Issuu on Google+

2

Σημάδια Ύστερα από τριάντα χρόνια κατέβασα τα κάδρα από τους τοίχους. Τα σημάδια -στόματα ανοιχτά- με φώναξαν μ’ όλα μου τα ονόματα. Τα κάδρα τα κρέμασα με ακρίβεια στη θέση τους. Έπρεπε να κλείσω γρήγορα τα στόματα. Για μετακόμιση ούτε κουβέντα…

3

Γυρολόγος Πιτήδεια κομμένα τα πολλαπλά επανωφόρια υφασμένα τώρα σε κουρελού. Δεν πουλώ. Μόνο χαρίζω. Με την κουρελού στην πλάτη μου γυρνώ στους δρόμους. Δεν πουλώ. Μόνο χαρίζω.

4

Καλοκαίρι 2007 Οι ελιές ξεψυχούν. Πύρινοι οι κορμοί, φλόγες τα κλαδιά τους. Κάτω από τον ίσκιο τους οι προβατίνες κάρβουνο με τα μαστάρια τους γεμάτα γάλα.

5

Εξέγερση Η ποίηση αποβραδίς χτυπούσε πόρτες και παράθυρα. Το πρωί κάτω απ’ την πόρτα, στην αυλή και ως το δρόμο, χαρτιά με στίχους, τσαλακωμένα … Τι κι αν δεν άνοιξα την πόρτα, τι κι αν άλλαξα πλευρό.

6

Αγρυπνίες Τις νύχτες όταν τα παιδιά μου ήτανε μικρά τα κρατούσα στην αγκαλιά μου. Πότε το ένα, πότε το άλλο. Τώρα τις νύχτες γράφω ποιήματα πότε για τον ένα, πότε για τον άλλο.

7

Άστρα σβηστά Οι διάττοντες τότε, έπεφταν βροχή κι εγώ τους μάζευα στις κοίλες μου παλάμες. Έπειτα σε γύρεψα για να σου δώσω τ’ άστρα χρόνους τέσσερις. Τ’ άστρα σβηστά, κάρβουνο οι κοίλες μου παλάμες χρόνους δώδεκα.

8

Έρωτας Αποβραδίς βροχή καταρρακτώδης έκαμε να λάμψουν τα κεραμίδια της σοφίτας μου. Οι υδρορροές μπούκωσαν, υγρασία φούσκωσε τους τοίχους. Η βροχή σταμάτησε. Άντε πάλι απ’ την αρχή μερεμετίσματα…

9

Ακουαρέλα Ένα πεντάχρονο παιδί κι ένα ενήλικο καλοκαίρι κατάχαμα στο Σαντριβάνι κοιτάζουν το αλογάκι που λύθηκε και τώρα πετάει στον ουρανό του λιμανιού. Το παιδί κλαίει. Το καλοκαίρι ξέρει. Το αλογάκι μια κουκίδα, ο σπάγκος μπλεγμένος στα χέρια του παιδιού.

10

Ημερολόγιο Φτιαγμένη από υλικά φιλικά προς το περιβάλλον χώμα έγινα πάλι σήμερα.

11

Γλίστρες Αυτή μας η συνάντηση, βροχερή. Πέντε οργιές ανέβηκε η στάθμη του νερού. Μέσα σε δυο ώρες στα σκαλιά μου φύτρωσαν βρύα και λειχήνες. Δεν υπάρχει έξοδος, οι γλίστρες παραμονεύουν.

12

Έπεα πτερόεντα Η συνεδρίαση τελείωσε. Σαρώνει ο αέρας φράσεις – προτάσεις.

13

Κιβωτός Αφηνιασμένοι άνθρωποι- άλογα- κύματα- παιδιά πήδησαν στο σκάφος του 21ου αιώνα για να σωθούν και να ξεχάσουν.

14

Βωμός Στο όνομα του αυτονόητου στερηθήκαμε και στερήσαμε λόγια και στιγμές πολύτιμες.

15

Αναδρομές Ξαναβρέθηκαν ύστερα από χρόνια και ψηλάφισαν εκείνες τις βαθιές ουλές. Άμα σηκώθηκαν στα χέρια τους φρέσκες σταγόνες αίμα.

16

Ελευθερία Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.

17

Ξηροί καρποί «Οι παλιές αγάπες» τώρα στις συναντήσεις τους σαν τους ξηρούς καρπούς. Λένε, τσιμπολογάνε και περνά ο καιρός. Αχ! κείνα τ’ αμύγδαλα τα πράσινα και τραγανά μα και τα μαύρα μελωμένα σύκα…

18

Πρύμνα-πλώρα 1 Μετά τη βάρδια του κάθεται στην πλώρη. Μ’ ένα καλάμι, τάχα ψαρεύοντας πασχίζει ν’ ανασύρει τις στιγμές του ταξιδιού που παράπεσαν.

19

Πρύμνα-πλώρα 2 Κάτω απ’ την ίσαλο ροκανίζει η σκουριά, την κοιλιά του καραβιού. Ο ναύτης με το ματσακόνι ξορκίζει ρυθμικά το θάνατο που γυροφέρνει σα σκυλόψαρο.

