Page 1


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Τίποτα δεν είναι τυχαίο

Παραλήρημα σε Μι-μινόρε

Ξεκίνησε ως κωμικός, μα κατέληξε ως κύρηκας. Ένα κείμενο... για τον Bill Hicks;

Tο παράδοξο, ο Βιζυηνός κι ο Ben Stiller

Μια συζήτηση του Γιάννη Παλαβού με τον Πάνο Τσίρο

Το κοράκι: Η ιστορία μιας απαγόρευσης

Για μια ταινία που, ούτ’ οι γερμανοί ούτ’ οι ελεύθεροι γάλλοι μπόρεσαν ν’ αντέξουν

Η ελευθερία στο πάρκο

Ένα διαχρονικό άρθρο του George Orwell για την ελευθερία του Τύπου

Το άλλο μισό και το τοπίο

Είστε απόλυτα βέβαιοι ότι αύριο το πρωί ο ήλιος θ’ ανατείλλει; Ένας μαθηματικός εξηγεί...

Σιγά το κατοικίδιο

Ένα διήγημα του Τσιφ Έντιτορ

pdf / issue 10 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης, Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιαράς, Δημήτρης Σακκάς Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Χρυσαλία, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Αλέξης Γαγλίας, Γιάννης Παλαβός, Ανδρέας Παύλου Βασίλης Καράδαης, Γιώργος Παπαθωμάς, Δημήτρης Δρένος, Γιώργος Πασχαλίδης, Μαρέττα Σιδηροπούλου Κωνσταντίνος Κόκκας, Κωνσταντίνα Κάλφα, Πέτρος Χριστούλιας, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος Αστέρης Μασούρας, Γκέλυ Μαδεμλή, Μαρία Δόγια, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης, Τάσος Ζαφειριάδης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Ειδικός σύμβουλος σε θέματα σχεδίου Marshall: Κωνσταντίνος Γκουσιάρης, Phd Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.myspace.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


the missing_link

του Λουκά Τσουκνίδα

Τίποτα δεν είναι τυχαίο «Και λέγε-λέγε, λέγε-λέγε, ο χριστιανός μπερδεύτηκα. Απ’ τα πολλά σου λέγε-λέγε, χωρίς να θέλω μπλέχτηκα.» Στράτος Διονυσίου, Και λέγε-λέγε Πριν από λίγο καιρό, καθώς έψαχνα για παλιότερα άρθρα ενός αγαπημένου αμερικανού δημοσιογράφου και κάφρου, του Matt Taibbi, έπεσα σε μια γραπτή συνομιλία του με κάποιον David Ray Griffin, Καθηγητή Θεολογίας και συγγραφέα 7 βιβλίων με θέμα την... «αλήθεια» για την 11η Σεπτέμβρη. Προφανώς, η συγκεκριμένη ημερομηνία έδωσε νέο ενδιαφέρον στον χώρο της συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, δημοσιογραφίας κι ερευνητικής δραστηριότητας. Αναπόφευκτο και λογικότατο, αν αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο πυροδοτούνται


the missing_link

όλες αυτές οι θεωρίες και το πώς τρέφονται από τέτοιου είδους, βαρυσήμαντα ομολογουμένως, γεγονότα. Το ρεζουμέ, φυσικά, είν’ ότι κάποιοι μας κρύβουν κάτι κι αυτό είναι προφανές κι αυτονόητο. Εκείνο που δεν είναι ποτέ προφανές, είναι το τι είναι αυτό, ποιοι ακριβώς είν’ αυτοί και ποιος είναι ο ορατός, χειροπιαστός σκοπός, πέρα απ’ την αρπαγή και διατήρηση της απόλυτης εξουσίας, πλούτου και κυριαρχίας πάνω σε ζωντανούς, αλλά κι έχοντες νεκροφάνεια, οι οποίοι, τυπικά τουλάχιστον, είναι ζωντανοί. Παρ’ όλ’ αυτά κι ενώ, σίγουρα, υπάρχουν γελοίες θεωρίες συνωμοσίας που έχουν διαρρεύσει για ν’ ανακατευτούν με τις έγκυρες και να θολώσουν το τοπίο, δε νομίζω ότι η συνομωσιολογία είναι ιδιαιτέρως πιο επικίνδυνη από κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία στοχεύει να δώσει εξήγηση σε κάποιο μεγάλο, πολύπλοκο ερώτημα και να βάλει το τεράστιο παζλ σε μια τάξη. Ερώτημα που αφορά, συνήθως, ολόκληρο τον κόσμο, απ’ τη Χαμολακκιά Δράμας μέχρι τις Ολλανδικές Αντίλλες, το παρελθόν, το παρόν, αλλά και το μέλλον του. Τι να κάνεις. Όταν κάποιος τριχωτός ημιάγριος ανακάλυπτε τον τροχό κάποιοι κλαπαρχίδες συνάνθρωποί του, τά ‘ξυναν ενώ μιλούσαν με στόμφο για το «μυστικό» σχέδιο πίσω απ’ την εξαφάνιση των μαμούθ. Σήμερα, απ’ τους ημιάγριους, το σχέδιο, το μαμούθ και τον τροχό έχει μείνει... Ναι! Πολύ σωστά. Η εφεύρεση που άλλαξε τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας κι οφείλεται σε κάποιον που έκανε το τελείως αντίθετο απ’ τους αργόσχολους φίλους του. Αντί να εφευρίσκει προβλήματα αποφάσισε να δώσει λύσεις. Μακράν πιο επίπονο και με την πιθανότητα της αποτυχίας να κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι του, αλλά όταν πετυχαίνει... Διαβάζοντας, λοιπόν, τη συνομιλία Taibbi-Griffin αντιλήφθηκα ότι μια θεωρία συνωμοσίας είναι επικίνδυνη μόνο για όποιον επιχειρήσει να την αντικρούσει. Θανάσιμα μάλιστα, αν έχει αδύνατη καρδιά. Ναι! Είναι τρομαχτικό, σα μάχη του Μάικ Τάισον με τον Στίβεν Χόκινγκ, να βλέπεις, παράγραφο με την παράγραφο, λέξη με τη λέξη, έναν ορθολογιστή σαν τον Taibbi να χτυπιέται αλύπητα στο καναβάτσο ενός παραλογισμού, τόσο ψύχραιμου και σίγουρου για τον εαυτό του, που μοιάζει κυριολεκτικά ακλόνητος. Σχεδόν χειροκρότησα τον Griffin για την αφοσίωσή του στο ματς μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, όταν ο αντίπαλός του ήταν έτοιμος να φάει και τα 7 βιβλία του πολυγραφότατου θεολόγου απ’ την αγανάκτηση. Και δεν είναι ότι τα επιχειρήματα του δημοσιογράφου δεν είναι λογικά και εύστοχα. Στην απελπισία του, μάλιστα, επιστρατεύει και το χιούμορ του για να καταδείξει την απιθανότητα των λεγομένων του Griffin. Κακή ιδέα. Ο άλλος είναι ατάραχος και παίζει ένα τελείως διαφορετικό παιχνίδι με τη «μαθηματική» τακτική του ν’ αποδεικνύεται πολύ ανώτερη. Θεωρεί ως δεδομένο αυτό που ακόμη δεν έχει αποδείξει και ζητά απ’ τον άλλον ν’ αποδείξει πρώτος το αντίθετο. Τα επί μέρους συμπεράσματα δε, ακολουθούν το αποτέλεσμα που σκαρφίστηκε, ταιριάζοντας με ασύλληπτες υποθέσεις και μικροσενάρια όλες τις μικρές λεπτομέρειες στην προκαθορισμένη εικόνα. Κι έτσι, ο δημοσιογράφος βρίσκεται να υπερασπίζεται το συνωμότη, την αμερικανική κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση, που έχει ξοδέψει όλη την καριέρα του να της επιτίθεται με τα δικά του, μηδαμινά —αλλά χειροπιαστά— όπλα. Κάτι που μου θυμίζει μια ακόμη θλιβερή διαπίστωση...

Σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως και σ’ αυτή, ο συνωμοσιολόγος δεν έρχεται ποτέ αντιμέτωπος με τον συνωμότη. Ο ένας, προέρχεται συνήθως από έναν κόσμο τελείως απομονωμένο απ’ την εξουσία που καταγγέλλει —και πιθανότατα γι’ αυτό τη μυθοποιεί έτσι εύκολα— κι ο άλλος... Ε, λοιπόν, ο άλλος έχει ήδη την εξουσία στα χέρια του. Χα, χα! Ζατς! Έχει την πολυτέλεια ν’ αγνοήσει το συνωμοσιολόγο και τα ζουζουνίσματά του σε βαθμό που τον εξυπηρετεί κιόλας. Του ενισχύει την αίσθηση ότι η εξουσία είναι απρόσιτη κι εκείνοι που την έχουν είναι κάποιες σκοτεινές φιγούρες που δειπνούν φιλέτο κροκόδειλου και κάνουν όργια σε γυάλινους πύργους. Έχουν μάτια παντού, συνεργάτες και κατασκόπους, τεχνολογία που δεν τη φαντάζεται ο ανθρώπινος νους και γνώσεις που δε μπορεί να πλησιάσει ο απλός λαουτζίκος ούτε σε δέκα απ’ τις θλιβερές, μηδαμινές ζωές του. Αυτό το τεράστιο, αν και φανταστικό, κατασκεύασμα επιχειρεί συνήθως να γκρεμίσει, όχι ο θιγόμενος συνωμότης, αλλά κάποιος που θεωρεί ότι για ν’ αναμετρηθείς με τη εξουσία πρέπει να τη φέρεις στα μέτρα σου αντί να την παραφουσκώνεις σε κάτι ακατάβλητο. Το επαγγέλλεται για την ακρίβεια. Κι είναι εκείνος, ο Taibbi εν προκειμένω, που συνθλίβεται τελικά στις συμπληγάδες συνομωσιολόγου-συνωμότη. Σπλατ! Κι η ταφόπλακα θα γράφει: «Τίποτε δεν είναι τυχαίο... Ε, Matt;» Θυμάμαι τον καιρό που προσπαθούσα ν’ αντιληφθώ πώς υποτίθεται ότι πρέπει να πλησιάσει κανείς τις γυναίκες και πώς μπορεί να μείνει προσηλωμένος στο σκοπό του, χωρίς να επηρεάζεται απ’ τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, τη διάθεση εκδίκησης για το προπατορικό αμάρτημα, τα εμπαιχτικά βλέμματα των άλλων και την τρομερή γκιλοτίνα της αποτυχίας. Συζητήσεις επί συζητήσεων με πιο έμπειρους συμπαίχτες, κάποιες φορές και με μέλη της αντίπαλης ομάδας, φραπέδες πάνω σε φραπέδες με αφοριστικές καταλήξεις περί ψυχρών ή ξιπασμένων ελληνίδων, περί κοινωνικών κανόνων που μας περιορίζουν ή περί οικονομικοκοινωνικής θέσης που μας τοποθετεί πίσω απ’ τη νοητή, βολικά τοποθετημένη, αφετηρία. Για τους λιγότερο μαχητικούς ή περισσότερο ευαίσθητους στην απόρριψη από μας, ο φταίχτης ήταν πάντα κάτι μεγαλύτερο, παραφουσκωμένο όσο να είναι πέρα απ’ τις ορατές δυνάμεις μας κι έτσι δε χρειαζόταν να προσπαθήσουμε καν. Αλλά μπορούσαμε να καταριόμαστε τις συνθήκες και τις συγκυρίες που δε μας αφήνουν να γίνουμε οι γαμιάδες των ονείρων μας, ξανά και ξανά με κάθε ρουφηξιά, με κάθε τζούρα και με κάθε γουλιά. Τίποτε δεν είναι τυχαίο; Ναι, μπορεί... στο σκάκι. Η ζωή όμως μοιάζει περισσότερο με το παρεξηγημένο ξαδερφάκι του, το τάβλι. Η στρατηγική καθορίζεται απ’ αυτό που δείχνει το ζάρι και η απόσταση απ’ την επόμενη ζαριά είναι, όλο κι όλο, όσο μπροστά μπορείς να σκεφτείς και να σχεδιάσεις. Κι όπως η καριόλα η ζωή, έχει κι αυτό τις, ανελέητα, ακλόνητες σταθερές του: Με ντόρτια... δε γάμησε ποτέ κανείς.

* Η συνομιλία Taibbi-Griffin μπορεί να διαβαστεί ολόκληρη εδώ: http://www.alternet.org/authors/9941/ ** Η φωτογραφία της αύρας του μοντέλου Apostolus τραβήχτηκε το Φθινόπωρο του 2007 απ’ τον ίδιο τον Apostolus.


Παραλήρημα σε Μι-μινόρε του Λουκά Τσουκνίδα

Ο Bill Hicks πέθανε στα 32 του, έχοντας κάνει μια τρελή βόλτα στο τρενάκι της ζωής. Ξεκίνησε ως κωμικός, μα κατέληξε ως κύρηκας. Ξεκίνησε πιάνοντας το νόημα, μα κατέληξε χάνοντάς το. Μαλακία! «Please don’t put your life in my hands, i’m a Rock-n-Roll band, i’ll throw it all away.» Oasis, Don’t look back in anger

Ένα κεφάλι γεμάτο βαμβάκι Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Ξεκίνησε από πολύ παλιά. Από μικρός, που γινόμουν σιγά-σιγά αμερικανάκι. Ένας μικρός γιάνκης που ξύπνησε στις βαμβακοφυτείες της Καρδίτσας. Που είν’ ολόιδιες με τις βαμβακοφυτείες στο Άρκανσο. Και δεν ξέρω πως λεν στο Άρκανσο τη μπούρδα, την κάψα ή την κομπίνα, αλλά τα σιλό τα λένε σάιλο. Που είναι το ίδιο. Και τα σιλό δε σημαίνουν τίποτ’ άλλο έξω απ’ τη βαμβακοφυτεία, ενώ η μπούρδα, η κάψα κι η κομπίνα έχουν κι άλλες σημασίες, τέτοιες, που σηκώνουν παρεξήγηση. Χμ! Οι κάψες δεν είναι πάντα κάτι περιττό κι ο υπεύθυνος για την κομπίνα δεν αποκαλείται παντού αγρότης —γι’ άλλους είναι κι ο απατεώνας. Όσο για τη μπούρδα, δεν είναι πάντα το άδειο σακί που περιμένει να γεμίσει με τη χρήσιμη σοδειά. Πολύ συχνότερα, είν’ η αχρηστίλα που γεμίζει ένα άδειο κεφάλι. Και χειρότερο από μια άδεια μπούρδα ή ένα άδειο κεφάλι είν’ ένα κεφάλι γεμάτο με μπούρδες.

