Page 1


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Καλύτερα μαζί σου και τρελός;

The primate eye

How Mumbo Jumbo Conquered the World του Francis Wheen Bad Science του Ben Goldacre

Ape with skull Το τάκλιν The Drah SLAP!

Μανιφέστο των Καλλιτεχνών Χελωνών-Νίντζα Η βίβλος του σύγχρονου καλλιτέχνη

Pripyat: Το φάντασμα μιας ουτοπίας Αποστολή στα ερείπια του Τσερνόμπιλ

Ζώντας σε μια άλλη πραγματικότητα Η πραγματικότητα και η τηλεόραση

Ανεξερεύνητο τοπίο

Ο James Benning σε μια καινούρια χαρτογράφηση

Γη 1999: Χαμένο επεισόδιο

Φλάσμπακ στο μέλλον και στις «Μέρες Ραδιοφώνου»

Διήγημα

Καπναπαγόρευση 2006

Ποίημα Αλβανία

Εξωφύλλο / φωτό: Στεφανία Μιζάρα

pdf / issue 13

Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης, Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς, Σοφία Σπυρλιάδου, Σόλωνας Χουλιαράς, Μαρέττα Σιδηροπούλου, Σταύρος Κιουτσιούκης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Αντωνία Γρίβα, Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Παρίσης Πάνου, Χρυσαλία, Timm Suess, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Γιάννης Παλαβός, Γιώργος Πασχαλίδης, Κωνσταντίνος Κόκκας, Γκέλυ Μαδεμλή, Βασίλης Καράδαης, Μαρέττα Σιδηροπούλου, Αστέρης Μασούρας, Δημήτρης Δρένος, Αλέξης Γαγλίας, Γιώργος Παπαθωμάς, Βάσια Ρούσσου, Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Πέτρος Χριστούλιας, Τάσος Ζαφειριάδης, Βαγγελιώ Χρηστίδου, Ανδρέας Παύλου, Κωνσταντίνα Κάλφα, Μαρία Δόγια, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά, Νάνος Βαλαωρίτης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Ειδικός σύμβουλος σε θέματα σχεδίου Marshall: Κωνσταντίνος Γκουσιάρης, PhD Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.facebook.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag


the missing_link

του Λουκά Τσουκνίδα * Η φωτογραφία με το ένα παπούτσι που στέκεται ατάραχο στο περβάζι ενώ το άλλο έχει πηδήξει στο κενό τραβήχτηκε στον περιφερειακό Λυκαβηττού τον Απρίλιο του 2010.

Καλύτερα μαζί σου και τρελός;

« Κ αλ ύ τερα μαζί σ ο υ και τρελός , παρά μ ο νάχ ο ς μ ο υ και λ ο γικός . » Σπύρος Γιατράς - Στράτος Διονυσίου Μπορεί και να ‘μαι ένας μετριοπαθής μαλάκας, αλλά νομίζω ότι τείνουμε να καταχραστούμε όλο τον υπερθετικό βαθμό που μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε σε μία ζωή και σύντομα θα αναγκαστούμε να δανειστούμε απ’ το Διεθνές Γλωσσολογικό Ταμείο (ΤΠΒ) με ολέθρια αποτελέσματα για τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας, αφού θα αναγκαζόμαστε να εκφράζουμε την υπερβολή με περιφραστικό


the missing_link

τρόπο όπως: «Νιώθω τόση οργή αυτή τη στιγμή που τ’ αρχίδια μου έχουν ανέβει στο κεφάλι κι έχουν πάρει τη θέση των βολβών μου κι έτσι κατουράω δεξιά-αριστερά χωρίς να βλέπω ποιον πετυχαίνω, αλλά δε μου καίγεται καρφί αφού το μόνο που θέλω είναι ν’ αδειάσει η κύστη πριν σκάσει ο προστάτης και τ’ αρχίδια δεν μπορούν να ξαναλλάξουν θέση με τα μάτια μου και μείνω έτσι για πάντα, μνημείο στην ιερή οργή που μ’ έριξε σ’ αυτά τα σκατά.» Υπάρχει καλός και κακός θάνατος; Φαίνεται ότι πολλοί γύρω μας θ’ απαντούσαν πολύ εύκολα «ναι», ακόμη κι αν δε θα κληθούν ποτέ να επιχειρηματολογήσουν περί αυτού με την τύχη του καταδικασμένου στα χέρια τους, παρά μόνο σε καφενεία και ιδιωτικές συζητήσεις ποτισμένες με ρετσίνα και κόκα κόλα. Πολλοί, επίσης, θ’ απαντούσαν «όχι» το οποίο, όμως, θα συνοδεύεται πάντα από ένα «αλλά». Αυτό το «αλλά» είναι που προτείνει μια σχετική συζήτηση που θα φέρει τις δυο πλευρές πιο κοντά και θα αμβλύνει τις αιχμηρές γωνίες της ερώτησης. Σχεδόν πάντα, όμως, μεταθέτει την κουβέντα στη σφαίρα των υποθέσεων και της ηθικολογίας, παίρνει ως δεδομένα τα αναπόδεικτα, γενικολογεί και ιδεολογικολογεί μετά μανίας, βαφτίζει το ανθρώπινο κρέας φελό, το κόβει σε δίσκους, ζωγραφίζει χρωματιστούς ομόκεντρους κύκλους και του πετάει βελάκια αυτοδικαίωσης, αγανάκτησης και λαϊκής ετυμηγορίας. Το «όχι, αλλά» είναι βασικά ένα ακόμη «ναι», μόνο που καλεί τα τρομπόνια του Δήμου να σκεπάσουν τις κραυγές. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι μία άποψη και κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κάποιον απλώς και μόνο επειδή έχει μία άποψη ―αν και κάποιες αποχρώσεις του «αλλά» υποδεικνύουν το αντίθετο. Άλλωστε, όλοι μας έχουμε μια τελευταία ευκαιρία να κάνουμε λίγο πίσω, να δούμε την εικόνα από μακριά και ν’ αποφασίσουμε εκ νέου αμέσως μετά το τετελεσμένο γεγονός. Τι κάνουμε τότε; Απ’ ότι φαίνεται, υπάρχουν κάποιοι που όσο εύκολα οργίζονται υπό την πίεση της συντριπτικής φύσης των πολιτικών αποφάσεων, άλλο τόσο εύκολα αντιπαρέρχονται τη συντριπτική φύση του γεγονότος του θανάτου και αντί να αρπαχτούν από ένα στέρεο «ναι» ή ένα στέρεο «όχι» επιλέγουν να γκρεμιστούν, αγκαλιά με το «αλλά», στο τεράστιο χάσμα που χωρίζει αυτά τα δύο. Κι όσο πέφτουν συνεχίζουν να κοιτάζουν προς τα πάνω και να φωνάζουν δύο λέξεις ξανά και ξανά: ηθικός αυτουργός... ηθικός αυτουργός... ηθικός αυτουργός... ηθικ Έστω λοιπόν ότι περνάμε σε μια νέα εποχή για τη δικαιοσύνη, στην οποία ο ίδιος ο εγκληματίας περνάει απαρατήρητος και οι πρώτοι που συλλαμβάνονται είναι εκείνοι που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, βοήθησαν στη δημιουργία των συνθηκών οι οποίες διευκόλυναν το έγκλημα. Τότε, μπορούμε να πηδήξουμε το παραδοσιακό πρώτο βήμα χωρίς ενοχές και περιττές εξηγήσεις κι η συζήτηση να μετατεθεί στο μέτωπο των έμμεσων ευθυνών. Επειδή, όμως, οι περισσότεροι είμαστε νομικοί του καφενείου, η χρήση της δανεικής ορολογίας πρέπει να γίνεται με μια συστολή που συνιστά παραδοχή της άγνοιας ή της ημιμάθειάς μας. Όχι για κανένα άλλο λόγο, απλώς, όταν νομίζεις ότι βρήκες καταφύγιο πρέπει να προσέχεις να μην έχει είσοδο και από πίσω. Και η φράση «ηθικός αυτουργός», ενώ στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου δικαστηρίου έχει συγκεκριμένη σημασία, στο πλαίσιο μια δημόσιας συζήτησης γίνεται πλαστελίνη στα χέρια όποιου την ξεστομίζει κάθε φορά. Με λίγα λόγια είναι δίκοπο μαχαίρι και, από μια άλλη οπτική, μπορεί να συμπεριλάβει ακόμη κι όσους δαιμονοποιούν συστηματικά τη διαφωνία, κόβουν σε μετοχικά κεφάλαια την οργή μας, κερδοσκοπούν πάνω στην χρεοκοπία της ψυχραιμίας μας και προκυρήσσουν εχθρούς σε κάθε ευκαιρία με βάση, όχι το ποιοι είναι, τι λένε και τι κάνουν, αλλά το χώρο στον οποίο ανήκουν ή την επαγγελματική ιδιότητα την οποία φέρουν. Όπως είπε κάποτε κι ο Γεώργιος Μπους ο Νεότερος: «Ντάμιτ! Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας.» Κάποτε, σχεδόν πτυχιούχος του ΤΕΙ Ηλεκτρονικής, βρέθηκα κι εγώ στη μέση του μεγάλου αγώνα για τα επαγγελματικά δικαιώματα κόντρα στο κακό ΤΕΕ, τους λομπίστες του Πολυτεχνείου και το ελιτίστικο Υπουργείο Παιδείας. Περπατώντας άτακτα, μακριά απ’ το τσούρμο της σχολής μου, βρέθηκα δίπλα σε μαχητικό οργανωτή κομματικού φοιτητικού μπλοκ, ο οποίος φώναζε με όλη τη δύναμη του τηλεβόα του: «ΑΡΣΕΝΗ ΚΑΝΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟ, ΑΝΟΙΞ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΚΑΙ ΠΕΣΕ ΣΤΟ ΚΕΝΟ.» Η πολυπληθής παρέα του επαναλάμβανε το σύνθημα σε άψογο γηπεδικό ύφος, αλλά με ποικίλους βαθμούς αφοσίωσης στο περιεχόμενο. Η προστακτική, βλέπετε, μαρτυρά μια αυτοπεποίθηση για το «καλόν» της απαίτησης, που κανείς δεν ήταν έτοιμος να προσυπογράψει βάζοντας τ’ αρχίδια του στη μέγγενη. Όντας, από τότε, ένας μετριοπαθής μαλάκας, αλλά με καθόλου μετριοπαθή φαντασία, αναρωτήθηκα τι θα έκανε ο παθιασμένος συνθηματάκιας (που, απ’ ότι έμαθα, ήταν εκκολαπτόμενο στέλεχος του χώρου του) αν όντως άνοιγε το παράθυρο του Υπουργείου κι ο Υπουργός βουτούσε προς τα κάτω υπακούοντας στην προτροπή της συγκεκριμένης μερίδας του φοιτητικού σώματος. Θα πανηγύριζε, άραγε, με τη γροθιά υψωμένη; Με την υποψία μιας μεταφυσικής ρέντας, θα έκανε ακόμη μία ευχή υπό μορφή συνθήματος με ομοιοκαταληξία; Θα δοκίμαζε άραγε την ανέλπιστη τύχη του με το «ΝΑ ΚΑΕΙ ΝΑ ΚΑΕΙ ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ Η ΒΟΥΛΗ»; Ή μήπως θα τρελαινόταν υπό το βάρος της ασύλληπτης νεόκτητης δύναμής του και θα έτρεχε στην πόλη γυμνός μουρμουρίζοντας το μουσικό θέμα του Μαγκάιβερ παίζοντας, παράλληλα, air-guitar με το πουλί του; Εντάξει, ειδικά αυτό το τελευταίο, κάνει την εκδοχή μου τραβηγμένη απ’ τις ρίζες των μαλλιών. Όχι όμως περισσότερο απ’ το να εκφράζουμε την άποψη και τις απαιτήσεις μας με κενές απειλές και βλακώδη συνθηματολογία που δεν την εννοούμε, εκτός κι αν είμαστε απόλυτα έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο, αυτό που ευχόμαστε να βγει αληθινό. Είμαστε; Ναι, όχι ή όχι, αλλά;


the primate eye read_me.txt

How Mumbo-Jumbo Conquered the World Francis Wheen

του Λουκά Τσουκνίδα

Harper Perennial, 2004

........................................................................................................................................................................................................ { b o o k s }

