Page 1

6:35 min


pdf / issue 01 Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Λουκάς Τσουκνίδας Αλέξης Γαγλίας Κωστής Αλεξανδρόπουλος Artwork: Γιώργος Τσιούκης Νεκτάριος Ματσίκας / Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Κόμικ: Τάσος Ζαφειριάδης Φωτό: Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος Blek le Rat Ελίνα Γιουνανλή, Βενετία Σακελλαρίου Συνεργάτες: Γιάννης Παλαβός Μαρέττα Σιδηροπούλου Νάνος Βαλαωρίτης Μίνα Παπαγεωργίου Νίκος Σιδέρης Χάρης Κότσογλου Ανδρέας Παύλου Πάρης Τζαλαλής Σταμάτης Μπενέτος Πασχάλης Κυριαζίδης Αποστόλης Ξυδιάς Φαίη Πλακαντωνάκη Πάνος Αλιβιζάτος, Μαρίνα Νικόλοβα Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemag@gmail.com / www.monkie.gr Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος

6:35 min


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Ο κύκλος των χαμένων επαναστατών

Politics Manager

Ρε, κάνε με μια μέρα πρωθυπουργό!

Γιάννης Υφαντής

«Ο ποιητής είναι επικίνδυνος για την παρούσα πολιτική συγκυρία»

Τζενάρλοου Γουίλσον

Νέος, προικισμένος και μαύρος

Γιώργος Κωνσταντίνου

Χωρίς λόγια, χωρίς γλωσσικά σύνορα

Τζο Λούις εναντίον Μαξ Σμέλιγκ

Πυγμαχία, αντριλίκι, επιβίωση, Αμερική, Χίτλερ, πόλεμος...

“Διασκέδαση” Citizens Police Academy

ή Ποτέ μη παίρνεις ζαχαρωτά από ξένους, ρώτα τον Χανς και τη Γκρέτελ;

Κόμικ

Κονσέρβα

6:35 min


the missing_link

Ο κύκλος των χαμένων επαναστατών Λουκάς Τσουκνίδας

6:35 min


the missing_link

«Όχι κύριε Κίτινγκ. Η ουσία είναι να ξέρει κανείς γιατί πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και πότε αξίζει να το κάνει.» Το ξέρω καλά - κάθε δράση, έχει μια αντίδραση. Ποια είναι όμως η αντίδραση στη μη-δράση; Η μη-αντίδραση έχει έτσι κι αλλιώς δαιμονοποιηθεί και ταυτισμένη πια με την υποταγή, δε νοείται καν ως επιλογή που μπορεί κανείς να δικαιολογήσει. Η μη-δράση μπερδεύεται συχνά με τη μη-αντίδραση. Τι είναι όλα αυτά τα μη και ποιος νοιάζεται σε τελική ανάλυση; Η ανάγκη για επανάσταση δε υπήρξε ποτέ επιτακτικότερη… Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Υπάρχει μια σκηνή στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» όπου ο Μίστερ Κίτινγκ, ο «Κάπτεν μάι Κάπτεν» ο ίδιος, προσκαλεί τα παιδιά σε ένα μπαράζ αστείων, ελεύθερων βαδισμάτων. Εκτός ρυθμού, εκτός κανόνων, εκτός των πλαισίων που καθορίζονται από το τι είναι αποδεκτό στους εσωτερικούς αλλά και εξωτερικούς χώρους του αυστηρού ιδιωτικού σχολείου. Οι μαθητές, που έχουν ήδη πάρει το κολάι με τις αναρριχήσεις στα θρανία, αρχίζουν να περπατάνε δεξιά κι αριστερά διασκεδάζοντας μ’ αυτήν την προσωρινή, μικρή επανάσταση απέναντι στην εξουσία που ασκεί επάνω τους το σχολικό περιβάλλον. Και ω, τι ευχάριστη αποκάλυψη, όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν επαναστάτη, ένα μικρό Τσε, έτοιμο να επιδείξει την παραβατικότητα που θα στείλει το μήνυμα στο κατεστημένο, ότι ναι, είμαστε ικανοί να αντιδράσουμε αν προκληθούμε. Γιατί δε με πείθει ποσώς αυτή η μικρή αντιστασιακή πράξη; Ίσως γιατί ο άνθρωπος που την προκαλεί, όσο κι αν το απεχθάνεται, είναι ο ίδιος εντολοδόχος του κατεστημένου στο οποίο αντιστέκονται οι μαθητές του όταν περπατούν αλλόκοτα. Αν τους το έλεγε ο επιστάτης ή ο κηπουρός, δε θα το έκαναν ποτέ. Θα γελούσαν πιθανότατα με τη θλιβερή προσπάθεια ενός κατώτερου – ταξικά μιλώντας – να τους δελεάσει να παρανομήσουν, με την προοπτική να τιμωρηθούν. Όμως ο δάσκαλος, όντας ο ίδιος ανώτερος – όχι φυσικά ταξικά αλλά ιεραρχικά – παρέχει την απαραίτητη ψευδαίσθηση νομιμότητας που απελευθερώνει τους νεαρούς από τις αναστολές τους. Η ευθύνη έχει φύγει από το κεφαλάκι τους και μπορούν να τρεκλίσουν με την ψυχή τους. Ευχαριστούμε πολύ «Κάπτεν» ή σε ακριβή μετάφραση, «Λοχαγέ». Ο Μίστερ Κίτινγκ βέβαια έχει τις καλύτερες των προθέσεων. Δε φταίει αν είναι ο προοδευτικός, ρηξικέλευθος καθηγητής – το λέω αυτό όσο πιο ειρωνικά γίνεται αφού την αγάπη του κοινού την έχει σίγουρη - που όλοι συμπαθούμε αλλά δε θα στηρίζαμε ποτέ σε ένα δικαστήριο. Γι’ αυτό, στο τέλος πληρώνει τη νύφη κι ας τον γεμίζει ελπίδα η καθυστερημένη δήλωση πίστης των μαθητών του. Τι να έκαναν άλλωστε; Δεν είναι παρά στρατιώτες που περιμένουν τη σειρά τους ν’ απολυθούν. Οι λοχαγοί έρχονται και παρέρχονται, η «ροζαλία» όμως μόνο μια φορά και δε λέει ν’ αργήσουμε στο ραντεβού για κάποιον που έτσι κι αλλιώς, είναι μέρος του συστήματος και δε θα χαθεί. Υπάρχει όμως ένας μαθητής που αντί ν’ αμφισβητήσει το κατεστημένο, αμφισβητεί τον αμφισβητία. Ο Τσάρλι Ντάλτον δεν περπατάει καθόλου, παρά την ενθουσιώδη προτροπή του καθηγητή του. Όταν εκείνος τον ρωτάει αν θ’ ακολουθήσει την παρέα, ο νεαρός απαντάει με μισό χαμόγελο: «Εξασκώ το δικαίωμά μου να μην περπατήσω».

Ο Κίτινγκ μένει αμήχανος για λίγο και ευχαριστώντας το μαθητή δηλώνει με στόμφο: «Μόλις τονίσατε την ουσία κύριε Ντάλτον. Να πηγαίνει κανείς κόντρα στο ρεύμα.» Παρακαλώ; Πως, εκείνοι που πριν από λίγο πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα, έγιναν το ίδιο το ρεύμα μόλις κάποιος τους πήγε κόντρα; Κι αν πήγε κόντρα σε αυτούς, πως γίνεται να μην είναι εκείνος το ρεύμα που οι συμμαθητές του προσπάθησαν να αψηφήσουν; Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Ω, Κάπτεν μάι Κάπτεν, δεν καταλαβαίνω τίποτε. Θα περάσω την τάξη; Ο Τσάρλι Ντάλτον φυσικά, έδειξε πολύ περισσότερα από το πιο αβανταδόρικο, το πιο κοινότοπο μήνυμα που έχει αποδοθεί στην τέχνη, τόσες φορές μάλιστα, που έχει χάσει το νόημά του. Έδειξε πως όταν αυτοί που πάνε κόντρα στο ρεύμα γίνονται όλο και περισσότεροι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το νέο ρεύμα. Έτσι, η φράση που σα στομφώδες μήνυμα ξεστομίζει ο χαρισματικός καθηγητής δεν είναι τίποτε άλλο από μια αυτοαναιρούμενη αοριστία. Ο δάσκαλος βρήκε το δάσκαλό του από έναν στοιχειωδώς έξυπνο μαθητή αλλά και έναν γνήσιο – θα έλεγα επαναστάτη αν η λέξη δεν είχε συρθεί στους δρόμους και ξεσκιστεί από τη σύγχρονη βιομηχανία της επικοινωνίας – αμφισβητία. Ο Τσάρλι, δεν έχει κανένα πρόβλημα να απορρίψει την προστασία του καθηγητή του και να προτιμήσει την καθαρή σχέση του με τους κανόνες που έτσι κι αλλιώς απεχθάνεται. Κάτι που θεωρεί ξεκάθαρο και γι’ αυτό δεν προσπαθεί να το αποδείξει σε κανέναν. Ούτε καν στον προστάτη της ελεύθερης έκφρασης της τάξης, τον προοδευτικό Μίστερ Κίτινγκ. Το αποτέλεσμα; Οι μικροί παρτιζάνοι του Κάπτεν Κίτινγκ σκορπίζουν μπροστά στην ώρα της κρίσης. Ο ένας τον «δίνει στεγνά», ο άλλος αποφεύγει τη μάχη, τη σύγκρουση με τον πατέρα κι αυτοκτονεί, οι υπόλοιποι στέκουν αμήχανοι μπροστά στο φόβο ότι θα χάσουν κάτι σημαντικό που ούτε εκείνοι ξέρουν τι είναι. Υποκλίνονται μπροστά στην επίδειξη δύναμης του συστήματος κι ο δάσκαλος μένει μόνος. Ο Τσάρλι Ντάλτον αντίθετα, δέρνει αυτόν που πρόδωσε τον Κίτινγκ και αποβάλλεται απ’ το σχολείο. Δεν αναλαμβάνει απλά την ευθύνη. Γνωρίζοντας ότι ως πλούσιος πελάτης του ιδρύματος και απλός ανήλικος δε θα σταθεί ποτέ στο εδώλιο δίπλα στο δάσκαλο, κάνει κάτι αξιόποινο και κερδίζει αυτή τη θέση με το σπαθί του φτύνοντας κατάμουτρα, στην πρώτη σοβαρή του ευκαιρία, όσα οι άλλοι αψηφήσανε περπατώντας… αλλό-κότα. Με την πράξη του αυτή γύρισε κι έδωσε στο δάσκαλο την απάντηση που του χρωστούσε από εκείνο τον μικρό τους διάλογο στο προαύλιο: «Όχι κύριε Κίτινγκ. Η ουσία είναι να ξέρει κανείς γιατί πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και πότε αξίζει να το κάνει.» Α, ναι… και να το κάνει χωρίς την άδεια του ρεύματος.

6:35 min


6:35 min


Ρε,

κάνε με μια μέρα

πρωθυπουργό! Λουκάς Τσουκνίδας / Κωστής Αλεξανδρόπουλος Στον κόσμο των εξομοιωτών, των εξελιγμένων αυτών παιχνιδιών όπου κάποιος αναλαμβάνει ρόλους πολύπλοκους, αντίστοιχους με την πραγματική ζωή, ένας άριστος gamer δεν απέχει από έναν περιζήτητο ειδικό, χειριστή, μηχανικό, επιχειρηματία, μάνατζερ ή ακόμα και πολιτικό. Και όπως εκείνοι, μιλάει με τους όμοιούς του σε μια δική τους γλώσσα: - Πήρα τον Τσιτουρίδη. Εσένα σου βγήκε στο προηγούμενο; - Μπα! Παλτό περιωπής. Τρεις φορές μ’ έβγαλε κάρτα στα κανάλια. Καλά που είχα τσιμπήσει τον Κάμπελ για «Τύπου» και μου τα μπάλωνε. Καμένοι; Ναι, με το παιχνίδι που κερδίζει αργά αργά έδαφος στην ευρωπαϊκή αγορά, που δεν είναι άλλο από το «Politics Manager». Μια ελληνικής κατασκευής πλατφόρμα εξομοίωσης της πολιτικής ζωής και των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα για να φτάσει κάποιος να κυβερνήσει τον τόπο του. Το Monkie πρώτο απ’ όλους, τεστάρει και σας παρουσιάζει τη νέα έκδοση του παιχνιδιού μαζί με την πρώτη συνέντευξη που δίνουν ποτέ οι εμπνευστές και δημιουργοί του.

το παιχνίδι Τόπο στα νιάτα Όντας νέος και φιλόδοξος πολιτικός, με όραμα και προτάσεις για την καλυτέρευση της ζωής των συμπολιτών σου, το «Politics Manager» σου προσφέρει τρεις αρχικές επιλογές. Μπορείς να συνταχθείς με ένα ήδη υπάρχον κόμμα και να χαράξεις την πορεία σου σε πιο σίγουρους δρόμους, να ιδρύσεις δικό σου και να μπεις σφήνα στους δεινόσαυρους ή να κατέβεις ανεξάρτητος και μάθεις τι εστί βερίκοκο με το δύσκολο τρόπο. Η επιλογή της χώρας στης οποίας τις εκλογές θα συμμετέχεις, γίνεται από εκείνες της Ευρώπης συν το Ισραήλ και την γείτονα Τουρκία. Η δυσκολία φυσικά έγκειται στο κατά τόπους εκλογικό σύστημα ή τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας. Το καλύτερο είναι να ξεκινήσεις με τη δικιά σου που γνωρίζεις και τι παίζεται. Ή έτσι νομίζεις. Αμέσως μετά πρέπει να επιλέξεις το είδος της εκλογικής αναμέτρησης στην οποία θες να κατέβεις. Αν θες, μπορείς να ανέλθεις σιγά σιγά στην πολιτική ζωή του τόπου και να δοκιμαστείς στην τοπική αυτοδιοίκηση πριν διεκδικήσεις ανώτερα αξιώματα. Οι εθνικές εκλογές είναι για όσους πιστεύουν ότι έχουν το βουλευτιλίκι στο αίμα τους, ενώ οι ευρωπαϊστές θα μπορέσουν να συμμετέχουν στις εκλογές του ευρωκοινοβουλίου —μέσω των αντίστοιχων χωρών φυσικά— και να ακολουθήσουν το ευρωπαϊκό τους όνειρο. Ξεκινώντας ως ανεξάρτητος ή ιδρυτής νέου κόμματος μπορείς επίσης να επιλέξεις και την πολιτική κατεύθυνση της οποίας θα είσαι εκφραστής ή να το αφήσεις φλου και να τη διαμορφώσεις στην πορεία. Όπου φυσήξει ο άνεμος δηλαδή.


Πάλης ξεκίνημα Με το που πας να μπεις στο κυρίως παιχνίδι, σε περιμένει ένας κατάλογος με τα υπάρχοντά σου ως ψάρακας πολιτευτής: Ένα πρώτο μπάτζετ ανάλογα με το αν είσαι μόνος ή μέλος κόμματος. Ένα βιβλίο με στομφώδη τίτλο, ως εγχειρίδιο ανάλογα με την πολιτική κατεύθυνση (Ηγεμόνας, Λεβιάθαν, Πολιτεία, Κεφάλαιο, Politics for Dummies κλπ). Τα κλειδιά του γραφείου σου. Μια αποδελτίωση τίτλων και άρθρων ως ενημέρωση για την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Ένας κατάλογος με πιθανούς πολιτικούς, διανοούμενους, επιστήμονες, καλλιτέχνες κι επιχειρηματίες που μπορείς αρχικά να στρατολογήσεις στην περίπτωση που έχεις να ιδρύσεις κόμμα. Η δεξαμενή είναι αρκετά μεγάλη αφού το παιχνίδι πρωτοτυπεί και επιτρέπει τη συμμετοχή πολιτικών απ’ όλες τις χώρες σε ένα σύστημα τύπου Bossman. Μπορείς λοιπόν να φτιάξεις κόμμα με πολιτικούς διαφόρων εθνικοτήτων, κάτι που είναι πιο δύσκολο απ’ ότι ακούγεται αφού η πολιτική ταυτότητα ενός κόμματος δεν μπορεί να είναι άλλ’ αντ’ άλλων. Πρέπει λοιπόν να ξέρεις πολύ καλά ονόματα και πράγματα και να μελετήσεις τα προφίλ και τα χαρακτηριστικά των υποψήφιων πολιτευτών σου. Πριν πιάσουμε στα χέρια μας την έκδοση του 2008, φήμες έφτασαν στ’ αυτιά μας ότι στη λίστα περιλαμβάνεται πλέον και χυμώδης γραμματέας με γνώσεις στενογραφίας κλπ. Τζίφος! Ήταν μια φήμη που εθεάθη σ’ ένα φόρουμ εξαρτημένων και γιγαντώθηκε. Δεν είναι όμως κακή ιδέα για το μέλλον.

