Page 1

Οκτώβριος-Νοέμβριος 10

pdf/issue


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Ένας παθητικός καπνιστής

The primate eye

It’s Kind of a Funny Story του Ned Vizzini The Slap του Chris Tsiolkas Magazines

Ape with skull Το μπαλόνι The Drah SLAP!

Διήγημα

Το τσίγκινο αγόρι

Arigato, Kobashi

Ένας ιάπωνας παλεύει στη Νέα Υόρκη

Kate Stone: At the Seams

Η ισορροπία ανάμεσα στο πραγματικό και το αδύνατο

Juicy: Η εκδίκηση του χοντρού

Τι είναι αληθινό, τι είναι ψεύτικο και το καλύτερο χιπ-χοπ τραγούδι στην ιστορία

Parastou Forouhar: Η τέχνη του ακτιβισμού Η τέχνη της στη σκιά μιας πολιτικής δολοφονίας

Alcalica: Από το Βερολίνο στη Μυτιλήνη και πίσω…

Το πολυταξιδεμένο μουσικό ζευγάρι μιλά για τη δουλειά του

Εν αρχή ην ο λόγος...

Για τις ακλόνητες ρίζες της διαφωνίας

Εξωφύλλο / εικονογράφηση: Γιώργος Τσιούκης

pdf / issue 14

Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης Εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς, Σοφία Σπυρλιάδου, Αντωνία Γρίβα, Πέτρος Χριστούλιας, Σόλωνας Χουλιαράς, Μαρέττα Σιδηροπούλου, Βασίλης Λαμπρόπουλος, , Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Παρίσης Πάνου, Χρυσαλία, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Γιάννης Παλαβός, Γιώργος Πασχαλίδης, Βαγγελιώ Χρηστίδου, Χάρης Κότσογλου, Βάσια Ρούσσου, Μαρέττα Σιδηροπούλου, Αλέξια Συμβουλίδου, Ελένη Μπασαγιάννη, Κωνσταντίνος Κόκκας, Γκέλυ Μαδεμλή, Βασίλης Καράδαης, Αστέρης Μασούρας, Δημήτρης Δρένος, Αλέξης Γαγλίας, Γιώργος Παπαθωμάς, Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Τάσος Ζαφειριάδης, Ανδρέας Παύλου, Κωνσταντίνα Κάλφα, Μαρία Δόγια, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά, Νάνος Βαλαωρίτης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Ειδικός σύμβουλος σε θέματα σχεδίου Marshall: Κωνσταντίνος Γκουσιάρης, PhD Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.facebook.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag


the missing_link

του Λουκά Τσουκνίδα * Η φωτογραφία των τύπων που απολαμβάνουν το τσιγάρο τους μακριά από ενοχλητικούς παθητικούς καπνιστές είναι απ’ τη σελίδα του χρήστη peteSwede στο flickr (www.flickr.com/photos/dubswede).

Ένας παθητικός καπνιστής

Ο Νίκος ήταν, μέχρι σήμερα, ένας μανιώδης παθητικός καπνιστής. Όχι, δεν έτρωγε τον καπνό των άλλων στα μούτρα χωρίς τη θέλησή του ούτε καταπιεζόταν απ’ την αμφιλεγόμενη συνήθεια των συμπολιτών του. Απλώς, ως αυθεντικός τσιγγούνης, ο Νίκος προτιμούσε πάντα να καπνίζει απ’ τον καπνό των άλλων. Στις τουαλέτες του σχολείου, σε ταβέρνες, καφετέριες και μπαρ ή στα σπίτια των φίλων του. Πλέον, ανήκει σε μια παρεξηγημένη μειονότητα που επιβιώνει στη βαριά σκιά των γεγονότων κι όπως κάθε παράπλευρη απώλεια, αγνοείται εγκληματικά απ’ τις δυνάμεις που συγκρούονται. Κινδυνεύει έτσι, να συντριβεί ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακούσιων ευεργετών του και των αυτόκλητων σωτήρων του.


the missing_link

«Όχι, δεν έχω βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα μου. Από τότε που θυμάμαι τους φίλους μου να κάνουν τις πρώτες τζούρες στην κατάληψη, είμαι συνειδητά παθητικός καπνιστής και στ’ αλήθεια το απολαμβάνω. Δηλαδή το απολάμβανα. Ακούγεται περίεργο, αλλά όλος αυτός ο καπνός, κοκτέιλ από διάφορες ποικιλίες και τύπους, χωρίς το παραμικρό οικονομικό κόστος με έκανε να νιώθω νικητής, σα να ανοίγω το λάπτοπ εκεί που στέκομαι και κλατς, να βρίσκω ανοικτό δίκτυο. Εσείς δε θα κατεβάζατε όσες πιο πολλές τσόντες με νάνους μπορείτε; Φυσικά, όποτε μπορούσα απέφευγα να παίρνω καφέ ή ποτό στα μαγαζιά που πήγαινα για να ρουφήξω καπνό. Αλλιώς θα έμπαινα μέσα στα σίγουρα και όλο το εγχείρημα θα έχανε το νόημά του. Ομολογώ ότι είναι μια κακή συνήθεια, αλλά, τουλάχιστον, δεν είναι πιο κακή απ’ το ίδιο το κάπνισμα. Εγώ δεν κάνω κακό σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό μου. Δε βαριέσαι, όμως. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Ποιος θα ασχοληθεί σοβαρά μ’ εμάς τους παθητικούς;» Αυτές τις ημέρες (βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 2010), αρχίζει να εφαρμόζεται η νέα (θα είναι άραγε κι η τελευταία;) εκδοχή του νόμου που απαγορεύει το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους με ελάχιστες εξαιρέσεις πλέον. Συγκεκριμένα, καζίνο και καταστήματα άνω των 300 τμ, δηλαδή κάποια μπουζούκια, λαϊβάδικα και γαμοβαφτισάδικα έχουν οκτώ μήνες προθεσμία να διαχωρίσουν το χώρο τους σε καπνιστών και μη πριν αρχίσουν να πληρώνουν πρόστιμα (και καλά). Ο Νίκος δε συχνάζει σ’ αυτά τα μέρη, αφού η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. «Πώς θα διασκεδάζουμε εμείς τώρα; Που θα πηγαίνουμε για λίγο δανεικό καπνό; Έξω απ’ τα μαγαζιά δεν είναι το ίδιο. Ο καπνός μπερδεύεται με καυσαέριο, άσε που χάνεται πολύ γρήγορα στην ατμόσφαιρα. Εντάξει, για κάνα οχτάμηνο θα μπορούσαμε ν’ αλλάξουμε στέκια. Αλλά, ξέρετε πόσο πάει μια συναυλία σήμερα; Ένα μπουκάλι ουίσκι στα μπουζούκια; Σε γάμους και βαφτίσια πρέπει να πάρεις δώρο. Κι αν το μαγαζί είναι μικρό; Μένεις με τη μπομπονιέρα στο χέρι. Στο καζίνο, πάλι, ίσως και να πάω. Είναι και το ποτό τσάμπα και ρεφάρεις κάπως. Αλλά δεν πρέπει να παίξεις καθόλου γιατί... Είναι βέβαια κι οι λέσχες. Είναι καταγώγια κι ο καπνός γίνεται ντουμάνι. Παράδεισος. Αλλά εκεί δε μπορείς να μην παίξεις κι αν κάτσεις σε τραπέζι την έβαψες. Ξεβράκωτος θα φύγεις. Δύσκολη κατάσταση. Και μέσα στη γαμημένη την κρίση! Μια παρηγοριά είχαμε κι εμείς...» Τα μέτρα που απαγορεύουν το κάπνισμα σε κλειστούς δημόσιους χώρους ανακοινώνονται και ακυρώνονται εδώ και πολλά χρόνια από διάφορες κυβερνήσεις και υπουργούς. Σε κάθε ανακοίνωση τα τασάκια εξαφανίζονται απ’ τα τραπέζια, πριν κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους, δειλά δειλά, μόλις γίνει αντιληπτή η έλλειψη σοβαρότητας και η απροθυμία να εφαρμοστεί ο νόμος. Παροιμιώδης είναι η αποτυχία του μέτρου με τις διαφορετικές άδειες, τότε που κάποιος μπορούσε (υπό προϋποθέσεις) με μία αίτηση στο Δήμο, να διατηρεί μαγαζί που λειτουργεί νόμιμα ως «Καπνιστών». Η όλη διαδικασία δεν προχώρησε ποτέ πέρα απ’ το πρώτο στάδιο. Όλ’ αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τα μέτρα να προκαλούν γέλιο και δυσπιστία στο άκουσμά τους, ενώ τα νεύρα των πραγματικών θυμάτων αυτής της υπόθεσης, των αληθινών παθητικών καπνιστών, πάνε να σπάσουν. «Κοντεύω να τρελαθώ μ’ αυτήν την κατάσταση τόσα χρόνια τώρα. Σήμερα μου κόβουν τη μοναδική μου απόλαυση, αύριο μου την κόβουν, κάθε φορά νομίζω ότι είναι η τελευταία. Και μη νομίζετε ότι οι ενεργητικοί μας βλέπουν με συμπάθεια. Έχετε δει πως σε κοιτάζει στο καζίνο ο διπλανός αν κερδίσεις στον κουλοχέρη; Σα να του παίρνεις τα δικά του λεφτά. Έτσι και μ’ εμάς όταν μας πάρουν χαμπάρι. Εντάξει, είναι δικός τους ο καπνός. Αλλά αυτοί τον απελευθερώνουν στον αέρα κι εμείς νιώθουμε σαν τους παλιατζήδες που ψάχνουν στα σκουπίδια για παλιοσίδερα. Αυτό είμαστε. Παλιατζήδες. Κι εξαερισμός. Είμαστε ο εξαερισμός αυτού του σάπιου συστήματος, αλλά κανείς ποτέ δε ρωτά αν το φίλτρο μας χρειάζεται καθάρισμα. Παλιώνουμε και μας πετάνε χωρίς να μας κοιτάξουν καν. Αν υπήρχαν περισσότεροι από εμάς δεν θα υπήρχε το πρόβλημα εξαρχής. Δέκα πραγματικοί παθητικοί να είμασταν σε κάθε χώρο θα ρουφούσαμε μόνοι μας τον καπνό από εκατό άτομα. Αυτό είναι. Θα ‘πρεπε να μας πληρώνουν, να μας προσλαμβάνουν στα μαγαζιά. Να κάνουμε κι εμείς το χόμπι μας δουλειά σαν τους συγγραφείς. Να έχουμε ασφάλιση. Αρχίδια! Οι ασφαλιστικές δε θα το επέτρεπαν ποτέ αυτό. Το έχουμε καταλάβει το παιχνίδι τους...» Ο Νίκος δε θέλησε να μας μιλήσει περισσότερο. «Φτάνει», είπε, «Με βλέπουν όλοι σα φρικιό και κρατάν τον καπνό τους μέσα όταν περνώ από δίπλα. Κάποιος με έδειξε με αηδία και με αποκάλεσε λαθροκαπνιστή... Σε λίγο θα μας πουν και κλέφτες.» Πριν φύγει, του άναψα ένα τσιγάρο και τον παρότρυνα να δοκιμάσει μήπως και του αρέσει. Το αρνήθηκε ευγενικά. «Εδώ δεν το άρχισα στο στρατό», μου είπε φεύγοντας, «Θα το αρχίσω τώρα;» Κι ύστερα, ο περήφανος αυτός παθητικός καπνιστής χάθηκε αθόρυβα στο σκοτάδι ενός ξενυχτάδικου για τις τελευταίες ελεύθερες τζούρες του.


the primate eye read_me.txt

It’s Kind of a Funny Story

Ned Vizzini

Miramax-Hyperion, 2007 του Λουκά Τσουκνίδα

........................................................................................................................................................................................................ { b o o k s }

Για την πραγματική κατάθλιψη δε γνωρίζω απολύτως τίποτα. Ίσως φλέρταρα κι εγώ κατά καιρούς –στις προβλεπόμενες περιόδους ψυχολογικής αστάθειας, δηλαδή (εφηβεία, απόλυση απ’ το στρατό κλπ.)— με ήπια υποκατάστατά της, αλλά ποτέ μου δεν ένιωσα να βυθίζομαι πραγματικά στην ολοκληρωτική παραίτηση, την απώλεια κάθε είδους κινήτρου και την αδυναμία να βρω την απόλαυση σε οτιδήποτε, όπως τα περιγράφουν όσοι ξέρουν, έστω και τα βασικά. Ο Ned Vizzini πέρασε, στα 23 του, 5 ολόκληρες ημέρες στην ψυχιατρική πτέρυγα ενός νοσοκομείου όπου, υποθέτω, έζησε μια εμπειρία που τον ταρακούνησε σχετικά με το τι είναι κατάθλιψη, τι είναι τρέλα, τι είναι ο άνθρωπος κλπ. Τρία χρόνια μετά, η εμπειρία αυτή μετουσιώθηκε με τρυφερότητα, χιούμορ και σκωπτικότητα στο τρίτο του βιβλίο με τίτλο It’s Kind of a Funny Story. Η κάπως αστεία ιστορία του Ned Vizzini δεν αφορά έναν νεαρό ενήλικο, όπως ήταν εκείνος όταν νοσηλεύτηκε, αλλά έναν έφηβο. Ο Craig Gilner είναι ένας πιτσιρικάς που, απ’ ότι λεν όλοι, έχει καλό μυαλό και πολλές δυνατότητες. Όμως, αν και είναι καλός στα γράμματα, οι υπόλοιπες πτυχές της ζωής ενός εφήβου τον δυσκολεύουν αφάνταστα, κάτι που δε γίνεται καθόλου ευκολότερο απ’ τους φίλους του που δε μοιάζουν ν’ αγχώνονται ιδιαίτερα για όσα αγχώνεται εκείνος. Πάνω σ’ όλα, ακολουθώντας ένα ρεύμα που δεν επέλεξε συνειδητά, περνά τις σχετικές εξετάσεις και γίνεται δεκτός σ’ ένα Πρότυπο Λύκειο για νέους που θέλουν να προετοιμάσουν τη μελλοντική καριέρα τους σε οικονομικά και επιχειρήσεις. Απ’ την αρχή κιόλας, ο Craig αντιλαμβάνεται ότι η προσπάθεια που τον έκανε πρώτο μαθητή στο προηγούμενο σχολείο του και τον έφερε μέχρι εδώ δεν είναι επαρκής για να κρατηθεί στα ίδια επίπεδα στο νέο του, μακράν πιο απαιτητικό, εκπαιδευτικό ίδρυμα. Τα φίδια αρχίζουν να τον ζώνουν και, καθώς παραμένει αδρανής απέναντι στ’ άλλα του προβλήματα, το άγχος του γιγαντώνεται. Στο αποκορύφωμα αυτής της ασυνείδητης κατρακύλας έρχονται οι πρωτόγνωρες τάσεις αυτοκτονίας που, μετά από ένα ψύχραιμο τηλεφώνημα στη σχετικά γραμμή βοήθειας, τον φέρνουν στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου της περιοχής του. Εκεί, θα περάσει 5 ημέρες που θ’ αλλάξουν τη ζωή του, θα γνωρίσει όλων των ειδών τους «ασθενείς» και θα έχει την ανέλπιστη ευκαιρία να φλερτάρει χωρίς κρύους ιδρώτες και να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους φίλους του, εκείνους που η ψυχραιμία τους τροφοδοτούσε τον πανικό του... Ο Vizzini πήρε την προσωπική του εμπειρία, που είχε ρίζες στο άγχος του να ακολουθήσει το Be More Chill με ένα μυθιστόρημα εξίσου ενδιαφέρον και πετυχημένο, άλλαξε μερικά βασικά στοιχεία, πρόσθεσε και κάποια ακόμη κι έφτασε σε ένα αποτέλεσμα που, όπως και τα προηγούμενα, διαβάζεται και ως εγχειρίδιο για την εφηβεία, ακόμη και την παρατεταμένη. Καλογραμμένο, ευανάγνωστο, με έναν αξιαγάπητο κεντρικό χαρακτήρα που έχει άποψη για όλους και για όλα χωρίς να γίνεται εξυπνάκιας και που ποτέ του δε δίνει την εντύπωση ότι ανήκει εκεί όπου βρίσκεται. γονατισμένος για πρώτη φορά απ’ την πίεση της ζωής. Μαζί του, μέσα απ’ την υπέροχη αφήγηση του συγγραφέα, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί κι αυτός όσα ανακαλύπτει ο μικρός ή, απλώς, θυμάται όσα είχαν πάψει να τον ενδιαφέρουν, αφήνοντας τους μικρούς καρκίνους της ζωής του ν’ αλωνίζουν αθεράπευτοι. Ο τίτλος του βιβλίου δε θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος. Η περιπέτεια του Craig Gilner είναι κάπως αστεία όταν τη βλέπεις απ’ έξω, μα και κάπως πικρή όταν τη δεις από μέσα. Ή και τ’ ανάποδο. Δε θα μπορούσε όμως να μην είναι αισιόδοξη, αφού αποτέλεσε, η ίδια, τη διέξοδο του συγγραφέα της από μια παρόμοια κατάσταση. Ο Ned Vizzini νοσηλεύτηκε, είδε κι έγραψε.