« Τ ίπ ο τε δε δ η μι ο υργεί τ η ν ψ ευδαίσ θ η σ η τ η ς ε ξ υπνάδας όσ ο η συσσ ώ ρευσ η π ο λλ ώ ν χρ η μάτων στα χέρια ενός αν θ ρ ώ π ο υ . » John Kenneth Galbraith Πριν από μια δεκαετία, βρέθηκα να δουλεύω σε ένα χώρο που καιγόταν στον πυρετό του χρηματιστηρίου. Αν και δημόσιοι υπάλληλοι, οι προσωρινοί συνάδελφοί μου δε δίσταζαν να ποζάρουν ως επίδοξοι λεφτάδες που θα δώσουν μια μούτζα σε όλα κι ως παραγνωρισμένοι ειδήμονες του χρηματιστηρίου που περίμεναν χρόνια την ευκαιρία να αποδείξουν στον κόσμο την ικανότητά τους να εκμεταλλεύονται τη φυσική των χρηματαγορών προς όφελός τους. Η διαβόητη λωρίδα με τις στενογραφικές ονομασίες των μετοχών έπαιζε όπου υπήρχε οθόνη κι εκείνοι την παρακολουθούσαν με ευλάβεια σε κάθε ευκαιρία. Όσοι δε, έπιαναν απλώς μια θέση εργασίας χωρίς η υπηρεσία να έχει προσδοκίες απ’ αυτούς, είχαν τη λωρίδα αγκαζέ για ένα καθαρό εξάωρο, τουλάχιστον. Κάποιος, μάλιστα, εκκλησιαζόταν μέσω ενός γουόκμαν, ενώ παρακολουθούσε το ριάλιτι των μετοχών του σε μια συνδυαστική επιχείρηση να σώσει, μ’ ένα σμπάρο, την τσέπη και την ψυχή του. Καμία ακροστοιχίδα δεν αντιπροσωπεύει καλύτερα τη μαζική ελληνική αυταπάτη εκείνων των δύο περίπου χρόνων όσο τα αρχικά ΑΕΛΔΕ. Σε μια νύχτα, κάθε κτίριο που έβλεπε σε κεντρικό δρόμο ή πλατεία είχε τουλάχιστον μία τέτοια πινακίδα. Κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι ζητούσαν τις συμβουλές αυτόκλητων γκουρού του χρηματιστηρίου και την άλλη μέρα έδιναν οι ίδιοι συμβουλές, σοβαροφανώς και χαμηλόφωνα πάντα, στους λιγότερο μυημένους. Μία νύχτα. Τόσο χρειάστηκε για κάποιους να βρεθούν με υποθηκευμένα σπίτια, για τους συμβούλους τους να την κάνουν στο εξωτερικό και για τις πινακίδες ΑΕΛΔΕ να κατέβουν ή να εγκαταλειφθούν, αμίλητοι φρουροί των άδειων ναών του γρήγορου, ακάματου πλουτισμού. Καθώς συνέρχονταν ένας-ένας απ’ τη δική τους εκδοχή του Πυρετού του Χρυσού, οι έλληνες άρχισαν να δείχνουν με το δάχτυλο προς τα πάνω ξεχνώντας ότι χωρίς τη δική τους απληστία και την επιλεκτική τύφλωση, τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα ήταν το ίδιο... Στο How Mumbo-Jumbo Conquered the World, ο βρετανός δημοσιογράφος Francis Wheen επιχειρεί μια σύντομη ιστοριογράφηση της μαζικής αυταπάτης του σύγχρονου κόσμου απ’ το 1979 και μετά, καλύπτοντας ένα πολύ μεγάλο εύρος πεδίων όπως η επιστήμη, η θρησκεία, η φιλοσοφία, η πολιτική και φυσικά η οικονομία, με περιπτώσεις που παρουσιάζουν ιδιαιτέρως διαχρονικό ενδιαφέρον. Πρωταγωνιστές του είναι η αποθέωση του κοινότυπου, η οικειοποίηση του αυτονόητου, ο λαϊκισμός, η επιστημονικοφάνεια, η επιτηδευμένη πολυπλοκότητα, η καθαρή απάτη, η καμουφλαρισμένη δυσειδαιμονία, το κυνήγι της πανάκειας, η πριμοδότηση της αφέλειας, ο άκριτος ουτοπισμός κι ένα μάτσο ακόμη ελαττώματα των δυτικών και δυτικοποιημένων κοινωνιών, που αναζητούν διαρκώς τελικές λύσεις σε όλων των ειδών τα προβλήματα πέφτοντας μοιραία σε λάκκους που σκάβουν από μόνες τους. Η γραφή του Wheen είναι χιουμοριστική, αφοριστική και χειμαρρώδης, αν και μερικές περιπτώσεις παπαρολογίας πρέπει να τις αφήνεις να γκρεμίζονται από μόνες τους, πριν βρεθείς εσύ στο εδώλιο να υπερασπίζεσαι το αυτονόητο. Αλλά όταν ασχολείται με περιπτώσεις πολιτικής και οικονομικής ανοησίας, που μασκαρεύεται ως έγκυρη λύση, άποψη ή πρόταση δικαιούται να είναι καταιγιστικός σε βαθμό προσβλητικό για τους αποδέκτες της κριτικής του και το κάνει Το αποτέλεσμα είναι ένα απολαυστικό χρονικογράφημα της μαζικής μας τρέλας, κατάλληλο για κάθε σκεπτικιστή που δεν έχει πάρει σοβαρά τον εαυτό του και ακατάλληλο για όποιον επένδυσε σε έστω και μία απ’ τις φούσκες που, ο Wheen, σκάει χαιρέκακα μία-μία. Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπα...


read_me.txt

Bad Science

Ben Goldacre

Υπό Εμμανουήλ Αιμορροΐδου, άλλως καλουμένου Ιωάννου Παλαβού

Fourth Estate Ltd Publishing, 2008

........................................................................................................................................................................................................ { b o o k s } Λάβε τον κόπον, σεμνή μου αναγνώστρια, όπως αριθμήσης εκείνους των οικείων σου, οίτινες κατατρίβονται μετά των καλλιτεχνικών ζητημάτων (καίτοι φοβούμαι ότι αφθονούν, ως αι συλλαβαί των λέξεων του φιλοσόφου, ποιητού και σαρδελοφάγου κυρίου Γ. Βέλτσου). Και τώρα αναρώτηθι: τίνες εξ αυτών, οσάκις τυγχάνουσιν ασθενείς, ως συχνότατα η σαρξ των ηθικωτέρων εκ των ημετέρων Μητροπολιτών, ουκ εμπιστεύονται την πολύτιμον ως παρθενίαν καλογραίας υγείαν των εις επιστήμονας ιατρούς, ως πρόσχημα φέροντες τον κίνδυνον των χημικών φαρμάκων; Τίνες εξ αυτών, από της παραδεδεγμένης επιστήμης παν τύπον βελόνης, βοτάνου, αφεψήματος και μαγνήτου προκρίνοντες, καταφεύγουσιν εις πάσαν «εναλλακτικήν» θεραπείαν; Πάλιν φοβούμαι: ουκ ολίγοι, ως αι σελίδες νεηλύδων μυθιστοριογράφων, οίτινες, βέβαιοι δια την αξίαν της πένας τους ως ο κύριος Γ. Μπαμπασάκης δια το αρρενωπόν του κάλλος, ουκ αποδέχονται την επί των πονημάτων των επιμελείαν ―άλλως editing, εάν ομιλής την αγγλικήν, αναγνώστρια. Ώστε, εάν ανήκης εις την σιωπηράν, μειοψηφούσαν ομάδα των ασχολουμένων με την καλλιτεχνίαν και ταυτοχρόνως διατηρής άσβεστον την πίστιν σου εις τον ορθόν λόγον, το βιβλίον τούτο του Ben Goldacre θέλει σε συναρπάση. O συγγραφεύς (γεννηθείς εν Μεγάλη Βρετανία μόλις τω 1974) είναι ιατρός (σπουδάσας εν Οξφόρδη την Ιατρικήν, ουχί εν Χαρτούμ την Ιριδολογίαν) και δημοσιογράφος, συντάσσων άπαξ εβδομαδιαίως την στήλην Bad Science της εγκύρου εφημερίδος The Guardian. Το ομώνυμον της στήλης βιβλίον αποτελεί απάνθισμα των καλλιτέρων άρθρων του Goldacre εις τον Guardian. Ταυτοχρόνως, περιέχει πλήθος νέων κεφαλαίων, άτινα αποτελούσιν πρωτότυπον επιστημονικήν έρευναν σχετικώς με τας απάτας των «εναλλακτικών» ιατρικών μεθόδων. Η σαγήνη του πονήματος του κ. Goldacre επ’ ουδενί περιορίζεται εις τον εμβριθή τρόπον, μεθ’ ου αποδομεί (ναι, αναγνώστρια, κατά την νεότητά ημών ανελήφθημεν και ημείς εις τους γαλανούς πνευματικούς ουρανούς του Παντείου), σημείον προς σημείον τας διαφόρους «εναλλακτικάς» θεραπείας. Πολλώ μάλλον, είναι το ύφος του συγγραφέως που ανάγει το βιβλίον από το επίπεδον ενός κοινού συγγράμματος πολεμικής εις απολαυστικόν ανάγνωσμα, αναδεικνύον την αυτήν γελοιότητα τοιαύτων ψευδοιατρικών θεωρήσεων. Ο κ. Goldacre, μετερχόμενος μεθ’ ίσης δεινότητας την επιστημονικήν ορολογίαν και τους κώδικας της δημοφιλούς κουλτούρας, παραδίδει εν βιβλίον απευθυνόμενον εις πάντα αναγνώστην επιθυμούντα όπως εξηγήση, μετ’ επιχειρημάτων, εις τους πλανηθέντας καλλιτεχνίζοντας φίλους του δια τι βαδίζωσιν εις στραβήν οδόν, τα πατρώα ευρώ εγχειρίζοντες εις, κατά το μάλλον ή ήττον, απατεώνας. Ώστε, αγόρασον, αναγνώστρια, το βιβλίον τούτο και θέλει θυμηθής τον ταπεινόν σου αρθογράφον εις το σεμνόν περιοδικόν monkie. Και μηδέποτε λησμονούντες τα σοφά, ερρίνα εκείνα άσματα των Αγίων ημών Πατέρων (καίτοι πλείστοι αυτών αισθάνονται εαυτούς κατά το μάλλον… μητέρας), έστω η κατακλείς του κειμένου τούτου η φράσις: «Αμήν και πότε μετά των αγυρτών και των θεραπόντων των, ήτοι των δηθενοκαλλιτεχνιζόντων». Αμήν, λέγομεν, αρχισυντάκτα.


ape_with_skull

του Γιώργου Πασχαλίδη

Το Τάκλιν Εικονογράφηση: Αντωνία Γρίβα (http://www.antoniagriva.com/)

Περπατάω σε πεζοδρόμιο της Κηφισίας. Τρεις μετά τα μεσάνυχτα, ψάχνω να βρω περίπτερο για ν’ αγοράσω τσιγάρα. Ήσυχος, γιατί αυτός ο δρόμος θα είναι εκεί, θα υπάρχει και αύριο και μεθαύριο και για πάντα, μέχρι τη στιγμή που θα έρθουν οι εξωγήινοι και θα τον κάνουν, βζουπ, με μια ακτίνα, βζουπ, σκόνη, μαζί με όλη την κωλοπόλη. Ολόκληρη, βζουπ, θα εξαφανιστεί και άντε μετά να βρεις τσιγάρα. Η πόλη. Αυτή η πόλη, σκέφτομαι, είναι μια εγωίστρια ξιπασμένη γκόμενα που σε γράφει στα παπάρια της. Κανονικά. Και πώς να μη σε γράφει δηλαδή, που είσαι μια ψείρα στο μουνί της, τίποτα παραπάνω. Ζει έξω και πάνω από σένα. Σκέφτομαι ότι θα ήθελα μια μέρα να μάθω τι σκέφτεται. Πάω στοίχημα ότι δεν είναι τίποτα σοβαρό. Χαζογκόμενα. Περπατάω και είμαι ψιλολιώμα. Από κούραση και λίγα ξύδια. Βλέπω μπροστά μου ένα τενεκεδάκι κοκακόλα. Αρχίζω να το κλωτσάω. Μου σκάω ένα χαμόγελο. Το κλωτσάω, προσεκτικά, συνέχεια, δεν θέλω να μου φύγει. Μ’ αρέσει γιατί μου θυμίζει όταν ήμουν πιο μικρός. Μια φορά μάλιστα είχα κλωτσήσει ένα από τα αγγλικά ως το σπίτι, δυο χιλιόμετρα δρόμος περίπου. Ακούω από πίσω μου τρεχαλητό. Και μια κραυγή. Πέφτω κάτω. Χτυπάω τον δεξί αγκώνα μου, πονάω λίγο, αλλά δεν δίνω σημασία. Άλλα πράγματα είναι πιο σημαντικά. Ο καριόλης που μου έκανε τάκλιν στέκεται μπροστά μου. Έχει καπακώσει με το δεξί του πόδι το κουτάκι και με κοιτάζει περιπαικτικά. «Ρε αρχίδι, φάουλ ρεεεεεεεε», φωνάζω. «Μου πήρες πόδι ρε». Χαμογελάει. Σηκώνομαι και τον πλησιάζω. Τουλάχιστον σαράντα μου φαίνεται από τη φάτσα. Τα ρούχα του είναι εικοσιπεντάρη. «Ρε πας καλά;», του λεω. «Δυο χρόνια τώρα, δεν μου έχουν πάρει ποτέ τη μπάλα μεγάλε. Δοκίμασε αν θες».

Δοκιμάζω. Είναι πολύ καλός. Πράγματι. Τριπλάρει, δεξιά, αριστερά, με ζαλίζει, δεν θέλω και πολύ. Το κουτάκι ένα με τα πόδια του. Σαν να το έχει δέσει με κλωστή. Τρομερό ταλέντο. Τρομερό. Για πέντε λεπτά περίπου προσπαθώ να του πάρω το κουτάκι. Μερικοί μας κοιτάζουν περίεργα. Δυο τύποι μας κορνάρουν. Παραδέχομαι την ήττα μου. «Εντάξει, είσαι καλός», του λέω. «Το ξέρω», απαντάει. «Έχεις κανένα τσιγάρο γιατί έχω μείνει;» Μου δίνει ένα Κάμελ άφιλτρο. Καθόμαστε έξω από μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Μου λέει την ιστορία του. Πώς τρεις φορές τη βδομάδα τη στήνει εκεί, από την ίδια ώρα περίπου, και αφήνει ένα κουτάκι κοκακόλα. Περιμένει αυτόν που θα αρχίσει να το κλωτσάει. «Παρασοβάρεψε ο κόσμος. Παλιά κλώτσαγαν το κουτάκι πολύ περισσότεροι». «Καλά, και δεν φοβάσαι μη χτυπήσει κανένας;», ρωτάω. «Τάκλιν έχω να κάνω δυο χρόνια. Συνήθως ορμάω πιο προσεκτικά». «Και γιατί σε μένα ρε αρχηγέ; Kόντεψες να με σκοτώσεις», λέω και χαϊδεύω τον αγκώνα μου. Πονάει πιο πολύ τώρα που αρχίζει να κρυώνει. «Το κλώτσαγες με αφοσίωση. Όχι βαριεστημένα. Σου άξιζε ένα τάκλιν». Γυρίζω στο σπίτι. Χωρίς να βρω περίπτερο. Χύνω μια κοκακόλα στο νιπτήρα της κουζίνας και αρχίζω να παίζω με το κουτάκι. Να εξοικειώνομαι με το βάρος του, το σχήμα του. Πράγματι. Δεν αξίζουν σε όλους τα τάκλιν, σκέφτομαι όσο προπονούμαι για την επόμενη φορά. Οι περισσότεροι είναι για ένα τζατζάριζμα. Το πολύ. Ο Γιώργος Πασχαλίδης λεξικογράφησε τη λέξη «πουτάνα» στο monkie #03.


Μανιφέστο των Καλλιτεχνών Χελωνών-Νίντζα του Ngaa Nju / Εικονογράφηση: Βασίλης Λαμπρόπουλος

.............................................................................................................................................................................................

(Το μανιφέστο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό των εκδόσεων Futura κι αναδημοσιεύεται εδώ με την ευγενική άδεια τους.)

