Issuu on Google+

6:35 min


Εκδότης – Διευθυντής: Γιώργος Τσιούκης Αρχισυνταξία: Αλέξης Γαγλίας Λουκάς Τσουκνίδας Κωστής Αλεξανδρόπουλος Artwork: Γιώργος Τσιούκης Νεκτάριος Ματσίκας (εξώφυλλο) Βασίλης Λαμπρόπουλος (λογότυπο) Φωτό: Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος Blek le Rat Ελίνα Γιουνανλή, Βενετία Σακελλαρίου Συνεργάτες: Γιάννης Παλαβός Νάνος Βαλαωρίτης Μίνα Παπαγεωργίου Νίκος Σιδέρης Χάρης Κότσογλου Ανδρέας Παύλου Πάρης Τζαλαλής Σταμάτης Μπενέτος Πασχάλης Κυριαζίδης Αποστόλης Ξυδιάς Φαίη Πλακαντωνάκη Πάνος Αλιβιζάτος, Μαρίνα Νικόλοβα Υπεύθυνος λογιστηρίου: Αποστόλης Πασχάλης Υπεύθυνος μηχανογράφησης: Παναγιώτης Τζελέπης Περιοδικό monkie / διμηνιαία έκδοση Πίνδου 69, 11141 Πατήσια / τηλ: 210 2112506 e-mail: monkiemag@gmail.com / www.monkie.gr Υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Τσιούκης Γιώργος Ιδιοκτησία: Τσιούκης Γιώργος


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Τhe missing link

Δημοκρατία; Θα τη φάτε εδώ;

Blek le Rat

Ο «μπαμπάς» του στένσιλ

Jimmy Massey

Το «σκουλήκι» που έβγαλε το αλεξίσφαιρο... έγινε πεταλούδα;

Εκδρομή στο χώρο της αέναης μεγέθυνσης και σμίκρυνσης Μια φιλοσοφική πραγματεία

Grameen Bank

Η τράπεζα των φτωχών

Πολιτική γελοιογραφία Η τέχνη που σκοτώνει

Τρελή κόλλα Etgar Keret

Το χιούμορ είναι το αντίδοτο

Γιάννης Τριάντης

Ο «τύπος» πίσω απ΄ την τελευταία σελίδα

Sound check στα Διάφανα Κρίνα Η μπάλα του NBA Συνθετικό ή δέρμα;

Bookcrossing

Ποιος έχει το βιβλίο;


the missing_link

- Δημοκρατία; Θα τη φάτε εδώ; - Όχι, πακέτο για το σπίτι. Πριν από μερικούς μήνες και μεσούσης της περιόδου τεταμμένων φοιτητικών κινητοποιήσεων σε σχέση με την αναθεώρηση του άρθρου 16 η υπουργός Παιδείας απομακρύνεται από το προεδρικό μέγαρο έχοντας εν κατακλείδι δηλώσει το αυτονόητο, Έχουμε δημοκρατία και στην δημοκρατία υπάρχουν κανόνες στους οποίους πρέπει να μάθουμε όλοι να πειθαρχούμε αλλιώς….και απομακρύνεται από τις κάμερες που πατάνε pause και σπεύδουν να επαληθεύσουν ότι η τελευταία φράση έχει καταγραφεί ως δαμόκλειος σπάθη, ως το ‘στο κάτω κάτω της γραφής’ που δηλώνει λακωνικά το γιατί η κυβέρνηση έχει δίκιο και το φοιτητικό κίνημα άδικο. Η θέση /στάση της κυβέρνησης έχει νομιμοποιηθεί γιατί στην δήλωση υπάρχει η λέξη ταμπού ‘δημοκρατία’. Η δήλωση της κερδίζει στα σημεία έχοντας μέσα της την έννοια δημοκρατία που κατά τον εικοστό αιώνα έχει κατακτήσει την κυρίαρχη επιδοκιμασία και ας περιφέρεται- απυρόβλητη- στις έρημους της εννοιολογικής συγχύσεως. Στο Ίωνα ο Ευριπίδης, ο τραγικός που ζει και δημιουργεί κατά τα χρόνια της άμεσης Αθηναϊκής δημοκρατίας, δηλώνει σχετικά με το ζήτημα του Θείου, το παράδειγμα του Απόλλωνα που βιάζει την Κρέουσα, ότι αν ο Θεός δεν συμπεριφέρεται σαν Θεός τότε δεν του αξίζει να τιμάται. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και οι συνήθειες ετών, ήθη και έθιμα, δεν είναι κριτήρια θεσμοθέτησης. Τα πάντα ρει και η στατικότητα οδηγεί στην παρακμή και στον πνευματικό θάνατο. Οι πολιτικοί στοχαστές της αρχαιότητας δεν οριοθέτησαν την δημοκρατία ως μια σταθερή απόλυτη κατάσταση με θετικό πρόσημο, ούτως ή άλλως οι πιο πολλοί από αυτούς την απεχθάνονταν αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Η δημοκρατία ήταν ακόμη μια στιγμή μέσα σ’ένα εξελικτικό μοντέλο που είχαν στο μυαλό τους, ένα βήμα προς την τελείωση στην οποία προσδοκούσαν. Ένα συνταγματικό σύστημα που έλυνε προβλήματα, δημιουργούσε άλλα και που εν καιρό θα ξεπερνιόταν. Άνθρωποι προικισμένοι που δεν είχαν στο λεξιλόγιο τους την έννοια του συμβιβασμού και που πάσχιζαν χρόνο με το χρόνο να εφευρίσκουν καινούργια εργαλεία για να εξομαλύνουν την κακοτράχαλη οδό της προόδου. Απουσία κυβερνη-

6:35 min


the missing_link

Η δημοκρατία οφείλει να διακωμωδεί τον ίδιο της το μύθο, είναι προϊόν μίας κοινωνίας που τον ξεπέρασε. Είναι κατάσταση και όχι τόπος. τικής γραφειοκρατίας, εκλογή ετήσια με κλήρο, ο θεσμός της ισηγορίας όπου ο κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να εκφράσει την άποψη του στην εκκλησία του δήμου κτλ. Εργαλεία και τρόποι ώστε να επιτευχθεί το ιδανικό του επιθετικού προσδιριοσμου ‘άμεση’ που στη σκέψη τους ήταν άρρηκτα συνυφασμένος με την λέξη δημοκρατία. Μέθοδοι ώστε να απαλειφθεί ο ένας και μοναδικός ανασταλτικός παράγοντας, εκείνος της μη ενασχόλησης με τα κοινά, να μην υπάρχουν οι δομές που να επιτρέπουν την ιδιώτευση, την ενασχόληση με τα ιδιωτικά ζητήμαμόνο, κοινώς η απάθεια. Η δημοκρατία δεν μπορούσε να νοηθεί ούτε στο πλαίσιο της πολιτικής του εφικτού ούτε στο πιο αφηρημένο φιλοσοφικό σχήμα ως αποστερημένη του ενός βασικού συστατικού του ίδιου της του όρου, του δήμου. Η αυτοαναίρεση θα ήταν αναπόφευκτη. Ζούσε αναπόφευκτα ριψοκίνδυνα, ανάμεσα στις Συμπληγάδες, ανάμεσα στη παλίρροια του χρόνου, των διαθέσεων εκείνων που την αποτελούσαν. Δεν ήταν δόγμα. Δεν ήταν θρησκεία και ο Περικλής κάθε φορά που ανέβαινε στο βήμα της Πνύκας δεν ήταν βεβαίως για τις ορέξεις του πλήθους, αν κάποιος είχε φάει βαριά χτες το βράδυ, αν είχε στραβογαμήσει αν.... όλα ήταν στο παιχνίδι που καθώς προχωρούσε έθετε εκ νέου τους κανόνες – ή έτσι σκόπευε να κάνει σ’έναν κόσμο που δεν χωρά η έννοια του απόλυτου και του διαχρονικού και που ισχύει το της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη, που σήμερα οι γυναίκες χαράσσονται με τον χάρακα ενώ στην Αναγέννηση με το μοιρογνωμόνιο. Τα πάντα ρει, ξανά, και ο Οδυσσέας, μεταφορικά ως φορέας της δημοκρατίας συνεχίζει το ταξίδι του ώσπου να φτάσει στο ιδανικό. Η σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης ξεκινά όταν οι φιλόσοφοι διακωμωδούν την ιδέα ότι ο κόσμος όπως είναι είναι ο καλύτερος δυνατός, όταν αρνούνται την κατάφαση και στρέφονται προς τη φαντασία, όταν η σκέψη αποκτά την αιχμηρότητα που είχε και εκείνη του Ευριπίδη, όταν διαγράφουν από το λεξιλόγιό τους την έννοια της συμβιβασμένης αποδοχής Είναι η εποχή των συμβολαίων που συντάσσονται ανάμεσα στους άρχοντες και στους αρχόμενους. Η κοινή αποδοχή ότι η εξουσία εκχωρείται από το λαό στους άρχοντες αλλά όπως εκχωρείτε έτσι μπορεί και να αφαιρεθεί. Το βασικό δικαίωμα της εξέγερσης υπάρχει στα θεμέλια όλων των σύγχρονων δημοκρατικών συνταγμάτων, το δικαίωμα της αντίστασης όταν κρίνεται ότι η εξουσία ξεπερνά τις αρμοδιότητες της, όταν παρερμηνεύει την λαϊκή εντολή για διακυβέρνηση και αποσπάται από το σώμα του δήμου.... ΑΝ αποσπαστεί θα λειτουργήσει σαν το ακρωτηριασμένο μέλος, κακοφορμισμένο, μολυσμένο από τη σήψη της μοναξιάς του θα αποτελέσει εστία μόλυνσης και χολερικά θα ζητήσει να μολύνει και το υγιές σώμα σαν τον εκδικητικό τύπο στους αστικούς μύθους που χτυπά στα μεταμεσονύχτια μετρό με μια σύριγγα που στάζει AIDS... Η δημοκρατία οφείλει να διακωμωδεί τον ίδιο της το μύθο, είναι προϊόν μίας κοινωνίας που τον ξεπέρασε. Είναι κατάσταση και όχι τόπος. Δεν ζει σε προσκυνήματα ούτε ζητά μετάνοιες και Αβε Μαρίες γιατί δεν έχει μνήμη. Είναι διαρκώς διαμορφούμενη και αποκτά τα χαρακτηριστικά του προσώπου μας, ένας καθρέφτης και όχι είδωλο που αποτυπώθηκε σε κάποιες ανέμελες διακοπές, όχι η φωτογραφία που θα επιλέξουμε να βάλλουμε στην κορνίζα της ταφόπλακας. Ζει μόνο στο παρόν που η υπουργός Παιδείας στειρώνει αβίαστα χωρίς δεύτερη σκέψη. Φαρισαϊκές υποκύψεις μπροστά σε ψευδή σημασιολογικά είδωλα που προσφέρονται δια πασά νόσο και πασά μαλακία. Τελικά στη δημοκρατία ποτέ δεν αρέσαν οι κλειστοί χώροι, τα εικονοστάσια και οι ναοί, τα κοινοβούλια ή η σύγκλητος αλλά ο δρόμος και η Πνύκα, πάσχει από εκ γενετής κλειστοφοβία τόσο εννοιολογική όσο και πρακτική. ΥΓ. Σήμερα οι δυτικές ανθρωπιστικές εξαγγελίες / δικαιολογίες περί ένοπλων παρεμβάσεων στα καλώς ή κακώς κύμαινα τριτοκοσμικών (;) χωρών αρχίζουν και τελειώνουν με τη λέξη δημοκρατία. ‘Θα σας φέρουμε δημοκρατία’, ο μαϊντανός, το αλάτι χωρίς το οποίο η εσωτερική σταθερότητα ενός κράτους δεν μπορεί να νοηθεί. Η δημοκρατία ως φορέας σταθερότητας, στατικότητας, παγιώματος των συνθηκών εκείνων που μπορεί να οδηγήσουν είτε στη σφαγή είτε στην ‘θέωση’. Η ευκαιρία για αποτυχία ή επιτυχία διαγράφεται για χάρη της χρυσής μετριότητας. Μπακαλίστικες πρακτικές που ξεκινούν από το κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτερεί.... Παραβολικοί μύθοι που αποθεώνουν το εργατικό και πειθήνιο μέρμηγκα ενώ καταδικάζουν το τζίτζικα. Όλως τυχαίως το τζιτζίκι υπήρξε ένα από τα αρχαϊκά σύμβολα της Αθήνας. Ακόμη και σήμερα ακούγονται στην Πνύκα ενώ άλλα θυσιάζονται στα σκαλιά μιας αποχαλινωμένης χημειοκρατικής κλονοποιημένης διαστρεβλωμένης αιματοβαμμένης θεότητας, της Δημοκρατίας που κάθε μέρα κάποιοι την στρώνουν στο εκάστοτε κρεβάτι του Προκρούστη και το κοινό χασμουριέται στο καναπέ ενώ το μυρμήγκιασμα στο σώμα, χρόνια μη ασκήσεως και απάθειας, εξυψώνεται ως η μέγιστη αρετή. Κωστής Αλεξανδρόπουλος

6:35 min


Αλέξης Γαγλίας / fiasko@otenet.gr

Blek le Rat Ο «μπαμπάς» του στένσιλ

Διάλεξε το «όνομα» του, γιατί «οι παλιότεροι κάτοικοι των πόλεων είναι οι άνθρωποι και οι ποντικοί». «Από τον αναγραμματισμό της λέξης ποντικός, στα αγγλικά, προκύπτει η λέξη τέχνη...», μου λέει γελώντας. Σήμερα, στα 55 του χρόνια, συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης, να ζωγραφίζει “dark” φιγούρες, εικόνες και σύμβολα που μοιάζουν χαραγμένα με μολύβι στους τοίχους. Μιλήσαμε μαζί του, όταν ο κόσμος στην Αθήνα έβγαινε στους δρόμους για να διαδηλώσει. Και ενώ οι περισσότεροι φώναζαν συνθήματα, κάποιοι πίσω τους, προφυλαγμένοι και αθέατοι από τους αστυνόμους και τις κάμερες, «χτυπούσαν» μικρά στένσιλς. «Δ��ατυπώνουν τα συνθήματα στη γλώσσα της τέχνης», λέει ο Blek. Περισσότερο πρωτότυπα- και πιο όμορφα κυρίως. φωτό / Blek Le Rat


Ο διάσημος Banksy είπε για αυτόν: «κάθε φορά που νομίζω ότι έχω σχεδιάσει κάτι πρωτότυπο, ανακαλύπτω ότι ο Blek le Rat το έχει επίσης σκεφτεί. Μόνο που το ‘κανε είκοσι χρόνια νωρίτερα.» Blek, τελικά τι συμβαίνει; Αγαπάς την πόλη και τη στολίζεις, ή τη μισείς και με τα stencils σου διαμαρτύρεσαι; Νομίζω συμβαίνουν και τα δύο. Αγαπώ και μισώ ταυτόχρονα την πόλη. Θα πρότεινα να καταστρέψουμε τις πόλεις, πριν μας διαλύσουν αυτές, αλλά η εξοχή είναι πολύ βαρετή. Και στο λέω αυτό, παρότι έχω επιλέξει να ζω σ’ ένα μικρό χωριό 200 κατοίκων, 40 χιλιόμετρα από το Παρίσι. Εγκατέλειψες μια πόλη που πολλοί θεωρούν την ομορφότερη του κόσμου.. Δε συμφωνώ καθόλου μαζί τους. Το Παρίσι τη νύχτα είναι «νεκρό», είναι μια πόλη σκληρή με τους ξένους και οι άνθρωποι της είναι αλαζόνες και κάπως ανόητοι. Στο Παρίσι νιώθω πως όλοι τους ζούνε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν. Σε μια αστεία, φολκλορική πόλη, που βρίσκεται σε μια μικρή, φολκλορική χώρα… Μιλάς σκληρά, για μια πόλη που γνωρίζεις καλά.. Γεννήθηκα στο Παρίσι το 1951 και έχω ζήσει εκεί σχεδόν όλη μου τη ζωή. Γνωρίζω κάθε «εκατοστό» αυτής της πόλης και έχω σίγουρα νιώσει τα διαφορετικά συναισθήματα που μπορεί να σου προκαλέσει- την απομόνωση στο διαμέρισμα σου, ή ανάμεσα στους εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που συναντάμε καθημερινά. Ήμουν φοιτητής στην Αρχιτεκτονική όταν πρωτοένιωσα αυτή τη μεγάλη μοναξιά. Και ήταν ένα συναίσθημα τόσο ισχυρό, που με έβγαλε στο δρόμο. Γι’ αυτό κάνω “stencils”- αφήνω εικόνες μου στο δρόμο και γράφω από κάτω το όνομα μου. Οι χιλιάδες άνθρωποι που βλέπουν τα έργα μου, είναι για μένα η καλύτερη θεραπεία της ανωνυμίας και της απομόνωσης που νιώθω ανάμεσα στα πλήθη. Δεν αγνοώ τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους φωνάζω μ’ αυτόν τον τρόπο, τους μιλώ. Με τα stencils μου, δείχνω σε όλους ότι είμαι εδώ, ζωντανός και μαζί τους. Προτιμάς όμως να δουλεύεις μόνος.. Ναι. Μην ξεχνάς ότι το stencil, όπως και το γκραφίτι, είναι μορφές τέχνης που βρίσκονται στην παρανομία. Και έχω παρατηρήσει ότι κάθε φορά που με συλλάμβανε η αστυνομία, ήμουν μαζί με κάποιον. Όταν είμαι μόνος μου, προσέχω πολύ περισσότερο Πότε ήταν πιο άνετα τα πράγματα με τους μπάτσους; Όταν το γκράφιτι ήταν άγνωστο σαν μορφή έκφρασης, ή σήμερα; Στην αρχή, η αστυνομία δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι είναι το γκραφίτι. Με ρωτούσαν μόνο, αν τα stencils μεταφέρουν κάποιο πολιτικό μήνυμα. Τους απαντούσα όχι, δεν είναι πολιτική, αλλά τέχνη και έφευγαν μουρμουρίζοντας, «τι υπέροχος άνθρωπος». Σήμερα, αν συλληφθείς στη Γαλλία να κάνεις γκράφιτι, έχεις μπλέξει... Σε έχουν συλλάβει ποτέ; Εκατοντάδες φορές. Το 1990 οδηγήθηκα κιόλας στο δικαστήριο, όπου καταδικάστηκα σε φυλάκιση, πλήρωσα πρόστιμο και αναγκάστηκα να καθαρίσω τον τοίχο που είχα «λερώσει». Τελευταία φορά που με συνέλαβαν ήταν στο Μπουένος Άιρες- αφηρημένος, ζωγράφιζα έναν τοίχο δίπλα σε αστυνομικό τμήμα. Με κρατήσανε τρεις ώρες, μου εξήγησαν ότι το γκράφιτι στην Αργεντινή είναι παράνομο και πως αν με συλλαμβάνανε ξανά, θα αντιμετώπιζα ποινή φυλάκισης. Όταν με άφησαν, έκαναν το λάθος να μου επιστρέψουν τα πινέλα και τα υπόλοιπα «σύνεργα» μου. Δέκα λεπτά αργότερα, ζωγράφιζα έναν άλλο τοίχο.


Ποια «σύνεργα» χρειάζεται κάποιος για να κάνει stencils; Ένα χαρτόνι, ένα κοπτικό εργαλείο και πινέλα ή σπρέι- στο stencil οι περισσότεροι χρησιμοποιούν πινέλα, αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει στο γκράφιτι. Θα σου εξηγήσω την τεχνική- αν ξέρεις να ζωγραφίζεις είναι πολύ απλό. Σ’ ένα χαρτόνι σχεδιάζεις την εικόνα, ή το σύνθημα που θες. Όταν τελειώσεις με το ζωγραφικό «κομμάτι», κόβεις το περίγραμμα του σχεδίου. Κολλάς το χαρτόνι πάνω στον τοίχο σου, ή πάνω σε όποια επιφάνεια θες- και βάφεις. Πότε είδες για πρώτη σου φορά ένα stencil, ή γκράφιτι; To πρώτο γκράφιτι…ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 60, ένα πορτραίτο του Μουσολίνι, από τον δεύτερο παγκόσμιο. Ήταν ζωγραφισμένο σαν stencil, σε έναν τοίχο της Πάντοβα… Το 1971 ταξίδεψα στις Η.Π.Α. και είδα τους τοίχους στο μετρό και τα ανοιχτά γήπεδα μπάσκετ της Νέας Υόρκης, γεμάτους από γκράφιτι και tags (φράσεις σαν συνθήματα). Ήταν ένα κίνημα, τόσο φρέσκο και απροσδιόριστο ακόμα, που όταν ρώτησα τον νεοϋορκέζο φίλο που με φιλοξενούσε, τι σημαίνουν όλα αυτά τα σχέδια, δε μπόρεσε να μου εξηγήσει. «Κάτι τρελοί τα φτιάχνουν αυτά», έτσι μου είχε πει. Αλλά εγώ ήμουν ήδη σοκαρισμένος από αυτήν τη νέα «έκφραση», καταλάβαινα ότι κάτι πολύ δυνατό αρχίζει να συμβαίνει στην πόλη.


