Page 1

τεύχος 05 αύγουστος 2015


θρόνος


κατερίνα πορταρίτη

01 19


θρόνος ροκ συγκρότημα κέδρος οι καλοκαιρινοί τόποι που αγαπήσαμε νησί nature morte μικρόβια ομοιοπαθητικοί καπνιστές τελευταίο φως μάγισσα κίρκη αντηλιακό και φρέσκο παγωτό


αχινοί χαρούπια πεταλίδες κά μπινγκ ήλιος σκιά μεσημέρι ο χρόνος του καλοκαιριού ήσυχα χνούδια γοργόνα ζορμπάς ετικέτα βούδας χο τσι μίνχ αφροδίτη ζινέλια φιντέλ ταρκόφσκι


κατερίνα μάδη

κέδρος


περιεχόμενα

01 / κατερίνα πορταρίτη 02 / κατερίνα μάδη 03 / γιάννης κωσταρής 04 / φραντζέσκα ντόγκα 05 / άννα γιαρμενίτη 06 / γιάννης κωσταρής 07 / αλεξάνδρα και μελισσάνθη σαλίμπα 08 / γιώργος δαμαλάς 09 / ίρις φουστέρη 10 / κατερίνα σταμάτη 11 / άννα γιαρμενίτη 12 / άρης παύλος 13 / εμμανουήλ κολοκυθάς 14 / πάγωνα ξενάκη 15 / σοφία φιλέα 16 / ανδριανή μουλακάκη 17 / κατερίνα μάδη 18 / φανή τσακιρίδου 19 / ειρήνη ντάλη

/ τεύχος 05 αύγουστος 2015

02 19


οι καλοκαιρινοί τόποι που αγαπήσαμε


γιάννης κωσταρής

_εισαγωγή είτε ριζωμένοι στον ίδιο τόπο, είτε περιπλανώμενοι, σαν τους σπόρους φυτρώνουμε, αναζητώντας χώμα και νερό για να καρπίσουμε· είμαστε φτιαγμένοι από την πρώτη ύλη του σύμπαντος· είμαστε εμείς, οι άνθρωποι, η ουτοπία της εξέλιξης, η καταστροφή και η γιορτή της ζωής. κάθε τόπος, κάθε σημείο της γης μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και ομορφιά, μπορεί να γίνει ο πυρήνας της ζωής μας· κάθε τόπος έρχεται από πολύ παλιά και έχει μεγάλο ταξίδι μπροστά του και αυτό δεν έχει σχέση με τον ανθρώπινο χρόνο· εμείς περαστικοί, πρωταγωνιστές και ήρωες του δικού μας έπους, ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο, ανάμεσα στην αγάπη και το φόβο, τον πόνο και το πάθος, αναζητούμε νόημα στο παράλογο της ύπαρξης και κρατιόμαστε από όπου μπορούμε, από αντικείμενα και ανθρώπους, συναισθήματα και αναμνήσεις, θρησκείες και τόπους. σε αυτό το τεύχος προσπαθούμε να αφηγηθούμε τη σχέση μας με το καλοκαίρι· με τους τόπους που αγαπήσαμε, με τους ανθρώπους που συναντήσαμε, με την ομορφιά που χωρίς αντάλλαγμα μας δόθηκε. μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις φτιάχνεται η μεγάλη αφήγηση που μας αφορά όλους. κι όλα αυτά αναμνήσεις που αφηγούμαστε στον εαυτό μας.

03 19


νησί Ο “έφηβος” των Αντικυθήρων

Ο Μύρωνας δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Στεκόταν στην άκρη του βράχου με το ένα πόδι ελαφριά μπροστά. Να ήταν άραγε η εικόνα του θεού ή στο θεό η προσφορά; Το καράβι στο βάθος περίμενε. Το κοιτούσε δισταχτικά όχι ότι δεν το 'ξερε, όχι ότι το φοβόταν το 'χε ταξιδέψει αρκετές φορές στα πέρατα του κόσμου σε μακρινούς ωκεανούς σε άγνωστους προορισμούς χωμένος μέσα στις κουζίνες του. Μα το καράβι όλο ξεμάκραινε κι εκείνος όλο δίσταζε να πάρει την απόφασή του. Αυτός δεινός ψαράς πού να 'ξερε ότι το δίχτυ θα μπλεχτεί μια μέρα στα μαλλιά του; Ανάμεσα σε εκείνον και το καράβι


