Page 1


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Η λέσχη των κλαψιάρηδων

Πόλεις & πράσινες στέγες

Πώς μπορεί η φύση να χωρέσει σε μια τσιμεντούπολη;

Πολίτες μιας συνηθισμένης πόλης

Η αρχιτεκτονική κι ο ήχος της πόλης επηρρεάζουν τη ζωή μας

Sarah Maple: Μην πυροβολείτε το γουρούνι

Μια νεαρή μουσουλμάνα ασκεί κριτική στη θρησκεία της μέσω της τέχνης

Η σκιά της φάτβα

Είκοσι χρόνια απ’ τη διαταγή για το κεφάλι του Σαλμάν Ρουσντί

Το συρματόπλεγμα: Μια πολιτική ιστορία

Μια εφεύρεση που άλλαξε την ιστορία και δεν την άλλαξε ο χρόνος

H μαγεία στο δρόμο και όχι μόνο...

Μια ζογκλέρ του δρόμου μιλά για το χόμπι της

Φιλοβασιλικόν

Ένα διήγημα του Ακύλλα Κουλοσάββα

pdf / issue 08 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Διαφημιστικό Τμήμα: Σόλωνας Χουλιαράς Artwork: Γιώργος Τσιούκης, Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Cooglis, Σόλωνας Χουλιαράς, Μαρέττα Σιδηροπούλου Φωτό: Στεφανία Μιζάρα, Χρυσαλία, Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, Ελίνα Γιουνανλή, Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Αλέξης Γαγλίας, Γιάννης Παλαβός, Ανδρέας Παύλου Δημήτρης Δρένος, Kenan Malik, Ευαγγελία Χρηστίδου, Κωνσταντίνος Κόκκας, Μαρέττα Σιδηροπούλου Κωνσταντίνα Κάλφα, Γιώργος Πασχαλίδης, Πέτρος Χριστούλιας, Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος Αστέρης Μασούρας, Γκέλυ Μαδεμλή, Μαρία Δόγια, Αφροδίτη Ιωάννου, Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης, Τάσος Ζαφειριάδης Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.myspace.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


the missing_link

του Λουκά Τσουκνίδα

H λέσχη των κλαψιάρηδων «Victory has a thousand fathers, but defeat is an orphan.» John Fuckin’ Kennedy

Η λέξεις «νίκη» και «ήττα», στο πλαίσιο του απλοϊκού τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, ταυτίζονται συχνά με τις λέξεις «επιτυχία» και «αποτυχία». Στην πραγματικότητα έχουν μία πολύ σημαντική διαφορά. Η νίκη, όσο και η ήττα, έχει χαρακτήρα βραχυπρόθεσμο κι η γλυκιά —ή η πικρή αντιστοίχως— επίγευση που αφήνει έχει μικρή διάρκεια, αρκετή για να επηρεάσει την προσωρινή διάθεσή μας, αλλά όχι και τη στάση μας απέναντι στον εαυτό μας και τη ζωή. Η επιτυχία κι η αποτυχία πάλι, είναι κάτι πιο αόριστο, άρα και λιγότερο τελεσίδικο, παρ’ όλ’ αυτά όμως, επηρεάζουν πολύ περισσότερο την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο και τη θέση μας σ’ αυτόν. Μ’ έναν γελοίο, όσο και τραγικό, τρόπο ορίζουν τη ζωή μας.


the missing_link

Όποιος έχει βάλει ένα τουλάχιστον γκολ στη ζωή του —έστω και σπρώχνοντας παρασιτικά τη μπάλα επάνω στη γραμμή μετά από κοπιαστική προσπάθεια κάποιου άλλου— μπορεί θεωρητικά να καταλάβει πόσο όμορφα νιώθει κανείς μετά από μια στιγμιαία κι αναπάντεχη νίκη, αλλά και πόσο προσωρινό είναι το συναίσθημα αυτό. Πώς δεν αλλάζει απολύτως τίποτε στη μεγαλύτερη εικόνα και πόσο σύντομα επιστρέφει κανείς στην πρότερη ουδέτερη κατάσταση, εκείνη του συνηθισμένου ανθρώπου που θεοποιεί τη νίκη και τρέμει μπροστά στο ενδεχόμενο της ήττας, που ενθουσιάζεται με το αναπάντεχο κι απογοητεύεται με το αναπόφευκτο, που ανακαλύπτει το αυτονόητο και θεωρεί δεδομένο το αμφίβολο. Ακούγεται σα βουδίζουσα αμπελοφιλοσοφία —κατάλοιπο απ’ τα χρόνια μου στη βουδιστική νεολαία— μα δεν είναι τίποτ’ άλλο απ’ την προσπάθειά μας να κάνουμε το εφήμερο συναίσθημα της νίκης μόνιμο, να τη μετατρέψουμε δηλαδή σε επιτυχία και να ξορκίσουμε μια και καλή το φάντασμα της οριστικής ήττας που γυροφέρνει την άθλια ύπαρξή μας, τη φοβερή και τρομερή —ουουου!— αποτυχία. Στο φιλμ του Ντέιβιντ Φίντσερ, «Fight Club», ένας νεαρός εργαζόμενος σε κάποια εταιρεία —η εταιρεία είναι ο διάβολος που με το μήλο της επαγγελματικής επιτυχίας μας δελέασε, τους αθώους παρθένους, έξω απ’ τον παράδεισο της απλής ζωής με τον μπαχτσέ και τη μεσημβρινή σιέστα— πάσχει από αϋπνίες, πιθανότατα λόγω του κενού νοήματος βίου του στην πολυπληθή αλλ’ απρόσωπη πόλη, στο λειτουργικό αλλά ψυχρό διαμέρισμα με τα όμορφα αλλά άβολα έπιπλα, ευέλικτες λύσεις για μια σύγχρονη ζωή, αποδείξεις μιας υποτιθέμενης επιτυχίας που δεν είναι αυτό που του έταξαν ή περίμενε όταν έστελνε το βιογραφικό απ’ το βαρετό κωλοχώρι του. Μουδιασμένος λοιπόν, απ’ αυτή την συντριπτική για την ύπαρξή του διαπίστωση, δε μπορεί να νιώσει τίποτε κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί ομάδες ψυχοθεραπείας ανθρώπων με αληθινά προβλήματα —καρκίνους, γυναικομαστίες κλπ.— μπας και καταφέρει να δει τη θετική πλευρά, που λεν κι οι γκουρού της αυτοβελτίωσης. Φυσικά, παρά τη ευκαιρία που του δίνεται να πλαντάξει στο κλάμα χωρίς ενοχές, οι απτές λύσεις δίνονται μόνο σε απτά προβλήματα, όχι δηλαδή στο δικό του, αφού ένα πρόβλημα που τό ‘χουν όλοι —το ν’ αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά τη ματαιοπονία μπροστά στο στάνταρ του θανάτου— είναι σα να μην τό ‘χει κανένας. Εδώ λοιπόν ο θεατής, ο σύγχρονος άνθρωπος δηλαδή, ταυτίζεται με τον ήρωα, τον καταλαβαίνει, τον νιώθει βρε αδερφέ και δε βλέπει την ώρα να επαναστατήσει μέσω εκείνου ενάντια σ’ αυτό το σύστημα που τον δελεάζει πρώτα, τάζοντάς του ότι μπορεί κι αυτός να γίνει ένας εξερευνητής, αεροπόρος, πρωταθλητής ή σούπερσταρ κι ύστερα τον υποδουλώνει και τον καταπιέζει, μην αφήνοντάς τον να γίνει αυτό που πιστεύει ότι θα μπορούσε να γίνει. Το οποίο προφανώς δεν είναι σκουπιδιάρης ή τορναδόρος, αλλά εξερευνητής, αεροπόρος, πρωταθλητής ή ακόμη και σούπερσταρ. Το σύστημα έπιασε το θύμα μέσω της φαντασίωσης ή το θύμα έφτιαξε το σύστημα για να υλοποιήσει τη φαντασίωση; Οτιδήποτε μας κάνει, αρκεί το θύμα να παραμείνει θύμα. Ο ήρωάς μας στη συνέχεια, βρίσκει κάποιον να τον αφυπνίσει και να τον βγάλει απ’ τη μιζέρια του. Είναι ένας κυνικός, μονήρης μισάνθρωπος που ζει δυναμικά το παρόν όσο προετοιμάζει το μέλλον, μια τρομοκρατική ενέργεια που θα τραντάξει συθέμελα το σύστημα και θα το διαλύσει απ’ τη ρίζα του, το τεράστιο οικοδομικό συ-

γκρότημα στην καρδιά της Νέας Υόρκης απ’ όπου διαφεντεύεται η παγκόσμια οικονομία. Στη φαντασία του και μόνο βέβαια, αφού πρόκειται απλώς για τον επαγγελματικό μικρόκοσμό του και τίποτε άλλο. Αλλά τι κρίμα που ο σωτήρας είναι απλώς το άλτερ-έγκο του, να του θυμίζει ότι ο άλλος δρόμος ήταν πάντα εκεί, ο σπόρος του ρηξικέλευθου επαναστάτη ήταν μέσα του, αλλά εκείνος επέλεξε να τον αφήσει να σαπίσει για να εξελιχθεί τελικά σε κάτι αρρωστημένο. Μια στρεβλή, δηλαδή, μορφή αντίδρασης και μια κριτική μονόπλευρη κι εγωκεντρική, όπου η ατομική, μη αναστρέψιμη «αποτυχία» χρεώνεται σε όλους και τελικά στο απρόσωπο σύστημα. Και τι έμεινε; Μερικά συντρίμια στο σημείο μηδέν κι ένα μάτσο θερμοκέφαλοι σαπιοκοιλιάδες που παίζουν ξύλο μεταξύ τους, επίδοξοι σαμποτέρ του αόρατου εχθρού που δεν τους αφήνει να εκπληρώσουν όλο το ανύπαρκτο φάσμα των δυνατοτήτων τους. Πίσω στον πραγματικό κόσμο, λίγο μετά την επιτυχία της ταινίας, εμφανίστηκαν εδώ κι εκεί διάφορα φαινόμενα τύπου «Fight Club», με κύριους μετέχοντες κάποιους χαρτογιακάδες (desk jokeys για τους άγγλους) οι οποίοι θεωρούν πως η ζωή τους έχει ρίξει επειδή ξοδεύουν τις εργασιακές τους ώρες πίσω από ένα γραφείο. Τι περίεργο! Νόμιζα ότι οι ριγμένοι της υπόθεσης ήταν οι οικοδόμοι κι οι πάσης φύσεως χαμάληδες... Σύντομα, κάποιος είδε ένα κενό στην αγορά της ψυχαγωγίας που κραύγαζε για να καλυφθεί κι άρπαξε την ευκαιρία. Με το κατάλληλο αντίτιμο λοιπόν, ο κάθε management executive consultant director marketing software engineer, μπορεί να ζήσει πια στιγμές Fight Club κόντρα σε άλλους κοστουμάκηδες, σε καθαρό, προστατευμένο περιβάλλον, με πολιτισμένη ατμόσφαιρα και κοκτέιλς ή δείπνο στην κερκίδα, χωρίς αιματηρές φαντασιώσεις επανάστασης: «Όπως οι περισσότεροι, μπορώ να σας πω πόσο αξίζει το σπίτι κι οι μετοχές μου και τι σύνταξη θα πάρω όταν έρθει η ώρα. Είναι βαρετό. Όταν μπαίνεις όμως στο ρινγκ η επαγγελματική σου υπόσταση απλά εξατμίζεται. Δε γεννήθηκα για να κάθομαι πίσω από ένα γραφείο. Θα ήθελα να είμαι ένας εξερευνητής του 18ου αιώνα ή ένας κονκισταδόρ. Το Fight Club είναι το τρίτο καλύτερο.» Τάδε έφη ένας τέτοιος χαρτογιακάς. Προφανώς, κανείς μας δε γεννήθηκε για να κάθεται πίσω από ένα γραφείο. Κανείς μας δε γεννήθηκε για να κάνει οτιδήποτε συγκεκριμένο, ούτε καν για την... καταστροφή. Και φυσικά όλοι θα ήθελαν να είναι κονκισταδόρες ή εξερευνητές του 18ου αιώνα, όμως δε θα μάθουμε ποτέ αν θα κατάφερναν να φτάσουν μέχρι την έξοδο του λιμανιού χωρίς να ξεράσουν το ρούμι που κατέβασαν στα προεόρτια η να γυρίσουν πίσω με το σκαλπ τους στη θέση του. Και το να πληρώνεις αδρά για να αλληλοξυλοφορτωθείς με μίνιμουμ ρίσκο σίγουρα δεν είναι το τρίτο καλύτερο. Χειρότερα ακόμη, όπως ακριβώς και τ’ άλλα δύο, είναι μια φαντασίωση. Μια άρον-άρον, τελευταία προσπάθεια για αντικατάσταση του αβάσταχτου μυθοποιημένου σχήματος «Επιτυχία vs. Αποτυχία» με το ανακουφιστικά εφήμερο και μακράν πιο ορθολογικό «Νίκη vs. Ήττα». Ένας αγώνας χαμένος δηλαδή, απ’ τη στιγμή που πατάς το πόδι σου στο καναβάτσο. * Τη φωτογραφία με τις γυναίκες που ετοιμάζονται να πλακωθούν στα μπουκέτα, πήραμε απ’ το αρχείο της Βιβλιοθήκης του Κονγκρέσου.


Πόλεις

της Ευαγγελίας Χρηστίδου εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιαράς

& πράσινες στέγες

Πώς μπορεί η φύση να χωρέσει σε μια τσιμεντούπολη; Οι πράσινες στέγες είναι το μέλλον στην αστική ανάπτυξη, δεδομένης της άμεσης ανάγκης βελτίωσης του περιβάλλοντος εντός των πυκνοκατοικημένων πόλεων. Τι ξέρουμε γι’ αυτές και πώς προχωρούμε στην εφαρμογή τους;


Φανταστείτε ένα ρετιρέ, σε πενταόροφη πολυκατοικία, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, πολύ μακριά απ’ τη γη, το χώμα και το πράσινο —που, ούτως ή άλλως, στη συγκεκριμένη πόλη εμφανίζεται στη μικρότερη αναλογία ανά κάτοικο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή. Παρ’ όλ’ αυτά, απ’ το εσωτερικό του ακούγεται η εξής φράση: «Πετάγομαι λίγο στην ταράτσα, να κόψω μερικές ντομάτες, πιπεριές και φρέσκο κρεμμυδάκι για τα γεμιστά!» Το ενδεχόμενο αυτό φαντάζει τουλάχιστον αστείο, αν όχι παράδοξο. Ωστόσο, δεν είναι απίθανο: η ταράτσα περί ης ο λόγος είναι μια «πράσινη ταράτσα», γνωστή και ως «πράσινη στέγη», «ταρατσόκηπος», «φυτεμένο δώμα», «roof garden» κλπ. Όπως και να την έχετε (ή να μην την έχετε, κατά πάσα πιθανότητα) ακουστά, πρόκειται για ταράτσα καλυμμένη από βλάστηση, η οποία αναπτύσσεται υπό ελεγχόμενες συνθήκες και συμπεριφέρεται σαν οποιαδήποτε άλλη βλάστηση στο έδαφος. Θεωρείται πως η εφαρμογή της σε ευρεία κλίμακα (δεδομένου ότι οι στέγες αποτελούν έως και 32% της οριζόντιας επιφάνειας των δομημένων περιοχών και είναι, ως εκ τούτου, σημαντικοί παράγοντες κατανάλωσης ενέργειας και ανθεκτικότητας των κτιρίων στο νερό της βροχής) έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθμίσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα των αστικών κέντρων υποκαθιστώντας, σε μεγάλο ποσοστό, τους χώρους πρασίνου που απουσιάζουν απ’ τις μεγάλες πόλεις.

Τι γίνεται στον κόσμο Τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο πιο «πράσινων» πολιτικών για τα αστικά περιβάλλοντα σε πολλές περιοχές του κόσμου, το «πρασίνισμα» των στεγών τυγχάνει όλο και πιο ευρείας αποδοχής και εφαρμογής. Ειδικά σε χώρες του εξωτερικού, όπως η Γερμανία και η Ελβετία, έχει προωθηθεί ιδιαίτερα μέσω της νομοθεσίας, με σημαντικά θετικά αποτελέσματα για τα αστικά περιβάλλοντα. Η Γερμανία πρωτοπορεί, έχοντας θεσπίσει ειδικούς νόμους και βοηθώντας, απ’ το 1980 και μετά, τη ραγδαία ανάπτυξη των πράσινων στεγών στις πόλεις της, μέσω ειδικών διατάξεων, επιδοτήσεων και μείωσης της φορολογίας. Ωστόσο, η εφαρμογή των πράσινων στεγών κάθε άλλο παρά καινούρια είναι. Αντίθετα, έχει τις ρίζες της στις πρώτες κιόλας ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με το χτίσιμο κατοικιών που, αν μη τι άλλο, αποτελούσαν μοναδικά δείγματα… «βιοκλιματικού» σχεδιασμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνας στη Μεσοποταμία, που χρονολογούνται από το 600 π.Χ., σχετικές τεχνικές που εφάρμοζαν οι βίκινγκς και οι ινδιάνοι στα καταλύματά τους και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου οι φυτεμένες στέγες αποτελούσαν στοιχείο πλούτου και καλαισθησίας. Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, αποτελούν τυπικό φαινόμενο τοπικής αρχιτεκτονικής ορισμένων περιοχών, όπως π.χ. η Β. Ευρώπη.

ψης: η εντατική και η εκτατική. Η πρώτη μοιάζει αρκετά με κήπο, απαιτεί εντατική διαχείριση και σκοπό έχει την παροχή επιπλέον ανοιχτού χώρου στους κατοίκους. Λόγω του ότι παίρνει μεγαλύτερο φορτίο χώματος, δίνει τη δυνατότητα φύτευσης και φυτών με δενδροειδή ανάπτυξη, προσομοιώνοντας αρκετά ένα πιο φυσικό τοπίo, αλλά απαιτεί και άδεια μηχανικού, ώστε να τηρούνται οι κανόνες στατικής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στις εντατικές και τις απλές εντατικές πράσινες στέγες. Στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για λιγότερο προσβάσιμες επεμβάσεις, οι οποίες χρειάζονται λιγότερη φροντίδα, είναι πιο οικονομικές κι έχουν λιγότερες κατασκευαστικές απαιτήσεις απ’ τις εντατικές εφαρμογές. Η εκτατική πράσινη στέγη, εξυπηρετεί συνήθως αισθητικούς και οικολογικούς σκοπούς. Χρειάζεται λιγότερη φροντίδα και, λόγω του ότι το μέσο καλλιέργειας (χώμα) σ’ αυτήν είναι ευρύ σε έκταση και ρηχό σε βάθος, μπορεί να φιλοξενήσει φυτά μικρά σε ύψος, χωρίς δυνατές και επίμονες ρίζες. Ωστόσο, τηρουμένων των προϋποθέσεων (καλή υγρομόνωση, ίση και ελαφρά κατανομή βάρους, σωστή στερέωση των κατασκευών, κλπ.), δεν απαιτεί άδεια αυστηρών προδιαγραφών, ούτε κατασκευή αρδευτικού συστήματος, όπως ισχύει με την εντατική εφαρμογή. Το είδος των φυτών που θα επιλεχθούν, οφείλει να είναι προσαρμοσμένο σε ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις, είναι η βελτίωση της υγρομόνωσης της πλάκας του κτιρίου, όπου κρίνεται απαραίτητο.

Βελτίωση αντί για μετοίκηση Οι εκτιμήσεις σχετικών μελετών και ερευνών για τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη των πράσινων στεγών, είναι εντυπωσιακές… Πέρα από τα υλικά που μπορούν να προσφέρουν για την καθημερινή διατροφή (λαχανικά, αρωματικά φυτά, βότανα, κλπ.), οι πράσινες στέγες, λειτουργώντας ως φορείς οξυγόνου, συμβάλλουν σημαντικά στην παροχή των πόλεων με φρέσκο αέρα, αυξάνουν τα ποσοστά υγρασίας και μειώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και των «αστικών θερμικών νησίδων» (υψηλότερες θερμοκρασίες στο κέντρο της πόλης, χαμηλότερες στις παρυφές της). Βοηθούν, επίσης, στην απορρόφηση μεγάλου ποσοστού του νερού της βροχής, συμβάλλοντας στην αποφυγή πλημμυρικών φαινομένων, ενώ συμβάλλουν και στην αύξηση της βιοποικιλότητας των πόλεων, που ολοένα συρρικνώνεται (χλωρίδα, έντομα και πουλιά).

