Page 1


pdf / issue 02 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Κωστής Αλεξανδρόπουλος Αλέξης Γαγλίας Artwork: Γιώργος Τσιούκης Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Φωτό: Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος Ελίνα Γιουνανλή, Βενετία Σακελλαρίου Συνεργάτες: Γιώργος Πασχαλίδης Γιάννης Παλαβός Δημήτρης Δρένος Βάσω Μπελιά Νάνος Βαλαωρίτης Τάσος Ζαφειριάδης Μαρέττα Σιδηροπούλου Νίκος Σιδέρης Χάρης Κότσογλου Ανδρέας Παύλου Αποστόλης Ξυδιάς Φαίη Πλακαντωνάκη Πάνος Αλιβιζάτος, Μαρίνα Νικόλοβα Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemagazine@gmail.com / www.monkie.gr Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Πρωτοχρονιά με τον Ανδρέα

Για τον Maus του Art Spiegelman Πόλεις με τείχη αλλά χωρίς τάφρους «Περιφραγμένες κοινότητες

Sao Paolo:

Νόμος Καθαρής Πόλης

Κάν’ το όπως η Jane:

Ρομαντισμός και Ειρωνεία

Οι Νέες Αιρέσεις

Άρθρο του Mick Hume από το βρετανικό διαδικτυακό περιοδικό spiked .

The Beat Generation: The Libertarian Circle

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά για τους beat γραφιάδες που γνώρισε

Everybody has a story


the missing_link

Πρωτοχρονιά με τον Ανδρέα Λουκάς Τσουκνίδας

Βρασίδα Λούλη και Τέλη μπορεί να τρώτε απ’ το μέλι μα που και που να σας μέλλει αν κάτι πάει στραβά

Ανδρέας: Κυρίες μου και Κύριοι, έχουμε την τιμή απόψε να υποδεχτούμε δυο εκλεκτούς καλεσμένους, δύο Κύριους πραγματικούς που αιώνες τώρα μας παρέχουν ιδεολογικό υπόβαθρο για τις πολιτικές θέσεις, τις καθημερινές αποφάσεις, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις ηθικές αξίες, τις ανθρώπινες στιγμές, τις μικρές παρατυπίες, τις χαριτωμένες παρανομίες, τα εθιμικά δικαιώματα, τις αγάπες, τους έρωτες, τις όμορφες στιγμές, τους όρκους και τις θυσίες, που όλα στα μέτρα μας κομμένα και ραμμένα είχαμε. Ένα χειροΠαύλος Σιδηρόπουλος κρότημα λοιπόν για τον κ. Προοδευτικό και τον κ. Συντηρητικό ή τον κ. Συντηρητικό και Της Εθνικής Συμφιλίωσης τον κ. Προοδευτικό... Κλαπ! Κλαπ! Κλαπ!

Συντηρητικός: Ευχαριστούμε Ανδρέα. Είναι μεγάλη μας τιμή που μας φιλοξενείς, εσύ που κατάφερες να μας υπερβείς και να μας συνδυάσεις με τέτοια μαεστρία και από την τηλεόραση να διδάξεις ήθος, αλλά και ύφος. Προοδευτικός: Θέλω να πω κι εγώ ένα ευχαριστώ στο υπέροχο αυτό κοινό, που μας έφερε στη θέση που κατέχουμε σήμερα στον εσωτερικό διάλογο του κάθε αναγνώστη, θεατή, ακροατή ή άλλου πολιτισμικού και κοινωνικοπολιτικού υποκειμένου. Υπόσχομαι και για τους δυο ότι θα παλεύουμε πάντα με γνώμονα την άμιλλα, τον υγιή ανταγωνισμό και την προώθηση της σκέψης ένα τουλάχιστον βήμα μπροστά. Συντ: Ή πίσω... Ανδρέας: Ας τ’ αφήσουμε τωρ’ αυτά. Σήμερα παραμονή πρωτοχρονιάς, ο ελληνικός λαός γλεντάει κι έχουμε πολλές εκπλήξεις για σας αλλά και το υπέροχο κοινό μας. Πείτε μου τι κάνετε αυτόν τον καιρό, ετοιμάζετε κάτι καινούργιο, μαζί ή σόλο; Συντ: Η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμασταν λίγη ξεκούραση αλλά προκύπτουν διαρκώς τόσα θέματα από τα οποία είναι αδύνατο ν’ απέχουμε. Κι είναι κουραστικό ν’ αντιδικείς μονίμως με τα ίδια βαρετά επιχειρήματα, έχουμε γίνει σούπα Ανδρέα μου. Γι’ αυτό τελευταία κάνουμε κάτι που μας συνέστησε ο ψυχαναλυτής μας. Ανδρέας: Δε θυμάμαι να σας είπα τίποτε... Προοδ: Όχι εσύ. Βλέπουμε κι έναν κανονικό, με πτυχίο και άδεια, για να βάζουμε τα έξοδα στο βιβλιάριο.


the missing_link Ανδρέας: Καλώς. Λοιπόν; Συντ: Διέγνωσε πως κυοφορούμε μια έντονη φοβία ο ένας για τον άλλον κι οι επιθέσεις μας ήταν στην πραγματικότητα προσπάθειες για άμυνα. Του είπα ότι η άμυνα είναι η καλύτερη επίθεση σύμφωνα με το “δόγμα Γιαννάκη” και πως ο κόσμος δεν είναι ώριμος για κοσμοϊστορικές αλλαγές, οι οποίες πρέπει να έρθουν σταδιακά. Προοδ: Κι εγώ του εξήγησα ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση σύμφωνα με το παλιό “δόγμα Πατ Ράιλι” και πως η δήθεν ωριμότητα είναι εφησυχασμός και υπεκφυγή για διατήρηση των κοινωνικών αποστημάτων σε καταστολή ενώ θα έπρεπε να σπάσουν και να εξαλειφθούν. Τότε μας αποκάλεσε προβλέψιμους και παρωχημένους και πρότεινε... Συντ: ...ν’ αλλάζουμε ρόλους που και που για να καταλάβουμε τον “άλλο”, ν’ αγγίξουμε την ουσία της ίδιας της ετερότητας που μας φέρνει αντιμέτωπους γιατί στην πραγματικότητα, ο “ξένος” είμαστε εμείς. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Ανδρέας: Πολύ ενδιαφέρον. Και δούλεψε; Προοδ: Κοίταξε Ανδρέα. Στο παρελθόν ήμουν αγύριστο κεφάλι και ήθελα να γίνεται το δικό μου πάση θυσία... για το καλό του κοσμάκη. Αν δε γινόταν έκανα σαματά ολόκληρο, δεν πήγαινα στη δουλειά, έβγαινα στους δρόμους, οργάνωνα πραξικοπήματα. Συντ: Κι εγώ φοβόμουνα κάθε αλλαγή ή ξεβόλεμα, ήθελα οι θεσμοί που λειτουργούν να μένουν άθικτοι... για το καλό του κοσμάκη. Μόλις μυριζόμουν αλλαγές έσπερνα το φόβο και την κινδυνολογία, γινόμουν υστερικός, ζητούσα περισσότερη ασφάλεια, οργάνωνα πραξικοπήματα. Προοδ: Τώρα ανακαλύπτω τη συντηρητική μου πλευρά που τόσο καιρό καταπίεζα φτάνοντας στο σημείο να επιτίθεμαι στον αντίπαλο, αλλά προπάντων φίλο μου, για να μην αναγνωρίσω ότι σε ένα βαθμό του μοιάζω. Είχα γίνει συντηρησιοφοβικός. Συντ: Κι εγώ προοδοφοβικός. Δεν ήταν πια θέμα ιδεολογίας, το κοινό καλό αντικαταστάθηκε σιγά σιγά από το τι ήταν καλό για εμάς, το “εγώ” έγινε το κέντρο της σκέψης και της φροντίδας μας αντί για το “εμείς”. Αλλά όχι πια. Προοδ: Τώρα που καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο μπορούμε να συμβιώσουμε ειρηνικότερα και εποικοδομητικότερα για το κοινό καλό. Εγώ μπορώ να χαμηλώνω τα γκάζια μου όταν μου το ζητάνε... Συντ: ... κι εγώ να ξεκολλάω απ’ τις εμμονές μου και να το ρίχνω λίγο έξω βρε αδερφέ. Ανδρέας: Είστε ερωτευμένοι αυτόν το καιρό; Συντ: Είμαι αθεράπευτα ερωτευμένος με την οικογένεια και τη δουλειά μου. Προοδ: Είμαι αθεράπευτα ερωτευμένος με την οικογένεια και τη δουλειά μου. Ανδρέας: Τι μουσική ακούτε; Συντ: Άκουγα μέχρι πρότινος τους μεγάλους κλασικούς με την προσήλωση ενός ζηλωτή, όμως πρόσφατα ανακάλυψα εκ νέου την ευθύτητα και την αυθεντικότητα της ροκ μουσικής. Άλλωστε κι εγώ πέρασα από τα πάρτιζ στα νιάτα μου και ξέρω πως είναι να κουνάς τους γοφούς σου στο ρυθμό. Φοβούμαι όμως ότι και στη ροκ προτιμώ τους κλασικούς, όπως ο Ντίλαν ή ο δικός μας Νιόνιος που πάντρεψε τις ηλεκτρικές κιθάρες με την παράδοση. Τολμώ να πω μάλιστα, ότι με συγκινούν πολύ οι Scorpions και οι μπαλάντες των Metallica. Προοδ: Εγώ πάλι, έχω εδώ καιρό επαναπροσδιορίσει τη σχέση μου με τις μουσικές του παλιού αστικού κατεστημένου και βρίσκω πια στη συμφωνική μουσική μια αρμονία, που είναι απαραίτητη μετά από κάθε μεγάλη επανάσταση ή ανατροπή. Φυσικά δεν απαρνιέμαι τη ρηξικέλευθη φύση μου. Η τζαζ είναι η μουσική που μου θυμίζει ότι πρέπει να είμαστε διαρκώς σε επαγρύπνηση, ν’ αυτοσχεδιάζουμε δημιουργικά και να εκφραζόμαστε άφοβα κι εκτός πλαισίου. Ανδρέας: Καταπληκτικά. Έχουμε πολύ καιρό να τα πούμε, στα τηλεοπτικά πλατό εννοώ και ως παλιός σας φίλος με συγκινεί ιδιαίτερα αυτή η ωρίμανση της σχέσης σας. Παίρνω αυτή την αφορμή για να πάμε σ’ ένα τραγούδι γλυκά νοσταλγικό, μιας και ο χρόνος μπορεί να φεύγει, αλλά προστίθεται στις πλάτες μας ―αν κι εσάς σας βλέπω πιπίνια. Ας υποδεχτούμε λοιπόν τον μοναδικό Βασίλη Καρρά στο αξέχαστο “Όταν τα χρόνια σου περάσουν”. Πάμε! (Μουσική) Μπίλι δε Κινγκ Ολμάιτι: Γεια σου Αντρέα, χρόνια πολλά σε όλους... Έλα!

Όταν τα χρόνια σου περάσου-ουν, κι όταν οι νύχτες σε γεράσου-ουν, εσύ θα’ χεις εμένα-ααα... Κι άμα θα δεις, ό-οτι σου λείπω-ω, βαλ’ το πορτραίτο μου στον τοίχο-ο, μην κλαις για μένα-ααα, μην κλαις για μένα-ααααααααααααα... ΔΙΚΟ ΣΑΣ!!!


Για τον Maus

του Art Spiegelman

Δημήτρης Δρένος

Φυσικά, η Ιστορία δεν πέθανε κι ούτε ποτέ τελειώνει. Ξετυλίγεται με κάθε τικ-τακ του ρολογιού. Στο μαιευτήριό της έχει πάντα κόσμο. Άλλοτε μαμή είναι η βία και άλλοτε η πειθώ. Και το μωρό, άλλες φορές το βαφτίζει η ιδεολογία και άλλες η τυχαιότητα. Η ιστορία πάντα συντελείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το εξωτερικό, ο κόσμος μας που τον διασχίζουν εκατομμύρια άνθρωποι, όπου πυροβολούν οι στρατιώτες και ψηφίζουν οι ψηφοφόροι. Ηρωικές στιγμές και εκατόμβες. Πληθυσμοί αλλάζουν χώρες, σφαγιάζονται, γεννούν νέες γενιές. Το δεύτερο επίπεδο είναι εσωτερικό. Η Ιστορία εγγράφεται μέσα μας, στο εσωτερικό της ύπαρξης μας. Είναι τα μέρη που βρεθήκαμε και οι άνθρωποι που συναντήσαμε, τα συναισθήματα που νιώσαμε. Το μόνο που πραγματικά ξέρουμε είναι η πορεία μας από την παιδικότητα στα γηρατειά. Κι ο χώρος που διασχίζουμε για να φτάσουμε, διανοίγεται και καθορίζεται από την Ιστορία.


Ο πατέρας μου ματώνει Ιστορία Ματώνει, γιατί η Ιστορία προκαλεί πληγές στον Κόσμο και σε εμάς. Γιατί ζούμε μες στον Κόσμο, που αίμα του είναι η Ιστορία. Αντί για αίμα ο πατέρας μου ματώνει Ιστορία, γιατί γεννήθηκε το 1906 και ήταν πολωνοεβραίος. Και το 1944 βρέθηκε στο Άουσβιτς. Ο πατέρας μου επέζησε του Άουσβιτς μα εξακολουθεί να ματώνει Ιστορία και εγώ που είμαι ο γιος του, ο σημαντικός καλλιτέχνης των κόμικς Art Spiegelman, πρέπει να διηγηθώ την ιστορία του με τη γλώσσα που κατέχω. Πως όμως μιλά κανείς για το Ολοκαύτωμα; Λέγεται πως «όλα έχουν ήδη ειπωθεί για το Άουσβιτς» ή πως «είναι αδύνατον να ειπωθεί οτιδήποτε», γιατί αυτό που συνέβη εκεί ξεπερνά ό,τι μπορεί να συλλάβει και να εκφράσει το ανθρώπινο μυαλό. Ωστόσο ο Art Spiegelman που γεννήθηκε το 1948 στην Στοκχόλμη από γονείς εβραίους πρόσφυγες, που μεγάλωσε στο Κουήνς της Νέας Υόρκης και παρακολούθησε μαθήματα τέχνης και φιλοσοφίας στο Binghamton University, που μεσουράνησε στην underground αμερικάνικη σκηνή των κόμικς τις δεκαετίες του ‘60, ‘70, ‘80 (Real Pulp, Young Lust, Bizarre Sex, Arcade, Raw), που δούλεψε στο New Yorker για δέκα χρόνια και βραβεύθηκε με ειδικό Πούλιτζερ το 1992, θα αναλάβει το εγχείρημα. Το 1986 και 1991 θα δημοσιεύσει τους 2 τόμους του Maus. Maus I: A Survivor’s Tale. My Father Bleeds History (Η Ιστορία Ενός Επιζώντα. Ο Πατέρας μου Ματώνει Ιστορία) και Maus II: And Here My Troubles Began (Κι Εδώ Τα Βάσανα Μου Άρχισαν). Σε σχεδόν τριακόσιες σελίδες με μικρά μικρά καρέ και ασπρόμαυρο σκίτσο, θα διηγηθεί την ιστορία του πατέρα του Vladek, επιζήσαντα των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια φορά και έναν καιρό… …στο Czestochowa της Πολωνίας ζούσε ο όμορφος νεαρός Vladek. Ήταν έμπορος υφασμάτων, ικανός και με φιλοδοξίες για μια καλή ζωή. Θα γνωρίσει την Anja, κόρη μιας πλούσιας οικογένειας της εβραϊκής καλής κοινωνίας και το 1937 θα παντρευτούν. Στο ευρύχωρο σπίτι της οικογένειας στο Sosnowiec θα γεννηθεί το παιδί τους ο Richieu και η ζωή θα κυλά όμορφα σαν τις ταινίες εποχής με τα μακριά παλτό και τα κομψά φορέματα. Είναι στις αρχές του επόμενου έτους όταν οι πρώτες σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό θα κάνουν την εμφάνισή τους. Είναι η Ιστορία που ξυπνά και στις βίαιες προσταγές της τα άτομα δεν έχουν παρά να υποκλιθούν. Τον Αύγουστο του 1939 ο Vladek καλείται στον πολωνικό στρατό. Στο χαράκωμα ο πολωνός αξιωματικός θα πιάσει το κρύο όπλο του Vladek και θα τον επιπλήξει που δεν πυροβολεί. Η μάχη χάνεται και οι γερμανοί αξιωματικοί που τον συλλαμβάνουν θα ουρλιάξουν που το όπλο του είναι ζεστό, που τους πυροβολούσε. Παντού πια αρχίζει να μυρίζει θάνατο, δηλαδή Ιστορία. Ο Vladek θα βρεθεί αιχμάλωτος στα πρώτα στρατόπεδα εργασίας. Δύσκολα τα πράγματα μα το 1940 θα καταφέρει να επιστρέψει στην οικογένεια του. Το βήμα της Ιστορίας γίνεται πιο βαρύ και πιο γρήγορο. Συλλήψεις και γκέτο για εβραίους μέσα στις πόλεις. Το αστέρι στο πέτο και οι ηλικιωμένοι στέλνονται στα βάθη της Γερμανίας. 1942 και όλοι οι εβραίοι πρέπει να δηλωθούνε στις αρχές. Συρματοπλέγματα, εκτελέσεις, η γκεστάπο ψάχνει σε υπόγεια και σε αποθήκες. 1943 και τα γκέτο πυρπολούνται. Δεν υπάρχουν πια οικογένειες, μόνο άτομα που τρέμουν σα ζώα τον κυνηγό. O Vladek και η Anja (κι ενώ ο Richieu έχει πια χαθεί) θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν στην Ουγγαρία μα θα προδοθούν. Κι έτσι, στις αρχές του 1944 οι πύλες του Άουσβιτς θα ανοίξουν και για αυτούς.