Νέοι αγώνες Τα ζοριλίκια ξεκινούν με τη μία καθώς μπαίνεις φουριόζος στον αγώνα της προεκλογικής περιόδου. Η παρουσία σου ανακοινώνεται άμεσα κι αρχίζει η πιο δύσκολη αγγαρεία για έναν πολιτικό. Υπάρχουν τρέχοντα θέματα που απασχολούν την κοινή γνώμη κι εσύ ως νέο πολιτικό πρόσωπο καλείσαι να πάρεις θέση. Να εκτεθείς δηλαδή και να ρισκάρεις να μάθει ο κόσμος πόσο άσχετος είσαι. Μη μασάς όμως. Το «Politics Manager» έχει φροντίσει να μη σε αποθαρρύνει από τα πρώτα σου λεπτά στο κουρμπέτι και μια σειρά απαντήσεων σε ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών (εικόνα) θ’ αποτελέσουν τις παρθενικές σου προγραμματικές δηλώσεις. Αν και οι απαντήσεις φαίνονται εύκολες θέλει προσοχή, αφού θα πρέπει να είσαι συνεπής αργότερα αν δε θες να σε πάρουν χαμπάρι. Για να διασκεδάσεις υπάρχουν κι επιλογές που θα σε κάνουν να φαίνεσαι σαν τον Λεβέντη. Αλλά μετά θα παίζεις μόνο για το θέαμα.

Ανάλογα με το μπάτζετ που διαθέτεις, οργανώνεις την προεκλογική σου εκστρατεία μέσα από μια σειρά επιλογών για ομιλίες, συγκεντρώσεις, επισκέψεις σε κοινωφελή ιδρύματα, λαϊκές αγορές, νεανικά καφενεία κλπ. Παράλληλα προσπαθείς να μεγαλώσεις το κομπόδεμά σου είτε με θεμιτά είτε με αθέμιτα μέσα, με το ανάλογο πάντα ρίσκο ότι η επιλογή σου μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ αργότερα, ακόμα κι αν κάνεις κυβέρνηση ή είσαι μέλος αυτής. Η ενημέρωσή σου γίνεται από τακτικά αλλά κι έκτακτα δελτία ειδήσεων, που μιλούν για την κατάσταση στη χώρα και τονίζουν τις πιο σημαντικές εξελίξεις. Μη σνομπάρεις ούτε στιγμή γιατί δήθεν οι ειδήσεις λένε ψέματα. Αυτά τα ψέματα θα είναι πλέον η πραγματικότητά σου κι εκεί πάνω θα χτίσεις άποψη και όνομα. Ο πραγματικά δύσκολος στόχος είναι ν’ ανεβάσεις το κύρος και τη δημοτικότητά σου και να κληθείς σε κάποιο ντιμπέιτ ή τηλεοπτικό τραπέζι με τους πιο μεγάλους παίκτες. Τότε θα μπορείς να πεις ότι παίζεις παιχνίδι κι ότι αξίζει να πατήσεις «save game» όταν η μαμά σε φωνάξει για το μπιφτέκι με τις τηγανητές πατάτες.

Οδηγοί της ελπίδας Παίρνοντας ως παράδειγμα τις εθνικές εκλογές η εξέλιξη του παιχνιδιού μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με τις εξής καταστάσεις. Αν χάσεις τις εκλογές με ένα κόμμα που είναι ήδη στη βουλή, μπορείς είτε να τα παρατήσεις είτε να συνεχίσεις στις επόμενες εκλογές με ίδια σύνθεση αλλά νέα δεδομένα για την κατάσταση της χώρας και να αξιοποιήσεις την εμπειρία σου. Αν έχεις νεοσύστατο κόμμα ή κατεβαίνεις σόλο πρέπει να μπεις στη βουλή για να συνεχίσεις στις επόμενες εκλογές με νέο μπάτζετ και διάθεση αλλιώς είσαι πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Σε περίπτωση που σχηματίσεις κυβέρνηση ή συμμετέχεις ως βουλευτής σε κάποια κυβέρνηση συνεργασίας ξεκινάει το μεγάλο μανίκι που λέγεται διαχείριση του κράτους. Σε μηνιαία διάταξη θα καλείσαι να πάρεις αποφάσεις και να κριθείς για τη δουλειά σου είτε στον τομέα σου είτε σε όλους μαζί αν είσαι ο πρωθυπουργός. Οι έκτακτες εξελίξεις εκτός διατάξεως, θα σου κάνουν τη ζωή πολύπλοκη και θα δοκιμάσουν τις αντοχές σου στο τιμόνι. Υπάρχει μια περίπτωση που χάνεις τελείως μπαίνοντας στο παλμαρέ των αποτυχημένων και είναι όταν τα κάνεις τόσο μούσκεμα που να προκαλέσεις πραξικόπημα. Τότε, ανάλογα με τον πρότερο βίο σου, είτε εκτελείσαι είτε αυτοεξορίζεσαι σε κάποιο νησί της Καραϊβικής, αφού το Παρίσι είναι πια πολύ θορυβώδες και κομφορμιστικό.

η συνέντευξη Με όραμα και δημιουργία Τα μυαλά πίσω από αυτό το εικονικό πολιτικό όργιο είναι δυο σαρανταπεντάρηδες. Δυο πολύπειροι άνδρες που πέρασαν από τις τεχνοκρατικές σπουδές σε Ελλάδα και εξωτερικό κι απ’ τους προοδευτικούς πολιτικούς χώρους και τα κινήματα, στον κόσμο των επιχειρήσεων και τη μαγεία της πληροφορικής. Ο Λουκάς Τσουκνίδας συνάντησε τον Κωστή Αλεξανδρόπουλο στο πολυτεχνείο σε ημέρες γενικότερων αναταραχών και αμέσως έδεσαν σε ιδέες και νοοτροπία. Έγιναν φίλοι και συνοδοιπόροι. Ήταν μια εποχή που δεν υπήρχε περίπτωση να μαλώσεις για γκόμενες αφού το σεξ θεωρούνταν προϋπόθεση για την επανάσταση και λάβαινε χώρα με ικανή συχνότητα. Η φιλία τους δυνάμωσε μέσα από τις πολιτικές ζυμώσεις των ρομαντικών κι ανέμελων. κατά κάποιον τρόπο, εκείνων καιρών. Οι δυο τους έμπλεξαν με όλο το φάσμα του αριστερού πολιτικού χώρου πριν βγουν στο εξωτερικό για περαιτέρω σπουδές κι εμπειρίες. Ο ένας στη βασανισμένη από τον πόλεμο αρχών και τρομοκρατίας Ιταλία κι ο άλλος σε Γερμανία και Αμερική. Με ανανεωμένη αντίληψη για τον κόσμο και τις δυνάμεις που κινούν την ιστορία, συναντήθηκαν ξανά στην πατρίδα τους, πολιτεύτηκαν, καταπιάστηκαν ως πρωτοπόροι με τις νέες τεχνολογίες, έγιναν επιχειρηματίες αλλά παρέμειναν οραματιστές. Για του λόγου το αληθές, έδωσαν και την πρώτη τους συνέντευξη ως δημιουργοί του «Politics Manager».


Monkie: Πότε και πως ξεκίνησε η περιπέτεια που λέγεται politics manager; Κωστής Αλεξανδρόπουλος: Η σύλληψη υπήρξε πολύ πριν την υλοποίηση, από τότε που ήμασταν συμφοιτητές στο πολυτεχνείο κι έχει άμεση σχέση με τις πολιτικές μας ανησυχίες. Για τη γενιά μας άλλωστε, η πολιτική αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας. Υπήρχε το πάθος για συμμετοχή στα κοινά, η ανάγκη για πάλη στη δημόσια σφαίρα και η άσβεστη ελπίδα για την αλλαγή. Λουκάς Τσουκνίδας: Όταν αργότερα συναντηθήκαμε ξανά, στην Ελλάδα του Αντρέα Παπανδρέου, θαυμαστές και οι δυο του σπουδαίου αυτού πολιτικού, το παλιό μας πάθος για λαϊκούς αγώνες άναψε ξανά. Ενώσαμε λοιπόν τις δυνάμεις μας με τον προοδευτικό χώρο και ριχτήκαμε στο πεδίο της εγχώριας πολιτικής μάχης. Κ.Α.: Εγώ ερχόμουνα από σπουδές πάνω στην αρχιτεκτονική και την πολεοδομία στην Ιταλία, σε μια έντονα πολιτικοποιημένη περίοδο για τη γειτονική χώρα. Ο Λουκάς πάλι, είχε τη διορατικότητα ν’ ασχοληθεί με τη νέα κι ανερχόμενη επιστήμη της πληροφορικής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Αμερικής. Monkie: Και η ιδέα του συγκεκριμένου παιχνιδιού; Λ.Τ.: Χαίρομαι που χρησιμοποιείς τη λέξη ιδέα, γιατί το politics manager είναι για μας κάτι παραπάνω από παιχνίδι. Ήδη απ’ τις αρχές του ’90, είχαμε ιδρύσει από κοινού μια εταιρεία, με σκοπό την ανάπτυξη εφαρμογών πολιτικού γραφείου, ένα είδος project management δηλαδή για προεκλογικές εκστρατείες, δημόσιες σχέσεις και άλλες δραστηριότητες που χρειάζονται ταξινόμηση και ιεράρχηση. Ένας πολιτικός έχει πάρα πολλά να κάνει ακόμα και σε «νεκρές» περιόδους και μια τέτοια εφαρμογή θα του έλυνε τα χέρια και θα του εξοικονομούσε χρόνο, που θα μπορούσε ν’ αφιερωθεί στην οικογένειά ή την χαλάρωσή του. Κ.Α.: Καθώς ασχολούμασταν όμως με όλα αυτά, βλέπαμε γύρω μας την σταδιακή απαξίωση του πολιτικού κόσμου και την εξέλιξη της πολιτικής σ’ ένα είδος επαγγελματικής εξειδίκευσης. Ήταν προφανές για τον ουδέτερο παρατηρητή —και ως επαγγελματίες έπρεπε να είμαστε τέτοιοι— πως αργά ή γρήγορα ο κόσμος θα διάλεγε ν’ απέχει από αυτή την κατάσταση ως ενεργό μέλος, να πάρει ρόλο παθητικό ή πελατειακό όπως κι έγινε. Ο πολίτης δεν ήταν πια εξοικειωμένος με θεμελιώδεις όρους πολιτικής, οικονομίας, δημόσιας διοίκησης κλπ. Οι νέες γενιές, από τις τελευταίες μέρες του Atari και της Amiga ακόμα, ήταν πλέον συνειδητοποιημένοι gamers. Όχι θαμώνες των ουφάδικων όπως εμείς, αλλά μύστες παιχνιδιών πολύπλοκων, εξομοίωσης ή διαδικτυακών, με απαιτήσεις σε χρόνο και εξειδίκευση. Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια δεν ήταν και δεν είναι πλέον θέμα συγχρονισμού ματιών-χεριών αλλά πολύ περισσότερων παραμέτρων, που κάνουν τον καλό παίκτη κάτι παραπάνω από παθητικό δέκτη μιας μορφής ψυχαγωγίας, τον καθιστούν ικανό γνώστη και κριτή καταστάσεων έστω και σε εικονική μορφή άνευ ουσιαστικού ρίσκου. Λ.Τ.: Αντιληφθήκαμε ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το νέου τύπου εκπαιδευτικό πεδίο, ως όχημα για μια εκ νέου γνωριμία των πολιτών με την πολιτική. Να συμβάλλουμε δηλαδή στη δημιουργία πολιτικών όντων από εκεί ακριβώς όπου φαίνεται ν’ αποσύρονται. Ο Έλληνας λέει στα καφενεία χαριτολογώντας: «Ρε, κάνε με μια μέρα πρωθυπουργό και θα δεις…» Τώρα πια μπορεί να γίνει, όπως έγινε

προπονητής με το football manager, που αποτέλεσε και πρότυπο για εμάς, πριν βάλουμε μπρος το δικό μας εξομοιωτή της πολιτικής ζωής. Monkie: Πόσο δύσκολο ήταν να στήσετε τη βάση δεδομένων σας και πως έγινε ο σχεδιασμός αυτού του παιχνιδιού; Κ.Α.: Ήταν σχετικά εύκολο για εμάς. Η δομή του βασίστηκε σ’ εκείνη του footbal manager με όσες αντιστοιχίες ήταν εφικτές. Τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ τ’ αντλήσαμε από τη δεξαμενή της μακροχρόνιας εμπειρίας μας στην ελληνική αλλά και ευρωπαϊκή πολιτική ζωή. Μην ξεχνάς, ότι είχαμε κι εμείς πολιτευτεί κάποτε στο πλευρό των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου. Λ.Τ.: Η βάση δεδομένων έγινε με την πολύτιμη βοήθεια των ανθρώπων που γνωρίσαμε στην πορεία μας δίπλα στα κινήματα και τις πολιτικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού χώρου. Άνθρωποι που είτε παραμένουν ενεργοί στην πολιτική ζωή των χωρών τους είτε είναι πετυχημένοι επιχειρηματίες και μας στήριξαν στη δύσκολη πορεία προς την επίτευξη του οράματός μας. Monkie: Έχετε κατηγορηθεί ότι μεροληπτείτε υπέρ πολιτικών χώρων αλλά και προσώπων (σε αξιολόγηση και απόδοση) και ότι επηρεάζεστε αντίστοιχα από διάφορες πολιτικές πιέσεις. Σας λένε με λίγα λόγια διαπλεκόμενους. Είστε; Κ.Α.: Νομίζω είναι προφανές, ότι η επιτυχία του παιχνιδιού και η συμμετοχή του κόσμου στο εικονικό πολιτικό παιχνίδι, η οποία πυροδοτεί και τη συμμετοχή στο πραγματικό με νέους όρους, έχει ενοχλήσει πολλούς που δρούσαν μέχρι σήμερα ανεξέλεγκτα πατώντας στην άγνοια του πολίτη. Είναι κάτι σαν τη δημοσιοποίηση των μυστικών αρχείων ενός ιερατείου που μέχρι τότε ελεγχόταν από μια συγκεκριμένη κάστα ανθρώπων, εν προκειμένω των επαγγελματιών πολιτικών. Λ.Τ.: Όσα ακούγονται ανήκουν στη σφαίρα της συνωμοσιολογίας και τ’ αγνοούμε. Ανήκαμε άλλωστε πάντα σε διωκόμενους πολιτικούς χώρους και δε μάθαμε στην επανάπαυση ούτε στιγμή. Monkie: Συνοψίζοντας, θεωρείτε ότι το όραμά σας (το κοινωνικό κι όχι το οικονομικό) έχει επιτευχθεί και ποια είναι η συνέχεια; Κ.Α.: Ναι, θεωρούμε ότι μέσα απ’ τον εξομοιωτή μας, οι νέες γενιές αποκτούν τη χαμένη τους πολιτική συνείδηση και το αντίστοιχο αισθητήριο κι αυτό φαίνεται από την εκ νέου άνθηση των κινημάτων και των συλλογικοτήτων. Είναι και πάλι εδώ, κι αντιστέκονται στους καινούργιους εχθρούς, οι οποίοι γεννιούνται ή επινοούνται μέσα από την ιστορική ή οικονομική αναγκαιότητα. Λ.Τ.: Το επόμενο βήμα για εμάς θα είναι να επεκτείνουμε το ταμπλό αλλά και το gameplay του παιχνιδιού σε παγκόσμιο επίπεδο, με τα δεδομένα άλλων πολιτισμών, σε Ασία και Αφρική. Θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούμε ως παίκτες τις ιδιαιτερότητες μα και τις ετερότητες που χαρακτηρίζουν την ανθρωπότητα ολάκερη. Αργότερα φυσικά, οραματιζόμαστε να είναι εφικτή, «εν μέσω» αλλά και «μέσω» του παιχνιδιού μας, η ίδια η επανάσταση. Monkie: Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Τελικά, η επίτευξη του οράματός αυτού, βελτίωσε καθόλου τη σεξουαλική σας ζωή; Μαζί: Ουδέν σχόλιο.


