Page 1


Λουκάς Σ. Λιάκος Σ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ Η ΜΟΙΡΑ


ISBN: 2011 ΕΝ∆ΥΜΙΩΝ ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ endymionpublic@yahoo.gr

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ∆ΙΑΘΕΣΗ Νικολe-τάκης Σοφούλη 3, 151 21 Πεύκη Τηλ. 210 80 20 153 www.nikoletakis.gr e-mail: info@nikoletakis.gr


Λουκάς Σ. Λιάκος

ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ Η ΜΟΙΡΑ

ΕΝΔΥΜΙΩΝ


Οι απαρχές Οι λέξεις μετρούν τα βήματα μου στο σύμπαν αθόρυβα γλιστρώ στην εσωτερική γκρίνια του απρόβλεπτου εκεί, στο δάσος με τα αποκαΐδια ζεύγη από αλάτι και παραισθήσεις οι κινήσεις των ματιών μου ναρκοθετούν το νέο αύριο τραβώντας υποζύγια απέναντί μας κι απέναντι στις μοίρες που μας εξουσιάζουν αλήτικα οι εντυπώσεις με συντροφεύουν κι έχω τη γεύση από καμένη σάρκα στα μάγουλα εκκωφαντικά πλέον, τοποθετώ στο κατώφλι της αναβολής τις ανάσες μου παρασύρομαι ξέφρενα στην εξατομίκευση του κάθε μας ονείρου η ξαστεριά πια δε με αντέχει’ δεκαεννιά και δεκαεννιά έτη.

7


Ξέρετε τώρα Είμαι μωσαϊκό από στιγμές, η ενέργεια, το διάστημα και ο χρόνος. Είμαι μια σπείρα, η πλευρά που καταστρέφει είμαι, ότι το χέρι σχεδιάζει αυτό το παγκόσμιο, όταν όλοι θα 'χουν πεθάνει. Είμαι όποιος αναλαμβάνει, αυτός που αποφασίζει πώς ο σπόρος μεταμορφώνεται σε δέντρο ξέρετε τώρα τι πρέπει να κάνετε σκεφτείτε μόνο αποκτήστε το αγγελούδι σας κι ένα χαμόγελο.

8


Ανάγκη Πράσινο γρασίδι σε θερινές ημέρες, η φύση είναι εδώ, λάμπει. Μια αιμορραγία μέσα από κλειστό παράθυρο με τρομάζει, χρειαζόμαστε κάτι να φοβόμαστε κάτι. Τα τρομακτικότερα πράγματα, τα 'χουμε ανάγκη μια αράχνη, το παράθυρο θα κρυφτεί πίσω από το κλείδωμα για την τήρηση των κανόνων, η φύση είναι εδώ και λάμπει.

9


Κρυφτό Ένα δύο, τρία μετρώ τα βήματα που τρέχω ένα, δύο, τρία στο μέτρημα κλέβω σπαθί γελώ με βλέπω παιδί σωβρακάκι φτου! και με ξελεφτερώνω.

10


Αλχημεία νύχτας, Αλχημεία νύχτας, το δέρμα σου χρυσό, θα μετατραπεί σε σίδερο παγωμένο παλιό κόκκινο κρασί στη βεράντα δηλητήριο, γυμνά μισά φεγγάρια, οι παλάμες μου. Αλχημεία νύχτας, ανυπόμονα μάτια σε απεριόριστη γκρίνια σταθερά ασθμαίνουσα αναπνοή, ένα καλόπιασμα, υγρά πράσινα φύšα πες, αν κατεβαίνω σε πόλεμο νωρίς το πρωί.

11


Η αξία Μεγαλειώδη ουρλιαχτά σε συμφωνία αποτυχίας στέκονται γλάστρες εμπρός σε παράθυρο η Ωραία της Πτώσης εξελίσσει το λάθος από ονειρική μορφή σε τερατούργημα η εξύμνηση, το φίλημα επαναλαμβάνουν δίνουν αυτό που μας αξίζει.

12


Για λίγο Μαθήματα ελέγχου χρόνια που μετρούν ατέρμονα το δρόμο η ρηχότητα σαν έκφραση προμελετημένα η γενοκτονία των αισθήσεων. Η πεποίθηση πως πια δεν αντέχεις να ζεις κρυφτά ενοχλεί σα μέλισσα που μας μαλώνει πάνω από βρύση σαν τελευταία ανάσα επιτέλους ας μας δροσίσεις στα μάγουλα μακάρι για λίγο να λάμψεις σαν ασημένιος καθρέπτης σαν υποχόντριος σα τυχοδιώκτης ουράνιο τόξο.

13


Το μυστικό Έχω ένα μυστικό, θαμμένο βαθιά, φυλαγμένο χρυσάφι. Έχω ένα μυστικό, το δικαιούμαι κρυμμένο απ' το Θεό και τους ανθρώπους. Έχω ένα μυστικό, μη μ' αγαπήσεις αυτό έχω να σου πω.

14


Τσιχλόφουσκα Αξιοπρεπείς άνθρωποι που φτύνουν δηλητήριο μπορώ να γίνω πολύ σαρκαστικός, κάθαρμα, η νέα ζωή. Νέα ζωή, αφήνω το ποτό μου διψασμένος στη δυσαρέσκεια της παρουσίας μου υγρό γκρι, αναπνέω. Κάθε ιδιοτροπία σα πιθανή βροχή, κάθεται ψηλά, πάνω από το τοπίο μας το ουράνιο τόξο σε κάθε στροφή που κάνω το βλέπω νιώθω να πέφτω, όταν αυτός ο κόσμος ρίχνει όλα του τα βάρη προς τον αγαπημένο μου άνεμο και κάνει τα πόδια μου ζεστά κι ασφαλή χορεύω, στις σπασμένες αντανακλάσεις στις σπηλιές, σ' αυτό, που αποκαλούμε λεπίδα. “Με αγκαλιάζεις αντί να με συντρίψεις σε έχω δηλητηριάσει τόσες φορές με κοιτάζεις με τόση αγάπη εμένα, έναν βρώμικο καθρέπτη.”

15


Γριές Είμαι κάποιες γριές, η ασχήμια που τινάζεται απ' το πρόσωπό τους αίμα από ρουθούνι μας πλημμυρίζει βρώμα και θάνατος. Βρώμα και θάνατος αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου κι αυτά κομπάζω στο κόσμο στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω. Και λύπη, λύπη για όσους καίει ο έρωτας το μεγάλο μαράζι που κλαίει, βουβό σαν υγρασία σκεπάζει τα πάντα τις χαμένες αγάπες που σκάνε μια και τόσο που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές, που παράτησαν τα νιάτα τους και πάνε.

16


Λείπει Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ' αγκάλιασε μεμιάς, έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του. Χρόνια τώρα, φέρνω το κορμί μου μαζί μα λείπει η ψυχή μου, λείπει του φεγγαριού το φως η τρέλα του παιδιού μου λείπει. Ο δρόμος του αλήτη, ο δρόμος της βροχής ο διαμαντένιος δρόμος, λείπει. Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει το σκούρο τρένο της φυγής έρχεται, μ' αφήνει.

17


Εικόνα καρτούν Κραυγές, πανηγυρίζουν το φόβο στον οποίο ζούμε μας ξεμυαλίζει να γυρνούμε ως ακέφαλα κοτόπουλα σα σπονδή στο Τέρας ως κρυογένεση. Έλα μαρτυρικά, μόνο έλα έστω κι αν σου λείπουν τα πόδια άρπα το κεφάλι γερά κι ας τρεκλίζεις στη μασχάλη σου σα πετιμέζι τσουλάει το αίμα κάτω από κλειστή πόρτα συντηρεί την αιτία.

18


Household Έχω αυτόν το χαρακτήρα ανεμοστρόβιλου, έρχομαι σπίτι για καταστροφή σκούρα τα πράγματα, ουρλιάζουν όλοι βογγητά, το όνομά μου. Άπλυτος για μέρες και μέρες δεν προβλέπεται ύπνος, μεθυσμένος, ζω σαν δέντρο κουρελιασμένος, μια πεταμένη εφημερίδα, με όμορφα ψέματα σκισμένες σελίδες. Πιάσε μου ένα ποτήρι ουίσκι, πες μου πως ήταν η μέρα σου λες και με νοιάζει το έχω αποφασίσει, θέλω να είμαι ηλίθιος εγωιστής, έτσι θα ζήσω κι άμα σ' αρέσει.

19


Είμαι Είμαι η γη ολόκληρη ο αέρας του τόπου, τα ζωντανά με καταπίνουν φρέσκο φρέσκος πέφτω βροχή, πάνω στις στέγες των ανθρώπων, των ανθρώπων που όλοι χρωστούν. Είμαι το καλοκαίρι όλο, η ζέστη που πέφτω απ' τα μπαλκόνια, τα δέντρα που διψώ και κάθε βλαστάρι στους αγρούς κυματίζω σιτάρι, είμαι ο δρόμος, η τύχη των ανθρώπων των ανθρώπων που γνέφουν αντίο. Είμαι οι θάλασσες οι όλες τα νερά του χειμώνα, όλα τα βουνά και τα χιόνια που 'χω κρεμάσει είμαι οι αστραπές και τ' αστέρια που φέγγω τη νύχτα είμαι η άνοιξη που σε περιμένει, φθινόπωρο να τα διαλύσεις όλα.

20


Υπάρχεις Κι εσύ πάντα εμφανίζεσαι ακανόνιστα εξωπραγματικά σαν σήμα ομίχλης αν και τα χρόνια που μας μένουν δεν είναι ποšά αναπνέεις μαζί μου και ‘γω σε έχω ανάγκη. Δυο μάτια!

