Page 1


Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πανεπιστημιακή Λέσχη Πολιτιστικός Όμιλος Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών Κινηματογραφικός Τομέας Ιπποκράτους 15 και Ακαδημίας 55 Εκπαιδευτικό περιοδικό «Μπομπίνα» Εξαμηνιαία έκδοση Τεύχος #3 Βʹ περιόδου Φεβρουάριος 2014 Συντακτική ομάδα: Εύη Αβδελίδου, Γιώργος Ευθυμίου, Δημήτρης Κεχρής, Αλίκη Ματσούκα, Άγγελος Παλιουδάκης, Άννα Σιούλα Γραφιστική επιμέλεια και εικονογραφήσεις: Αλίκη Ματσούκα Επιμέλεια και διόρθωση κειμένων: Μπέκυ Ζαχαρόγιωργα, Άγγελος Παλιουδάκης Σχεδιασμός εξωφύλλου: Αλίκη Ματσούκα Εκτύπωση: Εκτυπωτική μονάδα Ε.Κ.Π.Α. Επικοινωνία: mpompina@gmail.com mpompina.wordpress.com

Το δημοσιευμένο φωτογραφικό υλικό στο παρόν εκπαιδευτικό έντυπο προέρχεται από πηγές του διαδικτύου, τη δε ευθύνη για την επιλογή αυτού φέρει η συντακτική ομάδα.

Διανέμεται δωρεάν


Περιεχόμενα

Ο Κινηματογράφος ως Βίωμα The Birds Το Σινεμά και η Φιλοσοφία Tideland Η Ιστορία του Κινηματογραφικού Μέσου Ψυχανάλυση και ο Κινηματογράφος του Άλφρεντ Χίτσκοκ Sweet Μovie Οντολογία του Κινηματογραφικού Χρόνου Ηλεκτρικός Άγγελος Sir Alfred Hitchcock Το Ντοκιμαντέρ


Editorial Ο Κινηματογράφος ως βίωμα του Γιώργου Ευθυμίου

Ο κινηματογράφος, σε μια συγκριτική βάση, αποτελεί μια νεαρή τέχνη. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε τη δογματοποίηση της γνώσης. Κάτι περισσότερο από 100 χρόνια από τη γέννηση του μέσου, μοιάζει να γνωρίζουμε καλά τι συνιστά καλό-κακό, άρτιο-ελαττωματικό, αφηγηματικό-πειραματικό, στρατευμένο ή προσωπικό κ.ο.κ. κινηματογράφο. Γνώση που αντλούμε είτε από θεωρητικά μοντέλα, είτε από επιστημονικές τεκμηριώσεις, είτε από την ιστορία της αισθητικής του μέσου ή την κριτική, ή ακόμα και από πιο επιφανειακά μοτίβα, όπως οι οικονομικές κλίμακες και η εμπορικότητα, ή το lifestyle της εποχής. Αυτή η γνώση όμως, αν και πλέον άφθονη στην εποχή της πληροφορίας, δεν παράγει έργο. Αντιθέτως, κατά έναν τρόπο ευνουχίζει το έργο. Σαν θεατές παρουσιαζόμαστε πιο δύσκαμπτοι και πιο σφικτοί στην επικοινωνία, αφού έχουμε προ-υιοθετήσει αντιλήψεις και στάσεις που τείνουν να παγιώνονται. Ενώ και η δημιουργική διαδικασία δέχεται ισχυρό πλήγμα, καθώς στη γενικότητα του φαινομένου, τα έργα που προκύπτουν περισσότερο παράγονται μιμητικά (γνώση) παρά δημιουργούνται από μια εσωτερική (και κατ’ επέκταση καινοφανή) μοναδικότητα. 2


Θεωρώ πως στις μέρες μας, ο κινηματογράφος δεν έχει ανάγκη από καλές ή κακές ταινίες. Αριστουργηματικό σινεμά ή παρωχημένο. Μυημένους θεατές ή γκουρού της 7ης Τέχνης. Ο κινηματογράφος, αυτή τη στιγμή, έχει ανάγκη περισσότερο να βιωθεί. Να υπάρξει ως βίωμα. Χωρίς δικλείδες ασφαλείας. Να αποκατασταθεί η αμεσότητα στη σχέση μας μαζί του. Η γνώση —ως μνήμη της γνώσης— να απομακρυνθεί, να παραχωρήσει (και να παραχωρεί) το απαραίτητο μέρος στη λήθη, που θα μας επιτρέψει να επικοινωνούμε με τον κινηματογράφο προσωπικά, αισθητικά, αντανακλαστικά. Ο κινηματογράφος, όπως όλες οι τέχνες, οφείλει να φέρει ένα μήνυμα από το χάος. Το χάος που δεν είναι γνωστικό. Το χάος που είναι χάος. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γιατί η τέχνη δεν μπορεί να εκλογικευτεί, και κατά συνέπεια δε μπορεί να οργανωθεί σε γνώση. Ή τουλάχιστον σε μια γνώση, που να αφορά ουσιαστικά το έργο τέχνης, και όχι απλά την ιστορική γραφειοκρατία. Γιατί η τέχνη μας αποκαλύπτει-αναδύει ένα «είναι» που δεν είναι γνωστικό, ακριβώς επειδή το «είναι» φαντάζει δομικό και προηγείται. Ενός «είναι» που λαμβάνει χώρο μόνο εντός του πλαισίου της δημιουργίας που το αποκαλύπτει. Κλείνοντας, παραθέτω ένα σχετικό χωρίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, που θα επιθυμούσα να ξαναδιαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί: «η τέχνη μας φέρνει αντιμέτωπους μ’ ένα ακραίο παράδοξο. Τελείως αυτάρκης, χωρίς να χρησιμεύει σε τίποτα, υφίσταται, επίσης, μόνο διότι παραπέμπει στον κόσμο και στους κόσμους, ως αποκάλυψη του, ως ένα διηνεκές και ανεξάντλητο προς-το-είναι μέσω της ανάδυσης του στοιχείου που μέχρι τότε δεν ήταν ούτε δυνατόν ούτε αδύνατον: του άλλου. Όχι παρουσίαση μέσα στην παράσταση των Ιδεών του Λόγου, μη παραστάσεων δια του διεξοδικού λόγου, όπως το ήθελε ο Καντ, αλλά δημιουργία ενός νοήματος που δεν είναι ούτε Ιδέα ούτε Λόγος, που είναι οργανωμένο χωρίς να είναι «λογικό» και το οποίο δημιουργεί την ίδια του την αναφορά σαν πιο «πραγματική» από καθετί το «πραγματικό» που θα μπορούσε να «αναπαρασταθεί».» 3


της Κατερίνας Τριχιά

4


Η ταινία «The Birds» γυρίστηκε στην Καλιφόρνια και στα στούντιο της Universal στην Καλιφόρνια. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ήταν στην Νέα Υόρκη στις 23 Μαρτίου του 1963. Αρχικά, το σενάριο προοριζόταν για την εβδομαδιαία, δημοφιλή, τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents». Με αυτήν την ταινία και το «Μernie» της επόμενης χρονιάς ο Hitchcock απέδειξε ότι δεν είχε χάσει την ικανότητά του να φτιάχνει κινηματογραφικά αριστουργήματα, να διατηρεί την δημοτικότητά του στους κινηματογραφικούς οπαδούς και να εγκωμιάζεται από τους κριτικούς, καθώς περνούσε στην εποχή του 1960. Σε αυτήν του τη δημοφιλή προσπάθεια κατάφερε να χειριστεί τα μέχρι τώρα οικεία θέματα ενοχής και παράνοιας με τo εμπορικά στυλιστικό άνθισμα της γρήγορης σύνταξης των πλάνων, των λεπτών χειρισμών της κάμερας και τις προσεκτικές προπαρασκευές στα κινηματογραφικά πλατό.

στυλ που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του, έχει μια σειρά από αγαπημένα μοτίβα, τα οποία επαναλαμβάνει σε πολλά από τα έργα του. Για παράδειγμα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ψυχρές ξανθές συγκρατημένες και καθωσπρέπει ηρωίδες, οι οποίες κάτω από πίεση αποκαλύπτουν ένα εκρηκτικό και σε ένα βαθμό βίαιο χαρακτήρα. Άλλο ισχυρό μοτίβο είναι η καταπιεστική μητέρα που συνήθως καταδυναστεύει έναν άνδρα ήρωα. Χαρακτηριστικές επίσης, είναι οι cameo εμφανίσεις του σκηνοθέτη στο έργο του. Τα στοιχεία αυτά οι κριτικοί τα θεώρησαν μια προσωπική σφραγίδα του σκηνοθέτη, η οποία αποδείκνυε τη συνέπεια της καλλιτεχνικής του έκφρασης και τον καθιστούσε δημιουργό.

Ο Hitchcock ανήκει στο στυλ του Κλασικού Hollywood. Σέβεται σε μεγάλο βαθμό τις συμβάσεις του στυλ, κυρίως για τη μορφή του σεναρίου, τον τρόπο του μοντάζ και το χειρισμό της κάμερας. Παρά ταύτα, μερικές φορές παραβιάζει τους κανόνες αυτούς με στόχο να ξαφνιάσει τους θεατές του και να δώσει κάποιο ιδιαίτερο νόημα σε μια σκηνή ή σε μια λήψη. Το έντονο προσωπικό του 5


Σύνοψη: H Melanie Daniels (Tippi Hedren) είναι μια κοσμική και πλούσια δεσποινίδα του Σαν Φρανσίσκο, ζει άνετα, κάνει φάρσες, για να σκοτώσει την ώρα της και έχει μάθει να παίρνει πάντα αυτό που θέλει. Συναντά τον γοητευτικό Mitch Brenner (Rod Taylor) σε ένα κατάστημα πουλιών. Εκείνος τη γνωρίζει από ένα δικαστήριο και υποκρίνεται ότι τη θεώρησε για πωλήτρια. Όταν αντιλαμβάνεται το αστείο του, η Melanie μαθαίνει την ταυτότητά του και αποφασίζει να του κάνει μια αντίστοιχη φάρσα. Αγοράζει δύο παπαγαλάκια και τον επισκέπτεται στο σπίτι του. Εκεί μαθαίνει από έναν γείτονα ότι ο Mitch περνάει τα σαββατοκύριακά του στο νησί Bodega B a y

συντροφιά με τη χήρα μητέρα του, Lydia (Jessica Tandy) και την εντεκάχρονη αδελφή του, Cathy (Veronica Cartwright). Μη χάνοντας χρόνο ξεκινά το ταξίδι της προς το νησί, μαθαίνει ποιο είναι το σπίτι του, νοικιάζει μια βάρκα και πηγαίνει στην απέναντι όχθη. Αφήνει τα παπαγαλάκια ως δώρο για τα γενέθλια της Cathy. Ο Mitch την αντιλαμβάνεται και οδηγώντας το αυτοκίνητό του τρέχει να την προλάβει. Λίγα δευτερόλεπτα πριν συναντηθούν, γίνεται η πρώτη επίθεση από έναν γλάρο, που τραυματίζει τη Melanie. Εκείνη, σαγηνεμένη από τον Mitch και χτυπημένη παίρνει την απόφαση να διανυκτερεύσει στο σπίτι της δασκάλας και πρώην ερωμένης του Mitch, Annie Hayworth (Susanne Pleshette), η οποία την ενημερώνει για τα κτητικά συναισθήματα της Lydia προς το γιο της. Στις επόμενες σκηνές οι σχέσεις της Melanie με όλα τα πρόσωπα γίνονται πιο στενές, τα ως τώρα άκακα πουλιά επιτίθενται σε άτακτα χρονικά διαστήματα με φονικά αποτελέσματα και το Bodega Bay βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου. Αν και οι κάτοικοι αρχικά θεωρούν απίθανη την ομαδική αυτή επίθεση από τα πουλιά, σε μια μεγαλειώδη σκηνή καταστροφής αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και είτε οχυρώνονται στα σπίτια τους, είτε εγκαταλείπουν το νησί. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι πρωταγωνιστές του Hitchcock που καθυστερημένα θα κατευθυνθούν προς το Σαν Φρανσίσκο, υπό το βλέμμα των κυρίαρχων πουλιών.