read_me.txt

The Slap

Christos Tsiolkas Υπό Εμμανουήλ Αιμορροΐδου, άλλως καλουμένου Ιωάννου Παλαβού

Allen & Unwin, 2009

........................................................................................................................................................................................................ { b o o k s } Εν ω γράφονται αι γραμμαί αύται, σεμνή (και ελπίζομεν καλλίπυγε) αναγνώστρια, ο ελληνικής καταγωγής Αυστραλός συγγραφεύς κ. Χρίστος Τσιόλκας περιλαμβάνεται, μετά του πονήματός του The Slap, εις τον μακρύ κατάλογον δια το έγκυρον λογοτεχνικόν βραβείον Booker 2010. Ουδείς, ή μη ενδεχομένως ο σεβαστός κ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης και οι συν αυτώ ειδήμονες περί τα λογοτεχνικά, γιγνώσκει εάν ο κ. Τσιόλκας θέλει ιδεί το μυθιστόρημα αυτού και εις τον βραχύ κατάλογον. ωστόσον, πρόκειται περί σημαινούσης επιτυχίας δια συγγραφέαν, όστις, αφενός τυγχάνει ―έστω και εν μέρει μόνον― Έλλην, αφετέρου αντλεί την θεματικήν αυτού εκ της ελληνικής κουλτούρας. Ώστε τα ως άνω δεδομένα ωθούσιν την εμήν γραφίδα όπως ασχοληθή με το The Slap, όπως η χρηματοπιστωτική κρίσις ωθεί τους μετά πατρώων ευρώ επαναστάτας φοιτητάς ίνα συμμετάσχωσιν εις τας διαδηλώσεις και τους εν επαρχία ανέργους συμπολίτας μας ίνα μειώσωσιν εις μονοψήφιον αριθμόν τας καθ’ ημέραν αναλισκομένας μποτίλιας ζύθου. Το The Slap (ελληνιστί και δημοτικιστί «Το χαστούκιον», ιδέ και το ομώνυμον κόμικ του παρόντος περιοδικού), συνιστά πολυφωνικόν μυθιστόρημα, ορμώμενον εξ απλουστάτης τινός ιδέας: Μίαν εσπέραν, όμιλος συγγενών και φίλων συγκεντρούται εις τυπικήν τινά οικίαν εν τοις προαστίοις της Μελβούρνης δια το πατροπαράδοτον μπάρμπεκιου. Οικοδεσπόται εισίν ο Έκτωρ, άνδρας νεαράς ηλικίας, Έλλην μετανάστης δευτέρας γενεάς, και η σύζυγος αυτού Άισα, ήτις κατέρχεται εξ Αυστραλών Αβοριγίνων. Παρόντες εις την μικράν εορτήν εισίν οι γονείς του Έκτορος, η πλέον αγαπητή φίλη της Άισα, συνεργάται, φίλοι φίλων και οι παίδες αυτών ―εν όλω δώδεκα άνθρωποι. Αίφνης, μεσούντος του γεύματος, και εν ώ υφίσταται έντασις και υποδόριος ανταγωνισμός μεταξύ των προσκεκλημένων, ο Χάρης, εξάδελφος του Έκτορος, βάλλει δια της χειρός («χαστουκίζει», δημοτικιστί) τον τριών ετών υιόν της Ρόζι, φίλης τινός της Άισα. Ο δράστης δικαιολογεί εαυτόν λέγων ότι ο υιός της Ρόζι ηπείλει συνεχώς τον παίδα αυτού και ήτο μονίμως οχληρός. Η συνάντησις διαλύεται αυτοστιγμεί εν μέσω φωνασκίας. Η κυρίως πλοκή του μυθιστορήματος άρχεται εκ του σημείου τούτου. Η αφήγησις παρακολουθεί το επόμενον έτος του βίου των πρωταγωνιστών του ανακύψαντος μετά του χαστουκίου δράματος: η Ρόζι, μήτηρ του παιδός όστις εβλήθη, αποφασίζει όπως μηνύση τον Χάρη. Η αφήγησις εκάστου κεφαλαίου πραγματοποιείται εκ διαφόρου αφηγητού (εν συνόλω οκτώ) και περιγράφει τας αντιδράσεις ενός εκάστου εκ των παρόντων εις το μπάρμπεκιου έναντι της αποφάσεως της Ρόζι. Το The Slap είναι εν ευφυές έργον, γεγραμμένον αναμφιβόλως υπό ικανού συγγραφέως, επαρκούς χειριστού του ύφους και του θέματός αυτού. Ωστόσον, σχηματίζει τις την εντύπωσιν ότι εις ένια σημεία ο συγγραφεύς γράφει εντυπωσιοθηρικώς, αναφερόμενος αδιαλείπτως εις την βίαν, εις τας σεξουαλικάς ιδιαιτεροτήτας, και εν γένει, εις μιαν ατμοσφαίραν παρακμής, ήτις ουκ αναδύεται απαραιτήτως εκ των αφηγουμένων περιστάσεων, αλλά μάλλον εκ της ιδεολογικής ―ήγουν έξωθεν του κειμένου επιβαλλομένης― στάσεως του δημιουργού. Τα σημεία αύτα είναι τα πλέον αδύναμα του έργου. Ωστόσον, ουκ είσιν τόσα, ώστε να δικαιολογηθή τις όπως απορρίψη το μυθιστόρημα. Διότι, εν συνόλω, πρόκειται περί ειλικρινούς τινός καταθέσεως (έστω άνευ ουδεμίας προνοίας καλύψεως του εξ αριστερών δογματισμού) ενός διαθέτοντος ταλάντου δημιουργού, όστις, χειριζόμενος πρωτότυπον τι εύρημα, επιχειρεί όπως συνθέση μιαν ενδιαφέρουσαν τοιχογραφίαν της Αυστραλίας της σήμερον, εγείρων ποικίλα σημαίνοντα (ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά και σεξουαλικά) ζητήματα. Μόλον ότι η ανατομία αύτη της αυστραλιανής κοινωνίας ενδέχεται όπως ουκ ενδιαφέρει αμέσως το ελληνικόν αναγνωστικόν κοινόν, ασφαλώς τις αναγνωρίζει ρόλους, συνθήκας και καταστάσεις οικείας εις όλας τις δυτικάς κοινωνίας, και δια τούτο συστήνομεν και εις εσέ, σεμνή (και ελπίζομεν βαθύζωνε) αναγνώστρια, το αφήγημα τούτον. Άλλως τε, θα ήτο αναμφιβόλως λυπηρόν εάν αι γνώσεις ημών περί την Αυστραλίαν περιορίζοντο μόνον εις όσα ήδη περί αυτήν γιγνώσκομεν, ήτοι τον Κροκοδειλάκια.


read_me.txt

του Λουκά Τσουκνίδα

........................................................................................................................................................................................................ { m a g a z i n e s }

Θάνατος στον χίπστερ Time Out New York

http://newyork.timeout.com/articles/features/4840/why-the-hipstermust-die

τον Ralph Macchio στο τατάμι. Όμως, τι κι αν τον είδαμε με τα μάτια μας να σφαδάζει απ’ τον πόνο; Το νικητήριο «Χτύπημα του Γερανού» με το ένα πόδι ήταν πια αναπόφευκτο κι έτσι σαν άλλος Ιούδας, ο Zabka έδωσε στην Ιστορία την κλωτσιά που απαιτούνταν για να προχωρήσει, πριν ο ίδιος αποσυρθεί στα μαύρα της κατάστιχα. Η Lori Ann White μίλησε μαζί του και περιέσωσε λίγη απ’ την υστεροφημία του. Sweep the leg Johnny...

Σκυλιά ποζέρια Intelligent Life

http://moreintelligentlife.com/gallery/dogs-0

Ο νεόπλουτος εκφύλισε τη χλιδή, ο νέο-επαναστάτης εκφύλισε την επανάσταση κι ο νέο-χίπστερ διέλυσε το cool. Που; Στη Νέα Υόρκη, την πόλη που γέννησε τους χίπστερς κι η οποία βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αφού τα λοφτ που άλλοτε ήταν λίκνο των αισθητικών ανατροπών και του εναλλακτικού λάιφ-στάιλ, τώρα λυμαίνονται οι κατά φαντασίαν γαμάτοι. Όχι, δεν είναι ιδέα σου. Oι λέξεις «ανατροπή» κι «εναλλακτικός» μοιάζουν και ακούγονται γελοίες. Τα πάντα είναι στιλ, η οργή βράζει, κάποιος πρέπει να πληρώσει κι ο Christian Lorentzen μας καλεί στα όπλα. Φωτό: Η παραπάνω φωτογράφιση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Paste, το Νοέμβριο του 2009.

Η επιβίωση του Τύπου

Columbia Journalism Review

http://www.cjr.org/cover_story/a_second_chance.php?page=all Ο Τύπος περνά κρίση ταυτότητας και ψάχνει τον τρόπο να κολυμπήσει και πάλι στα παλιά καλά κονδύλια των διαφημιστικών εταιρειών, μιας και η ηλεκτρονική εποχή άλλαξε τα δεδομένα όσον αφορά το τι είναι τσάμπα και τι όχι. Γενιές και γενιές αναγνωστών μαθαίνουν να μην πληρώνουν για τις ειδήσεις τους και να τιμωρούν όσους δυσκολεύουν τις βουτιές τους από μέσο σε μέσο στην πάντα ήρεμη θάλασσα του ίντερνετ. Ο Curtis Brainard διερευνά τις προοπτικές στην αγορά των e-readers και επιστά την προσοχή στη συντονισμένη προσπάθεια των εκδοτικών κολοσσών να ελέγξουν την φημολογούμενη επανάσταση και να θέσουν τις νέες προδιαγραφές.

Δώστου το πόδι στο χέρι Kung Fu Magazine

http://www.kungfumagazine.com/ezine/article.php?article=899 Ο William Zabka έφτασε στο απώγειο της καριέρας του όταν με το δολοφονικό του τάκλιν, μετά από προτροπή του δασκάλου του, σώριασε

Ένα ουγγρικό τσοπανόσκυλο στέκεται στον αέρα σαν ιπτάμενη σφουγγαρίστρα καθώς τρέχει χαρούμενο στην αγκαλιά του ιδιοκτήτη του. Όπως κι οι άνθρωποι, τα σκυλιά κυκλοφορούν σε διάφορες ποικιλίες. Ο φωτογράφος Tim Flach βρήκε κάποιες απ’ αυτές αρκετά ενδιαφέρουσες, ώστε να αποτελέσουν το νέο πρότζεκτ του, μια εκπληκτική συλλογή από απεικονίσεις σκύλων που χαρακτηρίζονται από καθηλωτική ευκρίνεια και τρομερή εκφραστικότητα. Φωτό: Ο μικρός ποζάρει στο φακό του Tim Flach, που βρίσκεται κάτω απ’ τα πόδια του αφεντικού του.

Το σταριλίκι στο Μεξικό n+1

http://nplusonemag.com/the-red-carpet Η δημοφιλής κουλτούρα δανείστηκε πολύ νωρίς εικόνες και μύθους απ’ τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος, πριν αρχίσει να δανείζει κι εκείνη με τη σειρά της στις πιο σύγχρονες εκδοχές της σχετικής κουλτούρας. Το Μεξικό βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό σε «εμπόλεμη» κατάσταση μεταξύ του στρατού και των τεράστιων καρτέλ του εμπορίου ναρκωτικών. Παρ’ όλ’ αυτά, ο εκάστοτε αρχιγκάνγκστερ είναι ένας σελέμπριτι ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις, που από στόμα σε στόμα βοηθούν στην εξάπλωση των μύθων γύρω απ’ το πάντα γλαφυρό όνομά του και


read_me.txt ........................................................................................................................................................................................................ { m a g a z i n e s } γράφουν λαϊκότροπες ωδές στα κατορθώματά του. Ο Juan Villoro μιλά για την εκφυλιστική δράση της κουλτούρας του εγκλήματος πάνω στην κουτλούρα του λαού του Μεξικού.

Άνθρωποι και τέρατα New Statesman

http://www.newstatesman.com/ideas/2010/04/evil-social-essayhuman-case Ένας ανήλικος εκληματίας χαρακτηρίζεται ως ενσάρκωση του κακού απ’ τον αστυνομικό που τον συλλαμβάνει. Αυτομάτως, οι πιθανές αιτίες που τον οδήγησαν στην πράξη του δεν έχουν πια σημασία κι η κοινωνία απαλάσσεται απ’ τον κόπο της διερεύνησης. Άλλωστε, όποιος ψάχνει βρίσκει κι όσα βρίσκει δεν είναι πάντα αυτά που θα ήθελε. Ο Terry Eagleton μοιράζεται με τους αναγνώστες του New Statesman μερικές απ’ τις σκέψεις του γύρω απ’ το τι είναι «Κακό», σκέψεις που αναλύει πολύ πιο εκτενώς στο τελευταίο βιβλίο του.

Τι έκανες στον πόλεμο φωτογράφε; Frieze

http://www.frieze.com/issue/article/shooting_gallery/

Μια κοινωνία μετά το σεισμό New York Times Magazine

http://www.nytimes.com/2010/05/09/magazine/09widows-t.html?_ r=3&ref=magazine&pagewanted=all Τον Μάιο του 2008, η κινέζικη επαρχία του Σιτσουάν χτυπήθηκε από σεισμό 7.9 ρίχτερ με ανυπολόγιστες υλικές ζημιές και δεκάδες χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες. Η επόμενη μέρα βρήκε έναν τεράστιο πληθυσμό από χήρες και χήρους να θρηνούν τους νεκρούς τους χωρίς διάθεση να ξαναχτίσουν τη διαλυμένη πρότερη κοινωνική δομή του τόπου τους. Η λύση δόθηκε από μια νεοσύστατη κρατική υπηρεσία που με σειρά συνοικεσίων ξεκίνησε να φτιάχνει νέες οικογένειες απ’ τα ερείπια των προηγούμενων. Αν ορθοποδήσουν οι άνθρωποι, τότε οι τοίχοι ξαναχτίζονται πολύ πιο εύκολα.

Η επιστήμη χρειάζεται τους συκοφάντες Wired

http://www.wired.com/magazine/2010/08/mf_qa_singh/ Πριν από κάμποσο καιρό, ο επιστήμονας και δημοσιογράφος Simon Singh βρέθηκε στο εδώλιο των βρετανικών δικαστηρίων επειδή έγραψε σε άρθρο του στον Guardian ότι οι ισχυρισμοί της Ένωσης Χειροπρακτικής περί θεραπείας του άσθματος είναι αστήρικτοι. Μπροστά στον πολύ αυστηρό, για κάθε υπόλογο, βρετανικό νόμο περί συκοφαντίας, ο Singh έπρεπε ν’ αποδείξει ότι δεν είναι ένας ελέφαντας που ποδοπατά μυρμήγκια. Με πολλή υπομονή και πολλά έξοδα, τα κατάφερε και τώρα μιλά στον Robert Capps για όσα κλήθηκε να υπερασπιστεί κι είναι μεγαλύτερα απ’ την προσωπική του υπόθεση: «Πρέπει ν’ αποφασίσεις ποιους εμπιστεύεσαι πριν αποφασίσεις τι θα πιστέψεις.»

Η κληρονομιά του ρατσιστή Intelligence Report

http://www.splcenter.org/get-informed/intelligence-report/browse-allissues/2009/winter/children-of-hate

Οι φωτογραφίες που φτάνουν στα μάτια μας από μια εμπόλεμη ζώνη, είτε πρόκειται για φωτορεπορτάζ είτε για πρώτες ύλες κάποιου καλλιτεχνικού έργου είτε για απλές αναμνήσεις όσων βρίσκονται εκεί ως άμεσα εμπλεκόμενοι, δεν παύουν να είναι αμφιλεγόμενες από διάφορες απόψεις και να πυροδοτούν διάφορες ερμηνείες. Η στιγμή του κλικ και το πλαίσιο που την περιβάλλει δεν διαχωρίζεται έτσι απλά απ’ την ίδια τη φωτογραφία και συχνά, αποτελεί μεγαλύτερη φρίκη από ‘κείνη που μπορεί ν’ απεικονίζεται σ’ αυτήν. Η Christy Lange διερευνά υπέροχα το θέμα μέσα από απτά παραδείγματα όλων των ειδών. Φωτό: Μια πραγματική φωτογραφία του David Guttenfelder απ’ το μέτωπο του Αφγανιστάν. Κι εκεί με το μποξεράκι ο παλιός (!!!).

