Issuu on Google+

Μίµης Σουλιώτης, Περί ποιητικής (1974-1999), Αθήνα, Ερµής, 1999

Αυτός ο αισθαντικός µε ύφος από ανάερη πατητούρα, νοµίζει πως, άιντε, έτσι είναι η ποίηση!

β΄, Κουράγιο Θείε, δώσε λίγο θάρρος, λίγο θαρράκι στον ανεψιό σου που τον πετσόκοψαν οι κριτικοί: “Αυτά που γράφεις δεν είναι ποιήµατα· έχουν, ενδεχοµένως, ενδιαφέρον, ως υπανάπτυκτα δοκίµια, ποιήµατα πάντως― Δεν είναι”. Θείο, ο ανεψιός σου βλέπει το αύριο, βλέπει το αντιµεθαύριο, τα πάντα σκούρα. Κάποιοι θα τον θυµούνται εις αντιµωλίαν ώσπου θα έχουν πεθάνει κι αυτοί. Για τους υπόλοιπους όµως θα ανασηκώνεται, και θα τους λέει: “Κουφοί, µαστουρωµένοι, τίποτα δεν καταλάβατε, κανένας σας δεν ψυλλιάστηκε τους στίχους µου, δίπλα σας πέρασε, ρε µούγκες, η ποίηση”.

δ΄, Αριθµός Μετά τις πρώτες αναµνήσεις εµφανίζονται οι δεύτερες, καινούρια βροχή πέφτει πάνω στην παλιά, βγαίνουν αργόσυρτες και πέφτουν κι αυτές ύπτιες, σαν αργοτραβηγµένοι αργόσχολοι Αιγύπτιοι, Αιγύπτιες. Λιγότερο αµυδρές και µουσικές, πιο παραστατικές, αξέφτιστες φόρµες πιο ψεύτικες από τις αληθινές, µες στα ηχεία του εγκεφάλου,


απ’ όπου τις ακούµε εγγαστρίµυθες, σαν υποθέσεις χαµηλά στον ντελβέ.

ε΄, Ταµπλό βιβάν “Σου διανθίζω τη µαγειρική µε τα παρασκευάσµατα µιας άλλης τέχνης υψηλής, µα κι αυτής επίσης στ’ ανθρώπινα όρια”, κουβέντιαζα µε τη γυναίκα µου στα περιθώρια της προετοιµασίας για µύδια κρασάτα. Της διάβαζα όρθιος και µισοάκουγε βράζοντας για τη µικρή Δανάη αβγά µελάτα και προσέχοντας µε το άλλο µάτι ώσπου να της ξανθήνει το κρεµµυδάκι, που τσιγαριζόταν κι ευώδιαζε η κουζίνα µας: η προσοχή της είταν διασπασµένη. Άλλες φορές, παλιά, ούρλιαζα υποτιµηµένος, µα τώρα προτιµώ την ποίηση µες στους περισπασµούς και τα σπασίµατα: “Φέρε δύο ξινόµηλα, Bγάλε το αλάτι, Κόψε ψωµί για τη µικρή”. Γιατί όσες φορές της αποσπώ την προσοχή, θα σηµαίνει πως κάτι καλό έχω κατορθώσει― και τότε κάνει ένα ταµπλό βιβάν µε τα νάιλον γάντια και το πράσινο σαπούνι, και µε κοιτάζει παραξενεµένη.

στ΄, Ρεµβασµοί Δεκαπενταυγούστου Αν µε καλούσαν οι λογοκριτές που περιµένω θα ένιωθα την υπερηφάνεια της αναµονής, και θα είµουν σε ετοιµότητα να τους απαντήσω: “Έγραφα γιατί ζω σαν φθαρτός, τί νά ’κανα. Εύχοµαι να είµαι στρατευµένος αν κι αµφιβάλλω πόσο προσηλώνοµαι. Μου αρέσουν πιο πολύ οι στίχοι µε νόηµα που όταν το εκλογικεύεις δεν φτωχαίνει, µου αρέσουν κι οι νόµοι της φύσης αλλά όχι όλοι πάνω µου”.


η΄ Φάε σκόρδο ανεπιφύλαχτα, ποιητή, πριν κι αφού γράψεις, σου το συνιστώ. Δάγκα σκελίδα χωρίς άποψη και τύψη, µικρό ρεκτιφιέ στο νευρικό σου πλέγµα για τη δύσκολη δουλειά που ηδονίζει και µη συνερίζεσαι τους Ρίλκε του στοµάχου: αγωνίσου για το προνόµιο, η ζωή είναι χρησικτησία, ανεπηρέαστε από εκείνα που γράφουν οι µηρυκαστικοί-θυµητικοί µε τα κρεµµυδάκια.

ι΄, Οδυρµός Διστάζω να πάω για τον δεύτερο στίχο, µη πάει στραβά ό,τι έγραψα ίσαµ’ εδώ, “Ωραία µέρα η αυριανή” ευτρεπίζοµαι, τη στριφώνω στις σιγουριές που διαθέτω, µε τη λύρα τη δίκαιη στον ώµο, κι άµα ξυπνήσω ξανά θ’ ατενίσω τη µισάνοιχτη πόρτα του ψυγείου, και θα χτικιάζω, Να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι!, θα φλυαρώ όλο λογοδιάρροια πως τάχα, αν µ’ είχαν βάλει σε Κανονικές Συνθήκες Ποιητικής Θερµοκρασίας, θα έπλαθα έναν άλλο χαρακτήρα που θα εξύψωνε την τέχνη.

ιβ΄, Προφορικά Μόνο τα λόγια που βγαίνουν απ’ το στόµα. Τα ξεστοµισµένα υπάρχουν όση ώρα θα ξεστοµίζονται, είναι η αιωνιότητα που ζει ασύρµατη από τις άκριες των χειλιών σου στο αφτί µου, απ’ το στοµάχι στην καρδιά,


ειδύλλιο των χνώτων στον αέρα, ζεστούλα που ανάβεις κι έρχεσαι.

ιγ΄ Μου έρχεται ο οίστρος για κα’να γράψιµο γερό, να ψηλώσω, να χαµηλώσω, να φέρω τις κοφτές, να εξορµήσω στη βεράντα, αδιαφορώντας για τις µπόσικες παντόφλες και για τα ξώφτερνα ντάτσουν που περνούν, µέχρι να ταιριάξω τα λόγια του λαού µου για πάρτη µου: νοιώθω την εγγαστρίµυθη φωνή να έρχεται κι αρκούµαι σε στίχους απαλής ισορροπίας, µη βάλω τον ψεύτικο ενικό, πληθυντικό της αµετροέπειας, της υψικάρηνης περισσής υποχοντρίας ως συνέπειας.

ιε΄, Χίλιες Εικόνες Παριστάνεις πως µία εικόνα πάει χίλιες λέξεις, λες και θα πάρεις ποσοστά εσύ, αλλά Κινέζος ούτε είσουν ούτε προφταίνεις, ανήθικε τεµπέλη στιχοπλόκε.

ιστ΄, Φιλολογία I. Το αιώνιο το σµιλεύουν λάσκα, II. ένα “εµπάτε, αλέστε” από σύµβολα και εικόνες. III. Και γιατί εγώ να γερνάω σιάχνοντας λέξεις αχρησίας IV. στην επαρχία που κάνει κρύο µε χαµηλή οµίχλη, V. όπως αλλού στρώνεται ο κάµπος χαµοµήλι, VI. αντί να επινοήσω κάτι πιο ανακουφιστικό, VII. που να µην έχει πότε τη µία σηµασία, πότε την άλλη, παρά µόνο τη µία.


ιζ΄, Στην πράξη, όµως “Στα λόγια εύκολο, στην πράξη, όµως”,― είπε µε τροµερή αυτοπεποίθηση, ο Κρέων ο Νεότερος µε µοτίβα του Χορού. (Τα καθαυτά γεράκια είναι υπερήφανα όντα.) ― Επιφυλλίδα ή κα’να κεφάλαιο για µυθιστόρηµα, έχεις δοκιµάσει; προσχέδιο που να το έδωσες αυθηµερόν; Έχεις πει τα λόγια σε κηδεία συµµαθητή σου, ή, έπεισες κανέναν ν’ αλλάξει τη διαθήκη του; Ούτε έχεις γοητέψει καµία µε λόγια ξερά, σκέτα.