Δεν υπάρχουν βλάκες, μόνο κινέζοι - Λοχίας: Πάρε παιδί μου τη σκούπα και πάρτα μια δόση. Λίγο, να φύγουν τα χοντρά. - Στρατιώτης: Λοχία... δε φεύγουν με τη σκούπα τα χοντρά. Αληθινός διάλογος. Φέρες, 2002 Την πρώτη μου Κυριακή στο στρατό ζήτησα απ’ τους φίλους μου, αφού σπάσουν πλάκα μαζί μου, να μ’ αφήσουν και κανά δυο εφημερίδες για να περάσω τη μοναδική ήσυχη μέρα της εβδομάδας. Μετά το μεσημεριανό κι ενώ ξεφύλλιζα τη μία απ’ αυτές, άκουσα τον δεκαοχτάχρονο που ξάπλωνε δίπλα μου να φωνάζει: «Το Βήμα; Κομμουνιστής είσαι;» «Όχι», του λέω, «Αναρχικός.» «Να, αν δε με πιστεύεις, έχω κι Ελευθεροτυπία.» Δεν θέλω ούτε να ξέρω τι είχε

ακούσει ο πιτσιρίκος στο σπίτι του, για να πιστεύει με τέτοια σιγουριά ότι η εφημερίδα του πρώην διευθυντή του Αγίου Όρους θα μπορούσε να περάσει ποτέ για σταλινική. Η ουσία είναι ότι το πίστευε, ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να το φωνάξει κι ότι καλούνταν να επιβιώσει μόνος του για πρώτη φορά, σ’ έναν εχθρικό κόσμο ή μάλλον, στην παρωδία αυτού του εχθρικού κόσμου. Τον ελληνικό στρατό. Δεν ξέρω τι απέγινε τελικά, αλλά εγώ δούλευα επί δεκάξι μήνες για το υποτιθέμενο κοινό καλό, ακολουθώντας εντολές ανθρώπων που δεν είχα δει ποτέ μου, τις οποίες έπρεπε να ικανοποιήσω χωρίς να κάνω ερωτήσεις σ’ αυτούς που τις μετέφεραν κι όλ’ αυτά, αντί της συμβολικής αμοιβής των οκτώ ευρώ και κάτι, μηνιαίως. Χα! Είχε δίκιο ο μικρός τρελός. Είναι το πιο κοντινό σε κομμουνιστή που έχω φτάσει ποτέ στη ζωή μου. Και όχι, δεν ήταν ο πιο ηλίθιος άνθρωπος που συνάντησα στη θητεία μου. Συνάντησα κι άλλους ηλίθιους, άλλους φύσει κι άλλους από επιλογή. «Τι; Από επιλογή; Μα, τι είναι αυτά που λες Λουκά; Ήταν έξυπνοι, αλλά επέλεξαν να είναι ηλίθιοι; Γίνοντ’ αυτά τα πράματα;» Μη! Σταματήστε τώρα να μιλάτε σε μια σελίδα με γράμματα σαν τρελοί. Ναι, γίνονται! Γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πάντα σε βλακείες, μόνο και μόνο, επειδή δεν τους κόβει. Συχνά, πολύ συχνά, εθελοτυφλούν, που σημαίνει (για όσους δεν είναι ακαδημαϊκοί) ότι κάνουν τον κινέζο οποτεδήποτε μια κατάσταση απαιτεί έξτρα προσπάθεια, τους φορτώνει με έξτρα ευθύνη ή χαλά την έξτρα γαμάτη εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Ένας τέτοιος ήταν ο Διμοιρίτης στην πρώτη μου μονάδα. Ο δεύτερος δηλαδή, αφού όταν χρειάστηκε έξτρα φαντάρο με πήρε απ’ την κανονική μου διμοιρία στη δική του. Όπως κάνουν οι έξυπνοι άνθρωποι, έριξε ένα βλέμμα στις θλιβερές, άυπνες μορφές μας κι επέλεξε κάποιον που έκοψε ότι του έκοβε. Απλώς, ήξερε πως θα του έκανα τη δουλειά σωστά με αντάλλαγμα λίγες παραπάνω ώρες απ’ το πιο πολύτιμο πράγμα στο


στρατό, την απομόνωση. Κι έτσι έγινε. Όμως ο Διμοιρίτης ήταν από ‘κείνους που όταν αντιληφθούν πως ο στρατός δεν κρύβει μεγάλες δάφνες για έξυπνους υπαξιωματικούς κι αφού μετανοήσουν ακόμη μια φορά για ‘κείνα τα χρόνια που, αντί να βγάζουν τα μάτια τους να μπουν στην Ευελπίδων, αυτοί ξημεροβραδιάζονταν στα κλαμπάκια, το ρίχνουν στο διάβασμα για να νιώσουν γαμάτοι. Τι διαβάζουν; Περί ελληνικού πολιτισμού, ντιενέι, ιχώρ, μας λεν, μας κάνουν, οι άλλοι, εκείνοι κλπ. Επιλέγουν το φάρμακό τους και συνεχίζουν να βαράν μηχανικές προσοχές σε αυθεντικούς ηλίθιους μέχρι να λελέ ή έστω, τρελελέ.

το βράδυ στη σκηνή. Όταν αποφοίτησε, ενήλικος πια, μετακόμισε απ’ το Τέξας στο Ελέι μετά από προτροπή του Sam Kinison. Ήταν το 1980. O Ρόναλντ Ρίγκαν μετακόμιζε κι εκείνος, απ’ το Χόλιγουντ στον Λευκό Οίκο. Στην πόλη των ονείρων ο Hicks άντεξε μόνο δύο χρόνια. Γύρισε στο Χιούστον και μαζί με τους φίλους του, έπεσαν με τα μούτρα στην εξερεύνηση του εσωτερικού τους κόσμου. Θεωρίες των γκουρού της new-age παραφιλοσοφίας και ανεξάντλητα ερωτήματα για την ύπαρξη και την αλήθεια. Μπούρδες δηλαδή και παυσίπονα για τους πόνους που επιφέρουν οι κατά μέτωπο συγκρούσεις με την πραγματικότητα. Ποιο ήταν το επόμενο βήμα;

Κάθε φορά που ο Διμοιρίτης μου έδινε μια εντολή, πριν την εκτελέσω ορθώς (ναι ήθελα σαν πρεζάκιας εκείνη την γαμημένη την απομόνωση), εγώ του έλεγα, «ΟΚ!» «Όχι, ΟΚ», μου απαντούσε, «δεν είμαστε αμερικανάκια.» Έλα όμως που εγώ ήμουν. Και μέσα σ’ όλ’ αυτά τ’ αμερικάνικα που αγαπούσα ήταν κι ο Bill Hicks. Και τον αγαπώ ακόμα, αλλά ξέρω ότι ο Bill Hicks έκανε λάθος. Ήταν πανέξυπνος, αστείος, χαρισματικός, ειλικρινής, αλλά έκανε τεράστιο λάθος. Οι άνθρωποι ήξεραν την «αλήθεια» πριν φτάσουν στην παράστασή του και την ακούσουν απ’ το στόμα του. Δεν ήταν ηλίθιοι, έκαναν τους κινέζους, αυτό ειν’ όλο. Απλώς ήθελαν κάποιος άλλος να ξεστομίσει την «αλήθεια» για μία ώρα, να τον χειροκροτήσουν ανακουφισμένοι που το βάρος έφυγε από πάνω τους και να συνεχίσουν να κάνουν τους κινέζους. Έψαχναν κάποιον να τους απαλλάξει λόγω «βλακείας». Κι ο Bill έπεσε στην παγίδα. Τι; Ποιος ήταν ο Bill Hicks;

Όποιος δε μάντεψε, μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση τώρα. Το 1983, ο φανατικά καθαρός μέχρι τότε Hicks αποφάσισε να δοκιμάσει λίγο απ’ όλα τα πάθη που κατέστρεψαν ή έφτιαξαν —ανάλογα με την οπτική— τους αγαπημένους του κωμικούς. Ποτό, τσιγάρο, ναρκωτικά. Μαριχουάνα δηλαδή, κοκαΐνη και παραισθησιογόνα. Ροκ-σταρ λάιφ-στάιλ και ατελείωτα ταξίδια στο υποσυνείδητο. Ή, τέλος πάντων, σε κάτι που πλησίαζε περισσότερο τις περιγραφές. Ο νέος τρόπος ζωής τον επηρέασε. Στο δημιουργικό επίπεδο, άρχισε να μετατρέπεται στον αδιάλλακτο και αυτοκαταστροφικό κύρηκα της «αλήθειας», την περσόνα που πάντα προσπαθούσε να ολοκληρώσει και να εξαπολύσει στον κόσμο. Μόνο που δεν ήταν πια περσόνα, ήταν ο ίδιος, ανελέητος με τους δαίμονές του κι εξίσου σκληρός με το κοινό του. Το 1984 τά ‘χωσε για πρώτη φορά σε εθνικό δίκτυο, στο Late-Night του David Letterman, πού ‘χε πάρει τη σκυτάλη της μεταμεσονύχτιας λαϊκής ψυχαγωγίας απ’ τον Johnny Carson. Θ’ ακολουθούσαν ακόμη 11 φορές και μια τελευταία που λογοκρίθηκε απ’ τον, μετανοημένο σήμερα, οικοδεσπότη. Εμφανίστηκε στην εκπομπή που τα ξεκίνησε όλα. Έβγαζε πια το ψωμί του κάνοντας αστεία. Ο κύκλος είχε κλείσει.

Ο κωμικός που έγινε κύρηκας «Του είπα Μπιλ, μήπως αρχίζεις και μοιάζεις με κύρηκα εκεί πάνω; Κι εκείνος μου απάντησε: μάνα, είμαι κύρηκας!» Mary Hicks, μητέρα του Bill Hicks Ήταν. Σωστά. Ο Bill Hicks πέθανε. Όχι. Δε θυσιάστηκε. Και δεν είναι στον ουρανό, σε κάποιο κόμεντι-κλαμπ αγγέλων. Ο Άγιος Πέτρος δεν του ζήτησε τη φωτιά του καθώς έμπαινε στον παράδεισο και δεν ακούει τον Χέντριξ να παίζει Άρπα κάθε Τετάρτη στο εντευκτήριο. Ο Bill Hicks είναι θαμμένος σε μια ξεχασμένη πόλη του Μισισίπι. Μεταφέρθηκε ‘κει απ’ το πατρικό του στο Λιτλ Ροκ του Άρκανσο όπου πέρασε τις τελευταίες του ήσυχες μέρες. Όχι πολύ μακριά απ’ τις βαμβακοφυτείες και τα σάιλο, τις μπούρδες και τις κομπίνες που μισούσε μέχρι τέλους και τις κάψες που δεν έπαψε ποτέ του ν’ αγαπά με πάθος. Ελάχιστοι ήξεραν ότι ήταν άρρωστος. Αποσύρθηκε σιωπηλά, πρώτα απ’ τη σκηνή και λίγο καιρό μετά απ’ τη ζωή. Ο Bill Hicks πέθανε στα 32 του. Μου φαίνεται όμως, ότι δεν είχε πραγματική ηλικία. Δεν υπήρξε ποτέ του, ούτε παιδί ούτε ενήλικας. Ίσως ένα κράμα. Στα 13 του, ο μικρός Hicks είδε για πρώτη φορά τον Johnny Carson στην τηλεόραση. «Δηλαδή, μπορεί κάποιος να βγάζει το ψωμί του κάνοντας αστεία;», αναρωτήθηκε. Και το δοκίμασε. Στα 15 του, την κοπανούσε κρυφά απ’ το πατρικό με τους συνενόχους του. Έκαναν stand-up κωμωδία στο Χιούστον. Στα 17 του, ήταν τοπικός σταρ. Έβγαζε γέλιο από ενήλικους, με ανέκδοτα για τη ζωή στο σπίτι και στο σχολείο. Είχε περιορισμένο υλικό, αλλά παρατηρητικότητα ξυράφι, φαντασία και μια, αλλόκοτη για την ηλικία του, ροπή προς το σαρκασμό. Γεννημένος κωμικός; Ο Jay Leno έδινε συχνά σεμινάρια για νεότερους συναδέλφους στις πόλεις όπου εμφανιζόταν. Σ’ ένα τέτοιο ήταν κάποτε παρόν κι ο Bill Hicks. Για λίγο μόνο. Σύμφωνα με τον Leno, «σ’ αυτές τις διαλέξεις, εκείνος που σε θεωρεί μαλάκα και φεύγει είναι κι ο καλύτερος κωμικός στην αίθουσα...» Τελευταία χρονιά στο σχολείο. Οι γονείς του μετακόμισαν στο Λιτλ Ροκ, αλλά ‘κείνος παρέμεινε στο Χιούστον. Έπιασε και κανονική δουλειά. Το πρωί στο μάθημα, τ’ απόγευμα στο μεροκάματο και

Στο πρακτικό επίπεδο, τα ακριβά του πάθη τον οδήγησαν στη χρεωκοπία. Η αδιαφορία του για τα χρήματα, σε ακόμη πιο έκλυτο και παρασιτικό βίο, στην υπερβολή εκείνη, που από εργαλείο, είχε γίνει πλέον κίνητρο. Παρ’ όλ’ αυτά, ήρθε μια μέρα που ξύπνησε απ’ το παρατεταμένο hangover και το 1988, έκανε ακόμη μία δραματική αλλαγή κατεύθυνσης στη ζωή του. Έκοψε τα πάντα —μαχαίρι— και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Προσέλαβε κανονικό μάνατζερ κι άρχισε να δουλεύει σαν τρελός. Τριακόσιες βραδιές το χρόνο τον πυροβολούσαν επί σκηνής, στο φινάλε —τραγικό αν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο ο ίδιος γνώριζε πως πεθαίνει— που είχε σκαρφιστεί για τις παραστάσεις του. Απ’ τα πάθη του κράτησε το πιο ανώδυνο, το τσιγάρο. Τα είχε καταφέρει. Πέρασε τις δοκιμασίες των ινδαλμάτων του και βγήκε ζωντανός και διαυγής. Μόνο που δεν ήταν πλέον κωμικός. Ήταν κύρηκας σε αποστολή.

Ο τρελός του χωριού κι η αλήθεια του «Once you realize what a joke everything is, being the Comedian is the only thing that makes sense.» Edward Blake / The Comedian, Allan Moore’s Watchmen Στο Watchmen του Άλαν Μουρ υπάρχει ένας χαρακτήρας που λέγεται «The Comedian». Δεν είναι κωμικός και δεν έχει καθόλου πλάκα. Διατείνεται όμως ότι η ζωή είναι ένα τεράστιο αστείο και τό ‘χει καταλάβει. Γίνεται ο ίδιος, λοιπόν, η παρωδία της, μια υπερβολική, τραβηγμένη εκδοχή όσων αποτελούν την πραγματικότητα γύρω του, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Κάποια στιγμή, πέφτει στην αντίληψή του κάτι που δε χωρά στη δική του ερμηνεία για τον κόσμο. Είναι ένα άλλο αστείο, πιο σκληρό και πιο σαρκαστικό απ’ ότι είχε ποτέ φανταστεί. Ο κυνικός θιασώτης της ανθρώπινης τρέλας χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του κι όταν έρχεται η ώρα, αντιμετωπίζει παθητικά τον δολοφόνο του. Όταν ένας άλλος χαρακτήρας, ο Rorschach, καλείται απ’ τον ψυχίατρο να μιλήσει για τον παλιόφιλό του, τον Comedian, εκείνος του λέει ένα μικρό ανέκδοτο:


«Τύπος πηγαίνει στον γιατρό. Λέει ότι έχει κατάθλιψη. Λέει ότι η ζωή του φαίνεται σκληρή και άδικη. Λέει ότι νιώθει μόνος σ’ έναν απειλητικό κόσμο όπου το μέλλον είναι θολό κι αβέβαιο. Η θεραπεία είναι απλή, του λέει ο γιατρός. Ο μεγάλος γελωτοποιός Bill Hicks είναι στην πόλη. Του συστήνει να πάει στην παράσταση και θα νιώσει πολύ καλύτερα. Ο τύπος ξεσπά σε κλάμματα. Μα γιατρέ μου, του λέει... εγώ είμαι ο Bill Hicks.» Στα σόου που ο Hicks βιντεοσκόπησε κατά τη νηφάλια περίοδο της καριέρας του, είναι κατά διαστήματα πικρόχολος. Μοιάζει να τον ενοχλεί η ανοσία στην κριτική, που χαρακτηρίζει όσα κι όσους εκείνος κοροϊδεύει με μανία, η πιθανή ματαιότητα της δικής του προσπάθειας. Συχνά, δεν κάνει καν πλάκα, ουρλιάζει κατάρες απ’ τα σωθικά του. Αντιλαμβάνεται σίγουρα πια, ότι οι άνθρωποι γελάν με τα πρόστυχα ανέκδοτά του και σφίγγουν τα χείλη στις αποκαλυπτικές του στιγμές, αλλά τον χειροκροτούν και φεύγουν όπως μπήκαν, πιο κινέζοι κι απ’ τον γαμημένο Μάο Τσε Τουνγκ, πιο ικανοποιημένοι με τον σχιστομάτη εαυτό τους κι απ’ τον γαμημένο Λάο Τσε. «Μα, Λουκά! Έλεγε αλήθειες. Κάποιος πρέπει να τα λέει. Ήταν σκληρός με το σύστημα. Τα έχωνε στους δυνατούς.» Όχι, όχι, όχι, όοοοοοοοοοοοοοοοο-ΧΙ! Κι ο τρελός του χωριού λέει αλήθειες, αλλά κανείς δε θα τον όριζε δήμαρχο. Γιατί την πραγματικότητα πολλοί τη βλέπουν, αλλά κάποιος πρέπει και να τη διαχειριστεί, να πάρει την ευθύνη πάνω του. Που και που στο καφενείο, ένας μπάρμπας λέει, «α, ρε και να κάναμε τον τρελό δήμαρχο...» «Χα, χα, χα, χα! Γκχ, γκχ!», οι άλλοι μπαρμπάδες ξεσπούν σε γέλια, ανάμικτα με τσιγαρόβηχα... «Εξάρες! Πφτου!», τη συλλογική χαρά διακόπτει μια αγριοφωνάρα και μια καταπράσινη χλέπα. «Ξεκωλώθηκες, πάλι, βρωμόγερε!», έρχετ’ η απάντηση. Κι η ζωή στο χωριό συνεχίζεται, ερήμην του τρελού. Θεωρώντας ότι το μήνυμά του δε γίνεται αντιληπτό και με το χρόνο να τον πιέζει, ο Bill Hicks αποφάσισε να το απλοποιήσει όσο γίνεται. Να δώσει μια τελεολογική ερμηνεία για τον κόσμο, να βρει έναν προορισμό στη χαοτική πορεία μας... προς τα που; Χα! Κανείς δεν ξέρει κι αυτό είναι το γαμάτο. Όμως εκείνος δίψαγε για μια εξήγηση, πίστεψε τόσο πολύ στην κοινή του λογική που έγινε παράλογος. Πίστεψε τόσο σε μια συγκεκριμένη λύση που έγινε γενικόλογος. Πίστεψε τόσο πολύ ότι οι άνθρωποι αλλάζουν που έγινε μέντορας. Πίστεψε τόσο πολύ στη δική του, πρωτότυπη αλήθεια που έγινε κοινότοπος. Πίστεψε τόσο ότι είναι προφήτης, που ξέχασε ότι είναι κωμικός. Ένας τύπος που λέει αστεία με ψωλές και μουνιά σε μεθυσμένους μπαρόβιους που πλήρωσαν εισιτήριο για να τ’ ακούσουν, να γελάσουν και να γυρίσουν στη ζωούλα τους. Κι έτσι πάει...

