Page 1


pdf / issue 04 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Κωστής Αλεξανδρόπουλος Αλέξης Γαγλίας Artwork: Γιώργος Τσιούκης Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Εικονογράφηση: Πέτρος Χριστούλιας Φωτό: Lilly McElroy Giles Lawton Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος Ελίνα Γιουνανλή, Βενετία Σακελλαρίου Αλέξης Μητρογιώργος Συνεργάτες: Γιώργος Πασχαλίδης Γιάννης Παλαβός Κωνσταντίνα Κάλφα Γκέλυ Μαδεμλή Μαρία Δόγια Δημήτρης Δρένος Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης Τάσος Ζαφειριάδης Μαρέττα Σιδηροπούλου Νίκος Σιδέρης Χάρης Κότσογλου Ανδρέας Παύλου Αποστόλης Ξυδιάς Πάνος Αλιβιζάτος Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr www.myspace.com/monkiemag / www.youtube.com/user/monkiemag Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Πίσω από τις λέξεις... αγγούρια με τη ρίγανη.

Τα έχει όλα και συμφέρει...

Το μπακάλικο, το σούπερ-μάρκετ και το supermarket

Στον αφιλόξενο Βορά βρήκε την άγρια Δύση Ο μύθος του Κρις Μακάντλες. Κι η ιστορία του.

Lilly McElroy: I Throw Myself at Men

Το φωτογραφικό πρότζεκτ της Λίλι Μάκελροϊ κι ένα κείμενο.

Panopticon

Γύρω απ’ την κουλτούρα της παρακολούθησης.

Τα εφήμερα

Μια καθόλου εφήμερη ιστορία του Εμμανουήλ Ροΐδη.

“Τα όρια της πόλης, τα όρια μιας ελάχιστα ξεκάθαρης ιστορίας και τα όρια μας.” Σκέψεις γύρω απ’ το σταδιακό αφανισμό του άκτιστου.

Τζενάρλοου Γουίλσον: Ο απόηχος

Σχόλιο πάνω στο σκεπτικό του δικαστηρίου που τον δικαίωσε.


the missing_link

Πίσω από τις λέξεις...

Αγγούρια με τη Ρίγανη Λουκάς Τσουκνίδας

Σήκωσέ το, το γαμημένο... δε μπορώ, δε μπορώ να περιμένω. Αγνώστου στιχοπλόκου

Όχι πριν από πολύ καιρό, ο Γιώργος Ξανθιώτης ξεπήδησε απ’ το μουσικοχορευτικό περιθώριο του Βαρδάρη, της Αχαρνών και των επαρχιακών γλεντάδικων για να ταρακουνήσει το μέινστριμ μπουζουκόκοσμο με το υπερχίτ “Τσικουλάτα”. Μ’ αυτή την αναπάντεχη επιτυχία, έναν έθνο-μπιτ συνδυασμό βουλγάρικης (;) μελωδίας και ελληνικών (;) στίχων, βρέθηκε απ’ τις ξεθωριασμένες αφίσες, με το λευκό περιθώριο από κάτω για επικόλληση του εκάστοτε καταστήματος κι ημερομηνίας, στις μεγάλες μαρκίζες της πρωτεύουσας. Το μαγαζί μάλιστα, που προανήγγειλε με μπίλμπορντς τις εμφανίσεις του δίπλα στην αγαπημένη πλατινέ φιγούρα της Σαμπρίνας, ονομάστηκε “Τσικουλάτα Live” προς τιμήν του σουξέ. Ο, όχι και τόσο νεαρός πια, τραγουδιστής απ’ τους μαχαλάδες της Ξάνθης (τον Κασκανέ αν δεν κάνω λάθος) πήρε αυτό που του χρωστούσε η τύχη μετά από χρόνια αξιοπρεπούς άντερ-γκράουντ πορείας, τα δικά του 15 λεπτά στο πρωινάδικο της αρεσκείας μας. Κι ύστερα γύρισε στη βάση του, εκεί που τον αγαπούν ανόθευτα. Πριν από κάπως πιο πολύ καιρό, μια μεγάλη τράπεζα εξαπέλυσε διαφημιστική καμπάνια, βγαλμένη θαρρείς απ’ τους τοίχους των Εξαρχείων. Σλόγκαν και φράσεις που απαξίωναν το χρήμα και μας υπενθύμιζαν ότι άλλα είναι εκείνα που μετράνε στη ζωή. “Η ευτυχία γράφεται με Ε κι όχι με €” ή “Αυτά που ζούμε δε χωράν σ’ ένα πορτοφόλι” κι άλλα τέτοια ύποπτα που μας προέτρεπαν να το ξανασκεφτούμε πριν μπούμε στο τοπικό υποκατάστημα κι εμπιστευτούμε την τύχη μας στα χέρια τους. Πόσοι από εμάς δε χαμογελάσαμε συγκαταβατικά παραδεχόμενοι την αλήθεια που κρύβουν τα παραπάνω κλισέ, αλλά ρεαλιστές όπως είμαστε μπήκαμε μέσα, ξέροντας τουλάχιστον ότι αυτοί


δεν είναι σαν τους άλλους. Ήθελαν την εμπιστοσύνη μας πριν από τα λεφτά μας. Κι ύστερα βγήκαμε φτωχότεροι μα ήσυχοι, λίγο πριν μας βομβαρδίσει η επόμενη καμπάνια. Όταν ακόμα πιο πολύ καιρό πριν, ο άγνωστος ποιητής της εξέδρας έστιβε το μυαλό του για να εκφράσει με τρόπο σύντομο και περιεκτικό, αλλά πάντα με σεβασμό στη ρίμα και στο ρυθμό, τον χιλιοτραγουδισμένο γκαϊλέ της προσμονής ενός τίτλου, σίγουρα δεν περίμενε το άντεργκράουντ χιτ του να σπάσει το φράγμα του μέινστριμ με τέτοιο κρότο. Όσο βέβαια επρόκειτο για έναν τίτλο συλλογικού ενδιαφέροντος, ήταν ακόμα ένα υβριστικό στιχάκι εκείνων των χουλιγκάνων που αποτρέπουν τους φιλήσυχους φίλαθλους-οπαδούς-πολίτες απ’ το να πάνε στο γήπεδο με το τάβλι, το παιδί, τον κολλητό ή και τη γυναίκα τους ακόμα (θεός φυλάξοι). Μόλις ο τίτλος αυτός έγινε θέμα εθνικό, το στιχάκι άρχισε να τραγουδιέται από τα χείλη που δικάζουν και καταδικάζουν με ευκολία τους εμπνευστές του σε κάθε ευκαιρία. Με μια διαφορά. Το τραχύ και λούμπεν γαμημένο μετατράπηκε στο αξιοπρεπές τιμημένο ή ακόμα καλύτερα στο ευσεβές ευλογημένο. Κι ύστερα το σηκώσαμε το... αφορισμένο και το στιχάκι επέστρεψε στο πέταλο όπου ανήκει, μέχρι να λογοκριθεί ξανά για χάρη της Έλενας Παπαρίζου. Κάτι περίεργοι τύποι σαν τον Έκο κι άλλους ψαγμένους, θα έσκιζαν τα πτυχία και θα έτρωγαν τα βιβλία τους (που είναι και πιο χοντρά απ’ του αγαπημένου μας τηλεπλασιέ) αν οι λέξεις ήταν τόσο κενές νοήματος που να μπορούν ν’ αντικατασταθούν έτσι εύκολα, χωρίς οι νέες σημασίες να χορέψουν κότς-κοτς-κότσαρη, με τακούνια κουμπάρας σε ποντιακό γάμο, πάνω στο πτώμα των παλιών. Η ειδοποιός, σκανδαλωδώς εξόφθαλμη διαφορά του γαμημένου απ’ τ’ άλλα δύο είναι ότι δηλώνει αγανάκτηση, εκτοξεύει χολή κι ασέβεια προς τον τίτλο-σύμβολο, τον αμφισβητεί κι επιζητά να τον ρίξει απ’ το βάθρο του για να πάψει να κοιτάζει αφ’ υψηλού. Οι εναλλακτικοί χαρακτηρισμοί τιμημένο κι ευλογημένο απ’ την άλλη, φανερώνουν μια διάθεση γαλιφιάς και γλυψίματος προς τον τίτλο-ευεργέτη, αυτή την οσφυοκαμψία του χλιαρού ανθρώπου που τον φέρνει μεν ψηλά, αλλά δυσκολεύεται πια να σταθεί όρθιος για ν’ απολαύσει τη θέα. Τι άλλο μπορεί να είναι ένας αθλητικός τίτλος από γαμημένος; Η κοπιαστική πορεία προς την κατάκτησή του κι η στιγμιαία ηδονή που νιώθει ο κατακτητής κι οι οπαδοί του, ακολουθείται απ’ την επιστροφή στην εκκίνηση για μια νέα πορεία προς την κατάκτηση κ.οκ. σε λούπα. Όπως κι η πορεία προς τον οργασμό, που επαναλαμβάνεται υπό μορφήν σισύφειου μαρτυρίου χάριν της στιγμιαίας

αυτής ευτυχίας, η οποία μας αποζημιώνει για τα πάντα. Δεν είναι τιμημένος γιατί δεν αποδίδουμε τιμές π.χ. στο κύπελλο, αλλά στον κατακτητή του. Δεν είναι ευλογημένος γιατί η τύχη του κυπέλλου εν προκειμένω, δεν είναι ιδιαίτερη ή ξεχωριστή, παρά η ίδια κάθε χρόνο: να πέφτει στα χέρια κάτι ιδρωμένων, τριχωτών τύπων που το σηκώνουν ψηλά, το φιλούν, το χαϊδεύουν, το αγκαλιάζουν και το γεμίζουν με σαμπάνια απ’ όπου θα πιουν με τη σειρά. Σκέτη ταλαιπωρία δηλαδή*. Έλα όμως που ο οργασμός του φίλαθλου-οπαδού και συγκεκριμένα του περιστασιακού, είναι κατά βάση λανθάνων, αφού ο ίδιος δεν κόπιασε ούτε δευτερόλεπτο και δεν έχυσε ούτε στάλα ιδρώτα παρά μόνο στα πηγμένα βαγόνια του ηλεκτρικού καθ’ οδόν για τον αγώνα αν είναι γηπεδικός ή απ’ την υπερθέρμανση λόγω υπερκατανάλωσης πίτσας και μπίρας αν είναι καναπεδάκιας. Έτσι, η αποδοχή της μετατροπής του επιθέτου γαμημένο στα πιο λάιτ τιμημένο κι ευλογημένο, έρχεται μ’ ελαφριά καρδιά μιας και δε μπήκαμε ποτέ στο πετσί του ρόλου, δε διακινδυνεύσαμε κάτι πραγματικά δικό μας και κοντολογίς, υποκριθήκαμε τον πούστη με τον κώλο κάποιου άλλου. Σ’ αυτή λοιπόν τη χαλαρή, ανέραστη σχέση μας με τα πράγματα που δήθεν αγαπούμε, η μέινστριμ κουλτούρα (και όχι μόνο) αναμενόμενα κερδοσκοπεί επιτυχώς. Αλλάζει τις λέξεις και τις σημασίες κατά βούληση και μετονομάζει έτσι μ’ ευκολία, την τσιμεντούπολη σε αστικό τοπίο, την επιτήδευση σ’ επανάσταση, την ανοησία σε εκκεντρικότητα, τη στερεοτυπία σε άποψη, την κατανάλωση σε τρόπο ζωής, την εξαπάτηση σ’ επικοινωνία, τις δημόσιες σχέσεις σε κοινωνική δικτύωση, τη μαλακία σε τέχνη, τα φύκια σε μεταξωτές κορδέλες. Κι αν προσπαθήσεις ν’ αντιμιλήσεις σου κουνά το δάχτυλο και σου λέει: -Ποιος νομίζεις ότι είσαι; -Εμείς στην Ινδία, απαντά ο Πίτερ Σέλερς στο “Πάρτυ”, δε νομίζουμε, ξέρουμε ποιοι είμαστε... και τσουγκρίζει το ποτήρι του με τον Νικολά Αλι-αγκά που πίνει μπράντι με τόνικ για τον ίδιο ακριβώς γαμημένο λόγο. * Η λέξη ταλαιπωρημένο δε μπορεί να μπει στο σύνθημα λόγω δύο παραπάνω συλλαβών που χαλούν το μέτρο. Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι από την προ τετραετίας βιτρίνα διάσημου καταστήματος σε εμπορική οδό της ερωτικής πόλης. Στις αφίσες απεικονίζονται ο Γιάννης Φλωρινιώτης και η Αννέτα Μαρμαρινού.


Μπουένος Άιρες/ “man with suitcases”, stencil του Blek Le Rat σε φτωχογειτονιά ΙΑ΄ Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς. Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμα τους. Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στης σούπα τους, σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του γλυκού… Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος. Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει. Αργύρης Χιόνης, από τη συλλογή ποιημάτων του, «Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη», 1986 μέρος της συγκεντρωτικής έκδοσης ποιημάτων του, «Η φωνή της σιωπής- ποιήματα, 1966- 2000», εκδόσεις «Νεφέλη», 2006

φωτό: Blek Le Rat - επιμέλεια: Αλέξης Γαγλίας


Τα έχει όλα

και συμφέρει...

