από το κράτος μια αύξηση στον μουκαταά της Κοζάνης. Κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σε δύο κυρίως περιπτώσεις. Κατά πρώτον, όταν το κράτος προσέθετε στον μουκαταά μια νέα φορολογική πηγή, και δεύτερον, όταν επέβαλε αύξηση σε κάποια προϋπάρχουσα φορολογική πηγή.38 Εάν αυτή η υπόθεση αληθεύει, τότε η εκμίσθωση του μουκαταά της Κοζάνης πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά πιο πίσω από το 1174 (1760). Ένα άλλο ποσό που πηγαίνει στο κράτος και σημειώνεται μόνο για τα δύο έτη 1174 (1760/1) και 1176 (1762/3) είναι το ποσό των 400 γροσιών, για το οποίο μαθαίνουμε ότι δόθηκε στο τάγμα των οπλουργών πάλι για τα δημόσια έσοδα του μουκαταά (στ. 13 και 25: def‘a mukata‘anın mirisiyçün cebeciler tarafına verilen akçe). Σύμφωνα με τον Genç, σε χρονιές πολέμου επιβαλλόταν από το κράτος στους μαλικιανέδες ένα επιπλέον ποσό, το οποίο ονομαζόταν cebelü bedeliyesi, και το οποίο κατά κανόνα ανερχόταν στο 10-15% του ετήσιου σταθερού ποσού (mal-i mukata‘a) που πλήρωνε στο κράτος ο μαλικιανές.39 Στην πραγματικότητα επρόκειτο για επιβίωση της υποχρέωσης που είχαν στο τιμαριωτικό σύστημα οι κάτοχοι τιμαρίων, ζιαμετίων και χασιών να εξοπλίζουν και να παίρνουν μαζί τους στον πόλεμο έναν αριθμό ανδρών, που εποίκιλλε, ανάλογα με το εισόδημα που τους εξασφάλιζε το τιμάριό τους. Η υποχρέωση αυτή είχε μετατραπεί, στην ολοένα και περισσότερο εκχρηματιζόμενη οθωμανική οικονομία, σε χρηματικό ποσό, το οποίο επιβαλλόταν τώρα στη νέα μορφή εκμετάλλευσης των φορολογικών εσόδων του κράτους, τους μαλικιανέδες. Στο σημείο αυτό πρέπει, ωστόσο, να κάνουμε μια σημαντική διάκριση. Ενώ ο Genç κάνει λόγο για cebelü, στο δικό μας κείμενο ο όρος που χρησιμοποιείται είναι cebeci, το οποίο αποδώσαμε ως «οπλουργός». Το σώμα των οπλουργών (cebeci ocağı) είχε δημιουργηθεί επί Μεχμέτ Β΄, και τον 18ο αι. αριθμούσε περί τους 2.500-5.000 άνδρες. Στις αρμοδιότητές του ήταν η κατασκευή, η μεταφορά στο μέτωπο, η επιστροφή και η επιδιόρθωση όπλων, πυρομαχικών και λοιπής στρατιωτικής τεχνολογίας που χρησιμοποιούσε ο οθωμανικός στρατός. Στο φιρμάνι μάλιστα του 1794 μαθαίνουμε ότι ο εκμισθωτής του μουκαταά της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της ήταν κάποιος Μεχμέτ, ο οποίος υπήρξε γραμματέας (kâtib) του σώματος αυτού στην Κωνσταντινούπολη.40 Φαίνεται, λοιπόν, ότι στην περίπτωσή μας μάλλον δεν πρόκειται για τον έκτακτο φόρο cebelü bedeliyesi, ο οποίος εξάλλου θα έπρεπε να ανέρχεται περίπου σε 850-1275 γρόσια –τόσο είναι το 10-15% του 8.500–, αλλά κατά πάσα πιθα38 39 40

Ό.π., σ. 241. Ό.π., σ. 246. Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 212, έγγρ. 5, σειρά 3: sabıka dergâh-i mu‘allam cebeciler ocağı kâtibi Mehmed ...


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

104

5/15/14

1:04 AM

104

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

νότητα θα σχετίζεται με το γεγονός ότι ο κάτοχος του μαλικιανέ της Κοζάνης ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του σώματος των οπλουργών, που στάθμευε στην οθωμανική πρωτεύουσα. Να τονίσουμε μάλιστα ότι ο φόρος αυτός δεν σημειώνεται για το έτος 1177 (1763/4). Ένα αρκετά μεγάλο ποσό που φαίνεται ότι κατέβαλε ο μουκαταάς και τις τρεις χρονιές στο κράτος είναι το κατ’ αποκοπήν ποσό (ber vech-i maktu‘) για τον κεφαλικό φόρο (cizye) των Κοζανιτών. Το ποσό αυτό για το έτος 1174 είναι 3.250 γρόσια, για το 1176 είναι 3.122 γρόσια, ενώ για το 1177 δεν γνωρίζουμε ακριβώς, γιατί ο ισολογισμός για τη χρονιά αυτή δίνει μόνο το συνολικό ποσό που πλήρωσε ο μουκαταάς για τις υποχρεώσεις του προς το δημόσιο. Πρέπει πάντως να θεωρήσουμε σχεδόν βέβαιο ότι και τη χρονιά αυτή το ποσό θα ανερχόταν γύρω στα 3.200 γρόσια. Το πρώτο πρόβλημα που σχετίζεται με τον κεφαλικό φόρο στο πλαίσιο αυτό είναι ότι αυτός δεν εκμισθωνόταν ως μαλικιανές,41 ή, για να το πούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν εκμισθωνόταν γενικά. Ο λόγος για τον οποίο ο κεφαλικός φόρος (haraç ως τον 16ο αι., αργότερα cizye) δεν δινόταν σε τιμαριούχους και ούτε εκμισθωνόταν ήταν το γεγονός ότι επρόκειτο για θρησκευτικό φόρο (cizye-i şer‘i ονομάζεται κάποτε), ο οποίος έπρεπε να πάει στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο και να χρησιμοποιηθεί κυρίως για τον πόλεμο κατά των απίστων. Ο İnalcık αναφέρει ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκμισθωνόταν ο κεφαλικός φόρος μιας περιοχής.42 Φαίνεται, λοιπόν, ότι στον κεφαλικό φόρο της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση. Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι Κοζανίτες πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο τους –τουλάχιστον κατά την εν λόγω τριετία– με το σύστημα του κατ’ αποκοπήν ποσού. Μέχρι τη μεταρρύθμιση του 1691 ο κεφαλικός φόρος πληρωνόταν από τους μη μουσουλμάνους κατά νοικοκυριό (hane) και συχνά κάποιες κοινότητες προτιμούσαν, και άρα επεδίωκαν, να πληρώνουν ένα κατ’ αποκοπήν ποσό. Αυτό άλλοτε συνέφερε την κοινότητα που το πλήρωνε, άλλοτε το κράτος, και συχνά και τους δύο. Μια προφανής ωφέλεια για την υπόχρεη κοινότητα ήταν ότι μια ενδεχόμενη αύξηση του πληθυσμού της θα σήμαινε μείωση του ποσού που αναλογούσε στα μέλη της. Από το 1691 κ.ε. η καταβολή του κεφαλικού φόρου ορίστηκε να γίνεται από κάθε ενήλικο μη μουσουλμάνο –εξαιρούνταν κάποιες κατηγορίες, όπως οι γυναίκες που δεν ήταν επικεφαλής νοικοκυριού, οι ανάπηροι κ.ά.– ξεχωριστά. Παράλληλα, καταργήθηκαν οι πε41 42

Genç, «Osmanlı maliyesinde malikâne sistemi», σ. 249. Halil İnalcık, “djizya”, στο: Encyclopedia of Islam, new edition, τ. 2, Leiden 1991, σ. 562566.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

105

105

ρισσότερες ευνοϊκές μεταχειρίσεις και ξεχωριστές περιπτώσεις, όπως ήταν αυτές με το σύστημα του maktu‘. Σίγουρα, λοιπόν, η Κοζάνη, η οποία στο β΄ μισό του 18ου αι. πληρώνει ακόμη τον κεφαλικό φόρο της με ένα κατ’ αποκοπήν ποσό, και επιπλέον το ποσό αυτό είναι εκμισθωμένο με το σύστημα του μαλικιανέ, αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση και πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους πίσω από αυτό το φαινόμενο. Οι τέσσερις αυτές «παραδόσεις» (teslimat), mal-i mukata‘a, mal-i miri, cebeciler και cizye, για τις οποίες μιλήσαμε μέχρι τώρα, ήταν στην πραγματικότητα καταστατικές οφειλές του μουκαταά της Κοζάνης προς το οθωμανικό δημόσιο. Σε αυτές πρέπει να προστεθούν και τα ποσά που όφειλε να παραδώσει ο μουκαταάς για την πληρωμή των υπαλλήλων της γραφειοκρατίας που ασχολούνταν με τους μαλικιανέδες σε κεντρικό επίπεδο. Τα έξοδα αυτά στο έγγραφό μας ονομάζονται kalemiye και harc-i bab. Τα έξοδα του μουκαταά που αφορούν τη λειτουργία του σε τοπικό επίπεδο απαριθμούνται στη συνέχεια. Σημαντική θέση ανάμεσά τους καταλαμβάνει το ετήσιο ποσό των 500 γροσιών που έπαιρνε ο βοεβόδας ως μισθό (ücret-i ağalık) για τα καθήκοντά του ως οικονομικού διαχειριστή του μουκαταά. Ένα άλλο σημαντικό ποσό που καταγράφεται ως έξοδο και για τις τρεις χρονιές είναι αυτό που πλήρωσε ο μουκαταάς της Κοζάνης ως τόκο σε σαράφηδες, προφανώς από δάνεια που αναγκάστηκε να συνάψει. Για το έτος 1174 το ποσό αυτό ανήλθε σε 3.025 (680+2.345) γρόσια. Η επεξήγηση μάλιστα που δίνεται για το μεγαλύτερο μέρος αυτού είναι άκρως διαφωτιστική: (στ. 21) meblağ-i mezburu sene-i mezburede eda edemeyüb cümlesinin rızalarıyla verilen fa’izi bir senede (είναι ο ετήσιος τόκος που δόθηκε με τη συγκατάθεση όλων, επειδή δεν μπορέσαμε να πληρώσουμε τη χρονιά αυτή το ειρημένο ποσό). Με τον όρο «ειρημένο ποσό» εννοείται το συνολικό ποσό που όφειλε ο μουκαταάς τη χρονιά αυτή για τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Το έτος 1176 ο τόκος ήταν 2.300 γρόσια, στα οποία πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 582 γροσιών που είχε δανειστεί ο μουκαταάς από τον ίδιο του τον βοεβόδα, και τη χρονιά αυτή το αποπλήρωσε. Για το έτος 1177 πάλι δεν γνωρίζουμε ακριβώς το ποσό που δόθηκε σε τόκους δανείων, διότι, όπως είπαμε, τη χρονιά αυτή δεν καταγράφονται αναλυτικά οι δαπάνες. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο μουκαταάς της Κοζάνης κατά την εν λόγω τριετία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και τα έξοδά του, και αναγκάστηκε έτσι να καταφύγει σε σαράφηδες. Το σύστημα του ιλτιζάμ, δηλαδή της εκμίσθωσης φόρων, ευνόησε εξαρχής τους σαράφηδες και εν γένει τους κατόχους κεφαλαίων, καθώς το ποσό που έπρεπε να πληρωθεί εφάπαξ στον πλειστηριασμό ενός μουκαταά ήταν συνήθως αρκετά υψηλό, για να το πληρώσει κάποιος


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

106

5/15/14

1:04 AM

106

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

στρατιωτικός λόγου χάρη. Το γεγονός αυτό, λοιπόν, δηλαδή η προκαταβολή ενός μεγάλου εφάπαξ ποσού, πριν καν συλλεγούν οι φόροι ή τα άλλα έσοδα ενός μουκαταά, σήμανε αναγκαστικά τη συμμετοχή στο σύστημα κεφαλαιούχων, συχνά μη μουσουλμάνων σαράφηδων και εμπόρων.43 Από το παράδειγμα της Κοζάνης γίνεται φανερό ότι ο δανεισμός και η προσφυγή σε κεφαλαιούχους ήταν αναγκαία όχι μόνο στο αρχικό στάδιο του πλειστηριασμού ενός μουκαταά, αλλά ίσως και κάθε χρονιά της λειτουργίας του για την κάλυψη των υποχρεώσεών του. Μόνο για το πρώτο έτος, 1174, σημειώνεται μια δαπάνη 2.000 γροσιών για την έκδοση ενός αυτοκρατορικού διατάγματος για την «ελευθερία» του μουκαταά (serbestiyet hatt-i hümayunu isdar içün verilen masarif). Η λέξη serbestiyet (ελευθερία) είναι οθωμανικό δημιούργημα από την περσική λέξη serbesti και την αραβική κατάληξη παραγωγής αφηρημένων ουσιαστικών –et.44 Στα δικά μας συμφραζόμενα ο όρος χρησιμοποιείται με την οικονομική του κυρίως σημασία, αλλά έχει, όπως θα δούμε παρακάτω, και πολιτικές προεκτάσεις, επιβεβαιώνοντας ξανά τη μεγάλη σημασία του οικονομικού παράγοντα. Η λέξη αυτή, λοιπόν, σήμαινε την απουσία των συνηθισμένων περιορισμών στην κατοχή κάποιων κρατικών εσόδων. Το τι συνεπαγόταν αυτό στο πλαίσιο της παραχώρησης ενός μουκαταά ως μαλικιανέ το μαθαίνουμε από το κείμενο του φιρμανιού του έτους 1794. Σε αυτό αναφέρεται ότι στον πλειοδότη Μεχμέτ δόθηκε ένα υψηλό βεράτιο (berat-i ‘alişan), μια διάταξη του οποίου διαλαμβάνει τα εξής: Από τους μουκαταάδες και τα κατ’ αποκοπήν ποσά και τα χωριά και τους καλλιεργήσιμους αγρούς που δίνονται ως μαλικιανές, οι βεζίρηδες και οι μπεηλερμπέηδες και οι σαντζακμπέηδες και οι μουτεσελλίμηδες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι της κοσμικής εξουσίας να μην ζητούν το παραμικρό χρηματικό ποσό και να μην τους παρενοχλούν, και να εμποδίζεται η τυραννία και η παρενόχληση που προέρχονται από αυτούς, και οι κάτοχοι των μαλικιανέδων να τους κατέχουν με βεράτι αιωνίως, όσο ζουν. Να τους κατέχουν ‘mafruzü l-kalem ve maktu‘ü l-kadem’ και από κάθε άποψη με ελευθερία.45 O İnalcık ξεκαθάρισε τη σημασία αυτής της έκφρασης της οθωμανικής γραφειοκρατίας (mafruzü l-kalem ve maktu‘ü l-kadem), αποδίδοντάς την περίπου ως εξής: Ο μουκαταάς έχει αποσπαστεί

43 44

45

Genç, «Osmanlı maliyesinde malikâne sistemi», σ. 234. B. Lewis, «Serbestiyet», στο: İstanbul Üniversitesi İktisat Fakültesi Mecmuası, Ord. Prof. Ömer Lütfi Barkan’a Armağan, cilt 41, sayı 1.4 (1982-83) 47-52, όπου ανιχνεύεται η ιστορική εξέλιξη της σημασίας του όρου από το οικονομικό στο πολιτικό επίπεδο και η αντικατάστασή του από τη λέξη hürriyet πρώτα, κι έπειτα από τη λέξη özgürlük. Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, σ. 140, πρωτότυπο σ. 212, στ. 7-9.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

107

107

από τα κρατικά κατάστιχα και οι ντόπιοι αξιωματούχοι δεν επιτρέπεται να πατούν το πόδι τους σε αυτόν.46 Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας λόγος που συχνά επικαλούνταν οι επαρχιακοί αξιωματούχοι, για να εισέλθουν σε μια οικονομικά και διοικητικά αυτόνομη περιοχή, ήταν η καταφυγή σε αυτήν παρανόμων, τους οποίους καταδίωκαν, για να τους φέρουν ενώπιον της δικαιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, οι διοικητές μιας αυτόνομης περιοχής έβλεπαν με καλό μάτι την έλευση ραγιάδων στην περιοχή τους, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε μεγαλύτερη ευημερία και ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, γνωρίζουμε ότι καμιά επαρχιακή εξουσία, πλην αυτής του καδή, δεν είχε δικαιοδοσία επάνω στους ραγιάδες που κατοικούσαν μέσα στα όρια του μαλικιανέ. Ωστόσο, τα αρχεία διασώζουν αρκετές υποθέσεις παραβίασης αυτής της ρήτρας του βερατιού ενός μαλικιανετζή.47 Όπως είδαμε, το πιο βασικό πλεονέκτημα ενός μουκαταά είναι ότι ορίζεται ένα σταθερό ποσό για τη φορολογία των κατοίκων, το οποίο αυτοί οφείλουν να πληρώσουν, ανεξαρτήτως, π.χ., του πώς πήγε η παραγωγή εκείνη τη χρονιά. Επιπλέον, εάν σημειωνόταν αύξηση στον πληθυσμό του οικισμού, αυτό σήμαινε ότι τα φορολογικά βάρη θα μίκραιναν για το κάθε νοικοκυριό. Ωστόσο, αυτό το τελευταίο πλεονέκτημα μπορούσε να μετατραπεί σε μειονέκτημα στην περίπτωση που μειωνόταν ο πληθυσμός.48 Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι κάτοικοι του μουκαταά της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της το έτος 1174 (1760-61) δαπάνησαν το εξαιρετικά μεγάλο ποσό των 2.000 γροσιών –να θυμηθούμε ότι το ποσό του κεφαλικού φόρου τους ήταν περίπου 3.200 γρόσια–, προκειμένου να εκδοθεί ένα hatt-i hümayun για την ελευθερία του μαλικιανέ. Το αυτοκρατορικό αυτό έγγραφο δεν σώζεται μεταξύ των φιρμανιών της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Κοζάνης, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα έμοιαζε στη μορφή και το περιεχόμενο με το φιρ46

47

48

H. İnalcık, «Autonomous Enclaves in Islamic States: Temliks, Soyurghals, Yurdluk-Ocakliks, Malikane-Mukata‘as and Awkaf», στο: Judith Pfeiffer − Sholeh A. Quinn (εκδ.), History and Historiography of Post-Mongol Central Asia and the Middle East. Studies in Honor of John E. Woods, Wiesbaden 2006, σ. 112-134. Στο άρθρο αυτό συζητούνται και άλλες μορφές αυτονομίας στην οθωμανική αυτοκρατορία, όπως είναι τα βακούφια, το temlik και το σύστημα yurtluk-ocaklık. Για παράδειγμα, σώζεται μια επιστολή της Φατμά Σουλτάν του έτους 1773, με την οποία αυτή ζητάει να μην αναμειγνύονται οι καϊμακάμηδες της Ρούμελης στον μουκαταά της Κοζάνης, διορίζοντας προκρίτους (αγιάν)· BOA, C.SM 98/4904. Για παράδειγμα, σε ένα έγγραφο του 1790, το οποίο υπογράφει πάλι η Φατμά Σουλτάν, διατάζεται ο ζιμμής Γιώργης, γιος του Παναγιώτη, να επιστρέψει στον μουκαταά της Κοζάνης, διότι έτσι, δηλαδή με την εγκατάστασή του σε άλλο μέρος και άρα πληρώνοντας εκεί τους φόρους του, επιβαρύνονται οικονομικά οι υπόλοιποι ραγιάδες της Κοζάνης· BOA, C.ML 590/24321.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

108

5/15/14

1:04 AM

108

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

μάνι του 1794.49 Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι οι κάτοικοι θεώρησαν αναγκαίο να εκδοθεί ένα τέτοιο έγγραφο, το οποίο να επιβεβαιώνει το αυτονόητο, αυτό δηλαδή που ισχύει έτσι κι αλλιώς για τους μαλικιανέδες και είναι ήδη διατυπωμένο ρητά στο βεράτιο εκχώρησης του μαλικιανέ. Από τα παραπάνω έγινε κατανοητό ότι η ευρέως διαδεδομένη χρήση του συστήματος του μαλικιανέ σε όλο τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία δεν αφήνει περιθώρια για μυθοπλασίες περί ιδιαίτερων προνομίων της Κοζάνης. Ωστόσο, γεγονός είναι ότι με το σύστημα του μαλικιανέ, το οποίο είναι συνέπεια της αυξανόμενης ανάγκης της οθωμανικής οικονομίας αφενός για ρευστότητα, αφετέρου για μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο των επαρχιών, δημιουργήθηκε ένα μεγαλύτερο αίσθημα δικαιοσύνης και ασφάλειας στους κατοίκους των περιοχών του μαλικιανέ με την εξής έννοια: Οι υπήκοοι δεν ήταν πλέον έρμαια των συχνά διεφθαρμένων τοπικών αξιωματούχων, αλλά αισθάνονταν ότι είναι συνδεδεμένοι απευθείας με την κεντρική εξουσία, στην οποία μπορούσαν να απευθύνονται άμεσα. Στο φιρμάνι ανανέωσης του μαλικιανέ του 1794 που είδαμε παραπάνω και σε άλλα παρόμοια έγγραφα γίνεται συχνά λόγος για την ελευθερία (serbestiyet) του μαλικιανέ. Το ότι ο μαλικιανές απολάμβανε, εκτός από την οικονομική, και ένα είδος διοικητικής αυτονομίας είναι ήδη γνωστό στη βιβλιογραφία.50 Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν και δύο έξοδα που σημειώνονται στον ισολογισμό του μουκαταά της Κοζάνης. Το ένα αφορά δαπάνες για το κονάκι, δηλαδή το διοικητικό μέγαρο της Κοζάνης, και ανήλθε το έτος 1176 σε 1.873 γρόσια, ενώ το επόμενο έτος σε 2.000 γρόσια. Το άλλο έξοδο σημειώνεται μόνο για το έτος 1176 και πρόκειται για 300 γρόσια που δαπανήθηκαν ως μισθός των segbanlar, δηλαδή μισθοφόρων στρατιωτών.51 Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο διοικητής του μουκαταά της 49

50

51

Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την περίπτωση τόσο το φιρμάνι 5 όσο και το φιρμάνι 6 στο Σαλακίδης, Τα σουλτανικά έγγραφα, να είναι στην πραγματικότητα τέτοια serbestiyet hatt-i hümayunu. Genç, «Osmanlı maliyesinde malikâne sistemi», σ. 239, όπου σημειώνεται ότι ο κάτοχος του μαλικιανέ είχε και διοικητικά και πειθαρχικά δικαιώματα επί των κατοίκων της περιοχής του. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύει και ο Genç την έκφραση mafruzü l-kalem ve maktu‘ü l-kadem, που συζητήσαμε παραπάνω. Βλ. και Avdo Suceska, «Die Malikane. Lebenslängliche Pacht der Staatgüter im Osmanischen Reich», στο: İstanbul Üniversitesi İktisat Fakültesi Mecmuası, Ord. Prof. Ömer Lütfi Barkan’a Armağan, cilt 41, sayı 1.4 (1982-83) 261-271: 268, όπου σημειώνει ότι ο κάτοχος του μαλικιανέ είχε το δικαίωμα να συλλέγει, εκτός από τους κύριους φόρους, και πρόστιμα και άλλα τέλη. Οι segban ήταν μισθοφορικά σώματα του πεζικού υπό την ηγεσία των Γενιτσάρων, των οποίων οι άντρες προέρχονταν κυρίως από την αγροτική τάξη, εξοπλισμένα με πυροβόλα όπλα. Τα σώματα αυτά ήδη από τα τέλη του 16ου αι. εκμισθώνονταν όλο και πιο συχνά από το οθωμανικό κράτος, για να αντιμετωπιστούν επείγουσες στρατιωτικές


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

109

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

109

Κοζάνης διέθετε μια οργανωτική υποδομή, η οποία στεγαζόταν σε κτήριο που είχε κατασκευαστεί ειδικά για το σκοπό αυτό, ενώ από την άλλη συντηρούσε και μισθοφορικό στρατό, ή καλύτερα φρουρά, για να επιβάλλει την τάξη. Συνοψίζοντας, τα έξοδα του μουκαταά της Κοζάνης στην εν λόγω τριετία ήταν σχηματικά τα εξής: Πίν. 3. Τα έξοδα του μουκαταά της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της τα έτη 1174, 1176 και 1177 (c. 1760-1764) σε γρόσια.

Φόροι υπέρ του κράτους mal-i mukata‘a mal-i miri cizye kalemiye harc-i bab ve saire masarif cebeciler Σύνολο Λοιπά έξοδα faiz-i sarraf, karz hatt-i serbestiyet ücret-i ağalık ulufe-i segbanlar masarif-i konak bakaya kalan akçe tahsildariye Σύνολο Γενικό σύνολο κατά έτος Σύνολο τριετίας

52

53

54

55

1174 8.500 1.780 3.250 272 298 400 14.500

1176 8.500 1.780 3.122 272 726 400 14.800

3.02553 2.000 500 − − − − 5.525 20.025

2.88254 − 500 300 1.873 − − 5.555 20.355 61.451

1177 15.42052

− 15.420 50055 − 500 − 2.000 2.573 78 5.650 21.071

ανάγκες. Όταν απολύονταν μετά το πέρας του πολέμου, συνήθως περιφέρονταν στις επαρχίες και προκαλούσαν καταστροφές συχνά με σοβαρές συνέπειες· βλ. İnalcık − Quataert (εκδ.), An Economic and Social History of the Ottoman Empire, τ. 1, σ. 24. Στο ποσό αυτό, εκτός από τους φόρους mal-i mukata‘a, mal-i miri, cizye, kalemiye και harc-i bab, συμπεριλαμβάνονται και φόροι που καταβλήθηκαν σε σαράφη, χωρίς να προσδιορίζεται το ακριβές ύψος τους. Στο έγγραφό μας δίνεται το ποσό 680 ως τόκος τεσσάρων μηνών για το ποσό των 14.500 γροσιών που αντιπροσωπεύει το χρέος του μουκαταά προς το κράτος τη συγκεκριμένη χρονιά (άρα το επιτόκιο δανεισμού ήταν 14%), καθώς και το ποσό των 2.345 γροσιών που ήταν οι τόκοι για ένα έτος για το σύνολο των υποχρεώσεων. Στον πίνακα προσθέσαμε τα δύο ποσά. Το ποσό αυτό είναι το άθροισμα των 2.300 γροσιών που δόθηκαν σε τόκους τη χρονιά αυτή και των 582 γροσιών που είχαν δανειστεί από τον ίδιο τον βοεβόδα του μουκαταά. Στον αριθμό αυτό πρέπει να προστεθεί και το ποσό που είναι ‘κρυμμένο’ μέσα στο


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

110

5/15/14

1:04 AM

110

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

Το τρίτο μέρος του ισολογισμού (43-58) καλύπτει τα έσοδα του μουκαταά της Κοζάνης κατά την εν λόγω τριετία. Δυστυχώς το έγγραφό μας στο σημείο αυτό δεν είναι καθόλου αναλυτικό, δεν δίνονται δηλαδή τα ονόματα των συλλεγέντων φόρων, παρά μόνο συνολικά ποσά κατά έτος. Εξαίρεση αποτελεί ο φόρος imdad56 για το έτος 1174 και ο φόρος της δεκάτης για το έτος 1177. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η πλειονότητα των φοροεισπρακτόρων είναι χριστιανοί, προφανώς από την Κοζάνη, και φέρουν ονόματα όπως Dodo, Manol, Foti, και Dinafoti. Το συνολικό ποσό των εσόδων ανέρχεται σε 52.866 γρόσια. Στο τέταρτο μέρος του εγγράφου (59-62) σημειώνεται το έλλειμμα του ισολογισμού (8.585 γρόσια), καθώς τα έξοδα (61.451 γρόσια) είναι περισσότερα από τα έσοδα (52.866 γρόσια). Στο πέμπτο μέρος (63-65) σημειώνεται ότι, επειδή οι κάτοικοι του μουκαταά ομολόγησαν ότι το ποσό αυτό (8.586) είναι χρέος δικό τους και πληρωτέο σύμφωνα με τον ιερό νόμο (zimmetlerinde zuhur ve şer‘en edası lazım gelmekle), συγκεντρώθηκε αυτό με την επίβλεψη του ζαμπίτη και του καδή και παραδόθηκε στον Οσμάν Αγά, ο οποίος ομολόγησε στο δικαστήριο ότι στο εξής οι κάτοικοι της Κοζάνης και των εξαρτημάτων της δεν του οφείλουν το παραμικρό ποσό. Στο τελευταίο μέρος (66-69) ακολουθούν η υπογραφή και η σφραγίδα του καδή του Eğri Bucak, στον οποίο υπαγόταν διοικητικά η Κοζάνη. Ένας ελλειμματικός ισολογισμός μπορεί να οφείλεται είτε σε αυξημένα έξοδα είτε σε μειωμένα έσοδα είτε και στους δύο αυτούς λόγους συγχρόνως. Για παράδειγμα, είκοσι περίπου χρόνια μετά τον ισολογισμό αυτό, το έτος 1782, η Φατμά Σουλτάν εξέδωσε ένα έγγραφο, με το οποίο ζητά τον εντοπισμό και την τιμωρία των ληστών που λυμαίνονται την περιοχή, διότι εξαιτίας τους τη χρονιά αυτή δεν υπήρξε παραγωγή στον μουκαταά της Κοζάνης.57 Δεν αποκλείεται παρόμοιες συνθήκες να επικράτησαν και την τριετία 1761-1763.

56

57

σύνολο των 15.420. Τονίζεται ότι τα 500 γρόσια είναι οι τόκοι της περιόδου Οκτωβρίου-Μαρτίου (ruz-i kasımdan marta gelince), ενώ το υπόλοιπο, που δεν δίνεται ξεχωριστά, αφορά την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου, παρόλο που η έκφραση που χρησιμοποιείται εδώ είναι πιο ασαφής (ruz-i kasıma değin: μέχρι τον Οκτώβριο). Για τον φόρο αυτό βλ. İnalcık − Quataert (εκδ.), An Economic and Social History of the Ottoman Empire, τ. 2, σ. 715. ΒΟΑ, C.DH, 302/15091 (1196).


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:04 AM

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΙΚΙΑΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

111

111

Εικ. 1. Έγγραφο TS.MA.d / 6642 (1179/1766). Κωνσταντινούπολη, Başbakanlık Osmanlı Arşivi (Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο): Ισολογισμός ετών 1761-63 του μουκαταά της Κοζάνης από τον βοεβόδα Οσμάν Αγά.


04_SALAKIDHS_087-112:PROTYPH_KOZANH

112

5/15/14

1:04 AM

112

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΚΙΔΗΣ

Εικ. 2. Η υπογραφή και η σφραγίδα του İbrahim, καδή του Eğri Bucak (λεπτομέρεια της εικ. 1).


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

113

Δημήτριος Κ. Λαμπράκης

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 17ο ΑΙΩΝΑ

Η σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη των οθωμανικών σπουδών στην Ελλάδα έχει να παρουσιάσει μια σειρά αξιόλογων επιστημονικών έργων, τα οποία τείνουν να φωτίσουν αυτή τη σκοτεινή περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Η παρούσα εισήγηση αποσκοπεί να καταδείξει τη σημασία των οθωμανικών πρωτογενών αρχειακών πηγών για τη μελέτη της νεότερης ιστορίας του ελλαδικού χώρου. Χρησιμοποιώντας τις πρωτογενείς πηγές που έχω στην διάθεση μου, θα αναφερθώ στα χαρακτηριστικά τριών οικισμών της περιοχής των Σερβίων κατά τον 17ο αιώνα. Ακόμη, αναφορά θα γίνει στον πληθυσμό και στην εθνοτική/θρησκευτική σύνθεσή του και στις ιδιαίτερες λειτουργίες που επιτελούσαν· τέλος, θα καταδειχθεί το «ιδιαίτερο» φορολογικό καθεστώς που απολάμβαναν. Οι τρεις οικισμοί που εξετάζονται είναι: α) ο οικισμός Καστανιά (Kestanelik/Kestanlık, σημερινή Καστανιά Κοζάνης), β) ο οικισμός Καλντάδες (Kaldat/ Kaltat, σημερινό Προσήλιο Κοζάνης), και γ) η συνοικία των Σερβίων, αρχικά, και αργότερα χωριό, Άγ. Μηνάς Σερβίων (mahalle-i/karye-i Ayo Mina).

I. Οι πηγές1 Βασική πηγή πληροφοριών για την εξέταση του πληθυσμού, των λειτουργιών που επιτελούσαν, των υπηρεσιών και των φορολογικών ελαφρύνσεων που απολάμβαναν τα τρία υπό εξέταση χωριά, αποτελούν τα οθωμανικά απογραφικά κατάστιχα. Εξετάστηκαν συνολικά 4 κατάστιχα, τα οποία διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τα κατάστιχα έκτακτης φορολογίας αβαρίζ (avarız defterleri) και τα κατάστιχα κεφαλικού φόρου (cizye defterleri). Εκάστη δε κατηγορία χωρίζεται σε αναλυτικά (mufassal) και συνοπτικά (icmal). Τα αναλυτικά κατάστιχα καταγράφουν τα ονόματα των αρχηγών των φο1

Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν είναι οι ακόλουθες: MM 0059 (1057/1647-48), ΜΜ 15321 (1086/1675-76), MM 15521 (1087/1676-77), MM 15040 (1098/1686-87). Βρίσκονται στο Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο στην Κωνσταντινούπολη· σε παρένθεση το έτος σύνταξής τους, σύμφωνα με το ισλαμικό και το χριστιανικό ημερολόγιο.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

114

5/17/14

2:12 AM

114

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

ρολογούμενων εστιών (hane), γεγονός που επιτρέπει στον ερευνητή να εξετάσει με περισσότερες λεπτομέρειες τον πληθυσμό και τη σύνθεσή του. Τα συνοπτικά προσφέρουν μόνο το σύνολο εστιών ή ατόμων, χωρίς να καταγράφονται ονόματα. Και στα δύο είδη αναγράφεται, αν υπάρχει, η αιτία για την οποία οι εστίες ή τα άτομα αυτά απαλλάσσονται από την καταβολή φόρων, κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση των τριών προαναφερθέντων οικισμών. Οι έκτακτοι φόροι αβαρίζ (avarız) αποτελούσαν εισφορές σε χρήμα και σε είδος, που καταβάλλονταν από μουσουλμάνους και μη-μουσουλμάνους σε περιπτώσεις ανάγκης, κατόπιν εντολής του σουλτάνου. Αποτελούσαν φόρους για τη συντήρηση θεσμών, όπως το ναυτικό, το αυτοκρατορικό ταχυδρομικό σύστημα, και ιδιαίτερα για τη συντήρηση γεφυρών, δρόμων και υδραγωγείων. Προβλεπόταν, επίσης, η μετατροπή και η καταβολή των εισφορών σε είδος, σε χρήμα (bedel-i avarız). Αρχικά καταβάλλονταν από ένα μόνο μέρος του πληθυσμού, όμως από τις αρχές του 17ου αι., κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε το οθωμανικό κράτος, οι φόροι αβαρίζ συστηματοποιήθηκαν, ώστε να καταβάλλονται από το σύνολο του πληθυσμού μιας περιοχής σε ετήσια βάση. Η κατανομή τους γινόταν σε φορολογικές μονάδες (avarızhane) που αποτελούνταν από πραγματικές εστίες (gerçekhane), στις οποίες καταμεριζόταν το φορολογικό βάρος, αναλόγως του εισοδήματός τους. Απαλλαγές από την καταβολή των έκτακτων φόρων χορηγούνταν σε άτομα και χωριά, που προσέφεραν μακροπρόθεσμες υπηρεσίες, όπως η φύλαξη δρόμων και ορεινών στενών περασμάτων, σε όσους υπηρετούσαν σε ταχυδρομικούς σταθμούς και εξέτρεφαν άλογα για τον στρατό, και γενικά σε αυτά τα άτομα ή χωριά που προσέφεραν προμήθειες και εξοπλισμό στον στρατό. Ο κεφαλικός φόρος (cizye), ο οποίος συχνά μέχρι τα μέσα του 16ου αι. αναφέρεται ως χαράτσι (haraç), αποτελούσε τον παραδοσιακό κατά κεφαλήν αποδιδόμενο φόρο εκ μέρους των μη-μουσουλμάνων, σε αντάλλαγμα για την ασφάλεια και προστασία που προσέφερε η μουσουλμανική κοινότητα. Ως τα τέλη του 17ου αι. επιβαλλόταν σε κάθε μη-μουσουλμανική εστία (hane/gerçekhane), ανεξαρτήτως των ενήλικων που διαβιούσαν σε αυτή, με δεδομένο και προϋπόθεση ότι το εισόδημα της εστίας χειριζόταν από κοινού. Ο κεφαλικός φόρος πληρωνόταν από όλους τους ενήλικες άρρενες (ηλικίας μεταξύ 15-60 ετών), ενώ εξαιρούνταν οι φτωχοί, οι άνεργοι μη έχοντες εισόδημα, οι γυναίκες (εκτός και εάν ως χήρες ήταν επικεφαλής μιας εστίας), τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και οι ανάπηροι. Οι περιπτώσεις απαλλαγής από τον κεφαλικό φόρο ήταν σπάνιες και χορηγούνταν σε όσους προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες (martolos, voynuk) και σε όσους προσέφεραν μακροπρόθεσμες υπηρεσίες οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως «σημαντικές» (mühim).2 2

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους φόρους αβαρίζ, τον κεφαλικό φόρο και


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

115

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

115

II.

Τα χωριά Καστανιά και Καλντάδες και η συνοικία/χωριό Άγιος Μηνάς

1.

Η ευρύτερη περιοχή του καζά Σερβίων στον 16ο και 17ο αιώνα

Ο καζάς Σερβίων κάλυπτε το νότιο μισό του σημερινού νομού Κοζάνης. Σε αυτήν την έκταση περιλαμβανόταν το σημαντικό προ-οθωμανικό υστεροβυζαντινό οικιστικό δίκτυο, στους σημαντικότερους οικισμούς του οποίου συγκαταλέγονται ο Βελβεντός, η Αιανή (Κάλιανη) και τα Σέρβια. Κοινό γνώρισμα και των τριών αυτών οικιστικών κέντρων αποτελούσε η τοποθέτησή τους στις όχθες του Αλιάκμονα (Ιντζέ Καρά Σου), του μεγαλύτερου ποταμού του ευρύτερου δυτικομακεδονικού χώρου, και στη σημαντική οδική αρτηρία που οδηγούσε από τη Θεσσαλία στη Δυτ. Μακεδονία, με κατάληξη τα Σκόπια και από εκεί την Κεντρ. Ευρώπη. Διοικητικό και οικονομικό κέντρο του καζά αποτελούσε η «μικρή πόλη»3 των Σερβίων, με πληθυσμιακή συγκέντρωση σταθερά κοντά στις 1.000 εστίες, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι διοικητικές και οικονομικές αρχές της περιοχής. Οι λειτουργίες του οικιστικού χώρου των Σερβίων είχαν αποκτήσει μια πιο αστική μορφή, και παρουσιάζουν εμφανείς διαφορές, όταν συγκρίνονται με αυτές άλλων οικισμών της περιοχής. Τέλος, σημαντικός παράγων διαφοροποίησης των Σερβίων σε σχέση με τους άλλους μικρότερους οικισμούς αποτελούσε η συγκέντρωση και ύπαρξη σημαντικού αριθμού μουσουλμάνων και η ενασχόληση μέρους του πληθυσμού με το εμπόριο και τη μεταπρατική οικονομία. Δηλαδή, τα Σέρβια αποτελούσαν σε όλο τον 16ο αι. το σημαντικότερο οικονομικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής. Η εκτενής αναφορά στη «μικρή πόλη» των Σερβίων δεν σχετίζεται με το πλαίσιο αυτής της εισήγησης. Αρκεί να κρατήσουμε υπόψιν μας τη σταθερά κεντρική θέση του οικιστικού και διοικητικού κέντρου των Σερβίων εντός του ομώνυμου καζά.4

3

4

τα κατάστιχα αβαρίζ και κεφαλικού φόρου βλ. Linda Darling, Revenue-Raising and Legitimacy, Tax Collection and Finance Administration in the Ottoman Empire, 1560-1660, εκδ. E. J. Brill, Leiden, Νέα Υόρκη, Κολωνία 1996, σ. 81-118· Süleyman Demirci, The functioning of the Ottoman Avâriz Taxation: An Aspect between Centre and Periphery. A Case Study of the Province of Karaman (1621-1700), The İsis Press, Κωνσταντινούπολη 2009, σ. 9-31· H. İnalcik, «Military and Fiscal Transformation in the Ottoman Empire, 1600-1700», Archivum Ottomanicum VI (1980) 311-336· M. Kiel, «Remarks on the Administration of the Poll Tax (Cizye) in the Ottoman Balkans and Value of Poll Tax Registers (Cizye Defterleri) for Demographic Research», Etudes Balkaniques IV (1990) 70-104. Για την έννοια της «μικρής πόλης» βλ. Φωκίων Π. Κοτζαγεώργης, Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος-17ος αι.), Ξάνθη 2008, σ. 15-23. Για την ιστορία της περιοχής στον 16ο αι. σημαντική πρωτογενή πηγή πληροφοριών


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

116

5/17/14

2:12 AM

116

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

Τα Σέρβια δεν απώλεσαν την πρωτοκαθεδρία τους στην ευρύτερη περιοχή, παρά τη συρρίκνωση των ορίων του καζά5 κατά τον 17ο αι., καθώς παρέμειναν μακράν το μεγαλύτερο και σημαντικότερο οικιστικό κέντρο, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση χριστιανικού και μουσουλμανικού πληθυσμού. Οι τρεις υπό εξέταση οικισμοί βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση με τα Σέρβια, διατηρώντας στενές επαφές με το διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα, όπως θα φανεί παρακάτω, επιτελούσαν λειτουργίες που τους εξασφάλιζαν ένα ιδιαίτερο καθεστώς, τόσο σε σχέση με τα Σέρβια όσο και με τους γειτονικούς μικρότερους οικισμούς.

2.

Τα απαλλασσόμενα φορολογίας χωριά τον 16ο αιώνα

Η απαλλαγή μερίδας πληθυσμού μιας περιοχής, εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης, από τους «φόρους των ραγιάδων»6 έναντι παροχής υπηρεσιών προς το κράτος αποτελούσε πάγια τακτική. Οι διαθέσιμες για τον 16ο αι. πηγές αναφέρονται σε «απαλλασσόμενους και εμπιστευμένους» (muaf ve müsellem) πλη-

5

6

αποτελούν τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα (tapu tahrir defterleri), που συντάχθηκαν για φορολογικούς λόγους από την κεντρική οθωμανική διοίκηση, ενώ το κενό στην δευτερογενή βιβλιογραφία της ιστορίας της περιοχής καλύπτουν τρεις πρόσφατες μονογραφίες: Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία. Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, [ΚΝΕ/ΕΙΕ], Αθήνα 2000· Γ. Π. Τσότσος, Ιστορική γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας, το Οικιστικό Δίκτυο: 14ος17ος αιώνας, εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2011· Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2013. Για τις αλλαγές που επήλθαν στα όρια του καζά Σερβίων, ήδη από το πρώτο τέταρτο του 17ου αι., βλ. Γ. Σαλακίδης, Τα Σουλτανικά Έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (1721-1909), Κοζάνη 2004, σ. 11-16. Στους φόρους αυτούς υπάγονται οι εξής φόροι: α) ο ispence (σπέντζα) με τις υποκατηγορίες του mücerred και bive (για τους ενήλικες άγαμους και για τις χήρες επικεφαλής εστιών), φόρος εθιμικός που πληρωνόταν από τους μη-μουσουλμάνους, β) ο çift resmi και οι υποκατηγορίες του, mücerred, nım çift και bennak, αντίστοιχος της σπέντζας, που πληρωνόταν όμως από τους μουσουλμάνους, γ) οι δεκάτες και τα τέλη επί των αγροτικών προϊόντων (öşr και resm), δ) οι φόροι bad-i hava ve niyabet, φόροι που σχετίζονταν με τα εγκλήματα, τους γάμους και άλλα μη προβλέψιμα γεγονότα, και ε) οι φόροι που σχετίζονταν με τις ασχολίες των νομάδων, όπως φόροι για θερινά και χειμερινά βοσκοτόπια (resm-i ağıl) και οι φόροι επί των προβάτων (resm-i ağnam). Σε αυτούς προστέθηκαν από τα τέλη του 16ου αι. οι έκτακτοι φόροι αβαρίζ. Για τα είδη φόρων στο οθωμανικό κράτος και την εξέλιξη τους βλ. H. İnalcik, «Osmanlılarda Raiyyet Rüsümü», Belleten XXIII/92 (1959) 575-610.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

117

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

117

θυσμούς στην περιοχή των Σερβίων, οι οποίοι απαλλάσσονταν από την καταβολή των φορών avariz και πλήρωναν μειωμένη φορολογία επί της αγροτικής παραγωγής τους (δεκάτη: öşr) και μειωμένη σπέντζα (ispence). Οι οικισμοί που απολάμβαναν αυτού του καθεστώτος τον 16ο αι. και αναφέρονται στις πρωτογενείς πηγές είναι δύο: ο οικισμός Κόμος και ο οικισμός Καστανιά. Το χωριό Κόμος αποτελούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αι. δερβένι και επιτηρούσε τη στενωπό από όπου διερχόταν η αμαξιτή οδός που οδηγούσε προς τη Βέροια και τη Θεσσαλονίκη. Στην πρόσφατη εργασία τους για τον καζά Σερβίων κατά τον 16ο αι. οι Καμπουρίδης και Σαλακίδης, ταυτίζουν το χωριό αυτό με τον σημερινό οικισμό Αύρα κοντά στα Ίμερα Κοζάνης, από όπου διερχόταν παλιότερα η προαναφερθείσα οδός. Ακόμη, αναφέρουν ότι σε επιτελικό χάρτη καταγράφεται ως «Komuslar».7 Εντούτοις, στις υπό εξέταση πηγές δεν εμφανίζεται οικισμός με το όνομα Κόμος ούτε οικισμός με το όνομα «Komuslar» που να είναι χριστιανικός ή μουσουλμανικός. Για τον λόγο αυτό δεν θα αναφερθώ καθόλου στο ζήτημα της ύπαρξης και του καθεστώτος του Κόμου τον 17ο αιώνα. Σε αντάλλαγμα για την υπηρεσία που προσέφεραν οι κάτοικοι του χωριού, κάθε εστία με έγγαμο άνδρα και οι ανύπανδροι άνδρες απέδιδαν σταθερά κατ’ έτος 2 κοιλά σιτάρι και 1 κοιλό8 κριθάρι και, ταυτόχρονα, εξ αιτίας της σημασίας του δερβενίου, απαλλάσσονταν από τους έκτακτους φόρους (avarız). Επίσης, κάθε εστία με έγγαμο άνδρα απέδιδε μειωμένη σπέντζα.9 Οι πηγές χαρακτηρίζουν αυτό το δερβένι ως «σημαντικό δερβένι» (mühim derbend), στοιχείο που αντικατοπτρίζει τη σημασία που απέδιδε στη λειτουργία του η κεντρική διοίκηση.10 Η Καστανιά βρίσκεται νότια και σε μικρή απόσταση από τα Σέρβια, στις πλαγιές του όρους Σιάπκα. Οι κάτοικοί της συντηρούσαν το υδραγωγείο και τα κανάλια υδροδότησης των Σερβίων, και για τον λόγο αυτό ο πληθυσμός του

7 8

9

10

Καμπουρίδης – Σαλακίδης, ό.π., σ. 119. Το κοιλό (keyl, keylce) ήταν διαδεδομένο μέτρο βάρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καθώς όμως στους κανουνναμέδες (νομοθετικοί κανονισμοί που αφορούν στον πληθυσμό μιας περιοχής και προτάσσονται της απογραφής της) που βρίσκονται στα κατάστιχα του 16ου αι. δεν αναφέρεται ρητά ποιο κοιλό χρησιμοποιείται, έλαβα ως δεδομένη την αναλογία του κοιλού της Κωνσταντινούπολης (keyl-i Istambuli), το οποίο ισοδυναμούσε με 24,215 κιλά/18 οκάδες. Για το κοιλό βλ. H. İnalcik, «Introduction to Ottoman Metrology», Turcica 15 (1983) 311-348. Οι αρχηγοί εστιών και οι ανύπανδροι ενήλικες απέδιδαν κανονικά 25 άσπρα/εστία και οι χήρες επικεφαλής εστιών 6 άσπρα/εστία. Στην περίπτωση του Κόμου, μόνο οι αρχηγοί εστιών καλούνταν να πληρώνουν 10 άσπρα/εστία. TT 479, σ. 121: mühim derbend olmağın avarız-i divaniyeden muaf ve müsellemlerdir.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

118

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

118

χωριού ήταν απαλλαγμένος από τους έκτακτους φόρους (avarız). Αυτό το καθεστώς ίσχυε σε όλον τον 16ο αιώνα. Δηλαδή, η Καστανιά είχε καταστεί μοναδικός διαχειριστής και συντηρητής των γραμμών υδροδότησης των Σερβίων, του βασικού διοικητικού, οικονομικού και οικιστικού κέντρου της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, οι κάτοικοι της Καστανιάς, όπως αναφέρεται στα απογραφικά κατάστιχα του 16ου αι., είχαν στα χέρια τους αυτοκρατορικές διαταγές, που τους απάλλασσαν από την καταβολή των φόρων αβαρίζ, διότι, όπως αναφέρεται, είχαν αναλάβει με τον εξοπλισμό τους να συντηρούν το υδραγωγείο και τα κανάλια υδροδότησης, που ήταν έργο του Αγιάς Αγά.11 Κατατάσσονταν δε και αυτοί στην κατηγορία των «απαλλασσόμενων και εμπιστευμένων» (muaf ve müsellem).12

3.

Η Καστανιά κατά τον 17ο αιώνα

Κατά τη διάρκεια του 17ου αι. η Καστανιά συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες, έναντι των οποίων απολάμβανε φορολογικής απαλλαγής κατά τον 16ο αιώνα. Στην πρώτη μνεία στην Καστανιά, στο συνοπτικό κατάστιχο φόρων αβαρίζ με αριθμό ΜΜ 0059 (1057), του έτους 1647, αναγράφονται 16 άτομα, που συγκροτούν 8 εστίες αβαρίζ (avarızhane), και υπηρετούν στα κανάλια παροχής ύδατος προς την κωμόπολη των Σερβίων. Τα ονόματα των ατόμων καταγράφονται σε σημείωση στο τέλος του τμήματος που αφορά τον καζά Σερβίων, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα από αυτόν που χρησιμοποιείται για τη συνοπτική αναφορά των εστιών. Τα άτομα αυτά είναι απαλλαγμένα από την καταβολή αβαρίζ, διότι προμηθεύουν το νερό.13 Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά ότι οι κάτοικοι της Καστανιάς, ήδη από τη εποχή της αυτοκρατορικής κατάκτησης, είχαν αναλάβει την προμήθεια ύδατος των Σερβίων.14 Αμέσως μετά αναφέρεται ότι τα καθήκοντα αυτά τους ανατέθηκαν από τον Αγιάς Αγά, έναν εκ των αγάδων της Πύλης, του σουλτάνου Μπαγιαζήτ.15 Η κατάκτηση της περιοχής έλαβε χώρα στα τέλη του 11

12

13 14 15

Μια φορά, επίσης, γίνεται αναφορά στα υδραγωγεία αυτά ως υδραγωγεία του Χουσεΐν Αγά· TT 424, σ. 239. Πιο συγκεκριμένα βλ. Καμπουρίδης – Σαλακίδης, ό.π., σ. 233, σημ. 144. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Καμπουρίδης – Σαλακίδης, ό.π., σ. 231-232, όπου γίνεται εκτενής αναφορά για το καθεστώς του χωριού, για τον εντοπισμό της τοποθεσίας του και για τη σύνθεση του πληθυσμού κατά τον 16ο αιώνα. MM 0059 (1057), σ. 111: su verdikleri içün muaf olmuşlardır. MM 0059 (1057), σ. 111: karye-i mezbure feth-i hakanıdan beru kasabaya getürdüği suya. MM 0059 (1057), σ. 111: merhûm ve mağfur leh Sultan Bayazid tabe serahu hazretleriniñ kapu ağalarından Ayas Ağa istihdam edüb.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

119

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

119

14ου αι. από τον σουλτάνο Μπαγιαζήτ Α΄ τον Κεραυνό (Sultan Beyazit Yıldırım: 1389-1402). Πιθανότατα ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς, μετά τη μάχη της Άγκυρας (1402) και την κρίση διαδοχής των υιών του Μπαγιαζήτ, και κατακτήθηκε εκ νέου, και οριστικά αυτή τη φορά, από τα στρατεύματα του σουλτάνου Μουράτ Β΄ (Sultan Murad: 1421-1444, 1446-1451). Όμως, ο προαναφερθείς Αγιάς Αγάς έζησε κι έδρασε στην περιοχή των Σερβίων και στην Καστανιά στις αρχές του 16ου αι.,16 δηλαδή ο αναφερόμενος σουλτάνος Μπαγιαζήτ δεν είναι ο Μπαγιαζήτ Α΄, αλλά ο Μπαγιαζήτ Β΄ ο Άγιος (Sultan Beyazit Veli: 14811512). Έτσι, με την έννοια «αυτοκρατορική κατάκτηση» εννοείται και δηλώνεται η αρχαιότητα των υπηρεσιών που προσέφεραν οι κάτοικοι της Καστανιάς. Φαίνεται λογικό η νεότευκτη στα τέλη του 14ου αι. στην περιοχή οθωμανική εξουσία να είχε φροντίσει τη σταθερή παροχή ύδατος στο διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, όπου ήταν εγκατεστημένες οι αρχές, επιδιώκοντας τη σταθερότητα και την ευμάρεια του. Πιθανότατα ο Αγιάς Αγάς να ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε στις αρχές του 16ου αι. την κατασκευή και επάνδρωση υδραγωγείου και καναλιών που θα προμήθευαν με νερό τα Σέρβια, ίσως σε αντικατάσταση ή επέκταση των παλαιότερων. Καθώς δεν έχουν ανευ16

Αυτό εξάγεται από το γεγονός ότι το υδραγωγείο της Καστανιάς αναφέρεται ήδη στο ΤΤ 0986 (ca 1500) ως υδραγωγείο του Αγιάς Αγά. Ακόμη, ο Αγιάς Αγάς μνημονεύεται σε τρία χοτζέτια των ετών 911/1505 και 913/1507. Προμηθεύτηκα αυτά τα έγγραφα πρόσφατα από τα Οθωμανικά Αρχεία Πρωθυπουργίας στην Κωνσταντινούπολη, οπότε δεν στάθηκε δυνατό να μελετηθούν επαρκώς και λεπτομερώς. Όμως το όνομα του Αγιάς Αγά αναφέρεται ξεκάθαρα σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ως «εν ενεργεία επικεφαλής θησαυροφύλακας» (hazinedarbaşı olan). Εντούτοις, η ταυτότητα του Αγιάς Αγά δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βάση τις πληροφορίες που παρέχουν τα κατάστιχα. Υπάρχουν δύο αναφορές στη δευτερογενή βιβλιογραφία σχετικές με αυτό το όνομα. Αναφέρεται από τον Σουρέγια ότι κάποιος Αγιάς Αγάς ήταν αρχιτέκτονας του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄, ο οποίος πέθανε το έτος 928 (1522). Βλ. Mehmed Süreyya, Sicil-i Osmani, Tarih Vakfı Yurt Yayınları 30, eski yazıdan yeni yazıyan 1, cilt 2, Istanbul, Nisan 1996, σ. 341. Η δεύτερη αναφορά γίνεται από τον Gökbilgin, ο οποίος αναφέρει ότι στην Αδριανούπολη στα μέσα του 16ου αι. υπήρχε μια συνοικία με το όνομα «Συνοικία του Σταυλάρχη Αγιάς Μπέη» (Mahalle-i Mirahur Ayas Beg). Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Αγιάς Μπέης υπήρξε ο τελευταίος σταυλάρχης του σουλτάνου Μπαγιαζήτ Β΄ και ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν ανάμεσα στους νεκρούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους, κατά τη μάχη του Τσαλντιράν (Çaldıran muharebesi) το 1514. Βλ. M. Tayyıp Gökbilgin, XV-XVI asırlarda Edirne ve Paşa Livası: Vakıflar-MülklerMukataalar, [İstanbul Üniversitesi Edebiyat Fakültesi Υayınlarından No 508, Üçler Basimevi], Κωνσταντινούπολη 1952, σ. 62. Καμία από τις δύο αναφορές δεν μπορεί να αποκλειστεί, με δεδομένο ότι ταιριάζουν με τα χρονικά πλαίσια των αναφορών του ονόματος του Αγιάς Αγά στις πηγές. Παρ’ όλα αυτά χρειάζεται λεπτομερέστερη έρευνα, για να εξακριβωθεί εάν ταυτίζεται με κάποιον εκ των δύο προαναφερθέντων ή όχι.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

120

5/17/14

2:12 AM

120

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

ρεθεί πηγές ακόμη για τον 15ο αι., δεν είναι δυνατόν να διαφωτισθεί πλήρως η κατάσταση. Στη σελ. 159 του ίδιου καταστίχου αναφέρεται ότι οι παραπάνω αναφερθέντες κάτοικοι της Καστανιάς είναι απαλλαγμένοι από αβαρίζ, επειδή είναι συντηρητές των καναλιών που μεταφέρουν νερό από την κρήνη του Αγιάς Αγά.17 Από τα ονόματα των ατόμων που συντηρούσαν τα κανάλια συμπεραίνουμε ότι ήταν αποκλειστικά χριστιανοί, ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων έχει ελληνικά ονόματα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια ονόματα που παραπέμπουν στην ύπαρξη κάποιων σλαβόφωνων κατοίκων ή απογόνων σλαβόφωνων. Ως τέτοια ονόματα παραθέτω τα ονόματα Parisa, Malkο και Manço, τα οποία προδίδουν σλαβική καταγωγή. Ακόμη, καταγράφονται κάποια επαγγέλματα, που αντιπροσωπεύουν μια έστω και αποσπασματική εικόνα επαγγελματικής εξειδίκευσης. Αναφέρεται ένας κρεοπώλης, ένας υποδηματοποιός και ένας ξυλουργός, δηλαδή επαγγέλματα στενά συνδεδεμένα και ζωτικής σημασίας για τη ζωή του χωριού. Η επόμενη αναφορά στην Καστανιά γίνεται στο ίδιο κατάστιχο,18 αλλά αφορά τη συνοπτική καταγραφή των υπόχρεων καταβολής φόρων αβαρίζ για το έτος 1084/1673. Η Καστανιά εγγράφεται στην κατηγορία των «φυλάκων δερβενίου» (derbendciyan), αλλά οι κάτοικοί της αναφέρεται ότι είναι συντηρητές καναλιών,19 οι οποίοι ανέρχονται σε 45 άτομα, ενώ δεν αναφέρονται οι εστίες αβαρίζ. Εν ολίγοις, μέσα στα περίπου 25 χρόνια που χωρίζουν τις δύο καταγραφές, παρουσιάζεται μια αύξηση των ατόμων που υπηρετούν ως συντηρητές καναλιών της τάξης του 280%, καθώς φαίνεται σχεδόν να τριπλασιάστηκαν.20 Η μεγάλη χρονική απόσταση που χωρίζει τις δύο καταγραφές, καθώς και ο χαρακτήρας των καταστίχων αβαρίζ, όπου οι αριθμοί αντιπροσωπεύουν περισσότερο λογιστικά σύνολα και όχι δημογραφικές στατιστικές, δεν μας επιτρέπουν να εξαγάγουμε συμπεράσματα δημογραφικού χαρακτήρα. Εντούτοις, δεν αποκλείεται, μέσα στα 25 χρόνια που μεσολαβούν των δύο κα17

18

19 20

MM 0059 (1057), σ. 159: zimmiyan-i su yolcuyan ran-i ab-i çeşme-i merhûm Ayas Ağa’dır muaf-i avarız / mezkûrlar muteveffa Ayas Ağa’nın Kestanelik karyesinden gelen su yoluna hidmet eden su yolcuları olduğu. Το κατάστιχο MM 0059 φαίνεται να αποτελεί συρραφή ξεχωριστών καταστιχώσεων, οι οποίες, αν και πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, συγκεντρώθηκαν σε ένα κατάστιχο. MM 0059 (1084), σ. 75: su yolculardır. Το 1647 στην πρώτη αναφορά της Καστανιάς σε κατάστιχο αβαρίζ καταγράφηκαν 16 άτομα, που συγκροτούσαν 8 εστίες αβαρίζ, ενώ στη δεύτερη αναφορά το 1673 καταγράφηκαν 45 άτομα (χωρίς αναγραφή των εστιών αβαρίζ), που υπηρετούσαν ως συντηρητές των υδραγωγείων.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

121

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

121

ταγραφών, να υπήρξε αύξηση των ατόμων που απασχολούνταν στη συντήρηση των καναλιών. Το στοιχείο αυτό συνηγορεί στην άποψη ότι δεν είναι δόκιμες δημογραφικές ερμηνείες, σχετικές με τον πληθυσμό μιας περιοχής ή ενός οικισμού, με βάση τα κατάστιχα αβαρίζ.21 Στην περίπτωση της Καστανιάς δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να υπήρχαν και άλλοι κάτοικοι, οι οποίοι δεν καταγράφονταν, διότι είτε δεν απαλλάσσονταν της έκτακτης φορολογίας ή δεν ήταν υπόχρεοι καταβολής φόρων αβαρίζ.22 Δηλαδή είναι πιθανό να καταγράφονταν μόνο 45 άτομα, διότι αυτά απαλλάσσονταν από τους φόρους αβαρίζ, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν. Στο συνοπτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου ΜΜ 15321 (1086) και στο αναλυτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου ΜΜ 15521 (1087) [εικ. 1] γίνεται ξανά αναφορά στην Καστανιά. Οι κάτοικοί της, που αναφέρονται ως συντηρητές των καναλιών παροχής ύδατος, συγκροτούν στο πρώτο κατάστιχο (έτ. 1676) 48 εστίες (cizyehane), ενώ στο δεύτερο (έτ. 1677) 33 εστίες. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων των πηγών, δεν μπορεί να εξηγηθεί αυτή η μεγάλη μείωση, κατά 30% μέσα σε ένα έτος, των εστιών κεφαλικού φόρου. Επειδή το πρώτο κατάστιχο είναι συνοπτικό, ενώ το δεύτερο αναλυτικό, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα ονόματα ταυτίζονται, ποια έχουν διαγραφεί, ή αν επρόκειτο για υπερκαταγραφή στην πρώτη περίπτωση ή υποκαταγραφή στη δεύτερη. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που παρατίθεται στο κατάστιχο ΜΜ 15321 (1086) αποτελεί η σημείωση, ότι οι κάτοικοι εμφανίζονται απαλλαγμένοι καταβολής κεφαλικού φόρου (muaf). Αυτή η απαλλαγή είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, καθώς η απαλλαγή από την καταβολή κεφαλικού φόρου, επιπρόσθετα μάλιστα στην ήδη υπάρχουσα απαλλαγή καταβολής των φόρων αβαρίζ, αποτελεί σπάνιο φαινόμενο και συνέβαινε σε περιπτώσεις εξαιρετικών και πολύτιμων υπηρεσιών εκ μέρους των φορολογούμενων.23 Θα μπορούσε να ερμηνευθεί μόνο εάν θεωρήσουμε ότι η υπηρεσία που προσέφεραν οι κάτοικοι της Καστανιάς, η συντήρηση δηλαδή των καναλιών προμήθειας ύδατος, είχε καταστεί εξαιρετικά σημαντική. Αναφέρθηκε ήδη η αύξηση των εστιών αβαρίζ αυτών που καταγράφονταν ως συντηρητές των καναλιών. Θα μπορούσαμε να 21

22

23

Demirci, ό.π., σ. 26-29· Br. McGowan, Economic Life in Ottoman Europe: Taxation, Trade and the Struggle for Land, 1600-1800, Cambridge University Press, Cambridge, Νέα Υόρκη, Μελβούρνη, Μαδρίτη, Τόκιο 1981, σ. 110-114. Σημειωτέον ότι τα κατάστιχα αβαρίζ δεν καταγράφουν το σύνολο του πληθυσμού ενός οικισμού αλλά μόνο τους υπόχρεους καταβολής έκτακτης φορολογίας αβαρίζ. Για το ζήτημα των δερβενίων και τις κατηγορίες απαλλαγής από συγκεκριμένα είδη φόρου, και ειδικά από την καταβολή κεφαλικού φόρου, βλ. C. Orhonlu, Osmanlı İmperatorluğunda Derbend Teşkilâtı, Κωνσταντινούπολη 1967.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

122

5/17/14

2:12 AM

122

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αρχικά, λόγω της σημασίας των υπηρεσιών αλλά και της αύξησης των αναγκών των Σερβίων σε νερό, η κεντρική διοίκηση αύξησε τον αριθμό αυτών που απαλλάσσονταν από την έκτακτη φορολογία, ενώ στη συνέχεια προχώρησε στην απαλλαγή τους από την καταβολή κεφαλικού φόρου. Στο επόμενο υπό εξέταση συνοπτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου, που φέρει τον αριθμό ΜΜ 15040 (1098) και συντάχθηκε το έτος 1686, η Καστανιά εμφανίζεται ως δερβένι24 να έχει 33 καταγραμμένες εστίες (cizyehane), ίδιο δηλαδή αριθμό με το προηγούμενο κατάστιχο. Ταυτόχρονα, η Καστανιά διατηρεί το καθεστώς απαλλαγής από την καταβολή κεφαλικού φόρου. Εντούτοις, στα επόμενα κατάστιχα κεφαλικού φόρου οι κάτοικοι της Καστανιάς εμφανίζονται να πληρώνουν κανονικά τον κεφαλικό φόρο τους.25 Δηλαδή, αν όντως εντέλει υπήρξε απαλλαγή των κατοίκων της Καστανιάς (και) από την καταβολή κεφαλικού φόρου, αυτή υπήρξε σύντομη. Όσον αφορά τα ονόματα των αρχηγών των φορολογούμενων εστιών που καταγράφονται στο κατάστιχο ΜΜ 15521 (1087), διακρίνονται κάποιοι κάτοικοι που φέρουν σλαβικής καταγωγής ονόματα. Ακόμα, από πλευράς επαγγελμάτων καταγράφεται ένας κρεοπώλης και ένας κατασκευαστής σπαθιών. Η συντριπτική πλειοψηφία των αναγραφόμενων φέρει χριστιανικά ελληνικά ονόματα. Το έτος 1689 η Καστανιά εμφανίζεται καταγεγραμμένη σε συνοπτικό κατάστιχο έκτακτης φορολογίας.26 Καταγράφονται 24 άτομα, ως συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης, οι οποίοι ταυτόχρονα χαρακτηρίζονται ως ζιμμήδες, δηλαδή υπόχρεοι καταβολής κεφαλικού. Η απαλλαγή από την καταβολή του κεφαλικού φόρου έχει αρθεί. Σύμφωνα με τη σημείωση που συνοδεύει την καταγραφή, οι κάτοικοι του χωριού είχαν καταγραφεί ως συντηρητές των αγωγών ύδρευσης, και για αυτόν τον λόγο είχαν απαλλαγεί από την καταβολή εκτάκτων φόρων. Όμως στο εξής παραιτήθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ δόθηκε διάταγμα, το οποίο διέτασσε σε περίπτωση έγερσης αντιδικιών και προβλημάτων να αρθούν οι φοροαπαλλαγές. Σε αντιστάθμισμα οι 24

25

26

Όπως σημειώθηκε και παραπάνω, η αναφορά της Καστανιάς ως δερβενίου δεν σημαίνει ότι οι κάτοικοί της ήταν φύλακες δερβενίου, αλλά ότι υπάγεται στους απαλλασσόμενους φόρων οικισμούς. Οι κάτοικοι της Καστανιάς πληρώνουν –ως άτομα (ηλικίας μεταξύ 13-14 και 70-75 ετών) και όχι εστίες πλέον– τον κεφαλικό φόρο που τους αναλογεί, λόγω της μεταρρύθμισης που είχε μεσολαβήσει το 1691 στο σύστημα καταγραφής των φορολογούμενων και συλλογής του κεφαλικού φόρου. Η περιγραφή των συνθηκών και των αποτελεσμάτων της μεταρρύθμισης του 1691 ξεπερνά τα όρια της παρούσας μελέτης. Για τη μεταρρύθμιση βλ. M. Kiel, ό.π., σ. 84· Κοτζαγεώργης, ό.π.· Σοφία Λαΐου, «Τα Τρίκαλα στα τέλη του 17ου αιώνα με βάση δύο κατάστιχα κεφαλικού φόρου», Μνήμων 28 (2006-2007) 9-29. ΜΜ 0059 (1101), σ. 8.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

123

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

123

κάτοικοι της Καστανιάς ανέλαβαν την επισκευή (των καναλιών) έως την εκκλησία του χωριού Makronoz,27 που βρίσκεται πάνω στα κανάλια· και για την υπηρεσία αυτή καταγράφηκαν ως απαλλαγμένοι από αβαρίζ.28 Σε αυτή τη σημείωση όμως υπάρχουν δύο προβλήματα: η σημείωση δεν εξηγεί την αιτία για την παραίτηση των κατοίκων της Καστανιάς από τα καθήκοντά τους, όπως και τα αποτελέσματα της, και, καθώς το όνομα του οικισμού στον οποίο ανέλαβαν εκ νέου καθήκοντα οι κάτοικοι της Καστανιάς είναι δυσανάγνωστο, δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ούτε ποιες ήταν οι αιτίες για την αλλαγή ούτε ποια ακριβώς ήταν τα νέα καθήκοντα των κατοίκων της Καστανιάς. Αυτό που έχει σημασία, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, είναι η διατήρηση του καθεστώτος απαλλαγής από την έκτακτη φορολογία που απολάμβαναν οι κάτοικοι της Καστανιάς, οι οποίοι, με βάση τις πηγές, καταγράφονται επί δύο αιώνες ως συντηρητές των υδραγωγείων και των αγωγών ύδρευσης της κωμόπολης των Σερβίων. 4.