6:35 min


συνέντευξη στο Γιάννη Παλαβό

Η ποίηση του Γιάννη Υφαντή είναι ένα πραγματικό δώρο. Σχεδόν αποσιωπημένος από τους διαμορφωτές του λογοτεχνικού κανόνα, τα λογοτεχνικά έντυπα και τις στήλες των εφημερίδων, ο Υφαντής διαγράφει εδώ και τρεις δεκαετίες μια σπουδαία πορεία, όντας σχεδόν στο περιθώριο. Σε μια πλασματική μιντιακή πραγματικότητα, όπου η προκλητικότητα και το προβοκατόρικο ύφος περισσεύουν, τα ποιήματα του Υφαντή αστράφτουν με την γνήσια ανατρεπτικότητα, τον ερωτισμό και την απλότητά τους. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους νεοέλληνες ποιητές, ο οποίος σπάνια δίνει συνεντεύξεις. Το Monkie παρουσιάζει με μεγάλη χαρά τη συζήτηση με τον ποιητή.

Είχατε δυσκολίες να εκδώσετε, όταν πρωτοξεκινήσατε; Περιέργως, όχι. Ήδη στα 19 μου είχα δημοσιεύσει σε περιοδικά κι εφημερίδες αρκετά ποιήματα. Ήταν δικτατορία ακόμα, όταν το περιοδικό «Ευθύνη» και οι «Εκδόσεις των Φίλων» ζήτησαν να μου κάνουν μια έκδοση. Συγκέντρωσα τα προς έκδοσιν ποιήματά μου, αλλά σ’ ένα δεύτερο γράμμα που μου έστειλαν, ζητούσαν ν’ αφαιρέσω μερικές «βλάσφημες» λέξεις. Τους είπα ότι μου είναι αδύνατον να αυτολογοκριθώ, κι έτσι τελειώσαμε μ’ αυτή την εκδοτική πρόταση. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Χατζηδάκις κι ο Γκάτσος (με τους οποίους εννοείται δεν σχετιζόμουν εκείνο τον καιρό), ζήτησαν από τις εκδόσεις «Τραμ» να μου εκδώσουν οπωσδήποτε βιβλίο. Αλήθεια ποιες ήταν οι «κακές» λέξεις που οι «Εκδόσεις των Φίλων» ζήτησαν ν’ αφαιρέσετε; Η λέξη κατούρησα και η λέξη αιδοίο. Αλίμονο. Είμαι ο πρώτος Νεοέλλην ποιητής που δημοσίευσε ποίημα με τη λέξη μουνί. Και είμαι ο πρώτος που διάβασε στην ελληνική τηλεόραση ποίημά του με τη λέξη πούτσος. Πρωτεύω, ως προς την ποίηση, στη χρησιμοποίηση δημοσίως των λέξεων αυτών, διότι στην πεζογραφία με πρόλαβαν ο Νίκος Καζαντζάκης κι ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και να ξεκαθαρίσω, μιλάμε για δημοσιευμένη ποίηση. Διότι αδημοσίευτη ποίηση με τις λέξεις αυτές έχει γραφτεί πολύ πριν από μένα. Και μάλιστα από ιερέα ποιητή. Είναι ο έξοχος Ζακύνθιος ιερέας Νικολός Κουτούζης, σύγχρονος του Σολωμού, που έγραψε ποίηση, χρησιμοποιώντας χωρίς κανένα δισταγμό όλες τις λέξεις της ελληνικής γλώσσας. Θυμώνω όταν διαβάζω ιστορικούς που ενώ δηλώνουν θαυμαστές του Καραϊσκάκη, μόλις φτάνουν στις λέξεις που χρησιμοποιούσε ο Καραϊσκάκης, βάζουν αποσιωπητικά. Δηλώνοντας έτσι, κατ’ εμέ, την αναξιότητά τους. Όποιος δεν μπορεί να προφέρει τις λέξεις που πρόφερε ο Καραϊσκάκης, είναι αδύνατο να πράξει αυτά που έπραξε ο Καραϊσκάκης, τουτέστιν να δράσει υπέρ της ελευθερίας, διότι ελευθερία και γλώσσα όπως λέει ο Σολωμός, πάνε μαζί. Κι εδώ βρίσκεται το κλειδί μιας τεράστιας, μα τεράστιας υπόθεσης, Ο δειλός στη γλώσσα είναι και δειλός στη ζωή. Ο μη ελεύθερος στη γλώσσα είναι και μη

ελεύθερος στη ζωή, είναι δηλαδή άχρηστος. Οι άνθρωποι που είναι αχρείοι και δειλοί στα λόγια είναι πρωτίστως αχρείοι και δειλοί στα έργα. Μην περιμένουμε να κάμουν σημαντικά έργα άνθρωποι που δεν μιλούν ελεύθερα. Μην περιμένουμε να φτάσουν στη λυτρωτική δικαιοσύνη, αυτοί που δεν μπορούν να φτάσουν στον λυτρωτικό οργασμό. Γέμισε η Γη κοπάδια ανοργασμικών αφεντικών και δούλων. Κοπάδια που δεν γνώρισαν τη λυτρωτική απόλυτη ικανοποίηση. Γι’ αυτό και η μεγάλη εμμονή τους στα μικρόψυχα έργα, στα τυραννικά και στα ολέθρια. Γι’ αυτό και ο πλανήτης πάει κατά διόλου. Το ενδεχόμενο να γίνουν τα ποιήματά σας της μόδας, σας ανησυχεί; Η μέρα που θα σας ανακαλύψουν τα διάφορα «εναλλακτικά» έντυπα είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ κοντά. Όχι βέβαια. Άλλωστε είμαι δοκιμασμένος σ’ αυτό. Όταν εκδόθηκε το Μανθρασπέντα, διάσημοι άνθρωποι της εποχής –μουσικοί και ποιητές- Ρίτσος, Χατζηδάκις, Μαρκόπουλος, Ελύτης, Γκάτσος, έλεγαν ότι επιτέλους γεννήθηκε ένα καινούριο άστρο στην ποίησή μας. Και δεν χάλασα βεβαίως, δεν άλλαξα, παρ’ όλες τις προσδοκίες κάποιων ότι μετά το πρώτο μου βιβλίο θα «ξεφουσκώσω». Απλώς φοβήθηκα. Και ήταν ένας πραγματικός φόβος. Ο σπόρος βλασταίνει, θαμμένος βαθειά, στο σκοτάδι. Αν μένει μες στα φώτα της επιφάνειας ξεραίνεται. Ένοιωσα κάποια στιγμή πως τα πολλά φώτα φτάνουν βαθειά ως εκεί που θέλω να θάψω τον σπόρο μου. Και τότε αμύνθηκα. Κρύφτηκα. Καλούσε ο Ρίτσος να γνωριστούμε και δεν πήγαινα. Ο Χατζηδάκις, ο Γκάτσος το ίδιο. Εξαιτίας αυτού έχασα μελοποιήσεις και συνεργασίες. Όμως προστάτεψα τον πυρήνα μου, το κέντρο μου. Ο Μαρκόπουλος όμως ήρθε στο σπίτι μου, στη Θεσσαλονίκη. Κι έχει πλάκα εδώ να αναφέρω το εξής. Ρωτάει ο Κακίσης τον Μαρκόπουλο. «Εκτιμάς περισσότερο τον Υφαντή από μένα. Γιατί; Που διαφέρουμε δηλαδή εγώ κι ο Υφαντής;» «Να σου πω» του λέει ο Μαρκόπουλος. «Ο Υφαντής δεν με αναζήτησε, πήγα εγώ στο σπίτι του να τον γνωρίσω. Εσύ όμως με αναζήτησες. Κι εντέλει ήρθες εσύ στο σπίτι μου να με γνωρίσεις».

6:35 min


Αισθάνεστε ότι η γενιά σας στα γράμματα σας έχει φερθεί δίκαια; Πιστεύετε ότι έχετε αναγνωριστεί από τους συνομηλίκους σας; Κοίταξε, νομίζω ότι κάποιοι με είχαν έτοιμο για τα σκουπίδια ή να περάσω σαν κάτι το συνηθισμένο. Μπορείτε αυτό να το εντοπίσετε στις πρώτες, πρώτες κριτικές. Όταν όμως οι ποντικοί άκουσαν τη γνώμη των γάτων, λούφαξαν κι άρχισαν κι αυτοί τα υμνολόγια. Δηλαδή «περιμένουμε στη γωνία, αν τον δείρουνε, πάμε να ρίξουμε κι εμείς, αν τον χειροκροτήσουν, πάμε να χειροκροτήσουμε κι μείς». Υπάρχουν όμως κι αυτοί που θαυμαστικά κι αγαπητικά με αντιμετώπισαν. Και δεν είναι λίγοι. Μα επειδή παραπάνω μιλήσαμε για πρωτιές, ίσως να είμαι ο πρώτος Νεοέλλην ποιητής, πάνω στον οποίο δοκιμάστηκαν τόσες μορφές δολιότητας, συνειδητής αποσιώπησης και αφανισμού. Όμως, εντέλει, γιατί να παραπονιούμαι; Αυτό δεν είναι το αρχέτυπο της πορείας του αληθινού ποιητή; Είναι απλά «συντεχνιακό» αυτό που συμβαίνει ή μήπως υπάρχει και κάτι βαθύτερο; Κοιτάξτε. Μετά το ’89 και την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, έπαψαν πια να διεκδικούν τους ποιητές οι δύο υπερδυνάμεις, ως ένα δυνατό χαρτί στα χέρια τους. Μείναμε πλέον στα χέρια των Η.Π.Α, οι οποίες είναι φυσικό να μας θεωρούν εχθρούς. Φαντάσου, σε κάθε χώρα στην οποία θέλουν οι Η.Π.Α να επικρατήσουν (με τις καινούργιες πλέον αποικιοκρατικές μορφές) να υπάρχουν δυο-τρεις δυνατοί ποιητές και να τους ακούει ο λαός. Αυτό είναι μεγάλη ζημιά. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις θέλουν τους υπαλλήλους τους, πολιτικούς και δημοσιογράφους που εξαγοράζονται, κι όχι τους ανυπόταχτους κι ανεξέλεγκτους ποιητές. Τα επιθετικά ποιήματα της συλλογής Ποιήματα Κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου ήρθαν ως αντίδραση σ’ αυτήν την κατάσταση; Όχι. Τα είχα πάντα μέσα μου, παράλληλα με όλα τ’ άλλα μου ποιήματα. Θα μπορούσα να τα έχω στην άκρη, χωρίς να τα κυκλοφορώ, και να προχωρεί έξω ένα αρεστό πρόσωπό μου. Όμως τα κυκλοφόρησα για να πω το εξής: «Παιδιά, καλύτερα να το ανακαλύψετε από τώρα: είμαι και το αντίθετό μου, δεν είμαι απλώς ένας ήρεμος Βούδας. Είμαι εικόνα και ομοίωση της Φύσεως. Εξοργίζομαι κιόλας, βλαστημάω, λέω άσχημα λόγια. Μάθετέ το από τώρα, να τελειώνουμε». Εξακολουθεί να μοιάζει παράξενο πώς ειδικά αυτή η συλλογή δεν έχει ανακαλυφθεί από τα παιδιά που, υποτίθεται, διαβάζουν beatniks. Είναι δέκα φορές πιο ανατρεπτική. Πρέπει κανείς να πάψει να είναι πλανήτης και να γίνει ήλιος, καθώς έλεγε ο Νίτσε. Πρέπει κανείς ν’ αποκτήσει δική του όραση, δική του ακοή, δική του σκέψη, για ν’ ανακαλύψει την πραγματική ανατρεπτικότητα. Διαφορετικά θα συμμετέχει στην ανατρεπτικότητα εκείνη που το σύστημα του προσφέρει, ακριβώς για να βουλιάξει μέσα σ’ αυτήν, και να μην φτάσει ποτέ στην αληθινή ανατρεπτικότητα. Είναι κρίμα μια ποίηση όπως η δική σας, τόσο απλή στη γραφή και

6:35 min

την πρόσληψή της, να μην διαβάζεται όσο της αξίζει. Μια ποίηση που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι, όπως λέει ο θαυμάσιος Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ότι σε γεμίζει χαρά. Και που όμως, τόσο οι καλλιτέχνες, όσο και οι δημοσιογράφοι που κατέλαβαν οικογενειακώς τα κανάλια, κάνουν ότι δεν τη γνωρίζουν. Και τι να περιμένει βέβαια κανείς από τους μεταλλαγμένους της Βουλής; Ή, τι να περιμένει από τους αποικιοκράτες που ανάφερα και πιο πάνω; Αυτοί διαθέτουν γραφεία που ασχολούνται με τον πολιτισμό κάθε χώρας, τόσο σημαντικά όσο κι εκείνα που ασχολούνται με την κατασκοπεία και την «άμυνα». Σκοπός τους είναι να εμποδίζουν τους άξιους και να προωθούν τους μηδαμινούς που δεν ενοχλούν. Ας το συνειδητοποιήσουμε: Ο ποιητής είναι επικίνδυνος για την παρούσα πολιτική συγκυρία. Βέβαια, το να μην απολαμβάνετε τη στήριξη τέτοιων δυνάμεων, το να θεωρείστε επικίνδυνος, το να μην σας έχει εγκολπώσει η εξουσία, είναι προς τιμήν σας. Τιμή; Τιμή; Μα, μου είναι βιολογικά αδύνατο να είμαι διαφορετικός. Τι θέση κατέχει ο ερωτισμός στην ποίηση σας; Την ίδια θέση που κατέχει και στη ζωή μου. Ξέρετε, οι μοναχοί στην αλληλογραφία τους αποκαλούν ο ένας τον άλλο «Εν Χριστώ αδελφέ». Εγώ κι ένας Γάλλος συγγραφέας (αλληλογραφούμε στ’ αγγλικά) εδώ και χρόνια, ξεκινούμε την κάθε επιστολή μας με το «Μy brother in Μuni». Όχι πως δεν αναφερόμαστε και σ’ άλλα θέματα, μα το κυριότερο θέμα των επιστολών μας, είναι ο ύμνος στη γυναίκα και στο κέντρο αυτής, το μουνί, που είναι βεβαίως για μας το κέντρο του κόσμου. Μα είμαστε (όπως ήθελε ο Χριστός) εντελώς παιδιά, εν μέσω ασχολουμένων με πολύ σοβαρά θέματα. Μόνο που αυτά τα πολύ σοβαρά θέματα βγάζουν ολόισια στην κόλαση. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έλεγε ότι αυτοί που του φέρονταν καλύτερα ήταν, με τα λόγια του, «γυναίκες ή πούστηδες». Όχι ετεροφυλόφιλοι άνδρες. Και βέβαια ισχύει αυτό που έλεγε ο Ηλίας. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που έχω γράψει: Άλλοι φοβούνται τα γραφτά μου / άλλοι τον πούτσο μου. Υπάρχουν φίλοι, ετεροφυλόφιλοι, που μου έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα του σπιτιού τους, επειδή η γυναίκα τους εξέφρασε το απλούστατο, μα φοβερότατο γι’ αυτούς, ότι στο πρόσωπό μου ανακάλυψε τον αληθινό ποιητή. Αλλά υπάρχει και η άλλη όψη: Αλίμονό σου αν μια γυναίκα σε θέλει πολύ, μα πολύ, κι εσύ δεν ανταποκριθείς. Τότε έχεις την τύχη να γνωρίσεις το απόλυτο κακό. Κι αλίμονό σου αν τύχει να είναι πούστης ο μεταφραστής σου και του αρνηθείς τον έρωτά σου. Τότε είσαι προορισμένος να δεις να μεταφράζει όλα τα σκουπίδια των δήθεν (όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε) μα ποτέ τα δικά σου ποιήματα που ως τότε χαρακτήριζε αριστουργήματα..