Εδώ δηλώνουμε τις βασικές αρχές μας ως Καλλιτέχνες Χελωνο-Νίντζα (για το κείμενο ΚΧΝ)

Οι Κ Χ Ν υπ ο χρε ο ύ νται σε διαρκή αργία . Δε

διατηρούν μόνιμη δουλειά. Οι εργασιακές υποχρεώσεις τους είναι σε αυστηρά περιορισμένα και εναλλασσόμενα διαστήματα και καθεστώτα. Η οικογενειακή τους κατάσταση είναι εργένικη ή χωρίς δεσμεύσεις και, κυρίως, χωρίς παιδιά. Δε διατηρούν καθόλου σχέση (ή έστω τυπική) με συγγενικά τους πρόσωπα και ιδιαίτερα γονείς, θείους κλπ. Η οικονομική τους επιφάνεια, εκτός ελάχιστων (τυχερών) περιπτώσεων, είναι, λόγω των παραπάνω, περιορισμένη και αυτό δεν τους προκαλεί σε καμία περίπτωση άγχος ή αισθήματα κατωτερότητας. Ο Κ Χ Ν δια θ έτει ισχυρό τ ο στ ο ιχεί ο τ ο υ αυτ ο σαρκασμ ο ύ . Σε περίπτωση μυητικής διαδικασίας στις αρχές

των ΚΧΝ, συνίσταται η επιμελής καλλιέργεια αυτού του χαρακτηριστικού στον κάθε μελλοντικό ΚΧΝ. Είναι πάντα διαθέσιμος και ετοιμοπόλεμος. Διατηρεί, όμως, ένα δικαίωμα μη δράσης, το δικαίωμά του να βαριέται. Αυτό είναι ουσιαστικά η μόνη του περιουσία. Είναι σχετικά μορφωμένος, έτσι ώστε να διαθέτει αρκετή ευχέρεια στο να σαρκάζει και ν’ αποστομώνει με εύστροφες και αδιάκριτες φράσεις. Εναλλακτικά, χρησιμοποιεί τις πλέον άσχημες βρισιές, κάνοντας ακόμα και τον τελευταίο φανατικό οπαδό ποδοσφαιρικής ομάδας να κοκκινίζει. Η σωματική διάπλασ η τ ο υ Κ Χ Ν π ο ικίλει . Προτιμούνται όσοι και όσες διαθέτουν ικανότητες να υπερασπίσουν τα λόγια και τα έργα τους με τη φυσική τους ρώμη. Αντίθετα, οι νάρκισσοι αποφεύγονται εκτός ελάχιστων ιδιοφυών εξαιρέσεων. Σωματικές δυσμορφίες ή «ειδικές ανάγκες» γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό, ειδικά αν είναι πηγή αυτοσαρκασμού, χολής και

κακίας. Κοντοί, παχουλοί, άσχημοι, αλλά και κουτσοί, κουφοί κλπ είναι ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτοι. Ο ΚΧΝ, μπορεί να πάσχει από κάποιας ήπιας μορφής δυσλειτουργία του νευροφυτικού συστήματος. Ελαφρά κατάθλιψη, υπερκινητικότητα, τάσεις μανίας είναι χρήσιμα προσόντα. Εναλλακτικά, η κατ’ εξακολούθηση χρήση δεγερτικών ή κατευναστικών ουσιών έχει ευεργετική επίδραση. Η σεξουαλική ζωή του είναι είτε ατροφική είτε υπερτροφική. Καλό είναι να διαθέτει αγοραίο χαρακτήρα ή και οργιαστικό, αλλά σε καμία περίπτωση συμβατικό, εκτός αν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερα επιτηδευμένη μορφή. Η πλήρης αποχή ή ο αυνανισμός επιτρέπονται όπως και οι «διαστροφές», αρκεί να μη συνοδεύονται από αισθήματα ενοχής. Ο Κ Χ Ν , δυν η τικά , έχει δια φ ο ρετικ ο ύ ς ή ακόμα και αντι φ ατικ ο ύ ς ρόλ ο υς ανάλ ο γα με τ η ν πρ ο σωπικότ η τά τ ο υ . Διατηρεί χώρο στη δημόσια σφαίρα

ή να εργάζεται στο περιθώριο. Σε λίγες περιπτώσεις δρα συντονισμένα, για περιορισμένο διάστημα, με άλλους ΚΧΝ, είτε για την απλή χαρά της συντροφιάς είτε για την επίτευξη κάποιου στόχου.

Σκοποί-Στόχοι Κ ύ ρι ο ς στόχ ο ς τ ο υ Κ Χ Ν είναι η κατάλυσ η τ ο υ αστικ ο ύ γ ο ύ στ ο υ με συστ η ματική επί θ εσ η και διάβρωσ η όλων των φ ο ρέων αυτ ο ύ . Ιδιαίτερος

στόχος είναι η σοβαροφάνεια που διακρίνει την τέχνη και τους θεσμούς της. Γιαούρτωμα του καλλιτέχνη ψώνιου. Ο ΚΧΝ διαθέτει τουλάχιστον ένα ή και περισσότερους κεσέδες γιαούρτι στο ψυγείο του και να αυτογιαουρτώνεται κάθε φορά που παίρνει σοβαρό ύφος στον καθρέφτη ή σε μια συζήτηση κλπ. Το ίδιο κάνει με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες-ψώνια. Ε νν ο ι ο λ ο γική τέχν η , p e r f o r m an c e , v i d e o , φ ωτ ο γρα φ ίες , i nt e r a c t i v e , t e c h n o - τέχν η αλλά και ζωγρα φ ική , εγκαταστάσεις κλπ είναι ο ι πρ ώ τ ο ι στόχ ο ι τ ο υ Κ Χ Ν . Η κατάλυση κάθε μυστηριακού,


προσωπικού, απόκρυφου, βαθυστόχαστου, εμπεριστατωμένου, κυνικού, αφελούς, φεμινιστικού ή gay, αυτοβιογραφικού κλπ έργου είναι η πρώτη προτεραιότητα. Ο πυρήνας της ίδιας της τέχνης είναι ο στόχος του, τον οποίο και φθείρει ακόμη περισσότερο (απ’ όσο ήδη έχουν επιτυχώς κάνει τα media) είτε με κατά μέτωπο επιθέσεις, όπως κριτικές, λίβελους και κουτσομπολιά είτε με μποϋκοτάζ, δολιοφθορές, εκβιασμούς παραπληροφόρηση κλπ. Οι ίδιοι οι θεσμοί της τέχνης πρέπει να βάλλονται ανηλεώς. Κέντρα τέχνης, μουσεία, υπουργεία, φορείς, επιτροπές, δημοσιογράφοι, θεωρητικοί, κριτικοί πρέπει να λαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί από τα παραπάνω με ιδιαίτερο ζήλο και κατά περίπτωση. Προσοχή πρέπει να δίνεται σε νομικά προβλήματα που μπορεί να προκληθούν. Ο Κ Χ Ν δεν παράγει έργ ο ο ίδι ο ς και όταν τ ο παράγει φ ρ ο ντίζει να τ ο αυτ ο ϋ π ο ν ο με ύ σει . Π Ο Τ Ε Δ Ε Ν Ε Ι Ν Α Ι Σ Υ Ν Ε Π Η Σ με τη φόρμα του έργου του

γιατί, ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις αυτοϋπονόμευσης, η συνέπεια μπορεί να μετατρέψει τον κόπο του σε ανταλλάξιμο πολιτιστικό εμπόρευμα (περίπτωση φτωχών τρελών όπως ο Φαν Γκοχ). Είναι ο ίδιος έργο τέχνης, κατά μία έννοια, όμως δεν πρέπει να το αφήνει να διαφαίνεται ούτε να το καταναλώνει ο ίδιος. Καλείται, με μια στωικότητα ή μια Ζεν καθημερινή πρακτική, να καταλάβει, χαμαιλεοντικά, θέση σ’ ένα στερέωμα καλλιτεχνικών αξιών, μόνο και μόνο για να προκαλέσει σύγχυση στον εαυτό του ή/και στο περιβάλλον του. Η αφόδευση και άλλες, λιγότερο ή περισσότερο, ανώνυμες και ταπεινές πράξεις μπορούν δυνητικά να καλύψουν το αισθητικό έλλειμμα, αρκεί να μην προσχωρήσει σε θρησκευτικού ύφους εσωστρεφείς συμπεριφορές. Ο Κ Χ Ν είναι απελπιστικά αργός και ατραπιαία γρήγ ο ρ ο ς . Η έννοια της κίνησης είναι κεφαλαιώδους σημασίας

για τη ζωή και το έργο του. Ο ΚΧΝ σπαταλάει χρόνο τη στιγμή που οι άλλοι «πνίγονται». Αντίθετα, βιάζεται όταν οι άλλοι χαλαρώνουν. Επειδή συνήθως συμβαίνει το πρώτο, έχει την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου που σήμερα κάποιος θα ονόμαζε ύψιστο αγαθό. Επειδή η δεύτερη περίπτωση είναι άγνωστο πότε θα έρθει, διατηρεί έναν άλφα βαθμό ετοιμότητας. Α ν τ ο υ χτυπήσει τ η ν πόρτα κάπ ο ι ο ς δ η μ ο σι ο γρά φ ο ς , συλλέκτ η ς ή επιμελ η τής , ο Κ Χ Ν θ α τ ο ν χειριστεί με τ ο ν τρόπ ο π ο υ αρμόζει σε κά θ ε περίπτωσ η και δε θ α λυγίσει μπρ ο στά στ ο βάρ ο ς μιας ευκαιρίας τ η ς στιγμής . Είναι

σαν να βγαίνεις σε ραντεβού με τη γυναίκα που πάντα ποθούσες και στην κατάλληλη στιγμή να κλάνεις. Δεν θα γαμήσεις, αλλά ενώ το συγκεκριμένο γαμήσι μπορεί και να το ξέχναγες, την πορδή και την αηδία της δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσεις. Ο ΚΧΝ δουλεύει για περιττά πράγματα και όταν διαβλέπει επιτυχία φροντίζει, είτε να φύγει από την πίσω πόρτα είτε να καταλήξει σ’ ένα μνημειώδες ή ακόμα και διακριτικό φιάσκο. Είναι κρίσιμο να μην αφήσει καμία πιστή ομάδα οπαδών του να τον αποθεώσουν για την αντί-επιτυχία του, αλλά, αντίθετα, να τους κάνει να τον προδώσουν με το φιλί του Ιούδα, που αρκεί πάντα για να αλλάξει τη ροή της ιστορίας. Ο Κ Χ Ν είναι πράσιν ο ς σα χελ ώ να , τ ο χρ ώ μα π ο υ απ ο βάλλει ως άχρ η στ ο η φ ύ σ η από τ ο υς φ υτικ ο ύ ς ο ργανισμ ο ύ ς . Είναι άχρηστος! Είναι το χρώμα

της διαστροφής, της ζήλειας, της χολής, της αρρώστιας και όλων των δυσοίωνων εκκριμάτων του σώματος. Είναι παθητικό χρώμα και προκαλεί ανορεξία. Τέλος, κουβαλάει μαζί του το καβούκι του. Είναι καμπούρης. Έχει το σπίτι του μαζί, είναι αφιλόπατρις και ανέστιος. Είναι ο Μπόρις Καρλώφ που για έξτρα πλάκα μπορεί να ντυθεί Ροδόλφο Βαλεντίνο. Είναι το φάντασμα της Όπερας αλλά και ο καμπούρης της Νοτρ Νταμ. Στο πρώτο ραντεβού θα

βγάλει τη μάσκα ή το πουκάμισο την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε να πνίξει σε ουρλιαχτά κάθε διαφαινόμενο ειδύλλιο. Ο Κ Χ Ν είναι Ν ίντζα . Ζει με μια σειρά από κρυφούς κανόνες και μυστικές πρακτικές. Οι στόχοι του δεν είναι γνωστοί και κάθε πράξη του θολώνεται με προπετάσματα καπνού. Είναι δολοφόνος γιατί έχει διατηρηθεί σε μια Βοντούν κατάσταση νεκροζώντανου και διεισδύει σε υπνοδωμάτια και καναπέδες σπιτιών, ξεπουπουλιάζοντας κάθε μαλακό «μαξιλάρι» (πάντα διατηρεί όμως για τον εαυτό του επάρκεια μαξιλαριών). Δε ζει για τα λεφτά γιατί δε θα είχε κανέναν τρόπο να τα ξοδέψει. Θα τα ξόδευε σε μια βραδιά γιατί δε θα μπορούσε να διατηρεί λογαριασμούς, μπλοκ επιταγών, μετοχές κλπ. Ο Κ Χ Ν είναι ο κ η φ ήνας τ ο υ μελισσι ο ύ . Εμφανίζει

εικονικά σεξουαλικά όργανα και δεξιότητες, ώστε να περνά απαρατήρητος, άρα ανενόχλητος. Επειδή αυτό σπάνια διαρκεί πολύ, αλλάζει συνεχώς φωλιά και να αναδημιουργεί το παρελθόν του, αποκρύπτοντας τα ίχνη του. Είναι Ναζί κηπουρός στη Βραζιλία, τραβεστί ιεροκύρηκας στην Αφρική. Όταν διαθέτει ιδιαίτερες ικανότητες, μπορεί να καταλάβει θέσεις εξουσίας, αρκεί να σχεδιάσει εκ των προτέρων τη μέγιστη αναταραχή, που η ίδια η φύση της συγκεκριμένης θέσης θα του επιτρέψει να προκαλέσει. Αυτό απαιτεί σιδερένια αυτοκυριαρχία. Είναι στρατιώτης. Δεν ανήκει όμως σε κανέναν στρατό. Εξασκεί τη «φονική» του ικανότητα με αυτοσχέδια γυμνάσια και την ασκεί σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επειδή δεν υπόκειται σε διαταγές τρίτων, αντικαθιστά τις πρακτικές των «άτακτων» με εσωτερική πειθαρχία. Δ ίαιτες σε γλυκά , αλκ ο όλ , ναρκωτικά κρατ ο ύ ν σε ετ ο ιμότ η τα τ ο ν Κ Χ Ν . Χορτοφαγία, τροφές πλούσιες

σε φυτικές ίνες, αφεψήματα, οργανικές τροφές κλπ έχουν εξίσου καλά ή και καλύτερα αποτελέσματα. Πίτσες, αναψυκτικά, junk food μπορούν να πάρουν τη θέση της επίσημης διατροφής του, αρκεί να συνοδεύονται από κάποιο τελετουργικό αντάξιο μιας «τελετής του τσαγιού». Η ένδυσή του ποικίλλει. Άλλοτε σοβαροφανής, άλλοτε εκκεντρική, άλλοτε αδιάφορη, γενικά δεν παίζει τον παραμικρό ρόλο. Ο Κ Χ Ν σπάνια έχει παρέες . Ε ίναι ανυπό φ ο ρ ο ς και καχ ύ π ο πτ ο ς με τις πρ ο θ έσεις των άλλων .

Καλό είναι να ανάγει μικρές καθημερινές πρακτικές σε προσωπικά φετίχ του. Μια υπερβολή στην καθαριότητα μέχρι το υπερσχολαστικό πλύσιμο των δοντιών, το τραγούδι ή η στόχευση με τα ούρα κλπ, πράξεις που θα του γεμίσουν την ημέρα. Διατηρεί διπλές προσωπικότητες και ζωές στο πλαίσιο σχιζοειδών καταστάσεων ή στρατηγικών. Καλό είναι να μπορεί να διευθύνει αυτές τις ζωές ή, σε αντίθετη περίπτωση, να τις προωθήσει σε ακραίες εκφάνσεις τους, με στόχο τον πλήρη αποσυντονισμό του και του περιβάλλοντός του. Καλό είναι να ερωτεύεται την Παναγία, κάποια Αγία ή κάποιο γνωστό φωτομοντέλο ή τραγουδίστρια ή, σε έσχατη περίπτωση, κάποια εκτρωματικά άσχημη μορφή, ώστε να ζει τον έρωτά του εγκεφαλικά. Α ν φ τιάχνει τ ο ύ ρτα , καλό είναι , α φ ο ύ τ η γαρ νίρει με σαντιγί , να τ η ν πατήσει με τ η ν πα λάμ η τ ο υ ή όταν ανθίσουν τα λουλούδια στον κήπο να κάνει

λίγο όπισθεν με το αυτοκίνητό του και να τα τσαλακώσει ή τέλος, όταν σφουγγαρίσει το μωσαϊκό του να το φτύσει λιγάκι ή να περπατήσει με λάσπες. Γενικά, έχει μόνιμο στόχο του την αυτοϋπονόμευση. Στα θρίλερ, γυρίζει κανάλι ακριβώς κατά τη διάρκεια των φόνων ή ακόμα καλύτερα πριν από το δραματικό τέλος της ταινίας. Για όλα τα παραπάνω μπορεί ―αν το κρίνει απαραίτητο ή απλώς ευχάριστο― να παίρνει φανταστικούς πόντους σε παιχνίδια που αυτός θα θεσπίσει.


