Issuu on Google+


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

300 κατασκευαστές ιστορίας συνιστούν...

The primate eye

Για το Pleasant Hell του John Dolan Για το Killed, Great Journalism Too Hot to Print (ανθολογία)

Διήγημα

Ψαρίσια Ζωή, του Άντον Τσέχωφ

Ape with skull

Το νόημα της ζωής The Drah SLAP!

Εικόνες απ’ τη Γάζα

Η Στεφανία Μιζάρα μοιράζεται μαζί μας τις εικόνες και τις μνήμες της

Συχνότητες Ευτοπίας

Μια κουβέντα με τους Ed Baxter και Miguel Santos του Resonance FM

The Endangered Species Print Project

Η Molly και η Jenny ζωγραφίζουν για τ’ απειλούμενα

Πανδημία στον εικονικό κόσμο του Warcraft

Κάποτε, σ’ έναν εικονικό κόσμο, μια θανατηφόρα πανδημία...

Σπόροι κυριαρχίας και σπόροι αντίστασης

Οι ντόπιες ποικιλίες, τα κινήματα των γεωργών και τα δίκτυα ανταλλαγής σπόρων

Ρητορεία «στα δάση ψηλά με τις φωτιές» Περί χαρακίρι και εξοστρακισμού

Φωτό εξωφύλλου του Orhan Tsolak, http://www.flickr.com/photos/orhantsolak http://www.demotix.com/users/orhan-tsolak/profile

pdf / issue 11

Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης, Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς, Πάρης Γαλάνης, Γιώργος Τσιούκης Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Χρυσαλία, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Αλέξης Γαγλίας, Γιάννης Παλαβός, Γιώργος Πασχαλίδης, Κωνσταντίνος Κόκκας, Βαγγελιώ Χρηστίδου, Βάσια Ρούσσου, Πέτρος Χριστούλιας, Τάσος Ζαφειριάδης Σοφία Σπυρλιάδου, Ανδρέας Παύλου, Δημήτρης Δρένος, Μαρέττα Σιδηροπούλου Γιώργος Παπαθωμάς, Κωνσταντίνα Κάλφα, Αστέρης Μασούρας, Γκέλυ Μαδεμλή, Βασίλης Καράδαης, Μαρία Δόγια, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Ειδικός σύμβουλος σε θέματα σχεδίου Marshall: Κωνσταντίνος Γκουσιάρης, Phd Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.myspace.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


the missing_link

του Λουκά Τσουκνίδα * Το σπίτι των «Απαράδεκτων» που φαίνεται στη φωτογραφία (Ιανουάριος, 2007) υπάρχει, όμως οι «Απαράδεκτοι» δεν υπάρχουν.

300 κατασκευαστές

ιστορίας συνιστούν...

Πριν από δύο χρόνια, είδαμε στις αίθουσες την κινηματογραφική μεταφορά των «300» του Frank Miller διά χειρός Zack Snyder, με την πολύτιμη συμβουλευτική παρουσία του πρώτου. Στην ταινία, όπως και στο κόμικ, η αφήγηση γίνεται απ’ την υποκειμενική —η εγκληματικά υποτιμημένη λεπτομέρεια— σκοπιά του μοναδικού σπαρτιάτη επιζώντα, του Δήλιου, ο οποίος εστάλει πίσω απ’ τον Λεωνίδα ώστε να διηγηθεί όσα έγιναν. Στην περίπτωση του κόμικ, οι αρνητικές αντιδράσεις ήταν ελάχιστες γιατί... «ποιος διαβάζει κόμικς τώρα;» Στην περίπτωση της πολυδιαφημισμένης ταινίας οι αντιδρώντες, θετικά ή αρνητικά, πήραν το τρένο της υπερβολής και γύρισαν τον κόσμο δυο φορές. Ποιο ήταν το ευτύχημα ή δυστύχημα αντίστοιχα; Η ιστορική ακρίβεια ή ανακρίβεια, αλλά και οι πολιτικοφανείς ερμηνείες που συνδέθηκαν κατά βούληση και προκατάληψη με τις προθέσεις των δημιουργών.


the missing_link

Το πραγματικό πρόβλημα, βέβαια, που αναδύεται σε κάθε τέτοια περίπτωση επευφημίας ή κατακραυγής, είναι οι προσδοκίες. Περιμένουμε απ’ τη μυθοπλασία, σε λογοτεχνία, σινεμά ή οπουδήποτε αλλού, να διδάξει Ιστορία ή τουλάχιστον, να την αφήσει άθικτη για να μη μπερδευτούμε. Γιατί; Επειδή υποθέτουμε ότι οι θεατές θα διαλέξουν τον εύκολο δρόμο και θα περιμένουν να μάθουν την Ιστορία από μυθιστορήματα, ταινίες, κόμικς ή τηλεοπτικές σειρές αγνοώντας τις σοβαρές ακαδημαϊκές πηγές. Δηλαδή οι θεατές, ανήλικοι κι ενήλικοι, είναι ένα μάτσο βλάκες που τεμπέλικα αρμενίζουν, τεμπέλικα πατούν στη γη και κουρνιαχτός δε βγαίνει. Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Αλλά αν είναι, τι εξασφαλίζει στους φωτισμένους ότι η ακαδημαϊκώς διαπιστευμένη έγκυρη ιστορία που άκριτα θα καταναλώσουν όλοι αυτοί που πρέπει να προστατευτούν απ’ τις αυθαιρεσίες της ασεβούς μυθοπλασίας, δε θα τους μετατρέψει σε ζόμπι στρατιώτες της εκάστοτε βαρύνουσας ερμηνείας. Ή ότι, κουτοπόνηροι γαρ όπως όλοι οι βλάκες, δε θα μάθουν να ψωνίζουν «έγκυρη» ιστορία απ’ τα ράφια που τους βολεύουν. Έτσι κι αλλιώς, αυτό είναι ένα τεράστιο κενό μεταξύ της επιστήμης της Ιστορίας και του αδιάφορου για τις λεπτομέρειες κοινού που η καλλιτεχνική ή ψυχαγωγική δημιουργία δεν οφείλει με τίποτε να καλύψει. μυθοπλασία: >1. δημιουργία μύθων. >2. σκόπιμη δημιουργία ψευδών ή ανακριβών ειδήσεων ή πληροφοριών. fiction: >1. a. something invented by the imagination or feigned; specifically : an invented story b. fictitious literature (as novels or short stories) c. a work of fiction; especially : novel >2. a. an assumption of a possibility as a fact irrespective of the question of its truth b. a useful illusion or pretense >3. the action of feigning or of creating with the imagination Άσχετα με το αν η πρώτη ύλη, η πηγή της έμπνευσης ή το εκάστοτε αφηγηματικό πλαίσιο, ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματικότητα το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας της μυθοπλασίας είναι πάντα, μα πάντα, αποκύημα της φαντασίας του δημιουργού. Συνεπώς, δε βαρύνεται από καμία ευθύνη επιστημονικού, ιστορικού ή φιλολογικού τύπου. Δε χρειάζεται καν να βγάζει νόημα. Κι εάν κάποιος καταλογίσει δόλο στον υπεύθυνο θα πρέπει να ψάξει καλά για το πότε εκείνος υποσχέθηκε να μεταδώσει άθικτη κι αγνή την οποιαδήποτε αντικειμενική αλήθεια. Δηλαδή την αλήθεια που θέλουμε ν’ ακούσουμε. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μια σειρά σιωπηλών, αυθαίρετων κανόνων που η μυθοπλασία απαιτείται ν’ ακολουθεί για να πάρει την, περιττή σε κάθε περίπτωση, συγκατάθεσή μας. Κάποιοι απ’ αυτούς έχουν να κάνουν με τη φυσική και τη λειτουργία του κόσμου γύρω μας κι αποτελούν απαραίτητες πρακτικές συμβάσεις. Άλλοι όμως έχουν να κάνουν με λιγότερο χειροπιαστούς λόγους, τη σεμνοτυφία, την πολιτική ορθότητα (ότι κι αν σημαίνει αυτό) ή τη θρησκοληψία κι απαιτούν από ένα έργο να σέβεται (ευφημισμός για το να υποτάσσεται και να μην κρίνει) τη μία ή την άλλη άποψη, το ένα ή το άλλο δόγμα, τη μία ή την άλλη αισθητική, τη μία ή την άλλη ηθική και πάει λέγοντας. Προκαταλήψεις που σ’ ένα βαθμό μπορώ ν’ αντιληφθώ από που προέρχονται. Όταν κάποιος προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία της πραγματικότητας απ’ αυτή που έχουμε φτιάξει γύρω μάς ή υποννοεί ότι, ίσως, να είμαστε μαλάκες και οι επιλογές μας να μην είναι και τόσο γαμάτες, φυσικό είναι να θεωρήσουμε ότι βαλλόμαστε και ν’ αμυνθούμε. Η αντίδραση που επιλέγουμε, όμως, είναι αυτό που ξεχωρίζει τους μπαμπουίνους απ’ τους σκεπτόμενους ανθρώπους κι όλη η διαδικασία είναι ένα ρίσκο που η μυθοπλασία, όπως και κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, πρέπει να πάρει. Και δεν είναι δυνατόν ν’ αποτελεί μέτρο επιβεβαίωσης του «ορθού», του «σεμνού» ή του «κοινώς αποδεκτού». Πόσο μάλλον της οποιαδήποτε ιστοριολογικής ορθοδοξίας. Κάποια στιγμή, όταν αυτό κρίθηκε αναγκαίο, η αγορά κατασκεύασε και τον όρο «ιστορικό μυθιστόρημα». Τι σημαίνει αυτό; Η λέξη «μυθιστόρημα» σημαίνει ότι πρόκειται για φανταστικές ιστορίες και χρηστικού τύπου ερμηνείες του εκάστοτε ιστορικού πλαισίου και των εκάστοτε ιστορικών αναφορών, που υπακούουν στους κανόνες της αφήγησης και της δραματοποίησης. Ο προσδιορισμός «ιστορικό» είναι ο δείκτης-κράχτης για όσους ενδιαφέρονται για παραμύθια που λαβαίνουν χώρα σε συγκεκριμένες ιστορικές εποχές κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών και ουδεμία σχέση έχει με την επιστήμη της αναδόμησης και εξήγησης αυτών. Με λίγα λόγια... Δεν είναι Ιστορία και δεν μπορεί να καταναλώνεται ως τέτοια. Τελικά, το θέμα που μένει είναι αυτό και μόνον αυτό: Η δύναμη της δημοφιλούς οπτικοακουστικής κουλτούρας και η γιγαντωμένη πλέον ικανότητά της να φτιάχνει εικόνες που μπορούν ν’ αντικαταστήσουν την πραγματικότητα στα μάτια του «ανυποψίαστου» θεατή. Μόνο που μετά από τόσους αιώνες θεάτρου, λογοτεχνίας, κινηματογράφου, ραδιοφώνου, τηλεόρασης κλπ. οι θεατές δε δικαιούνται να είναι ανυποψίαστοι. Ειδικά όταν πριν καν μπούμε στο δημοτικό λαβαίνει χώρα ο παρακάτω διάλογος: «Μπαμπά, μπαμπά! Τρέχει αίμα. Τον σκότωσαν... Ουάααααααα!» «Μην κλαις λεβέντη/κούκλα μου. Στα ψέματα το κάνουν... με σάλτσα.»


the primate eye

Pleasant Hell

John Dolan

Capricorn Publishing, 2005 του Λουκά Τσουκνίδα

Υπάρχει στην Καλιφόρνια, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, μια μικρή πόλη που, όπως πάρα πολλές ακόμη στην αμερικάνικη επικράτεια, φέρει το χαριτωμένο όνομα Pleasant Hill. Σ’ αυτή τη γωνιά, την ιδρυθείσα το 1961, πάνω στην έξαρση του αμερικάνικου προαστιακού ονείρου, μεγάλωσε κι έγινε μισάνθρωπος ο John Dolan. Το πώς και το γιατί μπορεί κανείς να βρει με κάθε λεπτομέρεια στο πρώτο του μυθιστόρημα, ένα αυτοβιογραφικό παραλήρημα με τον καθόλου διακριτικό τίτλο Pleasant Hell. Χμ! Σαρκαστικό λογοπαίγνιο ή καθαρός μαζοχισμός; Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Dr. Dolan αποφάσισε, στο τέλος της 5ης δεκαετίας της ζωής του, να κοιτάξει πίσω στα νεανικά του χρόνια, να περιεργαστεί τον νεαρό John από απόσταση και να τον κρίνει ανελέητα, μαζί με όλους όσοι έτυχε ν’ αποτελούν το μικρόκοσμό του εκείνη την εποχή, τότε που οι χίπηδες μετατρέπονταν σε αστικού τύπου καλοπερασάκηδες. Με πικρόχολο χιούμορ —οριακά αναγνωρίζεται ως τέτοιο— και απίστευτο μίσος για όλο το ανθρώπινο είδος, την ευελιξία και τους χαριτωμένους κώδικες επικοινωνίας του. Ε, και; Μεγάλωσα σε μια ελληνική κωμόπολη, τον καιρό που η οικονομία της άλλαζε άρδην. Όσο οι κάτοικοί της γίνονταν πιο εύπο��οι, εκείνη βυθιζόταν στην παρακμή, αφού από εμπορικό και κοινωνικό κέντρο για τα γύρω χωριά μετατρεπόταν σ’ ακόμη έναν άχρωμο δορυφόρο της πρωτεύουσας του νομού. Συγχρόνως, άλλαζαν κι οι συσχετισμοί των κατοίκων της, οι συναλλαγές στη δημόσια σφαίρα και οι προσδοκίες για την επερχόμενη αστικοποίηση. Το νεοελληνικό όνειρο... Κάποιος μάλιστα έφτιαξε και την πρώτη πισίνα στην ολοκαίνουργια αυλή του, ανάμεσα σε μπαμπακοχώραφα και στάνες —φινέτσα! Σήμερα πιθανόν να έχει γίνει στέρνα, ένα ακόμη μνημείο εκείνης της σύντομης «χρυσής περιόδου». Όλη αυτή η ανάπτυξη κι η ξαφνική εξωστρέφεια της τοπικής κοινωνίας, πέρα απ’ την εξομάλυνση μιας μακρόχρονης βεντέτας με γειτονική κωμόπολη, φανέρωσε και μια ανεπανάληπτη τάση φυγής που έμοιαζε να σιγοβράζει από καιρό. Πρώτα ήρθε η διαπλάτυνση του δρόμου που οδηγούσε στην πρωτεύουσα κι αμέσως μετά η απόσυρση. Σε συνδυασμό με την οικονομική ακμή, τα δύο αυτοκίνητα σε κάθε οικογένεια έγιναν η νέα νόρμα. Έτσι, τα ψώνια και η διασκέδαση δεν ήταν πια κάτι που το κάνει κανείς αποκλειστικά μέσα στα όρια του τόπου κατοικίας του, σε απόσταση περιπάτου. Οι γυναίκες πρώτα —κατεξοχήν αποκλεισμένες απ’ την ντόπια κοινωνική ζωή— και δειλά-δειλά οι νεαροί γόνοι των οικογενειών που άξαφνα απόκτησαν αστική συνείδηση, άρχισαν να πετάγονται για τον καφέ και τα ψώνια τους στις κοντινότερες πρωτεύουσες νομών. Οι τολμηρότεροι από τους ενήλικες άρχισαν να κάνουν εκεί καινούργιες