21


Σ ’ α φ ήν ω Νιώθω τις τύψεις στοιβαγμένα βιβλία όπου γυρνάς γυμνή, εκεί κυλώ τα κλάματα, ένα ζευγάρι χέρια καινούρια σ' αφήνω χαράματα. Σκέψη τυφλή, κλειστό μου γράμμα, το ξέρω μα δεν υπήρξες ποτέ.

22


Οι λυ γμοί της αλήθειας Ξέρω που πας και τι κάνεις ποτίζεις τα λουλούδια σου ενώ είναι ξερά σε βολεύει ο δρόμος της ψευτιάς γι' αυτό ποτέ δε σε βρίσκω σε βρίζω, μα μετανιώνω γι' αυτό που ποτέ δε σε πήρα απ' το χέρι να πατήσεις όπου πατώ εκεί που βουλιάζουν οι μάγοι στων λυγμών της αλήθειας, τον απέραντο βάλτο.

23


Υπάρχεις -Υπάρχεις για να με τρελαίνεις το μυαλό μου μοιάζει τρένο, σταματημένο σε περιμένω δε θα αšάξεις ποτέ. -Αšάζω σαν χαμαιλέων είσαι η πόλη κι είμαι το νέον είμαι η αγάπη παντού. -Λοιπόν άκου είσαι η αγάπη του βάλτου μέσα σου πέφτω βουλιάζω θα με κρατήσεις; -Τα χέρια μου δίνω σου δίνω κομμάτια για σένα θα γίνω αν θες πεθαίνω εδώ. -Τα χέρια σου μοιάζουνε γλίτσα ζωή ζωίτσα, με ζεσταίνεις αυγό. Είσαι ήλιος και με σκεπάζεις έπειτα συννεφιάζεις, με πετάς στο κενό. -Λοιπόν άκου, είσαι η αγάπη του βράχου υπάρχεις για να ανήκω κάπου πάνω σου ριζώνω λουλούδι είμαι αγγελούδι, είσαι Θεός.

24


Η απάτη Στρατιές αψεγάδιαστοι ηδονίζονται μέσα από κουκούλια βλάπτουν σαν ώριμα φρούτα τοποθετώντας την αιώνια γκριμάτσα πίσω από ύποπτα στόρια φευγαλέα. Το σχέδιο ενός μεγάλου πολέμου αν μπορούσες να καυχηθείς σαν ασήμαντος αν μπορούσες να υπομείνεις την ειρωνεία και τη χλεύη η απάτη στο μήλο της Έριδος Ωραία Ελένη.

25


Μανία Ανισσόροπη μπαλαρίνα λυσσασμένη στο κοσμικό χάος ξεσκίζει αυτό που αποκαλούμε αγρανάπαυση. Μια φρέσκια μουτζούρα ήλιου η ταχύτητα του φωτός απέναντι στο πενιχρό μας σχέδιο αποκαλύπτει το φιάσκο επιτέλους φαινόμαστε κουνάμε τα χέρια σα το χορτάρι στο κάμπο.

26


Ο καιρός της μαρμότας Τούτη την άνοιξη, θα 'ναι χειρότερα το ξεβόλεμα του χειμώνα, δε θα 'ρθει ποτέ. Αργά μετά τη νάρκη, θα ξυπνήσουμε έκπληκτοι κι όλα θα 'χουν αšάξει. Από την έκπληξη στο τρόμο θα ξεμυτίσει η απελπισία, καλοκαιρινός ήλιος. Άπληστοι, θα λουζόμαστε τη ζέστη βρωμοκοπώντας, πάνω σε ξαπλώστρες βουτώντας, στο λάδι της δύσης χαλαρώνοντας κι άšο ζώντας, στο καιρό της μαρμότας.

27


Η σκόνη του δρόμου Μέρες τώρα, η όψη σου ήταν τραγική το πρόσωπό σου είχε κάτι από κινηματογραφικό δράμα χωρίς ουσία χωρίς πλοκή. Στεκόσουν κουρασμένος, από τη σκόνη του δρόμου με τους ώμους μπροστά στήθος φωτιά, παιδί από γυαλί. Έκανα να σε πιάσω, μα φοβήθηκα μη σπάσεις μη φωνάξεις, μη. Μην ακούς τι σου λένε οι άšοι το τέλος υπάρχει, μα ειν' απάτη μεγάλη αν τινάξεις τη σκόνη του δρόμου η μνήμη του κόσμου θα μείνει όπου πέρασες, ότι δεν έκανες, δε σβήνει καίει καντήλι, κάποιος τ' ανάβει κι εσύ του ρίχνεις το λάδι, για πάντα κρατάει για πάντα άχτι.

28


Ο απρόσκλητος Η κακία μπορεί να είναι τόσο ελκυστική αν τραβήξω την προσοχή σου αισθάνομαι καταστρεπτικός τρώω βαθιά τους φόβους μου και καταπίνω παιχνίδια, κίνδυνο. Μείνε ξύπνιος για να δεις ότι αναιρείται χιλιάδων αιώνων πόνος, ουσία όσα μπορείς να αντέξεις κι ακόμα μη φοβάσαι ο ήλιος έφυγε, μπορείς να μισήσεις ελεύθερα. Δρακογυναίκα, θα έρθει να αποθηκεύσω στη μήτρα της το δικό μου αυτό που κρύβω η ασφάλεια έχει μια τιμή μπορώ να καταναλώσω πεινασμένος από το παρελθόν είμαι υπάκουος με ανοικτά λαρύγγια. "Τόσο πικρή γεύση η σάρκα του απρόσκλητου."

29


Κόρη του χαμού Μου χαμογελάς νιώθω τη μανία του κορμιού σου να με πνίγει ότι μου πετάς, ένα γδαρμένο φιλί μια ψυχή, γδαρμένη. Ξέρω ποιον αγαπάς εμένα με μισείς μισείς και τα παιδιά μας κόρη του χαμού, της κακιάς γιορτής ξέρω για που το 'βαλες για που θέλεις να πας όπου σε κλαίνε τα σκυλιά και δε πατούν οι ξένοι.

30


Η εκδίκηση Σίγουρα με ζητάς το ξέρω, αυτό που θες είναι άπειρο σταματώ μια στιγμή και παγώνω το χρόνο η φωτιά όπου καίγομαι χορεύει, στο ρυθμό του φόνου.

31


Αυ γή πολέμου Ξύπνησα άγρια, σε ιδρώτα κρύο μια άšη μορφή μου ανήκε μια δεύτερη συγκίνηση η ανάμνηση που έψαχνα. Ήταν τσιγγάνα ξυπόλυτη με μαšιά κοράκια μαύρα, χέρια γερά σα κόκκαλο διάλεγε για τόπο την έρημο σμπρωχτή από ξερό ένστικτο και ζεστό αίμα. Ήταν μια γλύκα τριαντάφυšο όνειρο γεννοβολούσε αράδα ασκέρι πολεμόχαρο, άντρες με μακριά μουστάκια που όλο έφευγαν στο μέτωπο να πάρουν την ανόσια τη πόλη των βατράχων. Η δεύτερη ζωή, απ' όλα ευχαριστήθηκα 'τέλους η πόλη θα γνώριζε το θέμα του θανάτου ας φασκέλωναν ανάποδα οι σιχαμένοι του βάλτου. Γλυκιά αδημονία, οι στρατιώτες περνούσαν στο ρουφιάνο βρέχονταν σταυρό στο κούτελο και τραγουδούσαν φάλτσα αναμμένοι, όμοιοι με σκυλιά να ρημάξουν σάρκα. Ήταν η ώρα που ο πόλεμος έκαιγε γερά και μπούνια 32


όλοι είχαν μερίδιο οι άθλιοι με τα σκυλιά κι ο σκλάβος με τη μούσα.

33


Πυροβολισμοί Είπα ότι θέλω να το κάνω πραγματικά δεν έχω άšα όνειρα ο φόβος και το κενό θα μπορούσα να σπάσω (δεν είμαι ποτήρι, μακάρι να ήμουν) αμέσως. Μερικές φορές όλα φαίνονται οδυνηρά υπάρχουν κάθε λογής χάπια για μένα το βήμα μου στο σύμπαν παραμένει μετέωρο αχ ... να πετάξω σε ένα κρεβάτι να έχω κίνηση. Μπορεί να πει: “τώρα είναι όλα πάνω στο τραπέζι κάποια παραμύθια δεν είναι καλό να βλάπτουν τόσο συχνά” τι επιδιώκει; Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Πάμε μακρύτερα “θα ήθελα να μείνετε ξέρετε είχα μάšον ... δεν έχει σημασία είναι κακό, δεν έχει σημασία ...” Μάτια σε σχήμα αμυγδάλου μοιάζει περισσότερο με έναν άγγελο δεν είναι εύκολο.

34


Βρικόλακες Ήσουν μια ησυχία, που βρέθηκε στην άγρια πλευρά από λάθος μου 'λειπες και βρήκα το κομμάτι σου ήμερο, απαšαγμένο από τα βάρη της ανάγκης τα βάρη, που σε κρατούσαν σε πικρή ασφάλεια. Χάρηκες πως με γνώριζες, καθώς με είδες να στέκομαι μαχαίρι και να χωρίζω το δρόμο αμέσως είπα ψέματα δε σε θυμόμουν, σε δάγκωσα δίχως μια σκέψη. Έμπηξα τα δόντια βαθιά γερά απάνω στο βυζί, που πέρσι χειμώνα με τάισε στη ξέρα κοφτά ψυχρά, σου πήρα τα χρόνια τα χρόνια, που γράφανε ζήτω. Μάτια κλειστά, κατάπια το αίμα ζεστό ζουμί φρέσκο τίναξα από πάνω μου την αρρώστια σκόνη, τα χείλη μου γύρισα από την ώχρα βαριά τριαντάφυšα κόκκινα όσο πέθαινες, άνθιζα είπα να μη σου κλάψω δάκρυ σε ξέχασα όπως ξεχνά η ζωή το θάνατο.