ιη΄, Αλληγορία Η αλήθεια δεν είναι ωµή, µήτε το ψέµµα. Έχουν την εντύπωση πως η στεγνή καϊσιά είναι πιο αληθινή από την ολάνθιστη, µε κριτήριο τη διάρκεια στο χρόνο µα κι επειδή χρησιµοποιούν τα νύχια τους για ξύσιµο και ξεχνούν το σύρσιµο.

ιθ΄, Προς οµότεχνο Ματαιωµένα σχεδόν όλα τα µαλλιά του, φρύδι ανασηκωµένο από την ιδέα, µούτα ωραία, σαν κληροδοσιά, και βάρος όσο δείχνει, δεν εξαπατά. Ειδήµων για τις κάθετες κι οριζόντιες περασιές της Χερσονήσου, ελλόγιµος, µεγάθυµος, παχύς, συγγράφει αδιατάρακτος στην επαρχία του: µε Αλβανό οικόσιτο, τον Στράβωνα στα νέα ελληνικά. Στέλνω µποτίλια, µισέ Πόντιε, όχι µακριά απ’ το παλιό µας πέλαγο: Πιε, µε τον Σταµάτη, τη γυναίκα και τους φίλους, το σκούρο µπρούσικο Αµυνταίου. Λυώνει τις λύπες, µου το φέραν από σπίτι, Χάιτ’!, γίνου στην υγειά µου.


κα΄ Κάποιες φορές δεν πήραµε διόλου υπόψη τα περιθώρια ανοχής του ακροατή, και ότι τα διαβόητα συναισθήµατα πρέπει να καταχωρίζονται µε έµφαση και οικονοµία σε έµπνευση, σε σύµβολα και σε χαρτί. Προσέχουµε, όπως το έχουν εφαρµόσει οι δηµοσιογράφοι του έγκυρου ηµερήσιου Τύπου, να ελέγχουµε την αισθηµατική εντροπία µε εµπερίστατη στάθµιση του αντικτύπου που θά ’χει η µνηµοτεχνική βαλάντωση· να υπηρετήσουµε σεµνά την πάχτωση του αναλλοίωτου προτύπου, ειδάλλως πάµε, όπως οι άλλοι, στράφι.

κγ΄, Το Θέµα “Να µη βγαίνω απολύτως έξω από το θέµα, και ν’ αποφεύγω τις ασύστατες ουσίες· να κινούµαι στις κοινά αποδεκτές ιδιοτυπίες και να δοσολογώ την αλήθεια µε ψέµµα. Να χώνω τις ιδέες µου στην ουσία σαν τις γαλέτες, είδωλα ξεχωσµένων αγαλµάτων που τα µουλιάζουν στην αρχαιολογική υγρασία· ν’ αρύοµαι από τον παρατονισµό των αισθηµάτων κι από το αδιέξοδο των τόκων και των µερισµάτων. Κι όταν µε πνίγει η ασφυξία µες στο θέµα, θα νιώθω στο ασανσέρ σαν σε φριχτή ειρκτή”. Τέτοια σκέφτοµαι όποτε απελπίζοµαι που γράφω, και καταντώ σαν παλιός κι αδιάφορος· ήρθε η ώρα, υψώθηκαν φρυκτοί· θα το καθαρογράψω, να µου φύγει η ιδιωτίλα, κείµενο µε αρχή, µέση και την στερνή νίλα.


κζ΄ Στίχο το στίχο σ’ έγραψα, ωραίο ποίηµά µου· σε γέννησα, σε γέρασα µε όλο το φρόνηµά µου.

κθ΄, Rebus adversis Χτίκιασµα από µελαγχολίες, όχι: γράφω κείµενο σκηνοθετηµένο, µε την ποσόστωση εικόνων στη δοµή του, οπότε η τελική γραφή θ’ αντέξει µήνες· ο ορίζοντας, λέει, ιδού, θα ρόδισε, θα µαλακώναν βρύα και λειχήνες. Η πλάβα του ποιητή θα κίνησε χαράµατα να πάει γιαλό-γιαλό βαθιά γεράµατα.

λ΄ Κράτα τους στίχους που σου έχουν κάτσει, κι άσ’ τους άλλους στην δωµατίλα τους, αφού ποιήµατα, έτσι κι αλλιώς, δεν φτιάχνουν γιατί είναι προαιρετικοί, που ηδονίζονται µε λάθος ποίηση· άµα τους λάχει κάτι, ο µεγάλος έρωτας ή ο πρώτος λαχνός και πρέπει να επιλέξουν ποιο από τα δύο, θα το παίξουν ριψάσπιδες και θα κόψουν την ποίηση για να µη παραδεχτούν την αποτυχία τους.

λα΄ Κλείνω την πόρτα και στη µουσική που βγαίνει από το δωµάτιο της κόρης µου, κρατάω άµυνα µέσα στο οχυρό, στην οικογένεια,


υποφερτός πατέρας-υπάλληλος µαστορεύω µε τα ούπατα στα τέσσερα ντουβάρια της ζωής µου, ταγµένος µε πείσµα στον σκοπό και σαφώς, µε την πρόθεση και τη ζόρικη βούληση ν’ αποξεχνιέται ο γόρδιος θεσµός.

λβ΄, Τα Bροµόλογα Όλα µου τα βροµόλογα τα έχω χρεώσει ερωτόλογα για σένα, τις φράσεις και τις λέξεις, το κοινό µας κτήµα. Σ’ τα ψιθυρίζω στο παλιό εξαψήφιο τηλεφώνηµα µε θέρµη, κι όποτε θυµώσω σε ζήτηµα βιοπάλης, δεν λέω, ούτε από µέσα µου, βρισίδια, γιατί µου τα έχεις καπαρώσει όλα εσύ κι ό,τι ξεστοµίσω, πάει κατά εσένα· την στρίβεις την κουβέντα στα άσχετα για να χάσουν περιεχόµενο οι λέξεις, η έξαψη σού ανάφτηκε στο πρόσωπο από τη φωνή που ράντιζε προς τα εσένα.

λγ΄, Ήχος Γραφοµηχανής Σου χτυπώ το νέο µου ποίηµα στον ίδιο τόνο που σου είχε αρέσει όταν σ’ το είχα φαξάρει ζεστό-ζεστό. Διάβασε µε τη δύναµη που είχες όταν αγαπιόµασταν, στην αρχή χάδια και φιλιά, και µετά παθιάσµατα, σαν το σφιχταγκάλιασµα δύο προσώπων που είχαν χαθεί στο ανεµοσούρι.

λε΄ Θυµάµαι (όπως λεν οι ηλίθιοι) τον γιο µου όταν βρέθηκε ενώπιος µε τη θάλασσα,


φώναξε µε απορία στον αέρα: “Μπαµπά, είναι µούσκεµα!” Από τότε (όπως λεν οι ηλίθιοι) έχω επιφύλαξη για κάθε συµβολισµό που αλλοιώνει την κυριολεξία.

λστ΄, Τεχνοτροπία Δεν διευκολύνουν τους κριτές στο έργο τους, µπαλσαµώνουν στις φράσεις πράγµατα από πρώτο χέρι, και δεν χυτεύουν φαεινές φιγούρες, δεν σιάχνο��ν χιλιοπαιγµένες εικόνες, που να µπορέσει ο άλλος να σχολιάσει και να παραπέµψει.

