Issuu on Google+


Με πλήρη συναίσθηση της γραφικότητας που μπορεί δείξουμε με τούτη την κίνηση μας, αφιερώνουμε το παρόν τεύχος στον εκλειπόντα Ούγκο Τσάβεζ, Πρόεδρο της Βενεζουέλας, έναν τελευταίο τίμιο σοσιαλδημοκράτη που έκανε έναν ολόκληρο λαό να αποκτήσει ξανά την αξιοπρέπεια του και να συγκρουστεί ως επί το πλείστον νικηφόρα με το μεγάλο κεφάλαιο. Εδώ θα μείνει για πάντα, το ζεστό το άγγιγμα σου...


Περιεχόμενα: Κείμενα: Οι Βιβλιοσκώληκες: Πολύγωνος Αντισοβιετισμός και Γραφειοκρατία Μέρος Α’: Ξενοφώντας Μακρόπουλος

Ποίηση: Μάθαμε: Ξενοφώντας Μακρόπουλος 15 λεπτά: Ξ.Μ. Η αγάπη: Ξ.Μ. Κίνκυ: Ξ.Μ. Χομ Σγουίτ Χομ: Ξ.Μ. Χαζοί στίχοι γεμάτοι αντιφάσεις: Ξ.Μ. Η υπεροχή της ειρήνης: Χρήστος Δημουλάς Φοβισμένη σύζητηση νέου ζευγαριού: Χρήστος Δημουλάς

Πεζογραφία Το πρώτο φιλί: Πολύγωνος Ο τελευταίος Ποιητής: Πολύγωνος Zahar: Πολύγωνος Η πληγή: Lazer Η αυτοκτονία ενός αντιφρονούντα: Διονύσης Ρακόπουλος


Βιβλιοσκώληκες

Ένα από τα συμπτώματα της κρίσης στο εποικοδόμημα του δυτικού πολιτισμού είναι και η παρακμή της διανόησης .Το φαινόμενο αυτό δεν είναι βέβαια καινούριο. Η διανόηση και κυρίως η αριστερής ή φιλελεύθερης προέλευσης διανόηση είχε ξεπουλήσει τον φυσικό της ρόλο εδώ και πολύ καιρό .Ξεκινώντας από τον ευρωκομουνισμό και την νέα αριστερά και φτάνοντας στην αισχρή κατάπτωση όπου αριστεροί διανοούμενοι στήριζαν την σφαγή ολόκληρων λαών στο όνομα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η κρίση απλά έδειξε την Κατάντια αυτή σε όλη της την γύμνια .Όταν η μεγάλη πλειονότητα της πνευματικής ελίτ στράφηκε ενάντια στον λαό στο πλευρό των καπιταλιστών ,τον καταστροφέων των λαϊκών στρωμάτων και των εκπορνευτών του πνεύματος. Όλα στον βωμό του κέρδους. Μα ποιος είναι ο φυσικός ρόλος της διανόησης ; Αυτός που δια στόματος Χάμπερμας η διανόηση αρνήθηκε ,αρνούμενη παράλληλα τον λόγο ύπαρξης της; Η διανόηση αποτελεί την πνευματική ηγεσία του λαού. Αποτελεί τον φορέα της δημιουργίας ιδεών ,της ανάπτυξης τους ,της διατήρησης τους και της μεταλαμπάδευσης τους τις λαϊκές μάζες. Η διανόηση ως πνευματική ηγεσία του λαού έχει το ιστορικό καθήκον, να είναι δίπλα στον λαό. Να οδηγεί τον λαό μακριά από το σκοτάδι ,προς το φώς .Να αντιπαλεύει την κυρίαρχη ιδεολογία που βλάπτει τον λαό ,έστω και αν το κάθε ρεύμα διανόησης εφόσον δεν είναι εντελώς αντιδραστικό ή αστικό φαντάζεται το καλό του λαού. Πχ άλλη αντίληψη έχει ένας κομμουνιστής διανοούμενος ,άλλη ένας αριστερός ,άλλη ένας εθνικιστής. Αυτό ίσχυε παλιά βέβαια. Σήμερα η διανόηση αποτελεί ένα στρώμα παρασιτικό και αποκομμένο από τον λαό. Είναι μια ομάδα χωρίς ταξική συνείδηση ,ομάδα που απολαμβάνει τα χρυσά ψίχουλα που της πετάνε οι αστοί και σε αντάλλαγμα αναλώνεται στον αυνανισμό της τέχνης για την τέχνη και στης γνώσης για την γνώση ή της γνώσης για τους λίγους που εξυπηρετεί τους αστούς .Αντί για πυροφόροι που δίνουν το φως στον λαό μέσω της τέχνης και της επιστήμης ή της σκέψης για να ανέβει το πνευματικό και πολιτικό επίπεδο του λαού, αποτελούν μια φωλιά κηφήνων που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στην εργατική τάξη και είναι μάλιστα περήφανοι για αυτό .Διανόηση για την διανόηση ,αποκομμένη κάπου στα ύψη του Όλυμπου ,μακριά από τον λαό. Και συχνά ενάντια στον λαό… Και έτσι η στάση των βιβλιοσκώληκων οδηγεί σε δυο πράγματα. Η αδιαφορία της διανόησης για τον λαό οδηγεί στην υποβάθμιση του πνευματικού επιπέδου του λαού ,κάτι που αποτελεί πάγιο στόχο του καπιταλισμού και κάθε εκμεταλλευτικού συστήματος. Άρτος και θεάματα στην θέση της


κουλτούρας και της καλλιέργειας του πνεύματος. Και συχνά η πνευματική συρρίκνωση οδηγεί στην συρρίκνωση της συνείδησης. Επίσης το ότι η σάπια και εκφυλισμένη αστική ,αριστερό- φιλελεύθερη και μόνο ο θεός ξέρει τι άλλο διανόηση αποτελεί φερέφωνο ή βουβό χειροκροτητή του καπιταλισμού και της επίθεσης που δέχονται οι εργαζόμενοι από το σύστημα έχει και άλλες συνέπειες. Σταδιακά οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι απαξιώνονται και μαζί τους και οι επιστήμες και οι τέχνες που υποτίθεται πως αυτοί υπηρετούν. Ως αποτέλεσμα αναπτύσσεται ο σκοταδισμός ,ο φασισμός ,ο λαϊκισμός. Έλλειψη άλλης προοπτικής πλέον η λογική της σφαγής άλλων θυμάτων του Συστήματος και των Πογκρόμ μοιάζει ως η μοναδική λύση για τα προβλήματα…. Και έτσι υπάρχει μόνο μια εναλλακτική. Χρειαζόμαστε μια νέα γενιά διανόησης και καλλιτεχνών. Μια γενιά που δεν θα προέρχεται από τα σπλάχνα του πτώματος που λέγεται <<άνθρωποι του πνεύματος>> και αποτελείται από ανθρωπίσκους που ασελγούν πάνω στις τέχνες και στο πνεύμα. Μια γενιά που θα αναδειχτεί μέσα από τον λαό. Θα δώσει έναν πόλεμο ιδεών ενάντια στις νεκρές ιδέες της διανόησης και στον φασιστικό σκοταδισμό. Η δική μας γενιά είναι όπως και να το πάρουμε μια χαμένη όσον αφορά τα όνειρα μας γενιά .Είτε μας περιμένει αργός θάνατος στην αστική Ελλάδα του μνημονίου είτε μια δύσκολη πάλη για την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού, ώστε τα παιδιά μας να ζουν καλυτέρα. Είμαστε η γενιά που θα θυσιαστεί για έναν χειρότερο η έναν καλύτερο κόσμο .Ας μην είναι αυτή η γενιά χαμένη στο σκοτάδι και την απελπισία και χωρίς ελπίδα. Μας χρειάζεται μια διανόηση που θα είναι η διανόηση του λαού, του κινήματος. Αυτή που θα συνθλίψει τον παλιό και μπαγιάτικο κόσμο των ιδεών και θα κτίσει έναν νέο πολιτισμό, μια νέα κουλτούρα που θα έχει επαφή με τον λαό ,θα δημιουργήσει τα θεμέλια για μια σοσιαλιστική κουλτούρα και συνείδηση ως ένα από τας όπλα του Κομμουνιστικού- εργατικού κινήματος και θα φέρει έναν νέο διαφωτισμό ,μια νέα Αναγέννηση ,όχι όμως αστική αλλά σοσιαλιστική ,λαϊκή ,εργατική πάνω στο γόνιμο έδαφος του σοσιαλισμού .Μια διανόηση της εργατικής τάξης για την εργατική τάξη. Πάνω στα ερείπια νεκρών ιδεών θα ανθίσουν τα άνθη του νέου πολιτισμού. Αλλιώς μας περιμένει η βαρβαρότητα κάτω από το φασιστικό μαστίγιο και την αστική δικτατορία των μονοπωλίων. Για τέλος θέλω να τονίσω πως η διανόηση μπορεί μόνο να συμβάλει σε επίπεδο ιδεών και πολιτισμικού αγώνα στο λαϊκό κίνημα .Χωρίς ένα κόμμα της εργατικής τάξης και ένα γερό εργατικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει τίποτα .Αλλά μαζί με το κίνημα, ως αναπόσπαστο κομμάτι του ,με τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες της ως ομάδα, μπορεί να προσφέρει πολλά .Και έχει το καθήκον ,τον ιστορικό και φυσικό ρόλο να πράξει έτσι, αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Δυο παραδείγματα βιβλισκώληκων. Α. Όταν δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος μια καθηγήτρια στην φιλοσοφική έκανε μάθημα, ήταν η μόνη .Παράδειγμα διανοουμένου που δεν ενδιαφέρεται αν οι φοιτητές του πεθαίνουν από την πείνα, αρκεί να γίνεται μάθημα. Β. Όλοι αυτοί οι παθιασμένοι βιβλιοσκώληκες ,που τρέχουν ,μέρα νύχτα με τα μαθήματα, που είναι για να υπερασπιστούν το πανεπιστήμιο που δέχεται τα τελευταία χρόνια επίθεση ,το αγαπημένο τους πανεπιστήμιο? Δεν είναι πουθενά. Εμείς είμαστε εκεί όμως. Και η μόνη φορά που τους είδα ήταν απέναντι μας ως κράχτες του συστήματος που δολοφονεί το δημόσιο πανεπιστήμιο, με την<, Ανοιχτή Σχολή>>. Θνησιγενείς απόγονοι ξεπεσμένων δασκάλων.