35


Ενέδρα Περιμένω σα το σκυλί με τα μάτια μπροστά χέρια βαριά … μυρίζω την ώρα που θα 'ρθεις θα πεθάνεις θα φανείς την αυγή. Σαν ήλιος θα με ζεστάνεις αν σηκώσεις τα μάτια θα σε σφάξω κομμάτια στο γόνατο θα 'χω τη καρδιά σου να βρυχάται στο τέρας του θανάτου. Η ηχώ της στα βουνά σαν πάψει θα 'χω αšάξει, στο αίμα σου θα 'χω ντυθεί το αίμα σου, παλιό κρασί. "Μεθυσμένος, στον ίσκιο του κορμιού σου γλυκό απομεσήμερο."

36


Μίσος Τα πουλιά που πετούν τα μισώ μισώ και σένα πετάς όπως τα όνειρα πρωί, φρέσκα. Τον αέρα που φυσά τον μισώ μισώ και σένα όπως φυσάς πάνω χάνεσαι, χαμένα. Τα δέντρα που ριζώνουν τα μισώ μισώ και σένα οι ρίζες σου με πνίγουν πλεκτάνη μα δεν υπάρχει λόγος. Σε μισώ, μισώ και τα μάτια σου τα μάτια μου, αγκαλιάζουν το μίσος με ανακούφιση βροχή από ασετόν καίνε τα πάντα. Στα μάτια μου θα σκοντάψεις θα βρεις θα φύγει η ζωή σου θα γιάνω κι εγώ.

37


Θυμάμαι Θυμάμαι τον ουρανό που μας σκέπαζε καθώς ήμασταν νέοι τα λουλούδια μας λάτρευαν, οι σκέψεις οι τρυφερές σκέψεις. Θυμάμαι τα γέλια τις φωνές, τα σύννεφα τις Κυριακές τις φωτιές που έκαιγαν, οι νύχτες οι απροσδόκητες νύχτες. Θυμάμαι τα πουκάμισά μας ανοικτά και τρέχαμε στις κατηφόρες σβάρνα και τούμπα στα σκαλιά, οι ώρες καράβια που μας άφηναν. Θυμάμαι το χρόνο συμπαγή, κολώνα σιδερένιο όνειρο τούνελ πέραντο, πάνθεον προσκυνητών, λαθραίων. Θυμάμαι γαργάρα νερά τις πόλεις που περνούσαν τσουβάλια μακριά μαšιά, γοργόνες όμοιες τριάντα χρόνια. Είμαστε τώρα πιόνια υπόχρεοι στην αμαρτία, αιφνίδια κι αποτέλεσμα.

38


Ας Ας θυμηθούμε όλες τις αγάπες τα όμορφα μάτια ας μιλήσουμε ψιθυριστά σαν άρωμα σιγά, με ταπεινά χάδια απρόσεκτα. Ας θυμηθούμε σε χτυπητό κόκκινο τα μπερδεμένα μαšιά ας θυμηθούμε ψέματα κι ομορφιά ας σαστίσουμε, παρακαλετά δυο μαύρα φύšα ουρανού η δύναμη του κεραυνού ας μας φωτίσει βλάσφημα.

39


Θυμάμαι Στα λιβάδια της άνοιξης στους αγρούς του καλοκαιριού, σε θυμάμαι. Θυμάμαι τα μαšιά σου σκούρα το λευκό σου δέρμα, τα μάτια σου. Τα μάτια σου τα θυμάμαι θλιμμένα, γελούσες, κι η θλίψη ήταν μαζί σου η μελαγχολία, μαζί σου. Θυμάμαι που μαζί καλπάζαμε πάνω στη καμένη άσφαλτο και στο φρέσκο χιόνι γινόμασταν ένα ήμαστε μόνοι, ξελογιασμένοι από την ελευθερία η εφηβεία ήταν παντοτινή. Θυμάμαι.

40


Βόρεια Έλειπα καιρό κι όλα φαίνονταν διαφορετικά ακόμα και το χώμα στον κήπο σου μύριζε αšιώς είχε αšάξει. Λουλούδια δεν υπήρχαν αγριόχορτα μόνο ίσαμε κει πάνω καμένα απ' τον ήλιο καμένα. Θυμόμουν το σπίτι ήταν αšιώς τώρα ο δυτικός τοίχος έλειπε κι άšα λείπανε. Τώρα ήτανε καλοκαίρι η αντηλιά έχασκε στον γκρεμισμένο τοίχο γυρνούσε ολόγυμνη προκαλώντας σαν τη πουτάνα. Είπα να το δω για αστείο μα γρήγορα κατάπια τη σκέψη μου η ζέστη με τύφλωνε με έπιασε ρίγος. Θα περίμενα το βραδάκι δε μπορεί, θα δρόσιζε θα καθόμασταν στον πεσμένο σοβά πίνοντας τεκίλα κοιτάζοντας απέναντι τα σύνορα.

41


Θα θυμόμασταν τα παλιά όμως ο ήλιος έπεφτε ήταν χειρότερα με χτύπαγε κατευθείαν στο μυαλό ήταν χειρότερα. Μια, δυο, τρεις αποφάσισα γρήγορα άφησα εσένα ένα σπίτι κανένα πέρασα τα σύνορα έφυγα. Δε γύρισα να κοιτάξω πίσω, ο ήλιος είχε πια κρυφτεί τραβούσα βόρεια.

42


Λυπάμαι Θα γυρνάς να με βλέπεις σε μια νήσο από μωβ όστρακα όπου με άφησες όλα θα 'χουν αšάξει. Θα βλέπεις μόνο το χθες κι αυτό σαν σιωπηλή ομολογία μέσα από ένα μετάξι πυρετού όχι το σήμερα το σήμερα, δε θα μπορείς να το δεις γι' αυτό λυπάμαι. Το σήμερα θα ‘χει για αδελφή του μια πέτρα βγαλτή από μέγα κύκλο φεγγάρι γεμάτο μια θάλασσα ατάραγη ένα παιδί που κοιμάται. Η μοναχική ανθηρή μέλισσα η πρώτη αγάπη που δε θα μπορείς γι' αυτό λυπάμαι.

43


Ορ γανισμοί από σκιές Ζουν σε ξένα σώματα οι σκιές των πελμάτων τους σβήνουν σαν πέφτει το χιόνι κρύα μουσική από βρόντανα και καταπίνει η άβυσσος σκεπάζει τα μάτια. Αφρίζουν βογγητά σμιχτά με αέρα σα κακουχία στρατιώτη η μάχη μας γοητεύει πόσες θηλιές να κρέμονται άραγε θέα στο ηλιοβασίλεμα. Πόσοι να ‘χουμε μείνει να, ψηλαφούν τα οστά μας. Οργανισμοί από σκιές κρατάν την επαφή με τους Ολέθρους να έχει το παιχνίδι συνέχεια, να εκλιπαρούμε.

44


Οι Δίχως Όνομα Τα πάντα είχαν χαθεί γυρνούσα σπίτι βρεγμένο παπί οι μέρες μου φαίνονταν λίγες το σκοτάδι βαθύ η κόλαση, έχασκε μπροστά μου τη φωτιά της ίσαμε το μπόι Τουρανού. Ήταν η χρονιά του τρελού οι τζατζεμένοι είχαν δικαίωμα δικαίωμα, είχαν κι άšοι οι Δίχως Όνομα, έκλαιγαν μόνοι κάτω απ' τα μάτια του ζωντανού Θεού. Η μοναξιά τότε βάραινε, όπως τα χιόνια βαραίνουν στα μεγάλα βουνά έτρωγε ψυχές και κυνηγούσε νύχτα νύχτα λουφάζαν όλοι κάτω από κουρτίνες, κάτω από δίχτυα. Δεν ήμουν τρελός και τ' όνομά μου ήσουνα νόθο τα μάτια σου Θέμου με τρύπησαν Δίκαιο οι Δίχως Όνομα, σε λέγαμ' φόβο.

45


Μορ φή ζωής Κρυμμένος κάτω από μανδύα αρετή η φωνή μου βγαίνει μέσα από βήχα παραμόρφωση μια ζωή, πετρελαιοκηλίδα. Καταπονημένα καλοκαιρινά βράδια πρησμένα πρόσωπα φίλοι που ξεφτίζουν αποκόμματα η σιωπή που αντέχει ευγενής, σκυθρωπή θυμάται.

46


Τρίτου βαθμού Αναβοσβήνω, κόκκινη κουκκίδα σε σκοτεινό ουρανό κάτω οι ωκεανοί δεν έχουν επούλωση έχουμε επιβιώσει μαζί τόσο καιρό, χωρίς δυνατότητα επιλογής με στιγμές περιέργειας, δίχως διαμαρτυρίες. Είναι ώρα, να σπάσουν οι αλυσίδες που μας δεσμεύουν αυτή η ακαταστασία μας ερεθίζει ακούγεται η τρομπέτα των φωνών είσαι ο παίκτης που αγαπώ έρχομαι άπληστος, αδιάšακτος παγετός αρχέγονος καταρράκτης κυριαρχία.

