Page 1

η έκθεση στο

2011


Η εκτέλεση του Αισώπου από τους ιερείς των ∆ελφών στην κορυφή των Φαιδριάδων του Παρνασσού


Η pop κουλτούρα των αισώπειων µύθων «Το έργο πρέπει να είναι λαϊκό (να έχει γίνει για τις µάζες), να είναι εφήµερο (να µην µπορεί να διατηρηθεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα), αναλώσιµο (να ξεχνιέται γρήγορα), να είναι φτηνό, να παράγεται µαζικά, να είναι νέο (προσανατολισµένο στη νεολαία), µε χιούµορ, σέξι, παιχνιδιάρικο, και, τέλος, να είναι εµπορικό και επιχειρηµατικό». Richard Hamilton, 1957

Η ζωγραφική, αντικείµενο του ζωγράφου (ζωγράφος, ό τά ζώα γραψάµενος), οφείλει το πρώτο συνθετικό της στον σύντροφο, θεό και βασική τροφή του, το ζώο. Οι αισώπειοι µύθοι βασιζόµενοι σε ζωικούς οµιλούντες χαρακτήρες µε ηθικοδιδακτικό, συµβολικό, αλληγορικό και παραβολικό χαρακτήρα και µετουσιωµένοι σε έµµετρο ή πεζό λόγο, µυούν το κοινό σε έναν κώδικα ηθικής, που αντιστοιχεί στην εκάστοτε κοινωνία και πολιτισµό µε εύληπτο τρόπο και γραφή. Παράλληλα οι στίχοι των µύθων ως «λαϊκό» µέσο επικοινωνίας, µεταβάλλονται καθώς προσαρµόζονται στις ανάγκες των εκάστοτε κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισµικών αιτηµάτων. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούν µια πολλαπλή χρηστικότητα και εκφράζουν δηµόσια τον παλµό της κάθε κοινωνίας: τις ανάγκες της, τα ενδιαφέροντά της, τις ανησυχίες της, για κάθε επίκαιρο θέµα που την απασχολεί. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι αισώπειοι µύθοι έχουν τη δύναµη που συναντάµε και στη γελοιογραφία-πολιτικό σκίτσο του 19ου αιώνα των Goya και Gustave Dore. Πολλές φορές η αλληγορία των µύθων µπορεί να είναι και γελοιογραφική. Αποτελούν την πιο λιτή και ταυτόχρονα την πιο ποιητική µορφή δηµοσιογραφικού λόγου. Αφού µε λίγες γραµµές µπορούν να πουν πολλά περισσότερα από ένα εκτενές ρεπορτάζ ή κάποιο αναλυτικό άρθρο και να σχολιάσουν µε επιτυχία πρόσωπα, πράγµατα, καταστάσεις και γεγονότα της επικαιρότητας.

Η εκπαιδευτική χρήση της αισωπικής µυθογραφικής παράδοσης εξαιτίας του εγγεγραµµένου αξιακού συστήµατος είναι διαχρονική και η αρχή της τοποθετείται στην αρχαιότητα, όπου αξιοποιείται ως µέσο παιδαγωγίας και ρητορικής άσκησης. Οι αισώπειοι µύθοι αποτελούν την επιτοµή του pop κειµένου (λαϊκό, δηµοφιλές, επίκαιρο) και έχουν διαβαστεί, τυπωθεί, αναθεωρηθεί και συζητηθεί όσο και η Βίβλος. Την εποχή του ∆ιαφωτισµού στην Ελλάδα, στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα οι αισώπειοι µύθοι, αποτέλεσαν το βασικό παιδαγωγικό µέσο για την προώθηση των νέων εθνικών, πολιτισµικών και κοινωνικών αιτηµάτων. Θεωρήθηκαν τότε, ως το καταλληλότερο λογοτεχνικό είδος στον αγώνα της ανερχόµενης αστικής τάξης ενάντια στην παράδοση της φεουδαρχίας και της εκκλησίας. Έλληνες λόγιοι και παιδαγωγοί της εποχής, οραµατιζόµενοι µια εθνική αναγέννηση, συστήνουν τους µύθους του Αισώπου, ως αντίδοτο της εκκλησιογενούς γραµµατείας µε βασικό κριτήριο το επωφελές τους περιεχόµενο. Κατά την δεκαετία του 1860, κάνουν την εµφάνισή τους οι πρώτες έµµετρες διασκευές ενώ το 1863 παρουσιάζεται στο εκδοτικό προσκήνιο της Αθήνας, το αισωπικό µυθολογικό υλικό του Jean de La Fontaine, σε µετάφραση του Μάρκου Ανδρεάδη. Μελετώντας χρόνια και εµπνεόµενος από το έργο του Αισώπου, που παρά το πέρασµα των 2.500 χρόνων εξακολουθεί να είναι popular, ο Μανώλης Χάρος στη νέα ενότητα της δουλειάς του, παρουσιάζει ένα οπτικοποιηµένο αφήγηµα από δισδιάστατα εικαστικά έργα, κατασκευές τριών διαστάσεων ή αλλιώς τρισδιάστατη ζωγραφική, video-παράσταση, αλλά και ιστορικές αναπαραστάσεις από παλαιότερες εκδόσεις και εικονογραφήσεις. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι ζωικοί οµιλούντες χαρακτήρες, η αλεπού, το λελέκι, το ποντίκι, το βόδι, το κοράκι, το βατράχι, το κουνούπι. Στα πλάσµατα αυτά, αποδίδεται ένας εσωτερικός κόσµος, πλούσιος σε αρετές, εµµονές, κακίες που εµφαίνονται ποικιλότροπα στην εικαστική τους ζωή και προκαλούν ποικίλους τρόπους θέασης, πληθώρα σεναρίων, εκδοχών και αισθητικών µηνυµάτων. Ταυτόχρονα διαπραγµατεύεται και µύθους µε πρωταγωνιστή τον άνθρωπο -αναφέροµαι στο γέρο και τον θάνατο - µε τρόπο ποιητικό και συχνά αιχµηρό, όπου το σκοτεινό χιούµορ συναντά µια ιδιότυπη


