Page 1


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Προσοχή! Ναρκοπέδιο...

Η γρίπη των διαφημίσεων

Ένας γκουρού της ρεκλάμας θυμάται...

Ποιος θέλει τον Άνθρωπο των Πάγων;

Ο Άνθρωπος των Πάγων κι εκείνοι που πεθαίνουν για όσα πιστεύουν

Polaroid: Επιστροφή στο μέλλον

Ο θάνατος και η πιθανή ανάσταση της στιγμιαίας φωτογραφίας

Gran Torino: Η κραυγή ενός συντηρητικού

Η πολιτική ματιά του Clint Eastwood, μέσα απ’ την τελευταία του δημιουργία

Το Ισλάμ στην Ευρώπη: Το χρονικό μιας συζήτησης

Η συζήτηση που ξεκίνησε από ένα βιβλίο για το φόνο του Theo van Gogh...

Η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα... στη Γαλλία

Υπάρχει κάποιος που δε θέλει την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα;

Αντιβασιλικόν

Ένα διήγημα και δυο κολάζ

pdf / issue 09 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης, Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιαράς, Μαρέττα Σιδηροπούλου Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Χρυσαλία, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Αλέξης Γαγλίας, Γιάννης Παλαβός, Ανδρέας Παύλου Γιώργος Παπαθωμάς, Δημήτρης Δρένος, John Dolan, Γιώργος Πασχαλίδης, Μαρέττα Σιδηροπούλου Κωνσταντίνος Κόκκας, Κωνσταντίνα Κάλφα, Πέτρος Χριστούλιας, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος Αστέρης Μασούρας, Γκέλυ Μαδεμλή, Μαρία Δόγια, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης, Τάσος Ζαφειριάδης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Ειδικός σύμβουλος σε θέματα σχεδίου Marshall: Κωνσταντίνος Γκουσιάρης, Phd Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.myspace.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


the missing_link

© Bob Gutowski του Λουκά Τσουκνίδα

Προσοχή! Ναρκοπέδιο... «Το ντοκιμαντέρ μπορεί και ψεύδεται, επειδή αξιώνει μια σχέση με την αλήθεια, τέτοια, που η μυθοπλασία αδυνατεί να έχει.» Dai Vaughan, Μοντέρ-Συγγραφέας Επειδή η έννοια του ντοκιμαντέρ είναι πάρα πολύ ευρεία και ο εκ των προτέρων συσχετισμός του με τις έννοιες της πραγματικότητας και της αυθεντικότητας γίνεται εύκολα πρόσχημα, ορίστε κι ένας ακόμη αυθαίρετος ορισμός: Ο ντοκιμαντερίστας ενεργοποιείται από μια ιδέα ή από το ενδιαφέρον του για κάποιο γεγονός, το οποίο θεωρεί άξιο καταγραφής και διάδοσης. Ο ίδιος, έχει απλώς την επιφανειακή γνώση απ’ την οποία προέκυψε και το αρχικό του ενδιαφέρον κι έτσι, σκοπός του είναι να εντρυφήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να μάθει περισσότερα για το αντικείμενο. Την περιπέτειά του αυτή προς μια καινούργια γνώση κι εμπειρία, η κατάληξη και τα συμπεράσματα της οποίας είναι εξ αρχής άγνωστα, μας καλεί να ζήσουμε μαζί


the missing_link

του, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τις αφηγηματικές τεχνικές του κινηματογράφου. Στον τρόπο που θα επιλέξει να πει την ιστορία του και να μας κάνει να ενδιαφερθούμε γι’ αυτήν, είναι ενσωματωμένες όλες οι προκαταλήψεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματά του, η δική του —απόλυτα σεβαστή— υποκειμενική αλήθεια. Η αρχή, η μέση και το τέλος της ιστορίας γράφονται, αφού αυτή υπάρξει ως βίωμα κι αυτό, θα μπορούσε νά ‘ναι η ειδοποιός διαφορά με τη τυπική μυθοπλασία μιας και το ντοκιμαντέρ, εν τέλει, αποτελεί κι αυτό ένα είδος μυθοπλασίας. Απ’ την άλλη, οποιαδήποτε ταινία εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη ατζέντα και το συμπέρασμά της είναι ορατό απ’ το τρέιλερ ή και τον τίτλο ακόμη, αποτελεί μια συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια διάδοσης ιδεών και απόψεων με σκοπό τον επηρεασμό της συνείδησης της κοινής γνώμης προς συγκεκριμένη κατεύθυνση και με συγκεκριμένους στόχους. Είναι προπαγάνδα. Άλλοτε καλοφτιαγμένη κι άλλοτε για γέλια, άλλοτε μας βρίσκει σύμφωνους κι άλλοτε μας εξοργίζει, άλλοτε εντεταλμένη κι άλλοτε αυθόρμητη, αλλά παραμένει προπαγάνδα και όχι, δεν είναι τέχνη. «Μας λέν ότι η τέχνη είναι καθρέφτης —ένας καθρέφτης μέσα απ’ τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φύση. Νομίζω ότι πρόκειται για μια εικόνα ψεύτικη... Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, η τέχνη δεν είναι καθρέφτης, αλλά σφυρί. Είναι ένα όπλο που κρατάμε στα χέρια μας, με το οποίο βλέπουμε και λέμε τι είναι σωστό, καλό και όμορφο και σφυρηλατούμε έτσι το καλούπι και το μοτίβο των ανθρώπινων πράξεων.» Τα λόγια του John Grierson, ενός απ’ τους πατέρες του ντοκιμαντέρ, πρέπει, ίσως, να τοποθετηθούν μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο για να μην παρεξηγηθούν. Όχι, δεν ήταν μέλος της κυβέρνησης του Στάλιν ούτε σύμβουλος του Γκέμπελς. Ήταν ένας οραματιστής, που είδε στον κινηματογράφο του πραγματικού —ακόμη κι αν αυτό το πραγματικό, τις περισσότερες φορές, αποτελούσε αναπαράσταση ξαναπαιγμένη για την κάμερα— τη δύναμη να στρέψει την κοινή γνώμη και συνείδηση προς κάτι, κατά τη γνώμη του, καλύτερο για τον κόσμο μας. Βέβαια, το μέσο είναι ένα εργαλείο κι ο Grierson, ως πρώην ναρκαλιευτής, αλλά και ως κινηματογραφιστής της καθημερινότητας των εργατών, θά ‘πρεπε να ξέρει ότι τα εργαλεία, όπως κι οι νάρκες, είναι πολύ δημοκρατικά —ή, καλύτερα, απαθή— και δεν διαχωρίζουν τους χειριστές τους σε καλούς και κακούς. Η ακύρωση της ελεύθερης, απρόβλεπτης φύσης της τέχνης κι η στράτευσή της στην υπηρεσία της προπαγάνδας, η αντικατάσταση της δημιουργικής με μια άψυχη, τεχνοκρατική διαδικασία, είναι κάτι που, όπως κι οι νάρκες, δουλεύει και αντίστροφα: «Το παράδοξο με την προπαγάνδα είναι πως το ψέμα που βγαίνει απ’ το λαρύγγι γίνεται, με την επανάληψη, αλήθεια στην καρδιά. Κι έτσι, η τέχνη της προπαγάνδας ή της δημόσιας πληροφόρησης αποτελεί μια απ’ τις πιο δυνατές μορφές πολιτικής καθοδήγησης. Κι ο ρόλος του καθοδηγητή και του καλλιτέχνη στην κοινωνία γίνεται απόλυτα εποικοδομητικός.» Ο καλλιτέχνης ως καθοδηγητής; Η άποψη του Grierson, που από ναρκαλιευτής αποφάσισε να γίνει ναρκοθέτης, μπορεί ν’ ακούγεται αναχρονιστική λόγω της επιλογής των λέξεων, αλλ’ απεναντίας, είναι απολύτως διαχρονική. Όπου καθοδηγητής, βάλτε διαφημιστής,

επικοινωνιολόγος, δημοσιογράφος ή ακόμη —αφού ποσώς μ’ ενδιαφέρουν οι προθέσεις— και ακτιβιστής. «(Γαλήνια μουσική υπόκρουση) Η Ζωή, ένα θαύμα του σύμπαντος που έκανε την εμφάνισή του 4 δισεκατομμύρια χρόνια πριν... Κι εμείς οι άνθρωποι, μόνο 200 χιλιάδες χρόνια πριν... Κι όμως, έχουμε καταφέρει να διαταράξουμε την ισορροπία που είναι τόσο ουσιώδης για τη Ζωή... (Η μουσική υπόκρουση γίνεται δυνατή, υποδηλώνει αναστάτωση) Σε 50 χρόνια, στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής... Η Γη έχει υποστεί αλλαγές, τόσο ριζικές, όσο δεν είχε υποστεί σε όλες τις προηγούμενες γενιές της ανθρωπότητας... (Γαλήνια μουσική υπόκρουση και πάλι) Γνωρίζουμε, σήμερα, ότι οι λύσεις υπάρχουν... Όλοι έχουμε τη δύναμη ν’ αλλάξουμε... Λοιπόν; Τι περιμένουμε;... Στις 5 Ιουνίου, έχουμε όλοι ραντεβού με τον πλανήτη.» Όποιος είναι άνω των 12 ετών και θεωρεί ότι, αν δει το οικολογικό «ντοκιμαντέρ» Home, θ’ αποκομίσει κάτι περισσότερο απ’ όσα του δίνει το παραπάνω τρέιλερ —κομπλέ με τις εναέριες φωτογραφίες της πανέμορφης Γης μας και της ασχήμιας των ανθρώπινων κατασκευασμάτων— ας κατέβει τώρα απ’ το τρένο της αισιοδοξίας, πριν η άνοδος της θερμοκρασίας, λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, διαστείλει τις ράγες κι εκτροχιαστεί μαζί του χωρίς επιστροφή. Και μη μου πει κανείς ότι ψήνεται με την εξαιρετική φωτογραφία και την υπέροχη μουσική γιατί έρχεται, με μαθηματική ακρίβεια και πατάει, με δυο πόδια, πάνω στη νάρκη του Grierson. Οι αισθητικές επιλογές εδώ, γίνονται αυστηρά με γνώμονα την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σκοπού, κόβονται και ράβονται για να υπογραμμίζουν το προϋπάρχον επιχείρημα/συμπέρασμα και συνδυάζονται, ώστε να προκαλέσουν τη συναισθηματική μας φόρτιση υπέρ αυτού: όμορφα τοπία και μουσική πανηγυρική, άσχημες ανθρώπινες κατασκευές και μουσική θρίλερ. Το πιάσαμε το υπονοούμενο; Όπως, όμως, τα στραβά πόδια δεν κάνουν τον παππού μου Ριβάλντο, έτσι κι η καλή αισθητική δεν κάνει την προπαγάνδα τίποτε παραπάνω απ’ αυτό που είναι. Και σίγουρα —σα χουκ του Μίρκο Μιλίσεβιτς σίγουρα— όποιος χειροκροτήσει στο τέλος και κουνήσει το κεφάλι του πάνω-κάτω μαζεύοντας τα χείλη προς τα μέσα, δε γίνεται καλύτερος άνθρωπος (ότι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα) ούτε πιο σκεπτόμενος, κάτι που ήταν, είναι και θα είναι η μοναδική αναντικατάστατη προϋπόθεση για να κινηθούμε προς εκείνο το «καλύτερο» που όλοι διεκδικούν για πατέντα τους. Για να παραφράσω τον αμερικάνο χιουμορίστα Will Rogers: «Μόνο ένα πράγμα μπορεί να σκοτώσει το σινεμά κι αυτό είναι η κριτική σκέψη.»* * «There is only one thing that can kill the movies, and that is education.» Όταν έζησε ο Rogers (1879-1935), η στοιχειώδης μόρφωση δεν ήταν δεδομένη για την πλειοψηφία του κόσμου. Ο ίδιος μάλιστα, είχε παρατήσει το σχολείο για να γίνει κάουμποϊ, πριν καταλήξει, διαμέσου θεάτρου και σινεμά, να γίνει δημοσιογράφος και πολιτικός σχολιαστής. ** Στη φωτογραφία του Bob Gutowski (http://www.flickr.com/ photos/versicolor), μια γελοιογραφία του 1940 στην εφημερίδα Philadelphia Ledger, φόρος τιμής στον Will Rogers που έφερε «χιούμορ, ανεκτικότητα και λογική» στην πολιτική ανάλυση.


Η γρίπη των

διαφημίσεων Η διαφήμιση οδηγεί τον άμοιρο καταναλωτή στην υπερβολή. Είναι όμως τόσο επικίνδυνη όσο λένε; Ένας γκουρού της ρεκλάμας, θυμάται... του Γιώργου Πασχαλίδη

«Αρκεί το παριζάκι μου να είναι Υφαντής!», ούρλιαξε και μετά έπεσε στο κενό. Απ’ το δεύτερο όροφο. Δεν είναι και πρώτος, που εντάξει, οι περισσότερες πιθανότητες είναι να την βγάλεις καθαρή. Είναι δεύτερος, που οι περισσότερες πιθανότητες είναι να πάθεις κάτι σοβαρό. Να σπάσεις π.χ τα πόδια σου, ένα πλευρό, τη μέση σου, να γίνει κομμάτια η σπονδυλική σου στήλη και να μείνεις παράλυτος ή ακόμα και να σπάει ο λαιμός σου και να μείνεις νεκρός. Αυτός έπαθε το τελευταίο. Το δέκατο όγδοο κατά σειρά θύμα στην Ελλάδα (και το τριακοσιοστό όγδοο στον κόσμο) της «Γρίπης των διαφημίσεων», όπως την είχαν ονομάσει. Για πλάκα στην αρχή —γιατί είχε ακολουθήσει τη «Γρίπη των σολομών» και τη «Γρίπη των κοτόπουλων με πατάτες στο φούρνο». Οι δύο τελευταίες ήταν κανονικές γρίπες, απ’ αυτές που κολλάς έναν θανατηφόρο ιό και πεθαίνεις. Η «Γρίπη των διαφημίσεων» ήταν κάτι σαν εκφυλιστική ασθένεια. Χτυπούσε τον υποθάλαμο του εγκεφάλου και δημιουργούσε τάσεις αυτοκτονίας. Έτσι είκαζαν, τουλάχιστον, οι ειδικοί. Οι γιατροί δηλαδή. Ήμασταν κι εμείς κατά κάποιον τρόπο ειδικοί. Γιατί είμασταν διαφημιστές. Και το να είσαι διαφημιστής το 2011, όταν ξέσπασε αυτή η γρίπη, πιστεψέ με, δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Γιατί, πολύ απλά, θεωρούμασταν υπεύθυνοι. Θυμάμαι την πρώτη σύσκεψη στα γραφεία της εταιρίας. Μας

είχε έρθει εμπιστευτική ενημέρωση απ’ τα κεντρικά στο Σικάγο. Κάθε θυγατρική έπρεπε να κάνει brainstorming. Συνήθως το brainstorming γίνεται για να γίνει μια διαφημιστική ιδέα πιο «δυνατή». Αυτή τη φορά έπρεπε να κάνουμε το αντίθετο: Να κάνουμε τις διαφημίσεις μας λιγότερο «δυνατές», λιγότερο «επιδραστικές». Λιγότερο επικίνδυνες. «Μα αν μειώσουμε τα media θα λυθεί το πρόβλημα», είπε ο Γιάννης. «Ας προβάλλονται λιγότερο οι διαφημίσεις μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, να βρεθεί θεραπεία, να, ξέρω γω, κάτι.» «Πίστεψέ με, αυτό θα το κάνει το κράτος από μόνο του. Και αν γίνει θα καταστραφούμε, μαλάκα. Από τα media βγάζουμε τα πολλά λεφτά. Το ξέρεις, 10 χρόνια creative director είσαι», είπε η αντιπρόεδρος . «Απ’ ότι εικάζεται φταίνε τα σλόγκαν», είπα εγώ. «Αυτό είναι το κοινό στοιχείο σε όλες τις αυτοκτονίες. Ο τελευταίος φώναζε ‘Αρκεί το παριζάκι μου να είναι Υφαντής’, ο προηγούμενος ‘ΟΤΕ, η πιο σταθερή μας σχέση’, ο προπροηγούμενος ‘Τα φοράς και πετάς’. Ας κόψουμε τα σλόγκαν, σε συνεννόηση με όλες τις εταιρείες να δούμε τι θα γίνει...» «Αυτή είναι και η πρώτη μας σκέψη», είπε ο πρόεδρος. «Αλλά αν δεν πετύχει, κάτι άλλο πρέπει να γίνει. Δεν ξέρω τι...»


Πράγματι, τα σλόγκαν κόπηκαν. Και ηχητικά και οπτικά. Βγήκαν απ’ τις καταχωρήσεις, απ’ τα outdoors, απ’ τα ραδιοφωνικά. Σε τρεις μήνες σημειώθηκαν άλλες δύο αυτοκτονίες. Είχαμε αποτύχει. Ο ένας κρεμάστηκε —ξυπόλητος— στο μπάνιο του φωνάζοντας «Timberland». Φρόντισε να κινηματογραφήσει τον εαυτό του. Ο άλλος έπεσε μπροστά στο τρένο, στο Θησείο, φωνάζοντας «ΗΛΠΑΠ». Από διαφημιστικής απόψεως, αυτό ήταν ακόμη χειρότερο. Γιατί, ενώ πριν συνδέονταν τα σλόγκαν, η διαφήμιση δηλαδή της μάρκας, με το θάνατο, τώρα συνδέονταν οι ίδιες οι μάρκες. Αυτό έδωσε την αφορμή σε πολλούς αριστερούς διανοητές του κωλόχαρτου να επιτεθούν ενάντια του καταναλωτισμού, να μιλήσουν για εγγενή παθογένεια του συστήματος, να ζητήσουν πλήρη κρατικοποίηση των πάντων και κατάργηση οποιουδήποτε προιόντος κυκλοφορούσε με ετικέτα. «Να είναι όλα λευκά και να γράφουν απλά το τι είναι το καθένα. Σαμπουάν, οδοντόβουρτσα, τετράδιο, ξύστρα», είχε πει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Ξύριζα. «Και ποιος εγγυάται ότι ο επόμενος αυτόχειρας δε θ’ αυτοκτονήσει κραυγάζοντας ξύστρα;», απόρησε ο δημοσιογράφος. Κανείς δεν το εγγυόταν. Κανείς δεν εγγυόταν τίποτα. Εκείνες τις ημέρες, το μόνο που ήταν εγγυημένο ήταν ο πανικός, η πτώση της τηλεθέασης κατά 80%, των εσόδων των διαφημιστικών κατά 60%, των λιανικών πωλήσεων κατά 40% και της λίμπιντο όσων είμασταν στο μάτι αυτού του κυκλώνα κατά 50%, τουλάχιστον.

Απαγόρευσε τις διαφημίσεις. Για ένα διάστημα τριών μηνών. Δοκιμαστικά και αποζημιώνοντας τις διαφημιστικές εταιρείες και τα κανάλια για τη χασούρα. Για να δει τι θα γίνει. Μήπως, ξέρω ‘γω, φταίει όντως η προβολή των διαφημίσεων, είναι κάτι άλλο; Προφανώς και δεν μπορούσαν να απαγορευτούν οι διαφημίσεις για πάντα. Χωρίς διαφήμιση, δεν υπάρχει στην ουσία αγορά, δεν υπάρχει οικονομία, δεν υπάρχεις εσύ κι’ εγώ μαλάκα. Έτσι είναι... Και τότε εμφανίστηκαν οι πρώτοι έμποροι. Πουλούσαν διαφημίσεις. Παράνομα. Σε DVD ή σου τις έστελναν με e-mail. Έσκασαν τα πρώτα θύματα από «χρήση διαφήμισης». Δέκα σ’ ένα μήνα, στην Ελλάδα. Η απαγόρευση τις είχε κάνει ακόμα πιο θανατηφόρες, είκασαν οι ειδικοί. «Ο εγκέφαλος έχει την τάση να μεγενθύνει την επίδραση οποιουδήποτε ερεθίσματος, όταν αυτό το ερέθισμα είναι απαγορευμένο. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο σεξ, για παράδειγμα. Μια παράνομη συνουσία είναι πιο έντονη από μια νόμιμη», θυμάμαι να δηλώνει ένας καθηγητής. Kαι μετά εμφανίστηκε η πρώτη τρομοκρατική οργάνωση: «ADEATH». Πρόβαλε διαφημίσεις στον τοίχο της Βουλής. Την επομένη ένας βουλευτής αυτοκτόνησε τρώγωντας τεράστια ποσότητα χοιρινού και φωνάζοντας «Γιατί έτσι μας αρέσει». Εκείνο το χρόνο χάσαμε τουλάχιστον 2450 άτομα σε όλο τον κόσμο. Το 2012 τα θύματα έφτασαν τα 23000. Και το 2013 τις 234000. Έχασα τη δουλειά μου και τον αδερφό μου. Φέτος μετράμε ήδη 335000. Και μόλις μπήκε το καλοκαίρι. Δεν φαίνεται να υπάρχει ελπίδα. Μυρίζομαι ακόμα και πόλεμο. Και αν έφτασες να διαβάζεις μέχρι εδώ, διάβασε και τούτο:

Η «Γρίπη των διαφημίσεων» έμοιαζε ανίκητη. Παγκόσμια, καλπάζουσα, ακατανόητη. Η αντίδραση της Πολιτείας καθυστερημένη. Τόσο από χρονικής όσο και από διανοητικής απόψεως.