Το Μπακάλικο, το Σούπερ-Μάρκετ και το Supermarket Κωστής Αλεξανδρόπουλος

Πενήντα ολόκληρα χρόνια απ’ το πρώτο σούπερ-μάρκετ στην Ευρώπη. Φυσικό πέρασμα στην κουλτούρα του καταναλωτισμού ή πεδίο ομαδικής ψυχοθεραπείας για διχασμένες κοινωνίες, όπως η Ελλάδα; Μεταπολεμική Ευρώπη: σχέδιο Μάρσαλ, ανοικοδόμηση, σινεμά, λιμουζίνες, αμερικάνικα τσιγάρα, τσιχλόφουσκες, τζιν, μπριγιαντίνη και ροκ-εν-ρολ... Τα βλέμματα όλα στραμμένα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, πέρα απ’ τον ωκεανό, εκεί που στην γεωγραφία του φανταστικού, της επιθυμίας, βρισκόταν πάντα η Ουτοπία, ο κήπος των Εσπερίδων, οι νήσοι των Μακάρων ή όπως αλλιώς ονομάτισε ο κάθε στοχαστής την γη της επαγγελίας. Προς τα ‘κει που είχαν ήδη τραβήξει, μαγνητισμένοι απ’ το όνειρο, χιλιάδες ευρωπαίων, τους οποίους εκείνοι που είχαν μείνει πίσω πάντα μνημόνευαν γύρω από τραπέζια ανέχειας με δέος, ίσως και με ζήλια. Ήταν ο πανευρωπαϊκός μύθος του αμερικάνου θείου/θείας που κάποια μέρα θα επέστρεφαν και τότε θα άλλαζε η τύχη μας, η άμεσα συνυφασμένη με το υπόλοιπο ατροφικών τραπεζικών λογαριασμών. Θείοι και θείες που είχαν μετατραπεί σε εξωπραγματικά πλάσματα, σύμβολα της καλής ζωής και των ευκαιριών, σε μια χώρα όπου όλα ήταν πιθανά και τα ράφια πάντα γεμάτα με προϊόντα που ξεπερνούσαν το γωνιακό κατάστημα “Εδώδιμων και Αποικιακών”. Στο κοινό ευρωπαϊκό φαντασιακό τα ράφια των αμερικανικών σουπερμάρκετ θεοποιήθηκαν. Ορθώνονταν πολύχρωμα, θεόρατα, πανύψηλα σαν τοτέμ, πέρα απ’ τον κόσμο της φθοράς, των καθημερινών, τύπου μεροδούλι-μεροφάι, προβλημάτων επιβίωσης, των πολιτικών διώξεων και της κατά συνέπεια αναπόφευκτης εμφύλιας καχυποψίας που θα κατακερμάτιζε για αρκετές ακόμη δεκαετίες τον κοινωνικό ιστό. Οι λίγοι εκείνοι απ’ τους μετανάστες που επέστρεψαν για να διηγηθούν αυτοπροσώπως τις εμπειρίες τους “στο Αμέρικα” —κάποιοι ρίξαν μαύρη πέτρα πίσω τους, άλλοι περιορίστηκαν σε εποχιακά προσκυνήματα και οικογενειακές διακοπές αλά καρτ-ποστάλ— συντήρησαν το μύθο με την επιδειξιομανία τους, αλλά ποιός να τους κακίσει; Σιγά σιγά ο Ατλαντικός στένεψε —απέραντος έμεινε για ‘κείνους τους σκαφτιάδες του παρελθόντος που αναζητούν ακόμη και σήμερα την χαμένη Ατλαντίδα— όπως και τα σύνορα του Παλιού με το Νέο Κόσμο. Δύο ήταν τα γεγονότα που συνέβαλαν σ’ αυτό: το αεροπλάνο και το σούπερ-μάρκετ (λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η πολιτισμική διείσδυση είχε ξεκινήσει πολύ πιο νωρίς). Το αεροπλάνο συρρίκνωσε τους χρόνους και το σούπερμαρκετ ομογενοποίησε τους προορισμούς. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια νομοτελειακή εξέλιξη. Η Ευρώπη ήταν μια τεράστια αγορά που διψούσε για νέα προϊόντα, δεν είχε ανάγκη να πειστεί, ήταν ήδη αφυδατωμένη απ’ τις αδιάκοπες ονειρώξεις που της προξενούσαν οι φήμες της αφθονίας. Επιθυμούσε να ξορκίσει τα κάθε είδους φαντάσματα του παρελθόντος, να βγει από τον επαρχιωτισμό της και να ενταχθεί ψυχή (διασκέδαση) τε και σώματι στον Γενναίο Νέο Κόσμο, τα παιδιά του οποίου την είχαν λυτρώσει δις απ’ τα επεκτατικά ηγεμονικά κατάλοιπα μίας απαρχαιωμένης, με ρίζες στον Μεσαίωνα, σκέψης. Σε ψυχολογικό επίπεδο όλοι ήθελαν με κάθε τρόπο να ταυτιστούν με τον αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή και μετέχοντας παντοιοτρόπως στο modus vivendi του να νιώσουν την αυταπάτη της νίκης, την νοερή γευσιλαγνεία της δάφνης.


Υπό αυτές τις συνθήκες, πενήντα χρόνια πριν, εγκαινιάζεται στις Βρυξέλες το πρώτο σούπερ-μάρκετ στην Ευρώπη, το “Le Lion”, απ’ την οικογένεια Delhaize. Οι πρώτες εβδομάδες, σύμφωνα με τις τότε μαρτυρίες, ήταν αμήχανες τόσο για το κοινό όσο και για τους υπαλλήλους. Υπήρχαν ακόμη κάποια πολιτιστικά πρακτικά κενά και το πλήθος ήταν εμφανώς αμύητο στον μαγικό κόσμο της αυτοεξυπηρέτησης. Κάποιος πιο δεικτικός θα χρησιμοποιούσε τον όρο “αυτοϊκανοποίησης”, όρος νόμιμος σύμφωνα με το ψυχολογικό προφίλ του σύγχρονού καταναλωτή, αλλά υπερβολικός ίσως, αφενός επειδή μοιάζει ετεροχρονισμένος γι’ αυτή την πρώιμη φάση των σούπερ-μάρκετ στην Ευρώπη κι αφετέρου, ίσως να εκτροχίαζε τον αναγνώστη από το νόημα της προτάσεως, καθώς οι συνειρμοί της λέξης “αυτοϊκανοποίηση” είναι αρχεγόνως, αυστηρά οικουμενικού ερωτικού χαρακτήρα κοινός τόπος. Τις πρώτες μέρες το κοινό περιφερόταν σαν έρμαιο στο κατάστημα παρατηρώντας κι αναζητώντας το ξόρκι που θα ζωντάνευε τους υπαλλήλους με τις λευκές ποδιές, τα μαγικά λόγια που θα τους έβγαζαν πίσω από τους πάγκους, θα τους έκαναν να σηκώσουν τα καλάθια και να τους ακολουθήσουν κατά πόδας μέσα απ’ τους διαδρόμους, εκθειάζοντας το κάθε προϊόν, καθοδηγώντας τους μέσα σ’ αυτόν τον παράδεισο της πολύχρωμης ετικέτας. Σαν αναλογία, για να προσεγγιστεί το ψυχολογικό προφίλ κάποιου από εκείνους τους αρένες πρώτους πελάτες, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η εικόνα ενός άντρα που από χρόνια, απ’ το σχολείο ακόμα, ποθεί απελπισμένα μια γυναίκα την οποία είναι πεπεισμένος οτι ποτέ δεν θα έχει. Κάποια στιγμή, λόγω συνθηκών, συμπτώσεων, τύχης ή ιστορικής αναγκαιότητας αυτή βρίσκεται μπροστά του, απολογείται που τόσα χρόνια ήταν τυφλή και δεν τον είχε προσέξει κι υπόσχεται πως είναι πλέον μόνο δική του. Ο άντρας δεν μπορεί να το πιστέψει. Κοιτά σαστισμένος, τα μάτια είναι το όργανο της αφής, τα χέρια πεσμένα, άνευρα σαν πομπή λιτανείας, ζουν στον δικό τους κόσμο ιερής συγκίνησης. Είναι σαν το κάλεσμα αυτό να αγνοεί κάθε προηγούμενη εμπειρία, όχι ως απαξίωση, μα ως απόλυτη διαγραφή που παίρνει μαζί της και την, είτε νοερά είτε πρακτικά, αποκτημένη γνώση του τί δει πράττειν, ενώ απ’ τα βάθη τις μνήμης έρχεται μια ηχώ που αργοσβήνει: “Έσω Έτοιμος”. Θα του πιάσει τα χέρια, θα τα φέρει στο στήθος της και... αρκετά. Αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι θα χρειαστεί να του διδάξει απ’ την αρχή τα βασικά κι η γνώση θα τον απελευθερώσει, εκ νέου, απ’ την αμάθεια. Επιφύλαξη (Για την αλήθεια της ενσάρκωσης ενός ονείρου.) - Αμηχανία (Ιερή πορσελάνη. Πώς την αγγίζουν; Κι αν σπάσει;) - Εξοικείωση (Τελικά δεν είναι και τίποτα να πάρεις το κολάι.) - Εθισμός (Μια εκ των ιδεατών εκείνων περιπτώσεων που η πρώτη επαφή δεν απομυθοποιεί, δεν υπάρχουν ενοχές κι οι συγκρίσεις ευνοούν μόνο το νέο.) Στην ιστορία των σούπερ-μάρκετ χρειάστηκε να επινοηθούν τεχνάσματα που θα έκαναν τους πελάτες να βγουν απ’ το δεύτερο στάδιο της αμηχανίας. Το ζήτημα είχε παβλοφικά χαρακτηριστικά: το κοινό δεν ήταν μαθημένο στο να σηκώνει μόνο του το καλάθι, να διαλέγει, να τεντώνεται και να πιάνει χωρίς βοήθεια τις κονσέρβες απ’ το πάνω ράφι. Το δόλωμα ήταν καραμέλες και σοκολατάκια, που οι υπάλληλοι έριχναν στα καλάθια ώστε να κάνουν τους πελάτες να τα σηκώσουν. Η συνέχεια μοιάζει με κάποια παραμύθια, όπου υπάρχουν μαγικά αντικείμενα τα οποία άπαξ και κάποιος χαρακτήρας πιάσει στα χέρια του, μετά δεν μπορεί να τ’ αφήσει, παρά μόνο αν κάποιος άλλος του ζητήσει αυτοβούλως το αντικείμενο αυτό ή ένας μάγος σπάσει το ξόρκι —στην περίπτωση των σούπερ-μάρκετ ο υπάλληλος που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου της αναζήτησης, ο ταμίας που παίρνει το καλάθι-νεκρό βάρος. Ο πρώτος εκείνος ανύποπτος πιονέρος του ευρωπαϊκού καταναλωτισμού που σήκωσε το καλάθι δίχως βοήθεια, που πέρασε στο στάδιο την συνειδητής πελατειακής αυτονομίας κι εξοικείωσης, ποτέ του δεν κατάλαβε ότι άλλαζε την ιστορία της Ευρώπης. Δεν υπήρχε πλέον επιστροφή. Ένας ακόμη εγκελιανός κύκλος έμπαινε σε τροχιά. Αν, διαλεκτικά, ήταν θέση ο Νέος Κόσμος και αντίθεση ο Παλιός (με ότι πολυεπίπεδα