µεταφυσική, που εµφορείται από ένα αίσθηµα vanitas. Ο Μανώλης Χάρος δεν εικονογραφεί απλά δέκα µύθους. Σκοπός του είναι µέσα από τα µικρά αφηγήµατα του Αισώπου να ανακαλύψει τις εικόνες, τους πρωταγωνιστές και τις αναπαραστάσεις των µύθων, έτσι όπως αυτές παρουσιάζονται µέσα στο χρόνο, µεταφέροντας, ανάλογα µε τις συνθήκες της κάθε εποχής, διαφορετικά µηνύµατα, διατηρώντας όµως πάντα, την ποίηση της µεταφοράς, αλλά και την αµεσότητα των ιστοριών που είναι γνωστές σε όλους. Με την εικαστική του γραφή, συµµετέχει στο έργο του Αισώπου, όπως έκαναν και σηµαντικοί προκάτοχοί του στο παρελθόν, όπως ο Nicola και ο Giovanni Pisano (ανάγλυφο πάνω σε πέτρα), ο Pieter Bruegel (λάδι σε ξύλο), ο Charles Percier (σχέδιο), ο Gustave Moreau (ακουαρέλα), ο Marc Chagall (χαλκογραφία), ο Paul Gauguin (λιθογραφία), ο Alexander Calder (γραµµική εικονογράφηση) κ.ά. Πολυδιάστατος, εργασιοµανής και ασυµβίβαστος, διανοούµενος, τολµηρός, µε ανεξάρτητη και δηµιουργικά κριτική σκέψη και αναλυτικό πνεύµα ο καλλιτέχνης δεν παραµένει στην ασφάλεια που παρέχουν οι κλασικές δοµές της ζωγραφικής. Ενσωµατώνει νέες µεθόδους και αντιλήψεις στην πλούσια παράδοση του χρωστήρα, δηµιουργώντας µια νέα εικαστική γλώσσα. Στρέφει τη µατιά του στην ψηφιακή τεχνολογία, στο collage, το video και τη χαρακτική. Συγχωνεύει δηλαδή διαφορετικές εκτελέσεις µέσα στην ίδια σύνθεση. ∆εν περιορίζεται µόνο στα λάδια και στα ακρυλικά. Αναµιγνύει και µεταχειρίζεται διαφορετικές τεχνικές και υλικά µέσα στο ίδιο έργο (ακρυλικά, ακουαρέλα, αλουµίνιο, κολάζ, ξυλογραφία, ψηφιακά επεξεργασµένες εικόνες). Ακολουθεί ενστικτωδώς τη λογική του υλικού. Οι σπουδές του στη χαρακτική, στο Παρίσι, και ειδικότερα στη χαλκογραφία και στη λιθογραφία πάνω σε πέτρα, του προσφέρουν τη δυνατότητα να συνδυάσει την έµπνευση παραδοσιακών τεχνικών µε τη χρήση σύγχρονων τεχνικών µέσων. Έτσι, από πολύ νωρίς περνά στη δηµιουργία ψηφιακών τυπωµάτων στον υπολογιστή, µε βάση πάντα τα πρωτότυπα έργα του. Η οθόνη του υπολογιστή λειτουργεί όπως παλαιότερα λειτουργούσε η χαρακτική πλάκα και ο scanner όπως λειτουργούσε η

παραδοσιακή πρέσα. Η νέα καλλιτεχνική διαδικασία που ακολουθεί, στοχεύει στην αποϋλοποίηση της εικόνας, αφού πρώτα ακολουθήσει τουλάχιστον τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο δηµιουργεί µικρές - σε διαστάσεις συνήθως – συνθέσεις. Στο δεύτερο - µε την τεχνική του video - περνά σε αλλεπάλληλες χρωµατικές επεξεργασίες και µεγεθύνσεις, τυπώνοντας το ψηφιακό έργο σε λεπτό ιαπωνικό ή κινέζικο χαρτί, µε όσο το δυνατόν λιγότερη επεξεργασία και, τέλος, στο τρίτο επεµβαίνει µε επιζωγραφίσεις, σκισίµατα του χαρτιού κ.ά. χωρίς όµως να καταργεί τις προηγούµενες διαδικασίες. Τα τρία αυτά στάδια µπορούν να επαναληφθούν ξανά και ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, επιλέγει και µεταµορφώνει τις εικόνες του, ενώ τα νέα έργα που προκύπτουν είναι ταυτόχρονα πρωτότυπα και µοναδικά. Η γοητεία της ζωγραφικής του Μανώλη Χάρου στηρίζεται στην ασάφειά της. Τίποτα το πολύ σαφές και εκλογικεύσιµο δεν είναι δυνατόν να µας γοητεύσει. Η γοητεία είναι κάτι σαν µουσική, είναι µια αιώρηση ανάµεσα στο είναι και στο µη είναι. ∆ηµιουργεί µια pop αισθητική, µε κύρια χαρακτηριστικά τον αυθορµητισµό, τη δηµιουργική υπερβολή, την ανάλαφρη διάθεση, τη χαρά του παιχνιδιού, τη σάτιρα, τις έντονες χρωµατικές αντιθέσεις και, εν γένει, την απόρριψη του παραδοσιακού. Υπηρετεί την αποκαλούµενη µαζική κουλτούρα και συνδέεται µε ένα είδος εµπορικής τέχνης που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Ερµηνεύει τον Αίσωπο, ο οποίος αποτελεί pop είδωλο, µέσα από διαφορετικά µέσα, υλικά και τεχνικές που χρησιµοποιούσαν και οι pop καλλιτέχνες τη δεκαετία του ’60. Εν κατακλείδι, απελευθερώνει µε εικαστικό τρόπο τη λαϊκή κουλτούρα και εµφανίζει µια νέα θεώρηση της σύγχρονης ζωής. Σ’ αυτό το σηµείο ο καλλιτέχνης συναντά την Pop Art αλλά και το Νέο Ρεαλισµό, διατηρώντας ωστόσο τις αποστάσεις του και υπακούοντας µόνο στην οργανική λογική της προσωπικότητάς του. Τα έργα του είναι µια µορφή ελεύθερη και οικεία στο χώρο, την οποία µπορούµε να υιοθετήσουµε χωρίς αναφορά στην τάδε ή τη δείνα πολιτιστική κατάσταση, και η οποία αποκτά εύκολα τη συµπάθειά µας χάρις στη χαρούµενη ζωντάνια της. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά των έργων του καλλιτέχνη από το αντικείµενο pop, το οποίο δεν νοείται άνευ µιας διάθεσης προσηλυτισµού στο αµερικανικό lifestyle των µητροπόλεων της δεκαετίας του ’60 και της


παγκόσµιας διάδοσής του. Ο Μανώλης Χάρος, εκπρόσωπος της γενιάς του ’80, δηµιουργεί εικονοαντικείµενα που παραπέµπουν στη ζωγραφική και συνδυάζουν τον διανοούµενο καλλιτέχνη µε τον τεχνίτη. Γνωρίζει πολύ καλά, ότι το έργο τέχνης δεν είναι απλά µόνο εµπράγµατη µίµηση ή προσέγγιση µιας ιδέας δια της αντιλήψεως και της γνώσης αλλά και αναπαράσταση, υλοποίηση, δηµιουργία. Αυτό είναι θέµα που εξ’ ορισµού τίθεται στην ιστορία της τέχνης ξεκινώντας από την Αναγέννηση µε τον Vasari, τον Alberti και τον Descartes, στη συνέχεια τον 18ο και τον 19ο αιώνα µε τον Goethe, τον Hegel και τον Kant, και στις µέρες µας µε τον Adorno, τον Chatelet, τον Barthes, τον Benjamin κ.ά. Στο πλαίσιο της έκθεσης, προβάλλεται και video από την παράσταση των Oper(O) µε θέµα τους µύθους του Αισώπου. Η έµπνευση και η σκηνογραφία ανήκει στον καλλιτέχνη. Οι µελωδίες των Berlioz, Bernstein, Mahler, Loencavallo, κ.ά. σε άριες και τραγούδια, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, δηµιουργούν έναν πρωτότυπο δραµατικό διάλογο, ενώ οι αναφορές στους τρόπους αντίδρασης και συµπεριφοράς των ηρώων της λυρικής δραµατουργίας χρησιµοποιούνται για να αποδώσουν τα µοτίβα των κλασικών παραµυθιών που όλοι γνωρίζουµε. Πρόκειται για µια ευρηµατική διαχρονική συγκόλληση όλων των τεχνών, όπου οι ήρωες των παραµυθιών συνυπάρχουν µε τραγουδιστές της όπερας, συνοµιλούν γύρω από κοινωνικοπολιτικά ζητήµατα και ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις του θεατή προκαλώντας synesthesia (ενεργοποίηση όλων των αισθήσεων). Ο Μανώλης Χάρος δίχως να πνίγει τη λιτότητα της πλοκής, σκηνοθετεί επιµεληµένα τις συνθέσεις του και συντηρεί το µύθο. Παραµένει, προπάντων, ζωγράφος, διότι η γραφή του βασίζεται στο κατ’ εξοχήν παραστατικό στοιχείο, το χρώµα. Αυτό το χρώµα µας το προσφέρει απλόχερα στο πάχος του χαρτιού µε σκοπό να αναταράξει το µονότονο κυµατισµό της ζωής µας και να δηµιουργήσει δοµές και σχήµατα, πραγµατικά έργα τέχνης. Ελένη Αθανασίου Ιστορικός Τέχνης