47


Το Κτήνος Όχι πως με πεθύμησες, μόνο να ίσως τα μάτια μου σου φανήκανε λιγότερο άδικα από τα μάτια του κόσμου . Όλοι με μισούν κι η οικουμένη με μισεί όμως εσύ, στα μάτια μου στάθηκες κομμάτι από ζωή σε λυπήθηκα. Λυπήθηκα για το φως που έχανες για το φως που σ' έχανε καθώς κυλούσες στο σκοτάδι το σκοτάδι ήμουν εγώ κι όπως χανόσουν λυπημένος σ' αντάμωνα.

48


Καλοκαίρι Βράχια ξερά στεγνά ήλιος, δύναμη. Όπου κι αν είσαι δεν έχει καμιά σημασία ο ιδρώτας προκαλεί φωνές σε σύγχυση τρόμο λαγνεία. Ένα κριθαρένιο κόσμημα κρατά όσο κι ένα μαυρισμένο κορμί όσο το καλοκαίρι.

49


Συνέχεια -Σε σκέφτομαι. -Συνέχεια; -Συνέχεια. Το μυαλό μου είναι γύρω σου ανεβαίνει πάνω σου, αγκαλιά τρέχει μαζί σου. -Συνέχεια. Ο λόγος για να ζεις και κάθε μέρα να πεθαίνεις ζήσε γύρω μου νεκρός... -Με μια ματιά θα μ' ανασταίνεις.

50


Καλοκαίρι Αυτό το καλοκαίρι θα πεθάνω για πάντα τ' αγρίμια που γυρνούν στη ξέρα θα ξεσκίσουν το κορμί μου κι ο ήλιος της μοναξιάς θα ξεράνει τα κόκαλά μου. Αυτό το καλοκαίρι, δε θα κλάψει κανείς ούτε θα ρωτήσουν για μένα οι κουρασμένοι του κόσμου. Θα λείψω κλέφτης πέτρα απ' τη γης μουρλός, ξωτικό βουτιά στο κενό. Αυτό το καλοκαίρι, θα τελειώσω τραγούδι μοιρολόι γύφτικο σα λάθος σκέψη σε ένα Θεό. Αυτό το καλοκαίρι, μεγάλο τραπέζι ποτέ δε θα ρθω.

51


Μπροστά Κοιτάζω μπροστά, στο χωράφι του θανάτου εκεί όπου τα όνειρα είχαν σπαρθεί κείτονται τα κορμιά του ανθρώπου ξασπρισμένα και τούμπανο κάτω απ' τον ήλιο, του κατακαλόκαιρου θανάτου. Αρχίζω και τρέχω στις παγίδες του τέλους νιάτο στη ζαβολιά, παιδί στη φωτιά πεθαίνω; Οι άνθρωποι θα 'πρεπε να αισθάνονται το τέλος όμως δε νιώθω τίποτα μόνο γκρεμίζομαι στη προστυχιά στη μεγάλη πλάνη σε όσα μου είπες, σε ότι έχεις κάνει. Όσα μου είπες βουίζουν στα μελίγγια μου παγώνουν τα στήθια, προκαλούν πανικό. Κακοριζικιά! Έτσι θα λέει, το συγγενολόι μαζεμένο στην αυλή του πένθους μα ποτέ ξανά ο χαμός του ανθρώπου δεν είχε τέτοιο χατίρι.

52


Πίστη Τρυφερά, άφησε πάνω μου το χέρι σου ένα χελιδόνι με παρακαλά να σου κρατήσω τη θέση. Η νέα Άνοιξη.

53


Ζοφερά Λουλούδια που ζουν δίχως χώμα μα δε παρακαλέσαμε, σοκάκια ανήλιαγα μόνα ασ' των βουνών το απέραντο δράμα πως κλαίει εμείς τα θηρία. Κάτω, περήφανη στον άδειο όχλο περπατά μιαν ιστορία πως ζεις καμώνεται, μα δε τ' αντέχεις γι' άšο σε παίρνω απ' το χέρι φιγούρες να πάμε στην ακτή που θα λείπουν τ' αστέρια. Ένα όνομα όσα καλοκαίρια θυμάμαι τα βαπόρια πάντα φεύγανε πάντα, αν κοιτάξω τα χρόνια μπροστά ζοφερά σ' αγαπώ ζοφερά.

54


Οι πιστοί που μείναν Πρώτος ψαλμός προδοσία οι προδότες παίρνουν τη δόξα εμείς, που δεν εκδικηθήκαμε συνεχώς βλασφημούμε άξιος, άξιος και επί της γης ειρήνη. Ας, ας μείνουμε πιστοί σε τούτο μόνο τον καιρό όχι αύριο, αύριο ας υποκύψουμε στο μίσος. "Κοιτάχτε! Κοιτάχτε, το κακό αρχίζει ναι, έτσι."

55


Αιθέρας Ένας δίποδος θηρευτής ο σχεδιασμός η πρώτη απόπειρα η ανάληψη της ευθύνης άρωμα τριαντάφυšου άρωμα ξύλου ψύχος αιθέρας.

56


Σε ανάμνηση Μάζεψα το λαχανιασμένο άρωμα της νύχτας τη μυρωδιά σου νωρίς έμβρυο έφυγα με ήσυχη ζωή ελπίδα. Έκλαψα εύκολα μου χαμογέλασες έκανε κρύο η μουσική σταματούσε στον τοίχο απέναντι κι έτσι σε είχα ανάγκη. Μια φωνή μου έφερε τελικά ηρεμία μια μελωδία που πήγαζε από βαθύτερα μάτια ευάλωτα κρυφοκοιτάζαν σε ανάμνηση της ψυχής μου.

57


Μαρ γαριτάρι Ένα μεγάλο φύσημα καπνού και σιωπής λατρεύω τον τρόπο που εκφράζεσαι, που καίγεσαι μα δε μιλάς τόσο ζωντανή και αληθινή σπουδαίος άνθρωπος που είσαι φαντασίωση σε κίνδυνο μαργαριτάρι. Είσαι ένα διαφορετικό είδος ανοικτός ουρανός μια θάλασσα με ποšούς γαλαξίες καλώντας συνεχώς κι άšους επιβαίνοντες, διαπλανητικούς αστέρες πετάς επικίνδυνα χωρίς δίχτυ ασφαλείας σε βλέπω να πέφτεις τύχη, μαργαριτάρι. Όλοι χρειάζονται φροντίδα ζεστό φεγγάρι σπουδαίος άνθρωπος που είσαι παράξενο τοπίο, ομορφιά πορσελάνη θέλω να σε καταπιώ αν ήσουν χάπι οι παρενέργειες μαργαριτάρι.

58


Χρώμα Ξύπνησα μεσάνυχτα ως την αμαρτία είχα δρόμο οι ανοιχτές πληγές έλαμπαν στο σκοτάδι σχισμένο σεληνόφως, θυμόμουν. "Τραγούδησέ μου βαμβάκι από ζάχαρη ανησυχία γίνε βασανιστής μου για λίγο κορίτσι ζωγραφισμένο σε πέτρα μελαγχολία." Είμαι πια σχεδόν πεπεισμένος, νωχελικά θλιβερός σα καλοκαιρινό χόρτο με σκέψεις ένα κοπάδι βουβάλια παγωμένα σα μάρμαρο λευκά με άγνωστες ώρες όνειρα. Ξύπνησα σήμερα, πρωί κι είχα στα όνειρα χρώμα μπλουζ, τα τραγούδια στο τζουκ μποξ ακυρώνονται ένα προς ένα όλα.

59


Πίσω Γύρισα πίσω, όπου είχα αφήσει τη δόξα μου ήμουν κι εγώ οι χρονιές του Αυγούστου πονούσαν περισσότερο μα φέτος, δε μπορώ. Όταν σε κοιτάζω αναρωτιέμαι που να 'σαι ποτέ δεν ήσουν δίπλα μου δίπλα μου, υπάρχει η σκιά σου το βήμα σου να απομακρύνεται το άρωμά σου απομακρύνεται πίσω.

60


Βροχή Νέφη η εκπνοή των ανθρώπων μία ψευδαίσθηση παραδίδει την ελπίδα ξεκινά η συζήτηση αντικριστά σα να ταξιδεύουμε όμως μας λείπουν οι λέξεις λείπει κι ο προορισμός χιονισμένοι λευκοί σαν αγάλματα υπογίγαντες σε άδακρυ μάχη νέφη βροχή.

61


Τελευταίες βροχές Χτυπούν δυνατά, απάνω στο τσιμέντο τρυπούν το χώμα, μούσκεμα πρωί δροσιά, στα πρώτα φύšα τα δάκρυά σου. Νύχτες κάθε, νύχτα, τ' ακούω στα κεραμίδια στάζουν κυλούν, στους δρόμους μόνους γλυκάνοντας τη μοναξιά μέλι, όπου κοιμάμαι σ' όποιο κρεβάτι, τα δάκρυά σου γεύση από αλάτι, τα δάκρυά σου οι τελευταίες βροχές.

62


Ανατολή ηλίου Φωτισμένος να χάσω οι απώλειες δίπλα σε ένα κερί αυτό είναι το στυλ μου το ρολόι που παρακολουθώ. Δεν υπάρχει ασφαλές στοίχημα ποιος είναι ο τρόπος που υποτίθεται ότι ζητάω να πω αυτά που θέλω κι απλά να μη με νοιάζει μια φράση έπειτα χειροκρότημα παλαιό λάθος. Η φθορά σε ένα χαμόγελο η έšειψη ένας πικρός άνθρωπος απλά ας επιστήσω την άšη εικόνα και να το βελτιώσουμε μερικοί ρωτούν τι πήγε στραβά ένα φράγμα ψεμάτων κεκλιμένο το αίμα μου πάνω σε ραγισμένο καθρέφτη τότε είμαι μόνος ανατολή ηλίου.