20

Πρύμνα-πλώρα 3 Η θύμησή σου σκουριασμένος χάρακας σε βυθισμένο πλοίο. Σπάνια πια, πιάνω πάτο και σε κοιτώ από το φινιστρίνι. Όσο κρατά μια αναπνοή, σε κοιτώ.

21

Πρύμνα-πλώρα 4 Είκοσι λεύγες μοναξιά και πέντε ωκεανοί υποκρισία. Ως ένα αντρίκειο ανάστημα τ’ αναίτιο κι επιβιώνω... Πεισματικά επιβιώνω.

22

«Η σκόνη του χρόνου» Σμιλεύει πάλι ο καιρός την ιστορία. Γρέζια και κουρνιαχτός πάνω σ’ ανυποψίαστους και υποψιασμένους.

23

Το τάμα Του είχα υποσχεθεί μια χούφτα πρωινή βροχή. Ήρθανε και προσπέρασαν σύννεφα μαύρα με βήματα βαριά. Μα ούτε σταγόνα για το τάξιμο. Ούτε…

24

Απώλειες Θυμήσου να πετάξεις τα αποξηραμένα τριαντάφυλλα. Δεν είναι για να τα κρατάς καιρό μόνο λίγο όσο για να συνηθίσεις την απουσία.

25

Τα πολύτιμα Ένα πεπόνι σα γήινη σφαίρα μου έφεραν χαρούμενοι οι φίλοι μου και γίνηκε με μιας, το σπίτι μου μποστάνι! Τι θαρρείς;

26

Πικρό Ενίοτε το αποτέλεσμα ξεθωριασμένο αντίγραφο της πρόθεσης, μου χαμογελά χαιρέκακα.

27

Φως ιλαρόν Ξημέρωμα Χριστούγεννα. Παγωμένη ερημιά. Ο τρελός της γειτονιάς στη μέση της πλατείας έστησε ψιλή κουβέντα με τη μάινα τ’ αντικρινού σπιτιού. Στο πρόσωπο του τρελού, φως ιλαρόν!

28

Η τέχνη Με τόσα σκουριασμένα αντικείμενα σκορπισμένα σποράδην γύρω μου θα είχα στα σίγουρα σακατευτεί. Η τέχνη, μου ’φερε προθήκες. Είναι να μην της χρωστώ την ύπαρξή μου;

29

Παρών Σημαιοφόρος ήταν στην παρέλαση, όταν το σαράκι κυρίευσε το κοντάρι της σημαίας.

30

Σημείο στίξης Να θυμάσαι, μέσα στο θαυμαστικό βρίσκεται κι η τελεία.

31

Απο-γοήτευση Η απογοήτευση σα χαλασμένο μέλι. Κολλά στα τοιχώματα της ψυχής και του λάρυγγα. Παχύρρευστη, σα χαλασμένο μέλι…

32

Προσδοκία -Εσύ πάλι, περίμενες να σου δώσει καρπό η λεύκα;

33

Η κυρία Π. Η Κυρία Π. λέει στο σκυλάκι της. -Πότε θα γίνεις άνθρωπος;…ε; Γιατί δεν έρχεσαι αμέσως όταν σε φωνάζω; Όσο μεγαλώνεις γίνεσαι ένα γαϊδούρι… Ο Χάτιν από την αντικρινή οικοδομή κοιτάζει και χαμογελά. Πικρά χαμογελά.

34

Νόστιμον ήμαρ Όσο περνούν τα χρόνια Τόσο πιο πολύ μιλώ με τους ανθρώπους μου που έχουν φύγει. Κι όλο και περισσότερο τους νιώθω δίπλα μου. Μάλιστα χθες, έφαγα παρέα με τους γονείς μου «πατάτες με τα μάραθα». Πεντανόστημες!

35

Διακριτικότητα Οι ποιητές στα ράφια της βιβλιοθήκης μου αγρυπνούν και καμιά φορά αλλάζουν λέξεις και νοήματα. Εγώ κάνω πως δεν καταλαβαίνω, προσποιούμαι ότι αλλάζω εγώ σιγά σιγά με τον καιρό.

36

Ουδέν Μια χειραψία τυπική με τα χέρια που κάποτε μου προκαλούσαν εκτινάξεις. Τα χέρια του τώρα, οποιαδήποτε χέρια.

37

Ποτέ πια Μ’ όλα τα σημάδια και τα «ποτέ πια!» Πάντα αναγεννημένη συναντιέμαι με τον έρωτα.

38

Τα αμεταχείριστα Οι παιδικές πιζάμες, μου στένευαν τα όνειρα. Μια μέρα δεν άντεξα άλλο, τις έσκισα και τις πέταξα. Μουδιασμένα, αμεταχείριστα, χρόνια και όνειρα, έπεσαν στο πάτωμα.