φραντζέσκα ντόγκα

Εικόνες από την εφηβεία: Εκείνος με γυμνά πόδια, ξυπόλυτος στα κοφτερά βράχια να τρέχει, να πετά σχεδόν και να βουτά στη θάλασσα. Εκείνος κάπου στην άκρη του γκρεμού κρυμμένος πίσω από βρύα κι αγκάθια να παρακολουθεί την ανέλκυση του αρχαίου ναυαγίου. Εκείνος και τα βουνά να ζωντανεύουν σ'ένα σμήνος πουλιών που σκέπαζαν τον ήλιο Εκείνος και τα πελώρια κύματα να βουλιάζουν για μια ακόμη φορά το λιμάνι. Μάνα σε τι άγριο νησί με γέννησες; Παιδί μου να 'σαι ταπεινός. Εκείνος με μια φέτα λαδωμένο ψωμί στο χέρι... δεκάξι ετών... Τώρα... η μάνα του να σιγοσβήνει στην καλύβα; Καθώς τα συλλογίζονταν όλα τούτα το καράβι χανόταν στον ορίζοντα. Μα οι σκέψεις του με αλυσίδες τον είχαν δέσει κι απόφαση δεν έπαιρνε. Ώσπου σε μια στιγμή κατάλαβε ότι δεν ήταν το καράβι που έφευγε μα το νησί και δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρει την απόφασή του. “Κρατώντας χαρακτηριστικά την λανθάνουσα κίνηση που του προσδίδουν”.

04 19


άννα γιαρμενίτη

05 19


Νεκρή φύση στη φύση Το κάμπινγκ είναι καθαρό τα μικρόβια πέθαναν. Ζήτω τα μικρόβια!


μικρόβια


ομοιοπαθητικοί καπνιστές


γιάννης κωσταρής

τελευταίο φως _αγία άννα άπνοια και η θάλασσα άσπρη, όχι διάφανη· άσπρη και ακύμαντη· στην παχιά αμμουδιά γύρω από τα γλειμμένα βράχια, όλοι σχεδόν, γυμνοί· γυμνοί και ηλικιωμένοι· με μαγιό μόνο μια οικογένεια με δύο μικρά παιδιά και ένα ζευγάρι, γύρω στα είκοσι πέντε ως τη μέση στο νερό ακίνητοι· μιλούσε ο νεαρός και η κοπέλα τον άκουγε με φλογερό βλέμμα· πίσω από τα βράχια στη μικρή εκκλησία μαζευόταν κόσμος· στον ορίζοντα η πάρος γρήγορα κρύφτηκε από χαμηλά γκρίζα σύννεφα βροχής· το φως και ο ουρανός άλλαζαν συνεχώς· η ατμόσφαιρα ήταν απόκοσμη, σκοτείνιασε, αστραπές και βροντές πάνω από τα βουνά της πάρου, τα σύννεφα μετακινούνταν γρήγορα προς τη νάξο. στη μακριά ξύλινη ράμπα που χώριζε την παραλία από τους κέδρους περνούσε με βιολί και λαούτο ένας γάμος πηγαίνοντας στην εκκλησία· η παραλία είχε εν τω μεταξύ αδειάσει, το ζευγάρι βγήκε από τη θάλασσα, η κοπέλα με το ίδιο πάντα βλέμμα· η οικογένεια έπαιζε στα βράχια.