63


Ισημερία Πίσω από τον τοίχο ένας παρατηρητής μας αγνοεί βρισκόμαστε έξω στο κρύο σε κοκάλινο δρόμο με έντονο μαγνητικό πεδίο τριγυρισμένοι από σοκάκια παράδοξη φύση. Μέσα από το παράθυρο μια παράξενη θαλπωρή μας αποφεύγει προσπαθούμε να κλέψουμε έστω μια ματιά μας κυνηγά μια ήσυχη περιφρόνηση πατάμε με όλο μας το βάρος στο έδαφος λάθος μέρα. Έξω στον ήλιο η τρυφερότητα μας σκεπάζει τα μάτια σφίγγουμε τους μύες του προσώπου σαν σε καρμανιόλα η ανάμνηση μιας αμαρτίας μας περιορίζει η νύχτα τελικά ακολουθεί ισημερία.

64


Αντίξοα Είναι σαν να διαδέχομαι έναν άκληρο μονάρχη κυβερνώ μια σχεδία στη μέση του ωκεανού έπειτα από μερόνυχτα ισχυρής καταπόνησης βανδαλισμοί και σκληρό περιβάšον με εξωθούν στο όριο στα ήρεμα νερά. Ένας ύμνος ακούγεται παρέα με το θρόισμα των φύšων σκέφτομαι να κουρνιάσω σα πάταγος και να τρέξω στο βατερλώ μα ήλθαν οι δεύτεροι και ήλθαν οι τρίτοι. Σύνολο των ηλιθίων το θρόισμα έγινε βοή κρατώ τα άκρα σου δε με αντέχεις μένουμε μαζί σαν αναμνήσεις σε λήθαργο στο έρεβος στην αγέλαστο πέτρα.

65


Αυτός που επιθυμεί Ξέρω καλύτερα αν είχα σωπάσει θα ήταν πιο εύκολο ένα περπάτημα σα σε μηχάνημα μπορώ να μου συγχωρήσω το μίσος εκ νέου είμαι παγιδευμένος σε στασιμότητα θέλω μα δε μπορώ. Δεν μπορώ να κινηθώ βρίσκομαι ακόμα σε ύδατα όπου πνίγομαι ότι είχα να πω τα λόγια ποτέ δεν ήταν εύκολα. Μικρή πόλη δεν μπορεί να με βοηθήσει στα σύνορα της αρχίζει η δικιά μου πληγή η επιβράδυνση της προσπάθειας μου είναι τόσο βαρύ ενάντια στο φόβο παραδίνομαι. Η μοναξιά είναι ένα πράγμα η απουσία κάνει την συγκίνηση κάτι το πεπερασμένο λυπημένα αντιμετωπίζω ακόμη θολά δελεαστικά μάτια αυτό είναι το βλέπω είναι εκείνη που θα με εγκαταλείψει. Ανοιχτόκαρδος άνθρωπος αντιμετωπίζει την αδυναμία του τα ποτάμια του άγχους τρέχουν παράšηλα ένα κερί μένει αναμμένο πλάι σ’ ένα παγωμένο ποτήρι χώρια.

66


Τίποτα, κανένας τόπος Κλαις στα κρυφά, αργά τη νύχτα τη ζωή τη ζητάς παρά τρίχα γλιστράει νερό το μυαλό σου, χάνεσαι στο ρυθμό του δεν υπάρχω ζεις χειμώνας, σκιάχτρο. Όλοι μιλούν για σένα, μα δε σε ξέρουν ξέρουν μόνο να σε κάνουν να πληρώσεις το λογαριασμό του φριχτού άσμα φρικιού είσαι τίποτα, κανένας τόπος. Υπάρχει μια καρέκλα, κάθεσαι πλεγμένη με παραμύθια να ξεχνάς την αλήθεια να μένεις μ' αυτούς που δε ζήτησες και να πουλάς το χρόνο σα να υπάρχει αργά, γυρνάς τη πλάτη είσαι τίποτα, κανένας τόπος. Μούρμουρα στο σκοτάδι, σε ξελογιάζει ακόμα η άšη η ζωή των ανθρώπων η μεγάλη ψυχή σπατάλη τίποτα δε σου χρωστά κανένας τόπος.

67


Δύση "Κάθε δύση είμαι καλά, νιώθω πως φεύγει η ζωή μου." Ξέρω υπέφερες για μένα, πρωί πρωί περίμενες καινούρια μέρα. Ήμουν κοκόρι κι ήσουν στολή, ήμουν το μαρτύριο άρχιζα νωρίς, βρεγμένο παλτό τα δάκρυα της γης. Τα δάκρυα της γης, τα κλάματα που έπαιρνα σε κρεμούσα ψηλά σε άπλωνα σε στέγνωνα, καρδιά πλατιά με λόγια ψέματα σου 'λεγα ψέματα. Μαλάκωνες, έπεφτες για ύπνο μες στη χαρά ξεχνούσες τον πόνο ξεχνούσες πάντα. Ήταν η ώρα που ζούσα, η ώρα που τα κοράκια ξεκινούσαν κράζαν πάνω μου κι ήμουν ψοφίμι με το λυκόφως να με τσαλακώνει, γελούσα. "Κάθε δύση είμαι καλά, νιώθω πως φεύγει η ζωή μου."

68


Ίδρυμα Οι τοίχοι άσπροι, άσπρα τα φώτα. Άσπρες οι φόρμες τριγύρω κάγκελα, στα παράθυρα κάγκελα κάγκελα στις πόρτες. Παίρνω το χάπι πρωί, βράδυ πρωί και βράδυ και πάλι πρωί. Αυτό είναι, δε δέχομαι επισκέψεις μόνο γράμματα.

69


Υπήρξα Υπήρξα σε ένα κόσμο κατώτερο τα παιδιά δεν είχαν παιχνίδια κι οι γυναίκες στολίδια δεν είχαν. Ο αέρας φυσούσε μουντός σα μέταšο και το νερό μύριζε αίμα το αίμα, των Αγίων του Ιησού Χριστού. Υπήρξα στα ποτάμια που 'βγαίναν ξερά μες απ' τη γης τη λαύρα οι άγγελοι πετούσαν χαμηλά βρίζοντας και βλαστημώντας. Υπήρξα χαμένος, από τους χαμένους του κόσμου έρχομαι τα φυλαχτά μου τα ξερνάει το κύμα κι ότι αγάπησα έμεινε πείσμα υπήρξα πίσω, όπου πίσω κανείς δε γυρνά.

70


Οικογένεια Ένας ήλιος, να χύνεται απάνω στις γραμμές να καίνε ζαλίζοντας, μιλούν τα τρένα ανάσες από σίδερο. Γύρω παντού φυτρώνουν κάθετα μαχαίρια βράχια σφάζοντας τα σύννεφα και δάκρυα ας σμίγουνε ψηλά, σ' ένα ναό όπου κοιμίζει μια οικογένεια με σφραγισμένα τα παράθυρα κλειστά κι όλο το φως απ' έξω το φως, που 'φέρναν οι άšοι. Κι εγώ, ένα ρεμάλι πως ζητάς να με λυπάσαι!

71


Το κουτί της εγκατάλειψης Χάνομαι βαθιά, μέσα στο κάστρο του θανάτου η ψυχή μου υπάρχει μαζί σου ξεχασμένη, στο κουτί της εγκατάλειψης. Μαζί σου, έζησα τον γλυκύτερο χαμό τον χαμό του να ‘μαστε μαζί, μόνοι, σε λάθος στιγμή σε κακό διάστημα. Ήταν η πόλη του διαβόλου κι αυτή μας ρούφαγε μωρό μου ζήταγε αίμα, το αίμα των τελευταίων ζωντανών. Η πόλη που πεινούσε σα τέρας μας έτρωγε και μας ξερνούσε στην οδό της Τρέλας ήταν τότε που ο χαμός, είχε τη γεύση της βροχής. Ήσουν μέρα της γιορτής κι ήμουν νύχτα φόβου έφερνες την αυγή νωρίς τη δύση σ' έχανα, χανόμουν δε σμίξαμε μια τρίχα. Στο κουτί της εγκατάλειψης, στο κάστρο του θανάτου μοιάζουν οι σκέψεις μας παιδιά να παίζουν μες στο σύρμα.

72


Αυταπάτες Κουρτίνες ανοίγουν σε ένα γαλάζιο τούνελ ανέμελα γυρίζουν οι αρρώστιες μας σαν τα γουρούνια λοξοδρομεί ξελογιασμένη η κόλαση έξω από το παλάτι της εκεί, και έχω τα αδέσποτά μου αφρόντιστα. Έτσι σα πλοίο στημένο για φόρτωμα με τα μαšιά μου κορδέλες να ανεμίζουνε βαστάω γερό θάνατο στη χούφτα κι όλο μαχαιρώνω απάνω σε καθρέφτη κι είναι το αίμα βαρύ σα το σκοτάδι. Κουρτίνες κλείνουν έξω πρωινά πουλιά στοιχισμένα να περπατούν κατάδικοι αδιαφορώντας για το σίδερο στα πόδια και στο στήθος πειθήνια σα δευτερόλεπτα μαραθώνια σα ζευγάρι που κοιμάται πλάι σε χείμαρρο σε ονειρικά διαστήματα πείνας.