P r i p yat

φωτογραφία: Timm Suess (timmsuess.com) / κείμενο: Λουκάς Τσουκνίδας Radiation ......................................................................................................................................................................

Τ ο φ άντασμα μιας ο υτ ο πίας Τ ο δυστ ύ χ η μα τ ο υ Τ σερνόμπιλ συγκλόνισε τ ο ν κόσμ ο και άλ λα ξ ε τ ο ν ρ ο υ τ η ς συζήτ η σ η ς για τ η ν πυρ η νική ενέργεια . Ο T i m m S u e ss βρέ θ η κε στ η ν πόλ η - φ άντασμα π ο υ φ ιλ ο ξ εν ο ύ σε τ ο υς ερ γαζόμεν ο υς και τις ο ικ ο γένειές τ ο υς και μ ο ιράζεται μαζί μας τις εικόνες τ ο υ .


Θυμάστε που ήσασταν το Πάσχα του 1986; Εγώ έτρωγα τόνους βροχής στα σοκάκια της Οχρίδας, εν μέσω μιας τυπικής οικογενειακής εκδρομής στα «φθηνά» Βαλκάνια. Επικίνδυνο σκηνικό. Λίγες ημέρες πριν, στις 26 Απριλίου, ο αντιδραστήρ α ς ν ο ύ μ ε ρ ο 4 τ ο υ π υ ρ η ν ι κ ο ύ σ τ α θ μ ο ύ τ ο υ Τσ ε ρ ν ό μ π ι λ σ τ η ν Ουκρανία τίναχτηκε στον αέρα και μαζί του όση αισιοδοξία είχε απομείνει στον κόσμο για την πυρηνική ενέργεια. Εντάξει, απείχα 1338 χλμ απ’ το σημείο της ζημιάς. Οι κάτοικοι του Πρίπυατ, όμως, ήταν κυριολεκτικά επάνω του. Radiation ......................................................................................................................................................................


Π ό λ η μ ον τ έ λ ο Το Πρίπυατ χτίστηκε δίπλα στο σταθμό του Τσερνόμπιλ το 1970 για τους χιλιάδες τυχερούς σοβιετικούς που, εν αγνοία τους, λάβαιναν μέρος σ’ ένα πολεοδομικό πείραμα. Ήταν η ένατη «πυρηνική» πόλη της ΕΣΣΔ, η πρώτη όμως που χτίστηκε με βάση έναν πρωτοποριακό σχεδιασμό, σύμβολο ενός «πυρηνικού» σοβιετικού ονείρου. Τα πολυόροφα οικιστικά συγκροτήματα, οι τεράστιοι ανοιχτοί χώροι πρασίνου και αναψυχής ανάμεσά τους, η μονοκεντρική δομή και η άψογα μελετημένη ρυμοτομία έκαναν το Πρίπυατ μακροπρόθεσμα αλώβητο από κυκλοφοριακά προβλήματα. Κάτι που αποδείχθηκε στην πράξη σε όσες νεόκτιστες πόλεις ακολούθησαν το ίδιο μοντέλο. Επιπλέον, διαφημιζόταν σαν πρότυπο ποιοτικής αστικής ζωής, μακριά απ’ τη στερεότυπη εικόνα της σοβιετικής καθημερινότητας, με πάρκα, πολιτιστικά και αθλητικά κέντρα, υπερσύγχρονες νοσοκομειακές μονάδες και πολυκαταστήματα που είχαν αφθονία αγαθών και ανύπαρκτες ουρές. Η χρηματοδότηση των διοικητικών και αναπτυξιακών δομών της πόλης δεν προερχόταν απ’ το πάγιο κονδύλιο του κολοσσιαίου σοβιετικού κράτους. Το Πρίπυατ λειτουργούσε υπό προνομιακό καθεστώς κι έδειχνε προς μια νέα εποχή. .............................................................................................................................................................................................................


.............................................................................................................................................................................................................

Α ποπ υ ρ η ν ι κοπο ι η μ έ ν η π ό λ η Αυτή τη φράση έβλεπε όποιος έμπαινε στην πόλη της Καρδίτσας κάμποσο καιρό μετά το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ. Ακόμη δεν έχω καταλάβει τι σημαίνει. Ότι ο δήμαρχος αρνήθηκε να χτιστεί πυρηνικός σταθμός στο νομό; Ότι αυτός κι οι συμπολίτες του δε στηρίζουν τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας; Ή μήπως ότι η πόλη προστατεύεται από μια αόρατη ασπίδα κατά της ραδιενέργειας; Ότι μυστικό κι αν έκρυβε αυτή η φράση ήταν μάλλον αμερικάνικο. Οι σοβιετικοί δεν το εφάρμοσαν στο Πρίπυατ ή γύρω απ’ αυτό. Κατά την έκρηξη, ένα ολόκληρο δάσος, γνωστό πλέον ως «Κόκκινο», σαρώθηκε από κύμα ραδιενέργειας, άλλαξε χρώμα και νέκρωσε. Λίγοι πέθαναν άμεσα, άνθρωποι που έσπευσαν να ελαχιστοποιήσουν τη ζημιά κυρίως. Πάνω από 100.000 χιλιάδες ήρθαν σε επαφή με την, υψηλού κινδύνου, ραδιενέργεια πριν ολοκληρωθεί η πλήρης εκκένωση της ευρύτερης περιοχής με ανυπολόγιστα ακόμη αποτελέσματα για την υγεία τους. Παράλληλα, μια τεράστια περιοχή του πλανήτη κυρήχθηκε σ’ επιφυλακή, καθώς κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα το βαθμό που θα μπορούσε να έχει επηρεαστεί μέσω των καιρικών φαινομένων. Η Καρδίτσα ήταν μέσα σ’ αυτήν.


.............................................................................................................................................................................................................

Ο τ ρ οχ ό ς πο υ δ ε γ ύ ρ ι σε πο τ έ Την Πρωτομαγιά του 1986, οι κάτοικοι του Πρίπυατ θα γιόρταζαν την ημέρα των εργατών μαζί με τα εγκαίνια του ολοκαίνουργιου Λούνα Παρκ. Ο τεράστιος τροχός δεν έμελλε να γεμίσει με μικρούς και μεγάλους και να γυρίσει προσφέροντας τη χαρά. Εντάξει, ίσως κάποιοι πρόλαβαν να μπουν στις ανεπίσημες δοκιμαστικές βόλτες. Σήμερα όμως, ορατός κι απ’ το χάρτη της Google, στέκει σαν μια απ’ τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες εγκατάλειψης και θανάτου που άφησε πίσω του το τραγικό δυστύχημα. Ένα απ’ τα σχολεία έχει καταρρεύσει, υπάρχει βλάστηση μέσα στα ρημαγμένα κτίρια και συχνά-πυκνά παράνομοι επισκέπτες κάνουν πλιάτσικο σε ότι εχει απομείνει, σώματα καλοριφέρ και άλλα εμπορεύσιμα υλικά. Η ραδιενέργεια είναι πλέον σε ανεκτά επίπεδα, εκτός από συγκεκριμένα σημεία, όπως το Κόκκινο Δάσος. Απ’ το 2000 όλοι οι αντιδραστήρες έχουν απενεργοποιηθεί πλήρως.


.............................................................................................................................................................................................................

Α κ ό μ η έ να μ ν η μ είο Τα ερείπια που βρίσκει κανείς στον πλανήτη μας μοιάζουν συχνά σα μνημεία ανθρώπινης ματαιοδοξίας ή υπενθυμίσεις του ενδεχομένου της αποτυχίας, που εσκεμμένα αγνοούμε. Ο ελβετός Timm Suess είναι ένας ερασιτέχνης φωτογράφος που αρέσκεται ν’ αποτυπώνει τη σήψη και την εγκατάλειψη και ν’ αντλεί τις εικόνες του από εκεί που οι υπόλοιποι, μάλλον δικαίως, αποστρέφουμε το βλέμμα. Γι’ αυτόν, το να μπει στη Ζώνη Ελεγχόμενης Πρόσβασης γύρω απ’ το σταθμό του Τσερνόμπιλ ήταν μια μοναδική ευκαιρία να αποτυπώσει με τη μηχανή του ένα σύγχρονο ερείπιο που ομοιάζει με τις κινηματογραφικές εκδοχές του κόσμου μετά την «Αποκάλυψη». Έκλεισε γκρουπ και οδηγό και βυθίστηκε στο σκηνικό που είχε ξαναζήσει στην οθόνη του υπολογιστή του, παίζοντας Call of Duty 4: Modern Warfare, την αποστολή στο Πρίπυατ. Επέλεξε δε να τραβήξει

με ρύθμιση για έντονα κορεσμένα χρώματα και αντιθέσεις (High Dynamic Range), ώστε να φτάσει σε ένα εξωπραγματικό αισθητικό αποτέλεσμα, αντίστοιχο της εμπειρίας που περίμενε να ζήσει. Η συλλογή του είναι μεγάλη και εντυπωσιακή και χαιρόμαστε πολύ που δέχτηκε να μοιραστεί κάποιες απ’ τις φωτογραφίες του μαζί μας. Κλείνω με τα δικά του λόγια απ’ το ημερολόγιο του ταξιδιού του: «Έχω δει πολλές παράξενες τοποθεσίες στην επταετία που εξερευνώ τέτοιου είδους αστικά τοπία [...] αλλά καμία δε συγκρίνεται με το Πρίπυατ. [...] Το βλέπω ακόμη στα όνειρά μου, την τρομαχτική ησυχία του και την απουσία ζωής, τους ήχους του μετρητή Geiger, τις φωτογραφίες των μαθητών του Πρίπυατ και τη ραδιενέργεια που στοιχειώνει την ατμόσφαιρα.» Μπορείτε να βρείτε το ημερολόγιο και ολόκληρη τη συλλογή του Timm Suess απ’ το Τσερνόμπιλ, καθώς και τις υπόλοιπες δουλειές του, στην προσωπική σελίδα του (timmsuess.com) ή στη σελίδα του στο flickr (www.flickr.com/photos/lord_yo).


Ζώντας σε μια άλλη

π ρα γ μ α τ ι κ ό τ η τα

TV Reality ........................................................................................................................................................................... του Κωνσταντίνου Κοκκά / Εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς

Η πραγματικότ η τα έκανε τ η ν τ η λεόρασ η Ή η τ η λεόρασ η τ η ν πραγματικότ η τα ; « R e a l l i f e h app e ns o n T V … T o u c h m e I w ant t o l i v e f o r r e a l … T o u c h m e , I a m j u st h u m an as a h u m an c an b e » Weeping Willows, Touch Me

« Η πραγματικότ η τα δεν είναι πλέ ο ν δυνατή » Jean Baudrillard Η τηλεόραση, εκτός απ’ το να παρέχει ενημέρωση, ψυχαγωγία, ανοησία και ελαφρότητα, μπορεί να μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε, αλλά και να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Μόνο που αυτή είναι, κυριολεκτικά, μια άλλη πραγματικότητα. Πρόσφατα, αφού παρακολούθησα εκτεταμένα τηλεόραση για μια περίοδο πέντε ημερών, άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι διαφορετικά όλ’ αυτά που με περιτριγυρίζουν και με απασχολούν και, στην τηλεόραση, απεικονίζονται σα σύμβολα. Εντυπωσιασμένος απ’ την πληθώρα των ριάλιτι που παρακολουθούμε καθημερινά (π.χ. Εφιάλτης στην Κουζίνα, Νταντά Πρώτων Βοηθειών, Next Top Model), θυμήθηκα τα πρώτα τέτοια σόου στην ελληνική τηλεόραση (π.χ. το Big Brother) διαπιστώνωντας ότι, από τότε, έχουν εξελιχθεί πολύ. Ή, ακριβέστερα, έχουν προσαρμοστεί στις παρούσες κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες. Τότε, παρακολουθούσαμε καθημερινά τους «παίκτες» σ’ ένα σπίτι, να συζητούν, να μαγειρεύουν, να κάνουν χαβαλέ, ακόμη και να ξύνουν τον κώλο τους. Σήμερα, στα περισσότερα ριάλιτι, οι παίκτες διαγωνίζονται βάσει κάποιου ταλέντου ή άλλων φυσικών προσόντων τους, ενώ μια ομάδα «ειδικών» τους κρίνει ή τους συμβουλεύει. Βέβαια, αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τους ειδικούς που χαρακτηρίζονται από την εξειδικευμένη γνώση και την εμπειρία στον τομέα τους. Η ειδικότητα τους προκύπτει απ’ τις απαιτήσεις της τηλεόρασης. Είναι όμως αυτά τα τηλεοπτικά προγράμματα η πραγματική ζωή όπως ευαγγελίζονται; Μια αρνητική απάντηση είναι σίγουρα εύκολη. Θεωρώ, όμως, ότι θα μπορούσε να διερευνηθεί περαιτέρω, αφού η τηλεόραση λειτουργεί περισσότερο κατασταλτικά ως προς την πραγματικότητα. Όχι απλά δεν περιγράφει την πραγματικότητα,

αλλά την παραμορφώνει και συνακόλουθα διαμορφώνει κι επηρεάζει τη ζωή μας. Κάτι παρόμοιο είχε πει ο Jean Baudrillard στο Simulacra and Simulation, στη θεωρία της «Υπερπραγματικότητας»: «[...] έχουμε σταματήσει να βιώνουμε με το μυαλό μας, έχουμε μετατραπεί σε επεξεργαστές συμβόλων για τις μηχανές των μίντια [...] η πραγματικότητα είναι μια συμβολική διάσταση που έχει απομακρυνθεί από το πραγματικό». Κατά τον Baudrillard, η πραγματικότητα που αναπαρίσταται στην τηλεόραση είναι ένα σύμβολο και όχι μόνο παρασύρει τα υποκείμενά της, τους απλούς πολίτες και τηλεθεατές, αλλά επηρεάζει και τον τρόπο που την βιώνουμε.