«Αρκεί το παριζάκι μου να είναι Υφαντής». Πέσε από τον όγδοο. Πονάει λιγότερο.


Μετάφραση: Λουκάς Τσουκνίδας Εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιάρας


Πρωτοδημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2008, με τον τίτλο Who wants Ice Man? στο ηλεκτρονικό περιοδικό THE EXILED (www.exiledonline. com). Μεταφράστηκε και αναδημοσιεύεται με την ευγενική άδεια του περιοδικού.

Ο Άνθρωπος των Πάγων ήταν ένα κουφάρι που διεκδίκησαν πολλοί, μέχρι που η ταυτότητά του αποσαφηνίστηκε. Κι όμως, οι άνθρωποι τείνουν ακόμη να πεθαίνουν για όσα πιστεύουν. Ο John Dolan εξηγεί...

Όταν σκέφτομαι τη δεκαετία του ‘90, θυμάμαι πάντα τον Άνθρωπο των Πάγων. Τον ανακάλυψαν το 1991 σ’ ένα παγωμένο αυστριακό τοπίο, που αλλοιωνόταν λόγω του Φαινομένου του Θερμοκηπίου. Αρχικά, οι αρμόδιοι θεώρησαν ότι πρόκειται για θύμα δολοφονίας (ήταν κι η εποχή της Σιωπής των Αμνών). Ξέθαψαν το κορμί του σπάζοντας τα κομμάτια πάγων μ’ ένα κομπρεσέρ, ανυπομονώντας να ζήσουν στιγμές CSI, πριν αντιληφθούν ότι δε συμβάδιζε με το προφίλ ενός θύματος του Hannibal Lecter. Τα παπούτσια του ήταν φτιαγμένα από δέρμα αρκούδας κι ελαφιού, παραγεμισμένα με ξερόχορτα. Το πανωφόρι του ήταν πλεγμένο από χόρτα και κουβαλούσε πάνω του ένα πέτρινο μαχαίρι που έμοιαζε με τενεκεδένιο καπάκι, διπλωμένο και δεμένο με σπάγγο σ’ ένα κομμάτι ξύλου. Άρχισαν τότε να εικάζουν ότι ο τύπος ήταν πολύ παλιός, ίσως και προπολεμικός (ή έτσι νόμιζαν). Οι τουρίστες κατέφταναν κατά πλήθη για να τον χαζέψουν και μούχλα άρχισε να φυτρώνει στο τομάρι του (το επιφανειακό στρώμα δέρματος είχε φύγει προ καιρού), το γεμάτο λίγδα απ’ τα ανυπόμονα, ιδρωμένα χεράκια τους. Οι αυστριακοί, με τη μέθοδο του άνθρακα, χρονολόγησαν τελικά το κουφάρι και το βρήκαν 5.300 ετών. Σ’ εκείνο το σημείο η Ιταλία με την Αυστρία μπήκαν σε μια παλιομοδίτικη διαμάχη για την κυριότητα της παγωμένης περιοχής, άρα και του Ανθρώπου των Πάγων. Αλλά είμασταν στην Ευρώπη του ‘90 και δεν υπήρχε η διάθεση για ακόμα έναν πόλεμο σαν εκείνον που έγινε για το Αυτί του Jenkins (1). Οι αυστριακοί κράτησαν το κουφάρι κι όπως άρμοζε

στην εποχή, οι μόνες μάχες δόθηκαν στα δικαστήρια ανάμεσα στους εκδρομείς που το βρήκαν και την κυβέρνηση, ενώ το κύριο σημείο τριβής ήταν τα χρήματα. Πρώτοι απ’ όλους τον διεκδίκησαν οι χίπηδες. Φορούσε άλλωστε, όλ’ αυτά τα ρούχα από χόρτο. Κι ήταν ξεκάθαρα εναλλακτικός, λόγω των τατουάζ —κάτι σχέδια με τελίτσες στη βάση της πλάτης και στο δεξί του γόνατο. Χασικλήδες απ’ το Άμστερνταμ μέχρι το Τάος έκαψαν τον εγκέφαλό τους με μια αναπάντητη ερώτηση: τι έκανε ένας new-ager 5.300 ετών πάνω σ’ ένα παγωμένο βουνό; Και κατέληξαν στη μοναδική λογική απάντηση (το snowboard αποκλείστηκε για ιστορικούς λόγους): ο συγχωρεμένος ήταν ένας σαμάνος που ακολούθησε το οράμά του. Ήξεραν καλά πως οι ιθαγενείς αμερικάνοι μέντορές τους (ή έστω οι ινδιάνοι που βλέπουμε στις ταινίες) έστελναν τους πιο αλαφροίσκιωτους τυπάδες σε περιοχές που δε ζει ψυχή, ώστε το πολικό ψύχος να διευρύνει τη σκέψη και τη συνείδησή τους. Ήταν προφανές, παρά τ’ αξιολύπητα δερμάτινα υποδήματά του, ότι επρόκειτο για έναν αφοσιωμένο αναζητητή που βρέθηκε λίγο πιο ψηλά και πιο ψυχρά απ’ όσο άντεχε κι έτσι τον πήρε ο μεγάλος ύπνος. Ακόμη μια απώλεια από διεύρυνση συνείδησης. Όπως ο δικηγόρος του Hunter S. Thompson που απαιτούσε να του κάνουν ηλεκτροπληξία ουρλιάζοντας, «Πες τους ότι ήθελα κάτι που θα μ’ ανέβαζε λίγο ακόμη!»


Κι ύστερα ήρθε η αυτοψία και ξαφνικά, το κουφάρι είχε βρει το καινούργιο του σόι: ο Άνθρωπος των Πάγων ήταν γκέι. Επειδή «βρήκαν» σπέρμα στον παγωμένο, σφιγμένο του πρωκτό. Αυτός ήταν κι ο μεγαλύτερος αντίκτυπος που θα μπορούσε να έχει στη δημοφιλή κουλτούρα των μέσων της δεκαετίας του ‘90 ένα κουφάρι. Ήταν πολύ καλό για να μην είναι αληθινό. Μετά την αποκάλυψη της Ellen (2), να κι ο Άνθρωπος των Πάγων. Ξεπερνούσε τη Βίβλο για κάτι αιώνες. Πολύ πριν οι λεβαντίνοι σχιζοφρενείς ξεκινήσουν ν’ αμολάνε τις λογοκριτικές, ομοφοβικές μπαρούφες τους, οι αυστριακοί γκέι οργάνωναν εκδρομές για σκι. Ήταν σα ν’ ανακαλύφθηκε κάποιο χαμένο συμβόλαιο, που απέδιδε τον τίτλο στο νεότερο, πιο δυναμικό διεκδικητή. Η απόλαυση δεν είχε πια όρια. Τότε ήταν που ο Άνθρωπος των Πάγων εισέβαλλε στην αποπνικτική τάξη μιας Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων στη Νέα Ζηλανδία, όπου δίδασκα Δημιουργική Γραφή. Κάποιος διάβασε στην ομήγυρη ένα ποίημα για το κουφάρι, όπου απλώς το μνημόνευε μελαγχολικά χωρίς ν’ αναφέρεται στη γκέι πλευρά της υπόθεσης —ένα καταθλιπτικό ποίημα που αναζητούσε μια θετική πλευρά και την έβρισκε σ’ ένα πτώμα που, τουλάχιστον, δεν είχε αποσυντεθεί ολοσχερώς. Αλλ’ αυτή η οπτική είχε λιγοστό ενδιαφέρον. Το γκέι λόμπι, διά στόματος Κρίστι, διεκδίκησε το κουφάρι αμέσως μετά την ανάγνωση του ποιήματος: «Ναι, ήταν ΓΚΕΪ! Βρήκαν το σπέρμα ενός άλλου άνδρα στον κώλο του! Ο Άνθρωπος των Πάγων ήταν ΓΚΕΪ!» Η Κρίστι ήταν η λεσβία ακτιβίστρια της τάξης. Κάθε ομάδα επίδοξων συγγραφέων τη δεκαετία του ‘90 είχε από μία κι η Κρίστι ταίριαζε κουτί στο ρόλο. 1.50 ύψος, ασπρόξανθα κοντοκουρεμένα μαλλιά, κόκκαλα που προεξείχαν απ’ τη σάρκα —αλλά και τι φωνή! Η Κρίστι δε μιλούσε ποτέ κάτω απ’ τα 100 ντεσιμπέλ και ο τόνος της παλινδρομούσε μεταξύ αποδοκιμασίας κι επιδοκιμασίας. Ήσουν είτε μαζί της είτε εναντίον της, αναλόγως με τη στάση σου σε μερικά κρίσιμα θέματα. Το σημαντικότερο απ’ αυτά ήταν η ομοφυλοφιλία. Είναι περίεργο, τώρα που το σκέφτομαι, το τι σήμαινε να είσαι «γκέι» τη δεκαετία του ‘90. Θα περίμενε κανείς ο Άνθρωπος των Πάγων να διεκδικηθεί από γκέι άντρες, αλλά... ποιους γκέι άντρες; Μεγάλωσα στην περιοχή του Σαν Φρασίσκο την εποχή της ντίσκο και θυμάμαι τότε που ορίστηκε το τι σημαίνει γκέι. Αλλά στα 7 χρόνια που δίδαξα δημιουργική γραφή, απ’ το ‘95 έως το 2001, δε θυμάμαι κανέναν άντρα φοιτητή πρόθυμο να δηλώσει ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Υπήρχαν φυσικά γκέι άντρες, αλλά κρατούσαν πολύ χαμηλό προφίλ. Ότι καινούργιες ελευθερίες κι αν έφερε εκείνη η δεκαετία, δεν τους περιελάμβαναν. Ίσως να ήταν μια ιδιαιτερότητα της Νέας Ζηλανδίας, όπου οι άντρες πρέπει να είναι άντρακλες ή τίποτα κι οι γυναίκες... οι γυναίκες πρέπει να είναι κι εκείνες αντράκια, εκτός κι αν θέλουν ν’ αναλάβουν τον άχαρο ρόλο του ετερόφυλου θηλυκού στην κουλτούρα του ράγκμπι. Ένας ρόλος που πάει πακέτο μ’ ένα επίπεδο μισογυνισμού, που όμοιό του δεν είχα συναντήσει ποτέ πριν βρεθώ στην Ωκεανία —η λέξη «κορίτσι» σχεδόν αποτελεί προσβολή.

Γεγονός που κάνει το μέρος τέλειο για λεσβίες και κόλαση για γκέι άντρες. Άσε που οι πιο θαρραλέοι απ’ αυτούς ήταν νεκροί. Κι ο Thom Gunn (3), ο μόνος θαρραλέος άντρας που γνώρισα στο Μπέρκλεϊ, δεν ήταν ακόμη, αλλά η ώρα του πλησίαζε. Έτσι η Κρίστι δε συνάντησε καμία αντίδραση όταν ανακύρηξε τον Άνθρωπο των Πάγων σε γκέι Αδάμ. Θυμάμαι τη φωνή της να ξεσπά στην αίθουσα. Τα δωμάτια σ’ εκείνο το κτίριο ήταν τα πιο ακριβά σ’ ολόκληρο το πανεπιστήμιο. Ήταν, βλέπετε, η νέα Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων, το καλομαθημένο παιδί μιας νέας γενιάς ακαδημαϊκών μάνατζερς —μαθαίνω πως πλέον είναι χρεοκοπημένη και σχεδόν άδεια. Αντί για παράθυρα λοιπόν, εκείνες οι τάξεις είχαν σειρές μεταλλικών φύλλων, ντουζίνες ολόκληρες, το καθένα με το δικό του μηχανισμό στο μέγεθος ενός γουόκμαν. Ήταν συνδεδεμένα ηλεκτρονικά μ’ ένα θερμοστάτη, έτσι ώστε, ενόσω κάποιος διάβαζε ένα ποίημα, συνήθως στο πιο συναισθηματικά φορτισμένο ή κρίσιμο σημείο, το δωμάτιο γέμιζε μ’ ένα δυνατό βόμβο, καθώς τα παραθυρόφυλλα αποφάσιζαν να κλείσουν ή ν’ ανοίξουν. Και η διαδικασία ολοκληρωνόταν μ’ ένα δυνατό θόρυβο απορρόφησης απ’ τον αεροστεγή μηχανισμό. Αυτή η βαβούρα κατέστρεφε τις στιγμές δημόσιας έκθεσης για όλους, αλλά η Κρίστι δεν επηρεαζόταν ποτέ. Είχε μια βροντερή φωνή, κατάλληλη για την εποχή και τον τόπο της. Ταίριαζε ακριβώς στην περίπτωση και εισέπραξε μια σεβάσμια σιωπή όταν διεκδίκησε το κουφάρι του Ανθρώπου των Πάγων. Κανείς δεν ήταν τόσο χαζός ώστε να λογομαχήσει δημοσίως για ένα γκέι ζήτημα. Υπήρχαν άλλα μέρη γι’ αυτό. Οι παμπ, τα πάρτι. Η κουλτούρα της Νέας Ζηλανδίας διαθέτει περισσότερα είδη σιωπής, περισσότερες αποχρώσεις μη-αντίδρασης, απ’ ότι οι Ινουίτ κι οι, υποτιθέμενες, 26 διαφορετικές λέξεις τους για το χιόνι. Η σιωπή που απορρόφησε την ανακοίνωση της Κρίστι δήλωνε τυπική ευγένεια και συγκρατημένη ικανοποίηση. Μια ευκαιρία για επίδειξη σωστού, πολιτικά ορθού, σκεπτικού που δεν πέρασε ανεκμετάλλευτη. Η Κρίστι γνωστοποίησε την άποψή της, τα πατζούρια τέλεσαν τη θορυβώδη χορωδία τους κι εμείς προχωρήσαμε παρακάτω. Τα πράγματα βέβαια, δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολα για την ακτιβίστριά μας, αφού ένα χρόνο αργότερα ήταν νεκρή. Με πολύ μυστηριώδη τρόπο. Σημειώνονταν πολλοί μυστηριώδεις θάνατοι στο Ντούνεντιν. Η νοοτροπία εκεί πέρα μου θύμιζε την άποψη των γονιών μου για τη γλώσσα: είναι ένα σπορ, ένας τρόπος να περνάς την ώρα σου, αλλά όταν κάτι είναι πολύ σοβαρό, δε μιλάς ποτέ γι’ αυτό. Κι έτσι η Κρίτσι απλώς πέθανε. Είτε από ατύχημα είτε από μεθύσι είτε από πέσιμο. Είπαν, πάντως, ότι είχε κακοποιηθεί, λες κι αυτή ήταν η αιτία του θανάτου της. Κι ύστερα από λίγο, ο τύπος που είχε γράψει το ποίημα για τον Άνθρωπο των Πάγων πέθανε κι αυτός. Ήταν μεγαλύτερος απ’ τους περισσότερους φοιτητές, ένας μακρυμάλλης ντόπιος που ποτέ δε θ’ απομακρυνόταν απ’ το Ντούνεντιν. Οι αμερικάνοι δε μπορούν να καταλάβουν —ούτ’ εγώ μπορώ να καταλάβω— πώς, σε μια κουλτούρα που δεν ανταμοίβει τον εγωκεντρισμό, οι ζωές των ανθρώπων απλώς συρρικνώνονται, ώσπου μαραίνονται και τελικά δε μένει τίποτε. Οι καλιφορνέζοι όπως εγώ, τείνουν να διογκώνονται ώσπου


σκάν και πεθαίνουν μ’ ένα μπαλόνι από κόμικς για συνοδεία, «φφφφφππππτ!» Οι νεοζηλανδοί, ειδικά οι άντρες, απλώς πειθαρχούν, καταπιέζουν τον εαυτό τους ωσότου δεν είναι πλέον ζωντανοί. Αν και ο συγκεκριμένος τύπος δεν πέθανε έτσι απλά. Πήγε βαθιά στο δάσος και κρεμάστηκε. Ήταν πάντα πολύ φιλικός με την υπόλοιπη τάξη, αλλά είχε κάτι περίεργο επάνω του. Η κατάθλιψη δεν είναι γοητευτική παρά μόνο στις ταινίες. Στην πραγματικότητα είναι ενοχλητική. Ήταν ένας ενοχλητικός γεροχίπης, δέκα χρόνια γηραιότερος απ’ όλους κι όμως τους έγλυφε διαρκώς. Προσφέρθηκε, μάλιστα, να φιλοξενήσει το πάρτι για το τέλος του εξαμήνου στο σπίτι του. Δεν ήταν πετυχημένο. Το σπίτι ήταν λιτό ακόμη και με βάση τα τοπικά στάνταρ και εν μέσω των κρύων μουσώνων του Ντούνεντιν, τ’ αμήχανα χαμόγελα και τα άψυχα δωμάτιά του που βρωμούσαν πατσουλί έριχναν τη διάθεση όλων. Ήταν από ‘κείνα τα σπίτια που πρέπει να καούν, από ‘κείνες τις ζωές που χρειάζονται επειγόντως μια κατάταξη στο στρατό, οποιονδήποτε στρατό. Απ’ τη στιγμή, όμως, που ήταν νεκρός, έγινε αμέσως πιο συμπαθής, ένα αντικείμενο αναστοχασμού. Ήταν πλέον ξεκάθαρο για ποιο λόγο μας κάλεσε τόσο πρόθυμα στο αξιοθρήνητο σπίτι του εκείνη τη βροχερή βραδιά: έψαχνε για ένα λόγο να μην κρεμαστεί. Προκύπτει λοιπόν, ότι μάλλον προσπαθούσε να κάνει φίλους μέσα απ’ την τάξη μας —φίλους! Ανάμεσα σ’ ένα τσούρμο ποιητές! Δεν απορώ καθόλου που πέθανε! Κι ήταν εξίσου προφανές τι τον ώθησε να γράψει εκείνο το ποίημα για τον Άνθρωπο των Πάγων. Ήταν όλη αυτή η χίπικη φρασεολογία —χορτοπάπουτσα και σαμανιστικές μπαρούφες— όλα τα ψέματα της Εποχής του Υδροχόου (Πρωτότυπο: all the flabby Aquarian lies), για να δανειστώ και τη φράση του Leonard Cohen (4), που τον οδήγησαν σ’ αυτό το θλιβερό, μουσκεμένο αδιέξοδο. Και κάτω απ’ την επιφανειακή χίπικη ιδεολογία, η πραγματική πηγή γοητείας: το γεγονός ότι ο Άνθρωπος των Πάγων ήταν τόσο, μα τόσο, νεκρός. Αλλά και πάλι, δεν ήταν εύκολο να τον δεις με συμπάθεια για πολύ. Παραήταν ενοχλητικός, ακόμη και νεκρός: ακούστηκε πως πριν χαθεί στο δάσος για να κρεμαστεί, άφησε πίσω του ένα σημείωμα όπου παρακινούσε τους φίλους του να κόψουν το κάπνισμα. Ο Άνθρωπος των Πάγων ξεπροβόδισε τη δεκαετία του ‘90 όσο υπέροχα την είχε προϋπαντήσει. Με μια τελευταία, βροντερή μεταθανάτια αναλαμπή. Ήρθε μέσω μιας ακτινογραφίας: μια αιχμή βέλους βρέθηκε καρφωμένη στο στήθος του. Είναι λίγο παράξενο, δε νομίζετε, ότι πέρασαν τόσα χρόνια μέχρι οι επιστήμονες να βρουν το βέλος που είχε ενσωματωθεί στο πιο χιλιομελετημένο κουφάρι του κόσμου. Λες και ήταν, ξέρετε... ηλίθιοι. Όλα τα μεγάλα όνειρα των οπαδών του Ανθρώπου των Πάγων έσβησαν, λοιπόν, με μια ακτινογραφία. Αυτή η μικρή πέτρινη σκλήθρα τα σκότωσε όπως σκότωσε κι εκείνον. Πέθανε επειδή κάποιος τον είχε σκοτώσει, που σημαίνει ότι δεν ήταν σαμάνος ο οποίος παρασύρθηκε απ’ τη νιρβάνα κι αμέλησε να ντυθεί πιο ζεστά. Δεν ήταν μια αλπινίστρια Ellen ούτε ένας περιπλανώμενος Whitman. Ήταν κι αυτός ένας φονιάς, αφού βρέθηκαν στοιχεία στο μαχαίρι και τα βέλη του ότι είχε σκοτώσει αρκετούς πριν του τη φέρουν. Και του την έφεραν για τα καλά. Η λαβωματιά έγινε με δεξιοτεχνία.