73


Όνειρα της εξοχής "Αšάζω πλευρό και το όνειρο ίδιο." Ζεις μακριά, πέρα από τη γη των κλαιώντων αρνίων στους αστρολάγνες θυμούς, που μεθούν απ' το αίμα της νύχτας και στη μέρα λουφάζουν σάβρες, μένεις κοντά τους ανάγκη ζώντας ζημιές αυταπάτες, τους σέρνεις ξοπίσω σκυλιά γελάς ξιπασιά, σχεδόν τους λυπάσαι. Έρχομαι ταξίδι μακρύ με ιδρωμένο το μπράτσο βαρύ ανοίγεις τα σκέλια γυμνά σε φτύνω, μεγάλη βρισιά σου ανήκω, όπως ο θάνατος ανήκει στη γη και τρέχω να πέφτω βουτιά στο γκρεμό που γκρεμνούν τις αρρώστιες. "Χίλια κομμάτια κάθε μεδούλι μου κομπάζει πως σε θυμάται."

74


Στάχτη Ξύπνα, αγάπη μου. Κοίτα με. Πού είσαι τώρα; Άνοιξε τα μάτια σου. Κοίταξε γύρω. Πού είσαι τώρα; "Στο μολύβι του θανάτου, στο κρύο. Κάτι πέφτει, από χτυπημένα ροδακινί χείλη κάτι πέφτει, σκάβει στο δέρμα σέρνομαι στα μονοπάτια του ονείρου οδηγούν στο αίμα σου, στα μονοπάτια των θραυσμάτων της σάρκας οδηγούν σε σένα, κυρτωμένα σπασμένα μαχαίρια οδηγούν κατευθείαν σε 'σένα." Αχ, κοίτα με. Πού είσαι τώρα; Παράδεισο ή κόλαση; Που είσαι; Τι έκανα; "Μια τέτοια ερώτηση έχει απαιτήσεις, το χαμόγελο στο πρόσωπό σου, μη μου ζητήσεις, ποτέ ξανά. Μια τέτοια ερώτηση, κλείνει το δρόμο και παραμένεις, γυμνός τέλειος τρομακτικός, έχεις χάσει το νήμα, η απάντηση είναι στάχτη 75


αργά τα μεσάνυχτα στάχτη, στα χείλη του καθενός.

76


Είναι κάτι Είναι κάτι σαν να πετάς σου λέω, στις κορυφές των βουνών στα σύννεφα σμίγει τη θάλασσα στον ουρανό και τα αστέρια, στα ονόματα των ανθρώπων. Είναι κάτι, το νιώθεις μία φορά αν δεν τ' αρπάξεις το χάνεις συνέχεια τρέχεις πίσω του μένοντας πίσω και φτου κι απ' την αρχή βλαστημώντας συνεχίζεις. Είναι κάτι, ο παράδεισος στη γη το κυνηγάς κάποιοι το έχουν ήδη βρει το κρατάν' στο τσεπάκι μακριά από αδιάκριτα μάτια μάτια σαν και τα δικά σου τα δικά μου, τα μάτια μας ζουν μακριά δεν βλέπονται δεν βλέπουν κι αυτό το κάτι που το νιώθεις μια φορά.

77


Διασκέδαση Θλιβερά τόσο σαν να σε κυνηγούν τα χρόνια σαν σε κινούμενη άμμο, φίδι μου δαγκώνεις τη φτέρνα.

78


Poor thing Έχουμε έναν δολοφόνο για κάθε εθισμό, για κάθε πόνο έχουμε το φάρμακό σας έναν ήρωα που κατεβάζει το μπουκάλι ως κάτω θα κάτσει, θα σηκώσει τα χαρτιά τραβώντας Τζόκερ θα σας τρελάνει, σε μια αποστροφή του θα σας χαρίσει τη νύχτα και τη μνήμη προς όλες τις κατευθύνσεις έχουμε βλέπετε τον τρόπο να ψυχαγωγήσουμε το θρήνο κι όλες τις αναμνήσεις.

79


Αυστηρό πρόσωπο Ζαχαρωμένες φαντασιώσεις πέτρωμα αγγέλου, ουρανέ άναρθρε βρίσκομαι αριστερά και σε δίλημμα η αντίστροφη μέτρηση μια σπηλιά, συνονθύλευμα τάξης και αρμονίας είμαι δεινόσαυρος, όμηρος αρχιτέκτονας τρέλας. Απειλητικά, τρομερά ζω σα σφουγγάρι σκουπίζοντας δάκρυα απορροφώντας την κρίση απομεινάρι από όραμα σβηστή ανάγκη. Αντιλαμβάνομαι πως, όλα τα μάτια έχουν μια δικαιολογία μιας και ποτέ δε κοιτούν προς τον ήλιο οι περίπατοι γίνονται απλά με χαμόγελο, "γέλια", αντίο.

80


Στο ίδιο κτίριο Έχεις τον χαρακτήρα που λέγεται επείγον με καλείς μάρτυρα, σε ότι συμβεί, σε όσα θα γίνουν. Με άλμα στα ανοιχτά με φρενήρη λαχάνιασμα έρχομαι εικόνα βίαιη μετάνοια χρωματίζομαι κακός δαίμονας για σένα, έρχομαι. Ευγνώμων αρπάζω την ευκαιρία που δίνεις να προσποιούμαι αυτό! κι αυταπάτη επιβίωση, αμνησία στο ίδιο κτίριο, ελπίδα, ένστικτο στο ίδιο κτίριο.

81


Κατάπληξ η Κάθε πρωί γίνομαι καλύτερος παρουσιάζω μια τήξη στο χαμόγελό μου να καταστρέψω τη διάθεση σου αυτό λέγεται εθισμός σαρκαστικά συνεχές γέλιο. Δεν έχω να εξηγήσω τίποτα δεν αισθάνομαι τίποτα θέλω απλά να σε πληγώσω απλά δεν υπάρχει αγάπη κατάπληξη λάθη. Δεν ξέρω τι είναι μέσα μου έχω πια μεγαλώσει ο κάτοχος της απόστασης τρέφονται τα μάτια μου η ανακλαστική σκιά σου τρέφομαι. "Κατάπληξη, μύγες σε θλίψη Αύγουστος."

82


Kήήτος “Υγρά σκοτεινά καταβροχθίζω τον αντίλαλο της φωνής μου, βρίσκομαι βαθιά στη κοιλιά σου ζεστά και περιμένω.”

83


Ο δρόμος Εγώ, δεν ήμουν τίποτα, τίποτα από ότι φαίνεται τώρα τώρα, ο κόσμος βλέπει την εικόνα που θέλει έναν άνθρωπο σταματημένο, μες στον ιδρώτα και τη σκόνη του δρόμου, δυστυχισμένος. Εγώ, δεν ήμουν τίποτα, όσο ο δρόμος δεν είχε τέρμα ήμουν μια σκιά στην άσφαλτο, τρέχοντας μακριά απ' το σπίτι από φίλους κι αγάπες, καταραμένος. Εγώ, δεν είμαι τίποτα, σε ότι αφήνω πίσω ο κόσμος βλέπει την εικόνα που θέλει, έναν άνθρωπο σταματημένο τρομαγμένος, αν μπορείς κράτα με μια στιγμή και θα λείπω.

84


Υπάρχω μα λείπω Η απόγνωση, με κοιτάζει στα μάτια γέρνει πάνω μου, σκιά γοργόνας γελώντας, στόμα με στόμα με φιλά δαγκώνοντάς με, χάνομαι. Όσα αισθάνομαι, σταματούν σε ένα τοίχο τη ζωή τη θυμάμαι με ήχο, μοιάζει ο κόσμος βουβός. Η απομόνωση, ζεσταίνει το κρεβάτι μου τη νύχτα για καληνύχτα, με σφίγγει δυνατά με βάζει να παραμιλώ, να περπατώ γατίσια στα ίσια, δε την αγαπώ δε την εγκαταλείπω Απόγνωση, απομόνωση υπάρχω μα λείπω, το τσούρμο το ξέρει κανείς δε μιλά.

85


Αδράνεια Αργά και ισορροπία, κάνε στροφή προς τη γραμμή του ορίζοντα μην αποσπάσαι, συνέχισε αυτή την πορεία, συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, τον κίνδυνο που δεν υπάρχει. Ψηλό, παχύ, δροσερό χορτάρι, πέρασε τον ξύλινο φράχτη, αν σκοντάψεις σε σύγχυση αν τα συναισθήματά σου έρθουν σε σύγκρουση, είναι το δικαίωμα σου οι ακανθώδες θάμνοι, μη φοβάσαι να πέσεις τα λόγια μου μόνο να αποφύγεις τα πραγματικά αγκάθια.

86


Η μέρα Είναι η μέρα που το βλέμμα μου επεκτείνεται προσπαθώντας μάταια να ανακτήσει τον έλεγχο όλα είναι θέμα ελέγχου πλέοντας σε νεκρά νερά μια πιθανή στιγμή αυταρέσκειας ποšά κατεστραμμένα παλάτια. Χαμένη ευκαιρία μου ατελείωτες ώρες σε διαρκή φρενίτιδα κρυμμένος αγκαλιά με τα πορτοκαλί φώτα αναπνέω την ανησυχία αυτού του ονείρου στο ρυθμό των αυτοκινήτων γαλάζιες εικόνες βιομηχανία κρύου. Έχω την αίσθηση πως ο κόσμος δείχνει τρομαγμένα τα δόντια του συνεχώς σε φοβάμαι ο χώρος που με γεμίζει απλά δεν υπάρχει στηλιτεύοντας τη μέρα στέκομαι ήσυχος σα σε ομίχλη καρφωμένος στο δέντρο.

87


Το πριν Υπάρχεις εσύ, υπάρχει ένα παιδί πάσχει από ακατάσχετη επιθυμία, να σε δει, το παίρνω απ' το χέρι, όπου πάω, πάμε μαζί δε βγάζει μιλιά κι έχει τα μάτια δεμένα η καρδιά του, φουσκώνει στο αίμα αίμα που είναι κοντά, το παιδί είναι το πριν εσύ είσαι μετά.