Και Blek, πότε ζωγράφισες το πρώτο σου stencil; Το 1981, στο Παρίσι. Ήταν μια σειρά πορτραίτων μου με το όνομα “Blek”, «ταγκαρισμένο» κι αυτό πάνω στον τοίχο. Ήμουνα νέος τότε, ο πρώτος κιόλας που μεταχειρίζονταν την παλιά τεχνική του stencil, σαν τρόπο για μια καινούργια μορφή «αστικής» τέχνης στο δρόμο. Μαζί με τον φίλο μου Gerard, ήμασταν οι μόνοι που κάναμε γκράφιτι στο Παρίσι- νιώθαμε ότι η πόλη μας ανήκει. Σήμερα, είμαστε χιλιάδες καλλιτέχνες που ανακατευόμαστε μ’ αυτό που ονομάζουμε “street art” (τέχνες του δρόμου). Το προσωπικό μου συναίσθημα δε μπορεί μάλλον, να είναι ακόμα τόσο έντονο, τόσο «φανατισμένο»- νιώθω όμως τώρα ότι συμμετέχω και σε μια μεγάλη οικογένεια. Ανήκεις στην γενιά του «Μάη του ‘68», φαντάζομαι λοιπόν θα είσαι εξοικειωμένος με σλόγκανς και συνθήματα…Τα stencils σου, μήπως είναι συνθήματα κι αυτά; Με σύμβολα και εικόνες, αντί για γράμματα και λέξεις; Όχι, εγώ νιώθω απλά σαν κάποιος που προσπαθεί να αφήσει το σημάδι του, ένα ίχνος πίσω του. Δεν πιστεύω πια στην πολιτική και απεχθάνομαι τα «πολιτικά μηνύματα» στην τέχνη. Ο καλλιτέχνης πρέπει να φέρει κοινωνικό μήνυμα- δεν είναι πολιτικός. Στο γκραφίτι ειδικά, που πολλές φορές εκτρέπεται σαν έκφραση και εκπέμπει μια επιθετικότητα προς τους ανθρώπους, θέλω να είμαι πολύ υπεύθυνος. Χιλιάδες άνθρωποι βλέπουν τα μηνύματα μου, «διατυπωμένα» στους τοίχους των δρόμων μας… Ποιο είναι λοιπόν το σημαντικότερο κριτήριο, που «χαράσσει» την τέχνη σου; H ομορφιά. Ακόμα και «σκέτη», μόνη της, η ομορφιά ενός έργου τέχνης, είναι το πιο σημαίνον τμήμα του μηνύματος που αυτό απηχεί. Έχεις σχεδιάσει πάνω από 40 ανθρώπινες φιγούρες . Τα “alter ego” σου, τα «ετερώνυμα» σου, να υποθέσω; Ναι, καθεμιά από τις ανθρώπινες φιγούρες που έχω σχεδιάσει, είναι κι ένας χαρακτήρας. Ορισμένες από αυτές είναι τα εικαστικά μου “alter ego”, κάποιες άλλες εικονίζουν απλά ανθρώπους που θαυμάζω. Αλλά υπάρχουν ανάμεσα σ’ αυτές τις φιγούρες, μορφές ανθρώπων που συνάντησα στο δρόμο τυχαία, που βρεθήκαμε για μια στιγμή σε όλη τη ζωή μας- ή που μόνο ονειρεύτηκα. «Παίζεις» πολύ και με τον τόπο, το «περιβάλλον» μέσα στο οποίο ζωγραφίζεις κάθε stencil σου. Επιδιώκω αλήθεια να «παίζω» στην τέχνη μου, θέλω να συνδυάζω μεταξύ τους μέρη και μορφές. Τι θέλω να πω: αν ζωγραφίσω ένα πρόβατο, κάτω από την ταμπέλα που γράφει, «οδός ντε Σεντ Εξιπερί», πολλοί θα σκεφτούν συνειρμικά τον «Μικρό Πρίγκιπα». Αν όμως

«αφήσω» την ίδια εικόνα, το πρόβατο δίπλα σε ένα εστιατόριο, το αντανακλαστικό μήνυμα της νέας «σύνθεσης» θα είναι εντελώς διαφορετικό. Κι αυτό το λατρεύω. Θα μπορούσα να το διατυπώσω και σαν ένα κανόνα που ισχύει σ’ όλες τις «τέχνες του δρόμου». Το μήνυμα του ίδιου έργου είναι σε κάθε μέρος διαφορετικό. Σε ενοχλεί το ότι ο καθένας μπορεί να σκεπάσει ή να καταστρέψει ένα stencil σου; Έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική κι αυτό με έχει βοηθήσει πολύ στο να αντιλαμβάνομαι πως μια πόλη ζει και ποιες είναι οι ανάγκες της. Οι εικόνες μου είναι εφήμερα έργα τέχνης. «Αντέχουν» συνήθως μερικές βδομάδες, μπορεί και μόνο λίγες μέρες. Μου αρέσει αυτό. Γιατί, ενώ πιστεύω ότι η πόλη χρειάζεται τις παρεμβάσεις των καλλιτεχνών, δε θεωρώ ότι το έργο τους πρέπει να υπάρχει για μια αιωνιότητα. Στην πόλη τα πάντα εξελίσσονται σε πολύ γρήγορους ρυθμούς. Οι «τέχνες του δρόμου» πρέπει να αντανακλούν αυτή την ταχύτητα και η πιθανότητα της καταστροφής ενός stencil μου, είναι μέρος του παιχνιδιού. Το διασκεδάζω πολύ, όταν κάποιος προσθέτει δικά του στοιχεία σ’ ένα stencil μου. Το έργο έτσι μετατρέπεται σε μια φόρμα επικοινωνίας, μεταξύ ανθρώπων που δε γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα «μαγικά» πράγματα, που μπορεί να συμβούν σε μια πόλη. Πόσο επηρεασμένος νιώθεις από την “pop art” ; Από ανθρώπους όπως ο Warhol, ή ο David Hockney ; Λάτρευα τον Hockney, ειδικά τη δεκαετία του ’70. Τον είχα δει από κοντά, σε μια γκαλερί στο Παρίσι. Κάθισα δίπλα του, αλλά δε βρήκα το θάρρος να του μιλήσω, κι αυτό είναι ένα απ’ τα πράγματα που έχω μετανιώσει περισσότερο στη ζωή μου. Για τον Warhol είναι πολύ δύσκολο να κάνω κάποια κριτική. Έχει δοκιμάσει τα πάντα στην τέχνη, όπως ο Πικάσο στη δική του εποχή. Και νομίζω ότι οι «τέχνες του δρόμου», είναι αποτέλεσμα αυτού του κινήματος, της “pop art”. Πια δεν «περιορίζεσαι» στον δρόμο, εκθέτεις και ο ίδιος σε γκαλερί… Δε ζήλεψα ποτέ τη ζωή ενός καλλιτέχνη που δημιουργεί μόνος του στο στούντιο ή το ατελιέ του. Είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις στο σημείο όπου πια εκθέτεις, μπορεί να περάσουν πολλά χρόνια και να ξέρουν τη δουλειά σου μόνο η οικογένεια και οι φίλοι σου. Για χρήματα, δε γίνεται λόγος… Για πολλά χρόνια εγώ αναγκαζόμουν να εργάζομαι σαν αρχιτέκτονας για να ζω- δεν υπήρχε άλλος τρόπος, είμαι παντρεμένος και έχω ένα δωδεκάχρονο γιο. Αλλά μια «τέχνη του δρόμου», όπως το stencil, εξασφαλίζει στον κάθε δημιουργό τη μέγιστη ικανοποίησηκαθημερινά δείχνει, εκθέτει τα έργα του σ’ ένα κοινό χιλιάδων ανθρώπων. Όσο για μένα, μεγαλώνω σιγά σιγά… και είναι πολύ σημαντικό να εκθέτω αντίτυπα των stencils μου σε γκαλερί. Για τους συλλέκτες.


Το περιγράφεις σαν να αναγκάστηκες. Όχι, δε με ανάγκασε κανείς, είναι επιλογή μου. Μου έχουν προτείνει αρκετές φορές να ασχοληθώ και με τη διαφήμιση. Έχω αρνηθεί, γιατί αν και προωθώ την τέχνη μου απ’ τη στιγμή που ζωγράφισα το πρώτο μου stencil, δε μπόρεσα ποτέ να συναρμολογήσω στο μυαλό μου ένα διαφημιστικό πρότζεκτ. Πρέπει απλά να κερδίζω κάποια χρήματα. Αυτές τις μέρες, παρουσιάζεται έκθεση μου (και του Banksy) στη “Leonard Street Galley”, στο Λονδίνο. Για μένα είναι η τρίτη φορά που εκθέτω εκεί- και μόνο μέσα σ’ ένα χρόνο. Όμως αυτό δε με εμποδίζει να σου πω, ότι μισώ το γαλλικό κατεστημένο και κύκλωμα των τεχνών. Ανόητοι άνθρωποι οι περισσότεροι, χωρίς κανένα πάθος για την τέχνη, πέρα από την τιμή της… Ποια τέχνη είναι για σένα μοντέρνα; Αυτή που γίνεται κατανοητή και από τους «νορμάλ» ανθρώπους…και όχι μόνο από μια περιορισμένη ελίτ, με μια υποτιθέμενη γνώση των τεχνών. Η πραγματικά μοντέρνα τέχνη, είναι προσβάσιμη απ’ όλους μας. Στη μεσαία λωρίδα της γαλλικής σημαίας, έχεις σκιτσάρει έναν παρία… Η Γαλλία, φίλε μου, είναι μια βάρκα που βυθίζεται. Θέλω να φύγω το συντομότερο από ‘δω. Και να ταξιδέψεις; Ίσως κάνω πραγματικότητα το όνειρο μου. Μπορεί σε εσάς τους Έλληνες να ακουστεί κάπως «μεγαλομανές», αλλά πάντα ήθελα να ταξιδέψω απ’ τη Μακεδονία έως την Ινδία, ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους που διέσχισε ο Μέγας Αλέξανδρος. Και σε κάθε πόλη απ’ όπου πέρασε, να αφήνω μια εικόνα μου. Θα το κάνω κάποια μέρα αυτό το ταξίδι. Κι ας σου φαίνεται εσένα, μια αστεία μεγαλομανία μου…


Jimmy

Massey Το «σκουλήκι» που έβγαλε το αλεξίσφαιρο… έγινε πεταλούδα; Σταμάτης Μπενέτος

φωτό: Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος

Ποιος είναι ο Τζίμι Μάσεϊ; Ένας πρώην πεζοναύτης των Η.Π.Α. που αίφνης φύτρωσαν στην πλάτη του ροζ φτερά και έγινε αγγελούδι της ειρήνης; Πρώην φονιάς αμάχων ή ένας άνθρωπος, που «έμπλεξε» σ’ ένα επάγγελμα ανθυγιεινό… σε ένα δύσκολο, θολό καθήκον; Ήρωας ή αδύναμος ο Τζίμι Μάσεϊ; Ατρόμητος «για πάντα πεζοναύτης» ή καταθλιπτικός από φύσει του; Τον γνώρισα. Δε μπορώ όμως να τον κρίνω. Εάν επρόκειτο για ερώτηση σε γκάλοπ, θα βρισκόμουν στη δύσκολη θέση του άσχετου -«δε γνωρίζω/ δεν απαντώ»… Στην ομιλία του στη Νομική, το κοινό προσπάθησε σκληρά με τις ερωτήσεις να τον χρίσει πνευματικό συγγενή του Νόαμ Τσόμσκυ. Ο Τζίμι δεν τα πήγε καλά -αν ήταν οντισιόν δεν θα έπαιρνε τον ρόλο… Όταν τον γνώρισα από κοντά, σ΄ ένα μικρό καφέ στο Σύνταγμα, είδα έναν μετανιωμένο άνθρωπο που αγωνιά να ξορκίσει τους εφιάλτες του. Ο ίδιος προς το τέλος ψέλλισε ένα σιγανό, αμήχανο «I’ll try to save the world…» -δικαιολογείστε τον, λίγο αργότερα θα μιλούσε απ’ τον άμβωνα της εξέδρας στο πλήθος. Θεώρησα τη φράση του σαν το χαστούκι στον πυγμάχο πριν εφορμήσει στην αρένα του -ο «κόουτς» ήταν απασχολημένος κι έτσι ο Τζίμι αυτομαστιγώθηκε. Να τον αποθανατίσουμε στο πόντιουμ με φόντο τη Βουλή των Ελλήνων να αστράφτει από τον ήλιο του θερμοκηπίου… να σηκώσει τα μανίκια του, να βγάλει αν θέλει και τη μπλούζα για να «τραβήξουμε» τα τατουάζ ή μήπως να του ζητήσουμε ευγενικά να βάλει ένα τραπεζομάχαιρο στο στόμα και την κορδέλα του Ράμπο στα μαλλιά; Μας τυράννησαν αυτά τα ερωτήματα. Πώς να σας τον παρουσιάσουμε, τι να τον βάλουμε να παραστήσει, για να κρατήσουμε στο κείμενο τα περισσότερα βλέμματα. Τελικά είπαμε ότι έχει φάει αρκετά σκατά στη ζωή του. Δεν του ζητήσαμε τίποτα. Κι αν στις φωτογραφίες καπνίζει, μιλάει με ένταση και το βλέμμα του συχνά «αφαιρείται» -έτσι είναι ο Τζίμι τελικά. Ένα πρώην μαγκάκι που έφαγε τα μούτρα του, ένα αρτιμελές προϊόν της Αμερικής και του κόσμου -«άγουρο», από τα δεκαεννιά του χρόνια τον μόρφωναν στρατιώτη στο καλύτερο «κολέγιο». Και όταν διατάχτηκε να σκοτώσει, δεν είπε «αρνούμαι να εκτελέσω κύριε», η εκπαίδευση του ήταν πολύ ποιοτική -και «ποιητική» καθόλου. Μέσα απ’ το χάμερ του ξεφώνιζε ο Τζίμι «hell, yeah!» και αλαλαγμούς. Σκότωνε και το στέρεο έπαιζε κάντρι. Τώρα ταξιδεύει σ’ όλον τον κόσμο και μιλάει στους ανθρώπους για όσα έζησε και κατάλαβε απ’ τον πόλεμο, αλλά ξυπνάει από αίματα στον ύπνο του και ακούει «εκρήξεις» από φθαρμένα λάστιχα και σακουλάκια τσιπς… Δεν λέω ότι είναι δίκαιο, αλλά ίσως ο μόνος τρόπος για να απαντήσει ο ίδιος κάποτε το δύσκολο (για τον καθένα) ερώτημα του γκάλοπ… «Ποιος είναι ο Τζίμι Μάσεϊ τελικά;»


Τζίμι, είπες στην ομιλία σου στη Νομική πως κατατάχτηκες στο στρατό, εξ’ αιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζες τότε. Τι θυμάσαι απ’ αυτήν την περίοδο της ζωής σου; Αποφοίτησα απ’ το λύκειο το 1990 και πήγα σ’ ένα τεχνικό κολέγιο για να σπουδάσω μηχανικός αυτοκινήτων. Έμεινα εκεί για ένα χρόνο, στη διάρκεια του οποίου έκανα δυο δουλειές για να τα βγάζω πέρα. Βλέπεις, ο πατριός μου ήταν εργάτης στη μεταλλουργία και συνδικαλιστής –όταν το συνδικάτο διαφωνούσε με τις εταιρείες, συχνά ο ίδιος έχανε τη δουλειά του- και η οικογένεια μας κάθε εισόδημα. Δε μπορούσαν να υποστηρίξουν οικονομικά τις σπουδές μου και τα παράτησα. Ξεκίνησα να δουλεύω στις πετρελαιοπηγές, στο Τέξας αρχικά και αργότερα στη Νέα Ορλεάνη. Αλλά ήμουν πολύ νέος, δεκαεννιά χρονών… πήρα μερικά λεφτά στα χέρια μου και «ξέφυγα», έπινα πολύ και συνεχώς «γλεντούσα» –έχασα το σπίτι μου, το αυτοκίνητό μου και τελικά έμεινα άστεγος. Καθώς λοιπόν πήγαινα σε μια συνέντευξη για δουλειά, είδα έναν πεζοναύτη στρατολόγο. Δεν είχα απλά ανάγκη για δουλειά, στην κυριολεξία πεινούσα, ζούσα ζητιανεύοντας ψιλά στο δρόμο. Μίλησα μαζί του και δέχτηκα να γίνω πεζοναύτης -γιατί κανείς δε με ανάγκασε– όταν κατάλαβα ότι είχα δύο επιλογές: να γίνω γκάνγκστερ του καπιταλισμού ως επαγγελματίας στρατιώτης ή γκάνγκστερ κυριολεκτικά… στους δρόμους. Τη στιγμή που κατατάχτηκες, είχες σκεφτεί ότι υπάρχει ένα ρεαλιστικό ενδεχόμενο να πολεμήσεις; Και να σκοτώσεις ανθρώπους ακόμα; Αρχικά σκεφτόμουν τα λεφτά, τη μόρφωση και τη στέγη που μου έλειπε. Φυσικά ήξερα ότι υπήρχε περίπτωση να πάρω μέρος σε μάχη, να σκοτώσω ανθρώπους. Γνώριζα όμως επίσης, ότι αν η Αμερική εμπλεκόταν σε έναν παράνομο πόλεμο είχα σαν πεζοναύτης το δικαίωμα να αψηφήσω τις εντολές μου και να φύγω. Απολαμβάνει κάθε στρατιώτης ένα τέτοιο δικαίωμα; Ναι, τυπικά τουλάχιστον. Αλλά το ρίσκο είναι μεγάλο, μπορεί να φυλακιστείς, να χαρακτηριστείς δειλός ή προδότης για όλη σου τη ζωή. Εκείνο τον καιρό προτεραιότητά μου, σου ξαναλέω, ήταν πως, ο Τζίμι Μάσεϊ θα καταφέρει να επιβιώσει στην Αμερική. Σαν πολίτης, σα νέος άνθρωπος πριν το στρατό, σε γοήτευε καθόλου η ιδέα του πολέμου; Νομίζω ότι κάθε αμερικανός είναι λίγο πολύ φιλοπόλεμος. Γενικά η αμερικάνικη νοοτροπία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «φιλοπόλεμη». Μεγαλώνουμε με την ιδέα ότι η χώρα μας είναι ένα είδος «παγκόσμιας αστυνομίας» και τα βιβλία της ιστορίας μας δεν απεικονίζουν τους πραγματικούς λόγους που κάθε φορά μας οδηγούν σε πόλεμο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι ανθρώπων τους οποίους οι στρατολόγοι «στοχεύουν»; Ο στρατός δέχεται όποιον έχει σφυγμό. Δεν έχει σημασία αν έχεις σπουδάσει ή αν δεν έχεις καν τελειώσει το λύκειο. Πολλοί κατατάσσονται αμέσως μετά το σχολείο για να σπουδάσουν με τα χρήματα που θα κερδίσουν. Άλλοι, που έχουν σπουδάσει ήδη με δάνεια, κατατάσσονται για να τα αποπληρώσει η υπηρεσία. Ο στρατός επίσης συνηθίζει να στέλνει κάποιους στο κολέγιο –ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς, σπούδασα ενόσω υπηρετούσα. Για να καταλάβεις ότι οι στρατολόγοι εμφανίζονται όπου μυριστούν «ανάγκη», μετά τον τυφώνα «Κατρίνα», έσκασαν μύτη στη Νέα Ορλεάνη και πρόσφεραν «δουλειά με μέλλον» στους πληγέντες αφροαμερικανούς, κίνηση που αποδείχτηκε όχι ιδιαίτερα σοφή. Σκέψου τις σκηνές απείρου κάλλους που ακολούθησαν. Άκουσαν αρκετά «Get the fuck outta here» για όλη τους τη ζωή… Αυτοί, που στρατολογούν ακόμα και ανθρώπους διανοητικά καθυστερημένους. Πόσο πιστά αναπαριστούν ταινίες σαν το «Full Metal Jacket» την πραγματικότητα της εκπαίδευσης στο σώμα των πεζοναυτών; Ότι βλέπεις στην αρχή της ταινίας είναι εκατό τοις εκατό αληθινό. Ο R. Lee Ermey, ο ηθοποιός που παίζει τον εκπαιδευτή, είναι πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του Βιετνάμ. Στη διάρκεια της πραγματικής εκπαίδευσης, εξευτελίζεσαι με κάθε τρόπο, ηθικά, πνευματικά, σωματικά. Σκοπός της εκπαίδευσής μας είναι να νικήσουμε το φόβο. Και για να γίνει αυτό, θεωρούν πως πρέπει να μας μετατρέψουν σε κάτι διαφορετικό από ανθρώπους. Ποια ήταν η πρώτη σου αποστολή στο Ιράκ; Η πρώτη σου μέρα εκεί; Την πρώτη μέρα, ένας από τους άντρες της διμοιρίας μου έχασε το πόδι του από μία νάρκη, ενώ προσπαθούσε να απομακρύνει ιρακινούς πολίτες απ’ την περιοχή. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα τότε, ήταν πόσο καθάρματα είναι… Τοποθέτησαν νάρκες σε κατοικημένη περιοχή, παραβαίνοντας τη συνθήκη της Γενεύης και κάθε άγραφο νόμο του πολέμου. Τελικά, εκείνη τη μέρα, ένας αμερικανός στρατιώτης ακρωτηριάστηκε και παραλίγο να σκοτωθεί από τις νάρκες του αμερικάνικου στρατού. Και το αστείο με την ερώτησή σου είναι πως τα περισσότερα ειδησεογραφικά δίκτυα εκείνο τον καιρό, δημιουργούσαν την αίσθηση πως πρώτη προτεραιότητα της


αποστολής μας ήταν η διανομή της ��νθρωπιστικής βοήθειας στον ταλαιπωρημένο απ’ τη δικτατορία του Σαντάμ, λαό του Ιράκ. Η δικιά μου πρώτη αποστολή δεν είχε κανένα ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Είχα εντολές να φυλάξω τις πετρελαιοπηγές στη Ραμάλα, νότια της Βασόρας. Είχατε κάποιες συγκεκριμένες οδηγίες για τη συμπεριφορά σας απέναντι στους πολίτες; Οι αναφορές που έφταναν σε μας απ’ τις υπηρεσίες πληροφοριών υποδείκνυαν κάθε ιρακινό πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη. Και μας σύστηναν να τους αντιμετωπίζουμε ανάλογα: πρώτα να πυροβολούμε και ύστερα να ρωτάμε. Η συνθήκη της Γενεύης που είχαμε αποστηθίσει στην πρώτη εβδομάδα της εκπαίδευσής μας, τέθηκε απ’ την πρώτη μέρα σε αχρηστία. Αυτό που θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, είναι οι συχνές δολοφονίες απλών πολιτών στα σημεία ελέγχου. Είχαμε οδηγίες να πυροβολούμε ακόμα και ασθενοφόρα. Υποτίθεται ότι οι Φενταγίν, τα έκλεβαν και τα χρησιμοποιούσαν σε επιθέσεις αυτοκτονίας. Πυροβολούσαμε τα οχήματα, ψάχναμε εξονυχιστικά, αλλά δε βρήκαμε ποτέ, εγώ τουλάχιστον, ούτε όπλα ούτε εκρηκτικά. Μόνο νεκρούς πολίτες. Αντίστροφα, ποια ήταν η στάση των ιρακινών πολιτών απέναντί σας; Ήταν πολύ πιο φιλικοί απ’ ότι εμείς… Όταν μπαίναμε στις πόλεις, πολλοί έρχονταν κοντά, μας κερνούσαν τσάι κι έβαζαν λουλούδια στα κράνη μας. Θυμάμαι τότε τον εαυτό μου… που φώναζα στους στρατιώτες μου να βγάλουν τα λουλούδια γιατί αυτό δεν ήταν «προβλεπόμενο». Όσο προελαύναμε από νότο προς βορά, το βιοτικό επίπεδο των ντόπιων φαινόταν καλύτερο. Οι ίδιοι έδειχναν λιγότερο εξασθενημένοι και ταλαιπωρημένοι απ’ τον πόλεμο. Αλλά σε κάθε περίπτωση, η επιβίωσή τους εξαρτιόταν περισσότερο απ’ τη μαύρη αγορά παρά την ανθρωπιστική βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών. Τους ρωτούσα, πως τα βγάζουν πέρα με την ελάχιστη αυτή ανθρωπιστική βοήθεια του ΟΗΕ και μου απαντούσαν, «μην ανησυχείς, έχουμε το δικό μας σύστημα». Για όσους είχαν κάποια χρήματα το «σύστημα» λειτουργούσε. Πολλοί λένε ότι στο Ιράκ, ο αμερικανικός στρατός δεν πολέμησε ποτέ πραγματικά. Εσύ, συμμετείχες σε αληθινή μάχη; Μόνο σε αψιμαχίες. Έφηβοι που έριχναν μερικές ριπές και το έβαζαν στα πόδια… Κάτι όχι πολύ διαφορετικό από τις μάχες των συμμοριών του νοτιοκεντρικού Λος Άντζελες. Ο πόλεμος στο Ιράκ είναι κιόλας ο πρώτος πόλεμος στη σύγχρονη ιστορία, όπου συμμετείχαν πραγματικά, πολεμώντας μαζί μας και όχι σε βοηθητικά ή διοικητικά καθήκοντα, οι γυναίκες. Ήταν πολύ διαφορετικά από τις μάχες του Βιετνάμ, όπου έβλεπες τους εχθρούς να τρέχουν κατά πάνω σου. Στην οργάνωση μας «Βετεράνοι του Ιράκ ενάντια στον πόλεμο» συμμετέχουν μόνο άνθρωποι που έχουν πάρει ενεργά μέρος σ’ αυτό που αποκαλούνε «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Έχουμε όμως πολύ καλές σχέσεις με τους αδελφούς μας που πολέμησαν στο Βιετνάμ, μιλάμε μαζί τους, μας συμβουλεύουν και μας μεταφέρουν τις εμπειρίες τους. Η δικιά μας αποστολή στο Ιράκ, δεν ήταν τόσο να πολεμήσουμε όσο να φυλάσσουμε τις πετρελαιοπηγές μέχρι να έρθουν οι Βρετανοί για να αναλάβουν. Αυτοί έστηναν τα στρατόπεδα τους στην περίμετρο των πετρελαιοπηγών κι εμείς προχωρούσαμε βορειότερα. Είδες εκείνες τις πρώτες μέρες του πολέμου, ανθρώπους των μεγάλων πετρελαϊκών ή κατασκευαστικών εταιρειών στην περιοχή; Πολύ συχνά. Κυκλοφορούσαν ελεύθερα όπου ήθελαν, ντυμένοι με πανομοιότυπες γκρι φόρμες εργασίας, μέσα σε πολιτικά τζιπ. Εμείς παριστάναμε τους σωματοφύλακές τους… Ποια ήταν η χειρότερη, η πιο απάνθρωπη στιγμή της εμπειρίας σου στο Ιράκ; Θυμάμαι πολύ έντονα, τη σφαγή των διαδηλωτών στην περιοχή του Αλ-Ρασίντ, νότια της Βαγδάτης. Απ’ την πλευρά του πλήθους ακούστηκε ένας πυροβολισμός και οι πεζοναύτες αμέσως ανοίξαμε πυρ. Σκοτώσαμε πολλούς διαδηλωτές. Μετά το «επεισόδιο», ερευνήσαμε το μέρος για τυχόν όπλα ή ιρακινούς μαχητές της αντίστασης. Δε βρήκαμε τίποτε. Μόνο νεκρούς διαδηλωτές. Και δε θα ξεχάσω ποτέ τα πρόσωπα των παιδιών, αφυδατωμένα, σκελετωμένα, με τα ζυγωματικά τους εξογκωμένα. Σαν τα παιδιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Πήρες ποτέ τη διαταγή να ψάξεις για τα περιβόητα τότε, «όπλα μαζικής καταστροφής»; Ναι, είχα και τέτοιες διαταγές. Αλλά θα σου πω μια ιστορία, για να καταλάβεις την κενότητα, την προχειρότητά τους. Από τον Ο.Η.Ε. μας είχανε υποδείξει μια περιοχή στα περίχωρα της Βαγδάτης, σαν στρατόπεδο εκπαίδευσης τρομοκρατών, όπου ίσως υπήρχαν και όπλα μαζικής καταστροφής. Το κρίσιμο στοιχείο που τους είχε οδηγήσει σ’ αυτό το συμπέρασμα, ήταν η άτρακτος ενός Μπόινγκ-707, μέσα σ’ ένα παρατημένο ιρακινό στρατόπεδο. Εισβάλλαμε στην περιοχή, σκοτώσαμε πολλούς πολίτες αλλά βρήκαμε μόνο ένα παλιό στρατόπεδο με μια άτρακτο αεροπλάνου… Πανομοιότυπη μ’ αυτές που υπάρχουν σε κάθε αμερικάνικη βάση, σε όλον τον κόσμο, για την εκπαίδευση των αλεξιπτωτιστών.