Στο «The Birds» συναντάμε και τα τέσσερα χαρακτηριστικά των ταινιών του Hitchcock ως προς τα σεναριακά ευρήματα.

Πρώτον, το ότι εκτός από την κεντρική υπόθεση μυστηρίου τα έργα του έχουν σχεδόν πάντοτε μια δεύτερη υπόθεση, η οποία περιλαμβάνει την ερωτική σχέση των πρωταγωνιστών του. Το μυστήριο αρχίζει από την ερώτηση: Γιατί εφορμούν τα πουλιά; Όσο βλακώδες και αν φαίνεται στη λογική αυτό το ερώτημα, προκαλεί τον τρόμο, διότι πρόκειται για τη συμβολική εισβολή ενός φαντασιακού στοιχείου ως από άλλες διαστάσεις, στον ψυχικό κόσμο του θεατή της ταινίας. Το επόμενο ερώτημα, πώς αντιμετωπίζει κανείς μια οργανωμένη επίθεση από πουλιά, επιτείνει το άγχος και αυξάνει τον αόριστο φόβο. Με λίγες αρχικές κινήσεις, ο θεατής νιώθει ένα ρήγμα στην ψυχική του πραγματικότητα που εκχέει τρόμο. Οι κυριότερες προσεγγίσεις σχετικά με την επιθετικότητα των πουλιών είναι δύο. Μία καθαρά ψυχαναλυτική προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει την επιθετικότητα των πουλιών μέσα από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, την αντίδραση δηλαδή της Lydia στον ερωτικό δεσμό της Melanie και του γιου της Mitch, που γεννά την παράλληλη αντίδραση των πουλιών, τα οποία εκφράζουν τις εντάσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου, φτάνοντας στο σημείο να σκοτώσουν τη δασκάλα Annie. Από την άλλη, μια θρησκευτική προσέγγιση βλέπει τα πουλιά σαν μια κοσμογονική παραβολή απέναντι στις έννοιες του Χάους, της καταστροφής, της Αγάπης και της Σωτηρίας. Οι παραπάνω ερμηνείες (και οι διάφορες παραλλαγές τους) παρά τη γοητεία τους, χωλαίνουν στο ότι είναι ανεπαρκώς θεμελιωμένες.

Αν και καμία δεν είναι τελείως αυθαίρετη, όλες τους στηρίζονται σε συμπεράσματα που μπορεί να εξηγήσουν μεμονωμένες επιθέσεις των πουλιών, όχι όμως όλες τις σκηνές της ταινίας. Ο ίδιος ο Hitchcock δεν αιτιολογεί ούτε στην ταινία εμφανώς, ούτε σε δηλώσεις του τη φονική αυτή επιθετικότητα, για αυτό θεωρείται το «The Birds» η μοναδική ταινία φανταστικού στη φιλμογραφία του.

Δεύτερον, το ότι περιλαμβάνεται στην υπόθεση του έργου μια κεντρική ιδέα, η οποία είναι μια εικόνα – σύμβολο μέσα στο έργο και επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε αυτό οδηγώντας το στην κλιμάκωσή του. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας στο κατάστημα με τα εκατοντάδες αιχμάλωτα ζώα σε κλουβιά, την παρεμπόδιση των κανόνων της φύσης αλλά και την καταιγίδα που βγάζει τους γλάρους στην ακτή, ο Hitchcock κάνει σαφέστατη μία από της εκδοχές της. Συσχετίζει έξοχα τις δυνάμεις της φύσης και μετατρέπει τα πουλιά στον εξολοθρευτή άγγελο που θα εκδικηθεί, ως μία αρχέγονη δύναμη της φύσης, τον δυτικό άνθρωπο και τον άπληστο αστικό πολιτισμό του. Στη σκηνή γνωριμίας ο Mitch πιάνει στο κατάστημα των πτηνών ένα καναρίνι που ξέφυγε και αφού το βάζει στο κλουβί του, λέει στη Melanie: «Σας βάζω στο χρυσό κλουβί σας, Melanie Daniels». Στη συνέχεια, όταν η Melanie, στην προσπάθειά της να προφυλαχθεί από τα πουλιά, κλείνεται σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, θα είναι σαν 7


να είναι πουλί μες στο κλουβί και την ίδια τύχη θα έχουν και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές στην τελική π ο λ ι ο ρ κ ί α του σπιτιούοχυρού από τα πουλιά. Όσο για τη Melanie, θα ταυτιστεί μετά την επίθεση και τον τραυματισμό της με τα πουλιά και ο Hitchcock θα την κινηματογραφήσει σαν ένα λαβωμένο πουλί στην σκηνή που την μεταφέρει ο Mitch και η Lydia προς το αυτοκίνητο. «Η παλιά σύγκρουση ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πουλιά αντιστρέφεται και αυτήν τη φορά ο άνθρωπος είναι στο κλουβί και τα πουλιά ελεύθερα».

Τρίτον, το ότι στηρίζεται στο συναίσθημα της αυξανόμενης αγωνίας του θεατή και όχι στην έκπληξη και το ξάφνισμα. Το συναίσθημα αυτό επιτυγχάνεται με το να δίνει ο σκηνοθέτης κάποιες πληροφορίες στον θεατή τις οποίες οι ήρωες του δεν γνωρίζουν. Ο θεατής έχει αγωνία για το τί θα γίνει όταν οι ήρωες ανακαλύψουν την αλήθεια. O Hitchcock άλλωστε, έχει τον τίτλο του μετρ του σασπένς.

Τέταρτον, το ότι ξεκινά με μία σεναριακή ιδέα, η οποία προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του θεατή. Ο θεατής επιθυμεί να μάθει περισσότερα για αυτό, 8

αλλά αποδεικνύεται ότι το θέμα του έργου τελικά δεν είχε σχέση με αυτό και τελικά αυτή η ιδέα είναι ψευδής και αδιάφορη. Πρόκειται για το τέχνασμα που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, για να ξεγελάσει το θεατή και μετά να τον ξαφνιάσει. Για παράδειγμα ο θεατής τείνει να ενδιαφερθεί για τη σχέση του Mitch με την Annie, για τη μητέρα της Melanie που την εγκατέλειψε στα έντεκα της χρόνια, για το θάνατο του πατέρα του Mitch, για το τι συνέβη στις διακοπές της Melanie στην Ρώμη κ.α. Το γιατί αφήνει αναπάντητα ερωτήματα, ίσως μας το απαντά ο Hitchcock με την δήλωση του στον Francois Truffaut: «Στα Πουλιά δούλεψα έτσι ώστε το κοινό να μην μπορεί ποτέ να μαντέψει τι πρόκειται να συμβεί στην επόμενη σκηνή. Πάνε στον κινηματογράφο, κάθονται και λένε: Α! Εγώ ξέρω τι πρόκειται να συμβεί. Για αυτό και εγώ είμαι υποχρεωμένος να τους προκαλέσω: Α! Έτσι νομίζετε; Θα δούμε!»


Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι, για να γυρίσει τις σκηνές των πουλιών ο Hitchcock χρησιμοποίησε μια σύνθετη τεχνική που ανατρέχει στις μακέτες, τις διαφάνειες, τα κινούμενα σχέδια και ειδικά γυμνασμένα πουλιά. Για να εντείνει τη δραματική ένταση, στην παραδοσιακή μουσική του Bernard Herrmann έβαλε ηλεκτρονική μουσική και έγινε για μια ακόμα φορά προάγγελος της σημερινής εποχής, όπου το συνθεσάιζερ είναι κανόνας στην κινηματογραφική μουσική.

Τα πουλιά είχαν στην εποχή τους μια ψυχρή κριτική υποδοχή και μία μέτρια εμπορική επιτυχία. Παρόλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για ριμέικ της και σύμφωνα με δημοσιεύματα του 2009 θα γίνει μία ακόμη από τον Έλληνα Ντένη Ηλιάδη.

9


ΤοτοΣινεμά καικαι η Φιλοσοφία Σινεμά η Φιλοσοφία

του Γιώργου Παυλίδη

Επιχειρώντας να απαντήσουμε στο ερώτημα του τίτλου, θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη φιλοσοφία. Θα προτείνουμε τέσσερις τρόπους σχέσης μεταξύ των δύο:

10

1.

2.

Ο πρώτος τρόπος σχέσης ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη φιλοσοφία, είναι εκείνος κατά τον οποίο ο κινηματογράφος εικονογραφεί φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η ταινία The Matrix (2009), στην οποία είναι πρόδηλη η αναφορά και οι αναλογίες προς τον μύθο του σπηλαίου και την θεωρία των Ιδεών, του Πλάτωνα. Στην περίπτωση αυτή, η φιλοσοφική σκέψη προηγείται της κινηματογραφικής εικονογράφησής της και παραμένει εξωτερική ως προς την ίδια την ταινία, η οποία βασίζεται στην φιλοσοφία κυρίως για να αντλήσει στοιχεία ως προς την πλοκή της.

Ο δεύτερος τρόπος σχέσης είναι ο κινηματογράφος με αναφορά στη φιλοσοφία, κατά προτίμηση στη ζωή και το έργο φιλοσόφων. Η ταινία Wittgenstein (1993) του Derek Jarman, παρουσιάζει τη ζωή και τη σκέψη του Βιεννέζου φιλοσόφου. Η ταινία Όταν έκλαψε ο Νίτσε (2007), που είναι μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Irvin Yalom, αναφέρεται επίσης στη ζωή και το έργο του Γερμανού φιλοσόφου. Κι εδώ η σχέση των δύο είναι εξωτερική, καθώς το έργο και η ζωή κάποιων φιλοσόφων αποτελούν μονάχα στοιχεία της θεματικής γραμμής της ταινίας.