88


Έχε γεια Κουράστηκα να μιλάω για σένα, η ησυχία των ματιών σου με εγκατέλειψε το γαλήνεμα των ματιών σου, με εγκατέλειψε. Καιρός πολύς και δεν έχω νέα σου κουράστηκα, κουράστηκα σε μια ζωή, που 'ναι φτασμένη να λείπεις μια ζωή, χίλιους αναστεναγμούς. Αν μ' ακούς, τρυπάω τη καρδιά μου στη γη έχε γεια γλυκιά προσευχή εδώ σ' αφήνω.

89


Δικά σου Λοιπόν γεια σου, αν σε δω το ξημέρωμα θα 'ναι όλα δικά σου, τα βασανάκια, θα 'ναι όλα δικά σου κοντά σου, έσβησα χρόνια μες απ' τα χρόνια βγαίνει η συμπόνια

ας, σπείρε μου το πόνο εσένα βρίσκω μόνο, στα μονοπάτια Τουρανού. Του Θεού, μας βλέπει το μάτι ειν' η ζωή μας γινάτι είμαστε χώρια. Σαν τ' αγόρια, τσακωνόμαστε σου λέω μένεις μακριά μου και κλαίω φταίω, που ειν' οι νύχτες τρελές που δεν έχω ότι θες να είμαι σκάρτος.

90


Ο εχθρός εκ των έσω Ιδρώτας σε ολόκληρο το δέρμα μου βάζω τα χείλια μου σε κίνηση προσπαθώντας να μιλήσω η γλώσσα μου είναι στεγνή δεν αισθάνομαι τίποτα τι μου συμβαίνει; Ένας πόνος κρύβεται βαθιά μέσα στην άμμο ανασαίνω βαριά, ανάποδα τόσο αίμα τριγύρω πως να το εξηγήσω είμαι αυτός που πήρε το κακό; Χρώματα, ερυθρότητα στην ατμόσφαιρα ερυθρότητα υγρή, ζεστή σαν συγκίνηση άνθρωποι τυφλοί που κρύβουν ποιον ακριβώς αντιμετωπίζω; Ποιος το θύμα; Ρωτώντας στο πουθενά με φωνή κρύα απηχώ σα μέταšο αθώος βρίσκομαι εκεί όπου δεν υπάρχουν κατευθύνσεις μόνος κάνω βόλτες μέσα στο ψέμα η αλήθεια χειρίζομαι το σώμα μου. Τι είναι αυτό, πόσο θα μου κοστίσει όταν ένοχο με βρω όταν καταλάβω πως εγώ είμαι ο εχθρός εκ των έσω.

91


Μέσα σ' αυτό Πάλι ζητάω ποšά πάλι δε μπορώ να τα 'χω ένα παιδί στην αυλή τι; Έχασα. Λένε πως είναι εντάξει αν με ζητήσει κανείς κάποια μεσάνυχτα έρχεται σ' όλα τα νανούρισματα μου. Να κοιμάμαι τα παιχνίδια είναι πλέον ψηφιακά δεν μπορείς να μπεις το μόνο που με τρομάζει είναι πως λυπάμαι κι αποσπασματικά εξακολουθώ να ανησυχώ. Αν μπορώ, να περιπλανηθώ αρκετά κανείς δεν μπορεί να με οδηγήσει σε αυτό στο φυσικό θέλω να πω, ήταν άσκοπο όλα λαχτάρα μου κοίταξε στα μάτια μου όπου κανείς δεν βρήκε ίχνος μυστικού ή καšιέργειας γιατί σε αυτές τις σύγχρονες ημέρες όλα τα λόγια μοιάζουν με παραμύθια τι κι αν μεγάλωσα ο προγραμματισμός δεν ήταν επιλογή.

92


Σ τη φυλακή "Στη φυλακή, ξυπνάω σε δύο κόσμους." Στον πρώτο κόσμο η μοίρα, έχει το πρόσωπο μιας νύχτας εκείνης με τα κάτασπρα δόντια και τη βελουδένια πέτσα. Στη νύχτα λοιπόν αυτή, κάθεται ο πρώτος κόσμος κάθεται κι ο αέρας από πάνω γυάλινος οι αναμνήσεις κάθονται συντροφεύουν τους ανθρώπους, μακάρια, σε πλήρη ακαμψία σε κακοήθη ευτυχία γαλήνια και όλα εšιπή. Στον δεύτερο κόσμο η μοίρα έχει το πρόσωπο μιας μέρας στο τέλος ή μιας νύχτας στην αρχή, δε ξεχωρίζω. Εδώ ο αέρας μοιάζει αγριεμένος ταύρος με διάθεση για εκδίκηση οι αναμνήσεις στοιχειώνουν τους ανθρώπους οι τύψεις στύβουν τα κεφάλια ακούραστα, τραγουδούν τα αίματα αμείλικτα καίει φωτιά σαν τη μεγάλη δίκη.

93


Παίρνουν όλοι σειρά περνούν από μπροστά ένοχοι κι αθώοι, όλα στην εντέλεια όλα με το ζόρι όλα εšιπή. "Στη φυλακή, ξυπνάω σε δύο κόσμους."

94


Το παιχνίδι Παίζω το παιχνίδι του διαβόλου ξέρω υποφέρεις το θέλω πολύ, να κλαις να με κάνεις ευτυχισμένο. Είναι γραμμένο να ζω μέσα στα μάτια σου τα μάτια σου, έχουν το μεγαλείο του ακριβότερου πόνου του πόνου του να με ξεχνάς, να μισώ τον εαυτό μου. Το βλέμμα σου, μ' αγκαλιάζει θάλασσα τα βλέφαρά σου σκούζουν να με κρατάνε σ' ότι χάλασα κι ότι φοβάμαι δεν υπήρξε ποτέ. Το αίμα σου, κλάμα αναβλύζει μούσκεμα σε παίρνω στα χέρια η δύναμή μου είναι ανάθεμα είναι δράμα το δράμα του να μη μ' αγαπάς να μη με καταλαβαίνεις.

95


Αγάπη Μια φωλιά βαθιά μέσα στο δάσος των θηρίων φτιαχτή από ξωτικά σαν μυθοπλασία έλα!, μας περιμένει.

96


Μετάφραση Ποτέ δεν μιλάμε. Έχεις πάει ποτέ στην αγάπη; Τρομερό δεν είναι; ανοίγει το στήθος σου ένα κομμάτι, μπορώ να σου κάνω κακό να περιπλανώ, τη ζωή σου. Ποτέ δεν μιλάμε. Να αποφύγουμε τις νάρκες. Έχεις πάει ποτέ στην αγάπη; Τρομερό δεν είναι; Ο έρωτας παίρνει ομήρους ένα κομμάτι, μπορώ να σου κάνω κακό να ακροβατώ, στη ψυχή σου.

97


Πόσο σ’ αγάπησα Δε χρειάζεται να ξέρεις πόσο σ’ αγάπησα θα τρόμαζες με τη συγνώμη των ματιών μου στο τρέμουλο του δέντρου η άκρη της φωτιάς βαστά το σκυλί μου. Δεν ωφελεί πια να καις πίσω από τη ζηλοτυπία ζητώ το φαρμάκι πρέπει να ζώνομαι με φίδια να νιώθω παγωμένα τα πόδια μου η λίγη ζωή από βράδυ απάνω σε βαριά σύννεφα που στάζουν τη λάσπη όπως γυμνώνω σαν ήλιος εμπρός το φως τεμπελιάζει ωραία ψυχρότης ούτε ένα δάκρυ. Δε χρειάζεται να κοιτάξεις πίσω στάχτη οι ώρες διψούν δίπλα απ’ το κύμα μου γοργόνες πρωί κολυμπούν μες στο αίμα μου αγρυπνούν ως θηρία πείνας ελέω μάχης μελανός μνηστήρας χαδιάζουν γυρτά στα λαγόνια τα πρόστυχα χρόνια μυρτιά μου πλέκουν στεφάνι στέκεσαι σαν το ραβδί και με σφίγγεις δρεπάνι στο βάθρο του νικητή απροσπέλαστα βαθύ το πόσο σ’ αγάπησα. Ανάσα που θυμίζει μια εποχή αšότρια 98


σκυφτά αφήνω να βγει θλιβερή η αίθρια στου λυγμού το μερίδιο στιλπνά δέρματα φέγγουν μαγικό καταφύγιο μιας και δεν υπάρχει εξοχή να με έχει γλυκάνει αργά ως που κοιμάμαι χειμώνας και βράζει ο ιδρώτας με στρώνει στη γη αγία πάχνη.

99


Τίποτα Τελικά δεν έμεινε τίποτα, τίποτα να με κρατήσει κοντά της τα μαšιά της μαύρα μου τρόμαξαν, τα μάτια της, σκούρα με διώξαν, στο βλέμμα που δε ζει. Τίποτα πια δε με θέλει τίποτα δικό της δε μου δανείζει μόνο βρισιές ξεστομίζει, ο γλυκός της ο ίσκιος. Μαίσιος, ο δρόμος με παίρνει αέρας τα βήματα μου τα δέρνει μακραίνω απ' του κόσμου το φως η άκρη μου στάχτη, καπνός έχει προκάνει η θλίψη το ξέρει ανάσα μου πας, ξεψυχάς.

