Issuu on Google+

Μίµης Σουλιώτης, Υγρά, Αθήνα, Ερµής, 2000

Lupus lupo, homo

Τοπίο. Γενική άποψη Ο ουρανός το πήγαινε προς το γκρι, η µούρη ενός συνανθρώπου που τον συναρπάζει το φαινόµενο έστριβε ώσπου είχε παραλληλιστεί. Το χώµα είναι φέτος βαρύ, απόβαρο ψυχής σε σκοτεινό καφετί, ενώ είναι κοβάλτιο ακραίο µε συλλήψεις σκληρές.

Χιόνια Πόσα χιόνια θα στρωθούν ακόµη σ’ αυτό το πάντα αιφνίδιο πλάγιασµα του αέρα, κάτι σαν είκοσι σε προβλέψιµες συνθήκες― αλλά όµως θα εξακολουθήσω να κάνω αυτό που κάνω και µετά θα κόβω βόλτες στη λιακάδα µε υγεία, στην ηλικία απ’ όπου κανένας δεν ξαναφιλάει στο στόµα.

Πεντάστιχο Ο έρωτας είναι χάρη και αναστολή κι όποιος αγαπάει δεν το ξέρει, και µη φοβάσαι τους συµπολίτες: µισούν µ’ ένα πάθος που µπορεί να τους καταστήσει αθάνατους.


Τα χρόνια φεύγουν Τα χρόνια περνούν µα οι συγκινήσεις επιµένουν: µαύρο µαλλί, ίδιο µε της αλλοτινής, µε τη σύγχρονη διατροφή µα το ίδιο όµορφη κι ολόιδια, κι ωστόσο δεν υποψιάζεται τον κυκλώνα που ξεσπάει στον παλιό απέναντί της, ώσπου ξανακόπαζε. Έχει τη µισή ηλικία εκείνης είναι νωρίς για να τη φυσήξει η ειρωνία της γενετικής.

Κυριακή βράδυ Γυαλιά µε κορδόνι, σκουλαρικάκια αυτόφωτα, τη Μάγδα Σαλονίκη και τον γιο στη µετεκπαίδευση, τη ριγωτή πιτζαµούλα κι ασορτί µουσική, ορίστε που τα πέτυχες. «Κι εσύ τα πέτυχες». «Πέτυχα, µα όχι τον στόχο µου». Τα λέγαµε µε την σύζυγο την Κυριακή βράδυ εύκαιροι από δουλειές, µελαγχολώ όµως. Οι φίλοι διαµένουν ο ένας Bρυξέλλες, ο άλλος Σαλονίκη κι ο τρίτος στην Αθήνα και µερικές φορές λείπουν πολλή ώρα. Με τις γυναίκες δεν µπορώ να πούµε τις ιδιαίτερες ανοησίες ή να ψάλουµε το µονότονο χορικό· οι αντρικές φωνές ακούγονται µπάσες και θρηνητικές, γνωρίζουν να κλαίνε.

Γάτος σου Ο τύπος που σέρνεις έχει κάτι σπαστικό, µα δεν µας ενοχλεί αυτό. Του µίλησα απ’ το τηλέφωνο κι ακουγόταν σταθερός, υποχείριος του καλού, σκύλος σου πιστός, ακολουθητικός. Κράτα εµένα για τη συνοχή των ηλικιών σου, τα συµβάντα µε τις άριστες λεπτοµέρειες κι ας συναντιόµαστε πιο αραιά, πιο κλαµένα, πιο θλιµµένα, ώσπου να µη βοηθάει το µυαλό.


Παραλία Ένα σούρουπο που µου ερχόταν το συναίσθηµα είχες βυθίσει το βλέµµα σου στην άµµο, µε εγκατέλειπες. «Bγαίνει το φεγγάρι, Κοίτα το», σε ικέτεψα― «Γιατί, τί έχει» µου απόρεσες.

Καιρέ Λύσε µου τα µάγια, Παλιοκαιρέ, βγάλε µου τη φωνή αυτηνής που πωρώθηκε µε τη δική µου και ταιριάζει λέει το χνώτο µας, αλλά απέχουν οι ηλικίες µας: όταν εγώ έµπαινα στη βασική εφηβεία αυτή είταν στα µείον έξι και σήµερα έχει κάνει δεσµό, άρα σε λίγο θα έχουµε ξεµπερδέψει µε το ότι πάλιωσε κι αυτή. Λύσε και των δύο τα µάγια, Παλιοκαιρέ, όχι εντελώς απότοµα, άσε δυο-τρεις µέρες να ξεφουσκώνει σαν από δική µας πρωτοβουλία ή από µόνο του. Στην αρχή βράχνιασέ την, Καιρέ, ν’ ακουστεί αντιπαθητική όλο παράσιτα κακό ερτζιανό κύµα. Bρες τρόπο να µας λύσεις τ’ άσπρα µάγια αλλά να νοµίζουµε πως τάχα εµείς θα το είχαµε αποφασίσει.