Σύμφωνα με παθολόγους, θα ήταν μοιραία ακόμη κι αν είχε πρόσβαση σε σημερινών προδιαγραφών ιατρική φροντίδα. Είχε πέσει σε ενέδρα. Κι αν το σπέρμα ενός άλλου άντρα είχε όντως βρεθεί στον κώλο του, δεν ήταν φίλιο σπέρμα. Οι ρωμαίοι συνήθιζαν να το κάνουν όταν κατακτούσαν μια πόλη. Ένας τρόπος να μην ξεχνούν οι ηττημένοι ποιος ήταν ο νικητής. Ποιος διεκδικεί τον Άνθρωπο των Πάγων τώρα; Μοιάζει με εξυπνακίστικη ατάκα: «Εσύ ποιους θες;» Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω είναι διαθέσιμος. Πρέπει απλώς να τον θέλετε. Το εξόφθαλμο ηθικό δίδαγμα; Δεν έχουμε ιδέα για τίποτε. Και δεν πρόκειται ποτέ να πιάσουμε το νόημα αν μπορούμε κάπως να τ’ αποφύγουμε. Στρώσεις επί στρώσεων από παθιασμένη μπουρδολογία και καταφανέστατα ψέματα, τα επικροτούμε και τα συσσωρεύουμε σαν ασυλία για όλα τα ψεύδη του παρελθόντος. Μόνο που στην πορεία, κάποιοι άνθρωποι τείνουν να πεθαίνουν για όσα πιστεύουν. Όλοι πεθαίνουν για όσα πιστεύουν. Αν το σκεφτεί κανείς, με τον τρόπο που πεθαίνουμε για ηλίθιες, ανυπόστατες μπούρδες, τότε... εκείνοι οι μουσουλμάνοι καμικάζι δε μοιάζουν και τόσο μαλάκες. Περίεργο, την τελευταία φορά που δίδαξα το μάθημα εκείνο, έπεσα πάνω σε ολόκληρη σειρά ποιημάτων που ήταν αφιερωμένα στον τρόμο των καμικάζι. Και θυμάμαι κάποιον να λέει συγκεκριμένα, «Μα δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει στο μυαλό αυτών των ανθρώπων». Σημειώσεις: (1) Ο τριετής (1739-1742) Πόλεμος για το Αυτί του Jenkins ήταν μια διαμάχη μεταξύ Μ. Βρετανίας και Ισπανίας που πήρε τ’ όνομά της απ’ τον καπετάνιο ενός εμπορικού πλοίου, τον Robert Jenkins, ο οποίος έδειξε το κομμένο του αυτί στο Κοινοβούλιο μετά από συνάντησή του με την ισπανική ακτοφυλακή. (2) Το Φεβρουάριο του 1997 η κωμικός Ellen DeGeneres ανακοίνωσε live στην εκπομπή της Oprah, ότι είναι λεσβία. Λίγο αργότερα την ίδια αποκάλυψη έκανε κι η Ellen, ο χαρακτήρας που υποδυόταν στην ομώνυμη σειρά. (3) Thom Gunn (1929-2004): Βρετανός ποιητής και καθηγητής για πολλά χρόνια στα πανεπιστήμια του Stanford και του Berkeley. (4) Αναφέρεται στο στίχο του Leonard Cohen, «...all the flabby liars of the Aquarian Age» από ένα ποίημα που βρίσκεται στην ποιητική του συλλογή The Energy Of Slaves. Η Εποχή του Υδροχόου είναι η εποχή κατά την οποία κυριάρχησε η Χίππικη κουλτούρα και το λεγόμενο New Age.

Abstract: John Dolan remembers the Ice Man’s frozen corpse and recalls his personal experiences with the people who rushed to claim it as one of their own. (This article was first published on August, 2008 under the title «Who wants Ice Man?» by «THE EXILED», www.exiledonline.com. It’s been translated and republished here with their kind permission.)


Polaroid

Επιστροφή στο μέλλον του Λουκά Τσουκνίδα

Η εμφάνιση του στιγμιαίου φιλμ άλλαξε το τοπίο, εμπορικά κι αισθητικά, αλλά δεν οδήγησε τη συμβατική φωτογραφία στον αφανισμό. Σήμερα, στην ακμή της ψηφιακής, τα εργαλεία της στιγμιαίας φωτογραφίας υπάρχουν μόνο σε στοκ. Κάποιοι, όμως, αρνούνται να την αφήσουν να πεθάνει.

«Εσύ μου έκλεψες το γέλιο μιας ζωής... κι εγώ, μια άψυχη, φωτογραφία.» Βασίλης Τερλέγκας, Η Φωτογραφία

Μια άψυχη φωτογραφία Πριν από δύο ή τρία χρόνια, βρεθήκαμε με τον συγκάτοικο σ’ ένα πάρτι, DJ-set ή εκδήλωση σε κάποιο, αθηναϊκό λογικά, μπαρ. Εκεί συναντήσαμε κι άλλους φίλους, ίσως και την άλλη συγκάτοικό μας, ήπιαμε υποθέτω και τα ποτά μας και πιθανότατα περάσαμε ακόμη μια βραδιά κοροϊδεύοντας τους γύρω μας. Δεν μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ποιος άλλος ήταν εκεί, αν και για κανά δυο είμαι αρκετά σίγουρος, ούτε θυμάμαι αν ξεφαντώσαμε ή ξενερώσαμε. Έχω όμως την εντύπωση ότι ήταν καθημερινή κι ο DJ έπαιζε ακόμη μια ποστ-μεταμοντέρνα εκδοχή της κλασικής ντίσκο ή κάτι άλλο, εξίσου γαμάτο. Απ’ ότι φαίνεται, παρ’ ότι έχω πολύ καλή μνήμη γι’ ασήμαντες λεπτομέρειες, εκείνη η βραδιά μου διαφεύγει όλο και περισσότερο. Μία μόνο εικόνα, προς το παρόν, δε γίνεται να ξεχάσω: Εγώ κι ο συγκάτοικος φορούσαμε δυο τεράστια ζευγάρια φτηνιάρικα γυαλιά, είχαμε μερικές τρίχες παραπάνω έκαστος, πίναμε κάποιο λευκό ποτό με πρόσμιξη λεμονιού ή πορτοκαλιού κι είμασταν χαρούμενοι ή απλώς πιωμένοι. Αυτές οι λιγοστές αδιαφιλονίκητες πληροφορίες, έχουν αποτυπωθεί σε μια Polaroid, που κάποιος μάλλον μας έδωσε τσάμπα, αφού δε θα ξοδεύαμε ποτέ λεφτά

για μια φωτογραφία μας. Ίσως πάλι και να δώσαμε. Η βότκα (ή μήπως ήταν τζιν;) θολώνει το κριτήριο του ανθρώπου. Η ίδια η Polaroid βέβαια, δεν αποτελεί κανενός είδους απόδειξη γι’ αυτό, ενδεικτικό του πόσο υπερτιμημένη είναι η φωτογραφία ως φορέας αναμνήσεων. Τι μαθαίνουμε για μια χαμογελαστή φυσιογνωμία που στέκεται μπροστά στον Πύργο του Άιφελ; Ήταν εκεί. Τίποτ’ άλλο. Κι όμως, στην ψηφιακή εποχή η οπτική αυτή πληροφορία ελέγχεται για την εγκυρότητά της και τώρα που το σκέφτομαι, ούτε στην αναλογική εποχή ήταν απολύτως αδιάσειστη. Εκτός κι αν δεν υπήρχε αρνητικό για την αναπαραγωγή της, αν η φωτογραφία αυτή ήταν μοναδική κι είχε εμφανιστεί επί τόπου, δευτερόλεπτα μόλις μετά το γεγονός που απεικόνιζε. Εκτός κι αν ήταν... μια Polaroid.

Κάνεις κλικ και βγαίνει «Θεωρώ ότι το πανεπιστημιακό σύστημα, όπως είναι σήμερα, μ’ όλη αυτή την ατέρμονη αξιολόγηση και βαθμολόγηση, είν’ η αιτία της φτωχής παραγωγής σπουδαίων προσωπικοτήτων απ’ τα πανεπιστήμιά μας. Η διαδικασία αυτή αποτελεί τραυματική


εμπειρία, απ’ την οποία οι περισσότεροι φοιτητές βγαίνουν αποφασισμένοι να μην την ξαναπεράσουν ποτέ. Αρνούνται έτσι, στη συνέχεια, να καινοτομήσουν και να ρισκάρουν.» Την άποψη αυτή εξέφρασε σε μια ομιλία του (Generation of Greatness) μπροστά στο κοινό του ΜΙΤ το 1957, ο Edwin Herbert Land, εφευρέτης της στιγμιαίας φωτογραφίας. Ο ίδιος παράτησε το Χάρβαρντ δύο φορές, τη μία, πρωτοετής ακόμη, για ν’ αφοσιωθεί στην έρευνά του και την άλλη για να συνδυάσει την έρευνα αυτή με τις επιχειρήσεις. Να ιδρύσει δηλαδή την εταιρεία προπομπό της ιστορικής Polaroid, τη Land-Wheelwright Laboratories, μαζί με τον καθηγητή φυσικής και πρώτο του χρηματοδότη, George Wheelwright. Αιώνιος φοιτητής λοιπόν, δεν πήρε ούτ’ ένα πτυχίο δίνοντας εξετάσεις, κατέληξε όμως με πολύ περισσότερα, όλα τιμητικά, για την ανεκτίμητη προσφορά του στην επιστήμη και την τεχνολογία. Δέκα χρόνια πριν την ομιλία εκείνη, το 1947, ο γιός του Harry Salomonovitch απ’ την Οδησσό της Ουκρανίας είχε κάνει πράξη τη ιδέα που συνέλαβε όταν στις οικογενειακές διακοπές η δική του κόρη εξέφρασε μια εύλογη απορία: «Μπαμπά, γιατί δεν μπορούμε να δούμε αμέσως τις φωτογραφίες που τραβήξαμε;» Ο Land είδε μπροστά του το επόμενο πρόβλημα που ζητούσε από ‘κείνον λύση μετά τα επιτεύγματά του στις μεθόδους πόλωσης του φωτός. Η απάντησή του; Το φωτογραφικό φιλμ στιγμιαίας εμφάνισης κι η αντίστοιχη μηχανή λήψης κι εκτύπωσης, η οποία πρωτοβγήκε στο εμπόριο το Νοέμβριο του 1948 κι εμφάνιζε μια τετράγωνη εικόνα σε αποχρώσεις σέπια μετά από 60’’ αναμονής. Δύο χρόνια αργότερα, το 1950, η εικόνα έγινε ασπρόμαυρη και το 1963 έγχρωμη, εκτοξεύοντας τις πωλήσεις των μηχανών στα ύψη κι ανοίγοντας την όρεξη του Land για νέες επιστημονικές περιπέτειες. Το επιχειρηματικό του όραμα άλλωστε, ήταν η εμπορική επιτυχία ενός προϊόντος να τροφοδοτεί την έρευνα για τα επόμενα, μια διαρκής αφοσίωση στην καινοτομία κι ένας γνήσιος τεχνοκρατικός ιδεαλισμός. Όπως δήλωνε σχετικά με τα φιλμ και τις μηχανές του, ήθελε οι ερασιτέχνες «να φωτογραφίζουν σαν επαγγελματίες γιατί έτσι θ’ ανοίγονταν νέοι ορίζοντες για ‘κείνους» και τελικά, «εκατομμύρια άνθρωποι θ’ αποκτούσαν μια πιο προσωπική σχέση με τον κόσμο γύρω τους, εκπληρώνοντας έτσι, τον πρωταρχικό σκοπό της Φωτογραφίας». Κάτι που βέβαια, θα έμοιαζε πιο εφικτό πολλά χρόνια αργότερα, με την έξαρση των ψηφιακών μέσων, υπαίτιων εν μέρει και για τον (προσωρινό;) θάνατο της αγαπημένης του εφεύρεσης.

Η λογιστική του εφευρέτη Το 1977 ο Edwin H. Land καπάρωσε την 500ή του πατέντα. Επίμονος και ακούραστος, διερευνούσε διαρκώς νέες ιδέες, κάποιες απ’ τις οποίες, όπως το φιλμ στιγμιαίας εμφάνισης, πετύχαιναν κι εμπορικά, τροφοδοτώντας το πραγματικό του πάθος, την επιστημονική έρευνα. Πίστευε πολύ στην αυτοχρηματοδότηση κόντρα στο αρτηριοσκληρωτικό σύστημα των κρατικών χορηγιών και θεωρούσε ότι το καλύτερο αντίδοτο σ’ ένα μονοπώλιο είναι τα πολλά αντιμαχόμενα μονοπώλια, επιχειρήσεις σαν τη δική του με προσανατολισμό στην τεχνολογική πρόοδο, που η μία απαντά στην άλλη με νέες και καλύτερες πατέντες. Ίσως σε μια

ιδεατή κατάσταση το όραμα του να είχε ακόμη πιο ευεργετικά αποτελέσματα. Αλλά μια μετοχοποιημένη επιχείρηση δεν μπορεί να συνεχίσει για πολύ να περιφρονεί το κέρδος και ν’ αποθεώνει την υστεροφημία και την απλή συμβολή στο άθροισμα των ανθρώπινων επιστημονικών επιτευγμάτων. Η στρατιωτική κι η διαγνωστική τεχνολογία επωφελήθηκαν απ’ τις καινοτομίες του Dr. Land, όμως η εταιρεία του είχε πάψει από καιρό, να λειτουργεί ως κοινωφελής οργανισμός. Το 1972 η Polaroid κυκλοφόρησε στην αγορά την πρώτη στιγμιαία SLR, την επαναστατική SX-70. Η νέα ναυαρχίδα της εταιρείας, αναδιπλωνόταν έτσι ώστε να γίνεται σχεδόν επίπεδη και να χωρά στη μέσα τσέπη ενός σακακιού. Η εικόνα έβγαινε αμέσως απ’ το μαγικό πορτάκι κι η σύντομη εμφάνιση γινόταν εκτός μηχανής, στο φως της μέρας, δίνοντας τη δυνατότητα στον φωτογράφο να τραβά μια νέα πόζα χωρίς να περιμένει να εμφανιστεί πρώτα η προηγούμενη. Η SX-70 έγινε δημοφιλής κι έκανε τη Φωτογραφία καθημερινή δραστηριότητα για το μέσο χρήστη, αλλά είχε μεγάλο κόστος παραγωγής και τα κέρδη δεν εντυπωσίασαν τους λογιστές. Ο Land, όπως αναμενόταν, τά ‘σπρωξε όλα στην επόμενη τρέλα του. Το 1976, ξεκίνησε η δικαστική διαμάχη της Polaroid με την Kodak για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων κατά την είσοδό της δεύτερης στην αγορά της στιγμιαίας φωτογραφίας. Η εταιρεία του Land βγήκε νικήτρια 10 χρόνια αργότερα, όταν ο ίδιος δεν μπορούσε νά ‘ναι παρών στα πανηγύρια, μετά την παταγώδη εμπορική αποτυχία του συστήματος κινούμενης εικόνας Polavision. Ήταν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που κόστισε πάρα πολλά χρήματα στην Polaroid, ενώ πολλοί είχαν επισημάνει το δονκιχωτικό χαρακτήρα της όλης προσπάθειας. Ο επιστήμονας όμως, υπερίσχυσε του επιχειρηματία κι ο Land ακολούθησε το ένστικτό του προς μια τελείως ανορθολογική εμπορικά κατεύθυνση, την αναπτυσσόμενη, αλλά μικρή και ανταγωνιστική αγορά του ερασιτεχνικού βίντεο. Παραιτήθηκε τελικά το 1982 κι αφοσιώθηκε στην έρευνα, ιδρύοντας και χρηματοδοτώντας το Rowland Institute for Science. Μετά τη χρυσή δεκαετία του ‘70 και τις νικηφόρες δικαστικές μάχες του ‘80 η Polaroid πήρε τον κατήφορο κι εκτός απ’ το βίντεο ηττήθηκε και στην αγορά της ψηφιακής φωτογραφίας που άνοιξε ραγδαία απ’ τα τέλη του ‘90 κι έπειτα. Το 2001 η εταιρεία κύρηξε πτώχευση, πέρασε από διάφορα χέρια, αναγεννήθηκε με το ίδιο όνομα, για να κυρήξει πτώχευση ξανά το 2008. Το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου ανακοίνωσε ότι αφοσιώνεται στην ψηφιακή αγορά, κλείνει τα τελευταία εργοστάσιά της και σταματά την παραγωγή όλων των τύπων φιλμ, τα αποθέματα των οποίων αναμένεται να τελειώσουν μέχρι τα τέλη του 2009. Κι η στιγμιαία φωτογραφία έμοιαζε να οδεύει προς ένα άδοξο, γιάπικο τέλος.

Τη δεύτερη φορά είναι πιο δύσκολο «Don’t undertake a project unless it is manifestly important and nearly impossible» Edwin Herbert Land, Inventor of instant photography


«Πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι ένα στιγμιαίο φιλμ Polaroid αποτελείται από περίπου 15 διαφορετικά υλικά, τα οποία αποτελούνται, με τη σειρά τους, από άλλα μικρότερα. Επιπλέον, είναι και καμιά εικοσαριά διαφορετικά χημικά συστατικά. Όλ’ αυτά έχουν πια εξαφανιστεί απ’ την αγορά. Τα εργοστάσια κατασκευής τους έχουν κλείσει κι οι συνταγές για τις μίξεις των χημικών έχουν χαθεί. Στην ουσία ξεκινάμε απ’ το μηδέν, δηλαδή το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε κι ο Dr. Land όταν ίδρυσε την Polaroid πριν από τόσα χρόνια. Μόνο που εμείς ξέρουμε στα σίγουρα, ότι είναι εφικτό.» Μ’ αυτά τα λόγια, ο André Bosman, συνιδρυτής του Impossible Project (www.the-impossible-project.com), εξήγησε σε δημοσιογράφο του CBC τον πρακτικό λόγο που η επιχείρηση διάσωσης της Polaroid ονομάστηκε έτσι, πέρα απ’ την προφανή αναφορά στο διάσημο απόφθεγμα του Dr. Edwin H. Land. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Bosman, πρώην στέλεχος της Polaroid, συναντήθηκε με τον αυστριακό επιχειρηματία Florian Kaps, έναν γνήσιο λάτρη των αναλογικών στιγμιαίων φωτογραφικών μηχανών, ο οποίος είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στο συγκεκριμένο τομέα από καιρό, έχοντας ιδρύσει τρία σημαντικά πρότζεκτ: το εξουσιοδοτημένο e-shop Polapremium (www.polapremium. com) που προμηθεύει την αγορά με όσα είδη για Polaroid είναι ακόμη διαθέσιμα, την online κοινότητα «στιγμιαίων» φωτογράφων Polanoid (www.polanoid.com) όπου πάνω από 10.000 χρήστες έχουν ανεβάσει πάνω από 200.000 εικόνες, αλλά και τη μοναδική γκαλερί (online, αλλά και σε πραγματικό χώρο) για καλλιτέχνες που δουλεύουν με στιγμιαίο φιλμ εκμεταλλευόμενοι την ιδιαίτερη αισθητική του, την Polanoir (www.polanoir.com). Το νέο, κοινό τους επιχειρηματικό σχέδιο, είναι κάτι πολύ πιο φιλόδοξο: η αναγέννηση του στιγμιαίου φιλμ απ’ τις στάχτες του. Στο Ένσεντε της Ολλανδίας βρίσκεται το εμβληματικό εργοστάσιο της Polaroid, εκείνο που παρήγαγε τα φιλμ μαζικής κατανάλωσης πριν η λογική της αγοράς του βάλει οριστικά λουκέτο. Η νεοσύστατη εταιρεία Impossible B.V. αγόρασε τα μηχανήματα της προκατόχου της και μίσθωσε ένα απ’ τα κτίρια του εργοστασίου για μια δεκαετία. Οι Bosman και Kaps συγκρότησαν μια ομάδα από τεχνικούς με μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο κι εξασφάλισαν την υποστήριξη της Ilford, μιας εταιρείας με μακρόχρονη παράδοση σε ποιοτικά φωτογραφικά υλικά. Το πλάνο; Να επανεφεύρουν το στιγμιαίο φιλμ, με τρόπο που θα το κάνει απόλυτα βιώσιμο, τεχνικά και εμπορικά. Νέα υλικά, νέες συνταγές, νέο πακέτο, νέα αγορά, αλλά το γνώριμο αποτέλεσμα, η κλασική αναλογική στιγμιαία φωτογραφία που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ονομασία Polaroid. Αν όλα πάν καλά, θά ‘χουν στα χέρια τους ένα πρωτότυπο μέχρι το τέλος του ‘09. Το πλάνο παραγωγής μιλά για 3.000 κομμάτια το 2010 και 10.000 ανά χρόνο μέσα στην επόμενη δεκαετία, ώστε να εξυπηρετήσουν μια εξειδικευμένη αγορά, αποτελούμενη από μύστες, καλλιτέχνες ή νέους πιστούς της παλιομοδίτικης φωτογραφικής εμπειρίας. Το κριτήριο γι’ αυτήν την αναζήτηση της νέας εκδοχής μιας παλιάς εφεύρεσης, δεν είναι πλέον, ούτε εμπορικό ούτε επιστημονικό...

