Issuu on Google+

MODUS LEGIS #03

The magazine of “The European Law Students” Association - ELSA Komotini


Διοικητικό Συμβούλιο ELSA Komotini

Πρόεδρος Ελευθερία Τίρτα Γενική Γραμματέας Αδαμαντία Καραμάνου Αντιπρόεδρος Marketing Ελένη Πολυμέρου Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκών Δραστηριοτήτων Παρέσα Βασιλειάδου Αντιπρόεδρος Σεμιναρίων και Συνεδρίων Ελένη Χατζόγλου Αντιπρόεδρος Προγράμματος STEP Νεφέλη Μαράτου Eιδικός Συνεργάτης για το περιοδικό «Modus Legis»: Ελένη Μπολιουδάκη

Συντακτική ομάδα Modus Legis Σοφία Θώμου Γιώργος Κόσσυφας Όλγα Κουμπούρη Ματθαίος Μήτσης Κατερίνα Στραταριδάκη

2

Modus Legis


EDITORIAL H ELSA Komotini βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσει το -τρίτο κατά σειρά- τεύχος του περιοδικού της Modus Legis. Το τεύχος αυτό αποτελεί εκπόνημα φοιτητών νομικής (προπτυχιακών και μεταπτυχιακών), ασκούμενων δικηγόρων, δικηγόρων και ακαδημαϊκών, μέλη της ELSA Komotini αλλά και μη εγγεγραμμένων στο σωματείο. Οι συντάκτες που ενδιαφέρθηκαν να αρθρογραφήσουν στο περιοδικό μας είχαν διάθεση για έρευνα και αναζήτηση των διάφορων εκφάνσεων της νομικής επιστήμης, γι’ αυτό και τα δημιουργήματά τους είναι αξιέπαινα για την ακρίβεια και τη νομική τους θεμελίωση. Στις σελίδες του περιοδικού απαριθμούνται άρθρα, συνεντεύξεις, σχόλια σε αποφάσεις δικαστηρίων καθώς και τα κυριότερα σημεία από τα σεμινάρια που έγιναν από το σωματείο. Η θεματολογία είναι ποικίλη περιλαμβάνοντας ζητήματα από πολλούς κλάδους του δικαίου (συνταγματικό, δημόσιο διεθνές, ποινικό κ.λπ.). Δεν λείπουν, φυσικά, και θέματα νομικής επικαιρότητας όπως και αλλαγές σε νομικά καθεστώτα που απασχολούν όχι μόνο τον μυημένο στα νομικά αλλά κάθε πολίτη. Σε αυτό, όμως, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσαμε να είχαμε φτάσει χωρίς τη πολύτιμη και αμέριστη βοήθεια της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Τα μέλη αυτής, επιμελήθηκαν το περιεχόμενο των άρθρων με υπευθυνότητα, αυστηρότητα και ωριμότητα και γι’ αυτό το λόγο τους ευχαριστούμε ιδιαίτερα για τη συμβολή τους. Το τεύχος αυτό αποτελεί ένα επίτευγμα από τα πολλά τις ELSA Komotini, η οποία δραστηριοποιείται ενεργά διοργανώνοντας σεμινάρια, ομάδες νομικής έρευνας, debates και προωθεί τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς δοκιμίων, εικονικές δίκες, προσομοιώσεις, σε summer schools και προγράμματα πρακτικής άσκησης στο εξωτερικό. Η ανταπόκριση και το ενδιαφέρον από όλους εσάς, μας δίνει δύναμη στη συνέχιση των προσπαθειών μας. Ελπίζουμε αυτό το τεύχος όχι μόνο να σας αρέσει αλλά και να σας προβληματίσει και να σας κινητοποιήσει για περαιτέρω έρευνα σε ζητήματα της νομικής επιστήμης. Στείλτε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας στο: komotini@elsagreece.org Καλή ανάγνωση! Ελένη Μπολιουδάκη, Director Modus Legis

ELSA Komotini

3


Περιεχόμενα


ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΥΡΡΑΝΙΚΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ

6

ΧΡΗΣΗ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΟΠΛΩΝ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ

12

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ELSA Komotini ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ-ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ»

17

Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΜΒΛΩΣΗΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

20

Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

25

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Έννοια, περιεχόμενο και περιορισμοί της στην ελληνική έννομη τάξη

30

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ»

33

H ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ ΑΠΟ ΤΟ Δ.Ν.Τ, ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

41

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ: Η ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

45

ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

51

ΠΥΡΗΝΙΚΑ: ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ «ΑΝΥΠΑΚΟΗ» ΤΟΥ ΙΡΑΝ

54

ΜΟΝΙΜOΤΗΤΑ ΔΗΜΟΣIΩΝ ΥΠΑΛΛHΛΩΝ

58

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ

61

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

63

Η ΝΟΜΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

68

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ: ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΉΣ;

71

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ-ΝΟΜΙΚΟ DEBATE: «ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ»

75


ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ του Επίκουρου καθηγητή της Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. Κωνσταντίνο Ι. Βαθιώτη

Σχολιασμός της απόφασης ΑΠ 1549/2012 Ο κ. Κωνσταντίνος Βαθιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, σχολιάζει πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου αναφορικά με τη «θανάτωση του τυραννικού συζύγου». Ο κ. Βαθιώτης έχει υποστηρίξει τις δράσεις της ELSA Komotini καθώς έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε σεμινάριο για την Διεθνή Τρομοκρατία και ως κριτής σε Νομικό Debate με θέμα «Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η επιστημονική εξέλιξη». Επιπλέον, αυτό το διάστημα, είναι ο συντονιστής-υπεύθυνος στην ομάδα νομικής έρευνας με θέμα «Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο».

ΑΠ 1549/2012 (ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ) Δικαστές: Ν. Ζαΐρης (Αντιπρόεδρος), Κ. Φράγκος, Γ. Αδαμόπουλος, Ε. Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (Εισηγήτρια), Μ. Βασιλάκη Δικηγόρος: Α. Ζαχαριάδης Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση της κατηγορουμένης, η οποία, ενόσω κοιμόταν ο τυραννικός σύζυγός της, που επί πολλά έτη εκδήλωνε βάναυση συμπεριφορά σε βάρος της ιδίας και των τέκνων τους (π.χ. την κτυπούσε με τα χέρια, με σκεπάρνι και άλλα αντικείμενα), προηγουμένως δε την είχε κακοποιήσει αναίτια προκαλώντας της σοβαρές κακώσεις στο κεφάλι, στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος της, τοποθέτησε στο μονόκαννο κυνηγετικό όπλο του συζύγου της, ένα φυσίγγι από αυτά που υπήρχαν στο προσκέφαλό του και τον σκότωσε πυροβολώντας τον σχεδόν εξ επαφής· η κατηγορουμένη είχε αποφάσισε, μία εβδομάδα περίπου πριν από τον φόνο, όταν επίσης είχε κακοποιηθεί, να σκοτώσει τον σύζυγό της, αν την ξανακτυπούσε και να δώσει έτσι ένα τέλος στην συστηματική κακοποίησή της. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 299 του ΠΚ “όποιος, με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με 6

Modus Legis

ισόβια κάθειρξη”, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, “αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης”. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. […] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 47-51/2012 απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, καταδίκασε, την αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, σε δεύτερο βαθμό, για ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά πλειοψηφία (δύο μέλη του δικαστηρίου είχαν την άποψη ότι τελούσε σε βρασμό ψυχικής ορμής), με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2


εδ. α΄, γ΄ και ε΄ ΠΚ, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, το Εφετείο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα παρακάτω: “Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Η κατ/νη Σ.Ο. είχε τελέσει γάμο με το θύμα Μ.Τ. του Ι. και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν οκτώ τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους που διήρκεσε επί 21 έτη δεν εξελίχθηκε ομαλά, αφού το θύμα συμπεριφερόταν προς την κατ/νη και τα τέκνα τους με αυταρχικό και βίαιο τρόπο. Το θύμα ήταν άνθρωπος

μέθυσος, εριστικός, δύστροπος, σκληρός και βάναυσος. Από την αρχή του γάμου τους το θύμα κακοποιούσε την κατηγορουμένη κτυπώντας την με τα χέρια ή με διάφορα αντικείμενα σ’ όλο το σώμα χωρίς αφορμή αλλά και τα τέκνα τους απειλώντας τους παράλληλα ότι θα τους σκοτώσει. Την κατάσταση αυτή επέτεινε η συνεχής κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Το θύμα υπήρξε δυνάστης της συζύγου και των τέκνω�� του, ο πατέρας “αφέντης” που όριζε την τύχη και τη ζωή όλης της οικογενείας, αποφάσιζε για όλους και για όλα, ήλεγχε τις κινήσεις της συζύγου και των τέκνων του, ακόμη και των ενηλίκων, ήταν το φόβητρο όλων και κανείς τους δεν αντιδρούσε στην κατάσταση αυτή ούτε είχαν σκεφθεί σοβαρά κάτι τέτοιο τόσο λόγω του φόβου και των μόνιμων απειλών που ζούσαν καθημερινά όσο και εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσης και του επιπέδου τους πνευματικού και μορφωτικού και των διδαχών της θρησκείας τους όντας μουσουλμάνοι. Η οικογένεια τους θερινούς μήνες μετακινούνταν για αναζήτηση εργασίας, δεν είχε μόνιμο τόπο διαμονής ώς αρχές Ιουνίου 2003, εγκαταστάθηκε σε ακατοίκητη οικία (καλύβα) στο ... που τους παραχώρησε ο Ι.Γ., προκειμένου να εργαστούν στα κτήματά του, οι συνθήκες διαβίωσης της οικογενείας ήταν άθλιες, διέμεναν σ’ ένα δώμα και κοιμόντουσαν στο πάτωμα. Εξαιτίας της ως άνω συνεχιζόμενης επί πολλά έτη βάναυσης συμπεριφοράς του θύματος (συμπεριφορά που έφθασε στο παρελθόν μέχρι το θάνατο του νεογέννητου τέκνου που προκλήθηκε από γρονθοκοπήματα τούτου στο σώμα της κατηγορουμένης καθόν χρόνο κρατούσε τούτο στην αγκαλιά της) και της ... κακοποίησης τόσο της κατηγορουμένης (την κτυπούσε με τα χέρια, με σκεπάρνι και άλλα αντικείμενα) όσο και των τέκνων της, η κατηγορουμένη αποφάσισε, πριν μια εβδομάδα περίπου από το συμβάν που επίσης είχε κακοποιηθεί, να τον σκοτώσει εάν την ξανακτυπούσε και να δώσει έτσι ένα τέλος στην κατάσταση αυτή η ίδια ... και τον κατάγγειλε στις αρμόδιες αρχές (Αστυνομικές, δικαστικές κ.λπ.). Τις πρώτες πρωινές ώρες της 19/9/2003 το θύμα επέστρεφε από το καφενείο του χωριού όπου είχε καταναλώσει ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών στην ως άνω οικία όπου διέμεναν. Εκεί αφού κακοποίησε αναίτια και πάλι τη σύζυγό του προκαλώντας της σοβαρές κακώσεις στο κεφάλι, στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος της, έστειλε τον υιό του Ο. να του φέρει άλλες δύο φιάλες ρετσίνας, τις οποίες κατανάλωσε αμέσως, και στη συνέχεια, αφού περιήλθε σε κατάσταση πλήρους μέθης ξάπλωσε στο πάτωμα να κοιμηθεί. Στο προσκέφαλό του είχε τοποθετήσει τις σφαίρες του υπ’ αρ. ... μονόκαννου κυνηγετικού όπλου, που είχε στην κατοχή του χωρίς την απαιτούμενη νόμιμη άδεια, το οποίο πολλές φορές κατά την εκτόξευση απειλών κατά της συζύγου και των τέκνων του είχε αναφερθεί και τούτο για να τα διαφυλάξει συναισθανόμενος προφανώς τον ελάχιστο βαθμό

ELSA Komotini

7


αποδοχής του από την οικογένεια του εξαιτίας της συμπεριφοράς του προς αυτή και μη αποκλείοντας ίσως το ενδεχόμενο αφαίρεσής τους από τη σύζυγο ή τα τέκνα του για ανταπόδοση των όσων ο ίδιος έκανε σ’ αυτούς καθημερινά. Η κατηγορουμένη σύζυγός του, λοιπόν, όταν όλοι (σύζυγος και τέκνα) τη νύκτα εκείνη της 19/9/2003 κοιμήθηκαν, σηκώθηκε και αφού τοποθέτησε ένα φυσίγγι που αφαίρεσε από αυτά που υπήρχαν στο προσκέφαλο του θύματος στο μονόκαννο κυνηγετικό όπλο του συζύγου της, πλησίασε τον τελευταίο που κοιμόταν και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής μια φορά στο κεφάλι προκαλώντας του βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Από τον πυροβολισμό τα τέκνα ξύπνησαν τρομαγμένα και ρώτησαν τη μητέρα τους τι συνέβη και αυτή τους είπε ότι σκότωσε τον πατέρα τους όπως τη χτυπούσε ... Επιδιώκοντας να εξαφανίσει τα ίχνη της πράξης της η κατηγορουμένη τύλιξε ψύχραιμα το πτώμα του συζύγου της με δύο κουβέρτες, καθάρισε το χώρο από τα αίματα, έδεσε τα πόδια του θύματος με έναν ιμάντα και τον έσυρε έξω από το σπίτι, με τη βοήθεια δε του υιού της Ο. τοποθέτησε το πτώμα στα πίσω καθίσματα του υπ’ αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και αφού έριξε και μια κουβέρτα πάνω σ’ αυτό μετέβησαν στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων του Δ. ..., όπου και πέταξαν το πτώμα μέσα στα σκουπίδια. Στην επιστροφή πέταξαν τις κουβέρτες σε ρέμα της αγροτικής περιοχής ... όπου και τελικώς βρέθηκαν καθ’ υπόδειξη του Ο.Τ. (βλ. από 19/9/2003 έκθεση ανευρέσεως, περισυλλογής, κατάσχεσης του ανθ/μου Ν.Δ.). Το πρωί και ενώ οι υιοί του θύματος Μ. και Ο. και οι δύο μεγαλύτερες θυγατέρες του πήγαν στον εργοδότη τους Ι.Γ. για να πληρωθούν πληροφόρησαν τον τελευταίο, χωρίς να δείχνουν κάποια στενοχώρια ότι ο πατέρας τους είχε εξαφανισθεί και εκείνος τους σύστησε να πάνε στην αστυνομία να δηλώσουν την εξαφάνιση του. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη συνοδευόμενη από τα τέκνα της μετέβησαν στο Τμήμα Ασφάλειας Κατερίνης για να δηλώσουν την εξαφάνιση του συζύγου και πατέρα τους, όμως το πτώμα είχε ήδη ανευρεθεί περί ώρα 11.30 της ίδιας ημέρας από τον κτηνοτρόφο Ν.Σ., ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά την Αστυνομία, αστυνομικοί της οποίας μετέβησαν στον τόπο που βρέθηκε το πτώμα συνοδευόμενοι από τον Μ. -υιό του θύματος, ο οποίος και αναγνώρισε το πτώμα του πατέρα του. Μετά την αναγνώριση του πτώματος οι αστυνομικοί υποπτεύθηκαν την κατηγορουμένη, η οποία εξεταζόμενη κατά την προανάκριση ομολόγησε την πράξη της, λέγοντας ότι ο σύζυγος της την κακομεταχειριζόταν, την έδερνε και τον σκότωσε γι’ αυτό. Από την προσήκουσα εκτίμηση των ως άνω πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε και το Δικαστήριο κατά την πλειοψηφούσα αυτού άποψη πείσθηκε ότι η κατηγορούμενη αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ν’ αφαιρέσει τη 8

Modus Legis

ζωή του συζύγου της για να δώσει ένα τέλος στη δύσκολη ζωή που ζούσε με αυτόν αγανακτισμένη από τη για μακρό χρόνο ανυπόφορη και βασανιστική συμπεριφορά του, σκέψη που δεν ήταν πρωτογενής αλλά ήταν απόρροια των όσων χρόνια αντιμετώπιζε, περιμένοντας ίσως την κατάλληλη ευκαιρία, με αποκορύφωμα τον ξυλοδαρμό της μια εβδομάδα περίπου πριν την 19/9/2003 αλλά και εκείνον που έλαβε χώρα τη νύκτα του φόνου σε επεισόδιο που είχε προηγηθεί μεταξύ αυτής και του θύματος κατά το οποίο την κτύπησε και πάλι σκληρά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Η ήρεμη ψυχική κατάσταση της κατηγορουμένης υφίστατο τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας του ως άνω συζύγου της αλλά και στον ενδιάμεσο χρόνο, καθόσον: α) η κατηγορουμένη, όπως η ίδια δήλωσε στην αστυνομία, ήταν αποφασισμένη από πριν (μία εβδομάδα περίπου πριν το φόνο) να τον σκοτώσει λόγω κακής συμπεριφοράς του θύματος προς αυτήν (βλ. ίδια κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού Κ.Α. στο ακροατήριο αναφερόμενος σχετικά αλλά και κατάθεση του ιδίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στην οποία σχετικά με όσα τους είπε η κατηγορουμένη αναφέρεται), χωρίς όμως να έχει σχεδιάσει τις επί μέρους λεπτομέρειες και ειδικότερα τις συνθήκες της ανθρωποκτονίας που επρόκειτο να τελέσει, β) η κατηγορουμένη επέλεξε να σκοτώσει το σύζυγό της την ώρα που κοιμόταν ο ίδιος και τα παιδιά της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ύπνου που δυσκόλευε αρκετά ν’ αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνησή της, όπως το ότι πήρε το όπλο και το φυσίγγι από το προσκέφαλο του θύματος, τοποθέτησε αυτό στη θαλάμη του όπλου και τον έπληξε σχεδόν εξ επαφής στο κεφάλι, έτσι ώστε να επέλθει με βεβαιότητα ο θάνατός του και όχι σε κάποιο μέρος του σώματός του, γ) οι μετέπειτα ενέργειές της μέχρι την τυχαία ανακάλυψη του πτώματος και της πράξης της από την Αστυνομία, όπως η προσέλευσή της στην τελευταία, προκειμένου να δηλώσει τη δήθεν εξαφάνιση του συζύγου της, μαρτυρούν μεθοδευμένη διάπραξη ανθρωποκτονίας και παντός δε συνηγόρου στην τέλεση αυτής κάτω από έντονη αιφνίδια ψυχική υπέρμετρη, υπερδιέγερση, τέτοια που ν’ αποκλείει τη σκέψη και την ικανότητά της ν’ αντιληφθεί το άδικο της ως άνω πράξης της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ενεργούσε ήρεμα και ψύχραιμα, αφού μετά την πράξη της και προκειμένου να εξαφανίσει τα ίχνη της φρόντισε να καθαρίσει το χώρο από τα αίματα, να δέσει το πτώμα, να το τυλίξει με κουβέρτες, να το μεταφέρει και να το ρίψει στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων με σκοπό να μην το ανακαλύψει κανένας και να εξαφανίσει έτσι τα ίχνη της, ενώ αν την πράξη είχε τελέσει σε βρασμό ψυχικής ορμής θα έπρεπε να καλέσει αμέσως την Αστυνομία, αναφέροντας τι έγινε και γιατί, και όχι να προσπαθήσει να την


αποπροσανατολίσει κάνοντας δήλωση εξαφάνισης του συζύγου της. Εξάλλου, στην περίπτωση βρασμού ψυχικής ορμής απαιτείται ο δράστης να έχει ενεργήσει πραγματώνοντας την πράξη της ανθρωποκτονίας ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της αλλά και το ενδιάμεσο σε αυτό μεταξύ της λήψεως της απόφασης και της εκτέλεσης του εγκλήματος (βλ. ΑΠ 1061/97 ΠοινΧρ ΜΗ΄, 372, ΑΠ 1539/00 ΠοινΔικ 2001, 806 επ.) γεγονός που δεν υφίσταται εν προκειμένω, καθόσον η απόφαση “να τον σκοτώσει” είχε ληφθεί πριν από το χρόνο τέλεσης της πράξης όπως προεκτέθηκε. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κήρυξε ένοχη κατά πλειοψηφία ως προς την ήρεμη ψυχική κατάσταση την αναιρεσείουσα, ήτοι της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορος της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής, που προκλήθηκε από τους ξυλοδαρμούς που αυτή δεχόταν από το σύζυγό της επί χρόνια, αφού δέχθηκε κατά την επικρατήσασα άποψη, ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που την ώθησαν στην πράξη της και αυτά που την απώθησαν από αυτήν, μάλιστα η ήρεμη ψυχική κατάσταση της, υφίστατο, τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, [μία εβδομάδα πριν από το φόνο με ενίσχυση της απόφασης αυτής το βράδυ του φόνου (19-9-2003)], όσο και κατά την

εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, αλλά και στον ενδιάμεσο χρόνο. […] ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Σύμφωνα με όσα έχουν κριθεί στην ελληνική νομολογία για αντίστοιχες περιπτώσεις “θανάτωσης τυραννικού συζύγου”, όπως αυτή που δημοσιεύεται ανωτέρω (στην Γερμανία ιδιαιτέρως δημοφιλής είναι ο όρος “Haustyrannenmord”, ενώ στον αγγλοσαξονικό χώρο η προβληματική συνδέεται με το “battered woman syndrome”), ο παραδοσιακός τρόπος υπεράσπισης της “κακοποιημένης συζυγοκτόνου” είναι η επίκληση αφ’ ενός βρασμού ψυχικής ορμής, αφ’ ετέρου της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος ως ελαφρυντικής περιστάσεως του άρ. 84 παρ. 2 γ΄ ΠΚ. Κι ενώ η δεύτερη έγινε δεκτή όχι μόνο από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση επί της οποίας έκρινε ο Άρειος Πάγος με την εδώ σχολιαζομένη, αλλά και από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 105, 106, 109, 110/2008 απόφασή του (ΠοινΔικ 2012, 864), ο ισχυρισμός περί βρασμού ψυχικής ορμής ουδέποτε έχει μέχρι σήμερα ευδοκιμήσει, ο δε Άρειος Πάγος είχε επικυρώσει και παλαιότερα την απόρριψή του, στην πρώτη υπόθεση “θανάτωση τυραννικού συζύγου” που είδε το φως της δημοσιότητας στην ελληνική νομολογία. Πρόκειται για την ΑΠ 1176/1986 (ΠοινΧρ 1986, 1002 = Απάνθισμα Ποινικής Νομολογίας 19512000, επιμ. Κ. Βαθιώτη, Αθήνα 2002, αριθμ. 127), όπου ο κατηγορούμενος ήταν, ομοίως, ένας μέθυσος σύζυγος, η συμπεριφορά του οποίου έναντι της γυναίκας του ήταν «βάναυση και υβριστική», την κρίσιμη δε ημέρα, αφού επέστρεψε στη σκηνή στην οποία διέμενε με την σύζυγό του (αμφότεροι αθίγγανοι) σε πλήρη μέθη «επιχείρησε να την κακοποιήσει χωρίς επιτυχία γιατί αυτή ξέφυγε από τα χέρια του»· εν συνεχεία, αποκοιμήθηκε βαθιά, οπότε η αναιρεσείουσα, βοηθούμενη από τον πατέρα της, τον στραγγάλισε με ένα λεπτό σύρμα, κηρύχθηκε δε ένοχη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορριφθέντος του ισχυρισμού της ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής, κρίση που επικυρώθηκε ως ορθή και αιτιολογημένη από τον Άρειο Πάγο. Ωστόσο, σε υποθέσεις “θανάτωσης τυραννικού συζύγου”, επί των οποίων το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του Ποινικού Δικαίου η γυναίκα εκείνη που, προκειμένου να αποφύγει στο μέλλον την επανάληψη της τυραννικής συμπεριφοράς του συζύγου της και έτσι να θέσει τέρμα στο από ετών μαρτύριό της, αποφασίζει να ενεργήσει προληπτικά, επιτιθέμενη “εκ του ασφαλούς” εναντίον του, και, ειδικότερα, σε στιγμή που ο “τυραννικός σύζυγος” είναι αδρανοποιημένος (συνήθως όταν έχει πέσει για ύπνο), δεν πρέπει να απορρίπτεται

ELSA Komotini

9


με ευκολία η επίκληση του βρασμού ψυχικής ορμής. Τούτο, διότι κάθε συζυγοκτόνος γυναίκα, μέχρι να λάβει την απόφαση να απαλλαγεί από το μαρτύριο της συστηματικής κακομεταχείρισής της, βρίσκεται σε θέση υποταγής (βλ. π.χ. Buda/Butler, The Battered Wife Syndrome: A Backdoor Assault on Domestic Violence, Journal of Family Law, Vol. 23 [1984-1985], σ. 359 κ.ε., 369), και με την λήψη της απόφασής της εγκαταλείπει για πρώτη (και τελευταία) φορά τον ρόλο του θύματος, κινητοποιούμενη ψυχολογικά από μια αψιθυμία που την ώθησε στην ανθρωποκτόνο ενέργεια. Προτού, μάλιστα, ο συνήγορος υπερασπίσεως της “κακοποιημένης συζυγοκτόνου” επικαλεσθεί τον βρασμό ψυχικής ορμής, μπορεί (και πρέπει) να υποστηρίξει ότι η κατηγορουμένη θανάτωσε τον “τυραννικό σύζυγό” της υπό καθεστώς καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό (άρ. 32 ΠΚ). Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη (βλ. π.χ. ΣυστΕρμΠΚ-Σπινέλλη, 2005, άρ. 25, πλαγιάρ. 13∙ Ανδρουλάκη, ΠοινΔ, ΓενΜ Ι, 22006, σ. 425· Μυλωνόπουλο, ΠοινΔ, ΓενΜ Ι, 2007, σ. 480), η κατάσταση ανάγκης καταφάσκεται, όταν η βλάβη μπορεί να επέλθει όχι μόνο την αμέσως επόμενη χρονική στιγμή (τότε πρόκειται για οξύ κίνδυνο), αλλά και ανά πάσα στιγμή (άρα την αμέσως επόμενη χρονική στιγμή ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη χρονική στιγμή: τότε πρόκειται για τον λεγόμενο διαρκή κίνδυνο εν στενή εννοία) ή σε μελλοντική χρονική στιγμή, κατά την οποία όμως η βλάβη δεν θα είναι δυνατόν να αποφευχθεί, αν δεν υπάρξει δράση “εδώ και τώρα” (τότε πρόκειται για τον λεγόμενο διαρκή κίνδυνο εν ευρεία εννοία), όπως δηλαδή στην περίπτωση ενός “τυραννικού συζύγου” που θανατώνεται την ώρα που κοιμάται. Στο πλαίσιο, βεβαίως, μιας τέτοιας καταστάσεως ανάγκης θα είναι συνήθως δύσκολο να πληρούται το “άλλως αναπότρεπτο” του κινδύνου, δηλαδή να μη μπορούσε η συζυγοκτόνος να διαχειρισθεί το πρόβλημα ούτε με εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας ούτε με προσφυγή σε βοήθεια τρίτων, ιδίως δε της αστυνομίας (βλ. π.χ. BGH ΠοινΧρ 2004, 77). Πάντως, όσο πιο τυραννική και απάνθρωπη είναι η συμπεριφορά του συζύγου που προβαίνει σε πράξεις ενδοοικογενειακής βίας, τόσο ελαστικότερο πρέπει να είναι το δικαστήριο ως προς την αποδοχή του “άλλως αναπότρεπτου” κινδύνου, συνεκτιμώντας υπέρ της συζυγοκτόνου την παράμετρο ότι συχνά ο “τυραννικός σύζυγος” επιχειρεί πράξη θανάτωσης της συζύγου του, την στιγμή ακριβώς που εκείνη επιχειρεί να τον εγκαταλείψει. Επιπροσθέτως, η κρατική βοήθεια πολλές φορές απλώς αναστέλλει, αλλά δεν εξουδετερώνει τον κίνδυνο επανάληψης της κακομεταχείρισης εκ μέρους του “τυραννικού συζύγου”. Στην περίπτωση, μάλιστα, της εδώ σχολιαζομένης, την δυνατότητα κατάφασης του “άλλως αναπότρεπτου” κινδύνου θα ενίσχυε η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι κανένα από τα μέλη της οικογένειας του “δυνάστη” και “αφέντη” δεν αντιδρούσε 10

Modus Legis

στην από ετών διαμορφωμένη κατάσταση «ούτε είχαν σκεφθεί σοβαρά κάτι τέτοιο», μεταξύ άλλων εξαιτίας του πνευματικού και μορφωτικού επιπέδου τους «και των διδαχών της θρησκείας τους όντας μουσουλμάνοι»! Αν, μάλιστα, ο συνήγορος υπερασπίσεως ήθελε να ακολουθήσει έναν πιο “τολμηρό” δρόμο για την “κακοποιημένη συζυγοκτόνο”, θα έπρεπε να επικαλεσθεί κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο (άρ. 25 ΠΚ). Πρόκειται, ειδικότερα, για την λεγόμενη αμυντική κατάσταση ανάγκης (επ’ αυτής βλ. π.χ. Βαθιώτη, Τραγικά διλήμματα στην εποχή του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Από την σανίδα του Καρνεάδη στο “Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού”, 2010, σ. 144 κ.ε.), η οποία, καθ’ ο μέρος είναι κατάσταση ανάγκης, μπορεί, εξ επόψεως χρονικού κριτηρίου, να εφαρμοσθεί στις υπό συζήτησιν περιπτώσεις, δεκτού γενομένου ότι ο “τυραννικός σύζυγος” αποτελεί –κατά τα προεκτεθέντα– έναν διαρκή κίνδυνο εν ευρεία εννοία κατά της γυναίκας του. Καθ’ ο δε μέρος η κατάσταση ανάγκης είναι αμυντική, η προφανής αδυναμία να θεωρηθεί ότι ο θάνατος του “τυραννικού συζύγου” συνιστά σημαντικά κατώτερη βλάβη εν συγκρίσει προς την συστηματική κακομεταχείριση της γυναίκας του (ακόμη κι αν συνυπολογισθεί η προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) υποστηρίζεται από μερίδα της επιστήμης ότι εξουδετερώνεται, εφόσον ληφθεί υπ’ όψιν η κρίσιμη παράμετρος ότι ο κίνδυνος που πρέπει να αναχαιτισθεί έχει την πηγή του στην σφαίρα κυριαρχίας εκείνου του οποίου τα έννομα αγαθά πρέπει να προσβληθούν, προκειμένου να σωθεί το απειλούμενο αγαθό (Βλ. π.χ. Σπινέλλη, ό.π., άρ. 25, πλαγιάρ. 36· Frister, StrafR, AT, 52011, § 17, Rdn. 22· από την αγγλοσαξονική επιστήμη πρβλ. Bedau, The Right to Life, Monist 1968, σ. 550 κ.ε., 570). Πάντως, μια τέτοια προσέγγιση υποστηρίζεται ότι δεν συνάδει με την απόλυτη προστασία που απολαύει η ανθρώπινη ζωή και, επομένως, η παράνομη συμπεριφορά του τυραννικού συζύγου δεν αποτελεί ικανή παράμετρο για την ανατροπή του συσχετισμού βαρύτητας ανάμεσα στο αγαθό της ζωής του από την μια πλευρά και σε εκείνο της υγείας/σωματικής ακεραιότητας και της αξιοπρέπειας της συζύγου του από την άλλη πλευρά (ο Roxin, FS-Jescheck, 1985, σ. 483, αρνείται την δικαιολόγηση της θανάτωσης του “τυραννικού συζύγου”, με το σκεπτικό ότι το αντίθετο «θα συνέβαλλε στον πολλαπλασιασμό των δυστυχώς όχι σπάνια εμφανιζόμενων οικογενειακών τραγωδιών»). Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι κάποιοι επιχειρούν να δικαιολογήσουν την θανάτωση του “τυραννικού συζύγου” εκ μέρους της επί χρόνια συστηματικώς κακοποιούμενης γυναίκας του ήδη σε επίπεδο άμυνας, παρά τον χρονικό περιορισμό που έχει θεσπισθεί ως προϋπόθεση της άσκησης του αμυντικού δικαιώματος (“παρούσα επίθεση”). Επί παραδείγματι, έχει διατυπωθεί η θέση (έτσι οι: Trechsel, Haustyrannen» mord «– ein Akt der Not-


wehr?, KritV 2000, σ. 188· NK-Herzog, 32010, § 32, Rdn. 30) ότι μια γυναίκα που κακοποιείται συστηματικώς από τον σύζυγό της μπορεί να παραλληλισθεί με ένα θύμα ομηρείας και, αντιστοίχως, ο τύραννός της με έναν “επιτιθέμενο διαρκείας” (Dauerangreifer), κατά του οποίου χωρεί άμυνα με αφαίρεση της ζωής του! Δυστυχώς, και στην περίπτωση της ΑΠ 1549/2012 οι παραπάνω δογματικές παράμετροι δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν, μολονότι η επί 21 χρόνια τόσο τυραννική συμπεριφορά του δολοφονηθέντος συζύγου σε βάρος της γυναίκας του θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να θεωρηθεί επαρκής για την συγχώρησή της, κατ’ εφαρμογή της καταστάσεως ανάγκης του άρ. 32 ΠΚ. Δεν θα ήταν, μάλιστα, υπερβολή, αν παραλληλιζόταν το ιστορικό της εδώ σχολιασθείσας με την διάσημη “υπόθεση Norman” από την αμερικανική νομολογία (State v. Norman, 378 S.E. 2d 8 [N.C. 1989]). Στην υπόθεση εκείνη, η κατηγορουμένη Judy Norman είχε παντρευτεί το θύμα σε ηλικία 14 ετών, όταν έμεινε έγκυος από αυτόν. Μέχρι την ημέρα του φόνου (12.06.1985), είχαν συμπληρωθεί 25 χρόνια γάμου, κατά την διάρκεια του οποίου απέκτησαν επτά παιδιά. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ήδη από τον πέμπτο χρόνο του γάμου τους, εκείνος άρχισε να πίνει και να την κακομεταχειρίζεται, χτυπώντας την, κλοτσώντας την, πετώντας της αντικείμενα –ακόμη και γυαλιά– στο πρόσωπο ή ακουμπώντας πάνω στο σώμα της αναμμένα τσιγάρα. Δεκάδες φορές, επίσης, την είχε απειλήσει ότι θα την σκοτώσει ή θα την αφήσει ανάπηρη, συχνά την ανάγκαζε να εκδίδεται, προκειμένου να φέρνει χρήματα στο σπίτι, ενώ μία φορά την είχε αφήσει τρεις ημέρες χωρίς φαγητό• όταν ήταν έγκυος στο πέμπτο τους παιδί, το θύμα την είχε κλοτσήσει προκαλώντας την πτώση της από τις σκάλες του σπιτιού, με αποτέλεσμα να γεννηθεί πρόωρα το κυοφορούμενο. Η κατηγορουμένη κατέθεσε ότι φοβόταν να καταγγείλει τον σύζυγό της ή να τον εγκαταλείψει − όσες φορές είχε βρει την δύναμη να φύγει από το σπίτι, εκείνος την εντόπιζε και, αφού την έφερνε πίσω, την ξυλοκοπούσε. Μία ημέρα πριν από τον φόνο, ειδοποιήθηκε η αστυνομία να πάει στο σπίτι των Νόρμαν, όπου η κατηγορουμένη παραπονέθηκε ότι ο σύζυγός της την χτυπούσε όλη μέρα και δεν άντεχε άλλο να συνεχισθεί αυτή η κατάσταση. Παρότι οι αστυνομικοί την συμβούλευσαν να υποβάλει έγκληση, εκείνη αρνήθηκε, λέγοντας ότι, αν συλλαμβανόταν ο άντρας της, αυτός θα έβρισκε τρόπο να την σκοτώσει. Τότε η αστυνομία απεχώρησε άπρακτη, επανήλθε όμως μία ώρα μετά, όταν ειδοποιήθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει καταπίνοντας μεγάλη ποσότητα χαπιών. Την επόμενη ημέρα, όταν η κατηγορουμένη επέστρεψε στο σπίτι μετά από σύντομη παραμονή της στο νοσοκομείο (η προσπάθειά της να απευθυνθεί στην υπηρεσία κοινωνικής αρωγής απέβη άκαρπη, διότι ο σύζυγός της, ο οποίος την είχε ακολουθήσει, μπήκε

στο γραφείο όπου γινόταν η συνάντηση και διέκοψε την συνομιλία της με τον αρμόδιο), αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Στο διάστημα που ο σύζυγός της κοιμόταν, πήγε στο σπίτι της μητέρας της και πήρε ένα όπλο, με το οποίο τον σκότωσε, πυροβολώντας τον στο κεφάλι. Πρωτοβαθμίως, η κατηγορουμένη είχε καταδικασθεί σε κάθειρξη έξι ετών για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (manslaughter) και όχι για φόνο α΄ βαθμού, όπως ήταν η αρχική κατηγορία, ενώ, σύμφωνα με την εφετειακή κρίση, η απόφαση αυτή ήταν εσφαλμένη, διότι υπέρ της κατηγορουμένης έπρεπε να είχε αναγνωρισθεί πλήρες δικαίωμα άμυνας με κατάφαση του συνδρόμου της κακοποιημένης γυναίκας. Το ανώτατο δικαστήριο της Βόρειας Καρολίνας, όμως, απέρριψε την ευμενή για την κατηγορουμένη θέση του Εφετείου, αντιτείνοντας ότι μια τέτοια θεώρηση προσδίδει ασάφεια στον όρο του “επικειμένου” (imminent) της προσβολής και, κατά συνέπεια, οδηγεί σε χαλάρωση του προαπαιτούμενου μιας υπαρκτής ή νομιζόμενης ανάγκης για την δικαιολόγηση της ανθρωποκτονίας.

ELSA Komotini

11


ΧΡΗΣΗ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΟΠΛΩΝ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ του Γεώργιου Τζήκα, Δικηγόρου - Ποινικολόγου Θεσσαλονίκης

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ Επισκοπώντας την τρέχουσα καθημερινότητα, τους προβληματισμούς και τις συνέπειες που επιφέρει ο τρόπος άσκησης της αστυνομικής δράσης στις μέρες μας, γίνεται αναντίρρητα κατανοητό, ότι αυτή δεν εξαντλεί-

ται αποκλειστικά σε θέματα που αφορούν τη χρήση βίας και των πυροβόλων όπλων από τα αστυνομικά όργανα, αντιθέτως επεκτείνεται και σε σωρεία ζητημάτων, τα οποία ρυθμίζονται στο Γενικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα. Ως εκ τούτου, η πιθανή χρήση όπλου από αστυνομικό

με τον παρεπόμενο τραυματισμό ή θάνατο ενός πολίτη, πέρα από τη μελέτη του σύννομου ή μη της χρήσεως του όπλου, εγείρει και άλλου είδους ερωτήματα που αφορούν κυρίως το άδικο, τον καταλογισμό αλλά και την υποκειμενική επικάλυψη της πράξης από το δράστη. Στα κεφάλαια που ακολουθούν, αναπτύσσεται η εν λόγω προβληματική, έχοντας και ως έρεισμα την ίδια τη νομολογία, η οποία και απασχολείται συχνά με συναφή ζητήματα.

Γρηγορόπουλου)1, αν το τελευταίο εδάφιο του αρ. 25 ΠΚ που τυποποιεί περιπτώσεις υπέρβασης της άμυνας είναι δόκιμο να εφαρμοσθεί και σε αστυνομικό, αν συντρέχουν οι κατά το νόμο οριζόμενες προϋποθέσεις. Παραγωγική αιτία του εν λόγω προβληματισμού αποτελεί το κατά πόσο όντως δικαιολογείται η ύπαρξη αισθήματος φόβου ή ταραχής, δυνάμει μιας επίθεσης, σε άτομα εκπαιδευμένα και συνηθισμένα στην έκθεση σε κίνδυνο λόγω της ίδιας της φύσεως της εργασίας τους, όπως είναι, οι αστυνομι-

κοί. Έτσι, ο αρμόδιος Εισαγγελέας της προαναφερθείσης υπόθεσης, στην πρόταση του προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αναφέρει αυτολεξεί πως «δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αστυνομικού, που ενεργεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 23 ΠΚ, περί μη καταλο-

σε αστυνομικούς;

γισμού της υπέρβασης των ορίων της άμυνας, εάν αυτός ενήργησε υπό το κράτος ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, εξαίρεση ευρίσκουσα δικαιολογητικό έρεισμα στο γεγονός ότι, ενώ η περιέλευση σε κατάσταση φόβου δεν μπορεί λογικά να αποκλεισθεί για οποιονδήποτε άνθρωπο, πρέπει αντίθετα να αναμένεται ότι ο αστυνομικός που έχει επιλεγεί και υποστεί επιτυχώς ειδική εκπαίδευση στη χρήση πυροβόλου όπλου, θα διατηρεί την ψυχραιμία του και δε θα υπερβαίνει υπό το κράτος ταραχής τα όρια, που διαγράφει ο νόμος για την ορθή χρήση του».

Πέρα από τις γενικές προϋποθέσεις της άμυνας και της υπέρβασης της, οι οποίες κρίνεται αν συντρέχουν

Εντούτοις, δικαιολογητική βάση της συγχώρεσης του δράστη, στις περιπτώσεις όπου συντρέχουν οι

στην εκάστοτε περίπτωση, πρόσφατα απασχόλησε τη νομολογία, στη γνωστή υπόθεση του 15χρονου

1 Βλ. 2009/887 επ.

1. ΑΜΥΝΑ : χωρεί εφαρμογή του αρ. 23 εδ. β’ ΠΚ

12

νεκρού μαθητή από βλήμα αστυνομικού (υπόθεση

Modus Legis

ΣυμβΠλημΑθ

1847/2009,

ΠοινΔικ


νόμο κριτηρίου, μία ομάδα επαγγελμάτων από ευεργετικές νομικές διατάξεις, χωρίς παράλληλα να μελετάται εκ βαθέων η ουσία και τα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, τα οποία άλλωστε ποικίλουν.

2. Η ΚΑΤΑΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΥ ΔΟΛΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ

προϋποθέσεις του αρ. 23 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί η επί της Α) Το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου: ουσίας εκ μέρους του αδυναμία επιλογής του μη αδίκου. νομολογιακοί ενδείκτες και αντενδείκτες Η ταραχή και ο φόβος συνδέονται, άρα, άμεσα με την επίθεση και περιορίζουν το δράστη στην επιλογή του. Θα ήταν, λοιπόν, μάλλον υπερβολική η μη υπαγωγή των αστυνομικών στην εν λόγω ευνοϊκή για το δράστη διάταξη, κατασκευάζοντας ένα αμάχητο τεκμήριο μη φόβου και ταραχής τους, ως απόρροια της ιδιότητάς τους. Η σωστή ερμηνεία της διατάξεως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο οφείλει να μελετήσει για το σκοπό αυτό

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ακυρωτικού, γίνεται πλέον παγίως δεκτό ότι η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και διακρίνεται εννοιολογικά από την πεποίθηση (πίστη), την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής, η οποία αποτελεί κατά το αρ. 25 ΠΚ στοιχείο της ενσυνεί-

δητης αμέλειας αλλά παράλληλα και την ειδοποιό διαφορά τους, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό σημείο και των δύο στοιχείων. Η συνδρομή του στοιχείου αποδοχής αποτελεί ζήτημα αναμφίβολα σε μία επικίνδυνη διεύρυνση του αξιοποίνου, απόδειξης και για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, δεν με το να εξαιρούμε, βάσει ενός μη τυποποιούμενου στο αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού βαθμού πιθανότητας. Με (ad hoc) τις δεδομένες συνθήκες της κάθε υπό κρίση περίπτωσης και συνεπώς να εκτιμηθούν αυτοτελώς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που συνέτρεχαν κατά την τέλεση του εγκλήματος. Ειδεμή, αγόμαστε

ELSA Komotini

13


τη γνώση αυτή προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ικανά να στοιχειοθετήσουν την κατάφαση ή μη του ώστε τυχόν τέτοιος ιδιαίτερα υψηλός βαθμός πιθανότητας ενδεχόμενου δόλου ανθρωποκτονίας. Η ανεπάρκεια της να παρέχει μεν ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη, « απλής πιθανολόγησης » να λειτουργήσει ως μοναδικός και να συνεκτιμάται δε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς δείκτης για τη θεμελίωση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου είναι ένα από τα λίγα σημεία όμως να υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο. στα οποία συγκλίνουν το ελληνικό με το γερμανικό Η αδυναμία ευχερούς διάγνωσης του βουλητικού Ακυρωτικό σε θέματα σύγχρονης ποινικής δογματικής. στοιχείου του δόλου, έχει οδηγήσει στην προσφυγή σε Εξάλλου, η νομολογία οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν το εμπειρικά κριτήρια κατάφασης συνδρομής ενδεχόμενου γεγονός ότι λόγω των υψηλών ανασχετικών φραγμών που δόλου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: α) η ιδιαίτερη έχει κάποιος για την τέλεση ανθρωποκτονίας, ο δράστης επικινδυνότητα της πράξης, β) το αντικειμενικό ποσοστό μπορεί να μην διέκρινε τον κίνδυνο της θανάτωσης ή εν επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που πάσει περιπτώσει να πίστεψε ότι δε θα επέλθει ένα τέτοιο επιδιώκει ο δράστης με την πράξη του. Αντίθετα, ως αποτέλεσμα. αντενδείκτες ύπαρξης ενδεχόμενου δόλου λειτουργούν μεταξύ άλλων α) το επιχείρημα περί της μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης του δράστη, β) η έλλειψη λογικού Β) Σχέση ενδεχόμενου δόλου και αψιθυμίας κινήτρου, γ) η εξοικείωση του δράστη με τον κίνδυνο, δ) η λήψη αποτρεπτικών μέτρων, ε) η συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη κ.λ.π.