Η αλεπού και το λελέκι Η αλεπού προσκάλεσε το λελέκι να του κάνει τραπέζι και του παρουσίασε µόνο µια πιατέλα γεµάτη σούπα. Η αλεπού κάθησε στο τραπέζι κι έφαγε τη σούπα µε µεγάλη απόλαυση, ενώ το λελέκι µε τη µακριά του µύτη δεν µπόρεσε να πιει ούτε γουλιά και η αλεπού διασκέδαζε µε τη στενοχώρια του. Ύστερα από κάµποσο καιρό, το λελέκι προσκάλεσε την αλεπού και της παρουσίασε ένα κανάτι µε µακρύ λαιµό που έχωνε µε µεγάλη ευκολία τη µύτη του µέσα. Ενώ λοιπόν το λελέκι έτρωγε, η αλεπού το κοίταζε πεινασµένη, επειδή δεν µπορούσε να χώσει τη µούρη της µέσα στο κανάτι.


Το βόδι και ο βάτραχος ∆ύο βατράχια έπαιζαν στην όχθη µιας λίµνης. Έξαφνα παρουσιάστηκε ένα βόδι στην όχθη του ποταµιού για να πιει νερό. Μόλις το είδε ο ένας βάτραχος, ήθελε να το φτάσει και άρχισε να φουσκώνει. Ρώτησε λοιπόν το σύντροφό του: «Κοντεύω να το φτάσω;». «Όχι ακόµα», του αποκρίθηκε εκείνος. «Τώρα όµως το έφτασα χωρίς άλλο», είπε πάλι ο βάτραχαος και φούσκωσε ακόµα πιο πολύ. «Έχεις ακόµα καιρό», είπε ο άλλος. Και καθώς φούσκωνε για να φτάσει το βόδι, στο τέλος έσκασε.


Η αλεπού και τα σταφύλια Μια αλεπού που είδε σε µια κληµαταριά να κρέµονται σταφύλια, θέλησε να τα φθάσει, αλλά δε µπορούσε. Καθώς αποµακρυνόταν έλεγε µέσα της: «∆ε βαριέσαι... αγουρίδες είναι».


Το κοράκι και η αλεπού Ένα κοράκι που είχε αρπάξει ένα κοµµάτι κρέας κάθισε σ’ ένα κλαδί. Μία αλεπού όµως που το έβλεπε και ήθελε να του πάρει το κρέας στάθηκε από κάτω και το επαινούσε για την οµορφιά του, λέγοντας ότι αυτό είναι που πρέπει να βασιλεύει στα πουλιά και αυτό οπωσδήποτε θα γινόταν, εάν είχε και φωνή. Το κοράκι θέλοντας να της δείξει ότι διαθέτει και φωνή άφησε το κρέας και έκρωξε δυνατά. Εκείνη τότε έτρεξε και αφού άρπαξε το κρέας είπε: «Αχ κόρακα... αν είχες και µυαλό δε θα χρειαζόσουν τίποτα για να βασιλεύεις».


Οι χύτρες Ένα ποτάµι παρασύρει δύο χύτρες µια πήλινη και µια από χαλκό. Κι έλεγε η πήλινη στη χάλκινη: «Μακριά µου κολύµπα... µην έρχεσαι κοντά... γιατί αν µ’ ακουµπήσεις εσύ ή αν εγώ πέσω πάνω σου, εγώ θα είµαι εκείνη που θα σπάσει».


Τα δύο ποντίκια Ένα ποντίκι του χωραφιού κάλεσε για φαΐ ένα φίλο του, ποντίκι του σπιτιού, που ζούσε στην πόλη. Θέλοντας να τον περιποιηθεί του έβγαλε ό,τι υπήρχε στο χωράφι. Σύκα, σταφύλια, ρίζες και σπόρους. Το ποντίκι της πόλης τσίµπησε λίγο από εδώ, λίγο από εκεί και τελικά είπε στο ποντίκι του χωραφιού: «Σκληρά και άνοστα µου φαίνοντα τα φαγητά σου. Γιατί δεν έρχεσαι στο σπίτι µου στην πόλη να σε κεράσω µερικές δικές µου λιχουδιές; Να ξεφαντώσεις, να χαρείς για λίγο τη ζωή και να δεις τί θα πει καλό φαΐ». Έτσι κι έγινε. Την άλλη µέρα το ποντίκι της πόλης οδήγησε τον φίλο του στο πιο ωραίο µέρος που ήξερε. Στην αποθήκη ενός µπακάλικου. Σκαρφάλωσαν όλο όρεξη στον πάγκο µε τα τυριά και τα σαλάµια. Το ποντίκι του χωραφιού δεν πίστευε στα µάτια του. Όµως πριν καλά καλά αρχίσουν το φαΐ, ανοίγει η πόρτα και µπαίνει ο µπακάλης. Τροµαγµένοι οι δύο φίλοι το ‘βαλαν στα πόδια και µέσα στην τρεχάλα και το φόβο λέει ο ποντικός του χωραφιού στο φίλο του: «Εσύ κάτσε να απολαµβάνεις το καλό φαΐ. Όσο για µένα ευχαριστιέµαι πιο πολύ την τροφή που βρίσκω άφοβα και ελεύθερα».


Το κουνούπι και το βόδι Ένα κουνούπι κάθησε επάνω στο κέρατο ενός βοδιού και τραγουδούσε. Γυρίζει λοιπόν και λέει του βοδιού: «Μήπως σ’ ενοχλώ;». Το βόδι του αποκρίθηκε: «Ούτε όταν ήρθες σε κατάλαβα, ούτε όταν φύγεις θα µε νοιάζει».


Το κοράκι και η στάµνα Ένα κοράκι πετούσε µισοπεθαµένο από την δίψα, όταν είδε από µακριά µία στάµνα µε νερό. Όταν όµως την πλησίασε, είδε πως το νερό ήταν στο βάθος της και δεν µπορούσε να το φτάσει. ∆οκίµασε να την σπάσει και δεν µπορούσε. ∆οκίµασε να την αναποδογυρίσει αλλά ήταν βαριά. Πήρε τότε µερικά πετραδάκια, τα έριξε ένα ένα µέσα στη στάµνα κι όταν αυτά µαζεύτηκαν πολλά στον πάτο, το νερό ξεχείλισε και έτσι το κοράκι ήπιε και έσβησε τη δίψα του.