Είναι πολύ εύκολο ν’ αποκυρήσσεις το ρατσισμό από μακριά και ν’ αραδιάζεις ευχολόγια περί εξάλειψής του. Τι κάνεις όμως όταν ο ίδιος σου ο πατέρας εξασκεί τη ρατσιστική βία και προσπαθεί να σε εμποτίσει με την μισαλλόδοξη ιδεολογία του; Η Sonia Scherr αφηγείται τις ιστορίες τριών ανθρώπων που, απ’ την πατρική καθοδήγηση, πήραν τ’ αντίθετα μυνήματα κι έκτοτε μάχονται ενάντια σε όσα είδαν και άκουσαν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Η σύγχρονη πανάκεια Foreign Policy

http://www.foreignpolicy.com/articles/2010/04/26/think_again_the_ internet?page=full Στην εποχή της επανάστασης του κλικ, μία ομάδα θετικής ενέργειας θέλει να μας πείσει ότι το ίντερνετ είναι περισσότερο φάρμακο παρά εργαλείο. Ο Evgeny Morozov μας θυμίζει ότι στους αγώνες για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπάρχουν εύκολοι δρόμοι και τα εργαλεία δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, απλώς χρήσιμα. Τόσο στα χέρια των καλών όσο και στα χέρια των κακών.


ape_with_skull

του Γιώργου Πασχαλίδη

Το μπαλόνι Εικονογράφηση: Αντωνία Γρίβα (http://www.antoniagriva.com/)

Το λούνα παρκ δεν ήταν μόνιμο. Ερχόταν μια φορά το χρόνο, όταν έμπαινε η Άνοιξη και έφευγε αρχές Σεπτέμβρη. Όπως όλα τα περιοδικά φαινόμενα, είχε μπει για τα καλά στη ζωή της μικρής πόλης. Π.χ., μπορεί να μη θυμόσουν πότε ήταν που ο Γιάννης ο Μιλφέιγ —πιο πιθανό ήταν να πετύχεις τον Γιάννη με ένα μιλφέιγ στο χέρι παρά έναν καπνιστή με τσιγάρο, τόσο πολύ του αρέσουν και δεν τον νοιάζει καθόλου που πασπαλίζεται και γίνεται χάλια με την άχνη— έπεσε από τον τρίτο όροφο με το κεφάλι και από τότε παθαίνει παροδικές αμνησίες και εξαφανίζεται για ώρες ολόκληρες, άλλοτε και για μέρες, μαζί με το μιλφέιγ του. Μπορεί να μην θυμόσουν, αλλά το ‘βρισκες χονδρικά —είχαμε τότε το λούνα παρκ ή δεν είχαμε; Αν δεν είχαμε, θα ήταν Φθινόπωρο ή Χειμώνας, αν είχαμε, θα ήταν Άνοιξη ή Καλοκαίρι. Κάπως έτσι, χονδρικά και αλάνθαστα. Το λούνα παρκ, λοιπόν, ήταν κανονικό με απ’ όλα. Και τρενάκι του τρόμου και ρόδα και παιχνίδια κερδίζεις-ένα-αρκουδάκι-αν-βρεις-τοστόχο και και και... Δυσανάλογα μεγάλο και πλούσιο σε σχέση με το μέγεθος της μικρής πόλης, η οποία ήταν ακόμη πιο μικρή και απ’ όσο μαρτυρούσε ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων της γιατί ήταν μια πόλη όπου δεν συνέβαιναν πολλά πλην του πιο σημαντικού: της ζωής που γεννιέται, στροβιλίζεται, μυρίζει, τραγουδάει, αγαπάει, μισεί, ξεχνάει, θυμάται, επουλώνει, πληγώνει, πονάει και περνάει. Σ’ αυτό το λούνα παρκ μπήκε ένα απόγευμα προς βραδάκι ο κύριος Αλέκος, αφού έκλεισε το μαγαζί του. Ήταν ένας σοβαρός κύριος, γύρω στα εξηνταπέντε, καλοστεκούμενος και χήρος. Η ζωή της κυρίας Ιουλίας είχε πονέσει και είχε περάσει πριν ένα χρόνο. Καρκίνος η ιατρική διάγνωση. «Έτσι μας το’ χε γραμμένο», η καρμική διάγνωση του κυρίου Αλέκου, ο οποίος από τότε που την έχασε, δεν έχασε τα πάντα —ποτέ δεν χάνεις τα πάντα— αλλά έχασε τα περισσότερα. Παιδιά δεν είχαν κάνει. «Έτσι μας το ‘χε γραμμένο». Ο κύριος Αλέκος έκανε, απλώς, τη βόλτα του. Δεν είχε όρεξη να γυρίσει στο σπίτι και είπε να μπει στο λούνα παρκ, αφού δεν το είχε επισκεφτεί ποτέ —δεν είχε και παιδιά βλέπεις, ούτε ανηψάκια να τα πάει βόλτα, να τ’ ανεβάσει στα συγκρουόμενα, να τα κεράσει μαλλί της γριάς κι αυτά να γελάνε, να γελάνε, να γελάνε κι αυτός να γελά, όχι τόσο δυνατά, αλλά πολύ πιο βαθιά και ψυχοκαθαρτικά. Περπατούσε μέσα στο λούνα παρκ και κοίταζε δεξιά και αριστερά, δεν έβλεπε όμως, απλά κοίταζε γιατί σκεφτόταν άλλα. Δεν είχε κόσμο, ήταν νωρίς κι ούτε είχε καλά-καλά σκοτεινιάσει.

«Πάρτε ένα μπαλόνι κύριε», το μικρό τσιγγανάκι πρότεινε το μεταξωτό κορδόνι ενός μπαλονιού, απ’ αυτά που είναι γεμάτα Ήλιο και άμα τους κάνεις μια τρύπα και το ρουφήξεις μιλάς σαν τον Ντόναλντ Ντακ. «Πάρτε ένα μπαλόνι κύριε». «Τι να το κάνω παιδί μου;», είπε ευγενικά και χαμογέλασε ο κύριος Αλέκος. «Ε, το μπαλόνι είναι μπαλόνι και μπορείτε να το κάνετε ό,τι θέλετε κύριε.» «Ό,τι θέλω;» «Ε, ναι. Αφού θα το αγοράσετε, ό,τι θέλετε μπορείτε να το κάνετε.» «Εσύ τι τα κάνεις όλα αυτά τα μπαλόνια;» «Τα πουλάω. Αλλά κρατάω και ένα στα τόσα για μένα και το κάνω ό,τι θέλω. Να, πάρτε αυτό εδώ. Είναι το καλύτερο που έχω», απάντησε το τσιγγανάκι και του πρότεινε ένα άλλο μπαλόνι, όχι τόσο μεγάλο ούτε και τόσο όμορφο και φανταχτερό όσο το προηγούμενο. Εκείνος χαμογέλασε, πλήρωσε και συνέχισε τη βόλτα του με το μπαλόνι στο χέρι, να ίπταται από πάνω του σαν τόνος στη λέξη «κεφάλι». Περπατούσε με το μπαλόνι του ο κύριος Αλέκος και σκεφτόταν. Βασικά, σκεφτόταν την κυρία Ιουλία. Ήταν μία απ’ αυτές τις μέρες που τη σκεφτόταν συνέχεια. Όχι ότι τις άλλες δεν τη σκεφτόταν συνέχεια, αλλά κάποιες μέρες τη σκεφτόταν συ-νέ-χει-α. Καθώς περπάταγε, αισθανόταν το μπαλόνι του να τον τραβάει προς τα πάνω. «Κοίτα να δεις το άτιμο και φαινόταν ψιλοτζούφιο», μουρμούρισε. «Δίκιο είχε ο πιτσιρικάς, το καλύτερο μου έδωσε». Και όσο σκεφτόταν, τόσο τον τράβαγε το μπαλόνι του. Και σαν να φούσκωνε κι’ άλλο. Τότε που την είδε για πρώτη φορά. Και φούσκωνε το μπαλόνι. Τότε που βρεθήκανε για πρώτη φορά οι δυο τους. Και φούσκωνε. Όταν πρωτοφιληθήκανε. Φφφφφφφ! Όταν κάνανε για πρώτη φορά έρωτα. Φφφφφφφ! Ο γάμος. Φφφφφφφ! Τα παιδιά που δεν κάνανε ποτέ. Τρία θέλανε. Δυο κορίτσια κι’ ένα αγοράκι. Φφφφφφφ! Φφφφφφφ! Φφφφφφφ! Αλλά ο κύριος Αλέκος δεν το άφηνε το μπαλόνι του κι έτσι, εκείνο το βράδυ, ξεκόλλησε σιγά-σιγά απ’ το χώμα της μικρής πόλης, απ’ την οποία δεν ξεκολλάς και τόσο εύκολα και άρχισε να πετάει και όσο πετούσε γελούσε και όλο και σκεφτόταν την κυρία Ιουλία και, αντί να κλαίει, γελούσε και τη σκεφτόταν ακόμα πιο έντονα και γελούσε ξανά. Το άρωμά της, το βλέμμα της, την ελιά στην πλάτη της, και ανέβαινε γελώντας όλο και πιο ψηλά. Τόσο, που από το έδαφος δεν διέκρινες παρά μια μικρή ξεκαρδισμένη κουκίδα. Για μια στιγμή νόμισε ότι είδε και τον Γιάννη τον Μιλφέιγ εκεί πάνω. Στο ένα χέρι κρατούσε το μιλφέιγ του και στο άλλο το δικό του μπαλόνι. Από ‘κείνα που μπορείς να τα κάνεις ό,τι θέλεις.


Το τσίγκινο αγόρι της Αλέξιας Συμβουλίδου

Το τσίγκινο αγόρι δεν είχε ποτέ καλή διάθεση. Αλλά ούτε και κακή. Και αυτό το έκανε εντελώς συνειδητά. Έπρεπε να αποφεύγει οποιαδήποτε συγκίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει τους δακρυγόνους αδένες του να λειτουργήσουν, γιατί αλλιώς κινδύνευε να γεράσει πρόωρα και να πεθάνει από σκουριά.

εξής, θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός με τις συγκινήσεις. Επιπλέον, δε θα ‘πρεπε να είναι και μόνος. Θα ‘πρεπε να υπάρχει κάποιος να τον προσέχει. Να τον φροντίσει σε περίπτωση που η ομορφιά ή η ασχήμια αυτού του μαγικού πλανήτη τον ταράξουν πάλι. Έτσι, αποφάσισε να βρει μια φίλη.

Έμενε στο υπόγειο ενός εργοστασίου, στην αποθήκη, μέσα σε ένα κουτί με επένδυση από φελιζόλ. Όταν αποφάσισαν οι ιδιοκτήτες να βάψουν μ’ ένα έντονο κόκκινο τους σωλήνες εξαερισμού, στα πλαίσια της συντήρησης του εργοστασίου, το τσίγκινο αγόρι αντιμετώπισε τεράστια προβλήματα. Οι κόκκινες γραμμές τύλιγαν τους τοίχους και το πάτωμα, μπλέκονταν μεταξύ τους, μεγάλωναν και μίκραιναν, εξαφανίζονταν μέσα σε τρύπες και εμφανίζονταν λίγο πιο κάτω. Το περιβάλλον από μουντό, γκρίζο, αδιάφορο και ακίνδυνο, έγινε τόσο ποιητικό, που το τσίγκινο αγόρι δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει από το ξάφνιασμα και το δέος. Ένιωθε ότι οι κόκκινοι σωλήνες ήταν ο παράδεισος.

Έβαλε, λοιπόν, μια αγγελία σε μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας και ζητούσε συγκάτοικο για το χαρτόκουτό του. Πέρασαν πολλές χαριτωμένες δεσποινίδες: μια δαχτυλήθρα γεμάτη χαριτωμένες λακκουβίτσες, μια μοιραία ψηλόλιγνη χαρτοκόπτης, μια υπέροχη φωτεινή λάμπα του δρόμου από μαντέμι. Όλες αυτές οι δεσποινίδες ξετρέλαναν το τσίγκινο αγόρι, όμως ήξερε πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να μείνει μαζί τους γιατί θα του προκαλούσαν, αναπόφευκτα, ταραχές και συγκινήσεις επικίνδυνες για την ευαίσθητη κράση του. Έτσι, κατέληξε να συγκατοικεί με μια παντελώς αδιάφορη καρτέλα για κουπόνια του σούπερ μάρκετ, με την οποία περνούσε καθησυχαστικά βαρετά. Πήγαιναν βόλτες στο πάρκο με τα αναμενόμενα περιστέρια και τις αναμενόμενες μουριές, έτρωγαν αναμενόμενα κατεψυγμένα γεύματα, πήγαιναν αναμενόμενες διακοπές, δυο βδομάδες κάθε καλοκαίρι στον πάνω όροφο του εργοστασίου, όπου ακόμη οι σωλήνες εξαερισμού ήταν γκρι.

Όταν συνήθισε το νέο περιβάλλον, διαπίστωσε ότι μια μεγάλη κηλίδα σκουριάς είχε σημαδέψει το στέρνο του. Από τον τρόμο, άρχισε πάλι να κλαίει και η σκουριά όλο και απλωνόταν. Ήταν τόσο έντρομο, που δεν μπορούσε καν να φωνάξει «βοήθεια». Για καλή του τύχη, ένας αρουραίος που ζούσε κι αυτός στην άλλη πλευρά της αποθήκης, το βρήκε ψάχνοντας για φαγητό. Άρχισε να τρίβει τη γούνα του πάνω στο τσίγκινο αγόρι, μέχρι που το στέγνωσε τελείως. Τότε, εκείνο ηρέμησε κάπως και πήγε στο κοντινότερο συνεργείο αυτοκινήτων για να τον γυαλίσουν, να τον στιλβώσουν και να τον βάψουν. Ήξερε, όμως, πολύ καλά ότι η φθορά είχε απλώς καλυφθεί και στο

Κάποια στιγμή βέβαια η καρτέλα κουπονιών βαρέθηκε θανάσιμα και ένιωσε ότι έπρεπε να γεμίσει κουπόνια και έτσι παράτησε το τσίγκινο αγόρι, πράγμα τελείως ακίνδυνο, μιας που του ήταν παγερά αδιάφορη. Υπέγραψε το αναμενόμενο πρόγραμμα μιας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της σκουριάς και δεν πέθανε ποτέ, αλλά ζει γυαλιστερός, παγωμένος και προφυλαγμένος στο φελιζολένιο του κουτί μέχρι και σήμερα.


Ένας ιάπ ω νας παλεύει στη Ν έα Υ ό ρκη

............................................................................................................................................................................................. του Alex Carnevale // Εικονογράφηση: Πέτρος Χριστούλιας Μετάφραση: Ελένη Μπασαγιάννη Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό n+1 με τον τίτλο Arigato, Kobashi Japanese wrestling comes to New York το Νοέμβριο του 2005. Μεταφράστηκε και αναδημοσιεύεται με την ευγενική άδεια του περιοδικού και του αρθρογράφου.