3. Η τρίτη περίπτωση είναι η πιο διαδεδομένη και γι αυτό θα σταθούμε λίγο περισσότερο. Εδώ ο κινηματογράφος μπορεί να προκαλέσει φιλοσοφικές σκέψεις στον θεατή. Η σχέση των δύο είναι ανάλογη με τη σχέση ερεθίσματος-αντίδρασης. Η ταινία, μέσω της πλοκής, του θέματος, των χαρακτήρων της και της δράσης, και κυρίως μέσω των διαλόγων, παρουσιάζει αναφορές σε φιλοσοφικές έννοιες ή θεωρίες φιλοσόφων. Ή ακόμα, οι κινηματογραφικές εικόνες περιέχουν φιλοσοφικά ή και θρησκευτικά σύμβολα που παραπέμπουν και πάλι σε κάποιες εξω-κινηματογραφικές ιδέες ή θεωρίες. Οι ταινίες Fight Club (1999), του David Fincher, Memento (2000) και Inception (2010), του Christofer Nolan θίγουν θέματα όπως η ελευθερία, η αυτογνωσία, η μνήμη, τα όνειρα, ο μηδενισμός κλπ. Στο πλαίσιο αυτής της σχέσης η φιλοσοφία μπορεί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιήσει κινηματογραφικές ταινίες προκειμένου να διεγείρει τη σκέψη του κοινού, ώστε αυτό να σκεφτεί ή να καταλάβει μια φιλοσοφική έννοια ή θεωρία. Τα προβλήματα, εν προκειμένω, είναι δύο: αφενός, η σχέση της φιλοσοφίας με τον κινηματογράφο είναι χρηστική, αφού η πρώτη μπορεί να χρησιμοποιήσει ως ερέθισμα σκέψης τον δεύτερο και,

αφετέρου, η σχέση της κινηματογραφικής ταινίας με τη φιλοσοφική σκέψη είναι απλώς συμπτωματική, καθώς εναπόκειται στο θεατή και τη φιλοσοφική του προπαιδεία το εάν και σε ποιο βαθμό θα αποτελέσει το περιεχόμενο των κινηματογραφικών εικόνων αφορμή για σκέψη. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ο κινηματογράφος και η (φιλοσοφική) σκέψη διατηρούν, κατά κάποιον τρόπο, μια εξωτερική σχέση. Είναι, όμως, απαραίτητο να συμβαίνει πάντοτε κάτι τέτοιο; Μπορεί ο κινηματογράφος να γίνει τρόπος (φιλοσοφικής) σκέψης που θα εκφράζει ένα νόημα με απόλυτα δικό του τρόπο;

4. Ο τέταρτος τρόπος είναι εκείνος, όπου ο κινηματογράφος εμφανίζει και θεσπίζει έναν δικό του τρόπο αναπαράστασης, βλέμματος και όψης, δηλαδή έναν δικό του τρόπο σκέψης. Σε αυτή την περίπτωση οι κινηματογραφικές εικόνες είναι αυτές που ενσωματώνουν τις δυναμικές κινήσεις της σκέψης και μπορούν να την εμφανίσουν οπτικo-ακουστικά, όχι μόνο μέσα στους διαλόγους. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το παραπάνω.

11


Αν ορίζαμε τον κινηματογράφο ως έναν κόσμο κινούμενων οπτικοακουστικών εικόνων θα μπορούσαμε σχηματικά να μιλήσουμε για: Α) το οπτικό μέρος, δηλαδή τις κινούμενες εικόνες και ό,τι τις αποτελεί: χρώμα, μορφές, όγκους, σχήματα, φωτοσκιάσεις, κίνηση θέση και απόστασή της κάμερας, σύνθεση και διάρκεια των πλάνων κ.ά. Β) το ηχητικό μέρος, που μπορεί να αποτελείται από τρία στοιχεία: την ομιλία (τους διαλόγους), τους ήχους και τη μουσική.

12

Είναι το Matrix μια φιλοσοφική ταινία; Αν διαβάζαμε μόνο το σενάριο της ταινίας, θα συναντούσαμε κι εκεί την ίδια πλοκή (οπότε θα μπορούσαμε να κάνουμε τον παραλληλισμό με τον μύθο του Πλάτωνα) και τους ίδιους διαλόγους. Μήπως λοιπόν, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε φιλοσοφικό ένα τέτοιο κείμενο; Θα έλεγα, ναι. Όμως σε μια τέτοια περίπτωση, ο λόγος —δηλαδή οι διάλογοι— παίζει καθοριστική σημασία. Αν κάτι τέτοιο είναι ικανοποιητικό για μια τέχνη του λόγου (όπως η λογοτεχνία), δεν είναι ικανοποιητικό για τον κινηματογράφο. Γιατί σε αυτόν, οι διάλογοι αφορούν ένα μόνο υπομέρος του ηχητικού του μέρους. Όλα τα υπόλοιπα χάνονται, γιατί δεν έχουν καμία σημασία από πλευράς της σκέψης και του νοήματος που εκφράζεται στην ταινία.


Είναι το Wittgenstein φιλοσοφική ταινία;

Είναι το Fight Club φιλοσοφική ταινία;

Η μόνη σχέση του με την φιλοσοφία είναι ο πρωταγωνιστής της (που είναι φιλόσοφος) και οι διάλογοί της, στους οποίους ο Wittgenstein μας μιλά για κάποιες από τις βασικές θέσεις της θεωρίας του. Ξανά, μένουμε στο θέμα, τους χαρακτήρες και τους διαλόγους.

Και εδώ κατά κανόνα μένουμε στην πλοκή και κάποιους φιλοσοφικά ερεθιστικούς διαλόγους ανάμεσα στους πρωταγωνιστές. Μπορούμε να θίξουμε θέματα όπως η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, η ζωή μέσα από την κατανάλωση, η βία ως διέξοδος κλπ. Όμως, όλα αυτά μπορούν να γίνουν με αφορμή την ταινία, ακόμα και μετά την προβολή της. Η φιλοσοφική διάσταση εντοπίζεται μονομερώς στην πλοκή, τους χαρακτήρες, τη δράση τους και τους διαλόγους. Καθόλου δεν υποτιμούμε αυτά τα στοιχεία. Αλλά δεν είναι τα μόνα σε μια ταινία, και κυρίως δεν είναι τα μόνα που μπορούν να εκφράσουν νόημα.

Ανακεφαλαιώνοντας, υπάρχουν τέσσερις τρόποι σχέσης ανάμεσα στο σινεμά και τη φιλοσοφία: 1. Η ταινία εικονογραφεί φιλοσοφικούς προβληματισμούς, έννοιες, θεωρίες που προϋπάρχουν. 2. Η ταινία αναφέρεται θεματικά στη ζωή και το έργο κάποιου φιλοσόφου. 3. Η ταινία γίνεται αφορμή για να μιλήσουμε φιλοσοφικά. 4. Η ταινία εμφανίζει στοιχεία σκέψης και νοήματος στο περιβάλλον των κινηματογραφικών εικόνων με όλους τους τρόπους: λεκτικούς, ηχητικούς, χρωματικούς, με κίνηση, με φωτοσκιάσεις. Αρκεί να είμαστε «υποψιασμένοι» και κυρίως ευαίσθητοι απέναντι στους τρόπους του κινηματογράφου να μας μιλά, να μας συγκινεί, και εν τέλει να μας προ(σ)καλεί στην ατμόσφαιρα μιας ταινίας. 13


της Εύης Αβδελίδου

14


Για κάποιους η κάθοδος στην κόλαση είναι φυσική. Η φωτιά τους τροφοδοτεί με καπνό για να ανασάνουν. Για το κορίτσι του Terry Gilliam είναι μία ελεύθερη πτώση σε ένα θαυματουργό λαγούμι. Που σε κουράζει πριν φτάσεις στον πάτο έχοντας το βλέμμα πάνω της. Στο σπίτι του κοριτσιού οι φωνές όλων τους εκτοξεύονται σε παράλληλες τροχιές και τα βλέμματα προσκρούουν οπουδήποτε εκτός από εκεί που θα φώλιαζαν. Η ντροπή περνιέται για αγάπη. Οι στιγμές για ευτυχία. Και τα στάχυα για λιβάδια. Οι γονείς ρίχνουν σπόρο μέσα από μια σύριγγα για να ανθίσει στο φόβο η ομορφιά. Δεν το ήθελαν, αλλά έτσι μπόλιασαν στο κορίτσι την ικανότητά του να γίνεται η μητέρα του εαυτού του. Τα μαύρα μαλλιά του γίνονται κουρτίνες προστασίας και η βαλίτσα που κρατά αναλαμβάνει, εκείνη, να το κουβαλάει και να το ξεκουράζει. Αντί να καθρεφτίζεται μπροστά σε δυο μάτια, βρίσκεται μόνη της σε ένα σκληρό γυαλί που περιέχει περισσότερα από ένα ματωμένα κρεβάτια. Με μαμάδες καρφωμένες στα δάχτυλα μόνο ένα τρένο της είχε μείνει. Να συνομιλεί μαζί του ουρλιάζοντας πως δε χόρτασε. Το κορίτσι ζητά να το αφήσουν να κολυμπά, κρυμμένο μέσα στα ίδια στάχυα με ένα αγόρι με διάφανο δέρμα και να βλέπουν μαζί σκιουράκια να χορεύουν με βατράχους. Aρνείται να φτάσει στον πάτο του λαγουμιού, ξέρει πως θα μυρίζει φωτιά. Αποσπά τις μαμάδες από τα δάχτυλα και η νέα μορφή δημιουργείται. Ανθίζει η μητέρα του εαυτού της. Μια μητέρα που ριζώνει ανάποδα.


του Αλέξανδρου Συνοδινού


Το 1963, το πρώτο σύστημα εγγραφής βίντεο, έχει λανσαριστεί από την Ampex. Στη συνέχεια οι εταιρείες Noreco και Sony βγάζουν τα πρώτα φορητά βίντεο. Η πειραματική τους χρησιμοποίηση από τους Nam June Paik, Wolf Vostell και Andy Warhol,1 σηματοδοτούν τη γέννηση της video art. Το 1968, ο πειραματιστής κινηματογραφιστής John Whitney φτιάχνει έναν υπολογιστή που μπορούσε να παράγει γραφιστικά κινούμενα σχέδια. Ο Stanley Kubrick είναι ο πρώτος που το χρησιμοποίησε, για την ταινία «2001: A Space Odyssey». Ακολουθούν ταινίες µε ρεαλιστικές εικόνες που έχουν παραχθεί από υπολογιστή.2

Το 1976, ο Jean-Luc Godard ονειρεύεται µια κινηματογραφική µηχανή λήψης 35 mm, φορητή, η οποία θα χωρούσε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου του και θα του επέτρεπε να κινηματογραφεί, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Η συνεργασία του µε το μηχανικό Jean-Pierre Beauviala θα καταλήξει σε αποτυχία, αλλά η ιδέα για κάμερα που θα την κρατάς στο χέρι είχε τεθεί.

Το 1984, η Sony εφευρίσκει την πρώτη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, τη Mavica, ενώ η Macintosh εισάγει το γραφιστικό περιβάλλον στους προσωπικούς υπολογιστές, ανοίγοντας το δρόμο για το μοντάζ στον υπολογιστή.

Το 1992 η Sharp φέρνει την οθόνη LCD στις βιντεοκάµερές της και το 1994, λανσάρεται στο εμπόριο το λογισμικό του μοντάζ, Adobe Premiere και ακολουθεί το Adobe After Effects, που φέρνουν την επανάσταση, κάνοντας την προπαρασκευή της παραγωγής της ταινίας πιο εύκολη και πιο φτηνή.