Η αντίθετη σχέση Η γαµιαία σχέση είναι οριστική, ξεκάθαρη και µε τα χρόνια ανθεχτική, τελειωτική, ανακουφίζει και αναπαυτική, έχει ορίζοντα και συµφιλιώνει εξαντικειµενικεύεται µ’ ένα παιδί. Ενώ εσύ µπήγεις τις τσιρίδες, ξεσπάς για όλα, Στουρµ ουντ Ντρανγκ έχεις γίνει,


µέγγενη της ψυχής, θύελλα.

Άφιλτρα Νύχτωσε κι εξακολουθεί να χιονίζει θα σε χάσω, οι καφέδες φέρνουν θλίψη― αφού χιονίζει τόσο πολύ δεν µπορεί εγώ να µη γερνάω γρηγορότερα από τον σκύλο της Σχολής που έµεινε µόνος, µαύρος στο χιόνι. Του πήγαµε αποφάγια για τα Χριστούγεννα και τα έφαγε χωρίς δόντια, µε πάθος. Να επιζήσω µέσα της παντοτινά, να της µείνει από µένα να καπνίζει άφιλτρα.

Dat’s Life Ο µονόλυκος θάνατος αρπάζει τις ωραίες ψυχές και πλέει στη λίµνη του πέρατος, κρατώντας τες ψηλά σαν αθώα περιστέρια. Ο θάνατος δεν είναι ήρεµος· πασχίζει. Η δουλειά µου µε το δρεπάνι πρέπει να έχει επιτυχία, σκέφτεται.

Συµβιβάσου Όπως συµβιβάζονται όλα τα πουλιά εκτός από εκείνα που τα χτυπάει το ρεύµα στο καλώδιο και πέφτουν µε το κεφάλι κι αιωρούνται τα ξέφτια τους στη θέση όπου προηγουµένως πετούσαν, έτσι να συµβιβαστώ ακόµη περισσότερο, αφού για να απλώνει τις φτερούγες µαζεύοντας τον αέρα, και για να πετά µε τις ώρες, σηµαίνει ότι υποτάχτηκε στη βαρύτητα σαν ψάρι στο νερό. Συµβιβάσου και µη βαυκαλίζεσαι πως τάχα πριν είσουν ασυµβίβαστος. Είσουν ασυµβίβαστος κατά φαντασία.


Σκέψεις µακαρονάδας Κι όπως κάθοµαι και κατσιάζω ανόρεχτα µπροστά σε µια ανασούµπαλη µακαρονάδα ξεχασµένη κρύα, µε στράφι το τυρί, τα φαντάζοµαι όλα µε την σπιτική µου µουσική αλλά αισθάνοµαι αντίθετος. Το χειµωνιάτικο ποντς µου φέρνει ροπή στην θυµοσοφία: «Όλοι εµείς οι ζωντανοί που θα πεθάνουµε στην εκατονταετία, θα εξιλεωθούµε σε ηλεκτρονικά πεδία ρηχά και πεντακάθαρα. Τους έχουµε θάψει, εδώ κι αιώνες έχουν µείνει ενενήντα κιλά κόκκαλα. Οι ζωντανοί αφθονούν, οι πεθαµένοι σπανίζουν. ― Χιλιόχρονος, χιλίαρχε, ― Κατοστάρης, εκατόνταρχε».

Ηλικιωµένη Έχεις απιθώσει τη δαµασκηνόπιτα µ’ ευλάβεια σαν κειµήλιο από επέτειο, εσύ την έπλασες και την ξεχώνεις στοργικά από τη µαύρη φόρµα που τη χύτευε. Την τιµάς σαν µηλόπιτα και πιο πολύ. Οι ώµοι σου πάρθηκαν, ο καιρός σού βγάζει ένα πάλιωµα στα χείλη που δεν σ’ το είχα προσέξει πέρσι. Τα χρόνια σου περάσαν σπιτίσια: «Να σου βγάλω ένα κοµµάτι» ― ο χρόνος σου έληξε κρεµασµένος ανάποδα κι άσταχτος. Σε συµπαθώ µε τη θαµπή βέρα που τρίβεις, µε τα ξεσπάσµατα της σπαστικής κολίτιδας, µε την ευθιξία, µε το πώς στύβεις και ρουφάς την κατάθλιψη αιώνιο σινάχι.


Μονόστιχο Τρυφερά φύλλα πίτας, κόθροι, σα φασκιές.

Μεταφυσική χαρά Μου φέρνεις µεταφυσική χαρά και φρικίαση, µε γέµισες µε το συναίσθηµα ότι σ’ αυτόν τον κόσµο, σ’ αυτό το σπίτι δεν παραµιλώ µόνος. Τα παιδιά είναι ενήλικα, η σύζυγος ενήλικη επίσης κι εγώ δεν νοιώθω παιδί τελευταία.