Αντι-σοβιετισμός και γραφειοκρατία μέρος Α’

Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι οι οργανώμενοι πυρήνες της επαναστατικής σκέψης και πρακτικής στην Ελλάδα (τουλάχιστον με δηλώσεις των ίδιων και με λίγη καλή διάθεση εκ μέρους μας) είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο Μαοικός χώρος, διάφορα άλλα κόμματα τύπου ΕΕΚ καθώς και τμήματα του αναρχικού χώρου, τότε σε θεωρητικό επίπεδο δυο πολύ σημαντικές διαφωνίες που υπάρχουν είναι η στάση πάνω σε αυτό το πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που αποκαλείται γραφειοκρατία και η κριτική πάνω στην ΕΣΣΔ. Γράφω το παρόν κείμενο υπό τη σκέψη ότι ναι μεν υπάρχουν και πράγματα που χωρίζουν τους παραπάνω χώρους τα οποία δεν μπορούν να γεφυρωθούν αλλά ότι απ’ την άλλη υπάρχουν και ζητήματα στα οποία μπορεί να βρεθεί μια κοινή βάση, την οποία θα αποδεχτούν όσων το δυνατό περισσότεροι με αποτέλεσμα όσοι μείνουν απ’εξω να είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι και όχι η μη-καλή πρόθεση των υπολοίπων. Βέβαια το κριτήριο δεν είναι τόσο ποσοτικό αλλά ποιότικό, γιατί αν το πρόβλημα μας ήταν να ψήσουμε τους αναρχικούς να ψηφίσουν ΚΚΕ αντί για ΣΥΡΙΖΑ(όσοι το κάνανε) στις εκλογές τότε θα είχαμε να κάνουμε με κάτι τελείως διαφορετικό, τελείως οφελιμιστικό και πάνω απ’ όλα ψεύτικο. Η θεωρητική βάση της κοινής δράσης των αντικαπιταλιστών δεν μπορεί να είναι ένας εκλεκτικισμός του τύπου «λίγο μαρξ, λίγο λενιν , λίγο καστοριάδη και λίγο πουλατζά», ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι και να ανέβουν τα ποσοστά μας, αλλά κάτι που θα μας επιτρέψει να ανοιχτούμε μαζί στον υπόλοιπο κόσμο, ως σύντροφοι πλέον και όχι ως αντιμαχόμενες πλευρές που απλά κρατιούνται να λύσουν τις διαφορές τους στην μετεπαναστατική περίοδο. Για τη γραφειοκρατία και τον αντισοβιετισμό λοιπόν: Πρώτα απ’ όλα όταν λες στο μέσο άνθρωπο για γραφειοκρατία αυτός καταλαβαίνει την ταλαιπωρία στις ουρές του ΙΚΑ, τουλάχιστον αυτό καταλάβαινε μέχρι το 2008 γιατί εκ’ τοτε συνήθισε να περιμένει τον ίδιο χρόνο στην ουρά για να πάρι ένα κιλό πατάτες πιο φθηνά από τη λαική. Η Γραφειοκρατία λοιπόν δεν είναι τα δεκάδες χαρτιά, οι πολλές δημόσιες υπηρεσίες και τα ακαταλαβίστικα πράγματα που ψελίζει ο φουκαράς υπαλληλάκος πίσω από το γραφείο. Ίσως είναι συμπτώματα γραφειοκρατίας αλλά δεν είναι η γραφειοκρατία αυτά καθ’ αυτά. Ως γραφειοκρατία μπορεί να οριστεί η σταδιακή αυτονόμηση αυτών που ασκούν διευθυντικήδιαχειριστική εργασία από την υπόλοιπη κοινωνία και η μετατροπή τους σε μια κοινωνική τάξη αυτή καθ’ αυτή για τον εαυτό της. Με κοινά συμφέροντα στόχους και ανάγκη να προασπίζεται κάποια κεκτημένα απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία.


Είναι αυτοννόητο ότι το ζήτημα της γραφειοκρατίας μας απασχολεί μόνο μετά το ενδεχόμενο μιας σοσιαλιστικής επανάστασης , και αυτό γιατί στον καπιταλισμό όπου επισήμως υφίσταται ο καταμερισμός εργασίας, η απόσπαση υπεραξίας από τον εργαζόμενο και η ύπαρξη κράτους που δρα υπερ των συμφερόντων της αστικής τάξης, θεωρείται δεδομένο η ύπαρξη στρωμάτων που διευθύνουν, άρχουν κλπ. Στο σοσιαλισμό όμως ούτε είναι έτσι ούτε πρέπει να γίνει έτσι. Μετά την επιτυχία μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, η εξουσία περνάει στα όργανα των εργατών και των υπόλοιπων στρωμάτων του λαού. Σε κάθε χώρο εργασίας σχηματίζονται συμβούλια και συνελεύσεις, τα οποία αν και δρουν σύμφωνα με το παραγωγικό πλάνο που ορίζεται από το σύνολο της κοινωνίας, εν τούτοις λύνουν τα ζητήματα που προκύπτουν στο χώρο τους με διαφάνεια και δημοκρατία, στη βάση της εκλογής ανά πάσα στιγμή ανακλητών αντιπροσώπων για ζητήματα που δεν μπορεί να λύσει ή δεν είναι πρακτικό να λύνει συνεχώς η γενική συνέλευση. Σταδιακά, στη διεύθυνση ενός πχ εργοστασίου λαμβάνουν μέρος όλο και μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού και η έννοια της γραφειοκρατίας εξαλείφεται πλήρως από την μέση παραγωγική μονάδα. Όσο η εργατική τάξη κατακτά την ικανότητα να διαχειρίζεται μόνη της τις υποθέσεις της, τόσο λιγότερο ανάγκη θα έχει τους μαρξιστές,τους αναρχικούς,τους αντικαπιταλιστές. Επειδή όμως η ζωή δεν προχωράει πάντα μπροστά με υψηλές ταχύτητες αλλά αργά και εννίοτε με ζιγκ-ζαγκ και πισογυρίσματα, το παραπάνω αποτελεί μια κατ ευχήν περιγραφή. Δηλαδή δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνουν έτσι τα πράγματα ούτε καν κάτι κοντά σε αυτό. Η πλειοψηφία του λαού που θα κληθεί για πρώτη φορά να χτίσει ένα σύστημα χωρίς κοινωνικές τάξεις και με σταδιακή απονέκρωση του κράτους, με τις λιγοστές του γνώσεις και με μόνο όπλα την επαναστατική του φλόγα και πείρα ζωής δε θα βρεθεί απ’ την πρώτη στιγμή έτοιμος να αναλάβει αυτό το ρόλο, ούτε θα καταλάβει σώνει και καλά την σημασία των όσων συμβαίνουν απ’ την πρώτη στιγμή. Οι διαφορές κομμουνιστών-αναρχικών σε θεωρητικό επίπεδο ίσως να μοιάζουν άστειες μπροστά στο ενδεχόμενο μιας επανάστασης που το επίπεδο της να είναι περίπου το «Πάμε να φάμε τους πλούσιους». Ας μη γελιόμαστε. Η επανάσταση αν θέλει να είναι πλειοψηφικό φαινόμενο θα γίνει με κινητήρια δύναμη την εξαθλίωμένη οικονομικά εργατική τάξη πράγμα που σημαίνει ότι αυτή ακριβώς η οικονομική κατάσταση που ζει στον καπιταλισμό θα επιδράσει άμεσσα αλλά όχι μηχανιστικά στη συνείδηση της. Πάνω σε αυτή λοιπόν τη βάση, της αντικειμενικής δυσκολίας να φτιάξεις ένα κοινωνικό σύστημα χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για τον απλούστατο λόγο ότι όποιος πάρει τα όπλα για να ρίξει τον καπιταλισμό δεν είναι σώνει και καλά έτοιμος από την πρώτη μέρα να διαχειριστεί με εργατικό έλεγχο όλη τη βαριά βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή της Ελλάδας, μπορεί να ανθίσει η γραφειοκρατία και ο πατερναλισμός. Διευθυντές εργοστασίων που θα ασκήσουν έλεγχο για μακρό διάστημα μην επιτρέποντας στους εργάτες τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή ή αποκρύβοντας στοιχεία, καριερίστες που θα ενταχθούν στο σύστημα με μόνο στόχο την προσωπική τους ανέλιξη, «επαναστάτες» που θα λοξοδρομήσουν κλπ. Όλοι αυτοί είναι τα δυνάμει υποκείμενα της γραφειοκρατίας. Με λίγα λόγια λοιπόν. Γραφειοκρατία δεν είναι ο κακός Στάλιν που έσφαζε. Γραφειοκρατία είναι η τάση στο σοσιαλισμό, ομάδες που ασκούν διευθυντική-διαχειριστική εργασία ή κρατούν θέσεις στον ακόμα υπαρκτό κρατικό μηχανισμό να αυτονομηθούν από την υπόλοιπη κοινωνία και αντί για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού να υπηρετήσουν μονάχα τα δικά τους. Σύντομα θα αρχίσουν και οι πρώτες παραχωρήσεις σε μικροαστικά στρώματα με τα οποία θα


αναμειχθούν αργά ή γρήγορα οι γραφειοκράτες και ο λαός θα προδωθεί από τους υποτιθέμενους δικούς του ανθρώπους.

Γιατί το συζητάμε αυτό λοιπόν; γιατί να μη το αφήσουμε στις καλές προθέσεις του καθενός και στα μέτρα που θα πάρει η Λαική Συμμαχία/ Αντικαπιταλιστική επανάσταση/ Αυτόνομες κολλεκτίβες κλπ ; Πρώτον γιατί αποτελεί βασικό εμπόδιο στην ενότητα δράσης των αντικαπιταλιστών. Όσο η έννοια της γραφειοκρατίας αποκτά μεταφυσικό σχεδόν περιεχόμενο από τους συντρόφους του ελευθεριακού χώρου και όσο δεν αναγνωρίζεται καν η ύπαρξη του από τους μαρξιστές-λενινιστές έχουμε πρόβλημα. Πρόβλημα το οποίο ενισχύει την αντιπαλότητα μεταξύ συντρόφων και γιγαντώνει σχετικώς μη σημαντικές διαφορές. Δεύτερον γιατί ενισχύει μη υπαρκτά δίπολα. Η ύπαρξη ή όχι της γραφειοκρατίας δεν ανάγεται στη διαπάλη ελευθεριακού κομμουνισμού με τον μαρξιστικό-λενινιστικό σοσιαλισμό. Αποτελεί de facto πρόβλημα που θα προκύψει σε μια μεταπαναστατική κοινωνία. Είτε ελέγχεται από τους ΚΚΕδες είτε από τη Ροσινάντε Τρίτον επειδή πολύ απλά, ασχέτως του πως θα το δει ο καθένας, η γραφειοκρατία είναι καρκίνος της επανάστασης. Ψάχνουμε τη λύση σε μια ασθένεια και το να έχουμε πιο αντικειμενική άποψη για τη φύση της μόνο καλό θα κάνει στη θεραπεία. Τι προτείνω από προσωπικής άποψης πάνω στο θέμα ως μια πρώτη απόπειρα ενός “πλαισίου κοινής δράσης για την επανάσταση” πάνω στο ζήτημα της γραφειοοκρατίας. -

Μόλις θεμελιωθεί η εξουσία των εργατικών,λαικών και αγροτικών συμβουλίων/συνελεύσεων/κολλεκτίβων, η εξουσία περνάει σε αυτά και μόνο σε αυτά. Κομμουνιστικές, αναρχικές κλπ οργανώσεις παρεμβαίνουν σε αυτά τα όργανα αλλά δεν ταυτίζονται μαζί τους. Πχ. Η εξουσία ανήκει στα Σοβιέτ και όχι στους Μπολσεβίκους, άσχετα με το αν εγώ σα μπολσεβίκος θα προσπαθήσω να έχω την πλειοψηφία των σοβιέτ.