Ο Χίτλερ νιαούριζε πως οι εβραίοι θα του κλέψουν όλο το τυρί Στην αφήγηση της Ιστορίας με μεγάλα μεγέθη, χρονολογίες και αριθμούς, χάνεται η εμπειρία της ανθρώπινης ζωής. Από την άλλη, η αφήγηση της προσωπικής ζωής δεν μπορεί να συγκροτήσει τη μεγάλη εικόνα της Ιστορίας και των δυνάμεων της. Το θέμα ίσως λοιπόν δεν είναι αυτή καθ΄ αυτή η περιγραφή της Ιστορίας, αλλά το πώς κανείς αποκτά την αίσθησή της, την αίσθηση όλων αυτών που συνέβησαν. Στο σημείο αυτό ο Art Spiegelman κάνει τη σημαντική κίνηση. Αφηγούμενος την ιστορία του Vladek, την ιστορία του πολέμου και των κρεματόριων δε σκιτσάρει ανθρώπους, αλλά ζώα. Οι εβραίοι αναπαρίστανται ως ποντίκια και οι γερμανοί ως γάτες. Οι πολωνοί είναι γουρούνια, οι αμερικάνοι σκύλοι, οι γάλλοι βάτραχοι, οι σουηδοί τάρανδοι. Ξαφνικά, η φρικιαστική αφήγηση αποκτά τη μορφή παιδικού παραμυθιού. Κι ο Spiegelman ξεκινά μια διπλή αφήγηση, αυτή της συγκεκριμένης ιστορίας του Vladek και αυτή που υπαγορεύει η σημειολογία του σκίτσου. Στην προμετωπίδα του πρώτου τόμου του Maus αναγράφεται η φράση του Χίτλερ πως «οι εβραίοι είναι αναμφίβολα μια ράτσα, αλλά δεν είναι άνθρωποι», ενώ στο δεύτερο τόμο παρατίθεται απόσπασμα από μια ναζιστική εφημερίδα του ‘30 που καταφέρεται ενάντια στον Mickey Mouse, αυτόν τον ήρωα της παρακμής, το πιο μολυσματικό ζωύφιο της φύσης. Έτσι, η μεταφορά του Spiegelman αποκτά πολλαπλές διαστάσεις. Οι εβραίοι ως ποντίκια από τη μία ενσαρκώνουν τη ρατσιστική προπαγάνδα των ναζιστών και από την άλλη καθίστανται τα θύματα της. Οι γάτες-γερμανοί θα τα κυνηγήσουν, θα τα ξετρυπώσουν, θα τα βασανίσουν σαδιστικά, θα τα εξολοθρέψουν. Γάτες εναντίον ποντικιών, ο ισχυρός εναντίον του αδύνατου ή αλλιώς τα εθνικά στερεότυπα που χρησιμοποιεί ο κάθε πόλεμος. Όσο εκτυλίσσεται η αφήγηση, ο Spiegelman θ’ αποδομεί τα στερεότυπα που ο ίδιος αναπαράστησε ακριβώς, για να τα γκρεμίσει μετά με πάταγο. Οι πολωνοί-γουρούνια δεν φέρονται πάντα ως γουρούνια —κάποιες φορές με αυτοθυσία θα βοηθήσουν τους εβραίους. Στα τελευταία καρέ, στη βομβαρδισμένη Νυρεμβέργη οι γάτες μοιάζουν ακριβώς τόσο απροστάτευτες και πονεμένες όσο τα ποντίκια. Οι εβραίοι-ποντίκια για να κρυφτούν φορούν μάσκες γουρουνιών. Ένας γερμανός κατά λάθος συλλαμβάνεται από τους ομοεθνείς του ως εβραίος. Δεν μπορεί να γλιτώσει. Από τη στιγμή που αναπαρίσταται ως ποντίκι, είναι εβραίος. Κάποια στιγμή, εντός του κόμικ, ο Art Spiegelman αναρωτιέται πώς θα σκιτσάρει τη γυναίκα του. Είναι γαλλίδα μα έχει προσηλυτιστεί στον ιουδαϊσμό. Υπάρχει ποντικίσιος βάτραχος; Με εκπληκτικό τρόπο, μια ιστορία με ζώα δίνει την ισχυρότατη γροθιά στον πυρήνα του ναζισμού. Και παράλληλα δημιουργεί διπλή συγκίνηση όταν φθάνουμε στη σελίδα που τα ποντίκια, οι άνθρωποι, εξαερώνονται στις καμινάδες τους Μaus-chwitz.


Κι εδώ τα προβλήματά μου άρχισαν: Ιστορίες για πατέρες και γιους Το Ιστορικό γεγονός συμβαίνει στον εξωτερικό κόσμο μια συγκεκριμένη στιγμή. Όμως τα άτομα από κει και πέρα το κουβαλούν για πάντα μέσα τους. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου ο Art Spiegelman ακούει την αφήγηση του ηλικιωμένου πλέον πατέρα του, Vladek, για να την μετατρέψει στις επόμενες σελίδες σε κόμικ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Πατέρας και γιος δεν τα πάνε καθόλου καλά. Ο Vladek είναι τρομερά δύστροπος. Ο επιζών του Ολοκαυτώματος έχει καταντήσει ένας ανυπόφορος γέρος. Πάνω τους πέφτει η σκιά της Anja που αυτοκτόνησε το 1968 (Μη μπορώντας να αντέξει την ανάμνηση του Ολοκαυτώματος; Μη μπορώντας να αντέξει τον Vladek;) και δίπλα τους πλανάται το φάντασμα του νεκρού γιου και αδερφού, Richieu. Η ενοχή είναι παντού. Είναι η ενοχή του Vladek που κατάφερε να επιζήσει, ενώ χιλιάδες άλλοι όχι. Είναι η ενοχή του Art που ότι και να κάνει θα είναι πάντα ελάχιστο μπροστά στο ότι ο πατέρας του επέστρεψε ζωντανός απ’ το Άουσβιτς. Οι πληγές δεν κλείνουν ούτε 40 χρόνια μετά. Τώρα και ο γιος αρχίζει να ματώνει ιστορία.

Μια περίπλοκη αφήγηση για έναν περίπλοκο κόσμο Στις πρώτες σελίδες του δεύτερου τόμου ο Art αυτοαπεικονίζεται ως άνθρωπος πίσω από μια μάσκα ποντικιού. Είναι στο ατελιέ του, στο πάτωμα υπάρχουν στοίβες νεκρών ποντικιών. Ο πρώτος τόμος του Maus, το Ολοκαύτωμα δηλαδή, του έχει χαρίσει την εκδοτική επιτυχία και την κριτική αναγνώριση. Και αυτός ανήμπορος, οφείλει (;) να γράψει τις σελίδες του δεύτερου τόμου ώστε να ολοκληρώσει την αφήγηση του πατέρα του Πώς να μιλήσεις για όλα αυτά που συνέβησαν τότε, για όλα αυτά που συμβαίνουν τώρα; Η καλλιτεχνική μορφή του Maus είναι αριστοτεχνική. Η γραμμική αφήγηση των συμβάντων συχνά διακόπτεται από θραυσματικές αναμνήσεις και παρενθέσεις. Μέσα στο κόμικ συναντάμε άλλα κόμικ. Ο Vladek του τότε και ο Vladek του τώρα. Ο Art ως γιος και ως συγγραφέας. 1930 και 1980, Άουσβιτς και Νέα Υόρκη. Δημοσιογράφοι, εκδότες και ψυχίατροι. Βασανιστές, γκεστάπο και η τρέλα της Ιστορίας. Ο Art Spiegelman μας παραδίδει μια αφήγηση των αφηγήσεων.

Πιο περίπλοκο όλων, ο ίδιος ο άνθρωπος Τελικά τι συνέβη στον Κόσμο μας κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο; Πώς φθάσαμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια; Ποιοι άνθρωποι τα διέπραξαν όλ’ αυτά; Είναι γνωστές οι ιστορίες για τους μηχανοδηγούς που με την ίδια ευσυνειδησία που μετέφεραν ταξιδιώτες πριν τον πόλεμο, μετέφεραν και τους κρατούμενους στα στρατόπεδα. Για τους βασανιστές που όταν γυρνούσαν κουρασμένοι από τη «δουλειά», έπαιζαν τρυφερά με τα παιδιά τους. Ο Vladek της ιστορίας μας δεν ήταν ούτε ήρωας ούτε άγιος. Ήταν ικανός να παντρευτεί από συμφέρον ή να βγάλει κέρδη από τη μαύρη αγορά. Μπορούσε όμως επίσης να είναι επινοητικός, να είναι στοργικός. Δίπλα του, γερμανοί, πολωνοί, εβραίοι πρόδιδαν τα ίδια τα παιδιά τους ή θυσιάζονταν με αυταπάρνηση. Και είναι εντυπωσιακό πως όταν συμβαίνει κάτι τόσο τρομερό και τεράστιο όπως ήταν το Ολοκαύτωμα, η σωτηρία μπορεί να βρίσκεται σε κάτι τόσο μηδαμινό όσο ένα σπυρί από σιτάρι.

Αφήνοντας τις μάσκες των ζώων στην άκρη (1) Το να «είσαι άνθρωπος» ποτέ δε συμβαίνει εύκολα στα ανθρώπινα όντα. Συχνά εμείς οι άνθρωποι ενεργούμε απάνθρωπα, αμελώντας την ικανότητά μας για λεπτά συναισθήματα και μέριμνα για τους άλλους. […] Τόσο μα τόσο ανθρώπινο, συχνά αποτυγχάνουμε να είμαστε πραγματικά ανθρώπινοι. Σε αντίθεση με τα άλλα φυσικά όντα, βρίσκουμε πως η ύπαρξή μας απαιτεί προσπάθεια. Δε γινόμαστε άνθρωποι απλώς επειδή ανήκουμε σε ένα είδος, υπάγοντας τους εαυτούς μας —κατά τον τρόπο του Αριστοτέλη— στην υπαρκτή κατηγορία του homo sapiens […]. Οι άλλες φυσικές οντότητες ελκύουν την ειδολογική μας ταυτότητα εντασσόμενες στην κατηγορία του «σκύλου» ή της «γάτας». Σε αντίθεση, για τους ανθρώπους το «να είναι άνθρωποι» καθίσταται το βασικό ζητούμενο. Και ακριβώς για αυτό —και πάντα σε αντίθεση με οποιοδήποτε ζώο— οι άνθρωποι είναι ικανοί να απομακρυνθούν τόσο πολύ από την ποιότητα του είδους τους ώστε να γίνουν υπάνθρωποι ή ακόμα και απάνθρωποι. Παραδόξως, ακριβώς αυτή η δυνατότητα είναι και που μας κάνει ανθρώπους. Σημειώσεις: (1) Από την εισαγωγή των Νένου Γεωργόπουλου και Michael Heim στο: Being Human in the Ultimate. Studies in the thought of John M. Anderson. Απόδοση του συντάκτη.

Abstract: The article introduces us to the world of Art Spiegelman’s trademark work Maus vol. I and II. Dimitris Drenos dissects the story, which is that of the artist’s father surviving the holocaust, and discusses the choice to narrate it using animal stereotypes instead of men. He addresses the questions that come up through Spiegelman’s narrative and talks about history and its perception through time.


Πόλεις με τείχη αλλά χωρίς τάφρους Λουκάς Τσουκνίδας

Βρες τους κροκόδειλους και κέρδισε (1) Προσοχή: Περιέχει ανεπανόρθωτα spoilers γύρω από την ταινία La Zona του Ροντρίγκο Πλα. Μ’ άλλα λόγια περιγράφεται λεπτομερειακά σχεδόν ολόκληρη η ταινία οπότε... Μια καυτή μέρα στην βορειοαμερικάνικη έρημο, στο παλιό Γουέστ, ένα καραβάνι πιονέρων κινείται προς τη δική του γη της επαγγελίας. Ο φόβος για το άγνωστο υποχωρεί μπροστά στην ελπίδα για μια καινούργια αρχή, με τίτλους ιδιοκτησίας στο χέρι, ένα σαλούν, ένα σερίφη, ένα γιατρό, έναν ιερέα, ένα νεκροθάφτη κι ένα εμπορικό κατάστημα με είδη αποικιακά. Όμως το έδαφος εδώ είναι εχθρικό και τα ουρλιαχτά (με την παλάμη να χτυπάει το ανοιχτό στόμα) των ινδιάνων που ξεπροβάλλουν απ’ τους λόφους δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Η μικρή μέλλουσα κοινότητα, πριν καλά καλά βρει την Iθάκη της, τοποθετεί κυκλικά τις άμαξες και κλείνεται στα κινητά τείχη της για ν’ αντιμετωπίσει την απειλή. Ο εχθρός κινείται περιμετρικά χωρίς σταματημό, σπέρνει τον τρόμο, αλλά δεν κάνει τίποτε περισσότερο αφού είναι πλέον πολύ αργά. Η επιμονή των πουριτανών πιονέρων να γίνουν «ιδιοκτήτες» έχει κάνει από καιρό τους ιθαγενείς να υποχωρούν απορημένοι. Για μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους κι ένα κομμάτι γης, θα τα έβαζαν και με τον διάβολο τον ίδιο, πόσο μάλλον τον μεγάλο Μανιτού…

Η Ζώνη: Επεισόδιο 1 Ερχόμαστε στο σήμερα, όχι μακριά από εκείνη την έρημο, στην πυκνοκατοικημένη πόλη του Μεξικού, όπου οι κάτοικοι μιας προνομιούχου «περιφραγμένης κοινότητας» αντιμετωπίζουν ένα σημαντικό πρόβλημα. Στη μέση της νύχτας, η δυνατή καταιγίδα ρίχνει μια τεράστια διαφημιστική πινακίδα επάνω στο τείχος και δελεάζει τρεις παρείσακτους, που εισβάλλουν τελικά για να κλέψουν απ’ τους πλούσιους κάτοικους. Ο ένας απ’ τους τρεις είναι παιδί και παρακολουθεί από σχετική απόσταση την επιχείρηση, που φυσικά πάει στραβά. Η γριά οικοδέσποινα τους παίρνει πρέφα, στην προσπάθειά της να τους αποτρέψει τη σκοτώνουν και η υπηρέτρια ξεφεύγει και χτυπά το συναγερμό. Οι κλέφτες τρέπονται σε φυγή, όμως πριν προλάβουν να σκαρφαλώσουν στα χαλάσματα, ένας γείτονας τους πυροβολεί και μαζί τους σκοτώνει και το φρουρό που έτρεξε σε βοήθεια. Το μακελειό αυτό εντός των τειχών μπορεί να σημαίνει την άρση των προνομίων της κοινότητας κι έτσι αποσιωπείται όπως όπως απ’ τους πιο ψύχραιμους. Όμως ο μικρότερος εισβολέας είναι ζωντανός, γνωρίζει την αλήθεια και βρίσκεται παγιδευμένος κάπου ανάμεσα στους φιλήσυχους κι ευνομούμενους πολίτες της «Ζώνης».