Η συνοικία/το χωριό του Αγίου Μηνά

O Άγιος Μηνάς δεν αναφέρεται καθόλου στις πηγές του 16ου αιώνα. Επίσης το τοπωνύμιο αυτό δε απαντά στα Σέρβια σήμερα, ούτε υπάρχει κάποια ομώνυμη εκκλησία. Το τοπωνύμιο του Αγ. Μηνά εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Σέρβια στο αναλυτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου ΜΜ 15521 (1087), το οποίο συντάχθηκε το έτος 1677. Αναφέρεται ότι οι 7 εστίες που την απαρτίζουν είναι συντηρητές των καναλιών υδροδότησης, ενώ η ίδια η συνοικία, όπως αναγράφεται σε σημείωση με κόκκινο μελάνι και διαφορετικού γραφικού χαρακτήρα από ό,τι το υπόλοιπο κείμενο, ανήκει στα βακούφια. Από τη διατύπωση του κειμένου δεν είναι σαφές σε ποια βακούφια ανήκει και εάν αυτά βρίσκονται στην πόλη των Σερβίων.29 27

28

29

Χωριό με αυτό το όνομα δεν έχω εντοπίσει πουθενά, ούτε σε κατάστιχα του 16ου ούτε του 17ου αιώνα. Εξάλλου, στο κατάστιχο αυτό το όνομα του χωριού είναι δυσανάγνωστο, γεγονός που δεν συμβάλλει στη διαλεύκανση των αιτιών της παραίτησης από τα καθήκοντά τους των κατοίκων της Καστανιάς. Το αινιγματικό όνομα του χωριού Makronoz μπορεί να ταυτιστεί είτε με το όνομα κάποιου νεότευκτου, άρα και νεωστί καταγραφόμενου οικισμού, είτε με κάποιον οικισμό του γειτονικού καζά Ελασσόνας (Alasonya kazası). Το πλήρες κείμενο της σημείωσης έχει ως εξής: karye-i mezbure reayası su yolcu tayin olunub avarızlardan muaf olmağın ba‘d’ül-yevm hizmetleri terk edüb nizaları düşer ise muafiyetleri ref‘ olunmak üzere mezbur su yollarda Makronoz nam karye-i kenisalarına varınca tamir ve termim itdirmek üzere üzerlerine iltizam eylediklerinden avarızları mukabilesinde muaf kayd olunub· βλ. ΜΜ 0059 (1101), σ. 8. MM 15521 (1087), σ. 5: mahalle-i Ayo Mina, su yolcuyan, tabi-i evkaf.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

124

5/17/14

2:12 AM

124

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

Στο κατάστιχο ΜΜ 0059, στην καταγραφή για το έτος 1689, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί συνοπτικό κατάστιχο έκτακτης φορολογίας αβαρίζ, ο Άγ. Μηνάς αναφέρεται ως χωριό, του οποίου οι 7 ζιμμήδες (υποχρεούμενοι σε καταβολή κεφαλικού φόρου) αναγραφόμενοι κάτοικοι30 παρουσιάζονται ως συντηρητές καναλιών υδροδότησης. Στο παρελθόν κάποιος Οσμάν Αγάς, για τον οποίο δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες, ενέγραψε στο χωριό αυτό 10 άτομα. Στην εκ νέου απογραφή βρέθηκαν 7 άτομα, τα οποία και καταγράφηκαν. Στο εξής, επίσης, άλλοι ραγιάδες υποχρεούμενοι στην καταβολή αβαρίζ δεν περιελήφθησαν στους ήδη καταγεγραμμένους. Επίσης, αναφέρεται ρητά ότι, όταν πεθαίνουν, αυτοί που παίρνουν τη θέση τους είναι με τη σειρά τους απαλλαγμένοι από την καταβολή αβαρίζ. Όμως σε αυτήν την περίπτωση ο Άγ. Μηνάς δεν αναφέρεται ούτε ως βακούφι ούτε ως ανήκων σε κάποιο βακούφι.31 Επίσης, ενώ καταγράφεται ο ίδιος αριθμός εστιών με αυτόν της προηγούμενης απογραφής,32 η συνοικία του Αγ. Μηνά έχει αναβαθμιστεί σε χωριό. Είναι πολύ πιθανό ο Άγ. Μηνάς να ξεκίνησε ως κάποιος μικρός συνοικισμός συντηρητών των καναλιών υδροδότησης και των υδραγωγείων των Σερβίων, ενώ αργότερα (στα 12 χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ της σύνταξης των δύο καταστίχων) να αποσπάστηκε, αποτελώντας αυτόνομο οικισμό, κοντά στα Σέρβια. Αυτό όμως δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τα στοιχεία που βρίσκονται στα κατάστιχα. Η ερμηνεία τους γίνεται ακόμα δυσχερέστερη, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, σήμερα στα Σέρβια δεν υπάρχει κάποια συνοικία με το όνομα Άγ. Μηνάς, ενώ δεν διασώζεται ούτε κάποιο τοπωνύμιο στον άμεσο περίγυρο των Σερβίων. Αναφέρθηκε, εντούτοις, παραπάνω ότι για κάποιο λόγο, που χρονικά συμπίπτει με τη δημιουργία και «εμφάνιση» στις πηγές του Αγ. Μηνά, παρουσιάστηκε μια απότομη αλλαγή στο καθεστώς της Καστανιάς, η οποία προκάλεσε αστάθεια και κατέστησε αναγκαία τη δημιουργία ενός δεύτερου διαχειριστή και συντηρητή των αγωγών και πόρων ύδρευσης της πόλης. Η αποτελεσματικότητα των αρχών αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι σύντομα οι κάτοικοι της Καστανιάς, που είχαν αποσυρθεί από τα καθήκοντα τους, ανέλαβαν 30 31

32

Καταγράφονται 7 άτομα και όχι εστίες, όπως στην προηγούμενη περίπτωση. Η αναφορά έχει ως εξής: karye-i Ayo Mina an su yolcuyan zimmiyan nefer 7. karye-i mezburede merhûm Osman Ağa on nefer su yolcu kayd edüb hâliyâ yedi neferi mevcud bulunmakda müceddeden kayd olunub ba‘d’ül-yevm ahardan avariz reayası girmeyüb mürd olduklarında ol aharları yerine geçmek üzere avarızdan muaflardır. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο όρος άτομο (nefer) ταυτίζεται με τον αρχηγό αληθινής εστίας (gerçekhane), ο οποίος υπηρετεί ως συντηρητής των καναλιών υδροδότησης. Ουσιαστικά λοιπόν καταγράφονται 7 εστίες.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

125

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

125

εκ νέου και υπό νέες συνθήκες τα παλαιά τους καθήκοντα. Το γεγονός μάλιστα ότι ο Άγ. Μηνάς καταγράφεται στην αρχή εντός των Σερβίων (ή εντέλει πολύ κοντά σε αυτά) υποδεικνύει πως οι υπηρεσίες των κατοίκων του Αγ. Μηνά θα μπορούσαν να αποτελούν συμπλήρωμα των υπηρεσιών που προσέφεραν ως τότε οι κάτοικοι της Καστανιάς. Στην περίπτωση αυτή το τοπωνύμιο «Makronoz» δεν αποκλείεται να αποτελεί κάποιο χαμένο μικροτοπωνύμιο της περιοχής κοντά στα Σέρβια, το σημείο δηλαδή όπου σταματούσε η περιοχή ευθύνης των κατοίκων της Καστανιάς και ξεκινούσε η περιοχή ευθύνης των κατοίκων του Αγ. Μηνά. Οι πηγές που διαθέτουμε επί του παρόντος δεν επιτρέπουν κάτι περισσότερο από υποθέσεις σχετικά με το θέμα, τις οποίες και εκφράζω με επιφύλαξη, έως ότου προσκομιστούν πληροφορίες που θα φωτίσουν τα σκοτεινά τους σημεία.

5.

Ο οικισμός Καλντάδες (Kaldat/Kaltat, σημ. Προσήλιο Κοζάνης) τον 17ο αιώνα

Το χωριό Καλντάδες βρισκόταν σε υπερυψωμένο έδαφος, αλλά σε κοντινή απόσταση από τις όχθες του Αλιάκμονα και από τον δρόμο που, μέσω του στενού του Σαρανταπόρου, οδηγούσε από την Ελασσόνα στα Σέρβια. Δηλαδή, βρισκόταν σε κομβικό σημείο ελέγχου μιας εκ των δύο διόδων που οδηγούσαν από τη Θεσσαλία στη Δυτική Μακεδονία και τανάπαλιν.33 Στα απογραφικά κατάστιχα του 16ου αι. (tapu tahrir defterleri) αναφέρεται μεν, αλλά ως ένας μικρός οικισμός ανάμεσα σε πολλούς, οι οποίοι εντοπίζονται στην ευρύτερη περιοχή της κωμόπολης των Σερβίων. Εντούτοις, στην πρώτη υπό εξέταση πηγή (κατάστιχο ΜΜ 0059 [1057], έκτακτης φορολογίας αβαρίζ) το χωριό Καλντάδες καταγράφεται ως χωριό φυλάκων δερβενίου (περάσματος και στενής διόδου). Ο πληθυσμός του χωριού, του οποίου δεν καταγράφεται ο αριθμός εστιών, είναι απαλλαγμένος από την καταβολή του αβαρίζ με αυτοκρατορική διαταγή.34 Στο ίδιο κατάστιχο, αλλά σε καταγραφή για το έτος 1674, οι φύλακες του δερβενίου αναφέρεται ότι είναι 35 άτομα, χωρίς καταγραφή ονομάτων τους, διότι το κατάστιχο είναι συνοπτικό.35 33

34

35

Ακόμη και σήμερα από το σημείο αυτό διέρχεται η επαρχιακή οδός Ελασσόνας-Σερβίων, η οποία διασχίζει το στενό του Σαρανταπόρου, και μέσω Προσηλίου οδηγεί στα Σέρβια. Η άλλη δίοδος, από όπου επικοινωνούν Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία, είναι η δίοδος από όπου διέρχεται η εθνική οδός Καλαμπάκας-Γρεβενών. ΜΜ 0059 (1057), σ. 111: karye-i Kaldat, mezkur karye-i ehalisi derbendciler olub emr-i Padişahiyle hane-i avarızdan vermekden muaf olmuşlardır. ΜΜ 0059 (1084), σ. 75: karye-i Kaldat, neferan 35, derbendcilerdir.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

126

5/17/14

2:12 AM

126

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

Οι Καλντάδες αναγράφονται επίσης και στο προαναφερθέν αναλυτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου ΜΜ 15521 (1087). Εκεί, το χωριό παρουσιάζεται να έχει 29 εστίες ζιμμήδων, οι οποίοι υποχρεούνται και αποδίδουν κανονικά τον κεφαλικό τους φόρο. Ακόμη, το χωριό αναφέρεται ως δερβένι, το οποίο υπάγεται στα βακούφια του σουλτάνου Σουλεϊμάν Χαν.36 Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι το δερβένι των Καλντάδων κάποια στιγμή υπήχθη στα βακούφια που αναφέρονται ως «Βακούφια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν» (Sultan Süleyman Kanûnî: 1520-1566).37 Αναφέρθηκε παραπάνω ότι ο οικισμός/η συνοικία Άγ. Μηνάς, στην πρώτη αναφορά του σε κατάστιχο καταγράφεται ως ανήκων στα βακούφια. Η καταγραφή αυτή δεν συνοδεύεται από κάποιο προσδιορισμό αυτών των βακουφίων. Εντούτοις, μπορεί να διατυπωθεί η βάσιμη υπόθεση ότι και ο Άγ. Μηνάς ανήκε στα ίδια βακούφια και, μάλιστα, ότι αμφότεροι οι δύο οικισμοί, του Αγ. Μηνά και των Καλντάδων, περιελήφθησαν σε αυτά τα βακούφια. Αυτό, εξάλλου, υπονοείται και στη σημείωση για τα Σέρβια που φέρει στην πρώτη σελίδα του το κατάστιχο ΜΜ 15521, όπου όλα τα βακούφια των Σερβίων που καταγράφονται αναφέρονται ως «βακούφια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν».38 Οι χριστιανοί κάτοικοι των οικισμών που εντάσσονταν στα βακούφια υποχρεούνταν να καταβάλλουν τον κεφαλικό τους φόρο εκεί. Είναι πλέον αποδεκτή η άποψη στη δευτερογενή βιβλιογραφία, ότι η υπαγωγή ενός οικισμού σε ένα βακούφι αποτελούσε αιτία προσέλκυσης πληθυσμού, καθώς οι κάτοικοι ενός τέτοιου οικισμού απολάμβαναν ιδιαίτερου και προνομιακού φορολογικού καθεστώτος.39 Δεν

36

37

38 39

ΜΜ 15521 (1087), σ. 6: karye-i Kaldat, derbend, tabi-i evkaf-i Sultan Süleyman Han. Ακολουθούν τα ονόματα των επικεφαλής των φορολογούμενων εστιών, και στο τέλος αναφέρεται ο αριθμός των εστιών, hane 29. Στα κατάστιχα του 16ου αι. γίνεται μια μόνο αναφορά στην ύπαρξη βακουφίων στα Σέρβια. Στο κατάστιχο 00986 αναφέρεται το βακούφι του επισκόπου των Σερβίων Ιωσήφ. Στη συνέχεια, στα επόμενα κατάστιχα το βακούφι αυτό εξαφανίζεται, ενώ ταυτόχρονα δεν γίνεται καμία άλλη αναφορά σε βακούφια. Αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι τα βακούφια των Σερβίων καταγράφονταν σε άλλα κατάστιχα, ειδικά συντασσόμενα για τα βακούφια μιας περιοχής, τα οποία δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί (και όχι βεβαίως πως δεν υπήρχαν βακούφια στα Σέρβια και στην περιοχή τους). Υποθέτω ότι ο αναφερόμενος σουλτάνος Σουλεϊμάν είναι όντως ο Σουλεϊμάν Α΄ ο Νομοθέτης, καθώς ο Σουλεϊμάν Β΄ κατείχε τον θρόνο την περίοδο 1687-1691, δηλαδή ανήλθε στον θρόνο 10 χρόνια μετά τη σύνταξη του ΜΜ 15521. ΜΜ 15521 (1087), σ. 5: nefs-i kasaba-i Serfice maa mahallat-i evkaf-i Sultan Süleyman Han. Κοτζαγεώργης, ό.π., σ. 51, και Βέρα Μουταφτσίεβα, Αγροτικές Σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος-16ος αιώνας), Αθήνα 1990, σ. 168-192, όπου παρατίθενται αναλυτικά οι μορφές εκμετάλλευσης και προσέλκυσης των φορολογούμενων σε βακούφια και μούλκια.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

127

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

127

αποκλείεται λοιπόν η ανάπτυξη του Αγ. Μηνά να οφείλεται στο προνομιακό βακουφικό καθεστώς που απολάμβαναν οι κάτοικοι του. Οι κάτοικοι των Καλντάδων είναι όλοι χριστιανοί και φέρουν ελληνικά χριστιανικά ονόματα. Στους απογραφόμενους φύλακες του δερβενίου περιλαμβάνονται ένας χρυσοχόος, ένας ιερέας και δύο βοσκοί.40 Λόγω των περιορισμένων πληροφοριών των καταστίχων δεν μπορεί να γίνει ανάλυση περί της κοινωνικής δομής και της οικονομίας του χωριού. Όμως, όπως και στην περίπτωση της Καστανιάς, παρουσιάζονται επαγγέλματα σχετικά με τη ζωή του χωριού και με τη θρησκευτική ζωή, ενώ εντύπωση προξενεί η ύπαρξη ενός χρυσοχόου, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα σε αυτό το χωριό.

Συμπεράσματα Ο 17ος αι. αποτελεί μια μεταβατική περίοδο κρίσεων και αλλαγών,41 οι οποίες αντικατοπτρίζονται και στις πρωτογενείς πηγές που εξετάστηκαν στην παρούσα μελέτη. Η σταδιακή αποδυνάμωση του τιμαριωτικού συστήματος και η αντικατάστασή του από πρακτικές και συστήματα που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες του Κράτους εντοπίζεται στην κατάργηση και στην έλλειψη απογραφικών καταστίχων (tapu tahrir defterleri) και στην αντικατάστασή τους από τα κατάστιχα έκτακτης φορολογίας (avariz defterleri) και τα κατάστιχα κεφαλικού φόρου (cizye defterleri). Για την περιοχή του σημερινού νομού Κοζάνης ο 17ος αι. σηματοδοτεί τη σταδιακή ανάπτυξη της Κοζάνης και την ανάδειξή της στο σημαντικότερο χριστιανικό οικιστικό κέντρο της περιοχής, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της έδρας της επισκοπής Σερβίων, το 1745, από τα Σέρβια στην Κοζάνη. Εντούτοις, τα Σέρβια δεν έχασαν την πρωτοκαθεδρία που απολάμβαναν ήδη από τα μέσα του 15ου αι., όταν αναδείχθηκαν σε διοικητικό και οικονομικό κέντρο, από τις οθωμανικές Αρχές. Όπως προαναφέρθηκε, τα Σέρβια, παρά τον περιορισμό των διοικητικών ορίων του ομώνυμου καζά και τη σταδιακή συρρίκνωση του χριστιανικού πληθυσμού, δεν απώλεσαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους στην ευρύτερη περιοχή. Από τις πηγές που παρουσιάσαμε αναλυτικά προκύπτουν δύο συσχετιζόμενα φαινόμενα: η ανασφάλεια που επικρατούσε στην περιοχή γύρω από τα Σέρβια και η αύξηση στις ανάγκες ύδρευσης των Σερβίων. 40 41

MM 15521 (1087), σ. 6: Yani kuyumcu, papa Kostandin, Miho çoban, Hrıstodulo çoban. Για τον οθωμανικό 17ο αι. βλ. Darling, ό.π.· Suraiya Faroqhi, «Crisis and Change, 15901699», στο: H. İnalcik – D. Quataert, An Economic and Social History of the Ottoman Empire, 1300-1914, Cambridge 1994, σ. 413-636.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

128

5/17/14

2:12 AM

128

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

Ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί42 (Evliya Çelebi), ο οποίος πέρασε από την περιοχή το 1677, αναφέρει το κλίμα ανασφάλειας που επικρατούσε στην δυτικομακεδονική ύπαιθρο στα μέσα του 17ου αιώνα. Αναφερόμενος στο στενό του Σαρανταπόρου, αποκαλεί την περιοχή ως «ένα στενό το οποίο μυρίζει αίμα, στο οποίο άνθρωποι ονομαζόμενοι χαϊντούτ σκοτώνουν και εξολοθρεύουν». Ο Σαραντάπορος βρίσκεται κοντά στα Σέρβια, και η ύπαρξη ληστών θα πρέπει να δυσκόλευε τις οικονομικές δραστηριότητες, κέντρο των οποίων αποτελούσαν τα Σέρβια, καθώς βρίσκονταν επάνω στην οδική αρτηρία που συνέδεε τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία. Η δημιουργία, ως εκ τούτου, του δερβενίου των Καλντάδων πρέπει να συνδεθεί με την προσπάθεια εκ μέρους των Αρχών να αντιμετωπιστεί και να παταχθεί η ληστεία στη περιοχή και να προστατευτεί το οικονομικό κέντρο της περιοχής, στο οποίο συγκεντρωνόταν πλέον το μουσουλμανικό στοιχείο της περιοχής, νοτίως του Αλιάκμονα. Ακόμη, σημαντικό ρόλο στην καθημερινή και οικονομική ζωή των Σερβίων φαίνεται να παίζει ο θεσμός των βακουφιών.43 Η ανάδειξη του Αγ. Μηνά σε δεύτερο οικισμό, του οποίου οι κάτοικοι ήταν συντηρητές των υδραγωγείων και των καναλιών ύδρευσης των Σερβίων, παράλληλα και συμπληρωματικά προς τους κατοίκους της Καστανιάς, καθώς και του δερβενίου των Καλντάδων, αποτελεί αποτέλεσμα των φορολογικών ελαφρύνσεων και του ευέλικτου προνομιακού καθεστώτος που απολάμβαναν οι κάτοικοι των οικισμών που εντάσσονταν σε βακούφια, καθώς οι δύο αυτοί οικισμοί αποτέλεσαν περιουσία των βακουφίων του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ – η ανάλυση της δομής και του ρόλου αυτών των βακουφιών ξεπερνά το πλαίσιο της παρούσας εργασίας. Εν κατακλείδι, οι οθωμανικές αρχειακές πηγές αποδεικνύονται βασικό εργαλείο για την καταγραφή και ερμηνεία της ιστορίας, όχι μόνο της υπό εξέταση περιοχής αλλά και του συνόλου του ελλαδικού χώρου. Η μελέτη και δημοσίευση ενός μεγαλύτερου αριθμού τέτοιων πηγών θα συμβάλει στη διαλεύκανση σκοτεινών σημείων και στην εκ νέου ερμηνεία και καταγραφή της ιστορίας των περιοχών που εντάχθηκαν και παρέμειναν επί πέντε και πλέον αιώνες υπό οθωμανική κυριαρχία.

42

43

Για τον Εβλιγιά Τσελεμπή και το έργο του, όπως και για τις περιηγήσεις του στον χώρο της Δυτ. Μακεδονίας, βλ. Β. Δημητριάδης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη 1973 (στις σ. 199-206 η αναφορά στην επίσκεψή του στα Σέρβια). Για τα βακούφια και τον ρόλο τους στην οικονομική ζωή των μουσουλμανικών κρατών, και πιο συγκεκριμένα του οθωμανικού κράτους, βλ. Σοφία Λαΐου, Η Σάμος κατά την Οθωμανική Περίοδο, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 81-93. Για μια παλαιότερη μαρξιστική προσέγγιση του θεσμού βλ. Μουταφτσίεβα, ό.π.


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

129

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

129

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Συγκεντρωτικός Πίνακας Δεδομένων karye-i Kestanelik εστίες / άτομα φορολογικές ελαφρύνσεις 8 / 16 απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ –/– απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ –/– απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ

έτος

κατάστιχο

1057/1647

MΜ 0059, avarız

1057/1647

MΜ 0059, avarız

1057/1647

MΜ 0059, avarız

1084/1673

MΜ 0059, avarız

– / 45

απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ

1086/1676

MΜ 15321, cizye defteri icmal

48 / –

1087/1677

MΜ 15521, cizye defteri mufassal

33 / –

1098/1686

ΜΜ 15040, cizye defteri icmal

33 / –

1101/1689

ΜΜ 0059, avarız

– / 24

απαλλαγή από την καταβολή κεφαλικού φόρου απαλλαγή από την καταβολή κεφαλικού φόρου απαλλαγή από την καταβολή κεφαλικού φόρου απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ

παρατηρήσεις απασχολούνται στα υδραγωγεία του Αγιάς Αγά απαλλαγή διότι προμηθεύουν τα Σέρβια με νερό συντηρητές της κρήνης του και του υδραγωγείου Αγιάς Αγά συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης Δερβένι

αποσύρθηκαν και επανήλθαν στα καθήκοντα τους, συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

130

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

130

1087/1677

MΜ 15521, cizye defteri mufassal

1101/1689

ΜΜ 0059, avarız

1057/1647

MΜ 0059, avarız

1084/1673

MΜ 0059, avarız

1087/1677

MΜ 15521, cizye defteri mufassal

karye-i Ayo Mina 7/–

–/7

απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ

karye-i Kaldat –/– απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ – / 35 απαλλαγή από την καταβολή αβαρίζ 29 / – –

συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης, συνοικία των Σερβίων που υπάγεται στα βακούφια του Σουλεϊμάν Α΄ συντηρητές υδραγωγείου και καναλιών ύδρευσης φύλακες στενωπού (δερβενίου) φύλακες στενωπού (δερβενίου) στενωπός (δερβένι), που υπάγεται στα βακούφια Σουλεϊμάν Α΄


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

131

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ, 17ος ΑΙ.

Εικ. 1. Κώδ. MAD.d.15521 (1087/1676-77), σ. 14-15, Κωνσταντινούπολη, Başbakanlık Osmanlı Arşivi (Πρωθυπουργικό Οθωμανικό Αρχείο): Αναλυτικό κατάστιχο κεφαλικού φόρου της περιοχής Σερβίων, 17ος αιώνας.

131


05_LABRAKIS_113-132:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:12 AM

132


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

133

Aναστασία Γ. Παληού

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΤΟΥ 17ου-19ου ΑΙΩΝΑ Εισαγωγικά Σε απόμερη θέση αλλά οριοθετούμενη σε ένα σταυροδρόμι με δυναμικές γεωγραφικές διασυνδέσεις,1 η Κοζάνη εξελίχθηκε σταδιακά από έναν μικρό οικισμό 137 εστιών περί το 15002 σε οικονομικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής τον 18ο-19ο αι. και σε μια πόλη 10.000 περίπου κατοίκων κατά τον χρόνο απελευθέρωσης και ένταξής της στο ελληνικό κράτος (1912).3 Στη Δυτ. Μακεδονία, όπως και στην υπόλοιπη Μακεδονία, η οθωμανική περίοδος ξεκίνησε από την κατάκτηση της περιοχής περί τα τέλη του 14ου αιώνα. Στην ίδια περίοδο, αν και δεν έχει χρονολογηθεί με ακρίβεια μέχρι 1

2

3

Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Κ. Γουναρόπουλος, «Κοζανικά», Πανδώρα 22 (1872) 490: ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἄρχονται τέσσαρες δημόσιαι ὁδοί, ἤτοι πρὸς ἀνατολὰς διὰ Βέρροιαν, Νιάγουσταν, Θεσσαλονίκην· πρὸς δυσμὰς διὰ Σιάτισταν, Γρεβενά, Ἰωάννινα καὶ λοιπὴν Ἤπειρον· πρὸς βορρᾶν διὰ Καλλιάριον, Βιτώλια καὶ βόρειον Μακεδονίαν· πρὸς νότον διὰ Σέρβια, Ἐλασσῶνα, Τρίκκην, Λάρισαν καὶ λοιπὴν Θεσσαλίαν. Ἀπέχει δὲ τῶν Βιτωλίων καὶ Λαρίσσης ὥρας δεκαοκτώ, τῶν δὲ Ἰωαννίνων καὶ Θεσσαλονίκης, τριάκοντα ἓξ ... Η παλαιότερη γνωστή αναφορά στην Κοζάνη χρονολογείται περί το 1498-1502· βλ. Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 121. Σε φορολογικό οσμανικό κατάστιχο του καζά Σερβίων έτ. 1528, που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σόφιας, ο οικισμός Κοζάνης εμφανίζεται ως ο μικρότερος μεταξύ 36 οικιστικών εγκαταστάσεων του καζά Σερβίων, στην πλειοψηφία τους μουσουλμανικών, με μεγαλύτερο τον οικισμό των Σερβίων με 1.075 εστίες και πιθανό πληθυσμό 4.838 άτομα· βλ. Μαρία-Χριστίνα Χατζηϊωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία – Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, [ΚΝΕ/ΕΙΕ], Αθήνα 2000, σ. 32-33· Γ. Τσότσος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας – Το οικιστικό δίκτυο 14ος-17ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 237 κ.ε. Βλ. στην έκδοση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Διεύθυνσις Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των Νέων Επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, Αθήνα 1915, σ. 30. Στην απογραφή αυτή η Κοζάνη φέρεται με πληθυσμό 9.408 κατοίκων και ο ν. Κοζάνης ως ο τρίτος κατά σειράν νομός των «Νέων Χωρών», με γενικό πληθυσμό 206.307 κατοίκους, μετά τον ν. Θεσσαλονίκης (506.571 κάτοικοι) και τον ν. Ιωαννίνων (245.618 κάτοικοι).


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

134

5/15/14

1:30 AM

134

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

σήμερα, ανάγεται και η ίδρυση του οικισμού Κοζάνης με πιθανή συνένωση προϋπαρχόντων μικροοικισμών4 και μετοικεσίες όμορων πληθυσμών, που εγκατέλειψαν τις εστίες τους με την εγκατάσταση Γιουρούκων εποίκων στη γύρω περιοχή.5 Μέχρι τον 17ο αι. η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επεκταθεί στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, οπότε και άρχισε η παρακμή της εξαιτίας ποικίλων παραγόντων, η αναφορά των οποίων ξεφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας ανακοίνωσης. Θα μπορούσαμε απλώς να σημειώσουμε ότι η θεοκρατική και στρατοκρατική δομή της αυτοκρατορίας της έδινε τον χαρακτήρα ενός ιδιότυπου κράτους, η κυρίαρχη τάξη του οποίου ήταν επί μακρόν απασχολημένη με τον ιερό πόλεμο, αφήνοντας στους κατακτημένους λαούς –τους οποίους διέκρινε μόνο με τη θρησκεία τους– το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις λοιπές παραγωγικές δραστηριότητες για τη λειτουργία της διοικητικής μηχανής.6 Την παρακμή της αυτοκρατορίας δεν ανέκοψαν ούτε οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της με τις ευρείες μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως τανζιμάτ, που εξαγγέλθηκαν στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Με αυτές αναδιοργανώθηκαν μεταξύ άλλων και οι θρησκευτικές κοινότητες (μιλέτ) των μη μουσουλμάνων υπηκόων υπό την ηγεσία του θρησκευτικού τους ηγέτη και ενισχύθηκε η συμμετοχή των λαϊκών στη διοίκηση και στην απονομή της δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας.7 Με νόμο που προέβλεπε τη διαίρεση της αυτοκρα4

5

6 7

Η ίδρυση του οικισμού της Κοζάνης τοποθετείται, σύμφωνα με ατεκμηρίωτες υποθέσεις, στα τέλη περίπου του 14ου αι.· βλ. Π. Ν. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, Αθήνα 1924, σ. 34 κ.ε.· Μιχ. Παπακωνσταντίνου, Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία. Ιστορία της Κοζάνης (1400-1912), Αθήνα 21998, σ. 19 κ.ε. Κριτική στις ανωτέρω υποθέσεις ασκεί ο Χρ. Γ. Πατρινέλης, «Πρώιμες ιστορικές μαρτυρίες για την Κοζάνη, τη Σιάτιστα και άλλες κοινότητες Δυτικής Μακεδονίας (1660)», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά 5 (1996) 111 κ.ε. Βιβλιογραφία σχετική στο Τσότσος, ό.π., σ. 400, 412. Οι Γιουρούκοι (νομαδικά φύλα Τουρκομάνων) άρχισαν να εγκαθίστανται στην ευρύτερη πεδινή περιοχή της Κοζάνης (από τη σημερινή Πτολεμαΐδα μέχρι τον Αλιάκμονα) στα τέλη του 14ου αιώνα. Γνωστοί για την τραχύτητά τους, ασκούσαν στρατιωτικά καθήκοντα ως τον 17ο αι., αλλά στις αρχές του 20ου αι. ήταν πια ειρηνικοί γεωργοί και ταπητουργοί. Βλ. Λιούφης, ό.π., σ. 42· Α. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 40 κ.ε.· Β. Δημητριάδης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, εισ.-μετάφρ.-σχ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 178· Ν. Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα – Συστημική παράθεση δομών και λειτουργιών, Ι: Το δεσποτικό κράτος, [Αθήνα, 1990], σ. 62 κ.ε.· P. F. Sugar, Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία (1354-1804), μτφ. Παυλίνα Χρ. Μπαλούση, τ. 1, Αθήνα 1994, σ. 90, 110· Χατζηϊωάννου, ό.π., σ. 33· Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 21-22, 45, 67-68· Τσότσος, ό.π., σ. 330 κ.ε. Ν. Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Αθήνα 1999, σ. 44. Οι μεταρρυθμίσεις στην παρακμάζουσα Αυτοκρατορία στόχευαν στην αλλαγή του


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

135

135

τορίας σε γενικές διοικήσεις (1864), χωρίς να αλλοιωθεί ουσιαστικά η κλασική διοικητική διαίρεση σε βιλαέτια, σαντζάκια και καζάδες, η κοινότητα αναγνωρίστηκε ως ο πυρήνας του διοικητικού συστήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.8 Το μιλέτ των ορθοδόξων χριστιανών είχε επικεφαλής τον εκάστοτε

8

θεοκρατικού συστήματος και στη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους. Εγκαινιάστηκαν το 1839 με το διάταγμα Χάττ-ι Σερίφ, που είχε ως κατευθυντήρια γραμμή τον σεβασμό της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων γενικά των υπηκόων του σουλτάνου, καθώς και την ισότητά τους απέναντι στον νόμο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Τις αρχές αυτές αποσαφήνισε στα 1856 το Χάττ-ι Χουμαγιούν, με το οποίο θεσμοθετήθηκε μεταξύ άλλων και η λειτουργία των millet, δηλ. των θρησκευτικών κοινοτήτων των μη μουσουλμάνων οθωμανών υπηκόων υπό την ηγεσία του θρησκευτικού τους ηγέτη, στοιχείο που θεωρείται ότι συνέβαλε στην άνθηση του κοινοτισμού. Από την πλούσια βιβλιογραφία για την περίοδο του Τανζιμάτ βλ. ενδεικτικά Ed. Engelhardt, La Turquie et le Tanzimat ou Histoire des Réformes dans l’Empire Ottoman depuis 1826 jusqu’ á nos jours, Παρίσι 1882, σ. 35 κ.ε.· Ε. Χ. Εμμανουηλίδης, Τα τελευταία έτη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, Αθήνα 1924, σ. 45 κ.ε.· Suraiya Faroqhi – B. McGowan – D. Quataert – S. Pamuk, An economic and social history of the Ottoman Empire, τ. 2: 16001914, Cambridge 1994, σ. 761 κ.ε.· I. Ortayli, Ο πιο μακρύς αιώνας της αυτοκρατορίας – Ο οθωμανικός 19ος αιώνας. Η πορεία προς τον εκσυγχρονισμό, μτφ. Κατερίνα Στάθη, επιμ. Σ. Π. Παπαγεωργίου, Αθήνα 2004, σ. 343 κ.ε. Οι κατακτημένες περιοχές διαιρούνταν σε μεγάλες στρατιωτικο-διοικητικές περιφέρειες, τα εγιαλέτια, με επικεφαλής τον μπεηλέρμπεη, αποκαλούμενο πασά. Κάθε εγιαλέτι υποδιαιρούνταν σε σαντζάκια, βασική οικονομική και διοικητική μονάδα της αυτοκρατορίας υπό την αιγίδα ενός σαντζάκμπεη. Υποδιαίρεση του σαντζακιού ήταν ο καζάς, μικρή διοικητική και δικαστική περιφέρεια υπό τη δικαιοδοσία ενός καδή, που με τη σειρά του υποδιαιρούνταν σε μικρότερες ενότητες, τους ναχιγιέδες, και αυτοί σε συνοικίες (μαχαλάδες). Στον ναχιγιέ προΐστατο ένας ναΐπης (αναπληρωτής καδής) ή ένας βοεβόδας (από τον 17ο αι.), ο οποίος θεωρούνταν ο κατεξοχήν αξιωματούχος του καζά, καθώς είχε πολύπλευρες εξουσίες (φορολογικές, διοικητικές, δικαστικές κ.ά.). Με τον νόμο «Περί της νέας διαιρέσεως της Αυτοκρατορίας εις γενικάς διοικήσεις υπό την επωνυμίαν Βιλαγέτ (Νομαρχίας)» (1864) ο καζάς υποδιαιρέθηκε σε «χωρία και κοινότητες» με ιδιαίτερη δημαρχία, ως αποκεντρωμένη κρατική αρχή γενικής αρμοδιότητας, ανεξάρτητη από θρήσκευμα. Με τον ίδιο νόμο προβλέφθηκε επίσης η συγκρότηση στα χωριά δημογεροντείας με 3-12 μέλη, στην οποία μετείχε και ο θρησκευτικός αρχηγός. Το συμβούλιο δημογερόντων είχε διοικητικές, φορολογικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Οι τελευταίες περιορίζονταν κυρίως στη συμβιβαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, που ανέκυπταν μεταξύ των μελών της κοινότητας. Οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό και με διάφορους άλλους παράγοντες, όπως η οικονομική ευρωστία κάθε κοινότητας, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του κοινοτισμού, κυρίως στις νησιωτικές περιοχές, σε περιοχές απομακρυσμένες από την κεντρική διοίκηση, και σε περιοχές με ιδιαίτερες συνθήκες. Βλ. Ν. Γ. Μοσχοβάκης, Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί τουρκοκρατίας, Αθήνα 1882, σ. 68 κ.ε.· Ν. Ι. Πανταζόπουλος, Ελλήνων συσσωματώσεις κατά την τουρκοκρατίαν, Αθήναι 1958, σ. 14 κ.ε.· Γ. Δ. Κοντογιώργης, Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτοδιοίκηση. Οι ελληνικές


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

136

5/15/14

1:30 AM

136

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

οικουμενικό πατριάρχη, ο οποίος με τα «προνόμια» που του είχαν αναγνωριστεί μετά την Άλωση θεωρούνταν ανώτατη πολιτική αρχή και ρυθμιστής του δικαίου όλων των φόρου υπόχρεων χριστιανών.9 Έτσι, και οι επιχώριοι αρχιερείς ασκούσαν, εκτός από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, πολιτική εξουσία, ευθυνόμενοι προσωπικά στις οθωμανικές αρχές για ενέργειες των μελών του ποιμνίου τους, καθώς και νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες σε ζητήματα που δεν ενέπιπταν στις αρμοδιότητες άλλης αρχής. Η ενιαία οργάνωση των χριστιανικών κοινοτήτων επιχειρήθηκε με τους Γενικούς Κανονισμούς που εξέδωσε το Πατριαρχείο στα 1860-1862, ενώ οι κατά τόπους κανονισμοί των κοινοτήτων άρχισαν να εκδίδονται λίγα χρόνια αργότερα· μεταξύ αυτών και της κοινότητας Κοζάνης αρχικά το 1895 και στη συνέχεια το 1911.10

9

10

κοινότητες της τουρκοκρατίας, Αθήνα 1982, σ. 29 κ.ε.· Ι. Τ. Βισβίζης, «Η κοινοτική διοίκησις των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατίαν», στο: Παν. Δρακόπουλος (επιμ.), Η ιδιοπροσωπία του νέου ελληνισμού, τ. 1, Αθήνα 1999, σ. 93 κ.ε. Πρόκειται για τα γνωστά «προνόμια» του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ προς τον Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως πρώτος πατριάρχης μετά την Άλωση. Δύο τουλάχιστον αιώνες πριν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Εκκλησία είχε αποκτήσει αυξημένες πολιτικές, νομοθετικές και δικαστικές εξουσίες, τις οποίες διατήρησαν οι Οθωμανοί για θρησκευτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους. Έτσι, ο πατριάρχης, με την ιδιότητα του εθνάρχη (millet basi), κατέστη ύπατος αρχηγός της Ορθοδοξίας, ανώτατη πολιτική αρχή και ρυθμιστής του δικαίου όλων των φόρου υπόχρεων (ραγιάδων) χριστιανών υποτελών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνεχίζοντας την επίσημη δικαιική παράδοση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Βλ. Σ. Αντίοχος, Τα προνόμια της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και περί εκλογής των πατριαρχών αυτής επί τη βάσει αυτών, Αθήνα 1901, σ. 47 κ.ε.· Ν. Ι. Πανταζόπουλος, «Τα ῾προνόμια᾽ ως πολιτιστικός παράγων εις τας σχέσεις Χριστιανών-Μουσουλμάνων, Συμβολή εις το Εθιμικόν Κοινοδίκαιον της Εγγύς Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης», Επιστ. Επ. Σχ. ΝΟΕ ΑΠΘ 19 (1986, τχ 3) [Αντιχάρισμα στον Ν. Ι. Πανταζόπουλο], σ. 74 κ.ε.· Ελένη Ε. Κούκκου, Θεσμοί και προνόμια του Ελληνισμού μετά την Άλωση, Διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας κατά την τουρκοκρατία, Αθήνα-Κομοτηνή 21988, σ. 67 κ.ε. Οι Γενικοί Κανονισμοί ψηφίστηκαν το 1860 από τα μέλη (κληρικούς και λαϊκούς) του Εθνικού Προσωρινού Συμβουλίου και επικυρώθηκαν από τον σουλτάνο το 1862. Διήρκεσαν ως το 1923, οπότε και καταργήθηκαν από τη συνθήκη της Λωζάννης. Περιόρισαν τις αρμοδιότητες του πατριάρχη και των μητροπολιτών και ενίσχυσαν τη συμμετοχή των λαϊκών στις υποθέσεις του ορθόδοξου Κοινού της αυτοκρατορίας. Ως το 1870, εκτός από τον αρχιερέα, που ήταν ex officio ο εκπρόσωπος των ορθοδόξων της επαρχίας του αλλά και υπεύθυνος για τη νομιμοφροσύνη τους, τα λοιπά κοινοτικά όργανα, η δομή και η λειτουργία τους, αλλά και ο βαθμός συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου στα κοινά, διέφεραν από τόπο σε τόπο. Με τους Γενικούς Κανονισμούς επιδιώχθηκε μια ομοιομορφία στο καθεστώς των κατά τόπους κοινοτήτων. Ανάμεσα στα άλλα, τα δικαστήρια του ορθόδοξου Κοινού διακρίθηκαν σε πνευματικά (αμιγώς με ιερείς) και μεικτά (ιερείς και λαϊκοί). Τα πνευματικά δικαστήρια ασχολούνταν με


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

137

137

Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια κατά περίπτωση πληροφοριών από πρωτογενείς πηγές δεν μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια σαφή και πλήρη εικόνα για τους ειδικότερους κοινωνικοοικονομικούς μετασχηματισμούς που διαμορφώθηκαν στην Κοζάνη μέσα στο πλαίσιο της πολύπλοκης δομής της οθωμανικής διοίκησης μεταξύ του 17ου και του 19ου αι., προσέγγιση ωστόσο που θα επιχειρήσουμε, έστω και σχηματικά, στο περιορισμένο πλαίσιο της ανακοίνωσης αυτής.

1.

Η οικονομική κατάσταση

Τον 17ο αι. ο χαρακτήρας της Κοζάνης φαίνεται ότι ήταν κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφικός11 και δεν προσέφερε πολλά στους κατοίκους της.12 Αυτό, σε συνδυασμό και με τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες, ανάγκασε πολλούς

11

12

τις λεγόμενες «πνευματικές» υποθέσεις της μνηστείας, του γάμου, της διατροφής συνεστώτος του γάμου και τις συναφείς με αυτές. Τα μεικτά δικαστήρια δίκαζαν τις λεγόμενες «υλικές» διαφορές από διαθήκες και αφιερώματα, από διατροφή μετά το διαζύγιο, τράχωμα και προίκα, από τη λύση του γάμου και της μνηστείας και τις κληρονομικές εξ αδιαθέτου διαφορές. Υπό την ισχύ των Γενικών Κανονισμών, ψηφίστηκαν και στην κοινότητα Κοζάνης ο κανονισμός της 17.4.1895 επί μητρ. Κωνστάντιου, 15ετούς διάρκειας, και ο κανονισμός της 19.6.1911 επί μητρ. Φωτίου, 12ετούς διάρκειας. Ο κανονισμός του 1895 όριζε τον εκάστοτε μητροπολίτη ως πρόεδρο «παντὸς σωματείου ὑπὸ τῆς κοινότητος ἐκλεγομένου», ενώ ο κανονισμός του 1911 ως πρόεδρο της κοινότητας. Βασικό όργανο της κοινότητας οριζόταν και στους δύο κανονισμούς η Γενική Αντιπροσωπεία, 16μελής στον κανονισμό του 1895 και 10μελής στον κανονισμό του 1911. Βλ. και Χαρ. Κ. Παπαστάθης (έκδ.-επιμ.), Οι Κανονισμοί των Ορθοδόξων Ελληνικών Κοινοτήτων του Οθωμανικού Κράτους και της Διασποράς, τ. 1: Νομοθετικές πηγές-Κανονισμοί Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 9 κ.ε., 69 κ.ε. Έως και τα μέσα περίπου του 20ου αι., οπότε αναπτύχθηκαν στην περιοχή εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και λιπασμάτων, εξόρυξης και επεξεργασίας χρωμίου, αμιάντου κλπ., τα οποία δεν υφίστανται πλέον (πλην της ΔΕΗ), η Κοζάνη ήταν μια καθαρά γεωργοκτηνοτροφική περιοχή. Επίσης, μέχρι κάποιες δεκαετίες πριν, η Κοζάνη ήταν και κέντρο κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψεία), ενώ όλοι σχεδόν οι Κοζανίτες ασχολούνταν με την αμπελουργία και παρήγαν κρασί, τσίπουρο και άλλα οινοπνευματώδη, τα οποία και εμπορεύονταν. Βλ. Μιχ. Α. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 3-4· Λιούφης, ό.π., σ. 363, 367368· Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 31, Ελένη Μπλιούρα, «Μαρτυρίες από την Κοζάνη του 18ου και 19ου αιώνα», Δυτικομακεδονικά Γράμματα 8 (1997) 291. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Χαρίσιος Μεγδάνης (περιοδικό Καλλιόπη, 15.9.1819, σ. 193): Εἰς κεντρικὸν τόπον δὲν εἶναι, εὐφορίαν τοπικῶν ἀξιολόγων προϊόντων δὲν ἔχει, κοινὰ τεχνουργεῖα καὶ τέχνας δὲν ἡμπορεῖ νὰ συστήσῃ, τὸ πᾶν προσμένεται ἀπὸ τὴν εὐφυΐαν τῶν κατοίκων· πβ. Χαρ. Καρανάσιος, «Οι απόδημοι Κοζανίτες του 18ου και 19ου αιώνα ως παράγοντες προόδου και προοδευτικότητας της πρώιμης νεοελληνικής αστικής κοινωνίας», Δυτικομακεδονικά Γράμματα 14 (2003) 63.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

138

5/15/14

1:30 AM

138

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

Κοζανίτες να εγκατασταθούν κυρίως σε περιοχές της ΝΑ Ευρώπης, όπου ασχολούμενοι με το εμπόριο απέκτησαν οικονομική άνεση και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της πατρώας γης. Σαφείς κοινωνικοοικονομικές διαστρωματώσεις δεν διακρίνονται, αν και υποθέτουμε ότι στους απόδημους της περιόδου δεν πρέπει να περιλαμβάνονταν φτωχοί γεωργοκτηνοτρόφοι ή εργάτες.13 Η έλλειψη ικανών πόρων και η πληθυσμιακή αύξηση μέχρι τον 19ο αι. συντέλεσε στην αναζήτηση και άλλων τρόπων επιβίωσης και στη σταδιακή εξέλιξη της Κοζάνης σε εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, χωρίς όμως να απωλέσει και τον αρχικό της χαρακτήρα – τουλάχιστον μέχρι την απελευθέρωση. Αυτό μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε σωζόμενες καταστάσεις καταβολής δεκάτης σταφυλιών, σιτηρών, ζωοτροφών και φακής των ετών 1899, 1909 και 1913,14 καθώς και επίσημη γεωργική απογραφή το 1914, σύμφωνα με την οποία, εκτός από λίγους υδροκίνητους ή πετρελαιοκίνητους αλευρόμυλους και 31 βυρσοδεψεία,15 στην περιοχή καταγράφηκαν μεταξύ άλλων περί τα 77.000 πρόβατα και 21.000 κατσίκες, καλλιέργειες αμπελιών, σιτηρών και ζωοτροφών, καθώς και δέντρων, όπως αμυγδαλιάς, μηλιάς και αχλαδιάς.16 13

14

15

16

Οι πρώτοι απόδημοι Κοζανίτες εντοπίζονται χρονικά στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα. Οι αιτίες της αποδημίας θα πρέπει να αναζητηθούν προεχόντως στις γενικότερες αλλά και ειδικότερες δύσκολες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την εγκατάσταση των Οθωμανών στην περιοχή, και ανάγκασαν πολλούς Κοζανίτες να αναζητήσουν ασφάλεια και καλύτερη τύχη εκτός των ορίων της τότε κοινότητας. Δυνατότητα τέτοιας φυγής φαίνεται ότι είχαν μάλλον οι εύποροι Κοζανίτες και όχι φτωχοί εργάτες ή γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Οι απόδημοι εγκαταστάθηκαν προσωρινά ή μόνιμα σε πόλεις κυρίως της ΝΑ Ευρώπης (Πέστη, Βιέννη, Βουκουρέστι, Βελιγράδι κ.α.), ενσωματώθηκαν στις νέες κοινωνίες κατά κανόνα χωρίς προβλήματα, συσπειρώθηκαν για την προώθηση των οικονομικών και κοινωνικών τους συμφερόντων, την οργάνωση σχολείων και την καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και επιπλέον συνέβαλαν ποικιλοτρόπως στην ανάπτυξη της Κοζάνης. Βλ. και Καρανάσιος, «Οι απόδημοι Κοζανίτες», σ. 63 κ.ε., όπου και αναφορές στη σχετική βιβλιογραφία· βλ. επίσης Ι. Α. Παπαδριανός, «Εγκαταστάσεις Κοζανιτών στις Νοτιοσλαβικές χώρες (18ος-20ός αι.)», Η Κοζάνη και η περιοχή της. Ιστορία-Πολιτισμός, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Σεπτέμβριος 1993, Κοζάνη 1997, σ. 407 κ.ε.· Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 37 κ.ε.· Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, σ. 17 κ.ε. Καταστάσεις δεκάτης αγροτικών προϊόντων (σιταριού, σταφυλιού, φακής, βρίζας, κριθαριού, βρώμης και ρόβης) εντοπίσαμε στους (αδημοσίευτους) κώδ. εγγρ. 141, 147 και 158 της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (εφεξής ΔΒΚ). Γ. Παλαμιώτης, Γεωργική Έρευνα της Μακεδονίας, ήτοι μελέτη της γεωργικής καταστάσεως, του κτηνοτροφικού πλούτου, των δασών και της βιομηχανικής παραγωγής κατά περιφερείας – Α΄ Της Δυτικής Μακεδονίας και Β΄ Της Ανατολικής Μακεδονίας, Αθήνα 1914, σ. 18. Αναλυτικότερα στοιχεία, βλ. στην έκδοση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Διεύ-


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

139

139

Η γη και η φορολόγησή της υπήρξε καθοριστικό στοιχείο για τη διαμόρφωση του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού σχηματισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνακόλουθα και της κατάστασης των υποτελών της. Εν προκειμένω, η έλλειψη επαρκών τεκμηρίων για το είδος, την έκταση της καλλιεργήσιμης και μη γης, τις προσόδους, τις μορφές εκμετάλλευσης και φορολόγησής της, θέτει κατά τη γνώμη μας σοβαρούς περιορισμούς στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την επίδραση που είχε αυτή στη διαμόρφωση της οικονομίας και της κοινωνίας στην Κοζάνη κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Εκτιμάται ότι η ημιορεινή θέση της Κοζάνης και η συγκέντρωση μετακινούμενων πληθυσμών από τις γύρω πεδινές περιοχές, που καταλήφθηκαν από Γιουρούκους, δεν φαίνεται ικανή να επέτρεψε τη δημιουργία μεγάλων ιδιοκτησιών τουλάχιστον μέσα στα όρια της. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ικανός αριθμός πωλητηρίων εγγράφων και διαθηκών του 18ου και του 19ου αι. αφορά μεταβιβάσεις μικρών εν γένει ιδιόκτητων γαιών, όπως σπιτιών, αμπελιών, εργαστηρίων, κήπων και αχερώνων.17 Αποσπασματικές αναφορές στην τοπική ιστοριογραφία για ύπαρξη μεγάλων ιδιοκτησιών-τσιφλικιών ή για υποχώρηση της μικρής ιδιοκτησίας προς όφελος της μεγάλης, ιδιωτικής και εκκλησιαστικής, από τον 18ο αι. και εξής, λόγω ανάπτυξης της βιοτεχνίας και του εμπορίου στην Κοζάνη,18 υστερούν σε τεκμηρίωση. Εξάλλου, στην επίσημη απογραφή του Υπουργείου Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων το 1914 καταγράφηκαν ελάχιστες μεγάλες ιδιοκτησίες στην περιοχή της υποδιοίκησης Κοζάνης.19 Ο 18ος και ο 19ος αι. θεωρούνται περίοδος ακμής για την Κοζάνη. Εκτός άλλων, αυτό μαρτυρά και η αύξηση των ενοριών της από τέσσερις τον 17ο αι. σε επτά στα μέσα του 19ου αι.20 και σε δέκα λίγο μετά την απελευθέρωσή της. Κατάσταση ενοριτών μάλιστα καταδεικνύει ότι η συντριπτική πλειοψηφία, περίπου το 79% των 1.700 περίπου οικιών που καταμετρήθηκαν στις 10 ενορίες, στέγαζε στις αρχές του 20ου αι. μία οικογένεια, ενώ σε ποσοστό 17%

17

18 19 20

θυνσις Στατιστικής, Ετήσια Στατιστική της Γεωργικής Παραγωγής και απαρίθμησις των ζώων, των κατοικιδίων πτηνών και κυψελών των Νέων Επαρχιών της Ελλάδος Έτος 1914, Αθήνα 1916, σ. 12 κ.ε., 76 κ.ε., 270 κ.ε., 306 κ.ε. Ο Παλαμιώτης, ό.π., σ. 18, 19, 22, αναφέρει, επιπλέον, καλλιέργεια κρόκου σε 18 χωριά του καζά Κοζάνης, ελάχιστες δασικές εκτάσεις και καλλιέργεια των χωραφιών με πρωτόγονα μέσα (δι’ ἀρότρου καὶ μικροσώμων βοῶν). Μιχ. Α. Καλινδέρης, Σημειώματα ιστορικά (εκ της Δυτ. Μακεδονίας), Πτολεμαΐδα 1939, σ. 32 κ.ε.· ο ίδιος, Γραπτά μνημεία από τη Δυτ. Μακεδονία χρόνων τουρκοκρατίας, Πτολεμαΐδα 1940, σ. 66 κ.ε.· Βασιλική Θ. Διάφα-Καμπουρίδου, Ο Κώδιξ της Επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης των ετών 1849-1868, Κοζάνη 2006, σ. 60-61. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 122, 416, 420-421. Παλαμιώτης, ό.π., σ. 21. Λιούφης, ό.π., σ. 44, 103· Διάφα-Καμπουρίδου, ό.π., σ. 40-42, 132 κ.ε.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

140

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

140

των οικιών έμεναν δύο οικογένειες, σε ποσοστό 3% τρεις οικογένειες, στο 0,65% τέσσερις οικογένειες, και μόνο στο 0,20% πέντε οικογένειες.21

2.

Συντεχνίες και διαμάχες

Από τα μέσα του 18ου αι. οργανώθηκαν και συντεχνίες ομοτέχνων, με πρώτους τους γουναράδες (1768),22 ενώ στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αι. είναι εμφανείς οι κοινωνικές διαστρωματώσεις που σηματοδοτούν τη γένεση μιας «αστικής» πόλης. Χωρίς να διαφαίνεται κάποια αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση, η κυρίαρχη οικονομικά και κοινωνικά τάξη πρέπει να αναζητηθεί μάλλον στις οικογένειες των εμπόρων23 και δευτερευόντως στους βιοτέχνες και τεχνίτες, ενώ οι οικονομικά ασθενέστεροι είναι πιθανότατα γεωργοί, κτηνοτρόφοι και εργάτες, για τη συσσωμάτωση των οποίων δεν έχουμε μαρτυρίες. Οι κοινωνικοοικονομικές διαφορές πάντως αποτυπώνονται στα συνυπο21

22

23

Στις καταστάσεις ενοριτών των ετών 1914-1915 στον (αδημοσίευτο) κώδ. εγγρ. ΔΒΚ 6 καταγράφονται 1.694 σπίτια με 2.142 οικογένειες, 2.015 εκλογείς και 1.764 εκλέξιμους ενορίτες. Από τα μέσα του 18ου αι. οργανώθηκαν 15 συντεχνίες ομοτέχνων, με πρώτους τους γουναράδες (1768) και στη συνέχεια τους οπλοποιούς, χαλκιάδες και πεταλωτές (1789), τους κηροπώλες (1815), τους βυρσοδέψες (1826), τους αρτοποιούς (1827), τους υφαντάδες, τους κηπουρούς, τους κρεοπώλες, τους κεραμιδάδες, τους κουρείς, τους υποδηματοποιούς, τους ράφτες, τους σαμαράδες, τους κτίστες και τους παντοπώλες, ενώ μαρτυρίες αναφέρουν σαπωνοποιούς και πανδοχείς (χαντζήδες), χρυσοχόους (κοεμτζήδες), λευκοσιδηρουργούς (τενεκετζήδες), βαρελοποιούς (βαενάδες), κιβωτοποιούς (σεντουκάδες), μαχαιράδες, αγωγιάτες (κιρατζήδες). Βλ. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, σ. 20 κ.ε. Οι απόδημοι Κοζανίτες ασχολήθηκαν με το εμπόριο, απέκτησαν οικονομική άνεση και αναδείχθηκαν σε σημαίνοντα πρόσωπα των πόλεων όπου ήταν εγκατεστημένοι. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στα 1745 συστάθηκε η Κομπανία Κοζανιτών της Πέστης για προώθηση των οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων των αποδήμων, η οποία όμως διαλύθηκε στα τέλη του 18ου αι. με την κατάργηση των προνομίων (εξαγωγή κεφαλαίων) από τη Μαρία Θηρεσία της Αυστροουγγαρίας. Στα 1756 ιδρύθηκε στην Κοζάνη η Σχολή της Κομπανίας, τον έλεγχο και τη συντήρηση της οποίας ανέλαβε η Κομπανία, υπό τον όρο της οικονομικής και διοικητικής ανεξαρτησίας της (αρχιερέας και πρόκριτοι δεν είχαν δικαιοδοσία), όρος που προκάλεσε έριδες. Η Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της με την κατάργηση των ανωτέρω προνομίων. Βλ. Χαρ. Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης κατά τον 18ο αι. βάσει χειρογράφων, εγγράφων και εντύπων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης», Νεοελληνικός Διαφωτισμός (απόπειρα μιας νέας ερευνητικής συγκομιδής), Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου (Κοζάνη 8-10.11.1996), Κοζάνη 1999, σ. 153 κ.ε., και Καρανάσιος, «Οι απόδημοι Κοζανίτες», σ. 64-65.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

141

141

σχετικά των συντεχνιών, όπου μεταξύ άλλων καθορίζονται οι σχέσεις των μαστόρων, των βοηθών και μαθητευόμενων με τον πρωτομάστορα, στον οποίο οφείλεται «τιμή». Φαίνεται ότι στην Κοζάνη, όπως και σε άλλες κοινότητες, η θέση στο επάγγελμα προσδιόριζε την κοινωνική θέση, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου στη συντεχνία, πιθανότατα και στην κοινότητα.24 Οι διαφορές είναι εμφανείς και σε πωλητήρια έγγραφα μεταξύ 1825 και 1831, σύμφωνα με τα οποία ένα σπίτι στα λεγόμενα Γύφτικα με έναν οντά άξιζε 120 γρόσια, ενώ ένα μεσαίο αλλά μάλλον φτωχικό σπίτι με έναν οντά, ένα κατώι και ένα χαγιάτι, 200 γρόσια. Αντίθετα, ένα αρχοντικό με 3 οντάδες κάτω, ανώγι με οντάδες, μαγαζί, κελλάρι, μπουντρούμι, σαχνισί, μπαχτσέ και μαγερειό μπορούσε να πουληθεί για 7.000 γρόσια.25 Αυτές τις διαφορές καταδεικνύουν και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των διαφόρων ομάδων κυρίως για έλεγχο της κοινότητας, με πιο γνωστή τη διαμάχη ανάμεσα στον «ἀριστοκρατικὸν καὶ Ἀλήφρονα» (φιλικά προσκείμενο στον Αλή πασά) Ρούση Κοντορούση και στον Γεώργιο Αυλιώτη «ἄνδρα δημοτικόν, καὶ ἐχθρὸν τῆς ἐξ Ἠπείρου τυραννίας», η οποία εξελίχθηκε σε εμφύλιο σπαραγμό της κοινότητας και έληξε με τη δολοφονία του Αυλιώτη στα τέλη του 18ου αιώνα.26 Άλλη γνωστή διαμάχη είναι αυτή της Ένωσης Συντεχνιών με τους εμπόρους στις αρχές του 20ου αι., πάλι για τη διοίκηση της κοινότητας, που οδήγησε στην αλλαγή του κανονισμού της στα 1911.27

3.