39

Ευθύνη Είναι φυσικό στα ερείπια ν΄ αυξάνουν και να πληθύνονται τα τρωκτικά. Είναι φυσικό. Όμως για κείνες τις πρώτες ρηγματώσεις -χέρια ανοιχτά που ’γνεφαν σε βοήθειαποιος θα μιλήσει;

40

Δρόμοι χωμάτινοι Φρεσκολουσμένη μ’ άστρο στην καρδιά πήρα τους δρόμους τους χωμάτινους. Χώμα κι ιδρώτας έφτιαξαν πυλό ιδρώτας κι αίμα έβαψαν τ’ άστρο. Ζωγράφοι άνεμοι μου ’δωσαν μορφή θαμπό πορτρέτο στο λυκόφωτο. Πενήντα χάντρες γύρω στο λαιμό πενήντα χρόνους τριγυρνώ στους δρόμους τους χωμάτινους.

41

Έτη φωτός Διάττοντες αστέρες τα όνειρα και τούτη τη νυχτιά. Θραύσματα της σύγκρουσης των πλανητών της μικρής ζωής μου. Έτη φωτός… Ένα θραύσμα άρκεσε, να με κυκλώσουν οι φόβοι. Με σκουριασμένα όπλα από παλιούς πολέμους, που ο πατέρας μου στόλιζε στους τοίχους του σπιτιού μας. Με σκουριασμένα όπλα με βρήκε το ξημέρωμα όρθια στητή στις πολεμίστρες.

42

Συνομιλία του ποιητή Κ.Π. Καβάφη με τον πρόσφυγα Χασάν -Είπα θα φύγω, θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ’ αυτή… -Μου ‘παν να φύγω να πάω σ’ άλλη γη να πάω σ’ άλλη θάλασσα… Άλλη πατρίδα για να βρω χρόνια κι όνειρα, ρήμαξα τα χάλασα… -Καινούργιους τόπους δε θα βρεις…, για τ’ Αλλού μη ελπίζεις.

43

Σάσα Σήμερα φεύγω, μπορεί ν’ αργήσω, μια άλλη πατρίδα θ’ αναζητήσω. Μα αποβραδίς βγήκα στον κήπο, τη λεμονιά μας για να ποτίσω. Ένα λεμόνι μέσα στο σάκο τη μυρωδιά της να μην ξεχάσω. Μέσ’ στο καΐκι μ’ άλλους διακόσιους. Σάπιο σκαρί γέρνει και τρίζει. Φοβάμαι, τρέμω, πισωγυρνώ. Με τα κλαδιά της κι όλες τις ρίζες η λεμονιά μας μ’ ακολουθεί… Ήτανε λάθος αχ! πόσο λάθος να την ποτίσω αποβραδίς… Σκορπούν οι ανθοί της, πλένονται οι ρίζες χώμα κι αλμύρα έχει απλωθεί. Τώρα έχω φύγει μπορεί ν’ αργήσω κι η λεμονιά μας μ’ ακολουθεί.

44

Αποτέφρωση Παρουσία Μνήμης, Συνείδησης, Αισθήματος αποτεφρώνω τελετουργικά, Στιγμές αδικαίωτες σακάτισσες κουτσές. Παρακλήσεις που δεν εισακούστηκαν. Λέξεις που δεν αξιώθηκαν την πρόταση. Γράμματα που επιστράφηκαν. Ούτε ένα δάκρυ πια. Ούτε ένα ίχνος πένθους στο μανίκι.

45

«Αντί» για παράσημο Στο Χρήστο Παπουτσάκη (1934-2009)

Ο πατέρας μου είχε χάσει το ποδάρι του πολεμώντας για την πατρίδα. Όταν αργότερα πήγαν να τον συλλάβουν έβγαλε το ξύλινο ποδάρι και το πέταξε κατάμουτρα στους χωροφύλακες. Όταν τον σήκωσαν από το κελί για την εκτέλεση φόρεσε το ξύλινο ποδάρι και στάθηκε όρθιος. Το ματωμένο του κουφάρι το κράτησε η μάνα στην πλάτη της. Εγώ έβαλα γρήγορα-γρήγορα στη τσέπη μου -τα δέκα μου χρόνια- και σήκωσα το ξύλινο ποδάρι. -Κάποιος άλλος θα το χρειαστεί, δεν τ’ αφήνουμε αυτά τα πράματα παιδί μου... Είπε η μάνα μου. Τώρα, μήνες ξαπλωμένος στη μονάδα αυξημένης φροντίδας … Ακούω τα βράδια το ποδάρι του πατέρα μου να πηγαινοέρχεται έξω από το θάλαμο. Και βλέπω τη μάνα μου, ν’ ανοίγει το ξημέρωμα αθόρυβα την πόρτα και να μου δίνει ένα ζουμερό πορτοκάλι. Σήμερα «αντί» για πορτοκάλι, έσκυψε κάτω απ’ το κρεβάτι, μάζεψε τα -δέκα μου χρόνια- και μου τα άφησε στο προσκέφαλο. -Δεν τα χάνουμε αυτά τα πράματα παιδί μου… είπε κι έφυγε. 20.2.09


Τα πολύτιμα