Δυϊκός Αλήθεια τις έχεις πει αυτές τις φράσεις «Μάτια µου», «Χείλη µου» ή σου φάνηκε πως τις είπες απ’ το τηλέφωνο µες στον πυρετό που σ’ έκαιγε χτες βράδυ; Μήπως τις φαντάστηκα µόνος µου µες στην κλιµάκωση των γενεθλίων και νοµίζω πως σου απάντησα ότι οι λέξεις που λες είναι δυϊκός κι αναρωτιόµουν αν θυµάσαι τον δυϊκό από το σχολείο και µετά σου είπα άλλον δυϊκό, «αφτάκια µου» και γελούσες µε την άχνα που µε λειώνει; Δεν κάνουν αστειάκια µε τον άντρα που για γέρος είναι ακόµη νέος― αλλά για νέος, έχει φύγει γέρος. Κι όταν θα έχει γεράσει πολύ οι πωλήτριες θα συµπαθούν τον γεράκο που θα µπαίνει στο µαγαζί ετοιµόρροπος και θα τον στηλώνει η ανάµνηση ότι είχε αναστατώσει τη ζωή σου, τότε που είχε τα διπλάσια χρόνια αλλά άντεχε ντούρος στον πανδαµάτορα.


Στιγµές Υπάρχουν στιγµές της φύσης ψεύτικες, το δικό σου χαµόγελο όταν δεν µε εγκρίνεις, που µε σιχαίνεσαι, τεχνητό και το σούφρωµά σου όταν θυµώνεις µε την σκόρπια ζωή σου, διάφοροι άλλοι εντυπωσιασµοί της ηµέρας οι στιγµές της ύψιστης διαύγειας. Τώρα αντίστροφα: επινοείς τα τεχνητά που συµµερίζονται την αλήθεια τα ποτά, τις σιαγµένες βλεφαρίδες που ανοιγοκλείνουν τη νύχτα σαν αεράκι για να κοιµηθούµε στο σκοτάδι ειρηνικά.

Γεωγραφικά Ο καθένας ορίζει τη γεωγραφία του, τις θάλασσες που περνά µε τις συντεταγµένες, εγώ φέτος έχω εσένα. Η ζέστη σου αχνίζει από γεωγραφία. Μετά όµως δεν αντέχω τις υδρογείους. Φοράω τα χειµωνιάτικα λάστιχα και φεύγω τη βόλτα στην πόλη. Τσουλώντας πάνω στο πατηκωµένο χιόνι, πλέω σε νέφη νικοτίνης.

Ο Δούρειος Σαν µια σκέψη µες στον γενικότερο χαµό της σκέψης ή σαν ειρωνία της µυθιστορίας, ο ίππος τσούλησε µέσα στο άπαρτο κάστρο της Τροίας στυφό κουκούτσι µέσα στο καΐσι, οµίχλη σε αργό αέρα, άλλο αντί για άλλο. Απίστευτο να µη τους πήραν είδηση, η κατασκευή τους δεν είταν άψογη κι η απόκρυψη των κοµµάντος όχι τέλεια― έµπαζε από παντού


και κολλώντας το αφτί άκουγες τις πνιχτές ανάσες και το βάρος των κορµιών στο κοίλο, ή σύρσιµο πάνω στο ξύλο αν και είχαν στρώσει την κοιλιά για ηχοµόνωση, χώρια ότι από τα τελειώµατα έβγαινε µπόχα απλυσιάς. Ένας Τρώας ή µια γυναίκα εκεί, µε µυαλό και όσφρηση, και µε την έκτη αίσθηση της εποχής θα το µυριζόταν ότι οι Αχαιοί είχαν κοντέψει σ’ απόσταση αναπνοής. Οι Τρώες, που εγώ τους έζησα στο δηµοτικό στ’ αριστερά θρανία, δεν ξεγελιούνταν. Απλά δεν αντέχαν κι άλλη παράταση, έπρεπε να τελειώνει αυτή η ιστορία για να ξεκινήσει το επόµενο Έπος.

Άνδρα µοι Άνδρα µοι έννεπε, σκήπτε· έννεπε, έννεπε Μούσαπο λύτροπον όσµαλα πόλλα πλάγχθηε πεί Τροιής-ι ερόνπτολι έθρον επέρσεν. Άνδρα µοι, άνδρα σοι, Μούσα, πολύτροπον όσεγια µόλα.

Θα πάµε τους χειµώνες µαζί Θα πάµε τους χειµώνες µας µαζί εσύ τους καινούριους κι εγώ τους παλιούς τους κουβαλώ σαν σκληρό κέλυφος, που ασπρίζει στην άκρη των κυρτών κεραµιδιών της Αχρίδας, ξερό λευκό σαν ίχνη αγριόπαπιας. Στο µεταξύ τ’ αποδηµητικά πουλιά θα είχαν παλιώσει οπότε εµφανίζεσαι εσύ στην καταθλιπτική φάση, παίρνουµε µία από τις εποχές που µας βγάζει στα ξακρίσµατα του τοπίου. Γονατίσαµε εκεί, αντικριστήκαµε και τα µέτωπά µας λάµπαν στο αεράκι, τα χέρια µας λυτά σαν µαλλιά λίγο φυσηµένα κι οι είκοσι ρώγες στ’ ακροδάχτυλα βάραιναν από έρωτα.