Ο επίσκοπος και τα κοινοτικά όργανα

Η συμμετοχή μεμονωμένων προσώπων από τις επιφανείς ομάδες στη διοίκηση της κοινότητας πρέπει να θεωρείται δεδομένη, δεν υπάρχουν όμως τεκμήρια για οργανωμένη ανάμιξη των συντεχνιών σε αυτήν. Αντίθετα, τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα στοιχεία καταδεικνύουν ότι σχεδόν ως τα τέλη του 19ου αι., οπότε και συντάχθηκε ο πρώτος Κανονισμός της Κοινότητας Κοζάνης (1895), η εσωτερική οργάνωση του χριστιανικού πληθυσμού της και όλες σχεδόν οι κοινο24 25 26 27

Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, σ. 57, 88, 90-91. Καλινδέρης, Γραπτά μνημεία, σ. 82. Λιούφης, ό.π., σ. 61 κ.ε. Η «Ένωση Συντεχνιών Κοζάνης» συστάθηκε το 1909 και δραστηριοποιήθηκε στα κοινά της πόλης. Μεταξύ άλλων αξίωσε συμμετοχή εκπροσώπων της στη διοίκηση της κοινότητας μεγαλύτερη από αυτή που προέβλεπε ο κανονισμός του 1895, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ των μελών της και «τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἀστικὴν τάξιν καὶ τοὺς ἐμπόρους, τῶν τζορμπατζήδων»· βλ. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, σ. 88.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

142

5/15/14

1:30 AM

142

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

τικές δραστηριότητες συνδέονταν στενά με την τοπική εκκλησιαστική εξουσία, που έπαιζε κυρίαρχο ρόλο.28 Η εκκλησία, με τη διοικητική διαίρεσή της σε μητροπόλεις, επισκοπές και ενορίες και την εμπειρία που διέθετε από τη μακρόχρονη άσκηση κοινωνικής εξουσίας και πριν από την οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε έναν θεσμό που μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες διοίκησης του χριστιανικού πληθυσμού στο πλαίσιο της οθωμανικής διοίκησης. Έτσι, και πριν και μετά τη σύνταξη του πρώτου κανονισμού της κοινότητας (1895), οπότε προβλέφθηκε η συγκρότηση κοινοτικών οργάνων (Αντιπροσωπείας, Δημογεροντείας, Εφορείας σχολείων κ.ά.), εξέχουσα ήταν η θέση του επισκόπου, ο οποίος προΐστατο της κοινότητας και συνεπικουρούμενος από κληρικούς και λαϊκούς –«προύχοντες» όπως μαρτυρούν οι πηγές– ασκούσε πολλαπλές αρμοδιότητες,29 μεταξύ άλλων διοικητικές και δικαστικές, όπως κατανομή και είσπραξη των οικονομικών βαρών που αναλογούσαν στα μέλη της κοινότητας, διαχείριση των πόρων της, φροντίδα για την εκπαίδευση, την κοινωνική πρόνοια και τα κοινοτικά έργα καθώς και απονομή δικαιοσύνης μέσω του μεικτού και του αμιγώς εκκλησιαστικού δικαστηρίου, επιχειρώντας πάνω από όλα συμβιβαστική επίλυση των διαφορών.30 28

29

30

Η επισκοπή Σερβίων και Κοζάνης φέρεται ότι λειτούργησε αρχικά περί τον 4ο αι. ως Καισαρείας, τον 7ο αι. μεταφέρθηκε στα Σέρβια, και το 1745 στην Κοζάνη, στο κέντρο της οποίας ανεγέρθηκε επισκοπείο με ενέργειες του επισκόπου Μελετίου. Το 1882 αναβαθμίστηκε σε μητρόπολη και υπήχθη απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από το 1928 και εφεξής υπάγεται στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας, ως μια των εκκλησιαστικών επαρχιών που αποτελούν τη λεγόμενη Εκκλησία των «Νέων Χωρών». Βλ. την εργασία Αναστ. Ν. Δάρδας, «Συνόψιση εκκλησιαστικής ιστορίας σε Σέρβια, Κοζάνη και Σιάτιστα», στον παρόντα τόμο· πβ. και Λάζ. Α. Παπαϊωάννου, «Η Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης», στο: Οικοδομή και Μαρτυρία, τ. 2, Κοζάνη 1992, σ. 325. Από σωζόμενα σουλτανικά έγγραφα (φιρμάνια, βεράτια) διορισμού των επισκόπων Σερβίων και Κοζάνης Θεόφιλου (1785), Βενιαμίν (1815), Ευγενίου (1849) και Κωνσταντίου (1894) προκύπτει ότι ο μητροπολίτης είχε τριπλή αρμοδιότητα: α) ως θρησκευτικός ηγέτης «να επιτελεί τις συνήθειες της τάξης των χριστιανών υπηκόων», β) ως δικαστής «να διευθετεί τις υποθέσεις τους», και γ) ως κρατικός και εκκλησιαστικός φοροεισπράκτορας «να συλλέγει τους κρατικούς και τους υπόλοιπους φόρους». Βλ. Γ. Ι. Σαλακίδης, Τα Σουλτανικά Έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Κοζάνης (1721-1909), Κοζάνη 2004, σ. 62 κ.ε. Η συμβιβαστική επίλυση των διαφορών επιχειρήθηκε συγκροτημένα από τον 18ο αι., όπως φαίνεται από «ὑποσχετικὸν γράμμα» που συνυπέγραψαν στις 20.9.1785 ο επίσκοπος Θεόφιλος και 18 κληρικοί «διὰ τὴν μελλοντικὴν εὐνομίαν καὶ εὐταξίαν τῆς πολιτείας», αποφασίζοντας να συνέρχονται κάθε Κυριακή και Πέμπτη «διὰ τὴν λύσιν διαφορῶν καὶ ὑποθέσεων τῶν χριστιανῶν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέως». Τον 19ο αι. πάντως λειτουργούσε στην Κοζάνη επισκοπικό δικαστήριο, συγκροτούμενο από κληρικούς ή κληρικούς και λαϊκούς και με πρόεδρο τον εκάστοτε μητροπολίτη. Διάκριση


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

143

143

Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι περί τα τέλη του 19ου αι. στην κοινότητα Κοζάνης λειτουργούσαν δύο όργανα, ένα κοινοτικό, η Δημογεροντεία, και το Μεικτό Εκκλησιαστικό Δικαστήριο με πρόεδρο και στα δύο τον μητροπολίτη, τα οποία ασκούσαν μια de facto παράλληλη δικαστική δικαιοδοσία σε διαφορές οικογενειακού δικαίου και αλληλοσυμπληρώνονταν ή –ακριβέστερα– αλληλοκαλύπτονταν. Αυτό συνάγεται από σχετικό πρακτικό με ημερομηνία 12.1.1890,31 σύμφωνα με το οποίο ο Παρασκευάς Λ. ζήτησε από τη Δημογεροντεία να του χορηγήσει άδεια, για να συνάψει δεύτερο γάμο. Την άδεια αυτή του την είχε αρνηθεί προηγουμένως η μητρόπολη, με το αιτιολογικό ότι είχε καταχρασθεί την προίκα της πρώην συζύγου του. Η Δημογεροντεία, διαπιστώνοντας ιδίοις όμμασι την ελεεινή, όπως αναφέρεται στο πρακτικό, κατάστασή του, του χορήγησε την άδεια. Τέτοια αρμοδιότητα όμως της Δημογεροντείας δεν θεμελιωνόταν πουθενά, αφού μόνος αρμόδιος για χορήγηση άδειας γάμου, ήταν ο οικείος αρχιερέας.32 Η παρουσία ωστόσο του μητροπολίτη στην

31

32

του εκκλησιαστικού δικαστηρίου σε πνευματικό και μεικτό μαρτυρείται από το 1891 και εξής. Το δικαστήριο επέλυε διαφορές που αφορούσαν όλες σχεδόν τις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου. Βλ. Καλινδέρης, Σημειώματα ιστορικά, σ. 24-25, και Καλινδέρης, Γραπτά μνημεία, σ. 66 κ.ε. Πρόκειται για το πρακτικό της 12.1.1890 στο 6ο φύλλο του κώδ. εγγρ. ΔΒΚ 42 («Πρακτικά Δημογεροντείας 1889-1916»)· Αντ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, Α΄. Αρχεία και βιβλιοθήκαι Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1939, σ. 101. Ειδικότερα στο πρακτικό αναφέρεται: Ἐν Κοζάνῃ σήμερον τήν δωδεκάτην τοῦ μηνός Ἰανουαρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἐνενηκοστοῦ ἔτους, ἡμέραν δέ τῆς ἑβδομάδος Παρασκευήν καί ὥραν πρό μεσημβρίας τετάρτην συνῆλθεν εἰς τακτικήν συνεδρίαν ἡ δημογεροντεία ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Πανιερότητος τοῦ ἁγίου Σερβίων καί Κοζάνης κυρίου Κωνσταντίου ἵνα θεωρήσῃ καί δικάσῃ τάς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει περιεχομένας ὑποθέσεις κ(αί) περί διαφόρων ἀντικειμένων συσκεφθῇ ἀφορώντων τό κοινόν τῆς πόλεως. Τῆς δε ὥρας ἐπεκτάσης ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις… ὁ δέ Παρασκευᾶς Ἄννης Λαδοῦς ἐμφανισθείς διά προφορικῆς αἰτήσεως ἐζήτησεν ἄδειαν δευτέρου γάμου, διότι ἐμποδίζεται ὑπό τῆς Ι. Μητροπόλεως, ἐπειδή καταχρᾶται τήν προῖκαν τῆς πρώην αὐτοῦ συζύγου συνισταμένην ἐκ 33 λιρῶν ἀνεχείας ἔνεκα· ληφθείσης δέ ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐλεεινῆς αὐτοῦ καταστάσεως ἐνεκρίθη νά παραχωρηθῇ αὐτῷ ἡ ἄδεια … (ο κώδ. εγγρ. ΔΒΚ 42 τελεί υπό έκδοση από τη γράφουσα). Από αρχαιοτάτων χριστιανικών χρόνων η τέλεση του γάμου ήταν δικαίωμα του επισκόπου, γι’ αυτό και η ιερολογία γινόταν από αυτόν ή από εντεταλμένο του (εφημέριο ενορίας). Η γραπτή άδεια από την αρμόδια επισκοπική αρχή για ιερολογία του γάμου ήταν άγνωστη αρχικά, αργότερα όμως θεωρήθηκε αναγκαίος όρος για το κύρος του γάμου. Η έλλειψή της δεν συνιστούσε ανατρεπτικό κώλυμα γάμου, και μάλιστα από το 1893 και μετά πολλοί γάμοι που έγιναν χωρίς ειδική επισκοπική άδεια αναγνωρίστηκαν δικαστικά ως έγκυροι από το Πατριαρχείο. Η εκκλησία πάντως ανεχόταν εν γένει τον δεύτερο γάμο, ενίοτε δε επέβαλλε και επιτίμια, όπως απαγόρευση


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

144

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

144

προεδρία του κοινοτικού οργάνου φαίνεται ότι κάλυπτε ή θεράπευε την αναρμοδιότητα της Δημογεροντείας να επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων. Αλλά και από την άλλη, η προσφυγή του αιτούντος σε αναρμόδιο όργανο υπό την προεδρία όμως του μητροπολίτη φαίνεται ότι του εξασφάλισε τελικά την άδεια εκείνη, που η μητρόπολη για λόγους ηθικούς του είχε αρνηθεί.33

4.

Ο βοεβόδας

Η κοινότητα βέβαια λειτουργούσε όχι αυτόνομα αλλά μέσα στο πλαίσιο της οθωμανικής διοίκησης. Έτσι, ως τα μέσα του 19ο αι. διαπιστώνεται η παρουσία βοεβόδα στην Κοζάνη,34 ο οποίος, αν και κατεξοχήν διοικητικό και εκτελεστικό όργανο,35 φαίνεται ότι ασκούσε και δικαστικές αρμοδιότητες, όπως μαρτυρούν

33

34

35

προσευχής και νηστείας για ορισμένο χρόνο και αποδοχή μετά από συγγνώμη, απαγόρευση εκκλησιαστικής σύμπραξης στις πανηγυρικές διατυπώσεις κ.ά. Βλ. ενδεικτικά, J. Zhishman, Το δίκαιον του γάμου της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μτφ. Μ. Αποστολόπουλος, τ. 2, Αθήνα 1913, σ. 54 κ.ε., 630 κ.ε. Για περισσότερα, βλ. Αναστασία Γ. Παληού, «Παράλληλη δικαιοδοσία δικαστικών οργάνων επί γαμικών διαφορών στην Κοζάνη στα τέλη του 19ου αι.», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών 42 (2010) 237 κ.ε. Η αρχική έλευση βοεβόδα στην Κοζάνη δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια. Από όσα είναι γνωστά ως σήμερα, η Κοζάνη ανήκε από τον 17ο αι. στον καζά του Εγρί Μπουτζάκ, όπου υπήρχαν καδής, ιεροδικείο και βοεβόδας, στοιχεία που μάλλον περιορίζουν την πιθανότητα να έδρευε βοεβόδας και στην Κοζάνη το αντίστοιχο διάστημα, καθώς ο τελευταίος έδρευε συνήθως στην έδρα του καζά, και η Κοζάνη δεν αναφέρεται στις πηγές ως έδρα καζά πριν από τα τέλη του 19ου αι., μετά την ίδρυση του σαντζακίου Σερβίων το 1888. Πάντως, μαρτυρίες από εγγραφές σε δύο (αδημοσίευτους) κώδικες της επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης των ετών 1815-1831 και 18321868 υποδηλώνουν την ύπαρξη βοεβόδα στην Κοζάνη τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αι. μέχρι και την έναρξη των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων. Οι βοεβόδες που φαίνεται ότι υπηρέτησαν στην Κοζάνη κατά τον 19ο αι. είναι οι Ισμαήλ αγάς (1821), Χαφούζ αγάς (1822), Νεμετολάμπεης (1823), Σουλεϊμάν αγάς (1827, 1834), Αλήμπεης (1827, 1828), Χαϊρεντίνμπεης (1830) και Ζουμπέρ αγάς (1831). Τα κύρια ονόματά τους παραπέμπουν σε προσωνύμια του προφήτη Μωάμεθ ή βιβλικών μορφών που εμφανίζονται στο Κοράνι. Έτσι, ελλείψει και περισσότερων διαθέσιμων πληροφοριών, υποθέτουμε ότι πρόκειται για μουσουλμάνους αξιωματούχους. Βλ. και Αναστασία Γ. Παληού, «Βοεβόδες της Κοζάνης και ο ρόλος τους στην απονομή της δικαιοσύνης κατά τον 19ο αιώνα», Νόμος [Επιστ. Επ. Σχ. ΝΟΠΕ ΑΠΘ]. 13 (2010) [Πνεύματος Δώρημα Γεωργίῳ Π. Νάκῳ], σ. 279 κ.ε. Ο όρος βοεβόδας, σλαβικής προέλευσης, προσδιόριζε τον στρατιωτικό διοικητή μιας περιοχής κατ’ αντιστοιχία με τον βυζαντινό στρατηγό. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

145

145

σχετικά πρακτικά του εκκλησιαστικού δικαστηρίου μεταξύ του 1821 και του 1834. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο βοεβόδας επικύρωνε αποφάσεις του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, πιστοποιώντας την εκάστοτε επίμαχη αξίωση ή την επίλυση της διαφοράς, ώστε να δημιουργηθεί και η αναγκαία προϋπόθεση για εκτέλεση της απόφασης από τις αρμόδιες οθωμανικές αρχές, μέσω των οποίων άλλωστε εκτελούνταν οι αποφάσεις του εκκλησιαστικού δικαστηρίου.36 Ενίοτε πάλι μετείχε και στη σύνθεση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου ή παρενέβαινε στην επίλυση των ιδιωτικών διαφορών από αυτό, όταν οι ενδιαφερόμενοι χριστιανοί είχαν προσφύγει προηγουμένως σε αυτόν. Έτσι, σε ένα πρακτικό με ημερομηνία 18.7.1834 του κώδικα επισκοπής των ετών 1832-1868 (σ. 18-20), διαβάζουμε ότι το επισκοπικό δικαστήριο συνεδρίασε μαζί με τον βοεβόδα Σολεϊμάναγα, προκειμένου να γίνει διανομή πατρικής περιουσίας μεταξύ της Περιστέρας Χ. και των τεσσάρων τέκνων της από τη μια, και των τριών αδελφών

36

χρησιμοποιήθηκε και για πολιτικούς αξιωματούχους (ηγεμόνες Βλαχίας και Μολδαβίας) ή ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους. Μέχρι τον 19ο αι. η δομή της αυτοκρατορίας βασιζόταν στο τιμάριο, τμήμα δημόσιας γης, που μέρος των προσόδων του παραχωρούνταν από τον σουλτάνο σε πρόσωπα του στρατιωτικού ή γραφειοκρατικού μηχανισμού έναντι παροχής υπηρεσιών. Η κάρπωση μέρους του εισοδήματος της παραχωρούμενης έκτασης παρείχε στον τιμαριούχο και την εξουσία για είσπραξή του. Ο σουλτάνος και οι υψηλοί αξιωματούχοι του παλατιού σπάνια επισκέπτονταν τις περιοχές δικαιοδοσίας τους, ιδιαίτερα αν αυτές ήταν απομακρυσμένες. Συνήθιζαν λοιπόν να διορίζουν εκπροσώπους τους για τη διοίκηση και τη συγκέντρωση των φόρων. Οι διορισμένοι σε σαντζάκι έφεραν τον τίτλο του μουτεσελίμη και σε καζά τον τίτλο του βοεβόδα (17ος-19ος αι.). Η περιοχή δικαιοδοσίας του βοεβόδα αποκαλούνταν και βοεβοδαλίκι. Βλ. Ι. Χλωρός, Λεξικόν Τουρκο-Ελληνικόν, τ. 2, Κωνσταντινούπολη 1900, σ. 1956· Δημητριάδης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, σ. 28 κ.ε., 361 κ.ε.· Γ. Π. Νάκος, Το νομικό καθεστώς των τέως δημοσίων οθωμανικών γαιών 1821-1912, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 48 κ.ε.· Κ. Ε. Καμπουρίδης, Η νεότερη Ελλάδα μέσα από οθωμανικές αρχειακές πηγές. Οικονομία, θεσμοί και κοινωνία στη Θεσσαλία του 17ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 34 κ.ε. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, ακόμη και σε υποθέσεις που ανήκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία τους (όπως διαφορές από απόδοση προίκας, διαθήκες κ.ά.), στερούνταν εκτελεστότητας, στοιχείο που οδήγησε και στην επιβολή της εκκλησιαστικής ποινής του αφορισμού ως μέσου συμμόρφωσης των διαδίκων στο διατακτικό της απόφασης. Εκτελεστότητα στις αποφάσεις αυτές προσέδιδε η έκδοση σχετικής διαταγής από την αρμόδια οθωμανική αρχή. Βλ. Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη, «Η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση ιδιωτικών χρηματικών απαιτήσεων. Περιπτώσεις από τα μεταβυζαντινά έγγραφα του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου (1600-1821)», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών 34 (1998) 133, 134· Π. Δ. Μιχαηλάρης, Αφορισμός. Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 2004, σ. 65, 73 κ.ε.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

146

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

146

του αποβιώσαντος από την άλλη. Αφού οι ενδιαφερόμενοι κατέγραψαν ἀκριβῶς ἅπασαν τὴν πατρικὴν περιουσίαν παρουσία τριών μαρτύρων και τοῦ ἐνδοξοτάτου Σολεϊμάναγα, διένειμαν αυτήν εκουσίως εἰς δύω ἴσα μέρη για συμψηφισμό αμοιβαίων απαιτήσεων. Η συμφωνία τους επικυρώθηκε από το δικαστήριο και τον βοεβόδα. Το πρακτικό δεν μας πληροφορεί για ποιο λόγο μετείχε και ο βοεβόδας στη συνεδρίαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Ένα χρόνο πριν (1833) οι Κοζανίτες είχαν παραπονεθεί στο παλάτι για διάφορους αξιωματούχους, που ζητούσαν περισσότερους φόρους από τους οφειλόμενους. Πράγματι, διαπιστώθηκαν αυθαιρεσίες στη συγκέντρωση των φόρων avariz, nüzül και agalik, ώστε έναν περίπου χρόνο μετά η Υψηλή Πύλη διέταξε τον καδή του Εγρί Μπουτζάκ να επιλύσει «επιτόπου και σύμφωνα με τον νόμο» τις διαφορές που δημιουργήθηκαν, προκειμένου να κατανεμηθούν οι φόροι ανάλογα με την περιουσία και την οικονομική κατάσταση του καθενός.37 Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η συμμετοχή του βοεβόδα, αντί του καδή, να εξυπηρετούσε αυτόν το σκοπό, ισχυροποιώντας ίσως έτσι και το κύρος του δικαστηρίου, αφού η υποχρέωση συγκέντρωσης φόρων βάρυνε και τον επίσκοπο.

 Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το σύστημα διοίκησης της κοινότητας Κοζάνης, όπως και άλλων κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο, δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί, αν δεν συνδεθεί με τον γενικότερο κοινωνικό και διοικητικό μετασχηματισμό που συντελούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον 17ο με 19ο αι., καθώς συνιστούσε ένα είδος υποεξουσίας, ενταγμένης στη γενικότερη λειτουργία της οθωμανικής κρατικής μηχανής, προβληματική όμως που σαφώς υπερβαίνει τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης.

37

Οι φόροι avariz και nüzül ήταν αρχικά έκτακτοι φόροι που καταβάλλονταν σε είδος ή υπηρεσίες για κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, ενώ μετατράπηκαν από τον 17ο αι. κ.ε. σε ετήσιους τακτικούς φόρους, που πληρώνονταν με το σύστημα του χανέ (ανά ομάδα νοικοκυριών ως φορολογική μονάδα). Ο agalik ήταν φόρος υπέρ του αγά (στρατιωτικού αξιωματούχου) σε περίπτωση εκ νέου παραχώρησης γης. Οι δύο πρώτοι φόροι αναφέρονται σε αυτοκρατορική διαταγή της 6.9.1833 προς τον καδή του Εγρί Μπουτζάκ, και ο τρίτος σε όμοια διαταγή της 24.12.1833/2.1.1834 προς τον ναΐπη Σερβίων, με οδηγίες για άμεση αποκατάσταση των αδικιών. Βλ. Σαλακίδης, ό.π., σ. 145146, 149-150, 163, 295, 302.


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:30 AM

147

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

Eικ. 1. Ο Κανονισμός της Κοινότητος Κοζάνης του 1895.

147


06_PALIOU_133-148:PROTYPH_KOZANH

148

5/15/14

1:30 AM

148

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΠΑΛΗΟΥ

Εικ. 2. Ο Κανονισμός της Κοινότητος Κοζάνης του 1911.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

149

Αναστάσιος Ν. Δάρδας

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΕ ΣΕΡΒΙΑ, ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΑ Η παρούσα εργασία αποτελεί εντελώς συνοπτική έως και τηλεγραφική παρουσίαση της πορείας των εκκλησιαστικών γεγονότων και προσώπων από την αρχή έως σήμερα, στα Σέρβια, την Κοζάνη και τη Σιάτιστα. Αυτό σημαίνει ότι η διαδρομή αφορά τις σημερινές δύο μητροπόλεις Σερβίων και Κοζάνης καθώς και Σισανίου και Σιατίστης. Για τη διάδοση του χριστιανισμού στη Δυτ. Μακεδονία δεν υπάρχουν πηγές. Εικάζεται ότι, λόγω των σχέσεων της Βέροιας με την Κοζάνη, τη νέα πίστη μεταλαμπάδευσαν κάποιοι νεοφώτιστοι της Βέροιας,1 την οποία ως γνωστόν επισκέφθηκε ο απόστολος Παύλος. Η άποψη ότι ο ίδιος ο απόστολος των εθνών πέρασε από τις Φυλακές (Σέρβια) δεν έχει καμία εγκυρότητα, αφού δεν στηρίζεται σε γραπτές μαρτυρίες.2 Με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) επικράτησε ανεξιθρησκία στο ρωμαϊκό κράτος, τα εθνικά ιερά των ειδώλων όμως είχαν αρχίσει και προ του διατάγματος να περιέρχονται στα χέρια των χριστιανών.3 Ωστόσο, η εκκλησία χρειάστηκε αρκετό χρόνο μετά το διάταγμα, ώστε να οργανώσει και να σχηματοποιήσει τη διοίκησή της. 1.

Επισκοπή/Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης

Πρώτη επισκοπή στον χώρο της σημερινής μητρόπολης Σερβίων και Κοζάνης, μνημονεύεται η επισκοπή Καισαρείας από τον 5ο αι., υπαγόμενη στη μητρό1

2

3

Ν. Π. Δελιαλής, Επισκοπικά Κοζάνης, Κοζάνη 1972, σ. 3· Λάζ. Α. Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης (Μαρτυρίες και διαπιστώσεις), Ανάτυπον εκ του Β΄ τόμου του έργου Οικοδομή και Μαρτυρία − Έκφρασις αγάπης και τιμής εις τον Σεβ. Μητροπολίτην Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιον, Κοζάνη 1991, σ. 317· Γ. Χιονίδης, «Οι ιστορικές σχέσεις της Βέροιας με την περιοχή της Κοζάνης κυρίως στα χρόνια της τουρκοκρατίας», Η Κοζάνη και η περιοχή της. Ιστορία-Πολιτισμός, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Σεπτ. 1993, Κοζάνη 1997, σ. 617. Μηνάς Μαλούτας, Τα Σέρβια, Θεσσαλονίκη 1956, σ. 62-63· Θ. Παπαθανασίου, Το μεσαιωνικόν φρούριον των Σερβίων, Θεσσαλονίκη 1939, σ. 75· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 317. Γερ. Ι. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος, τ. 1, Αθήνα 1954-1960, σ. 286.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

150

5/17/14

2:16 AM

150

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

πολη Λαρίσης.4 Η Καισάρεια, διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Κοινού των Ελιμειωτών, είχε ορισθεί ως έδρα επισκοπής, με πρώτο γνωστό επίσκοπο τον Μακεδόνιο. Την ύπαρξη της επισκοπής μαρτυρούν δύο μαρμάρινες επιγραφές, από τις οποίες η μία, επιτύμβια, μνημονεύει τον Μακεδόνιο, και χρονολογείται στον 5ο ή 6ο αιώνα.5 Πιθανολογείται η ίδρυση της επισκοπής Καισαρείας κατά τον 4ο αι., αλλά, εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία για τον ακριβή χρόνο ίδρυσης, ούτε για τα όρια δικαιοδοσίας, ούτε για το χρονικό διάστημα λειτουργίας, δεν μπορούμε να ομιλούμε με ασφαλή τεκμηρίωση. Μοναδικές μνημειακές μαρτυρίες: τα δάπεδα και τα θεμέλια παλαιοχριστιανικών βασιλικών του Βοσκοχωρίου, της Ακρινής και της Αγ. Παρασκευής. Πάντως, τον 5ο αι. ο επίσκοπος Καισαρείας κατέχει την 8η θέση μεταξύ των επισκόπων της μητροπόλεως Λαρίσης, όπως αναφέρει ο Κονιδάρης,6 στηριζόμενος στον Συνέκδημον του Ιεροκλή. Τον 9ο αι. εμφανίζεται για πρώτη φορά επισκοπή Σερβίων. Το Τακτικόν του 8ου αι., το λεγόμενο «των εικονοκλαστών», το οποίο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 733-746, μετά την προσάρτηση του Ανατολικού Ιλλυρικού στο πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, δεν δίνει κανένα στοιχείο ούτε μνημονεύει την επισκοπή Σερβίων. Η απουσία μνείας σε επισκοπή Καισαρείας −στον κώδικα αναφέρονται δεκαοκτώ επισκοπές υπό τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης− σημαίνει ότι η επισκοπή Σερβίων δεν υφίστατο τότε.7 Η πρώτη μνεία για επισκοπή Σερβίων βρίσκεται στο Τακτικόν του Λέοντος Σοφού και του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του Μυστικού, όπου καταγράφονται οι μητροπόλεις και επισκοπές του Οικουμενικού θρόνου, στα χρόνια 901-907. Στην τάξη αυτή η επισκοπή Σερβίων κατέχει την 4η θέση μεταξύ των πέντε επισκοπών που υπόκεινται στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.8 Επομένως, η επισκοπή Σερβίων εμφανίζεται στα τέλη του 8ου αι.

4

5

6 7

8

Ιεροκλής Γραμματικός, Συνέκδημος, Βόννη 1840, σ. 391· Κονιδάρης, Εκκλησιαστική ιστορία, σ. 513· Παν. Ζ. Παπαδόπουλος, Καισαρειά, ένας ιστορικός οικισμός της Δυτικής Μακεδονίας, Κοζάνη 2002, σ. 98-99. Ν. Π. Δελιαλής, Συλλογή παλαιοχριστιανικών και μεταγενέστερων μνημείων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1955, σ. 22· ο ίδιος, Επισκοπικά, σ. 3· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 319. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική ιστορία, σ. 513. Μιχ. Τσεκουνάρης, Η τάξη της Εκκλησίας Σερβίων και Κοζάνης στις Notitiae episcopatuum – Παρατηρήσεις επί των συγκριτικών πινάκων, Σέρβια 2001, χ.σ. Ι. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, Σύνταγμα θείων και ιερών κανόνων, τ. 5, Αθήνα 1885, σ. 474· Δελιαλής, Επισκοπικά, σ. 3-4· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 319· Τσεκουνάρης, Η τάξη της Εκκλησίας, χ.σ.· Α. Τσαρμανίδης, Συμβολή στην ιστορία της επαρχίας Σερβίων κατά την περίοδο 1350-1880, τ. 1, Σέρβια 1995, σ. 51.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

151

151

ή, το πιθανότερο, κατά τον 9ο αι., διότι θα ιδρύθηκε αρκετό χρονικό διάστημα πριν από τη συγγραφή της Τάξης (Τακτικού) του Λέοντος. Φαίνεται ότι τα Σέρβια από τον 7ο αι., και ενώ η Καισάρεια είχε αρχίσει να παρακμάζει, προσήλκυσαν βαθμηδόν την προσοχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων, λόγω της θέσης και της στρατιωτικής σημασίας, ώστε να εξελιχθούν σε κέντρο της περιοχής. Το ζήτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν η επισκοπή Σερβίων είναι συνέχεια της επισκοπής Καισαρείας, με μεταφορά της έδρας, ή εάν είναι επισκοπή που προέκυψε μετά την κατάργηση της επισκοπής Καισαρείας. Η πρώτη άποψη, ότι δηλαδή έγινε μεταφορά της έδρας από την Καισάρεια στα Σέρβια, στηρίζεται στο επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατό να υπήρχε συγχρόνως με την επισκοπή Καισαρείας και άλλη στα Σέρβια, που βρίσκονται τόσο κοντά η μια με την άλλη, και στο γεγονός ότι από τότε που εμφανίζεται η επισκοπή Σερβίων παύει να μνημονεύεται η επισκοπή Καισαρείας.9 Η άλλη άποψη, ότι δηλαδή έχουμε κατάργηση μιας επισκοπής (Καισαρείας) και σύσταση νέας (Σερβίων), επικαλείται τη σιγή περί τα εκκλησιαστικά της επαρχίας από τον 6ο έως τον 9ο αι., οπότε η διάλυση έγινε λόγω επιδρομής των Σλάβων, όπως και το ότι η Καισαρείας υπαγόταν στη μητρόπολη Λαρίσης, ενώ των Σερβίων στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης.10 Πιθανότερη φαίνεται η συρρίκνωση και τελικά κατάργηση της επισκοπής Καισαρείας κατά τον 7ο αι., εξαιτίας επιδρομών ή και άλλων αιτίων, διότι αν γινόταν μεταφορά της έδρας θα υπήρχε συνέχεια και όχι κενό και η νέα επισκοπή θα έπρεπε, όπως συνέβη αργότερα με την Κοζάνη, να διατηρήσει τον τίτλο και να ονομάζεται «Καισαρείας και Σερβίων». Το βέβαιο είναι ότι από τον 9ο αι. και έως το έτ. 1745, οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στην Κοζάνη, η επισκοπή λειτούργησε κανονικά χωρίς διακοπή, υπαγόμενη πάντοτε στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Σε δυο περιπτώσεις έγινε προσπάθεια να υπαχθεί η επισκοπή στην αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Το έτ. 1020 ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, για να ενισχύσει τη θέση της ορθοδοξίας απέναντι στις παπικές βλέψεις, αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της αρχιεπισκοπής Αχρίδος και υπήγαγε στη δικαιοδοσία της δεκαέξι επισκοπές, μεταξύ των οποίων και των Σερβίων. Φαίνεται όμως ότι, όσον αφορά την επισκοπή Σερβίων, το διάταγμα δεν εφαρμόστηκε.11 Αντικανονική εξάρτηση της επισκοπής Σερβίων από τον θρόνο της Αχρίδος έγινε όταν για λόγους ανάγκης ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματηνός ή Χωματιανός (1219-1235) χειροτό9 10 11

Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 319-320. Ι. Δ. Δημόπουλος, Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 9. Γερ. Ι. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος, τ. 2, Αθήνα 1954-1960, σ. 44· Μαλούτας, Τα Σέρβια, σ. 64-65· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 320· Δημόπουλος, ό.π., σ. 9-10.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

152

5/17/14

2:16 AM

152

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

νησε επίσκοπο Σερβίων, στη θέση του Μιχαήλ που έφυγε εξαιτίας παπικής επιβολής και παρουσίας, τον ιλλυρικής καταγωγής Σάββα. Ήταν η εποχή της Φραγκοκρατίας· στη Θεσσαλονίκη τοποθετήθηκε λατίνος μητροπολίτης με δικαιοδοσία σε εννέα επισκοπές, μεταξύ των οποίων και των Σερβίων.12 Ο Δημήτριος Χωματηνός, απολογούμενος στον οικουμ. πατρ. Γερμανό Β΄ (12201240) έγραφε ότι δεν είχε πρόθεση σφετερισμού της επισκοπής, αλλά αυτή τη χειροτονία υπαγόρευσε ο κίνδυνος των Λατίνων, αφού η έδρα ήταν κενή, για να προφυλαχθεί ο λαός.13 Οι Φράγκοι έφυγαν από τα Σέρβια το 1216, από τη Θεσσαλονίκη το 1223. Μετά την αποχώρησή τους επανήλθε ο μητρ. Θεσσαλονίκης στην έδρα του, ενώ η επισκοπή Σερβίων επανήλθε στην κανονική δικαιοδοσία του Θεσσαλονίκης. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την ίδρυσή της έως το 1745 η επισκοπή Σερβίων υπαγόταν στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, τέταρτη στη σειρά των επισκοπών, όπως φαίνεται σε όλα τα Τακτικά, Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου (προ του 959), Ιωάννη Τσιμισκή (971-972), Βασιλείου Β΄ (προ του 980), Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118). Σε Τακτικό του 15ου αι. η επισκοπή Σερβίων κατέχει την 3η θέση στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, σε δύο Τακτικά του 16ου αι., τα οποία περιλαμβάνονται σε Παρισινούς κώδικες κατέχει την 4η θέση, σε Τακτικό του 1645 την 3η θέση, το 1675 σε έγγραφο του Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου την 5η θέση, ενώ στο Συνταγμάτιον του Χρυσάνθου Ιεροσολύμων και στον κατάλογο του Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ του 1759, επανέρχεται στην 4η θέση.14 Η αρχόμενη παρακμή των Σερβίων του 18ου αι. και η συνεχώς αυξανόμενη ανοδική πορεία της Κοζάνης επέφεραν τη μεταφορά της έδρας της επισκοπής στην Κοζάνη το 1745 επί επισκόπου Μελετίου. Ο Μελέτιος, από το 1734 επίσκοπος στα Σέρβια, καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, γεννημένος εκεί, με κοσμοπολίτικες συνήθειες, αφού είχε ζήσει στη Ρώμη και στη Φλωρεντία, όπου για ένα χρονικό διάστημα ασπάσθηκε το λατινικό δόγμα και έγινε καρδινάλιος, είχε δοκιμάσει την πολυτέλεια και τις ανέσεις, μετέφερε την επισκοπική έδρα στην Κοζάνη. Γράφει, δικαιολογώντας τη μεταφορά, ότι «εν Σερβίοις διατρίβων, δεν ηδύνατο να ανεχθή το υπέρ του μωαμεθανισμού ρεύμα των κατοίκων της πόλεως ταύτης».15 Αυτή η δικαιολογία φαίνεται πρόφαση, διότι στα Σέρβια δεν σημειώθηκε ρεύμα εξισλαμισμών, όπως στις περιοχές Γρεβενών και

12 13

14 15

Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 321· Δημόπουλος, ό.π., σ. 10. Δελιαλής, Επισκοπικά, σ. 7-8· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 321· Δημόπουλος, ό.π., σ. 10, 58. Τσεκουνάρης, Η τάξη της Εκκλησίας των Σερβίων, χ.σ. Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 16, όπου και βιβλιογραφία.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

153

153

Ανασελίτσας. Καθοριστικό ρόλο για την μεταφορά, εκτός από τη βούληση του Μελετίου, ήταν οι μακροχρόνιες και επίμονες προσπάθειες των Κοζανιτών· έτσι έγινε η μεταφορά με πατριαρχικό γράμμα και σουλτανικό διάταγμα. Με την εγκατάστασή του στην Κοζάνη, ο Μελέτιος αγόρασε οικόπεδο στο κέντρο της πόλης, στο οποίο με συνδρομή όλων των Κοζανιτών κτίστηκε το επισκοπείο, οίκημα από τα ωραιότερα και μεγαλύτερα στην Κοζάνη. Δίπλα οικοδομήθηκε η σχολή, η περιώνυμη Στοά· στην αυλή κατασκευάστηκε κρήνη, η Καλλιρρόη, με ανάγλυφο επίγραμμα.16 Στη νέα έδρα η επισκοπή ανέπτυξε το εκκλησιαστικό και εθνικό της έργο. Οι εμπορικές συναλλαγές των Κοζανιτών που ταξίδευαν στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης έφεραν πλούτο, με συνεπακόλουθο την ανάπτυξη της παιδείας.17 Η πρόοδος ήταν εμφανής από τα αρχοντικά, τις εκκλησίες, τα σχολεία. Και ενώ στα γύρω χωριά κατοικούσαν φανατικοί Κονιάροι και Γιουρούκοι, στην Κοζάνη δεν στήθηκε ούτε μιναρές ούτε εβραϊκή συναγωγή. Ήταν «αμιγής της Μακεδονίας παράδεισος», όπως την χαρακτήρισε ο μητρ. Φώτιος, όταν προσφώνησε τον διάδοχο Κωνσταντίνο στη δοξολογία μετά την απελευθέρωση. Για την περίοδο από τον 10ο αι. έως το 1745, όταν η έδρα της επισκοπής ήταν στα Σέρβια, είναι γνωστά τα ονόματα μόνον 33 επισκόπων, ενώ οι ιστορικές μαρτυρίες είναι ελάχιστες, αφού η αποτέφρωση του επισκοπείου Σερβίων το 1757 εξαφάνισε όλο το πολύτιμο αρχειακό υλικό. Είναι περίεργο γιατί δεν μεταφέρθηκε το αρχείο στην Κοζάνη το 1745 κατά τη μεταφορά της έδρας. Οι γνωστοί επίσκοποι με τα έως σήμερα στοιχεία είναι: Μιχαήλ, τελευταίος πριν από τη Φραγκοκρατία, Ιλλυριός (1222-1235),18 Λέων (1235), Δαμασκηνός, Ιάκωβος (1347-1355), Γεδεών (1376), Ιάκωβος (1380), Συμεών, Θεοφάνης, Μελέτιος, Κύριλλος, Νεόφυτος, Πατρίκιος, Λεόντιος (προ του 1560), Μακάριος (1560-1567), Ιωάσαφ (1572-1584 και 1588-1594), Ιωακείμ (1584-1587), Γερόντιος (1600), Ιωαννίκιος, Μελέτιος (1646-1649), Θεοφάνης (1649), Ιωάσαφ (1671), Θεόκλητος (1677), Γρηγόριος ο Κονταρής (1678-1687), Γερμανός (1690), Ραφαήλ (1699), Διονύσιος (1700-1715), Δαμιανός (1720), Ιωαννίκιος (17271729), Ιάκωβος (1729-1730), Δανιήλ (1730), Ζαχαρίας (1730-1734), Μελέτιος ο Κατακάλου (1734-1745). 16

17

18

Π. Ν. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, Αθήνα 1924, σ. 49-52· Μιχ. Καλινδέρης, Σημειώματα ιστορικά εκ της Δυτικής Μακεδονίας, Πτολεμαΐδα 1939, σ. 12· Δελιαλής, Επισκοπικά, σ. 18-19. Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας (Διάλεξις), Θεσσαλονίκη 1958· Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 175 κ.ε. Κατά την επισήμανση του Δημοπούλου, ό.π., σ. 58, το όνομα Ιλλυριός είναι δηλωτικό καταγωγής και όχι το άγνωστο όνομα του επισκόπου, τον οποίο τοποθέτησε η αρχιεπισκοπή Αχρίδος επί Φραγκοκρατίας.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

154

5/17/14

2:16 AM

154

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

Ο κατάλογος αυτός, που δημοσιεύθηκε συχνά,19 δεν είναι μόνο ελλιπής αλλά έχει κενά και λάθη για τη διάρκεια του χρόνου αρχιερατείας των επισκόπων. Για παράδειγμα, ενώ ο χρόνος αρχιερατείας του Γρηγορίου Κονταρή αναγράφεται από όλους μεταξύ των ετών 1678-1687, ο λόγιος αυτός κληρικός και δάσκαλος της Κοζάνης, μετέπειτα Σμύρνης (μητροπολίτης Αθηνών δεν φαίνεται να εχρημάτισε), κατά τη διαπίστωση του Πατρινέλη αρχιεράτευσε στα Σέρβια μεταξύ 1684 −έως τότε ήταν στη Βενετία− και του 1690, έτος που ήδη ήταν μητροπολίτης Σμύρνης.20 Όπως παρατηρεί ο Δημόπουλος,21 μολονότι η επισκοπή είναι γνωστή από τον 9ο αι., ο πρώτος γνωστός επίσκοπος αναφέρεται το έτ. 1200. Υπάρχει δηλαδή κενό τριών αιώνων, χρονικό διάστημα μεγάλο, αφού δεν σώζεται κανένα στοιχείο, καθώς με την αποτέφρωση του επισκοπείου το 1757 καταστράφηκαν οι κώδικες και όλο το αρχειακό υλικό. Τα κενά και τα λάθη είναι ζήτημα έρευνας, για να συμπληρωθούν και να διορθωθούν. Τα έως τώρα στοιχεία προέρχονται από σχετικά δημοσιεύματα, κυρίως του Μ. Γεδεών και από το τρίπτυχο του Αγ. Νικολάου Κοζάνης, την Παρρησία που φυλάσσεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, κτιτορικές επιγραφές και ό,τι έχει διασωθεί σε κώδικες και λυτά έγγραφα. Από το 1745 η επισκοπή «Σερβίων και Κοζάνης», πλέον, πορεύεται έως το 1882 υπαγόμενη στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Τη 10η Μαΐου 1882, με πατριαρχικό και συνοδικό Τόμο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανύψωσε την επισκοπή σε μητρόπολη,22 με άμεση εξάρτηση και υποταγή στον Οικουμενικό θρόνο, και ο τότε αρχιερατεύων Ευγένιος «προήχθη εις βαθμόν και περιωπήν μητροπολίτου». Επίσκοποι που αρχιεράτευσαν μετά τη μεταφορά της έδρας από τα Σέρβια στην Κοζάνη,23 μετά τον Μελέτιο (1745-1752), ήταν ο Ιγνάτιος Κατακάλου (1752-1785), λόγιος με έντονη δραστηριότητα στα εκπαιδευτικά και κοινωνικά ζητήματα, ο Θεόφιλος ο Βερροιαίος (1785-1811), επί της εποχής του 19

20

21 22 23

Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 52-67, 81-83, 100-106, 117-124, 158, 162-166· Δελιαλής, Επισκοπικά, σ. 7-19· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 327-329· Δημόπουλος, ό.π., σ. 58-61, ο οποίος στον κατάλογο προσθέτει δύο άγνωστους στους προηγούμενους καταλόγους, τον Θεοφάνη (1649) και τον Δανιήλ το 1730. Ο Τσαρμανίδης, Συμβολή στην ιστορία της επαρχίας Σερβίων, σ. 52, προσθέτει τον Ιερεμία γύρω στο 1686. Χ. Γ. Πατρινέλης, «Γεώργιος Κονταρής, λόγιος του ΙΖ΄ αιώνα από τα Σέρβια», Η Κοζάνη και η περιοχή της. Ιστορία-Πολιτισμός, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Σεπτέμβριος 1993, Κοζάνη 1997, σ. 464-465. Δημόπουλος, ό.π., σ. 60· πβ. Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 327. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 115· Δελιαλής, Επισκοπικά, σ. 21· Δημόπουλος, ό.π., σ. 72. Βασική πηγή για την προσωπικότητα των αρχιερέων και το έργο τους αποτελεί ο Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης. Σημαντικές πληροφορίες για τους αρχιερείς Σερβίων και Κοζάνης μετά το 1745 παρέχει και ο Δημόπουλος, ό.π., σ. 61-92.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

155

155

οποίου κτίστηκε το νέο σχολείο Κοζάνης και με συνοδικό γράμμα αναγνωρίστηκαν οι συντεχνίες, ο Διονύσιος ο Λιβαδεύς (1811-1815), ο οποίος το 1813 ανήγειρε τη Βιβλιοθήκη της Κοζάνης (Οίκος Βελτιώσεως), ο Βενιαμίν Καρίπογλου (1815-1849), μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, διορατικός, με εύστροφη αντιμετώπιση των κοινοτικών διενέξεων, ο Ευγένιος Πατέρας (1849-1889), που συνέβαλε στην ανέγερση του κωδωνοστασίου και του παρθεναγωγείου, ενώ συμμετείχε στην επανάσταση του Μπούρινου το 1878· επί των ημερών του μάλιστα έγινε η προαγωγή της επισκοπής σε μητρόπολη το 1882. Μετά την προαγωγή σε μητρόπολη, ο μέχρι το 1882 επίσκοπος Ευγένιος προήχθη σε (πρώτο) μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης, με αρχιερατεία έως το 1889. Έκτοτε και έως το 1912 μαρτυρούνται τρεις μητροπολίτες στη μητρόπολη πλέον Σερβίων και Κοζάνης. Ο Κωνστάντιος Ματουλόπουλος αρχιεράτευε δύο φορές (1889-1892, 1894-1910), ιεράρχης δυναμικός, ο πρώτος μητροπολίτης με πανεπιστημιακό πτυχίο (Φιλοσοφικής Σχολής). Το 1892 μετετέθη στη μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, αλλά οι κάτοικοι της Κοζάνης διαμαρτυρήθηκαν, οπότε το 1894 επανήλθε στην Κοζάνη. Δυναμικός, επιδόθηκε στην πνευματική δραστηριότητα, ίδρυσε σχολεία, φρόντισε για την οργάνωση της διοίκησης, των σωματείων και των σχολείων. Με ενέργειές του ιδρύθηκαν η Χαρίσειος Γεωργική Σχολή, το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, ο μουσικός σύλλογος «Πανδώρα», η Φιλόπτωχος Αδελφότης, ανασυγκροτήθηκαν τα μοναστήρια και επισκευάστηκαν πολλοί ναοί. Ο Γεράσιμος Τανταλίδης (1892-1893) εξελέγη, όταν ο Κωνστάντιος μετατέθηκε στη Δρυϊνουπόλεως, αλλά με την επάνοδο του Κωνστάντιου ανέλαβε τη μητρόπολη Πισιδίας. Πριν επανέλθει ο Κωνστάντιος, είχε εκλεγεί για τη μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης ο Ρόδου Γρηγόριος, ο οποίος όμως διαβλέποντας ότι το κλίμα δεν θα ήταν κατάλληλο, αφού οι Κοζανίτες ζητούσαν τον Κωνστάντιο, ζήτησε να αναλάβει τη μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως και να επανέλθει στην Κοζάνη ο Κωνστάντιος, όπως και έγινε. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου το 1910, τοποθετήθηκε μητροπολίτης ο Φώτιος Μανιάτης, πρώην μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης έως το 1923. Το 1915 χειροτόνησε βοηθό επίσκοπο τον ανεψιό του Φώτιο με τον τίτλο του Ειρηνουπόλεως.24 Η αρχιερατεία του Φωτίου συνέπεσε με την απελευθέρωση της Κοζάνης από τον οθωμανικό ζυγό. Στις 11 Οκτωβρίου 1912 μπήκε ελευθερωτής ο ελληνικός στρατός στην Κοζάνη, και ο Φώτιος με τις αρχές και τον λαό τον υποδέχθηκε. Προσφώνησε μάλιστα τον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Νικολάου στην πρώτη δοξολογία για την απελευθέρωση. Στην ελεύθερη 24

Ο Φώτιος από βοηθός επίσκοπος εξελέγη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως· βλ. γι’ αυτόν Λάζ. Παπαϊωάννου, Ο πατριάρχης Φώτιος Β΄ (1874-1936), Θεσσαλονίκη 1981.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

156

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

156

Κοζάνη την ποιμαντορία του Φωτίου Μανιάτη ακολούθησε η αρχιερατεία του Ιωακείμ Αποστολίδη (1923-1945), ταραχώδης εξαιτίας του πολέμου, της αντίστασης στην οποία ενεργά συμμετέσχε και της εκρηκτικής-επαναστατικής υφής της προσωπικότητάς του. Μετά τον Κωνσταντίνο Πλατή (1945-1957), που ίδρυσε τη ΧΕΝ και οικοτροφείο, ακολούθησε ο Διονύσιος Ψαριανός (1957-1997) ιεράρχης ευρείας παιδείας, σημαντικής πολυτάλαντης προσωπικότητας του εκκλησιαστικού και πνευματικού χώρου, με πανορθόδοξη αναγνώριση, καθώς αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών. Τον πολύν Διονύσιον διεδέχθη ο Αμβρόσιος Γιακαλής (1998-2004), η παραίτηση του οποίου δεν επέτρεψε την υλοποίηση των οραματισμών του για συνέχιση της ανοδικής πορείας των εκκλησιαστικών πραγμάτων στην Κοζάνη. Από το έτος 2004 διαποιμαίνει την επαρχία ο μητρ. Παύλος Παπαλεξίου, με αξιόλογη αγιαστική και κοινωνική διακονία. Σημαντικό γεγονός της ποιμαντορίας του η αποκατάσταση του ιστορικού επισκοπείου και τα εγκαίνια από τον οικουμ. πατριάρχη Βαρθολομαίο, που επισκέφθηκε την Κοζάνη (27-30 Ιουνίου 2012).

2.

Επισκοπή/Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης

Ενώ η επισκοπή Σερβίων από τον 10ο αι., όπως μαρτυρούν οι πηγές, υπαγόταν στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η επισκοπή Σισανίου ήταν στη δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής Αχρίδος. Στο οικιστικό δίδυμο Σέρβια-Κοζάνη αντιστοιχεί το δίδυμο Σισάνι-Σιάτιστα, ένα μικρότερο μοντέλο, που χαρακτηρίζεται από την εγκατάλειψη του βυζαντινού Σισανίου (Σιστίου πόλεως, Σισανιουπόλεως).25 Η πρόσφατη ανασκαφή του επισκοπικού ναού του Σισανίου, ο οποίος ανάγεται στον 11ο αι., αποτελεί ισχυρή ένδειξη για την ύπαρξη επισκοπής τον 11ο αιώνα.26 Η έλλειψη στοιχείων, αφού η επισκοπή δεν αναφέρεται στις πηγές, όπως το χρυσόβουλλο του Βασιλείου Β΄ (1018), δημιουργεί ερωτηματικά για τη βεβαιότητα της λειτουργίας της επισκοπής τον 11ο αιώνα. Η επισκοπή Σισανίου εμφανίζεται στις πηγές μόλις τον 15ο αι., εποχή κατά την οποία συστήθηκε ή το πιθανότερο ανασυστήθηκε, υπαγόμενη στη μητρόπολη Καστορίας, την πρωτόθρονη της αρ25

26

Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την τουρκοκρατία. Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ζάβορδας, [ΚΝΕ/ΕΙΕ], Αθήνα 2000, σ. 39. Για τον επισκοπικό ναό βλ. Ξανθή Σαββοπούλου-Κατσίκη − Χρυσάνθη Τσιούμη, «Η ανασκαφή στο βυζαντινό Σισάνι. Το έργο του Σωτήρη Κίσσα», Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη 12 (2998) 517-526, και Αντ. Σ. Πέτκος, «Ανασκαφή μεσοβυζαντινού ναού στο Σισάνι Κοζάνης. Νέα στοιχεία για την επισκοπή Σισανίου», Μακεδονικά 32 (1999-2000) 313-337.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

157

157

χιεπισκοπής Αχρίδος. Εφόσον υφίστατο επισκοπή Σισανίου τον 11ο αι., όπως προκύπτει από τον ανακαλυφθέντα επισκοπικό ναό, η επισκοπή αυτή φαίνεται ότι καταργήθηκε ή συγχωνεύθηκε με τη μητρόπολη Καστορίας στην οποία υπέκειτο, από όπου πάλι αποσπάσθηκε, ως ανεξάρτητη επισκοπή, υπαγόμενη όμως στον Καστορίας, στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα.27 Έως τον 15ο αι., επομένως, δεν υπάρχουν πληροφορίες για την πορεία της επισκοπής, η οποία αρχικά έφερε τον τίτλο «Σισανίου και Ανασελίτζου (Ανασελίτσης)». Με την καταστροφή του βυζαντινού Σισανίου, χάθηκαν τα τεκμήρια και οι πηγές που θα μας διαφώτιζαν για την εμφάνιση και την ιστορική διαδρομή της επισκοπής στους τέσσερις αιώνες, αφού ο επισκοπικός ναός χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Η ιστορία της επισκοπής από τον 15ο αι. κ.ε. χωρίζεται σε δύο περιόδους, στην προ του Ζωσιμά και μετά τον Ζωσιμά. Ο Ζωσιμάς Παπανικολάου Ρούσης, δυναμική και πληθωρική προσωπικότητα,28 αρχιεράτευσε στην επαρχία Σισανίου και Σιατίστης για 60 χρόνια (1686-1746), χρημάτισε ενδιάμεσα δύο φορές αρχιεπίσκοπος Αχρίδος (1695-1699, 1707-1709), με εκκλησιαστική εκπαιδευτική και εθνική δραστηριότητα, καθώς στο πλαίσιο της εμπορικής διασύνδεσης με την Αυστρία ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Κάρολο ΣΤ΄ για την προσπάθεια απελευθέρωσης της περιοχής. Ο Ζωσιμάς γύρω στα 1695-1700 μετέφερε την έδρα της επισκοπής από το Σισάνιο που παρήκμαζε στη Σιάτιστα, η οποία ήδη είχε αρχίσει να παρουσιάζει οικονομική, εμπορική, εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα. Η περίοδος της αρχιερατείας του και τα μετέπειτα πενήντα χρόνια μπορούν να χαρακτηριστούν «χρυσούς αιών» για τη Σιάτιστα. Τότε κτίζονται οι περίφημοι μεταβυζαντινοί ναοί, τα περιώνυμα αρχοντικά, και ιδρύονται ανώτερα εκπαιδευτήρια.29 Τότε η Σιάτιστα θεραπεύει τον κερδώο και τον λόγιο Ερμή, οι ξακουστοί πραματευτάδες αλωνίζουν τις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρ. Ευρώπης,30 αναδεικνύοντας την πατρίδα τους «περίπυστη», κέντρο εμπορίου και παιδείας. Η προαγωγή της επισκοπής Σισανίου σε μητρόπολη επίσημα έγινε το 1767, όταν οι επισκοπές της Αχρίδος προσαρτήθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με την κατάργηση της αρχιεπισκοπής, καθώς ο μητροπολίτης Νεόφυτος Σισανίου στον κώδικα σημειώνει: «Ἔκτοτε οὖν τετίμηνται αἱ ἐπαρχίαι 27

28

29

30

Αναστ. Ν. Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 9-12, όπου και βιβλιογραφία. Σωτ. Βαρναλίδης, Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ζωσιμάς και η εκκλησιαστική και πολιτική δράσις αυτού, Θεσσαλονίκη 1974. Αναστ. Ν. Δάρδας, Ίδρυση και λειτουργία του Τραμπαντζείου Γυμνασίου Σιατίστης με την εποπτεία της Εκκλησίας, [ΠΙΠΜ], Θεσσαλονίκη 1997. Γ. Λάιος, Η Σιάτιστα και οι εμπορικοί οίκοι Χατζημιχαήλ και Μανούση, [ΕΜΣ], Θεσσαλονίκη 1982.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

158

5/17/14

2:16 AM

158

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

αὗται γενόμεναι μητροπόλεις».31 Ο Ζωσιμάς, βέβαια, μέσα στο κλίμα της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, ακόμη και προ της εκλογής του ως αρχιεπισκόπου, είχε ανυψώσει την επισκοπή Σισανίου σε μητρόπολη. Στα όρια της Αχρίδος η επαρχία Σισανίου θεωρείται μητρόπολη, ο Ζωσιμάς προσαγορεύεται μητροπολίτης, όπως και ο διάδοχός του Νικηφόρος, όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρεί την επαρχία ως επισκοπή και τον Νικηφόρο (1746-1769) επίσκοπο έως το 1767. Αλλά και στον τίτλο, παρότι από το 1695-1700 η έδρα ήταν στη Σιάτιστα, ο Ζωσιμάς και οι μετέπειτα αρχιερείς (επίσκοποι ή μητροπολίτες) υπέγραφαν μόνο «ο Σισανίου», χωρίς το «και Σιατίστης».32 Άλλωστε, και οι σφραγίδες της μητρόπολης είχαν τον τίτλο «Μητρόπολις Σισανίου» έως το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αι., οπότε προστέθηκε το «και Σιατίστης». Προ του Ζωσιμά δεν υπάρχει πλήρης και ακριβής κατάλογος των επισκόπων Σισανίου. Μετά από σχετική έρευνα εντοπίσαμε και κατατάξαμε χρονολογικά τους Λαυρέντιο (αρχ. 16ου αι.), Μεθόδιο (1538), Ανώνυμο (1578), Παχώμιο, Δανιήλ (1624, 1647, 1652), Ιερεμία (1653), Παρθένιο (1665, 1668), Παΐσιο, Λεόντιο (1676-1683), Γερμανό (1683-1686) και τον πολύν Ζωσιμά (1686-1746).33 Μετά τον Ζωσιμά έχουμε πλήρη εικόνα της χορείας των αρχιερέων,34 την οποία αποτελούν οι Νικηφόρος από την Αχρίδα (1746-1769), Κύριλλος (17691792), Νεόφυτος από την Αβδέλλα Γρεβενών (1792-1811), ο οποίος οικοδόμησε το κτήριο της μητροπόλεως και κατέγραψε στον κώδικα τις πόλεις και τα χωριά της επαρχίας του, παρέχοντας και άλλες πολύτιμες πληροφορίες, Ιωαννίκιος (1811-1835), Λεόντιος Μυτιληναίος (1835-1852), Μελέτιος από τη Σμύρνη (1852-1864), φιλόμουσος με δραστηριότητα για την παιδεία, Αλέξανδρος Λάσκαρις (1864-1869), με παιδεία και εθνική δράση, Θεόφιλος (18691871), Αμβρόσιος (1871-1877), Αγαθάγγελος Στεφανάκης (1877-1882), με ενεργό δράση στην επανάσταση του 1878, Αθανάσιος Μεγακλής (1882-1893), επί της εποχής του οποίου κτίστηκε το Τραμπάντζειο Γυμνάσιο, Αθανάσιος Νικολαΐδης ή Μπίστης (1893-1900), Σεραφείμ Σκαρούλης (1900-1909), η αρχιερατεία του οποίου συνετάραξε τη Σιάτιστα με τα «Σεραφειμικά», γεγονότα διενέξεων και συγκρούσεων, και Ιερόθεος Ανθουλίδης (1909-1920), επί της εποχής του οποίου, την 12η Οκτωβρίου 1912, επαναστάτησε η Σιάτιστα, απε31

32

33 34

Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 23-25· πβ. Μιχ. Καλινδέρης, Ο κώδιξ της μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, (1686- ), Θεσσαλονίκη 1974, σ. 117. Καλινδέρης, Ο κώδιξ, σ. 80-81· Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 60, όπου βιβλιογραφία. Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 14-23. Για τους επισκοπικούς καταλόγους που δημοσιεύθηκαν βλ. Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 14 σημ. 18.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

159

159

λευθερώθηκε και δοξάσθηκε με την ηρωική μάχη της 4ης Νοεμβρίου 1912. Άρχισε έτσι η πορεία ελεύθερου βίου και στην περιοχή αυτή. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε την αρχιερατεία του ο Ιερόθεος Ανθουλίδης έως το 1920, και ακολούθησαν οι Γερμανός Αναστασιάδης (1920-1924), Αγαθάγγελος Παπαναστασίου (1924-1929), Διόδωρος Κάρατζης (1930-1945), Ιάκωβος Κλεόβροτος (1945-1958), δυναμικός με τεράστιο εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο, Πολύκαρπος Λιώσης (1958-1973),35 ο ιερατικός και ελεήμων επίσκοπος, και Αντώνιος Κόμπος (1974-2005), ασκητής ιεράρχης της αθόρυβης δραστηριότητας. Από το 2006 την επαρχία ποιμαίνει ο μητροπολίτης Παύλος Ιωάννου με αξιόλογη εκκλησιαστική και κοινωνική διακονία, με ιδιαίτερη έμφαση στη νεότητα.

3.

Μοναστήρια

Στην εκκλησιαστική επαρχία Σερβίων και Κοζάνης, όπως προκύπτει από γραπτές μαρτυρίες, ιδρύθηκαν μοναστήρια κατά τους βυζαντινούς χρόνους και την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.36 Στα Σέρβια πριν από τον 13ο αι. λειτουργούσε η σταυροπηγιακή γυναικεία μονή των Αγ. Θεοδώρων, που το 1775 διαλύθηκε, όπως και ανδρώο κοινοβιακό στη θέση «Βρύσες», τιμώμενο στο όνομα της Παναγίας. Στον δρόμο από το Βελβεντό προς το Καταφύγι βρίσκεται το μοναστήρι της Αγ. Τριάδος· σήμερα σώζεται το καθολικό του 17ου αιώνα. Σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από το χωριό Καστανιά Σερβίων η μονή του Αγ. Αντωνίου Σιάπκας, χρονολογούμενη στον 12ο αιώνα. Στις όχθες του Αλιάκμονα το μοναστήρι της Αγ. Τριάδος Ιλαρίωνος (της Λαριούς), αναγόμενο στον 12ο αι., με μαρτυρίες όμως σαφείς από το 18ο αι., ενώ το 1807 ιδρύθηκε το μοναστήρι Παναγίας Ζιδανίου (Στανού). Σήμερα στη μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης λειτουργούν τρία ανδρώα, της Αγ. Τριάδος Λαριούς, του Αγ. Αντωνίου Σιάπκας και το νεοσύστατο του Αγ. Νεκταρίου Παλαιογρατσάνου, και δύο γυναικεία, Παναγίας Ζιδανίου και Αγ. Τριάδος Βελβεντού. Στη μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης ιδρύθηκαν και λειτουργούν σήμερα οι μονές37 Αγ. Παρασκευής Δομαβιστίου, στους πρόποδες του Ασκίου του 35

36

37

Στοιχεία σημαντικά για τη ζωή και το έργο των αρχιερέων της μητρόπολης δίνει ο μητρ. Πολύκαρπος Λιώσης, «Η μητρόπολις Σισανίου και Σιατίστης», στο: Σιατιστέων μνήμη, Λεύκωμα Συλλόγου Σιατιστέων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1972, σ. Α44-55· βλ. και Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, όπου και βιβλιογραφία. Για τα μοναστήρια της μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης γενικά βλ. Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 336-338· Δημόπουλος, ό.π., σ. 97-154· Ημερολόγιον Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, έτος ΙΔ΄, 2013, σ. 13-57. Αναστ. Ν. Δάρδας, Τα μοναστήρια της μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, [ΕΜΣ, Μακεδονική Βιβλιοθήκη 76], Θεσσαλονίκη 1993, όπου βιβλιογραφία.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

160

5/17/14

2:16 AM

160

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

14ου αι. (ανδρώο), της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Δρυοβούνου του 16ου αι. (ανδρώο), της Παναγίας Σισανίου του 18ου αι. (γυναικείο), του Αγ. Αθανασίου Εράτυρας του 18ου αι. (ανδρώο), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου του 18ου αι., το οποίο τα τελευταία είκοσι χρόνια λειτουργεί γυναικείο, με τη μεγαλύτερη μοναστική αδελφότητα, της Αγ. Τριάδος Βυθού-Αυγερινού-Πενταλόφου του 18ου αι. (ανδρώο) και του Αγ. Αθανασίου Ζηκοβίστης (Καστανοχωρίων) 17ου αι. (γυναικείο). Μοναστήρια που δεν λειτουργούν είναι του Αγ. Δημητρίου Βλάστης 18ου αι. και Εισοδίων της Θεοτόκου Ζώνης 18ου αιώνα. Η ίδρυση επισκοπών και μητροπόλεων, η πορεία τους μέσα στον χρόνο, οι επίσκοποι, οι μητροπολίτες, οι ναοί, τα μοναστήρια, οι ενορίες, συνιστούν κυρίως την εκκλησιαστική ιστορία κάθε περιοχής. Όλα όμως αυτά ήταν και είναι συνυφασμένα με τη γενικότερη κοινωνική ζωή, τους αγώνες για ελευθερία, την οργάνωση της παιδείας.

4.