Ένας παλι ό ς κι ένας νέος θ ρύλος του κατς , ένας ιάπ ω νας κι ένας αμερικάνος , χτυπή θ ηκαν κάποτε στη Ν έα Υ ό ρκη . Ένας γνήσιος οπαδ ό ς περιγρά φ ει κι ε ξ ηγεί . . . Στην Ιαπωνία, ο Kenta Kobashi είναι ένας ζωντανός θρύλος σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να πείθει τους θεατές ότι παρακολουθούν μια πραγματική μάχη. Ο απαθής Kobashi με το τεράστιο στήθος, έχει ύψος 189 εκατοστά, ζυγίζει 99 κιλά και διαθέτει γκριμάτσες που θα έκαναν τον Jim Carrey να λουφάξει. Αν τον βλέπαμε ως κάποιο γιαπωνέζικο αρχέτυπο αυτό θα ήταν του ατρόμητου πολεμιστή, παρόλο που στο ρινγκ, έναν χώρο εκφραστικών υπερβολών, η σοβαρή πόζα δε θα κρατούσε για πολύ. Αυτό το ασυνήθιστα ζεστό βράδυ του Οκτώβρη, εισβάλλει στη αίθουσα χορού του ξενοδοχείου New Yorker, στην 8η λεωφόρο, φορώντας μαύρη ρόμπα και κόκκινα εσώρουχα. Το πλήθος κραυγάζει τ’ όνομά του καθώς πηδά μέσα στο ρινγκ. Στέκεται απέναντι απ’ τον αντίπαλό του, τον Joe Seannoa, και χτυπά την παλάμη του πάνω στο σουμοειδές στήθος του «Samoa» Joe. Το πλήθος ξεσπά. Στην μακρινή πατρίδα του, ο Kobashi παλεύει μπροστά σε 20.000 και βάλε οπαδούς, αλλά η σάλα του New Yorker είναι μικρή, πιο κατάλληλη για πάρτι γενεθλίων. Δύο με δυόμιση μέτρα πάνω απ’ τους μονομάχους κρέμεται ένας φανταχτερός γυάλινος πολυέλαιος που, λίγες ώρες πριν, είχε ξύσει το κεφάλι ενός «δεύτερου» παλαιστή την στιγμή που εκτελούσε μια κατακόρυφη λαβή πτώσης απ’ την κορυφή των σχοινιών, ένα top-rope suplex (1). Στο διάλειμμα, ένας σεκιουριτάς λέει σε κάποιον θεατή: «Έτσι κι έρθουν για έλεγχο πυρα-

σφάλειας, ας ελπίσουμε να είναι μετά τον αγώνα». Οι αμερικάνοι διοργανωτές που φιλοξενούν τους αποψινούς αγώνες, με το πομπώδες προσωνύμιο Ring of Honor, έχουν ως κανόνα τους οι αντίπαλοι να ανταλλάσσουν χειραψία πριν το ματς, αφού πρώτα, στα παρασκήνια, έχουν συνεννοηθεί και για την παραμικρή λεπτομέρεια. Καθώς ο τριανταοχτάρης Kobashi έμπαινε στο ρινγκ, νομίζω ότι είδα τον εικοσιεξάχρονο Seannoa να χαμογελά. Όπως και οι 700 θεατές που είχαν στοιβαχτεί μέσα στην αίθουσα, έτσι και ο Joe γνώριζε καλά τις θρυλικές ικανότητες του αντιπάλου του από το διαδίκτυο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στην αυγή της γιγάντωσης του εμπορίου βίντεο με αγώνες κατς, δημιουργήθηκε μια τάξη αρρωστημένα αφοσιωμένων οπαδών που επιθυμούσαν διακαώς να ξεχωρίσουν απ’ τα «πρόβατα», όσους, δηλαδή, έρχονται απλώς για να ζητωκραυγάσουν τους δικούς τους ή να κράξουν τους αντιπάλους. Αντίθετα, η νέα αυτή συνωμοταξία «έξυπνων» θεατών χωνόταν όλο και περισσότερο στις παρασκηνιακές λεπτομέρειες αυτού του εξαιρετικά μυστικοπαθούς χώρου. Το κατς απόκτησε τον πρώτο του έγκριτο αθλητικογράφο, τον καλιφορνέζο Dave Meltzer, που κάλυπτε αγώνες σε παγκόσμιο επίπεδο, δείχνοντας στους αναγνώστες του ότι οι καλύτεροι αγώνες πάλης γίνονται χιλιάδες μίλια μακριά απ’ τα σπίτια τους. Το περιοδικό του Meltzer, το Wrestling Observer, αποκάλυψε τα «μαγειρέματα» της παγκόσμιας βιομηχανίας της θεαματικής πάλης, με τρόπο που


δεν είχε ξαναγίνει. Ο Meltzer εξελίχθηκε σ’ αυτό που λέμε «ειδήμων της πάλης», εμπνέοντας λεγεώνες οπαδών που ανυπομονούσαν να γίνουν κι εκείνοι... ειδήμονες. Ένας από τους νεόκοπους αυτοανακυρηχθέντες ειδικούς ήταν κι ο καναδός μαθηματικός Herb Kunze που υιοθέτησε και διέδωσε το σύστημα των 5 αστέρων (το οποίο επινόησε ο Norm Dooley, υπογράφων του Weasel’s World, ενός newsletter για το κατς) κατά το οποίο οι αγώνες βαθμολογούνται σύμφωνα με την καλλιτεχνική τους αξία. Αθλητικογράφοι σαν τον Kunze περιέγραφαν περίτεχνα τις δυσκολίες της «προπαρασκευής» αγώνων όπως αυτός του Kobashi εναντίον του Joe. Οι καλύτεροι αγώνες, σύμφωνα με τον Kunze, είναι αυτοί στους οποίους «η ψυχολογία τους επηρεάζεται από προηγούμενα ματς». Έτσι, οι προσδοκίες των οπαδών, ιδίως ενός πλήθους τόσο έμπειρου όσο αυτό του συγκεκριμένου αγώνα, έχουν μεταλλαχθεί με τον τρόπο που ο Roland Barthes εξηγεί στις Μυθολογίες του: μια γροθιά δεν είναι απλώς μια γροθιά –είναι μια αναφορά σε γροθιές του παρελθόντος, προηγούμενους αγώνες και καταστάσεις, η οποία διαμορφώνει ένα τμήμα ενός περίπλοκου δικτύου υπαινιγμών και αφηγήσεων. Ο δικός μου ενθουσιασμός για την εμφάνιση του Kobashi πήγαζε κυρίως απ’ τις βιντοκασέτες που κατέφθαναν σπίτι μου σε καφέ χαρτόκουτα, όπως το πορνογραφικό υλικό στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Δεν είχε σημασία που οι εκφωνητές μιλούσαν ακατάληπτα. Ούτε ό,τι το να ξεχωρίσεις τους συμμετέχοντες σε κάθε αγώνα σου ‘παιρνε όσο χρόνο χρειαζόσουν για να τον παρακολουθήσεις. Σε εκείνες τις κινούμενες εικόνες ο Kobashi ήταν ένας γνήσιος θρύλος κι η περσόνα του, αυτή του Σούπερμαν που αρνείται να πεθάνει, εμπλουτιζόταν απ’ το θλιβερό γεγονός ότι δούλευε με σοβαρό πρόβλημα στα γόνατα, ένα επίμονο τραύμα που σχεδόν τερμάτισε την καριέρα του το 2001 και θα τον κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη του ζωή. Είναι περιβόητος για τις ατελείωτες μάχες του με τον, άλλοτε δάσκαλό του, Mitsuhara Misawa. Αυτοί οι αγώνες θεωρούνται από τους πιουρίστες ως οι πιο απολαυστικοί, αισθητικά, που έλαβαν ποτέ χώρα σε καναβάτσο. Ενώ οι μπρατσωμένοι παιδοβούβαλοι, όπως ο Hulk Hogan και ο Ultimate Warrior, έπρεπε να δουλέψουν κάθε κίνηση του περίφημου αγώνα τους στο Wrestlemania VI κάνοντας ξανά και ξανά πρόβες υπό την επίβλεψη των διοργανωτών, οι στρατηγοί του ρινγκ, της κλάσης του Kenta Kobashi και του νεαρού δεξιοτέχνη Samoa Joe, αυτοσχεδιάζουν. Απόψε, αντλούν ενέργεια απ’ το κοινό κι επιχειρούν με άνεση σοκαριστικές κινήσεις, πολύπλοκες στη σύνθεση και ευχάριστα βίαιες στην εκτέλεσή τους. Ένα παράδειγμα: μια συνηθισμένη στρατηγική του Joe είναι να «τοποθετεί» τον αντίπαλό του σε μια καρέκλα έξω από το ρινγκ. Αφήνοντάς τον εκεί ανήμπορο, τρέχει κατά πάνω του και «φυτεύει» το πόδι του στο πρόσωπο του εχθρού. Σήμερα όμως, ο Kobashi, προβλέποντας τη κίνηση του Joe, τον αποκρούει κάνοντας τον να στριφογυρίσει στον αέρα προς τα πίσω, σκορπίζοντας τα 112 κιλά του στην πρώτη σειρά. Λίγα λεπτά αργότερα, ο βαρύς Joe, χωρίς δεύτερη σκέψη, εκτοξεύει το σώμα του από το μεσαίο σκοινί του ρινγκ και προσγειώνεται πάνω στον Kobashi που με δυσκολία αναπνέει. Το κοινό τρελαίνεται. Δεν είναι καθόλου εύκολο να διοργανωθεί ένας αγώνας κατς που να προκαλεί αντίδραση σαν κι αυτή που προκαλούν ο Kobashi κι ο Joe σ’ αυτό το εξαντλημένο, απαιτητικό κοινό. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 το μόνο που απαιτούνταν από έναν καλό «εργαζόμενο», με όρους κατς, ήταν να παίρνει στεροειδή και να έχει σφυγμό. Με την έλευση των εβδομαδιαίων τηλεοπτικών εκπομπών όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί της περσόνας του «Face» (ο «καλός») κι εκείνης του «Heel» (ο «κακός») έχουν επαναληφθεί ξανά και ξανά, ενώ ο ανταγωνισμός εντός του ρινγκ έχει γίνει απίστευτα βίαιος και αθλητικός, ομοιάζοντας όλο και περισσότερο στην ιαπωνική εκδοχή. Σ’ αυτή

την αναμέτρηση μεταξύ Joe και Kobashi δεν είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός». Ο Joe είναι ο ντόπιος ήρωας κι επιλέχθηκε να αντιμετωπίσει τον Kobashi λόγω του παρόμοιου τρόπου πάλης τους που, στην Ιαπωνία, λέγεται «δυνατό στυλ» και απαιτεί την εφαρμογή πραγματικής δύναμης σε όλες αυτές τις λαβές, τις γροθιές και τις κλωτσιές. Το «δυνατό στυλ» επιχειρεί να πείσει το κοινό να πιστέψει σε αυτό που βλέπει αφήνοντας στην άκρη πλασματικές κινήσεις, όπως εκείνη του Hulk Hogan όπου πέφτει με το ένα πόδι πάνω στον αντίπαλό του. Οι αντίπαλοι τραυματίζουν ο ένας τον άλλον με πιο αυθεντικό τρόπο. Έτσι, όταν ο Kobashi επανέρχεται με κλωτσιά ύστερα από μια προσπάθεια του Joe να τον ακινητοποιήσει στο καναβάτσο, σου προκαλεί μια σχετική έκπληξη. Ο Barthes έβλεπε την πάλη σαν ένα «καθαρό νόημα», στο οποίο δεν υπάρχουν σύμβολα: κάθε πράξη στο ρινγκ σήμαινε αυτό που ήταν. Παρ’ όλ’ αυτά, σε κάποιο σημείο του αγώνα, ο Joe μας ανάγκασε να ζητωκραυγάζουμε το όνομα του πιο γνωστού αντιπάλου του Kobashi, «MIS-A-WA!», έχοντας απλώς μιμηθεί την πιο διάσημη κίνησή του κατά την οποία χαμηλώνει το πρόσωπο του αντιπάλου του στο ύψος του γονάτου και τον κλωτσάει συνεχόμενα, όπως ο ποδοσφαιριστής την μπάλα. Ένα τέτοιο νόημα σε δεύτερο επίπεδο είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό μα ωχριά μπροστά στις στιγμές που νικητής είναι το καθαρό θέαμα, όπως όταν ο Kobashi πιάνει τον Joe με μια λαβή τύπου half-nelson (2) και τον αναποδογυρίζει κάνοντάς τον να πέσει κατευθείαν πάνω στο κρανίο του. Το άγριο κοινό γύρω τους φωνάζει σύσσωμο, ζητώντας περισσότερες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Ο Kobashi έχει έρθει στη Νέα Υόρκη κυρίως για τις φωτογραφήσεις και όσα θα γραφτούν στα γιαπωνέζικα περιοδικά –που θα εγκωμιάσουν τον αγώνα του στο Μανχάταν χωρίς, όμως, να αναφέρουν αριθμό θεατών. Το ότι γνωρίζει πως υπάρχουν φωτογράφοι, σε συνδυασμό ίσως με την ιαπωνικού τύπου αίσθηση του καθήκοντος, τον κάνει να δώσει μια παράσταση αντάξια του Tokyo Dome. Το πλήθος είναι ευγνώμον από την αρχή μέχρι το τέλος κι εξαγριώνεται εντελώς όταν ο Kobashi και ο Joe ανταλλάσσουν χτυπήματα στο στήθος μέχρι να κοκκινίσουν και να μελανιάσουν σε βαθμό ανησυχητικό. Ως συνήθως, η λήξη του αγώνα παίζει ασύγκριτα μεγάλο ρόλο στο πώς αυτός θα αξιολογηθεί από τους χρήστες του ίντερνετ. Ο Kobashi, φυσικά, πρέπει να νικήσει –για τον τοπικό σταρ Samoa Joe είναι τιμή του μόνο και μόνο που μπήκε στο ρινγκ με ένα τέτοιο ίνδαλμα και δεν πρόκειται να χάσει την εκτίμηση του κόσμου. Αντί να κλείσουν με την πιο περίπλοκη κίνησή τους, ο Kobashi «τελειώνει» τον Joe με ένα τροχάδην χτύπημα στο πρόσωπο, που αντηχεί τον ιαπωνικό του χαρακτήρα όσο και την απλότητά του. Το ίδιο κοινό που νωρίτερα προέτρεπε εν χορώ μία γυναίκα μάνατζερ να κάνει στριπτίζ, τίμησε τον Kobashi φωνάζοντας «ARIGATO!» καθώς ο θρύλος απομακρυνόταν από το ρινγκ. Υποκλίθηκα. Κάποιοι, στ’ αλήθεια, έδειχναν έτοιμοι να βάλουν τα κλάματα. Οι φωνές πολλών έκλεισαν για κάνα διήμερο. Αν ο Kobashi ήταν γερμανός, ένας άσχετος μπορεί να παρεξηγούσε το, γεμάτο σημαιάκια και μούσια, σκηνικό για κύρηξη πραξικοπήματος σε κάποια μπιραρία.

Σ ημειώσεις :

(1) Top-Rope suplex ή Super suplex: Ο επιτιθέμενος στέκεται στο δεύτερο ή τρίτο σχοινί κι έχει φάτσα τον αμυνόμενο που ανεβαίνει στο τρίτο (κορυφή). Με το ένα χέρι αγκαλιάζει το πίσω μέρος του λαιμού του και με το άλλο τον αρπάζει απ’ τη ζώνη στη μέση του. Τον σηκώνει και πέφτει προς τα πίσω ρίχνονταςτον με δύναμη στο καναβάτσο. (2) Half Nelson suplex: Ο επιτιθέμενος στέκεται πίσω απ’ τον αμυνόμενο κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση. Βάζει το χέρι του κάτω απ’ το χέρι του άλλου και το κλειδώνει στο σβέρκο του με την παλάμη. Με το άλλο χέρι αγκαλιάζει τη μέση του αντιπάλου, τον σηκώνει στον αέρα και πέφτει προς τα πίσω χτυπώντας τον στο καναβάτσο.


> N o p l ac e l i k e h o m e ..............................................................................................................................................................


> T h e r e w e r e b r as i n t h e w i ndo w ..............................................................................................................................................................

Kate Stone At the Seams // Φωτογραφία: Kate Stone

Κείμενο: Μαρέττα Σιδηροπούλου

Η Kate Stone φωτογραφίζει χώρους και με τις φωτογραφίες αυτές συνθέτει νέους, που η ισορροπία τους ανάμεσα στο πραγματικό και το αδύνατο κρέμεται από μια κλωστή.


> It st i l l h ad a l l i t ’ s t e e t h ..............................................................................................................................................................


> N ot a s i n g l e w o r d A nna ..............................................................................................................................................................

Στην αρχή όλα τα δωμάτια μοιάζουν. Είναι κύβοι, ορθογώνια, έχουν πόρτες, ένα παράθυρο, ένα καλοριφέρ, δυο τρεις πρίζες. Αλλά η ομοιότητα δε διαρκεί για πολύ. Οι ένοικοι κρεμάνε τους πίνακες και τις φωτογραφίες τους στους τοίχους, φέρνουν τα βιβλία και τους καλεσμένους τους. Επιβάλλουν την αισθητική τους στα έπιπλα και τη μουσική τους, παράγουν τη σκόνη τους. Ενοικούν και διαφέρουν. Αλλά τα δωμάτια δεν μοιάζουν ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Μερικές φορές έρχονται και σε βρίσκουν λεπτομέρειες από μέρη που έζησες ή επισκέφτηκες. Σημάδια στον τοίχο, η διάταξη των επίπλων. Ή πάλι, επαναφέρεις τη σωματική αίσθηση, την αναπλάθεις. Την κίνηση που έκανες για να κλείσεις το φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι πριν κλείσεις τα μάτια. Να θυμάσαι άραγε όλα τα μέρη που κοιμήθηκες; Τα δωμάτια της Kate Stone είναι χώροι όπως τους σκεφτόμαστε όταν έχουμε φύγει για καιρό, ή όταν επιστρέφουμε. Είναι περισσότερο ένα δωμάτιο που συνθέτουμε από όλα όσα θυμόμαστε. Ο χρόνος και η μνήμη είναι παρανοϊκοί αρχιτέκτονες.


> Ma r y ’ s h o u s e ..............................................................................................................................................................


> T u r n e d o u t s h e w as do w n t h e b l ock ..............................................................................................................................................................

Είναι όμως και τα θολά σημεία που αφήνουν οι άνθρωποι όταν φεύγουν κι εμείς μένουμε. Χώροι όπως τους αλλάζει η μουσική, ένα σύννεφο που περνάει, λίγο παραπάνω κρασί ή ένας πολύ δυνατός πονοκέφαλος. Ή το να τρέχεις να προλάβεις το τηλέφωνο ξημερώματα. Όπως τους μετασχηματίζει ο φόβος, η έλλειψη, η αναμονή ή η παραίτηση. Μοιάζουν σαν δωμάτια σε όνειρα, ασταθή και ευμετάβλητα. Επιφάνειες, ευθείες και σημεία μπερδεύονται. Αποστάσεις, όγκοι και σχήματα δε δίνουν ανάλογες σκιές. Η προοπτική έχει κάνει μαγικό μανιτάρι. Κι ενώ οι άλλες διαστάσεις του χώρου υποχωρούν, αυτή που επιμένει είναι ο χρόνος. Στα δωμάτια της Stone οι πόρτες δεν ανοίγουν ποτέ διάπλατα. Υπάρχουν σκαλιά που ανεβαίνεις κατεβαίνοντας, κουπαστές, κεκλιμένα παρκέ και βιβλιοθήκες που μοιάζουν με μοτίβα ταπετσαρίας στους τοίχους, ενώ οι τοίχοι ξεδιπλώνουν σα χαλιά. Ανοιχτότητες και κλειστότητες δίνουν την αίσθηση μιας περιοχής μεταξύ πρόσβασης και άβατου.