Εσύ, χρειάστηκε ποτέ να σκοτώσεις; Ναι. Και εφ’ όσον επέλεξα τη ζωή του επαγγελματία στρατιώτη, είναι κάτι αναμενόμενο. Γιατί απ’ τη στιγμή που κατατάσσεσαι στους πεζοναύτες, είναι σα να μπαίνεις σε μια ομάδα ποδοσφαίρου: προπονείσαι εντατικά και περιμένεις τη στιγμή που επιτέλους θα παίξεις κι εσύ μπάλα. Όταν έρθει αυτή η στιγμή, η ώρα της μάχης, ενθουσιάζεσαι. Αναρωτιέσαι αν η εκπαίδευσή σου, άξιζε τον κόπο. Τη στιγμή που σκοτώνεις κάποιον, την ίδια εκείνη στιγμή, νιώθεις «ανεβασμένος» και την αδρεναλίνη σου να εκρήγνυται. Εγώ, απ’ όταν κατάλαβα ότι οι άνθρωποι που σκοτώνω δεν είναι καν στρατιώτες αλλά απλοί πολίτες, βρέθηκα από το ζενίθ της αδρεναλίνης μου στην απόλυτη θλίψη. Αυτή νομίζω ότι είναι και η «λεπτή κόκκινη γραμμή» ανάμεσα στον επαγγελματία στρατιώτη και το μισθοφόρο. Ή τον ψυχοπαθή... Και πίστεψέ με, στο σώμα των πεζοναυτών έχω συναντήσει πολλούς ψυχοπαθείς. Ανέφερες ποτέ στους ανώτερούς σου όλες αυτές τις παρατυπίες και τα εγκλήματα που είδες; Τους μίλησα. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Με χαρακτήρισαν αντιρρησία συνείδησης και μου είπαν: «εντάξει λοχία Μάσεϊ, καταλαβαίνουμε ότι καταγγέλλεις παραβάσεις της συνθήκης της Γενεύης αλλά αυτοί οι ισχυρισμοί σου, δεν έχουνε καμία βάση.» Η ιστορία μου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα των πεζοναυτών μαζί με το σχόλιο ενός συναδέλφου μου –«αν και η έννοια του πρώην πεζοναύτη δεν υφίσταται, ο Τζίμι Μάσεϊ είναι η εξαίρεση.» Αυτό σήμαινε ότι ήμουν πλέον στη μαύρη λίστα. Δειλός και προδότης. Όταν επέστρεψες στις Η.Π.Α., φαντάζομαι δεν έτυχες της υποδοχής ενός «ήρωα»… Για τους αμερικανούς, σε τέτοιες περιπτώσεις «ήρωας» είναι όποιος κρατά το στόμα του κλειστό. Σήμερα συνάντησα στο δρόμο μια παρέα αμερικανών τουριστών- όταν τους είπα ποιος είμαι και γιατί βρίσκομαι εδώ, έδειξαν τουλάχιστον αμήχανοι. Στις Η.Π.Α. ζω με την αναπηρική μου σύνταξη, 2.300$ το μήνα. Θα κέρδιζα πολλά παραπάνω αν δεν αποτασσόμουν, αλλά δεν είμαι κι άσχημα -άλλοι βετεράνοι ζούνε στο δρόμο ή ακόμα, γίνονται και αυτόχειρες. Το τελευταίο διάστημα μόνο, αυτοκτόνησαν δύο άτομα, μέλη του συλλόγου μας. Πολλοί άλλοι, με τα πιστοποιητικά αναπηρίας που τους «χάρισε» ο πόλεμος, δε μπορούν να βρουν δουλειά. Ποιος θέλει να προσλάβει «σακάτηδες» ή «σαλεμένους»; Σε προσέγγισαν ποτέ άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών; Ή ένιωσες ποτέ να παρακολουθείσαι; Η CIA επισκέφτηκε τον ψυχίατρο του στρατού που πρωτομίλησα μαζί του -μου το ‘πε αργότερα ο ίδιος… Ένας από τους καλύτερούς μου φίλους στους πεζοναύτες, όταν αποστρατεύθηκε μπήκε στις μυστικές υπηρεσίες. Μάλιστα τότε μου είχε προτείνει, να «μεσολαβήσει» για να δουλέψω κι εγώ εκεί. Ένα χρόνο μετά την αποπομπή μου, κι ενώ είχα χαθεί απ’ τους παλιούς γνωστούς, είχα εγκατασταθεί στη Βόρεια Καρολίνα και είχα αλλάξει μέχρι και το νούμερο του κινητού μου, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ίδιος -μιλήσαμε για τα παλιά, κανονίσαμε να συναντηθούμε (κάτι που δεν έγινε ποτέ) και στο τέλος της κουβέντας μας, μου είπε: «πρόσεχε»… Αν μιλήσουμε ποτέ στο τηλέφωνο θα ακούσεις κι εσύ μια περίεργη ηχώ στα πρώτα δευτερόλεπτα και αν μου στείλεις κάποιο mail και δε σου απαντήσω, δοκίμασε πάλι. Ίσως να χάθηκε κάπου… Σήμερα, σε τι κατάσταση βρίσκεσαι; Συνεχίζω τη φαρμακευτική αγωγή μου, με αντικαταθλιπτικά για το μετατραυματικό στρες που μου έχουν διαγνώσει. Πριν ένα χρόνο, προσπάθησα να «κόψω» τα φάρμακα και διέκοψα για τρεις μήνες τη θεραπεία -κατέληξα να μη θέλω να βγω απ’ το σπίτι μου. «Τζίμι, μάλλον είναι ώρα να αρχίσεις ξανά…», μου είπε η γυναίκα μου. Ξέρεις, «μετατραυματικό στρες» δε σημαίνει ότι έχεις παραισθήσεις ή φλας μπακ. Όπως εγώ το βιώνω, είναι έντονες σκέψεις και αντανακλαστικοί συνειρμοί. Αν δω μια πεταμένη σακούλα στο δρόμο, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτώ δεν είναι «σκουπίδια», αλλά «άγνωστο αντικείμενο», πιθανότατα βόμβα… Οδηγώ πια, μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Γιατί, αν ακούσω ένα δυνατό θόρυβο, ένα λάστιχο να στριγκλίζει ή μια εξάτμιση να σκάει, το μυαλό μου επιστρέφει στον πόλεμο και το άγχος μου κορυφώνεται. Μετατράπηκες από «κομάντο» σε ακτιβιστή της ειρήνης. Ποιο είναι το κίνητρο σου; Όταν κατατάχτηκα στους πεζοναύτες, πούλησα την ψυχή μου. Τώρα, κάθε φορά που μιλάω για όλα αυτά, νιώθω να την κερδίζω πίσω. Σιγά σιγά… * Όσοι θέλουν να γνωρίσουν τον Τζίμι και να μάθουν την ιστορία του από τον ίδιο, μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο του «Kill, kill, kill». Κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Παπαζήση».


Χάρις στην μαγική ανάπτυξη του σώματός μου άρχισε η συρρίκνωση και διαστολή του δωματίου μου. Το κρεββάτι μου ωστόσο διαστελλόμενο επιμηκύνεται και στενεύει ώσπου να ζαρώσει Το λαβομάνο χάνει τη σύστασή του και αρχίζει να μαλακώνει. Η δασκάλα όταν πλένεται πίσω από το παραβάνι αρχίζει να φουσκώνει και τα φορέματά της σχίζονται μ’ ένα κρααχ οδυνηρό στ’ αυτιά… Και φαίνεται ο κάτασπρός της πισινός με από κάτω καθώς σκύβει μια τούφα ξανθοκόκκινες τρίχες που εξέχουν σα γενάκι από τη χαράδρα της σχισμής. Πλένεται τώρα χωρίς να υπάρχει λεκάνη μπροστά της κι εγώ γίνομαι μικρός μικρός κι απόμακρος ενώ εκείνη συνεχίζει να διαστέλλεται. Σε λίγο τα σύνορα του σώματός της θα πλησιάσουν στο κρεββάτι όπου βρίσκομαι ξαπλωμένος ανίκανος να εμποδίσω τη διαστολή της κι αρχίζει να καταλαμβάνει ολόκληρη την κάμαρα. Θα με περιλάβει κι εμένα μέσα της αν δεν κάνω κάτι –είπα στον εαυτό μου- κι έψαξα στο κομοδίνο πανικόβλητος για μια καρφίτσα να την ξεφουσκώσω. Όταν τη βρήκα η καρφίτσα άρχισε να μεγαλώνει και να γίνεται παχύτερη απ’ το σώμα μου. Πάω να τη σηκώσω αλλά είναι βαρύτερη από μένα κι αναγκάζομαι να την κυλήσω για να την κατευθύνω στον κάτασπρο πισινό της Μις Τουθ. Ελληνικά Δεσποινίς Δόντι, που συνεχίζει να διαστέλλεται. Καβαλώντας τη χοντρή πια καρφίτσα παίρνω φόρα και τη βυθίζω με ορμή στο δεξί μάγουλο του πισινού της.

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΕΝΑΗΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ ΚΑΙ ΣΜΙΚΡΥΝΣΗΣ (μια φιλοσοφική πραγματεία) 6:35 min


Ακούστηκε ένας συριγμός σαν να ξεφουσκώνει ένα τεράστιο μπαλόνι Ζέππελιν κι άρχισε να πετάει δεξιά κι αριστερά χτυπώντας τα έπιπλα. Σε λίγο έμεινε ένα ζαρωμένο κουρέλι στο πάτωμα. Αυτό με λύπησε πολύ και πήγα να τη συνεφέρω… όταν μια λάμψη φοβερή στο παράθυρο με τύφλωσε. Η Μις Τουθ σηκώθηκε με κόπο κι έκατσε γυμνή στην καρέκλα. Τα πόδια της έδειχναν σημάδια της ρυτίδωσης που είχε υποστεί… Αλλά η κόκκινη τούφα δεν εννοούσε να το βάλει κάτω κι άρχισε ν’ ανεμίζει απειλητικά ώστε σκέπασε τη μισή κοιλιά της και προς τα κάτω έφτασε στα μπούτια. Της λέω ΑΛΑΚΑΖΑΜ να πάψει η παραγωγή τριχών. Οπότε σταμάτησε η επέκταση κι άρχισε η συρρίκνωση… Σε λίγο δεν έμεινε παρά μια τούφα μικρή επάνω στη σχισμή που την έκρυψε με τα χέρια της επειδή ντρεπόταν την απογύμνωσή της. Δεν μπόρεσα να εξηγήσω την τριχόπτωση περισσότερο απ’ την τριχοπαραγωγή. Φαίνεται ότι ο κόσμος, το Σύμπαν έφταιγε λόγω της γειτνίασης ενός άστρου ουδετερόνιου που επηρέασε τις γήινες παραμέτρους διαταράσσοντας τις διαστάσεις των σωμάτων. Ξαφνικά βρέθηκε επάνω μου ξεφυσώντας. Τα βυζιά της στο στόμα μου έβγαζαν μικρές κραυγές που θύμιζαν την πρόζα του Ντες Εσσέιντ… Ενώ προς τα κάτω η χώρα ανάμεσα στα μπούτια της έτριζε σαν ξερόξυλα αναμμένα που έσκαγαν με μικρές εκπυρσοκροτήσεις. Κι έτσι τέλειωσε η πρώτη μεγεθυντική μου εμπειρία χωρίς περιττά δάκρυα ή αναστεναγμούς κάτι ανάλογο με ότι τράβηξε ο Μαλλαρμέ όταν μάθαινε αγγλικά.

6:35 min


6:35 min 6:35 min


Grameen Η τράπεζα των φτωχών

bank

Μίνα Παπαγεωργίου

Οι πρώτες τράπεζες των ανθρώπων ήταν οι ναοί των θεών τους -από την εποχή της Βαβυλώνας ακόμα, οι άνθρωποι αποθήκευαν στους ναούς το χρυσό τους, πιστεύοντας πως η ιερότητα του χώρου θα απέτρεπε τους κλέφτες και θα προστάτευε την περιουσία τους. Το χιλιετές παρελθόν, απ’ όπου έλκουν την καταγωγή τους, λέξεις όπως «ληστής» ή «τυμβωρύχος», καταρρίπτει αυτόν το συλλογισμό τους. Αλλά η φιλοχρήματη ανασφάλεια της ράτσας μας, απλώς γέννησε τις τράπεζες -γρήγορα οι ιερείς μηχανεύτηκαν άλλες εξυπηρετήσεις σαν τρόπους να προσελκύσουν το κοινό. Δάνεια, μετατροπή συναλλάγματος και πρωτόλεια της σύγχρονης πίστωσης από πέτρα και πάπυρο. Έτσι οι τράπεζες συνέχισαν να υπάρχουν για πολλά ακόμα χρόνια -μέσα στις εκκλησιές και τις παγόδες μας κι ύστερα σαν αυτοδύναμοι χώροι λατρείας, όπου δεν αποθηκεύουμε τις ράβδους χρυσού, αλλά αποταμιεύουμε τα κουπόνια μας. Ο «λογαριασμός» μας, είναι σήμερα η στενογραφία όλου του κόπου και του πλούτου μας. Στις σύγχρονες, αχανείς τράπεζες, με αποθεματικά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, η περιουσία μας είναι μια ελάχιστη υποσημείωση κωδικών σε λίστες χιλιάδων σελίδων με μικρά γράμματα. Δίπλα, η αναλυτική βιογραφία μας, το παρελθόν και το όνειρο μας… Στις Η.Π.Α. για να πάρεις δάνειο, για να μπει το όνομα σου σ’ αυτές τις λίστες εικονικής ισχύος -που τύποι σαν τα σαΐνια της «ENRON» μπορούν παίζοντας να παραμορφώσουν- δίνεις πληροφορίες έως και για τα τριτοξάδερφα σου… Λένε πως όταν ο άνδρας εκσπερματώνει, εκκρίνεται στον οργανισμό του μια αντί-ορμόνη πέντε φορές δυνατότερη από αυτήν που φέρνει τη στύση… Η Ελλάδα της υπερβολής στην απόλαυση, του μεταολυμπιακού φεσιού και της προσαρμογής στο σκληρό ευρώ, βρίσκεται στα πρώτα, μακρόσυρτα δευτερόλεπτα ενός τέτοιου ξενερώματος. Τα 90’s ήταν -οικονομικίστικα μιλώντας- μια καλή περίοδος, που μάλλον σαν όλα τα καλά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν αισθανθήκαμε αρκετά. Η γενιά μας, μεγαλωμένη στη χρηματοοικονομική ευφορία της περασμένης δεκαετίας, σήμερα λούζεται τους κραδασμούς αυτής της «άνοιξης». Ο αιμόφυρτος ληστής της τράπεζας -που οι τέλειοι επαγγελματίες μπάτσοι του περνούσαν χειροπέδες πισθάγκωνα, ενώ κόντευε να πεθάνει στη μέση του δρόμου από τις σφαίρες που ‘χε φάει- ήταν 26 χρονών. Πήρε ένα ρίσκο που δεν του βγήκε. Τώρα θα περάσει κάμποσα χρόνια στη φυλακή, απ’ την αποκοτιά του, να κάνει πράξη τον πιο οργισμένο αστεϊσμό της αφραγκίας μας -«ρε, θα ληστέψω καμιά τράπεζα…» Κάποιοι άλλοι, θα χρεωθούν κάμποσα χρόνια «μέσα» σαν κακοπληρωτές -γιατί δε μπόρεσαν να ξεχρεώσουν το επαγγελματικό τους δάνειο, για το φιλόδοξο γυράδικο ή το βίντεοκλαμπ. Όταν βγουν, δε θα ‘χουν «βρακί να φορέσουν». Αλλά ίσως τότε η Ελλάς μοιάζει με την Αργεντινή, που καταστράφηκε μέσα σε μια νύχτα από ένα λογιστικό τρυκ, από το πάθος της να πειθαρχήσει στην πολιτική του ΔΝΤ. Σε μια τέτοια, μελλοντική κοινωνία γενικευμένης, εξόφθαλμης πια φτώχειας, μια αναγκαστική απλότητα ίσως αχρηστεύσει τη γραφειοκρατία. Τη θέση πολλών μεγάλων τραπεζών, ίσως πάρουνε μικροπιστωτικοί οργανισμοί, όπως η Grameen Bank. Ο πρώην κατάδικος -ληστής ή κακοπληρωτής- θα μπορεί χωρίς πολύ γραφειοκρατία, να δανειστεί από εκεί έναν «οβολό». Λίγα, ελάχιστα χρήματα, όσα δίνεις σήμερα για ένα «κομμάτι ψωμί» ή για να ανάψεις το κερί σου.

Νόμπελ με τόκο Η λέξη «Grameen», σε μια κάπως ελεύθερη μετάφραση της, από τη γλώσσα που μιλούν στο Μπαγκλαντές (Bangla) στα ελληνικά, σημαίνει κάτι μεταξύ «χωριού» και «αγροτικού». Η «Grameen Bank» όμως, για τους ανθρώπους στο Μπαγκλαντές σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από την ΑΤΕ και όποια άλλη, λίγο ή πολύ κλασσική, δυτικού τύπου τράπεζα γνωρίζετε ή μπορείτε να φανταστείτε -είναι η «τράπεζα των φτωχών». Ένας «ιδιόρρυθμος» τραπεζικός οργανισμός, που δανείζει αποκλειστικά στους «φτωχότερους των φτωχών» και εξελίσσεται με γεωμετρική πια πρόοδο, σαν το γιγαντιαίο αποτέλεσμα ενός μικρού, παράξενου οικονομικού πειράματος σε μια από τις πολυπληθέστερες χώρες του -λεγόμενου- Τρίτου Κόσμου. Εμπνευστής και «φυσικός» ηγέτης, τζένεραλ μάνατζερ της Grameen Bank, από την επίσημη ίδρυση της το 1983 έως και σήμερα, είναι ο καθηγητής Μοχάμεντ Γιουνούς (Mohamed Yunus). Ο Γιουνούς, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Chittagong, μια μέρα του 1974, έβγαλε τους φοιτητές του από τις πανεπιστημιακές αίθουσες και τους οδήγησε σ’ ένα χωριό. Εκεί, μιλώντας με μια γυναίκα που έφτιαχνε καρέκλες από μπαμπού, έμαθαν από πρώτο χέρι μερικά απλά πράγματα, πάνω στα οποία στηρίχτηκε ολόκληρη η τραπεζική «ιδεολογία» της Grameen Bank. Με λίγα λόγια, η γυναίκα προκειμένου να αγοράζει τις αναγκαίες πρώτες ύλες (μπαμπού), ήταν αναγκασμένη να δανείζεται σε εβδομαδιαία βάση το απαραίτητο μικροποσό. Ούσα πάμφτωχη και χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως υποθήκη, ήταν αδύνατο γι’ αυτήν να συναλλαχθεί με τις υπάρχουσες τότε, συμβατικές τράπεζες. Στέλνονταν έτσι απ’ ευθείας στην αγκαλιά των τοκογλείφων, που της έπιναν το αίμα, δανείζοντας της με έναν «συμφέροντα» τόκο, της τάξης του 10%… τη βδομάδα. Ο Γιουνούς δεν ήθελε και πολύ να αντιληφθεί, πως το τραπεζικό κατεστημένο με την άκαμπτη γραφειοκρατία και την έλλειψη εμπιστοσύνης που προτάσσει, δεν είχε κανένα σκοπό να αντιπαρατεθεί σ’ αυτήν την εξόφθαλμη δυσλειτουργία