λθ΄, Δύο Αβγά Ο πλατύφτερος λόγος της νεκρής ποίησης κι η πλουσιοπάροχη εικονοπλασία του µε τα ανερµάτιστα ήθη που προϋποθέτει, ο µπαγιάτικος φουτουρισµός, µου κλονίζει τα νεύρα: ξεκολλάω ρώγες σταφύλι ανάστατος αν έχω ή µήπως δεν έχω τη θεία επίνοια, και κόβοντας βόλτες κάτω από τον γαλακτερό βόµβο της κουζίνας, µαλλιά και φρύδια ανάκατα, φάτσα στη σκιά µου, άγχος έχω τρυπηµένος από τις αµφιβολίες, τον πολλοστό καφέ για τόνωση µε τον αχνό να ευωδιάζει ―δισκοπότηρο―, νιώθω αδύναµος και µου βγαίνει µια ικεσία, και παραγγέλνω στη µικρή που ζουπάει κανάλια, στην τύχη: “Bγάλε µια τοµατούλα για τον ποιητή, άι παιδί µου, από τον κήπο, και ψιχάλισ’ την µε µαϊντανούλη από τον κήπο· πασπάλισε αλατάκι, κόψε κρεµµύδι, χύσε λαδάκι από τα µέρη της προ-προγιαγιάς σου της Παρασκευής, ρίξε και τον ψιλοκοµµένο µαϊντανό σαν κονφετί να τη θάψει, µια πρωτοβουλία ξιδάκι, να ’ρθώ σε λίγο να τη στεγνώσω µε απλωτές άσπρο ψωµί”.

µα΄, Ο Αναγνώστης


Πώς φαντάζοµαι τον ιδαλγό αναγνώστη της Ποίησης: Με σκούρο σακάκι και ασήµαντο παντελόνι, µαλακό πουκάµισο µε ρίγες και ραφτό, χέρια σπουδασµένου αλλά µε ρωµαλέα ράχη, διτονική επιδερµίδα µε τις στάµπες του χρόνου, ψηλός, µάλλον, σάρκα τόση ώστε να κυριαρχεί το σκαρί, µία διακριτή ασθένεια το πολύ, παλιό παπούτσι µατ γυαλισµένο στο χέρι, γιατί τον γειώνει, κάλτσες πολύ ψιλές και µάλλινες και µαλλί προσεγµένο του 1950. Αθόρυβος, το βλέµµα κρατηµένο. Φοράει το µειδίαµα ανώτατου διοικητικού παλιάς κοπής, ταξιδεύει στην πρώτη θέση µε πολλές πρωινές εφηµερίδες και στη διαδροµή, για να µη καταντήσει ακροατής, τα σταυρόλεξα δεν αποκλείονται.

µγ΄ Bλέπω οι άλλοι φτιάχνουν πιο ανεβασµένο σκηνικό, και του αφήνουν προεκτάσεις για πολύ πιο πέρα από την κοινή λογική· ξεζουµίζουν τις λέξεις σαν γλωσσικοί αποχυµωτές, τις µετασηµασιοδοτούν, τις ξανασηµασιοδοτούν, τις µετασκευάζουν, τις ξεβροµίζουν από τη χρήση, χύνοντας τόσον εαυτό στη διεργασία ώστε απορώ τί κάνουν µε τη γλώσσα τις υπόλοιπες ώρες. Ο συντάσσων δηλώνω εµπειριοκριτικιστής, σύµφωνος µε τη µικροαστική άνωση του έθνους και τις ώρες που χαλαρώνω συνοδεύω την ρητορική συζήτηση µε παυσίλυπο τσιπουράκι από τη Σφεταπέτκα που απορώ, πώς δεν το έχουν πιει ακόµα όλο.

µδ΄, Οι Tόνοι Κρεµούν ψιλοδασείες και αλείφουν την περισπωµένη,


χωρίς όµως βαρεία και υπογεγραµµένη. Θέλουν να διαφυλάξουν την εθνική ιδιοτυπία, να αντισταθούν στην πολιτιστική οµοιοµορφία, και σπέρνουν ψιλοδασείες στο νησάκι της ποίησης· αναλόγως, στις εκλογές ψηφίζουν Συντήρηση. Αν είναι για τέτοια, να αναβιώσουµε τη στοιχειοθεσία στο χέρι, και τη χειροκίνητη προσεχτική εκτύπωση µε ισόποση και βούτυρο τη µελάνη, να ασκηθούµε στην ποσόστωση των λευκών στη σελίδα, που χαρίζουν ευγένεια, και τέλος ραφτή βιβλιοδεσία καπάκι. Να ξαναπαίξουµε την σκηνή µε τον στοιχειοθέτη που τα έπαιρνε και τα διέλυε εξηγώντας γιατί ψηφίζει Ένωση Κέντρου, µε το τυφλό σύστηµα σαν µπράιγ και µε την πλάτη µισογυρισµένη στις κάσες.

µε΄ Γράφω στίχους πρώτ’ απ’ όλα για ν’ ανέβω στην εκτίµησή σου, καθένας ανεβαίνει πάνω σου όπως µπορεί.

µστ΄, Τέκνα Ο γιος µας γίνεται ολοένα πιο µουσικόφιλος µε τις πυροσβεστικές και τα φορτηγάκια που τα δραµατοποιεί πρήζονται τ’ αφτιά του, γουρλώνει τα µάτια ταγµένος στους ήχους, και µε κάνει να λέω: “Καλά που η µάνα τουλάχιστον δεν είναι κουλτούρα, γιατί πάνω από ένας καλλιτέχνης κάνει µαύρη τη ζωή στο σπίτι εκτός κι αν ζούσαµε φεουδαλικά κι οι υπόλοιποι αντιγράφαν σαν συνοπτική δηµοκρατία”. Νωρίς το απόγευµα στερήθηκα τα τσιγάρα και ξέσπασα πως µόνο όταν θα έχω πεθάνει και θα µ’ έχει φάει η µαύρη γη, όταν και τα σκουλήκια που θα µ’ έχουν φάει


θα έχουν µάθει να ριµάρουν στίχους τότε θα χωράµε και οι δύο στη ζωή της.

µη΄, Ο Δυνάστης Όπου δεν ενοχλούν τα ελληνικά του, µοιάζουν σαν γλυκανάλατα ευρω-γαλλικά. Λάθος υποστήριξε πως τα παράθυρα δεν είναι κατασχισµένα, γιατί έτσι ακούγονται, τάχα, σαν χάρτινα ή πάνινα. Να παίξω κι εγώ µε τη δική µου σχιζοφρένεια και µε τον άνεµο που φρένιασε στα σχοινιά και τα ξάρτια σχισµένος σαν µανιασµένος που όλο πριονίζει.

ν΄, Παρανάγνωση Είχα ολοκληρώσει το ποίηµα “Πρασιά µε Παιδάκια”, και της το δείχνω, οπότε µου τον κάνει τον τίτλο µου διαβάζοντας µε υποκειµενισµό, “Πράσσα µε Παϊδάκια”, επειδή τα είδε κεφαλαία ενώ µαγείρευε, την έσπρωχνε η φεουδαλική της κεκτηµένη. Λοιπόν, πάνω σε ποιο λάθος συµβιώνουµε και δειπνούµε στην ίδια κουζίνα εδώ κι αιώνες― κι από αυτό εδώ το επεισοδιάκι, το πιτσίλισµα του γραµµένου χαρτιού µε σαπουνόνερα, να τριλίζουν τ’ ακροδάχτυλα σαν σκουπάκι αγιασµού και την ανάστροφη παλάµη που διστάζει στην ποδιά σαν ανάκληση των αποφάσεων, τί θα έχει αποµείνει αύριο που θα ξαναµπούµε στις εργάσιµες µέρες µε τα ασήκωτα περιστατικά της βιοπάλης.

να΄, Παράκληση Σ’ αγαπώ, σε παρακαλώ, µη µου γεράσεις, θέλω να µη, εσύ, γερνάς― ας γερνάω εγώ για σένα.


Και νά, δεν γερνάς. Δεν φαίνεται τίποτα από το γέρασµά σου και µε ζώνει το πείσµα, να πάρω την απόφαση: I. όταν θα έχουν πέσει όλα µου τα δόντια, II. θα σφιχτώ πάνω σου πάρα πολύ σφιχτά για να διώξω το γερατιό και να φέρω ανάµεσα τις εικόνες που θέλω.