Το μόνο δίλημμα είναι πρακτικό

Μπορούν να αποτελέσουν νέους κοινόχρηστους χώρους, σημεία συνάντησης με πρόσβαση ελεύθερη για όλους τους κατοίκους κάθε πολυκατοικίας και να ενθαρρύνουν έτσι, την κοινωνικότητα των τελευταίων. Η οπτική επαφή με τη φύση και ο καθαρός αέρας, καθώς και η μείωση της ηχορύπανσης (τα φυτά λειτουργούν ως ηχοπέτασμα) από 10dB έως 50dB, συμβάλλουν στη βελτίωση της ψυχικής διάθεσης και της σωματικής υγείας.

Δύο είναι τα βασικά είδη πράσινων στεγών, από τεχνικής άπο-

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, μπορούν να ισχύσουν σε επίπεδο


πόλης, εφόσον πρασινίσει μεγάλο ποσοστό των κτιρίων της. Ωστόσο, ακόμη και σε επίπεδο κτιρίου, τ’ αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα θελκτικά: Η παρουσία βλάστησης στη στέγη την προφυλάσσει και παρατείνει τη διάρκεια ζωής της, κρατώντας την αλώβητη μέσω της μόνωσης από εξωτερικούς παράγοντες όπως η ηλιακή ακτινοβολία, οι ακραίες θερμοκρασιακές μεταβολές, η υγρασία, κλπ. Το καλοκαίρι, ανάλογα με τη βλάστηση, μία πράσινη στέγη μπορεί να συγκρατήσει 70-90% της βροχής, ενώ το χειμώνα μεταξύ 25-40% (π.χ. μία στέγη με πάχος φύτευσης 4-20cm, μπορεί να συγκρατήσει 10-15cm νερού). Επιπλέον, ενώ σε μία καλοκαιρινή μέρα η θερμοκρασία μίας απλής στέγης θα αυξηθεί από 25οC σε 60-80ΟC, με την κάλυψή της με βλάστηση, δεν θ’ ανέβει πάνω από 25ΟC, συμβάλλοντας σε οικονομία ενέργειας, η οποία εξαρτάται απ’ το μέγεθος του κτιρίου, το κλίμα και τον τύπο της εφαρμογής.

Η ελληνική (δυστυχώς) πραγματικότητα Σύμφωνα με το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, ο οικιστικός τομέας στην Ελλάδα συμβάλλει κατά το 1/3 περίπου στο ποσοστό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας σε εθνικό επίπεδο και ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνος για την παραγωγή υψηλού ποσοστού διοξειδίου του άνθρακα, κάτι που δεν δικαιολογείται λόγω των ήπιων κλιματικών συνθηκών και της υψηλής ηλιοφάνειας που επικρατούν στη χώρα μας. Ωστόσο στην Ελλάδα, δυστυχώς, οι πράσινες στέγες δεν έχουν τύχει ακόμη ιδιαίτερης έρευνας κι εφαρμογής, παρά το σχέδιο δράσης της Ε.Ε. για μείωση της συνολικής καταναλισκόμενης ενέργειας στον κτιριακό τομέα. Φταίει, ίσως, το ότι ποτέ δεν αποτελούσαν συστατικό στοιχείο κάποιας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της χώρας. Φταίει, ενδεχομένως και το ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι στέγες των πολυκατοικιών είναι μεν κοινόκτητες, αλλά όχι και κοινόχρηστες για όλους τους ιδιοκτήτες και τους ενοίκους, καθεστώς που καθιστά δύσκολη την κοινή διαχείρισή τους. Πρόβλημα μπορεί και να αποτελεί η παλαιότητα πολλών κτιρίων, η στέγη των οποίων δεν είναι ικανή να ανταποκριθεί σε μεγάλο φορτίο. Σίγουρα, όμως, για την απουσία εφαρμογής τους σε καινούρια, τουλάχιστον, κτίρια, ευθύνεται η σύγχρονη αρχιτεκτονική του μπετόν και οι πολιτικές που ακολουθούνται στο χωροταξικό σχεδιασμό των ελληνικών πόλεων, όπου οι χώροι πρασίνου και οι ελεύθεροι χώροι θυσιάζονται όλο και περισσότερο στο βωμό της δόμησης και της δημιουργίας φαρδύτερων δρόμων ή χώρων παρκινγκ αυτοκινήτων. Οι πολιτικές αυτές αλλάζουν με βραδύτατους ρυθμούς, παρά τα ολοένα εντεινόμενα προβλήματα (ρύποι, αυξημένη θερμοκρασία, απουσία καθαρού αέρα και επαρκούς υγρασίας, φαινόμενα πλημμυρών, υπερβολική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας, σωματική και ψυχολογική κόπωση των κατοίκων, κλπ.). Πέρα από την αναγκαιότητα του να δοθεί περισσότερο βάρος σε επενδύσεις για παθητικές δραστηριότητες εξοικονόμησης ενέργειας (με γνώμονα το ότι η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας είναι, ενδεχομένως, πιο σημαντική από την αύξηση της παραγωγής της), απαραίτητη προϋπόθεση για την επέκταση των πράσινων στεγών στη χώρα μας, αποτελεί η υιοθέτηση μιας πιο διορατικής αντίληψης και ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, στα πλαίσια πραγματικά φιλοπεριβαλλοντικών πολιτικών. Αυτό σημαίνει την

απομάκρυνση από το μέχρι τώρα αναπτυξιακό μοντέλο των πόλεων, που κινείται προς όφελος των οχημάτων και της πυκνής δόμησης και εις βάρος των επιφανειών πρασίνου και των ελεύθερων για κίνηση και χρήση από τους πολίτες, χώρων. Είναι κρίμα, σε μια χώρα με τόση ηλιοφάνεια, να στερούμε τη φύση από τις πόλεις μας…

Και ορισμένοι υπολογισμοί (οικονομική κρίση γαρ) - Μία μέση τιμή κόστους κατασκευής πράσινης στέγης στη χώρα μας, είναι τα 80€ /τ.μ. (εκτατικός τύπος) και τα 120€ /τ.μ. (εντατικός τύπος). Η απόσβεση, μέσω της οικονομίας σε κόστος θέρμανσης και κλιματιστικών, υπολογίζεται σε 2-3 χρόνια. - Σύμφωνα με έρευνες, οι πράσινες στέγες μπορούν να μειώσουν τα έξοδα κλιματισμού, για τον όροφο που είναι ακριβώς από κάτω, κατά 25%-50%. Έτσι, μία μέση μείωση της τάξης του 30% στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, στην Ελλάδα θα σήμαινε, χονδρικά, μέσο μηνιαίο κέρδος από 5€ έως 20€. Όσον αφορά το πετρέλαιο θέρμανσης, περίπου 2 λίτρα /τ.μ. μπορούν να εξοικονομηθούν κάθε χρόνο, μέσω της μόνωσης από τις χαμηλές θερμοκρασίες και τον κρύο αέρα και, συνεπώς, ανάλογα με την τιμή του πετρελαίου ανά περιοχή της Ελλάδας, η παραπάνω εξοικονόμηση πετρελαίου θέρμανσης, θα σήμαινε ετήσιο κέρδος από 1,378€ έως 1,84€ /τ.μ. Για ένα διαμέρισμα 80τ.μ., αυτό θα σήμαινε μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης κατά περίπου 16% και των αντίστοιχων δαπανών από 110,24€, έως 147,2€ το έτος. - Σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας που έγινε για την πόλη του Τορόντο, αν πρασίνιζε το 75% των στεγών της (ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 50.000.000τ.μ.), η πόλη θα εξοικονομούσε τον πρώτο χρόνο $312,000,000 και κάθε επόμενο χρόνο $37,000,000, κέρδη που θα αφορούσαν την ποιότητα του αέρα, την ενέργεια των κτιρίων, τη διαχείριση των πλημμυρών και του νερού της βροχής και το φαινόμενο των «αστικών θερμικών νησίδων». Για την Αθήνα, έχει υπολογιστεί ότι εάν επικρατούσαν οι πράσινες στέγες, θα μειωνόταν η καταναλισκόμενη ηλεκτρική και θερμική ενέργεια περίπου κατά 20% (περίπου 500.000.000€ ετησίως), αφού θα υπήρχε μείωση των θερμικών και ψυκτικών φορτίων κατά 15-20%. - Έρευνες σε Αμερική και Βρετανία, έδειξαν ότι οι πράσινες ταράτσες μπορούν να προσδώσουν από 6% ως 15% στην αξία του σπιτιού. - Οι πράσινες στέγες μπορούν να επιφέρουν σημαντική μείωση των δαπανών για ανάγκες στον τομέα της δημόσιας υγείας. Έχει υπολογιστεί, για παράδειγμα, ότι με το πρασίνισμα 10% των στεγών του Ντιτρόιτ, οι μειώσεις αυτές ανέρχονται σε ποσά μεταξύ $25.8 εκ. - $97.7 εκ., ενώ στο Σικάγο μεταξύ $31 εκ. - $118 εκ. - Το ξενοδοχείο Fairmount Waterfront στο Βανκούβερ, το οποίο καλλιεργούσε βότανα, λουλούδια και λαχανικά στην οροφή του, μείωσε κατά $30.000 τα έξοδα της κουζίνας του. Abstract: Evagelia Christidou talks about greenroofs, how they can be developed and how they could save our overheated cities and make everyday life better.


Πολίτες μιας συνηθισμένης πόλης του Κωνσταντίνου Κοκκά (www.myspace.com/kingofalldeserts) εικονογράφηση: Σόλωνας Χουλιαράς

Η αρχιτεκτονική μιας πόλης επηρεάζει τον ήχο της, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί σημαντικό πολιτισμικό της στοιχείο. Τι αντίκτυπο έχει η σχέση αυτή στην καθημερινότητα, αλλά και στην καλλιτεχνική δημιουργία;

Η παγκοσμιοποίηση για τους περισσότερους είναι συνδεδεμένη με το ελεύθερο εμπόριο και την ελεύθερη μετάδοση της πληροφορίας. Σπάνια κάποιος αναφέρεται στην παγκοσμιοποίηση της αρχιτεκτονικής. Ή μήπως τελικά, ένας τέτοιος όρος είναι αυθαίρετος; Ιστορικά, απ’ την εποχή της Αναγέννησης και του Μεσαίωνα, πάντα υπήρχε μια τάση διαφοροποίησης στην αρχιτεκτονική των κτιρίων, στις διάφορες περιοχές του κόσμου. Αρκετά απ’ τα κτίρια αυτά, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη, υπάρχουν ακόμα κι αποτελούν αξιοθέατα για την προώθηση του τουρισμού. Αναδεικνύουν παρ’ όλ’ αυτά την ιστορικότητα, τη διαφορετικότητα και την ταυτότητα ενός τόπου, αλλά και των κατοίκων του. Αργότερα, έρχεται η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης —εποχή της κυριαρχίας του μετά-καπιταλισμού. Για να στεγαστούν οι νέες μονάδες παραγωγής δημιουργούνται βιομηχανικά κτίρια. Η αισθητική δίνει τη θέση της στην σκοπιμότητα και τη συμβατότητα των κτιρίων αυτών με τους σκοπούς της παραγωγής. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις που διατηρούνται ακόμη μας υπενθυμίζουν εκείνη την περίοδο, όταν και τέθηκαν οι βάσεις του καπιταλισμού, του ισχυρότερου οικονομικού συστήματος μέχρι σήμερα. Ακολουθεί τον 20ο αιώνα η συσσωρευμένη αποκέντρωση. Νέα σχέδια κατοικιών δημιουργούνται με στόχο την εξοικονόμηση χώρου στις πόλεις κι έχουμε την πρώτη εμφάνιση των πολυκατοικιών. Οι πόλεις αποτελούνται πλέον από περιοχές, που σε προηγμένες καπιταλιστικές χώρες εξελίσσονται σε μια μορφή διαχωρισμού των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Η εποχή της μεταμοντέρνας

αρχιτεκτονικής έφτασε. Με την εδραίωσή της παγκοσμίως, η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική αποτελεί τη «συνηθισμένη» αρχιτεκτονική των καθημερινών κτιρίων και όχι κάποια εξέλιξη στο σχεδιασμό των πόλεων. Μεγάλες περιοχές κατεδαφίζονται και αντικαθίστανται από κτίρια αστικής ανακαίνισης, που κατασκευάζονται με τον τρόπο που θέλει ο εργολάβος και όχι ο αρχιτέκτονας. Η διαφοροποίηση μεταξύ των πόλεων γίνεται όλο και σπανιότερη και τα μεγάλα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα είναι δυσεύρετα. Ακόμα και αν ένα κτίριο σχεδιαστεί για νά ‘ναι διαφορετικό αυτό γίνεται μόνο στα αναπτυγμένα κράτη και πιο πολύ για να επιδείξει την οικονομική τους επιφάνεια. Η εξέλιξη των πόλεων δε θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης μόνο ενός επιστημονικού πεδίου και γι’ αυτό, εκτός απ’ την αρχιτεκτονική, έχει μελετηθεί κι από άλλες επιστήμες, όπως οι ανθρωπιστικές κι οι οικονομικές. Όμως η εύρεση των διακριτών χαρακτηριστικών των πόλεων μπορεί να γίνει και μέσω της φιλοσοφίας, των εικαστικών τεχνών, αλλά και της μελέτης του ήχου, κάτι που γίνεται πιο συχνά σήμερα. Αν και, χρησιμοποιώντας ένα απ’ αυτά τα πεδία, δε μπορούμε ν’ αποδώσουμε τα ζητούμενα χαρακτηριστικά με όρους αρχιτεκτονικής και δόμησης, προσφέρουν ωστόσο πολλά στη κατανόηση της δημιουργίας των πόλεων. Κι αυτό γιατί παρά την ομοιομορφία των πόλεων σε παγκόσμια κλίμακα, πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν μέσα απ’ τα έργα τους ν’ αναδείξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, την ιστορικότητα, την παράδοση και τον πολιτισμό τους, αλλά και πώς τα κτίριά τους μπορούν, εκτός από χώροι κατοίκησης και δραστηριότητας, να γίνουν μέρος του ίδιου του καλλιτεχνικού έργου.


Η αναπαράσταση της πόλης και ο ήχος που αποτυπώνεται στο παρελθόν της Πολλοί καλλιτέχνες έχουν ενδιαφερθεί να μελετήσουν την ταυτότητα και την ιστορία των πόλεων και πώς αυτή έχει διαμορφωθεί με τον καιρό. Ένας απ’ αυτούς είναι κι ο David Kristian. Στο άλμπουμ Ghost Storeys του 2005, επιχείρησε να δείξει πώς η ταυτότητα των κατοίκων μιας πόλης και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία της αναπαρίστανται από τα κτίρια της. Βασίστηκε στην υπόθεση ότι στο εσωτερικό πολλών σπιτιών υπάρχουν φαντάσματα, εξηγώντας ότι δεν εννοεί εκείνα τα οποία θα παρέμπεπαν τους περισσότερους σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή τρόμου. Αντιθέτως, η πρόθεσή του είναι να σχολιάσει την δημοκρατικότητα του χώρου, λέγοντας ότι τα φαντάσματα υπάρχουν με σκοπό να βοηθήσουν στην εξερεύνησή του, όπως και στην εξερεύνηση της ιστορίας, του πολιτισμού και της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας των κατοίκων μιας πόλης. Το διάστημα που εργαζόταν στο συγκεκριμένο άλμπουμ τοποθέτησε μικρόφωνα σε κτίρια όπου άνθρωποι έζησαν με ένταση, φόβο, μοναξιά και αβεβαιότητα. Τα φαντάσματα εκλαμβάνονται ως απεικονίσεις και αντικατοπτρισμοί των άυλων επιθυμιών του ανθρώπου, πέρα απ’ το κυνήγι της απόκτησης υλικών αγαθών, όπως αυτό κυριαρχεί σήμερα στον καπιταλισμό. Η σημερινή δόμηση των πόλεων στα καπιταλιστικά κράτη, όπως κυρίως εκφράζεται από την κατασκευή των κτιρίων, αφαιρεί την πραγματική ταυτότητα των ανθρώπων και τα φαντάσματα εμφανίζονται ως υπάρξεις που την αναζητούν. Πιο συγκεκριμένα ο David Kristian λέει ότι, όπως και τα φαντάσματα που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει, ζούμε στην αναζήτηση της «απόλαυσης και του μαρτυρίου, όπως πλοηγούμαστε στην αστάθεια του χρόνου, του χώρου και χάνουμε τα παραστήματα μας, το νόημα μας… στην απώλεια της πραγματικής μας ταυτότητας». Πολλοί καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται στην «τέχνη του ήχου» (sound-art) καταφέρνουν να τον συνδυάσουν με την πόλη, στο πλαίσιο των χαρακτηριστικών, της ευρύτητας και της ποικιλομορφίας της. Όμως, αντίθετα με τον David Kristian, δεν ασχολήθηκαν με ζητήματα ταυτότητας, αλλά με την κατασκευή κτιρίων που εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους σκοπούς, προσαρμοσμένα στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Ένα τέτοιο ιστορικό γεγονός απασχόλησε τον Steve Roden όταν ηχογράφησε το 2005 το άλμπουμ Airforms, άμεσα επηρεασμένος απ’ τoν αρχιτέκτονα Wallace Neff, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε δημουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο σπιτιού, φτιαγμένο από σκληρή ελαστική ύλη καλυμμένη από ένα στρώμα τσιμέντου. Η κατασκευή αυτή ονομάστηκε airform house (όπως επίσης balloon, rubber… και bra house) και σκοπός της ήταν αρχικά το χαμηλό κόστος και η δυνατότητα να επαναχρησιμοποιηθεί και να μετακινηθεί με μεγάλη ευκολία, αφού αφαιρεθεί ο αέρας που περιέχεται μέσα στο «μπαλόνι», ώστε να μπορέσουν να διαμείνουν πολλοί άνθρωποι μετά τη καταστροφή του πολέμου. Ο Steve Roden ήθελε να αγοράσει ένα τέτοιο σπίτι, πρώτα όμως ηχογράφησε το Airforms μέσα σ’ ένα απ’ τα λίγα διαθέσιμα στην Αμερική, χρησιμοποιώντας ένα εκκλησιαστικό όργανο και μαγνητοφωνώντας τους ήχους που αναπαράγονται απ’ το περιβάλλον της συγκεκριμένης κατασκευής. Στόχος του ήταν να καταγράψει και να αναδείξει την διαφορετικότητα των ήχων σε μια τόσο σημαντική περίοδο της ιστορίας και κατ’ επέκταση πώς οι ήχοι διαμορφώνονται με την πάροδο των χρόνων. Ο ήχος των κτιρίων των πόλεων είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τον Steve Roden. Συγκεκριμένα, το 2001 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Schindler House, ηχογραφημένο σ’ ένα κτίριο που κατασκευάστηκε

από τον αρχιτέκτονα Rudolf M. Schindler στο Λος Άντζελες. Πρόκειται για ένα πολύ μοντέρνο κτίριο για τα πρότυπα της εποχής, όχι γιατί είχε κάτι παραπάνω απ’ τα υπόλοιπα συνηθισμένα κτίρια, αλλά περισσότερο για αυτά που δεν είχε. Δηλαδή σαλόνι, τραπεζαρία ή άλλα δωμάτια. Αποτελούνταν από έναν ενιαίο χώρο τον οποίο, σύμφωνα με τον κατασκευαστή του, θα χρησιμοποιούσαν δυο νεαρά ζευγάρια για τη διαμονή, αλλά και την εργασία τους. Όσο περίεργη κι αν φαίνεται μια τέτοια κατασκευή υπήρξε μεγάλη επιρροή για τις κατοικίες που χτίστηκαν στις πιο πλούσιες πολιτείες της Αμερικής και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες τάσεις της αρχιτεκτονικής στη Καλιφόρνια. Ο Steve Roden όμως δεν ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε καλλιτεχνικά για το συγκεκριμένο σπίτι. Απ’ το 1920 μέχρι το 1950 υπήρξε μαγνήτης για πολλούς καλλιτέχνες και τις δραστηριότητές τους, ενώ για μεγάλα διαστήματα κατοικούσε εκεί ο συνθέτης John Cage, ο οποίος ερευνούσε τους ήχους της συγκεκριμένης κατασκευής. Κάτι παρόμοιο έκανε κι ο Steve Roden. Κατά τη διαμονή του κατέγραψε ήχους απ’ το εσωτερικό και την αυλή του, όπως αεροπλάνα που περνούσαν από πάνω, τριξίματα απ’ τα παράθυρα κ.α, τους οποίους χρησιμοποίησε και στο Airforms. Επίσης, ένα απ’ τα κομμάτια του άλμπουμ, είναι μια δική του εκτέλεση του 4:33 του John Cage.