Σ ύ μβ ο λα και συναισ θ ήματα Στην αρχή της φετινής ποδοσφαιρικής περιόδου, μια τηλεοπτική διαφήμιση αθλητικού συνδρομητικού καναλιού έδειχνε μνήματα και από πάνω τους αγώνες μετάδοσης που θα έχαναν όσοι δεν είναι συνδρομητές. Σε ένα άλλο διαφημιστικό, ενός ιδιωτικού καναλιού πάλι, οι ασθενείς σε μια κλινική αποτοξίνωσης προσπαθούσαν να «απεξαρτηθούν» απ’ την τηλεόραση. Από τη μία η απώλεια και από την άλλη η εξάρτηση γίνονται σύμβολα στην υπηρεσία της τηλεόρασης. Η απώλεια συνδέεται με την στέρηση του ποδοσφαιρικού θεάματος και η ανθρώπινη εξάρτηση με την απόλαυση του τηλεοπτικού θεάματος. Συναισθήματα βαθιά ανθρώπινα και πραγματικά φιλτράρονται και παρουσιάζονται ως σύμβολα μέσα απ’ την τηλεόραση, που εκμεταλλεύεται τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις δύο αυτές έννοιες.

Ε ικ ο νικά δικαι ώ ματα , εικ ο νική ελευ θ ερία Σε άρθρο της στο Βήμα Ιδεών, η Ιωάννα Βωβού μιλά για την «αντίληψη που οι άνθρωποι σχηματίζουν για τον κόσμο και συνοψίζεται σε μια αποθέωση της εμπειρικής γνώσης εις βάρος της νοητικής αντίληψης των πραγμάτων», προσθέτοντας ότι «ενδιαφέρουσα κοινωνικη εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι η εισχώρηση στη ζωή των άλλων από κρυφή και στιγματισμένη δραστηριότητα, δημοσιοποιείται, απενοχοποιείται και βρίσκει τη νομιμοποίηση της» και


πως «τα χρηματικά έπαθλα των ριάλιτι και των τηλεπαιχνιδιών που συγχαίρουν τη δημόσια κατάθεση των πιο προσωπικών δεδομένων δεν είναι άσχετα, όχι τόσο με μια οικονομική κρίση ή αστάθεια, όσο με μια ιδεολογική στροφή της κοινωνίας σε ότι αφορά την αντίληψη περί προσωπικής και κοινωνικής ελευθερίας». Σαν παράδειγμα, αναφέρει την εκπομπή Η Στιγμή της Αλήθειας. Η Βωβού σχολιάζει την νοητική αντίληψη των ανθρώπων και το νόημα που αποκτούν η ελευθερία, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και οι συνακόλουθες διεκδικήσεις μέσα απ’ την τηλεόραση. Η διαφάνεια και τα προσωπικά δεδομένα, παράγοντες ελευθερίας και προστασίας ατομικών δικαιωμάτων, μετατρέπονται σε σύμβολα, καθώς στην τηλεόραση αποκτούν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο απ’ ότι στην πραγματικότητα. Στην καθημερινότητα, η προσωπική ζωή του καθενός περιορίζεται στον χώρο του, στις επαφές του, στις συναλλαγές και στον τρόπο διαβίωσής του. Αντίθετα, στην τηλεόραση όλα γίνονται δημόσιο θέαμα, ώστε ο καθένας από μας να εισβάλλει στη προσωπική ζωή του άλλου. Και φυσικά, είναι νόμιμο, καθώς γίνεται με την συγκατάθεση του «συμβαλλόμενου» στην προβολή τους. Βλέποντας τηλεόραση, πρέπει κανείς να επαναπροσδιορίσει και να ξαναορίσει τις έννοιες του προσωπικού χώρου και των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων ως στοιχείων της πολιτικής ελευθερίας και ισότητας ―βασικά για μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο Jeremy Bentham, στο «Πανοπτικόν», είχε πει ότι «η δημόσια εξουσία εισβάλει στον ιδιωτικό χώρο των ατόμων με την επιτήρηση τους». Στη πραγματικότητα της τηλεόρασης φαίνεται να κυριαρχεί το «Συνοπτικόν». Οι πολλοί παρακολουθούν τους λίγους. Οι πολλοί εισβάλλουν στο χώρο των λίγων, όσων αποτελούν το ελληνικό σταρ-σίστεμ, καθώς στις περισσότερες εκπομπές ανακυκλώνονται οι εικόνες των ίδιων ατόμων. Ας εξετάσουμε το ζήτημα και στο επίπεδο της σχέσης εξουσίας και εξουσιαζόμενου ή διοίκησης και διοικούμενου. Οι «καθημερινοί» άνθρωποι που απευθύνουν καταγγελίες από κανάλια, διεκδικούν την αντιπροσώπευσή τους. Πολιτικά και θεσμικά, δεν έχουν άλλους τρόπους συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι και επιρροής στη διαδικασία της λήψης αποφάσεων που τους αφορούν. Ταυτόχρονα, όμως, με την αποδοχή της παρακολούθησης τους, συναινούν στη παραβίαση του προσωπικού τους χώρου. Έτσι, οι έννοιες της αντιπροσώπευσης και της συναίνεσης αποκτούν ένα συμβολικό νόημα, διαφορετικό από το θεσμικό και πολιτικό που διαμορφώθηκε μετά από μακρόχρονους αγώνες και διεκδικήσεις. Η συμμετοχή των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες και διεκδικήσεις είναι εφικτή μέσω συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων και άλλων μορφών μαζικής κινητοποίησης. Πρόσφατα, παρακολουθούσα ένα αγγλικό ριάλιτι με έναν γνωστό σεφ, ειδικό στην «αναγέννηση» εστιατορίων που κινδυνεύουν να φαληρίσουν. Σε ένα επεισόδιο, προκειμένου να διαφημίσει το μενού ενός εστιατορίου, ο σεφ βγήκε στους δρόμους με τον ιδιοκτήτη και το προσωπικό και διέκοψαν την κυκλοφορία φωνάζοντας συνθήματα με τηλεβόα, σαν μια μικρή διαδήλωση. Απορώ, κατά πόσο είναι νόμιμος ο αποκλεισμός ενός δρόμου όταν δεν αφορά σε ατομικές, πολιτικές ή κοινωνικές διεκδικήσεις και αν σε μια κανονική διαδήλωση θα υπήρχε ποτέ τόση μεγάλη και θετική ανταπόκριση, καταρχήν από τα μέσα. Βέβαια, για τον τηλεθεατή, μια διαδήλωση διαμαρτυρίας είναι συνηθισμένη εικόνα, ενώ μια διαδήλωση για θέματα γαστρονομίας, όχι και τόσο.

Κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008, ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος υπεράσπισης του ειδικού φρουρού που πυροβόλησε εναντίον του άτυχου νεαρού, είπε ότι αυτό που είχε συμβεί «ήταν θέλημα Θεού». Το «Άλλο», στη συγκεκριμένη περίπτωση η «ανώτερη δύναμη», αντικαθιστά την εγκληματική πράξη και παράλληλα τις έννομες διεκδικήσεις του πολίτη για την προστασία του έναντι παρόμοιων ενεργειών. Το «Άλλο» είναι ο νομιμοποιητικός παράγοντας έναντι της θεσμοθετημένης δικαιοσύνης, η πραγματική δικαιοσύνη που προήλθε από το συμβολικό πεδίο. Έτσι, δικαιολογούνται και νομιμοποιούνται συμβολικά οι πράξεις των ανθρώπων, προτού να κριθούν μέσα σε κάποιο νομοθετικό πλαίσιο. Βλέπουμε, επίσης, ότι κι οι ιδιότητες των ανθρώπων αποκτούν νέα σημασία στο γυαλί. Στην τηλεπαρουσιάστρια της εκπομπής Η Στιγμή της Αλήθειας, στα τηλεοπτικά πάνελ, αποδίδεται η επαγγελματική ιδιότητα της μαέστρου. Όμως οι περισσότεροι την γνώρισαμε ως παρουσιάστρια της συγκεκριμένης εκπομπής. Πόσοι την γνωρίζαμε πριν ως μαέστρο, ώστε να της δίνουμε αυτόν τον τίτλο; Και αν δεν ερχόταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας μέσω της νέας της ιδιότητας, θα γνωρίζαμε ποτέ την ύπαρξή της;

Η ύ λ η σαν σ ύ μβ ο λ ο τ η ς πραγματικότ η τας Ο Baudrillard, αναφερόμενος στη σχέση του υλισμού με την τηλεόραση, είχε πει ότι αυτή δημιουργεί ανάγκες που διαφορετικά δε θα υπήρχαν. Από τότε, βέβαια, αυτό αποτελεί κοινή διαπίστωση, ειδικότερα μετά την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης και την κυριαρχία της τηλεοπτικής διαφήμισης. Όμως, παρακολουθώντας, ξενόφερτα περισσότερο, ριάλιτι, παρατήρησα ότι όχι μόνο δημιουργεί ανάγκες, αλλά συμφιλιώνει εν τέλει τους θεατές με τον υλισμό. Ο καθένας έχει τη δυνατότητα ν’ αποκτήσει σπίτι και αυτοκίνητο, να κάνει πλαστική προσώπου και σώματος, ν’ αγοράσει ακριβά ρούχα και σχεδόν οτιδήποτε επιθυμεί. Και μετά την μεταμόρφωση, αυτός ο «καινούριος άνθρωπος» δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Απόκτησε αγαθά που δεν είχε, αλλά βγήκε από αυτά τα τηλεοπτικά θαύματα παραμορφωμένος. Και από την επόμενη μέρα θα πρέπει να ζει σαν κάποιος άλλος. Ο υλισμός εμπεριέχεται στις λέξεις και επηρεάζει την σημασία τους. Παρακολούθησα ένα ριάλιτι, στο οποίο οι «παίκτες» θέλουν να γίνουν γνωστοί σχεδιαστές μόδας και όπου, φυσικά, υπάρχει η ανάλογη επιτροπή «ειδικών». Σε μία από τις δοκιμασίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα φόρεμα βασισμένο σε μια ιστορία στην οποία θα πρέπει αυτό να πρωταγωνιστεί. Αντίθετα με την πραγματική ζωή όπου πρωταγωνιστής είναι ο άνθρωπος. Έτσι, η ύλη, το φόρεμα στην προκειμένη περίπτωση, αντικαθιστά το φυσικό υποκείμενο και γίνεται το επίκεντρο της ιστορίας, σύμβολο του υλισμού που αναλαμβάνει ρόλο πρωταγωνιστή.

Ε πίλ ο γ ο ς Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι μόνο μερικά παραδείγματα όσων βιώνουμε μέσα από την τηλεόραση. Όμως, λόγω της παντοδυναμίας της στο χώρο των μέσων, η διαπίστωση τους και η δυνατότητα διάκρισης της τηλεοπτικής από την πραγματική ζωή καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής. Σε τέτοιο βαθμό, που η πραγματικότητα αποτελεί μια άγνωστη έννοια και αυτό που εκλαμβάνουμε ως αληθινό είναι η «υπερπραγματικότητα» της τηλεόρασης.

Σ ύ μβ ο λα και σ η μασία των λέ ξ εων Στο πλαίσιο της συμβολικής τηλεοπτικής απεικόνισης της πραγματικότητας αλλοιώνονται συχνά το νόημα και οι σημασίες των λέξεων.

Ο Κωνσταντίνος Κοκκάς έχει γράψει για την αρχιτεκτονική και τον ήχο της πόλης στο monkie #08.


Οι ταινίες τ ο υ Ja m e s B e nn i n g σε μια καιν ο ύ ρια χαρτ ο γρά φ η σ η . της Γκέλυς Μαδεμλή

Α ν ε ξ ερε ύνη το τ ο πί ο


Τ ο αίνιγμα Έκλεισε το τηλέφωνο με χέρι που έτρεμε. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της: «Έλα, έχω στο σκληρό μου τις ταινίες του Benning», της είχε πει ο αρχισυντάκτης. Ο ίδιος που την είχε ακούσει να μιλά για την περίπτωση ενός αμερικανού σκηνοθέτη ο οποίος μόλις πρόσφατα είχε ολοκληρώσει την πρώτη του ταινία σε High Definition, ενώ μέχρι πρότινος γύριζε αποκλειστικά σε 16άρι φιλμ, τώρα της πρόσφερε αυτές τις ταινίες σε ψηφιακή μορφή. Ήταν εμπαιγμός; Σαρκασμός; Κραδασμός; Χώσιμο; Τι είχε συμβεί με τον James Benning;

Η υπό θ εσ η O James Benning γεννήθηκε στο Μιλγουόκι την ίδια χρονιά που το Χόλιγουντ γνώριζε καινούριες δόξες, με ταινίες όπως οι The Magnificent Ambersons, Bambi, Casablanca, The Battle of Midway (όλα αυτά το 1942). Σπούδασε πρώτα μαθηματικά κι έπειτα κινηματογράφο κοντά στον David Bordwell. Όταν γύρισε τις πρώτες του ταινίες τη δεκαετία του ‘70, όταν δηλαδή ο στρουκτουραλισμός μπορούσε ακόμα να περάσει ως μόδα για την αμερικανική διανόηση, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ήθελαν να δουν στα πλάνα του ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων, δομών και σχέσεων που υπαγορεύουν τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να διαβάζεται μια ταινία ―μια κατηγοριοποίηση μάλλον άδικη για ένα σκηνοθέτη που ήθελε πάντα ν’ αφήνει διευρυμένα περιθώρια ελευθερίας στο θεατή. Στην πορεία πολλοί βιάστηκαν να βαφτίσουν τη δουλειά του experimental, πηδώντας πάνω από το λογικό χάσμα πως ό,τι δεν είναι αφηγηματικό στον κινηματογράφο είναι εξ ορισμού πειραματικό. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ήταν avant-garde, από ποια «εμπροσθοφυλακή» θα ήταν πιο μπροστά; Ακόμα περισσότεροι του φόρεσαν αργότερα την ιδιότητα του ντοκιμαντερίστα, ταυτίζοντας αυθαίρετα την αφοσίωσή του στην παρατήρηση του τοπίου με το άγχος της τεκμηρίωσης μιας κάποιας πραγματικότητας. Τέλος, η συντριπτική πλειοψηφία όσων ασχολούνται έστω και συμπτωματικά με την επικαιρότητα της έβδομης τέχνης κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να θέσει ένα ορόσημο για την αρχή του «τέλους εποχής», ταμπέλας που συναντάται πιο συχνά σε σύγχρονα κινηματογραφικά «τετράδια» παρά σε βιτρίνες καταστημάτων ένδυσης την περίοδο των εκπτώσεων. Ο συχνότατα προαναγγελθείς, πάντα ημιτελής «θάνατος του φιλμ» θα ερχόταν τάχα όταν αυτός, ένας από τους ορκισμένους εραστές του (που γύριζε πάντα σε 16άρι και κατέγραφε τον ήχο σε μαγνητοταινία) θα υπέκυπτε τελικά στην ψηφιακή «ευκολία» ―το έκανε πρόσφατα γυρίζοντας την ταινία Ruhr σε High Definition. Ήταν όμως έτσι;