νβ΄ Γράφω όσο µπορώ περισσότερο, βάρηνα στη ζωή, το διαπιστώνει κανείς κι απ’ το χαρτί, στις ποσοστώσεις του γραφικού χαρακτήρα. Είµαι εκείνος απ’ τους δύο στο σπίτι που καταγίνεται µε την στιχοποιία. Οι υπόλοιποι, το πολύ µε ακούν. Την τονώνω µε καφέ, τη ντουµανιάζω µε τσιγάρο, την στηρίζω σε απόψεις, την γυµνάζω µε λέξεις, την χρίζω µες στα πρώιµα, κάνω ό,τι χρειαστεί για να ξεβγάλω την ιδιωτίλα, πιστός νοµίζω δούλος του δηµόσιου υλικού µου.

νδ΄, Το Αφτί Στην εποχή των άναρχων πραγµάτων η µουσικότητα δίνει µια διέξοδο, µε ηχεία που δονούν και δονούνται. Επηρεάστηκε κι ο λόγος: “Ενδοµήτρια” ή “ενδοδηµήτρια κύηση” το “καουµπόινγκ 707”, το τρίκυκλο “βασανιάρα” και το “τσίου-τσιρ” του σπουργίτη που δεν καταφέρνουµε να το ακούσουµε τιτίβισµα, µόνο σαν φθαρµένο ερείπιο, λειψή λέξη.

νε΄, Αντίτυπα


Μη νοµίζεις πως διαθέτω αντίτυπα, ούτε για χέρι-χέρι, ούτε γενικά µε το ταχυδροµείο. I. Ποντάρεις στην αβεβαιότητα του ακόµη ζώντος― II. µα αν είχα τυπώσει ένα κι αριθµηµένο, είτε εγώ είτε άλλος, III. θα µου το είχαν φάει οι συλλέκτες. IV. Πέντε χρειάζοµαι για τους σπιτικούς, πέντε για το προσωπικό αρχείο V. και λίγα για τους ηθικούς δεσµούς έξω από την πιάτσα. VI. Ξέχνα το ή αγόρασ’ το αν καίγεσαι, και κάποια στιγµή που θα σκονίζεται το στοκ, θα φέρω να σου χαρίσω ένα µε την αφιέρωση που θα τη γουστάρεις.

νστ΄, Η Yπογραφή Η υπογραφή µου στα υπηρεσιακά έγγραφα σίτεψε κι όσο προχωρώ γίνεται πιο αφηρηµένη, σαν ιδεόγραµµα-χάραγµα στον τάφο. Οι συνάδελφοι, από την αρχή της καριέρας, τη χαράζουν σαν αναλλοίωτη στάµπα ανεπηρέαστη από τις εξελίξεις, σαν διαιώνιο µπατίκ, γι’ αυτό τους ζηλεύω και τους ελεεινολογώ, εγώ ο απέθαντος σε πλήρη εξέλιξη.

νζ΄, Οκτώβριος!!! Ωραία µέρα σήµερα, για γέρασµα! Τα χρόνια που φορτώθηκαν απέξω µου τώρα συναντούν τα µέσα µου, ασπρίσαν τα µαλλιά µου κι όµως τί µάχη ελπίζω, που όλο τα χτενίζω.

νθ΄, Δύο Κόσµοι Τα χρόνια περνούν πιο βιαστικά απ’ όσο τα είχα υπολογίσει στο µεταξύ βλέπω τα σπουδαία έργα να σκουληκιάζουν αδιάβαστα, το επιβεβαιώνει η στατιστική και µε δαιµονίζει:


να έχει γράψει ο ποιητής επευφηµίες, όπως Χαίρε αδελφή! µ’ αρέσουνε της όψης σου οι χλοµάδες και ν’ αργούν στο ράφι αζήτητα. Bάλε τα δυνατά σου, σωτήριε αναγνώστη, και ανάστησε τη συνθήκη του ποιήµατος: µαλακή σέλα στ’ άλογο και, κόµης πατρικός, θα ρούφηξες ταµπάκο κάτω στην παραλία, κοιτώντας ’την αργά, από χρόνια αργά, και θά ’παιρνε ο στίχος την αξία χρήσης του, θα φέγγριζε από τις δύο όψεις του φύλλου αυτόν τον κόσµο και τον επινοηµένο.

ξα΄ Είµαι ποιητής, ο περιπατών µ’ εµένα δεν θα περπατήσει στη Σκοτία, µα στην Αχρίδα και τη Μολδαβία, και θα σεργιανάει µαζί µου στο δάσος χαϊδεύοντας τις γενικές φυλλωσιές, ξεπερνώντας τα δέντρα.

ξγ΄ Ένα µουσικό χαρχάλισµα που υπάρχει σ’ όλους, µας το ξυπνούν οι παραφορτωµένες λέξεις όπως “Αγάπη µου! βρήκα δουλειά!!!” που µόλις τις ξεχάσουµε, κι αφού πάρουν µια βράση, παραγεµίζουµε µε πιο αιθέριες, που τις σκεφτόµαστε ή έρχονται στην επεξεργασία, όπως “Της γης τη γύρη, ανάσανε!” και έτσι δρούµε στιχουργικά, φινίρουµε προσεχτικά. Όχι σαν τους διαφορετικούς, που στύβουν µια λέξη χωρίς προηγούµενο, µε απλή ποιητική άδεια, χωρίς επικαιρότητα.

ξδ΄


Γράφει σαν βουβός εκ γενετής, κάτι φαντάζεται, αλλάζει χέρι ή µολύβι, πετάει τον κόπο του απογεύµατος, βγάζει νέο χαρτί για αλλιώτικους τόνους, θα γράψει ή καλύτερα ή χειρότερα, στην απλή τούτη τέχνη δεν ισχύει το “κάθε πέρσι και καλύτερα”.

ξε΄ Η τέχνη απαιτεί αλήθειες, αλλιώς θα φτώχαιναν τα παραµύθια. Επιπλέον: αντιβάλλοντας τις ιδιωτικές αλήθειες µε την πραγµατική αντικειµενική αλήθεια, διαπιστώνουµε ότι οι πρώτες είναι τέως δηµόσιες που κρυφτήκαν πίσω απ’ τον θάµνο, κι απλώς φαίνονται πιο συµπαθητικές, ενώ η δεύτερη είναι γενική και φιλοσοφική, διότι “δεν υπάρχει αλήθεια σε ατοµικό σερβίρισµα”. Μόνο δηµόσια σιγουριά, µε ψήγµατα ιδιωτικού όσα χρειάζεται για να µη ψευτίσει όπου κολλήσει στο πολυγανωµένο τοίχωµα.

ξστ΄ Ότι: ο νους πρέπει να περιτρέχει τις λέξεις και του λεξικού και τις αναµενόµενες, να βρίσκει τις αξίες και τα π��ρεστιγµένα µε ψύχραιµη επιλογή σαν από την αρχή, και το νόηµα να το δίνει το νόηµα που να δηµιουργεί νέους ήχους, νέες συνήθειες και φούρια για νέες έλξεις.

ξζ΄, Γέρικος Τα τελευταία χρόνια µού αυξήθηκε η υποχοντρία,


συν το βαροµετρικό χαµηλό που σουβλίζει το γόνατο, και η παλιά µου λύπη βαραίνει πιο πολύ· η κατανόηση που δείχνω στην κοινωνία µαρτυρεί ότι το νευρικό µου πλέγµα έχει ξεχαρβαλωθεί και τα κέφια αραιώνουν σαν των ηλίθιων που µουτρώνουν. Φέτος ρέπω προς τη µεταφορική χρήση, αλλά κρατιέµαι µη τις πάρει και τις σηκώσει ο µουσικολόγος άνεµος.

ξη΄, Λόγια και Πράξη Να την πηδήξεις δείχνει λιγότερο δύσκολο, το ζόρι είναι τί της λες πριν και µετά, ερωτόλογα που να της ταιριάζουν και να µη γίνεις ρεζίλι των µπασµένων.

οα΄, Φήµες Την ποίηση την συζητούν και οι µεροληπτικοί, ότι δεν κατορθώνεις τίποτα αν δεν βάλεις και το τάδε, κι αν δεν κινηθείς στη µήδε υφή ή αν δεν ξεχειλίσεις από βαθιά ανθρωπίλα, και άλλα, που στέκουν µε τον τρόπο τους. Ένα διάστηµα έκανα ποιητής και ξέρω.