Εικαστική και ηχητική αναπαράσταση. Αντίθεση ή συγχώνευση; Πέρα απ’ τους μουσικούς, ήταν κι οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες που με τα έργα τους προκάλεσαν καλλιτεχνικές τάσεις και δημιουργίες. Ο Le Corbusier —που πολλές φορές αναφέρεται και ως φιλόσοφος της πόλης— ήταν θερμός υποστηρικτής της ιδέας οτι οι πόλεις πρέπει να σχεδιάζονται με βάση τις κοινωνικές τους δομές. Όταν τη δεκαετία του ‘30 όμως, υπέβαλλε τις προτάσεις του για την ανάπλαση του Ρίο ντε Τζανέιρο, μάλλον δεν φανταζόταν ποτέ ότι αυτές θα αποτελούσαν κι αιτία μιας διαμάχης ιδεών γύρω απ’ αυτό που ονομάστηκε concrete poetry. Αυτή η διαμάχη συνέβαλλε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη δύο αντίθετων ρευμάτων, εκείνο του σουηδού εικαστικού Öyvind Fahlström, οι απόψεις του οποίου εκφράζονται στο έργο του Manifesto for Concrete Poetry κι εκείνο των Noigandres Poets, μιας ομάδας βραζιλιάνων ποιητών (1). Οι τελευταίοι πίστευαν ότι αυτό που ονομάζεται concrete poetry, πέρα από μια μορφή ιδιαίτερης τυπογραφίας —ο ποιητικός λόγος και τα νοήματά του εκφέρονται μέσω των διαφόρων σχηματισμών γραμμάτων και λέξεων— θά ‘πρεπε ν’ αναπτύσσεται σαν κομμάτι του προτεινόμενου αστικού σχεδιασμού και να περιλαμβάνεται στο γενικότερο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας πόλης. Δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αισθητική διαμόρφωση, ώστε ν’ αποτυπωθούν πολλά απ’ τα ιστορικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της πόλης, επεδίωξαν να προβάλλουν την ταυτότητά της και ταυτόχρονα να της προσδώσουν περιεχόμενο μέσω των «τυπογραφιών» που θα τη συνόδευαν. Αντιθέτως, ο Fahlström πίστευε ότι οι λέξεις είναι αυτές που έχουν νόημα και όχι η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Μέσω της αναπαραγωγής του ήχου απ’ τις λέξεις μπορούν να σχηματιστούν έννοιες όπως ο χρόνος, η άβυσσος κι ο θάνατος. Η επαναληπτική τους δομή στην ποίηση βοηθά και παροτρύνει τον ίδιο τον αναγνώστη να δημιουργήσει τις δικές του έννοιες μέσω της δομής των ποιημάτων, κατ’ αναλογία με την αρχιτεκτονική των κτιρίων. Θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι η σιωπή που υπάρχει στα ποιήματα δημιουργεί ακουστικά διαστήματα, όπου η ηχώ των προηγούμενων λέξεων αντηχούν όπως και στην ακουστική ενός εγκατελειμμένου σπιτιού. Η διαφορά λοιπόν αυτών των δύο ρευμάτων έγκειται στην θεματικοποίηση με την οποία αντιμετώπιζαν την αρχιτεκτονική. Τα μέλη του Noigandres Poets ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη δομή και την κατασκευή των κτιρίων: θα αποτελούσαν το μέσο για την


μετάδοση των έργων τους, μια οπτική αναπαράσταση. Αντίθετα, ο Fahlström ενδιαφερόταν, όχι μόνο για το κτίριο ως κατασκευή, αλλά και ως μέρος ενός συστήματος, όπου λειτουργεί σαν όργανο που αναπαράγει ήχους, κατασκευάζει λέξεις και έννοιες. Και μέσω αυτών καταλήγει να μεταδίδει εμπειρίες, ώστε ο δέκτης να μετατρέπεται σε ζωτικό οργανισμό του κτιρίου και συνολικά του τόπου όπου κατοικεί. Ο ήχος είχε σημαντική επιρροή και στα έργα του Le Corbusier. Το 1956 είχε προσκληθεί απ’ την εταιρία ηλεκτρικών συσκευών Philips να σχεδιάσει ένα ειδικό κτίριο όπου θα στεγαζόταν η διεθνής έκθεση των Βρυξελλών του 1958. Ο Le Corbusier συνέλαβε την ιδέα να συνδυάσει τεχνολογία και τέχνη χωρίς να περιοριστεί στην κατασκευή ενός κτιρίου, αλλά δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποτελούμενο από ήχο, χρώμα και δομή. Σκοπός του ήταν ν’ αντανακλάται ο δημιουργικός ρόλος που μπορούν να παίξουν ο ηλεκτρισμός και τ’ άλλα σχετικά επιστήμονικά φαινόμενα στη σύγχρονη κοινωνία. Γι’ αυτό συνεργάστηκε με τον Ξενάκη, ο οποίος ανέπτυξε μαθηματικά μοντέλα για την κατασκευή του κτιρίου και προσκάλεσε τον Edgard Varèse να δημιουργήσει και να μαγνητοφωνήσει τη μουσική, αφήνοντας τον συνθέτη απολύτως ελεύθερο να προσεγγίσει τον κόσμο των ήχων με οποιοδήποτε τρόπο θα επέλεγε. Το αποτέλεσμα αυτής της σύνθεσης είναι το, πασίγνωστο σήμερα, Poème Èlectronique (2).

Ζώντας στο σύγχρονο αστικό χώρο Πολλοί θεωρούν τον ήχο της πόλης συνυφασμένο με τον θόρυβο και την ηχορύπανση. Σίγουρα όλοι γνωρίζουν ότι το να ενοχληθεί κάποιος απ’ τις δραστηριότητες κάποιου άλλου είναι αναπόφευκτο στις πυκνοκατοίκητες πόλεις, είτε πρόκειται για τον συναγερμό του αυτοκινήτου του γείτονα είτε για το σκύλο του διπλανού είτε για το μάστορα που φτιάχνει τη χαλασμένη βρύση στον τρίτο κ.ο.κ. Επίσης, πολλά καταστήματα χρησιμοποιούν το θόρυβο, εννοώντας την ισχυρή ένταση της μουσικής, για να τραβήξουν το ενδιαφέρον των περαστικών, ως εργαλείο μάρκετινγκ. Και πόσες φορές δεν έχουμε συναντήσει άτομα που οδηγούν ένα ακριβό αυτοκίνητο με τη μουσική στη διαπασών για να τραβήξουν τα βλέμματα. Στις σύγχρονες πόλεις, οι αναζητήσεις της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής που σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση εκφράζονται κυρίως με τη διάδοση των νέων τεχνολογιών, κάτι που αποτυπώνεται και στους ήχους που αναπαράγονται απ’ τους χώρους των πόλεων. Είναι πολλοί οι καλλιτέχνες και μεγάλο μέρος αυτών αποτελούν μουσικοί, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η μεταμόρφωση των πόλεων σε μητροπόλεις έχει ως συνέπεια την σμίκρυνση του χώρου μέσα σ’ αυτές. Αυτό, συνακόλουθα, οδηγεί και στη μείωση των ήχων που αναπαράγονται σ’ αυτές, αφού ο κυρίαρχος ήχος είναι ο ψηφιακός. Ένθερμος υποστηρικτής αυτής της άποψης είναι ο sound-artist Paul Virilio, που θεωρεί πως ο χώρος στις πόλεις αποτυπώνεται πλέον στον χρόνο και συγκεκριμένα στη σχέση χώρου-χρόνου. Πιο χαρακτηριστικά, αναφέρει ότι η αναπαράσταση των πόλεων δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στην απεικόνιση φυσικών πυλών όπως παλαιότερα, αλλά στην κυριαρχία της τηλεματικής. Το άτομο κείται μέσα στο χώρο. Το άνοιγμα της πόρτας προέρχεται απ’ την κίνηση του. Αυτή η κίνηση του ατόμου μετατρέπεται σε ψηφιακή πληροφορία η οποία προκαλεί και το άνοιγμα της πόρτας. Σε διάστημα μερικών δευτερολέπτων προκαλείται μια ενέργεια, το άνοιγμα της πόρτας. Είναι τα ψηφιακά δεδομένα που την προκαλούν και όχι το άτομο με τη φυσική κίνηση που έκανε για ν’ ανοίξει την πύλη. O χώρος σχετίζεται με τον χρόνο, κάτι άϋλο και οι κινήσεις με τους ψηφιακούς ήχους. Το 1956, ο γάλλος φιλόσοφος Guy Debord παρουσίασε ένα νέο όρο, το «dérive». Πρότεινε στους κατοίκους των πόλεων να ανα-

θεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίο κινούνται και αντιμετωπίζουν τον αστικό χωρο όπου πραγματοποιούν τις καθημερινή τους ρουτίνα, δημιουργώντας ένα φαντασιακό χώρο, σε αντίθεση με τον πραγματικό που βιώνουν. Αντί να κάνουν αυτοματοποιημένα την ίδια διαδρομή χωρίς ενδιαφέρον, μπορούν ν’ ακολουθήσουν τα συναισθήματα τους και ν’ αντιμετωπίσουν την πόλη με διαφορετικό τρόπο. Έτσι θ’ ανακαλύψουν το δικό τους περιβάλλον και τελικά θ’ αντιληφθούν το χώρο όπου ζουν και κυρίως την ύπαρξη τους μέσα σ’ αυτόν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια κοινότητα ανθρωπίνων σχέσεων. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να εκλαμβάνονται οι ήχοι των πόλεων ως κάτι ανάλογο μ’ αυτό που βρίσκουμε στο «chance music» του John Cage, όπου κάθε κάτοικος είναι ο συνθέτης, ο οποίος χρησιμοποιεί τις καθημερινές εικόνες της πόλης κι έχει βαθιά γνώση αυτής και της ταυτότητάς της. Αντλώντας έμπνευση απ’ το dèrive, ο Akio Suzuki επιχείρησε τη δημιουργία μιας φαντασιακής πόλης αναπαραστάσεων και συμβόλων στο έργο του Otodate (μτφ. Ηχητικό Μέρος), που παρουσιάσε σ’ ένα φεστιβάλ του Βερολίνου το 1996. Αυτό που έκανε ήταν να περπατήσει στην πόλη. Όπου θεωρούσε ότι έχει εντοπίσει έναν ενδιαφέρον ήχο ζωγράφιζε έναν κύκλο με δύο αυτιά. Αργότερα, σημάδεψε όλ’ αυτά τα σημεία σ’ ένα χάρτη του Βερολίνου ώστε να δημιουργήσει ένα χώρο όπου η φαντασιακή πόλη συναντά την πραγματική, για να ορίσουν έτσι μια πιο στενή, πιο προσωπική σχέση του ατόμου με το χώρο. Απ’ όλα αυτά προκύπτει ότι έννοιες όπως πολίτης, κάτοικος, πόλη, αστικός χώρος ίσως θά ‘πρεπε να μελετηθούν πιο προσεκτικά και να οριστεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται. Ίσως η έννοια του ανθρώπου που ζει σε μια πόλη να μην αποδίδεται πλέον με την ίδια φρασεολογία, αλλά να συνοδεύεται απ’ την ιδιότητα του, τη σχετική με τον τρόπο με τον οποίο ζει την πόλη. Ιδιότητες όπως του μετανάστη που είναι ξένος σ’ έναν ξένο τόπο, του καταναλωτή που ζει την πόλη ως χώρο ικανοποίησης των υλικών του αναγκών ή του θεατή που βιώνει στην πόλη τη ρουτίνα των καθημερινών του παραστάσεων. Γενικότερα, του πολίτη μιας συνηθισμένης πόλης. Μόνο που ο τελευταίος αντιλαμβάνεται πραγματικά την παρουσία του μέσα στο χώρο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης του, που όπως κάθε πόλη άλλωστε, είναι συνηθισμένη, παρ’ ότι έχει τη δική της ιδιαίτερη ιστορία και ανάπτυξη. Πράγματα που θα πρέπει διερευνηθούν για να ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε πραγματικά τις πόλεις μας, άσχετα απ’ την ομοιόμορφη αισθητικά ανάπτυξη τους, όπως τη βιώνουμε σήμερα λόγω της παγκοσμιοποίησης της άναρχης αστικής δόμησης. Σημειώσεις: (1) Concrete Poetry, καλείται το είδος της ποίησης όπου εκτός απ’ τη σύνταξη των λέξεων ώστε να προκύπτει ένα άρτιο νόημα, σημασία έχει και ο τρόπος που τοποθετούνται οι λέξεις εντός του ποιήματος, ώστε να δημιουργείται απ’ αυτές ένα σχέδιο, ένας ρυθμός και οτιδήποτε συντελεί στη διαφοροποίηση της ίδιας της δημιουργίας χωρίς ν’ αποτελεί μέρος της σύνταξης ενός συμβατικού ποιήματος. Γι’ αυτό ονομάζεται και οπτική ποίηση. Πατέρας του Concrete Poetry θεωρείται ο βραζιλιάνος ποιητής Carlos Drummond de Andrande. Γενικότερα όμως, το στιλ υιοθέτησαν οι ντανταϊστές, καθώς επίσης και οι Ezra Pound, E.E. Cummings, Guillaume Apollinaire κ.α. (2) Ρoème Électronique είναι μια σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής του συνθέτη Edgard Varèse. Αποτελείται από ήχους χωρίς καμία αρμονία και σκοπός της ήταν να δείξει τη σημασία της ηχητικής ελευθερίας.

Abstract: Konstantinos Kokkas writes about architecture and the globalized urban development, its connection to the urban sonic environment and the relevance of this connection to everyday life and artistic creation.


Sarah Maple συνέντευξη στον Λουκά Τσουκνίδα

Μην πυροβολείτε το γουρούνι

Η νεαρή βρετανίδα μουσουλμάνα Sarah Maple, μιλά για τη ζωή, την τέχνη και την κριτική στάση της απέναντι σε όσα την ορίζουν, ανάμεσά τους και το σύγχρονο Ισλάμ. «Υπάρχει χώρος για χιούμορ και σκοπεύω να τον εξαντλήσω όλο!» Sarah Maple, απαντώντας αν το χιούμορ χωρά στη σύγχρονη τέχνη και στην κριτική του Ισλάμ.


art is crap


art is crap


art is crap


Η σκιά της φάτβα

του Kenan Malik Μετάφραση: Λουκάς Τσουκνίδας

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε με τον τίτλο Shadow of the Fatwa τον Απρίλιο του 2008, στο περιοδικό INDEX on Censorship, www.indexoncensorship.org. Μεταφράστηκε και αναδημοσιεύεται με την ευγενική άδεια του περιοδικού και του συγγραφέα.

Οι διώκτες του Salman Rushdie έχασαν τη μάχη κατά της ελευθερίας του να γράφει ότι επιθυμεί, παρά τη διαταγή που εξέδωσαν για το θάνατό του. Μήπως όμως κέρδισαν τον πόλεμο; Ο Kenan Malik διερευνά τη μακροπρόθεσμη επίδραση της πολύκροτης υπόθεσης και το ρόλο της προοδευτικής πολιτικής σκέψης στο σημερινό αδιέξοδο.


Οι Σατανικοί Στίχοι ήταν, όπως λέει ο Rushdie, ένα μυθιστόρημα για τη «μετανάστευση, τη μεταμόρφωση, το διχασμό, την αγάπη, το θάνατο». Ήταν ακόμη μια σάτιρα του Ισλάμ, «μια σοβαρή προσπάθεια», σύμφωνα με τον ίδιο, «να γράψει για τη θρησκεία και την αποκάλυψη απ’ την πλευρά ενός κοσμικού». Για κάποιους αυτό δεν ήταν αποδεκτό και μετέτρεψε το βιβλίο σε «ένα ποταπό δείγμα λογοτεχνίας του μίσους», όπως το χαρακτήρισε ο βρετανός-μουσουλμάνος φιλοσόφος Shabbir Akhtar. Σ’ ένα μόλις μήνα απ’ την έκδοσή τους, Οι Σατανικοί Στίχοι είχαν απαγορευθεί στην Ινδία, λόγω διαμαρτυρίας φανατικών. Πριν περάσει ένας χρόνος, διαδηλωτές είχαν κάψει ένα αντίτυπο στους δρόμους του Μπόλτον, στη Βόρεια Αγγλία. Κι ύστερα, στις 14 Φεβρουαρίου του 1989, η υπόθεση Rushdie πήρε νέα τροπή —ο Ayatollah Khomeini κοινοποίησε την εντολή θανάτου (φάτβα). «Ενημερώνω όλους τους ζηλωτές μουσουλμάνους του κόσμου», δήλωσε ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν, «ότι ο συγγραφέας του βιβλίου Οι Σατανικοί Στίχοι —που γράφτηκε, τυπώθηκε και εκδόθηκε ως αντίλογος στο Ισλάμ, τον Προφήτη και το Κοράνι— καθώς και όσοι εμπλέκονται στην έκδοσή του, γνωρίζοντας το περιεχόμενό του, καταδικάζονται σε θάνατο». Χάρις στη φάτβα λοιπόν, η υπόθεση Rushdie έγινε η πιο σημαντική σύγχρονη διένεξη γύρω απ’ την ελευθερία του λόγου, ένα oρόσημο για την εξέλιξη των σχετικών απόψεων. Οι επικριτές του Rushdie έχασαν τη μάχη —Οι Σατανικοί Στίχοι συνεχίζουν να εκδίδονται. Αλλά κέρδισαν τον πόλεμο. Το βασικό επιχείρημα τους —ότι είναι ηθικώς απαράδεκτο να προσβάλλεις την κουλτούρα των άλλων— είναι πλέον ευρέως αποδεκτό. Το 1989, ούτε η φάτβα μπόρεσε να διακόψει την έκδοση των Σατανικών Στίχων. Ο Salman Rushdie αναγκάστηκε να ζει σα φυγάς για μια δεκαετία σχεδόν. Μεταφραστές κι εκδότες δέχθηκαν επιθέσεις και δολοφονήθηκαν. Τον Ιούλιο του 1991, ο Hitoshi Igarashi, ένας ιάπωνας καθηγητής λογοτεχνίας και μεταφραστής των Σατανικών Στίχων, μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου. Τον ίδιο μήνα, ένας άλλος μεταφραστής, ο ιταλός Ettore Capriolo, έπεσε θύμα ξυλοδαρμού και μαχαιρώματος. Τον Οκτώβριο του 1993, ο William Nygaard, ο νορβηγός εκδότης του βιβλίου, δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς έξω απ’ το σπίτι του στο Όσλο κι έζησε από θαύμα. Κανένας απ’ τους δράστες δεν πιάστηκε. Βιβλιοπωλεία στην Αμερική κι αλλού δέχθηκαν επιθέσεις με μολότωφ. Η φήμη λέει πως το προσωπικό της Viking-Penguin στη Νέα Υόρκη υποχρεώθηκε να φορέσει προστατευτικά γιλέκα. Κι όμως, η Penguin δε σταμάτησε ποτέ να στηρίζει το βιβλίο του Rushdie. Σήμερα, το μόνο που χρειάζεται για να τρομάξει ένας εκδότης είναι το γράμμα ενός εξοργισμένου ακαδημαϊκού: πριν λίγους μήνες, ο εκδοτικός οίκος Random House αποσύρθηκε απ’ την έκδοση ενός μυθιστορήματος που του είχε κοστίσει $100.000 από φόβο μήπως πυροδοτήσει άλλη μία υπόθεση Rushdie. Το The Jewel of Medina είναι ένα ιστορικό αισθηματικό δράμα με ηρωίδα την Αΐσα, τη νεαρότερη απ’ τις συζύγους του Μωάμεθ, διά χειρός της αμερικανίδας δημοσιογράφου Sherry Jones. Τον Απρίλιο του 2008, η Random House έστειλε δοκίμια σε συγγραφείς και πανεπιστημιακούς, προσβλέποντας στην υποστήριξή τους. Μία απ’ αυτούς ήταν η Denise Spellberg, βοηθός Καθηγητή στην Ιστορία και τις Μεσανατολικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Η Jones είχε χρησιμοποιήσει τη δουλειά της Spellberg ως πηγή.