Μια μακροσκελής αλληλουχία αντίστοιχων προτάσεων αποφατικού λόγου για τη δουλειά του James Benning δεν είναι αρκετή για να περιγράψει το εύρος και τη δύναμή της, ακόμα και αν ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης αποτελεί περίπτωση καλλιτέχνη που προσδιορίζεται περισσότερο από τις επιλογές που δεν κάνει παρά από αυτές που κάνει, γλιστρώντας ανάμεσα από τα ήδη γνώριμα μοντέλα παραγωγής, προβολής και πρόσληψης ταινιών. Για να αποκτήσει λοιπόν κανείς μια ολοκληρωμένη εντύπωση του έργου του, πρέπει απλώς... να τις δει! Αυταπόδεικτο; Όχι και τόσο, καθώς η έρευνα της φιλμογραφίας του προϋποθέτει αναγκαστικά το ταξίδι σε κάποιο από τα φεστιβάλ του κόσμου. Οι ταινίες του δεν έχουν ψηφιοποιηθεί (ίσως βέβαια και να είναι απλώς θέμα χρόνου) και ο ίδιος διατηρεί απόλυτο έλεγχο της ροής της κυκλοφορίας των φιλμ του, οπότε το μόνο προαπαιτούμενο είναι η φυσική παρουσία του ανθρώπου ενώπιον μιας μηχανής προβολής. Προσοχή: σε καμία περίπτωση δεν είναι η πρακτική του αυτή μια αλαζονική έκφραση αντίδρασης ή μια πεισματάρικη στάση «μόνος-εναντίων-όλων». Σε μια εποχή όπου η προσβασιμότητα είναι η κορωνίδα στην κλίμακα αξιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ένας δημιουργός επιμένει να κάνει την πρόσβαση στις δημιουργίες του όσο πιο δύσκολη γίνεται. Την ώρα που άλλοι παλεύουν με αρχεία torrent και ζιπαρισμένη πληροφορία, ψάχνοντας ψήγματα της δουλειάς του στη χοάνη του διαδικτύου, ο ίδιος κοινοποιεί τις συντεταγμένες του στο χάρτη: «Είμαι εδώ κι είναι τώρα» (το περιλάλητο «Jeztz und hier»). Η θέαση μιας ταινίας γίνεται επιτέλους γεγονός: μια μοναδική τομή στη γραμμική πορεία του χρόνου, μια διαδικασία άμεσα εξαρτημένη από το χρόνο και τον τόπο αναφοράς της. Αυτό δεν είναι και η απόλυτη δοκιμασία για έναν σκηνοθέτη; Η επιβολή στις παραμέτρους του χώρου και του χρόνου; «Ένας υπέροχος συμβιβασμός μεταξύ των ρυθμών του χώρου (πλαστικές τέχνες) και των ρυθμών του χρόνου (μουσική και ποίηση);», όπως θα έλεγε περίπου προ εκατό ετών ο κριτικός Ricciotto Canudo με περισσή παρρησία.

ο καλός σκ η ν ο θ έτ η ς είναι ένας ε ξ ασκ η μέν ο ς θ ε ατής τ ο υ έ ξ ω κόσμ ο υ , εν ώ ένας καλός θ εατής εί ναι ένας καλός σκ η ν ο θ έτ η ς τ ο υ εσωτερικ ο ύ τ ο υ κόσμ ο υ .

Αυτό το δάμασμα δεν αφορά μόνο την παρουσίαση, αλλά και την ίδια την καλλιτεχνική πρακτική του Benning. Πολύ συνειδητά καταγράφει το χώρο, έτσι όπως μεταβάλλεται από τον χρόνο. Στήνει την κάμερά του σε ένα τριπόδι στο ύψος του ματιού, σε κανονική γωνία, και αφήνει το διάφραγμα ανοιχτό για αρκετά λεπτά, περιορίζοντας στα στοιχειώδη τη δική του παρέμβαση στη λήψη. Το μονόπλανά του συχνά διαρκούν 2,5 λεπτά: «Συνηθίζω να χρησιμοποιώ φιλμ σε καρούλια των εκατό ποδιών, έτσι κάθε πλάνο διαρκεί 2,5 λεπτά», εξηγεί συχνά σε συνεντεύξεις του, «θέλω να πιστεύω πως έτσι είμαι δημοκράτης». «Ακούγοντας και βλέποντας», επαναλαμβάνει ως μάντρα: Αυτό οφείλει να κάνει ο σκηνοθέτης μιας ταινίας, όπως οφείλει να κάνει και ο θεατής της. Κατά προέκταση, ίσως, ο καλός σκηνοθέτης είναι ένας εξασκημένος θεατής του έξω κόσμου, ενώ ένας καλός θεατής είναι ένας καλός σκηνοθέτης του εσωτερικού του κόσμου.


Ο Benning διαλέγει τα τοπία του με το πιο απροσδόκητο ρεπεράζ, κάνοντας ακόμα και ωτοστόπ ώσπου να βρει το σωστό σημείο. Ποια είναι όμως τα τοπία που προτιμά; Οπωσδήποτε η έρημος ―ως ένας χώρος όπου «απαλλάσσεσαι από οποιοδήποτε βάθος, ένας χώρος που χαρακτηρίζεται από επιφανειακή ουδετερότητα, από την πρόκληση ως προς το νόημα και τη βαθύτητα, μια πρόκληση ως προς τη φύση και την κουλτούρα της Δύσης […] ένας χώρος χωρίς καταγωγή και σημεία αναφοράς», θυμόμαστε, κλείνοντας το μάτι σε ένα στοχαστή που έχτισε τις θεωρητικές βάσεις για συζήτηση για τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής εποχής (τι ειρωνεία!). Αν λοιπόν για τον Baudrillard η έρημος είναι ένα τοπίο Αποκάλυψης, για τον Benning η έρημος είναι ένα τοπίο αποκαλυπτικό: μια μεγάλη αντανακλαστική επιφάνεια, για λόγους νομοτέλειας φυσικής (το φως από τις αντανακλάσεις στους κρυστάλλους της άμμου γράφει τόσο ωραία στο φακό!) και κοινωνικής (σε ένα ground zero για τις δυτικές κοινωνίες ο καθένας μπορεί να αδειάσει τις σκέψεις που κάποιος άλλος του έχει επιβάλλει και να αντικρίσει το πραγματικό του πρόσωπο). «Όλη η Αμερική είναι μια έρημος», συμπέραινε ο μεν (Baudrillard, «Αμερική», εκδόσεις Futura, Αθήνα 2004, σελ. 99). Όλη η τέχνη του είναι μια έρημος, θα συμπλήρωνε ο δε, καθώς η φυσική απουσία κραυγαλέας πληροφορίας και ο επιβεβλημένος μινιμαλισμός του τοπίου αναγκάζουν το θεατή να ωθήσει τις αισθήσεις του στα άκρα, προκειμένου να αντιληφθεί τις λεπτές διαφορές του κινηματογραφημένου περιβάλλοντος. Tα τοπία του Benning μονοπωλούν κι οι μεγάλες, χαμένες λεωφόροι που σαρώνουν την αμερικανική γη, χαραγματιές σε ένα τοπίο σχεδόν συμβολικό, για το οποίο όλοι έχουν γνώμη αλλά το οποίο λίγοι έχουν επισκεφτεί. Οι βιομηχανικοί χώροι που διακρίνονται από ένα απροσδιόριστο κάλλος, και μάλιστα συχνά μοιάζουν να λειτουργούν σαν φυσικοί οργανισμοί που αναπνέουν, βγάζουν εκκρίσεις, κινούνται αργά κι ασταμάτητα. Οι γραμμές των οριζόντων που σπάνε το κάδρο σε δύο άνισα μέρη που συναγωνίζονται για το ποιο θα κρατήσει τελικά την προσοχή του θεατή. Κλαδιά δέντρων και σύννεφα που αλλάζουν σχήμα. Ανεμόμυλοι και κλειστοφοβικά τούνελ με ασυνήθιστη χρωματική παλέτα. Και φυσικά τα τρένα, μια κλασικά αγαπημένη μεταφορά για τον κινηματογράφο από τους (όποιους) σημερινούς θεωρητικούς του μέσου, που επιμένουν να συσχετίζουν τις ράγες των τρένων με τις λωρίδες του φιλμ, τα παράθυρα με τα καρέ του, την ατμομηχανή με τη μηχανή προβολής και τον εκάστοτε σκηνοθέτη με τον άνθρωπο που έβλεπε τα άλλα τρένα να περνούν.


Η λύ σ η Τα τρένα του Benning δεν διαφέρουν και πολύ από το τρένο των αδερφών Lumiere, που το 1895 σάρωσαν το πρώτο κινηματογραφικό κοινό στην ιστορία. Αν εκείνοι οι θεατές έτρεξαν να κρυφτούν από την ορμή της μηχανής, φοβούμενοι πως πρόκειται για μια φέτα πραγματικής ζωής, το κοινό του Αμερικανού δημιουργού φοβάται την ακινησία. Το πρόσχημα της αληθοφάνειας που επικαλούνται όλοι οι υποστηρικτές της ψηφιακής τεχνολογίας είναι και στις δύο περιπτώσεις ο παράγοντας που προξενεί την ενόχληση των θεατών, ακόμα και για διαφορετικούς λόγους. Το ανοίκειο θέαμα δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά με την εντύπωση. Εκεί όπου άλλοι σκηνοθέτες εφαρμόζουν τις ευκολίες του High Definition για να κουλαντρίσουν τον άνθρωπο που κάθεται απέναντι από την οθόνη, παρηγορώντας τον πως αυτό που βλέπει είναι είτε «πραγματικό» ή, συχνότερα, μαγικό αλλά συνηθισμένο, ο Benning χαίρεται που μπορεί να πατήσει το rec για όση ώρα το επιθυμεί, ωθώντας τον άνθρωπο που αντικρίζει την οθόνη στα όρια των βιολογικών του αντοχών. Άλλοι επικαλούνται την ελαφρότητα της ψηφιακής εικόνας, αυτός καταφέρνει κυριολεκτικά και μεταφορικά να τη γειώσει, σε μια τοπιογραφία που ερεθίζει πολλές αισθήσεις. Αντί να προχωρήσει στο μέλλον, επιστρέφει στις ρίζες της τέχνης του, στις πρώτες ταινίες του βωβού όπου ελαχιστοποιούνταν η παρέμβαση του σκηνοθέτη, αλλά όχι η εκφραστική του δεινότητα. Ακόμα και αν κάποτε ταξιδέψει στα ευρυζωνικά δίκτυα σε φακέλους με αρχεία video, η φιλμογραφία του James Benning θα υπενθυμίζει πως η πράξη της θέασης μιας ταινίας είναι μια απόπειρα χαρτογράφησης όλης της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας που φοβάται την αλλαγή ταχυτήτων, έλκεται απ’ το κενό, είναι μαζί terra incognita και ground zero και άλλες τόσες λατινογενείς λέξεις που αγαπάνε οι ψευτοδιανοούμενοι, είναι όλα κι είναι τίποτα, και είναι και μαζί αστεία και μάταια μέσα στις αντιφάσεις της. Η Γκέλυ Μαδεμλή έγραψε για τους Γερμανοαυστριακούς που επάνδρωσαν το Χόλιγουντ στο monkie #03.


Γη 1999 Το Χαμένο Επεισόδιο

Α υ θ εντικό κείμεν ο : Έζρα Χ ά ι νζ Α λμπ ο υκέρκι , Ν έ ο Μ ε ξ ικό , 2 5 Δ εκεμβρί ο υ 1 9 4 7

Ανασκαφή, Μετάφραση, Εισαγωγή: Λουκάς Τσουκνίδας Αθήνα, 25 Ιουλίου 2007 Εικονογράφηση: Σταύρος Κιουτσιούκης

.............................................................................................................................................................................................

Λίγο μετά τον αμερικάνικο θρίαμβο του Β’ ΠΠ, το ραδιόφωνο παραμένει η πιο δημοφιλής διασκέδαση για την οικογένεια και τον μοναχικό άνθρωπο. Τα διάφορα ραδιοφωνικά σίριαλς συνεχίζουν να έχουν επιτυχία, αν και οι ακροατές είναι πλέον λιγότερο αφελείς, μετά τη διαβόητη φάρσα του Όρσον Ουέλς, το 1938. Είναι αυτή η εποχή που ο Έζρα Χάινζ, στενός φίλος των Ουέλς, αποφάσιζει να συμμετάσχει κι αυτός στις ημέρες ραδιοφώνου, λίγο πριν την συντριπτική εισβολή της τηλεόρασης. Γράφει ένα ραδιοφωνικό σίριαλ επιστημονικής φαντασίας, με πρότυπο τις φτηνές νουβέλες και τα κόμικς που αγάπησε μικρός, το «Γη 1999». Του φαίνεται σαν μια καλή ημερομηνία για να στήσει το φουτουριστικό σκηνικό του και να παίξει κι αυτός τον Ιούλιο Βερν με τις εξελίξεις στον πλανήτη, ένα μόλις χρόνο πριν την αλλαγή της χιλιετηρίδας. Κι αν έπεσε έξω, καμία σημασία δεν έχει, αφού η γραφή του Χάινζ, διαχρονική όπως είναι, παραμένει και σήμερα ένα δυνατό σχόλιο για την κοινωνία, την τέχνη και την κουλτούρα μετά τον καταναλωτισμό. Ακολουθεί μια περιγραφή του κόσμου που οραματίστηκε ο Χάινζ και, το χαμένο επί σειρά ετών, επεισόδιο 455.

Τ ο σωτήρι ο ν έτ ο ς 1 9 9 9 Στο μέλλον του Χάινζ, οι άνθρωποι ζουν σε τεράστιες μητροπόλεις, με κτίρια τόσο ψηλά που χαϊδεύουν τον ουρανό και οδικά δίκτυα απερίγραπτης πολυπλοκότητας. Οχήματα ιπτάμενα και αμφίβια ταξιδεύουν με απίστευτες ταχύτητες, περνούν ξυστά το ένα απ’ τ’ άλλο μα δε συγκρούονται ποτέ, αφού τεχνητοί εγκέφαλοι ανείπωτης τεχνολογικής αρτιότητας τα κατευθύνουν μ’ ακρίβεια κι αξιοπιστία. Σ’ αυτόν τον εξαιρετικά ανεπτυγμένο κόσμο όμως, έχουν αλλάξει πολλά που παλιότερα θεωρούσαμε δεδομένα. Με την τόση ευημερία και την ταχύτητα, οι άνθρωποι απέκτησαν ξαφνικά πολύ ελεύθερο

χρόνο και ανεπανάληπτη οικονομική άνεση. Η ανία, φυσικό επακόλουθο, έπρεπε να καταπολεμηθεί. Οι τέχνες δεν ήταν αρκετές κι οι καλλιτέχνες λίγοι, δε μπορούσαν να καλύψουν τη δίψα του κόσμου για ομορφιά και καλαισθησία. Έτσι έγιναν περισσότερες, από την Επιπλοποιεία και την Κηπουρική, μέχρι το Φρίζμπι, το Ανταγωνιστικό Φτύσιμο εις Μήκος και το Καμπάντι, όλο και περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες χρίζονται τέχνες και λατρεύονται από χιλιάδες φιλότεχνους που είναι κι οι ίδιοι, άλλωστε, καλλιτέχνες. Τέχνη θεωρείται πλέον και η Μαγειρική. Διάφορα φαγητά πωλούνται κι αγοράζονται από συλλέκτες για υπέρογκα ποσά και κοσμούν τα σαλόνια των μυημένων στα μυστικά της 123ης τέχνης. Η κατανάλωσή τους με τον παραδοσιακό τρόπο γίνεται μόνο από περιθωριακούς. Όσοι «ξέρουν» τρέφονται με χάπια και αναβράζοντα δισκία, ενώ τα φαγώσιμα ψεκάζονται με όλων των ειδών τα συντηρητικά για να διατηρηθούν στο πέρας του χρόνου. Οι διάσημοι σεφ κάνουν εκθέσεις σε μεγάλες γκαλερί και συναγωνίζονται σε πρωτοποριακές ιδέες, υπό το βλέμμα κάθε λογής μαικήνων.