-

Οι συνελεύσεις των εργατών εκλέγουν διευθυντές και διαχειριστές αν υπάρχει ζήτημα (και θα υπάρξει) που δεν μπορεί να λυθεί μέσω της γενικής συνέλευσης, αλλά αυτοί οι διευθυντές είναι ανά πάση στιγμή ανακλητοί και πρέπει να λογοδοτούν σε τακτά χρονικά διαστήματα στη βάση με απολογισμό για το έργο τους.

-

Σε όλα αυτά τα όργανα και τις συνελεύσεις κατεβαίνουν πλαίσια ξεχωριστών συλλογικοτήτων,ατόμων,οργανώσεων και κομμάτων. Λογοκρισία να μην προβλέπεται πλην ακραίων περιπτώσεων πχ φασιστικές οργανώσεις θα απαγορεύονται.

-

Οι εκλεγμένοι στα παραπάνω όργανα θα πρέπει να προέρχονται από τη βάση του εργοστασίου. Δε θα στέλνει το παραπάνω όργανο διευθυντή στους εργάτες. Είμαι της άποψης βέβαια να μπορεί να προτείνει κάποιον αλλά να μην είναι δεσμευτική η πρόταση. Απλά φοβάμαι ότι μπορεί να δράσει ανασταλτικά για την πρωτοβουλία των μαζών και να καλλιεργήσει την παθητικότητα.


Τα παραπάνω είναι μια προσπάθεια να διαχωριστεί η έννοια της εξουσίας των εργατών από την έννοια της εξουσίας των οργανώσεων που δρουν ανάμεσσα στους εργάτες. Πάνω σε αυτή τη βάση, της εξουσίας δηλαδή των καταπιεζόμενων και όχι απλά των αντιπροσώπων αυτών (αλλά προφανώς με δικαίωμα ύπαρξης τέτοιων) είναι που χτίζεται ή μπορεί να οικοδομηθεί τέλος πάντων η ενότητα των αντικαπιταλιστών.

Ποιήματα: Γράφουν οι: Ξενοφώντας Μακρόπουλος,Χρήστος Δημουλάς

Μάθαμε

Μάθαμε στον έρωτα να βρίσκουμε τα πάντα και συνάμα τίποτα μάθαμε να τον βρίσκουμε στα σκισμένα εισιτήρια στις μουτζούρες στις άκρες των σχολικών βιβλίων στο χαμένο μεροκάματο στο κερδισμένο μεροκάματο που είναι λίγο… μάθαμε να του φορτώνουμε όλες τις πίκρες, όλες τις ήττες όλες τις νίκες που ξέφτισαν με το χρόνο… Και πάντα απορούσαμε πώς αυτός στον οποίο βρίσκαμε τα πάντα κι αυτός πάντα ως φυλακισμένος μας κοιτούσε

15 λεπτά

Τα όνειρα μου ξεχασμένα μέσα σε παλιά ποιήματα σε βιογραφίες επαναστατών στα δυο σου μάτια... Πάντα μου υπενθυμίζουν την ύπαρξη τους τα δεκαπέντε λεπτά που περνώ κάθε πρωί αιχμάλωτος του πρωινού δρομολόγιου


Η αγάπη

Η αγάπη είναι ότι απέμεινε στα χαρακώματα χιλιάδες κραυγές στρατιωτών που σιχαθήκανε να πολεμάνε η αγάπη είναι οι σημαίες, τα λουλούδια, τα δάκρυα για τη δολοφονία δέκα χιλιάδων αμάχων η αγάπη είναι ένα ταξίδι στον κόσμο χωρίς αρχή μέση και προορισμό

Κίνκυ

Μισό λεπτό Κλείσε την κάμερα για λίγο και έλα εδώ να σε φιλήσω να σ΄πω "Σ'αγαπώ" και να σου χαιδέψω τα μαλλιά Την έκλεισες; ωραία! τα εγκλήματα δεν πρέπει να χουν μάρτυρες


Χομ Σγουιτ Χομ Έχω μια αγάπη που είναι κάθε μέρα η ίδια πάντα ανάμεικτη με λάσπη λερώνει τα πεζοδρόμια που περπατάς και χτίζει σπίτια για τους δυστυχείς Οι διαβάτες περνούν τα πρωινά πατούν στη λάσπη,βρίζουν,συνεχίζουν το δρόμο τους κι όλα είναι όμορφα κάτω απ' τον Αθηναικό ήλιο κρύβει τις δυστυχίες μιας πόλης που αργοπεθαίνει Μα κάθε βράδυ Οι ίδιοι άνθρωποι του πρωινού γυρίζουν με όλα τα όνειρα διαψευσμένα στα σπίτια που έκτισε η λάσπη Τι κόσμος και τούτος... Γεμάτος άστεγους με λερωμένα παππούτσια κι άδεια σπίτια γεμάτα ενοχές

Χαζοί στίχοι γεμάτοι αντιφάσεις Να σου χαιδεύω τα μαλλιά ενώ μπαίνει καλοκαίρι και απ’ μπαλκόνια όπου κοιτάξεις πυρκαγιές εσύ καρδιά μου ήρθες μία νύχτα δίχως σκοτάδι και αν μου φύγεις θα ναι μέρα δίχως φως Οι πιο χαζοί στίχοι έχουν γραφτεί για σοβαρά θέματα και αυτό σημαίνει πώς είτε είμαι ερωτευμένος είτε γράφω ωραία ποιήματα μα δε θα γραφα ποτέ ωραία ποιήματα αν δεν ήμουν ερωτευμένος κι όταν σε σκέφτομαι όμως σπάνια να γράψω κάτι Αντιφάσεις μιας νύχτας δίχως σκοτάδι δίχως φώς αντιφάσεις μιας νύχτας που... ...για να το θέσω πιο απλά Σε θέλω


Μου λείπεις Και τέτοια

Η υπεροχή της Ειρήνης

1 Είμαι μικρό λουλούδι σε φτωχή αυλή των εφήβων του κόσμου όλου το πρώτο το φιλί, σε κορμί κακεχτικό η μπλούζα η λινή, του μικρού του αγοριού η φόρμα η γαλανή. 6 2 Του μελισσιού η ζωηρή βουή του φουντωμένου πεύκου η πνοή του ανάπηρου τα φτερωτά τα πόδια της εύφορης της γης τα ρόδια 3 Τα χέρια όλων των ηπείρων τα ενωμένα σπάνια τραγούδια μια χαρά κρυμμένα ιώδιο θαυματουργό σε χρόνια πληγιασμένα ηρωικοί παιάνες σε εδάφη αγιασμένα 4 Στήριγμα ψυχής σε πονεμένη οιμωγή σε προδιεγραμμένο θάνατο ελπιδοφόρα αλλαγή μεταφερόμενης ελπίδας η μοτοσικλέτα σε καπιταλιστική καρδιά εργατικά στιλέτα

Προϊόντα πάμφθηνα που σκοτώνουν την ακρίβεια ζωή που πατά του ναζισμού τ’ αμφίβια μολύβι που γράφει αγώνων ιστορίες σμύριδα που συμβάλει στων ασφάλτων τις πορείες 7 Χωράφι φρούτων μυρωδάτων φούρνος ζυμαριών αφράτων βαρέλι ωραίων σταφυλιών λιοτρίβι ζουμερών ελιών 8 Τρεχούμενο αίμα των φλεβών εκπλήρωση φόβων ευσεβών αφανισμός ατόμων ασεβών σκοταδιών ερεβωδών

5

9

Των παγωμένων καρδιών κουβέρτα του μοναχού ναυτικού κουκέτα του παιδιού του νηστικού το γάλα που δεν έπαιξε ποτέ στη γειτονιά του μπάλα

Των κοριτσιών η τσαχπινιά φωτιά στη βαρυχειμωνιά φέρνω ήλιους μες στη σκοτεινιά ζέστη μες στη παγωνιά 10


Είμαι αγάπη ακλόνητη μέσα στα ζευγάρια, αφήνω τη ψευτιά εμβρόντητη να τη φάνε τα ζαγάρια

11 Είμαι του έρωτα το βαρύ σπαθί που κόβει κάθε χέρι εμπαθή που πάει να το κλέψει στο ζυγό του να το ζέψει 12 Αναβάτης είμαι και βαστώ άκοπο χαλινάρι ήλιο ανασαίνω κι ολόγιομο φεγγάρι ανεβαίνω στο φασισμό καβάλα στήνω στον πόλεμο κρεμάλα 13 Τρόμο διοχετεύω στου Χίτλερ τα παιδιά να με σκέφτονται τρέμοντας κάθε βραδιά εφιάλτης τους να είναι η ανθρώπινη χαρά, η έκλειψη της ανεργίας να τους κόβει τα φτερά 14 Άνεμος είμαι ελευθερίας συνειδητής πρωτοπορίας που τον κόσμο αυτόν θα σώσει ξανά ζωντάνια θα του δώσει 15 Της εκμετάλλευσης τα δεσμά θα λιώσω ευτυχία παντού θ’ απλώσω

αυτάρκεις θα κάνω τους ανθρώπους περίχαρους όλους τους τόπους!


Η φοβισμένη συζήτηση νέου ζευγαριού

1

6

Τις νύχτες, μας σκίζουν βαθιές νυχιές μας δαγκώνουν οι φοβίες σαν οχιές σε βυθό απύθμενο τραβάν τα όνειρά μας σε κλουβί μ’ άγρια θηρία μπάζουν τη χαρά μας.