Η κοινωνική και εθνική προσφορά των τοπικών εκκλησιών

Στους αγώνες του έθνους για την ελευθερία η συμπόρευση της εκκλησίας είναι έκδηλη και στην περιοχή των εκκλησιαστικών επαρχιών Κοζάνης και Σιάτιστας. Η διέλευση του Κοσμά του Αιτωλού, του ιερομάρτυρα και διδάχου του Γένους, οι διδαχές και η προφητεία του, έμειναν έντονες στη μνήμη του λαού από τα τέλη του 18ου αι. για το «ποθούμενο». Ο Σισανίου και Σιατίστης Ζωσιμάς το 1716 ήλθε σε διαπραγματεύσεις μυστικές με τον Κάρολο ΣΤ΄ της Αυστρίας, με σκοπό την απελευθέρωση της Δυτ. Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό.38 Το 1790 ο Σερβίων και Κοζάνης Θεόφιλος, ο Βεροίας Δανιήλ, άλλοι επίσκοποι και οπλαρχηγοί, συγκεντρώθηκαν στη Νάουσα και την Κοζάνη και αποφάσισαν να ξεσηκωθούν εναντίον των Τούρκων.39 Δεν τελεσφόρησαν λόγω συγκυριών οι προσπάθειες αυτές, αλλά είναι ενδεικτικές της αγωνίας ποιμένων και λαού. Ο Σερβίων και Κοζάνης Βενιαμίν, μυημένος Φιλικός, στα χρόνια της επανάστασης του 1821 αγωνίζεται για τη διάσωση του ποιμνίου του, όπως γράφουν οι κάτοικοι της Κοζάνης στον μητρ. Θεσσαλονίκης: «Πρὸς αὐτὸν [Βενιαμίν] καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ὀφείλομεν τὴν σωτηρίαν μας».40 38

39

40

Σωτ. Βαρναλίδης, Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ζωσιμάς, σ. 63-119· Δάρδας, Η επισκοπήμητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 38. Β. Γ. Σαμπανόπουλος, Εκκλησία και επαναστατικά κινήματα στη Κοζάνη, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 29-34· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 341. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 82 κ.ε.· Σαμπανόπουλος, Εκκλησία και επαναστατικά κινήματα, σ. 34-38· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 342.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

ΣΥΝΟΨΙΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

161

161

Οι Σιατιστινοί στις δύσκολες ώρες της δουλείας αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα «ασημικά», τα ιερά σκεύη των ναών, για να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές των Τούρκων, «το γύρισμα ασκεριών».41 Στη επανάσταση του 1878 πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο Κοζάνης Ευγένιος και ο Σιατίστης Αγαθάγγελος.42 Ο Κωνστάντιος Κοζάνης στην ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (19041908), με ικανούς συνεργάτες, χωρίς να φαίνεται, σήκωνε το βάρος της οργάνωσης.43 Τα μοναστήρια της περιοχής αποτελούσαν κρυψώνες όπλων και καταφυγή Μακεδονομάχων. Στη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944) ο Ιωακείμ Κοζάνης44 είχε ενεργό ανάμειξη στην αντίσταση, ο ιεροκήρυκας αρχιμ. Αυγουστίνος Καντιώτης «στην αντίσταση της αγάπης» με συσσίτια,45 ενώ ο αρχιμ. Ιωακείμ Λιούλιας46 και άλλοι ιερείς, όπως βέβαια και πολλοί λαϊκοί, εκτελέστηκαν από τους κατακτητές. Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας η υπόθεση των σχολείων και γενικότερα της παιδείας βρισκόταν στα χέρια της εκκλησίας. Στην Κοζάνη, με την έναρξη λειτουργίας της σχολής προς το τέλος του 17ου αι., διδάσκει ο Γεώργιος Κονταρής, αργότερα κληρικός, επίσκοπος Σερβίων και κατόπιν Σμύρνης. Ο Ευγένιος Βούλγαρης που δίδαξε στην Κοζάνη (1746-1752) κληρικός και αυτός, τον οποίο μάλιστα κάλεσε ο επίσκοπος Μελέτιος και τον προσέλαβε σχολάρχη, ενώ οι περισσότεροι κατόπιν σχολάρχες ήταν κληρικοί. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Νεόφυτο ιερομόναχο, Σωτήριο οικονόμο, Σεβαστό Λεοντιάδη, Διονύσιο τον μετέπειτα επίσκοπο Πλαταμώνος, Καλλίνικο ιεροδιάκονο, Αμφιλόχιο Παρασκευά, Χαρίσιο Μεγδάνη. Επί επισκόπου Ιγνατίου βελτιώθηκε η παιδεία στην Κοζάνη, επί Θεοφίλου κτίστηκε το νέο σχολείο, επί Βενιαμίν νέο κοινό σχολείο, επί Ευγενίου το παρθεναγωγείο, επί Κωνσταντίου η Χαρίσειος Γεωργική Σχολή και το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο.47 Φροντίδα ως προς την παιδεία και τα σχολεία υπήρξε βέβαια και για άλλες πόλεις και χωριά, τα Σέρβια, Βελεβεντό και τα μικρότερα. Στην εκκλησιαστική επαρχία 41

42

43 44 45 46

47

Αναστ. Χ. Μέγας, «Σχολείο και Εκκλησία στη Σιάτιστα κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα», Σιατιστινά 1 (1989) 20-28· Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 68. Σαμπανόπουλος, Εκκλησία και επαναστατικά κινήματα, σ. 39-43· Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 108-110. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 134-135· Παπαϊωάννου, Η μητρόπολη, σ. 342-343. Δημόπουλος, ό.π., σ. 87-88. Παν. Γ. Μύρου, Η αντίσταση της αγάπης, Θεσσαλονίκη 1986. Γ. Σιώζος, Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Αθ. Λιούλιας. Ο Δυτικομακεδόνας εθνομάρτυρας, 1911-1943, Κοζάνη 2000· Δημόπουλος, ό.π., σ. 93. Λιούφης, Ιστορία Κοζάνης, σ. 175-278· Αναστ. Δάρδας, Η εκπαίδευση στη Δυτική Μακεδονία κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκοκρατίας ως αυτοάμυνα του Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 81-86, όπου βιβλιογραφία.


07_DARDAS_149-162:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:16 AM

162

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ν. ΔΑΡΔΑΣ

162

Σισανίου και Σιατίστης, ο πολύς Ζωσιμάς ίδρυσε σχολείο στα τέλη του 17ου αι., στο οποίο φοίτησαν νέοι από την Καστοριά, τη Μοσχόπολη και τη Θεσσαλονίκη. Πατριαρχικό σιγίλλιο του 1718 μας πληροφορεί για τη λειτουργία στη Σιάτιστα ανώτερου σχολείου, όπου διδάσκονταν ρητορικά, φιλοσοφικά και θεολογικά μαθήματα, και στο οποίο τη διετία 1721-1723 δίδαξε ο περιώνυμος Μεθόδιος Ανθρακίτης. Αργότερα, μεταξύ 1735-1746, ιδρύεται «Φροντιστήριον Ελληνικών μαθημάτων», όπου δίδαξαν σπουδαίοι δάσκαλοι. Το 1816 ιδρύθηκε σχολή με δωρεά της Βασιλικής Νικολάου, από το 1830 «Ελληνική Σχολή Σιατίστης», ενώ το 1888 κτίζεται το ιστορικό Τραμπάντζειο Γυμνάσιο.48 Στο Τσοτύλι, η Μακεδονική φιλεκπαιδευτική Αδελφότης, που συστήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από δυτικομακεδόνες μαστροκαλφάδες το 1871, η οποία «καταξιώνεται ως πατριαρχικό αλλά ταυτόχρονα και ως λαϊκό δημιούργημα», έκτισε το 1873 το περιώνυμο εκπαιδευτήριο Τσοτυλίου. Φροντίδα για τα σχολεία στην επαρχία Σισανίου και Σιατίστης έδειξαν όλοι οι αρχιερείς μετά το Ζωσιμά, κυρίως όμως οι Μελέτιος, Αλέξανδρος, Αγαθάγγελος και Αθανάσιος Α΄.49

 Επιχειρήσαμε εδώ μια επιγραμματική παρουσίαση −επιτομή συνόψισης μάλλον− της εκκλησιαστικής ιστορικής διαδρομής στις εκκλησιαστικές επαρχίες Σερβίων και Κοζάνης καθώς και Σισανίου και Σιατίστης. Ευχόμεθα τα στοιχεία που παρουσιάσαμε συνοπτικά να δώσουν αφορμή σε νέους ερευνητές να ανατρέξουν στον αρχειακό πλούτο, κυρίως της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, ώστε να φέρουν στο φως νέα στοιχεία και να προβούν σε αναλύσεις και συμπεράσματα που θα καθορίσουν την πορεία της Κοζάνης στην έβδομη εκατονταετία της ιστορίας της και στον δεύτερο αιώνα ελεύθερου βίου.

48

49

Γ. Λάιος, Η Σιάτιστα και οι εμπορικοί οίκοι, σ. 17-30, 86-101· Δάρδας, Η εκπαίδευση στη Δυτική Μακεδονία, σ. 87-93, όπου βιβλιογραφία. Δάρδας, Η επισκοπή-μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, σ. 78-120.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

163

Βασιλική Θ. Διάφα-Καμπουρίδου

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ. ΝΑΧΤΙ ΚΑΙ ΤΡΑΧΩΜΑ Και οποίας προίκας, κατά τα νησιώτικα έθιμα. «Σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά, ελιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στο Στροφλιά». Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, είχε κολλήσει και άλλη ψώρα. Το «μέτρημα», εκείνο το οποίον εις Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο «τράχωμα», συνήθειαν την οποίαν, αν δεν απατώμαι, είχεν αφωρίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, αδιάφορον. Άλλως, ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι. Ας τας έκλειε στο ντουλάπι. Ας τας έστελνε στο Μουσείον.

Ο Αλέξ. Παπαδιαμάντης στο απόσπασμα αυτό από τη Φόνισσα καταγράφει με μοναδικά σαρκαστικό τρόπο την πληγή που καταδυνάστευε την ελληνική οικογένεια στις αρχές του 20ου αι. και θα εξακολουθούσε να την καταδυναστεύει για πολλά ακόμη χρόνια. Ήταν η προίκιση των κοριτσιών, με μια αναφορά μάλιστα στον έναν από τους θεσμούς που πραγματεύεται η παρούσα εργασία: το τράχωμα. Η οικογένειά του, άλλωστε, μετρούσε δυο ανύπαντρες αδελφές, μόνο και μόνο γιατί δεν είχαν προίκα. Το τράχωμα στο οποίο αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης και το νάχτι, που αποτελούν τα θέματα της παρούσας προβληματικής, είναι θεσμοί που ανάγονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Την περίοδο αυτή η γυναίκα ή οι χάριν αυτής υπόχρεοι προέβαιναν σε περιουσιακές παροχές στον άνδρα για την ανακούφιση από τα βάρη του γάμου. Κυριότερη παροχή ήταν η προίκα, η οποία, ειδικά κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, αποτελούσε ένα δυσβάστακτο βάρος για την οικογένεια της γυναίκας. Η προίκα προσέλαβε μεγάλη διάσταση στα μέσα του 17ου αι., με αποτέλεσμα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του εξουσίας, να επιδιώξει τη ρύθμιση του θεσμού, «απολύον» Κανονικές Διατάξεις, προκειμένου να περιορίσει την προίκα σε λογικά πλαίσια.1 Επειδή η εκκλησία προσπαθούσε να περι1

Σε σχετική Κανονική Διάταξη του έτους 1701 ο πατριάρχης Καλλίνικος Β΄ ο Ακαρνάν στηλιτεύει τη συνήθεια να καταβάλλεται υπερβολική προίκα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για την πρώτη θυγατέρα. Με την Κανονική αυτή Διάταξη ο Καλλίνικος


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

164

5/15/14

1:40 AM

164

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

στείλει τις υπερβολές με νομοθετικές παρεμβάσεις, ως ιδιαίτερες γαμήλιες παροχές, πέραν της προίκας, επικράτησαν οι θεσμοί του ναχτιού και του τραχώματος. Τους θεσμούς νάχτι και τράχωμα διερεύνησε η Κύρτση-Νάκου, η οποία και κωδικοποίησε τη λειτουργία τους. Οι κυριότερες πλευρές της λειτουργίας του ναχτιού2 ανάγονται στην υποχρέωση καταβολής ναχτιού, την οποία είχαν κατά βάση οι γονείς, καθώς και στην παροχή εγγύησης στον γαμβρό, όταν ήταν επισφαλής η καταβολή του. Το νάχτι, επίσης, σε περίπτωση λύσης του γάμου με τον θάνατο οποιουδήποτε των συζύγων, επιστρεφόταν σε αυτούς που το είχαν παραχωρήσει. Παράλληλα με το νάχτι, η Κύρτση-Νάκου διερεύνησε και το τράχωμα, για το οποίο διατυπώνει τον προβληματισμό περί του αν έχει το ίδιο περιεχόμενο και λειτουργία με το νάχτι. Στην επισκόπηση των θεσμών εντοπίζει τις μεταξύ τους διαφορές, οι οποίες αφορούν στην καταβολή εγγύησης που δεν παρέχεται στο τράχωμα, όπως επίσης και στην επιστροφή των παροχών σε περίπτωση λύσης του γάμου, εκ των οποίων το νάχτι επιστρεφόταν άτοκα, ενώ το τράχωμα με τόκο.3 Ως κυριότερη όμως διαφορά των δύο θεσμών θεωρεί την υποχρεωτική

2

3

καθόρισε τάξεις στην προίκα ανάλογες με την οικονομική κατάσταση των υπόχρεων για την καταβολή της προίκας. Για το ίδιο θέμα διαλαμβάνουν άλλες δύο Κανονικές Διατάξεις του ιδίου πατριάρχη. Με τις Διατάξεις αυτές προσπάθησε να περιφρουρήσει την παροχή της προίκας σύμφωνα με τα ορισθέντα στην αρχική Διάταξη, προκειμένου να επικρατήσει συγκράτηση και ευταξία. Κατόπιν, ο πατριάρχης Νεόφυτος από την Καισάρεια «απέλυσε» τρεις Κανονικές Διατάξεις για τον περιορισμό της άμετρης παροχής προίκας στα έτη 1736-1737. Το έτος 1767 ο πατριάρχης Σαμουήλ ο Χαντζερής «απέλυσε» μια νέα Κανονική Διάταξη, η οποία θεσπίζει κανόνες για την προίκα και το τράχωμα, και καθορίζει ότι το ποσό της προίκας θα γίνεται ανάλογα με την κοινωνική τάξη και οικονομική ευχέρεια του μελλονύμφου. Κατόπιν, ακολούθησαν και άλλες Κανονικές Διατάξεις ρυθμιστικές του θεσμού της προίκας και του τραχώματος. Βλ. Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Επιστολαί, Λύσεις, Θεσπίσματα των αγιωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, τ. 1-2, Κωνσταντινούπολη 1888-1889, τ. 1, σ. 70 και τ. 2, σ. 401, 405, τ. 1, σ. 7881 και 432-451. Τις Κανονικές Διατάξεις σχολίασε η Ελένη Κύρτση-Νάκου, Αι περί προικοδοσιών «νομοθετικαί» ρυθμίσεις βάσει των Κανονικών Διατάξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1701-1844), Θεσσαλονίκη 1980 [Ανάτυπο με ιδιαίτερη σελιδαρίθμηση από την Επιστ. Επετ. Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης 1 (1980) 19-30]. Ελένη Κύρτση-Νάκου, «Διερεύνηση των θεσμών ῾ξενίου᾽, ῾τραχώματος᾽, ῾νάχτι᾽», στο: Αφιέρωμα εις τον Κωνσταντίνον Βαβούσκον, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 235-251. Ο Πανταζόπουλος διαφοροποιείται ως προς την τύχη του τραχώματος σε περίπτωση λύσης του γάμου, θεωρώντας ότι το τράχωμα αποτελεί εκ μέρους της γυναίκας εν όψει του γάμου δωρεά, κυρίως χρημάτων, προς τον άνδρα, η οποία δεν επιστρέφεται σε περίπτωση λύσης του γάμου, αλλά παραμένει στην κυριότητα του άνδρα, σε αντίθεση με την προίκα. Βλ. Ν. Ι. Πανταζόπουλος, «Εκκλησία και Δίκαιον εις την Χερσόνησον του Αίμου επί Τουρκοκρατίας. [Το Δίκαιον της Τουρκοκρατίας, 1]», Επιστ. Επετ. Σχολής ΝΟΕ 8 (1986) 185.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

165

165

εγγραφή του ναχτιού στο προικοσύμφωνο, γεγονός που κατατάσσει υποχρεωτικά το νάχτι στις προικώες παροχές. Αντίθετα, το τράχωμα, σύμφωνα με την ίδια, ξεκίνησε ως άτυπη γαμήλια παροχή, ενισχυτική της προίκας, ενώ η εγγραφή του στο προικοσύμφωνο σε μεταγενέστερη φάση ήταν το αποτέλεσμα της «αμετρίας» των προβλημάτων που δημιούργησε ο θεσμός. Οι θεσμοί του ναχτιού, ιδιαίτερα, αλλά και του τραχώματος είχαν ευρεία διάδοση και στην Κοζάνη. Τούτο μαρτυρούν πλήθος αρχειακών πηγών που έχουν διασωθεί. Πρόκειται για τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της επισκοπής/μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, καθώς και τα δικαιοπρακτικά και εκκλησιαστικά έγγραφα που περιλαμβάνονται σε ανέκδοτους κώδικες που προέρχονται από το αρχείο της μητροπόλεως, οι οποίοι φυλάσσονται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΔΒΚ) καθώς και στα ΓΑΚ ν. Κοζάνης. Πηγαίο υλικό επίσης αποτελούν οι ανέκδοτοι κώδικες Προικοσυμφώνων, που περιλαμβάνουν 2.839 προικοσύμφωνα, και επίσης φυλάσσονται στα ΓΑΚ ν. Κοζάνης.4 Όλο το υλικό καλύπτει τη χρονική περίοδο από το έτος 1745 έως το έτος 1912· η παρούσα εργασία στηρίζεται στη μελέτη του υλικού αυτού.5

4

5

Γενικότερα για το αρχειακό υλικό που φυλάσσεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης και στα ΓΑΚ ν. Κοζάνης βλ. Αντ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν των ελληνικών Κοινοτήτων της Μακεδονίας. Α΄. Αρχεία και Βιβλιοθήκαι Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1939. Το υλικό των κωδίκων αυτών αποτέλεσε το αντικείμενο μελέτης της υπό έκδοση διδακτορικής διατριβής της Βασιλικής Θ. Διάφα-Καμπουρίδου, Μνηστεία και γαμήλιες παροχές στη Νομολογία των Δικαστηρίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης (18ος-20ος αι.), τ. 1-2, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2006. Η παρατιθέμενη επιγραμματική αναφορά στους ανέκδοτους κώδικες γίνεται με βάση τον τίτλο που φέρουν οι ίδιοι οι κώδικες και είναι οι εξής: 1) «Κῶδιξ Ἀλληλογραφίας ἀπὸ 1815-1831», 2) «Κῶδιξ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐπισκοπῆς, ἀπὸ 18321868», 3) «Κῶδιξ Ἱεροῦ Δικαστηρίου 1891-1907», 4) «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1893-1900», 5) «Πρακτικὰ Δημογεροντείας 1889-1916», 6) «Ἀποφάσεις Μητροπολιτικοῦ Δικαστηρίου 1890-1899», 7) «Ἀποφάσεις Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1900-1906», 8) «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1900-1913», 9) «Ἀποφάσεις Πνευματικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1906-1908», και 10) «Πρακτικὰ Ἱεροῦ Δικαστηρίου 1907-1914». Οι κώδικες αυτοί φυλάσσονται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Επίσης, από το αρχείο Πράσσου, που φυλάσσεται στα ΓΑΚ ν. Κοζάνης, ο «Κῶδιξ Ἐπισκοπῆς 1863-1875», ο «Κῶδιξ Ἐπισκοπῆς 1875-1889» και οι ακόλουθοι κώδικες Προικοσυμφώνων: 1) «Κῶδιξ Προικοσυμφώνων καὶ Προικοσύμφωνα 1796-1806» (1814), 2) «Προικοσύμφωνα 18351858», 3) «Προικοσύμφωνα 1860-1875», 4) «Προικοσύμφωνα 1876-1882», 5) «Προικοσύμφωνα 1883-1888», 6) «Προικοσύμφωνα 1888-1892», 7) «Προικοσύμφωνα 18921896», 8) «Προικοσύμφωνα 1897-1902», 9) «Προικοσύμφωνα 1902-1907», 10) «Προικοσύμφωνα 1902-1907».


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

1:40 AM

166

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

166

1.

5/15/14

Το «νάχτι»

Πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας του ναχτιού παρέχουν καταρχάς δύο αρχιερατικές εγκύκλιοι. Η πρώτη είναι η γνωστή εγκύκλιος του έτους 1796 του επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης Θεόφιλου, η οποία φυλάσσεται ως λυτό έγγραφο στη ΔΒΚ.6 Στην εγκύκλιο αυτή ο Θεόφιλος παραθέτει τον ορισμό του θεσμού, θεωρώντας ως νάχτι: τὰ μετρητὰ ἄσπρα τὰ λεγόμενα νάχτι ὁποῦ δίνεται ἐκ μέρους τῆς νύφης πρὸς τὸν γαμβρόν. Επίσης, ο επίσκοπος Θεόφιλος επιβάλλει το νάχτι να καταγράφεται στο προικοσύμφωνο, με υποχρέωση να παρακρατείται υπέρ της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου 3% επί της αναγραφόμενης παροχής. Μάλιστα, η εγκύκλιος ορίζει ότι πρέπει να δίνεται εγγύηση στον γαμβρό από την πλευρά της νύφης ότι θα γίνει η καταβολή. Συνεπώς, νάχτι αποτελούσαν τα μετρητά της προίκας που καταγράφονταν στο προικοσύμφωνο και ανήκαν στην κυριότητα της γυναίκας.7 Σε ανέκδοτη εγκύκλιο του έτους 1834 του Σερβίων και Κοζάνης Βενιαμίν πληροφορούμαστε ότι το νάχτι προκαταβαλλόταν την τελευταία Πέμπτη πριν από τον γάμο.8 Στο νομολογιακό υλικό το νάχτι απαντά για πρώτη φορά το έτος 1826,9 ενώ στους κώδικες Προικοσυμφώνων από το έτος 1796.10 Βέβαια, στην περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας ο όρος νάχτι εντοπίζεται για πρώτη φορά σε απόφαση διανομής του έτους 1686 στη Σιάτιστα, και περιέχεται στον κώδικα Σισανίου και Σιατίστης των ετών 1686-1841,11 γεγονός που σημαίνει ότι η εμφάνιση του ναχτιού ως θεσμού θα πρέπει να ήταν προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής. Ως προς το αντικείμενο του ναχτιού διαπιστώνουμε ότι: 6

7

8

9

10 11

Έκδοση της εγκυκλίου: Μιχ. Καλινδέρης, Τα λυτά έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης 1676-1808, Θεσσαλονίκη 1951, σ. 93-97. Βλ. Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η Νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου. Οικογενειακό Δίκαιο, τ. 2, Αθήνα 1997, σ. 76-78· Κύρτση-Νάκου, «Διερεύνηση των θεσμών», σ. 247-251· η ίδια, Αι περί προικοδοσιών «νομοθετικαί» ρυθμίσεις, σ. 5270· Μ. Καραβοκυρός, «Του Οικουμενικού Πατριαρχείου τα δίκαια και προνόμια. Περί διαθήκης, τραχώματος και προικός», Εκκλησιαστική Αλήθεια 33 (1913) 315-458, και 34 (1914) 30-166. Η εγκύκλιος επιστολή στον κώδ. εγγρ. ΔΒΚ με τίτλο «Κῶδιξ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐπισκοπῆς ἀπὸ 1832-1868», σ. 23-25. «Κῶδιξ Ἀλληλογραφίας ἐτῶν 1815-1831», εγγραφή στη σ. 116 με ημερομηνία 22.7.1826. Σε προικοσύμφωνο του «Κώδικα Προικοσυμφώνων 1796-1806 (1814)». Εγγραφή αρ. 2, έτ. 1686· βλ. Ν. Ι. Πανταζόπουλος (συνεργασία Δέσποινας-Ειρήνης Τσούρκα-Παπαστάθη), Κώδιξ Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, ιζ΄-ιθ΄ αι., Θεσσαλονίκη 1974, σ. 1-2.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

167

167

α) Πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ12 το νάχτι αποτελούσε χρηματική παροχή στο νόμισμα της εποχής, το ασλάνι καταρχάς και κατόπιν το γρόσι.13 Μάλιστα, σε ορισμένα προικοσύμφωνα η παροχή αποκαλείται μετρητὰ νάχτι ή χρήματα λόγω ναχτιοῦ, δηλώνοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια τον χρηματικό χαρακτήρα της παροχής. Σε σπάνιες περιπτώσεις ως νάχτι δόθηκαν φλωρία μιντζιάρικα,14 ενώ σε μία περίπτωση δόθηκαν ως νάχτι δύο πρόβατα. Σε ένα προικοσύμφωνο του έτους 1848 συναντάμε για πρώτη φορά ως νάχτι να δίδεται ακίνητο (εἰς νάχτι ὀλίγον σπητοτόπι).15 β) Μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ το περιεχόμενο του ναχτιού σταδιακά διαφοροποιείται. Καταρχάς σε προικοσύμφωνο του έτους 187416 για πρώτη φορά ως νάχτι δίνονται λίρες Τουρκίας (2.000 λίρες), συνήθεια που σχεδόν γενικεύεται από του έτους 1879, με ελάχιστες εξαιρέσεις καταβολής σε γρόσια. Αρκετές φορές δίνονται φλουριά, μίντζια χρυσά ή αργυρά, καθώς και εικοσόφραγκα. Επίσης, εντοπίσθηκε μια περίπτωση που ως νάχτι δόθηκαν πρόβατα. Η σημαντικότερη όμως αλλαγή στο περιεχόμενο του ναχτιού αφορά στο γεγονός ότι σταδιακά ως νάχτι δίδεται ακίνητο πράγμα ή ιδανικό μερίδιο σε ακίνητο. Μάλιστα, μερικές φορές αναφέρεται ρητά στα προικοσύμφωνα ότι το ακίνητο δόθηκε ἀπέναντι ναχτιοῦ. Η παροχή ακινήτου ως νάχτι εντοπίζεται με 12

13

14

15 16

Το έτος 1839 αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς τότε ξεκίνησε η περίοδος των μεταρρυθμίσεων που αποκαλείται Τανζιμάτ. Η προσπάθεια εκσυγχρονισμού πραγματοποιήθηκε με την έκδοση των διαταγμάτων του Χαττ-ι-Σερίφ της 3ης Νοεμ. 1839 και του Χαττ-ι-Χουμαγιούν της 18ης Φεβρ. 1856, που υπόσχονταν σεβασμό της τιμής και περιουσίας όλων γενικά των υπηκόων της, εγγύηση της ασφάλειας της ζωής και περιουσίας τους, αλλαγές στην απονομή της δικαιοσύνης, μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, καθιέρωση γενικής υποχρέωσης στράτευσης και ισότητας όλων των οθωμανών υπηκόων, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Σχετικά βλ. Χαρ. Κ. Παπαστάθης, Oι κανονισμοί των ορθοδόξων ελληνικών κοινοτήτων του οθωμανικού κράτους και της διασποράς, Θεσσσαλονίκη 1984· ο ίδιος, «O κοινοτισμός στην Mακεδονία υπό το καθεστώς των Eθνικών Kανονισμών», στο: H διαχρονική πορεία του Kοινοτισμού στη Mακεδονία, [Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης Δήμου Θεσσαλονίκης], Θεσσαλονίκη 1991, σ. 137-155. Στις πηγές του 17ου-19ου αι. διαπιστώνεται παράλληλη χρήση των όρων γρόσι και ασλάνι, για να δηλωθεί το ίδιο τουρκικό νόμισμα. Για τα τουρκικά νομίσματα της περιόδου αυτής βλ. Ευτυχία Λιάτα, Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια Σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον ελληνικό χώρο, 15ος-19ος αι., Αθήνα 1996, σ. 89, 106. Μετζίτι (τουρκ. mecit): τουρκικό νόμισμα, χρυσό αρχικά, που ισοδυναμούσε σε μια τουρκική λίρα· ασημένιο αργότερα, που ισοδυναμούσε με το 1/5 λίρας. Βλ. Redhouse, Yeni Türkçe-Inglizce Sözlük, New Redhouse Turkish-English Dictionary, Κωνσταντινούπολη 1987, σ. 743. Αρ. προικοσυμφώνου 134, «Προικοσύμφωνα 1835-1858». Αρ. προικοσυμφώνου 208, «Προικοσύμφωνα 1860-1875».


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

168

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

168

μεγαλύτερη συχνότητα από το έτος 1877 και εξής. Ως νάχτι δίνεται αμπέλι, χωράφι, εργαστήρι, οικία, αχούρι, μύλος, μπαχτσές, οικόπεδο. Όταν υπήρχε δυσκολία για την καταβολή του ναχτιού, δινόταν χρεωστικό ομόλογο. Το νάχτι καταβαλλόταν εις χείρας του πατέρα του γαμβρού και καταγραφόταν στο προικοσύμφωνο, όπως και η λοιπή υπεσχημένη προίκα. Σπάνια, στο νομολογιακό υλικό απαντά νάχτι μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, ενώ η συχνότητα εμφάνισης του τραχώματος στα εξεταζόμενα εκκλησιαστικά νομολογιακά έγγραφα είναι συχνότατη. Επιβεβαιώνεται, επίσης, ότι η καταβολή του ναχτιού γινόταν εις χείρας του πατέρα του γαμβρού και, εφόσον καταγραφόταν στο προικοσύμφωνο, αποτελούσε προικώα περιουσία. Από δύο πρακτικά του Μεικτού Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου των ετών 1870 και 1876, αντίστοιχα, πληροφορούμαστε ότι σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω διαζυγίου το νάχτι επιστρεφόταν στη σύζυγο.17 Επίσης, σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω θανάτου της γυναίκας το νάχτι επιστρεφόταν στον προικοδότη πατέρα της.18 2.

Το «τράχωμα»

Η έννοια και λειτουργία του τραχώματος προσδιορίζεται σε Κανονική Διάταξη του πατριάρχη Καλλίνικου Δ΄ του έτους 1803, σχετικά με τα ισχύοντα στην Ανδριανούπολη:19 ... ἐπεὶ ἀνηγγέλη ἡμῖν συνοδικῶς, ὅτι ἐν τοῖς γινομένοις γαμικοῖς συναλλάγμασιν ἄνωθεν ἐπικρατεῖ ἀρχαία συνήθεια δίδοσθαι παρὰ τῶν γονέων ταῖς κόραις μετὰ τῆς προικὸς καὶ λόγῳ τραχώματος πρὸς τὸν γαμβρὸν μετρητά τε ἄσπρα, ἢ ὀσπήτιον, ἢ ἐργαστήριον, ἢ καὶ ἄλλο τι τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ἐγγραφόμενα ἔν τε τῷ προικοσυμφώνῳ γράμματι, πολλάκις δὲ καὶ πρὸ τοῦ γάμου ἐπιγραφόμενα, ὁτὲ μὲν δι’ αὐλικοῦ τῆς ἁγιωτάτης μητροπόλεως γράμματος, ὁτὲ δὲ καὶ δι’ ἐγγράφων τῆς αὐτόθι βασιλικῆς κρίσεως, ἅπερ οὐδενὸς ἑτέρου τύπον ἐπέχειν εἰκὸς λογίζε-

17

18 19

Πρόκειται για: α) το πρακτικό με ημερομηνία 18.2.1870, που περιλαμβάνεται στον «Κώδικα τῆς Ἐπισκοπῆς 1863-1875», σ. 200-202, στο οποίο ο αδελφός της συζύγου παραλαμβάνει από τον πρώην σύζυγο το σωζόμενο νάχτι, και β) το πρακτικό τακρήρι (δήλωση), με ημερομηνία 17.6.1876, που περιλαμβάνεται στον «Κώδικα Ἐπισκοπῆς 1875-1889», και με το οποίο ο σύζυγος αποδέχεται ενώπιον της Δημογεροντείας να επιστρέψει στη σύζυγό του την προίκα και το νάχτι της, λόγω έγγαμης διάστασης. Οι κώδικες προέρχονται από το Αρχείο Πράσσου (ΓΑΚ ν. Κοζάνης). Πρακτικό αρ. 20, έτ. 1890, «Πρακτικὰ Δημογεροντείας 1889-1916». Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 2, σ. 82.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

169

169

σθαι, ἀλλ’ εἰ προικός, ὡς διδόμενα παρὰ τῶν γονέων ταῖς κόραις καθάπερ καὶ ἡ προίξ. συμβάν τοιγαροῦν ἀποθανεῖν μετ’ ὀλίγον τὴν γάμῳ συναφθεῖσαν γυναῖκα παιδίον εἴτε ἔχουσαν, εἴτε καὶ μή, εἴθισται κατεξουσιάζειν τὸν ἄνδρα τοῦ λόγῳ τραχώματος δοθέντος ἐκείνου κτήματος, ὡς ἴδιον αὐτοῦ ἀναφαιρέτου καὶ ἀνεπιστρόφου δῆθεν γεγενημένου, ἢ καὶ τῶν μετρητῶν. κἀντεῦθεν μεγίστη ἀδικία ἐπακολουθεῖ καὶ ταραχαὶ καὶ λογοτριβαὶ καὶ ζημίαι ἐκ τούτου παρέπονται.

Τόσο σπουδαίο ήταν το ζήτημα του τραχώματος, εξαιτίας της κοινωνικής σημασίας του και των οικονομικών συνεπειών τις οποίες προκάλεσε, ώστε σε διάστημα 150 ετών (1700-1844) εκδόθηκαν 14 περίπου Κανονικές Διατάξεις, οι οποίες ρύθμιζαν άμεσα ή έμμεσα τις σχέσεις του τραχώματος με την προίκα.20 Η προσπάθεια της Εκκλησίας αποσκοπούσε στην περιστολή της συνήθειας αυτής, η οποία είχε διαδοθεί επικίνδυνα. Μάλιστα, οι γονείς διέθεταν όλη την περιουσία τους για την αποκατάσταση κυρίως της πρωτότοκης θυγατέρας τους, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν τα κληρονομικά δικαιώματα των υπολοίπων τέκνων τους, αλλά και οι ίδιοι να υφίστανται οικονομική καταστροφή. Ο πατριάρχης Ιερεμίας Δ΄ τα έτη 1810 και 1811 εξέδωσε δύο Διατάξεις, την πρώτη για τους κατοίκους της Αδριανούπολης, με την οποία καταργούσε το τράχωμα,21 και τη δεύτερη για τους κατοίκους της Σκιάθου,22 με την οποία καθόρισε τάξεις για το τράχωμα ανάλογες με αυτές της προίκας. Φαίνεται πως το Πατριαρχείο αδυνατούσε να ακολουθήσει μια ενιαία στάση απέναντι σε αυτό το ζήτημα, ενώ οι τοπικές κοινωνίες επηρέαζαν τη δικαιοδοτική πολιτική του. Βέβαια, ο πατριάρχης Αγαθάγγελος, με αφορμή «τὴν κοινὴν τοῦ γένους αἴτησιν», με μια γενικής ισχύος Κανονική Διάταξη απευθυνόμενη όχι μόνο στους κληρικούς αλλά προς «ἁπαξάπαντας χριστανούς», το έτος 1827 προσπάθησε να καταργήσει το τράχωμα· όμως, όπως μαρτυρείται στις πηγές, η προσπάθεια δεν υπήρξε επιτυχής.23 Η έννοια του τραχώματος, ως διακριτής γαμήλιας παροχής σε σχέση με την έννοια και το περιεχόμενο του ναχτιού, είναι ασαφής. Γενικά, τράχωμα 20

21 22 23

Πρώτη ρύθμιση του θεσμού από την οποία πληροφορούμαστε την ύπαρξη του θεσμού και τη λειτουργία του αποτελεί η Κανονική Διάταξη του πατριάρχη Σαμουήλ του Χαντζερή (έτ. 1767), με τίτλο «Προικοδοσιών όροι και κανόνες». Η Κανονική αυτή Διάταξη, όπως και οι λοιπές Κανονικές Διατάξεις, στο Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, ό.π.· βλ. και Κύρτση-Νάκου, Αι περί προικοδοσιών «νομοθετικαί» ρυθμίσεις· η ιδία, «Διερεύνηση των θεσμών», σ. 239-240. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 2, σ. 129-134. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 2, σ. 135. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 1, σ. 320· Κύρτση Νάκου, Αι περί προικοδοσιών «νομοθετικαί» ρυθμίσεις, σ. 62-66· Παπαγιάννη, Η Νομολογία, τ. 2, σ. 76.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

170

5/15/14

1:40 AM

170

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

αποκαλείται η γαμήλια παροχή σε χρήμα της γυναίκας προς τον άνδρα. Ετυμολογικά η λέξη τράχωμα προέρχεται από το ρήμα τραχώνω, που σημαίνει προικίζω σε τραχύ, δηλ. ασημένιο νόμισμα.24 Στην Κοζάνη, ως παροχή καταγεγραμμένη στο νομολογιακό υλικό, το τράχωμα απαντά το έτος 1863, ενώ σε προικοσύμφωνο εντοπίζεται σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο (1892). Το τράχωμα, ως παροχή, εντοπίζεται αναλογικά με αρκετή συχνότητα στο νομολογιακό υλικό, σε αντίθεση με τα προικοσύμφωνα, όπου δεν απαντά συχνά. Ειδικότερα: «Κῶδιξ Προικοσυμφώνων 1888-1892»: σε σύνολο 207 προικοσυμφώνων απαντά 4 φορές. «Κῶδιξ Προικοσυμφώνων 1897-1902»: σε σύνολο 296 προικοσυμφώνων απαντά 7 φορές. «Κῶδιξ Προικοσυμφώνων 1902-1907»: σε σύνολο 257 προικοσυμφώνων απαντά 19 φορές.25 Ως αντικείμενο του τραχώματος στους κώδικες Προικοσυμφώνων, πλην ολιγάριθμων περιπτώσεων, κατά τις οποίες δόθηκαν λίρες ως τράχωμα, στις υπόλοιπες ἀπέναντι τραχώματος δόθηκε ακίνητο, δηλαδή οικία ή ιδανικό μερίδιο οικίας, αμπέλι, χωράφι, φούρνος, κελάρι, μέρος αυλής.26 Ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο προικοσύμφωνα, τα οποία περιλαμβάνουν ταυτόχρονα την καταβολή τραχώματος και ναχτιού.27 Στις υποθέσεις που αντιμετώπισαν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια το τράχωμα συνιστούσαν κυρίως λίρες, γρόσια και φλουριά. Υπόχρεος για την καταβολή του τραχώματος ήταν ο από τον νόμο υπόχρεος στην καταβολή της προίκας, δηλαδή κυρίως ο πατέρας, αλλά και η μητέρα. Απαντά περίπτωση κατά την οποία υποσχέθηκε να καταβάλει το τράχωμα, υπογράφοντας μάλιστα ὑποσχετικὸν ἔγγραφον, ο αδελφός της νύφης.28 24

25 26

27

28

Ν. Π. Ανδριώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΑΠΘ], Θεσσαλονίκη 1995, σ. 372. Βλ. Διάφα-Καμπουρίδου, Μνηστεία, ό.π. Τη χρονική περίοδο 1803-1811 η αρχική μορφή του τραχώματος με αντικείμενο παροχής μετρητά διευρύνεται, και ως τράχωμα παρέχονται και ακίνητα· βλ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 2, σ. 82. Προικοσύμφωνο αρ. 23, έτ. 1897, βάσει του οποίου δόθηκαν ως νάχτι μετρητά 6 λίρες οθωμανικές και ένα αμπέλι ἀπέναντι τραχώματος, που εκτιμάται σε 200 γρόσια. Επίσης, Προικοσύμφωνο αρ. 25, έτ. 1897, βάσει του οποίου δόθηκαν 5 λίρες ως νάχτι και ένα αμπέλι ἀπέναντι τραχώματος. Τα προικοσύμφωνα αυτά περιλαμβάνονται στον «Κώδικα Προικοσυμφώνων 1897-1902». Πρακτικό αρ. 52, έτ. 1896, «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 18931900», Πρακτικά αρ. 90, 91, 92, έτ. 1912, «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1900-1913». Ήδη έχει καθιερωθεί η παροχή να γίνεται και από συγγενείς της γυναίκας· βλ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 2, σ. 131.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

171

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

171

Η συναλλαγή για την καταβολή του τραχώματος γινόταν μεταξύ του πατέρα της νύφης και του πατέρα του γαμβρού, όμως μερικές φορές η καταβολή γινόταν και με τρίτο πρόσωπο, ως εκπρόσωπο του πατέρα του γαμβρού. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να ήταν είτε συγγενικό, όπως θείος, είτε εξωτερικό, ενδεχομένως ο προξενητής.

3.

Λειτουργία των θεσμών

Κωδικοποιώντας τα σημαντικότερα στοιχεία της λειτουργίας των θεσμών του ναχτιού και του τραχώματος, όπως αυτά προκύπτουν από τη μελέτη των προικοσυμφώνων, αλλά κυρίως από τη μελέτη των αποφάσεων των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, διαπιστώνεται ότι: α. Υπόχρεος για την καταβολή των παροχών ήταν ο από τον νόμο υπόχρεος στην καταβολή της προίκας, δηλαδή κυρίως ο πατέρας, αλλά και η μητέρα. Σε δύο περιπτώσεις υποσχέθηκε να καταβάλει το τράχωμα −και μάλιστα υπογράφοντας ὑποσχετικὸν ἔγγραφον− ο αδελφός της νύφης. Σημαντικό ζήτημα αποτελεί η υποχρεωτικότητα και δεσμευτικότητα της καταβολής του ναχτιού από τον υπόχρεο. Σύμφωνα με ένα πρακτικό του Μεικτού Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου του έτους 1892,29 η κόρη στράφηκε κατά του πατέρα της και ζήτησε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση που ανέλαβε, σύμφωνα με το προικοσύμφωνό της, για την καταβολή του περιλαμβανομένου ναχτιού. Η υποχρέωση του πατέρα προκύπτει αφενός, βέβαια, από τη δεσμευτικότητα του προικοσυμφώνου ως δημοσίου εγγράφου, αλλά και από τον χαρακτήρα και τη φύση του θεσμού του ναχτιού, το οποίο λειτουργούσε ως προικώα παροχή και ήταν υποχρεωτική για τον υποσχεθέντα προικοδότη. Εξάλλου, στους κατοίκους της Κοζάνης είχε εδραιωθεί με ένταση η πεποίθηση ότι έπρεπε ο προικοδότης να προσφέρει νάχτι και όχι μόνο τα λοιπά προικώα πράγματα. β. Συχνά, για τη δέσμευση της καταβολής και των δύο παροχών συνιστάτο εμπράγματη ασφάλεια υπέρ του γαμβρού. Έτσι, στα προικοσύμφωνα αναφέρεται ότι για την καταβολή του ναχτιού ή του τραχώματος δίνεται ακίνητο πράγμα ως ενέχυρο. Τα προικοσύμφωνα χρησιμοποιούν τον όρο ενέχυρο για να αποδώσουν τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας που συνιστάτο, προκειμένου να διασφαλισθεί ο προικολήπτης για την καταβολή της προίκας. Η χρήση του όρου αυτού αφορά σύσταση εμπράγματης ασφάλειας σε ακίνητα, και σύμφωνα με τα ισχύοντα στο σύγχρονο εμπράγματο δίκαιο είναι αδόκιμη, καθόσον ενέχυρο συνιστάται μόνο σε κινητά, ενώ για τα ακίνητα συνιστάται υποθήκη. Η διάκριση 29

Πρακτικό αρ. 57, έτ. 1892, «Πρακτικὰ Δημογεροντείας 1889-1916».


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

172

5/15/14

1:40 AM

172

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

μεταξύ ενεχύρου και υποθήκης, σύμφωνα με το βυζαντινο-ρωμαϊκό δίκαιο, αφορά στο αν το πράγμα είχε παραδοθεί στον δανειστή. Η χρήση, συνεπώς, του όρου αφορά τη λειτουργία της συνιστώμενης εμπράγματης ασφάλειας, αν δηλαδή παραδινόταν το πράγμα στον προικολήπτη, οπότε πρόκειται για ενέχυρο, ή συνιστάτο υποθήκη, οπότε δεν γινόταν παράδοση του πράγματος.30 γ. Οποιαδήποτε παροχή, είτε νάχτι είτε τράχωμα, ανήκαν κατά κυριότητα στη γυναίκα, γεγονός που τα προικοσύμφωνα αναφέρουν ρητά: ἔσονται ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα τῆς μελλούσης συζύγου του, όπως είναι η πάγια έκφραση των προικοσυμφώνων, τουλάχιστον μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ. Ο άνδρας ήταν ο διαχειριστής και επικαρπωτής, αλλά η γυναίκα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη του τραχώματος, συνεστώτος του γάμου λόγω κινδύνου, και να εγγράψει υποθήκη στην περιουσία του άνδρα για τον ίδιο λόγο. δ. Σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω διαζυγίου η τύχη των παροχών εξαρτάτο από τον λόγο της λύσης του γάμου. Απώλεια της παροχής επέφερε τόσο η υπαιτιότητα, οπότε ο υπαίτιος για τη διάζευξη σύζυγος έχανε την παροχή υπέρ του αναιτίου συζύγου, όσο και η έλλειψή της, όπως π.χ. η σεξουαλική ανικανότητα του άνδρα, οπότε έπρεπε να επιστραφεί η παροχή στη γυναίκα. ε. Σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω θανάτου οποιουδήποτε από τους συζύγους, η τύχη των παροχών ήταν ίδια με την τύχη της προίκας. Ένα πρακτικό του έτους 1874,31 το οποίο αποκαλείται ἔγγραφον ἐξασφαλίσεως, αφορά την περίπτωση μιας ανήλικης ορφανής από πατέρα, της οποίας η μητέρα πρόκειται να ξαναπαντρευτεί. Όπως μας πληροφορεί το πρακτικό, πέθανε ο πατέρας της κόρης και άφησε ως περιουσία του το νάχτι της συζύγου του, δηλαδή 1.000 γρόσια με τόκο 100 γρόσια και άλλα κινητά πράγματα. Επειδή, λόγω του γάμου που πρόκειται να συνάψει η μητέρα της κόρης, παύει η επιτροπεία επ’ αυτής, ανατίθεται η επιτροπεία στον παππού της, ο οποίος αναλαμβάνει να τη μεγαλώσει, να την προικίσει και να διαχειριστεί την περιουσία που της άφησε ο πατέρας της. Κωδικοποιώντας τις πληροφορίες αυτού του πρακτικού για το νάχτι, διαπιστώνουμε ότι: α) η επιστροφή του ναχτιού μετά τη λύση του γάμου ήταν έντοκη, β) ο δεύτερος γάμος της γυναίκας, εφόσον υπήρχε τέκνο, επέφερε την 30

31

Για την εμπράγματη ασφάλεια στη μεταβυζαντινή περίοδο βλ. Ελευθερία Σπ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου, τ. 1: Ενοχικό Δίκαιο − Εμπράγματο Δίκαιο, Aθήνα 1992, σ. 195-196. Για τη χρήση των όρων του ενεχύρου και της υποθήκης στην Κοζάνη βλ. Βασιλική Θ. Διάφα-Καμπουρίδου, Ο Κώδιξ της Επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης των ετών 1849-1868, Κοζάνη 2006, σ. 86. Είναι το με ημερομηνία 6.1.1874 ἔγγραφον ἐξασφαλίσεως, «Κῶδιξ Ἐπισκοπῆς 18631875», σ. 46.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

173

173

απώλεια του ναχτιού υπέρ του τέκνου, και γ) το νάχτι εντασσόταν στην περιουσία του άνδρα. Από τις ειδήσεις που μας δίνει το υλικό για την τύχη του τραχώματος σε περίπτωση θανάτου της συζύγου διαπιστώνουμε ότι το τράχωμα επιστρέφει στους συγγενείς της συζύγου, και μάλιστα ως προνομιούχος παροχή μετά 40 χρόνια.32 Σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω θανάτου του συζύγου στη νομολογία του Μεικτού Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου διαπιστώνουμε ότι το τράχωμα επιστρέφεται στη σύζυγο. Μάλιστα, απαντά μία περίπτωση κατά την οποία ως τράχωμα δόθηκε προικώος κήπος, ο οποίος κατά τον γάμο γράφηκε στὸ ὄνομα τοῦ μακαρίτη συζύγου. Στην περίπτωση αυτή το Μεικτό Εκκλησιαστικό Δικαστήριο επιδίκασε τον κήπο ή τη διατίμησή του, όπως αυτή ορίστηκε στην απόφαση, στη σύζυγο.33 Όταν υπήρχε τέκνο που και αυτό απεβίωνε μετά τον θάνατο της μητέρας, εφαρμοζόταν ο θεσμός της τριμοιρίας.34 Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι στην περίπτωση του τραχώματος ίσχυε το ίδιο νομικό καθεστώς που εφαρμοζόταν στην προίκα: εξασφάλιση της καταβολής της παροχής με σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, ανάληψη του τραχώματος από τη γυναίκα, συνεστώτος του γάμου λόγω κινδύνου, υποθήκη της περιουσίας του άνδρα σε περίπτωση κινδύνου από την κακή διαχείριση του άνδρα ή την ελάττωση της ατομικής του περιουσίας σε τέτοιο βαθμό, που δεν επαρκούσε για να αποτελέσει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της απαίτησης της γυναίκας για την παροχή, και ίδια τύχη του τραχώματος με την τύχη της προίκας σε περίπτωση λύσης του γάμου, είτε λόγω διαζυγίου είτε λόγω θανάτου οποιουδήποτε από τους συζύγους.

32

33

34

Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων είναι πλούσια ως προς το δικαίωμα αυτό της συζύγου. Πρακτικό αρ. 50, έτ. 1906, «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 19001913». Απόφαση με ημερομηνία 6.1.1904 και αρ. 52, που περιλαμβάνεται στον κώδ. εγγρ. ΔΒΚ με τίτλο «Ἀποφάσεις Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1900-1906». Σύμφωνα με τον θεσμό της τριμοιρίας, αν πεθάνει ο ένας γονέας και υπάρχει τέκνο το οποίο στη συνέχεια αποβιώσει, ο επιζών γονέας δεν κληρονομεί ολόκληρη την περιουσία του τέκνου, αλλά αυτή χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο διατίθεται σε μνημόσυνα, το δεύτερο περιέρχεται στους γονείς του προαποβιώσαντος συζύγου και το τρίτο κληρονομεί ο επιζών σύζυγος. Βλ. Πανταζόπουλος, «Εκκλησία και Δίκαιον», σ. 192-193.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

174

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

174

Συμπεράσματα Ι. Σχετικά με τη φύση του ναχτιού και του τραχώματος, όπως ίσχυσαν και λειτούργησαν στην Κοζάνη, η πρώτη διαπίστωση είναι ότι επρόκειτο καταρχάς για χρηματικές παροχές, οι οποίες εξελίχθηκαν σε περιουσιακές και ήταν ενισχυτικές της προίκας. Οι παροχές όμως αυτές μαζί με την προίκα είχαν καταστεί βάρος δυσβάστακτο για τους γονείς, γεγονός που επιβεβαιώνουν και οι εγκύκλιες επιστολές της επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης, οι οποίες στηλίτευσαν την έκταση που είχε λάβει κυρίως ο θεσμός της προίκας και προσπάθησαν να οριοθετήσουν τα ζητήματα που αφορούσαν γενικά στις γαμήλιες παροχές. Πρόκειται για την εγκύκλιο του επισκόπου Θεοφίλου του έτους 1796, ενώ στο ίδιο κλίμα της αποδοκιμασίας και της επιβολής ορίων κινείται και η ανέκδοτη εγκύκλιος επιστολή του επισκόπου Βενιαμίν του έτους 1834. Μάλιστα η εγκύκλιος αυτή, για να έχει αυξημένο κύρος, υπογράφηκε από τους προκρίτους και ορίζει ότι οποιαδήποτε παράβαση όρου της θα επέσυρε ποινή 500 γρόσια σε βάρος του παραβάτη, τα οποία θα έπρεπε να καταβληθούν στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου.35 Η εγκύκλιος του Βενιαμίν δεν επιβεβαιώνει μόνο το κοινωνικό πρόβλημα που είχαν δημιουργήσει οι γαμήλιες παροχές, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μια πολύτιμη μαρτυρία, για να επεξηγηθούν πτυχές της λειτουργίας των θεσμών που εξετάζει η παρούσα εργασία. Το πρόβλημα της διαφοράς του ναχτιού και του τραχώματος ως προς την αιτιολογία της παροχής τους είναι γενικότερο, διότι ο διακριτός χαρακτήρας των παροχών δεν κατέστη δυνατόν να αποσαφηνιστεί στον ελλαδικό χώρο, λόγω της έλλειψης γραπτών μαρτυριών.36 Οι περισσότεροι μελετητές που ασχολήθηκαν με το νάχτι και το τράχωμα, όπως καταγράφονται στις πηγές, θεωρούν 35

36

Στην επιστολή (βλ. παραπάνω, σημ. 8) αναφέρεται: Βλέποντες τὴν μεγάλην κατάχρησιν καὶ τὰ ὑπέρογκα ἔξοδα τὰ ὁποῖα προέρχονται μόνον ἀπὸ μίαν ξηρὰν ὑπερηφάνειαν χωρὶς κᾀνὲν ὄφελος, παρὰ διὰ μίαν μόνην μάταιαν ἐπίδειξιν, καὶ εἰς ἄκρον ζημιώδη, διὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἄνθρωποι, εἴτε ἀπὸ φιλοτιμίαν, εἴτε ἀπὸ ἀνάγκην, εἴτε ἀπὸ κενοδοξίαν, μὴν ἠμποροῦντες νὰ οἰκονομήσωμεν ὅσα κρίνονται ἀναγκαῖα εἰς προικοπαράδοσιν τῶν θυγατέρων των, ἀναγκάζονται νὰ δανείζωνται χρήματα μὲ βαρυτάτους τόκους, νὰ ξεκάμωσι τὰ κτήματά των, ἄλλος ἀμπέλι, ἄλλος χωράφι, καὶ ἄλλος ὀσπήτιον, ἢ κᾀνὲν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ τοὺς εὑρεθῇ εἰς τὰ γηρατεῖα των, ἢ εἰς καμμίαν ἄλλην ἀνάγκην των, καὶ ἑπομένως ἀφοῦ τὰ κάμωσιν ὅλα αὐτά, καὶ τὰ ἐξοικονομήσωσιν μὲ μεγαλητάτην δυσκολίαν, μὴν ἠμποροῦντες ἔπειτα διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν ὅλους ἐν γένει κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, ἀναγκάζονται ἔπειτα νὰ συγχίζονται καὶ ταράττωνται λογοφερόμενοι μὲ τοὺς πλέον συγγενεστάτους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐχρεώστουν νὰ ἔχουν τὴν πλέον φρικτὴν ἀγάπην. Η δυσχέρεια αυτή επισημαίνεται από την Κύρτση-Νάκου, «Διερεύνηση των θεσμών», σ. 247-251.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

175

175

πως οι παροχές αυτές είναι ταυτόσημες.37 Τον προβληματισμό για τη διαφορά μεταξύ των παροχών αυτών δεν επέλυσε οριστικά ούτε η μελέτη των αρχειακών πηγών στις οποίες στηρίζεται η παρούσα εργασία. Ο προβληματισμός αφορά κυρίως την αιτιολογία και τον σκοπό της παροχής του τραχώματος και όχι το περιουσιακό αντικείμενο ή τις νομικές συνέπειες που επιφέρει η συνομολόγηση και εκπλήρωσή του, διότι αυτά τα ζητήματα έχουν επιλυθεί. Για το νάχτι οι πληροφορίες είναι σαφείς ότι επρόκειτο για προικώα παροχή, λόγω της υποχρεωτικής εγγραφής της στο προικοσύμφωνο, οπότε και ο σκοπός της ήταν ίδιος με την προίκα, δηλαδή αποσκοπούσε στην ανακούφιση από τα βάρη του γάμου. Σχετικά με το τράχωμα διαπιστώθηκε βάσει των πηγών ότι το τράχωμα ήταν παροχή που εξελίχθηκε παράλληλα με αυτή του ναχτιού, ήταν δηλαδή αυτοτελής άτυπη γονική παροχή, η οποία με την πάροδο του χρόνου ρυθμίστηκε και συμπεριλήφθηκε στο προικοσύμφωνο ισότιμα με τις άλλες παροχές. Η άποψη της σταδιακής εξέλιξης του τραχώματος ως ισότιμης γαμήλιας παροχής, σε σχέση με τις υπόλοιπες γαμήλιες παροχές, ισχυροποιείται από το γεγονός ότι το τράχωμα, ως παροχή καταγεγραμμένη σε προικοσύμφωνο, απαντά αρκετά αργότερα από τότε που τη συναντάμε στο νομολογιακό υλικό (1892), γεγονός που σημαίνει ότι ως τότε ήταν άτυπη παροχή. Επίσης, διαπιστώνουμε ότι οι διατάξεις της προίκας ίσχυαν και στο τράχωμα: εξασφάλιση της καταβολής της παροχής με σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, ανάληψη του τραχώματος από τη γυναίκα, συνεστώτος του γάμου λόγω κινδύνου, υποθήκη της περιουσίας του άνδρα για τον ίδιο λόγο, τύχη της παροχής μετά τη λύση του γάμου, γεγονός που ενισχύει την άποψη της εντέλει ισοτιμίας των παροχών. Η διερεύνηση της εξέλιξης αυτής προκαλεί περαιτέρω προβληματισμούς ως προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα, σκοπό και αιτία της παροχής τραχώματος και τη σχέση του με το νάχτι. Οι παροχές αυτές κατέληξαν να έχουν την ίδια νομική ρύθμιση και η συμφωνία και εκπλήρωσή τους να επιφέρει ταυτόσημες νομικές συνέπειες, εξομοιούμενες με την προίκα. Μάλιστα, με τον καθορισμό της υλικής αρμοδιότητας των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, θεσπίστηκε ότι στην υλική αρμοδιότητα αυτών ανήκει, μεταξύ άλλων, και η εκδίκαση των υλικών διαφορών που απορρέουν από το τράχωμα, χωρίς καμία αναφορά στο νάχτι.38 Συνεπώς, μόνο το τράχωμα, 37

38

Ο Καλινδέρης και ο Σιγάλας θεωρούν πως οι παροχές είναι ταυτόσημες, άποψη που ασπάζεται σημαντικό μέρος των μελετητών των θεσμών αυτών· βλ. Καλινδέρης, Τα λυτά έγγραφα, σ. 143· Αντ. Σιγάλας, «Πατριαρχικαί πράξεις, φερμάνια και άλλα τινα έγγραφα», Μακεδονικά 1 (1940) 298. Η σύνθεση και αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων καθορίστηκε με τους


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

176

5/15/14

1:40 AM

176

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

πέραν της κύριας παροχής της προίκας, αναγνωρίστηκε ως επίσημη γαμήλια παροχή. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα αν σταδιακά η μία παροχή απορρόφησε την άλλη, οπότε κατέστησαν έννοιες ταυτόσημες και χρησιμοποιούνταν αδιακρίτως· για τον λόγο αυτό ρυθμίστηκε επίσημα μόνο το τράχωμα. Η αξιολόγηση των πληροφοριών που παρέχει το πηγαίο υλικό αποκαλύπτει πως η συμφωνία και εντέλει εκπλήρωση των παροχών αυτών εξυπηρετούσε διαφορετικό σκοπό για την κάθε μια από αυτές. Το νάχτι αποτελούσε προικώα παροχή και απέβλεπε στην ανακούφιση από τα βάρη του γάμου, ενώ το τράχωμα φαίνεται πως απέβλεπε στην εξυπηρέτηση κάποιας ιδιαίτερης ανάγκης ή απαίτησης. Η εκδοχή αυτή προκύπτει από δύο μαρτυρίες που παρέχει το νομολογιακό υλικό: στην πρώτη μαρτυρία η μνηστή ζήτησε από τον αδελφό της την καταβολή του ναχτιού που της υποσχέθηκε, προκειμένου να αγοράσει μια οικία.39 Στη δεύτερη μαρτυρία, κατά τη σύναψη μνηστείας, περιλήφθηκε ο όρος ή ο γαμβρός να γίνει εσώγαμβρος ή να του καταβληθεί τράχωμα, για να μείνει έξω.40 Βέβαια, αυτές είναι οι μοναδικές μαρτυρίες, σε συνδυασμό όμως με το γεγονός ότι αντί τραχώματος (ἀπέναντι τραχώματος)41 συχνά προσφερόταν ακίνητο, ενισχύεται αυτός ο λόγος της παροχής.42 Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι συμβαλλόμενοι με το τράχωμα να προσπαθούσαν να παρακάμψουν τα όρια παροχής προίκας που είχαν θεσπίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι αρχιερατικές εγκύκλιοι των επισκόπων Θεοφίλου και Βενιαμίν.43 Από τα παραπάνω προκύπτει πως το τράχωμα μάλλον εξυπηρετούσε τις υπερβάλλουσες ανάγκες και απαιτήσεις των μελλονύμφων, οι οποίες υπερέβαιναν τα επιτρεπόμενα όρια προικοδότησης. Γεγονός είναι πως το νάχτι ως γαμήλια παροχή ήταν περισσότερο ισχυρή και διαδεδομένη στην

39 40 41

42

43

Γενικούς Κανονισμούς των ετών 1860-1862 και τις μετέπειτα εκδοθείσες εγκυκλίους· βλ., με όλη τη σχετική βιβλιογραφία και πηγές, Αναστασία Γ. Παληού, «Παράλληλη δικαιοδοσία δικαστικών οργάνων επί γαμικών διαφορών στην Κοζάνη στα τέλη του 19ου αι.», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών 42 (2010) 237-268. Πρακτικό αρ. 52, έτ. 1896, «Πρακτικὰ Μεικτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου 1893-1900». Πρακτικό αρ. 65, έτ. 1912, «Πρακτικὰ Ἱεροῦ Δικαστηρίου 1907-1914». Η ίδια έκφραση χρησιμοποιείται και στην περίπτωση του ναχτιού, όταν παρέχεται ακίνητο αντί χρημάτων. Όμως η παροχή ακινήτου στην περίπτωση του ναχτιού δεν γίνεται προς εξυπηρέτηση κάποιας ιδιαίτερης ανάγκης ή απαίτησης, αλλά για τα βάρη του γάμου. Στην Κανονική Διάταξη του έτους 1767 του Σαμουήλ του Χαντζερή επισημαίνεται ότι το τράχωμα αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των αναγκών της γυναίκας, ενώ ο Πανταζόπουλος θεωρεί ότι με το τράχωμα οι γονείς προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση του άνδρα για τον γάμο· βλ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. 1, σ. 257 κ.ε.· Πανταζόπουλος, «Εκκλησία και Δίκαιον», σ. 727. Βλ. παραπάνω, σημ. 1.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:40 AM

ΜΟΡΦΕΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

177

177

Κοζάνη, καθόσον περιλαμβάνεται στο προικοσύμφωνο αδιάλειπτα, σε αντίθεση με το τράχωμα, που στις αρχές του 20ου αι. εξέλιπε. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με μια περισσότερο ενδελεχή και εκτεταμένη έρευνα των πηγών ως προς το ύψος των παροχών, θα επιλύσει οριστικά το ζήτημα της ειδικότερης αιτίας καταβολής τους και της εντέλει διαφοράς μεταξύ τους. ΙΙ. Μελετώντας τους θεσμούς των γαμήλιων παροχών του ναχτιού και του τραχώματος μέσα από τις γραπτές μαρτυρίες, προέκυψε το στοιχείο, ότι στην Κοζάνη είχε διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ισορροπίας των κοινωνικών και οικογενειακών δεδομένων που κυριαρχούσε στη συλλογική συνείδηση των κατοίκων της. Οι κάτοικοι της πόλης, ως δρώντα υποκείμενα δικαίου, δεσμεύονταν απολύτως από αυτούς τους κανόνες δικαίου και κατεύθυναν τις οικογενειακές τους περιουσίες, όπως ακριβώς επέτασσε το διαμορφωμένο δικαιικό και κοινωνικό πλαίσιο της κοινωνίας της Κοζάνης. Με αυτόν τον τρόπο, η οικογένεια αποτελούσε τον πυρήνα της κατοχής και διαχείρισης των περιουσιακών αγαθών σε κάθε περίπτωση κατά την οποία οι σχέσεις δικαίου μεταξύ των μελών της οικογένειας αφορούσαν σε περιουσιακά αγαθά. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η περίπτωση του γάμου και της κληρονομιάς, ακόμη και υπό τη μορφή αυτών των επιμέρους παροχών, του ναχτιού και του τραχώματος. Μάλιστα, η σταδιακή μετατροπή των παροχών από χρηματικές σε περιουσιακές με την παροχή ακίνητης περιουσίας, ανεξαρτήτως του λόγου που οδήγησε σε αυτή τη μετάλλαξη, ενίσχυσε την οικογενειακή συνοχή, δημιουργώντας συνθετότερους και ανθεκτικότερους δεσμούς στην οικογένεια. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι είχε διαμορφωθεί ένα νομικό πλέγμα ρύθμισης των γαμήλιων παροχών της γυναίκας, το οποίο προσέφερε ενιαία προστασία, ανεξαρτήτως του είδους της παροχής, αν δηλαδή ήταν η προίκα ή οι λοιπές γαμήλιες παροχές, όπως το νάχτι και το τράχωμα, το οποίο ήταν αδιατάρακτο στην εφαρμογή του. Είναι το ίδιο πλέγμα ρύθμισης που εφαρμοζόταν και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο και αποτυπώνει μια στάση απέναντι στην οικογένεια απόλυτα συνυφασμένη με το θρησκευτικό στοιχείο, που μπορεί να καταγράφει υπερβολές στον τρόπο λειτουργίας της, αλλά τόσο η οικογένεια όσο και η εκκλησία, ως συγκροτημένη έκφραση του θρησκευτικού στοιχείου, επιφορτισμένη μάλιστα με πολύπλευρες δικαιοδοσίες, υπήρξαν οι συνισταμένες που συνέβαλαν στη διάσωση του Ελληνισμού σε δύσκολους καιρούς.