Εκείνη, όμως, κατακεραύνωσε το βιβλίο ως «προσβλητικό» και δήλωσε σ’ έναν υπεύθυνο της εκδοτικής ότι το βιβλίο αποτελεί «κύρηξη πολέμου» και «θέμα εθνικής ασφάλειας». Φέρεται να το αποκάλεσε «μακράν πιο επικίνδυνο απ’ τους Σατανικούς Στίχους ή τα δανέζικα σκίτσα» και να επισήμανε πως υπάρχει μια «πολύ ορατή πιθανότητα» για «ξέσπασμα βίας» κι ότι «το βιβλίο πρέπει ν’ αποσυρθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται». Ο αμερικανός ακαδημαϊκός Stanley Fish, επιχείρησε με άρθρο του στους New York Times να καταρρίψει την άποψη ότι η απόφαση του εκδοτικού οίκου αντιστοιχούσε σε λογοκρισία. «Έχουμε λογοκρισία», είπε, «όταν η κυβέρνηση είναι εκείνη που ποινικοποιεί την έκφραση κι όταν οι περιορισμοί αφορούν μεγάλες ομάδες ανθρώπων». Η Random House απλώς «έκρινε σύμφωνα με το συμφέρον της» κι αποφάσισε. Είναι όντως κάτι διαφορετικό όταν μια κυβέρνηση υποχρεώνει έναν συγγραφέα να σιωπήσει υπό την απειλή κυρώσεων ή φυλάκισης απ’ όταν ένας εκδότης ακυρώνει μια συμφωνία. Είναι επίσης γεγονός ότι άλλοι εκδότες ανέλαβαν το βιβλίο της Jones, ανάμεσά τους η Beaufort στην Αμερική κι η Gibson Square στη Βρετανία. Αλλά εδώ ο Fish χάνει το νόημα που είναι ο μεταβαλλόμενος χαρακτήρας της λογοκρισίας. Η απόφαση της Random House δεν είναι τυπικό παράδειγμα κρατικού προστατευτισμού. Δείχνει, όμως, παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο η ελευθερία του λόγου περιορίζεται όλο και πιο πολύ —χωρίς να είναι απαραίτητη μια τόσο απροκάλυπτη λογοκρισία. Οι ιθύνοντες της Random House είχαν κάθε δικαίωμα να πάρουν αυτή την απόφαση. Αλλά το γεγονός ότι την πήραν κι οι λόγοι που τους οδήγησαν σ’ αυτήν, αποκαλύπτουν πολλά για το πώς η στάση έναντι της ελευθερίας του λόγου έχει αλλάξει τα τελευταία 20 χρόνια. Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης των Σατανικών Στίχων και της απόρριψης του The Jewel of Medina η έννοια της φάτβα κρίνεται πλέον με υποκειμενικά κριτήρια. Απ’ τη στιγμή που απορρίφθηκε το βιβλίο της, ο ατζέντης της Sherry Jones δοκίμασε να βρει άλλον εκδότη. Κανένας μεγάλος εκδοτικός οίκος δεν αναλάμβανε το ρίσκο. Και δεν είναι μόνο οι εκδότες που προσέχουν μην τυχόν προσβάλλουν κάποιον. Είναι σύνηθες πλέον να πετσοκόβονται θεατρικά έργα, να κατεβαίνουν όπερες και να λογοκρίνονται εκθέσεις έργων τέχνης στο όνομα της πολιτισμικής ευαισθησίας. «Κι εσύ θα το σκεφτόσουν αν ήσουν ειλικρινής», είπε ο Ramin Gray, βοηθός σκηνοθέτη στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου, όταν ρωτήθηκε αν θ’ ανέβαζε έργο που ασκεί κριτική στο Ισλάμ: «Θά ‘πρεπε να κρίνεις το έργο αντικειμενικά, αλλά δεδομένης της εποχής που διανύουμε, είναι πολύ δύσκολο γιατί αν προσβάλλεις κάποιον, τότε ολόκληρη η επιχείρηση θα καπελωθεί απ’ την αντιπαράθεση. Όλ’ αυτά σε κάνουν επιφυλακτικό.» Τον Ιούνιο του 2007, το συγκεκριμένο θέατρο ακύρωσε μια σύγχρονη διασκευή της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη, τοποθετημένης στο μουσουλμανικό παράδεισο. Ένα άλλο θέατρο του Λονδίνου, το Barbican, έκοψε αποσπάσματα απ’ την παραγωγή Tamburlaine the Great, ενώ η Όπερα του Βερολίνου ακύρωσε μια παραγωγή του Idomeneo του Mozart το 2006, λόγω της απεικόνισης του Μωάμεθ. Τον ίδιο χρόνο, η Γκαλερί Whitechapel του Λονδίνου απέσυρε της γυμνές κούκλες του σουρεαλιστή Hans Bellmer


λίγο πριν τα εγκαίνια, με τη δικαιολογία της έλλειψης χώρου, αν και οι υποψίες λένε πως η γύμνια μπορεί να προσέβαλλε τους μουσουλμάνους γείτονες. Ο Tim Marlow της γκαλερί White Cube δήλωσε ότι τέτοιου είδους αυτο-λογοκρισία από καλλιτέχνες και μουσεία είναι πλέον κοινός τόπος, αν και «πολύ λίγοι έχουν το θάρρος να το παραδεχτούν». Δεν είναι όμως μόνο το Ισλάμ. Το 2005, το θέατρο Repertory του Μπίρμινχαμ ακύρωσε την παραγωγή του Bezhti, ενός έργου του νεαρού Σιχ Gurpreet Kaur Bhatti, το οποίο περιείχε σεξουαλική βία και φόνο μέσα σ’ ένα ναό Σιχ (Gurdwara). Είχαν προηγηθεί διαμαρτυρίες έξω απ’ το θέατρο οργανωμένες από μέλη της Σιχ κοινότητας, στον απόηχο των οποίων, ο Ian Jack, αρχισυντάκτης τότε του λογοτεχνικού περιοδικού Granta, τοποθετήθηκε υπέρ της αυτολογοκρισίας του καλλιτέχνη, μιας αναγκαιότητας, όπως πίστευε, σε μια πλουραλιστική κοινωνία. «Το κράτος δεν έχει θεσπίσει νόμο που ν’ απαγορεύει την απεικόνιση του Προφήτη», έγραψε. «Αλλά δεν είναι κάτι που περιμένω να γίνεται.» Οποιοσδήποτε θελήσει έχει το δικαίωμα ν’ απεικονίσει τον Μωάμεθ, αλλά το τίμημα αυτής της ελευθερίας είναι πολύ υψηλό σε σύγκριση με την «ανεκτίμητη προσβολή» που η άσκησή της μπορεί να προκαλέσει —παρ’ ότι «εμείς, οι άπιστοι, δεν αντιλαμβανόμαστε που έγκειται η προσβολή». Κι αυτό, ένα μόλις χρόνο πριν τα δανέζικα σκίτσα του Μωάμεθ. Όλ’ αυτά αποκαλύπτουν το πόσο επιτυχημένη αποδεικνύεται η φάτβα, όχι στο να θάψει τους Σατανικούς Στίχους, αλλά στο να μεταβάλλει το πεδίο συζήτησης περί ελευθερίας του λόγου. Απ’ το Διαφωτισμό και δώθε, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί, όχι απλώς μια σημαντική ελευθερία, αλλά τη βάση του ίδιου του αγαθού της ελευθερίας. «Δώσε μου, πάνω απ’ όλα, το δικαίωμα να γνωρίζω, να μιλάω και να διαφωνώ ελεύθερα και κατά συνείδηση», έγραφε ο John Milton στο έργο του Areopagitika, το διάσημο λόγο του υπέρ της απελευθέρωσης των τυπογράφων απ’ τα πνευματικά δικαιώματα, προσθέτωντας ότι «όποιος καταστρέφει ένα καλό βιβλίο καταστρέφει την ίδια τη λογική». Όλα τα προοδευτικά πολιτικά ρεύματα που ξεπήδησαν απ’ το Διαφωτισμό ήταν συνυφασμένα με την αρχή της ελευθερίας του λόγου. Φυσικά, ελάχιστοι προοδευτικοί (μτφ. liberals) υποστήριξαν την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Οι περισσότεροι αποδέχονταν ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο ελεύθερος λόγος μπορούσε να βλάψει κι έπρεπε να περιοριστεί. Η πιο διάσημη εφαρμογή αυτής της άποψης απαντάται σε μια απόφαση του Oliver Wendell, μέλους του Αμερικανικού Ανώτατου Δικαστηρίου, ο οποίος το 1919 επισήμανε, «Κι πιο άκαμπτη λογική προστασίας της ελευθερίας του λόγου δε θα μπορούσε να προστατεύσει κάποιον που δημιουργεί πανικό σ’ ένα θέατρο, φωνάζωντας ψευδώς, φωτιά.» Βέβαια, το τί ακριβώς αποτελεί το πολιτικό και κοινωνικό αντίστοιχο του να κραυγάζεις φωτιά σε γεμάτο θέατρο, είναι ακόμη άκρως συζητήσιμο. Οι πολιτικοί κι οι νομοθέτες, εδώ και χρόνια, έχουν καταδείξει πάμπολλες εστίες κακού ως λόγους περικοπών στην ελευθερία του λόγου —θέμα εθνικής ασφάλειας, παρακίνηση σε βιαιοπραγία, προώθηση της βλασφημίας, υπονόμευση του ηθικού βίου και διάδοση λίβελου η λασπολογίας. Ο ίδιος ο Milton αντιδρούσε στη διεύρυνση της έννοιας της ελευθερίας του λόγου ώστε να συμπεριλαμβάνει τους καθολικούς με την

αιτιολογία ότι η Καθολική Εκκλησία αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο για την εξάπλωση της ίδιας της ελευθερίας. Παρ’ όλ’ αυτά, όσο υποκριτικά κι αν είναι τα επιχειρήματα των προοδευτικών και παραβλέποντας το γεγονός ότι οι περισσότεροι υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου δέχονται την οριοθέτησή της, υπήρχε μια κοινή αποδοχή ότι ο λόγος είναι κάτι φύσει καλό, η πλήρης εξάπλωση του οποίου ήταν μια αναγκαία συνθήκη για την αποσαφήνιση της αλήθειας, την έκφραση ηθικής αυτονομίας, τη διατήρηση της κοινωνικής προόδου και την ανάπτυξη άλλου είδους ελευθεριών. Οι περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου θεωρούνταν εξαιρέσεις κι όχι ο κανόνας. Αυτή ακριβώς η αντίληψη, ότι ο λόγος είναι κάτι εγγενώς καλό, είναι που έχει μεταβληθεί. Σήμερα, απ’ την προοδευτική σκοπιά, η ελευθερία του λόγου μπορεί να εκληφθεί ως απειλή για την ελευθερία, όσο είναι και ασπίδα. «Ο λόγος δεν είναι ελεύθερος», όπως το έθεσε ο δικηγόρος Simon Lee στο βιβλίο του The Cost of Free Speech, γραμμένο στον απόηχο της υπόθεσης Rushdie. «Έχει υψηλό κόστος.» Απ’ την ίδια του τη φύση, υποστηρίζουν πολλοί, ο λόγος βλάπτει βασικές ελευθερίες. Η ρητορική του μίσους υπονομεύει το δικαίωμα να ζεις χωρίς φόβο. Η φραστική επίθεση προσβάλλει το δικαίωμα να τυγχάνουν αναγνώρισης και σεβασμού οι αξίες και τα πιστεύω σου. Στη μετά-Rushdie εποχή, ο λόγος έχει φτάσει να θεωρείται, όχι κάτι εγγενώς καλό, αλλά ένα πρόβλημα δομικό, επειδή μπορεί δυνητικά να προσβάλλει όσο και να βλάψει και ο λόγος που προσβάλλει μπορεί ν’ αποδειχθεί κοινωνικά επιζήμιος όσο κι ο λόγος που βλάπτει. Ο λόγος, δηλαδή, πρέπει να περιορίζεται κατά περίπτωση, ειδικά σε μια πολυποίκιλλη κοινωνία με πλήθος άκαμπτων απόψεων και πεποιθήσεων κι η λογοκρισία (και η αυτολογοκρισία) πρέπει να γίνει ο κανόνας. «Η αυτολογοκρισία», όπως είπε ο φιλόσοφος Shabbir Akhtar στο αποκορύφωμα της υπόθεσης Rushdie, «είναι μια σημαντική απαίτηση σ’ έναν κόσμο ποικίλλων και δογματικής φύσης πεποιθήσεων. Όσα εκδίδει ο Rushdie σχετικά με το Ισλάμ δεν είναι μόνο δική του υπόθεση. Είναι υπόθεση όλων —κι όχι μόνο των μουσουλμάνων.» Όλο και περισσότερο, οι δυτικοί προοδευτικοί αρχίζουν και συμφωνούν. Ότι είναι σωστό από άποψη αρχών, πολλοί πλέον λένε, στην πράξη ίσως πρέπει να συμβιβάζεται με τις θρησκευτικές και πολιτισμικές ευαισθησίες επειδή αυτές είναι τόσο βαθιά ριζωμένες. Ζούμε σ’ έναν κόσμο, λέει το επιχείρημα, με βαθιές συγκρούσεις μεταξύ πολιστισμών εμποτισμένων με διαφορετικές αξίες, πολλές απ’ τις οποίες είναι ανεπαρκείς, αλλά όλες είναι έγκυρες μέσα στο δικό τους νοηματικό πλαίσιο. Η αντιπαράθεση για τους Σατανικούς Στίχους ήταν μία τέτοια σύγκρουση. Για να λειτουργήσουν με δίκαιο τρόπο αυτές οι τόσο διαφορετικές κοινωνίες, πρέπει να σεβόμαστε λαούς, κουλτούρες και απόψεις. Για νά ‘χουμε κοινωνική δικαιοσύνη δεν αρκεί τα άτομα να αντιμετωπίζονται ως πολιτικά ίσοι, αλλά και τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά να λαμβάνουν αντίστοιχη αναγνώριση και σεβασμό. Η αποφυγή του «πολιτισμικού πόνου» έχει φτάσει, δηλαδή, να θεωρείται πιο σημαντική απ’ το, «αφηρημένο» για κάποιους, δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Όπως είπε ο βρετανός κοινωνιολόγος Tariq Modood, «Αν οι άνθρωποι θέλουν να βρίσκονται στον ίδιο πολιτικό χώρο χωρίς συγκρούσεις, τότε


πρέπει από κοινού να περιορίσουν την έκταση της κριτικής τους στις θεμελιώδεις πεποιθήσεις του άλλου». Το συμπέρασμα, όμως, που πρέπει ν’ αντλήσουμε απ’ την υπόθεση Rushdie είναι το ακριβώς αντίθετο. Οι επικριτές του δεν εκπροσωπούσαν τη μουσουλμανική κοινότητα πιο πολύ απ’ ότι κι εκείνος. Κι οι δύο πλευρές αντιπροσώπευαν δύο διαφορετικά ρεύματα εντός της ευρύτερης μουσουλμανικής κοινότητας. Σήμερα η ριζοσπαστική, κοσμική κραυγή διαμαρτυρίας που αντηχούσε στους Σατανικούς Στίχους, έχει υποβιβαστεί σε ψίθυρο. Στη δεκαετία του ‘80, όμως, αποτελούσε μια δυνατή, διακριτή φωνή μέσα στη Βαβέλ του βρετανικού Ισλάμ. Οι επικριτές του Rushdie μιλούσαν εκ μέρους του πιο συντηρητικού ρεύματος. Η εκστρατεία τους κατά των Σατανικών Στίχων δεν αποσκοπούσε στο να προστατεύσει τις μουσουλμανικές κοινότητες από κάποια εξωφρενική επίθεση αντί-ισλαμιστών ρατσιστών, αλλά να περιχαρακώσει την προνομιούχο θέση τους εντός των κοινοτήτων αυτών απ’ την πολιτική επίθεση των ριζοσπαστών αντιπάλων τους και να θεμελιώσει τη θέση τους ως η αληθινή φωνή του Ισλάμ, μέσω της άρνησης οποιασδήποτε εγκυρότητας σε κάθε είδους αντίπαλη κριτική. Πετύχαν, εν μέρει τουλάχιστον, επειδή οι κοσμικοί προοδευτικοί τους αγκάλιασαν σαν την αυθεντική φωνή του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου. Πέρα απ’ την αμοιβαία προσπάθεια να περιορίσουμε την κριτική μας στις πεποιθήσεις των άλλων, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι σε μια πλουραλιστική κοινωνία είναι μοιραίο όσο και σημαντικό, οι άνθρωποι να προσβάλλουν τους άλλους. Μοιραίο, επειδή οποτεδήποτε τόσο διαφορετικές ιδέες υποστηρίζονται με τόσο πείσμα, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες και πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε ανοικτά αντί να τις καταπιέζουμε. Σημαντικό, επειδή κάθε είδους κοινωνική πρόοδος για να συμβεί, προαπαιτεί την επίθεση σε κάποια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση. «Αν η ελευθερία σημαίνει κάτι», είπε κάποτε ο George Orwell, «αυτό είναι το δικαίωμα να λες στους άλλους αυτό που δε θέλουν ν’ ακούσουν». Το πρόβλημα με την πολυπολιτισμικού τύπου λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, δεν είναι ότι απλώς και μόνο αποσιωπά όσους διαφωνούν. Είναι κι ότι συχνά δημιουργεί τα προβλήματα ακριβώς εκείνα που υποτίθεται ότι επιλύει. Για παράδειγμα, η αναταραχή γύρω απ’ το The Jewel of Medina. Ούτε ένας μουσουλμάνος δεν είχε αντιδράσει μέχρι ο εκδοτικός οίκος ν’ αποσυρθεί απ’ τη συμφωνία. Και πιθανότατα κανείς δε θ’ αντιδρούσε αν οι εκδότες προχωρούσαν στην έκδοση. Αλλά μόλις έκαναν θέμα το δυνητικά προσβλητικό περιεχόμενο, ήταν μοιραίο κάποιοι να προσβληθούν. Το πρόβλημα γιγαντώθηκε με τις μεθοδεύσεις της Denise Spellberg. Όχι μόνο περιέγραψε το βιβλίο σαν «ένα κακάσχημο, βλακώδες πόνημα» που αντιστοιχεί σε «σοφτ-πορνό», αλλά ξεπέρασε τα εσκαμμένα ώστε να τραβήξει την προσοχή της μουσουλμανικής κοινότητας. Τον Απρίλιο, ενημέρωσε τον Shahed Amanullah, καλεσμένο ομιλητή σ’ ένα απ’ τα μαθήματά της και αρχισυντάκτη μιας δημοφιλούς μουσουλμανικής ιστοσελίδας, για κάποιο καινούργιο βιβλίο που «χλευάζει τους μουσουλμάνους και την ιστορία τους». Ο Amanullah έστειλε email σε διάφορα φοιτητικά φόρουμ λέγοντας πως «είχε μόλις λάβει ένα έξαλλο τηλεφώνημα από μια καθηγήτρια η οποία είχε διαβάσει ένα αντί-