ο ιδρυτής της Grameen, Μοχάμεντ Γιουνούς

...και μια καλή πελάτισσα

του συστήματος. Πήρε λοιπόν την κατάσταση στα χέρια του και ξεκίνησε το 1976 να δανείζει με χαμηλό επιτόκιο, μικροποσά σε ακτήμονες αγρότες του χωριού Jobra και κάποιων άλλων κοντινών συνοικισμών. Τρία χρόνια αργότερα, με την υποστήριξη της Κεντρικής Τράπεζας του Μπαγκλαντές και ορισμένων ξένων τραπεζών, η πρωτοβουλία του Γιουνούς πήρε τη μορφή πιλοτικού προγράμματος και επεκτάθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Tangail, κοντά στην πρωτεύουσα. Το μικρό πρότζεκτ έφερε γρήγορα, θετικά αποτελέσματα στην οικονομία της περιοχής και το 1983 μετουσιώθηκε πια, σε μια «καθωσπρέπει», αναγνωρισμένη και από την κρατική νομοθεσία τράπεζα, τη Grameen Bank. Σήμερα, η Grameen είναι μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στο Μπαγκλαντές. Διατηρεί ένα καλά οργανωμένο δίκτυο από 1.450 καταστήματα με 13.500 υπαλλήλους, που εξυπηρετούν σχεδόν 52.000 χωριά σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως προκύπτει από τον κύκλο εργασιών της Grameen, από τον Μάη του 2004 έως και τον Απρίλη του 2005, η τράπεζα διακίνησε σε μικροδανειολήπτες (microlending), 482 εκατομμ��ρια δολάρια, «σπασμένα» σε πολύ μικρά δάνεια των 100$ κατά μέσο όρο. Μάλιστα, η κερδοφορία της τράπεζας είναι συνεχής από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα, με εξαίρεση τον πρώτο της χρόνο και τη διετία ’91-‘92. Η επιτυχημένη αυτή πορεία της Grameen Bank, δεν αλλοίωσε πάντως στο ελάχιστο, την αρχική της «ιδεολογία». Έτσι, η Grameen Bank εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να είναι τόσο ριζοσπαστική, ώστε ν’ αποκλείει τους «πλούσιους» από το πελατολόγιο της, ενώ ταυτόχρονα, «τρέχει» ειδικά προγράμματα δανεισμού για επαίτες, τους οποίους μάλιστα πριμοδοτεί με μηδενικό επιτόκιο, αντί του μέσου της ετήσιου τόκου, που κυμαίνεται στο 10%. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γιουνούς: «Η μεθοδολογία της Grameen, είναι σχεδόν αντίστροφη της συμβατικής τραπεζικής μεθόδου. Μια συμβατική τράπεζα βασίζεται στην αρχή, ότι όσα περισσότερα έχεις, τόσα περισσότερα μπορείς κιόλας να πάρεις. Με άλλα λόγια, αν έχεις λίγα ή καθόλου, δεν παίρνεις τίποτα. Η συνήθης τραπεζική πρακτική βασίζεται στην υποθήκη -η Grameen είναι ελεύθερη από αυτόν τον περιορισμό». Η εσωτερική δομή της Grameen Bank, μάλλον δε συγκαταλέγεται ανάμεσα στα απλούστερα τραπεζικά συστήματα. Χωρίς να απομακρύνεται εντελώς από τα στάνταρντς μιας τράπεζας του δυτικού κόσμου, έχει προσαρμόσει πλήρως τη λειτουργία της στις ιδιόμορφες, «σκληρές» συνθήκες της ευρύτερης περιοχής. Και μοιάζει με ένα απόλυτο, οικονομικό ενδιάμεσο, παραεκκλησιαστικής οργάνωσης και κλίκας. Απαράβατη αρχή της Grameen, είναι πως δεν πρέπει να πηγαίνει ο πελάτης στην τράπεζα, αλλά να «επισκέπτεται» η τράπεζα τον πελάτη. Έτσι, κάθε υποκατάστημα της τράπεζας «ελέγχει» μια συγκεκριμένη περιοχή. Οι υπάλληλοι της τράπεζας επισκέπτονται τα χωριά της περιοχής τους και έρχονται πιο κοντά με τον τοπικό πληθυσμό, εξηγώντας στους κατοίκους τον σκοπό και τη λειτουργία της. Για να δανείσει όμως η Grameen σε κάποιον, θα πρέπει αυτός να σχηματίσει πρώτα μια πενταμελή «Ομάδα». Αρχικά, μόνο δύο από τα μέλη της κάθε ομάδας, μπορούν να δανειστούν ένα μικρό ποσό. Μετά τις πρώτες έξι βδομάδες και αν οι δύο πρώτοι πελάτες έχουν αποπληρώσει κανονικά τις δόσεις τους, τότε μπορούν και τα υπόλοιπα τρία μέλη της «Ομάδας» να ξεκινήσουν τις συναλλαγές τους με την τράπεζα. Ένας ορισμένος αριθμός «Ομάδων» αποτελούν ένα «Κέντρο». Τα «Κέντρα», περίπου είκοσι χωριά, υπάγονται τελικά σ’ ένα Υποκατάστημα της Τράπεζας. Σχηματικά, η δομή της Grameen θα μπορούσε να αποδοθεί ως πυραμίδα: Άτομο-«Ομάδα»-«Κέντρο»Υποκατάστημα-Τράπεζα. Η εμμονή της Grameen στη δημιουργία των «Ομάδων» και των «Κέντρων», αν και επιφέρει μια εξτρά πολυπλοκότητα στην λειτουργία της τράπεζας, οφείλεται σε δύο λόγους: 1. Η Grameen δε «δένει» κανέναν από τους πελάτες της με οποιοδήποτε νομικό έγγραφο, άρα τυχόν αποτυχία τους να αποπληρώσουν τις δόσεις του δανείου, δε συνεπάγεται γι’ αυτούς καμία δικαστική περιπέτεια. Μοναδική τους ποινή; Ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να είναι πελάτες της τράπεζας. Το κόλπο της υπόθεσης είναι, πως την ίδια «τιμωρία» υφίστανται και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη της Ομάδας, που χωρίς να είναι αναγκασμένοι να πληρώσουν τα «κερατιάτικα» του κακοπληρωτή, παύουν και αυτοί να θεωρούνται αξιόπιστοι πελάτες και αυτόματα χάνουν κάθε δικαίωμα περαιτέρω συναλλαγής τους με την Grameen. Αν σκεφτεί κανείς, πως το ποσοστό αποπληρωμής δανείων στην Grameen αγγίζει το 99%, τότε η επινόηση του συστήματος των Ομάδων από τον κύριο Γιουνούς, κρίνεται μάλλον επιτυχημένη…


2. Κάθε βδομάδα τα μέλη των Ομάδων που αποτελούν ένα Κέντρο συναντιούνται με τον διορισμένο από την Grameen, επιτηρητή του Κέντρου τους. Στις συναντήσεις αυτές, πέρα από την αποπληρωμή των εβδομαδιαίων δόσεων του δανείου τους, οι πελάτες επαναλαμβάνουν τον όρκο που έδωσαν, για να γίνουν «μέλη» της τράπεζας, τις «16 Αποφάσεις», που ο καθηγητής Γιουνούς «αποφάσισε» και για λογαριασμό τους. Μια γεύση του… όρκου στην Grameen: > «Θα τηρούμε πάντα τις τέσσερις αρχές της Grameen: Πειθαρχία, Ενότητα, Κουράγιο και Εργατικότητα, σε όλα τα βήματα της ζωής μας». > «Θα καλλιεργούμε λαχανικά. Θα τρώμε πολλά από αυτά και θα πουλάμε όσα περισσεύουν». > «Θα μορφώνουμε τα παιδιά μας, έχοντας εξασφαλίσει πως θα μπορούμε να πληρώσουμε για την εκπαίδευση τους» > «Δε θα δεχτούμε προίκα στο γάμο του γιου μας, ούτε και θα προικίσουμε την κόρη μας». > «Θα προχωρούμε συλλογικά σε μεγαλύτερες επενδύσεις, για να πετύχουμε υψηλότερα εισοδήματα». > «Αν διαπιστώσουμε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα σε κάποιο «Κέντρο», θα σπεύσουμε αμέσως εκεί και θα βοηθήσουμε στην αποκατάσταση της πειθαρχίας». > «Θα κάνουμε γυμναστική και θα παίρνουμε μέρος συλλογικά σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες». Ο επιτηρητής του κάθε Κέντρου, αφού διαπιστώσει την απομνημόνευση του όρκου και συλλέξει τις δόσεις, μετατρέπεται σ’ ένα είδος «διαφωτιστή» των φτωχών και αναλαμβάνει πια, να «ανυψώσει την κοινωνική και πολιτική συνείδηση των νεοσύστατων «Ομάδων». Πρακτικά, διαμορφώνει «αθόρυβα» ένα πιο ενεργό αγοραστικό κοινό, ωθώντας τους πελάτες σε περισσότερα δάνεια πάσης φύσεως. Το 94% των συναλλασσόμενων με την Grameen είναι γυναίκες, αφού η τράπεζα κρίνει ότι διαχειρίζονται πολύ αποδοτικότερα τα χρήματα από το μπαγκλαντεσιανό ανδρικό πρότυπο, που προφανώς τα ξοδεύει σε «λούσα». Μεγάλα δάνεια, είτε στεγαστικά, είτε για πρόσβαση στις τηλεπικοινωνίες, την ηλεκτροδότηση, την υδροδότηση, την εκπαίδευση των παιδιών, αλλά και μικρά, για δραστηριότητες που ποικίλουν, από την αγορά ρουχισμού ή την επισκευή αγροτικών μηχανημάτων, έως την αγορά αγελάδων και κατσικιών. Φυσικά για σχεδόν όλες τις εφαρμογές των μεγάλων δανείων, η Grameen έχει αναπτύξει τις αντίστοιχες θυγατρικές της εταιρείες, των οποίων τις υπηρεσίες ο δανειολήπτης είναι υποχρεωμένος να προτιμήσει. Το μοντέλο της Grameen, τα τελευταία χρόνια βρίσκει μιμητές και αποσπά επαίνους από σημαντικές προσωπικότητες, μα και διεθνείς οργανισμούς. Η Banco de Nordeste στη Βραζιλία και η Dagang Bali Bank στην Ινδονησία, είναι δύο από τις τράπεζες που κόπιαραν την κεντρική ιδέα της Grameen. O ίδιος ο καθηγητής Γιουνούς έχει κερδίσει το βραβείο ειρήνης «Ίντιρα Γκάντι», αλλά και τη συμπάθεια προσωπικοτήτων, όπως ο Τζίμι Κάρτερ και η οικογένεια Κλίντον. O O.H.E. ενθαρρύνει τις μεγάλες δυτικές τράπεζες να δανείζουν όλο και περισσότερα χρήματα σε παρόμοιους μικροπιστωτικούς (micro-credit) οργανισμούς, ενώ και η Παγκόσμια Τράπεζα συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους υποστηρικτές της Grameen Bank. Στις 13 Οκτωβρίου του 2006, ο καθηγητής Γιουνούς και το τραπεζικό του μοντέλο, μοιράστηκαν το σημαντικότερο παγκόσμιο βραβείο της «κατηγορίας» τους, το Νόμπελ Ειρήνης. «Για τις προσπάθειες τους να δημιουργήσουν οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στα κατώτερα στρώματα», ήταν το σκεπτικό της νορβηγικής επιτροπής. Με την προσωπική του δόξα, αλλά και την επαγγελματική του επιτυχία, να έχουν φτάσει στον κολοφώνα τους, ο Γιουνούς, στις 18/02/2007 ανακοίνωσε την ίδρυση ενός νέου πολιτικού κόμματος, ίσως σαν ένα ακόμα παρακλάδι του «Ομίλου Grameen»… Στους πολίτες-πελάτες του, υποσχέθηκε ότι η νέα του πολιτική κίνηση θα είναι δημοκρατική από τη βάση της και εντελώς διαφορετική από τα υπάρχοντα κόμματα που κατέστρεψαν το δυναμικό της χώρας. «Η δημιουργία του Citizen’s Power είναι μια κίνηση απαραίτητη ώστε να ανυψωθεί το έθνος, στο σημείο που του αξίζει», τόνισε ο Γιουνούς στο πρώτο του πολιτικό διάγγελμα. Επικριτικά απέναντι στον Γιουνούς και τη Grameen, στέκονται αρκετά πρώην στελέχη της κυβέρνησης του Μπαγκλαντές, πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί οικονομικών -η καθαρή αποτυχία τους να δώσουν λύση στο πρόβλημα της φτώχειας των ανθρώπων εκεί, περιορίζει τη σημασία της γνώμης τους στο ελάχιστο. Ας γράψουν λοιπόν τις τελευταίες γραμμές του κειμένου, ανεξάρτητοι οικονομικοί αναλυτές και απλοί άνθρωποι που συναλλάσσονται με την τράπεζα. Πολλοί απ’ αυτούς, υποστηρίζουν πως το μοντέλο της Grameen είναι εντελώς ανεφάρμοστο σε παγκόσμια κλίμακα και πως σε σύγχρονες κοινωνίες όπως η δική μας, θα έσκαγε με τον κρότο της τσιχλόφουσκας. Πως ο τόκος που απαιτεί η Grameen είναι από 30-50% υψηλότερος από τον συνήθη τόκο μιας «νορμάλ» τράπεζας. Ή ότι τα ποσά των δανείων είναι τόσο μικρά, ώστε επιτρέπουν στους ανθρώπους μόνο να εμπορεύονται αγαθά και όχι να γίνονται ανεξάρτητοι παραγωγοί. «Δεν ανεβαίνουμε όπως μας υποσχέθηκαν. Η Grameen μας κρατά να στριφογυρίζουμε σε κύκλους. Αλλά κανείς απ’ αυτούς, δε θέλει να πει κάτι τέτοιο. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να πληρώνουμε τις δόσεις μας και να ακολουθούμε τους κανόνες», λέει ένας ανώνυμος πελάτης της Grameen. Κι όσο πετυχημένο και αν είναι το πείραμα του καθηγητή Γιουνούς, που κατόρθωσε να «υψώσει» περισσότερους από τους μισούς πελάτες του πάνω από το όριο της φτώχειας, η τελευταία, ανυπόγραφη άποψη, είναι μάλλον ανυπόφορα κοινή. Για όλους μας, παντού.

μερικά από τα σκίτσα των «16 Αποφάσεων» της Grameen


Τέχνη

Που Σκοτώνει Λουκάς Τσουκνίδας

Τα χαρακτικά του Γκόγια για τη φρίκη του πολέμου (ψαγμένο;), το περίφημο σκίτσο με τη λεζάντα «Ένωση ή Θάνατος» του Βενιαμίν Φραγκλίνου και η εκστρατεία του Τόμας Ναστ κατά του διεφθαρμένου πολιτικού Μπος Τουίντ είναι μερικές λίγο έως πολύ σχετικές ιστορίες με την εξέλιξη αυτού που σήμερα ονομάζεται πολιτική γελοιογραφία. Είναι η γελοιογραφία που μπαίνει εμβόλιμα στην πολιτική αρθρογραφία ως σχόλιο της επικαιρότητας ή ακόμα και στην πρώτη σελίδα ως αιχμή της ημέρας. Είναι μια εικόνα που κρύβει πολλές λέξεις, που δεν μπορούν από μόνες τους να περάσουν το μήνυμα του σκιτσογράφου με την ίδια καθαρή διαλεκτική που επιτυγχάνει το σκίτσο με τη λεζάντα. Γι’ αυτό το λόγο, η πολιτική γελοιογραφία διώκεται συχνά και την τελευταία δεκαετία σημειώθηκαν σε διάφορες γωνιές του κόσμου, φυλακίσεις, διώξεις, ακόμα και δυο δολοφονίες γελοιογράφων λόγω ενοχλητικών σκίτσων. Στην Ελλάδα, πιο πρόσφατη είναι η περίπτωση του Αυστριακού Γκέρχαρτ Χάντερερ και της «Ζωής του Ιησού». Καταδικάστηκε ερήμην, άσκησε έφεση και τελικά δικαιώθηκε. Δε βαριέσαι, ακόμα κι ο Αριστοφάνης είχε μπελάδες αφού όταν επιλέγεις να σατιρίσεις επιλέγεις κι αυτούς μαζί. Εδώ, μπαίνει σφήνα το «Δίκτυο για τα Δικαιώματα των Γελοιογράφων» (Cartoonists Rights Network), η διεθνής οργάνωση που ίδρυσε ο Δρ Ρόμπερτ Ράσελ με σκοπό να τους υπερασπιστεί, απέναντι στις διώξεις είτε αυταρχικών είτε «δημοκρατικών» καθεστώτων. Ο Δρ Ράσελ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1942 και αποφοίτησε το 1966 από τη σχολή καλών τεχνών του Πανεπιστημίου του Σίρακιους. Μετά από μια περιοδεία με την Αμερικάνικη ειρηνευτική αποστολή στην Ινδία, ασχολήθηκε επαγγελματικά με την ίδρυση καινοτόμων οργανισμών που υπηρετούν επείγουσες κοινωνικές ανάγκες. Έζησε και εργάστηκε σε Ασία και Αφρική πάνω από 25 χρόνια. Από το 1992 που το ίδρυσε, ο Δρ Ράσελ ασχολείται με το «Δίκτυο» και παρακολουθεί στενά περιπτώσεις θυμάτων λογοκρισίας και κρατικού τραμπουκισμού. Επικοινώνησα μαζί του και είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις μου:

6:35 min

πολιτική

Γελοιογραφία


Δόκτωρ Ράσελ, μετά την πολυετή σας εμπειρία σε κοινωφελείς οργανισμούς ασχοληθήκατε με κάτι πολύ εξειδικευμένο όπως η πολιτική γελοιογραφία. Ποιο γεγονός οδήγησε στο «Δίκτυο για τα Δικαιώματα των Γελοιογράφων» το 1992; Δούλευα τότε στη Σρι-Λάνκα, όταν έμαθα για κάποιον γελοιογράφο που είχε δεχτεί επίθεση από τραμπούκους της κυβέρνησης: τον έδειραν, τον μαχαίρωσαν και έκαναν ζημιές στο σπίτι του. Μίλησα μαζί του κι όταν μου αποκάλυψε πως καμία οργάνωση για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα δεν έσπευσε να τον βοηθήσει, ιδρύσαμε το «Δίκτυο» επί τόπου. Ήταν ο Τζέφρι Γιουνούς που δυστυχώς μας άφησε πριν από 3 χρόνια. Ηγείστε του μοναδικού παγκοσμίως φορέα με αυτό το αντικείμενο. Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του «Δικτύου» από τη στιγμή που ένας σκιτσογράφος δεχτεί την βία του τοπικού κατεστημένου; Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική αλλά και ίδια συγχρόνως. Ένας γελοιογράφος επηρεάζεται πιο άσχημα από μια τέτοια εμπειρία αφού οι ερευνητές, οι πολεμικοί ανταποκριτές, ακόμα και οι φωτορεπόρτερ είναι πιο εξοικειωμένοι με τη βία της δουλειάς τους και αντιλαμβάνονται την πιθανότητα να υποστούν παράνομη λογοκρισία. Οι γελοιογράφοι είναι ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν την απομάκρυνση φίλων και συγγενών τους, την αποστασιοποίηση των αρχισυντακτών τους και συχνά, δεν έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους ως πολίτες. Όντας συνήθως εκτός των κύκλων που ασχολούνται με την προστασία των δημοσιογράφων, δε γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και κυριεύονται από φόβο και αβεβαιότητα. Πρώτο μέλημά μας, είναι να αποτιμήσουμε την ψυχολογική και πνευματική τους κατάσταση καθώς και το κλίμα στο άμεσο περιβάλλον τους. Συνεργαζόμαστε μαζί τους και ψάχνουμε πόρους για να τους βοηθήσουμε. Όταν χρειαστεί, παρουσιάζουμε τις περιπτώσεις τους στις αντίστοιχες πρεσβείες στην Ουάσινγκτον. Δημοσιεύουμε την έκκλησή τους στο δίκτυο του IFEX (διεθνής οργανισμός για την ελευθερία της έκφρασης) και προσπαθούμε να ευαισθητοποιήσουμε τους σχετικούς τοπικούς οργανισμούς για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα ώστε να βοηθήσουν από κοινού. Από το 1992, ποια ήταν η πιο δυσάρεστη περίπτωση που αντιμετωπίσατε; Ήταν το 1999, η χειρότερη χρονιά για τους υπό διωγμό πολιτικούς γελοιογράφους; Η πιο δυσάρεστη περίπτωση ήταν εκείνη του Μουνίρου Τουράι στη Σιέρα Λεόνε. Δολοφονήθηκε από τους αντάρτες του RUF και του Φοντάι Σάνκο στη Φρίταουν. Ο Ιρφάν Χουσεΐν επίσης, δολοφονήθηκε στην Ινδία και η αστυνομία απέδωσε το θάνατό του σε επιπλοκή κατά τη διάρκεια ληστείας. Εγώ πιστεύω πως τιμωρήθηκε για τα σκίτσα του. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως, δεν είχαμε ειδοποιηθεί για τον κίνδυνο παρά μόνο μετά το μοιραίο. Το 2005 και το 2006 ήταν δυο δύσκολες χρονιές, με τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ και το θάνατο πολλών ανθρώπων στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Αυτή η περίπτωση θα μείνει στην ιστορία ως η πρώτη μεγάλη πρόκληση κατά της ελευθερίας της έκφρασης στον 21ο αιώνα.

6:35 min


Φωτιά και τσεκούρι στους Δανούς Το Σεπτέμβρη του 2005, η Δανέζικη εφημερίδα «Jyllands-Posten» τύπωσε 12 γελοιογραφίες με θέμα τον προφήτη Μωάμεθ. Το αποτέλεσμα ήταν μια χιονοστιβάδα απειλών, «συμβολαίων θανάτου» και άγριων διαδηλώσεων μέχρι και μποϋκοτάζ ακόμα των Δανέζικων προϊόντων από χώρες της Μέσης Ανατολής. Οι αντιδράσεις του Δυτικού κόσμου ήταν σπασμωδικές και ανάμικτες. Ελευθερία της έκφρασης ή σεβασμό στα ιερά και τα όσια του «άλλου»; Επίπλαστα διλήμματα σαν κι αυτό έστειλαν προς διάφορες κατευθύνσεις πολιτικούς, διανοούμενους και δημοσιογράφους ανάλογα με την ατζέντα που ο καθένας έπρεπε να τιμήσει. Εντωμεταξύ, το μικρόβιο της αυτολογοκρισίας άρχισε να μεγαλώνει κι όσο οι «βέβηλοι» που τόλμησαν να αναδημοσιεύσουν τα σκίτσα ανά τον κόσμο καλούνταν στην τάξη απ’ τις αρχές του τόπου τους τόσο οι απειλές από την άλλη πλευρά γιγαντώνονταν. Οι δώδεκα «άπιστοι» ζουν ακόμα με τα κεφάλια τους επικηρυγμένα, ενώ η ελευθερία του τύπου δικάστηκε ξανά και ξανά με αφορμή το γεγονός αυτό. Ο δημιουργός του «MAUS» Αρτ Σπίγκελμαν, είπε: «Το σκέφτηκα πολύ. Αν υπάρχει δικαίωμα να γελοιογραφείς, υπάρχει δικαίωμα και να προσβάλλεις. Αλλιώς, έχουμε πρόβλημα. Τα αντι-σημιτικά σκίτσα με προσβάλλουν. Ε, και; Είναι σύμπτωμα του προβλήματος και όχι η αιτία.» Το «Δίκτυο» βράβευσε τους 12 Δανούς σκιτσογράφους με το ετήσιο βραβείο του για επίδειξη ιδιαίτερου θάρρους στην πολιτική γελοιογραφία και ανακοίνωσε τη θέση του στη σχετική συζήτηση: 1. Το «Δίκτυο» υποστηρίζει πλήρως τους 12 Δανούς και το δικαίωμά τους να εκφράζονται ελεύθερα. 2. Θεωρούμε ειρωνεία το γεγονός ότι οι επικριτές τους προστατεύονται από το ίδιο ακριβώς δικαίωμα που οι 12 σκιτσογράφοι εξάσκησαν εξ’ αρχής. 3. Οι επικριτές αποδεικνύουν βάσιμη την υποψία της εφημερίδας πως οι σκιτσογράφοι θα έπρεπε να φοβούνται αμέσως μετά την εξάσκηση του νόμιμου δικαιώματός τους.