Ποιους Νεοέλληνες ποιητές διαβάζετε; Δεν είναι περίεργο; Διαβαίνουμε ολόκληρο το αντιερωτικό, δογματικό Βυζάντιο (που στα κείμενά του βρίζει διαρκώς ως «ανοήτους» τους Έλληνες και ως «ανόμους» τους Εβραίους), περνάμε ολόκληρη τη μουσουλμανική λέπρα της Τουρκοκρατίας, κι έξω από το δημοτικό τραγούδι και τον Ερωτόκριτο, δεν έχουμε τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Για χίλια και πλέον χρόνια, τίποτε σημαντικό που να υπογράφεται. Ακόμα κι αυτό το εξαίσιο ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ, είναι αγνώστου. Και ύστερα, μέσα σ’ έναν, ενάμισον αιώνα ελευθερίας, έστω κι ελευθερίας υπό επιτήρησιν, έχουμε λαμπρότατους ποιητές: Σολωμός, Σουρής, Καβάφης, Σικελιανός, Ρίτσος, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Εμπειρίκος, Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Καρυωτάκης, Καββαδίας. Όλοι αυτοί, ισοβίως, με κρατούν μαγεμένο. Και βέβαια δεν υπάρχουν καλοί και κακοί ποιητές. Υπάρχουν αληθινοί ποιητές με μικρό σε ποσότητα έργο (Καρυωτάκης) και αληθινοί ποιητές με μεγάλο σε ποσότητα έργο (Καβάφης). Έξω απ’ αυτούς δεν υπάρχουν κακοί ποιητές. Υπάρχουν όχι ποιητές. Υπάρχουν δήθεν ποιητές. Ποια η διαφορά ανάμεσα στον δήθεν ποιητή και στον ποιητή; Ο ένας, μπορεί να κάνει ποιήματα. Ο άλλος, δεν μπορεί να μην κάνει ποιήματα. Και για να το εννοήσουμε πλήρως, ρωτώ: Δέκα χιλιάδες καθηγητές πανεπιστημίου, λόγω μορφώσεως κλπ, μπορούν να γράψουν «ποιήματα», αλλά, μπορούν εντέλει, όλοι μαζί αυτοί, να μας κάμουν έναν Καβάφη; Όχι. Να που έχει δίκιο ο μέγας Ηράκλειτος όταν λέει: εις εμοί μύριοι, εάν άριστος η. Και μύριοι ανάξιοι, θα πει άλλος, ουδέ εις. Η κριτική σάς κατατάσσει στην ποίηση της γενιάς του ’70. Τι σχέση έχετε με αυτή; Καμιά. Μόνο χρονική. Βεβαίως εκτιμώ τον Πούλιο, τον Χιόνη, τον Σαββόπουλο. Και πριν από αυτούς εκτιμώ τους παλαιότερους (και γενναίους σ’ ότι έχει σχέση με την αποσιώπησή μου) τον Πετρόπουλο και τον Χριστιανόπουλο. Ύστερα, ο Μπράβος, ο Τραïανός, ο Λάγιος, κι άλλοι, κι άλλοι, έχουν από ένα-δυο ποιήματα ο καθένας εξαιρετικά. Τέλος, ο Γκόνης και ο Γκανάς. Είναι περιπτώσεις που η μουσική τούς ανέδειξε. Νιώθω την ανάγκη να τους προσθέσω στους προαναφερθέντες. Ακούω τραγούδια τους και χαίρομαι, λέω «μπράβο, τι έξοχος στίχος». Πώς έγινε και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου περιέλαβε την απαγγελία του ποιήματός σας Χαρούμενο Τραγούδι στο δίσκο του Βραχνός Προφήτης; Ο Θανάσης έβαλε το «Χαρούμενο Τραγούδι», χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί μου. Δεν με βρήκε καθώς σημειώνει στον δίσκο του. Η μουσική που συνοδεύει το ποίημά μου (το οποίο συν-πλέκεται μαγικά μ’ ένα βεδικό ποίημα) μου άρεσε πολύ. Κάποτε πέρασε από τα μέρη μου. Του λέω «Τι φαγητό αγαπάς πολύ, να έρθεις να το φάμε σήμερα στο σπίτι μου;» Ήταν άνοιξη. Μου λέει «Κάνει μήπως η γυναίκα σου αγκινάρες με κουκιά;». Του λέω «Ναι». Ήρθε και φάγαμε. Αυτός; Δυο πιάτα. Και ύστερα πήγαμε στο χωριό μου. Φωτογραφηθήκαμε, γελάσαμε. Μου είπε και μια ωραία ιστορία. Έπαιζε στο Μέγαρο κι από κάτω χειροκροτούσαν μια μουσική του. Αλλά δεν ήξεραν πως όλη αυτή η μουσική που χειροκροτούσαν, ήταν μύγες που ηχογράφησα ενώ περιφέρονταν σε σκατά, πλάι στο ποτάμι.

ταφή. Θέλω να επιστρέψω στη θεά Φύση, εκεί όπου ανήκω, χωρίς ν’ αφήσω ίχνος πίσω μου. Αγαπάτε όλα τα είδη μουσικής. Όμως από τη μεριά της Ποπ-ρόκ, που μείνατε περισσότερο; Santana (Abraxas), Who (Teenage Wasteland), Pink Floyd (The End κι ακόμα Set the Controls for the Heart of the sun), Subotinova (Prituriz Planinata), παραδοσιακό, που όμως παίζεται και ως ροκ. Tangerine Dream (Poland), Aphrodite’s Child (All the Seats Were Occupied), κ.λπ. κ.λπ. Ποια είναι τα αγαπημένα σας κινηματογραφικά έργα; Η γενιά μου, είναι η γενιά του καλύτερου κινηματογράφου. Είναι η μόνη γενιά που γνώρισε πλήρως τον αρχαίο κόσμο και συνάμα πλήρως, συγκριτικά και συνειδητά, την ηλεκτρονική εποχή. Αλλά, ναι, απαντώ: Αντρέι Ρουμπλιώφ (Ταρκόφσκι), Έβδομη σφραγίδα, Άγριες φράουλες, Η πηγή της Παρθένου (Μπέργκμαν), Πέμπτη σφραγίδα (Φάμπρι), Γαλαξίας (Μπουνιουέλ). Τα Όνειρα, Ντερσού Ουζαλά (Κουροσάβα). Όλα σχεδόν τα έργα του Γκιουνέι. Όλα τα έργα του Παρατζάνωφ. Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες, Κάντυ, Ο γιος του Θεού, Οι πέντε μελλοθάνατοι, Ο Ξένοιαστος Καβαλλάρης. Όλα σχεδόν τα έργα του Παζολίνι. Σατυρικόν και Λα στράντα του Φελίνι. Όλα σχεδον τα έργα των αδερφών Ταβιάνι. Η επέλαση των βαρβάρων. Ζορμπάς του Κακογιάννη. Αμέρικα, Αμέρικα του Ελία Καζαν. Μαλένα και Σινεμά ο παράδεισος του Τορνατόρε. Ο Ταχυδρόμος. Η Παραγγελιά του Τάσσιου κι ο Μεγαλέξανδρος του Αγγελόπουλου. Όλα σχεδόν τα έργα του Κουστουρίτσα. Αμήν. Ποιο φρούτο αγαπάτε περισσότερο; Συκάμινα.(Ω τι μεγάλη τιμή. Κοιτάζω ένα βράδυ, κάτω από τη συκομουριά μου, ένας ασβός. Ένας πρίγκιπας, μια άγρια θεότητα. Που μου έκανε την τιμή να μ’ επισκεφτεί. Κι εγώ ευγνωμονούσα το σκοτάδι που τον προστάτευε από τα βέβηλα και φονικά μάτια των ανθρώπων). Μα ναι: Η ευφροσύνη μιας πορτοκαλάδας. Το νέκταρ που λέγεται χυμός του ροδιού ή ροδόσταμο. Το κεράσι. Το σταφύλι. Τα σύκα. Το ροδάκινο. Το αχλάδι. Αχλάδι με τυρί και ψωμί… Το πεπόνι. Όλα, μα πάνω απ’ όλα, το όγδοο θαύμα του Κόσμου, το καρπούζι. Τι σημαίνει για σας το κυκλικό ασημένιο σκουλαρίκι που φοράτε; Ανταρσία. Τον αιώνιο έφηβο. Το δίχως αρχή και τέλος του κύκλου. Κι ακόμη: Προσοχή, είμαι ακριβώς το ίδιο σαν και σας. Και συνάμα (προσοχή), είμαι εντελώς διαφορετικός από σας. Διόλου παράξενο. Εκτός από τους Ινδούς και τους Αιθίοπες πρίγκιπες, εκτός από τους πειρατές, το φορούσε λένε κι ο Ιησούς… Αλλά σίγουρα, το φορούσε, ο μέγας φίλος μας, ο Σαίξπηρ. Ποιο είναι το τελευταίο σας ποίημα; Κάτι μικρό κι ασήμαντο (μα ίσως και πολύ προκλητικό για όσους πάσχουν από υστερόβουλη σεμνότητα ή σεμνοτυφία):

Που θέλετε να ταφείτε; Σ’ έναν ερημικό ήσυχο τόπο. Σ’ ένα νησί ή σ’ ένα βουνό της ενδοχώρας. Άκου τώρα ματαιοδοξία: Αφού ξέρει κανείς ότι θα γίνει σκόνη, παρ’ όλ’ αυτά, θέλει να είναι σ’ ένα ήσυχο μέρος, λες κ’ η σκόνη ακούει και καταλαβαίνει. Αποκλείω πάντως να είναι χριστιανική

6:35 min


6:35 min


Λουκάς Τσουκνίδας

Τζενάρλοου

Γουίλσον

Ένας δεκαεννιάχρονος αμερικάνος, ξοδεύει αυτόν τον καιρό στη φυλακή ένα σεβαστό τμήμα της ζωής του επειδή στα 17 του, έκανε σεξ με μια κοπέλα δυο χρόνια μικρότερή του. Σε άλλες, πιο δύσκολες εποχές, το χειρότερο που μπορούσε να πάθει θα ήταν ν’ αναλάβει τις ευθύνες του και να τη στεφανωθεί. Στην Τζόρτζια των ΗΠΑ κάποιοι είχαν προβλέψει για λογαριασμό του ανυποψίαστου κοσμάκη κι έτσι ο Τζενάρλοου Γουίλσον έφαγε μόνο δέκα χρόνια.

Νέος, προικισμένος και μαύρος Τι σημαίνει άραγε «Young, Gifted and Black» στη σημερινή Αμερική; Όταν η Νίνα Σιμόν ερμήνευε το ομότιτλο τραγούδι της (1970) και η Αρίθα Φράνκλιν ονόμαζε έτσι ένα άλμπουμ της λίγο αργότερα (1972), η αμερικάνικη κοινωνία έβγαινε μόλις από τα σίξτιζ. Οι «Μαύροι Πάνθηρες» παρήκμαζαν, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κι ο Μάλκολμ Εξ ήταν νεκροί, όμως ο Μοχάμεντ Άλι έβγαινε νικητής στη σκληρή μάχη του με το «λευκό χριστιανικό» κράτος. Η μαύρη κοινότητα είχε πλέον μπει σε μια υποτυπώδη τροχιά αφύπνισης και τα νιάτα των απρόσωπων οικιστικών «projects» αποκτούσαν μια πιο δυναμική φυλετική ταυτότητα. Την ίδια που λίγα χρόνια αργότερα, θα τους παγίδευε σε επικίνδυνα στερεότυπα και η βιομηχανία του θεάματος θα την εκμεταλλευόταν στο έπακρο. Εντωμεταξύ είχαν από καιρό πέσει τα πρώτα τείχη για τη συμμετοχή των μαύρων αθλητών στα πρωταθλήματα των λευκών ανοίγοντας το δρόμο σ’ ένα νέου τύπου σκλαβοπάζαρο, που απ’ το ’80 και μετά θα έπαιρνε διαστάσεις βιομηχανίας ονείρων. Όνειρα δανεικά, αφού όπως είπε κι ο μακαρίτης ο Ιώβ, αγαπημένος των πουριτανών πιονέρων ―των πρώτων μεταναστών που πίστεψαν στην τελική σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο― «Ο Κύριος δίνει… ο Κύριος παίρνει πίσω (Ιώβ, 1–21).»*

6:35 min


Κακές συνήθειες έχουμε όλοι Ο Τζενάρλοου Γουίλσον υπήρξε στο πρόσφατο παρελθόν ένας νέος της εποχής του. Ένα μαυράκι μεγαλωμένο δύσκολα από μια ανύπαντρη μητέρα μαζί με τη μικρότερη αδελφή του. Με τα μαλλιά του κοτσιδάκια και τα παντελόνια του τρία νούμερα μεγαλύτερα, είχε σχεδόν καταφέρει να ξεπεράσει τα κλισέ που συνοδεύουν μια τέτοια εμφάνιση. Άριστος μαθητής, δημοφιλής συμμαθητής (κατά την αμερικάνικη σχολική παράδοση) και φυσικά ταλαντούχος αθλητής. Ήλπιζε, όπως συνηθίζεται για έναν γρήγορο, αλτικό και σφιχτοδεμένο μαύρο νέο σήμερα, να μπει σε κάποιο κολέγιο με αθλητική υποτροφία. Έμοιαζε τέλειος αλλά δεν ήταν. Έπινε, κάπνιζε που και που (όχι συμβατικά) και είχε την κακή συνήθεια να κάνει σεξ. Με τα δυο πρώτα θα είχε πρόβλημα παντού, με το τρίτο σε συγκεκριμένες πολιτείες και ο Τζενάρλοου έτυχε να ζει στην πιο ακατάλληλη απ’ αυτές, στην πολιτεία της Τζόρτζια. Η χρονιά της αποφοίτησης ήταν σωστό πανηγύρι. Χωρίς να έχει σίγουρη την επαγγελματική αθλητική καριέρα, είχε βρει τις άκρες για κάποια κολέγια, έχοντας κάνει την εμφάνιση της ζωής του απέναντι σε έναν από τους πιο καλούς έφηβους ποδοσφαιριστές της χώρας. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει, όπως θα έλεγε κι ένας μ.Χ. προφήτης. Σιγά μην περίμενε. Την πρωτοχρονιά του 2005 ο Τζενάρλοου κι οι άλλοι ξαναμμένοι δεκαεφτάχρονοι φίλοι του είχαν ετοιμάσει ένα ξέφρενο βράδυ. Είχαν ποτά, τσιγάρα, ήταν σε φόρμα και σκόπευαν να περάσουν αξέχαστα. Κατέληξαν στο δωμάτιο ενός πανδοχείου με κάποιες κοπέλες, άλλες συνομήλικες κι άλλες μικρότερες. Το ένα έφερε τ’ άλλο και το σεξ μπροστά στην ανοιχτή κάμερα ενός από τους άγουρους καζανόβες ήταν η κατάληξη. Το άλλο πρωί μια απ’ τις συνομήλικες ―έχει σημασία― ξύπνησε γυμνή, τηλεφώνησε στη μητέρα της και είπε πως τη βίασαν. Ανακάλεσε αργότερα, αλλά οι αστυνομικοί βρήκαν την κασέτα όπου μια άλλη κοπέλα, δυο χρόνια μικρότερη των νεαρών, εμφανιζόταν να τους κάνει στοματικό σεξ με τη σειρά. Στην παρέα συμμετείχε και ο Γουίλσον. Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται.