περιλαμβάνουν οι δύο αυτές επικεφαλίδες), στη σύνθεση συμπεριελάμβανε και το σούπερ-μάρκετ ως το βασικό όχημα μίας νέας τάξης πραγμάτων. Η νέα αυτή τάξη δεν άργησε να φάνει και στα νότια της Βαλκανικής και δειλά δειλά έκανε τη εμφάνιση της στην Ελλάδα, μια χώρα που πάσχιζε να επινοήσει το μεταπολεμικό (γι’ άλλους μεταεμφυλιακό) φαντασιακό της, να εφεύρει νέους ήρωες, χαρακτήρες, καρικατούρες και μυθολογία. Ήταν η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου με τους γραφικούς μαγαζάτορες, τον Ζήκο, την εικόνα μιας χώρας έξω καρδιά, της καλημέρας, της φιλοξενίας κοκ. Επί του προκειμένου, στο επίπεδο του οικιακού καταναλωτισμού, ήταν η χώρα του μπακάλη, του χασάπη και του μανάβη. Όλα ήταν χαρούμενα, οι πόρτες ανοιχτές, εσάνς μουσελίνας και ηλιοβασιλέματος αναδύονταν, ενώ ο αστυφύλακας της γειτονιάς χαιρετούσε ακουμπώντας με το διακοσμητικό γκλομπ το γείσο του πηλικίου. Ήταν η εικόνα που προωθούσε, σε συντριπτικό —σχεδόν απόλυτο— ποσοστό, η μαζική κουλτούρα σε μιά χώρα πολιτικά και πολιτιστικά αποκομμένη, όπου η γνώση αγγλικών ήταν μάλλον μονόκερος. Η ασπρόμαυρη αυτή κινηματογραφική μυθοπλασία διαστρέφει ακόμη και σήμερα την ιστορία, που θέλει π.χ. τον παππού μου να φεύγει απ’ του Γκύζη, να αλλάζει δυο τρόλεϊ, να φτάνει Κάτω Πατήσια στον μιλημένο περίπτερα για ν’ αγοράσει Ριζοσπάστη. Μετά πάλι πίσω, με την εφημερίδα στη φανέλα και την ζώνη κουμπωμένη κατά μία τρύπα πιο μέσα. Η επινόηση διείσδυσε τόσο βαθιά στο μεδούλι, που το να ψωνίζεις ακόμη και σήμερα απ’ το σούπερ-μάρκετ, θεωρείται ως προδοσία του μπακάλη της γειτονιάς —και δεν περνάς από μπροστά με τις σακούλες, μόνο κάνεις τον κύκλο του τετραγώνου. Η ενοχή όμως είναι ψεύτικη καθώς έχει θεμελιωθεί σε σαθρές βάσεις. Το πακέτο της ασπρόμαυρης αυτής μνήμης είναι ένα ψέμα. Κάτι που εφευρέθηκε για να προσδώσει (ή κατ’ άλλους “προδώσει”) ταυτότητα σε μια κοινωνία, που εσωτερικά επιθυμούσε να ξεχάσει, το δικαίωμα της προσωπικής ανωνυμίας, τότε που το να σε ξέρουν όλοι, ή έστω κάποιοι, ήταν συχνά ποινικό αδίκημα. Δεν είναι κατά συνέπεια τυχαίο το γεγονός ότι η χώρα αυτή αγκάλιασε με ασύγκριτο πάθος τη νέα τάξη πραγμάτων. Πλημμύρισε τις πολυκατοικίες, άρπαξε τα καροτσάκια και ανάσανε. Σε κάποιες άλλες ευρωπαϊκές χώρες βέβαια, οι γνωστοί αντίλογοι περί των σούπερ-μάρκετ ίσως να ισχύουν, απορρίπτονται όμως στην περίπτωση της Ελλάδας, που το ίδιο χρονικό διάστημα επιθυμούσε την διάβρωση του, ιστορικά κρίνοντας, κοινωνικού της ιστού (όσο θλιβερό κι αν ακούγεται αυτό). Επιθυμούσε τη μάζα και την ανωνυμία. Οι ήρωες σπανίως λένε την αλήθεια για μία κοινωνία. Ορθώνουν υψηλά ιδεώδη, καθώς οι δημιουργοί τους επινοούν εκ των καθημερινών τις αντίθετες εκείνες μορφές, που θ’ αποπροσανατολίσουν, θα ζητήσουν να παγιώσουν το ρεύμα του κοινωνικού χρόνου και θα επιλέξουν να εξωραΐσουν τις γωνίες. Έτσι κι ο ελληνικός κινηματογράφος, κυρίως εκείνοι που τον χειρίστηκαν, πάσχισε, κι ακόμη τα καταφέρνει, να ισοπεδώσει τη διαμάχη, την αντίθεση, τη διαφορετικότητα. Για την ελληνική κοινωνία το απρόσωπο σούπερ-μάρκετ ήταν η λύτρωση ενώ ο Ζήκος, η ψευδαίσθηση της παράδοσης, η μνημονική υποδούλωση, το όπλο για τη συντήρηση.

Abstract: Kostis Alexandropoulos looks back at the early response to supermarket culture in Europe and how it affected the post civil-war society in urban Greece.


χαράδρα του Βίκου κορμοί δέντρων «καμένοι»… απ’ το φως “Οι αράχνες” Ακοίμητες, αεικίνητες, υφαίνουν οι αράχνες στο υπόγειο περίτεχνα ποιήματα, υπό μορφήν ιστού, αλάνθαστες παγίδες για τους αφελείς που, γοητευμένοι, ξεχνούν τις αποστάσεις ασφαλείας και εισχωρούν για πάντα μες στην ποίηση, μεταμορφώνοντας την έτσι σε σφαγείο. Δεν έχουν τέτοια πρόθεση οι αράχνες- αυτές υφαίνουν τα ποιήματα τους για τη χαρά της ύφανσης και μόνο, κι έρχονται όλοι αυτοί οι ανόητοι και τα χαλούν, προσθέτοντας σ’ αυτά τα πτώματα τους. Αργύρης Χιόνης, από το βιβλίο του «Στο υπόγειο», Κέδρος, 1998

φωτό -επιμέλεια: Αλέξης Γαγλίας


Στον αφιλόξενο Βορά βρήκε την άγρια Δύση (Βασίζεται σε αληθινά γεγονότα)

Στα 24 του, ο Κρις Μακάντλες πήρε τα βουνά και δε γύρισε ποτέ... η ιστορία του είναι συναρπαστική, ο μύθος όμως πουλάει καλύτερα. Λουκάς Τσουκνίδας / φωτό: Giles Lawton

...Perception is deception Without the facts you keep guessin’... Let me see Morcheeba & Talib Kweli

Στον αρχαίο μύθο του λαγού και της χελώνας, η υπεροψία του φαβορί έδωσε, ουσιαστικά, τη νίκη στο αουτσάιντερ. Όταν τον πρωτακούσαμε χαρήκαμε για τη χελώνα, αλλά κανείς μας δεν ταυτίστηκε μ’ αυτήν. Για κάτι τέτοιο, μάλλον θα επιλέγαμε τον όμορφο και γοργοπόδαρο λαγό, που μπορεί να έχασε έναν αγώνα αλλά κράτησε τα φυσικά χαρίσματά του άθικτα. Στο μύθο όμως, ο πρωταγωνιστής είν’ η αργή και άσχημη χελώνα, που εμπνέει τη συμπάθεια μα όχι την ταύτιση. Έτσι, μετά από 2.500 χρόνια, στο επίκεντρο παραμένει το περιστατικό και τελικά το μήνυμα παρά το πρόσωπο. Ο Κρις Μακάντλες είναι πλέον ένα πρόσωπο-μύθος, 16 μόλις χρόνια απ’ τον πρόωρο θάνατό του στα δάση της Αλάσκας. Αντικείμενο ήδη, είτε λατρευτικής μυθοπλασίας είτε απαξιωτικής απομυθοποίησης. Στο κρίσιμο σημείο όπου συγκρούονται οι δυο αυτές προσεγγίσεις, ίσως βρίσκεται ένα μέρος της αλήθειας γύρω απ’ αυτόν, μιας και δεν πρόκειται για μια φανταστική χελώνα, αλλά για έναν υπαρκτό άνδρα. Και μάλιστα όμορφο, γοργοπόδαρο και υπερόπτη, όπως ο χαμένος του άλλου μύθου, ο λαγός.


Ο Τζακ Λόντον, η μυθοπλασία κι ο Κρις Στο διάσημο διήγημα To Build a Fire, ο Λόντον εξιστορεί την περιπέτεια ενός νεοφερμένου στον αμερικάνικο βορά, ο οποίος ξεκινά μ’ ένα κολατσιό και λίγα σπίρτα να διασχίσει ένα άγριο δασικό μονοπάτι για να φτάσει στους συντρόφους του. Αψηφώντας τη βαριά παγωνιά και τις συμβουλές ενός γηραιότερου ντόπιου, αντιμετωπίζει τη φύση με υπεροψία, το δυνατό κρύο με αφέλεια και το πληρώνει. Καθώς νιώθει το τέλος να πλησιάζει, σε μια κίνηση απελπισίας, χτίζει με το νου του ένα μύθο γύρω απ’ τον ίδιο του το θάνατο χρίζοντάς τον τουλάχιστον αξιοπρεπή. Ο Κρις Μακάντλες, ανάμεσα στον Τολστόι και τον Θόροου, φαίνεται πως προσπέρασε την παραπάνω ιστορία κι έδωσε περισσότερη βάση σ’ ένα άλλο πόνημα του Λόντον, το The Call of the Wild. Εκεί, ένα εξημερωμένο λυκόσκυλο βρίσκεται από ένα γύρισμα της τύχης να σέρνει τα έλκηθρα χρυσοθήρων βόρεια της Αλάσκας. Μέσα στο καινούργιο, άγριο περιβάλλον, επιβιώνει αναπτύσσοντας τα πρωτόγονα και ζωώδη εκείνα ένστικτα, τα οποία στην άνετη ζωή του, είχαν αποκοιμηθεί βαθιά. Ο Κρις Μακάντλες απ’ το Άναν-ντέιλ της Βιρτζίνια, ήταν από μικρός χαρισματικός κι άριστος σχεδόν σε ότι έκανε, στο σχολείο, τη μουσική και τον αθλητισμό. Δείχνοντας μάλιστα πρώιμο καπιταλιστικό δαιμόνιο, έβγαζε τα δικά του χρήματα έως που αγόρασε μόνος του το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα μεταχειρισμένο Datsun. Αγαπούσε τρομερά την αδελφή του, αλλά οι σχέσεις του με τους γονείς του χειροτέρευαν με τα χρόνια, ιδιαίτερα αφότου ανακάλυψε ότι ο πατέρας του δεν του είχε πει όλη την αλήθεια για τον προηγούμενο γάμο του. Ο έξυπνος και πολυσχιδής, κατά τις περιγραφές, έφηβος είχε ήδη αρχίσει, πριν το κολέγιο, ν’ αμφισβητεί τη συμβατική ζωή των γονιών του και να ψάχνει για μια πρόκληση μεγαλύτερη απ’ το να βγάζει απλώς χρήματα ή να συλλέγει πτυχία. Η έννοια της καριέρας τον αηδίαζε, όπως έλεγε, κι έβγαλε το κολέγιο του Έμορυ μόνο και μόνο για χάρη των δικών του. Η μέρα της αποφοίτησής του το καλοκαίρι του 1990, ήταν και η τελευταία που θα τον έβλεπαν. Αφού δώρισε όλο το κομπόδεμά του στην Oxfam, καβάλησε το Datsun κι έφυγε για να γυρίσει τη χώρα με νέο όνομα κι απώτερο σκοπό, να βιώσει όσα περιέγραφαν οι αγαπημένοι του λογοτέχνες στα δύσβατα δάση του μακρινού βορά. Αναβαπτισμένος πια ως Αλεξάντερ Σούπερτραμπ, περιπλανήθηκε για δυο χρόνια απ’ το Μεξικό μέχρι την Αλάσκα και πίσω, γνώρισε κι αποχαιρέτησε πάρα πολλούς ανθρώπους, κοιμήθηκε στα πιο απίθανα μέρη και δούλεψε σε εποχιακές δουλειές για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Η πιο φιλόδοξη περιπέτειά του ήταν η πιο μοναχική και τελικά η μοιραία. Στις 28 Απριλίου του 1992, ο Άλεξ, όπως συστηνόταν πλέον, κατέβηκε απ’ το φορτηγάκι του Τζιμ Γκάλιεν για να μπει στο δάσος γύρω απ’ τον ποταμό Τεκλανίκα στο Εθνικό Πάρκο του Ντενάλι. Ο έμπειρος οδηγός, προσπάθησε να τον μεταπείσει για το εγχείρημά του, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να πάρει μαζί του ένα ζευγάρι γαλότσες για την υγρασία. Είχε ακόμα νερό, μερικά κιλά ρύζι, όπλο και σφαίρες, τα βιβλία (ανάμεσά τους έναν οδηγό βρώσιμης, ή μη, χλωρίδας) και τη φωτογραφική του μηχανή. Αισιόδοξος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, έφτασε στην όχθη του ρηχού ακόμα ποταμού και πέρασε στην άλλη πλευρά για να σταματήσει τελικά σ’ ένα εγκατελειμμένο λεωφορείο, που χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμμα οι ελάχιστοι περαστικοί. Έμεινε εκεί μέχρι τις 6 του Σεπτέμβρη, όταν μια ομάδα κυνηγών βρήκε ένα σημείωμα SOS κολλημένο στο σασί κι έπειτα το κοκκαλιάρικο πτώμα του μέσα στο χειροποίητο σλίπινγκ-μπαγκ. Ήταν ήδη 18 μέρες νεκρός, με πιο προφανές αίτιο την ασιτία.