Διάλογοι «Τον πρώτο µισόν αιώνα τα καταφέραµε, να δούµε τί µας µένει από φέτο» µου είπε. «Σ’ ό,τι µένει να ξανακάνουµε το ίδιο, ας γερνάµε ειρηνικά» της είπα, αφού είχε πραγµατοποιήσει τους σκοπούς της σε αντίθεση µ’ εµένα, που είµαι τώρα όχι ίδιος ούτε ακριβώς ο άλλος και διεκδίκησα την εξουσία όσο για να µη την έπαιρνε ο άλλος, ούτε η άλλη.

Χωριά και πόλεις Να βλέπεις τα βουνά και να σε βουβαίνουν σαν να προκαλεί καθυστέρηση ο κάµπος. Κάτω έχει τα χωριά που συσπειρώνονται σε σπίτια µε τσίπουρα, όψιµα ποικίλµατα του Δεκεµβρίου και τον Ιανουάριο στα Κορέστια. Τον Φεβρουάριο ξεκινάµε τις γύρες στην διοικητική περιφέρεια, παίζουµε τις απόψεις, κουβεντιάζουµε και δαγκώνουµε το λουκάνικο µε πράσο αδρά, σαν ξερριζώνοντας, χωρίς άγχος, χωρίς πηρούνι. Το γουλιάζω µε τις ώρες και παθαίνω τη σύγχυση ότι τάχα πίνουν µαζί µου και οι φίλοι και χωριά και πόλεις µοιάζουν µε χωριά.

Τη µισή νύχτα Πίναµε τσίπουρο τη µισή νύχτα, µας γιάτρευε, σαν άχνα που σηκώνεται απ’ τη θάλασσα τα σιχαµένα σινάχια χαθήκαν, ετοιµαζόµασταν γι’ αυτόν το σκοπό, τη γεύση χωρίς ουµανισµούς γλυκάνισου. Αλλά το είχαν ψιχαλίσει µε φούχτα από σταφίδες στο κάθε καδί, οι κοµπλεξικοί προτού το αδειάσουν στον αποσταχτήρα λες και δεν θυµόµασταν το περσινό.


Επειδή φοβούνταν µήπως φανεί φτωχό, µε την έννοια µήπως εκτεθούµε στους ξένους που θα ’ρχόντουνταν από κρασί.

Γερό µεθύσι Με µερικούς που όταν πιουν δεν γίνονται χειρότεροι, πίνουµε και µας πάει στη γλυκιά σαν ζάχαρη οµίχλη µε τις χίλιες ψυχές, εκεί µας αφήνει µε κοκκαλένιο ράµφος πελαγού σαν πορσελάνινο, από ψηλά κάτω στα νούφαρα και στα κυκλάµινα που σαλεύουν και φλουτάρουν γλυκά.

Ρούδαρι Μετά το πέµπτο τσίπουρο προς έκτο κάνεις ένα βούλιαγµα στον περασµένο καιρό, στη Μπέσφηνα που ρεύει ακατοίκητη συνεχίζεις µε τους ίδιους και το χνώτο σοβαρεύει. Στο Ρούδαρι σταµατάµε για να πούµε το γνωµικό: «Κανένας δεν κοιτά για δεύτερη φορά τη λίµνη κι ό,τι είταν για να γίνει, έγινε, να µείνει, έµεινε». Το ντουµανιάζαµε µε άφιλτρα Αγρινίου ο ένας έβγαλε Τριάρι άφιλτρο από την αρχαιότητα κι ο άλλος, ακροδεξιός από γονικό ζόρι, έφερε ροζ τσιγαρόχαρτα της Κατοχής να κυλινδρίσουµε ποµάκικο καπνό. Παραµιλούσαµε µια µεταστοιχείωση αισθηµάτων από σκοτωµένους, πεθαµένους κι από “µεµψιµοιρούντες” της Κατοχής. Μετεµψυχώναµε τ’ αποθαµένα του τόπου, ξεσκαρτάραν µέσα µας ψυχές, ακούγαµε τις αφώναχτες φωνές, θα πληρώναµε στο περίπου, είχαµε πιει, είχαµε χάσει το µέτρηµα, ίσως έβρεχε, παραχωνόµασταν στο τοπίο.


Σφιρίπιλι Ζόρι ν’ αλλάζεις ηλικία ενώ χιονίζει, η αλλαγή παράγινε φέτος περισσότερο από κάθε προηγούµενη ηλικία ο σπάστης άνεµος του Αµυνταίου χτυπάει απ’ το βάθος στην οροφή, σαρώνει δέντρα και στύλους και παραχώνει πιο βαθιά τους σκύλους. Μαστουρώνω µε τη χιλιοστή γρίππη της ζωής µου. Αντιδρώ, χιµάω στην κουζίνα όπου κανονίζω ψωµί και λάδι-δυόσµο, το φουλάρω µε µπούκοβο, ιδέα ξίδι, αλάτι σφιρίπιλι, το σφύριγµα του πουλιού, της πήλινης οκαρίνας και ψάλλω ένα κεκραγάρι που µου άφησε ο παππούς αλλά άθεος, και το στουµπώνω µε στεναχωρηµένα τσιπουράκια από το περσινό, λίγες µέρες προτού από την καινούρια γράππα.