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει Σημαντικές πληροφορίες για την κατανόηση του προβλήματος: στην πολιτεία της Τζόρτζια, η ηλικία της συναίνεσης είναι τα 16 χρόνια. Μια 15χρονη δηλαδή δε θεωρείται αρμόδια να συναινεί. Το σεξ όμως μεταξύ εφήβων με διαφορά ηλικίας έως τρία έτη, αν και παράνομο,

6:35 min

δικάζεται ως πλημμέλημα. Εκτός κι αν είναι στοματικού χαρακτήρα, ένα είδος που απαγορεύεται δια ροπάλου στη συγκεκριμένη πολιτεία. Τότε, μιλάμε για ποινικό αδίκημα κι ο «δότης» θεωρείται δράστης σεξουαλικού εγκλήματος με δεδομένη και αμετάκλητη ποινή τα 10 χρόνια φυλάκισης. Ο Τζενάρλοου δικάστηκε επιπλέον κι ως ενήλικος, αφού η σχετική ηλικία στη Τζόρτζια είναι τα 17 έτη. Αυτό τουλάχιστον ήταν το νομικό καθεστώς κατά τη χρονική περίοδο των γεγονότων. Πρόσφατα ο νόμος, που έγινε καταφανέστατα για να πιάνονται οι παιδεραστές, διορθώθηκε έτσι ώστε στην περίπτωση των έφηβων εραστών να εξαιρείται και το στοματικό σεξ. Ο τίτλος της αναπροσαρμογής στη δικηγορική αργκό; «Romeo and Juliet Law». Ρομαντικό, αλλά όχι με αναδρομική ισχύ κι έτσι τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα βρέθηκαν στο μακρύ χέρι ενός απερχόμενου νόμου. Με λίγα λόγια λοιπόν, είναι εγκληματίες με βάση μια πράξη που δεν θεωρείται πλέον έγκλημα. Υπήρχε στο δρόμο μια λακκούβα που δεν έβλεπε κανείς κι ο δήμος αποφάσισε επιτέλους να φτιάξει, αλλά όσοι έπεσαν μέχρι τώρα, θα συνεχίσουν να πληρώνουν τα σπασμένα. Εντωμεταξύ οι απλοί περαστικοί είναι με τη λακκούβα. Κάποιοι το λένε και δικαιοσύνη. Οι κοπέλες πάντως και οι οικογένειές τους δεν προχώρησαν σε μηνύσεις. Το έκανε όμως, ως όφειλε σύμφωνα με τα δεδομένα της κασέτας, ο εισαγγελέας. Μια εβδομάδα αργότερα, ο Τζενάρλοου και οι φίλοι του οδηγήθηκαν μπροστά του και άκουσαν τις κατηγορίες. Ήξεραν ότι κάτι είχαν κάνει, αλλά δε μπορούσαν να φανταστούν ότι θεωρούνται πια εγκληματίες. Στην πολιτεία τους η ρετσινιά του σεξουαλικού εγκλήματος σε ακολουθεί για πάντα, είσαι γραμμένος σε σχετική λίστα και η ζωή σου υπόκειται σε ένα σωρό περιορισμούς, όπως π.χ. στην περίπτωση Γουίλσον, να μη μπορεί να συναναστρέφεται πια την ανήλικη αδερφή του. Οι υπόλοιποι νεαροί ενέδωσαν στις προσφορές για συμβιβασμό, παραδέχτηκαν τη μερική ενοχή τους και πήραν μειωμένες ποινές, «το χάπι τους» δηλαδή, σύμφωνα με τα, κάπως χαιρέκακα, λόγια του δημόσιου κατήγορου. Ο Τζενάρλοου πάλι, θεώρησε ότι δε μπορεί να ζήσει για πάντα με τη ρετσινιά του εγκληματία μακριά από την οικογένειά του, για κάτι που κανείς δεν καταλαβαίνει τι είδους έγκλημα είναι και αρνήθηκε να κάνει παζάρια με την αξιοπρέπειά του. Οι ένορκοι τον απάλλαξαν απ’ όλα πλην της κακοποίησης ανηλίκου, όπως ονομαζόταν μέχρι πρόσφατα στα μέρη τους το στοματικό σεξ μεταξύ εφήβων. Μιας και δεν επιτρέπεται να γνωρίζουν την ποινή πριν την απόφαση, δεν είχαν ιδέα για την αμετάκλητη τιμωρία της δεκαετούς φυλάκισης. Μια γυναίκα ένορκος, ξέσπασε σε κλάματα. Η μητέρα του μικρού το ίδιο.


Ελευθερώστε τον Τζενάρλοου Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ο γολγοθάς των εφέσεων από τον Γουίλσον και τη καινούργια δικηγόρο του Μπι Τζέι Μπέρνστιν αλλά μάταια. Παρά το ότι όλοι, ακόμα κι ο κατήγορος, δηλώνουν απερίφραστα πως η τιμωρία του είναι πέρα για πέρα άδικη, κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να προωθήσει μια αναθεώρηση. Η σύγκριση γίνεται με τους άλλους νεαρούς που συμβιβάστηκαν και ανταμείφθηκαν γι’ αυτό. Η άρνηση του Τζενάρλοου να χαρακτηριστεί είναι αυτή που τον καταδικάζει και η ευθύνη μεταφέρεται σ’ αυτόν για δεύτερη φορά. Ποια ήταν η πρώτη; Όταν φόρεσε τις χειροπέδες όντας αποδέκτης της διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αγωγής που δέχεται καθημερινά η γενιά του. Της σιωπηλής διαπαιδαγώγησης μέσω της περίφημης ―επίσημης αγαπημένης διαφημιστών και καταναλωτών εναλλάξ― γοητείας του απαγορευμένου. Στο σχολείο τους όπως αποδείχθηκε, όλοι ηθικολογούσαν αλλά κανείς δε τους δίδαξε τους νόμους και τις παγίδες που πρέπει ν’ αποφεύγουν στην πράξη. Η Μπέρνστιν άνοιξε μια σελίδα συλλογής υπογραφών (www.wilsonappeal.com), όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις τελευταίες εξελίξεις και μία δεύτερη που ενημερώνει υπεύθυνα για τους νόμους της κάθε πολιτείας περί σεξ και ναρκωτικών ώστε να μην πέσουν κι άλλοι στη λακκούβα (www.my5th.org). Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης άργησαν λίγο, έναν περίπου χρόνο, αλλά αντέδρασαν ηχηρά, με τους Times της Νέας Υόρκης να τιτλοφορούν το εντιτόριαλ της 21ης Δεκεμβρίου του 2006 «Free Genarlow Wilson Now» και το περιοδικό του ESPN να τρέχει ένα εκτενές αφιέρωμα για την περιπέτεια του πρώην ελπιδοφόρου ποδοσφαιριστή. Από κοντά και ο δραστήριος επικοινωνιακά Μαρκ Κιούμπαν, ο ιδιοκτήτης των Ντάλας Μάβερικς και του τηλεοπτικού καναλιού HDNet που ανακίνησε το θέμα όχι μόνο απ’ το κανάλι, αλλά και από την προσωπική του ιστοσελίδα. Η συμπαράσταση δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Την προηγούμενη άνοιξη κι ενώ ο Τζενάρλοου Γουίλσον έκλεινε τα δύο χρόνια στην ψειρού, η γερουσία της Τζόρτζια είχε μπροστά της μια πρόταση νόμου που θα έδινε στο δικαστή τη δικαιοδοσία να κρίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις νεαρών ηλικιών, με δυνατότητα ακόμα και ν’ αναθεωρεί παλιότερες αποφάσεις. Πρόταση που χαιρετήθηκε με ανακούφιση από τον ίδιο νομοθέτη, του οποίου ο νόμος παρερμηνεύεται συστηματικά οδηγώντας σε εξωφρενικές καταδίκες. Επάνω ακριβώς στην ημερολογιακή προθεσμία έγκρισης για να ισχύσει ο νόμος άμεσα, οι γερουσιαστές ένιωσαν κουρασμένοι από τον φόρτο εργασίας και το άφησαν για μια άλλη φορά. Ο Γουίλσον θα έμενε στη φυλακή μέχρι την επόμενη προσπάθεια. Όταν γραφόταν αυτό το άρθρο εκκρεμούσε η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της Τζόρτζια για πιθανή επανεξέταση της υπόθεσης. Ίσως να εκκρεμεί ακόμα… Ο ίδιος ο Τζενάρλοου δηλώνει ότι δε θα λυγίσει ακόμα κι αν χρειαστεί τελικά να εκτίσει ολόκληρη την ποινή του, θα μείνει πιστός στις αρχές του και στον πρότερο έντιμο βίο του που δε φάνηκε να σημαίνει τίποτε για τους διώκτες του. Ίσως είναι αφελές, αλλά δε μπορείς να περιμένεις βαθείς στοχασμούς από ένα παιδί που τελεί ακόμα σε κατάσταση σοκ, πόσο μάλλον όταν το έγκλημά του είναι έγκλημα μόνο σε συγκεκριμένα μέρη του αμερικάνικου κόσμου. Ενός κόσμου που μοιράζεται την ίδια πάνω κάτω κουλτούρα, κάνοντας τέτοιου είδους διαφορές στη νομοθεσία άκρως συζητήσιμες.

6:35 min


6:35 min


Διακοπή για διαφημίσεις Σε μια κοινωνία βέβαια, όπου εν έτει 2007 ευδοκιμούν εκδηλώσεις τύπου «Μαντίνγκο** Πάρτι» τέτοιες συζητήσεις ίσως είναι άνευ αξίας. Όταν ευυπόληπτοι λευκοί, μαντραχαλάδες των προαστίων ―με κοιλίτσα, γκαράζ και μπασκέτα― καλούν στο σπίτι όμοιούς τους και τις γυναίκες τους για να τις παρακολουθήσουν να συνουσιάζονται ολόγυρα με χτισμένους καραμαυριάδες που κάνουν περήφανοι, με απαράμιλλο επαγγελματισμό τη συγκεκριμένη δουλειά, κάτι δεν πάει καλά στη χώρα των ελεύθερων, στο σπίτι των θαρραλέων. Αν ο Κούντα Κίντε ―ήρωας με καταγωγή Μαντίνγκο** του μυθιστορήματος του Άλεξ Χέιλι «Roots»― έβλεπε αυτό το μέλλον όταν του ζήτησαν να επιλέξει ευνουχισμό ή ακρωτηριασμό για τιμωρία, θα διάλεγε το πρώτο χωρίς σκέψη, πριν η ιστορία επαναληφθεί ως σόκιν ανέκδοτο σε εξέκιουτιβ μπάρμπεκιου με λουκάνικα. Αν είναι τελικά θέμα μιας γενικότερης κουλτούρας που αποθεώνει την ηθική της βιτρίνας; Σίγουρα, σαν πέναλτι του Γιώργου Μιτσημπόνα.

Η ρίζα του κακού Η Σέρι Κολμπ (sherrycolb.com) είναι καθηγήτρια στη νομική σχολή του πανεπιστημίου του Ράτγκερς, συγγραφέας και τακτική αρθρογράφος για νομικά θέματα. Με άρθρο της στην ιστοσελίδα «FindLaw - Legal News and Commentary» (www.findlaw.com) εξέφρασε τη δική της άποψη για την υπόθεση του Τζενάρλοου Γουίλσον. Σημειώνει πως η περίπτωση αυτή υπερθεματίζει απλά το γεγονός ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, άνθρωποι καταδικάζονται σε βαριές ποινές για αδικήματα που δεν περιλαμβάνουν θύματα, όπως παράδειγμα η κατοχή ή χρήση μικρών ποσοτήτων μαριχουάνας ενώ την ίδια στιγμή άλλοι τιμωρούνται ελαφρότερα για πιο βίαια εγκλήματα. Στο βιβλίο του «The End of Faith» ο Σαμ Χάρις αποδίδει την αντιμετώπιση αυτή στο ότι ο νόμος διαμορφώθηκε κάτω από την επιρροή θρησκευτικών απόψεων περί ηθικής. Η αλλαγή της πνευματικής κατάστασης μέσω χημικών ουσιών δεν είναι αποδεκτή στον κόσμο της πίστης του Θεού, που είναι αποκλειστικός κύριος επί του ανθρώπινου πνεύματος. Η παρανομία ταυτίζεται στη συνείδηση του θεοσεβούμενου κόσμου με την αμαρτία. Αυτή είναι η εξήγηση του συγγραφέα για το πως ήπιοι και καλόκαρδοι άνθρωποι ακόμα, επικροτούν βαριές ποινές σε εγκλήματα που δεν προϋποθέτουν μοχθηρία και δεν έχουν κάποιο αθώο θύμα. Ο εισαγγελέας της περιοχής Ντέιβιντ ΜακΝτέιντ, δήλωσε πως δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να εφαρμόσει το νόμο και πως ο Γουίλσον είχε την ευθύνη για τη συνθηκολόγηση, αλλά δεν έκανε παζάρια με τη ζωή του επειδή αποφάσισε να γίνει κάποιου είδους «μάρτυρας». Η Κολμπ βρίσκει ανεπαρκή τη δικαιολογία του εισαγγελέα, ενός λειτουργού δηλαδή με την μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια από

κάθε άλλον στην αμερικάνικη δικαιοσύνη. Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος αποκάλεσε τη δεκαετή φυλάκιση μια άδικη ποινή. Χαρακτηρίζει ανεύθυνη και προσβλητική την αβάσιμη υπόθεση του ΜακΝτέιντ ότι ο μικρός θέλει να γίνει «μάρτυρας» κι επισημαίνει πως η πρόταση περί προσωπικής ευθύνης του Γουίλσον, να ομολογήσει δηλαδή ώστε να συγχωρεθεί και να επιβραβευτεί, αποκαλύπτει μια νοοτροπία «μετάνοιας και συμμόρφωσης» που απαντάται σε θεοκρατίες και μόνο. Η αμερικανίδα νομικός καταλήγει θίγοντας το θέμα της ράτσας. Οι παλιότεροι νομοθέτες και κοινωνοί της «λευκής κυριαρχίας», διατηρούσαν την άποψη ότι οι μαύροι είναι ηθικά κατώτεροι και υποστήριζαν νόμους κατά της επιμειξίας. Τότε δημιουργήθηκε υποθέτω, ο μύθος του σεξουαλικά υπερενεργού μαύρου υπανθρώπου, που απειλεί αλλά και προκαλεί την αγνή αριστοκράτισσα με τις έκδηλες διαθέσεις του γι’ ανηθικότητες. Μισό μύθος, μισό κρυφή επιθυμία καταπιεσμένων από τους κορσέδες κοριτσόπουλων ή και κυριών που οι άντρες τους υπηρετούσαν στο πλευρό του στρατηγού Λι. Έμεινε τελικά ως στερεότυπο αναλλοίωτο σχεδόν κι αποτελεί σήμερα στοιχείο υπερηφάνειας στη νεότερη, πιο επιθετική μαύρη ταυτότητα. Βλέπε «Μαντίνγκο Πάρτι». Σύμφωνα με τα στοιχεία, υπογραμμίζει η Κολμπ, η κατοχή κοκαΐνης σε μορφή κρακ, φτηνής δηλαδή και ευρέως διαδεδομένης στις φτωχότερες κοινότητες, τιμωρείται ασύγκριτα πιο αυστηρά από την κατοχή της αγνής και πανάκριβης κοκαΐνης, δημοφιλούς σε κύκλους πιο ευκατάστατων πολιτών, λευκών ή μαύρων. Κι έτσι οι φυλακές είναι γεμάτες από τους φτωχότερους, που στην πλειοψηφία τους είναι μαύροι.

Σφίγγουν τα ζωνάρια Πολύ πρόσφατα στην Ατλάντα της Τζόρτζια, συζητήθηκε ένας νόμος κατά των τσουβαλέ φαρδιών παντελονιών, που πέφτουν χαμηλά και αποκαλύπτουν μέρος του εσώρουχου προσβάλλοντας έτσι τη δημόσια αιδώ. Η Αμερικάνικη Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (www. aclu.org) κατήγγειλε τη συλλογιστική αυτή ως ρατσιστική, μιας και η σχετική μόδα είναι διαδεδομένη σε συγκεκριμένες ομάδες νέων, κι όχι μόνο μαύρων. Ο νόμος αυτός δεν πέρασε ακόμα. Αν περάσει και ισχύσει κι αναδρομικά, ο Τζενάρλοου θα γίνει πάλι πρωτοσέλιδο στην ευνομούμενη πολιτεία του. Στην πρωτοχρονιάτικη αναμνηστική βιντεοκασέτα βλέπετε, έχει τα έξτρα-φαρδιά του παντελόνια κατεβασμένα μέχρι τους αστράγαλους. * Για ν’ απαντήσει ο Άβερελ κατά την αμνησία των Ντάλτον, «Ο Κύριος;» ** Φυλή της Δυτικής Αφρικής, απόγονοι της αρχαίας αυτοκρατορίας του Μάλι.