Τι εστί Ζώνη; Είναι κυριολεκτικά μια περιφραγμένη κοινότητα, από αυτές που έχουν κατακλύσει τις ΗΠΑ από τη δυτική ακτή μέχρι τη Φλόριντα (Sun Belt (2)) και ξεφυτρώνουν διαρκώς στη Νότιο Αφρική, τη Λατινική Αμερική, τη Σαουδική Αραβία και τελευταία στην Ευρώπη μέχρι και τη γειτονική Βουλγαρία. Η βασική εκδοχή της περιφραγμένης κοινότητας, έτσι όπως εμφανίζεται πλέον στην παγκόσμια αγορά ακινήτων, είναι μια μικρή πόλη που περιστοιχίζεται από τείχη για να εξασφαλίζει την ασφάλεια των κατοίκων της και περικλείει εκτάσεις πρασίνου κι αναψυχής, χώρους δημόσιους κατά βάση, που όμως συντηρούνται από τους κατοίκους με αντάλλαγμα την αποκλειστικότητα στη χρήση τους. Είναι μια μετεξέλιξη διάφορων μοντέλων αστικής οικιστικής ανάπτυξης (3) που επικεντρώνονται στην «αναβίωση» ενός μύθου, μιας λανθάνουσας ανάμνησης περισσότερο, εκείνης της ήσυχης αποστειρωμένης ζωής των παλιών χρόνων, όπου η αίσθηση της κοινότητας ήταν ανεπτυγμένη, ο γείτονας σου έλεγε καλημέρα χωρίς να φτύνει στο γρασίδι, οι διαφορές δεν προκαλούσαν συγκρούσεις κι ο ταχυδρόμος δεν πάλευε με τα σκυλιά για να εκπληρώσει το καθήκον του. Αυτή λοιπόν η νέα μορφή απομονωμένων κι αποστειρωμένων κοινοτήτων έχει αναλυθεί από διάφορες όψεις κι έχει προκαλέσει αρκετή κριτική την τελευταία δεκαετία. Στο βιβλίο τους Fortress America: gated communities in the United States, οι πανεπιστημιακοί Έντουαρντ Τζ. Μπλέικλι και Μέρι Γκέιλ Σνάιντερ καταλήγουν στο διαχωρισμό των περιφραγμένων κοινοτήτων σε τρία είδη (4): τις «λάιφ-στάιλ κοινότητες», τις «κοινότητες γοήτρου» και τις «ζώνες ασφαλείας». Οι πρώτες περικλείουν, εκτός από οικισμούς, χώρους δραστηριοτήτων πολυτελείας όπως είναι το γκολφ και κατοικούνται συνήθως από συνταξιούχους. Οι δεύτερες, που αν κι απευθύνονται πρωτίστως σε κατόχους υψηλών εισοδημάτων τελευταία ανοίγονται και στις μεσαίες τάξεις, αποτελούν στάτους-σίμπολ για τους κατοίκους τους κι εξασφαλίζουν την αξία των ακινήτων τους, κάτι σημαντικό για κάθε αγοραστή. Οι «ζώνες ασφαλείας» είναι γειτονιές που πλήττονται από κάποια αστική λαίλαπα (εγκληματικότητα, κυκλοφοριακό κλπ) και οι κάτοικοι (όχι οι κατασκευαστές) αποφασίζουν να αποκλείσουν κάποιες διόδους με τοίχους ή οδοφράγματα ώστε να έχουν περισσότερο έλεγχο. Η βασική αιτία που οδηγεί τους ανθρώπους (όλων των τάξεων αφού οι μεσαίου εισοδήματος ενοικιαστές αναδεικνύονται σε πιο συχνό φαινόμενο από τους αγοραστές (5)) να περάσουν τα τείχη είναι η αναζήτηση της ασφάλειας. Από ποιους; Απ’ τους πιο φτωχούς φυσικά, αφού το έγκλημα που μας φοβίζει δεν έρχεται ποτέ με κοστούμι ή χαρτοφύλακα. Η φάβα όμως έχει πάντα έναν τουλάχιστον λάκκο…

Η Ζώνη: Επεισόδιο 2 Πάμε ξανά στην πόλη του Μεξικού, όπου ο μικρός εισβολέας, προσπαθεί να ξεφύγει με αρωγό το σκοτάδι από τους κατοίκους και τις κάμερες παρακολούθησης. Με πολύ κόπο τα καταφέρνει κι η μέρα τον βρίσκει ακόμα πιο φοβισμένο, να κρύβεται σ’ ένα υπόγειο. Εν τω μεταξύ, η αστυνομία πιέζει να μάθει την πλήρη αλήθεια και προσπαθεί να παρακάμψει την ασυλία που απολαμβάνουν οι κάτοικοι της Ζώνης. Η μητέρα του παιδιού τον αναζητεί αλλά δεν έχει νέα από πουθενά. Κάποιοι κάτοικοι μαζεύονται και κάνουν συμβούλιο. Είναι η περίφημη «Ένωση Ιδιοκτητών (6)» και πρέπει ν’ αποφασίσει αν σ’ αυτή τη στιγμή της κρίσης, η διασφάλιση της ονειρεμένης ζωής τους είναι πάνω απ’ όλα κι αν θα κυνηγήσουν το τρομερό παιδί που την απειλεί. Η ομήγυρη κλίνει εύκολα προς το ανθρωποκυνηγητό. Κάποιος διαφωνεί και απομονώνεται. Προσπαθεί ν’ αντιδράσει και τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό δια της βίας. Ένας υψηλά ιστάμενος δωροδοκείται ώστε η αστυνομία να κάνει την πάπια. Προφανώς, σύμφωνα με τις παραδοσιακές αξίες της περιβόητης «κοινοτικής ζωής».


Η φάβα, δηλαδή οι περιφραγμένες μικροπόλεις, απολαμβάνουν συν τοις άλλοις και μια ιδιότυπη αυτονομία. Στην περίπτωση συγκεκριμένα των ΗΠΑ, διοικούνται από τις τοπικές Ενώσεις Ιδιοκτητών, με την εκπροσώπηση όμως και των κατασκευαστικών εταιρειών ενώ η ορθή λειτουργία της κοινότητας διασφαλίζεται από νομικές ρήτρες κι όχι από το αυτονόητο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό σημαίνει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με σκληρότητα κι αν βάψεις το φράχτη σου σε μη-προβλεπόμενο χρωματάκι, τότε μπορεί να βρεθείς με συνοπτικές διαδικασίες στην παλιά καλή ζούγκλα όπισθεν του τοίχου (7). Η ομοιομορφία σημαίνει πειθαρχία και η πειθαρχία βοηθά στο χτίσιμο του αισθήματος (ή της ψευδαίσθησης) της τάξης, της ασφάλειας και της κοινοτικής ζωής που περιγράφει το εντυπωσιακό προσπέκτους. Έτσι, η αξία της γης πολλαπλασιάζεται, όπου κι αν είναι αυτή, αφού μέσα απ’ το φράχτη ισχύουν άλλα δεδομένα. Επιπλέον, η ευρύτερη δημοτική αρχή αποκτά ένα βραχνά λιγότερο, τη συντήρηση των δημόσιων χώρων που περνά πλέον στα χέρια των «εγκλωβισμένων», οι οποίοι πληρώνουν κι απολαμβάνουν καταχρηστικά όσα ανήκουν σε όλους. Αυτή η συμφωνία ιδιωτών-δημοσίου βολεύει όσους εμπλέκονται, σε βάρος όμως των υπολοίπων κι έτσι κάποιοι αναλυτές έχουν αποκαλέσει τις περιφραγμένες κοινότητες «κυνηγούς δημόσιων πόρων». Κυνηγοί; Οι φιλήσυχοι πολίτες;

Η Ζώνη: Επεισόδιο 3 Στην ιστορία μας πάλι, είναι θαρρώ αυτονόητο πως κάποιος θ’ αναλάμβανε να κρατήσει τις ισορροπίες σ’ ένα τόσο εύθραυστο μόρφωμα, όπως είναι μια ιδιωτική ουτοπία (8) στη μέση της κόλασης-εν-βρασμώ που λέγεται Μέξικο Σίτι. Ο ψύχραιμος κάτοικος με τις αρχηγικές τάσεις θέλει η οικογένειά του να μη ζήσει όσα εκείνος (έχασε κάποτε τον αδερφό του στους δρόμους της πόλης) κι έτσι παρακολουθεί και συναινεί σε όσα γίνονται, ελπίζοντας μάλλον να σώσει την αξιοπρέπειά του την τελευταία στιγμή. Προς την κατεύθυνση αυτή όμως, κινείται μόνο ο γιος του, που βρίσκει το μικρό φυγά στο υπόγειο αντιλαμβάνεται τη γελοιότητα του ανθρωποκυνηγητού και τον υποθάλπει, δίνοντάς του την ευκαιρία να μιλήσει στο τηλέφωνο με την κοπέλα του. Εκείνη με τη σειρά της, μιλάει στην αστυνομία. Εν τω μεταξύ το κυνηγητό μαίνεται. Ο πιτσιρικάς αποκαλύπτεται αναπόφευκτα και τρέχει στον κεντρικό δρόμο προς το περιπολικό που φεύγει ενώ ο «μπάτσος» κλείνει ψυχρά το τζάμι. Η αστυνομία έχει πάρει την εντολή από ψηλά κι αφήνει το παιδί στο έλεος των φιλήσυχων πολιτών της Ζώνης. Ο ψύχραιμος κάτοικος προσπαθεί να ηρεμήσει τον όχλο, ο μικρός πανικόβλητος τραβάει το πιστόλι που είχε πάρει απ’ το σπίτι νωρίτερα, αλλά δεν προλαβαίνει πια να κάνει πολλά. Ο ευυπόληπτος όχλος τον καταπίνει. Έξω απ’ την πύλη περιμένει μάταια η μητέρα του. Ο συνομήλικός του που τον βοήθησε παίρνει το αυτοκίνητο του μπαμπά, φορτώνει το άψυχο κορμί και φεύγει απ’ τη Ζώνη όσο νιώθει ακόμα άνθρωπος. Τέλος.

Ότι δεν ξέρεις, μπορεί να σε βλάψει; Πέρα από την κριτική σε πρακτικό και δημοσιονομικό επίπεδο, το μείζον θέμα που τίθεται με την εξάπλωση αυτής της εκτρωματικής μορφής εθελούσιου αποκλεισμού, δεν είναι άλλο από τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό της στον ευρύτερο κοινωνικό ιστό. Οι κατασκευαστές ακινήτων κάνουν αυτό που τους συμφέρει, οι τοπικές αρχές το ίδιο και οι πολίτες ψάχνουν απλά μια ουτοπία για να ζήσουν με τη λιγότερη δυνατή πίεση. Ποιος μπορεί να τους ψέξει και πως το να θέλει κανείς την ησυχία του, μπορεί ν’ αποβεί καταστροφικό για τους υπόλοιπους; Σε μια ιδεατή (και όχι ουτοπική) κοινωνία, δεν υπάρχουν πουθενά πύλες και φράκτες, οι άνθρωποι κινούνται ελεύθερα στο δημόσιο κοινόχρηστο χώρο και μαζί τους εκτίθενται και τα προβλήματά τους, τα οποία είναι και προβλήματα της κοινότητας. Οι άνθρωποι γνωρίζουν από τι κινδυνεύουν, αντί για «ποιος» ρωτούν «γιατί» και αποκλείουν την εξάπλωση του κάθε κακού χτυπώντας μεθοδικά στη ρίζα του. Το πιο προφανές και αβανταδόρικο παράδειγμα όλων είναι η Αθηναϊκή Δημοκρατία και η εν δυνάμει δυνατότητα της να προσαρμόζεται σε κάθε νέα κατάσταση ή πρόβλημα. Να αυτορυθμίζεται δηλαδή, μέσω μιας ολοζώντανης δημόσιας σφαίρας, αλλά και χάρη στην αρχή της αμφισβήτησης. Ο απευκταίος ιδιώτης δεν είναι αυτός που δε φυτρώνει όπου μυριστεί «ιερό» σκοπό, όπως υπερβολικά πολλοί διαδίδουν στις μέρες μας, αλλά εκείνος που απέχει πλήρως

κι απ’ την αγορά ακόμα και δεν βιώνει το ρυθμό της κοινότητάς του. Αυτός που θέλει την ησυχία του κοινώς σ’ ένα κόσμο κατά κανόνα ανήσυχο. Εν προκειμένω, αν όλοι χωρίσουν τα τσανάκια τους ανάλογα με το βαλάντιό τους (κάτι που συχνά συνεπάγεται κι άλλου είδους διαχωρισμούς) υπονομεύεται εντελώς η έννοια του δημόσιου βίου και αντικαθίσταται από πολλούς ιδιωτικούς, έστω και συλλογικού τύπου. Το γελοίο της υπόθεσης, αν αφήσουμε και τις κοινωνιολογικές ενστάσεις κατά μέρους, είναι η αντίφαση που βγάζει κυριολεκτικά μάτι (9). Όσο περισσότερο κρύβεσαι τόσο περισσότερο φοβάσαι. Τα παιδιά σου, έχοντας μεγαλώσει έγκλειστα, δε θα γνωρίζουν τη φύση της απειλής κι ο τοίχος, θα γίνει αυτό που τα χωρίζει από την επανάσταση εναντίον σου. Με αυτή τη νοοτροπία ως δεκανίκι, η αόριστη έννοια της «ασφάλειας» γίνεται προϊόν που πωλείται, αλλά επειδή δεν έχει υλική υπόσταση (κι ο κόσμος θέλει τα λεφτά του να πιάνουν τόπο) το ρόλο αυτό παίζει ο τοίχος. Και προφανώς όταν κάποιος έχει «στοκ» ασφάλειας να πουλήσει, πρέπει να βοηθήσει κι εκείνος ώστε η ανασφάλεια να χτυπήσει κόκκινο (10). Με τα λόγια ενός επαγγελματία του χώρου: «Το προϊόν και η εικόνα του είναι έννοιες που ερευνούνται και πακετάρονται πολύ πριν διατεθούν στο εμπόριο.» Ο κυνισμός της αγοράς δεν είναι αμελητέος παράγοντας.

Ζήσε το μύθο; Στη χώρα μας, που τα στρατόπεδα είναι ακόμα μέσα στις πόλεις, η εικόνα ενός περιφραγμένου χώρου με κάμερες και σκοπιές, μόνο στρατό μπορεί να θυμίσει. Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, ακόμα δεν έχει ανεγερθεί ή διαφημιστεί περιφραγμένη κοινότητα, αλλά οι συνθήκες που οδήγησαν στην εμφάνισή τους αλλού μοιάζει να είναι παρούσες. Είτε ως μαζικές παρακρούσεις, όπως η νοσταλγικού τύπου λαγνεία για την απλή κοινοτική ζωή του χωριού και η αναπτυσσόμενη αίσθηση ανασφάλειας είτε ως ρεαλιστικοί γενεσιουργοί παράγοντες: Η άνοδος του αριθμού των οικονομικών μεταναστών και η γκετοποίησή τους, το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας μεταξύ των πολιτών, η διατήρηση της κατασκευαστικής κίνησης ως σημαντικού παραγωγικού τομέα (11) και φυσικά η αγωνία του κράτους να επαναπροσδιορίσει τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης και ν’ απαλλαγεί από όσες δημόσιες δαπάνες είναι εφικτό. Για να δούμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον… Σημειώσεις: (1) (2) Sun Belt: Η νότια και νοτιοδυτική ζώνη πολιτειών των ΗΠΑ όπου το κλίμα είναι ιδιαίτερα θερμό. (3) π.χ. το ρεύμα του New Urbanism (προ-κατ «ανθρώπινες» πόλεις όπως η Celebration City, το παλιό όραμα του Γουόλτ Ντίσνεϊ) και η θεωρία του Defensible Space (πάταξη της εγκληματικότητας μέσω κατάλληλου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού). (4) Η ακριβής ορολογία του βιβλίου είναι: Lifestyle Communities, Prestige Communities and Security Zones. (5) Σύμφωνα με στατιστική μελέτη του 2001 οι ενοικιαστές, που ποικίλλουν εθνοτικά αλλά και σε οικονομική κατάσταση, είναι 2.5 φορές πιο πιθανό να μείνουν πίσω απ’ τα τείχη απ’ ότι οι αγοραστές. (6) Homeowner’s Association (HOA): Το νομικό πρόσωπο που ιδρύεται από την κατασκευάστρια εταιρεία για να διαχειριστεί την περάτωση και την πώληση ενός νεόκτιστου οικισμού, αλλά και να τον διοικήσει αργότερα. (7) Το 1999 ο Τζορτζ Άντρες ύψωσε τη σημαία του στο γρασίδι του σπιτιού του. Χρειάστηκε γύρω στις τριάντα επισκέψεις στο δικαστήριο για να κερδίσει αυτό το δικαίωμα κόντρα στους κανονισμούς της τοπικής HOA, που παραλίγο να του πάρει το σπίτι πίσω. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε το σπουδαίο νόμο με τον τίτλο Freedom to Display the American Flag Act of 2005. Μεγάλα επιτεύγματα! (8) Ο όρος που έχει εισαχθεί από τον καθηγητή πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου του Ιλινόις Έβαν Μακένζι είναι ο σύνθετος Privatopia. (9) Ένα τετράστιχο των Brigada περιγράφει αυτή την αντίφαση ως εξής: Αγοράζεις με δόσεις, ρόδες μ’ επιδόσεις - Στουκάρεις και πεθαίνεις, ζωντανός να νιώσεις… (10) Αν και στις αρχές του ’90 οι δείκτες εγκληματικότητας εμφανίζονταν παντού πεσμένοι στις ΗΠΑ, υπήρξε μεγάλη έξαρση στην αγορά των περιφραγμένων κοινοτήτων. (11) Είμαστε η μόνη χώρα που έδωσε σ’ ένα γλυκό της το όνομα «Εργολάβος», προς τιμήν υποθέτω της παραγωγικότατης συνομοταξίας επαγγελματιών. Οι κροκόδειλοι είναι μέσα.

Ποιος είναι ο λάκκος;

Abstract: The article brings the overgrowing trend of the gated community lifestyle to discussion through re-narrating Rodrigo Pla’s movie La Zona. Loukas Tsouknidas talks about the defining aspects of that particular form of urban development and the criticism it draws. He then gives his own viewpoint on the subject and the possibility of such a development in the Greek market.


Š Tony de Marco / www.nada.com.br


Sao Paolo

Νόμος Καθαρής Πόλης

Κωστής Αλεξανδρόπουλος φωτό: Tony de Marco / www.nada.com.br

Τα αρχαία μνημεία είχαν εξ αρχής διαμεσολαβητικό χαρακτήρα. Κυρίως θρησκευτικά κτίσματα, ναοί με αρχιτεκτονικό στόχο την εξύψωση, δια μέσου της μεγαλοπρέπειας του κτίσματος, των πιστών. Σταδιακά, χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις από τους εκάστοτε μηχανισμούς προπαγάνδας για να δηλώσουν την ανωτερότητα της πόλης δημιουργού. Ο τρόπος χρηματοδοτήσεως των οικοδομικών προγραμμάτων (π.χ. Παρθενώνας) που κόσμησαν τις πόλεις της αρχαιότητας, προερχόταν κυρίως από φόρους που επιβάλλονταν στις πόλεις υποτελείς, δηλαδή προπαγάνδα. Άρα, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, το μνημείο διατήρησε τον διαμεσολαβητικό του χαρακτήρα παρόλο που το μήνυμα είχε διαφοροποιηθεί.