Όταν το εξηγείς δεν είναι πια αστείο «They say life is a game so i play hard, writing for my life, cause i’m scared of a day job.» Common, They Say Κι όταν εξηγείς το μήνυμα, αυτό χάνει τη διατρητικότητά του. Αντιμετωπίζεις το δέκτη σα βλάκα κι έτσι θα παραμείνει κι οι προθέσεις σου, καλές ή κακές, δεν έχουν καμία, μα καμία, σχέση με το αποτέλεσμα. Εκτός κι αν, στην προσπάθεια ν’ αγγίξεις αποτελεσματικά το κοινό σου, αντί εκείνο να γίνει πιο έξυπνο, χαζεύεις εσύ. Στο τελευταίο του βιντεοσκοπημένο σόου, το χορταστικό, όσο και τραγικό, Revelations, ο Bill Hicks καταλήγει κάπως έτσι: «Υπάρχει μήνυμα στην παράστασή μου; Θά ‘λεγα πως ναι. Ο κόσμος είναι σα μια βόλτα στο τρενάκι του λούνα-παρκ κι όταν επιλέγεις ν’ ανέβεις πιστεύεις ότι είναι αληθινή, επειδή το μυαλό μας είναι τόσο δυνατό. Και το τρενάκι πηγαίνει πάνω-κάτω, γύρω-γύρω, σε συνεπαίρνει και σε τρομάζει, είναι πολύχρωμο και λαμπερό, πολύβουο

και διασκεδαστικό. Για λίγο... Κάποιοι είναι πάνω στο τρενάκι πολύ καιρό κι αρχίζουν ν’ αναρωτιούνται, είναι αληθινό; Ή μήπως είναι απλώς μια βόλτα; Κι άλλοι θυμήθηκαν κι επέστρεψαν για να μας πουν να μην ανησυχούμε, να μη φοβόμαστε γιατί όλο αυτό, είναι μόνο μια βόλτα. Κι εμείς... τους σκοτώνουμε.» «Είναι απλώς μια βόλτα και μπορούμε να την αλλάξουμε όποτε θέλουμε. Είναι μόνο μια επιλογή. Ούτε προσπάθεια ούτε δουλειά ούτε κούραση ούτε αποταμίευση. Μια επιλογή, τώρα, μεταξύ φόβου και αγάπης. Το βλέμμα του φόβου σας θέλει να βάζετε περισσότερες κλειδαριές στις πόρτες σας, ν’ αγοράζετε όπλα, ν’ απομονώνεστε απ’ τον κόσμο. Το βλέμμα της αγάπης, αντίθετα, μας βλέπει όλους σαν ένα. Να τι μπορούμε να κάνουμε για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο και να κάνουμε τη βόλτα καλύτερη. Όλα τα χρήματα που ξοδεύουμε σε όπλα κι αμυντικά συστήματα, να τα ξοδέψουμε για να ταΐσουμε, να ντύσουμε και να μορφώσουμε τους φτωχούς αυτού του κόσμου, κάτι που θα μπορούσε να γίνει ξανά και ξανά και χωρίς να εξαιρεθεί ούτε ένας άνθρωπος. Κι όλοι μαζί, να εξερευνήσουμε το διάστημα, εξωτερικό και εσωτερικό, για πάντα, εν ειρήνη...» Όποιος θεωρεί ότι αυτό είν’ ένα φινάλε που ταιριάζει στην παράσταση ενός κωμικού και μάλιστα, ενός κωμικού που σε κάθε ευκαιρία προέτρεπε το κοινό του να μάθει να σκέφτεται μόνο του και να κριτικάρει τα πάντα, μπορεί να κατέβει τώρα απ’ το τρένο. Ή μάλλον να πηδήξει γιατί το τρένο δε σταματά για κανέναν. Χμ! Είμαστε όλοι ένας; Ναι. Ένας μαλάκας που δεν καταλαβαίνει τίποτε και προσπαθεί διαρκώς να σπάσει το νόημα της ζωής σε τάληρα μέχρι να γίνει τόσο νηπιακό που μπλε αρκουδάκια κάθονται επάνω σε ροζ συννεφάκια και παίζουν τσιγκολελέτα με πράσινα σπουργιτάκια. Και μετά δεν είναι πια, απλώς, μια βόλτα. Είναι απλώς μια στάση. Τα λεφτά μου πίσω λοιπόν, γιατί δεν ήρθα εδώ για τη στάση, αλλά για το πάνω-κάτω, το γύρω-γύρω, την έπαρση και τον τρόμο, τα χρώματα και τη λάμψη, το θόρυβο και τη διασκέδαση. Για όσο κρατήσει κι ύστερα θα πηδήξω. Αλλά πρώτα θα σας πρήξω τ’ αρχίδια γιατί είμαι αυτός που κάθισε δίπλα σας στο κάθισμα και γελάει σα μαλάκας την ώρα που φωνάζετε, «Ααααααααααα!» Γιατί θέλω τους κωμικούς μου να γελοιοποιούνται και να με γελοιοποιούν, να με σοκάρουν και με προσβάλλουν, αλλά όχι να μου κάνουν κύρηγμα. Θέλω τους κωμικούς μου να κοροϊδεύουν, να ξεφτιλίζουν, να υπερβάλλουν και ν’ απλουστεύουν, να μην έχουν κανένα όριο. Και δε με νοιάζει η προσωπική ζωή, τα ηθικά ή τα ψυχολογικά τους προβλήματα, είτε καταναλώνουν βυτία αλκοόλ και ανατρεπόμενα χαπιών σαν τον Ρίτσαρντ Πράιορ είτε νηστεύουν τακτικά, μιλούν με τη μαμά τους κάθε βράδυ και αργούν κάθε Σάββατο σαν τον Σάσα Μπάρον Κοέν. Και δε με νοιάζει τι θα κάνουν, αφού πάνω απ’ όλα —ΑΠ’ ΟΛΑ!— θέλω να είναι αστείοι —ΑΣΤΕΙΟΙ! Είμαι ‘δω για την παρωδία κι όχι για το παραμυθάκι. Είμαι ‘δω για τα γέλια κι όχι για τα συνοφρυώματα. Είμαι ‘δω για τον κάφρο κι όχι για τον γκουρού. Κι αυτό το κείμενο που διαβάσατε δεν ήταν ποτέ για τον Bill Hicks. Ήταν για μένα! Ευχαριστώ πολύ. Είσασταν υπέροχοι. Καληνύχτα σας. Μπαμ! Μπουμ! Γκντουπ! Μπαμ!

Abstract: Loukas Tsouknidas rants in a Bill Hicks manner about Bill Hicks and his career trip, from comedian to preacher, from getting it right to getting it wrong.


Tο παράδοξο, ο Βιζυηνός κι ο Ben Stiller: μια συζήτηση με τον Πάνο Τσίρο Ο Γιάννης Παλαβός συνομιλεί με τον Πάνο Τσίρο, για το πρώτο του βιβλίο, το ύφος, τις επιρροές, τον Ben Stiller και το χορό Καρουάνα. του Γιάννη Παλαβού


Ο Πάνος Τσίρος (Αθήνα, 1970) είναι ένας από τους πλέον αξιόλογους έλληνες πεζογράφους που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη του συλλογή, με τίτλο Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (Γαβριηλίδης, 2008), αριθμεί οκτώ ολιγοσέλιδα διηγήματα. Τα κείμενα του Τσίρου είναι ευρηματικά και ανατρεπτικά, απαλλαγμένα από σοβαροφάνεια. Είναι, με μια λέξη, εξαιρετικά και φέρνουν τον Τσίρο στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας. Το monkie έχει την τύχη να παρουσιάζει την πρώτη συνέντευξη του σημαντικού αυτού έλληνα πεζογράφου. Ποια είναι η ιστορία της συλλογής Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα; Πόσα χρόνια γράφονταν τα οκτώ διηγήματα του βιβλίου; Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2008, δηλαδή πριν περίπου έναν χρόνο. Αλλά οι ιστορίες του γράφονταν αρκετό καιρό πριν —δύο ή τρία χρόνια. Γράφονταν, ξαναγράφονταν και διορθώνονταν, ώστε να φτάσουν σε μια τελική μορφή. Είχαν ξεκινήσει —δεν ξέρω αν πρέπει να το πω— ως αστεία σε παρέες κι από ένα σημείο και μετά προσπάθησα να τις αποτυπώσω στο χαρτί. Και είδα ότι στο αστείο εισχωρούσε ένα στοιχείο ανορθόλογο και παράλογο και το αστείο μετεξελισσόταν σε κάτι άλλο. Το άφησα να προχωρήσει όπως ήθελε αυτό, δεν το κατηύθυνα. Είχα την αίσθηση ότι με πήγαινε. Δεν είναι, όμως, όλες οι ιστορίες αστείες. Υπάρχει μια αστεία. Κατά τη γνώμη μου, είναι αυτή με το απείθαρχο παιδί και το δάσκαλο —Ο χορός του Καρουάνα (σ.σ. ένας ατίθασος μαθητής, ο Γιωργάκης Καρουάνας, υποχρεώνεται απ’ τον καθηγητή του ν’ αυτοσχεδιάσει χορευτικά και δημιουργεί την παγκόσμια μόδα του ομώνυμου χορού). Αλλά κι εκεί, η ιστορία αγκαλιάζει μια ευρύτερη κατάσταση, προχωράει, νομίζω, πέρα από το απλό αστείο. Αλλά και σαν αστείο νομίζω λειτουργεί. Όμως δεν μπορώ να το εξηγήσω παραπέρα. Τα διηγήματα της συλλογής είναι τα πρώτα που έχεις γράψει ή έχεις γράψει κι άλλα που δεν δημοσιεύτηκαν; Τα διηγήματα της συλλογής είναι τα πρώτα ολοκληρωμένα. Έκανα και παλιότερα προσπάθειες, αλλά απλώς δεν ολοκληρώνονταν. Αυτά ήταν τα πρώτα που ένιωθα ότι έπρεπε να ολοκληρωθούν και να τα δώσω προς τα έξω. Γιατί γράφεις διηγήματα και όχι ποιήματα; Διότι τα κείμενά σου είναι κοντά στην ποίηση. Να σου πω την αλήθεια, η ποίηση, για μένα, είναι πολύ δύσκολο είδος. Θέλει τρομερή αφαίρεση. Κι εγώ, βέβαια, γράφω μ’ ένα τρόπο αφαιρετικό. Προσπαθώ να είναι το κείμενο απαλλαγμένο από τον περίπλοκο λόγο και πολλά εκφραστικά μέσα —μ’ αυτή την έννοια, πλησιάζει την ποίηση. Αλλά δεν έχουν καθόλου «ποιητικό ύφος». Επ’ ουδενί. Οι ιστορίες δεν είναι καθόλου λογοτεχνίζουσες. Εννοώ ότι είναι απλά γραμμένες και διαθέτουν αυτό το ανορθόδοξο στοιχείο που αιφνιδίως τα αλλάζει όλα. Αυτό ερχόταν. Κάποιες στιγμές αναρωτιόμουν πώς θα εξελιχθεί σε κάθε περίπτωση η ιστορία. Και αναδυόταν μόνο του. Σαν να με πήγαινε αυτό. Συνήθως, βέβαια, τις ιστορίες τις δουλεύω στο μυαλό μου —μία ή δύο βδομάδες. Αρκετό χρόνο μέχρι να κάτσω

να γράψω. Κι εκεί γίνεται κάτι παράξενο. Δεν ξέρω αν πρέπει να το πω κι αυτό: μου είναι δύσκολο το να γράφω. Δύσκολο. Περνάω μεγάλες δυσκολίες εκείνη τη στιγμή. Είναι αγωνία, γέννα κανονική. Αλλά συνεχίζω. Έχουν δημοσιευτεί όλες κι όλες εννιά ιστορίες σου —οκτώ στη συλλογή σου και μια στο συλλογικό τόμο Ονόματα (Κέδρος, 2008). Υπάρχει κάποιο άλλο κείμενό σου δημοσιευμένο αλλού; Όχι, τίποτα. Είναι φοβερό. Διότι εμφανίστηκες από το πουθενά —χωρίς κάποια δημοσίευση σε λογοτεχνικό περιοδικό, ας πούμε— μ’ ένα εντυπωσιακό βιβλίο. Ελπίζω να έχει συνέχεια. Γράφω ακόμα, πάντως. Έχω συγκεντρώσει ορισμένα διηγήματα, και παράλληλα δουλεύω κάτι μεγαλύτερο, κάτι σαν νουβέλα. Η διάθεσή μου, χωρίς να φεύγει εντελώς από το μεταφυσικό, μετατοπίζεται προς το ρεαλισμό. Αλλά πάλι υπάρχει το παράλογο, υπερρεαλιστικό στοιχείο. Δεν είναι τόσο έντονο, αλλά πάλι η παράδοξη νότα υπάρχει. Και αυτά τα κείμενα είναι σύντομα —κάποια ίσως και πιο σύντομα— αλλά στην πορεία σίγουρα πολλά θα αλλάξουν. Γιατί προτιμάς τη μικρή φόρμα, το σύντομο κείμενο; Είναι δύσκολο να κάνω κάτι που έχει μεγάλη διάρκεια. Αισθάνομαι ότι, όταν ωριμάζει η ιστορία, θέλω να τελειώνει. Τώρα, έχω την αίσθηση ότι όσα λέω είναι τελείως αντιλογοτεχνικά... Διότι, κάποιος θα μπορούσε να μου πει, «Μα καλά, δεν βλέπεις τη γραφή σαν μια μεγάλη, ωραία περιπέτεια, την οποία κανείς διασκεδάζει;». Λοιπόν, δεν τη βλέπω έτσι. Τη βλέπω σαν μια δύσκολη περιπέτεια, μια περιπέτεια με προβλήματα. Όχι πως θέλω να τελειώνει, αλλά τη στιγμή που γράφω είμαι σε μεγάλη δοκιμασία. Εκτός των άλλων, ο στόχος μου είναι να πω μια ιστορία. Να την πω με τρόπο αφαιρετικό, με μια αφηγηματική ροή που να επιτρέπει να πας γρήγορα από τη μια σελίδα στην άλλη. Περίπου σαν τις ιστορίες που άκουγα μικρός από τους γονείς μου. Με ενδιαφέρει να έχει κάποιος να πει κάτι και να σε κρατήσει μέχρι το τέλος, να θέλεις να μάθεις τι συμβαίνει. Με ενδιαφέρει η καθαρή μυθοπλασία. Και να διαθέτει αυτή την αίσθηση του παράδοξου, την οποία έχω πάντα: ακόμα και στον απόλυτο, ωμό ρεαλισμό, κάτι δεν θα πάει καλά... Βλέπεις ομοιότητες ανάμεσα στα κείμενά σου και τα κείμενα του Ε.Χ. Γονατά; Έχω επηρεαστεί πολύ, πιστεύω, από τους σύγχρονους έλληνες πεζογράφους, αλλά και από διηγήματα του Παπαδιαμάντη, με παρόμοιο περιεχόμενο. Και από το Βιζυηνό. Θεωρώ τα διηγήματα του Βιζυηνού, μ’ αυτή την απίστευτη ευαισθησία τους, τρομακτικά αποκαλυπτικά. Μ’ έχει, επίσης, επηρεάσει η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία —Μπόρχες, ο Αδόλφο Μπιόι Κασάρες, ο Κορτάσαρ. Οι επιρροές μου κινούνται σ’ αυτό το χώρο. Σκεφτόμουν ότι το Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα μοιάζει με συνδυασμό Λένου Χρηστίδη και Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Ο Χρηστίδης μου αρέσει πολύ. Αγαπημένο μου είναι τα Χαστουκόψαρα. Ξεχώρισα την αμεσότητά του, το γεγονός ότι κυλάει ευχάριστα με τρόπο που είναι σαν μη διαβάζουμε βιβλίο —σαν να είμαστε σε μια παρέα, στην παραλία, σ’ ένα δρόμο. Αυτό με την παρέα, που αναφέρεις, το είδα και στο βιβλίο σου. Διαβάζοντας τον Κουμαριώτη (σ.σ. ένα διήγημα του