Ακόμη και αν η κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του Έτσι, και στην προαναφερθείσα « υπόθεση δόλου δε δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, το ίδιο δε Γρηγορόπουλου», το Συμβούλιο Εφετών 2 για την θα μπορούσε να λεχθεί ότι συμβαίνει για τη σχέση του κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ανθρωποκτόνου ενδεχόμενου δόλου με τις περιπτώσεις αψιθυμίας. δόλου του αστυνομικού, στηρίχθηκε σε τρεις παραδοχές, Σε ό,τι αφορά τη γερμανική επιστήμη, ιδίως ο Prittwitz οι οποίες σχετίζονται με: α) τα αίτια που οδήγησαν τον έχει εκφράσει τη γνώμη ότι μια εγκληματική πράξη που κατηγορούμενο στους πυροβολισμούς, χωρίς ωστόσο να τελείται υπό καθεστώς αψιθυμίας δεν μπορεί να εμπίπτει προσδιορίζονται σε πρώτη φάση, ποια ήταν τα αίτια και ο στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου, διότι στην περίπτωση εν λόγω σκοπός, β) την ψυχοσύνθεση του κατηγορουμένου, της αψιθυμικής πράξης δεν υπάρχει χώρος για το στοιχείο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η « έξαρση του που καθορίζει τον ενδεχόμενο δόλο, ήτοι το στοιχείο συναισθήματος της οργής του προς ικανοποίηση του της στάθμισης και της συνειδητής απόφασης3. Γίνεται, εγωισμού του που είχε θιγεί », γ) το βαθμό πρόβλεψης ωστόσο, δεκτό ότι η ποινικώς διαφέρουσα ένταση της του αξιόποινου αποτελέσματος που ήταν υψηλότερος από αψιθυμικής υπερδιέγερσης προσδιορίζεται αφενός από εκείνον της απλής πιθανότητας και δ) τη μεταγενέστερη ενδείκτες, όπως η προϊστορία του εγκληματικού συμσυμπεριφορά του δράστη. Επιπλέον, συνεκτιμήθηκαν βάντος και η συγκρουσιακή σχέση δράστη – θύματος , ως στοιχεία ένδειξης αποδοχής του αποτελέσματος, η οι διαταραχές μνήμης ή η ψυχική κατάρρευση μετά την υψηλή επικινδυνότητα που ενείχε η απόφαση του κατηπράξη και αφετέρου από αντενδείκτες, όπως είναι η προγορουμένου να χρησιμοποιήσει το όπλο του καθώς και αναγγελία της πράξεως, η προετοιμασία του δράστη, η η ειδική στρατιωτική του εκπαίδευση και η ιδιαίτερη λεπτομερής ανάμνηση των γεγονότων κ.λπ. εξοικείωσή του με τα πυροβόλα όπλα. Δυστυχώς, όμως, στη νομολογία των ελληνικών Βάσει των ανωτέρω, είναι προφανές ότι η νομολογία, δικαστηρίων λαμβάνει χώρα μια αντιφατική γλωσσικά κινούμενη σε σωστή κατεύθυνση, μελετά κριτήρια 2

επ. 14

Βλ. ΣυμβΕφΑθ 1511/2009, ΠοινΔικ 2010/2 3 Βλ. παρατηρήσεις Βαθιώτη επί της ΑΠ 378/2008, ΠοινΔικ 2009/139 επ.

Modus Legis


και νοηματικά καταληκτική θέση, ιδίως σε περιπτώσεις κατηγορούμενος είχε τω όντι ήρεμη σκέψη. Η κρίση αυτή ανθρωποκτονίας με δράστη αστυνομικό, κατά την οποία, πρέπει να γίνεται πάντα ενόψει των δεδομένων συνθηκών. από τη μια πλευρά γίνεται δεκτό ότι στον αστυνομικό « Έτσι, για παράδειγμα η μη συμμόρφωση του θύματος στο υπήρξε έξαρση του συναισθήματος οργής», ενώ παράλληλα σήμα στάσης αστυνομικού δεν μπορεί ευχερώς να νοηθεί τονίζεται ότι « υφίσταται ανθρωποκτονία από πρόθεση, ως ένας εκκλητικός παράγοντας μιας συμπεριφοράς όταν ο δράστης αποφάσισε και τέλεσε την πράξη σε εγγίζουσας τα όρια πρωτόγονης – αψιθυμικής (υπερ) κατάσταση έξαψης και οργής, αλλά τελώντας οπωσδήποτε αντίδρασης, για την οποία ο κατηγορούμενος μπορεί σε ήρεμη ψυχική κατάσταση » 4. Έτσι, η νομολογία να υποστήριζε ότι αυτός δεν ήταν εν τέλει κυρίαρχος συνήθως αξιωματικά αποκλείει τη μη δυνατότητα ήρεμης της κατάστασης, αλλά η κατάσταση κυρίαρχη του ιδίου. σκέψης των κατηγορουμένων, χωρίς να παραθέτει κάποιο Εγωιστικές, άρα, δράσεις αστυνομικών οργάνων και στοιχείο που να μαρτυρεί. Παράλληλα, στις περιπτώσεις παρεπόμενες καταχρήσεις της εξουσίας που τους δίνει αστυνομικών, η ιδιότητά τους από μόνη της λειτουργεί ο νόμος δεν πρέπει να δικαιολογούνται και σε αυτές τις ως αντικειμενικό στοιχείο που τροφοδοτεί αυθαίρετα την περιπτώσεις, όταν ο εκνευρισμός του δράστη ξεπερνά ύπαρξη του αντίστοιχου υποκειμενικού: επειδή, δηλαδή, προδήλως την αναμενόμενη συμπεριφορά, μπορεί να ο κατηγορούμενος είναι ειδικά εκπαιδευμένος, προέβλεψε χρήζει εφαρμογής και το αρ. 35 ΠΚ. τη θανάσιμη έκβαση της πράξης του. Γεννάται, λοιπόν, το εξής ερώτημα: ένας οργισμένος Γ) Το γνωστικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου σε αστυνομικός δεν επιτρέπεται ποτέ να οργίζεται και να περιπτώσεις εποστρακισμού βλήματος: το γνωστικό μη βλέπει καθαρά, όντας άνθρωπος με αδυναμίες και έλλειμμα του δράστη ως προς την πορεία που έμελλε να συνακόλουθα, να προβλέπει άλλα από εκείνα που πρέπει; πάρουν τα πράγματα μπορεί να ιαθεί; Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Ο ενδεχόμενος δόλος αφορά στην ψυχική στάση ενός ανθρώπου που τύποις φέρει μεν συγκεκριμένες ιδιότητες, πλην όμως Ο εποστρακισμός βλήματος παραπέμπει συνήθως στο ως άνθρωπος ενδέχεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις φαινόμενο του «αστοχήματος βολής» και συνδέεται με (in concreto) να αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτές. τον ενδεχόμενο δόλο, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης Άλλωστε, η μετάβαση από το «οφείλω» στο « μπορώ» δε κατά τη ρίψη του πυροβολισμού είχε αφενός συμπεριλάβει γίνεται αυτόματα 5. στο οπτικό του πεδίο και το εξ αστοχίας πληγέν θύμα και Συμπερασματικά, η ιδιότητα του αστυνομικού από μόνη αφετέρου είχε αποδεχθεί το θάνατό του. της δεν μπορεί να θεωρείται λόγος μη αναγκαιότητας Η αδυναμία, όμως, πρόβλεψης, από το δράστη του ενδεειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των δικαστικών χόμενου εποστρακισμού με την περαιτέρω θανατηφόρα αποφάσεων, όπως απαιτεί ο νόμος. Αντίθετα, το δικασυνέπεια, γεννά το ερώτημα του μήπως τελικά αυτός θα στήριο οφείλει in concreto να μελετά τη συνδρομή έπρεπε να παραπεμφθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας ή μη των απαιτούμενων προϋποθέσεων, οι οποίες και του θύματος ή και όλων όσοι ενδεχομένως εντάσσονταν θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του κατηγορουμένου σε πλήθος, κατά του οποίου πυροβόλησε; σε οποιαδήποτε ποινική διάταξη. Συνεπώς, και σε περιπτώσεις αψιθυμίας, η απόφαση θα είναι αναιρετέα , Σε τέτοιες περιπτώσεις υποστηρίζεται ότι, ιδίως όταν αν δε μνημονεύεται επακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο το απειληθέν και το προσβληθέν έννομο αγαθό είναι ισάξια, ο δράστης πρέπει να τιμωρηθεί μόνο με βάση το 4 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 378/2008, ΣυμβΠλημΑθ βαρύτερο έγκλημα, μιας και με την επελθούσα προσβολή, 1847/2009 ο εναλλακτικός δόλος του δράστη « ξοδεύτηκε »: με τη 5 Βλ. παρατηρήσεις Βαθιώτη, ό.π., ΠοινΔικ ρίψη μίας σφαίρας, δηλαδή, ο δράστης έναν άνθρωπο 2009/139 επ

ELSA Komotini

15


ήθελε, ή ακριβέστερα μπορούσε, να σκοτώσει και έναν σκότωσε. Αλλά ακόμα και να είχε προβλέψει ο δράστης το ενδεχόμενο εποστρακισμού, θα μπορούσε να αναρωτη-

θεί κανείς: μήπως ήδη σε επίπεδο αντικειμενικού καταλογισμού το θανατηφόρο σημάδεμα μιας πακτωμένης τσιμεντένιας μπάλας δε δύναται να ενταχθεί στις ελέγξιμες από την ανθρώπινη δύναμη αιτιώδεις διαδρομές, το οποίο και πρακτικά σημαίνει ότι, ακόμα και αν ο δράστης επιδιώκει να πετύχει το σπάνιο, μήπως ο καταλογισμός « στην αποσαφήνιση του πόσο συγκεκριμένη πρέπει να σκαλώνει» ήδη σε αντικειμενικό επίπεδο; είναι η παράσταση του δράστη σε σχέση με τη αιτιώδη Για την απάντηση τέτοιου είδους διχογνωμούμενων διαδρομή που μέλλει να οδηγήσει στο εγκληματικό ζητημάτων, η θεωρία διατύπωσε τον κανόνα ότι «μη αποτέλεσμα, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ως ουσιώδης ουσιώδεις αποκλίσεις της πραγματικής αιτιώδους ή μη η απόκλιση της πραγματικότητας από την παράσταση διαδρομής από εκείνη που είχε κατά νου ο δράστης του δράστη. δεν αποκλείουν το δόλο του». Με τον τρόπο αυτό, καταφάσκεται ο δόλος του δράστη, σε περιπτώσεις θανάτου ή τραυματισμού του θύματος, ακόμα και αν η πρόσκρουση της βολίδας σε τσιμεντένια μπάλα δεν αποτελεί πραγμάτωση του διαγνωσθέντος κινδύνου που έθεσε συνειδητά ο δράστης, πυροβολώντας προς το θύμα. Ως εκ τούτου, σε περιπτώσεις που δράστης είναι αστυνομικός, μόνο η κατηγορία ότι αυτός σημάδευσε προς το μέρος ανθρώπου ή πλήθους σε κατοικημένη περιοχή με αποτέλεσμα τον εποστρακισμό του βλήματος του όπλου του είναι αρκετό, μιας και το αν από το μυαλό του πέρασε το ενδεχόμενο εποστρακισμού αποτελεί επί της ουσίας παράγοντα αδιάφορο. Αντίθετα, για την εξήγηση της θανατηφόρας εξέλιξης, αρκούσε το γεγονός ότι ο δράστης αναμφισβήτητα, λόγω και της ιδιότητας και εκπαιδεύσεώς του, γνώριζε πόσο επικίνδυνο είναι να πυροβολήσει στο δεδομένο χώρο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το κλειδί για την ορθή αξιολόγηση του επίμαχου περιστατικού βρίσκεται

16

Modus Legis


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ELSA Komotini ΜΕ ΘΕΜΑ : «ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ-ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ» των Αδαμαντία Καραμάνου και Παρέσα Βασιλειάδου Στα πλαίσια των δράσεων του τομέα Σεμιναρίων και Συνεδρίων της ELSA Κομοτηνή, διενεργήθηκε σεμινάριο με θέμα «Ιατρικό Δίκαιο – Ιατρική Αμέλεια» στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Η εκδήλωση έλαβε χώρα στο κτίριο της Νέας Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και την πλαισίωσαν αξιόλογες προσωπικότητες της Νομικής και Ιατρικής Επιστήμης. Συγκεκριμένα, ομιλητές ήταν ο κ. Τσιφτσής Θεόδωρος, Δικηγόρος Κοζάνης, ο κ. Τζήκας Γεώργιος, Δικηγόρος – Ποινικολόγος Θεσσαλονίκης, ο κ. Οικονόμου Ευάγγελος, δικηγόρος Θεσσαλονίκης και ο κ. Παυλίδης Παύλος, Ιατροδικαστής. Η αμέλεια αναφέρεται στο άρθρο 28 ΠΚ σύμφωνα με το οποίο «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν». Βάσει αυτού, η ιατρική αμέλεια συνίσταται στην έλλειψη προσοχής από τον αρμόδιο να μεριμνήσει την αποφυγή κάποιου επιβλαβούς αποτελέσματος σε έννομα αγαθά του παθόντος, ενώ είχε υποχρέωση και δυνατότητα γι αυτό. Απαραίτητο στοιχείο αποτελεί η αιτιώδης συνάφεια της επιβλαβούς συμπεριφοράς του ιατρού και του επιβλαβούς αποτελέσματος που επέρχεται στον ασθενή. Η ευθύνη του ιατρού εντοπίζεται στην περίπτωση όπου η άδικη συμπεριφορά του ήταν η μοναδική λύση, συνεπώς δεν ήταν πλημμελής η πράξη του και καθορίζεται βάσει των περιστάσεων. Για παράδειγμα, η πρόκληση σωματικών βλαβών σε εγκυμονούσες από αναισθησιολόγους ελλείψει γνώσεως του ιατρικού ιστορικού του ασθενούς. Ο εκάστοτε ιατρικός επιστήμων έχει υποχρέωση περίθαλψης του ασθενούς, η οποία είτε πηγάζει από τον Ιατρικό Κώδικα Δεοντολογίας είτε από τον Ποινικό Κώδικα. Για να τεθεί ζήτημα ιατρική αμέλειας, θα πρέπει ο ιατρικός επιστήμονας να έχει αναλάβει την υποχρέωση περίθαλψης του ασθενούς. Από το σημείο αυτό, η ιατρική αμέλεια εξετάζεται στα πλαίσια του καθήκοντος περίθαλψης, όπως ορίζεται στο άρθρο 307 ΠΚ « Παράληψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής». Αναφορικά με την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων

στους ασθενείς, η δέσμευση των γιατρών έχει ως έρεισμα τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας καθώς και τους λόγους ηθικής και επαγγελματικής τάξης που τους δεσμεύουν στενά ως προς την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ιατρική συμπεριφορά συνίσταται σε δύο στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο, καλούμενο εσωτερικό, είναι η ψυχική κατάσταση του ιατρού, η οποία προσδιορίζεται από τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν κατά την άσκηση της ιατρικής, όπως η ψυχολογική κατάστασή του, που συμβάλλει στον τρόπο που κατευθύνει τους συναδέλφους του για την αντιμετώπιση του προβλήματος του ασθενούς, καθώς και η έλλειψη προσοχής λόγω απερισκεψίας του ιατρού με αποτέλεσμα ιατρικές πράξεις που βασίζονται σε λανθασμένη αξιολόγηση. Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ιατρική συμπεριφορά είναι το εξωτερικό στοιχείο, δηλαδή η λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς και οι ιατρικές πράξεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη σωματική του βλάβη. Επιπρόσθετα, εξωτερικό στοιχείο αποτελεί και η πλάνη του ιατρού, που μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την αστική και ποινική του ευθύνη από αδικοπραξία, μόνο όταν είναι αδικαιολόγητη. Για να υπάρξει ποινική ευθύνη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη εξωτερικής αμέλειας και η παραβίαση των κανόνων, η λεγόμενη «Ποινική Μέση Ιατρική». Αποτέλεσμα των παραπάνω συμπεριφορών είναι η ανεπιθύμητη πρόκληση βλάβης στην υγεία του ασθενούς, όπως η ανθρωποκτονία από αμέλεια και η σωματική βλάβη από αμέλεια. Τα ποινικά δικαστήρια εντοπίζουν δυσκολίες υπαγωγής της κάθε περίπτωσης στη σωστή νομική διάταξη για να αποδειχθεί το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας, για αυτό και υπάρχουν πολλές αναιρετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Η αστική ευθύνη του ιατρού ανάγεται στην υποχρέωση του υπαιτίου για αποζημίωση του προσώπου εκείνου που απειλείται σε περίπτωση πράξεων πρόκλησης σωματικών βλαβών. Λόγου χάριν, στην ανθρωποκτονία του άρθρου 932 ΑΚ, προβλέπεται η υποχρέωση αποζημίωσης και των συγγενών του ασθενούς εξαιτίας της παράνομης πράξης του. Η αστική ευθύνη έχει δύο περιπτώσεις, τη συμβατική ευθύνη και την ευθύνη εξ αδικήματος. Στην πρώτη

ELSA Komotini

17


περίπτωση, δυνάμει μίας σύμβασης που συμπράττεται μεταξύ ιατρού και ασθενή ο τελευταίος αμείβει τον ιατρό για να του παρέχει τη καλύτερη δυνατή υπηρεσία βάσει των άρθρων 648επ.ΑΚ. Στην ευθύνη εξ αδικήματος εφαρμόζεται η διάταξη 914 ΑΚ π.χ. σωματική βλάβη. Αστική ευθύνη φέρουν και τα δημόσια νοσοκομεία, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, βάσει των άρθρων 105-106 ΑΚ. Αρχικά έναντι του ασθενούς δεν φέρει ευθύνη ο νοσοκομειακός ιατρός, διότι καλύπτεται ως δημόσιος υπάλληλος και την ευθύνη φέρει το νοσοκομείο ως δημόσιος φορέας. Αν όμως αποδειχθεί η υπαιτιότητα του ιατρικού υπαλλήλου, τότε το δημόσιο μπορεί να στραφεί νομικά εναντίον του υπαιτίου. Το νοσοκομείο ευθύνεται μόνο για θέματα νοσηλείας και για ζητήματα που αφορούν την υλικοτεχνική υποδομή που έχει παρασχεθεί. Ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης βασίζεται σε προηγούμενη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και περιλαμβάνει τόσο την υλική ζημιά που προκαλείται όσο και την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Υπάρχει

18

Modus Legis

νομολογιακός προβληματισμός για την αποζημίωση των συγγενών του ασθενούς η οποία στηρίζεται στην συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Η ηθική βλάβη ανάγεται καθαρά στην κρίση του δικαστή τόσο ως προς τον ασθενή όσο και ως προς τα συγγενικά του πρόσωπα. Ο δικαστής δύναται να λάβει υπ’ όψιν του την οικονομική κατάσταση του νοσοκομείο καθώς και τον βαθμό ενδιαφέροντος των συγγενών. Από την πλευρά της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, η σχέση ιατρού και ασθενή πρέπει να βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη αλλά και την ανθρωπιά του ιατρού προς τον ασθενή, η οποία εκφράζεται με παροχή βοήθειας και σωστής πληροφόρησης από απέναντι στον ασθενή. Οι ιατροί πρέπει να υπακούουν σε όλους τους νόμους και κανόνες που διέπουν τους άλλους κλάδους. Ταυτόχρονα οφείλουν να ακολουθούν πρωτόκολλα εργασίας και πρωτόκολλα θεραπείας που τους επιβάλλει ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας (Π.Ο.Υ.) στα οποία, άλλωστε, στηρίζονται οι εκάστοτε ιατρικές πράξεις τους. Βασικός παράγοντας των ιατρικών πράξεων αποτελεί το περιβάλλον


εργασίας και οι συνθήκες. Αυτό που επιδιώκεται είναι η ελαχιστοποίηση του ιατρικού σφάλματος. Ο ιατρός πρέπει να ελέγχεται ως το τι όφειλε και τι μπόρεσε να κάνει βάσει νομοθεσίας. Αντικειμενικό κριτήριο αποτελούν οι συνθήκες εργασίας, ενώ υποκειμενικό οι γνώσεις και οι εμπειρίες του εκάστοτε ιατρού. Εξαιτίας των εκτάκτων περιστατικών και επιπλοκών που μπορεί να προκύψουν , για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης, ο ιατρός πολλές φορές μπορεί να αμφιταλαντεύεται για τις πράξεις που πρέπει να ακολουθήσει και, έτσι, ακούσια αναλαμβάνει την ευθύνη για τη ζωή του ασθενούς. Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει ο όρος «ιατρικό λάθος», αλλά «ιατρική αμέλεια», γι’ αυτό γίνεται λόγος για πειθαρχική, ποινική και αστική (αποζημίωση) ευθύνη του ιατρού. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του φαινομένου της ιατρικής αμέλειας, τα περιστατικά των ιατρικών παραπτωμάτων ανέρχονται κατά προσέγγιση σε 12001500 το χρόνο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ιατρικών λαθών εντοπίζεται στο στάδιο της διάγνωσης και στο

στάδιο της θεραπείας, όπου γίνεται εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων της ιατρικής επιστήμης. Επιπρόσθετοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ελλιπής οργάνωση και ο προσανατολισμός του συστήματος υγείας. Ακόμη, στα ιατρικά λάθη συμβάλλει η έλλειψη πληροφόρησης του ιατρού για το ακριβές ιατρικό ιστορικό του ασθενούς από το συγγενικό του περιβάλλον. Συνήθως, οι ειδικότητες που βάλλονται κυρίως είναι οι γυναικολόγοι , οι χειρουργοί, οι παιδίατροι και οι αναισθησιολόγοι. Τέλος, υπάρχουν επιφυλάξεις λόγω της υποκειμενικότητας της ιατρικής αμέλειας που καθορίζονται και κρίνονται βάσει του εκάστοτε περιστατικού και των συνθηκών. Μετά το πέρας των ομιλιών, ακολούθησε σειρά ερωτήσεων από το κοινό για ζητήματα επί του συγκεκριμένου θέματος. Η προσέλευση του κοινού στο τέταρτο κατά σειρά σεμινάριο της ELSA Komotini ήταν μεγάλη και το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για το εν λόγω θέμα κατέδειξε την σπουδαιότητα του ιατρικού δικαίου και την ανάγκη διευθέτησης της ιατρικής αμέλειας στη σύγχρονη εποχή.

ELSA Komotini

19


Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΜΒΛΩΣΗΣ της Βιβής Κουρτίδου

Με τον όρο «τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης» ο νομοθέτης αντικατέστησε τον όρο «άμβλωση» - ο οποίος είχε εισαχθεί με νομοθετική μεταβολή (ν.1609/1986 ΦΕΚ Α’ 86) αντί του όρου «έκτρωσις». Ο όρος «τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης» άλλαξε τις αξιολογήσεις για το άδικο της συμπεριφοράς αυτής, σταθμίζοντας το δικαίωμα της επιλογής ή όχι της μητρότητας και το αγαθό της ζωής του εμβρύου. Η αλλαγή του όρου έχει σημειολογικές προεκτάσεις αφού λεκτικά αποχρωματίζει την κοινωνική απαξία με την οποία είναι φορτισμένη η λέξη «άμβλωση», ενώ ουσιαστικά δεν διαφοροποιεί στο ελάχιστο την τυποποιημένη συμπεριφορά καθώς ως άμβλωση νοείται διακοπή της εγκυμοσύνης, φυσική ή τεχνητή• εντούτοις η φυσική άμβλωση- καλούμενη αυτόματη άμβλωση ή αποβολή- σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη για το ποινικό δίκαιο, ως μη εκούσια συμπεριφορά. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡ.304 ΠΚ Στο παρόν άρθρο τυποποιούνται τρεις κατηγορίες εγκλημάτων : η ετεροδιακοπή της εγκυμοσύνης, η αυτοδιακοπή και η συνέργια σε αυτοδιακοπή. Πριν την ανάλυση των τριών κατηγοριών εγκλημάτων αξίζει να σημειωθούν τα παρακάτω ζητήματα που προκύπτουν από τη νομολογία αλλά και τη θεωρία, όπως το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ο προσδιορισμός του χρονικού σημείου από το οποίο αυτό αρχίζει να υπάρχει καθώς και το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να υπάρχει κατάσταση εγκυμοσύνης. • Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος είναι το κυοφορούμενο έμβρυο (το οποίο είναι ζωντανό όσο διατηρείται η κατάσταση εγκυμοσύνης και έχει αντικειμενικά την πιθανότητα να εξελιχθεί σε άνθρωπο, γι’ αυτό και προστατεύεται ως υποκείμενο δικαιώματος προσδοκίας ανθρώπινης ζωής).Παράλληλα βεβαίως προστατεύεται η υγεία, η ζωή αλλά και η κοινωνική πρόοδος της γυναίκας όπως και η ελευθερία της διάθεσης της προσωπικότητάς της. • Ως χρονικό σημείο έναρξης του εμβρύου λογίζεται η στιγμή που ενώθηκε το σπερματοζωάριο με το ωάριο (μίτωση) έστω και με τη μορφή μοριδίου (πρώιμης μορφής εμβρύου). 20

Modus Legis

• Ως χρονικό σημείο έναρξης της κατάστασης της εγκυμοσύνης λογίζεται η στιγμή που το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτευτεί, εισέλθει δηλαδή και επικολληθεί στην μήτρα. ΕΤΕΡΟΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ Στο άρθρο 304ΠΚ τυποποιούνται δύο βασικά εγκλήματα ετεροδιακοπής της εγκυμοσύνης : εκείνη που γίνεται χωρίς (αρ.304 παρ.1) και εκείνη που γίνεται με (αρ.304 παρ.2 στοιχ. α’ εδ.1ο ) τη συναίνεση της εγκύου. Όσον αφορά στο πρώτο έγκλημα, διακοπή της εγκυμοσύνης υπάρχει, σύμφωνα με την ομόφωνη στη θεωρία και νομολογία άποψη, όταν τερματίζεται η εγκυμοσύνη με το θάνατο του κυοφορούμενου με οποιονδήποτε τρόπο και αν αυτό συμβαίνει (χημικά, μηχανικά ή άλλα μέσα, όπως βέβαια μπορεί να γίνει και με χτυπήματα, πρόκληση τρόμου ή θανάτωση εγκύου). «Συναίνεση» στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει σύμφωνη θέληση και άρα «χωρίς συναίνεση» σημαίνει έλλειψη ρητής ή σιωπηρής σύμφωνης θέλησης της εγκύου για θανάτωση του εμβρύου. Βέβαια, έλλειψη σύμφωνης θέλησης υπάρχει και όταν ακόμη η εγκυμονούσα έχει μεν εκφράσει τη θέλησή της στη διακοπή της εγκυμοσύνης, αυτή όμως δεν είναι σοβαρή ή είναι ελαττωματική, αποτελεί δηλαδή προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής. Το παρόν έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη. Ως προς το δεύτερο τυποποιημένο έγκλημα (παρ. 2 στοιχ. α’ εδ.1ο) ισχύουν και εδώ όσα αναφέρθηκαν παραπάνω με τη μόνη διαφορά ότι απαιτείται η συναίνεση της εγκύου, η οποία θα πρέπει να είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής της ίδιας. Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, κάνει λόγο για προμήθεια μέσων διακοπής της εγκυμοσύνης στην εγκυμονούσα. Αυτή η μορφή τέλεσης στην ουσία αποτελεί απλή συνέργεια σε διακοπή εγκυμοσύνης .Ωστόσο, επειδή ο νομοθέτης δεν θέλησε να δώσει στη συμπεριφορά αυτή την προνομιακή μεταχείριση της απλής συνέργειας (αρ.47 ΠΚ) , την ξεχώρισε και την τυποποίησε ως αυτοτελές έγκλημα. Τα μέσα, λοιπόν που προμηθεύει ο δράστης στην εγκυμονούσα, πρέπει να είναι πρόσφορα από τον προορισμό τους να οδηγήσουν στη διακοπή της εγκυμοσύνης και να έχουν χρησιμοποιηθεί από την εγκυμονούσα. Τέτοια είναι διάφορα φάρμακα,


που προκαλούν αποβολή, χάπια ή εργαλεία ειδικά φτιαγμένα για έκτρωση. Όποιος, επομένως, τελέσει τις ανωτέρω πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν τις ενεργεί κατά συνήθεια, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά συνήθεια τελείται ένα έγκλημα «όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη». Το δεύτερο στοιχείο της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου αποτελεί μια διακεκριμένη παραλλαγή τέλεσης του εγκλήματος, το οποίο και αποτελεί έγκλημα εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενο. Απαιτείται, δηλαδή, η επέλευση βαρύτερου αποτελέσματος από το βασικό έγκλημα που ο δράστης ήθελε και ξεκίνησε να κάνει. Εν προκειμένω, απαιτείται η πρόκληση βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης της εγκύου ή ο θάνατός της. Στην πρώτη περίπτωση, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ενώ στη δεύτερη μέχρι δέκα έτη.

ΑΥΤΟΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ Η αυτοδιακοπή της εγκυμοσύνης προβλέπεται στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, είτε ως συμπεριφορά, ενέργεια ή παράλειψη της εγκύου, είτε με την ανοχή της στο να τελέσει άλλος τη διακοπή. Τιμωρείται, μάλιστα, με φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Η διακοπή με ιδιόχειρη ενέργεια της εγκύου μπορεί να τελεστεί με οποιονδήποτε τρόπο (λ.χ. εισαγωγή σύρματος στη μήτρα, κατάποση εκτρωτικών ουσιών, αυτοχτυπήματα στην κοιλιακή χώρα, πτώσεις). Ως αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς, ώστε το έγκλημα να είναι τετελεσμένο, πρέπει να προκληθεί διακοπή της εγκυμοσύνης και θάνατος του εμβρύου. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να προκληθεί και με παράλειψη τέλεσης από την έγκυο, που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προστασίας του εμβρύου, κάποιας ενέργειας απαραίτητης για τη διατήρηση της εγκυμοσύνης. Η υποχρέωση αυτή προκύπτει από συνδυασμό διαφόρων διατάξεων του αστικού (αρ. 1867 ΑΚ) και του ποινικού(αρ. 359 ΠΚ) δικαίου. Η παράλειψη, επομένως, της εγκύου να τηρήσει επί παραδείγματι την φαρμακευτική αγωγή που συνέστησε ο ιατρός, παράλειψη που προκάλεσε τη διακοπή της εγκυμοσύνης και το θάνατο του εμβρύου, πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος με παράλειψη. Τρίτος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος είναι η τυποποίηση ως αυτοτελούς εγκλήματος της άμεσης αυτουργίας ή/και ηθικής αυτουργίας σε ετεροδιακοπή. Και εδώ ουσιαστικά πρόκειται για παράλειψη αποτροπής του, από τρίτον, κινδύνου προσβολής του εμβρύου, συνεπώς, έστω και αν το αποτέλεσμα επέρχεται με ενέργεια τρίτου, πρόκειται για αυτοδιακοπή με ανοχή.

ELSA Komotini

21


ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣΕΝΔΕΙΞΕΙΣ Η παρ. 4 του αρ. 304 ΠΚ προβλέπει 4 ειδικούς λόγους άρσης του αδίκου, οι οποίες καλούνται «ενδείξεις» και είναι οι ακόλουθες :η «γενική», η «ευγονική», η «ιατρική» και η «ηθική». Ωστόσο, για να δικαιολογηθεί η πράξη με κάποια από τις «ενδείξεις» ο νόμος ζητά να συντρέχουν σωρευτικά 4 βασικές προϋποθέσεις, και εάν πρόκειται για ανήλικη έγκυο, συναίνεση του ενός γονέα ή αυτού που έχει την επιμέλεια (παρ.5): α) τη συναίνεση της εγκύου, β) η διακοπή να γίνεται από γιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο, γ) τη συμμετοχή αναισθησιολόγου, δ) η διακοπή να γίνεται σε οργανωμένη νοσηλευτική μoνάδα. • Η γενική ένδειξη (παρ. 4, στοιχ. α) επιτρέπει σε κάθε γυναίκα, που δεν επιθυμεί να συνεχίσει την εγκυμοσύνη της, να τη διακόψει. Μοναδική προϋπόθεση είναι ο χρονικός περιορισμός, που θέτει για ευνόητους λόγους ο νόμος: η συμπλήρωση 12 εβδομάδων εγκυμοσύνης. • Η ευγονική ένδειξη (παρ. 4, στοιχ. β) επιτρέπει τη διακοπή της εγκυμοσύνης εφόσον έχουν διαπιστωθεί με τα σύγχρονα μέσα της προγεννητικής διάγνωσης (βιοχημικός και υπερηχογραφικός προγεννητικός έλεγχος, αιματολογικές εξετάσεις, αμνιοκέντηση) ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου, που έχουν ως συνέπεια να γεννηθεί ένα παθολογικά βεβαρυμμένο παιδί. Ο νόμος νομιμοποιεί την πράξη αυτή εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί 24 εβδομάδες εγκυμοσύνης. • Η ιατρική ένδειξη (παρ. 4, στοιχ. γ) τυποποιεί μια ιδιόρρυθμη κατάσταση ανάγκης, που δικαιολογεί την πράξη χωρίς να χρειάζεται η συνδρομή του αρ.25 ΠΚ, αλλά αρκεί μόνο να υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής της υγείας. Στην περίπτωση αυτή ζητείται πρόσθετη βεβαίωση του σχετικού κινδύνου από τον κατά περίπτωση αρμόδιο γιατρό. • Η ηθική ένδειξη (παρ. 4, στοιχ. δ)υπαγορεύθηκε από ηθικούς λόγους και καλύπτει όλες εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η εγκυμοσύνη επήλθε ως αποτέλεσμα βιασμού (αρ. 336 ΠΚ), αποπλάνησης ανήλικης (αρ. 339 ΠΚ), αιμομιξίας (αρ. 345 ΠΚ), ή κατάχρησης ανήλικης σε ασέλγεια (αρ. 338 ΠΚ) και εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί 19 εβδομάδες εγκυμοσύνης. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ(ΕΣΔΑ) Στην πολύχρονη πορεία του το ΕΔΔΑ έχει αντιμετωπίσει πολλές φορές υποθέσεις αμβλώσεων. Πρόκειται για υποθέσεις οι οποίες καλούν σε εφαρμογή μια σειρά από δικαιώματα τα οποία προστατεύονται από τη Σύμβαση 22

Modus Legis

και τα οποία καλούνται να σταθμίσουν το δικαίωμα της μητέρας στην άμβλωση έναντι του δικαιώματος του αγέννητου στη ζωή. Έτσι, κρίσιμα είναι τόσο το άρθρο 2 ΕΣΔΑ, όπου προστατεύεται το δικαίωμα στη ζωή, το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει το βασανισμό και εξευτελισμό του υποκειμένου, το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, το αρ. 10 ΕΣΔΑ, για την προστασία της πληροφόρησης και της έκφρασης και το αρ. 14 το οποίο απαγορεύει κάθε μορφής διάκριση. Στο πλαίσιο ��ης νομολογίας, το ΕΔΔΑ έχει διατηρήσει ίσες αποστάσεις τόσο από την αναγνώριση του αγέννητου παιδιού ως υποκειμένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ όσο και από τη συναγωγή ενός θεμελιώδους δικαιώματος άμβλωσης, για την προστασία της μητέρας κρίνοντας in concreto (κατά περίπτωση) την κάθε υπόθεση και όχι υιοθετώντας πάγια θέση. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ Aπό τη νομολογία του ΕΔΔΑ, χαρακτηριστικές ως προς τα ζητήματα της άμβλωσης είναι οι υποθέσεις D. κατά Ιρλανδίας και Tysiac κατά Πολωνίας. Η υπόθεση D. δεν δικαιώθηκε στο Δικαστήριο εξαιτίας της μη εξάντλησης από την πλευρά της αιτούσας των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Η D., έγκυος σε δίδυμα, πληροφορήθηκε στη δέκατη τέταρτη εβδομάδα της κυήσεώς της ότι το ένα από τα δύο είχε σταματήσει να αναπτύσσεται και τρεις εβδομάδες αργότερα, ότι το δεύτερο έπασχε από σοβαρή χρωμοσωμική ανωμαλία, η οποία θα είχε θανάσιμα αποτελέσματα γι’ αυτό κατά τη στιγμή του τοκετού ή λίγο μετά από αυτόν. Κατόπιν προτροπής από τους γιατρούς της αντί να διεξάγει δικαστικό αγώνα στην Ιρλανδία προέβη σε άμβλωση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά την επιστροφή της αναζήτησε , ανεπιτυχώς, ιατρική καθοδήγηση σε σχέση με το πρόβλημα το οποίο προκάλεσε τη χρωμοσωμική ανωμαλία. Παράλληλα αναγκάστηκε να προφασιστεί ότι είχε υποστεί αποβολή προκειμένου να εξασφαλίσει περίθαλψη για τη δεύτερη, μετά την άμβλωσή της, χειρουργική διαδικασία στην οποία υποβλήθηκε. Συνέπεια της όλης διαδικασίας, ήταν ο χωρισμός της αιτούσας από το σύντροφο της, η απώλεια της εργασίας της και η αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας. Το ΕΔΔΑ εξέτασε κατά πόσον η προσφυγή στην ιρλανδική δικαιοσύνη ήταν προσβάσιμη για την αιτούσα καθώς και το κατά πόσον αυτή εύλογα θα ήταν σε θέση να εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα μέσα και βοηθήματα. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι η αιτούσα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο ιρλανδικό Εφετείο και ότι οι πιθανότητες ευδοκίμησης του αιτήματος της ήταν ιδιαίτερα σημαντικές βάσει της πρόσφατης νομολογίας του εν λόγω δικαστηρίου, απορρίπτοντας ωστόσο το αίτημα για προστασία της βάσει των άρθρων 3, 8, 10 και 14 ΕΣΔΑ. Η υπόθεση Tysiac κατά Πολωνίας έφερε στο προσκήνιο το


ζήτημα των αμβλώσεων. Στο πλαίσιο αυτό η Πολωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η δεύτερη, μετά την Ιρλανδία, αυστηρότερη σε νομοθεσία χώρα μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η αιτούσα, Tysiac, κάτοικος Πολωνίας, είχε ήδη δύο παιδιά και έπασχε από μια σοβαρή μορφή μυωπίας, εξαιτίας της οποίας διέθετε αναπηρία μεσαίου επιπέδου. Η αιτούσα έχοντας μείνει έγκυος το 2000 και αφού συμβουλεύτηκε ειδικούς οφθαλμιάτρους, ενημερώθηκε ότι η τρίτη εγκυμοσύνη θα μπορούσε να της στερήσει την όρασή της. Εξαιτίας του αυστηρού νομοθετικού πλαισίου της Πολωνίας, κατάφερε με δυσκολία να πάρει μια βεβαίωση του προβλήματός της ώστε να διεκδικήσει μια νόμιμη άμβλωση κατά το Πολωνικό δίκαιο. Ειδικότερα με βάση το άρθρο 38 του Πολωνικού Συντάγματος : «H Δημοκρατία της Πολωνίας εγγυάται τη νομική προστασία της ζωής κάθε ανθρώπινου όντος». Περαιτέρω, ο εκτελεστικός νόμος του πολωνικού Συντάγματος προβλέπει εξαιρέσεις για τη νόμιμη διεξαγωγή της άμβλωσης μόνο σε περιπτώσεις διακινδύνευσης ζωής, ή ζητήματα υγείας, κατόπιν βεβαιώσεως των αρμόδιων γιατρών. Ωστόσο, ο γιατρός που την ανέλαβε, μη λαμβάνοντας υπόψιν τις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων γιατρών της, την προέτρεψε να συνεχίσει την κύηση κάνοντας καισαρική τομή, χωρίς να είχε επιπτώσεις στην υγεία της, σύμφωνα με αυτόν. Ωστόσο, στο τέλος του έτους, η διαδικασία της γέννας επέφερε σοβαρές επιπτώσεις στην όρασή της Tysiac, με αποτέλεσμα η αναπηρία της σήμερα να είναι σημαντική. Το ΕΔΔΑ την δικαίωσε, θέτοντας στον πυρήνα της απόφασής του τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Κατά την άποψη του ΕΣΔΑ, η Πολωνία είχε αποτύχει στην πρόβλεψη σαφών νομοθετικών διαδικασιών και στην αναγνώριση σαφών θεσμικών εγγυήσεων για τις κρίσιμες εκείνες περιπτώσεις που υπήρχε ιατρική διαφωνία ή κίνδυνος ιατρικού λάθους, προκειμένου να εγγυηθεί την απόλαυση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή κατά το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών 3481/1996 Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Α.Ρ, κάτοικος Θήβας, στις 10-8-1994 απέστειλε επιστολή με την οποία ζητούσε αστυνομική προστασία κατά την επικείμενη άφιξή της στο Αεροδρόμιο των Αθηνών από τον Καναδά, εξαιτίας του φόβου της ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο πατέρας της, θα την κακομεταχειριζόταν, εξ αφορμής εξώγαμης σχέσης της με το Θ.Λ, νεαρό γείτονά της στη Θήβα. Κατά την φοίτησή της στην δευτέρα Λυκείου η ανήλικη Α.Ρ. σύνηψε ερωτικό δεσμό με τον κατά 4 χρόνια μεγαλύτερό της Θ.Λ, και δύο φορές έφυγε από το σπίτι της, κρυφά από τους γονείς της, καθώς αυτοί αντιδρούσαν