08_DIAFA_163-178:PROTYPH_KOZANH

178

5/15/14

1:40 AM

178

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Δ. ΔΙΑΦΑ-ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ

Εικ. 1. Προικοσύμφωνο του Μιχάλη Μήτζιου και της Αναστασίας Αργύρη, Κοζάνη, 3 Φεβρ. 1796. Στην αριστερή στήλη στην αρχή: ἐν πρώτοις εἰς νάχτι… (ΓΑΚ ν. Κοζάνης).


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

179

Δημήτρης Γ. Μυλωνάς

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ, 17ος-19ος ΑΙΩΝΑΣ

Καθ’ ενός το όνειρον είναι να γίνη, μιαν ημέραν, εθνικός ευεργέτης. Συνήθως γεννάται πτωχός. Εκπατρίζεται και αρχίζει την βιοπάλην ως υπηρέτης. Έπειτα προάγεται εις υπάλληλον, εις παντοπώλην, εις έμπορον, εις συνεταίρον του προϊσταμένου του. Πλουτίζει, νυμφεύεται και μένει άπαις. Κάποτε αρχίζει τας δωρεάς του και ζων. Αλλά θνήσκων, ζάπλουτος, κληροδοτεί την περιουσίαν του εις το έθνος. Είναι ο τύπος του νεωτέρου Έλληνος, ως εθνικού ευεργέτου. Αναφορά του Γρηγορίου Ξενόπουλου σε ομιλία του, με αφορμή τον θάνατο του Γρηγορίου Μαρασλή (εφημ. Αθήναι, 6 Μαΐου 1907).

1.

Το ζήτημα του ευεργετισμού

Ο ελληνικός ευεργετισμός αποτελεί ένα φαινόμενο με ιδιαίτερη θέση στη νεοελληνική ιστορία. Η προσέγγισή του, ωστόσο, με ιστορικούς όρους άρχισε να γίνεται μόλις τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός αυτό εκπλήσσει, επειδή ο ευεργετισμός συμπλέκεται άμεσα με την απελευθέρωση, την ενδυνάμωση του προεπαναστατικού Ελληνισμού και, στη συνέχεια, τη σύνδεση με τις τύχες του νεοϊδρυθέντος κράτους.1 Οι δύσκολες συνθήκες ζωής στις γενέτειρές τους, οι δυσχερείς οικονομικές, 1

Για τον ευεργετισμό πβ. Σπ. Θ. Καμαλάκης, Σχέση πολίτη-κράτους. Ο ευεργετισμός ανά τους αιώνες, εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα 2012· Παν. Νούτσος, «Κατανοώντας το φαινόμενο της Ευεργεσίας των Ηπειρωτών» (ομιλία στην εκδήλωση της Νομαρχίας Αθηνών και της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος ῾Αναφορά στη διαχρονικότητα της Ηπειρώτικης Ευεργεσίας᾽, 8.11.2008· βλ. http://www.giannenae.gr/Eyergetismos/Eyerg/Katanoontas_Fenomeno_Eyergeton_Noutsos.aspx)· Έλληνες ευεργέτες, επιμ. Σταματία Μαρκέτου Επτά Ημέρες – Καθημερινή, 12.2.2006· Δ. Αρβανιτάκης (επιμ.), Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Πρακτικά Ημερίδας, [Μουσείο Μπενάκη], Αθήνα 2006· Μ. Τομάρα-Σιδέρη, Ευεργετισμός και προσωπικότητα: Ευεργέτες Έλληνες του Καΐρου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2002.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

180

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ

180

πολιτικές και δημογραφικές περιστάσεις και η μεγάλη πίεση των τούρκων κατακτητών, οδήγησαν τους Έλληνες από το τελευταίο τέταρτο του 17ου αι. σε μεταναστεύσεις. Η ελπίδα για καλύτερη ζωή, το εμπόριο και η δίψα για μάθηση, ήταν οι βασικότεροι λόγοι των μεταναστεύσεων. Το εμπόριο αποτέλεσε τον σημαντικότερο παράγοντα στην ίδρυση νέων ελληνικών παροικιών.2

2.

Δημιουργία της περιουσίας

Πώς συγκροτήθηκε ο πλούτος που οδήγησε στην ευεργεσία; Οι περιοχές που συγκέντρωσαν πολλούς απόδημους Έλληνες ήταν η Κεντρική Ευρώπη, η βόρεια Βαλκανική και η Ρωσία. Οι συνθήκες εγκατάστασης στις χώρες υποδοχής ήταν δύσκολες και αντίξοες. Παρά τις δυσχέρειες οι Έλληνες, μακριά από τους υπό οθωμανική κυριαρχία γενέθλιους τόπους τους, απέκτησαν μέσω του εμπορίου και της βιοτεχνίας (γούνα, χάλκινα, μπαχαρικά, υφάσματα) πλούτο, γνώρισαν άνεση, μορφώθηκαν και εντάχθηκαν σε μια νέα τάξη, την αστική.3 Οι έλληνες αστοί, οικονομικά δυνατοί και κοινωνικά ισχυροποιημένοι, επέστρεψαν στον γενέθλιο τόπο τους, μεταφέροντας τον πλούτο τους, νέες αντιλήψεις ζωής και επαναστατικές ιδέες. Στο πλαίσιο αυτό η υπάρχουσα επιθυμία για στήριξη της υπόδουλης γενέτειράς τους έγινε πράξη μέσα από τον ευεργετισμό.4 Αντίστοιχη οικονομική βοήθεια προσέφεραν αρκετοί από αυτούς και στις θετές πατρίδες.

3.

Θεσμοί συντήρησης και ανάπτυξης της φιλοπατρίας

Η ανθηρή οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων στους τόπους της Διασποράς οδήγησε στην «ενσωμάτωση» και την «αφομοίωσή» τους. Υπήρξαν, πάντως, συντελεστές που απέτρεψαν ή έστω επιβράδυναν την πλήρη αφομοίωση. Και αυτοί ήταν:5 2

3

4

5

Α. Βακαλόπουλος, «Ο Ελληνισμός της διασποράς», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 11, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 231-243· Ι. Α. Παπαδριανός, «Από τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη», Επτά Ημέρες – Καθημερινή 12.02.2006. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τα πολλά, αποτελεί η ελληνική κοινότητα που αναπτύχθηκε στη Λειψία· πβ. Fr.-Th. Suppe, «Hellas lipsiensis, Griechen in Leipzig», Leipziger Blätter 18 (1991) 31-33. Για πληροφορίες και φωτογραφίες του Οίκου των Ελλήνων (Griechenhaus) στη Λειψία βλ. http://de.wikipedia.org/wiki/Griechenhaus. Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία 1204-1985, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 182000, σ. 139-140. Πβ. Νούτσος, «Κατανοώντας το φαινόμενο της Ευεργεσίας των Ηπειρωτών», ό.π.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

181

181

α) η Ορθόδοξη εκκλησία, η οποία έχοντας επιρροή στην εκπαίδευση των απόδημων εξασφάλιζε στους μετόχους της την ανάπτυξη μιας κοινής εθνικής συνείδησης, β) οι ελληνικές κοινότητες, οι οποίες πέτυχαν να συντηρήσουν την ύπαρξη ενός «δημόσιου χώρου χωρίς κρατική εξουσία» και εγγυήθηκαν την ιδεολογική αναπαραγωγή των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και γ) ο νόστος ως εργαλείο επανασύνδεσης του γενέθλιου τόπου με τη θετή πατρίδα. Οι τρεις αυτοί παράγοντες κατοχύρωσαν τόσο τη διατήρηση όσο και την επιπλέον ανάπτυξη της φιλοπατρίας, η οποία κατέληγε στην ευεργεσία. Οι έλληνες ευεργέτες έκτισαν σχολεία, προσέφεραν ιδιόκτητα οικήματα για κοινωφελείς σκοπούς, θεμελίωσαν και ενίσχυσαν φιλάνθρωπα έργα, επένδυσαν χρήματα σε εκδόσεις και προσπάθησαν να βελτιώσουν τη ζωή φτωχών συμπολιτών τους. Το φαινόμενο εντάθηκε και τα αποτελέσματά του πολλαπλασιάστηκαν στα χρόνια της ελληνικής Επανάστασης. Οι πλούσιοι ομογενείς ταυτίστηκαν πολλές φορές με την πατρίδα και τον αγώνα του έθνους, αλλά και με τους τοπικούς αγώνες των πόλεών τους. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, στην ευεργεσία συνδυάζονται, όχι σπάνια, η φιλοπατρία και η επιχειρηματική δραστηριότητα. H διεθνής κατάσταση κατά τον 19ο και 20ο αι. οδήγησε σε αναδίπλωση του Ελληνισμού της Διασποράς. H ύπαρξη του ελληνικού κράτους, με τη θεσμική του διάσταση αλλά και την υλική του υπόσταση, προσέφερε ένα νέο πεδίο ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων. Ο νέος Ελληνισμός των μετεπαναστατικών χρόνων στηρίχθηκε κατά πολύ στις χορηγίες εύπορων Ελλήνων. Δεν υπάρχει μεγάλο δημόσιο ίδρυμα των πρώτων χρόνων του ελεύθερου ελληνικού κράτους το οποίο να μην είναι προϊόν δωρεάς. Ένα έργο στην πρωτεύουσα αναγορεύει τον δωρητή σε εθνικό ευεργέτη, εξασφαλίζει συναλλαγές με την εξουσία και τη διατήρηση του ονόματός του στη συλλογική μνήμη. Ένα έργο, όμως, στον άγνωστο πολλές φορές και μικρό τόπο καταγωγής του δωρητή εξυψώνει τον ευεργέτη σε μεγάλο ιδεαλιστή, ο οποίος στοχεύει διακαώς στην ενίσχυση της πατρίδας του.6

4.

Μετατροπή του οικονομικού κεφαλαίου σε μορφωτικό κεφάλαιο και εμφάνιση του ευεργετισμού

Το ήδη διαμορφωμένο οικονομικό κεφάλαιο των Ελλήνων του εξωτερικού μετασχηματίστηκε σταδιακά σε μορφωτικό. «Ἡ μόνη ἀληθὴς κιβωτὸς καὶ μόνον 6

Μαρκέτου (επιμ.), Έλληνες Ευεργέτες, ό.π.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

182

5/15/14

1:43 AM

182

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ

ἀσφαλὲς κλειδίον τοῦ πλούτου εἶναι ἡ παιδεία»,7 ανέφερε ο Κοραής σε μια επιστολή του προς τους προεστώτες της Ύδρας (14 Ιουν. 1820). Οι σπουδές και το πτυχίο αποτέλεσαν ένα είδος επένδυσης, τα οποία επιζητούσαν να αποκτήσουν πολλοί απόδημοι. Είχε γίνει αντιληπτό –και προς αυτό βοήθησε ιδιαίτερα ο νεοελληνικός Διαφωτισμός– ότι η παιδεία ήταν το κατάλληλο εργαλείο για την εθνική αναγέννηση και απελευθέρωση. Η σύγκριση, βέβαια, με την «αναπτυγμένη» Ευρώπη ήταν αναπόφευκτη, καθώς εκείνη διέθετε πολλές Ακαδημίες, ενώ η πατρογονική γη καμία. Για τον λόγο αυτό ένα μεγάλο τμήμα των δωρεών προσανατολίστηκε στην ίδρυση σχολείων, στις εκδόσεις και στις δωρεές βιβλίων.8

5.

Η ευεργεσία ως κρίκος διασύνδεσης της γενέθλιας γης και των Κοζανιτών του εξωτερικού

Η «ευεργεσία» αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο επανασύνδεσης γενέθλιου τόπου και Διασποράς, και προϋποθέτει την ύπαρξη συγκριτικού πεδίου του ενός με τον άλλο. Αποδέκτης της «ευεργεσίας» είναι μια πόλη, κωμόπολη ή χωριό. Ο μικρόκοσμος, λοιπόν, της γενέτειρας ευεργετείται με κρήνες (Γ. Λασσάνης, Κων. Τυφόξυλος), κτήρια σχολείων, υποτροφίες, τόμους βιβλίων στη Βιβλιοθήκη της πόλης (αδερφοί Βαλταδώρου, Παύλος Χαρίσης, Κων. Γκέρτσιος, Παγούνης, Αγόρας Πλατώνης, Πόποβιτς, Δ. Ταϊκατζής, Γ. Λασσάνης, Ι. Μουράτης, αδερφοί Λακοβά, Χαρίσιος Μούκας, αδερφοί Τυφόξυλοι, Κων. Δρίζης, αδερφοί Κοβεντάρου), νοσοκομεία (Κων. Μαμάτσιος, Αναστ. Στάμκος), μέριμνα για τα φτωχά στρώματα και την τρίτη ηλικία (επίσκοπος Βενιαμίν Καρίπογλου, Ι. Μουράτης, μητρ. Ιωακείμ Αποστολίδης, Γ. Λυριτζής, Σωκρ. Μπλιούρας, Γ. Καράτζιας), συντήρηση και κατασκευή νέων εκκλησιών (Κων. Τακιατζής, Χρ. Πλατώνης).9 Από την πλευρά του ευεργέτη, η πράξη της «ευεργεσίας» εμπνέεται και εμπεριέχει φιλοπατρία και φιλάνθρωπη χριστιανική 7

8 9

Αδ. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. 4: 1817-1822, επιμ. Κ. Θ. Δημαράς κ.ά. [Όμιλος Μελέτης Ελληνικού Διαφωτισμού], Αθήνα 1982, σ. 240, στ. 8-9. Πβ. Νούτσος, «Κατανοώντας το φαινόμενο της Ευεργεσίας των Ηπειρωτών», ό.π. Δ. Γ. Μυλωνάς, Οι Ευεργέτες της Κοζάνης, [ΙΠΑΔΜ], Κοζάνη 2008· πβ. Ευανθία Παπαϊωάννου, Οι Έλληνες ευεργέτες από την περιοχή της Κοζάνης, Πτυχιακή εργασία του Τμ. Βιβλιοθηκονομίας ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2001· Μιχ. Παπακωνσταντίνου, Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία. Ιστορία της Κοζάνης (14001912), εκδ. Εστία, Αθήνα 1992· Γ. Θ. Καράτζιας, Ιστορικά Κοζάνης, [Σύνδ. Γραμμάτων και Τεχνών], Θεσσαλονίκη 1973· Ν. Π. Δελιαλής, Διαθήκαι ευεργετών της πόλεως Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1970· Κ. Ε. Σιαμπανόπουλος, Γνωριμία με τον νομό Κοζάνης. Ιστορικός, τουριστικός, λαογραφικός οδηγός νομού Κοζάνης, [Νομαρχία Κοζάνης], Θεσσαλονίκη 1970· Π. Ν. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, Αθήνα 1924 (ανατύπωση 1994).


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

183

183

ηθική, εργατικότητα και λιτότητα στη διαβίωση, νόστο για τον γενέθλιο τόπο, μίμηση προγενέστερων ευεργετών και επιζήτηση υστεροφημίας, σεβαστή οικογενειακή κατάσταση και κοινωνικό κύρος στους τόπους διαμονής.

6.

Η ιστορία του Κοζανίτικου Ευεργετισμού

Η ιστορία του κοζανίτικου ευεργετισμού δεν διαφέρει από εκείνη της υπόλοιπης Ελλάδας. Ξεκινάει με έναν φτωχό Κοζανίτη, που πλουτίζει με μεγάλες προσπάθειες και πολύ μόχθο σε ένα ξένο τόπο και αφιερώνει τη ζωή και την περιουσία του στην ιδέα να εξασφαλιστεί αισιόδοξο μέλλον για τον αγαπημένο γενέθλιο τόπο του. Και φτάνει στο αποκορύφωμά της με τον Κων. Μαμάτσιο, από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της πόλης της Κοζάνης, ο οποίος κατάφερε να πραγματοποιήσει τα ιδεαλιστικά του όνειρα και να δώσει ζωή σε πολλούς συμπολίτες του –αλλά και σε άλλους εκτός Κοζάνης– με την κατασκευή του νοσοκομείου της πόλης. Ανάμεσα σε αυτούς απλώνεται ένας μεγάλος κατάλογος ευεργετών της πόλης, ο οποίος ωθεί τους ερευνητές να διαπιστώσουν τις ιστορικά υπαγορευμένες μεταλλάξεις του φαινομένου.10 Η πλειονότητα των ευεργετών φεύγει σε μικρή ηλικία, ζει στο εξωτερικό, προκόπτει και συνήθως δεν επιστρέφει στην πατρίδα του. Λίγοι είναι αυτοί που αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Κοζάνη. Κάποιοι από αυτούς αποκτούν μεγάλη περιουσία και γίνονται ευεργέτες δύο τόπων: ευεργετούν τη θετή πατρίδα και βέβαια το γενέθλιο τόπο, την Κοζάνη. Η καταγεγραμμένη προσφορά των φημισμένων Κοζανιτών εμπόρων στα Βαλκάνια, στην Κεντρική και ΒΔ Ευρώπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα τους ξεκινάει ήδη από το 17ο αιώνα. Αυτή η συμβολή των κοζανίτικων εμπορικών καραβανιών κάλυψε πολλές από τις κοινοτικές ανάγκες και υποστήριξε υλικά το όραμα για τον διαφωτισμό των συμπολιτών και τη βελτίωση της ζωής των φτωχών. Οι κοζανίτες ευεργέτες στοχεύουν σε συγκεκριμένες ενέργειες. Η κυρίαρχη δράση είναι αυτή της ίδρυσης σχολείων και της προσφοράς βιβλίων στη Βιβλιοθήκη της πόλης. Ο ευρωπαϊκός και νεοελληνικός Διαφωτισμός τους έχει επηρεάσει ιδιαίτερα, όπως επίσης και η ζωή τους στο εξωτερικό, η απόκτηση περιουσίας με σκληρή δουλειά και η ένταξή τους στη νεοεμφανιζόμενη τότε αστική τάξη των ευρωπαϊκών πόλεων. Μέσα από την εκπαίδευση των συμπολιτών τους θα προσπαθήσουν να ανορθώσουν τη γενέτειρά τους και, πολύ περισσότερο, να πείσουν ότι κάποια στιγμή πρέπει να επαναστατήσουν κατά του τουρκικού ζυγού και να ελευθερωθούν. 10

Μυλωνάς, Οι Ευεργέτες της Κοζάνης, σ. 20.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

184

5/15/14

1:43 AM

184

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ

Οι κοζανίτες ευεργέτες εντάσσονται σε δύο μεγάλες χαρακτηριστικές ομάδες: α) Εκκλησιαστικοί άνδρες. Πρόκειται κυρίως για επισκόπους, συνήθως φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι δώρισαν ένα τμήμα της περιουσίας σε διάφορες εκκλησίες της επισκοπής τους. Ενδιαφέρον αποκτά το γεγονός ότι με την ευεργεσία τους μερίμνησαν τόσο για την ίδρυση και λειτουργία σχολείων στην επισκοπή τους όσο και για τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης της Κοζάνης με τη δωρεά των βιβλιοθηκών τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων ο μητρ. Διονύσιος Ψαριανός, ο οποίος δώρισε το σύνολο της βιβλιοθήκης του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, ώστε δικαίως μια αίθουσά της φέρει το όνομά του. Άλλοι ευεργέτες επίσκοποι είναι: ο Θεόφιλος ο Βεροιεύς (1768-1811), ο Βενιαμίν Καρίπογλου (1781-1851), ο Κωνστάντιος Ματουλόπουλος (1841-1910), ο Φώτιος Μανιάτης (1874-1939), ο Ιωακείμ Αποστολίδης (1883-1962).11 β) Ιδιώτες οι οποίοι κυρίως ως μετανάστες στην Ευρώπη και μέσα από σκληρή δουλειά απέκτησαν σημαντικό πλούτο. Οι ευεργεσίες της δεύτερης ομάδας δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν πολύ από αυτές της πρώτης. Είναι η εποχή της ακμής του νεοελληνικού Διαφωτισμού (περί το 1800), κατά την οποία η επιταγή για παιδεία του υπόδουλου έθνους αποκτά πλέον πρωτεύουσα σημασία, ενώ οι απόδημοι Κοζανίτες εμπλέκονται έντονα στις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις. Οι μετανάστες-ευεργέτες της λεγόμενης «πρώτης γενεάς» (18ος αι.) προσανατολίστηκαν στη χρηματοδότηση εκδόσεων ελλήνων συγγραφέων (π.χ. ο μεγαλέμπορος Παν. Μουράτης), στην οικονομική ενίσχυση της περίφημης Σχολής της Κοζάνης (οι Κοζανίτες μεγαλέμποροι στη Βουδαπέστη Γ. Αγόρας και Χρ. Πλατώνης) και στον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης της Κοζάνης με σημαντικά συγγράμματα της εποχής.12 Κατά τον 19ο αι., ενώ στην απελευθερωμένη Ελλάδα οι ευεργεσίες εντάσσονται σε ένα πλαίσιο εξορθολογισμού και αστικού εκσυγχρονισμού οικονομίας και κοινωνίας, στην υπόδουλη ακόμη Μακεδονία, και συγκεκριμένα στην Κοζάνη, ο ευεργετισμός συνεχίζει να επιδιώκει κατά κύριο λόγο την καλλιέργεια της παιδείας.13 Οι προσπάθειες των ευεργετών επικεντρώνονται, με την προσφορά σημαντικών χρηματικών ποσών, στη δημιουργία νέων σχολείων, τη διατήρηση και καλή λειτουργία της Σχολής της Κοζάνης και τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης της. Παραδειγματικά μπορούν να αναφερθούν: α) το σπάνιο και πολύτιμο για τη Βιβλιοθήκη Κοζάνης υλικό μέσω της δωρεάς του λογίου Ευφρόνιου Ραφαήλ Πόποβιτς (1774-1853),14 β) τα κληροδοτήματα του λόγιου 11 12 13 14

Ό.π., σ. 28, 34, 51, 55, 57-58, 70. Ό.π., σ. 25-30. Ό.π., σ. 31-47. Όπως π.χ. το Λεξικό Σουΐδα, η Χάρτα του Ρήγα (1797) και ο Χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800).


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

185

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

185

και πολιτικού Γ. Λασσάνη (1793-1870) και των μεγαλέμπορων Ι. Μουράτη (1799-1873) και Παύλου Χαρίση (1830-1902), τα οποία προίκισαν με σημαντικά ποσά, για να βοηθούν κοζανίτες σπουδαστές. Συγκεκριμένα, το Μουράτειο κληροδότημα βοήθησε να σπουδάσουν 25 Κοζανίτες από το 1876 ως το 1940, ενώ το Χαρίσειο κληροδότημα με τη Χαρίσειο Γεωργική Σχολή πρόσφερε τη δυνατότητα σε «παιδία … πρὸ παντὸς ὀρφανὰ καὶ πτωχά, ἄξια βοηθείας, [νὰ] διδάσκωνται καὶ ἀνατρέφωνται δωρεάν, ἵνα διὰ τῶν ἀποκτηθεισῶν γνώσεων πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ ἀποκτῶσι περιουσίαν …».15 Σημαντική ήταν και η χρηματική συμβολή του μεγαλέμπορου Χαρίσιου Μούκα, ο οποίος αφιέρωσε και τμήμα των ακινήτων του, ενώ οι αδερφοί Βαλταδώρου κατασκεύασαν το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο (περ. 1900). Από δεύτερο μισό του 19ου αι. και μετά την απελευθέρωση της Κοζάνης παρατηρείται μία αλλαγή στον τύπο της ευεργεσίας. Οι κοζανίτες ευεργέτες, λόγω προσωπικών τραυμάτων και εμπειριών κατά τη διαμονή τους στο εξωτερικό, πρωτοστατούν στην υλοποίηση έργων που στοχεύουν στη δημιουργία υποδομών καθώς και στη βελτίωση της κοινωνικής ζωής. Η αστικοποίηση της πόλης στρέφει τον ευεργετισμό προς τον εξορθολογισμό της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκε ιδιαίτερο βάρος σε βασικές υποδομές, όπως στην κατασκευή νοσοκομείου και τη δημιουργία μουσείου. Ήταν ο επιχειρηματίας Κων. Μαμάτσιος (1888-1963) μαζί με τον μεγαλέμπορο Αναστ. Στάμκο (18531934) εκείνοι που, έχοντας το ιδεαλιστικό όνειρο της ιατρικής περίθαλψης των συμπολιτών τους, δώρισαν το χρηματικό ποσό για να κατασκευαστεί το νοσοκομείο της πόλης, το Μαμάτσειο Νοσοκομείο (η μαιευτική πτέρυγα φέρει το όνομα του Αναστ. Στάμκου). Βέβαια, δεν λησμονείται και η εκπαίδευση, η οποία σε όλες τις εποχές αποτελεί μέσο ανάπτυξης, εξέλιξης και εξορθολογισμού, και γι’ αυτό συνεχίζονται οι ευεργεσίες στον τομέα αυτό. Στο πλαίσιο αυτό ανήκουν σημαντικοί κοζανίτες ευεργέτες. Ο πολιτικός Κων. Δρίζης (1852-1927) δώρισε την εξοχική κατοικία στη γενέτειρά του, μαζί με το ποσό των 200.000 δρχ. για τη δημιουργία του Δρίζειου Κληροδοτήματος. Ο Μακεδονομάχος Νικ. Μαλούτας (1874-1942) αφιέρωσε την πατρική του οικία στην πόλη για τη δημιουργία Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Ο σπουδαίος έφορος της Βιβλιοθήκης Κοζάνης Νικ. Δελιαλής (1895-1979) άφησε ολόκληρη την περιουσία του στον Δήμο Κοζάνης και στη μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης. Ο επιχειρηματίας Κων. Γκέρτσος (1897-1977) κατασκεύασε το Γκέρτσειο Εκκλησιαστικό Ίδρυμα. Και, τελευταίοι αλλά εξίσου σπουδαίοι, οι αδερφοί Δημ. και Κων. Κοβεντάρου προσέφεραν χρηματικά ποσά για τη δημιουργία ωδείου στην πόλη τους (Κοβε15

Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 337· Καράτζιας, Ιστορικά Κοζάνης, σ. 30.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

186

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ

186

ντάρειο κτήριο) και κατασκεύασαν τη νέα πτέρυγα του Δημαρχείου της πόλης, με στόχο να στεγαστεί η Δημοτική Βιβλιοθήκη. Ο κοζανίτικος ευεργετισμός καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο και χαρακτηρίζεται από διαφοροποιήσεις. Πρόκειται για μια μακρά ιστορία πολλών ατομικών βιογραφιών, οι οποίες συμπλέκονται και συνδέονται άμεσα με τη ιστορία του γενέθλιου τόπου. Ο κατάλογος των ευεργετών δεν θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Ο θεσμός του ευεργετισμού αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της εξέλιξης της πόλης και βέβαια συνεχίστηκε καθ’ όλον τον 20ο αι., κατά τη διάρκεια του οποίου πολλοί Κοζανίτες, επιδεικνύοντας έμπρακτα την αγάπη προς τον γενέθλιο τόπο τους, δώρισαν διάφορα χρηματικά ποσά, οικόπεδα, κτήρια και τόμους βιβλίων στην πόλη τους.16

7.

Προτάσεις για την ανάδειξη των Ευεργετών

Το φαινόμενο του ευεργετισμού στην περιοχή Κοζάνης μπορεί να αποκαλύψει πολλές ακόμη λεπτομέρειες ιστορικές, εκπαιδευτικές, οικονομικοκοινωνικές, πολιτικές και εθνικές. Με αυτή τη σκέψη επιθυμώ να επαναφέρω στο τραπέζι της συζήτησης την υλοποίηση της δράσης με τίτλο «Οι Δρόμοι των Δυτικομακεδονικών Καραβανιών, 17ος-19ος αι.», μέσω της οποίας θα ερευνηθούν ενδελεχώς αρχεία άλλων χωρών, όπου διέπρεψαν Κοζανίτες και Δυτικομακεδόνες. Η δράση αυτή μπορεί να χρηματοδοτηθεί και να υλοποιηθεί μέσα από το πρόγραμμα «Πολιτιστικές Διαδρομές» του Συμβουλίου της Ευρώπης.17 Πρόκειται για ένα πανευρωπαϊκό πρόγραμμα, το οποίο στοχεύει: α) στη γνωστοποίηση της κοινής πολιτιστικής ταυτότητας των ευρωπαίων πολιτών, β) στην προστασία της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς ως πηγής κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, και γ) στην ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού.

16 17

Μυλωνάς, Οι Ευεργέτες της Κοζάνης, σ. 69. Για το πρόγραμμα, τους στόχους και τις δράσεις του πβ. http://www.cultureroutes.lu/php/fo_index.php?lng=en.


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

187

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

Εικ. 1. Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, δωρεά των αδελφών Λάμπρου και Βασιλείου Βαλταδώρου (ανέγερση: 1899-1900).

Εικ. 2. Αποκαλυπτήρια της προτομής του Β. Βαλταδώρου από τον νομάρχη Κοζάνης Δ. Σταύρου, 30.1.1930 (αρχείο Γιάννη Κορκά).

187


09_MYLONAS_179-188:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:43 AM

188

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΥΛΩΝΑΣ

188

Εικ. 3. Δρίζειο Μέγαρο, δωρεά του Κων. Δρίζη (ανέγερση: 1906).

Εικ. 4. Εγκαίνια των δημόσιων λουτρών της Κοζάνης, 1932. Δεξιά στο μέσον ο Ιωακείμ Κοζάνης και αριστερά του ο δήμαρχος Στέργ. Καραγκούνης. Δεξιά του Ιωακείμ ο ευεργέτης Αναστ. Στάμκος με τη σύζυγό του. (αρχείο Γιάννη Κορκά).

Εικ. 5. Μαμάτσειο Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης (1959), δωρεά των Κων. Μαμάτσιου και Αναστ. Στάμκου (ανέγερση: 1954-58).


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

189

Ευάγγελος Καραμανές

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN: MIA ΔIAXPONIKH ΠAPAΓΩΓIKH ΔPAΣTHPIOTHTA KAI OI KOINΩNIKEΣ KAI ΠOΛITIΣMIKEΣ THΣ ΔIAΣTAΣEIΣ Η οροσειρά της Πίνδου με τις διακλαδώσεις της υπήρξε εδώ και αιώνες προνομιακός χώρος για τους νομάδες και ημινομάδες κτηνοτρόφους της κυρίως (ηπειρωτικής) Ελλάδας. Η απουσία συνόρων στο ευρύτατο γεωγραφικό πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διευκόλυνε τη μετακίνηση των κοπαδιών κυρίως προς τις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, τη Χαλκιδική αλλά και τις πεδιάδες Αιτωλοακαρνανίας, Άρτας και Θεσπρωτίας. Το γεωγραφικό ανάγλυφο της ευρύτερης περιοχής, με τα σχετικά ψηλά βουνά να ευρίσκονται σε απόσταση όχι απαγορευτικά μακρινή από τις πεδιάδες και τα παράλια, ευνόησε την ανάπτυξη μιας μεταβατικής κτηνοτροφίας, που αποτελεί άριστο μέσο εκμετάλλευσης των ορεινών βοσκών κατά τη θερμή θερινή περίοδο και χρησιμοποιεί τους σχετικά κοντινούς κάμπους, όπου τα διαθέσιμα βοσκοτόπια και οι ηπιότερες θερμοκρασίες επιτρέπουν την επιβίωση των κοπαδιών κατά τους δριμείς χειμώνες. Ο τύπος της μετακίνησης αυτής ανθρώπων και ζώων έχει βαθιές ρίζες μέσα στον χρόνο στην περιοχή που εξετάζουμε –αυτό είναι γνωστό και από τις ειδικές έρευνες προϊστοριολόγων, οι οποίοι ανέλυσαν εθνοαρχαιολογικά δεδομένα που αφορούν ομάδες κυνηγών, που ακολουθούσαν τα άγρια θηράματα κατά την εποχική τους μετακίνηση αλλά και νομάδες κτηνοτρόφους– και βεβαίως αφορά πολλές μεσογειακές χώρες, το γεωγραφικό ανάγλυφο των οποίων παρέχει πρόσφορο έδαφος για αναλόγου τύπου κτηνοτροφική παραγωγική δραστηριότητα.1 1

C. Chang, «Research Report: Pastoral Transhumance in the Southern Balkans as a Social Ideology: Ethnoarcheological Research in Northern Greece», American Anthropologist 95/3 (Σεπτ. 1993) 687-703· C. Chang – P. A. Tourtellotte, «The Ethnoarchaeological Survey of Pastoral Transhumant Sites in the Grevena Prefecture of Greece», Journal of Field Archaeology 20 (1993) 249-264· Ν. Ευστρατίου, «Αναζητώντας τις παραλλαγές του κοινού ορεινού πολιτισμικού χώρου της Μεσογείου», Τα Γρεβενά: Ιστορία, τέχνη, πολιτισμός. Πρακτικά συνεδρίου 2002, επιμ. Μιλτ. Μ. Παπανικολάου, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 43-46. — Aνάλυση των μορφών οργάνωσης της εργασίας με στόχο την εκμετάλλευση των προϊόντων της κτηνοτροφίας των αιγοπροβάτων στον ελληνικό χώρο από μία εθνοαρχαιολογική προοπτική βλ. στο Andreas Kapetanios, «“Socialisation”


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

190

5/15/14

1:51 AM

190

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

Η κτηνοτροφική δραστηριότητα στην περιοχή που αναφέρομαι, την οποία στον τίτλο της ανακοίνωσής μου χαρακτηρίζω ως «διαχρονική» –βεβαίως επ’ ουδενί υπαινίσσομαι κάποια μορφή γραμμικής ιστορικής συνέχειας ενός συγκεκριμένου συστήματος οργάνωσης της κτηνοτροφικής παραγωγής–, γνώρισε στιγμές μεγάλης άνθησης αλλά και κάμψης, σύμφωνα με τις ευρύτερες συνθήκες κάθε ιστορικής περιόδου. Στη μορφή που τη γνωρίζουμε στα νεότερα χρόνια διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (διατηρώντας πολλά στοιχεία από τη βυζαντινή περίοδο) και μετασχηματίστηκε δραστικά με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, την ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους στη σημερινή του μορφή και την ταυτόχρονη δημιουργία εθνικών συνόρων με τα γειτονικά κράτη κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα. Η κτηνοτροφική δραστηριότητα, εδραία ή μετακινούμενη, μπορούσε να συνυπάρχει με τη γεωργική καλλιέργεια της γης, ακόμη και σε οικισμούς που ήταν χτισμένοι σε υψηλό υψόμετρο. Η σπουδαιότητα της μιας ή της άλλης δραστηριότητας, στο πλαίσιο επιμέρους περιοχών ή οικισμών ή ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας κοινότητας, γνώρισε σημαντικές μεταβολές, ανάλογα με τις γενικότερες ιστορικές και οικονομικές περιστάσεις. Νεότερες έρευνες έχουν δείξει ότι ακόμη και γνωστές για τη μεγάλη μετακινούμενη κτηνοτροφία τους βλαχικές κοινότητες της Πίνδου διέθεταν κατά το σχετικά πρόσφατο ιστορικό παρελθόν γεωργικές καλλιέργειες.2 Κατά τον 20ο αι., στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, η γεωργική μεταρρύθμιση με την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών αφαίρεσε από τα μεγάλα κοπάδια των τσελιγκάτων τον ζωτικής σημασίας για εκείνα χώρο των χειμε-

2

of animals in Crete, Ikaria and Epirus: material and symbolic role of man-animal relations of production in the process of social formation», στο: E. Kotjabopoulou – Y. Hamilakis – P. Halstead – C. Gamble – P. Elefanti (επιμ.), Zooarchaeology in Greece: Recent Advances, [British School at Athens, Studies 9], Λονδίνο 2003, σ. 283-290 (AthensStable URL: http://www.jstor.org/stable/40960358). — Επίσης για τις μορφές της μετακινούμενης κτηνοτροφίας στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και τις ποικίλες σχέσεις των ορεινών περιοχών με τις πεδιάδες βλ. τα κλασικά έργα: X. de Planhol, De la plaine pamphylienne aux lacs pisidiens. Nomadisme et vie paysanne, Παρίσι 1958, X. de Planhol – P. Rognon, Les zones tropicales arides et subtropicales, Παρίσι 1970, και F. Braudel, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, τ. 1: Ο ρόλος του περίγυρου, μτφ. Κλαίρη Μητσοτάκη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, κυρίως σ. 29-61, 100-122. Για παράδειγμα, το Περιβόλι Γρεβενών, το Μέτσοβο και το Χαλίκι Ασπροποτάμου. Για τη σημασία της γεωργικής καλλιέργειας στα βλάχικα χωριά της Πίνδου και ιδιαιτέρως στην περιοχή του Μετσόβου βλ. Θεοφ. Γ. Δασούλας, Αγροτικές κοινωνίες του ορεινού χώρου κατά την Οθωμανική περίοδο. Ο γεωργικός κόσμος της «Χώρας Μετζόβου» (18ος-19ος αι.), αδημοσ. διδακτ. διατριβή, Τομ. Λαογραφίας, Τμ. Ιστ. και Αρχαιολ., Φιλοσ. Σχ., Πανεπ. Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2009.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

191

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

191

ρινών πεδινών βοσκών, οδηγώντας τα στην εξαφάνιση. Μεταπολεμικά, μέσα από τις στάχτες των καμένων από τους Γερμανούς χωριών και τα ανείπωτα δεινά του Εμφυλίου, δημιουργήθηκε μια νέα πραγματικότητα, και οι εναπομείναντες πλέον ποιμένες διαχειρίζονταν συνήθως τα κοπάδια τους σε στενότερα οικογενειακή βάση. Η κτηνοτροφία αυτή προσαρμόστηκε στην ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση) πριν από τρεις περίπου δεκαετίες, και σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αντιμετωπίζει την κρίση, καταρχάς ως οικονομική και ασφαλώς κρίση του εθνικού κράτους, αλλά και των ευρωπαϊκών θεσμών, όπως τους γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η παραδοσιακή κτηνοτροφία χαρακτηριζόταν από την κοινωνική οργάνωση της παραγωγής, την αυστηρή κατανομή της εργασίας (κατά άτομο, φύλο, ηλικία), τον σεβασμό προς την τοπική και οικογενειακή ιεραρχία, την πειθαρχία, τη συνεργασία, την αλληλοβοήθεια και την αμοιβαιότητα μεταξύ ατόμων και κυρίως μεταξύ ευρύτερων οικογενειακών ομάδων, αλλά και από τη χρήση εκτεταμένων κοινωνικών δικτύων (κουμπαριές, πελατειακές σχέσεις κλπ.), σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονταν από το χαμηλό επίπεδο εκχρηματισμού των συναλλαγών μεταξύ των εμπλεκομένων.3 Ταυτόχρονα, ήταν ενταγμένη από οικονομικής άποψης σε ευρύτερους σχηματισμούς μέσω, για παράδειγμα, της πληρωμής φόρων κατά την Τουρκοκρατία και της εμπορευματοποίησης των κτηνοτροφικών προϊόντων, κυρίως των γαλακτοκομικών, του μαλλιού (και των υφασμάτων που φτιάχνονταν από αυτό) και βεβαίως των ίδιων των ζώων (παραγωγή κρέατος και δερμάτων). Στο οθωμανικό πλαίσιο, ζωέμποροι και εισπράκτορες του κτηνοτροφικού φόρου (συχνά επρόκειτο για τα ίδια πρόσωπα) επιμελούνταν την αποστολή κοπαδιών και γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κωνσταντινούπολη, για να καλύψουν τις ανάγκες του αστικού πληθυσμού.4 Σε κάθε περίπτωση, η κτηνοτροφική δραστηριότητα (και ιδιαίτερα η μεγάλη κτηνοτροφία) αποτελούσε πηγή πλούτου και δυνητικό εφαλτήριο και για άλλες επικερδείς δραστηριότητες. Αντιθέτως, οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις της περιοχής στόχο είχαν κυρίως την αυτοκατανάλωση. Η κινητικότητα μέσα στον χώρο, που χαρακτηρίζει την κτηνοτροφική δραστηριότητα, θα επηρεάσει ποικιλοτρόπως τη φυσιογνωμία της περιοχής στα νεότερα χρόνια. Όπως είναι γνωστό από την ιστορική έρευνα, η σπουδαιότερη 3

4

Βλ. K. Kaser, «Κτηνοτροφία, συγγένεια, οικογένεια και οικολογία στον ορεινό χώρο της δυτικής Βαλκανικής (14ος – αρχές 20ου αιώνα)», στο: Β. Νιτσιάκος – Χρ. Κασίμης (επιμ.), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής, Αθήνα 2000, σ. 185-193. Βλ. Βασιλική Ρόκου, Ορεινές κοινωνίες κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια: Το Μέτσοβο της κτηνοτροφίας από τον 17ο έως τον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 81-106.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

192

5/15/14

1:51 AM

192

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

πόλη της περιοχής, η Κοζάνη, όπως και η γειτονική Σιάτιστα, ξεκινά τον 16ο αι. από έναν γεωργοκτηνοτροφικού τύπου οικιστικό πυρήνα, για να εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό κέντρο, χάρη στις εμπορικές διασυνδέσεις των κατοίκων της με σημαντικές πόλεις χωρών της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Στην περίπτωση των Γρεβενών, η ανάπτυξή τους συνδέεται άμεσα με την κτηνοτροφία. Φαίνεται ότι πριν από την ανάδειξη της πόλης ως εμπορικού και διοικητικού κέντρου τοπικής εμβέλειας ο οικιστικός ιστός ήταν περισσότερο ενισχυμένος δυτικότερα, όπου γινόταν και το ετήσιο εμπορικό πανηγύρι του Μαυρονόρους. Τα Γρεβενά γίνονται σταθμός των οδών από την Κόνιτσα, τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο προς τη Βέροια και τη Θεσσαλονίκη, και από τη Δυτική Μακεδονία προς το Μοναστήρι, κυρίως μετά την επέκταση του Αλή πασά προς τα ανατολικά και σε συνάρτηση με την εμπορική ανάπτυξη της Σιάτιστας και κυρίως της Κοζάνης. Η πόλη των Γρεβενών αποτελεί επίσης σημείο αναφοράς για τους ημινομάδες κτηνοτρόφους της Πίνδου (κυρίως τους κατοίκους των Βλαχοχωρίων Σαμαρίνας, Περιβολίου, Αβδέλλας και Σμίξης, αλλά και των γειτονικών Κοπατσαροχωρίων), χάρη και στο περίφημο παζάρι της, τον «Αχίλλη», που πραγματοποιείται κατά τον Μάιο και συνδέεται με την εποχική μετακίνησή τους από τα πεδινά προς τα ορεινά, όπως παλαιότερα εκείνο του Μαυρονόρους. Η σταθερά κτηνοτροφική φυσιογνωμία της περιβάλλουσας περιοχής συμβάλλει και στην αρχική ανάδειξη της πόλης ως στρατιωτικού και εμπορικού σταθμού και βεβαίως διοικητικού κέντρου, αλλά και στη διατήρησή του ως τέτοιου.5 Στις πόλεις της περιοχής συγκεντρώνονταν τα προϊόντα της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής των κοντινών περιοχών. Οι αγρότες πραγματοποιούσαν αντιστοίχως τις προμήθειές τους, ενδυναμώνοντας τις πόλεις, που αποκτούσαν όλο και περισσότερη δύναμη σε σχέση με την επαρχία που τις περιέβαλλε. Η Ελεωνόρα Σκουτέρη σημειώνει την ανισορροπία αυτή και την προκύπτουσα σχέση εκμετάλλευσης, που καθιστούσε επιπλέον τις πόλεις πολιτιστικά πρότυπα που διαμόρφωναν τον τρόπο ζωής στην ύπαιθρο. Η ίδια διακρίνει δύο είδη πόλεων στην περιοχή: α) αυτόνομες κοινότητες, όπου επιτελούνταν αστικές λειτουργίες ως την Καταστροφή του 1922 και ο πληθυσμός τους ήταν είτε αμιγώς ελληνικός είτε κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο, όπως η Σιάτιστα, η Κο5

Για τη φυσιογνωμία της περιοχής, όσον αφορά τις παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων, βλ. Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας», στο: Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, τ. 1: Η Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία, επιμ. Ι. Κολιόπουλος – Ι. Χασιώτης, Αθήνα 1992, κυρίως σ. 334-336. Για τις πόλεις της περιοχής βλ. Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία. Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, [ΚΝΕ/ΕΙΕ], Αθήνα 2000, σ. 30-46.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

193

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

193

ζάνη και η Έδεσσα, και β) τον τύπο της εξαρτημένης πόλης ή αστικό διοικητικό κέντρο, όπου, βοηθούσης της ισχυρής οθωμανικής διοικητικής ή και στρατιωτικής παρουσίας, ο πληθυσμός ήταν μεικτός, όπως τα Γρεβενά, τα Σέρβια, η Νεάπολη, η Καστοριά, η Βέροια, το Μοναστήρι κ.ά. Στα τέλη του 18ου αι. η Κοζάνη, η Καστοριά και η Σιάτιστα είχαν 8.000-9.000 κατοίκους, αρκετές κωμοπόλεις ξεπερνούσαν τις 2.500 κατοίκους, όπως τα Γρεβενά, η Σαμαρίνα, η Εράτυρα (Σέλιτσα), τα Σέρβια, η Νεάπολη (Λειψίστα), η Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια), η Κλεισούρα, η Φλώρινα, ενώ υπήρχαν και ορισμένες με 1.200-2.000 κατοίκους, όπως το Περιβόλι, ο Πεντάλοφος (Ζουπάνι), η Βλάστη, το Βογατσικό. Την εποχή της απελευθέρωσης της Μακεδονίας η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί κατά πολύ, καθώς η Κοζάνη, η Σιάτιστα και η Καστοριά είχαν από 10.000 περίπου κατοίκους, ενώ η δημογραφία ορεινών οικισμών, όπως η Σαμαρίνα, η Βλάστη, το Τσοτύλι, ο Πεντάλοφος, παρέμενε ακόμη δυναμική. Μετά την απελευθέρωση σταματά η ανάπτυξη των πιο ορεινών σημαντικών οικισμών, όπως η Σαμαρίνα και η Εράτυρα, και ο ντόπιος και ο προσφυγικός πληθυσμός συγκεντρώνεται στα αστικά και ημιαστικά κέντρα των πεδιάδων, ενώ σημαντικό είναι το ρεύμα της εξωτερικής μετανάστευσης, κυρίως προς την Αμερική και την Αυστραλία και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο προς τις χώρες της Δυτ. Ευρώπης.6 Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της κτηνοτροφίας της ευρύτερης περιοχής είναι η ύπαρξη εξειδικευμένων πληθυσμών. Βεβαίως, οι ομοιότητες στον τρόπο της ζωής των κτηνοτροφικών ομάδων συνέβαλαν, ώστε οι κάτοικοι των πε6

Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας», σ. 334, 343, 378-380. Ειδικότερα για την ανάπτυξη του εμπορίου με τις χώρες της Κεντρ. και Ανατ. Ευρώπης κατά τον 18ο αι. υπάρχει αρκετά πλούσια βιβλιογραφία. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Ν. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Αθήνα 1996, σ. 381-401, και Traian Stoianovic, «Ο κατακτητής ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», στο: Σπ. Ασδραχάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών, Αθήνα 1979, σ. 287-345, σ. 234-313. Επίσης, Κωνσταντίνα Καρακώστα, «Όταν οι Μοσχοπολίτες ταξιδεύουν στην κοιλάδα του ποταμού Σίνβα. Οι εγκαταστάσεις των Μοσχοπολιτών στο Μίσκολτς μέσα από το Κρατικό Αρχείο της ουγγρικής πόλης», Μακεδονικά 38 (2009) 153-174. Για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης της ευρύτερης περιοχής βλ. Α. Τάμης, «Αποδημία των κατοίκων (17ος-19ος αι.)», στο: Κοζάνη και Γρεβενά. Ο χώρος και οι άνθρωποι, επιμ. Ν. Καλογερόπουλος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 177-184, και Χ. Μανδατζής, «Τάσεις εξωτερικής μετανάστευσης από το νομό Κοζάνης κατά τον 20ό αιώνα», στο ίδιο, σ. 185-193. Βλ. και Δ. Σ. Στεφανίδης, Η ελληνική μετανάστευσις από εθνικής και οικονομικής σκοπιάς, χ.τ., χ.χ. [19—], Αλέξ. Γ. Παπαζήσης, «Η μετανάστευσις εν τη επαρχία Ανασελίτσης», στο: Η Ελληνική μετανάστευσις (μελέται δευτεροετών φοιτητών), πρόλ. Ανδρ. Μ. Ανδρεάδου, Αθήνα 1917, σ. 349-358. Βλ. επίσης τον συλλογικό τόμο Οι Έλληνες στη Διασπορά. 15ος-21ος αι., επιμ. Ι. Κ. Χασιώτης – Όλγα Κατσιαρδή-Hering – Ευρυδίκη Α. Αμπατζή, [Βουλή των Ελλήνων], Αθήνα 2006.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

194

5/15/14

1:51 AM

194

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

διάδων να έχουν συγκεχυμένη εικόνα για τους μετακινούμενους ποιμένες. Έτσι, συχνά τους χαρακτήριζαν όλους συλλήβδην με την ονομασία Βλάχος, η οποία κατ’ επέκταση σήμαινε γενικότερα τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό. Ο όρος Βλάχος χρησιμοποιείται από απόψεως εθνολογικής, για να περιγράψει ως ιδιαίτερες πολιτισμικές ομάδες τους Βλάχους αλλά και τους Αρβανιτόβλαχους. Πολλοί ξένοι περιηγητές, αλλά και Έλληνες, δεν διέκριναν την ύπαρξη ομάδων εξίσου σημαντικών, όπως οι Σαρακατσάνοι ή οι Κοπατσαραίοι, και θεώρησαν ότι όλοι οι νομάδες (ή ημινομάδες) βοσκοί της Πίνδου ήταν Βλάχοι.7 Ορισμένοι ερευνητές –ενδεχομένως με διαφορετικές πνευματικές καταβολές– έχουν αναλύσει τη σημασία της πολιτισμικής κατανομής της εργασίας στη διαδικασία οργάνωσης των τοπικών ταυτοτήτων.8 7

8

Με κριτήριο τον τρόπο μετακίνησής τους, μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες: τους νομάδες (οι οποίοι δεν διέθεταν μόνιμη κατοικία ούτε στην πεδιάδα, όπου περνούσαν τον χειμώνα, ούτε στο βουνό, όπου ξεκαλοκαίριαζαν, στους οποίους εντάσσονται οι Σαρακατσάνοι και οι Αρβανιτόβλαχοι – ή Καραγκούνηδες στην Αιτωλοακαρνανία) και τους ημινομάδες, δηλαδή τους Βλάχους, τους Κοπατσαραίους και άλλους ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Η Schein έδειξε, συγκρίνοντας τους Σαρακατσάνους του Ζαγορίου με τους Βλάχους της Πίνδου, ότι, παρόλο που ορισμένοι Βλάχοι βρίσκονταν πολύ κοντά στους Σαρακατσάνους ως προς την οικονομία και το φυσικό περιβάλλον, διαφοροποιούνταν εξαιτίας του τρόπου της ενσωμάτωσής τους στο συνολικό οικονομικό σύστημα. Οι Βλάχοι διαφοροποίησαν την οικονομία τους και διεύρυναν τις δραστηριότητές τους πέρα από τα όρια της ημινομαδικής κτηνοτροφίας. Αντίθετα, οι Σαρακατσάνοι παρέμειναν εξαιρετικά εξειδικευμένοι στην κτηνοτροφία. Όταν εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή, έχαναν την ταυτότητα του Σαρακατσάνου. Η Schein παρατήρησε ακόμη ότι οι δραστηριότητες των φτωχών Βλάχων, που ζούσαν σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές των Σαρακατσάνων, ήταν πολύ διαφοροποιημένες. Συμπέρανε έτσι ότι η έννοια της εθνικότητας (ethnicity) δεν επιτρέπει τη διάκριση αυτών των δομών και άλλων σημαντικών διαδικασιών. Η ταυτότητα συγκροτείται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε ομάδα. Για τη Schein, οι πιο σημαντικές διαστάσεις της ομοιότητας ή της διαφοράς μεταξύ των ομάδων, καθώς επίσης και του απλού χαρακτηρισμού κάθε ομάδας, είναι οι οικονομικές και πολιτικές διαιρέσεις. Βλ. M. D. Schein, «When is an Ethnic Group? Ecology and Class Structure in Northern Greece», Ethnology 14 (1974) 83-97. Ο Θεοφ. Δασούλας, σε νεότερη έρευνα, διατυπώνει υποθέσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κτηνοτροφικές ομάδες που εξακολούθησαν ιστορικά να διάγουν νομαδικό βίο, όπως οι Σαρακατσαναίοι και οι Αρβανιτόβλαχοι, οι οποίοι δεν διέθεταν μόνιμους ορεινούς οικισμούς και κατά συνέπεια σταθερούς δικούς τους βοσκότοπους, δεν δημιούργησαν άξια λόγου εμπορική δραστηριότητα. Ο ίδιος πιθανολογεί ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι δεν διέθεταν κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους, και ήταν αναγκασμένοι να εκποιούν άμεσα τα προϊόντα που παρήγαν, αλλά επίσης και η δαπάνη χρημάτων για την ενοικίαση ορεινών βοσκοτόπων, πλέον των θερινών. Βεβαίως, εξίσου σημαντικοί παράγοντες είναι η κοινωνική οργάνωση, η προσαρμογή της κατανομής της εργασίας και η εξειδίκευση, η δυνατότητα


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

195

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

195

Όσον αφορά τις κτηνοτροφικές κοινότητες των βλαχοχωρίων της Πίνδου που αναφέραμε ήδη, αλλά και των άνω Κοπατσαροχωρίων (Δοτσικό, Φιλιππαίοι), η κύρια μορφή οργάνωσης της κτηνοτροφικής παραγωγής τους κατά τον 19ο αι. έως το πρώτο μισό του 20ου αι., ήταν το τσελιγκάτο. Ο τσέλιγκας, ένας ισχυρός κτηνοτρόφος, ήταν ο υπεύθυνος για τη διοίκηση μιας αυτόνομης κτηνοτροφικής οικονομικής μονάδας, που χαρακτηριζόταν από τις πελατειακές σχέσεις αυτών που συμμετείχαν. Η πελατεία του τσέλιγκα αποτελούνταν από μικροκτηνοτρόφους, τους σμίχτες, και έμμισθους, ρογιασμένους βοσκούς. Η οργάνωση του τσελιγκάτου στηριζόταν στην αρχή της συμπληρωματικότητας μεταξύ του τσέλιγκα και των κτηνοτρόφων. Ο τσέλιγκας διέθετε ζωικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε χειμερινούς βοσκότοπους στα πεδινά, καθώς και δυνα-

συγκρότησης μεγάλων καραβανιών, χάρη στην κατοχή μεταφορικών ζώων, και η δημιουργία και υποστήριξη κατάλληλων υπερτοπικών δικτύων. Είναι φανερό ότι οι βλαχικές τοπικές κοινωνίες, μέσα από τη μακραίωνη ιστορική τους πορεία στην περιοχή, είχαν αναπτύξει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, που τους επέτρεψαν να ανταποκριθούν στη ζήτηση για κτηνοτροφικά προϊόντα. Βλ. Δασούλας, Αγροτικές κοινωνίες του ορεινού χώρου, σ. 79-81. Η προσωπική μας ερευνητική πρόταση για τη μελέτη του θέματος της πολιτισμικής κατανομής της εργασίας και της σημασίας της στην οργάνωση των τοπικών ταυτοτήτων των Βλαχοχωρίων και των Κοπατσαροχωρίων των Γρεβενών μελετά: α) τις διαφορές στο τεχνικό σύστημα της κτηνοτροφίας, το οποίο διαφοροποιούσε τους Κοπατσαραίους από τους Βλάχους, στο πλαίσιο της πολιτισμικής κατανομής της εργασίας στην περιοχή (μεγάλη ημινομαδική κτηνοτροφία στα βλαχοχώρια, ενώ στα Κοπατσαροχώρια παρατηρείται συνδυασμός ημινομαδικής και εδραίας κτηνοτροφίας με εκτεταμένη χρήση κλαδαριών –δηλ. ξηρού φυλλώματος βελανιδιάς ως χειμερινής ζωοτροφής– και μικρής γεωργικής καλλιέργειας, παραγωγή διαφορετικών τυριών και γαλακτοκομικών προϊόντων, διαφορές στις στρατηγικές των κτηνοτροφικών και άλλων μετακινήσεων), β) τις σχέσεις μεταξύ αυτών των πληθυσμών –δηλ. τη σημαντική διαφοροποίηση του κοινωνικού και οικονομικού status τους–, σχέσεις οι οποίες εγγράφονται σε μια σχετικά μακρά διάρκεια του ιστορικού χρόνου, γ) την αποτύπωση των σχέσεων αυτών στον χώρο, καθώς τα χωριά των υποδεέστερων οικονομικά Κοπατσαραίων βρίσκονται σε χαμηλότερο υψόμετρο, στη ζώνη της βελανιδιάς, και διασχίζονται από τις εμπορικές και κτηνοτροφικές στράτες των Βλάχων. Προϊόν αυτής της ερευνητικής προσπάθειας, στο πλαίσιο της εκπόνησης μεταπτυχιακών εργασιών και της διδακτορικής μας διατριβής αλλά και εντεταλμένης επιτόπιας έρευνας για το Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, υπήρξε η δημοσίευση άρθρων σε ελληνικές και ξένες συλλογικές εκδόσεις και μιας αυτοτελούς έκδοσης, που κυκλοφορήθηκε στη σειρά των Δημοσιευμάτων του Κέντρου Λαογραφίας: Ευάγγ. Καραμανές, Οργάνωση του χώρου, τεχνικές και τοπική ταυτότητα στα κοπατσάρικα χωριά των Γρεβενών, υπεύθ. έκδ. Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, επιμ. Παν. Ι. Καμηλάκης, [ΚΕΕΛ Ακαδημίας Αθηνών, 25], Αθήνα 2011.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

196

5/15/14

1:51 AM

196

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

τότητες πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι έμμισθοι κτηνοτρόφοι συνεισέφεραν την εργατική τους δύναμη. Όσο για τους σμίχτες, η συμμετοχή τους συνίστατο στην ένταξη των κοπαδιών τους στο πλαίσιο του ευρύτερου ποιμενικού σχηματισμού. Τα κέρδη μοιράζονταν σύμφωνα με τον αριθμό των παραγωγικών ζώων που κατείχε ο καθένας, μετά βέβαια την αφαίρεση των εξόδων. Οι έμμισθοι βοσκοί έπαιρναν κάποιο μισθό (ρόγα), εφόσον υπήρχε περίσσευμα, μετά τον υπολογισμό των οφειλών τους προς στον τσέλιγκα που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Συνήθως βεβαίως δεν υπήρχε. «Πάρε το μαλλί και άστους τα κλόκουρα» αναφέρει μια γνωστή παροιμία, περιγράφοντας τη σχέση του τσέλιγκα με τους βοσκούς. Παλαιότερα το τσελιγκάτο είχε θεωρηθεί μορφή συσσωμάτωσης, που θεμελιωνόταν στις αρχές της δικαιοσύνης, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι κτηνοτρόφοι που συμμετείχαν στο παρελθόν ως ιδιοκτήτες μικρών κοπαδιών ή έμμισθοι βοσκοί περιγράφουν τις σχέσεις του τσέλιγκα και των συνεργατών του ως σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, οι τσελιγκάδες χρησιμοποιούσαν την οικονομική τους δύναμη, για να ελέγχουν πολιτικά και κοινωνικά τις φτωχές οικογένειες του χωριού και να κυριαρχούν στο σύνολο της κοινότητας. Μάλιστα, το τσελιγκάτο υπερέβαινε τα όρια της συγγένειας, καθώς η κοινότητα αποτελούσε το προνομιακό πεδίο, όπου ο τσέλιγκας αναζητούσε τους συνεργάτες του. Με τον τσέλιγκα ως πάτρωνα οι κτηνοτρόφοι δεν απολάμβαναν μόνο οικονομική ασφάλεια, αλλά επίσης και κοινωνική και πολιτική προστασία, χάρη στην εξουσία και την επιρροή που αυτός διέθετε απέναντι στους εκπροσώπους του κράτους ή χάρη στις σχέσεις του με πλούσιους και ισχυρούς πολιτικά τοπικούς παράγοντες. Το τσελιγκάτο λειτουργούσε πάντοτε συμπληρωματικά και σε εξάρτηση με το τσιφλίκι. Η συμπληρωματικότητα συνίστατο στη χρήση των βοσκότοπων και των ακαλλιέργητων εδαφών των τσιφλικιών από τα τσελιγκάτα. Με το σύστημα καλλιέργειας των γαιών σε ντάμκες, στο πλαίσιο του τσιφλικιού, έμεναν κάθε χρόνο ακαλλιέργητες μεγάλες εκτάσεις, τις οποίες τα τσελιγκάτα νοίκιαζαν για βοσκοτόπια. Στις αρχές του 20ου αι. οι τσιφλικάδες προτιμούσαν να μισθώνουν τις εκτάσεις τους στους κτηνοτρόφους, από τους οποίους λάμβαναν ρευστό χρήμα, παρά να τις καλλιεργούν στηριζόμενοι στην εργασία των κολίγων, οι οποίοι πιθανώς θα προέβαλλαν διεκδικήσεις για τη γη που καλλιεργούσαν. Εξάλλου, η παρουσία των ζώων προσέφερε πολύτιμο φυσικό λίπασμα στα χωράφια. Ορισμένοι τσελιγκάδες κατείχαν και οι ίδιοι πεδινές εκτάσεις, τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως βοσκοτόπια, ειδικά μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και την αποχώρηση των τούρκων μεγαλοϊδιοκτητών. Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία κάποιοι τσελιγκάδες μετέτρεψαν ένα μέρος του ζωικού τους κεφαλαίου σε έγγεια ιδιοκτησία, πράγμα που διευκό-


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

197

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

197

λυνε τη ραγδαία οικονομική και κοινωνική τους άνοδο, κυρίως μετά το πέρας της πολεμικής δεκαετίας του 1940. Η αγορά γαιών στην πεδιάδα δεν σήμαινε με κανένα τρόπο μια ιδιαίτερη ενασχόληση με γεωργικές δραστηριότητες από την πλευρά των μεγάλων κτηνοτρόφων. Το αίσθημα της ανασφάλειας, που χαρακτήριζε την εποχή, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας και των πολέμων, καθώς και η εξαιρετικά χαμηλή αποδοτικότητα της γεωργίας, αποθάρρυναν μια τέτοια στροφή. Η κατάσταση αυτή ανατράπηκε από την απώλεια των διαθέσιμων στα κοπάδια των τσελιγκάτων πεδινών βοσκοτόπων μετά την αγροτική μεταρρύθμιση και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών στη δεκαετία του 1920. Η διεύρυνση του καθεστώτος της μικρής έγγειας ιδιοκτησίας συνοδεύτηκε από την εφαρμογή εντατικών καλλιεργειών, οι οποίες περιόρισαν σημαντικά τις εκτάσεις που έμειναν ελεύθερες για να χρησιμοποιηθούν ως βοσκοτόπια. Το τσελιγκάτο δεν άντεξε στην επέκταση των καλλιεργουμένων εδαφών, μετά την απαλλοτρίωση και τη διανομή των τσιφλικιών κατά τη δεκαετία του 1920, που ολοκληρώθηκε με την εκμηχάνιση της γεωργίας μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ο περαιτέρω εκχρηματισμός της αγροτικής οικονομίας, καθώς και η δυσκολία εξεύρεσης βοσκών, έθεσαν τέλος στις δραστηριότητες των τελευταίων τσελιγκάτων. Η έξοδος αφορούσε στην αρχή τα πιο πλούσια και τα πιο φτωχά μέλη των κοινοτήτων των ημινομάδων κτηνοτρόφων. Όσον αφορά τις οικογένειες των τσελιγκάδων, ορισμένες μετέτρεψαν σταδιακά ένα μέρος του ζωικού κεφαλαίου τους σε έγγεια ιδιοκτησία, καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να συντηρήσουν ακόμη για κάποιο διάστημα τα κοπάδια τους και κυρίως επιτυγχάνοντας, σε πολλές περιπτώσεις, να αξιοποιήσουν τη γη τους επενδύοντας στη δεκαετία του 1950 στην αγορά αγροτικών μηχανημάτων. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η γη που είχαν αγοράσει οι κτηνοτρόφοι αφορούσε συχνά σημαντικές εκτάσεις, οι οποίες την εποχή της αγροτικής μεταρρύθμισης –όταν η γεωργία ήταν ελάχιστα μηχανοποιημένη– είχαν κριθεί ακατάλληλες για αγροτική χρήση, και γι’ αυτό δεν είχαν αποδοθεί σε ακτήμονες αγρότες. Άλλα μέλη ευπόρων οικογενειών κτηνοτρόφων στράφηκαν σε εμπορικές δραστηριότητες ή ακολούθησαν ελευθέρια επαγγέλματα. Μετά την αγροτική μεταρρύθμιση οι μικροκτηνοτρόφοι απέκτησαν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από το καθεστώς της εξάρτησης από τους τσελιγκάδες. Αρκετοί επωφελήθηκαν από το κυβερνητικό διάταγμα του 1938, με το οποίο γινόταν προσπάθεια να εξασφαλισθούν πεδινά βοσκοτόπια για τους ημινομάδες κτηνοτρόφους. Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, οι νομάδες κτηνοτρόφοι μπορούσαν να εγγραφούν στα δημοτολόγια της κοινότητας όπου παραχείμαζαν (διάταγμα 1223 της 3-4 Μαΐου 1938), αποκτώντας έτσι πρόσβαση στα κοινοτικά βοσκοτόπια. Η τότε κυβέρνηση επιδίωξε να βοηθήσει τους κτηνοτρόφους να κερδί-