Το φεγγάρι Το φεγγάρι ζήτησε κάποτε από τη µητέρα του να του φτιάξει ένα ρούχο. «Πώς να σου πάρω µέτρα;», του είπε εκείνη, «που µια είσαι µεγάλο, µια µικρό. Και µετά πάλι µεγάλο, και ποτέ δεν είσαι ούτε µεγάλο ούτε µικρό».


Ο γέρος και ο θάνατος Ένας γέρος κάποτε είχε µαζέψει ξύλα και φορτωµένος ξεκίνησε να τα πάει σπίτι του. Όµως κουράστηκε, άφησε τα ξύλα κάτω και φώναξε αναστενάζοντας τον θάνατο να έρθει να τον σώσει. Ο θάνατος ήρθε πράγµατι αµέσως, και ρώτησε τον γέρο γιατί τον κάλεσε. «Κάνε µου την χάρη να µε βοηθήσεις λίγο µ’ αυτά τα ξύλα», απάντησε ο γέρος.


Το βίντεο "Αισώπου Μύθοι" είναι µια συνεργασία του Μανώλη Χάρου µε την οµάδα Oper(O). Η έµπνευση ανήκει στον καλλιτέχνη, µέσα στην ατµόσφαιρα και τον προβληµατισµό όλης της δουλειάς του πάνω στους µύθους του Αισώπου. ∆ηµιουργήθηκαν σχέδια, ζωγραφικές και βίντεο. Παρουσιάστηκε αρχικά σαν θεατρική παράσταση, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου, στα πλαίσια των παραστάσεων «Music Box», τον Φεβρουάριο 2011 από την οµάδα λυρικών τραγουδιστών Oper(O). Βασισµένο στην παράσταση, δηµιουργήθηκε το οµώνυµο βίντεο παραγωγής ΕΡΤ, που γυρίστηκε ένα µήνα αργότερα σε στούντιο της ΕΡΤ. Στην παράσταση των Oper(O) οι αρχετυπικοί ήρωες των Αισωπικών µύθων συναντούν αντίστοιχα αρχετυπικούς χαρακτήρες της όπερας και του λυρικού τραγουδιού. Οι µελωδίες των Berlioz, Bernstein, Mahler, Loencavallo και άλλων, σε άριες και τραγούδια, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, δηµιουργούν έναν πρωτότυπο δραµατικό διάλογο, ανάµεσα στους τρόπους συµπεριφοράς των ηρώων της λυρικής δραµατουργίας και αυτούς των µύθων, ενώ οι µελωδίες χρησιµοποιούνται για να αποδώσουν πράξεις και γεγονότα από τα κλασσικά παραµύθια που όλοι γνωρίζουµε. Οι ήρωες της όπερας γίνονται ήρωες των µύθων, σε ένα γοητευτικό διάλογο µε τον Αίσωπο και τις εικόνες. Η παράσταση σκηνοθετήθηκε από την Γ.Καλιβρετάκη.


Σηµαντικές έντυπες εκδόσεις των µύθων του Αισώπου 1448: Χειρόγραφη λατινική µετάφραση των µύθων και του βίου του Αισώπου από τον Rinuccio da Castiglione. ca 1479: πρώτη έντυπη έκδοση των µύθων και του βίου του Αισώπου από τον Bonus Accursius, πιθανόν στο Μιλάνο, µε ελληνικό κείµενο και τη λατινική µετάφραση του Rinuccio da Castiglione. To ελληνικό κείµενο του βίου και των µύθων του Αισώπου που χρησιµoποιεί ο Bonus Accursius είναι βασισµένο σε βυζαντινή σύνταξη, η οποία ανάγεται στον λόγιο µοναχό Μάξιµο Πλανούδη και η οποία σήµερα είναι γνωστή µε την ονοµασία Accursiana. 1476/1477: έκδοση στο τυπογραφείο του Johannes Zainer στο Ulm Γερµανικής µετάφρασης από τον Heinrich Steinhöwel, βασισµένης στη λατινική µετάφραση του Rinuccio da Castiglione. 1480: έκδοση στη Λυών Γαλλικής µετάφρασης του Julien Macho, βασισµένης στη Γερµανική µετάφραση του Heinrich Steinhöwel. 1484: έκδοση στο Westminster Αγγλικής µετάφρασης του William Caxton, βασισµένης στη Γαλλική του Julien Macho [“Here begynneth the book of the subtyl historyes and fables of Esope whiche were translated out of Frensshe in to Englysshe by wylham Caxton at westmynstre in the yere of oure Lorde M. CCCC. xxxiij”] 1485: έκδοση Ολλανδικής µετάφρασης του τυπογράφου Gerard Leeu στην Αντβέρπη, βασισµένης εν µέρει στη Γαλλική του Julien Macho [“Dye historien ende fabulen van Esopus”]

1485: Ιταλική µετάφραση, βασισµένη στη λατινική του Rinuccio da Castiglione 1488: Ισπανική µετάφραση, εκδοθείσα στην Τουλούζη και στη Σαραγόσα και βασισµένη στη Γερµανική του Heinrich Steinhöwel 1488: Τσέχικη µετάφραση, εκδοθείσα πιθανόν στην Πράγα και µάλλον βασισµένη στη Γερµανική του Heinrich Steinhöwel 1556: ∆ανέζικη µετάφραση του Christiern Pedersen, εκδοθείσα στο Malmö και βασισµένη στη Γερµανική του Heinrich Steinhöwel 1566: Ουγγρική µετάφραση του Kaspar Helth (Gaspar Heltai) τυπωµένη στο Kolozsvar/Cluj-Napoca. Βασίστηκε σε Γερµανική έκδοση του 1508 του Johann Adelphus Muling, η οποία ανάγεται έµµεσα στη Γερµανική έκδοση του 1476/7 στο Ulm. πριν το 1590: µετάφραση των µύθων στο Μεξικό στη γλώσσα Nahuatl της Αζτεκικής αυτοκρατορίας, πιθανόν βασισµένη στην έκδοση του Bonus Accursius 1593: Ιαπωνική µετάφραση τυπωµένη από Πορτογάλους Ιησουίτες µοναχούς στις νήσους Αµακούσα της Ιαπωνίας και εν µέρει βασισµένη στη Γερµανική του Heinrich Steinhöwel 1743: χειρόγραφη Ισλανδική µετάφραση, βασισµένη στη Γερµανική του Heinrich Steinhöwel


Χειρόγραφη παράδοση πριν την Αναγέννηση:

Βιβλιογραφία:

Η τυπογραφία βέβαια δεν φέρνει το τέλος της χειρόγραφης παράδοσης. Χαρακτηριστικό παράδειγµα της συνεχιζόµενης χρήσης του χειρόγραφου βιβίου ως πολυτελούς ή πιο προσωπικού αντικειµένου είναι το εντυπωσιακό χειρόγραφο Spencer 50 της New York Public Library, του οποίου ο κωδικογράφος είχε ως πρότυπο την έντυπη έκδοση του Bonus Accursius. Το χειρόγραφο χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα και είναι αρκετά πιθανό να προέρχεται από τον κύκλο της οικογένειας των Μεδίκων.