στην επισημοποίηση του δεσμού της λόγω του νεαρού της ηλικίας της (15 ετών). Τον Ιανουάριο του 1994 αντιλήφθηκε ότι είναι έγκυος και οι γονείς της προσπάθησαν να την πείσουν να διακόψει την εγκυμοσύνη της, αντιδρώντας στη σκέψη πιθανού γάμου της κόρης τους. Απομάκρυναν την ανήλικη από τη Θήβα, μεταφέροντάς την στο σπίτι της αδελφής του πατέρα της, Π.Β, στην Αθήνα, συνεχίζοντας να την συμβουλεύουν να εγκαταλείψει τα σχέδιά της περί γάμου και να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Η ίδια ισχυρίζεται ότι την πίεζαν απειλώντας την ότι θα βάλουν το Θ.Λ. φυλακή, αφού ήδη είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για εκούσια απαγωγή. Τελικώς, κατά τα τέλη Μαρτίου του 1994, επισκέφθηκαν τον πρώτο κατηγορούμενο, γυναικολόγο, ο οποίος αφού εξέτασε την ανήλικη διαπίστωσε την εγκυμοσύνη της και της συνέστησε να σκεφτεί την επιθυμία της και να τον ενημερώσει. Στις 30-3-94, η ανήλικη προσήλθε στο μαιευτήριο, έπειτα από ραντεβού που είχε κλείσει η θεία της, χωρίς να δηλώσει ότι αρνείται να υποστεί την επέμβαση και με τη φανερή συναίνεσή της έγινε θεραπευτική απόξεση, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 12 εβδομάδων και με τους επιβαλλόμενους ιατρικούς κανόνες. Εκ των υστέρων, η ανήλικη παραπονείται ότι η συναίνεση αυτή δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησής της, αλλά επήλθε κατόπιν πιέσεων του συγγενικού της περιβάλλοντος και του φόβου που της προξενήθηκε, από τις απειλές κατά του Θ.Λ. Ακόμη και στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί της ανήλικης είναι αληθείς, δεν βεβαιώνεται ότι τους ενδοιασμούς της αυτούς, τους εκδήλωσε στον γυναικολόγο, ο οποίος είχε τη συναίνεση αυτής και του πατέρα της. Εξάλλου, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά του πατέρα προερχόμενη από το πατρικό ενδιαφέρον και την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος για το παιδί του, δεν θεωρείται ότι ενείχε δόλο βίαιης και απειλητικής εκμαίευσης της συναίνεσης της ανήλικης. Ακόμη και αν συνέβη αυτό δεν υπέπεσε στην αντίληψη του γυναικολόγου, ο οποίος δικαιολογημένα εξέλαβε τη συναίνεση τόσο της ανήλικης όσο και του πατέρα της ως σοβαρή και αβίαστη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεδομένα λοιπόν, δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής εις βάρος και των δύο κατηγορούμενων. Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καβάλας 15/2002 Στη συγκεκριμένη υπόθεση, στις 14.2.2001 η Θ.Ν, ηλικίας 25 ετών και έγγαμη, κάτοικος νομού Σερρών, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, Κ.Γ., προσήλθε στο ιατρείο του ιδιώτη μαιευτήρα-χειρουργού-γυναικολόγου, που λειτουργεί στη Δ. , πρώτου εκ των κατηγορουμένων για εξέταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε πως διένυε την όγδοη εβδομάδα της εγκυμοσύνης της. Έπειτα, αποφάσισε τη διακοπή της κύησης και στις 16-02-2001 προσήλθε με το σύζυγό της στο ιατρείο του πρώτου κατηγορούμενου, όπου ανέμενε αυτός και ο δεύτερος

ELSA Komotini

23


κατηγορούμενος, αναισθησιολόγος και φίλος του ιατρού. Η τεχνητή διακοπή της κύησης προγραμματίστηκε για τις 18-02-2001, οπότε και προσήλθε η εγκυμονούσα με το σύζυγό της. Η επέμβαση ξεκίνησε με τον δεύτερο κατηγορούμενο να αναισθητοποιεί τη Θ.Ν. και τον πρώτο να προχωρεί με τα κατάλληλα εργαλεία στην απόξεση της μήτρας. Μετά από λίγη ώρα ακούστηκε ασυνήθιστη φωνή της Θ.Ν, από την οποία ο σύζυγός της κατάλαβε ότι υπήρχε κάποια επιπλοκή. Έπειτα, ο πρώτος κατηγορούμενος -ο γυναικολόγος- προέτρεψε τον Κ.Γ. σε εύρεση μηχανήματος παροχής οξυγόνου, όπως και έκανε. Επιστρέφοντας διαπίστωσε ότι οι ιατροί, εν μέσω πανικού, προσπαθούσαν να επαναφέρουν την αναπνοή της Θ.Ν, διαδικασία στην οποία συνέδραμε και ο σύζυγός της, Κ.Γ. Οι δύο κατηγορούμενοι ιατροί ζήτησαν τη βοήθεια του καρδιολόγου-μάρτυρα Α.Μ, η προσπάθεια του οποίου απέβη άκαρπη. Έτσι, αποφάσισαν τη μεταφορά της στο νοσοκομείο Δ, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός της, από υπογκαιμικό σοκ. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος, τιμωρείται για ανεπίτρεπτη τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης, καθώς αυτή δεν έλαβε χώρα σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα και δεν είχαν προηγηθεί οι κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, τιμωρείται για άμεση συνέργεια στο ανωτέρω έγκλημα, παραυτουργία στην ανθρωποκτονία από αμέλεια και για παραβίαση καθήκοντος. Συμπερασματικά, λοιπόν, όπως εξάγεται και από τις παραπάνω αναλυθείσες υποθέσεις, η δικαιϊκή προσέγγιση της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης, προϋποθέτει αφενός την αποσύνδεσή της από οποιεσδήποτε προσωπικές, μεταφυσικές, θρησκευτικές ή ηθικές δοξασίες και αφετέρου την έρευνα του προβλήματος μέσα στον κοινωνικό περίγυρο και την εφαρμογή της σύμφωνα με τις επιταγές τ��υ νόμου. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Α.Κωστάρα, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Ειδικού Μέρους, Εκδόσεις Α.Ν. Σάκκουλα,2007 2. Σ.Παύλου-Γ.Μπέκας, Ποινικό ΙΙΙ Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας, Περιουσίας και ζωής, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα,2005 3. Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, Μελέτες Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη,2003 4. Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η Άμβλωση ως πρόβλημα του Ποινικού Δικαίου, Εκδόσεις Α.Ν. Σάκκουλα, 1984 5. Ν.Ανδρουλάκη, Ποινικόν Δίκαιον Ειδικό Μέρος, Εκδόσεις Α.Ν. Σάκκουλα,1974 6. Α.Χαραλαμπάκης-Ι.Γιαννίδης, Ποινικός Κώδικας και Νομολογία, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα,2009 7. www.constitutionalism.gr , Η υπόθεση ΕΔΔΑ Α, Β, C κατά Ιρλανδίας μεταξύ δικαίου και ηθικής, το δικαίωμα στην άμβλωση και η χαμένη ευκαιρία για μια 24

Modus Legis

ευρωπαΪκή Roe versus Wade,Της Χ.Μ. Ακριβοπούλου. 8. Υπεράσπιση/1997,(ΣυμβΠλημΑθ 3481/1996) 9. Ποινική Δικαιοσύνη 12/2003, (ΜΟΔΚΑΒΑΛΑΣ 15/2002 )


ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ της Ευδοκίας Τραγγάλου Το περιεχόμενο του δικαιώματος Οι κοινωνικές ζυμώσεις και οι πολυτάραχοι πόλεμοι που κόστισαν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, κατέστησαν πρωταρχική ανάγκη τη θέσπιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής στην κορωνίδα των αγαθών προς προστασία. Η προσπάθεια της ανθρωπότητας να κατοχυρώσει την προφύλαξη της ζωής εκφράζεται μέσα από την ύπαρξη πληθώρας νομοθετικών διατάξεων με υπερνομοθετική ισχύ, που την θέτουν υπεράνω όλων. Η ζωή του κάθε προσώπου προστατεύεται αυτοτελώς και τίθεται ως αυτοσκοπός. Η προστασία αυτή εκδηλώνεται και ως γενική αρχή που καθορίζει την εν γένει κοινωνική σύμβαση, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο. Σε συνταγματικό επίπεδο, το δικαίωμα στη ζωή κατοχυρώνεται στο α. 5 §2 Σ το οποίο ορίζει ότι «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους χωρίς, χωρίς διακρίσεις εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας». Περιλαμβάνει την απαγόρευση όλων των ενεργειών που μπορεί να τη θέσουν σε κίνδυνο. Παράλληλα, υποχρεώνει το κράτος να προβαίνει σε θετικές ενέργειες λαμβάνοντας μέτρα για υπηρεσίες και κοινωνικές παροχές προς όφελος του κάθε προσώπου.1 Έχει, ωστόσο, εκφραστεί η άποψη ότι το εν λόγω άρθρο δεν νοείται τόσο ως η ασφαλιστική δικλείδα του δικαιώματος στη ζωή, που η ελληνική έννομη τάξη θεωρεί αυτονόητο, αλλά κατοχυρώνει την ίση προστασία ημεδαπών και αλλοδαπών, προτάσσοντας έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα. Η ζωή, η τιμή, η ελευθερία των αλλοδαπών, λοιπόν, θα πρέπει να προστατεύεται ισάξια με την αντίστοιχη που απολαμβάνουν οι ημεδαποί, χωρίς διακρίσεις2. Σε διεθνές επίπεδο, η έννοια του δικαιώματος στη ζωή συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο α.3 της Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Το εν λόγω άρθρο όριζε ότι

«Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία, και την προσωπική του ασφάλεια». Λίγα χρόνια αργότερα, η προστασία του δικαιώματος στη ζωή καθιερώθηκε στο Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ περί Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1966, που κατοχυρώθηκε στην Ελλάδα το 1997, στο άρθρο 6. Το πιο πρόσφατο νομοθετικό κείμενο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θεσπίζει το δικαίωμα στη ζωή, είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του οποίου το α. 2 §1 προβλέπει ότι «Τo δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήv πρoστατεύεται υπό του νόμου. Εις oυδέvα δύvαται vα επιβληθή εκ πρoθέσεως θάvατoς, ειμή εις εκτέλεσιv θαvατικής πoιvής εκδιδoμέvης υπό δικαστηρίoυ εv περιπτώσει αδικήματoς τιμωρoυμέvoυ υπό τoυ νόμου δια της πoιvής ταύτης»3. Έτσι, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 4 Οκτωβρίου 1989 απεφάνθη ότι το α. 2 ΕΣΔΑ ρυθμίζει το δικαίωμα στη ζωή ως άμεση απόρροια του δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά ταυτόχρονα προβλέπει την υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών, όχι μόνο να απέχουν από πράξεις που προκαλούν το θάνατο, αλλά και να μεριμνούν για την προστασία της ζωής. Η υποχρέωση των αρχών να λάβουν θετικές ενέργειες υπέρ της προστασίας του δικαιώματος στοιχειοθετείται όταν προκύπτει από τις συνθήκες ότι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν το χρονικό σημείο της δημιουργίας ενός πραγματικού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή ορισμένου προσώπου από εγκληματικές πράξεις τρίτου (υπόθεση Bromiley κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Paul and Andrey κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Επίσης, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην απόφαση Anguelova κατά Βουλγαρίας (13 Ιουνίου 2002), υποστήριζε ότι υπήρχε παραβίαση του α.2 ΕΣΔΑ λόγω της καθυστέρησης των αρχών ασφαλείας που είχαν κακοποιήσει κρατούμενο, ο 1. Ατομικά Δικαιώματα, Δ.Π. Δαγτόγλου, Εκδ. Σάκκουλα, 2012 2.Συνταγματική και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πέτρος Παραράς, Εκδ. Σάκκουλα 3. Δ.Π Δαγτόγλου, ό.π.

ELSA Komotini

25


οποίος εν συνεχεία απεβίωσε, για να τον διακομίσουν σε νοσοκομείο για την παροχή ιατρικής περίθαλψης4. Συμπερασματικά, τόσο το α. 5 §2 Σ όσο και το α.2 ΕΣΔΑ που προασπίζουν το δικαίωμα στη ζωή δεν έχουν μόνο αμυντική αλλά και θετική διάσταση. Το κράτος οφείλει όχι μόνο να απέχει από κάθε παράνομη και εκ προθέσεως θανάτωση, αλλά και να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να προστατευτεί η ζωή των προσώπων που βρίσκονται στη δικαιοδοσία του. Το ζήτημα της άμβλωσης: «Πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή;» Το έννομο αγαθό που προστατεύει το εν λόγω δικαίωμα είναι η ανθρώπινη ζωή. Αμφιλεγόμενο καθίσταται το ζήτημα του χρονικού σημείου της έναρξης ή της λήξης της ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι λοιπόν το ζήτημα της άμβλωσης. Είναι το κυοφορούμενο φορέας του δικαιώματος; Αναμφίβολα το έμβρυο αποτελεί μία ιδιαιτέρως ευαίσθητη οντότητα. Το γεγονός που το καθιστά αντικείμενο διαφορετικής μεταχείρισης είναι ότι δεν υπάρχει δυνατότητα άμυνας εκ μέρους του, σε περίπτωση προσβολής της ζωής του. Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι κατά πόσο η ζωή του εμβρύου χρήζει νομικής προστασίας. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να διερευνηθεί εάν η άμβλωση, δηλαδή η εσκεμμένη, πρόωρη διακοπή της εγκυμοσύνης με επιθυμία της εγκύου είναι σύμφωνη ή όχι με το νόμο, και αν τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση προστασίας του εμβρύου. Όσον αφορά την ελληνική έννομη τάξη, το έμβρυο δεν είναι υποκείμενο συνταγματικού δικαιώματος, δηλαδή φορέας του α.5 §2 Σ. Δεν αναγνωρίζονται σε αυτό δικαιώματα, με μόνη εξαίρεση τα κληρονομικά και υπό την αίρεση ότι θα γεννηθεί ζωντανό. (ΑΚ 36, 1711). Ωστόσο, αυτό καθίσταται αντικείμενο νομοθετικής προστασίας, χωρίς αυτό να αρκεί για να καταστεί φορέας δικαιώματος. Κατά γενική παραδοχή, φορείς δικαιωμάτων καθίστανται τα πρόσωπα που διαθέτουν δυνατότητα αυτοκαθορισμού μέσω της κοινωνικής επαφής, κάτι που είναι φανερό ότι δεν συμβαίνει στην περίπτωση του εμβρύου5. Η επίλυση του εν λόγω ζητήματος, δηλαδή αν οι αμβλώσεις επιτρέπονται πρέπει να αναζητηθεί στη στάθμιση συμφερόντων του εμβρύου και της μητέρας. Αν καθίσταται επιτακτική ανάγκη η προφύλαξη της ζωής της

μητέρας, η άμβλωση επιτρέπεται5. Η απαγόρευση των υπέρμετρων περιορισμών στη δυνατότητα της εγκύου να αποφασίσει τη συνέχιση ή τη διακοπή της εγκυμοσύνης της, πέρα από λόγους υγείας, ερείδεται στα α. 5 §1,3Σ που κατοχυρώνουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και προσωπικής ελευθερίας, εφόσον το έμβρυο δεν έχει καταστεί αυτοτελώς βιώσιμο. Το χρονικό όριο εντός του οποίου είναι επιτρεπτή και ιατρικώς η άμβλωση είναι η 12η εβδομάδα της κύησης6. Προς την ίδια συλλογιστική κινείται και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι, το α.2 ΕΣΔΑ δεν προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή του αγέννητου τέκνου, αλλά υπόκειται σε σιωπηρούς περιορισμούς που ευνοούν την προστασία του δικαιώματος της μητέρας στη ζωή7. Με αφορμή την υπόθεση Χ κατά Ην. Βασιλείου το 1980, η Επιτροπή εξέτασε τον όρο «ζωή». Διερωτήθηκε αν το α.2 ΕΣΔΑ πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε α) να μην αφορά το έμβρυο, β) να αναγνωρισθεί στο έμβρυο το δικαίωμα στη ζωή γ) να αναγνωρισθεί στο έμβρυο το δικαίωμα στη ζωή αλλά κατά τρόπο απόλυτο. Διαπίστωσε ότι η διακοπή της κύησης κατά τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης για θεραπευτικούς σκοπούς δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της ζωής και της υγείας της μητέρας και ως εκ τούτου δεν προσβάλλει τις διατάξεις της Συνθήκης. Αντίθετα, στην υπόθεση Bruggemann and Scheuden κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας, δυο Γερμανίδες ισχυρίστηκαν ότι οι νομικοί κανόνες που διέπουν την άμβλωση στη Γερμανία αντίκειται στο α.8 ΕΣΔΑ. Η Επιτροπή έκρινε ότι «Η εγκυμοσύνη δεν μπορεί να ειπωθεί ότι εμπίπτει αποκλειστικά στην ιδιωτική ζωή. Όποτε μία γυναίκα είναι έγκυος, η ιδιωτική της ζωή συνδέεται στενά με το αναπτυσσόμενο έμβρυο»8. Κλείνοντας, εύκολα μπορεί να συλλάβει κανείς τη σύγχρονη τάση των δικαστηρίων στο εν λόγω ζήτημα, τα οποία φαίνεται να θέτουν ως προτεραιότητα την προστασία της υγείας της μητέρας, επιτρέποντας την θεραπευτική άμβλωση. Πάντως, παρόλη τη διχογνωμία στη νομολογία, η άμβλωση δεν παύει να είναι ένα αντικείμενο ηθικής απόφασης, που ανήκει στη σφαίρα των εσωτερικών προσωπικών αξιολογήσεων της γυναίκας και ως εκ τούτου αποτελεί χώρο απαγορευμένο στην επέμβαση του νομοθέτη.

6.Δ.Π Δαγτόγλου,ό.π. 4.Μεταξύ ζωής και θανάτου «Το δικαίωμα στη ζωή υπό 7. Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο, Γ .Κατρούγκαλος, το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των 1993 Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 8.Μεταξύ ζωής και θανάτου «Το δικαίωμα στη ζωή υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Εκδ. Σάκκουλας 5. Ατομικά Δικαιώματα, Δ.Π. Δαγτόγλου, Εκδ. Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, Εκδ. Σάκκουλας Σάκκουλα, 2012 26

Modus Legis


Δικαίωμα στο θάνατο: «είναι η αυτοκτονία δικαίωμα;» «Η ζωή είναι σκλαβιά, εάν λείπει το θάρρος του θανάτου.» (“Vita si moriendi virtus abest, servitus est”) Σενέκας, Επιστολές στον Λούκιλο, 77.13 Η αυτοκτονία συνιστά κλασική περίπτωση αυτοπροσβολής του εννόμου αγαθού της ζωής. Από πολλούς εκφράζεται ως η έσχατη προσωπική επιλογή του ανθρώπου που θέλει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του9. Στην πραγματικότητα, μία τέτοια άποψη θα μπορούσε να στηριχθεί στην αρνητική διάσταση του Α5 §2Σ και του α.2 ΕΣΔΑ, δηλαδή αν τα πρόσωπα εκτός του δικαιώματος στη ζωή, έχουν και την ελευθερία επιλογής του θανάτου. Στην ελληνική έννομη τάξη, η συνταγματική κατοχύρωση του α.5§2 Σ δεν προβλέπει μία συμμετρικά αντίθετη ελευθερία του δικαιώματος στη ζωή, δηλαδή την ελευθερία στο θάνατο. Αν συλλάβουμε την προστασία της ζωής ως κοινωνικό δικαίωμα, συνεπάγεται η υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την προστασία της υγείας των πολιτών πχ νοσοκομειακές παροχές για την προστασία της υγείας των πολιτών. Έχει υποστηριχθεί η ακραία άποψη ότι όταν το άτομο ασθενεί χωρίς δυνατότητα ίασης, η ζωή του καταλήγει σε μαρτύριο λόγω της ασθενείας του αυτής, τότε το α.21§ 3Σ και α.2§1Σ υποχρεώνει το κράτος να θέσει μία συνταγματική-νομοθετική ρήτρα για την προστασία της αξιοπρεπούς ζωής και λίγο πριν το θάνατο. Ωστόσο, το περιεχόμενο του δικαιώματος στη ζωή έχει αποκλειστικά αμυντικό περιεχόμενο, δηλαδή την προστασία της ζωής με θετικά μέτρα, επιτρέποντας την απόκρουση των κρατικών παρεμβάσεων που θα ματαίωναν την πρόθεση του προσώπου να θέσει τέρμα στη ζωή του και παράλληλα προβλέποντας την τιμωρία του συνεργού στην αυτοκτονία, σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο (ΠΚ 300-301). Άλλωστε, η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του αυτόχειρα είναι άδικη και παράνομη που απλώς δεν τιμωρείται λόγω του άσκοπου της ποινής10. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αξιοπρόσεκτη είναι η υπόθεση Pretty κατά Ην. Βασιλείου στην οποία το Δικαστήριο συμπέρανε ότι το δικαίωμα στο θάνατο δεν συνάγεται από τη διατύπωση του Α2 ΕΣΔΑ και ότι δεν μπορεί να

αποτελέσει τη βάση ενός δικαιώματος αυτοδιάθεσης, με την έννοια της αναγνώρισης της επιλογής ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο11. Μάλιστα, η αποδοκιμασία της έννομης τάξης τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο είναι τόσο έντονη που στην υπόθεση R και M.N κατά Γερμανίας, η Επιτροπή έκρινε ότι ούτε στο φυλακισμένο στοιχειοθετείται το δικαίωμα να απαιτήσει από το κράτος να του προμηθεύσει τα μέσα για να αυτοκτονήσει. Αυτή η τάση, λοιπόν, δικαιολογείται από το γεγονός ότι το δικαίωμα στο θάνατο, ακόμα και αν γίνουμε θιασώτες της ακραίας άποψης ότι αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης (α.5 §1 Σ) όταν ασκείται, ακυρώνεται κάθε δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης της προσωπικότητας και του ψυχοσωματικού δυναμικού του ανθρώπου και, παράλληλα, μία τέτοια απόφαση δεν είναι ανακλητή. Το ζήτημα της θανατικής ποινής

Η θανατική ποινή στην Ελλάδα καταργήθηκε με το α.1 §12 Ν. 2207/1994 περί «Προσωρινής κράτησης και ελέγχου διάρκειας αναστολής ποινών, απόλυσης υπό όρο, επιτάχυνσης διαδικασίας, πολιτικών υποθέσεων και άλλες διατάξεις». Είναι γεγονός ότι η θανατική ποινή είχε παύσει να εκτελείται, με τελευταία εκτέλεση του έλληνα πολίτη Λυμπέρη το 1972 με το κατηγορητήριο ανθρωποκτονίας με πρόθεση των 4 μελών της οικογενείας του. Η μόνη εξαίρεση επιβολής της ποινής ήταν σε περίπτωση κακουργημάτων που τελούνταν σε καιρό πολέμου. Και αυτή όμως η εξαίρεση καλύφθηκε από το 13ο Πρωτόκολλο που την καθιστά απαγορευμένη σε οποιεσδήποτε συνθήκες και τέθηκε σε ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν3289/200412. Σε συνταγματικό επίπεδο, ο θεσμός της θανατικής ποινής προσκρούει σε σημαντικά άρθρα, καθιστώντας τον αντισυνταγματικό. Αρχικά, προσκρούει στο α.2 §1 Σ περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, μίας ελευθερίας που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό. Παράλληλα, είναι αντίθετος στο α.7 §2Σ περί απαγόρευσης βασανιστηρίων. Είναι φανερό, πως τα πρόσωπα που καταδικάζονται στην ποινή του θανάτου υπόκεινται σε απάνθρωπο ψυχικό μαρτύριο μεγάλης διάρκειας. Εκδηλώνεται κυρίως με την εκτέλεση, όταν τα πρόσωπα με ενστικτώδεις αντιδράσεις εκφράζουν τον τρόμο τους μπροστά στη θέαση του θανάτου και παράλληλα με τις απέλπιδες προσπάθειες να κρατηθούν στη ζωή. Ακόμα και 9.Δ.Π Δαγτόγλου,ό.π. 10. Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο, Γ.Κατρούγκαλος, αν χαρακτηρίσουμε αυτά τα πρόσωπα ως «εγκληματίες», 1993 11.Μεταξύ ζωής και θανάτου «Το δικαίωμα στη ζωή υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των 12.Η θανατική ποινή ως πρόβλημα προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Φινοκαλιώτης, Εκδ. Αντ. Εκδ. Σάκκουλας Σάκκουλα, 1983

ELSA Komotini

27


καταδικάζοντάς τα σε μία εξασθενημένη θέση που φέρει έντονα την κοινωνική απαξία, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η ανθρώπινη ζωή μπορεί να γίνει μέσο εκφοβισμού. Κάθε κράτος με ολοκληρωμένο νομικό πολιτισμό, έχει θεσπίσει ανάλογες διατάξεις που διαλευκάνουν τον τρόπο διαχείρισης αυτών των ανθρώπων, καθώς επίσης και τον τρόπο που εκείνοι θα τιμωρηθούν. Δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός αξιολόγησης της ανθρώπινης ύπαρξης, γιατί η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι αμετάβλητη και μη διαπραγματεύσιμη. Συνεπώς, δεν γίνεται οι σύγχρονες κοινωνίες να συναινούν στην απρόκλητη αφάνισή της με την επιβολή της θανατικής ποινής. Έτσι, σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να παρατεθεί το α.5 §2Σ που κατοχυρώνει την πεμπτουσία των δικαιωμάτων, την ζωή, απαγορεύοντας την οποιαδήποτε προσπάθεια της πολιτείας να την πλήξει. Γι’ αυτούς τους λόγους, λοιπόν, αποδεικνύεται ότι η θανατική ποινή προσκρούει σε θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, καθιστώντας τη ανίσχυρη. Άλλωστε, η υιοθέτηση της θανατικής ποινής, όχι μόνο δεν συμπνέει με το πνεύμα του Συντάγματος, αλλά αντιτίθεται και στη γενικότερη σωφρονιστική πολιτική, που είναι η επανακοινωνικοποίηση του εγκληματία13. Σε διεθνές επίπεδο, στην υπόθεση Öcalan κατά Τουρκίας, η θανατική ποινή, αν και αναφέρεται στο α.2 ΕΣΔΑ, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί από τα κράτη μέλη, χωρίς να παραβιασθεί το α.3 ΕΣΔΑ. Έτσι, λοιπόν, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα κράτη απορρίπτουν την θανατική ποινή, που δεν έχει θέση σε καμία δημοκρατική κοινωνία, κάθε καταδίκη σε θάνατο υπό συνθήκες που προκαλούν φόβο, αγωνία και αβεβαιότητα, στον καταδικασθέντα, ισοδυναμεί με παραβίαση του α.3 ΕΣΔΑ14. Συνοψίζοντας, το ζήτημα της θανατικής ποινής, μέχρι την οριστική κατάργησή της, ήταν ιδιαιτέρως πολύπλοκο και συνιστούσε σημείο αιχμής για συζητήσεις και διαβουλεύσεις. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που η κατάργησή της ήταν σταδιακή ως επιταγή των κοινωνικών εξελίξεων. Ο άνθρωπος, στο όνομα του κέρδους και υπό το κράτος του θυμικού, έχει προβεί σε απίστευτες κτηνωδίες εις βάρος του εαυτού του. Μία από αυτές τις

13. Φινοκαλιώτης,ό.π. 14.Μεταξύ ζωής και θανάτου «Το δικαίωμα στη ζωή υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαικού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, Εκδ. Σάκκουλας

28

Modus Legis

κτηνωδίες είναι όταν ο άνθρωπος επέβαλε στον άνθρωπο «τη γνώση της στιγμής και του τρόπου του θανάτου, αυτής της αφόρητης βεβαιότητας που η ίδια η φύση του αρνήθηκε σαν υπέρτατο οίκτο» (Βεγλερής, Άρθρα 1974,81/82 σελ.275). Συμπέρασμα Συνοψίζοντας, το δικαίωμα στη ζωή, που κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποτελεί τη βάση όλων των υπολοίπων δικαιωμάτων. Είναι οξύμωρο στη σημερινή εποχή, που μαστίζεται από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, να υπάρχουν φαινόμενα που πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, όταν προέρχονται είτε από φυσικά πρόσωπα, είτε από την πολιτειακή αρχή.


Την περίοδο που ο κοινωνικός ιστός διαταράσσεται βάναυσα με τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων, με την αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών, με τα βασανιστήρια των κρατουμένων που όχι μόνο καταρρακώνουν την φυσική τους υπόσταση, αλλά πολλές φορές οδηγούν και σε θάνατο, ολόκληρος ο νομικός πολιτισμός οφείλει να υποστηρίζει και να εντείνει την προσπάθεια της ανθρωπότητας να προστατεύσει την ανθρώπινη ύπαρξη με τη θέσπιση επιπρόσθετων διατάξεων. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι το στοιχείο που προσιδιάζει απόλυτα στην ανθρώπινη φύση και έτσι είναι οξύμωρο να γίνεται λόγος για θεμελίωση του δικαιώματος της επιλογής στο θάνατο. Ο άνθρωπος είναι προορισμένος να ζει ελεύθερα, να δημιουργεί, να

εξελίσσεται και να αναπτύσσει την προσωπικότητά του. Είναι προφανές, συνεπώς, ότι ο θάνατος καταλύει αυτές τις προοπτικές σε απόλυτο βαθμό και γι αυτό η απαξία της νομολογίας για τη θέσπιση αυτού του δικαιώματος είναι τόσο έντονη. Όμως, φαίνεται να υπάρχει μία μερίδα της κοινωνίας που αποδέχεται το δικαίωμα των ανθρώπων στο θάνατο, ανθρώπων που έχουν έρθει σε αδιέξοδο λόγω αντίξοων συνθηκών και να βλέπουν το θάνατο ως λύτρωση -ειδικά σε θέματα υγείας- και ως πανάκεια στα προβλήματά τους. Ωστόσο, το δώρο της ζωής για τον άνθρωπο είναι κάτι ανεκτίμητο, μη ανταλλάξιμο και μη αξιολογήσιμο. Έτσι, λοιπόν, δεν πρέπει να του το αφαιρούν αλλά και ούτε να το στερεί ο ίδιος από τον εαυτό του, επιλέγοντας το θάνατο.

ELSA Komotini

29


Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ - ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ της Σωτηρίας Καμάριου

Ο εικοστός αιώνας έχει χαρακτηριστεί ως ο αιώνας των νέων ή αιώνας του παιδιού, καθώς επιτέλους αναγνωρίστηκε η ανάγκη εξασφάλισης καλύτερων συνθηκών ομαλής ανάπτυξης των ανηλίκων, που συνιστούν το μέλλον της κοινωνίας. Σημείο-τομή αποτέλεσε η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού του Ο.Η.Ε (1959). Τριάντα χρόνια μετά, η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΔΣΔΠ), συστηματοποίησε για πρώτη φορά σε οικουμενικό επίπεδο τα δικαιώματα του παιδιού. Στο ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο η προστασία της νεότητας και της παιδικής ηλικίας κατοχυρώνεται συνταγματικά στο αρ. 21. Επίσης, η ΔΣΔΠ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου κι έχει υπερνομοθετική ισχύ βάσει του αρ. 28 Σ, αφού κυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με το Ν.2101/92. Αντιστοίχως, προστασία παρέχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (1961), το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα το 1997. Κατ’ αρχάς, ως παιδί νοείται το άτομο το οποίο δεν έχει ενηλικιωθεί ακόμη. Πρόβλημα προκύπτει στον εντοπισμό της έναρξης και της λήξης της παιδικής ηλικίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε τη θεωρία ότι το έμβρυο έχει απόλυτο δικαίωμα στη ζωή αλλά αναγνώρισε ορισμένα δικαιώματα, κυρίως κληρονομικά, στο αγέννητο. Ως προς τη λήξη της παιδικής προστασίας, η συνθήκη θέτει όριο το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας, όπως ισχύει και στην Ελλάδα, αφήνοντας όμως το περιθώριο στα κράτη μέλη να το αυξομειώσουν. Στην προστασία των δικαιωμάτων των ανηλίκων εντάσσονται, μεταξύ άλλων, θέματα αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, την αντιμετώπιση ανήλικων δραστών και θυμάτων, την εργασία των ανηλίκων, την εφαρμογή μέτρων κοινωνικής πρόνοιας και άλλα. Εν γένει, περιλαμβάνονται ζητήματα αστικού, εργατικού και ποινικού δικαίου. Προστασία στις σχέσεις γονέων- τέκνων: -Επιβίωση και ανάπτυξη: 30

Modus Legis

Βασική αρχή της ΔΣΔΠ είναι η υποχρέωση των γονέων και των συμβαλλόμενων κρατών να δημιουργήσουν τις απαραίτητες ευνοϊκές συνθήκες για την επιβίωση και την ανάπτυξη των παιδιών (αρ. 6). Ειδικώς, διακηρύσσεται το δικαίωμα του παιδιού για βοήθεια και υποστήριξη πριν και μετά τη γέννηση, ενώ αναγνωρίζεται ο θεμελιώδης ρόλος της οικογένειας και η σημασία της διεθνούς συνεργασίας. -Το συμφέρον του παιδιού Το αρ. 3 παρ. 1 της ΔΣΔΠ καθιερώνει ως κατευθυντήρια αρχή όλων των αποφάσεων της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας το συμφέρον του παιδιού. Παρομοίως, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος προκηρύχθηκε επίσημα κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, στις 7 Δεκεμβρίου 2000, ορίζει στο αρ. 24 παρ. 2: «Σε όλες τις πράξεις που αφορούν στα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού». -Γονική καθοδήγηση, μέριμνα και χωρισμός από τους γονείς: Υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, το παιδί δικαιούται να ζει με τους γονείς του, εκτός αν αυτό κρίνεται ασυμβίβαστο με τα συμφέροντά του (αρ.5 και 9 ΔΣΔΠ αντιστοίχως και αρ. 24 παρ. 3, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ). Έχει επίσης δικαίωμα να διατηρεί άμεση επαφή και με τους δύο γονείς αν ζει χωριστά από τον έναν ή και από τους δύο. Άλλα ρυθμιζόμενα θέματα είναι: -Το φαινόμενο απαγωγής παιδιών από τον ένα γονέα ή τρίτο (αρ. 11 ΔΣΔΠ). -Το όνομα και η ιθαγένεια (αρ. 7 ΔΣΔΠ) Σε συνάρτηση με τις παραπάνω διατάξεις, ουσιαστικά βήματα έγιναν στο ελληνικό νομοθετικό επίπεδο με τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία ξεκίνησε με το Ν.250/1982 και την εισαγωγή του πολιτικού γάμου και ολοκληρώθηκε το 1983 με το Ν.1329. Ο τελευταίος καθιέρωσε την ισονομία των φύλων στα πλαίσια της οικογένειας, το συναινετικό διαζύγιο και τη νομική εξίσωση των τέκνων, ανεξάρτητα από το αν η πατρότητα θεμελιώνεται στην καταγωγή από γάμο ή στην αναγνώριση, εκούσια ή δικαστική.


Η προάσπιση του συμφέροντος του παιδιού έχει αναχθεί σε αρχή που διαπερνά ολόκληρο το οικογενειακό δίκαιο. Συνίσταται στην εξασφάλιση φροντίδας, κατοικίας, διατροφής, ένδυσης, εκπαίδευσης, ιατρικής μέριμνας, πειθαρχίας και εύλογης τιμωρίας καθώς και στη γενικότερη επίβλεψη. Βασικός γνώμονας είναι η ενίσχυση του παιδιού, χωρίς διάκριση φύλου, στην υπεύθυνη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Οι ευθύνες των γονέων απέναντι στα τέκνα δεν παύουν με τη λύση του γάμου. Ρυθμίζεται ειδικά το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του παιδιού με το γονέα όταν αυτός για κάποιο λόγο διαμένει χωριστά (αρ.1520 ΑΚ και 950 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το δικαίωμα του παιδιού στην οικογένεια εξασφαλίζεται με την προστασία του γάμου (αρ.21 Σ) και της υιοθεσίας. Επιπλέον, θεσπίζεται το όριο ηλικίας κάτω από το οποίο το παιδί δεν μπορεί να παντρευτεί, να αναλάβει ευθύνες και να δημιουργήσει δική του οικογένεια (αρ.1350 Α.Κ). Κοινωνική Πρόνοια- Θέματα εργατικού δικαίου

-Ελευθερία έκφρασης, σκέψης συνείδησης και θρησκείας Κατά το αρ. 12 της ΔΣΔΠ, ο ανήλικος έχει δικαίωμα ακρόασης σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που τον αφορά. Έτσι και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (αρ.24 παρ.1) ρυθμίζει ότι: «τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους, η οποία λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους». Συνάμα, κατά το αρ. 14 ΔΣΔΠ, έχουν δικαίωμα στην ελεύθερη διαμόρφωση ιδεολογικής και θρησκευτικής συνείδησης. Καθιερώνεται έτσι η αρχή μη διάκρισης, δηλαδή ο σεβασμός και η εγγύηση των δικαιωμάτων όλων των παιδιών χωρίς διάκριση φύλου, θρησκείας κ.ο.κ. (αρ.2 ΔΣΔΠ). Στα πλαίσια αυτά, κατοχυρώνεται και η ελευθερία του παιδιού να έχει ιδιωτική ζωή, να συναθροίζεται και να συνεταιρίζεται (αρ.15 και 16). -Δικαίωμα εκπαίδευσης: Στο άρθρο 28 και 29 της ΔΣΔΠ ορίζεται ότι η Πολιτεία πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να προσφέρονται σε όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης κι ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Διασφαλίζεται ότι τα μέτρα πειθαρχίας πρέπει να σέβονται την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα τους. Παράλληλα, κατά το άρθρο 17, τα παιδιά πρέπει να έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση και τα ΜΜΕ. -Προστασία από οικονομική, σεξουαλική και κάθε άλλη εκμετάλλευση (αρ.32, 34, 36 ΔΣΔΠ): Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (1961), στο άρθρο 7, ρυθμίζει το κατώτατο ηλικιακό όριο και τις συνθήκες εργασίας, ενώ ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

ELSA Komotini

31


της ΕΕ (αρ. 32) απαγορεύει την παιδική εργασία. Η ελάχιστη ηλικία για την ανάληψη εργασίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την ηλικία λήξης της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης, υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων κανόνων για τους νέους. -Προστασία παιδιών από ένοπλες συρράξεις: Κανένα παιδί κάτω των 15 ετών δεν επιστρατεύεται. Παιδιά που θίγονται από ένοπλες συρράξεις απολαμβάνουν προστασία και φροντίδα (αρ. 38 ΔΣΔΠ). Αυτό συνδέεται και με το δικαίωμα στην υγεία, την επιβίωση και την ανάπτυξη που θεσπίζει το αρ.24. Ειδικότερα, από την ΔΣΔΠ προστατεύονται τα δικαιώματα παιδιών χωρίς γονείς (αρ. 20), των προσφύγων (αρ. 22), των αναπήρων (αρ. 23) και των μειονοτήτων (αρ. 30). Μάλιστα, το Συμβούλιο της ΕΕ ρυθμίζει το ζήτημα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας, με γνώμονα αφενός τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης, το συμφέρον τους και αφετέρου τη δική τους βούληση και αξιοπρέπεια. Απονομή δικαιοσύνης Το έννομο αγαθό της παιδικής ηλικίας είναι ευάλωτο και ευπρόσβλητο τόσο από τρίτους όσο και από τον ίδιο το φορέα. Αναγνωρίζεται λοιπόν η ανάγκη για ενιαία αντιμετώπιση του ανήλικου θύματος ή δράστη. Το ανήλικο θύμα (0-18 ετών) απολαμβάνει ειδική προστασία σε περιπτώσεις κακοποίησης, παραμέλησης (αρ. 9 ΔΣΔΠ αλλά και ν.3500/06 για την ενδοοικογενειακή βία), σωματικής βλάβης (αρ. 312 ΠΚ, όπου τυποποιείται ως ιδιώνυμο έγκλημα) και σεξουαλικής κατάχρησηςεκμετάλλευσης (αρ. 19 και 34 ΔΣΔΠ). Συμπληρωματικά, η Συνθήκη περιλαμβάνει μια περιεκτική διάταξη για τη σωματική και ψυχολογική επανένταξη των θυμάτων στην κοινωνία (αρ. 39). Ως προς τον ανήλικο δράστη, το άρθρο 4 ΔΣΔΠ επιβάλλει τη θέσπιση ενός ηλικιακού ορίου κάτω από το οποίο τα παιδιά θα θεωρούνται ανίκανα να παραβιάσουν τον ποινικό νόμο. Έτσι, η Ελλάδα, με τη νέα νομοθεσία περί ανηλίκων (ν. 3189/2003), έθεσε ως κατώτατο όριο τα οκτώ έτη (αρ. 121 ΠΚ). Ακόμη, καθιερώνεται ειδική προστατευτική μεταχείριση, προς το συμφέρον του ανηλίκου, στο ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο αλλά και στο σωφρονισμό. Λειτουργούν ειδικά δικαστήρια ανηλίκων στα οποία οι συζητήσεις γίνονται «κεκλεισμένων των θυρών», χωρίς δημοσίευση καμίας πληροφορίας, ώστε να αποφευχθεί ο στιγματισμός του ανηλίκου. Κατοχυρώνεται το δικαίωμα για χωριστή κράτηση από τους ενηλίκους και διατήρηση της ��πικοινωνίας και επαφής με την οικογένειά του (αρ. 37 και 40 ΔΣΔΠ). Συμπερασματικές παρατηρήσεις Με τις ισχύουσες συνθήκες το παιδί, θεωρητικά τουλάχιστον, έχει αναγνωριστεί όχι ως αντικείμενο 32

Modus Legis

προστασίας αλλά ως φορέας δικαιωμάτων. Όμως, παραβιάσεις και φαινόμενα εκμετάλλευσης εξακολουθούν να θυματοποιούν την ευάλωτη αυτή κοινωνική ομάδα. Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η αμηχανία του παιδιού να διεκδικήσει, χωρίς τους έχοντες την επιμέλεια, την προστασία των δικαιωμάτων του. Ο μηχανισμός ελέγχου εφαρμογής της ΔΣΔΠ είναι αδύναμος. Η Επιτροπή δηλαδή, δεν έχει τη δυνατότητα να λάβει προσφυγές ή καταγγελίες για παραβίαση των διατάξεων. Στην Ελλάδα δεν προβλέπεται ευθεία απαίτηση του ανηλίκου κατά της πολιτείας, ώστε αυτή να λάβει συγκεκριμένα μέτρα. Παρά τη λειτουργία ειδικών φορέων, το ποσοστό των θυματοποιημένων παιδιών που ζητούν βοήθεια από τις υπηρεσίες είναι ελάχιστο. Και σε όλα αυτά, βέβαια, προστίθεται η υπο-χρηματοδότηση των φορέων λόγω οικονομικής κρίσης. Στη στρατηγική της ΕΕ για την αποτελεσματικότερη προστασία των παιδιών περιλαμβάνονται μέτρα όπως η διεθνής συνεργασία, η θέσπιση εύχρηστων για τα παιδιά μηχανισμών καταγγελίας και η ενίσχυση της συμμετοχής τους στη λήψη αποφάσεων που τα αφορούν. Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη είναι η καταλληλότερη διαμόρφωση του εθνικού νομοθετικού πλαισίου, ώστε να αντιμετωπίζει τα παιδιά σεβόμενο ουσιαστικά τα δικαιώματά τους αλλά και τις ιδιαιτερότητές τους. Βιβλιογραφία

-Α.Πιτσελά, Δίκαιο Ανηλίκων, εκδ. Σάκκουλα Θεσ/νίκη 1999 -Γραμματικάκη-Αλεξίου: Η διεθνής απαγωγή παιδιών κατά τη σύμβαση της Χάγης του 1980, εκδ. Σάκκουλα Θεσ/νίκη, 1996. -Μπαλούρδος- Φρονίμου, «Πρόληψη κακοποίησης και παραμέλησης των παιδιών: καλές πρακτικές», εθνικό κέντρο κοινωνικών ερευνών -Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και ΘυμάτωνΈνας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1992, σελ 160. -G.V. Bueren, The international law on the rights of the child, Martinus Nijhoff Publishers, -Συμβ. ΕΕ. Σύσταση 2005 της Επιτροπής Υπουργών στα Κ.Μ: «Τα δικαιώματα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας».

