Page 1

τεύχος 04 μάιος 2015


έξι ασυνόδευτες φωτογραφίες

αφιερωμένες στο πάρκο της λεωφόρου αλεξάνδρας – στάση σόνια – που έχει μείνε


ει χωρίς παιδιά

φανή τσακιρίδου


σόνια τρεις χάριτες μαριάνθη και καλλιόπη τα άχρηστα αιρκοντίσιον φ ω ν έ ς ε ί ν α ι οι έρωτες μ α μ ά α μ π α μ π ά α δεινόσαυρος χάρτης κόκκινη φωτογραφία σχεδόν ρόζ το δώρο στο παράθυρο φώτο μαΐστρος κανάρης κέρουακ ρόμπερτ φράνκ αλήθεια τι σας συμβαίνει; τα θηλυκά θα ‘ρθουν το καλοκαίρι μεσάνυχτα καλοκαίρι υδράργυρος βλαντιμίρ ίλιτς λένιν φράουλες τεύχος μηδέν τέσσερα μάιος δύο χιλιάδες δεκαπέντε


περιεχόμενα

/ έξι ασυνόδευτες φωτογραφίες / φανή τσακιρίδου / πρόλογος / γιάννης κωσταρής 01 / air / άννα γιαρμενίτη 02 / οι γείτονες / φραντζέσκα ντόγκα 03 / φαντάζομαι πολλά / ανδριανή μουλακάκη 04 / ήχοι πρωινοί / ίρις φουστέρη 05 / ο δεινόσαυρος / ανδριανή μουλακάκη 06 / τα βράδια ζωντανός / φώτης λαζίδης 07 / το άλλο χρώμα / άννα γιαρμενίτη 08 / χαρτογράφηση / ίρις φουστέρη 09 / το ποδήλατο στο παράθυρο / εμμανουήλ κολοκυθάς 10 / οι ιστορίες του μιχάλη–αποχαιρετισμός / γιάννης κωσταρής 11 / ον δε ροντ / άγγελος μπάλλας 12 / στο δρόμο / κατερίνα μάδη 13 / ανάσταση / τζέρρυ άρτις / επίλογος / γιάννης κωσταρής / επικοινωνήστε με το misafir / ταυτότητα misafir


μια φωτογραφία και μερικά πράγματα που γνωρίζω γι’αυτήν

ο μιχάλης έφυγε αρχές μαρτίου· καθάρισαν το εργαστήριό του από τα άχρηστα και τα μετέφεραν στο χώρο εναπόθεσης σκουπιδιών έξω από το χωριό. πρέπει να ήταν πολλά πράγματα γιατί κάποια σκορπίστηκαν απέξω· τα περισσότερα, αντικείμενα που είχε λήξει η χρήση τους, είχε τελειώσει ο ενεργός κύκλος της ζωής τους κι ο ιδιοκτήτης τους μάλλον από αδράνεια τα κατείχε. ανάμεσα σε δείγματα από κάδρα, προσπέκτους, ταινίες ταμειακής, γυάλινα μπουκαλάκια με μελάνι για ρετούς και χάρτινες συσκευασίες, ξεχώρισα τρεις εικόνες. μια καρτ ποστάλ που εικονίζει το άγαλμα του κανάρη στο δημοτικό κήπο της χίου· οι περισσότεροι χιώτες, απανταχού της γης, έχουν βγει αναμνηστική φωτογραφία με φόντο αυτό το άγαλμα. μια ανατύπωση 14x20 με τις τρεις χάριτες σε σύγχρονη χριστιανική εκδοχή και τέλος την πλάτη ενός κάδρου 20x25 με μια αφιέρωση ενός πατέρα στη μικρή του κόρη. τρία χάρτινα αντικείμενα με διαφορετική αφετηρία και πορεία στο χρόνο που υπήρχαν ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα για χρόνια στο εργαστήριο του μιχάλη είναι τώρα στις σελίδες του misafir. τα σημάδια του χρόνου πάνω τους δεν αποκαλύπτουν τίποτα για την προηγούμενη ζωή τους που έτσι κι αλλιώς δεν μας αφορά. θραύσματα μνήμης, εικόνες έξω από την εποχή τους· προσπαθώ να καταλάβω γιατί τις κοιτάζω; γιατί τις μάζεψα από τα σκουπίδια; προσπαθώ να συντάξω την ερώτηση· έτσι κι αλλιώς η όποια απάντηση δεν έχει καμιά σημασία.