Ρέκαρτσι Αστράφταν τα νερά της λίµνης, δεν υπήρχαν καρχαρίες κι είταν παράξενα άηχο το µεσηµέρι. «Όλοι οι καιροί περάσαν από πάνω µου, µε παραχώσαν στη γλύνα του βυθού» γκρίνιαζε ο εγκάτοικος της µιας όχθης. «Μας πονάει όλους µια µεγάλη στενοχώρια». Είχε δει πολλά, το πατηκωµένο χώµα του Άδη, τα σκυλιά, τους φακούς που ψάχναν στα πρόσωπα, το αµύριστο αίµα στο φράχτη, τη Φευγάλα― γέρασε και δεν καταλάβαινε πού περνούσε η µέρα του σε ποιον πιθανό κόσµο επιζούσε.

Στα µακεδονικά βουνά Δεν αξίζουν για το µάτι του κουφού περιηγητή γιατί δίνουν ένα ηχόχρωµα χαµηλών πτήσεων ντακότας που αµολάει χειροβοµβίδες στους φυγάδες και πολυβολεί, ενώ αυτός τώρα χαζεύει ερωδιούς και δεν ακούει τί έχει συµβεί. Σκούρα µαυροµέλανα, βαθιά χιονισµένα,


µπλε στην ουσία, αιώνες άλειωτα, βαριά, µεγαλεία της ψύξης. Ό,τι αιώνες, έρχονται µετά οι εµφύλιοι, ώσπου να δύσει ο ήλιος στη µεριά της Ρέσνας φαρδαίνοντας πάνω στη λίµνη µια λιµπισµένη ανάφλεξη, πανόραµα. Τα πούλµαν µασουλάν γριβάδι στη Νίβιτσα και πίνουν ούζα εναλλάξ µε µπύρες. Κάθονται φάτσα στη λίµνη και παραγγέλνουν τυροκαφτερά άχρηστα, τους βγαίνει η γκρίνια του αναίτιου νικητή.

Στο ιστορικό κέντρο Τώρα που µου λείπεις εκτός η µιλιά µου βγαίνει πιο σιγανή, αχνή ενώ θα την περίµενα σπασµένη πέτρινη. Γυροφέρνω την αχαλίνωτη σκιά µου ώρες µε τα τσιγάρα, ίδιος γενναίος Bίκινγκ σε κρατηµένη απόσταση από τις παρέες. Έχω ξυριστεί για τη γραβάτα των εξαιρέτων χρήσεων που ξεσηκώνει τις παλιές δόξες, το βλέµµα µου ζωηρεύει για να σε βρει και να σε εστιάσει στην ψευδαίσθηση, µαλακιά µε το ριχτό µαντώ, περιστοιχισµένη από πρόσωπα και ουσιαστικές λεπτοµέρειες που έχουν µεταβληθεί στη βασική Θεσσαλονίκη.

Φαντασία Εµείς θα φύγαµε από τις επαρχίες µας και θα ζήσαµε ευτυχισµένοι στην Αχρίδα, µέσα µου και µέσα σου, λογάκια και χαδάκια. Θα έγινες της ζωής µου χορηγός όταν θα θρηνούσα πολύ και τις διαφορετικές µέρες θα σού ’δινα όλη τη χαρά µου, ό,τι µου δίνεις, όλα.

Διακοπές στο Παλιούρι


Διακοπές. Αναβάλλω τη συνήθεια να ξυρίζοµαι και να κοιτιέµαι στα νερά του καθρέφτη αυτουνού, πόσων χρονών δείχνω τάχα ή είµαι. Δυο βδοµάδες θα ξεχαστώ µες στη φύση, µε ρίσκο του υπαλληλικού µου νου. Ο αέρας θα ριγεί και θα προσπαθεί να τα σβήσει― στη δυτική ακτή ένα ξεφόρτωµα βουνού― τα χειµωνιάτικα φάσµατα, τις γαλακτερές λάµπες τα λόγια που θα µιληθούν µε κράµπες “ανοιχτωσιά”, “αύρα”, “καΐκι”, σαλιγκάρια ή ρολλά µαλλιών που θα ξετυλιχτούν ξεπαλιώνοντας ξανά, ικανά να ξαναειπωθούν, µε καινοτόµες συνάψεις, µοϊκανά, µε το νοίκι, µε τις απηχήσεις στον παλιούρικο νου.