...Είναι θέμα αισθητικής Δεν είχα ποτέ μου Polaroid και η μόνη μηχανή με την οποία ασχολήθηκα επισταμένα ήταν μια Zenit που βρήκα καταχωνιασμένη στο πατρικό μου λόγω μιας ασήμαντης βλάβης στην «κουρτίνα». Αντιλήφθηκα τότε, πόσο χρήσιμο είναι να μαθαίνεις Φωτογραφία με μια χειροκίνητη αναλογική μηχανή. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έγινα μύστης, ίσως επειδή, αντί για το μικρόβιο του φωτογράφου, άρπαξα εκείνο του δημοσιογράφου. Η απλή νοσταλγία ή η προσκόλληση στην παράδοση δεν αρκούν για να διατηρήσουν κάτι στη ζωή χωρίς να το μετατρέψουν σε καρικατούρα ή, χειρότερα, σε θλιβερή συνήθεια. Το βινύλιο δεν έμεινε ζωντανό επειδή κάποιοι πλαδαροί καραφλοχαίτουλες αρνήθηκαν με ζέση να πετάξουν τα πικάπ τους και τα σαρανταπεντάρια των Animals. Ο ήχος του, ακόμη και ο κακός, έχει έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα, μια αισθητική που, σε επίπεδο μαζικής παραγωγής τουλάχιστον, δεν μπορεί ν’ αναπαραχθεί απόλυτα στην ψηφιακή του μορφή. Το ίδιο και το κινηματογραφικό φιλμ. Η διαφορά του αποτελέσματος που παράγει ένα αναλογικό μέσο μ’ εκείνο του ψηφιακού δεν είναι μια ξερή διαφορά ποιότητας, πιστότητας ή ακόμη κι εμπορικότητας. Αποτελούν διαφορετικές αισθητικές επιλογές και ως τέτοιες μπορούν πια και συνυπάρχουν. Η Polaroid, εκτός απ’ την ικανοποίηση του άμεσου, μη αναστρέψιμου, αποτελέσματος, που εύλογα απαίτησε η κορούλα του Land προκαλώντας ασυναίσθητα την εφεύρεσή της, έχει πλήθος μοναδικών χαρακτηριστικών που την καθιστούν από μόνη της μια αισθητική επιλογή για όλους αυτούς τους ανθρώπους που διεκδικούν επίμονα την παράταση της ζωής της. Επιπλέον, κάθε φωτογραφία που παράγει είναι μοναδική, δίχως αναλογικό αντίγραφο, ενώ παράλληλα, δε μένει κι αναλλοίωτη στο χρόνο. Όπως, άλλωστε, κι οι αναμνήσεις που απεικονίζει. Βιβλία: // Insisting On the Impossible : The Life of Edwin Land, Victor McElheny // Land’s Polaroid: A Company and the Man Who Invented It, Peter C. Wensberg Internet: // www.the-impossible-project.com // www.polanoid.com // www.polapremium.com // www.polanoir.com Abstract: Loukas Tsouknidas recounts the invention of Polaroid, the technology and the business, up until the decline and the attempt to ressurect it by a group of people called «The Impossible Project».


Gran Torino Η κραυγή ενός συντηρητικού του Δημήτρη Δρένου

Ο Clint Eastwood δεν έπεσε στο σινεμά των δημιουργών απ’ το πουθενά. Κι αν κάποιοι δε σταματούν να τον ταυτίζουν με τον Dirty Harry, ίσως νά ‘χουν δίκιο... λόγω της ευστοχίας του. Η πολιτική του ματιά παραμένει στο στόχο και στην τελευταία του δημιουργία, το πολύ προσωπικό Gran Torino. «I’m interested in the fact that the less secure a man is, the more likely he is to have extreme prejudice.» Clint Eastwood


Η εξ αριστερών παρεξήγηση

Ο θάνατος των αξιών

Η πρόσφατη ταινία του Clint Eastwood, Gran Torino, έγινε δεκτή με ενθουσιώδεις κριτικές. Χαρακτηρίστηκε ως «μια αριστερή ταινία από έναν δεξιό καλλιτέχνη» κι ως η έμπρακτη συγγνώμη του για όσους αιμοχαρείς ήρωες ενσάρκωσε στην καριέρα του. Μάλιστα, ένιωσα πως μερίδα της κριτικής εφηύρε και χαιρέτησε με ανακούφιση μια υποτιθέμενη ιδεολογική στροφή του ρεπουμπλικάνου σκηνοθέτη που τόσα χρόνια κάνει —παραδόξως για κάποιους— καλές ταινίες.

Μία νεκρώσιμη ακολουθία. Στην εκκλησία, ο ηλικιωμένος Walt Kowalski (Clint Eastwood), στέκεται δίπλα στο φέρετρο της γυναίκας του. Ο παπάς εκφωνεί το λόγο του περί του πικρού, αλλά και χαρμόσυνου γεγονότος του θανάτου στη χριστιανική θρησκεία ενώ στα στασίδια, κάθονται τα παιδιά και τα εγγόνια του. Οι δυο γιοί του, μεσήλικες γιάπηδες, δε σταματούν να ψιθυρίζουν δίχως σεβασμό, ενώ τα εγγόνια του δε σταματούν να παίζουν με τα κινητά τους.

Προσωπικά θεωρώ —σε αντίθεση μ’ εκείνη την Αριστερά που φλερτάρει με το λαϊκισμό— πως το αριστουργηματικό αυτό φιλμ αποτελεί πράγματι μια κριτική της δεξιάς κοσμοθεώρησης, η οποία όμως γίνεται εκ των έσω. Καθώς η Δεξιά περιλαμβάνει δύο εν πολλοίς αντιθετικές τάσεις, το συντηρητισμό και το νεοφιλελευθερισμό, είναι ο συντηρητικός Eastwood που ασκεί την τόσο σκληρή του κριτική στη νεοφιλελεύθερη πλευρά. Κι επίσης, παρά την αντίθετη διανοουμενίστικη οπτική, το Gran Torino δεν αποτελεί ρήξη στη φιλμογραφία του, αλλά επιτομή της. Δεν υπάρχει χάσμα ούτε αντίφαση μεταξύ των καουμπόικων ή αστυνομικών των δεκαετιών του ‘60 και ‘70 και των πρόσφατων πολυβραβευμένων, ουμανιστικών ταινιών του. Αντίθετα, το καθ’ ολοκληρία τόσο σημαντικό έργο του, πάντα κινείται γύρω από δύο άξονες, το θάνατο και το χώρο, προσπαθώντας ν’ αρθρώσει μια αμερικάνικη φιλοσοφία.

Η αξία του θανάτου Κύρια θεματική του Eastwood είναι ο θάνατος. Πάντα οι ήρωές του πεθαίνουν ή σκοτώνονται. Οι ταινίες του διαποτίζονται απ’ την οικονομία του θανάτου. Άλλοτε αποτελεί την εναρκτήρια σκηνή (Gran Torino) και άλλοτε την τελική (Unforgiven). Άλλοτε επικρέμεται καθ’ όλη τη διάρκεια, με τους ζωντανούς να είναι υπό αίρεση ζωντανοί έως την επόμενη σκηνή (Letters from Iwo Jima) ή εντολοδόχοι των ήδη νεκρών (Flags of our Fathers) και άλλοτε μένει ανοιχτός, ως πιθανή βεβαιότητα (Escape from Alcatraz, Space Cowboys). Το σχήμα του θανάτου στο έργο του Eastwood δεν είναι μονόδρομο, μονοσήμαντο ή επαναλαμβανόμενο. Στα πρώτα γουέστερν (τριλογία του Sergio Leone) πεθαίνουν οι αιμοδιψείς, ανήθικοι, πραγματικά κακοί κι αυτό λειτουργεί ως τραγική κάθαρση. Στην υπόλοιπη φιλμογραφία του, ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους. Για τα αθώα παιδιά του Changeling, για τη φτωχή κοπέλα του Million Dollar Baby, για τον καλλιτέχνη του Ηonkytonk Man, για τους συνεργάτες του επιθεωρητή Callahan, για κάθε αμερικάνο ή ιάπωνα που βρέθηκε στα πεδία των μαχών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα βλέμμα για όλους και κυρίως για όσους δε φταίνε.

Αργότερα στο σπίτι, τα εγγόνια θέλουν να φύγουν —στο γκέτο που μένει ο παππούς δεν έχει καλό σήμα. Πράγματι, πρόκειται για ένα γκέτο. Οι παλιοί αμερικάνοι κάτοικοι το έχουν εγκαταλείψει για καλύτερες συνοικίες, στα διαλυμένα σπίτια μένουν πλέον βιετναμέζοι μετανάστες της φυλής των Χμονγκ (1). Ο γέρο-Kowalski είναι δυσαρεστημένος μ’ αυτή την αλλαγή. Στην πόρτα του φροντίζει πάντα να κυματίζει η αμερικάνικη σημαία, όμως όταν βγαίνει στον κήπο δεν βλέπει ούτε έναν συμπατριώτη. Έτσι, όταν του χτυπούν το κουδούνι οι ασιάτες γείτονες τους διώχνει απότομα, τονίζοντας εμφατικά: «Έχουμε πένθος εδώ πέρα!». Ποιος θρηνεί όμως; Με την πρώτη ευκαιρία παιδιά και εγγόνια απομακρύνονται με το ακριβό αυτοκίνητό τους. Βαριούνται, έχουν δουλειές, δεν αντέχουν τον γέρο. Ο θάνατος πάντα κατέχει καθοριστικό ρόλο στις ταινίες του Eastwood γιατί είναι συγκλονιστικό γεγονός. Αυτή τη φορά όμως οι επιζώντες του αποθανόντα τον αντιμετωπίζουν ως κάτι ασήμαντο, αδιάφορο. Όλα αλλάζουν στη σύγχρονη εποχή. Όπως καταρρέει η σημασία όλων των αξίων, καταρρέει κι εκείνη του θανάτου.

Περί οικονομικών Η γενιά του Kowalski πολέμησε στους μεγάλους πολέμους της Αμερικής, στην Ιαπωνία και στην Κορέα. Έπειτα δούλεψε σκληρά στα εργοστάσια για το οικονομικό θαύμα των δεκαετιών του ’50 και ‘60. Τα παιδιά της μεγάλωσαν στην ευημερία, άλλαξαν τάξη, έγιναν οι ήρωες του νεοφιλελευθερισμού των ημερών μας. Γίναν μια αρπακτική γενιά. Κάθε φορά που του τηλεφωνούν (σπανίως) ο Kowalski ρωτά αγριεμένος: «Τι ζητάτε; Μήπως τα κοσμήματα της νεκρής μητέρας σας;» Περιγράφει την πετυχημένη δουλειά των γιων του στις πωλήσεις ως «άδεια να κλέβεις» (license to steal). Δυσφορεί που οδηγούν ιαπωνικά αυτοκίνητα. Πέρασε όλη του τη ζωή στα εργοστάσια της Ford και δεν μπορεί να δεχτεί πως πλέον το κεφάλαιο και η κατανάλωση κινούνται χωρίς φραγμούς, ψάχνουν στα πέρατα του κόσμου για φθηνά εργατικά χέρια, μειωμένο κόστος, ευκαιρίες εκμετάλλευσης.

Η καθολικότητα και το αδιάκριτο του θανάτου είναι που κάνουν τον άνθρωπο άνθρωπο. Μιλώντας για το θάνατο, ο Eastwood μιλά για τον άνθρωπο που στέκει στον κόσμο, προσπαθώντας να ρυθμίσει, να φυλάξει, να ζήσει τη ζωή του.

Οι ιδέες του περί ιδιοκτησίας είναι διαφορετικές. Τη σέβεται, όμως δεν την αντιμετωπίζει ως μια αφηρημένη έννοια πλουτισμού. Δεν είναι γι’ αυτόν το αφηρημένο και άυλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αλλά το χειροπιαστό σπίτι του, ο κήπος, το γκαράζ —γεμάτο εργαλεία μαζεμένα κατά τη διάρκεια μιας ζωής χειρωνακτικής εργασίας.

Όλη η ανθρώπινη γνώση είναι γνώση για το θάνατο και τη ζωή. Στο Gran Torino επανέρχεται διαρκώς η φράση: «Τι γνωρίζεις εσύ για τη ζωή και το θάνατο;» Απευθύνοντάς την ο ένας στον άλλο, ο βετεράνος της Κορέας κι ο παπάς —οι καθ’ ύλην δηλαδή αρμόδιοι— προσπαθούν να κυριαρχήσουν. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει μ’ ένα θάνατο. Ενδιάμεσα συμπυκνώνει όλη την κοσμοθεωρία του Eastwood. Δεν αποτελεί ρήξη με το προηγούμενο έργο του, αλλά τη συμπύκνωσή του.

Η έννοια της οικονομίας δεν νοείται γι’ αυτόν εν κενώ. Δεν είναι αήθης, δεν είναι η νεοφιλελεύθερη οικονομία που δε γνωρίζει όρια, δε νοιάζεται για τίποτε και για κανένα. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αποτελεί το δικαίωμα του στο χώρο, τη δυνατότητα να δομεί και να ζει τη ζωή του με βάση τα πράγματα που κατέχει. Ταυτόχρονα, είναι πηγή υποχρεώσεων. Όταν ο νεαρός ασιάτης Tau έρχεται να δουλέψει γι’ αυτόν, ώστε να εξιλεωθεί, ο Kowalski αρχικά αρνείται, δηλώνει ικανός «να φροντίσει


την περιουσία του». Η περιουσία του δεν είναι συσσώρευση πέραν των δυνατοτήτων του —δεν κατέχει άχρηστους πόρους. Μπορεί και φροντίζει αυτά που έχει γιατί μ’ αυτά που έχει ζει. Όταν κάποια στιγμή εξομολογείται, αναφέρει και τη μοναδική φορά που δεν πλήρωσε κάποιους φόρους επειδή: «Είναι σα να κλέβεις.» Αναγνωρίζει την ατομική ιδιοκτησία ως απόδειξη της ατομικής αξίας, μα, ταυτόχρονα, θεωρεί πως υπάγεται σε κανόνες που τη συνδέουν με το κοινωνικό σύνολο. Πόσο διαφορετική αντίληψη απ’ τους νεοφιλελεύθερους απόγονούς του, που σίγουρα δε θα έλεγαν όχι σε κάποιο αφορολόγητο μπόνους...

Η περηφάνια της εργατικής τάξης Μια μόνιμη παρατήρηση της κοινωνιολογίας —εκ πρώτης παράδοξη, σε επόμενες αναγνώσεις δικαιολογημένη— είναι πως η εργατική τάξη εμφορείται απ’ τις αξίες του συντηρητισμού κι ένα μεγάλο μέρος της ψηφίζει σταθερά συντηρητικούς. Ο Kowalski υπήρξε χειρώνακτας εργάτης στην αυτοκινητοβιομηχανία της Ford στο Ντιτρόιτ, στην κορωνίδα της αμερικάνικης βιομηχανίας. Είναι περήφανος γι’ αυτό κι ακόμα κι ως συνταξιούχος χαίρεται να μαστορεύει. Είναι περήφανος όταν επιδεικνύει τα εργαλεία του στον Tau. «Κάθε εργαλείο», του λέει, «έχει την ιστορία και τη δουλειά του». Τον συμβουλεύει να δουλέψει στις οικοδομές και τον συστήνει στ’ αφεντικά, καθώς «έχει ακόμη επαφή με τους ανθρώπους του επαγγέλματος». Επιπλέον του δανείζει μερικά εργαλεία —τα ξαναρίχνει στον κύκλο της παραγωγής κι έτσι η ιδιοκτησία του δεν είναι απονεκρωμένη— και του μαθαίνει πώς να βάζει τα γάντια της δουλειάς στην κωλότσεπη (ακριβώς όπως στο εξώφυλο του Born in the USA του Bruce Springsteen). Τέλος, στο παραδοσιακό κουρείο, μαζί μ’ ένα αντρικό κούρεμα, τον μυεί στον κόσμο των αντρικών συζητήσεων.

Που πήγε ο κόσμος που ξέραμε; Πρόκειται για το σύμπαν της εργατικής τάξης, όπως έχει αποτυπωθεί στα βιβλία και στις ταινίες, το οποίο εξαφανίζεται ραγδαία όπως και τόσες άλλες εικόνες του κόσμου που κάποτε ξέραμε. Η εποχή της παραδοσιακής βιομηχανίας ανήκε στην περίοδο της «στέρεης νεωτερικότητας» όπως την ονομάζει ο πολωνός διανοούμενος Zygmunt Bauman. Αναφέρεται στην περίοδο απ’ τον 18ο αιώνα έως και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου. Τα πράγματα ήταν στέρεα: τα εργοστάσια δούλευαν πυρετωδώς για να παράγουν τα υλικά αγαθά που θα εξασφάλιζαν την ευημερία. Οι άνθρωποι ήταν οργανωμένοι σε έθνη-κράτη. Αγαπούσαν το χώμα που πατούσαν και υιοθετούσαν τις βαθιά ριζωμένες σ’ αυτό αξίες. Τη στέρεη νεωτερικότητα ακολούθησε η περίοδος της «ρευστής νεωτερικότητας». Η κορδέλα παραγωγής έδωσε τη θέση της στην οικονομία της πληροφορίας. Τα σύνορα καταργούνται για χάρη των υπερεθνικών οργανισμών και των πολυεθνικών εταιριών. Κάτι άυλο διατρέχει τον κόσμο κι αυτό το άυλο (χρηματοπιστωτικές ροές, ροές πληροφορίας) είναι που του δίνει ή του παίρνει το σχήμα. Αν η μεταφορά της στέρεης νεωτερικότητας ήταν ο κήπος που ο άνθρωπος με ορθολογικό σχεδιασμό καλλιεργούσε και όλο προσδοκούσε σε καλύτερες σοδειές, στη ρευστή νεωτερικότητα το χώμα γίνεται κινούμενη άμμος. Δε στηρίζει τα πόδια μας, οι αξίες δε ριζώνουν κι αφήνονται στο έλεος της αποδόμησης.

Η Αμερική ως χώρος Κύρια μεταφορά της Αμερικής είναι η έννοια του χώρου. Παρθένα, ανεξερεύνητη, μακρινή, η Αμερική των εξερευνητών και των αποίκων αποτελούσε κενό χώρο που ζητούσε να γεμίσει, σε αντίθεση με τον γεμάτο διαφθορά, πόλεμο, δυστυχία χώρο της Ευρώπης. Ο δυτικός πολιτισμός έβρισκε την ευκαιρία για μια δεύτερη εγγραφή του. Το βιβλίο της Ευρώπης είχε μουτζουρωθεί, της Αμερικής ήταν ολοκαίνουριο, γεμάτο λευκές σελίδες. Η πρώτη εικόνα της Αμερικής είναι αυτή μιας μεθορίου, η οποία βρίσκεται στις ανατολικές ακτές και με την πάροδο των δεκαετιών κινείται προς τα δυτικά καλύπτοντας τα κενά εδάφη, όπου συρρέουν οι άποικοι για να ζήσουν μια καλή ζωή, να εγκαθιδρύσουν την ουτοπία τους. Η ουτοπία αυτή δεν ήταν μεγαλεπήβολη, δεν απαιτούσε ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Αντιθέτως, αναφερόταν στο μεμονωμένο άτομο και την οικογένεια του που περιφράσσοντας τις ερημιές, όριζε το αγρόκτημα του και το κατάδικό του προσωπικό σύμπαν. Λόγος για συγκρούσεις δεν υπήρχε, αφού ο χώρος έφτανε για όλους. Αν, λοιπόν, η κύρια μεταφορά της Αμερικής ήταν ο χώρος, τα μέσα της μεταφοράς αυτής δεν μπορούσαν να είναι παρά τα μεταφορικά. Το άλογο για τον 19ο αιώνα (2), το αυτοκίνητο για τον 20ο. Το πρώτο να καλπάζει στις πεδιάδες, το δεύτερο να διατρέχει τις λεωφόρους και τα δυο να διανοίγουν αυτό το χώρο, να μετακινούν τα άτομα προς την προσωπική τους Εδέμ, εκεί που κανείς δε θα τους ενοχλήσει.