> D on ’ t w ak e m y b oyf r i e nd ..............................................................................................................................................................


> Y o u s h o u l d h a v e co m e a r o u nd t h e b ack ..............................................................................................................................................................

Τι γίνονται τα δωμάτια όταν οι άνθρωποι λείπουν; Η Stone πότε φωτογραφίζει την απουσία και πότε μεταφέρει την ενσώματη εμπειρία του χώρου. Κάποια από τα σπίτια και τα δωμάτια μοιάζουν παρατημένα, άλλα όχι έρημα. Δείχνουν χώροι που άνθρωποι ήταν εκεί πριν λίγο. Σχεδόν ανησυχείς, κοιτάζοντας διερευνητικά έχεις το νου σου ν’ ακούσεις τα κλειδιά στην πόρτα. Νιώθεις ότι μάλλον παραβιάζεις, θέλεις να βγεις, αλλά δεν θυμάσαι από ποια πόρτα μπήκες. Πόσες διαστάσεις έχει ένα δωμάτιο; Πόσα δωμάτια χωράνε μέσα σε ένα; Και τελικά κάθε σπίτι αποτελείται από έναν σταθερό και πεπερασμένο αριθμό δωματίων; Θυμάσαι εκείνα τα βιβλία που άνοιγες παιδί και πετάγονταν μπροστά τρισδιάστατοι πύργοι, τέρατα και λοιπά μέρη της ιστορίας; Και μετά τα άνοιγες ξανά. Πιο σιγά, εξερευνητικά, με το βιβλίο σε όλων των μοιρών τις γωνίες για να δεις τα πράματα να μετασχηματίζονται. Γ ύρνα σιγά σιγά τον τοίχο και θ α δεις .

Info : Πληροφορίες για την Kate Stone και τις υπέροχες δουλειές της μπορείτε να βρείτε στο προσωπικό της website (katestonephotography.com). Τρία κομμάτια της σειράς At The Seams εκτέθηκαν και στη χώρα μας, στη Γκαλερί της Ελένης Κορωναίου στο πλαίσιο της έκθεσης Photography Next Generation (www.koroneougallery.com/ex.aspx?exid=61), την Άνοιξη του 2010.


Η εκδίκηση του χοντρού Τ ι είναι αλη θ ιν ό , τι είναι ψ εύτικο και το καλύτερο χιπ - χοπ τραγούδι στην ιστορία .

...............................................................................................................................................................

του Λουκά Τσουκνίδα // εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς

«Yeah, this album is dedicated to all έιτιζ έφηβο για να μπεις στην τρελοπαρέα. Είσαι ο ψεύτικος εμσί και οι ώρες σου είναι μετρημένες. Είσαι ο Φρέντι Βεΐς και σε λίγο θα μυρίσεις the teachers that told me κι εσύ τον καβάλο του Βινς Κάρτερ. I’d never amount to nothin’, to all the people that lived above the Ένα γκέτο ο κόσμος όλος buildings that I was hustlin’ in front Καλώς ή κακώς, υπήρξα έφηβος στα 80’s, θυμάμαι καλά τον Αλτομπέλι, of, that called the police on τον Δαμανάκη και την Άντζι που η μαμά της πήγαινε ροκάδικο κι ο μπαme when I was just tryin’ to make some μπάς της σκυλάδικο όταν εγώ πήγαινα ραπάδικο. Αυτό ήταν το εφηβικό μου κόλλημα ―μαζί με το μπάσκετ. Ήταν αμερικανιά, το έλεγαν ραπ κι money to feed my daughter, αργότερα χιπ-χοπ κι αποτελούσε μια μουσική παραφωνία που οι ντόπιοι and all the niggaz in the struggle, you μουσικόφιλοι απεχθάνονταν. Δικαιολογημένα. Ρυθμός για το ρυθμό, know what I’m sayin?» κλεμμένες μελωδίες και στίχοι σε μια παραλλαγή της αγγλικής, ακατάληπτη

Αν Δεν το θυμάσαι, δεν ήσουν εκεί

ακόμη και για τον μέσο αμερικάνο. Χονδροειδή παραληρήματα πηγμένα σε ιδιωματισμούς και νεολογισμούς των μαυροκρατούμενων δρόμων της Νέας Υόρκης που δεν είχαν γίνει ακόμη φετίχ των ανθρωπιστικών σπουδών και που ήταν θέμα χρόνου να πακεταριστούν και να πουληθούν ως στιλ επαναστατικό.

Δεκαετία του ‘80. Αυτή που νοσταλγούν ακόμη κι εκείνοι που δε θα ‘πρεπε καν να τη θυμούνται. Δε βγαίνουν τα νούμερα, τι να κάνουμε τώρα... Είναι άραγε αυτό το μεγαλείο της; Τόσο αδιάφορη που γίνεται κτήμα όλων μέσα από δανεικές αναμνήσεις και θολές τηλεοπτικές εικόνες; Αν δε θυμάσαι ξεκάθαρα που ήσουν το βράδυ του Ευρωμπάσκετ μπορείς να βουλώσεις τώρα. Δεν είσαι ο Γερογιοβάισα, δεν είσαι αυθεντικός, προσποιείσαι τον

Εμένα μου άρεσε απ’ την πρώτη ακρόαση. Εντάξει, ήμουν ένας χωριάτης απ’ την Ελλάδα κι η επαφή που είχα με τη σκηνή των ΗΠΑ ήταν, εκ των πραγμάτων, πολύ μικρή. Κυνήγια θησαυρού στο επαρχιακό ραδιόφωνο και λόου-μπάτζετ επισκέψεις στα δισκάδικα της Θεσσαλονίκης. Δίχως άλλη επιλογή, άκουγα οτιδήποτε είχε την ελάχιστη απαιτούμενη σχέση και, φυσικά, όντας ανήσυχος έφηβος χωρίς σαφή ταυτότητα, είχα διαλέξει

- Notorious BIG, Juicy


το ύφος που θα στήριζα: πολιτικοποιημένο και οργισμένο, μακράν πιο σημαντικό απ’ το σχολείο και τα κορίτσια, επανάσταση απ’ το σαλόνι μου και άκριτη ταύτιση με τις απόψεις τρίτων που ζουν σε άλλο ημισφαίριο, σε άλλον κόσμο. Άλλωστε, το έλεγαν και τα κακομεταφρασμένα κλισέ που διάβαζα σωρηδόν στα περιοδικά, αυτά που με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη για την επιλογή μου: Μαύρη δύναμη, πολιτική αφύπνιση, βιώματα των δρόμων, σκληρά φωνητικά και ωμοί ρυθμοί. Είχαν ιδέα για τι διάολο μιλούσαν;

Κι αν δεν ήξερες, τώρα ξέρεις (Juicy pt1)

Είχα καεί στο ζέσταμα. Μπροστά μου, ένα μάτσο αμερικάνοι με πόζα που θύμιζε όσα με προκαλούσαν να βρίσω: Στολές, μαύρα γυαλιά, αυστηρό ύφος, σοβαροφανείς διακυρήξεις, πολιτικοφανείς αφορισμοί κι ατέρμονες υποσχέσεις για επανάσταση, υποσχέσεις για επανάσταση, υποσχέσεις για επανάσταση, υποσ... χέσεις... για... Μίμηση; Παρωδία; Θέαμα; Ή, απλώς, μια ακόμη συναυλία ενός ακόμη «ανατρεπτικού» γκρουπ; Πίστευαν στ’ αλήθεια ότι αποτελούν κίνημα, ότι είναι εκτός του παιχνιδιού που τους είχε φέρει μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου για να προσηλυτίσουν τους προσηλυτισμένους; Θα τηρούσαν όσα έλεγαν; Θα γίνονταν μέρος της λύσης ή απλά θα γκρίνιαζαν για το πρόβλημα; Ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα και τι σκατά μας ένοιαζε;

...............................................................................................................................................................

Όλα ήταν ένα ό νειρο — φ υσιολογικά , Το είπε κάποτε ο Γιόγκι Μπέρα (ή μήπως ήταν ο Αινστάιν;): Θεωρητικά, Ε κείνοι πετυχημένοι , εγώ τους χάζευα στα η θεωρία και η πράξη είναι το ίδιο πράγμα, στην πράξη, όμως, δεν είναι. περιοδικά . Κάποιοι αποκάλεσαν το χιπ-χοπ ένα μαύρο CNN. Χμμμ! ΠαραφουσκωΟ Χ έβι Ν τι , οι Σ αλτ εν Π έπα και μια μαύρη μένοι μύθοι, ψευδείς αυτοανακυρήξεις σε ειδήμονες του υποκόσμου, λιμουζίνα προκατασκευασμένη οργή, μισαλλοδοξία, προκατάληψη και σχηματικές Κ ι ο τοίχος μου γεμάτος με τις α φ ίσες του πολιτικολογίες. Θα έλεγα ότι μοιάζει αρκετά με κάποιο είδος δημοσιομήνα . γραφίας. Συν όλα όσα συνοδεύουν κάθε προσπάθεια μιας πολυπληθούς Κ ά θ ε Σ αββάτο , Ρ απ Α τάκ στο ραδι ό φ ω νο ετερόκλητης ομάδας ανθρώπων να περάσει ως μια γροθιά σε κάποιο αόΟ Μ ίστερ Μ άτζικ κι ο Μ άρλι Μ αρλ ε ξ ουσιά ρατο κατεστημένο. Αυτό που η ίδια κατασκευάζει μέσα απ’ τις αφηγήσεις ζαν το μικρ ό φ ω νο . της με πρώτες ύλες διαχρονικά στερεότυπα και κλισέ συνομωσιολογία. Ας Θυμάσαι τα κοκκιν ό μαυρα μπου φ άν του είναι. Οι πρωτοπόροι του είδους έφτιαξαν μια μορφή μουσικής έκφρασης ξ υλοκ ό που ; Ε ίχα κι εγώ ένα που έμελλε να στεριώσει. Τότε, έμοιαζε ακόμη εξαιρετικά δύσκολο. Μ ε το ασορτί καπέλο , ν ό μιζα π ω ς ντυν ό μουν στην πένα . Ζώντας το στερεότυπο (Juicy pt2) Θυμάσαι τον Ρ άπιν Ν τιουκ και το παρά ξ ενο ............................................................................................................................................................... γέλιο του ; Ήμουν λ ω ποδύτης κι η παρέα μου , ό λοι Π ου ό λοι έλεγαν π ω ς το χιπ - χοπ θ α ‘ φ τανε κλε φ τρ ό νια σύντομα στο τέλος του ; Τ ώρα είμαι πλούσιος και διάσημος μες τα Άσε , τώρα είμαι κι εγώ σπουδαίος κι ό ταν χλιδάτα σαλ ό νια . ραπάρ ω κάνεις χάζι Θα βγάλ ω τρελά φ ράγκα , θ α σκάσ ω πάν ω τους Α λλά δεν έγινα παρτάκιας , βγάζ ω τρελά φ ρά γκα και τα σκορπά ω σαν καμικάζι . σ ’ ά φ θ ονο χ ό ρτο για τους κολλητούς μου , Ε γώ , που γεννή θ ηκα αμαρτ ω λ ό ς , ένας χαμέ να ξ έρουν π ό σο τους αγαπά ω . νος απ ό χέρι Έτσι καπνίζουμ ’ ό λη μέρα κι ό ταν κατουρά Θυμάσαι τ ό τε που τρώγαμε σαρδέλες κά θ ε με βγαίνει σαμπάνια μεσημέρι ; Κ ι οι γκ ό μενες που μ ’ έ φ τυναν τώρα μου Δ ε βαριέσαι . Τ ην αγάπη μου στους Ρ ον Τ ζι , γρά φ ουν λες κι είναι χαρμάνια . Μ προύσι Μ πι , Κ ιντ Κ απρί Π οτέ δεν πίστευα σ ’ αυτ ό που βλέπ ω μπρο στον Φάνκ - μάστερ Φλε ξ και στον Λ άβ - μπαγκ στά μου Σ τάρσκι . Η μ ό νη μου παρέα ήταν τα ό πλα και τα Μ ’ ακούτε ; Έγινα σπουδαίος ό π ω ς μου λέγα ναρκ ω τικά μου . τε παλιά Τ ώρα η κά θ ε τσούλα με κυνηγά σαν ξ αναμ Δ εν ξ εχνώ , ψ ά ξ τε με στο ίδιο νούμερο , μένη τρελή στην ίδια γειτονιά . απ ’ το βρώμικο Ν ό το ώς την Α νατολική Ε ίναι ό λα καλά . . . Α κτή . . . . Κ ι αν δεν ή ξ ερες , τώρα ξ έρεις . Έχ ω ακίνητα στ ’ ό νομά μου κι ό σο χ ό ρτο τραβά η ψ υχή μου άν θ ρ ω ποι γεμίζουν αί θ ουσες για ν ’ ακού Πολύ μιλάς, λίγο φιλάς σουν τη φ ω νή μου Οι Public Enemy στο Κατράκειο της Νίκαιας. Ο κολοφώνας της εφηβείας ζ ω χ ω ρίς φ ό βο , χαρίζ ω διαμάντια στην κο μου. Μπήκαμε στο τρένο, κατεβήκαμε στην Αθήνα κι ανεβήκαμε στο ρούλα μου λόφο. Δυο ώρες κουνιόμουν πέρα δώθε με μουσική κονσέρβα, σώματα χλιδάτα γεύματα και συνεντεύ ξ εις δίπλα μαντραχαλάδων με κρατούσαν στον αέρα και τη στιγμή της αλήθειας... στην πισίνα μου . Άκουσα για πρώτη φορά στην ζωή μου κάποιους να βρίζουν δυνατά την Όμ ω ς παράτησα το σχολείο . . . Ε ίμαι ένας Αμερική και να με προτρέπουν να κάνω το ίδιο. Ακολούθησα μηχανικά βλάκας που ζει στην πολυτέλεια ―ήμουν χαρούμενος και μόνο που βρισκόμουν εκεί― σούφρωσα τα Κ αι για έναν μαύρο το στερε ό τυπο θ ε ω ρεί χείλη, έσμιξα τα φρύδια, προσποιήθηκα οργή και φώναξα μαζί με όλους. ται νομοτέλεια . Μ α είναι ό λα καλά . . . Υποθέτω επειδή η Αμερική ήταν οι κακοί κι εμείς είμασταν οι καλοί. . . . Κ ι αν δεν ή ξ ερες , τώρα ξ έρεις .