Ενενηντάρης Εκτίµησα πολύ τον ενενηντάγερο. Άσπρο ερείπιο, άθεος και καθιστός σαν τους γέρους, αφρόντιστος φαφούτης µε το ηθικό ντούρο, παλιός άνθρωπος, είχε χρηµατίσει παλιός πλούσιος και παλιός φτωχός, από εκείνους που είχαν ζήσει τις παλιές δυσκολίες, ηθογραφία ζωντανή: «Καίει, γιατί άµα δεν σε κάψει το τσίπουρο πώς θα σου φτάσει ώς την ψυχή», αµυνόταν. Ντερλίκωσε απ’ όλα, ρεύτηκε από τα έγκατα κι ακόµα δένει τα κορδόνια του. Το πρωί πάντα εξηγάει το όνειρο που είδε.

Το ίδιο όνειρο Τη νύχτα ονειρεύτηκα πλάι της ότι ο θείος µου είχε βάλει λέει ένα χρυσό δόντι: «Δεν είναι καλό αλλά δεν πιάνεται, µη ανησυχείς· φθινόπωρο έχουµε, όταν πέφτουν τα φύλλα δεν πολυπιάνεται» µε καθησύχασε η πεθερά µου. Το µεσηµέρι, τρώγοντας γιορταστικό γιαουρτλί-ταβά


µε αρνάκι, Ντρ΄ννν, Ο θείος πέθανε. Αυτό το όνειρο µού το είχε διηγηθεί ένας Αθηναίος του ιστορικού κέντρου της πόλης που το είχε δει και του βγήκε. Το ονειρεύτηκα κι εγώ πλάι στη σύζυγο που µε καθησύχαζε, αλλά απέµεινα χωρίς τον τελευταίο θείο, τέρµα το ανεψιός στη ολόφθαρτη ζωή µου, τις τρέλες του για τη Δευτέρα Παρουσία δεν θα τις ακούω από τον ίδιο, θα τις έχω µόνο στη µνήµη.

Να πλαγιάζει τη νύχτα Ο άνθρωπος πλάστηκε για να πλαγιάζει τη νύχτα και να γλείφει τα όνειρα ή ν’ ανοίγει το ψυγείο του και να χάσκει κι αµέσως να το κλείνει απότοµα σαν µήνυµα αισιοδοξίας, η ζωή είναι το αυστηρότερο πολίτευµα µε χαλαρή όµως βραδυνή ζώνη, όταν σηκωνόµαστε ούριοι µε την ηδονούλα της άφεσης στην ουροδόχο κύστη που σπάει την πολιτισµική συµπίεση.

Ξεθύµανε Σαν σκυλί που πάει ν’ απαγγιάσει, µου ακουγόσουνα φτωχή, δεν είχε ανάφλεξη όπως προτού από µήνες, µιλούσαµε υποµονετικά και φιλικά για πάντα αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Δειλινή συµβίωση


Είχε αρχίσει να το ρίχνει, αρχικά σαν άυλο άσπαστα µπουµπούκια στον ασκόνιστο αέρα, και µετά έστρωσε το ψιλόχιονο που χόντραινε πάνω στη ράχη του ψωρόσκυλου που πάλευε για να βγάλει δικιά του ζέστη― σύντοµα κόπασε, ξέµεινε η εκκρεµότητα όσο για να συµβολίζει εκείνη τη φάση. Είταν Πέµπτη και διαθέσιµη, το χιόνι σκάρτευε στο δροµάκι. Μπήκα στο σπίτι κι άνοιξα το τσίπουρο για ένα φούντο στη χαρά, ολόκληρη σταδιοδροµία, µελάγχολο, πικρό όπως τα δέντρα. «Πού το είδες το χιόνι, έξω είναι χαρά του Θεού, σε ποιό µήνα έµεινες». «Κόπασε απότοµα, κυρία µου, και δεν το πήρες είδηση, είχες και τον εξαεριστήρα στο τέρµα». Μού ’ριξε µια µατιά, αντί να εξακρίβωνε τον καιρό έξω και σέρβιρε. Εξαντλούσαµε τον πατσά ήρεµα υποστηρίζοντας τον θεσµό, µεσόκοπο ανδρόγυνο στη Δυτική Bαλκανική.

Κοινός ξύπνος «Ξύπνα µε µεν, έντεκα δε» έγραψα το αίτηµά µου στη χαρτοπετσέτα και της την απίθωσα. Σερνόµουν για να πλαγιάσω την ώρα που εκεινής χτυπούσε το ξυπνητήρι και σκουντουφλήσαµε αντίδροµοι θαµπά στο χωλ, σαν στο επέκεινα. Όταν προκύψει ζήτηµα κι είµαστε ξυπνητοί, παρατάω την εφηµερίδα, εµβαθύνω, σηκώνοµαι για να είναι η διάνοια ορθή, και κάµνω τις επισηµάνσεις στο πήγαιν’ έλα. Τα κεφαλάκια των παιδιών µας περιφέρονται στο ύψος της ζώνης µου, η σύζυγος µε ακούει προσεχτικά, προφταίνοντας στον αέρα τη Μάγδα που θα έπεφτε, και µη αφήνοντάς την και ηρεµώντας την στην αγκαλιά συνθέτει την οριστική άποψη.