τυπο του προς έκδοση μυθιστορήματος The Jewel of Medina και το είχε βρει απίστευτα προσβλητικό». Η Spellberg σχεδόν υπέθαλψε τη διαφαινόμενη διαμάχη. Ο ίδιος ο Amanullah επέμεινε πως το The Jewel of Medina δεν έπρεπε ν’ αποσυρθεί τονίζοντας παράλληλα ότι «κανείς δεν κατέχει το απόλυτο δικαίωμα να μη δέχεται προσβολές, ούτε να ζει μακριά απ’ τις απόψεις των άλλων που βρίσκει δυσάρεστες» και πρότεινε πως «πρέπει όλοι να γίνουμε πιο χοντρόπετσοι, πιο ανοιχτόμυαλοι και να φτάσουμε σε μια κοινή κατανόηση των αρχών της ελευθερίας του λόγου». Η ζημιά, όμως, είχε ήδη γίνει. «Νιώθω αηδιασμένη απ’ την εμπρηστική γλώσσα που χρησιμοποίησε η Denise Spellberg», μου είπε η Sherry Jones. «Αν η Random House εξέδιδε χωρίς τυμπανοκρουσίες το βιβλίο μου, δε νομίζω ότι θα είχε προκύψει κάποια φασαρία. Το αληθινό πρόβλημα είναι, όχι ότι οι μουσουλμάνοι προσβάλλονται, αλλά ότι κάποιοι υποθέτουν ότι θα προσβληθούν. Είναι μια συγκαλυμμένη μορφή ρατσισμού το να υποθέτεις ότι όλοι οι μουσουλμάνοι θα προσβληθούν κι ότι όσοι προσβληθούν θα προβούν σε βιαιοπραγίες.» Το Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου, μόλις μερικές εβδομάδες πριν η Gibson Square εκδόσει το The Jewel of Medina στη Βρετανία, βόμβες μολότωφ έπεσαν στα γραφεία της εταιρείας στο Λονδίνο. Κατά μυστηριώδη σύμπτωση η επίθεση έγινε σχεδόν ακριβώς 20 χρόνια απ’ τη μέρα που Οι Σατανικοί Στίχοι είχαν πρωτοεκδοθεί. Κανείς δεν ξέρει αν οι δράστες γνώριζαν τη σημασία της ημερομηνίας ή όχι. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε αν μια παρόμοια επίθεση θα είχε συμβεί, αν η Random House προχωρούσε στην αρχική έκδοση χωρίς ντόρο. Πάντα θα υπάρχουν τέτοιου είδους ακραίες αντιδράσεις και δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά γι΄αυτό. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι πράξεις αυτές αποκτούν μια κίβδηλη εγκυρότητα εξαιτίας των προοδευτικών που τρέμουν στην ιδέα μιας πιθανής προσβολής και την ανακυρήσσουν άμεσα ως ηθικώς μη-αποδεκτή. Ο Shabbir Akhtar είχε δίκιο: Όσα ο Salman Rushdie κι η Sherry Jones λένε, είναι υπόθεση όλων μας. Είναι υπόθεση όλων μας να διασφαλίσουμε ότι κανείς δε θα στερηθεί το δικαίωμά του να λέει ότι επιθυμεί, ακόμη κι αν από κάποιους χαρακτηρίζεται προσβλητικό. Αν αποζητούμε τα καλά του πλουραλισμού, πρέπει να συμβιβαστούμε με την πίκρα της προσβολής. Είκοσι χρόνια μετά την υπόθεση Rushdie, ας δείξουμε ότι μάθαμε κάτι. Abstract: Salman Rushdie’s critics lost the battle but they won the war against free speech, writes Kenan Malik. (This article was first published on April, 2008 under the title «Shadow of the fatwa» by INDEX on Censorship magazine, www. indexoncensorship.org. It’s been translated and republished here with theirs and the writer’s kind permission.)


Το συρματόπλεγμα: Μια πολιτική ιστορία του Δημήτρη Δρένου εικονογράφηση: Cooglis (cooglis.blogspot.com)

Μια ματιά, μέσα από τα γραπτά του γάλλου φιλοσόφου Olivier Razac, σε μια ανακάλυψη που άντεξε στο χρόνο και επηρέασε με τον τρόπο της την παγκόσμια ιστορία.

Η νεωτερικότητα είναι η περίοδος που η ανθρωπότητα παραδίνεται στην τεχνολογία —αρχίζει να τη λατρεύει και να την αναπτύσσει. Η ύστερη νεωτερικότητα (τα μοντέρνα χρόνια) ξετυλίγεται πάνω στη ράχη της τεχνολογίας. Κάθε λίγες δεκαετίες, κάθε λίγα χρόνια, αποκτά και ένα νέο πρόσωπο. Κάθε τι πλέον έχει ως βασική του ιδιότητα το ότι είναι ξεπερασμένο την ίδια σχεδόν στιγμή που αναδύεται στον κόσμο. Το κάθε τι αποτελεί το στόχο, το όριο που πρέπει να ξεπεράσει το κάθε τι επόμενο. Παραδόξως ωστόσο, υπάρχει κάτι, φαινομενικά ασήμαντο μα ουσιαστικά σημαντικό, που διέβη τα τέλη του 19ου αιώνα και το μισό 20ο αιώνα αμετάβλητο. Και που αν και το ίδιο υπήρξε αμετάβλητο, η διαρκής χρήση του, σε διαφορετικά πλαίσια, καταδεικνύει μια βαθιά μεταβολή που επέφερε η περίοδος αυτή. Μεταβολή στη φύση της εξουσίας και στο διακύβευμά της. Πρόκειται για την ιστορία του ταπεινού συρματοπλέγματος. Ως ένα κομμάτι σύρμα στο οποίο τυλιγόταν άλλο ένα που δημιουργούσε μυτερές προεξοχές, το συρματόπλεγμα διήνυσε 8 δεκαετίες (και συνεχίζει άλλωστε...) στην αιχμή των εξουσιαστικών μεθόδων. Ταπεινό το ίδιο, καθόλου ταπεινή η ιστορία του. Μια πολιτική ιστορία, όπως τη διηγείται ο γάλλος φιλόσοφος Olivier Razac στο βιβλίο του Πολιτική Ιστορία του Συρματοπλέγματος που αποτελεί και την ύλη του παρόντος άρθρου.

Το ελαφρύ είναι το καλύτερο Το συρματόπλεγμα αποτελεί ένα ευτελές τεχνικό μέσο περίφραξης. Εντούτοις όμως αποτέλεσε πολύτιμο εργαλείο της εξουσίας. «Άλλωστε» σημειώνει ο Razac, «η τελειότητα ενός εργαλείου εξουσίας δεν κρίνεται από την τεχνική του εκλέπτυνση, αλλά από το πόσο τέλεια προσαρμόζεται σε μια οικονομία της εξουσίας». Το ζητούμενο πάντα είναι το κατά πόσο ικανοποιείται η εξής αντιστρόφως ανάλογη σχέση: μεγάλα αποτελέσματα ελέγχου και κυριαρχίας με το μικρότερο μέγεθος ξοδέματος υλικής ή συμβολικής ενέργειας.

Πιο απλά, παλαιότερα τη δουλειά του «αέρινου» συρματοπλέγματος την έκαναν οι ογκώδεις λίθοι. Τοίχοι, τείχη, θηριώδεις κατασκευές. Ωστόσο, όσο μεγάλες και αν ήταν αυτές οι κατασκευές, τα εξουσιαστικά αποτελέσματά τους δεν ήταν και τόσο μεγάλα. Και αντίθετα, το φθηνό και σχεδόν άυλο, χωρίς κόστος και χωρίς πάχος συρματόπλεγμα έχει, όπως θα δούμε, εξουσιαστικά αποτελέσματα πολύ βαθύτερα και έντονα. Έτσι, η πολιτική σημασία της ιστορίας του συρματοπλέγματος έγκειται στο ότι καταδεικνύει το πώς η εμβάθυνση και αποτελεσματικότητα της εξουσίας ακολουθεί την ελαχιστοποίηση των ίδιων των υλικών καθορισμών της. Ο Razac εντοπίζει 3 κομβικές στιγμές σ’ αυτήν την ιστορία: το αμερικάνικο λιβάδι, το χαράκωμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Κάποτε στην Άγρια Δύση… Το 1850 η συνεχής ροή αποίκων προς τα δυτικά των ΗΠΑ έμοιαζε να φτάνει στο οριστικό τέλος της μπροστά στον 100ο μεσημβρινό (Μιζούρι και Βραχώδη Όρη). Επρόκειτο για εδάφη δύσκολα προσπελάσιμα, άνυδρα, μη καλλιεργήσιμα, φτωχά σε ξυλεία και πέτρα. Το 1862 η κυβέρνηση θέλοντας να επανεκκινήσει και πάλι τη διαδικασία της αποίκισης προς τη Δύση και να εκτονώσει τις πιέσεις που ασκούσαν οι ακτήμονες, ψήφισε το νόμο για τ’ αγροκτήματα, Homestead Act. Σύμφωνα μ’ αυτόν, κάθε αμερικάνος πολίτης θα είχε τη δυνατότητα ν’ αποκτήσει δωρεάν ιδιοκτησία 80 εκταρίων δημόσιας γης στις περιοχές αυτές με τον όρο να τα καλλιεργεί. Οι πρώτοι που θα επωφεληθούν του Homestead Act είναι οι μεγάλοι κτηνοτρόφοι του Τέξας. Απ’ το 1865 θα αρχίσουν να αξιοποιούν τις πεδιάδες αυτές τρέφοντας κοπάδια κι έπειτα κατευθύνοντάς τα προς τ’ ανατολικά για να τα πουλήσουν, δεκαπλασιάζοντας την τιμή τους. Πρόκειται για την εποχή του «open range», των


βαρόνων των βοοειδών και των καουμπόυζ. Μια εποχή που παρά τον αντίκτυπό της στη μυθολογία της Άγριας Δύσης, θα διαρκέσει μόλις 2 δεκαετίες. Ήδη στις περιοχές αυτές έχουν καταφθάσει και αγρότες έποικοι. Έχουν διαφορετικές επιδιώξεις απ’ τους μεγάλους κτηνοτρόφους, προτιμούν τα παρτέρια απ’ τις μπριζόλες. Και τα μικρά τους αγροτεμάχια μειώνουν τους χώρους βοσκής. Οι τριβές κι η ένταση μεταξύ των δύο πλευρών δε θ’ αργήσει να εμφανιστεί. Οι κτηνοτρόφοι στέλνουν τα κοπάδια τους να ποδοπατήσουν τα χωράφια, οι πιστολάδες εκφοβίζουν τους αγρότες. Και αυτοί ψάχνουν ένα τρόπο να περιφρουρήσουν τη γη τους.

Σύρματα στα λιβάδια (1) Το 1874 ο J. F. Glidden, ένας κτηματίας απ’ το Ιλινόις, αποκτά δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια εφεύρεση που πρόκειται ν’ αλλάξει την ιστορία της Άγριας Δύσης και όχι μόνο. Είναι το συρματόπλεγμα —με τη μορφή που το ξέρουμε ως σήμερα. Ως τότε οι αγρότες συναντούσαν δυσκολίες στην περίφραξη της γης τους. Η έλλειψη ξύλου, πέτρας και νερού καθιστούσε υπερβολικά δαπανηρές τις παραδοσιακές λύσεις των ξύλινων φρακτών, των πέτρινων τοίχων ή των φρακτών από φυτά. Η εφεύρεση του συρματοπλέγματος θα αποτελέσει την τέλεια λύση. Είναι ανθεκτικό και δεν επηρεάζεται απ’ τις μεταβολές της θερμοκρασίας. Αποτρέπει τα ζώα απ’ το να εισβάλλουν στα χωράφια. Είναι ελαφρύ και άρα εύκολο στη μεταφορά του. Και το κυριότερο, είναι πάμφθηνο —πωλείται $8 δολλάρια το εκτάριο για να πέσει στην πορεία στα $5. Προστατεύει από τα κοπάδια, προστατεύει από τα άγρια ζώα, προστατεύει και από τους Ινδιάνους. Και δίνει την εκκίνηση για τις πρώτες συγκρούσεις — αυτές του περίφημου «πολέμου των συρματοπλεγμάτων».

Κάποτε υπήρχαν Ινδιάνοι… Την ίδια αυτή περίοδο της ύστατης ώθησης των αποίκων προς τα δυτικά, οι αυτόχθονες ζουν την τελευταία τους αναλαμπή. Οι ινδιάνοι δημιουργούν συνομοσπονδίες (Ιορκέζοι, Κρικ) για ν’ αντισταθούν στη δημογραφική τους αποδυνάμωση, την εδαφική τους υποχώρηση και τον κίνδυνο του εποικισμού. Αυτό όμως δε θ’ αποδειχθεί αρκετό. Δημιουργείται τότε, μια συνοριακή γραμμή εκατέρωθεν της οποίας υπάρχουν οι ινδιάνοι που υποχωρούν και οι έποικοι που προωθούνται. Μέσα σε κάποιες δεκαετίες, η μεθόριος αυτή θα έχει μετατοπιστεί προς τα δυτικά, απ’ τ’ Απαλάχια Όρη στο Μισισιπή. Οι «λύσεις» που βρίσκουν οι λευκοί είναι δύο. Είτε διαρκώς ωθούμενοι προς τα δυτικά, οι ινδιάνοι να φτάσουν στα ύστερα άκρα και να εξολοθρευτούν, είτε ν’ αφομοιωθούν στο νέο, αμερικάνικο έθνος που διαρκώς τους πλησιάζει. Η πρώτη λύση (μία «τελική» λύση…) απορρίπτεται ως «βάρβαρη» ενώ η δεύτερη εμπεριέχει δυσκολίες όσον αφορά την ένταξη τους στο δυτικό πολιτισμό. Έτσι προκρίνεται μια τρίτη: να παραχωρηθούν στις ινδιάνικες φυλές εδάφη προστατευόμενα και φυλασσόμενα. Σύντομα λαμβάνουν χώρα μεγάλοι εκτοπισμοί ινδιάνων οι οποίοι «εθελοντικά» εγκαταλείπουν τη γη τους για να μεταβούν στις «απαραβίαστες» περιοχές που τους παραχωρούνται. Οι πληθυσμοί τους διασπείρονται και οι αποστάσεις μεγαλώνουν.

Σύρματα και στους καταυλισμούς Παράλληλα, για να επιτευχθεί ο «εκπολιτισμός» τους λαμβάνεται μια σειρά νόμων. Στόχος τους είναι η αντικατάσταση του «ινδιάνου που ανήκει στη φυλή του» με τον «ενσωματωμένο ινδιάνο-άτομο». Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι η μετατροπή τους σε καλούς

κτηματίες, προσηλωμένους στην έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο νόμος Dawes Act του 1887 λοιπόν, θα μοιράσει σε κλήρους τα ινδιάνικα εδάφη. Κάθε οικογένεια μπορεί να λάβει 80 εκτάρια γης ενώ το υπόλοιπο έδαφος αναλαμβάνουν οι λευκοί κτηματίες. Πολλές φυλές, μη κατανοώντας την έννοια της ιδιοκτησίας κι επιδιώκοντας να διαφυλάξουν τον κοινοτικό τρόπο ζωής τους, θα αρνηθούν να γίνουν κάτοχοι των κλήρων. Αναμενόμενα, οι κλήροι αυτοί θα πωληθούν στους λευκούς —και αίφνης θα περιφραχθούν με συρματόπλεγμα. Οι συνέπειες είναι πολλαπλές. Το συρματόπλεγμα αχρηστεύει τους κυνηγότοπους των ινδιάνων, ακυρώνει και την πολεμική τακτική τους, της μάχης σώμα με σώμα. Καταλήγουν παγιδευμένοι σε θύλακες εντός των κοινοτήτων των λευκών, περικυκλωμένοι από σύρματα και έναν ξένο τρόπο ζωής. Ο γεωγραφικός και κοινωνικός τους χώρος γίνεται εχθρικό περιβάλλον κι ο νομαδισμός, το κυνήγι, ο φυλετικός τρόπος ζωής καθίστανται αδύνατοι. Για τον Razac, το συρματόπλεγμα είναι αυτό που κατεξοχήν δημιούργησε τις συνθήκες φυσικής και πολιτισμικής εξαφάνισης του Ινδιάνου.

Σύρματα και στα χαρακώματα Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε ορμητικά με τους στρατιώτες γεμάτους ενθουσιασμό να κινούν για τα πολεμικά πεδία. Σύντομα όμως ο ενθουσιασμός θα παραχωρούσε τη θέση του σε μια απ’ τις μεγαλύτερες κρίσεις του νεωτερικού ανθρώπου κι οι επιτιθέμενοι θα καθηλώνονταν στον περίφημο «πόλεμο των χαρακωμάτων». Βασική εικόνα του Μεγάλου Πολέμου, το χαράκωμα όφειλε τη σημασία του στο συρματόπλεγμα. Αποτελούνταν από μια τάφρο μπροστά από την οποία βρισκόταν το δίκτυο άμυνας. Το δίκτυο άμυνας δεν ήταν τίποτε άλλο από πασσάλους ύψους ως 2 μέτρα, τοποθετημένους σε απόσταση 2-3 μέτρων μεταξύ τους, οι οποίοι συνδέονταν με συρματόπλεγμα. Η συνολική κατασκευή έδινε από ψηλά την εικόνα συνεχόμενων ρόμβων. Ενίοτε, τοποθετούνταν κι ενδιάμεσοι πάσσαλοι ώστε η πυκνότητα του δικτύου να γίνεται πολύ μεγάλη. Επρόκειτο για τους λεγόμενους «τεχνητούς βάτους». Τα πλεονεκτήματά των δικτύων άμυνας ήταν πολλά. Τα αεροπλάνα και τ’ αερόστατα δεν μπορούσαν να τα εντοπίσουν. Όταν ήταν καμουφλαρισμένα, ακόμα κι οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να τα δουν. Οι βομβαρδισμοί αποτύχαιναν να τα καταστρέψουν κι ακόμα και ένα εξαρθρωμένο δίκτυο άμυνας παρέμενε εμπόδιο για το πεζικό. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής τους ήταν με έναν ανηλεή καταιγισμό οβίδων, ώσπου να θαφτούν στο χώμα. Επιπλέον ήταν ιδιαίτερα οικονομικά, καθώς το υλικό μέρος (πάσσαλοι και συρματόπλεγμα) καταλάμβανε μόνο τις διαγώνιες των κύβων που τ’ αποτελούσαν, δηλαδή ένα ελάχιστο μέρος του εμβαδού τους. Έτσι, παρατηρεί ο Razac, το συρματόπλεγμα προσέφερε τη δυνατότητα τα παχιά αμυντικά τείχη του παρελθόντος ν’ αντικατασταθούν από ένα λεπτό μεταλλικό σκελετό πολύ πιο αποτελεσματικό.

Σαπίζοντας στους συρμάτινους ιστούς Αν και μόνο όταν θα γενικευόταν η χρήση των σύγχρονων αρμάτων μάχης, το συρματόπλεγμα θα έχανε την πρωτοκαθεδρία του στα πεδία των μαχών, η σημασία του για τον Razac δεν έγκειται τόσο στα πρακτικά του οφέλη, όσο στο ψυχολογικό κι αισθητικό αντίκτυπό του. Το συρματόπλεγμα αποτελούσε φόβητρο όχι μόνο για τους επιτιθέμενους, αλλά και για τους αμυνόμενους καθώς οι εργασίες επισκευής κι ενίσχυσής του γινόντουσαν υπό τα πυρά επίλεκτων σκοπευτών. Ωστόσο, ο τρόμος ανήκε κατ’ εξοχήν στους επιτιθέμενους. Διέσχιζαν την ενδιάμεση «no man’s land» κρυβόμενοι στους κρατήρες που είχαν δημιουργήσει οι όλμοι και έπειτα έρποντας προσπαθούσαν να προσεγγίσουν το συρματόπλεγμα ώστε να το


κόψουν με ειδικές ψαλίδες. Ακριβώς εκεί, μπροστά στο απροσπέλαστο συρματόπλεγμα, δέχονταν θανατηφόρο καταιγισμό από σφαίρες. Το συρματόπλεγμα αποτέλεσε την επιτομή της αποκαλυπτικής αισθητικής του πολέμου. Απεικονίζεται σ’ όλα τα στιγμιότυπά του, είναι παρόν σ’ όλες τις εικόνες καταστροφής. Ξεπροβάλλει πάντα ανάμεσα σε κρατήρες λάσπης και ξεριζωμένα δέντρα. Η «no man’s land» δεν είναι άδεια —κάθε άλλο. Ημιθανή ή νεκρά σώματα κρέμονται απ’ τα εχθρικά συρματοπλέγματα (2). Τα διαμελισμένα κορμιά σαπίζουν πιασμένα σα σε ιστό αράχνης, φτιαγμένο από σύρμα και παραλογισμό.