γιάννης κωσταρής


άννα γιαρμενίτη

AIR Ένα ζεστό αεράκι που κοστίζει, γυρίζει τις σελίδες αυτού του τετραδίου. Ποτισμένο θαλασσινό αλάτι, ξεχειμωνιάζει απορώντας πού θα βρίσκεται μετά. Η απάντηση είναι γραμμένη εκεί που φυσάει. Air. Μόνο εκεί. Air-condition. Μια κατάσταση αέρα.

01 16


φραντζέσκα ντόγκα


Οι γείτονες Ζούσαν όλοι μαζί σε ένα μικρό δυάρι, από κάτω. Μητέρα-Κόρη-Γιος Μα ίσως να 'ταν παραπάνω... Θαρρώ υπήρχε και μια γιαγιά. Η μάνα μαγείρευε και λιβάνιζε...συνεχώς η κόρη όμορφη, καλοντυμένη της άρεσε να ισορροπεί σε ψηλοτάκουνα. Ο γιος απλά τριγύριζε, περιστρεφόταν ντυνόταν σεκιούριτι γυρνούσε τα μεσημέρια η κόρη τα βράδια η μάνα έβγαινε μόνο νωρίς το πρωί. Συχνά ακούγαμε τις φωνές τους. Η μάνα φώναζε στην κόρη η κόρη στο γιο ο γιος έσκυβε απ' το μπαλκόνι και φώναζε στο κενό. Πολλές φορές μάνα και κόρη φωνάζανε μαζί στο γιο. Ο γιος τότε μούγκριζε στο κενό. Καθημερινά Η κόρη φορούσε κόκκινο κραγιόν η μητέρα λιβάνιζε ο γιος έπινε καφέ στο μπαλκόνι με τις παντόφλες. Ώσπου μια μέρα απέλυσαν το γιο και δεν ντυνόταν πια σεκιούριτι και δεν γυρνούσε πια το μεσημέρι και δεν πλήρωνε τα κοινόχρηστα ούτε το νοίκι, ούτε το νερό. Κι η μάνα φώναζε στη κόρη που έμενε στην κρεβατοκάμαρα κι η κόρη φώναζε στο γιο που έμενε στο χολ ο γιος τότε έμενε σιωπηλός για να μη ξυπνήσει τη μάνα που κοιμόταν στο σαλόνι. Την ημέρα που ο γιος έκλεινε τα σαράντα τέσσερα μια μέρα πριν αφήσουν το διαμέρισμα. Η κόρη έλουζε τα μακριά μαύρα μαλλιά της η μάνα μαγείρευε χοιρινό βραστό κι ο γιος κρεμασμένος στο κάγκελο του μπαλκονιού για πρώτη φορά έσκυβε να δει πού γκρεμίζονταν τόσα χρόνια οι φωνές του.