100


Γνωρίζοντας Αισθανόμαστε κάθε προβληματισμό έγχρωμα πρόσωπα σε ανάγκη αμέτρητα σώματα κάτω από φώτα μια άšη διάσταση. Ερωτοτροπούμε στη φαντασία η τρυφερότητα είναι λάθος διατύπωση η επιθυμία μια τυχαία περιαγωγή στην ανησυχία τυχαία. Πώς έρχονται και φεύγουν οι σκιές μας τα πράγματα φαίνονταν εύκολα αν κρύψεις το πρόσωπό σου βαθιά μέσα στα χέρια μου την επόμενη μέρα θα διψώ περισσότερο γνωρίζοντας τον τέλειο τρόπο με τον οποίο μένεις μακριά συγκινητικά το πεπρωμένο μας στέλνει ένα αστέρι μπορούμε να ζητήσουμε ένα γαλαξία;

101


Κουρδισμένα Καταδικάζω αυτόν τον τόπο σε αφρώδες κλουβί ένας φίλος μου έστειλε φωτογραφίες από μια θέση κενή στη κόλαση. Μια δεκάρα και να κρατήσω γερά το πιστόλι θα χρησιμοποιηθεί για τη συμμετοχή φούσκα τολμηρά άšοι είναι αυτοί που παίζουν αισθάνομαι μηχανή σε γρασίδι. Η έšειψη, η ζωή ποιος ενδιαφέρεται πραγματικά όλοι θέλουν να ραγίσει ακόμη καταδικάζω τη γάτα μου μια βλασφημία η τύχη είναι ένα παλιόπαιδο.

102


Αυτό που σε εκθέτει Η νύχτα είναι καθρέπτης, εκθέτει τη μέρα όπως ο θάνατος σε εκθέτει καλέ μου κάθε χειρονομία, ασπρόμαυρη σφαίρα σε εκθέτει. Όμως, δεν έχεις χρόνο βρίσκεσαι κάτω κι είναι πάντα μέρα κι είναι πάντα δάσος δέντρα, ζεις, αρχαίος μονόκερως, δε το συνειδητοποιείς γιατί δεν ενδιαφέρεσαι, δεν έχεις, τη ζωή που πραγματικά θέλεις κι αυτό σε εκθέτει.

103


Τελειώνει η μέρα Τελειώνει η μέρα, σβήνει του ήλιου η κόκκινη μπογιά γκριζώνει η δύση, μουτζουρώνουν τα σπιτάκια, τα βουνά κρύβετ' η θάλασσα, κουρνιάζουν τα ζωάρια, τα πτηνά τα έντομα σωπάζουν, γέρνουν τα λουλουδάκια, τα σπαρτά το πράσινο το χορταράκι, σκύβει τελειώνει η μέρα, όλα της 'συχάζουνε.

104


Κόλπα σκιών Νιώθω σα χιλιετία σαν αρωματικό σαπούνι βγαίνω κάθε νύχτα στο μπαλκόνι στα μάτια μου φουντώνουν οι φλόγες η πυρκαγιά στο σπίτι των ονείρων ο Βόρειος Ουρανός οι μακρινές χώρες. Καραδοκείς για να με τρομάξεις μια βόλτα στο κήπο με λασπωμένες μπότες να μη κοιτώ ούτε αριστερά ούτε δεξιά η πτήση στον ήλιο η στο φεγγάρι μέρα η νύχτα μικρό σκιερό σπιτάκι. Δεν θα φαίνεται ακόμη μέσω της έντασης μια μυστηριώδης γυναίκα θα ξαπλώσει απάνω σε μια πράσινη λωρίδα δροσιάς κάτι τρομερό θα συμβεί τα περιστέρια θα μας αγριοκοιτάξουν η Πύλη θα ανοίξει.


Σαν σε θέατρο Γυμνός ποιον θα μπορούσες να σώσεις κάθομαι στο σκαμνί ραγισμένα δάκρυα σε αέρα πυκνό κυριαρχώ σα λουλούδι γερνάω μαζί σου μια τελευταία αναλαμπή. Μπαίνουν οι δικαστές. "Κρυμμένα είναι όλα τα μυστικά εκεί που πέταξε τη μάσκα. Ελάτε με γυμνά κόκκαλα, μας περιμένει."


Λευκά πεδία Κοιτάζω πέρα από το καθρέφτη αυτόν που σκοπεύει ψηλά στον ουρανό ατέρμονη χορωδία πιθανοτήτων διακλαδώσεις στιγμών και αιώνων ευχαριστημένες ιστορίες από που πηγαίνει, για ένα αίσιο τέλος; Οδυνηρές συζητήσεις ακούγονται ανάμεσα σε σκίουρους και μέλισσες όσοι θα πάνε πίσω στον ύπνο σε μια βροχερή επόμενη μέρα μαζί σας η πάλη με μια χιονοστιβάδα Χιονάνθρωποι με το πιστόλι στο πρόσωπο ευτυχισμένα.

107


Διαγραφή Η σημαντικότερη πράξη μια διαγραφή η τελευταία σελίδα έσπευσαν οι σκέψεις σειρά από θορύβους στο κεφάλι. Όλοι πασχίζουν να χάσουν τη πρώτη θέση μες στη μανιταρόσουπα κρύβουν ποικίλες ιστορίες θαύματα φαλακρών θεών σε τελευταίες δόξες το πνεύμα σταματά να ευδοκιμεί ξεκινά η κραιπάλη των συναισθημάτων απόμακρα στο σκοτάδι μια σπίθα ζητά να καταρρεύσει.

108


Γέροι άδοξα Ακραία σωτηρία άσπονδοι σπόροι φιλίας σε ένα κατάμεστο ζήτω μια μάχη που μας αφήνει αδιάφορους σταγόνες από μελάνη μιλούν κλαίγοντας σε βιτρίνα αναμνήσεων σφίγγουν γερά τα κουτάλια και καταπραΰνουν τις αγάπες τους στη σύγχυση της αποκάλυψης. Χαμηλά σα φεγγάρι πριονίζουν το μεγάλο θυμό οι μέρες γελαστά που μας αφήνουν θεριεμένες από μια πράξη βίας γυρίζουμε στα μπαλκόνια σα μύγες όνειρα που ζητούν γκουβερνάντες πιστόλια σε πόλεμο.

109


Περιεχόμενα Οι Απαρχές..........7 Ξέρετε τώρα..........8 Ανάγκη..........9 Κρυφτό..........10 Αλχημεία νύχτας..........11 Η αξία..........12 Για λίγο..........13 Το μυστικό..........14 Τσιχλόφουσκα...........15 Γριές..........16 Λείπει..........17 Εικόνα καρτούν..........18 Houshold..........19 Είμαι..........20 Υπάρχεις..........21 Σ’ αφήνω..........22 Οι λυγμοί της αλήθειας..........23 Υπάρχεις..........24 Η απάτη..........25 Μανία..........26 Ο καιρός της μαρμότας..........27 Η σκόνη του δρόμου..........28 Ο απρόσκλητος..........29 Κόρη του χαμού..........30 Η εκδίκηση..........31 Αυγή πολέμου..........32 Πυροβολισμοί..........34 Βρικόλακες..........35 Ενέδρα..........36 Μίσος..........37 Θυμάμαι..........38 Ας..........39 111


Θυμάμαι..........40 Βόρεια..........41 Λυπάμαι..........43 Οργανισμοί από σκιές..........44 Οι Δίχως Όνομα..........45 Μορφή ζωής..........46 Τρίτου βαθμού..........47 Το Κτήνος..........48 Καλοκαίρι..........49 Συνέχεια..........50 Καλοκαίρι..........51 Μπροστά..........52 Πίστη..........53 Ζοφερά..........54 Οι πιστοί που μείναν..........55 Αιθέρας..........56 Σε ανάμνηση..........57 Μαργαριτάρι..........58 Χρώμα..........59 Πίσω..........60 Βροχή..........61 Τελευταίες βροχές..........62 Ανατολή ηλίου..........63 Ισημερία..........64 Αντίξοα..........65 Αυτός που επιθυμεί..........66 Τίποτα, κανένας τόπος...........67 Δύση..........68 Ίδρυμα..........69 Υπήρξα..........70 Οικογένεια..........71 Το κουτί της εγκατάλειψης..........72 Αυταπάτες..........73 Όνειρα της εξοχής..........74 112


Στάχτη..........75 Είναι κάτι..........77 Διασκέδαση..........78 Poor thing..........79 Αυστηρό πρόσωπο..........80 Στο ίδιο κτίριο..........81 Κατάπληξη..........82 Kήτος..........83 Ο δρόμος..........84 Υπάρχω μα λείπω..........85 Αδράνεια..........86 Η μέρα..........87 Το πριν.........88 Έχε γεια..........89 Δικά σου..........90 Ο εχθρός εκ των έσω..........91 Μέσα σ' αυτό..........92 Στη φυλακή..........93 Το παιχνίδι..........95 Αγάπη..........96 Μετάφραση..........97 Πόσο σ’ αγάπησα.........98 Τίποτα..........100 Γνωρίζοντας..........101 Κουρδισμένα..........102 Αυτό που σε εκθέτει.........103 Τελειώνει η μέρα..........104 Κόλπα σκιών..........105 Σαν σε θέατρο..........106 Λευκά πεδία..........107 Διαγραφή..........108 Γέροι άδοξα..........109

113


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΜΤΩΝ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΛΙΑΚΟΥ Σ ΤΟ ΔΕΥ ΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ Η ΜΟΙΡΑ Σ ΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΝΔΥΜΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ Σ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 2011 ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα  

Ποιητική συλλογή που εκδόθηκε από τον Ενδυμίωνα Νοέμβριο του 2011. Υπάρχει στα βιβλιοπωλεία Έστία, Πατάκης, Πρωτοπορία, Ναυτίλος, Μικρό Μονα...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you