© Tony de Marco / www.nada.com.br


Š Tony de Marco / www.nada.com.br


Οι καρτ-ποστάλ που πουλιούνται σε υπαίθρια κιόσκια γύρω από τους χώρους των μνημείων μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν μάθημα διαφορετικότητας: ας πει ο καθένας τι αισθάνεται-σκέφτεται όταν βλέπει το συγκεκριμένο κτίσμα. Το πρώτο όμως πράγμα που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την φωτογραφία, θα είναι με πάσα βεβαιότητα το όνομα της πόλης που το φιλοξενεί —εφόσον, υποθέτω, αυτό του μνημείου θα είναι γραμμένο με την αρμόζουσα γραμματοσειρά στο κάτω δεξιό μέρος. Μπορεί το αρχικό νόημα του κτηρίου να έχει αλλάξει (ιδιαίτερα αν επρόκειτο περί ναού κάποιας θρησκείας που δεν επικράτησε) και σίγουρα δια μέσου των αιώνων, τόσο σε πρακτικό (τρόποι χρήσεως του κτηρίου) όσο και σε επίπεδο αφηρημένου νοήματος, οι ερμηνείες να είναι παραπάνω από πολλαπλές. Διατηρείται όμως εκείνο το νόημα της μοναδικότητας του μνημείου, στοιχείο της οποίας είναι η τοπογραφική του θέση στον πλανήτη και δίνει έναν κάποιο χαρακτήρα στην πόλη, ο οποίος τη διαφοροποιεί από όλες τις υπόλοιπες πόλεις του κόσμου —το τελικό μήνυμα είναι η διαφορετικότητα. Φαστ φόργουορντ στις σύγχρονες μητροπόλεις: τα μνημεία είναι παγκοσμιοποιημένες ταπετσαρίες, κολλημένες από κακοπληρωμένα συνεργία σε τεραστία μπιλ-μπορντς, που οριοθετούν την πολεοδομία της πόλης ενώ το βράδυ, όταν δεν είναι ευκρινές το φημισμένο προϊόν, υπάρχουν τα νέον που αναβοσβήνουν αλλά και οι μεγάλες οθόνες. Τα προϊόντα είναι τα ίδια, όπως και οι παραστάσεις που χρησιμοποιούνται για να τα χαρακτηρίσουν, ίδιες οι γραμματοσειρές και το λογότυπο επίσης, πάντα με τους ίδιους χαρακτήρες, πάντα στην ίδια γλώσσα. Τα σύγχρονα μνημεία δεν διαμεσολαβούν, απλά είναι τόσο επίπεδα και αντανακλαστικά όσο και οι επιφάνειες των μπιλ-μπορντς.

© Tony de Marco / www.nada.com.br


Š Tony de Marco / www.nada.com.br

Š Tony de Marco / www.nada.com.br


© Tony de Marco / www.nada.com.br

Η διαφορετικότητα της κάθε μιας από τις σύγχρονες πόλεις βρίσκεται κάπου κρυμμένη, εγκλωβισμένη πίσω από τις πινακίδες που κοσμούν τώρα τις καρτ-ποστάλ. Αν επαναληφθεί το προηγούμενο πείραμα, όλοι θα αναγνωρίσουν τα προϊόντα αλλά κανένας την πόλη (ενώ στο κάτω δεξιό μέρος υποθέτω πως βρίσκεται το λόγκο κάποιου σπόνσορα). Η ομογενοποίηση αυτή δημιουργεί σε αρκετούς ένα ακατανόητο αίσθημα ασφάλειας, τους δίνει ταυτότητα κι ας πρόκειται να είναι εκείνη ενός εταιρικού Φρανκενστάιν. Στον κόσμο αυτό οι διαφημίσεις είναι το αίμα και η εβδομαδιαία έπαρση-υποστολή, μία σύγχρονη τελετουργία θανάτου-αναγέννησης που σηματοδοτεί τη ζωή της πόλης, τον χαρακτήρα της. Αρκετοί ήταν λοιπόν εκείνοι, που έσπευσαν τρομοκρατημένοι να καταδικάσουν την δημοτική κίνηση του Σάο Πάολο να απαγορεύσει τις διαφημίσεις, να κατεβάσει τα μπιλ-μπορντς, θεωρώντας την ως μία ενέργεια που θα αλλοίωνε τον χαρακτήρα της πόλης.

Τον Σεπτέμβριο του 2006, ο δεξιός δήμαρχος του Σάο Πάολο Gilberto Kassab, πέρασε τη νομοθεσία της Καθαρής Πόλης. «Ο Νόμος της Καθαρής Πόλης προέκυψε από την αναγκαιότητα να πολεμήσουμε την μόλυνση του νερού, του αέρα, την ηχορύπανση, αλλά και την οπτική. Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την εκστρατεία μας στρεφόμενοι ενάντια στην πιο απτή μορφή μόλυνσης, την οπτική.» Η νομοθεσία αποτέλεσε το επιστέγασμα μίας προσπάθειας που είχε ξεκινήσει πιο παλιά ώστε να απομακρυνθούν τα παράνομα μπιλ-μπορντς, από τα 8.000 της πόλης. «Όλες οι προσπάθειες μας να βρεθεί κάποιος συμβιβασμός απέτυχαν καθώς καμία από τις συμφωνίες που είχαμε συνάψει με τον διαφημιστικό τομέα δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ένα μπιλ-μπορντ που έπρεπε να αποκαθηλωθεί αυτή την εβδομάδα θα εμφανιζόταν την επόμενη σε διαφορετικό σημείο της πόλης. Υπήρχε διάχυτο κλίμα ασυδοσίας.» Τελικά, απηυδισμένος ο δήμαρχος, πρότεινε ένα νόμο σύμφωνα με τον οποίο απαγορευόταν πλέον

© Tony de Marco / www.nada.com.br


Š Tony de Marco / www.nada.com.br


κάθε μορφή διαφήμισης σε εξωτερικούς χώρους. Οι τεράστιες πινακίδες που όριζαν τόσο «οπτικά» όσο και πολεοδομικά τα όρια της πόλης θα εξαφανιζόντουσαν. Κι όχι μόνο τα μπιλ-μπορντς αλλά και οι διαφημίσεις σε ταξί και λεωφορεία. Όσον αφορά τις πινακίδες στα μαγαζιά, θα εφαρμοζόταν περιορισμός σύμφωνα με τον οποίο θα επιτρεπόταν 1.5 μ. διαφήμισης-επιγραφής ανά 10μ. προσόψεως. «Σε μια πόλη 11 εκατομμυρίων αποδείχτηκε τελικά αδύνατο να βρεθεί κάποια κοινώς αποδεχτή λύση στο τι είναι νόμιμο και τι όχι κι έτσι αναγκαστήκαμε να φτάσουμε ως τα άκρα» δήλωσε ο δήμαρχος, ο οποίος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι δεν έχει κάτι ιδεολογικό ενάντια στις διαφημίσεις, αλλά τίθεται ενάντια στην υπερβολή. Ο συγγραφέας Roberto Pompeu de Toledo δήλωσε χαιρετίζοντας το νόμο, ότι πρόκειται για «μια σπάνια νίκη του δημοσίου συμφέροντος επί του ιδιωτικού, της αισθητικής επί της ασχήμιας, της καθαριότητας επί της βρωμιάς και για μια φορά, όλα εκείνα τα στοιχεία που συνήθως υπερισχύουν στη Βραζιλία αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.» Η αλλαγή όμως δεν ήταν μόνο σε αισθητικό επίπεδο. Ο Vinicius Galvao, δημοσιογράφος της Folha de Sao Paolo, της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία εφημερίδας της Βραζιλίας δήλωσε ότι μετά την απομάκρυνση των μεγάλων διαφημιστικών πινακίδων, αποκαλύφτηκαν πολλά κοινωνικά προβλήματα της πόλης που μέχρι τότε κανείς δεν γνώριζε. Ολόκληρες φαβέλες, οι οποίες μέχρι τότε δεν υπήρχαν στη γνωστή γεωγραφία της πόλης, ήρθαν ξαφνικά στο φως ενώ πριν ήταν «αόρατες», κρυμμένες πίσω από τις πινακίδες. Επίσης, για τους ίδιους λόγους,

αποκαλύφτηκε ο κόσμος των παράνομων μεταναστών, κυρίως από τη Βολιβία, που ζούσε στοιβαγμένος σε λίγα τετραγωνικά, όπου έπρεπε να ζήσει, να κοιμηθεί και να δουλέψει. Σύμφωνα πάντα με τον Vinicius Galvao, μετά την απομάκρυνση επήλθε αλλαγή στην σχέση των κατοίκων με το Σάο Πάολο, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή τα ορόσημα που χρησιμοποιούσες για να κινείσαι χωρίς να χάνεσαι, αυτά που είχαν εντυπωθεί στο μνημονικό χάρτη της πόλης, ήταν κυρίως οι διαφημιστικές πινακίδες και τα μπιλ μπορντς. Πολλοί κάτοικοι του Σάο Πάολο, αντιμετώπισαν προβλήματα προσανατολισμού μετά την απομάκρυνση τους, αλλά σύντομα προσαρμόστηκαν και τελικά ανέπτυξαν μια πιο υγιή σχέση με τη πόλη τους, βασισμένη π.χ. στην αρχιτεκτονική. Αυτή η τολμηρή κίνηση δεν πέρασε φυσικά χωρίς να σημειωθούν αντιδράσεις από τους άμεσα θιγόμενους. Η Ένωση Βραζιλιάνων Διαφημιστών (Border) αντέδρασε και στις 2 Οκτωβρίου του 2007, την ίδια ημέρα που το δημοτικό συμβούλιο θα ενέκρινε και επισήμως το νόμο, εξέδωσε μια δήλωση σύμφωνα με την οποία ο νόμος χαρακτηριζόταν «παράλογος, ανεδαφικός και φασιστικός». Επικέντρωνε τη κριτική στο ζήτημα των εκατοντάδων μικρών επιχειρήσεων που θα έπρεπε να ξοδέψουν χρήματα για αλλάξουν τις προσόψεις τους. Στον τύπο, έφτασαν προβλέψεις που παρουσίαζαν τις πιθανές απώλειες των διαφημιστικών στο ύψος των 133 εκατομμυρίων δολαρίων. Η ένωση ιδιοκτητών μπιλ μπορντς και άλλων «επιφανειών διαφήμισης» για εξωτερικούς χώρους (Sepex) προειδοποίησε ότι γύρω στους 20.000 ανθρώπους θα χάσουν τις δουλειές τους.


Κάποιοι άλλοι προέβλεψαν ότι χωρίς τις διαφημίσεις η πόλη θα δείχνει πιο άσχημη, ουδέτερη, χωρίς χρώματα και χαρακτήρα, φέρνοντας σαν παραδείγματα τη Βόρεια Κορέα και τις πόλεις του πρώην ανατολικού μπλοκ. Αυτή ήταν και η άποψη που εξέφρασε ο Dalton Silvano, ο μόνος δημοτικός σύμβουλος που καταψήφισε τη πρόταση κι είναι όλως τυχαίως στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας. «Πιστεύω ότι η πόλη θα μοιάζει πιο θλιμμένη, πιο μουντή. Η διαφήμιση είναι τόσο μορφή τέχνης όσο και, όταν π.χ. είσαι στο αυτοκίνητο σου ή περπατάς, μια μορφή διασκέδασης που βοηθά να ξεπεράσεις τη μοναξιά και τη βαρεμάρα.» Τις μηνύσεις και τις νομικές διαδικασίες, ακολούθησαν κωμικές πορείες διαφημιστών που οδηγούσαν τα αυτοκίνητα τους πάνω κάτω στους δρόμους μπροστά από το δημαρχείο σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Είτε για τα χρήματα που θα έχαναν είτε γιατί χωρίς την διασκέδαση που τους προσέφεραν οι διαφημίσεις στους δρόμους θα ήταν αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τελικά τις ζωές τους. Οι φαρέτρες των διαφημιστικών και των άλλων εταιρειών, εφευρίσκουν διαρκώς νέα επιχειρήματα ενάντια στο νόμο σε απέλπιδες προσπάθειες να περισώσουν τα μέχρι χτες κεκτημένα χρηματικά (και όχι μόνο) δικαιώματα τους. Τα επιχειρήματα αυτά κινούνται στα όρια του παραλόγου, ιδιαίτερα όταν οι διαφημιστικές εταιρείες αναφέρονται στον κίνδυνο με τη νέα νομοθεσία να θιγεί η ελευθερία έκφρασης και να μειωθεί η πληροφόρηση του κοινού σχετικά με το τι προϊόντα να προτιμήσουν στις αγορές τους. Ο Marcel Solimeo, οικονομολόγος του εμπορικού συλλόγου του Σάο Πάολο που αριθμεί 32.000 μέλη, δήλωσε, «Πρόκειται περί μιας ανατρεπτικής νομοθεσίας που πλήττει τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς και τον σεβασμό απέναντι στη κυριαρχία του «νόμου». Ζούμε σε μία καταναλωτική κοινωνία και το νόημα του καπιταλισμού είναι να είναι οι πληροφορίες για τα προϊόντα διαθέσιμες για το αγοραστικό κοινό». Εδώ υπάρχει βέβαια μια σαφέστατη σύγχυση εννοιών γιατί άλλο πληροφορία και άλλο σλόγκαν. Ένα άλλο επιχείρημα, που αποδεικνύει την σύγχυση και τον πανικό τους, είναι η απειλή ότι θα αυξηθεί η εγκληματικότητα αν απομακρυνθούν τα μπιλ-μπορντς καθώς με το νυχτερινό φωτισμό λειτουργούσαν αποτρεπτικά και προστάτευαν τους πολίτες. Υπάρχουν όμως και μέσα στον χώρο των διαφημιστικών πιο νηφάλιες φωνές όπως του Augusto Moya, υπεύθυνου δημιουργικού του πρακτορείου DDB Brasil, σύμφωνα με τον οποίο η απαγόρευση ωθεί τις εταιρείες να γίνουν πιο εφευρετικές. «Σαν υπεύθυνος δημιουργικού πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι καλό σε αυτή την ιστορία: Θα πρέπει τώρα να στραφούμε σε πιο παραδοσιακούς τρόπους εξωτερικής διαφήμισης με κάποιο πιο επινοητικό τρόπο. Σε όλα τα πρακτορεία προσπαθούν να βρεθούν τρόποι ώστε η εξωτερική διαφήμιση να μην διαταράσσει τον χαρακτήρα της πόλης.» Σκεπτικισμός έχει εκφραστεί επίσης από τους διοργανωτές του καρναβαλιού που φοβούνται ότι θα μακροπρόθεσμα θα υπάρξουν επιπτώσεις σχετικά με τη βιωσιμότητά του, καθώς οι διάφοροι χορηγοί δεν θα επιτρέπεται να διαφημιστούν με τις συνήθεις πινακίδες κατά μήκος της παρέλασης. Οι αρχές δήλωσαν ότι αναφορικά με πολιτιστικά γεγονότα και εορταστικές εκδηλώσεις θα ληφθούν ειδικές αποφάσεις και θα υπάρξουν εξαιρέσεις. Σε πολλά μέρη της πόλης έχουν απομείνει μόνο οι κορνίζες από τις πινακίδες και η εικόνα προξενεί μια μελαγχολική αίσθηση, σα να βρίσκεσαι σε νεκροταφείο για μπιλ-μπορντς. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι οι εταιρείες περιμένουν να δουν τι θα συμβεί, αν η εφαρμογή του νόμου θα έχει χρονικό εύρος. Τότε μόνο θα αναγκαστούν τελικά να τις καταστρέψουν και η πόλη θα βγει από το μεταβατικό αυτό στάδιο. Abstract: The article by Kostis Alexandropoulos discusses the role of monuments or other fixed points of reference to a city’s identity and recollects the recent developments in the city of Sao Paolo, where mayor Gilberto Kassab passed a law to tear down all kinds of billboards used for advertising: “The Law of the Clean City”.