Είσαι ότι δηλώσεις Έχουν περάσει 31 χρόνια απ’ το πρώτο μεγάλο χιπ-χοπ σουξέ. Άπειρο μπλα-μπλα γύρω απ’ τη ζωή στο γκέτο, το αντριλίκι, την πουστιά και τις γυναίκες, το πόσο καλά ξέρουν να κάνουν τους κώλους να κουνιούνται και τα καπάκια των κονβέρτιμπλ να γυαλίζουν. Γκραφίτι, μπρέικ-ντανς, κακόγουστες μόδες, χρυσαφικά, ναρκωτικά, νεκροί πρόεδροι και σκοτωμοί σε κάθε γωνιά κάθε γειτονιάς. Ατελείωτες κηδείες, μνημόσυνα και αναγεννήσεις για το ίδιο το χιπ-χοπ, διογκωμένα στερεότυπα, εσωστρέφεια και αυτοαναφορικότητα, κόντρες για ψύλλου πήδημα, ανεξιχνίαστοι θάνατοι και πολυπλατινένιοι δίσκοι. Αμέτρητες μεταλλάξεις και επιμειξίες με άλλα είδη, διείσδυση σε κάθε γλώσσα και κουλτούρα και επιδραστική παρουσία ανθρώπων με πραγματικό ταλέντο αντί για στείρα φιλοδοξία και μεγαλόστομες ατζέντες. Το χιπ-χοπ είναι πλέον μια αναγνωρισμένη κι αναγνωρίσιμη φόρμα κι αν τη χειρίζεσαι σωστά μπορείς να λες ότι θες. Έτσι κι αλλιώς, τα μισά δεν τα καταλαβαίνει κανείς και τ’ άλλα μισά είναι η κεντρική ιδέα με άλλα λόγια. Το πόσο βαθύ είναι το περιεχόμενό σου έχει να κάνει καθαρά με σένα, την προσωπικότητα, τις δυνατότητες και τη δουλειά που έχεις καταθέσει. Αν μπορείς να παίξεις με τις λέξεις και τα νοήματα τότε είσαι ποιητής. Αν μπορείς να κάνεις μια ιστορία ενδιαφέρουσα τότε είσαι παραμυθάς. Αν μπορείς να εκθέσεις πολύπλοκες ιδέες με ρίμες τότε είσαι αρθρογράφος κ.ο.κ. Αν πάλι μπορείς να φτιάξεις καλή μουσική, δε χρειάζεται να είσαι τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Υπάρχει όμως και το αιώνιο ερώτημα. Πότε είσαι αυθεντικός και πότε κάλπικος; Ποιος είναι πιο αληθινός απ’ τον άλλο; Ποιος είναι ο ψεύτικος εμσί; Του αξίζει παλούκωμα με καυτή πασχαλινή σούβλα; Τι σημαίνει τελικά αληθινός; Είναι αυτός που λέει την αλήθεια; Αυτός που μιλά μόνο για όσα γνωρίζει; Αυτός που πράττει όσα κυρήσσει; Αυτός που φτάνει στα ψηλά χωρίς να ξεχάσει τις ταπεινές ρίζες του; Πρόκειται για ακόμη μια λέξη που απ’ την πολύ χρήση δε σημαίνει τίποτε; Ή μήπως για ένα αξιολογικό κριτήριο αρκετά αόριστο για να περιλαμβάνει τους πάντες και αρκετά πομπώδες για να σπιλώνει αυτομάτως όσους δεν τους αναγνωρίζεται; Το χιπ-χοπ είναι ένα φορμαλιστικό παιχνίδι με τις λέξεις, κενές απειλές και απρόκλητοι κομπασμοί, αστήριχτοι ισχυρισμοί μεγαλείου και διάνοιας και διφορούμενα λογοπαίγνια σε βαθμό κακουργήματος. Μια πολυλογία που αφορά κυρίως στον ίδιο τον πολυλογά —ο οποίος είναι πάντα ο αυθεντικότερος, ικανότερος, πλουσιότερος, ομορφότερος και χιπ-χοπότερος όλων— και συχνά δεν ωφελεί να την παρακολουθήσεις στενά. Άλλωστε, η φλυαρία αποτελεί τμήμα του συνόλου, του συνδυασμού ρυθμός-ομιλία-μελωδία. Οι βαρύγδουπες δηλώσεις είναι απλώς λέξεις-ήχοι, εργαλεία στην υπηρεσία της φόρμας και πνίγονται μέσα στο στόμφο τους. Είναι ακριβώς όπως και τα ονόματα των ράπερς. Αν όλοι σε φωνάζουν «Ακλόνητο» τότε δε χρειάζεται να το αποδείξεις. Αρκεί να το δηλώνεις ρητά στους στίχους σου.

Κι είναι όλα καλά (Juicy pt3)

...................................................................................................

Σ ούπερ Ν ιντέντο , Σ έγκα Τ ζένεσίς . . . Σ αν είσ ’ ά φ ραγκος ούτε να τα φ ανταστείς . Π αίζ ω σε πενηντάρα ο θ ό νη , βυ θ ισμένος σε δερμάτινο καναπέ , Έχ ω δυο αυτοκίνητα και λιμουζίνα με δικ ό μου σ ω φ έρ . Π ό σα χιλιάρικα για κινητ ό ; Κ ι εμένα τι με νοιάζει . . . Ο λογιστής μου να ‘ ν ’ καλά που πληρώνεται για να λογαριάζει Ε νώ εγώ κι η κλίκα μου αράζουμε στη χλιδή Κ ά θ ε μέρα είναι γιορτή κι η κ ω λοπρ ό νοια να πα ’ να γαμη θ εί .

Θυμάσαι το αχούρι μας ; Ένα επί ένα ! Τ ώρα η μάνα μου φ οράει γούνα με τον κλι ματισμ ό στο τέρμα Κ αι καμαρώνει σαν τρελή για την α φ εντιά μου , Χ αμογελά ό ποτε δει ε ξ ώ φ υλλο με τη σκατ ό φ ατσά μου . Θυμάσαι που μαλώναμε για λίγη ζέστη με το σπιτονοικοκύρη ; Ούτε τα Χ ριστούγεννα , ο μαλάκας , δε μας έκανε το χατήρι . Τ έτοιες ά θ λιες μέρες ποτέ δε θ α ξ αναπερά σουμε Τ ώρα πίνουμε σαμπάνια απλώς για να ξ εδι ψ άσουμε . Κ αι να ’ σαι σίγουρος ό τι καυλών ω με τη νέα μου ζ ω ή Γ ιατί απ ’ τον πάτο έ φ τασα στην κορυ φ ή . Κ ι είναι ό λα . . . Μ Π Α Μ ! Μ Π Α Μ ! Μ Π Α Μ ! Μ Π Α Μ ! (1)

...................................................................................................

Η αλήθεια δε βρίσκεται στους Σεξ Πίστολς Τι είναι τελικά αυθεντικό; Προφανώς, η έννοια αυτή μέσα στο στιχουργικό σύμπαν του χιπ-χοπ είναι εντελώς υποκειμενική, αναπόσπαστο μέρος ενός απλού διπόλου: Ψεύτικοι είναι πάντα οι άλλοι κι αληθινοί είμαστε πάντα εμείς. Το Juicy του μακαρίτη Christopher Wallace ή Notorious B.I.G. ή Biggie Smalls, είναι για κάποιους το καλύτερο τραγούδι στην ιστορία του χιπ-χοπ (πομπώδης δήλωση, στο πνεύμα του είδους). Ένα τραγουδάκι απλοϊκό με στίχους που δε δένουν πάντα μεταξύ τους, μια αναγνωρίσιμη γλυκόπικρη μελωδία κι ένα ρεφρέν με γυναικείες φωνές που σε προτρέπουν, παολοκοελικώς, να σκέφτεσαι θετικά και να στοχεύεις ψηλά (στ’ αστέρια) για να τα καταφέρεις. Στο επίκεντρό του, όμως, βρίσκεται το βασικό θέμα που διατρέχει τη χιπ-χοπ κουλτούρα σε όλη την ιστορία της: Η υπέρβαση της ταπεινής καταγωγής κι η μετάβαση απ’ τη φτωχογειτονιά στη χλιδή, απ’ το περιθώριο στην καρδιά του συστήματος που σε έβαλε εκεί. Κι όλα αυτά ενώ φτύνεις το σύστημα και του πετάς κατάμουτρα την ασυμβίβαστη προσωπικότητά σου που σφυριλατήθηκε στους άγριους δρόμους του γκέτο. Καθαρός ανόθευτος ατομικισμός, τυχοδιωκτισμός, υλισμός, ανένδοτος αγώνας όχι για ν’ ανατρέψεις το σύστημα, αλλά για να μπεις μέσα σ’ αυτό και να το ξεζουμίσεις, να το «νικήσεις εκ των έσω» και να σκουπίσεις τον κώλο σου με τα μούτρα όσων σε αδίκησαν όταν αρνήθηκαν να πιστέψουν στις ικανότητές σου. Είναι ο καλύτερος χιπ-χοπ ύμνος στην ιστορία; Κι αν δεν είναι, είναι σίγουρα ο πιο ειλικρινής. Ένας τύπος που δίχως αμφιβολία πια έζησε όσα περιγράφει πασχίζει, με το φτωχό του λεξιλόγιο, να εκφράσει το μέγεθος της ανατροπής που έφερε στη ζωή του και με κάποιο μαγικό τρόπο τα καταφέρνει. Πώς αλλιώς θα το έκανε αν δεν περιέγραφε με ειλικρίνεια κάτι που γνωρίζει από πρώτο χέρι; Στεγνά, χωρίς μυθοπλασία και χωρίς προσπάθεια να καλύψει τις αντιφάσεις του: Επαναστάτης και βολεμένος, ευτυχισμένος και θλιμμένος, ταπεινός και νάρκισσος, ποθητός και άσχημος, αλάνι και γιάπης, δάσκαλος και ταραξίας, παράνομος και ευυπόληπτος. Μέσα σ’ αυτές βρίσκεται η αλήθεια του. Όπως λέμε Biggie Smalls. Σ ημειώσεις : (1) Ο Christopher Wallace δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 9ης Μαρτίου του 1997 με 4 σφαίρες στο στήθος ενώ καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο του. Ήταν 25 ετών.


Η τέχνη του ακτιβισμού

// της Βάσιας Ρούσσου

Οι γονείς της δολο φ ονή θ ηκαν απ ’ το ισλαμικ ό κα θ εστώς χ ω ρίς ν ’ αποδο θ εί ποτέ δικαιοσύνη . Ε κείνη τ ό τε , α φ ιέρ ω σε την τέχνη της στη δικαί ω ση του αγώνα ..............................................................................................................................................................

Τα τελευταία χρόνια, καλλιτέχνες και γκαλερί της Δύσης έχουν στρέψει το βλέμμα τους στην τέχνη του Ιράν. Εκεί, όπου η ανάγκη για καλλιτεχνικές διεξόδους είναι μεγάλη λόγω του αυταρχικού καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μέσα στο σκηνικό της καταπίεσης και της λογοκρισίας, μια καλλιτέχνης και ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Parastou Forouhar, διεκδικεί την αλήθεια και την αλλαγή, παρ’ όλο που δε ζει πλέον στη χώρα αυτή. Στην Ελλάδα ελάχιστοι την γνωρίζουν, αλλά θα μπορούσε να είναι μια από τις ηρωίδες της Σεχραζάτ ή του Αιγύπτιου Naguib Mahfouz απ’ τις Μέρες και Νύχτες της Αραβίας καθώς στη ζωή της κόσμοι αντίθετοι ενώνονται, η αρετή συναντά την κακία, η μαχητικότητα αντικρούει την αδράνεια και η αγάπη προσπαθεί να κερδίσει το μίσος. Κόρη των πολιτικών ακτιβιστών Dariush και Parvaneh Forouhar γεννήθηκε πριν από 48 χρόνια, στην Τεχεράνη. Η καλλιτεχνική της φύση την οδήγησε σε σπουδές πάνω στην Τέχνη, τις οποίες συνέχισε στη Γερμανία, όπου ζει μέχρι σήμερα με τους δύο γιούς της. Η φυγή της Parastou από το Ιράν δε σήμανε την αποστασιοποίησή της από τα προβλήματα της χώρας. Η ανάμειξή της με αυτά ήταν τρόπον τινά αναπόφευκτη, αφού το όνομα της οικογένειάς της ήταν και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική ιστορία του τόπου. Ο πατέρας της ήταν ο ιδρυτής και ηγέτης του Εθνικoύ Κόμματος του Ιράν (Hezb-e Mellat-e Iran), ενός πανιρανικού κόμματος αντιπολίτευσης και Υπουργός Εργασίας στην προσωρινή Επαναστατική κυβέρνηση του Mehdi Bazargan το 1979. Οι πολιτικοί αγώνες ήταν κομμάτι της καθημερινότητας στην οικογένεια των Forouhar, καθώς και οι δυο γονείς αγωνίζονταν για την εδραίωση της δημοκρατίας και το διαχωρισμό του κράτους από το Ισλάμ. Έχοντας μεγαλώσει δίπλα τους, η Parastou δε θα μπορούσε να μη γνωρίζει σε βάθος τη σύγχρονη ιστορία του Ιράν και της πολιτικής του αστάθειας. Έχει ζήσει την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, τον πόλεμο με το Ιράκ (1980-’88), ενώ έχει βιώσει την ωμότητα του καθεστώτος με αποκορύφωμα το τραγικό γεγονός της 22ης Νοεμβρίου του 1998, το οποίο σημάδεψε τη ζωή και τη μετέπειτα πορεία της.


Η μάχη που δίνει κα θ ημερινά ενάντια στην Ι σλαμική Δ ημοκρατία του Ι ράν δεν περιορίζεται στο προσ ω πικ ό της ζήτημα , αλλά επεκτείνεται σε οποιαδήποτε πολιτική ή πρακτική θ ίγει τα αν θ ρώπινα δικαιώματα . ..............................................................................................................................................................

Η δολο φ ονία και η δίκη Τότε, ήταν που οι γονείς της Parastou Forouhar βρέθηκαν δολοφονημένοι με πολλαπλές μαχαιριές μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ο Dariush και η Parvaneh Forouhar αποτέλεσαν τα πρώτα θύματα σε μια σειρά από εκτελέσεις αντιφρονούντων, διανοούμενων και πολιτικών ακτιβιστών και τιμούνται σήμερα ως ήρωες από την πλειονότητα των Ιρανών που φωνάζουν ενάντια στην καταπίεση και τα μέτρα καταστολής. Η κηδεία τους μετατράπηκε σε διαμαρτυρία με περισσότερους από 100.000 ανθρώπους να ζητούν διαλεύκανση της δολοφονίας και, κατ’ επέκταση, δημοκρατία. Η ανάγκη να μπει η υπόθεση στη ζυγαριά της δικαιοσύνης ήταν πλέον επιτακτική. Η Parastou και ο αδερφός της, Arash, υπογράμμισαν στις καταθέσεις τους την πολιτική διάσταση του εγκλήματος, λέγοντας στις αρχές ότι το Υπουργείο Πληροφοριών κρατούσε συνεχώς τους γονείς τους στο σπίτι υπό επιτήρηση. Ακόμα και όταν το Υπουργείο παραδέχτηκε σε ανακοίνωσή του ότι εργαζόμενοι σε αυτό ήταν στη λίστα των υπόπτων, τόνισε ότι είχαν υποκινηθεί από ξένους. Το κλίμα που προσπάθησε να δημιουργήσει η κυβέρνηση ήταν ότι οι δολοφόνοι δεν είχαν πρόθεση να χτυπήσουν την αντίθεση, αλλά την ίδια την κυβέρνηση για να βλάψουν διεθνώς τη φήμη της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μάλιστα, ο ηγέτης του καθεστώτος Ayatollah Khamenei, υποστήριζε από την αρχή ότι ξένοι εχθροί της Ισλαμικής Δημοκρατίας κρύβονταν πίσω από τις δολοφονίες. Μερικούς μήνες μετά, ανακοινώθηκαν τέσσερα ονόματα μελών του Υπουργείου, ανάμεσά τους και αυτό του Saeed Emami, Αναπληρωτή Υπουργού, που αυτοκτόνησε στη φυλακή. Η δίκη πραγματοποιήθηκε, αλλά γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι οι έρευνες ήταν ανεπαρκείς κι η διαδικασία αδιαφανής με αποτέλεσμα οι οικογένειες των θυμάτων ν’ αρνηθούν να συμμετάσχουν. Η υπόθεση πήγε στα ανώτατα δικαστήρια, αλλά ούτε τότε οι συγγενείς ενημερώνονταν για τη διαδικασία και τις αποφάσεις. Η έσχατη λύση ήταν η προσφυγή τους σε διεθνή δικαστήρια και στους υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού κανένας από τους αρμόδιους στο Ιράν δε φαινόταν διατεθειμένος να βρει την αλήθεια.

Η κ ό ρη και η ακτιβίστρια Η εκτέλεση των γονιών της Parastou Forouhar άλλαξε τη ρότα της ζωής της. Από εκείνη τη στιγμή, αντιμετωπίζει την οικογενειακή της τραγωδία ως πολιτικό ζήτημα, προσπαθεί να ρίξει φως στο έγκλημα ώστε να αποκαλυφθούν οι ένοχοι και, παρά τις απειλές και τις δυσκολίες, ακολουθεί απαρέγκλιτα το δρόμο που επέλεξε. Αυτή η προσπάθεια δεν υποκινείται από δίψα για εκδίκηση, αλλά από δίψα για την αλήθεια, αφού δεν επιδιώκει την εκτέλεση των δραστών, παρά μόνο τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Κάθε χρόνο, η Parastou επισκέπτεται την πατρίδα της για το μνημόσυνο των γονιών της, αλλά και για να πολεμήσει την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα εκ των έσω, υπερπηδώντας τα εμπόδια που συνεχώς τοποθετούνται στο δρόμο της. «Όσο ζω θα προσπαθώ να πηγαίνω στο Ιράν και να τελώ μνημόσυνο για τους γονείς μου. Κάθε χρόνο θα προσπαθώ να διατηρώ τη μνήμη τους ζωντανή και είμαι μόνο μια φωνή ανάμεσα σε πολλές, που υψώνονται για τον ίδιο σκοπό», δήλωσε στην Deutche Welle, ενώ υπογράμμισε ότι δέχτηκε πολλά τηλεφωνήματα συμπαράστασης από συμπατριώτες της που ήθελαν να παραβρεθούν αλλά δεν τους επιτρεπόταν να πλησιάσουν το σπίτι και να πάρουν μέρος στην τελετή. Ο πρόεδρος του Ιράν, Mahmoud Ahmadinejad και οι άνθρωποι της κυβέρνησης προσπαθούν κάθε φορά ν’ αποτρέψουν την τελετή, διότι οι Ιρανοί που αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, δράττονται της ευκαιρίας και διαδηλώνουν την αντίθεσή τους. Η Parastou έχει συγκεντρώσει άρθρα εφημερίδων, φωτογραφίες καθώς και την αλληλογραφία της με κυβερνητικούς παράγοντες και με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων –οτιδήποτε αφορά στη δολοφονία των γονιών της. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν κομμάτια ενός παζλ, που όταν τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο αποκαλύπτεται η σκοτεινή πλευρά του μηχανισμού ενός καθεστώτος, το οποίο επιλέγει τη λογοκρισία, την καταστολή και το έγκλημα για να νομιμοποιήσει και να διατηρήσει την εξουσία του, ενώ απορρίπτει το άνοιγμα στην κοινωνία των πολιτών. Όταν επισκέφτηκε το Ιράν, τον περασμένο Δεκέμβριο, ήρθε αντιμέτωπη με μια από τις πρακτικές του καθεστώτος. Καταπατώντας το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, κατέσχεσαν το διαβατήριό της με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί υπόθεσή της στο δικαστήριο της Τεχεράνης, χωρίς ωστόσο να της δώσουν περισσότερες εξηγήσεις. Η μάχη που δίνει καθημερινά ενάντια στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν περιορίζεται στο προσωπικό της ζήτημα, αλλά επεκτείνεται σε οποιαδήποτε πολιτική ή πρακτική θίγει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Parastou σφίγγει το χέρι και πορεύεται με όσους έχουν τη γενναιότητα να παλέψουν στη χώρα που κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στον κόσμο σε εκτελέσεις ανθρώπων, στη χώρα όπου αντιφρονούντες, αλλόθρησκοι και γυναίκες που διεκδικούν την ελευθερία να διαχειρίζονται το μυαλό και το σώμα τους όπως οι ίδιοι επιθυμούν, ζουν με την απειλή του θανάτου, στη χώρα όπου ο πρόεδρος κατηγορείται για νοθεία των εκλογών και για φίμωση δημοσιογράφων. Με όπλα της το δριμύ λόγο της σε συνεντεύξεις, στην επικοινωνία της με πολιτικούς, στις διαδηλώσεις αλλά και το ταλέντο της, θίγει όλα εκείνα τα ζητήματα που αφορούν στην ελευθερία του ανθρώπου να ζήσει, να εκφράσει την άποψή του και να δημιουργήσει.