Το 1995, φτιάχνεται το «Toy Story», η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που έγινε εξ ολοκλήρου µε υπολογιστή. Η Sony, η JVC και άλλες επιχειρήσεις συμφωνούν σε ένα format των ψηφιακών κασετών, το DV, που διευκολύνει τη μεταφορά των δεδομένων στον υπολογιστή και φέρνουν στο εμπόριο τις πρώτες ψηφιακές κάμερες. Το πάντρεμα της κάμερας DV µε το λογισμικό του οικιακού μοντάζ, δίνει τη δυνατότητα σε πληθώρα ερασιτεχνών και ανεξάρτητων κινηματογραφιστών να γυρίσουν ταινίες, τις οποίες θα μοντάρουν σε προσωπικό υπολογιστή, µε περιορισμένο προϋπολογισμό και µε εικόνα που μπορεί να αναπαραχθεί και να διορθωθεί άπειρες φορές. Το DV ανοίγει επίσης στον κινηματογραφιστή, µια άλλη διάσταση του γυρίσματος, µια διαφορετική σχέση µε τους χώρους και τα πρόσωπα, µια σύζευξη του ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας.

1. Πρωτοπόροι της video art. 2. «Westworld» (1973) του Michael Crichton, «Alien» (1979) του Ridley Scott, «Blade runner» (1982) του Ridley Scott, «Tron» (1982) του Steven Lisberger. 17


Ψυχανάλυση και ο κινηματογράφος του Άλφρεντ Χίτσκοκ

του Γιάννη Χαριτίδη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Άγγλος σκηνοθέτης Άλφρεντ Χίτσκοκ χρησιμοποίησε πολλές φορές στις ταινίες του θέματικές επηρεασμένες από την ψυχαναλυτική θεωρία. Η φαντασία και η επιθυμία, δύο φροϋδικές έννοιες αλληλοσχετιζόμενες απαντώνται πολύ συχνά στα έργα του. Επακόλουθο ήταν, οι ταινίες του να γίνουν το αγαπημένο παράδειγμα ανάλυσης μέσω της χρήσης ψυχαναλυτικής θεωρίας ως εργαλείο ερμηνείας από τους θεωρητικούς. 18


NORTH BY NORTHWEST (1959) Eve Kendall: What happened with your first two marriages? Roger Thornhill: My wives divorced me. Eve Kendall: Why? Roger Thornhill: They said I led a dull life.

Ο ΧΩΡΟΣ ΩΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ

H εξέλιξη του οιδιπόδειου συμπλέγματος του κεντρικού προσώπου (διαφημιστής Θόρνχιλ) είναι ταυτόσημη με το πέρασμά του από τον παιδισμό στην ψυχοσεξουαλική ωριμότητα, με τη μεταβολή των σχέσεών του με τη Mητέρα, ύστερα με τη γυναίκα που υποκαθιστά τη μητέρα του, και με τους άντρες που συμβολίζουν τον Πατέρα. Tο North by Northwest είναι η ιστορία ενός άντρα που έχει αφήσει ανοικτούς λογαριασμούς με την προσωπικότητά του και χάρη στη γνωριμία με τους κινδύνους του έρωτα, της δράσης και της επέμβασης, στην πραγματικότητα αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει την αμφισβητούμενη ταυτότητά του και να καταφέρει να φτάσει ως την ερωτική και ψυχολογική ολοκλήρωση. Κάθε χώρος στον οποίο βρίσκεται ο Θόρνχιλ είναι και μια καινούργια απειλή καθώς σε κάθε σκηνή τον κυνηγούν είτε η αστυνομία είτε κατάσκοποι, είτε ένα ψεκαστικό αεροπλάνο! Οι χώροι-δοκιμασίες (με δεσπόζον το Rushmore) παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αλλαγή της προσωπικότητας του Θόρνχιλ και σκηνοθετούνται με τρόπο που τονίζει τις ιδιότητές τους. 19


Ο σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί πολλά υποκειμενικά πλάνα στην ταινία αυτή αλλά περισσότερο μεγάλα γενικά με μεγάλο βάθος πεδίου που τονίζουν τις διαφορές των μεγεθών. Κάνει όμως και συνεχή cut στα οποία οι διαγώνιες γραμμές της προοπτικής συνήθως συγκρούονται. Ο Θόρνχιλ όμως, παραμένει πάντα φυλακισμένος σε ένα καδράρισμα, που στο επίπεδο του συμβολικού πρέπει να καταφέρει να διασπάσει, να ξεπεράσει και να δαμάσει το χώρο του Πατέρα, το χώρο δηλαδή των ενηλίκων. Έτσι πολλές φορές βλέπουμε το Θόρνχιλ σαν μια μικρή κουκίδα να τρέχει στο κάδρο που δεσπόζουν είτε τα κτήρια είτε απέραντες εκτάσεις είτε τεράστια βουνά. Να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις σε ένα πεδίο ακίνητο, συμπαγές και ακλόνητο. Οι δημόσιοι χώροι όπως ένας σταθμός τρένου είναι επικίνδυνοι και αναγκάζεται να κρύβεται σε τηλεφωνικούς θαλάμους. Στους ιδιωτικούς, όπως το ξενοδοχείο ή η κουκέτα του τρένου εισβάλλουν αστυνομικοί και κατάσκοποι. Ο δημόσιος χώρος ταυτίζεται με τον ιδιωτικό από το Χίτσκοκ σαν ένα παιχνίδι εμποδίων, στο οποίο ο ήρωας δεν μπορεί να βρει απάνεμο τόπο. Αυτή η πρακτική δημιουργίας έντασης συνεχίζεται μέχρι τη λύση της ταινίας, που είναι η αποδοχή του καινούργιου του ρόλου και ο γάμος και συμβολικά η εισχώρηση του τρένου του μήνα του μέλιτος, στο τούνελ.


PSYCHO (1960) Norma Bates: No! I tell you no! I won’t have you bringing some young girl in for supper! By candlelight, I suppose, in the cheap, erotic fashion of young men with cheap, erotic minds! Norman Bates: Mother, please...!

Ο ΝΟΡΜΑΝ ΜΠΕΙΤΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Για να μπορέσει το αγόρι να γίνει ενεργό μέλος της κοινωνίας πρέπει να καταπιέσει την υποσυνείδητη σεξουαλική επιθυμία για τη μητέρα, να αποκολληθεί και να ταυτιστεί πια με τον πατέρα. Στην περίπτωση του Νόρμαν Μπέιτς λόγω του θανάτου του πατέρα του δεν περνάει ποτέ από τη μία κατάσταση στην άλλη. Όταν εκείνη γνωρίζει έναν άλλο άντρα, ο Νόρμαν νιώθει ότι τον παράτησε και τους σκοτώνει και τους δύο. Η αποτυχία του Νόρμαν να αποκολληθεί υγιώς από τη Μητέρα του και η υποσυνείδητη πράξη δολοφονίας του Πατέρα, τον οδηγεί σε μια παλινδρομική μετάλλαξη ανάμεσα στον ρόλο του Πανδοχέα και στην προσωπικότητα Μητέρα-Σπίτι-επιθυμία, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Ο Χίτσκοκ εδώ απεικονίζει τα διαφορετικά επίπεδα της προσωπικότητας του Νόρμαν, το Εγώ, το Υπερεγώ και το id με διαφορετικές χωρικές οντότητες. Το Σπίτι σε πιό ψηλό επίπεδο από το πανδοχείο και απεικονιζόμενο σαν σκοτεινή σιλουέτα γοτθικού ρυθμού, ως το μητρικό υπερεγώ. 21


Το Λευκό πανδοχείο με τις παράλληλες γραμμές είναι η απεικόνιση του Πατρικού ρόλου που υποδύεται ο Νόρμαν, όταν κάποιος εκπρόσωπος του συμβολικού κόσμου έρχεται σε επαφή με αυτόν. Μια πρόσοψη λογικής επικοινωνίας με την κοινωνία, μια πρόσοψη παγίδα, που κρύβει όμως μέσα της τις εικόνες των βαλσαμωμένων πουλιών και το ημίφως του Νόρμαν, που, όταν νιώσει κίνδυνο ξυπνά και ξεφορτώνεται κάθε εισβολέα. Το ξενοδοχείο με τις απλές γραμμές του είναι ένα σύμβολο του αμερικανικού Μοντερνισμού, ενώ το σκοτεινό σπίτι γοτθικού ρυθμού ένα σύμβολο της Αμερικανικής παράδοσης (το σπίτι είναι ακριβής ανακατασκευή παραδοσιακού σπιτιού της Καλιφόρνιας). Το συμβολικό σύμπαν στο κεφάλι του Μπέιτς είναι επικίνδυνα ψυχωτικό και έτσι το id και το υπερεγώ απεικονίζονται ως δύο εντελώς διαφορετικές οντότητες. Έτσι, όταν γνωρίζει τη Μάριον τη θέλει σεξουαλικά. Το μητρικό υπερεγώ κάνει την εμφάνισή του και σκοτώνει την επιθυμία του Νόρμαν. Η ελκυστική Μάριον είναι μια απειλή στην εξουσία της μητέρας και επομένως, πρέπει να φύγει από τη μέση. Ο διαχωρισμός της κινηματογραφική φόρμας έρχεται χρονικά, όταν έχουμε το διαχωρισμό της αφηγηματικής ενότητας με το θάνατο της Μάριον στο συμβολικό χώρο του Πατέρα και ξανά, μετά το δεύτερο φόνο στο συμβολικό χώρο του μητρικού υπερεγώ. Ο Χίτσκοκ αρχικά ταυτίζει το θεατή με τη Μάριον περνώντας από αντικειμενικά πλάνα στη συνάντηση με τον εραστή και τη σκηνή της δουλειάς σε υποκειμενικά της Μάριον. Μετά το καταιγιστικό μοντάζ της σκηνής της δολοφονίας της Μάριον στη ντουζιέρα, η κάμερα με αργό zoom out μεταφέρει την ταυτίση αυτή πλέον στο βλέμμα του Νόρμαν.