Σύρματα και στα στρατόπεδα Κάποια στρατόπεδα συγκέντρωσης κατασκευάστηκαν στις απαρχές του Γ΄ Ράιχ κι άλλα μόλις στα μέσα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάποια ήταν απομονωμένα ενώ άλλα δημιουργήθηκαν σε κατοικημένες περιοχές. Ωστόσο όλα βασίζονταν σε κοινές αρχές κατασκευής και σε όλα το συρματόπλεγμα αποτελούσε το βασικότερο στοιχείο. Κάθε στρατόπεδο περιβαλλόταν από μια διπλή περίφραξη ηλεκτροφόρων συρματοπλεγμάτων ύψους 4 μέτρων. Η περίφραξη αυτή επιτηρούνταν συνεχώς από σκοπιές στο εξωτερικό του περιβόλου, ανά 80 μέτρα. Οι φρουροί είχαν πολυβόλα και προβολείς στραμμένους προς την περίφραξη. Έξω από αυτήν βρίσκονταν επίσης η διοίκηση του στρατοπέδου και τα οικήματα των SS. Όπως παρατηρεί ο Razac, μελετώντας τις αναφορές της εποχής, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θεωρούνταν έτοιμα από τη στιγμή που είχε τοποθετηθεί το συρματόπλεγμα (3). Αυτό και μόνο αποτελούσε τον πυρήνα του στρατοπέδου. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν κατασκευάζονταν για να διαρκέσουν. Δεν είχαν θεμέλια. Δεν έπρεπε να διεισδύσουν στη μνήμη του τόπου. Βρίσκονταν «λαθραία» εκεί και θα έπρεπε —αν προέκυπτε ανάγκη— να μπορούν να ξεστηθούν μες σε μια μέρα. Έτσι, για άλλη μια φορά το συρματόπλεγμα συγκέντρωνε τα απαραίτητα προσόντα. Σε αντίθεση με τα τείχη, δεν αφήνει ίχνη. Ξεστήνεται εύκολα. Και κυρίως, μπορούσε να επιτελέσει το θεμέλιο της πιο ολοκληρωτικής διαχείρισης του χώρου. Το συρματόπλεγμα των στρατόπεδων συγκέντρωσης όριζε στο εσωτερικό του ένα χώρο όπου όλα μπορούσαν να συμβούν. Ένα χώρο που δεν αναγόταν στον υπόλοιπο κόσμο. Οι έγκλειστοι σε αυτόν αποκόπτονταν απ’ το ανθρώπινο γένος. Γίνονταν «κεφάλια», «κομμάτια», σώματα προς θάνατο. Επιπλέον, το συρματόπλεγμα όχι μόνο όριζε εξ ολοκλήρου την ολοκληρωτική κοινωνία, αλλά την καθόριζε και στο εσωτερικό της. Με συρματόπλεγμα χωρίζονταν οι γυναίκες από τους άντρες. Οι εθνότητες μεταξύ τους. Οι σοβιετικοί αιχμάλωτοι απ’ τους υπόλοιπους αιχμαλώτους πολέμου. Διάδρομοι από συρματόπλεγμα οδηγούσαν στους θαλάμους αερίων (4).

Το ελαφρύ συρματόπλεγμα ως βαρύ, πολύ βαρύ σύμβολο Η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει και την κορύφωση της ιστορίας του συρματοπλέγματος. Το συρματόπλεγμα έχει αποκτήσει πλέον την πλήρη συμβολική του διάσταση. Τα θύματα που έχουν επιζήσει φορούν στη μπουτονιέρα τους μια μινιατούρα του. Τα περιοδικά που θα κυκλοφορήσουν με τις αναμνήσεις τους απ’ τα στρατόπεδα έχουν τίτλους που βασίζονται σ’ αυτό: Le Front de Barbelé (μέτωπο συρματοπλέγματος), Après les Barbelés (μετά τα συρματοπλέγματα). Το ίδιο και διάφορα θεατρικά έργα που θα γραφτούν: Dans les Barbelés (μέσα στα συρματοπλέγματα), Barbelés Sanglants (ματωμένα συρματοπλέγματα). Το συρματόπλεγμα θα αποτελέσει βασική εικονογράφηση στα βιβλία που αναφέρονται στον πόλεμο: γράμματα με τη μορφή του, μονόχρωμο φόντο μ’

ένα συρματόπλεγμα να δεσπόζει, φωτογραφίες που «πληγώνονται» από συρματόπλεγμα. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον Razac, αφενός καταδεικνύει την καίρια θέση που κατείχε το συρματόπλεγμα στην εμπειρία των στρατοπέδων και αφετέρου οφείλεται «στη διπλή ικανότητα επίκλησης που έχει ως σύμβολο». Η μορφή του συρματοπλέγματος απεικονίζει τη λειτουργία του. Η γραμμή ενός σύρματος που τέμνει το χώρο παραπέμπει στο διαχωρισμό και τη στέρηση της ελευθερίας, ενώ το δεύτερο σύρμα που δημιουργεί τις αγκαθωτές προεξοχές, παραπέμπει στην εξουσιαστική βία. Πρόκειται για τη στιγμή της αποθέωσης του συρματοπλέγματος ως εξουσιαστικό μέσο. Το ευτελές και πανάλαφρο σύρμα έχει καταφέρει αυτό που δεν κατάφεραν επιβλητικά κτίσματα και πολυέξοδοι στρατοί —να θεμελιώσει την πιο ολοκληρωτική εξουσία. Ταυτόχρονα όμως, η αποθέωση αυτή είναι που τερματίζει και το συγκεκριμένο ρόλο του. Πλέον αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο της βίας, της ανελευθερίας, του ολοκληρωτισμού. Φορτώνεται ένα θεόρατο βάρος σε σχέση με τα λίγα γραμμάρια που ζυγίζει. Και η χρήση του από δω και στο εξής καθίσταται πολύ δαπανηρή.

Η εξουσιαστική λειτουργία του συρματοπλέγματος Η εξουσιαστική λειτουργία που τόσο ικανά υπηρέτησε το συρματόπλεγμα είναι αυτή της περίληψης και του αποκλεισμού. Ποιοί είναι μαζί μας; Ποιοί είναι εναντίον μας (ή είμαστε εναντίον τους); Για να είναι αποτελεσματική η περίληψη, πρέπει να είναι ριζικός ο αποκλεισμός. Αυτή τη ριζικότητα την επέτρεψε η χρήση του συρματοπλέγματος. Η αμερικανική κοινωνία του 19ου αιώνα θέλησε να στηριχθεί σε μια κατ’ αρχάς ισότητα των πολιτών της, ως πολίτες, παρέχοντας τυπική ισότητα δικαιωμάτων, ώστε να διαφοροποιηθεί απ’ τη «γερασμένη» και διεφθαρμένη Ευρώπη. Το λείο και παρθένο γεωγραφικά κι ιστορικά έδαφός της, προσέφερε αυτή τη δυνατότητα μιας «πρώτης και καθολικής εγγραφής». Ή μάλλον θα προσέφερε, αν δεν τύχαινε ήδη να το κατοικούν οι ινδιάνοι, μ’ ένα τελείως διαφορετικό υπόδειγμα οργάνωσης και κοσμοθεώρησης. Όντες τόσο διαφορετικοί, δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στη συμπερίληψη ενώ αν αφήνονταν εκτός, η συμπερίληψη θα έχανε το στοιχείο της καθολικότητας («η δημοκρατική και φιλελεύθερη διαδικασία περίληψης, ακριβώς επειδή θέλει να είναι καθολική, έχει απώτατα άκρα, τα όρια της είναι άβυσσοι» γράφει ο Razac). Έτσι, το μόνο που έμενε ήταν οι ινδιάνοι να υποστούν το ριζικό και καθολικό αποκλεισμό, δηλαδή το θάνατο.

Βιοπολιτική και θανατοπολιτική Ο γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault ανέπτυξε στο έργο του την έννοια της βιοπολιτικής, δηλαδή της εξουσίας που ασχολείται με τη διαχείριση όλων των παραμέτρων του βίου του ατόμου ως μονάδα αλλά και του πληθυσμού ως σύνολο. Πρόκειται για την εξουσία που ασκείται σε όσους συμπεριλαμβάνονται, «σε όσους βρίσκονται από τη σωστή πλευρά του συρματοπλέγματος». Κατ’ αντιστοιχία της βιοπολιτικής, ο Rasac εντοπίζει μια «θανατοπολιτική» για όσους αποκλείονται. Το όριο του συρματοπλέγματος ρυθμίζει το ποιο από τα δυο είδη πολιτικής θα ασκηθεί κάθε φορά. Χωρίζει τον ωφέλιμο λευκό καλλιεργητή από τον άγριο ινδιάνο, χωρίζει τους υπερασπιστές της πατρίδας από τους τερατώδεις εχθρούς, χωρίζει τους άρειους απ’ αυτή την «προς το παρόν επιβίωσα ύλη» των εγκλείστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου η θανατοπολιτική θα γνωρίσει την κορύφωσή της.


Ο τόπος της θανατοπολιτικής Το συρματόπλεγμα, εκτός του να ορίζει σε ποιους θα ασκηθεί η θανατοπολιτική, προσδιορίζει και τον τόπο της —έναν τόπο όπου όλα επιτρέπονται. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, υπήρχε μια μεθόριος που κινούνταν δυτικά ακολουθώντας την κίνηση των εποίκων και στην οποία προσέκρουαν οι ινδιάνοι. Η βία που συνδεόταν με τη μεθόριο δεν ήταν τόσο φανερή όσο υπήρχε η διαφυγή που προσέφερε η ενδοχώρα. Στην περίπτωση του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, δυο αντίπαλα σύνορα συγκρούονταν με τη δύναμη των εξ ολοκλήρου πολεμικά κινητοποιημένων κρατών. Ωστόσο η βία δεν έφθανε στην απόλυτη διάστασή της καθώς υπήρχε η δυνατότητα οπισθοχώρησης στα μετόπισθεν. Στην τρίτη ωστόσο περίπτωση, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η «γεωμετρική μορφή της ακραίας βίας βρίσκει την τελείωσή της κλείνοντας ερμητικά το ίδιο το εξωτερικό». Το «εξωτερικό» βρίσκεται στην πραγματικότητα εντός των στρατοπέδων. Περιτριγυρισμένος από συρματόπλεγμα, ο χώρος γίνεται το κατεξοχήν εξωτερικό απ’ όλα, ο κατεξοχήν τόπος της απόλυτης κυριαρχίας. Σ’ αυτό το περίκλειστο εξωτερικό, οι άνθρωποι παύουν να θεωρούνται άνθρωποι, η ζωή δε νοείται ως αξία καμίας βαθμίδας, αποσυνδέονται απ’ τον κόσμο αυτό.

Μαντρώνοντας ανθρώπους Αν η βιοπολιτική αναφέρεται στη μέριμνα για τους ανθρώπους, η θανατοπολιτική επιδιώκει ν’ ασκηθεί σε ανθρώπους που δε γίνονται αντιληπτοί πλέον ως άνθρωποι. Για να συμβεί η γενοκτονία, προϋποτίθεται η «ζωοποίηση». Το συρματόπλεγμα βοηθά στο να διακρίνουμε ποιοι είναι οι άνθρωποι και ποιοι είναι τα ζώα. Σε διαφημιστικά κείμενα εποχής αναφέρεται πως «το συρματόπλεγμα βοηθά στην προστασία απ’ τους λύκους (wolves) κι απ’ τους αδηφάγους ινδιάνους (wolfish Indians)». Κατά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εχθροί αποκαλούνται μοσχάρια, λύκοι, μικρόβια, σκουλήκια. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι έγκλειστοι παύουν να είναι ολόκληροι άνθρωποι —αποκαλούνται κομμάτια (stück), κεφάλια (kopf). Αν αρχικά το συρματόπλεγμα χρησιμοποιήθηκε για τα ζώα, στις επόμενες χρήσεις του έφερε μαζί του μερικούς πολύ χρήσιμους συνειρμούς.

Μια νέα πολιτική διαχείρισης του χώρου Τέλος, το συρματόπλεγμα αποτελεί κομβικό στοιχείο και σε μια άλλη μεταλλαγή της εξουσίας και πολιτικής διαχείρισης του χώρου. Διασυνδέει το χώρο με το χρόνο, την επιτήρηση με τη δράση. Μια περίφραξη είναι χρήσιμη, μα ποτέ επαρκής. Χρειάζεται επιτήρηση, ιδίως όταν τα υλικά της είναι ευάλωτα όπως στην περίπτωση του συρματοπλέγματος: οι ιδιοκτήτες κοιτούν τους συρμάτινους φράκτες τους, οι σκοποί επιβλέπουν τη «no man’s land», τα SS απ’ τους πύργους τους ελέγχουν τα στρατόπεδα, καθώς πάντα αρκεί μια ψαλίδα. Χρειάζεται ένα βλέμμα διαρκώς στραμμένο στην οριοθέτηση με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται μια διαλεκτική σχέση περίφραξηςεπιτήρησης. Η περίφραξη προστατεύει την επιτήρηση, της δίνει χρόνο να οργανώσει την απάντησή της. Και η ίδια εξαρτάται από την αντίδραση της επιτήρησης ώστε να μην την αγγίξει ο συρματοκόπτης. Έτσι, σημειώνει ο Rasac, ο μηχανισμός συρματόπλεγμα-επιτήρηση καθίσταται περισσότερο χρονικός από χωρικός. Στην οριοθέτηση δεν παίζει πλέον ρόλο το «μέγεθος» αυτού που τη σηματοδοτεί, αλλά η εντατικοποίηση της δράσης που την περιβάλλει, της δράσης που απωθεί. Πλέον είναι προτιμότερο το ελαφρύ έναντι του επιβλητικού, το δυναμικό έναντι του στατικού. Δε χρειάζεται ν’

ακινητοποιείται μια μεγάλη ποσότητα ενέργειας υπό μορφή πύργων και οχυρωμάτων, αλλά να συστήνονται κινητοποιήσιμοι μηχανισμοί που δε δρουν, ούτε δαπανούν παρά μόνο όταν είναι αναγκαίο.

Και μετά το συρματόπλεγμα, τι; Η εποχή του συρματοπλέγματος έχει παρέλθει, αλλά και δεν έχει. Οι μεγαλοκαλλιεργητές του Μεξικού και της Βραζιλίας συνεχίζουν να το χρησιμοποιούν ενάντια στους ινδιάνους. Στη Δυτική Σαχάρα, το Μαρόκο ευρισκόμενο σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Σαχράουι, κατασκεύασε απ’ το 1980 έως το 1987 ένα τείχος μήκους 2.400 χιλιομέτρων με βασικό στοιχείο του το συρματόπλεγμα. Το 1999, το Ισραήλ όταν κατέλαβε το χωριό του Αρνούν στο Νότιο Λίβανο, το απομόνωσε απ’ την υπόλοιπη χώρα περικλείοντάς το με συρματόπλεγμα. Περιοχές της Παλαιστίνης και της Τσετσενίας κυκλώνονται από συρματόπλεγμα —όπως και όλα τα στρατόπεδα προσφύγων. Τα παραδείγματα δεν εξαντλούνται… Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Rasac, η χρήση του συρματοπλέγματος έχει εξαφανιστεί απ’ το «δικό μας» καθημερινό τοπίο, δηλαδή τις αστικές ζώνες των φιλελεύθερων δημοκρατιών —ακόμα και στα κέντρα κράτησης της Δύσης, η χρήση του περιορίζεται. Ο λόγος είναι πως το συμβολικό του βάρος προκαλεί πλέον ασύμφορο πολιτικό κόστος —το δημόσιο αίσθημα εξανίσταται (5). Έτσι, νέοι μέθοδοι αναπτύσσονται συνεχίζοντας περαιτέρω την πορεία «ελάφρυνσης» των σημαδιών οριοθέτησης που εγκαινίασε κάποτε το συρματόπλεγμα. Πρόκειται για τις νέες οπτικοηλεκτρονικές τεχνολογίες που επιτρέπουν την οριοθέτηση ενός τόπου χωρίς να φράζουν το χώρο: ηλεκτρονικές πύλες στ’ αεροδρόμια και τα σουπερμάρκετ εντοπίζουν ακόμα και το «αόρατο». Κάμερες στους δημόσιους χώρους επιτρέπουν η εποπτεία ν’ απλωθεί όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν, μελετώντας τα καταγεγραμμένα δεδομένα τους. Μπάρες που λειτουργούν με φωτοκύτταρα καταργούν την ανάγκη της φρούρησης. Όμως κάπου εδώ, στην προέκταση της παλιάς, ξεκινά και μια νέα ιστορία... (Το άρθρο αυτό βασίστηκε στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του γάλλου φιλόσοφου Olivier Razac, Histoire Politique du Barbelé (2000): Η Πολιτική Ιστορία του Συρματοπλέγματος, Εκδόσεις Βάνιας (2008), μετάφραση Διονύση Παπαδουκάκη.)

Σημειώσεις: (1) Σύρματα στα Λιβάδια είναι ο τίτλος ενός τεύχους του Λούκι Λουκ, της σειράς κόμικς των Γκοσινί και Μορίς. Διαδραματίζεται ακριβώς σ’ αυτή την εποχή. Το πανέξυπνο κόμικ περιγράφει τη σύγκρουση των αγροτών με τους μεγαλοκτηματίες και δείχνει πώς η περίφραξη των χωραφιών με συρματόπλεγμα αποτελούσε casus belli. (2) «Λένε παραμύθια όλοι αυτοί οι κατεργαραίοι που γράφουν για τον πόλεμο… να πεθαίνεις κάτω από τον ήλιο, τι μου λες! ...ναι, θα ήθελα να δω έναν από αυτούς να τα τινάζει στο συρματόπλεγμα, για να τον ρωτήσω αν θαύμασε το τοπίο.» Από το βιβλίο του Roland Dorgelés, Les Croix du Bois (1919). (3) Το 1941 συγκεντρώθηκαν «σα ζώα» 5000 αιχμάλωτοι σοβιετικοί στρατιώτες σ’ ένα τεράστιο πεδίο στην ύπαιθρο, απλώς κυκλωμένοι από συρματόπλεγμα, σχεδόν χωρίς υπόστεγα ή κάποιο κτίσμα. Ήταν το στρατόπεδο του Μάιντεκ. (4) Ως κελί απομόνωσης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης χρησιμοποιούνταν ένα κλουβί εξ ολοκλήρου φτιαγμένο από συρματόπλεγμα, ο περίφημος «ροδώνας». (5) Χαρακτηριστικό είναι πως το έμβλημα της Διεθνούς Αμνηστίας είναι ένα αναμμένο κερί που περιβάλλεται από συρματόπλεγμα.

Abstract: Dimitris Drenos writes about the barbwire and its timeless effects in world history, in reference to the french philosopher Olivier Razac and his latest book on the same issue.