02 16


ανδριανή μουλακάκη


Φαντάζομαι πολλά

Είναι πράγματα που ήθελες να πεις, αλλά δεν τα είπες Και είναι μέρη που ήθελες να δεις, αλλά δεν τα είδες Είναι οι έρωτες που ήθελες να ζήσεις, τα όνειρα που ήθελες να πραγματοποιήσεις τα ταξίδια που ήθελες να κάνεις ...κι ήσουν κι εσύ που ήθελες να υπάρξεις όπως είσαι, ότι κι αν είσαι, όπου είσαι, με όποιον κι αν είσαι Αρκεί να είσαι Είσαι· γίνε· μείνε Είναι όλα αυτά... τα πράγματα, τα σχέδια, τα όνειρα, οι συλλογές, οι συναλλαγές, τα παπούτσια, τα αντικείμενα, η τέχνη, το πάτωμα, ο ουρανός και τα αστέρια, το φεγγάρι· εμείς· μαζί· ένα Γιατί; γιατί όχι; Τα άφησα όλα σε κουτιά Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω· δεν ξέρω πού πρέπει να πάω· δεν ξέρω αν πρέπει να πάω Τρία πρέπει στη σειρά και είναι όλα λάθος Τα άφησα όλα σε κουτιά Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω· δεν ξέρω πού θέλω να πάω· δεν ξέρω αν θέλω να πάω Η ζωή των άλλων μια βόλτα... Η ζωή η δική μου μια κούτα Μια κούτα, μια βόλτα, μια πόρτα, μια βαλίτσα Σκέφτηκα να τα δώσω... Θα μπορούσες; μήπως; Δεν μπορώ να ξαναπάω στο διαμέρισμα, όχι τώρα, ούτε τότε, ίσως ποτέ Έχω θυμό· έτσι όπως έφυγες, έτσι όπως μ´άφησες, έτσι όπως επέτρεψες να νιώσω - Δεν πειράζει, είναι απόλυτα φυσιολογικό - Ξεπέρασέ το, επιτέλους! Όχι, δεν το νιώθω και δεν θέλω· δεν το πιστεύω και δεν μπορώ Πάντα έτσι μας έκανε να νιώθουμε Είναι και αυτή η ώρα που περνάει... που από μεσάνυχτα πάει να γίνει ξημερώματα... Δεν ξενυχτάω πια τα βράδια, μήπως και κατά λάθος δω το ρολόι και κάνω το συνειρμό! Γιατί κάποιες μέρες, ώρες και λεπτά, σημαδεύονται για πάντα –στη μνήμη, στο μυαλό, στον πόνο– Και δεν μπορείς παρά να νιώσεις, να σκεφτείς, να θυμηθείς μόνο ένα πράγμα Δεν είναι η ώρα για ευχή, ούτε για αλλαγή, ούτε για εκκίνηση, μα ούτε και για λήξη Είναι η ώρα που ο χρόνος σταμάτησε πραγματικά· μαζί και η αναπνοή σου, η καρδιά σου, οι παλμοί σου, οι σφυγμοί σου· και απλά άρχισε και ξεκίνησε το βουητό στα αυτιά σου, το σφίξιμο στο στομάχι και το φούσκωμα μέσα σου, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει σαν κύμα μέχρι να βρει το δρόμο να ξεχυθεί απ´τον καθρέφτη της ψυχής σου Άραγε συνδέεται το μαύρισε η ψυχή μου, μ´αυτό που ρίχνεις μαύρο δάκρυ; Φαντάζομαι πως ναι.

03 16


ίρις φουστέρη

Ήχοι πρωινοί πουλιά αέρας στα κλαδιά και μαμάα μαμάα μπαμπάα και μου-ου-ού-ου-ού, ου-ού, μου-ού ήχος βαθύς περιστεριού ζάλη εντόμου και γαβγίσματα οι αλυσίδες στις κούνιες ιι-ιί, ιι-ιί η διαρροή οι στάλες στους σωλήνες η ηχώ του κενού κι ύστερα το τρίξιμο του νερού στον τοίχο το ρούφηγμα και μμουού-μμουού οι πέτρες κάτω από τις λαστιχένιες σόλες δυο τρεις αρθρώσεις ξεκουμπώνουν κρακ ή γκντουπ το τσικ-τσικ της φωτογραφικής και ο μανάβης ο νικόλας ήχος βαθύς περιστεριού ουού το γλίστρημα στην κόκκινη τσουλήθρα η διαρροή οι στάλες το κλάμα ή η ηχώ του κενού εαυτού.