Κανείς δεν πεθαίνει μόνος του: Το βιβλίο. Η ιστορία του Κρις Μακάντλες έφτασε στ’ αυτιά των αμερικάνων απ’ τις ειδήσεις, αλλά και μέσω δημοσιογράφων όπως ο Τζον Κρακάουερ, ο οποίος έγραψε το πρώτο εκτενές αφιέρωμα για το περιοδικό Outside. Το άρθρο με τίτλο Death of an Innocent ήταν η βάση για το μπεστ-σέλερ που ακολούθησε κι έκανε τον συγγραφέα, αλλά και τον Μακάντλες, γνωστούς σε όλον τον κόσμο. Στον πρόλογο του Into the Wild ο Κρακάουερ, που βίωσε κι ο ίδιος μια παρ’ ολίγο θανατηφόρα εμπειρία σε μια χιονισμένη πλαγιά, προειδοποιεί τον αναγνώστη για την συναισθηματική του φόρτιση, την ταύτιση με το αντικείμενό του και συνεπώς την αυξημένη δόση υποκειμενικότητας. Αυτή η παραδοχή κι η αγάπη του για το θέμα κάνουν την αφήγησή σεμνή, ειλικρινή και συναρπαστική καθώς τα γεγονότα ξεδιπλώνονται παράλληλα με τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα και ιστορίες άλλων θρυλικών ερημιτών, πριν φτάσουμε στους τραγικούς τελευταίους μήνες. Μέσα από σχολαστική έρευνα και λεπτομερείς συνεντεύξεις, σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Κρις Μακάντλες, η σχέση του με την οικογένειά του, οι λογοτεχνικές επιρροές και οι απόψεις του για την κοινωνία, τη ζωή και τους ανθρώπους. Το λογοτεχνικό ρεπορτάζ του Κρακάουερ βέβαια, δεν απέφυγε να κάνει τον μοιραίο νεαρό κάτι σαν σούπερ-σταρ ανάμεσα στ’ άγρια νιάτα και τους ανήσυχους μεσήλικες της Αμερικής. Μέχρι σήμερα, είναι πάρα πολλοί αυτοί που άφησαν τον τόπο τους για να κάνουν τη διαδρομή του Κρις και πίσω, ως προσωπική υπέρβαση αλλά και φόρο τιμής σ’ εκείνον, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν άλλα θύματα. Όσο για τους ντόπιους, τους έμπειρους από σκληρή διαβίωση στο δάσος (κυνηγούς, φύλακες κλπ), βρίσκουν το θέαμα φαιδρό κι αντιδρούν απαξιωτικά στους επίδοξους ροβινσώνες που αγνοούν τους κινδύνους της φύσης κι αρνούνται να σεβαστούν τους κανόνες της. Τα γράμματα που έφτασαν στο περιοδικό Outside μετά τη δημοσίευση του πρώτου κιόλας άρθρου του Κρακάουερ, μιλούσαν για κακομαθημένα βουτυρόπαιδα που ρίχνονται στο στόμα του λύκου από καθαρή ηλιθιότητα και μόνο, για ονειροπαρμένους τουρίστες που παίρνουν στην πλάκα όσα για τους ντόπιους είναι καθημερινότητα. Σκληροί, αλλά δίκαιοι, αφού αντί να ονομαστεί ήρωας εκείνος που επιβιώνει καθημερινά στις άγριες συνθήκες αυτού του τόπου, η δημοφιλής κουλτούρα με την αχόρταγη ανάγκη της για μύθους χρίζει ήρωα εκείνον που πέθανε απ’ την πείνα γιατί βγήκε ξυπόλυτος στ’ αγκάθια. Σ’ αυτό, φυσικά, βοήθησε κι ο δημοσιογράφος... Στο τελευταίο μέρος του Into the Wild, ο Κρακάουερ μπαίνει σε βαθιά νερά, ονομάζει γρίφο το θάνατο του μικρού κι επιχειρεί να τον λύσει μη μπορώντας να δεχτεί το προφανές, που είναι η σταδιακή πορεία προς τη θανατηφόρα ασιτία. Με λίγα λόγια, σχεδόν αυθαίρετα και βασισμένος στην, ολόδική του, ερμηνεία των λιγοστών ενδείξεων, όπως το αποσπασματικό ημερολόγιο, αποφασίζει πως ο Κρις Μακάντλες τα πήγαινε μια χαρά ώσπου έφαγε λάθος σπόρους κι οδηγήθηκε σε κάποιου είδους πεπτική δυσλειτουργία. Επιπλέον, για να κάνει το μύθο πιο ελκυστικό, “μασάει” πληροφορίες που ίσως να έκαναν τον ήρωά του λιγότερο μποέμ. Τα στοιχεία που τον διαψεύδουν, βγήκαν στην επιφάνεια μετά την επιτυχία του βιβλίου, τοποθετώντας τον σε σχετικά ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ αλήθειας και μπεστ-σέλερ. Αν δεχτούμε ότι αυτό αποτελεί δικαιολογία, δεν ισχύει το ίδιο και για τον άνθρωπο που μετέφερε το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη, το πρώην κακό παιδί και νυν ακτιβιστή του Χόλιγουντ (ζητώ την ποινικοποίηση της τελευταίας φράσης), τον Σον Πεν.


Τα πάθη του Κρις Μακάντλες: Η ταινία. Είναι εύλογο, πως η μεταφορά ενός λογοτεχνικού κειμένου σε κινηματογραφικό σενάριο δεν είναι καθόλου εύκολη και γίνεται, συχνά, σε βάρος της ιστορίας και των χαρακτήρων της. Όπως λοιπόν έκανε σ’ ένα βαθμό κι ο Κρακάουερ κατά τη μεταφορά των γεγονότων στο χαρτί, ο Πεν κρατά ότι τον βολεύει, χρησιμοποιεί ευχαρίστως το, αποδεδειγμένα πλέον, αυθαίρετο τέλος του συγγραφέα και κερδοσκοπεί σε κάθε δυνατό κοντράστ του δικού του Ιησού με τον αμερικάνικο υλισμό για να τελέσει το κύρηγμά του. Ένα κύρηγμα με αφήγηση και παντομίμα, που θυμίζει τις επεξηγήσεις των παραβολών απ’ τη δασκάλα του δημοτικού. Σε μια εντυπωσιακή αυτοαναίρεση δε, ο Πεν βάζει τον ήρωα ν’ απαγγέλει με στόμφο τα λόγια του Θόροου: “Αντί γι’ αγάπη, χρήματα και δόξα, δώστε μου αλήθεια”. Τίνος αλήθεια ακριβώς; Η απλοϊκότητα στην κριτική κι ο ναρκισσισμός που ξεχειλίζει απ’ την ταινία συνοψίζονται τέλεια στη φράση ενός αμερικανού κριτικού: “...ο Σον Πεν σκηνοθετεί σαν 13χρονος που μόλις ανακάλυψε το Φύλακα στη Σίκαλη...” Κι όμως, παρά το ότι ο Μακάντλες του Πεν (που ερμηνεύει αξιομημόνευτα ο Εμίλ Χιρς και φωτογραφίζει υπέροχα ο Ερίκ Γκοτιέ) μ’ εξόργισε, μ’ έκανε επίσης να ψάξω για το ποιος πραγματικά ήταν, φτάνοντας έτσι στο βιβλίο του Κρακάουερ. Εκεί διάβασα για ένα παλικάρι έξυπνο, δραστήριο κι επιδέξιο, που ενώ αποκύρηξε από πολύ νωρίς μύθους όπως η αποταμίευση, η καριέρα, η άσπιλη οικογενειακή ευτυχία κι όσα άλλα θυμίζουν διαφημίσεις γιαουρτιού, κίνησε αμέσως να τους αντικαταστήσει. Είτε πίστεψε στους νέους μύθους του με το δογματισμό ενός νεοφώτιστου, είτε έκανε ότι έκανε για να τους επιβεβαιώσει, ρισκάροντας την απομυθοποίηση, η ουσία είναι πως κυνήγησε μέχρι τέλους μια απόλυτα κοινότοπη ουτοπία. Αυτήν που τα τραγούδια, τα βιβλία, οι ταινίες και τα 2/3 της δημοφιλούς κουλτούρας αποκαλούν φυγή κι ως τέτοια την πουλάν. Το “βρε θα πάρω μια μέρα τα βουνά...” είναι πια τόσο μεγάλο κλισέ, που μοιάζει σχεδόν αδύνατο να μη βρει κανείς κάτι απ’ τον εαυτό του στην ιστορία του Κρις Μακάντλες.

Πάμε πάλι απ’ την αρχή: Το ντοκιμαντέρ Ο Ρον Λαμόθ, θα ήταν σήμερα συνομήλικος του Κρις, αν εκείνος επέστρεφε τελικά απ’ την άγρια φύση. Η ιστορία αυτή τον στοίχειωσε για δύο σχεδόν δεκαετίες, μέσα στις οποίες βρέθηκε να περιηγείται στην Αφρική, να δουλεύει ως εκπαιδευτικός, να συλλέγει πτυχία για να καταλήξει freelance ντοκιμαντερίστας. Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες να συζητήσει την πιθανότητα μιας ταινίας για τον Κρις με τους γονείς του, αλλά και την αποθάρρυνσή του απ’ τον ειδήμοναμακαντλεσολόγο Τζον Κρακάουερ, αποφάσισε να το κάνει χωρίς να ρωτήσει κανέναν πριν ο συμβιβασμός που έρχεται με την ηλικία τον προλάβει. Όλως περιέργως η καύλα ήταν ακόμα εκεί ύστερα από τόσα χρόνια κι ο Ρον, αφού αντιπαρήλθε και την αποκαρδιωτική είδηση της αντίστοιχης χολλιγουντιανής παραγωγής, πακετάρισε και ξεκίνησε τη δική του περιπέτεια στα ίχνη του ήρωα των νιάτων του. Μίλησε κι αυτός με πολλούς ανθρώπους, που είτε γνώρισαν από κοντά τον Κρις είτε σχετίστηκαν κάπως με την ιστορία του κι ανακάλυψε κάποια ενδιαφέροντα νέα στοιχεία, ενώ συνέταξε μια ακόμα ημιαυθαίρετη θεωρία, για όσους αρέσκονται στα μυστήρια. Στο ντοκιμαντέρ του λοιπόν, ξεμπροστιάζει κατά κάποιον τρόπο τους Κρακάουερ και Πεν για την εμμονή τους στην αυθαίρετη, δραματοποιημένη εκδοχή του θανάτου του Μακάντλες και φέρνει στο φως ένα, ανεξήγητα, παραμελημένο στοιχείο: το μοιραίο φθινόπωρο, λίγο μετά την έρευνα των αρμόδιων αρχών, ο ντόπιος Γουίλ Φόρσμπεργκ βρήκε μια τσάντα που είχε ξεφύγει απ’ τα λαγωνικά. Μέσα, βρήκε ένα πορτοφόλι με αρκετά χαρτιά (άδεια οδήγησης, αριθμό

κοινωνικής ασφάλισης κλπ) που αποδείκνυαν την ταυτότητα του μυστηριώδους ερημίτη καθώς και την διάθεσή του να επιστρέψει στην κοινωνία που, σύμφωνα με τον Σον Πεν, είχε τόσο δραματικά αποκυρήξει, καίγοντας στοιχειώδη θεσμικά της εργαλεία όπως τα χρήματα κι η ταυτότητα. Πάνω σ’ όλ’ αυτά, ο Λαμόθ εστιάζει σε μια λεπτομέρεια που λέει πολλά για το πως μπορεί κάποιος να χειριστεί μια ιστορία. Στη λίστα των αρχών με τ’ αντικείμενα που βρέθηκαν υπάρχει και η λέξη “χάρτης”. Ο Κρακάουερ (και μοιραία κι ο Πεν) υπονοεί ότι ο νεαρός αγνόησε τη χρησιμότητα ενός χάρτη, θέλοντας να εξομοιώσει πιο αυθεντικά την εμπειρία της διαβίωσης στο άγνωστο, το αχαρτογράφητο, το άγριο. Πολύ ρομαντικό, αλλά μίλια μακριά απ’ την πεζή αλήθεια. Ο Μακάντλες είχε υποπέσει στην αμαρτία της συμβατικότητας, κουβαλώντας μαζί του ένα... χάρτη. Busted! Στο τέλος βέβαια ο Λαμόθ, δεν αντιστέκεται ούτ’ αυτός στον πειρασμό να μοιραστεί μαζί μας τη δική του θεωρία για το θάνατο του Κρις Μακάντλες. Κάνει κάποιες υποθέσεις γύρω απ’ τη κατάσταση της υγείας του νεαρού με βάση τη διάσημη φωτογραφία μπροστά στο λεωφορείο, αλλά και τ’ ακριβή λόγια του στο σημείωμα SOS που άφησε καρφωμένο στο σασί. Και πάμε πάλι απ’ την αρχή για τους επίδοξους Σέρλοκ Χολμς...