06 19


τα σύννεφα έφτασαν πάνω μας· ο ουρανός μολυβένιος, ο ήλιος λίγα λεπτά πριν από τη δύση του πρόβαλε πάνω από την πάρο· έλαμψαν τα πάντα, η άμμος, τα βράχια, η μικρή εκκλησία, τα πρόσωπα και τα σώματά μας· οι καλεσμένοι έβγαζαν φωτογραφίες· το νεαρό ζευγάρι επιτέλους πρόσεξε την μοναδικότητα της στιγμής και ήταν θέμα λίγων λεπτών να φιληθεί· ο γάμος εν τω μεταξύ τελείωσε, τα σύννεφα έφτασαν στα βουνά ρίχνοντας και σ' εμάς λίγες ψιχάλες· οι καλεσμένοι, με τα χρωματιστά τους ρούχα, πέρασαν τη ράμπα βιαστικοί, έμειναν μόνο οι νιόπαντροι, η φωτογράφος και ο καμεραμάν· ο ήλιος είχε πια δύσει· το ζευγάρι, συνέχιζε, ξεπερνώντας την υπερένταση του ξαφνικού έρωτα, να φιλιέται ακατάπαυστα. μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρα γυαλιά ηλίου, έφτασε, σταθερή στην ώρα της όπως κάθε απόγευμα, γυμνώθηκε και βούτηξε στη θάλασσα· η οικογένεια κατέβηκε από τα βράχια και προτού φύγουν αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί σε ένα σφιχτό κύκλο, σήκωσαν το μικρό για να τους φτάνει και γελώντας φιλούσαν ο ένας τον άλλο· οι νεόνυμφοι φωτογραφίζονταν τώρα στη θάλασσα· η κοπέλα από το ερωτευμένο ζευγάρι γελούσε κρατώντας μια πετσέτα γύρω από την μέση του νεαρού που άλλαζε το μαγιό του. στο τελευταίο φως έφυγαν όλοι· οι νεόνυμφοι διέσχισαν μόνοι τους τη ράμπα· η γυναίκα που ήρθε αργά τέλειωσε το τσιγάρο της στα βράχια, σήκωσε την τσάντα της και με αργές κινήσεις κρύφτηκε στο σκοτάδι.

τελευταίο φως 06 19


αλεξάνδρα και μελισσάνθη σαλίμπα

μάγισσα κίρκη Πρωινό ταξίδι Η ομοιόσταση του πρωινού καλοκαιρινού ταξιδιού· η αϋπνία, πικρή επίγευση του καφέ, αποπνικτική μυρωδιά του καραβίσιου φουγάρου, ο ήλιος που διαπερνά κάθε γωνιά του καταστρώματος, ο δυνατός αέρας που σου ακινητοποιεί τα πνευμόνια και το αλάτι που σου τραβάει το δέρμα. Τα πάντα συντελούν στην ζαλάδα της ανυπακοής. Καθώς το πλοίο βγαίνει από το στενό του Αρτεμισίου, τα πρώτα τονάκια αρχίζουν να διαφαίνονται στον ορίζοντα με σάλτους που ξεπερνούν σε ύψος κατά πολύ αυτούς των δελφινιών. Στενή Βάλα Τα δελφίνια συχνάζουν στον κόλπο μπροστά από το μικρό σπίτι, δίπλα στους ελαιώνες, με μέτωπο τη θάλασσα και την Ανατολή, ορμητήριο και καταφύγιο των διακοπών και αγαπημένο στέκι. Η Αλεξάνδρα, μετά από την επίσκεψη στον λιλιπούτειο οικισμό, ξάπλωσε πάνω στον πέτρινο φράκτη κάτω από τις ελιές και είπε με ανακούφιση “επιτέλους βρέθηκε η νέα Νταμούχαρη!” Και όλες τις επόμενες μέρες ονειρευτήκαμε ότι καβαλούσαμε παρέα τις φώκιες.


07 19


μάγισσα κίρκη Οι Σπαρτίνες- Το νησί της Κίρκης Στο τέλος του δρόμου, δύο ποδήλατα παρκαρισμένα έξω από ένα σκιερό κατάλυμα, στη βάση του δάσους. “Άραγε η ηλικιωμένη γυναίκα που βαστάει το κεφάλι της ξαπλωμένη στην αιώρα να είναι ακόμα ζωντανή; Φαίνεται θα ήρθε ως εδώ με το ποδήλατο και μετά θα επιδόθηκε σε βαθύ καλοκαιρινό ύπνο.” Οι λιγοστοί επισκέπτες της παραλίας μεμιάς αποφάσισαν να φύγουν· πηγαινοφέρνουν το περικυκλωμένο από ασβεστόλιθο τοπίο με τα πεύκα που ξετρυπώνουν στους γκρεμούς των πετρωμάτων αλλά κανένας τους δεν μπορεί να φύγει. Κανένας δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στο “ μη με λησμόνει” που πρόφεραν διακριτικά οι Κιρκήνες. Παλαιά Χώρα-Παράνομη Στάθμευση Πανέμορφο το ηλιοβασίλεμα στο δυτικό και υψωμένο άκρο του νησιού. Τη μαγεία όμως και το όνειρο διέρρηξε συγκρότημα μεσηλίκων Βρετανών που έπαιζε καραοκικές ροκιές πάνω σε επικίνδυνη κοφτή στροφή στη μέση του δρόμου. Όπως ειπώθηκε: “ κάποιος πρέπει να τους κόψει κλήση για παράνομη στάθμευση.” Κι εμείς παρά τις κυκλοφοριακές δυσκολίες τραπήκαμε σε άτακτη φυγή.