04 16


ανδριανή μουλακάκη

Το μέλλον είναι πίσω μας


φανή τσακιρίδου

το παρελθόν μπροστά μας

05 16


ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ 04 Έδωσα όνομα και χρώμα, ακόμα και σ' όσα δεν φαίνονται ή δεν Υπάρχουν. Χωριά και πόλεις, συσχετίσεις, διαδρομές να παίρνω και να χάνομαι. Βουνά. 05 Αγαπημένα χέρια κρατούν αγαπημένα πρόσωπα. Τι πάει να πει αγαπημένο, αν όχι αυτό που γνωρίζεις καλύτερα. Ξέρω κάθε απόσταση. Η αγαπημένη μου, από το φρύδι ως την φτερούγα. 06 Στιγμάτισα τον χάρτη σε ολόσωμα τοπία. Μια γρατζουνιά, μια μελανιά, κηλίδες και σκασίματα. Διαβάζω την παλάμη, τον αγκώνα, το απαλό εσωτερικό των μηρών, διαβάζω ανάμεσα από δάχτυλα ποδιών μελλούμενα και περασμένα, αυτά που είδα και θα δω, αρχικά αγαπημένων προσώπων, την άνοιξη που δεν θα τρέξει σαν μαύρος πάνθηρας, αν δεν... Διαβάζω την απόσταση από το φρύδι ως την φτερούγα. 07 Στους ολόσωμους χάρτες, η άνοιξη πληγώνει δια της απουσίας της. Εκτάσεις ολόγιομες αποξηράθηκαν. Κρατώ δυο φάκες μήπως γραπώσω πεταλούδες. Παγίδες κολεόπτερων, πού φτάσαμε; Σε κάποιον φάκελο που έχει διαγραφεί από παλιά. Το αρχείο, λέει, δεν βρέθηκε. Μόνο η παγίδα. 10 Στον χάρτη μου δεν δίνω σχήμα. Ο κύκλος λογίζεται τέλειος. Ε, Όχι. Ο κύκλος είναι περιοριστικός. Αιώνες και αιώνες τώρα ο ίδιος ορίζοντας. Η ίδια σβούρα. Ζαλίστηκα. Ο μόνος απεριόριστος ο ελαφρύς και ολοστρόγγυλος κλέφτης -κι αυτός αφού έχει κοπεί απ' το κοτσάνι. Αφού πλησίασε αυτό που σχήμα δεν έχει.


ίρις φουστέρη

06 16


τα βράδια ζωντανός Τα απόλυτα βράδια που ο Αλβέρτος μου 'μαθε τι θα πει φως ύστερα από σκέψεις και μνήμες κρατώ ζωντανός τη φιλαρέσκεια να αναπνέω γυρίστε τον κόσμο ανάποδα


φώτης λαζίδης

07 16


άννα γιαρμενίτη

Το άλλο χρώμα Αν σε πάρει τηλέφωνο ο διευθυντής σου την Κυριάκη να σου πει ότι πρέπει να πας νωρίτερα την επόμενη, η σωστή αντίδραση είναι να βάψεις τα νύχια σου κόκκινα. Όχι όλα στην ίδια απόχρωση. Ο ένας παράμεσος καλύτερα να είναι σχεδόν ροζ. Μετά αν θέλεις βάλε τα κλάματα.

08 16


εμμανουήλ κολοκυθάς


το ποδήλατο στο παράθυρο Πώς, αντί να ανεβοκατεβαίνει, μέσα στη σκόνη, χωματόδρομους, ανέβηκε και πάρκαρε μέσα στο παράθυρο; Λέω πως ο μεγάλος αδελφός το έκρυψε από τον πιο μικρό, παιχνίδι αναπάντεχο μέσα στα παιχνίδια που παίζουνε αγόρια. Ή πως ο αυστηρός πατέρας – είναι αλλιώς εδώ οι κώδικες, από το Αφγανιστάν ή το Ιράκ ή από κάθε φτωχογειτονιά το κρέμασε εκεί, να φαίνεται από απόσταση, τιμωρία πικρή για ασήμαντη αφορμή, στον ανυπάκουο το γιο του, κι η μάνα, ανήμπορη, σκέπασε τη ντροπή με μια πετσέτα. Ή πως το αγόρασαν - έκπληξη πολύ πριν τη γιορτή της, για την κόρη, την πιο καλή μαθήτρια στην τάξη. Υπάρχουνε μια - δυο ακόμα εκδοχές, ίσως και τρείς, αλλά δεν θέλω να τις σκέφτομαι! Το δώρο, η έκπληξη, πριν τη γιορτή, η πιο καλή μαθήτρια, - ακόμη κι ας το βρήκανε στο δρόμοαυτή μου φαίνεται η πιο καλή η εκδοχή…