Muniru «Azzo» Turay / «Unity Now», Sierra Leone Δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1999

6:35 min


Δρ Ράσελ, απ’ ότι φαίνεται, το 2006 ήταν κακή χρονιά για τη δημοσιογραφική ελευθερία. Δε σκοτώθηκε βέβαια κανένας γελοιογράφος αλλά ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από την αυτολογοκρισία μετά το θέμα των Δανέζικων σκίτσων. Η θέση του «Δικτύου» ήταν ξεκάθαρη όμως ο υπόλοιπος κόσμος έμοιαζε μπερδεμένος. Ακούσαμε διαφορετικές απόψεις ακόμα και από ανθρώπους ή «χώρους» που κατά κύριο λόγο μάχονται για την ελευθερία της έκφρασης. Τι μάθαμε τελικά; Ειλικρινά, θεωρώ ότι ήταν μια σπουδαία χρονιά για την ελευθερία της έκφρασης. Το σημαντικό ήταν η συζήτηση και όχι οι διάφορες απόψεις. Οι απειλές κατά της ζωής των Δανών έφεραν στο προσκήνιο μερικές θεμελιώδεις και απόλυτα ρεαλιστικές διαφορές μεταξύ Δύσης και Ισλάμ. Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι κι από τις δύο πλευρές πρέπει να έμαθαν πολλά για τους απέναντι και για τον εαυτό τους, αν ήταν έξυπνοι. Μάθαμε στα σίγουρα πως υπάρχουν διαφορές και κάποιες απ’ αυτές ίσως να μη σβήσουν ποτέ. Είναι κοινός τόπος τελευταία στον κόσμο της Δυτικής πολιτικής γελοιογραφίας, αμφιλεγόμενο να λέγεται είτε το αντιμουσουλμανικό είτε το αντισημιτικό. Είμαστε πλέον τόσο απασχολημένοι με τη Μέση Ανατολή που οι εγχώριες μάχες περνούν σε δεύτερη μοίρα; Δε θα έπρεπε κάθε μια πολιτική γελοιογραφία να είναι αμφιλεγόμενη στην ουσία της; Η οικονομία μας και συνεπώς οι ζωές μας εδώ στη Δύση, βασίζονται στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Αλλά εκείνοι θεωρούν πως ήρθε η σειρά τους. Αυτή τη στιγμή, οι παραδόσεις του Ισλάμ, του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού, συγκρούονται σε πνευματικό, γεωγραφικό και στρατηγικό επίπεδο όσο ποτέ. Είναι πολύ σημαντικό, πιθανόν σημαντικότερο από τις τοπικές εξελίξεις, εκτός κι αν ζει κανείς στη Μέση Ανατολή. Υπάρχει χώρος στη γελοιογραφία για τους ανώδυνους συντηρητικούς σκιτσογράφους όσο και για τους δηκτικούς έως προσβλητικούς, σατιρικούς γελοιογράφους. Εγώ πάντως, δε διαβάζω γελοιογραφίες για ενημέρωση ή απλό σχολιασμό. Ο ανώδυνος, δεν είναι πολιτικός γελοιογράφος αλλά ένας εικονογράφος για την κατεστημένη άποψη. Ψάχνω γελοιογραφίες που θα με ανεβάσουν ψυχολογικά. Θέλω να γελάσω και να δω μια αλήθεια που δεν εκφράζεται με λέξεις, να δω τους σπουδαίους να φαίνονται ανθρώπινοι και αν είναι δυνατόν να γελοιοποιούνται κιόλας. Να αναγκάζονται να θυμηθούν πως αν δεν προσέξουν τι λένε και τι κάνουν όπως έχουν ευθύνη, κάποιος απίθανος τύπος με ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί θα τους ξεμπροστιάσει. Σε μια πραγματική δημοκρατία, αυτός ο απίθανος τύπος μπορεί να ρίξει έναν πολιτικό από το βάθρο του.

Irfan Hussain / «Outlook», India: Δολοφονήθηκε το Μάρτιο του 1999

6:35 min


Μια γελοιογραφία έχει άλλου είδους αντίκτυπο από ένα κείμενο. Μπορεί μια εικόνα να φέρει σε κάποιον ��ερισσότερους μπελάδες από χίλιες λέξεις; Μπορείς να ρωτήσεις τους 12 Δανούς γι’ αυτό. Περιπτώσεις λογοκρισίας έχουμε και σε χώρες όπου η ελευθερία της έκφρασης θεωρείται δεδομένη, σαν την Ελλάδα. Πως και δεν υπάρχει παράρτημα του «Δικτύου» σε κάθε μια από αυτές τις χώρες; Δε θα δυνάμωνε έτσι η παρουσία σας; Συμφωνώ. Θα έπρεπε το «Δίκτυο» να έχει παρουσία όπου υπάρχουν σκιτσογράφοι. Πολλοί απ’ αυτούς ζητάνε ένα παράρτημα του «Δικτύου» όπου θα συνεισφέρουν στην εδραίωση της ελευθερία της έκφρασης. Άλλωστε, είναι συχνά τα πρώτα θύματα της όποιας καταπίεσης λόγω του εν γένει προσβλητικού ύφους τους. Με εκπλήσσει που δεν παίρνουν περισσότεροι την πρωτοβουλία να ιδρύσουν παράρτημά μας στη χώρα τους. Οι σκιτσογράφοι συχνά απομονώνονται χωρίς λόγο. Ενώ ο ανταγωνισμός στα πλαίσια της αγοράς είναι θεμιτός, η εξέλιξη της τέχνης τους πρέπει να είναι συλλογική προσπάθεια. Θεωρώ ότι ένας από τους σιωπηλούς εχθρούς που το πολιτικό και κοινωνικό χιούμορ έχουν ν’ αντιμετωπίσουν σήμερα είναι η επίπλαστη ανάγκη για πολιτική ορθότητα. Τι λέτε γι’ αυτό; Με απασχολεί τόσο η πολιτική ορθότητα που δεν μπορώ να έχω άποψη αλλά… η πολιτική ορθότητα είναι πνευματική δειλία, ότι χειρότερο δηλαδή.

Οι δυνατότεροι άνθρωποι στον κόσμο Πολλοί σπουδαίοι γελοιογράφοι, προέρχονται από καταπιεστικά πολιτικά περιβάλλοντα και εξασκούν την τέχνη τους με μεγάλο ρίσκο, όπως για παράδειγμα στις νεοσύστατες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εκτός του «Δικτύου», τι άλλους τρόπους έχουν για να ακουστούν οι κραυγές τους στον κόσμο; Είναι το ίντερνετ μια καλή απάντηση στην απομόνωσή τους; Το ίντερνετ έχει άμεση επίδραση σε όλο το φάσμα της δημοσιογραφίας άρα και στη γελοιογραφία. Ως εικόνα, το ίντερνετ της δίνει εξαιρετική ώθηση. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ελπίζουν να βγάλουν περισσότερα λεφτά απ’ τις εικόνες τους και το όνειρο αυτό αποδεικνύεται απατηλό. Κερδίζουν πάντως, αν χειρίζονται το μέσο επιδέξια, περισσότερους αναγνώστες. Αυτό που αλλάζει τελικά είναι ότι όλο και περισσότεροι σκιτσογράφοι δουλεύουν σχεδόν αποκλειστικά στον υπολογιστή. Λίγοι κάθονται πια στο σχεδιαστήριο με μολύβι και χαρτί και η συλλεκτική αξία των έργων τους χάνεται. Αλλάζουν συγχρόνως και οι δεξιότητες που απαιτούνται από έναν γελοιογράφο, αφού η τεχνολογία και το ίντερνετ ήρθαν για να μείνουν. Απ’ την άλλη, όλο και περισσότερο λογοκρίνονται μπλόγκερς και ιστοσελίδες. Πρόσφατος «πελάτης» του «Δικτύου», είναι ένας Λευκορώσος που συνελήφθη για τη δουλειά του σε μια ιστοσελίδα. Φυγαδεύτηκε στη Γερμανία μαζί με τη γυναίκα του και τώρα περιμένουν να εγκριθεί η αίτησή τους στα Ηνωμένα Έθνη (UNHCR) για πολιτικό άσυλο. Το αρχείο σας με τον εύγλωττο τίτλο «Art to Die for» (σε ελεύθερη μετάφραση «Τέχνη που Σκοτώνει») είναι μια αποκλειστική συλλογή γελοιογραφιών που προκάλεσαν προβλήματα στους δημιουργούς τους. Πόσο συχνά έχετε την ευκαιρία να την εκθέσετε σε διάφορα μέρη του κόσμου μαζί με τις συγκλονιστικές ιστορίες τους; Δυστυχώς, ο κόσμος δε γνωρίζει ακόμα την ύπαρξη αυτού του αρχείου. Πρόσφατα, συναντήθηκα με δύο Web Designers και μιλήσαμε σχετικά με τους πιθανούς τρόπους διάδοσής του, ιδιαίτερα σε δημοσιογράφους και ιστορικούς.

6:35 min


Τι ακριβώς είναι τα «Εργαστήριά» σας στις χώρες «υψηλού κινδύνου»; Όπως λέει το μότο του «Δικτύου»: Δουλεύουμε για να κάνουμε τους γελοιογράφους, τους πιο δυνατούς ανθρώπους στον κόσμο. Πολλοί γελοιογράφοι είναι απομονωμένοι και δε γνωρίζουν πολλά περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σπάνια συμμετέχουν σε σχετικούς οργανισμούς όπου οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι πρωτοστατούν. Στα «Εργαστήρια» διδάσκουμε τη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους νόμους γύρω από την ελευθερία της έκφρασης στην ίδια τους τη χώρα. Προσπαθούμε να τους πείσουμε να συμμετέχουν στα τοπικά δίκτυα των σχετικών διεθνών οργανώσεων ή να δικτυωθούν και μεταξύ τους. Κάποτε στη Γκάνα, ένας σκιτσογράφος μου είπε, πως παρά τη μακρόχρονη παράδοση της χώρας στην πολιτική γελοιογραφία, ποτέ οι γελοιογράφοι της χώρας δε βρέθηκαν όλοι μαζί. Στο «Εργαστήρι» κάποιοι γνώρισαν επιτέλους από κοντά τα ινδάλματά τους και ήταν μια πολύ συγκινητική στιγμή γι’ αυτούς. Ποιοι γελοιογράφοι κινδυνεύουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο; Παρακολουθούμε την περίπτωση του Τζόναθαν Σαπίρο στη Νότιο Αφρική, μια πολύ σημαντική περίπτωση, τον Λευκορώσο Όλεγκ Μίνιχ και τη σύζυγό του στη Γερμανία κι έναν Ιρανό γελοιογράφο που βρίσκεται επίσης στην εξορία περιμένοντας νέα για το άσυλό του. Ένας σκιτσογράφος στη Ζιμπάμπουε ήταν η αιτία ν’ απειληθεί η ζωή του αρχισυντάκτη του, στη Τζαμάικα τελευταία έγινε μεγάλη φασαρία για μια γελοιογραφία που διακωμωδούσε τον πρωθυπουργό και υπάρχουν φυσικά και οι 12 Δανοί, των οποίων οι ζωές ακόμα απειλούνται. Ο παλιότερος νικητής (μαζί με τους Δανούς) του ετήσιου βραβείου μας, ο Άλι Ντίλεμ, βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο στην Αλγερία. Γράφει τη δική του σελίδα στη δημοσιογραφική ιστορία της χώρας του κι εκτίει ποινή πολλών ετών εξ’ αιτίας της δουλειά του. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας γελοιογράφοι; Ποια είναι η γελοιογραφία του αρχείου σας με το μεγαλύτερο αντίκτυπο; Οι πιο σημαντικοί είναι όσοι απειλούνται, όσοι φυλακίστηκαν κι όσοι δολοφονήθηκαν. Η επιρροή τους είναι διαχρονική. Τα ονόματά τους θα ξεχαστούν σύντομα αλλά για όσους μάχονται για εκείνους παραμένουν πηγές μνήμης και κινήτρου. Όποτε περιπλανιέμαι στο διαδίκτυο διαβάζοντας γελοιογραφίες βρίσκω έναν καινούργιο αγαπημένο καλλιτέχνη. Αγαπημένοι μου όμως, πραγματικοί ήρωες, είναι όσοι στελεχώνουν το «Δίκτυο» και τα παραρτήματά του ανά τον κόσμο. Είναι πολύ ωραίο να δουλεύεις με τους ήρωές σου. Όλοι θα έπρεπε να τους ψάξουμε και να σταθούμε αντάξιοί τους.

Με τα λόγια του Χέρμπλοκ Κλείνω με τον ορισμό του βετεράνου Χέρμπερτ Μπλοκ από ένα δοκίμιό του: «Η γελοιογραφία είναι μια ασεβής μορφή έκφρασης, η πιο κατάλληλη για να κρίνει κανείς τους δυνατούς. Αν ο ρόλος ενός ελεύθερου τύπου είναι να ασκεί κριτική στους κυβερνώντες, τότε η γελοιογραφία βρίσκεται στην αιχμή. Για όσους θεωρούν ότι η πολιτική γελοιογραφία έχει κατά βάση αρνητική στάση, υπάρχει η ιστορία της δασκάλας που ζήτησε από τα παιδιά να δώσουν παραδείγματα της καλοσύνης τους προς τα ζώα. Ένα αγοράκι είπε ότι έδωσε μια ζεστή γωνιά και τροφή σ’ ένα γατάκι μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Ένα κοριτσάκι είπε πως όταν βρήκε ένα τραυματισμένο πουλάκι το πήρε μαζί της και το περιποιήθηκε. Το επόμενο αγόρι όμως, απάντησε πως όταν είδε ένα άλλο αγόρι να κλωτσάει ένα σκύλο, εκείνος κλώτσησε το αγόρι!»

6:35 min


τρελή

κόλλα


« Μ η ν α γ γ ί ζ ε ι ς ! » μου είπε. « Τ ι ε ί ν α ι ; » ρώτησα. « Κ ό λ λ α » , είπε. « Ε ι δ ι κ ή κ ό λ λ α . Α π ’ τ ι ς κ α λ ύ τ ε ρ ε ς » . «Γιατί την αγόρασες;» « Τ η χ ρ ε ι α ζ ό μ ο υ ν » , είπε. « Π ο λ λ ά π ρ ά γ μ α τ α ε δ ώ γ ύ ρ ω χ ρ ε ι ά ζ ο ν τ α ι κ ό λ λ η μ α » . « Τ ί π ο τ α ε δ ώ γ ύ ρ ω δ ε ν χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι κ ό λ λ η μ α » , είπα. « Π ο λ ύ θ α ‘ θ ε λ α ν α ξ έ ρ ω γ ι α τ ί π α ς κ α ι τ’ αγοράζεις όλα αυτά». « Γ ι α τ ο ν ί δ ι ο λ ό γ ο π ο υ σ ε π α ν τ ρ ε ύ τ η κ α » , μουρμούρισε. « Γ ι α ν α π ε ρ ν ά ε ι ο κ α ι ρ ό ς » . Δεν ήθελα να τσακωθώ, οπότε σώπασα. Το ίδιο κι εκείνη. « Α ξ ί ζ ε ι τ ί π ο τ ε α υ τ ή η κ ό λ λ α ; » ρώτησα. Μου ’δειξε τη φωτογραφία πάνω στο κουτί, μ’ έναν τύπο που κρεμόταν ανάποδα απ’ το ταβάνι. « Κ α μ ι ά κ ό λ λ α δ ε ν μ π ο ρ ε ί ν α κ ρ α τ ή σ ε ι κ ά π ο ι ο ν έ τ σ ι » , είπα. « Α π λ ά θ α τ ρ ά β η ξ α ν τ η φ ω τ ο γραφία ανάποδα. Ή θα ’βαλαν το γλόμπο του φωτός στο πάτωμα». Της πήρα το κουτί απ’ το χέρι και το περιεργάστηκα. «Κοίτα κι εδώ, στο παράθυρο. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να κρεμάσουν τα στόρια απ’ τ η ν ά λ λ η ά κ ρ η . Ε ί ν α ι α ν ά π ο δ α , α ν σ τ ’ α λ ή θ ε ι α σ τ έ κ ε τ α ι σ τ ο τ α β ά ν ι . Ρ ί ξ ε μ ι α μ α τ ι ά » , είπα ξανά δείχνοντάς της το παράθυρο. Δεν έριξε ούτε ματιά. « Ε ί ν α ι κ ι ό λ α ς ο κ τ ώ η ώ ρ α » , είπα. « Π ρ έ π ε ι ν α φ ύ γ ω ο λ ο τ α χ ώ ς » . Πήρα το χαρτοφύλακά μου και τη φίλησα στο μάγουλο. «Θα γυρίσω πολύ αργά. Δουλεύω». « Υ π ε ρ ω ρ ί ε ς » , είπε. « Ξ έ ρ ω , ξ έ ρ ω » . Τηλεφώνησα στην Άμπι απ’ το γραφείο. « Δ ε ν μ π ο ρ ώ σ ή μ ε ρ α » , της είπα. « Π ρ έ π ε ι ν α γ υ ρ ί σ ω σ τ ο σ π ί τ ι ν ω ρ ί ς » . « Γ ι α τ ί ; » ρώτησε η Άμπι. « Σ υ ν έ β η τ ί π ο τ α ; » «Όχι… δηλαδή μάλλον ναι. Νομίζω ότι κάτι υποπτεύεται». Έπεσε σιωπή. Άκουγα την αναπνοή της Άμπι απ’ την άλλη άκρη της γραμμής. « Δ ε ν κ α τ α λ α β α ί ν ω γ ι α τ ί ε ξ α κ ο λ ο υ θ ε ί ς ν α μ έ ν ε ι ς μ α ζ ί τ η ς » , μουρμούρισε. « Δ ε ν κ ά ν ε τ ε τ ί π ο τ α πια μαζί. Ούτε καν καυγαδίζετε. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό». Έκανε μια παύση κι ύστερα επανέλαβε: «Πολύ θα ’θελα να καταλάβω». Έκλαιγε. « Λ υ π ά μ α ι , λ υ π ά μ α ι , Ά μ π ι . Ά κ ο υ , μ ό λ ι ς μ π ή κ ε κ ά π ο ι ο ς » , είπα ψέματα. « Π ρ έ π ε ι ν α κ λ ε ί σ ω τ ώ ρ α . Θ α σ ε ξ α ν α π ά ρ ω α ύ ρ ι ο . Α ύ ρ ι ο θ α ’ χ ο υ μ ε ό λ ο τ ο ν κ α ι ρ ό ν α τ α π ο ύ μ ε » , υποσχέθηκα.

Γύρισα στο σπίτι νωρίς. Είπα « γ ε ι α » μπαίνοντας, αλλά δεν πήρα απάντηση. Έκανα μια γύρα σ’ όλα τα δωμάτια. Δεν τη βρήκα σε κανένα. Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκα το σωληνάριο της κόλλας, εντελώς τελειωμένο. Προσπάθησα να κουνήσω μια καρέκλα για να καθίσω. Δεν κουνήθηκε. Ξαναπροσπάθησα. Ούτε σπιθαμή. Την είχε κολλήσει στο πάτωμα. Το ψυγείο δεν άνοιγε. Το ’χε κολλήσει κι αυτό, για να μην μπορεί ν’ ανοίξει. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, τι την έπιασε κι έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν ήξερα πού ήταν. Πήγα στο καθιστικό να τηλεφωνήσω στη μάνα της. Δεν μπόρεσα να σηκώσω το ακουστικό· το ’χε κολλήσει κι αυτό. Έδωσα μια κλωτσιά στο τραπέζι και κόντεψα να σπάσω το πόδι μου. Ούτε καν κουνήθηκε. Και τότε την άκουσα να γελάει, κάπου από πάνω μου. Κοίταξα πάνω και την είδα. Στεκόταν ξυπόλητη στο ταβάνι του καθιστικού. Έμεινα να την κοιτάω χάσκοντας. Όταν ανέκτησα τον έλεγχο των φωνητικών μου χορδών, το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν: «Τι στην ευχή… τρελάθηκες τελείως;» Δεν απάντησε, χαμογέλασε μόνο. Το χαμόγελό της φαινόταν τόσο φυσικό, ενώ αυτή κρεμόταν έτσι ανάποδα, λες και τα χείλη της τεντώνονταν μόνα τους από τη δύναμη της βαρύτητας. « Μ η ν α ν η σ υ χ ε ί ς , θ α σ ε κ α τ ε β ά σ ω » , είπα τρέχοντας στο ράφι κι αρπάζοντας τα πιο χοντρά βιβλία. Έφτιαξα έναν πύργο με τους τόμους της εγκυκλοπαίδειας και σκαρφάλωσα στην κορυφή. « Μ π ο ρ ε ί ν α σ ε π ο ν έ σ ε ι λ ι γ ά κ ι » , είπα προσπαθώντας να κρατήσω την ισορροπία μου. Εξακολουθούσε να χαμογελάει. Τράβηξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, αλλά δεν έγινε τίποτα. Προσεκτικά γλίστρησα κάτω. « Μ η ν α ν η σ υ χ ε ί ς » , είπα. « Θ α φ ω ν ά ξ ω τ ο υ ς γ ε ί τ ο ν ε ς , κ ά τ ι θ α β ρ ω ν α κ ά ν ω , θ α π ά ω δ ί π λ α να ζητήσω βοήθεια». « Θ α υ μ ά σ ι α » , γέλασε. « Δ ε ν π ρ ό κ ε ι τ α ι ν α π ά ω π ο υ θ ε ν ά » . Γέλασα κι εγώ. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο απρόσμενη. Έτσι όπως κρεμόταν ανάποδα απ’ το ταβάνι. Με τα μακριά της μαλλιά να κυματίζουν προς τα κάτω και τα στήθη της να μοιάζουν με δυο τέλειες σταγόνες δάκρυα κάτω απ’ το άσπρο της μπλουζάκι. Τόσο όμορφη. Ξαφνικά σκαρφάλωσα στη στοίβα με τα βιβλία και τη φίλησα. Ένιωσα τη γλώσσα της πάνω στη δική μου. Τα βιβλία γκρεμίστηκαν κάτω απ’ τα πόδια μου, αλλά εγώ έμεινα να αιωρούμαι στον αέρα, κρεμόμουν μονάχα απ’ τα χείλη της.

Από τη συλλογή διηγημάτων του ‘Ετγκαρ Κερέτ «Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει θεός». Ε κ δ ό σ ε ι ς Κ α σ τ α ν ι ώ τ η , 2 0 0 4 / Μ ε τ ά φ ρ α σ η , Μ ά γ κ υ Κ ο έ ν


Etgar Keret

Το χιούμορ είναι το αντίδοτο

Τα βιβλία του Etgar Keret, είναι λένε, τα «πιο κλεμμένα βιβλία στο Ισραήλ». Διηγήματα και κείμενά του, δημοσιεύονται σε έντυπα και ιστοσελίδες ή εκδίδονται, σε όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα, ο ισραηλινός συγγραφέας παραμένει εν πολλοίς άγνωστος. Μυστήριο. Παρόλο που δύο συλλογές διηγημάτων του κυκλοφορούν από τριετίας από τον Καστανιώτη (Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός, Τα μπλουζ της Γάζας), παρόλο που έχει δις επισκεφτεί τη χώρα επισήμως σε εκθέσεις και φεστιβάλ, παρόλο που είναι ένας από τους δημοφιλέστερους νέους συγγραφείς στον κόσμο, το ελληνικό το κοινό τον αγνοεί. Κι είναι κρίμα. Διότι η φωνή του Keret συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο πρωτότυπες, ιδιοσυγκρασιακές λογοτεχνικές προτάσεις που έχουν ξεπηδήσει την τελευταία δεκαπενταετία από τη Μέση Ανατολή. Γεννημένος το 1967 στο Τελ-Αβίβ, ο Keret έχει χαρακτηριστεί ως ο «Amos Oz της γενιάς του» κι αποτελεί πρόσωπο λατρείας για τη σκεπτόμενη ισραηλινή νεολαία. Το λογοτεχνικό του σύμπαν αποτελείται από απροσάρμοστα παιδιά, παραβατικούς νεαρούς, θλιμμένους φαντάρους και μελαγχολικές φιγούρες που προσπαθούν να επιβιώσουν με όπλο το πικρό χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό, μέσα σ’ ένα περιβάλλον αυξούμενης βίας και παραλογισμού. Πολυσχιδής συγγραφική προσωπικότητα που καταπιάνεται με μια πληθώρα καλλιτεχνικών εκφράσεων -πρόσφατα βραβεύτηκε στις Κάνες με τη Χρυσή Κάμερα ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης- ο Keret είναι παγκοσμίως γνωστός κυρίως για τα σπουδαία διηγήματά του: σύντομα, πυκνογραμμένα, πικρά αστεία, σουρεαλιστικά κι εν τέλει άκρως απολαυστικά, διαβάζονται απνευστί και φωλιάζουν με την πρωτοτυπία τους στο μυαλό του αναγνώστη για πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή τους. Παρά τη φαινομενική τους υφολογική απλότητα, πρόκειται για κείμενα ιδιαιτέρως μελετημένα: η γραφή του Keret φέρει όλο το βάρος της έκρυθμης κατάστασης στην περιοχή του και συνιστά ταυτόχρονα μια οξεία όσο και υπαινικτική κριτική στην ένθεν κακείθεν της Λωρίδας της Γάζας πολιτική βίας και ανευθυνότητας. Δυο φανατικοί αναγνώστες του, ο Γιάννης Παλαβός και ο Λουκάς Τσουκνίδας, του έστειλαν μια μέρα ένα μήνυμα στο www.myspace. com/etgarkeret. «Dear Etgar, hi from Athens, Greece. We are preparing a new magazine. Would you like to be interviewed for us?». «I’d love to» απάντησε. Ό,τι ακολουθεί είναι η πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία που είχαν.