Τη ψυχαγωγία μας γεμίζουν μ’ απειλές για μπόλιασμά της μ’ ότι ευτελές με ψευτοφιλανθρωπίες εκτονώνουν τη στοργή μας σ’ αδιέξοδα οδεύουν την οργή μας.

2 Σκιά μας συνεχή η ανησυχία δεν μας αφήνει λεπτό σε ησυχία κι η αβεβαιότητα δίδυμη της αδερφή κλέβει της νιότης μας τα τιμαλφή. 3 Θέληση, σκοποί κι επιδιώξεις μετατρέπονται σε ψυχικές νευρώσεις τρανεύουν την αρνητικότητά μας διογκώνουν την αναβλητικότητά μας. 4 Λιγοστεύει η δημιουργική μας φαντασία σπρώχνει τα τέκνα της σ’ αποστασία τα τιμωρεί μ’ ολοήμερη ορθοστασία στης οχτάωρης δουλειάς την απουσία. 5 Του ερωτά μας διώκουν τη μαγεία τον παρασέρνουν σε ιδιοτέλειας σφαγεία του αφαιρούν κάθε αίσθηση αγία τον εκπαιδεύουν σε μόνιμη αργία.

7 Της καρδιάς μας το ασκί, το μπαλώνουμε απ’ την αρχή κάθε πρωί της μιζέριας το σκίζουν άνεμοι κακοί της συνήθειας η ροή. 8 Το συμφέρον εισχωρεί στην αγκαλιά μας πονηριά αρχηγεύει τα φιλιά μας μανία εξουσίας κυριαρχεί στις σχέσεις μας η τάση για βόλεμα στις υποσχέσεις μας


9 Της εμπιστοσύνης τα φυλλώματα δεν μυρίζουν φιλίας ευωδιές των κυβερνήσεων τα μορφώματα γιομάτα πονηρές αναποδιές. 10 Μουσική εφιαλτική κάθε εξαγγελία η γη μας ψάχνει την επαγγελία η αισθητική μας ψάχνει την φιλοκαλία κι ο νους μας απάνεμη μια παραλία. 11 Της τσέπης μας το μνημόνιο γελάει με χαμόγελο σαρδόνιο αλλάζει υπαλλήλους κάθε ημιχρόνιο μας σαρώνει με κόλπο υποχθόνιο. 12 Μ’ εντολές γεμίζει τις κινήσεις μας όλο σταματά τις εκκινήσεις μας με τρόμο ντύνει τις ειδήσεις μας ανακαλά τις εκδικήσεις μας. 13 Την επιθυμία μας για γέννα την πατάει με ψυχοφαρμάκων τρένα που τα στήνει σε γραμμές να μας λιώνουν τις ορμές. 14 Την επιθυμία μας για οικογένεια την γεμίζει παθογένεια της γνωματεύει ανίατη ασθένεια ανίκητη σχιζοφρένεια. 15 Μας καταντούν τη ζωή ρημάδι μα θα βρούμε το κατάλληλο σημάδι να ξημερώσει ελπιδοφόρο, της αγωνίας μας το βράδυ να πετάξουμε στα ληγμένα του καπιταλισμού το λάδι!


Πεζογραφία: Γράφουν οι: Διονύσης Ρακόπουλος,Πολύγωνος,Lazer

Το πρώτο φιλί

Ήρθε εκείνη την νύχτα στην γέφυρα ,εκεί οπού εραστές και αυτόχειρες δίνουν ραντεβού με τον έρωτα και τον θάνατο. Εδω στην Θεσσαλονίκη. Είναι ακόμα πιο όμορφη από την πρώτη φορά που την είδα. Η θλίψη της καλύπτει σαν μεταξένιο πέπλο το πρόσωπο της. Ξέρω τον λόγο, μπήκαμε στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων ενάντια στους Ισλαμιστές και στον Ρωσοκινέζικο Άξονα. Κηρύχτηκε επιστράτευση, έχει 2 αδέλφια. Εγώ δεν θα πάω ,θα φύγω στον κόσμο όπου τα όνειρα είναι ελεύθερα και παίρνουν εκδίκηση…. Δεν μιλάμε πολύ, δεν υπάρχουν και πολλά να ειπωθούν ποια. Στον κόσμο μας δεν υπάρχει μέλλον για να σκεφτεί κανείς .Μόνο το παρόν ,το μέλλον είναι πνιγμένο στο ατσάλι και στο αίμα. Της πιάνω το χέρι και την φιλάω ,είναι το πρώτο μας φιλί. Είναι το πρώτο μας φιλί που μας κάνει να νιώθουμε Ένα ,για πρώτη και για τελευταία φορά. Εγώ και αυτή, και τα αστέρια στον ουρανό .Κανένας άλλος. Κάπου μακριά ακούγεται το νυχτοπούλι που κρώζει και το θλιβερό τραγούδι του ενώνεται με το παράφωνο άσμα ενός μεθυσμένου άστεγου .Αύριο αυτή θα γυρίσει στην ζωή της, ή καλύτερα σε ότι μείνει από αυτήν και εγώ θα πάω να πολεμήσω για την ζωή εκεί στα βουνά ,στις πόλεις, παντού μαζί με αυτούς που πιστεύουν στην ζωή. Δεν θα γίνω κρέας για τα κανόνια τους. Κάνουμε έρωτα και μετά μου ψιθυρίζει στο αυτί ,σε αγαπώ. Και εγώ την αγαπώ αλλά δεν θέλω να της το πω, το βάρος θα ταν πολύ μεγάλο. Ξημερώνει ,κρατιόμαστε από το χέρι. Σιωπή ,απόλυτη σιωπή. Ο ήχος της σειρήνας ξεσπάει και γεμίζει βίαια την σιωπή ,και τότε χιλιάδες μικροσκοπικοί και φονικοί ήλιοι ,πυρηνικοί ήλιοι, πέφτουν πάνω στην πόλη .Καίνε τα πάντα ,καταστρέφουν, κάθε ζωή υποτάσσεται στην θανατηφόρα μεγαλοπρέπεια τους .Την αγκαλιάζω και την φιλάω ,και λίγο πριν μας καταπιεί η πύρινη μπάλα ουρλιάζω σε αγαπώ ,θα σε αγαπώ για πάντα ,και μετά σιωπή η στιγμή του έρωτα μας δεν τελείωσε ποτέ ,τα σώματα μας διαλυμένα σε άτομα μα οι καρδιές μας χτυπούν για πάντα σαν μια.


Την πέμπτη μέρα του πολέμου του κατακλυσμού δυο δισεκατομμύρια άνθρωποι χάθηκαν από πυρηνικές επιθέσεις στις πόλεις .Αυτό το έργο είναι αφιερωμένο στα θύματα και στα όνειρα τους….

Ο Τελευταίος ποιητής

Είμαι ο τελευταίος ποιητής ,όχι δεν σταμάτησε το ανθρώπινο χέρι να γράφει στίχους σε χαρτί η σε ψηφιακή οθόνη. Στίχους που τους σοφίστηκε το μυαλό. Μα η κάρδια των ποιητών είναι νεκρή, και όπου η καρδιά δεν κτυπάει ,εκεί δεν υπάρχει ζωή. Μόνη η δική μου κτυπάει ακόμα απ ότι ξέρω ,μα κτυπάει δυνατά από φόβο για το μέλλον ή από απελπισία… Ζω στην Αθήνα κάπου στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. H Πόλη μου και η Χώρα μου ζουν κάτω από την μπότα του Φασισμού και ο λαός έχει βυθιστεί μέσα στην φτώχεια, τον τρόμο και τον σκοταδισμό. Πληθαίνουν οι συγκρούσεις με τους γκετοποιημένους μετανάστες που έχουν φτάσει τα δυο εκατομμύρια αφού η φασιστική κυβέρνηση δεν τους έδιωξε ,προτίμησε να ανταλλάξει την παραμονή της χώρας στην σιδηρά αγκαλιά της Ένωσης με την μετατροπή της Ελλάδας σε σκουπιδότοπο ψυχών. Δυο εκατομμύρια εξαθλιωμένοι μετανάστες χωρίς δικαιώματα, με καμιά επαφή με τον δικό μας πολιτισμό .Ποτισμένοι με τον πράσινο φασισμό όπως οι δικοί μας άνθρωποι μέσα στην φτώχεια τους υπέκυψαν μαζικά σον μαύρο η καλυτέρα Λευκό φασισμό .Εγώ είμαι ένας δειλός .Δουλεύω μέσα σε γραφείο και φροντίζω να συντηρώ μια υποτυπώδη ζωή με κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις όπως ζεστό νερό, κρέας και τέτοια . Μα τι ζωή είναι αυτή. Μια πνευματική ερημιά που την καίει ένας φαίος ,αιμοβόρος Ήλιος. Κάποτε ήμασταν πολλοί οι ποιητές που πιστεύαμε πως υμνούμε την ελευθερία. Μα όσο το σκοτάδι προέλαυνε σιγά σιγά ,τα πράγματα άλλαζαν. Κάποιοι αντάλλαξαν τις ιδέες τους με την δόξα και τα χρήματα και έγιναν υμνητές του Φασισμού .Η καρδιά τους μαράθηκε και γέμισε σκουλήκια. Τώρα ποια οι στίχοι τους είναι απλά γράμματα, δεν έχουν ψυχή. Οι βρομεροί στίχοι που γεμίζουν τον αέρα την δυσωδία της σήψης και υμνούν το μίσος, την κτηνωδία, την υποταγή του ανθρώπου στην τυφλή βία. Άλλοι απλά έθαψαν την καρδιά τους βαθειά μέσα στην γη και άρχισαν να γραφούν για θέματα ανώδυνα και ασφαλή για αυτούς και για το καθεστώς. Έκαναν πως δεν βλέπουν την φρίκη και τις αλυσίδες, το μαστίγιο, την Βία που με μια παρέα πεινασμένων λύκων και τσακαλιών κάθισε πάνω σε έναν θρόνο από