09 16


10 16


οι ιστορίες του μιχάλη - αποχαιρετισμός

άμα γύρισα απέ το μπάρκο ε μπορούσα να ξαναμπαρκάρω στα εμπορικά γιατί ήταν να πάω στρατιώτης, οπότε είπα να πάω στα επιβατικά· τότε ήτανε υπουργός ναυτιλίας, ο μαυριδόγλου, πήγα στο υπουργείο, ιδιαίτερός του ήταν ένας χωριανός μας, μου λέει “μέσα είναι ο τυπάλδος που έχει τα βαπόρια της κρήτης”· μπαίνουμε μέσα, του λέω ότι θέλω δουλειά και λέει στον τυπάλδο να με τακτοποιήσει· αυτός μου λέει πέρνα από τα γραφεία της εταιρείας κι όταν γυρίσει το “ηράκλειο” από την κρήτη να μπαρκάρεις. εν τω μεταξύ στον πειραιά, στην τρούμπα, στην οδό τρίτης μεραρχίας, ήταν ένα καφενείο που το ‘χανε καταρραχτούσοι και πηαίναν όλοι οι χιώτες ναυτικοί – καθόμουν να περάσει η ώρα, το βράδυ πέρασε ένας χωριανός μας καπετάνιος, μου λέει “μπας και ξέρεις κανέναν, που έχω στο σκαραμαγκά ένα τρακαρισμένο βαπόρι και θέλω κάποιον για φύλακα;” τον ρώτησα πόσα δίνει, μου λέει τρία χιλιάρικα τετρακόσια· εμένα στο “ηράκλειο” θα μου δίναν δύο εξακόσα, του λέω “πάω εγώ, πάμε τώρα” “βρε νυχτιάτικα ε θα μας αφήκουν στο τελωνείο”, “βρε πάμε σου λέω” – μπήκαμε σε ένα ταξί, επήαμε – ε, σε σαράντα μέρες, αρχές δεκέβρη βούλιαξε το “ηράκλειο” στη φαλκονέρα, μόλις το ‘μαθα, λολάθηκα, του λέω φεύγω, “βρε κάτσε μέχρι να βρω άλλον”, έφυγα! πως ήγινε και μπάρκαρα; με τους γονιούς μου εν τα πήαινα καλά, η μάνα μου είχε το μαγαζί, εγώ με τον κύρη μου τις φωτογραφίες, τους είπα να πιάσω το καφενείο εδώ δίπλα, ε θέλανε· ήθελα να φύω, τότε όλοι φεύγανε, κάθε απόεμα κάποιος ίκλεεν στην παναγιά που περίμεναν το ταξί, μπάρκαρα το νοέμβρη του εξήντα τέσσερα · συναντήσαμε το βαπόρι στον άγιο νικόλαο στην κρήτη, ήταν φορτωμένο σιτάρι και το πήαμε στο καράτσι, στο πακιστάν· δεκαπέντε χιλιάες τόνοι, είκοσι μέρες ξεφορτώνανε, ε θάτανε χίγιοι πακιστάνοι· απεκεί πήαμε στη μονζαμβίκη και φορτώσαμε ακατέργαστο σίδερο και το πήαμε στην αμερική στη φιλαδέλφεια, κατηβήκαμε στο βαλτιμόρι και φορτώσαμε κάρβουνο· από κει είδαμε το ναύσταθμο, χιγάες πλοία, μικρά και μεγάλα· συνεχίσαμε για ιαπωνία, περάσαμε τον παναμά, τις διώρυγες, τι ωραίο πράμα! εικοσιτέσσερις μέρες από κει να φτάσουμε στο ποστάλι· ύστερα φορτώσαμε πάλι σίδερο και από πιο νότια χρυσό, δυο μέρες πηέναμε συνοδεία με πολεμικό, μέχρι να περάσουμε το ακρωτήριο της καλής ελπίδας και πήαμε πάλι στη φιλαδέλφεια· εκεί ρώστησα και μπήκα στο νοσοκομείο με εγχείρησαν για σκωληκοειδίτη · ήταν κι ένας νενητούσης μαζί, μας στείλανε πίσω με το υπερωκεάνιο “ολυμπία” –έντεκα μέρες ταξίδι– πιάσαμε λισσαβώνα, νεάπολη, σικελία, πειραιά. ο μιχάλης δεν ήταν ναυτικός, ένα μπάρκο έκανε, αυτό που αφηγείται· εργάστηκε στην αθήνα σε τυπογραφείο – τύπωσε και μια σειρά καρτποστάλ της χίου από φωτογραφίες του πατέρα του – την δεκαετία του ογδόντα επέστρεψε με την οικογένειά του στην καλαμωτή· στο χωριό εργαζόταν σαν πολυτεχνίτης: τζάμια, βιτρό, κορνίζες, φωτογραφίες, ξυλόγλυπτα, φεγγίτες· τα βράδια του χειμώνα καθόταν στο μαγαζί των γονιών μου, του άρεσε να αφηγείται ιστορίες και ανέκδοτα· ιστορίες δικές του και παλιές από το χωριό που τις είχε ακούσει αλλά νόμιζες ότι τις έζησε ο ίδιος · έλαμπε το βλέμμα του όταν έλεγε ιστορίες· συχνά μιλούσε για τη στρατιωτική του θητεία στην αστυπάλαια, στο λόφο με το ραντάρ, επί χούντας· μια μέρα σταματήσανε να λειτουργούνε τα μηχανήματα «βρε ήντα ‘γινε;» βλέπουμε ένα βαπόρι, κοιτούμε με τα κυάλια, βλέπουμε τη σημαία με το σφυροδρέπανο, ρώσικο! κάτι κάμανε και μας τα αχρηστέψανε μέχρι να περάσουνε.