Αργότερα, στην επίσκεψη του ιδιωτικού ερευνητή Άρμπογκαστ στο «σκοτεινό» σπίτι, το σασπένς με τις εναλλαγές του βλέμματος και των υποκειμενικών συνεχίζεται, μέχρι που ο Χίτσκοκ κόβει σε ένα κάδρο από ψηλά, «σαν ένα θεϊκό βλέμμα» όπως σημειώνει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, και κατόπιν εμφανίζεται η μητέρα του Μπέιτς και τον σκοτώνει, κάτι που ο θεατής περιμένει να συμβεί οδηγούμενος από τη σκηνοθεσία. Στο Ψυχώ μπορεί να δει κανείς πώς μέσα από την ψυχαναλυτική θεωρία οι αφηγηματικές γραμμές και οι τεχνικές αρχίζουν να συγκλίνουν, καθώς ο σκηνοθέτης δεν έχει αφήσει κανένα από τα στοιχεία της ταινίας που να μην εισέρχεται σε μια λογική σύγκρουσης και ακόμα και από τους τίτλους αρχίζει η εφαρμογή του σχεδίου. Η αφηγηματική δομή, η σκηνοθετική φόρμα, οι χαρακτήρες και οι επιθυμίες τους, τα επίπεδα, οι χώροι, οι επιφάνειες, το φως και το σκοτάδι. Όλα ακολουθούν τη νόρμα του σχιζοειδούς διαχωρισμού του Νόρμαν Μπέιτς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Raymond Bellour, Constance Penley, The analysis of film. Indiana University Press, 2000. 2. Stam Robert, Film theory: an introduction, Blackwell Publishers, 2000. 3. Žižek, Slavoj, Looking Awry. An Introduction to Jacques Lacan through Popular Culture, Cambridge, MA: The MIT Press, 1991. 4. Žižek, Slavoj, Everything you always wanted to know about Lacan (but were afraid to ask Hitchcock), Verso,1996. 5. Žižek, Slavoj, The Pervert›s Guide to Cinema, Ταινία Τεκμηρίωσης, Σκην. Sophie Fiennes, 2006. 6. Hitchcock A., Truffaut F., Φρανσουά Τρυφώ: Χίτσκοκ, Ύψιλον, 2007.

23


του Δημήτρη Κεχρή 24


Επανάσταση, σαδομαζοχισμός, παιδεραστία, κιτς διαφημιστικά σποτ, εκρήξεις εμετού, ουροφιλία, κομμουνιστικά άσματα, σεξ σε δημόσιους χώρους, κοπρολαγνεία, δολοφονίες παιδιών, θλιβερά wannabe glamorous καλλιστεία υπό τους ήχους αφρικανικών κρουστών, έρωτας βουτηγμένος (κυριολεκτικά) στη ζάχαρη με τη συνοδεία ενός ποντικού, ένας ποδηλάτης-ναύτης του θωρηκτού Potemkin, αυνανισμός μέσα σε ένα πελώριο μπουκάλι γάλα και πολλά άλλα «αταίριαστα» συνθέτουν το βλάσφημο κινηματογραφικό κολλάζ στο οποίο ο Dusan Makavejev επέλεξε να δώσει κατ’ ευφημισμόν τον τίτλο «Sweet Movie» ! To story αναφέρεται στη ζωή δύο γυναικών. Η μία είναι νικήτρια διαγωνισμού ομορφιάς στην Αμερική, που ως «έπαθλο» έχει το γάμο με έναν εκκεντρικό, φαλλοκράτη, άξεστο αμερικανό μεγιστάνα. Η νίκη της στα καλλιστεία αποτελεί ταυτόχρονα την είσοδό της σε έναν αδιέξοδο και χωρίς επιστροφή λαβύρινθο, όπου αυτή παραμένει πάντα ένα άβουλο ον, μια γλάστρα των media, ένα σεξουαλικό αντικείμενο, έρμαιο στις ορέξεις οποιουδήποτε. Η άλλη γυναίκα είναι μια μοναχική αριστερίστρια, πλοίαρχος ενός καραβιού-πλωτού κοινοβίου που μεταφέρει γλυκά και ζάχαρη και στην πλώρη του έχει μια τεραστίων διαστάσεων προτομή του Marx. Περιπλανιέται, μάλλον άσκοπα, σε ποταμούς της Ευρώπης και επιδίδεται σε ακραίες και αποκλίνουσας μορφής σεξουαλικές περιπτύξεις στην απέλπιδα προσπάθεια της να διαφύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια του μικροαστισμού αλλά και να ξορκίσει τον εκφυλισμό και την ήττα τελικά της σοσιαλιστικής επανάστασης.

25


Οι περιπέτειες των δύο αυτών γυναικών αποτελούν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιεί ο Makavejev προκειμένου να δημιουργήσει και να εκτοξεύσει στα μούτρα μας ένα σχεδόν αναρχικό, πολιτικο-σεξουαλικό μανιφέστο, εμφανώς επηρεασμένο από τις θεωρίες του μαρξιστή ψυχαναλυτή Wilhelm Reich, ο οποίος επεχείρησε να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και την ψυχανάλυση, ανάμεσα στην πολιτική και το σεξ, να μελετήσει τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων εντός της σύγχρονης, βουτηγμένης στην εμπορευματοποίηση και τον καταναλωτισμό, αστικής κοινωνίας, να μελετήσει τη σύγκρουση ανάμεσα στη φυσική σεξουαλική ορμή και τους κυρίαρχους καταπιεστικούς, ψυχαναγκαστικούς κώδικες ηθικής. Βασική θέση του Reich, η οποία γίνεται φανερή μέσα στην ταινία κατά την παρουσίαση της σεξουαλικής ζωής των δυο αυτών γυναικών, είναι ότι η ελεύθερη έκφραση και πραγμάτωση υγιών σεξουαλικών ορμών αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για μια βαθιά, ουσιαστική και ολόπλευρη κοινωνική πρόοδο. Τίθεται επίσης, το ζήτημα πως οι επαναστατικές κοινωνικές ανατροπές, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός πως διαχρονικά η πλειοψηφία των ανθρώπων πάσχει από νευρώσεις , είναι καταδικασμένες να αναπαράγουν προβληματικές καταστάσεις ή να δημιουργήσουν νέα προβλήματα, καθώς οι άνθρωποι έχοντας αναπτύξει για χρόνια μηχανισμούς θωράκισης, δύσκολα μπορούν να γίνουν διαχειριστές της ελευθερίας τους. Ως εκ τούτου, πολλές από τις ερωτικές σκηνές της ταινίας είναι εντελώς ασυνήθιστες, ανορθόδοξες, αστείες, σουρρεαλιστικές, ζωώδεις, θλιβερές, προκλητικές και γενικά έξω από κάθε καλούπι και σε αντίθεση με τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα σε σημείο που να τίθενται ζητήματα ηθικής στα οποία θα δυσκολεύονταν να πάρουν ξεκάθαρη θέση ακόμα και οι πιο προοδευτικοί άνθρωποι.

26

Παράλληλα, η ταινία ασκεί σκληρή κριτική στις αξίες και τον τρόπο ζωής όπως αυτός, έχει διαμορφωθεί στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο θίγοντας ζητήματα που ποικίλουν από το ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης-αποβλάκωσης, μέχρι τη συνολικότερη αλλοτρίωση του ατόμου. Ωστόσο, εξίσου, αν όχι περισσότερο, σκληρός γί-


νεται ο Makavejev απέναντι στα εναλλακτικά προς τον καπιταλισμό προτάγματα. Είναι ξεκάθαρη η επίθεση που εξαπολύει απέναντι στα εκμεταλλευτικά, αυταρχικά και γραφειοκρατικά καθεστώτα των χωρών του τότε «υπαρκτού σοσιαλισμού» και συγκεκριμένα στο σταλινισμό (χαρακτηριστικά τα αποσπάσματα ντοκιμαντέρ που αναφέρονται στους σφαγιασθέντες του Κατύν). Από τα βέλη του δεν ξεφεύγουν ούτε οι κάθε λογής περιθωριακοί αριστεριστές των δεκαετιών του 1960-70, οι οποίοι, από μια άλλη μπάντα βέβαια, διαστρέβλωσαν και αυτοί (όπως και οι σταλινικοί) τη μαρξική θεωρία και κατέληξαν σε έναν αδιέξοδο, δογματικό και σεχταριστικό αντικαπιταλισμό, ο οποίος αποκομμένος από την πολιτική ουσία οδήγησε σε ένα εσκεμμένα πριμιτιβιστικό lifestyle. Επιπλέον, χρειάζεται να πούμε ότι η ταινία βρίθει συμβόλων και αναφορών που για να γίνουν κατανοητά προϋποτίθεται η εξοικείωση του θεατή με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε να κάνουμε στην εξαιρετική μουσική με την οποία συνεισφέρει στην ταινία ο Μάνος Χατζηδάκις και η οποία είναι αξιοζήλευτα εναρμονισμένη με το πνεύμα του «Sweet Movie» και τις προθέσεις του Makavejev. Η ταινία κλείνει με μια παράξενη και αναπάντεχη σκηνή, κατά την οποία τα παιδιά τα οποία είχαν δολοφονηθεί στο «πλοίο της επανάστασης» (οι ζωές νέων ανθρώπων που θυσιάστηκαν στο βωμό της επανάστασης;), εν τέλει ζωντανεύουν ξανά και βγαίνουν μέσα από τις πλαστικές νεκρικές σακούλες, τη στιγμή που ένα τρένο πάνω σε μια γέφυρα διατρέχει κάθετα τη διεύθυνση που ακολουθούσε το πλοίο. Ένας υπαινιγμός ίσως, πως η ελπίδα δεν έχει σβήσει οριστικά και ενδεχομένως να βρίσκεται σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που ακολουθήθηκε σε παρελθοντικά εγχειρήματα. Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το «Sweet Movie» παρόλο που αποτελεί μια ισχυρή γροθιά στο στομάχι και μια σκληρή επίθεση στον «κοινό νου», με έναν ανεξήγητο τρόπο διαπνέεται από μια ιδιαίτερη τρυφερότητα που μπορεί απλά να συμπυκνωθεί στο τραυματισμένο φρύδι και το δάκρυ στην προτομή του Marx. 27


ΟΝΤΟΛΟΓΊΑ ΟΝΤΟΛΟΓΊΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΎ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΎ ΧΡΌΝΟΥ ΧΡΌΝΟΥ

των των Άγγελου Άγγελου Παλιουδάκη Παλιουδάκη και και Αλέξανδρου Αλέξανδρου Συνοδινου Συνοδινου 28


Με την εμφάνιση του κινηματογραφικού μοντερνισμού —με κύριες τάσεις αυτού τον Γαλλικό Ιμπρεσιονισμό, τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό, τον Ιταλικό Νεορεαλισμό και Μετα-Νεορεαλισμό, το Γαλλικό Νέο Κύμα, το Βρετανικό Νέο Κύμα, το Νέο Γερμανικό Σινεμά, το Σουηδικό Νέο Κύμα, το Τσεχοσλοβάκικο Νέο Κύμα, το Cinema Novo, και το Ιαπωνικό Νέο Κύμα— αναδύθηκε και μία νέα αντίληψη για τον κινηματογραφικό χρόνο. Στην νέα αυτή κινηματογραφική λογική συναντούμε μία σειρά από αισθητικές επιλογές, όπως τα απότομα και γρήγορα κοψίματα των πλάνων, την ασύγχρονη χρήση του ήχου, την απουσία γραμμικής αφήγησης και προ πάντων την χρήση δύο διαφορετικών αφηγηματικών αξόνων.