Ιστότοποι

http://www.europarl.europa.eu/charter/pdf/text_el.pdf http://www.018.gr/downloads/Nikolaidis%20StratigikiStEDP27_09_2012.pdf http://eeas.europa.eu/human_rights/guidelines/child/ docs/16031_07_el.pdf


ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Έννοια, περιεχόμενο και περιορισμοί της στην ελληνική έννομη τάξη του Χρήστου Μπάρμπα Η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί τη ρίζα των ατομικών ελευθεριών. Πριν ακόμη από την αναγνώριση του απαραβίαστου της ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου και την επικράτηση του ανθρωποκεντρισμού, η γενική αποδοχή του θείου έναντι του ανθρώπινου και των αντίστοιχων περιορισμών της κατά τα άλλα ηγεμονικής και απεριόριστης ανθρώπινης εξουσίας είχε δημιουργήσει το θεμέλιο για την αντίταξη των ατομικών θρησκευτικών υποχρεώσεων απέναντι στην κρατική επιταγή. Οι έννοιες της «θρησκείας» και του «θρησκευτικού» αναφέρονται στην αντίληψη περί Θεού και στις σχετιζόμενες με αυτήν ηθικές και μεταφυσικές καταστάσεις. Δηλώνεται, δηλαδή, πίστη με την στενή έννοια της fides sacra (ιερή πίστη). Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας είναι ένας ευρύς όρος που περιλαμβάνει κάθε μορφής ελευθερία που αφορά τη θρησκεία. Στο ισχύον Σύνταγμα δε γίνεται άμεση αναφορά στον όρο, αντίθετα, ο συνταγματικός νομοθέτης χρησιμοποιεί ένα εύρος όρων, η ερμηνεία των οποίων προκύπτει από το σκοπό κατοχύρωσής τους σε συνδυασμό και με τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν υπογραφεί από τη χώρα μας και έχουν αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του αρ. 28 Σ. Για πρώτη φορά, η θρησκευτική ελευθερία διακηρύχθηκε τον 18ο αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ( αρ.16 Bill of Rights της πολιτείας της Virginia) και έπειτα στη Γαλλία (αρ.10 της Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, 1789). Στην Ελλάδα, η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώθηκε συνταγματικά ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως περιλαμβάνεται στα κείμενα των Εθνικών Συνελεύσεων στην Επίδαυρο (1821) και στο Άστρος (1823). Πάντοτε, όμως, αυτή διακηρυσσόταν παράλληλα με το γεγονός ότι επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία. Για τις άλλες θρησκείες, η εξέλιξη στην ελληνική επικράτεια ήταν από την απλή ανεξιθρησκία στη θρησκευτική ελευθερία, σύστημα που διευρύνει το δικαίωμα ελευθερίας διαμόρφωσης της θρησκευτικής συνείδησης, αφού με την ανεξιθρησκία θεωρείται πως υπάρχει μια επίσημη θρησκεία στο Κράτος, το οποίο, μάλιστα, ‹›ανέχεται›› και τις άλλες θρησκείες, τις οποίες παρακολουθεί ως απαθής

θεατής. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πάψει το κράτος να έχει αυτή τη στάση. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πραγματική κατάσταση που ισοδυναμεί με θρησκευτική ανοχή. Αναφέρεται πρωτίστως στην ελευθερία της λατρείας και δευτερευόντως στην ελευθερία της συνείδησης. Με την εγκαθίδρυση της θρησκευτικής ελευθερίας περιορίζεται ουσιαστικά η σημασία του αρ.3 Σ που αφορά την επικρατούσα θρησκεία στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς αυτή έχει κατά κύριο λόγο πλέον ιστορικό χαρακτήρα. Σήμερα αποτελεί μια απλή διαπίστωση καθορίζοντας τις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας, ενώ παράλληλα μειώνει την επιρροή της Εκκλησίας στην Πολιτεία. Η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται συνταγματικά στο αρ.13 Σ και συνδέεται στενά με εκείνες τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της προσωπικής ελευθερίας lato sensu (εν ευρεία έννοια). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει το αδέσμευτο της επιλογής, της διατήρησης, της αλλαγής και εγκατάλειψης μιας συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και την επιλογή ή εγκατάλειψη της θρησκείας εν γένει, της αθρησκείας ή της αθεΐας δίχως συνέπειες. Αρνητική έκφανση του δικαιώματος αυτού αποτελεί η απαγόρευση διείσδυσης στο forum internum, δηλαδή στο ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου, καθιστώντας την αναγκαία συνέπεια του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (αρ. 2 παρ.1 Σ). Εν αντιθέσει, ως θετική έκφανση της ανωτέρω συνταγματικής διατύπωσης λογίζεται ο φιλελεύθερος χαρακτήρας που καθορίζει το δικαίωμα του ατόμου να εκφράζει δημόσια ή να αποσιωπά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την ανυπαρξία αυτών. Αυτές οι προεκτάσεις συγκλίνουν στην άποψη ότι το κράτος είναι θρησκευτικά ουδέτερο. Άλλες εκφάνσεις του εν λόγω δικαιώματος είναι μεταξύ άλλων η θρησκευτική ισότητα (αρ.13 παρ.1 Σ), το δικαίωμα στην πληροφόρηση και την εκπαίδευση με στόχο τη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης, η απαγόρευση διακρίσεων για λόγους που αφορούν τη θρησκευτική συνείδηση, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις. Εξαίρεση εντοπίζεται, στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η ιδιότητα του οπαδού μιας θρησκείας καθίσταται ασυμβίβαστη με την κατάληψη συγκεκριμένης δημόσιας θέσης. Επιπλέον, στα πλαίσια της θρησκευτικής ελευθερίας

ELSA Komotini

33


από το αρ. 11 Σ προκύπτει η ελευθερία συνάθροισης και συνένωσης για θρησκευτικούς σκοπούς. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ συναντήσεων και συγκεντρώσεων με στόχο την τέλεση λατρείας και εκείνων που αφορούν την έκφραση απόψεων χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της λατρείας. Στο κανονιστικό πεδίο του αρ.13 Σ εμπίπτει η πρώτη κατηγορία (άρα υπάγεται και στους περιορισμούς της δεύτερης παραγράφου του αρ.13 Σ.), αφού η θρησκευτική συνείδηση στη δεύτερη περίπτωση αποτελεί το υπόβαθρο της συλλογικής δράσης. Πέρα από την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, στο αρ. 13 Σ προστατεύεται η ελευθερία της λατρείας, ατομικής ή συλλογικής, ιδιωτικής ή δημόσιας, στάσιμης ή κινητής (πχ. λιτανεία). Προστατεύεται, δηλαδή, η άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων με τελετουργική μορφή και όχι οποιαδήποτε εξωτερίκευση θρησκευτικών πεποιθήσεων, ιδεών και δοξασιών. Αξίζει να αναφερθεί πως η ελευθερία της λατρείας αναφέρεται μόνο στις «γνωστές» θρησκείες, δηλαδή σε εκείνες που έχουν φανερές δοξασίες, διδάσκονται δημόσια και έχουν φανερή λατρεία και όχι στις «ανεκτές» κατά το σύστημα της ανεξιθρησκίας. Οι «γνωστές» θρησκείες είναι προσιτές στον καθένα, δεν προϋποθέτουν μύηση και η λατρεία τους δεν πρέπει να αντιτίθεται στη δημόσια τάξη και στα χρηστά ήθη. Το περιεχόμενο των «γνωστών» θρησκειών καθορίζεται από το πνεύμα των διατάξεων του Συντάγματος και περιλαμβάνουν πλήθος αξιών και έννομων αγαθών όπως είναι η δημόσια υγεία, η ηθική και η δημόσια ασφάλεια. Ως βάση για το νομικό χαρακτηρισμό μιας θρησκείας ως «γνωστής» δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δοξασίες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, καθώς αυτό θα καταργούσε τη θρησκευτική ελευθερία, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγούσε σε θρησκευτικό πατερναλισμό του Κράτους, κάτι που θα συγκρούονταν τόσο με τις διατάξεις του Συντάγματος όσο και με το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Εφόσον πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, δεν απαιτείται αναγνώριση ή έγκριση από πολιτειακή ή εκκλησιαστική αρχή της εν λόγω θρησκείας1. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στη συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το λεγόμενο αξιόποινο προσηλυτισμό, το περιεχόμενο και η έννοια του οποίου βρίσκονται στο αρ.4 παρ. 2 Α.Ν. 1363/1938. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατοχυρώνεται το απαραβίαστο της συνείδησης του ατόμου, στην περίπτωση που η εξωτερίκευση της θρησκευτικής συνείδησης ενός άλλου λαμβάνει την μορφή διείσδυσης με αθέμιτα μέσα, 1 ΣτΕ 2106/1975, Ολ., ΤοΣ 1975, 896, ΣτΕ 2139/1975, Ολ. ,ΣτΕ 2004/1991, Αρμ. 1991, 818, ΣτΕ 494/1997, Αρμ. 1998, 495 και Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, 284 34

Modus Legis

στην προσπάθεια να αλλοιώσει τη θρησκευτική συνείδηση του πρώτου. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο του νόμου αυτού εμφανίζει αρκετές προβληματικές σχετικά με τα όρια της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, αφού οι διάφορες αόριστες έννοιες λ.χ. «…δια μέσων απατηλών…» που περιέχει, χρήζουν προσεκτικής ερμηνείας, ώστε ο νόμος να μην παρεκκλίνει από τον αρχικό σκοπό του. Με βάση τα προστάγματα της κοινής πείρας, οι διατάξεις του Συντάγματος χρήζουν συσταλτικής ερμηνείας, παρ’ όλα αυτά τα δικαστήρια οδηγούνται συχνά σε διασταλτική ερμηνεία των όρων, με αποτέλεσμα πολλές φορές η Ελλάδα να καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, η οποία έκανε ευρέως γνωστό το εν λόγω ζήτημα. Σύμφωνα με την ερμηνεία των διατάξεων της ΕΣΔΑ, η ελευθερία εκδήλωσης της λατρείας μπορεί να έχει τις εξής μορφές, η απαρίθμηση των οποίων είναι εξαντλητική: τη λατρεία, τις ιεροτελεστίες, την πρακτική και τη διδασκαλία. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ο προσφεύγων Μίνως Κοκκινάκης συνελήφθη στην κατοικία ενός ιεροψάλτη να συζητεί με τη σύζυγο του τελευταίου για τα θέματα ειρήνης, για το Σουηδό πολιτικό Πάλμε και για την Αγία Γραφή. Το 1986, καταδικάσθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου σε φυλάκιση βάσει του άρθρου 4 του Ν. 1363/38, αφού θεωρήθηκε ότι τέλεσε αξιόποινο προσηλυτισμό και σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου «προσπαθούσε με φορτικότητα να επιτύχει άμεσα και έμμεσα τη μεταβολή της θρησκευτικής συνείδησης της συζύγου του ιεροψάλτη». Η ενοχή του επιβεβαιώθηκε στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, με αποτέλεσμα να προσφύγει στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, όπου στις 25 Μαΐου 1993 εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Όσον αφορά στην ερμηνεία της έννοιας της πρέπουσας «διδασκαλίας», δύο από τους δικαστές την όρισαν ως ειλικρινή και έντιμη, κάτι που σημαίνει ότι δεν πρέπει να διακατέχεται αυτή από δόλια ή παράνομα μέσα καθώς και από καλυπτόμενες προφάσεις. Επιπλέον, έκριναν ότι η διδασκαλία αποτελεί αντικείμενο εργασίας και μέριμνας των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνεται με τη μορφή εκστρατειών διάδοσης της πίστης από πόρτα σε πόρτα. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε. Οι υπόλοιποι δικαστές που έκριναν την υπόθεση, θεώρησαν ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ανέντιμες μέθοδοι. Κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ορθώς τιμωρείται ο αξιόποινος προσηλυτισμός, αλλά για να επακολουθήσει αυτό, πρέπει να υπάρχει επαρκής αιτιολογία, κάτι που, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των δικαστών, δε συνέβη στην υπόθεση Κοκκινάκη. Άλλωστε, κατά το Διεθνές Σύμφωνο Ανθρωπίνων και Πολιτικών Δικαιωμάτων, η έννοια του όρου “διδασκαλία” περιλαμβάνει τα κατηχητικά σεμινάρια, τις θρησκευτικές σχολές, την παραγωγή και διανομή θρησκευτικών εκδόσεων


καθώς και την επιλογή θρησκευτικής ηγεσίας, λειτουργών και δασκάλων εκ μέρους των πιστών. Η σημασία αυτής της απόφασης του ΕΔΔΑ έγκειται στη διασαφήνιση σοβαρών ζητημάτων ερμηνείας των παραπάνω εννοιών, δεν δόθηκε ένας ουσιαστικός ορισμός του αξιόποινου προσηλυτισμού, ενώ η απόφαση στηρίχτηκε εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο ενός πορίσματος χριστιανικού μη κυβερνητικού οργανισμού, κάτι που σημαίνει πως δεν είχε αμιγώς νομικό συλλογισμό και εξ ολοκλήρου νομική βάση2. Πέρα από την απαγόρευση ορισμένων θρησκευτικών εκδηλώσεων, το Σύνταγμα οριοθετεί τη θρησκευτική ελευθερία και με άλλους τρόπους. Πρώτον, το σύνολο των θρησκευτικών λειτουργών υπάγεται στην κρατική εποπτεία και δεύτερον, δεν επιτρέπεται η απαλλαγή των πολιτών από τις έννομες υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος, για θρησκευτικούς λόγους. Το αρ.13 παρ.4 Σ ορίζει πως κανένας οπαδός οποιασδήποτε θρησκείας δε μπορεί να απαιτήσει την αποχώρησή του από την κοινή έννομη τάξη και την υπαγωγή του σε ιδιαίτερο ιερό δίκαιο, όπως αυτό της ισλαμικής «σαρία». Το «ιερό» αυτό δίκαιο έχει ισχύ μόνο υπό τις ρητές υποδείξεις των εκάστοτε διεθνών συμβάσεων. Η νομοθέτηση του τελευταίου περιορισμού αφορούσε κατά κύριο λόγο την άρνηση εκπλήρωσης για θρησκευτικούς ή πολιτικούς λόγους της στρατιωτικής θητείας, που αποτελεί βασική υποχρέωση του Έλληνα πολίτη προς το Κράτος (αρ. 4 παρ. 6 Σ). Με την καθιέρωση, όμως, με το ν. 2510/1997 της εναλλακτικής θητείας κατά τους όρους και το πνεύμα των διατάξεων της ΕΣΔΑ, ο συγκεκριμένος περιορισμός έχει ατονήσει σημαντικά. Όπως προκύπτει και από τη 2 Γ. ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2004, 104

γραμματική ερμηνεία του αρ.13 παρ.4 Σ, δεν εμπεριέχεται συνταγματική εξουσιοδότηση προς τη νομοθετική εξουσία για τη θέσπιση περιορισμών πέρα από το πεδίο που ορίστηκε παραπάνω. Αντίθετα, όπως εύστοχα υποστηρίζεται και από τη θεωρία, με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ο νομοθέτης να υιοθετεί εκείνους τους κανόνες που θα διασφαλίζουν την απρόσκοπτη και πληρέστερη άσκηση της λατρείας, αίροντας οποιοδήποτε εμπόδιο και εξασφαλίζοντας ισοτιμία σε όλους τους φορείς της. Επί παραδείγματι, οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την ιατρική περίθαλψη των παιδιών τους για θρησκευτικούς λόγους, αν αυτό έχει ως συνέπεια σπουδαίο κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή τους. Ιδιαίτερη πρακτική σημασία για την άσκηση λατρείας έχει, η ελευθερία ανέγερσης και λειτουργίας ναών και ευκτήριων οίκων και άλλων κτισμάτων προορισμένων για θρησκευτικούς και λατρευτικούς σκοπούς. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν το εν λόγω ζήτημα ανάγονται από την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας. Σύμφωνα λοιπόν με το αρ.1 της Α.Ν. 1672/1939 απαιτείται για την ανέγερση ναού οποιουδήποτε ετερόδοξου ή ετερόθρησκου δόγματος στην Ελλάδα, πέρα από άδεια των οικείων πολεοδομικών αρχών, και άδεια της οικείας αναγνωρισμένης εκκλησιαστικής αρχής, δηλαδή του Επιχώριου Μητροπολίτη και το Υπουργού Παιδείας, δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Ο τελευταίος, μάλιστα, μπορεί να απορρίψει την αίτηση, αν κρίνει ότι δε συντρέχουν οι πραγματικοί λόγοι για την ανέγερσή του, γεγονός που ενέχει στοιχεία αντισυνταγματικότητας και δηλώνει ευνοϊκή μεταχείριση του Κράτους προς την επικρατέστερη θρησκεία3. Στην παραπάνω θέση συνηγορεί η εκτεταμένη παρεμβολή των οργάνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο 3 Κ.Χ.ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ Ατομικά και Κοινωνικά Δικαώματα, 2006, 285

ELSA Komotini

35


ζήτημα αυτό, κατά παράβαση της θρησκευτικής ισότητας. Ταυτόχρονα, η απαίτηση συγκέντρωσης υπογραφών για την εκπλήρωση του παραπάνω αιτήματος, ουσιαστικά επιβάλλει την αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων των ατόμων κατά τρόπο επίσημο και οριστικό. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος αρ. 13 Σ. Ίδια θέση κράτησε και το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδος, όπου ορίστηκε πως οι όροι του νόμου δεν συμβιβάζονται με το αρ.9 ΕΣΔΑ αφού έχουμε εκτεταμένη παρέμβαση πολιτικών, εκκλησιαστικών και διοικητικών αρχών στην άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας. Η επέμβασή τους δεν είναι επιτρεπτή παρά μόνο στο πεδίο και στο μέτρο που εξασφαλίζει έναν έλεγχο από τον Υπουργό των τυπικών προϋποθέσεων που προτάσσει ο νόμος. Συνταγματική μέριμνα υπάρχει και για το καθεστώς των θρησκευτικών λειτουργών. Σύμφωνα με το αρ.13 παρ.3 Σ οι παραπάνω υπόκεινται στην ίδια εποπτεύουσα αρχή και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στην Πολιτεία. Η συνταγματική πρόβλεψη για τους θρησκευτικούς λειτουργούς έχει σημασία και στο πεδίο της θρησκευτικής ελευθερίας, καθώς έγινε νομολογιακά δεκτό πως το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέγει και να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο για την επίτευξη των στόχων της. Συνεπώς, κάθε περαιτέρω περιορισμός, που δεν αναφέρεται σε ρητή συνταγματική διάταξη, είναι ανεπίτρεπτος. Εν κατακλείδι, η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί ένα από τα βασικά ατομικά δικαιώματα και ανάλογα με τη μορφή θέσπισής του, φανερώνει τον τρόπο λειτουργίας του Κράτους, τη δομή και τη φιλοσοφία του δικαίου μιας έννομης τάξης. Παρόλα αυτά, εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα μη σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τις επανειλημμένες καταδίκες της από το ΕΔΔΑ. Γι’ αυτό το λόγο, είναι αναγκαία η

36

Modus Legis

ουσιαστικότερη ρύθμιση των εν λόγω διατάξεων καθώς και η αναθεώρηση ορισμένων εξ αυτών, έχοντας ως απώτερο σκοπό την σύμπλευση με τις σύγχρονες πραγματικές και νομικές επιταγές. Βιβλιογραφία Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 2006 Π. Δ. Δαγτόγλου Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012 Σπύρος Τρωϊανός, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν Σάκκουλα Αθήνα- Κομοτηνή 1984 Αναστάσιος Ν Μαρίνος, Τα βασικά της θρησκευτικής ελευθερίας, Εκδόσεις Αντ. Ν Σάκκουλας ΑθήναΚομοτηνή 2004 Κτιστάκις Γεώργιος, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Αντ. Ν Σάκκουλας Αθήνα 2004


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ» Συνέντευξη του δικηγόρου Στέφανου Ανδριακόπουλου στους Γιώργο Κόσσυφα και Ματθαίο Μήτση Στις 30 Απριλίου 2013, εκπρόσωποι του σωματείου ELSA Komotini συναντήθηκαν με τον δικηγόρο Στέφανο Ανδ��ιακόπουλο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α), στο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας, προκειμένου να συζητήσουν σχετικά με το πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, που προβλέπει την παροχή αφιλοκερδούς νομικής βοήθειας σε ανήλικους και νέα άτομα που ανήκουν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Αρχικά, ο κύριος Ανδριακόπουλος, όντας ενταγμένος στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, αναφέρθηκε στο αντικείμενο και τους σκοπούς αυτού: «Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς αποτελεί ένα κυβερνητικό όργανο με στόχο την παρακολούθηση, τη διαμόρφωση και τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής που αφορά τη σύνδεση των νέων με την κοινωνία και τους φορείς της. Το πρόγραμμα «Δωρεάν Νομική Βοήθεια Για Νέους» ξεκίνησε το 1997 σε συνεργασία με Δικηγορικούς Συλλόγους (Δ.Σ) της χώρας και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ν. 3226/2004 που προβλέπει επίσης νομική αρωγή, σε ομάδες χαμηλού εισοδήματος. Αντικείμενο του προγράμματος είναι η παροχή νομικής συνδρομής σε μικρής ηλικίας αποδέκτες προερχόμενους από ευπαθείς κοινωνικές ομάδες όπως περιθωριοποιημένα ή με χαμηλά εισοδήματα άτομα, που δεν έχουν τους πόρους ώστε να καλύψουν μόνοι τους οποιαδήποτε δικαστική ή εξωδικαστική δραστηριότητα. Ο στόχος του προγράμματος είναι διττός• αφενός η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων όπως ορφανά, εξαρτημένοι, ανήλικοι και αλλοδαποί και αφετέρου η ενθάρρυνση των νέων δικηγόρων να ασχοληθούν με τέτοιες υποθέσεις. Το εν λόγω πρόγραμμα χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Δια Βίου Μάθησης και τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και οι φορείς υλοποίησης του είναι οι συμβεβλημένοι Δ.Σ της χώρας, οι οποίοι μέχρι σήμερα ανέρχονται στους είκοσι επτά(27). Κατόπιν, δεδομένου ότι οι πόροι προέρχονται από κρατικούς φορείς και η διαδικασία είναι τυπική, δεν υπάρχει πρόβλεψη για ιδιωτικές χορηγίες». Ωστόσο, ο κ. Ανδριακόπουλος επισήμανε ότι «η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να ενισχύσει τα ιδρύματα που στέλνουν άτομα

σε αυτή τη δράση ή ακόμα να συνεισφέρει στους φορείς που μπορούν να στηρίξουν τα νέα παιδιά, ακόμα κι αν δεν σχετίζονται με το παρόν πρόγραμμα». «Οι δαπάνες του προγράμματος συνίστανται στη νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τόσο για τις δικαστικές όσο και για τις εξωδικαστικές ενέργειες, στην πληρωμή του δικαστικού επιμελητή και των πάσης φύσεως τελών και εισφορών υπέρ τρίτων όπως παραδείγματος χάριν το Ταμείο Νομικών και το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων, καθώς και στην πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας(ΦΠΑ) του δικηγόρου και του δικαστικού ενσήμου εφόσον αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε κάποιες καταψηφιστικές αγωγές. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν επιτρέπεται να δοθούν περισσότερα των εκατό (100) Ευρώ για εξωδικαστικές ενέργειες. Ακόμη, κατ’ εξαίρεση δύναται να καλυφθούν τα έξοδα μετακίνησης ή διαμονής του πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση που οι όποιες δικαστικές ή εξωδικαστικές ενέργειες έλαβαν χώρα πέραν της περιοχής που αυτός ασκεί το λειτούργημα του, προσκομίζοντας φυσικά τα αντίστοιχα παραστατικά. Κατά κύριο λόγο, οι δικαιούχοι του προγράμματος είναι ανήλικοι και νέοι από δεκαοκτώ (18) έως τριάντα (30) ετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο ηλικιακό όριο μπορεί να επεκταθεί μέχρι τα τριάντα πέντε (35) έτη σε συγκεκριμένες υποθέσεις που αφορούν παιδιά που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας, γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί και περιπτώσεις παράνομης εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων (trafficking). Άλλωστε και ο Ποινικός Κώδικας στο αρ. 133, αναγνωρίζει το ελαφρυντικό της ανηλικότητας, το οποίο φτάνει έως τα είκοσι ένα(21) έτη και οδηγεί σε σημαντική μείωση της ποινής. Οι δικαιούχοι αυτοί προέρχονται από φορείς που δραστηριοποιούνται στη μέριμνα για το κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους και συγκεκριμένα κοινωνικές υπηρεσίες δήμων και φυλακών, εισαγγελία ανηλίκων, ιδρύματα και ψυχιατρικές κλινικές. Επιπλέον, μπορούν να απευθυνθούν και μεμονωμένα άτομα στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους». Στη συνέχεια, ο κ. Ανδριακόπουλος περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθείται μετά την αίτηση συμμετοχής του εκάστοτε ενδιαφερόμενου: «Η αίτηση -που υποβάλλεται

ELSA Komotini

37


με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά- πρωτοκολλείται και εξετάζεται από το χειριστή του προγράμματος του οικείου Δ.Σ. Οι αιτήσεις εξετάζονται με τη σειρά που θα υποβληθούν μέχρι εξαντλήσεως των διαθέσιμων πόρων. Όμως προτεραιότητα δίνεται σε υποθέσεις ανηλίκων, σε περιπτώσεις στέρησης της προσωπικής ελευθερίας καθώς και σε περιπτώσεις που διακυβεύεται η ψυχική ή η σωματική υγεία του ανήλικου. Εν συνεχεία, επιλέγεται ένας δικηγόρος από τον κατάλογο των ενταγμένων στο πρόγραμμα δικηγόρων, ο οποίος (κατάλογος) λειτουργεί με κυλιόμενο τρόπο και αλφαβητική σειρά. Έπειτα, ο χειριστής του προγράμματος ενημερώνει τον αιτούντα ή τον κηδεμόνα-γονέα αυτού είτε απευθείας είτε μέσω της υπηρεσίας ή του ιδρύματος που μεσολάβησε. Στη συνέχεια, ο δικηγόρος επικοινωνεί με το φορέα ή με την υπηρεσία που ενδεχομένως μεσολάβησε για το διορισμό του ή με τον κοινωνικό λειτουργό των φυλακών για να συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όπως για το ψυχισμό και τη γλώσσα του δικαιούχου. Επικοινωνεί και με τον ίδιο το δικαιούχο, τον συναντά κατ’ ιδίαν στον τόπο όπου βρίσκεται και διεκπεραιώνει την υπόθεση με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Μετά το τέλος της υπόθεσης συντάσσει σημείωμα προς τον οικείο Δ.Σ, με το οποίο περιγράφει τις ενέργειες του και το αποτέλεσμα αυτών και υποβάλλει τα παραστατικά των δαπανών του για την πληρωμή του». Ακόμη, ο κ. Ανδριακόπουλος αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο ένας δικηγόρος μπορεί να δηλώσει συμμετοχή στο παρόν πρόγραμμα και στα χαρακτηριστικά τα οποία αυτός πρέπει να διαθέτει: Αρχικά, σε αντίθεση με το ν. 3226/2004, σύμφωνα με τον οποίο ο εκάστοτε δικηγόρος καλείται να επιλέξει εκ των προτέρων αυστηρά έναν από τους τρεις κλάδους δικαίου (αστικό, εμπορικό ποινικό), στο πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς οι δικηγόροι μπορούν να διαλέξουν όποιον κλάδο επιθυμούν από τους προσφερόμενους ή ακόμα και όλους. Οι δικηγόροι που εντάσσονται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα πρέπει να είναι μέχρι τριάντα πέντε (35) ετών. Κατ’ εξαίρεση, εάν απαιτείται εμπειρία, ειδικός χειρισμός ή παράσταση του δικηγόρου στον Άρειο Πάγο, αφού εξαντληθεί ο κατάλογος των δικηγόρων μέχρι τριάντα πέντε (35) ετών και δε βρεθεί ο κατάλληλος, θα αναζητηθούν δικηγόροι άνω του προαναφερθέντος ηλικιακού ορίου , με προτεραιότητα στους νεότερους. Προκειμένου όμως να γίνει αυτή η παράκαμψη θα πρέπει να δοθεί η έγκριση από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Οι δικηγόροι βρίσκουν την αίτηση ηλεκτρονικά ή στο γραφείο της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς ή στον οικείο Δ.Σ. Οι τελευταίοι μπορούν να αποχωρήσουν είτε αυτοδικαίως όταν περάσουν το τριακοστό (35ο ) έτος της ηλικίας τους, είτε με τη θέληση τους με έγγραφη δήλωση στον οικείο Δ.Σ. Φυσικά, εάν κάποιος αναλάβει μια υπόθεση προτού ξεπεράσει το συγκεκριμένο ηλικιακό 38

Modus Legis

όριο και αυτή συνεχιστεί και μετά από αυτό, τότε ο δικηγόρος συνεχίζει το χειρισμό της». Δεν απαιτούνται λοιπόν ιδιαίτερα προσόντα για να ενταχθεί κάποιος νέος δικηγόρος στο πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς. Σύμφωνα με τον κ. Ανδριακόπουλο, βαρύνουσας σημασίας είναι η «ειδική αίσθηση του καθήκοντος και η απαραίτητη ευαισθησία του νομικού που τον καλούν να υποστηρίξει με τον τρόπο αυτόν ευπαθείς κοινωνικά ομάδες. Ο ρόλος του εκτείνεται πέρα από τα όρια της δικηγορικής ιδιότητας, σε αυτήν του συμβούλου και του παιδαγωγού, γεγονός που δεν πρέπει να λησμονείται. Για τον λόγο αυτό, η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και οι κατά τόπους Δ.Σ προτείνουν τη συμμετοχή των δικηγόρων του προγράμματος σε σεμινάρια, με τη συνεργασία των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών, με απώτερο σκοπό να παρέχονται υπηρεσίες ανώτερης ποιότητας και ευαισθησίας, προσαρμοσμένες στις ειδικές ανάγκες των δικαιούχων. Το πρόγραμμα απευθύνεται άλλωστε σε νέους δικηγόρους, που επιθυμούν καταρχήν την προαγωγή του σκοπού που αυτό εξυπηρετεί. Η κατώτατη νόμιμη αμοιβή που δίνεται δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό κίνητρο για κάποιον ώστε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα.» Η εμπειρία που αποκομίζει ο νέος δικηγόρος, κατά την άποψη του κ. Ανδριακόπουλου, δεν είναι καθόλου αμελητέα, ειδικά για εκείνους που ξεκινούν τώρα την σταδιοδρομία τους στις δικαστικές αίθουσες και έχουν περιορισμένο πελατολόγιο. Το δίπολο που εμπνέει τους συμμετέχοντες, καταλήγει, είναι «ο εγγενής ανθρωπισμός και η προοπτική μιας πολύτιμης δικαστικής εμπειρίας». Στη συνέχεια της ενδιαφέρουσας συζήτησης, διευκρίνισε σε ποιους κλάδους του δικαίο εντοπίζονται οι υποθέσεις που καλούνται να χειριστούν οι ενταγμένοι στο πρόγραμμα δικηγόροι. «Σε αντίθεση με τον νόμο 3226/04, ο οποίος καλύπτει μόνο υποθέσεις Εμπορικού, Αστικού και Ποινικού, το πρόγραμμα «Δωρεάν Νομική Βοήθεια για Νέους» καλύπτει ποινικές, αστικές, διοικητικές και εργατικές υποθέσεις. Οι ποινικές υποθέσεις σχετίζονται τόσο με την ανηλικότητα όσο και το διάστημα μετά από αυτήν και αφορούν υποθέσεις παραδείγματος χάριν παράνομης εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων(trafficking), ενδοοικογενειακής βίας και χρήσης απαγορευμένων ουσιών. Οι αστικές υποθέσεις καλύπτουν το αστικό τμήμα των ποινικών υποθέσεων αλλά και κατεξοχήν αστικές διαφορές, λόγου χάριν την επιμέλεια ή και τη διατροφή τέκνου. Επιπλέον, στα πλαίσια του ν. 3869/2010, η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς προσέθεσε μια νέα πρόβλεψη, που υπάρχει και στον Οδηγό 2013, σχετικά με τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, σύμφωνα με την οποία νέοι δεκαοχτώ (18) έως τριάντα πέντε (35) ετών που έχουν δάνεια ή βάρη προς δανειστές εντάσσονται στο νόμο 3869/2010. Στη συνέχεια, στα πλαίσια του διοικητικού κλάδου, χειρίζονται υποθέσεις απειλούμενης


απέλασης, καθώς και ελέγχου και ενημέρωσης σχετικά με τη σημασία κάποιων εγγράφων και σημειωμάτων που αποδίδονται σε ασυνόδευτους ανηλίκους». Σύμφωνα με τον κ. Ανδριακόπουλο, «Ιδιαίτερα χρήσιμο θα ήταν να αυξηθεί η παρεχόμενη νομική συνδρομή στον κλάδο του εργατικού δικαίου καθώς η παρούσα οικονομική συγκυρία πλήττει ιδιαίτερα τους νέους επαγγελματικά, μισθολογικά, εργασιακά και στον αριθμό των ωρών εργασίας τους. Ένας νέος που απολύεται χωρίς σπουδαίο λόγο ή αναγκάζεται να υπογράψει μια δυσχερέστερη και άδικη προς αυτόν σύμβαση, και δεν έχει τη δυνατότητα να καταφύγει στα δικαστήρια προκειμένου να αξιώσει αποζημίωση ή να προασπίσει τα δικαιώματά του, μπορεί να απευθυνθεί στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος από τους Δ.Σ της χώρας και συνακόλουθη έγκριση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, επιτρέπεται η παροχή νομικής βοήθειας σε νέους δεκαοχτώ (18) έως τριάντα (30) ετών, ακόμη και για περιπτώσεις που δεν εντάσσονται στα πλαίσια των προαναφερθέντων, με απώτερο στόχο τη στήριξη της νεότητας». Αναφερόμενος στα συστατικά στοιχεία του όρου «παροχή βοήθειας», ο κύριος Ανδριακόπουλος επικέντρωσε τον σχολιασμό στις δράσεις του Δ.Σ.Α, στον οποίο και ανήκει. «Ο Δ.Σ.Α λοιπόν με ανθρωπιστική θέαση των πραγμάτων, προσφέρει προδικαστικά και μεταδικαστικά και εξωδικαστικά βοήθεια στους δικαιούχους και είναι σε διαρκή συνεννόηση με ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς, όπως ιδρύματα, σχολεία, σχολεία για άτομα με ειδικές ανάγκες, μεριμνώντας για την κοινωνική επανένταξη των νέων που υπέπεσαν σε κάποιο παράπτωμα ή αδίκημα. Ο τρόπος υλοποίησης του συγκεκριμένου προγράμματος βασίζεται στην εξής φιλοσοφία: η επίλυση του νομικού ζητήματος θα παράσχει στον δικαιούχο μια εξαιρετική ευκαιρία να επανενταχτεί στο κοινωνικό σύνολο, ξεφεύγοντας από την ευάλωτη θέση που ήταν μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο Δ.Σ.Α, μας πληροφορεί ο κύριος Ανδριακόπουλος, μεριμνά αφιλοκερδώς και με συναίσθηση του λειτουργήματος του δικηγόρου, πέραν της εκπροσώπησης των δικαιούχων νομικής βοήθειας, προσφέροντας περαιτέρω νομική βοήθεια. Επί παραδείγματι, οι υπεύθυνοι του Συλλόγου φροντίζουν για την εύρεση εργασίας καθώς και για την εξεύρεση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κατάλληλων θεραπευτικών κέντρων για όσους βρίσκονται σε ανάγκη ψυχιατρικής υποστήριξης για ανήλικους και νέους. «Παιδιά από προγράμματα απεξάρτησης έρχονται στον Σύλλογο για να ζητήσουν βοήθεια και να απαλλαγούν από τις κατηγορίες του παρελθόντος για αδικήματα που φέρονται να διέπραξαν. Ο ρόλος του αρωγού-δικηγόρου περιχαρακώνεται στα όρια της νομικής εκπροσώπησης και οι υπάλληλοι του Συλλόγου προσπαθούν με κάθε πρόσφορο μέσο να συνδράμουν τα συγκεκριμένα άτομα. Τελικά οι

δικηγόροι πρέπει να έχουν συναίσθηση της ευθύνης που συνεπάγεται η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα αυτό και να λειτουργούν περισσότερο ανθρωπιστικά, παρά ωφελιμιστικά», καταλήγει ο κ. Ανδριακόπουλος. Μια σημαντική διευκρίνιση ακολούθησε, εφόσον ήδη από ώρα αιωρούνταν το ερώτημα σε τι διαφέρει το πρόγραμμα «Νομικής Βοήθειας Σε Νέους» από τον ν. 3226/04. Ο κ. Ανδριακόπουλος προχώρησε σε μια συγκριτική παρουσίαση των δυο αυτών προγραμμάτων: «Ξεκινώντας με τις ομοιότητες, η πρώτη κοινή συνισταμένη είναι το ότι τόσο τα έξοδα παράστασης του δικηγόρου όσο και οι εξωδικαστικές ενέργειες όπως οι επιδόσεις εγγράφων μέσω δικαστικών επιμελητών και η διενέργεια έκδοσης διοικητικών εγγράφων καλύπτονται από την προβλεπόμενη χρηματοδότηση. Επειδή ο ν. 3226/04 αφορά περιπτώσεις πολιτών με χαμηλά εισοδήματα, η χρηματοδότηση καλύπτει όλες τις περιπτώσεις επίδοσης εγγράφων, ακόμα και σε μεγάλο αριθμό δανειστών (για τον ν. 3869/2010)». Στις διαφορές, ο κ. Ανδριακόπουλος υπέδειξε ότι η Νομική Βοήθεια σε νέους είναι συμπληρωματική στον ν. 3226/04, και δεν τον αντικαθιστά. Άλλωστε, η χρηματοδότηση του προγράμματος είναι σημαντικά κατώτερη από αυτή του ν. 3226/04. Ακόμη: -Το πρόγραμμα δεν καλύπτει έξοδα για νομική συνδρομή συμβολαιογράφου. -Παρέχεται από το πρόγραμμα άμεση νομική συνδρομή, προβλέποντας ταχείες διαδικασίες για τον διορισμό δικηγόρου αμέσως μετά την αίτηση του δικαιούχου σε οποιοδήποτε σημείο της διαδικασίας στο δικαστήριο, ακόμα και αν η δίκη δεν έχει αρχίσει ακόμα. Οι επιπλέον εξωδικαστικές ενέργειες που διενεργούνται δεν καλύπτονται από την υπουργική χρηματοδότηση αλλά γίνονται υπό την μέριμνα του οικείου Δ.Σ. -Ο ν. 3226/04 ενεργοποιείται και όταν δεν επίκειται δίκη. Ωστόσο οι ενέργειες που καλύπτονται από τον νόμο επικεντρώνονται αποκλειστικά στα πλαίσια την ανοιχθείσας δίκης ή προκειμένου να επιβληθεί έγκληση ώστε να ανοιχθεί η δίκη και δεν έχει την ελαστικότητα του προγράμματος. -Οι δικαιούχοι της βοήθειας από τον ν. 3226/04 δεν περιορίζονται ηλικιακά, παρά μόνο πρέπει να αποδείξουν την δυσχερή οικονομική τους θέση. -Ο νόμος 3226/04 προβλέπει ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου εξετάζει τις αιτήσεις των δικαιούχων της βοήθειας και ορίζει τον δικηγόρο, ενώ στο πρόγραμμα επιλέγεται με αλφαβητική σειρά από μια λίστα ο επόμενος που θα αναλάβει υπόθεση και οι λίστες εξετάζονται από τον δικηγορικό σύλλογο. -Ο δικαιούχος από το πρόγραμμα μπορεί να επιλέξει τον ίδιο δικηγόρο εάν θέλει να συνεχίσει τον δικαστικό αγώνα στον δεύτερο βαθμό, ενώ αυτό δεν ισχύει στη περίπτωση του ν. 3226/04. -Τέλος, η αποζημίωση των δικηγόρων που συνεργάζονται

ELSA Komotini

39


με το πρόγραμμα «Νομική Βοήθεια Για Νέους» γίνεται μετά την κατάθεση των αντίστοιχων αποδεικτικών στον οικείο Δ.Σ, ενώ στη περίπτωση των δικηγόρων που αναλαμβάνουν υπόθεση παροχής βοήθειας σε δικαιούχο σύμφωνα με τον ν. 3226/04 καλύπτονται από το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτηρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ), μετά από μια χρονοβόρα διαδικασία έγκρισης και εκταμίευσης. Ο εκάστοτε δικηγόρος δεν προκαταβάλει χρήματα για τα έξοδα και λαμβάνει την ελάχιστη αμοιβή για τις υπηρεσίες του». Οι συνηθέστερες περιπτώσεις που καταφεύγουν στο πρόγραμμα «Δωρεάν Νομική Βοήθεια για Νέους» , κατά τον κ. Ανδριακόπουλο, είναι «άτομα περιθωριοποιημένα και το συνηθέστερο είδος υποθέσεων εμπίπτουν στο Ποινικό και στο Οικογενειακό Δίκαιο. Αλλοδαποί ή εξαρτημένοι από ουσίες που δεν έχουν που να απευθυνθούν και μητέρες ανηλίκων ή και ανήλικες μητέρες ανήκουν στις κατηγορίες των προαναφερθέντων δικαίων αντίστοιχα». «Οι περιπτώσεις ανθρώπων που προστρέχουν στο πρόγραμμα για υποθέσεις σχετικές με τον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, παρότι είναι πολλές ανάμεσα στους δικαιούχους του ν. 3226/04, σπανίζουν ανάμεσα σε αυτούς της Νομικής Βοήθειας, μιας και είναι πολύ μικροί για να έχουν χρέη», επισημαίνει ο κ. Ανδριακόπουλος. Σχετικά με το κοινωνικό φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας υπό το πρίσμα των υποθέσεων που φτάνουν στο πρόγραμμα «Νομική Βοήθεια για Νέους», θεωρεί ότι συνήθως εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο, ενώ οι αστικές διαμάχες δεν αποκλείονται, αλλά σίγουρα σπανίζουν. Συνήθως πρόκειται για κλοπές ή ληστείες καθώς και για περιπτώσεις αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών που σύμφωνα με τον νέο ειδικό ποινικό νόμο 4139/13 ο ποινικός κολασμός τους μπορεί να φτάσει σε επίπεδο έως και ισόβιας κάθειρξης, και κατ’ επέκταση η βοήθεια κρίνεται επείγουσα. «Η απειλή της σωματικής ελευθερίας είναι καθοριστικό στοιχείο για να δοθεί προτεραιότητα στις αντίστοιχες υποθέσεις», σχολιάζει ο κ. Ανδριακόπουλος. «Ωστόσο λόγω της μειωμένης επιδότησης του προγράμματος, που μάλιστα προβλέπεται να είναι χαμηλότερη για το 2013 και εφόσον οι κακουργηματικές υποθέσεις είναι πολυδάπανες, γίνεται αντιληπτό πως θα οδηγηθούμε σε περιορισμό των υποθέσεων που αναλαμβάνονται.» Προτεραιότητα θα δίνεται σε κακουργηματικές υποθέσεις, που απειλούν σοβαρά την ελευθερία του δικαιούχου, σε υποθέσεις που δεν κοστίζουν πολύ καθώς και σε αυτές που αφορούν ανηλίκους. Παρόμοιες δράσεις όμως απαντώνται και σε άλλα προγράμματα. Μια νέα δραστηριότητα έχει αρχίσει με πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών και με τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Πατρών και Ηρακλείου, για την παροχή νομικής βοήθειας σε γυναίκες 40

Modus Legis

που αποτέλεσαν θύματα βίας. «Οι ίδιοι δικηγόροι που περιλαμβάνονται στις λίστες του προγράμματος «Νομική Βοήθειας Για Νέους» αναλαμβάνουν υποθέσεις και του προγράμματος της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων». «Είναι κατά τη γνώμη μου θετικό γιατί θα υπάρχει περισσότερη χρηματοδότηση και κάποιες επιπλέον υποθέσεις για να μπορέσουν να ασχοληθούν οι νέοι δικηγόροι με αυτές. Αναμένονται οι ιδιαίτερες συνθήκες και προϋποθέσεις ��ε τα οποία τις οποίες θα υλοποιηθεί και ελπίζουμε να οδηγήσει σε αξιόλογα αποτελέσματα» τονίζει ο κ. Ανδριακόπουλος. Κλείνοντας, αφηγήθηκε την προσωπική του εμπειρία από υπόθεση που ανέλαβε μέσω του προγράμματος. «Ο πελάτης μου ,Χ., αλλοδαπός νεαρής ηλικίας -δε θα μάθουμε ποτέ την πραγματική του ηλικία, διότι δεν υπήρχαν επίσημα έγγραφα, ενώ είχε δηλώσει διαφορετικές ηλικίες στα σύνορα και στις ανακρίσεις- κατηγορείτο για ληστεία και ο Δ.Σ.Α μου ζήτησε να αναλάβω την υπόθεση. Μετά από το αίτημα της κοινωνικής λειτουργού του καταστήματος κράτησης της Αυλώνας για εύρεση δικηγόρου, κινήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία. Ενημερώθηκα για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης από την ίδια και τον ανήλικο και καταστρώθηκε η υπερασπιστική γραμμή, ενώ το δικαστήριο θα γίνονταν μετά από δέκα (10) μέρες. Επικοινώνησα με τον ανήλικο, του εξήγησα τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούσαν στην υπόθεσή του και διεκπεραίωσα την υπόθεση με την επ’ ακροατηρίω εκπροσώπηση του επωφελούμενου ανηλίκου. Στη συνέχεια συνέταξα ενημερωτικό σημείωμα προς τον Δ.Σ.Α, προσκόμισα το γραμμάτιο της προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής και μετά από έλεγχο από τον Σύλλογο, μου καταβλήθηκε επιταγή για την πληρωμή μου. Θεωρώ την πρώτη αυτή εμπειρία χρήσιμη. Ο νέος δικηγόρος πρέπει να δει το συγκεκριμένο ζήτημα με συναίσθηση της αποστολής του και όχι με βάση άλλα κριτήρια, γιατί πάνω από όλα έχει να κάνει με νέα άτομα που χρήζουν ευαίσθητης μεταχείρισης.»


H ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ ΑΠΟ ΤΟ Δ.Ν.Τ, ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ του Δημήτρη Λιάγκη ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΔΝΤ Προσεγγίζοντας το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας και οργάνωσης του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ) αποτελεί έναν διεθνή οικονομικό οργανισμό που εντάσσεται στην ομάδα των εξειδικευμένων οργάνων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε). Ιδρύθηκε βάσει διεθνούς συνθήκης το 1945, ενώ άρχισε να λειτουργεί την 1η Μαρτίου 1947. Το περιεχόμενο του καταστατικού του Δ.Ν.Τ, δηλαδή των επονομαζόμενων Άρθρων Συμφωνίας (Articles of Agreement), διαμορφώθηκε παράλληλα με εκείνο του καταστατικού της Παγκόσμιας Τράπεζας κατά τη διάρκεια της Νομισματικής και Χρηματοπιστωτικής Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών, η οποία έλαβε χώρα στο Bretton Woods των ΗΠΑ . Εξ’ αυτού του λόγου, μάλιστα, οι δυο αυτοί διεθνείς οργανισμοί αποκαλούνται και «οργανισμοί του Bretton Woods». Το Δ.Ν.Τ έχει πέντε βασικούς σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο Ι των Άρθρων Συμφωνίας. Κοινός παρονομαστής αυτών είναι η μείωση της διάρκειας και της έκτασης της ανισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών ενός κράτους, ήτοι των οικονομικών συναλλαγών, τις οποίες πραγματοποιούν οι κάτοικοί του με αλλοδαπούς κατοίκους κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου(συνήθως ενός έτους). Οι πέντε σκοποί είναι -σε αδρές γραμμές- οι εξής: α) η προώθηση της διεθνούς νομισματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, β) η ισόρροπη ανάπτυξη και επέκταση του διεθνούς εμπορίου, ώστε να επιτευχθεί η ύπαρξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και πραγματικού εισοδήματος στα κράτη μέλη, γ) η παρακολούθηση του διεθνούς συστήματος συναλλαγματικών ισοτιμιών με στόχο την προώθηση της συναλλαγματικής σταθερότητας και την εκ μέρους των κρατών αποφυγή των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων των νομισμάτων τους, δ) η χρηματοδοτική ενίσχυση κρατών μελών, των οποίων το ισοζύγιο πληρωμών παρουσιάζει ανισορροπία και ε) η συνδρομή στη δημιουργία ενός συστήματος διακανονισμού των διεθνών πληρωμών μεταξύ των κρατών μελών καθώς και στη εξάλειψη των συναλλαγματικής φύσεως περιορισμών που εμποδίζουν την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών. Ως έκτος στη σειρά και μη διατυπωμένος στο

άρθρο Ι σκοπός είναι δυνατόν να αναφερθεί η χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε κράτη μέλη, που από το 2008-2009 και επέκεινα βιώνουν τις βαριές επιπτώσεις της σύγχρονης οικονομικής κρίσης. Αυτός διαμορφώθηκε αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ Η χρηματοδοτική ενίσχυση των κρατών μελών από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αποτελούσα έναν από τους πρωταρχικούς καταστατικούς σκοπούς αυτού του οργανισμού, είναι βασικός τρόπος εξυγίανσης της φθίνουσας οικονομικής πολιτικής κράτους μέλους του Δ.Ν.Τ, η οποία χαρακτηρίζεται από ανισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών αυτού. Νομική βάση για τη χρηματοδοτική δραστηριότητα του Δ.Ν.Τ αποτελεί το άρθρο V των Άρθρων Συμφωνίας ενώ η δραστηριότητα αυτή διέπεται από ορισμένες γενικές αρχές. Την ιδιότητα κράτους μέλους του οργανισμού αποκτούν τα κράτη κατόπιν αίτησης τους, που έχει ως παρεπόμενο την δέσμευση τους από τα Άρθρα Συμφωνίας του οργανισμού καθώς και από οποιαδήποτε άλλη κανονιστικού περιεχομένου πράξη αυτού. Κατά συνέπεια, είναι υποχρεωμένα να διέλθουν και από κάθε στάδιο ελέγχου, μέσω των οποίων διαπιστώνεται η καταλληλότητα του κράτους να του παρασχεθεί χρηματοδοτική ενίσχυση. Σε πρώτο στάδιο ερευνάται από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ν.Τ ποιοι είναι οι δικαιούχοι της χρηματοδοτικής πολιτικής του Δ.Ν.Τ. Αυτοί είναι: α) τα βιομηχανικά κράτη (industrialized countries), β) τα οικονομικά αναπτυσσόμενα κράτη μέσου εισοδήματος (middle-income developing countries) και γ) τα οικονομικά αναπτυσσόμενα κράτη χαμηλού εισοδήματος (low-income developing countries). Μολονότι, μάλιστα, εκ του νόμου (de jure) όλα τα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση στη χρηματοδοτική ενίσχυση του Δ.Ν.Τ, εκ των πραγμάτων (de facto) προσφυγή γίνεται πλέον κυρίως από τα οικονομικά αναπτυσσόμενα κράτη μέλη χαμηλού εισοδήματος, όπως είναι κάποια υπερχρεωμένα πτωχά κράτη μέλη της υποσαχάριας Αφρικής.

ELSA Komotini

41


Σε δεύτερο στάδιο, εκτιμάται η συνδρομή του «κριτηρίου της ανάγκης του ισοζυγίου πληρωμών» από το Δ.Ν.Τ με σκοπό τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε ένα κράτος μέλος. Για την εκτίμηση της συνδρομής αυτής λαμβάνονται υπόψη α) η θέση του ισοζυγίου πληρωμών, β) η θέση των αποθεματικών σε ξένο νόμισμα και γ) η διαχρονική εξέλιξη αυτών των θέσεων. Σημειωτέον, η πλήρωση τούτων των προϋποθέσεωνκριτηρίων είναι απαραίτητη καθότι σημαίνουν για το Δ.Ν.Τ ότι το αιτούμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να προβεί στις κατάλληλες υποχρεωτικές διαρθρωτικές μεταβολές, που θα επιφέρουν βιώσιμη ανάπτυξη και ενδυνάμωση της εσωτερικής οικονομίας και θα το καταστήσουν έτσι ικανό να αποπληρώσει μακροπρόθεσμα το χρέος του. Στη συνέχεια, αφού τα κράτη μέλη διέλθουν της διαδικασίας ελέγχου που βασίζεται στα δύο ανωτέρω κριτήρια και κριθούν κατάλληλα προς αποδοχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης, το Δ.Ν.Τ υποδεικνύει συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής προς τα κράτη μέλη, τα οποία αυτά είναι υποχρεωμένα να υιοθετήσουν (αυτό ως απότοκος και της αρχικής δέσμευσης τους για απόκτηση της ιδιότητας μέλους του Δ.Ν.Τ), ώστε με τη προσωρινή χρήση των πόρων του Δ.Ν.Τ να αντιμετωπίσουν αυτά προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Η πολιτική αυτή της υπό όρους χρηματοδοτικής ενίσχυσης είναι γνωστή ως «αιρεσιμότητα» (conditionality). Με την επιβολή των εν λόγω όρων επιδιώκεται η διαρκής διατήρηση από τα κράτη-μέλη μιας ισορροπημένης θέσης στο ισοζύγιο πληρωμών, ώστε να μην είναι αναγκαία η προσφυγή στην επιβολή περιορισμών στο διεθνές εμπόριο και τις διεθνείς πληρωμές. Κατόπιν, το Δ.Ν.Τ προσδιορίζει τη διαθεσιμότητα πόρων στο λογαριασμό από τον οποίο θα γίνει η εκταμίευση και

42

Modus Legis

διαμορφώνει ανάλογα το χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Η εκταμίευση της χρηματοδοτικής ενίσχυσης γίνεται είτε σε «ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα» είτε σε νομίσματα των κρατών μελών. Προς επεξήγηση του όρου «τραβηχτικό δικαίωμα», πρόκειται για μία εν δυνάμει απαίτηση, που δεν αποτελεί ούτε απαίτηση προς το Δ.Ν.Τ αυτή καθαυτή ούτε όμως και νόμισμα. Είναι ένα διεθνές αποθεματικό στοιχείο, το οποίο δημιουργήθηκε από το Δ.Ν.Τ το 1969 με στόχο την ενίσχυση των υφιστάμενων επίσημων αποθεματικών των κρατών μελών και κατ’ αυτό τον τρόπο τη στήριξη του διεθνούς συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Τα δικαιώματα αυτά έχουν νομισματική αξία που εκφράζεται σε δολάρια ΗΠΑ και διαμορφώνεται από το Δ.Ν.Τ σύμφωνα με την αξία ενός καλαθιού στο οποίο περιλαμβάνονται το δολάριο, το ευρώ, το ιαπωνικό γιέν και η βρετανική στερλίνα, η αναλογία συμμετοχής των οποίων αναθεωρείται ανά πέντε έτη. Η αξία μάλιστα που αναλογεί στα υπόλοιπα τρία νομίσματα (ευρώ, στερλίνα και ιαπωνικό γιεν) μετατρέπεται σε δολάρια ΗΠΑ σύμφωνα με τη τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία τους. Όσον αφορά στο επιτόκιο που χρεώνει το Δ.Ν.Τ για τη χορηγούμενη χρηματοδότηση, αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της χρηματοδοτικής ενίσχυσης (τακτικής ή ειδικής διευκόλυνσης) που παρέχεται στο κράτος, το οποίο σε ορισμένες πάντως περιπτώσεις είναι επιδοτούμενο. Η χρηματοδοτική ενίσχυση του Δ.Ν.Τ. προς ένα αιτούμενο κράτος μέλος γίνεται κλιμακωτά, σε τέσσερις πιστωτικές θυρίδες, όπου κάθε πιστωτική θυρίδα αντιστοιχεί στο 25% του μεριδίου του κράτους μέλους στο Δ.Ν.Τ. Η άντληση πόρων από τη πρώτη πιστωτική θυρίδα, συγκεκριμένα, προϋποθέτει απλώς την εκδήλωση


της πρόθεσης από το κράτος μέλος να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ισοζυγίου πληρωμών του. Προς πραγματοποίηση της χρηματοδοτικής ενίσχυσης, το Δ.Ν.Τ πωλεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συγκεκριμένη ποσότητα συναλλάγματος (εκφρασμένη είτε σε ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα ή σε νομίσματα κρατών μελών που το Δ.Ν.Τ χρησιμοποιεί ως αποθεματικά στοιχεία) σε τρέχουσες τιμές αγοράς, έναντι της καταβολής από το χρηματοδοτούμενο κράτος μέλος του ισοτίμου στο εγχώριο νόμισμα του. Κατά την ημερομηνία λήξης της συναλλαγής, το κράτος μέλος υποχρεούται να επαναγοράσει τη ποσότητα του εγχώριου νομίσματος που του καταβλήθηκε ως ενίσχυση και να επαναπωλήσει στο Δ.Ν.Τ τη χορηγηθείσα ποσότητα συναλλάγματος. ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ Το έτος 2008 σηματοδότησε ένα σημαντικό μεταβατικό στάδιο για το Δ.Ν.Τ αναφορικά με την αλλαγή πολιτικής δανεισμού, η οποία πλέον προσαρμόστηκε στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των κρατών μελών που ξεκίνησαν να βιώνουν τις επιπτώσεις της σύγχρονης οικονομικής κρίσης. Από το 2008 έως και το 2012, το Δ.Ν.Τ έχει παράσχει χρηματοδοτική ενίσχυση σε περισσότερα από 50 κράτη παγκοσμίως εκταμιεύοντας περισσότερα από 325 δις. για τη δανειοδότηση όλων αυτών των κρατών συνολικά. Με σκοπό να βοηθήσει τα κράτη μέλη, ωστόσο, να πετύχουν ισόρροπη βιώσιμη ανάπτυξη και υγιή δημόσια οικονομικά, οι τεχνικές χρηματοδοτικής ενίσχυσης (που διακρίνονται σε τακτικές και ειδικές πιστωτικές διευκολύνσεις) έχουν γίνει ευνοϊκότερες προς αυτά. Συγκεκριμένα, μια από τις βασικότερες μορφές πιστωτικής διευκόλυνσης, «οι εφεδρικές πιστώσεις» (stand-by arrangements), απέκτησαν πιο ελαστική μορφή. Πριν το 2009, η χρήση των πόρων του Δ.Ν.Τ ήταν βραχύχρονη, καθότι η επαναγορά του εγχώριου νομίσματος και η επαναπώληση του συμφωνηθέντος έπρεπε να γίνει μέσα σε διάστημα 5 ετών. Μετά το 2009, η διάρκεια χρήσης των πόρων αυτών διπλασιάστηκαν (doubling of borrowing limits) και ως εκ τούτου δόθηκε -στην ουσία- περισσότερος χρόνος στο κάθε κράτος μέλος επαναπώλησης του συναλλάγματος και έτσι αποπληρωμής του χρέους του. Έπειτα, ως δεύτερη μορφή παρουσιάζεται το «ελαστικό πιστωτικό όριο» (Flexible Credit Line). Χορηγείται αποκλειστικά σε χώρες με υγιή μακροοικονομική πολιτική, αν κριθεί ότι κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους λόγω μιας γενικευμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το πιστωτικό όριο αυτό είναι απεριόριστα ανανεώσιμο από τα κράτη μέλη ανά 1-2 έτη. Μπορεί να παρασχεθεί μάλιστα είτε προληπτικά είτε οποιαδήποτε στιγμή αυτό καταστεί

πραγματικά αναγκαίο. Το «πιστωτικό όριο πρόληψης και ρευστότητας» (Precautionary and Liquidity Line) είναι μια τρίτη μορφή πιστωτικής διευκόλυνσης. Μέσω αυτής παρέχεται χρηματοδοτική ενίσχυση στα κράτη με σκοπό να επιλυθούν προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών και κατ’ επέκταση ενίσχυσης της αξιοπιστίας της οικονομίας του κράτους στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, σκοπείται έτσι η παροχή ρευστότητας στα κράτη με ισχυρή οικονομική πολιτική, συμπεριλαμβανομένων αυτών που επηρεάζονται αρνητικά από περιφερειακές ή παγκόσμιες οικονομικές και δημοσιονομικές κρίσεις. Ταυτόχρονα, άλλη πιστωτική διευκόλυνση που έχει αναπτυχθεί είναι το «Όργανο Ταχείας Χρηματοδότησης» (Rapid Financing Instrument). Μέσω αυτής, παρέχεται ταχεία χρηματοδοτική ενίσχυση σε κράτη που αντιμετωπίζουν ανισορροπία ισοζυγίου πληρωμών λόγω κατ’ επείγοντος ανάγκης, χωρίς να χρειάζεται να υποβληθούν σε διαρθρωτικές μεταβολές σημαντικής κλίμακας. Τέτοια κράτη μέλη είναι αυτά που έχουν εκτεθεί σε φυσικές καταστροφές ή εξέρχονται από ένοπλη σύγκρουση. Τέλος, παρουσιάζονται δύο ακόμη βασικές μορφές πιστωτικής διευκόλυνσης. Η πρώτη καλείται «Διευρυμένη Πιστωτική Διευκόλυνση» (Extended Fund Facility) και παρέχεται προς επίλυση προβλημάτων ανισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών, που έχουν δημιουργηθεί εξ’ αιτίας οργανωτικών κρατικών αδυναμιών και μακροοικονομικών ανισορροπιών. Ένα πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής που βασίζεται σε αυτή τη διευκόλυνση του Δ.Ν.Τ περιλαμβάνει διαρθρωτικές αλλαγές στον οικονομικό τομέα, ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων νομικών προσώπων και συνολική βελτίωση των αγορών και των ιδιωτικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό του κράτους. Η δεύτερη, αντίθετα, ονομάζεται «Μηχανισμός Ενσωμάτωσης στην Αγορά»(Trade Integration Mechanism). Τέτοια διευκόλυνση παρέχεται μόνο σε αναπτυγμένα κράτη, των οποίων το ισοζύγιο πληρωμών «υποφέρει» στο πλαίσιο ενός πολυμερούς συστήματος διεθνών πληρωμών. Ειδικότερες διευκολύνσεις χορηγούνται σε οικονομικά αναπτυσσόμενα κράτη χαμηλού εισοδήματος (low-income developing countries). Η ελαστικοποίηση των μέτρων αυτών τέθηκε σε ισχύ το 2010 και αποσκοπούν στην ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων αυτών των κρατών, για τα οποία έχουν εκταμιευθεί από το Δ.Ν.Τ 17 δις μέχρι το έτος 2014. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ Η Ιρλανδία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που κατά το έτος 2008-2009 βίωσε τις επιπτώσεις μιας βαριάς οικονομικής κρίσης χωρίς προηγούμενο. Στη καρδιά του οικονομικού και δημοσιονομικού προβλήματος αυτού ήταν ο τραπεζικός-χρηματοπιστωτικός τομέας της

ELSA Komotini

43


Ιρλανδίας, ο οποίος ήταν υπερμεγεθυμένος σε σχέση με την υπόλοιπη οικονομία. Ως αποτέλεσμα, αυτή η φθίνουσα πορεία της ιρλανδικής οικονομίας οδηγούσε σε διαρκή διάβρωση της αξιοπιστίας της χρηματοπιστωτικής αγοράς της. Πιο συγκεκριμένα, το 2008-2009 παρουσιάστηκε μια σημαντική ανισορροπία στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας, ενώ κατά το ίδιο έτος επακολούθησε μείωση της εγχώριας παραγωγής που επιτάχυνε ακόμη περισσότερο τη φθίνουσα πορεία που είχε λάβει η οικονομία. Η κρατική εξουσία της χώρας έδρασε άμεσα, με το σχεδιασμό ενός « Εθνικού Σχεδίου Aναδιάρθρωσης»(National Recovery Plan), η θέση σε ισχύ του οποίου αποσκοπούσε στη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, στο διαχωρισμό των κεφαλαίων σε «καλά» και «κακά» καθώς και την αναχρηματοδότηση των τραπεζών. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, το κράτος της Ιρλανδίας ζήτησε χρηματοδοτική ενίσχυση από το Δ.Ν.Τ με σκοπό την αποτελεσματικότερη επίτευξη οικονομικής σταθερότητας και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της αγοράς της. Ακολουθώντας τις προαναφερθείσες διαδικασίες χρηματοδοτικής ενίσχυσης των κρατών μελών του, το Δ.Ν.Τ διαμόρφωσε ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταβολών στις οποίες η Ιρλανδίας ήταν υποχρεωμένη να προβεί. Ειδικότερα, οι διαρθρωτικές αυτές αλλαγές αφορούν την επίτευξη ενός ελαστικότερου και πιο ευκίνητου χρηματοπιστωτικού τομέα. Το πρώτο χρηματοδοτικό πακέτο 85 δις. που παρασχέθηκε από το Δ.Ν.Τ προς την Ιρλανδία ήταν ικανό για την πραγματοποίηση πολύπλοκων διαρθρωτικών μεταβολών, ενώ το είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης (μορφή χρηματοδοτικής ενίσχυσης) ήταν η διευρυμένη πιστωτική διευκόλυνση (Extended Fund Facility), όπως αυτή αναφέρθηκε παραπάνω. Η εκταμίευση των κεφαλαίων προς ενίσχυση της ιρλανδικής οικονομίας έγινε, μάλιστα, σε «ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα»(η έννοια των οποίων αναλύθηκε ανωτέρω). Χωρίς να επιμείνω, όμως, στην καταγραφή κάθε μέτρου χρηματοδοτικής ενίσχυσης που επιβλήθηκε στην Ιρλανδία, είναι προτιμότερο να καταγραφούν τα συνολικά αποτελέσματα όλων των διαρθρωτικών μεταβολών που άρχισαν το 2008 και συνεχίζονται ακόμη και σήμερα, το 2013. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση οικονομικής σταθερότητας (Stability Programme Update), που καλούνται τα κράτη μέλη της Ε.Ε να υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθίσταται σαφές ότι το σύνολο των διαρθρωτικών μεταβολών στις οποίες προχώρησε το κράτος της Ιρλανδίας οδήγησαν σε βιώσιμη ανάπτυξη το 2011. Κατά το έτος 2012 το ύψος το Εθνικού Ακαθάριστου Προϊόντος ανήρχετο στο 7,6%, ενώ στο 7,3% αναμένεται από το Υπουργείο Οικονομικών της Ιρλανδίας να κυμανθεί το 2013. Παράλληλα, τα ποσοστά της ανεργίας μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Αποσαφηνίζεται στην 44

Modus Legis

έκθεση ακόμη ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το 3% κατά το έτος 2015. Εν κατακλείδι, λαμβανομένων υπόψη όλων των διαδικασιών που αναφέρθηκαν αλλά και της σύντομης μνείας στο παράδειγμα της Ιρλανδίας, είναι σαφές πως ο μηχανισμός χρηματοδοτικής ενίσχυσης του Δ.Ν.Τ δεν είναι άκαμπτος αλλά προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες κάθε εποχής ούτως ώστε να διευκολύνονται τα κράτη μέλη στην αντιμετώπιση του προβλήματος της ανισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών τους. Προς επίτευξη κάθε στόχου, όμως, είναι απαραίτητη η αρμονική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Δ.Ν.Τ για την υλοποίηση από τα κράτη κάθε υποδεικνυόμενου από το Δ.Ν.Τ μέτρου. Ειδάλλως, οι λανθασμένες κινήσεις κρατών οδηγούν σε διατήρηση του ύψους του δημοσίου χρέους καθώς και δυναμιτίζουν την υποχρέωση αποπληρωμής του χρέους στους δανειστές, οι οποίοι -προκειμένου να αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα- θα επιβάλλουν νέες πιστωτικές διευκολύνσεις, συνήθως με υψηλότερα επιτόκια από τα αρχικά. Έτσι, αντί να αμβλύνεται το πρόβλημα, διογκώνεται με νέα μέτρα που πρέπει να επιβάλλει το Δ.Ν.Τ.


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ: Η ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ της Όλγας Κουμπούρη Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε την αδυναμία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος να θεμελιώσει μία σταθερή καπιταλιστική αγορά, τροχοπέδη για την επίτευξη της οποίας συχνά αποτέλεσε η διάπραξη οργανωμένων οικονομικών εγκλημάτων. Εμβαθύνοντας ως προς αυτό, παρατηρείται σήμερα με γεωμετρική πρόοδο η αύξηση του οικονομικού εγκλήματος. Στο παρόν άρθρο θα γίνει προσπάθεια προσέγγισης των διαφόρων ειδών αυτού καθώς και σχετική ανάλυσης τους υπό το πρίσμα των συνεπειών που επιφέρουν στην οικονομία. Α.ΟΡΙΣΜΟΣ Είναι γενικά αναγνωρισμένη η δυσκολία να δοθεί ένας ακριβής και, ταυτόχρονα, γενικά αποδεκτός ορισμός των οικονομικών εγκλημάτων. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο αριθμό εγκλημάτων ενίοτε με διαφορετικά μεταξύ τους χαρακτηριστικά, τα οποία εκτείνονται σε διάφορους κλάδους και πεδία με αποτέλεσμα την αδυναμία του ορισμού. Ο όρος «οικονομικό έγκλημα» εντοπίζεται και στον χώρο του ελληνικού οικονομικού ποινικού δικαίου. Πρόκειται για έναν όρο που στο εθνικό δίκαιο έχει, μάλλον, θεωρητικό χαρακτήρα εφόσον είναι άγνωστος στην ελληνική ποινική νομοθεσία1. Μία από τις πρώτες προσπάθειες προσδιορισμού και καταγραφής των οικονομικών εγκλημάτων έγινε από τον Robert G.Kaiser. Σύμφωνα με τον ίδιο «πρόκειται για έγκλημα που τελείται από άτομα που διαβιούν σε ένα εκμεταλλευτικό, καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο επιλέγει για τιμωρία και στιγματισμό τους εγκληματίες των κατώτερων τάξεων, ενώ η εγκληματικότητα των ανώτερων τάξεωνη οποία συνήθως συνίσταται από εγκλήματα απάτης, φοροδιαφυγής, διαφθοράς ή δωροδοκίας, ξεφεύγει ή χρήζει ήπιας μεταχείρισης από το ποινικό σύστημα»2. 1 Αλεξιάδης Στέργιος, «Τα Οικονομικά Του Εγκλήματος, Εκδόσεις Σάκκουλα ΑΕ, ΑθήναΘεσσαλονίκη, 2010 2 Σπινέλλη Καλλιόπη, «ΕγκληματολογίαΣύγχρονες και Παλαιότερες Κατευθύνσεις», β’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005

Στο ελληνικό Δίκαιο προσπάθειες ορισμού του φαινομένου έχουν γίνει από τον Κουράκη και τον Μανωλεδάκη. Συγκεκριμένα,, κατά τον Κουράκη «οικονομικά εγκλήματα είναι εκείνα στα οποία κεντρικός γνώμονας για τον χαρακτηρισμό τους είναι η προσβολή (βλάβη ή διακινδύνευση) που αυτά επιφέρουν στην καλή λειτουργία της οικονομίας ή σε λειτουργικά σημαντικούς κλάδους και θεσμούς της, και κατά δεύτερο λόγο (σε άλλες περιπτώσεις) η τέλεσή τους από πρόσωπα τα οποία ασκούν οικονομική δραστηριότητα και προς τα οποία ο νόμος απευθύνεται»3. Ο Μανωλεδάκης προσδιορίζει το φαινόμενο ως «την τυποποιημένη στον νόμο αξιόποινη πράξη που τελείται με εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του οικονομικού συστήματος, αποσκοπεί στην επαύξηση της περιουσίας του δράστη και κατά κανόνα βλάπτει την περιουσία του δημοσίου, τραπεζών, επιχειρήσεων και πιστωτών τους ή του καταναλωτικού κοινού»4. Αξίζει να επισημανθεί, στο σημείο αυτό, ότι το φαινόμενο των οικονομικών εγκλημάτων εντελώς περιθωριακά και καθόλου συστηματοποιημένα απασχολεί την ελληνική νομική θεωρία. Πρόκειται για μία έννοια που δεν απαντάται αυτοτελώς ως κεφάλαιο ή άρθρο στον ποινικό κώδικα. Πλειάδα εγκλημάτων, τα οποία κατά γενική παραδοχή χαρακτηρίζονται ως «οικονομικά», βρίσκονται ενταγμένα σε κεφάλαια με διαφορετικά αντικείμενα ρύθμισης και ως εκ τούτου με παρεμφερή, αλλά διαφορετικά, πάντα, προστατευταία έννομα αγαθά, μεταξύ των οποίων συνοπτικά αναφέρονται η δωροδοκία, η χρεοκοπία, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, τα αγορανομικά εγκλήματα και η λαθρεμπορία. Επιπροσθέτως, τα οικονομικά εγκλήματα αποτελούν ως επί των πλείστον ποινικοποιημένες διοικητικές παραβάσεις με αποτέλεσμα να μη βρίσκονται στον πυρήνα του ενδιαφέροντος ούτε του 3 Ν.Κουράκης(σε συνεργασία με Δ.Ζιούβα), «Τα Οικονομικά Εγκλήματα-Τόμος α’, Γενικό Μέρος», 3η έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, ΑθήναΚομοτηνή, 2007 4 Μανωλεδάκης, «Η τυποπίηση των οικονομικών εγκλημάτων», σελίδα 97, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005

ELSA Komotini

45


ποινικού ούτε του διοικητικού δικαίου. Τέλος, πρόκειται διεθνών οργανισμών/ μορφωμάτων, δ) εγκλήματα στον για ένα σχετικά νέο αντικείμενο ποινικής αντιμετώπισης χώρο της πληροφορικής άμεσα συνδεδεμένα με την και γι’ αυτό αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις. καταπάτηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προς ίδιον όφελος(κλοπή δεδομένων, παραβίαση απορρήτων), Β.ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΛΕΥΚΟΥ ΠΕΡΙΛΑΙΜΙΟΥ ε) εταιρείες φαντάσματα-«offshore» εταιρείες -ως τέτοιες (WHITE COLLAR CRIMES) λογίζονται εταιρείες που υπάρχουν μόνο κατ΄ όνομα Προάγγελος των σημερινών οικονομικών εγκλημάτων χωρίς περαιτέρω επιχειρηματική δραστηριότητα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα εγκλήματα «λευκού εδραζόμενες σε οικονομικούς παραδείσους με συνήθη περιλαιμίου ή κολάρου». Η σχέση ανάμεσα στην οικο- αποστολή το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και τη νομική ευμάρεια και στο έγκλημα δεν φαίνεται να απα- νομιμοποίηση παράνομων εσόδων -(αντίστοιχα στον σχόλησε για πολλές δεκαετίες, πράγμα το οποίο απο- τραπεζικό τομέα ονομάζονται «εικονικές τράπεζες» 6 τελούσε απόρροια του κοινωνικού ρατσισμού απέναντι τα ιδρύματα εκείνα χωρίς φυσική παρουσία ), στ) στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές ομάδες κατά τον πλαστογράφηση ισολογισμών και μη τήρηση λογιστικών 19ο και 20ο αιώνα και είχε ως αποτέλεσμα η οικονομική βιβλίων, ζ) εξαπάτηση αναφορικά με την οικονομική εγκληματικότητα στις ανώτερες τάξεις να παραμένει ένα κατάσταση και το εταιρικό κεφάλαιο των εταιρειών, η) νεφελώδες τοπίο. Τον δρόμο για τον προσδιορισμό του εξαπάτηση προς ζημία των πιστωτών (χρεωκοπία, παραμεγέθους αυτής άνοιξε ο Edwin Sutherland εισάγοντας βίαση δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοτον όρο «white collar crimes» για να περιγράψει κτησίας), θ) αθέμιτος ανταγωνισμός (περιλαμβανομένης «τα εγκλήματα που διαπράττονται από την ανώτερη της δωροδοκίας υπαλλήλου ανταγωνίστριας εταιρίας) και κοινωνικοοικονομική τάξη. Το ανωτέρω έγκλημα παραπλανητική διαφήμιση, ι) φορολογικές παραβάσεις δύναται να προσδιοριστεί ως έγκλημα που διαπράττεται και αποφυγή των δαπανών κοινωνικού χαρακτήρα από από ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων στα πλαίσια της τις επιχειρήσεις, ια) τελωνειακές παραβάσεις (αποφυεπαγγελματικής τους δραστηριότητας». Τα άτομα αυτά γή δασμών, παραβίαση ενδεχόμενων περιορισμών), κινούμενα στο χώρο των επιχειρήσεων, των εμπορικών ιβ) εγκλήματα στις χρηματιστηριακές και τραπεζικές και χρηματιστηριακών συναλλαγών με την ασφάλεια συναλλαγές, καθώς ,επίσης, και εγκλήματα περί το που τους προσφέρει η δύσκολη αποκάλυψη από τρίτους νόμισμα ή το συνάλλαγμα.

των παράνομων σχεδίων τους σε συνδυασμό και με την κατάχρηση της οικονομικής και πολιτικής τους δύναμης -συγκεντρώνοντας, παράλληλα, στο πρόσωπό τους την εκτίμηση, την κοινωνική παραδοχή και το σεβασμό του κοινωνικού συνόλου -διαπράττουν εγκλήματα συναφή προς την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στοχεύοντας στην κερδοσκοπία και την αύξηση του κεφαλαίου, ενώ σπάνια προσάπτεται σε αυτούς το στίγμα του εγκληματία, ακόμα κι αν φανερωθούν τα σχέδιά τους. Γ.ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ

Εξαιτίας της αδιαμφησβήτητης δυσκολίας να προσδιοριστούν επακριβώς τα οικονομικά εγκλήματα κρίθηκε αναγκαίο να γίνει μία ενδεικτική απαρίθμηση αυτών, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην Ειδική Σύσταση NoR(81)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης5. Χαρακτηριστικά απαριθμούνται τα εξής: α) εγκλήματα περί τα καρτέλ, β) αθέμιτες ενέργειες και κατάχρηση της οικονομικές κατάστασης από πολυεθνικές εταιρίες, γ) αθέμιτες προμήθειες και καταχρήσεις χορηγήσεων ή χορηγήσεων ευρωπαϊκών/ 5 Rec NoR(81)12 on Economic Crime(υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 25.06.1981 κατά την 355η Συνάντηση των Εκπροσώπων των Υπουργών). 46

Modus Legis

Επιχειρείται ,παρακάτω, μία ενδεικτική ομαδοποίηση 6 Αναλυτικότερα βλ. αρ.4 εδ.10Ν.3691/2008, «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες»


των πλέον γνωστών οικονομικών εγκλημάτων με κριτήριο το εύρος του κρατικού παρεμβατισμού που προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο στην εθνική οικονομία. Ο παρεμβατικός χαρακτήρας του κράτους έγκειται σε πρώτο στάδιο στην επιβολή οικονομικών βαρών στους πολίτες από το νομικό πρόσωπο του κράτους και την ευκρινή και απαράβατη οριοθέτηση από αυτό των όρων της αγοράς, των εμπορικών, χρηματιστηριακών και τραπεζικών συναλλαγών· σε δεύτερο στάδιο αντικατοπτρίζεται στην επιχειρηματική- οικονομική δραστηριοποίηση του κράτους που στις συναλλαγές του με τρίτους έχει το ρόλο ιδιώτη. Κατ’ αντιστοιχία, η διάκριση των οικονομικών εγκλημάτων θα είναι οι εξής: α) το σύνολο των δραστηριοτήτων νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, του «ξεπλύματος μαύρου χρήματος», του παρεμπορίου και της φοροδιαφυγής ως μία συστάδα οικονομικών εγκλημάτων που απειλούν την έκφραση του παρεμβατικού κράτους ως ρυθμιστή της σταθερότητας της οικονομίας και της ασφάλειας των αγορών και β) τα εγκλήματα της διαφθοράς και της δωροδοκίας (παθητικής ή μη) διοικητικών υπαλλήλων που προκύπτουν από την κατάχρηση θέσεων ισχύος από κρατικούς λειτουργούς με σκοπό την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος.

ο οποίος αποδίδει τους αντίστοιχους διεθνείς «underground economy/shadow economy/ hidden economy». Η μαύρη οικονομία περιλαμβάνει δύο κατηγορίες συναλλαγών. Αφενός, τις συναλλαγές εκείνες που αφορούν απαγορευμένα αντικείμενα συναλλαγής και εξαιτίας αυτού λογίζονται ως παράνομες. Η ύπαρξη τέτοιας μορφής συναλλαγών οφείλεται κυρίως στην υψηλή οικονομική αποδοτικότητά τους, ενώ χαρακτηριστικά για την Ελλάδα υπολογίζεται (σύμφωνα με ανεπίσημες μετρήσεις του Υπουργείου Οικονομικών) στο 40% του ΑΕΠ. Η δεύτερη κατηγορία, αφετέρου, περιλαμβάνει τις συναλλαγές εκείνες που γίνονται στο πλαίσιο της «νόμιμης» οικονομίας, όπως αγοραπωλησίες χωρίς τιμολόγια, προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών χωρίς αποδείξεις καταβολής τιμήματος, αγοραπωλησίες με οικονομικό τίμημα. Ο λόγος της ύπαρξης τέτοιων συναλλαγών οφείλεται συνήθως στην επιβολή από την πολιτεία υψηλών φορολογικών συντελεστών σε όλες σχεδόν τις οικονομικές συναλλαγές και έχει κατά κανόνα τελικό στόχο τη φοροδιαφυγή. Το σύνολο των συνδιαλλαγών αυτών δημιουργεί το πλαίσιο της παράνομης παγκόσμιας αγοράς. Κατά τον ιταλό οικονομικό αναλυτή Pino Arlacchi, η παράνομη αγορά είναι «μια κατάσταση κατά την οποία υπάρχει μια ανταλλαγή αγαθών κι υπηρεσιών, I) ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗ η παραγωγή, η πώληση και η κατανάλωση των οποίων (ΜΑΥΡΗ) ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΓΟΡΑ απαγορεύονται ή αυστηρά περιορίζονται από την πλειοΈνας τομέας που διατηρεί ζωηρό το ενδιαφέρον ψηφία των κρατών ή κι από το διεθνές δίκαιο. Σε αυτόν, των οικονομολόγων είναι ο αποκαλούμενος μαύρη μάλιστα, τον ορισμό δύναται προστεθεί και η παράνοοικονομία (απαντάται, επίσης, ο όρος μαύρη αγορά)7 μη διακίνηση των προσώπων -ως εμπορευμάτων εργατικής δύναμης ή του παγκόσμιου σεξουαλικού εμπορίου7 Τον όρο «black economy» χρησιμοποιεί ο G. καθώς και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος». ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΑΓΟΡΩΝ Θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξη της οικονομίας αποτέλεσε ανά τους αιώνες το εμπόριο, το οποίο πρόκειται για ιδιωτική οικονομική (και ιδιοτελή) δράση που σε επίπεδο οικονομικό συνίσταται κατ’ εξοχήν στη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών. Η διαμεσολάβηση αυτή λαμβάνει χώρα στο γενικότερο πλαίσιο της «αγοράς» με σκοπό την επίτευξη κέρδους από τον ασκούντα την εμπορική δράση ως ανταμοιβή για τον επιχειρηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει κατά τη διακίνηση των αγαθών. Η λειτουργία του εμπορίου οριοθετείται αυστηρά στα πλαίσια του εμπορικού δικαίου. Το τελευταίο, μολονότι έχει απαγκιστρωθεί από το πατερναλιστικό πνεύμα του αστικού δικαίου, εντούτοις ορίζει σαφώς στις διατάξεις του ποιες δράσεις θεωρούνται επιτρεπόμενες μορφές εμπορίου, ποιοι οι δασμοί που θα πρέπει να επιβάλλονται και ποια τα πλαίσια του ανταγωνισμού ούτως ώστε να προστατεύεται το συμφέρον του καταναλωτή. Συνοπτικά Donnelly στο βιβλίο του «Α foundation in economy»- Stanley Thornes Publishers-1991.

ELSA Komotini

47


αξίζει να αναφερθούν οι εξής, προσδιοριστικοί της νόμιμης εμπορικής δραστηριότητας, κανόνες δικαίου: άρθρα 2 και 3 ΔΑΕ (Βασιλικό Διάταγμα της 2/14.5.1835), ν. 703/1977, Συμφωνία TRIPS (Agreement on Trade Aspects of Intellectual Property Rights), οδηγίες και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί δασμών (κανονισμός 2658.87, Τελωνειακός Κώδικας). Το σύνολο των παραπάνω κανόνων δικαίου εφόσον περιορίζουν την εμπορική δραστηριότητα των ιδιωτών στα πλαίσια του θεμιτού, αποτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την άκρατη κερδοσκοπία και τη συνακόλουθη αναρχία στη αγορά, δεν είναι καθόλου σπάνιο να οδηγούν τους ιδιώτες στην εφεύρεση παράνομων μεθόδων απόκτησης πλούτου. Ο Beccaria κάνει λόγο για το καινοτόμο άτομο «το οποίο αναζητά την επιτυχία και την οικονομική πρόοδο αλλά είτε απλά απορρίπτει τα θεμιτά μέσα είτε αναζητά εναλλακτικά αθέμιτα μέσα όπως εγκληματικές δραστηριότητες. Αυτές συνίστανται σε νέες μεθόδους απόκτησης πλούτου, μεταξύ των οποίων παράνομη διακίνηση εμπορευμάτων από τα καρτέλ και το οργανωμένο έγκλημα»8. Το φαινόμενο επιτείνεται λόγω της επέκτασης της παγκοσμιοποίησης. Ειδικότερα, οι νομοθετικές απαγορεύσεις ορισμένων κρατών και οι νομοθετικές διευκολύνσεις άλλων, σχετικά με την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών δημιουργούν στην παγκόσμια σκηνή κενά κι ως εκ τούτου ευκαιρίες για το παγκόσμιο παράνομο εμπόριο. Παράλληλα τα έθνη-κράτη παρουσιάζονται αδύναμα να διεξαγάγουν αποτελεσματικούς συνοριακούς ελέγχους τη στιγμή που έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητα αυτή σε διακρατικά μορφώματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στην ΕΕ της Συνθήκης Σένγκεν9 που πραγματεύεται τους συνοριακούς ελέγχους. Αναλυτικότερα, τα κενά αυτά θα χρησιμοποιήσουν οι παγκόσμιες εγκληματικές οργανώσεις καλύπτοντας τα ίχνη τους. Και τούτο επιτυγχάνεται μέσα από τις στρατηγικές συμμαχίες, οι οποίες τους επιτρέπουν να δρουν υπογείως και συγχρόνως με αποτελεσματικότητα και υψηλή κερδοσκοπική αποδοτικότητα σε διασυνοριακή βάση. Ενδεικτικά, τα προϊόντα εκείνα που αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος είναι οι ναρκωτικές ουσίες, υλικά αγαθά που έχουν προηγουμένως κλαπεί από τη χώρα (λ.χ. αυτοκίνητα) ή έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση 8

Καλλιόπη Σπινέλλη, «Εγκληματολογία: Σύγχρονες και Παλαιότερες Κατευθύνσεις», Εκδ.Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2005.

9

Συμφωνία του Σένγκεν καλείται η συμφωνία που υπεγράφη στις 14 Ιουνίου 1985 στην κωμόπολη Σένγκεν του Λουξεμβούργου ανάμεσα σε πέντε κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία) και είχε ως στόχο την προοδευτική κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, την καθιέρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας για όλα τα πρόσωπα, υπηκόους των κρατών που υπέγραψαν τη Συμφωνία, καθώς και την αστυνομική και δικαστική συνεργασία. Η Ελλάδα προσχώρησε στη σύμβαση στις 26 Μαρτίου 2000 βάσει του νόμου 2514/1997.