Τα γεγονότα πάνω απ’ τις ερμηνείες Το ίδιο χιλιοειπωμένο ανέκδοτο, μπορεί να προκαλέσει τελείως διαφορετικές αντιδράσεις, όταν ειπωθεί από διαφορετικούς ανθρώπους. Είν’ η ατάκα που μετράει, η εκφραστικότητα κι οι σάλτσες που ο καθένας έχει τη φαντασία να προσθέσει. Όμως η ιστορία του λαγού και της χελώνας, όπως και να την πει κανείς... είναι η ιστορία όπου ο λαγός υποτίμησε τη χελώνα κι ενώ γλεντούσε πρόωρα τη νίκη του, τον πήρε ο ύπνος κι εκείνη τερμάτισε πρώτη. Μπορεί κάποιος να παρομοιάσει το λαγό, φερ’ ειπείν, με την καπιταλιστική υπερδύναμη που επαναπαυμένη στην κυριαρχία της, τρώει και πίνει, ενώ οι καταπιεσμένες μάζες ετοιμάζουν αργά αργά την επανάσταση και τελικά θριαμβεύουν. Βέβαια αμέσως μετά, οι μάζες (ή έστω οι εκπρόσωποί τους) γίνονται ο λαγός, φουσκώνουν και βαραίνουν απ’ τη σιγουριά του θριάμβου τους, ενώ ο χελωνοποιημένος καπιταλισμός, παίρνει δυνάμεις κι αργά αργά ανακτά τα σκήπτρα. Και στις δυο, τυχαία επιλεγμένες, περιπτώσεις όμως, ο λαγός είναι ο γρήγορος και η χελώνα η αργή κι αυτό το γεγονός δεν αλλάζει με τίποτα. Παραμένει αναλλοίωτο εις τους αιώνες των αιώνων και η καθολική αναγνώρισή του, είναι που κάνει την ιστορία διαχρονική και την τοποθετεί πάνω απ’ την εκάστοτε ερμηνεία της.

Βιβλία:

• Into the Wild, John Krakauer • The Call of the Wild, Jack London • To Build a Fire, Jack London • Resistance to Civil Government, Henry David Thoreau

Οπτικοακουστικά:

• Into the Wild, Sean Penn • The Call of the Wild, Ron Lamothe • Into the Wild OST, Eddie Vedder Abstract: Loukas Tsouknidas recounts the Chris McCandless story and, based upon the three versions by John Krakauer, Sean Penn and Ron Lamothe, he comments on the boundaries between reality and myth.


η πολυθρόνα Η πολυθρόνα αυτή δεν έχει μέσα τις λίρες του εβραίου γείτονα απ’ την κατοχή. Είναι ταλαιπωρημένη αλλά όχι διερρηγμένη. Για τον παλιατζή μόνο έχει συγκεκριμένη αξία και μάλιστα αφορολόγητη. Οι πολυθρόνες της προγιαγιάς μου ήταν φτιαγμένες έτσι, ώστε με σωστή συντήρηση να κρατήσουν όχι μία, αλλά πολλές ολάκερες ζωές. Όσο για το στιλ; Διαχρονικό, θα το αποκαλούσε ένας γκαλερίστας της Ερμού με υποψία υπερβολής. Η αλήθεια είναι πως διατηρούν μια κλασική ομορφιά αλλά κανείς ποτέ δεν τις βρήκε αναπαυτικές. Η βασική αυτή λεπτομέρεια όμως, μπορεί να σκότωσε την εικονιζόμενη ενώ εκείνες, να τις καταδίκασε σε μια αξιοπρεπή, μα απαθή αθανασία. φωτό - κείμενο: Λουκάς Τσουκνίδας


Lilly McElroy: I Throw Myself at Men Στο ρόλο του Γιώργου Πασχαλίδη ο Λουκάς Τσουκνίδας φωτό: Lilly McElroy / www.lillymcelroy.com

Μια καλλιτέχνις ρίχνεται σε άντρες. Πόσο σίγουρη είναι ότι θα την πιάσουν; Κυνηγοί, ψαράδες, τερματοφύλακες. Ε, και;


...δεν πας για ψάρια; Μια γνωστή μου αναρωτήθηκε πρόσφατα: “Μα, που είναι ο άντρας-κυνηγός;” Για πολλοστή φορά μια γυναίκα, εξέφρασε το παράπονό της για τη γενική απροθυμία των νεοελλήνων να τρέχουν πίσω από συγκεκριμένους ποδόγυρους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Προτιμούν, όπως φαίνεται, να μοιράζουν το λίγο ελεύθερο χρόνο τους — και τις πιθανότητες επιτυχίας— σε περισσότερους ποδόγυρους. Είναι δεν είναι μια δεκαετία και βάλε πριν, που κάποια άλλη γνωστή μου είχε εκφραστεί ακόμα πιο απαξιωτικά: “Δεν υπάρχουν άντρες.” Υπερβολές; Τότε δεν είχα καταλάβει ακόμα πολλά, όμως ήταν η πρώτη φορά που υποπτεύθηκα πως η λέξη άντρας δεν έχει ορισμό. Είναι μια αφηρημένη έννοια, που ενίοτε συμπληρώνεται απ’ τους προσδιορισμούς -κυνηγός, -κουβαλητής, -επιβήτορας, -προστάτης, -σύντροφος, -στήριγμα κλπ. Ο προσδιορισμός -κυνηγός, για να γυρίσω στο παράπονο, φωτογραφίζει προφανώς τον άντρα εκείνο, που επιλέγει προσεκτικά το θήραμά του (εκλεκτικός), τα όπλα του (γοητευτικός) και τη στιγμή που θα χτυπήσει (υπομονετικός). ‘Οταν αυτή έρθει, ρίχνει στο ψαχνό (με αυτοπεποίθηση) και μαζεύει το ερωτοχτυπημένο κορμί απ’ το πάτωμα (σαρωτικός). Ενδιαφέρουσα φαντασίωση που σίγουρα βγαίνει αληθινή που και που. Είμαι όμως σίγουρος —σαν έξοδος του Έντβιν Φαν Ντερ Σαρ σίγουρος— ότι το ποσοστό επί του συνολικού αντρικού πληθυσμού που ασχολείται επισταμένα με το “κυνήγι” του ποδόγυρου, παραμένει αναλογικά σταθερό σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, σε όλες τις εποχές και κουλτούρες. Ότι συμβαίνει δηλαδή σε κάθε ομάδα ανθρώπων: Λίγοι νικητές, πιο πολλοί χαμένοι κι ακόμα περισσότεροι θεατές, φαφλατάδες προπονητές και γκολτζήδες της εξέδρας.


Γι’ αυτό, αντί ν’ απολογηθώ για μια κατάσταση που δεν πιστεύω ότι άλλαξε ποτέ παρά μόνο βγήκε στην επιφάνεια με την παρακμή του προξενιού, προτιμώ να ρίξω το φως του προβολέα σ’ έναν άντρα υποτιμημένο, σε σχέση με τον ομόλογό του στην αναζήτηση ωμού κρέατος, τον άντρα-ψαρά. Και δεν εννοώ τον ψαροντουφεκά, που λειτουργεί πάνω-κάτω ως -κυνηγός. Μιλώ για τον στωικό, πράο κι υπομονετικό -ψαρά, που κάθεται στο σκαμνί του, περιμένοντας με το καλάμι του τα ψάρια να τσιμπήσουν το δόλωμα, ελπίζοντας το φορητό ψυγείο του να γεμίζει μ’ αυτά όσο αδειάζει από μπίρες. Ο ευγενής αυτός σεξοθήρας, όχι μόνο δεν είναι ψωροπερήφανος, αφού το δόλωμά του είναι εκεί για όλα τα ψάρια της θάλασσας, όμορφα κι άσχημα, αλλά έχει και τη δυνατότητα ελέγχου των απωλειών. Αν πχ. ένα ψάρι δεν του αρέσει, μπορεί να το ρίξει πίσω στο νερό με μια μικρή πληγή, αντί για τα θανατηφόρα σκάγια-διασποράς στα σωθικά που αφήνει ο -κυνηγός. Κι ενώ πολλά ψάρια περνούν δίπλα απ’ τ’ αγκίστρι του και περιπαίζουν το δόλωμά του, εκείνος δεν αντιδρά με οργή ή εκδικητικότητα. Ξέρει ότι υπάρχει ένα ψάρι και γι’ αυτόν κάπου στον ωκεανό που αργά ή γρήγορα θα τσιμπήσει κι έτσι πίνει άλλη μια γουλιά απ’ την παγωμένη μπίρα του και περιμένει... Η Λίλι Μάκελροϊ τείνει να παίρνει τα πράγματα τοις μετρητοίς κι έτσι στο τελευταίο της φωτογραφικό πρότζεκτ, που ενέπνευσε αυτό το κείμενο, ρίχνεται σε άντρες. Δηλαδή σχεδόν οριζοντιώνεται, όπως βλέ-

πετε, περιμένοντας να την πιάσουν. Δοκιμάζοντας σαν σε κρας-τεστ, όπως θα έλεγε κάποιος θεωρητικός, τη λεπτή ισορροπία μεταξύ ρίσκου κι εμπιστοσύνης που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις κατά τη γέννησή τους. Εντυπωσιακό όσο και αστείο. Αν με ρωτούσε πάντως πριν ξεκινήσει, θα της έλεγα ν’ αποφεύγει τους -κυνηγούς και να προτιμά τους -ψαράδες —εκτός κι αν μπορεί να βρει τερματοφύλακες— αφού οι πρώτοι, τείνουν να κάνουν στην άκρη όταν το αγριογούρουνο έρχεται κατά πάνω τους.

Λίγα για την καλλιτέχνιδα: Η Λίλι Μάκελροϊ, όταν δε ρίχνεται σε άντρες, φωτογραφίζει τον εαυτό της να κοιμάται σε ασυνήθιστες τοποθεσίες, καλεί εκατοντάδες ανθρώπους να παρακολουθήσουν το ηλιοβασίλεμα μαζί της, προστατεύει τμήματα του πεζοδρομίου από επίδοξους καταπατητές, σπρώχνεται σε ρυθμούς κάντρι με μεσήλικους καμπόυδες κοκ. Ότι κι αν είναι όλ’ αυτά, είν’ η τέχνη της Λίλι και μπορεί κανείς να τα δει στο www. lillymcelroy.com. Abstract: A presentation of Lilly McElroy’s photographic performance entitled “I Throw Myself at Men”, along with a comic article inspired loosely by her visuals. Most of her work is available for browsing at www.lillymcelroy.com.


Το 1785, πολύ καιρό πριν την πρώτη κάμερα, σχεδιάστηκε μια φυλακή όπου όλοι παρακολουθούνταν σε μόνιμη βάση. Η τεχνολογία δε γέννησε το τέρας, το έκανε απλά πιο ευέλικτο. Κωστής Αλεξανδρόπουλος