Οι πρωταγωνιστές κι η απ ο στ ο λή Ο Πιερ-Ζοζέφ Λεγκράν είναι ο γαλλο-αμερικάνος σεφ που έγινε σταρ από τη μια μέρα στην άλλη, ο Τζάκσον Πόλοκ της μαγειρικής. Έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του, εκτός, απ’ το ίδιο του το αίμα, τον γιο του Ντάνι. Ο Ντάνι Λεγκράν δε συγχώρησε ποτέ τον Πιερ-Ζοζέφ για το τραγικό δυστύχημα της μητέρας του. Η πληθωρική Άγκαθα, αντί για την καρμπονάρα, δοκίμασε τη Σάλτσα Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού και δηλητηριάστηκε. Ο Πιερ-Ζοζέφ δεν είχε ανακαλύψει ακόμα τον


Βρώσιμο Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, που θα τον εκτόξευε στη σφαίρα των κλασικών, δίπλα στον μεγάλο έλληνα σουρεαλιστή ΑχιλλέαΦοίβο Τσελεμεντέ. Η κόντρα πατέρα-γιου φούντωσε με το θάνατο της γιαγιάς του Ντάνι και μητέρας του Πιερ-Ζοζέφ. Αυτή του έμαθε όσα ήξερε στη μικρή ψαροταβέρνα της Μασσαλίας. Ο Ντάνι ήταν δίπλα της όταν ξεψύχησε. Δε μιλούσε πια στο γιο της. Ήταν ένας καλλιτέχνης. «Μην τους ακούς παιδί μου, εσύ να το τρως το φαγητό σου…», ήταν τα τελευταία της λόγια στον εγγονό της. Ο νεαρός είχε πλέον μία αποστολή: να θυμίσει στον κόσμο όσα είχαν ξεχάσει, να τους μάθει να τρών ξανά και να κερδίσει, ίσως, τον πατέρα που γνώρισε μεγαλώνοντας στη Γαλλική συνοικία της Νέας Ορλεάνης. Μόνος εναντίον όλων, αρχικά, βρήκε στην πορεία έναν ανέλπιστο σύμμαχο, την Μπάρμπαρα Κιουρέιτορ. Η πανέμορφη επιμελήτρια τέχνης τον ερωτεύτηκε παράφορα, άφησε πίσω τα πάντα και βγήκε στην παρανομία. Πίστευε σ’ αυτόν κι ο Ντάνι δεν θα έκανε πια πίσω. Παρέα με τον παιδικό του φίλο και εκ πεποιθήσεως βουλιμικό, Τζο «Φατμπόι» Παστίτσιο, θα τα έβαζαν με το κατεστημένο. Ήταν αποφασισμένοι να νικήσουν…

Γη 1999: Επ. 455 Στο προηγούμενο: Ο Ντάνι κι η Μπάρμπαρα προσπαθούν να σαμποτάρουν την πρώτη Μπιενάλε Μαγειρικής στη Φλωρεντία. Έχουν εισβάλλει με πλαστά πάσα συντηρητών-ψεκαστών για ν’ αλλάξουν τις μποτίλιες συντήρησης με άλλες, γεμάτες με απλό νερό. Έτσι, τα έργα-φαγητά θα χαλάσουν πριν τελειώσει το Φεστιβάλ. Ο Φατμπόι είναι απών. Την τελευταία φορά κόντεψε να συλληφθεί, όταν έφαγε με τρεις μπουκιές έναν αυθεντικό Τσελεμεντέ —τον σουρεαλιστή— και του έκατσε στο λαιμό μια λιαστή ντομάτα. Οι δυο σαμποτέρ καταφέρνουν να εισχωρήσουν μέχρι την αποθήκη υλικών. Αλίμονο! Κάποιος είναι εκεί πριν απ’ αυτούς. Ο Ντάνι προλαβαίνει μόνο να ψελλίσει: «Μα τα 1000 γκούλας! Εσύ εδώ;»

ΝΤΑΝΙ: Μα τα 1000 γκούλας! Εσύ εδώ; Είναι ο Λουίτζι Στρατσιατέλα, δημιουργός της Τούρτας ΜπάουΧάουζ, ενός απ’ τα πέντε ακριβότερα μαγειρικά έργα στον κόσμο καθώς και του γλυπτού γροθιά στο καλλιτεχνικό κατεστημένο, Μαύρο Μπράουνι σε Λευκό Πιάτο.

ΛΟΥΙΤΖΙ: Εκπλήσσεσαι νεαρέ Λεγκράν; Ξεχνάς ότι έχουμε κάτι κοινό εμείς οι δύο; ΝΤ: Δε μοιράζομαι τίποτε με καθάρματα σαν κι εσένα. Λ: Ψεύτη! Μισείς τον πατέρα σου όσο κι εγώ. Θές να δεις τη Μπιενάλε που είναι αφιερωμένη σ’ εκείνον ν’ αποτυγχάνει. Μην το αρνείσαι. Αλλιώς τι δουλειά έχεις εδώ, αντί να χλαπακιάζεις στα σιχαμερά υπόγεια ταβερνεία που συχνάζεις; ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ: Το ερώτημα είναι… εσύ τι κάνεις εδώ, γλοιώδη ζαχαροπλάστη. Λ: Ω, η ωραιότατη επιμελήτρια. ΜΠ: Πρώην… Λ: Ναι, βέβαια, έμαθα πως γυρνάς από γκαλερί σε γκαλερί και βάζεις χέρι στα φαγητά. Δεν ξέρω αν είναι το παντελόνι, αλλά πρέπει να έχεις πάρει μερικά κιλά απ’ την τελευταία φορά που σε είδα. Να κόψεις την Ποπ-Αρτ. Είναι αργός θάνατος. ΝΤ: Αργός θάνατος είναι τα γλυκά σου μακαρονά. Τελικά το ξέρει η μάνα σου πως την απλώνεις τη σαντιγί;

Λ: Καημένο παιδί, εκείνη μου έμαθε να την απλώνω, όπως κανείς άλλος. ΜΠ: Νομίζω θ’ αρρωστήσω. Δεν τον δένουμε κάπου να τελειώνουμε; ΝΤ: Καλό το μασλάτι Λου, αλλά ο χρόνος μας πιέζει. Πιάστον Μπι! Λ: Μηηηηη! Έχω μια πρόταση που συμφέρει και τους δυο μας. Ας καταστρέψουμε τη Μπιενάλε μαζί κι αφήνουμε τα δικά μας γι’ αργότερα. ΜΠ: Στα όνειρά σου χαϊδοκώλη. Θα… ΝΤ: Σσσσσσσσς! Αυτά είναι αντρικές δουλειές. Άσε τους γυναικείους εγωισμούς κι άκουσε. Λ: Τι αρσενικό! Φτυστός ο πατέρας του. Σε νιώθω απόλυτα μικρή επιμελήτρια. ΝΤ: Βούλωστο. Αν τον αναφέρεις ξανά τελειώσαμε. Λ: Καλά, καλά, προχωράω στο παντεσπάνι. Εντωμεταξύ, στο πολυτελές φουαγιέ του Φιρέντσε-Χίλτον, ο ΠιερΖοζέφ συνομιλεί με τον μαιτρ και τον υπεύθυνο της έκθεσης.

ΠΙΕΡ-ΖΟΖΕΦ: Κάτι δεν πάει καλά. Το διαισθάνομαι. Όπως όταν έκαψα το φιλέ-μινιόν του Σουλτάνου του Μπρουνέι. Ένας Θεός ξέρει πως κατάφερα να σώσω την καριέρα μου τότε. Θέλω λεπτομερή αναφορά απ’ την ασφάλεια της διοργάνωσης και συνεχείς ελέγχους. Αυτή τη γιορτή δε θα μου τη χαλάσει κανείς. ΛΑΚΕΣ 1: Κι αν η ασφάλεια συναντήσει κάπου τον γιο σας; ΛΑΚΕΣ 2: Και τη βρωμόστομη φίλη του; Π-Ζ: Ας κάνει ότι είναι απαραίτητο. Δεν είναι πια γιος μου. Είναι ένας τρομοκράτης κανονικός. Κι εκείνη το ίδιο… Ένα δάκρυ κυλά απ’ τα μάτια του καλλιτέχνη, ενώ στην αποθήκη συντήρησης μια ανίερη συμμαχία, μπαίνει σ’ εφαρμογή.

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ: Δεν έπρεπε να τον ακούσουμε Ντάνι. Θα μας κρεμάσει στην πρώτη ευκαιρία. ΝΤΑΝΙ: Δε θα φοβηθώ ένα γυναικωτό ζαχαροπλάστη. Συνεχίζουμε τη δουλειά μας και βλέπουμε. ΜΠ: Αν ήταν εδώ ο Φάτμποϋ… θα είχαμε τουλάχιστον μια βοήθεια. ΝΤ: Ο Τζο κόντεψε να τα τινάξει όλα στον αέρα με τη λαιμαργία του. Έβαλε το στομάχι του πάνω απ’ την αποστολή. Έπρεπε να φύγει για λίγο, να σκεφτεί. Καθώς ο Ντάνι αντικαθιστά το περιεχόμενο και του τελευταίου ψεκαστήρα, ο ήλιος φαίνεται να δύει απ’ το μικρό παράθυρο της αποθηκούλας. Περνά το χέρι του γύρω από τους ώμους της Μπάρμπαρα και τη φιλά προστατευτικά στο μέτωπο.

ΜΠ: Θα τα καταφέρουμε Ντάνι; Θα τελειώσουν κάποτε όλ’ αυτά; ΝΤ: Μην ανησυχείς Μπι. Η ιστορία είναι μια μοιχαλίδα που αλλάζει εραστές σαν τα πουκάμισα. Η δικιά μας σειρά, μόλις τώρα έρχεται… Εκείνη τη στιγμή ένας θόρυβος ακούγεται έξω απ’ την πόρτα. Ο Ντάνι τρέχει να την ανοίξει αλλά μάταια.

εαrth 1999

............................................................................................................................................................................................. Ο Π ιερ - Ζ ο ζέ φ Λ εγκράν είναι ο γαλλ ο - αμερικάν ο ς σε φ π ο υ έγινε σταρ από τ η μια μέρα στ η ν άλλ η , ο Τ ζάκσ ο ν Π όλ ο κ τ η ς μαγειρικής . Έχει όλ ο τ ο ν κόσμ ο στα πόδια τ ο υ , εκτός , απ ’ τ ο ίδι ο τ ο υ τ ο αίμα , τ ο ν γι ο τ ο υ Ν τάνι .


Ο Ν τάνι κι η Μ πάρμπαρα πρ ο σπα θ ο ύ ν να σαμπ ο τάρ ο υν τ η ν πρ ώ τ η Μ πιενάλε Μ αγειρικής στ η Φλωρεντία . Έχ ο υν εισβάλλει με πλαστά πάσα συντ η ρ η τ ώ ν ψ εκαστ ώ ν για ν ’ αλλά ξ ο υν τις μπ ο τίλιες συντήρ η σ η ς με άλλες , γεμάτες με απλό νερό . .............................................................................................................................................................................................

εαrth 1999

ΝΤΑΝΙ: Κάποιος μας κλείδωσε μέσα. Κατάρα! Ο Στρατσιατέλα μας την έφερε… Κι ενώ η νύχτα απλώνει τα δίχτυα της πάνω από τη γιορτινή Φλωρεντία, μια ύποπτη σκιά περιφέρεται στα ιδιαίτερα του Πιερ Ζοζέφ Λεγκράν, λίγο πριν την πολυαναμενόμενη τελετή έναρξης.

ΠΙΕΡ-ΖΟΖΕΦ: Ήρθες τελικά; ΣΚΙΑ: Στο είχα πει. Δε θα κρατούσε για πάντα. Π-Ζ: Ναι αλλά… γιατί απόψε; Τώρα που φτάνω στο απόγειο της δόξας μου;

ΣΚΙΑ: Πιστεύεις ότι ήταν σωστό να πάρεις όλη τη δόξα μόνος σου; Δε σου έφταναν τα λεφτά; Αντί να κάτσεις μακριά από τη δημοσιότητα, θέλησες να γίνεις σταρ. Γι’ αυτό σου έδωσα την τέχνη μου; Π-Ζ: Μου την έδωσες για να μην τη φας. Είσαι λαίμαργος και προτιμάς να γυρνάς στην υπόγεια πόλη, να μπεκροπίνεις και να σαβουριάζεις, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Τι θέλεις τώρα λοιπόν; Ο μυστηριώδης επισκέπτης κάνει ένα βήμα κι όπως τον λούζει το φεγγαρόφως, η σιλουέτα ενός όμορφου κι αδύνατου άνδρα αποκαλύπτεται.

Π-Ζ: Δεν είναι δυνατόν. Εσύ ήσουν 180 κιλά βόδι. ΠΡΩΗΝ ΣΚΙΑ: Ήμουν, φίλε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι κάνει η δύναμη της θέλησης. Τώρα μπορώ να επιστρέψω. Και δε θα μπορούσα να ζητήσω καλύτερη ευκαιρία απ’ την αποψινή. Όλος ο κόσμος θα μάθει την αλήθεια Λεγκράν. Εγώ είμαι ο μεγάλος καλλιτέχνης κι εσύ ένας φτηνός απατεωνίσκος. Χα, χα! Ο Πιερ-Ζοζέφ σηκώνεται απότομα και κραδαίνει ένα ρεβόλβερ στη μούρη του μυστηριώδους επισκέπτη. Τα μάτια του έχουν βγει απ’ τις κοιλότητές τους και οι φλέβες στο μέτωπό του είναι έτοιμες να σπάσουν.

Π-Ζ: Αυτό δε θα γίνει ποτέ χοντρομπαλά. Θα σε ταΐσω όσο μολύβι χρειάζεται για να σωπάσεις. ΜΠΑΜ! ΜΠΟΥΜ! ΜΠΑΜ! ΚΑΠΑΟΥ!

ΠΡΩΗΝ ΣΚΙΑ: Αχ! Κανάγια… της μάνας σου! Ο πρώην σεφ όμως δεν είναι και κανένας σπουδαίος πιστολάς κι έτσι ο μυστηριώδης άνδρας φεύγει προς το διάδρομο του ΦιρέντσεΧίλτον με ένα βαρύ τραύμα στον ώμο. Όχι όμως πιο σοβαρό, από το τραύμα στον εγωισμό του αδίστακτου Πιερ-Ζοζέφ Λεγκράν.