γνωριμίες, εξέχοντες πολίτες και συχνά παράγοντες με ερείσματα σε τοπικές οργανώσεις κάθε είδους. Απόκτησαν έτσι κύρος και η κοινωνική ζωή της κωμόπολης έγινε γι’ αυτούς ασφυκτικά στενή, οι εντόπιες συναλλαγές ψιλολόγια κι οι προοπτικές αστικοποίησης όνειρο θερινής νυκτός για κοντόφθαλμους παλαιοπαράγοντες. Το πραγματικό άστυ ήταν αλλού, εκεί θα έβαζαν τα λεφτά τους και στην πρώτη ευκαιρία θα δραπέτευαν απ’ το καταδικασμένο μεγαλοχώρι και τη λανθάνουσα αίσθηση ευημερίας, που σύντομα, στο χτύπο των 12, θα μετατρεπόταν πάλι σε επαρχιώτικη μιζέρια. Κάποιοι το έκαναν, άλλοι όχι κι άλλοι συνέχισαν τη ζωή τους έχοντας αντιληφθεί ελάχιστα απ’ τα παραπάνω. Το αποτέλεσμα δεν ήταν σε καμία περίπτωση τραγικό. Η κοινωνική ζωή του τόπου δε νέκρωσε τελείως, περιορίστηκε απλώς σε ηλικίες μικρότερες των 18 και μεγαλύτερες των 50. Η αγορά προσαρμόστηκε και μάλλον είχε μυριστεί την έκβαση των πραγμάτων πριν από εμάς. Τώρα καταλαβαίνω γιατί είχαμε πάντα έναν αρρωστημένο πληθωρισμό σε φαρμακεία και φροντιστήρια. Εγώ πάλι, έφυγα στα 19 και δε γύρισα ποτέ, παρά μόνο ως επισκέπτης, σχέση που έφθινε κι αυτή με το χρόνο. Παρόλ’ αυτά, η ζωή μου εκεί διαμόρφωσε σ’ ένα βαθμό αυτό που είμαι σήμερα κι άλλωστε η περίπτωση αυτής της κωμόπολης είναι το μοναδικό παράδειγμα που έζησα και το μοναδικό μου αληθινό μέτρο σύγκρισης, όποτε αυτό χρειάζεται. Δεν έμεινα εκεί, αλλά η εμπειρία έμεινε μαζί μου, και στα 50 μου ίσως γράψω κι εγώ το χρονικό της αποτυχημένης εφηβείας μου. Το 2005 ο Dr. John Dolan ήταν Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Οτάγκο στη Νέα Ζηλανδία. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου περιγράφει τη ζωή του εκεί, μέσα από ένα γλαφυρό περιστατικό συλλογικού μίσους κατά του προσώπου του, διογκωμένο πάντα απ’ την ανασφαλή φύση του. Απ’ το δεύτερο και μετά μεταφερόμαστε στο Pleasant Hill, πίσω στα χρόνια της αποφοίτησης και της εγγραφής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, λίκνο τότε για κάθε είδους ανατρεπτικό λάιφ-στάιλ και αριστερίστικη κριτική στον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Η σύνδεση είναι φανερή. Αποτυχημένος στο «ο νικητής τα παίρνει όλα» του αμερικάνικου μέινστριμ, αποτυχημένος και στο «ο άνετος αντισυμβατικός τα παίρνει όλα» του αμερικάνικου αντεργκράουντ. Ακοινώνητος και ανασφαλής ως πρωτοετής, ακοινώνητος κι ανασφαλής ως καθηγητής, ο Dolan δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά το χαρακτήρα που διαμόρφωσε πίσω στην καλιφορνέζικη κωμόπολη. Κι αν το τέλος αφήνει μια νότα αισιοδοξίας γι’ αυτόν τον τύπο που έχουμε παρακολουθήσει μόλις να περιφέρεται στα «καλύτερά του χρόνια» με αποκαρδιωτική ηττοπάθεια και αδεξιότητα, το εισαγωγικό κεφάλαιο είναι εκεί για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα. Ο John Dolan δεν έχει τον αέρα, το κορμί και τη ρώμη του John McLane. Αποδεικνύεται όμως κι αυτός πολύ σκληρός για να πεθάνει και μ’ ένα δικό του βλέμμα, λιγότερο άνετο κι αδικαιολόγητα αυτάρεσκο, λέει πάνω-κάτω κάτι αντίστοιχα ξεροκέφαλο: Δε διάλεξα να είμαι εδώ και θέλω πολύ να φύγω και να μη σας ξαναδώ στα μάτια μου. Όχι όμως πριν σας σπάσω τ’ αρχίδια μέχρι να με μισήσετε όσο σας μισώ κι εγώ. Μόνο έτσι η κόλαση γίνεται ευχάριστη.


Killed, Great Journalism Too Hot to Print (Ανθολογία)

Επιμέλεια, David Wallis Nation Books, 2004

Ένας αμερικάνος χρονογράφος του σατιρικού National Lampoon, ο P.J. O’ Rourke, αποφασίζει να πάει το γράψιμό του σε νέα επίπεδα συνδυάζοντας τη δουλειά του χιουμορίστα μ’ εκείνη του πολεμικού ανταποκριτή. Είναι οι αρχές του ‘80, ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται στο Λίβανο κι εκεί ακριβώς προσγειώνεται σαν απεσταλμένος του Vanity Fair. Περισσότερο έμπειρος ως τουρίστας παρά ως επαγγελματίας σε εμπόλεμη ζώνη, αποφασίζει να μπλέξει χιούμορ και ρεπορτάζ σ’ ένα ταξιδιωτικό άρθρο για όσα θα δουν τα μάτια του κατά την περιήγηση αυτή στο μωσαϊκό λαών, θρησκειών και ένοπλων σεχτών που αποτελούν το Λίβανο του εμφυλίου. Και τα καταφέρνει. Αρχικά να μείνει ζωντανός, ακόμη κι όταν η πτήση του γυρισμού καθυστερεί λόγω βομβαρδισμών στην περιοχή του αεροδρομίου και στη συνέχεια, να γράψει το χιουμοριστικό του πόνημα με τίτλο A Ramble Through Lebanon και να το θέσει εγκαίρως στη διάθεση του διάσημου περιοδικού. Αλίμονο! Παρά την αυτοθυσία και την αφοσίωση που επέδειξε ως ανταποκριτής στο πεδίο της μάχης η τότε αρχισυντάκτρια Tina Brown κόβει το άρθρο με ένα πολύ απλό επιχείρημα: «Δεν μπορείς να κοροϊδεύεις ανθρώπους που πεθαίνουν.» Ο O’ Rourke λογοκρίθηκε, εισπράττοντας μια απάντηση την οποία θα έπρεπε να περιμένει, όχι φυσικά επειδή δεν μπορεί να κοροϊδεύει έναν πόλεμο, αλλά επειδή οι περισσότεροι είτε αδυνατούν είτε αρνούνται να γελάσουν και ένα περιοδικό σαν το Vanity Fair απευθύνεται στους περισσότερους. Πολύ κακό για το τίποτε λοιπόν, αλλά σίγουρα μια αξέχαστη εμπειρία ζωής για τον διάσημο σήμερα χιουμορίστα. Τελικά, η ίδια η αυθυπονομευτική και μάταιη φύση του εγχειρήματός του είναι μακράν πιο αστεία απ’ το άρθρο του, το οποίο, πλέον, μπορεί κανείς να βρει και διαβάσει στη συλλογή που επιμελήθηκε πριν από λίγα χρόνια ο δημοσιογράφος David Wallis, με τον κατατοπιστικό τίτλο Killed, Great Journalism Too Hot to Print. Πριν από λίγα χρόνια, επίσης, έδωσα κι εγώ ένα κείμενο σ’ ένα καινούργιο περιοδικό μετά από την προτροπή του φίλου που δούλευε εκεί. Όταν έπεσε στα χέρια μου το τεύχος, είδα το άρθρο μου

πετσοκομμένο σε βαθμό που έβγαζε πλέον τελείως διαφορετικό νόημα. Δεν ήταν τίποτε αποκαλυπτικό ούτε θα άλλαζε τη ροή των πραγμάτων, ήταν όμως η άποψή μου με την υπογραφή μου από κάτω κι είχε σημασία να μείνει αναλλοίωτη μετά το χειρουργείο. Από τότε, ως αρχισυντάκτης αυτού του περιοδικού, πετσοκόβω πάντα με τη συναίνεση και τη συνεργασία του θύματος. Και φυσικά, έχω κόψει κι εγώ με τη σειρά μου, αν και ποτέ για λόγους τόσο δραματικούς ή ενδιαφέροντες όσο βρίσκει κανείς στην ανθολογία των κομμένων δημοσιογραφικών κειμένων του Wallis. Το βιβλίο του καλύπτει ένα διάστημα 61 χρόνων (1942-2003) και περιλαμβάνει όλων των ειδών τα άρθρα: από βιβλιοκριτικές που έθιγαν φίλια πρόσωπα και προφίλ που θεωρήθηκαν αδιάφορα ή ριψοκίνδυνα μέχρι αποκαλυπτικές έρευνες που θάφτηκαν και γνώμες ή θέματα που κρίθηκαν τολμηρά για το εκάστοτε έντυπο και κυρίως, το τμήμα πωλήσεών του. Πολύ συχνά δε, οι ιστορίες που σχετίζονται μ’ ένα κομμένο κείμενο είναι εξίσου ή και πιο ενδιαφέρουσες απ’ αυτό. Το 1994 μια έρευνα της Jan Pottker για την κακομεταχείριση, απ’ τους εργοδότες, των μικρών εργαζομένων σε ένα παιδικό τσίρκο κατατέθηκε, πληρώθηκε και απορρίφθηκε την τελευταία στιγμή. Τέσσερα χρόνια μετά, η δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι η εταιρεία που είχε επιχειρήσει να ξεσκεπάσει παρακολουθούσε πλέον κάθε της κίνηση με σκοπό όχι μόνο να την αποτρέψει απ’ το να ξανακάνει οτιδήποτε σχετικό, αλλά και να της καταστρέψει την καριέρα. Υπεύθυνος της επιχείρησης ήταν ένα πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της CIA, που είχε εκδιωχθεί για ψευδομαρτυρία στην υπόθεση ΙράνΚόντρα. Στο κόλπο ήταν κι ο υποτιθέμενος συνεργάτης της Pottker που πληρωνόταν για να αναφέρει κάθε επαγγελματική της κίνηση. Λίγο σκληρό για μια εταιρεία που πουλά ψυχαγωγία σε μεγάλους και παιδιά κι όχι όπλα ή τουλάχιστον, αιματοβαμμένα διαμάντια. Το σήριαλ συνεχίστηκε στα δικαστήρια... Γιατί όμως να διαβάσει κανείς παλιά δημοσιογραφικά κείμενα; Είναι απλό. Τα 24 άρθρα που διάλεξε ο Wallis μέσα από τα 200 που βρήκε αρχικά δεν αποτελούν απλή, στεγνή ενημέρωση και αναπαράσταση της επικαιρότητας της εποχής τους. Είναι καλογραμμένα, ενημερωμένα και πλήρως διασταυρωμένα, με αφήγηση, χιούμορ και κυρίως προσωπική άποψη. Αποτελούν δείγματα γραφής των καταξιωμένων και βραβευμένων πλέον συντακτών τους και ντοκουμέντα για την απρόβλεπτη φύση της λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας των μέσων, ενώ πολλά απ’ τα θέματα που θίγουν δεν έχουν αλλάξει και πολύ στην ουσία τους. Με λίγα λόγια, δε μοιάζει νά ‘χει περάσει ούτε μέρα από πάνω τους.


Ψαρίσια

αγάπη του Άντον Τσέχοφ Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός / εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς

Σημείωση: η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά (About love and other stories, Oxford University Press, 2004, μετάφραση Rosamund Bartlett) λαμβάνοντας υπόψη και την από το πρωτότυπο ρωσικό κείμενο μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά (περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 69-70, 6-8/1992). Ακούγεται ίσως παράξενο, αλλά ο μοναχικός κυπρίνος που ζούσε στη λιμνούλα κοντά στο σπίτι του στρατηγού Πανταλίκιν ερωτεύτηκε παράφορα τη Σόνια Μαμότσκινα που ’χε έρθει για διακοπές. Όμως τελικά, γιατί να ’ναι παράξενο; Αφού ο Δαίμονας του Λέρμοντοφ ερωτεύτηκε την Ταμάρα και ο κύκνος τη Λήδα —και μήπως καμιά φορά οι υπάλληλοι δεν ερωτεύονται τις κόρες των αφεντικών τους; Η Σόνια Μαμότσκινα ερχόταν κάθε πρωί να βουτήξει με τη θεία της. Ο ερωτοχτυπημένος κυπρίνος κολυμπούσε πλάι στην ακτή και παρακολουθούσε. Το νερό της λιμνούλας είχε από καιρό γίνει καφέ, γιατί βρισκόταν δυο βήματα από το χυτήριο Κράντελ και Υιοί, αλλά ο κυπρίνος μπορούσε ακόμα να δει τα πάντα. Έβλεπε στο γαλάζιο ουρανό τα λευκά σύννεφα και τα πουλιά και στην άκρη της λιμνούλας παραθερίστριες να γδύνονται και νεαρούς να παίρνουν μάτι. Έβλεπε ακόμα τη στρουμπουλή θεία, που καθόταν πέντε λεπτά σ’ ένα βραχάκι πριν μπει στο νερό, έδινε φιλάρεσκα χαστουκάκια στον εαυτό της και μονολογούσε: «Σε ποιον έμοιασα και κατάντησα σαν ελέφαντας; Είμαι ένα φρικτό θέαμα». Η Σόνια έβγαζε τα λιγοστά της ρούχα, βουτούσε γρήγορα με μια κραυγούλα και κολυμπούσε τουρτουρίζοντας από το κρύο και τότε εμφανιζόταν ο κυπρίνος: έπλεε γύρω της και τη φιλούσε αχόρταγα στα πόδια, τους ώμους, το λαιμό…


Μετά το μπάνιο, οι παραθεριστές γύριζαν σπίτι για τσάι και κουλουράκια ενώ ο μοναχικός κυπρίνος έκοβε βόλτες στη λιμνούλα και σκεφτόταν: «Ασφαλώς και δεν υπάρχει ελπίδα για αμοιβαία αγάπη. Μπορεί μια τόσο όμορφη γυναίκα να ερωτευτεί εμένα, έναν κυπρίνο; Όχι, χίλιες φορές όχι! Μην ενδίδεις στα όνειρα, αξιοθρήνητο ψάρι! Μόνο μια μοίρα σε περιμένει —ο θάνατος! Αλλά πώς να πεθάνω; Δεν υπάρχουν περίστροφα και σπίρτα στη λιμνούλα. Μόνο ένας θάνατος προσφέρεται στους κυπρίνους: το αγκίστρι και τα δόντια του! Αλλά πού μπορώ να βρω αγκίστρι; Υπήρχε ένα στο βυθό της λίμνης, αλλά πέθανε από ανία. Είμαι δυστυχισμένος!» Σκεπτόμενος το θάνατο, ο νεαρός πεσιμιστής τυλίχτηκε με λάσπη κι έγραψε το ημερολόγιό του… Κάποιο σούρουπο, η Σόνια και η θεία της κάθονταν στην άκρη της λιμνούλας και ψάρευαν. Ο κυπρίνος κολυμπούσε ανάμεσα στους φελλούς και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το κορίτσι που αγαπούσε. Ξαφνικά μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του σαν κεραυνός: «Θα πεθάνω από το χέρι της!» σκέφτηκε και τα πτερύγιά του σπινθήρισαν από χαρά. «Τι υπέροχος και γλυκός θάνατος που θα είναι!» Έτσι κολύμπησε ώς το αγκίστρι της Σόνιας και το δάγκωσε. «Σόνια, κάτι έπιασες!» τσίριξε η θεία της. «Κάτι έπιασες, καλή μου!» «Ω!» Η Σόνια αναπήδησε και τράβηξε μ’ όλη της δύναμη. Κάτι χρυσαφένιο έλαμψε στον αέρα και βυθίστηκε στο νερό, μέσα σε κυκλικά κύματα. «Ξέφυγε» αναστέναξαν ταυτόχρονα κι οι δύο. Κοίταξαν το αγκίστρι κι είδαν πάνω του ένα ψαρίσιο σαγόνι. «Μα καλή μου» είπε η θεία «δεν έπρεπε να τραβήξεις τόσο δυνατά. Τώρα το καημένο το ψαράκι έμεινε χωρίς σαγόνι…» Ο ήρωάς μου έμεινε κατάπληκτος όταν ξεκόλλησε από το αγκίστρι, και για πολλή ώρα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Όταν το συνειδητοποίησε, αναστέναξε: «Πρέπει κι άλλο να ζήσω! Κι άλλο! Μοίρα, με κοροϊδεύεις!» Όταν κατάλαβε ότι του έλειπε η κάτω γνάθος, ο κυπρίνος χλόμιασε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια… Τρελάθηκε. Φοβάμαι πως η επιθυμία μου να στρέψω την προσοχή του αναγνώστη σ’ ένα τόσο ασήμαντο και αδιάφορο πλάσμα όπως ένας κυπρίνος ίσως θεωρηθεί παράξενη. Στην πράξη όμως, τι το παράξενο έχει; Οι κυρίες των λογοτεχνικών περιοδικών περιγράφουν γοβιούς και σαλιγκάρια για τα οποία δε θέλει να διαβάσει κανείς. Εγώ απλώς τις αντιγράφω. Και μπορεί να ’μαι κι εγώ καμιά κυρία και να κρύβομαι πίσω από ανδρικό ψευδώνυμο. Λοιπόν, ο κυπρίνος τρελάθηκε. Το δύστυχο πλάσμα ζει ακόμα. Οι κυπρίνοι συνήθως προτιμούν να τους τηγανίζουμε με κρέμα γάλακτος, αλλά ο ήρωάς μου είναι πρόθυμος να πεθάνει με οποιονδήποτε τρόπο. Η Σόνια παντρεύτηκε έναν φαρμακοποιό κι η θεία της μετακόμισε με την αδερφή της και την οικογένειά της στο Λίπετσκ. Αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο, γιατί η αδερφή της έχει έξι παιδιά κι όλα αγαπούν τη θεία τους. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Ο διευθυντής του χυτηρίου Κράντελ και Υιοί είναι μηχανικός κι ονομάζεται Κρίσιν. Αυτός έχει έναν ανιψιό, τον Ιβάν, ο οποίος, όπως είναι πασίγνωστο, γράφει ποιήματα και τα δημοσιεύει σ’ όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Μια ζεστή μέρα, κατά το απόγευμα, ο νεαρός ποιητής περνούσε από τη λιμνούλα κι αποφάσισε να κάνει μια βουτιά. Γδύθηκε λοιπόν και γλίστρησε στο νερό. Ο τρελός κυπρίνος τον πέρασε για τη Σόνια Μαμότσκινα, κολύμπησε μέχρι το μέρος του και τον φίλησε τρυφερά στην πλάτη. Το φιλί αυτό είχε μοιραίες συνέπειες: ο κυπρίνος μόλυνε τον ποιητή με απαισιοδοξία. Ο ποιητής βγήκε από το νερό χωρίς να υποψιάζεται το παραμικρό και ξεκίνησε γελώντας για το σπίτι. Μερικές μέρες μετά ο ποιητής πήγε στην Πετρούπολη• αφού επισκέφθηκε διάφορους εκδοτικούς οίκους, μόλυνε όλους τους ποιητές με απαισιοδοξία, κι από τότε όλοι οι ποιητές μας γράφουν σκοτεινά και μελαγχολικά ποιήματα.