Γυαλιά Ο οφθαλµίατρος µου έγραψε γυαλιά οπότε πρέπει να λέει― «Ενθάδε κείται. Φορούσε φακούς θυέλλης. Απασχολούνταν µε χαρτιά-βιβλία και, δεν πολέµησε στον Μαραθώνα, αγωνίστηκε όµως στο Χηµείο και στο Πολυτεχνείο στην ηρωική φάση. Δεν νοστάλγησε, δεν ξαναγύρισε, δεν έφυγε. Πήρε τη µονόφορη κατεύθυνση σαν το υνί σε χωράφι µόνο µε µήκος. Τύχαν και περιπτώσεις όπου προάσπισε αξίες, ενώ αλλιώς, όποτε έπεφτε κα’να καινούριο χιόνι άνοιγε, ανάσαινε κι έπαιρνε τις καλύτερες στροφές του».

Συνέχεια Ιανουαρίου Όταν θα συνεχιστεί ο Ιανουάριος και παραπέρα, θα θέλω ν’ αγαπήσω µία που θα είταν θαµπή µες στην παλιά διαύγεια µου, θα µου άπλωνε τα χέρια χι��νισµένα απ’ το χιόνι που πέφτει λιγότερο βαρύ από τη βροχή, θα χνώτιζε, ικέτιδα, την θύρα της άνοιξης µισή συν δύο στα χρόνια, θ’ αγγίχτηκαν τα βλέµµατα στο µεταξύ και θα µας προκαλούσε λίγη δύσπνοια το τελευταίο απότοµο κρύο, µε το παλιό γλυκό ηµερολόγιο.

Οδυσσέας Β΄ Κάθε στιγµή ότι φεύγω, γιατί δεν σου µένω πιστός για κανέναν άλλο λόγο παρά µόνο ότι φεύγω. Δεν πάω µακριά, στα ίδια Γρεβενά µέρη


κοιτώ τα σηµάδια των τόπων και των τρόπων που τα κοιτάς κι εσύ. Όλες τις ώρες το θέµα είναι ότι µπορώ να φεύγω, ξεκολλάω από πάνω σου κι όπως ξεµακραίνω, µαθαίνω να υπάρχω χωρίς εσένα.

Το παλιό χιόνι (διασκευή) Ψηλά και πάνω στο παλιό το χιόνι έπεσε το πρώτο φρέσικο χιονάκι κατάξερο σαν κονφετί, σούσλικ στην παλιά τη γλώσσα. Το σκάψαν και µέσα στο σκαµµένο βάλαν στρώµα και πάνω στο στρώµα την αγάπη τους, αντικρισµένοι στα γόνατα, λευκόασπρα πρόσωπα στο βουνό, κι ασηµένιες ανταύγειες της αγάπης που έπιασαν, ο ένας τη φώτιζε εκείνην κι εκείνη τον δικό της, ένας νέος και µια νέα, όπως τους ψάλλει το βαλκανικό τραγούδι, πάνω στο µισοχωµένο στρώµα, πάνω στο περσινό σκαµµένο χιόνι, που είχε πέσει πριν από το πρώτο φετεινό, µε λόγια κι αξιώσεις για αιωνιότητα στην κορυφή του άσπιλου βουνού.

Χαλκιδικές ακτές Στη Χαλκιδική όπου έχεις µετακινηθεί πέρνα ωραία µε την παρέα σου, φλέρταρε και προχώρα πιο µέσα, κάνε ό,τι γουστάρεις, πέρνα όµορφα, χεβ ε νάις τάιµ, εντζόι γιουρ σελφ. Μη και δώσεις όµως ψίχουλο ψυχής σου ούτε στις φίλες ούτε στους φίλους, και λιγόστευε την αδυναµία που τους δείχνεις και αλήθεια τους έχεις. Bάλε την ψυχή σου µέσα και φέρσου όπως θες,


δώσε ό,τι είναι να πάρουν, τι δικαιούνται. Η ψυχή σου θα µείνει εδώ µαζί µου ώσπου να γεράσω, να γίνω στάχτη, να φουρφουρίζω µες στο ανεµοσούρι.

Tί ώρα πήγε Με πεθαµένο µέρες µου τον έρωτα βγήκες εσύ και τον ξεσήκωσες, µ’ ένα χαµόγελο στα µάτια που µε άφησε έκπληκτο, και µε τον τρόπο που σέρβιρες τον καφέ που δεν σου τον περίµενα, στοργικά αλλά ισότιµα, ύστερα ρώτησες Πόση ώρα µας µένει, δεν ρώτησες στεγνά Tί ώρα έχω, ούτε αντικειµενικά Tί ώρα πήγε.