48

Modus Legis

της νομοθεσίας περί εξαγωγών σε συνάρτηση με τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας («intellectual property theft» η οποία συνήθως αναφέρεται σε παράνομη εξαγωγή έργων τέχνης, αντικών και αρχαιοτήτων) ή έχουν εισαχθεί από άλλη χώρα, κατά παράβαση των αντίστοιχων εθνικών απαγορεύσεων ή των διεθνών «embargoes» (χαρακτηριστικό παράδειγμα η πώληση όπλων και η αγοραπωλησία παράνομων τοξικών αποβλήτων). Ο κατάλογος διευρύνεται, αν λάβουμε υπ’ όψιν την παράνομη εμπορία αλκοόλ και καπνού (με σκοπό τη φοροδιαφυγή), την κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων και ξεπλυμένων κεφαλαίων, την προώθηση παράνομου πορνογραφικού υλικού καθώς επίσης και την παράνομη διακίνηση προσώπων, στα πλαίσια της λαθρομετανάστευσης ή της μάστιγας του human trafficking, στη σύγχρονη, δηλαδή, μορφή εξανδραποδισμού με σκοπό την παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών ή την ανεύρεση φθηνού εργατικού δυναμικού. Η παράνομη διακίνηση αγαθών έχει αποδειχθεί η πλέον προσοδοφόρα επιχείρηση καθώς, λόγω του απαγορευτικού καθεστώτος υπό το οποίο τελούν τα προαναφερθέντα αγαθά και της συνακόλουθης αύξησης των τιμών της ζήτησης που αυτό επιφέρει, αυτά αποκτούν υψηλότερες τιμές στην αγορά και αποφέρουν αστρονομικά κέρδη στους διακινητές τους. ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ

Ενίοτε γίνεται λόγος για «γκρίζα οικονομία», ενώ για «φαιά ζώνη της οικονομίας» ευρισκόμενη μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας κάνει λόγο και ο Μανωλεδάκης. Αποσαφηνίζοντας, πρόκειται για τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν παραβιάζεται απευθείας ο νόμος, αλλά επιδιώκεται με διάφορα λογιστικά «τεχνάσματα» κυρίως η παραβίαση της φορολογικής υποχρέωσης, Αξιοσημείωτο και γνωστό παράδειγμα αποτελεί η φοροδιαφυγή, η οποία αντιμετωπίζεται από το αρ.17 Ν2523/1997(«Διοικητικές και Ποινικές Κυρώσεις στη Φορολογική Νομοθεσία») ως εγκληματική πράξη. Σύμφωνα με αυτό, «αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος». Μολονότι, νομικά, δεν χρήζει ίδιας αντιμετώπισης με τη φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή θεωρείται ότι είναι (νομότυπη μεν αλλά) αντίθετη στη φορολογική ηθική και ως εκ τούτου ανήκει στη γκρίζα οικονομία. Με τον όρο «φοροαποφυγή» αποδίδονται όλες εκείνες οι δραστηριότητες που ερείζονται σε νομοθετικά κενά αποσκοπώντας στην χαμηλότερη δυνατή φορολόγηση και την απόκρυψη εισοδημάτων εντός νομότυπων πλαισίων, πράγμα το οποίο και καθιστά δυσχερή την ανίχνευση των περί ου ο λόγος περιπτώσεων. Πρόκειται


για ένα αποτέλεσμα των «politics of escape», όπως αναφέρει ο William Grieder ή για έναν «anarchic world of high-speed money», όπως σχετικά υπογραμμίζουν οι Richard Barnet και John Cavanagh. Αξιοπρόσεχτο παράδειγμα είναι η ίδρυση και δραστηριότητα των υπεράκτιων («offshore») εταιρειών. Πρόκειται για το φαινόμενο των «φορολογικών παραδείσων του εξωτερικού». Ειδικότερα, με τον όρο  «φορολογικός παράδεισος»  ή  «φορολογικό καταφύγιο»  χαρακτηρίζονται γενικά τα κράτη τα οποία διαθέτουν ειδική φορολογική πολιτική με χαμηλή ή και ανύπαρκτη φορολογία για όσους ξένους επενδυτές ιδρύουν εκεί εταιρείες ή μεταφέρουν τα κεφάλαια τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να προσελκύουν ξένους επενδυτές. οι χώρες αυτές έχουν ως πάγια πολιτική να μην διαθέτουν σε τρίτους οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τις οικονομικές δραστηριότητες των επενδυτών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διάφορα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (διεθνείς εταιρίες να καταφεύγουν στα κράτη αυτά και να δημιουργούν εταιρίες τις λεγόμενες «οffshore» (υπεράκτιες  ή υπερπόντιες) εταιρίες με απώτερο σκοπό την μικρότερη δυνατή φορολογική τους επιβάρυνση καθώς επίσης και τη συνακόλουθη απαλλαγή φορολογίας τους από τη χώρα της μόνιμης διαμονής τους. Περαιτέρω η άρνηση των κρατών αυτών να διαθέσουν στα κράτη από τα οποία διαφεύγει το φορολογητέο εισόδημα τα στοιχεία των επενδυτών δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την νομιμοποίηση από τους τελευταίους παράνομων εισοδημάτων, τα οποία ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα εγκληματικής δραστηριοποίησης (ξέπλυμα μαύρου χρήματος). Ως εκ τούτου τα έθνη-κράτη αδυνατούν συνήθως να παρέμβουν ρυθμιστικά στο πεδίο των δραστηριοτήτων των παγκόσμιων επιχειρήσεων και αγορών, γεγονός το οποίο αυξάνει τις ευκαιρίες για την απόκτηση παράνομου κέρδους («illegal gain»). Στην Ελλάδα, το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος αντιμετωπίζεται με τον Ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α’ 166/5.8.2008). Με τον εν λόγω νόμο επιδιώκεται η αναβάθμιση των εν γένει μηχανισμών της χώρας μας για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η προστασία της ακεραιότητας και φήμης του χρηματοπιστωτικού τομέα από τα ανωτέρω αδικήματα.

II) ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ Η ύπαρξη της διαφθοράς αλλά και οι προσπάθειες προσδιορισμού της δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων χρόνων. Το 1931 ο J.J.Senturia υπεστήριξε ότι «διαφθορά είναι η κατάχρηση της δημόσιας εξουσίας για ιδιωτικό κέρδος». Στον ορισμό αυτό δύσκολα μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις, καθώς μέσα στη συνοπτική του διατύπωση αναδεικνύει τη συνωμοσία της διαφθοράς

(corruption) με τη δωροδοκία (bribery). Η επιχειρηματική-οικονομική δραστηριοποίηση του κράτους που στις συναλλαγές του με τρίτους έχει το ρόλο ιδιώτη ως έκφανση του κρατικού παρεμβατισμού στα πλαίσια της ανάπτυξης μίας σταθερής οικονομίας έχει σαν αποτέλεσμα τη διαχείριση μεγάλων οικονομικών ποσών από κρατικούς λειτουργούς καθώς επίσης και την καθημερινή συνδιαλλαγή τους με τον ιδιωτικό τομέα στα πλαίσια επενδύσεων αλλά και διαγωνισμών για την ανάθεση κρατικών έργων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, τίποτα δεν διασφαλίζει την αποφυγή φαινομένων δοσοληψίας μεταξύ των κρατικών λειτουργών και των ιδιωτικών εταιριών με σκοπό την αναξιοκρατική ανάθεση έργων και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αμφοτέρων με τη σύναψη εικονικών συμβάσεων και υπερτιμολογήσεων που οδηγούν στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Το ίδιο στοιχείο ο Έλληνας νομοθέτης το υιοθετεί γενικά ως κίνητρο εγκλημάτων αποδίδοντάς το ως «φιλοκέρδεια», με τη διάταξη του αρ.81 του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα. Αντίστοιχα, ως έγκλημα θεσμοθετείται το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο στοχεύει ο δράστης του εγκλήματος σε πολλά άρθρα του ΠΚ, μεταξύ αυτών τα αρ.259 (παράβαση καθήκοντος), αρ.87 (απαίτηση δώρων ή άλλων μη οφειλόμενων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων). Το τελευταίο άρθρο πραγματεύεται το βασικό χαρακτηριστικό συστατικό των εγκλημάτων δωροδοκίας, που απαντάται στα άρθρα 235, 236 ΠΚ (παθητική δωροδοκία υπαλλήλων, δημάρχων, προέδρων κοινοτήτων, υπαλλήλων που υπηρετούν σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς του Κράτους ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), στο αρ. 159 ΠΚ (δωροδοκία βουλευτή), στο αρ.165 ΠΚ (δωροδοκία κατά τις εκλογές),στο αρ.237 (δωροδοκία δικαστή) και στο άρθρο 2 Ν.2802/2000 «Κύρωση της Σύμβασης περί καταπολεμήσεως της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των ευρωπαϊκών κοινοτήτων». Δ. ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Η ιδιαίτερη σημασία των οικονομικών εγκλημάτων έγκειται στην απειλή υψηλής αξίας αγαθών, όπως η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, η πολιτιστική κληρονομιά, η προστασία του περιβάλλοντος, η προστασία και ο προσδιορισμός του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ), το οποίο εύλογα ελαττώνεται με την αποφυγή έκδοσης τιμολογίων και αποδείξεων και με τη συνακόλουθη μη καταβολή φόρων. Προς αποφυγή τέτοιων ενδεχομένων και προς αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών εγκλημάτων προβλέπονται όχι μόνον οι συνήθεις ποινές, που προβλέπονται για τα λοιπά εγκλήματα, αλλά και ειδικότερα οικονομικού χαρακτήρα μέτρα. Τέτοια οικονομικού χαρακτήρα (προληπτικά ή αποτρε-

ELSA Komotini

49


πτικά) μέτρα προτείνονται στη Σύσταση NoR(81)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης («On Economic Crimes»)και στη Σύσταση NoR(96)8 ίδιας Επιτροπής Υπουργών («On crime policy in Europe in a time of change»). Σήμερα, στην Ελλάδα το μόνο αρμόδιο κρατικό όργανο για τη διασφάλιση και την ανάπτυξη της νόμιμης οικονομίας και του υγιούς ανταγωνισμού είναι το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Αποστολή του10 είναι, αρχικά, ο εντοπισμός  οικονομικών  παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας  και  σημασίας, όπως η  νομιμοποίηση εσόδων από  παράνομες  δραστηριότητες, οι απάτες που  σχετίζονται  με προμήθειες και επιδοτήσεις, οι παράνομες χρηματιστηριακές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ιδίως σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, η αποκάλυψη παράνομων συναλλαγών και απατών που διενεργούνται με χρήση του διαδικτύου και νέων τεχνολογιών .  Εν συνεχεία, επικεντρώνεται στον προληπτικό έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας ιδίως στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, με έμφαση στο ΦΠΑ. Τέλος, επιχειρεί την δίωξη και καταπολέμηση παραβάσεων, όπως η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και εκρηκτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών  ουσιών (ραδιενεργά και πυρηνικά υλικά, τοξικά απόβλητα κ.λπ.), αρχαιοτήτων και πολιτιστικών αγαθών.  Ωστόσο, γίνεται φανερό ότι τα μέτρα που λαμβάνει καθώς και οι αρμοδιότητές του έχουν προληπτικό χαρακτήρα, ενώ σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει πρόβλεψη για τον τρόπο και τα μέτρα που οφείλει να λάβει η ελληνική 10

http://www.minfin.gr/portal/el/resource/section/financialand-economic-crime-unit

50

Modus Legis

κυβέρνηση σε περίπτωση κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας στην οποία, όπως έχει αποδειχθεί μέχρι τώρα οδηγούν τα οικονομικά εγκλήματα. Αναδεικνύεται, λοιπόν, η αδυναμία των –οικονομικού περιεχομένου- ρυθμίσεων να καταστείλουν τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, δεδομένου ότι αυτές βρίσκονται διάσπαρτες στο ελληνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου αδήριτη φαίνεται για την καταπολέμηση της οικονομικής παραβατικότητας και η ανάγκη για κωδικοποίηση των διατάξεων οικονομικού περιεχομένου στο πλαίσιο του οικονομικού δικαίου, το οποίο βάσει και του μοντέλου άλλων ευρωπαϊκών χωρών θα περικλείει διατάξεις αφορώσες την πρόληψη και καταστολή του οικονομικού εγκλήματος αλλά και ρυθμίσεις περί ανόρθωσης και επίτευξης σταθερότητας.


ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ της Αναστασίας Κεφαλά (Έννοια συνθήκης και επιφυλάξεων, ιστορική αναδρομή, μική ανάπτυξη)1 . Σύμβαση της Βιέννης, αιτίες διατύπωσης επιφυλάξεων, υπόθεση «Επιφυλάξεις στη Σύμβαση για την πρόληψη και την Ήδη τα άρθρα 19-23 της Σύμβασης της Βιέννης αναφέρονται εξ ολοκλήρου στο θεσμό των επιφυλάξεων. Το καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας) άρθρο 2 παρ. 1 εδ. δ’ της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ως Είναι γενικά παραδεκτό πως η επιφύλαξη(reservation) επιφύλαξη «την μονομερή γραπτή δήλωση ενός κράτους αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους νομι- κατά την υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή κούς όρους του σύγχρονου πλαισίου του διεθνούς δικαί- προσχώρηση σε μία συνθήκη, με την οποία επιδιώκει να ου. Ο θεσμός της επιφύλαξης αποτελεί μέρος της Σύμ- αποκλείσει ή να τροποποιήσει ως προς αυτό, το έννομο βασης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, η οποία αποτέλεσμα ορισμένων διατάξεων της συνθήκης». καταρτίστηκε το 1969 και τέθηκε σε ισχύ το 1980. Βασικοί λόγοι που ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να Η Συνθήκη αυτή ρυθμίζει τον τρόπο κατάρτισης, διατυπώσει μία επιφύλαξη στην συνθήκη που πρόκειται τροποποίησης και λύσης μίας διεθνούς συνθήκης, ή έχει ήδη υπογράψει είναι επειδή εντοπίζονται αντιθέκαθώς επίσης και τις μεθόδους ερμηνείας των όρων μίας σεις στις διατάξεις της συνθήκης με τους κανόνες του συνθήκης και προσχώρησης τρίτων κρατών σε αυτή. Ως εσωτερικού δικαίου ή διότι η πολιτική, οικονομική ή θεδιεθνής συνθήκη η ίδια δεσμεύει και αυτή μόνο τα συμ- σμική θέση του κράτους πλήττεται από κάποια διάταξη βληθέντα κράτη. Περιληπτικά, η Σύμβαση της Βιέννης της συνθήκης. Βέβαια, είναι επιθυμητό κι από την διεθνή αποτελείται από 4 κύρια στάδια που απαιτείται να ακο- κοινότητα η διατύπωση επιφυλάξεων, προκειμένου να λουθήσουν τα κράτη. Αυτά είναι η διαπραγμάτευση των διευρυνθεί ο αριθμός των συμβαλλομένων μερών, χωρίς κρατών-μερών που καταλήγει στην υιοθέτηση, οριστικο- βέβαια να παρεκκλίνουν από την γενική κατεύθυνση που ποίηση και υπογραφή του κειμένου, ενώ ακολουθείται η έχουν θέσει κατά την σύσταση της συνθήκης. Γι’ αυτό το εκδήλωση της συναίνεσης και οριστικά η υπογραφή των λόγο η θεωρία έχει θέσει κάποιες συγκεκριμένες εξαισυμβαλλομένων μερών. Πρέπει να τονιστεί πως σε πε- ρέσεις, οι οποίες αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 19 της ριπτώσεις διμερών συνθηκών είναι δυνατόν να μην ανα- Σύμβασης της Βιέννης. Όταν πρόκειται, επί παραδείγφέρεται ευθέως η συναίνεση των συμβαλλομένων μερών ματι, για συνθήκες-πακέτο (package deal) oι οποίες είναι (consent) αλλά να συνάγεται από την άμεση υπογραφή «προϊόν εκατέρωθεν λεπτών ισορροπιών και εκατέρωθεν της συνθήκης (άρθρο 12 της Σύμβασης της Βιέννης). λεπτών υποχωρήσεων στις οποίες δεκτές γίνονται μόνο οι ερμηνευτικές δηλώσεις και επαφίενται στην διακριτιΚάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, θα γινόταν εύκή ευχέρεια των κρατών-μερών. Μία δεύτερη εξαίρεση κ��λα κατανοητό πως η σύναψη μίας διεθνούς συνθήκης είναι όταν η επιφύλαξη είναι πλήρως αντιτιθέμενη με τον αποτελεί διαδικασία που προβλημάτισε εντόνως την θεσκοπό της συνθήκης και μπορεί να αλλοιώσει τα έννοωρία ανά τις εποχές μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της μα αποτελέσματά της. Ειδικότερα, επιφυλάξεις γενικής αναζήτησης της βάσης του διεθνούς δικαίου. Εμβαθύνοφύσης, κανόνων αναγκαστικού δικαίου (jus cogens) ή ντας, το διεθνές δίκαιο εξελίχθηκε ως εξής: από δίκαιο ρυθμιστικές διατάξεις που αναφέρονται στο εθιμικό δίαμοιβαίας αποχής (από τα κυριαρχικά δικαιώματα των καιο εντάσσονται σε αυτές τις εξαιρέσεις. Κάτι αντίστοιάλλων και την επέμβαση μόνο όπου κανείς άλλος δεν χο ισχύει και για διατάξεις συνθηκών που προβλέπουν είχε συμφέροντα), έγινε δίκαιο συνεργασίας και συντοεπιφυλάξεις σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου και νισμού (για μια ειρηνική συνύπαρξη και εκμετάλλευση μόνο, απορρίπτοντας συνεπώς οποιαδήποτε άλλη επιτων πόρων από τους Ευρωπαίους) για να εξελιχθεί εν http://archive.gr/news.php?readmore=29 τέλει σε δίκαιο αλληλεγγύης (κοινή δράση για οικονο- 1 «Θέματα Δημοσίου Δικαίου»

ELSA Komotini

51


φύλαξη σε σημείο που δεν προβλέπει η ίδια η συνθήκη. Mία από τις σημαντικότερες υποθέσεις που αφορούν τον θεσμό της επιφύλαξης, σχετικά με το κατά πόσο επιτρέπεται και επιφέρει έννομα αποτελέσματα, είναι η Υπόθεση «Επιφυλάξεις στη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. Από τις 142 χώρες που έλαβαν μέρος στην συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών για την Υπόθεση αυτή, 16 από αυτές διατύπωσαν επιφυλάξεις σχετικά με ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης που κατήγγειλε ρητώς και επισήμως τις γενοκτονίες και γενικώς τα εγκλήματα πολέμου. Κάποιες από αυτές ήταν η Κίνα, η Ρουάντα, η Ινδία, η Ουκρανία και οι ΗΠΑ. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε τη Σύμβαση αυτή στις 8 Δεκεμβρίου του 1948 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιανουαρίου του 1951 με τίτλο «Ψήφισμα υπ αριθμόν 260 της Γενικής Συνέλευσης». Οι θέσεις των Η.Π.Α. σχετικά με την συγκεκριμένη Σύμβαση παρατίθενται, όπως διατυπώθηκαν επίσημα. Επιφυλάξεις: 1. «Ότι όσον αφορά στο άρθρο 9 της Σύμβασης, πριν οποιαδήποτε διένεξη, στην οποία οι Η.Π.Α. είναι μέρος, υποβληθεί στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου υπ’ αυτό το άρθρο, απαιτείται σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη συναίνεση των Ηνωμένων Πολιτειών» 2. «Ότι τίποτα στην σύμβαση δεν απαιτεί ή εξουσιοδοτεί νομοθεσία ή άλλη πράξη των Η.Π.Α. απαγορευμένη από το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών όπως αποδίδεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Με αφορμή την παραπάνω Υπόθεση, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αρνηθούν ή να αντιδράσουν στις επιφυλάξεις του κράτους που τις έχει θέσει. Έτσι στην συγκεκριμένη περίπτωση, σημειώθηκαν 19 αρνήσεις χωρών μεταξύ των οποίων ήταν η Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, η Δανία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία κι άλλες. Συγκεκριμένα η Ελλάδα στην επίσημη ανακοίνωσή της ανέφερε:

και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, αφού θεωρεί μία τέτοια επιφύλαξη ασύμβατη με την Σύμβαση. Όσον αφορά στη δεύτερη επιφύλαξη που μορφοποιήθηκε από τις ΗΠΑ, η Ελλάδα διατυπώνει την ίδια άρνηση «mutatis mutandis» όπως αυτή που έχει διατυπωθεί από την Δανία. Σύμφωνα με αυτή «Στην οπτική της Κυβέρνησης της Δανίας υπόκειται η Γενική Αρχή της απόδοσης συμφωνίας σύμφωνα με την οποία ένα μέρος δεν μπορεί να επικαλεστεί όρους του εσωτερικού δικαίου ως εξήγηση για την αποτυχία να εφαρμόσει μία συμφωνία». Γενικά, το δίκαιο των συνθηκών προβλέπει σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.4 της Σύμβασης της Βιέννης πως τα κράτη-μέρη έχουν την δυνατότητα κατά την διατύπωση μιας επιφύλαξης είτε να δεχτούν ρητά και άμεσα χρονικά την πρόταση του επιφυλασσόμενου μέρους είτε να μην διατυπώσουν καμία θέση σχετική με την εκάστοτε επιφύλαξη και με την πάροδο 12 μηνών να γίνει σιωπηρά αποδεκτή σύμφωνα με την τακτική «ο σιωπών δοκεί συναινείν». Έχουν, ακόμα, την ευχέρεια να αρνηθούν κατηγορηματικά μεν την επιφύλαξη του συμβαλλόμενου μέρους χωρίς όμως να εμποδίσουν την θέση της σε ισχύ ή ,τέλος, να αντιταχθούν ρητά κι αμετάκλητα στην επιφυλασσόμενη πρόταση απαγορεύοντας να τεθεί σε ισχύ. Ωστόσο, «η αντίρρηση δεν αποκλείει το τεθειμένο της ισχύος της συνθήκης στις μεταξύ τους σχέσεις, παρά μόνον εάν το κράτος που φέρει αντιρρήσεις καταστήσει σαφές ότι δεν το επιθυμεί2». Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη δεν επηρεάζονται στην εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης. Οι επιφυλάξεις ισχύουν αποκλειστικά για το μέρος που την έχει διατυπώσει και δεν αλλοιώνει τα έννομα αποτελέσματα των άλλων κρατών. Τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο σχετικά με τις επιτρεπτές επιφυλάξεις. Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες εντοπίζονται επιφυλάξεις μη συμβατές με τις κατευθυντήριες γραμμές της συνθήκης που πρόκειται να υπογραφεί.

Επειδή το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο πολλών συζητήσεων και διεξοδικών ερευνών, η νομική θεωρία κατέληξε αρχικά στην θέση, πως κάθε κράτος μπορεί αποκεντρωμένα να αποφασίσει κατά πόσο μία επιφύλα«Δηλώνουμε περαιτέρω ότι δεν έχουμε δεχτεί ούτε δεξη είναι επιτρεπτή ή όχι, πολλές φορές ανάλογα με τα χόμαστε οποιαδήποτε επιφύλαξη που έχει ήδη γίνει ή πολιτικά ή οικονομικά του συμφέροντα3. Ωστόσο, στη η οποία μπορεί από εδώ και πέρα να γίνει από τις προδιεθνή κοινότητα επικράτησε η άποψη που διατυπώθηκε συπογράφουσες χώρες σε αυτό το όργανο ή από χώρες που έχουν προσχωρήσει ή μπορεί να προσχωρήσουν 2 Αντωνόπουλος Κ. – Το Δίκαιο της Διεθνούς από εδώ και πέρα σε αυτό». Κοινωνίας-Κεφ. Οι Διεθνείς Δικαιοπραξίες- σελ. 273«Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπο- παρ. 579 Αντωνόπουλος Κ.- Το Δίκαιο της Διεθνούς ρεί να δεχτεί την πρώτη επιφύλαξη που εισήχθη από τις 3 ΚοινωνίαςΚεφ. ΟΙ Διεθνείς Δικαιοπραξίες-Σελ.269 ΗΠΑ κατά την επικύρωση της συμφωνίας στην πρόληψη Παρ. 572 52

Modus Legis


από τον διακεκριμένο διεθνολόγο και οικονομολόγο Allain Pellet σύμφωνα με την οποία «μία ανεπίτρεπτη επιφύλαξη είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα». Ουσιαστικά, η θεωρία επικεντρώθηκε στην ουσία του ζητήματος και αποσκοπεί στην όσο δυνατόν ανεπηρέαστη και αντικειμενικότερη θέση , προκείμενου να επιτευχθεί και το ανάλογο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Αδιαμφισβήτητα, οι επιφυλάξεις στο δίκαιο των συνθηκών αποτελούν ένα πολυσήμαντο αντικείμενο, το οποίο βρίσκεται σε συνεχή επεξεργασία από τους ειδήμονες της νομικής επιστήμης. Η προσέγγιση του θέματος είναι συμπληρωματική στην γενικότερη κατανόηση της φύσης του δίκαιου των διεθνών συνθηκών, τομέα που έφερε επανάσταση στο διεθνές δίκαιο.

ELSA Komotini

53


ΠΥΡΗΝΙΚΑ: ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ «ΑΝΥΠΑΚΟΗ» ΤΟΥ ΙΡΑΝ της Μαρίας Πολυχρόνου Εισαγωγή Η ρίψη των πυρηνικών κεφαλών στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι της Ιαπωνίας σημάδεψε το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την είσοδο στον Ψυχρό Πόλεμο. Με το τέλος του Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν η μοναδική δύναμη που κατείχε πυρηνική τεχνολογία. Ωστόσο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η Σοβιετική Ένωση απέκτησε άριστη επιστημονική τεχνογνωσία στον τομέα αυτό. Παρά τις προσπάθειες από τα Ηνωμένα Έθνη να ιδρυθεί μια επιτροπή που θα εξάλειφε σταδιακά τη χρήση της ατομικής ενέργειας, προηγμένες χώρες που κατείχαν γνώσεις πυρηνικής τεχνολογίας διεξήγαγαν πυρηνικές δοκιμές: ήδη από το 1949 η Σοβιετική Ένωση διεύρυνε την έρευνα επί των πυρηνικών όπλων και το 1957 το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε στην πρώτη του δοκιμή εξαπολύοντας βόμβα υδρογόνου. Το 1960 η Γαλλία ανακήρυξε τον εαυτό της πυρηνικό κράτος και λίγα χρόνια μετά οι ΗΠΑ άρχισαν εκ νέου τις πυρηνικές δοκιμές1. Προκειμένου να αποσυμπιεστεί όλη αυτή η ένταση, τα κράτη άρχισαν να υπογράφουν συνθήκες μείωσης των πυρηνικών δοκιμών και την παύση κατασκευής πυρηνικών όπλων, ενώ παράλληλα δεσμεύονταν να χρησιμοποιούν την ατομική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς2. Η πιο σημαντική σύμβαση που αντανακλά την προσπάθεια αυτή των κρατών είναι η Σύμβαση για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων (Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons).3 Επιπλέον, η διάλυση της Σοβιετικής 1 http://thessismun.org/2012/documentation/ study-guides/SG-1st-B.pdf 2 Τέτοιες δραστηριότητες αναφέρονται στο πεδίο ακτινοβολίας στη βιομηχανία και τη γεωργία αλλά και στην κατασκευή μονάδων ατομικής ενέργειας για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που ασχολούνται με τον τομέα των καυσίμων αλλά και την αφαλάτωση. 3 Υπεγράφη την 1.7.1968 με τριπλή πράξη παράλληλα στο Λονδίνο, τη Μόσχα και την Ουάσινγκτον από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και τη Σοβιετική Ένωση. Τέθηκε σε 54

Modus Legis

Ένωσης και η δημιουργία νέων κρατών άφησε πίσω της εδάφη στα οποία βρίσκονταν πυρηνικά όπλα και εγκαταστάσεις γεγονός που κατέστησε επιτακτική την ανάγκη για αφοπλισμό των κρατών.

Ιστορικό και Νομικό πλαίσιο του Ιράν 1. Ιστορικό πλαίσιο Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το Ιράν σχεδίασε ένα πυρηνικό πρόγραμμα για την κατασκευή δύο μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, μέχρι το τέλος όμως της δεκαετίας, κι ενώ η κατασκευή των εγκαταστάσεων είχε ξεκινήσει, οι εργασίες ανεστάλησαν. Η δεύτερη προσπάθεια του Ιράν ξεκίνησε το 1991 με διμερή συμφωνία που υπεγράφη με την Κίνα, και ακολούθησε το 1992 η δεύτερη διμερής συμφωνία με τη Ρωσική Ομοσπονδία. Τέλος, αποφασίστηκε από τον Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας του Ιράν να συνεχιστεί η κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια. Οι προγραμματισμένες για τα έτη 2009-2014 δραστηριότητες του κράτους είναι οι ακόλουθες: • Ανάπτυξη της έρευνας στον τομέα της πυρηνικής επιστήμης και τεχνολογίας • Τοποθέτηση θεμελίων για την προώθηση σχετικών ερευνητικών δραστηριοτήτων • Ολοκλήρωση της κατασκευής και η θέση σε λειτουργία της πρώτης μονάδας στο Bushehr, γνωστό και ως Πρόγραμμα Πυρηνικής Ενέργειας του Bushehr (Bushehr Nuclear Power Plan) • Κατάστρωση στρατηγικού σχεδίου για την ανάπτυξη μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας για τα επόμενα 20 χρόνια • Τεχνική και οικονομική αξιολόγηση εναλλακτικών ισχύ τις 5.3.1970.


2. Νόμοι και ρυθμίσεις Με βάση το καταστατικό του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν η κατασκευή, η λειτουργία και ο παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων προϋποθέτει σχετική άδεια. Αρμόδια αρχή είναι η Πυρηνική Ρυθμιστική Αρχή που αποτελείται από το τμήμα Υπηρεσίας Πυρηνικής Ασφάλειας, το Εθνικό Τμήμα Προστασίας από Ακτινοβολία, το Εθνικό Τμήμα Πυρηνικών Εγγυήσεων και το Τμήμα Υποστήριξης Πυρηνικής Φυσικής και Ασφάλειας. Τα τμήματα αυτά ρυθμίζουν την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, των δραστηριοτήτων και τη χρήση των πρώτων υλών. Η αρχή αυτή εξασφαλίζει λύσεων για την κατασκευή ενός δεύτερου πυρηνικού την τήρηση αυστηρής διαδικασίας για την ολοκλήρωση μονάδων που προκύπτουν και από τη σύμβαση με τη σταθμού Ρωσία. Η διαδικασία αδειοδότησης πληροί τις απαιτήσεις • Εγκεκριμένο σχέδιο για τη δημιουργία ενός της Διεθνούς Οργάνωσης Ατομικής Ενέργειας και των συνολικού δυναμικού παραγωγής πυρηνικής ενέργειας προτύπων που επικρατούν στη Ρωσική Ομοσπονδία. των 20.000 MW μέχρι το 2025 Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον υφιστάμενο εξοπλισμό, τις δομές, τις απαιτήσεις και την ποιότητα των επιδόσεων. • Μελέτες βιωσιμότητας και επιλογή χώρου για την κατασκευή των νέων πυρηνικών σταθμών Επιπλέον, υπάρχει ο νόμος ατομικής ενέργειας του Ιράν που ψηφίστηκε το 1974 και καλύπτει τις δραστηριότητες • Μοντελοποίηση των συμβάσεων και του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας ως προς τη χρήση μεγιστοποίηση της συμμετοχής αυτοχθόνων βιομηχανιών, πυρηνικής ενέργειας και ακτινοβολίας στη βιομηχανία, ανθρώπινου δυναμικού και τοπικών διαθέσιμων υλικών τη βιοτεχνία και τη γεωργία, στην παραγωγή ηλεκτρικού • Προετοιμασία για την αξιολόγηση των ρεύματος καθώς επίσης και την ίδρυση επιστημονικών και τεχνικών υποδομών. Ένας ακόμα σημαντικός νόμος προσφορών είναι αυτός για την προστασία από την ακτινοβολία που • Σύσταση τεχνικής υποδομής υποστήριξης και κυρώθηκε το 1989 και περιλαμβάνει προστασία απέναντι διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων.4 σε : πηγές ακτινοβολίας, εργασία με ακτινοβολία, κάθε δραστηριότητα που συνδέεται με την εισαγωγή, εξαγωγή, εκτελωνισμό, εξερεύνηση, εξόρυξη και διαχείριση 4 http://www-pub.iaea.org/MTCD/publications/PDF/cnpp2009/countryprofiles/Iran/Iran2008 αποβλήτων και τέλος την προστασία των εργαζομένων

ELSA Komotini

55


και των μελλοντικών γενεών από τις επιβλαβείς επιπτώσεις δεν είναι σε καμία περίπτωση τμήμα του στρατιωτικού της ακτινοβολίας.5 πυρηνικού προγράμματος του. Το 2010 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, με αφορμή την υπογραφή Η Σύμβαση για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων συνθήκης με τη Ρωσία, απαίτησε την εφαρμογή των κυρώσεων απέναντι στο Ιράν και την εκπλήρωση από το Η Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων κράτος όλων των υποχρεώσεών του. (Nuclear Non-Proliferation Treaty, NPT) υπογράφηκε στις 20 Μαρτίου 1970 από τις κυβερνήσεις του Κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Ηνωμένου Βασιλείου, της Βόρειας Ιρλανδίας Εθνών

και των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη την καταστροφή που θα επερχόταν από τη χρήση πυρηνικών όπλων σε έναν επικείμενο πόλεμο αλλά και αφομοιώνοντας πως η συνεργασία τους στην εφαρμογή της ατομικής ενέργειας θα πρέπει να γίνεται για ειρηνικούς σκοπούς. Το κείμενο αποτελείται από έντεκα άρθρα που αναφέρονται τόσο σε θέματα ουσίας όσο και οργάνωσης. Το πρώτο άρθρο αναφέρεται στην υποχρέωση των μελών να μην μεταφέρουν όπλα, συσκευές και να μην παρέχουν βοήθεια και υποστήριξη για την παραγωγή πυρηνικών όπλων. Τα άρθρα II-III αναφέρουν τις εγγυήσεις των μη μελών που συνίστανται σε: μη αποδοχή όπλων και μη αναζήτηση βοήθειας για κατασκευή τους, μη δέσμευση ειδικών σχάσιμων υλικών ή εξοπλισμών ακόμα και για ειρηνικούς σκοπούς εκτός αν προβλέπονται ρητά από τη συνθήκη. Στα επόμενα δύο άρθρα της συνθήκης εξασφαλίζεται το δικαίωμα των κρατών- μελών να αναπτύσσουν πυρηνικά προγράμματα για ειρηνικούς σκοπούς και να προάγεται η συνεργασία μεταξύ τους σχετικά με ανταλλαγή εξοπλισμού, τεχνολογίας και επιστημονικής γνώσης για ειρηνική χρήση. Βέβαια, όπως ορίζεται στο άρθρο VI, επιβεβλημένες είναι οι διαπραγματεύσεις σε διεθνές επίπεδο για την παύση των πυρηνικών εξοπλισμών και το σταδιακό αφοπλισμό. Η συνθήκη συνεχίζει στα επόμενα άρθρα με τις προϋποθέσεις μεταβολής της Σύμβασης καθώς και τη δυνατότητα εισόδου και εξόδου από αυτή.

Ειδικότερα, όσον αφορά στο Ιράν, το κράτος έχει υπογράψει τη σύμβαση αλλά δεν συμμορφώνεται με τις διασφαλίσεις που αυτή κηρύσσει. Η μεγαλύτερη πρόκληση προέρχεται από την παράλειψη του κράτους να ενημερώσει για το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου και παρά τη σύσταση από το Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας να πάψει το πρόγραμμα, το Ιράν επανέλαβε το πρόγραμμα για άλλη μια φορά. Οι ΗΠΑ προχώρησαν σε δήλωση σύμφωνα με την οποία το Ιράν από το 2003-2007 είχε σταματήσει την κατασκευή πυρηνικού όπλου αλλά εργαζόταν συγκεκαλυμμένα στον εμπλουτισμό ουρανίου. Το Ιράν από τη μεριά του υποστηρίζει πως στο πλαίσιο της Σύμβασης έχει κάθε δικαίωμα να εμπλουτίζει ουράνιο για ειρηνικούς σκοπούς και πως η δραστηριότητα αυτή 5 h t t p : / / w w w - p u b. i a e a . o r g / M T C D / publications/PDF/cnpp2009/countryprofiles/Iran/ Iran2008.htm 56

Modus Legis

Στο πλαίσιο του εβδόμου κεφαλαίου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2006 κυρώσεις κατά του Ιράν για τη μη συμμόρφωσή του με τις διασφαλίσεις της Σύμβασης για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Μέχρι και το 2012 το Συμβούλιο έχει εκδώσει οχτώ ψηφίσματα επιβάλλοντας κυρώσεις και καλώντας το Ιράν να συμμορφωθεί με τις διακηρύξεις της Σύμβασης. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 2006 αποφασίστηκε μεταξύ άλλων η αναστολή δραστηριοτήτων εμπλουτισμού ουρανίου που θα συμβάλλει στη διπλωματική λύση με τη διεθνή κοινότητα, επικροτήθηκαν οι προτάσεις των ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ηνωμένου Βασιλείου για ολοκληρωμένη ρύθμιση με την στήριξη του Ύπατου Αρμοστή της ΕΕ. Σε πιο αυστηρό τόνο το Συμβούλιο Ασφαλείας απαιτούσε ως τον Αύγουστο του ίδιου έτους την αναστολή όλων των δραστηριοτήτων διαφορετικά θα λαμβάνονταν τα απαραίτητα μέτρα.6 Δυστυχώς, καμία θετική κίνηση δεν πραγματοποιήθηκε από το Ιράν και ακολούθησε το δεύτερο ψήφισμα το Δεκέμβριο του 20067. Εδώ, το Συμβούλιο Ασφαλείας επεκτείνει την αναστολή των εργασιών και σε όλα τα βαρέα έργα που συνδέονται με το νερό, όπως η κατασκευή ερευνητικού αντιδραστήρα βαρέως ύδατος καθώς και σε πρόσθετα στοιχεία, υλικά και εξοπλισμό που θα συνέβαλαν στην ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων. Επιπρόσθετα, απαγορεύεται στο Ιράν η εξαγωγή υλικών, τεχνολογίας, λογισμικού και εξοπλισμού, ενώ παράλληλα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών περιορίζουν την παροχή βοήθειας στο Ιράν μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους. Αποφασίστηκε η δήμευση των κεφαλαίων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που βρίσκονται σε άμεση ή έμμεση σχέση ή στηρίζουν το πυρηνικό πρόγραμμα στην επικράτεια των κρατών-μελών. Η τεχνική συνεργασία επιτρέπεται μόνο σε επίπεδο ιατρικής, γεωργίας, ασφάλειας και ανθρωπιστικής βοήθειας, ενώ απαγορεύεται η κατάρτιση Ιρανών υπηκόων που ζουν στο έδαφος των κρατών-μελών σε τομείς που θα στήριζαν το πυρηνικό πρόγραμμα 6 http://www.un.org/ga/search/view_doc. asp?symbol=S/RES/1696%282006%29 7 http://www.un.org/ga/search/view_doc. asp?symbol=S/RES/1696%282006%29


του Ιράν. Με το ψήφισμα του 2007 εξακολουθούν οι ως άνω κηρύξεις του Συμβουλίου προσθέτοντας ότι το Ιράν δεν θα προμηθεύεται, πωλεί ή μεταφέρει άμεσα ή έμμεσα από το έδαφός του ή κάτω από τη σημαία του αεροσκάφη και πλοία, όπλα και σχετικά υλικά. Επιπρόσθετα, κράτη και διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν επιτρέπεται να παρέχουν επιδοτήσεις, οικονομική βοήθεια και δάνεια με οικονομικούς όρους στο Ιράν παρά μόνο για ανθρωπιστικούς σκοπούς.8 Το Μάρτιο του 2008 το συμβούλιο εξειδίκευσε το θέμα της οικονομικής βοήθειας, καθώς επικεντρώνει τον περιορισμό στη Bank Melli και τη Sadera Bank καθώς και σε υποκαταστήματα και θυγατρικές αυτών. Ο έλεγχος σε πλοία και αεροσκάφη από και προς το Ιράν θα πρέπει να διεξάγεται με βάση το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο θάλασσας, συγκεκριμένα για την Shipping Line of Islamic Republic of Iran και το Iran Air Cargo 9. Οι τελευταίες σημαντικές προσθήκες στις κυρώσεις έγιναν το 2010 όπου ο περιορισμός στη μεταφορά, την προμήθεια και την πώληση επιβάλλεται και όσον αφορά στα άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα, μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία και πυραύ��ους. Τέλος, η αναστολή των δραστηριοτήτων επεκτείνεται και στους βαλλιστικούς πυραύλους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των μέτρων, το Συμβούλιο συνέστησε το 2011 μια Ομάδα Εμπειρογνωμόνων που θα επιβλέπει τις κινήσεις των μερών και θα προβαίνει σε όποια δυνατή κίνηση για την επίτευξη των στόχων του Συμβουλίου. Μέχρι την 9η Δεκεμβρίου 2012 η Ομάδα έπρεπε να ολοκληρώσει την αποστολή της και να υποβάλλει τελική έκθεση με το έργο της.

Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας βασίζεται στο γεγονός ότι το κράτος δεν έχει λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τις κυρώσεις του Συμβουλίου προκειμένου να αξιοποιηθεί η ατομική ενέργεια για ειρηνικούς και μόνο σκοπούς. Προς την ίδια κατεύθυνση καλείται το Ιράν να αναστείλει τις δραστηριότητες εκμετάλλευσης βαρέως ύδατος και παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων11. Συμπερασματικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την εξέταση βήμα προς βήμα των μέτρων του Συμβουλίου ώστε να επιτευχθεί η πιο συμφέρουσα για τα μέρη συμφωνία. Συγκεκριμένα τάσσεται στο πλευρό της Γαλλίας, Γερμανίας των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου για την εύρεση μιας διπλωματικής λύσης στο διεθνούς ενδιαφέροντος θέμα της ειρηνικής χρήσης της ατομικής ενέργειας. Επίλογος

Το ζήτημα της κατοχής πυρηνικής τεχνογνωσίας μπορεί σε κάθε περίπτωση να προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον: από τη μία το στοίχημα της χρήσης της με βάση το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες για επίτευξη παγκόσμιας ειρήνης και από την άλλη η πρόκληση κατασκευής όπλων μαζικής καταστροφής που θα καταστήσουν όποιον τα έχει στην κατοχή του έναν ισχυρό παίκτη στο παιχνίδι εξουσίας μεταξύ των κρατών. Τα τελευταία στοιχεία από τη στάση του Ιράν δεν είναι θετικά και καταδεικνύουν την πρόθεση της χώρας να εμμείνει στην πολιτική της με παράλληλη έλλειψη βούλησης για την ανεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης. Το βέβαιο είναι πως η στάση και οι κινήσεις του Ιράν τραβούν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας και δημιουργούν προβληματισμό καθώς η μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να οδηγήσει Θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην δραστική επέμβαση στην περιοχή με στόχο τη Ιδιαίτερο είναι το ενδιαφέρον της ΕΕ σε θέματα διασφάλιση της ειρήνης. πρόληψης της διάδοσης χρήσης πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής. Με ανακοίνωσή του10 ο Ύπατος Βιβλιογραφία Αρμοστής της Ένωσης καλεί τα κράτη που δεν έχουν www.un.org υπογράψει ακόμα τη Σύμβαση για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων να το κάνουν το συντομότερο δυνατό. www.iaea.org Υποστηρίζεται ότι η ΕΕ επιθυμεί τη διεθνή σταθερότητα βασιζόμενη στην αρχή της απόλυτης ασφάλειας όλων http://thessismun.org/2012/documentation/studyκαι πιστεύει πως το καθεστώς της μη διάδοσης των guides/SG-1st-B.pdf πυρηνικών πρέπει να ισχυροποιηθεί. Ιδιαίτερα, όσον αφορά στο θέμα του Ιράν η ανησυχία της Ένωσης είναι http://www.iaea.org/About/Policy/GC/GC56/ έντονη, καθώς θεωρεί απαράδεκτη την αδιαφορία προς Statements/eu.pdf τις υποδείξεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η αίτηση της Ένωσης για συνεργασία του Ιράν με τον Διεθνή 8 http://www.un.org/ga/search/view_doc. asp?symbol=S/RES/1747%282007%29 9 http://www.un.org/ga/search/view_doc. asp?symbol=S/RES/1803%282008%29 10 http://www.iaea.org/About/Policy/GC/ 11 http://www.iaea.org/About/Policy/GC/ GC56/Statements/eu.pdf GC56/Statements/eu.pdf

ELSA Komotini

57


ΜΟΝΙΜOΤΗΤΑ ΔΗΜΟΣIΩΝ ΥΠΑΛΛHΛΩΝ του Αργυρόπουλου Γιώργου

Ιστορική εξέλιξη θεσμού και ορισμός δημοσίου υπαλλήλου Η συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 ως δραστική αντιμετώπιση της κομματικής φαυλοκρατίας και ασυδοσίας, που επικρατούσε μέχρι τότε, σχετικά με τους διορισμούς και τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με εισήγησή του πέτυχε να περάσει από τη Β’ Αναθεωρητική Βουλή, διάταξη, άρθρο 102, όπου ο θεσμός της συνταγματικής μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ήταν εξαιρετικά ενισχυμένος αφού εμποδίζεται η απόλυση των τελευταίων εφόσον υφίσταντο οι σχετικές υπηρεσίες και όχι και οι θέσεις, όπως ορίζεται στα μεταγενέστερα αυτού Συνταγματικά Κείμενα1. Επισημαίνεται ότι για πρώτη φορά κατοχυρώνεται συνταγματικά η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, με σκοπό να καθιερωθεί καθεστώς ουδετερότητας και ανεξαρτησίας τους από τις πολιτικές επιρροές και τους κομματικούς ανταγωνισμούς και μάλιστα με τόση πληρότητα, ώστε δεν απέμεινε σχεδόν τίποτα να προσθέσουν στους θεσμούς αυτούς από πλευράς ουσιαστικής προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων. Μετά την παγίωση του θεσμού της μονιμότητας, σε περιόδους έκρυθμης πολιτικής ζωής οι δημόσιοι υπάλληλοι πολλάκις ήρθαν αντιμέτωποι με τη δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους, μιας και η κατάργηση οργανικών θέσεων οδηγούσε αυτομάτως και στην άρση της μονιμότητας αυτών. Άλλωστε ακόμα και σήμερα η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στο άρθρο 39 του Ν. 3528/20072 (ισχύων Υπαλληλικός Κώδικας) είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη της αντίστοιχης ‘’νομοθετημένης’΄ οργανικής θέσης. 1 Άρθρο 114 του Σ 1927, άρθρο 101 Σ του 1951 και το άρθρο103 παρ. 4 του ισχύοντος Σ του 1975, το οποίο αυτούσιο μεταφέρεται και στις αναθεωρήσεις του Στου 1975 το 1986, το 2001 και το 2008 αντίστοιχα. 2 Ν. 3528/2007, Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημο-

σίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ΦΕΚ 26Α/ 9-2-2007).