οβ΄, Ο Ύπνος Αντί πουλιά ακούω εκείνο που τα φευγατίζει, “Τί έγινε η έµπνευση, όταν φεύγει” λέω. Με τα δάχτυλα να πιλαλούν στις παντόφλες δώρο θείας, λάµπω από αγαλλίαση περήφανος ότι έγραψα ένα ποιηµατάκι µε µουρµούρισµα-αιθάλη, στίχο-στίχο, και γέρνω στον καναπέ για να πάρω τον υπνάκο του φιλόπονου αρτεργάτη.


ογ΄, Bιβλιολογία Σήµερα µε γύρισε απ’ την πόρτα κι έγραψα όρθιος µε το παλτό, σαν να σηµείωνα πρωινή δουλειά που θα ξεχνούσα, αλλά είχα µια έµπνευση που σχεδόν κυριολεκτούσε. “Αν είχαµε πιο πολιτισµένο Κράτος θα έπαιρνα το επίδοµα όπως στις χώρες του Υπαρκτού, ενώ τώρα γράφω σε σκληρές συνθήκες Αγοράς” µονολόγησα και φιλοτιµιόµουν από µόνος µου αλλά δεν λιβάνιζα τους πεθαµένους µας.

οε΄, Στο βάθος, Στίχος Στο βάθος στο κεφάλι του κάθε συµπολίτη κάθεται και κελαηδάει ένας στίχος, σ’ όποιαν ώρα της ηµέρας ή της ζωής του αυτός κάθεται, είναι απλός στίχος που δεν λέει πάρα πολλά, αλλά είναι µόνο και ειδικά ένας και µόνο για έναν, στον ύπνο και στον ξύπνο, κι ακριβώς επειδή ούτε λέει πολλά ούτε το πάει πολύ µακριά, για όλους και κανέναν, µπορώ µε τη βοήθειά του να εννοήσω ποια είναι τα βασικά πράγµατα, µήπως το “Αφού δεν µπόρεσα εγώ, ας µ’ αγαπούσες εσύ τουλάχιστον” ή το “Μη µου µιλάς, µη µου δείχνεις, µε υποδουλώνεις πάρα πολύ” κι ό,τι άλλο γαντζώνεται από την ψυχή όπως τα βρύα στα κεραµίδια.

οη΄, Η Αναγνώριση Να εκτιµήσεις παραπάνω τη δεξιοτεχνία της νοικοκυράς που ξεπαίδιασε και µουρµουρίζει µαρινάροντας όρθια,


καρυκεύοντας τόσα προσφιλή, κι η ξύλινη κουτάλα γυροφέρνει αντιστίζοντας τον φιόγκο της ποδιάς, µπερδεύοντας τους κύκλους, πότε γοργούς και πότε λυπηµένους του θανάτου· οπότε µε µια κίνηση Επιστροφής στη Φύση αναποδογυρνάει τα ξεπλυµένα πιατικά από κυρτά σε κοίλα και λάµπουν. Κάνοντας εκείνη αυτές τις ενέργειες σιγουρεύοµαι ότι η δεξιοτεχνία µετράει σαν ένα το κρατούµενο, που µας κατευνάζει και µας παραστέκει λιχνίζοντας ύψη ύφη και ήθη.

οθ΄ Γράφε όπως νοµίζεις, όµως από καµιά φορά δυσκόλεψ’ το, γράψε και µε το άλλο χέρι. Και µη γράφεις επίτηδες, γράφε εντελώς επίτηδες ώς τη συντέλεια µε το αυθόρµητο.

π΄ “Σαν την καλή χαρά εγώ” κίνησε να λέει την περιπετειούλα της, µια λαχτάρα µικρή, αλλά είχα κολλήσει στην αρχική φράση και της ζήτησα να την ξαναπεί για να επιβεβαιώσω. Τί ταλέντα έχουµε στο Ασβεστοχώρι, ώρες ώρες.

πβ΄, Η Αληθινή Να σε πλάσω στον δικό µου κόσµο, στην ξενυχτισµένη µου κουζίνα, όπου καπνίζω απέχοντας απ’ το πιοτό.


Η µνήµη µου σε έσβησε για να σε ξαναβρεί στην άχνα που σηκώνει η παγωµένη λίµνη, έπαιρνες όψη κι έµπαινα στον κόσµο σου. Την ώρα που σε χύτευε η άχνα, και σ’ έπλαθε ο άνεµος µε το ακάθιστο χιόνι, µέσα στο ανεµοσούρι, µε χνώτιζες, “Νά ’µαι, είµαι, η αληθινή”.

πε΄ Χρειάζεται για να επιστέφει τον ισχυρισµό, να χαρίζει την απροσδιοριστία της σ’ αυτά που αντιδρούµε µε γυµνό αίσθηµα. Ποίηση, ούτε περιστέρι, µήτε περιπτέρι, µολονότι γκρίζα και πουλάει εφηµερίδες, δεν είναι καφετιά και τριχωτή στη βάρκα (βαρκούδα), µήτε η µικρή Ελένη που έφτασε στη Μύκονο ξεβρασµένη από τα κύµατα, αντίθετα, είναι η παραδοσιακή Ελένη, σύζυγος Μενελάου, η κλεµµένη µε τον Πάρη (το “ωραία” µπήκε για να µη ερωτηθεί ο Πάρης).

πζ΄, Ζηλοφθονία Αν δεν σου αρέσουν τα δικά µου, πες το σκέτα αλλά µη επιχειρείς να οριοθετήσεις την ποίηση µόνο από τη µεριά σου, πες πως δεν είναι του γούστου σου και µη µε ζαλίζεις µε απόψεις. Και να µη θεωρηθούν τώρα ποίηση τα δικά µου, µπορεί να τα εντάξουν αργότερα και να πεταχτούν τα δικά σου στ’ άχρηστα. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, θα βεβαιώνω παντού πόσο υπολήπτοµαι τη δεξιοτεχνία σου (µόνο)· στο τηλέφωνο όµως δεν σε κάλεσα κι ούτε θα σε πάρω ποτέ, ενώ εσύ θα το διακινδύνευες, αν σε συνέφερε· αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά από τα τσογλάνια.


ρ΄ Να γράφω µε παχιά κι ολοστρόγγυλα γράµµατα της µαύρης γούνας µου τα ράµµατα· βαριά-πικρά µε το στιλό µου την ποίηση για άσυλό µου. Να γράψω κάτι, όπως κάνουν όλοι οι τρίτοι, χαριτωµένο σαν την Αφροδίτη ή τη Νεφερτίτη.

ρα΄ Γλώσσα ανάερη, γητεύτρα, θνητή, ναύλο για τον άλλο κόσµο.

ργ΄, Τυπογραφία “Μάθε να βρίσκεις τα γράµµατα― άι, καλό παιδί!”, για να γίνω στοιχειοθέτης στη βόρεια πόλη του 1910, εγώ που είχα “µάτι και ορθογραφία γερή”― “Όλο το νόηµα είναι στα µεταλλάκια απ’ τα κουτάκια” των Αφών Πίλλη και του Ζάλη που τα χτυπούσε µε τ’ ανάερο σφυράκι πάνω στο µάρµαρο, σαν ο γιατρός τ’ ακροαστικά στην πλάτη, ουµανιστικά. Αυτός ο µάστορας µε το ανείδωτο χαµόγελο, που οι Ινδιάνοι θα τον είχαν βαφτίσει “Χαµογελαστό Σκοτάδι”, µόλις ήταν να φουρνιστεί η δεµένη σελίδα ψηλαφούσε τα εξογκώµατα και τα ψωριάσµατα, σάλιωνε την καζανόκολλα, ξετσάκιζε, έσιαχνε, την τέντωνε κι έλεγε του πιεστή: Να πέφτει παντού ίδια µελάνη. Το µαύρο ―δίκαια µοιρασιά― σε όλη την ανθρωπότητα κι ας είχαµε όλοι βόρειο Σέλας.