Το όνομα «Etgar Keret» μπορεί ν’ αποδοθεί στ’ αγγλικά ως «Urban Challenge». Έχετε πει ότι ένα τέτοιο όνομα είναι κατάλληλο για το καινούργιο παπούτσι της Nike, αλλά όχι για ένα παιδί. Αυτό το είδος χιούμορ είναι συχνά ακατάληπτο για ολόκληρη τη γενιά που προηγήθηκε: ακόμα κι αν το καταλαβαίνουν, δεν το εκτιμούν. Μοιάζει με απλούστευση, αλλά καταδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στους μεν και τους δε. Πόσο σημαντικό είναι το να μην παίρνουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά; Νομίζω ότι το χιούμορ είναι μια από τις σπουδαιότερες ανθρώπινες ποιότητες, και ειδικά ο αυτοσαρκασμός. Το χιούμορ βασίζεται στην αναστοχαστική σκέψη. Μας επιτρέπει να εξετάσουμε ζητήματα που ήδη γνωρίζουμε από διαφορετική προοπτική. Δια του χιούμορ μαθαίνουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις δεν είναι ο μόνος δυνατός. Κι αυτό έχει σημασία για τον καθένα, αλλά ιδιαίτερα για ανθρώπους που ζουν σε περιοχές του πλανήτη όπως η δική μου. Τα βιβλία σας έχουν ανακηρυχθεί ως τα «Περισσότερο κλεμμένα βιβλία στο Ισραήλ». Παρουσιάζει, νομίζω, αρκετό ενδιαφέρον ότι τον τίτλο της «Περισσότερο κλεμμένης ταινίας στις ΗΠΑ» κρατά το «Clerks» του Kevin Smith. Πιστεύετε ότι δημιουργοί όπως εσείς και ο Smith, δεδομένου ότι είστε περίπου της ίδια ηλικίας και αντλείτε στο έργο σας ιδιαίτερα από τη δημοφιλή κουλτούρα, αποτελείτε μέρος μιας ευρύτερης γενιάς καλλιτεχνών με το ίδιο κοινό; Ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι το κοινό μας προέρχεται από την ίδια οικονομική και κοινωνική τάξη. Οι άνθρωποι που κλέβουν την κουλτούρα τους, είναι συνήθως εκείνοι που δεν έχουν χρήματα για να την αγοράσουν. Παρόλο που είμαι για λόγους αρχής ενάντια στην κλοπή, δεν μπορώ να μη νιώθω κολακευμένος από το γεγονός ότι κάποιος διέτρεξε τον κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον στείλουν στο αυτόφωρο μόνο και μόνο για διαβάσει τις ιστορίες μου. Αυτό που μπορώ να κάνω εγώ από την πλευρά μου, είναι να συνεχίσω να βγάζω βιβλία που να είναι αρκετά μικρά ώστε να μπορείς να τα κρύψεις στην εσωτερική τσέπη του παλτού σου. Ορισμένοι συγγραφείς έχουν ωράριο εργασίας: γράφουν με αυστηρό πρόγραμμα καθημερινά από τις εννέα ως τις πέντε ή άλλες, συγκεκριμένες ώρες. Άλλοι γράφουν όταν έχουν έμπνευση. Εσείς πώς γράφετε; Γράφω μόνο όταν έχω μια καλή ιδέα για μια ιστορία. Αν δεν έχω, μπορώ ν’ αφήσω να περάσουν ολόκληρες εβδομάδες χωρίς να γράψω ούτε λέξη. Ζηλεύω πραγματικά τους συγγραφείς που μπορούν να γράψουν ακόμη κι όταν δεν έχουν έμπνευση. Απλώς, προσωπικά μου είναι αδύνατο. Η γραφή σας είναι πολλές φορές συγγενής προς την ποίηση. Ποια είναι η σχέση σας με τον ποιητικό λόγο; Το ύφος σας έχει δεχτεί επιρροές από ποιητές και, αν ναι, ποιους; Μ’ αρέσει η ποίηση, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να γράψω. Επειδή όταν γράφω τείνω να συσχετίζω ασύνδετα στοιχεία και ταυτόχρονα λειτουργώ παρορμητικά, μου είναι απαραίτητο να έχω κάποια πλοκή, προκειμένου να μη χάνω τον προσανατολισμό μου. Η πλοκή παίζει το ρόλο της σπονδυλικής στήλης που ενώνει όλους τους επιμέρους συσχετισμούς. Στα διηγήματά σας υπάρχει ένα έντονο στοιχείο παραφροσύνης, βίας και θανάτου, που όμως λαμβάνεται περίπου ως δεδομένη, κοινώς αποδεκτή συνθήκη της ζωής. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ζείτε στο Ισραήλ ή αντανακλά μια προσωπική σας άποψη για τα πράγματα; Πιστεύω ότι, όταν μεγαλώνει κανείς σε μια περιοχή όπου η βία και ο παραλογισμός είναι το καθημερινό του περιβάλλον, αρχίζει να αποδέχεται το παράδοξο χωρίς να κάνει πολλές ερωτήσεις. Τα διηγήματά μου επιχειρούν τόσο να αποτυπώσουν αυτήν την αίσθηση όσο και, ακριβώς καταγράφοντάς τη, να την αμφισβητήσουν. Αναγνωρίζω ότι ο παραλογισμός και η βία είναι τμήμα της κοινωνίας μου. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν τα αποδέχομαι. Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σας ρωτήσω πώς γράψατε μερικές ιστορίες που θεωρώ πραγματικά αριστουργήματα: «Η νύχτα που πέθαναν τα λεωφορεία», «Ένα τελευταίο διήγημα κι αυτό είναι όλο»… «Η νύχτα που πέθαναν τα λεωφορεία» γράφτηκε ένα βράδυ που περίμενα για δύο ώρες μαζί με άλλους επιβάτες ένα λεωφορείο που υποτίθεται πως περνούσε ανά δέκα λεπτά. Σταδιακά, γεννιόταν ανάμεσα στους επιβάτες η αίσθηση ότι το γεγονός αυτό, η αργοπορία του λεωφορείου, είναι ενδεικτικό μιας ευρύτερης κοινωνικής παρακμής. Ήταν απλώς ένα λεωφορείο που καθυστερούσε, όμως οι άνθρωποι αντέδρασαν με τόσο υστερικό τρόπο, που σκέφτηκα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να γράψω αυτή την ιστορία. Το «Ένα τελευταίο διήγημα κι αυτό είναι όλο» γεννήθηκε ένα βράδυ που μέθυσα σ’ ένα μπαρ μ’ έναν κατασχέτη. Ο τύπος μου έλεγε ότι όταν πάει σε σπίτια για να κάνει τη δουλειά του, πάντοτε υπάρχει κάτι που οι άνθρωποι τον ικετεύουν να μην πάρει. Αυτό το «κάτι» είναι το σημαντικότερο γι’ αυτούς: η συλλογή των δίσκων τους, ένας πίνακας-οτιδήποτε. Όταν γύρισα σπίτι εκείνο το βράδυ προσπάθησα να σκεφτώ ποιο θα ήταν αυτό το «κάτι» για μένα, αν ερχόταν ένας κατασχέτης στο δικό μου σπίτι. Δεν κατάφερα να καταλήξω κάπου, κι έτσι έφτιαξα αυτό το πλάσμα που έρχεται και κατάσχει καλλιτεχνικά ταλέντα. Το διήγημα ως λογοτεχνικό εί��ος γενικά θεωρείται ήσσονος αξίας σε σύγκριση με το μυθιστόρημα. Ποια είναι η άποψη σας; Εσείς πώς το επιλέξατε ως την κύρια φόρμα του συγγραφικού σας έργου; Ποτέ δεν επέλεξα το διήγημα, το διήγημα επέλεξε εμένα. Αναμφισβήτητα, το διήγημα κατάγεται από μια διαφορετική, λιγότερο εκλογικευμένη περιοχή απ’ ότι το μυθιστόρημα. Πάντως, θεωρώ ότι το να επιχειρεί κανείς συγκρίσεις ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το διήγημα έχει εξίσου λίγο νόημα με το να συγκρίνει την πεζογραφία με την ποίηση. Πρόκειται για δύο ξέχωρες καλλιτεχνικές εκφράσεις. Τα μυθιστορήματα, σίγουρα, είναι πιο δημοφιλή, όμως όταν έχτιζα την προσωπική μου συλλογή λογοτεχνικών έργων που με συγκίνησαν και μ’ άλλαξαν ως άνθρωπο, έβαζα πλάι στα διηγήματα του Kafka και του Babel το «Έγκλημα και τιμωρία» του Dostoyefski και το «Η Βουή και η Μανία» του William Falkner. Και τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα με επηρέασαν εξίσου και δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ να μετρήσω τι από τα δύο υπήρξε σημαντικότερο για την πορεία μου.


Πολύ συχνά επιλέγετε ως αφηγηματική οπτική την οπτική των παιδιών. Τι σας κάνει να νιώθετε άνετα με τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο τα παιδιά; Πιστεύω ότι τα παιδιά, επειδή ακριβώς είναι καινούρια στον κόσμο μας, μπορούν να θέτουν ερωτήματα για ζητήματα στα οποία οι ενήλικες απαντούν αυτόματα, τυποποιημένα. Αυτό που δίνει ώθηση σ’ ένα παιδί είναι, νομίζω, η περιέργεια. Κι η περιέργεια είναι ένα κίνητρο που σιγά-σιγά μεγαλώνοντας όλοι μας το χάνουμε. Πρόσφατα γράψατε ένα παιδικό βιβλίο. Ήταν ευκολότερο ή δυσκολότερο απ’ ό,τι συνήθως; Δεν είχε διαφορά. Μια ιστορία είναι πάντα μια ιστορία ανεξαρτήτως ακροατηρίου: πρέπει να είναι ειλικρινής, να προκαλεί την έκπληξη και να διαθέτει χαρακτήρες που συγκινούν, είτε απευθύνεται σε παιδιά είτε σε ενήλικες. Στην Ελλάδα, πολλοί νέοι αρνούνται να λάβουν μέρος στο πολιτικό παιχνίδι. Για χρόνια τα στερεότυπα παραμένουν αναλλοίωτα: Η «αριστερά» ασχολείται με την «υψηλή» κουλτούρα και η «δεξιά» ασχολείται με το χρήμα και τις μπίζνες. Παρόλο που οι δικές σας πολιτικές απόψεις διαγράφονται στα κείμενά σας, ακόμη σας κατηγορούν επειδή αρνείστε να διαλέξετε πλευρά. Πιστεύετε ότι κάποια στιγμή ο κόσμος θα αντιμετωπίσει την πολιτική με σκεπτικισμό, εγκαταλείποντας τις μανιχαϊστικές οπτικές; Επειδή η πολιτική είναι εξ’ ορισμού πραγματισμός, ο καλύτερος τρόπος για να προωθήσεις τις απόψεις σου είναι να αγνοήσεις όλους τους άλλους και να τους θεωρήσεις συλλήβδην ηλίθιους. Το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τον άλλο, η μέθεξη, δεν είναι πραγματιστικό συναίσθημα και ως εκ τούτου οι πολιτικοί σπάνια το χρησιμοποιούν. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ενδιαφέρον και η παραδοχή της αμφισημίας είναι απαραίτητα εργαλεία στην προσπάθειά μας να ζήσουμε και να κάνουμε τις κατάλληλες επιλογές. Αυτό, προφανώς, με καθιστά έναν όχι και τόσο επαρκή πολιτικό, αλλά, ενδεχομένως, με καθιστά ελαφρώς πιο ολοκληρωμένο άνθρωπο. Στο Ισραήλ και την Ελλάδα η θητεία είναι υποχρεωτική. Προσωπικά, το διάβασμα με βοήθησε να αντιμετωπίσω ευκολότερα τη διαστρεβλωμένη πραγματικότητα του στρατού. Αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι το πρόβλημα ήταν δικό μου: η ίδια παράλογη πραγματικότητα βασίλευε και στον υπόλοιπο κόσμο, έξω από το στρατόπεδο. Τελικά, ο στρατός μιμείται την κοινωνία ή η κοινωνία τον στρατό; Το ίδιο συνέβη και με μένα. Το διάβασμα στη θητεία μου με έσωσε. Στο στρατό νιώθεις ένα πολύ έντονο αίσθημα απομόνωσης και τα βιβλία σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν και σένα: μπερδεμένοι, φοβισμένοι, γεμάτοι επιθυμίες. Νιώθεις λιγότερο μόνος. Νομίζω ότι η στρατιωτική δομή μοιάζει πάρα πολύ με τη δομή της υπόλοιπης κοινωνίας, με μια μικρή διαφορά: ο ίδιος μηχανισμός έξω είναι πιο βίαιος, πιο σκληρός και κυρίως πιο απροκάλυπτος. Ο στρατός είναι όπως η «φυσιολογική» ζωή: στη «φυσιολογική» ζωή σε απολύουν, στο στρατό σου ρίχνουν φυλακή. Υποψιάζομαι ότι γελάτε πολύ με το θάνατο. Η ερώτηση για το τέλος είναι: ποιο είναι το αγαπημένο σας ανέκδοτο με θάνατο; Φοβάμαι πολύ τον θάνατο για να πω ανέκδοτα εις βάρος του εγγράφως. Μπορεί να μάθει ότι τον κοροϊδεύω και να μου ’ρθει για επίσκεψη.


6:35 min


6:35 min


φωτό: monkie

Γιάννης Τριάντης

Συναντηθήκαμε με τον Γιάννη Τριάντη στο γραφείο του στην «Ελευθεροτυπία», κάπου στα τέλη του περασμένου Οκτώβρη. Η κουβέντα μας, παρέμεινε εγκλωβισμένη στα τσιπάκια του κασετόφωνου που «έβγαλε τη δουλειά», μήνες τώρα. Ώστε όταν πάτησα το «play» για να ξεκινήσω την απομαγνητοφώνηση -και τον εγκλωβισμό εκ νέου, των χιλιάδων λέξεων που έπεσαν στο τραπέζι, στους τέσσερις αυτούς τοίχους του περιοδικού -φοβήθηκα κιόλας μήπως είχε σβηστεί. Το περιεχόμενο και η σημασία της, «δημοσιογραφική» ή αναγνωστική –περισσότερο- είχε ξεπεραστεί απ’ την τραχιά, ταχεία επικαιρότητα. Οι κύκλοι που ο κόσμος διασχίζει, ξανά και ξανά, με αλλαγμένα μόνο πρόσωπα αλλά την ίδια ουσία και η συγγραφική ταυτότητα του Τριάντη, ελπίζω πως έσωσαν τελικά το κείμενο. Αν αποδώσω σωστά τα λόγια του, θα αντικρίσετε ένα λόγο που δεν είναι δοκίμιο. Θα μοιάζει με τα άρθρα του στην «Ελευθεροτυπία», που μου φαίνονται σα μικρά ρεπορτάζ με στίχους. Σε ωραία ελληνικά, σύγχρονα και ανεπιτήδευτα, γραμμένα σε μια γλώσσα που δεν «κωλώνει». Και αν μπορούσατε να ακούσετε «ιδίοις όμμασι» την αυθεντική κόπια, τη μήτρα του παρακάτω κειμένου, μάλλον θα διαπιστώνατε ότι ο Τριάντης έχει καταφέρει ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα ενός «γραφιά». Γράφει όπως μιλάει. Στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας, που ‘ναι και μια απ’ τις σημαντικότερες σελίδες της -εσώτερο εξώφυλλο και ίχνος της ιδεολογίας της, πίσω απ’ το περιτύλιγμα. 6:35 min


Αλέξης Γαγλίας / fiasko@otenet.gr

Ο «Τύπος» πίσω απ’ την τελευταία σελίδα Θα ’θελα να ξεκινήσουμε με μια απορία μου. Αναφέρεστε συχνά στα κείμενά σας, στον ποιητή Νίκο Καρούζο. Τον γνωρίζατε προσωπικά; Τον είχα γνωρίσει στα στερνά του… στα μπαρ που σύχναζε και ήμουν κι εγώ θαμώνας. Νέος τότε στη δημοσιογραφία, τον ήξερα από τα ποιήματά του και τον αγαπούσα τόσο ως ποιητή, όσο και σαν ανθρώπινη παρουσία. Πως ήταν σαν άνθρωπος; Κάποιοι τον περιγράφουν οξύθυμο, δύστροπο. Ο Καρούζος ήταν μονήρης, μοναχικός τύπος. Είχε έναν πυρήνα φίλων, αλλά συνήθιζε να συχνάζει μόνος του στα μπαρ. Στο μπαρ του Σκούρτη στα Εξάρχεια, στο «Flower»… Είχε έναν παιγνιώδη χαρακτήρα, ήταν οξύθυμος πράγματι, αλλά και ευθύς, όποιους δε γούσταρε τους έβριζε, τους απωθούσε. Δεν ήθελε γλειψίματα και κολακείες, ζούσε λιτά και μόνο από την ποίηση. Αυτή η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στον τρόπο που ζουν οι ποιητές και σ’ αυτά που γράφουν, στην περίπτωση του Καρούζου ήταν λυμένο ζήτημα. Ο ίδιος σάρκαζε συμπεριφορές ανθρώπων που σκόπευαν μόνο στο «θεαθήναι» και την έκδοση των έργων τους. Σάρκαζε ακόμα και την ίδια την ποίηση και τη λειτουργία της, αποκαλούσε τις λέξεις «λάγνες κουταμάρες»… Ήταν λόγιος ο Καρούζος -ήξερε την παράδοση, αλλά δεν εγκλωβίστηκε σ’ ένα εθνικιστικό πλαίσιο για να την υπηρετήσει, ήταν άθεος αλλά τιμούσε το χριστιανισμό, ήταν αριστερός αλλά όχι με την βλογιοκομμένη κομματική αριστερά. Οι ξένοι δεν τον έχουν ανακαλύψει ακόμα. Πιστεύω θα γίνει κι αυτό, αν και ο εξαιρετικά ακριβής τρόπος που χειρίζεται την ελληνική γλώσσα, τον καθιστά πολύ δύσκολο να μεταφραστεί. Πότε ξεκινήσατε να διαβάζετε λογοτεχνία; Γεννήθηκα το ’55 και μεγάλωσα σ’ ένα χωριό κοντά στο Αγρίνιο όπου δεν υπήρχε καν πλατεία, ούτε τηλεόραση –είχαμε μόνο ένα ραδιόφωνο. Οι δυνατότητες πρόσβασης στον κόσμο ήταν πολύ λίγες. Ευτυχώς ο πατέρας μου αγόραζε εφημερίδα κι αυτή ήταν η έξοδός μου στον κόσμο -η εφημερίδα και τα βιβλία. Το διάβασμα ήταν αυτό που με έβγαζε απ’ τον περίκλειστο κόσμο της επαρχίας. Άρχισα να διαβάζω Βερν στο Δημοτικό και το καλοκαίρι πριν το Γυμνάσιο, διάβασα τον «Παίκτη» και το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Ήμουνα καλός στα φιλολογικά, μάλλον «σκράπας» στα υπόλοιπα και ζούσα περιμένοντας να περάσω στο πανεπιστήμιο για να φύγω. Θέλατε πολύ να ζήσετε κάπου αλλού, να φύγετε από την επαρχία; Και εγώ και οι δικοί μου, όλοι αυτό ήθελαν τότε -«να φύγεις από την καπνόριζα», έλεγαν οι αγρότες… Τα φοιτητικά χρόνια που τόσο περιμένατε, άξιζαν τελικά τον κόπο; Δεν παίρνω τίποτα πίσω από ‘κείνα τα χρόνια. Ήταν μια περίοδος έντονης πολιτικοποίησης, με όλα τα θετικά και αρνητικά. Το 1976 οργανώθηκα κιόλας στην ΚΝΕ, απ’ όπου αποχώρησα δυο χρόνια αργότερα. Ήταν εύκολη η αποχώρηση αυτή; Ας μη δραματοποιούμε τα πράγματα. Στην ΚΝΕ είχα μια παρουσία αξιοσημείωτη, αλλά διαφοροποιούμουν σε αρκετά σημεία -και μόνο που διάβαζα «Αυγή» και «Αντί», τότε θεωρούνταν έγκλημα καθοσιώσεως. Αλλά πέρα απ’ αυτά, εκείνα τα χρόνια εγώ σταδιακά διαμόρφωνα το χαρακτήρα μου. Διάβαζα πολύ, από λογοτεχνία έως βιβλία πολιτικής σκέψης, άκουγα πολύ μουσική, έπαιζα μπάλα.

Σου είπα, εκείνα τα χρόνια διαμορφωνόμουνα μέσα μου. Πολλοί θα έλεγαν με αντιφάσεις, εγώ το βρίσκω μια χαρά. Ήμουνα στην ΚΝΕ και γούσταρα να παίζω μπάλα, διάβαζα, αλλά δεν έγινα ποτέ δικηγόρος, παρότι θα μπορούσα. Έγινα δημοσιογράφος, συνεχίζοντας να διαβάζω, να ακούω μουσικές και να ανακαλύπτω καινούργια πεδία. Αυτός ο διττός χαρακτήρας, που ενυπάρχει μέσα μου, μου αρέσει πολύ. Γιατί δεν περιέχει ούτε το μπαρόκ, βαρύγδουπο και σοβαροφανές ενός, ας πούμε «λογίου» δημοσιογράφου, ούτε το ξέκωλο, το φ��ηνό και κυρίως το εξαρτημένο, ενός δημοσιογράφου που είναι στο σινάφι για να μπορεί να κάνει εκπομπές στην τηλεόραση. Εσείς είχατε προτάσεις από την τηλεόραση; Πολλές. Και τις αρνήθηκα όλες, εκτός μίας, που παραμένει και η μοναδική φορά που έκανα τηλεόραση, στον παλιό, «εναλλακτικό» Seven X. Είναι εύκολη μια τέτοια επιλογή; Αντί της τηλεόρασης, η πολιτική αρθρογραφία, σε μια εποχή με τη στάμπα του «απολίτικου»; Κυρίως είναι μια επιλογή που οικονομικά δε συμφέρει κανέναν. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Ούτε πιστεύω ότι είναι απολίτικη η εποχή μας. Πολιτικοποίηση υπάρχει και σήμερα, με άλλη μορφή, άλλες εκδοχές και αποτυπώματα. Το ’40, όταν η Ελλάδα ήταν κατειλημμένη, στα χρόνια της Χούντας, ή όταν η χώρα άλλαζε πρόσωπο στη μεταπολίτευση, ήταν αδύνατο να μην έχουμε εκείνη τη μορφή της πολιτικοποίησης, που έφτασε κιόλας σε στιγμές νόθες, ανιαρές και επικίνδυνες. Σήμερα όλα είναι πολύ διαφορετικά. Τόσο, ώστε όποιος προσπαθεί με εργαλεία του παρελθόντος να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά των νέων και να τους εγκιβωτίσει στον όρο «απολιτίκ», νομίζω ότι πλανάται. Κοινωνικά προβλήματα όπως η ανεργία, τότε ήταν ανύπαρκτα -σήμερα έχουν προσλάβει διαστάσεις τρομακτικές. Δεν εκθειάζω τα σημερινά παιδιά, έχω όμως την εντύπωση, ότι εκδηλώνουν με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στο παρελθόν και το ενδιαφέρον και την αδιαφορία τους απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Με γοητεύει ο ριζοσπαστισμός τους, αλλά δε θέλω κιόλας να τους κολακέψω. Αιφνιδιαστήκατε από την ένταση της αντίδρασης του φοιτητικού κινήματος στην εκπαιδευτική «μεταρρύθμιση»; Όχι, καθόλου. Μπορείς να το δεις αυτό και στα κείμενα της στήλης μου. Γιατί ποτέ δεν πίστεψα, ότι ακόμα και σε περιόδους υφέσεως των διεκδικήσεων, σε περιόδους που εγώ θεωρώ καταστροφικές για τη χώρα, όπως εκείνη του «εκσυγχρονισμού», είναι δυνατόν να παύσει κάθε αμφισβήτηση, να καμφθούν όλες οι αντιστάσεις της κοινωνίας. Γιατί είστε τόσο επικριτικός με τους «εκσυγχρονιστές»; Οι «εκσυγχρονιστές» και ο Σημίτης προσωπικά, έκαναν μια προσπάθεια να «μπαλώσουν» αυτό το κράτος-μπουρδέλο. Κυρίως όμως προσπάθησαν να πείσουν τους Έλληνες, ότι αρκεί να «γίνουμε Ευρώπη», για να λυθούν δια μαγείας όλα μας τα προβλήματα. Παρέκαμψαν ωμά, σε επίπεδο ύβρεως την ιδιοσυστασία αυτού του λαού. Προσπάθησαν βίαια και με τον μανδύα του σοσιαλιστή, να κάνουν ορισμένες μεταρρυθμιστικές κινήσεις, που όλες τους είχαν καπιταλιστικό πρόσημο. Ευτυχώς ο Σημίτης ήταν ένας μέτριος άνθρωπος, ακόμα και σαν διαχειριστής. Δεν κατάφερε τίποτα. Αλλά για μένα, που όπως δεν έπαψα ποτέ να είμαι αριστερός, δεν έπαψα κιόλας να πιστεύω στην εντοπιότητα, στο χώμα και στην πατρίδα, μια τέτοια πολιτική συμπεριφορά δε μπορούσε να είναι αποδεκτή.