βιβλίου), ας πούμε, την ίδια αίσθηση είχα. Και ποιος είναι ο Κουμαριώτης; Δεν ξέρω τι κάνουν οι υπόλοιποι συγγραφείς - εγώ βασίζομαι σε ένα υλικό εν πολλοίς αυτοβιογραφικό. Αλλά η πραγματική βάση, από την οποία ξεκινάς, μεταμορφώνεται. Βέβαια, αυτός ο μετασχηματισμός γίνεται με τη δική σου ματιά —διαφορετικά θα περιέγραφες εσύ ένα περιστατικό που μπορεί να είδα κι εγώ ή θα ήλπιζες σε μια διαφορετική εξέλιξη. Διότι η λογοτεχνία —τουλάχιστον αυτή που κάνω εγώ— είναι περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά ταυτόχρονα ανασκευή της. Και ίσως και διόρθωσή της. Κι όχι μόνο διόρθωση, αλλά ο συγγραφέας ανακαλύπτει μια διάσταση της πραγματικότητας που είναι δική του. Υπάρχει κάποια αρχιτεκτονική στον τρόπο που είναι τοποθετημένα τα διηγήματα στη συλλογή σου; Ας πούμε, το πρώτο και το τελευταίο είναι συνειδητά βαλμένα σ’ αυτές τις θέσεις, σωστά; Υπάρχει κάποια αρχιτεκτονική, κάποια σύνδεση μεταξύ των διηγημάτων, αλλά δεν μου είναι πολύ εύκολο να τη διατυπώσω. Νομίζω ότι όλο το βιβλίο κινείται με βασικό άξονα ένα πρόσωπο —βέβαια, αυτή είναι μια ερμηνεία μόνο, σε άλλη στιγμή μπορεί να έλεγα κάτι διαφορετικό. Το πρόσωπο αυτό είναι το πρόσωπο του εξωφύλλου, ένας άνθρωπος με τον οποίο ήμουν πολύ κοντά: η γιαγιά μου, η οποία με μεγάλωσε. Το πρόσωπο αυτό εμφανίζεται με διάφορους, φανερούς ή καλυμμένους, τρόπους σε όλο το βιβλίο. Περισσότερο ορατή γίνεται στο τελευταίο διήγημα, τη Ρωγμή. Είναι η γριά που επισκέπτεται τον ήρωα στο σπίτι του. Είτε συμμετέχει στα διηγήματα είτε όχι, είναι ορατή, ακόμα και

μέσα από το ύφος τους. Αναπνέει σε πολλά κείμενα. Θα μου πεις δυο λόγια για τον τίτλο του βιβλίου; Σε κάποια κριτική για το βιβλίο, κάποιος, σχολιάζοντας τον τίτλο, έγραψε ότι «Ο συγγραφέας περιλαμβάνει συμβολικούς αποκεφαλισμούς». Δεν το θεωρώ σωστό ούτε στο συμβολικό επίπεδο. Αναφέρομαι σε κάποιο γυναικείο πρόσωπο, στον τίτλο τουλάχιστον, του οποίου το κεφάλι μου άρεσε πάρα πολύ και θα ήθελα να το κρατήσω και να το μελετήσω. Συνδέεται και με τη μαθήτρια (σ.σ. στο ομώνυμο της συλλογής διήγημα, πρωταγωνιστεί μια μαθήτρια δημοτικού, η Μαρία Κένσορα), που βρίσκω μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση και, καθαρά συμβολικά πια, θα ήθελα επίσης να μελετήσω. Αρκετά διηγήματα της συλλογής στρέφονται γύρω από τη σχέση ηλικιωμένου-νέου. Γιατί σε απασχολεί το θέμα αυτό; Δύσκολη ερώτηση. Βρίσκω ενδιαφέρουσα περίπτωση το να εξετάσει κανείς τη σχέση δύο τόσο χαρακτηριστικών ηλικιών. Η απόσταση μεταξύ τους είναι μεγάλη. Το να διανύσει κανείς αυτή την απόσταση και να δει τι γίνεται μέσα σ’ αυτήν, είναι ωραίο. Γενικά, αναφέρομαι σε άκρα, είτε ηλικιακά είτε χαρακτηρολογικά. Ναι, αλλά όχι με ακραίο τρόπο, κι αυτό είναι το ενδιαφέρον στα διηγήματά σου. Είναι αυτό που σου είπα: επιμένω στην αφήγηση και τη ροή ενός κειμένου. Να μη σε κουράζει και να θες να το ολοκληρώσεις. Αν μου επιτρέπεται να μιλήσω για τη σύγχρονη λογοτεχνία —ελληνι-


κή και ξένη— βλέπω αρκετά συχνά ότι το βάρος δεν πέφτει στην περιγραφή ενός γεγονότος, αλλά στις απόψεις που έχουμε για το γεγονός, στο σχολιασμό του. Εμένα όλ’ αυτά μου φαίνονται κουραστικά. Άλλωστε, το πώς τοποθετείται κανείς απέναντι σ’ ένα γεγονός, φαίνεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο γράφει. Δεν χρειάζεται να βαραίνει επιπλέον το κείμενο με το «εγώ νομίζω ότι» ή «βλέπω το χαρακτήρα έτσι». Μόνο περιγράφοντας ένα χαρακτήρα, προκύπτει το πώς τον βλέπεις. Θα ήθελα να βλέπω στη λογοτεχνία —ελληνική και ξένη— περισσότερη απλότητα. Θεωρείς ότι ο συλλογικός τόμος Ονόματα, ο οποίος υπογράφεται από συγγραφείς μιας οικείας ηλικιακά γενιάς, και στον οποίο συμμετέχεις, είναι μια προσπάθεια να αρθρωθεί συγκροτημένα ο λόγος της γενιάς αυτής; Πώς νιώθεις απέναντι στους συγγραφείς που γεννήθηκαν, όπως κι εσύ, γύρω στο 1970 και συμμετέχουν στο βιβλίο; Δεν το λέω από μετριοφροσύνη, αλλά δεν αισθάνομαι ακόμα ότι ανήκω στο χώρο των «συγγραφέων». Υπήρξε μια εσωτερική ανάγκη να καταγράψω κάποια πράγματα, κι από κει και πέρα όλα τα υπόλοιπα που σχετίζονται με το λογοτεχνικό κομμάτι —δηλαδή οι επαφές, οι παρουσιάσεις, οι συνεντεύξεις—μου φαίνονται δύσκολα. Ακόμα και τώρα που μιλάω σκέφτομαι την ιστορία που έχω στο μυαλό μου αυτό τον καιρό. Αυτό κάνει δύσκολη την παρέα με κόσμο, ε…; Δυσκολεύτηκες να κυκλοφορήσεις τη συλλογή σου; Έγινε σχεδόν συμπτωματικά. Δεν ήξερα πώς να κινηθώ και πού να την πάω. Έγινε μέσω κάποιων γνωστών, που μ’ έφεραν σε επαφή με τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Και απλώς έγινε. Ακόμα και τώρα, δεν ξέρω να κινηθώ στο χώρο. Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να ολοκληρώσω μια ιστορία και να τη δώσω σε κάποιον να τη διαβάσει. Δίνω τα κείμενα σε στενούς φίλους, που έχουν την ίδια νοοτροπία με μένα, αλλά και άλλους που είναι ως αναγνώστες πιο κοντά στο μέσο όρο. Οι αναγνώστες της δεύτερης κατηγορίας μου δίνουν αντιδράσεις στο επίπεδο της δομής —δηλαδή θα τους ρωτήσω όχι αν τους άρεσε σαν μύθος, αλλά αν τους φαίνεται λειτουργικό ως δομή, αν κυλάει. Δέχομαι και ενσωματώνω παρατηρήσεις στο επίπεδο της φόρμας. To περιεχόμενο όμως δεν αφήνω να μου το πειράξουν. Τι ακριβώς συνέβη και το βιβλίο δεν περιελήφθη στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Διαβάζω; Η κριτικός Μάρη Θεοδοσοπούλου αναρωτιόταν πρόσφατα από τη στήλη της. Και εύλογα. Θέλω να την ευχαριστήσω —και ήδη το έχω κάνει— γιατί με στήριξε πάρα πολύ και μου δίνει δύναμη. Να πω εδώ ότι δεν τη γνωρίζω προσωπικά. Αλλά δεν θέλω σχολιάσω τι έγινε με τα βραβεία του Διαβάζω. Γιατί, όπως σου είπα, δεν κινούμαι στο χώρο. Τι σχόλια έχεις ακούσει από άλλους συγγραφείς για το βιβλίο; Ο πρώτος που ασχολήθηκε μαζί μου ήταν ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι του άρεσε και να βρεθούμε. Εγώ ήμουν σε απίστευτη κατάσταση, γιατί έχω μεγαλώσει με τα βιβλία του. Και υπήρξαν και άλλοι που τους εκτιμώ: ο Ανδρέας Μήτσου, ο οποίος με βοήθησε να κάνουμε και κάποια παρουσίαση στα πλαίσια μια εκδήλωσης των Εκδόσεων Γαβριηλίδη. Και άλλοι. Πάντως, έχω την αίσθηση ότι το ύφος του βιβλίου είναι δύσκολο και όχι προσιτό στο ευρύ κοινό. Το παράλογο και ανορθόλογο στοιχείο, τουλάχιστον στην εποχή μας, δεν ξέρω αν ενδιαφέρει πολύ κόσμο. Βέβαια, δεν με απα-

σχολεί ιδιαίτερα, διότι η γραφή με αυτό το ύφος μου προκύπτει σαν ανάγκη. Είμαι περίπου υποχρεωμένος να γράφω έτσι. Και χαίρομαι που άρεσε σε ορισμένους συγγραφείς. Μπορώ να πω ότι άρεσε αρκετά και στους μαθητές μου, στο σχολείο, αλλά πάλι τους έφερνε σε μια αμηχανία. Αν και το βρίσκω σχεδόν κολακευτικό αυτό. Αν δεν είναι ξεκάθαρο πώς να αντιδράσει κανείς, αναρωτιέται. Αναγκάζεται και σκέφτεται. Τι αρνητικά σχόλια άκουσες; Πρώτα απ’ όλα, ότι ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος και απαιτείται προηγούμενη τριβή με κάτι ανάλογο για να μπορέσει να αντιληφθεί το βιβλίο. Δεύτερον, ότι δίνεται η αίσθηση, όσο προχωράει κανείς προς το τέλος των διηγημάτων, ότι αναδύεται μια μανιέρα: στα περισσότερα διηγήματα υπάρχει μια παράδοξη ανατροπή στο τέλος. Συμφωνείς μ’ αυτό; H αλήθεια είναι ότι συμφωνώ. Δεν το βλέπω ως μεγάλο μειονέκτημα, αλλά καταλαβαίνω ότι η επανάληψη μπορεί οδηγήσει κάποιον να σκεφτεί ότι και το επόμενο διήγημα και πάλι θα κορυφωθεί στο τέλος. Αυτό προσπαθώ, στα καινούρια κείμενα, να το αλλάξω λιγάκι. Δηλαδή να βάλω την ανατροπή… λίγο πιο πριν. Ένα τρίτο σχόλιο —που μάλιστα έχει αναφερθεί σε άλλη περίπτωση και ως πλεονέκτημα— είναι ότι υπάρχει μια αφέλεια στον τρόπο που ζουν και κινούνται οι ήρωες των ιστοριών. Αλλά το στοιχείο αυτό είναι εσκεμμένο. Οι ήρωες μου δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Όμως, γενικά αναζητώ την απλότητα. Κι ίσως αυτό να έχει να κάνει με τις σπουδές μου. Ασχολήθηκα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με τον Wittgenstein, ο οποίος στο πρώιμο έργο του μιλούσε για μια ανάλυση του κόσμου και της γλώσσας τέτοια, ώστε να φτάσουμε σε ένα έσχατο οντολογικό επίπεδο, όπου έχουμε απλές δομές. Αυτό μ’ ενδιαφέρει. Οι απλές δομές. Ο Wittgenstein πρέπει να μ’ έχει επηρεάσει πολύ σ’ αυτό. Είχες ανεβάσει με αφορμή το βιβλίο σου ένα blog, όπου, στις αγαπημένες σου αναφορές, συνυπήρχε ο Βιζυηνός και ο Tarkovsky με τον Will Ferrell και τον Ben Stiller. Μ’ αρέσει πολύ ο Stiller και οι υπόλοιποι της παρέας του. Είναι σαν να βλέπεις φίλους-πειραχτήρια, που πυρπολούν κάθε έννοια σοβαρότητας. Κι έχουν κι αυτό το ανορθόλογο στοιχείο. Όσο κι αν απευθύνονται στον πολύ κόσμο, έχουν κάτι υπόγειο που τορπιλίζει τη συνθήκη της σοβαρότητας. Στο μυαλό μου δεν έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τον Τarkovsky ή τον Βιζυηνό. Γιατί ο Tarkovsky και ο Βιζυηνός δεν είναι «σοβαροί», είναι ποιητικοί… Αποκλείουμε δηλαδή την περίπτωση να γελούσε ο Tarkovsky με ένα καλό αστείο του Ben Stiller; Έχεις προσπαθήσει ποτέ να χορέψεις Καρουάνα; Όχι, αλλά είχα σκεφτεί κάποτε να βρω ένα παιδί και να το βάλω να χορέψει μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο τρόπος που χορεύει ο Καρουάνας είναι ενάντια στο ρυθμό. Το «άρρυθμο» υπάρχει στην εφηβεία και είναι, ίσως, ένα σύμβολο που παραπέμπει στη δομή όλων των διηγημάτων μου. Συχνά γύρω μας συμβαίνει —σε γεγονότα, σε καταστάσεις— μια διασάλευση του ρυθμού. Ίσως και η ίδια η έννοια του ρυθμού να είναι μια κατασκευή. Πραγματικά, θέλω να δω πώς θα το απομαγνητοφωνήσεις όλο αυτό… Abstract: John Palavos talks with Panos Tsiros, a new greek writer, over his first collection of short stories, the recurring themes and the main inspirations.


Το Κοράκι: Η ιστορία μιας απαγόρευσης του Λουκά Τσουκνίδα

Το 1943, στο κατεχόμενο Παρίσι, ο Henri-George Clouzot γύρισε, με γερμανικά λεφτά, μια ταινία που, ούτ’ οι γερμανοί ούτ’ οι ελεύθεροι γάλλοι μπόρεσαν ν’ αντέξουν. Και το σινεμά βρέθηκε απ’ τις αλυσίδες στο εδώλιο...

Η σκιά και το φως Κατά την περίοδο που ο Ναζισμός κέρδιζε έδαφος σε Γερμανία και κεντρική Ευρώπη, αλλά και αφού οι Γερμανοί έγιναν κατακτητές, πολλοί άνθρωποι του κινηματογράφου επέλεξαν, είτε λόγω εβραϊκής καταγωγής είτε λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, να μετοικήσουν στο Χόλιγουντ. Την ίδια ώρα, κάποιοι άλλοι έμειναν πίσω και συνέχισαν να κάνουν ταινίες κάτω απ’ τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν. Κάτι τέτοιο συνέβη και στη Γαλλία, με την πλούσια κινηματογραφική ιστορία, η οποία όμως διαθέτει και τα «μαύρα» κεφάλαιά της. Βέβαια, το «μαύρο» είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, ανάλογα με την οπτική γωνία και τη χρήση του φωτισμού, κάτι που ήξερε καλά, σαν άριστος τεχνίτης, ο Henri-Georges Clouzot. Όταν μια λάμπα, μοναδική πηγή φωτός, κουνιέται πέρα-δώθε στο δωμάτιο, η σκιά με το φως, το μαύρο με το άσπρο εναλλάσσονται αντίστοιχα. Αν τότε, προσπαθήσεις να σταματήσεις τη λάμπα με το χέρι, θα καείς. Με το πέρας, όμως, του απαραίτητου χρόνου, η λάμπα θα σταματήσει να κουνιέται, το «μαύρο» και το άσπρο θα γίνουν συγκεκριμένα κι η επιλογή ενός απ’ τα δύο θα είναι οριστική κι αμετάκλητη. Ο Clouzot βρέθηκε κάτω απ’ τη λάμπα, εν μέσω Κατοχής, όσο αυτή κουνιόταν και με το «κατάμαυρο» Le Corbeau (Το Κοράκι) την άγγιξε και κάηκε. Ευτυχώς, όχι ανεπανόρθωτα...