γιώργος δαμαλάς

αντηλιακό και φρέσκο παγωτό ήταν χθες· κι όμως έχουν περάσει πολλά καλοκαίρια από τότε· καλοκαίρια και χρόνια· ο τόπος άλλαξε και οι άνθρωποι άλλαξαν· μαζί τους και εσύ· όμως υπάρχουν εικόνες που κατάφεραν και κρύφτηκαν βαθιά μέσα σου, σαν τότε που κρυβόσουν από τα παιδιά στο απογευματινό παιχνίδι· οι εικόνες αυτές έχουν κάτι το μοναδικό· μυρίζουν· μυρίζουν όπως το χώμα το πρωί, όπως η θάλασσα ανακατεμένη με το καινούργιο σου πλαστικό παιχνίδι το μεσημέρι, όπως το νυχτολούλουδο και το γιασεμί το βράδυ. και οι εικόνες είναι στιγμές και οι στιγμές εικόνες· εμφανίζονται μπροστά σου σε κάθε κοφτή ανάσα που παίρνεις στη δουλειά το καταμεσήμερο· μυρίζουν πεύκο και σχίνο, αντηλιακό και φρέσκο παγωτό· έρχονται με την πρώτη καλοκαιρινή ζέστη και φεύγουν με την πρώτη δροσιά του φθινοπώρου και νιώθεις τυχερός, τυχερός γιατί όσο και αν βιάζονται όλα να αλλάξουν γύρω σου είσαι πια σίγουρος ότι αυτές οι μικρές σταγόνες ευτυχίας, αυτές οι εικόνες είναι στιγμές που συνεχίζουν με συνέπεια να επαναλαμβάνονται χρόνο με το χρόνο· θα είναι εδώ και θα σε ακολουθούν το ίδιο φρέσκες και ανέμελες όπως τότε· χωρίς φουσκωμένες κοιλιές, ρυτιδιασμένα πρόσωπα και ρημαγμένα μυαλά.

08 19


ίρις φουστέρη

αχινοί χαρούπια πεταλίδες Βαθύ, Αλμύρα, Παλαιόκαστρο, η τελευταία λόγχη σ' ένα αγκίστρι, αγκιστρωμένα καλοκαίρια, παιδικοί έρωτες, ψάρια και φύκια, λεμόνια, φραγκόσυκα, γαϊδούρια, σκορπιοί, τα φρύγανα, το μωβ και το ροζ, το σπασμένο πράσινο, το μπλε, η ψημένη γη, η μυρωδιά του πεύκου, της κοπριάς, των ορυκτών, της νυχτερίδας, η ελάχιστη επιλογή, ο κόλπος, η μεγάλη αυλή, τα βουνά, υποθαλάσσια ρήγματα, βραχώδεις βατήρες, παγωτά, χταπόδια, αχινοί, χαρούπια, πεταλίδες, αστακοί, ποδήλατα, βάρκες, ένα μπαρ, η ελάχιστη επιλογή, ο χρόνος, το κίτρινο -ή πες το και χρυσό, οι επιφάνειες, η αντανάκλαση, η χωριάτικη σαλάτα, η μέθη, οι φελλοί, τα δίχτυα, πλοκάμια, καβούρια, σαλάχια, δελφίνια, αναμνήσεις, οι ρίζες, ο τόπος που έγινε θάλασσα στα όνειρά μου, η ελάχιστη επιλογή, τα μηχανάκια, η οικογένεια, οι πέτρες, οι φωτογραφίες, τα σαλιγκάρια, τα μακροβούτια, το ηφαίστειο, η τελευταία λόγχη σ' ένα αγκίστρι, τα χιλιόχρονα τούβλα ενός Παλαιόκαστρου, η Βαθιά ελάχιστη επιλογή, η Αλμυρή επαναφορά στις εργοστασιακές μου ρυθμίσεις....