This land is your land… Οι ταινίες του Eastwood βασίζονται ακριβώς σ’ αυτή τη μεταφορά. Σχεδόν πάντα ξεκινούν με την εικόνα του χώρου και του ατόμου που τον διασχίζει. Στην τριλογία του Leone ο «Άνθρωπος Χωρίς Όνομα» καλπάζει απ’ την άκρη του πλάνου μέχρι να φθάσει στο κέντρο του. Στο The Outlaw Josey Wales, ο Josey καλπάζει καθ’ όλη τη διάρκεια των τίτλων. Στο Coogan’s Bluff, ο ήρωας τρέχει με ένα τζιπ στα πρώτα πλάνα, ενώ ως Dirty Harry, ο Eastwood εποπτεύει το χώρο της μητρόπολης με τα κιάλια. Ο ρόλος των ηρώων που σχεδόν πάντα ενσαρκώνει δεν είναι άλλος απ’ την εποπτεία του χώρου και την προστασία των ατόμων που τον κατοικούν. Ενάντια στους διεφθαρμένους σερίφηδες ή τα διεφθαρμένα αστυνομικά τμήματα, ενάντια στους τυραννικούς μεγαλοκτηματίες ή τους ιδιοτελείς πολιτικούς, ο Eastwood προσπαθεί να διασφαλίσει τις προσωπικές ουτοπίες των ανήμπορων. Δεν είναι επαναστάτης, πάντα λειτουργεί κατά περίπτωση. Αντιμετωπίζει τους ανθρώπους μόνο ως άτομα —άλλοι είναι κακοί, άλλοι καλοί. Και αυτός ως θεματοφύλακας του πυρήνα της «Ιδέας της Αμερικής», του ατομικιστικού ουτοπισμού, θέλει να διαφυλάξει την ανεμπόδιστη δυνατότητα του καθενός να εγγραφεί στον ελεύθερο χώρο και να δείξει το ποιόν του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι περσόνες του Eastwood δεν ενσαρκώνουν τιμωρούς που επιτίθενται, αλλά υπερασπιστές που αμύνονται.

Τα σπιτικά θέλουν στέρεα θεμέλια Ο Kowalski —ο γέρος Eastwood— είναι πλέον απόμαχος. Συνταξιούχος, κάθεται στην αυλή του και πίνοντας τη μπύρα του κάνει αυτό που έκανε πάντα —εποπτεύει το χώρο. Η περιοχή έχει γίνει γκέτο και στο διπλανό σπίτι μένουν αυτοί οι «καταραμένοι βάρβαροι». Αναρωτιέται γιατί ήρθαν όλοι αυτοί οι ασιάτες στη γειτονιά του, ενώ


η γριά γειτόνισσα αναρωτιέται γιατί αυτός ο αμερικάνος δε φεύγει επιτέλους, όπως έκαναν οι υπόλοιποι. Εκείνος πιο πολύ γρυλίζει παρά μιλά, όπως ο σκύλος του. Περιχαρακώνει τον κήπο του. Δούλεψε 50 χρόνια στη στέρεη νεωτερικότητα, τώρα φρουρεί τη μικρή του ουτοπία. Φοβάται μήπως οι ασιάτες την επιβουλεύονται. Στην πορεία, διαπιστώνει πως τα διακυβεύματα του χώρου γι’ άλλη μια φορά έχουν αλλάξει. Όπως απ’ τις ανοιχτές πεδιάδες του 19ου αιώνα μεταβήκαμε στις μητροπόλεις του ‘70, όπου δρα ο Callahan, έτσι και τώρα ο χώρος έχει γίνει ρευστός. Ο Kowalski κι οι ασιάτες είναι την ίδια ακριβώς στιγμή εξόριστοι. Οι γείτονές του όμως, δεν το βάζουν κάτω. Θέλουν να εγγραφούν και αυτοί όπως τόσοι άλλοι πιο πριν. Εκείνος τους αποκαλεί σχιστομάτηδες, προφέρει τα ασιατικά ονόματα ως «Γιαμ-γιαμ», όμως κατά βάθος ξέρει πως όλοι οι φίλοι του είναι απόγονοι μεταναστών —«βρωμο-ιταλοί», «παλιο-εβραίοι», «γουρούνια-ιρλανδοί»— και πως υπήρξαν καλοί σύντροφοι στη δουλειά και στη ζωή. Κι εκείνος άλλωστε, είναι πολωνός. Έτσι, πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται πως οι ασιάτες μπορεί να είναι είτε καλοί είτε κακοί. Οι γείτονές του είναι καλοί. Τιμούν τις παραδόσεις, η οικογένεια τους σέβεται τις ιεραρχίες, τα παιδιά τους θέλουν να εργαστούν. Οι ασιατικές συμμορίες της περιοχής είναι κακές και όπως όλοι οι κακοί στα έργα του Eastwood, επιβουλεύονται το δικαίωμα της εγγραφής.

Ο Clint ξέρει τι κάνει και γιατί Δεν είναι παράξενο επομένως που ο Kowalski θα σταθεί στο πλευρό της οικογένειας αυτής. Δεν το κάνει από ιδεαλισμό, από πολιτική ορθότητα, δε συγκινείται επειδή είναι «πολύχρωμοι» μετανάστες. Το κάνει επειδή παραμένει οικογένεια, σέβεται τις παραδόσεις, είναι κάτι που σε πείσμα των καιρών παραμένει στέρεο και ας ήρθε απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. Δεν στέκεται στο πλευρό τους επειδή είναι κοινωνιστής. Ως συντηρητικός δυσπιστεί για τη φύση του ατόμου και ιδίως για το άθροισμά τους, την κοινωνία. Συχνά στα φιλμ του υπάρχει το πλάνο όπου το μεμονωμένο άτομο στέκει απέναντι στο θορυβώδη, γλοιώδη, δειλό όχλο (High Plains Drifter, Flags of our Fathers). Στο Gran Torino παραδέχεται τον μικρό και άβγαλτο Tau επειδή δεν υποκύπτει στο δέλεαρ του ν’ ανήκει σε μια συμμορία, δηλαδή στη μάζα. Δεν στέκεται στο πλευρό τους επειδή έχει τη διάθεση του ηρωισμού. Όταν ένα βράδυ απομακρύνει τη συμμορία απ’ τη γειτονιά, αρνείται τα εύσημα, αφού «το μόνο που έκανε ήταν να τους κρατήσει έξω από τον κήπο του». Δεν δέχεται πως υφίσταται ο ηρωισμός —στο Flags of our Fathers ένας ήρωας του πολέμου αρνείται το χαρακτηρισμό και τονίζει πως τη λέξη «ήρωας» τη χρησιμοποιούν όσοι δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι οι άνθρωποι φέρονται γενναία απλώς για να σώσουν τους εαυτούς τους και τους κοντινούς τους.

Ο Σώφρων, ο Αιθεροβάμων και ο Αισχρός Ο πολιτικός συντηρητισμός θεωρεί πως ο κόσμος μας είναι δύσκολος και οι άνθρωποι ατελείς. Δεν υπάρχουν ριζικές λύσεις. Χρειάζεται σύνεση, σεβασμός των κανόνων που με τόσο κόπο διαμόρφωσε ο

Άνθρωπος στην Ιστορία του και μόνο μικρές διορθωτικές κινήσεις. Ο συντηρητικός Eastwood δεν μπορεί να πεισθεί απ’ την εξιδανίκευση του ριζοσπαστισμού για μια αναμορφωμένη κοινωνία κι έναν κόσμο αγγέλων, που ο ηρωισμός και το όραμα κάποιων είναι θεωρητικά ικανά να πετύχουν. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύει στην ισοπέδωση του νεοφιλελευθερισμού, στην πλήρη κατάργηση των κανόνων. Το χάος για να καταστεί χώρος χρειάζεται όρια κι οι νεοφιλελεύθεροι με μιας τα γκρεμίζουν, υπερβαίνουν τις ρυθμίσεις, μετατρέπουν το χώρο σε ζούγκλα.

Ο Clint ξέρει τι παραδίδει και σε ποιον Οι μακρινοί ασιάτες αποτελούν τελικά ότι πιο κοντινό στις πεποιθήσεις του Kowalski και του Eastwood. Είναι αγγελιοφόροι σταθερών αξιών, προέρχονται, κατά κάποιο τρόπο, απ’ το παρελθόν που χάνεται. Τους συμπαραστέκεται λοιπόν γιατί μόνο αυτοί είναι εν τέλει ικανοί να αναβιώσουν την ουσία της Αμερικής, να κάνουν τα εδάφη της και πάλι στέρεα ώστε ν’ αντέξουν ζωές με νόημα. Για αυτό και το πανέμορφο, αντίκα Gran Torino της Ford που έχει στο γκαράζ του κι εποφθαλμιούν τα εγγόνια του και οι συμμορίες, το κληροδοτεί στον νεαρό Tau. Του παραδίδει τη διαθήκη της ίδιας της παραδοσιακής Αμερικής (3). Όσον αφορά, τέλος, στην πράξη της θυσίας του, πεποίθησή μου είναι ότι μ’ αυτή την πράξη, ο Kowalski κλείνει το μάτι προς όλους τους πιστολέρο που υπήρξαν οι πρόγονοί του. Αν μπορούσε θα τους καθάριζε τους μπάσταρδους της συμμορίας. Είναι όμως ένας 78άρης (όσο κι ο Eastwood) και αυτοί είναι πέντε δυνατοί νεαροί. Η «δουλειά» βέβαια, πρέπει να γίνει και γι’ αυτό αναζητά την πιο αποδοτική στρατηγική. Ξέρει πως οι ένορκοι θα είναι αμείλικτοι μπροστά στη δολοφονία ενός λευκού ηλικιωμένου. Και αφού έτσι μόνο μπορεί να γίνει, ο Kowalski διαλέγει τη «θυσία» ώστε οι μπάσταρδοι να βρεθούν εκεί που τους αξίζει, όπως συνέβαινε Once upon a Time in the West… Σημειώσεις: (1) Οι Χμονγκ είναι μια φυλή του Βιετνάμ που συνεργάστηκε με τους αμερικάνους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μετά την ήττα και την απόσυρση απ’ το Βιετνάμ, οι Χμονγκ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κι εκείνοι τη χώρα τους, μεταναστεύοντας στην Αμερική. (2) Στο Letters from Iwo Jima που διαδραματίζεται κατά την απόβαση των αμερικανών στην ομώνυμη ιαπωνική νήσο κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχουν συγκλονιστικά εμβόλιμα πλάνα του αλόγου ενός ιάπωνα αξιωματικού —εν μέσω τανκ και αεροπλάνων— που χάνεται στο γενικό αιματοκύλισμα. (3) Στα τραγούδια του τελευταίου δίσκου του Neil Young, Fork on the Road, ο οποίος αναφέρεται στις αλλαγές που ραγδαία συμβαίνουν σε μια Αμερική που βρίσκεται σε κρίση, οι «ήρωες» είναι αυτοκίνητα. Abstract: Dimitris Drenos talks about Clnt Eastwood’s politics, and how his latest film Gran Torino addresses a critique from a conservative viewpoint, to the new political right.


Το Ισλάμ στην Ευρώπη

Το χρονικό μιας συζήτησης Πριν από δύο χρόνια, ένα βιβλίο για το φόνο του Theo van Gogh πυροδότησε μια συζήτηση, μέσω δημοσιεύσεων στο signandsight.com, για την ισλαμική παρουσία στην Ευρώπη και τις προοπτικές μιας συμβίωσης χωρίς φαινόμενα σαν κι εκείνο. Παρά τον, κατά διαστήματα, προσωπικό ή ακαδημαϊκό τόνο, είχε ενδιαφέρουσα εξέλιξη... «What to say to a man who tells you he prefers to obey God than to obey men, and who is consequently sure of entering the gates of Heaven by slitting your throat?» Voltaire του Λουκά Τσουκνίδα

Ο πιστός και ο άπιστος Τι μπορείς να πεις σε κάποιον που δηλώνει ότι προτιμά να υπακούει στον Θεό αντί για τους ανθρώπους κι είν’ απόλυτα σίγουρος ότι, αν σου κόψει το λαρύγγι, θα πάει στον παράδεισο; Μάλλον τίποτα. Μια ανορθολογική απαίτηση δεν ανταλλάσσεται με μια ορθολογική πιθανότητα κι άλλωστε, χωρίς κοινή βάση δεν υπάρχει συζήτηση. Θα μπορούσες ίσως να του εξηγήσεις ότι για τον παράδεισο δε μπορείς να εγγυηθείς, αλλά τη φυλακή την έχει σίγουρη. Όμως, αν είναι να σε λιανίσει, λίγο σε νοιάζει τι θα συμβεί μετά. Το Νοέμβριο του 2004 στο Άμστερνταμ, ο μαροκινός ισλαμιστής Mohammed Bouyeri πυροβόλησε τον σκηνοθέτη Theo van Gogh οχτώ φορές, πριν του κόψει απ’ άκρη σ’ άκρη το λαρύγγι για λόγους... θρησκευτικούς. Το θύμα ήταν, τα τελευταία χρόνια, ένας απ’ τους πιο ένθερμους (και προκλητικούς) πολέμιους της θρησκείας του Ισλάμ και της ιδεολογικής/πολιτικής της προέκτασης, του Ισλαμισμού. Πάνω στο γαζωμένο πτώμα του, ο δολοφόνος κάρφωσε με μαχαίρι ένα εκτενές σημείωμα που εξαπέλυε απειλές προς κάθε ενδιαφερόμενο, ανάμεσά τους κι η Ayaan Hirsi Ali, συνεργάτης του θύματος στην τελευταία του αντι-ισλαμιστική πρόκληση, το δεκάλεπτο φιλμ Submission.

Η σομαλή που έγινε ευρωπαία Η πρώην βουλευτής του ολλανδικού κοινοβουλίου Ayaan Hirsi Ali, μετανάστρια σομαλικής καταγωγής, υπήρξε μια αφοσιωμένη νεαρή μουσουλμάνα πριν αυτομολήσει στην Ολλανδία για ν’ αποφύγει έναν, κατά την ισλαμική παράδοση, προσυμφωνημένο γάμο. Εκεί δούλεψε και σπούδασε, ώσπου κατάφερε ν’ αναρριχηθεί στο πολιτικό προσκήνιο της πιο «ανεκτικής» χώρας του κόσμου. Στην πορεία αποκύρηξε το Ισλάμ κι άρχισε, άθεη πλέον, ν’ ασκεί έντονη κριτική στον ισλαμικό κόσμο και την απάνθρωπη μεταχείριση που εξασφαλίζει στις μουσουλμάνες η φανατική προσκόλληση στις νουθεσίες του Κορανίου. Με λίγα λόγια, αποφάσισε να στρέψει με κάθε τρόπο την προσοχή —αυτή, μια λαθρομετανάστρια που κατάφερε να ξεπεράσει το πρακτικό μειονέκτημα και να ορθώσει την προσωπικότητά της εντός των συνόρων της «διεφθαρμένου» Δύσης— σ’ ένα πρόβλημα που ο ίδιος ο Δυτικός κόσμος αρνείται να δει, παρά μόνο υπό το πρίσμα του λαϊκισμού και της ξενοφοβίας. Η ύπαρξη μιας ισλαμικής κοινωνίας εντός της ευρωπαϊκής δεν είναι εφικτή όσο η μία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να κάνει ουδεμία υποχώρηση σε στοιχειώδη θέματα

ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που θεωρεί, άλλωστε, ιερό της καθήκον. Σύμφωνα με τη Hirsi Ali, συμβιβασμός δε μπορεί να υπάρξει όσο ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός δεν αναγνωρίζει καν ότι, στο κοινό πεδίο συνύπαρξης, ο αστικός νόμος είναι ανώτερος απ’ οποιονδήποτε θρησκευτικό κι έτσι δεν πρέπει να βρει καταφύγιο στο οποιοδήποτε πλαίσιο συναίνεσης. Λόγω της ανοιχτής κριτικής της, η σομαλή κυκλοφορεί πλέον με σωματοφύλακες, ενώ πρόσφατα αυτομόλησε και πάλι, αυτή τη φορά για την Ουάσινγκτον, ως συνεργάτης του συντηρητικού (σχετικό και με τους νεοσυντηρητικούς) think-tank, American Enterprise Institute for Public Policy Research. Είτε συμφωνεί κανείς με τις πρακτικές της (γιατί δε νοείται να διαφωνεί με τις καταγγελίες της) είτε όχι, η Ayaan Hirsi Ali δε μιλά χωρίς προσωπικό κόστος κι αντλεί επιχειρήματα απ’ τις εμπειρίες της κι όχι από φαντασιώσεις περί Ισλάμ. Παρ’ όλ’ αυτά, το τελευταίο μέτωπο εναντίον της, άνοιξε από τ’ αριστερά...

Οι κοινότητες πάνω απ’ τα άτομα Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του van Gogh, κυκλοφόρησε το Murder in Amsterdam: The Death of Theo Van Gogh and the Limits of Tolerance, μια μελέτη του δημοσιογράφου Ian Buruma, ο οποίος εξετάζει, μέσα απ’ το προφίλ του νεαρού δολοφόνου, κατά πόσο η ολλανδική κοινωνία είναι ουσιαστικά ανεκτική. Ο Bouyeri, μαροκινός δεύτερης γενιάς, δεν ήταν ούτε φανατικός ούτε φονιάς, αλλά με κάποιο τρόπο έγινε και, ίσως, το «Ολλανδικό Μοντέλο» οδεύει πλέον προς απομυθοποίηση. Παράλληλα, ασχολείται με το θύμα, αλλά και την Ayaan Hirsi Ali, την πρώτη υποψήφια, τότε, να τον ακολουθήσει. Παρ’ ότι τη θαυμάζει για το κουράγιο και το πείσμα της, θεωρεί ότι η απόλυτη στάση κι η οχύρωσή της στις αρχές του Διαφωτισμού δε βοηθά τις υποτιθέμενες διαπραγματεύσεις —που υφίστανται, βέβαια, μόνο στον αόριστο χώρο της διανόησης, αφού ελάχιστοι πολιτικοί αγγίζουν το θέμα. Σύμμαχος του, αποδείχθηκε ένας άλλος δημοσιογράφος, ο Timothy Garton Ash, μέλος κι αυτός της αυτόκλητης ομάδας που ψάχνει το νέο «Τρίτο Δρόμο». Για κύριο συνομιλητή τους, έχουν επιλέξει έναν μετριοπαθή, αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ελβετό, ονόματι Tariq Ramadan —ακόμη ένα χρόνιο σημείο τριβής με τους επικριτές τους. Γράφοντας λοιπόν, για τα δύο βιβλία, του Buruma και της Hirsi Ali (The Caged Virgin: An Emancipation Proclamation for Women and Islam), ο Garton Ash επαυξάνει στην κριτική του συναδέλφου του. Υπονοεί δε, ότι η ομορφιά της έχει να κάνει άμεσα με την επικοινωνιακή της


απήχηση και τη χαρακτηρίζει «φονταμενταλίστρια» του Διαφωτισμού σε μια αντιστοιχία με τους φανατικούς της άλλης πλευράς —εκείνη πάντως, ακόμη δεν έχει κάνει τον πρώτο της «ιερό» φόνο κι ο Buruma με τον Garton Ash, κυκλοφορούν χωρίς σωματοφύλακες. Λίγο καιρό αργότερα ήρθε η πρώτη αντίδραση. Μ’ ένα εκτενές άρθρο, ο γάλλος φιλόσοφος Pascal Bruckner υπερασπίστηκε την Hirsi Ali, επιτιθέμενος στον υποχωρητισμό στον οποίο θεωρεί ότι επιδίδονται οι επικριτές της, μπροστά σε μια φανατική επίθεση στα αυτονόητα κάθε σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας: «Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι η ελευθερία είναι μία κι αδιαίρετη, η ανθρώπινη ζωή έχει την ίδια αξία παντού, ο ακρωτηριασμός του κλέφτη κι ο λιθοβολισμός της μοιχαλίδας είναι απαράδεκτοι παντού, εγκαλείται τώρα στο όνομα της ισότητας των πολιτισμών. Επακολούθως, μπορούμε ν’ αγνοούμε ότι κάποιοι υποφέρουν, αφότου τους παρκάρουμε στο γκέτο της διαφορετικότητάς τους και πανηγυρίζοντας για το απαράβατο αυτής, ν’ ανακουφιζόμαστε απ’ τη φροντίδα τους. Εντούτοις, είναι άλλο ν’ αναγνωρίζουμε τις ιδιαίτερες πεποιθήσεις και ιεροτελεστίες των συμπολιτών μας και άλλο να ευλογούμε κλειστές εχθρικές κοινότητες που υψώνουν τείχη στο πρόσωπο της υπόλοιπης κοινωνίας. Πως να ευλογήσει κανείς μια διαφορά που αποκλείει την ανθρωπιά; Αυτό είναι το παράδοξο της Πολυπολιτισμικότητας: επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση στις κοινότητες, αλλά όχι στα άτομα που τις αποτελούν, αρνείται έτσι, το δικαίωμά τους ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά των παραδόσεών τους.» Ο Bruckner μοιάζει να είχε από καιρό έτοιμη την πολεμική του για όσους ερμηνεύουν τις αρχές του Διαφωτισμού ως «ακόμη ένα σύστημα αξιών, ευάλωτο σε παρερμηνείες και δογματισμούς» και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να την εξαπολύσει. Ο Buruma με τον Garton Ash του την έδωσαν κι η κουβέντα άναψε.