ape_with_skull

του Γιώργου Πασχαλίδη

Το νόημα της ζωής εικονογράφηση: Πάρης Γαλάνης

Βράδυ, μόνος στο σπίτι. Ανοίγω τον υπολογιστή, προσπαθώ να γράψω κάτι. Οτιδήποτε. Τίποτα. Κενό. Ο κέρσορας αναβοσβήνει περιπαιχτικά: | | | | | | | | | Τον κοιτάζω, σα να ‘ναι αυτός που θα μου πει τι θα γράψω. Προσηλώνομαι. Σουφρώνω τα φρύδια, τον κοιτάζω. Πιο προσεκτικά, πιο βαθιά. Σα να μου φαίνεται ότι αναβοσβήνει διαφορετικά, σα να ‘χει έναν εσωτερικό, δικό του ρυθμό: | || | || Βαλς τρία τέταρτα; Ναι. Όχι, άλλαξε πάλι: | | | | | | | | Η οθόνη εξαφανίζεται από μπροστά μου. Σιγά-σιγά εξαφανίζεται και το δωμάτιο. Μένω εγώ και ένας κέρσορας να υπαγορεύει κάποιο ρυθμό… Περνάνε μερικά λεπτά. Να προσπαθεί να μου μιλήσει ίσως; Ναι, αυτό είναι. Γαμώτο, γιατί δεν καταλαβαίνω τι λέει... Ωχ, να… τώρα αρχίζει και γράφει κάτι. Μόνος του. Η πρόταση σχηματίζεται σιγά-σιγά, αργά και σταθερά. Κοιτάζω τα χέρια μου, μήπως γράφω εγώ και δεν το καταλαβαίνω, μήπως γράφω ασυναίσθητα. Όχι. Γράφει αυτός. Ο κέρσορας γράφει.

Το νόημα της ζωής |

Διαβάζω καρφωμένος στην οθόνη, ιδρώνω απ’ την υπερένταση είναι | «Ναι ρε παπάρα κέρσορα, πες, ποιο είναι το νόημα της ζωής;» το εξής: | Μου κόβεται η ανάσα. Ο κέρσορας θα μου αποκαλύψει το νόημα της ζωής. Όχι, πείτε μου. Εσείς στη θέση μου δεν θα ‘σασταν τουλάχιστον εκστασιασμένοι; E; Αν νομίζεις γαμιόλη ότι θα σου πω, είσαι πολύ ηλίθιος | «Τι; ΤΙ; ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΠΕΙΣ;» Φωνάζω. Επαναλαμβάνει: Αν νομίζεις γαμιόλη ότι θα σου πω, είσαι πολύ ηλίθιος | Αυτό. Μετά σβήνει ο υπολογιστής. Ξαναμπουτάρω όλος αγωνία. Τίποτα. Το δωμάτιο ξανάρχεται, ο κέρσορας χάνει οποιαδήποτε μη κερσοριακή του ιδιότητα. Γαμώτο… Περνάν κάποιες μέρες. Προσπαθώ να μη σκέφτομαι το περιστατικό. Έχω σχεδόν πείσει τον εαυτό μου ότι δεν συνέβη, ότι το φαντάστηκα. Άκου εκεί το νόημα της ζωής, έτσι, απ’ το πουθενά, στο πισί. Έλα ντε! Αδύνατον! Δυο τρία περιστατικά, ασύνδετα μεταξύ τους με την πρώτη ματιά, με έκαναν να πιστέψω ότι, πράγματι, κάτι συμβαίνει.

Περιστατικό 1: Στο σούπερ μάρκετ... Η ταμίας. Είχα αγοράσει δυο αγγουράκια, μια μπίρα και χαρτιά υγείας. Χτυπάει το ποσό και μου δίνει την απόδειξη. Με κοιτάζει. Όχι με κοιτάζει, με καρφώνει με τα μάτια της. «Ξέρω τι θα κάνεις στις 4 Οκτώβρη» μου λέει με νόημα. «Τι;» ρωτάω εγώ, πηγαίνοντας στο πονηρό. Ωραίο γκομενάκι, δεν θα με χάλαγε να... «Το χρέος σου!» πέταξε εκείνη και απέσυρε το βλέμμα της.

Περιστατικό 2: Στη στάση του λεωφορείου... Μέρα μεσημέρι, στο απέναντι πεζοδρόμιο βλέπω έναν γέρο. Περνάει το δρόμο με τσαμπουκά, τον κορνάρουν καμιά δεκαριά αμάξια, παραλίγο να φύγει πρόωρα ο γέρος. Έρχεται προς το μέρος μου, μου δίνει το χέρι, με κοιτάζει μ’ ένα αίσθημα ευθύνης και σιγουριάς. «Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Σε χρειαζόμαστε παιδί μου» είπε και σα να κύλησε ένα δάκρυ στο γραμμωμένο μάγουλό του.

Περιστατικό 3: Βλέπω τηλεόραση... Ταυτόχρονα, ξεφυλλίζω μια παλιά τσόντα που ‘χα απ’ το Γυμνάσιο. Φτάνω στη σελίδα 13. Στην τηλεόραση ειδήσεις. «Ήρθε η ώρα να αλλάξεις σελίδα» ακούω κάποιον πολιτικάντη να μου φωνάζει στα μούτρα. «Ναι, εσύ. Ήρθε η ώρα ν’ αλλάξεις σελίδα.» Άλλαξα κι έπεσα πάνω σ’ ένα τρίο.

Περιστατικό 4: Με παίρνει τηλέφωνο μια γκόμενα... Παλιά μου γκόμενα, δηλαδή. Είχε να μου μιλήσει δυο χρόνια, μπορεί και παραπάνω. Με χώρισε, την έπαιρνα εγώ κάνα τηλέφωνο, στην αρχή, μπας και τα ξαναβρούμε μετά... μπας και μου κάτσει σκέτα και ξεχαρμανιάσω. «Μαρία; Πώς και...» απορώ εύλογα εγώ. Με κόβει: «Γιώργο, τα πράγματα είναι σοβαρά. Πρόσεξε. Κάνε το χρέος σου. Ξέρεις ποιο είναι το χρέος σου, ε;» «Ξέρω» απαντάω εγώ σαν υπνωτισμένος. Κι ας μην ήξερα. Απ’ τον κέρσορα, τίποτα βέβαια. Αλλά ήξερα ότι θα εμφανιστεί και πάλι. Δεν μπορεί όλ’ αυτά να ήταν συμπτώσεις, σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν. Και πράγματι, μια Κυριακή πρωί, εμφανίστηκε. Με την ίδια μανιέρα.

Το νόημα της ζωής |

Διαβάζω καρφωμένος στην οθόνη, ιδρώνω απ’ την υπερένταση. είναι | «Ναι ρε παπάρα κέρσορα, πες, ποιο είναι το νόημα της ζωής;» το εξής: | «ΝΑΙ;»

Δεν έχει νόημα να ζεις, αν δεν είσαι μαρξιστής... | ...Προηγήθηκε πολιτική διαφήμιση! |


Εικό��ες απ’ τη Γάζα της Στεφανίας Μιζάρας

Τον Ιανουάριο του 2009 η Στεφανία Μιζάρα βρέθηκε στη Γάζα. Μοιράζεται μαζί μας τις εικόνες και τις μνήμες της. Η διαδρομή από τη Ράφα (όπου βρίσκονται τα σύνορα) ως την πόλη της Γάζας είναι λιγότερο από σαράντα χιλιόμετρα σε ευθεία. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες θέλεις μισή ώρα με το αυτοκίνητο για να διασχίσεις αυτή την απόσταση. Από τη στιγμή που άρχισε ο πόλεμος η διαδρομή αυτή έγινε μια παγίδα θανάτου, αφού η Ράφα είναι το μοναδικό σημείο απ’ το οποίο μπορούσαν να περνούν εμπορεύματα απ’ την Αίγυπτο προς τη Λωρίδα της Γάζας. Εμπορεύματα και όπλα, όπως υποστηρίζουν οι Ισραηλινοί. Και μάλλον όχι άδικα, αφού αυτή είναι η μόνη δίοδος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Οι επιχειρήσεις τους αποσκοπούσαν στο να ξεμοντάρουν όλο αυτό το γνωστό πλέον δίκτυο των τούνελ. Επίγεια λοιπόν, στον καταβομβαρδισμένο δρόμο Ράφας-Γάζας, δεν περνούσαν οχήματα. Πλην των νοσοκομειακών που μετέφεραν τραυματισμένους από την μία πόλη στην άλλη και προς τα σύνορα. Μ’ ένα νοσοκομειακό περάσαμε και εμείς μέσα στη νύχτα. Τα δρομολόγια Ράφα-Γάζα γίνονται μετά τις 10 το βράδυ, ενώ η ανάποδη διαδρομή, Γάζα-Ράφα, το πρωί, όταν και μεταφέρουν τα επείγοντα περιστατικά προς την Αίγυπτο. Η ώρα της μεταφοράς ενέχει μια ιδέα αισιοδοξίας —πρωί, όταν όλα είναι πιο ξεκάθαρα και αθώα, υπάρχει ελπίδα για τον τραυματία που πάει σε μια άλλη χώρα όπου θα είναι ασφαλής, θα μπορεί να έχει καλύτερη περίθαλψη κτλ. Ενώ η δική μας διαδρομή προς τα μέσα έγινε νύχτα, ανάμεσα


από γκρεμισμένα σπίτια (στα τελευταία οκτώ χιλιόμετρα που ήταν και η νεκρή ζώνη), φωτιές και τανκ και μ’ ένα νεκρό στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου, θύμιζε περισσότερο κατάβαση στην κόλαση. Τ’ ασθενοφόρα έχουν κανονισμένο δρομολόγιο, δε μπορούν να κάνουν ούτε πενήντα μέτρα σ’ άλλη κατεύθυνση και τα ονόματα των επιβατών τους έχουν σταλεί στις αρχές των ισραηλινών. Ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος να διατρέξουμε αυτά τα 40 χιλιόμετρα, πλην όμως, κανείς δεν μπορούσε να μας βεβαιώσει ότι δε θα μας πυροβολούσαν. Στις τρεις εβδομάδες του πολέμου οι ισραηλίνοι είχαν ανατινάξει 11 ασθενοφόρα, είχαν σκοτώσει 21 γιατρούς και νοσοκόμους και είχαν τραυματίσει άλλους 40. Οπότε... Φτάσαμε πάντως, σε μια πόλη φάντασμα, την πόλη της Γάζας όπου κανείς δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους, όλες οι πόρτες ήταν κλειστές, όλα τα παράθυρα στα κτίρια ορθάνοικτα (για να μη σπάσουν τα τζάμια από κοντινή έκρηξη) και το σκοτάδι φωτιζόταν μόνο από μακρινές ριπές κι εκρήξεις. Τα πρακτικά ζητήματα της ζωής —πού θα φας, πού θα κοιμηθείς— βρίσκουν λύσεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις μόνο αν ξέρεις τον κατάλληλο άνθρωπο. Η Cuewa, ακτιβίστρια απ’ την Ιρλανδία, είχε ζήσει κάμποσους μήνες στην Γάζα οπότε ήξερε και πώς να κινηθεί. Πήγαμε στο Ramattan, το ραδιοτηλεοπτικό κέντρο απ’ όπου γίνονται ανταποκρίσεις για ντόπια και διεθνή κανάλια. Μας

τάισαν και μας παραχώρησαν ένα στούντιο ηχογράφησης μαζί μ’ ένα στρώμα και μια κουβέρτα. Το κτίριο του Ramattan είχε διαμορφωθεί σαν κατάλυμα για τους περίπου 300 εικονολήπτες, ηχολήπτες, ρεπόρτερ και τα υπόλοιπα στελέχη της τηλεοπτικής μονάδας που καλύπτει τα γεγονότα στη λωρίδα της Γάζας για λογαριασμό των μεγάλων καναλιών CNN, BBC, Al Jazeera. «Εμείς είμαστε εδώ ούτως ή άλλως γιατί δεν μπορούμε να φύγουμε» λέει ο Youssef, ανταποκριτής του καναλιού. «Προτιμούν εμάς τους ντόπιους γιατί δε χρειάζεται να μας ασφαλίσουν. Κι έχουμε μεγάλη θνησιμότητα, οπότε οι ξένοι είναι ασύμφοροι για τα ξένα κανάλια. Κάνουμε ανταποκρίσεις για όλους. Οι περισσότεροι από μας έχουμε μείνει εδώ απ’ την αρχή του πολέμου. Έχουμε να δούμε τις οικογένειες μας τρείς εβδομάδες.» Τη συζήτηση σταμάτησε μια έκρηξη πολύ κοντά στο κτίριό μας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πέσαμε κάτω απ’ το τραπέζι. Δεν χρειάζεται εμπειρία, αυτό το κάνει ενστικτωδώς ο οποιοσδήποτε. Τα φώτα κλείνουν και μ’ ένα βόμβο, η γεννήτρια ξεκινά να δουλεύει αναβοσβήνοντας τα νέον του γραφείου κι εντείνοντας την αίσθηση του πανικού. Μετά από δέκα λεπτά και αφού δεν έχει χτυπηθεί το κτίριό μας, ανακτούμε την ψυχραιμία μας. Το χειρότερο, τελικά, είναι ότι μετά ‘πο λίγο το συνηθίζεις όλο αυτό. Οι πραγματικοί ήρωες των σύγχρονων πολέμων είναι αυτοί οι άνθρωποι του τύπου, αλλά ακόμη περισσότερο, όλοι εκείνοι που δουλεύουν στα νοσοκομεία —γιατροί, νοσοκόμοι, οδηγοί


ασθενοφόρων και στην προκειμένη περίπτωση οι ακτιβιστές-εθελοντές που συνόδευαν τ’ ασθενοφόρα για να προστατέψουν τους νοσοκόμους απ’ τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών. Οι μέρες των βομβαρδισμών περνούν μέσα στο άγχος και το τρέξιμο για όλους τους, αλλά με την αδρεναλίνη να φτάνει στο τέρμα δεν καταλαβαίνουν από κούραση. Μετά από κάθε έκρηξη, ακολουθεί ο ήχος των ασθενοφόρων να τρέχουν στην περιοχή και πίσω στα νοσοκομεία. Κανείς δεν κινδυνεύει περισσότερο απ’ αυτούς, μέρα και νύχτα. Οι ισραηλινοί υποστηρίζουν οτι ο στρατός δεν χτυπά ανθρώπους με ιατρική στολή, όμως τα θύματα πληθαίνουν. Η εκεχειρία επέτρεψε σε όλους τους κατοίκους της Γάζας να πάρουν μια ανάσα και να δουν το χάος. Οι συνοικίες κοντά στα σύνορα έχουν ισοπεδωθεί. Οι άνθρωποι μετριούνται: «Είμασταν τόσοι, μείναμε μισοί». Δεν υπάρχει οικογένεια που να μην έχασε κάποιον, που να μην έμεινε μία ή περισσότερες μέρες άστεγη, που να μην χωρίστηκε, που να βρήκε το σπίτι της άγγιχτο… Κι όμως, η ψυχραιμία τους μπροστά στην καταστροφή είναι παροιμιώδης: μια οικογένεια κοιτά το γκρεμισμένο της σπίτι και μόλις μας βλέπουν, προσφέρονται να μας κεράσουν τσάι. Ανθρωποι βγαίνουν απ’ το νοσοκομείο, μόλις μπορέσουν, στα δεκανίκια τους. Χαμογελούν όταν συναντάς το βλέμμα τους. Δεν είναι ότι δεν πονάνε, αλλά το αντιμετωπίζουν και το ξεπερνούν πιο γρήγορα. Όλοι αποζητούν την ειρήνη, οι άνθρωποι με την ψυχή τους, οι ηγέτες πλασματικά, όμως μετά από μια βδομάδα εκεχειρίας τα διεθνή πρακτορεία ανακοινώνουν ότι ένας ισραηλινός στρατιώτης σκοτώθηκε σε μια περιπολία. Μήπως αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ;


104.4|||||||||

R

e

s

o

n

a

n

c

e

F

M


Συχνότητες ευτοπίας 104.4|||||||||

R

e

s

o

n

a

n

c

e

F

M

του Κωνσταντίνου Κόκκα

Μια κουβέντα με τους Ed Baxter και Miguel Santos του Resonance FM (resonancefm.com), του πρωτοποριακού λονδρέζικου ραδιοφωνικού σταθμού.