6:35 min


Γιώργος Κωνσταντίνου Συνέντευξη στον Τάσο Ζαφειριάδη και τον Λουκά Τσουκνίδα

Χωρίς λόγια, χωρίς γλωσσικά σύνορα

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ή EΡΓΟC είναι ένας έλληνας εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς, που εδώ και 20 χρόνια ζει κι εργάζεται στο εξωτερικό με μικρά διαλείμματα επαναπατρισμού. Έχει κατά καιρούς διδάξει κόμικς στη Γερμανία και στην Ελλάδα και συμμετέχει μέχρι σήμερα σε πάρα πολλές ανεξάρτητες εκδόσεις, όντας κι εκείνος ιδιαίτερα έμπειρος στην μεγάλη περιπέτεια της αυτοέκδοσης. Συχνά πυκνά προσφέρει τις εικόνες του και τη δύναμή τους σε πρωτοβουλίες ομάδων για την προβολή κι επίτευξη διάφορων κοινωνικών σκοπών. Η διαχείριση των βουβών εικόνων και των εκφραστικών στοιχείων του μέσου των κόμικς με όσο το δυνατόν περισσότερους τρόπους, είναι διάχυτη στο φάσμα της δουλειάς του. Η εφευρετικότητά του σ’ αυτόν τον τομέα τον ξεχωρίζει, όχι μόνο από τη «σειρά» του, αλλά κι από τους μεταγενέστερους έλληνες κομίστες. Ένας νεότερος συνάδελφός του Κωνσταντίνου, ο Τάσος Ζαφειριάδης, με έφερε σε επαφή με τη δουλειά του και μαζί, του κάναμε μερικές ερωτήσεις.


6:35 min


Ξεκίνησες να κάνεις φανζίν από μαθητής ακόμα στη δεκαετία του ’80. Πως έμπλεξες με αυτά τα καραγκιοζάκια που τα λέγανε μίκιμάου; Δεν ξέρω ακριβώς πως έμπλεξα. Ο ένας λόγος ήταν μια βαθιά αντιπάθεια για την αδικία. Ίσως να έφταιξε ο Μπλεκ που διάβαζα από πιτσιρίκι. Μου άρεσε να κερδίζουν και στην ζωή πάντα οι καλοί, οι ινδιάνοι, οι αδύναμοι, αλλά σπάνια συνέβαινε . Ήμουν διαβαστερός (μέχρι να μπω στο γυμνάσιο) και είχα νομίζω και επιχειρήματα, αλλά μπρος στη διαγραφόμενη αποτυχία της κατά μέτωπον αντιπαράθεσης με την εξουσία, συχνά κατέφευγα στο ρόλο του καραγκιόζη. Άλλωστε ως γιαλαμπούκας δεν είχα και πολλά να χάσω... Ούτε μπάλα έπαιζα καλά ούτε μπορούσα να το παίξω ωραίος. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από την ελληνική σκηνή των κόμικς εκείνης της περιόδου; Ποια σκηνή; Ούτε αντίσκηνο! Ότι καλό υπήρχε ήταν φωτεινές εξαιρέσεις. Από τα 18 μου είχα ξεκαθαρίσει ότι έπρεπε να βγω από την Ελλάδα για να καταλάβω τι παίζεται. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήτανε σχετικά με σήμερα να εκδώσει κάποιος μόνος του; Το ίδιο όπως και σήμερα: Αδύνατο μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Το παίρνεις απόφαση και αρχίζεις να πηδάς παλούκια. Μπορεί να αλλάξανε τα παλούκια αλλά επί της ουσίας... θέλει να είσαι χοντροκέφαλος και επιλεκτικός στις παρέες σου. Κι αυτό γιατί οι περισσότεροι γύρω σου σε θεωρούν λίγο σαλεμένο. Στην πορεία σου έχεις κάνει πάρα πολλά φανζίν αλλά λίγες επίσημες εκδόσεις. Πως προέκυψε αυτό; Από άποψη ή από ανάγκη; Μάλλον δεν είμαι και ο εμπορικότερος θα έλεγα, οπότε η συνηθισμένη απάντηση των εκδοτών είναι: «ωραίες δουλειές αλλά δεν πουλάνε» ή «άλλα θέλει ο κόσμος». Και καθώς καμιά 500αριά ή 1000 αναγνώστες δεν θεωρούνται «κόσμος» κι ούτε είμαι φίλος των πορτών που κλείνουν στα 5 εκατοστά απ΄ τη μύτη μου, μαζεύω συνήθως τις πενταροδεκάρες μου και ξεκινάω να εκδώσω μόνος μου τη δουλειά μου. Αφού οι δουλειές μου είναι χωρίς λόγια, θα πουληθούν, αν όχι στην Ισπανία, στη Γερμανία ή στο Λιχτενστάιν. Ποιες είναι οι δυσκολίες και τα μυστικά της αυτοέκδοσης; Επειδή είναι μυστικό θα σας το πω σιγά: θέλει πρώτα να το έχεις πάρει καλά απόφαση και μετά πολλή υπομονή. Βρέθηκες στο Βερολίνο σε μια μεταβατική εποχή, λίγο πριν την πτώση του τείχους. Πως το διάλεξες; Πως βίωσες αυτήν την περίοδο και πως πέρασε στο έργο σου; Μέχρι το ‘89 η κατάσταση στο Βερολίνο δεν είχε τίποτα το μεταβατικό. Ήταν όπως ήταν, με το δυτικό περιτριγυρισμένο με τον τοίχο του, κάπως σαν νησί, και όσο κι αν σήμερα μας φαίνεται παράξενο όλοι νόμιζαν ότι θα συνέχιζε έτσι για πολύ καιρό. Έφτασα στο Βερολίνο από σπόντα το ‘86, και μου άρεσε με την πρώτη. Κατ΄ αρχήν, τι χλιδή να μην ασχολείται κανείς μαζί σου για το τι φοράς και πως ζεις! Κι απ’ την άλλη: συναυλίες, γκραφίτι, εκθέσεις, καταλήψεις, τούρκοι, γκέι, λεσβίες, νυχτερινή ζωή, κάθε καρυδιάς καρύδι κι όλα αυτά νορμάλ, μια ολόκληρη κοινωνία παράλληλη. Πως λέμε Θεσσαλονίκη; Καμιά σχέση. Το Βερολίνο με βοήθησε να αναλύσω τις εμμονές μου, να συγκρίνω τις ιδέες μου, να βάλω σε μια σειρά θεωρίες και πράξη. Εκεί έγινα πιο «μαύρος», ξέφυγα από την τάση του να ζωγραφίζω για να προκαλέσω τη συμπάθεια ή ένα αθώο γελάκι κι άρχισα να χρησιμοποιώ το σκίτσο για να εκφράσω σύνθετες έννοιες, «σοβαρές» ιδέες. Πως βρέθηκες απ’ το Βερολίνο στη Βασκονία κι από εκεί στην Καταλονία; Μ’ αρέσει να μου ανοίγονται καινούργιοι ορίζοντες. Αναρωτιέμαι

ώρες ώρες πως είναι δυνατόν να βρίσκεσαι μια ζωή στο ίδιο μέρος. Δεν πιάνεσαι από την ακινησία; Σπούδασες οπτική επικοινωνία, ένα πεδίο που έχω την εντύπωση ότι ήταν άγνωστο στην Ελλάδα τότε. Έχει σχέση αυτό με τα οπτικά παιχνίδια γύρω από τη φόρμα των κόμικς που παρατηρούμε στο έργο σου ή αυτά προϋπήρχαν στις πρώτες σου δουλειές; Οι σπουδές μου με βοήθησαν να κατανοήσω πώς πρέπει να διαλέγεις τα μέσα που χρησιμοποιείς ανάλογα με το τι θέλεις να πεις. Παράλληλα, το γεγονός ότι η σχολή θεωρούσε τα κόμικς φτωχό συγγενή της οπτικής επικοινωνίας, με έκανε να μελετήσω πολύ σοβαρά τα κόμικς και βρήκα πολλές απαντήσεις σχετικά με το πώς και το γιατί της αφήγησης με εικόνες. Η εφαρμογή των όσων έμαθα με έκανε να μπορώ να παίξω καλύτερα με τα αγαπημένα μου παιχνίδια της οπτικής ρητορικής: τα παράδοξα, τις ψευδαισθήσεις κλπ. Οι περισσότερες δουλειές σου είναι χωρίς λόγια. Γιατί; Είναι που θέλω να μην εξαρτάται η εικόνα από σύμβολα, αλληγορίες, λόγια, υπότιτλους, αστειάκια και επιγραφές του στυλ «κυβέρνηση», γραμμένο στο ρούχο μιας χοντρής κυρίας. Στην οπτική επικοινωνία τα λόγια είναι δεκανίκια. Αυτό που μου αρέσει είναι να φτιάχνω εικόνες αυτοδύναμες, όπου ο αναγνώστης να μπορεί να δει με τα μάτια του καταστάσεις που ο ίδιος να πρέπει να ερμηνεύσει, χωρίς πειθαναγκασμούς. Η έκφραση χωρίς λόγια βάζει πολλούς περιορισμούς αλλά έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι δεν μασάει από γλωσσικά σύνορα. Το να μπορέσει να φτάσει μια ιδέα σε όσο δυνατόν περισσότερο κόσμο, είναι ένα διαρκές στοίχημα, το οποίο αν και συχνά το χάνω, δεν παύει να με προκαλεί. Για ένα μικρό διάστημα δίδαξες κόμικς στο εντευκτήριο του Δήμου Αγίου Παύλου στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί προέκυψαν ένα φανζίν και η σημερινή ομάδα της Ένατης Διάστασης*. Μαθητής σου ήταν κι ο Γιώργος Τσούκης**. Γενικά η τάξη έπιασε τόπο. Εσένα τι σου άφησε εκείνη η χρονιά; Μου δίνει μεγάλη χαρά το να μπορώ να μοιράζομαι ιδέες, γνώσεις και εμπειρίες. Μακάρι να είναι χρήσιμο και για τους άλλους. Αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι ότι ο δήμαρχος και η (κουκουέ) πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου του Άγιου Παύλου θέλησαν στο τέλος να σταματήσουν την έκδοση της «Χωματερής», γιατί «δεν δίνει καλά πρότυπα στη νεολαία». Όταν οι νέοι άνθρωποι εκφράζονται και δημιουργούν δίνουν το κακό παράδειγμα. Η κατάρα της Θεσσαλονίκης είναι ότι θέλει τη νεολαία της χειραγωγημένη, εγκλωβισμένη μεταξύ φροντιστηρίων, κατηχητικού και λοιπών σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Έχεις λογοκριθεί ξανά; Είναι η ελευθερία της έκφρασης αδιαπραγμάτευτη για όλους; Βεβαίως και με λογοκρίνανε. Πού; Στην Ελλάδα βέβαια. Όχι θα με άφηναν να διαφθείρω τα χρηστά μας ήθη ατιμώρητα. Έκανα το ‘97 ένα σκίτσο με την Ελλάδα φλεγόμενη να αναρωτιέται αν είναι πιο χρήσιμο ένα F16 ή 16 πυροσβεστικά (αντεθνικό ατόπημα). Μια άλλη φορά τόλμησα να σκιτσάρω έναν παλιάτσο σταυρωμένο γύρω από τις επιθέσεις της εκκλησίας με αφορμή εκείνο το CD με τα γαμοτράγουδα του καρνάβαλου (αμαρτία). Η λογοκρισία είναι ενδεικτική της διπλοπροσωπίας της κοινωνίας μας. Ο ίδιος τιμητής που θα κόψει το «χ» αντεκκλησιαστικό σκίτσο στο όνομα του σεβασμού της ορθοδοξίας, θα βγει να υπερασπίσει μεγαλόφωνα τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ. Προσωπικά σε σχέση με την (αυτο)λογοκρισία πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία στην προστασία των μειονοτήτων από «εύκολα» (ρατσιστικά, σεξιστικά, βίαια) αστεία. Το να επιτίθεσαι στους αδύναμους δεν μπορώ να το θεωρήσω χιούμορ.


Στην Ελλάδα συνηθίζεται, δουλειές χρονοβόρες όπως τα κόμικς και η εικονογράφηση (αλλά και το γράψιμο) να μην πληρώνονται. Είναι κάτι σαν εθιμικό δίκαιο. Στις χώρες που ζεις και δουλεύεις τόσα χρόνια πιο είναι το αντίστοιχο καθεστώς; Το εθιμικό δίκαιο στην Ελλάδα περιλαμβάνει συνήθειες όπως την ετήσια καύση δασών, την αέναη ομφαλοσκόπηση της αρχαιοελληνοβυζαντινής μας υπεροχής, την πατροπαράδοτη εκλογή των ιδίων στην κυβέρνηση, την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες και άλλων πολλών τραγικωμικών τζερτζελέδων. Η άμεση και δίκαιη πληρωμή υπηρεσιών θεωρείται επιζήμιο κατάλοιπο της φραγκοκρατίας και δικαίως αποφεύγεται. Εδώ στα ξένα όμως καθότι η φραγκοκρατία συνεχίζεται δεν έχούμε αυτόν το φόβο. Αν κάποιος θέλει να του φτιάξουμε σκίτσα, όχι μόνο μας πληρώνει, αλλά μας εξοφλεί και στην ώρα του από πάνω, ο κουτόφραγκος! Για να πούμε και του στραβού το δίκιο πάντως, το να ζεις από τα κόμικς οπουδήποτε είναι δύσκολη τέχνη. Θέλει αρετή και τόλμη η σκιτσογραφία. Εκτός από εικονογραφήσεις έχεις έντονη κοινωνική δράση. Σε ποια πεδία έχεις δραστηριοποιηθεί και με ποιο τρόπο τα συνδύασες με την τέχνη σου; Το κοινωνικό στοιχείο ήταν για μένα ανέκαθεν συνδεδεμένο με το εικονοπλαστηλίκι. Οι έντυπες εικόνες είναι εξαιρετικό εργαλείο προπαγάνδας, γι αυτό άλλωστε δεν με θεώρησα ποτέ καλλιτέχνη, αλλά μηχανικό της εικόνας. Πρόσφερα λοιπόν πολλές φορές δουλειές μου σε ομάδες που δραστηριοποιούνται για κοινωνικά θέματα. Εδώ και τρία χρόνια, με την ομάδα «Ιρένια»*** προχωρήσαμε ένα βήμα πιο πέρα, μιας και οι πρωτοβουλίες μας στο χώρο της εκπαίδευσης πάνω σε θέματα όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, κλπ, άρχισαν να αποδίδουν και οικονομικά με αναθέσεις έργων από θεσμικούς φορείς. Στόχος μας είναι να ανατρέψουμε τις κυρίαρχες προκαταλήψεις και τα στερεότυπα σχετικά με τη μετανάστευση, τη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την κοινωνική ένταξη. Είναι μια προσπάθεια για να ακουστούν κάποιες αλήθειες και να υπάρξει συνειδητοποίηση των πολιτών σε θέματα που εξαιτίας της έλλειψης κρατικής πολιτικής, της νεοτερικότητάς τους (σε κοινωνίες όπως η Ισπανία ή η Ελλάδα, που παραδοσιακά αυτοθεωρούνται «φτωχές») και της απαράδεκτης κάλυψης των ΜΜΕ, προσφέρουν πολύ φαΐ σε λαϊκιστές και λαθροδημοκράτες. Έχουμε εφεύρει λοιπόν μια σειρά δραστηριοτήτων, όπως μη ανταγωνιστικά επιτραπέζια παιχνίδια, παιχνίδια ρόλων και παραμύθια που εφαρμόζουμε σε σχολεία, δημοτικά και λύκεια, αλλά και σε άλλους δημόσιους χώρους, βιβλιοθήκες, κέντρα νεότητας κλπ. Με τρόπο ψυχαγωγικό βοηθούν τους νέους να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους, ώστε να έχουν επιχειρήματα ενάντια στις ξενοφοβικές συμπεριφορές.