ο μιχάλης περπατούσε κάθε βράδυ, µιάµιση ώρα γύρω γύρω το χωριό· εδώ και πολύ καιρό –τρία χρόνια;– είχε υποβάλλει τα χαρτιά του για σύνταξη, δεν πρόλαβε να την πάρει, πέθανε τον απρίλη του δύο χιλιάδες δεκαπέντε.


γιάννης κωσταρής


τόνια καλλιάνη άγγελος μπάλλας

ον δε ροντ ήταν άνοιξη του χίλια εννιακόσια ογδόντα κάτι· ένα ποτήρι κάπτεν μόργκαν και τρία λάκυ στράικ απόσταση από την δύση του ηλίου· είχα ήδη βγάλει τα γυαλιά, αγορασμένα από ένα παζάρι στο κέντρο· τώρα, τριακόσια είκοσι τέσσερα χιλιόμετρα μακριά, μέσα σε ένα σεβρολέτ του εβδομήντα δύο να διασχίζω την εθνική· δεν έχω καν δίπλωμα, δεν έχει όμως σημασία· πάω να την συναντήσω –ίσα που θυμάμαι το όνομά της– και το πρόσωπό της είναι αχνό· σαν ανάμεσα από εμένα και εκείνη, να έχει στήσει την παγίδα της η τέρα – η αράχνη που κρεμόταν από το ταβάνι,


εκείνη την μοναδική φορά που την επισκέφτηκα στο διαμέρισμά της – την μοναδική φορά που έμεινε ολόγυμνη μπροστά μου· ευτυχώς θυμάμαι ακόμα πώς μύριζε, δεν θα δυσκολευτώ να την αναγνωρίσω· ένα κoκκινομπλέ φως πίσω μου, μου αποσπά την προσοχή, κοιτάζω από τον μεσαίο καθρέπτη· ένα χέρι μπάτσου έξω από το παράθυρο μού κάνει νόημα να σταματήσω στην άκρη· δεν πρόλαβα να τελειώσω το ρούμι· βάζω δύναμη στο δεξί μου πόδι και επιταχύνω.

11 16


στο δρόμο Μικρούς θανάτους ζήσαμε και πίσω δεν γυρίσαμε να βρούμε και άλλα λάθη να σβήσουμε τα πάθη. Μπροστά ξανά τραβήξαμε, νέους δρόμους ανοίξαμε και κολυμπήσαμε βαθιά στων ποταμών τα σωθικά… Η ιστορία του Δρόμου σηματοδοτεί πολλά πράγματα για την ιστορία της ανθρωπότητας. Κάποια από αυτά σχετίζονται με το ταξίδι, την αναζήτηση, την περιπλάνηση, την ανακάλυψη, την επικοινωνία, την ένωση.. Πολλά σταυροδρόμια συναντάω στο δρόμο μου. Ακολουθώ έναν δρόμο και αφήνω πίσω μου έναν άλλο. Πήρα το σωσ τό δρόμο; Tι σημαίνει σωσ τός δρόμος; Μου δίνει χαρά ο δρόμος που ακολουθώ;