ρδ΄, Τί µένει Ποίηση που αξίζει είναι αυτή που λέει ότι εδώ ζήσαν άνθρωποι, την τάδε Πέµπτη,


που ανάπνεαν, πονούσαν, γελούσαν, µιλούσαν και δεν γινόντουσαν βαρετοί.

ρστ΄ Μία εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις, µιάµιση εικόνα µιάµιση χιλιάδα λέξεις, το χιλιοστό της εικόνας µία λέξη, ο κόκκος του ράστερ ένα φωνήεν, δέκα εικόνες, µύριες λέξεις, αλλά: το σπειρί της άµµου αστράφτει εξαιρετικά κι ένα ξεστόµισµα, την κρίσιµη στιγµή, της κατάλληλης λέξης, ζουρλαίνει την εικόνα του κόσµου.

ρ΄ “Πόσο λάµπουν τα µάτια σου, στην ουσία πράσινα, άσχετο αν γαλανά, και το φεγγάρι από ψηλά κάνει ό,τι µπορεί, µε το απωθηµένο όνειρο να είταν ήλιος”: Πολύ παραδοσιακός, καρντάση, δεν το υλοποίησες το αίσθηµα, που µετά θα το έχυνες και σε στίχους. Τώρα ό,τι να γράψεις είναι εικασία, σκέτη ποίηση, στερείται τις αναδράσεις της πραγµατοποίησης (τί θα σού ’λεγε αυτή, πώς ακριβώς είναι η επιδερµίδα) γι’ αυτό το γυρίζεις στον καλαµατιανό και το απογείωσες και στα φεγγάρια, πράγµα της γης.

ρβ΄ Γράφουµε ψύχραιµα, µε σύστηµα αναδίπλωσης µε ψεκασµούς και τούµπες, πειθήνιοι λειτουργοί του δηµόσιου αισθήµατος, µεταδοτικοί που κατανοούµε ότι η τέχνη δουλεύεται µε το δηµόσιο υλικό, σε πέτρες ή σε γλώσσες, στις πηγές ενέργειας που δεν αντέχουν την ιδιωτική πρωτοβουλία.


Ακριβώς σαν εκτελεστές, γερνάµε γράφοντας µηρυκάζοντας τη µουσικίλα, τσεβδίζοντας ιδέες, προφέροντας το ρω, µε τις ψυχές στο στόµα κατευώδια, ο καθένας στην πόλη που νοµίζει, στους δρόµους του γυρισµού.

ργ΄, Τα Xιόνια Στα όψιµα χιόνια της άνοιξης, στα βαριά σαν παπούτσια µου χιόνια, το συναίσθηµα κατσιάζει ακόµα χειµωνιάτικο και κάποιοι ξεφυσάν χνώτα σαν νερωµένα ούζα, ότι ζουν, δεν πέθαναν, σε µονοπάτια σαν άσπρες χωρίστρες. Αυτοί µια ζωή µόνο φώναζαν, η ψυχή τους δεν στριφώθηκε, δεν µίλησαν µε την προσήλωση του νήπιου, έχουν φωνές-υπεκφυγή, σιχαµένα άγαµες κι αγάµητες.

ρδ΄ Διαβάζοντας τον παλιό µας εαυτό, αβίαστα εντοπίζουµε το στίγµα του στην συνοικία όπου µεγαλουργούσε, ενώ στο στρίφωµα των στίχων του βαραίνουν τα ονόµατα των φίλων πλάι στων µολυσµατικών εχθρών. Προσωπικός τόνος στις κοινές εµπειρίες και το αντίστροφο, µε τελικό προορισµό την αθέλητη αγάπη, τον χρόνο, τον πόνο, όλοι οι αγαπηνοί.

ρε΄, Φως Πλαγιάζω την ώρα που βγαίνει το φως όπως το ζήτησε ο Γκαίτε, αντίθετο στο σκότος. Εσείς µικρά µου δάκρια γιατί κλαίτε, πόσο αλµυρά βγήκατε απ’ την κόγχη!


ρη΄, Ο Θεός Μου λέει ο Θεός: “Γιατί, θνητέ µου, γράφεις χωρίς λόγο, τρως τις ώρες σου και λες παραµύθια”. ― “Κανένα ψέµµα δεν είπα, Θεούλη! Όλα τα είχα µέσα µου µωράκια”. ― “Καλά, απολύεσαι δούλε, µου λέει, αλλά δεν έµαθες τί είναι η αλήθεια και πρέπει να βελτιωθεί η τεχνική σου, γιατί το ψέµµα σου είναι άσχετο από την αλήθεια”. Αν απαντούσα σωστά θα γινόµουν πρώτο όνοµα, και σώπασα.

ρι΄ Πόσο ακόµα πρέπει ν’ αποτύχω για να γράψω τα καλά µου, τί µπορώ στο µεταξύ να µοιράσω στους ανθρώπους που πονούνε.

ρια΄ Δεν περιείχε τόσα συναισθήµατα όσα έπρεπε η ζωή µου, σκέψεις κι ακατάστατα πράµατα, υπερεκχείλιση αισθήσεων, ένα κούνηµα υγρού γέλιου µες στη λίµνη, γερτοί καλαµιώνες, βούβα στην σκούρη ατµόσφαιρα.

ριγ΄ Σαράντα χρόνια γρίππες, γκρίνιες, λύπες, και καπνίζω πιο πολύ απ’ όσο πίνω.


ριστ΄, Τα Χείλη Απ’ όλα δυσκολότερα γερνούν τα χείλη, γιατί αντέχουν πιο πολύ κι απ’ τη φωνή, που βραχνιάζει και γίνεται σκούρα σαν µαυρισµένο ασήµι, εκείνα όµως ψελλίζουν µέχρι την στερνή στιγµή, κι όταν το βλέµµα έχει θολώσει κι η λάµψη χάνεται κατά µέσα, εκείνα σαλεύουν µε δυική περιπάθεια σαν για να γλείψουν τη ζωή που φεύγει.

ριζ΄ Αρκετοί συµπολίτες γράφουν ποιήµατα για τις ζέστες που πιάνουν το κορµί όταν η Έτσι απουσιάζει και στα ξαφνικά παίρνει τηλέφωνο, η φωνή της φέρνει αταξία στη ζωή· µετά στήνονται να το γράψουν µε το χαρισµένο στιλό µιας παλιάς που ίδρωνε και το έπινε σαν πόσιµο. Τους περιτυλίγει το ίδιο τους το γράψιµο κι ανασαίνουν µέχρι να τους πονέσει η πλάτη και το βλέµµα τους έχει γίνει υδρόχαρο, το δέρµα τους έγινε σαν από βαριανασάνικο ατµόλουτρο. Ωστόσο γράφουν κι αυτοί κι εγώ, πάµε να στεριώσουµε το πτητικό αίσθηµα στην τέχνη, όπως σταµατάµε κάτι που κουνιέται πέρα-δώθε ώς εκεί που µπορούµε.

ριθ΄ Καλά ξεκινάει η µέρα, καλό πρωί, σαν προεόρτιο! Σήµερα επιφορτίζοµαι επίσηµα διότι µου το ζητήσαν ν’ ασκήσω καθήκοντα ποιητή. Πρέπει να καθαρογράψω το κοµµάτι για ένα πρώτο τεύχος της Αθήνας κι ώς το µεσηµέρι να το στείλω µε ταχύτητα.


Οι υπόλοιπες απασχολήσεις της Πέµπτης είναι, όσο για να ξαναγερνάµε.

ρκα΄ Έπαψα να ελπίζω στις γλώσσες κι ό,τι ρετάλι µού έχει µείνει από δαύτες ξεφτίζει σαν σουβάς που κούφωσε. Μία γλώσσα κάνει τον αφέντη. Όποιος γνωρίζει δύο γλώσσες αξίζει όσο δύο µε ειδικές ανάγκες αφού, εφόσον ζούµε δεν προφταίνουµε ούτε τις χίλιες λέξεις που είχαµε µάθει απ’ την αρχή. Πρέπει να λιγοστέψω τις διαθέσιµες λέξεις, να χωνέψω τις σηµασίες, να παραχώσω τη ζωή µου στις κουβέντες.