Ποια είναι η γνώμη σου για το μήνυμα στην τέχνη; Η τέχνη προϋποθέτει την πολιτική στάση ή για πρώτη ύλη της έχει κάτι άλλο; Πίσω από κάθε έκφραση υπάρχει μια κινητήρια δύναμη. Κάποια ανησυχία, που συχνά δεν είναι άλλη από την οικονομική. Ας μην γελιόμαστε: όλα είναι πολιτική. Είναι επιλογή του δημιουργού το αν μιλήσει για σώβρακα, τον έρωτα ή το ρατσισμό. Πολιτική του εκδότη αν το τυπώσει, και πολιτική επιλογή του αναγνώστη αν το διαβάσει. Τι τρέχει επιτέλους με αυτήν την κάνναβη; Η απελευθέρωσή της είναι μια συμβολική νίκη που ανοίγει το δρόμο για άλλες; Η συμβολική αξία της απελευθέρωσης της κάνναβης, θα ήταν η ουσιαστική αναγνώριση του δικαιώματος του πολίτη στην διαχείριση του εαυτού του. Αλλά πρακτικά θα σήμαινε την παραδοχή της κραυγαλέα ψευδούς εξίσωσης όλων των ναρκωτικών με το θάνατο. Το αδυσώπητο κυνήγι του καταναλωτή αυτού του φυτού είναι θεσπισμένη κρατική τρομοκρατία, με εξαιρετικά υψηλό κόστος για όλη την κοινωνία. Αλλά όπως με όλα τα προβλήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα, μέρος της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση έχουν τα θύματα της αντιναρκωτικής πολιτικής, που όσο δεν συσπειρώνονται για να προβάλλουν αντίσταση, δεν δικαιούνται καλύτερης τύχης από αυτή του θηράματος. Το OuLiPo**** υποστήριζε ότι ο αυτοπεριορισμός φέρνει την πραγματική ελευθερία στην τέχνη. Με το «Sin Papeles» εξερευνούσες διαφορετικούς τρόπους να στρίβει κάποιος τσιγάρα χωρίς χαρτάκια. Συνέβη κάτι τέτοιο; Η απόλυτη ελευθερία είναι τελείως ουτοπική, γι αυτό είναι αδύνατο να παράγεις οτιδήποτε χωρίς συμβιβασμούς. Η ύπαρξη, η γειτονία ή η διάσταση των καρέ ενός οποιουδήποτε κόμικς λειτουργούν προφανώς περιοριστικά. Το κόμικ ως προϊόν, έχει εκδοτικούς περιορισμούς, τεχνικούς, τυπογραφικούς, οικονομικούς... Αν συνειδητοποιήσεις όλα όσα σε περιορίζουν μπορείς να κάνεις καλύτερα κόμικς. Δεν ξέρω αν το «Sin Papeles» είναι καλό κόμικ, αλλά σίγουρα εκπλήσσει το γεγονός ότι μια τόσο αυτοπεριορισμένη θεματολογία μπορεί να επιτρέψει τόσες παραλλαγές. Ποια είναι τα σχέδια σου αυτόν τον καιρό; Ετοιμάζω μια καινούργια σειρά για το ισπανικό περιοδικό της κάνναβης*****, μια συλλογή αντιαπαγορευτικών εικονογραφήσεων κι ένα κόμιξ για το θάνατο της γλώσσας των Αρμούνων. Κόμιξ ή Κόμικς; Έχει επιτέλους νόημα αυτό το δίλημμα; Δεν βλέπω κανένα δίλημμα. Ο Κραμπ έκανε κόμιξ και ο Ντίσνεϊ κόμικς. Περιττό να πω ότι ο Κραμπ μου αρέσει περισσότερο.

* Ομάδα κόμικς από τη Θεσσαλονίκη που εξελίχθηκε σε εκδοτική εταιρεία (www.iconotopia.org). ** Ένας από τους πιο δραστήριους Έλληνες κομίστες, γνωστός και ως Trashman (www.tsoukis.gr). *** Ομάδα κοινωνικής δράσης στον τομέα της εκπαίδευσης (www.irenia.net). **** Το «Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας» είναι μια ομάδα γαλλόφωνων κυρίως συγγραφέων και μαθηματικών με ιδρυτές τους Ρεϊμόν Κενό και Φρανσουά Ντε Λιονέ (www.oulipo.net). ***** Ισπανική επιθεώρηση για την κουλτούρα της κάνναβης (www.canamo.net).


6:35 min


Λουκάς Τσουκνίδας

Αυτή τη νύχτα, όλη η Αμερική είναι στημένη μπροστά στα ραδιόφωνά της. Κι όλη η Γερμανία. Κι ο Ρούσβελτ με τον Χίτλερ. Η κοφτή, βραχνή φωνή του Κλεμ Μακάρθι δίνει το σύνθημα: «Ο Τζο Λούις στη γωνία του, χαζεύει, βάζει αλοιφή στα πόδια του. Ο Μαξ Σμέλινγκ στέκεται ατάραχος, ακούει τις τελευταίες συμβουλές του Ντοκ Κέισι. Είναι πλέον έτοιμοι, το κουδούνι θα χτυπήσει από στιγμή σε στιγμή. Πάμε λοιπόν. Μπαίνουν στο ρινγκ μαζί, ο Άρθουρ Ντόνοβαν τους περιεργάζεται. Ο Τζο Λούις είναι στο κέντρο του ρινγκ κι ο Μαξ τον περιτριγυρίζει. Ο Λούις ξεκινά αμέσως με δυο ευθύβολες αριστερές στο πηγούνι…» Μόλις 2 λεπτά και αρκετές γροθιές αργότερα η φωνή του Μακάρθι είναι πλέον ενθουσιώδης: «…Και ο Σμέλινγκ πέφτει κάτω. Ο Σμέλινγκ είναι κάτω. Μετράει τέσσερα. Και σηκώνεται, ο Λούις ξαναρχίζει, δεξί, αριστερό στο κεφάλι, ένα αριστερό στο σαγόνι, ένα δεξί στο κεφάλι. Ο Ντόνοβαν παρακολουθεί προσεκτικά. Ο Λούις τον έχει μετρήσει, ένα δεξί στο σώμα, ένα αριστερό στο σαγόνι κι ο Σμέλινγκ πέφτει κάτω. Μετράει πέντε, πέντε, έξι, επτά, οκτώ. Οι άντρες είναι στο ρινγκ. Ο αγώνας τελειώνει – Τεχνικό Νοκ Άουτ. Ο Μαξ Σμέλινγκ νικήθηκε απ’ τον πρώτο γύρο. Η πρώτη φορά που το παγκόσμιο πρωτάθλημα βαρέων βαρών αλλάζει χέρια σε ένα γύρο – σε λιγότερο από ένα γύρο.» Ο Τζο Λούις είναι πραγματικός πρωταθλητής. Όταν πήρε τον τίτλο απ’ τον Τζιμ Μπράντοκ το είχε δηλώσει: «Δεν είμαι πρωταθλητής αν δε νικήσω πρώτα τον Μαξ Σμέλινγκ.» Ο Τζο Λούις είναι ήρωας. Λευκοί, εβραίοι και μαύροι τον αποθεώνουν. Κέρδισε τον «υπεράνθρωπο» του Αδόλφου Χίτλερ. Τον διέλυσε μέσα σε 124 δευτερόλεπτα. Ο Γερμανός πρόλαβε να ρίξει μία άστοχη γροθιά. Είναι το σημάδι που χρειαζόταν η «μετά-το-κραχ» Αμερική ενόψει του μεγάλου πολέμου κι ενώ η πολιτική της μη-παρέμβασης, θα έμπαινε μια για πάντα στο συρτάρι.


Τρία ήταν τα πιο σημαντικά αθλήματα στην Αμερική του ’30. Το μπέιζμπολ, οι ιπποδρομίες και η πυγμαχία. Στα δύσκολα χρόνια του «Νιου Ντιλ», μάνατζερ, προπονητές, στοιχηματζήδες, κοινό και αρκετοί πυγμάχοι προέρχονταν από την τεράστια εβραϊκή κοινότητα της Αμερικής. Η φυλετική διάσταση που δινόταν στους αγώνες ήταν σημαντική. Κάθε ράτσα, κάθε γκέτο είχε τον πρωταθλητή του. Κάθε πρωταθλητής κοκορευόταν για τη ράτσα του. Οι αφροαμερικάνοι όμως είχαν λόγους να αισθάνονται ριγμένοι. Ο τελευταίος «δικός τους» πρωταθλητής ήταν ο Τζακ Τζόνσον, ο άνθρωπος που ξεφτίλισε κάθε λευκό αντίπαλο στα 7 χρόνια που διατήρησε τον τίτλο του πρώτου μαύρου παγκόσμιου πρωταθλητή βαρέων βαρών. Η χλιδάτη ζωή και οι λευκές του γυναίκες προκαλούσαν ανοιχτά τη ρατσιστική Αμερική. Έπρεπε να περάσουν πάνω από 20 χρόνια πριν δοθεί ξανά η ευκαιρία σε μαύρο διεκδικητή. Ο Τζό Λούις ήταν «καλό παιδί», ήσυχος, συνεργάσιμος, χωρίς περιττές εκδηλώσεις χαράς στα μούτρα των ηττημένων. Η λευκή Αμερική μπορούσε να τον αντέξει. Άλλωστε πολύ σύντομα, θα χρειαζόταν έναν πραγματικό πρωταθλητή, ένα σύμβολο. Στην Ευρώπη, η Γερμανία ήταν σε αναβρασμό. Ο Ναζισμός δυνάμωνε κι ο Χίτλερ είχε την πυγμαχία σε μεγάλη εκτίμηση. Η υπεροχή της άριας φυλής είχε σχέση και με τη σωματική δύναμη. Μπορούσε να προπαγανδιστεί μέσω του μποξ. Ο Μαξ Σμέλινγκ είχε ήδη διατελέσει παγκόσμιος πρωταθλητής για δυο χρόνια, ήταν τακτικός στους κοσμικούς κύκλους του Βερολίνου και παντρεμένος με τη λαμπερή ηθοποιό Άνι Όντρα. Ο αγαπητός στον κόσμο μποξέρ ήταν ο καταλληλότερος υποψήφιος για σούπερμαν του τρίτου Ράιχ. Τι κι αν δεν ήταν ναζιστής; Έπρεπε απλά να πειστεί να παίξει το ρόλο του. Η πρώτη γεύση του Λούις από βαρύ συμβολισμό, ήρθε όταν αντιμετώπισε τον ιταλό Πρίμο Καρνέρα, έναν αμφιλεγόμενης αξίας πυγμάχο. Την περίοδο του ματς ο φασιστικός στρατός του Μουσολίνι ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Αιθιοπία, την τελευταία ανεξάρτητη αφρικανική χώρα. Το ποιος εκπροσωπούσε τι, είναι προφανές. Ο Λούις ξάπλωσε τον δίμετρο γίγαντα σε έξι γύρους αλλά η «Αβησσυνία», έπεσε στα χέρια των ιταλών. Κανείς δεν έμαθε τίποτε από αυτή την ανακολουθία. Το καναβάτσο παρέμεινε πεδίο αναγωγής πολιτικών μαχών και αναζήτησης συμβολικών νικών.

Ο Μαξ Σμέλινγκ ήταν γιος ναυπηγού από την βορειοανατολική Γερμανία. Ο πατέρας του είχε δει πολύ μποξ στα ταξίδια του και το έμαθε και στο γιο του. Όταν ο μικρός είδε σε φιλμ τον θρυλικό Τζακ Ντέμπσι αποφάσισε να γίνει μποξέρ. Περίεργο το πόσο έμοιαζαν αυτοί οι δυο στη φυσιογνωμία. Πήγε στο Βερολίνο, έγινε επαγγελματίας κι έφτασε σχετικά εύκολα στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Την περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο Σμέλινγκ εγκλιματίστηκε στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον του Βερολίνου. Παρά την ταπεινή καταγωγή του και την έλλειψη μόρφωσης, κατάφερε λόγω της εξυπνάδας του να συναναστρέφεται την ελίτ της διανόησης και της τέχνης. Άλλωστε, η πυγμαχία ήταν ένα από τα καινούργια τους ενδιαφέροντα, ήταν της μόδας. Η ευκαιρία του «Μάξι» για το παγκόσμιο ήρθε κόντρα στον Τζακ Σάρκι αλλά η νίκη από φάουλ δεν ήταν ευνοϊκή για το γόητρό του. Παρ’ όλ’ αυτά έγινε ο πρώτος Ευρωπαίος με αυτή τη διάκριση. Την έχασε γρήγορα, με μια επίσης αμφιλεγόμενη απόφαση από τον Σάρκι. Ο «Μαύρος Ουλάνος από τον Ρήνο» όμως, είχε ξεκινήσει να γράφει την ιστορία του. Ο μάνατζερ που τον ανέβασε στα ψηλά, ήταν ένας εβραίος από τη Νέα Υόρκη με φήμη σκληρού μπίζνεσμαν, ο Τζο Τζέικομπς. Εκείνος ξεσήκωσε τον κόσμο για το «ύποπτο» φάουλ του Σάρκι, εκείνος χαιρέτησε ναζιστικά όταν μετά το νοκ-άουτ επί του Στιβ Χάμας το κοινό του Αμβούργου τραγούδησε τον επίμαχο «ύμνο». Οι Γερμανοί δεν το έχαψαν ποτέ αλλά το καμάρι τους χρειαζόταν την πονηριά και τις γνωριμίες του Τζέικομπς για να ανέβει πάλι στην κορυφή. Και τα κατάφερε. Στις 19 Ιουνίου του 1936 θα αντιμετώπιζε τον Τζο Λούις. Αν νικούσε, ήλπιζε να διεκδικήσει για δεύτερη φορά τον τίτλο, που κατείχε πλέον ο Τζιμ Μπράντοκ. Ο Τζο Λούις Μπάροου γεννήθηκε στην Αλαμπάμα μέσα σε μια οικογένεια οκτώ παιδιών. Έχασε τον πατέρα του μικρός, η μητέρα του παντρεύτηκε έναν χήρο με οκτώ παιδιά ακόμα κι όλοι μαζί μετακόμισαν στο Ντιτρόιτ όπου η αναπτυσσόμενη αυτοκινητοβιομηχανία υποσχόταν δουλειές για όλους. Η μητέρα του, του έδινε λεφτά για μαθήματα βιολιού αλλά στους δρόμους του Ντιτρόιτ οι νέοι μάθαιναν πυγμαχία. Ο Τζο πήρε τελικά την ευχή της και συνέχισε ως ερασιτέχνης. Οι επιδόσεις του τον έφεραν στα χέρια του μαύρου στοιχηματζή Τζον Ρόξμπορο και του Τζούλιαν Μπλακ. Την προπόνησή του ανέλαβε ο Τζακ «Τσάπι» Μπλάκμπερν. Οι εντολές του Ρόξμπορο ήταν σαφείς: «Όχι κοκόρεμα, όχι λευκές γυναίκες, καθαροί αγώνες, καθαρή ζωή.» Ο Καρνέρα έπεσε σε έξι, ο Μπάερ σε τέσσερις, όσους κι ο βάσκος Παουλίνο Ουθκουντούν. Στη Νέα Υόρκη όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα για τον «Καφετί Βομβαρδιστή». Οι μεγάλοι διοργανωτές δεν έβλεπαν τρόπο να βγάλουν λεφτά από τον χαμηλών τόνων νέγρο κι όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Τότε, μπήκε στη μέση ο Μάικ «Θείος» Τζέικομπς (συνωνυμία με τον Τζο) και το πασπαρτού βρέθηκε. Για να φτάσει στον Τζιμ Μπράντοκ και τον τίτλο, ο Λούις έπρεπε να περάσει το εμπόδιο του Μαξ Σμέλιγκ.


Το 1936 ο Μαξ ήταν 31 ετών κι ο Τζο 22. Οι τελευταίοι αγώνες του Σμέλινγκ έδειχναν πως βρίσκεται σε καθοδική πορεία. Ο Λούις αντίθετα, ανέβαινε με τις μηχανές στο φουλ. Όταν οι δύο Τζέικομπς κανόνισαν τον αγώνα είχαν διαφορετικά πράγματα στο μυαλό τους. Ο Μάικ ήθελε έναν διάσημο σάκο του μποξ για το νέο πουλέν του πριν κυνηγήσει τον τίτλο. Ο Τζο πίστευε στον Σμέλινγκ και ως κακός γνώστης του μποξ δε δρούσε με τη λογική των προγνωστικών. Άλλωστε, η ανατροπή ενός 10 προς 1 θα τον έβαζε στα χοντρά κόλπα. Και δεν είχε άδικο: ο Μάξι είχε αποδείξει ότι ήταν πανέξυπνος και ήξερε να προσαρμόζεται στις καταστάσεις. Μελέτησε με προσήλωση χειρούργου κάθε φιλμ του Λούις που μπορούσε να βρει και ανακάλυψε μια αδυναμία. Όταν ο Λούις εξαπέλυε τις τρομερές αριστερές γροθιές του η άμυνά του χαλάρωνε. Το δεξί ήταν το καλό χέρι του Γερμανού και είχε βρει το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν. Η «σκιά του Τζο Λούις» που είχε νικήσει πολλούς πριν καν μπουν στο ρινγκ άρχισε να σβήνει. Η συμφωνία των δύο μάνατζερ ήταν η εξής: για ένα εξάμηνο πριν τον αγώνα κανένας από τους δυο δε θα έμπαινε επίσημα σε ρινγκ. Ο Λούις χαλάρωσε στη σιγουριά που του έδιναν τα νιάτα και οι «ειδικοί». Το έριξε στο γκολφ παρά τις προειδοποιήσεις ότι ζημιώνει τα αντανακλαστικά του. Μάλλον δεν είχε διαβάσει ποτέ το «λαγό και τη χελώνα». Όταν μπήκαν στο ρινγκ τα πράγματα πήγαν όπως τα είχε σχεδιάσει ο Σμέλινγκ. Στο δεύτερο γύρο βρήκε την ευκαιρία και χτύπησε τον Λούις στο πρόσωπο με ένα δυνατό δεξί. Ο ανίκητος νεαρός έχασε την ψυχολογική μάχη εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Δέκα γύρους και αρκετά παρόμοια χτυπήματα αργότερα βγήκε για πρώτη φορά στην καριέρα του νοκ-άουτ. Το χάος που ακολούθησε την ήττα, προβλέψιμο. Ο λευκός Τύπος βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε να απομυθοποιήσει τον «βαμβακοσυλλέκτη» από την Αλαμπάμα και στο Χάρλεμ, ένας μαύρος που είχε ποντάρει στον Σμέλινγκ ξυλοκοπήθηκε άγρια εν μέσω οδυρμών. Όσο για τον «Μαύρο Ουλάνο απ’ τον Ρήνο», που μόνο άρια χαρακτηριστικά δεν είχε, η πιο αμφιλεγόμενη περίοδος της ζωής του μόλις ξεκινούσε.