Š Tony de Marco / www.nada.com.br

Š Tony de Marco / www.nada.com.br


Κάν’ το όπως η Jane

Ρομαντισμός και Ειρωνεία Βάσω Μπελιά

Μια μόδα σχετική με την Jane Austen κάνει την εμφάνισή της αυτό τον καιρό σε όλο τον κόσμο. Τα βιβλία της γίνονται ξανά best-seller και μαζί τους αναπτύσσεται μια ολόκληρη αγορά ταινιών, εκδόσεων, ρούχων, αλλά και ιδεών. Γιατί τέτοια μανία και πόσο επίκαιρη είναι η οπτική της; Τα τελευταία χρόνια, πέρα από τις πολλές κι επανειλημμένες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές (1) των μυθιστορημάτων της Jane Austen, έχουν κυκλοφορήσει δεκάδες βιβλία-συνέχειες στα έργα της. Εκεί, μπορεί κανείς να διαβάσει τι έγινε μετά το γάμο, πώς παντρεύτηκαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, πώς το ίδιο στόρι φαίνεται μέσα από τα μάτια κάποιων ηρώων της, τι θα γινόταν αν τα πράγματα δεν είχαν γίνει ακριβώς έτσι, ακόμα και να δει χαρακτήρες από διαφορετικές ιστορίες της να συναντιούνται ενώ δίνουν και παίρνουν τα βιβλία οδηγιών μαγειρικής, εργόχειρου, κηπουρικής, καλών τρόπων κλπ. Στο ίδιο πνεύμα είναι και οι εκδόσεις με θέμα τη ζωή της (μισοβιογραφικά, μισο-μυθοπλασίες) όπως κι εκείνες με τίτλους του τύπου Καν’ το όπως η Jane: Οδηγίες για να βρείτε σύζυγο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα το Dear Jane Austen: a Heroine’s Guide to Life and Love, όπου η Jane απαντάει σε γράμματα γυναικών του 21ου αιώνα με συμβουλές για τα αισθηματικά κι άλλα προβλήματά τους, το The Jane Austen Handbook: A Sensible Yet Elegant Guide to Her World, όπου μια γυναίκα μπορεί να μάθει μεταξύ άλλων πως να διαλέγει τα σωστά ρούχα και πώς να δείχνει ενδιαφέρον σε έναν άντρα χωρίς να φαίνεται πολύ πρόθυμη και το What Jane Austen Taught Me About Love and Romance, όπου μπορεί κανείς να διαβάσει ηθικο-χριστιανικά διδάγματα περί ερωτικής πίστης, βασισμένα μεν στα μυθιστορήματα της Austen, διαβασμένα όμως παράλληλα με την Προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Ο λόγος που είναι τόσο δημοφιλής, μια συγγραφέας η οποία πέθανε πριν από 200 χρόνια αφήνοντας πίσω της 6 μυθιστορήματα με θέμα την αναζήτηση συζύγου, δεν είναι προφανής. Πολλά κείμενα ή βίντεο στο ίντερνετ, αποτελούν μαρτυρίες του βαθμού που έχει φτάσει η μανία για την Austen. Ηλεκτρονικές κοινότητες (2) συγκροτούνται με σκοπό να σχολιάζουν τα βιβλία της και όσα βιβλία είναι σχετικά με αυτήν, τη γλώσσα της, τα ήθη της εποχής της, τις κινηματογραφικές, τηλεοπτικές και θεατρικές μεταφορές των έργων της ή ακόμα να συζητούν όσα τους έμαθε η Jane για τη ζωή και τις σχέσεις. Η μόδα της «Jane Austen» μοιάζει να είναι η αναπόληση μιας «προφεμινιστικής» εποχής όπου ο ρομαντισμός υπήρχε ακόμα. Με μια γρήγορη περιήγηση σ’ αυτές τις σελίδες, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως τα βιβλία της αποδεικνύονται διαχρονικά γιατί ο έρωτας είναι πάντα επίκαιρος, οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα πάντα ίδιες και οι προτάσεις για επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν σ’ αυτές πάντα ευπρόσδεκτες.

Μα πρόκειται στ’ αλήθεια για ρομαντικές ιστορίες; Η Austen ρομαντική; Ναι, η εποχή, τα ρούχα, οι άμαξες κι οι αβροί τρόποι δίνουν αυτή την εντύπωση. Όμως οι ρομαντικές αντιλήψεις για τη σημασία της αυθεντικότητας των συναισθημάτων, της αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συμβάσεις και του έρωτα πέρα από τη λογική, στην πραγματικότητα αναφέρονται από την Austen μόνο όταν θέλει να τις σατιρίσει. Η γνώμη της Marilyn Butler, συγγραφέως του Jane Austen and the War of Ideas, είναι πως η Austen έγραψε έργα συντηρητικά, ως απάντηση στον συναισθηματισμό που κληροδότησε στην μοντέρνα σκέψη ο ρομαντισμός. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, στα έργα της προβάλλεται ένα μοντέλο οργάνωσης των ανθρώπινων σχέσεων με βάση περισσότερο την κοινότητα, είτε αυτή είναι η οικογένεια είτε μια οικονομική ένωση προσώπων γύρω από ένα «estate (3)», παρά την αυτονομία του υποκειμένου, που είναι το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του ρομαντισμού. Πρόκειται όμως πράγματι για συντηρητισμό; Για την Austen, οι σχέσεις του εαυτού με τους άλλους (οικονομικές, κοινωνικές κλπ) είναι αυτές που καθορίζουν το άτομο ενώ η σταθερότητά τους, ακόμη και μέσω των κοινωνικών συμβάσεων, είναι ζωτικής σημασίας. Ειδικά σ’ έναν κόσμο, όπου ο καπιταλισμός σπάει τους δεσμούς για να διαμορφώσει το αυτόνομο άτομο, το οποίο δεν περιορίζεται από τίποτα στην αναζήτηση της προσωπικής του ταυτότητας κι ευτυχίας, στην κατανάλωση αγαθών και στην οικονομική και κοινωνική του κινητικότητα. Σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζει πράγματι με συντηρητισμό, με μια αναζήτηση της χαμένης αίσθησης της ασφάλειας σε μια κοινότητα οικονομικά και κοινωνικά σταθερή. Η Austen έζησε από πρώτο χέρι την ανασφάλεια που επέφερε σε άντρες και γυναίκες, στα στρώματα των κατώτερων ευγενών και μεσοαστών, ο πατριαρχικός καπιταλισμός και η εκβιομηχάνιση της εποχής της. Ωστόσο δεν ζητάει την επιστροφή στην φεουδαλική εποχή, ούτε απορρίπτει το εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα ως πηγή εισοδήματος. Δεν εξιδανικεύει ακόμη τον θεσμό της οικογένειας, όπως αργότερα έκαναν πολλοί συγγραφείς της Βικτωριανής εποχής. Δεν υπάρχει ο ακραίος διαχωρισμός του έξω κόσμου ως απειλητικού και της οικογενειακής εστίας ως καταφυγίου από τις κακουχίες της καθημερινότητας. Για κάποια πρόσωπα στο έργο της η έγγαμη κατάσταση είναι κλειστοφοβική (όπως για τη Maria Bertram του Mansfield Park), ενώ για άλλα ένα αναγκαίο κακό: η καημένη η Charlotte Lucas από το Περηφάνια και Προκατάληψη θα είχε πολλά να πει για το θέμα, αφού «χωρίς να έχει σε ιδιαίτερη εκτίμηση είτε τους άντρες είτε το γάμο», ήξερε ότι «ο γάμος είναι ο μόνος αξιοπρεπής τρόπος συντήρησης μιας μορφωμένης γυναίκας με χαμηλό εισόδημα». Εν τέλει παντρεύτηκε τον πιο απωθητικό τύπο του έργου (τον άσχημο, ηλίθιο και αντιπαθητικό κύριο Collins) και αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς της στο να του αποσπά την προσοχή από αυτήν, κρατώντας τον απασχολημένο σε άλλο μέρος του σπιτιού. Με τον ίδιο τρόπο, πολλά αταίριαστα ζευγάρια στα βιβλία της Austen αναγκάζονται να μοιράζουν το χώρο τους μέσα στο σπίτι για να συναντιούνται


όσο γίνεται λιγότερο. Απόλυτα διασκεδαστικό, αφού «η ομορφιά λαμπρύνει αυτούς τους ηλίθιους»: αυτή η ομορφιά ακριβώς, μας κάνει να αγαπάμε την Austen, έλεγε η Virginia Woolf. Τελικά φαίνεται πως βασικό ζητούμενο των έργων της είναι όχι τόσο η αγάπη και ο γάμος όσο η αυτονομία και η ανεξαρτησία. Η διαφορά των εννοιών αυτών στο έργο της Austen με τη ρομαντική αντίληψη περί ανεξαρτησίας, είναι η θεώρηση πως αυτή δεν είναι η υπακοή στην εσωτερική αλήθεια του ατόμου κόντρα στις κοινωνικές συμβάσεις και τις δυνάμεις της αγοράς, αλλά μπορεί αντίθετα να επιτευχθεί μόνο μέσα από αυτές. Πιο συγκεκριμένα η αυτονομία στα μυθιστορήματα της Austen συνίσταται κυρίως στην οικονομική αυτάρκεια, στη δυνατότητα να παραμείνει κανείς στην κοινωνική τάξη που ανήκει, αλλά και στην διανοητική απόσταση, που του δίνει την πολυτέλεια να διασκεδάζει με την ηλιθιότητα των άλλων. Παραδόξως (κι αυτό ίσως να είναι η κύρια αιτία που η Austen γίνεται όλο και πιο δημοφιλής στις μέρες μας) αυτή η ελευθερία φαίνεται να συνδυάζει μια καπιταλιστική και ατομιστική λογική με μια ηθική της κοινότητας, πράγμα που ταιριάζει στην εποχή μας, η οποία επιτρέπει τη συνύπαρξη των δύο (έστω και σε φαντασιακό επίπεδο). Όλες οι ηρωίδες της έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά πρακτικά προβλήματα στην προσπάθειά τους να επιτύχουν αυτή την αυτονομία, τα οποία μια ρομαντική ηρωίδα δεν θα συναντούσε ποτέ. Έτσι, η δεσποινίς Elizabeth Bennet, στο Περηφάνια και Προκατάληψη, η δεσποινίς Dashwood στο Λογική και Ευαισθησία και η δεσποινίς Price στο Mansfield Park γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο μοναδικός τρόπος να επιβιώσει μια γυναίκα της τάξης τους χωρίς να ξεπέσει κοινωνικά είναι ο γάμος. Το γεγονός ότι ενώ δεν τους αρκούν τα χρήματα για να παντρευτούν, εκείνες ζητούν και έρωτα είναι «τόσο το χειρότερο»: οι πιθανότητες να τα βρουν και τα δύο είναι τόσο μικρές που τα μυθιστορήματα της Austen μετατρέπονται σε «suspense dramas». Αν ο έρωτας παραμείνει ως έχει στην αντιστοιχία και η αναζήτηση συζύγου μεταφραστεί σε αναζήτηση της κατάλληλης δουλειάς, έχουμε τα βασικά στοιχεία του δικού μας καθημερινού suspense drama. Μια συνεχής αίσθηση αγωνίας για την υλική μας ακεραιότητα και μια απογοήτευση για την επιφανειακή φύση των κοινωνικών μας σχέσεων, αρκεί για να κάνει την Austen επίκαιρη, ακόμα κι αν έλειπαν οι αισθηματικές δυσκολίες. Το αν η Austen ασκεί ή όχι κριτική στους θεσμούς που θέτουν όρια στην αυτονομία δεν είναι προφανές: η ειρωνεία της, επιτρέπει μεγάλη ελευθερία στην ερμηνεία των έργων της. Σύμφωνα με την Evans, δεν αμφισβητεί θεσμούς όπως ο γάμος, αλλά τα κίνητρα των ανθρώπων που τους στηρίζουν. Αυτό το κάνει επιτιθέμενη εν μέρει, αισθητικά και όχι ηθικολογικά, στις κυνικές αντιλήψεις για το γάμο, κυρίως όμως στις ρομαντικές. Είναι ο μόνος λόγος μαζί με το ενδιαφέρον της για την υλική και ηθική ακεραιότητα των μεσοαστών γυναικών που θα μπορούσε κανείς, αναχρονιστικά, να ονομάσει την Austen φεμινίστρια. Η ρομαντική άγνοια και η αδιαφορία για το χρήμα της νεαρής δεσποινίδος Marianne Dashwood αποτελεί αντικείμενο ειρωνείας της Austen —αλλά μιας τρυφερής ειρωνείας. Όπως λέει η αδερφή της Marianne, η αδιαφορία της για το χρήμα οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα την έλλειψή του και τι αυτή συνεπάγεται, ενώ οι αντιλήψεις της για την αγάπη και τις κοινωνικές σχέσεις είναι αποτέλεσμα μιας εφηβικής αφέλειας που μετατρέπει την ρομαντική αισθητική σε ιδεολογία, επιφανειακή όμως όσο κι επικίνδυνη. Η Marianne θεωρεί τα δεδομένα ότι ο Willoughby ιππεύει καλά, απαγγέλλει ποίηση με πάθος, μπορεί να εκτιμήσει ένα τοπίο κι έχει άμαξα τελευταίας τεχνολογίας και μόδας, ως αποδείξεις πως είναι φτιαγμένος για αυτήν. Η αντίληψή της για τον έρωτα, όχι μόνο γίνεται αντικείμενο ειρωνείας της συγγραφέως, όχι μόνο την εκθέτει στα μάτια του κοινωνικού της περίγυρου (όχι με τον

ρομαντικό τρόπο, αφού κανείς γνήσια κακός χαρακτήρας, κανένας πραγματικός «villain (4)» που θα μπορούσε επίτηδες να προκαλέσει κακό δεν υπάρχει στα έργα της Austen), αλλά τη φέρνει και κοντά στο θάνατο —παραλίγο να πεθάνει από ραγισμένη καρδιά για χάρη κάποιου που ήξερε να απαγγέλλει εντυπωσιακά. Εδώ η Austen δείχνει πόσο σύγχρονη είναι η ματιά της, καταφέρνοντας να συνδυάσει την ειρωνεία με την αγάπη και την κατανόηση: ναι, είναι γελοίο, αλλά σε ποιον δεν έχει συμβεί; Για τη συγγραφέα, η αιτία είναι η υπερβολική ανάγνωση ρομαντικών μυθιστορημάτων. H Catherine Morland, ηρωίδα του έργου Το Αββαείο του Νόρθαγκερ, μιας παρωδίας των gothic μυθιστορημάτων της εποχής, πέφτει στην παγίδα να πιστέψει στην αλήθεια όσων διαβάζει στα βιβλία του συρμού. Φαντάζεται πως είναι μια ρομαντική ηρωίδα, περιτριγυρισμένη από «κακούς». Πιστεύει πως είναι ερωτευμένη μετά από μία και μόνο συνάντηση και ψάχνει για μυστικά ημερολόγια και ίχνη δολοφονίας στα μπαούλα με τα ρούχα. Ο εξευτελισμός της όταν αποκαλύπτεται η ανοησία της, την επαναφέρει στην πραγματικότητα. «Αγαπητή μου δεσποινίς Morland, αναλογιστείτε τον τρομερό χαρακτήρα που έχουν οι υποψίες σας. Θυμηθείτε τη χώρα και την εποχή όπου ζούμε. [...] Συμβουλευτείτε τη δική σας αντίληψη, την ίδια σας την αίσθηση του πιθανού, την δική σας παρατήρηση του τι συμβαίνει γύρω σας». Μια προειδοποίηση. Σημειώσεις: (1) Ποιος μετράει; 9 φορές έχει γυριστεί το Περηφάνια και Προκατάληψη, 3 φορές το Πειθώ, 3 το Mansfield Park, 4 το Λογική και Ευαισθησία, 7 το Έμμα και 2 το Αββαείο του Νόρθαγκερ, χωρίς να υπολογίσουμε την πρόσφατη ταινία για τη ζωή της Becoming Jane, το σχετικό με τη «λατρεία» της The Jane Austen Book Club ή τις μεταφορές των ιστοριών της στην σύγχρονη εποχή όπως π.χ. Το ημερολόγιο της Bridget Jones. (2) Links: 1. Η (ανεξάρτητη;) δημοκρατία του Pemberley στο www.pemberley.com 2. Η κοινότητα των βρετανών οπαδών στο www.janeaustensociety.org.uk, των αυστραλών στο www.jasa.net.au/index.html, των αμερικάνων στο www.jasna. org και των αργεντίνων στο www.janeaustenba.org. (3) estate: κτήμα, περιουσία. Δεν μεταφράζεται ακριβώς στα ελληνικά. Πρόκειται για μία μεγάλη έκταση γης που συνήθως περιλαμβάνει το αρχοντικό σπίτι του ιδιοκτήτη, τους στάβλους και τα αγροτικά κτήματά του, δάση και λίμνες για κυνήγι ή ψάρεμα, τα σπίτια των υποτακτικών του. Συχνά αποτελεί μια τεράστια πηγή εσόδων, αφού ο ιδιοκτήτης ενός estate δεν χρειάζεται να δουλέψει, ανήκει στην αριστοκρατική τάξη. Μέσα στις αρμοδιότητές του είναι ο διορισμός του παπά της ενορίας στην οποία ανήκει το κτήμα και η φιλανθρωπία προς τους φτωχούς της ενορίτες. Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή οικονομικής οργάνωσης που παραπέμπει στο φεουδαρχικό μοντέλο, αν και στην εποχή της Austen λειτουργούσε μέσα σε ένα φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα και μέσα σε μια κοινωνία που μετατρεπόταν σε βιομηχανική. (4) villain: κύριος «κακός» ή αντίπαλος του ήρωα σ’ ένα έργο μυθοπλασίας. Δεν μεταφράζεται ακριβώς στα ελληνικά. Σχετικά βιβλία: 1. Jane Austen and the war of ideas - Marilyn Butler 2. Jane Austen and the state - Mary Evans 3. Women and writing - Virginia Woolf

Abstract: The article reflects the writer’s thoughts on the ongoing trend to mimic the “Jane Austen” lifestyle. Vasso Belia discusses whether or not Jane Austen’s work is timeless and the nature of her irony, while she gives her explanation on why Austen is neither romantic nor conservative, but simply a woman in search of her independence.