Οστά και ήπιε αίμα από μια χρυσή κούπα. Υπέκυψαν στον φόβο και τυφλώθηκαν από τον Φαίο Ήλιο που γέμισε τις ψυχές πολλών με τις δηλητηριώδεις ακτίνες του και άλλους τους έκανε να κρυφτούν. Μα όποιος δεν πολεμά την αδικία, την στηρίζει αφού την κάνει να περνά. Κάποιοι ,λίγοι αντισταθήκαν και οι στίχοι τους έγιναν βέλη που καρφώνονταν στην σάρκα του τέρατος ,μικρές κόκκινες και λευκές ηλιαχτίδες μέσα στην απέραντη νύχτα. Μ�� αργά η γρήγορα η Ασφάλεια φρόντισε να πνίξει κάθε φωνή που επιτίθονταν στην βρομιά του Νέου Κόσμου που ήταν στην πραγματικότητα παλιός και σάπιος ,στραγγάλισε του λαιμούς για να πνίξει τις Φωνές , μαχαίρωσε τις Καρδιές, τις έκαψε και σκόρπισε τις στάχτες στο Πέλαγος της Λήθης .Η μνήμη αυτών των μαρτύρων ξεθωριάζει μέρα με την μέρα και θα Χαθεί σύντομα όπως και τα σώματα τους που χάθηκαν στα κολαστήρια της Ασφάλειας… ..Αυτή η Γη έγινε το νεκροταφείο των ποιητών. Και μετά είμαι Εγώ. Την ημέρα ένας υπαλληλάκος γραφείου, ένα ανθρωπάκι που φοβάται την σκιά του και ζει την άθλια ζωούλα του. Δειλός. Μα τα βράδια η νωθρή και φοβητσιάρικη καρδιά μου παίρνει φωτιά .Κτυπάει δυνατά, πονάει από τον Έρωτα της Λευτεριάς και ο πόθος της για έκφραση της δίνει φτερά .Κάθε νύχτα βγαίνω στους δρόμους της Φαιογκρίζας πόλης μας και γράφω στίχους με κόκκινη μπογιά στους τείχους της. Κάθε πρωί κάποιοι, πριν τα ποιήματα σβηστούν, βλέπουν τους καυστικούς μου στίχους που καίνε την αλαζονεία κάποιων ,ψίθυροι μέσα στην απέραντη σιωπή του νεκροταφείου .Ίσως υπάρχουν και άλλοι ,μα κανένας άλλος ψίθυρος δεν έφτασε στα αυτιά μου .Ξέρω πως αργά η γρήγορα η Ασφάλεια θα με πιάσει και τότε είμαι τελειωμένος. Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Κάποιος πρέπει να κρατάει τον δαυλό και να ανάβει κάθε μέρα την ιερή εστία του Φωτός. Έτσι είμαι τουλάχιστον για λίγες στιγμές της νύχτας ελεύθερος, η αλυσοδεμένη ύπαρξη μου, ανίκανη να δεχτεί την υποταγή και την αποκτήνωση μα όχι αρκετά γενναία για να πολεμήσει σπάει τα δεσμά για να τα φορέσει ξανά .Η απελπισία μου είναι η δύναμη μου. Και αυτό το βράδυ βγαίνω πάλι ,μα σήμερα με περίμεναν, ορμάνε πάνω μου και με βάζουν σε ένα μαύρο αμάξι. Την επόμενη μέρα το βασανισμένο πτώμα του Τελευταίου ποιητή βρέθηκε σε ένα στενό .Μα την επόμενη μέρα κόκκινοι στίχοι κόσμησαν πάλι κάποιον τοίχο της Πόλης. Ο τελευταίος, αρκετά άτεχνος ,μαρτυρούσε τον ποιητή και έγραφε <<,είμαστε ακόμα εδώ, σε τούτη την Γη που μας ανήκει και θα είμαστε όταν η Ιστορία και εκατομμύρια γροθιές θάψουν εσάς ανθρωπάρια . Πυροφόρος


ZAHAR

To έτος 2000 πριν τον μεγάλο κατακλυσμό εμφανιστήκαν μαύρα σύννεφα πάνω από την πολη των Λωτοφάγων. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν ποια ,τα δένδρα έδιναν καρπούς που ήταν μαραμένοι, τα λουλούδια δεν άνθιζαν .Τις νύχτες τα όνειρα των Μακαρίων αλλά και των Εργατών ήταν ανήσυχα και κάποιες φορές σκοτεινά. Κάτι δεν πήγαινε καλά, στα λιμάνια ερχόταν όλο και λιγότερα πλοία και καραβάνια από μακρινούς τόπους, όλο και πιο αραιά έφερναν ελεφαντοκόκαλο, χρυσό και μετάξι για να το ανταλλάξουν με τους μεθυστικούς Λοτούς. Η η ήρεμη, χωρείς έννοιες ζωή δεν ήταν ποια η ιδία .Μα οι Μάγοι ,οι προφήτες και οι παπάδες δεν ήξεραν τι να πουν στον λαό που άρχισε να μαζεύεται όλο και πιο συχνά στην Αγορά και να ζήτα εξηγήσεις. Και τότε ήρθε ο Ζωροάστρης στην πολη των Λωτοφάγων ,μαζί με τους μαθητές του, λίγους, μα φωτισμένους από τις ελάχιστες αλήθειες της ζωής. Μεταξύ τους ήμουν και γω. Μας κοιτούσαν με περιέργεια, κάποιοι με περιφρόνηση. Ο Ζωροάστρης έστησε την σκηνή του κάτω από ένα δένδρο και άρχισε να διδάσκει τις έξι αλήθειες της υπάρξεις. Σύντομα άρχισαν να έρχονται άνθρωποι για να τον ακούσουν .Κάποιοι χλεύασαν, άλλοι κορόιδεψαν, άλλοι όμως συζήτησαν με τον Δάσκαλο και μερικοί, Εργάτες και μαστόροι κυρίως, άρχισαν να έρχονται κάθε μέρα και να φέρνουν φαί για τον Ζωροάστρη που το μοιραζόταν μαζί μας. Και την δέκατη Μέρα από τον ερχομό του Ζωροάστρη και ενώ ο κύκλος των Μαθητών διευρύνονταν μέρα με την μέρα και η πλάνη της ψεύτικης αισιοδοξίας έπεφτε σαν πέπλο που το παίρνει ο αέρας από τα πρόσωπα τους και τις καρδιές τους εμφανίστηκε ένας απεσταλμένος του Συμβούλιο των παμμακάριστων και ζήτησε από τον δάσκαλο να μιλήσει στον λαό. -Ζωροάστρη ,στα αυτιά μας έφτασαν οι φήμες για την σοφία σου, για την μόρφωση σου ,για την αγνότητα της ψυχής σου. Μεγάλη συμφορά έπληξε την Πολη μας ,οι ιερείς μιλούν ,όταν ο Λαός δεν είναι μπροστά για Κρίση. Δεν θέλουμε να το ακούσει ο λαός ,αυτή η λέξη θα σήμαινε το τέλος της Μακαριότητας. -Και τι ζητάς από Μένα ,Μελχιδεόρ ,μέγα αγγελιοφόρε του Συμβουλίου ,δεν έχετε προφήτες και μάγους που να εξηγούν τα άστρα και το πέταγμα των αητών? Ιερείς που μελέτησαν κάθε κείμενο που μας άφησαν οι Παλαιοί και συσσώρευσαν κάθε σοφία του ανθρώπινου νου?


-Η γνώση μας και τα μάγια χάνουν την δύναμη τους μπροστά στην κρίση ,είπε ψιθυριστά ο αγγελιοφόρος με το Μεγάλο πορφυρό μούσι. Τα άστρα και οι θεοί μένουν σιωπηλοί ξαφνικά ,από την μέρα που δυο κομήτες έσκισαν τον ουρανό, ένας πράσινος και ένας Χρυσός ,ο χρυσός ξαφνικά άλλαξε, έμοιαζε με μια αιματηρή φλόγα και μετά διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρά πύρινα φώτα και έπεσε πάνω στους Λοτούς .Και μετά ήρθαν οι φήμες για τους υιούς του Ταύρου, βαρβάρους νομάδες μου καίνε και λεηλατούν στην διάβα τους. Και πλησιάζουν, όσο ποτέ πριν οι μιαροί Βάρβαροι στην καρδιά των Ηλύσιων πεδίων του χιλιόχρονου μας πολιτισμού. Ο Μέγας αστρολόγος μου είπε πως οι μάντεις δεν τολμούν να δουν το μέλλον ,η καρδιά τους πλημύρισε από φόβο….. Εδώ είναι τα δώρα μας Ζωροάστρη υιε του Νοε. Τριάντα κιβώτια από ατόφιο χρυσό, γεμισμένα μέχρι πάνω με εκλεκτούς λοτούς. Πέρασαν 40 ημέρες. Ο Ζωροάστρης είχε αποτραβηχτεί στο δασός, όπου λαλούν οι κουκουβάγιες και περνούσε τις μέρες του με νερό, βατόμουρα και διαλογισμό. Εμείς μέναμε στην πόλη και περιμέναμε την επιστροφή του. Μια μέρα οι κάτοικοι μαζεύτηκαν κοντά στις σκηνές μας και απαίτησαν να τους μιλήσει ο Δάσκαλος. Μα δεν ήταν εκεί. Τότε άρπαξαν τον Ιωάννη και τον Μελχιανόρ και απείλησαν πως θα τους σταυρώσουν, αν δεν εμφανιστεί ο Ζωροάστρης μέχρι την αυγή. Δεν ήταν ποια οι μακάριοι και νωθροί λωτοφάγοι και οι ήρεμοι και ταπεινοί εργάτες. Ο φόβος της κατάρρευσης ενός τρόπου ζωής με τον οποίο είχαν γαλουχηθεί γενιές και γενιές, τους είχε αποκτηνώσει μέσα σε μερικούς μήνες. Στα μάτια τους ο φόβος μας τρυπούσε μαζί με το μίσος και την δίψα για αίμα, μια θυσία για να εξορκιστεί ο φόβος. Τότε στείλαμε τον Άγνωνα από την Σίσκο να τρέξει στο δάσος. Και το βράδυ ,δυο ώρες πριν ξημερώσει, ακούστηκαν τρομπέτες ,η πύλη της Πόλης άνοιξε και ο Ζωροάστρης μπήκε μέσα στην πολη καβάλα πάνω σε έναν κάπρο. Τότε κάποιοι κοίταξαν με δέος, άλλοι με μίσος και περιφρόνηση. Άλλοι έριχναν λουλούδια ενώ άλλοι ξεραμένα κόπρανα γαιδάρων. Ακλουθήσαμε τον δάσκαλο πάνω στον παράξενο ίππο του και φτάσαμε στην πλατεία του Γαλάζιου Λοτού .Ήταν τεράστια ,είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες χιλιάδες Λωτοφάγων εκεί .Και τότε ,ενώ ο Ήλιος ανέτειλε οι ακτίνες του μας αποκάλυψαν το φρικτό αυτό θέαμα. Οι δυο Αδελφοί μας ήταν νεκροί. Καρφωμένοι πάνω στον σταυρό ,φτιαγμένο από ξύλο λοτού και ανάμεσα τους, σταυρωμένος ,κάποιος προφήτης που κήρυττε την επανάσταση Ενάντια στους άρχοντες. Τότε ο Ζωροαστρης ξέσπασε σε λυγμούς και ένα δάκρυ του πότισε το δάπεδο της πλατείας. Μα το πλήθος ούρλιαζε με μια φωνή γεμάτη φόβο. -Ζωροάστρη πες μας το μέλλον. Οι θεοί μας εγκατέλειψαν ,οι μάντεις μας είναι τυφλοί, οι ιερείς δεν τολμούν να μιλήσουν. Και τότε ο Δάσκαλος ούρλιαξε με βροντερή φωνή.