Η μαγεία στο δρόμο και όχι μόνο

(και τώρα η συνέχεια) Κείμενο και φωτογραφίες της Χρυσαλίας

Η Αριστέα χορεύει με τις κορδέλες τις στο πάρκο και μιλά για τη σχέση της με τα ζογκλερικά, το χορό και την κομμωτική. «Η Αθήνα δεν είναι γκρι, έχει χρώμα... Και το χρώμα είναι οι κορδέλες μου». Αυτό μου είπε κάποια στιγμή η Αριστέα, την ώρα που περπατούσαμε στο πάρκο του Αρχαιολογικού Μουσείου ψάχνοντας ένα παγκάκι για να καθίσουμε και να ξεκινήσουμε και «επίσημα» πια τη συζήτησή μας. Την Αριστέα δεν την πλησίασα στη διάρκεια της έρευνάς μου για τα μαγικά και το juggling στο δρόμο... Την πλησίασα απ’ την αρχή. Μέσα από τη συνέντευξη αυτή άλλαξα τελικά και τον όλο τρόπο που προσέγγισα το θέμα. Και αυτό γιατί μέχρι τότε πίστευα πως το juggling είναι κι αυτό ένα είδος χόμπι, με το οποίο απλώς δεν είμαστε και πολύ εξοικειωμένοι. Όταν μίλησα όμως μαζί της, άρχισα να καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι που ασχολούνται μ’ αυτό, έχουν την ίδια σχέση που έχουν και οι καλλιτέχνες με... την τέχνη τους. Μια σχέση τόσο βιωματική που σιγά σιγά μεταμορφώνει και τις υπόλοιπες σχέσεις τους: με τον εαυτό τους, με τους ανθρώπους γύρω τους, με το μέρος στο οποίο ζουν, με το μέρος στο οποίο παίζουν. Αυτό που ακόμη δεν έχει μεταμορφωθεί είναι η μοναχικότητα του

έλληνα ζογκλέρ. Και αυτό γιατί, ενώ σε χώρες του εξωτερικού το να περνάς ευχάριστα την ώρα σου στο πάρκο της πόλης όπου ζεις παίζοντας ζογκλερικά παιχνίδια είναι το αυτονόητο, στην Ελλάδα είναι το ακριβώς αντίθετο του αυτονόητου. Είναι σχεδόν «εξωγήινο»... το να βγεις βόλτα στο πάρκο της πόλης σου, πόσο μάλλον να παίξεις και ζογκλερικά παιχνίδια. Επειδή όμως τα νέα παιδιά που ασχολούνται με το juggling στην Ελλάδα είναι πια αρκετά, αποφάσισαν να φτιάξουν μία λέσχη μέσα από την οποία θα μπορούν να επικοινωνούν, να συναντιούνται και, γιατί όχι, να μαθαίνουν ο ένας απ’ τον άλλο. Η λέσχη αυτή λοιπόν, το Athens Juggling Club, εκτός απ’ τη διαδικτυακή της στέγη, έχει και σταθερό σημείο συνάντησης για τα μέλη της, τον πεζόδρομο του Αποστόλου Παύλου στο Θησείο. Και για τις συναντήσεις αυτές το παιχνίδι είναι μόνο η αφορμή. Γιατί τα παιδιά του AJC δε συναντιούνται μόνο για αυτό. Συναντιούνται και για να μιλήσουν, να γελάσουν, να δώσουν συμβουλές ο ένας στον άλλο, να χαρούν τον απογευματινό (συνήθως) ήλιο.


Σε μία από τις συναντήσεις τους αυτές βρέθηκα και εγώ. Λίγο πριν να ξεκινήσουν να παίζουν, ο Δημήτρης, ένα από τα μέλη της λέσχης μου λέει, δείχνοντάς μου ένα από τα παιχνίδια: «Μια μέρα το πήρα μαζί μου στο σχολείο και έπαιζα στα διαλείμματα. Ε, την άλλη μέρα το μισό σχολείο έσκασε μύτη με το ίδιο παιχνίδι.» Xαρακτηριστικό πάντως της συνάντησής μας ήταν οι περαστικοί, απ’ τους οποίους όσοι κοίταζαν προς το μέρος μας είχαν μια έκφραση απορίας, αλλά και χαράς. Κάποια στιγμή ένα παιδάκι περνώντας λέει στη μαμά του «Κάτι τέτοια παιχνίδια μας έφεραν και προχτές στο σχολείο και παίζαμε...». Για να επιβεβαιωθεί και ο Δημήτρης! > Αριστέα, όταν ανέλαβα το θέμα, ο λόγος που σκέφτηκα η μία από τις δύο συνεντεύξεις να είναι με εσένα είναι γιατί το βράδυ που είχαμε γνωριστεί, σε μια παρέα στα Εξάρχεια, εκεί που καθόμασταν και συζητούσαμε, μόλις αναφέρεται πως είσαι ζογκλέρ, μας λες από μόνη σου «Θέλετε να δείτε;», βγάζεις τις κορδέλες από την τσάντα σου, σηκώνεσαι και αρχίζεις απλά και παίζεις… Νιώθεις πολύ άνετα μέσα σε αυτό. Ναι, είναι πολύ ωραίο. Βασικά, είναι πολύ διασκεδαστικό και γι’αυτόν που το κάνει και γι’ αυτόν που το βλέπει νομίζω. Μου αρέσουν κι άλλα πράγματα, όπως το τραγούδι, αλλά αν μου ζητούσαν σε μια παρέα να τραγουδήσω, δε νομίζω πως θα μπορούσα. Με τις κορδέλες όμως είναι διαφορετικά, έχει πιο πολύ να κάνει με την κίνηση κι έτσι νιώθω πιο άνετα μέσα σε αυτό. Επίσης, οι κορδέλες είναι και πολύχρωμες, οπότε είναι εντυπωσιακό και για ‘κείνους που το βλέπουν. Είναι κάτι που μας διασκεδάζει πάρα πολύ και γι’ αυτό δεν ντρέπομαι μπροστά σε κόσμο. Ίσα ίσα που όταν σε κοιτάζουν, σημαίνει ότι τους αρέσει, ότι το κάνεις και καλά. Αν δεν αρέσει, μάλλον θέλεις κι εσύ… λίγα μαθηματάκια ακόμη. > Αλήθεια, πότε ένιωσες πως θέλεις ν’ αρχίσεις να εκφράζεσαι μέσα από την κίνηση με τις κορδέλες; Κάποια στιγμή, το χειμώνα, είχα πάει στο Παρίσι. Είδα μια ομάδα που έκανε θέατρο δρόμου και διάφορα ζογκλερικά κι έτσι επηρεάστηκα κι εγώ. Ήταν μια κοπέλα που έπαιζε πολύ όμορφα κι εντυπωσιακά και η κίνησή της ήταν πολύ εκφραστική. Ήξερε και να χορεύει πολύ καλά κι επηρεάστηκα πολύ. > Μπορείς δηλαδή να το συνδυάσεις και με χορό; Ναι, αν θέλεις, μπορείς. Και σε συνδυασμό με μουσική είναι το ιδανικό. Τα υπόλοιπα όργανα, τα μπαλάκια ή οι κορίνες π.χ. είναι και αυτά ωραία, αλλά δεν είναι τόσο συνολικό το αποτέλεσμα σε σχέση με το σώμα σου, είσαι πιο σταθερός.

που έτσι κι αλλιώς πήγα, ειδικά στις παραλίες που έχει άμμο και σε βοηθά πολύ στην κίνηση, έπαιζα πολλές ώρες. Έτσι, μπορεί να παίζεις και όλη μέρα. Εκεί που βαριέσαι, δηλαδή, μπορεί να παίζεις και για σένα μόνο, ούτε καν για τον κόσμο. Πάντως, είναι πολύ ωραία όταν αρέσει και στους περαστικούς και κάθονται να παρακολουθήσουν, πολλοί θέλουν να μάθουν κιόλας, να τους δείξεις πώς γίνεται. > Είχες ποτέ άγχος για το αν θα μαζευτεί κόσμος για να σε δει ή αν θα παίζεις απλά μόνη σου; Κοίτα, στην αρχή είχα λίγο γιατί δεν ήξερα να παίζω καλά. Ακόμη μάθαινα, οπότε αν δεν πετύχαινα κάτι, αν δεν ολοκλήρωνα κάποιο κόλπο, εκεί είχα λίγο άγχος. Αλλά όταν άρχισα να παίζω καλά και πολύ ώρα συνεχόμενα, τότε άρχισε να γίνεται ακόμη πιο ωραίο, όταν αρχίζουν δηλαδή να σε κοιτάνε και οι άλλοι. Και είναι ωραίο γιατί μερικοί θέλουν και να συμμετέχουν, σου λένε ας πούμε «Δείξε μας κι εμάς, πώς γίνεται». Σχεδόν όλοι θέλουν να δοκιμάσουν, άσχετα αν θα τα καταφέρουν ή όχι. > Ναι, η αλήθεια είναι πως όσες φόρες έχω πετύχει ζογκλέρ ή ταχυδακτυλουργούς στο δρόμο, έχω παρατηρήσει πως ο κόσμος, ενώ στην αρχή νιώθει αμήχανα, στη συνέχεια του αρέσει να συμμετέχει. Ναι, αν και στους περισσότερους φαίνεται λίγο περίεργο, δηλαδή πολλές φορές γνωστοί μου λένε «Τι είναι αυτό» ή «Καλά, πώς σου ήρθε να ασχοληθείς μ’ αυτό, να κάνεις το ζογκλέρ». Μπορείς όμως να το κάνεις απλά σα χόμπι, να τύχει δηλαδή να είσαι σ’ ένα μέρος που έχει κόσμο ή να είσαι με φίλους σου. > Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι θα ήθελες να επιβιώνεις από αυτό, να βγάζεις χρήματα μόνο από αυτό; Εγώ προσωπικά όχι, γιατί το κάνω καθαρά σαν χόμπι. Εφόσον βέβαια το γνωρίζω, πιστεύω ότι μπορεί και να μου χρειαστεί κάποια στιγμή. Αν βρεθώ για παράδειγμα σε κάποιο μέρος και τύχει να ξεμείνω από λεφτά, μάλλον θα το χρησιμοποιήσω για να επιβιώσω. > Ναι, όντως, πολύ καλή «εναλλακτική» και πολύ άμεση. Ναι, γιατί ειδικά όταν ταξιδεύεις συχνά και γυρίζεις τον κόσμο, είναι σχεδόν 90% οι πιθανότητες ότι θα ξεμείνεις από λεφτά. Κι είναι πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που το κάνουν αυτό. > Εσύ δηλαδή ταξιδεύεις συχνά, διαλέγεις ας πούμε πέντε μέρη που θέλεις να πας και… Δεν το κάνω ακριβώς έτσι, συνήθως σκέφτομαι ένα μέρος που θέλω πολύ να πάω, μαζευόμαστε μια παρέα, τέσσερα-πέντε άτομα —γιατί δεν ασχολούμαι μόνο εγώ, έχω και φίλους που ασχολούνται με ζογκλερικά κόλπα— και… πάμε. Κι όλοι έχουμε σκεφτεί πως μπορεί έξω να το χρησιμοποιήσουμε, αν χρειαστεί, για χρήματα. Κι όχι μόνο έξω, αλλά και εδώ, αν και προς το παρόν δεν έχει χρειαστεί. Υπάρχουν κι άλλοι όμως που ασχολούνται επαγγελματικά και ζουν απ’ αυτό. Εγώ προσωπικά πάντως, θα ήθελα κάποια στιγμή να μπορώ να ζω «και» από αυτό, όχι μόνο από αυτό.

> Πριν ασχοληθείς με τις κορδέλες χόρευες καθόλου ή σου βγήκε σε συνδυασμό μ’ αυτές; Ναι, ο χορός μου άρεσε πάντα. Αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ να το συνδυάσω μέχρι να δω εκείνη την ομάδα που σου έλεγα στο Παρίσι. Γιατί στην αρχή όταν το βλέπεις, απλά εντυπωσιάζεσαι και λες «πώς το κάνει ρε γαμώτο;». Όταν αρχίζεις κι ασχολείσαι μ’ αυτό, βλέπεις πως είναι στο χέρι σου να το αναδείξεις. Με το χορό δηλαδή κινείσαι πιο εκφραστικά και αναδεικνύεις το παιχνίδι με τις κορδέλες. Εγώ, εκεί που ενθουσιάστηκα, είναι όταν είδα ότι μπορώ να κινώ και το υπόλοιπό μου σώμα. Όταν στην αρχή μου είχε δείξει κάποιος φίλος μου που ήξερε, εντάξει, έμαθα κάποια πράγματα, αλλά μετά το άφησα, είχα κι εγώ, ξέρεις, την πιο συνηθισμένη αντίδραση, ότι «έλα μωρέ, θα ασχοληθώ τώρα με τα ζογκλερικά;». Αλλά, όταν πήγα στο Παρίσι και είδα πόσο διαφορετικά το αντιλαμβάνονται, με μάγεψε τόσο πολύ η εκφραστικότητα των ζογκλέρ εκεί, που αποφάσισα πως θέλω ν’ ασχοληθώ.

> Ναι, γιατί από ότι θυμάμαι ασχολείσαι και με την κομμωτική. Ναι, έχω τελειώσει μια σχολή για κομμωτές, αλλά δε θέλω να ασχοληθώ μ’ αυτό, απλά «έτυχε» να δουλέψω για λίγο σαν κομμώτρια. Αυτό όμως που θέλω να κάνω είναι πολύ κοντά στο χώρο του θεάματος, έχει να κάνει με body painting και μακιγιάζ θεάτρου. Πάλι σε αντίστοιχο χώρο δηλαδή, απλά από την άλλη πλευρά.

> Το έχεις συνδυάσει καθόλου και με διακοπές; Το καλοκαίρι για παράδειγμα, πήγες και σε κάποια μέρη ως ζογκλέρ; Δεν πήγα συγκεκριμένα ή με αφορμή αυτό, απλά σε κάποια μέρη

> Και σίγουρα δε νιώθεις ότι σε «κλείνει» ή «φυλακίζει» κάπου, γιατί θυμάμαι πόσο ήθελες να παραιτηθείς, να «απελευθερωθείς» δηλαδή από τη δουλειά που ήσουν.


Μα ναι και το έκανα. Δεν μπορώ να είμαι οχτώ ώρες κάθε μέρα σε ένα χώρο που νιώθω απλώς «εκτελεστική». Που δε δημιουργώ, δεν επικοινωνώ, δεν αναπνέω. Είναι πολύ άσχημο να νιώθεις ότι σε «κλείνουν» κάπου για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σου. Εκείνες τις οχτώ ή και τις δώδεκα ώρες μπορεί να κάνεις τόσο όμορφα πράγματα, για τα οποία μπορείς να πληρωθείς κιόλας, αλλά και που θα τα χαίρεσαι ταυτόχρονα. > Άλλος λοιπόν φωτογραφίζει, άλλος παίζει μουσική, άλλος αυτοσχεδιάζει με τις κορδέλες… Ναι, είναι πολύ όμορφο, γιατί κάνεις κάτι που σου αρέσει, είσαι έξω στους δρόμους, νιώθεις ότι επικοινωνείς με ανθρώπους που δεν ξέρεις καν. Είναι όλα σε ένα, χαρά, κίνηση, έκφραση, μουσική, χρώματα. Και νιώθεις ότι δίνεις και στον κόσμο κάτι διαφορετικό, κάτι που ξεφεύγει από το «κοιμάμαι-ξυπνάω-πηγαίνω στη δουλειά-τρώω-κοιμάμαι». Και εντάξει, μπορείς να ζήσεις και από αυτό, απλά να ζήσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο και ζουν έτσι. Και τους αρέσει, που σημαίνει ότι τους κάνει ευτυχισμένους. > Δεν καταναλώνουν… Δεν καταναλώνουν, δεν καταστρέφουν, δεν κάνουν όλα αυτά τα «κακά πράγματα». Και προσφέρουν κι ένα εναλλακτικό θέαμα, που πολλές φορές είναι και πολύ ατμοσφαιρικό. Στις κορδέλες για παράδειγμα, ο τρόπος που συνδυάζεται η μουσική, η κίνηση και ο χορός μου βγάζει μια ενέργεια που με ταξιδεύει και που μπορεί να ταξιδέψει και τους υπόλοιπους που παρακολουθούν. Αλλά κι αυτό να μη γίνει, τουλάχιστον δίνεις την ευκαιρία στον κόσμο να το γνωρίσει. Γιατί πολλοί ενδιαφέρονται, αλλά επειδή δεν ασχολείται κανένας γνωστός τους μ’ αυτό, δεν ξέρουν πώς μπορούν να μάθουν, αν μπορούν να πάνε σε κάποια σχολή, δεν ξέρουν καν πού μπορούν ν’ αγοράσουν ζογκλερικά είδη. > Αλήθεια, πού μπορείς να τ’ αγοράσεις; Μαγαζιά με ζογκλερικά υπάρχουν κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, Εξάρχεια, Μοναστηράκι, Κεραμεικό. Υπάρχουν και κάποιες σχολές που είναι κυρίως για ακροβατικά, αλλά μπορείς να βρεις και ζογκλερικά είδη —αν θέλει κάποιος βέβαια να μάθει μέσω κάποιας σχολής. Διαφορετικά, νομίζω πως μαθαίνεις άνετα και μόνος σου. Εντάξει, στην αρχή θα δυσκολεύεσαι, θα κολλάς, αλλά αν σου δείξει κάποιος πιο έμπειρος, είναι όμορφο γιατί σε διορθώνει, σιγά σιγά «λύνεσαι», τα καταφέρνεις όλο και καλύτερα. Κι εμένα, όπως σου είπα και πριν, μου έδειξε κάποιος φίλος μου. Ειδικά, για το συνδυασμό που σου έλεγα με τη μουσική και το χορό, εκείνος με βοήθησε να το κατανοήσω, γιατί στην αρχή ήμουν πιο στημένη, ενώ εκείνος που με έβλεπε «απ’ έξω», μού ‘λεγε «σπάσε λίγο το σώμα σου, ακολούθησε την κίνηση της κορδέλας». Κι έτσι σιγά σιγά έδεσε. > Την εξάσκηση την κάνεις πιο πολύ σε κλειστούς χώρους, όσο γίνεται πιο ευρύχωρους ή καλύτερα έξω; Πρέπει σίγουρα να είναι κάπου που να νιώθεις άνετα, αλλά όταν είσαι έξω όπως και νά ‘χει είναι πιο ωραίο, νιώθεις πιο ελεύθερος. Εκεί νιώθεις πραγματικά άνετα γιατί κινείσαι, δεν είσαι σταθερός. Και παίζει πιστεύω πολύ σημαντικό ρόλο το ότι είσαι έξω στη φύση, τότε νομίζω πως νιώθεις ακόμη πιο όμορφα όταν παίζεις, παίρνεις την ενέργειά της. Πάντως κι η ίδια η εξάσκηση, σα διαδικασία από μόνη της, είναι πολύ όμορφη, γιατί νιώθεις ότι ανακαλύπτεις αυτό που κάνεις. Όπως και με το σχέδιο, τη μουσική, το χορό και γενικά τις τέχνες, που θέλουν πολύ δουλειά, ακόμη και η διαδικασία του να το μάθεις είναι μαγική, γιατί νιώθεις ότι κοπιάζεις γι’ αυτό, ότι το κατακτάς. Βλέπεις για παράδειγμα άλλους να το κάνουν και λες «αυτός πώς μπορεί και το κάνει, εγώ γιατί δεν μπορώ;». Οπότε, όταν αρχίζεις και το καταφέρνεις και προχωράς βήμα βήμα, σου αρέσει ακόμη πιο πολύ και θέλεις ακόμη