Το τρίπτυχο «Αυγή», ποδόσφαιρο και ΚΝΕ ακούγεται λίγο «ιδιόρρυθμο». 6:35 min


Αυτά λέτε και σας κατηγορούν «εθνικιστή»; Όσοι με λένε εθνικιστή είναι μαλάκες και τους γράφω στα αρχίδια μου. Τέτοιος εθνικιστής είναι κι ο κομαντάτε Μάρκος -ή ήταν ο Τσε όταν μιλούσε για «πατρίδα»… Για μένα η «πατρίδα» δεν υφίσταται σαν σύνορο, αλλά ως προσωπικό ανάχωμα, είναι το «συλλογικό» των ανθρώπων που ζούνε μαζί. Το να ζω μαζί σου σ΄ έναν τόπο σημαίνει πολλά -όταν αντικρίζεις τον ήλιο όπως φωτίζει εδώ και όχι στα βόρεια, δε σημαίνει ότι υπερέχεις. Αλλά ότι η αντίληψη σου διαμορφώνεται αλλιώς -η αισθητική σου είναι μοιραία διαφορετική. Η παράδοση του Τσε και το λατίνικο αίμα που βράζει, είναι δηλαδή οι βάσεις των κινημάτων, που γίνανε και κυβερνήσεις στη Νότιο Αμερική; Ξέρεις, αυτές είναι εξελίξεις, που δε νομίζω να είχανε καν προβλεφθεί από τους «εγκεφάλους» των Η.Π.Α. Έχουμε πια κυβερνήσεις ριζοσπαστών, που δεν κυβερνούν με το «επαναστατικό» θυμικό και αποδεικνύουν ότι στην πράξη, στην διαχείριση, τα καταφέρνουν πολύ καλά. Αναλαμβάνοντας συχνά εντυπωσιακές πρωτοβουλίες, όπως συνηθίζει ο Τσάβεζ. Τους συμπαθείτε; Σας εμπνέουν σαν άνθρωποι ο Τσάβεζ ή ο Μοράλες; Μπορεί να διαφωνώ με ορισμένα στοιχεία τους, αλλά με συγκινούν. Δεν θεωρείτε τον Τσάβεζ λαϊκιστή; Καθόλου. Δημοκράτη; Εδώ ομολογώ ότι έχω ένα «πρόβλημα». Παρότι η δημοκρατία στην Βενεζουέλα λειτουργεί υποδειγματικά στο τυπικό της μέρος, έχω την αίσθηση ότι ο Τσάβεζ δεν έχει αποβάλλει ορισμένα στοιχεία αυταρχικά. Δεν εννοώ αυτά που «καταγγέλλουν» οι Η.Π.Α. και τα τσιράκια τους -γιατί τρέφουν πάρα πολλά τσιράκια εκεί οι αμερικανοί- έχω όμως την εντύπωση, ότι ποτέ του ο Τσάβεζ δε θα δεχτεί, αν στην πορεία των μεταρρυθμίσεών του απωλέσει την λαϊκή εντολή, να πάει πίσω στη μάνα του και να παραχωρήσει έτσι απλά την εξουσία. Ίσως αυτό συμβαίνει γιατί τόσο ο Τσάβεζ, όσο και ο Μοράλες, νιώθουνε μέσα τους παράκλητοι. Αυτό, ναι, με ενοχλεί. Όπως και ότι συμβαίνει στην Κούβα του Κάστρο. Που θα μπορούσε να απολαμβάνει χρόνια τώρα μια πλήρη δημοκρατία -μετά από τόσες πολιτικές κατακτήσεις, δεν έχει να φοβάται τίποτα. Πάντως ο Κάστρο όταν αρρώστησε, τον αδελφό του ήθελε να διορίσει πρωθυπουργό… Μπορεί μια τέτοια κίνηση, μετά από χρόνια αγώνων, να θεωρηθεί τελικά «πολιτική κατάκτηση»; Η Κούβα έχει καταφέρει πολιτικά, πολλά και σημαντικά πράγματα. Και ο νεποτισμός είναι ένα στοιχείο αυτοσυντήρησης σε ορισμένες περιπτώσεις -η Κούβα κυριολεκτικά, ακόμη είναι στο στόμα του λύκου… Όμως αυτό δε μπορεί να αποτελεί άλλοθι εσαεί. Εσύ θα πεθάνεις, τι θα επακολουθήσει; Η εικόνα των ανατολικών καθεστώτων, που κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι; Η Κούβα αντέχει ακόμα γιατί κρατάει την πνοή που της έδωσαν ο Κάστρο και ο Τσε, όταν έφτασαν εκεί με το πλοιάριο απ’ το Μεξικό. Αλλά ρε μπαγάσα… κάντο, τόλμα την υπέρβαση, ακόμα κι αν τελικά χάσεις τις εκλογές. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα παρέδωσαν την εξουσία -τώρα κέρδισαν πάλι τις εκλογές. Ο Τσάβεζ και ο Μοράλες είναι επίσης δημοκρατικά εκλεγμένοι. Ελπίζω να διατηρηθούν σ’ αυτόν το δρόμο. Δεν υπάρχει δυνατότητα

επιστροφής στον αυταρχισμό, στην στρατοκρατική λογική «να διατηρήσουμε αυτό που κατακτήσαμε, έστω και με τα όπλα». Το λέτε αυτό γιατί είστε ενάντια σε κάθε μορφής βία; Αν δείτε δέκα ανθρώπους με καλυμμένα τα πρόσωπά τους να σπάνε μια τράπεζα, θα τους θεωρήσετε αλήτες; Δε θα πω ότι είναι αλήτες. Θα τους θεωρήσετε «χούλιγκανς»; Ή μήπως πολιτικοποιημένους, με έναν «αλλιώτικο» τρόπο; Θα σου πω ότι αισθάνομαι, πως τα παιδιά αυτά είναι το ριζοσπαστικό πρόσωπο μιας νεότητας που δεν έχει αλλάξει ακόμα πουκάμισο… Που σημαίνει ότι σε επίπεδο συναισθηματικό, μπορεί να είμαι μαζί τους, αλλά όταν επιστρατεύσω τη δική μου λογική και δυνητικά, τους έθετα κάποια ερωτήματα, ξέρω ότι δε θα συναντιόμασταν. Επαναλαμβάνω, με συγκινεί ο οίστρος, αλλά δε με γοητεύει καθόλου το πολιτικό αποτέλεσμα. Και αν έρθουμε στα πιο απλά και καθημερινά… χέστηκε η φοράδα αν έσπασαν και τη βιτρίνα μιας τράπεζας. Θα τα πάρει πίσω απ’ την ασφαλιστική… Σιγά την αντίσταση λοιπόν… Ακόμα και αν, ο «άγρια» επαναστατημένος νέος του σήμερα, μείνει και στη συνέχεια της ζωής του εκτός «παραγωγής», ακόμα και αν μονάσει και γίνει ένας Καρούζος… είμαι και πάλι σίγουρος ότι δε θα συνεχίσει να σπάει τράπεζες -μπορεί να πει «γαμιούνται οι τράπεζες και το τραπεζικό σύστημα», αλλά δε θα πάει να το σπάσει. Η αυταξία μιας τέτοιας ενέργειας, περιορίζεται μόνο στο να εγκαρδιώνει τους ανθρώπους που πράττουν έτσι. Δεν περικλείει κανένα άλλο «κέρδος». Γράφετε και μιλάτε πολύ ελεύθερα, χωρίς να «μασάτε» τα λόγια σας. Πόσο ριψοκίνδυνη είναι τελικά η γνώμη στη δημοσιογραφία; Ξεκίνησα από το ρεπορτάζ. Αυτό με προφύλασσε -γιατί «ρεπορτάζ» σημαίνει «γεγονός», όχι άποψη. Πολιτικές αναλύσεις ουσιαστικά, άρχισα να γράφω στην «Ελευθεροτυπία», όπου είχα, όπως και ακόμη, τη δυνατότητα να γράφω ότι θέλω. Πολλές φορές κιόλας κόντρα στη γραμμή της εφημερίδας. Και δεν μου έχουν κόψει ούτε μια λέξη. Ποτέ; Ούτε μισή. Υπήρξαν εποχές συγκρούσεων, αλλά δε με λογόκριναν ποτέ. Και θα σου πω το εξής -ήρθα στην «Ελευθεροτυπία» το ’88. Ένα χρόνο μετά, έγραφα αναλύσεις εναντίον της «κάθαρσης». Η εφημερίδα ήταν σημαιοφόρος της «κάθαρσης» -εγώ θεωρούσα ότι εμπεριείχε μια καθεστωτική αντίληψη. Δε μου έκοψαν λέξη. Κι αυτό νομίζω είναι ένα στοιχείο που κάνει την εφημερίδα να ξεχωρίζει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Ο δημοσιογραφικός αυτός «κανόνας» της «Ε», όπως τον περιγράφετε, ισχύει και σε άλλες εφημερίδες; Ναι, ισχύει και αλλού. Για όλους τους δημοσιογράφους ή μόνο για ορισμένους; Ο κάθε δημοσιογράφος κατακτά τη δυνατότητα να γράφει αυτό που θέλει. Δε μπορεί ο καθένας να το κάνει αυτό. Φυσικά το να γράφει ένας συνάδελφος στα «Νέα» ή το «Έθνος» και η άποψη του να είναι συμβατή με τη «γραμμή» της εφημερίδας του, είναι κάτι αυτονόητο. Αλλά και σ’ άλλες εφημερίδες υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κατακτήσει το δικαίωμα να γράφουν τη γνώμη τους. Απλά, εδώ αυτό είναι καθεστώς, είναι προστατευμένο. Εμβληματικό στοιχείο της εφημερίδας.


Είναι ο τίτλος της εφημερίδας; Θα έλεγα πως αποθεώνει τον τίτλο της. Διάβασα ένα κείμενό σας σχετικά με την από-ριζοσπαστικοποίηση της «Liberation». Και θεώρησα πως ίσως αναφερθήκατε στη γαλλική εφημερίδα για να τονίσετε το κακό κι ασύμφορο παράδειγμα της και μέσα στην ίδια την «Ελευθεροτυπία». Δεν το είχα στο μυαλό μου, ομολογώ. Κινδυνεύει η «Ελευθεροτυπία» να πάθει ότι και η «Liberation»; Ή μήπως αυτό έχει ήδη συμβεί; Ένας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει για όλους μας -έντυπα, δημοσιογραφικούς οργανισμούς και πρόσωπα. Πραγματώνεται όταν αναθεωρήσεις κρίσιμα στοιχεία που ορίζουν την προσωπικότητά σου, όπως εδώ ο απίστευτος πλουραλισμός. Η «Ελευθεροτυπία» σε ότι αφορά την ελευθερία και την ποικιλία των απόψεων, παραμένει όπως ήτανε. Το πώς θα μπορούσε σήμερα μια εφημερίδα να διεκδικήσει το μέλλον της, είναι άλλης τάξεως ζήτημα και αφορά όλες τις εφημερίδες, ελληνικές και ξένες. Έχω γράψει

μέσα απ’ τη στήλη μου αρκετά πράγματα που μπορεί να αφορούν το καινούργιο προφίλ των εφημερίδων. Πολλοί δε συμμερίζονται τις απόψεις μου, όμως ένα είναι βέβαιο -οι εφημερίδες δε μπορούν να ζήσουν οχυρωμένες στην παλιά λογική τους. Πείτε μου ένα ξεπερασμένο παράδειγμα αυτής της λογικής… Η άκρατη πολιτικολογία. Δε μπορείς να έχεις κάθε μέρα πρώτο θέμα τι είπε ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου, ο Τσοχατζόπουλος, ο Ρουσόπουλος ή η Διαμαντοπούλου. Δε θα το υποτιμήσεις. Καλώς ή κακώς δε μπορείς να αγνοήσεις την τυπική πολιτική λειτουργία. Αλλά δεν είναι δυνατόν να δαπανάς τόσο χαρτί και στο πρωτοσέλιδό σου να ασχολείσαι μόνο με τέτοιου είδους θέματα. Γιατί έτσι υποτιμάς καινούργια πράγματα, για τον πολιτισμό, τις νέες μορφές επικοινωνίας, τα κινήματα… Και επιστρέφοντας στην περίπτωση της «Liberation» -μια φίλη μου από το Παρίσι μου είπε, «η Liberation πέθανε και πεθαίνει γιατί εγκατέλειψε τον ριζοσπαστισμό της». Ελπίζω να μη συμβεί το ίδιο στην «Ελευθεροτυπία».


Sound check φωτό: Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος


διάφανα κρίνα Αλέξης Γαγλίας / fiasko@otenet.gr

Τα «Διάφανα Κρίνα» και η μουσική τους, ήταν ένα από τα πρώτα αλλιώτικα ακούσματα που σαμποτάρισαν τη μονοκρατορία της ραπ στ’ αυτιά μου. Θυμάμαι ακόμα πολύ καθαρά την πρώτη φορά που τους είδα σε live- στα Γιάννενα, στο «Μαντζάτο», τέως μουσικό μπαράκι και νυν εμπορικό κέντρο, όπως πια συμβαίνει συχνά. Δε θα πήγαινα- δυο τρία κομμάτια τους που είχε τύχει ν’ ακούσω, μου άρεσαν, αλλά δε με είχαν ακόμα κερδίσει. Στο live με έσυραν οι φίλοι μου- και ήταν ίσως η πρώτη φορά που μέσα από αυτή τη ζωντανή εμπειρία των «Διάφανων Κρίνων», εκτίμησα τη ροκ μουσική. Γιατί είδα πέντε ανθρώπους να ξεγυμνώνουνε όλο το μέσα λυρισμό τους επάνω στη σκηνή, να τραγουδάνε ποιήματα σε ρυθμούς αρμονικούς με λέξεις όπως «ζεστό», αλλά και «σκοτάδι». Γιατί είδα μια μπάντα με όλη τη σημασία της λέξης, να παίζει με τα μάτια της κλειστά, για να παράγει τελικά έναν ήχο φτιαγμένο σαν απ’ το οινόπνευμα και τον καπνό που έρεαν στην ατμόσφαιρα. Φυσικά τα «Κρίνα» δεν είναι η πρώτη, ούτε η μοναδική ροκ μπάντα που μπορεί να πετύχει μια τέτοια μυσταγωγία, να ξεπεράσει τη μελαγχολική επιτήδευση με ενέργεια, αλλά όχι σα σκουριασμένο ροκαμπίλι. Έτυχε απλά να είναι η πρώτη τέτοια μπάντα που εγώ είδα. Τους ξανασυνάντησα τώρα, με την αφορμή της συνέντευξης. Δέκα χρόνια μετά. Πολλά έχουνε αλλάξει από τότε. Το διαμέρισμα με τη βεράντα και την πόλη μπροστά είναι σίγουρα αλλού νοικιασμένο. Απ’ τα μεσημεριάτικα πάρτι στον ήλιο, έχουνε απομείνει μέσα μου μόνο μικρά, χαρούμενα καρέ. Και ο Νικολάκης, που πάντα τον βλέπαμε να έρχεται με χειρόφρενο σε όλες τις στροφές, πρόλαβε και εφάρμοσε το αγαπημένο ρητό του- “live fast, die young”. Τους ανθρώπους από τα «Διάφανα Κρίνα» την πρώτη φορά δεν τους γνώρισα. Και ούτε τώρα τους ξέρω δηλαδή- δεν είναι φίλοι μου. Αλλά αν η μουσική τους, τα λόγια τους και τα τραγούδια τους είναι αληθινά όσο μου ακούγονται, τότε δεν άλλαξαν καθόλου. Ευαίσθητοι άνθρωποι, ακόμα ανθεκτικοί έναντι του καλλιτεχνικού ψωνίσματος και κάθε άλλης «σχιζοφρένειας» του χρόνου. Τους ευχαριστούμε που μας ανέχτηκαν μες στα πόδια τους, σε μια ώρα «δύσκολη» για κάθε μπάντα, στο sound check πριν από την ανοιξιάτικη συναυλία τους στο «ΑΝ».

Για να τονίσεις το φως Θα ξεκινήσεις απ’ τα σκούρα χρώματα Βρισκόμαστε στο «ΑΝ», ένα από τα ιστορικά και εναπομείναντα liveάδικα της Αθήνας. Τα «μαγαζιά» όπου ένα συγκρότημα μπορεί να παίξει ζωντανά τη μουσική του, όλο και μειώνονται νομίζω. Ροδοστόγλου: Ναι, οι χώροι δεν είναι πολλοί- και σίγουρα δεν είναι οι ιδανικότεροι. Απλώς, αυτοί υπάρχουν. Εμείς έχει τύχει να παίξουμε σε άθλια υπόγεια. Νομίζω όμως ότι αρχίζουν να φαίνονται καινούργια πράγματα- στην Πειραιώς, κάποια παλιά εργοστάσια μετατράπηκαν σε συναυλιακούς χώρους. Υπήρχε το «Ρόδον», τώρα υπάρχει το “Gagarin”… Έχετε επιλογές; Πρακτικά δηλαδή σε πόσους χώρους μπορείτε να παίξετε τη μουσική σας; Ροδ.: Εμείς εμφανιζόμαστε συνήθως σε δυο τρία στάνταρ μέρη- και ίσως υπάρχουν άλλα τόσα συνολικά. Τουλάχιστον στη χωρητικότητα που παίζουμε εμείς, τόσα μαγαζιά μπορούν να μας φιλοξενήσουν. Γιατί αν κάναμε ένα live σ’ ένα χώρο που παίρνει μέχρι 150 άτομα, αυτόματα θα δημιουργούνταν πολλά προβλήματα. Αυτοί που θα ‘μπαιναν θα ασφυκτιούσαν και δε θα υπήρχε η ασφάλεια που θέλουμε, ενώ όσοι θα έμεναν έξω, θα γκρίνιαζαν… Βάζετε κάποιο «πλαφόν» στις συναυλίες που κάνετε κάθε χρόνο; Ροδ.: Ναι, προσπαθούμε να μην «καούμε» στη συνείδηση του κόσμου. Να μη βαρεθεί ο άλλος να σε βλέπει μπροστά του…είναι πολύ άσχημο αυτό. Γι’ αυτό και στην Αθήνα δε δίνουμε περισσότερα από 4- 5 live το χρόνο. Θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ περισσότερα, αλλά θέλουμε να διαφυλάξουμε κάτι. Το παρόν σας ποιο είναι; Ζείτε από τη μουσική σας; Ανεστόπουλος: Όχι, δε ζούμε από τη μουσική. Κάποια στιγμή το προσπαθήσαμε, θέλοντας να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο κι άπλετο χώρο για να δημιουργούμε. Να είμαστε απόλυτα συγκεντρωμένοι σ’ αυτό που κάνουμε. Ήταν η πιο ωραία μας περίοδος σαν συγκρότημα. Αλλά, οικονομικά δεν αντέξαμε πάνω από πέντε χρόνια. Αυτό που επιδιώκαμε, αποδείχτηκε μια ουτοπία. Ροδ.: Γιατί αν θέλαμε να συνεχίσουμε έτσι, θα έπρεπε να παίζουμε συνέχεια. Προτιμούμε να έχουμε και μια άλλη δουλειά, ώστε να μην είμαστε εξαρτημένοι αποκλειστικά από τη μουσική και αναγκαζόμαστε να κάνουμε πράγματα που δε θέλουμε, μόνο και μόνο για να βγάζουμε το μεροκάματο.


Περιγράφετε ένα δίλημμα… Ανεστ.: Ο Παντελής έχει γράψει έναν στίχο, που όταν τον τραγουδάω νομίζω τον αισθάνομαι απόλυτα- «θα συνεχίσω να ψάχνω στη μουσική». Έχουμε φτάσει σχεδόν 40 χρονών, είμαστε γκρουπ πάνω από 15 χρόνια και έχουμε βιώσει αρκετές διαφορετικές καταστάσεις για το πώς μπορεί να υπάρχει μια μπάντα, μια μουσική παρέα στην Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή έχουμε μπει σ’ έναν πολύ ωραίο δρόμο, ίσως έχουμε βρει τον τρόπο να ισορροπήσουμε την ύπαρξη μας. Αυτό που αγαπήσαμε- και συνεχίζουμε να αγαπάμε- με την ανάγκη της επιβίωσης και ότι άλλο μπορεί να μας βαραίνει στην καθημερινότητα. Σαν άνθρωποι πόσο έχετε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια; Ανεστ.: Πιστεύω πως έχουμε γίνει πιο έμπειροι και πιο σοφοί. Μπορούμε πια να διαχειριστούμε πολύ καλύτερα τις ζωές μας. Αλλά συνεχίζουμε να μην «πουλάμε» τη μουσική μας, που για μας δεν είναι ούτε αγάπη ούτε χόμπι, είναι η ίδια μας η ζωή. Και εξακολουθούμε να κοπιάζουμε πάνω σ’ αυτή τη μουσική, όπως ο άνθρωπος που σηκώνεται στις 7.00 το πρωί για να πάει στη δουλειά του. Στη μέχρι τώρα πορεία σας, σαν συγκρότημα, έχετε δεχθεί πιέσεις να κάνετε κάτι πιο εμπορικό, πιο «πιασάρικο»; Ανεστ.: Νομίζω είχαμε σκεφτεί από νωρίς κάποια πράγματα και αποφύγαμε εξαρχής διάφορους ανθρώπους και μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Ροδ.: Βγάζαμε τους δίσκους μας με την “Wipe Out” που ήταν ανεξάρτητη δισκογραφική και δε μας πίεζε κανείς. Είχατε προτάσεις από μεγάλες δισκογραφικές και αρνηθήκατε; Ροδ.: Πολλές φορές. Ανεστ.: Εμείς ξέραμε πως έχει αυτό το παιχνίδι και ήμασταν αντίθετοι, και ιδεολογικά και ηθικά. Δεν παίξαμε ποτέ μ΄ αυτούς τους όρους και ούτε πρόκειται. Τι παραπάνω μπορεί να προσφέρει σ΄ ένα συγκρότημα μια μεγάλη δισκογραφική; Ροδ.: Σου δίνει το στούντιο, σου κάνει όλο το προμόσιον – πράγματα πολύ σημαντικά, αλλά για όλα αυτά υπογράφεις ένα συμβόλαιο με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Εμείς είμαστε και λίγο ντροπαλοί, κάπως μοναχικοί από τη φύση μας, και δεν επιδιώξαμε ποτέ κάτι τέτοιο. Και μόνο που ανεβαίνουμε πάνω στη σκηνή για μας είναι ένα μεγάλο πανηγύρι. Ε, τουλάχιστον αυτό το πανηγύρι να ‘χει και κάποια ουσία. Να είσαι αναγκασμένος βάσει συμβολαίου, να σέρνεσαι από δω κι από ‘κει, είτε για να παίξεις είτε για να μιλήσεις και να προμοτάρεις τον εαυτό σου, είναι γελοίο. Παραμένετε η ίδια, μικρή ομάδα ανθρώπων που φτιάχνουν μουσική. Πόσο δύσκολο είναι αυτό για τον εγωισμό του καθενός σας; Ροδ.: Στον κάθε άνθρωπο, από γεννησιμιού του και πέρα από εποχές, πολιτισμούς και κοινωνικοπολιτικά συστήματα, συνυπάρχουν η απληστία και η αγάπη. Μοχθούμε και ‘μεις διαρκώς να τα ισορροπήσουμε. Το καλό και το κακό που έχουμε μέσα μας. Κάνετε παρέα; Ροδ.: Πολύ. Έχουμε παντρέψει ο ένας τον άλλο, έχουμε άλληλο- βαφτίσει τα παιδιά μας. Βγαίνουμε έξω μαζί, μαζευόμαστε σε σπίτια, πίνουμε τα ποτά μας… Αγαπιόμαστε πολύ και ξέρουμε ποιοι είμαστε, με τα θετικά και τα αρνητικά μας. Υπάρχουν όμως και οι ώρες που θέλει ο καθένας να αποσυρθεί, να ιδιωτεύσει κάπως.