Ένας πολύ «σχετικός» θαυμασμός Η πρώτη απάντηση στον Bruckner ήρθε απ’ τον Ian Buruma πακέτο μ’ ένα, ανεπίτρεπτο για ενήλικους συνομιλητές εκτός τσατ-ρουμς, υπονοούμενο για φασίζουσα νοοτροπία. Υπερασπίζεται τα φιλοσοφικά του διαπιστευτήρια κι αναρωτιέται πώς μπόρεσε να παρερμηνευθεί απ’ τον γάλλο. Διευκρινίζει ότι δεν επιτέθηκε ποτέ στην Hirsi Ali κι ότι απορρίπτει κάθε είδους απάνθρωπη συμπεριφορά που καλύπτεται με το μανδύα της πίστης, αλλά εκείνη «έχοντας, από αφοσιωμένη ισλαμίστρια, περάσει στον αθεϊσμό, τείνει να βλέπει τη θρησκεία, συγκεκριμένα την ισλαμική, ως πηγή κάθε κακού, ειδικά της κακοποίησης των γυναικών.» Υποστηρίζει δε, ότι το Ισλάμ ποικίλει από τόπο σε τόπο, δεν αποτελεί μια ενιαία μονολιθική οντότητα και «το να καταλήξουμε στο πώς θα σταματήσουμε την εισβολή στο κυρίως σώμα των μουσουλμάνων, βίαιων ιδεολογημάτων που απειλούν κάθε ελεύθερη κοινωνία, είναι θέμα αρκετά πιο περίπλοκο απ’ την κριτική της». Ο Timothy Garton Ash ακολούθησε, ξεκινώντας με μια προσβολή: «Ο Pascal Bruckner είν’ ένας διανοούμενος που σα μεθύστακας, παραπατά στο δρόμο, φωνασκώντας και μαλώνοντας με φανταστικούς εχθρούς.» Ιδιαίτερα ενοχλημένος, ζητά αποδείξεις για το χαρακτηρισμό «Απόστολος της Πολυπολιτισμικότητας», λες κι ο ίδιος τεκμηριώνει το πώς η Hirsi Ali ευνοήθηκε απ’ την ομορφιά της. Θεωρεί, κι αυτός, ότι είναι κρίμα που δεν κατάφερε η Ευρώπη να κρατήσει κοντά της μια τόσο δυναμική γυναίκα παρ’ ότι απορρίπτει την προσέγγισή της ως μη-ρεαλιστική, κοντόφθαλμη και αντιπαραγωγική —περίεργη περίπτωση θαυμασμού. Καταλήγει πως, «αν και πρέπει να υπερασπιζόμαστε με σιδηρά θέληση θεμελιώδεις αρχές, όπως η ελευθερία της έκφρασης, χρειαζόμαστε επίσης μεγαλύτερη ανεκτικότητα στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και την αναγνώριση ότι οι πιστοί μπορούν να είναι συγχρόνως, λογικοί άνθρωποι και καλοί πολίτες». Προσωπικά, νομίζω πως το θέμα τελειώνει όταν οι ιδιαιτερότητες αυτές ονομαστούν και διαχωριστούν σε αποδεκτές ή μη, ενώ η εν λόγω αναγνώριση προαπαιτεί την έμπρακτη απόδειξη απ’ την πλευρά των πιστών του Ισλάμ. Αυτό, δηλαδή, που η Hirsi Ali θεωρεί αδύ-

νατο με τις παρούσες συνθήκες. Η εφαρμογή, αλλά κι ο φραστικός καθαγιασμός του λιθοβολισμού, της κλειτοριδεκτομής και των φόνων τιμής δε βοηθούν καθόλου. Η συζήτηση, πάντως, τράβηξε κι άλλους ενδιαφερόμενους.

Οι εύστοχοι, οι φλύαροι και ο αμερικάνος Πρώτη στο χορό μπήκε η γερμανοτουρκάλα κοινωνιολόγος Necla Kelek. Πάνω στην παρατήρηση του Buruma περί ποικιλίας απόψεων εντός του ισλαμικού κόσμου, τονίζει πως, στις θεμελιώδεις αρχές, υπάρχει κοινή γραμμή και θυμίζει ότι στην Ισλαμική Διακύρηξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κάιρο, 1990), οι παράγοντες που καθορίζουν την οποιαδήποτε παραβίαση ορίστηκαν ως ο Ισλαμικός Νόμος (Σαρία) και το Κοράνι: «Το Ισλάμ αποτελεί μια κοινωνική πραγματικότητα. Παρά τις διαφορές σε λεπτομέρειες, τα κείμενα και η φιλοσοφία του συνιστούν μια συνεκτική οπτική για την ανθρωπότητα και τον κόσμο.» Τη σκυτάλη πήρε ο καθηγητής Paul Cliteur, που μάλλον έψαχνε ευκαιρία να επιτεθεί σε φιλοσοφικούς αντιπάλους (πολυπολιτισμικούς, μεταμοντέρνους και σχετικιστές). Επαυξάνει στα λόγια του Bruckner κι εστιάζει την κριτική του στον Buruma, αλλά και στον καθηγητή Stuart Sim. Παρά τις εμμονές του, προσθέτει και κάτι ενδιαφέρον: «Αν οι Δυτικές κοινωνίες πιστέψουν ότι οι θεμελιώδεις αρχές τους δεν είναι αρκετά σημαντικές ώστε ν’ αγωνιστούν γι’ αυτές (με ειρηνικά μέσα), τότε δεν υπάρχει λόγος για τους μετανάστες να τις αποδεχθούν.» Ο Buruma απαντά άμεσα στον Cliteur, χάνοντας εκ νέου την ευκαιρία να προσθέσει οτιδήποτε εποικοδομητικό. Δηλώνει και πάλι αδικημένος και διευκρινίζει πως η φράση του, «αυτό που παρακολουθούμε να συμβαίνει στην Ευρώπη δεν είναι μια μετωπική σύγκρουση μεταξύ πολιτισμού και παγκόσμιας αλήθειας, αλλά μεταξύ δυο εκδοχών αυτής της αλήθειας, η μία φανατικά κοσμική κι η άλλη φανατικά θρησκευτική», δε συμψηφίζει σε καμία περίπτωση τον φανατικό Ισλαμισμό με την ένθερμη υπεράσπιση των αρχών του Διαφωτισμού. Για το τέλος κρατά την αναμενόμενη αντιστροφή του επιχειρήματος του Cliteur: τον αποκαλεί, κι αυτόν, δογματικό του Διαφωτισμού. Λίγο πριν το επίπεδο γίνει «καφενείου», ήρθε μια πιο ξεκάθαρη γνώμη απ’ τον σουηδό συγγραφέα Lars Gustafsson, που αντλεί απ’ τη σκέψη ενός βρετανού ιστορικού του 19ου αιώνα, του Henry Thomas Buckle: «Η ορθολογική σκέψη είναι μέθοδος κι όχι πεποίθηση κι έτσι μπορεί να εφαρμοστεί στη φύση, στον άνθρωπο, στην κοινωνία, ακόμη και στη θρησκεία. Σύμφωνα με τον Buckle, ‘Η λογική παράγει γνώση. Η θρησκευτική πίστη παράγει πιστεύω, τα οποία είναι μέρος της γνώσης, άρα κατώτερα αυτής.’ Κατά τη δική του αντίληψη της ιστορίας, το βήμα απ’ το δογματισμό στον μεθοδικό ορθολογισμό, ήταν το αποφασιστικό προς την πολιτική ελευθερία.» Επισημαίνει πως η προσέγγιση του Buruma και του Garton Ash, επιτρέπει να εξισώνονται οι ορθολογικές με τις ανορθολογικές απαιτήσεις στ’ όνομα της ίσης μεταχείρησης κάθε πολιτισμικού συστήματος και το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους να καλύπτεται ανεπαρκώς. Προτείνει τέλος, δυο απλά αξιώματα: «Η ανοχή της μη-ανεκτικότητας αποφέρει μη-ανεκτικότητα, ενώ η μη-ανοχή της μη-ανεκτικότητας αποφέρει ανεκτικότητα» και προσθέτει πως σε θέματα λογικής κι ελευθερίας, οι κοινωνίες, όπως και τα άτομα, δε μπορούν να τα έχουν όλα, πρέπει τελικά να επιλέξουν. Σειρά πήρε τότε, ο Stuart Sim, για ν’ απαντήσει επί προσωπικού στον Cliteur, πέφτοντας με μαθηματική ακρίβεια σε όσα είχε πει μόλις, ο Gustafsson. Ο Sim ζητά περισσότερο σκεπτικισμό κι αμφιβολία, αντιμετωπίζοντας τα πάντα ως προϊόντα πίστης, άρα υποψήφια αμφισβήτησης κι όχι γνώσης, άρα θεμέλια προόδου. Αυτοδιαφημιζόμενος μάλιστα, διαλαλεί την κυριότητα του «πιασάρικου» όρου «Διαφωτισμός Plus», όπως ονόμασε ο ίδιος το υβρίδιο Μεταμοντερνισμού και Διαφωτισμού που οραματίστηκε. Εδώ παρενέβη μια ακόμη γυναίκα, η γερμανίδα κοινωνιολόγος Ulrike Ackermann, μ’ έναν τολμηρό παραλληλισμό και μια εύλογη απορία για τη στάση του Garton Ash, ο οποίος αγωνίστηκε κάποτε


για ν’ ακουστούν οι φωνές των διαφωνούντων της κομμουνιστικής Κεντρικής Ευρώπης: «Η συμπάθεια προς το Ισλάμ θυμίζει την αντίστοιχη προς τον Κομμουνισμό πριν το 1989. Η Δύση μισούσε τον εαυτό της για την ακύρωση των επιτευγμάτων της ελεύθερης δημοκρατίας, πέφτοντας έτσι σε μια καλοπροαίρετη ερμηνεία του Κομμουνισμού. Κάτι παρόμοιο βλέπουμε με το Ισλάμ σήμερα, κυρίως λόγω της αντικαπιταλιστικής κι αντιαμερικανικής ρητορικής του.» Ακολούθησε ένας πολιτικός επιστήμονας, ο Jesco Delorme, που αποσαφηνίζει όσες ορολογίες έχουν, κατά τη γνώμη του, παρερμηνευθεί κι επισημαίνει ότι οι Buruma, Garton Ash και Sim κατηγορούνται άδικα για σχετικισμό, αφού παρά τις αμφιβολίες τους, όλοι υποστηρίζουν τις ίδιες παναθρώπινες αξίες. Εστιάζει τέλος, αοριστολογώντας όμως, στις προσταγές μιας γνήσιας φιλελεύθερης σκέψης: «Αν θέλουμε να συμπεριλάβουμε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο εντός της κοινωνίας μας πρέπει να προσέξουμε τρία πράγματα. Πολιτικώς, να τους διδάξουμε τις αξίες του φιλελευθερισμού. Ηθικώς, να τηρήσουμε οι ίδιοι αυτές τις αξίες και φιλοσοφικώς, να τεκμηριώσουμε το γιατί αυτές οι αξίες είναι ανώτερες.» Τα επόμενα τέσσερα άρθρα, μακροσκελή και φλύαρα, ελάχιστα συμβάλλουν στην κουβέντα. Ο πολωνός δημοσιογράφος Adam Krzeminski, επισημαίνει τα λάθη στον παραλληλισμό της Ackermann. Η ιρανή ακαδημαϊκός Halleh Ghorashi, άθεη και πολιτική φυγάς απ’ τη χώρα της, ονομάζει την εμμονή στις αρχές του Διαφωτισμού «πολιτισμικό φονταμενταλισμό» κι εκφράζει την αντίθεσή της με την Ayaan Hirsi Ali, κατηγορώντας την για προσέγγιση της «Δεξιάς» ρητορικής. Ο γερμανοσύριος καθηγητής Bassam Tibi, εξηγεί για ποιο λόγο δεν αναγνωρίζει την εγκυρότητα του Ramadan και της Hirsi Ali ως κριτές του Ισλάμ, ούτε την γνωστική επάρκεια των Buruma και Garton Ash να διαπραγματεύονται μαζί τους γι’ αυτό, κι ευλογεί τα γένια του ως πιο ειδικός. Η ολλανδέζα συγγραφέας Margriet de Moor τέλος, επισημαίνει, χωρίς όμως να το επεκτείνει, κάτι ενδιαφέρον που οι υπόλοιποι μοιάζουν ν’ αγνοούν: «Η Ευρώπη είναι μια κοινωνία εκκοσμικευμένη, δημοκρατική, μα πάνω απ’ όλα, εύρωστη. Αν το Ισλάμ βιώσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, αυτό θα γίνει στην εύρωστη Ευρώπη.» Λίγο πριν την de Moor, ο Pascal Bruckner είχε επανέλθει στην κουβέντα που πυροδότησε με την πολεμική του: «Δεν αρκεί να καταδικάζει κανείς την τρομοκρατία. Η θρησκεία που την εκκολάπτει, σωστή ή λάθος, πρέπει να υποστεί μεταρρύθμιση. [...] Δε βλέπω για ποιο λόγο το Ισλάμ πρέπει να τύχει μεταχείρησης, διαφορετικής απ’ τις υπόλοιπες θρησκείες εντός της Δυτικής δημοκρατικής σφαίρας και ν’ αποφύγει την εκκοσμίκευση. [...] Είναι τελείως λάθος να διαπραγματευόμαστε με συντηρητικούς, απλώς και μόνο επειδή δεν καλούν, ανοιχτά, σε ιερό πόλεμο. Είναι σα ν’ αποκυρήσσουμε την ισλαμική μεταρρύθμιση με αντάλλαγμα την αποκύρηξη της βίας.» Στην τελευταία τους, κοινή απάντηση σ’ όλ’ αυτά, ο Buruma κι ο Garton Ash, επιλέγουν και πάλι την ειρωνεία και τα παιδαριώδη υπονοούμενα. Η τελευταία λέξη πάντως, δεν ήταν δική τους. Ο αμερικανός δημοσιογράφος Paul Berman, μ’ ένα επικό άρθρο του (47 σελίδες) στο The New Republic, κατακεραυνώνει, αντλώντας επιχειρήματα απ’ τα βιβλία που έχουν γραφτεί για ‘κείνον, τη εύνοια μιας μερίδας ευρωπαίων διανοούμενων (π.χ. του Buruma) για τον Tariq Ramadan κι εστιάζει τελικά, σε μια τάση που θεωρεί πως προκύπτει απ’ την παραπάνω κουβέντα, αλλά και όσα προηγήθηκαν: «Προ λίγων ετών, δε θα συνέβαινε ποτέ κάτι παρόμοιο με την εκστρατεία κατά της Hirsi Ali. Μια τέτοια επίθεση διαρκείας σε μια αυθεντική φιλελεύθερη διαφωνούντα που φωνάζει εναντίον συγκεκριμένων αδίκων σε απόμερα σημεία του κόσμου, αλλά και στα σοκάκια της Δυτικής Ευρώπης, μια επίθεση που αποφεύγει κάθε αναφορά στα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών —όχι, αυτό δε θα συνέβαινε χθες, παρά μόνο στο χώρο της ακροδεξιάς. Είναι ένα νέο γεγονός, μια αντιδραστική στροφή στον κόσμο της διανόησης. [...] Σήμερα, ως κοινωνική απειλή προβάλλονται η Hirsi Ali και οι ομοιδεάτες της, που κατηγορούνται για φανατισμό αντίστοιχο των φανατικών. [...] Δύο είναι οι εξελίξεις που οδήγησαν σ’ αυτό: Η απίστευτη γιγάντωση του Ισλαμισμού απ’ την εποχή της φάτβα για το κεφάλι του Rushdie και η εξάπλωση της τρομοκρατίας.»

Η δουλειά πρέπει να γίνει από μέσα Η συζήτηση φυσικά, δεν τελειώνει εδώ. Η μουσουλμανική παρουσία στην Ευρώπη είναι πλέον ιδιαίτερα υπολογίσιμη και τα προβλήματα δεν εξαφανίζονται με νέους νόμους, απλώς ελέγχονται οι συνέπειες, ως ένα βαθμό. Για ν’ αλλάξει μια νοοτροπία χρειάζονται περισσότερα και σίγουρα, όπως κάθε πολιτισμός, έτσι κι ο ισλαμικός, είχε και έχει τις δικές του «διαφωτιστικές» τάσεις. Αυτές όμως, για να έχουν αποτέλεσμα, πρέπει να αναζωπυρωθούν από μόνες τους κι εκ των έσω κι όχι να πατροναριστούν από εξωισλαμικούς διανοούμενους που προσπαθούν να καπελώσουν, ή χειρότερα, να πυροδοτήσουν χειροκίνητα, τις εξελίξεις στην εκάστοτε μεγάλη πρόκληση της εποχής τους, χωρίς όμως να συγκρουστούν με κανέναν ούτε να προωθήσουν τις αρετές του συστήματος μέσα στο οποίο έχουν διαπρέψει οι ίδιοι. Ο Buruma κι ο Garton Ash, δηλώνουν την πρόθεση να κατανοήσουν τον ισλαμικό δογματισμό, αλλά κάνουν πως δεν κατανοούν το «δογματισμό» της Hirsi Ali, απορρίπτοντας τη στάση της σε επίπεδο υποθετικό, αφού στον πραγματικό κόσμο, το δίκιο της είναι αδιαφιλονίκητο κι η ίδια, άτρωτη σε σχετικιστικά επιχειρήματα. Και για να είμαστε ακριβείς, δε γίνεται να είσαι δογματικός μιας απόψης που απορρίπτει το δογματισμό, είναι ένα σχήμα άκυρο που δεν αποτελεί σοβαρή κριτική από μέρους τους. Αν τώρα για κάποιους όλα είναι σχετικά, ορίστε μια υποτιμημένη πτυχή της κουβέντας που προέκυψε απ’ το άρθρο της Margriet de Moor: ο λόγος για τον οποίο οι μουσουλμάνοι μεταναστεύουν σε μια κοινωνία που γνωρίζουν ότι είναι εχθρική προς τις δικές τους θεμελιώδεις αξίες, έχει πολύ μεγάλη σημασία. Όσοι φεύγουν για πολιτικούς λόγους, είναι εδώ για να μείνουν, οι υπόλοιποι όμως, μεταναστεύουν για λόγους οικονομικούς, εξαναγκάζονται δηλαδή ν’ αφήσουν τον τόπο τους κι έτσι έχουν έναν παραπάνω λόγο να μείνουν προσκολλημένοι σε όσα τον ορίζουν. Ακόμη κι αν μια ισλαμική χώρα προχωρήσει σε εκκοσμίκευση κι εκδημοκρατισμό, το κύριο σώμα των ομογενών της δύσκολα θ’ αποδειχθεί λιγότερο συντηρητικό και παραδοσιολάγνο απ’ ότι τα αντίστοιχα των υπόλοιπων χωρών σε Αυστραλία κι Αμερική. Το όνειρο του μεταρρυθμισμένου ευρωπαϊκού Ισλάμ με λίγα λόγια, προϋποθέτει, κατά τη γνώμη μου, τη μεταρρύθμιση στο μητροπολιτικό Ισλάμ, η οποία είναι αδύνατο να επιτευχθεί απ’ έξω, όση ανεκτικότητα και συγκατάβαση κι αν δείξει η «εύρωστη» Ευρώπη στους δικούς της μουσουλμάνους εποίκους σχετικά με κάποιες συγκεκριμένες πολιτισμικές τους «ιδιαιτερότητες». Βιβλία: - Murder in Amsterdam: The Death of Theo Van Gogh and the Limits of Tolerance, Ian Buruma - The Caged Virgin: An Emancipation Proclamation for Women and Islam, Ayaan Hirsi Ali - Infidel, Ayaan Hirsi Ali - Islam’s Predicament with Cultural Modernity, Bassam Tibi - Welche Freiheit: Plädoyers für eine offene Gesellschaft, Ulrike Ackermann (μια ανθολογία σχετική με την παραπάνω συζήτηση) Internet: - www.signandsight.com/features/1167.html (Abstracts και links για όλα τα άρθρα που αναφέρονται παραπάνω) Abstract: Loukas Tsouknidas recaps and comments upon the «Islam in Europe» debate at signandsight. com that derived from Ian Buruma and Timothy Garton Ash’s criticism on Ayaan Hirsi Ali, followed by Pascal Bruckner’s answer/polemic on multiculturalism, right until Paul Berman’s massive article at The New Republic.