Το μάτι του τίγρη Είναι το έτος 1919. Σε μια μικρή κωμόπολη της Γαλλίας, την παγκοσμίως άγνωστη Τουλ, μια σειρά από ανώνυμα γράμματα με την υπογραφή «L’ Oeil du Tigre (Το Μάτι του Τίγρη)» εμφανίζονται κατά συρροή κάτω απ’ τις πόρτες των ανυποψίαστων πολιτών. Σε καθ’ ένα απ’ αυτά υπάρχει μια πληροφορία που σπιλώνει τη φήμη κάποιου ευυπόληπτου μέλους της τοπικής κοινωνίας. Για τρία περίπου χρόνια, ο ανώνυμος επιστολογράφος κινείται αθόρυβα και χτυπά αναπάντεχα σπέρνοντας πανικό με τις αποκαλύψεις και τρόμο με την αποτελεσματικότητα και το θράσος του. Κι ίσως επειδή δεν ψεύδεται, προκαλεί και μερικές αυτοκτονίες στην πορεία. Τελικά, ως υπεύθυνη γι’ αυτό το μυθιστορηματικό έγκλημα, συλλαμβάνεται η Angele Laval. Μια δημόσια υπάλληλος που, μετά από έντονη ερωτική απογοήτευση, άρχισε να τρομοκρατεί με εντυπωσιακή μεθοδικότητα, τους συμπολίτες της, εκμεταλλευόμενη, φυσικά, το δυναμικό υποκρισίας που εμπεριέχεται σε κάθε είδους κοινωνία.

Για 1.000.000 ονόματα Είναι το έτος 1940. Η μισή Γαλλία παραδίνεται εν λευκώ στους γερ-

μανούς, ενώ το «ελεύθερο» τμήμα της αναλαμβάνει να διοικήσει η εθνικιστική, απολυταρχική Κυβέρνηση του Βισί που συνεργάζεται με τους Ναζί σε συγκεκριμένα θέματα... «εκκαθάρισης». Όμως κι οι γάλλοι πολίτες που ζουν στα κατεχόμενα δεν παν πίσω. Όπως αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα σ’ αυτήν την υπόθεση ταμπού, περίπου ένα εκατομμύριο ανώνυμα γράμματα φτάνουν στα διάφορα γραφεία της Γκεστάπο, αποκυρήσσοντας και καταδίδοντας ανθρώπους ως εβραίους ή αντιστασιακούς. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, πολύ συχνά, οι αιτίες είναι σοκαριστικά μικροπρεπείς, ασήμαντες διαμάχες μεταξύ γειτόνων κι ερωτικά ή ενδοοικογενειακά πείσματα. Άλλοτε δε, είναι και ψευδείς. Συγκλονιστική αποκάλυψη! Ένας μεγάλος αριθμός γάλλων αποδεικνύονται αδύναμοι να υψώσουν το ηθικό τους ανάστημα σε ώρες κρίσης κι ανίκανοι να δουν πέρα απ’ το μικροκοσμό τους και τις μικρότητές του.

Το κινηματογραφικό όραμα ενός ναζί Είναι το έτος 1941. Ο Φίρερ θέλει η «Πόλη του Φωτός» να γίνει επίκεντρο της βιομηχανίας της διασκέδασης σ’ όλη την «Αυτοκρατορία», ενώ ο Joseph Goebbels πιστεύει στον κινηματογράφο σαν εργαλείο προπαγάνδας, ειδικά στις κατακτημένες περιοχές. Στέλνει λοιπόν, στο κατεχόμενο Παρίσι, τον πρώην πιλότο της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας και κινηματογραφικό παραγωγό, Alfred Greven, ως επικεφαλή της νεοσύστατης Continental Films. Είναι μια εταιρεία παραγωγής που σκοπό έχει να τροφοδοτεί με ανούσιες, ψυχαγωγικές ταινίες το γαλλικό κοινό, μιας και το Χόλιγουντ είναι απαγορευμένο. Όμως ο Greven δεν είναι ούτε ένθερμος ιδεολόγος ούτε μεγαλομανής κομπογιαννίτης. Γνωρίζει ότι η απαγόρευση του αμερικάνικου σινεμά, ο διωγμός των αμέτρητων εβραίων δημιουργών, η φυγή πολλών αντίστοιχων γάλλων κι η φυσιολογική κατάρρευση της σχετικής βιομηχανίας, έχουν αφήσει ένα τεράστιο κενό. Θέλει να το γεμίσει, όχι με φτηνιάρικες, ασήμαντες παραγωγές, αλλά με καλές ταινίες από χαρισματικούς δημιουργούς. Στο βαθμό, βέβαια, που του επιτρέπει η δικαιοδοσία του.

Τρία παραδόξως δημιουργικά χρόνια Απ’ το ‘41 έως το ‘44, η Continental γίνεται το εγχώριο αντίβαρο στις πετσοκομμένες γαλλοκεντρικές προπαγάνδες του εθνικιστικού Κράτους του Βισί, μιας κι η γερμανική λογοκρισία είναι πολύ πιο χαλαρή με τις γαλλόφωνες ταινίες από ‘κείνη των εθνικοφρόνων.


Ο Greven προσλαμβάνει μερικούς απ’ τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους του γαλλικού σινεμά —όσους έμειναν πίσω, δηλαδή— τους οποίους γνωρίζει και θαυμάζει, όπως οι Clouzot, André Cayatte, Maurice Tourneur, Fernandel, Pierre Fresnay και Christian-Jaque. Οι ταινίες τους στην Continental διαθέτουν υψηλά στάνταρ παραγωγής, ενώ συχνά ντουμπλάρονται και παίζονται σε όλες τις γερμανοκρατούμενες περιοχές της Ευρώπης. Στη διάρκεια του τριετούς βίου της, η εταιρεία του Greven έβγαλε στις αίθουσες τριάντα ταινίες, κάποιες απ’ τις οποίες χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης μέχρι σήμερα. Η εμβληματική ταινία αυτής της περιόδου, διαχρονική, αλλά και με ενδιαφέρον παρασκήνιο, είναι το Le Corbeau του Henri-Georges Clouzot.

Το μάτι του ερπετού Είναι το έτος 1943. Ο Clouzot βάζει στο μάτι ένα σενάριο που, ενώ κυκλοφορεί στην πιάτσα εδώ και μια δεκαετία, ο δημιουργός του δεν έχει καταφέρει να πουλήσει. Το L’ Oeuil du Serpent (Το Μάτι του Ερπετού) του Louis Chavance, βασίζεται στα γεγονότα της Τουλ και στην παράνοια των ανώνυμων επιστολών που έσπειρε ανάμεσα στους συμπολίτες της μια μεθοδική τρελή. Για πολλά χρόνια μένει στο ράφι ως υπερβολικά πολιτικοποιημένο ή πεσιμιστικό, όμως ο Clouzot το οραματίζεται σαν ένα εξπρεσιονιστικό θρίλερ κι εν δυνάμει, μια ηθογραφία της κατεχόμενης Γαλλίας. Ξαναδουλεύει πάνω στην κεντρική ιδέα μαζί με τον Chavance και, στο πλαίσιο της σχετικής ελευθερίας που απολάμβανε εντός της Continental, γυρίζει ανενόχλητος το Le Corbeau, την ταινία που κόντεψε να του τερματίσει την καριέρα.

Το μάτι του κυκλώνα Είναι το έτος 1944. Η Γαλλία απελευθερώνεται κι αρχίζει η διαδικασία κρίσης όσων, επιφανών κυρίως, πολιτικών, στρατιωτικών ή πολιτών, συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Στο περιθώριο αυτής της χρονοβόρας και επίπονης περιόδου, κάτι παρόμοιο αποφασίζουν να κάνουν κι οι καλλιτέχνες. Οι γάλλοι δημιουργοί και σταρ της Continental βρίσκονται στο εδώλιο, ενώπιον μιας τριμελούς—την αποτελούν τρεις μέτριοι σκηνοθέτες— «Επιτροπής Εξαγνισμού» η οποία έμελλε ν’ αποφανθεί σε τι βαθμό συνεργάστηκαν και ποια θα ήταν η ποινή τους γι’ αυτό. Η ταινία που διχάζει περισσότερο δημιουργούς και κριτές είναι το Le Corbeau του Clouzot. Για τους θριαμβευτές, είτε Γκολιστές είτε Αριστερούς, αποτελεί δυσφήμιση του γαλλικού λαού και σπίλωση της εικόνας θάρρους και σύμπνοιας που προωθείται, ως αντιπροσωπευτική της περιόδου της Κατοχής. Η εντύπωση αυτή, ενισχύεται απ’ την φημολογία ότι οι γερμανοί πρόβαλλαν την ταινία παντού ως παράδειγμα της ηθικής κατάπτωσης των γάλλων. Ψευδής, πέρα ως πέρα, αφού οι λογοκριτές του Ράιχ —αλλά κι ο Goebbels με τον Greven— δεν εκτίμησαν τις αντιναζιστικές αποχρώσεις και την ηθική αμφισημία του φιλμ κι απαγόρευσαν να ντουμπλαριστεί και να διανεμηθεί ευρέως. Όσο για τον «εξαγνισμό» του γαλλικού σινεμά, στο πλαίσιο της διχογνωμίας μεταξύ διαννοούμενων, ο Clouzot γλίτωσε τον ισόβιο αποκλεισμό απ’ την επαγγελματική του δραστηριότητα. Τρία χρόνια θεωρήθηκαν αρκετά για να επιστρέψει αγνός, γεμάτος φιλογαλλικά αισθήματα. Αντίστοιχες ποινές έλαβαν κι οι συνεργάτες του ενώ το «τεκμήριο της προδοσίας», η ίδια η ταινία, παρέμεινε απαγορευμένη και καταχωνιασμένη μέχρι το 1969.

Όχλος κι αποδιοπομπαίοι τράγοι Το Le Corbeau χαντακώθηκε παρ’ ότι —ή μήπως επειδή;— έθετε στο τραπέζι θέματα που απασχολούσαν έντονα πολλούς γάλλους, όπως τα συνοψίζει σ’ ένα σχετικό του κείμενο ο Καθηγητής στο UCLA, Eric Gans: «Ακόμη και σήμερα, εκείνοι που εκθειάζουν το Le Corbeau σαν το αριστούργημα του Clouzot, μιλούν για το ζόφο

και τον κυνισμό του, τη σκληρή του άρνηση οποιασδήποτε ηθικής βεβαιότητας. Παρ’ όλ’ αυτά η δική μου εντύπωση είναι διαφορετική. Το βλέπω σαν ένα φιλμ για την εμπιστοσύνη και την αγάπη, απ’ τη μία, για τη σκληρή αλλά πραγματική αναγκαιότητα της ηθικής κρίσης, απ’ την άλλη. Καμία ταινία δεν καταδικάζει τόσο ηχηρά τις διώξεις αποδιοπομπαίων τράγων απ’ τον όχλο, για να μην αναφέρω τη διαβόητη περίπτωση των ανώνυμων καταδόσεων από γείτονα σε γείτονα κατά τη διάρκεια της Κατοχής στη Γαλλία. Αν και δεν έχει καμία σχέση με κατασκεύασμα πολιτικής προπαγάνδας, το Le Corbeau προάγει ανθρωπιστικές αξίες, που είν’ αντίθετες μ’ εκείνες των γερμανών κατακτητών και των συνεργατών τους στο Κράτος του Βισί. Και στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίζει την αναγκαιότητα, την προφανή σε περιόδους πολέμου, αλλά σπανίως εξεταζόμενη με τέτοια ειλικρίνεια, των βίαιων, υπεράνω νόμου, μέσων αντίδρασης. Η απεικόνιση των μέσων αυτών κατ’ αυτόν τον τρόπο εν έτει 1943, προφανώς, λειτουργεί ως μια απολογία για τις βιαιότητες που διέπραττε τότε η γαλλική αντίσταση.»

Η δεύτερη αποκύρηξη Όταν οι, μετέπειτα, εκπρόσωποι της Nouvelle-Vague άσκησαν μέσα απ’ τα Cahiers du Cinema τη σκληρή κριτική τους σε συγκεκριμένα μέλη των προηγούμενων γενεών σκηνοθετών και τους καταλόγισαν όλα τα κακά του σύγχρονού τους γαλλικού σινεμά, παρά τον «εξαγνισμό» του, ο Henri-Georges Clouzot ήταν ο ένας απ’ τους βασικούς στόχους τους. Το ότι η κριτική που του ασκήθηκε μοιάζει, σήμερα, θλιβερά παλιομοδίτικη, αντίθετα με το Le Corbeau ή άλλες ταινίες των κατάπτυστων δυναστών του «δημιουργικού» σινεμά, ίσως λέει κάτι. Πιο πολλά όμως, λέει το σχόλιο του μοναδικού «Κλουζικού» απ’ τη νέα φρουρά, του Francois Truffaut, για το Le Corbeau και την πραγματικότητα που αντικατοπτρίζει: «[...] εμένα μου φάνηκε ως μια αρκετά ακριβής απεικόνιση των όσων έγινα μάρτυρας κατά τη διάρκεια του πολέμου κι ύστερα απ’ αυτόν —συνεργασία, καταδόσεις, μαύρη αγορά, απάτες.» Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, δεν είχαν τη δικαιοδοσία να του κόψουν το σινεμά.

Με δίχως σάλιο Ο Clouzot ήταν ένας τεχνίτης-σκηνοθέτης, ένας κέρβερος που είχε τον απόλυτο έλεγχο του δημιουργήματός του, κάθε πλάνου, κάθε διαλόγου και της κάθε έκφρασης του κάθε ηθοποιού. Και παρά την δίκη-παρωδία στα χέρια των εξαγνιστών και την τριετή ποινή του, η οποία διαθέτει προφητικές αποχρώσεις αντίστροφου Μακαρθισμού, δεν υπήρξε ποτέ καμία ένδειξη ότι ήταν φιλοναζιστής, συνεργάτης, καταδότης ή άλλα τέτοια «μαύρα» σαν το κοράκι του. Το Le Corbeau, που προβάλλεται πλέον σ’ όλο τον κόσμο χωρίς ενοχικά σύνδρομα και σμιχτά φρύδια να το συνοδεύουν, είναι μια ταινία μ’ ολοφάνερη τη σφιχτή λαβή του δημιουργού της επάνω της. Κάθε επί μέρους πτυχή του γενικότερου θέματος αντιπροσωπεύεται από έναν χαρακτήρα, ένα περιστατικό, ένα πλάνο ή ένα διάλογο, το πικρό χιούμορ σκάει στα μούτρα των χαρακτήρων της, είναι φταγμένη για νά ‘ναι διαχρονική, ενώ παραμένει πιστή στο στιλ της, είν’ ένα άψογο θρίλερ. Αποτελεί υπόδειγμα ενός συγκεκριμένου τρόπου κινηματογραφικής δημιουργίας, αλλά και μιας αφήγησης που παίρνει θέση για το θέμα της χωρίς να κρύβει τα ερωτήματα που δημιουργούνται στην πορεία. Ο Henri-George Clouzot κι ο Louis Chavance μοιάζουν, στην εξέλιξη του Le Corbeau, να δίνουν στεγνά την ανθρωπότητα για τα χειρότερα ελαττώματά της. Στην πραγματικότητα, δίνουν ασάλιωτα την ομήγυρη των μετρίων, που τους έκρινε και τους «τιμώρησε». Abstract: Loukas Tsouknidas recounts the story behind Henri-Georges Clouzot’s Le Corbeau and talks about the film’s timeless value and penetrative social critique.