-Αιμοβόρε όχλε ,φονιάδες αθώων ,στα χέρια σας είναι το αίμα τους Να ξέρετε πως μια νέα εποχή ξεκινάει, ο κομήτης ήταν η αρχή. Τώρα ποια η κυριαρχία του λοτού έφτασε στο τέλος της ,η Εποχή του χρυσού ξεκινάει και θα διαρκέσει 10 χιλιάδες χρόνια μέχρι να λάμψει το Άστρο της νέας εποχής. Τότε κάποιοι όρμησαν μπρος με ξύλα στα χέρια, μα ο κάπρος ξέσκισε τις κοιλίες τους με τους χαυλιόδοντες του και έτσι το πλήθος υποχώρησε σαν τρομαγμένο κοπάδι. -Ακούστε τι βλέπω, αυτή είναι η προφητεία της χρυσής εποχής. Θα έρθει εποχή σκληρή και βάρβαρη. Οι φυλές σα καταστρέψουν τις πόλεις και το ξίφος θα κυριαρχεί για αιώνες, κάθε πολιτισμός θα χαθεί ή θα μολυνθεί από την αγριότητα των Βαρβάρων και μετά θα έρθει ο κατακλυσμός και θα εξαφανίσει τα πάντα ,μονό λίγοι θα γλιτώσουν και αυτοί θα φέρουν το φως στα παιδιά του Δευκαλίωνα ,να θυμάστε τον Πυροφόρο, αυτόν που φέρνει τον πολιτισμό ,οι υιοί του Δευκαλίωνα θα τον ονομάσουν Προμηθέα. Και μετά ο άνθρωπος θα μάθει πάλι να εκμεταλλεύεται άνθρωπο και όλα αυτά για το χρυσάφι, για το κέρδος. Και βλέπω τον Άνθρωπο να καταχτάει την γη και τα αστέρια μα και την βαρβαρότητα ,που ξύπνησε μέσα σας ,να γεμίζει τις πόλεις του. Βλέπω θάνατο να αφανίζει πόλεις από τον ουρανό μέσα από ένα δολοφονικό σύννεφο ,βλέπω την φτώχεια να κρατεί στην σιχαμερή αγκαλιά της τα περισσότερα [παιδιά του Δευκαλίωνα και η να πείνα να φωλιάζει στις καρδιές τους ,βλέπω ανθρώπινα ερείπια ,σκλάβους στην γυάλινη σύριγμα που καρφώνει την πρέζα στο αίμα τους και να τους σκοτώνει αργά και βασανιστικά, βλέπω αγνές παρθένες να πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί. Βλέπω το ολιγάριθμο χρυσό γένος να κυβερνάει από παλάτια ένα βασίλειο δυστυχίας και πόνου ,κήπους που ποτίζονται με δάκρυα . Τότε ο Ζωροάστρης έφυγε μαζί μας, το πλήθος ούρλιαζε από θλίψη και Φοβο, σύντομα ξεκίνησε η αλληλοσφαγή που έφερε την πολη από πιο κοντά στην πτώση που έφεραν οι υιοί του Ταύρου. Από εκείνη την μέρα ο Ζωροάστρης δεν έτρωγε ,δεν κοιμόταν, κοιτούσε μονάχα με κατακόκκινα από το κλάμα μάτια τον ορίζοντα. Σκαφτόταν την Ανούτ ,την μόνη γυναίκα που αγάπησε και που την άφησε για να αναζητήσει την γνώση της ζωής .Σκαφτόταν τον υιό που δεν γνώρ��σε ποτέ και κυρίως θρηνούσε για το μέλλον που δεν θα έβλεπε , ευτυχώς για την ευγενική καρδιά του. Δεν μας το πε, μα κατά κάποιον τρόπο το νιώθαμε .Ο δαίμονας που μόλυνε τα πνευμονία του ετοιμαζόταν να τον πάρει μαζί του .Και μια μέρα ο δάσκαλος μίλησε. -Δεν είπα δυο πράγματα στον όχλο, σε εκείνα τα πρόβατα ,προπάτορες δισεκατομμυρίων πρόβατων .Το ένα δεν τόλμησα να το ξεστομίσω και το άλλο δεν τους άξιζε.


Όταν ακούσετε τι έχω να πω θέλω να φύγετε ,κάπου μακριά στην άκρη της γης υπάρχει η νήσος του Αράν. Εκεί θα ζήσετε και θα διαφυλάξετε την Αλήθεια ώστε να την διδάξετε στο νέο γένος και η αλήθεια θα ζήσει μέσα στους απόγονους σας ,αφού η νήσος δεν θα βυθιστεί στον Μέγα Ωκεανό. Η θλίψη έπεσε πάνω μας σαν πέπλο βαρύ, δάκρυα άρχισαν να ποτίζουν την άγονη γη. -Γένος ανθρώπινο θα αφανίζει άλλα γένη και ο χρυσός παλιάτσος θα χειροκροτεί ενώ τα πρόβατα θα βελάζουν. Άουσβιτς η λέξη που που αποκάλυψαν σε μένα .Λέξη φρικτή που καεί σαν πληγή από μαστίγιο στην ψυχή. Θυσιαστήριο στο χρυσό ερπετό με τα πράσινα μάτια. Ξεσπάσαμε σε λυγμούς, με τότε μας είπε με σταθερή φωνή. Και όμως αν υπάρχουν πρόβατα και λύκοι, υπάρχουν και λέοντες .Κάποιοι φορούν προβιά μα είναι λέοντες και όταν έρθει η ώρα και τα πρόβατα δεν έχουν ποια κάτι να χάσουν παρά την γυμνή τους σαρκική ύπαρξη ,τότε οι λέοντες θα τα οδηγήσουν στον Πόλεμο όπου όλοι θα ναι πρόθυμοι να πεθάνουν για να ζήσουν .Μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια τυραννίας το χρυσό μοσχάρι θα γκρεμιστεί από το βάθρο του και ένας νέος κομήτης θα αναγγείλει την καινούρια εποχή .Την εποχή του κόκκινου Άστρου …… Μετά αποχωρήσαμε με την ελπίδα να ζει μέσα μας .Και ο δάσκαλος έμεινε μόνος με μια σκηνή και τον κάπρο να τον συντροφεύει στο τελευταίο του ταξίδι σε αυτόν τον κοσμο…..


Η πληγή

Έσερνε τα πόδια του πάνω στο βρώμικο πεζοδρόμιο της Αθήνας, με τα πρεζάκια να χαραμίζουν τις τελευταίες τους ανάσες δίπλα του, ενώ αυτός έμοιαζε να μην νοιάζεται για τίποτα. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του, άναψε τσιγάρο και συνέχισε το επιδεικτικό σύρσιμο. Η πόλη την νύχτα. Θα μπορούσαν να γραφτούν εκατοντάδες ποιήματα για να περιγράψουν την ξεπεσμένη αρχοντιά της. Διαφημίσεις, παντού διαφημίσεις. Νέα προϊόντα, ακριβά παράσημα τιμής, τα οποία μπορούν να σε προσδιορίσουν και να καλύψουν την μοναξιά που αισθάνεσαι προτού αποκοιμηθείς αγκαλιά με το μαξιλάρι σου. Είσαι μόνος σου. Φοράς όμως το καινούριο σου μπλουζάκι. Κι εξακολουθείς να βρίσκεσαι μες στην μήτρα μίας φθηνιάρας πουτάνας, αγκομαχώντας για την γέννηση σου, την τόσο ποθητή χειραφέτησή σου. Το παιδί τα ήξερε όλα αυτά, ναι, ήξερε την πόλη. Ήξερε την ζωή. Του άρεσε να ξεμπροστιάζει τους ανθρώπους, όσο του άρεσε το να ξύνει τα τραύματά του. Όλοι έχουμε βίτσια. Εκείνος γούσταρε να πειράζει το τραύμα, να ξεφλουδίζει τα κακάδια, και τότε ένιωθε πως είχε στο χέρι του την κοινωνία. Πίστευε πως ξεφλούδιζε σιγάσιγά τα στρώματα ψεύδους, υποκρισίας, μίσους. Κι έτσι έφτανε στην πληγή, τον πυρήνα του κακού, και τον ξεμπρόστιαζε, τον άφηνε ανήμπορο, δίχως τα προστατευτικά στρώματά του. Πλέον όλοι μπορούσαν να δουν το τι εστί κοινωνία, το τι εστί αιμορραγούσα πληγή. Τον εκνεύριζε το γεγονός πως όλοι έγνεφαν συγκαταβατικά, συνεχίζοντας να χορεύουν το τανγκό της αυτολύπησης. Όμως δεν μετρούσε η γνώμη του, βλέπεις, ήταν απλώς ένα παιδί. Συνεπώς, έκανε ό,τι έκαναν όσοι ήθελαν να πνίξουν την φωνή της συνείδησης. Μπήκε στο κοντινότερο μπαρ. Κάθισε στην μπάρα, σιωπηλός, με τα μάτια μισόκλειστα. Ο μπάρμαν απέναντί του ήταν γύρω στα πενήντα, με μακριά, μαύρα, λαδωμένα μαλλιά και μία θρασύτατη μπυροκοιλιά να ξεπροβάλλει κάτω από το ταλαιπωρημένο μπλουζάκι του. «Πόσο χρονών είσαι;» τον ρώτησε καχύποπτα αύτη η θλιβερή σκιά ανθρώπου. «Δεκαέξι.» απάντησε μονολεκτικά το παιδί. «Μάλιστα. Τι θα πάρεις;» «Ένα ουίσκι.»