Η P a r asto u F o r o u h a r , ω ς φ εμινίστρια , δε θ α μπορούσε να μη θ ί ξ ει το θ έμα της φ αλλοκρατικής αντίλη ψ ης . ..............................................................................................................................................................

Η καλλιτέχνης Η πολιτική κατάσταση στο Ιράν και η καταπίεση των γυναικών δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες από τους ιρανούς καλλιτέχνες και δη τις ιρανές. Η Parastou Forouhar, όμως, μόνο φαινομενικά ανταποκρίνεται σ’ αυτές, αφού στην πραγματικότητα παίζει μαζί τους. Με αφετηρία της την Ανατολή, πραγματεύεται θέματα που απασχολούν όλη την ανθρωπότητα. Παίρνει στοιχεία συνδεδεμένα με την κουλτούρα της πατρίδας της και τα τοποθετεί σε ένα νέο πλαίσιο. Οι δημιουργίες της, οι οποίες αποτελούνται από σχέδια στο χέρι και στον υπολογιστή, installation art, φωτογραφίες και βίντεο, έχουν φιλοξενηθεί σε εκθέσεις σε Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Μέσα από αυτές παρουσιάζεται η ομορφιά, η ασχήμια, το φως και το σκοτάδι του κόσμου της. Σε αυτό το ταξίδι η χρήση του χώρου ως μέρος του έργου της, οι παραλληλισμοί, οι αντιθέσεις και η πρόκληση του θεατή να δει πίσω από αυτό που φαίνεται, σκιαγραφούν το καλλιτεχνικό της προφίλ, ενώ η θεματολογία της, ούσα βαθιά επηρεασμένη από την πατρίδα και τα βιώματά της, καταδεικνύει τη βιαιότητα του καθεστώτος του Ιράν, τη θέση της γυναίκας και τη σεξουαλικότητά της καθώς και τη συνύπαρξη παράδοσης και εκσυγχρονισμού. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι δεν «εκβιάζει» τη στείρα συγκίνηση της στιγμής ακόμα και όταν αγγίζει προσωπικές επώδυνες αναμνήσεις της, αλλά στοχεύει στην ενεργοποίηση της σκέψης. Η Parastou Forouhar προκαλεί τις αισθήσεις και το μυαλό των θεατών για να βγάλουν τις παρωπίδες του φανατισμού και να δουν κάτι πέρα από αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά. Σ’ αυτή την προσπάθεια χρησιμοποιεί τη δυνατή οπτική γλώσσα του στολιδιού, από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή καθώς η ελκυστική όψη του μπορεί να κρύβει ό,τι πιο αηδιαστικό. Στο έργο της «Thousand and One Days» παίζει με τον τίτλο του γνωστού παραμυθιού και με τα πολυπρόσωπα σχέδια που συνθέτουν σχήματα-στολίδια σαν αυτά των περσικών χαλιών. Τα παραμύθια της Σεχραζάτ, που με τη γοητεία τους της έσωσαν τη ζωή, μετασχηματίζονται υπό το φως της ημέρας σε ιστορίες όπου κυριαρχούν ο πόνος και ο θάνατος, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν τη πάλη του ανθρώπου για την ανάκτηση της ελευθερίας του. Τα σχέδια μαγνητίζουν το θεατή, τον παρασύρουν να πλησιάσει για να τα θαυμάσει από κοντά, αλλά τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, έρχεται αντιμέτωπος με σκηνές φριχτών βασανιστηρίων. Στο Ιράν η διάκριση σε βάρος των γυναικών είναι μια πτυχή της καθημερινότητας και, παρά τις προσπάθειες για αλλαγή, οι ιρανές βρίσκονται ακόμα στο τελευταίο σκαλί της κοινωνικής κλίμακας και θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Η Parastou Forouhar, ως φεμινίστρια, δε θα μπορούσε να μη θίξει το θέμα της φαλλοκρατικής αντίληψης. Η σχέση των δύο φύλων αποτυπώνεται στη δουλειά της «Signs», στην οποία συνυπάρχουν το παραδοσιακό και το μοντέρνο, έτσι ώστε να τονιστεί η αντίθεση τους. Η παραδοσιακή αντίληψη για την κατώτερη θέση της γυναίκας εντάσσεται σε ένα μοντέρνο πλαίσιο, αυτό το σημάτων, για να υπογραμμιστεί η διατήρηση του οπισθοδρομικού τρόπου σκέψης στη σύγχρονη εποχή. Ο παραλληλισμός των σημάτων στο δρόμο που ρυθμίζουν την κυκλοφορία με τα σήματα στο δρόμο της ζωής που ρυθμίζουν τη σχέση των δύο φύλων είναι εμφανής. Στη φωτογραφική δουλειά «Friday», ερωτισμός και ισλαμισμός συναντώνται. Η γυναίκα κρατάει το βέλο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι ξεκάθαρο αν μόλις το φόρεσε ή αν θέλει να το βγάλει. Το όμορφο ύφασμα, αν και καλύπτει σχεδόν όλο το σώμα, δεν μπορεί να κρύψει τη θηλυκότητα. Ο τίτλος αποκαλύπτει το θρησκευτικό στοιχείο, καθώς η Παρασκευή είναι για τους μουσουλμάνους, ό,τι η Κυριακή για τους Χριστιανούς. Οι θρησκευτικοί κανόνες που επιβάλλουν την μπούργκα και έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής απαλλαγμένο από τη σεξουαλική ικανοποίηση, δεν μπορούν να πνίξουν την ερωτική επιθυμία. Κριτική στην παράδοση, τον εκσυγχρονισμό και τη γραφειοκρατία αποτελούν οι σειρές «Funeral» και «Shoes off». Στην πρώτη, οι καρέκλες γραφείου ντύνονται με ύφασμα της ιρανικής σιιτικής παράδοσης για να καταδείξουν το θρησκευτικό συντηρητισμό ενός καθεστώτος που αρνείται να προχωρήσει. Στη δεύτερη, απεικονίζεται η ταλαιπωρία που υπέστη από την ιρανική γραφειοκρατία όταν προσπαθούσε να αποκτήσει πρόσβαση στα αρχεία για τη δολοφονία των γονιών της. Τυλιγμένη με μαύρη μπούργκα, έπρεπε να περιμένει σε αμπαρωμένα γραφεία και να δέχεται αδιαμαρτύρητα σωματικό έλεγχο. Η Parastou Forouhar αντιμετωπίζει τους χώρους που φιλοξενούν εκθέσεις της ως προέκταση του έργου της ή μέρος αυτού. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, διότι ο επισκέπτης εντάσσεται αναπόφευκτα στις δημιουργίες της και παύει να είναι αποστασιοποιημένος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δουλειά της «Written Room», στην οποία οι τοίχοι λειτουργούν σαν λευκό χαρτί και η περσική γραφή μετατρέπεται σε στολίδι τους. Ο πολιτικός ακτιβισμός δεν καθορίζει την καλλιτεχνική της ταυτότητα, αλλά βοηθάει στη βαθύτερη κατανόηση του έργου της. Τα έργα της προσδίδουν υλική υπόσταση στα πιο περίπλοκα προβλήματα της ανθρωπότητας για να τα αγγίξει, να τα παλέψει και να τα θέσει επί τάπητος στην επικοινωνία της με το κοινό. Συγκινεί, αφυπνίζει, ξύνει πληγές, αλλά στο τέλος τις επουλώνει, με τις δημιουργίες της μοναδικό μάρτυρα αυτής της διαδρομής. Τι κάνει τελικά η Forouhar, τέχνη ή πολιτική; Η ίδια παραδέχεται ότι είναι αναμειγμένη περισσότερο με την πολιτική παρά με την τέχνη, καθώς τα γεγονότα είναι τόσο επείγοντα που δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για να τα παρατηρήσει από απόσταση και να τα μετουσιώσει στο δικό της καλλιτεχνικό μήνυμα. Στην παρούσα φάση τα ακολουθεί και γίνεται ένα με αυτά, αλλά αυτή η εμπλοκή της, προσδίδει μια δυναμική στα έργα της η οποία χαρακτηρίζει τις πράξεις της απέναντι σε κάθε είδους απειλή. Όχι, δεν είναι ατρόμητη. Φοβάται για τη ζωή της, αλλά αυτός ο φόβος αποδεικνύεται συνεχώς πολύ μικρός μπροστά στη θέλησή της για ρηξικέλευθες τομές αφού, όπως ίδια δηλώνει: «Η αλλαγή δε θα έρθει αν δεν παίρνουμε ρίσκα».


Ένα πολυταξιδεμένο μουσικό σχήμα που δε σταματά να πειραματίζεται, μιλά για τη δουλειά του. ............................................................................................................................................................... της Βαγγελιώς Χρηστίδου

Alcalica


Η Julie Loi είναι μισή γερμανίδα και μισή ιταλίδα. Γεννήθηκε στο Βέλγιο και μεγάλωσε στο Παρίσι, όπου από μικρή έγραφε ποίηση. Ο Λεωνίδας Δανέζος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου από 15 χρόνων έπαιζε πλήκτρα σ’ ένα new wave γκρουπ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 έφυγε στο Λονδίνο όπου, μέσα από μουσικές κολλεκτίβες, συμμετείχε στην εκεί μουσική σκηνή για 13 χρόνια. Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 2002 στο Βερολίνο, σ’ ένα φεστιβάλ. Εκεί, λίγα χρόνια μετά, στο υπόγειο ενός κοινόβιου, γεννήθηκαν οι Alcalica. Είναι ένα μουσικό σχήμα με ηλεκτρονικό και industrial ήχο, ο οποίος ζωντανεύει μέσα από τη χρήση φυσικών παραδοσιακών οργάνων και συνοδεύεται από ποίηση σε τέσσερις γλώσσες γεμάτη με αισιόδοξα πολιτικά μηνύματα. Την ιστορία τους, αφήσαμε να μας πούν οι ίδιοι μέσα στο καλοκαίρι, τρώγοντας αλανιάρες τσιπούρες και πίνοντας ούζο… Η γν ω ριμία σας έγινε στο Β ερολίνο λοιπ ό ν . . . Κ αι το σχήμα , πώς δημιουργή θ ηκε ; Λ ε ω νίδας Δ ανέζος / / Βρέθηκα στο φεστιβάλ με την τελευταία κολεκτίβα που συμμετείχα, τους Construct. Εκεί γνωριστήκαμε με τη Julie κι έκτοτε, αποφάσισα να μείνω στο Βερολίνο. Οι Alcalica δημιουργήθηκαν το 2005, στο κοινόβιο όπου μέναμε μαζί. Είχαμε ένα στούντιο στο κελάρι του σπιτιού και εκεί πειραματιστήκαμε ακόμη περισσότερο στη μουσική. Η συνέχεια αυτών των πειραματισμών ήρθε τυχαία, σε μια συναυλία στην Πολωνία με τους Construct, που ήρθε μαζί μου και η Julie. Παίξαμε, έγινε χαμός και είπαμε, «το κρατάμε». J u l i e Lo i / / Μου άρεσε να γράφω, να ασχολούμαι με τη γλώσσα.

Αυτός ήταν ο δρόμος μου, η ποίηση. Έγραφα πολύ όσο ήμουν παιδί, κατέγραφα τα όνειρά μου, σπούδασα φιλολογία και συνέχισα να γράφω. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι οι στίχοι μου θα γίνονταν μουσικά κομμάτια. Αυτό έγινε μόνο όταν γνώρισα τον Λεωνίδα.

Κ αι πώς φ τάσατε σήμερα να πίνετε ούζο στη Μ υ τιλήνη ; J L / / Ήρθαμε πρώτη φορά μαζί στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, στη διάρκεια μιας περιοδείας που κάναμε σε όλα τα Βαλκάνια. Η μουσική σκηνή της μας άρεσε πολύ. Πήγαμε σε διάφορα μέρη, ψάχναμε έναν τόπο να φτιάξουμε το στούντιό μας, αφού έκλειναν το κοινόβιο που μέναμε στο Βερολίνο και αποφασίσαμε το επόμενο στούντιο να γίνει κάπου που να έχει ήλιο και θάλασσα. Ψάξαμε πολύ και όταν τελικά βρεθήκαμε στη Μυτιλήνη, αποφασίσαμε ότι μας αρέσει. Εδώ βρήκαμε τα πάντα και όλες τις κατηγορίες ανθρώπων, κάτι που δεν ίσχυε για τα μικρά νησιά: τον ψαρά, τον καθηγητή, το νέο κόσμο, το νησί είχε ζωή από μέσα. Από τότε ερχόμαστε κάθε Μάρτιο και ξαναφεύγουμε για το Βερολίνο το Δεκέμβριο. Β ρήκατε , τελικά , αυτ ό που ψ άχνατε στην Ε λλάδα και τη Μ υτιλήνη ; Τ ι δια φ ορές υπάρχουν απ ό τη Δ υτική Ε υρώπη και το Β ερολίνο ; Λ Δ / / Στη Μυτιλήνη είναι καλύτερο το φαγητό, η ποιότητα του αέρα και η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Έχουμε κάνει περισσότερους φίλους μέσα σε τρία χρόνια εδώ, παρά μέσα σε οκτώ χρόνια στο Βερολίνο. Ωστόσο, εκεί έχεις περισσότερο χώρο για να «βουτήξεις» στον εαυτό σου και να αναπτύξεις την ταυτότητά σου. Είναι πιο εύκολο να είσαι ελεύθερος επαγγελματίας, η γραφειοκρατία είναι πολύ πιο απλουστευμένη. Μερικά τεχνικά πράγματα σου κάνουν τη ζωή εύκολη. Ένα ακόμη σημαντικό θέμα όπου υπάρχει μεγάλη διαφορά, είναι αυτό της ησυχίας στην πόλη. Εκεί, δεν βλέπεις τόσα μαγαζιά με… ακουστικά βαρηκοΐας, υπάρχει σεβασμός στα αφτιά του άλλου. Αλλά και από μουσικής άποψης, στη Μυτιλήνη δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως τα περιμέναμε τα πράγματα. Όπως ισχύει συνήθως, πλάθεις μια εικόνα και έχεις προσδοκίες από κάποιο μέρος, αλλά δεν είναι πάντα έτσι. Δεν υπάρχει

...............................................................................................................................................................