Η ρήξη του μοντερνισμού με το παρελθόν συνίσταται στην εισαγωγή του κάθετου αφηγηματικού άξονα. Στην παραδοσιακή αφηγηματική τεχνοτροπία οι σκέψεις των δρώντων υποκειμένων εκτυλίσσονται γραμμικά με βάση οριζόντιους άξονες. Ο μοντερνισμός από την άλλη, βαθιά επηρεασμένος από τις ανακαλύψεις και τις θεωρήσεις της ψυχαναλυτικής σχολής, αναγνωρίζει ότι η ροή των ψυχικών παραστάσεων δεν διακρίνεται από χρονική αλληλουχία ή αιτιώδη διαδοχή —όπως όταν κάποιος ονειρεύεται είναι δυνατόν ο εαυτός του να εμφανίζεται στη σκηνή του ονείρου σε διάφορες ηλικίες ταυτόχρονα—, αλλά από μία συνειρμικότητα, αποτελώντας προϊόν ασυνειδήτων διεργασιών. Ο συνειρμικός χρόνος είναι ετερογενής και τα μέρη του δεν μπορούν να αντιπαραβληθούν ή να χωρισθούν ως μία διαδοχή διακριτών σημείων που διέπονται από την σχέση αιτίου–αιτιατού.1 Τα παραπάνω συνεπάγονται ότι στον μοντερνισμό θεματοποιείται με τον πιο γόνιμο τρόπο η άρρηκτη σχέση μεταξύ χρονικής διάρκειας και υποκειμενικότητας —η οποία εν προκειμένω νοείται ως ο εσώτερος βίος του ανθρώπου.

1. ^ Όπως γράφει ο Sigmund Freud στα 1897 σε μια επιστολή του στον Wilhelm Fließ, «Δεν υπάρχουν ενδείξεις πραγματικότητας στο ασυνείδητο• έτσι δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανείς μεταξύ αλήθειας και επενδεδυμένης με αίσθημα μυθοπλασίας [Es im Unbewußten ein Realitätszeichen nicht gibt, so daß man die Wahrheit und die mit Affekt besetzte Fiktion nicht unterscheiden kann]». 29


ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

του Θωμά Τσακαλάκη 30


Η εν λόγω ταινία τού Θανάση Ρεντζή συνιστά μία οπτικοποιημένη φιλοσοφική πραγματεία innuce, έχοντας ως πυρήνα την πρόσφατη πολιτισμική ιστοριογραφία τού ερωτισμού. Πρόκειται για μία αντι-διαλεκτική εικονοποίηση του ρηξικέλευθου τρόπου με τον οποίον ο Herbert Marcuse αποπειράθηκε να ανατρέψει την παγιωμένη ερμηνεία τής νοητικής κατασκευής τού Sigmund Freud για τον ρόλο που διαδραματίζει ο πολιτισμός ως προς τη μετάβαση του ανθρώπου από την «αρχή τής ηδονής» στην «αρχή τής πραγματικότητας.» Οφείλουν, άραγε, να αποκλείονται αμοιβαίως από τη μία η αχαλίνωτη φαντασία η οποία συντροφεύει την παντίσθένει επιδίωξη της ερωτικής ηδονής, και από την άλλητα ήθη και οι αξίες που επιτρέπουν την εδραίωση πολιτισμένων κοινωνικών σχέσεων; Κατά τον Freud,

η πρόοδος του πολιτισμού ερείδεται στην καταναγκαστική «μετουσίωση» των ζωωδών ορμών μας σε λυσιτελείς για την κοινωνική ζωή θεσμούς, καθώς και σε εξυψωμένες «ψυχικές δραστηριότητες, επιστημονικές, καλλιτεχνικές, ιδεολογικές» με συνέπεια η δυσφορία τού σύγχρονου ανθρώπου εν σχέσει προς τον πολιτισμό να απορρέει ακριβώς από αυτήν τη στέρηση της άμεσης και ανεξέλεγκτης ικανοποίησης των σεξουαλικών επιθυμιών του.1 Εκ φύσεως, ο άνθρωπος εμφορείται από μία «πρωτογενή» και «αυτόνομη» επιθετικότητα, από μία ολέθρια ορμή τού θανάτου η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη Libido και με τη «ναρκισσιστική απόλαυση,» και ο πολιτισμός διαμεσολαβεί ανάμεσα στις τάσεις για ζωή και για καταστροφή καθιστώντας εφικτή την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων σε ευρείες κοινότητες.2

31


Τουναντίον, η μείζων προκείμενη του Marcuse είναι ότι η αρχή τής ηδονής εκτοπίσθηκε από την αρχή τής πραγματικότητας επειδή αντιμάχεται όχι την πολιτισμική πρόοδο εν γένει αλλά συγκεκριμένα τον καπιταλιστικό πολιτισμό, οποίος όχι απλώς έχει ως πρόταγμα την αποδοτικότητα και τον οικονομικό ανταγωνισμό, αλλά συνάμα προσθέτει ελεγκτικούς μηχανισμούς και απωθήσεις των ενστίκτων που, αντί να εξυπηρετούν τις πολιτισμένες διανθρώπινες σχέσεις, επιβάλλουν ένα πλαίσιο οργανωμένης πατριαρχικής κυριαρχίας, ιεραρχικού καταμερισμού τής εργασίας, και δημόσιας επιτήρησης της ατομικής ύπαρξης κατά συνέπεια, ο Έρως δεν εμπλέκεται σε μία αναπόδραστη αντιδιαστολή σεξουαλισμού και πολιτισμού (ή ηδονής και πραγματικότητας), καθόσον η ελευθερία στον έρωτα αντιτίθεται μόνον στην υπερ-απωθητική οργάνωση ενός νευρωτικού πολιτισμού και όχι στον πολιτισμό perse (46-53).3 Τουτέστιν, τα δεσπόζοντα ήθη τής εποχής τού ύστερου καπιταλισμού, του επιστημονισμού, και του εργαλειακού λόγου τής ορθολογικότητας υποτάσσουν την επιθυμία στην «ανάγκη» και αποσκορακίζουν, για «πραγματιστικούς» λόγους, τη μοναδική δύναμη που εναντιώνεται στην επιβαλλόμενη πολιτισμική μετουσίωση και «συνεχίζει να διέπεται απ’ την αρχή τής ηδονής,» ήτοι τη φαντασία.4

Ο «Ηλεκτρικός Άγγελος» διακονεί αυτήν ακριβώς την ερωτική φαντασία. Ο αντινομικός τίτλος τού φιλμ φαινομενικώς παραπέμπει τον θεατή σε μία από τις καταστατικές μεταφυσικές διχοτομήσεις: ηλεκτρισμός (τεχνο-επιστημονική πρόοδος, θετικισμός) και άγγελος (μύθοι, έρωτας), ως εάν να πρόκειται για έναν συγκερασμό (ή για μία συγκεκαλυμμένη 32

αντίθεση) τού σύγχρονου πολιτισμού από τη μία, και της φύσης ή του μυθολογικού κόσμου από την άλλη. Μολοντούτο, η ταινία δεν προβαίνει σε μία βολική εγελιανή άρση τού ούτως ή άλλως εγγενώς ασταθούς προαναφερθέντος αντιθετικού ζεύγους, δεν προτάσσει τον «μειονεκτικό» διαζευκτικό πόλο (Έρως), δεν εξιδανικεύει την αντίφαση, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον προηγουμένως τη χαρακτηρίσαμε αντιδιαλεκτική. Ο «Ηλεκτρικός Άγγελος» προ(σ)καλεί τη φαντασία τού θεατή να προβεί σε ένα ελεύθερο από κάθε κληροδοτημένη σημασιοδότηση παιγνίδι νοηματικών συσχετισμών, ένα παιγνίδι που, κατ’ αυτά, προσομοιάζει σε μία ηδονική (διανοητική) πράξη. Η ισχύς τού φιλμ δεν είναι εξηγητική αλλά ποιητική. Εξάλλου, μετά τους Freud και Marcuse, το ζήτημα της σεξουαλικής «καταπίεσης»/«απελευθέρωσης» έχει αναπλαισιωθεί με οξύνοια από τον Michel Foucault, σύμφωνα με τον οποίον η σεξουαλικότητα συνιστά μία κοινωνική κατασκευή, έναν πολιτικό μηχανισμό τής εξουσίας, και το σεξ κάθε άλλο παρά τελεί υπό καταστολή, αφού βρίσκεται στο επίκεντρο του λόγου (discourse) που διαμορφώνει το τρίπτυχο εξουσίαγνώση-ηδονή (13-23).5

Ο «Ηλεκτρικός Άγγελος» αξιοποιεί την ποικιλόμορφη κινηματογραφική παρασήμανση ούτως ώστε να παρακινήσει τους θεατές να θέσουν εν αμφιβόλω το κατεστημένο σύστημα πεποιθήσεών τους σχετικώς προς τη «θρησκεία» τής ηδονής. Κατά τον Marshall McLuhan, ο κινηματογράφος αποτελεί «θερμό» μέσο, υπό την έννοια πως μας τροφοδοτεί με δεδομένα «υψηλής ευκρίνειας» επομένως προαπαιτεί μικρή συμμετοχή από τους θεατές προκειμένου να σχηματίσουν μίαν ολοκληρωμένη άποψη


για τα επί τής οθόνης τεκταινόμενα, εν αντιθέσει, επί παραδείγματι, με την τηλεόραση, που είναι «ψυχρό» μέσο «χαμηλής ευκρίνειας,» και περιμένει από εμάς να συμπληρώσουμε τα κενά (43).6 Ορισμένως, ο «Ηλεκτρικός Άγγελος» ανατρέπει αυτήν τη νόρμα, δεδομένου ότι η πληθώρα των οπτικοακουστικών σημάτων τής ταινίας πόρρω απέχουν από το να συνιστούν «δεδομένα» (πολλώ δε μάλλον «υψηλής ευκρίνειας»), καθώς ο Ρεντζής δεν επιδιώκει να αποχρωματίσει τα πολύχρωμα φεγγάρια του έρωτα. Εν κατακλείδι, εναπόκειται στη φαντασία των θεατών το πώς θα διαχειρισθούν τις ασάφειες και τα μυστήρια τής ερωτικής «ποίησης.»

1. Freud, Sigmund, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, μτφρ. Γιώργος Βαμβαλής, Αθήνα: Επίκουρος, 1974, σ. 34. 2. Στο ίδιο, σσ. 49-50. 3. Marcuse, Herbert, Έρως και Πολιτισμός, μτφρ. Ιορδάνης Αρζόγλου, Αθήνα: Κάλβος, 1981, σσ. 46-53. 4. Στο ίδιο, σ. 24. 5. Foucault, Michel, Ιστορία τής Σεξουαλικότητας: 1. Η Δίψα τής Γνώσης, μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη, Αθήνα: Κέδρος, 2005, σσ. 13-23. 6. McLuhan, Marshall, Media: Οι Προεκτάσεις τού Ανθρώπου, μτφρ. Σπύρος Μάνδρος, Αθήνα: Κάλβος, χ.χ., σ. 43.