(2005) The Medici Aesop: NYPL Spencer 50 from the Spencer Collection of the New

Πριν την Αναγέννηση, το Αισωπικό βιβλίο στο Βυζάντιο συνεχίζει την γραπτή παράδοση των συλλογών µύθων που ανάγονται στην πρώιµη Ρωµαϊκή αυτοκρατορία. Σε αυτήν την περίοδο ανάγεται µάλλον η παλαιότερη σωζόµενη σύνταξη των µύθων, η Augustana, ενώ οι µεταγενέστερες Vindobonensis και Accursiana χρονολογούνται στην ύστερη αρχαιότητα και τους βυζαντινούς χρόνους. Το σηµαντικό χειρόγραφο 397 (10ου αι.) της Pierpont Morgan Library στη Νέα Υόρκη διασώζει την αρχαιότερη παράδοση του βίου και των µύθων του Αισώπου, όπως αυτοί κυκλοφορούσαν κατά τη Ρωµαϊκή περίοδο. Το χειρόγραφο διασώζει επίσης εικονογράφηση του Βίου του Αισώπου, η οποία ίσως έχει σχέση µε κάποια αρχαία παράδοση εικονογράφησης. Πριν τους ρωµαϊκούς χρόνους, διαφορετικές συλλογές αισώπειων µύθων υπήρχαν σε γραπτή µορφή τουλάχιστον από την πρώιµη ελληνιστική περίοδο και την ανθολογία Αισώπεια (περί το 300 π.Χ.) του ∆ηµητρίου του Φαληρέως, από την οποία σώζεται µόνο ο τίτλος. Το παλαιότερο σωζόµενο παπυρικό εύρηµα συλλογής µύθων είναι o πάπυρος Rylands 493 του 1ου αι µ.Χ. Η λατινική ∆ύση κατά το Μεσαίωνα ακολουθεί µια γραπτή παράδοση µύθων βασισµένη στους λατινικούς του Φαίδρου (1ος αι. µ.Χ.) και σε µία συλλογή του 4ου αι µ.Χ., η οποία επονοµάζεται Aesopus Latinus ή Romulus. Χαρακτηριστικό παράδειγµα τέτοιας συλλογής είναι οι µύθοι του κώδικα 1213 της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστηµίου της Bologna.

York Public Library. 1st paperback edn, intr. E. Fahy, trans. B. McTigue, aft. H. G. Fletcher. New York Adrados, F. R. (1999-2003) History of the Graeco-Latin Fable. 3 vols., trans. L. A. Ray, Leiden Alexander, J. J. G., et al. (2005) The Splendor of the Word: Medieval and Renaissance Illuminated Manuscripts at the New York Public Library. New York Avery, Μ. (1941) “Miniatures of the Fables of Bidpai and of the Life of Aesop in the Pierpont Morgan Library, ” The Art Bulletin 23: 103-16 Brotherston, G. (1972) “How Aesop fared in Nahuatl,” Arcadia 7: 37-43 Dicke, G. (1994) Heinrich Steinhöwels Esopus und seine Fortsetzer: Untersuchungen zu einem Bucherfolg der Frühdruckzeit. Tübingen Holzberg, N., A. Beschorner and S. Merkle (1992) Der Äsop-Roman: Motivgeschichte und Erzählstruktur. Tübingen Holzberg, N. (2001) The Ancient Fable: An Introduction, trans. C. Jackson-Holzberg. Bloomington, Ind. Pallottino, P. (2009) Esopo e la volpe: Iconografia delle favole dal IV a.C al XX secolo. Modena Παπαδηµητρίου, Ι.-Θ. Α. (1989) Αισώπεια και Αισωπικά. Αθήνα Papademetriou, J.-Th. A. (1997) Aesop as an Archetypal Hero. Athens Perry, B. E. (1934) ‘The Greek source of Rinuccio’s Aesop’, Classical Philology 29: 53-62 Perry, B. E. (1936) Studies in the Text History of the Life and Fables of Aesop. Haverford, Penn.

Salera, G. et al, eds. (2001) Fabulae. Las Fábulas latinas de Esopo (Ms. 1213 B.U.

Bolonia). Madrid

Lockwood, D. P. (1913) ‘De Rinucio Aretino graecarum litterarum interprete’, Harvard Studies in Classical Philology 24: 51-109


Αισώπου µύθοι Στην αρχαία ελληνική παράδοση το είδος αλληγορικής και διδακτικής σύντοµης αφήγησης που εµείς ονοµάζουµε αισωπικό µύθο (αρχ. ελλ.: αινος / λογος / µυθος) είναι µία κατηγορία αρκετά ανοικτή. Το πιο χαρακτηριστικό για µας στοιχείο των µύθων-το ότι οι χαρακτήρες είναι ζώα µε ανθρώπινο λόγο-αν και µια εξαιρετικά κοινή διάσταση των αρχαιοελληνικών µύθων, δεν ήταν ο καθοριστικός παράγοντας στην ποιητική του Αισωπικού λόγου. Αρκετοί αρχαίοι µύθοι περιλαµβάνουν ως χαρακτήρες φυτά ή γενικές κατηγορίες ανθρώπων (γεωργούς, οδοιπόρους, κλέφτες) ή θεούς (Αθηνά, Ερµής, ∆ίας) ή άλλες έννοιες (Τύχη, Βοριάς) ή ακόµα και άψυχα αντικείµενα. Η ικανότητα του αισωπικού µύθου να προσαρµόζεται συνεχώς σε διαφορετικές καταστάσεις και να τις µεταµορφώνει µε την παράδοξη µατιά του βασίζεται κυρίως στην προφανή πλασµατικότητά του. Οι καταστάσεις του µύθου είναι πάντα αλλού, µακριά από το παρόν και την πραγµατικότητα. Συµβαίνουν πάντα στο παρελθόν, µε εξωπραγµατικούς ήρωες ή τόσο γενικούς που δεν έχουν ποτέ άµεση σχέση (και όµως έχουν πάντα κάποια έµµεση) µε εµάς. Είναι αυτή η φαντασιακή επικαιρότητα του µύθου που τον καθιστά κατάλληλο ρητορικό επιχείρηµα για κάθε περίπτωση για τον Αριστοτέλη (Ρητορική 1393a23-1394a4), και οι µεταγενέστεροι αρχαίοι θεωρητικοί του ρητορικού λόγου επανέρχονται σε αυτή την αντίφαση: “µύθος είναι ψευδής λόγος που απεικονίζει την αλήθεια” (Θέων, Προγυµν. 72-73 Spengel). Ο αµφίσηµος χαρακτήρας του αισωπικού µύθου, το ότι αναφέρεται συνεχώς σε εµάς, στο εδώ και τώρα, µέσω του Άλλου φαίνεται και στην πολλαπλή γενεαλογία που απέκτησε το αφηγηµατικό αυτό είδος στην ελληνική παράδοση. Αλληγορικές αφηγήσεις, διδακτικά παραδείγµατα, όπως και ιστορίες µε “εξανθρωπισµένα” ζώα αποτελούσαν βέβαια την κοινή παράδοση της ανατολικής Μεσογείου και της δυτικής Ασίας πολύ πριν την σύνδεσή τους στην ελληνική παράδοση µε το πρόσωπο του Αίσωπου, µία σύνδεση που επηρέασε την µεταγενέστερη ιστορία του µύθου σε Ευρώπη και Ασία. Ο ρόλος που παίζουν τα ζώα σε φανταστικές διηγήσεις