κατερίνα μάδη

Η αναζήτηση του τόπου μου με οδηγεί στο Δρόμο... και συνεχίζω να ψάχνω τόπους και συνεχίζω να ψάχνω δρόμους. Πορτραίτο του δρόμου με χίλια πρόσωπα. Στο ταξίδι μου συναντώ πρόσωπα χαρακωμένα από την πάλη με τη βία της εξουσίας. Ανάμεσά τους άνθρωποι γελαστοί με τον ήλιο χαραγμένο στα μάτια τους. Όλα είναι ένα και όλα υπάρχουν μέσα μας. Το ερώτημα για τον καθένα από εμάς είναι πού θέλει να εστιάσει; Πώς θέλει να προχωρήσει;.. Έξω από την ουσία τα νοήματα στραβώνουν, τα παραμύθια χάνουν το χρώμα τους και εσύ μου ζητάς να σου πω πού βρίσκομαι.. στο δρόμο!

12 16


Ανάσταση Παπάς Δεν μπορώ πραγματικά να καταλάβω τι σας συμβαίνει! Τι κάνετε στις ζωές σας; έρχεστε εδώ παρά πέντε φεύγετε και πέντε. Αύριο θα πάτε να φάτε του σκασμού· να δηλητηριαστείτε από τις ορμόνες. Εγώ πια τα σέβομαι τα ζώα δεν τα τρώω! Αλήθεια τι σας συμβαίνει; Πιστοί χαχαχαχαχα!


τζέρρυ άρτις

13 16


επίλογος σταγόνα τη σταγόνα στοίβαξε πέτρες ο χειμώνας στα χαλάσματα φυτρώνουν μαργαρίτες γεννούνε φύλλα οι συκαμιές χτίζουν φωλιές τα χελιδόνια κάνουνε κύκλους οι εποχές ανηφορίζουνε στα κυπαρίσσια οι κουρασμένοι σκυλιά και γάτες ο ίδιος αριθμός θέση αλλάζουνε οι πέτρες το σύνολο όμως μένει σταθερό νέα φυντάνια ξεπετάγονται αρσενικά μπαρουτοκαπνισμένα με παπούτσια αθλητικά και γυαλισμένα μηχανάκια πειρατές της νέας εποχής τη νύχτα ανοίγουν μαγαζιά τα θηλυκά θα ‘ρθουν το καλοκαίρι τοίχο στον τοίχο οι πόρτες μείνανε κλειστές από τους γενοβέζους σπάνε τις πέτρες οι συκιές χαμογελά στην όραση η μνήμη η τάξη αρμολογεί αυτά που ξεφλουδίζει η εντροπία


είμαστε φτιαγμένοι και από τους τόπους που αγαπήσαμε


στείλτε μας τους αγαπημένους σας καλοκαιρινούς τόπους έως τις 20 ιουνίου

το επόμενο τεύχος θα κυκλοφορήσει στις 20 ιουλίου


για το τεύχος μηδέν τέσσερα γιάννης κωσταρής και φανή τσακιρίδου στο συντονισμό και την καλλιτεχνική επιμέλεια με φωτογραφίες και κείμενα συμμετέχουν τζέρρυ άρτις, άννα γιαρμενίτη, εμμανουήλ κολοκυθάς, γιάννης κωσταρής, φώτης λαζίδης, κατερίνα μάδη, ανδριανή μουλακάκη, άγγελος μπάλλας, φραντζέσκα ντόγκα, φανή τσακιρίδου, ίρις φουστέρη διορθώσεις κειμένων ειρήνη ντάλη

το misafir κυκλοφορεί κάθε δύο μήνες χωρίς χρήματα μέσω του σάιτ misafir.gr και της διαδικτυακής πλατφόρμας issuu.com email info@misafir.gr

μάιος δύο χιλιάδες δεκαπέντε

η φωτογραφία στο εξώφυλλο είναι της φανής τσακιρίδου στο οπισθόφυλλο της ανδριανής μουλακάκη στα περιεχόμενα, την ηλεκτρονική διεύθυνση και στους συντελεστές του γιάννη κωσταρή


μια φωτογραφία και μερικά πράγματα που γνωρίζω γι’αυτήν

misafir issue 04  

issue 04 photography magazine

Advertisement