CCTV… Παρακολούθηση. Κάμερες στις γωνίες στραμμένες προς το πλήθος που περπατάει στους δρόμους της πόλης. Οι κάμερες τοποθετημένες απ’ τον αόρατο controller σε τέτοιες γωνίες που δίνουν την εντύπωση ότι κινούνται. Ένα οπτικό παιχνίδι/τέχνασμα, όπως σε κάποιες φωτογραφίες όπου το κεντρικό αντικείμενο είναι έτσι ευθυγραμμισμένο ώστε να ακολουθεί το μάτι του θεατή ή να το καθηλώνει, αφού εκείνο δεν μπορεί ν’ αποδεσμευτεί απ’ την παρουσία του προτασσόμενου σημείου. Το άψυχο αντικείμενο, μέσω της κινήσεως του αμφιβληστροειδούς, αποκτά ζωή, υπόσταση και κατ’ επέκταση παρουσία μέσα στο χώρο. Γίνεται ένα ζωντανό στοιχείο της ζωής στη πόλη, ξέχωρο από το φασματικό δωμάτιο με τις οθόνες, έναν κλειστό χώρο όπου ο φωτισμός είναι πάντα τεχνητός και στην λευκή φορμάικα, την επιφάνεια του γραφείου, υπάρχουν μόνιμα αποτυπώματα από φλυντζάνια καφέ και ιδρώτα... Η παρακολούθηση των πολιτών δεν είναι καινούργια υπόθεση, με την έννοια ότι πάντοτε αναπτύσσονταν στις κοινωνίες εκείνα τα συστήματα έλεγχου, που θα απέτρεπαν τους πολίτες από πράξεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ιδέα της κοινότητας —αρχικά ήταν οι απαγορεύσεις/ταμπού σχετικά με την αιμομιξία, την κλοπή κτλ. Για τον άνθρωπο που ζει στις κοινωνίες αυτές το ταμπού είναι πανταχού παρόν, δεν μπορείς να κρύψεις την “απόκλιση” σου κλείνοντας τις πόρτες και τα παντζούρια του σπιτιού σου. Το μίασμα που θα επιφέρεις, στον οίκο αρχικά και στην κοινότητα έπειτα, είναι προϊόν μεταφυσικής, πανταχού παρούσας, ετυμηγορίας. Ο πλατωνικός Σωκράτης θεωρεί τους Νόμους ως αυθύπαρκτες οντότητες, επίσης πανταχού παρούσες, που ζουν στο εσωτερικό ηθικό οικοσύστημα του κάθε πολίτη, ο οποίος έχει, μ’ ένα άγραφο συμβόλαιο, αναλάβει την ευθύνη της διατήρησης της Πόλης —μιας εξίσου αφηρημένης υπαρκτής οντότητας, της οποίας οι Νόμοι ενέχουν αξία νευρικού συστήματος. Το ηθικό και το πολιτικό, στην Πλατωνική περίπτωση, ταυτίζονται. Έπειτα από αιώνες, εις εκ των θεμελιωτών του Αμερικανικού συντάγματος, ο John Adams, θα πει ότι η κοινωνία είναι “το βασίλειο των νόμων, όχι των ανθρώπων” προσδίδοντας στους νόμους μία υπόσταση διόλου ξέχωρη από την θρησκευτική ιδέα της ηθικής. Συστήματα που, a priori, θέτουν τον πολίτη υπό καθεστώς παρακολουθήσεως, αφού αυτός ο ίδιος είν’ ο εγγυητής των εκ του άνωθεν δοθέντων επιταγών, αυτός, ως λάτρης του Παντοκράτωρος Ιησού, τελεστής του νόμου —συμβολαίου ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους. Ο Jeremy Bentham εκπονεί την ιδέα του Πανοπτικού (1), αρχικά, ως μία αρχιτεκτονική προσέγγιση στο ζήτημα των φυλακών που στις μέρες του, στα τέλη δηλαδή του 18ου αιώνα, είναι ασφυκτικά γεμάτες από κρατούμενους, έτσι ώστε να δημιουργείται πρόβλημα με την διατήρηση της τάξης εντός τους. Οι φύλακες είναι, λόγω προϋπολογισμού, λίγοι ενώ οι κρατούμενοι πολλοί. Μία μικρογραφία της κοινωνίας, που έχει αποκλίνει απ’ το συμβόλαιο εμπιστοσύνης πολιτών/εξουσίας. Ένα αναμορφωτήριο, μια ριζική ανακαίνιση τρόπου σκέψεως και πλύση εγκεφάλου για ‘κείνους που αδυνατούν να συντονιστούν με το Νόμο —κάτι απαραβίαστο και άβατο. Η βασική αρχή του συστήματος αντλεί την ρητορική της απ’ τη θρησκεία: να βρίσκεσαι διαρκώς υπό καθεστώς παρακολουθήσεως. Ακόμη κι όταν δεν σε βλέπουν να πιστεύεις ότι σε βλέπουν. Εφόσον το σύστημα του Bentham αποδείχτηκε επιτυχημένο δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου να αποφυλακιστεί κι αυτό, να βγει στους δρόμους και να έρθει να καλύψει το κενό εξουσίας που άφησε πίσω της η απουσία πλέον του Νόμου και των κοινωνικών συμβολαίων. Η εξουσία, που δρα ολοένα και πιο απολυταρχικά, ζει ταυτόχρονα μέσα σε καθεστώς καχυποψίας και σαν σαιξπηρικός ήρωας βυθίζεται διαρκώς στην άβυσσο. Δεν εμπιστεύεται κανέναν και γίνεται σταδιακά πιο αλαζονική κι απόλυτη. Βλέπει παντού σκιές, εχθρούς, δυνάμει σφετεριστές και θεωρεί τους πάντες ύποπτους, συνωμότες. Η κοινωνία όλη τελεί υπό καθεστώς ομηρίας και το να πράξεις, ή μη, το “κακό” δεν είναι μια ηθική/πολιτική απόφαση αλλά αποτέλεσμα φόβου, ενώ το τεκμήριο της αθωότητας, αντεστραμμένο, ονομάζεται τεκμήριο της ενοχής. Είναι παράδοξο, αλλά υπάρχουν φορές που επιθυμείς τους τοίχους της φυλακής γιατί εκεί ξέρεις τι σε περιβάλει, η σκάφη είναι σκάφη και τα σύκα σύκα. Προτιμότερο δηλαδή, απ’ αυτή τη συγκάλυψη που ορίζει τη ζωή στις μητροπόλεις του κόσμου, εκεί που δεν υπάρχει το ατομικό, προσωπικό, ιδιωτικό (παρά μόνο στο πεδίο της ιδιοκτησίας). Σημειώσεις: (1) Το Πανοπτικόν είναι ένα κτίριο σχεδιασμένο έτσι, ώστε όσοι είναι μέσα να παρακολουθούνται διαρκώς δίχως όμως να το αντιλαμβάνονται. Η ιδέα ανήκει στον βρετανό φιλόσοφο Jeremy Bentham.

Abstract: Kostis Alexandropoulos connects the panopticon theory with today’s surveillance culture.


τα εφήμερα Εμμανουήλ Ροΐδης Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν’ αναγνώσω εν αυταίς τα εξής: «Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄). Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα. Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα. Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ’ ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ’ ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο

εικονογράφηση: Πέτρος Χριστούλιας

ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής. Tα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια. Tα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Eίς τινας χώρας και ιδίως εν Bελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Tα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Tα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ’ η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Oλίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού. Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Mαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατώρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν’ αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Tοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.


τα εφήμερα Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Kηφισού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Kολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Aφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Kυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. O καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως να εκρυφομίλουν. Aλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ιπταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Oυδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Tο πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώσει περί των εφημέρων, και μετ’ αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπαγόρευε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είναι ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είναι τις ούτε κοιμάται ακόμη. Eις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίσει η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είναι να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην. M’ εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ’ άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον. ― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω. ― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων· όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ’ έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν’ αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου. Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ’ αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ’ αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός. Kατ’ εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν’ απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν’ ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας. Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ’ αρκετά σ’ εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ’ εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ’ αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε. Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν


τα εφήμερα άπνους εις το νερόν, καθ’ ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά. Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Aλλ’ αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απεναντίας και αναμφισβήτητον είναι ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ούδ’ εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Oυδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν’ αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της δια ν’ ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Mόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, δια τον λόγον ότι είναι ακαταμάχητον το επιχείρημα: “Kυρία μου, δεν έχομεν καιρόν”. Aλλ’ ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, δια τον λόγον ότι ουδέ δια τας τοιαύτας δεν περισσεύει καιρός. Eίναι τα μόνα πλάσματα, δια τα οποία είναι ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; H ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι’ ύδατος το ποτήριον, μέχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι. Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα, τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είναι το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή. Mόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν’ αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ’ αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού. Kατ’ αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον, αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν’ αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Tην απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είναι βάσανος οδυνηρά. Tον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Mόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου. Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησιν, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Aύται είναι τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Eκκλησιαστού και του Iερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδι, ώστε κατήντησαν κοινοί τόποι. Kατ’ ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ’ αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπί-

νη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. O βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του. Mη αρκούμενος να ζήση και ν’ αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγχνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητή ν’ ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος, αντί να ενοχλή δια της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει δια των ανταποκρίσεων αυτού ή δια του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Pώμη, εν Πετρουπόλει, εν Nέα Yόρκη και εν Πεκίνω. Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Tην διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Aληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ’ εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν δια να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Eπί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Oυφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Mακροβιωτική. Aν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως εις Aγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Oυδ’ ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οιονδήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού. Δεν εννοώ δια τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν ούτε το περί αθανασίας της ψυχής χριστιανικόν δόγμα, αλλ’ άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών δια του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Tούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ’ αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είναι να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις. Aλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν’ αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Mεθύομεν προκαταβολικώς δι’ οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. O πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ’ εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν’ ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων. (από τα Άπαντα, Δ΄, Eρμής 1978)


Κάποτε, ήταν σχεδόν αδύνατο (αλλά και κακό) να κτίσεις παλάτια στην άμμο. Τώρα, κτίζουν ολόκληρα νησιά. Με ποιο κόστος; Υπάρχουν, ακόμα κι αν η ελευθεριακή φύση της σκέψης μας το αρνείται, όρια στα πάντα. Ο άνθρωπος κατασκευάζει διαλεκτικά δίπολα πολύ πριν από την εισαγωγή της Διαλεκτικής σαν εργαλείο ανάλυσης και μετασχηματισμού της υπάρχουσας κοινωνίας. Υπάρχουν επίσης όρια που αμφισβητούνται. Κι αυτό συνήθως συνιστά μιαν υγιή αντίδραση κι έναν πραγματικό μηχανισμό εξέλιξης. Μάλλον κάπως έτσι υπάρχει, απ’ την απαρχή σχεδόν της αστικής κοινότητας και το διαλεκτικό δίπολο «κτισμένο - άκτιστο», το όποιο, αρχικά τουλάχιστον, μεταφράζεται στο περισσότερο εύληπτο σχήμα «φυσικό - τεχνητό» ή στο σχήμα «αστική ζωή - ζωή στην ύπαιθρο». Ένα γνωστό μεσαιωνικό γνωμικό λέει πως «ο αέρας της πόλης κάνει τους ανθρώπους ελεύθερους». Τα πράγματα θα πρέπει μάλλον να έχουν αλλάξει από τότε, γιατί κανένας κάτοικος της πόλης ή της απομένουσας υπαίθρου δεν αισθάνεται πραγματικά ελεύθερος. Τα όρια μεταξύ άκτιστου και κτισμένου τείνουν να εξαλειφθούν παγκοσμίως. Υπάρχουν μελέτες σχετικές με τις ανεξέλεγκτες οικιστικές αναπτύξεις στις μεγάλες πόλεις που είναι σοκαριστικές. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η εξάλειψη των ορίων αυτών δεν είναι ούτε μια υγιής αντίδραση ούτε κι ένας πραγματικός μηχανισμός εξέλιξης. Το άκτιστο δεν είναι κάποιο θεωρητικό σχήμα, είναι μια κατάσταση. Μια κατάσταση που ενώ θεωρούνταν δεδομένη, σήμερα επαναπροσδιορίζεται. Τα παρακάτω παραδείγματα δίνουν μια εικόνα για το πώς μπορεί να γίνει αυτός ο «επαναπροσδιορισμός». Κωνσταντίνα Κάλφα

“Τα όρια της πόλης, τα όρια μιας ελάχιστα ξεκάθαρης ιστορίας και τα όρια μας.”


Παράδειγμα πρώτο Μια νεαρή γυναίκα εγκαταλείπει το μικρό χωριό της ανατολικά της Ντάκα (ή μια μικρή κωμόπολη κοντά στο Κάιρο) αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Tο πιθανότερο είναι πως θα προσπαθήσει (αρχικά) να βρει μια σίγουρη κατοικία στο κέντρο της πόλης αλλά γρήγορα, αποθαρρυμένη από τα υψηλά ενοίκια, θα κινηθεί προς την περιφέρεια. Εκεί, θα εγκατασταθεί πιθανώς σε κάποια μικρή παραγκούπολη στριμωγμένη ανάμεσα σε κάποιο τοξικό εργοστάσιο και μια μολυσμένη λίμνη, σαν κι αυτή που περιέγραψε κάποτε ο Jeremy Seabrook. Το γεγονός αυτό, ως ένα συμβάν που (από μόνο του) είναι μικρής σημασίας, θα περάσει στα ψιλά γράμματα. Στην πραγματικότητα όμως, θα έχει μόλις καταρριφθεί ένας ακόμα μύθος του άκτιστου και θα ‘χει, για ακόμα μια φορά, αμφισβητηθεί το περιεχόμενο αυτού που η σύγχρονη αστική δομή είχε —για τον ένα ή τον άλλο λόγο— καταχωρήσει στην κατηγορία μη-οικοδομήσιμο. Στο μεταξύ, στο Καράκας, ένας νεαρός κτίστης θα δοκιμάζει τα όρια μιας λεπτής ισορροπίας προσδίδοντας μάλιστα, χωρίς ίσως ο ίδιος να το γνωρίζει, μια επιπρόσθετη αστάθεια στο έδαφος πάνω στο οποίο κτίζει˙ καθιστώντας το άκτιστο, περισσότερο άκτιστο. Μέσα στον επόμενο μήνα, οι κατολισθήσεις, η συχνότητα των οποίων αυξάνεται εκθετικά τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της συνεχούς αντικατάστασης της βλάστησης από τις αυτοκατασκευές, θα απειλήσουν ως και δύο φορές την κατοικία του.