ρκγ΄, Παραλία Μια νύχτα είταν Μάιος που κατίσχυε σ’ οτιδήποτε, το φεγγάρι ξεχείλιζε χωρίς τις θέρµες του καλοκαιριού, και δύο πλατσούριζαν στα νερά, αναµετρήθηκαν στην παραλία κι ευοδώθηκαν τα χνώτα τους. Σε ερώτησή του, “Η ζωή µου δεν έχει κάτι ιδιωτικό, ούτε αξιοπρόσεκτο, µόνο τ’ απαραίτητα”, απαντά.― Στα πλαίσια της δουλειάς που κάµνω κατέγραψα τη στιχοµυθία τους ακριβώς όπως τη φαντάστηκα από µακριά, για να θυµίσω σε όσους αγάπησαν πολύ πόσο τους έχει κοστίσει όσο έχουν αγαπηθεί.

ρκστ΄ Η πλατεία βγάζει την παλιά ζωή της,


ψίθυρους και βρισίδια, σάλια από φιλιά σαν παλιά υγρασία στα ντουβάρια. Κάτι φράσεις ξαναζούν, θόρυβοι, φωνές, βροντοφωνήεντα, και το θέαµα των τέλειων µήλων που ο χωρικός τα πιάνει µε ευλάβεια σαν άβραστα αβγά. Η ιαχή για το σαλέπι και στα µάτια µιανής βλέµµα καύλας και ντροπής. Μένω στα θετικά, δεν αναφέρω τις επιδηµίες γιατί το παρελθόν το έχουµε για εξιδανίκευση.

ρκζ΄, Φύση και Ποίηση Αν και τη φύση, κανονικά δεν τη συζητάς, χώνεις το κεφάλι σου µέσα και τη µυρίζεις, τη φιλάς, και σε χαϊδεύει µε ένα αεράκι. Δεν ακούω τις παρλαπίπες τους, οι ζωγράφοι δεν ξέρουν να λένε, µόνο να ζωγραφίζουν.

ρκθ΄ Όταν πεθάνω κι εντοπίσουν, αριά και πού, τ’ όνοµά µου θα πουν “κι άλλος ένας ακροβολιστής στην επαρχία” αφού δεν θα φαντάζονται τί έχω αφήσει στα συρτάρια, φύλλα και τετράδια, σβησίµατα, πρόχειρα, γραφοµηχανές, ηλεκτρικές, κοµπιούτερ, και µιλάµε για όσα δεν θα έχω αρχίσει ή σχίσει. Υπήρξα πολυγράφος και φιλόπονος κι η ευαισθησία µου καταστράφηκε από δύο µεριές, πάντως φορτώνω τον στίχο µε λαµπικαρισµένες πραγµατικότητες.

ρλ΄


Ένα σωρό πτυχιούχοι διαβάζουν Ελύτη µε µουσική από δίπλα, στη Χαλκιδική, τότε που βεβαιώνουν “Θα πάρω κάτι να διαβάσω” κι αυτό αποτελεί µέρος της ζωής τους, να εκλύουν την απελευθέρωση από τα δεσµά της φορολογικής ενηµερότητας, µε στίχους, στηµένες ιδέες, στηµένους ήχους. Bαριοί Ηράκλειτοι, µαρξιστές και προσωκρατικοί, Κυµοθόες, Πήγασοι και Πικασσοί, συνειρµοί ξέπλυµα της βρόµικης πραγµατικότητας για τους θολούς, για τους κατάκοπους µεσαίους του χρηµατιστικού κεφαλαίου του έντιµου Χίλφερντιγκ.

ρλδ΄, Και η Σιέστα Σαν πρόβατο που τροµάζει από εκδροµική κόρνα µε κατατρόπωσαν τα γεγονότα (την κώπην και τον τροπωτήρα), οι στεναγµοί, οι επαγωγικοί συλλογισµοί, µε σβάρνισαν έξω από την ζωή της Στιχουριάς, µου κάναν τον ουρανό µπλε µαρέν, να µη µπορώ να σηκώσω το βλέµµα· άθυµες ηµέρες, παρ’ όλο εργάσιµες!, τα πάντα φέτος µε στενεύουν.― “Τί κάνω, τους κοπανάω την τερµατική µου τελεία στα µούτρα να γίνουν σαν Ινδές παντρεµένες, ή να χώσω την πικρή µικρή ασπιρίνη στο λαρύγγι, όπως τα κινίνα οι Κατοχικοί µε τα δύο δάχτυλα και γουρλώνοντας τα µάτια, και να πλαγιάσω είκοσι λεπτά στο πραϋντικό µου µιντέρι, σ’ έναν γρήγορο λήθαργο και µετά να ξαναεπιπλεύσω”.

ρλε΄, Να κόψω τη Συνήθεια Να φιάχνω και να σιάχνω φράσεις για τα ποιήµατα, αλλά να µου βγαίνουν σαν τα ζηλευτά των άλλων που τους τ’ απαγγέλνουν κάτι όµορφες, σπουδαία, ευάερα και πολυσήµαντα, η “πύκνωση των σχέσεων”,


που αποφεύγουν την ασχήµια σαν το λιβάνι, την εξωρραΐζουν ή την εξορίζουν· ειδαλλιώς να το σταµατήσω και να αναδοµήσω τον παλιό εαυτό, να γράφω αντικειµενικά, όχι αποκυήµατα.

ρλζ΄, Η Γαλάζια Γάζα Από τη µια η θάλασσα, γαλάζια γάζα, κι από την άλλη η Πραγµατικότητα, µα σήµερα δεν κυλιέµαι θυµωµένος ανάµεσα― αντίθετα, περιτυλίγω την πραγµατικότητα µε τη γάζα, την επουλώνω µε τη βούληση.

ρλη΄ Η πραγµατικότητα πλάθεται: σκληρή, από τους σκληρούς, σαν θεωρία από τους πρακτικούς και πράξη από τους θεωρητικούς. Αυτό δεν ισχύει, πάντως, όταν εµφανίζεις συµπτώµατα ότι επηρεάζεσαι από την καύλα που σε τρώω µε τα µάτια.

ρλθ΄ Μερικοί, σίγουρα δεν είναι ποιητές και το λεν χωρίς να ντρέπονται, πετάν όµως κάτι πράµατα όπως “φρέσκια σελήνη άσπρη λειτουργιά”, που δείχνουν ότι ασκώ το πιο άχαρο λειτούργηµα, εφόσον ο κάθε περιστασιακός φακίρης τραβάει µια κοντυλιά και µε ξαφνιάζει. Με παρηγορεί ότι η επιτυχία τους πιάνει µόνο µία αράδα γιατί µόλις κατεβάσουν για την επόµενη, και βάλουν και την πρόθεση, το πράµα ξεφουσκώνει: “Ο καλός ποιητής στον δεύτερο στίχο φαίνεται, στο πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν,


το πρωτοστίχι το πετυχαίνουν κι οι πιο εχθρικοί στην Ποίηση”.

ρµ΄ Τους αρέσουν από τώρα, φαντάσου, όταν θα πέθανα.

ρµα΄ Αφού τα πάντα γίνονται ποίηση, γιατί κατσιάζω στα ίδια και τα ίδια.

ρµγ΄ Σαν ανισόρροπος µαστούρης σηκώνοµαι και ψάχνω χαρτί για να το γράψω, περασµένα µεσάνυχτα, κι ας επηρεάσει ο καφές που συνεχίζεται µονοκοντυλιά από το πρωί, κι αφού εκδηλώνω τη γνωστή τάση µες στα µεσάνυχτα, τότε εξάγω το συµπέρασµα που προσδοκούσα, ότι “Το φαινόµενο µαρτυρείται και άδολα και µε υστεροβουλία, άρα είµαι ποιητής, µολονότι τον Φεβρουάριο ανησυχούσα για τις εξελίξεις”.

ρµδ΄ Δεν είµαι το ανθεχτικό είδος να σαλιαρίζω µε την οµορφιά σαν κάτι που πέρα ώς πέρα βρέχει: µ’ επηρεάζουν τα επίκαιρα.