διδακτικού ή αλληγορικού χαρακτήρα εµφανίζεται πολύ πριν τον Αίσωπο, τον οποίο η παράδοση τοποθετεί στον 6ο αι. π.Χ. Αυτό φαίνεται και σε ελληνικές διηγήσεις (Ησίοδος, Έργα και Ηµέρες 202-12, Αρχίλοχος fr. 172-81 και 185-7 West) και πολύ νωρίτερα σε Βαβυλωνιακά κείµενα και Αιγυπτιακές απεικονίσεις, ενώ βέβαια η φαντασιακή χρήση των ζώων ως απεικόνιση και έκφραση, γενικότερα, ανάγεται στην παλαιολιθική περίοδο. Από τον 5ο αι π.Χ. και µετά αυτή η πολυφωνία αφηγηµατικής σοφίας αρχίζει να αποκτά µία ταυτότητα στην ελληνική παράδοση µέσω της συσχέτισης των µύθων µε τον θρυλικό χαρακτήρα του Αισώπου, η οποία και σταδιακά ανάγεται στο βασικό ειδοποιό χαρακτηριστικό αυτού του είδους αφήγησης. Πρόκειται για την εφεύρεση µιας βιογραφικής φαντασίας η οποία προσπαθεί να εκφράσει µέσω ενός προσώπου και ενός “βίου” το ρόλο και τα χαρακτηριστικά ενός τύπου σοφίας. Η µορφή του Αίσωπου, η οποία αναδεικνύεται έτσι σε ένα είδος θεωρητικού λόγου για τον µύθο, είναι οικεία και αναγνωρίσιµη και όµως ξένη για τους αρχαίους Έλληνες, όσο και οι ιστορίες που λέγανε ο ένας στον άλλο για τον βασιλιά πίθηκο, την αλεπού που τρύπωσε στο εργαστήριο ενός τεχνίτη, ή την Αθηνά και το ναυαγό. Ο Αίσωπος είναι εξωπραγµατικά άσχηµος και αποκρουστικός στην όψη και όµως σοφός και “βιωφελής”. Ως ο πανταχού παρών δούλος, ο Αίσωπος είναι το αντίθετο του ελεύθερου πεπαιδευµένου πολίτη, αλλά είναι και ταυτόχρονα µια “φυσική” προέκταση του εαυτού του και ένα ανεξίτηλο κοµµάτι της καθηµερινότητάς του. Αυτήν την τοποθέτηση Αισώπου και µύθου στη παρυφές του “εγώ”, πραγµατοποιεί και η γενεαλογία του Αίσωπου. Ο Αίσωπος, αν και µία κατεξοχήν ελληνική εφεύρεση, είναι σταθερά στην αρχαιοελληνική παράδοση ξένος. Συνήθως τον σχετίζουν µε τη Φρυγία, συχνά µε τους Θράκες ή τους Λυδούς. Το ίδιο ισχύει και για τον µύθο. Στις θεωρητικές πραγµατείες τους οι ρήτορες των Αυτοκρατορικών χρόνων αναγνωρίζουν ότι ο µύθος έχει διεθνή παρουσία και προέλευση και ότι αυτό που ονοµάζουν “αισώπειους µύθους” είναι γνωστοί και ως Λιβυκοί, Συβαριτικοί, Φρύγιοι, Κιλίκιοι, Καρικοί, Αιγυπτιακοί και Κυπριακοί. Στο πλαίσιο της πολυεθνικής Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας που ζουν λόγιοι, όπως ο Αίλιος Θέων (1ος αι µ.Χ.) ο οποίος και αναφέρεται σε αυτή την

πολλαπλή γενεαλογία του µύθου, η σοφία µιας αφήγησης όπως “Το κουνούπι και ο ταύρος” προέρχεται από τις παρυφές και της µικτές ζώνες επαφής µεταξύ ενός ελληνικού Εγώ και του Άλλου. Στη συγκεκριµένη περίπτωση βέβαια αυτή η συνάντηση µεταξύ πολιτισµών δεν είναι µόνο µια αλληγορία για τη συνάντηση του πραγµατικού και του φανταστικού, της καθηµερινότητας και του µύθου, του ανθρώπου και του ζώου. Ο συγκεκριµένος µύθος για το κουνούπι και τον ταύρο, καταγράφηκε σε µία από τις αρχαίες συλλογές αισώπειων µύθων (137 Perry), αλλά κυκλοφορούσε ως αφήγηση πολύ πριν από τον Αίσωπο, καθώς εµφανίζεται σε Ασσυριακή δέλτο του 8ου αι π.Χ. µε τη διαφορά ότι εκεί το κουνούπι τα βάζει µε έναν ελέφαντα. Ποιά αστείρευτη ποικιλία από νοήµατα και οικειοποιήσεις µπορούσε να προκαλέσει µια τέτοια ιστορία για τη συνάντηση του µικρού και του µεγάλου, για ανισότητα, για κενοδοξία, για αταραξία—και φυσικά για οτιδήποτε άλλο—µπορούµε να φανταστούµε από µία άλλη επανεµφάνιση του µύθου. Η ιστορία του κουνουπιού και του ελέφαντα (όπως η Ασσυριακή εκδοχή) ήταν ένα από τα τραγούδια που συνέθεσε ο Κρητικός Μεσοµήδης, απελεύθερος του Αδριανού, στη Ρώµη κατά το 2ο αι. µ.Χ. Τί περνούσε από το µυαλό του αυτοκράτορα και τί από το µυαλό του δούλου καθώς τραγουδούσε µε τη λύρα του για το κουνούπι που βούιζε στο αυτί του ελέφαντα; Παύλος Αυλάµης (Ph.D. Princeton, Κλασσική φιλολογία)


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ

Το πιάτο του λελεκιού 2011, κατασκευή τριών διαστάσεων, µικτή τεχνική, µεταβλητές διαστάσεις

Το βόδι και τα βατράχια

Το κοράκι και η αλεπού

2011, κατασκευή τριών διαστάσεων-µικτή τεχνική, µεταβλητές διαστάσεις

2011, κατασκευή τριών διαστάσεων-µικτή τεχνική, µεταβλητές διαστάσεις


Οι δύο χύτρες Η αλεπού και τα σταφύλια 2009, µικτή τεχνική, 75x100 cm

Η µαντεµένια χύτρα 2011, µικτή τεχνική, 40x60 cm

Η πορσελάνινη χύτρα 2011, µικτή τεχνική, 40x60 cm

2011, ξυλογραφία, µικτή τεχνική, 150χ150 cm

Ο ποντικός της εξοχής 2009, µικτή τεχνική, 260χ150 cm

Τα φεγγάρια 2009, µικτή τεχνική, 100x120 cm


Το κοράκι και η στάµνα 2010, µικτή τεχνική, 95x120 cm

Το βόδι και το κουνούπι 2011, κατασκευή τριών διαστάσεων-µικτή τεχνική, 100x100x90 cm

Ο γέρος και ο θάνατος 2009, ξυλογραφία,100x140 cm

Tα παιχνίδια


Ο Μανώλης Χάρος γεννήθηκε στα Κύθηρα, σπούδασε στην École Nationale Supérieure des Beaux-Arts,στο Παρίσι όπου έκανε και µεταπτυχιακό στην École Nationale Supérieure des Arts Décoratifs. Έχει τιµηθεί µε το γαλλικό εθνικό βραβείο Prix des Fondations και µε το Βραβείο της Ακαδηµίας Αθηνών . Έχει εργαστεί ώς προσκεκληµένος καλλιτέχνης στο πανεπιστήµιο Princeton ΗΠΑ, από όπου και ξεκίνησε την έρευνά του για τους µύθους του Αισώπου. Θεωρείται ένας από τους σηµαντικούς εκπροσώπους της γενιάς του, και έργα του βρίσκονται σε δηµόσιες και ιδιωτικές συλλογές εντός και εκτός Ελλάδας.