58

Modus Legis

Η συγκεκριμενοποίηση του καθεστώτος του δημοσίου υπαλλήλου υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενο πολλαπλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Αρχικά, ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου, στην ελληνική επιστήμη, διατυπώθηκε το 1923 από τον καθηγητή Θ. Αγγελόπουλο: ‘’Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι τα έμμεσα όργανα του Κράτους τα διατελέσαντα εν αμέσω υπηρεσιακή, προαιρετική και πειθαρχική προς αυτό σχέσει’’. Εν συνεχεία, ο νόμος 1811/19513, ο οποίος αποτελεί τη βασική Νομοθετική Πράξη αποτύπωσης σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων που διέπουν το προσωπικό του Δημοσίου , στο άρθρο 1 παρ. 2 έλυσε την αμφισβήτηση και διαμορφώθηκε πλέον ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου, υιοθετώντας τον αντίστοιχο ορισμό του καθηγητή Αγγελόπουλου με την προσθήκη του οικονομικού στοιχείου του μισθού4, το οποίο περιόριζε την έκταση της έννοιας του δημοσίου υπαλλήλου. Σύμφωνα με τα αναφερθέντα, ο όρος δημόσιος υπάλληλος αναφέρεται καταρχήν σε εκείνη την κατηγορία υπαλλήλων που υπάγονται στη διοίκηση, εκτελεστική εξουσία, όχι όμως και στις αντίστοιχες κατηγορίες υπαλλήλων που υπάγονται στη νομοθετική ή/και στη δικαστική εξουσία. Επισημαίνεται ότι εάν υπάρχει αμφισβήτηση για την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου αποφαίνεται Τριμελής Επιτροπή του αρμοδίου για την επίλυση των υπαλληλικών διαφορών Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Έννοια Μονιμότητας και έκταση προστασίας Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων ως γενική έννοια είναι συνυφασμένη με μόνιμο και άρρηκτο δεσμό 3

Ν. 1811/1951, Περί Κώδικος Καταστάσεως των Δημοσίων Υπαλλήλων (ΦΕΚ 141Α/1951).

4 Αξίζει να σημειωθεί σύμφωνα με την απόφαση ΣΕ 3180/1967, η λήψη μισθού δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του δημοσίου υπαλλήλου διότι υπάρχουν περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων, στους οποίους δε χορηγείται μισθός όπως οι πλοηγοί και οι άμισθοι πρόξενοι σύμφωνα με την αντίστοιχη απόφαση ΣΕ 573/1960.


ότι η μονιμότητα αποτελεί ισχυρό εχέγγυο για τους δημοσίους υπαλλήλους, ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με την ισοβιότητα, την οποία σύμφωνα με το άρθρο 88 Σ, απολαμβάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι δεν μπορούν να απομακρυνθούν από τη θέση τους σε καμία των περιπτώσεων, πλην ενδεχομένως των πειθαρχικών ποινών που δύνανται να τους επιβληθούν για λόγους διαφάνειας και ευθυκρισίας. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρο 103, της συνταγματικής κατοχύρωσης ή προστασίας της μονιμότητας απολαύουν: του υπαλλήλου με τη θέση του. Σύμφωνα με το αρ. 103 Σ, που ρυθμίζει την υπηρεσιακή κατάσταση των οργάνων της διοίκησης, κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο τίθενται οι βασικές αρχές διαφάνειας και αξιοκρατίας με βάση τις οποίες επιλέγονται τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις δημόσιες υπηρεσίες, θέτοντας παράλληλα τα εχέγγυα για τη θωράκιση από τη μη σύννομη υποβίβαση ή παύση τους, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Παράλληλα, στο ίδιο άρθρο παρ. 4, επισημαίνεται ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον οι θέσεις αυτές υπάρχουν. Αυτό συνεπάγεται ότι αυτοί δεν είναι δυνατό να απολυθούν και να προσληφθούν άλλοι στη θέση τους, η οποία θα διατηρείται. Η μοναδική δυνατότητα απομάκρυνσης δημοσίου υπαλλήλου από την οργανική θέση στην οποία είναι διορισμένος, παρέχεται με τυχόν κατάργηση της οργανικής αυτής θέσης.

• Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές5 θέσεις, εφόσον αυτές υφίστανται. Δηλαδή άπαντες οι τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι της Δημόσιας Διοίκησης ανεξαρτήτως κατηγορίας, κλάδου ή βαθμού καθώς και το πολιτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων. • Οι κατέχοντες οργανικές θέσεις στη διοικητική ιεραρχία των Υπηρεσιών του Ελληνικού Κοινοβουλίου υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου στις διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής6. • Οι κατέχοντες οργανικές θέσεις στη διοικητική ιεραρχία των Ο.Τ.Α.7 και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. υπάλληλοι. Αντιστοίχως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου άρθρου, της συνταγματικής εγγύησης της μονιμότητας εξαιρούνται:

5 6 Από τα παραπάνω γίνεται σαφές και κατανοητό 7

Σ, άρθρο 103 παρ. 4.

Σ, άρθρο 103 παρ. 6 εδ. α’.

Σ, άρθρο 103 παρ.6 εδ. β’.

ELSA Komotini

59


• Οι μετακλητοί8 υπάλληλοι, δηλαδή οι ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, δύνανται να εξαιρούνται με Νόμο. • Οι υπάλληλοι9 της Προεδρίας της Δημοκρατίας, των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών. • Το προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη10 χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.

Με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 4, 6 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως και με τις αντίστοιχες διατάξεις των προηγούμενων συνταγματικών κειμένων του 1911, 1927 και 1952 αντίστοιχα, ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να διασφαλίσει τους κατέχοντες οργανικές θέσεις εν γένει δημοσίους υπαλλήλους έναντι της εκτελεστικής λειτουργίας από αυθαίρετες απολύσεις και λοιπές πράξεις αυτής. Από την άλλη ο συντακτικός νομοθέτης δεν απαγορεύει στη νομοθετική λειτουργία ή δεν της αφαιρεί το φυσικό της δικαίωμα με νομοθετικά μέτρα να καταργήσει μεμονωμένες θέσεις ή/και ολόκληρες υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου, αποσκοπώντας στην αναδιοργάνωση και την αναδιάρθρωση του τελευταίου. 8 9 10 α’.

60

Σ, άρθρο 103 παρ. 6. Σ, άρθρο 103 παρ. 5. Σ, άρθρο 103 παρ. 2 εδ. β’ σε συνδυασμό με παρ. 8, εδ.

Modus Legis


Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ του Δημήτρη Αλεξίου Το Σύνταγμα του 1975, όπως έχει αναθεωρηθεί, ανήκει στην κατηγορία των τυπικών και αυστηρών συνταγμάτων, με βασικό ιστορικό, πολιτικό και -πρωτίστως- νομικό χαρακτηριστικό την αυξημένη τυπική ισχύ των διατάξεών του, τη νομική δηλαδή υπεροχή του απέναντι σε όλους τους άλλους, ιεραρχικά κατώτερους, κανόνες δικαίου. Επιπρόσθετα, το Σύνταγμα χαρακτηρίζεται και από την άμεση εφαρμογή του από όλα τα κρατικά όργανα, χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση του κοινού νομοθέτη, όσον αφορά τις ουσιαστικού χαρακτήρα ρυθμίσεις του, οι οποίες αναφέρονται κατά βάση στην προστασία των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, στην αρχή της ισότητας, στις ατομικές ελευθερίες και στα δικαιώματα ομαδικής δράσης. Σε αυτά τα στοιχεία στηρίζεται η έννοια του κράτους δικαίου, του συνταγματικού δηλαδή κράτους στο οποίο η κρατική εξουσία δεν δρα κατά τρόπο ανεξέλεγκτο και απεριόριστο, αλλά θέτει στη δράση της νομικούς φραγμούς, τους οποίους και σέβεται. Στα άρθρα 93 παρ. 4 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, αφενός δηλαδή της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων που τίθενται από το Σύνταγμα ως προς τη θέσπιση των υποδεέστερων κανόνων δικαίου και αφετέρου της μη αντίθεσης του περιεχομένου των αυτών κανόνων προς το Σύνταγμα. Διαμορφώνονται με τον τρόπο αυτό δύο βασικές όψεις της αντισυνταγματικότητας, η τυπική και η ουσιαστική. Η τυπική αντισυνταγματικότητα ελέγχεται με κριτήριο την τήρηση των διαδικαστικών διατάξεων που έχουν τεθεί από το Σύνταγμα για τη θέσπιση των υποδεέστερων κανόνων δικαίου και κατά βάση των τυπικών νόμων, οι οποίοι προέρχονται από την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας. Η ουσιαστική αντισυνταγματικότητα αναφέρεται στο ίδιο το κανονιστικό περιεχόμενο των διατάξεων του κοινού νόμου, το οποίο δεν πρέπει να είναι αντίθετο προς τις ουσιαστικές διατάξεις στου Συντάγματος, με κύρια κριτήρια ελέγχου τις διατάξεις που θεμελιώνουν τα συνταγματικά δικαιώματα, αλλά και οι γενικές αρχές του Συντάγματος. Ο σεβασμός της συνταγματικότητας είναι επομένως αναπόσπαστο στοιχείο του κράτους δικαίου και βασικό παρακολούθημα της

νομικής υπεροχής του Συντάγματος. Στο ελληνικό δίκαιο εμφανίζονται δύο μορφές του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Από τη μία, ασκείται κατά τη διάρκεια και στα πλαίσια της διαδικασίας ψήφισης και έκδοσης των νόμων, οπότε έχει προληπτικό χαρακτήρα και από την άλλη, μετά την έκδοση και θέση σε ισχύ των νόμων και κατά την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οπότε προσλαμβάνει κατασταλτικό χαρακτήρα. Ο έλεγχος επιδιώκει να αποτρέψει στην πρώτη του μορφή τη θέσπιση και στη δεύτερη, την εφαρμογή αντισυνταγματικών κανόνων δικαίου. Ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην ελληνική έννομη τάξη ασκείται σε δύο αλλεπάλληλα στάδια από τα δύο όργανα που συμπράττουν κατά σειρά στη νομοθετική διαδικασία• από τη Βουλή που ψηφίζει και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που εκδίδει και δημοσιεύει το νόμο. Ο προληπτικός αυτός έλεγχος, που διακρίνεται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και σε έλεγχο από τον αρχηγό του κράτους, ονομάζεται συχνά και πολιτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, επειδή ασκείται από πολιτικά (μη δικαστικά) άμεσα όργανα του κράτους. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ασκείται πολιτικά και όχι νομικά, αλλά απλώς δεν προσλαμβάνει τη μορφή αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης. Ακόμα, σε ό,τι αφορά τον θεσμό της αναπομπής, οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας έχουν αποφύγει μέχρι σήμερα να καταφύγουν στο μέσο που τους παρέχει το άρθρο 42 παρ. 2 του Συντάγματος. Αντίθετα, στη Βουλή προβάλλονται όχι σπάνια ενστάσεις αντισυνταγματικότητας κατά νομοσχεδίων. Συνήθως όμως, και οι ενστάσεις αυτές απορρίπτονται καθώς η κοινοβουλευτική (και κυβερνητική) πλειοψηφία δεν επιθυμεί να εκθέσει την Κυβέρνηση, που εισηγείται το επίμαχο νομοσχέδιο. Επομένως, ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν χαρακτηρίζεται ούτε για τη συχνότητα, ούτε για την αποτελεσματικότητά του. Ο κατασταλτικός έλεγχος την συνταγματικότητας στην ελληνική έννομη τάξη ταυτίζεται με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Από την ερμηνεία του

ELSA Komotini

61


Συντάγματος προκύπτει ότι: i) ο έλεγχος αυτός είναι διάχυτος, ότι δηλαδή αρμόδια για την άσκηση του είναι όλα τα δικαστήρια, όλων των βαθμών και όλων των κλάδων, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους. ii) Ο έλεγχος αυτός είναι παρεμπίπτων, δηλαδή το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας δεν είναι το κύριο αντικείμενο μιας ειδικής δίκης περί αντισυνταγματικότητας, αλλά τίθεται παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε δίκης ανοιχτής σε οποιοδήποτε δικαστήριο. Για το λόγο αυτό, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας δεν περιλαμβάνεται ποτέ στο διατακτικό της σχετικής απόφασης, αλλά παραμένει απλά και μόνο στο σκεπτικό της. iii) Τέλος, ο έλεγχος αυτός είναι συγκεκριμένος. Αφενός, δικονομικά το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο κρίνει τη συνταγματικότητα της κρίσιμης -και μόνο- διάταξης, χωρίς να επεκτείνεται στο σύνολο του νόμου ή στην αρχή του νόμου. Αφετέρου, μεθοδολογικά, επιβάλλει τη συγκεκριμένη ερμηνεία του Συντάγματος ενόψει της συγκεκριμένης διάταξης και των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, για τις ανάγκες της οποίας και προβαίνει σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας. Άμεσο και βασικό αποτέλεσμα των τριών αυτών χαρακτηριστικών είναι η έννομη συνέπεια του ελέγχου, η οποία περιορίζεται στον παραμερισμό της αντισυνταγματικής διάταξης, δηλαδή τη μη εφαρμογή της στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά η διάταξη εξακολουθεί να ισχύει. Από τη βασική αυτή αρχή αποκλίνει -υπό όρους- μόνο το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο( ΑΕΔ ). Μέσα στο γενικό αυτό πλαίσιο, οι δικονομικές προσβάσεις για την άσκηση δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας ταυτίζονται με τις υφιστάμενες για κάθε δικαιοδοτικό όργανο δικονομικές προσβάσεις μέσα από την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων. Εξαίρεση αποτελεί η αίτηση προς το ΑΕΔ ή η έκδοση παραπεμπτικής απόφασης προς το ΑΕΔ, όπως προβλέπει το άρθρο 48 του Ν. 345/1976 στο πλαίσιο του άρθρου 100 παρ. 1 περ. Ε’ του Συντάγματος. Ο δικαστικός έλεγχος έχει στο στόχαστρο του μόνο την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα του νόμου, πράγμα το οποίο προβλέπεται ρητά στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, που κάνει λόγο για «περιεχόμενο» του νόμου που είναι αντίθετο με το Σύνταγμα. Ακόμη σαφέστερη είναι η διατύπωση του άρθρου 100 παρ.1 περ. Ε’ του Συντάγματος, που επεκτείνει και ταυτόχρονα περιορίζει τη δικαιοδοσία του ΑΕΔ και στην άρση αμφισβητήσεων ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων του τυπικού νόμου. Ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων είναι πλέον βασικό και σχεδόν αυτονόητο στοιχείο 62

Modus Legis

του συνταγματικού κράτους και συνδέεται άμεσα με τον ίδιο τον τυπικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Ιδιαίτερη είναι και η σημασία των ορίων του ελέγχου μέσα στα οποία εκτείνεται η δικαιοδοσία του δικαστή. Και αυτό λόγω της επικράτησης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον αντικείμενο του ελέγχου είναι ο νόμος, δηλαδή μια κοινοβουλευτική απόφαση, που θεμελιώνεται στη δημοκρατική νομιμοποίηση και τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του κοινοβουλίου. Βιβλιογραφία 1. Εισηγήσεις συνταγματικού δικαίου, Χ. Χρυσανθάκης Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2007 2. Συνταγματικό δίκαιο, Κ. Χρυσόγονος Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003 3. Συνταγματικό δίκαιο, Κ. Μαυριάς Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2005 4. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, Β. Σκουρής - Ε. Βενιζέλος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1985 5. Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, Ε. Βενιζέλος Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ του Γιώργου Κόσσυφα Η «Κοινωνία της Πληροφορίας», όρος που -όπως θα δούμε και στη συνέχεια του παρόντος άρθρουπροστέθηκε στον ύπατο νόμο της Ελληνικής Πολιτείας με την αναθεώρηση του 2001 για να καλύψει το ηλικιακό κενό μεταξύ του Συντάγματος και των νέων μέσων πληροφόρησης τα οποία προσφέρει η εξέλιξη της τεχνολογίας, είναι μια κοινωνική και όχι μια νομική, με τη στενή έννοια του όρου, πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η παρούσα προσέγγιση φιλοδοξεί να καταγράψει τόσο την αξία της ελευθεροτυπίας και της έκφρασης μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) σε σχέση με τη διατήρηση και την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όσο και να παραθέσει παραδείγματα της νομολογίας ανωτάτων δικαστηρίων που διαφωτίζουν γκρίζες ζώνες μεταξύ νομιμότητας και ανομίας σε τέτοιου είδους ζητήματα. Ελευθεροτυπία και Δημοκρατία Η ελευθερία του Τύπου στο ελληνικό Σύνταγμα κατοχυρώνεται κατ’ αρχήν στα αρ. 14 παρ. 1 και 2. Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, έγινε η προσθήκη του αρ. 5Α, ενώ η ατομική άσκηση της ελευθερίας του Τύπου εμπίπτει, κατά την κρατούσα γνώμη, στο περιεχόμενο του αρ. 5 του Συντάγματος, περί της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ισότητας και της ισονομίας εντός των ελληνικών συνόρων. Στην Ευρωπαϊκή έννομη τάξη και συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η ελευθερία του Τύπου κατοχυρώνεται, ως μόριο της ελευθερίας της έκφρασης, στο αρ. 10. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1966, θέτει υπό την προστασία του αρ. 19 παρ. 1 και 2 την ελευθερία της έκφρασης. Το γράμμα του αρ. 10 της ΕΣΔΑ στη παράγραφο 2 αναφέρει, αρκετά γενικά ομολογουμένως, τη θέσπιση περιορισμών από την εκάστοτε εγχώρια έννομη τάξη («Η άσκησις τωv ελευθεριών τούτων,…δύναται να υπαχθή εις ωρισμέvας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις,

πρoβλεπoμέvoυς υπό του νόμου…»), εφόσον υπάρχει απώτερος σκοπός να προστατευθούν κεφαλαιώδη στοιχεία ενός δημοκρατικού κράτους, όπως η εθνική και δημόσια ασφάλεια, η εδαφική ακεραιότητα, η προστασία υπολήψεως και η αντικειμενικότητα της κρίσης των δικαστηρίων. Τα δυο αυτά υπερεθνικά κείμενα (ΕΣΔΑ και ΔΣΑΠΔ) έχουν απορροφηθεί από την ελληνική έννομη τάξη. Διευκρινιστικότερη, ως προς το πεδίο περιορισμών επί της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας της έκφρασης, είναι η διατύπωση του ΔΣΑΠΔ στο αρ. 19 παρ 3. Αφού γίνει αναφορά, λοιπόν, στις ειδικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του ασκούντος την ελευθερία της έκφρασης (αρ. 2), καθίσταται εμφανής η ανάγκη για σαφή εθνική νομοθεσία, η οποία θα λειτουργεί αποτελεσματικά («… να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι») ως αντίβαρο της εν λόγω ελευθερίας. Το αρ. 3 αναφέρεται αρχικά, σε ατομικό επίπεδο, στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της υπόληψής του και σε συλλογικό, στην προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης και υγείας, καθώς και των χρηστών ηθών. Η αφηρημένη διατύπωση του αρ. 10 της ΕΣΔΑ δεν χαρακτηρίζεται πάντως ως ελαττωματική. Ως κείμενο με υπερνομοθετική αξία για όσα έθνη το συνυπέγραψαν, με λιτή και πλήρη διατύπωση ο συντάκτης του επιχειρεί να μην συμπεριλάβει αποκλειστικά τα μέσα που υπήρχαν την περίοδο που τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση (1950). Με αυτόν τον τρόπο η διάταξη έχει αποκτήσει καθολική ισχύ και διαπερνά μελλοντικές τεχνολογικές ανακαλύψεις που θα επηρεάσουν τον τρόπο διάδοσης και έκφρασης πληροφοριών. Η πρόβλεψη αυτή κρίνεται επιτυχής, καθώς δεν έχει παρουσιαστεί ανάγκη αναθεώρησης ή μετατροπής του και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια στηρίζουν τις σχετικές αποφάσεις τους σε αυτό. Αναφορικά με το ελληνικό Σύνταγμα, στην τελευταία αναθεώρηση του 2001, έγινε προσπάθεια για συνταγματική προσαρμογή στο status quo των νέων μέσων πληροφόρησης, με την προσθήκη των άρθρων 5 Α και 9 Α. Το πρώτο ευαγγελίζεται την προστασία του δικαιώματος στην πληροφορία, με ορισμένες επιφυλάξεις

ELSA Komotini

63


για την εθνική ασφάλεια και τάξη, ενώ το δεύτερο αναφέρεται στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, υπό το πρίσμα την εποχής των ηλεκτρονικών μέσων που δύνανται με ευκολία να καταπατηθούν και προβλέπει, τέλος, την ύπαρξη ανεξάρτητης αρχής που θα ελέγχει την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων. Οι αλλαγές αυτές δεν χαίρουν την εκτίμηση των θεωρητικών σχολιαστών της νομικής επιστήμης. Έχει ασκηθεί κριτική σχετικά με το κατά πόσο χρήσιμα είναι αυτά τα νεοεισαχθέντα στοιχεία, εφόσον οι κυρωμένες από την Ελλάδα ΔΣΑΠΔ και ΕΣΔΑ, όπως είδαμε και παραπάνω, καλύπτουν επαρκώς και την πραγματικότητα της σύγχρονης έκφρασης. Επίσης, οι νεολογισμοί των διατάξεων «Κοινωνία της Πληροφορίας», «δικαίωμα στην πληροφόρηση» και «διακίνηση» πληροφοριών σχολιάστηκαν αρνητικά καθώς η ελευθερία της πληροφόρησης είναι σύμφυτη με την ελευθερία της γνώμης1, χωρίς αυτό να την καθιστά υποδεέστερη, αλλά το αντίθετο. Χωρίς την πληροφορία δεν είναι δυνατή η λειτουργία της δημοκρατίας. Η απουσία ενημέρωσης καθιστά αδύνατη την ορθή άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων από τους πολίτες και τον έλεγχο των κυβερνόντων. Η κεφαλαιώδης σημασία της ελευθεροτυπίας και της δημοσιογραφικής έρευνας, της αναζήτησης της αλήθειας -μέσω της συγκρότησης πληροφοριών και της δημοσίευσης της είδησης στο κοινό μέσα από τον Τύπο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο για το δημοκρατικό πολίτευμα- διακρίνεται καθαρά από τη θεσμική κατοχύρωσή της στα προαναφερθέντα νομικά κείμενα. Βασική για την κατανόηση της αξίας της ελευθεροτυπίας είναι η ειδοποιός διαφορά της διατύπωσης. Δεν είναι «δικαίωμα του Τύπου», αλλά ελευθερία. Είναι η, κατά τον Π.Δ. Δαγτόγλου, «θεσμική εγγύηση»2. Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει την ελευθεροτυπία για χάρη των φορέων της την εκάστοτε χρονική περίοδο, αλλά νομοθετεί υπέρ του θεμελιώδους (sine qua non) αυτού θεσμού της σύγχρονης αστικής Δημοκρατίας και της διατήρησης του ανεξάρτητου και φιλελεύθερου χαρακτήρα της. Η ανεξαρτησία του Τύπου ανατροφοδοτεί τη δημοκρατικότητα του πολιτεύματος, υπό την έννοια ότι το επίπεδο και η ποιότητα της δημοκρατικότητας ενός κράτους είναι εύκολο να προσδιοριστεί από το μέγεθος της ελευθερίας του Τύπου. Για τον λόγο αυτό, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) ανά τον κόσμο, όπως η Διεθνής Αμνηστία και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα διεξάγουν αξιολογήσεις στο πεδίο του παραπάνω ζητήματος, με σκοπό την ανάδειξη προβλημάτων __________________________________________

δημοκρατικότητας στις χώρες όλου του κόσμου -τα αποτελέσματα συχνά εκπλήσσουν3, χωρίς όμως να είναι ασύμβατα με τις οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες. Όσο δυσχερέστερες είναι αυτές, τόσο μεγαλύτερες αυθαιρεσίες εντοπίζονται στον αγώνα της «Τέταρτης Εξουσίας» για αντικειμενικώς και πλήρως ενημερωμένο εκλογικό σώμα, τον «ακρογωνιαίο λίθο μιας υγιούς δημοκρατίας», κατά τον Τόμας Τζέφερσον. Το Ελληνικό Σύνταγμα, λοιπόν, στα πλαίσια της γενικής κατοχύρωσης της ελευθεροτυπίας στη χώρα δεν καθορίζει ποιοτικές, αλλά μόνο τυπικές προϋποθέσεις για τα έντυπα και για το ποιοι δύνανται να ιδρύουν ή να μετέχουν επιχειρήσεων και συγκροτημάτων Τύπου, να εργάζονται ως δημοσιογράφοι ή σε παρεμφερή επαγγέλματα εκδόσεων. Επιπλέον, δεν συνάγεται καμία ποιοτική διάκριση ανά έντυπο. Παρ’ ότι παραδοσιακά η ελευθεροτυπία αναφέρεται στα πολιτικά έντυπα, η εξεταζόμενη ελευθερία καταλαμβάνει κάθε είδους έντυπο, διότι δε γίνεται αντιληπτή η διαφοροποίηση μεταξύ «καλών» και «κακών» εντύπων από την ερμηνεία του όλου περιεχομένου (corpus) του Ελληνικού Συντάγματος από τη Μεταπολίτευση και έπειτα. Κανένα πολιτειακό όργανο δεν κατηγοριοποιεί τα έντυπα ανάλογα με το αν η ύλη του εντύπου περιλαμβάνει επιστημονικές προσεγγίσεις πάνω σε φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα ή αναλώνεται σε επιπόλαια σκανδαλοθηρικά ρεπορτάζ με σκοπό την διασκέδαση του αναγνώστη και κρίνει το κατά πόσο εκπληρώνουν τα αρ. 5Α, 9Α α 14 παρ 1, 2 του ελληνικού Συντάγματος. Σημεία πάνω στη Δημοσιογραφική Έρευνα με Παραδείγματα από την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Νομολογία Στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση των δικαιωμάτων που έχει ο ερευνητής δημοσιογράφος, και των ορίων που δεν πρέπει να υπερβαίνει η δημοσιογραφική έρευνα, μέσα από παραδείγματα αποφάσεων του Αρείου Πάγου (ΑΠ), του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) καθώς και λοιπών εθνικών δικαστηρίων με σημαίνουσα νομολογία. Σκοπός είναι η εναργέστερη απόδοση των γενικών κατευθυντηρίων των κανόνων που πρέπει να τηρούνται από τους ασκούντες το επάγγελμα του δημοσιογράφου.

Πριν παρατεθούν οι περιχαρακώσεις του θέματος πρέπει να αναδειχθεί μια σημαντική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με την ελευθερία του λόγου σε μέσα διάδοσης 1Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, ΑΤΟΜΙΚΑ της γνώμης, όπως έντυπα, αλλά και μέσω εκπομπών, από ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, τέταρτη ενημερωμένη έκδοση, εκδόσεις __________________________________________ Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, 644α, σελ 365 2 ο.π.. 669, σελ. 386 3. http://en.rsf.org/press-freedom-index-2013,1054.html

64

Modus Legis


δυνητικές πολιτικού τύπου απειλές. Ο λόγος γίνεται για την υπόθεση Lingens κατά Αυστρίας (08/07/1986), στην οποία ο δημοσιογράφος Lingens είχε δημοσιεύσει μια σειρά άρθρων που σχολίαζαν με διόλου εγκωμιαστικά λόγια τον πρώην Σύμβουλο Kreisky. Ο τελευταίος υπέβαλε εναντίον του μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Η υπόθεση έφτασε ως το ΕΔΔΑ, το οποίο εξέδωσε απόφαση υπέρ του Lingens. Δόθηκε έτσι το έναυσμα για να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση της διάκρισης μεταξύ δεδομένων/γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων πάνω στα δεδομένα. Τα πρώτα είναι δυνατόν να έρθουν στο φως της δημοσιότητας, υπό μορφή εγγράφων, μαρτυριών και καταγεγραμμένου υλικού, ενώ οι προσωπικές αξιολογήσεις δεν είναι δυνατόν να τεθούν υπό αξιολογικό έλεγχο. Για την ιστορία, το ΕΔΔΑ απεφάνθη πως τα στοιχεία στα οποία ο Lingens βάσισε τις εκτιμήσεις του ήταν αδιάσειστα και η έκφρασή του έγινε στα θεμιτά πλαίσια της καλής πίστης, όχι κακόβουλα και εις βάρος του Συμβούλου Kreisky Έκτοτε, η συγκεκριμένη απόφαση χρησιμοποιήθηκε ως νομολογιακό έρεισμα σε πολλές υποθέσεις παρόμοιας φύσης4. Η υπ’ αριθμόν 19/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου καταδικάζει συγκεκριμένο έντυπο για συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος κατηγορουμένου. Δημοσιεύματα αυτού του εντύπου κατηγορούσαν ορισμένο πολίτη, μεταξύ άλλων, για σύσταση σπείρας και συστηματικό εμπρησμό δασικών εκτάσεων με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευσή τους. Τα στοιχεία που παρουσίαζε το ρεπορτάζ έπεισαν την Εισαγγελία να διεξάγει έρευνα επί του θέματος. Ο πολίτης, ένας από αυτούς που προσήχθησαν ως ύποπτοι για εμπρησμό βάσει στοιχείων που προέκυπταν από το ρεπορτάζ, αθωώθηκε εν τέλει και απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Εν συνεχεία στράφηκε εναντίον της εφημερίδας, η οποία πρωτοδίκως καταδικάστηκε. Έπειτα οι εκπρόσωποι του εντύπου άσκησαν έφεση, αλλά το Εφετείο Αθηνών την απέρριψε με την 763/2005 απόφασή του. Τέλος, ο Άρειος Πάγος ακολούθησε την ίδια γραμμή, απορρίπτοντας την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου. Στο κείμενο της 19/2012, ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει το δικαίωμα στη δημοσιογραφική έρευνα ως έναν εκ των στυλοβατών του δημοκρατικού πολιτεύματος, πλην όμως αποδέχεται ότι στα δημοσιεύματα του εντύπου γινόταν κατάχρηση της ελευθερίας αυτής. Συγκεκριμένα, η αιτιολόγηση της απόρριψης αναφέρει πως η οξύτητα και η αυστηρότητα των χαρακτηρισμών του συντάκτη προς τους φερόμενους ως εμπρηστές ήταν αδικαιολόγητη και αυτοί ανεπαρκείς για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Ως αποτέλεσμα προέκυψε η __________________________________________

4.Theory and Practice of European Convention of Human Rights, P. van Dijk & G. J. H van Hoof, Kluwerk LAW International, 1998, σελ. 557, 570, 572

ενοχή του εντύπου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα. Ο απαραίτητος πλουραλισμός και η πολυφωνία στο δημοκρατικό πολίτευμα δεν καλύπτουν την αμετροέπεια και τους αβάσιμους χαρακτηρισμούς που προσβάλλουν την τιμή του ατόμου. Εμβαθύνοντας περαιτέρω στην ελληνική νομολογία, με την απόφαση 248/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε ζήτημα ακύρωσης απόφασης για επιβολή προστίμου σε τηλεοπτικό σταθμό, ο οποίος, κατά τους ενάγοντες, δεν τήρησε την πολιτική πολυφωνία σε τηλεοπτική εκπομπή. Το ΣτΕ δέχθηκε την υπό κρίση αίτηση ακύρωσης της απόφασης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ). Η συγκεκριμένη απόφαση αναιρείται, διότι πρέπει να προσδιορίζεται (κατά το ν. 2328/95) συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα του οποίου η πολιτική φωνή φιμώθηκε επί τούτου στον τηλεοπτικό σταθμό. Κατά το 559 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η ανεπαρκής αιτιολόγηση της απόφασης του ΕΣΡ είναι λόγος αναίρεσης από το ΣτΕ. Η ακρίβεια λόγου και θεμελίωσης, αναφορικά με τον Τύπο και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν πρέπει να χαρακτηρίζει μόνο τους δημοσιογράφους και τους προϊσταμένους τους, αλλά και αυτούς που μεταχειρίζονται έννομα και ένδικα μέσα για να θεραπεύσουν φερόμενες ως άνομες συμπεριφορές. Το επόμενο θέμα υπό συζήτηση εντάσσεται στο σκληρό πυρήνα της ατομικής ιδιωτικότητας. Το 2011 ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών εξέδωσε απόφαση (474/2011) σχετικά με δημοσίευμα σε εφημερίδα που κατήγγειλε απαλοιφή χρέους839,022 € στην Εφορία Νέου Κόσμου και ουσιαστικά την μείωσή του από 841,022 σε 2,000 €. Το ρεπορτάζ παρουσίαζε ως ντοκουμέντα δυο έγγραφα από τον συγκεκριμένο φορέα που φέρονταν ότι αποδείκνυαν αυτό το οικονομικό σκάνδαλο. Το ένα αποδείκνυε το αρχικό χρέος και το δεύτερο έδειχνε να αναφερόταν στο ίδιο χρέος, πλην όμως μειωμένο σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, τα δημοσιοποιημένα έγγραφα της συγκεκριμένης υπηρεσίας, περιέχουν προσωπικά δεδομένα ιδιώτη φορολογουμένου και επομένως καλύπτονται από το φορολογικό απόρρητο. Κατά το δικαστή που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, το άτομο που έβγαλε τα έγγραφα από την υπηρεσία παρέβη το νόμο. Η δημοσιοποίηση τους όμως από τον δημοσιογράφο, εφόσον αυτά καλύπτουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης -το οποίο δικαιολογείται να ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους οικονομικές ατασθαλίες, λόγω της δυσχερούς κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η εθνική οικονομία. Η αγωγή του ενάγοντα κατά του εντύπου που δημοσίευσε το συγκεκριμένο ρεπορτάζ γίνεται εν μέρει δεκτή για άλλο λόγο. Η δημοσιοποίηση καθ’ αυτή δεν αποτελεί έγκλημα, όπως προαναφέρθηκε. Όμως, το έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε έφερε μια σημαντική λεπτομέρεια, μια χειρόγραφη σημείωση ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αναφερόταν στο ίδιο

ELSA Komotini

65


χρέος αλλά σε διακανονισμό του ιδιώτη με το δημόσιο φορέα. Ο δικαστής αποφάσισε να δεχθεί το αίτημα του ενάγοντος για την δημοσιοποίηση από το ίδιο έντυπο, της εν λόγω απόφασης, στην ίδια μάλιστα έκταση που έλαβε το προσβλητικό εν τέλει άρθρο για τον ιδιώτηπολιτικό μηχανικό. Απέρριψε πάντως την αξίωση του τελευταίου για υποχρέωση του εντύπου να απέχει από οποιαδήποτε προσβολή του προσώπου του ενάγοντος στο μέλλον. Η εν μέρει αποδοχή της αγωγής καταδεικνύει εναργώς το θεραπευτικό χαρακτήρα της απόφασης και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης στο πρόσωπο του ενάγοντος με ανάλογο μέτρο και όχι με χρηματική αποζημίωση. Το έντυπο, με τη δημοσιοποίηση της εξευτελιστικής για αυτό απόφασης, πλήττεται στο μόνο πεδίο που θα έπρεπε να το αφορά, αυτό του κύρους των δημοσιευμάτων του. Σε καμία περίπτωση πάντως, δεν λαμβάνονται διαφορετικού τύπου μέτρα από το δικαστή, καθώς καθίστανται απρόσφορα για την εκπλήρωση των ενδεδειγμένων συνταγματικώς σκοπών του Τύπου και τον Μέσων. Οπωσδήποτε, επίσης, δεν παρέχεται στο θιγόμενο κανενός είδους «ασυλία», όπως αυτή που απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο στην εξεταζόμενη απόφαση. Τέλος, στο επίπεδο του ΕΔΔΑ, εξετάζεται το φαινόμενο του «κίτρινου», σκανδαλοθηρικού Τύπου. Στην υπόθεση της MGN Limited κατά Ηνωμένου Βασιλείου (181/2011), τα πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται σε δημοσιεύματα σχετικά με την εισαγωγή διάσημου φωτομοντέλου σε κλινική απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Ενώ το δημοσίευμα, ως κείμενο καλύπτεται από την ύπαρξη δημόσιου ενδιαφέροντος για το σχετικό ζήτημα, η δημοσιοποίηση φωτογραφικού υλικού που επιβεβαιώνει τα περιστατικά, φέρεται να προσκρούσει στο αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα με την ενάγουσα. Η απόφαση του δικαστηρίου έκρινε παραδεκτή την προσφυγή της πλευράς της θιγομένης. Επιπλέον, αναγνωρίζει την παραβίαση του αρ. 10 της ΕΣΔΑ, παρ’ όλα αυτά δεν αναγνωρίζει ότι η περίπτωση είναι επαρκής, ώστε να ενεργοποιηθεί το αρ. 41 περί δίκαιης ικανοποίησης της θιγομένης από το σκανδαλοθηρικό δημοσίευμα. Η υπερεθνική δηλαδή νομολογία παίρνει ουδέτερη στάση 66

Modus Legis

στα δημοσιεύματα αυτά. Βαρόμετρο φαίνεται, σύμφωνα με αυτή την απόφαση, να είναι ο παράγοντας που συντηρεί τον Κίτρινο Τύπο παγκοσμίως, το ενδιαφέρον της κοινωνίας για τέτοιου είδους ιστορίες, η απορρόφηση των ανθρώπων από προσωπικά δράματα και παθήματα προβεβλημένων από τα Μέσα προσωπικοτήτων, αγαπημένων και μη. Τα δράματα είναι προσωπικά και υπό φυσιολογικές συνθήκες η ιδιωτικότητα των παθών που φέρει καθείς εκ των προβεβλημένων ευρέως στα μέσα καλλιτεχνών και προσωπικοτήτων θα ήταν αδιαπραγμάτευτη. Το γεγονός, όμως, ότι έχουν επιτρέψει στα μέσα ενημέρωσης να προβάλλουν την ιδιωτική τους ζωή ή πτυχές της (χαρακτηριστικό, σε επίπεδα γραφικότητας, παράδειγμα είναι τα γνωστά reality shows που θάλλουν από το 2000 και έπειτα παγκοσμίως στον χώρο της τηλεοπτικής διασκέδασης) και επομένως έχουν επιτρέψει να υπάρχει το νομικώς αναγνωρισμένο επιστέγασμα για την παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής


από δημοσιογράφους σκανδαλοθηρικών εντύπων που μεταχείριση αυτών πρέπει να είναι προσεκτική, διακριτική λέγεται «ύπαρξη ενδιαφέροντος από την κοινή γνώμη». και να επιβεβαιώνεται η αλήθεια των ευρημάτων της έρευνας, ώστε να μην κατηγορούν τυφλά ανθρώπους και Συμπέρασμα τους υποβάλουν αναιτίως σε σοβαρή ταλαιπωρία, κόστη και ηθική βλάβη καθώς, όπως παρουσιάστηκε ανωτέρω, Η ελευθερία έκφρασης και δημοσιοποίησης απόψεων και δημοσιεύματα του Τύπου μπορούν μέχρι και εισαγγελική δεδομένων με τη μέθοδο της ερευνητικής δημοσιογραφίας έρευνα να προκαλέσουν, εγκαλώντας, όπου χρειάζεται, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του σύγχρονου πολιτεύματος, και τη δικαστική εξουσία. καθώς η Δημοκρατία βασίζεται τόσο στη διαφάνεια των συνδιαλλαγών μεταξύ των κρατικών φορέων -από το Κοινοβούλιο έως τις τοπικές ΔΟΥ- και των πολιτών, όσο και στην αυτονόητη ελεύθερη διάδοση ιδεών και απόψεων επί παντός επιστητού, αρκεί να μην είναι ψευδής η θεμελίωση τους. Η δημοσιογραφία επιτρέπεται να δημοσιεύει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα με μόνο σκοπό την ανάδειξη και τη στηλίτευση σοβαρών κοινωνικών κακώς κειμένων και για τα οποία υπάρχει εκ μέρους της κοινής γνώμης εγνωσμένη απαξία και ενδιαφέρον. Η

ELSA Komotini

67


Η ΝΟΜΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ των Σαμαντά Κυβέλη και Καμπιανάκη Ιωάννη

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την παράλληλη ανάπτυξη του οικονομικού φιλελευθερισμού, η ρύθμιση των κλειστών επαγγελμάτων συνδέθηκε με την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, πιο διεξοδικός νομικός έλεγχος στα κλειστά επαγγέλματα εφαρμόστηκε μετά την είσοδο του κρατικού παρεμβατισμού ως μορφή οικονομικού δόγματος. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, τα θεσμικά όργανα στοχεύουν σε μία ενεργό πολιτική απορρύθμισης των κλειστών επαγγελμάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι ελεύθεροι επαγγελματίες, μεταξύ των οποίων οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, έχουν υποχρέωση να διαθέτουν ειδική εκπαίδευση για την επίτευξη της ορθής άσκησης του επαγγέλματός τους . Ο τομέας των ελεύθερων επαγγελμάτων χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο ρύθμισης, το οποίο απαντάται είτε µε τη μορφή κανονιστικών διατάξεων που επιβάλλονται από το κράτος είτε µε τη μορφή ρυθμίσεων που θεσπίζονται από τους ίδιους τους συλλογικούς φορείς των εκάστοτε επαγγελματικών κλάδων. Η φύση των ρυθμίσεων κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας είναι δυνατόν να συνδέεται είτε με περιορισμούς στην ελεύθερη διαμόρφωση της τιμής (τιμολογιακοί) είτε με άλλες μορφές ρύθμισης της άσκησης του επαγγέλματος, μεταξύ των οποίων αξίζει να αναφερθούν ο αριθμός των εισερχόμενων στο επάγγελμα, οι δυνατότητες διαφήμισης, καθώς επίσης οι δραστηριότητες που έχουν δικαίωμα να ασκούν μόνο τα μέλη του συγκεκριμένου επαγγέλματος και η οργανωτική διάρθρωση των επιχειρήσεων παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών. Με το παρόν άρθρο επιχειρείται μια συνοπτική ανάλυση των αλλαγών που οδηγούν στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού δικαίου και των πρόσφατων νομοθετικών αλλαγών στην Ελλάδα. Η ανάλυση δε αυτή θα εξειδικεύεται στο δικηγορικό επάγγελμα. Είναι σαφές ότι η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων έχει ως δικαιοπολιτική στόχευση την κατάργηση της νόθευσης του ανταγωνισμού που 68