Η ελευθερία στο πάρκο Με αφορμή τη σύλληψη εφημεριδοπωλών, προερχόμενων από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, ο George Orwell έγραψε, το 1945, το παρακάτω επίκαιρο άρθρο για την ελευθερία του Τύπου. Μετάφραση: Λουκάς Τσουκνίδας / εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιαράς


Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, έξω απ’ το Hyde Park, συνελλήφθησαν για παρακώλυση της κυκλοφορίας πέντε άνθρωποι που πουλούσαν εφημερίδες. Όλοι, ανεξαιρέτως, κρίθηκαν ένοχοι απ’ το Πλημμελειοδικείο. Οι τέσσερις απ’ αυτούς εισέπραξαν ποινή φυλάκισης έξι μηνών, ενώ ο πέμπτος τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ προστίμου σαράντα σελινίων ή κράτησης διάρκειας ενός μήνα. Προτίμησε να εκτίσει την ποινή του. Οι εφημερίδες που πουλούσαν οι κατηγορούμενοι ήταν, μεταξύ άλλων παρόμοιων εντύπων, η Peace News, η Forward και η Freedom. Η πρώτη είναι το όργανο της Ένωσης των Ειρηνιστών (Peace Pledge Union), η δεύτερη το όργανο των Αναρχικών κι όσο για την τρίτη, παρ’ ότι η πολιτική της άποψη συχνά αψηφά την κατηγοριοποίηση, θα μπορούσε να εκληφθεί ως σκληροπυρηνικά Αριστερή. Κατά την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, ο πλημμελειοδίκης τόνισε ότι δεν επηρεάστηκε καθόλου απ’ τη φύση των εντύπων που πωλούνταν, αλλά τον απασχόλησε η παρακώλυση και μόνο, μια παράβαση που, τυπικά, είχε διαπραχθεί. Ανοίγονται, λοιπόν, αρκετά σημαντικά ζητήματα. Και πρώτα πρώτα, η στάση του νόμου απέναντι στο συγκεκριμένο θέμα. Απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, το να πουλάς εφημερίδες στο δρόμο αποτελεί μια τυπική παρακώλυση, ειδικά όταν δεν μετακινηθεί κανείς μετά την προτροπή κάποιου αρμοδίου. Άρα θα ήταν απολύτως νόμιμο για κάθε αστυνομικό να συλλάβει —όποτε του καπνίσει— οποιονδήποτε πλανόδιο πουλά την Evening News. Προφανώς όμως, αυτό δε συμβαίνει ποτέ, αφού η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου αφήνεται στην ευγενή διακριτικότητα του εκάστοτε οργάνου της τάξης. Και τότε, τί είναι ‘κείνο που οδηγεί την αστυνομία να συλλαμβάνει έναν συγκεκριμένο άνθρωπο αντί για κάποιον άλλον που προβαίνει στην ίδια παράβαση; Ότι και να λέει ο πλημμελειοδίκης για τις προθέσεις του στην παραπάνω περίπτωση, μου μοιάζει απίθανο οι αστυνομικοί να μην ενήργησαν επηρεασμένοι απ’ τις όποιες πολιτικές αποχρώσεις. Παραείναι υπερβολική η σύμπτωση να έχουν επιλέξει τους παραβάτες εκείνους που πουλούσαν τις συγκεκριμένες εφημερίδες. Αν βέβαια, είχαν συλλάβει κάποιον που πουλούσε την Truth ή την Tablet, τη Spectator ή ακόμη και την Church Times, η αμεροληψία τους θα ήταν πολύ πιο αληθοφανής. Φυσικά, η βρετανική αστυνομία δεν είναι δα κι η Γκεστάπο, αλλά δε νομίζω πως θα ήταν άδικο αν κάποιος παρατηρούσε ότι, στο παρελθόν, έχουν υπάρξει εχθρικοί προς τις δραστηριότητες των Αριστερών συμπολιτών μας. Σε γενικές γραμμές, έχουν δείξει την τάση να παίρνουν το μέρος όσων θεωρούνται προστάτες της ιδιωτικής περιουσίας. Μέχρι πολύ πρόσφατα οι λέξεις «κόκκινος» και «παράνομος» ήταν σχεδόν συνώνυμες και ήταν ο πωλητής της Daily Worker αντί για ΄κείνον, φερ ειπείν, της Daily Telegraph που γινόταν αντικείμενο παρενοχλήσεων. Προφανώς, το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί ακόμη και κάτω από μια κυβέρνηση Εργατικών. Αυτό όμως που θά ‘θελα να ξέρω —κάτι που δε συζητείται συχνά— είναι τι είδους αλλαγές γίνονται στο προσωπικό όταν αλλάζει μια κυβέρνηση. Συνεχίζει ένας αστυνομικός, που διακατέχεται από μια επιφανειακή εντύπωση πως ο Σοσιαλισμός είναι κάτι παράνομο, να ενεργεί απ’ το ίδιο πόστο όταν η ίδια η κυβέρνησή του είναι σοσιαλιστική; Αναρωτιέμαι τι θ’ απογίνει το Ειδικό Γραφείο της Σκότλαντ Γιαρντ σε περίπτωση που αναλάβουν οι Εργατικοί. Κι η Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών; Κανείς δε μας λέει, αλλά όσα βλέπουμε να γίνονται

δεν αποτελούν ενδείξεις προς οποιαδήποτε ριζική ανακατάταξη. Παρ’ όλ’ αυτά, η ουσία του παραπάνω επεισοδίου είναι ότι εκείνοι που δε θά ‘πρεπε να παρακωλύονται ποτέ σ’ αυτό που κάνουν, είναι οι άνθρωποι που πουλάν εφημερίδες ή πολιτικά φυλλάδια. Το ποια είναι κάθε φορά η μειονότητα που απειλείται με αποκλεισμό —Ειρηνιστές, Κομμουνιστές, Αναρχικοί ή ακόμη κι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά της Λεγεώνας των Αναμορφωτών του Χριστιανισμού, που προσφάτως ανακύρηξαν τον Χίτλερ σε μετενσάρκωση του Ιησού Χριστού— είναι δευτερεύουσας σημασίας. Είναι δε πάρα πολύ σημαντική η συγκυρία, αυτοί οι άνθρωποι να έχουν συλληφθεί στο συγκεκριμένο σημείο. Όλοι γνωρίζουν ότι απαγορεύεται να πουλάς έντυπα μέσα στο Hyde Park, αλλά εδώ και πολλά χρόνια οι εφημεριδοπώλες συνηθίζουν να στήνουν την πιάτσα τους στην είσοδο του πάρκου και να μοιράζουν φυλλάδια που σχετίζονται με τις ανοιχτές συνεδριάσεις πολιτών που γίνονται λίγο πιο κάτω. Σ’ αυτό το συγκεκριμένο σημείο, έχει πουληθεί κατά καιρούς κάθε είδους έντυπη έκδοση χωρίς καμία παρεμπόδιση. Ο βαθμός της ελευθερίας του Τύπου που απολαμβάνουμε σ’ αυτή τη χώρα είναι μάλλον υπερτιμημένος. Τυπικά, υπάρχει μεγάλη ελευθερία, αλλά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου ανήκει σε λίγους ανθρώπους λειτουργεί παρόμοια με μια Κρατική λογοκρισία. Απ’ την άλλη, η ελευθερία του λόγου είναι μια αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα. Μπορείς να πεις οτιδήποτε θέλεις από οποιοδήποτε βήμα επιλέξεις ή σε δημόσιους χώρους συζήτησης όπως το Hyde Park και το σημαντικότερο, κανείς δε φοβάται να εκφράσει ανοιχτά τις πραγματικές του απόψεις σε μια παμπ, σ’ ένα λεωφορείο ή οπουδήποτε αλλού. Το θέμα όμως, είναι ότι η σχετική ελευθερία που απολαμβάνουμε εξαρτάται από την κοινή γνώμη. Ο νόμος δεν αποτελεί κανενός είδους προστασία. Η κυβερνήσεις θεσπίζουν νόμους, αλλά το κατά πόσο αυτοί εφαρμόζονται ή το πώς η αστυνομία συμπεριφέρεται στ’ όνομά τους, εξαρτάται απ’ τη γενικότερη διάθεση που επικρατεί στη χώρα. Αν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων ενδιαφέρεται για την ελευθερία του λόγου, τότε θα υπάρχει ελευθερία του λόγου, ακόμη κι αν ο νόμος την απαγορεύει. Αν η κοινή γνώμη είναι νωθρή, οι μειονότητες που δεν είναι αρεστές θα διώκωνται, ακόμη κι αν υπάρχει νόμος που τις προστατεύει. Η εξασθένιση της επιθυμίας για ατομικές ελευθερίες δεν είναι τόσο έντονη όσο θα προέβλεπα έξι χρόνια πριν, στις απαρχές του πολέμου, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είναι παρατηρήσιμη. Η θέση ότι κάποιες συγκεκριμένες απόψεις δεν είναι ασφαλές ν’ ακούγονται γίνεται όλο και πιο δημοφιλής. Αποτελεί δε σταθερό ίδιον των διανοούμενων, οι οποίοι θολώνουν το ζήτημα με το να μη διακρίνουν ανοιχτά τη δημοκρατική αντιπολίτευση απ’ την απροκάλυπτη εξέγερση και αντανακλάται στην αυξανώμενη αδιαφορία απέναντι στην τυραννία και την αδικία που συμβαίνει έξω απ’ τη χώρα μας. Κι ακόμη κι εκείνοι που δηλώνουν απερίφραστα ως υποστηρικτές της ελευθερίας της έκφρασης οποιασδήποτε άποψης, δε διστάζουν να κάνουν πίσω όποτε διώκωνται οι προσωπικοί τους αντίπαλοι. Δεν υπονοώ ότι η σύλληψη πέντε ανθρώπων που πουλούσαν ακίνδυνες εφημερίδες αποτελεί όλεθρο. Όταν βλέπει κανείς τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα, ένα τόσο μικρό επεισόδιο μοιάζει ανάξιο αναφοράς. Κι έτσι νά ‘ναι όμως, τέτοια επεισόδια δεν αποτελούν ευτυχές σύμπτωμα τώρα που ο πόλεμος τελείωσε οριστικά και θά ‘μουν πιο ικανοποιημένος αν το παραπάνω περιστατικό κι όσα παρόμοια έχουν προηγηθεί, προκαλούσαν τη γνήσια κατακραυγή των πολιτών αντί της χλιαρής αναταραχής από συγκεκριμένα τμήματα του μειονοτικού Τύπου.


Το άλλο μισό και το τοπίο ( Σημ.: Οι ιδιαιτερότητες στους τονισμούς, στη χρήση των αποστρόφων και στις συνθέσεις λέξεων προκύπτουν απ’ το προσωπικό ύφος του γραφόντος.)

του Βασίλη Καράδαη

Είστε απόλυτα βέβαιοι ότι αύριο το πρωί ο ήλιος θ’ ανατείλλει; Μπορεί κανείς να περπατήσει γιαλό-γιαλό όλη την Ελλάδα; Που φωλιάζει η άγρια χαρά και ποια είν’ η δύναμη της συνήθειας; Ένας μαθηματικός εξηγεί... «Η επανάληψη, μητέρα κάθε μάθησης –το λέν κι’ οι προπαγανδιστές»


Το λογικά δυνατό, τα μαθηματικά κι’ η ανατολή του ήλιου Σάν κάθε άνθρωπο του καιρού μας και του τόπου μας, καθέναν πάν’ απ’ τα εικοσπέντε-τριάντα πές, έτυχε κι’ εγώ νά ’χω ασχοληθεί με δυό-τρία πράματα περισσότερο απ’ ότι μ’ άλλα. Έν’ απ’ αυτά ειναι τα μαθηματικά, και έτυχε να τον τραβήξω πολύ τον αμανέ και να μάθω αρκετά καλά τι παίζει με την πρακτική της δραστηριότητας αυτής στον καιρό μας και στον τόπο μας. Τα περισσότερα γνωρίσματα αυτής της πρακτικής είναι μεμπτά. Είναι θεσμισμένη να ασκείται αποκλειστικά στο χώρο του πανεπιστημίου, σε απόσταση ασφάλειας απ’ τα μάτια του υπόλοιπου κόσμου. Περιβάλλεται και απο έναν ρομαντικό, αλλα παρόλ’ αυτά πρόστυχο μύθο, απο τον οποίο τύποι σάν εμένα αντλούν πρεστίζ και βγάζουν άμα λάχει και γκόμενες πού και πού, και τον οποίο συνθέτουν παράλογες, αφύσικες και απερίσκεπτα ασαφείς πίστεις: «τα μαθηματικά είναι μιά παγκόσμια γλώσσα» (υπονοείται, πάνω απο κάθε φυσική ανθρώπινη γλώσσα), «τα μαθηματικά είναι για τους έξυπνους» (υπονοείται, όχι για όλους τους ανθρώπους), «τα μαθηματικά είναι η βάση όλων των επιστημών» (υπονοείται, όλης της ανθρώπινης γνώσης), και άλλα τέτοια. Μέσα σε κάθε προηγούμενη παρένθεση μπορείτε άνετα να βάλετε στο τέλος ένα θαυμαστικό, μιά και κάθε τέτοια χυδαία πίστη μπορεί να ξεμπροστιαστεί πολύ εύκολα –αφήνεται ως άσκηση για το σπίτι. Ωστόσο, στην πρακτική των μαθηματικών υπάρχουν και λίγα ανεκτίμητα ελπιδοφόρα στοιχεία. Πρώτα-πρώτα, δέν μπορείς να πιστέψεις οτι κάτι είναι κάπως, άν δέν σ’ το αποδείξουν, αν δέν σ’ αφήσουν και δέ σε βοηθήσουν δηλαδή να το δείς ο ίδιος. «Πίσω απ’ το βουνό υπάρχει μια λίμνη» σου λέει κάποιος. «Δέν το πιστεύω» λές, «όλη μου τη ζωή μου λέγανε πως εχει έρημο, πές μου πώς να πάω εκεί να την δώ ο ίδιος». Αν δέν σου δείξει το μονοπάτι, δέν το ακολουθήσεις και δέν τη δείς με τα μάτια σου, δέν θα ξέρεις ποτέ αν λέει την αλήθεια, ούτε και θα τον πιστέψεις. Μετά, είσαι αναγκασμένος να αποδεχτείς οτι κάτι είναι κάπως, εφόσον σ’ το αποδείξουν, να πιστέψεις οτι βλέπεις αυτό που βλέπουν τα μάτια σου. Ακόμα κι’ αν δέν περίμενες με τίποτα να βρείς λίμνη πίσω απ’ το βουνό, άν ακολουθήσεις το μονοπάτι και την δείς, θά ’σ’ αναγκασμένος να παραδεχτείς οτι υπάρχει. Με άλλα λόγια, κάθε μαθηματικός οφείλει να είναι ένας άπιστος Θωμάς –απ’ τις λίγες ανθρώπινες, ειλικρινείς και έντιμες φιγούρες των χριστιανικών παραμυθιών. Τέλος, με τα παραπάνω αναπτύσσεις παράλληλα καί αυτοπεποίθηση καί ταπεινοφροσύνη. Αυτοπεποίθηση απ’ τη μιά, γιατί μαθαίνεις να εμπιστεύεσαι τις αισθήσεις σου, την άμεση εμπειρία σου. Αν είσαι αυτός που ανακάλυψε τη λίμνη, ότι και να πιστεύει ο κόσμος δέν θα καταφέρει με τίποτε να σε μεταπείσει οτι δέν υπάρχει, κι’ ακόμη κι’ άν δέν είσαι αυτός που την ανακάλυψε, το οτι ακολούθησες ο ίδιος το κακοτράχαλο μονοπάτι και μετά ’πο μέρες και βδομάδες ανεβοκατέβηκες κοτζάμ βουνό για να την αντικρίσεις, δέν σ’ αφήνει να προδώσεις το ταξίδι και να πείς «ναί ρ’ εσείς, δίκιο, δέν υπάρχει, θα την φαντάστηκα». Ταπεινοφροσύνη απ’ την άλλη, γιατι μαθαίνεις να υποτάσσεις τις όποιες μεταφυσικές σου αντιλήψεις στη φυσική εμπειρία, καί στην δική σου καί στου άλλου. Μαθαίνεις να δέχεσαι την ύπαρξη της λίμνης απ’ τη στιγμή που βρήκες εσύ ή άλλος το μονοπάτι στο βουνό. Αντίθετα με γνωστές ομώνυμες αξίες, αυτή η αυτοπεποίθηση κι’ αυτή η ταπεινοφροσύνη είναι λέω απ’ τα πιό ανθρώπινα πράγματα στον κόσμο.