Κάποια χρόνια μετά την ενσωμάτωση του ήχου στην εικόνα και την εφεύρεση της τηλεόρασης, εμφανίστηκε στο σινεμά ο Jacques Tati. Πολλοί θεωρούν τις ταινίες του ένα συνδυασμό του βωβού και του ομιλούντα κινηματογράφου, όμως ο σκοπός του δεν ήταν αυτός. Σε πολλά κείμενα σχετικά με την ταινία του Ο Θείος Μου, χρησιμοποιείται ο όρος «ηλεκτρακουστικός κινηματογράφος», που αναφέρεται προφανώς στη χρήση της «concrete music (1)» και των ενισχυμένων ήχων των αντικειμένων στην ταινία. Μ’ αυτή την εφαρμογή ο Tati —εκτός απ’ το να σχολιάζει την τότε γαλλική κοινωνία— καλεί τους θεατές να προσέξουν τους ήχους της καθημερινότητας ενώ χρησιμοποιεί την εικόνα για να τους αναδείξει. Δημιουργεί ένα παράδειγμα για τη σχέση και τις αντιφάσεις μεταξύ εικόνας και ήχου. Με την εμφάνιση της τηλεόρασης ο μεγάλος χαμένος ήταν το ραδιόφωνο. Η έξαψη της φαντασίας που δημιουργούσε στον ακροατή περιορίστηκε απ’ την επιφάνεια της εικόνας. Στη συμβίωση με την τηλεόραση υπερίσχυσε η δεύτερη. Το ραδιόφωνο απόκτησε ρόλο κομπάρσου στα μέσα κι η ποιότητά του υποβαθμίστηκε. Η πληροφορία σταμάτησε να περνά από επεξεργασία και η εικόνα έγινε η πραγματικότητα. Oι περισσότεροι σταθμοί μας συντροφεύουν στα ψώνια, στον καφέ και στην προετοιμασία του μουσακά. Δεν δίνουμε σημασία σε όσα λέγονται, απλώς χτυπάμε το πόδι στο ρυθμό.

Φυσικά, το ραδιόφωνο δεν ήταν πάντα έτσι. Στην ακμή του δεν υπήρχαν σίριαλ γραμμένα στο πόδι, αλλά ραδιοφωνικές αφηγήσεις, διάλογοι και εκπομπές με συγκεκριμένο περιεχόμενο, χωρίς αόριστες φλυαρίες. Σήμερα οι παραγωγοί σχολιάζουν το παραμικρό, το οποίο συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το καθημερινό, ο δημόσιος χώρος, το πραγματικό είναι πλέον το διαφορετικό, το άγνωστο, που οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί αγνοούν. Για να το βρει κάποιος πρέπει να το αναζητήσει πολύ περισσότερο και βαθύτερα απ’ τα ερείσματα που του παρέχουν τα δημοφιλή μέσα. Ο Resonance FM μπορεί να περηφανεύεται ότι παρουσιάζει κάτι διαφορετικό, από τα πρώτα του βήματα κιόλας, σ’ ένα μικρό στούντιο στο Λονδίνο και μ’ ελάχιστα χρήματα. Μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να λειτουργεί κυρίως με δωρεές ακροατών, ενώ έχει αυξήσει σημαντικά την εμβέλειά του. Απαντώντας στους νοσταλγούς του πειρατικού ραδιοφώνου: όχι, δεν είν’ ο πρώτος ούτ’ ο τελευταίος. Είναι όμως απ’ τους λίγους που ασχολούνται με τον πραγματικό δημόσιο χώρο όπου κυκλοφορούμε καθημερινά, την πολιτική, τις μειονότητες και τη σύγχρονη τέχνη. Οι απαντήσεις των Ed Baxter (Διευθυντής Προγράμματος) και Miguel Santos (Παραγωγός, Atlantic Waves και Sleeping Dogs Lie) στις ερωτήσεις μου καταδεικνύουν τη φιλοσοφία του.


Ed Baxter: Το ιδρυτικό μέλος > Ed, οι κύριοι φορείς χρηματοδότησης του Resonance FM είν’ οι ακροατές. Με τι οικονομικά μέσα ξεκίνησε και ποιοι ήταν οι εμπνευστές; Ξεκίνησε το 2002. Ο οργανισμός που κατέχει την άδεια λειτουργίας του σταθμού είναι το London Musicians’ Collective (LMC), που στηρίζει το έργο αβάν-γκαρντ μουσικών. Από τότε, ο Resonance έχει αναπτυχθεί τόσο, που πλέον έχουν δαπανηθεί οι πόροι του LMC. Η πρώτη προσπάθεια έγινε το 1998, όταν ο Phil England κι εγώ αποκτήσαμε άδεια μετάδοσης. Τότε ο σταθμός βαφτίστηκε για πρώτη φορά Resonance και λειτούργησε για ένα μήνα μόνο. Μετά απ’ αυτό οι Mick Ritchie, Tom Wallace, Knut Aufermann και Sarah Washington δημιούργησαν πολλά πόντκαστ στο LMC Sound, το στούντιο που διαχειριζόταν ο Mick. Το 2002 η επανασύνδεση του σταθμού συγκέντρωσε όλους αυτούς, αλλά και νέους συνεργάτες. Η αρχική ιδέα ήταν του Phil και στη συνέχεια αναπτύχθηκε από μένα και τους υπόλοιπους. > Πού στεγάζεται ο σταθμός; Έχετε πολυτελές στούντιο και πόσο προηγμένη είναι η τεχνολογία που χρησιμοποιείτε; Όχι, είναι μικρό, πολύ μικρό. Σ’ ένα παλιό Βικτωριανό σπίτι, διώροφο και η γραμμή του μετρό περνά από κάτω. Ξοδέψαμε όλα μας τα χρήματα για τον εξοπλισμό, ο οποίος είναι υψηλής ποιότητας, αλλά επιρρεπής στο να παρεκτρέπεται. > Σε αντίθεση με άλλους σταθμούς που στελεχώνονται μέσα από ένα σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης (πρακτική άσκηση κ.λπ.), ένα μεγάλο μέρος του προγράμματος και της οργάνωσής σας βασίζεται σε εθελοντές. Είναι ένα είδος πολιτικής που

ακολουθείτε; Γενικότερα, πρόκειται για ραδιόφωνο ή για ένα είδος συλλογικότητας, ελεύθερης για τον καθένα που θέλει να ενταχθεί; Είναι ότι είναι, το οποίο είναι αρκετά πολύπλοκο ζήτημα αν υπονοείς ότι υπάρχει κάτι παράδοξο στο χώρο εργασίας. Είναι ένας σταθμόςκοινότητα. Βασίζεται σε εθελοντές (υπάρχουν μόνο τρεις υπάλληλοι) που τους ενθαρρύνουμε να λαμβάνουν αποφάσεις και να είναι όσο γίνεται αυτόνομοι. Βεβαίως, υπάρχει συντακτικός έλεγχος και κάποιοι κανόνες, έτσι δεν είναι ακριβώς ελεύθερο για όλους. Αλλ’ αυτό απαιτεί ανθρώπους που θα εμπλακούν προσωπικά και ο ρόλος του προσωπικού είναι να τους επιτρέψει να κάνουν ραδιόφωνο. > Sound art, ηχογραφήσεις εκτός στούντιο (field recordings), concrete music και άλλα είδη που απέχουν απ’ ότι ευρέως ονομάζεται mainstream, οπότε δεν είναι τόσο δημοφιλή. Είναι σημαντικότερο για τον Resonance να προωθεί εκείνο που θεωρεί ως πιο σημαντικό ή πιο καλλιτεχνικό, είστε πιο εκλεκτικοί ή απλώς θέλετε να προσελκύσετε ένα συγκεκριμένο κοινό; Θέλουμε να προσελκύουμε διαφορετικά είδη ακροατηρίου, αλλά δε μας πειράζει να μη μας ακούν κάποιοι. Αν κάτι το θεωρήσουμε ενδιαφέρον κάνει για το πρόγραμμά μας. Το ραδιόφωνο είναι στην πλειοψηφία του τόσο βαρετό, που είναι αδύνατο για κάποιον με ενεργό εγκέφαλο ν’ ακούσει. Ο Resonance υποθέτει ότι το κοινό του είναι έξυπνο, ανοιχτόμυαλο και διερευνητικό. Έχουμε τεκμηριωμένες θεωρητικές απόψεις για το τι είναι καλή και κακή τέχνη, το οποίο είναι υπερβολικά πολύπλοκο για να το αναλύσω αλλά φαίνεται σε ό,τι κάνουμε.


104.4||||||||| > Έχω παρατηρήσει ότι στο πρόγραμμα υπάρχουν εκπομπές για διαφορετικούς πολιτισμούς, εθνότητες, χώρες κλπ. Έχει να κάνει με μια ιδεολογία που πρεσβεύετε; Θα λέγατε ότι οι ιδέες πίσω απ’ το σταθμό σας συνδέονται με αριστερές ή φιλελεύθερες αντιλήψεις; Στην πραγματικότητα απλώς αντανακλούμε το γεγονός ότι το Λονδίνο είναι μια πόλη περίπου τριακοσίων διαφορετικών γλωσσών. Δεν έχουμε σταθερό πρόγραμμα κι ο προγραμματισμός γίνεται μ’ ένα σχεδόν φανταστικό τρόπο. Ναι, είναι σαφώς φιλελεύθερο, έτσι δεν είναι; > Ποια είναι η σχέση σας με την πολιτική; Υπάρχει ή μήπως είστε πιο κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι; Είμαστε ανήσυχοι για την πολιτική φύση των δραστηριοτήτων μας, με την ευρεία έννοια του όρου. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένοι απ’ τις κυβερνήσεις, ενθαρρύνουμε την ποικιλία απόψεων, προωθούμε την ελευθερία του λόγου κι εξετάζουμε το πολιτικό περιεχόμενο όσων κάνουμε. Οι εκπομπές έχουν ένα κοινωνικό και πολιτικό νόημα, αλλά μάλλον σε μικρό βαθμό. Δεν ασκούν επιρροή, αλλά ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να είναι αυτόνομοι, γενναιόδωροι και φιλόξενοι. Προωθούμε ένα είδος potlatch (2). > Με βάση την εκτεταμένη προβολή διαφόρων πολιτισμών και εθνικών ταυτοτήτων, θα λέγαμε ότι ο Resonance είναι ένας παγκόσμιος ραδιοφωνικός σταθμός. Είστε πολίτες του κόσμου, βρετανοί, ευρωπαίοι ή κάτι άλλο; Το όλο πρότζεκτ ασχολείται με το Λονδίνο και διακατέχεται απ’ ό,τι ο κριτικός Kodwo Eshun αποκαλεί «defiant parochialism (ανυπάκουος τοπικισμός)». Όμως το Λονδίνο έχει μια τοπική, εθνική, διεθνή και παγκόσμια σημασία: είναι ένα είδος πρίσματος μέσα απ’ το οποιο τα

R

e

s

o

n

a

n

c

e

F

υπόλοιπα πράγματα παρατηρούνται και φιλτράρονται. Ναι, είμαστε McLuhanites (3) χωρίς αμφιβολία. > Η πρώτη λέξη που έρχεται στο νου όταν σκέφτομαι Resonance είναι «διαφορετικό» —σε σύγκριση πάντα με άλλους σταθμούς. Ποια είναι η ανταπόκριση των ακροατών σ’ αυτό; Είναι αναγκαίο. Φαίνεται ανούσιο σε εμάς να κάνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι σταθμοί (που το κάνουν και καλύτερα, σε κάθε περίπτωση), οπότε κάνουμε αυτό που θέλουμε. Είναι σκόπιμα διαφορετικό, αφού απορρέει από την γενικότερη απογοήτευση και πλήξη. > Η Μεγάλη Βρετανία δεν απέφυγε τις συνέπειες της κρίσης. Έχετε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη στάση των βρετανών και συνολικά της κοινωνίας; Οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο συντηρητικοί, όπως έδειξε το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών; Μήπως αυτό έχει αρνητική επίπτωση στην επιβίωση του Resonance και στην προώθηση των τεχνών; Η χώρα κινείται προς τα δεξιά, μα είναι ασαφές πώς αυτό θα μας επηρεάσει. Όλοι φοβούνται, ιδίως εκείνοι που έζησαν την εποχή της Thatcher. > Με τι κριτήρια αποφασίζετε για το περιεχόμενο και τους παραγωγούς των εκπομπών; Οι επίδοξοι παραγωγοί μας προσεγγίζουν με μια ιδέα και στη συνέχεια τη βελτιώνουμε, είτε δουλεύοντας μαζί τους είτε κατευθύνοντάς τους διακριτικά. Ψάχνουμε για μια πολύ περιορισμένη γκάμα ατόμων: παθιασμένους, θιασώτες, εμπειρογνώμονες. Οι άνθρωποι που μας γράφουν λέγοντας «έχω μια εκλεκτική συλλογή δίσκων» δεν μας αφορούν. Δεν μας ενδιαφέρουν τα πλέιλιστ, οι επίσημοι ραδιοφωνικοί κανόνες, η επανάληψη ή το προφανές. Θέλω κάτι να με εκπλήσσει, να με μπερδεύει και να με μορφώνει —έτσι απλά.

M


104.4|||||||||

R

e

s

o

n

a

n

c

e

F

Miguel Santos: Ο οπαδός που έγινε παραγωγός > Miguel, η εκπομπή σου λέγεται Atlantic Waves. Πώς επέλεξες το συγκεκριμένο τίτλο; Η ονομασία προήλθε απ’ το φεστιβάλ που διοργάνωνα στο Λονδίνο απ’ το 2001 έως το 2008, το Atlantic Waves Festival (AWF). Ήταν μια αναφορά στα κύματα του ωκεανού, αλλά και τα ηχητικά. Για να μεταβείς απ’ το Ηνωμένο Βασίλειο προς οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, φτάνεις από τον Ατλαντικό. Έτσι προκύπτει ο τίτλος κι επειδή παίζω μουσική απ’ όλο τον κόσμο φαίνεται κατάλληλος. > Πόσο δύσκολο είναι να βρείς «καλή» μουσική απ’ όλο τον κόσμο και την ίδια στιγμή να είναι σύγχρονη, πειραματική ή αβάνγκαρντ; Δίνεις έμφαση σ’ αυτό ή απλώς στην προέλευση; Για να είμαι ειλικρινής, έχω συνηθίσει. Το κάνω για περίπου 20 χρόνια και με τον καιρό δημιουργείς δεσμούς, αφού ζώντας στο Λονδίνο, μια πολυπολιτισμική πόλη, συναντάς ανθρώπους απ’ όλον τον κόσμο. Το γεγονός ότι διοργανώνω ένα διεθνές φεστιβάλ βοηθάει. Μερικές εκπομπές είναι πιο πειραματικές και «ριζοσπαστικές», ενώ σε κάποιες άλλες παίζω περισσότερο world-music. Αυτό το καλοκαίρι σκοπεύω να κάνω κάτι και για χορευτική μουσική. Βέβαια, δεν είναι μέινστριμ, αλλά δεν τη βλέπω ούτε ως πειραματική. Την αποκαλούμε exploratory-music. > Πώς ασχολήθηκες με είδη που δεν είναι γενικά πολύ δημοφιλή; Πώς ανέπτυξες αυτό το πάθος; Λόγω ενασχόλησής σου με την τέχνη ή λόγω εθνικής καταγωγής; Δεν πιστεύω ότι είναι θέμα εθνικής προέλευσης. Μεγάλωσα έχο-