Sir Alfred Hitchcock μέρος β της Άννας Σιούλα 34


Μετά τον «Ένοικο», ο Hitch γύρισε άλλες 6 ταινίες, προτού μεταβεί στην ομιλούσα περίοδο. Η τελευταία βουβή ταινία του ήταν το «The Manxman» (1928). Ένα χρόνο μετά, ξεκίνησαν τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας που θα εγκαινίαζε την ομιλούσα περίοδο στην καριέρα του Hitch στο Βρετανικό σινεμά. Η ταινία ήταν το «Blackmail» (1929). Σειρά είχε το πρώτο Βρετανικό μιούζικαλ, «Elstree Calling» (1930), στο οποίο σκηνοθέτησε μερικά κομμάτια. Ο Βρετανικός κινηματογράφος όμως είχε αρχίσει να καταρρέει. Βλέποντας τις εταιρείες να μην είναι πια σε θέση να «σηκώσουν» καμία παραγωγή, ο Hitch ολοκλήρωσε όπως-όπως το «The JamaicaInn» (1939) ολοκληρώνοντας με αυτή την κάπως απογοητευτική ταινία, την καριέρα του στην Αγγλία. Είχε γυρίσει 14 ταινίες εκεί. Η απόφασή του να φύγει για την Αμερική και το Χόλλυγουντ πραγματοποιήθηκε στις 14/7/1938, όταν υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας για τέσσερις ταινίες με τον παραγωγό David O. Selznick. Το Μάρτη του 39» έφτασε μαζί με την οικογένειά του στο Λος Άντζελες. Η καριέρα του στις Η.Π.Α. προμηνυόταν ένδοξη, αλλά η συνεργασία του με τον Selznick θα έληγε γρήγορα. Ο Selznick ήταν ένας αυταρχικός παραγωγός που «βασάνιζε» όλους όσους συνεργάζονταν μαζί του. Ήταν παρών σε όλα τα γυρίσματα και έδινε συνεχώς οδηγίες, μέχρι να γίνουν τα πάντα, όπως ακριβώς ήθελε. Ο Hitch φυσικά δεν ανεχόταν κάτι τέτοιο, καθώς προτιμούσε να δουλεύει μόνος του χωρίς παρεμβολές. Το «διαζύγιό» τους δεν άργησε να έρθει γυρίζοντας τελικά τρεις. Ωστόσο αυτές οι τρείς ταινίες που γύρισαν μαζί, είναι μέχρι και σήμερα από τις καλύτερες στην καριέρα του: «Rebecca» (1940), «Spellbound» (1945), και «The Paradine Case» (1947) όλες γυρισμένες την περίοδο που είχε ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο ίδιος βέβαια δεν μπορούσε να καταταγεί, καθώς ήταν υπέρβαρος.

Η συνέχεια της καριέρας του θα σημαδευτεί από τεράστιες επιτυχίες. Προσωπικά θα σταθώ και θα αναλύσω δύο. Η πρώτη είναι το «North by Northwest» (1959), ένα κατασκοπικό θρίλερ, όπου ο κεντρικός ήρωας Roger Thornhill περνιέται κατά λάθος για τον κατάσκοπο George Kaplan και μπαίνει άθελά του σε ένα κυνηγητό με πολλά αδιέξοδα, προκειμένου να αποδείξει την πραγματική του ταυτότητα. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν ανακαλύπτει ότι στην πραγματικότητα ο George Kaplan είναι ένα πρόσωπο ανύπαρκτο. Στην ταινία ο Hitch έχει σκηνοθετήσει μια καταπληκτική σεκάνς, αυτή με το αεροπλάνο που κυνηγάει τον Thornhill και περνάει ξυστά από πάνω του, όταν εκείνος πέφτει στο έδαφος, για να το αποφύγει. Όλες τις επικίνδυνες σκηνές αγωνίας τις ονόμαζε σεκάνς. Είναι ακόμη η ταινία, στην οποία χρησιμοποιεί τα storyboards σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έχοντας σπουδάσει στην Καλών Τεχνών και σχεδιάζοντας μεσότιτλους βουβών ταινιών, ο Hitch ήταν εξοικειωμένος με τη ζωγραφική και το σχέδιο. Του άρεσε πάρα πολύ να σχεδιάζει κάθε σκηνή σε storyboards, προτού ξεκινήσει να τη γυρίζει με την κάμερα. Έτσι τα είχε όλα σχεδιασμένα στο μυαλό του και σε χαρτιά, 35


πριν βγουν στο φιλμ. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχε μάθει να δουλεύει από το βουβό σινεμά και πάντα πίστευε ότι η εικόνα ήταν αρκετή για να παρακινήσει το θεατή χωρίς πολλά λόγια. «Ζωγράφιζε» κάθε φορά που σκηνοθετούσε!

Η επόμενη ταινία στην οποία θα σταθώ είναι τo «Psycho» (1960). Ένα ψυχολογικό θρίλερ με κεντρικό θέμα το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα. Η Marion Crane έχει κλέψει ένα σημαντικό ποσό από τη δουλειά της και φεύγει από την πόλη, όπου διέμενε, για να μην την πιάσουν. Στο δρόμο όμως την πιάνει η δυνατή βροχή και αποφασίζει να διανυκτερεύσει στο Bates Motel, το οποίο ανήκει στον ιδιόρρυθμο Norman Bates. Η ταινία έχει μείνει στην ιστορία κυρίως για την περίφημη σκηνή του μπάνιου. Φημολογείται ότι η εν λόγω σκηνή είχε 90 cut, σκηνοθετήθηκε από το σχεδιαστή τίτλων Saul Bass και γυρίστηκε απουσία του πρωταγωνιστή Anthony Perkins. Ακόμη και σήμερα αναζητείται το κατά πόσο ευσταθούν οι φήμες αυτές. Κι εγώ ακόμη το ψάχνω. Πάντως, όταν ο Hitch ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει ποτέ του κωμωδία, απάντησε πως το «Psycho» για εκείνον ήταν κωμωδία, εκπλήσσοντας τους πάντες. Γενικά συνήθιζε να κάνει τέτοιες δηλώσεις σε συνεντεύξεις, καθώς αρεσκόταν στους γρίφους. Ήθελε τα λόγια του να περιβάλλονται από ένα μυστήριο όπως και οι ταινίες του. Αυτό που πραγματικά εννοούσε, κρυβόταν κάτω από αυτά που έλεγε. Στην περίπτωση του «Psycho», ίσως εννοούσε πως όλα αυτά που διαδραματίζονται στην υπόθεση, καταλήγουν ένα κακόγουστο αστείο. Κακόγουστο μεν, αλλά αστείο.

Την επταετία 1955-1962 ασχολήθηκε παράλληλα και με την τηλεόραση, παρότι δεν ήταν φανατικός οπαδός της. Σκηνοθέτησε κάποια επεισόδια των σειρών «Alfred Hitchcock Presents» (1955-1961) και «The Alfred Hitchcock Hour» (1962), ενώ προλόγιζε όλα τα επεισόδια και των δύο σειρών. Έτσι οι τηλεθεατές κάθε βράδυ άκουγαν το χαρακτηριστικό «Good Evening», πριν από κάθε επεισόδιο. Ο Hitch, πάντως, υποστήριζε ότι «η τηλεόραση έφερε το φόνο στο σπίτι, όπου και ανήκε» και πως «είναι σαν τη φρυγανιέρα• κάθε φορά που πατάς το κουμπί, βγαίνει το ίδιο πράγμα».

Οι ταινίες του έγιναν όλες επιτυχίες, άλλες μεγαλύτερες και άλλες μικρότερες. Το μυστικό της επιτυχίας τους βρισκόταν εκτός από την εξαιρετική σκηνοθεσία, και σε αυτά που αποτυπώνονταν στα έργα του. Ο Hitch μπορεί να φαινόταν ισχυρός και ατρόμητος, στην πραγματικότητα όμως, είχε πολλές φοβίες και άγχη. Είχε υψοφοβία, φοβόταν τους αστυνομικούς, απεχθανόταν τα αυγά και ζούσε πάντα με το άγχος αν η επόμενη ταινία του θα είναι το ίδιο καλή με την προηγούμενη. Χαρακτηριστική η σκηνή στην ταινία «To Catch a Thief» (1955), όπου 36


η Jessie Royce Landis σβήνει το τσιγάρο της πάνω στον κρόκο ενός αυγού. Ο ίδιος έλεγε: «τα αυγά με φοβίζουν ή μάλλον κάτι χειρότερο• μου προκαλούν αηδία… Έχετε δει ποτέ τίποτε πιο σιχαμένο από έναν κρόκο αυγού που σπάει ελευθερώνοντας το κίτρινο υγρό του; Το αίμα είναι χαρούμενο, κόκκινο. Ο κρόκος του αυγού αντιθέτως είναι κίτρινος, απωθητικός. Ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να το δοκιμάσω». Είπαμε ο Hitch «πέταγε» διάφορα τέτοια. Μην περιμένετε, τώρα, να σας πω το νόημά του. Στα γυρίσματα της ίδιας ταινίας φώναξε το σεναριογράφο John Michael Hayes να ανέβει στο σκηνικό της στέγης λέγοντάς του: «όλοι εκεί κάτω νομίζουν πως σε κάλεσα εδώ πάνω για να συζητήσουμε κάτι σημαντικό για τη σκηνή, αλλά η αλήθεια είναι πως ήθελα να μάθω αν φοβάσαι κι εσύ τα ύψη, όσο κι εγώ». Έχοντας επίσης μια διαταραγμένη ψυχολογικά παιδική και εφηβική ηλικία δε θα μπορούσε να μην έχει και διάφορα άλλα θέματα που θίγονται στις ταινίες του. Το σεξ, οι χειροπέδες, οι απαγορευμένοι έρωτες, τα εγκλήματα. Οι ένοχοι που στο τέλος είναι αθώοι και οι αθώοι που τελικά είναι ένοχοι. Οι ψυχολογικά ασθενείς χαρακτήρες, τα θρησκευτικά θέματα, η βία και τα παιχνίδια του μυαλού. Όλα αυτά και πολλά άλλα είναι στοιχεία που αποτυπώνονται σχεδόν σε όλες τις ταινίες του και ίσως έλκουν και εμάς τους ίδιους να τις βλέπουμε. Ένα άλλο μυστικό της επιτυχίας του ήταν το ΜακΓκάφιν. Το ΜακΓκάφιν ήταν ένας όρος που χρησιμοποιούσε ο Hitch για να περιγράψει το στοιχείο (συνήθως κάποιο αντικείμενο) που εμφανιζόταν στην ιστορία για να προωθηθεί η υπόθεση. Για παράδειγμα, στην ταινία «North by Northwest» το ΜακΓκάφιν είναι το αγαλματάκι με το μικροφίλμ. Το θέλουν όλοι και τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτό. Σύμφωνα με το συγγραφέα Ken Mogg, ο Hitch έκανε μια παραλλαγή στο επίθετο του σεναριογράφου και φίλου του Angus Mac Phail, για να δημιουργήσει τον όρο αυτό.