Τον σέρβιρε, κι αυτός έριξε το βλέμμα του στο ποτήρι του. Δεν τον εξέπληττε η αδιαφορία προς τον νόμο, την είχε συναντήσει κι αλλού. Απλώς χάζευε το φαρμακερό υγρό που αναπαυόταν μπροστά του. Έπινε. Παρ’όλα αυτά, ήταν κατά του αλκοόλ και των κατασταλτικών ουσιών. Παράδοξο, άλλα ακόμα και ο Σοπενχάουερ δεν τηρούσε τα λεγόμενά του. Έτσι λοιπόν, έφερε το ποτήρι στα χείλη του και το κατέβασε μονομιάς. Παρατήρησε τον κόσμο ολόγυρά του. Κυρίως μεσήλικοι άντρες, αλλά και μερικές πρώην όμορφες γυναίκες. Μία κοπέλα δίπλα του έκλαιγε. Αυτή είχε κάτι το διαφορετικό, όμως τα πρόσωπα των υπολοίπων δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον. Όλοι τους κάποτε ήταν μωρά, παιδιά κι ύστερα έφηβοι, με ελπίδες, όνειρα και ιδανικά. Όλα αυτά είχαν πνιγεί κάτω από το βάρος των κοινωνικών υποχρεώσεων, των κοινωνικών στερεοτύπων και των υπόλοιπων κοινωνικών μαλακιών. Κοινωνία, είσαι ο κοινός παράγοντας που ενώνει την μιζέρια μας. Η τέλεια παρομοίωση για ένα τραύμα. Είδε έναν τύπο να κάθεται δίπλα στην λυπημένη κοπέλα και να της πιάνει συζήτηση. Εκείνη φαινόταν εντυπωσιασμένη. Το παιδί κοίταξε καλά τον τυπά. Ήταν νέος, μα φαινόταν πλούσιος και εξέπεμπε μία αυστηρή αύρα. Σακάκι. Γραβάτα. Πιστωτική κάρτα. Το τρίπτυχο της επιτυχίας. Στην αρχή άκουγε την συζήτηση τους, όμως έπειτα μετακινήθηκε λίγο για λόγους διακριτικότητας. Έπιασε μόνο τα ονόματα τους: Ιόλη και Βαγγέλης. Ούτως ή άλλως, η αγαπητή Ιόλη ήταν πολύ όμορφη –και πολύ ενήλικη- για να γίνει δικιά του, οπότε τους αποχαιρέτησε νοητά και τους ευχήθηκε να ευτυχήσουν. Πήρε άλλο ένα πότο, κι ύστερα ένα ακόμη. Τα κατέβασε ταχύτατα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Πρόσεξε μία πληγή στο χέρι του, την οποία κάλυπτε ένα καφετί κέλυφος. Την έξυσε. Εν τέλει, όλες οι πληγές φεύγουν όταν καταστρέφουμε τα κελύφη τους, και μένει μόνο ένα σημάδι. Ένα σημάδι το οποίο μας υπενθυμίζει να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Έξω από το μπαρ, το χάος. Η Αθήνα είχε φορέσει το βραδινό της νυχτικό και ο νόμος βρισκόταν μεταξύ τρίτου και τέταρτου ύπνου, οπότε ο δρόμος ήταν ελεύθερος να καταβροχθίσει τα νεαρά ή γέρικα, ντόπια ή ξένα, μα πάντα φτωχά, θύματά του. Στο διπλανό τετράγωνο, μία παρέα ατόμων με ξυρισμένα κεφάλια κυνηγούσαν δύο φοιτητές. Σχεδόν μπορούσε να μυρίσει τον φόβο, ανακατεμένο με το αίμα τους. Έμεινε σιωπηλός να συλλογίζεται, ενώ άλλο ένα τραγικό γεγονός προστέθηκε στο καπιταλιστικό κολάζ.


Τι θα έλεγε άραγε ο Σοπενχάουερ; Ο Νίτσε; Πως θα σχολίαζαν αυτή την τραγική κατάσταση εκείνοι οι εξαίρετοι φιλόσοφοι, για τους οποίους είχε διαβάσει, γεμίζοντας το μυαλό του γνώσεις, χωρίς τελικά να του χρησιμεύσουν κάπου; Πόσοι από αυτούς πέρασαν χωρίς να αλλάξουν ουσιαστικά κάτι; Ποιος μπορεί τελικά να το καταφέρει; Και το σημαντικότερο: Πώς; Μία ερώτηση, μία παιδιάστικη απορία ήταν όλη η ύπαρξη του. Πλήρωσε για τα ποτά του και βγήκε έξω. Ένιωσε μικρές, θρασείς σταγόνες να πέφτουν πάνω του. Ο Βαγγέλης και η Ιόλη είχαν φύγει προ πολλού. Σκέφτηκε πως τους περίμενε μία νύχτα καύλας και ένα πρωινό αμηχανίας. Του φαινόταν τόσο αστεία αυτή η παράσταση. Η δικιά του νύχτα δεν θα σημαδευόταν από βυζιά, κώλους και σωματικά υγρά. Η δικιά του νύχτα ήταν πολύ πιο σημαντική. Έστριψε δεξιά και τότε τους είδε. Οι «κυνηγοί» στέκονταν απέναντί του, γύρω στα έξι άτομα. Πάντα κυνηγούσαν σε αγέλες. Δεν τους φοβόταν. Αντιθέτως, τους χαμογέλασε. Τον πρόσεξαν. «Ε, τι κοιτάς ρε μαλακισμένο;», του φώναξε ένας. Φόραγε μαύρα, το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο και η σωματική του διάπλαση θύμιζε γορίλα. To παιδί έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του, ενώ μία ειρωνική σιωπή κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. «Είπα, ΤΙ ΚΟΙΤΑΣ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΟ;» ούρλιαξε για άλλη μια φορά, κατακόκκινος, ο γορίλας. Το παιδί γέλασε. Ο τραμπούκος όρμηξε πάνω του και αυτός πρόλαβε να δει μόνο την γροθιά του, με σιδερένια, δειλή πανοπλία να κατευθύνεται στο πρόσωπο του. Τα δόντια του θρυμματίστηκαν κι έπεσε κάτω, όμως διατήρησε τις αισθήσεις του. Οι βρισιές του γορίλα του φαίνονταν πιο αδιάφορες και από τον ήχο της βροχής που είχε ξεσπάσει. Παρατήρησε μία μικρή λιμνούλα από το αίμα του στον δρόμο, ύστερα κοίταξε τον νταή στα μάτια και ξαναγέλασε. Τότε ένιωσε μία ομοβροντία κλοτσιών να λιώνουν το κεφάλι του. Όλα έσβησαν για δεύτερη φορά. Μία κλωτσιά τον πέτυχε στο αυτί και αισθάνθηκε έναν φρικτό πόνο που σήμανε την απώλεια της ακοής του. Το κτήνος δεν σταματούσε, δεν μείωνε ταχύτητα, όσο κι αν κοκκίνιζε, ίδρωνε κι έφτυνε. Ο θόρυβος είχε ξεσηκώσει την γειτονιά. Το παιδί παρατήρησε ανθρώπους να παρακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας, γριές να βγαίνουν στα μπαλκόνια τους και τέλος, τον χοντρό μπάρμαν αποσβολωμένο, να στέκεται στα δέκα μέτρα μακριά του και να ψελλίζει: «Είναι μόνο δεκαέξι… Μόνο δεκαέξι…».


Πλέον, το Παιδί δεν μπορούσε να δει την υποκρισία τους. Δεν μπορούσε να μυρίσει τον φόβο τους, δεν κατάφερνε να ακούσει τα γρανάζια να τρίζουν μέσα στα παγωμένα στήθη τους. Όλα αυτά κατακερματίστηκαν, χτυπημένα από την ωμή συνειδητοποίηση της εξαθλίωσης. Η ζωή ξαφνικά έμοιαζε πιο ανθρώπινη. Το Παιδί παρακολούθησε την διαφυγή των επιτεθέντων του. Δεν είχε καμία σημασία. Πέτυχε τον στόχο του και τα γεγονότα θα έπαιρναν την φυσική τους πορεία. Μπορούσε να δει τις οικογένειες να παρακολουθούν έντρομες τις ειδήσεις και να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους. Μπορούσε να μυρίσει την ξεφτιλισμένη γοητεία της Αθήνας να καίγεται, κατάφερνε να ακούσει τους εξαγριωμένους διαδηλωτές να κυνηγάνε τραμπούκους και μπάτσους. Πέτυχε το�� στόχο του. Θυσιάστηκε. Αφύπνισε. Ψηλάφισε τις πληγές του με όση δύναμη του είχε απομείνει. Δεν θα έκλειναν ποτέ, όμως συνέβαλλαν στο να γιατρευτούν άλλες πληγές, μεγαλύτερης κλίμακας. Τότε έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό και η συνείδησή του παραδόθηκε στα αστέρια. Ναι, η δικιά του νύχτα ήταν πολύ πιο σημαντική.


Η αυτοκτονία ενός αντιφρονούντα

Τον θάνατο τον ψάχνω και με ψάχνει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Τον έχω βρει και μ' έχει βρει σε ουρανό και γη και θάλασσες, σε κρεβάτια και βάλτους και υπονόμους, σε ναούς και σε παλάτια, από χέρια φίλων, εχθρών, θεών, κι απ' τα δικά μου ακόμα. Γι' αυτό σου λέω: θάνατος δεν είναι μάχες, πείνα, αρρώστιες, γηρατειά, δεν είναι μίσος ή αγάπη. Τα 'χω δει, τα 'χω νιώσει, τα 'χω ζήσει. Μα, όπως βλέπεις, είμαι ακόμα εδώ. Θάνατος είναι να μην έχεις πια τίποτα νέο ν' ακούσεις, τίποτα καινούργιο ν' αντικρίσεις. Ήμουν ήδη κοντά 35 χρονών όταν έφυγα από την πόλη μου κι όταν έφυγα από κοντά σου. Τους λόγους μπορεί να τους ξέρεις καλύτερα από μένα, κι αν ακόμα δεν τους γνωρίζεις σίγουρα θα υπάρξουν ή θα γεννηθούν δεκάδες μες τους αιώνες ματαιόδοξοι που θα φροντίσουν να σου δώσουν μια πειστική απάντηση για το χαμό μας. Μα φταις και εσύ που είσαι δεκτική στα χάδια και στις κολακίες τους, δεκτική στο να μιλάς για εκατομμύρια νεκρούς την ώρα που ορκίζεσαι στη σωτηρία τους. «Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις» Μένει να θυμηθώ που το έχω διαβάσει... Περπάτω νωχελικά πλάι στις εργατικές πολυκατοικίες. Χαιρετάω τους γείτονες μου και αναρωτιέμαι γιατί αντί να αφιερωθώ στο νέο μου σπίτι κάθομαι και γράφω ετούτες τις γραμμές για σένα, αφού ποτέ δε θα φύγεις από την Πόλη, αφού ποτέ δε θα διαλέγες το τίποτα της αλήθειας ανάμεσσα σε τόσα ψέμματα, καθένα τους και μια πολιτεία απο χρυσάφι. Η αγάπη δε μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα, μακάρι να μπορούσε αλλά δε γίνεται. Δεν πέταξες ποτέ από πάνω σου την ιδιότητα ενός κάρβουνου που το ρίχνουν στη φωτιά. Φώναζες πώς αυτή η φωτιά είναι για να ζεστάνει τους άστεγους και τους πεινασμένους κι όταν σου έδειχνα τα όπλα, τους σκλάβους και τις τυρρανίες , θύμωνες και δεν ήθελες να μου μιλάς...