Παράδειγμα δεύτερο Η εταιρία Nakheel Properties είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία real-estate του Ντουμπάι, μετά τη δημοσίου συμφέροντος εταιρεία Emmar Properties. Ουσιαστικά είναι κι η μόνη που ασχολείται αποκλειστικά με την κτηματαγορά. Η Nakheel, με το σχεδιασμό, την κατασκευή και αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας και μεγάλης κλίμακας τεχνικών έργων, έχει κατ’ ουσία ρόλο developer για την περιοχή του Ντουμπάι, διαμορφώνοντας μια πρωτοφανή —σε μέγεθος και ρυθμό— τουριστική κι εμπορική ανάπτυξη. Στο portfolio της εταιρίας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα διάσημα τεχνητά συγκροτήματα σε σχήμα φοίνικα «Palm Islands», σήμα κατατεθέν της Nakheel αλλά και της σημερινής εικόνας-στάτους των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων. Απ’ το 2004, η εταιρία ξεκίνησε την κατασκευή ενός μέγα-συγκροτήματος 300 περίπου τεχνητών νήσων, που σχηματίζουν σε κάτοψη τον παγκόσμιο χάρτη, το αρχιπέλαγος «Τhe World». To συγκρότημα απέχει από την ακτή του Ντουμπάι 4 χλμ, περίπου, και δεν υπάρχει καμία τεχνητή γέφυρα σύνδεσής του μ’ αυτήν —οι μοναδικοί τρόποι πρόσβασης στα νησιά είναι με σκάφος ή με ελικόπτερο. Το κάθε νησί έχει έκταση που ξεκίνα από τα 14 και μπορεί να φτάσει τα 42 στρέμματα, ενώ η μέση απόσταση μεταξύ των νησιών είναι 100 μ. Ολόκληρο το συγκρότημα περιβάλλεται από μια ελλειψοειδή ζώνη που λειτουργεί ως κυματοθραύστης και παρέχει προστασία από την ανοιχτή θάλασσα και τη διάβρωση. Η όλη ανάπτυξη πρόκειται να καλύψει συνολική έκταση μήκους 9 και πλάτους 6 χλμ. Όπως και στην περίπτωση των Palm Islands και των άλλων τεχνητών νησιών, το The World κατασκευάζεται κυρίως με άμμο που ανασύρεται από τον πυθμένα της θάλασσας. Συνολικά θα χρειαστούν 326.000.000 μ3 άμμου για την ολοκλήρωση του έργου. Αυτό το μέγεθος είναι μόνο ένα μικρό ποσοστό από τα γιγάντια αποθέματα της Αραβίας. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η τεράστια οικονομική επιτυχία της σύλληψης. Το Ντουμπάι εξαντλεί ταχύτατα τα τελευταία πετρελαϊκά αποθέματα του. Αν αυτές οι ενεργειακές αποθήκες επανεπενδυθούν στην πραγματικά ανεξάντλητη πηγή της περιοχής, την άμμο, το όφελος θα είναι σαφώς μεγάλο. Σαν τη χαμένη Αντλαντίδα που ανασύρεται από τα βάθη της θάλασσας, το Τhe World αντιπροσωπεύει την ποθητή εναλλακτική του τεχνητού: τα 232 χλμ ακτογραμμής που προστίθενται για τουριστική κι εμπορική εκμετάλλευση. Ο παλιός κι ο σύγχρονος δικτυακός κόσμος συνδέονται σε μια ευθεία εικονογραφική μεταφορά ενώ πρόσθετες τεχνητές οάσεις εκτείνονται άμετρα σε στεριά και θάλασσα. Κι η εξάπλωση του δομημένου περιβάλλοντος αναδιατυπώνει τα όρια της…


Παράδειγμα τρίτο Στην αίθουσα «Goya» του μουσείου «El Prado» της Μαδρίτης υπάρχει ένας πίνακας απ’ τη σειρά των υπέροχων τοιχογραφιών της «Έπαυλης του Κουφού», οπού ο Ισπανός ζωγράφος έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο πίνακας μαγνητίζει με τον απίστευτο λυρισμό και την εσωτερική του ένταση. Ο τίτλος του είναι: «Ο Κρόνος καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του». Ένας μεσόκοπος άνδρας (ο Κρόνος), με λυγισμένα τα γόνατα, το κορμί του σχεδόν διπλωμένο από το ίδιο του βάρος, τα μαλλιά ανάκατα, ριγμένος στο απόλυτο σκοτάδι που πλαισιώνει τη μορφή του, σηκώνει στα χέρια το παιδί του. Τα νύχια του μπήγονται μέσα στη σάρκα του μικρού, ενώ το στόμα του, ορθάνοικτο, γεμίζει με το αριστερό χέρι. Το κεφάλι λείπει —έχει ήδη φαγωθεί. Το αίμα, το πιο έντονο χρωματικά στοιχείο του πίνακα, πλημμυρίζει το σώμα του βρέφους, που αποδίδεται εδώ με σώμα ενήλικα. Το βλέμμα του Κρόνου, τρελό, στοιχειωμένο και ταυτόχρονα αποφασισμένο να αποτελειώσει το φρικαλέο του έργο. Είναι το πιο τρομαχτικό βλέμμα φόβου και φρίκης που έχει αποδοθεί ποτέ σε ζωγραφικό πίνακα. Σύμφωνα με το μύθο, ο Κρόνος, που έριξε από το θρόνο τον ίδιο του τον πατέρα, κληρονόμησε απ’ αυτόν, εκτός απ’ την εξουσία, τη φοβερή κατάρα της εκθρόνισής του απ’ τα παιδιά του. Από φόβο ότι εκείνα θα ξεσηκωθούν πράγματι εναντίον του, παίρνει μια τρομερή απόφαση. Προστάζει τη γυναίκα του τη Ρέα, κάθε φορά που γεννάει, να του πηγαίνει το παιδί. Κι αυτός θα το τρώει. Καταφέρνει έτσι, μέσα από αυτή τη σχιζοφρενική διαδικασία, να συντηρεί την εξουσία του. Η Ρέα όμως, στο έκτο παιδί, ξεγελάει τον Κρόνο που αντί για βρέφος, καταπίνει πέτρα. Το μωρό που γλιτώνει είναι ο Δίας ο οποίος τελικά, μεγαλώνοντας, ρίχνει τον Κρόνο απ’ το θρόνο το θεών κι ελευθερώνει τα αδέρφια του. Η κατάρα, παρά τις φρενήρεις προσπάθειες του Κρόνου, πραγματοποιείται. Ένα είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον πίνακα: ο φόβος. Είναι το άγχος κι η συνεχής ανασφάλεια, η παρανοϊκή κι εγωιστική διάθεση της διασφάλισης της κυριαρχίας του, της ίδιας του της επιβίωσης, που οδηγεί τελικά τον Κρόνο στην τρέλα, στο σκοτάδι. Φαινομενικά, η συνείδηση είναι απούσα. Αλλά αν κοιτάξουμε καλύτερα, θα δούμε ότι τα μάτια του μαρτυρούν μια εσωτερική διαπάλη: απ’ τη μια η άγρια αποφασιστικότητα κι απ’ την άλλη, η φρίκη της συνείδησης της αγριότητας της πράξης. Στο βλέμμα του Κρόνου υπάρχει μια αγωνία που δεν μαρτυρά μονάχα το φόβο της εκθρόνισης. Είν’ η αγωνία της απομόνωσης και της μοναξιάς. Κρατάει στο χέρι το ίδιο του το παιδί, καταδικασμένος από μια, ανώτερη απ’ τις δικές του, δύναμη να συνεχίσει να το κατασπαράζει. Δε θα γευτεί ποτέ την ευτυχία του πατέρα που χαίρεται τους γιούς του. Τα γουρλωμένα μάτια του, δίνουν την εντύπωση ότι το στομάχι του δε θα μπορέσει να αντέξει άλλη μπουκιά και το σώμα του λυγίζει από το αβάστακτο βάρος μιας τέτοιας τρομερής καταδίκης. Στη δυτική τέχνη, συνήθως, αποθανατίζεται η στιγμή κατά την οποία επέρχεται η κορύφωση ενός γεγονότος. Αυτό δηλαδή που συνέβη ακριβώς πριν το τραγικό συμβάν. Το εύρημα αυτό διευκολύνει την αφήγηση γιατί παρουσιάζει πιο καθαρά την κατάσταση η οποία οδηγεί


τελικά στο κρίσιμο γεγονός αλλά και γιατί αφήνει στη φαντασία του θεατή το ίδιο το γεγονός. Σε αυτόν τον πίνακα δεν υπάρχει crescento. Αντίθετα, υπάρχει μια διαδικασία. Μια διαδικασία αργή και βασανιστική που το τέλος της είναι ακόμα πολύ μακριά. Τόσο μακριά που κανείς δεν είναι σε θέση να το προβλέψει. Ποια θα ειν’ η επόμενη κίνηση του Κρόνου; Θα συνεχίζει να κατασπαράζει με λύσσα το παιδί του, υπακούοντας στη μεγαλομανία του ή θα πετάξει αηδιασμένος το θύμα του στο χώμα, αποφασισμένος να χαρίσει στους μελλοντικούς απογόνους του την ευκαιρία να υπάρξουν; Κανείς δεν ξέρει. Μόνο όταν ξαναφέρνουμε στο νου μας το μύθο αρχίζει να διαγράφεται μπροστά στα μάτια μας η μορφή του Δία που έρχεται, μέσα από τα σκοτάδια του μαύρου φόντου, να εκδικηθεί για τα αδέρφια του...

Λίγες επισημάνσεις Κανείς δεν υπερασπίζεται τη φύση. Επίσης, κανείς δεν υπερασπίζεται τον άνθρωπο. Πάντα η ιστορία του πολιτισμού μας (αυτού και άλλων) υπήρξε η τάση της μετατροπής του άγνωστου σε οικείο. Η κατάκτηση δηλαδή. Που αναγκαστικά (όχι νομοτελειακά) συνεπάγεται μια καταστροφή. Καμιά φορά η ευκολία με την οποία κάτι το οποίο βρίσκεται στην κατάσταση άκτιστο, μετατρέπεται στην κατάσταση κτισμένο είναι πολύ μεγάλη. Όμως ποτέ το κτισμένο δεν επιστρέφει στην προτέρα κατάσταση με τον ίδιο βαθμό ευκολίας. Αυτό το τελευταίο —αντίθετα με αυτό που ισχυρίζονται όσοι διαψεύδουν τη σκέψη— δεν αποτελεί νομοτέλεια. Απεναντίας, αποτελεί απλώς μια σύμβαση (υπάρχουν κι άλλες τέτοιες) που (πάλι απλώς) κάποιος πρέπει να επανεξετάσει. Χονδροειδώς, υπάρχουν τρεις κατηγορίες του άκτιστου: 1. Αυτό που δε μπορεί να κτιστεί. 2. Αυτό που δεν έχει ακόμα κτιστεί αλλά οι συνθήκες επιτρέπουν ώστε όταν χρειαστεί, να μετατραπεί σε κτισμένο. 3. Αυτό που δε θέλουμε να κτιστεί. Στη πρώτη κατηγορία ανήκουν τα παραδείγματα 1 και 2. Η κατηγορία αυτή τείνει να εκλείψει. Όσα ανήκουν σ’ αυτή μεταφέρονται σταδιακά στη δεύτερη. Εκεί ανήκουν όλες οι εκτάσεις που, με όρους πολεοδομικούς, ονομάζουμε «εντός σχεδίου». Στην Ελλάδα, είναι συνήθης πρακτική οι «εκτός σχεδίου» περιοχές (δηλαδή οι περιοχές αυτές που ακόμα δεν ανήκουν στην κατηγορία 2) να μετατρέπονται σε «εντός σχεδίου» περιοχές με ύπουλους μηχανισμούς (ένας κουβαλάει σπίρτα σε δασική έκταση) και ταυτόχρονα όλοι οι επίσημοι φορείς να είναι ευχαριστημένοι. Υπάρχουν και κάποια κομμάτια γης που δε θέλουμε (όλοι;) να τα κτίσουμε. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Αυτά τα κομμάτια γης είναι αυτά που σχετίζονται με την Εικόνα της κάθε χώρας και με την Ιστορία της. Γι’ αυτό και δε θέλουμε να τα στραπατσάρουμε. Στην Ελλάδα π.χ. ειν’ η Ακρόπολη κι ο Ιερός Βράχος. Ακόμα κι αν έκλεισαν όλα τα ποτάμια της Αττικής και γκρέμισαν όλα τα προσφυγικά και κακοποίησαν όλα τα εργοστάσια ζυθοποιίας, να είστε σίγουροι ότι η Ακρόπολη αντέχει και αντιστέκεται σθεναρά στις πιέσεις (πέρα απ’ αυτούς που γνωρίζουν το υπέρμετρο κάλλος, υπάρχουν κι αυτοί που τη χρειάστηκαν για τους Ολυμπιακούς). Γι’ αυτό και δε θα πέσει. Είπα: «Η ευκολία με την οποία κάτι το οποίο βρίσκεται στην κατάσταση άκτιστο, μετατρέπεται στην κατάσταση κτισμένο είναι πολύ μεγάλη.» Στην πραγματικότητα η διαδικασία έχει συνήθως ως εξής: Κάτι το οποίο βρίσκεται στην κατηγορία 1 εκπίπτει στην κατηγορία 2. Αυτό μπορεί να γίνει με χιλιάδες τρόπους. Δύο όμως είναι οι κυριότεροι: Ο ένας υπάρχει στο πρώτο παράδειγμα. Αυτό που δε μπορεί να κτιστεί μπορεί να είναι το σαθρό έδαφος στο Καράκας ή αλλού, τα εδάφη με χημικά και τοξικά απόβλητα κλπ. Οι άνθρωποι τα κτίζουν γιατί αναγκάζονται. Γιατί αστικοποίηση δε σημαίνει μόνο να φτιάχνεις την Πόλη, αλλά να διαστρέφεις ολόκληρη τη λογική και τη δομή μιας κοινωνίας και να τη μετασχηματίζεις σ’ αυτό που λέμε αστική, αφήνοντας στο τέλος ελάχιστα περιθώρια σε εναλλακτικές δομές. Στο δεύτερο παράδειγμα αυτό που δε μπορεί να κτιστεί είναι η θάλασσα. Επίσης, αυτό με το οποίο δε γίνεται να κτιστεί κάτι είν’ η άμμος. Ο σοφός λαός μας δόξασε τραγουδοποιούς που φτιάχνουν άσματα τα οποία λέν πως «είναι κακό στην άμμο να κτίζεις παλάτια». Τα Μεγάλα Κεφάλ(α)ια τους διέψευσαν Τα κεφάλια αυτά μελετούν μοντέλα κατοίκησης στο φεγγάρι, γιατί το φεγγάρι πουλάει. Ο ντοκυμαντερίστας Γ. Αυγερόπουλος περιέγραψε σε κάποιο επεισόδιο του «Εξάντα» πώς η καταστροφή του περιβάλλοντος μπορεί να κάνει θόρυβο. Πέρα απ’ τον όποιο λυρισμό, αυτή η διαπίστωση σημαίνει στην ουσία πως τα πράγματα τα οποία μετακινήθηκαν από την κατηγορία 1 στην κατηγορία 2 είναι περισσότερα απ’ ότι φανταζόμαστε κι ότι το άκτιστο είναι τελικά είδος υπό εξαφάνιση. Εντάξει. Όταν είπα ότι «το κτισμένο δεν επιστρέφει στην προτέρα κατάσταση με τον ίδιο βαθμό ευκολίας» κι ότι αυτό αποτελεί μια σύμβαση που πρέπει να επανεξεταστεί, δεν αναφερόμουν σ’ όλους. Μόνο στους μηχανικούς. Το άκτιστο μπορεί να γίνει εργαλείο σχεδιασμού. Κι η παραγωγή του χώρου μπορεί να μετασχηματιστεί σε διαχείριση του κενού. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, η δημιουργία χωρίς την αίσθηση της ευθύνης δε μπορεί να σταθεί. Κι η αίσθηση της ευθύνης δε χρησιμοποιείται εδώ με τη χριστιανική της σημασία... Abstract: Konstantina Kalfa argues over the importance of unbuilt space and its thoughtful management by construction engineers during development and extension of urban environments.