ντας πάντα ενεργητική στάση απέναντι στην μουσική, έψαχνα αντί να καταναλώνω ό,τι μου έδιναν στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση ή τις εφημερίδες. Με ενδιαφέρουν οι άλλοι τρόποι δημιουργίας, οι άλλοι πολιτισμοί και απολαμβάνω να μαθαίνω απ’ την εν λόγω ποικιλομορφία. > Είναι ο Resonance ο ιδανικός σταθμός για μια εκπομπή σαν τη δική σου; Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που σε προσέλκυσε εκεί; Ναι, είναι ιδανικός και τον θεωρώ έναν απ’ τους καλύτερους στον κόσμο, λόγω της ελευθερίας και της ποικιλομορφίας του προγράμματος. Είναι σε μεγάλο βαθμό ένα ραδιόφωνο τέχνης. Δεν κυριαρχείται από πλέιλιστ κι οι περισσότερες εκπομπές είναι προϊόν του παραγωγού. Γνωρίζω τον Resonance απ’ τις πρώτες του μέρες και πάντοτε τον θαύμαζα, οπότε η έλξη ήταν αναμενόμενη. Να αναφέρω επίσης ότι κάνω και την εκπομπή Sleeping Dogs Lie (αργά την Πέμπτη, νωρίς την Παρασκευή), αφιερωμένη στην ambient —άλλο ένα πάθος μου. > Οργανώνεις το London International Festival of Exploratory Music (LIFEM). Είν’ ένα είδος συνέχειας του AWF, κι αν όχι, σε τι διαφέρει; Ναι, το LIFEM συνιστά συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς μου με το AWF. Ενώ εκείνο επικεντρωνόταν στην προώθηση της πορτογαλικής μουσικής και μουσικών που αλληλεπιδρούν με τις διεθνείς ομολόγους τους, το LIFEM αποτελεί ένα καθαρά καινοτόμο διεθνές φεστιβάλ. Φέτος, στο ντεμπούτο του, μπορείτε ν’ ακούσετε: μινιμα-

M


104.4||||||||| λιστική avant chamber pop, inuk snow songs, ice folk και throat singing, world-music, latin-electro, γίντις, σεφαραδίτικα και klezmer κι εξαίσια instrumental-electronica και να δείτε οπτικοακουστικά θεάματα από βραβευμένους καλλιτέχνες. Το LIFEM είναι μια γιορτή της έμπνευσης και των μουσικών εξερευνήσεων που αγγίζουν τα όρια —δεν πρόκειται για παραδοσιακή τζαζ ή απλή world-music. Εκπλήσσει, ενθουσιάζει, μαθαίνετε για μουσικές που δεν είχατε ακούσει πριν ή δεν είχατε την ευκαιρία ν’ απολαύσετε ζωντανά. > Είσαι πορτογάλος. Πιστεύεις ότι, σε σύγκριση με άλλες περιοχές της Βρετανίας, το Λονδίνο είναι ιδανικό ώστε ένας ξένος να ζει και να συμμετέχει στη βιομηχανία των τεχνών; Οι πολίτες του Λονδίνου είναι δεκτικοί στις εκδηλώσεις που διοργανώνεις; Γεννήθηκα στην Πορτογαλία αλλά ζω στο Λονδίνο τα τελευταία 12 χρόνια. Όπως προανέφερα, είναι μια πολυπο��ιτισμική μητρόπολη κι αυτός είν’ ένας απ’ τους λόγους που με ελκύει —συν την πληθώρα ερεθισμάτων σε μουσική, χορό, τέχνες κλπ. Μόνο από συναυλίες έχει γύρω στις 700 ανά βδομάδα. Υπάρχουν λίγες πόλεις στον κόσμο με τόσο μεγάλη και ποικίλη πολιτιστική κίνηση. Όσο για τους πολίτες, εγώ τους βλέπω περισσότερο ως το σύνολο των διεθνών κοινοτήτων που ζουν στο Λονδίνο. Οπότε απ’ τη φύση τους ενδιαφέρονται για τις μουσικές του κόσμου και τις εκδηλώσεις που διοργανώνω. > Ποιος είναι ο ήχος του Λονδίνου; Είναι αστικός, πολυεθνικός, πειραματικός, η σιωπή ή κάτι άλλο; Όπως κάθε πόλη έτσι και το Λονδίνο έχει το δικό του χρώμα, φως, οσμή, ήχο. Μία απ’ τις συνηθισμένες καταστάσεις είναι όταν περπατάς στο δρόμο ή ταξιδεύεις με το λεωφορείο και μπορείς ν’ ακούσεις όλες τις γλώσσες και μ’ όλα τα είδη προφοράς. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αυτό είναι μέρος του ήχου της πόλης. Μετά έχεις τους αστικούς ήχους, αλλά και τα ήσυχα μέρη με τη σιωπή, όπως τα πολλά πάρκα. Ένας άλλος πολύ κοινός ήχος στο Λονδίνο —θα γελάσετε μ’ αυτό— είν’ ο ήχος της βροχής. Μ’ αρέσει κι ο ήχος των κυμάτων του Τάμεση στις ακτές, αλλά κι οι ήχοι που μπορείς ν’ ακούσεις στις όχθες κάνοντας βόλτες στα κανάλια. > Το αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών έδειξε μια τάση προς συντηρητικά και κεντροδεξιά κόμματα. Μπορεί αυτό να έχει συνέπειες στην παγκόσμια μουσική, τη στάση έναντι των μεταναστών και των τεχνών συνολικά; Ναι, μπορεί κι είν’ αρκετά επικίνδυνο, καθώς τα παραδοσιακά κόμ-

R

e

s

o

n

a

n

c

e

F

ματα κι εκείνα της συντηρητικής δεξιάς είναι λιγότερο προσανατολισμένα στον πολιτισμό απ’ ότι οι αριστερές παρατάξεις. Αλλά δεν πολυενδιαφέρομαι για την πολιτική. Στην πραγματικότητα μισώ την πολιτική και τους πολιτικούς, καθώς ποτέ δεν λεν την αλήθεια και τι πιστεύουν. Νομίζω ότι η λύση για μια καλύτερη κοινωνία βρίσκεται στον πολιτισμό, ο οποίος συμβάλλει στο να κατανοείς τους διαφορετικούς ανθρώπους και την κουλτούρα τους κι ενώνει όσους προέρχονται από διαφορετικούς χώρους. Η πολιτική τους κάνει να μισούν ο ένας τον άλλο, πόσο μάλλον όταν τα κίνητρα των πολιτικών είναι περισσότερο οικονομικά, παρά κοινωνικά ή πολιτιστικά. Τέλος, μια προτροπή του γράφοντος... Ως κάποιος που έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές «αντιραδιοφωνικός» λόγω των μουσικών μου προτιμήσεων και άλλων πεποιθήσεων, νιώθω ότι τα παραπάνω λόγια θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν πολλούς στο σχεδιασμό ενός νέου ραδιοφωνικού σταθμού, ειδικά τώρα που ανθίζει το διαδικτυακό ραδιόφωνο. Κι αυτό γιατί ένα καλό ραδιόφωνο χρειάζεται περισσότερο ανθρώπους που έχουν πάθος για κάτι συγκεκριμένο κι όχι κάποιους που διαφημίζουν απλώς μαγαζιά. Ίσως έτσι ν’ αλλάξει προς το καλύτερο κι όλη αυτή η κακόγουστη ραδιοφωνική ουτοπία. Σημειώσεις: (1) Concrete Music (Συγκεκριμένη Μουσική): Κατηγορία ηλεκτρονικής μουσικής που παράγεται με την επεξεργασία αποσπασμάτων φυσικών και τεχνητών ήχων. Αντίστροφα με την παραδοσιακή διαδικασία, όπου πρώτα γίνεται η σύνθεση σύμφωνα με μια συγκεκριμένη τονικότητα κι ύστερα αναπαράγεται απ’ τους μουσικούς. (2) Potlatch: Τελετή των αυτόχθονων λαών της Βορειοδυτικής Ακτής του Ειρηνικού. Σε αυτές τις συναθροίσεις ο αρχηγός της οικογένειας ανοίγει το σπιτικό του σ’ επισκέπτες και διοργανώνει γιορτή προς τιμήν τους. Ο κύριος σκοπός του potlatch είναι η αμοιβαιότητα κι η ανακατανομή του πλούτου. (3) Το McLuhanites προέρχεται από τον Herbert Marshall McLuhan, τον καναδό καθηγητή, φιλόσοφο και θεωρητικό της επικοινωνίας. Η δουλειά του θεωρείται ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της θεωρητικής μελέτης των ΜΜΕ. Είναι γνωστός για τις φράσεις «το μέσο είναι το μήνυμα» και «παγκόσμιο χωριό».

M


The Endangered

Species Print Project του Λουκά Τσουκνίδα / Εικονογραφήσεις: Molly Schafer & Jenny Kendler (www.endangeredspeciesprintproject.com)

Η Molly και η Jenny ζωγραφίζουν για να σώσουν όσα απειλούμενα είδη μπορούν. Ο Λουκάς παραληρεί για δύο άλλα, που μοιάζει νά ‘χουν χάσει οριστικά τη μάχη. Όπως όλοι ξέρουμε καλά υπάρχουν είδη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν απ’ το πρόσωπο της γης, είδη που κατά τ’ άλλα αγνοούμε πλήρως. Η αλλοίωση του φυσικού του περιβάλλοντος, οι ασθένειες που εξαπλώνονται και δε μπορεί ν’ αντιμετωπίσει κι η εισβολή στο βιότοπό του άλλων, πιο ανταγωνιστικών ειδών με παρόμοιες διατροφικές συνήθειες είναι συχνά αξεπέραστα εμπόδια στην διαιώνιση ενός είδους, όσο ευπροσάρμοστο κι αν αποδειχθεί στην πορεία. Η αλήθεια είναι ότι δε γνωρίζω και πολλά για τα χιλιάδες ζωντανά που απειλούνται σήμερα με οριστικό αφανισμό, ούτε για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ν’ αποφευχθεί κάτι τέτοιο. Προσωπικά όμως πιο πολύ απ’ τον Αυτοκρατορικό Παπαγάλο, τον Πύθωνα του Ράμσεϊ ή τον Αρλεκίνο Βάτραχο, με καίει η εξαφάνιση ενός λίγο πιο εξειδικευμένου είδους...

Ο Κλασικός Σουτέρ (Jumpshot Jamchi) Πιθανή αιτία: Συνωστισμός άσχετων ειδών στο φυσικό του περιβάλλον. Ο Κλασικός Σουτέρ, ο μπασκετμπολίστας που δε σκόραρε ποτέ με φιγουρατζίδικα λέι-απ ή φοβητσιάρικα τρίποντα, παρά μόνο με σουτ μέσα απ’ τη γραμμή κι έξω απ’ τη ρακέτα και με παίκτη πάνω του, έχει σχεδόν αφανιστεί. Την τελευταία 20ετία, το φυσικό του περιβάλλον έμελλε να μπουκώσει από πλήθος νέων ειδών, όπως ο Σέντερ με το Γλυκό Σουτάκι, ο Σούτινγκ-Γκαρντ που δε Σουτάρει, ο Πόιντ-Γκαρντ που Σουτάρει, το Ελαφρύ Τεσσάρι, το Αθλητικό Τριάρι, ο Γουίνγκερ, ο Πόιντ-Φόργουρντ κλπ. Όλοι αυτοί, ανίκανοι να σουτάρουν τρίποντο με συνέπεια ή να φτάσουν χωρίς πόνο κάτω απ’ το καλάθι, φρόντισαν να περιφέρονται ενδιάμεσα, παίζοντας μεταξύ τους ακαταλαβίστικα συστήματα —τί άλλο χρειάζεται ένας σουτέρ πέρα από ένα απλό σκριν—, φρακάροντας το χώρο. Ο Κλασικός Σουτέρ χαρακτηρίστηκε μονοδιάστατος, ενώ κάποιοι προσπάθησαν

να τον μετατρέψουν σε αμυντικό, κάνοντας τον να κερδίζει με κόπο το δικαίωμα να σκοράρει με τον ίδιο, αντιτουριστικό τρόπο. Κι όπως δεν ήταν ποτέ φαν της φυσικής κατάστασης, η κούραση της αμυντικής προσπάθειας έφθειρε την αποτελεσματικότητα του στο σουτ μειώνοντας έτσι την απήχησή του στους επίδοξους διαδόχους, σαμποτάροντας τη διαιώνιση. Κανείς δεν ήθελε πια να γίνει σαν κι αυτόν. Φοβάμαι μάλιστα ότι το τελευταίο άτομο αυτού του είδους είναι ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, κάτι που κάνει τον πληθυσμό, στην ελληνική επικράτεια τουλάχιστον, να πλησιάζει το 1, άντε 2 με τον Μάκη Νικολαΐδη, ο οποίος έπρεπε να εξελιχθεί σε μια πιο νοθευμένη εκδοχή για να επιβιώσει.


Προφανώς, ο καλύτερος τρόπος να ανταπεξέλθει ένα είδος μπρος στην απειλή του αφανισμού είναι η εντατικοποίηση της αναπαραγωγής του. Σεξ και πάλι σεξ, το είδος να πληθαίνει μέχρι να δυναμώσει, να προσαρμοστεί και ν’ αντιμετωπίσει τα αίτια της απειλής. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, για πολλούς και διάφορους λόγους, αφού κάποια είδη δεν προσαρμόζουν τις συνήθειές τους έτσι εύκολα στα νέα δεδομένα. Πόσο μάλλον όταν είσαι το μοναδικό άτομο του είδους σου, όπως ένας κίτρινος γάλλος γίγαντας που δεν υπάρχει πια...

Ο Κουικάρας (Grosquik Nesquik) Πιθανή αιτία: Ανταγωνισμός με υπερκινητικό είδος, νεοφερμένο στο φυσικό του περιβάλλον. Κάποιοι τον θυμούνται και κάποιοι όχι, αλλά ο Κουικάρας, αντίθετα με τον Ποδάρα, υπήρξε. Κι αν δεν είχε την τύχη ν’ αποκτήσει τις μυθικές διαστάσεις του αμερικάνου γίγαντα και να τον κυνηγούν δεκάδες εμμονικοί ορεσίβιοι, τουλάχιστον το αγαπημένο του ποτό ζει και βασιλεύει. Το εξαιρετικό αυτό είδος γίγαντα, ακαθόριστου σχήματος και διαστάσεων, αποτέλεσε τη γαλλική μασκότ για το σοκολατορόφημα σε σκόνη Nesquik της Nestle κι από ‘κει πέρασε και στη χώρα μας. Δυσκίνητος, ράθυμος και πάντα πρόθυμος για φαΐ, ύπνο και σοκολατούχο γάλα, καθοδήγησε διά του παραδείγματος μια ολόκληρη γενιά αιώνιων φοιτητών, δημοσίων υπαλλήλων και χαλαρών ανθρώπων. Κι όπως όλα τα υπέρογκα και δυσκίνητα ζώα πριν απ’ αυτόν, δε μπόρεσε ν’ αντέξει στις αλλαγές που έφερε ο χρόνος. Μια μέρα εμφανίστηκε στο φυσικό του περιβάλλον ένα καινούργιο ζώο, ο Κουίκι (Quiky), ένα αμερικάνικο είδος λαγού, μασκότ του ίδιου ροφήματος στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Ήταν η αρχή του τέλους.

Ο γοργοπόδαρος, χαμογελαστός και αφύσικα πρόθυμος για κάθε είδους δραστηριότητα λαγός αντικατόπτριζε το πνεύμα των καιρών, ήταν έξτρα ανταγωνιστικός και δυνητικά, σούπερ παραγωγικός. Πριν καταλάβουμε καλά-καλά τι έγινε, είδαμε τον αγαπημένο γίγαντα να μας συστήνει τον άσπονδο φίλο του, να επιβαίνει σ’ ένα τρένο και ν’ απομακρύνεται προς άγνωστη κατεύθυνση. Το κοκαλιάρικο χαμόγελο του Κουίκι επιβεβαίωνε την ύπουλη επικράτησή του στο φυσικό περιβάλλον του προκατόχου του, τον χαλαρό, ανέμελο κόσμο των πρωινών σοκολατούχων ροφημάτων.

Σοβαρά τώρα... Η Molly Schafer και η Jenny Kendler, εικαστικές δημιουργοί κι οι δύο, έδειξαν ενδιαφέρον για κάποια είδη που έχουν μια τελευταία ελπίδα να επιβιώσουν. Το Endangered Species Print Project είναι το πνευματικό τους παιδί, μια σειρά εικονογραφήσεων με θέμα ένα είδος υπό εξαφάνιση κάθε φορά, που από κάθε μια θα τυπωθούν τόσα αντίτυπα, όσα και τα τελευταία μέλη του πληθυσμού του εν λόγω είδους. Τα έργα πωλούνται και τα έσοδα, προφανώς, πηγαίνουν στους αντίστοιχους οργανισμούς. Οι τέσσερις πρώτες εικονογραφήσεις είναι αφιερωμένες στο χρυσό βάτραχο του Παναμά (100 μέλη), τη μαρμότα του Βανκούβερ (140 μέλη), τη νυχτερίδα των Σεϋχελλών (37 μέλη), τη λεοπάρδαλη του Αμούρ και τον —καρπερό ακόμη— καφέ λεμούριο της Μαδαγασκάρης (πάνω από 1000 μέλη). Μένουν άλλες 5.000 περίπου... Υποθέτω, λοιπόν, ότι όποιος καλλιτέχνης προθυμοποιηθεί να βοηθήσει με τη συμμετοχή του θα είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτος. Περισσότερα για το πρότζεκτ, για συμμετοχές ή αγορές, στην επίσημη σελίδα του, www. endangeredspeciesprintproject.com.