Oι "Μύθοι του Αισώπου", ξεκίνησαν απο µια ιδέα για ένα βιβλίο χαρακτικών, και έγιναν ένα µεγάλο ταξίδι σε βιβλιοθήκες, παλαιοβιβλιοπωλεία, µουσεία, παλιατζίδικα κ.ά. Απ’ την αρχή της διαδροµής κατάλαβα, πως δεν είχα να εικονογραφήσω, αλλά να διηγηθώ µε τα µέσα που κατέχω. Αυτή άλλωστε είναι και η εκπληκτική ιστορία αυτού του βιβλίου, πως δηλαδή, ανά τους αιώνες, οι άνθρωποι κάθε ηλικίας, χαίρονταν, εκπαιδεύονταν ή δηµιουργούσαν µε την ανά-γνωση των µύθων. Και το µυστικό βέβαια βρίσκεται στο "ανά". Στην επανάληψη µιας ήδη γνωστής ιστορίας, σε ότι αφορά τις αντιδράσεις και τις συµπεριφορές. Είναι σαφές λοιπόν πως για εµένα, η εικαστική περιπέτεια των µύθων του Αισώπου, είναι συνεχής, διαρκής και εξελισσόµενη, και πως η τωρινή της παρουσίαση στο Μουσείο Μπενάκη δεν είναι το τέρµα αλλά σταθµός. Μανώλης Χάρος Αύγουστος 2011


Η έκδοση πραγµατοποιήθηκε µε την ευκαιρία της έκθεσης “Αισώπου Μύθοι - Μανώλης Χάρος” Μουσείο Μπενάκη, Κεντρικό κτήριο, Αθήνα 6 Σεπτεµβρίου - 16 Οκτωβρίου 2011

Mε την υποστήρηξη

χορηγοί έκθεσης


Αισώπου μύθοι

Aesop’s fables

Στην αρχαία ελληνική παράδοση το είδος αλληγορικής και

In the ancient Greek tradition, the kind of allegorical and di-

διδακτικής σύντομης διήγησης που σήμερα ονομάζουμε

dactic short narrative that we refer to as Aesopic fable (ancient

αισωπικό μύθο (αρχ. ελλ.: αἶνος / λόγος / μῦθος) είναι

Greek: ainos / logos / muthos) was a rather open category.

μία κατηγορία αρκετά ανοικτή. Το πιο χαρακτηριστικό

Animal characters with human voice are the most characteristic

για μας στοιχείο των μύθων—το ότι οι χαρακτήρες είναι ζώα με ανθρώπινο λόγο—αν και αποτελεί μια εξαιρετικά κοινή διάσταση των αρχαιοελληνικών μύθων, δεν ήταν ο καθοριστικός παράγοντας στην ποιητική του Αισωπικού λόγου. Οι αρχαίοι μύθοι περιλαμβάνουν εξίσου ως χαρακτήρες γενικές κατηγορίες ανθρώπων (γεωργούς, οδοιπόρους, κλέφτες) ή θεούς (Αθηνά, Ερμής, Δίας) ή άλλες έννοιες (Τύχη, Βοριάς) ή ακόμα φυτά και άψυχα αντικείμενα. Αυτή η φυγόκεντρη τάση των μύθων προς το γενικό ή το προφανώς πλασματικό αποσυνδέει τον αισωπικό λόγο από την πραγματικότητα και τον ανάγει σε έναν κόσμο παράλληλο και αυτόνομο, που προσαρμόζεται διαρκώς στον δικό μας και τον μεταμορφώνει με την παράδοξη ματιά του. Οι καταστάσεις

element of fable for us, but though this was a common dimension of ancient fable, it was not the defining factor. Numerous fables feature characters that are generic human types (farmers, travellers, thieves) or gods (Athena, Hermes, Zeus) or abstract concepts (Fortune, the North Wind) or even plants and inanimate objects. The abstractness and overt fictionality of fable detach it from reality, they signal that fable is a free-standing parallel universe that can continually adapt to different contexts and transform them through its defamiliarising lens. The dramatic situations of fable always take place elsewhere, away from present reality. Fable stories occur in the past; their heroes are unreal or so stereotyped that they never bear an immediate

του μύθου είναι πάντα αλλού, μακριά από το παρόν και

affinity with us, though they always refer to us indirectly. Aris-

την πραγματικότητα. Συμβαίνουν πάντα στο παρελθόν, με

totle in his Rhetoric saw a prime device of rhetorical persuasion

εξωπραγματικούς ήρωες ή τόσο γενικούς που δεν έχουν ποτέ

in this unwavering aptness and fluidity of the fable’s imaginary

άμεση σχέση (και όμως έχουν πάντα κάποια έμμεση) με εμάς.

world, while later critics kept returning to this central paradox:

Είναι αυτή η φαντασιακή ευχέρεια του μύθου που τον καθιστά

“Fable is false speech that depicts the truth” (Aelius Theon, 1st

ένα είδος ιστορίας πάντα επίκαιρο και πειστικό για τον

c. CE).

Αριστοτέλη (Ρητορική)· οι μεταγενέστεροι αρχαίοι θεωρητικοί του ρητορικού λόγου επανέρχονται σε αυτή την αντίφαση: “μύθος είναι ψευδής λόγος που απεικονίζει την αλήθεια” (Αίλιος Θέων, 1ος αι. μ.Χ.). Παύλος Αυλάμης (Ph. D. Princeton, Κλασική φιλολογία)

Pavlos Avlamis (Ph. D. Princeton, Classics)


Οι αισώπειοι μύθοι βασιζόμενοι σε ζωικούς ομιλούντες χαρακτήρες με ηθικοδιδακτικό, συμβολικό, αλληγορικό και παραβολικό χαρακτήρα και μετουσιωμένοι σε έμμετρο ή πεζό λόγο, μυούν το κοινό σε έναν κώδικα ηθικής, που αντιστοιχεί στην εκάστοτε κοινωνία και πολιτισμό. Αποτελούν την επιτομή του pop κειμένου (λαϊκό δημοφιλές, επίκαιρο) και έχουν διαβαστεί, τυπωθεί, αναθεωρηθεί και συζητηθεί όσο και η Βίβλος. Την εποχή του Διαφωτισμού στην Ελλάδα, στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα οι αισώπειοι μύθοι, αποτέλεσαν το βασικό παιδαγωγικό μέσο για την προώθηση των νέων εθνικών, πολιτισμικών και κοινωνικών αιτημάτων. Κατά την δεκαετία του 1860, κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες έμμετρες διασκευές ενώ το 1863 παρουσιάζεται στο εκδοτικό προσκήνιο της Αθήνας το αισωπικό μυθολογικό υλικό του Jean de La Fontaine, σε μετάφραση του Μάρκου Ανδρεάδη. Οι αισώπειοι μύθοι έχουν τη δύναμη που συναντάμε και στη γελοιογραφία-πολιτικό σκίτσο του 19ου αιώνα των Goya και Gustave Doré. Πολλές φορές η αλληγορία των μύθων μπορεί να είναι και γελοιογραφική. Μελετώντας χρόνια και εμπνεόμενος από το έργο του Αισώπου, που παρά το πέρασμα των 2.500 χρόνων εξακολουθεί να είναι popular, ο Μανώλης Χάρος στη νέα ενότητα της δουλειάς του, παρουσιάζει ένα οπτικοποιημένο αφήγημα από δισδιάστατα εικαστικά έργα, κατασκευές τριών διαστάσεων ή αλλιώς τρισδιάστατη ζωγραφική, video-παράσταση, αλλά και ιστορικές αναπαραστάσεις από παλαιότερες εκδόσεις και εικονογραφήσεις. Ο καλλιτέχνης δεν εικονογραφεί απλά δέκα μύθους. Σκοπός του είναι μέσα από τα μικρά αφηγήματα του Αισώπου να ανακαλύψει τις εικόνες, τους πρωταγωνιστές και τις αναπαραστάσεις των μύθων, έτσι όπως αυτές παρουσιάζονται μέσα στο χρόνο, μεταφέροντας, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε εποχής, διαφορετικά μηνύματα, διατηρώντας όμως πάντα, την ποίηση της μεταφοράς, αλλά και την αμεσότητα των ιστοριών που είναι γνωστές σε όλους. Με την εικαστική του γραφή, συμμετέχει στο έργο του Αισώπου, όπως έκαναν και σημαντικοί