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

198

5/15/14

1:51 AM

198

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

σουν την ανεξαρτησία τους από τους τσελιγκάδες, χορηγώντας τους τραπεζικά δάνεια και άλλα υλικά εφόδια. Επομένως, η περίοδος μεταξύ της αγροτικής μεταρρύθμισης και του Εμφυλίου αποτέλεσε ένα μεταβατικό στάδιο. Τα τσελιγκάτα αντικαταστάθηκαν από άλλες, πιο δίκαιες συνεργατικές μορφές οργάνωσης των κτηνοτρόφων, ανεξάρτητα από το μέγεθος των κοπαδιών που διέθεταν. Αυτές οι συνεργατικές μορφές λειτούργησαν στη βάση των αρχών του τσελιγκάτου, με τη διαφορά, ωστόσο, ότι τώρα οι αρχές αυτές γίνονταν πράξη. Επικεφαλής των νέων ομάδων δεν ήταν αναγκαστικά ο πλουσιότερος κτηνοτρόφος, αλλά εκείνος που αναδείκνυε το σύνολο των κτηνοτρόφων. Τα βοσκοτόπια νοικιάζονταν συλλογικά και όλα τα μέλη ήταν υπεύθυνα για τη φροντίδα του κοινού κοπαδιού.9 Η κατάσταση στο σύνολο της περιοχής μεταβλήθηκε βέβαια ριζικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο (1946-1949). Στην ευρύτερη περιοχή έλαβαν χώρα ορισμένα από τα πιο δραματικά γεγονότα του αδελφοκτόνου πολέμου. Έτσι, πολλοί κάτοικοι, ενίοτε ολόκληρα σχεδόν χωριά, όπως στην περίπτωση του Ζιάκα Γρεβενών, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια, να διασχίσουν τα σύνορα και να εγκατασταθούν σε χώρες της Ανατ. Ευρώπης, από τις οποίες οι περισσότεροι κατάφεραν να επιστρέψουν μόνο μετά την αμνηστία του 1974. Τα χωριά που βρίσκονταν σε μεγάλο υψόμετρο, όπως το Δοτσικό και οι Φιλιππαίοι, και τα οποία ο κυβερνητικός στρατός είχε εκκενώσει στη διάρκεια του Εμφυλίου, μεταπολεμικά εγκαταλείφθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά από τους κατοίκους τους. Μετά τον Εμφύλιο κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από τους κτηνοτρόφους και παραθεριστές. Ο πληθυσμός των χωριών που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο έχει επίσης μειωθεί δραματικά, εξαιτίας της μετανάστευσης της δεκαετίας του 1960. Η μόνιμη εγκατάσταση σε χωριά (ως αγροτοκτηνοτρόφων συνήθως) αλλά και σε πόλεις στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, όχι μόνο παλαιών μετακινούμενων κτηνοτρόφων αλλά και άλλων κατοίκων, είτε αυτοί συνδέονταν άμεσα με το κτηνοτροφικό κύκλωμα (τυροκόμοι, σαμαράδες, πεταλωτήδες) είτε όχι (οικοδόμοι, ράφτες κ.ά.), επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τη στενή σχέση των ορεινών με τις πεδινές περιοχές. Πρόκειται για ένα συνεχές, οικονομικό και κοινωνικό, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται σε κάθε ανάλυση για την περιοχή,

9

Για τα θέματα της ημινομαδικής κτηνοτροφίας, των τσελιγκάτων και των μετασχηματισμών που γνώρισαν υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Ενδεικτικά: Λάζ. Αρσ. Αρσενίου, Τα τσελιγκάτα Σαρακατσάνων και Βλάχων, β΄ βελτιωμένη έκδ., Λάρισα 2005, σ. 160· Β. Γ. Νιτσιάκος, Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Αθήνα 1991· Στ. Δαμιανάκος, Από τον χωρικό στον αγρότη. Η ελληνική αγροτική κοινωνία απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, Αθήνα 2002.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

199

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

199

όσον αφορά το επάγγελμά τους. Η μορφή της εποχικής μετακίνησης των κοπαδιών, για όσους κτηνοτρόφους εξακολουθούν να ασχολούνται με την κτηνοτροφία, έχει αντιστραφεί. Οι κτηνοτρόφοι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα πλέον στα πεδινά χωριά της Θεσσαλίας και μεταβαίνουν στα βοσκοτόπια του ορεινού χωριού τους κατά το θέρος. Μετά το 1970 οι κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν φορτηγά για τη μεταφορά των ζώων τους κατά την εποχική μετακίνηση. Είναι προφανές ότι τα πεδινά χωριά απέκτησαν μεταπολεμικά μεγαλύτερη οικονομική σημασία από τα ορεινά. Για τους παραπάνω λόγους κάθε προσπάθεια εξέτασης της κτηνοτροφίας της περιοχής, αλλά και όλων των δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε αυτή, πρέπει να εξετάζεται σε ένα γεωγραφικό και οικονομικό πλαίσιο που ξεπερνά κατά πολύ τα όριά της και εκτείνεται στις πόλεις και τα χωριά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, όπου δραστηριοποιούνται οι κτηνοτρόφοι. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ειδικά η μεγάλη κτηνοτροφία, παρότι συνιστούσε χάρη και στην κινητικότητά της ένα ιδιαίτερα προσαρμοστικό σύστημα εκμετάλλευσης των φυσικών προσόδων (βοσκοτόπων, υδάτων κλπ.), ήταν εξαιρετικά ευάλωτη στις πάσης φύσεως απειλές, όπως οι επιζωοτίες, η κακοκαιρία, οι πόλεμοι, η ληστεία κ.ά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σημαντικοί τσέλιγκες έχαναν τα κοπάδια τους και απέμειναν «με την γκλίτσα» τους μόνο. Αναφέρουμε μία ιστορική συγκυρία: μεταξύ των πολεμικών γεγονότων των επαναστάσεων του 1854 και του 187810 η περιοχή γνώρισε μια περίοδο σχετικής ασφάλειας. Η νομαδική κτηνοτροφία στα μέσα του 19ου αι. φαίνεται πως γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη, και μάλιστα αν συγκριθεί με τη θέση που είχε αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Weigand, όταν επισκέφτηκε τη Σαμαρίνα το 1877, αναφέρει έναν αριθμό 80.000 ζώων, ενώ οι Wace και Thompson δεν βρήκαν παρά 17.000 ζώα το 1910-1911. Ο Weigand11 επίσης αναφέρει 3.000 10

11

Για τα πολεμικά γεγονότα του 1854 στην περιοχή Γρεβενών, που διαδραματίστηκαν στο ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά τον πόλεμο της Κριμαίας («μάχη της Φυλλουριάς», μάχη του Σπηλαίου), και τον βίο του Θεοδώρου Ζιάκα, απογόνου γνωστής αρματολικής οικογένειας των Γρεβενών που είχε εγκατασταθεί στην ελληνική επικρατεία, στην περιοχή της Λαμίας, κατά τη δεκαετία του 1830, βλ. Μ. Ι. Παπαϊωάννου, Ο Θεόδωρος Ζιάκας και η συμμετοχή του στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους, Θεσσαλονίκη 1981 [11961]. Επίσης, Πρακτικά Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιστορίας και Παράδοσης. Ο Θεόδωρος Ζιάκας και η επανάσταση της Δ. Μακεδονίας του 1854, Γρεβενά 2008· Παν. Ι. Καμηλάκης, «Δημοτικά τραγούδια της επαναστάσεως του 1854», Θεσσαλικά Χρονικά 11 (1976) 139-182· Α. Γ. Κακαφίκας, Ιστορία της περιφέρειας Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 111-140, K. A. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού. Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 199-200, 221-244. Βλ. A. J. B. Wace – M. S. Thompson, Οι νομάδες των Βαλκανίων, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 76-77. Βλ. επίσης το φωτογραφικό λεύκωμα Η Σαμαρίνα μέσα από τον φακό των


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

200

5/15/14

1:51 AM

200

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

κατοίκους το 1886, ενώ θεωρεί ότι παλαιότερα έφταναν τους 10.000. Στο Περιβόλι Γρεβενών οι Wace και Thompson αναφέρουν ότι τα κοπάδια αυξήθηκαν τόσο ως το 1877, ώστε τα βοσκοτόπια του οικισμού δεν επαρκούσαν. Τότε περίπου 200 οικογένειες κτηνοτρόφων, που ξεχείμαζαν στο Καλοχώρι Συκουρίου Λάρισας (παλαιά Τόιβασι), άρχισαν να μεταβαίνουν στο Ιστόκ Μοναστηρίου, στους λόφους μεταξύ της Ρέσνας και της Αχρίδας.12 Η ημινομαδική κτηνοτροφία της περιοχής επηρεάστηκε λιγότερο από τις εξεγέρσεις των ετών 1854 και 1878 και από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και περισσότερο από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881. Θυμίζουμε ότι η περιοχή της Ελασσόνας παρέμεινε στην οθωμανική επικράτεια ως το 1912. Τα σύνορα που χαράχτηκαν το 1881 και ίσχυσαν ως το 1912 χώρισαν στα δύο τον ζωτικό χώρο των νομάδων κτηνοτρόφων. Οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι ήταν δύσκολο να ελεγχθούν από τις κρατικές αρχές, αντιμετώπιζαν την καχυποψία τους, ιδιαιτέρως διότι διέσχιζαν συστηματικά τα σύνορα. Το κόστος των εποχικών μετακινήσεων αυξήθηκε εξαιτίας των διαφόρων φόρων που επιβλήθηκαν και στις δυο πλευρές των συνόρων καθώς και των πρόσθετων δωροδοκιών που απαιτούσαν οι τελωνειακοί.13 Η ληστεία, που παραδοσιακά συνδεόταν με το σύστημα του τσελιγκάτου, αυξήθηκε πολύ και η συνοριακή ζώνη εξελίχθηκε σε ένα πραγματικό καταφύγιο παρανόμων.14 Στα ποσά που αποσπούσαν οι ληστές πρέπει να προστεθούν οι λεηλασίες των τακτικών και των άτακτων στρατιωτικών σωμάτων. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρει για τις μάστιγες αυτές στις επιστολές του ο μητρ. Γρεβενών Κύριλλος (1874-1888), ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν

12

13

14

Wace και Thompson, Αθήνα 2007· G. Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), Ο χώρος και οι άνθρωποι, τ. 1, μτφ. Th. Kahl, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 174. Βλ. Wace – Thompson, ό.π., σ. 175, ΚΛ, χφ 113 (Ζ. Ν. Μότσιος, Ιστόκ Μοναστηρίου, 1914). Περβολιώτες συναντάμε σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας· βλ. Δασούλας, Αγροτικές κοινωνίες του ορεινού χώρου, σ. 100. Βλ. Weigand, ό.π., σ. 134. Το 1910 οι οικογένειες από τη Σαμαρίνα, μαζί με τις οποίες ταξίδευαν οι Wace και Thompson, απέφυγαν το τελωνείο του Τυρνάβου και τον δρόμο της Ελασσόνας, και ανέβηκαν την κοιλάδα του Πηνειού μέχρι την Καλαμπάκα, διότι το τελωνείο του Αγιόφυλλου είχε τη φήμη του λιγότερο αυστηρού. Βλ. Wace – Thompson, ό.π., σ. 13-21. Βλ. Γιάν. Κολιόπουλος, Ληστές: η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1979· Στ. Δαμιανάκος, «Κοινωνική ληστεία και αγροποιμενικός πολιτισμός στην Ελλάδα», στο: Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα 1987, σ. 71-107· N. Κοταρίδης, Παραδοσιακή επανάσταση και Eικοσιένα, Αθήνα 1993· Στ. Δαμιανάκος, Ήθος και πολιτισμός των επικίνδυνων τάξεων στην Ελλάδα, Αθήνα 2005. Ειδικά για την περιοχή Γρεβενών βλ. Καραμανές, ό.π., σ. 26, 166-169, 302, 336-338, όπου και σχετική βιβλιογραφία.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

201

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

201

μπορούσε να εξέλθει από την πόλη των Γρεβενών, για να επισκεφθεί το ποίμνιό του.15 Στις «σημειώσεις» του ο Ζησόπουλος αναφέρεται στην απαγωγή από ληστρική συμμορία, το 1881, του ιδίου, δεκατετράχρονου τότε, καθώς και της δεύτερης γυναίκας του πατέρα του Καλύνως από το πατρικό του σπίτι στο χωριό Μαρτσίστι (σημερ. Περιστέρα) Ανασελίτσας και την κράτησή του για σαράντα ημέρες σε δάσος της περιοχής Δοτσικού, με σκοπό την καταβολή λύτρων.16 Χαρακτηριστικό επίσης είναι ένα επεισόδιο που συνέβη στο Τσοτύλι γύρω στο 1880, κατά το πανηγύρι της Αγ. Μαρίνας, στο εμπορικό κατάστημα που διατηρούσε ο πατέρας του Κ. Ζησόπουλου, Αθανάσιος. Κάτοικοι του Μεσολουρίου καταφέρονταν εναντίον του Δ. Παπανώτα από το Κριμήνι Βοΐου, ο οποίος είχε αγοράσει προσφάτως το χωριό τους ως τσιφλίκι. Ο άγνωστος στους Μεσολουριώτες Παπανώτας, που βρισκόταν τυχαία στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή, μακάριζε, ακόμη και χρόνια μετά το επεισόδιο, την τύχη που είχε να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι για τις διαθέσεις τους, διότι συμπέρανε ότι οι κάτοικοι θα έβαζαν ληστές να τον σκοτώσουν, αν είχε πάει στο χωριό τους για να εισπράξει οφειλόμενα ποσά.17 Τα προαναφερθέντα περιστατικά είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά της έκτασης του φαινομένου της ληστείας στην περιοχή την περίοδο αυτή καθώς και της (βιωμένης) αντίληψης που έχουν για τον ορεινό χώρο οι σχετικά αστικοποιημένοι και εύποροι κάτοικοι των μικρών πόλεων της περιοχής. Κύριος στόχος της κτηνοτροφίας στο παραδοσιακό πλαίσιο –μετακινούμενης και εδραίας και όχι μόνο της περιοχής μας– ήταν η παραγωγή γάλακτος και των προϊόντων του, μαλλιού και πολύ λιγότερο η παραγωγή κρέατος (και δερμάτων). Είναι γνωστό ότι η παραδοσιακή δίαιτα των αγροτικών πληθυσμών δεν περιλάμβανε το κρέας, παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις σημαντικών εορτών και γεγονότων της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής. Το γάλα και τα θηλυκά ζώα που το παρήγαν ήταν πολύτιμα, διότι με αυτό θρέφονταν τα μικρά ζώα για 40 μέρες κατ’ ελάχιστον, ή και για αρκετά πε15

16

17

Σέργιος Σιγάλας, μητρ. Γρεβενών, Ο κώδικας αλληλογραφίας του μητροπολίτου Γρεβενών Κυρίλλου (1874-1888). Τα πρακτικά της Δημογεροντίας και του Πνευματικού Δικαστηρίου (1882-1887), Γρεβενά 2004. Αναφέρω ενδεικτικά τις επιστολές αρ. 48, σ. 76-77 (5 Μαρτ. 1879), αρ. 64, σ. 91-92 (21 Απρ. 1879), αρ. 74, σ. 108-109 (25 Ιουν. 1879). Επίσης την επιστολή του αρχιερατικού επιτρόπου μοναχού Βενεδίκτου που αφορά την Ι. Μ. Ζάβορδας, αρ. 82, σ. 115-118 της ίδιας περιόδου. Επίσης βλ. Σέργιος Σιγάλας, μητρ. Γρεβενών, Μια άγνωστη πτυχή της νεότερης ιστορίας της ιεράς μονής Ζάβορδας: Η ληστεία του 1923. Συμβολή στην τοπική ιστορία της Ιεράς Μητρόπολης και της περιοχής Γρεβενών, Γρεβενά 2006. Κ. Α. Ζησόπουλος, Αφηγηματικαί σημειώσεις. Ιστορικά – αφηγήσεις – παραμύθια και παροιμίες από την Ανασελίτσα του 19ου αιώνα, επιμ. Α. Σ. Μπακαΐμης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 35-40. Ζησόπουλος, Αφηγηματικαί σημειώσεις, σ. 101-102.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

202

5/15/14

1:51 AM

202

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

ρισσότερο χρόνο, και φτιαχνόταν τυρί και βούτυρο. Γενικά οι κτηνοτρόφοι προσπαθούσαν μέσω της παρασκευής γαλακτοκομικών προϊόντων να υπερκαλύψουν τις βιοτικές ανάγκες των μελών της οικογένειάς τους, πουλώντας τα στην αγορά, ώστε να αγοράζουν τις απαραίτητες προμήθειες για το κοπάδι, όπως το αλάτι, να ανταποκρίνονται στο κόστος των ενοικίων των θερινών κυρίως βοσκοτόπων κ.ά. Η μόνιμα εγκαταστημένη (εδραία) κτηνοτροφία ήταν αδιαχώριστα συνδεδεμένη με τη γεωργική καλλιέργεια. Οι μόνιμα εγκαταστημένοι κάτοικοι ήταν αγροτοκτηνοτρόφοι, καθώς θα ήταν αδύνατο να επιβιώσουν, εάν περιορίζονταν σε μία μόνο από τις δύο δραστηριότητες. Αυτό ισχύει σε όλη την περιοχή, και ειδικότερα στα ορεινά και στερούμενα φυσικών πόρων χωριά, όπως τα Κοπατσαροχώρια. Το μαλλί αποτελούσε γι’ αυτούς σημαντική πρώτη ύλη, καθώς στο πλαίσιο της τοπικής οικοτεχνίας το σύνολο σχεδόν του ρουχισμού κατασκευαζόταν από τις γυναίκες κάθε οικογένειας. Εάν λάβουμε υπόψιν και τη σημασία των γαλακτοκομικών προϊόντων, τόσο για την καθημερινή διατροφή (κυρίως χάρη στο γάλα, το τυρί μπάτζος κ.ά.), όσο και για τον προσπορισμό χρημάτων (μέσω της πώλησης βουτύρου, μπάτζου, μανουρίου κ.ά.), αντιλαμβανόμαστε ότι η κατοχή ζώων αποτελούσε σημαντικό παράγοντα για την επιβίωση των νοικοκυριών. Ειδικά για τα Κοπατσαροχώρια, τα κοπάδια που παρέμεναν επί τόπου κατά τη χειμερινή περίοδο ήταν πιο σημαντικά στα χωριά που βρίσκονται σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο, όπως το Μέγαρο, παρά σε χωριά χτισμένα πιο ψηλά, όπως το Δοτσικό ή οι Φιλιππαίοι. Ο κύριος λόγος για τον οποίο ορισμένοι κτηνοτρόφοι επέλεγαν την μόνιμη εγκατάσταση ήταν η έλλειψη πρόσβασης σε πεδινά βοσκοτόπια. Και αυτό διότι, προκειμένου να μπορούν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα ενοικίασης βοσκότοπων, θα έπρεπε να διαθέτουν ένα αρκετά μεγάλο κοπάδι. Για τους μικροκτηνοτρόφους θα πρέπει να αναφέρουμε την ανάγκη ύπαρξης ενός δικτύου πιθανών συνεργατών, άλλους δηλαδή κτηνοτρόφους, μαζί με τους οποίους θα μπορούσαν να νοικιάσουν από κοινού βοσκοτόπια. Στα Κοπατσατσαροχώρια, όταν οι όροι αυτοί δεν πληρούνταν, οι κτηνοτρόφοι προτιμούσαν να συνδυάζουν τη μόνιμα εγκαταστημένη κτηνοτροφία με τη γεωργία.18 18

Στα περισσότερα κοπατσάρικα χωριά (το Μέγαρο ήταν ένα από αυτά) δεν υπήρχαν σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στους μόνιμα εγκατεστημένους αγροτοκτηνοτρόφους και τους ημινομάδες κτηνοτρόφους: και οι δύο ομάδες συμμετείχαν εξίσου στην πολιτική εξουσία. Αντίθετα, στα άνω Κοπατσαροχώρια, όπως στο Δοτσικό και στους Φιλιππαίους, η εξουσία ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια των τσελιγκάδων. Βλ. για τον Ζιάκα Ρ. Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών, Αθήνα 1993, σ. 53-54. Για το Σιράκο βλ. Δ. Ψυχογιός, «Οικονομικός και κοινωνικός μετασχηματισμός αγροτικών κοινοτήτων», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

203

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

203

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι της περιοχής αποκαλούν (υποτιμητικά) τους μόνιμα εγκατεστημένους κτηνοτρόφους «μπακαταραίους» και τα ζώα τους «μπακάτια». Οι όροι χρησιμοποιούνται στα Γρεβενά, στο Βόιο, αλλά και ευρύτερα στην περιοχή. Η διαφοροποίηση αφορά επίσης κατοίκους των ίδιων χωριών, αλλά γίνεται πιο έντονη ανάμεσα σε εκείνους των Κοπατσαροχωρίων, όπως το Δοτσικό και οι Φιλιππαίοι, όπου οι μεταβατικοί κτηνοτρόφοι ήταν πολύ περισσότεροι, και σε εκείνους που κατοικούσαν σε χωριά που είναι χτισμένα χαμηλότερα.19 Μεταπολεμικά το νοικοκυριό, δηλαδή η πυρηνική ή η διευρυμένη οικογένεια, αποτέλεσε τη μικρότερη και βασική παραγωγική μονάδα. Αυτό ισχύει και για τους μεταβατικούς και για τους μόνιμα εγκατεστημένους κτηνοτρόφους. Σταδιακά, χάρη στα αναπτυξιακά προγράμματα και την αγροτική πίστη, όλες οι οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ανεξάρτητες παραγωγικές μονάδες. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε την ανθεκτικότητα της μεταβατικής κτηνοτροφίας την περίοδο 1925-1960, παρά τις κατακλυσμιαίες μεταβολές που προκλήθηκαν από την αγροτική μεταρρύθμιση και τις ανείπωτες καταστροφές κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η παρακμή της στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου ουσιαστικά εξαφανίστηκε, αποδεικνύει ότι η απώλεια των χειμερινών βοσκότοπων έκρινε ουσιαστικά το μέλλον της. Με οικονομικούς όρους, σήμερα η μεταβατική κτηνοτροφία δεν μπορεί με κανένα τρόπο να χαρακτηριστεί ως ένας ξεπερασμένος αρχαϊσμός, παρά τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι. Αντίθετα, αποτελεί μια οικονομική δραστηριότητα που συμβάλλει στην αξιοποίηση των ορεινών περιοχών. Η σημασία της μόνιμα εγκαταστημένης κτηνοτροφίας στην περιοχή Γρεβενών περιορίζεται μεταπολεμικά κυρίως στην προμήθεια των νοικοκυριών σε γάλα και κρέας. Το εισόδημα που προέρχεται από αυτήν είναι ελάχιστο, και η σημασία του πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της τοπικής οικονομίας, που χαρακτηρίζεται από την πολυαπασχόληση (σημάδι μειωμένης οικονομικής δρα-

19

58 (1985)· για τη Φούρκα βλ. M. Schein, Change and Continuity in a Greek Mountain Village, διδακτ. διατρ., Columbia University, 1970, σ. 15-17· για τα Ζαγοροχώρια βλ. J. K. Campbell, Honour Family and Patronage, Οξφόρδη 1964. Καθοριστικός παράγοντας για τη συντήρηση μικρών κοπαδιών στο βουνό κατά τη χειμερινή περίοδο ήταν η χρήση κλαδαριών, δηλ. του αποξηραμένου φυλλώματος της βελανιδιάς, ως χειμερινής ζωοτροφής. Η πρακτική αυτή, που έχει καταγραφεί σε πολλές περιοχές της Β. Ελλάδας, όπως στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας αλλά και σε χώρες της Κεντρ., Νότιας και ΝΑ Ευρώπης, ήταν διαδεδομένη και στα Χάσια και την Ανασελίτσα (Βόιο) και συνυπήρχε με τη μόνιμα εγκαταστημένη ή οικιακή κτηνοτροφία. Βλ. Καραμανές, ό.π., σ. 210-216, 384-392· P. Halstead, «Ask the Fellows who Lop the Hay: Leaf-Fodder in the Mountains of Northwest Greece», Rural History 9 (1998) 211-234.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

204

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

204

στηριότητας) και την κυριαρχία των εμβασμάτων των μεταναστών. Εκτός από τη μικροκτηνοτροφία, που αφορά κοπάδια που δεν αριθμούν περισσότερα από πενήντα ζώα, μία άλλη μορφή αναπτύσσεται κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, με κοπάδια που αριθμούν από εκατό έως διακόσια ζώα. Οι ιδιοκτήτες αυτών των κοπαδιών ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με την εκτροφή των ζώων τους. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε αποτέλεσμα αφενός του εκσυγχρονισμού της κτηνοτροφίας και αφετέρου της κυβερνητικής πολιτικής των δεκαετιών 1960 και 1970, που ευνόησε τα δάνεια με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο. Στις δύο επόμενες δεκαετίες, 1980 και 1990, οι κτηνοτρόφοι αυτοί κατάφεραν να συνεχίσουν την επαγγελματική τους ενασχόληση χάρη στις υψηλές τιμές του γάλακτος, τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επίσης και στην ύπαρξη φτηνών εργατικών χεριών μετά την άφιξη των αλβανών οικονομικών μεταναστών το 1991. Παρόλα αυτά, η διατήρηση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας από νεότερες γενιές κτηνοτρόφων είναι κάθε άλλο παρά δεδομένη και χρήζει φροντίδας και σχεδιασμού από την πολιτεία.20

 Αναφερθήκαμε ήδη στη μεγάλη σημασία της εδραίας κτηνοτροφίας για την τοπική οικονομία, τόσο στα χωριά της ορεινής Πίνδου όσο και στις χαμηλότερες υψομετρικά περιοχές, είτε αφορούσε οικόσιτα ζώα που εκτρέφονταν από όλα σχεδόν τα νοικοκυριά, είτε μεγαλύτερα μετακινούμενα κοπάδια. Ο κοζανίτης λόγιος Χαρίσιος Μεγδάνης στις αρχές του 19ου αι., αναφερόμενος στους μουσουλμάνους Κονιάρηδες των Καϊλαρίων (σημ. Πτολεμαΐδας, τοπαρχία του Εσκί Τζιουμά) και του Σαρί Γκιολ (τοπαρχία του Εγρί Μπουτζιάκ), σημειώνει:21 Ἡ γῆ των εὐφορώτατη εἰς παντοδαπὰ γεννήματα καὶ πλουσία τροφὸς εἰς παντεία εἴδη βοσκημάτων, πλὴν τοὺς χοίρους, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελεν εἶναι πολὺ πλουσιωτέρα, ἂν δὲν τοὺς ἀπεστρέφοντο διὰ τὴν θρησκείαν. Οἱ ἵπποι αὐτῆς τῆς χώρας εἶναι ἐπαινετοὶ διὰ τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν ταχύτητα καὶ ἑτοιμότητά των.

20

21

Βλ. Β. Π. Παπαναστάσης, «Λιβάδια και κτηνοτροφία», στο: Κοζάνη και Γρεβενά. Ο χώρος και οι άνθρωποι, επιμ. Ν. Καλογερόπουλος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 85-93. Για τα παραθέματα που ακολουθούν βλ. Χαρίσιος Μεγδάνης, «Απογραφική έκθεση του μεσημβρινού μέρους της Μακεδονίας», εκδ. στο: Mιχ. A. Καλινδέρης, Γραπτά μνημεία από την Δυτ. Μακεδονία χρόνων της Τουρκοκρατίας, Πτολεμαΐδα 1940, σ. 11-25.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

205

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

205

Στην τοπαρχία του Τσαρτσαμπά: Οἱ πρόσοδοί των [χωριά Τούρκων και Ελλήνων] εἶναι κοινῶς ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν· Για τα χωριά της τοπαρχίας των Σερβίων ο ίδιος σημειώνει: Τὰ πεδινὰ κάμνουν ἀρκετὰ γεννήματα, λινάριον, κανάβιον, καπνόν, τὰ ὀρεινά, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ περισσότερα, εἶναι ὀλιγότερον γεννηματοφόρα, οἱ κάτοικοί των ἀναπληροῦσι τὴν ἔλλειψιν ταύτην μὲ τὴν περίσσευσιν τῆς κτηνοτροφίας ἀπὸ πρόβατα, αἰγίδια, ἀγελάδια καὶ χοίρους, ὅπου γίνεται βαλάνιον.

Για τους κατοίκους του Βελβεντού ο ίδιος σημειώνει ότι ἡ γεωργικὴ καὶ ἡ κτηνοτροφία εἶναι ἀπὸ τοὺς κοινοὺς πόρους τῶν προσόδων των, ενώ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην καλλιέργεια του λιναριού και των ροδακίνων. Η κτηνοτροφία, κυρίως αιγών και προβάτων, είναι αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων, και είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Μεγδάνη σε ένα σπήλαιο που βρίσκεται κοντά στο Βελβεντό: ... πρὸς τὸ Πιέριον εὑρίσκεται ἄντρον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾶ τις νὰ ἐμβῇ, ἐπειδὴ ἀναδίδει πνιγώδη ἀποφοράν. Ἡ παράδοσις διηγεῖται ὅτι ὅσοι ἐμβῆκαν ἢ δὲν ἐξῆλθον ἢ ἐξελθόντες ἐξέστησαν τῶν φρενῶν των. Τὸ αὐτὸ λέγουσι νὰ πάσχωσι καὶ ἀπὸ τὰ πρόβατα καὶ αἰγίδια, ὅσα ἑλκυόμενα ἀπὸ τὴν περὶ τὸ στόμα τοῦ ἄντρου χλόην πλησιάσωσιν εἰς αὐτό. Τὸ δύσβατον τοῦ τόπου βοηθεῖ εἰς τοὺς ποιμένας νὰ μὴν βλάπτωνται συχνὰ τὰ βοσκήματά των, εἰδὲ μὴ ἤθελεν ἀναπληροῖ τοῦτο ἡ προσοχή των.

Επίσης, οι κάτοικοι του ορεινού Καταφυγίου, που ήταν γνωστοί ως ξυλοκόποι, προμηθευτές οικοδομικής και ναυπηγικής ξυλείας, τρέφουσι καὶ πρόβατα καὶ αἰγίδια. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής, που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Κοζάνης (νότια και νοτιοανατολικά αλλά και βορειοδυτικά στην περιφέρεια του Τζουμά) και Σερβίων στις αρχές του 16ου αι. –αν εξαιρέσουμε τους αστικούς πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια και τον γειτονικό οικισμό Αυλές από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης (πιθανότατα το 1426 ή και νωρίτερα)–, ήταν πληθυσμοί Γιουρούκων. Ο όρος στο οθωμανικό πλαίσιο σήμαινε κυρίως τους νομάδες κτηνοτρόφους, που παρείχαν βοηθητικές υπηρεσίες στον στρατό, και για τον λόγο αυτό συνήθιζαν να τους εγκαθιστούν σε περιοχές στρατιωτικού ενδιαφέροντος. Οι Γιουρούκοι τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους πιθανότατα να συνέχιζαν τον ημινομαδικό βίο, ξεχειμάζοντας τα κοπάδια τους στις περιοχές της Βέροιας και της Βόρειας Θεσσαλίας (Ελασσόνα και Λάρισα), ενώ στη συνέχεια σταδιακά στράφηκαν στη


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

206

5/15/14

1:51 AM

206

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

γεωργική καλλιέργεια, δημιουργώντας μόνιμους οικισμούς. Στα φορολογικά κατάστιχα της επαρχίας Σερβίων του 16ου αι. που δημοσίευσαν και μελέτησαν οι Καμπουρίδης και Σαλακίδης εμφανίζονται να καλλιεργούν αρχικώς μόνο δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη κ.ά.), ενώ αργότερα αυξάνουν τις καλλιέργειες δημητριακών αλλά επιδίδονται και στη βαμβακοκαλλιέργεια, την αμπελοκαλλιέργεια κ.ά. Η ενασχόλησή τους με τη γεωργία συνδυάζεται πάντα με την εξάσκηση της κτηνοτροφίας. Την πρώτη περίοδο της εγκατάστασής τους φαίνεται πως η γεωργία συνδυάζεται με συμμετοχή στη στρατιωτική οργάνωση της περιοχής.22 Στην Κοζάνη, τον κατά βάση γεωργικό χαρακτήρα της οποίας επισημαίνει ο Καλινδέρης στις πρώτες σελίδες του έργου του για τις συντεχνίες, πραγματοποιούνταν η επεξεργασία σημαντικού μέρους από τα προϊόντα της κτηνοτροφίας της ευρύτερης περιοχής. Στην πόλη υπήρχε οργανωμένη συντεχνία βυρσοδεψών (από το 1826), υφαντών αλλά και κρεοπωλών (από το 1768). Με αφορμή την τελευταία, ο Καλινδέρης σημειώνει:23 Ἡ ὕπαιθρος παρεῖχεν εἰς αὐτὴν [Κοζάνη] ἄφθονα θρέμματα, προτιμουμένου παρὰ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως τοῦ κρέατος τῶν προβάτων, ὀλιγώτερον τῶν γιδιῶν –τὸ ὁποῖον συνηθίζουν νὰ τρώγουν περισσότερον εἰς Σιάτισταν καὶ Σέλιτσαν– τῶν βοῶν καὶ τῶν χοίρων ἐκ τῶν χοιροτρόφων περιοχῶν τῶν Χασίων κυρίως προερχομένων. Προστάτην ἅγιον εἶχον οἱ κρεοπῶλαι τὸν Ἀρχάγγελον Μιχαήλ, τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ ὁποίου (8 Νοεμβρίου) ἑώρταζον εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου (εἰς παρακκλήσι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ).

Στη Βλάστη, παρότι η γεωργία είχε πρωτεύουσα σημασία για τους μόνιμα εγκατεστημένους κατοίκους (καλλιεργούσαν βρίζα, σιτάρι, κριθάρι, αμπέλια), διατηρούσαν μικρά αλλά υπολογίσιμα για την οικογενειακή οικονομία οικόσιτα κοπάδια από 30-40 αιγοπρόβατα, όπως είδαμε ήδη ότι συμβαίνει σε όλη την ευρύτερη περιοχή, και μια ή δύο αγελάδες ανά νοικοκυριό. Η κτηνοτροφική φυσιογνωμία της κοινότητας ολοκληρωνόταν από την παρουσία μεγάλων μετακι22

23

Βλ. αναλυτικά, Κ. Καμπουρίδης – Γ. Σαλακίδης, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 17, 24-25, 136-180. Στα εν λόγω κατάστιχα δεν γίνεται αναφορά σε πρόβατα, διότι η είσπραξη του φόρου των προβάτων γινόταν από την κεντρική εξουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως για τη σημασία της κτηνοτροφίας στην περιοχή, όσον αφορά τους χριστιανούς –οι οποίοι εξέτρεφαν και χοίρους– αλλά και τους μουσουλμάνους. Σε ένα κατάστιχο αναφέρεται ότι στον ποταμό Αλιάκμονα υπήρχε γέφυρα για το πέρασμα των προβάτων, που απέδιδε ετησίως 7.000 άσπρα. Mιχ. A. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 3-4, 43-58, 63-72, 76-77.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

207

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

207

νούμενων κοπαδιών, που ξεκαλοκαίριαζαν στα λιβάδια της και ανήκαν σε σαρακατσάνους, βλάχους αλλά και κοπατσαραίους κτηνοτρόφους. Ορισμένοι από αυτούς τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους αγοράζουν και οικίες αποδήμων κατοίκων ήδη από τα μέσα του 19ου αι., ενώ από τις αρχές του 20ου αι. αναφέρονται και οικοδομήσεις οικιών από τον Καλινδέρη, ο οποίος παραθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για το μέγεθος των κοπαδιών, την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, βουτύρου και κασεριού, την καταγωγή των τσελιγκάδων, τους τόπους όπου παραχείμαζαν στη Θεσσαλία και στην Κεντρ. Μακεδονία κ.ά.24 Η τυροκομία της Βλάστης οφείλει τη φήμη της στη μεγάλη αυτή κτηνοτροφία. Η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων και τυριών, που προορίζονται για πώληση και εμπορική εκμετάλλευση, όπως το κασέρι, το βούτυρο και το μανούρι, εξομοιώνει την τυροκομία της Βλάστης –όσον αφορά τους στόχους του «τεχνικού συστήματος» που ακολουθούνταν– με εκείνες των Βλαχοχωρίων των Γρεβενών που αναφέραμε ήδη (παραγωγή κεφαλοτυριού, βουτύρου κ.λπ.), της περιοχής Ασπροποτάμου Τρικάλων (κασέρι) και των Αγράφων (κασέρι και γραβιέρα).25 Το σύστημα αυτό διαφοροποιείται από εκείνα της μικρότερης κτηνοτροφίας, τα οποία στόχευαν στην παραγωγή τυριών τοπικής εμβέλειας, που προορίζονταν για τις ετήσιες ανάγκες των νοικοκυριών (μπάτζος, ανεβατό, βούτυρο κ.ά.). Υπολογίσιμη μετακινούμενη κτηνοτροφία διέθεταν και τα γειτονικά Νάματα (παλ. Πιπιλίστσα), κτισμένα σε υψόμετρο 1.200 μ. στο Άσκιο (ή Σινιάτσικο). Μάλιστα μεταπολεμικά, μετά τις καταστροφές που υπέστη ο οικισμός κατά την Κατοχή και τη μείωση των γεωργικών καλλιεργειών, η κτηνοτροφία διατήρησε αξιόλογη ακμή. Τα καλοκαίρια οι κτηνοτρόφοι αντιμετώπιζαν έλλειψη βοσκοτόπων, και γι’ αυτόν τον λόγο πήγαιναν κάποια κοπάδια στην Πρέσπα (Ντριάνα), στα Όντρια, στο Νεστόριο, στο Βέρμιο κ.α. Παραχείμαζαν στη Θεσσαλία (στη Μαγνησία, στον Τύρναβο, στο Δαμάσι κ.α.) και στην Κεντρ. Μακεδονία (περιοχή Λαγκαδά-Βόλβης). Τυροκομούσαν κυρίως μανούρι, κεφαλοτύρι, μπάτζο, κασέρι, μυζήθρα (ούρδα).26 24

25

26

Mιχ. A. Καλινδέρης, Ο βίος της κοινότητος Βλάτσης επί τουρκοκρατίας εις το πλαίσιον του δυτικομακεδονικού περιβάλλοντος, Θεσσαλονίκη 1982. Ο Καλινδέρης υπολογίζει σε πάνω από 120.000 τον αριθμό των αιγοπροβάτων των κτηνοτρόφων της Βλάστης στις αρχές του 20ου αιώνα. Το κασέρι ή κασκαβάλι είναι ιδανικό, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ελαφρώς ξινισμένα γάλατα, και διατηρείται, όταν μεταφέρεται σε μεγάλες αποστάσεις· βλ. Ευάγγ. Καραμανές, «Τα συστήματα τυροκομίας της Πίνδου: συνέχειες και ασυνέχειες», Η ιστορία του ελληνικού γάλακτος και των προϊόντων του. 10ο Τριήμερο Εργασίας, Ξάνθη, 7-9 Οκτωβρίου 2005, Αθήνα 2008, σ. 425-449. Γρ. Δ. Παπαθωμάς (αρχιμ.) – Αναστασία Δ. Παπαθωμά-Πηλιούρη, Από δωρικά νάματα,


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

208

5/15/14

1:51 AM

208

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

Η Γαλατινή της επαρχίας Βοΐου είναι χτισμένη σε κοιλάδα που περικλείεται από βουνά, κυρίως από το Άσκιο όρος, που υψώνεται μεταξύ των επαρχιών Βοΐου και Εορδαίας, και τη Βέλια, προς τη Σιάτιστα στα νότια, σε υψόμετρο 1.010 μ. Οφείλει τη σημερινή ονομασία27 της στη μεγάλη κτηνοτροφία, που είχε αναπτυχθεί προπαντός στο παρελθόν, αλλά και σήμερα, καθώς και στα εκλεκτά γαλακτοκομικά προϊόντα που παράγει, τα οποία έχουν βραβευθεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοι της Γαλατινής στράφηκαν νωρίς προς την κτηνοτροφία (πολύ λιγότερο στη γεωργία), λόγω του ορεινού χαρακτήρα της περιοχής στις πλαγιές του όρους Βέλια και στις υπώρειες του Ασκίου όρους, καθώς και λόγω του άγονου σε μεγάλο βαθμό εδάφους. Για τους ίδιους λόγους πολλοί κάτοικοι στράφηκαν, ως πλεονάζον εργατικό δυναμικό, στα παραδοσιακά οικοδομικά επαγγέλματα, και κυρίως προς αυτό του κτίστη, αλλά και του μαραγκού, ξυλογλύπτη κλπ., καθιστώντας τη Γαλατινή ένα από τα πιο ονομαστά χωριά κτιστών (γνωστά ως «μαστοροχώρια») της Δυτ. Μακεδονίας.28 Τα κοπάδια της Γαλατινής εκτρέφονταν κυρίως στο χωριό, σε χτισμένα μαντριά με στέγες από κεραμίδια, και δεν μετακινούνταν στα πεδινά, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις (αναφέρεται παραχείμαση στην περιοχή Κατερίνης το 1925-1927 με καταστροφικές συνέπειες για τα πρόβατα). Μετά τις απαγορευτικές για την αιγοτροφία αποφάσεις του Ι. Μεταξά, εκτρέφονταν αποκλειστικά πρόβατα, ενώ τα γίδια εμφανίστηκαν ξανά τη δεκαετία του 1970, όταν μειώθηκαν τα κοπάδια και η κτηνοτροφία έγινε σταυλισμένη. Ση-

27

28

τα Νάματα (Πιπιλίστσα) Ασκίου-Βοΐου Κοζάνης, Κατερίνη 2013, κυρίως σ. 203-205, 348-358, 458-459. Παλαιότερα λεγόταν Κοντσ(ι)κό, δηλ. αλογοχώρι, καθώς είχε πολλά άλογα (σλαβ. kon: άλογο). Βλ. Παν. Καμηλάκης, «Γαλατινή Βοΐου Κοζάνης, μια ορεινή κωμόπολη της Δυτικής Μακεδονίας» στο: Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα για λαογραφική έρευνα, Ψηφιακή εφαρμογή (DVD), που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του υποέργου «Ανάπτυξη εκπαιδευτικής εφαρμογής πολυμέσων λαϊκού πολιτισμού» του έργου «Ανάπτυξη Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης του Λαϊκού Πολιτισμού» (2004-2008) του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», επιστ. υπεύθ. Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, επιμ. εφαρμογής: Ευάγγ. Καραμανές, Αθήνα 2008. Επίσης, Παν. Καμηλάκης, Λαογραφική αποστολή εις νομόν Κοζάνης (από 16 Σεπτ. – 15 Οκτ. 1975). ΚΕΕΛ/Ακαδημία Αθηνών 1975, 1049 σελ. [ΚΛ, χφ 3803, σ. 45-47, Γαλατινή Βοΐου, συλλ. Παν. Καμηλάκης, 1975]. Βλ. επίσης, Ευθ. Λαζόγκας, Η Γαλατινή. Τραγούδια, έθιμα, λαϊκή δημιουργία, Λάρισα 1973· Ν. Γκαντώνας, Γαλατινή. Ιστορικά, λαογραφικά Δυτ. Μακεδονίας. Μέρος πρώτον: ιστορία. Μέρος δεύτερον: λαογραφία, Θεσσαλονίκη, 1987· Γ. Π. Τσότσος, Γαλατινή Βοΐου Κοζάνης. Ανθρωπογεωγραφική, λαογραφική προσέγγιση δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 1998, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

209

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

209

μειώνουμε ότι στα χωριά του Δυτ. Βοΐου υπήρχαν περισσότεροι κτηνοτρόφοι που ξεχείμαζαν στα πεδινά, ενώ ορισμένοι κτηνοτρόφοι έστελναν τα γίδια στα χειμαδιά και κρατούσαν τα πρόβατα στο χωριό.29

 Σημαντική εδραία κτηνοτροφία είχαν αρκετά χωριά της περιοχής Κοζάνης και Βοΐου, όπως προκύπτει από τη μελέτη των λαογραφικών πηγών. Αναφέραμε ήδη την εκτροφή χοίρων σε οικιακή βάση. Το παστό κρέας του χοίρου, και κυρίως το λίπος του, αποτελούσε τον διατροφικό ταμιευτήρα της αγροτικής οικογένειας στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Θυμίζουμε ότι στην περιοχή το λάδι της ελιάς ήταν δυσεύρετο και σπανίως χρησιμοποιούνταν στη μαγειρική, ιδίως από τις φτωχότερες οικογένειες. Στη μαγειρική κυριαρχούσε το λίπος του χοίρου, όπως και το βούτυρο, που αφορούσε βεβαίως τα εύπορα νοικοκυριά. Τα χοιροσφάγια γίνονταν τα Χριστούγεννα, και μάλιστα με τελετουργικό τρόπο (γουρνοχαρά)· τότε έφτιαχναν λουκάνικα, παστό κρέας και λίπος, τα οποία διατηρούσαν για τις ανάγκες τους κατά το υπόλοιπο έτος. Για το Πάσχα διατηρούσαν ένα αρνί στο σπίτι, το λεγόμενο μανάρι. Το ζώο αυτό αποτελούσε συνήθως αντικείμενο φροντίδας των παιδιών, που το βοσκούσαν γύρω από τον οικισμό. Έμοιαζε περισσότερο με ζώο συντροφιάς (όπως θα λέγαμε σήμερα) και ήταν ιδιαίτερα φροντισμένο και καλοταϊσμένο, καθώς έτρωγε και πίτουρα. Σφαζόταν κατά τρόπο εθιμικό πριν από το Πάσχα, και με το κρέας του μαγειρευόταν η μαγειρίτσα (από τα έντερά του) και το γκιβέτσι της Πασχαλιάς. Σημαντικό ορόσημο για την ποιμενική ζωή στον κύκλο του έτους είναι η εορτή του αγ. Γεωργίου στις 23 Απριλίου, όταν συγκροτούνταν τα θερινά κοπάδια και μισθώνονταν οι νέοι βοσκοί (ρόγιασμα). Στην περίπτωση των μεγαλύτερων ημινομαδικών κοπαδιών στα Κοπατσαροχώρια, δυο-τρεις κτηνοτρόφοι ένωναν τα κοπάδια τους και έφτιαχναν ένα «φαλκάρι», το οποίο είχε κοινή στάνη, και συνήθως προσλάμβαναν και τυροκόμο (μπάτζιο) για την παρασκευή των τυριών. Η κατανομή του γάλακτος στους κτηνοτρόφους γινόταν με τη διαδικασία του γαλομετρήματος, που εξασφάλιζε την παροχή της μέγιστης ποσότητας γάλακτος ανά ημέρα σε καθέναν από τους συμμετέχοντες (και σε εκείνους που είχαν λιγότερα ζώα), ώστε να μπορεί να τυροκομήσει. Όσον αφορά τα μικρότερα κοπάδια, οι κάτοικοι τα παρέδιδαν του αγ. Γεωργίου στη φροντίδα κτηνοτρόφων, οι οποίοι προσελάμβαναν και νέους βοσκούς (τζιουμπάνους). Επίσης, την ίδια περίοδο όριζαν και τους βοσκούς των μεγάλων ζώων του χωριού. Συνήθως συγκροτούσαν ένα κοπάδι με τα άλογα, τις φο29

Βλ. Τσότσος, Γαλατινή Βοΐου Κοζάνης, σ. 445.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

210

5/15/14

1:51 AM

210

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

ράδες και τα μουλάρια, ένα άλλο με τα στείρα, δηλ. τα δαμάλια, τα βόδια και τις δαμάλες, και ένα τρίτο με τα γελάδια, που περιελάμβανε τις γαλακτοφόρες αγελάδες και τα υποζύγια (γαϊδούρια, αροτριώντες βόες κλπ.). Οι εποχικές αυτές συμφωνίες διατηρούνταν ως την εορτή του αγ. Δημητρίου (26 Οκτωβρίου). Τότε χώριζαν τα πρόβατα κάθε νοικοκυριού από τα κοπάδια, και καθένας τα κρατούσε στο σπίτι του ως την εορτή του αγ. Γεωργίου.30 Στα Σέρβια η εδραία κτηνοτροφία συνδυαζόταν με τη νομαδική των σαρακατσάνων ποιμένων, που εγκαθιστούσαν τα θερινά μαντριά τους στην ορεινή Σιάπκα της Καστανιάς Σερβίων. Στο σημείο αυτό είχαν τη συνήθεια να «παραθερίζουν» και πολλοί Σερβιώτες. Τα κυριότερα τυριά ήταν η φέτα, το τουλουμίσιο, ο μπάτζος και το κασέρι. Επίσης, παραγόταν μυζήθρα και απαραίτητο ξινόγαλο, που κουβαλούσαν μαζί τους οι βοσκοί μέσα στο γαλοδέρματο.31 Στο Βελβεντό η κτηνοτροφία ήταν επίσης μόνιμα εγκατεστημένη στο χωριό. Οι «γεροί νοικοκυραίοι» είχαν πάνω από εκατό γιδοπρόβατα, που δεν τα βοσκούσαν οι ίδιοι αλλά βοσκοί (τζιουμπάνοι). Αποκαλούνταν κεχαγιάδες ή τσελιγκάδες. Το χωριό διέθετε πέντε κύρια βοσκοτόπια (Παλιόχωρα, Καρυές, Παλιοχάμα, Ιμίρ-Τσιαΐρ, Κεραμίδα), όπου βοσκούσαν τα ζώα από του Ευαγγελισμού έως του αγ. Δημητρίου. Οι κτηνοτρόφοι είχαν πρόσβαση στους βοσκότοπους είτε ενοικιάζοντάς τους από τους μπέηδες είτε πληρώνοντας φόρο στην κοινότητα. Οι κεχαγιάδες έπαιρναν στο κοπάδι τους και τα ζώα των υπόλοιπων κατοίκων, όπως συνέβαινε σε όλα τα χωριά, έναντι ρόγας. Τον χειμώνα τα ζώα ταΐζονταν με φασουλόφυλλα (φασ’λόφ’λλα) ή σανό. Η Τζινίκου-Κακούλη καταγράφει πολλές πρακτικές απότισης φόρου τιμής στα ζώα από τους κατοίκους. Κατά το δειλινό, όταν τα μεγάλα ζώα (βόδια και άλογα) γύριζαν στο χωριό από τη βοσκή και οι γυναίκες ξαπόσταιναν στα κατώφλια των σπιτιών (σημαντικότατο ημιδημόσιο χώρο γυναικείας καθημερινής κοινωνικότητας), εκείνες σηκώνονταν όρθιες, για να τα τιμήσουν (προυσκώνουνταν στα πράματα). Όπως σε όλη την Ελλάδα, όταν ο αρχηγός τους σπιτιού (ο τρανός) έκοβε την πίτα την Πρωτοχρονιά, έκοβε και ένα φιλί (κομμάτι) πίτας για τα ζωντανά. Πλούσιο ήταν και το απόθεμα κτηνιατρικών γνώσεων για την περιποίηση των ζώων, η απλή αναφορά στο οποίο, με βάση τις λαογραφικές καταγραφές που έχουν γίνει, θα αποτελούσε αντικείμενο ειδικής εργασίας. Οι 30

31

Κ. Καραπατάκης «Ραμπόζι, τσέτλες και μαντάνια», Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου, 1979· επίσης, Τσότσος, Γαλατινή Βοΐου Κοζάνης, σ. 345-346, 383, 445-450, και Καραμανές, ό.π., σ. 239-242, όπου και σχετική βιβλιογραφία και πρωτογενείς πηγές για το θέμα. Για την οργάνωση του χρόνου στον χώρο της Μακεδονίας βλ. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας», σ. 385. Κοσμ. Κλ. Σαββιλωτίδης – Χρυσάνθη Δ. Τζήρα, Τα Σέρβια του χθες, 1823-1944. Εκατόν είκοσι χρόνια ζωής, Σέρβια 2001, σ. 345, 370-376.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

211

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

211

τσοπάνηδες προέβαιναν σε μετεωρολογικές προβλέψεις με βάση τη συμπεριφορά των ζώων. Τα φταρνίσματά τους προμηνούσαν βροχή, ενώ ο περίεργος τρόπος βόσκησης χιονόπτωση. Κάθε συμφορά στο κοπάδι (επίθεση από λύκο, ασθένεια) πίστευαν ότι προέρχεται από βασκανία (γητειά) ή κλοπή αγαθού από το σπίτι του κεχαγιά (ζαβιά). Για τον λόγο αυτό έψαχναν να εντοπίσουν τον υπαίτιο. Ο τρόπος σκέψης και δράσης των κατοίκων εδραζόταν σε ένα μαγικοθρησκευτικό υπόβαθρο, που και αυτό αποτελεί μια πτυχή της σχέσης τους με τον φυσικό κόσμο, θέμα που επίσης δεν θα αναλύσουμε εδώ.32

 Εκτός από τους κτηνοτρόφους και τους έμμισθους βοσκούς, οι οποίοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφική (και γεωργοκτηνοτροφική) δραστηριότητα, ζούσε ένας πληθυσμός τεχνιτών και άλλων επαγγελματιών, που συνδεόταν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με αυτή: τυροκόμοι, υφαντές, ραφτάδες, βυρσοδέψες, τσαγκάρηδες, σαμαράδες, κιρατζήδες, ξυλοκόποι, οικοδόμοι. Χαρακτηριστικό όλων αυτών ήταν η κινητικότητα μέσα στον χώρο. Η πιο σημαντική σε μέγεθος επαγγελματική ομάδα ήταν οι κιρατζήδες ή αγωγιάτες, οι οποίοι εξασφάλιζαν τον εφοδιασμό και την επικοινωνία των ορεινών κοινοτήτων με τον υπόλοιπο κόσμο. Η μεταφορά διατροφικών ειδών αποτελούσε την κύρια δραστηριότητά τους, μετέφεραν, ωστόσο, και αλάτι για τα ζώα των κοπαδιών καθώς και υφαντά, χαλιά και τυροκομικά προϊόντα. Όσο για τους οικοδόμους, αυτοί ήταν πολυάριθμοι κυρίως στα χωριά της Ανασελίτσας (μαστοροχώρια του Βοΐου) αλλά και στα Κοπατσαροχώρια. Οι οικοδόμοι ταξίδευαν μέχρι τη Λακωνία στην Πελοπόννησο ή την Κωνσταντινούπολη, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις δούλευαν και στις κοντινές περιοχές.33 Εκτός όμως από τις μετακινήσεις των επαγγελματικών ομάδων, η περιοχή παρουσιάζει μία παράδοση κίνησης και εγκατάστασης πληθυσμών, που έχει τύχει μελέτης από τους ειδικούς. Οι μετακινήσεις οικισμών ή κατοίκων τους σε σχετικά κοντινές αποστάσεις είναι ένα όχι σπάνιο φαινόμενο, ιδίως μετά από 32

33

Αθηνά Τζινίκου-Κακούλη, Λαογραφικοί αντίλαλοι του Βελβεντού, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-113. Για την πρόγνωση του καιρού από τη συμπεριφορά οικόσιτων και αγελαίων ζώων βλ. Δ. Α. Κρεκούκιας, Τα προγνωστικά του καιρού εις την αρχαίαν, την μεσαιωνικήν και την νεωτέραν Ελλάδα, Αθήνα 1966, σ. 44-57. Για τη λαϊκή μετεωρολογία στον Πόντο βλ. Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, Η λαϊκή μετεωρολογία στον Πόντο και τα φυσικά φαινόμενα, Θεσσαλονίκη 2007. Επίσης βλ. Patrick Cronin, Greek Popular Meteorology from Antiquity to the Present. The Folk-Interpretation of Celestial Signs, The Edwin Mellen Press, Lewiston New York, Queenston, Lampeter 2010. Βλ. τη μελέτη του Παν. Καμηλάκη στον παρόντα τόμο.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

212

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

212

καταστροφές σε έκρυθμες περιόδους.34 Μετά τα μέσα του 19ου αι. πολλά τσιφλίκια της περιοχής, που βρίσκονται σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, μικρά συνήθως σε μέγεθος, περνούν από τα χέρια τούρκων γαιοκτημόνων σε Έλληνες και Εβραίους. Πληθυσμοί από γειτονικές περιοχές με όμοια τοπική οικονομία εγκαθίστανται σε αυτά. Χασιώτες από τσιφλικικά χωριά μετακινούνται σε αντίστοιχα χωριά στον Τσιαρτσιαμπά και στα Σέρβια, αλλά και μακρύτερα, στη Γευγελή, στη Χαλκιδική, στις Σέρρες κ.α.35

 Από τα στοιχεία που παραθέσαμε διαπιστώνουμε ότι η περιοχή που εξετάζουμε διαθέτει ένα πλούσιο τεχνικό πολιτισμικό κεφάλαιο γνώσεων, όσον αφορά την κτηνοτροφία. Η τεχνολογία που χρησιμοποιούνταν στο παραδοσιακό πλαίσιο παρουσίαζε ομοιογένεια, υπήρχε ένα κοινό απόθεμα τεχνικών γνώσεων, όσον αφορά τις τεχνικές διαδικασίες με την ευρύτερη έννοια (διαχείριση των κοπαδιών, ζωοτροφές, ασθένειες, προστασία από απειλές, παρασκευή προϊόντων του γάλακτος κλπ.), αλλά οι στρατηγικές, ωστόσο, που είχαν αναπτυχθεί σε κάθε επιμέρους περιοχή (Βλαχοχώρια, Κοπατσαροχώρια, Βόιο, Χάσια, Τσιαρτσιαμπάς), στο πλαίσιο μιας εφευρετικής οικονομικής πολυπραγμοσύνης, την οδηγούσαν σε μια διαφορετική σύνθεση, η οποία ακολουθούσε τις επιταγές που έθετε το φυσικό περιβάλλον και οι ευρύτερες οικονομικές συνθήκες, δίνοντας έμφαση σε διαφορετικές παραγωγικές προτεραιότητες και επιμέρους τεχνικά συστήματα περί την κτηνοτροφία, τη γεωργία και τον συνδυασμό τους. Η θέση κάθε πληθυσμιακής ομάδας σε αυτό το σύστημα είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας: οι εμπορικές ασχολίες και η μεγάλης κλίμακας κτηνοτροφία στους Βλάχους, το γεγονός ότι τα χωριά των Χασίων ήταν τσιφλικοχώρια, ο συνδυασμός της ημινομαδικής κτηνοτροφίας με τη γεωργία στα Κοπατσαροχώρια ή τα μακρινά ταξίδια των μαστόρων της Ανασελίτσας, η εμπορική και διοικητική οντότητα –με διαφορετική κατά περίπτωση επιρροή και σημαντικότητα– των πόλεων της Κοζάνης, των Γρεβενών, της Σιάτιστας, των Σερβίων, της Νεάπολης, αποτελούν φαινόμενα που εγγράφονται σε ιστορικές διάρκειες σχετικά μακρές. Όταν εντάξουμε τους κατοίκους της περιοχής στο ιδιαίτερο πλαίσιο αναφοράς τους, διαπιστώνουμε ότι αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, στον οποίο έχει 34

35

Περιγραφή του φαινομένου στην περιοχή Γρεβενών, με αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα οικισμών και σχετική βιβλιογραφία, βλ. στο Καραμανές, ό.π., σ. 32-33. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας», σ. 332-333.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

213

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

213

αποκρυσταλλωθεί η εμπειρία του παρελθόντος, μέσα από την οποία προέρχονται τόσο οι τρόποι πρόσληψης και κατανόησης των καταστάσεων όσο και οι τρόποι δράσης, όπως δείξαμε σε προηγούμενες εργασίες μας για την περιοχή Γρεβενών. Για παράδειγμα, οι τυροκόμοι που εργάζονταν στα Κοπατσαροχώρια γνώριζαν τον τρόπο παρασκευής του κεφαλοτυριού, δεν μπορούσαν όμως με κανένα τρόπο να εξετάσουν το ενδεχόμενο παρασκευής άλλου τυριού εκτός από τον μπάτζο και τα προϊόντα που προέρχονταν από την αλυσίδα παρασκευής του, βούτυρο, μυζήθρα ή μανούρι. Οι διαφορές στις γαμήλιες στρατηγικές των Βλάχων και των Κοπατσαραίων, δεδομένης της διαφορετικής τους κοινωνικής οργάνωσης, είναι της ίδιας τάξης. Καθένας από τους γειτονικούς πληθυσμούς της περιοχής κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στην πολιτισμική κατανομή των παραγωγικών δραστηριοτήτων μιας αρκετά ευρύτερης περιοχής: δεν ήταν καν απαραίτητο να οριστεί χωρικά αυτή η «ζώνη». Ταυτιζόταν κάθε φορά με την ακτίνα, όπου έφτανε κάθε παραγωγική δραστηριότητα των κατοίκων, και εξαρτιόταν με τη σειρά της από τις γενικότερες οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Σημειώνουμε ότι κάποιες από τις όψεις αυτής της διαφοροποίησης δεν έτειναν προς την ομοιομορφία, ακόμη και μετά τις μεγάλες ανακατατάξεις, όπως αυτές που προκλήθηκαν από την αγροτική μεταρρύθμιση, τον Εμφύλιο και τις δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, η οργάνωση της εργασίας χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη διαφοροποίηση. Όπως έχει δείξει η Άλκη Κυριακίδου, η σχέση κάθε τοπικής κοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνεται μέσα στη μακρά χρονική διάρκεια του παραδοσιακού πολιτισμού. Οι άνθρωποι οικειοποιούνται τους πόρους του φυσικού περιβάλλοντος μέσω ενός συστήματος παραγωγής και συγκεκριμένων τεχνικών συστημάτων. Οι διαδικασίες αυτές εγγράφονται μέσα στον χώρο και αποτυπώνονται πάνω στο τοπίο που δημιουργεί η ανθρώπινη δραστηριότητα. Γι’ αυτό γίνεται λόγος από τους ειδικούς για πολιτισμικά τοπία, πάνω στα οποία αποτυπώνονται στοιχεία της τοπικής οικονομίας, της κοινωνικής οργάνωσης, της παραγωγής, του πολιτισμού.36 Η οικολογική ζώνη των αλπικών 36

Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά μελετήματα, Αθήνα 1975 (κυρίως τα κείμενα «Σημάδια του τόπου ή η λογική του ελληνικού τοπίου», σ. 15-40, και «Η οργάνωση του χώρου στον παραδοσιακό πολιτισμό», σ. 41-55). Επίσης, Β. Νιτσιάκος, Χτίζοντας το χώρο και το χρόνο, Αθήνα 2003, σ. 27-110. Ειδικά για την οργάνωση και την οικειοποίηση του χώρου στα Κοπατσαροχώρια των Γρεβενών βλ. Καραμανές, ό.π., κυρίως σ. 275-339. Για μια εξειδικευμένη προσέγγιση της διαμόρφωσης του τοπίου στην ορεινή Πίνδο, μέσω μιας πολιτισμικής διαδικασίας που εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, βλ. Παρ. Ποτηρόπουλος, Πολιτισμικές ταυτότητες στην Πίνδο, αδημοσ. διδακτ. διατρ., Πανεπ. Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2007. Βλ. επίσης τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο Θ. Παπαγιάννης – Αφροδίτη Σορώτου (επιμ.), Σε αναζήτηση του ελληνικού τοπίου, Αθήνα 2010.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

214

5/15/14

1:51 AM

214

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

λιβαδιών των ορεινών όγκων της περιοχής μας αντιστοιχούσε στην παραγωγική κτηνοτροφική δραστηριότητα των Βλάχων (και των Σαρακατσάνων), που την εκμεταλλεύονταν μέσω της βόσκησης των μεγάλων κοπαδιών των τσελιγκάτων. Στη ζώνη της βελανιδιάς, στις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου, οι Κοπατσαραίοι είχαν αναπτύξει ένα μεικτό σύστημα ημινομαδικής και εδραίας κτηνοτροφίας, που συνδυαζόταν με τη γεωργική καλλιέργεια. Σε σχετικές εργασίες μας έχουμε αναπτύξει τη σημασία για τη μόνιμη κτηνοτροφία της περιοχής των κλαδαριών από αποξηραμένα φύλλα βελανιδιάς ως χειμερινής ζωοτροφής. Είναι δύσκολο για μας σήμερα να φανταστούμε τον βαθμό παρέμβασης των κλαδαριών στο φυσικό τοπίο. Τα δέντρα αποψιλώνονταν από το φύλλωμά τους και οι κλαδαριές δέσποζαν με το χωνοειδές περίπου σχήμα τους στο τοπίο.37 Οι χωρικοί που έφτιαχναν τις κλαδαριές, ή φτιάχνουν, κατά τρόπο περιθωριακό βέβαια, ακόμη και σήμερα, είναι πεπεισμένοι ότι αποτελούν μια ιδανική ζωοτροφή, γεγονός που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Παράλληλα, καυχώνται για τη φροντίδα τους να προστατεύσουν το δάσος στο παραδοσιακό πλαίσιο και να εξασφαλίσουν την αειφορία των βελανιδιών σε φύλλωμα (και καρπό). Αν και οι κλαδαριές δεν αποτελούν απειλή για το δάσος, η υπερβολική βόσκηση το καταστρέφει, και τα φαινόμενα διάβρωσης των εδαφών στην περιοχή το μαρτυρούν κατά τρόπο αδιάψευστο. Διαφορετική είναι η στάση των κατοίκων των χωριών που βρίσκονται σε μεγαλύτερο υψόμετρο, πάνω από την οικολογική ζώνη της δρυός, όπως τα Βλαχοχώρια, όπου το σύνολο των κοπαδιών ξεχείμαζαν στους κάμπους. Αλλά και σε κάποια κοπατσάρικα χωριά, όπως η Καλλονή, της οποίας οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει από τα τέλη του 19ου αι. την κτηνοτροφία, στρεφόμενοι προς την υπερατλαντική μετανάστευση, οι κλαδαριές ήταν λιγότερο απαραίτητες. Τα «όρια», οικολογικά αλλά κυρίως πολιτισμικά, μεταξύ των χωριών που έφτιαχναν ή όχι κλαδαριές κατά το παρελθόν διακρίνονταν αρκετά καθαρά.38 Είναι γνωστό ότι με τη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας και την εγκατάλειψη της γεωργίας η δασοκάλυψη επεκτείνεται. Πρόσφατη εξειδικευμένη μελέτη δείχνει ότι στην περιοχή του όρους Όρλιακα Γρεβενών (Κοπατσαροχώρια) τα 37

38

Οι κλαδαριές ήταν δύο τύπων. Στην πρώτη περίπτωση τα κλαδιά με το φύλλωμα της βελανιδιάς τοποθετούνταν πάνω σε υψηλά διχαλωτά δέντρα, πράγμα που τα προστάτευε από τα κοπάδια. Στη δεύτερη τοποθετούνταν στο έδαφος και στερεώνονταν γύρω από ένα μεγάλο παλούκι, όπως οι θημωνιές. Αναλυτική περιγραφή της χρήσης των κλαδαριών ως χειμερινής διατροφής βλ. στο Καραμανές, ό.π., σ. 210-216. Μάλιστα, οι Βλάχοι θεωρούσαν κατώτερους αυτούς που κατοικούσαν μέσα στις βελανιδιές, σε χαμηλότερο από αυτούς υψόμετρο, και τους ονόμαζαν υποτιμητικά «Κουπατσαραίους», δηλ. αυτούς που ζούνε μέσα στις βελανιδιές. Αναλυτικότερα βλ. Καραμανές, ό.π., σ. 384-392.