Η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα... στη Γαλλία Υπάρχει κάποιος που δε θέλει την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στην πατρίδα τους, απ’ την οποία κλάπηκαν; Και όμως... του Γιώργου Παπαθωμά

«Αμάν πια με τα μάρμαρα και τα μουσεία. Ζέπελιν μας τα ‘χουνε κάνει...», θα μπορούσε να πει ένας όχι τόσο ευκατάστατος, όχι τόσο βολεμένος, όχι τόσο άνετος, τόσο, όμως, απορροφημένος απ’ την καθημερινότητα κάτοικος τούτης της χώρας. Και τόσο ισορροπημένος όσο ο μέτριος καφές, σε μια στιγμή απελπισίας, όταν η κούραση με την ελπίδα παίζουν μποξ και κερδίζει η πρώτη. Γυρνώντας μια μέρα απ’ τη δουλειά, δηλαδή. Και ποιος θα μπορούσε να τον αδικήσει; Οι περισσότεροι, για να μη πούμε όλοι. Γιατί αν τολμήσει κάποιος να αμφισβητήσει την ορθότητα και την αναγκαιότητα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα, ανθέλληνα θα τον πουν, εχθρό του πολιτισμού θα τον πουν, ακαμάτη θα τον πουν, γνωστό-άγνωστο θα τον πουν, προδότη θα τον πουν κι ενδεχομένως, ο όχλος των ιθαγενών να προσπαθήσει να κρεμάσει τον δύσμοιρο αντιρρησία απ’ τα άντερά του στον ιστό της ελληνικής σημαίας, στο Σύνταγμα. Κι όμως, τα μάρμαρα, τα τελευταία 20-30 χρόνια, μοιάζουν να χάνουν την ιδιότητά τους, το νά ‘ναι μάρμαρα δηλαδή και μετατρέπονται αλχημιστικά σε χόρτο. Και για να μην παρεξηγούμαστε, σε κουτόχορτο. Η ιστορία με το μουσείο της... Άρτας και όχι της Ακρόπολης

ξεκινά το 1976.(Προσοχή: 2007-1976=31 χρόνια) Τουλάχιστον για τον πρόεδρο της βουλής Δημήτρη Σιούφα, ο οποίος βγαίνοντας από το νέο μουσείο συνεχάρη όλες τις κυβερνήσεις από το ‘76 μέχρι σήμερα για την μεγάλη επιτυχία τους να χτίσουν ένα... μουσείο! Προσωπικά δεν θυμάμαι γεγονότα τόσο παλιά, για να το λέει όμως ο πρόεδρος κάτι παραπάνω θα ξέρει. Θυμάμαι όμως κάτι ψιλά απ’ τη δεκαετία του ογδόντα και θυμάμαι τον Αντρέα να βάζει μπροστάρη τη Μελίνα (τη Μερκούρη) στο κίνημα, για να επιστραφούν τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η οποία έβγαινε και βροντοφώναζε στους άγγλους (για ν’ ακούν, προφανώς, οι ιθαγενείς) μ’ όλη αυτή την σοσιαλιστική λεβεντοσύνη, «φέρτε πίσω τα μάρμαρα ρε». «Δεν έχετε μουσείο», έλεγαν οι Άγγλοι, τρέμοντας από το φόβο τους. Κι η κατάσταση παρέμενε όπως είχε. Και σκέφτεσαι, αφού δεν είχαμε μουσείο, γιατί δεν έχτιζαν ένα; Γιατί τέλος πάντων φώναζαν, αντί να κάνουν κάτι; Άσε που, απ’ την πολλή φωνή, μπορεί να κουφαθείς. Ο ήχος έχει αυτήν την ιδιότητα. Πάνω απ τα 120db κουφαίνεσαι. Μήπως, τελικά, φώναζαν για να μη μπορούν τα περήφανα νιάτα και τα τιμημένα γηρατειά της πατρίδας μας ν’ ακούσουν οτιδήποτε άλλο; Γιατί ο ήχος έχει και αυτή την ιδιότητα. Όταν είναι πολύ δυνατός, δεν μπορείς να αντιληφθείς τους υπόλοιπους.


Όταν ακούς συνέχεια για μάρμαρα και πετρώματα, λοιπόν, μπορεί να γίνεις ένας πολύ καλός γεωλόγος ή έστω μαρμαράς, αλλά όχι τόσο ευσυνείδητος και διεκδικητικός πολίτης. Να το πούμε αλλιώς. Το 1980 ο κυρίαρχος λαός εξασφάλισε τον άρτο του. Να μην εξασφάλιζε και το θέαμά του; Και σαν να μην έφταναν αυτά φτάσαμε και στο σημείο να θεοποιήσουμε τη Μελίνα, η οποία, ως γνωστόν, άλλαξε τη ζωή μας... Η αλλαγή βέβαια πρέπει να έγινε με το γνωστό σοσιαλιστικό τρόπο. Δεν την πήρε κανείς χαμπάρι. Για να συνειδητοποιήσει κάποιος τον παροξυσμό του ζητήματος, ας πάει στην Ακρόπολη με το μετρό. Το πρώτο πράγμα που θα δει είναι μια συμπαθητική μεσήλικη μπροστά, με το φακό εστιασμένο πάνω της και πίσω αχνοφαίνονται κάτι κολόνες και κάτι στέγαστρα, δηλαδή ο Παρθενώνας! Και αν σας φαίνεται κάπως υποχόνδρια η παραπάνω παρατήρηση, βάλτε τον εαυτό σας στη θέση ενός 16χρονου γάλλου (για να μην πω ιάπωνα ή άραβα και χαθεί η μπάλα), ο οποίος επισκέπτεται την Ακρόπολη και κατεβαίνει στο μετρό. Βλέπει τη φωτογραφία και το βλέμμα του πέφτει, λογικά, στη Μελίνα. Τι θα σκεφτεί γι’ αυτό που απεικονίζει η φωτογραφία; Α) Μην είναι η Μελίνα Μερκούρη; Β) Μην είναι η θεά Αθηνά; Γ) Μην είναι ο Φειδίας; Δ) Ώχου! Βαρέθηκα. Τα σάντουιτς που είναι; Στην καλύτερη, το «Δ» και όχι, πάντως, τον Παρθενώνα. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί ο Αντρέας ήταν μεγάλος πολιτικός κι έβλεπε ότι είχε να κάνει με συναισθηματικό λαό (ωραίος ο χαρακτηρισμός, αλλά όχι αντικειμενικός), οπότε καλό θα ήταν να υπάρχει κι ένας ήρωας, στη θέση ενός σύγχρονου Σίσυφου για να δικαιώνεται όλη η μιζέρια του «κυρίαρχου λαού» (συγνώμη για την έκφραση, υπόσχομαι να μην ξαναβρίσω). Και θέλοντας να τονώσει το μοναδικό πράμα που υπάρχει σε περίσσεια σ’ αυτή τη χώρα, τον εγωισμό, πετούσε και μια φωνή (μέσω της Μελίνας) για κάτι άλλο, βλέπε μάρμαρα —μιζέρια, άτιμοι ξένοι, πουτάνα κενωνία που άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους κατεβάζεις κι άλλα τέτοια. Ποια καθημερινότητα τώρα; Εδώ έχουμε πρόβλημα με τα μάρμαρα και τα νταμάρια. Και σκέφτεσαι, σαν απλός άνθρωπος και όχι σαν αρχιτέκτονας, αφού το πρόβλημα ήταν να χτιστεί καινούργιο μουσείο, γιατί δεν τό ‘χτιζαν; Απ’ το ‘76 μέχρι το ‘07 πέρασαν 30 (Τριάντα! Thirty! Dreissig!) χρόνια. Το μουσείο της... Άρτας ήταν και ολημερής το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν; Ένας άνθρωπος τό ‘χτιζε; Και ένας να τό ’χτιζε θα ‘χε τελειώσει σε λιγότερο από 30 χρόνια. Άρα, κάπου το κουτόχορτο ήταν σάπιο ή μάλλον πολύ καλής ποιότητας, όπως λέει κι ο Σημίτης. Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, παρακαλούσε μπροστά στο φακό τον Μπλερ να βοηθήσει στην επιστροφή των μαρμάρων (και στις τότε επικείμενες εκλογές) λέγοντας το μνημειώδες «Tony, please! I want them back». Και ξεφτιλίστηκε τελείως. Και καλά, ο Σημίτης ας ξεφτιλιστεί. Το ζήτημα είναι ότι ήταν Πρωθυπουργός της χώρας όταν τό ‘πε κι έτσι, για τα μάρμαρα, ξεφτίλισε τον πρώτο ή τον δεύτερο —δε

θυμάμαι ακριβώς τη σειρά, ίσως ο Πρωθυπουργός χάνει στη σειρά απ’ τον άλλο τον διακοσμητικό, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (δημοκρατία; Όλο αστεία σήμερα, σε καλό να μας βγει)— πολίτη της χώρας. Και άντε, πες, δεν πειράζει. Ούτε ο πρώτος έλληνας Πρωθυπουργός που ξεφτιλίζεται είναι και από ότι δείχνουν τα πράγματα, ούτ’ ο τελευταίος. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι το σύστημα του Ανδρέα το ακολούθησαν κι άλλοι. Πιο συγκεκριμένα, ο τωρινός Πρωθυπουργός. Τι έκανε όταν βγήκε πρώτη φορά στην κυβέρνηση; Πήγε και πήρε το Υπουργείο Πολιτισμού. Ο πολιτισμός είναι το προϊόν της Ελλάδας και άλλα τέτοια Ο οποίος Καραμανλής είναι, παρεμπιπτόντως, θαυμαστής του Αντρέα. Δεν το λέω ‘γω. Ο ίδιος τό ‘χει πει. Και γίναμε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη αρχαία αγορά σα χώρα. Πολύ φιλοσοφία. Όλοι στο τραίνο το πρωί Πλάτωνα διαβάζουν. Αλήθεια σκας αν φας πολύ κουτόχορτο; Κανένας όμως δεν είπε, έστω σαν ιδέα, σαν απορία, έτσι για τη μαλακία βρε αδερφέ. «Ρε παιδιά, τι να τα κάνουμε τόσα μάρμαρα; Νεκροταφείο θα ανοίξουμε;» Τι θα δει παραπάνω ένας ξένος πού ‘ρχεται στην Αθήνα, αν συμπεριλαμβάνονται και τ’ αετώματα του Παρθενώνα; Εδώ, όπως και να το πεις, βρωμάει ο τόπος από αρχαία. Σκηνή πας να στήσεις και πέφτεις πάνω σε αρχαίο τείχος. Υπήρξε βέβαια και το θέμα της ασφαλούς φύλαξης στο Βρετανικό Μουσείο, γιατί, ως γνωστόν, οι κουτοάγγλοι ζουν ακόμα σε σπηλιές, ενώ εμάς, απ’ τον πολύ πολιτισμό η χοληστερίνη μας φτάνει σε τετραψήφια νούμερα. Οπότε, τα μάρμαρα θα τά ‘χουν σε τίποτα χωράφια, χρησιμοποιώντας τα για τασάκια ή για να δένουν τ’ άλογα πού ‘χουν για μεταφορικά μέσα. Ε, ας γράψουμε σε μια πινακίδα ότι ο πολιτισμένος (πολύ γέλιο) ελληνικός λαός τα κάνει δωρεά για «Χ» χρόνια στον αντίστοιχο αγγλικό, με την υποχρέωση να τα επιτηρούν έλληνες και ας τους τη δώσουμε, μαζί με τα μάρμαρα για νά ‘μαστε και κιμπάρηδες και τέρμα. Άσε που επειδή ζούμε στην Ελλάδα, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να ξαναξεφτιλιστούμε, όπως ο Σημίτης. Έτσι όμως που έχουν γίνει τα πράγματα τώρα, ο εγωισμός του έλληνος έχει πειραχτεί. Βαθύτατα! Κι ως γνωστόν, του έλληνα καλύτερα να του πειράξεις τον κώλο παρά τον εγωισμό. Μπορεί να χρωστάμε στους άγγλους απ’ τον καιρό του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, μπορεί νά ‘χουν φαγωθεί λεφτά από (και για) γενεές δεκατέσσερις ή καλύτερα 6-7 (τόσες πρέπει να βγαίνουν απ το ’21 και μετά), αλλά... ξέρεις ποιοι είμαστε ‘μεις ρε; Στον παραλογισμό που επικρατεί λοιπόν, θα προτείνα, αν ποτέ πάρουμε τα μάρμαρα πίσω, να μην τα κρατήσουμε. Να τα δώσουμε στους γάλλους για σπάσιμο. Να καταλάβουν κι οι κωλόαγγλοι ότι με μας δεν παίζει κανείς.

Abstract: George Papathomas gives his personal perspective to the Elgin Marbles’ odyssey and the museum that took 31 years to build.


Αντιβασιλικόν

Ένα διήγημα του Ακύλλα Κουλοσάββα κολάζ: Μαρέττα Σιδηροπούλου

Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να κάνω κάτι. Τα νεύρα μου είναι κουρέλια. Σκατά. Αρχίδια. Γαμώτο. Διάολε. Κατάρα. Κατάρα. Σκατά. Δεν μπορώ. Η τελευταία μου συνάντηση μ’ αυτόν ήταν περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να αντέξω. Περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να αντέξει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος. Η κάθε συνάντηση με αυτόν θα έπρεπε να συνοδεύεται με προειδοποίηση. Η συνάντηση με τον Βασίλη βλάπτει σοβαρά την υγεία, ή η συνάντηση με τον Βασίλη μπορεί να σκοτώσει, ή η συνάντηση με τον Βασίλη αδυνατίζει το σπέρμα και προκαλεί ανικανότητα. Πρέπει να κάνω κάτι. Κλοτσάω την καρέκλα με δύναμη. Χτυπαέι στον τοίχο και σπάει ένα κομμάτι του. Γαμώτο δες τι με έκανες να κάνω γαμημένε Βασίλη. Θεέ μου, φοβερές ιδέες κατακλύζουν το μυαλό μου. Τρομακτικές ιδέες. Σκέφτομαι τον Βασίλη να αναπαράγεται. Τα παιδιά του να βρίσκουν δικούς τους συντρόφους και με την σειρά τους να δημιουργούν νέους απογόνους. Απογόνους που έχουν ίδιο γεννητικό υλικό με τον Βασίλη. Σκέφτομαι ότι κάποτε, σε δέκα χιλιάδες χρόνια, σε εκατό σε ένα εκατομμύριο, δεν έχει σημασία, όλοι οι γαμημένοι κάτοικοι αυτού του πλανήτη θα μπορούσαν νά ‘χουν ως κοινό πρόγονό τους τον Βασίλη. Θα μπορούσαν νά ‘χουν λίγο απ’ το DNA του. Με λούζει κρύος ιδρώτας. Όμορφες σκέψεις Γιάννη. Πρέπει να κάνεις όμορφες σκέψεις για να ηρεμήσεις. Σκέφτομαι λουλούδια. Όμορφα πολύχρωμα λουλούδια. Κρίνους, τριαντάφυλλα, βιολέτες, ιάκυνθους. Λουλούδια που έχουν φυτρώσει γύρω από τον τάφο του Βασίλη. Λουλούδια που βρίσκονται σε

βάζα δίπλα από την ταφόπλακα του. Ενθάδε κείται ο Βασίλης, μεγάλος μαλάκας και γενικά άχρηστος άνθρωπος που η παρουσία του έφερε μόνο πόνο και εκνευρισμό σε όλους όσους τον γνώρισαν. Κι εγώ είμαι εκεί. Ποτίζω τα λουλούδια με το κάτουρο μου. Ποτίζω και τον τάφο. Και γελάω. Αχ, τι όμορφες εικόνες. Σκατά. Ποιός έφερε τα λουλούδια σ’ αυτά τα βάζα; Μα οι απόγονοι του βέβαια. Τα παιδιά του. Ξανά η ίδια σκέψη. Ένας κόσμος με Βασίληδες. Είμαι πεπεισμένος. Ο Βασίλης είν’ ένα νέο είδος σ’ αυτόν τον πλανήτη. Όλες μου οι παρατηρήσεις και η μελέτη συνηγορούν προς αυτό. Δεν γίνεται κάτι τόσο διαφορετικό από εμάς τους ανθρώπους να είναι άνθρωπος. Πολλοί άνθρωποι δεν το ξέρουν, αλλά δεν είμαστε απλά homo sapiens. Είμαστε υποκατηγορία. Επιστημονικά το είδος μας ονομάζετε homo sapiens-sapiens. Διπλή ονομασία. Η ειρωνία της κατάστασης με κάνει να γελάω. Ενα γαμημένο πικρό γέλιο. Σκέφτομαι την χελώνα καρέτα-καρέτα και την φώκια μονάχους-μονάχους. Είναι τυχαίο που όλ’ αυτά τα είδη προς εξαφάνιση έχουν διπλή ονομασία; Οδηγούμαστε και εμείς προς εξαφάνιση; Όμορφες σκέψεις Γιάννη. Όμορφες σκέψεις. Μία πεταλούδα. Μία πεταλούδα που μόλις βγήκε από το κουκούλι της και απλώνει τα πολύχρωμα φτερά της για να στεγνώσουν και να μπορέσει να κάνει το πρώτο της ταξίδι στον καταγάλανο ουρανό. Μία πεταλούδα που λίγο καιρό πριν ήταν σκουλίκι. Σκουλίκι που τρεφόταν απ’ το σε αποσύνθεση πτώμα του Βασίλη. Που είχε κατασπαράξει λαίμαργα τα μάτια του


και μετά από μια μικρή στάση για αφόδευση στο δεξί ρουθούνι του πήρε τον δρόμο για τον κώλο του. Εκεί που θα φτιάξει το σπίτι απ’ το οποίο όταν θα βγεί, θα είναι μία πανέμορφη και πολύχρωμη πεταλούδα. Όμορφες εικόνες. Πρέπει να κάνω κάτι για να απασχολήσω το μυαλό μου. Πρέπει να του δώσω κάτι να ξεχαστεί. Πιάνω το κοντρόλ της τηλεόρασης στο χέρι μου. Την ανοίγω και αρχίζω να αλλάζω θέση στα διάφορα κανάλια. Βάζω στο 1 την ΕΤ3, στο 2 ένα κανάλι με τηλεαγορές, στο 3 ένα τσοντοκάναλο που δείχνει μόνο βυζιά, στο 4 ξαναβάζω την ΕΤ3. Αλλάζω γνώμη και βάζω σ’ όλα τα προγράμματα την ΕΤ3. Μετά κάνω ένα γρήγορο ζαπινκ. Αρχίδια. Όλο οι ίδιες και οι ιδιες μαλακίες. Γαμημένο χαζόκουτο. Πετάω το κοντρόλ στο πάτωμα και διαλύεται σε δεκάδες μικρά κομμάτια. Τα μαζεύω ένα ένα και αρχίζω την συναρμολόγηση. Τοποθετώ στην θέση του το κόκκινο κουμπί για το κλείσιμο και πετάω όλα τ’ άλλα στα σκουπίδια. Μετά από λίγη ακόμα προσπάθεια καταφέρνω να το φτιάξω. Βάζω μέσα τις μπαταρίες. Για να δοκιμάσω αν λειτουργεί. Πατάω το κόκκινο κουμπί και η τηλεόραση πεθαίνει. Ωραία, λειτουργεί. Πάω στα σκουπίδια και παίρνω τα υπόλοιπα κουμπιά. Ίσως να μου χρειαστούν αργότερα. Μόλις συνειδητοποίησα τι έδειχνε η τηλεόραση πρίν την σκοτώσω. Αυτό που είδα ακριβώς πρίν την πυροβολήσω δεν ήταν ένας πίθηκος όπως νόμιζα. Άλλωστε ήταν πολύ περίεργος. Κρατούσε ένα ρόπαλο και σαν να φορούσε κάτι. Ήταν ένας νεάντερταλ. Η τηλεόραση έδειχνε ένα ντοκιμαντέρ για τον καημένο πρόγονο μας τον οποίο αφανίσαμε. Αφανίσαμε όπως θα αφανιστούμε κάποια στιγμή και εμείς από το επόμενο είδος. Τον Βασίλη. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Αν δεν ήμουν άθεος θα έλεγα ότι είναι σημάδι από τον Θεό. Αν ήμουν βουδιστής θα έλεγα ότι είναι κάρμα και θα άρχιζα να διαλογίζομαι. Αν ήμουν μουσουλμάνος θ’ άρχιζα τζιχάντ εναντίον του εχθρού. Αν ήμουν χριστιανός θα προσευχόμουνα. Αν ήμουν εβραίος θα εβγαζα το ηλίθιο καπελάκι και θα έκοβα τις κοτσίδες. Είναι πολύ γελοία εμφάνιση. Όμως είμαι άθεος και δεν ξέρω τι στο διάολο υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω. Μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ. Πρέπει να δράσω. Πρέπει να σώσω τον κόσμο. Πρέπει να το κάνω. Όχι για μένα, αλλά για τα παιδιά μου. Για τα παιδιά που δεν σκοπεύω ποτέ να κάνω. Για τα παιδιά όλου του κόσμου και για τα παιδιά αυτών. Πρέπει να σώσω το μέλλον του είδους μου. Το ότι θα το ευχαριστηθώ είναι άλλο θέμα. Πρέπει να σκοτώσω τον Βασίλη. Πηγαίνω στο μπάνιο και ανοίγω το συρτάρι με τα φάρμακα. Παίρνω ένα κουτάκι προφυλακτικά και ένα κουτί ασπιρίνες. Πάω στο τραπέζι της κουζίνας και τα αδειάζω. Λοιπόν, έχω γύρω στα δέκα γραμμάρια χόρτο και λίγη αμφεταμίνη. Το χόρτο είναι καλή φουρνιά, καλαματιανό. Η αμφεταμίνη είναι παλιά και πρέπει να έχει ξεθυμάνει. Ξεκοιλιάζω έναν άσσο και τον ανακατεύω με μπόλικο χόρτο. Τα βάζω προσεκτικά σ’ ένα μεγάλο χαρτάκι και το στρίβω. Για τζιβάνα κόβω ένα κομμάτι από μία χάρτινη εικονίτσα της Παναγίας που ζούλαρα προχτές από ‘να γυφτάκι. Μεγάλη η χάρη της. Πάντα στις εικόνες η Παναγία που κρατάει τον Χριστό είναι θλιμένη. Μερικοί νομίζουν ότι είναι έτσι γιατί ήθελε κορίτσι, αλλά εγώ διαφωνώ. Είναι θλιμένη γιατί ένω γέννησε, δεν είχε κάνει ποτέ σεξ, και απ’ότι λένε δεν έκανε ούτε μετά σεξ. Αυτό πρέπει να την πείραξε πολύ. Ανάβω το μπουρί και τραβάω μια γερή τζούρα. Βάζω στο CD-player Jefferson Airplane και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Αφήνω την προηγούμενη τζούρα να βγεί και τραβάω μια καινούργια. Περνάνε ώρες ρουφώντας και φυσώντας. Κοιτάω το ρολόι και έχουν περάσει δεκαπέντε λεπτά. Το χόρτο επιμηκύνει τον χρόνο.