αυτός ο συνδυασμός παράδοσης με νέες τεχνολογίες που περιμέναμε να βρούμε λόγω και του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι, όμως, πολύ πιο εύκολο να βρεις ανθρώπους που παίζουν φυσικά όργανα, κάτι που για εμάς είναι πολύ σημαντικό και στη Γερμανία πολύ σπάνιο, αφού συναντάς πολύ τα ηλεκτρονικά όργανα και την κλασική μουσική, αλλά όχι πολλούς που να παίζουν φυσικά. Παρ’ όλα τα μειονεκτήματα, τα πλεονεκτήματα της Μυτιλήνης είναι πολλά και θα θέλαμε να μείνουμε μόνιμα εδώ. Χ ρησιμοποιείτε πολλά δια φ ορετικά ό ργανα , που εκ πρώτης ό ψ ης είναι δύσκολο να συνδυαστούν . Κ αι ό λα αυτά με απαγγελία στίχ ω ν … Λ Δ / / Ένιωθα την ανάγκη να πιάσω φυσικά όργανα, αφού για χρόνια

παίζαμε ηλεκτρονικά. Ήμασταν στις Βρυξέλλες, περάσαμε από ένα μαγαζί, είδαμε το περσικό σαντούρι και το πήραμε κατ’ ευθείαν. Μετά αγοράσαμε έναν μπαγλαμά. Χρησιμοποιούμε το σαντούρι και τον μπαγλαμά μαζί με ένα theremin, ηλεκτρονικούς ήχους και μπιτ. Η Julie απαγγέλλει σε διάφορες γλώσσες, χρησιμοποιώντας παράλληλα καλίμπα (αφρικάνικο πιάνο) και διάφορα μικρά όργανα. Ο Μιχάλης Βρέττας, που είναι στους Alcalica εδώ και δύο χρόνια, παίζει βιολί ―είναι εκπληκτικός βιολιστής. Συχνά παίζουν μαζί μας κι άλλοι μουσικοί. Είναι εύκολο να γράψουμε τα τραγούδια, γιατί έχουμε πολύ καλούς και ειλικρινείς στίχους. Κ αι η μουσική σας ; Π ώς θ α τη χαρακτηρίζατε ;

Alcalica

.........................................................................................................

J L / / Θα πούμε κάτι που μας έχουν πει άλλοι: ότι «είναι πολύ χαρούμενη, αλλά με βάθος». Χρησιμοποιούμε πολλούς διαφορετικούς ρυθμούς, από electro, dub και drum ‘n base μέχρι τσιφτετέλι ―ανακαλύψαμε ότι είναι ο ίδιος ρυθμός με το dancehall― ενώ οι στίχοι μου είναι πάντα αισιόδοξοι. Λ Δ / / Αυτό που μας αρέσει να λέμε, είναι ότι «δημιουργούμε ψευδαι-

σθήσεις με τη χρήση του ρυθμού». Μας αρέσει πολύ η ψευδαίσθηση κατά την οποία εκεί που νομίζεις πως είσαι «εδώ», ξαφνικά να βρίσκεσαι «εκεί». Ως σχήμα τι φ ιλοσο φ ία έχετε ; Τ ι βγαίνει απ ό τους στίχους σας ; J L / / Θεωρούμε πολύ σημαντική την ειλικρίνεια και την εντιμότητα, το να μπορούμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο στα μάτια. Προσπαθούμε πάντα να είμαστε θετικοί, γιατί οι άνθρωποι είναι πολύ καταπιεσμένοι. Αυτό που αποπνέουν οι στίχοι μας είναι η φιλοδοξία και η παρότρυνση να πιστέψουμε στους εαυτούς μας και στους άλλους. Είναι κατά κάποιο τρόπο «πολιτικοί» στίχοι, που μιλούν για ελευθερία και υπευθυνότητα. Πιστεύουμε ότι την ελευθερία μπορείς να τη διαλέξεις. Όταν ακούμε να λένε «τι να κάνουμε;» μας ενοχλεί. Οι άνθρωποι έχουν δύναμη, αρκεί να σταματήσουν να καταπιέζουν την εσωτερική τους ενέργεια και να πιστέψουν στους εαυτούς τους και ο ένας στον άλλο. Οι στίχοι μου είναι ταυτόχρονα κριτική, αλλά και θετική σκέψη. Και τους απαγγέλλω σε γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και αγγλικά ―τελευταία, προσπαθώ και με λίγα ελληνικά. Μου αρέσει να παίζω με τις γλώσσες. Π αρά τον ηλεκτρονικ ό σας ήχο , οι δίσκοι σας κυ κλο φ ορούν σε βινύλιο . Γ ιατί επιμένετε σε αυτ ό ; Λ Δ / / Μας αρέσει πολύ το βινύλιο και κόβουμε τους δίσκους μας πάντα

έτσι. Είναι πανέμορφο, όλη η διαδικασία είναι εκπληκτική, είναι ένα μαγικό πράγμα. Για να λέμε, όμως, ότι συμβαδίζουμε με την εποχή, σκεφτόμαστε και για digital release. Μέχρι στιγμής έχουμε κυκλοφορήσει πέντε δίσκους με την Photovoltaic Records και αυτή τη στιγμή ηχογραφούμε το έκτο βινύλιό μας. Να πούμε, επίσης, πως οι Alcalica λειτουργούν και ως εταιρεία παραγωγής μουσικής για ταινίες ή ντοκιμαντέρ, αλλά και για χορό, θέατρο, βίντεο κλιπ, κλπ.


Τα μόνιμα μέλη των Alcalica είναι ο Λεωνίδας Δανέζος (παραγωγή, ιρανικό σαντούρι, ηλεκτρονικά, beats και μπαγλαμάς), η Julie Loi (απαγγελία, ποίηση, καλίμπα, μικρά όργανα) κι ο Μιχάλης Βρέττας (βιολί, εφέ, φωνητικά). Περισσότερα εδώ: www.myspace.com/alcalica, www.alcalica.org

...............................................................................................................................................................

Σ ε ποιες π ό λεις και χώρες έχετε εμ φ ανιστεί μέχρι τώρα ; Λ Δ / / Έχουμε παίξει σε πολλές χώρες και πόλεις της Ευρώπης, σχεδόν παντού για την ακρίβεια, εκτός από Σκανδιναβία και Ισπανία. Ετοιμαζόμαστε, όμως, να παίξουμε κι εκεί. Συνήθως κάνουμε δύο περιοδείες το χρόνο, ξεκινώντας από Ελλάδα και Τουρκία και πηγαίνοντας προς κεντρική Ευρώπη μέσω Βαλκανίων. Δεν έχουμε κάτσει ποτέ σε ένα μέρος για έναν ολόκληρο χρόνο, ταξιδεύουμε συνεχώς, είναι τρόπος ζωής για εμάς. Στην Ελλάδα έχουμε εμφανιστεί σε Βόλο, Πάτρα, Γιάννενα, Κέρκυρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και αλλού κι αυτό που μας κάνει εντύπωση κάθε φορά, είναι πως στις συναυλίες μας έρχεται κόσμος από διάφορες περιοχές. Στην Αθήνα παίζουμε συνήθως στο Loop στο Θησείο, όπου παίζω και ως dj εδώ και 8 χρόνια, στη Θεσσαλονίκη έχουμε εμφανιστεί στο Απυραμώρια, στο Σπίτι Μου, στο Zenit. Συχνά στο ακροατήριό μας είναι και πολλοί καλοί μουσικοί, κάτι που σημαίνει πολλά για μας. Τ α τελευταία χρ ό νια συνεργάζεστε με τους Ba b a Z u l a , απ ό την Κ ω νσταντινούπολη . Δ ύο μουσικά σχή ματα που πειραματίζονται πολύ , μαζί στη σκηνή . Α κούγεται σαν ένα πολλά υποσχ ό μενο p r oj e ct. Λ Δ / / Τους Baba Zula τους γνωρίσαμε στο Βερολίνο, στο κοινόβιο όπου μέναμε. Στο μπαρ που είχαμε μέσα παίζαμε live κάθε εβδομάδα και ένας

κοινός φίλος τους έφερε για ένα ποτό. Την επόμενη μέρα μας είπαν πως θέλουνε να μας γνωρίσουν καλύτερα και να έρθουν στο στούντιο. Για εμάς, που τους ξέραμε από πριν, ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Έκτοτε, έχουμε κάνει περιοδείες μαζί τους, έχουμε μάθει πάρα πολλά και μας έχουν βοηθήσει πολύ. Πριν τρία χρόνια κάναμε ένα live μαζί ως Alcalica και Ana Bala, ένα side project του γκρουπ, με τον Μurat που παίζει σάζι και την Ceran που κάνει τη ζωγραφική, καθώς και μια χορεύτρια. Ο συνδυασμός λεγόταν Anabalica. Ακολούθησε ένα support μας στη συναυλία τους στη Στουτγάρδη πριν δύο χρόνια, μετά άλλο ένα στην Κωνσταντινούπολη. Φέτος κάναμε και πάλι περιοδεία μαζί και ηχογραφήσαμε ένα κομμάτι στον τελευταίο τους δίσκο. Η συνεργασία είναι για εμάς πολύ σημαντική και σίγουρα θα συνεχιστεί, αφού τους εκτιμούμε πολύ. Μαζί τους είναι σαν να κάνεις σεμινάριο, είναι εκπληκτικοί μουσικοί και στήνουν εκπληκτικά σόου, πολύ καλά δουλεμένα, που δεν έχουμε δει πουθενά αλλού. Π ού θ α περάσει ο φ ετιν ό ς χειμώνας ; Λ Δ / / Μετά από διάφορες καλοκαιρινές συναυλίες, στις οποίες συνεργαστήκαμε και με καλούς φίλους, θα γυρίσουμε στο Βερολίνο. Στην Ελλάδα θα επιστρέψουμε και πάλι από την Άνοιξη, με συναυλίες σε Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και αλλού.


Eν αρχή ην ο Λόγος ... του Χάρη Κότσογλου

O P I N I O N ....................................................................................................................................................................... ...και στην προκειμένη περίπτωση, ως Λόγο ορίζουμε όχι τη διανοητική, επικοινωνιακή διαδικασία μέσω της οποίας τα ανθρωποειδή ανταλλάσσουν ιδέες, απόψεις, σεξουαλικά υπονοούμενα και μπινελίκια, μα την Αιτία, την απάντηση δηλαδή στο προαιώνιο, πανάρχαιο Γιατί, που μεγαλύτερα δεινά προκάλεσε στην ανθρωπότητα από όλα μαζί, πολέμους, κόμματα και ασθένειες. Γιατί το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά; Γιατί γερνάμε και ψοφάμε; Γιατί αυτός να έχει περισσότερα από εμένα ή, ακόμα χειρότερα, εγώ λιγότερα από αυτόν; Ειδικά αυτό το τελευταίο είναι, όπως δείχνουν τα πράγματα, η κινητήριος δύναμη πίσω από κάθε εξέλιξη της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Και είναι κάτι που, όπως όλα τα πράγματα στον κόσμο, μπορεί να ιδωθεί από άπειρες διαφορετικές σκοπιές. Είναι, επίσης, αυτό που δημιουργεί όλες τις μεγάλες διαφωνίες. Και τις ιδεολογίες. Και τους μαλάκες. Και τους κομπλεξικούς ζωανθρώπους που νιώθουν ότι έχουν πιάσει την Αλήθεια από τα αχαμνά και τριγυρνούν στις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες, τις παρέες και τα πηγαδάκια κουβαλώντας τη σαν πολιορκητικό κριό. Αλλά σάμπως να μην είμαστε όλοι μας ζωάνθρωποι; Και τελικά μήπως όλοι έχουμε μια Αλήθεια απαράβατη που την παίρνουμε μαζί μας πάντα και τη βγάζουμε επιδεικτικά έξω κάθε φορά που συναντάμε κάποιον που η δική του Αλήθεια είναι διαφορετική; Και δεν ισχύει ότι όταν με κάποιους οι Αλήθειες μας ταιριάζουν μπορεί να τους αποκαλέσουμε ακόμα και συντρόφους, αν και ξέρουμε ότι είναι τελείως μαλάκες στην τελική; Όλα ξεκινούν από μια ηθική βάση, μια απαραβίαστη συνθήκη που εδράζεται βαθιά μέσα μας, θαμμένη στον πυρήνα της υπόστασης, προστατευμένη από εξωτερικούς εχθρούς και σπανίως μόνο, υποκείμενη σε αλλότρια ερεθίσματα. Πρόκειται για ένα σατράπη που σκέφτεται δυαδικά, ορίζει το καλό και το κακό με κανόνες άσπρου-μαύρου, μηδέν-ένα, μηδέν-ένα, σ’ ένα χωροχρονικό συνεχές απεριόριστης σαπίλας. Αυτός ο σατράπης είναι που δημιουργεί τις φλύκταινες σε κάποιον καπιταλιστή όταν ακούει τη λέξη (ας ψυθιρίσουμε) κομμουνισμός. Το ίδιο σε ένα εγγεγραμένο μέλος του ΚΚΕ η λέξη (ας το πούμε με νοήματα) Κ-α-π-ι-τ-α-λ-ι-σ-μ-ό-ς. Το ίδιο σε κάποιον ανένταχτο η λέξη κόμμα. Ας το παραδεχτούμε. Όλοι κρύβουμε ένα τέτοιο κάθαρμα μέσα μας. Όταν ξεκινάμε μια κουβέντα με κάποιον αυτό ορίζει την εξέλιξή της. Φτάνει να ειπωθεί η λάθος λέξη και διαφωνούμε αμέσως. Συζητάμε για να διαφωνήσουμε. Συζητάμε για να πούμε όχι στην πρώτη ευκαιρία. Υπάρχουν, ωστόσο, τρύπες, παραθυράκια και, σπανιότερα, χάσματα σ’ αυτή τη μαγική σύσταση. Όταν τελειώνει, ας πούμε, η φοι-

τητική ζωή ή όταν γεμίζει το πορτοφόλι. Πολλοί έχουν προδώσει το σατράπη τους σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Από την άλλη πλευρά, το παράδοξο: Όταν αδειάζει το πορτοφόλι κάποιοι δεξιοί γίνονται δεξιότεροι. Αλλά για αυτό δεν υπάρχει απάντηση. Η μαλακία στο Σύμπαν είναι μέγεθος μη μετρήσιμο. Τα παρατάω. Στις μέρες που ζούμε, αυτές οι από γεννησιμιού διαφωνίες γίνονται εντονότερες. Είναι αυτό που στις ειδήσεις ονομάζουν πόλωση. Αλλά αυτή είναι η εύκολη διάγνωση και μπορούμε να την κάνουμε όλοι. Δε μπορούν να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι το μεγαλοαφεντικό με τις off shore και ο κακοπληρωμένος ανασφάλιστος εργάτης του. Δεν υπάρχει σημείο σύγκλισης και καλώς δεν υπάρχει. Αλλά ακόμα και ανάμεσα στους (λεγόμενους) εκπροσώπους της εργατικής τάξης υπάρχει η ίδια αντιξοότητα, το ίδιο αδιαπέραστο τείχος. Ο Κουβέλης κι η παρέα του, λόγου χάρη, οι λεγόμενοι ρεφορμιστές της ανανεωτικής πτέρυγας, φύγανε από το ΣΥΡΙΖΑ. Θα περίμενε κανείς, ότι όλοι οι υπόλοιποι θα συμφωνούσαν τουλάχιστον στα βασικά, όντας δηλωμένοι αντικαπιταλιστές και αντιμνημονιακοί. Αντιθέτως, οδεύουν ολοταχώς προς διάσπαση. Το ΚΚΕ ακολουθεί, φυσικά, το δικό του δρόμο, στον οποίο δε χωράει κανείς σύμμαχος (η απόλυτη Αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο). Οι αναρχικοί, ειδικά μετά το τραγικό περιστατικό της 5ης του Μάη —με το θάνατο των τριών εργαζόμενων στη Marfin και μερικούς τόνους λάσπη από κράτος και ΜΜΕ—, έχουν επικεντρωθεί στο να ξεκαθαρίσουν τη θέση και τις τακτικές τους, με το πρόβλημα των φυλακισμένων συντρόφων να ελλοχεύει ως συνήθως. Από την άλλη, οι εκπρόσωποι του συστήματος φαίνονται περισσότερο ενωμένοι από ποτέ. Τα ΜΜΕ σε πλήρη σύμπνοια με την κυβέρνηση των βρικολάκων βροντοφωνάζουν συνεχώς την Εθνική Ενότητα, το Μονόδρομο και τον Πατριωτισμό. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις χάνουν τη δύναμή τους προσκυνώντας το κεφάλαιο και το συμφέρον και αυτό είναι το μόνο που θα πώ γι’αυτούς γιατί τσαντίζεται ο προσωπικός μου σατράπης κι άντε να βγάλω άκρη. Κι εμείς, οι υπόλοιποι, τι ακριβώς κάνουμε; Βρίσκουμε αφορμές για διάσπαση. Ο αμερικανός αναρχικός Ντέιβιντ Γκρέμπερ λέει ότι θα πρέπει να επανανακαλύψουμε τις λέξεις, να τους δώσουμε νέα νοήματα και νέους ορισμούς. Μάλλον αυτό δεν είναι αρκετό. Ίσως αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να καταργήσουμε τους ορισμούς, όχι μόνο το περιεχόμενό τους, αλλά αυτούς τους ίδιους τους ορισμούς, τα ξεπερασμένα ιδεολογήματά μας, να σκοτώσουμε, σε τελική ανάλυση (και παραφράζοντας την παραδοσιακή προτροπή), το σατράπη που κρύβουμε μέσα μας. Και ίσως τότε, να καταφέρουμε να συνεννοηθούμε.


Οκτώβριος-Νοέμβριος 10

monkie pdf/issue14

# who are the brain police? #

monkie #14: Who are the brain police?  

Who are the brain police?

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you