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

1:51 AM

215

H KTHNOTPOΦIA ΣTHN ΠEPIOXH KOZANHΣ-ΓPEBENΩN

215

δάση εμφάνισαν έντονες τάσεις πύκνωσης και επικράτησης στο τοπίο, ενώ συρρικνώθηκαν οι λιβαδικές εκτάσεις των βοσκοτόπων.39 Το θέμα όμως, πέρα από τις γενικεύσεις, χρήζει περισσότερης και εξειδικευμένης μελέτης, διότι φαίνεται πως παρά τις μεταβολές που παρουσίασαν οι χρήσεις και η κάλυψη των γαιών, το δάσος όχι μόνο διατήρησε, αλλά παρουσίασε και αύξηση της ανομοιογένειας και της ποικιλομορφίας του, μία εξέλιξη που σχετίζεται με τις κατά τόπους αλλαγές στη μορφή της κτηνοτροφίας (σταβλισμένη ή όχι, ύπαρξη ημινομαδικών κοπαδιών, μέγεθος των κοπαδιών και δυνατότητες των βοσκοτόπων, ύπαρξη γεωργικής καλλιέργειας).

 Κλείνοντας αυτή την ανακοίνωση, θα ήθελα να σημειώσω ότι οι ερευνητές του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών έχουν από πολύ παλιά μια σημαντική και σχετικά άγνωστη παρουσία στη μελέτη του πολιτισμού της περιοχής, συμπεριλαμβανομένου του ποιμενικού βίου. Από τις αποστολές του Δ. Λουκόπουλου στα Χάσια στις αρχές της δεκαετίας του 1930, που συμπληρώνουν τις καταγραφές που πραγματοποίησε το 1913 ως επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων της προσφάτως απελευθερωμένης περιοχής, περνάμε στις μεταπολεμικές ηχογραφήσεις του Δ. Οικονομίδη στα Βλαχοχώρια των Γρεβενών, τις αποστολές του Αγγ. Δευτεραίου στη δεκαετία του 1960, του Γ. Αικατερινίδη στην περιοχή της Κοζάνης, του Παν. Καμηλάκη προπαντός από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980 σε όλο τον νομό Γρεβενών και στον νομό Κοζάνης, στις επιτόπιες έρευνες του γράφοντος στα κοπατσάρικα χωριά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και, στη συνέχεια, του Παρ. Ποτηρόπουλου στο Περιβόλι Γρεβενών και της Ζωής Μάργαρη στα χωριά του Τσιαρτσιαμπά και την Κοζάνη κατά την τελευταία δεκαπενταετία.40

39

40

Αικατερίνη Μήτκα, Μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης του τοπίου των Κοπατσαραίικων χωριών του νομού Γρεβενών με τη χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (GIS), μεταπτ. διατρ., Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 125. Βλ. επίσης Αλεξία-Κυριακή Γιαννακοπούλου, Αξιολόγηση τοπίου με σκοπό την ανάπτυξη οικοτουρισμού και δασικής αναψυχής κατά μήκος διαδρομών των νομάδων στην Βόρεια Πίνδο, μεταπτ. διατρ., Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2008. Η διεπιστημονική προσέγγιση –ανύπαρκτη προς το παρόν, παρότι το θεσμικό πλαίσιο στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα την επιτρέπει και την ενθαρρύνει (στη θεωρία τουλάχιστον)– θα μπορούσε να συμβάλει τα μέγιστα σε αρτιότερα αποτελέσματα των ερευνών. Βλ. Καραμανές, ό.π., σ. 82-85. Αναλυτικός κατάλογος του υλικού, που κατατέθηκε στο Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών από τους ερευνητές αλλά και φίλους


10_KARAMANES_189-216:PROTYPH_KOZANH

216

5/15/14

1:51 AM

216

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ

Ειδικότερα για τη μελέτη του υλικού βίου και της ποιμενικής ζωής, οι ερευνητές, που στηρίζονται στις μεθόδους της εθνογραφικής επιτόπιας έρευνας ή της προφορικής ιστορίας, καταγράφουν σημαντικές πληροφορίες από ηλικιωμένους βοσκούς, οι οποίοι εξακολουθούν να θυμούνται τις παλιές πρακτικές και συνήθειες του ποιμενικού βίου της εποχής της νιότης τους, επίσης εξετάζουν παλαιά ζητήματα υπό το πρίσμα των νεότερων επιστημονικών οπτικών ή θέτουν νέα, που προκύπτουν από τις σύγχρονες ανάγκες, στηριζόμενοι στις νεότερες έρευνες και στην αρκετά εμπλουτισμένη σε σχέση με παλαιότερα βιβλιογραφία. Οι ανακοινώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το παρόν Συνέδριο επιβεβαιώνουν τα παραπάνω και ενισχύουν το αίτημα για διεπιστημονική, συντονισμένη μελέτη της περιοχής, το οποίο παραμένει ένα από τα ζητούμενα.

της Λαογραφίας, εκπαιδευτικούς και άλλους, δημοσιεύεται στο Καραμανές, ό.π., σ. 401-403. Επίσης βλ. www.kentrolaografias.gr. Για τις επιτόπιες έρευνες ειδικότερα στον νομό Γρεβενών βλ. Παν. Ι. Καμηλάκης, «Οι επιτόπιες έρευνες (λαογραφικές αποστολές) του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών στην περιοχή Γρεβενών», Πρακτικά Δ΄ Επιστημονικού Συμποσίου για τα Γρεβενά: Ιστορία, τέχνη, πολιτισμός, περιβάλλον, Γρεβενά 9-12 Απρ. 2009 (υπό έκδοση).


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

217

Ίκαρος Μαντούβαλος

ΘEΣMIKEΣ ΣYNΔHΛΩΣEIΣ THΣ ῾EΛΛHNIKHΣ᾽ ΠAPOYΣIAΣ ΣTHN KENTPIKH EYPΩΠH: H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN (18ος ΑΙ. – ΑΡΧΕΣ 19ου ΑΙ.) Η μελέτη μετακινήσεων, ατόμων και ομάδων, η διερεύνηση της εγκατάστασής τους και των διαδικασιών ενσωμάτωσής τους στους τόπους υποδοχής, συνδέονται με ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, τη μετανάστευση, που υπερβαίνει κάθε προσπάθεια απλουστευτικών προσεγγίσεων, εξιδανικευτικής ερμηνείας, εθνοκεντρικής ή τοποκεντρικής θεώρησής του. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ενασχόληση ιστορικών με τον παροικιακό ελληνισμό αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα του φαινομένου, καθιστώντας σαφή την ανάγκη του εμπλουτισμού της ιστορικής έρευνας με μεθόδους και εργαλεία δανεισμένα από διάφορες επιστήμες και τάσεις (δημογραφία, κοινωνιολογία, ιστορική ανθρωπολογία, ιστορία των πόλεων, ιστορία της οικογένειας, ιστορία των νοοτροπιών κτλ.).1 Έτσι, εντάσσοντας στην οπτική του πολλά στοιχεία από τις διεθνείς θεωρητικές συζητήσεις της εποχής του, ο ιστορικός καλείται να ψηλαφήσει τη διαδρομή των παροικιών ως τμήμα της τοπικής ιστορίας των φιλοξενούντων κρατών, αναδεικνύοντας πτυχές της παρουσίας και της δράσης τους σε συνάρτηση με τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες των χωρών όπου συγκροτήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Συνεπώς, η ζωή των μεταναστών μέσα σε πολυεθνικά κράτη και κοσμοπολίτικα περιβάλλοντα δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί μέσα από το πρίσμα της πολύπλευρης παρουσίασης της μεταναστευτικής εμπειρίας ως μιας πορείας προσαρμογής των υποκειμένων, κινητικότητας (γεωγραφικής και κοινωνικής), ενσωμάτωσης ή/και αφομοίωσής τους στις κοινωνίες υποδοχής. Στην προσπάθεια αυτή έρχεται να προστεθεί και η ανίχνευση της φαντασιακής ή πραγματικής σχέσης των αποδήμων με τους τόπους καταγωγής τους, γεγονός που βοηθά στην πληρέστερη κατανόηση της διαπλοκής τους με τα υλικά δεδομένα, τις κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες της νέας τους πατρίδας.2 1

2

Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Από τις “ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού” στην ιστοριογραφία του μεταναστευτικού φαινομένου (15ος-19οςαι.)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας: Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, επιμ. Πασχ. Κιτρομηλίδης – Τριαντ. Σκλαβενίτης, τ. 2, Αθήνα 2004, σ. 223-249: 245. Λίνα Βεντούρα, «Μεταπολεμικές προσεγγίσεις στην ελληνική μετανάστευση», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας, ό.π., σ. 251-269: 267.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

218

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

218

Το θεσμικό πλαίσιο Υπ’ αυτήν την έννοια, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώθηκε το ελληνικό στοιχείο στην Κεντρ. Ευρώπη, με έμφαση στην ιστορική Ουγγαρία, και παράλληλα να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή Δυτικομακεδόνων εκεί, εστιάζοντας περισσότερο στους κοζανίτες απόδημους, που μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, σε αστικούς ή ημιαστικούς οικισμούς της Αψβουργικής Μοναρχίας, τον 18ο αιώνα.3 Ας σημειωθεί ότι μετακινήσεις πληθυσμών από τη ΝΑ4 στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη συντελούνταν ήδη από το δεύτερο μισό του 16ου αι., εξυπηρετώντας μεταξύ άλλων τις ανάγκες των τοπικών και διατοπικών αγορών. Βαλκάνιοι έμποροι, όπως Βλάχοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Σέρβοι, συμμετείχαν ενεργά στη διακίνηση εγχώριων πρώτων υλών, αγροτικών προϊόντων, υφασμάτων, μπαχαρικών, ξηρών καρπών και άλλων αγαθών, από το Levante προς την Τρανσυλβανία, μέσω Βλαχίας και Μολδαβίας. Τα προϊόντα αυτά είχαν ως τελικό προορισμό αγορές διαφόρων πόλεων της Κεντρ. και Β. Ευρώπης.5 Η προμήθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με δυτικά επεξεργασμένα προϊόντα τους παρείχαν επίσης τη δυνατότητα να ασκούν έλεγχο σε σημαντικό μέρος του εισαγωγικού της εμπορίου. Επομένως, οι μετατοπίσεις αυτές συντελέσθηκαν στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου και υπαγορεύτηκαν από τις οικονομικές συναλλαγές μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η σταδιακή, δηλαδή, ενσωμάτωση της οθωμανικής οικονομίας στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά και η διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνάρτηση με μια σειρά πολιτικών εξελίξεων που προσδιόρισαν εκ νέου το περιεχόμενο της επικοινωνίας 3

4

5

Για μια σύντομη επισκόπηση της οικονομικής μετανάστευσης Ελλήνων από τον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας στα εδάφη της Κεντρ. Ευρώπης βλ. Ίκαρος Μαντούβαλος, «Μεταναστευτικές διαδρομές από τον χώρο της Μακεδονίας στην ουγγρική ενδοχώρα (17ος αιώνας – αρχές 19ου αιώνα)», στο: Ι. Σ. Κολιόπουλος – Ιάκ. Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά, 17ος, 18ος και 19ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 178-235, όπου και σχετική βιβλιογραφία. Για μια τυπολογική διάκριση των μαζικών μεταναστεύσεων από τον βαλκανικό στον οθωμανικό και εξω-οθωμανικό χώρο (15ος-19ος αι.) βλ. Olga Katsiardi-Hering, «Migration von Bevölkerungsgruppen in Südosteuropa vom 15. Jahrhundert bis zum Beginn des 19. Jahrhundert», Südostforschungen 59/60 (2001) 121-148. Marta Bur, «Das Raumergreifen balkanischer Kaufleute im Wirtschaftsleben der ostmitteleuropäischen Länder im 17. und 18. Jahrhundert», στο: Vera Bácskai (επιμ.), Bürgertum und bürgerliche Entwicklung in Mittel- und Osteuropa, Βουδαπέστη 1986, σ. 17-88· Cvetana Georgieva, «Les rapports de commerce entre l’Empire Ottoman et la Pologne et les terres bulgares en XVIe siècle», Bulgarian Historical Review 6 (1978) 38-51.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

219

219

ανάμεσα στην Ανατολική και στην Κεντρ. και τη Β. Ευρώπη (π.χ. η διάσπαση της Ουγγαρίας σε τρεις πολιτικές ενότητες, το 1541), δημιούργησαν νέες οικονομικές συνθήκες και ευκαιρίες για τους οθωμανούς υπηκόους.6 Η Τρανσυλβανία, που λειτούργησε από το 1541 έως το 1699 ως ημιαυτόνομη ηγεμονία, φόρου υποτελής στον σουλτάνο, έμελλε να αναδειχθεί τον 17ο και 18ο αι. σε πεδίο εμπορικού ανταγωνισμού, με πρωταγωνιστές από τη μια μεριά τους Έλληνες και Αρμένιους και από την άλλη τις εγχώριες εμπορικές ομάδες και την τάξη των Σαξόνων. Ωστόσο, οι κατά καιρούς πιέσεις που ασκούσαν στις τοπικές αρχές οι έμποροι-ανταγωνιστές των οθωμανών υπηκόων που δραστηριοποιούνταν στις εμποροπανηγύρεις της Τρανσυλβανίας, τις υποχρέωναν να προβούν σε μέτρα που αφενός περιόριζαν την ελεύθερη διακίνηση των ξένων εμπόρων στις αγορές και αφετέρου έθεταν φραγμούς στη διεξαγωγή, από αυτούς, του λιανικού εμπορίου στο εσωτερικό των κεντροευρωπαϊκών επαρχιών. Επιπλέον, με τον έλεγχο των τιμών και την παρεμπόδιση της εξαγωγής χρυσών νομισμάτων εκφραζόταν με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο η βούληση της πολιτικής εξουσίας να κατοχυρώσει τα δικαιώματα των σαξόνων εμπόρων, διασφαλίζοντας έτσι την προνομιακή τους θέση στην ενδοχώρα της Τρανσυλβανίας.7 Στην πορεία, όμως, η βαρύτητα του εμπορίου που ασκούσαν οι Greci με έδρα τις τρανσυλβανικές πόλεις Sibiú8 και Braşov,9 αν και συνιστούσε απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα των εγχώριων ελίτ, οδήγησε εν τούτοις τον ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας Γεώργιο Rákoczy Α΄ να επιτρέψει, με Προνόμιο το 1636, την οργάνωσή τους σε κομπανίες. Είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί ότι τα μορφώματα αυτά διέφεραν από τις εμπορικές εταιρείες ή συντροφίες στο ότι αφενός έφεραν τα χαρακτηριστικά μιας επαγγελματικής ένωσης –σε επίπεδο θεσμικής οργάνωσης και λειτουργίας– και αφετέρου δεν είχαν συσταθεί με ίδια κεφάλαια ούτε ασκούσαν εμπορία.10 Έτσι, η ίδρυση των κομπανιών του Sibiú και του Braşov, το 1636 και 1678 αντίστοιχα, εξασφάλισε στους «ρωμαίους πραγματευτές» ένα πλαίσιο θεσμοθετημένης κατοχύρωσης της επι6

7

8 9

10

Marta Bur, «Handelsgesellschaften – Organisationen der Kaufleute der Balkanländer in Ungarn im 17.–18. Jh.», Balkan Studies 25 (1984) 267-307: 269. Δέσποινα-Ειρήνη Τσούρκα-Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848. Οργάνωση και Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 37. Τσούρκα-Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου, ό.π. Cornelia Papacostea-Danielopoulou, «L’Organisation de la compagnie grecque de Brasov (1777-1850)», Balkan Studies 14 (1973) 313-323. Marta Bur, «The Greek Company in Hungary in the 17-18th centuries», Proceedings of the first International Congress on the Hellenic Diaspora from Antiquity to Modern Times, επιμ. M. Fossey, τ. 2, Άμστερνταμ 1991, σ. 155-166: 157.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

220

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

220

χειρηματικής τους δραστηριότητας και της δικαστικής τους δικαιοδοσίας, το οποίο ανανεώθηκε στις αρχές του 18ου αι. από τον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄.11 Η αναγνώριση ενός καθεστώτος αυτοδιοίκησης τους προστάτευε κυρίως από τις καταχρήσεις των τοπικών φεουδαρχών και διοικητικών αξιωματούχων, ενώ ταυτόχρονα συνέβαλλε στην τακτική και απρόσκοπτη ενίσχυση του ηγεμονικού ταμείου με υποχρεωτικές εισφορές, κατανεμημένες στα μέλη των κομπανιών, που, ως επί το πλείστον, προέρχονταν από τον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Με την ενσωμάτωση της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας στην αψβουργική επικράτεια, το 1699, και την υπαγωγή του Βανάτου του Temesvár στην κυριαρχία των Αψβούργων, το 1718, η πολιτική κατάσταση των περιοχών αυτών μεταβλήθηκε ριζικά· η ένταξή τους στις οικονομικές δομές της Αυστρίας, στη βάση της σχέσης μητρόπολης προς περιφέρεια, έδωσε ώθηση στην προοπτική διάνοιξης του ηπειρωτικού εμπορίου, καθιστώντας το μεν αυστριακό κράτος προνομιακό συνομιλητή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους δε βαλκάνιους εμπόρους συντελεστές του διαμετακομιστικού εμπορίου στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Κεντρ. και ΝΑ Ευρώπης.12 Οι συνθήκες Κάρλοβιτς (1699) και Πασάροβιτς (1718), με τις ευνοϊκές για τους οθωμανούς υπηκόους ρυθμίσεις, προκάλεσαν και επέβαλαν την αναδιαμόρφωση των εμπορικών δικτύων,13 ενώ, παράλληλα, ανατροφοδότησαν την επιχειρηματική δράση των Ελλήνων της Μοναρχίας, συντελώντας καθοριστικά στη σταδιακή ενσωμάτωσή τους στις κοινωνίες υποδοχής τους.

Ο έλληνας έμπορος Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να γίνει μια τυπολογική αναφορά στον έλληνα επιχειρηματία που δραστηριοποιήθηκε στον τομέα του εμπορίου στην Ουγγαρία. Σύμφωνα με την ταξινόμηση του ούγγρου ελληνιστή Ödön Füves, διακρίνονται τρεις τύποι εμπόρων. Ο πρώτος είναι ο πλανόδιος έμπορος που μετακινούνταν από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη, πουλώντας οθωμανικά προϊόντα στις εμποροπανηγύρεις και τις αγορές των ουγγρικών οικισμών. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μεταφέροντες εμπορεύματα Gö11 12

13

Bur, «Das Raumergreifen balkanischer Kaufleute», σ. 41. Elva Jennette Bogert, Austro-Hungarian Maritime Trade With The Ottoman Empire, 18731895: A Commercial History with Diplomatic Considerations, τ. 1, αδημοσ. διδακτ. διατρ., Tufts University, Medford/Somerville 1976, σ. 29 κ.ε.· Bur, «Das Raumergreifen balkanischer Kaufleute», σ. 40. Σπ. Ι. Ασδραχάς, «Οι γενικοί χαρακτήρες», στο: Σπ. Ασδραχάς κ.ά., Ελληνική Οικονομική Ιστορία, ιε΄-ιθ΄ αιώνας, τ. 1, Αθήνα 2003, σ. 219-236: 240.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

221

221

rögök (Έλληνες),14 που, παρά την εγκατάστασή τους σε ουγγρικές πόλεις, εξακολουθούσαν να διατηρούν τις σχέσεις τους με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Η οργάνωσή τους στο πλαίσιο της εμπορικής συντροφίας –με τη συμμετοχή σε αυτήν συγγενικών συνήθως προσώπων, που βρίσκονταν στον δρόμο διακίνησης προϊόντων από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τα βιομηχανικά και καταναλωτικά κέντρα της Κεντρ. Ευρώπης– διευκόλυνε το χερσαίο διαμετακομιστικό εμπόριο. Τέλος, υπάρχει και ο εγκατεστημένος έμπορος, εκείνος δηλαδή που κατάφερε να διεισδύσει στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της πόλης, εκμεταλλευόμενος τις εκάστοτε οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες. Με την απόκτηση καταστημάτων, την εξασφάλιση μόνιμης κατοικίας και την αγορά εκτάσεων γης, ο τύπος αυτός εμπόρου αποσκοπούσε στην εμπέδωση της θέσης του στο νέο πολιτισμικό περιβάλλον. Με το βασιλικό διάταγμα του 1774, η εγκατάσταση του «κατακτητή ορθόδοξου βαλκάνιου εμπόρου» στην Ουγγαρία εξαρτήθηκε από την κατάθεση του όρκου πίστεως, που ταυτόχρονα σήμαινε την ανάληψη της ουγγρικής υπηκοότητας.15 Στο οικονομικό επίπεδο, ο όρκος συνεπαγόταν την ελεύθερη εμπορία ουγγρικών προϊόντων και τη φορολογική εξομοίωσή τους με τους ούγγρους υπηκόους της Μοναρχίας. Η εγκατάσταση Ελλήνων, Σέρβων και Βλάχων, τον 18ο αιώνα, στην ενδοχώρα της Ουγγαρίας, και μάλιστα σε περιοχές κομβικής σημασίας για το εμπόριο προς την αυστριακή πρωτεύουσα και την Τρανσυλβανία, ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τις δυνατότητες που τους παρείχε η θέση της χώρας στον καταμερισμό εργασίας εντός της αυτοκρατορίας ως παραγωγού πρώτων υλών για τις Κληρονομικές Χώρες (Erbländer) και ως ζώνης μεγάλης εσωτερικής αγοράς των βιομηχανικών τους προϊόντων.16 Έτσι, έμποροι από τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία προσανατολίζονταν σε πόλεις, κωμοπόλεις και πόλειςαγορές, επιλέγοντας ως μορφή θεσμικής οργάνωσης την «εμπορική κομπανία». Η αναζήτηση ασφαλών όρων επένδυσης του συσσωρευμένου κεφαλαίου και η διεκδίκηση μεριδίου στις αγορές οδήγησαν μέρος του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου στην εξειδίκευση στο εμπόριο συγκεκριμένων προϊόντων.17 Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούν ενδεικτικά μερικοί οικισμοί όπου είχαν την έδρα τους ελληνικές κομπανίες ή δραστηριοποιήθηκαν μέλη τους. Όσες κατευθύνθηκαν στην αγορά και πώληση κρασιού ήκμασαν σε πό14

15 16

17

Για τη νοηματική πολυσημία του όρου Görögök βλ. Ödön Füves, «Characteristics of the Greeks in Hungary (1550-1850)», Proceedings of the first International Congress, ό.π., σ. 141-153: 141. Ödön Füves, Οι Έλληνες της Ουγγαρίας, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 14-20. Gustav Otruba, «Wirtschaft und Wirtschaftspolitik im Zeitalter des aufgeklärten Absolutismus», στο: Die Wirtschaftsgeschichte Österreichs, Βιέννη 1971, σ. 105-134: 115. Μαντούβαλος, «Μεταναστευτικές διαδρομές», σ. 186.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

222

5/15/14

9:10 AM

222

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

λεις, όπως Gyöngyös, Eger (Erlau), Miskolc και Tokaj. Περιοχές, δηλαδή, με έντονη αμπελοκαλλιέργεια και οινοπαραγωγή προσήλκυσαν νωρίς το επενδυτικό ενδιαφέρον ορθόδοξων βαλκάνιων εμπόρων. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη διεύρυνση των εμπορικών και χρηματιστικών τους κυκλωμάτων, αφού η κάλυψη των αναγκών της κεντροευρωπαϊκής ζήτησης και η εξυπηρέτηση του εξωτερικού εμπορίου της Μοναρχίας τους παρείχαν τη δυνατότητα γεωγραφικής εξάπλωσης, επιτρέποντας την κερδοφορία με την τακτική των εμπορικών πιστώσεων. Στα μέσα του 18ου αι. ο συνολικός αριθμός των μελών τους που λειτουργούσαν στους οικισμούς Tokaj, Miskolc, Gyöngyös, Eger, Diószeg, Kecskemét και Ujvidék (Novi Sad, Neusatz, Νεόφυτο), ανερχόταν στους 627 εμπόρους, από τους οποίους οι 163, δηλ. το 26%, ανήκαν στην κομπανία του Kecskemét.18 Η δημογραφική εικόνα των ελληνικών παροικιών στα εδάφη του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου αποτυπώνεται ακόμα πιο ανάγλυφα στην απογραφή της περιόδου 1754-1755, βάσει της οποίας το 42% των ελλήνων μεταναστών ζούσε σε κωμοπόλεις (mezőváros) που υπάγονταν στο νομικό καθεστώς μεταξύ ελεύθερης βασιλικής πόλης και κώμης.19 Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συνολικός αριθμός των απογεγραμμένων βαλκάνιων εμπόρων ανερχόταν στους 1.318· οι περισσότεροι οργανώνονταν σε εμπορικές κομπανίες στους οικισμούς Ujvidék, Diószeg, Kecskemét, Eger (Erlau), Gyöngyös, Miskolc και Tokaj, και τα μέλη τους συνιστούσαν το 53,7% του συνολικού αριθμού των οθωμανών υπηκόων που είχαν απογραφεί στην Ουγγαρία. Επιπλέον, πάνω από το 16,7% δραστηριοποιήθηκαν ως ανεξάρτητοι έμποροι, έξω από την εμπορική κομπανία. Οι μισοί από τους οθωμανούς υπηκόους ήταν κατά μέσον όρο νεόφερτοι, με προέλευση κυρίως από τη Μακεδονία.20 Εκτός, όμως, από την εμπορική κομπανία, απαντά, όχι συχνά, στα κεντροευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας και μια άλλη μορφή θεσμικής οργάνωσης των Ελλήνων, η κοινότητα. Πρόκειται για ένα μόρφωμα του οποίου η διοικητική αρχή, περιβεβλημένη με αρμοδιότητες κατά βάση διοικητικής οργάνωσης, χωρίς δικαίωμα επέμβασης σε θέματα οικονομικής δραστηριότητας, φρόντιζε για την εκπροσώπηση των μελών της κοινότητας προς τα έξω. Επιπλέον, διαχειριζόταν τα οικονομικά της κοινότητας, αναλάμβανε τη συντήρηση του ναού και τον διορισμό των ιερέων του και ήταν υπεύθυνη για την πρόσληψη των δασκάλων του κοινοτικού σχολείου. Συγχρόνως, ασκούσε προνοιακή πολιτική, ιδρύοντας 18 19

20

Ό.π. Csizmadia Andor, A magyar köyigazgatás fejlődése a XVIII. Századtól a tanácsrendszer létrejöttéig, Βουδαπέστη, 1976, σ. 53-63. Μαντούβαλος, «Μεταναστευτικές διαδρομές», σ. 187.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

223

223

φιλανθρωπικά ιδρύματα. Η ελληνική κοινότητα της Πέστης,21 προϊόν απόσχισης των Ελλήνων και Βλάχων από τη σερβική κοινότητα του Αγίου Γεωργίου, το 1792,22 υπήρξε η μεγαλύτερη συσσωμάτωση στο ανατολικό τμήμα της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας. Στο άλλο μητροπολιτικό κέντρο της Μοναρχίας, τη Βιέννη, συγκροτήθηκαν, με κριτήριο την οθωμανική και την αψβουργική υπηκοότητα, δύο ορθόδοξες ελληνικές κοινότητες, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδος, αντίστοιχα.23 Η ίδρυση της κοινότητας της Αγίας Τριάδος (1787), που ακολούθησε χρονικά εκείνη του Αγίου Γεωργίου (1723), ήταν αποτέλεσμα της σταδιακής μεταστροφής της οικονομικής πολιτικής των Αψβούργων, η οποία ευνοούσε φορολογικά τους μόνιμα εγκατεστημένους στα εδάφη εμπόρους,24 καθώς και του προσανατολισμού των «καισαροβασιλικών υπηκόων» (υπηκόων της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας) στην κατάληψη ευνοϊκών θέσεων στην οικονομία του τόπου εγκατάστασής τους.25 Ιδιαίτερη περίπτωση αστικής συσσωμάτωσης αποτελεί η ελληνοβλαχική κοινότητα του Miskolc, η οποία από εμπορική κομπανία μετεξελίχθηκε σταδιακά σε κοινότητα, μια διαδικασία που διήρκεσε πάνω από έναν αιώνα, αν αναλογιστεί κανείς ότι η λειτουργία της ως εμπορικής κομπανίας είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 17ου αι. και ο μετασχηματισμός της από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.26

21

22 23

24

25 26

Ödön Füves, Die Griechen in Pest (1686-1931), αδημοσ. διδακτ. διατρ., Βουδαπέστη, 1972 [= Görögök Pesten (1686-1931), γερμ. μτφ. της Andrea Seidler]. Füves, Die Griechen in Pest, σ. 60-67, 77-98. Βλ. σχετικά Willibald Plöchl, Die Wiener orthodoxen Griechen. Eine Studie zur Rechts- und Kulturgeschichte der Kirchengemeinden zum Hl. Georg und zur Hl. Dreifaltigkeit und zur Errichtung der Metropolis von Austria, Βιέννη 1983. Μαρία Α. Στασινοπούλου, «Αυστρία», στο: Ι. Κ. Χασιώτης – Όλγα Κατσιαρδή-Hering – Ευριδίκη Α. Αμπατζή (επιμ.), Οι Έλληνες στη Διασπορά 15ος-21ος αι., Αθήνα 2006, σ. 168-173: 168. Βάσω Σειρηνίδου, Έλληνες στη Βιέννη (18ος – μέσα 19ου αιώνα), Αθήνα 2011, σ. 302. Ενδιαφέρουσες είναι οι επισημάνσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Όλγας Κατσιαρδή-Hering αναφορικά με τις «μεταλλάξεις» της εμπορικής κομπανίας του Μίσκολτς (κομπανία-αδελφότητα-κοινότητα), συνυφασμένες με τις πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στη Μοναρχία στο δεύτερο μισό του 18ουαι.· βλ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Αδελφότητα, Κομπανία, Κοινότητα. Για μια τυπολογία των ελληνικών κοινοτήτων της Κεντρικής Ευρώπης, με αφορμή το άγνωστο καταστατικό του Miskolc (1801)», Εώα και Εσπέρια 7 (2007) 247-310: 272-273.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

224

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

224

Οι Κοζανίτες της Διασποράς Ας επιχειρήσουμε τώρα να εξετάσουμε και μερικά ζητήματα που άπτονται της Διασποράς των Κοζανιτών, ξεκινώντας από την αναφορά στη θέση της Κοζάνης στη διαδικασία ανάπτυξης του εμπορίου των μεγάλων αποστάσεων. Ήδη από τα τέλη του 17ου και κυρίως τον 18ο αι., ο προσανατολισμός της αγροτικής παραγωγής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την κεντροευρωπαϊκή ζήτηση μετέβαλε τον οικισμό της μακεδονικής πόλης σε εμπορικό διαμετακομιστικό σταθμό, σε πεδίο συνάντησης και ανταλλαγής προϊόντων και σε βιοτεχνικό κέντρο βυρσοδεψίας στην ευρύτερη περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας. Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι την περίοδο αυτή ο οικισμός γνώρισε την ακμή του· η λειτουργία εκπαιδευτηρίου και βιβλιοθήκης, η ύπαρξη μητροπολιτικού ναού και νεκροταφείου, καθώς και η πολεοδομική οργάνωση προσέδιδαν στην Κοζάνη χαρακτηριστικά αστικού τοπίου.27 Διατηρώντας τον βασικό γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα, η πόλη ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική και βιοτεχνική δράση, διευρύνοντας το δίκτυο των οικονομικών της συναλλαγών, τόσο στο εσωτερικό (Σιάτιστα, Καστοριά, Τύρναβος, Αμπελάκια, Θεσσαλονίκη, Σέρρες) όσο και στο εξωτερικό (σε εδάφη της Αψβουργικής Μοναρχίας, κυρίως σε Αυστρία και Ουγγαρία).28 Η Κοζάνη, λοιπόν, οριοθετήθηκε «σε ένα σταυροδρόμι με δυναμικές γεωγραφικές διασυνδέσεις»,29 γεγονός που επέτρεψε στους κατοίκους της να επεκτείνουν την επιχειρηματική τους δράση, μετακινούμενοι προς τον βόρειο βαλκανικό χώρο και την Κεντρική Ευρώπη. Όπως μαρτυρούν οι σωζόμενοι κώδικες της κομπανίας του Sibiú, η Κοζάνη συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των πόλεων εκείνων από τις οποίες έλκουν την καταγωγή τους τα περισσότερα μέλη της (Αρβανιτοχώρι, Φιλιππούπολη, Μελένικο, Σέρρες, Μοναστήρι, Μοσχόπολη, Γιάννενα). Με κριτήριο την τοπική καταγωγή παρατηρείται συχνά και μια τάση μετακίνησης και εγκατάστασης στην ίδια ουγγρική πόλη. Η ηγετική θέση των εμπόρων από την Κοζάνη και τα Ιωάννινα στις εμπορικές κομπανίες Sibiú και Braşov υποδηλώνει την αριθμητική υπεροχή τους πριν από τα μέσα του 18ου αιώνα. Την ίδια περίοδο, μεγάλος αριθμός Κοζανιτών εντοπίζεται στο Hodmezovasarhely και το Szentes, πόλεις κοντά στο Kecskemét και την Πέστη, ενώ από τη Σιάτιστα και την Κο27

28

29

Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών στην περιοχή του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία. Ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, Αθήνα 2000, σ. 35. Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, «Η Κοζάνη και η περιοχή της κατά την Τουρκοκρατία», στο: Κοζάνη και Γρεβενά. Ο Χώρος και οι Άνθρωποι, επιμ. Ν. Καλογερόπουλος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 164-171. Χατζηιωάννου, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών, σ. 36.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

225

225

ζάνη καταγόταν η πλειονότητα των Ελλήνων του Kecskemét30 και της περιοχής Jászkunság,31 στην Κεντρ. Ουγγαρία. Στα 1762, η εμπορική κομπανία στο Tokaj αριθμούσε 58 μέλη, από τα οποία τα 22 κατάγονταν από την Κοζάνη, τα 7 από την Καστοριά και τα 5 από το Μελένικο και το Τύρναβο.32 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κοζάνη συνιστούσε μια από τις κύριες μεταναστευτικές αφετηρίες των αποδήμων που μετακινούνταν στην Κεντρική Ευρώπη.33 Από τις απογραφές των εμπορευόμενων οθωμανών υπηκόων και τις επιτύμβιες επιγραφές του 18ου αι. συνάγεται ότι το κοζανίτικο στοιχείο είχε αισθητή παρουσία σε σταθμούς της ουγγρικής ενδοχώρας, με καίρια θέση για την επικοινωνία των Βαλκανίων με την Πέστη και τη Βιέννη.34 Ωστόσο, δεν ήταν πάντα ισχυρή, ούτε βέβαια αδιάλειπτη. Για παράδειγμα, το Σεμλίνο, που συνορεύει με την επαρχία του Srem και αποτελούσε κέντρο εμπορίου στη συμβολή του Δούναβη και του Σαύου, αναδείχθηκε σε μία από τις πιο ανθηρές παροικίες ελλήνων εμπόρων.35 Στην περίοδο της ακμής του ελληνικού στοιχείου (1768-1800), στον συνοριακό αυτό σταθμό της Μοναρχίας, η αριθμητική υπεροχή των Μοσχοπολιτών μαρτυρούσε τη σημασία της πόλης ως κοιτίδας απόδημων στην ευρεία γεωγραφική περιφέρεια της Βόρειας Σερβίας.36 Από την Κοζάνη προερχόταν μία μόλις οικογένεια.37 Μια περισσότερο προσεκτική και 30

31

32

33

34

35

36

37

Peter Hidas, «The Greeks of Hungary», Proceedings of the first International Congress, ό.π., σ. 131-139, 133. Izabella Papp, «Greek merchants in the eighteenth - century Jászkunság», Balkan Studies 30 (1989) 261-289: 269. G. Hering, «Die griechische Handelsgesellschaft in Tokaj. Ihre innere Ordnung und ihre Auflösung 1801», επανέκδοση στο: Maria A. Stassinopoulou (εκδ.), Nostos. Gesammelte Schriften zur südosteuropäischen Geschichte, Φραγκφούρτη, Νέα Υόρκη, Βερολίνο, Βέρνη, Παρίσι, Βιέννη 1995, σ. 265-281: 271. Στον κατάλογο με τους μακεδονικούς οικισμούς προέλευσης των αποδήμων στην Ουγγαρία συμπεριλαμβάνονται επίσης η Μοσχόπολη, η Σιάτιστα, τα Σέρβια, η Δοϊράνη, το Βογατσικό, το Μελένικο, τα Βιτώλια (ή Μοναστήρι), η Σέλιτσα, η Γκράμποβα, τα Βελεσά, η Κλεισούρα, η Κόρσοβα και η Νάουσα· βλ. Füves, Οι Έλληνες της Ουγγαρίας, σ. 14. Σπ. Λάμπρος, «Σελίδες εκ της ιστορίας του εν Ουγγαρία και Αυστρία Μακεδονικού Ελληνισμού», Νέος Ελληνομνήμων 8/3 (1911) 275-300: 274· Ödön Füves, «Επιτύμβιοι επιγραφαί Ελλήνων εις την Ουγγαρίαν», Ελληνικά 19 (1966) 296-347. Ι. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου (18ος-19οςαι.). Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη 1988. Ευάγγ. Δημητριάδης – Δ. Δρακούλης – Γ. Τσότσος, «Μακεδόνες της Διασποράς στους οικισμούς της Βόρειας Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης (17ος-19ος αιώνας): Μια ιστορικο-γεωγραφική διερεύνηση», στο: Κολιόπουλος – Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι Μακεδόνες στη Διασπορά, ό.π., σ. 16-52: 35. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, σ. 53.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

226

5/15/14

9:10 AM

226

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

συστηματική ιστορικο-γεωγραφική διερεύνηση της σύνθεσης των ελληνικών παροικιών στην Κεντρ. Ευρώπη είναι εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για την αποφυγή απλουστευτικών, σχηματικών ερμηνειών. Κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα η δημογραφική εικόνα της παροικίας του Σεμλίνου άλλαξε ριζικά, αφού η Κλεισούρα, με δεύτερο το γειτονικό της Μπλάτσι, αναδείχθηκε στον κύριο τόπο προέλευσης των Ελλήνων της πόλης.38 Από τις αρχές του 18ου αι., ουγγρικοί οικισμοί, όπως Miskolc, Gyöngyös και Eger, μετατράπηκαν επίσης σε κοινωνίες υποδοχής μοσχοπολιτών εμπόρων, ο αριθμός των οποίων σημείωσε ραγδαία αύξηση μετά τις δύο δηώσεις της Μοσχόπολης (1769, 1788).39 Τα απογραφικά στοιχεία σχετικά με τους έλληνες εμπόρους στο Miskolc, στην κομητεία Borsod, το 1770, καταδεικνύουν ότι οι περισσότεροι δήλωναν ως γενέθλιο τόπο τη Μοσχόπολη.40 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Görögök της Πέστης και της Βούδας. Σύμφωνα με τους καταλόγους των εκεί πολιτογραφηθέντων παροίκων, ο συνολικός αριθμός τους ανερχόταν στους 246 πολίτες, από τους οποίους οι 136 κατάγονταν από διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου, 89 από την Ουγγαρία, 10 από άλλες χώρες (π.χ. πόλεις της σημερινής Πολωνίας) και 11 από άγνωστο τόπο. Από τους 136 που προέρχονταν από πόλεις του ευρύτερου ελλαδικού κορμού 18 ήταν μόνον από την Κοζάνη.41 Αναφορικά με τους Έλληνες της Βιέννης, του σημαντικότερου παροικιακού κέντρου της Κεντρ. Ευρώπης, ο μεγαλύτερος αριθμός των απογραφέντων φέρεται να είχε γεννηθεί στη Μοσχόπολη, τη Σιάτιστα και στην Καστοριά. Λιγότεροι είχαν ξεκινήσει από άλλες περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας (Μελένικο, Κοζάνη, Σέρβια, Σέρρες, Θεσσαλονίκη), από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία.42 Συνεπώς, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η άποψη ότι η ευρύτερη περιοχή της Μοσχόπολης και η Δυτ. Μακεδονία –ιδίως η βόρεια περιοχή της μέσης κοιλάδας του Αλιάκμονα, που τέμνεται από τους ορεινούς όγκους της Πίνδου, του Ασκίου (Σινιάτσικου) και του Βούρινου και αποτελούσε τον φυσικό δρόμο επι38 39

40

41

42

Δημητριάδης – Δρακούλης – Τσότσος, «Μακεδόνες της Διασποράς», σ. 37. Για την καταστροφή της πόλης βλ. Ι. Μαρτινιανός, Η Μοσχόπολις: (1330-1930), Θεσσαλονίκη, 1957, σ. 163-198· M. D. Peyfuss, Die Druckerei von Moschopolis, 1731-1769. Buchdruck und Heiligenverehrung im Erzbistum Achrida, Βιέννη, Κολωνία 1989, σ. 41-46. Μαντούβαλος, «Μεταναστευτικές διαδρομές», σ. 188· Ikaros Madouvalos, «Conscriptiones Graecorum in Eighteenth-Century Central Europe. Crossing Borders: The Sociocultural Identification of Migrants from the Balkans to Hungarian Territories», στο: H. Heppner – Eva Posch (επιμ.), Encounters in Europe’s Southeast The Habsburg Empire and the Orthodox World In the Eighteenth and Nineteenth Centuries, Bochum 2012, σ. 121-133: 129. Ε. Φιούβες, «Οι κατάλογοι των πολιτογραφηθέντων Ελλήνων παροίκων της Πέστης και της Βούδας στην περίοδο 1687-1848», Μακεδονικά 6 (1964/5) 106-119. Σειρηνίδου, Έλληνες στη Βιέννη, σ. 32.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

227

227

κοινωνίας των κατοίκων της περιφέρειας αυτής– συνιστούσαν την κύρια δεξαμενή μεταναστευτικού δυναμικού στην Κεντρ. Ευρώπη.43 Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι κιρατζήδες, λιανέμποροι, μικροπωλητές και χονδρέμποροι από την Κοζάνη, εμπλεκόμενοι άμεσα ή έμμεσα με το εμπόριο αλατζάδων, κρόκου και νημάτων,44 ακολουθούσαν και αυτοί τα εμπορικά καραβάνια προς τα εδάφη της Μοναρχίας, ενώ δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που εγκαταστάθηκαν σε πόλεις της ΒΔ βαλκανικής χερσονήσου, όπως Βελιγράδι, Νίσσα, Κραγκούγιεβατς, Κρούσεβατς, Βάλιεβο, Ποζάρεβατς και Σμεντέρεβο.45 Το εμπόριο, αν και αποτελούσε τον πρωτεύοντα μοχλό κινητοποίησης ενός μεγάλου όγκου ανθρώπων και οικονομικών πόρων στον βαλκανικό χώρο και εξελίχθηκε στο κατεξοχήν πεδίο επαγγελματικής απασχόλησης των ελλήνων παροίκων της Ουγγαρίας, δεν μονοπώλησε το ενδιαφέρον των απόδημων Δυτικομακεδόνων. Αξίζει να μνημονεύσει κανείς μερικά από τα ονόματα κοζανιτών εμπόρων και λογίων που έδρασαν σε κέντρα της αυτοκρατορίας και συνετέλεσαν στην οικονομική και πνευματική άνοδο της γενέτειράς τους, όπως είναι ο Δ. Σακελλάριος, ο Γ. Καραγιάννης, ο Παν. Μουράτης, ο Γ. Ρουσιάδης, ο Δ. Τακιατζής, ο Ευφρόνιος-Ραφαήλ Πόποβιτς, ο Χαρίσιος Μεγδάνης κ.ά. Σημειωτέον ότι πολύ νωρίς, μέρος της αστικής τάξης των κοζανιτών εμπόρων της Διασποράς αναγνώρισε τη σημασία της μόρφωσης ως μέσου οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης, τόσο στο οθωμανικό όσο και στο αψβουργικό περιβάλλον. Πέρα από την ιδιωτική χρήση του υλικού τους κεφαλαίου, εύποροι πάροικοι επικύρωναν την κοινωνική τους θέση στην πατρίδα τους μέσα από την ιδεολογία του ευεργετισμού και της φιλανθρωπίας με την ίδρυση σχολείων και βιβλιοθηκών, καθώς και με την παροχή οικονομικής βοήθειας στους φτωχούς της πατρίδας τους.46 Θυμίζω ότι με κεφάλαια κοζανιτών αποδήμων στην Ουγγαρία ιδρύθηκε η Σχολή της Κομπανίας στην Κοζάνη, το 1756, και χρηματοδοτήθηκε έως το 1769, οπότε και έκλεισε.47 43

44

45

46

47

Α. Ε. Βακαλόπουλος, Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 7. Στέφ. Παπαδόπουλος, «Οι ελληνικές κοινότητες της Ουγγαρίας και η συμβολή τους στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», Δωδώνη 18 (1989) 93-103: 102. Ι. Παπαδριανός, «Κοζανίτες απόδημοι στις νοτιοσλαβικές χώρες (18ος-20ός αι.)», Ελιμειακά 34 (Ιούν. 1995), 49-62: 52. Για την πολυδιάστατη φύση του ευεργετισμού και τη συμβολή του στη νεοελληνική ιστορία, από τα προεπαναστατικά χρόνια μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι., βλ. Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα [Πρακτικά Ημερίδας, 29 Νοεμ. 2004)], επιμ. Δ. Αρβανιτάκης, Αθήνα 2006, όπου και σχετική βιβλιογραφία. Χαρ. Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης κατά τον 18. αι. βάσει χειρογράφων, εγγράφων και εντύπων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (Σχολεία, δάσκαλοι, διδασκόμενα


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

228

5/15/14

9:10 AM

228

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

Κατά την προεπαναστατική, λοιπόν, περίοδο, ο τόπος που υποδεχόταν την ευεργεσία ήταν κατεξοχήν η ιδιαίτερη πατρίδα. Η σχέση του μετανάστη πρώτης γενιάς με τον γενέθλιο χώρο εκφραζόταν κυρίως μέσα από την κοινωνική διάχυση του πλούτου του. Η ανέγερση και συντήρηση σχολικών μονάδων, η χορήγηση υποτροφιών και η αγορά και αποστολή βιβλίων στον οθωμανοκρατούμενο χώρο φέρνουν στο φως το εύρος των ατομικών πρωτοβουλιών στον χώρο της παιδείας. Ωστόσο, το ενδιαφέρον των ευεργετών δεν εκφραζόταν μόνον μέσα από την οικονομική ενίσχυση της παιδείας στους τόπους καταγωγής τους. Μετά από δωδεκαετή θητεία στη θέση του καθηγητή των Ελληνικών στην Καισαροβασιλική Ακαδημία της Βιέννης, ο Γεώργιος Ρουσιάδης αποφασίζει το 1845 να επιστρέψει στην Κοζάνη, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα του αρχιδιδασκάλου της Ελληνικής Σχολής, γεγονός που μαρτυρεί τη σημασία της πατρίδας ως σημείου αναφοράς και αναδιαπραγμάτευσης της ταυτότητάς του.48 Κάποτε, η επιστροφή του ξενιτεμένου συντελούσε στη διαρκή ανανέωση των δεσμών επικοινωνίας του με τη γενέτειρά του.49 Ο Δημήτριος Τακιατζής (Τακάτζης ή Ταϊκατζής), έχοντας συσσωρεύσει κεφάλαιο από το εκτεταμένο εμπόριο που ασκούσε με έδρα την Πέστη, επέστρεψε στις αρχές του 19ου αι. στην Κοζάνη, μετά από μακρόχρονη απουσία του στον κεντροευρωπαϊκό χώρο. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του προεστού της πόλης Ρούση Κοντορούση, διευρύνοντας την οικονομική και κοινωνική του επιφάνεια. Μάλιστα, μετέχοντας ενεργά στην κοινωνική ζωή, απέβη σύντομα «ο θερμότερος Ζηλωτής, και ακάματος Φροντιστής υπέρ της συστάσεως της Σχολής» της Κοζάνης.50 Παρ’ όλα αυτά, το ενδιαφέρον των κοζανιτών αποδήμων δεν περιοριζόταν στους τόπους καταγωγής τους. Φορέας ηθικών και παιδαγωγικών αξιών, ο Χαρίσιος Μεγδάνης συμμετείχε αποφασιστικά στην παιδευτική ανασύνταξη του παροικιακού Ελληνισμού της Ουγγαρίας. Αφού μαθήτευσε δίπλα σε παραδοσιακούς δασκάλους, όπως τον Αμφιλόχιο Παρασκευά, σχολάρχη στη σχολή Κοζάνης, και τον Διονύσιο, επίσης σχολάρχη στο σχολείο Λιβαδίου, εγκαταστάθηκε στην Πέστη, όπου δίδαξε ως οικοδιδάσκαλος, εκδίδοντας στα 1812 το μυθολογικό του έργο Ελληνικόν Πάνθεον.51

48

49

50 51

κείμενα, οργάνωση και ιδεολογία)», Νεοελληνικός Διαφωτισμός (απόπειρα μιας νέας ερευνητικής συγκομιδής), Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου (Κοζάνη 8-10 Νοεμβρίου 1996), Κοζάνη 1999, σ. 143-179: 153-159. Γ. Παπαγεωργίου, «Ο Κοζανίτης λόγιος έμπορος Γεώργιος Ρουσιάδης», Δωδώνη 21 (1992) 345-383: 356. Δ. Αρβανιτάκης, «Ευεργετισμός: δεδομένα και προβλήματα», στο: ο ίδιος (επιμ.), Το φαινόμενο του ευεργετισμού, σ. 13-29: 15. Ν. Δελιαλής, Διαθήκαι ευεργετών της πόλεως Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 10-12. Ν. Δελιαλής, Αναμνηστική εικονογραφημένη έκδοσις Παύλου Χαρίση μετά ιστορ.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

229

229

Επομένως, μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών τους στους τόπους καταγωγής τους, λόγιοι από τη Μακεδονία μετέφεραν τον ιδεολογικό και πνευματικό τους εξοπλισμό στις χώρες υποδοχής τους στην Ουγγαρία, όπου έρχονταν σε επαφή με τη δυτική σκέψη και τις θετικές επιστήμες. Η περίπτωση του Χαρίσιου Παπαγιαννούση είναι ενδεικτική της παραπάνω εξέλιξης. Γιος του Διονυσίου Παπαγιαννούση-Πόποβιτς, επισκόπου της Βούδας, ο Χαρίσιος, γνωστός ως Ευφρόνιος-Ραφαήλ Πόποβιτς, διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Κοζάνη. Ως γόνος οικογένειας που αναγνώριζε τη σπουδαιότητα της ηθικής και κοινωνικής σημασίας της εκπαίδευσης, συνέχισε τις σπουδές του σε ουγγρικές πόλεις, όπως Sopron, Késmárk και Sárospatak.52 Η συστηματική μόρφωση που έλαβε μέσα από την παρακολούθηση ενός κύκλου μαθημάτων σε ανώτερες σχολές της χώρας και η γλωσσομάθειά του τον έφεραν κοντά στα ρεύματα της εποχής του. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Βιέννη, αφιερώθηκε στη διαπαιδαγώγηση των ελληνοπαίδων και τη διδασκαλία των μαθημάτων όλου του φάσματος των γνωστικών αντικειμένων, τα οποία, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής, αποκαλούνταν φιλοσοφία.53 Η μελέτη του συγγραφικού του έργου ως οχήματος πολιτισμικής μεταφοράς και διάχυσης ιδεών, καθώς και η μελέτη της διδακτικής οπτικής του αποκαλύπτουν αφενός τις επιστημονικές και διδακτικές του ανησυχίες, αφετέρου τις πολλαπλές πολιτισμικές επιλογές ενός παροίκου που συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία διαμόρφωσης της σχέσης μεταξύ της «κουλτούρας προέλευσης» και της «κουλτούρας υποδοχής».54 Συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων και έργων παιδαγωγικού χαρακτήρα της εποχής του Διαφωτισμού –αν και συγκαταλέγεται στους «ελάσσονες διδασκάλους του Γένους»–, ο Πόποβιτς φρόντισε για την προώθηση ενός παιδευτικού προγράμματος με επίκεντρο την καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και την εμφατική παρουσίαση της γνώσης ως δύναμης απελευθέρωσης.55 Με

52

53

54

55

Σημειώσεων περί των εν Ουγγαρία και Αυστρία ελληνικών κοινοτήτων, τ. 1, Κοζάνη 1935, σ. 45· Π. Ν. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, Αθήνα 1924, σ. 211. Ι. Παπαδριανός, Ένας μεγάλος Κοζανίτης απόδημος: Ευφρόνιος Ραφαήλ Παπαγιαννούσης-Πόποβιτς, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 19-21. Γρ. Καραφύλλης, «Η διδασκαλία των φιλοσοφικών μαθημάτων σύμφωνα με την οπτική του Ευφρόνιου-Ραφαήλ Πόποβιτς», Η Κοζάνη και η περιοχή της. Ιστορία-Πολιτισμός, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Σεπτέμβριος 1993, Κοζάνη 1997, σ. 233-245: 237. Για τη σημασία των πολιτισμικών μεταφορών στο πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας των παροικιών και των διανοητικών διεργασιών στον χώρο της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας βλ. Βάσω Σειρηνίδου, «Πολιτισμικές μεταφορές και ελληνικές παροικίες. Νέες αναγνώσεις μιας παλιάς ιστορίας με αφορμή το παράδειγμα του Δημήτριου Δάρβαρη», Μνήμων 31 (2010) 9-28. Καραφύλλης, «Η διδασκαλία των φιλοσοφικών μαθημάτων», σ. 244.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

230

5/15/14

9:10 AM

230

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

την ιδιότητά του, μάλιστα, ως δασκάλου σε ελληνικά σχολεία της αυτοκρατορίας (Πέστη, Βιέννη, Temesvár, Σεμλίνο) υποστήριξε την κοινωνική αξία της μόρφωσης, μεριμνώντας για την κωδικοποίηση και τη διαιώνιση του ιδεολογικού πλαισίου των παροικιών, όπου εργάσθηκε. Η προώθηση της μάθησης και η αναγωγή της παιδείας σε μέσο κοινής ευδαιμονίας συνιστούσαν τους δύο κεντρικούς άξονες της παιδαγωγικής του θεώρησης. Η πεποίθησή του για τη διδασκαλική και κοινωνικοποιητική αποστολή του παιδαγωγού αναδύεται μέσα από τον λόγο που εκφώνησε στο σχολείο της Πέστης, με το τέλος του σχολικού έτους, τον Αύγουστο του 1819.56 Στο πλαίσιο της διοχέτευσης των νεωτερικών ιδεών και της αναγκαιότητας της πνευματικής επικοινωνίας, η πρακτική των συνδρομών καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τα περιθώρια της έντυπης παραγωγής κατά την περίοδο του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Μην ξεχνάμε ότι πολλά βιβλία έφθαναν στο αναγνωστικό κοινό διά της μεθόδου της συνδρομής και ότι η έκδοση ορισμένων βιβλίων έγινε κοινή υπόθεση των ελλήνων βιβλιόφιλων της Μοναρχίας.57 Από την ουγγρική πόλη Szentes προέρχονταν 11 Görögök που εμφανίζονταν ως συνδρομητές της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του μητρ. Αθηνών Μελέτιου. Από αυτούς οι 9 ήταν Κοζανίτες, δηλαδή στη συντριπτική τους πλειοψηφία Μακεδόνες.58 Με τον μηχανισμό επίσης της αγγελίας-συνδρομής, σε ό,τι αφορά τα βιβλία, επιδιωκόταν και πάλι η οικονομική στήριξη στην έκδοση. Ο κατάλογος των συνδρομητών για τη μετάφραση του Αναχάρσιδος, τον οποίο παραθέτει η Εφημερίς των αδελφών Πούλιου το 1797 στη σχετική αγγελία, αποκαλύπτει μεταξύ άλλων ονόματα Κοζανιτών από το Kecskemét,59 οι οποίοι συμμετείχαν στο δίκτυο υποστήριξης της έκδοσης και της κυκλοφορίας εντύπων που απευθύνονταν σε ελληνόγλωσσους ή ελληνομαθείς πληθυσμούς. Τέλος, ο μεγάλος αριθμός Κοζανιτών στον κατάλογο των συνδρομητών60 της Ηθικής Φιλοσοφίας του Ιώσηπου Μοισιόδακα υποδηλώνει την ιεραρχία των ατομικών προτεραιοτήτων και αξιών ενός αναγνωστικού κοινού, αλλά και την πίστη του στην ανα-

56 57

58

59

60

Παπαδριανός, Ευφρόνιος Ραφαήλ Παπαγιαννούσης-Πόποβιτς, σ. 28. Tamás Glaser, «Ο ρόλος του βιβλίου στη ζωή της ελληνικής παροικίας της Ουγγαρίας», στο: Ν. Φωκάς (επιμ.), Ελληνική Διασπορά στην Κεντρική Ευρώπη, Βουδαπέστη 2012, σ. 55-67: 61. Δ. Κράνης, Η πνευματική δράση των Ελλήνων της Ουγγαρίας και ειδικώτερα των Μακεδόνων κατά την περίοδο 1600-1880, Αθήνα 1991, σ. 40. Στον κατάλογο των συνδρομητών αναφέρονται ως Κοζανίτες οι: Δήμος καρά Καζάνου, Ιωάννης Δημητρίου Σουχάζη, Μάρκος Δημητρίου Σουχάζη και Ροζιάννης Δημητρίου Ροζιάννου· βλ. Πόπη Πολέμη (επιμ.), Διά του Γένους τον Φωτισμόν. Αγγελίες προεπαναστατικών εντύπων (1734-1821). Από τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, Αθήνα 2008, σ. 57. Δελιαλής, Αναμνηστική εικονογραφημένη έκδοσις, σ. 97.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

231

231

νέωση των πνευματικών τάσεων της ελληνικής διανόησης, όπως αυτή εκφράσθηκε στο έργο του Μοισιόδακα,61 μέσα από την εγκατάλειψη της υπερβατικής αξιολογίας και την πρόταση μιας φιλελεύθερης πνευματικής στάσης, επικεντρωμένης στα εγκόσμια. Η συλλογική ταυτότητα των Κοζανιτών της Μοναρχίας, αλλά και γενικά των Ελλήνων της Διασποράς, αντικατοπτρίζεται και στην υποστήριξη κοινοτικών θεσμών στις κοινωνίες υποδοχής τους. Εύποροι έμποροι, πρόσωπα που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική και οικονομική κλίμακα, συμμετείχαν ενεργά στη διαδικασία λήψης των κοινοτικών αποφάσεων. Η σύνθεση, μάλιστα, των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων, όπως μπορεί κανείς να διακρίνει στην περίπτωση της ελληνικής κοινότητας στη Βιέννη, απηχεί έντονες κοινωνικές ιεραρχήσεις. Συγκεκριμένα, στη δωδεκάδα της αδελφότητας εκλέγονταν οι ευπορότεροι έμποροι, που αναλάμβαναν να εκπροσωπούν τη συσσωμάτωση των Τουρκομερητών Ρωμαίων Πραγματευτών στις αρχές με ετήσια θητεία. Συχνά, στα πρακτικά της εμφανίζονται τα μέλη του διοικητικού οργάνου ως εκπρόσωποι των εμπόρων του τόπου καταγωγής τους.62 Το 1776 εκλέχθηκε ως αντιπρόσωπος της Κοζάνης ο Κων. Στάμκου, ενώ από το 1790 ο Γ. Καραγιάννης,63 μεγαλέμπορος και σημαντικός οικονομικός παράγοντας στην αψβουργική πρωτεύουσα.64 Κινούμενοι συχνά στους κύκλους της ανώτερης αστικής τάξης –κάποιοι εξ αυτών ήταν και κάτοχοι τίτλων ευγενείας (π.χ. Σακελλάριος, Τακιατζής, Πόποβιτς)65–, κεφαλαιούχοι από την Κοζάνη δραστηριοποιήθηκαν έντονα στο εσωτερικό των κοινοτήτων, υποστηρίζοντάς τες όχι μόνον στο επίπεδο της διοίκησης και της επιστασίας, αλλά και σε εκείνο των δωρεών και της χορήγησης δανείων. Θυμίζω εδώ τον Γεώργιο Καραγιάννη, που δώρισε το 1802 στην κοινότητα του Αγίου Γεωργίου το ποσό των 70.000 φιορινιών,66 ένα ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, αν συγκριθεί με τις τιμές αγοράς ακινήτων στον οικιστικό πυρήνα της Βιέννης ή ακόμα και με τα μεγέθη περιουσιών των ευπορότερων αστών Ελλήνων της πόλης.67 61

62 63

64 65

66 67

Για τον Ιώσηπο Μοισιόδακα και τη συμβολή του στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του νεοελληνικού Διαφωτισμού βλ. Πασχ. Κιτρομηλίδης, Οι συντεταγμένες της δυτικής σκέψης τον 18ο αιώνα, Αθήνα 1985. Σειρηνίδου, Έλληνες στη Βιέννη, σ. 287. Σωφρ. Ευστρατιάδης, Ο εν Βιέννη ναός του Αγίου Γεωργίου και η κοινότης των Οθωμανών υπηκόων, επιμ.-εισ.-ευρετ. Χαράλ. Χοτζάκογλου, Αθήνα 1997 [ανατύπωση της α΄ έκδοσης, Αλεξάνδρεια 1912], σ. 163, 169. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, σ. 282. Ödön Füves, «Die bekanntesten geadelten Griechen in Ungarn», Balkan Studies 5 (1964) 303-308. Λιούφης, Ιστορία της Κοζάνης, ό.π. Σειρηνίδου, Έλληνες στη Βιέννη, σ. 212-221.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

232

ΙΚΑΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

232

Η αλήθεια είναι ότι το έμπρακτο ενδιαφέρον των παροίκων για την κάλυψη τυχόν κοινοτικών ελλειμμάτων εγγραφόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκπεραίωσης ζητημάτων που άπτονταν της κοινωνικής πρόνοιας και αρωγής. Η διαδικασία της συγκρότησης της αστικής ταυτότητας των Ελλήνων της Μοναρχίας ήταν συνδεδεμένη με τη λειτουργία του ευεργετισμού, καθώς η φιλανθρωπία και η ευποιία αναδείχθηκαν σε κοινωνικές συμπεριφορές, πρακτικές και πρότυπα που απηχούσαν τις νέες αντιλήψεις περί των κοινωνικών καθηκόντων των ελίτ της Διασποράς. Ο εξαστισμός όμως των παροίκων δεν εξαντλούνταν στον τρόπο με τον οποίον παρήγαν και επένδυαν το «ευεργετικό» τους κεφάλαιο στη θετή τους πατρίδα. Η εξέταση των πολιτισμικών μεταφορών από την κοινωνία υποδοχής σε εκείνες της αφετηρίας βοηθά στην κατανόηση πολύπλοκων και πολυεπίπεδων διεργασιών οικειοποίησης ξένων πολιτισμικών κωδίκων και αισθητικών αρχών. Πολίχνες και χωριά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτ. Μακεδονίας (Κοζάνη, Σιάτιστα, Καστοριά κ.ά.), που, μέσα από τα αλλεπάλληλα ταξίδια των εμπόρων στη Διασπορά, βρίσκονταν σε μια διαρκή ώσμωση της αστικής εξέλιξης, απέκτησαν χαρακτηριστικά μιας δυτικότροπης αρχιτεκτονικής γλώσσας. Η εσωτερική διακόσμηση αρχοντικών που άρχισαν να οικοδομούνται, ήδη από τα μέσα του 18ου αι., μαρτυρεί τον βαθμό διάχυσης και συνδιαμόρφωσης πολιτισμικών προτύπων στους τόπους προέλευσης των μεταναστών.68

 Τελειώνοντας, θα ήθελα ως κατακλείδα να αναφερθώ στην εύστοχη επισήμανση της Μ.-Χρ. Χατζηιωάννου, ότι η μέχρι σήμερα ελληνόγλωσση ιστοριογραφική αποτίμηση της παρουσίας των Δυτικομακεδόνων στην Ουγγαρία έγινε κυρίως με όρους εθνικούς, με απώτερο σκοπό να αναδειχθεί το πολιτιστικό και κοινωνικό έργο των ελληνικών κοινοτήτων και να τονιστεί η ατομική προσφορά των μελών τους.69 Χρειάζεται, ωστόσο, να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στους τοπικούς κοινωνικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της χώρας υποδοχής και να διευρυνθούν μεθοδολογικά η σχετική συζήτηση και η έρευνα με βάση τις νε68

69

Olga Katsiardi-Hering, «Southeastern European Migrant Groups between the Ottoman and the Habsburg Empires. Multilateral Social and Cultural Transfers from the Eighteenth to the Early Nineteenth Centuries», στο: Heppner – Posch (επιμ.), Encounters in Europe’s Southeast, σ. 135-162: 150. Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, «Αυτοκρατορίες, μεταναστεύσεις και επιχειρηματικές δραστηριότητες», Budapesti Negyed 54 (2006), στον ιστότοπο: http://bfl.archivportal.hu/id836-.html.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

H ΔIAΣΠOPA TΩN KOZANITΩN

9:10 AM

233

233

ότερες τάσεις, που αγκαλιάζουν πολύπλευρα ερωτήματα σχετικά με τη μετακίνηση ανθρώπων, υλικών αντικειμένων, αντιλήψεων και πολιτισμικών αξιών.70 Άλλωστε, το τρίπτυχο κουλτούρα αφετηρίας – φορείς υποδοχής – τελική κουλτούρα υποδοχής παίζει σημαντικό ρόλο στις παραπάνω ιστοριογραφικές αναζητήσεις.