προκάτοχοί του, όπως ο Nicola και ο Giovanni Pisano (ανάγλυφο πάνω σε πέτρα), ο Pieter Bruegel (λάδι σε ξύλο) ο Charles Percier (σχέδιο), ο Gustave Moreau (ακουαρέλα), ο Marc Chagall (χαλκογραφία), ο Paul Gauguin (λιθογραφία), ο Alexander Calder (γραμμική εικονογράφηση) κ.ά. Ο Μανώλης Χάρος δεν παραμένει στην ασφάλεια που παρέχουν οι κλασικές δομές της ζωγραφικής. Ενσωματώνει νέες μεθόδους και αντιλήψεις στην πλούσια παράδοση του χρωστήρα, δημιουργώντας μια νέα εικαστική γλώσσα. Στρέφει τη ματιά του στην ψηφιακή τεχνολογία, στο collage, το video και τη χαρακτική. Συγχωνεύει δηλαδή διαφορετικές εκτελέσεις μέσα στην ίδια σύνθεση. Δεν περιορίζεται μόνο στα λάδια και στα ακρυλικά. Αναμιγνύει και μεταχειρίζεται διαφορετικές τεχνικές και υλικά μέσα στο ίδιο έργο (ακρυλικά, ακουαρέλα, αλουμίνιο, κολάζ, ξυλογραφία, ψηφιακά επεξεργασμένες εικόνες). Ακολουθεί ενστικτωδώς τη λογική του υλικού. Δημιουργεί μια pop αισθητική από εικονοαντικείμενα, με κύρια χαρακτηριστικά τον αυθορμητισμό, τη δημιουργική υπερβολή, την ανάλαφρη διάθεση, τη χαρά του παιχνιδιού, τη σάτιρα και, εν γένει, την απόρριψη του παραδοσιακού. Ερμηνεύει τον Αίσωπο, ο οποίος αποτελεί pop είδωλο, μέσα από διαφορετικά μέσα, υλικά και τεχνικές που χρησιμοποιούσαν και οι pop καλλιτέχνες τη δεκαετία του 1960. Απελευθερώνει με εικαστικό τρόπο τη λαϊκή κουλτούρα και συναντά την Pop Art αλλά και το Νέο Ρεαλισμό, διατηρώντας ωστόσο τις αποστάσεις του. Στο πλαίσιο της έκθεσης, προβάλλεται video από την παράσταση των Oper(O) με θέμα τους μύθους του Αισώπου. Η έμπνευση και η σκηνογραφία ανήκει στον καλλιτέχνη. Οι μελωδίες των Berlioz, Bernstein, Mahler, Leoncavallo, κ.ά. σε άριες και τραγούδια, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, δημιουργούν έναν πρωτότυπο δραματικό διάλογο, όπου οι ήρωες των παραμυθιών συνυπάρχουν με τραγουδιστές της όπερας, συνομιλούν γύρω από κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και ενεργοποιούν τις αισθήσεις του θεατή. Ελένη Αθανασίου Ιστορικός Τέχνης


Aesop’s fables are based on talking animal characters of a morally-didactic, symbolic, allegorical and parabolic nature which, when transformed into verse or prose, initiate the public into a code of ethics corresponding to the society and culture of the times. They comprise the epitome of pop writings (folklore, popular, contemporary) and have been read, printed, revised and discussed as much as the Bible. During the period of the Enlightenment in Greece, at the end of the 18th and the beginning of the 19th century, Aesop’s fables constituted the basic didactic means of promoting the new national, cultural and social requirements. During the 1860’s, the first version of the fables in verse were published and in 1863, the Aesopic mythological writings of Jean de La Fontaine, translated by Markos Andreadis, were introduced into the publishing forefront of Athens. The Aesopian fables have the forcefulness also found in Goya and Gustave Doré’s political comic strips of the 19th century. In many cases, the allegory existing in the fables can act as a satirical sketch. After years of research and inspiration by the works of Aesop, which still remain popular, despite the course of 2,500 years, this new retrospective of Manolis Charos’ work, presents a visual narrative of two-dimensional works of art, three-dimensional constructions, a video projection, as well as other historical recreations of older works and illustrations. The artist is doing more than just illustrating ten fables. His purpose is, through Aesop’s short fables, to discover the images, the protagonists and the recreations of the fables, the way they are presented throughout time and, depending on the conditions of each era, to pass diverse messages while keeping intact the poetry of the recreation as well as the familiarity of these well known stories. With his pictorial mark, he is participating in Aesop’s work, in the same way as noteworthy predecessors, such as Nicola and Giovanni Pisano (bas-relief on stone), Pieter Bruegel (oil on wood), Charles Percier (sketch), Gustave Moreau (water colors), Marc Chagall (copper engravings), Paul Gauguin

(lithographs), Alexander Calder (linear illustrations) have done before him. Manolis Charos chooses not to remain in the safe confines of classical art forms. He incorporates new methods and perspectives into the rich tradition of his brushstrokes, creating a new visual language. He directs his gaze towards digital technology, collage, video and engravings. In other words, he merges diverse forms of art within the same composition. He does not restrict himself only to oil and acrylic but combines and handles diverse means and materials within the same work of art (acrylics, water colors, aluminum, collage, wood engravings and digitally processed images). He instinctively follows the properties of the material he is working with. Charos creates a pop aesthetic from illustrated materials, with the main elements being spontaneity, creative hyperbole, playful mood, fun of creativity, satire and rejection of all that is traditional. He interprets Aesop - who has remained a pop idol - through a visual perspective with different means, materials and techniques which pop artists used in the 1960’s. He liberates pop culture by means of his art, merging it not only with Pop Art but also with New Age Realism while, at the same time, manages to keep his distance from it. The exhibition is accompanied by a video from the performance of Oper(O) which is based on Aesop’s fables. The inspiration and scenography belong to Manolis Charos. The melodies of Berlioz, Bernstein, Mahler, Leoncavallo et al, of more or less known arias and songs, compose a unique dramatic dialogue in which the protagonists of the fables co-exist with the opera singers, conversing in socio-political matters in order to arouse the viewers’ senses. Eleni Athanassiou Art Historian


www.apolyto.gr

Aisopos 2011  

Manolis Charos Aisopos 2011

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you