ρµε΄, Περί Ποιητικής Αλισάχνη, αλεγρία, τζιριτζάντζουλα, I. ταραντούλα, αλισαχνούλα, καυλιτζέκι, II. φεύγω από αριστερά, καµάντζο ή σκαφτό φάουλ, III. σιάχνοντας χρυσό όνειρο, την ονειροφαραντόλα, IV. την ονειροφανταριά, ο φανταστός ονειροφάνταρος, V. ψυχή µες στην βροχή, στερνό µου χιόνι VI. να σ’ είχα στη ζωή, τάλκης, απατίτης, άστριος, VII. αίθριος αζαρίας και φθορίτης, VIII. Θα σε σκοτώσω µε τα ίδια µου τα χέρια, φωτιά θα σε κάψω, IX. µερικοί συµπολίτες σαπίζουν µε τις λέξεις, X. το ξεχωµένο τους χρυσάφι, XI. τους χτυπάει σαν ρεύµα κι αφρίζουν µόλις τις πουν, XII. ώσπου παθαίνουν τον πυρετό αυτής της µανίας, XIII. κάτι σιχαµένες ή τραγανές όπως Τραγιανούλα-Τραγιανή, XIV. µετά καταλαγιάζουν, σαν να τους έχει σχιστεί ο πόθος, ενώ η ποίηση δεν είναι ο τιµηµένος ήχος, ο ξακριστής νοηµάτων, ούτε το σκέτο περιεχόµενο, µήτε οι σάρκες του ποιητή αξέσχιστες: είναι, να µιλιούνται, να µπαινοβγαίνουν, κύµατα κι αφροί.

ρµστ΄ Αλλά γιατί να σε γητεύει το νέο υφάκι της πιάτσας; Επειδή ο ποιητής οφείλει να είναι παράξενος ή να βασανίζεται µε τη δεδηλωµένη, για να σιγουρευτούν κι οι σχετικοί: “Ωραία τα γράφει, παιδεύεται που τα φτιάχνει, δεν θα εκτεθούµε, όταν τα απολαµβάνουµε”.

ρµζ΄ Έρηµος γράφεις, έρµος µουτζουρώνεις παρακαλώντας να σ’ τα διαβάσουν οι άλλοι, ή το γυρίζεις στον συµβολισµό και ιδεοπαίρνεσαι κι άµα παραζορίσει, σαλτάρεις προς την αλληγορία όπως κόβουµε το τιµόνι ν’ αποφύγουµε τον βράχο: µουσκεµένε οµότεχνε, ας φοβάσαι τη βροχή.


ρµη΄ Την ηµέρα της ονοµαστικής του εορτής θυµήθηκα το ανεύρισµα αορτής του συµφοιτητή: Κοζανίτης στο ήθος δεν στιχουργούσε µε µανία κι ό,τι σώθηκε θ’ ακουστεί ξεθυµασµένο· σιχαινόταν, πάντως, την ουσία και εδώ, θα τον παραλληλίσω µε ανώφελη βαρκάδα, χωρίς ψαριά, στην γλυκιά λίµνη Ζάζαρη.

ρν΄ Κλονίζεται η ισορροπία µου µε την κοινωνία και τη φύση, µουντζαλώνω ορισµένα από τα λάθη του παρελθόντος και σιάχτηκα µε το θαρραλέο βλέµµα ίσια στον καθρέφτη: “Ξυριζόµαστε τώρα! Τα θέµατά σου να είναι δακρύβρεχτα” και “Πρόσεχε, ο Κόντες έγραψε για τη φύση µε ήχους κι είδες τί έπαθε, όταν πήγε να τη στύψει παραπάνω από τον νου του· ο Ανδρέας Φαλακρός ηγεµόνευσε µε είκοσι Ωδές και η θάλασσα τον ξέβρασε πέρα από τη Μάγχη, όπως τους ήρωες. Χώρια ότι αυτή η απλή τέχνη παθαίνει µελαγχολίες και υστερεί σε γρηγοράδα από τις διαφηµίσεις!”, το αντιστάθµιζα µε τσιπουράκι από την Πεσόσνιτσα, εγκάρδιο, άµπελος ψυχής, γράπα κανονική χωρίς σταφίδες ή γλυκάνισο.

ρνα΄, Internet Η σωστή στιχουργική προϋποθέτει ανεκτό υπολογιστή µε καλοσχεδιασµένη γραµµατοσειρά, µε το ιδεώδες διάστηµα, το ψιλό ανάµεσα στη λέξη και τη στίξη, κι από εκεί ώς την επόµενη λιγότερο ψιλό, αλλά λιτότητα στις υπογραµµίσεις και στα µαύρα. Πληκτρολογούσα τις λέξεις, και δοκιµάζοντας µε το µυαλό τους επιτονισµούς των στίχων


τα σφήνωσα όλα στην κύµανση, νά ’τα, τρεµοπαίζουν στην παγκόσµια οθόνη, η Ποίηση ζει! Αλλά η αρχέτυπη στιχοριξιά θά ’χει γίνει µε το χέρι, ��οερή, γοερή, γρατσουνισµένη, κανένα ταρα-Ram δεν δίνει ψυχή.

ρνβ΄ Η σιωπή παίζεται µε δύο ή όταν πάλλεται και κυµαίνεται το πλήθος εκτός των Τεχνών. Η σιωπή είναι οµήγυρη (αυτό είναι θέσφατο) που σε γλιτώνει από τις παρατηρήσεις κι από τα χάµουρα τις ρίµας, οµήγυρη που τα πίνει σε πανήγυρη θνητή κι ασήκωτη, χαρά και κρίµας.

ρνγ΄ Όπως το χαίρεται η εφηβική Δανάη µε τα στιχάκια στα κατωσέλιδα που παραγεµίζουν το εγχειρίδιο των Λατινικών της, και µου τα απαγγέλλει το απόγευµα χαλαρώνοντας λίγο από τις εξετάσεις της, έτσι να λαλάν και τα καλύτερα δικά µου, πάρα πολλά χρόνια αφού θα έχω πεθάνει.

ρνδ΄ Τί βάζω χρονολογία κάτω απ’ το καθένα, ποιος θ’ ασχοληθεί, και µάλιστα και το µήνα και τη µέρα! Αυτό από τη µια δείχνει την υπευθυνότητα από την άλλη όµως, δεν είναι αναίδεια έναντι των µεταγενεστέρων, των περισσότερων αν όχι όλων;


ρνζ΄, Ευχαριστίες Artιµελής, Άrtεµις, Άκτιον, Artάκη, Artεύτηκα, Artαφέρνης, Σουρταφέρτας, Άrtζι-µπούρτζι, Art-τάιµ, παrtιτούρα, χαrtί και καλαµάρι, παrtάλι, Artάνη, Artεµίδωρος, ΝτArtανιάν, Μάrtιος, Artεργάτης, Artοπλασία, Artοφόριο, ύψωµα, πρόσφορα.

ρνη΄, Ευχαριστίες ΙΙ ... το κύρτωµα της ρέψης, τη χαρά της άχνας σου.

ρξ΄ Απόψε που γράφω στο σκοτάδι κάνω τα γράµµατα µεγαλύτερα σαν κόρες που διαστέλλονται για να κοιτάξουν όσο µπορούν, νύχτωσε, ν’ αφήσω τη θυµοσοφία και τα παιχνίδια σαν τον σολίστα το στιλό µε τα δυο χέρια, νικοτίνιασε, είναι βράδυ, ο γρύλλος κάνει γρυ κάτω από το πλεοναστικό φεγγάρι, τα φώτα των γειτόνων δεν συµβάλλουν, τέτοιαν ώρα τίποτα δεν συµβάλλει σε τίποτα.

ρξα΄, Σε Bάναυση Tέχνη Συγγνώµη, δεν φανταζόµουν πόση αφοσίωση και τάξη έχει να καθαρίζεις, να πλένεις, να ξεπλένεις και να σφουγγίζεις τα µαχαιροπίρουνα,


και να τ’ απιθώνεις προσεκτικά, µε ελάχιστο θόρυβο σεµνότυφα, σεµνά, σαν κανόνα µέσα στο σύµπαν, πάνω από τα σκουπισµένα άλλα.


1999 de poetica