Ήταν πλέον γερμανός. Ο Γκέμπελς τον είχε προειδοποιήσει πριν απ’ τον αγώνα, πως αν έχανε από ένα νέγρο, δε θα άρεσε στον Χίτλερ. Ο Μάξι κράτησε την υπόσχεσή του και νίκησε. Ενώ πριν τον αγώνα η ναζιστική προπαγάνδα κρατούσε τις αποστάσεις της, αγκάλιασε τελικά τον Σμέλινγκ με τιμές εθνικού ήρωα. Το έξυπνο πουλί είχε πιαστεί απ’ τη μύτη του. Εντωμεταξύ, σε δύο μήνες η Γερμανία διοργάνωνε Ολυμπιακούς Αγώνες. Η Αμερικανοί απειλούσαν με μποϊκοτάζ λόγω των φυλετικών εκκαθαρίσεων που ψιθυρίζονταν από καιρό αλλά ο Χίτλερ είχε ένα πολύ καλό επικοινωνιακό χαρτί. Ο Σμέλινγκ είχε αρνηθεί να γραφτεί στο ναζιστικό κόμμα και να κόψει τη σχέση του με τον

εβραίο μάνατζέρ του. Μην έχοντας επιδείξει ποτέ ρατσιστική συμπεριφορά ο λόγος του είχε κύρος. Εγγυήθηκε την ασφάλεια των Αμερικανών αθλητών, ανάμεσά τους και του Τζέσε Όουενς και η ναζιστική Ολυμπιάδα σώθηκε. Ο θρίαμβος του Όουενς επούλωσε την πληγή από την ήττα του Λούις. Ο «Βομβαρδιστής» όμως είχε άλλες ασχολίες. Είχε προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Ήταν καλός και το ήξερε αλλά έπρεπε να το αποδείξει. Η πολιτική τον έβγαλε από τα «σχοινιά». Με την γιγάντωση της ναζιστικής προπαγάνδας και με το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου κανείς δεν ήθελε να ρισκάρει τον παγκόσμιο τίτλο μ’ έναν γερμανό. Ο παμπόνηρος «Θείος» Μάικ πόνταρε σ’ αυτό και έπεισε τον γερασμένο Μπράντοκ να δώσει την ευκαιρία στον Λούις. Για σιγουριά, του υποσχέθηκε και μερίδιο απ’ τους μελλοντικούς του αγώνες. Έτσι ο Σμέλινγκ παγιδεύτηκε στη δόξα του. Ήταν ο πρώτος σ’ ένα χωριό, με το οποίο κανείς δεν ήθελε να έχει σχέσεις. Αδικία; Αυτό ήταν το μποξ. Ο Λούις καθάρισε με τον «Σιντερέλα Μαν» στον όγδοο γύρο και πήρε τον τίτλο. Όμως ήταν εύλογο: δεν ήτανε πραγματικός πρωταθλητής μέχρι να νικήσει τον Σμέλινγκ.

Ο Τζο Τζέικομπς τα κατάφερε τελικά κόντρα στη γενική δυσαρέσκεια. Ο Σμέλινγκ θα είχε την ευκαιρία του έστω και δυο χρόνια γηραιότερος. Όμως οι συνθήκες ήταν πια πολύ διαφορετικές. Η εκκαθάριση στη Γερμανία είχε αρχίσει και οι εβραίοι φίλοι του Μάξι εξαφανίζονταν ένας ένας από τα κοσμικά στέκια των βερολινέζων μποέμ. Μπορεί να έκανε τα στραβά μάτια προσπαθώντας να αφοσιωθεί στο μποξ αλλά δεν ήταν εύκολο. Στην Αμερική, δηλώσεις που δεν είχε κάνει ποτέ και φωτογραφίες του με το χέρι προτεταμένο στον επίμαχο χαιρετισμό έκαναν παρέλαση στον Τύπο. Το κοστούμι του ναζιστή και πρωτοπαλίκαρου του Χίτλερ είχε ραφτεί στα μέτρα του. Ο Λούις απ’ την άλλη ήθελε απλά να ξεκαθαρίσει έναν παλιό λογαριασμό και να εδραιώσει τον τίτλο του. Χωρίς να το καταλάβει έγινε σύμβολο της ελεύθερης Αμερικής: από «βαμβακοσυλλέκτης», παράδειγμα ήθους και μαχητικότητας. Ο αγώνας δεν ήταν πια «Τζο εναντίον Μαξ». Ήταν «Αμερική εναντίον Γερμανίας», «Δημοκρατία εναντίον Εθνικοσοσιαλισμού», «Καλό εναντίον Κακού». Όλο αυτό το βάρος έδωσε δύναμη στη γροθιά του Λούις και έκανε τη γροθιά του Σμέλινγκ ασήκωτη. Μια τρομερή επίθεση του «Καλού» από το καμπανάκι κιόλας ζάλισε τον «Κακό» και σε 124 δευτερόλεπτα το παιχνίδι διακόπηκε απ’ το διαιτητή. Το παραλήρημα περί παράνομου χτυπήματος που παρέλυσε τον γερμανό δεν εισακούστηκε αφού οι κανόνες στη Νέας Υόρκη δεν προέβλεπαν κάτι τέτοιο. Όπως δεν προέβλεπαν την παραίτηση με λευκή πετσέτα που επιχείρησε ο κόουτς του Σμέλινγκ λίγα δεύτερα πριν το λήξει ο διαιτητής. Ο «Ουλάνος» δεν ήταν ποτέ έτοιμος γι’ αυτό που αντιμετώπισε.


Στην Γερμανία ο Μαξ ήταν πια περσόνα-νον-γκράτα. Αυτό εντούτοις, τον απελευθέρωσε από το συμβολικό βάρος. Τη νύχτα του μεγάλου πογκρόμ, έσωσε δύο εβραιόπουλα και τα φυγάδευσε στην Αμερική. Η ρετσινιά έφυγε από πάνω του. Στον πόλεμο στάλθηκε στις ειδικές δυνάμεις κι έγινε αλεξιπτωτιστής. Τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη της Κρήτης και πέρασε τον καιρό του στα νοσοκομεία. Μετά τον πόλεμο έγινε αγρότης και επέστρεψε για λίγο στα ρινγκ χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Την ίδια εποχή ο Λούις ήταν ακόμα ήρωας, ο πρώτος και μοναδικός μαύρος που αγαπήθηκε τόσο από τη λευκή Αμερική. Κατατάχτηκε στο φυλετικά διαχωρισμένο ναυτικό και έδωσε πολλούς αγώνες για οικονομική ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων. Με το τέλος του πολέμου, υπερασπίστηκε τον τίτλο του ξανά και αποσύρθηκε ως πρωταθλητής το 1949.

Κανείς απ’ τους δυο όμως δε φανταζόταν πως θα ξανασυναντηθούν και κάτω από ποιες συνθήκες. Ο ήρωας Τζο Λούις δεν πρόλαβε να χαρεί τη ζωή ως πρώην πρωταθλητής για πολύ. Το Αμερικανικό κράτος του ζήτησε πίσω υπέρογκα ποσά, φόρους για κέρδη που είχε χαρίσει στο στρατό και σε φίλους. Επέστρεψε στα ρινγκ, μέχρι που τον ξάπλωσε ο Ρόκι Μαρσιάνο και μετά έκανε διάφορες παλιοδουλειές για να ξελασπώσει. Δεν ξελάσπωσε ποτέ. Η Αμερική τον ξέχασε. Ο Σμέλινγκ μπορεί να έχανε πια στο ρινγκ αλλά έβγαλε κάποια λεφτά που στην πρώτη ευκαιρία φάνηκαν χρήσιμα. Ένας παλιόφιλος, στέλεχος πλέον της Κόκα Κόλα, του πρότεινε να αναλάβει το γερμανικό τμήμα. Ο Μάξι ήταν και πάλι στα πόδια του με αμερικάνικη βοήθεια. Όταν συναντήθηκαν στην Αμερική, ο Σμέλινγκ σοκαρίστηκε από την κατάσταση του μποξέρ που θαύμαζε κάποτε. Βρέθηκαν αρκετές φορές ακόμη και ο Γερμανός τον βοηθούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό του το 1981. Τότε, όχι μόνο συνεισέφερε στα έξοδα της κηδείας αλλά ήταν κι ένας από τους συνοδούς του Τζο στην τελευταία κατοικία του. Ο ίδιος, απεβίωσε πολύ αργότερα σε ηλικία 99 ετών. Η ιστορία τους ξέφυγε από τον περιορισμένο χώρο ενός ρινγκ. Ποτέ δυο αντίπαλοι δε συνδέθηκαν μετά το καμπανάκι όπως ο Τζο με τον Μαξ και ποτέ άλλοτε ένας αγώνας μποξ δε σήκωσε τέτοιο ιδεολογικό φορτίο.


ποίημα & κολάζ: Μαρέττα Σιδηροπούλου

Οι φόβοι μου κι εγώ παίζουμε θεαματικά ομαδικά παιχνίδια Οι φόβοι μου έχουν όλοι τον ίδιο σωματότυπο. Είναι πυκνές ξύλινες χάντρες κι εγώ η πετονιά τους διαπερνώ έναν-έναν, αντέχω όλων το βάρος. Κι όταν πιάσω ένα λαιμό ασφαλή τότε τα χέρια λύνω κι οι χάντρες πέφτουν από ψηλά με ορμή κατρακυλώντας μία μία κι όλες μαζί στο πάτωμα σκορπίζονται ώσπου ν αναπαυτεί κι η τελευταία. 6:35 min


Citizens Police Academy ή Ποτέ μη παίρνεις ζαχαρωτά από ξένους, ρώτα τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ; Κωστής Αλεξανδρόπουλος Το 1977 στις κομητείες του Ντέβον και της Κορνουάλης, στη Μ. Βρετανία, εφαρμόζεται για πρώτη φορά το πιλοτικό πρόγραμμα δημιουργίας νυχτερινών σχολών για πολίτες που επιθυμούν να εξοικειωθούν με τους τρόπους λειτουργίας της αστυνομίας. Οι σπουδαστές θα διδάσκονταν τους εσωτερικούς κανονισμούς, τις επιχειρησιακές πρακτικές και τις δικαιοδοσίες του αστυνομικής δύναμης, σε μία προσπάθεια των αρχών να εξανθρωπίσουν την εικόνα που αρκετοί πολίτες είχαν δημιουργήσει για το σώμα. Η επιτυχία του προγράμματος ξεπερνά τις προσδοκίες των εμπνευστών και ταυτόχρονα το εμπόδιο του Ατλαντικού, όποτε, σαν τους Beatles, κατακτά τις ΗΠΑ. Οι πρώτες νυχτερινές σχολές αστυνομίας για πολίτες ανοίγουν στη Φλόριντα το 1985, ακολουθεί το Μιζούρι και πλέον οι σχολές αποτελούν θεσμό που δεν λείπει από καμία πολιτεία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις ώρες διδασκαλίας για ένα διάστημα 12 εβδομάδων, όπου οι σπουδαστές εκπαιδεύονται σε: εγκληματολογία, εκπαίδευση, διαδικασίες περιπολίας, περιπτώσεις ναρκωτικών / ηθών, άμεση

δράση, τηλεπικοινωνίες, εσωτερικές υποθέσεις. Στους απόφοιτους απονέμεται πτυχίο, έπαινος κτλ. Το πεδίο δικαιοδοσίας τους παρ’ όλα αυτά παραμένει ασαφές, παρότι οι αρχές σπεύδουν να αποτρέψουν άμεση εμπλοκή των πολιτών σε περιστατικά. Η κυρίαρχη λογική είναι οι εξοικειωμένοι πολίτες να λειτουργούν ως το άγρυπνο μάτι, ικανό να συλλάβει περιστατικά παραβατικότητας, όταν λόγω φόρτου εργασίας η επίσημη αστυνομία αδυνατεί, κοινώς, να θεσμοθετήσει με πιστοποιητικό την παρέμβαση του μπαϊλντισμένου περίοικου που αγανακτεί με τους πιτσιρικάδες που πίνουν ινδική κάνναβη στην πλατεία. Οι κλήσεις του στο 100 μένουν στο αναμείνατε με νυχτερινή μουσική Μότσαρντ, ενώ τα μηχανάκια πάνε και έρχονται. Ο σπουδαστής δεν θα φοβηθεί, δεν θα επικαλεστεί αφηρημένες έννοιες σχετικές με ώρες κοινής ησυχίας. Θα κατεβεί, θα τους αντιμετωπίσει και αν πουν «Και τι σε νοιάζει, μπάρμπα;» θα τους κοτσάρει το απολυτήριό του. Σαν τον Αρτέμη Μάτσα που τρίβει τα χέρια του «Οι αστυνομικοί είναι φίλοι μας» και τα παιδιά των προαστίων της θλιβερής, μίζερης Αμερικής που συχνάζουν στους παράδρομους των μεγάλων οικογενειακών εμπορικών κέντρων, στα ίδια σοκάκια που φιλοξένησαν κατά καιρούς την πολιτιστική συνεισφορά της χώρας αυτής στον παγκόσμιο

πολιτισμό, χάνονται στο ξημέρωμα του χτες. Ο χαφιές της γειτονιάς φορούσε κουκούλα με δυο τρύπες για μάτια και αμίλητος έδειχνε. Πλέον κυκλοφορεί περήφανος ανάμεσα στους συμπολίτες του, έσω έτοιμος, θωρακισμένος από τα πιστοποιητικά του, υπέρμαχος της στατικής κοινωνικής αρμονίας, εθελοντής εκπαιδευμένος να μπαλώνει τις τρύπες ενός χρεοκοπημένου συστήματος, που αδυνατεί να εκπληρώσει την πρώτιστη ρήτρα του κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα σε κράτος και πολίτες. Η αναίρεση του κενού εξουσίας - τόπου ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους ήταν / είναι πάντα το πεδίο των διεκδικήσεων αλλά όχι από πάνω προς τα κάτω. Ανάποδα. Στα μέσα Οκτώβρη πολίτες, μετά από ληστεία σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στου Γκύζη, βοηθούν στη σύλληψη ενός εκ των δραστών. Το γεγονός χαιρετίζεται τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από την ηγεσία του αστυνομικού σώματος. Ταυτοχρόνως άλλοι πολίτες, αυτήν τη φορά στη περιοχή των Εξαρχείων, διαμαρτύρονται ενάντια στην τοποθέτηση κεραίας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας την όποια προσπαθούν να αποκαθηλώσουν, αλλά αποτυγχάνουν καθώς οι αστυνομικές δυνάμεις τους αποτρέπουν.


του Τάσου Ζαφειριάδη


Νοέμβριος - Δεκέμβριος 07 MONKIE pdf / issue 01 6:35 min

monkie #01: Isn't death bulletproof?  

Isn't death bulletproof?

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you