Οι Νέες Αιρέσεις The New Heresies

Άρθρο του Mick Hume που πρωτοδημοσιεύτηκε στο βρετανικό διαδικτυακό περιοδικό spiked (www.spiked-online.com) στις 7 Νοεμβρίου του 2007. Μετάφραση: Κωστής Αλεξανδρόπουλος

Στη σημερινή εποχή του «Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό», εκείνοι που διώκονται είναι όσοι έχουν αντιδραστικές απόψεις σε φυλετικά ή θρησκευτικά ζητήματα. Ο αγώνας λοιπόν για την ελευθερία του λόγου είναι ακόμη επίκαιρος. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ο David Cameron, αρχηγός του Συντηρητικού κόμματος, απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια καθώς δήλωσε ότι επιθυμεί έναν ανοιχτό «ώριμο» διάλογο σχετικά με το θέμα της μετανάστευσης και τους τρόπους ελέγχου της. Έπειτα, όταν ένας υποψήφιος των Συντηρητικών υπαινίχθηκε ότι ο Enoch Powell είχε δίκιο το 1968, οπότε και προειδοποιούσε σχετικά με τις συνέπειες της μαζικής μετανάστευσης, η ηγεσία του κόμματος (με την στήριξη και των υπολοίπων κομμάτων) τον ανάγκασε σε παραίτηση εξαιτίας της «άστοχης» και «σκληρής» γλώσσας που χρησιμοποίησε. Με άλλα λόγια: Θέλουμε ειλικρίνεια και πολιτική μεταξύ ενηλίκων, αλλά Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό. Τον προηγούμενο μήνα ο Δρ. James Watson, ο ένας από τους δύο επιστήμονες που αποκρυπτογράφησαν το DNA, είχε προγραμματίσει μια διάλεξη στο Μουσείο Επιστημών. Όταν σε μία συνέντευξη του στους Sunday Times άφησε να νοηθεί ότι η νοημοσύνη έχει σχέση με τη φυλή, το μουσείο ακύρωσε τη διάλεξη. Στη δήλωση που εξέδωσε, ειπώθηκε ότι το μουσείο «δεν αποφεύγει τον διάλογο επί επίμαχων ζητημάτων», αλλά επέμεινε ότι ο Δρ. Watson «είχε υπερβεί τα όρια του επιτρεπτού διαλόγου». Με άλλα λόγια: Θέλουμε επιστημονικό διάλογο και αντίλογο, αλλά Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό. Κάποιοι από εμάς —ακόμη κι εκείνοι που υποστηρίζουν το άνοιγμα των συνόρων— θεωρούμε πως η πλειοψηφία των πολιτικών που επιθυμούν να διακόψουν τον διάλογο σχετικά με ένα θέμα όπως η μετανάστευση, είναι σαφέστατα πιο επικίνδυνη από τις αντιδραστικές απόψεις υποψηφίων βουλευτών. Όπως έγραψα την προηγούμενη εβδομάδα σχετικά με το ζήτημα του Nigel Hastilow, «Ο Enoch Powell δεν είχε δίκιο στο θέμα της μετανάστευσης, όμως είναι άδικο να καταδιώκεται ένας υποψήφιος των Συντηρητικών επειδή υπαινίχθηκε ότι είχε» (βλέπε A grown-up debate? Not with childish censorship του Mick Hume στο spiked). Στο ίδιο κλίμα, κάποιοι από εμάς —συμπεριλαμβανομένων κάποιων που ασχολούνται με το ζήτημα του ρατσισμού εδώ και χρόνια— θεωρούν το ότι ένα φιλελεύθερα σκεπτόμενο επιστημονικό ίδρυμα επιθυμεί να θέσει όρια στον «επιτρεπτό διάλογο», μακράν πιο ανησυχητικό φαινόμενο από τις τρελές απόψεις ενός 79-χρονου επιστήμονα. Αυτά ήταν απλώς δύο πρόσφατα παραδείγματα της σημερινής κουλτούρας του Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό, δηλαδή της αυξανόμενης τάσης να περιοριστεί ο διάλογος, άλλοτε με επίσημες απαγορεύσεις και πιο συχνά με άσκηση έμμεσης πίεσης. Όσον αφορά θέματα καυτά, από τη μετανάστευση έως το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η γενική τάση της πλειοψηφίας είναι, όχι ν’ ασκεί κριτική ή να θέτει υπό αμφισβήτηση όποιες αντισυμβατικές απόψεις, αλλά απλώς να τις φιμώνει. Πρόσφατα, στο συνέδριο που ονομάζεται «Battle of Ideas», αναφέρθηκα σε αυτό το ζήτημα σε μία θεματική με τίτλο «Οι Νέες Αιρέσεις (The New Heresies)». Τα άλλα μέλη του πάνελ ήταν ο Alexander Cockburn, ο αριστερός σχολιαστής που ζει στις ΗΠΑ και εκδίδει το περιοδικό Counterpunch και ο Arthur Versluis, συγγραφέας του The New Inquisitions: Heretic-Hunting and the Intellectual Origins


Οι Νέες Αιρέσεις The New Heresies

of Modern Totalitarianism. Μπορεί κάποιοι να θεωρούν κάπως υπερβολική την αναφορά σε αιρέσεις και ιερά εξέταση —σε τελική ανάλυση δεν έχουμε να κάνουμε με βασανιστήρια. Είναι σημαντικό να διατηρούμε τη νηφαλιότητα μας σχετικά με τέτοια ζητήματα και ν’ αφήνουμε τις κραυγές στους υστερικούς κυνηγούς μαγισσών. Αλλά το «πρότυπο των αιρέσεων» μπορεί να φανεί χρήσιμο εργαλείο στο να αντιληφθούμε το που έχουν φτάσει τα πράγματα. Ο όρος «αιρετικός» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μόνος του για να ορίσει έναν πολιτικό χώρο, αντίστοιχα με το να δηλώσει κάποιος ότι είναι σοσιαλιστής ή οικολόγος. Αντ’ αυτού, το «αιρετικό» ορίζεται πάντα αντιθετικά ως προς το κυρίαρχο «ορθόδοξο». Τις λέξεις αυτές, με αυτό το νόημα, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ένας από τους πρώτους Χριστιανούς πατέρες, ο οποίος όρισε τις δικές του απόψεις ως ορθόδοξες, από το αρχαίο ελληνικό «ορθή πίστη» κι εκείνες των αντιπάλων του σαν αιρετικές, από το αρχαίο ελληνικό «επιλογή πίστης». Αυτό λοιπόν που σε χαρακτήριζε αιρετικό ήταν η επιθυμία να επιλέξεις την πίστη σου και η άρνηση του κοινώς αποδεκτού δόγματος. Υπό αυτό το πρίσμα νομιμοποιούμαστε σήμερα να μιλάμε για νέες αιρέσεις. Εφόσον ο ορισμός του τι είναι αίρεση προκύπτει μέσω τέτοιων διαδικασιών σημαίνει ότι αυτό που θεωρείται αιρετικό δεν αποτελεί ιστορική σταθερά, μα αλλάζει καθώς η ορθοδοξία μεταβάλλεται. Γνωρίζουμε ότι οι «αιρέσεις» του χτες μπορεί να γίνουν η αλήθεια του σήμερα σε κάθε τομέα, από τις επιστήμες μέχρι τις κοινωνικές συμβάσεις. Τώρα όμως, είμαστε μάρτυρες μιας άλλης διαδικασίας: οι ορθοδοξίες του χτες μεταβάλλονται σε αιρέσεις του σήμερα. Αυτό είναι σαφές π.χ. σε φυλετικά ζητήματα, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, όπου ιδέες περί φυλετικής ανωτερότητας ή κατωτερότητας, οι οποίες κάποτε χαρακτήριζαν τον μέσο όρο, τώρα θεωρούνται τελείως απαράδεκτες. Ίσως ένα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να είναι αυτό της θρησκείας, ειδικότερα του Χριστιανισμού, που πλέον για τη Βρετανική κοινωνία, μπορεί να θεωρηθεί η ίδια ως αίρεση. Έτσι ενώ κάποτε η εκκλησία αποφάσιζε για το τι είναι αμαρτία, είναι πιθανό σήμερα οι σκληροπυρηνικοί χριστιανοί να βρεθούν υπό την απειλή δικαστικής διώξεως, επειδή εκφράζουν την άποψη τους ότι η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία. Κι ενώ οι εκκλησιαστικές αρχές κάποτε διώκανε επιστήμονες όπως ο Γαλιλαίος και αγωνίζονταν να κρατήσουν κοσμικές ιδέες μακριά από τα πανεπιστήμια, τώρα μαθαίνουμε ότι τα χριστιανικά κολέγια της Οξφόρδης έχουν απειληθεί με απώλεια της πανεπιστημιακής τους θέσης, επειδή η εκπαίδευση που προσφέρουν δεν είναι αρκετά «περιεκτική», εννοώντας ότι είναι υπέρ του δέοντος Χριστιανική. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι, όπως έχουμε και παλαιότερα αναφέρει στο spiked, ότι η επιστήμη πλέον συχνά εγκαθιδρύεται στο βάθρο του «ορθόδοξου». Κατά μία έννοια φυσικά, είναι καλά νέα το ότι η επιστήμη ξεπέρασε αρκετές από τις παλιές προκαταλήψεις και κατοχύρωσε τα διαπιστευτήρια της ως ένα από τα θεμέλια μιας πολιτισμένης σύγχρονης κοινωνίας. Η κατάσταση όμως έχει πλέον προχωρήσει σε τέτοιο σημείο, που «Η Επιστήμη», όποτε τίθεται κάποιο θέμα όπως το φαινόμενο του θερμοκηπίου, χρησιμοποιείται έτσι ώστε το θέμα να θεωρηθεί λήξαν και οι κριτικές απόψεις να χαρακτηριστούν αιρέσεις ή ακόμη και ψεύδη «αρνητών». Δεν είναι ανάγκη να είσαι κλιματολόγος για να αντιληφθείς ότι αυτός ο σεβασμός στην «Επιστήμη» σαν ορθόδοξο δόγμα δεν έχει τίποτα

κοινό με την επιστημονική παράδοση της κριτικής έρευνας, του πειράματος και του διαλόγου. Αυτό που ιδιαιτέρως εξοργίζει έναν παλαιό μαρξιστή, όπως εγώ, είναι ο ρόλος που έχει παίξει η αριστερά και το φιλελεύθερο κατεστημένο στο να χαρακτηρίζονται ιδέες ως αιρετικές. Όπως ανέφερα στο συνέδριο «Battle of Ideas» υπάρχουν αρκετοί που πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να μας απασχολεί ιδιαίτερα το φίμωμα αντιδραστικών ιδεών. Ίσως πρέπει απλώς να πούμε αυτό που είπε κι ο Woody Allen στο «Annie Hall», «ναι, είμαι μισαλλόδοξος, αλλά… εξ αριστερών;» Όχι. Δεν έχω χρόνο για ρατσιστικές σκέψεις ή θρησκείες οποιουδήποτε είδους. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι η ελευθερία είναι αόρατη και ότι η «ελευθερία του λόγου» δεν είναι το ίδιο με το «ο λόγος μου». Το πολύτιμο δικαίωμα του να είμαστε επικριτικοί οφείλει να περιλαμβάνει και το δικαίωμα των άλλων να είναι επίσης επικριτικοί με τις δικές μας απόψεις. Η ελευθερία του λόγου και οι ανοιχτοί διάλογοι είναι εργαλεία με τα όποια ελέγχονται και αποσαφηνίζονται ιδέες και μέσα για να προσεγγίσουμε την αλήθεια. Αντιθέτως, το να μετατρέπονται οι ιδέες που αποκλίνουν από τον μέσο όρο σε αιρέσεις σηματοδοτεί την κατάργηση του διαλόγου και την απομόνωση της σκέψης. Ας είμαστε σαφείς σχετικά με το γιατί η αριστερά και οι φιλελεύθεροι συχνά επιθυμούν να μεταχειριστούν τους αντιπάλους τους ως αιρετικούς που πρέπει να φιμωθούν. Η σημερινή κουλτούρα του Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό δεν είναι παράγωγο της δικής τους ισχύς και αυθεντίας, όπως συνέβαινε με τις ορθοδοξίες του παρελθόντος. Αντιθέτως, αντικατοπτρίζει σε ποιο βαθμό υποφέρουν από οξεία απώλεια ψυχραιμίας. Δεν εμπιστεύονται ούτε τα ίδια τους τα επιχειρήματα. Και δεν εμπιστεύονται κι εμάς. Το ότι όσοι κηρύσσουν τις σημερινές ορθοδοξίες δεν εμπιστεύονται τα ίδια τους τα επιχειρήματα, γίνεται φανερό όταν κάποιος εξετάσει το τι έχουν να αντιμετωπίσουν. Το να χρησιμοποιούνται σήμερα όροι όπως αίρεση και ιερά εξέταση, προσδίδει σε αυτές τις έννοιες ένα μεγαλειώδες κι ιστορικό προσωπείο. Στην πραγματικότητα, όμως, ακόμη κι ουσιαστικά αδύναμοι αντίπαλοι, μπορούν τώρα να καταδικαστούν από τους ανασφαλείς ζηλωτές της ορθοδοξίας. Οι σκόρπιοι κριτικοί της «Επιστήμης» σχετικά με το ζήτημα του φαινομένου του θερμοκηπίου, δεν είναι συνήθως ιδιοφυΐες επιπέδου Γαλιλαίου. Οι καραγκιόζηδες στα τηλεοπτικά ριάλιτι, που γίνονται παραδείγματα προς αποφυγήν επειδή τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν στον αέρα ρατσιστικό ή ομοφοβικό λόγο, δεν εκπροσωπούν κάποιο ρεύμα εντός της κοινωνίας. Παρόλα αυτά πρέπει να στιγματιστούν από την αστυνομία του Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό. Γιατί; Πάνω από όλα επειδή η αριστερά και το φιλελεύθερο κατεστημένο δεν μας εμπιστεύονται. Ο υπουργός της Βρετανικής κυβέρνησης David Lammy, που για πολλούς εθεωρείτο ως ένα από τα ανερχόμενα στελέχη του Νέου Εργατικού Κόμματος, έβγαλε τους κανόνες του παιχνιδιού στη φόρα όταν δήλωσε ότι οι απόψεις του Δρ. Watson σχετικά με τη φυλή και τη νοημοσύνη θα έπρεπε να απαγορευτούν γιατί «το μόνο που θα προκαλέσουν είναι αναζωογόνηση του BNP (British National Party)». Αρχικά η δήλωση ακούστηκε περίεργη. Μήπως ο υπουργός άφηνε υπόνοιες για παρασκηνιακή δράση του BNP εντός του Μουσείου Επιστημών; Όχι. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι αν το κοινό παρακολουθούσε την διάλεξη ενός διακεκριμένου


Οι Νέες Αιρέσεις The New Heresies

επιστήμονα πάνω στο θέμα της φυλής και της νοημοσύνης, τότε θα ενεργοποιούταν ο εσωτερικός (γενετικά προγραμματισμένος;) ρατσιστικός μηχανισμός του και θα ξεκινούσε ένα πογκρόμ. Με την ίδια συλλογιστική, οι ανασφαλείς αρχές κι οι υποστηρικτές τους επιθυμούν να θεωρηθεί ο διάλογος επί του ζητήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη λήξας, επειδή φοβούνται ότι αν το κοινό είχε την δυνατότητα να ακούσει αποκλίνουσες από την ορθοδοξία απόψεις τότε θα έδειχνε μικρότερη προθυμία να κάνει ότι του λένε και να αλλάξει την (περιβαλλοντική) συμπεριφορά του. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο οι υπουργοί κι η κυβέρνηση. Δεν έχουμε να κάνουμε με εκ των άνωθεν λογοκρισία —αυτό αποδεικνύεται από την ελευθερία να εκδίδουμε το spiked και από την συχνή παρουσία των αντισυμβατικών συντακτών του και αλλού. Το θέμα είναι αυτή η μορφή ανεπίσημης ιεράς εξέτασης, όπου υποβόσκει ένα κλίμα του τύπου Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό. Πράγματι, οι υποκριτές πολιτικοί ακτιβιστές και σταυροφόροι —ιδίως οι πιο νέοι απ’ ότι φαίνεται— αποτελούν την πιο μαχητική πτέρυγα των νέων ορθοδοξιών. Έτσι ήταν οι οικολόγοι ακτιβιστές, που ζήτησαν η «άρνηση των κλιματικών αλλαγών» να θεωρηθεί έγκλημα, ενώ μαύροι ακτιβιστές απαίτησαν να απολυθεί ο Δρ. Watson επειδή εξέφρασε τις παλαιολιθικές του απόψεις στο ζήτημα της φυλής και της νοημοσύνης. Η θρασυδειλία των φιλελεύθερων διανοούμενων εγγυάται ότι όταν ένα τέτοιο ρεύμα σκέψης κάνει την εμφάνιση του, οι ίδιοι θα παρασυρθούν οικειοθελώς. Μόλις λίγες μέρες πριν το συνέδριο «Battle of Ideas», στο Μπρίστολ λάμβανε χώρα το «Festival of Ideas» (αναρωτιέμαι από που τους ήρθε η ιδέα), όπου ήταν προγραμματισμένο να μιλήσει ο Δρ. James Watson. Όταν το Μουσείο Επιστημών ακύρωσε την διάλεξη του, ένας εκπρόσωπος του αντί-πρύτανη του πανεπιστημίου του Μπρίστολ (που προέδρευε αλλά δεν οργάνωνε το φεστιβάλ) δήλωσε ότι εξακολουθούσαν να επιθυμούν την παρουσία του Δρ. Watson εκεί, επειδή το πανεπιστήμιο «σέβεται το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης των απόψεων. Επίσης όμως περιμένουμε ότι ο Δρ. Watson θα κληθεί να απαντήσει σε καίριες ερωτήσεις σχετικά με τις ιδέες του». Αυτή φάνηκε να είναι η σωστή αντιμετώπιση. Αλλά μέσα σε λίγες μέρες, καθώς οι τόνοι της διαμαρτυρίας αυξήθηκαν, οι διοργανωτές του φεστιβάλ αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και η διάλεξη ακυρώθηκε. Ο Andrew Kelly, ένας εκ των διοργανωτών, δήλωσε ότι «παρότι είμαστε ένα φεστιβάλ που ενθαρρύνει το διάλογο, είναι σαφές ότι οι απόψεις του Δρ. James Watson είναι απαράδεκτα προκλητικές». Με άλλα λόγια: Θέλουμε το διάλογο, αλλά Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό. Τίποτα δεν είχε αλλάξει εντωμεταξύ. Ο Δρ. Watson είχε απλά απολογηθεί χλιαρά επειδή προκάλεσε το κοινό αίσθημα. Αλλά η ιδέα ότι ήταν αιρετικός είχε γίνει πλέον κοινή συνείδηση κι έτσι αποσύρθηκε. Όλες αυτές οι τάσεις αποτελούν την πιο πρόσφατη μορφή της διαρκούς συζήτησης σχετικά με την ελευθερία του λόγου. Και η βρετανική αριστερά εδώ και πολλά χρόνια έχει αποτύχει στον συγκεκριμένο τομέα. Είκοσι πέντε χρόνια πιο πριν, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, η αριστερά υποστήριζε μια πολιτική αποκλεισμού των φασιστών από κάθε είδους δημόσια εκδήλωση —μια πολιτική που πολλές φορές