Γι’αυτό οι χασικλίδες πεθαίνουν πιο νέοι, γιατί ζούνε τον χρόνο διαφορετικά. Έχω χαλαρώσει και βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Μήπως δεν πρέπει να τον σκοτώσω; Μήπως οι σκέψεις μου είναι λίγο υπερβολικές; Άλλωστε με τον Βασίλη γνωριζόμαστε σχεδόν όλη μας την ζωή. Γαμημένο χόρτο, με κάνεις και σκέφτομαι τρελά. Ευτυχώς το περίμενα και προετοιμάστηκα. Σηκώνομαι και παραπατάω μέχρι το τραπέζι. Κόβω την αμφεταμίνη με την κομένη εικονίτσα της Παναγίας. Στρίβω την εικονίτσα σε κυλινδρικό σχήμα και σνιφάρω την αμφεταμίνη. Παναγία βοήθα. Η πραγματικότητα με χτυπάει κατακούτελα. Ο κόσμος είναι πάλι καθαρός και οι τρέλες του χόρτου φύγανε. Σηκώνω το τηλέφωνο και πατάω το νούμερο του κτήνους. Έλα Μπιλ, ο Γιάννης είμαι, τι γίνεται, καλά; Δεν τον αφήνω ν’ απαντήσει. Θα είσαι σπίτι τώρα; Γιατί είμαι εδώ κοντά και λέω να περάσω. Ναι, εδώ θα είμ... ΟΚ. Θα έρθω σε κάνα μισάωρο, εντάξει; Ναι, αλλ... ΟΚ. Σ’ αφήνω τώρα γιατί βιάζομαι, τα λέμε σε λίγο από κοντα. Μαζεύω γρήγορα τα τσαλακωμένα ρούχα που πέταξα χτες στον καναπέ και τα φοράω. Βάζω τη χθεσινή δωρεάν εφημερίδα στην τσέπη του μπουφάν και ξεκινάω. Βγαίνω απ’ την πολυκατοικία και μπαίνω στην άδεια Θεσσαλονίκη. Παντού άδειοι άνθρωποι. Κοιτούν άδειες βιτρίνες, πηγαίνουν στις άδειες δουλειές, κάνουν ψώνια για το άδειο μεσημεριανό τραπέζι. Κωλόκαιρος. Ο ήλιος έχει κρυφτεί πίσω από τα γαμημένα σύνεφα, λες και δεν θέλει να δει την κακομοιριά μας. Και αυτή η άθλια υγρασία κάνει τα χέρια σου να ιδρώνουν και να κολλάν. Τα σκουπίζω στο παντελόνι μου και τώρα κολλάν πιο πολύ. Μια κακόμοιρη, ξεφτισμένη, βρώμικη, κιτρινογκρί γάτα ξεσκίζει μια σακούλα σκουπιδιών. Της κάνω ψι-ψι-ψι και με κοιτάει με απορία. Της κάνω ένα δυνατό ΓΑΒ, τρομάζει και πέφτει μέσα στον κάδο. Χα-χα. Πηγαίνω προς την πλατεία. Φτάνω στο σταντ με τις δωρεάν εφημερίδες. Παίρνω μία καινούργια και αφήνω στη θέση της τη χθεσινή. Συνεχίζω προς τα κάτω για την στάση του λεωφορείου. Μετά από είκοσι γαμημένα λεπτά αναμονής έρχεται το μαλακισμένο. Θέλω να βρίσω τον ηλίθιο τον οδηγό. Να βρίσω την μάνα του, τον πατέρα του, τα παιδιά του, τους φίλους του και όλο του τον κόσμο, αλλά κρατιέμαι. Καλύτερα να μη προκαλώ υποψίες. Άλλωστε πηγαίνω για φόνο, και θα ήταν βλακεία να τον χάσω γιατί έμπλεξα σ’ έναν απλό καβγά. Βρίσκω μια ελεύθερη θέση και αράζω. Το λεωφορείο πηγαίνει, και όσο πηγαίνει, γεμίζει με κόσμο. Ανεβαίνουν πάνω διάφοροι άνθρωποι. Ένας τύπος που μιλάει ακαταλαβίστικα στον εαυτό του, μία γυναίκα που κρατάει στα χέρια της ένα μωρό λίγο μεγαλύτερο απ’αυτήν, ένας νάνος, μία γυναίκα που φοράει μία εσάρπα που καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο της και μία μπέρτα. Τίποτα το ιδιαίτερα παράξενο. Άδειες θέσεις δεν υπάρχουν και μία κωλόγρια κάθεται ακριβώς από πάνω μου κοιτώντας με επίμονα. Περιμένει μάλλον να σηκωθώ και να της δώσω την θέση μου. Ας της κάνω το χατίρι. Ελάτε καθίστε, λέω, και καθώς σηκώνομαι αφήνω μια αθόρυβη και φαρμακερή κλανιά. Ευχαριστώ παλικάρι μου, μου λέει, και κάθεται. Αρχίζει να μυρίζει. Την κοιτάζω μ’ ένα κάπως υποτιμητικό βλέμμα. Κάτι μυρίζουν και κανά δυο άλλοι εκεί γύρω και την κοιτούν και αυτοί. Ως γνωστόν, οι γέροι κλάνουν πολύ. Αισθάνεται άσχημα που την κοιτάμε. Εγώ θέλω να βάλω τα γέλια. Φτάνω επιτέλους στην γαμημένη στάση μου. Κατεβαίνω. Έχω ενδοιασμούς. Θα μπορέσω να το κάνω; Αρχίζω να δειλιάζω. Θ’ αντέξω; Έχω την δύναμη; Μπορώ να αντικρύσω τον Βασίλη; Να τον κοιτάξω κατάματα και να του μιλήσω; Και θα μου μιλήσει


και αυτός. Θεέ μου. Πρέπει να το κάνω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μπροστά μου κάθετε μια γάτα. Είναι ακριβώς ίδια με την άλλη. Το ίδιο βρώμικη, το ίδιο κιτρινογκρί χρώμα. Με κοιτάζει. Την κοιτάζω. Κάνω μία απότομη κίνηση προς το μέρος της και τρομαγμένη κρύβεται κάτω από ένα αυτοκίνητο. Χα-χα. Ανεβαίνω τον δρόμο και φτάνω έξω απ’ το σπίτι του. Έχει αρχίσει ένα σκατοψιλόβροχο. Πάω γρήγορα στην εξώπορτα και χτυπάω το θυροτηλέφωνο. Μου ανοίγει κατευθείαν. Ανεβαίνω τις σκάλες. Η πόρτα είναι μισάνοιχτη. Μπαίνω μέσα αποφασισμένος. Νάτος, εδώ, μπροστά μου, ο πιο μισιτός μου φίλος, το μεγαλύτερο κατακάθι του κόσμου, ο εγκληματίας ενός ακύρηχτου πολέμου, ένας άνθρωπος που σε λίγο δεν θα ζει. Γεια σου Μπιλ, τι κανεις; Χάλοου Τζόνι, πως και μας θυμήθηκες; Να, ήμουν εδώ κοντά για μια δουλειά και είπα να περάσω να σε δω. Καλά έκανες. Θες καφέ; Ας πιω έναν καφέ και τον σκοτώνω μετά. Δεν πειράζει να αργήσω και λίγο. Έναν καφέ θα τον έπινα ευχαρίστως. Πάνε στην κουζίνα και κάνε. Αντε χέσου ρε μαλάκα. Μου κερνάς καφέ και με βάζεις να τον κάνω μόνος μου; Δηλαδή άμα τον κάνεις εσύ τι θα γίνει, θα σου πέσουν τα χέρια ρε χλεμπονιάρη; Που είναι ο καφές, φωνάζω. Στο δεξί ράφι, φωνάζει. Ποτήρι; Στο νεροχύτη. Κοιτάζω το νεροχύτη. Κάνα καθαρό δεν έχεις; Εε, πλύνε κανένα ρε, πλύνε και κάνα πιάτο για νά ‘χω για μετά. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω ένα βρώμικο μαχαίρι «Γιάκουζα» απ’ το νεροχύτη. Ένα από το σετ των 14 τεμαχίων με λεπίδα ακριβείας και ξεχωριστό ντιζάιν. Έχουν λεπίδα κομμένη με διαμάντι, με τριπλή αντικολλητική επίστρωση και εργονομική λαβή. Αν παραγγείλετε τώρα, παίρνετε ως δώρο ένα τηγάνι με καπάκι κι ένα κατσαρολάκι με αντικολλητική επίστρωση για μαγείρεμα χωρίς περιττά λάδια και καψίματα. Όλα αυτά στην προνομιακή τιμή των 47,50 ευρώ. Έξοδα αποστολής 8,80 ευρώ. +18% ΦΠΑ. Πάω μέσα στο δωμάτιο. Βάζω το χέρι μου γύρω απ’ το λαιμό του και τον γυρίζω με πλάτη προς τα εμένα. Μπήγω με δύναμη το βρώμικο μαχαίρι ανάμεσα στα δύο τελευταία από κάτω πλευρά του σε γωνία 60 μοιρών. Τα πνευμόνια του γεμίζουν αμέσως με το βρομερό και, αναμφίβολα, γεμάτο διάφορες αρρώστιες αίμα του. Δεν μπορεί να φωνάξει. Δεν μπορεί ν’ ανασάνει. Πέφτει κάτω. Γυρνά το κεφάλι του και με κοιτάζει με τρόμο. Εγώ χαμογελώ. Το τελευταίο πράγμα που βλέπει πριν ξεψυχήσει είναι το χαμόγελο μου. Καλό, αλλά πολύ αιματηρό και θα γίνω σα μουνί σε περίοδο. Δε θα μπορέσω να βγώ έξω μετά. Άστο καλύτερα. Πλένω τελικά ένα ποτήρι, κάνα δυο πιάτα και κάνα μαχαιροπήρουνο. Φτιάχνω ένα σκέτο φραπέ στα γρήγορα. Που έχεις καλαμάκια; Αα, δεν έχω. Θα σου σπάσω τα καλάμια με βαριοπούλα μπάσταρδε κι ύστερα θα στη χώσω στον κώλο. Πίνω δυο γουλιές αφρό και μετά πηγαίνω μέσα. Είναι καθισμένος στο κρεβάτι. Κάθομαι στην καρέκλα απέναντι του. Λοιπόν Μπιλ, τι γίνεται; Μπλα μπλα μπλα μπλα. Σοβαρά; Μούμπλε μούμπλε. Τι μου λες τώρα; Παρ παρ παρ. Άντε ρε; Μπλα, μούμπλε μούμπλε. Χα-χα. Συζητάμε για πολλά κι ενδιαφέροντα θέματα. Η συνομιλία μαζί του είναι σα ν’ ακούς λευκό θόρυβο. Βγάζω τα τσιγάρα απ’ την τσέπη μου. Πού έχεις κάνα τασάκι ρε συ; Δε βγαίνεις καλύτερα στο μπαλκόνι, να μη μυρίσει και το σπίτι. Λες και θα έχει καμία σημασία σε λίγη ώρα πούστη γιε μονόφθαλμης καμήλας. Κοιτάζω προς τη μπαλκονόπορτα ξέροντας τι θα δω. Το σκατοψιλόβροχο που είχε αρχίσει πριν, έχει μετατραπεί σε σκατοκαταιγίδα. Είν’ η καταιγίδα πριν από την ηρεμία. Το μικροσκοπικό μπαλκόνι είναι λούτσα. Ρε Μπιλ, έξω βρέχει της πουτάνας. Σοβαρά; Ακούγεται ένα αστραπόβροντο. Εε, εσύ τι λές; Βάζω πάλι στην τσέπη το πακέτο. Δε γαμείς, άσ’ το γι’ αργότερα. Λοιπόν, έχω κατεβάσει τα κέρατα μου σε τραγούδια τώρα τελευταία απ’ το ίντερνετ.

Όταν πήρες τηλέφωνο κατέβαζα το τέτοιο, το κλασικό, αυτό του ΠΑΣΟΚ, το παλιό, που το λένε οι Carmina Burana. Θεέ μου, τι ακούω πάλι. Νιώθω μια σκοτοδίνη. Και ναι, έχουμε εδώ κοντά μας τον lead singer των Carmina Burana, τον Carl Orff. Χειροκρότημα το κοινό, κοριτσάκια σκίζουν τους κορσέδες τους, τραβάν τους κότσους τους κ.τ.λ. Μετά απ’ αυτό το ευχάριστο διάλειμμα, επιστρέφω στη σκληρή πραγματικότητα. Ναι, κατάλαβα πιο λες. Έχεις να μου προτείνεις τίποτα για να κατεβάσω; Σαν τι; Οτιδήποτε. Κατέβασε κάτι σε κάντρι. Τι είναι το κάντρι; Τι τι είναι το κάντρι, είδος μουσικής είναι. Και πώς πάει; Τι πώς πάει; Για παράδειγμα η ροκ πάει γρήγορα και δυνατά, η κάντρι πώς πάει; Μπίλυ, δώσε μου λίγο αυτό το μαξιλάρι. Μου το δίνει. Τον ευχαριστώ. Ορμάω πάνω του και τον ξαπλώνω στο κρεβάτι. Κάθομαι πάνω του και τον ακινητοποιώ όσο μπορώ με τα πόδια μου. Βάζω το μαξιλάρι στο πρόσωπο του και πιέζω μ’ όλη μου τη δύναμη. Σαστισμένος απ’ το πόσο γρήγορα έγιναν όλα δε προλαβαίνει να πει τίποτα Προσπαθεί να με πετάξει από πάνω του, αλλά δεν τα καταφέρνει. Βαράει μπουνιές στα τυφλά, μερικές βρίσκουν στόχο και με πονάνε, αλλά η αδρεναλίνη με βοηθά να συνεχίσω. Πιέζω όλο και πιο δυνατά. Χτυπιέται σαν το χταπόδι κι εγώ συνεχίζω. Σε λίγο σταματά να κουνιέται. Έχει λιποθυμήσει. Όταν προσπαθείς να σκοτώσεις κάποιον προκαλώντας του ασφυξία, θέλει αρκετό χρόνο. Ο οργανισμός πρώτα λιποθυμά απ’ την έλειψη οξυγόνου, αλλά άμα θέλεις να τελειώσεις την δουλειά, πρέπει να συνεχίσεις για κάνα πεντάλεπτο τουλάχιστον. Συνεχίζω να πιέζω για αρκετή ώρα. Ελέγχω για σφυγμό. Δεν καταφέρνω να εντοπίσω, αλλά για καλό και για κακό συνεχίζω για λίγο ακόμα. Τώρα πρέπει νά ‘ναι νεκρός. Σηκώνω το μαξιλάρι και βλέπω την φάτσα του. Η έκφραση στο προσώπου του είναι σα δυσκοίλιου που εκσπερματώνει. Αηδιάζω και αποφασίζω να του φορέσω το μαξιλάρι στο κεφάλι. Παίρνω έναν χοντρό μαρκαδόρο και ζωγραφίζω πάνω στη μαξιλαροθήκη ένα χαμογελαστό πρόσωπο με την γλώσσα έξω. Βάζω και μία αξυρισιά δύο ημερών για νά ‘ναι σωστή η απεικόνηση ενός φρεσκοξυρισμένου Μπιλ. Τον στήνω στο κρεβάτι όπως ήταν πρίν και κάθομαι πάλι απέναντι του. Ανάβω επιτέλους ένα γαμημένο τσιγάρο. Λοιπόν Μπιλ, πιστεύω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας. Ηρεμία. Κοιτάζω έξω. Η καταιγίδα έχει σταματήσει κι έχει ξεπροβάλλει ο ήλιος. Λιγοστά σύνεφα έχουν μείνει που κι αυτά σιγά σιγά διαλύονται. Απολαμβάνω το τσιγάρο μου. Ησυχία. Ακούγεται το τιτίβισμα μερικών πουλιών που χαίρονται την καλοκαιρία. Ξαναγυρνάω προς τα μέσα. Βγάζω το μαξιλάρι απ’ το κεφάλι του και αφαιρώ την ζωγραφισμένη μαξιλαροθήκη. Πάω το ποτήρι στην κουζίνα και το αφήνω στον νεροχύτη. Ρίχνω μπόλικο νέρο. Σκουπίζω με την μαξιλαροθήκη όσα μέρη θυμάμαι να είχα αγγίξει. Πάω μέσα στο δωμάτιο και κάνω το ίδιο. Μαζεύω τις στάχτες και τις τοποθετώ στη μαξιλαροθήκη. Μετά τη διπλώνω προσεκτικά, τη βάζω στην τσέπη του μπουφάν, το φοράω, αποχαιρετώ για τελευταία φορά τον Μπίλι και φεύγω. Με το που βγαίνω απ’ την εξώπορτα με χτυπάν οι ακτίνες του ήλιου και με ζεσταίνουν. Βγάζω το μπουφάν. Δε θα το χρειαστώ μια τόσο όμορφη μέρα. Μυρίζω αυτήν την όμορφη μυρωδιά της χωματίλας ανακατεμένης με την υγρασία που βγαίνει πάντα μετά την βροχή. Παίρνω δυο τρεις δυνατές αναπνοές για να το απολαύσω. Κοιτώ γύρω μου τον όμορφο κόσμο. Τα ανθισμένα λουλούδια στα μπαλκόνια, τα καταπράσινα δέντρα, τον ολογάλανο ουρανό. Χα! Εκείνη η περίεργη κιτρινογκρί γάτα είναι και πάλι μπροστά μου. Αυτή τη φορά όμως είναι ολοκάθαρη. Το τρίχωμα της φαίνεται γυαλιστερό. Είναι πανέμορφη. Γεια σου ψιψίνα, της λέω. Γιατί το έκανες αυτό ρε μαλάκα, μου απαντά.


monkie #09: Need. Want. Admire. How?  

Need. Want. Admire. How?

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you