Κάποιος ο οποίος κάνει μαθηματικά συστηματικά, δέν μπορεί παρα να υιοθετήσει τα παραπάνω χαρακτηριστικά και μαθαίνει να λειτουργεί και να συμπεριφέρεται σαν άπιστος Θωμάς, ανεξάρτητος και προσγειωμένος. Αν όμως είναι όντως έτσι, μπορεί να πεταχτεί κανείς, οι μαθηματικοί θα έπρεπε να βρίσκονται στην πρωτοπορία κάθε επαναστατικού και αντιεξουσιαστικού κινήματος! Πράγματι, αφου κάθε καθεστώς εξουσίας βασίζεται σε κάποια δογματικά αλάθητη ορθοδοξία, ο μαθηματικός θά ’πρεπε νά ’ναι απ’ τους πρώτους αντάρτες, μιά και μέσ’ απο την καθημερινή του εργασία είναι μαθημένος –μαθημένος!– να μή δέχεται το αυταπόδεικτο της αυθεντίας. Είναι όμως οι μαθηματικοί αντάρτες; Δέν έχω παραδείγματα πρόχειρα. Σίγουρα, παιδί του καιρού μου και του τόπου μου κι’ εγώ, είμαι εγκληματικά ανιστόρητος, δέν ξέρω συνεπώς αν υπήρξαν τέτοιοι παλιότερα, μπορει ναί μπορει όχι. Όμως, ξέρω τί βλέπω με τα μάτια μου στο περιβάλλον μου, εδώ και σήμερα. Δέν θ’ αναλύσω γιατί –ανάμεσα σ’ άλλα, φταίει ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής μαθηματικής πρακτικής, η ημιμαθής εφαρμογή της αξιωματικής της μεθόδου–, αλλα οπωσδήποτε οι περισσότεροι συνάδελφοι συγκαταλέγονται στα πιό κοντόφθαλμα και αλλοτριωμένα μέλη του καιρού μας και του τόπου μας, και όσοι δέν είναι, σπάνια συνδέουν την εργασία τους με τις κοινωνικοπολιτικές τους ανησυχίες, ή τουλάχιστον σπάνια τ’ ομολογούν. Η αλήθεια είναι οτι στην εποχή της εξειδίκευσης που διανύουμε είναι εύκολο να νιώθει κανείς καλός μαθηματικός, και κατα τ’ άλλα νά ’ναι ένα άβουλο φυτό. Πιό κραυγαλέα ακόμη, μπορεί κάποιος να νιώθει καλός μαθηματικός και την ίδια στιγμή να είναι τρομερά δογματικός και παραμυθιασμένος μέσα στην ίδια του την επιστήμη. Αρκεί να τον τεστάρεις σε επίπεδο λίγο ευρύτερο απο το άμεσο αντικείμενο της δουλειάς του. Το αγαπημένο μου, όχι και τόσο τεχνικό παράδειγμα: «είσαι απόλυτα βέβαιος οτι αύριο το πρωί ο ήλιος θ’ ανατείλει;» Η πλειονότητα των μαθηματικών, όπως άλλωστε και των μή μαθηματικών, θ’ απαντούσε «πλάκα κάνεις;!... φυσικά». Πολύ περισσότερο, θα νιώσουν και προσβλημένοι. Είναι η προσβολή που ενδέχεται να νιώσει κάποιος άν τον ρωτήσεις για την ύπαρξη του θεού, για το φυσικό του έθνους, για την ποιοτική διαφορετικότητα της φυλής, για την αναγκαιότητα του σημερινού χρηματικού συστήματος, για το ηθικό των θεσπισμένων νόμων, για το καλοπροαίρετο του σημερινού σχολικού συστήματος, για το δίκαιο της δημοκρατίας μας και λοιπά και λοιπά και λοιπά. Ρώτα κάτι τέτοιο στο κατάλληλο άτομο και μπορεί να φάς και σφαλιάρα. Πάταξον μέν, άκουσον δέ. Στο παράδειγμα της ανατολής του ήλιου, οι περισσότεροι φαίνεται να μήν κατανοούν οτι οι φυσικοί νόμοι που φέρονται να διέπουν το σύμπαν, είναι διαπιστώσεις που έχουν μέν βασιστεί σε παρατηρήσεις αναρίθμητων ανθρώπων ανα τους αιώνες, δέν παύουν όμως να είναι αναπόφευκτα στατιστικής φύσης. Είναι διαπιστώσεις πάνω στο τί συμβαίνει στον κόσμο μας όπως τον ξέρουμε αιώνες και αιώνες, μέχρι σήμερα. Προσοχή: μέχρι σ ή μ ε ρ α . Κανένας δέν μπορεί να πείσει κανέναν με αυστηρά λογικά επιχειρήματα, οτι ότι ίσχυε μέχρι σήμερα, οφείλει να ισχύει και αύριο και μεθαύριο και στους αιώνες των αιώνων. Τί θα πείτε άμα απο αύριο, και σε πείσμα μακραίωνης εμπειρίας, για μέρες και μέρες πάψει ο ήλιος ν’ ανατέλλει; Αυτό που έχω να πώ εγώ, είναι οτι οι μαθηματικοί κι’ οι φυσικοί κι’ οι κοσμολόγοι θά ’ν’ αυτοί που θα τα βρούνε


πιό σκούρα απο όλους μας. Όμως. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο λογικά αβέβαιο της ανατολής του ήλιου και των άλλων. Η διαφορά είναι οτι η εμπειρία όλων σχεδόν των ανθρώπων και των άλλων ζώων που έζησαν ποτέ πάνω στη Γή συναινεί στο οτι ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα. Η πίστη οτι ο ήλιος θα συνεχίσει ν’ ανατέλλει, άν και ευάλωτη σε λογικές εξυπνάδες, βασίζεται σε μία καθολική και παντοτινή εμπειρία των ζωντανών της Γής. Ακόμη περισσότερο, στηρίζεται στην έλλογη και συστηματική εξέταση αυτής της εμπειρίας, στην επιστήμη δηλαδή της φυσικής. Κάθε άλλη όμως απ’ τις προαναφερμένες πίστεις, δέν στηρίζεται καθόλου σε παρόμοια καθολικές και παντοτινές εμπειρίες. Ούτε στο νυχάκι της δέν της φτάνουν της πίστης στην καθημερινή ανατολή του ήλιου. Το να πιστεύεις για παράδειγμα οτι η δημοκρατία είναι το πιό δίκαιο και ανθρώπινο σύστημα που μπορεί να υπάρξει, τόσο ισχυρά, όσο πιστεύεις οτι αύριο πάλι θα χαράξει, έ, αυτό ειναι χυδαία προσβολή για κάθε καθολική και παντοτινή γήινη εμπειρία, πόσο μάλλον για οποιονδήποτε άνθρωπο έζησε ποτέ. Ακόμα κι’ οι μαθηματικοί πρέπει να το καταλαβαίνουνε αυτό.

Το φυσικά θεμιτό, η αποκλειστική περιουσία και το ηλιοβασίλεμα Όταν ήμουνα μικρούλης, μού ’χε πεί ο πατέρας –νά ’ν’ το χώμα ελαφρύ– οτι ’πάρχει νόμος στην ελλάδα, σύμφωνα με τον οποίο ο αιγιαλός δέν επιτρέπεται να καπαρώνεται απο κανέναν. Ο οποιοσδήποτε θα έπρεπε νά ’χει την ελευθερία να περπατήσει γιαλόγιαλό όλη την ελλάδα. Δέν ξέρω το νομικό στάτους αυτού του ισχυρισμού. Δέν θα μου φαινότανε παράξενο να υπήρχε όντως κάποτε τέτοιος νόμος, και μάλιστα να είναι ακόμα σε ισχύ. Το «ισχύ», εντός εισαγωγικών φυσικά: δέν υπάρχει περίπτωση ν’ αρχίσεις να περπατάς οποιαδήποτε παραλία και να μήν σκοντάψεις αργά η γρήγορα σε ξενοδοχείο, βίλα, κατασκήνωση, ή και σε μή ιδιωτικές και καλά εγκαταστάσεις, όπως στρατόπεδα, κτίρια του εότ ή κι’ εγώ δεν ξέρω τί άλλο. Το γεγονός αυτό πάντα με τσάντιζε. Είναι ρε παιδί μου το ηλιοβασίλεμα ωραίο σ’ εκείνη την παραλία; Ε θέλω να μπορώ να το δώ ρε φίλε, πές με ρομαντικό. Δέν μπορώ ν’ ανεχτώ να μου καπαρώνεις το τοπίο, παπάρα, μου κακοφαίνεται πολύ, πάρα πολύ. Κι’ όμως, παρά το θεμιτό, θέλω ακόμα να πιστεύω, της επιθυμίας μου η φυσική ομορφιά του τόπου οπου ζώ να μοιράζεται απ’ όλους, η φυσική αυτή ομορφιά τείνει να αποκτιέται απο κάποιους, να ανήκει σε κάποιους. Να καπαρώνεται. Είναι τα λεφτά το πρόβλημα; Εδώ παίζουν σημαντικό ρόλο, αλλα γενικότερα μάλλον όχι, όχι τουλάχιστον άμεσα. Το πρόβλημα, λίγο γενικότερα, βρίσκεται στη νοοτροπία της αποκλειστικής περιουσίας, και η περιουσία δέν είναι κάτι που πάντα αγοράζεται ή πουλιέται με λεφτά. Για να το καταλάβει κανείς αυτό αρκεί να προσέξει λίγο τα ελληνικά του. Η έννοια της περιουσίας δηλώνεται με ρηματικούς τύπους όπως «έχω», «κατέχω», «μου ανήκει». Άσκηση για το σπίτι, άλλη μία: (α) βρείτε ουσιαστικά της καθομιλουμένης που συντάσσονται με αυτούς τους ρηματικούς τύπους, (β) ερευνήστε καταπόσο η έννοια της περιουσίας ως αποκλειστικού προνομίου, ως καπαρώματος δηλαδή, ελλοχεύει στην έννοια αυτών των ουσιαστικών. Θα δώσω εδώ μιά δικιά μου απάντηση στην άσκηση –που είναι

και η αφορμή για όλο αυτό το κατεβατό– κι’ εσείς παρακαλώ βαθμολογήστε την. Είμαι πές τώρα με τη γκόμενα καλοκαιράκι διακοπές. Την έχω γνωρίσει δυό βδομάδες πρίν στην πόλη. Είπαμε να συνδυάσουμε παρέες, πλάνα της τελευταίας στιγμής, και να κάνουμε τα μπάνια μας μαζί. Μές στην καύλα καί οι δύο. Τη γουστάρω επειδή ’ναι θεογκόμενα και τά ’χει και στητά, και με γουστάρει κι’ αυτή επειδή ’μαι πές μαθηματικός. Οπότε το κανονίζουμε και νά ’μαστε στην ωραία την παραλία κάπου στη Χαλκιδική –και σά τη Χαλκιδική δέν έχει, καθολικό και παντοτινό εμπειρικό δεδομένο. Αντίσκηνο, φωτιά στην παραλία, παρεΐστικη κιθάρα, μεθύσια, ’σίσια και λοιπές εφηβιές. Σερνόμαστε κάθε τόσο στη σκηνή και ζούμε τον έρωτά μας. Περνάν οι μέρες έτσι, ονειρικά. Ωσπου είναι μιά βραδιά μες στη σκηνή, εχουμε μόλις τελειώσει ταυτόχρονα, ακόμα ο ένας μές στον άλλο αγκαλιά, κι’ η θάλασσα ν’ ακούει παραδίπλα –στον κολοφώνα λέμε του ρομαντισμού και του ειδυλλίου–, που πετάμε ταυτόχρονα την εξής ατάκα: «είμαι δικός σου», «είμαι δικιά σου». Μπορεί και να μας βγεί αλλιώς, να πιάσουμε στο φιλότιμο: «είσαι δικός μου;», «είσαι δικιά μου;», ή να μας βγεί δεσποτικά και να παραλείψουμε το ερωτηματικό. Τέλος, πιστοί στις παραδόσεις του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου, μπορεί να μας βγεί το όλ ταϊμ κλάσικ: «σου ανήκω». Και το πραγματικά ξεδιάντροπο, καπάκι στα παραπάνω κολλάμε και το εξής: «σ’ αγαπάω», ή, «αγάπη μου». Η θεογκόμενα με τα στητά. Η τύπα που με κάνει άνθρωπο εδώ και τόσες μέρες. Αυτή που με στέλνει εκειπάνω, κι’ όταν ξαναπέφτω μ’ έχει αγκαλιά να μήν τσακιστώ. Η αγάπη μου. Η περιουσία μου. Μου το λέει κι’ αυτή, μόνο εγώ σ’ αγαπώ μωρό μου, μόνο εγώ ειμ’ εδώ για σένα, μόνο μ’ εμένα μπορείς να έχεις τα πάντα, όλο το φάσμα της ανθρώπινης επαφής, και σώμα και ψυχή και μυαλό, όλα σ’ ένα, σ’ εμένα, μόνο δικιά σου, εγώ, εσένα, άλλος, κανείς, μόνο εμείς, είμαστ’ ένα, όλα τ’ άλλα, στημένα για την πάρτη μας. Κάποτε λέμε να κάνουμε κι’ έναν περίπατο στην παραλία να φτάσουμε στο πέρα ακρωτήρι, ίσα που φαίνετ’ απο ’δώ, και να κάτσουμε ώς το ηλιοβασίλεμα. Αφήνω πίσω τις σαγιονάρες, αλλα ντάλα ’κόμα ο ήλιος, σε λίγο τσουρουφλίζοντ’ οι πατούσες μου στην άμμο, το γυρνάω στην ακροθαλασσιά, με καρφώνουνε οι πέτρες και πονάω, γυρνάω στην άμμο, και ούτω καθεξής. Το άλλο μου μισό γελάει με το πάθημά μου, «άχ αρσενικά αρσενικά» μου λέει, «αφού σου τό ’πα να πάρεις τα σανδάλια, δέν σ’ τό ’πα;» Μου τό ’πε, και νιώθω και λίγο βλάκας είν’ η αλήθεια. Αλλα χαριτωμένα βλάκας. Νιώθω οτι ανταποκρίθηκα στα αγορίστικα κλισέ. Είμαι τόσο μα τόσο χωμένος στην όλ’ ιεροτελεστία του δεσίματος ενός ζευγαριού του καιρού μας και του τόπου μας. Περπατάμε και πού και πού βουτάμε μές στη θάλασσα, σκάμε φιλάκια, κάνουμ’ αγκαλιές, γουστάρουμε σάν πούστες την όλη φάση. Δέν βλέπουμε κανέναν άλλο γύρω μας, δέν υπάρχει τίποτα. Ώσπου αναγκαζόμαστε να δούμε στο ένα μέτρο μπροστά το συρματόπλεγμα. «Τί σκατά;» «Ξέρω ’γώ;... Της βίλας εκειπάνω είναι;» «Ε μάλλον». Χαλιόμαστε. «Μά ειναι δυνατόν;» «Ναί ρε να πάρει, κοίτα, στην άλλη άκρη είναι το ακρωτήρι. Μάλλον πρέπει να το πάρουμε γύρω-γύρω για να πάμ’ εκεί τελικά». «Χωρίς σαγιονάρες;...» «Εμ τί να σου κάνω;...» Κοιτάει λίγο καλύτερα. «Βασικά, μπορούμε να πάμε και στ’ ακρωτήρι;» «Γιατί;» «Δέν σταματά η περίφραξη, κοίτα ’πο κεί...» «’Μώ το κέρατό μου


μέσα τους μαλάκες, γαμώ τ’ αυθαίρετά τους!...» Μ’ αγκαλιάζει. «Έλα, μή τα παίρνεις. Αφού εσύ εχεις εμένα, δέν είπαμε;» Και γλυκαίνω. Γιατι μπορεί να καπάρωσε ο άλλος το ακρωτήρι, αλλα έχω κι’ εγώ καπαρώσει τη θεά με τα στητά. Όσ’ ο άλλος θα γράφει ποιήματα μόνος στ’ ακρωτήρι βλέποντας το ηλιοβασίλεμα, μόνο αυτός και κανένας άλλος, εγώ θα γίνομ’ άνθρωπος μ’ αυτήν την γυναίκα, θα μαθαίνω τον εαυτό μου καλύτερα, τί αισθάνομαι, τί νιώθω, τί σκέφτομαι, θα κάνω και πλάνα για το μέλλον μή σου πώ, πλάνα για συμβίωση, για στήσιμο ζωής αποκοινού. Αλλα μόνο εγώ. Μ’ αυτήν, μόνο εγώ. Άλλος, κανείς. Την έχω. Την αγαπώ. Μ’ αγαπά. Μου ανήκει. Κι’ άν ακόμα σ’ ένα χρόνο θα την έχω κερατώσει, κι’ αυτή εμένα, με τη βοήθεια του θεού και του καιρού δέν θα πάψουμε ν’ ανήκουμε ο ένας στον άλλο.