επέκτειναν ώστε να συμπεριλάβει και τους Θατσερικούς Συντηρητικούς. Τώρα η τάση αυτή έχει προαχθεί από τη φοιτητική ζωή στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής. Κάποιοι από εμάς πάντα εναντιώνονταν σ’ αυτή τη πολιτική υποστηρίζοντας την ελευθερία του λόγου. Όχι επειδή πιστεύαμε στα δικαιώματα των ρατσιστών και των αντιδραστικών, αλλά επειδή πιστεύαμε στο δικαίωμα του κοινού να ακούσει και να αποφασίσει μόνο του, να επιλέξει την δική του πίστη, είτε αυτή χαρακτηριζόταν ως αιρετική είτε όχι. Όταν ήμουν εκδότης του περιοδικού Living Marxism, κάτι σαν πρόγονος του spiked, το σύνθημα μας ήταν «Αμφισβητείστε τα πάντα – Απαγορέψτε τίποτα». Αυτό είχε θεωρηθεί αιρετικό τότε κι συνεχίζει να είναι και σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν λόγοι για να υποστηρίξουμε αυτή την αρχή, να αγωνιστούμε για να διατηρήσουμε την ελευθερία του λόγου και της σκέψης ζωντανές. Το τελευταίο πρόβλήμα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι το μικρό ποσοστό ατόμων στην Βρετανία, ακόμη και μέσα στα πανεπιστήμια, που είναι διατεθειμένοι να υπερασπιστούν, χωρίς εξαιρέσεις, την ελευθερία του λόγου. Όπως δήλωσε ο Καθηγητής Frank Furedi στη θεματική για τις αιρέσεις στο συνέδριο «Battle of Ideas», οι ίδιοι ακαδημαϊκοί που θα διαμαρτυρηθούν έντονα για τον αποκλεισμό ομιλητών που υποστηρίζουν τις παλαιστινιακές θέσεις είναι κι οι πρώτοι που θα μαζέψουν υπογραφές για τον αποκλεισμό Ισραηλινών πανεπιστημιακών, χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται την αντίφαση στη στάση τους. Αντ’ αυτού χρειάζεται να καλλιεργήσουμε ένα πνεύμα αυθεντικής ανεκτικότητας. Αυτό πρέπει να σημαίνει την απουσία παρωπίδων και την ανοχή να εκφράζονται απόψεις που απεχθάνεσαι. Σήμερα όμως, εκείνοι που απαιτούν ανεκτικότητα συχνά φαίνεται ότι εννοούν το αντίθετο: την απροθυμία να ανεχτούν οποιαδήποτε άποψη αντιτίθεται στην κατεστημένη «ορθοδοξία». Έτσι εις το όνομα της ανεκτικότητας, μαθαίνουμε ότι κάνεις δεν επιτρέπεται να εκφράζει ιδέες «μη ανοχής» σχετικά με το Ισλάμ ή την ομοφυλοφιλία. Όπως έχω ξαναγράψει στο spiked, η εποχή μας είναι μια εποχή «μη ανεκτικής ανοχής». Η αυθεντική ανεκτικότητα δεν σημαίνει, οι απόψεις που απεχθάνεσαι να περνούν χωρίς αμφισβήτηση. Πρέπει να περιλαμβάνει τον αμείλικτο αντίλογο και τον διαρκή βομβαρδισμό (με επιχειρήματα) των αντιδραστικών απόψεων κάθε είδους. Πρέπει να σημαίνει αυτό που έγραψε ο Βολτέρος στο Δοκίμιο περί Ανεκτικότητας: «Σκεφτείτε μόνοι σας και επιτρέψτε στους άλλους το δικαίωμα του ίδιου προνομίου». Στη θέση μιας κλειστής κοινωνίας αιρέσεων και της κουλτούρας του Δεν Μπορείς Να Το Πεις Αυτό, έχουμε ανάγκη μιας μη προκατειλημμένης στάσης του τύπου Μπορείς Να Το Πεις Αυτό… αρκεί να μπορώ μετά να πω ότι λες αρλούμπες. Abstract: “In today’s You Can’t Say That culture, it’s those with reactionary views on race or religion who are censored. But fighting for free speech still matters.” This article by Mick Hume first appeared in spiked (www.spiked-oniline. com) on November the 7th, 2007 under the title “The New Heresies”.


The Beat Generation: The Libertarian Circle Αλέξης Γαγλίας

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά για τους beat γραφιάδες που γνώρισε

Residu:

(φωτό)

Ένα beat περιοδικό στην Ελλάδα To “Residu” είναι το πρώτο —και ίσως παραμένει το μοναδικό— beat περιοδικό της Ελλάδας. Εκδόθηκε στην Αθήνα την άνοιξη του ’65, από μια παρέα εμιγκρέδων μουσικών, ζωγράφων, χορευτών, ποιητών ή απλώς θαυμαστών της beat γραφής και του διαφορετικού τρόπου ζωής που αυτή εξερευνούσε τότε. Όλοι αυτοί ζούσαν, έφευγαν κι επέστρεφαν πάλι σε μια Αθήνα που είχε αρχίσει να γίνεται πέρασμα πολιτισμού και να επικοινωνεί δια ζώσης με τον υπόλοιπο μεταπολεμικό κόσμο. Το περιοδικάκι δεν κυκλοφόρησε σε περισσότερα από 1.000 αντίτυπα και κάποια από αυτά διασώζει ο Νάνος Βαλαωρίτης στο αρχείο του, αδιάθετα ακόμη. Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του τεύχους, ήρθε η άνοιξη της Χούντας. Τα “πήγαιν’ έλα” αυτών των περίεργων ξένων στην Ελλάδα κόπηκαν με το μαχαίρι. Ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός και το καβούκι του δεν ενθουσιάζονταν κιόλας από τέτοιους ανάρμοστους, προκλητικούς επισκέπτες.

Από τον στενό, σκληρό πυρήνα του beat κινήματος, μόνο τον Κέρουακ δε γνώρισε ποτέ προσωπικά. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του πρώτου δημοσιευμένου beat συγγραφέα συνάντησε την κόρη του, αλλά ποτέ τον ίδιο. Με το υπόλοιπο “μπιτνικαριό”, όπως ο ίδιος σε κάποια στιγμή της συνάντησης μας είπε χαρακτηριστικά, ο Νάνος Βαλαωρίτης υπήρξε φίλος κι έζησε μαζί τους. Με τον Γκίνσμπεργκ, τον Μπάροουζ, τον Κόρσο —αλλά και λιγότερο διάσημους, πλην όμως σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Φερλινγκέτι*, ο Μπομπ Κάουφμαν, ο Χάρολντ Νορς. Κι ευτυχώς ο Βαλαωρίτης, πέρα από μεγάλος ποιητής παραμένει κι ένας σοβαρός άνθρωπος. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους λίγους, όπως τους υπολογίζω, που δέχονται να δώσουν συνέντευξη ακόμα κι αν πρόκειται να μιλήσουν μόνο για άλλους, εμπλέκοντας τον εαυτό τους στην αφήγηση σε δευτερεύοντα ρόλο, αποδίδοντας μόνο τη σημασία και την αίσθηση της κοινής τους εμπειρίας. Τι θα ‘χε συμβεί αν αρνούνταν να χαραμίσει το χρόνο του, μιλώντας για τους αείμνηστους φίλους του σ΄ ένα μικρό περιοδικό; Τίποτα σημαντικό ίσως. Απλώς θα εκτόνωνα το ψώνιο μου να κάνω ένα (...ακόμα) αφιέρωμα στους beat, γοητευτικό όσο οι συνηθισμένες γλυκανάλατες νεκρολογίες που κατά κόρον δημοσιεύονται. Το παρακάτω κείμενο δεν περιέχει ούτε ένα στοιχείο από “έρευνα” στο ίντερνετ, καμιά προσωπική, εξ αποστάσεως “συγκίνηση” του γράφοντος. Ελπίζω πάλι να μην περιέχει επιτήδευση ή ψυχρότητα. Μόνο κοινή εμπειρία, εικόνα, αίσθηση και γνώμη —το τελευταίο αποφεύγεται δύσκολα . Από το κείμενο που ακολουθεί τίποτα δεν είναι δικό μου, είναι όλα λόγια του Νάνου Βαλαωρίτη, που απλά αντέγραψα και μόνταρα. Καμία “θεωρία” ούτε και βαθυστόχαστη “κριτική” ή επιστημονικοφανής διάθεση. Ούτε καν η πλήρης ιστορία των beat, συμπυκνωμένη και άνοστη σαν ανάλατη ντομάτα σε σελίδες περιοδικού. Μόνο εικόνες από κοινές στιγμές και ιστορίες που άκουσε απ’ τους ίδιους. Όσο κοντύτερα στην αλήθεια δηλαδή.


Allen Ginsberg: The Libertarian Γνώρισα τον Γκίνσμπεργκ το ’56, στο Παρίσι. Είχε έρθει από τη Νέα Υόρκη, πολύ νεαρός τότε, χωρίς τα γένια που άφησε μετά, ένας τυπικός στην “κοψιά” του αμερικανός φοιτητάκος. Ήταν ήδη γνωστός στις ΗΠΑ, αφού το “Howl” είχε δημοσιευτεί και ήρθε στη Γαλλία για να γνωρίσει τους υπερρεαλιστές και κυρίως τον Μπρετόν. Αλλά ο Γκίνσμπεργκ είχε την τάση να προκαλεί με τη συμπεριφορά του τους πάντες, να κάνει σκανδαλώδη πράγματα κι έτσι απέφυγα να τους συστήσω ο ίδιος. Την ίδια περίοδο στο πάρτι ενός ζωγράφου είχε κάνει πάλι τα “θεατρικά” του, έσκυψε και φίλησε το παπούτσι του οικοδεσπότη. Μετά από χρόνια, ο ίδιος ο Γκίνσμπεργκ μου διηγήθηκε πως ο άνθρωπος αυτός, του είχε πει τότε πόσο διασκέδασε και γέλασε με την καρδιά του διαβάζοντας το “Howl” στον υπόγειο του Παρισιού. Ο Γκίνσμπεργκ πικράθηκε πολύ τότε, αφού θεωρούσε το “Howl” ποίημα τραγικό και μάλλον δεν ευχαριστήθηκε με την εξομολόγηση του Γάλλου, ότι δηλαδή γελούσε απ’ την αρχή ως το τέλος του βιβλίου του. Ο Γκίνσμπεργκ ήταν πολύ απλός στη συμπεριφορά του και ανοιχτός άνθρωπος. Δεν τον χώριζε τίποτα από όσους εκτιμούσε. Είχε επισκεφτεί και γνωρίσει προσωπικά γνωστούς αντισημίτες λογοτέχνες (ο Γκίνσμπεργκ ήταν εβραϊκής καταγωγής), όπως ο Σελίν ή ο Πάουντ. Φαινόταν πάντα βέβαια ότι πήγαινε για καριέρα, όχι με την στενή έννοια της “αναρρίχησης”, αλλά ήταν φανερή η επιθυμία του να κάνει μια τομή στην τότε ακαδημαϊκίζουσα και “στενή” αμερικάνικη ποίηση. Όπως κι έκανε άλλωστε. Βοηθήθηκε όμως, μάλλον υποστήριξε ο ίδιος την ποίηση του και με τις κατάλληλες “δημόσιες σχέσεις”, χρησιμοποιώντας προς ίδιον όφελος τα ΜΜΕ —σχεδόν από την πρώτη στιγμή δημοσιεύτηκε γι’ αυτόν ένα άρθρο στο TIME, για κάποιο σκάνδαλο που έκαναν οι beat σ’ ένα πάρτι της εποχής. Ακτιβιστής κι ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, ήταν από τους οργανωτές της μεγάλης αντιπολεμικής πορείας στο Σικάγο. Έτσι ήταν οι τρόποι του, αυτή ήταν η ιδεολογία του, ελεύθερο (libertarian όπως έλεγε) το φέρσιμο του και δεν άλλαζε τίποτα, πουθενά και για κανέναν. Κάποτε έκανε έξαλλο τον Φιντέλ Κάστρο. Βρίσκονταν στην Κούβα και διατείνονταν πόσο ήθελε να κοιμηθεί με τον αδελφό του. Κι έλεγε εκείνος, “τόσα όμορφα κορίτσια έχουμε εδώ, αυτός διάλεξε τον αδελφό μου…”. Εντωμεταξύ, αν και κυρίως ομοφυλόφιλος, σύντροφος για πολλά χρόνια με έναν άλλο αμερικάνο ποιητή, τον Πήτερ Ορλόφσκυ, πήγαινε και με γυναίκες, bisexual δηλαδή ήταν ο Γκίνσμπεργκ. Στην Ελλάδα είχε έρθει αρκετές φορές, απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έως και πριν τη Χούντα. Του άρεσε πολύ η Αθήνα, είχαμε συναντηθεί πολλές φορές εδώ κι είχε γράψει κι ένα πολύ ωραίο ποίημα, το “Πέραμα”, που υπάρχει και στο περιοδικό που σου έδωσα. Ο Γκίνσμπεργκ ήταν “ταξιδευτής”, πολύ κινητικός στη ζωή του, όπως και οι περισσότεροι αμερικανοί λογοτέχνες. Η μητέρα του Γκίνσμπεργκ ήταν τρελή, άρρωστη πνευματικά κι ο πατέρας του ήταν επίσης ποιητής και καθηγητής σε κάποιο αμερικάνικο γυμνάσιο, ένας πραγματικά πολύ συμπαθής κύριος. Τον είχα γνωρίσει σε μια εκδήλωση που επρόκειτο να διαβάσει ο γιος του ποιήματα και θυμάμαι ακόμα την εικόνα τους μαζί. Ήταν ένας περίεργος, αστείος συνδυασμός, ο Γκίνσμπεργκ ο πρεσβύτερος κι ο junior (άσωτος) υιός στο πλάι του. Στις τελευταίες μας συναντήσεις, όταν πια είχε γίνει πολύ διάσημος, ήταν δύσκολο να επικοινωνήσεις πραγματικά μαζί του γιατί μιλούσε σα “δημόσιο πρόσωπο” —πια ήταν “αλλού”, δε σε έβλεπε κατάματα. Αλλά τα ποιήματα του είχανε πάντα μια αμεσότητα, ένα προφορικό λόγο που οι άλλοι ποιητές δεν μπορούσαν να εκφράσουν. Οι αναγνώσεις ποιημάτων που έκανε ήταν εξαιρετικές, διάβαζε με ωραία φωνή και είχε μια κομψή, ισορροπημένη θεατρικότητα. Οι προσκλήσεις από αμερικάνικα πανεπιστήμια και πιο εναλλακτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς για να διαβάσει “στον αέρα” ποιήματα του ήταν πάρα πολλές και μάλιστα πληρώνονταν τόσο καλά, που ήταν γι’ αυτόν ένα καλό, συμπληρωματικό εισόδημα, πέρα από τις πωλήσεις των βιβλίων του, που πολλά έφταναν να γίνουν μπεστ σέλερ. Κάποτε τον άκουσα να διαβάζει ποιήματα του στο “μικρό” ραδιόφωνο του Μπέρκλεϊ σε έναν μαραθώνιο έξι ωρών. Και ήταν αλήθεια απολαυστικός. Μόνο το λογοτεχνικό κατεστημένο της Νέας Υόρκης δεν του “συγχώρεσε” ποτέ τον ιδιαίτερο ποιητικό τρόπο και τη διάθεση ρήξης του με την παράδοση και την “τάξη” και γι’ αυτό ακριβώς δεν τον “δέχτηκε” μέχρι τέλους. Ήμουν παρών στο μνημόσυνο του, στη μεγάλη (πολυτελέστατη) Συναγωγή του Σαν Φρανσίσκο. Ο ραβίνος απευθύνθηκε στο πλήθος και είπε, “θα αναρωτιέστε γιατί τιμούμε σήμερα εδώ, τη μνήμη ενός τέτοιου ανθρώπου…”. Βλέπεις ο βίος και η πολιτεία του Γκίνσμπεργκ διέφεραν πολύ από τα εβραϊκά πρότυπα της Βίβλου —ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία, σεξ, σκάνδαλα... “Θα αναρωτιέστε λοιπόν…”, είπε ο ραβίνος για να συμπληρώσει μόνος του, “όμως εδώ, δεχόμαστε τους πάντες. Ακόμα κι έναν αμαρτωλό, σαν το Γκίνσμπεργκ.”