Κι έτσι έφυγα Μα δεν έφυγα για σένα δε θα φευγα ποτέ για να μαι μακριά σου Ήσουν και εσύ ένα κομμάτι της ζωής μου, όταν γνωριστήκαμε μέσα στον πόλεμο που σπάραζε τότε την υδρόγειο είχα πιστέψει ότι θα προχωρούσαμε σε όλα μαζί, στην ελευθερία, στον έρωτα και στο θάνατο. Ποτέ μου δεν υπήρξα πιο βλάκας,γελάστηκα πικρά μα τουλάχιστον πρόλαβα να ζήσω τα πρώτα δύο μαζί σου. Μαζί πολεμήσαμε τότε και μαζί αγκαλιαστήκαμε εκείνο το βράδυ πλάι στη θάλασσα. Δεν ξέρω τι σκεφτόσουν εσύ, μα εγώ ποτέ δεν είχα αγγίξει τόσο υλιστικά την ουτοπία. Κι έτσι νόμιζα ο γελοίος πως η ελευθερία κι ο έρωτας ήταν δικά μου. Κι ότι αρκούσε να τα διατηρίσω μέχρι να έρθει το τέλος και των δυο μας, για να φτάσω μέσα απ’ το θάνατο στην Αθανασία. Φρούδες ελπίδες Βλέπω εφιάλτες τα βράδυα, από μπροστά μου περνάνε οι νεκροί των πολέμων και των επανάστασεων, βλέπω το Παρίσι, βλέπω την Καλκούτα, βλέπω το Πεκίνο. Τα πρώτα χρόνια που σκεφτόμουν αλλιώς, έβλεπα νίκες,σημαίες,συνθήματα. Τώρα κατέληξα να βλέπω αίμα και μόνο αίμα σε δυο στρατόπεδα που χουν για ιδεολογία το άδειο τους στομάχια και την πληγιασμένη τους ψυχή. Άραγε τι θυμάσαι εσύ από τα πρώτα χρόνια; Οι άνθρωποι που περπατούν πλάι μου στο δρόμο με κοιτούν με δέος. Λογικό. Βλέπουν στη στρατιωτική μου τσάντα καρφιστωμένο το σύμβολο του αγώνα μας. Κάποτε ήταν και σύμβολο των μαζών. Οι άνθρωποι εδώ είναι αθώοι. Νομίζουν πώς είμαι κάποιος υψηλόβαθμος στρατιωτικός και μου φέρονται με τον καλύτερο τρόπο. «Τι σας χρωστάω για τον καφέ;» «Τίποτα, τίποτα, κερασμένο από εμάς» μου απαντούν Θα πρεπε να τους μιλήσω, να τους εξηγήσω τι συμβαίνει. Να τους πω για τους νεκρούς του Νότου, για τις συλλήψεις και τα δικαστήρια. Θα πρεπε ακόμα αν ήμουν λίγο αξιοπρεπης να μη περιφέρομαι μες την πόλη φορώντας τα διακριτικά της Επανάστασης, μα δεν μπορώ. Πρώτα απ’ όλα αυτά τα διακριτικά τα αισθάνομαι δικά μου και όχι παρασημοφορήσεις από κάποιον ‘’αρχηγό’’. Δεύτερον πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν θέλω να χάσω αυτό το συναίσθημα περηφάνιας που νιώθω όταν κάποιος κοιτάει με δέος την τσάντα μου. «Κρατήστε τουλάχιστον αυτό το μπουρμπουαρ» τους παρακαλάω Δε δέχονται.


Ο βορράς είναι ένα μέρος που κλαίω κάθε φορά που πίνω καφέ. Δεν ξέρω αν με έχεις σιχαθεί μέχρι τώρα, παρόλα αυτά εγώ θέλω να σου γράψω κιαλλα, μη νομίζεις πώς δεν πονάω όταν σκέφτομαι πως θα αντιδράσεις, μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να σου αφηγηθώ την ιστορία, για μια φορά απ’ την πλευρά μου. Ήμασταν νέα παιδιά όταν ενταχθήκαμε στον επαναστατικό στρατό. Και ακολουθήσαμε το πλήθος σε κάθε μάχη που έδωσε. Θυμάσαι και εσύ όπως θυμάμαι και εγώ ότι κανείς μας δε το κανε αφ’ υψηλού. Πεινούσαμε όπως όλοι. Κρυώναμε όπως όλοι. Και θέλαμε οι υπεύθυνοι να πληρώσουν για όλα τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει. Δώσαμε λοιπόν κάθε μάχη, με ελπίδα και αυταπάρνηση. Και τελικά λίγα χρόνια μετά ‘’ευτυχήσαμε’’ να δούμε τα όνειρα μας να γίνονται πραγματικότητα. Η σημαίας μας υψώθηκε σε κάθε κορφή της χώρας και δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε τα λάβαρα μας κρεμασμένα όταν μπαίναμε στις απελευθερωμένες πόλεις. Πολύ αργότερα βέβαια μάθαμε πώς πριν δωθεί εντολή να μπει ένα στράτευμα σε μια πόλη που παραδινόταν, είχαν ήδη εξαναγκάσει τους ντόπιους οι αξιωματικοί μας να προετοιμάσουν τα λάβαρα. Και έτσι η ανώτατη ηγεσία πίστευε πώς ο λαός ήταν μαζί μας και κυρίως μαζί της. Το ίδιο πιστέψαμε και εμείς οι απλοί στρατιώτες. Και ξέρεις και εσύ καλά όπως και εγώ πως τα μεγαλύτερα εγκλήματα τα πράττει ο άνθρωπος που πιστεύει ότι δουλεύει για την ιστόρια έχοντας από πίσω την υποστήριξη όλων των ανθρώπων. Έτσι συνέβη και με μας λοιπόν, σαν δεύτεροι χριστιανοί ακολουθήσαμε μια πορεία που έχει ξαναπερπατηθεί πολλές φορές. Δεν μετανιώνω τόσο που βάδισα σε αυτό το δρόμο, μετανιώνω που τον αγάπησα και δέθηκα μαζί του τόσο έντονα, που να ‘ναι αυτός η μόνη μου παρηγοριά όταν ήμουνα μακριά σου. Κι όταν αυτός τελείωσε για μένα, δεν είχα τίποτα να με στηρίξει αφού στο μεταξύ, είχες δεθεί και εσύ με αυτό το δρόμο και ποτέ δε θα τον άφηνες για να ακολουθήσεις έναν αντιφρονούντα. Πέρα από τα σύνορα της Χώρας που κτίζουμε, αγάπη μου, δε βρήκα τίποτα. Πλήρωσα πάρα πολλές φορές κάποιον να με περάσει τα σύνορα κρυφά. Πήγα στην Τουρκία, στην Ιταλία, στη Γαλλία...Γύρισα τα Βαλκάνια, πήγα ακόμα και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού... Αυτό που ζούμε εδώ, δεν ήταν ποτέ ότι μας τάξανε, μα αυτό που υπάρχει απ’ έξω είναι ακριβώς ότι μας είπανε ότι θα είναι. Δεν υπάρχουν ελεύθερες πολιτείες, υπάρχουν μόνο πεινασμένες... Γιαυτό και δεν έχω το κουράγια να πολεμίσω τη νέα δυστοπία που φτιάξαμε. Εδώ τουλάχιστον κανείς δεν πεινά. Και κανείς δεν μιλα, μα


δε θέλω τα όνειρα μου να γίνουν εμπόδιο για κανέναν, δε θέλω ποτέ να πεις ότι ήμουν εχθρός για σενα... Δε θέλω άλλο μίσος πια. Με αυτές τις σκέψεις γύρισα πίσω...απογοητευμένος από τα πάντα και μια απογοήτευση για όλους. Δε θέλησα να γυρίσω στην πόλη όπου μεγαλώσαμε μαζί, πήγα στα βόρεια, εκεί όπου η εξουσία δεν έχει διαφθείρει ακόμα πολλούς και κυρίως, εκεί όπου δεν υπήρχε περίπτωση να σε δω ποτέ. Μα και εδώ μη φανταστείς πως ταίριαξα με τους ανθρώπους, νιώθω ξένος, πιο ξένος απ’ όσο έχω νιώσει ποτέ στη ζωή μου κι ας ήταν αυτό ένα συναίσθημα που με συντρόφευε από την πρώτη μεγάλη νύχτα των διαψεύσεων... Έζησα την ουτοπία με την πιο σκληρή ετυμολογική της έννοια, ου-τόπος, το μέρος που δεν υπάρχει ή τουλάχιστον που δεν υπάρχει για μένα. Το σκεφτόμουν πολύ καιρό να λήξω όλα αυτά τα θέματα μια και καλή μα κάτι με κρατούσε. Στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσε η μυρωδιά μιας σκέψης που έλεγε ότι κάτι έχω ξεχάσει, ότι κάτι δεν έπραξα και ότι έχω ακόμα ένα χρέος. Μου πήρε μέρες να καταλάβω τι ήταν αυτό. Ήσουν εσύ... η ανάγκη να σου εξηγήσω ότι δεν έφυγα από κοντά σου επειδή δε σ’αγαπούσα, μα επειδή δεν αισθάνομαι τον κόσμο σου για κόσμο μου και επειδή καμιά γαία δε μπόρεσε να σταθεί αντάξια να μου προσφέρει έναν άλλο. Δεν υπήρξα ποτέ Εχθρός όσων πιστέψαμε! Δεν είμαι πλέον Σύμμαχος τους! Και τόσα χρόνια μετά αποδέχομαι καταναγκαστικά τον τίτλο του αντιφρονούντα. Στις φλέβες μου κυλάει το δηλητήριο που ήπια πριν μερικές ώρες. Αν το διαβάζεις αυτό, τότε υπολόγισα σωστά και έφτασε σε σένα πριν φύγω οριστικά από κοντά σας. Και θα χεις προλάβει να ακούσεις στις ειδήσεις για το πτώμα που βρέθηκε κάπου στον βόρρα και ήταν αποτέλεσμα μιας “εθελούσια δολοφονίας” Μη με μισήσεις Αμαλία Σ’αγαπώ Χ.Λ


Μηδέν και Ένα Απρίλης 2013