70

Βλ. σχετικά στα άρθρα των Katsiardi-Hering, «Southeastern European Migrant Groups between the Ottoman and the Habsburg Empires», ό.π., Maria A. Stassinopoulou, «Trading Places. Cultural Transfer Trajectories among Southeast European Migrants in the Habsburg Empire», σ. 163-174, και Vaso Seirinidou, «The Enlightenments within the Enlightenment. Balkan scholarly production and communication in the Habsburg Empire as seen through an Early Nineteenth-Century Private Library Catalogue», σ. 175189, που δημοσιεύτηκαν στο: Heppner – Posch (επιμ.), Encounters in Europe’s Southeast, ό.π. Βλ. επίσης Σειρηνίδου, «Πολιτισμικές μεταφορές και ελληνικές παροικίες», ό.π.


11_MANTOUBALOS_217-234:PROTYPH_KOZANH

5/15/14

9:10 AM

234

Σιάτιστα. Το αρχοντικό της Πούλκως.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

235

ΠΑΙΔΕΙΑ – ΛΟΓΙΟΙ – ΤΕΧΝΗ


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

236


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

237

Βενετία Χατζοπούλου

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ

Η παιδεία στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε μορφής συστηματικής εκπαίδευσης και, ως τα μέσα του 17ου αι., περιορίζεται κατά μείζονα λόγο σε ένα πρώτο υποτυπώδες επίπεδο σπουδών, που περιλαμβάνει την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης με τη χρήση λειτουργικών βιβλίων. Προώθηση της εκπαίδευσης πραγματοποιείται από το μέσον του 17ου αι. με τη δημιουργία σχολείων, ενώ από το μέσον του 18ου αι. κ.ε. η παιδεία ενισχύεται χάρη στη διάδοση και επιρροή των ιδεών του νεοελληνικού Διαφωτισμού.1 Την περίοδο αυτή οι σπουδές διακρίνονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα: κοινά γράμματα, κυκλοπαιδεία, και τελειότερα επιστημονικά, που αντιστοίχως ταυτίζονται με τη στοιχειώδη, μέση και ανώτερη εκπαίδευση, ενώ, ανάμεσα στα εκπαιδευτικά κέντρα που δημιουργήθηκαν στον ευρύτερο ελληνικό χώρο υπό οθωμανική κατοχή, αναμφίβολα ξεχωρίζουν, τόσο για το πρόγραμμα σπουδών που ανέπτυξαν όσο και για τις προσωπικότητες που δίδαξαν σε αυτά, η Πατριαρχική Σχολή, η Αθωνιάδα, οι Σχολές των Ιωαννίνων, της Χίου, των Κυδωνιών και της Σμύρνης, καθώς και οι Ακαδημίες Βουκουρεστίου και Ιασίου.

1

 

Για την παιδεία επί Τουρκοκρατίας βλ. Αγγελική Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, Μαθηματάρια των ελληνικών σχολείων κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1994, ιδίως σ. 1- (όπου προγενέστερη βιβλιογραφία), 9-1· Χαρ. Καρανάσιος, «Η εκπαίδευση», στο: Ιστορία των Ελλήνων, τ. 10: Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία 1453-1821, εκδ. Δομή, Αθήνα 006, σ. 446-50, 845-846. Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, ό.π., σ. 11. Για τα προγράμματα σχολείων κατά τον 18ο αι. βλ. ό.π., σ. 195-11.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

238

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

8

Φορείς εκπαίδευσης Στην πόλη της Κοζάνης η διδασκαλία του φερόμενου ως πρώτου δασκάλου Γεωργίου (Γρηγορίου) Κονταρή4 κατά το τελευταίο τέταρτο του 17ου αι. (μετά το 1675 ή μετά το 1684), σηματοδοτεί την αρχή μιας ανάπτυξης που σταδιακά συντελέστηκε στον τομέα της παιδείας τον επόμενο αιώνα, και συμβατικά αποτυπώθηκε με τον όρο «Σχολή Κοζάνης». Στην έννοια αυτή περικλείονται τόσο τα κατώτερα σχολεία που λειτούργησαν στην περιοχή στις αρχές του 18ου αι. όσο και οι μείζονες φορείς εκπαίδευσης που συστάθηκαν στην πόλη από το 1745 κ.ε., ως απόρροια, μεταξύ άλλων, της οικονομικής προόδου, των εμπορικών επαφών με την Ευρώπη, των νέων επιταγών μιας κοινωνίας σε ανέλιξη. Οι φορείς αυτοί ήταν αρχικά η «Στοά» (1745) και αργότερα το «Μουσείο» (1776), χωρίς βέβαια να εξαιρείται από τον εκπαιδευτικό χάρτη της πόλης η «Σχολή της Κoμπανίας» (1756), που ιδρύθηκε από τους κοζανίτες αποδήμους της Ουγγαρίας. Εκτεταμένη μελέτη για τη Σχολή Κοζάνης κατά τον 18ο αι. εκπόνησε ο Χαρίτων Καρανάσιος, αντλώντας πολύτιμες πληροφορίες από ποικίλο χειρόγραφο και έντυπο υλικό της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (στο εξής ΔΒΚ), κυρίως όμως από τον κώδ. εγγρ. ΔΒΚ 176, που περικλείει αντίγραφα εγγράφων και πρακτικά, και αφορά εξ ολοκλήρου θέματα σχολείων της Κοζάνης από το 1756 κ.ε.5 Η παρούσα μελέτη αποβλέπει στη συνέχιση της έρευνας γύρω από το ίδιο θέμα, επιδιώκοντας να αναδείξει ιδιαιτέρως τις χειρόγραφες εκείνες πηγές της ΔΒΚ που παρέχουν μαρτυρίες σχετικά με δασκάλους, μαθητές και τα διδασκόμενα κείμενα.6 Επιζητά συγχρόνως τη διεύρυνση του θέματος, εξετάζοντας κώδικες που δωρήθηκαν στη ΔΒΚ από επιφανείς λογίους της Κοζάνης κατά τον 18ο αι.· τα χειρόγραφα αυτά αντανακλούν το επίπεδο μόρφωσης των πολιτών, τις παιδευτικές ανησυχίες, τα ενδιαφέροντά τους, ενώ αυτονόητο είναι ότι συνιστούν πολύτιμα τεκμήρια παιδείας της πόλης για την περίοδο που εξετάζουμε.7 4

5

6

7

Για τον Κονταρή βλ. Χρ. Γ. Πατρινέλης, «Οι πρώτοι δάσκαλοι της Σχολής Κοζάνης (Από τον Γεώργιο Κονταρή ως τον Ευγένιο Βούλγαρη)», Ο Ερανιστής 0 (1995) 5-6. Χαρ. Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης κατά τον 18ο αι. βάσει χειρογράφων, εγγράφων και εντύπων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης», Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, Κοζάνη 8-10 Νοεμβρίου 1996, Κοζάνη 1999, σ. 14-179. Ευχαριστώ το προσωπικό της ΔΒΚ, και ιδιαίτερα την κ. Ελένη Μαργαρίτη, για τη διευκόλυνση της έρευνας, καθώς τον κ. Παν. Τζιούτζιο για τη συνδρομή του σε σχέση με τις εικόνες που παρατίθενται στο τέλος της εργασίας. Κατάλογο χειρογράφων της ΔΒΚ έχει συντάξει ο Αντ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας. Α΄. Αρχεία και Βιβλιοθήκαι Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 199. Νεότερη περιγραφή ορισμένων χειρογράφων


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

239

9

Δάσκαλοι, μαθητές, διδασκόμενα κείμενα Μεταξύ των χειρογράφων της συλλογής της ΔΒΚ, εκείνα που με σαφήνεια από την έως τώρα έρευνα διαπιστώνεται ότι αναφέρονται σε δασκάλους ή μαθητές και μαρτυρούν τις σχέσεις αυτών είναι λίγα, αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι αρκετά σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη Σχολή Κοζάνης. Ένα από τα χειρόγραφα που χρησιμοποιήθηκε στα σχολεία της Κοζάνης είναι ο κώδ. ΔΒΚ 67, ο οποίος περικλείει την Ἐπιτομὴ Λογικῆς του Νικηφόρου Βλεμμύδη, και φέρει δίπλα στον τίτλο του έργου τα αρχικά ΓΔΛ, που παραπέμπουν στον γραφέα και κτήτορα του χειρογράφου, Γεώργιο Δ. Λούια (εικ. 1).8 Ο Λούιας, μαθητής και κατοπινός δάσκαλος του Μουσείου (έτ. 1798, 1799),9 άρχισε να διδάσκεται τη Λογική στην Κοζάνη τον Δεκ. του 1785 από τον γιαννιώτη ιερομόναχο και δάσκαλο στο σχολείο του Μουσείου Αμφιλόχιο Παρασκευά (βλ. σ. 1, άνω ώα: Διδασκαλεύοντος τοῦ ἱεροσοφωτάτου κυρίου Ἀμφιλοχίου, ἠρξάμεθα ἐν ͵αψπε΄ Δεκεμβρίου ιε΄ ἐν Κοζάνῃ).10 Από τον ίδιο εξάλλου διδάχθηκε και ρητορική, βάσει βιβλιογραφικού σημειώματος του κώδ. ΔΒΚ 148, που αναδεικνύει τον Λούια αντιγραφέα (έτ. 1787) πραγματειών του Λογγίνου (Περὶ ὕψους) και του Ερμογένη (Τέχνη ρητορική, Περὶ εὑρέσεως), ενόσω αυτός παρακολουθούσε τις ρητορικές παραδόσεις του Αμφιλόχιου.11 Μαρτυρία για έναν άλλο δάσκαλο της Κοζάνης, τον Κων. Στάμκο, σύγ-

8

9 10 11

περιλαμβάνεται στο Χαρ. Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (1707-1832), [Έκθεση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης στο πλαίσιο του Συνεδρίου ῾Νεοελληνικός Διαφωτισμός᾽, Κοζάνη 8-10 Νοεμ. 1996], Κοζάνη 1996. Τέλος, ψηφιακή τεκμηρίωση της συλλογής χειρογράφων από την Όλγα Δουγαλή (Κοζάνη 006-007) είναι εν μέρει διαθέσιμη στον ιστότοπο http://www.kozlib.gr. Μέχρι σήμερα που συντάσσεται η παρούσα εργασία δεν έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο στοιχεία της περιγραφής όλων των χειρογράφων της συλλογής, ώστε αναγκαία εξακολουθεί να είναι η χρήση του καταλόγου Σιγάλα, ενώ πρόβλημα δημιουργεί επίσης η αλλαγή της αρίθμησης των χειρογράφων. Η νέα αρίθμηση διαφοροποιείται σε μεγάλη έκταση εκείνης του Σιγάλα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει πίνακας αντιστοιχίας των δύο αριθμήσεων, που να επιτρέπει την ταύτιση και γρήγορη αναζήτηση της περιγραφής όσων χειρογράφων έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα. Για τους παραπάνω λόγους, υιοθετείται στην παρούσα μελέτη η αρίθμηση του καταλόγου Σιγάλα. Για την ταύτιση βλ. Αναστ. Μέγας – Ν. Δελιαλής, «Αμφιλόχιος Παρασκευάς. Συμβολή στην ιστορία της παιδείας της Κοζάνης κατά τον 18ο αιώνα», Μακεδονικά 5 (1961-196) 49· στο ίδιο, σ. 415-47, περαιτέρω στοιχεία για τον Γ. Λούια. Ό.π., σ. 44· Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης», σ. 16. Για τον Αμφιλόχιο Παρασκευά βλ. Μέγας – Δελιαλής, «Αμφιλόχιος Παρασκευάς», ό.π. Ό.π., σ. 49, όπου το χειρόγραφο σημείωμα του Λούια. Ο κώδικας καταγράφεται ως μη αριθμημένος· βλ. επίσης Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης», σ. 168.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

40

5/17/14

2:20 AM

240

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

χρονο του Αμφιλόχιου Παρασκευά και δάσκαλο της ανώτερης βαθμίδας ήδη από το 1781 στην ίδια σχολή με αυτόν, παρέχει ο κώδ. ΔΒΚ  του έτους 1787. Στον εν λόγω κώδικα δεν γίνεται αναφορά στην ιδιότητα του Στάμκου ως δασκάλου, αλλά αναγνωρίζεται αυτός από τον κτήτορα του χειρογράφου ως ο εὐγενέστατος ἀντιγραφέας του ἐν Κοζάνῃ κώδ. , που περιέχει τον Νομοκάνονα του Μανουήλ Μαλαξού1 και δόθηκε από τον Στάμκο στον κάτοχο του κώδικα προς χρήση του ιδίου καὶ τῶν πιστῶν φίλων (εικ. ). Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η αντιγραφή κωδίκων αποτελούσε συστηματική, παράλληλη με τη διδασκαλία επαγγελματική δραστηριότητα του Κων. Στάμκου και δεύτερη γι’ αυτόν πηγή εσόδων, ή αν αυτός περιστασιακά μόνο αντέγραψε ορισμένους κώδικες· προς στιγμήν, ο μόνος άλλος καταγεγραμμένος μάρτυρας της αντιγραφικής δραστηριότητας του κοζανίτη δασκάλου είναι ο κώδ. Ζάβορδας 7, που περιέχει ερμηνεία κανόνων διαφόρων εορτών, και σύμφωνα με το βιβλιογραφικό σημείωμα του φ. 167r: Ἐτελειώθη ͵αψπε΄ [1781] Νοεμβρίου κ΄ ἐν Κοζάνῃ διὰ χειρὸς Κωνστ(αντίνου) Στάμκου.14 Οι κώδ. ΔΒΚ 4, 5, 6, αν και καταχωρίζονται ως αντιγραμμένοι από το χέρι του,15 κατόπιν σύγκρισής τους με τον κώδ. ΔΒΚ , διαπιστώνουμε ότι δεν ταυτίζονται με τον γραφικό χαρακτήρα του Στάμκου. Στη συλλογή χειρογράφων της ΔΒΚ εντοπίζονται ορισμένα επιπλέον χειρόγραφα που χρησιμοποιήθηκαν αναμφίβολα στην εκπαιδευτική διαδικασία, έστω αν και δεν φέρουν σαφή ένδειξη που να αποδεικνύει ότι αντιγράφηκαν στην πόλη της Κοζάνης ή ότι χρησιμοποιήθηκαν από μαθητές της Σχολής. Πρόκειται για «μαθηματάρια», μαθητικά δηλ. χειρόγραφα, τα οποία παρουσιάζουν κείμενο σε αραιή διάταξη συνοδευόμενο από «ψυχαγωγική ερμηνεία», παράθεση δηλ. εκ μέρους του μαθητή δύο ή περισσοτέρων συνωνύμων υπεράνω κάθε ερμηνευόμενης λέξης· μεταξύ των χειρογράφων αυτών συγκατα1 1

14

15

Βλ. κώδ. εγγρ. ΔΒΚ 176· βλ. σχετικά Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης», σ. 161. Η αρχή του Νομοκάνονα στο φ. 16r: «Περὶ κριτοῦ, ἤτοι ἀρχιερέως, τοῦ εἶναι εἰς πάντας συμπαθῆ (!) καὶ νὰ μὴν πιστεύῃ λόγους ἀνεξετάστως». Αρχ. Πρέπει ὅτι ὁ κριτής, τοὐτέστιν ὁ ἀρχιερεύς. Βλ. έκδ. Δ. Γκίνης – Ν. Πανταζόπουλος, Νομοκάνων Μανουήλ νοταρίου του Μαλαξού του εκ Ναυπλίου της Πελοποννήσου μετενεχθείς εις λέξην απλήν διά την των πολλών οφέλειαν, [Νόμος, Επιστ. Επετ. Σχ. ΝΟΕ 1 (198)], Θεσσαλονίκη 1985. Λίνος Πολίτης – Μαρία Πολίτη, «Βιβλιογράφοι 17ου-18ου αιώνα. Συνοπτική Καταγραφή», Δελτίο του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου 6 (1988-199), Αθήνα 1994, σ. 55. Για το αναλυτικό περιεχόμενο του κώδ. Ζάβορδας 7 και την καταγραφή του βιβλιογραφικού σημειώματος βλ. τον πρόσφατα εκδεδομένο κατάλογο χειρογράφων Λίνος Πολίτης, Κατάλογος χειρογράφων Ι. Μ. Ζάβορδας, επιμ. Μαρία Λ. Πολίτη, Θεσσαλονίκη 01, σ. 5. Βλ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 17.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

241

41

λέγεται και ο κώδ. ΔΒΚ σύμμ. 19, ο οποίος εμφανίζει αποσπασματικό κείμενο του Λουκιανού, αντιγραμμένο το 1786 από ανώνυμο μαθητή (εικ. ). Αναλόγου διδακτικού περιεχομένου αλλά και μάρτυρας διαδεδομένης συνήθειας της εποχής, σύμφωνα με την οποία οι μαθητές, βάσει των οικονομικών τους δυνατοτήτων, μετακινούνταν σε διαφορετικούς τόπους, περισσότερο ή λιγότερο μακρινούς, προκειμένου να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους δίπλα σε διαφορετικούς κάθε φορά δασκάλους, αποτελεί και ο κώδ. ΔΒΚ 50,16 ένα μαθηματάριο, που κατέληξε στην Κοζάνη, αφού πρώτα γράφτηκε από χέρι μαθητού στον Τύρναβο το 1756 (φ. 16r: Εἰς Τύρναβον 1756 Ἰουνίου 17 κὺρ λ μ ρ ς [= Λάμπρος;]) (εικ. 4) και μεταφέρθηκε το επόμενο έτος από τον ίδιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέχισε τις σπουδές του κοντά στον Ανανία (φ. 1v: Τέλος τῶν ἐν Κ(ων)στ(αντινου)π(ό)λει σχολῇ ὑπ’ Ἀνανίου ἐξηγηθέντων μοι καὶ οἱ ἐντυγχάνοντες διωρθώσατε τὰ ἐσφαλμένως) (εικ. 5). Τον δάσκαλο αυτόν θα πρέπει να ταυτίσουμε με τον Ανανία τον Αντιπάριο, μαθητή του Δωρόθεου Λέσβιου και δάσκαλο της Πατριαρχικής Σχολής, υπεύθυνο των γραμματικών μαθημάτων και των μαθημάτων της κυκλοπαιδείας ήδη από το 1748, και για μια δεκαπενταετία τουλάχιστον (ως το 1761).17 Ο κώδ. 50 αποτελεί ένα από τα ελάχιστα γνωστά διασωθέντα μαθητικά χειρόγραφα που αντλούν το περιεχόμενό τους από τις παραδόσεις του, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αποτελεί το μοναδικό τεκμήριο της διδασκαλίας του στη ΔΒΚ, καθώς δεύτερος κώδικας της ίδιας συλλογής χειρογράφων, ο κώδ. 70, περιέχει κείμενο του Ανανία («Ἐκ τῶν συνουσιῶν Δωροθέου τοῦ φιλοσόφου, σπλάγχνον γραμματικῆς ἢ περὶ μορίων»), αντίγραφο, καθώς φαίνεται, της έντυπης έκδοσης της Γραμματικής του, αντιγραμμένη από χέρι αδήλου μαθητή.18 Μεταξύ των υπολοίπων κωδίκων της συλλογής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μια σειρά χειρογράφων του 18ου αι. αξιοποιήθηκαν προφανώς για μαθησιακούς σκοπούς. Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται οι ρητορικές πραγματείες, οι οποίες αποτελούν μέρος της συνήθους διδακτέας ύλης της εποχής. Εντοπίζονται μεταξύ άλλων στον κώδ. ΔΒΚ 4, όπου απαντά ανωνύμου Ἐγχειρίδιον ρη16 17

18

Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν· Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 19 (αρ. 41). Τάσος Γριτσόπουλος, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. 1, Αθήνα 1971, σ. 65-69, 470. Ο Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 7, τοποθετεί την αντιγραφή του κώδ. ΔΒΚ 70 στο έτος 1757, βάσει σημειώματος της σ. 14 του χειρογράφου. Ωστόσο, κατόπιν μερικής αντιβολής του κώδικα με την έντυπη έκδοση της Γραμματικής του Ανανία Αντιπάριου, διαπιστώνουμε ότι το χειρόγραφο σημείωμα ταυτίζεται με αυτό της έκδοσης και, κατά συνέπεια, αποτελεί προφανώς αντίγραφό του. Για τον λόγο αυτόν, η χρονολογία αντιγραφής του κώδ. ΔΒΚ 70 χρήζει επανεξέτασης. Η έκδοση του έργου του Ανανία Σπλάγχνον γραμματικής πραγματοποιήθηκε στη Βενετία το 1764.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

4

5/17/14

2:20 AM

242

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

τορικῆς, ἤτοι μέθοδος καὶ διδασκαλία καὶ τρόπος τοῦ συνθέτειν τὰς διδαχάς (εικ. 6), το οποίο όμως έχει πλέον ταυτιστεί με έργο του Βικέντιου Δαμοδού,19 ενώ ρητορικές συνθέσεις του ιδίου συγγραφέα αλλά και του Γερασίμου Βλάχου (σ. 1-19: Διδασκαλία περὶ τοῦ ἀκραιφνοῦς τρόπου τοῦ διδάσκειν τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν εὐαγγέλιον) επισημαίνονται και στον κώδ. ΔΒΚ 55.0 Ρητορικές συνθέσεις του Αφθονίου αλλά και την Ὁμιλητικὴ του Γεωργίου Σουγδουρή1 (φ. 50r-94r) περιέχει ο κώδ. ΔΒΚ 4, όπου εντοπίζεται επίσης η Ἀριθμητικὴ εἰσαγωγὴ του Νικομάχου Γερασηνού (φ. 97 κ.ε.). Για τη διδασκαλία του μαθήματος των μαθηματικών προοριζόταν επίσης η Συνοπτικὴ ἑρμηνεία Ἀριθμητικῆς (κώδ. ΔΒΚ 9)4 του κληρικού δασκάλου Μπαλάνου Βασιλόπουλου, τα Στοιχεῖα ἀριθμητικῆς (κώδ. ΔΒΚ 44)5 (εικ. 7) του Νικ. Ζερζούλη, η διαχρονική Ευκλείδειος γεωμετρία (κώδ. ΔΒΚ 41, φ. r-60r) αλλά και μια πρακτική γεωμετρία (κώδ. ΔΒΚ 41, φ. 14r-0v και κώδ. ΔΒΚ 78, φ. 7r-464r).6 Για τη μελέτη της φιλοσοφίας χρησιμοποιήθηκαν κείμενα των Κορυδαλέα (κώδ. ΔΒΚ 64), Σουγδουρή (κώδ. ΔΒΚ 97), Γενουηνσίου (Genovesi) σε μετάφραση Ευγένιου Βούλγαρη (κώδ. ΔΒΚ , Α) και Baumeister σε μετάφραση Δημ. Δάρβαρη (κώδ. ΔΒΚ 91).7

19

0 1





4

5 6 7

Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, Ο Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία-Εργογραφία 17001754, Αθήνα 1998, σ. 179-180. Βλ. αναλυτικά ό.π., σ. 180-181. Κ. Κυριακόπουλος, Μελέτιος (Μήτρος) Αθηνών, ο Γεωγράφος (1661-1714). Συμβολή στη μελέτη του Βίου και του έργου του και γενικότερα της εποχής του πρώιμου Διαφωτισμού, Αθήνα 1990, σ. 189. Ο κώδικας αντιγράφηκε στα Ιωάννινα το 1707. Για την περιγραφή βλ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, και Γιάν. Καράς, Οι Επιστήμες στην Τουρκοκρατία. Χειρόγραφα και έντυπα, τ. 1: Τα Μαθηματικά, Αθήνα 199, σ. 14 (αρ. ). Για τη διδασκαλία των μαθηματικών στη Κοζάνη και τα χειρόγραφα μαθηματικού περιεχομένου στη ΔΒΚ βλ. Μαρία Τερδήμου, Τα μαθηματικά στην ελληνική σκέψη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 006, σ. 9-94. Για την περιγραφή του κώδικα βλ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν· Καράς, ό.π., σ. 11-1· Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 9 (αρ. 90). Καράς, ό.π., σ. 85 (αρ. 9). Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 46 (αρ. 106), και 49 (αρ. 11). Για την ταύτιση της ανωνύμου πραγματείας του κώδ. ΔΒΚ 91 με την ελληνική και ανέκδοτη μετάφραση του Δ. Δάρβαρη βλ. Λίνος Πολίτης, Κατάλογος Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, αρ. 1857-2500 (με τη συνεργασία της Μ. Πολίτη), Αθήνα 1999, σ. 4-4 (κώδ. ), όπου γίνεται αναφορά σε άλλα χειρόγραφα του ιδίου περιεχομένου.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

243

4

Επιφανείς λόγιοι κτήτορες-μελετητές χειρογράφων Η παιδεία στην Κοζάνη του 18ου αι. δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην παρουσία και τις δραστηριότητες της Σχολής Κοζάνης· συνδέεται επίσης με την κατ’ οίκον διδασκαλία όσων πολιτών διέθεταν την αναγκαία οικονομική επιφάνεια8 και, κατεξοχήν, με την παρουσία λογίων προσωπικοτήτων της πόλης, των οποίων η φιλομάθεια ώθησε στην αναζήτηση και απόκτηση χειρογράφων ποικίλου διδακτικού περιεχομένου, που μεταγενέστερα δωρήθηκαν στην Κοινοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα λογιοσύνης αποτελεί η οικογένεια Σακελλαρίου: μεταξύ των χειρογράφων της συλλογής τους ενδεικτικά αξίζει να επισημανθούν δύο κώδικες, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για τη φιλοσοφική κατάρτιση των μελών της οικογένειας: Προπύλαιον φιλοσοφίας τιτλοφορείται το πρώτο (κώδ. ΔΒΚ 51),9 ενώ το δεύτερο (κώδ. ΔΒΚ 71) περιλαμβάνει Μεταφυσική (εικ. 8). Τα δύο χειρόγραφα αντιγράφηκαν το 1755 από τον Κων. Σακελλάριο (χειρὶ Κωνσταντίνου Ἰωάννου Σακελλαρίου)0 και μεταγενέστερα πέρασαν στην κατοχή του γιου του, του ιατροφιλοσόφου Γεωργίου,1 και μελετήθηκαν από τον ίδιο, όπως αποδεικνύουν άλλωστε τα σημειώματα των χειρογράφων, μεταξύ των οποίων εκείνο που συνέταξε ο Γεώργιος Σακελλάριος στον κώδ. ΔΒΚ 71, αποκαλύπτοντας ότι στις 17 Μαΐου του 1788, ἤρξατο ἀκούειν [ενν. άρχισε να διδάσκεται] ταύτης τῆς Μεταφυσικῆς καὶ τῆς Κοσμολογίας. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η συλλογή του βιβλιόφιλου Θεοφίλου διακόνου από τη Βέροια (1768-1811), του κατοπινού επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης, η οποία αποτελείται από αρκετούς –υπολογίζονται ως 18– και διαφόρου περιεχομένου κώδικες. Ορισμένοι από αυτούς, όπως π.χ. ο κώδ. ΔΒΚ 54, αποκτήθηκαν όντας ο Θεόφιλος διάκονος ακόμη. Το εν λόγω χειρόγραφο, ένα μαθηματάριο με κείμενα του Λουκιανού, αντιγραμμένο το 1751, φέρει χαρακτη8

9

0 1



Βλ. Μέγας – Δελιαλής, «Αμφιλόχιος Παρασκευάς», σ. 4, όπου γίνεται αναφορά στην παρουσία του Αμφιλόχιου ως οικοδιδασκάλου στον οίκο της οικογένειας Σακελλαρίου. Για το ίδιο θέμα βλ. επίσης Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης», σ. 175-176. Σύμφωνα με τον Κ. Πέτσιο (εισήγηση στο συνέδριο) αποτελεί αθησαύριστη μετάφραση του Baumeister. Περιγραφή του κώδικα στο Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 7· Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ.  (αρ. 1). Βλ. κώδ. ΔΒΚ 51, φ. 1r και κώδ. ΔΒΚ 71, φ. 15r. Σε αρκετά σημεία του κώδ. ΔΒΚ 51 (π.χ. φ. 171v) επαναλαμβάνεται το κτητορικό σημείωμα Γεωργίου Κωνσταντίνου Ἰωάννου Σακελλαρίου, ενώ στον κώδ. ΔΒΚ 71, φ. 15r σημειώνεται η φράση: Ἐκ τῶν τοῦ Γεωργίου Κ. Σακελλαρίου ἰατροῦ. Βλ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν. Βλ. επίσης Γ. Μύαρης, «Φιλοσοφικά και άλλα χειρόγραφα του Θεοφίλου Βερροιαίου, επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης (1785-1811)», Πολιτιστικά Δρώμενα 1 (Ιαν.-Μάρτ. 1996) 5-0.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

44

5/17/14

2:20 AM

244

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ριστικό κτητορικό σημείωμα (ἐκ τῶν τοῦ Θεοφίλου διακόνου τοῦ βεῤῥοιαίου) και, λογικά, χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Θεόφιλο στο στάδιο της εγκύκλιας ακόμη εκπαίδευσής του. Μεταξύ των υπολοίπων χειρογράφων στην κατοχή του διακρίνονται έργα θεολογικά (κώδ. ΔΒΚ 5, 6, 7, 7, 100), νομοκανονικά (κώδ. ΔΒΚ 99, 140), ρητορικά (κώδ. ΔΒΚ 1) αλλά και κείμενα Λογικής, όπως αυτό του κώδ. ΔΒΚ 75 (17ος αι.), αντιγραμμένο στα Άγραφα της Ευρυτανίας από τον Αλέξιο, τον μετέπειτα λόγιο ιερομόναχο της Τουρκοκρατίας Αναστάσιο Γόρδιο (εικ. 9), τον επιφανέστερο μαθητή του δασκάλου του Γένους, Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού, ο οποίος δίδαξε στη σχολή Καρπενησίου και στα Βρανιανά. Το χειρόγραφο αυτό γράφτηκε το 1675 και μεταξύ άλλων περιλαμβάνει διασκευή του κειμένου της Λογικής του Κορυδαλέα βάσει των παραδόσεων του δασκάλου του, Ευγένιου Γιαννούλη.4 Από τη συλλογή του Θεοφίλου δεν απουσιάζουν τα φιλοσοφικού περιεχομένου έργα, όπως η Φιλοσοφική Προδιοίκησις του Κορυδαλέα (κώδ. ΔΒΚ 6) ή ο ανέκδοτος φιλοσοφικός σχολιασμός, για τον οποίο, σύμφωνα με την σύγχρονη έρευνα, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι θα πρέπει να προσγραφεί στα έργα του Γεωργίου Σουγδουρή (κώδ. ΔΒΚ 94, τέλ. 17ου αι.).5 Μεταξύ των υπολοίπων χειρογράφων της συλλογής του Θεοφίλου επισημαίνεται ο κώδικας της Φυσικής του Βουκερέρ (κώδ. ΔΒΚ 11) καθώς και ο κώδ. ΔΒΚ 7 (φ. r-58r), που αποτελεί ένα μόνο από τα τέσσερα μέχρι στιγμής γνωστά χειρόγραφα για τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι περικλείουν φαναριώτικο εγχειρίδιο πολιτικής, μεταφρασμένο από τη λατινική γλώσσα στην ελληνική από τον Δημήτριο Νοταρά κατά το έτος 1715.6 Στην ποικιλία των κειμένων που χαρακτηρίζει τη

 4

5

6

Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 19 (αρ. 40). Για τον κώδ. ΔΒΚ 75 βλ. Ι. Στεφανής, «Ένα χειρόγραφο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Κοζάνης από τη σχολή των Βρανιανών», Ελληνικά 9 (1988) 169-174, όπου αναλυτική περιγραφή του κώδικα· Β. Τσιότρας, Η εξηγητική παράδοση της Γεωγραφικής Υφηγήσεως του Κλαυδίου Πτολεμαίου. Οι επώνυμοι σχολιαστές, Αθήνα 006, σ. 6667· Αναστάσιος Γόρδιος, Αλληλογραφία (1675-1728), έκδ. Χαρ. Καρανάσιος – Ιωάννα Κόλια, προλεγ.-σχ. Χαρ. Καρανάσιος, [ΚΕΜΝΕ/Ακαδημία Αθηνών], Αθήνα 011, σ. 1, 8, 1041. Χαρ. Καρανάσιος – Κ. Θ. Πέτσιος, «Προβλήματα πατρότητας ενός ανωνύμου φιλοσοφικού έργου: Γρηγόριος (Γεώργιος) Κονταρής vel Γεώργιος Σουγδουρής», στο: Βυζάντιο – Βενετία – Νεώτερος Ελληνισμός. Μια περιπλάνηση στον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής σκέψης, επιμ. Γ. Ν. Βλαχάκης – Θ. Νικολαΐδης, Αθήνα 004, σ. 101-117, ιδίως σ. 10-10, 117. Βλ. σχετικά, Δ. Αποστολόπουλος, «‘Περί της των συμβουλιών ματαιότητος’. Ένα ακόμη φαναριώτικο εγχειρίδιο Πολιτικής», Ο Ερανιστής 1 (1997) 1-4, ιδίως σ. . Σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή, πρόκειται για μετάφραση στην ελληνική του έργου De vanitate consiliorum (έκδ. 11700) του Πολωνού Stanislaw Herakliusz Lubomirski· βλ. σχετικά: ο ίδιος, «Το πρωτότυπο του ‘Περί της των Συμβουλιών Ματαιότητος’»,


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

245

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

45

συλλογή χειρογράφων του Θεοφίλου και αντανακλά το ανήσυχο πνεύμα και την ευρυμάθειά του, η οποία ξεπερνούσε τα στενά όρια της μελέτης θεολογικών έργων και εκτεινόταν σε διαφορετικούς γνωστικούς τομείς, αξίζει τέλος να προστεθεί ο κώδ. ΔΒΚ 14, ο οποίος περιλαμβάνει τα Ἱερογλυφικὰ του Ωραπόλλωνος, κείμενο αντιγραμμένο, βάσει σημειώματος, το 178 από τον ίδιο τον Θεόφιλο, διάκονο ακόμη τότε, επί τη βάσει παρισινής έντυπης έκδοσης του έργου.7 Αποκαλυπτικός τέλος της φιλομάθειας, παιδείας και βιβλιοφιλίας ενός ακόμη επισκόπου Σερβίων, του Ιγνατίου (175-1785), εμφανίζεται ο κώδ. ΔΒΚ 60Α, ο οποίος περικλείει το Περὶ Φύσεως ἀνθρώπου του Νεμεσίου Εμέσης και αφιερώθηκε από τον αντιγραφέα στον πανιερώτατον καὶ ἐλλογιμώτατον Ιγνάτιο ως φιλομούσῳ καὶ φιλοβίβλῳ.8

Επίπεδο σπουδών, παραδοσιακή-νεωτερική διδασκαλία Συνοψίζοντας τα πορίσματα της μέχρι τώρα έρευνας γύρω από τη συλλογή χειρογράφων της ΔΒΚ, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των περισσοτέρων κωδίκων του 18ου αι. που σχετίζονται με την παιδεία, είτε αυτοί χρησιμοποιήθηκαν στη Σχολή Κοζάνης είτε αποκτήθηκαν από φιλομαθείς λογίους του 18ου αι., αφορά κυρίως την κυκλοπαιδεία, τη μέση δηλαδή βαθμίδα εκπαίδευσης: έργα θύραθεν (π.χ. Λουκιανού, Πλουτάρχου) και εκκλησιαστικών συγγραφέων (π.χ. Μ. Βασιλείου, Ιωάννου Χρυσοστόμου), ρητορικές πραγματείες (π.χ. Ερμογένη, Δαμοδού), γραμματική (π.χ. Ανανία Αντιπάριου), κείμενα λεξιλογικού περιεχομένου (π.χ. κώδ. ΔΒΚ σύμμ. 14) και ασκήσεις θεματογραφίας (π.χ. κώδ. ΔΒΚ 116), που εντοπίζει κανείς μεταξύ των χειρογράφων της Βιβλιοθήκης, συνιστούν τη συνήθη ύλη αυτής της βαθμίδας σπουδών. Δεν απουσιάζουν, ωστόσο, χειρόγραφα με περιεχόμενο, όπως π.χ. η Λογική του Νικηφόρου Βλεμμύδη ή τα φιλοσοφικά υπομνήματα του Κορυδαλέα στον Αριστοτέλη, που μαρτυρούν στροφή προς ένα υψηλότερο, απαιτητικότερο, επίπεδο σπουδών. Ο ερχομός του Ευγενίου Βούλγαρη στην πόλη υπήρξε αναμ-

7

8

Ο Ερανιστής  (1999) 51-5 [Συναίρεση στοιχείων των δύο δημοσιευμάτων στο: ο ίδιος, «Αναζητώντας χρήσιμα εργαλεία για τα νέα καθήκοντα», Για τους Φαναριώτες. Δοκιμές ερμηνείας και μικρά αναλυτικά, Αθήνα 00, σ. 17-15]. Βλ. τίτλο κειμένου: Ὤρου Ἀπόλλωνος Νειλῴου, Ἱερογλυφικά, ἃ αὐτὸς ἐξήνεγκεν αἰγυπτίᾳ φωνῇ, μετέφρασε δὲ Φίλιππος εἰς τὴν Ἑλλάδα διάλεκτον καὶ τῷ τύπῳ ἐξέδωκεν ἐν Παρισίοις ἐκ τοῦ εἰρημένου δὲ τύπου ἀντιγράφησαν μετὰ προσοχῆς ἐνταῦθα κατὰ τὸ ͵αψπβ΄ [175] σωτήριον ἔτος παρὰ Θ(εο)φ(ί)λ(ου) Δ(ιακόνου) Β(εῤῥοιαίου). Πβ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, ό.π. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 1.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

46

5/17/14

2:20 AM

246

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

φίβολα φωτεινό παράδειγμα νεωτερικής εκπαίδευσης ανώτερης βαθμίδας. Ωστόσο, η ολιγόχρονη παραμονή του ως δασκάλου στην Κοζάνη από το τέλος του 1745 ως το τέλος του 1748 ή τις αρχές του 17499 δεν επηρέασε καταλυτικά –αν κρίνει κανείς από το περιεχόμενο της συλλογής χειρογράφων της ΔΒΚ– τις σπουδές και την εξέλιξη της παιδείας στην πόλη τον υπόλοιπο αιώνα. Με εξαίρεση τη μετάφραση των Στοιχείων τῆς Μεταφυσικῆς του Γενουηνσίου [= Antonio Genovesi], που απαντά σε δύο κώδικες (κώδ. ΔΒΚ , Α) και της Φυσικής του Βουκερέρ [= Johann Friedrich Wucherer] στον κώδ. ΔΒΚ 11, που χρονολογείται μόλις το 1796,40 καταγράφονται μόνο δύο ακόμη χειρόγραφα του 18ου αι. με έργα του Βούλγαρη στη ΔΒΚ,41 ενώ παραδόξως, δεν μαρτυρούνται ούτε κώδικες με κείμενα και σημειώσεις μαθητών του κατά την περίοδο της σχολαρχίας του στην Κοζάνη,4 ή άλλα χειρόγραφα με δικές του μεταφράσεις συγγραμμάτων δυτικών συγγραφέων, τις οποίες ο Βούλγαρης εκπόνησε κατεξοχήν τις δεκαετίες 1740-1760 και ενέταξε με καινοτόμο πνεύμα στη διδασκαλία των μαθημάτων του στη Μαρουτσαία Σχολή Ιωαννίνων (1741745, 1748/9-175), στην Αθωνιάδα (175-1759), στην Πατριαρχική Ακαδημία (1759-176) και αναμφίβολα, ενδιαμέσως, στη Σχολή Κοζάνης.4 9

40

41

4

4

Πατρινέλης, «Οι πρώτοι δάσκαλοι της Σχολής Κοζάνης», σ. 16-17. Για την έλευση και παραμονή του Βούλγαρη στην Κοζάνη βλ. επίσης Χαρ. Καρανάσιος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρις και η Κοζάνη», Ελιμειακά 60-61 (008) 48-58. Ο κώδ. ΔΒΚ 49 του ιδίου περιεχομένου είναι μεταγενέστερος· βλ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 6. Πρόκειται για τους κώδ. ΔΒΚ 59 (Περὶ παλιρροιῶν) και 66 (Ὀρθόδοξος Ὁμολογία)· πβ. αντιστοίχως Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 49 (αρ. 114), και Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν, σ. 6. Κείμενα του Βούλγαρη απαντούν σε άλλους δύο κώδικες της ΔΒΚ (κώδ. 1, 18), που χρονολογούνται όμως μεταγενέστερα, στον 19ο αι.· πβ. Σιγάλας, ό.π., σ. 15, 57. Την ίδια αυτή περίοδο, κατά τον 19ο αι., πιθανολογούμε ότι αντιγράφηκε και ο κώδ. ΔΒΚ 11, που περιέχει μεταφράσεις του Βούλγαρη· το έτ. 177 που προτάσσεται στην περιγραφή του καταλόγου Σιγάλα, ό.π., σ. 50, δεν ταυτίζεται με το έτος αντιγραφής του κώδικα αλλά, κατόπιν αντιβολής, διαπιστώνουμε ότι συμπίπτει με το έτος έκδοσης του εντύπου Το ιερόν της δόξης. Ποίημα ιστορικόν …, Αγ. Πετρούπολη 177, σ. 1-1 (ΘΠ, αρ. 140), από το οποίο αντλούν οι σ. 1-54 του κώδ. ΔΒΚ 11. Ως χειρόγραφο γραμμένο από άδηλο μαθητή του Βούλγαρη στην Κοζάνη επισημαίνεται ο κώδ. Ι. Μ. Γρηγορίου Αγ. Όρους 10 του έτ. 1746· βλ. σχετικά Πατρινέλης, «Οι πρώτοι δάσκαλοι της Σχολής Κοζάνης», σ. 16· Καρανάσιος, «Ο Ευγένιος Βούλγαρις», σ. 5. Σχετικά με τη μεταφραστική δραστηριότητα του Βούλγαρη βλ. Αθανασία ΓλυκοφρύδηΛεοντσίνη, «Το πρόβλημα της μεθόδου στο φιλοσοφικό και μεταφραστικό έργο του Ευγένιου Βούλγαρη», ῾Ευγένιος Βούλγαρης᾽. Πρακτικά Διεθνούς Επιστ. Συνεδρίου: Κέρκυρα 1-3 Δεκ. 2006, επιμ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, [Ιόνιο Πανεπ., Τμ. Ιστορίας], Αθήνα 009, σ. 509-54· Μαν. Πατηνιώτης – Βαρβάρα Σπυροπούλου, «‘Της εντελεχούς μελέτης το μοχθηρόν και επίπονον’. Ο μεταφραστής Ευγένιος Βούλγαρης»,


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

247

47

Αξιοσημείωτη είναι ασφαλώς η αντιγραφή των συγγραμμάτων Προπύλαιον Φιλοσοφίας (μετάφραση) και Μεταφυσική από τον Κων. Σακελλάριο ήδη το 1755, ως ένδειξη επιρροής ενός ανανεωτικού ρεύματος στην παιδεία και στροφής προς τη σπουδή της σύγχρονης φιλοσοφίας στην αυγή του β΄ μισού του 18ου αι.· κατ’ ουσίαν όμως πρόκειται για μια ενέργεια μεμονωμένη, η οποία δεν αντανακλά παρά τις ιδιαίτερες επιστημονικές αναζητήσεις μιας προσωπικότητας των γραμμάτων στην πόλη της Κοζάνης. Πέραν των συγγραμμάτων τούτων, μεταξύ των χειρογράφων του 18ου αι. στη ΔΒΚ, επισημαίνουμε περιορισμένο μόνο αριθμό κειμένων τα οποία θεμελιώνονται σε έργο δυτικών συγγραφέων ή αποτελούν μεταφράσεις στην ελληνική: πρόκειται για τη Σύντομο ιδέα της Λογικής (κώδ. ΔΒΚ 10), που προσγράφεται στον Βικέντιο Δαμοδό,44 για την ευρέως διαδεδομένη στα ελληνικά σχολεία της Τουρκοκρατίας Μεταφυσική του Baumeister (1709-1785) σε μετάφραση Δημ. Δάρβαρη45 (κώδ. ΔΒΚ 91), και για τη μετάφραση των Στοιχείων Ἀριθμητικῆς του Christian Wolff (1679-1754) από τον Νικ. Ζερζούλη (κώδ. ΔΒΚ 44).46 Επεξηγηματική ως προς τον μειωμένο αριθμό μεταφράσεων δυτικών κειμένων κατά τον 18ο αι. και την ανάσχεση της ανανεωτικής διδασκαλίας του Βούλγαρη στην Κοζάνη κρίνεται μεταξύ άλλων η απουσία, με εξαίρεση ίσως τον Νικ. Βάρκοση, διαδόχων του στη Σχολή της Στοάς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν τη συνέχιση του διδακτικού του έργου και θα ενίσχυαν συστηματικά τη διάδοση των επηρεασμένων από τις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού μαθημάτων του.47 Κατά τις δύο, μάλιστα, τελευταίες δεκαετίες του

44

45

46

47

στο ίδιο, σ. 47-66, ιδίως σ. 64-66. Για τα βιογραφικά του Βούλγαρη βλ. τα προλεγόμενα στο Ευγένιος Βούλγαρης, Η Λογική εκ παλαιών τε και νεωτέρων συνερανισθείσα, προλεγ.-επιμ., Κ. Θ. Πέτσιος, [Πανεπ. Ιωαννίνων, Τομ. Φιλοσοφίας, Εργαστήριο Ερευνών Νεοελλ. Φιλοσοφίας], Ιωάννινα 010, (ανατύπ. έκδ. 1766), όπου και βιβλιογραφία. Για την ταύτιση με το έργο του Βικέντιου Δαμοδού βλ. Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, «Η ‘Σύντομος ιδέα της Λογικής κατά την μέθοδον των νεωτέρων’ του Βικεντίου Δαμοδού», Δευκαλίων 1 (1978) 64-85, ιδίως 65 [επανέκδ. στο: η ίδια, Ιστορικής έρευνας αποτελέσματα. Μαρτυρίες για τη νεοελληνική παιδεία και ιστορικά μελετήματα (16ος-19οςαι.), Αθήνα 00, σ. 49-450]. Η συγγραφέας αναγνωρίζει στο έργο του Δαμοδού την επιρροή του Καρτεσίου και της Λογικής του Port Royal· βλ. σχετικά η ίδια, Ο Βικέντιος Δαμοδός, σ. 9-9, 181-18 (χφ 108). Για το ζήτημα αυτό βλ. ενδεικτικά Ρωξάνη Αργυροπούλου – Άννα Ταμπάκη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 0, [Διαθέσιμο στον ιστότοπο http://users.uoa.gr/~atabaki/Diaphotismos.pdf]. Για τον Ζερζούλη ως μεταφραστή των έργων του Wolff βλ. Λίνος Γ. Μπενάκης, «Νικόλαος Ζερζούλης, μεταφραστής των μαθηματικών έργων του Christian Wolff», Ο Ερανιστής 0 (1995) 47-57. Σχετικά με τους δασκάλους που διαδέχτηκαν τον Ευγένιο Βούλγαρη στη Σχολή της Στοάς βλ. Καρανάσιος, «Η Σχολή της Κοζάνης», σ. 15.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

48

5/17/14

2:20 AM

248

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

18ου αι. κυριαρχεί στην εκπαίδευση της πόλης η φυσιογνωμία του Αμφιλόχιου Παρασκευά, σφοδρού πολέμιου, κατά τον Χαρίσιο Μεγδάνη,48 του Ευγενίου Βούλγαρη και των αντιλήψεών του. Με την παρουσία εξάλλου καθώς και το διδακτικό έργο του Αμφιλόχιου στη μακεδονική πόλη αλλά και, προγενέστερα, του Κυρίλλου εξ Αγράφων, ο οποίος δίδαξε στην Κοζάνη από το 176 ως το 1769,49 θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να συνδεθεί και η εμφάνιση έργων του πρώην δασκάλου τους στα Γιάννενα Μπαλάνου Βασιλόπουλου, όπως η Αριθμητική και το ιατρικό σύγγραμμα Ἑρμηνεία τῶν Ἀφορισμῶν τοῦ Ἱπποκράτους (κώδ. ΔΒΚ 150 και 1551) (εικ. 10). Παρά την αναχώρηση του Ευγένιου από τη μακεδονική πόλη και την αδυναμία δημιουργίας εκεί μιας σταθερής και μακροχρόνιας παράδοσης μελέτης και μετάφρασης νεωτερικών κειμένων στο πρότυπο της διδασκαλίας του, η οποία θα άφηνε απτά τα ίχνη της στη συλλογή χειρογράφων της ΔΒΚ, είναι αδιαμφισβήτητη η ύπαρξη κειμένων, έστω και ευάριθμων, που διαπνέονται από το πνεύμα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και εμφανίστηκαν –με σαφήνεια ορισμένα από αυτά– στην Κοζάνη του προεπαναστατικού ήδη αιώνα: πρόκειται για κείμενα σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης (Genovesi, Wucherer, Baumeister) και θετικών επιστημών (Wolff), τα οποία εμπλουτίζουν την παραδοσιακή διδασκαλία της –κυρίαρχης ως τα μέσα του 18ου αι.– αρχαιοελληνικής, ελληνιστικής και βυζαντινής παιδείας (π.χ. Θεοδόσιος Τριπολίτης, Νικόμαχος Γερασηνός, Νικηφόρος Βλεμμύδης). Στο πνεύμα εξάλλου των ιδεών του Διαφωτισμού και της επίδρασής του στο μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων, δη Κοζανιτών, υπό οθωμανική εξουσία θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την εμφάνιση επιστημονικών πραγματειών Μηχανικής, Οπτικής, Αστρονομίας κ.ά. (κώδ. ΔΒΚ 79) αλλά και χειρόγραφων κειμένων που αναδεικνύουν την αξία της πρακτικής γνώσης, π.χ. Πρακτική Γεωμετρία ή η αδήλου Σύντομος θεωρία καὶ πρᾶξις ἀριθμητικῆς (κώδ. ΔΒΚ 61 και 78), καθώς επίσης έργων με έκδηλα στραμμένο το ενδιαφέρον τους προς τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη φύση, π.χ. Περὶ τοῦ μικροκόσμου καὶ τῆς κυκλοφορίας αὐτοῦ (κώδ. ΔΒΚ 5, φ. 67r-49v),5 48

49 50

51

5

Xαρίσιος Mεγδάνης, Αγγελία. Περί του κατ’ έτος τελουμένου κοινού Mνημοσύνου υπέρ των Συνδρομητών των εν Kοζάνη Σχολείων..., [Βενετία 180], σ. 67. Mεγδάνης, Αγγελία, σ. 59-6. Περιγραφή του κώδικα στο Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν· Καράς, Οι Επιστήμες στην Τουρκοκρατία. Χειρόγραφα και έντυπα, τ. : Οι Επιστήμες της Ζωής, Αθήνα 1994, σ. 9. Βλ. Σιγάλας, ό.π., σ. 15· Καράς, ό.π., σ. 94· Καρανάσιος, Εκδόσεις και Χειρόγραφα, σ. 60 (αρ. 19). Καράς, Οι θετικές επιστήμες στον ελληνικό χώρο (15ος-19ος αι.), Αθήνα 1991, σ. 66· ο ίδιος, Οι επιστήμες στην Τουρκοκρατία, τ. , σ. 7 (χφ 7).


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

249

49

ή το Περὶ Φύσεως ἀνθρώπου του Νεμεσίου επισκόπου Εμέσης (κώδ. ΔΒΚ 60 και 60Α). Τα έργα αυτά καταδεικνύουν μια προσπάθεια αναβάθμισης της παιδείας μέσω της μελέτης των επιστημών και της παράλληλης εκλαΐκευσης της γνώσης, έστω και αν δεν φέρουν μαθητικές σημειώσεις ή άλλες ενδείξεις που να αποδεικνύουν ότι χρησιμοποιήθηκαν άμεσα στη σχολική πράξη.5

Επίλογος Η Σχολή Κοζάνης του 18ου αι. δεν συναγωνίζεται το διδακτικό πρόγραμμα μεγάλων και νεωτερικών εκπαιδευτικών κέντρων της εποχής, όπως εκείνων της Μ. Ασίας και των Παρίστριων Ηγεμονιών, ούτε η παρουσία λογίων προσωπικοτήτων –όπως μελών της οικογένειας Σακελλαρίου ή επισκόπων Σερβίων και Κοζάνης– με βιβλιοφιλικά ενδιαφέροντα ήταν τόσο ευρεία, ώστε να επηρεάσει καθοριστικά την περίοδο αυτή το μορφωτικό επίπεδο στην πόλη. Ωστόσο, η μελέτη του περιεχομένου των χειρόγραφων κωδίκων μαρτυρεί πως στην Κοζάνη αναπτύχθηκε ένα επίπεδο παιδείας ικανό αφενός να θέτει τα θεμέλια της μόρφωσης, αφετέρου να εισαγάγει, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, σε καινοφανείς επιστημονικές γνώσεις και, αναμφίβολα, να γαλουχήσει μια σειρά νέων μαθητών, όπως ο Χαρίσιος Μεγδάνης, ο Γ. Σακελλάριος, ο Ευφρ. Πόποβιτς, ο Μιχ. Περδικάρης, οι οποίοι συνέχισαν τις σπουδές τους σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και εξελίχθηκαν σε διαπρεπείς εκπροσώπους του νεοελληνικού Διαφωτισμού κατά τον 19ο αι. ως ιατροφιλόσοφοι, εκδότες εφημερίδων, λογοτέχνες, λόγιοι. Η παρούσα εργασία δεν εξαντλεί ασφαλώς το ζήτημα της παιδείας στην Κοζάνη με αφετηρία τη μελέτη των χειρογράφων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης αλλά ούτε και την ίδια τη μελέτη των χειρογράφων της συλλογής. Περαιτέρω έρευνα σχετικά με την ακριβέστερη χρονολόγηση των κωδίκων, τη διακρίβωση του τόπου αντιγραφής τους, την ανάδειξη νέων στοιχείων για γραφείς και κτήτορες, θα συμβάλει σημαντικά στη διατύπωση ασφαλέστερων συμπερασμάτων καθώς και στη διαμόρφωση μιας σαφέστερης εικόνας για τον αριθμό, την καταγωγή και το περιεχόμενο των χειρογράφων που σχετίζονται άμεσα με την παιδεία στην πόλη τον 18ου αιώνα. Η συλλογή της ΔΒΚ δεν εντυπωσιάζει ενδεχομένως τον επισκέπτη και μελετητή της με την παλαιότητα των χειρογράφων που περικλείει, ή τη μοναδι5

Ειδικά για τη χρήση του επιστημονικού εγχειριδίου ως σχολικού εγχειριδίου για την περίοδο που εξετάζουμε βλ. Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών στον ελληνικό χώρο (17ος-19ος αι.), επιμ. Γ. Καράς, Αθήνα 00, σ. 46 κ.ε.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

250

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

50

κότητα του περιεχομένου τους. Αποτελεί όμως ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών και θησαυρό γνώσης για την ιστορία της Κοζάνης, το επίπεδο πολιτισμού, τους διαύλους επικοινωνίας με εκπαιδευτικά κέντρα της εποχής, όπως τα Ιωάννινα, ο Τύρναβος, το Καρπενήσι, τα Βρανιανά, η Κωνσταντινούπολη, επίσης για την παιδεία στην πόλη και τους ανθρώπους που συνδέθηκαν με αυτήν ως μαθητές, δάσκαλοι, περιώνυμοι ή μη κάτοχοι χειρογράφων. Τα πορίσματα της έρευνας γύρω από τη συλλογή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης δεν αγγίζουν μόνο την Κοζάνη, την παιδεία και την ιστορία της, αλλά αφορούν τη μελέτη του ευρύτερου δυτικομακεδονικού χώρου και, σε τελική ανάλυση, τη μελέτη του συνόλου του Ελληνισμού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Εικ. 1. Κώδ. ΔΒΚ 67, σ. 1.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

Εικ. . Κώδ. ΔΒΚ , φ. 178r.

Εικ. . Κώδ. ΔΒΚ σύμμ. 19, φ. 1r.

251

51


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

252

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

5

Εικ. 4. Κώδ. ΔΒΚ 50, φ. 16r.

Εικ. 5. Κώδ. ΔΒΚ 50, φ. 1v.

Εικ. 6. Κώδ. ΔΒΚ 4, φ. r.


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

253

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ Εικ. 7. Κώδ. ΔΒΚ 44, φ. 54r.

Εικ. 8. Κώδ. ΔΒΚ 71, φ. 15r.

5


12_CHATZOPOULOU_235-254:PROTYPH_KOZANH

5/17/14

2:20 AM

254

ΒΕΝΕΤΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

54

Εικ. 9. Κώδ. ΔΒΚ 75, φ. 1r.

Εικ. 10. Κώδ. ΔΒΚ 1, φ. 1r.


13_KARANASIOS_255-290:PROTYPH_KOZANH

5/20/14

3:30 PM

255

Xαρίτων Kαρανάσιος

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙOΘHKHΣ KOZΑNHΣ*

Ἡ Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη Kοζάνης συγκαταλέγεται στὶς ἱστορικὲς βιβλιοθῆκες τῆς χώρας, καὶ ἔχει νὰ ἐπιδείξει συνεχῆ βίο ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ὣς σήμερα, ἐνῶ διαθέτει σημαντικὲς συλλογὲς χειρογράφων, ἐγγράφων καὶ παλαιῶν ἐντύπων. Ἰδιαιτέρως πολύτιμο εἶναι τὸ ἀρχειακὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Tουρκοκρατίας, καθὼς παρέχει πληροφορίες γιὰ τὴν τοπικὴ ἱστορία τῆς περιοχῆς, ἀποτελώντας μία ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις σωζομένων ἀρχείων μιᾶς πόλης ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω ἐποχή.

H ΣXOΛΙKH ΒΙΒΛΙOΘHKH (τέλ. 17ου αἰ. – 1813) Ἡ σημερινὴ Βιβλιοθήκη Kοζάνης προῆλθε ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη τοῦ σχολείου τῆς κοινότητας Kοζάνης κατὰ τὸ τέλος τοῦ 17ου αἰ., ὁ ἀκριβὴς ὅμως χρόνος ἔναρξης τῆς λειτουργίας της δὲν εἶναι γνωστός.1 Ἡ παλαιότερη γνωστὴ χρονολογία σχε-

*

1

Ἡ Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη Κοζάνης δηλώνεται ἐφεξῆς ὡς ΔΒΚ. Οἱ παραπομπὲς σὲ χειρόγραφα γίνονται βάσει τοῦ καταλόγου Ἀντ. Σιγάλας, Ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῆς Mακεδονίας. Α. Ἀρχεῖα καὶ βιβλιοθῆκαι Δυτικῆς Mακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1939· πβ. τὴν ἐργασία στὸν παρόντα τόμο Βενετία Χατζοπούλου, «Η παιδεία στην Κοζάνη κατά τον 18ο αιώνα μέσα από τα χειρόγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης», σημ. 7. Γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Βιβλιοθήκης δὲν ὑπάρχει σχετικὴ μονογραφία. Γιὰ κάποιες πληροφορίες βλ. Β. Σαμπανόπουλος, «Kοβεντάρειος Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη», ἐφημ. Kαθημερινή, Ἑπτὰ Ἡμέρες, φ. 1.10.1995 (ἀναδημοσ. στὰ Δυτικομακεδονικὰ Γράμματα 7 [1996] 179-184 χωρὶς παραπομπές, μὲ προσθήκη παραγράφου γιὰ νεότερους δωρητές)· ὁ ἴδιος, «Kοβεντάρειος Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη Kοζάνης», Mακεδονικὴ Zωὴ 45 (Φεβρ. 1970) 31-35. Βλ. ἐπίσης N. Π. Δελιαλής, Kατάλογος ἐντύπων Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Kοζάνης, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1948, σ. θ΄-ιβ΄· Σιγάλας, Ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ζωήν, σ. 5-10· Π. N. Λιούφης, Ἱστορία τῆς Kοζάνης, Ἀθήνα 1924, σ. 236-237 (φωτ. ἀνατ. 1994)· Xαρ. Kαρανάσιος, Ἐκδόσεις καὶ χειρόγραφα τοῦ Nεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ (1707-1832). Ἔκθεση τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Kοζάνης, Kοζάνη 1996, σ. XIII-XV.


13_KARANASIOS_255-290:PROTYPH_KOZANH

256

5/20/14

3:31 PM

256

ΧΑΡΙΤΩΝ ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ

τικὰ μὲ τὴ Βιβλιοθήκη προέρχεται ἀπὸ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ Γ. Παναγιωτίδη2 (1923), ὅτι «... περὶ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος 1650 κ.ἑ. ἀριθμοῦνται τὰ βιβλία, κατατάσσονται εἰς κατηγορίας ἐπιστημονικὰς καὶ παραδίδονται ἀπὸ διευθύνσεως τοῦ σχολείου εἰς Διεύθυνσιν. Tῷ 1690 παραδίδονται τῷ μοναχῷ Ἰωσὴφ 440 τόμοι θρησκευτικῶν καὶ φιλολογικῶν βιβλίων». Ἡ συγκεκριμένη ἀναφορὰ σὲ παράδοση βιβλίων τὸ 1690,3 ἂν καὶ δὲν σώζεται κάποιο χειρόγραφο τεκμήριο, ἐπιτρέπει τὴ βάσιμη ὑπόθεση ὅτι ἡ ἀρχικὰ σχολικὴ Βιβλιοθήκη Kοζάνης ἱδρύθηκε μερικὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ 1690, καὶ ὅτι ὁ μοναχὸς Ἰωσήφ –δὲν ἀναφέρεται σὲ καμιὰ χειρόγραφη πηγή– ὑπῆρξε ὁ πρῶτος γνωστὸς βιβλιοθηκάριος, πιθανῶς καὶ δάσκαλος στὸ σχολεῖο τῆς Kοζάνης. Ὁ χρόνος ἵδρυσης τῆς Βιβλιοθήκης συμπεραίνεται ἔμμεσα καὶ ἀπὸ τὴν ἵδρυση ὀργανωμένου σχολείου στὴν Kοζάνη,4 ποὺ ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1675/84 καὶ 1690, ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δίδαξε ἐκεῖ ὁ πρῶτος δάσκαλος Γεώργιος (Γρηγόριος) Kονταρής.5 Σύμφωνα μὲ ἀτεκμηρίωτο ἰσχυ2

3

4

5

Γ. Παναγιωτίδης, Διάλεξις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐγκαινίων τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ Ἀναγνωστηρίου Kοζάνης, 10 Iουλίου 1923, τυπογρ. Mιλτ. K. Tζώνη, Kοζάνη χ.χ., σ. 21. Ὁ ἴδιος, ὅ.π., σ. 15