William Burroughs: Ο Μανδαρίνος Είδα τον Μπάροουζ πρώτη φορά σ’ ένα μπαρ στο Παρίσι. Φορούσε σακάκι με μια μικρή γραβάτα, κολάρο και καπέλο, ο κλασσικός Μπάροουζ των φωτογραφιών που “ντύνουν” ακόμα τις εκδόσεις των βιβλίων του. Θυμάμαι την αντίδραση του, όταν του είπα πόσο μου άρεσε το κίνημα των beat στην Αμερική. Τους έβρισκα πολύ πρωτότυπους και με έναν καινούργιο τότε ενθουσιασμό. “Ενθουσιασμό; Για ποιο πράγμα; Δεν το βλέπω.”, μου απάντησε ο Μπάροουζ, που πάντα έριχνε κρύο νερό στα πράγματα. Παρά αυτή τη φαινομενική ψυχρότητα ο Μπάροουζ ήταν ένας καλός άνθρωπος, τίμιος στις συναναστροφές του και καλοπροαίρετος. Παράξενος βέβαια, “αλλόκοτο” πνεύμα, σαν εξωγήινος φάνταζε καμιά φορά ανάμεσα μας. Πάντα πολύ κύριος, προσεγμένος στο ντύσιμο του, αν και έμοιαζε λίγο με γκάνγκστερ. Οι αμερικάνοι καλλιτέχνες βέβαια, είχανε πάντα κάτι “γκανγκστερικό”. Θα μπορούσες να πεις πως κατά τον ίδιο τρόπο που οι ευρωπαίοι συνάδελφοι τους οργανώνονταν σε ρεύματα και ομάδες, αυτοί σχημάτιζαν κλειστές συμμορίες (gangs). Και ήταν πιο επιθετικοί. Στο κοινωνικό του φέρσιμο ήταν πολύ αλλιώτικος από τον Γκίνσμπεργκ, πολύ κλειστός και αυστηρά ιδιώτης, έπρεπε να ψάξεις για να τον βρεις. Ένιωθες μια απόσταση απέναντι του. Εκτιμούσα πολύ τη γραφή του, που ήταν πολύ διαφορετική και “περίεργη” για την εποχή, πειραματική κάπως, σαν και τη συνολική του προσέγγιση στη ζωή και την τέχνη. Γιατί ο Μπάροουζ δεν έγραφε μόνο. Συνόδευε τα ποιήματα του με διάφορα άλλα “τεχνάσματα”, όπως κολάζ και ότι άλλο εικαστικό τρυκ μπορεί να εμπνέονταν. Όλοι οι beat, ακόμα κι ο Κέρουακ που εξέδωσε πρώτος το “On The Road”, τον θεωρούσαν πνευματικό τους “μανδαρίνο”, καθοδηγητή του κινήματος τους. Αυτοί που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα του beat κινήματος (Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ) γνωρίστηκαν το ’43-’44 στο πανεπιστήμιο Columbia, αλλά ο Μπάροουζ, ίσως γιατί ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία κι είχε ένα στυλ ανατρεπτικού “δασκάλου”, ξεχώριζε σαν “αρχηγός” τους. Αυτό ήταν φανερό από τον τρόπο που του μιλούσαν, αλλά και μετέπειτα, απ’ όσα έγραψαν οι άλλοι beat για τον Μπάροουζ και τη σχέση τους μαζί του. Όταν ο Μπάροουζ έγραφε το “Naked Lunch” στο Παρίσι, βρίσκονταν σε μια έξαλλη κατάσταση γιατί έκανε τρομερή κατάχρηση ναρκωτικών. Ο Γκίνσμπεργκ, που ήταν τότε συγκάτοικος του, μάζευε και ταξινομούσε τα χειρόγραφα, αλλιώς το “Naked Lunch” ίσως να είχε χαθεί. Τα πρώτα του βιβλία λογοκρίθηκαν άγρια στις ΗΠΑ —το “Naked Lunch” αντιμετωπίστηκε εν είδη πορνογραφήματος και απαγορεύτηκε να κυκλοφορήσει, ενώ το “Junkie” εκδόθηκε πολλά χρόνια μετά τη συγγραφή του και αφού ο ίδιος είχε πια αναγνωριστεί σαν μεγάλος συγγραφέας. Όπως και ο Γκίνσμπεργκ, ο Μπάροουζ δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από το νεοϋορκέζικο κατεστημένο των “γραμμάτων”. Ο ίδιος βέβαια δεν έδειχνε να ενοχλείται, αρνούνταν να ασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ο Μπάροουζ είχε χρήματα πίσω του, αφού ο πατέρας του είχε ένα σημαντικό μερίδιο στην οικογενειακή εταιρεία των Μπάροουζ που κατασκεύαζε ταμειακές μηχανές. Το 1929, λίγο πριν το κραχ της αμερικάνικης οικονομίας πούλησε το μερίδιο του για $200.000, ένα πολύ σημαντικό ποσό για ‘κείνα τα χρόνια. Μ’ αυτό το οικονομικό υπόβαθρο, o Μπάροουζ μπόρεσε να σπουδάσει τέχνη στο Χάρβαρντ και αργότερα να μην περάσει όλη τη ζωή του στις μεξικάνικες φυλακές. Αναφέρομαι στην γνωστή τραγική ιστορία, όπου ο Μπάροουζ πυροβόλησε στο κεφάλι τη σύζυγό του, προσπαθώντας να παίξει τον Γουλιέλμο Τέλο. Ευτυχώς για τον ίδιο, λάδωσε το δικαστικό σύστημα του Μεξικού και αποφυλακίστηκε γρήγορα. Οι περιπέτειες του Μπάροουζ με τα ναρκωτικά είναι λίγο πολύ γνωστές. Οι συχνές του βόλτες στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής, όπου είχε ανακαλύψει το περίφημο “μανιτάρι” και οι εμπειρίες του με ουσίες όπως η μεσκαλίνη και η ψιλοσιμπίνη. Θεωρούσε πως οι ουσίες αυτές ενίσχυαν τη φανταστική διάσταση του και χρησιμοποιούσε τα ναρκωτικά σαν “αναβολικά” του πνεύματος και της γραφής του. Κάποτε με είχε επισκεφτεί στο σπίτι μου, στο Παρίσι, και μου ζήτησε ένα μικρό σκαμνάκι. Δεν το ήθελε για να κάτσει, αλλά για να στρίβει πάνω του τσιγάρα μαριχουάνας. Και πραγματικά, για ώρες δε σταμάτησε να φτιάχνει τσιγάρα και να μιλάει. Λίγες μέρες μετά τον συνάντησα σ’ ένα άλλο φιλικό σπίτι, πολύ πιο βαρύ και αμίλητο. Με πλησίασε και μου εξήγησε ότι έκοψε προσωρινά τη μαριχουάνα γιατί του δημιουργούσε πονοκέφαλο, πράγμα εντελώς φυσιολογικό μιας και η κατάχρηση που έκανε ήταν δαιμονιώδης.


Gregory Corso: Το Χαμίνι Ο Κόρσο ήταν ο πιο αλήτης απ’ όλους (τους beat), “του δρόμου” τελείως. Μπορούσε εύκολα να σε κλέψει και συνήθιζε να βουτάει χρήματα από το ταμείο του Φερλινγκέτι, στο “City Lights”. Νεοϋορκέζος ιταλικής καταγωγής, μάγκας και χαμίνι μαζί, με γλωσσικό ταλέντο όμως —όσο ήταν στη φυλακή για διαρρήξεις έμαθε να γράφει και να διαβάζει ιερογλυφικά. Η συνολική ποιητική παραγωγή του Κόρσο δεν ξεπερνά τις 3-4 ποιητικές συλλογές, περισσότερο γνωστή από τις οποίες είναι η “Happy Birthday to the Bomb”, όπου “bomb” εννοεί την ατομική βόμβα. Με τον Κόρσο είχαμε πολλές αστείες συναντήσεις και λέω αστείες, γιατί ο Κόρσο είχε πάντα την τάση να προσπαθεί να φαίνεται ανώτερος από τον συνομιλητή του κι αυτό πολλές φορές έβγαζε γέλιο. Απέναντι μου ένιωθε πάντα αυτή την ανάγκη να αυτοπροβληθεί. H πρώτη κουβέντα που μου είπε ήταν, “Εσύ Νάνο τι έχεις κάνει στην Ελλάδα; Εγώ εδώ έχω δημιουργήσει ολόκληρη γενιά**.” Χρόνια μετά, σε ένα γεύμα μας με τον Φερλινγκέτι, ανακάλεσε αυτή τη διαπίστωση, όταν αναρωτήθηκε “Για ποιο beat κίνημα μιλάμε; Τέσσερις φίλοι ήμασταν…” Την τελευταία φορά που τον είδα ήμασταν στο “City Lights” και πάλι, όπου για να φανεί “καμπόσος” μου λέει, “Ξέρεις Νάνο, αναφέρομαι και στην Encyclopaedia Britannica.” “Α, κι εγώ”, του λέω, οπότε με ρωτάει σαν τι υπάρχω μέσα στην εγκυκλοπαίδεια γιατί αυτός αναφέρονταν στο σχετικό λήμμα για τους beat. “Σαν ο εαυτός μου” του απάντησα και του κόπηκαν τα φτερά. Την επόμενη χρονιά κάποιος επιμελητής που προφανώς με αντιπαθούσε μ’ αφαίρεσε από τις σελίδες της, προς ανακούφιση και του Κόρσο. Ξέρεις, τον Κόρσο τον ζούσαν οι φίλοι του, τον “κερνούσαν”, τον συντηρούσανε γενικά και όταν δεν είχαν την διάθεση αυτή ή τη δυνατότητα, ο Κόρσο τους έκλεβε. Όμως πάντα παρέμενε μια πολύ συμπαθητική φιγούρα. Θα τον θυμάμαι πάντα, με τα μαλλιά ανακατωμένα, να μουρμουράει σα μάγισσα και με μια κουτάλα στα χέρια να ανακατεύει ένα μαύρο τσουκάλι στην κουζίνα μου στο Παρίσι. Είχε βρει ένα περίεργο τσάι με λουλούδια, που το πίνανε κάποιες κυρίες και ήλπιζε ότι τα λουλούδια αυτά ήταν παπαρούνες. Το έβραζε για τρεις μέρες και θυμάμαι ακόμα τη φάτσα του όταν το δοκίμασε και μου είπε, “Χάσαμε τρεις μέρες απ’ το χρόνο μας, αυτό το πράγμα δεν κάνει τίποτα.” Επεξηγήσεις: * Λόρενς Φερλινγκέτι, ο εκδότης του Γκίνσμπεργκ και ιδιοκτήτης του περίφημου εκδοτικού οίκου και βιβλιοπωλείου “City Lights” στο Σαν Φρανσίσκο. ** Η λεγόμενη “the beat generation”. Abstract: The famous greek poet and surrealist Nanos Valaorites, talks to Alexis Gaglias about three writers of the beat generation he personally knew, Allen Ginsberg, William Burroughs and Gregory Corso. He also reaches in his archive and gives us a glimpse of the first and probably the only “beat” magazine in greek media history.


Every body

has a story Γιώργος Πασχαλίδης

H Μις Μάιος, δηλαδή η Alexia Jones, είναι 1.74, 62 κιλά και 23 ετών. Έχει γαλάζια μάτια και ολόισια ξανθά μαλλιά. Το σώμα της μοιάζει να το σχεδίασε ο πιο ένθερμος οπαδός της ευκλείδειας γεωμετρίας: άψογα επίπεδα, κομψές καμπύλες και μακριές, καθαρές γραμμές. Καθένα από τα στήθη της είναι το πλατωνικό ιδεώδες του ημισφαιρίου —αψηφούν τη βαρύτητα και κρατούν τη μορφή τους όποια πόζα κι αν παίρνει η Alexia. Δεν έχει ρυτίδες, ουλές, μα ούτε και μώλωπες επάνω στο κορμί της. Το εμφανέστερο σημάδι στο δικό μου σώμα είναι μια ουλή στο γόνατο. Την απέκτησα σε ηλικία 5 χρονών, όταν παίζοντας έπεσα πάνω σε ένα κομμένο κορμό δέντρου. Πριν από μερικά χρόνια πηδιόμουν με μια κοπέλα η πλάτη της οποίας είχε μια ουλή, από ένα έγκαυμα που είχε πάθει όταν ήταν πιτσιρίκα. Οι εναλλαγές στην υφή του δέρματός της, είναι μια από τις πιο αγαπημένες αναμνήσεις που έχω κρατήσει από αυτή. Ο Χέμινγουει έγραψε κάποτε: «Οι ιστορίες μας αποπλανούν. Αυτές είναι που ερωτευόμαστε κι όχι τους ανθρώπους». Το σώμα της Alexia δεν έχει να διηγηθεί καμιά ιστορία. Είναι απρόσωπο. Όπως και τα κορμιά χιλιάδων άλλων μοντέλων σε παρόμοια προϊόντα της βιομηχανίας του lifestyle. Η Μις Μάιος είναι ένα αιώνιο «τώρα». Δύσκολα μπορείς να φανταστείς το σώμα της να γερνάει, να χάνει τα άψογα χαρακτηριστικά του και να πεθαίνει. Από την άλλη, εύκολα μπορείς να φανταστείς έναν έφηβο να αυνανίζεται αντικρίζοντάς το. Είναι εξίσου δύσκολο —αν όχι περισσότερο— να φανταστείς αυτό το σώμα να παραδίνεται σεξουαλικά. Είναι υπερβολικά τέλεια και στατική μα καθόλου γήινη. Το σώμα της εκφράζει, πάνω απ’ όλα, τον απόλυτο έλεγχο και το σεξ είναι η κατ’ εξοχήν στιγμή στην οποία δεν υπάρχει κανένας έλεγχος (αυτό ίσως εξηγεί σε κάποιο βαθμό τη φοβία πολλών για τη σεξουαλικότητα). Ο πιο εύστοχος ευφημισμός για τον οργασμό είναι η γαλλική φράση «le petit mort», δηλαδή ο μικρός θάνατος. Συνοψίζει αρκετά επιτυχημένα το πόσο αντιφατική εμπειρία είναι η σεξουαλική επαφή. Αν και το σεξ φέρνει τη γαλήνη και την ηρεμία, εμπεριέχει αναμφίβολα τη βία, την αίσθηση ότι το ίδιο σου το κορμί στρέφεται εναντίον σου. Ο οργασμός είναι η στιγμή στην οποία είσαι περισσότερο ευάλωτος και θνητός παρά ποτέ. Το σεξ με ένα συγκεκριμένο σύντροφο, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και σε ένα συγκεκριμένο χώρο είναι μια εμπειρία μοναδική και ανήκει αποκλειστικά στους εραστές. Πρόκειται για μια δημιουργική μυσταγωγία, μοναχική, αλλά και συντροφική ταυτόχρονα. Αυτά που είναι σημαντικά στο κορμί του συντρόφου είναι αυτά που τον (την) κάνουν να ξεχωρίζει περισσότερο από τους άλλους σεξουαλικούς παρτενέρ του παρελθόντος ή του μέλλοντος: τα μικρά σημάδια, οι ουλές, οι ρυτίδες, οι όποιες ατέλειες. Και τελείως ειρωνικά, αυτά ακριβώς τα σημάδια σβήνονται από τα sex-icons της εποχής μας. Πέφτουν θύματα μιας ακούσιας ασεξουαλικής αισθητικής αντίληψης. Όσα βυζιά και κώλους να δεις σε έντυπα ή σε οθόνες, το πραγματικό σεξ απουσιάζει. Σαν να φοβόμαστε να αντικρίσουμε το σώμα μας όπως ακριβώς είναι. Ατελές αλλά ικανό για το τέλειο. Θνητό αλλά ικανό για το αθάνατο. Abstract: The article is an iconoclastic look by George Paschalides, on the non-sexual essence of the oversexed contemporary lifestyle iconography that strips the human body out of those exact flaws that define it to be human.


monkie pdf issue 02

monkie #02: Stop dancing... the DJ is playing solitaire!  

Stop dancing... the DJ is playing solitaire!

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you