Modus Legis

απορρέει από την εφαρμοστέα κρατική ρύθμιση, όπως αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 1 του νόμου 3919/2011 και κατοχυρώνεται με το άρθρο 5 §1 του Συντάγματος. Με βάση την τελευταία διάταξη, η οποία προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ελευθερία της εργασίας και του επαγγέλματος συνίσταται στην ελευθερία επιλογής ή αποδοχής και αλλαγής εργασίας, καθώς επίσης και στην ελευθερία αναζήτησης εργασίας. Θεμέλιο της επαγγελματικής ελευθερίας αποτελεί το γεγονός ότι τα επαγγέλματα δεν είναι εκ των προτέρων ορισμένα σε αριθμό, περιεχόμενο ή σκοπό. Φορείς της εξεταζόμενης ελευθερίας είναι τόσο οι εργαζόμενοι με εξαρτημένη εργασία, όσο και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, παρόλο που δεν υπάρχει κάποια εξάρτηση από συγκεκριμένο εργοδότη. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή είναι εφικτό να υλοποιηθεί στο βαθμό που το επιτρέπουν οι συνθήκες της «αγοράς» στο εκάστοτε επάγγελμα. Στην περίπτωση του δικηγορικού επαγγέλματος φερειπείν, η αθρόα εγγραφή νέων δικηγόρων χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη επαγγελματική ύλη ενδέχεται να οδηγήσει στην υποαπασχόληση ή ετεροαπασχόληση. Κατ’ επέκταση, οι επαγγελματικές οργανώσεις των ελεύθερων επαγγελματιών πρέπει να θεωρηθούν ενώσεις επιχειρήσεων για τις εφαρμοστικές ανάγκες του δικαίου του ανταγωνισμού, όπως ακριβώς επισημαίνεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1 του νόμου 3919/2011. Βασικό εργαλείο για την εφαρμογή της αρχής της επαγγελματικής ελευθερίας είναι η κατάργηση των αδικαιολόγητων περιορισμών στους κλειστούς επαγγελματικούς κλάδους. Μεταξύ των υπαρχόντων ρυθμίσεων περιλαμβάνονται περιορισμοί για την χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος, ιδιαίτερες προϋποθέσεις για την είσοδο σε ένα επάγγελμα, κανόνες που διέπουν την συμπεριφορά του ατόμου, καθώς και ρυθμίσεις σχετικά με τις τιμές, τη διαφήμιση και τον τόπο άσκησης εργασίας. Με την ύπαρξη αυτών των περιορισμών ελλοχεύει ο κίνδυνος νόθευσης του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με ενδεχόμενη απόρροια την μείωση των κινήτρων των ελεύθερων επαγγελματιών για προσφορά εργασίας κατά τρόπο αποδοτικό σε σχέση με το κόστος, τις τιμές, την ποιότητα ή την προσφορά


καινοτόμων υπηρεσιών στο κοινό. Αναλυτικότερα, στο δικηγορικό κλάδο το προϊσχύον καθεστώς απαγόρευε την παράσταση δικηγόρων σε αστικές και διοικητικές υποθέσεις εκτός της εφετειακής περιφέρειας της έδρας τους. Ωστόσο, οι δικηγορικοί σύλλογοι προς υπερφαλάγγιση αυτής της απαγόρευσης ανέπτυξαν την πρακτική της «νομιμοποιητικής συμπαράστασης». Η Επιτροπή Ανταγωνισμού με απόφασή της το 2008 κατέκρινε τη νομιμότητα αυτής της αναπτυχθείσας πρακτικής με την αιτιολογία ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν ενεργούν ως επιχειρήσεις για τις εφαρμοστικές ανάγκες του δικαίου του ανταγωνισμού και των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν. Με το νέο καθεστώς του νόμου 3919/2011 καθορίζεται ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου είναι μέλος, καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων. Σημαντική προϋπόθεση του νόμου , σε περίπτωση που κάποιος ασκεί ατομικά τη δικηγορία, αποτελεί η υποχρέωση του να διατηρεί το

γραφείο του στην έδρα του συλλόγου, όπου ανήκει. Στη συνέχεια, ο νόμος επιφέρει την κατάργηση των τιμολογιακών περιορισμών της βασικής παραμέτρου, μέσω της οποίας λειτουργεί ο ανταγωνισμός, δηλαδή της τιμής. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται πως η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με συμφωνίες έγγραφες κι έγκυρες μεταξύ αυτού και του πελάτη του και περιλαμβάνουν είτε το σύνολο της δίκης είτε κατ’ιδίαν πράξεις. Ταυτόχρονα, παύουν να ισχύουν οι υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζόμενων με έναρξη δίκης ή δικαιοδοσίας, ενώ ο όρος «ελάχιστο όριο αμοιβής» μετατρέπεται σε «νόμιμη αμοιβή» στον Κώδικα Δικηγόρων. Βέβαια, η κατάργηση ενός ελάχιστου όρου αμοιβής δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται ο δικηγόρος να παρέχει τις υπηρεσίες του δωρεάν, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επιπρόσθετα, ο νόμος ορίζει την υποχρέωση του δικηγόρου να προκαταβάλει ένα ποσοστό στον οικείο δικηγορικό σύλλογο για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και την απόδοση πόρου, ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. Στο άτυπο σχέδιο νόμου, που διανεμήθηκε στους δικηγορικούς συλλόγους, «καταργούνται» λεκτικά οι ελάχιστες αμοιβές του ν. 2753/1999, αλλά επανέρχονται ως «νόμιμες» αμοιβές, επί των οποίων θα υπολογίζονται οι ασφαλιστικές κρατήσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις. Στην πραγματικότητα, το καθεστώς αυτό δεν θα διαφέρει από το σημερινό, διότι ο δικηγόρος στην πράξη έχει την ελευθερία να εισπράξει χαμηλότερες αμοιβές (και αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά), με τη διαφορά ότι φορολογείται υποχρεωτικά για τις ελάχιστες. Από την υποχρέωση προκαταβολής απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν διαδίκους, που αναγνωρίζονται ως «πένητες» σύμφωνα με τα άρθρα 194

ELSA Komotini

69


- 204 του ΚΠολΔ ή ως δικαιούχοι νομικής βοήθειας, καθώς κι όταν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή για διαδίκους που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία. Γενικά, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων συνιστά ως επί το πλείστον νομοθετική επιλογή που απορρέει από την εκάστοτε κρατική ρύθμιση χωρίς να είναι κατά ανάγκη απόρροια του ενωσιακού δικαίου και της ενωσιακής νομολογίας . Από την πλευρά των επαγγελματικών ενώσεων έχει υποστηριχθεί, ότι οι προκαθορισμένες τιμές παρέχουν ένα μηχανισμό για την εξασφάλιση χαμηλών τιμών. Ωστόσο, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, εντός μια ανταγωνιστικής κατά τα άλλα αγοράς, η ρύθμιση των τιμών είναι απίθανο να εξασφαλίζει τιμές χαμηλότερες από εκείνες που αντιστοιχούν στα επίπεδα που εξασφαλίζει ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Οι επαγγελματικές οργανώσεις έχουν ισχυριστεί ακόμη ότι οι προκαθορισμένες τιμές αποτελούν εγγύηση για την ποιότητα των εργασιών. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος , καθώς οι προκαθορισμένες τιμές δεν μπορούν να αποτρέψουν κάποιους να προσφέρουν υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας. Στα πλαίσια της εφαρμοζόμενης επί του θέματος κρατικής πολιτικής, κρίνεται αναγκαίο ότι όταν εξετάζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα, θα πρέπει να εφαρμόζονται με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Αφενός είναι αλήθεια ότι πολλοί περιορισμοί αποτελούν παρωχημένη αντανάκλαση συντεχνιακών συμφερόντων και αφετέρου τα ελεύθερα επαγγέλματα παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες που επιβάλλουν τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι αντικειμενικά απαραίτητες για την επίτευξη ενός σαφώς διατυπωμένου και θεμιτού στόχου δημοσίου συμφέ��οντος και παράλληλα να αποτελούν μηχανισμό που περιορίζει στο μικρότερο δυνατό βαθμό τον ανταγωνισμό.

70

Modus Legis


ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ: ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΉΣ; Της Χρυσούλας Μαυρομάτη Μια γρήγορη ανάγνωση στην πρόσφατα δημοσιευθείσα έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας υπό τον τίτλο «Turn down the heat- Why a 4°C warmer world must be avoided» θα ήταν αρκετή για να πείσει ακόμη και τους πιο δύσπιστους ως προς την επείγουσα κλήση που απευθύνει ο πλανήτης σ’ έναν κόσμο που δείχνει εσκεμμένα να αγνοεί τις καταστροφικές συνέπειες της ανθρωπογενούς εκμετάλλευσης και υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος. Η ανθρώπινη διάνοια υπήρξε η βασική υπαίτια για την υπερθέρμανση του πλανήτη. Κατά συνέπεια, η ίδια θα πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να την περιορίσει. Η δραστική ουσία του αντιδότου έγκειται στη συνειδητοποίηση και έγκαιρη αντίδραση. Ακόμη κι αν ο βαθμός της ευθύνης δεν κατανέμεται εξίσου σ ‘όλα τα κράτη, εν τέλει στο σύνολο τους θα πρέπει να επιδείξουν την ίδια κινητοποίηση ως προς τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο η ευχέρεια ανάληψης του κόστους τέτοιων δράσεων δεν είναι η ίδια για όλους. Για το ρόλο της πνευματικής ιδιοκτησίας στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις, με τη διχογνωμία να γίνεται εντονότερη σε ό, τι αφορά στην ανισότητα ως προς τα μέσα που διαθέτουν οι ανεπτυγμένες και οι αναπτυσσόμενες ή ελάχιστα αναπτυγμένες χώρες, γεγονός που συνακόλουθα τροφοδοτεί τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (ΔΠΙ) ως εργαλείου μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογής στις νέες συνθήκες που αυτή έχει επιβάλει. Οι πιο χαρακτηριστικές μορφές της πνευματικής ιδιοκτησίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία διαχείρισης της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογής σε αυτή είναι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (patents), τα εμπορικά σήματα (trademarks), τα εμπορικά μυστικά- know how (trade secrets) και τα δικαιώματα επί των νέων φυτικών ποικιλιών (plant breeders’ rights). Παρ’ ότι στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων βρίσκεται ο ρόλος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στη μεταφορά τεχνολογίας (technology transfer), αξίζουν αναφοράς οι προαναφερθείσες κατηγορίες της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι οποίες επίσης μπορούν να

επιστρατευθούν για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών στα περιβαλλοντικά ζητήματα, η οποία τελευταία έχει αυξηθεί λόγω των έντονων συζητήσεων και δράσεων που λαμβάνουν χώρα τόσο σε επιστημονικό όσο και σε άτυπο επίπεδο, εκδηλώνεται σημαντικά και στην καταναλωτική συμπεριφορά τους. Έτσι, σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων παρατηρείται μια μετατόπιση των προτιμήσεων του καταναλωτικού κοινού προς αγαθά τα οποία παράγονται με φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο ή που συναντούν ορισμένα διεθνή περιβαλλοντικά πρότυπα . Τα εμπορικά σήματα διευκολύνουν τη διάδοση φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων με διαφορετικούς τρόπους. Πιο συγκεκριμένα, τα συλλογικά σήματα (collective marks) πληροφορούν τον καταναλωτή για ορισμένες ιδιότητες των αγαθών και υπηρεσιών που επιβραδύνουν την κλιματική αλλαγή, ενώ τα σήματα πιστοποίησης (certification marks) που αποτυπώνονται στις συσκευασίες διαφόρων αγαθών, επί παραδείγματι σήματα που καταδεικνύουν τη χαμηλή περιεκτικότητα ενός προϊόντος σε άνθρακα, ενημερώνουν τον καταναλωτή για τη συμμόρφωση των προϊόντων με περιβαλλοντικά κριτήρια που ορίζονται από σχετικούς οργανισμούς πιστοποίησης . Τα δικαιώματα επί των νέων φυτικών ποικιλιών και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό κίνητρο για την ανάπτυξη νέων φυτικών ποικιλιών που θα είναι ανθεκτικές στις ιδιάζουσες μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μεγάλο κομμάτι του πλανήτη εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Ειδικότερα, οι σημερινές τάσεις αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη, οι αλλαγές στη συχνότητα των βροχοπτώσεων, η τήξη των πάγων, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες έχουν ήδη επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την επάρκεια των τροφίμων και καθιστούν επιτακτική την προσαρμογή στις νέες συνθήκες, οι οποίες δεν επιτρέπουν την καλλιέργεια των παραδοσιακών ποικιλιών . Ως εκ τούτου, οι επιστήμονες και οι καλλιεργητές δυνάμενοι να αποκτήσουν αποκλειστικά δικαιώματα επί των νέων ποικιλιών χάρη στην ανάλογη προστασία που παρέχεται από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, επενδύουν σημαντικά ποσά στην έρευνα και

ELSA Komotini

71


ανάπτυξη για την παραγωγή ανθεκτικών καλλιεργειών, συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση του προβλήματος της επάρκειας τροφίμων . Η επιχειρηματολογία ως προς το ρόλο της πνευματικής ιδιοκτησίας στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής συμπυκνώνεται στο δίπτυχο καινοτομία-μεταφορά τεχνολογίας: καινοτομία για τη δημιουργία περιβαλλοντικά φιλικών τεχνολογιών και μεταφορά τεχνολογίας για την πρόσβαση των αναπτυσσομένων χωρών που δεν διαθέτουν ικανοποιητικό βαθμό τεχνολογικής ανάπτυξης ώστε υποστηρίξουν την παραγωγή τέτοιων τεχνολογιών. Αν ο βέλτιστος συνδυασμός τους μπορούσε να εντοπισθεί σε κάθε μορφή πνευματικής ιδιοκτησίας, τότε η ερώτηση ως προς τη συνδρομή της τελευταίας στη μείωση της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να απαντηθεί κατά τρόπο προφανή. Με βάση αυτή την παρατήρηση, ο ρόλος των εμπορικών μυστικών (trade secrets) θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως προβληματικός, υπό την έννοια ότι μπορούν την ίδια στιγμή να αποτελέσουν τόσο κινητήριο δύναμη όσο και τροχοπέδη στις προσπάθειες μετριασμού της κλιματικής αλλαγής. Τα εμπορικά μυστικά κατά κανόνα, εκλαμβάνονται ως ένας μηχανισμός προώθησης μιας καινοτομίας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας μιας πατέντας . Με αυτό τον τρόπο το καινοτόμο ανθρώπινο δυναμικό των Περιβαλλοντικά Φιλικών Τεχνολογιών (Environmentally Sound Technologies) διασφαλίζει ότι θα αποζημιωθεί για τις πολυδάπανες επενδύσεις στις οποίες έχει προβεί εισπράττοντας τα οικονομικά οφέλη από την καινοτομία και την έρευνα στον τομέα αυτό, χρήματα τα οποία θα ξαναεπενδύσει για περαιτέρω έρευνα και ανάπτυξη. Αυτό το οικονομικό κίνητρο, το οποίο είναι ακόμη πιο έντονο στις περιπτώσεις όπου τα εμπορικά μυστικά

72

Modus Legis

χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εξαιτίας του χαμηλού τους κόστους, ενεργοποιεί τη ροή των εφευρέσεων. Από την άλλη όμως, στο βαθμό που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποφυγή αποκάλυψης σημαντικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω καινοτομία Περιβαλλοντικά Φιλικών Τεχνολογιών, δεν ενθαρρύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας, αν και υπάρχει το ενδεχόμενο αντίστροφης μηχανικής (reverse engineering) . Εκ πρώτης όψεως, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας φαίνεται να διασφαλίζουν τόσο την καινοτομία όσο και τη διάδοση της τεχνολογίας. Όπως και στην περίπτωση των εμπορικών μυστικών, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας παρέχουν το απαιτούμενο κίνητρο για καινοτομία. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζονται αποκλειστικά δικαιώματα στον κάτοχο της ευρεσιτεχνίας και ενθαρρύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας μέσω της δημοσίευσης των αξιώσεων της εφεύρεσης (patent claims) . Παράλληλα εμπλουτίζεται η μέχρι πρότινος διαθέσιμη γνώση και ενισχύεται η εφευρετική δραστηριότητα που χτίστηκε επί των υπαρχόντων ευρεσιτεχνιών .Ωστόσο, λόγω της πρωτοφανούς επιτάχυνσης των αιτήσεων για τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για Περιβαλλοντικά Φιλικές Τεχνολογίες τα τελευταία χρόνια, καθώς και εξαιτίας της γεωγραφικής κατανομής της καινοτομίας, η οποία σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία συγκεντρώνεται κυρίως στην Ιαπωνία, τις ΗΠΑ και τη Γερμανία , η συζήτηση για το αν ένα ισχυρό καθεστώς δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας διευκολύνει ή εμποδίζει την διάδοση της τεχνολογίας έχει γίνει πιο έντονη κυρίως την τελευταία δεκαετία. Οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ζητήσει τη δημιουργία ενός ειδικού, διαφοροποιημένου


καθεστώτος για τις Περιβαλλοντικά Φιλικές Τεχνολογίες, προκειμένου να μην παρακωλύεται η διάδοση των περιβαλλοντικών τεχνολογιών. Αντιθέτως οι βιομηχανικές χώρες υποστηρίζουν ότι τα κίνητρα που παρέχονται από το υπάρχον καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας ενισχύουν τα κίνητρα διάδοσης της τεχνολογίας χάρη στα αποκλειστικά δικαιώματα που εξασφαλίζουν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στους κατόχους τους. Αντί να αναλωνόμαστε σε ατέρμονες συζητήσεις για την ορθότητα των παραπάνω πολωμένων απόψεων, είναι προτιμότερο να διερευνήσουμε τυχόν καινοτόμες λύσεις που συνδυάζουν ευελιξία στα όρια του υπάρχοντος καθεστώτος πνευματικής ιδιοκτησίας στο πλαίσιο καθώς και νέες τάσεις στην ιδιοκτησία και την ανταλλαγή γνώσεων και τεχνολογιών , λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας να ενεργούν είτε ως εμπόδιο είτε ως κίνητρο για τη μετάδοση της τεχνολογίας . Σημαντικό είναι να μην υποβαθμίσουμε τις λύσεις που παρέχονται από τη «Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου» (TRIPS) . Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, προβλέπεται σημαντική ευελιξία για τα κράτη μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ως προς τη δικαιολογητική βάση έκδοσης υποχρεωτικών αδειών (compulsory licensing). Κάθε χώρα είναι ελεύθερη να παρ��χωρεί μη αποκλειστικές άδειες σε άλλους παραγωγούς για την παραγωγή Περιβαλλοντικά Φιλικών Τεχνολογιών, έχοντας καταβάλει νωρίτερα επαρκή αμοιβή στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ως εκ τούτου, η ανάγκη μιας χώρας να επιτύχει τους στόχους της για μετριασμό της αλλαγής του κλίματος αποτελεί θεμιτό λόγο για την έκδοση υποχρεωτικής άδειας . Οι αναπτυσσόμενες χώρες στο πλαίσιο αυτής της διάταξης μπορούν να αποφασίσουν την έκδοση υποχρεωτικών αδειών εκμετάλλευσης για την τεχνολογία που έχει κατοχυρωθεί στην επικράτεια τους με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από ξένες εταιρείες και, κατά συνέπεια, να επιτύχουν την ανάπτυξη της εγχώριας καινοτομίας μέσα από τη διάδοση της γνώσης που έχει νωρίτερα εξασφαλισθεί μέσω των υποχρεωτικών αδειών. Ωστόσο η συμφωνία TRIPS δεν προβλέπει την έκδοση διεθνών υποχρεωτικών αδειών για εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας των αναπτυγμένων χωρών αντιδρούν εξαιτίας του φόβου του ανταγωνισμού. στην παραχώρηση αδειών σε επιχειρήσεις των αναπτυσσομένων χωρών. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβάλλονται σημαντικοί περιορισμοί στην έκδοση υποχρεωτικών αδειών για την προμήθεια εξαγωγικών αγορών . Μια πιθανή απαλλαγή από την υποχρέωση του άρθρου 31 (f) της συμφωνίας TRIPS για την κατά κύριο λόγο προμήθεια της εγχώριας αγοράς, παρόμοια με εκείνη που προβλέπεται στην απόφαση του ΠΟΕ για τη δημόσια υγεία , θα εξασφάλιζε την προμήθεια των εξαγωγικών αγορών, διασφαλίζοντας, έτσι, ένα θετικό

αποτέλεσμα σ ‘ό, τι αφορά στη διάδοση της τεχνολογίας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Επιπρόσθετη ευελιξία που παρέχεται από τη συμφωνία TRIPS είναι η δυνατότητα καθορισμού εξαιρέσεων από τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, οι χώρες μπορούν να ορίσουν εξαιρέσεις όσον αφορά στις περιβαλλοντικές τεχνολογίες , προκειμένου να επιτραπεί η χρήση, λόγου χάρη για επιστημονική έρευνα ή σκοπούς διδασκαλίας . Μια πρόταση που έχει συζητηθεί έντονα κατά καιρούς είναι η απαλλαγή από τη προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η Ινδία πρότεινε το 1996 εξαίρεση από την κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των περιβαλλοντικά φιλικών τεχνολογιών και πιο πρόσφατα εξαίρεση μόνο για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ενώ η πρώτη πρόταση δεν θα μπορούσε ποτέ να εγκριθεί από τις ανεπτυγμένες χώρες. Εντούτοις, η δεύτερη δεν ακούγεται και τόσο ανέφικτη, δεδομένου ότι οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα μπορούσαν να εισπράξουν το κόστος της καινοτομίας τους μέσω μονοπωλιακής εκμετάλλευσης της εφεύρεσής τους στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, και για τις δύο επιλογές, είναι απαραίτητη η τροποποίηση της συμφωνίας TRIPS. Εκπρόσωποι των αναπτυσσομένων χωρών, καθώς και διάφοροι συγγραφείς έχουν κατά καιρούς προτείνει διάφορες ριζοσπαστικές και καινοτόμες λύσεις. Κοινός παρονομαστής όλων των προτάσεων είναι η έννοια της διεθνούς συνεργασίας, όπου η έμφαση δίνεται στην αντίληψη ότι η τεχνολογική απομόνωση μπορεί να είναι ακόμη πιο επιζήμια, σε μια εποχή που η συντονισμένη διεθνής δράση είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Μια διεθνής συμφωνία για τη χορήγηση υποχρεωτικών αδειών για τις περιβαλλοντικές τεχνολογίες θα μπορούσε να διευκολύνει την εναρμόνιση των διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών και να προωθήσει τη χρήση των υποχρεωτικών αδειών σ’ αυτό τον τομέα, εξασφαλίζοντας επίσης την έκδοση υποχρεωτικών αδειών προς τις εξαγωγικές αγορές. Η λειτουργία ενός διεθνούς ταμείου για την αγορά αδειών, θα μπορούσε επίσης να διευκολύνει την πρόσβαση των αναπτυσσόμενες χωρών στις περιβαλλοντικές τεχνολογίες. Τα Μοντέλα Ανοιχτής Καινοτομίας (Open Innovation Models), καθώς και τα Μοντέλα Ανοικτού Κώδικα (Open Source Models) βασίζονται στην έννοια της συνεργασίας και την αξιοποίηση των πόρων εκτός των ορίων της επιχείρησης μέσω δικτύων συνεργασιών. Στα Μοντέλα Ανοιχτής Καινοτομίας οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ιδέες οι οποίες εκτείνονται εκτός των ορίων της επιχείρησης με τη δημιουργία, για παράδειγμα, κοινών δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης, ενώ στα Μοντέλα Ανοικτού Κώδικα υπάρχει ένας συνεργατικός τρόπος παραγωγής, ελέγχου και διανομής, όπου τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας υπόκεινται στην παραχώρηση αδειών. Μια άλλη δυναμική λύση που έχει επανειλημμένα

ELSA Komotini

73


προταθεί και έχει αρχίσει τελευταία να αναπτύσσεται είναι η δημιουργία κοινοπραξιών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Patent Pools). Οι εν λόγω κοινοπραξίες επιτρέπουν διαφορετικούς κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας να μοιραστούν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους μεταξύ τους ή με τρίτους, διαπραγματευόμενοι αντίστοιχες άδειες. Για παράδειγμα, μια κοινοπραξία εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνίας για τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να συνδυάσει πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας σχετικά με μια εφαρμογή και μέσω της έκδοσης αδειών για τη χρήση τους να ενθαρρυνθεί η μεταφορά τεχνολογίας. Έτσι παρέχεται ευελιξία στη χρήση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, χωρίς να απορρίπτεται η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Τέλος, μπορούν να προταθούν εναλλακτικοί μηχανισμοί αδειοδότησης, οι οποίοι να παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με τους ήδη υπάρχοντες. Ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η εφαρμογή των Δίκαιων Αδειών Πρόσβασης (Equitable Access Licensing) για σκοπούς μεταφοράς τεχνολογίας, σύμφωνα με την οποία, ένα πανεπιστήμιο έναντι επαρκούς ανταλλάγματος (fair royalty payment) θα χορηγεί μη αποκλειστική άδεια για τη χρήση πατενταρισμένης τεχνολογία από αναπτυσσόμενες χώρες. Ως εκ τούτου, χώρες χαμηλού εισοδήματος θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στην πατενταρισμένη τεχνολογία σε προσιτή τιμή. Βάσει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχουν λάβει αρκετά έντονη κριτική που φαίνεται να αγνοεί το συνδυαστικό αποτέλεσμα της ενίσχυσης της καινοτομίας και μεταφοράς τεχνολογίας που παράγεται στο πλαίσιο ενός ισορροπημένου και αναπτυξιακά προσανατολισμένου καθεστώτος πνευματικής ιδιοκτησίας. Μια πολιτική προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας που μεγιστοποιεί τα κίνητρα για καινοτομία και μετάδοση τεχνολογίας για τις αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο όταν οι περιορισμοί που οι τελευταίες βιώνουν λαμβάνονται υπόψη. Ο ρόλος των ανεπτυγμένων χωρών στο σημείο αυτό είναι ζωτικής σημασίας. Οι ανεπτυγμένες χώρες, καθοδηγούμενες από την αρχή της κοινής αλλά διαφοροποιημένης ευθύνης, πρέπει να αναλάβουν το υψηλό μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί για την κλιματική αλλαγή και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός κόσμου που τελεί υπό την απειλή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως μέσο κερδοφορίας και ωφέλειας, αλλά και ως εργαλείο προώθησης μιας αναπτυξιακής και περιβαλλοντικής πολιτικής.

74

Modus Legis


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ-ΝΟΜΙΚΟ DEBATE: «ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ» των Αδαμαντια Καραμανου και Ελένη Μπολιουδάκη Στις 20 Μαρτίου 2013 το δίκτυο της ELSA (The European Law Students’ Association) γιόρτασε την ELSA DAY, μια μέρα αφιερωμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα, όπου όλα τα κατά τόπους σωματεία διοργάνωσαν την ίδια μέρα εκδηλώσεις με θέμα τα δικαιώματα του ανθρώπου. Με τη σειρά της η ELSA Κομοτηνής διοργάνωσε Σεμινάριο – Νομικό Debate με θέμα «Επιστήμη και Ανθρώπινα Δικαιώματα», σε συνεργασία με το Ρητορικό Όμιλο Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Η εν λόγω εκδήλωση έλαβε χώρα την Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013 στο Θρακικό Πνευματικό Κέντρο-Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής. Πρόκειται για την πέμπτη κατά σειρά ημερίδα που διοργανώνει η ELSA Κομοτηνής. Εισηγητές καθώς και κριτική επιτροπή του debate ήταν ο κ. Χρυσομάλλης Μιχαήλ, επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ, ο κ. Βαθιώτης Κωνσταντίνος, επίκουρος καθηγητής Ποινικού Δικαίου και ο κ. Παπασταυρίδης Ευθύμιος, ειδικός επιστήμονας Διεθνούς Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ. Ομιλητές του debate ήταν φοιτητές, μέλη της ELSA Κομοτηνής καθώς και μέλη του Ρητορικού Ομίλου ΔΠΘ. Το Σεμινάριο διεξήχθη σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται για την οργάνωση ενός Νομικού Debate και τους κανόνες της ρητορικής τέχνης. Ειδικότερα, δύο ομάδες των τριών ατόμων κλήθηκαν να επιχειρηματολογήσουν, η μία ομάδα υπέρ (Κυβέρνηση) και η άλλη κατά του θέματος (Αντιπολίτευση). Στο σημείο αυτό θα ήταν γόνιμο να αναφερθεί ότι οι ομάδες παίρνουν τις παραπάνω ονομασίες κατά παράδοση , είναι σχηματικές και δε σχετίζονται με πραγματικές πολιτικές θέσεις, καθώς οι ομάδες υποδύονται τις ομώνυμες πολιτικές οντότητες μονάχα ως προς την υποστήριξη ή όχι του θέματος. Κατ’ αντιστοιχία ο αρχικός ομιλητής της πρώτης ομάδας, καλείται εθιμοτυπικά «πρωθυπουργός», ενώ είθισται, επίσης, ο πρώτος ομιλητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης να προσδιορίζεται ως «Αρχηγός της Αντιπολίτευσης». Το Νομικό Debate ξεκίνησε με την παρουσίαση ενός video, το οποίο εισήγαγε το θέμα του αγώνα: <<H Βουλή πιστεύει ότι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

μπορούν να θυσιάζονται στο βωμό της επιστημονικής εξέλιξης.>> Η πρώτη ομιλήτρια και Πρωθυπουργός της Κυβέρνησης, Ευδοκία Τραγγάλου έδωσε τον ορισμό του θέματος. Με τον όρο επιστήμη όρισε τις θετικές επιστήμες που έχουν ως στόχο την τεχνολογική εξέλιξη, την απάντηση σε θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, καθώς και την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του συνόλου της κοινωνίας. Ως ανθρώπινα δικαιώματα όρισε το βασικό πυρήνα των δικαιωμάτων όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα και γίνονται αποδεκτά από το σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι πρέπει να παρέχεται ευχέρεια στην επιστημονική κοινότητα να υπερκερνά τα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν το επιτάσσουν οι επιστημονικές εξελίξεις. Επί της ουσίας αναζητά την χρυσή τομή ανάμεσα στην επίτευξη της επιστημονικής προόδου και τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πρώτο επιχείρημα αποτέλεσε η υπεροχή του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου ως παράδειγμα τη δυνατότητα να περιοριστούν ανθρώπινα δικαιώματα για τη θεραπεία ασθενειών-μάστιγες. Σε δεύτερη βάση υπογραμμίστηκαν τα οικονομικά οφέλη που θα προκύψουν από την επιστημονική πρόοδο. Συγκεκριμένα, η ομιλήτρια αναφέρθηκε στην αύξηση των θέσεων εργασίας και στην αύξηση της παραγωγής που θα οδηγήσουν σε μια ισχυρή οικονομία. Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας αποτέλεσε το τρίτο επιχείρημα της Πρωθυπουργού, και ιδιαίτερα το δικαίωμα στην επιστημονική εξέλιξη που θα επιφέρει οφέλη τόσο στον ίδιο τον επιστήμονα όσο και στην κοινωνία ολόκληρη. Σε ερώτημα που τέθηκε σχετικά με την καταχρηστική επίκληση δικαιώματος, όταν με αυτό πρόκειται να παραβιαστούν άλλα δικαιώματα, η Πρωθυπουργός επισήμανε ότι δεν δύναται διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων. Τέλος, η ομιλήτρια απέρριψε την νομιμοποίηση της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων ενώ παράλληλα, τόνισε την αναγκαιότητα θέσπισης ηθικού και νομικού περιβλήματος της επιστημονικής προόδου. Ο δεύτερος ομιλητής της Κυβέρνησης, Δημήτρης Κουρέας, προσδιόρισε τις περιπτώσεις στις οποίες

ELSA Komotini

75


ενδείκνυται να εφαρμοστούν οι επιστημονικές έρευνες. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο γενετικό επανασχεδιασμό του εμβρύου, στη συνεισφορά της παρένθετης μητρότητας για μια οικογένεια και στους πολίτες που δέχονται εκουσίως να συμμετέχουν σε επιστημονικέςφαρμακευτικές έρευνες. Έπειτα, αναφέρθηκε στην ευθύνη του επιστήμονα τονίζοντας την αναγκαιότητα οριοθέτησης και ελέγχου αυτής με την αρμόζουσα εποπτεία της πολιτείας. Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι ο περιορισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων αναφέρεται ουσιαστικά στην ενδυνάμωση ενός υπέρτερου ανθρώπινου δικαιώματος, στηρίζοντας αυτό το επιχείρημα στο γεγονός ότι ο γενετικός επανασχεδιασμός αποτελεί έκφραση του δικαιώματος όχι απλά στη ζωή αλλά στην ευζωία. Στην επιχειρηματολογία του πρόσθεσε ότι κρίνεται απαραίτητο ένα στάδιο χρονικής ωρίμανσης από την κοινωνία μέχρι τη δημιουργία ενός νέου δικαιώματος, όπως αυτό της παρένθετης μητρότητας σύμφωνα με το αρ.1458 ΑΚ. Σε ερώτημα που του τέθηκε σχετικά με την κατάργηση του πυρήνα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο ομιλητής επεσήμανε ότι δίχως το στοιχείο της διακινδύνευσης δεν μπορεί να συντελεστεί η επιστημονική εξέλιξη και τόνισε την ευθύνη της κοινωνίας, δηλαδή των πολιτών και του πολιτικού συστήματος, για το πώς θα αξιοποιήσουν τα επιτεύγματα της επιστήμης. Ο τρίτος και τελευταίος ομιλητής της Κυβέρνησης, Θάνος Τσάκωνας, πριν παραθέσει την σύνοψη της επιχειρηματολογίας της Κυβέρνησης έθιξε δύο ακόμη ζητήματα. Αρχικά, επεσήμανε ότι «το κοινωνικό συμφέρον είναι αξία πανανθρώπινη που δεν επιβάλλεται ούτε από κοινωνικές ομάδες ούτε από φυλές» και τόνισε ότι ανώτατο όριο δράσης της επιστημονικής εξέλιξης είναι εκείνα τα ανθρώπινα δικαιώματα που βασίζονται σε αντικειμενικές αλήθειες κι όχι εκείνα που διαμορφώνονται από τη βούληση της εκάστοτε Κυβέρνησης. Έπειτα, προχώρησε στη σύνοψη των επιχειρημάτων, αναφέροντας ως βασικότερο το κοινωνικό συμφέρον μέσω της εξέλιξης της επιστήμης και ιδιαίτερα το δικαίωμα του ανθρώπου στο “ευ ζην”, προτείνοντας παράλληλα όχι τον περιορισμό αλλά την μακροπρόθεσμη ενίσχυση και ενδυνάμωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στη συνέχεια, μίλησε για την αδιαίρετη σύνδεση της επιστήμης και του στοιχείου της διακινδύνευσης καθώς και την ευθύνη τόσο της κοινωνίας όσο και του επιστήμονα στις επιστημονικές έρευνες. Τέλος, υπενθύμισε τη θέση της ομάδας του αναφορικά με τα ευεργετικά αποτελέσματα των επιστημονικών επιτευγμάτων στην οικονομία της χώρας. Από την άλλη πλευρά, η θέση της Αντιπολίτευσης εκφράστηκε αρχικά από την Αρχηγό αυτής, Δήμητρα Λουιζίδου, η οποία αποδέχτηκε τον ορισμό που έδωσε η Κυβέρνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά τόνισε την παράλειψη να προσδιοριστεί το σε ποιους θα εφαρμοστούν οι επιστημονικές έρευνες. Ξεκίνησε 76

Modus Legis

την επιχειρηματολογία της λέγοντας ότι το δικαίωμα του επιστήμονα έχει ήδη κατοχυρωθεί νομικά, όμως το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει να υπερκερνά το θεμελιώδες δικαίωμα στην προσωπικότητα, δρώντας ως υπεράνθρωπος. Στη συνέχεια, παρέθεσε το παράδειγμα του βάναυσου θανάτου 372 Αφροαμερικανών κατά τη διάρκεια πειράματος για τη θεραπεία της σύφιλης στην Αλαμπάμα. Κατηγόρησε την Κυβέρνηση για παραβίαση του Συντάγματος και Διεθνών Κειμένων και διασαφήνισε ότι σκοπός της επιστημονικής έρευνας είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ανθρώπου, άρα είναι παράδοξο να υποστηρίζεται η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων προς χάριν του ανθρώπου. Τέλος, υπογράμμισε ότι η αρχή του συμβιβασμού που προτείνει η Κυβέρνηση σηματοδοτεί την αρχή του τέλους με σκοπό τη μετατροπή του ανθρώπου σε υποχείριο και πειραματόζωο, πολιτική την οποία η Αντιπολίτευση καταδικάζει. Ο δεύτερος ομιλητής της Αντιπολίτευσης, Μανώλης Μπουγακιώτης, ξεκίνησε την ομιλία του διαμηνύοντας ότι η Κυβέρνηση υποστηρίζει μια περιπτωσιολογική αναφορά στα υποκείμενα εφαρμογής των επιστημονικών ερευνών, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την κατάργηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, εξυψώνοντας την επιστήμη σε υπερδικαίωμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η Αντιπολίτευση στηρίζει τη διακινδύνευση στην επιστημονική έρευνα, με θεσμικό πλαίσιο και δεν θεωρεί ότι η ευθύνη της κοινωνίας για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί κριτήριο για την καταπάτηση τους ή όχι. Έπειτα, προχώρησε στην επιχειρηματολογία του αναφερόμενος στην παραβίαση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, το οποίο κατά βάση στηρίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα. Επικαλείται το άρθρο 48 του Συντάγματος, ως τη μοναδική νομοθετική περίπτωση αναστολής των ανθρώπινων δικαιωμάτων και δεν συμμερίζεται την εκμετάλλευση του πολίτη από την εκάστοτε πολιτική εξουσία στο βωμό της επιστημονικής εξέλιξης. Αναφέρθηκε επίσης στην παραβίαση της αρχής της ισότητας, σύμφωνα με το άρθρο 4§1 Σ, καθώς αφενός δίνεται υπερεξουσία στους επιστήμονες, αφετέρου οι πολίτες υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση, αφού ορισμένοι μετατρέπονται σε πειραματόζωα και οι άλλοι επωφελούνται των προϊόντων της επιστημονικής προόδου. Επιπλέον, τόνισε ότι η επιστήμη δεν εγγυάται το αποτέλεσμα των ερευνών της. Η ανασφάλεια αυτή του δικαίου, η πλήξη της κοινωνικής σύμβασης καθώς και η καλλιέργεια του φόβου αποτελούν τις κοινωνικές συνέπειες της κατάργησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Έθεσε το ερώτημα υπέρ ποίου συντελείται η κοινωνική πρόοδος, αφού έχουν προηγουμένως καταπατηθεί τα δικαιώματα του ανθρώπου. Τέλος, ο ομιλητής υποστήριξε ότι η σημερινή οικονομική κρίση αποτελεί πρόφαση για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.


Η τελευταία ομιλήτρια και Συνόπτης της Αντιπολίτευσης, Δανάη Μπέκα, χαρακτήρισε σε πρώτο επίπεδο το πλάνο της Κυβέρνησης ως παράνομο καθώς οι προτάσεις της αντιτίθενται τόσο στο Σύνταγμα , όσο και στα διάφορα Διεθνή Σύμφωνα και Συμβάσεις (ΕΣΔΑ, ΔΣΑΠΔ, ΔΣΟΚΠΔ). Παράλληλα, σημείωσε ότι η παρανομία διαφαίνεται στην παραβίαση της αρχής της ισότητας με την παροχή υπερεξουσίας στους επιστήμονες. Τόνισε ακόμη ότι η αντίπαλη ομάδα αυτοαναιρείται αφού από τη μία πλευρά τίθεται υπέρ της ωφέλειας του ανθρώπου από τα επιτεύγματα της επιστήμης και από την άλλη επιτρέπει την αναγκαία θυσία του για χάρη της ενώ ενστερνίζεται την μακροπρόθεσμη ενδυνάμωση του κοινωνικού συνόλου «σε ένα μέλλον αβέβαιο, χωρίς εγγύηση της επιτυχίας της επιστήμης», σύμφωνα με τα λεγόμενά της τελευταίας ομιλήτριας της Αντιπολίτευσης. Σε ερώτημα που της απηύθηνε η Κυβέρνηση για το αναγκαίο ρίσκο της επιστημονικής έρευνας για χάρη της κοινωνικής προόδου, απάντησε ότι αυτή η επίκληση σε παγιωμένες αρχές της κοινωνίας για την κατάργηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ταιριάζει σε αυταρχικά και απολυταρχικά καθεστώτα. Συνέχισε υπογραμμίζοντας την οπισθοδρόμηση της Κυβέρνησης με την αμφισβήτηση των κοινωνικών κεκτημένων από τον περιορισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τόνισε για την ανηθικότητα του σχεδίου της Κυβέρνησης καθώς η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πρέπει να καταπατείται γιατί είναι απόλυτο δικαίωμα. Τέλος, αναφέρθηκε στην αδυναμία υλοποίησης του πλάνου της Κυβέρνησης, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί την εξουσία που του δίνεται, λόγω της φύσης του, με αποτέλεσμα να την καταχράται. Καταληκτικά επισημάνθηκε για μία

ακόμα φορά η θέση της Αντιπολίτευσης ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπερισχύει όλων και πρέπει να προστατεύεται. Μετά το τέλος του αγώνα η κριτική επιτροπή κλίθηκε να ασκήσει κριτική στα όσα αναφέρθηκαν κατά τη ��ιάρκεια του debate ενώ ακολούθησε μία μικρή εισήγηση των κριτών σχετικά με το θέμα Επιστημονική Ελευθερία και Ανθρώπινα Δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ο κ. Χρυσομάλλης ανέφερε ότι είναι σκόπιμο να υπάρξει μία στάθμισητων ανθρώπινων δικαιωμάτων και της επιστημονικής προόδου και ότι αποτελεί ευθύνη της εκάστοτε Κυβέρνησης -καθώς αυτή είναι που χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο τις επιστημονικές έρευνες- η στάθμιση αυτή. Ο κ. Παπασταυρίδης, αντίθετα, εξέφρασε την άποψη ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιορίζονται και ειδικότερα ότι σύμφωνα με την ΕΣΔΑ το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και το δικαίωμα στην απαγόρευση των βασανιστηρίων και της εξευτελιστικής και απάνθρωπης μεταχείρισης είναι απόλυτο, συνεπώς δεν τίθεται θέμα στάθμισης ούτε όμως και αναλογικότητας. Ο κ. Βαθιώτης υποστήριξε, ότι εφόσον το θέμα περιορίστηκε από τον τίτλο του στα πειράματα δεν μπορούσε να γίνει ουσιαστικός αντίλογος, αντιθέτως αν δεν περιοριζόταν τόσο το θέμα και αυτό που τελικά θυσιαζόταν για την επιστημονική εξέλιξη ήταν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεν θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αμφιβολίας για το αγαθό αυτό διότι έχει θεσμοθετηθεί και προστατευτεί από τον ίδιο τον νομοθέτη με νόμους και διατάξεις, αναφέροντας ως παράδειγμα την προεξαγγελτική γενετική διάγνωση (αρ.10 ν.3305/2005) και την απαγόρευση της αναπαραγωγικής κλωνοποίησης (αρ.1435 ΑΚ και αρ.26 ν.3305/2005). Τέλος, επεσήμανε αναφορικά με τη θυσία

ELSA Komotini

77


του ανθρώπου προς όφελος της κοινωνικού συνόλου , ότι ζούμε σε μια ‘’μεταηρωική’’ κοινωνία στην οποία ο καθένας αποσκοπεί στο προσωπικό συμφέρον, τονίζοντας την αναγκαιότητα συλλογικής συνείδησης. Αξιολογώντας λοιπόν, την επιχειρηματολογία, τις ρητορικές ικανότητες και την παρουσία του κάθε ομιλητή, νικήτρια ομάδα, σύμφωνα με την κρίση των καθηγητών, ανακηρύχθηκε η ομάδα της Κυβέρνησης. Αξίζει τέλος να αναφερθούν και τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκδήλωσης, όπου τέθηκε το ερώτημα: Τα ανθρώπινα

78

Modus Legis

δικαιώματα μπορούν να θυσιάζονται στο βωμό της επιστημονικής προόδου; Πριν το debate: το 84,5% διαφωνούσε, το 15% συμφωνούσε και το 0,5%ψήφισε λευκό. Μετά το debate: το 67% διαφωνούσε , το 29% συμφωνούσε και το 4% ψήφισε λευκό. Συνεπώς, τα εκτεθέντα από τους ομιλητές επιχειρήματα προβλημάτισαν το ακροατήριο για το συγκεκριμένο ζήτημα, αποδεικνύοντας έτι μία φορά ότι τα όρια μεταξύ ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επιστημονικής προόδου είναι δυσδιάκριτα.



Modus Legis #03 - The Magazine of ELSA Komotini