Π-Ζ: Βρείτε τον και πιάστε τον! Ζωντανό ή νεκρό! ΛΑΚΕΔΕΣ: Μάλιστα αφεντικό! Στο πολυτελές καφέ-μπιστρό του Φιρέντσε-Χίλτον ο Λουίτζι Στρατσιατέλα απολαμβάνει ένα αναβράζον δισκίο εξαμεθυλενοτετραμίνης (Ε-239) με δύο πάγους και λίγη ζάχαρη, για να ηρεμήσει απ’ την αναστάτωση που του προκαλεί η ιδέα ότι το σχέδιό του θα πετύχει κι ο εχθρός του θα καταστραφεί. Χαμογελά χαιρέκακα βυθισμένος στις σκέψεις του όταν η φωνή του Τζο «Φάτμποϋ» Παστίτσιο τον διακόπτει.

ΦΑΤΜΠΟΫ: Γελάς ομορφούλη; ΛΟΥΙΤΖΙ: Πως; Τι κάνεις εδώ αντιαισθητικό πλάσμα; Γύρνα πίσω στο λαγούμι σου να μπουκώσεις με αποφάγια. Φ: Όχι σήμερα κουνιστέ φίλε μου. Σήμερα θα σου χαλάσω το πάρτι. Έφερα μαζί μου κάποιον που ο Λεγκράν φοβάται πιο πολύ απ’ όλους σας. Κι απ’ τον Ντάνι ακόμα. Λ: Χα! Ο φίλος σου συμμάχησε μαζί μου. Το πάρτι που σκέφτεσαι να χαλάσεις είναι και δικό του χοντρούλη. Φ: Ο Ντάνι αμφισβήτησε το χαρακτήρα μου. Με είπε λαίμαργο και μου ζήτησε ν’ αποσυρθώ. Ήρθε η ώρα να μάθει κι αυτός τι σημαίνει Τζο Παστίτσιο. Έτσι δυναμώνουν οι φιλίες, λούλη. Ή καταστρέφονται μια για πάντα. Πριν ο Λουίτζι προλάβει ν’ απαντήσει ο Τζο του καρφώνει ένα ρεβόλβερ στα πλευρά.

Φ: Πάρε το ποτό σου ―μπλιαχ!― κι έλα μαζί μου ήσυχα. Θα πας κάπου όπου δε θα μπορείς να μου χαλάσεις το γκραν φινάλε. Μαζί με το νέο φίλο σου, τον Ντάνι Λεγκράν. Λ: Δε θα σου περάσει χοντρομπαλά. Φ: Βούλωστο ντιντή και προχώρα. Έξω απ’ την αποθήκη επικρατεί νεκρική σιγή. Ο Τζο ανοίγει την πόρτα και σπρώχνει μέσα τον ιταλό. Ο Ντάνι δεν πιστεύει στα μάτια του.

ΝΤΑΝΙ: Τζο! Τι κάνεις εσύ εδώ; ΦΑΤΜΠΟΫ: Έμαθα ότι κάνετε πάρτι και ήρθα… Κάνεις καινούργιους φίλους Λεγκράν;

ΝΤ: Άσε τις μαλακίες Τζο και κατέβασε το πιστόλι. Η συμμαχία είναι για καλό σκοπό.

Φ: Όπως κι η αποπομπή μου ήταν για το καλό μου; Δεν τα μέτρησες σωστά παλιόφιλε και ξέμεινες από παλικάρια. Όμως εκεί που μπεκρόπινα στο καπηλειό για να... σκεφτώ, γνώρισα κάποιον που μπορεί να λύσει για τα καλά το γρίφο που λέγεται Πιερ-Ζοζέφ Λεγκράν. Υπομονή. Τα υπόλοιπα θα τα μάθετε το βρά… ΖΝΤΟΥΠ! Τη στιγμή που ο Τζο έβγαζε το λογύδριό του κάποιος ήρθε από πίσω και τον σώριασε στο έδαφος μ’ ένα δυνατό χτύπημα στον τράχηλο. Ο Ντάνι θα έμενε έκπληκτος για άλλη μια φορά σ’ αυτήν την περιπέτεια.

ΝΤ: Μα τα 1000 πιτόγυρα! Είσαι ζωντανός; Στο επόμενο: Ένας παλιός γνώριμος επιστρέφει απ’ τους νεκρούς, ένας παλιόφιλος χρειάζεται βοήθεια κι η αλήθεια είν’ ο μεγαλύτερος εχθρός για τον Πιερ Ζοζέφ Λεγκράν. Ο Ντάνι, η Μπάρμπαρα και ο Λουίτζι Στρατσιατέλα θα πρέπει να συνεργαστούν, αυτή τη φορά για την ίδια τους την επιβίωση… (Σημείωση του μεταφραστή: Η μπομπίνα 455 βρέθηκε στο κελάρι του καταστήματος αλλαντικών του Μπόμπι «Χοτ Ντογκ» Γκανάτσιος στην Αλμπουκέρκι του Νέου Μεξικού. Πηγές αναφέρουν ότι ο Χάινζ την είχε ανταλλάξει με 15 λουκάνικα Τζουμαγιάς και 2 λίβρες φάβα Σαντορίνης.) Ο Ezra Heinz δήλωσε επαναστάτης ποδολάγνος στο monkie #12.


Στο μπάρ εκείνο το βράδυ ο κόσμος ήτανε πολύς. Ειχε καιρό να πάει, πάν’ απο μήνα, και τού ’κανε ’ντύπωση. Στον πάγκο ίσα που βρήκε να σταθεί, η κλασική του η θέση ’ταν παρμένη από κάτι χαζοπίπινα. Δέ γαμείς. Έβγαλε καπνό, χαρτάκια, σπίρτα, περίμενε ν’ αδειάσ’ η μπαργούμαν, να τον δεί. Απέναντι ’ταν όλα στημένα, τύμπανα, μπάσο, σαξόφωνο. Καλό σημάδι. δύσκολα να πέσεις σε φλώρικο τρίο. « Τ ί θ α πάρεις ; » « Κ λασικά » . Ο ύ τε ’ να χαμόγελ ο σήμερα . Δ έν πειράζει . Σ τ η ν τελική , παίζ ο υν και τα χαζ ο πίπινα στ η ν άκρ η . Ο πνευστός ήταν ένας καραφλός ξανθομπούμπουρας, τί να περιμένεις απο δαύτον. Ενας παππούλης στα τύμπανα κι’ ενας μαύρος μπασίστας. Θ’ αρχίζανε. Άναψε τσιγάρο κι’ έσκασ’ η μπαργούμαν με τη μπίρα. « Σ όρι αλλ ’ απαγ ο ρε ύ εται τό κάπνισμα » . Τ ι έκανε λέει ; « Μ π ο ρείς να καπνίσεις έ ξ ω η στ ο τέλ ο ς , αλλα κατα τ η διάρκεια τ ο υ λά ι β όχι . Γ ια τ ο υς μ ο υσικ ο ύ ς » . « Α π ο πότε αυτό ; » « Έχει κάνα μήνα » . Γ ια τ ο υς μ ο υσικ ο ύ ς . Τωρα να φύγει ή όχι; ένιωθε σαν νά ’χε φάει πόρτα. Έσβησε το γεμάτο τσιγάρο χολωμένος κι’ ήπιε μιά γουλιά. Άρχισαν οι άλλοι να παίζουν ένα μπλούζ. Κοίταξε τριγύρω. ηλικίες ή του ύψους ή του βάθους, ταγεράκια, ή κοντοκάβαλα που κρύβουνε το στρίνγκ. Κοίτα τι κάνει ένας μήνας απαγόρευση. Κι’ ο άλλος εκειπέρα, ο χοντρός, γιατί δεν έσβησε το πούρο του; Αλλα δέ γαμείς. Τζάζ χωρίς τσιγάρο. Τζάζ μόνο μ’ οινόπνευμα. Τζαζ. Τί είναι τζάζ τελικά; Δέν ήταν μουσικός, δέν τό ’χε να μιλήσει τεχνικά. Άμα τον ρωτούσες θα σού ’λεγε, νά, τζάζ είναι νά ’σαι μόνος σου στον πάγκο, να πίνεις, να καπνίζεις, να τρελαίνοντ’ οι μουσικοί στο πατάρι, κι’ εσύ να χαλιέσαι που

κάθε γκόμενα τριγύρω σ’ έχει γραμμένο. Με την καπναπαγόρευση όμως σήμερα, του χάλασε όλ’ η ’σορροπία. Πρώτο σόλο ο μπασίστας. Ωραίος. Τον άφησαν μόνο του οι άλλοι, έπαιζε κάνα πεντάλεπτο. Όσο και να πείς, άμα βλέπεις μαύρο να μπλουζάρει φτιάχνεσαι. Ειναι και τ’ όργανο τέτοιο. Σαν κήτος στα βαθιά. Ενας όγκος που σαλεύει εκεικάτω, και μόνο τη σκιά του μπορείς ν’ αρπάξεις. Που άμα κάνει μιά ν’ ανέβει εσύ τρομάζεις. Πόσο καιρό είχε να πάει θάλασσα; Πάν’ απο χρόνο. Μπράβο, Βουρβουρού, με τα ξαδέρφια στους Καθηγητές. Κ αι π ο ύ ’ ναι ενα χρόν ο μετά ; Σ τ ο υ διαόλ ο υ τ η μάνα . Σ ’ ένα τζαζόμπαρ ο π ο υ δέν κάνει να καπνίσεις . Τέλειωσ’ ο μπασίστας, το πήρ’ ο ξανθομπούμπουρας. Δεν χειροκρότησε κανείς, ουτε ταγιέρ, ούτε κρυφό στρινγκάκι. Είχε πάει λέει μία φορά μικράκι, για ψάρεμα μ’ έναν θειό του. Τώρα ψάρεμα; βαρκάδα ’πλως; δέν θυμόταν. Είχαν πάντως ξανοιχτεί, οι δυό τους, είχι’ αεράκι και κύμα, προβατάκια εδώ κι’ εκεί. Πέτυχαν σε μιά παρέα χελιδονόψαρα, τινάζονταν ψηλά, βουτούσαν, τινάζονταν, βουτούσαν, τινάζονταν, βουτούσαν ―ειχαν βρεί το ρυθμό τους, βοηθούσε και το κύμα, τό ’καναν αυτό για ώρα. «Τρελόψαρα» θυμάται το θείο του να λέει. Έτσι. Αν ήτανε, θά ’θελαν τα ψάρια νά ’μεναν ψηλά λέει, ν’ αφρίζει κάτω το νερό κι’ αυτά να πετάν στις δυό παλάμες, τρείς, ωσπου να πέσει ο αέρας, να σβήσει το κύμα, να πάψ’ η μουσική. αλλιώς αυτά εκεί, ν’ ανασαίνουν τ’ οξυγόνο καθαρό, στό ιδιο ύψος, στην ίδια νότα σαν να λέμε. Σαλεύει ένα μπάσο σκιά στα βαθιά, αφρίζουν τα τύμπανα, ακινητεί το πετόψαρο ψηλά. Τ ζάζ είν ’ η υπέρβασ η τ η ς θ άλασσας . Και πού να ’χα σκάσει και μπάφο, σκέφτηκε, το γεμάτο τσιγάρο να καμπουριάζει αδικοχαμένο στο νεκρό τασάκι. Παραπέρα τα πιπίνια πήραν να σφυρίζουνε και να χειροκροτούν.μπλούζ τέλος. Ήπιε ό,τι είχε, μονοκοπανιά, έβαλε καπνό στην τσέπη, έφυγε. Ξέχασε και να πλ η ρ ώ σει . Ο Βασίλης Καράδαης έγραψε για το άλλο μισό και το τοπίο στο monkie #10.

Smoking Theory ........................................................................................................................................................ του Βασίλη Καράδαη / Εικονογράφηση: Σόλων Χουλιαράς

Καπναπαγόρευση

(Σημ: Οι ιδιαιτερότητες στους τονισμούς, τη χρήση των αποστρόφων και τις συνθέσεις λέξεων προκύπτουν απ’ το προσωπικό ύφος του γραφόντος.)

2006


ένα ποίημα του Yang Li Π αλιά , στις μέρες μας , δεν υπήρχε κανείς π ο υ να μ η ν ξ έρει τ η ν Α λβανία π ο υ να μ η ν ξ έρει ότι ήταν ο φ άρ ο ς τ ο υ Ε υρωπαϊκ ο ύ Σ ο σιαλισμ ο ύ ή ότι ο άλλ ο ς φ άρ ο ς ήμασταν εμείς . Ε κείν ο τ ο ν καιρό , απ ’ τ ο Π εκίν ο ως τα Τ ίρανα , μπ ο ρ ο ύ σαμε όλ ο ι μας να τραγ ο υδά με : Ένα επιστή θ ι ο ς φ ίλ ο ς δεν είναι π ο τέ αλ η θ ινά μακριά μας . . . Λ ίγ ο αργότερα έμα θ α ότι αυτά τα λόγια ήταν τ ο υ Γ ο υάνγκ Μ π ο τ η ς δυ ναστείας των Τ ανγκ . Ε ίναι νεκρός εδ ώ και π ο λ ύ καιρό και δεν πάτ η σε π ο τέ τ ο πόδι τ ο υ στα Τ ίρανα . Α μ φ ιβάλλω αν είχε ακ ο ύ σει καν γι ’ αυτό τ ο μέρ ο ς , πόσ ο μάλλ ο ν αν ή ξ ερε ότι ήταν π ο λ ύ π ο λ ύ μικρό . Ένας φ ίλ ο ς μας , ο Γ ο υέ ι Γ κ ο ύ ο , μας είχε πει κάπ ο τε με τρόπ ο ιδιαιτέρως συν ο μωτικό : ο λόκλ η ρ η η Α λβανία είναι όσ ο τ ο μικρό νεόπλ ο υτ ο βασίλει ο τ ο υ Γ ιελάνγκ . Τ ο θ υμάμαι , τ ’ ο ρκίζ ο μαι : ήταν τ ο καλ ο καίρι τ ο υ ‘ 7 4 . Μ όλις είχαμε μπει στα 1 2 και αυτό π ο υ είπε τότε μας φ άν η κε ε ξ ω φ ρενικά αντιεπανασταστικό .

...............................................................................................................................................................

Κολάζ: Μαρέττα Σιδηροπούλου (www.wix.com/maretta/marettaweb) Μετάφραση: Λουκάς Τσουκνίδας (απ’ την αγγλική μετάφραση του Steve Bradbury) Η αγγλική μετάφραση του ποιήματος πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Guernica (www.guernicamag.com/poetry/1450/albania) το Δεκέμβριο του 2009. Μεταφράστηκε στα ελληνικά και αναδημοσιεύεται στο monkie με την ευγενική άδεια του Guernica, του αμερικανού μεταφραστή Steve Bradbury και του κινέζου δημιουργού Yang Li.

Αλβανία


Ιούνιος - Ιούλιος 10

monkie pdf/issue13

# wide view, narrow space #

monkie #13: Wide view, narrow space  

Wide view, narrow space

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you