Ανεστ.: Είναι δύσκολο να είναι δεκάξι χρόνια μαζί πέντε αγόρια…γιατί ξεκινήσαμε σαν αγόρια και γίναμε άντρες μαζί. Ήταν ένα διάστημα που περιείχε δράση, όσο και αντίδραση. Αλλά για μένα, τα «Διάφανα Κρίνα», ο Παντελής, ο Κυριάκος, ο Τάσος και ο Νίκος, είναι η οικογένεια μου. Γιατί πέρα από δίνες και κολάσεις που ο καθένας μας μπορεί να τραβάει, είμαστε πάντα μια αγκαλιά, άλλοτε με γέλια και άλλοτε με κλάματα. Και αυτό το συναίσθημα μπο��εί να περάσει στη μουσική σου και να «διαιωνίσει» ίσως λίγο παραπάνω όλη τη φάση. Ο καιρός όμως παραμένει πολύς- 16 ολόκληρα χρόνια. Όπως αισθάνομαι εγώ, κι αύριο αν διαλύονταν η μπάντα, έχουμε πει τα τραγούδια που θέλαμε. Πως φτιάχνετε ένα τραγούδι; Γράφετε πρώτα το στίχο και ανακαλύπτετε ένα ρυθμό; Ή αντίστροφα; Ροδ.: Να σου πω την αλήθεια δεν το πολυσκεφτόμαστε. Μάλλον συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Εμείς έχουμε τη χαρά να υπάρχουν άνθρωποι στο συγκρότημα που εκφράζονται και με νότες, αλλά και με λέξεις. Υπάρχουν λοιπόν κάποιοι στίχοι και υπάρχουν κάποιες μουσικές- αν μέσα μας ταιριάζουν, τότε έρχονται κοντά και γίνονται τραγούδι. Ανεστ.: Και νομίζω ότι όσοι συμμετέχουμε στη μπάντα, έχουμε καταφέρει ένα μεταξύ μας συγκερασμό, δηλαδή πλέον κάνουμε σύνθεση με έναν τρόπο πραγματικά δημοκρατικό. Στην αρχή καθένας μας έφερνε και ένα δικό του κομμάτι. Τώρα λειτουργούμε πιο «αλτρουιστικά», ο καθένας προσθέτει σε μια ιδέα του άλλου το δικό του παίξιμο, τη δικιά του ψυχή. Κάνουμε πια συν- ορχήστρωση. Αυτό είναι και το νόημα της μπάντας, να λειτουργεί σαν ένα σώμα, όπου ο καθένας έχει το ρόλο του, λόγο και ύπαρξη μέσα στο κάθε τραγούδι. Πολλοί σας θεωρούν «παράφορα» πεσιμιστές. Κάποιοι άλλοι, υπερβολικά απολίτικους… Ροδ.: Νομίζω ότι ο τρόπος που δραστηριοποιείται ακόμα η μπάντα, σαν μια παρέα, ενωμένη και δημιουργική για τόσα χρόνια, εμπεριέχει ήδη μια πολιτική θέση. Αλλά και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, δηλώνει μια αισιόδοξη στάση. Τώρα, αν οι στίχοι μας έχουν πολλά σκοτεινά σημεία…οι ζωγράφοι λένε πως αν σ’ ένα πίνακα θέλεις να τονίσεις το φως, πρέπει να ξεκινήσεις από τα σκούρα χρώματα. Και είναι μάλλον υγιές να αγωνίζεσαι, γνωρίζοντας εξίσου με το φως, τις σκοτεινές πλευρές της ζωής Ανεστ.: Κάποιοι προσδοκούν μέσα από την τέχνη τους να εκφράσουν τη λάμψη, κάποιοι το σκοτάδι. Υπάρχουν όμως και αυτοί που θέλουν να εκφράσουν τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι. Χθες, με πλησίασε στην πλατεία στα Εξάρχεια ένα παιδί- μου δίνει το χέρι του και μου λέει, «αυτός ο στίχος- οι άνθρωποι λιώνουν όπως τα χιόνια- δε με κατέβασε πιο κάτω αλλά μ’ ανέβασε, πήγα και αποτοξινώθηκα μεγάλε…» Για το «πολιτικό» που λες και ‘γω παιδί της πόλης είμαι, από την εργατική τάξη προέρχομαι, αλλά τελικά αυτή ήταν η φωνή και η ψυχή μας, αυτός ήταν ο δικός μας τρόπος να παλέψουμε και να δημιουργήσουμε. Δεν ήμασταν ποτέ, ούτε «Γενιά του Χάους», ούτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο και βιωματικά πολιτικό, όπως οι «Τρύπες». Σκεφτήκατε ποτέ, μήπως τελικά τραγουδάτε την αυτοβιογραφία σας; Ανεστ.: Προσωπικά φοβάμαι να γράψω έστω μια τέτοια, «αυτοβιογραφική» πρόταση. Θεωρώ πως μόνο αν σταθείς τυχερός και προλάβεις να γεράσεις, στα 70, στα 80 σου χρόνια, μπορείς να γράψεις μια λέξη αποκλειστικά δικιά σου, ή να τραγουδήσεις την αυτοβιογραφία σου… Θα σου πω μια περίεργη, αλλά αληθινή ιστορία, που μου είπε κάποτε ο αδερφός του Αλκίνοου, ο Λίνος Ιωαννίδης- για έναν βοσκό στο βουνό της Τρόοδου στην Κύπρο. Ο άνθρωπος αυτός έζησε όλη τη ζωή του στο μποστάνι και στο μαντρί, από τα δέκα του χρόνια μέχρι και τα εβδομήντα του, έβγαζε τα ζώα να βοσκήσουν στα ίδια μέρη, ακολουθούσε κάθε μέρα την ίδια διαδρομή. Στα δέκα μέτρα από τη στάνη, βρίσκονταν ένας μεγάλος, αλάξευτος βράχος. Ο βοσκός ποτέ δεν είχε στρίψει το κεφάλι του να τον δει, τόσο άρρηκτα ήτανε συνδεμένος ο βράχος με το υπόλοιπο σύμπαν του. Μπορεί να ‘χε κλάψει, να ‘χε κατουρήσει στις ρίζες του, αλλά ποτέ δεν τον είχε προσέξει, ποτέ δεν τον είχε ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα γύρω του. Στα εβδομήντα του χρόνια, κοντοστάθηκε μπροστά στον βράχο, σα να τον είδε για πρώτη φορά και φαντάστηκε άγγελο. Πήρε ένα σφυροκάλεμο, τον λάξευσε κι έφτιαξε έναν άγγελο, άγαλμα. Αυτό το ακατέργαστο που έχει μέσα του ο κάθε άνθρωπος χωρίς να το διαλαλεί, είναι ένα μαγικό μυστήριο που πρέπει να υπερασπιζόμαστε με τη ζωή μας. Γιατί κάθε μικρός άνθρωπος θέλει να γίνει μεγάλος μέσα απ’ τις πράξεις του. Μόνο μέντορες να μη χρειαζόμαστε, είδωλα να θάβουμε και πρότυπα να γεννάμε. Αυτό.


Η Μπάλα του ΝΒΑ: Συνθετικό ή Δέρμα;

Πάρης Τζαλαλής

Την πρώτη μου μπάλα μπάσκετ την αγόρασα από βιβλιοπωλείο. Ήταν αμέσως μετά το «έπος» του ’87 και έβρισκες μπάλες του μπάσκετ ακόμα και στα φαρμακεία. Η πρώτη μου πορτοκαλί θεά ήταν μάρκας «Double», πιο πλαστική κι από τη Νικόλ Κίντμαν και είχε ένα κατασκευαστικό ελάττωμα, ένα εξόγκωμα που την έκανε ξεχωριστή. Μ’ αυτήν έμαθα να παίζω μπάσκετ αλλά ήταν πράγματι η πιο άθλια μπάλα που έπιασα στη ζωή μου. Αγόρασα πολλές από τότε, έχασα και κάποιες - μία που είχα κλέψει από μια ομάδα μου την έκλεψαν κάποιοι με τη σειρά τους όταν δε βρήκαν τίποτε πιο αξιόλογο στο αυτοκίνητό μου – αλλά ποτέ δεν αποφάσισα να δώσω το αντίτιμο για τη δερμάτινη «Spalding», την αυθεντική μπάλα του ΝΒΑ. Ήξερα πως θα κατέληγε στη διακόσμηση, αφού δεν έχει φτιαχτεί για τα «τσιμέντα».

Τέλος εποχής; Το φετινό πρωτάθλημα του ΝΒΑ παραλίγο να γίνει το πρώτο χωρίς τη δερμάτινη θεά. Η «Spalding», μετά από μακροχρόνιες έρευνες και εφ’ όσον η προμήθεια κατάλληλου δέρματος γίνεται όλο και πιο δύσκολη τελευταία – κόστος, αντιδράσεις οικολόγων κλπ – ανακοίνωσε την κατασκευή μιας νέας μπάλας από συνθετικό υλικό, μελετημένης έτσι, ώστε να βελτιώνει την απόδοση των παικτών και να μη φθείρεται στη διάρκεια του παιχνιδιού. «Συνθετικές μπάλες χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια στην Ευρώπη και στο κολεγιακό πρωτάθλημα και το 99% των παικτών μεγάλωσαν παίζοντας με τέτοιες μπάλες», δήλωσε ο αντιπρόεδρος του ΝΒΑ, Στου Τζάκσον. Δεν είχε προβλέψει πως αυτή η δήλωσή του θα ταίριαζε γάντι με τα λόγια του πολλά βαρύ Σακίλ Ο’ Νιλ: «Η καινούργια μπάλα μοιάζει σαν τις φτηνές που βρίσκεις στα παιχνιδάδικα.» Μια πιο άμεση απάντηση ήρθε από τα χείλη του Τζέρι Στακχάουζ: «Παίζοντας μπάσκετ σαν παιδιά, ονειρευόμασταν τη μέρα που θα τρέχαμε στο παρκέ με τη δερμάτινη μπάλα…» Η αλήθεια βέβαια είναι πως η δερμάτινη χρειάζεται «στρώσιμο», πρέπει να χτυπηθεί και να καταπονηθεί για λίγο μέχρι να είναι έτοιμη προς χρήση. Οι άνθρωποι της Spalding, ερευνούσαν καιρό το πώς θα εξομοιώσουν μια «παιγμένη» δερμάτινη μπάλα. Η καινούργια τεχνολογία θα προσέφερε ακριβώς αυτό. Μπάλα από το κουτί κατευθείαν στο παρκέ και με καλύτερη συμπεριφορά στον ιδρώτα. Το επιχείρημα για παραδοσιακούς τύπους και Λουδίτες του μπάσκετ είναι παραπάνω από προφανές. Μια μπάλα που αλλάζει συμπεριφορά στη διάρκεια του παιχνιδιού είναι σα να συμμετέχει, είναι ζωντανή.


Μπάλα, καλή καρδιά μα και γκρίνια Τα επιχειρήματα κόντρα στην αλλαγή δεν έμειναν φυσικά σε επίπεδο νοσταλγίας. Οι ψηλοί παραπονέθηκαν πως δεν μπορούν να τη «χεριάσουν» καλά και οι κοντοί πως αναπηδά διαφορετικά σε παρκέ και ταμπλό. Ο Ντουέιν Γουέιντ, σκόρερ που χρησιμοποιεί το ταμπλό πολύ συχνά δήλωσε πως κάτι έχει αλλάξει στη συμπεριφορά της μπάλας και θα πρέπει να προσαρμόσει το σουτ του. Λεπτομέρειες, αλλά κινήσεις που έχουν γίνει πλέον αυτόματες αλλάζουν δύσκολα. Επιπλέον, κάποιος έπρεπε να ρωτήσει τους παίκτες πριν πάρει μια απόφαση που τους αφορά τόσο άμεσα. Δεν είναι; Το ΝΒΑ όμως είναι ένας κερδοσκοπικός οργανισμός, όπως και οι ομάδες κι ο αυτοκράτορας-κομισάριος Ντέιβιντ Στερν δεν έχει μάθει να του πηγαίνουν κόντρα. Έχοντας φέρει με τους χειρισμούς του αυτό το πρωτάθλημα-πολυεθνική στη θέση ενός από τα τοπ θεάματα στον κόσμο, δεν είναι εύκολο να του κάνει κανείς κριτική. Κι έτσι η αλλαγή έγινε χωρίς πολλά πολλά κι η κανονική περίοδος ξεκίνησε με τη νέα μπάλα να κατακλύζει τα αθλητικά καταστήματα και να πωλείται στην εξωφρενική τιμή των 99,99$ (ούτε εκατό) παρ’ ότι το κόστος παραγωγής ήταν χαμηλότερο κατά 5%. Αν και η γκρίνια συνεχίστηκε, ο Στερν και οι ιθύνοντες της Spalding ήταν αισιόδοξοι: «Όσο προχωράμε και οι παίκτες συνηθίζουν τη μπάλα το θέμα πάει να λήξει οριστικά.»

Η επιστήμη αντεπιτίθεται Ένα σημαντικό χτύπημα στην καινούργια μπάλα ήρθε από έναν υποστηρικτή της. Ο ιδιοκτήτης των Ντάλας Μάβερικς, ο νεαρός χάι-τεκ επιχειρηματίας Μαρκ Κιούμπαν, έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με τους πραιτοριανούς του ΝΒΑ και έχει πληρώσει αρκετά πρόστιμα γι’ αυτό. Αν και η νέα μπάλα του φαινόταν σα φυσική εξέλιξη της παλιάς, οι συνεχείς διαφωνίες των παικτών του έδωσαν μια ιδέα. Ζήτησε από τον φίλο του Τζέιμς Χόρβιτζ, πανεπιστημιακό φυσικό και ερευνητή, να κάνει μερικά ιδιωτικά τεστ στη συνθετική μπάλα. Ο καθηγητής και η ομάδα του κατέληξαν ότι: # Η συνθετική αναπηδάει 5-8% λιγότερο ψηλά από τη δερμάτινη. # Είναι πιο κολλώδης όταν είναι στεγνή αλλά πιο γλιστερή όταν βραχεί. Αντίθετα η δερμάτινη, απορροφά τον ιδρώτα και τότε γίνε- ται πιο κολλώδης. # Η καινούργια μπάλα, αναπηδά 30% πιο απρόβλεπτα ευνοώντας τα λάθη στην τρίπλα. Τα αποτελέσματα, αν και αμφισβητήθηκαν, έριξαν λάδι στη φωτιά που σιγόκαιγε.

Θα μιλήσεις με το δικηγόρο μου Εντωμεταξύ, ο Τζέισον Κιντ και ο Στιβ Νας άρχισαν να παραπονιούνται για μικρές αμυχές στα δάχτυλα και μια νέα αυθαιρεσία, η οδηγία προς τους διαιτητές για μηδενική ανοχή σε παραπονούμενους παίκτες, ξεχείλισε το ποτήρι. Οι παίκτες αποφάσισαν πως μια αλλαγή μπάλας δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει ερήμην τους ούτε θα γίνουν αποδιοπομπαίοι τράγοι στο έλεος των διαιτητών και ανέλαβαν σοβαρή δράση. Ένα μήνα μετά την έναρξη της κανονικής περιόδου ακολούθησαν τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Η Ένωσή τους (NBPA), κα��έθεσε δύο μηνύσεις για άδικη μεταχείριση σύμφωνα με το νόμο για τις εργασιακές σχέσεις και την ιδιωτική συλλογική σύμβαση μεταξύ παικτών και ΝΒΑ, στην αντίστοιχη επιθεώρηση εργασίας (National Labour Relations Board) που απ’ ότι φαίνεται, δεν είναι καθόλου διακοσμητική. Κάτω από τέτοια πίεση και με το νέο στοιχείο των μικροτραυματισμών, ο Στερν «λύγισε». Ανέλαβε την πλήρη ευθύνη και ανακοίνωσε συνοπτικά ότι απ’ την πρωτοχρονιά του 2007, οι αγώνες θα γίνονται ξανά με την παλιά δερμάτινη μπάλα. Οι παίκτες πιέστηκαν, αντέδρασαν και νίκησαν. Ή μήπως κάτι δεν έγινε σωστά; Μήπως ο ισχυρός άντρας του ΝΒΑ έχασε την ουσία όλου αυτού του ντόρου;

Δε με κατάλαβες ποτέ… Η φασαρία έγινε κυρίως, επειδή η απόφαση πάρθηκε χωρίς την ανάμειξη των άμεσα ενδιαφερόμενων, των παικτών ή τουλάχιστον του οργάνου που τους εκπροσωπεί. Ο Ντέιβιντ Στερν μπορεί να διατείνεται ότι έκανε αυτό που ήθελαν οι παίκτες όμως για άλλη μια φορά έδρασε από μόνος του. Μετά από δυο μήνες παιχνιδιών αποφάσισε για μια νέα αλλαγή, ερήμην όσων υπέστησαν τις συνέπειες της προηγούμενης απόφασής του. Ο Στιβ Κερ, τόνισε σε μια ραδιοφωνική του συνέντευξη το πώς ουσιαστικά, η σχέση Στερν-παικτών δεν άλλαξε καθόλου παρά τη φαινομενική νίκη τους. Ο αυταρχικός κομισάριος έκανε και πάλι το δικό του παρακάμπτοντας εκείνους, χωρίς τους οποίους η αυτοκρατορία του δε θα υπήρχε. Ο ίδιος βγήκε λάδι και διατήρησε τη θέση ισχύος που έχει υιοθετήσει.

Συνθετική ή δερμάτινη, όπως και να πετάξει τη μπάλα ο παμπόνηρος άντρας, ακόμα «το βλέπει βαρέλι».


bookcrossing Ποιος έχει το βιβλίο;

Κωστής Αλεξανδρόπουλος

Καθώς ξεκινώ την έρευνα σχετικά με το «bookcrossing» οι πληροφορίες που έχω είναι συγκεχυμένες. Τα μέλη του σχετικού site ανταλλάσσουν τα βιβλία που έχουν ήδη διαβάσει. Μια κοινότητα που έχει δημιουργηθεί με βάση τα βιβλία και που κινείται ίσως, με μηνιαίες συγκεντρώσεις που τα μέλη συναντιούνται, μιλάνε γι’ αυτά, μια «λογοτεχνική παρέα» είναι ο προσδιορισμός στον οποίο ποντάρω τα λεφτά μου –μάλλον τα βιβλία μου. Φαντάζομαι κάτι στατικό, βαρύ και παρνασσικό, που απλώς εκμεταλλεύεται την νέα τεχνολογία για να δημοσιοποιήσει τον εαυτό του, να στρατολογήσει νέα μέλη. Μια περίπτωση λίγο καλύτερη από ένα απαρχαιωμένο κλειστό λογοτεχνικό σαλόνι, όπου γινόντουσαν απαγγελίες και κυρίως κριτική των βιβλίων που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα μέλη, με έναν ή μία πατρόνα ως κυρίαρχη προσωπικότητα, έτοιμους καυστικούς χαρακτηρισμούς κτλ.

Έχω πέσει τελείως έξω γιατί απλούστατα δεν υπάρχει το μέσα! Λάθος! Αυτό το οποίο προτάσσεται στο bookcrossing δεν είναι το προζαϊκό κατασκήνωμα σε πολυθρόνες με πίπες και τσάι, η εκπόνηση βαθυστόχαστων αφορισμών, ούτε μόνο η ιδέα να ανταλλάξεις τα βιβλία που έχεις διαβάσει και που σκονίζονται στα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Το βασικό είναι η ιδέα του παιχνιδιού, γιατί κανένας δεν πρόκειται να σου παραδώσει αμαχητί κανένα βιβλίο. Θα σου δώσουν στοιχεία, ενδείξεις και αφηρημένες γεωγραφικές συντεταγμένες για το που βρίσκεται κάποιο από αυτά, τα χαρακτηρισμένα «σε κατάσταση απελευθέρωσης». Για παράδειγμα, σύμφωνα με το site κάποια έβοσκαν στην περιοχή της Καπνικαρέας. Τράβα βρέστα, διάβασέ τα και μετά κάνε το ίδιο, με μια μικρή αλλά λίαν σημαντική λεπτομέρεια: όταν θα ανακαλύψεις ένα από αυτά, θα βρεις να αναγράφεται ένας μοναδικός κωδικός στην πρώτη σελίδα. Στο site, γράφοντας το κωδικό αυτόν μπορείς να παρακολουθήσεις την «βιογραφία» του «απελευθερωμένου» βιβλίου, τα ψευδώνυμα εκείνων που το έχουν διαβάσει, τα μέρη στα οποία έκανε τις εμφανίσεις του και τα σχόλια που συγκέντρωσε από εκείνους που το πέτυχαν στο διάβα τους. Πάνω από όλα, πρόκειται περί ενός παιχνιδιού και αυτό σκεφτόταν και ο δημιουργός του Ron Hornbaker όταν το Μάρτιο του 2001 το έβαλε σε εφαρμογή. Υπήρχε στις ΗΠΑ ένα άλλο διαδυκτιακό παιχνίδι, το «Where’s George?», εκ του George Washington που υπάρχει στα νομίσματα, όπου μπορούσες να μάθεις που βρίσκεται τρόπον τινά η τυχερή σου δεκάρα ή η δεκάρα που έδωσες στο μπακάλη της γειτονιάς σου την Τρίτη το μεσημέρι αγοράζοντας μπρόκολα –ανίχνευση της τυχαιότητας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο Hornbaker αναρωτιόταν, τι άλλο θα ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθήσεις την πορεία του. Τότε, το μάτι του πέφτει σ’ εκείνα τα προαναφερθέντα ράφια. Γλόμπος καρτούν ίπταται πάνω από το κεφάλι του. Βιβλία! Το ίδιο βράδυ το βασικό πλάνο είχε καταστρωθεί. Ένα ανατρεπτικό παιχνίδι που πέρα από τα καταστασιακά στοιχεία περιπλάνησης και αναζήτησης στο τοπίο της πόλης, εμπεριέχει και μια μαγική δόση μεταφυσικής μέσω της συνέχειας, μέσω του ταξιδιού. Το βιβλίο που έχεις εσύ αγοράσει συνεχίζει το ταξίδι του, αποκτά ένα είδος ζωής, επιβεβαιώνοντας την καβαλιστική παράδοση που θέλει τα βιβλία να έχουν δική τους αυτόνομη ύπαρξη. Το βιβλίο μετατρέπεται σε όχημα, σπάζοντας το στεγανό του δεσίματος στη ράχη και της σελίδας. Απελευθερώνεται από την ασφυξία της ιδιωτικής ανάγνωσης και την στεγνή μονοσήμαντη αξία της αγοραπωλησίας, της αγοραίας εφήμερης διασκέδασης.


6:35 min


monkie #00: Are we animals, gods or robots?