Η άγρια χαρά στο φυσιολογικά θεμιτό Μού ’δωσ’ ένας φίλος πρόσφατα μία παλιά ταινία με τον Σπένσερ Τρέισι και τον Σίντνεϊ Πουατιέ. Είν’ ο Πουατιέ, ο μαύρος, αγαπητικός της κόρης του Τρέισι, του άσπρου, και τον φέρνει αυτή στο σπίτι μία μέρα κι’ ανακοινώνει οτι θέλει να τον παντρευτεί και να τους δώσει την ευχή του. Αυτά, στις ήπα της δεκαετίας του εξήντα. Ο Τρέισι, στα λόγια φιλελεύθερος και υπέρμαχος της φυλετικής ισότητας, περνάει μία μέρα κόλαση. Νιώθει αυτό που νιώθει ένας δώθε απ’ το βουνό που πάντα τού ’λεγαν οτι απ’ την άλλη έχει απέραντη έρημο, ώσπου του δείχνουν το μονοπάτι που οδηγεί λέει στη λίμνη. Αυτό που νιώθει το ελληνάκι που ακούει οτι δέν υπήρξε κρυφό σχολειό, κι’ οτι στην πραγματικότητα οι κακοί οι τούρκοι μας άφηναν νά ’χουμε κι’ εκκλησίες και σχολεία. Αυτά που νιώθει ο στρατόκαυλος όταν του λέν οτι ο στρατός δέν κάνει τους άντρες, καμιά φορά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Τέτοια πράματα, να μή τα λέω, τα λένε άλλοι πολύ καλύτερα. Ο Τρέισι τελικά παίρνει την έντιμη απόφαση να μήν προδώσει ότι πάντα πίστευε οτι είναι καί φυσικά θεμιτό καί λογικά δυνατό –ας τα πούμε μαζί «φυσιολογικά θεμιτό». Ήταν μάλιστα ’π’ τους λίγους ανθρώπους που είχαν ψάξει, μα ποτέ δεν βρήκαν στοιχεία ν’ αποδεικνύουν οτι απ’ την άλλη υπάρχει έρημος. Όταν συνεπώς έμαθε οτι βρήκε κάποιος μονοπάτι που οδηγεί σε νερό, ήθελε κατα κάποιο τρόπο ήδη να το πιστέψει. Και το πίστεψε. Και μάλιστα, το περπάτησε κι’ ο ίδιος. Και ένιωσε μιά άγρια χαρά οταν το έκανε. Ένιωσε ελεύθερος. Όπως νιώθεις όταν καταλαβαίνεις οτι δέν υπάρχει μάτι που κοιτάει τα πάντα ’πο κειπάνω στα σύννεφα, ή όταν καταλαβαίνεις οτι ο αλβανός δέν είν’ ενας άξεστος βλάκας, καλός μόνο για να καθαρίζει βόθρους για πενταροδεκάρες, αλλα κάποιος που μπορεί να σου μάθει πολύ καλύτερα ’π’ τις διηγήσεις των λαζοσυγγενών σου τί σημαίνει ξενιτιά και τί ανθρωπιά. Τέτοια χαρά. Αυτή που νιώθουν τόσοι και τόσες ανάμεσά μας, που ισχυρίζονται οτι ο κόσμος έχει τα χάλια του κι’ άς το παραδεχτούμε ’πιτέλους, και που αντιστέκονται σ’ αφύσικους, παράλογους πατροπαράδοτους θεσμούς. Τη χαρά που νιώθουν κάθε που πείθονται οτι κάποια δεσμά που για καιρό τους βάραιναν, δέν τους τα επέβαλλε καμιά φυσιολογική σταθερά. Την χαρά που νιώθουν, όταν βλέπουν οτι δέν είν’ οι μόνοι που δυσφορούν απ’ τα δεσμά. Είναι πάντως απίστευτο αν κάτσει κανείς να το σκεφτεί, πώς ακόμα κι’ αυτοί οι άνθρωποι, που είναι διατεθειμένοι να αντιδράσουν σε κάθε αφύσικο και παράλογο θεσμό, είναι παρόλ’ αυτά τόσο απρόθυμοι να σκεφτούν τη ζωή τους χωρίς ενα ταίρι

που θά ’ναι μόνο δικό τους, χωρίς ενα άλλο μισό. Έχω λοιπόν αφιερώσει πολύ χρόνο στα μαθηματικά, κι’ άν δεν είχα, έχω μυαλό και σκέφτομαι. Με βοηθά ν’ αναγνωρίζω αν κάτι είναι λογικά δυνατό. Απ’ την άλλη, έχω μάτια, αφτιά, μύτη, γλώσσα, χέρια, κι’ έχω και φίλους σοφούς να συζητάω. Με βοηθάν ν’ αναγνωρίζω αν κάτι είναι φυσικά θεμιτό. Και πιστεύω οτι αύριο θ’ ανατείλει πάλι ο ήλιος, σχεδόν όσο πιστεύω οτι αυτήν τη στιγμή πληκτρολογώ και οτι κάθομαι σε μιά καρέκλα και μ’ έχει πιάσει η μέση μου τόσες ώρες που καταγράφω αυτό το παραλήρημα κι’ αναπαράγω κοινοτοπίες, αντί να λύνω εξισώσεις όπως θά ’πρεπε. Αλλα δέν πιστεύω απαραίτητα οτι υπάρχει κάπου εκει έξω το άλλο μου μισό και με περιμένει να το βρώ. Διαλέγω να πιστέψω σε κάτι καθολικότερο και παντοτινότερο, κάτι που η φύση η ίδια δείχνει με χίλιους τρόπους οτι είναι πιό θεμιτό. Και θέλω να νιώσω αυτήν την άγρια χαρά κι’ εδώ. Για όσο αντέξω, άγρια καθώς ειν’ η χαρά κι’ εγώ πολιτισμένος, θέλω να βρώ τη δύναμη να αποδεχτώ οτι περιτριγυρίζομαι όχι απο δυνητικά άλλα μισά, αλλα απο υπαρκτά άλλα νιοστά –και συγχωρέστε με αν μιλάω ως μαθηματικός.

Υστερόγραφο Μ’ όλ’ αυτά, πρέπει να πούμε και κάτι ακόμα. Μπορεί κανείς όλα τα πειστήρια να αποδεχτεί και όλες τις αξίες να αναθεωρήσει, όλα κατόπιν να συμμορφώσει σύμφωνα με αυτό που του αποδείχθηκε οτι είναι φυσιολογικά θεμιτότερο απ’ αυτό που ήδη υπάρχει. Όλα;... Όχι όλα. Είναι κι’ αυτό το μικρό γαλάτικο κωλοχώρι, η συνήθεια. Είναι αυτό που έλεγε πιχί ο Κριαράς για τη γυναίκα του, που συνέχιζε για καιρό να γράφει πολυτονικά, παρότι στήριζε τον άντρα της στον αγώνα του με τα μπούνια. Μόνο και μόνο ένεκα συνηθείας. Πρέπει να το χωνέψει κανείς αυτό. Απο συνήθεια και μόνο, υπάρχει περίπτωση να πεθάνεις απο δίψα κι’ ας ξέρεις πιά οτι πίσω απ’ το βουνό υπάρχει λίμνη. Είν’ οτι δεν έμαθες ποτέ να θές να περπατάς καινούργια μονοπάτια, ή οτι απλά βαρέθηκες, μπάφιασες, δέν το ξανακάνεις. Κι’ υπάρχει περίπτωση αυτό να το ντύσεις ρομαντικά, είν’ η σαγήνη του θανάτου ίσως. Αλλ’ αναρωτιέμαι: είν’ αυτό ανθρώπινο; Και λέω ναί, είναι κι’ αυτό ανθρώπινο και φυσικό, κάποτε ο άνθρωπος να θέλει να πεθάνει, αλλα ίσως να το λέω και αυτό απο συνήθεια. Πρέπει πάντως να το χωνέψουμε καλά. Τελευταία δέν πεθαίνει η ελπίδα –αυτή ’ναι απ’ τα καθολικά παντοτινά, όλ’ η ζωή πάνω στη Γή δείχνει οτι η ελπίδα δέν λέει να πεθάνει ποτέ. Αυτό που πεθαίνει τελευταίο, και μαζί μ’ εμάς, είναι η συνήθεια. Μόναχο, Άνοιξη 2009 Abstract: Vasilis Karadice, mathematician and doubter, wonders about the limits in scientific truth and the concept of property and celebrates the joy of realising a natural truth and sticking to our habits.


Σιγά το Κατοικίδιο ένα διήγημα του Τσιφ Έντιτορ / εικονογράφηση: Δημήτρης Σακκάς


Ο βαριά ντυμένος σαραντάρης, γνωστός ως «Μισή-μερίδα», πέρασε με αργό βηματισμό τη μισάνοιχτη πόρτα. Το κρύο τον ακολούθησε σαν πιστό κυνηγόσκυλο ξεσηκώνοντας τους πρωινούς θαμώνες: «Πόρρρτααααα!» «Ρε Μισή-μερίδα, σε βάρκα γεννήθηκες;» «Θες να παγώσουμε, ρε φίλος;» «Κλείσε την πόρτα, Τζόνι… θα φύγει όλη η ζέστα», του φώναξε ο χοντρός μουστακαλής με την άσπρη ποδιά πριν ανεβάσει με το τηλεκοντρόλ τον θερμό αέρα στο φουλ. «Καλημέρα Μπάμπη. Μισή μερίδα τυρί, μισή κρέμα κι ένα καυτό νες σκέτο», είπε ο Γιάννης κλείνοντας με προσοχή τη μεταλλική πόρτα, ώστε να κάνει όσο γίνεται λιγότερο θόρυβο. Χωρίς να βγάλει το παλτό του –παρά τις διαμαρτυρίες προς το πρόσωπό του, η πόρτα ήταν το τελευταίο μέρος απ’ όπου έμπαζε– κάθισε στο συνηθισμένο γωνιακό τραπέζι και άνοιξε τη δωρεάν εφημερίδα της πόλης. Ο κύριος τίτλος ήταν σαφής:

«ΤΡΙΤΟΣ ΦΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΟΚΑΚΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣ-

ΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕ ΤΟ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΜΑΧΑΙΡΟ;» Οι θαμώνες τον διάβασαν λαθραία κι άρπαξαν την ευκαιρία για λίγη πρωινή καζούρα: «Ρε Μπάμπη, άκουσα ότι κλείνεις νωρίς τα βράδια τώρα τελευταία.» «Μήπως το ακονίζεις το μπουγατσομάχαιρο;» «Την τεμαχίζεις τη μπουγάτσα;», ξεστόμισαν φράσεις όλο «νόημα» και ξέσπασαν σε δυνατά γέλια. Ο ευτραφής μαγαζάτορας τους κοίταξε περιφρονητικά στρίβοντας το μουστάκι του. Απόλαυσε για λίγο την πιθανότητα να τον φοβούνται και συνέχισε να τεμαχίζει τη μπουγάτσα με το ακονισμένο μπουγατσομάχαιρο. Εντωμεταξύ, όπως παρακολουθούσε τα πειράγματά τους, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο έσπασε το ανέκφραστο του προσώπου του Γιάννη, κάτι που μόνο η πρώτη γουλιά ζεστού καφέ μπορούσε να κάνει εδώ και καιρό. Το βλέμμα του έπεσε σε μια κατσαρίδα που περνούσε στα μουλωχτά κάτω απ’ το τραπέζι καθοδόν προς το επόμενο σκοτεινό σημείο. Σήκωσε το πόδι του πατώντας στη φτέρνα, το κατέβασε όσο χρειαζόταν για να ακινητοποιήσει το ζωντανό κάτω από το πέλμα του και άρχισε να πιέζει αργά, αλλά σταθερά. Το χαμόγελο του έγινε πιο έντονο όταν ακούστηκε ο ξερός ήχος που κάνει το κέλυφος του εντόμου υπό την πίεση του πέλματος. Υπεροχή! «Γιαννάκη, άσε ήσυχο το κατοικίδιο και φάτην πριν κρυώσει. Η

μπουγάτσα τρώγεται ΜΟΝΟ ζεστή», η μπάσα φωνή του μπουγατσατζή διέκοψε την απόλαυσή του. Ξαφνικά, λες κι ο Μπάμπης έδωσε το σύνθημα, μια βιασύνη τον κατέλαβε κι ο αργοκίνητος «Μισή-μερίδα» έγινε ανάλαφρος σαν πεταλούδα. Με γρήγορες κινήσεις καταβρόχθισε τη μπουγάτσα μπερδεύοντας βέβηλα κρέμα με τυρί και, ξεχνώντας τελείως τον καφέ, άφησε ένα μεγάλης αξίας χαρτονόμισμα κι εξαφανίστηκε. Βγήκε στην πολυσύχναστη λεωφόρο, πέρασε με κόκκινο αδιαφορώντας για τα κορναρίσματα και αφού κοντοστάθηκε στη θέα ενός περιπολικού, έστριψε στο σκοτεινό σοκάκι και μπήκε στο μικρό μεσιτικό γραφείο. Σε λίγα λεπτά είχε ραντεβού μ’ ένα φοιτητή για να του δείξει μια γκαρσονιέρα στη γειτονιά. Πήρε τη μαύρη τσάντα της δουλειάς και ξεκίνησε. Ο φοιτητής περίμενε εκεί που του είχε πει. Του έσφιξε το χέρι πολύ επαγγελματικά και του έδειξε το δρόμο προς το ασανσέρ. Η γκαρσονιέρα ήταν μικρή, αλλά καλά διευθετημένη. Έδινε μια εικόνα τάξης. Ο νεαρός έδειξε ικανοποιημένος και ζήτησε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Βγαίνοντας και πριν καλά-καλά σηκώσει το φερμουάρ του, μια γυαλιστερή λεπίδα διαπέρασε το λαιμό του απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο μεσίτης, ψύχραιμος, περίμενε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να δει την πρώτη σταγόνα αίματος να κυλάει απ’ τη σχισμή ανοίγοντας δρόμο προς τη μπλούζα του άψυχου φοιτητή. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι μ’ όλη τη ζωή μπροστά του έψαχνε φωλιά για την ευτυχία του. Το δηλητήριο πάγωσε τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο Γιάννης κερνούσε τους πελάτες παραβαίνοντας τους αυστηρούς κανόνες του. Ο επιτυχημένος ιδιωτικός υπάλληλος ήταν σαφής στις απαιτήσεις του. Οι γείτονες δεν έπρεπε να έχουν καμία οπτική επαφή με την καινούργια του έπαυλη. Κανείς δεν είδε το μεσίτη να του ανοίγει το κρανίο στα δύο με το τσεκούρι. Για την κοπέλα πάλι, που ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά εκείνο το δώμα στον πέμπτο, ο Τζόνι είχε ετοιμάσει κάτι πιο άμεσο. Η βενζίνη έσταζε από τα κοτσιδάκια της την ώρα που έβλεπε το αναμμένο σπίρτο να την πλησιάζει. Εκείνος έβρισκε τη μυρωδιά της σάρκας που καίγεται απολαυστική. Από μια παρόρμηση θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά στη φω… «Αχ, γαμώ την πανα… κάηκα!», η επαναφορά στην πραγματικότητα ήταν και πάλι, όπως πάντα, επώδυνη. «Όπα, ρε Τζόνι, κοίταζα τη μάπα σου που’ χε κολλήσει στο κενό και μού’ πεσε λίγο καφές πάνω σου. Δεν πιστεύω τώρα να θέλεις να σου φτιάξω άλλον;», ο Μπάμπης ξεκαθάρισε με τον τόνο της φωνής του ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επανορθώσει. Σ’ αυτή τη δουλειά, αν υποχωρήσεις μια φορά θα σε πατάν συνέχεια. Ο Γιάννης το αντιλαμβανόταν καλά αυτό. «Δεν πειράζει Μπάμπη. Έτσι κι αλλιώς έφευγα. Και συγνώμη για το κατοικίδιο.»


monkie #10: Summer madness  

Summer madness

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you