Δηµόσια ζωή Να κάνουν ένα βήµα µπροστά εκείνοι που δοκιµάστηκαν στη δηµόσια ζωή και δεν αναχώρησαν µήτε αλλοτριώθηκαν απόλυτα· πολύ βρώµικος ή πεντακάθαρος, το αντέχεις, αλλά οι µειξοπαρθένοι που νίπτουν χείρας δεν αξίζουν το έλεος, γιατί προτίµησαν τον έρωτα µε το κορµί, µε τη θερµοκρασία, µε τα χάδια και την αφή, µε την αγκαλιά την προσιτή.

Άτιτλο Κανένα µυστικό δεν είναι ένοχο ένοχη είναι µόνον η αλήθεια πως απ’ τα παιδικά µου παραµύθια ξεπρόβαλες εσύ, δυνατή συνήθεια, αλγηδόνα αλλοτινή.


Εν Φλωρίνη, τη Τορόντω Η χήρα θεία Πρεσκούρκα απέστειλε την κάρτα επιχρωµατισµένη από τα χειµπερνάκουλα του Καναδά, όπου παρεπιδηµούσε για πρώτη φορά στον γιό της: Εν Φλωρίνη τη Τορόντω, 8 Οκτωµβρίου, Αγαπητέ αδελφέ Νικολάκη, από υγείαν είµαι καλά, µου γιατρεύτηκαν και οι κάλοι, το αυτό ποθώ και δι’ υµάς, εις το επανιδείν, Σε ασπάζοµαι, η υπεραγαπώσα σε, το όνοµα ιδρυµένο µε το δικό της χέρι. Είχε προφτάσει να γεννηθεί στα Bιτώλια, διέµεινε στη Φλώρινα, ξεχειµώνιασε στο Τορόντο κι ώσπου να της το γράψω πέθανε.

Υποθετικός λόγος ................................................................. ................................................................. Κι από πέρα µακριά, την επόµενη µέρα, από την αντίπερα άκρη του καλώδιου, θα µου ψιθύριζε µε τη ζωντανή φωνή της την αβαλσάµωτη, όχι του αυτόµατου τηλεφωνητή, και θα ένοιωθα το κορµί χαµηλά, την άσπρη θαµπάδα των µατιών, το ύγραµα στο πρόσωπο· θα ήθελα να την πάρω και θα της το είπα, θα έλειωνε στην αγκαλιά µου, θα ξεχνούσε και θα την έσφιξα σφιχτά, δυνατά πάνω στην ψυχή µου, ώσπου θα πόνεσε πολύ, µα πάρα, πολύ.

Υγρά χείλη


Τα χείλη σου έχουν υγραθεί, από µέσα καύλα ή από άλλο στόµα που κόλλησε στο δικό σου το µισάνοιχτο. Είχαν στεγνώσει και τριµµατίζονταν όπως στο φυτολόγιο, διατηρείς τους πόθους και τους ραντίζεις στο εσώρρουχο, περιποιείσαι τα µαλλιά σου, δεν το βάζεις κάτω. Πάλι σε γουστάρω, ο παλιός συµµαθητής σου δεν σ’ το ξέχασε, τώρα σε ξαναγουστάρει κι ο µέσος όρος των καταστάσεων συγκλίνει.

Γριππούλα Με βασανίζει µια γρίππη ολόσωµη που πιάνει και ψυχή, µε είχε γυροφέρει από τον Νοέµβρη αλλά την αναχαίτιζα µε ασπιρινούλες, τρίτη µέρα σήµερα, άρα έχω καβατζάρει, σκαπούλαρα, πέρνα να τα πούµε άφοβά σου. Θα σου µιλώ µπουκωµένος προς το σιαγµένο κι όπως θα µε κοιτάς να έχω το βλέµµα ακόµα λειωµένο από τον ιό, και φάτσα άσιαχτη θα είπες «Νά, χαρτοµάντηλο!», σαν να είσαι η παλιά η αρχική και να µη έχω παλιώσει. Μα το φθινόπωρο προχώρησε, καιρός για λίµνες.

Λεµβωδία Να χιονιζόµαστε κι οι δυο από τα χαράµατα πυρωµένοι όλη νύχτα κάτω απ’ τη βελέντζα. Πιο µετά ν’ ανασάνουµε άνοιξη µε ανάσα κοινή και το Νοέµβριο τους ρευµατισµούς µαζί, να πάρουµε όρκο µε ίδια λόγια, την ίδια στιγµή ότι δεν θα συνεριζόµαστε στο εξής και θα κρατήσουµε απόσταση από τη ζωή. Θα λέµε τις τριµµένες φράσεις των αντρόγυνων που θα κατασπάραξε ο ένας τη σάρκα του άλλου, θα διαµένουµε στην ίδια όχθη της Αχρίδας εκεί που ο ήλιος γέρνει σωστά, στην καλή,


και θα στέλνουµε τα e-mail µαζί, τρεις, πέντε, δέκα χειµώνες στοιβαχτούς και θα γιαγείρουµε µε τη µαύρη πλάβα, µαύρο πανί, τη µονόχειρη µ’ ένα κουπί.


2000 ygra