Τζενάρλοου

Γουίλσον: Ο απόηχος

Ο Τζενάρλου Γουίλσον ήταν φυλακισμένος αλλά αθώος. Τώρα είναι ελεύθερος αλλά αναμορφωμένος εγκληματίας. Η κοινωνία, βέβαια, βγήκε και πάλι λάδι... Λουκάς Τσουκνίδας Τον περασμένο Νοέμβρη, στο monkie #01, ασχολήθηκα με τον Τζενάρλου Γουίλσον και τη δικαστική του περιπέτεια, που τον έστειλε στη φυλακή για δέκα χρόνια χωρίς δυνατότητα αναστολής λόγω διάπραξης στοματικού σεξ με μια έφηβη κοπέλα δυο μόλις χρόνια μικρότερής του (17 με 15). Αιτία αυτής της ακραίας κατάληξης, ήταν ο ιδιαίτερος νόμος της πολιτείας της Τζόρτζια που θεωρεί το στοματικό σεξ ποινικό αδίκημα σε σχέση με το άλλο, το κανονικό, που είναι πλημέλημμα! Έτσι, ο Γουίλσον μπήκε στην ψειρού σαν παιδεραστής, αφού οι κατηγορίες του βιασμού απορρίφθηκαν ως ανυπόστατες, ακόμα και στη θέα του επίμαχου βίντεο, που έδειχνε λίγα αλλά αρκετά για να τονώσει τη φαντασία των κατηγόρων. Ο νόμος, που προφανώς έγινε για να προστατέψει έφηβα παιδιά από ενήλικους σεξοθήρες, ανασκευάστηκε κατά κάποιον τρόπο μετά την καταδίκη ώστε όταν δυο έφηβοι κάνουν στοματικό σεξ μεταξύ τους να μην κινδυνεύουν με ισόβια αλλά μόνο μ’ ένα χρονάκι, έτσι για συμμόρφωση. Όμως δεν ίσχυσε αναδρομικά, αφήνοντας τον Γουίλσον στριμωγμένο στη γωνία, ανάμεσα σε ηθικολόγους χαρτογιακάδες απ’ έξω και συμμορίτες δολοφόνους από μέσα. Μέχρι που... λίγες μέρες πριν δημοσιευτεί εκείνο το άρθρο, στις 26 του Οκτώβρη δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας της Τζόρτζια ανακύρηξε το νεαρό αφρο-αμερικάνο ελεύθερο άνθρωπο με το ακόλουθο σκεπτικό: “Παρ’ όλο που η κοινωνία ενδιαφέρεται σημαντικά για την προστασία των παιδιών από την πρόωρη σεξουαλική δραστηριότητα, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι το έγκλημα του Γουίλσον δεν αντιστοιχεί σ’ εκείνο ενός ενήλικα που εκμεταλλεύεται παιδιά και γι’ αυτό η, αντίστοιχη ενός ενήλικου, τιμωρία του Γουίλσον, με τη σκληρότητα της δεκαετούς φυλάκισης δίχως προπτική αναστολής, είναι χονδροειδώς δυσανάλογη με το έγκλημά του.” Προφανώς, το σκεπτικό ενός δικαστηρίου οφείλει να συνάδει με την τάση της κοινωνίας προς συγκεκριμένα ηθικά αξιώματα και να δικαιολογεί την απόφασή του μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτή την τάση, για να γίνει πλήρως αποδεκτό. Απ’ το ηθικοπλαστικό περίβλημα λοιπόν, με το οποίο ο δικαστής καλύπτει τη συγκεκριμένη απόφαση και τη δικαίωση του Τζενάρλου Γουίλσον, προκύπτουν και κάποια συμπεράσματα για την ίδια την κοινωνία η οποία καλείται να δώσει, ηθικά τουλάχιστον, τη συγκατάθεσή της.


Πρώτα πρώτα, ο Γουίλσον δεν αθωώνεται, απλά σταματά η τιμωρία του ως σκληρή και δυσανάλογη με το έγκλημά του. Κανένας δε θα τον αποζημιώσει για τα δυο χρόνια που έφαγε στη φυλακή, ενώ εμμέσως υποβαθμίζεται και η ουσία του αγώνα που έκανε, αρνούμενος να δεχτεί τα παζάρια της κατηγορούσας αρχής. Δεν παραδέχτηκε την ενοχή του, επιμένοντας ότι δεν είναι εγκληματίας κι ότι αρνείται να καταχωρηθεί σε σχετική μαύρη λίστα με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής του. Τώρα, αν κι ελεύθερος, ονομάζεται εγκληματίας απ’ το κείμενο της απόφασης, κάτι που δικαιολογεί τις κραυγές εκείνης της μερίδας της κοινωνίας που έσπευσε να τον καταδικάσει, έστω και με υπερβολική σκληρότητα, όπως οι εκπρόσωποί της οι ίδιοι ομολόγησαν σχεδόν απ’ την αρχή. Ένας νεαρός που κάνει ομαδικό σεξ με συνομήλικούς του, δε μπορεί παρά να είναι εγκληματίας. Αύριο μπορεί να είναι οι κόρες μας. Τι γίνεται όμως αν είναι ο γιος μας? Η κοινωνία πάλι, σύμφωνα με τον δικαστή, θέλει να προστατεύσει τα παιδιά από την πρόωρη σεξουαλική δραστηριότητα. Πρόωρη σύμφωνα με το νόμο, αφού η φύση, η οποία ευθύνεται για την εμφάνιση των σεξουαλικών ορμών πολύ πριν τη νόμιμη ηλικία, έχει τις αντιρρήσεις της. Είναι βέβαια απόλυτα κατανοητό πως ο τρόπος με τον οποίο, ο Γουίλσον και τα υπόλοιπα παιδιά, θέλησαν να εξασκήσουν τα φυσικά τους δικαιώματα, ήταν ένα κακέκτυπο των εικόνων που παράγονται κι αναπαράγονται καθημερινά για τα οφθαλμόλουτρα των πιο καταπιεσμένων, απ’ τους ενήλικους διώκτες τους —η υποκρισία δεν αποτελεί έκπληξη σε μια κοινωνία που στηρίζεται στο φαίνεσθαι. Ο τρόπος αυτός μπορεί, κατά γενική ομολογία, να ήταν λάθος, όμως αν δεν υπήρχε η τοπική ιδιαιτερότητα του νόμου περί στοματικού σεξ, δε θα είχε ονομαστεί έγκλημα αλλά πλημέλημμα. Κι όλα θα ήταν διαφορετικά. Πλην της αντιμετώπισης του σεξ ως κάτι που πρέπει να κρύβεται απ’ τους δικαιούχους σαν το διαβόητο μήλο της γνώσης, οδηγώντας τους να επαναλαμβάνουν απληροφόρητοι κι ανεκπαίδευτοι ξανά και ξανά το διάσημο αμάρτημα, κρατώντας τους υπόλοιπους από εμάς, τους σώφρονες κι εγκρατείς δηλαδή, εκτός της γης της επαγγελίας. Ντροπή τους. Μέσα σ’ ολ’ αυτά, κι ενώ ο Τζενάρλοου Γουίλσον έγινε όχημα του κάθε μαύρου ή αριστερόφρονος πολιτικάντη που έσπευσε

να φανεί εκ του ασφαλούς ακτιβιστής, το κολέγιο Μόρχαουζ και άλλοι φορείς του εξασφάλισαν με δωρεά τις σπουδές που παρά λίγο να χάσει λόγω της περιπέτειάς του με το νόμο. Ο νεαρός δήλωσε ότι θέλει να γίνει κοινωνιολόγος και όπως όλοι οι πλανεμένοι που αναβαπτίστηκαν, να δώσει τα φώτα του ώστε να μην επαναλάβουν κι άλλοι τα λάθη του. Συγχώρεσε τους διώκτες του, λέγοντας ότι έκαναν απλώς τη δουλειά τους και κίνησε να ξαναρχίσει την παρ’ ολίγον χαμένη ζωή του, αποσπώντας τα εύσημα για την πραότητα, το χαρακτήρα, τη μετάνοια και την υπόσχεση του να επανορθώσει με το να γίνει σεβαστό μέλος της κοινωνίας μας. Όταν βέβαια ο δημόσιος κατήγορος του έδινε μείωσε ποινής, έλεγε ότι ο Γουίλσον πρέπει να πάρει το χάπι του όπως οι υπόλοιποι και να δεχτεί την ταμπέλα του εγκληματία. Φαίνεται ότι τα δύο χρόνια, θεωρούνται αρκετή δόση αντιβίωσης, αφού ο κατήγορος, δέχτηκε την απόφαση του δικαστηρίου αδιαμαρτύρητα και με καθαρή συνείδηση. Και μάλλον η δόση είναι αρκετή, αφού κι ο Γουίλσον μοιάζει να έχει πάρει το ρόλο του απολογητή των εχθρών του στα σοβαρά, παράλληλα μ’ εκείνον του ιεροκύρηκα της ίδιας σεμνότυφης κρυπτολαγνείας, που τον έφερε εδώ. Δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς, ένα παιδαρέλι ήταν που δεν ήξερε ακριβώς τι έκανε ούτε γιατί βρέθηκε να κάνει παρέα με φονιάδες στην αυγή της ενήλικης ζωής του. Οι τρομολάγνοι μπορεί να κέρδιζαν τις μάχες για δυο χρόνια, όμως οι συγχωρολάγνοι πήραν τον πόλεμο κι ο νεαρός διάβολος έγινε σε μια μέρα άγγελος, αφού οι ενδιάμεσες αποχρώσεις δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία ούτε εκπέμπουν θετικά μηνύματα. Παρά το ότι, η ύπαρξη και μόνο του θεσμού της δικαιοσύνης, είναι η παραδοχή της ύπαρξης αυτών των αποχρώσεων. Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν και περίπλοκες λέξεις όπως, διαπαιδαγώγηση, προφύλαξη, έρωτας, οικογένεια, διάλογος, σεβασμός, σχέση, δεν έχουν καμία θέση στον χαρούμενο απόηχο. Ωπ, ποιος είναι ο ηθικολόγος τώρα; Abstract: Loukas Tsouknidas reflects on Genarlow Wilson’s release and rehabilitation, and the way society spins it to its advantage leaving little room for discussion over whatever grey areas there may be.


monkie pdf #04 Μάιος - Ιούνιος 08

monkie #04: Let the dogs sniff... they know!  

Let the dogs sniff... they know!

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you