09 19


κατερίνα σταμάτη

κάμπινγκ

10 19


άννα γιαρμενίτη

ήλιος σκιά _Η θεία φώτιση έρχεται όταν απλώνοντας το δείκτη του χεριού σου μια λιβελούλα προσγειώνεται. _Είναι κάποιες στιγμές που επιθυμώ να βγω μικρή έξω στον κήπο. Σκιερός, το χώμα άγριο, μερικά γεράνια, δέντρα χωρίς τάξη. Κελαηδίσματα. Αυτά ακούγοντας βρέθηκα ξανά να μυρίζω την πρασινάδα, να λιγώνομαι από τις φωτεινές πιτσιλιές που γυαλίζουν παντού _Νωχαλικός: Ο άνθρωπος που σκέπτεται να κάνει κάτι και κοιτάει το χαλί μήπως σηκωθεί να τον βοηθήσει.


11 19


άρης παύλος

μεσημέρι νόμιζα πως περπατούσα δίπλα σου, μα δεν πήγαινα στα ίδια μονοπάτια· φοβάμαι έλεγες πως δε θα βρεθούμε σε αυτή τη ζωή· χωρίς μιλιά, άκουγα τους ψιθύρους μέσα στα πεύκα, κάτω στο βυθό της θάλασσας, πάνω στις ήσυχες πέτρες· μα αλήθεια τίποτα δεν άκουγα, με υπνώτισε ο ήλιος, η θάλασσα, η ομορφιά του τόπου, σαν μια ανάσα που σου ψιθυρίζει ο άνεμος και φεύγει.

12 19


εμμανουήλ κολοκυθάς

ο χρόνος του καλοκαιριού το περυσινό πρόωρο φραγκόσυκο Στα πράσινα βαμμένα, τα φραγκόσυκα, το ένα, στα κόκκινα βαμμένο, κοιτάζουν και ρωτάνε: “Δεν είναι Ιούλιος ούτε Αύγουστος μήτε Σεπτέμβριος, ακόμη. Πώς, μετά ή πριν από μας, ωρίμασες; Ιούνιος και βούτηξες, αντί στη θάλασσα, στη χένα τα μαλλιά σου; ... Βιάστηκες ή ξεχάστηκες;” Κι εκείνο, που άκουσε το Burnt Norton του Τόμας Έλιοτ να απαγγέλλει, μια νύχτα, το κρύο αγέρι, είπε: “Ο τωρινός, ο χρόνος του Ιούνη, κι ο περασμένος χρόνος είναι παρόντες και οι δυό στους μήνες του καλοκαιριού που έρχονται. Και οι ερχόμενοι, στο περασμένο χρόνο περιέχονται. Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών, πάνω στα φύλλα ενός παρόντος που κυοφορεί το παρελθόν, αργά κυλίομαι. Φαίνεται πως, στον ενοειδή Χρόνο του ενός Καλοκαιριού, ωρίμασα …”

13 19


παγώνα ξενάκη

Τι κάνει τ’ αγεράκι όταν βραδιάζει, γυρνώντας των κυμάτων τις σελίδες; σωπάτε… διαβάζει… πλαγιάσαν οι σκιές, ήσυχα χνούδια, πάνω στις πέτρες και τις πεταλίδες.


ήσυχα χνούδια

Σα σαρκοβόρα αιμάτινα λουλούδια, τα σύννεφα στης δύσης το θαλάμι. Ακούστε… τραγούδια… υπέρηχοι απ’ ανήκουστα τραγούδια, ραγίζουνε της θάλασσας το τζάμι. 14 19


σοφία φιλέα

γοργόνα

Έχω την αίσθηση ότι επιπλέω, κι όμως βουλιάζω κάθε τόσο. Αιωρούμαι, άλλοτε πολύ κοντά στην επιφάνεια κι άλλοτε βαθιά στο σκοτάδι του βυθού. Νιώθω τα ρεύματα να με τραβάνε στον πάτο, κόντρα στην άνωση που με σπρώχνει στην επιφάνεια. Τα μάτια ανοιχτά. Βλέπουν τις στιγμές μου να περνούν κολυμπώντας σε κοπάδια, ξεγλιστρώντας βιαστικά από μπροστά μου. Δακρύζω, αλλά δεν φαίνεται.