Πανδημία

στον εικονικό κόσμο

του Warcraft

της Βάσιας Ρούσσου

Κάποτε, σ’ έναν εικονικό κόσμο, μια θανατηφόρα πανδημία ανάγκασε τον δημιουργό του να παρέμβει ο ίδιος για να εξασφαλίσει τη σωτηρία των συνδρομητών του. Σε μια περίοδο που τα σενάρια για την εξάπλωση της νέας γρίπης H1N1 και οι τρόποι αντιμετώπισής της εξακολουθούν να βρίσκονται στην καθημερινή ατζέντα των ΜΜΕ, φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ η συζήτηση που προκάλεσε στην επιστημονική —και όχι μόνο— κοινότητα ένα απ’ τα δημοφιλέστερα μαζικά διαδικτυκά παιχνίδια ρόλων ή mmorpg (massively multiplayer online role-playing game), το World of Warcraft (WoW), που κλείνει το Νοέμβριο τα πέντε του χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα, το WoW, όπως το αποκαλούν για συντομία, έχει δεχτεί ουκ ολίγα αρνητικά σχόλια για τον εθισμό που προκαλεί και για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι πολύ νεαροί παίκτες ν’ αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Παράλληλα έχουν γίνει μελέτες για τον εκπαιδευτικό και ερευνητικό του ρόλο.


Ο συναγερμός κι ο από μηχανής θεός

Οι παίκτες ως πειραματόζωα

Το Σεπτέμβριο του 2005, ένα περιστατικό βγαλμένο από τα χειρότερα σενάρια της πραγματικής ζωής τάραξε τον κόσμο του Warcraft, έναν κόσμο που θεωρούταν μέχρι εκείνη τη στιγμή απροσπέλαστος απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Τι το διαφορετικό συνέβη τότε; H Blizzard, η δημιουργός εταιρεία, πρόσθεσε ένα καινούριο instance (Σημ: «εκδοχή» μιας συγκεκριμένης περιοχής η οποία δημιουργείται απ’ το παιχνίδι για λογαριασμό της εκάστοτε ομάδας που εισέρχεται στο χώρο και όπου τα μέλη της φέρουν σε πέρας αποστολές και κερδίζουν αντικείμενα.), το Zul’ Gurub. Ο τελευταίος αντίπαλος που οι παίκτες καλούνταν ν’ αντιμετωπίσουν μέσα σ’ αυτό, ο Hakkar, είχε στη διάθεσή του ένα επικίνδυνο ξόρκι, το Corrupted Blood, το οποίο όχι μόνο προκαλούσε ζημιά στον παίκτη που είχε μολυνθεί, αλλά μεταδιδόταν και σε όσους βρίσκονταν σε μια συγκεκριμένη ακτίνα γύρω του. Παρά το γεγονός ότι το ξόρκι διαρκούσε μόνο 10 δευτερόλεπτα, κάποιοι απ’ αυτούς που μολύνθηκαν βρήκαν τρόπο να μεταφέρουν την ασθένεια στις μεγάλες πόλεις, με αποτέλεσμα να πάρει διαστάσεις πανδημίας.

Στα forum, όπου οι παίκτες συζητούσαν και αντάλλασσαν συμβουλές για τους τρόπους προφύλαξης και ίασης, σκιαγραφείται η ψυχολογία τους, απ’ την οποία δεν απουσιάζουν η έντονη δυσαρέσκεια αλλά κι η διάθεση για χιούμορ. Οι συζητήσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στα παραπάνω. Προχώρησαν και σε καυστικά σχόλια για τους επιστήμονες, οι οποίοι υποδέχτηκαν την πανδημία στο εικονικό περιβάλλον και την αντίδραση που προκάλεσε ως ένα εναλλακτικό πεδίο έρευνας. Κάποιοι επιστήμονες δηλαδή υποστήριξαν ότι ο ελεγχόμενος κόσμος του Warcraft με τις αυθόρμητες αντιδράσεις των παικτών του μπορεί ν’ αποτελέσει το ιδανικό πλαίσιο για πειράματα, με σκοπό τη μελέτη τέτοιων κρίσεων ώστε να μάθουν πώς να τις διαχειρίζονται. Πιο συγκεκριμένα, ο Dr. Balicer πρότεινε τα παιχνίδια ρόλων να χρησιμοποιηθούν ως μια πλατφόρμα για την αναπαράσταση της διάδοσης των λοιμωδών νοσημάτων. Αναφορά στο περιστατικό του Corrupted Blood έγινε και στο ετήσιο συνέδριο Games for Health στη Βαλτιμόρη. Οι επιστήμονες σύγκριναν την περίπτωση με πανδημίες του πραγματικού κόσμου για να βρουν ομοιότητες, πάνω στις οποίες στήριξαν την επιχειρηματολογία τους για τη συμβολή των μαζικών διαδικτυακών παιχνιδιών ρόλων στην έρευνά τους.

Στο WoW σήμανε συναγερμός. Σύμφωνα με μαρτυρίες, εκατοντάδες πτώματα κείτονταν στους δρόμους, ενώ οι αντιδράσεις πολλών παικτών που νόσησαν ή αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της μόλυνσης, παρέπεμπαν αντίστοιχα σ’ εκείνες των νοσούντων ή όσων ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού στον πραγματικό κόσμο. Ο παραπάνω συσχετισμός ίσως είναι υπερβολικός, αλλά είναι σίγουρο ότι για κάποιον που περνάει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μπροστά στην οθόνη, ο χαρακτήρας που έχει δημιουργήσει παύει να είναι ένα απλό άβαταρ και μετατρέπεται σε προέκταση του εγώ του. Στο μεταξύ, ο κίνδυνος ενθουσίασε ορισμένους, οι οποίοι τον καλωσόρισαν ως το πρώτο περιστατικό στο παιχνίδι που έχει σχέση με τον «πραγματικό κόσμο». Η πλειονότητα των παικτών πάντως απαίτησε την άμεση λύση του προβλήματος. Οι υπεύθυνοι για την ομαλή διεξαγωγή του παιχνιδιού, γνωστοί ως gm (game master), ανέλαβαν να σταματήσουν τη μετάδοση του ιού, βάζοντας σε καραντίνα παίκτες που αποτελούσαν απειλή για την υγεία όσων κινούνταν στον ίδιο χώρο. Το μέτρο αυτό αποδείχτηκε ανεπαρκές, αφού εκείνοι βρήκαν τρόπο να ξεφύγουν με σκοπό να μεταδώσουν τον ιό σε συμπαίκτες τους, παραπέμποντας σε φορείς του AIDS και άλλων ασθενειών που ενεργούν με ανάλογο τρόπο. Οι παίκτες, απ’ την πλευρά τους, έδωσαν τη δική τους μάχη ενάντια στον ιό. Ορισμένοι θεραπευτές (healer) του εικονικού κόσμου π.χ, ενέργησαν ανιδιοτελώς και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους. Απ’ τη στιγμή που η δημιουργία ζωνών ασφαλείας και η προσπάθεια των παικτών δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα, η Blizzard προχώρησε στη μετατροπή του κώδικα του παιχνιδιού, περιορίζοντας την επίδραση του ιού εντός του συγκεκριμένου instance.

Σύμφωνα μ’ αυτούς, οι κοινοί τόποι είναι η προέλευση του ιού από μια απομακρυσμένη περιοχή, η μετάδοσή του στις μεγάλες πόλεις από ταξιδιώτες, με την άμεση επαφή, οι φορείς που είναι άνθρωποι και ζώα καθώς κι η δυνατότητα μετάδοσης του ιού από φορέα που δεν έχει νοσήσει. Μια πολύ σημαντική διαφορά, που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν, είναι πως στον εικονικό κόσμο ο θάνατος δεν αποτελεί μη αναστρέψιμο γεγονός. Αυτό αλλάζει όλα τα δεδομένα, καθώς η αγωνία σ’ ένα κόσμο όπου η ανάσταση δεν είναι θαύμα δε μπορεί να πλησιάσει τις διαστάσεις που έχει στον πραγματικό. Επίσης απουσιάζουν ο θρήνος, ο πανικός και η απόγνωση, που οδηγούν συνήθως σε μη προβλέψιμες συμπεριφορές. Η Nina Fefferman, ερευνήτρια βοηθός καθηγητή δημόσιας υγείας και οικογενειακής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ταφτς ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ο σχεδιασμός και η προσθήκη στο παιχνίδι νέων ασθενειών, όχι απαραίτητα μοιραίων, θα τη βοηθούσε να μελετήσει τον τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου, τη διάδοση των φημών και τη διαχείριση των δημόσιων οδηγιών για την υγεία. Επίσης, μαζί με τον Eric Lofgren, με τον οποίο έγραψε το άρθρο Η ανεκμετάλλευτη δυνατότητα των εικονικών κόσμων να ρίξουν φως στις επιδημίες του πραγματικού κόσμου (The untapped potential of virtual game worlds to shed light on real world epidemics) στην εφημερίδα The Lancet, επισήμαναν πως παρά τις αδυναμίες ενός τέτοιου μοντέλου, θα αποκόμιζαν σημαντικές πληροφορίες καθώς θα εξέταζαν την ποικιλομορφία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και αντίδρασης, μια δυνατότητα που δε δίνουν οι αριθμητικές μέθοδοι.


Η φύση του παιχνιδιού κι ο αντίλογος Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει απ’ την παραπάνω θέση είναι αν η εμφάνιση ασθενειών στη φανταστική γη του Azeroth θα οδηγούσε στην αλλοίωση του παιχνιδιού, η οποία θα είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή απομάκρυνση των παικτών. Για να απαντήσουμε πρέπει αρχικά να εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους το WoW είναι τόσο δημοφιλές με εκατομμύρια πιστούς παίκτες σε όλο τον κόσμο. Αναμφίβολα, είναι ένα παιχνίδι που ξεφεύγει απ’ τα όρια μιας δραστηριότητας στον ελεύθερο χρόνο, αφού απαιτεί πολλές ώρες για να βελτιωθεί ο χαρακτήρας που έχει δημιουργήσει ο παίκτης. Είναι ένα από τα πιο εθιστικά παιχνίδια του είδους. Και πώς να μην είναι άλλωστε, τη στιγμή που, εκτός απ’ την αδρεναλίνη που προσφέρουν οι μάχες και η εκπλήρωση του κοινού στόχου, η Blizzard έχει δημιουργήσει το δικό του «ιστορικό» πλαίσιο βασισμένη στις ιδέες του ρομαντικού κινήματος, οι οποίες εμφανίζονται σε όλες τις πτυχές του παιχνιδιού: στα τρέιλερ που τον παρακινούν να πολεμήσει για τη συμμαχία του, τις αποστολές που καλείται να ολοκληρώσει, τα τοπία που αντικρίζει, τα πλάσματα της σκανδιναβικής και ελληνικής μυθολογίας, τη μουσική της κάθε περιοχής, την ψυχολογία που έχει όταν συνεργάζεται με συμπαίκτες του και την επίσημη ιστοσελίδα του WoW, όπου η «ιστορία» ξεκινά από τη μέρα της δημιουργίας, για να περιγράψει στη συνέχεια τις μάχες που οδήγησαν στη μορφή του κόσμου τον οποίο θα συναντήσει ο παίκτης. Σ’ όλη αυτή τη διαδρομή, ο επικός τόνος της αφήγησης, της μουσικής και της εικόνας τον παρασύρει σ’ ένα ταξίδι, συντροφιά με τους ήρωες που καθόρισαν τη μοίρα όλων των φυλών και των πλασμάτων του Warcraft. Μέσ’ απ’ αυτό το σκηνικό αναδύονται στοιχεία του ρομαντισμού, όπως είναι η έννοια του καθήκοντος, η αίσθηση του ανήκειν, η φυσιολατρεία, η μελαγχολία, το ανοίκειο, η μυθολογία, ο ατομικισμός και η λατρεία του εγώ. Όλ’ αυτά τα στοιχεία αγκαλιάζουν τον παίκτη και τον μεταμορφώνουν στο ρομαντικό ήρωα των μυθιστορημάτων του Μεσαίωνα, ο οποίος χαρακτηρίζεται απ’ τη σφοδρότητα και το πάθος των αισθημάτων, την αγάπη για την ατομική ελευθερία, την προθυμία να θυσιάσει τη ζωή του στο βωμό ενός εσωτερικού φωτός και την αφοσίωση σε κάποιο ιδεώδες για το οποίο αξίζει να ζήσει ή να πεθάνει. Το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό, διότι του δίνεται η ευκαιρία να πορευτεί σ’ ένα φανταστικό κόσμο και να ξεφύγει απ’ το άγχος και τη μονοτονία της καθημερινότητας. Αν σ’ αυτόν τον κόσμο προστεθ��ί ο κίνδυνος μιας πανδημίας, οι παίκτες θα έρθουν αντιμέτωποι, σε πολύ μικρότερο βέβαια βαθμό, με ένα από τα μεγαλύτερα άγχη που αντιμετωπίζουν στην πραγματική τους ζωή, αυτό του θανάτου, όχι στη μάχη,

αλλά από μία ασθένεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ποιος θα ήταν διατεθειμένος ν’ αφιερώσει τόσο χρόνο σε ένα παιχνίδι που θα τον άγχωνε τόσο πολύ; Η Nina Fefferman υποστήριξε πως, απ’ τη στιγμή που οι παίκτες έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο στις καθημερινές μάχες, δεν τίθεται θέμα άγχους και πρόσθεσε πως το WoW τοποθετείται χρονικά στο Μεσαίωνα, μια περίοδο που ο κίνδυνος για την υγεία ήταν μεγάλος. Καταλήξε δε στο συμπέρασμα, ότι σε περίπτωση που ερευνητές και σχεδιαστές εργάζονταν μαζί, το αποτέλεσμα θα ήταν διασκεδαστικό, παραβλέποντας το γεγονός πως οι εμπλεκόμενοι σ’ ένα τέτοιο παιχνίδι έχουν αποδεχτεί την παράλειψη κάποιων ρεαλιστικών στοιχείων που δεν εξυπηρετούν την «οικονομία» του. Το WoW, όπως είναι σχεδιασμένο, απαιτεί ήδη πολύ χρόνο και η προσθήκη ασθενειών θα δημιουργούσε δυσκολίες που θα απομάκρυναν τους παίκτες. Ο Neil Ferguson, διευθυντής στο Κέντρο MRC για την Ανάλυση και τη Μοντελοποίηση των Πανδημιών στο Πανεπιστήμιο Ιμπέριαλ του Λονδίνου, εξέφρασε αμφιβολίες για ένα τέτοιο εγχείρημα, στηριζόμενος στη δυνατότητα των παικτών ν’ αναστηθούν, την αδυναμία αυθεντικής μίμησης συμπεριφορών και τον ψυχαγωγικό ρόλο τέτοιων παιχνιδιών.

Φυγή αντί εξομοίωσης Η στάση που διατήρησαν οι δημιουργοί του παιχνιδιού απέναντι στις προτάσεις των επιστημόνων δεν ήταν ιδιαίτερα θερμή. Ο Jeffrey Kaplan, επικεφαλής, τότε, της ομάδας σχεδιασμού του WoW —έχει πλέον μεταφερθεί στην ομάδα του καινούριου διαδικτυακού παιχνιδιού της Blizzard— δήλωσε πως αυτή η επιδημία τους έδωσε την ιδέα να συμπεριλάβουν κι άλλα πραγματικά περιστατικά στο παιχνίδι. Η Blizzard, απ’ την πλευρά της, τόνισε ότι το WoW είναι πάνω απ’ όλα ένα παιχνίδι και δε σχεδιάστηκε για να καθρεφτίζει την πραγματικότητα. Όσοι έχουν την εμπειρία του παιχνιδιού καταλαβαίνουν πως μια τέτοια μελέτη δε θα είχε τα αναμενόμενα για τους επιστήμονες αποτελέσματα, διότι οι εικονικοί κόσμοι δεν έχουν δημιουργηθεί κατ’ εικόνα και ομοίωσιν του πραγματικού κι είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να βοηθήσουν ουσιαστικά στην επίλυση προβλημάτων της ανθρωπότητας. Είναι ουτοπίες απαλλαγμένες από κάποια στοιχεία της καθημερινότητας, ώστε να επιτελέσουν τον προορισμό τους, ο οποίος είναι η φυγή από το εδώ και το τώρα προς τη σφαίρα του φανταστικού.