περισσότερο να συνεχίσεις. > Είναι πάντως και λίγο «μόδα» οι ζογκλέρ ή, τουλάχιστον, αντιμετωπίζονται έτσι; Σ’ αυτή τη χώρα όλα νομίζω αντιμετωπίζονται σα μόδα ή σαν κοινωνικό ρεύμα. Δεν καταλαβαίνουμε νομίζω τι είναι μέτρο, θεοποιούμε πολύ εύκολα ή δημιουργούμε πολύ εύκολα κοινωνικές ομάδες με συγκεκριμένη «ετικέτα». Στο εξωτερικό ας πούμε δεν είναι έτσι. Το να είσαι ζογκλέρ, για παράδειγμα, είναι κάτι πολύ φυσικό, είναι κάτι που το κάνει πολύς κόσμος, όπως θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο. Και αυτό ξεκινάει από τον ίδιο το χώρο, από τα πάρκα, τα οποία δεν είναι απλώς ένα πέρασμα ή ένας κακοδιατηρημένος χώρος μόνο για τους ναρκομανείς ή για τους τουρίστες που δεν ξέρουν την πόλη, αλλά χώρος που συχνάζουν παρέες, άνθρωποι που θέλουν απλά να χαλαρώσουν, να διαβάσουν ή… να κάνουν ζογκλερικά. Κι επίσης, έξω είναι ακόμη πιο φυσικό το ν’ ασχολείσαι επαγγελματικά με αυτό. Οι επαγγελματικές ομάδες εδώ είναι λίγες. Έξω οι ζογκλέρ είναι πάρα πολλοί, ειδικά για φοιτητές που φεύγουν από τη χώρα τους και πηγαίνουν αλλού για να σπουδάσουν, είναι πάρα πολύ συνηθισμένο να βγάζουν έτσι τα έξοδά τους. > Πάντως εδώ, ακόμη κι αν καταφέρεις να ζεις από αυτό, πάλι σε κοροϊδεύουν ότι είσαι αργόσχολος. Ότι δεν κάνεις μια «κανονική δουλειά». Ναι, επειδή δεν έχεις ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, να είσαι δηλαδή απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στο γραφείο ή στη δουλειά για τουλάχιστον δέκα ώρες, να κοιμάσαι άλλες έξι, γιατί δεν μπορείς και παραπάνω και να έχεις και τρεις ωρίτσες, αν θέλεις να δεις τους φίλους σου. > Και που και αυτές τις τρεις ώρες τις μετράς με το ρολόι. Ναι και ζεις μέσα στο άγχος, ενώ οτιδήποτε άλλο πιο δημιουργικό και πιο χαλαρό, πρέπει ή να είσαι αργόσχολος ή να είσαι ελαφρόμυαλος ή να μην έχεις καταλάβει η ζωή πώς είναι και όλα αυτά τα διάφορα που μας συμβουλεύουν οι «πιο μεγάλοι». > Έχεις παρατηρήσει στο κοινό κάποια διαφορά ανάμεσα στα παιδιά και τους μεγαλύτερους; Γιατί υπάρχει και η εντύπωση πως αυτού του είδους το θέαμα αρέσει πιο πολύ στα παιδιά. Ναι, υπάρχει γενικώς η εντύπωση πως αρέσει πιο πολύ στα παιδιά ή πολλές φορές όταν το αναφέρεις στους «μεγάλους» σου λένε, «Α, ωραία οπότε πηγαίνεις και σε πάρτυ και κάνεις τον κλόουν…». Σίγουρα μπορείς να το κάνεις και αυτό, ειδικά αν θέλεις να κερδίσεις χρήματα, αλλά δε νομίζω πως οι ζογκλέρ το κάνουν ουσιαστικά γι’αυτό, νομίζω πως νιώθουν ότι το μοιράζονται με όλους. > Σε περίπτωση που αποφάσιζες να το επικεντρώσεις στα παιδιά, με αφορμή για παράδειγμα ένα παιδικό πάρτυ γενεθλίων, νιώθεις ότι θα το χρησιμοποιούσες και πιο εμπορικά πια; Δεν ξέρω αν γίνεται ακριβώς «εμπορικό», αλλά όντως χρησιμοποιείς κάτι που γνωρίζεις και αγαπάς για να βγάλεις χρήματα. Και φυσικά θα πρέπει να προσαρμόσεις κι αυτό που θα κάνεις σ’ αυτό που θα θέλουν να δουν τα παιδιά, δεν μπορείς να κάνεις οτιδήποτε, έχεις ένα πιο συγκεκριμένο ρόλο. Πάλι σου αρέσει, δεν αλλάζει αυτό, αλλά το κάνεις για το συγκεκριμένο αυτό σκοπό, να βγάλεις χρήματα. Όπως και να έχει πάντως, αυτή είναι μόνο μία απ’ τις επιλογές σου, υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι να το «εκμεταλλευτείς», αρκεί να νιώθεις ότι σε εκφράζουν και σου ταιριάζουν. Άλλωστε, πάντα θα είναι κάτι που έχεις χτίσει εσύ ο ίδιος, απλώς... επειδή ήθελες. Abstract: Chrysalia talks with Aristea, a female street performer, about juggling, dancing and hairdressing.


Φιλοβασιλικόν Ένα διήγημα του Ακύλλα Κουλοσάββα κολάζ: Μαρέττα Σιδηροπούλου

Ντριν-ντριν. Καταραμένο ξυπνητήρι. Ντριν-ντριν. Μια στιγμή, αυτό δεν είναι το καταραμένο ξυπνητήρι, είναι το καταραμένο τηλέφωνο. Ντριν-ντριν. Ανοίγω τα μάτια μου, κοιταώ το ρολόι. Είναι δύο το μεσημέρι. Ντριν-ντριν. Ποιος μαλάκας παίρνει τηλέφωνο τώρα. Σηκώνομαι αργά και βασανιστικά. Ντριν-ντριν. Κινούμαι νωχελικά, πηγαίνω προς το καταραμένο το τηλέφωνο. Όσο πλησιάζω, τόσο το γαμημένο του κουδούνισμα μου τρυπάει το μυαλό. Ντριν-ντριν. Θέλω να το σηκώσω μόνο και μόνο για να σταματήσει αυτός ο διαολεμένος θόρυβος. Το χέρι μου απλώνεται με οργή. Ντριν-ντριν. Καταραμένο αρχίδι στην άλλη πλευρά του καλωδίου. Πιάνω το ακουστικό και το σηκώνω. Ποιος γαμημένος μαλάκας είναι, θέλω να ουρλιάξω, αλλά το μόνο που καταφέρνω να πω είναι ένα ξερό ναι. Έλα Γιάννη, λέει το ακουστικό, τι γίνεται; Καλά ρε, απαντά το άλλο ακουστικό, ποιος είναι; Ο Βασίλης ρε... Γαμώτο, πώς στο διάολο τού ‘ρθε και με θυμήθηκε. Είχαμε κάνα μήνα να μιλήσουμε και φαίνεται μέσα στη μιζέρια του, το μυαλό του με ανέσυρε απ’ το υποσυνείδητο. Τι σου κάνει μια μίζερη δουλειά ρε παιδί μου. Σε κάνει μαλάκα και άμα έχεις και την προδιάθεση του μαλάκα μέσα σου, σε γαμάει εντελώς. Όχι μόνο την ψυχολογία σου αλλά και την αντίδρασή σου στον κόσμο. Σε κάνει να θέλεις να βγάλεις όλη τη μαλακία που κρύβεις μέσα σου και να τη διατυμπανίσεις στους γύρω σου. Και μάλιστα το θέλεις και το κάνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις. Αυτή είναι η μιζέρια. Έλα ρε Μπίλι, τι γίνεται... Με νοιάζει; Γιατί τον ρωτάω; Μακάρι

να μου πει τίποτα και να μου το κλείσει. Ε, να τα γνωστά, δουλειά είμαι και σε θυμήθηκα και είπα να σε πάρω κάνα τηλέφωνο να δω τι κάνεις, να περάσει η ώρα. Καλά έκανες ρε. Λέω ψέματα. Μου μιλάει κι εγώ απαντάω με μια αγάπη κι έναν ενθουσιασμό, λες και μιλάω με κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω πεθυμήσει ν’ ακούσω. Νομίζω ότι το στόμα μου είναι πιο γρήγορο απ’ το μυαλό μου γιατί συνεχίζει την κουβέντα που το μυαλό θέλει να κλείσει με βρισιές. Ρε μαλάκα, άντε γαμήσου. Τα ίδια ρε, σχολή... διαβάσματα. Τον παίρνεις και γέρνεις. Ναι ρε, όντως καιρό έχουμε να βρεθούμε. Πήγαινε πέσε σ’ ένα λάκκο με σκατά βρωμόπουστα. Γιατί όχι, δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω. Προτιμώ να κάτσω σπίτι και να παίζω το πουλί μου μέχρι να μαραθεί, γαμημένε. ΟΚ, στις τέσσερις στην Καμάρα. Τέσσερις να σε κουβαλούν και να φορούν και μαύρα. Τελικά μάλλον θα πάω για καφέ. Το μυαλό ακόμα κοιμάται. Η συνομιλία δε βοήθησε καθόλου, μάλλον το αντίθετο. Έχω αποχαυνωθεί πλήρως. Το σώμα απ’ την άλλη είναι πάντα πρόθυμο ν’ ακολουθήσει το γαμημένο πρόγραμμα. Τα πόδια πάνε στο μπάνιο σέρνοντας μαζί τους το υπόλοιπο κορμί. Μετά, χαρούμενα για το κατόρθωμά τους χαλαρώνουν και αφήνουν τον κώλο να κάτσει στην τουαλέτα. Το ένα χέρι πιάνει τα τσιγάρα, το άλλο τον αναπτήρα και σε λίγο τα πνευμόνια μου γεμίζουν με πυκνό γκρι νέφος. Το έντερο αδειάζει με ηχητική συνοδεία. Σκέφτομαι ότι τα αέρια είναι εύφλεκτα και αν από ένα παιχνίδι της τύχης συμβεί ένα περίεργο ατύχημα, θα γλιτώσω την εκτέλεση των τέσσερις.


Που τέτοια τύχη. Το μυαλό συνέρχεται, καταλαβαίνει τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί και προσποιείται ότι κοιμάται ακόμα. Ας το αφήσω να νομίζει ότι με ξεγέλασε. Σηκώνομαι, θάβω το πτώμα τραβώντας το καζανάκι και πλένω τα χέρια μου. Αιφνιδιάζω το μυαλό μου ρίχνοντας μπόλικο κρύο νερό στο πρόσωπο. Χα, νόμιζες ότι θα τη γλιτώσεις σήμερα. Την πέφτω στον καναπέ, αυτός μου αντιστέκεται λίγο, αλλά τελικά ενδίδει στις πρόστυχες επιθυμίες μου. Ανοίγω την τηλεόραση και το μυαλό καταβροχθίζει λαίμαργα τις ηλίθιες τροφές που του πασάρω. Είναι τέσσερις παρά τριανταπέντε. Πατάω το κόκκινο κουμπί και ο κόσμος κλείνει. Σηκώνομαι, ντύνομαι, ανοίγω την πόρτα και οδεύω προς τον γκρεμό. Είναι τρεισήμιση και εικοσιπέντε και είμαι κάτω απ’ την Καμάρα. Σε λίγο έρχεται ο μαλάκας. Δεκαπέντε χαμένα λεπτά απ’ τη ζωή μου περνάνε. Αυτά θα μπορούσαν να είναι τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που μου αντιστοιχούν κι εγώ τα έχασα. Σκέφτομαι. Μία, μιάμιση ωρίτσα για να πιω έναν καφέ και μετά θα είμαι πάλι ελεύθερος. Θα είμαι κύριος του εαυτού μου, να με κάνω ότι γουστάρω. Βλέπω το δήμιο να έρχεται. Φοράει το άθλιο κουστούμι του που του προσδίδει κύρος. Άλλωστε είναι ένας λειτουργός, παρέχει υπηρεσίες στον απλό κόσμο, πρέπει όχι να είναι καλός, αλλά απλά να φαίνεται καλός. Γεια σου ρε Τζόνι. Γεια σου ρε Μπίλι. Τι γίνεται; Ανούσιο τι γίνεται, γαμημένο τι γίνεται, αηδιαστικό τι γίνεται. Καλά. Περιμένουμε κανέναν άλλο; Όχι. Γαμώτο, ένα μαρτύριο είναι πάντα πιο εύκολο όταν έχεις κάποιον δίπλα σου για να σου αποσπά την προσοχή το δικό σου μαρτύριο. Αν ο βασανιστής είναι ένας και οι κρατούμενοι δύο, τότε τα βασανιστήρια είναι λιγότερα κι έχεις και χρόνο να ξαλαφρώσεις λιγάκι όταν ο πούστης ασχολείται με τον άλλο. Πού θα πάμε για καφέ; Ρε Γιάννη, πάμε να φάω κάτι πρώτα γιατί δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα. ΟΚ Μπίλι. Ψόφα από την πείνα κάθαρμα. Σκατά, αυτό αυξάνει το μαρτύριο κατά τουλάχιστον είκοσι λεπτά γαμώτο. Πάμε στη διάβαση. Τα χέρια μου πάνε να τον σπρώξουν στις ρόδες των διερχόμενων αυτοκινήτων, αλλά τελικά τον χτυπούν φιλικά στην πλάτη. Ανάβει πράσινο και περνάμε απέναντι. Καθόμαστε σ’ ένα μεταμοντέρνο φαστφουντάδικο και παραγγέλνει κάτι. Δεν προσέχω τι, γιατί είμαι απασχολημένος με τις προσευχές μου. Μακάρι να είναι χαλασμένο και να πάθει τροφική δηλητηρίαση, μακάρι να του κάτσει στο λαιμό, μακάρι να γλιστρήσει στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα και να πάθει καμιά ανεπανόρθωτη μοιραία βλάβη στα γεννητικά όργανα. Έρχεται, σα φυλακισμένος με το δίσκο στα χέρια και το βλέμμα να γυρίζει τριγύρω λες κι ελέγχει τους συγκρατούμενούς του. Κάθεται. Σηκώνεται. Πάω να πλυθώ λέει και χάνεται στη σκάλα που πάει στις τουαλέτες. Θέλω να φτύσω στο φαγητό του, θέλω να το κατουρήσω, θέλω να εκσπερματώσω στην κόκα-κόλα του, αλλά για την ώρα διώχνω τη μύγα που πλησιάζει. Γυρνάει με τα χέρια ακόμα βρεγμένα. Πιάσε λίγο τα χαρτομάντηλα που έχω στο σακκάκι μου. Πάρ’ τα μόνος σου ρε μαλάκα. Ανοίγω το πακέτο, βγάζω προσεκτικά ένα, του το δίνω, κλείνω προσεκτικά το πακέτο και το ξαναβάζω στην τσέπη του. Σκουπίζεται κι αρχίζει να τρώει. Τρώει αργά, πολύ αργά. Μασάει την κάθε μικρή μπουκιά τριανταέξι φορές. Κάνει παύσεις για να ρουφήξει το αναψυκτικό του και να πει καμιά βλακεία. Είδα στο βίντεο κλαμπ μια ταινία που πρέπει να είναι γαμάτη. Είναι μ’ έναν τύπο που τρακάρει με το αυτοκίνητό του κοντά σ’ ένα χωριό στο οποίο έχει να βρέξει χρόνια. Όταν τον μαζεύουν και τον πάνε στο χωριό αυτό, αρχίζει να βρέχει και τον θεωρούν θεό. Πρέπει να είναι γαμάτη, θα πάω αύριο να την πάρω. Πρέπει να είναι μαλακία, πάνε αύριο και βάλε την πούτσα σου σε μια πρίζα. Δεν μπορώ άλλο, καθόμαστε

εδώ μια ολόκληρη ώρα κι ακόμα τρώει. Είμαι σίγουρος ότι το φαγητό θα έχει αρχίσει να μουχλιάζει, οπότε αισθάνομαι λίγο καλύτερα. Ίσως όταν πάει στο σπίτι του τον πιάσει κόψιμο. Ίσως τον πιάσει πριν πάει σπίτι. Ίσως την ώρα που οδηγάει. Θα είχε γέλιο. Άραγε τι θα έκανε, θα σταματούσε στη μέση του δρόμου για να χέσει ή θα έχεζε μέσα στο πολυαγαπημένο του αυτοκίντο; Γελάω. Νομίζει ότι γελάω με αυτό που είπε αλλά εγώ δεν το άκουσα καν. Αισθάνεται καλά με το γέλιο μου. Το καταλαβαίνω και σταματάω αμέσως. Αποφασίζει να σταματήσει να τρώει. Έχει φάει μόνο τα τρία τέταρτα και μου προτείνει αν θέλω να τσιμπήσω τίποτα απ’ αυτά που έχουν μείνει. Λέω όχι ευχαριστώ και εννοώ άντε γαμήσου που θα φάω τ’ αποφάγια σου γαμιόλη. Το χρονοδιάγραμμά μου έχει γαμηθεί. Κανονικά σε μισή το πολύ ώρα από τώρα θα τον είχα αποχαιρετήσει φιλικά και θα ελευθερωνόμουν. Τώρα έχω άλλη μιάμιση. Σκατά. Καθόμαστε στην καφετέρια. Τι να πάρω; Κώνειο του λέω. Γελάμε. Αυτός από υποχρέωση γιατί νομίζει ότι το είπα γι’ αστείο κι εγώ επειδή το εννοώ. Δε θέλω να πιω καφέ γιατί έχω το στομάχι μου. Ε, τότε πιες μια σοκολάτα, μια πορτοκαλάδα. Πιες ένα λίτρο βενζίνη έχω αναπτήρα. Μην πιεις τίποτα, κρεμάσου, πάρε ένα πιστόλι και τίναξε τα μυαλά σου στον αέρα, πήδα στις ράγες ενός τραίνου. Έρχεται η σερβιτόρα. Έναν φραπέ σκέτο, λέω. Έναν γλυκό με γάλα αυτός. Συνεχίζουμε τη μαλακισμένη την κουβέντα λέγοντας για νέα απ’ τους γνωστούς μας. Τι μαλακία έκανε ο ένας μαλάκας, τι βλακεία έκανε ο άλλος, τι έπαθε ο ένας, πώς την πάτησε ο άλλος. Κριτική. Οτιδήποτε για να κρίνουμε τους άλλους και να ξεφύγουμε απ’ τις δικές μας μαλακίες. Δε λέει τίποτα γι’ αυτόν και δε λέω τίποτα για μένα. Τουλάχιστον τίποτα που να είναι σημαντικό. Οι καφέδες έφτασαν. Δεν έχω όρεξη να ανοίγομαι στο μαλάκα. Σιγά μην καθίσω τώρα να του λέω για τα προβλήματά μου, για τις ανάγκες μου, για τα κατορθώματά μου. Στ’ αρχίδια μου γι’ αυτόν. Δε με νοιάζουν τα προβλήματά του και οι ανάγκες ττου. Δε με νοιάζει τίποτα που να έχει σχέση μ’ αυτόν. Μετά από δυο γουλιές καφέ σηκώνεται. Πάω στην τουαλέτα για λίγο, λέει. Περιμένω. Περιμένω. Περιμένω κι άλλο. Χα, χα. Μάλλον τον έπιασε κόψιμο. Μετά από ένα τέταρτο γυρνάει. Δε λέει τίποτα. Έχει πάρει τρία περιοδικά για αυτοκίνητα και μια αθλητική εφημερίδα από μέσα κι αρχίζει τη μελέτη. Κάθομαι και τον κοιτάω. Παίρνω λίγο την εφημερίδα και την ξεφυλλίζω. Έχει προσηλωθεί στο διάβασμα και, που και που, μου δείχνει καμιά φωτογραφία. Αυτό είναι αμάξι ή ένα τέτοιο θα πάρω ή το δικό μου είναι καλύτερο απ’ αυτό και άλλα τέτοια. Αφήνω την εφημερίδα και τον κοιτάω. Συνεχίζει να διαβάζει λες και θα τον εξετάσουν πάνω σ’ αυτά. Τι μαλάκας. Συνεχίζει να διαβάζει ενώ εγώ ρουφάω τον καφέ μου νευρικά. Συνεχίζει να διαβάζει ενώ εγώ ξύνω τη μύτη μου. Συνεχίζει να διαβάζει ενώ εγώ κάνω μπαλάκι την ανακάλυψή μου και του την πετάω. Συνεχίζει να διαβάζει ενώ εγώ πάω και ρίχνω ένα κατούρημα. Αρχίδι. Απλώνω τα χέρια μου να πιάσω το λαιμό του. Να σφίξω το λάρυγγά του μέχρι να σταματήσει να αναπνέει τη βρομερή του ανάσα. Αστοχώ και πιάνω τον καφέ μου. Κατεβάζω δυο ρουφηξιές. Έχει μείνει μόνο αφρός. Αυτουνού του έχει μείνει όλο το υπόλοιπο. Τελειώνει με την ανάγνωση και κλείνει τα περιοδικά. Την κάνουμε; ΟΚ Μπίλι. Αφήνουμε τα λεφτά στο τραπέζι, σηκωνόμαστε και περπατάμε δυο μέτρα. Εγώ πάω προς τα κάτω Βασίλη. Ψέματα, προς τα πάνω πάω, αλλά επειδή κι αυτός πάει προς τα πάνω θέλω να τον αποφύγω. Εντάξει Γιάννη, χάρηκα που τα είπαμε, τα ξαναλέμε και άντε μην κάνουμε πάλι κάνα μήνα να βρεθούμε. ΟΚ Μπίλι.


monkie #08: She's got a nice arse!  

She's got a nice arse!

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you