Στη γεύση όμως η θάλασσα μου μοιάζει πιο αλμυρή. Πονάει το αλάτι στα μάτια και οι εικόνες θαμπές και ζαλισμένες. Θολές και σκόρπιες οι αναμνήσεις. Κάποτε ήταν ουρά και λέπια, αλλόκοτο τραγούδισμα και βυθισμένα καράβια. Γι' αυτό τα αγαπώ τα καλοκαίρια. Γιατί ο τόπος μου ήταν ο βυθός. Όταν μπαίνω στη θάλασσα καταλαβαίνω. Τιμωρία τώρα τα πόδια. Τιμωρία και οι χειμώνες. 15 19


ανδριανή μουλακάκη


ζορμπάς

16 19


ετικέτα


κατερίνα μάδη

17 19


φανή τσακιρίδου

βούδας

18 19


χο τσι μίνχ


αφροδίτη


+


ζινέλια


φιντέλ


ειρήνη ντάλη

ταρκόφσκι Έχω ξεχάσει πια τη μυρωδιά του μου έχει απομείνει μόνο η αίσθηση της ασφάλειας. Το σπίτι μου είχε λίγα δωμάτια στη μνήμη είναι σαν φωλιές και γω με την αδερφή μου πουλιά κάτω από την φούστα της μάνας μας δίπλα στον μπαμπά μας στον απογευματινό του καφέ μέσα στις αυτοσχέδιες κούνιες από φρεσκοπλυμένα σεντόνια. Τότε μόνο ένιωθα πώς είναι να εναρμονίζεσαι με το χώρο να νιώθεις το χρόνο γεμάτο βαρύ. Όλα ένα σύνολο και γω όχι ξέχωρα όχι άνισα. Ήμουν εγώ τα παρτέρια, ο κήπος, τα δέντρα μπορούσα να μυρίσω τα ζώα και τους ανθρώπους. Όταν έφυγα δεν μπόρεσα να πάρω τίποτα μαζί μου ούτε τις μυρωδιές ούτε τους ήχους πια δραπετεύουν κι οι εικόνες. Ξεριζώθηκαν όλα από τα σπλάχνα μου και έμειναν πίσω. Κι δω που έχω χτίσει τη ζωή, όλα μου είναι δανεικά.

19 19


ταιριάζουν οι φωτογραφίες σας με τις δικές μας;

μπορείτε να μας τις στείλετε έως τις

20 σεπτεμβρίου info@misafir.gr


για το τεύχος μηδέν πέντε γιάννης κωσταρής και φανή τσακιρίδου στο συντονισμό και την καλλιτεχνική επιμέλεια με φωτογραφίες και κείμενα συμμετέχουν άννα γιαρμενίτη, γιώργος δαμαλάς, εμμανουήλ κολοκυθάς, γιάννης κωσταρής, κατερίνα μάδη, ειρήνη ντάλη, φραντζέσκα ντόγκα, ανδριανή μουλακάκη, πάγωνα ξενάκη, άρης παύλος, κατερίνα πορταρίτη, αλεξάνδρα σαλίμπα, μελισσάνθη σαλίμπα, κατερίνα σταμάτη, φανή τσακιρίδου, σοφία φιλέα, ίρις φουστέρη διορθώσεις κειμένων ειρήνη ντάλη

το misafir κυκλοφορεί κάθε δύο μήνες χωρίς χρήματα μέσω του σάιτ misafir.gr και της διαδικτυακής πλατφόρμας issuu.com email info@misafir.gr τεύχος 05 αύγουστος δύο χιλιάδες δεκαπέντε

φτιάχνουμε το κουκούλι μας με ψέμα και μ' αλήθεια, με πόνο και γιορτή. θ. παπακωνσταντίνου

η φωτογραφία στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο είναι της αλεξάνδρας και της μελισσάνθης σαλίμπα στο τελευταίο θέμα, στην ηλεκτρονική διεύθυνση και στην ταυτότητα του γιάννη κωσταρή


μια φωτογραφία και μερικά πράγματα που γνωρίζω γι’αυτήν

misafir issue 05  

issue 05 photography magazine

Advertisement