Σπόροι κυριαρχίας και σπόροι αντίστασης της Βαγγελιώς Χρηστίδου

Όσα θά ‘πρεπε να γνωρίζουμε για τις ντόπιες ποικιλίες, τα κινήματα των γεωργών και τα δίκτυα ανταλλαγής σπόρων. «Και σάματις είναι νόστιμα; Άλλοτε με έπνιγαν οι μυρουδιές. Αρώματα όλων των ειδών. Βέβαια, τέτοια εποχή, το πρώτο ήταν το άρωμα του σταφυλιού. Τώρα, είναι σα να τριγυρνάω σε βουβό τοπίο, πώς να το πω, νιώθω μοναξιά. Δεν ξέρω τι γίνεται με σας, μα εγώ μπορεί να μη θυμάμαι τι έφαγα χτες, αλλά θυμάμαι τα πάντα απ’ τα μικράτα μου. Ρε, έκοβες μια ντομάτα και μοσκοβόλαγε ο τόπος…» Χρόνης Μίσσιος, Ντομάτα με γεύση μπανάνα

Πόσοι από εμάς έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε ντομάτα κομμένη απευθείας απ’ το περιβόλι, καλοκαιράκι και αρχές φθινοπώρου, ντομάτα αληθινή, που μόλις τη δαγκώσεις σκορπά το ζουμί της, τα σπόρια της, το άρωμα και τη γεύση της στις αισθήσεις σου και που από μόνη της, με λίγο ψωμάκι μόνο ίσως, νιώθεις ότι αποτελεί πλήρες γεύμα; Πόσοι από εμάς, αντίθετα, έχουμε μάθει να τρώμε ντομάτες —ή άλλα λαχανικά και φρούτα— άσχετα με το εάν είναι η εποχή τους κι ας μην μυρίζουν ακριβώς όπως θα έπρεπε, ας μην είναι ζουμερά και γευστικά κι ας μην ξέρουμε από πού κρατά η σκούφια τους… Σημαδιακό το βιβλίο του Μίσσιου, για τη γράφουσα τουλάχιστον, που λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του κάποια χρόνια πριν, είχε την άκρως «ενδιαφέρουσα» και καθοριστική για τις μετέπειτα διατροφικές της επιλογές —όσον αφορά τουλάχιστον στο συγκεκριμένο λαχανικό— εμπειρία ντομάτας, Απρίλιο μήνα, με άρωμα και γεύση μπανάνας! Τι τρώμε; Ποιος καθορίζει το πώς θα παραχθούν τα τρόφιμα που καταναλώνουμε; Και πόσοι από εμάς γνωρίζουμε το ρόλο των εταιρειών ή το νομικό καθεστώς των πνευματικών δικαιωμάτων που διέπουν τις καλλιεργούμενες ποικιλίες; Τελικά, τι είναι οι «ντόπιες ποικιλίες» και γιατί να μας απασχολήσουν σ’ αυτό το κείμενο;

Αγροβιοποικιλότητα, παραδοσιακή γνώση των γεωργών και ντόπιες ποικιλίες Σ’ όλον τον κόσμο τα διαφοροποιημένα, φιλικά στο περιβάλλον, παραδοσιακά γεωργικά συστήματα έχουν αρχίσει να μειώνονται αισθητά. Κύριοι λόγοι για αυτή τη μείωση είναι η εγκατάλειψη απ’ τους γεωργούς όλο και μεγαλύτερου τμήματος της γεωργικής γης και η παράλληλη επικράτηση της εντατικής χρήσης του υπόλοιπου, λόγω της παγκοσμιοποίησης του διατροφικού συστήματος και του εμπορίου, και της μετατροπής της γεωργίας από τρόπο ζωής σε βιομηχανία. Ειδικά για τον ευρωπαϊκό χώρο, σημαντικό ρόλο έχει παίξει η εφαρμογή της ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής) και οι λαθεμένες πολιτικές που ακολουθήθηκαν, τουλάχιστον μέχρι την υιοθέτηση αγροπεριβαλλοντικών μέτρων απ’ το 1992 κι έπειτα. Μαζί με την απώλεια των παραδοσιακών συστημάτων παραγωγής, απειλείται και η αγροβιοποικιλότητα που αναπτύχθηκε σ’ αυτά, σε βάθος αιώνων —αποτέλεσμα τόσο διαδικασιών φυσικής επιλογής, όσο και βελτιώσεων που έχουν πραγματοποιηθεί μέσα στις χιλιετίες απ’ τους ίδιους τους γεωργούς— καθώς και η τοπική παραδοσιακή γνώση των γυναικών και ανδρών γεωργών, η οποία αποτελεί


αδιάσπαστο τμήμα της διαχείρισής της. Κι όμως, η Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα, που υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1992 στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, αναγνωρίζει τη σημασία της συμβολής, τόσο της αγροβιοποικιλότητας, όσο και της παραδοσιακής γεωργικής γνώσης, στην αειφόρο αγροτική ανάπτυξη. Οι ντόπιες ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτών, ποικιλίες δηλαδή που καλλιεργούνται παραδοσιακά σε κάθε περιοχή κι είναι προσαρμοσμένες στις τοπικές εδαφοκλιματικές συνθήκες, είναι κι αυτές μέρος της αγροβιοποικιλότητας. Τα βασικά τους χαρακτηριστικά είναι ότι υποστηρίζουν τη διαφοροποίηση της αγροτικής παραγωγής και των αγροτικών τοπίων (που σταδιακά εξομοιώνονται), προστατεύουν την αγροτική παράδοση, διασφαλίζουν τη γνώση των γεωργών και, ακριβώς λόγω της προσαρμοστικότητάς τους, μπορούν να συμβάλουν στην αειφόρο φιλοπεριβαλλοντική άσκηση της γεωργικής δραστηριότητας και την ενίσχυση της τοπικής αγροτικής οικονομίας.

Η εξαφάνιση των ντόπιων ποικιλιών Η τεχνολογική και οικονομική επανάσταση που επικράτησε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημιουργία μίας παγκοσμιοποιημένης αγοράς με κανόνες ελεύθερης δράσης και ανταγωνισμού και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που απορρέουν απ’ αυτήν, οδήγησαν σε δραματική μείωση της αγροβιοποικιλότητας, με την επικράτηση λίγων εκλεκτών ποικιλιών με υψηλή απόδοση που ανταποκρίνονται στο επικρατούν αγροτροφικό πρότυπο. Μέσα σε έναν περίπου αιώνα, στο πλαίσιο της εγκατάλειψης όλο και μεγαλύτερου τμήματος της γεωργικής γης και της εντατικής χρήσης μεγάλου μέρους του υπολοίπου, με την επακόλουθη απώλεια των παραδοσιακών συστημάτων παραγωγής, περίπου 90% των ντόπιων ποικιλιών παγκοσμίως έχουν εκλείψει. Έχουν εγκαταλειφθεί απ’ τους γεωργούς, οι οποίοι επιλέγουν ομοιόμορφες βελτιωμένες ή «εξωτικές» ποικιλίες υψηλών αποδόσεων. Μεγάλο ποσοστό ντόπιων ποικιλιών επιβιώνει πλέον μόνο σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, μακριά απ’ τη διαδικασία της φυσικής τους εξέλιξης στον αγρό.

Γενετική διάβρωση στην Ελλάδα Ειδικά στην Ελλάδα —παρόλο που είναι η δεύτερη πλουσιότερη σε βιοποικιλότητα ευρωπαϊκή χώρα μετά την Ισπανία— το εύρος της γενετικής διάβρωσης είναι πολύ μεγάλο, λόγω των μετασχηματισμών που άρχισαν στον αγροτικό χώρο από το 1950 κι έπειτα, οι οποίοι είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αγροβιοποικιλότητας και την αλλοίωση και φυσική υποβάθμιση των παραδοσιακών αγροτικών τοπίων. Έρευνες έχουν δείξει, ότι μόνο το 1% των ντόπιων ποικιλιών καλαμποκιού και το 2-3 % των ποικιλιών λαχανικών που υπήρχαν πριν 50 χρόνια στην Ελλάδα έχει διασωθεί υπό καλλιέργεια στους αγρούς μέχρι τις μέρες μας. Η απώλεια αυτή, δεν μπορεί παρά να έχει σημαντικές οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Τι είναι η διατήρηση στον αγρό (on farm) και γιατί είναι σημαντική Στην «on farm» διατήρηση, τη διατήρηση δηλαδή στον αγρό, τα φυτά διατηρούνται στο φυσικό τους περιβάλλον που καλλιεργείται απ’ τους γεωργούς. Το τι ποικιλίες θα καλλιεργηθούν εξαρτάται από τα κίνητρα και τους λόγους που έχουν οι γεωργοί για να διατηρήσουν την ποικιλότητα στον αγρό. Όπως και να ‘χει, η διατήρηση στον αγρό είναι ο καλύτερος τρόπος προστασίας των ποικιλιών

—έναντι της διατήρησης του γενετικού υλικού σε Τράπεζες Σπόρων κυρίως— αφού πρόκειται για συνδυασμό ανθρώπινης επέμβασης και φυσικής διαδικασίας. Διατηρεί τις εξελικτικές διαδικασίες, βοηθά στη διατήρηση «φυσικών εργαστηρίων», σημαντικών για τη βιολογία και τη βιογεωγραφία και συμβάλλει στη διατήρηση της παραδοσιακής γνώσης και πρακτικής των γεωργών, κομμάτι της αγροτικής παράδοσης και του πολιτισμού ενός τόπου. Κυρίως όμως είναι ένα «ανοιχτό γενετικό σύστημα» που τροποποιείται μέσα στο χρόνο, κάτι που διαφέρει σημαντικά από τη «σταθερή, συγκεκριμένη και ομοιόμορφη» αντίληψη που εφαρμόζεται, τόσο στην αναπαραγωγή φυτών, όσο και στις περισσότερες περιπτώσεις διατήρησης των φυτικών πόρων.

Ο ρόλος της νομοθεσίας και των εταιρειών Η ισχύουσα εθνική νομοθεσία —όπως ισχύει και στις περισσότερες χώρες του «αναπτυγμένου» κόσμου— καθιστά ουσιαστικά παράνομη τη διανομή και εμπορία του πολλαπλασιαστικού υλικού των παραδοσιακών ποικιλιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στους Εθνικούς Καταλόγους (κατάλογοι με πιστοποιημένες ποικιλίες, που οι γεωργοί προμηθεύονται από εγκεκριμένες εταιρείες). Το γεγονός αυτό εγείρει στη χώρα μας, όπως συμβαίνει και σε παγκόσμιο επίπεδο, ζητήματα σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τις πατέντες που διέπουν τη σποροπαραγωγή και τη φυτοπαραγωγή —ιδιαίτερα από το 1970 και μετά—, οι οποίες τελικά εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα των εταιρειών. Ζητήματα που είναι επίσης σχετικά με τα δικαιώματα των γεωργών, οι οποίοι περιορίζονται στην αναπαραγωγή και διατήρηση σπόρων αποκλειστικά για τις προσωπικές τους ανάγκες. Αναπόφευκτα, το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο έχει άμεσο αντίκτυπο στην επιβίωση ή μη των ίδιων των ποικιλιών, αφού τους αφαιρεί την εμπορική τους σημασία, καθιστώντας αδύνατη την ανταγωνιστική παρουσία τους στην αγορά. Τα νομικά δικαιώματα μονοπωλίου των εμπορικών σπόρων, μέσα από τις πατέντες και την επονομαζόμενη PVP (Plant Variety Protection), έχουν μετατρέψει τους σπόρους σε μηχανισμό κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης των γεωργών από εταιρείες (είτε σποροποραγωγής, είτε παραγωγής λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών, αγροτικών μηχανημάτων κλπ.), που ουσιαστικά ελέγχουν την παραγωγή τους. Η εξάρτηση αυτή, σε συνδυασμό με την ομογενοποίηση της αγροτικής παραγωγής, απειλούν τη διατήρηση των σπόρων και των ποικιλιών, την επιβίωση και το μέλλον των αγροτών, αλλά και την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων.

Τα κινήματα των γεωργών και τα δίκτυα ανταλλαγής σπόρων Ως απάντηση στις ισχύουσες συνθήκες, λαμβάνει χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο πλήθος αντιδράσεων και κινημάτων των γεωργών, οι οποίοι δηλώνουν την αντίθεσή τους στην ισχύουσα πολιτική, εκείνη που τους απαγορεύει την εμπορία ποικιλιών και σπόρων που δεν έχουν καταχωρηθεί στους εθνικούς καταλόγους των χωρών τους. Παράλληλα αναπτύσσονται δίκτυα ανταλλαγής σπόρων, τόσο «επίσημα» (από Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς που δραστηριοποιούνται σε εθνικό ή ευρύτερο επίπεδο) και «ημιεπίσημα» (στις μη βιομηχανοποιημένες χώρες, όπου τα τοπικά διαχειριζόμενα συστήματα σπόρων ανήκουν στους πιο σημαντικούς θεσμούς για τη διαχείριση της αγροβιοποικιλότητας), όσο και «ανεπίσημα» (τοπικά δίκτυα σπόρων, που αναπτύσσονται μέσα από πρωτοβουλίες καλλιεργητών, επαγγελματιών και μη).


Τα δίκτυα αυτά επιτρέπουν τη διάχυση της γνώσης και των τεχνικών που έχουν αναπτυχθεί από παραγωγούς σπόρων ή καινοτόμους γεωργούς, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση των ποικιλιών, τη διαφοροποίηση και τη συμπληρωματικότητα στις χρήσεις γης. Η σημασία των ανεπίσημων δικτύων παραγωγής και ανταλλαγής σπόρων αυξάνει όλο και περισσότερο, αφού τα δίκτυα αυτά μπορούν να είναι σύνθετα, δυναμικά και σε πολλές περιπτώσεις πολύ αποτελεσματικά. Ειδικά στις μη βιομηχανοποιημένες χώρες, όπου τα τοπικά διαχειριζόμενα συστήματα σπόρων ανήκουν στους πιο σημαντικούς θεσμούς για τη διαχείριση της αγροβιοποικιλότητας, εξυπηρετούν την πρόσβαση των γεωργών σε πλήθος διαφορετικών ποικιλιών και διέπονται από συγκεκριμένα δικαιώματα, υποχρεώσεις και καταμερισμό εργασίας. Μέσω της ύπαρξής τους επιτυγχάνεται τόσο η υποστήριξη της ποικιλότητας στον αγρό, όσο και η ικανοποίηση των αναγκών των γεωργών και της κοινότητας, και η δημιουργία δεσμών μεταξύ τους, αφού τα συστήματα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως σύνδεσμοι μεταξύ ακόμη και πολύ απομακρυσμένων πληθυσμών. Πολύ σημαντική παράμετρός τους είναι η ενεργός συμμετοχή των γεωργών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αυτά φυσικά ισχύουν κυρίως για χώρες ή περιοχές, όπου επιβιώνουν ακόμη παραδοσιακά συστήματα γεωργίας και για περιορισμένες, αυτάρκεις κοινωνίες, όπως π.χ. στην Ινδία, στο Νεπάλ, στο Περού, στο Μεξικό κλπ. Και εκεί ωστόσο με την πάροδο των χρόνων φθίνουν. Σε πολλές περιπτώσεις ανάλογα εγχειρήματα έχουν αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, λόγω των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Παραδείγματα αποτελούν οι περιπτώσεις Μ.Κ.Ο. στη Ζιμπάμπουε, την Ουγκάντα, την Τανζανία, την Αιθιοπία και τη Δυτική Αφρική, που επιχειρούν τη στήριξη των τοπικών συστημάτων σπόρων. Όπως είναι επόμενο, στο δυτικό κόσμο ήδη το σύγχρονο μοντέλο γεωργικής ανάπτυξης δεν αφήνει πολλά περιθώρια διατήρησης παρόμοιων μορφών κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Στην Ευρώπη, μεγάλο ρόλο στη διατήρηση της αγροβιοποικιλότητας παίζουν οι Μ.Κ.Ο., με σημαντικότερο το Ίδρυμα SAVE (Safeguard for Agricultural Varieties in Europe), που λειτουργεί ως ένας οργανισμός-ομπρέλα των ευρωπαϊκών Μ.Κ.Ο. που ασχολούνται με τη διατήρηση σπάνιων φυλών οικιακών ζώων και καλλιεργούμενων ποικιλιών που κινδυνεύουν να χαθούν. Ανάλογα δίκτυα για τη διατήρηση της αγροβιοποικιλότητας δραστηριοποιούνται σε εθνικό επίπεδο σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ενώ πολλά απ’ αυτά έχουν αναπτύξει Τράπεζες και Δίκτυα Ανταλλαγής Σπόρων και παρέχουν πρόσβαση σε παλιές ποικιλίες.

Ένα δίκτυο πανελλαδικής εμβέλειας είναι ο «ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ» (Πανελλαδικό Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία). Στόχοι του δικτύου είναι, μεταξύ άλλων, η προώθηση των ντόπιων ποικιλιών αγροτικών φυτών, η ανάπτυξη ποικιλών προσαρμοσμένων στις τοπικές συνθήκες παραγωγής, η ανάδειξη της αξίας του ντόπιου προσαρμοσμένου γενετικού υλικού και του ρόλου του γεωργού στη διατήρηση της βιοποικιλότητας των αγροοικοσυστημάτων, καθώς και του δικαίωματός του για συμμετοχή στη διαχείριση και τα οφέλη του γενετικού πλούτου. Συνεργάζεται με φορείς και ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού και είναι μέλος του SAVE. Στο Κιλκίς βρίσκεται η βάση του «ΑΙΓΙΛΟΠΑ», ένα Αγρόκτημα Γεωργικής Βιοποικιλότητας & Περιβαλλοντικής Παρέμβασης. Η Εναλλακτική Κοινότητα «ΠΕΛΙΤΙ» είναι ένα ακόμη πανελλαδικό δίκτυο, που ασχολείται με τη συλλογή, διατήρηση και διάδοση των ντόπιων ποικιλιών. Διαθέτει ντόπιες ποικιλίες από εξερευνητικές αποστολές. Ένα άλλο δίκτυο είναι αυτό της «Ανταλλαγής Ντόπιων Σπόρων Γρεβενών», το οποίο διαθέτει μικρές ποσότητες ντόπιων ποικιλιών ορισμένων ειδών, τόσο φυτών, όσο και ζώων. Το Δίκτυο «Οικοκοινότητα» είναι ένα πανελλαδικά αυτοοργανωμένο δίκτυο, βασισμένο σε σχέσεις αλληλεγγύης και συνεργασίας, τόσο παραγωγών, όσο και απλών, αλλά ενεργών πολιτών, με σκοπό την προώθηση της οικολογικής παραγωγής και των κοινοτιστικών εναλλακτικών δραστηριοτήτων. Ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 2002. Τέλος, άλλες ομάδες είναι οι «Φίλοι της Γης Τρικάλων», η «Περιβαλλοντική Ομάδα Ερέτριας», το «Δίκτυο», ο «Σπόρος» (Συνεταιρισμός για το Εναλλακτικό και Αλληλέγγυο Εμπόριο), ο Σύλλογος Ενεργών Πολιτών Αίγινας, ο Συνεταιρισμός «Γαία» (διαθέτει μικρές ποσότητες σπόρων ντόπιων ποικιλιών), η Ομάδα Δια-σπορά Αντίστασης (έχει αποστολή την αντιπληροφόρηση ενάντια στους Γ.Τ.Ο. και τις πατέντες μέσω της έκδοσης σχετικού εντύπου, τη συλλογή και τις συλλογικές πειραματικές καλλιέργειες ντόπιων ποικιλιών κλπ.), το Δίκτυο Ανταλλαγής Ντόπιων Σπόρων Λέσβου, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ορεινού Μακρύ Γιαλού Νομού Λασιθίου κλπ. Αυτή ήταν μια μικρή εισαγωγή στο όλο ζήτημα των ντόπιων ποικιλιών, των δικτύων ανταλλαγής σπόρων και της σημασίας τους. Για περαιτέρω ανάγνωση και πληροφορίες πάνω στις ντόπιες ποικιλίες και τα δίκτυα ανταλλαγής σπόρων μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις ακόλουθες ενδεικτικές συνδέσεις ή κείμενα:

Η προστασία των ποικιλιών και τα δίκτυα σπόρων στην Ελλάδα Σήμερα, ο επιστημονικός συντονιστής και υπεύθυνος φορέας για τη διατήρηση των ποικιλιών στην Ελλάδα είναι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (Υπ.Α.Α.Τ.), ενώ η πλειοψηφία των Ινστιτούτων Βελτίωσης φυτών ανήκει στο ΕΘΙΑΓΕ (Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας). Ένα μικρό μόνο μέρος του μεγάλου φάσματος των ειδών διατηρείται στην Τράπεζα Γενετικού Υλικού ενώ, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τη μεγάλη γενετική διάβρωση, διατηρούνται στον αγρό πολλά είδη και ντόπιες ποικιλίες που όμως δεν είναι εγγεγραμμένες στους ευρωπαϊκούς και εθνικούς καταλόγους ποικιλιών. Υπάρχει ωστόσο και εδώ ένας αριθμός ομάδων που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες στον τομέα της διατήρησης των ποικιλιών, είτε σε τοπικό είτε σε πανελλαδικό επίπεδο, τόσο θεωρητικά, όσο και πρακτικά.

> Ιστοσελίδα του «Αιγίλοπα»: www.aegilops.gr > Ιστοσελίδα του «Πελίτι»: www.peliti.gr > Περιοδικό «Grain»: www.grain.org > SAVE Foundation: www.save-foundation.net > Convention on Biological Diversity (Σύμβαση του Ρίο ντε Τζανέιρο για τη Βιοποικιλότητα), διαθέσιμο στο www.cbd.int The state of the world’s plant genetic resources for food and agriculture (FAO, 1998) > Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, 2006, «Δεύτερη Έκθεση σχετικά με την κατάσταση των φυτογενετικών πόρων για τα τρόφιμα και τη γεωργία». > Δίκτυο Οδύσσεια – Νέα Οικολογία, 2001, «Η Οδύσσεια της Ελληνικής Αγροτικής Βιοποικιλότητας», Συντονισμός Έκδοσης Δίκτυο Οδύσσεια – Νέα Οικολογία, Αθήνα.


Ρητορεία

«στα δάση ψηλά με τις φωτιές»:

περί χαρακίρι & εξοστρακισμού

του Αλέξη Γαγλία

Η πρώτη μου μνήμη πυρκαγιάς δεν περιείχε καθόλου φωτιά, καπνούς και λάμψεις στο σκοτάδι, όπως στο τηλεοπτικό υπερθέαμα με τις χιλιάδες εστίες σαν πυγολαμπίδες στον κήπο μας. Σ’ έναν κολπίσκο της βορειοδυτικής Ικαριάς, οι ήχοι γίνονται αντιληπτοί από μακριά, μόνο η θάλασσα μπορεί να τους σκεπάσει. Ακούσαμε τα ελικόπτερα πολύ πριν τα δούμε. Επτά ή οκτώ «Χιούι» (Νοτιοβιετναμέζικα) σε ευθεία παράταξη, με μεγάλους κάδους να κρέμονται απ’ τις κοιλιές τους. Τα ελικόπτερα, παρότι πετούν, είναι τόσο βραδύτερα από τ’ αεροπλάνα, που φαίνονται σα να βαδίζουν στον αέρα. Αργά, σα με τον καριώτικο τρόπο, που τόσο σε βασανίζει όταν βιάζεσαι, πετούσαν προς τον Άγιο Κήρυκο, για να συνδράμουν στην κατάσβεση μιας πυρκαγιάς, που τελικά καρβούνιασε το 1/3 της νότιας πλευράς του νησιού και σκότωσε 13 ανθρώπους. Ήταν μια αντιγραμμένη στα γκρίκλις τραγωδία. Άνθρωποι και αρχές, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ένα ελάχιστο συμβάν —αντί να καταπιαστούν μαζί του εν τη γενέσει του, το υποβάθμισαν αγρίως. Έπρεπε τα λίγα ξερόχορτα του γέρου να θεριέψουν σε φυσικό φαινόμενο και στάχτες να πέσουν στον καφέ τους, για να ξεσηκωθούν οι καριώτες από τον καφενέ στο λιμάνι. Ένα χρόνο μετά, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επισκέφτηκε το νησί για να εγκαινιάσει το νέο αεροδρόμιο. Το πλήθος, όπως είθισται, ήταν εκεί, τον περίμεναν —αλλά όχι

χειροκροτητές… Πενθούντες άνθρωποι και μαύρες σημαίες. Ήταν υπερβολική η αντίδρασή τους; Είχε ευθύνη ο Μητσοτάκης τότε ή ο πολιτικός του απόγονος Καραμανλής πριν δύο χρόνια, αλλά και μόλις ένα μήνα πριν τις τελευταίες του εκλογές; Μήπως είχαν δίκιο οι πυργιώτες, όταν λίγες μέρες μετά τους 46 νεκρούς και την καμένη γη τους, άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα υπέρ της κυβερνώσας παράταξης; Ως γνωστόν (αξίωμα) πια, ομοίως με τους δημοσιογράφους που είναι ανεξαιρέτως ρουφιάνοι και αλήτες, οι πολιτικοί είναι όλοι τους καθάρματα και πουλημένοι… Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός της χώρας από την άνοιξη του 2004 έως το φθινόπωρο του 2009, μάλλον δεν αξίζει στολισμό με κανένα απ’ τα προαναφερθέντα κοσμητικά. Είναι πολύ πιθανότερο να κυλιέται στο γρασίδι της Ραφήνας με τα δυο μποξεράκια του και μια μπάλα ποδοσφαίρου, παρά να επωφελείται βρόμικων υποθέσεων, όπως της Siemens ή του Βατοπεδίου. Παρόλ’ αυτά, παρακολουθώντας τον μετά την πρώτη ενημέρωση του από τους «αρχηγούς» στο συντονιστικό κέντρο της Πυροσβεστικής και ενώπιον του αιμάσσωντος χάρτη της Αττικής, να εκφράζει ως μοναδική του απορία αν «αυτή είναι η λίμνη του Μαραθώνα», δε μπορούσες κιόλας να καμαρώσεις την πνευματική του διαύγεια.


Στη διάρκεια των πεντέμισι χρόνων της διακυβέρνησής του είχαν συμβεί κάθε λογής και τύπου σκάνδαλα, που σ’ άλλες εποχές και σ’ άλλες πολιτείες θα ‘χαν αναποδογυρίσει τις κυβερνήσεις τους. Από τα έργα που παρέδωσε, ορατά, από γυμνού οφθαλμού έως δορυφόρου, είναι η «κυκλαδοποίηση» της Δυτικής Πελοποννήσου και εσχάτως της Αττικής. Το κομματικό και ανεπαρκές κράτος που παρέλαβε απ’ τους «εκσυγχρονιστές», αντί να ξηλωθεί, διογκώθηκε. Ο «στρατηγός-άνεμος» αντικαταστάθηκε απ’ τον «άνθρωπο της βροχής» Χ. Μαρκογιαννάκη, που σαν άλλος «Μανιτού» σε καίρια θέση και ανύποπτο χρόνο, δήλωνε πως θα ήταν περιττό έξοδο ν’ αγοραστούν νέα Canadair, γιατί το φετινό καλοκαίρι θα βρέξει πολύ. Ένα χρόνο πριν, το Δεκέμβρη του 2008, μήνα υγρασίας και έντονων βροχοπτώσεων, το κέντρο της Αθήνας είχε υποφέρει κι αυτό από εγκαύματα 3ου βαθμού. Κι όμως, αυτός ο συμπαθής, όσον αφορά στο προσωπικό του λάιφ-στάιλ, ευχάριστος συνδαιτυμόνας στα επίσημα του ΟΑΚΑ ή τα Βλάχικα της Βάρης, συνέχιζε να κυβερνά με την αναιμική δυναμική μιας ισχνής πλειοψηφίας του ενός (Μανώλη), προϊστάμενος μιας κυβέρνησης που φυτοζωούσε στα ακρότατα όρια του Συντάγματος της Νεοελληνικής Δημοκρατίας. Ποια είναι η ποιοτική ευθύνη του μέσου πολίτη έναντι αυτής της ποσοτικής ανοησίας που διατρέχει την κρατική ιεραρχία; Ιδού ένα απλό παράδειγμα της προσωπικής μου στενομυαλιάς, σα δείγμα υποκειμενικής γραφής που ελπίζει να καταλήξει σ’ ένα αντικειμενικό συμπέρασμα. Κάπου στα μέσα του Ιούλη, εγκλωβισμένος σ’ ένα τζιπάκι του Π.Ν. που ανέβαινε «σημειωτόν» την Πειραιώς, «ξεβάφτισα» την τύχη μου και τους συγκεντρωμένους στο Σύνταγμα. Στο καυτό κόκπιτ του «κτήνους», υπερθερμασμένος παραμιλούσα… «Ποιοι μαλάκες συνδικάλες διαδηλώνουν μες στο κατακαλόκαιρο;» και «γιατί δεν πάνε στη Ραφήνα, τι φταίμε ο κοσμάκης;». Επιστρέφοντας στη Βάση, ένας συνάδελφος ναυτάρας, βύσμα του κερατά κι αυτός, μόνο ολίγον αναρχίζων, μου υπενθύμισε το αυτονόητο. «Δε φταίμε; Τι λες ρε φίλε; Μόνο εμείς φταίμε. Ποιος τους ψηφίζει όλους αυτούς;» Ρητορική η ερώτηση του —και η σωστή απάντηση προφανής. Εγώ κι εσύ τους ψηφίζουμε, μπορεί και ο αναρχικός ναυτάρας, στα πλαίσια του «ανταλλακτικού συστήματος» που ακόμα ρυθμίζει τη λειτουργία της κοινωνίας μας. Πολλοί απ’ τους δασοπυροσβέστες που διαδήλωναν τη μέρα εκείνη, σίγουρα τους ψηφίζουν. Παρά τις περισσότερες από 3.000 κενές οργανικές θέσεις της υπηρεσίας τους.

Πολλαπλασιάζοντας διαδοχικά τον αριθμό αυτό (3.000) μ’ ένα μηνιαίο μισθό της τάξης των 1.000 ευρώ και τους 12 μήνες του έτους, προκύπτει ένα ποσό μάλλον μικρότερο από μια μίζα «Siemens», μια ελάχιστη απόκλιση του κρατικού προϋπολογισμού. Θα έκαναν τη διαφορά, 3.000 άνθρωποι ή 10 περισσότερα αεροπλάνα, έναντι ανέμων πολλών μποφόρ, στο έδαφος —προσάναμμα του αυγουστιάτικου αττικού τοπίου; Πιθανότατα όχι. Θα έδιναν όμως ένα στίγμα αντίληψης, από πλευράς Πολιτείας, της κατάστασης που εγκαθιδρύεται στην καυτή Μεσόγειο και δη, στο συνωστισμένο οικόπεδο —φιλέτο που λέγεται Αττική. Πολίτης εγωκεντρικός, ελληνοπρεπώς σχιζοειδής και παρτάκιας, όσο οι περισσότεροι από εσάς, πάλι κατόπιν της θλιμμένης εορτής, αξιολογώ την παράβλεψη από πλευράς κράτους, το δίκαιο της διαμαρτυρίας και της επαναλαμβανόμενης ταλαιπωρίας μας. Πόσο όμοιος, πνευματικά συγγενής με τον πρώην πρωθυπουργό μας και άλλους εφάμιλλους κυρίους υπουργούς και δευτεροκλασάτους παρατρεχάμενους. Εγώ, εσύ, οι κάτοικοι της Βορειοανατολικής Αττικής, που έχτισαν τ’ αυθαίρετα σε ξέφωτα του δάσους, τις βίλες τους σε καμένα του παρελθόντος, που προσπαθούν ημιμαθείς, με νύχια και με δόντια, να πασάρουν τον επάρατο (αλλά πεντακάθαρο) ΧΥΤΑ στον παρακείμενο Δήμο —προτιμώντας σκόρπιες παντού, παράνομες χωματερές, όπου ένα θρυμματισμένο μπουκάλι μπορεί να δράσει σαν μικροσκοπικός φακός ανάφλεξης. Όπως οι πολιτικοί μας έχουν απεμπολήσει την ηθική επανόρθωση του χαρακίρι, η νέο-αθηναϊκή δημοκρατία μας έχει δικαιωματικά απολέσει το δικαίωμα του εξοστρακισμού. Ο Μίλτος Σαχτούρης, ανάμεσα στα πολλά σκοτεινά του ποιήματα, έχει γράψει την «Στάχτη», που τελειώνει με τους παρακάτω στίχους. «Στα δάση ψηλά με τις φωτιές / τα δάση που καίγονται / τα όνειρα μου». Περισσότερο από τον καθένα και τα όνειρα του, τις περίφημες πια «48 ώρες» της φωτιάς στην Αττική, την καρδιά μου πλάκωσαν τα δέντρα, που όπως καίγονταν, φαίνονταν να πονάνε. Και τα ζώα, που άμοιρα τρέχανε για να σωθούν. *Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στην εικονογράφηση ανήκουν στους χρήστες του flickr Wonderlane, Lilachd και naturalturn και διατίθενται με άδεια Creative Commons.



monkie #11: Working Class Hero