Στις ταινίες του έπαιξαν και μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Hitch συνεργάστηκε σε περισσότερες από μία ταινίες με τους: Cary Grant, James Stewart, Gregory Peck, Ingrid Bergman, Tippi Hedren και Grace Kelly έχοντας πολύ καλές σχέσεις σχεδόν με όλους. Όμως ο Grant ήταν εκείνος που καταλάβαινε αμέσως αυτά που είχε ο Hitch στο μυαλό του και η Kelly ήταν η μούσα του. Συνεργάστηκε ακόμη σε μια ταινία, με τον καθένα από τους: Paul Newman, Julie Andrews, Sean Connery, Shirley Maclaine, Anthony Perkins κ.α. Με κάποιους ηθοποιούς όμως δεν τα πήγαινε και τόσο καλά. Η Hedren και ο Hitch είχαν πολλούς και καυγάδες στα γυρίσματα


της ταινίας «Marnie» (1964) και δεν ξαναμίλησαν μέχρι το τέλος των γυρισμάτων. Οι διαφωνίες τους ήταν προσωπικές. Ο Hitch είχε πάντα τη διάθεση να κάνει κάποια αστειάκια στα γυρίσματα των ταινιών, πολλές φορές κακόγουστα, και μάλλον η Hedren αδυνατούσε να παρακολουθήσει το χιούμορ του. Με τον Paul Newman πάλι είχαν συγκρουστεί στην ταινία «Torn Curtain» (1966). O Newman ήταν απόφοιτος της σχολής Strasberg. Είχε μάθει να συζητάει με το σκηνοθέτη σχετικά με τα γυρίσματα και πολλές φορές να επιβάλει και τη γνώμη του επάνω σε αυτά. Ο Hitch, όμως, δεν δούλευε με αυτόν τον τρόπο. Ήθελε την ησυχία του και καμία παρεμβολή. Τις γνώμες των ηθοποιών τις άκουγε μόνο όταν τις ζητούσε. Έτσι βγήκε αργότερα η κακή φήμη ότι αποκαλούσε τους ηθοποιούς του μαριονέτες ενώ αυτό που είχε πει στην πραγματικότητα ήταν πως «πρέπει να φέρεσαι στους ηθοποιούς σαν να είναι μαριονέτες». Δεν είχε και άδικο, γιατί ο σκηνοθέτης είναι αυτός που κινεί τα νήματα σε μια ταινία. Είχε όμως και πολύ καλούς συνεργάτες. Ο διευθυντής φωτογραφίας Robert Burks, ο μοντέρ George Tomasini, οι σεναριογράφοι John Michael Hayes και Ernest Lehman, ο συνθέτης Bernard Hermann και ο παραγωγός Michael Balcon, που ήταν και ο πρώτος που πίστεψε σε εκείνον, συνεργάστηκαν πολλές φορές μαζί του δημιουργώντας υπέροχες ταινίες. Μόνιμος συνεργάτης ήταν και η σύζυγος του Alma Reville. Μαζί της δούλεψε σε όλες τις ταινίες του, ενώ ήταν και η μόνη που πρόσεξε το λάθος στο «Psycho». Στη σκηνή του μπάνιου κι ενώ η Marion Crane πέφτει νεκρή, λίγο πριν αλλάξει το πλάνο από το κοντινό στο πρόσωπο της, η Janet Leigh που την υποδύεται, καταπίνει. Κανείς δεν το είδε στη δοκιμαστική προβολή, παρά μόνο η Reville, αλλά ήταν ήδη αργά, για να διορθωθεί.

Ο Hitchcock ενέπνευσε πολλούς σκηνοθέτες αργότερα και αρκετοί προσπάθησαν να τον μιμηθούν ανεπιτυχώς. Μαθητής του υπήρξε ο σπουδαίος Jules Dassin. Όμως, οι κριτικοί δεν τον πήραν ποτέ στα σοβαρά. Αποτέλεσμα ήταν το γεγονός ότι αδικήθηκε κατάφωρα από την Ακαδημία των βραβείων Όσκαρ. Ούτε τιμητικό δεν του έδωσαν, αν και έχουν βραβεύσει τόσους και τόσους. Το 1968 ο σκηνοθέτης François Truffaut, μεγάλος θαυμαστής του, όπως και πολλοί άλλοι σκηνοθέτες που επηρεάστηκαν από το έργο του, πήρε μία συνέντευξη από τον Hitch με σκοπό να αποδείξει πως οι κριτικοί έκαναν λάθος.

Η ταινία «Family Plot» (1976) ήταν η τελευταία της καριέρας του. Αργότερα σχεδίαζε να γυρίσει την ταινία «The Short Night», όμως τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν τον άφησαν να ξεκινήσει ποτέ τα γυρίσματα. Το 1979 το AFI (American Film Institute) τον βράβευσε για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο σε μία βραδιά αφιερωμένη σε εκείνον. 38


Εκεί βρέθηκαν σχεδόν όλοι οι φίλοι και συνεργάτες του, για να τον τιμήσουν. Την ίδια χρονιά η Βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας τον έχρισε Ιππότη του Στέμματος. Ο Hitchcock είχε αδυναμία στην οικογένειά του, στη δουλειά του, στα δυο του σκυλιά, τις ξανθιές, στο ποτό και στο καλό φαγητό. Οι καταχρήσεις, όπως το αλκοόλ και η κακή διατροφή θα του δημιουργήσουν προβλήματα στην καρδιά και στο συκώτι. Σειρά έχουν τα νεφρά του, που μετά από όλα αυτά θα τον εγκαταλείψουν και στις 29/4/1980 ταξιδεύει από το Μπελ Ερ της Καλιφόρνια στη χώρα της αιωνιότητας. Ίσως από εκεί ψηλά να προσπαθεί να ολοκληρώσει και την ταινία που δεν πρόλαβε καν να ξεκινήσει.

Η πορεία του ήταν πάντα ανοδική, αφού ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, με τους κριτικούς να σχολιάζουν αρνητικά το έργο του, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις,μέχρι να φτάσει στο σημείο να έχει παρά πολλούς θαυμαστές. Οι ταινίες του φημίζονται για την αγωνία, το σασπένς, τα ξεχωριστά πλάνα, τις μοναδικές σεκάνς, χαρίζοντάς του έτσι δίκαια τίτλους όπως «μαιτρ της αγωνίας» και «μάγος του σασπένς». Πολλά πλάνα του χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα από αρκετούς σκηνοθέτες. Ένα από τα πιο γνωστά του είναι αυτό που οι ηθοποιοί στέκονται ακίνητοι και η κάμερα περιστρέφεται γύρω από αυτούς. Το σασπένς ήταν κάτι που μόνο εκείνος ήξερε να δημιουργεί αφού με αυτό έδινε τη δυνατότητα στο θεατή να γνωρίζει περισσότερα από τον ήρωα της ταινίας. Πώς γινόταν αυτό; Λυπάμαι, αλλά δε θα το αποκαλύψω. Δείτε κάποιες από τις ταινίες του και θα καταλάβετε. Βάλτε το μυαλό και κυρίως τη φαντασία σας να δουλέψει. Δεν μπορώ να σας τα δώσω όλα έτοιμα. Άλλωστε, όπως έλεγε κι εκείνος «πρέπει να βασανίζεις τον θεατή όσο γίνεται περισσότερο». Κάτι ήξερε.

Ο Hitch, όμως, ήξερε και κάτι άλλο. Κι αυτό που ήξερε, το ήξερε πολύ καλά. Και προσπαθούσε να το βγάλει στις ταινίες του. Με όλους τους τρόπους. Με κάθε τρόπο. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Έλεγε: «οι κακοί δεν είναι μαύροι και οι καλοί δεν είναι άσπροι. Παντού υπάρχουν γκρίζοι». Και κάποιες φορές τα πράγματα είναι ασπρόμαυρα, συμπληρώνω εγώ. Όπως στο «Psycho». Γι΄αυτό, ξανασκεφτείτε το, πριν κάνετε ένα ντους. Γιατί κάποιος μπορεί να τραβήξει την κουρτίνα και τότε…


Τ ο Ν τ ο κ ι μ α ντ έ ρ Πάντοτε κοίταζα τα γεγονότα με την περιέργεια ενός δημοσιογράφου, αλλά αργότερα άρχισα να τα καταγράφω σύμφωνα με την προσωπική μου άποψη, σύμφωνα με την ιδέα που με καθοδηγούσε. Αφήνοντας άθικτη την ουσιαστική αλήθεια, χρησιμοποιώ τα γεγονότα σαν επεισόδια σε ένα σενάριο, ήδη καλοδουλεμένα πριν την έναρξη της κινηματογράφησης• με άλλα λόγια, γνωρίζοντας ήδη πολύ καλά το θέμα με το οποίο ήθελα να ασχοληθώ. Έχοντας μία σαφή, προσωπική άποψη, κατά τη διαδικασία των γυρισμάτων, σίγουρα δεν ήμουν αντικειμενικός και απρόσωπος, σαν δημοσιογράφος• ήμουν ένας συγγραφέας που είχε μία ιστορία, ένα σενάριο να πει και μία ιδέα που ήθελα να πραγματοποιηθεί. Για να το κάνω αυτό, χρησιμοποιούσα τον κόσμο σαν μια σκηνή, τα πλήθη σαν κομπάρσους, πραγματικά πρόσωπα σαν ηθοποιούς. Για μένα ένα ντοκιμαντέρ είναι μία ταινία που πρέπει να εξιστορείται ακριβώς όπως ένα συμβατικό φιλμ, και ως τέτοιο θα πρέπει να βασίζεται στην ισχυρή προσωπικότητα του σκηνοθέτη, καθώς και σε με βαθιά προκαταρκτική διαδικασία. Το ντοκιμαντέρ έχει το πλεονέκτημα της τεράστιας γοητείας που ασκούν τα τρέχοντα γεγονότα και η αλήθεια αυτού το οποίο απεικονίζει. Ως εκ τούτου, το ντοκιμαντέρ γίνεται νοούμενο ως θέαμα που πρέπει να προβάλλεται σε αίθουσες κινηματογράφου πρώτης προβολής με πολλούς, πολλούς ανθρώπους να το παρακολουθούν. Αυτό είναι το ντοκιμαντέρ.

[I have always looked at the facts with a journalist’s curiosity, but later I have registered them according to my personal opinion, my leading idea. Leaving the essential truth unchanged, I have been using the facts like episodes in a screenplay, already carefully thought out before starting the camerawork. In other words, knowing already very well the subject I wanted to deal with. Having my precise, personal opinion, during the filming process I was certainly not objective, impersonal, like a reporter, but an author with a tale to tell, a story, a screenplay, an idea that I wanted to bring into existence. In order to do that, I was using the world as a stage, the crowds as extras, real-life characters as actors. For me, a documentary is a film to be narrated exactly like a conventional film, and as such, it must rely on a director’s strong personality and profound preliminary preparation. It has the advantage of the immense fascination coming from contemporary events, of the truth of that which it shows. Documentary, therefore, conceived truly as a spectacle, to be projected in the first-run motion picture halls, with many, many people watching it. This is the documentary.]

—Gualtiero Jacopetti (όπως παρατίθεται στο: Mark Goodall, Sweet & Savage: The World Through the Shockumentary Film Lens, Headpress, 2006• μτφρ. Άγγελος Παλιουδάκης) 40


Profile for Μπομπίνα

Μπομπίνα περίοδος βʹ τεύχος #3 (μονές σελίδες)  

Μπομπίνα περίοδος βʹ τεύχος #3

Μπομπίνα περίοδος βʹ τεύχος #3 (μονές σελίδες)  

Μπομπίνα περίοδος βʹ τεύχος #3

Profile for mpompina
Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded