Page 1

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ErJOXH


Ό συγγραφέας καί ό τίτλος στήν πρωτότυπη Εκδοση:

Α .Μ Α Κ Α ΡΕ Η Κ Ο

ΠΕΛΑΓΟΓΜ^ΕΟΚΑίΙ Π0 3 ΜΑ

Μετάφραση: Ζήνων Ζορζοβίλης ’ Επιμέλεια: Θόδωρος Λιακόπουλος Ή μετάφραση Εγινε άπό τήν Εκδοση του ‘Εκδοτικού «Σοβιέτσκιι Πισάτελ


Α. Σ. MAKAPENKO

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΖΩΗ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ -ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ» ΑΘΗΝΑ 1981


Copyright: Ρκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ Σόλωνος 130, ' Αθήνα Τηλ. 3620.i<35 — 3623.649


Μέ θερμή Αφοσίωση στό φίλο καί όάσκαλό μας Μ α ξ ί μ I' κ ό ρ κ ι


’Αντί γιά πρόλογο

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ» τον Μαζίμ Γκόρκι

Είχα έπισκεφθεϊ τό μοναστήρι Κουριάζ τό καλοκαίρι του 1891 καί είχα μιά συζήτηση μέ τόν διάσημο τότε Ιωάννη τής Κρονστάνόης. ‘Αλλά δέν θυμήθηκα τήν έπίσκεψή μον σ ’ αύτό τό μοναστήρι παρά τήν τρίτη μέρα τής ηαραμονής μου έκεϊ. άνάμεσα στούς τετρακόσιους ένοίκους του, κρώην άλήτες καί «κοινωνικά έπικίνδυνα στοιχεία», μέ τούς όκοίονς διατηρώ τώρα φιλική Αλληλογραφία. 'Αλληλογραφώ μέ τά καιδιά αύτοΰ τοϋ Σταθμόν τέσσερα χρόνια, παρατηρώντας τίς σταθερές άλλαγές στίς γραμματικές τους γνώσεις καί τήν όρθογραφία, τήν άνάπτυζη τής κοινωνικής τους συνείδησης, τής έπίγνωσης του περιβάλλοντος τους, παρατηρώντας αυτούς τούς μικρούς Αναρχικούς, τούς Αλήτες, τούς κλέφτες, καί τίς νεαρές πόρνες νά έξελίσσοντω σέ Αξιοπρεπείς έργαζόμενους Ανθρώπους. Ό Σταθμός υπάρχει έφτά χρόνια, τέσσερα Α π ' τά όποια στό κυβερνείο τής Πολτάβας. Στή διάρκεια των έφτά αύτών χρόνων Αρκετές δεκάδες Από τούς τροφίμους τον Ιγιναν σπουδαστές στίς έργατικές σχολές, στίς γεωργικές καί στρατιωτικές σχολές καί ηήγαν σέ άλλους Σταθμούς μέ τήν Ιδιότητα του δασκάλου. Ή Ανανέωση των τροφίμων του Σταθμού γίνεται κανονικά μέ παιδιά πού στέλνονται Από τήν ' Υπηρεσία Δίωξης τοϋ ’Εγκλήματος καί πού τα μαζεύει ή πολιτοφυλακή Από τούς δρόμους, ένώ ενας ορισμένος Αριθμός Από μικρούς Αλήτες έρχονται έθελοντικά. Ό συνολικός Αριθμός τών τροφίμων κοτέ δέν πέφτει κάτω Από τούς τετρακόσιους. Τόν περασμένο Ό χτώ βρη ενας Απ ‘τούς τροφίμους, ό Ν. Ντενισένκο, μου έγραψε Από μέρους δλων τών «διοικητών». « “Αν ξέρατε πώς έχουν Αλλάξει τά πράγματα άπό τότε πού 7


φύγατε! Πολλοί άπ ' τούς παλιούς μας τροφίμους έχουν ξεκινήσει σέ δικό τους δρόμο, στά έργοστάσια, στίς έργατικές καί τίς βιομηχανι­ κές σχολές. "Εχουν μείνει πολύ λίγοι άπ ’τούς παλιούς τροφίμους. Οί περισσότεροι είναι νεοφερμένοι. Είναι φυσικά πιό δύσκολο νά οργανώσεις τή ζωή μέ τούς καινούργιους παρά μέ αυτούς πού είχαν ήδη συνηθίσει νά ζοϋν σέ μιά κοινότητα έργαζομένων. Καθώς φεύγουν οί παλιοί τρόφιμοι, ή πειθαρχία στό Σταθμό έχει άρχίσει ν ' αδυνατίζει. ’Αλλά έμεϊς, οί πα/.ιότεροι πού έχουμε μείνει, δέν πρέπει νά έπιτ ρέψουμε νά συμβεϊ αύτό, καί δέ θά τό έπιτρέψουμε. Τό σχολείο στό Σταθμό μας έχει τώρα τελείως άναδιοργανωθεϊ. “Εχου­ με δημιουργήσει ένα νέο εφτάχρονο σχολείο καί μιά σχολή τεχνικής εκπαίδευσης γι ’ αυτούς πού δέν είχαν τήν ευκαιρία νά σπουδάσουν. 1 Ή δίψα γιίμάϋηση δέν είναι καί τόσο μεγάλη, μά οϋτεζνας άπ *τούς τετρακόσιους όέν. μένει έξω άπ ’ τό σχολείο». ^ Σήμερα ό Σταθμός έχει εξήντα δυό κομο ομόλους, πού μερικοί άπ ' αύτούς σπουδάζουν στό Χάρκοβο. καί ένας είναι ήδη δευτεροετής φοιτητής τής Ιατρικής. Α λλά όλοι τους μένουν στό Σταθμό πού άπέχει όχτώ βέρστια ά π ' τήν πόλη. Καί όλοι τους παίρνουν δραστήρια μέρος στήν καθημερινή δουλιά τών συντρόφων τους. Οί τετρακόσιοι τρόφιμοι είναι όργανωμένοι σέ είκοσι τέσσερα τμήματα: ξυλουργοί, έφαρμοστές, καλλιεργητές καί λαχανοκηπουροί, αγελαδοβοσκοί, χοιροτρόφοι, οδηγοί τρακτέρ, φύλακες, τσαγκάρη­ δες κλπ. Ή φάρμα, αν δέν κάνω λάθος, έχει 43 εκτάρια άγρούς καί λαχανόκηπο καί 27 εκτάρια δάσος. Έχει άγελάδες, άλογα καί 70 γουρούνια άναπαραγωγής. πού τ Αγοράζουν μ ’ευχαρίστηση οί χω ­ ρικοί. Έ χει γεωργικές μηχανές, δύο τρακτέρ καί τό δικό της ήλεκτρικό σταθμό. Οί ξυλουργοί ετοιμάζουν δώδεκα χιλιάδες ξυλο­ κιβώτια γιά ενα εργοστάσιο πυρίτιδας. Ολες οί υποθέσεις τού Σταθμού καί ή καθημερινή ζωή καθοδηγεί­ ται ούσιαστικά άπ ' τούς 24 ίκλεγμένους διοικητές τών τμημάτων. Αυτοί κρατούν τά κλειδιά γιά όλες τίς άποθήκες καί έγκαταστάσεις, καταστρώνουν καί σχεδιάζουν τά πλάνα έργασίας, διευθύνουν τή δουλιά καί συμμετέχουν καί οί Ίδιοι σ ‘αυτή, άκριβανς όπως οί υπόλοιποι τρόφιμοι. Τό συμβούλιο τών διοικητών άποφασίζει γιά ζητήματα δπως είναι ή πρόσληψη ή όχι τών νεοφερμένων, καί δικάζει τά παραπτώματα τών συντροφίμων γιά άμέλεια στή δουλιά, ή /ni ηαράβααη τής πειθαρχίας καί τών «παραδόσεων». Ή άπόφαση ιοί· nt.fifit»'λif>ι> τών διοικητών - έπίπληξη μέ έκτέλεση Αγγαρείας s


Ανακοινώνεται στόν ένοχο άπ ' τόν διευθυντή τον Σταθμόν, τόν Α. Σ. Μαχάρενκο, μέ τήν παρουσία δλων τών τροφίμων. Τά σοβαρότερα ή τά έπαναλαμβανόμενα Αδικήματα, δπως ή τεμπελιά, ή μόνιμη φυγοπονία Από βαριά δουλιά, ή προσβολή ένός σνντρόφον καί οί άλ.λες πράξεις πού ζημιώνουν τήν κοινότητα, τιμωρούνται μέ διώξιμο Απ ' τό Σταθμό. Τέτιες περιπτοΊσεις, όμως, είναι πολύ σπάνιες. Κάθε μέλος τον συμβουλίου τών διοικητών θνμάται πως ήταν ή ζωή του «έξω». Τό Ιδιο συμβαίνει καί μέ τόν παραβάτη, πού Απειλείται νά ζήσει σ ' ένα οίκημα γιά παιδιά, ένα Ιδρυμα πού δέν Αρέσει καθόλου σέ κανένα «άστεγο» παιδί. / Μιά άπ ' τίς παραδόσεις τον Σταθμού είναι «νά μήν έχουν . έρωτικές περιπέτειες μέ τά δικά τους κορίτσια». Αυτή ή παράδοση τηρείται αυστηρά καί παραβιάστηκε μόνο μιά φορά στήν ιστορία τού Σταθμού, πού τέλειωσε με τραγωδία - μέ τό φόνο τον μωρού. Ή νεαρή μητέρα έκρυψε τό νεογέννητο κάτω άπ ’ τό κρεβάτι καί αύτό έπαθε άσφυξία. Δικάστηκε «τέσσερα χρόνια μέ Αναστολή», άπ ' τό δικαστήριο, άλλά άνατέθηκε στό Σταθμό νά τήν προσέχει καί νά τήν έπιβλέπει. 'Αργότερα, νομίζω ότι παντρεύτηκε τόν πατέρα τού παιδιού. Μιά άλλη παράδοση ήταν αύτή: οταν ή Υπηρεσία Δίωξης τού 'Εγκλήματος Εφερνε ένα άγόρι ή κορίτσι άπαραγορευόταν αύστηρά νά τούς κάνουν έρωτήσεις γιά τό ποιοι ήταν, πώς ζούσαν καί γιατί τούς είχε περιμαζέψει ή ' Υπηρεσία. “Αν κάποιος καινούργιος άρχιζε νά μιλάει γιά τόν εαυτό τον. δέν τόν πρόσεχε κανείς, καί άν κανχιόταν γιά τά κατορθώματα τον δέν τόν πίστευαν καί γελοιοποιούνταν. Αύτό είχε πάντα καλό Αποτέλεσμα, γιατί τού έλεγαν: «Βλέπεις. έδώ δέν είναι φυλακή, έδώ έμεϊς είμαστε οί άφέντες, άκριβώς τό Ίδιο όπως κι έσύ. Ζήσε, μάθε καί δούλεψε μαζί μας. "Α ν δέν σού Αρέσει μπορεϊς νά φύγεις». Αυτός γρήγορα Αντιλαμβάνεται ότι ολα αυτά είναι άλ.ήθεια καί προσαρμόζεται ενκο/.α στήν κοινότητα. Στά έφτά χρόνια πού λειτουργεί ό Σταθμός δέν υπήρξαν περισσότερες Από δέκα «Αποχω­ ρήσεις». ίν δεν κάνω λάθος. Ό Ντ.. ένας άπ " τούς Αρχηγούς, ήρθε στό Σταθμό οταν ήταν δεκατριών χρονών. Τώρα είναι δεκαεφτά. ‘Από τά δεκαπέντε του διοικεί ενα τμήμα πενήντα τροφίμων πού οί περισσότεροι άπ 'αυτούς είναι μεγαλύτεροι τον. Μού έχουν πει ότι είναι ένας καλός σύντροφος, καί πολύ αυστηρός καί δίκαιος διοικητής. Στήν ίπίσημη αύτοβιογρα9


φία του γράφει: « "Οταν ήμουν μέλος τής Κομσομόλ, προσχώρησα στόν Αναρχισμό καί διαγράφτηκα γι ’ αύτό. ’Αγαπώ τή ζωή. περισσότερο άπ ' δλα τή μουσική καί τά βιβλία. Μ ’ άρίσει τρομερά ή μουσική». Μέ δική του πρωτοβουλία, οί τρόφιμοι μου Εκαναν ενα θαυμάσιο δώρο: διακόσια όγδόντα τέσσερα μέλη τοΰ Στάθμου έγραψαν καί μου πρόσφεραν τίς αύτοβιογραφίες τους. Ό Ντ. είναι ποιητής πού γράφει λυρική ποίηση στά ούκρανικά. ' Υπάρχουν άρκετοί άκόμα ποιητές στό Σταθμό. 'Εκδίδεται ενα εικονογραφημένο περιοδικό τό «Προμίν» πού τό συντάσσουν τρεις άρθρογράφοι καί τό είκονογραφεϊ ό Τσ.. ενας άλλος «διοικητής» πού είναι ενα πραγματικό ταλ.έντο καί σοβαρός άνθρωπος. Δέν είναι βέβαιος γιά τό δτι Εχει ταλέντο καί τό χρησιμοποιεί μέ μεγάλη προσοχή. Αύτός είναι πρόσφυγας άπό τήν Πολωνία καί άρχισε τή ζωή του σάν άλήτης άπό τά όχτώ του χρόνια. ΤΗταν σέ μιά παροικία παιδιών στό Γιαροσλάβ, άλλά τό Εσκασε άπό κεϊ κι Εγινε πορτοφολάς στά τραμ. ’Αργότερα δούλεψε μ Έναν όδοντοτεχνίτη άπ ’ τόν όποιο άπόκτησε «τό πάθος γιά τό διάβασμα καί τή ζωγραφική». Ά λλά ή «Ελξη τοϋ δρόμου» τόν Εκανε νά τό σκάσει ά π ’ τόν όδοντοτεχνίτη. παίρνοντας μαζί του... «άρκετά χρυσά τσαρικά νομίσματα». Ξόδεψε τά χρήματα γιά βιβλία, χαρτί καί χρώματα. Μπαρκάρησε στή Λευκή θάλασσα, σά βοηθός θερμαστή άλλά «Επειδή δέν είχε καλή δράση άναγκάστηκε νά ξεμπαρκάρει». “Εγινε «είσπράκτορας φόρων σέ είδος» στήν Πετσιόρα άνάμεσα στους Ζφιανούς. “Εμαθε τή γλώσσα τους καί Εζησε μέ τούς Σαμογιέντς. Διέσχισε τά Ούράλια πρός τό 'Ομπντόρσκ μέ Ελκηθρο καί Εφτασε στόν 'Αρχάγγελο. Ζοΰσε κλέβοντας καί κοιμόταν σ ' ενα πανδοχείο. Μετά άρχισε νά ζωγραφίζει ταμπέλες καί σκηνικά. Δούλεψε σ “ενα έργαστήρι ένώ τήν Ίδια περίοδο προετοιμαζόταν καί γιά τό έφτάχρονο σχολείο. Πλαστογράφησε τά πιστοποιητικά καί μπήκε στή Σχολή Τεχνών τής Βιάτκα. « “Ημουν άπό τούς πρώτους πού πέρασαν τίς Εξετάσεις, καί Αναγνωρίστηκα σάν ταλαντούχος στή ζωγραφική καί τό σχέδιο, άλλά δέν τό πίστεψα». ’Εκλέχτηκε στό σπουδαστικό συμβούλιο καί Εκανε πολ.ιτιστική δουλιά. Τό χειμώνα, στή διάρκεια τών διακοπών, τόν συνέλαβαν: «Τά χαρτιά μου μέ βάλ.αν σέ φασαρίες, καί Εμεινα σέ άναμορφωτήριο μέχρι τήν άνοιξη». Έ κεϊ έπίσης διάβασε πολύ καί Εκανε πολιτιστική δουλιά. 'Αργότερα Εγινε άνταποκριτής στή «Σέβερναγια Πράβντα». "Ολα αύτά λέγονται στήν αύτοβιογραφία χο)ρίς καυχησιολογία καί 10


φυσικά χωρίς τήν παραμικρή έπιθυμία νά προκαλέσουν συμπάθεια. Είναι μιά άπλή ειλικρινής Αναφορά. «■Πέρασα μέσα Από ενα έλος. μετά άπό ένα δάσος. “.Εχασα τό δρόμο μου, μπήκα σ ’ ενα μονοπάτι, ή πορεία ήταν δύσκολη...» Ό Τσ. είναι Αναμφίβολα ένας πολύ προικισμένος νέος, καί δέ θά πάει άσχημα τώρα, πιστεύω. Ή Ιστορία τής ζωής τον δέν άποτελεϊ Αποκλειστικότητα. 01 περισσότερες Απ ’ δσες έχω διαβάσει ή άκούσει είναι δμοιες μέ τή δική του. Ά π ό που έρχονται αύτοί οί Αλήτες; Είναι τά παιδιά τών προσφύ­ γων άπ ’ τίς δυτικές έπαρχίες, πού τούς έχει σκορπίσει ό άνεμος τον πολέμου σ * όλη τή χώρα, τά όρφανά Ανθρώπων πού χάθηκαν στά χρόνια τής ίμφύλιας διαμάχης, τών έπιδημιών και τής πείνας. Τά παιδιά μέ κληρονομημένες άδυναμίες πού νπόκνψαν στίς προκλήσεις τοϋ δρόμον, καί μόνο αύτά πού ήταν έντελώς ικανά νά φροντίσουν τόν έαυτό τους στήν πάλη γιά τήν ύπαρξή τους έχουν έπιβιώσει. Μέ προθυμία πιάνουν δουλιά καί προσαρμόζονται εύκολα στήν πειθαρχία τής ίργασίας Αν είναι Αξιοπρεπής καί δέν υποβιβάζει τόν αύτοσεβασμό τους. θέλουν νά μάθουν καί μελετούν καλά. ‘Εκτιμούν τή σημασία τής συλλογικής δουλιάς καί καταλαβαίνουν πόσο πλεονεκτική είναι, θά έλεγα δτι ή ζωή, ό έξαίρετος μά καί ό αύστηρός αύτός δάσκαλος, ίκανε αυτά τά παιδιά νά γίνουν συλλ.ογικοί «στό πνεύμα». Τήν Ιδια ώρα κάθε ένα άπ ' αύτά είνω μιά άτομικότητα, λίγο ή πολύ συγκεκριμένα καθορισμένη, κάθε ένα άπ ’ αύτά είναι μιά προσωπικότητα «μέ τό δικό της πρόσωπο». Τά μέλη τοϋ 'Εργατικού Σταθμού τού Κουριάζ δημιουργούν μιά παράξενη έντύπωση «εύγενικής Ανατροφής». Αύτό παρατηρειται Ιδιαίτερα στόν τρόπο πού συμπεριφέρονται στούς «νεαρούς» καί στούς «Απειρους» πού μόλις έχουν έρθει ή τούς έχουν φέρει. Οί μικροί βρίσκονται ξαφνικά σέ μιά άπίστευτη Ατμόσφαιρα φροντίδας Απ ‘τή μεριά τών μεγαλύτερων πού τούς τρόμαζαν τόσο πολύ στούς δρόμους, τών “ ίδιων έφήβων πού τούς χτύπαγαν καί τούς φοβέριζαν, πού τούς δίδαξαν νά κλέβουν, νά πίνουν βότκα, καί πολλά άλλα πράγματα. Ένας Από τούς «νεαρούς» βόσκει άγελάδες, παίζει θαυμάσια φλάουτο στήν μπάντα τού Σταθ­ μού. “Εμαθε νά παίζει σέ πέντε μήνες. Είναι πολύ διασκεδαστικό νά τόν βλέπεις νά κρατάει τό χρόνο μέ τό γυμνό ηλιοκαμένο του πόδι. Μοϋ είπε: « "Οταν ήρθα έδώ, πήρα μεγάλη τρομάρα. Λούμ, σκέφτηκα, κοίταξε πόσοι είναι. ”Α ν άρχίσουν νά σέ χτυπάνε, δέν μπορεΐς νά !I


ξεφύγεις. Ά λλά κανείς άπ ’ αυτούς όέν μ ' έχει άγγιζει ούτε μέ τό δακτυλάκι του». Αισθανόμουν έξαιρετικά άνετα μαζί τους, καί είμαι άνθρωπος πού όέν μπορεί νά μιλάει μέ παιδιά. Πάντα φοβάμαι μην πώ κάτι πού 0έ\ θά έπρεπε να έχω πει, καί αύτός ό φόβος μοΐ, δένει τή γλώσσα, Τά παιδιά του Σταθμού του Κουριάζ όμως όέν μοΰ προξένησαν αύτό τόν φόβο. Ούτε υπήρχε καμιά άνάγκη νά μιλώο ό Ιδιος. Είναι καλοί ομιλητές καί ό καθένας τους έχει γιά κάτι νά μιλήσει... Ποιός μπορούσε νά πραγματοποιήσει μιά τέτια θαυμαστή άλ.λαγή. ξαναεκπαιόεύοντας εκατοντάδες παιδιά, πού ή ζωή τούς είχε φερθεί τόσο άσχημα καί σκληρά; 'Οργανωτής καί διευθυντής τού Σταθμού είναι ό Α. Σ. Μακάρενκο. Χωρίς άμφιβολία είναι ενας τα).αντοΰχος παιδαγωγός. Οί τρόφιμοι τόν άγαπούν πραγματικά καί μιλούν γ ι ' αότόν μέ μιά {χπερηφάνεια σάν νά τόν έχουν φτιάξει αύτοί οί Ίδιοι. Είναι ενας σοβαρός λ.ιγόλογος άντρας πάνω άπό σαράντα χρόνων, μέ μιά μεγάλη μύτη καί ζωηρά, προσεκτικά μάτια, πού θυμίζει μαζί στρατιωτικό καί διευθυντή έπαρχιακού σχολείου «υψηλών άρχών». Μιλάει με βραχνή φωνή σάν νά πονώ.ι ό λαιμός του. Κινείται άργά, άλ/.ά έκμετα/.λεύεται δλο του τόν χρόνο. Βλέπει καθετί καί ξέρει τόν καθένα άπ ’ τούς τροφίμους, πού μπορεί νά τόν περιγράφει μέ πέντε λόγια σάν νά βγάζει μιά φωτογραφία τού χαρακτήρα του. ~Οπως φαίνεται άποτελεΐάναγκαιότητα γιά τόν Ίδιο νά είναι ευγενικός, μέ ενα διακριτικό αυθόρμητο τρόπο, πρός τούς μικρούς, πού γιά τόν καθένα τους έχει μιά καλ.ή λχξη. ένα χαμόγελο, ενα χάδι στό κεφάλι. Στίς συνεδριάσεις τών διοικητών, πού συζητούν γιά τίς δουλιές τού Σταθμού, ζητήματα τροφοδοσίας, ή σημειώνουν έ/.λείψεις στή δουλιά τών τμημάτων, διάφορα παραδείγματα άμέλειας ή λαθών, ό Ά ντόν Μακάρενκο κάθεται χωρίς νά παίρνει άμεσα μέρος. Μόνο πότε-πόιε /χει μιά-δυό κουβέντες. Ουσιαστικά είναι πάντα κουβέντες έπίπληξης. Ά λ/.ά τίς λέει σάν παλ.ιότερος σύντροφος. Οί τρόφιμοι τόν άκοΰν μέ προσοχή καί δέν ντρέπονται νά διαφωνήσουν μαζί του, όπως θά έκαναν μέ έναν είκοστό πέμπτο σύντροφο πού οί ά/./.οι είκοσιτέσσερις άναγνωρίζουν ότι είναι πιό έξυπνος καί έμπειρος άπ 'αυτούς. “Εχει εισαγάγει στή ζωή τού Σταθμού κάτι άπ ’ τή ρουτίνα ηιραιινηικής σχολής καί αύτός είναι ό λόγος τών διαφορών του μέ γ/„ ουκρανικές /.κπαιδευτικές άρχές. Στίς έξι τό πρωί ή σάλπιγγα


σαλπίζει έγερτήριο στήν αύλή τού Σταθμού. Στίς έφτά, μετά τό πρωινό, άκούγεται ενα άλ.λο σάλπισμα, καί οί τρόφιμοι σχηματίζουν ενα τετράγωνο στή μέση τής αυλής μέ τή σημαία τον Σταθμού στό κέντρο καί δύο παραστάτες, συντρόφους - τροφίμους μέ δπλα, δεξιά καί άριστερά άπ ’ τό σημαιοφόρο. Ό Μακάρενκο άπευθύνεται στούς συγκεντρωμένοι>ς μέ μιά σύντομη άναφορά γιά τά καθήκοντα τής ημέρας, καί - άν κάποιος βρέθηκε ένοχος γιά κάποιο άδίκημα άναγγέλλει τήν ποινή πού άποφασίστηκε στό συμβούλιο τών διοικη­ τών. Μετά οι διοικητές κατανέμουν τά τμήματα στά συγκεκριμένα τους καθήκοντα. Ή «τελετή» γοητεύει τα παιδιά. Ά λλά άκόμα πιό τελετουργική - θά μπορούσα να πώ έπίσημη ήταν ή παράδοση άπ ' τό Σταθμό πέντε κάρων μέ ξυλοκιβώτια στό έργοστάσιο-πελάτη τους. 7 / μπάντα τού Σταθμού έπαιζε καί έγιναν ομιλίες γιά τή μεγά/.η σημασία τής έργασίας, πού δημιούργησε τόν πολιτισμό, γιά τήν έλεύθερη συλλογική έργασία σάν τό μόνο πράγμα πού θά οδηγήσει τούς άνθρώπους σέ μιά ζωή δικαιοσύνης. Γιά τό ότι μόνο ή κατάργηση τής άτομικής Ιδιοκτησίας θά έκανε τούς άνθρώ­ πους φίλους κι άδελφούς, θά έσβηνε τά δεινά καί τίς τραγωδίες τής ζωής. τΗταν άδύνατο νά βλέπεις χωρίς φανερή συγκίνηση αύτές τις γραμμές, τά σοβαρά, άξιαγάπητα προσωπάκια, τα τετρακόσια ζευγά­ ρια πολύχρωμα μάτια νά κοιτάζουν περήφανα καί χαμογελαστά τό φόρτωμα τών κάρων μέ τή δουλιά άπ ’ τό δικό τους έργαστήρι. Εγκάρδιες καί θαυμάσιες ήταν οί ζητωκραυγές πού βγήκαν άπ ' τά τετρακόσια στόματα. Ό Α. Σ. Μακάρενκο είναι ίκανός νά μιλάει στά παιδιά γιά τήν έργασία μ ’ έκείνη τήν ήρεμη κρυμμένη δύναμη πού είναι πιό κατανοητή καί εύγλωττη άπό όποιαδήποτε ποσότητα ωραίων λέξεων. Πιστεύω ότι τίποτα δέν περιγράφει καλύτερα τόν "ίδιο τόν άνθρωπο, άπ ’ τό παρακάτω κομμάτι πού Ιχει γράψει σέ ενα σύντομο πρόλογο στίς βιογραφίες τών τροφίμων πού Ιχει άναθρέψει: «Καθώς δαχτυλογραφούσα τήν έκατοστή βιογραφία άντιλήφθηκα ότι διάβαζα τό πιό καταπληκτικό βιβλίο πού έχω δει ποτέ. Ή τα ν μιά ιστορία άπό μαζεμένες συμφορές παιδιών, είπωμένες μέ τόσο άπλά σκληρά λόγια. Σέ κάθε λέξη αίσθάνομαι ότι αύτές οί ιστορίες δέν έχουν σά σκοπό νά προκαλέσουν τή συμπόνια κανενός, δέ θέλουν νά κάνουν έντύπωση. Είναι ή άπλή είλικρινής Ιστορία ένός μοναχικού άπορου μικρού παιδιού, πού δέν ιχει συνηθίσει νά υπολογίζει στή συμπόνια όποιουδήποτε, πού είναι συνηθισμένο μόνο σ ' εναν έχθρικό κόσμο, συνηθισμένο νά δέχεται άφοβα αύτή τή θέση. Αύτό φυσικά 13


άποτελεϊ τήν τραγωδία τής έποχής μας, άλλά αύτή ή τραγωδία γίνεται άντιληπτή μόνο άπό μάς, δέν είναι τραγωδία γιά τούς τροφίμους, γιά τούς όποιους είναι μιά συνηθισμένη σχέση άνάμεσα σ ’ αύτούς καί τόν κόσμο. "Ισως έγώ νά ύπέφερα περισσότερο μέ αύτή τήν τραγωδία άπό όποιονόήποτε άλλο. Γιά όχτώ χρόνια ήμουν υποχρεωμένος νά βλέπω δχι μόνο τίς φριχτές συμφορές τών παιδιών πού είχαν πεταχτεϊ στό βούρκο, άλλά καί τίς τρομερές ήθικές παραμορφώσεις αύτών τών παιδιών. Δέν είχα τό δικαίωμα νά περιοριστώ μόνο σέ συμπόνια καί οίκτο γ ι ' αύτά τά παιδιά. Ά π ό καιρό είχα καταλάβει δτι γιά νά τά σώσω ήμουν υποχρεωμένος νά είμαι άνυποχώρητα άπαιτητικός, αύστηρός καί σταθερός. "Επρεπε νά φιλοσοφώ γιά τά δεινά τους τόσο δσο φιλοσοφούσαν κι αύτά γιά τόν έαυτό τους. Αύτή ήταν ή τραγωδία μου, καί τήν αίσθανόμοννα όλο καί πιό έντονα καθώς διάβαζα αύτές τίς σημειώσεις. θ ά $πρεπε νά είναι ή τραγωδία δλων μας, καί δέν έχουμε τό δικαίωμα να τήν άποφύγουμε. Αύτοί πού κάνουν τόν κόπο νά δοκιμάσουν τή συγκίνηση τής γλυκιάς συμπόνιας καί τή ρηχή έπιθυμία νά εύχαριστήσουν αύτά τά παιδιά, άπλώς σκεπάζουν τήν υποκρισία τους μέ τίς άφθονες, κι Ετσι γι * αύτούς φτηνές, συμφορές τών παιδιών 'Εκτός άπό τό Σταθμό τοϋ Κουριάζ είδα έπίσης καί τήν Κομμούνα Τζερζίνσκι κοντά στό Χάρκοβο. Είχε μόνο έκατό ή Ίσως έκατόν είκοσι παιδιά, καί Ιδρύθηκε προφανώς γιά να δείξει πώς θά άπρεπε νά είναι ένας Ιδανικός Σταθμός έργασίας γιά τά «άπροσάρμοστα» καί τά * κοινωνικά έπικίνδννα» παιδιά. Στεγάζεται σ ’ £να διώροφο είδικά φτιαγμένο οίκημα μέ δεκαεννιά παράθυρα στήν πρόσοψή του. Τά τρία έργαστήριά του - ξυλουργείο, τσαγκαράδικο καί μηχανουργείο - είναι έξοπλισμένα μέ τίς πιό σύγχρονες μηχανές καί μέ μιά πλούσια συλλογή άπό έργαλεϊα. θαυμάσιος άερισμός, μεγάλα παράθυρα, πολύ φως. Τά παιδιά φορούν άνετες φόρμες, οί κοιτώνες είναι εύρύχωροι, μέ καλά κρεβάτια, υπάρχουν μπάνια, ντούς, καθαρές, εύάερες αίθου­ σες μελέτης, μιά αίθουσα συγκεντρώσεων, μιά καλά έξοπλισμένη βιβλιοθήκη, πλήθος άπό σχολικά όργανα. ~Ολα είναι σέ πλήρη τάξη καί καθαριότητα, ίνα ίδρυμα μοντέλο «γιά έπίόειξη». Α κόμα καί τά παιδιά είναι διαλεγμένα σάν «γιά έπίδειξη» δλαμέ υγιή δψη. Οί όργανωτές τέτιων Ιδρυμάτων θά μπορούσαν νά διδαχτούν πολλά έδώ.

14


ΠΩΣ ΜΑΣ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΕ Ο Α. Σ. ΜΑΚΑΡΕΝΚΟ τοϋ Σεμιόν Καλαμπάλιν*

Συνάντησα τόν Ά ντόν Σεμιόνοβιτς Μακάρενκο τό Δεκέμβρη τοϋ 1920 σέ Ινα μάλλον άσυνήθιστο περιβάλλον - στή φυλακή, όπου έκτια μιά ποινή γιά τά λάθη τής άσχημης παιδικής μου ηλικίας. Έχουν περάσει τριάντα τέσσερα χρόνια άπό τότε, άλλά θυμάμαι καΡαρά κάθε λεπτομέρεια αύτής τής συνάντησης. Ή τα ν κάπως έτσι. Μιά μέρα ό διευθυντής τών φυλακών μέ κάλεσε στό γραφείο του. Μπαίνοντας μέσα, βρήκα έναν ξένο έκει δίπλα στό διευθυντή. Καθόταν χωμένος σέ μιά πολυθρόνα κοντά στό γραφείο καί φορούσε ενα παλιό παλτό. Είχε μεγάλο κεφάλι καί ψηλό άνοιχτό μέτωπο. Ά λλά τό πρώτο πράγμα πού παρατήρησα ήταν ή μεγάλη μύτη του μέ τά γυαλιά πάνω της καί πίσω άπ ' τά γυαλιά ή ήρεμη σπίθα άπ ’ τά σοφά, αίνιγματικά ζωηρά μάτια. Ή τα ν ό Ά ντόν Σεμιόνοβιτς Μακάρενκο. - Είσαι λοιπόν ό Σεμιόν Καλαμπάλιν; μοΰ είπε. Κούνησα τό κεφάλι. - Καί συμφωνείς νά ίλθεις μαζί μου; Κοίταζα πρώτα αύτόν καί μετά τό διευθυντή τής φυλακής Ιρωτηματικά, μιας καί ή «συγκατάθεσή» μου έξαρτιόταν ά π ' τό δεύτερο. Ό Ά ντόν Σεμιόνοβιτς συνέχισε: - Καταλαβαίνω, θ ά τό τακτοποιήσω έγώ αύτό μέ τό διευθυντή. Καί τώρα, παρακαλώ, με συγχωρεΐς, Σεμιόν, μπορεΐς νά βγεις άπ ’ τό δωμάτιο γιά Ενα λεπτό; Μπορεί, σύντροφε διευθυντή;» • Ό Σ. Καλαμπάλιν, Τιμημένος Δάσκαλος τής ΣΟΣΔΡ άνατράφηκε στό Σταθμό Γκόρκι καί στό μυθιστόρημα άναφέρεται σάν Σεμιόν Κοραμηάνοφ.

15


- Ναί, φυσικά. Πήγαινε έξω, είπε ό διευθυντής. Βγήκα έξω άπ ’ τό δωμάτιο. Καθώς στεκόμουνα έξω στό διάδρομο παρέα μέ τό φύλακα, έπ αναλάμβανα μέσα μου ειρωνικά, «Μέ συγχωρεϊς. Παρακαλώ. Μπορείς νά βγεις άπ ’τό δωμάτιο, Σεμιόν». Δέν μπορούσα νά καταλάβω τίποτα. Καί οί λχξεις άκόμα σχεδόν ήταν όλες καινούργιες γιά μένα. Τί παράξενος τύπος είναι πάλι τούτος, σκέφτηκα. Μετά άπό λίγο μέ κάλεσαν ξανά μέσα στό γραφείο. Ό Ά ντόν Σεμιόνοβιτς στεκόταν όρθιος. - Λοιπόν, Σεμιόν, έχεις πράγματα; - Λεν έχω τίποτα. -Ω ραία, είπε ό Μακάρενκο, καί γύρισε στό διευθυντή. - Μπορούμε λοιπόν νά φύγουμε κατευθείαν άπό δώ; - Ναί, ναί πηγαίνετε, είπε ό διευθυντής. Νά θυμάσαι, Κϊιλαμπάλιν... - Παρακαλώ, όλα θά 'ναι έντάξει, τόν διέκοψε ό Μακάρενκο. Αντίο. Έ λα Σεμιόν. Οί πόρτες τής φυλακής άνοιξαν διάπλατα. Παρέα μέ τόν Ά ντόν Σεμιόνοβιτς, περπατούσα τήν πιό εύτυχισμένη πορεία στό δρόμο τής ζωής μου. Δέκα χρόνια άργότερα, όταν ήμουν ενας άπ ' τούς βοηθούς του, ό Μακάρενκο μου είπε: - Σ ' έστειλα έξω άπ ' τό γραφείο τοϋ διευθυντή τότε γιά νά μή μέ δεις πώς όταν υπόγραφα τά χαρτιά έμπαινες υπό τήν εύθύνη μου. θά ήταν ταπεινωτικό γιά τήν άνθρώπινη άξιοπρέπειά σου. ’Ο Μακάρενκο ήταν ικανός νά διακρίνει σέ μένα άνθρώπινες άξίες πού τήν ύπαρξή τους δέν είχα ποτέ υποψιαστεί. Τό δικό του ήταν τό πρώτο ζεστό άνθρώπινο άγγιγμα πού ένιωσα. Στό δρόμο γιά τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας του κυβερνείου προσπαθούσα νά περπατάω μπροστά άπ ' τόν Μακάρενκο. Τό έκανα γιά νά μπορεί νά μέ βλέπει κι έπίσης νά τοϋ δείξω ότι δέν σκόπευα νά τό σκάσω. Ά λλά μέ κράτησε δίπλα του, διασκεδάζοντας με μέ Ιστορίες άπ ’ τό Σταθμό, πόσο δύσκολο ήταν νά όργανωθεϊ, καί θίγοντας όλα τά ζητήματα πού υπάρχουν κάτω ά π ' τόν ήλιο έκτός ά π ' τήν φυλακή, έμένα τόν Ίδιο καί τό παρελθόν μου. Μπαίνοντας στήν αύλή τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας ό Μακά16


ρενκο μού έδοσε τό άλογο καί τό κάρο, καί μ ’ έστειλε σ ’ενα θέλημα πού μέ ξάφνιασε. - Μπορείς νά διαβάσεις καί νά γράψεις, Σεμιόν; - Ναί. -Ω ρα ία ! “Εβγαλε ενα χαρτί άπ ’ τήν τσέπη του καί μου τό εδοσε, λέγοντας: - Σέ παρακαλώ, πάρε αύτά τά ψώνια γιά μένα: ψωμί. λίπος καί ζάχαρη. Δέν έχω χρόνο νά τά κάνω έγώ, Οά είμαι πολύ άπ ασχολημέ­ νος σήμερα νά τρέχω στίς υπηρεσίες. Στήν πραγματικότητα, άπεχθάνομαι νά έχω συναλλαγές μέ καταστηματάρχες, ζυγίσματα καί ράφια. Είναι κανόνας νά μέ έξαπατοϋν σκανδαλωδώς, μου δίνουν λιγότερο βάρος καί λιγότερα ρέστα. 'Εσύ θά κάνεις καλύτερη δουλιά, είμαι βέβαιος. Χωρίς νά μου δόσει χρόνο νά σκεφτώ ή κάπως νά κάνω πώς διαμαρτύρομαι, έφυγε γρήγορα. Τά είχα χαμένα. Ώραϊα δουλιά κι αύτή. Έξυσα μέ άπορία τό πίσω του κεφαλιού μου, άκριβώς στό σημείο όπου βρίσκονται όλες οί άπαντήσεις στά αινιγματικά ίρωτήματα, καί συνέχισα νά συλλογιέ­ μαι: Κατευθείαν άπ ’ τή φυλακή, καί σ 'έμπιστεύονται νά κάνεις τίς προμήθειες ψωμιού καί ζάχαρης! Ίσ ω ς νά ήταν μιά άσκηση. Μπορεί νά υπήρχε κάτι μέσα σ 'αύτή τήν πράξη, ήθελε νά μέ πιάσει; Στάθηκα έκεΐ άρκετά σκεφτικός καί τελικά έβγαλα τό συμπέρα­ σμα ότι ό Μακάρενκο ήταν λίγο πα/.αβός. Πώς άλλιώς θά μπορούσε νά έμπιστευτεί κάποιον σάν καί μένα μέ όλα αύτά τά πράγματα! "Οταν μπήκα στό μαγαζί ό καταστηματάρχης μέ ρώτησε μέ μαλακιά φωνή: - Εσύ θά πάρεις τά πράγματα; Καί ποιός είσαι ίσύ; - θά μάθεις άργότερα, είπα καί τού έδοσα τήν παραγγελία. Πήρα όλα τά πράγματα καί τά έβαλα στό κάρο, ένα ίτοιμόρροπο έπινόημα ηάνω σ ' έλατήρια βαγονιού τραίνου. Σέ λίγο ήλθε ό Μακάρενκο, καί βλέποντας ότι ή παραγγελία είχε έκτελεστεϊ. μου είπε νά ζέψω τ ' άλογο καί νά πηγαίνουμε. Χρησιμοποιώντας τά χαλινάρια, τό μαστίγιο, φωνές καί ήχους τής γλοισσας, αύτό τό υπόλειμμα άλογου μέ 36 χρόνων παρελθόν νωχέλειας, άρχισε νά κινείται. ~Οταν ήμασταν διακόσια περίπου μέτρα μακριά ά π ' τό κτίριο τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας, ό Μακάρενκο μου είπε νά σταματήσω, καί γύρισε σέ μένα μέ τά παρακάτω λόγια: 17


- Ξέχασα νά σοϋ πώ. “Εγινε ενα μικρό λάθος μ ' αύτά τά ψώνια. Μας έδωσαν δυό φρατζόλες ψωμί παραπάνω. Πήγαινε τα πίσω σέ παρακαλώ, γιατί άλλιώς αύτοί οί έμποροι θά χαλάσουν τόν κόσμο, θά σέ περιμένω έδώ. Τ ’ αυτιά μου καί τό πρόσωπό μου έκαιγαν άπό ντροπή. 77 σήμαινε αύτό: Ποτέ δέν μου είχε ξανατύχει κάτι τέτιο. Πήδηξα άπ ' τό κάρο, τράβηξα δυό φρατζόλχς άπ ’ τό δέμα καί περπάτησα πίσω γιά τό μαγαζί. Μές στό μυαλό μου τριγύριζε ή σκέψη: «7Ϊ είδους άνθρωπος εϊναι αύτός; Αύτός ό Ιδιος μού είπε δτι τόν έκλεβαν, καί σκέφτηκα, δτι αύτός ήταν ό καλύτερος τρόπος νά έκδικηθεϊς αύτούς τούς έμπορους». Δυό φρατζόλες δέν είναι πολύ, άλλά λέει: «Πήγαινε τα πίσω, παρακαλώ». - Σ ’εύχαριστώ πάρα πολύ, νεαρέ μου, είπε χαρούμενα ό κατα­ στηματάρχης. Φανταστήκαμε δτι ίγινε κάποιο λάθος καί θά ξεκαθα­ ριζόταν. Καλή σου μέρα. Ευχαριστώ. Τοϋ έριξα μιά άγρια ματιά καί βγήκα γρήγορα. - θές λίγους λιόσπορους; είπε δ Μακάρενκο, δίνοντάς μου μιά χούφτα οταν γύρισα πίσω στό κάρο. Μ ' άρέσουν. Τό έπεισόδιο μέ τό ψωμί ξεχάστηκε έντελώς. "Ομως ό Μακά­ ρενκο θά μπορούσε νά τό αιτιολογήσει κάπως έτσι: «Σ 'έμπιστεύτηκα, διακινδύνευσα τό καλό μου όνομα βγάζοντας σε ά π ' τή φυλακή, καί σύ πας καί μέ ντροπιάζεις γιά δυό φρατζόλες ψωμί. “Ε, λοιπόν...» ‘Αλλά δέν τό ‘κανε. Δέν μού φέρθηκε μέ τέτια σκληρότητα, φανερά έπειδή φοβόταν μή μέ θίξει, καί μέ έμποδίσει νά ξανασκεφτώ τή συμπεριφορά μου, πού λαθεμένα τήν είχα θεωρήσει σάν μιά πράξη άπονομής δικαιοσύνης. Ά ν είχε άρχίσει νά μέ έπιπληττει, άμφιβάλ­ λω άν θά κάναμε τή διαδρομή γιά τό Σταθμό μαζί. Αύτός είναι ό τρόπος πού ένεργοϋσε ό *Αντόν Σεμιόνοβιτς καί σέ άλλες περιπτώσεις, πάντα πολύ διακριτικά, μέ τάκτ καί ψύχραιμα, τή μιά κοροϊδεύοντας κάποιον «ήρωα» μέ Αμίμητο χιούμορ, τήν άλλη ίκφράζοντας αύστηρή διαμαρτυρία καί σκληρή καταδίκη, τώρα ξαναμμένος άπό θυμό καί προκαλώντας φόβο στούς νέους, άν δέν τούς εϊχε κάνει νά λογικευτούν. Καί σέ κάθε περίπτωση ένεργοϋσε διαφορετικά, μ ' ίναν καινούργιο τρόπο, χωρίς νά έπαναλαμβάνεται ποτέ. Πάντα πειστικά, είλικρινά καί χωρίς δισταγμούς. Τώρα ξαναθυμάμαι δτι οί τρόφιμοι πού άπάρτιζαν τήν όμάδα κατά τοϋ ποτού ήταν έκείνοι πού τους άρεσε μιά στάλα καί είχαν 18


πιαστεί νά τήν πίνουν. Τά μέλη τοϋ είδικού νυχτερινού τμήματος κατά τών ληστειών στόν κεντρικό δρόμο ήταν τρόφιμοι πού είχαν οί Ιδιοι σταλεί στό Σταθμό έπειδή συμμετείχαν σέ ληστείες. Αυτοί οί συνδυασμοί μάς ξάφνιαζαν. Μετά άπό χρόνια άργότερα έκτιμήσαμε τί μεγάλη ίμπιστοσύνη ήταν αύτή ά π ' τή μεριά ενός έξυπνου καί μεθοδικού Ανθρώπου, καί ότι δείχνοντας μας αύτή τήν ίμπιστοσύνη ό Μακάρενκο ξύπνησε μέσα μας τίς καλύτερες Ανθρώπινες Ιδιότητες πού ήταν ναρκωμένες στίς ψυχές μας. Το ιδιαίτερο γραφείο τοϋ Μακάρενκο ήταν πάντα γεμάτο. Οί τρόφιμοι πήγαιναν έκεΐ νά τόν συμβουλευτούν δχι μόνο γιά ζητήματα σχετικά μέ τή ζωή τής κολεκτίβας, άλλά καί γιά έντελώς Ιδιωτικά θέματα. Καί ό Μακάρενκο Εβρισκε χρόνο νά διαθέτει γιά τόν καθένα. Μερικές φορές τά λόγια του ήταν αύστηρά καί σοβαρά, καί άλλες φορές μιά παρατήρησή του μέ χιούμορ ήταν Αρκετή νά πείσει τόν συνομιλητή του. ’Εγώ ό Ιδιος έζησα αύτή τήν έμπειρία. Τό 1922 έρωτεύτηκα σοβαρά μιά κοπέλα πού λεγόταν “Ολγα. Τό πρώτο πρόσωπο πού τού είπα τό μυστικό μου, όπως θά 'κανα στόν πατέρα μου, ήταν ό ‘Αντόν Σεμιόνοβιτς. Μέ άκουσε καλά, ύστερα σηκώθηκε άπ ' τό γραφείο του, έβαλε τά χέρια του στούς ώμους μου καί είπε σιγανά, μέ συγκίνηση: - Σ ' εύχαριστώ, Σεμιόν. Τί Αμέτρητη χαρά μού έχεις δόσει. Σ ’ εύχαριστώ! -Γ ιά ποιό πράγμα, Ά ντόν Σεμιόνοβιτς; - Πρώτα γιά τήν ίμπιστοσύνη σου σέ μένα. Αύτή ή άγάπη άνήκει μόνο σέ σένα. Υπάρχουν όλα τά είδη τών Ανθρώπων. Μπορεί νά έμπιστευθεϊς τό μυστικό σου σέ κάποιον* καί αύτός είτε θά γελάσει είτε θά πάει νά σκορπίσει τά νέα. “Οχι όμως έγώ. θ ά φυλάξω τό μυστικό σου σά νά ήταν δικό μου. Σ ' αύτό τό σημείο τοϋ έριξα μιά εύχαριστήρια ματιά, καί κείνος συνέχισε. - Δεύτερον, μέ έχεις βοηθήσει νά δώ ότι έσείς δέν εΐσασνε καθόλου τίποτα τό ξεχωριστό, άλλά Ακριβώς τό Ίδιο όπως οί συνηθισμένοι άνθρωποι. Ή άγάπη χαρακτηρίζει όλες τίς ήλικίες καί όλους τούς Ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων καί αύτών πού έχω κάτω άπ 'τήν ευθύνη μου. “Ετσι είσαι ένας άνθρωπος άπ 'όλες τίς Απόψεις. Καί τώρα γιά τόν Ίδιο τόν έρωτά σου. Μήν τόν σπαταλ.ας, μήν τόν χαραμίζεις μέ ψέματα καί πάθος. Α γάπα όμορφα, τίμια, μέ 19


μέτρο - μέ ευγενικό τρόπο... Είναι τέτια ή στιγμή πού δέν Εχω τή διάθεση νά κάνω άλλη δουλιά Πάμε νά γευματίσουμε μαζί. Ο Μακάρενκο δέν μέ άποπήρε, δέν μέ Εκανε να κλειστώ στόν εαυτό μου. Λέν ταπείνωσε τόν Ερωτά μου μέ νουθεσίες οντε μέ κατάκρινε, δέν πρόσβαλχ τό αίσθημά μου με αδιαφορία ή ψεύτικη συμπάθεια. Τό 1924, όμως, όταν ήρθα στό Σταθμό γιά τίς διακοπές μου, ενα άγόρι που λεγόταν Ά ντόν Σολοβιόφ μου είπε ότι ή “Ολγα μέ είχε άφήσει καί παντρευόταν εναν άλλο. 'Έτρεξα τρία χιλιόμετρα στό χωριό πού ζούσε ή "Ολγα. Ή ίστορία άποδείχτηκε άληθινή. 'Επέστρεψα στό Σταθμό άργά τό βράδυ καί πήγα νά δώ τόν Ά ντόν Σεμιόνοβιτς. ’Ήμουν σάν φάντασμα. - Τί συμβαίνει, Σεμιόν; Είσαι άρρωστος; - Δέν ξέρω, υποθέτω πώς είμαι. - Πήγαινε στόν κοιτώνα, θά στείλω τήν ’Ελισάβετ Φιόντοροβνα νά οέ δει. - Λέν χρειάζεται. Καμιά Έλισαβέτα Φιόντοροβνα δέν μπορεί νά μέ βοηθήσει. 7 / “Ολ.γα μέ παράτησε. Παντρεύεται. ' Ο γάμος είναι τήν Κυριακή. Λέν μάς Εμπιστεύονται έμάς τον Σταθμού. - Είναι ά/.ήθεια; - Ναί. όλα τέλεκυσαν. Νόμιζα π<ος θά κράταγε μιά ζωή. ά/.λά.. καί άρχισα νά κλ,αίω. - Συγχώρα με, Σεμιόν, άλ.λά δέν κατα/.αβαίνω. Μόλ.ις πριν τρεις μήνες είδα τήν "Ολγα καί τής μίλησα. Σ ' αγαπάει. Κάποιο λάθος συμβαίνει. - Δέν υπάρχει κανένα λάθος, ό γάμος είναι κανονισμένος. Μή θυμώνετε μαζί μου, Ά ντόν Σεμιόνοβιτς. μή νομίζετε ότι τό λέω Ετσι... άλλά θά κρεμαστώ!» - Οΰ...! Τρε/.ός είσαι, Σεμιόν; - Λ έ ν είμαι τρελός, άλλά δέν Εχω τίποτα ά/./.ο γιά νά ζήσω. -7 7 ... άντε κρεμάσου τότε, βουτυρόπαιδο! Ά λλά κάνε μου αύτή τή χάρη - κρεμάσου μακριά άπ " τό Σταθμό γιά νά μή μάς πιάνει ή βρώμα τοϋ έρωτοχτυπημένου σου κορμιού. Ό Μακάρενκο Εσυρε θυμωμένα κάτι πάνω στό γραφείο του. Τό άμεσο άποτέλεσμα άπ ‘ τά λόγια του ήταν ότι δέν είχα πιά τήν Επιθυμία νά κρεμαστώ. Κάθησε δίπλα μου στόν καναπέ, καί ή ζεστασιά καί ή συντροφικότητα γέμισαν τήν καρδιά μου καί λογίκε­ ψαν τό μυαλ.ό μου. Άργότερα. πρότεινε καί βγήκαμε Εξω καί 20


κάτοαμε κάτω άπ ' τό γεμάτο άστέρια ούρανό καί πλέξαμε όνειρα γιά ενα καλ.ύτερο μέλλον, γιά καλύτερους, πιό πιστούς ανθρώπους. Ό Ά ντόν Σεμιόνοβιτς διακρινόταν άπό εύγενικές άνθρώπινες άξιες. Ή ταν ενας μεγαλόψυχος άνθρωπος άπ ’ τόν όποιο μπορούσες νά μάθεις πολλά. Στό βιβλίο του «Παιδαγωγικό ποίημα», άσχολεΐται μέ πραγματικούς άνθρώπους πού ίζησαν πραγματικά στό Σταθμό Γκόρκι. Ό συγγραφέας άλλαξε μόνο μερικά άπ ’τά όνόματα. Στό τέλος τοϋ βιβλίου τον ό Μακάρενκο μιλάει γιά τή σταδιοδρομία πού άκολούθησαν μετέπειτα οί τρόφιμοι τον Σταθμού. ~Ολοι τους, πρώην άλήτες τοϋ δρόμου καί παραβάτες, έγιναν άξιόλογοι άνθρωποι. “Εγιναν έργάτες, μηχανικοί, γεωπόνοι, γιατροί, άεροπόροι, καί δάσκαλοι. Πολλοί άπ ’ αύτούς, κομμουνιστές, άνδρώθηκαν, πολέμησαν θαρραλέα στό Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο καί τώρα έργάζονται γιά τό καλό τής πατρίδας τους, ό καθένας στή δίκιά του δουλιά. Ό Ίβάν Κόλος γιά παράδειγμα (πού άναφέρεται μέ τ ' όνομα Ίβάν Γκόλος στό βιβλίο) έγινε μηχανικός καί δουλεύει στό Μ οντσεγκόρσκ· ό Νικολάι Σέρσνιεφ (Βέρσνιεφ) είναι τώρα γιατρός στό Κομσομόλσκ τοϋ Ά μούρ· ό Πάβελ Άρχανγκέλσκι (Ζαντόροφ) είναι άντισυνταγματάρχης τοϋ μηχανικού■ό Βασίλι Κλούσνικ (Κλοϋσνεφ) είναι άξιωματικός στό Σοβιετικό Στρατό. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν στή διάρκεια τοϋ πολέμου. Ά π ό έπιπλοκές πού άκολούθησαν τό βαρύ τραυματισμό του ό άντισυνταγματάρχης Γκριγκόρι Σάπρον (Μπουρούν) πέθανε τό 1954. Ό Ά ντόν Μακάρενκο συνήθιζε νά λέει: «"Ενας άνθρωπος θά έπρεπε νά έχει μόνο μία είδικότητα - θά έπρεπε νά είναι Άνθρωπος μέ κεφαλαίο γράμμα, ζνας πραγματικός άνθρωπος» Ό Ίδιος ό Μακάρενκο κατείχε αύτή τήν Ιδιότητα σέ βαθμό τελειότητας καί έκανε ό,τι μπορούσε γιά νά τήν όποκτήσουν καί αύτοί. γιά τούς όποιους άνάλαβε τήν εύθύνη.

21


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


1. ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ME TO ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ TOY ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΛΑ Ϊ ΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Τό Σεπτέμβρη τοϋ 1920, ό διευθυντής τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας του Κυβερνείου μέ κάλεσε καί μου είπε: — Ξέρεις τί, φίλε μου, άκουσα πώς έκεΐ έσύ μάς βρίζεις άσχημα, γιατί τό έργατικό σου σχολειό τό μεταφέραμε στό χτίριο του Συμβουλίου Λαϊκής Οίκονομίας του Κυβερνείου... — Καί πώς νά μή βρίζεις; "Ο χι μόνο θά βρίσεις, μά καί θά βγεις άπό τά ρούχα σου: Τί έργατικό σχολειό μου λέτε; Τσιγαρίλα, βρωμιά! Ούτε κάν μοιάζει μέ σχολειό. — Ναί... Γιά σένα, φυσικά, σχολειό σημαίνει νά υπάρχει καινούργιο χτίριο, νά μποΟν καινούργια θρανία καί τότε μόνο μπορείς νά κάνεις μάθημα. Μά τό ζήτημα, φίλε μου, δέ βρίσκεται στά χτίρια. Τό βασικό είναι νά διαπαιδαγωγήσεις τόν καινούργιο άνθρωπο, ένώ έσεΐς οί παιδαγωγοί τά σαμποτάρετε δλα: «Τό χτίριο δέν είναι κατάλληλο, τά τραπέζια δέν κάνουν»»... Δέν Εχετε, νά, πώς νά τό πω, τή φλόγα, κατάλαβες, τή φλόγα τήν έπαναστατική. Τά πανταλόνια άπόξω άπ* τίς μπότες τά ’χετε. —Έ γ ώ άκριβώς δέν τά *χω άπόξω. — Καλά. ’ Εσύ δέν τ ά ’χεις... Διανοουμενάκηδες, παλιοχαρτογιακάδες! Νά! Ψάχνω, ψάχνω νά βρώ άκρη, έδώ Εχουμε νά κάνουμε μ ’ Ενα μεγάλο πρόβλημα: Γέμισαν οί δρόμοι άπό άληταριό, δέ μπορείς οϋτε νά περάσεις. "Α ρχισαν καί στά σπίτια νά χώνονται. ΜοΟ λένε: «Αύτό εϊναι δική σας δουλιά, τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας»»... Λοιπόν; — Τί σημαίνει αύτό τό «λοιπόν»»; — Νά! Κανένας δέ θέλει. Σ* δποιον καί νά πώ σηκώνει τά χέρια. «Θά μάς σφάξουν»», λένε. Βέβαια, προτιμάτε κανένα γραφειάκι, βιβλία... Νά! Καί γυαλάκια μοΟ φόρεσες... 25


Γέλασα: — Γιά κοίτα! Καί τά γυαλιά άκόμα μπαίνουν έμπόδιο! —’ Αλλά; ’ Ησεΐς δλο διάβασμα εΓσαστε. Κι άν σάς δόσουν ζωντανό άνθρωπο, άρχίζετε: «Θά μέ σφάξει!» Διανοούμενοι! ' Ο διευθυντής του τμήματος Λαϊκής Παιδείας μέ διαπερνού­ σε θυμωμένα μέ τά μικρά μαΰρα μάτια του καί κάτω ά π ’ τά νιτσεϊκά μουστάκια του Εβγαινε ποταμός όλόκληρος άπό κατηγόριες ένάντια σ ’ δλο τό παιδαγωγικό μας σώμα. Κι δμως πόσο άδικο είχε τούτος ό διευθυντής... — Μά, άκοΰστε με... — Τί άκοΟστε καί ξακουστέ; Και τί μπορείς νά μοΟ πεις; Θά μοΰ πεις: «Νά, άν κάναμε... δπως στήν ’Αμερική!» Π ρίν λίγο καιρό διάβασα γ ι ’ αύτό τό ζήτημα Ενα βιβλιαράκι, κάποιος τό ’χε χώσει στό συρτάρι μου. Μεταρρυθμιστές... ή γιά στάσου, πώς τό λένε έκεΐ; "Α, ναί. Ρεφορμάτορες. Λοιπόν, αύτό έμεΐς άκόμα δέν τό ’χουμε. —"Οχι. Μά, άκοΰστε καί μένα. —"Αντε, σ ’ άκούω. — Μήπως καί πρίν τήν έπανάσαση μ ’ αύτούς τούς ξυπόλη­ τους δέν τ ά ’βγαζαν πέρα; *Υπήρχαν καί τότε άναμορφωτήρια γιά τούς άνήλικους Εγκληματίες. — Δέν είναι τό Γδιο, ξέρεις. Π ρίν τήν Επανάσταση... ήταν άλλο πράμα. — Σωστά. Δηλαδή, τόν καινούργιο άνθρωπο πρέπει νά τόν φτιάξεις μέ καινούργιο τρόπο. — Μέ καινούργιο τρόπο. Σωστά λές. —"Ομως, κανένας δέν ξέρει πώς. — Ούτε κι Εσύ ξέρεις; — Ούτε κι έγώ. —"Ομως έγώ, δηλαδή θέλω νά πώ τό τμήμα Λαϊκής Παιδεί­ ας Εχει άνθρώπους πού ξέρουν... — Νά κάνουν δμως τή δουλιά αύτή δέ θέλουν. — Δέ θέλουν, οί άλιτήριοι, σωστά τό ’πες. — Μά άν άναλάβω έγώ θά μοΰ κάνουν τό βίο άβϊωτο. "Ο,τι κι άν κάνω, αύτοί θά λένε: «Λάθος, δχι Ετσι!·» — Θά τό ποΰν οί άθλιοι, σωστά λές. — Κι έσεΐς θά πιστέψετε αύτούς κι δχι έμένα. — Δέ θά πιστέψω αύτούς, θά τούς πώ: "Ας άναλαβαίνατε έσεΐς! — Κι άν, άλήθεια, έγώ τά θαλασσώσω; 26


Ό διευθυντής χτύπησε τή γροθιά του στό τραπέζι: — Τί μού τσαμπουνάς; «Θά τά θαλασσώσω, θά τά θαλασ­ σώσω». “Ας πούμε πώς τά θαλάσσωσες. Τί θέλεις άπό μένα; Τί; Δέν καταλαβαίνω μήπως; Θαλάσσωσέ τα, δμως κάνε δουλιά. Παραπέρα βλέπουμε. Τό πιό βασικό, νά πούμε, δέν είναι... νά φτιάξουμε κάποιο σταθμό άνήλικων έγκληματιών, άλλά νά όργανώσουμε τήν κοινωνική άγωγή. Κατάλαβες; Έ μ εΐς θέλου­ με νά φτιάξουμε άνθρώπους, ν ά ... δικούς μας άνθρώπους. Φτιάξε τους! "Οπως κι άν είναι πρέπει διαρκώς νά μορφωνόμαστε καί νά μαθαίνουμε. Καί συ τό Γδιο. Καλά έκανες, πού τό *πες έξω ά π ' τά δόντια: «Δέν ξέρω*». Πολύ καλά! — Μέρος ύπάρχει; "Οπως καί νά ’χει τό ζήτημα χρειάζον­ ται χτίρια. — Υπάρχει μέρος, φίλε μου. Θαυμάσιο μάλιστα μέρος. ’Εκεΐ άκριβώς ήταν τό άναμορφωτήριο άνήλικων έγκληματιών. Είναι κοντά, έξι βέρστια άπό δώ. Είναι καλά έκεΐ, δάσος, κάμπος, θά τρέφεις άγελάδες... — Κι άπό άνθρώπους, τί γίνεται; —Ά νθρώ πους; Τ ώ ρ’ άμέσως ά π ’ τήν τσέπη μου θά σού τούς βγάλω. Μήπως θέλεις νά σού δόσω κι αύτοκίνητο; — Καλά, καί χρήματα; — Χρήματα ύπάρχουν. Νά, πάρε! ’Α π ’ τό συρτάρι τού γραφείου Εβγαλε ένα πάκο: —r Εκατόν πενήντα έκατομμύρια. Αύτά στά δίνω γιά δ,τι θά χρειαστεί έκεΐ: έπισκευές, έπιπλα... — Καί γιά τίς άγελάδες; — Μέ τίς άγελάδες θά περιμένεις. *Εκεΐ τζάμια δέν ύπάρ­ χουν. Κάνε μου κι ένα χρονιάτικο προϋπολογισμό. — Κάπως είναι άβολα Ιτσι, Δέ θά ’ταν καλύτερα νά ’ριχνα άπό πρίν καμιά ματιά; — Τό *χω κι δλας δει έγώ... Τί, έσύ καλύτερα άπό μένα θά τό ’ βλεπες; Τράβα... καί τελεία καί παύλα. — Καλά, &ς είναι, είπα μ ’ άνακούφιση. Γιατί τή στιγμή αύτή δέν ύπήρχε γιά μένα τίποτε πιό φοβερό ά π ’ τό νά κλειστώ στά δωμάτια τού Συμβουλίου Λαϊκής ΟΙκονομίας. — Μπράβο είπε ό διευθυντής. Καί τώρα, δουλιά! Πρόκειται γιά μεγάλη, ίερή υπόθεση!

27


2. Η ΑΔΟΞΗ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΓΚΟΡΚΙ "Εξι χιλιόμετρα έξω ά π ’ τήν Πολτάβα, πάνω σέ κάτι άμμόλοφους άπλωνόταν Ενα πευκοδάσος, κάπου διακόσια έχτάρια. Στήν άκρη του δάσους περνούσε ή δημοσιά γιά τό Χάρκοβο, πού θαμπογυάλιζε μέ τό καθαρό της χαλίκι. Στό δάσος υπήρχε Ενα ξέφωτο, ίδς σαράντα έχτάρια. Σέ μιά ά π ’ τίς γωνιές του ήταν χτισμένα κανονικά, γεωμετρικά πέντε τούβλινα σπίτια, πού δλα μαζί άποτελοΰσαν Ενα κανονικό τετράγωνο. Αύτός ήταν ό καινούργιος σταθμός γιά δσους παραβίαζαν τό νόμο. Ή άμμουδερή πλατεία τής αύλής κατηφορίζει πρός ένα φαρδύ ξέφωτο του δάσους, φτάνοντας ώς τά καλάμια μιας λιμνούλας. Στήν άλλη δχθη τής λίμνης άπλώνονται οί μάντρες καί τά χωριατόσπιτα ένός κουλάκικου άγροχτήματος. Μακριά, πίσω άπ* τό άγρόχτημα ύψώνονται στόν ουρανό μιά σειρά γέρικες σημύδες κι άκόμα δυό τρεΐς άχυρένιες σκεπές. Αύτό, δλο κι δλο. "Ως τήν έπανάσταση έδώ ήταν άναμορφωτήριο άνήλικων έγκληματιών. Τό 1917 τό άναμορφωτήριο διαλύθηκε, άφήνοντας πίσω του πολύ λίγα παιδαγωγικά άχνάρια. “Αν κρίνουμε ά π ’ αύτά πού διασώθηκαν σέ κάτι κουρελιασμένα ή μερολόγια καί σχολικούς καταλόγους, οί κύριότεροι παιδαγωγοί στό άναμορ­ φωτήριο ήταν οί παιδονόμοι, άπόστρατοι πιθανά ύπαξιωματικοί, πού δουλιά τους εϊχαν νά παρακολουθούν τό κάθε βήμα τών τροφίμων του. Είτε δταν δούλευαν, εΓτε τήν ώρα τής άνάπαυσης. Τή νύχτα κοιμόντουσαν κοντά τους, στό πλαϊνό δωμάτιο. ’Α π ’ τίς άφηγήσεις τών χωρικών, πού ζοϋσαν έκεϊ κοντά, Εβγαζε κανείς τό συμπέρασμα δτι ή παιδαγωγική τών παιδονόμων αύτών ήταν άπλούστατη. 'Εξωτερική έκφραση τής παιδα­ γωγικής αύτής ήταν Ενα πολύ άπλό έργαλεΐο: ή βέργα. ’Ακόμα πιό άσήμαντα ήταν τά ύλικά Γχνη τοϋ παλιού σταθμού. Οί κοντινότεροι γείτονες είχαν κουβαλήσει στίς άποθήκες τους, στά κελάρια καί στούς άχερώνες τους, δλα δσα μπορούσαν νά Εχουν κάποια άξία: έργαστήρια, άμπάρια, Επιπλα. Μαζί μ ’ δλο τό άλλο βιός είχε μεταφερθεί άκόμα καί ό όπωρώνας! Πρέπει δμως νά ποΰμε, πώς σ* δλη αύτή τήν Ιστορία δέν ύπήρχε τίποτα πού νά θυμίζει βανδάλους. Τά δέντρα δέν τά 28


είχαν πετσοκόψει, άλλά τά ξερίζωσαν καί τά μεταφύτεψαν πάλι κάπου άλλοϋ, τά τζάμια δέν τά Εσπασαν, παρά τά ’βγαλαν μέ τάξη, τίς πόρτες δέν τίς κατατσεκούρωσαν, άλλά τίς έβγαλαν νοικοκυρίστικα ά π ' τούς ρεζέδες τους, τέλος, τίς σόμπες τίς ξήλωσαν τουβλο-τοΰβλο. Καί μόνο ό μπουφές στό διαμέρισμα τοϋ πρώην διευθυντή Εμεινε στή θέση του. — Πώς κι Εμεινε ό μπουφές; ρώτησα τό γείτονα Λουκά Σεμιόνοβιτς Βερχόλα, πού ήρθε ά π ’ τό άγρόχτημα νά ρίξει μιά ματιά στούς καινούργιους νοικοκυραίους. — Νά, πάει νά πεΐ, πώς τό μπουφεδάκι είναι άχρηστο γιά τούς άνθρώπους έδώ. "Αν τό διαλύσει κανείς, νά, βλέπετε κι ό "ίδιος, τί θά μείνει; Στό σπίτι, νά ποΰμε δέν μπαίνει ούτε δρθια, οϋτε πλαγιαστά... Στίς άποθήκες ήταν σωριασμένα σέ δλες τίς γωνιές κάθε λογής παλιοσιδερικά, δμως τίποτα τής προκοπής δέν υπήρχε. ’Ακολουθώντας τά πιό νωπά Γχνη, κατάφερα νά πάρω πίσω όρισμένα πράγματα πού τά 'χ α ν κλέψει τίς τελευταίες μέρες: μιά σπαρτική μηχανή γραμμικής σποράς, όχτώ ξυλουργικούς πά­ γκους, πού μόλις στέκονταν στά πόδια τους, Ενα τριαντάχρονο σακατεμένο άλογο κι Ενα μπρούντζινο κουδούνι. "Οταν Εφτασα στό Σταθμό, βρήκα κιόλας έκεΐ τό διαχειρι­ στή Καλίνα ’ϊβάνοβιτς. Μέ ύποδέχτηκε μέ τό έρώτημα: —*Εσεΐς θά είστε ό διευθυντής τοϋ παιδαγωγικού τμήματος; Γρήγορα διαπίστωσα πώς ό Καλίνα *ϊβάνοβιτς είχει μιά κάποια ουκρανική προφορά στήν όμιλία του άν καί δέν άναγνώριζε τήν ούκρανική γλώσσα. Στό λεξιλόγιό του ύπήρχαν πολλές ούκρανικές λέξεις καί τό «γκ» τό πρόφερε πάντα μέ τόν τρόπο πού τό προφέρουν οϊ νότιοι, σάν «γ». "Ομως στή λέξη «παιδαγω­ γικός», δέν ξέρω γιατί, χόντραινε τόσο πολύ τό μεγαλορούσικο λογοτεχνικό «γκ» πού άκουγόταν πολύ σκληρό, σάν «κ>». —’ Εσεΐς θά είστε ό διευθυντής τοΰ παιδαγωγικού τμήματος; ξανάπε, χοντραίνοντας τό «γ». — Γιατί τοϋ παιδαγωγικού; Έ γ ώ ήρθα γιά διευθυντής τοϋ Σταθμοϋ... — Δέν ε ίν ’ Ετσι, είπε, βγάζοντας ά π ’ τό στόμα τό τσιμπούκι του, έσεϊς θά διευθύνετε τό παιδαγωγικό τμήμα κι έγώ θά διευθύνω τό οίκονομικό. Φανταστείτε Εναν «Πάνα», δπως τόν ζωγράφισε ό Βροϋμπελ, έντελώς δμως φαλακρό καί μέ λίγα μόνο υπολείμματα μαλλιών πάνω άπ* τ* αύτιά. Ξυρίστε τό γένι άπ* τόν Πάνα αύτόν καί 29


ψαλιδίστε άρχιερατικά τό μουστάκι του. Βάλτε του καί μιά πίπα στό στόμα. Αύτός δέ θά ’ναι πιά Πάνας, θά ’ναι ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς Σερντιούκ. ‘Ο Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ήταν έξαιρετικά πολυσύνθετη φιγούρα γιά ένα τόσο άπλό έργο, δπως είναι ή οικονομική διεύθυνση ένός παιδικού Σταθμού. Στίς πλάτες του είχε πάνω άπό πενήντα χρόνια πλούσιας καί πολύμορφης δράσης. "Ομως περηφανευόταν γιά δυό μόνο έποχές: δταν στά νιάτα του ήταν ούσάρος τής άνακτορικής φρουράς του συντάγ­ ματος Κεκσγκόλμσκ καί δταν τό 1918 διεύθυνε τήν έκκένωση τής πόλης Μ ίργκοροντ τόν καιρό τής έπίθεσης τών Γερμανών. ' Ο Καλίνα ’ϊβάνοβιτς έγινε τό πρώτο άντικείμενο τής παιδαγωγικής μου δράσης. Ή τ α ν γεμάτος πεποιθήσεις καί άντιλήψεις πού γρονθοκοπούνταν μεταξύ τους, κι αύτό μέ δυσκόλευε φοβερά. Μέ τήν Γδια δρεξη έβριζε τούς μπουρζουάδες, τούς μπολσεβίκους, τούς Ρώσους, τούς ’Εβραίους, τήν τσαπατσουλιά μας καί τή μεγάλη άκρίβεια τών Γερμανών. "Ομως τά γαλανά του μάτια έλαμπαν μέ τόση άγάπη γιά τή ζωή κι είχε τόσο μεγάλη άντίληψη καί ευκινησία, πού δέ λυπήθηκα νά ξοδέψω γι* αύτόν ένα μικρό μέρος τής παιδαγωγικής μου δραστηριότητας. Κι άρχισα τή διαπαιδαγώγησή του ά π ’ τίς πρώτες κιόλας μέρες, άπ* τήν πρώτη συζήτησή μας: — Τί εϊν ’ αύτά πού λέτε, σύντροφε Σερντιούκ; Μά δέ γίνεται νά μήν υπάρχει διευθυντής τοΰ Σταθμού. Κάποιος πρέπει νά *χει τήν ευθύνη γιά δλα τά ζητήματα. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ξανάβγαλε τό τσιμπούκι ά π ’ τό στόμα του καί πλησίασε εύγενικά τό πρόσωπό του στό δικό μου: —"Ωστε θέλετε, λοιπόν, νά είστε διευθυντής τοΰ Σταθμού; Κι έγώ μέ κάποιον τρόπο νά υποτάσσομαι σέ σάς; —“Οχι. Αύτό δέν είναι υποχρεωτικό. Μπορεΐ κι έγώ νά υποτάσσομαι σέ σάς. —Έ γ ώ δέ σπούδασα παιδαγωγική, κι αύτά είναι δουλιές άλλωνών. Μά κι έσεΐς, ένας νέος άκόμα άνθρωπος, θέλετε νά βάλετε έμένα, τό γέρο, νά κάνω θελήματα; Καί τοΰτο πάλι δέν ταιριάζει. Βέβαια, γιά διευθυντής τοΰ Σταθμού, ξέρετε, δέ μοΰ φτάνουν έμένα τά γράμματα, άλλωστε καί τί μοΰ χρειάζεται έμένα αύτό; *0 Καλίνα ’ϊβάνοβιτς άπομακρύνθηκε δυσάρεστη μένος. Κόντευε νά σκάσει. "Ολη τή μέρα πηγαινοερχόταν βαρύς. Τό βράδυ ήρθε στό δωμάτιό μου. Ή τ α ν περίλυπος. 30


— Σάς έβαλα έδωνά Ενα τραπεζάκι κι Ενα κρεβάτι. "Ο,τι βρέθηκε... — Ευχαριστώ. — Πολύ τό σκέφτηκα τό πώς θά γίνει μ ’ αύτόνα τό Σταθμό. Καί κατάληξα πώς είναι φυσικά καλύτερα νά ’στε σεις ό διευ­ θυντής. Έ γ ώ θ ά ’μαι, νά, σάν ύχφιστάμενος. —“Ας συμφιλιωθούμε, λοιπόν, Καλίνα ’ϊβάνοβιτς. — Κι έγώ τό Γδιο σκέφτομαι, πρέπει νά συμφιλιωθοΰμε. Δέν Εχουμε νά μοιράσουμε δά καί τίποτα. Τή δουλιά μας θά τήν κάνουμε. Κι έσεΐς σάν άνθρωπος γραμματισμένος, θά ’στε, πώς νά ποΰμε, σά διευθυντής. ’Αρχίσαμε τή δουλιά. Μέ τή βοήθεια «ύποστηριγμάτων» στήσαμε τήν τριαντάχρονη άλογάρα στά πόδια της. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς σκαρφάλωσε σ ’ Ενα, άς τό ποΰμε, άμάξι, πού μάς παραχωρήθηκε ευγενικά άπό Ενα γείτονα κι δλο αύτό τό συγκρότημα ξεκίνησε μέ ταχύτητα... δυό χιλιομέτρων τήν ώρα γιά τήν πόλη. *Η όργανωτική περίοδος είχε άρχίσει. Γιά τήν όργανωτική περίοδο μπήκε Ενα πολύ έπίκαιρο καθήκον: ή συγκέντρωση τών ύλικών μέσων, πού ήταν άπαραίτητα γιά τή διαπαιδαγώγηση τοΰ καινούργιου άνθρώπου. Γιά δυό μήνες γυρίζαμε μέ τόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μέρες όλόκληρες στήν πόλη, αύτός καβάλα κι έγώ μέ τά πόδια. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς θεωρούσε τόν ποδαρόδρομο μειωτικό γιά τήν άξιοπρέπειά του, ένώ έγώ δέ μποροϋσα βέβαια καθόλου νά συνηθίσω νά περπατάω μέ τό ρυθμό πού βάδιζε τ* άλογο. Στή διάρκεια δυό μηνών καταφέραμε μέ τή βοήθεια τών είδικών τοΰ χωριοΰ νά ταχτοποιήσουμε κάπως Ενα ά π ’ τά χτίρια τοΰ παλιοΰ Σταθμοΰ: βάλαμε τζάμια, διορθώσαμε τίς σόμπες, τοποθετήσαμε καινούργιες πόρτες. Στόν τομέα τών Εξωτερικών μας σχέσεων εΓχαμε μιά μοναδική μά σημαντική έπιτυχία: ά π ’ τήν έπιμελητεία τής Πρώτης Εφεδρικής στρατιάς καταφέραμε νά πάρουμε Εκατόν πενήντα πούτια σικαλίσιο άλεύρι. “Αλλα υλικά άγαθά δέν εΓχαμε τήν τύχη νά «συσσωρεύσουμε». Συγκρίνοντας δ λ ’ αύτά μέ τό Ιδανικό πού Ετρεφα γιά τόν τομέα τοΰ ύλικοΰ πολιτισμού, διαπίστωσα πώς κι fiv άκόμα είχα Εκατό φορές πιό πολλά θά *μενε τόση άπόσταση ώς τό Ιδανικό μου δση ύπήρχε καί τώρα. “Υστερα άπ* αύτό άποφάσισα νά κηρύξω τή λήξη τής όργανωτικής περιόδου. Ό Καλίνα Ίβ ά νο βιτς συμφώνησε μέ τήν άποψή μου. — Τί μπορείς νά μαζέψεις δταν δλα αύτά τά παράσιτα 31


φτιάχνουν τσακμάκια; Κατάστρεψαν, κατάλαβες, τόν κοσμάκη καί τώρα, άντε όργάνωσε τή δουλιά σου, δπως καταλαβαίνεις. Θ ’ άναγκαστοΰμε νά κάνουμε δπως ό ‘Ιλιά Μούρομετσι... —' Ο ' Ιλιά Μούρομετς; — Ναί, άκριβώς. Ζούσε κάποτε ένας ’ Ιλιά Μούρομετσι, τό λοιπόν αυτοί, τά παράσιτα, τόν άνακήρυξαν ήρωα. Μά fiv μέ ρωτήσεις έμένα δέν ήταν παρά ένας κακομοίρης καί τεμπελχα­ νάς πού καί τό καλοκαίρι άκόμα, κατάλαβες, πήγαινε μέ τό έλκηχθρο. — Τί νά γίνει; Θά κάνουμε δπως ό Ί λ ιά Μούρομετς, δέν είναι καί τόσο φοβερό. "Ομως που είναι ό Σολοβέι ό ληστής; —Ά π ό Σολοβέι ληστές, άδερφέ μου, άλλο καλό... Στό Σταθμό μάς ήρθαν δυό παιδαγωγοί: *Η Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα καί ή Λίντια Πετρόβνα. Είχα χάσει κάθε έλπίδα πώς θά ’βρισκα παιδαγωγικό προσωπικό. Κανένας δέν ήθελε νά ' ρθει στό δάσος, δπου ήταν ό Σταθμός μας καί ν ' άφιερώσει τόν έαυτό του στή διαπαιδαγώγηση τού καινούργιου άνθρώπου. "Ολοι φοβούνταν τό «άληταριό» καί κανένας δέν πίστευε πώς τό πείραμά μας θά πετύχαινε. Καί μόνο στή συνδιάσκεψη τών δασκάλων τών άγροτικών σχολειών, δπου κι έγώ υποχρεώθηκα νά βγάλω έναν πειστικό λόγο, βρέθηκαν δυό ζωντανοί άνθρω­ ποι. Μ ' εύχαρίστησε πολύ τό γεγονός πώς ήταν γυναίκες. Μου φαινόταν πώς ή «έξευγενιστική γυναικεία έπίδραση» θά συμ­ πλήρωνε μέ τόν καλύτερο τρόπο τό δλο σύστημα τής δουλιάς μας. Ή Λίντια Πετρόβνα ήταν πολύ νεαρή, σχεδόν κοριτσάκι. Μ όλις είχε τελειώσει τό γυμνάσιο κι άκόμα δέν μπορούσε νά ξεχάσει τά χάδια τής μάνας της. *0 διευθυντής τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας δταν ύπόγραφε τό διορισμό της μέ ρώτησε: — Τί σού χρειάζεται αύτή ή κοπελούδα; Είναι ζήτημα fiv σκαμπάζει τίποτα. —Ά κ ρ ιβ ώ ς τέτια έψαχνα κι έγώ νά βρω. Ξέρετε, πολύ συχνά μοΰ ’ ρχεται στό νου, πώς οί γνώσεις τώρα δέν έχουν καί τόση σημασία. Ή κοπελούδα αύτή, ή Λίντοτσκα, είναι άγνότατη Οπαρξη, υπολογίζω σ* αύτή σάν, πώς νά πώ, σάν σ ' ένα μπόλι. — Δέ σού φαίνεται πώς πολλά σκαρφίζεσαι; Καλά, λοιπόν., άς είναι κι έτσι. Α ντίθετα, ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα ήταν γεννημένη παιδαγωγός. Είχε γεννηθεί δχι καί πολύ νωρίτερα άπό τή 32


Λίντοτσκα, δμως ή Λίντια άκουμποΰσε πάνω στόν ώμο της δπως τό μωρό στή μάνα του. ' Η Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα είχε 'ένα σοβαρό δμορφο πρόσωπο μέ μαϋρα, σχεδόν άντρικά φρύδια. Ή ξ ε ρ ε νά φοράει κομψά κάποιο κατακάθαρο καί καλοσιδερωμένο φόρεμα πού σώθηκε σάν άπό θαύμα, κι ό Καλίνα ' Ιβάνοβιτς πολύ σωστά είπε δταν γνωρίστηκε μαζί της: —'Α πέναντι σέ μιά τέτια γυναίκα πρέπει νά ’σαι πολύ προσεχτικός... "Ολα λοιπόν ήταν έτοιμα. Στίς τέσσερις τού Δεκέμβρη έφτασαν στό Σταθμό οί πρώτοι έξι τρόφιμοι καί μου παρουσίασαν £να παράξενο πακέτο σφρα­ γισμένο μέ πέντε τεράστιες σφραγίδες άπό βουλοκέρι. Στό πακέτο μέσα ήταν οί «φάκελοι». Οί τέσσερις ά π ’ τούς τροφί­ μους ήταν δεκαοχτώ χρόνων καί τούς είχαν στείλει έδώ γιατί είχαν ληστέψει Ινα σπίτι. Οί δυό ήταν πιό νέοι καί κατηγοροΰνταν γιά κλεψιές. "Ολοι τους ήταν ντυμένοι τού κουτιού: κιλότα, περιποιημένες μπότες, χτένισμα τής τελευταίας μόδας. Δέν δμοιαζαν καθόλου μέ άλήτες τοΰ δρόμου. Τά έπίθετά τους ήταν: Ζαντόροφ, Μπουρούν, Βόλοχοφ, Μπεντιούκ, Γκούντ καί Ταρανέτς. Τούς προϋπαντήσαμε μ* άνοιχτή καρδιά. 'Α π ’ τό πρωί άκόμα ή μαγείρισσα άρχισε νά έτοιμάζει πολύ νόστιμο φαγητό κι 2λαμπε μέ τήν κάτασπρη ποδιά της. Στό θάλαμο, καί στό χώρο πού Εμενε έλεύθερος άπ* τά κρεβάτια, στρώθηκε γιορτινά τό τραπέζι. Τραπεζομάντη λα δέν εΓχαμε, δμως τ ’ άντικατέστη­ σαν μιά χαρά τ ’ άσπρα σεντόνια. Συγκεντρώθηκαν δλοι οί συνεργάτες τοΰ νεοδημιούργητου Σταθμού. Ή ρ θ ε καί ό Καλίνα 'ϊβάνοβιτς, πού, μέ τήν εύκαιρία τής γιορτής, άλλαξε τό γκρίζο, καταλερωμένο σακάκι του μέ μιά καινούργια ζακέτα άπό πράσι­ νο βελοΰδο. "Εβγαλα Ενα λόγο γιά τήν καινούργια ζωή δημιουργικής δουλιάς, εϊπα πώς έπρεπε νά ξεχάσουν τά παλιά κι δτι πρέπει νά προχωροΰν πάντα μπροστά. Τά παιδιά δέν καλοάκουγαν τό λόγο μου, σιγοψιθύριζαν συνέχεια καί χαμογελώντας είρωνικά Ερι­ χναν περιφρονητικές ματιές στά κρεβάτια, πού ήταν τοποθετη­ μένα στή σειρά μέσα στό θάλαμο σκεπασμένα μέ παλιωμένα παπλώματα, στίς άβαφες πόρτες καί στά παράθυρα. Ξάφνου στή μέση τής όμιλίας μου ό Ζαντόροφ φώναξε δυνατά σ ’ Εναν άπό τούς συντρόφους του: —’Εσύ 'σ α ι ό αΓτιος πού πέσαμε σέ τούτο τό λάκκο... 33


Τό υπόλοιπο τής μέρας τό διαθέσαμε γιά νά καταστρώσουμε τό πρόγραμμα τής παραπέρα ζωής μας. "Ομως τά παιδιά άκουγαν μέ ευγενική άδιαφορία τίς προτάσεις μου καί κοιτού­ σαν πώς νά μέ ξεφορτωθούν μιά ώρα γρηγορότερα. Τό άλλο πρωί ήρθε στό δωμάτιό μου κατατρομαγμένη ή Λίντια Πετρόβνα καί μοΟ λέει: — Δέν ξέρω πώς νά τούς μιλήσω... Τούς λέω: πρέπει νά πδτε γιά νερό στή λίμνη κι Ενας ά π ’ αυτούς, έκεΐνος μέ τή χωρίστρα, βάζει τίς μπότες του κ ι Αξαφνα σηκώνει τό πόδι του μπροστά στή μύτη μου: «Βλέπετε, ό τσαγκάρης Εφτιαξε πολύ στενές τίς μπότες!». Τίς πρώτες μέρες οΟτε κάν μας πρόσβαλλαν, άπλούστατα άγνοοϋσαν τήν παρουσία μας. "Έφευγαν τό βράδυ ά π ’ τό Σταθμό χωρίς νά ρωτήσουν κανένα καί ξαναγύριζαν τό πρωί. Στίς γεμάτες πάθος παραινέσεις μου Απαντούσαν μ ’ Ενα συγκροτημέ­ νο χαμόγελο. Δέν πέρασε μιά βδομάδα κι Ενας ύπάλληλος, πού ήρθε ά π ’ τό τμήμα δίωξης έγκληματιών συνέλαβε τόν Μπεντιούκ γιά φόνο μετά ληστείας πού εϊχε γίνει τή νύχτα. Ή Λίντοτσκα πανικοβλήθηκε ά π ’ αΰτό τό έπεισόδιο, Εκλαιγε συνεχώς κλεισμένη στό δωμάτιό της κι Εβγαινε μονάχα γιά νά ρωτήσει δποιον Εβρισκε: — Τί πράματα είναι αύτά; Μά πώς Εγινε αύτό; νΕτσι, στά καλά καθούμενα σκότωσε άνθρωπο; Ή ΑΙκατερίνα Γκρηγκόριεβνα σούφρωνε τά φρύδια της χαμογελώντας σοβαρά: — Δέν ξέρω, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, σ τ ’ άλήθεια, δέν ξέρω... νΙσως θά πρέπει νά σηκωθώ Ενα καλό πρωί καί νά φύγω... Δέν ξέρω τί ύφος καί τί σύστημα μπορεΐ νά έφαρμόσει κανείς έδώ.... Κι είχε δίκιο. Γύρω άπ* τό Σταθμό μας Ενα Ερημο δάσος. Ενα - δυό γυμνά καί άδειανά χτίρια, μερικοί πάγκοι, άντί γιά κρεβάτια, Ενα τσεκούρι κι Ενα φτυάρι γιά έργαλεΐα καί πέντε δλο κι δλο τρόφιμοι πού άρνοϋνταν κατηγορηματικά, δ χι μόνο τήν παιδαγωγική μας, μά κι όλόκληρη τήν άνθρώπινη κουλτούρα. "Ολ* αύτά, βέβαια, δέν είχαν καμιά σχέση μέ τή σχολική πείρα πού είχαμε ώς τότε. Τίς άτέλειωτες νύχτες του χειμώνα σ ’ Επιανε φόβος. Ό Σταθμός φωτιζόταν άπό δυό γκαζόλαμπες. Ή μιά ήταν στό θάλαμο κι ή άλλη στό δωμάτιό μου. Οί παιδαγωγοί κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς χρησιμοποιούσαν δυό καντήλια πού είχαν Εφευρεθεί άκόμα άπό τόν καιρό τού Νώε. Τό λαμπογυάλι τής δικής μου 34


λάμπας ήταν σπασμένο άπό πάνω. Τό υπόλοιπο ήταν πάντα κατάμαυρο ά π ’ τήν καπνιά, γιατί ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, γιά ν ’ άνάψει τό τσιμπούκι του χρησιμοποιούσε συχνά τή λάμπα μου, χώνοντας γΓ αύτή τή δουλιά στό λαμπογυάλι μίσή Εφημερίδα. Τή χρονιά αύτή οί χιονοθύελλες είχαν άρχίσει νωρίς. 'Ό λ η ή αύλή είχε γεμίσει χιόνι καί δέ βρισκόταν κανείς νά καθαρίσει τά δρομάκια. "Οταν παρακάλεσα γ ι ’ αύτή τή δουλιά τά παιδιά, ό Ζαντόροφ μ ’ άπάντησε: — Μπορούμε νά καθαρίσουμε τά δρομάκια, μά άς περάσει πρώτα ό χειμώνας. Γιατί έμεΐς θά καθαρίζουμε κι αύτά πάλι θά γεμίζουν άπό χιόνια. Καταλάβατε; Χαμογέλασε πρόσχαρα καί γύρισε πρός τό σύντροφό του, ξεχνώντας άκόμα καί τήν παρουσία μου. *Ο Ζαντόροφ ήταν άπό οίκογένεια διανοουμένων, αύτό άμέσως τό ’βλεπες. Μιλούσε σωστά. Τό πρόσωπό του διακρινόταν γιά τά λεπτοκαμωμένα χαρακτηριστικά του, πού έχουν μόνο τά καλοθρεμμένα παιδιά. ' Ο Βόλοχοφ πάλι ήταν έντελώς άλλου εΓδους άνθρωπος: πλατύ στόμα, πλακουτσωτή μύτη, μάτια τραβηγμένα στά πλάγια, δ λ ’ αύτά, συνδυασμένα μέ μιά χοντροκομμένη ευκινησία, Εδειχναν πρόσωπο κακούργου. *Ο Βόλοχοφ κρατούσε πάντα τά χέρια του χωμένα στίς τσέπες τής κιλότας Ιππασίας πού φόραγε. Σ ’ αύτή τήν Γδια πόζα μέ πλησίασε καί τούτη τή φορά. — Λοιπόν, σας τό είπανε... Βγήκα άπ* τό θάλαμο, καταπίνοντας τήν όργή πού μού Εκατσε βαριά πέτρα στό στήθος. *Αλλά τά δρομάκια Επρεπε νά καθαριστούν καί ή όργή μου πού ’χε πετρώσει ήθελε κάποια διέξοδο. Πήγα στόν Καλίνα 'ϊβάνοβιτς: — Παμε νά καθαρίσουμε τά χιόνια. — Τί ε ίν ’ αύτά πού λέτε; Έ γ ώ δέν ήρθα έδώ γιά νά γίνω χαμάλης. Κι αύτοί, κι Εδειξε τό θάλαμο, ot Σολοβέι ληστές; — Δέ θέλουν. —“Αχ, τά παράσιτα! Τί νά γίνει; Παμε! Τελειώναμε πιά μέ τόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τόν πρώτο δρομάκο, δταν βγήκαν σ ’ αύτόν ό Βόλοχοφ κι ό Ταρανέτς, τραβώντας δπως πάντα γιά τήν πόλη. — Βλέπεις τί ώραΐα τά καταφέρνουν; είπε εύθυμα ό Τάρανέτς. — Καιρός πιά ήταν, τόν σιγοντάρησε κι ό Βόλοχοφ. *0 Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τούς Εφραξε τό δρόμο. — Δηλαδή, τί θά πεΐ ώραϊα τά καταφέρνουμε; ’ Εσύ, παλιάν­ 35


θρωπε, άρνήθηκες νά καθαρίσεις καί νομίζεις πώς έγώ θά δουλεύω γιά σένα; ’ Από δώ δέ θά περνάς, παράσιτο! Χώσου στό χιόνι γιατί θά σοΟ τή φέρω μέ τό χφτυάρι... Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς σήκωσε κιόλας τό φτυάρι, δμως τήν Γδια στιγμή αυτό ξέφυγε ά π ’ τά χέρια του έκανε ένα τόξο καί Επεσε μακριά μές στά χιόνια, ένώ τό τσιμπούκι του βρέθηκε ά π ’ τήν άλλη μεριά. Τό μόνο πού του άπόμεινε νά κάνει του κατάπληκτου Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς ήταν νά συνοδεύει μέ τή ματιά του τούς δυό νεαρούς πού Απομακρύνονταν φωνάζοντάς του: — Τώρα θά χρειαστεί νά χωθείς έσύ μές στό χιόνι γιά τό χ...φτυάρι σου! Καί γελώντας τράβηξαν γιά τήν πόλη. — Θά φύγω άπό δώ, στό διάολο τέτια δουλιά! είπε ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί τράβηξε γιά τό δωμάτιό του, παρατώντας τό φτυάρι μές στά χιόνια. Στή ζωή μας κυριαρχούσε δλο καί περισσότερο ή άνησυχία κι ό φόβος. Στή μεγάλη δημοσιά πρός τό Χάρκοβο άκουγόταν κάθε βράδυ ή κραυγή: Βοήθεια!... Οί χω ρικοί πού έπεφταν θύματα των ληστών έρχονταν σέ μάς καί μέ φωνή τραγική ζητούσαν νά τούς βοηθήσουμε. Ζήτησα ά π ' τό διευθυντή τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας τού Κυβερνείου ένα περίστροφο γιά νά προστατευθοϋμε ά π ’ τούς «Ιππότες τής νύχτας». "Ομο>ς δέν του ’παμε τίποτα γιά τήν κατάσταση πού έπικρατούσε στό Σταθμό. Δέν έχανα τήν έλπίδα, πώς θά βρω κάποιο τρόπο νά συνεννοηθώ μέ τά παιδιά. Οί πρώτοι αύτοί μήνες πού 'ζη σ α στό Σταθμό δέν ήταν καί γιά μένα καί γιά τούς συντρόφους μου μονάχα μήνες Απελπισίας καί Ακαρπης προσπάθειας. *Ηταν ταυτόχρονα καί μήνες άναζήτησης τής άλήθειας. Σ ’ δλη μου τή ζωή δέν είχα διαβάσει τόσα παιδαγωγικά βιβλία, όσα τό χειμώνα τού 1920. Ή τ α ν ή έποχή τοΰ Βράγκελ καί τού πολωνικού πολέμου. Ό Βράγκελ βρισκόταν κάπου κοντά, έκεϊ πρόςτόΝ οβομίργκοροντ. Πάρα πολύ κοντά μας, στό Τσερκάς, πολεμούσαν οί Πολωνοί. Σ ’ δλη τήν Ουκρανία Αλώνιζαν οί ληστοσυμμορίες καί ήταν πολλοί γύρω μας πού τούς τραβούσε ή στολή των λευκών. Παρ ’ δ λ ’ αύτΑ, έμεΐς στό δΑσος μας, προσπαθούσαμε νΑ ξεχΑσουμε τούς κεραυνούς τών μεγάλων γεγονότων σκυμμένοι πάνω στΑ παιδαγωγικΑ βιβλία. Δέν ξέρω πώς έγινε, μΑ υστέρα Απ’ δλη αύτή τή μελέτη κατέληξα στή βαθιΑ πεποίθηση, δτι δέν κατέχω καμιΑ έπιστή36


μη, καμιά θεωρία, δτι τή θεωρία θά πρέπει νά τή βγάλω μέσα ά π ’ τό σύνολο τών πραγματικών γεγονότων, πού ξετυλίγονταν μπροστά στά μάτια μου. Μάλιστα στήν άρχή δέν τό 'νιω σ α αύτό, ά λλ' άπλά διαπίστωσα, πώς δέ μού χρειάζονται έτοιμες φόρμουλες, παρμένες ά π ’ τά βιβλία, πού ετσι είτε άλλιώς, δέ μπορούσα νά τίς χρησιμοποιήσω στή δουλιά μου, άλλά μοΰ χρειαζόταν μιά άμεση άνάλυση τών γεγονότων κι άμεση δράση. Μέ δλο μου τό είναι Ενιωθα δτι πρέπει νά βιαστώ, δτι δέ μπορώ νά καθυστερήσω ούτε μιά μέρα. Ό Σταθμός δλο καί περισσότερο μεταβαλλόταν σέ μιά φωλιά κακοποιών. Στή στάση τών παιδαγωγούμενων άπέναντι στούς παιδαγωγούς κυ­ ριαρχούσε δλο καί πιό πολύ Ενας τόνος μόνιμης κοροϊδίας καί κουτσαβακισμοΰ. Μπροστά στίς παιδαγωγίνες άρχισαν κιόλας νά διηγούνται χυδαία άνέκδοτα, άπαιτούσαν θρασύτατα νά τούς κουβαλούν τό φαΐ στό τραπέζι, πετούσαν ό ένας στόν άλλο τά πιάτα στήν τραπεζαρία, έπαιζαν έπιδειχτικά μέ τίς κάμες τους καί ρωτούσαν κοροϊδευτικά, πόσα £χει ό καθένας βάλει στή μπάντα. — Ξέρετε, πάντα μπορούν νά χρειαστούν... στίς δύσκολες στιγμές... Ά ρ νούντα ν κατηγορηματικά νά πάνε στό δάσος νά κόψουν ξύλα γιά τίς σόμπες καί μπροστά στόν Καλίνα 'ϊβά νοβιτς κατέστρεψαν τήν ξύλινη σκεπή τής άποΟήκης. Κι αύτό τό £καναν μέ καλαμπούρια, πειράγματα καί γέλια: — Γιά όλόκληρη τή ζωή μας φτάνουν αύτά τά ξύλα! 'Ο Καλίνα 'ϊβά νοβιτς έβγαλε £να έκατομμύριο σπίθες ά π ’ τό τσιμπούκι του καί είπε σηκώνοντας πιά τά χέρια: — Τί νά τούς πεις, τά παράσιτα; Κοίτα τους ευγένεια καί φροντίδα! Καί πού τό βρήκαν νά χαλάσουν τό χτίριο; Γιά τέτια πράγματα πρέπει νά κλείσουν στό χφρέσκο τά γονικά τους, τά παράσιτα... Καί νά, εγινε αύτό πού σάν τό διάολο άπόφευγα: δέ μπόρεσα νά κρατηθώ μέσα στά παιδαγωγικά πλαίσια. "Ενα χειμωνιάτικο πρωινό πρότεινα στό Ζαντόροφ νά πάει νά κόψει ξύλα γιά τό μαγειρείο. 'Α πάντησε μέ τό συνηθισμένο ζωηρό εύθυμο ύφος: — Τράβα μόνος σου καί κόψε. Σάν πολλοί νά 'χετε μαζευτεί έδώ! Ή τ α ν ή πρώτη φορά πού μού μιλούσε στόν ένικό. "Ολα δσα είχαν γίνει τούς προηγούμενους μήνες, δλες οί 37


προσβολές πού σ ' Εφερναν ώς τήν άπόγνωση γέμισαν τήν ψυχή μου άγανάχτηση κι όργή. Δέν κρατήθηκα. Σήκωσα τό χέρι καί χτύπησα τόν Ζαντόροφ. Τόν χτύπησα τόσο δυνατά πού δέν μπόρεσε νά κρατηθεί στά πόδια του καί σωριάστηκε πάνω στή σόμπα. Τόν ξαναχτύπησα γιά δεύτερη φορά, τόν άρπαξα ά π 'τό γιακά, τόν άνασήκωσα καί τόν χτύπησα καί γιά τρίτη φορά. Καί ξαφνικά βλέπω νά τόν κυριεύει ό τρόμος. Χλώμιασε καί μέ τρεμάμενα χέρια φόρεσε βιαστικά τό πηλήκιό του, υστέρα τό Εβγαλε καί πάλι τό ξαναφόρεσε. "Ισως νά τόν χτυπούσα άκόμα, fiv δέν άκουγα νά ψιθυρίζει σιγανά κι άναστενάζοντας: — Συγνώμη, Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς... Ό θυμός πού μ ' είχε κυριέψει ήταν τόσο άγριος κι άσυγκράτητος πού Ενιωθα δτι άν πει Εστω καί μιά άκόμα λέξη ένάντιά μου θά ριχτώ πάνω σ ’ δλους τους Ετοιμος νά κάνω άκόμα κι Εγκλημα, γιά νά ξεκάνω δλο αύτό τό σκυλολόι τών συμμοριτών. Στά χέρια μου βρέθηκε μιά σιδερένια μασιά. Καί οί πέντε τρόφιμοι στέκονταν σιωπηλοί δίπλα στά κρεβάτια τους. Ό Μπουρούν προσπαθούσε βιαστικά κάτι νά σιάξει στό κουστούμι του. Γύρισα σ ’ αύτόν καί χτύπησα τή μασιά στή ράχη τού κρεβατιού. —“Η θά πάτε άμέσως όλοι στό δάσος γιά δουλιά ή νά ξεκουμπιστεΐτε ά π ’ τό Σταθμό στοϋ διαβόλου τή μάνα! Καί βγήκα ά π ’ τό θάλαμο. Πήγα στήν άποθήκη πού φυλάγαμε τά έργαλεΐα μας, πήρα τό τσεκούρι καί παρατηρούσα συννεφιασμένος πώς οί τρόφιμοι μοιράζονταν τά τσεκούρια καί τά πριόνια. Μου ’ ρθε στό μυαλό ή σκέψη πώς θά ’ ναι καλύτερα νά μήν πάμε σήμερα γιά ξύλα, νά μήν έπιτρέψουμε στά παιδιά νά πάρουν τσεκούρια στά χέρια, μά ήταν πιά άργά. "Ο,τι ήταν νά πάρουν τό ’χαν κιόλας στό χέρι τους. "Ας γίνει δ,τι γίνει! "Ημουνα έτοιμος γιά δλα, άποφασισμένος νά πουλήσω άκριβά τή ζωή μου. Είχα άλλωστε στήν τσέπη μου καί τό περίστροφο. Τραβήξαμε γιά τό δάσος. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μ ' Εφτασε τρέχοντας καί μέ φοβερή ταραχή μου ψιθύρισε: — Τί τρέχει; Πές μου, σέ παρακαλώ, πώς καί χφρονίμεψαν Ετσι; Κοίταξα μ ’ άμηχανία τόν Πάνα στά γαλανά του μάτια καί είπα: 38


—"Ασχημα, φίλε μου... Γιά πρώτη φορά στή ζωή μου χτύπησα Ανθρωπο. —Έ χ , δυστυχία οου, στέναξε ό Καλίνα ‘ϊβάνοβιτς. Κι άν κάνουν παράπονα παραπάνω; —"Αν μόνο παραπονεθοΰν, λίγο τό κακό... Μά μπροστά στά Εκπληκτα μάτια μου δλα πήγαν περίφημα. Δουλέψαμε στό δάσος μέ τά παιδιά ώς τό μεσημέρι. Κόβαμε τά στραβά πεΰκα. Τά παιδιά γενικά ήταν κατσουφιασμένα, δμως ό καθαρός παγωμένος άέρας, τό δμορφο δάσος, πού είχε στολιστεί μέ τεράστιους σκούφους άπό χιόνι, ή Ιδιόμορφη μουσική του πριονιού κι οί ρυθμικοί χτύποι τών τσεκουριών Εκαναν τή δουλιά τους. Κάναμε διάλειμμα γιά νά ξεκουραστούμε. "Εβγαλα τήν καπνοσακούλα μου καί στρίψαμε δλοι τσιγάρο. ' Η άτμόσφαιρα δμως έξακολουθουσε νά ’ναι βαριά. Ξάφνου ό Ζαντόροφ φυσώντας τόν καπνό πρός τήν κορυφή τών πεύκων, ξεκαρδίστη­ κε στά γέλια: — Φίνα! Χ ά -χ ά -χ ά -χ ά !... Ή τ α ν ευχάριστο νά βλέπεις τό γελαστό κατακόκκινο πρό­ σωπό του καί δέ μπόρεσα νά μήν άπαντήσω κι έγώ μ ’ 'ένα χαμόγελο: — Τί φίνα; ' Η δουλιά; —"Οχι. Ή δουλιά, δουλιά. Μά νά! Τό πώς μέ κατραπακώσατε! Ό Ζαντόροφ ήταν πάνω στά νιάτα του, μεγαλόσωμος καί γερός καί, φυσικά, τό γέλιο τοϋ πήγαινε. Κι έγώ ό Γδιος άπορούσα πώς άποφάσισα νά σηκώσω χέρι σ ’ Εναν τέτιο χεροδύναμο λεβέντη. Ξεκαρδισμένος στά γέλια, πήρε τό τσεκούρι καί τράβηξε πρός τά δέντρα: —' Ιστορία κι αύτή! Χά - χά - χά - χά!... Τό μεσημέρι φάγαμε δλοι μαζί μέ δρεξη καί μέ καλαμπού­ ρια. Τό πρωινό έπεισόδιο ξεχάστηκε. Π α ρ ’δ λ ’αύτά αίσθανόμουνα κάποια στενοχώρια, μά άποφάσισα πιά νά μή χαμηλώσω τούς ρυθμούς τής δουλιάς καί μετά τό φαγητό Εδοσα μέ σιγουριά τίς σχετικές όδηγίες. Ό Βόλοχοφ ψευτογελοΰσε είρωνικά, δμως 6 Ζαντόροφ μέ πλησίασε καί παίρνοντας σοβαρό υφος μου λέει: — Δέν είμαστε καί τόσο άνάποδοι, ’Αντόν Σεμιόνοβιτς! "Ολα θά πανε καλά. Κάτι καταλαβαίνουμε κι έμείς... 39


3. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΑΣ ΑΝΑΓΚΕΣ Τήν άλλη μέρα είπα στά παιδιά: —Ό θάλαμος πρέπει νά 'να ι καθαρός. Πρέπει νά βγάλετε ύπηρεσία. Στήν πόλη μπορεΐτε νά πηγαίνετε μόνο υστέρα άπό δική μου άδεια. "Οποιος πάει χωρίς άδεια νά μήν ξαναγυρίσει πίσω στό Σταθμό. Δέ θά τόν δεχτώ. —’Ώ ω ! £κανε ό Βόλοχοφ. Δέ γίνεται μαλακότερα λιγάκι; — Διαλέξτε, παιδιά, τί σάς χρειάζεται περισσότερο. Δέ μπορώ νά κάνω διαφορετικά. Στό Σταθμό πρέπει νά υπάρχει πειθαρχία. "Αν δέ σάς άρέσει, τραβάτε δπου θέλει ό καθένας. "Οποιος δμως μείνει νά ζήσει έδώ, αυτός θά κρατάει πειθαρχία. "Οπως θέλετε. Φωλιά κακοποιών έδώ πέρα δέ θά τό κάνουμε. *0 Ζαντόροφ μου άπλωσε τό χέρι. — Σύμφωνοι, σωστά! 'Εσύ, Βόλοχοφ, νά πάψεις. Δέ σου κόβει άκόμα, δέν καταλαβαίνεις ά π ' αύτά. "Ετσι κι άλλιώς πρέπει νά μείνουμε δώ. Τί, στό μεταγωγών θά πάμε; — Μήπως καί στό σχολειό θά πάμε υποχρεωτικά; ρώτησε ό Βόλοχοφ. —Υ ποχρεω τικά. — Κι άν δέ θέλω νά μάθω γράμματα; Τί μου χρειάζονται άλλωστε έμένα; — Στό σχολειό θά πάτε ύποχρεωτικά. Σάς άρέσει είτε δχι, τό Γδιο μου κάνει. Βλέπεις ό Ζαντόροφ τώρα δά σοϋ είπε πώς δέ σου κόβει. Πρέπει νά σπουδάσετε, νά γίνετε ξύπνιοι καί μορφωμένοι άνθρωποι. Ό Βόλοχοφ στριφογύρισε άστεϊα τό κεφάλι του καί είπε, έπαναλαμβάνοντας τά λόγια κάποιου ουκρανικού άνέκδοτου: — Καί γαμπρός μέ τό στανιό! Τό έπεισόδιο μέ τό Ζαντόροφ άποτέλεσε τήν καμπή στόν τομέα τής πειθαρχίας. Πρέπει νά πώ τήν άλήθεια, δέ μέ βάραινε ή συνείδηση. Ναί. "Εδειρα £ναν ά π ’ τούς τρόφιμους. Σκέφτηκα καί ξανασκέφτηκα δλη αύτή τήν υπόθεση, τήν παράλογη άπό παιδαγωγική πλευρά, μά καί νομικά παράνομη. Ταυτόχρονα δμως Εβλεπα δτι ή καθαρότητα τών παιδαγωγικών μου χεριών είναι δευτερεύουσα ύπόθεση σέ σύγκριση μέ τό καθήκον πού έστεκε μπροστά μου. 'Α ποφάσισα, όριστικά, νά είμαι διχτάτορας, άν μ ’ άλλη μέθοδο δέν τά καταφέρω. "Υστερα άπό λίγο καιρό είχα μιά σοβαρή σύγκρουση μέ τόν Βόλοχοφ. ’ Ενώ ήταν 40


βάρδια δέν καθάρισε τό θάλαμο καί άρνήθηκε νά τόν καθαρίσει καί υστέρα άπό παρατήρηση πού τού ’κανα. Τόν κοίταξα θυμωμένα καί του ’πα: — Μή μέ βγάζεις ά π ’ τά ρούχα μου. Τράβα νά καθαρίσεις. — Κι άν δέν καθαρίσω; Τί; Θά μού σπάσετε τά μούτρα; Δέν έχετε αύτό τό δικαίωμα!... Τόν Αρπαξα ά π ’ τό γιακά, τόν τράβηξα πάνω μου καί τού σφύριξα κατάμουτρα χωρίς νά παίζω μέ τίς λέξεις: —"Ακου! Γιά τελευταία φορά σέ προειδοποιώ: δχι τά μούτρα θά σοΰ σπάσω, μά θά σέ σακατέψω. Κι Οστερα τράβα καί κάνε τά παράπονά σου. Κι άν κάτσω φυλακή, αύτό δέν είναι δική σου δουλιά! Ό Βόλοχοφ ξέφυγε άπό τά χέρια μου καί είπε μέ δάκρυα στά μάτια: — Γιά τέτιο τιποτένιο πράμα νά κάτσετε φυλακή! Θά καθαρίσω, ό διάολος νά σάς πάρει! Τού ρίχτηκα: — Πώς μιλάς Ετσι; — Καί πώς νά μιλήσει κανείς μαζί σας; Σύρτε στό...! — Τίίί; Βρίζεις; Ξαφνικά γέλασε καί κούνησε τό χέρι. — Γιά κοίτα, τί άνθρωπος είναι... Θά καθαρίσω, θά καθαρί­ σω, μή φωνάζετε! Πρέπει, ώστόσο, νά σημειώσω, πώς ούτε γιά μιά στιγμή δέν πέρασε ά π ' τό μυαλό μου πώς ή χρησιμοποίηση βίας θά μού έδινε κάποιο παντοδύναμο παιδαγωγικό μέσο. *Η περίπτωση μέ τόν Ζαντόροφ κόστισε περισσότερο σέ μένα παρά στόν Γδιο. "Αρχισε νά μέ περιζώνει ό φόβος δτι μπορεΐ ν ' άκολουθήσω τόν εύκολο δρόμο. ’Α π’ τούς παιδαγωγούς μέ καταδίκασε άνοιχτά καί μέ πείσμα ή Λίντια Πετρόβνα. Τό βράδυ τής Γδιας έκείνης μέρας στήριξε τό κεφάλι στίς γροθίτσες της καί μ* άρχισε: — Λοιπόν, βρήκατε πιά τή μέθοδο; "Οπως στό Ιεροδιδα­ σκαλείο, έτσι; —’Αφήστε με, Λίντοτσκα! —Ό χ ι , πέστε μου. Θά σπάμε μούτρα; Μπορώ κι έγώ νά τό κάνω αύτό, ή μόνο έσεϊς; — Λίντοτσκα, θά μιλήσουμε άργότερα γ ι' αύτό τό ζήτημα. Αύτή τή στιγμή κι ό Γδιος δέν ξέρω τί νά πώ. Περιμένετε λίγο. <— Καλά, θά περιμένω. 41


Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα κάμποσες μέρες ήταν κα­ τσουφιασμένη καί μιλούσε μαζί μου μέ κάπως έπίσημο, δμως φιλικό τόνο. Μόνο υστέρα άπό πέντε μέρες μέ ρώτησε μ ’ ένα σοβαρό χαμόγελο: — Λοιπόν πώς αισθάνεστε; —'Ό πω ς καί νά ’χουν τά πράματα, αισθάνομαι ύπέροχα. — Ξέρετε τί είναι τό πιό δυσάρεστο σ ’ αύτή τήν ιστορία; — Τό πιό δυσάρεστο; — Ναί. Τό πιό δυσάρεστο είναι δτι τά παιδιά διηγούνται μ ’ ένθουσιασμό γιά τό κατόρθωμά σας. Είναι έτοιμοι καί νά σάς έρωτευθοΰν άκόμα καί πρώτος άπ' όλους ό Ζαντόροφ. Τί συμβαίνει έδώ; Δέν καταλαβαίνω. Μήπως συνηθίζουν στή δουλικότητα; Σκέφτηκα λίγο καί είπα στήν Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα: —“Οχι. Τό ζήτημα σ ’ αύτή τήν περίπτωση δέ βρίσκεται στή δουλικότητα. Κάπως άλλιώς δχει τό πράμα. Σείς κάνετε μιά σωστή σκέψη: μιά πού ό Ζαντόροφ είναι πιό δυνατός άπό μένα, θά μπορούσε μ* £να μόνο χτύπημά του νά μέ σακατέψει. "Αλλωστε τίποτα δέ φοβάται, ΰπως δέ φοβούνται καί ό Μπουρούν καί οί άλλοι. Σ ’ δλη αύτή τήν ίστορίααύτοί δέ βλέπουν τό ξύλο, βλέπουν μόνο τήν όργή, τό άνθρώπινο ξέσπασμα. Καταλα­ βαίνουν πολύ καλά δτι μπορούσα καί νά μήν τόν δείρω, μπορούσα νά στείλω πίσω τόν Ζαντόροφ στήν έπιτροπή σάν άδιόρθωτο, δτι μπορούσα νά τούς βάλω σέ πολλούς μπελάδες. "Ομως έγώ δέν έκανα τίποτε ά π ’ δ λ ’ αύτά. Καί κατέφυγα σέ μιά πράξη έπικίνδυνη γιά μένα, σέ μιά δχι τυπική, μά άνθρώπινη πράξη. Καί, π αρ’ δ λ ' αύτά, είναι φανερό δτι τό Σταθμό τόν έχουν άνάγκη. Δέν είναι άπλό τό ζήτημα. ’ Εκτός ά π ’ αύτό βλέπουν δτι δουλεύουμε πολύ γΓ αύτούς. "Οπως καί νά τό κάνεις, είναι άνθρωποι. Κι αύτό δέν είναι μικρό πράμα. —Ί σ ω ς νά ’ναι κι Ετσι, είπε σκεφτική ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. "Ομως ό χρόνος δέ μάς έπαιρνε γιά νά σκεφτούμε καί πολύ τέτιου εΓδους ζητήματα. 'Ύ στερα άπό μιά βδομάδα, τό Φλεβάρη τού 1921 έφερα στό Σταθμό άλλα δεκαπέντε άλητόπαιδα έντελώς κουρελιάρικα. Χρειάστηκε νά παιδευτούμε πολύ μαζί τους γιά νά τά πλύνουμε, νά τά ντύσουμε δπως - δπως, καί νά τούς γιατρέψουμε τήν ψώρα. Τό Μάρτη στό Σταθμό υπήρχαν κάπου τριάντα παιδιά. Στήν πλειοψηφία τους ήταν παιδιά όλότελα έγκαταλειμμένα σάν άγριοκάτσικα καί έντελώς άκατάλληλα γιά 42


νά πραγματοποιήσουμε μ ’ αύτά τό όνειρό μας τής κοινωνικής άγωγής. Γιά τήν ώρα, τουλάχιστον, δέν είχαν οΰτε ίχνος άπό τήν Ιδιαίτερη έκείνη δημιουργικότητα, πού κάνει, δπως λένε, τήν παιδική σκέψη νά πλησιάζει τάχα πολύ τήν έπιστημονική σκέψη. Στό Σταθμό μας ήρθαν καί άλλοι παιδαγωγοί. Τό Μάρτη μπορέσαμε πιά νά συγκροτήσουμε ένα πραγματικό παιδαγωγικό συμβούλιο. Τό ζευγάρι τού Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς Ό σ ιπ ο φ καί τής γυναίκας του Νατάλια Μάρκοβνα, πρός γενική κατάπληξη δλων έφερε μαζί του όλόκληρη περιουσία: καναπέδες, καρέκλες, ντουλάπες, πολλά ρούχα καί διάφορα σκεύη. Οί τρόφιμοι, πού ήταν σχεδόν γυμνοί, παρατηρούσαν μέ έξαιρετικό ένδιαφέρον τά κάρα, πού ξεφόρτωναν δλα αύτά τά άγαθά μπροστά στήν πόρτα ά π ’ τό διαμέρισμα τού Ό σ ιπ ο φ . Τό ένδιαφέρον πού έδειχναν οί τρόφιμοι γιά τήν περιουσία τής οίκογένειας Ό σ ιπ ο φ ήταν κάθε άλλο παρά άκαδημαϊκό καί πολύ φοβόμουνα πώς όλη αύτή ή θαυμάσια μετακόμιση μπορού­ σε νά πάρει άντίθετη κατεύθυνση πρός τά... παζάρια τής πόλης. "Υστερα άπό μιά βδομάδα ήρθε στό Σταθμό ή καινούργια οικονόμα καί τό ιδιαίτερο ένδιαφέρον πρός τόν πλούτο τών “Οσιποφ κάπως ξεθύμανε. Ή οίκονόμα ήταν μιά πολύ άγαθή γριούλα, όμιλητική καί άφελής. Ή περιουσία της, άν καί ήταν μικρότερη ά π ’ αύτή πού είχαν οΐ "Οσιποφ, άποτελοϋνταν, π α ρ ’ δ λ ’ αύτά, άπό πολύ όρεξάτα πράματα: άρκετό άλεύρι, βάζα μέ γλυκό καί άλλες λιχουδιές, πολλά περιποιημένα σακουλάκια καί βαλιτσοϋλες πού μέσα σ ’ αύτά οί τρόφιμοι μάντευαν μέ τά μάτια πολλά καί διάφορα πολύτιμα άγαθά. ’ Η οίκονόμα έγκαταστάθηκε στό δωμάτιό της πού τό στόλι­ σε μέ πολύ γούστο καί άνεση, πού διακρίνει τούς γέρους. Τοποθέτησε τά κουτιά καί τ ’ άλλα πράματά της στίς άποθηκοΰλες καί σέ διάφορες μεριές, πού ά π ’ τήν ίδια τους τή φύση προορίζονταν γιά τέτια δουλιά, καί πολύ γρήγορα έπιασε φιλία μέ δυό - τρία παιδιά. ' Η φιλία τους βασίζονταν σέ μιά συμφωνία: αύτοί τής κουβαλούσαν ξύλα καί τής άνάβανε τό σαμοβάρι καί κείνη μέ τή σειρά της τούς φίλευε τσάι καί τούς διηγιόταν διάφορες Ιστορίες. Γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, ή οίκονόμα δέν είχε τί νά κάνει στό Σταθμό καί άποροΰσα γιατί μάς τήν έστειλαν. Καμιά οίκονόμα δέ χρειαζότανε. "Ημασταν σέ άπίστευτο βαθμό φτωχοί. 43


’ Εκτός άπό μερικά δωμάτια, δπου έγκαταστάθηκε τό προσω­ πικό, καταφέραμε νά έπισκευάσουμε μόνο ένα εύρύχωρο κοιτώ­ να μέ δυό χτίστες σόμπες. Σ ' αυτόν τοποθετήσαμε τριάντα σανιδοκρέβατα καί τρία τραπέζια δπου έτρωγαν κι έγραφαν τά παιδιά. "Ενας άλλος μεγάλος κοιτώνας κι ή τραπεζαρία, δυό τάξεις καί τά γραφεία περίμεναν τή σειρά τους γιά έπισκευή. Ά π ό σεντόνια είχαμε μιάμιση δλη κι δλη άλλαξιά, ασπρό­ ρουχα καθόλου. "Οσο γιά ρούχα καί φορεσιές τό μόνο πού κάναμε ήταν νά στέλνουμε κάθε τόσο έκκλήσεις πρός τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας καί σ ’ άλλους όργανισμούς. 'Ο διευθυντής τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας, πού τόσο άποφασιστικά συνέβαλε νά ίδρυθεϊ ό Σταθμός, πήγε σ ’ άλλη δουλιά κι ό άντικαταστάτης του δέν έδειχνε καί πολύ ένδιαφέρον, γιατί βλέπεις, είχε πιό σοβαρές δουλιές, * Η ατμόσφαιρα πού έπικρατουσε στό τμήμα Λαϊκής Παιδεί­ ας πολύ λίγο άνταποκρινόταν στήν προσπάθειά μας νά πλουτι­ στεί ό Σταθμός μας μέ τ ’ άπαραίτητα. Τόν καιρό έκεΐνο τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας ήταν ένα άκατάστατο ίδρυμα μέ πάρα πολλά δωμάτια καί δωματιάκια καί πάρα πολλούς άνθρώπους, όμως οί πραγματικοί έκφραστές τής παιδαγωγικής δημιουργίας έδώ δέν ήταν ούτε τά δωμάτια, ούτε οί άνθρωποι, αλλά τά τραπεζάκια. Κουτσά καί ξεθωριασμένα, άλλα ά π ’ αύτά ήταν τραπεζάκια γραφείου, άλλα τουαλέτας καί άλλα χαρτοπαιξίας. ' Η ξεθωριασμένη μπογιά τους έδειχνε πώς κάποτε ήταν μαϋρα ή κόκκινα. Τά τραπεζάκια αύτά τριγυρισμένα άπό σκεβρωμένες έπίσης καρέκλες, έκπροσωποϋσαν τά διάφορα τμήματα. Κι αύτό φαινόταν άπ* τίς ταμπελίτσες, πού ήταν κρεμασμένες στόν τοΐχο πάνω ά π ’ τό κάθε τραπεζάκι. Τά περισσότερα τραπέζια ήταν πάντα άδεια, γιατί τό συμπλήρωμά τους — ό άνθρωπος — στήν ούσία δέν ήταν τόσο διευθυντής τμήματος, δσο λογιστής στήν έπιμελητεία τής περιοχής. “Αν ξαφνικά, πίσω άπό κάποιο τραπέζι, έμφανιζόταν κάποια φιγούρα άνθρώπου, οί έπισκέπτες έτρεχαν ά π ’ δλες τίς μεριές καί έπεφταν πάνω του. ' Η συζήτηση σ* αύτή τήν περίπτωση περιοριζόταν στό νά έξακριβωθεϊ ποιό είναι αύτό τό τμήμα, άν σ ’ αύτό άραγε πρέπει ν* άπευθυνθεϊ ό έπισκέπτης, ή άν θά πρέπει νά πάει σέ άλλο, κι άν πάει σέ άλλο, γιατί καί σέ ποιό άκριβώς; Κι άν έβγαινε τελικά πώς δέν είναι αύτό τό τμήμα πού πρέπει, τότε γιατί ό σύντροφος, πού καθόταν νά, σέ κεϊνο έκεϊ τό τραπεζάκι, τό προηγούμενο Σάββατο είπε δτι έπρεπε ν ’ άπευθυνθεϊ σ ’ αύτό άκριβώς τό 44


τμήμα κι όχι σέ άλλο. "Οταν πιά ξεκαθαρίζονταν δλα αύτά τά ζητήματα, ό διευθυντής του τμήματος σήκωνε άγκυρα καί έξαφανιζόταν μέ διαστημική ταχύτητα. Τά άτζαμήδικα στριφογυρίσματά μας γύρω α π ’ τά τραπεζά­ κια δέν έφερναν, βέβαια, κανένα θετικό αποτέλεσμα. Γ ι’ αύτό, ό Σταθμός, τό χειμώνα τού 1921, κάθε άλλο παρά έμοιαζε μέ παιδαγωγικό ίδρυμα. Τά κουρελιασμένα σακάκια πού πολύ περισσότερο τούς ταίριαζε ή λέξη «τρυποχούλιαρα» τής αργκό τών λωποδυτών, μόλις καί σκέπαζαν τό γυμνό κορμί. Κάτω ά π ’ αύτό πολύ σπάνια μπορούσες νά βρεις ύπολείμματα κάποιου πουκάμισου. "Οσα παιδιά πρωτοέρχονταν ντυμένα μέ καλά κουστούμια, πολύ λίγο διάστημα ξεχώριζαν ά π ’ τούς άλλους, τούς παλιούς: τό κόψιμο ξύλων, ή δουλιά στό μαγειρείο καί στό πλυντήριο έβαζαν τή σφραγίδα τους. Κι δσο κι άν ή δουλιά αύτή ήταν διαπαιδαγωγική, δμως γιά τά ρούχα ήταν πολύ καταστρο­ φική. Τό Μάρτη δλοι οί τρόφιμοι ήταν έτσι ντυμένοι, πού θά μπορούσε νά τούς ζηλέψει όποιοσδήποτε ήθοποιός πού έπαιζε τό ρόλο τού μυλωνά στή «Ρουσάλκα»*. Πολύ λίγοι ήταν οί τρόφιμοι πού φορούσαν παπούτσια. Οί περισσότεροι τύλιγαν τά πόδια τους μέ ποδόπανα πού τά ’δεναν μέ σκοινιά. Μά καί σ ’ αύτό τό είδος παπουτσιών είχαμε μόνιμη κρίση. Τό φαγητό μας λεγότανε «κοντιόρ» (νομίζω πώς έτσι λέγανε ένα παλιό ρούσικο φαγητό, γ ι' αύτό κι έδώ παραιτούμαι άπό κάθε άλλη έπεξήγηση). Πολύ σπάνια είχαμε άλλο φαγητό. ’Εκείνη τήν έποχή υπήρχαν πολυάριθμες νόρμες διατροφής: νόρμες συνηθισμένες, ένισχυμένες γι ’ άδύνατους καί γιά δυνα­ τούς, γιά άρρωστους, σανατοριακές, νοσοκομειακές. Χ ρησιμο­ ποιώντας μιά πολύ δραστήρια διπλωματία, που καί πού, τά καταφέρναμε νά πείσουμε, ν ’ άποσπάσουμε, νά ξεγελάσουμε, νά προκαλέσουμε τή συμπάθεια μέ τή θλιβερή μας έμφάνιση, νά έκφοβίσουμε μιλώντας γιά έξέγερση τών τροφίμων τοϋ Σταθμού κι έτσι μάς περνούσαν, άς πούμε, στή σανατοριακή νόρμα, πού πρόβλεπε γάλα, άφθονο λίπος κι άσπρο ψωμί. Φυσικά τίποτε ά π ’ αύτά δέν παίρναμε, δμως μάς κουβαλούσαν σέ μεγάλες ποσότητες όρισμένα ύλικά γιά τό «κοντιόρ» καθώς καί σικαλίσιο ψωμί. Δέν περνούσε ένας - δυό μήνες καί υστερ ’ άπό κάποια διπλωματική ήττα πού παθαίναμε, πέφταμε καί πάλι στή θέση • Ρουσάλκα (Νεράιδα): "Οπερα τοΰ Νταργκομίσκι(σημ. μετ ).

45


τών κοινών θνητών. Καί ξαναρχίζαμε πάλι προσεχτικά τούς έλιγμούς πάνω στό πεδίο τόσο τής μυστικής δσο καί τής άνοιχτής διπλωματίας. Πότε - πότε κατορθώναμε κι άσκούσαμε τόσο δυνατή πίεση πού άρχίζαμε νά παίρνουμε άκόμα καί κρέας, καπνιστά, ώς καί καραμέλες. "Ομως στή ζωή μας έπεφτε μεγαλύτερη σκιά καί θλίψη, δταν Οστερ’ άπό λίγο διάστημα μάς δήλωναν δτι σ ’ αύτή τήν πολυτέλεια δέν Εχουν κανένα δικαίωμα οί ήθικά άνώμαλοι, παρά μόνο οί πνευματικά άνώμαλοι. Κάποτε πάλι, καταφέρναμε νά ξεφύγουμε ά π ’ τή στενή σφαίρα τής παιδαγωγικής καί νά κάνουμε έξόρμηση σέ κάποιες γειτονικές σφαίρες, δπως π.χ. στήν υπηρεσία έπισιτισμού τής περιοχής ή στήν έπιμελητεία τής Πρώτης έφεδρικής μεραρχίας, είτε στό τμήμα έφοδιασμοΰ κάποιας κοντινής ύπηρεσίας. Τέτιου είδους κατσαπλιάδικες έξορμήσεις τίς άπαγόρευε κατηγορημα­ τικά τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας καί γΓ αύτό επρεπε νά γίνονται συνωμοτικά. Γιά τίς έξορμήσεις μας αυτές ήταν άπαραίτητο ν ά ’μαστέ έξοπλισμένοι μ ’ ένα χαρτί δπου άναγραφόταν μιά πολύ άπλή, μά καί έκφραστική πρόταση: « ’Ο Σταθμός άνήλικων κακοποιών καρακαλεϊ νά διαθέσετε γιά τή διατροφή τών τροφίμων του εκατό πούτια άλεύρι». Στόν ίδιο τό Σταθμό ποτέ δέ χρησιμοποιούσαμε κάτι τέτιες λέξεις, δπως «κακοποιός» κτλ. καί ό Σταθμός μας ποτέ δέν όνομαζόταν Ετσι. Τήν έποχή έκείνη μάς όνόμαζαν ήθικά έλαττωματικούς. "Ομως, γιά τόν ξένο κόσμο, ή όνομασία αύτή πολύ λίγο μας βόλευε, γιατί παραμύριζε δασκαλική. Μέ τό χαρτί αύτό έπιανα τό διάδρομο κάποιας κατάλληλης ύπηρεσίας μπροστά στήν πόρτα του γραφείου. Στήν πόρτα αύτή έμπαιναν πολλοί άνθρωποι. Πολλές φορές στό γραφείο μαζευό­ ταν τόσος κόσμος, πού μπορούσε νά μπεϊ έκεΐ δποιος ήθελε. “Επρεπε, παραμερίζοντας δλους τούς άλλους έπισκέπτες, νά φτάσω ώς τόν ύπεύθυνο καί χωρίς κουβέντες νά τοΰ πασάρω τό χαρτί. Οί υπεύθυνοι στίς υπηρεσίες έπισιτισμού ήταν πολύ άδύνατοι στίς καθιερωμένες πονηριές τής παιδαγωγικής καί σπάνια τούς έρχόταν στό μυαλό δτι οί «άνήλικοι κακοποιοί» Εχουν σχέση μέ τήν παιδεία. Τό συναισθηματικό έξάλλου χρωμάτισμα, τής έκφρασης «άνήλικοι κακοποιοί» ήταν άρκετά έντυπω46


σιακό. Γ ι’ αύτό πολύ σπάνια οί υπεύθυνοι μας κοίταζαν αυστηρά λέγοντάς μας: — Λοιπόν, γιατί ήρθατε έδώ; ’Απευθυνθείτε στό τμήμασας τής Λαϊκής Παιδείας. Πιό συχνά ό υπεύθυνος σκεφτόταν γιά λίγο κι έλεγε: — Ποιός σάς έφοδιάζει; Ή υπηρεσία φυλακών; —"Ο χ1* ή υπηρεσία φυλακών δέ μας έφοδιάζει, γιατί, βλέπετε, αύτά είναι παιδιά... — Ποιός, λοιπόν σάς έφοδιάζει; —"Ως τώρα, βλέπετε, δέν έχει ξεκαθαριστεί... — Τί θά πει δέν έχει ξεκαθαριστεί;! Παράξενο πράμα! Ό υπεύθυνος κάτι έγραφε στό σημειωματάριό του καί μάς πρότεινε νά περάσουμε σέ μιά βδομάδα. — Τότε, δόστε μας γιά τήν ώρα έστω κι είκοσι πούτια. — Ρικοσι δέ σάς δίνω, πάρτε πρός τό παρόν πέντε κι έγώ θά ξεκαθαρίσω τό ζήτημα. Πέντε πούτια ήταν βέβαια λίγο κι άκόμα ή συζήτηση πού γινόταν δέν ήταν καθόλου σύμφωνη μέ τά σχέδιά μας πού δπως είναι φυσικό δέ μπορούσαν νά περιμένουν κανένα ξεκαθάρισμα. Γιά τό Σταθμό Γκόρκι τό μόνο πού γινόταν μ ' ένθουσιασμό δεχτό ήταν, δταν ό υπεύθυνος, χωρίς κουβέντες καί χωρίς νά ρωτήσει τίποτα έπαιρνε τό χαρτί μας κι έγραφε στή γωνίτσα του: «Νά δοθούν». Στήν περίπτωση αύτή έτρεχα μ* άνοιχτά δλα τά πανιά στό Σταθμό: — Καλίνα 'ϊβάνοβιτς! Π ήρα διαταχτική! Ε κ α τ ό πούτια! Γρήγορα βρές τούς παιδαγωγούς καί κουβάλα τα πρίν έκεΐ πάνω αρχίσουν νά σκαλίζουν τήν ύπόθεση... Ό Καλίνα 'ϊβά νοβιτς έσκυβε χαρούμενος πάνω στό χαρτί: —'Ε κατό πούτια; Μά γιά πές μου, άπό ποιά υπηρεσία; — Δέ βλέπεις; ’Επιτροπή έπισιτισμοΟ τού νομικού τμήμα­ τος τού Κυβερνείου... —“Αντε νά βρεις άκρη. “Αλλωστε γιά μάς τό Ιδιο κάνει. “Εστω κι ό διάολος, κι οποίοι καί νά ’ναι, φτάνει αύγουλάκια νά γεννάνε, χέ - χέ - χέ!... ' Η πρώτη άνάγκη στόν άνθρωπο είναι ή τροφή. Γ ι’ αύτό καί τό ζήτημα τοϋ ιματισμού δέ μάς στενοχωρούσε τόσο δσο ή κατάσταση μέ τά τρόφιμα. Τά παιδιά τοϋ Σταθμού μας ήταν πάντα πεινασμένα κι αύτό δυσκόλευε πολύ τό καθήκον τής ήθικής τους διαπαιδαγώγησης. Μόνο ένα μικρό μέρος τής 47


πείνας τους κατάφερναν τά παιδιά νά ικανοποιήσουν μέ τίς άτομικές τους προσπάθειες. "Ενας ά π ' τούς βασικούς άτομικούς τρόπους... βιομηχανίας τροφίμων ήταν τό ψάρεμα. Τό χειμώνα, αύτό ήταν πολύ δύσκο­ λο. Ό πιό εύκολος τρόπος ήταν τό ρήμαγμα τών διχτυών πού ρίχνανε οί ντόπιοι χωριάτες στό κοντινό ποταμάκι ή στή λίμνη μας. Τό αίσθημα τής αύτοσυντήρησης καί ή νοημοσύνη πού χαρακτηρίζει τόν άνθρωπο συγκροτούσαν τά παιδιά άπ* τό νά κλέψουν καί τ ά ΐδ ια τά δίχτυα, δμως βρέθηκε άνάμεσα σ ’ αύτά καί κάποιος, πού παραβίασε αύτό τό χρυσό κανόνα. Ή τ α ν ό Ταρανέτς. Ό Ταρανέτς ήταν δεκαέξι χρονών καί προερχόταν άπό παλιά οικογένεια λωποδυτών. Ή τ α ν λεβεντό­ κορμος, βλογιοκομμένος, εύθυμος, έξυπνος, θαυμάσιος όργανωτής καί μέ έπιχειρηματικό πνεύμα. "Ομως δέν ήξερε νάέχτιμάει τά συμφέροντα τοϋ συνόλου. Αύτός, λοιπόν, έκλεψε άπό τό ποτάμι κάμποσα δίχτυα καί τά κουβάλησε στό Σταθμό. Σέ λίγο δμως ήρθαν κι οί Ιδιοχτήτες τους καί δημιούργησαν όλόκληρο σαματά. Οί χωρικοί υστέρα ά π ’ αύτό άρχισαν νά φυλάνε τά δίχτυα καί οί... ψαράδες μας πολύ σπάνια τά κατάφερναν νά βουτήξουν κανένα ψαράκι. 'Ό μω ς, ύστερα άπό λίγο καιρό, ό Ταρανέτς καί κάμποσοι άλλοι τρόφιμοι Εμφανίστηκαν μέ δικά τους δίχτυα, πού τούς τά δώρισε «κάποιος γνωστός στήν πόλη». Μέ τή βοήθεια αύτών τών ίδιόχτητων πιά διχτυών τό ψάρεμα άρχισε γρήγορα νά παίρνει μεγάλη έχταση. Στήν άρχή τά ψάρια τά κατανάλωνε ένας περιορισμένος κύκλος προσώπων, δμως, στά τέλη τοϋ χειμώνα, ό Ταρανέτς είχε τήν Απερισκεψία νά τραβήξει σ ’ αύτόν τόν κύκλο καί μένα. "Εφερε στό δωμάτιό μου ένα πιάτο μέ τηγανητά ψάρια. — Αύτά τά ψάρια είναι γιά σας. — Βλέπω. Μόνο πού δέ θά τά πάρω. — Γιατί; — Γιατί δέν είναι σωστό. Ψάρια πρέπει νά δίνετε σ ’ δ λα τά παιδιά. —’Από ποϋ κι ώς ποϋ; Κατακοκκίνησε προσβλημένος ό Ταρανέτς. ‘Εγώ βρήκα τό δίχτυ, έγώ ψαρεύω, μουσκεύομαι στό ποτάμι καί νά τά δόσω σ ’δλα τά π α ιδ ιά ;Ά π ό πού κι ώς ποϋ; — Πάρτα λοιπόν πίσω τά ψάρια σου: έγώ τίποτα δέν ψάρεψα κι ούτε μουσκεύτηκα. — Μά αύτά σας τά κάνουμε δώρο... 48


—'Ο χ ι, δέ συμφωνάω. ~Ολ’ αυτά έμένα δέ μ ’ άρέσουν. Καί δέν είναι σωστά πράματα. — Μά που βρίσκετε τό λάθος; — Νά σέ τί: τά δίχτυα έσύ δέν τ ’ άγόρασες. Μήπως σου τά δώρισαν; — ΜοΟ τά δώρισαν/ — Ποιανού; ’Εσένα; "Η γιά δλο τό Σταθμό; — Γιατί γιά δλο τό Σταθμό; ’Εμένα... —’Εγώ Ετσι νομίζω. Τά δώρισαν καί σέ μένα καί σ* δλους. Καί τά τηγάνια τίνος είναι; Δικά σου; “Οχι. Είναι κοινά. Καί τό λάδι πού παίρνετε ά π ’ τή μαγείρισσα τίνος είναι τό λάδι; Κοινό. Καί τά ξύλα, κι ό φούρνος, κι οί κουβάδες; Τί Εχεις λοιπόν νά πεις; Ξέρεις; Νά, θά σοΰ πάρω τά δίχτυα καί θά τελειώνουμε μ ’ αύτό τό ζήτημα. Καί τό πιό βασικό, αύτό δέν είναι συντροφική συμπεριφορά. Τί σημασία Εχει πού τά δίχτυα είναι δικά σου; Διάθεσέ τα γιά τούς συντρόφους σου. "Ολοι μπορούν νά ψαρέ­ ψουν. — Καλά, είπε ό Ταρανέτς. "Ας γίνει κι Ετσι. "Ομως πάρτε τά ψάρια. Τά πήρα. ’Από τότε τό ψάρεμα γινόταν μέ βάρδιες, μέ τή σειρά κι δσα ψάρια Επιαναν τά ’διναν στήν κουζίνα. Δεύτερος τρόπος έξασφάλισης τροφίμων ήταν τά ταξίδια στό παζάρι τής πόλης. Κάθε μέρα ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς Εζευε τό Μικρούλη καί ξεκινούσε γιά τρόφιμα, είτε Εκανε Εξόρμηση στούς διάφορους όργανισμούς. Μαζί του άκολουθούσαν κατά πόδι καί δυό - τρία παιδιά, πού κάθε φορά είχαν κάποια δουλιά στήν πόλη, είτε στό νοσοκομείο, ειτε γιά άνάκριση στήν Επιτροπή, είτε νά βοηθήσουν τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ή νά κρατούνε τό Μικρούλη. "Ολοι αύτοί οί τυχεροί γύριζαν άπό τήν πόλη σχεδόν πάντα χορτάτοι κι δλο καί κάτι Εφερναν καί στούς συντρόφους τους. Δέν ύπήρχε περίπτωση, πού κάποιον ά π ’ αύτούς νά τόν είχαν πιάσει «στά πράσα». Τά λάφυρα ά π ’ αύτές τίς Εκστρατείες τά δικαιολογούσαν Ετσι: «Μου τό ’δοσε ή θεία μου», «Συναντήθηκα μ ' Ενα γνωστό μου». Προσπαθούσα νά μήν τούς προσβάλλω μέ Εξευτελιστικές υποψίες καί πάντοτε Εδινα πίστη στίς Εξηγήσεις τους. “Αλλωστε καί πού μπορούσε νά όδηγήσει ή δυσπιστία μου; Οί πεινασμένοι καί βρώμικοι τρόφιμοι του Σταθμού, πού Εψαχναν παντού νά βρουν κάτι νά φάνε, ήταν γιά μένα τά πιό άκατάλληλα άντικείμενα γιά νά τούς κάνω ένα όποιοδήποτε κήρυγμα ήθικής γιά τέτιες τιποτένιες 49


άφορμές, δπως είναι τό νά κλέβει κανείς στό παζάρι ένα κουλούρι, ή ένα ζευγάρι σόλες... Ή φτώχεια πού μας έδερνε καί πού έφτανε ώς τό σημείο νά θολώνει τό μυαλό, είχε καί μιά καλή πλευρά, πού ποτέ ύστερα δέν ξαναπαρουσιάστηκε. “Ημασταν τό Τδιο πεινασμένοι καί φτωχοί κι έμεΐς, οί παιδαγωγοί. Μισθό, σχεδόν δέν παίρναμε, τρώγαμε ά π ’ τό ίδιο αύτό «κοντιόρ» δπως καί τά παιδιά καί ήμασταν ντυμένοι μέ τά ΐδια πάνω - κάτω κουρέλια. Σ* δλη τή διάρκεια τού χειμώνα οί μπότες μου δέν είχαν σόλες καί πάντα Ενα κομμάτι ποδόπανο σερνόταν σά γλώσσα Εξω ά π ’ τό παπούτσι. Καί μονάχα ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα στολιζό­ ταν πάντα μέ καθαρά, όμορφα καί καλοσιδερωμένα φουστάνια.

4. ΜΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Τό Φλεβάρη χάθηκε άπ* τό συρτάρι μου ένα όλόκληρο μάτσο λεφτά, ό μισθός μου £ξι περίπου μηνών. Τό δωμάτιό μου ήταν τότε καί γραφείο, καί αίθουσα τού διδαχτικού προσωπικού, καί λογιστήριο καί ταμείο, μιά καί στό πρόσωπό μου συγκέντρωνα δ λ ’ αύτά τ* άξιώματα. Τό μάτσο, δλο καινούργια χαρτονομίσματα, έξαφανίστηκε μ έσ’ ά π ’ τό συρτάρι, πού ήταν κλειδωμένο, χωρίς κανένα ίχνος διάρρηξης. Τό βράδυ άνέφερα αύτό τό ζήτημα στά παιδιά καί παρακάλεσα νά έπιστραφοΰν τά χρήματα. Ή τ α ν άδύνατο νά άποδείξω τήν κλεψιά κι εύκολα μπορούσα νά κατηγορηθώ γιά κατάχρη­ ση. Τά παιδιά μ ’ άκουσαν μέ κατεβασμένο τό κεφάλι. "Επειτα σκόρπισαν. "Οταν ύστερα άπό τή συνέλευση πήγαινα γιά τό διαμέρισμά μου μέ πλησίασαν στή σκοτεινή αύλή ό Ταρανέτς κι ό Γκούντ. *0 Γκούντ ήταν Ενας μικρόσωμος, σβέλτος νέος. — Ξέρουμε ποιός πήρε τά λεφτά, ψιθύρισε ό Ταρανέτς, μόνο πού δέν κάνει νά τό πούμε μπροστά σ ’ δλους, γιατί δέν ξέρουμε πού τά ’χει κρυμμένα. Κι άν τό πούμε αύτός θά τό σκά­ σει παίρνοντας μαζί του καί τά λεφτά. — Ποιός τά πήρε; — Νά, κάποιος, έδώ... *0 Γκούντ στραβοκοίταξε τόν Ταρανέτς. "Οπως φαίνεται, δέ συμμεριζόταν άπόλυτα τήν πολιτική του, καί μουρμούρισε: 50


— Πρέπει νά του ρίξουμε Ενα γερό μπερντάκι. Τί χρειάζον­ ται οί κουβέντες; — Καί ποιός θά ΐοϋ τό δόσει; γύρισε πρός τό φίλο του ό Ταρανέτς. ’Εσύ; Θά σέ βάλει στό χέρι κι άλίμονό σου... — Πέστε μου ποιός πήρε τά χρήματα; Θά μιλήσω μαζί του, τούς είπα. —"Οχι, δέν κάνει. Ό Ταρανέτς έπέμενε στό συνωμοτισμό του. Σήκωσα τούς ώμους: — Καλά, δπως θέλετε. Τράβηξα στό δωμάτιό μου γιά ύπνο. Τό πρωί στό σταϋλο ό Γκούντ βρήκε τά λεφτά. Κάποιος τά είχε πετάξει ά π ’ τό παραθυράκι καί είχαν σκορπίσει σ ’ δλο τό σταΰλο. Ό Γκούντ γιομάτος χαρά, ήρθε τρέχοντας*σέ μένα κρατώντας στά δυό του χέρια τά τσαλακωμένα κι άνακατεμένα χαρτονομίσματα. ’Α π ’ τή χαρά του έτρεχε χοροπηδώντας σ ’ όλόκληρο τό Σταθμό. Τά πρόσωπα τών παιδιών φωτίστηκαν κι έτρεξαν στό δωμάτιό μου νά μέ δοΰν. Μόνο ό Ταρανέτς έκανε τόν σοβαρό καί περπατούσε κορδωμένος. Δέ ρώτησα, ουτε αύτόν ουτε τόν Γκούντ τί έκαναν μετά τή συζήτησή μας. "Υστερα άπό δυό μέρες κάποιος έσπασε τίς κλειδαριές του ύπογείου καί πήρε κάμποσα φούντια λίπος, όλόκληρη τήν περιουσία μας σέ λίπος. Πήρε μαζί του καί τήν κλειδωνιά. Δέν πέρασαν είκοσιτέσσερις ώρες καί άφοΰ έσπασαν τό παράθυρο τής άποθήκης μπήκαν μέσα κι έκλεψαν τά ζαχαρωτά πού είχαμε έτοιμάσει νά μοιράσουμε στή γιορτή τής έπανάστασης τού Φλεβάρη. Πήραν έπίσης κάμποσα κουτιά μέ γράσο, πού τό φυλάγαμε σά χρυσάφι. Ό Καλίνα ‘ϊβάνοβιτς άπ* τό κακό του έχασε άρκετά κιλά αύτές τίς μέρες. Μέ χλωμό πρόσωπο στύλωνε τά μάτια του στόν καθένα τρόφιμο, τού φυσούσε κατάμουτρα τόν καπνό τής μαχόρκας του καί τοΰ ’λεγε προσπαθώντας νά τόν πείσει: — Κρίνετε, μωρέ καί μονάχοι σας! Μήπως δλα δέν είναι γιά σας, σκύλας γιοι; Τόν έαυτό σας κλέβετε, παράσιτα! Π ερισσότερα ά π ' δλους ήξερε ό Ταρανέτς, μά δέν ξέρω γιατί, δλο ξέφευγε καί δέν έδειχνε διάθεση νά ξεσκεπάσει αύτές τίς βρωμοδουλιές. Τά παιδιά έκαναν πολλές συζητήσεις γύρω ά π ’ αύτό τό ζήτημα, μά σ* αύτές έπικρατοΰσε ένα πνεΰμα κουτσομπολιού καί τίπ ο τ’ άλλο. Δέν ήθελαν καθόλου μά 51


καθόλου νά καταλάβουν δτι τά θύματα τής κλεψιάς ήταν άκριβώς αύτοί οί ίδιοι. Μπήκα στόν κοιτώνα κι Εβαλα τίς φωνές: — Τί είσαστε σεις; "Ανθρωποι ή... — Είμαστε «σκοτεινοί» άκούστηκε άπό κάποιο κρεβάτι στό βάθος. — Κανίβαλοι! — Ψέματα! Τί κανίβαλοι εΐσαστε σεις; Εΐσαστε τά πιό γνήσια σκυλάκια, κλέβετε τόν έαυτό σας. Νά, καθήστε τώρα χωρίς λίπος, καλά νά πάθετε! Στή γιορτή μείνατε χωρίς γλυκά. ’ Αλλά κανένας δέν πρόκειται νά μας ξαναδόσει. Καθήστε λοιπόν ετσι! — Καί τί μπορούμε νά κάνουμε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; Δέν ξέρουμε ποιός τά πήρε. Οΰτε κι έσεΐς ξέρετε, ούτε κι έμεΐς. Στό μεταξύ, καταλάβαινα πολύ καλά δτι τίποτα δέ θά Εβγαινε ά π ’ τίς συζητήσεις αύτές. Τ ίς κλεψιές τίς Εκανε κάποιος ά π ' τούς μεγάλους, πού όλοι τόν φοβόντουσαν. Τήν δλλη μέρα, μαζί μέ δυό παιδιά άρχισα τά τρεξίματα γιά νά μας δόσουν καινούργια μερίδα λίπος. Τριγυρίζαμε κάμπόσες μέρες καί τελικά τά καταφέραμε. Μας Εδοσαν κι άπό μιά μερίδα ζαχαρωτά, άφού πρώτα μας κατσάδιασαν στά γερά πού δέ μπορέσαμε νά τά φυλάξουμε, "Οταν τό βράδυ γυρίσαμε διηγηθήκαμε μέ κάθε λεπτομέρεια τίς περιπέτειές μας. ’ Επιτέλους εφτασε καί τό λίπος στό Σταθμό. Τό βάλαμε στό υπόγειο. Τήν πρώτη κιόλας νύχτα μάς τό Εκλεψαν. Χάρηκα γ ι' αύτό τό γεγονός. Περίμενα πώς θά ξυπνήσει τώρα τό κοινό, τό κολεχτιβίστικο συμφέρον καί θά τούς κάνει δλους νά καταπιαστούν Ιι·>ντανά μέ τό ζήτημα τής κλεψιάς. Πραγματικά, δλα τά παιδία πικράθηκαν, μά κανένας ένθουσιασμός δέν ξεσηκώθηκε καί όταν πέρασε ή πρώτη έντύπωση τούς τύλιξε καί πάλι δλους τό τυπικό έκεΐνο ένδιαφέρον: ποιός είναι αυτός πού άλωνίζει τόσο έπιτήδεια; Λίγες μέρες υστέρα, χάθηκε ά π ’ τό σταΰλο ή λαιμαργιά. Δέ μπορούσαμε πιά ούτε στήν πόλη νά πάμε. Υ ποχρεω θήκαμε νά τρέχουμε στό χωριό γιά νά δανειστούμε μιά, προσωρινά, Οί κλεψιές είχαν γίνει πιά καθημερινό φαινόμενο. Τό πρωί άνακαλύπταμε πώς άπό κάπου κάτι θά ’λείπε: τσεκούρι, πριόνι, σκεύη, σεντόνια, σαγή, χαλινάρια, τρόφιμα. Δοκίμασα νά μήν κοιμηθώ τή νύχτα καί τριγύριζα στήν αύλή μέ τό πιστόλι, μά 52


περισσότερο άπό δυό - τρεις νύχτες, φυσικά, δέν άντεξα. Παρακάλεσα τόν "Οσιποφ νά βγει γιά μιά νύχτα υπηρεσία, μά τρόμαξε τόσο πολύ πού άποφάσισα νά μή μιλήσω σέ κανένα πιά γΓ αύτό τό ζήτημα. ' ' Υποψιαζόμουνα άρκετά παιδιά. ’ Ακόμα καί τόν Γκούντ καί τόν Ταρανέτς, μά δέν είχα κανένα άποδειχτικό κι ήμουνα ύποχ ρεωμένος τίς ύποψίες μου αύτές νά μήν τίς λέω πουθενά. Μιά μέρα ό Ζαντόροφ μέ πλησιάζει καί σκάζοντας στά γέλια μέ ρωτάει μισοαστεΐα μισοσοβαρά: — Καί τί νομίζετε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; ’Εργατικός Σταθ­ μός, ξεθέωμα ά π ’ τό πρωί ώς τό βράδυ καί ποιά ή ικανοποίηση; Περιμένετε, έχουν άκόμα νά δουν τά μάτια σας!... Κι άν πιάσετε τόν κλέφτη τί θά τόν κάνετε; — θ ά τόν χώσω στή φυλακή. — Αύτό είναι τό λιγότερο. ’ Εγώ νόμιζα πώς θά τόν δείρετε. Κάποιο βράδυ βγήκε ντυμένος στήν αύλή: — θ έλ ω νά φυλάξω μαζί σας. — Κοίτα, μή σου ριχτούν οί κλέφτες. — Μπά! Αύτοί ξέρουν πώς φυλάτε καί σίγουρα δέ θά βγοΰν σήμερα νά κλέψουν. ’Εξάλλου, σπουδαίο τό πράμα! — Παραδέξου το, λοιπόν, Ζαντόροφ, δτι τούς φοβάσαι! — Ποιόν; Τούς κλέφτες; Καί βέβαια, τούς φοβάμαι. Τό ζήτημα δέν είναι άν τούς φοβάμαι ή δχι. θ ά συμφωνήσετε δμως μαζί μου Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πώς δέν είναι σωστό νά τούς προδόσει κανείς. — Μά αύτοί κατακλέβουν έσάς τούς ίδιους. —Ά π ό ποϋ κι ώς πού κλέβουν έμένα; Έ δ ώ δέν υπάρχει τίποτα πού νά ’ναι δικό μου. — Μά έσεις ζεΐτε έδώ. — Ζοΰμε!... Ζωή τή λέτε αύτή, ’ Αντόν Σεμιόνοβιτς; Τίποτα δέ θά βγει ά π ’ αύτό τό Σταθμό. Τοϋ κάκου παιδευόσαστε. Νά δεΐτε, θά κατακλέψουν τά πάντα καί θά γίνουνε λαγοί. Καλύτερα θά ’ναι νά βάλετε δυό καλούς σκοπούς καί νά τούς δόσετε καί δπλα. —“Ο χι. Ουτε σκοπούς θά βάλω κι ουτε δπλα θά δόσω. — Καί γιατί; άπόρησε ό Ζαντόροφ. — Τούς σκοπούς πρέπει νά τούς πληρώσεις, έμεις κι £τσι είμαστε φτωχοί. Καί τό πιό βασικό πού πρέπει νά καταλάβετε είναι δτι έδώ έσεις οί ίδ ιοι πρέπει νά ’σαστε οί νοικοκυραΐοι. Πολλά ά π ’ τά παιδιά είχαν τή γνώμη δτι πρέπει νά πάρουμε 53


σκοπούς. Στό θάλαμο, γύρω ά π ’ αύτό τό ζήτημα άναβαν όλόκληρες συζητήσεις. Ό Ά ν τό ν Μπράτσενκο, τό πιό καλό παιδί τής δεύτερης παρτίδας, έπέμενε: —"Οταν υπάρχει σκοπός, κανένας δέ θά τολμήσει νά κλέψει, γιατί ό σκοπός μπορεΐ νά του φυτέψει καμιά μπαταριά μέ άλάτι στά μαλακά. Κι δταν τή φάει καί γυρίζει Ετσι άλατισμένος όλάκερο μήνα, τότε θά δοϋμε άν θά ξαναχώσει τή μύτη του σέ ξένα πράματα. Διαφορετική γνώμη είχε ό Κόστια Βετκόφσκι, Ενα δμορφο παιδί, πού ή ειδικότητά του στόν καιρό τής «Ελευθερίας» του ήταν νά κάνει Ερευνες στά σπίτια μέ ψεύτικα Εντάλματα. Ό Ιδιος σ ’ αυτές τίς Ερευνες Επαιζε δευτερεύοντα ρόλο, τόν κύριο τόν Επαιζαν οί μεγάλοι. Ό Κόστια, κι αύτό τό ξεκαθάριζε ό φάκελός του, ποτέ του δέν Εκλεψε τίποτα. Τόν τραβούσε άποκλειστικά καί μόνο ή... αισθητική πλευρά τής έπιχείρησης. Πάντοτε Εδειχνε περιφρόνηση πρός τούς κλέφτες. Ά π ό καιρό είχα προσέξει τόν πολυσύνθετο καί λεπτό χαρακτήρα αύτοΰ του παιδιού. Πιό πολύ ά π ’ δλα μέ παραξένευε τό γεγονός δτι πολύ εύκολα τά ταίριαζε μέ τά πιό άνάποδα παιδιά κι ήταν αύθεντία στά ζητήματα τής πολιτικής, πράμα πού δλοι τό παραδέχονταν. Ό Κόστια είχε τά δικά του Επιχειρήματα: —*Ο ’ Αντόν Σεμιόνοβιτς Εχει δίκιο. Δέν πρέπει νά μπουν σκοποί! Αύτή τή στιγμή δέν τό καταλαβαίνουμε δλοι αύτό, μά γρήγορα θά τό καταλάβουμε, πώς στό Σταθμό δέν πρέπει νά υπάρχει κλεψιά. Ά κ ό μ α καί σήμερα υπάρχουν μερικοί πού τό καταλαβαίνουν. Νά, σέ λίγο καιρό θ ' άρχίσουμε νά φυλάμε οί ίδιοι. Σύμφωνοι, Μπουρούν; είπε γυρίζοντας ξαφνικά πρός τόν Μπουρούν. — Καί βέβαια. “Αν χρειαστεί νά φυλάξουμε, θά φυλάξουμε, είπε ό Μπουρούν. Τό Φλεβάρη Επαψε νά δουλεύει στό Σταθμό ή οίκονόμα. Είχα καταφέρει νά μετατεθεί σέ κάποιο νοσοκομείο. Μιά Κυριακή, σταμάτησε στό κατώφλι της ό Μ ικρούλης κι δλοι οί φίλοι καί καλεσμένοι στά φιλοσοφικά της τσάγια άρχισαν νά φορτώνουν πυρετώδικα στό Ελκηθρο τά πολυάριθμα σακιά καί τά σακουλάκια της. ' Η άγαθή γριούλα λικνιζόταν μακάρια πάνω στόν πλούτο της, καί μέ τήν ίδια πάντα ταχύτητα των δυό χιλιομέτρων τήν ώρα ξεκίνησε νά συναντήσει τήν καινούργια ζωή! 54


' Ο Μ ικρούλης γύρισε άργά τό βράδυ, δμως μαζί του ξαναγύρισε κι ή γριούλα. Μπήκε καί σωριάστηκε στό δωμάτιό μου κλαίγοντας δυνατά: τήν είχανε κατακλέψει. 01 φίλοι καί βοηθοί της δέν άνέβασαν στό έλκηθρο δλα τά σεντούκια, τά σακιά καί τά σακουλάκια της, άλλά κουβάλησαν μερικά καί σ ’ άλλη κατεύθυνση. ' Η ληστεία ήταν θρασύτατη. Ξύπνησα άμέσως τόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, τόν Ζαντόροφ καί τόν Ταρανέτς καί κάναμε γενική έρευνα σ ’ δλο τό Σταθμό. Είχαν κλέψει τόσα πολλά πού δέν πρόλαβαν νά τά σιγουρέψουν δλα. Στούς θάμνους, στίς σοφίτες, κάτω ά π ’ τά κρεβάτια, άκόμα καί πίσω ά π ’ τίς ντουλάπες βρέθηκε δλος ό θησαυρός τής οικονόμας. Ή γριούλα ήταν πραγματικά πλούσια: βρήκαμε μιά ντουζίνα περίπου καινούργια τραπεζομάντη λα, πολλά σεντόνια καί πε­ τσέτες. άσημένια κουταλάκια, κάτι δμορφα βαζάκια, ένα βρα­ χιόλι, σκουλαρίκια κι άλλα πολλά καί διάφορα μικροπράματα. Στό δωμάτιό μου ή γριούλα έξακολουθουσε νά κλαίει. Σιγά - σιγά τό δωμάτιο γέμισε ά π ’ τούς κλέφτες πού πιάσαμε, πρώην φίλους καί χαϊδεμένους τής γριούλας. Τά παιδιά στήν άρχή άρνιοϋνταν μέ πείσμα, δμως όταν έβαλα τίς φωνές ό όρίζοντας άρχισε νά καθαρίζει. ’ Αποδείχτηκε πώς οί φίλοι τής γριούλας δέν ήταν οί κύριοι ληστές. Αύτοί περιορίστηκαν μονάχα σέ κάτι άναμνηστικά: ένα πετσετάκι τοϋ τσαγιού ή μιά ζαχαριέρα. Ξεκαθαρίστηκε πώς κύριος δράστης γιά δλα δσα έγιναν ήταν ό Μπουρούν. Ή άποκάλυψη αύτή ξέσπασε σάν κεραυνός γιά πολλούς καί πρώ τ’ ά π ’ δλα γιά μένα. Ό Μπουρούν, ά π ’ τήν πρώτη κιόλας μέρα έδειχνε νά ’ναι ένα σοβαρό παιδί, είχε πάντα στόν τρόπο του μιά συγκροτημένη εύγένεια κι έδειχνε πολύ μεγάλο ένδιαφέρον γιά τά μαθήματα στό σχολειό. Είχα μείνει κατάπληκτος ά π ’ τήν έκταση καί τό συστηματικό τής δράσης του: είχε καταφέρει νά κρύψει όλόκληρους μπόγους ά π ’ τό θησαυρό τής γριάς. Δέ χωρούσε άμφιβολία, πώς δλες οί κλεψιές στό Σταθμό ήταν έργο δικό του. ’Επιτέλους είχα φτάσει ώς τή ρίζα τού κακού! Πέρασα τόν Μπουρούν άπό λαϊκό δικαστήριο. Ή τ α ν τό πρώτο δικαστήριο στήν Ιστορία τοΰ Σταθμού μας. Στό θάλαμο, πάνω στά κρεβάτια καί στά τραπέζια έπιασαν τίς θέσεις τους οί κουρελήδες δικαστές. ' Η γκαζόλαμπα φώτιζε τά ταραγμένα πρόσωπα τών παιδιών, καθώς καί τό χλωμό πρόσωπο τοΰ Μπουρούν, πού ήταν βαρύς καί δυσκίνητος κι είχε 55


Ενα λαιμό χοντρό πού τόν Εκανε νά μοιάζει μέ τόν Μάκ Κίνλεϊ, τόν πρόεδρο των 'Ηνωμένων Πολιτειών τής ’Αμερικής. Μέ ζωηρά χρώματα καί μέ άγανάχτηση περιέγραψα στά παιδιά τό έγκλημα: νά ληστέψει κανείς μιά γριούλα, πού δλη της ή- ευτυχία ήταν σ ’ αυτούς τούς κακότυχους μπόγους, νά τή ληστέψει, παρόλο πού στό Σταθμό κανένας δέν Εδειχνε τόση φροντίδα κι άγάπη στά παιδιά δσο αύτή, νά τή ληστέψει τήν ίδια ώρα πού αύτή ζητούσε βοήθεια, αύτό σημαίνει, πώς αύτός πού Εκανε αύτή τή δουλιά δέν Εχει πραγματικά τίποτε τό άνθρώπινο πάνω του, αύτό σημαίνει δτι δέν είναι μόνο παλιάν­ θρωπος, μά καί κάθαρμα. Ό άνθρωπος πρέπει νά σέβεται τόν Εαυτό του, πρέπει νά ’ναι δυνατός καί περήφανος, κι δ χι ν ’ άρπάζει άπό τίς άδύναμες γριοΰλες καί τό τελευταίο τους ρούχο. Φαίνεται ό λόγος μου προκάλεσε δυνατή έντύπωση, άν καί χωρίς αύτόν οί τρόφιμοι εϊχαν τόσο πολύ άγαναχτήσει, πού δλοι τους ρίχτηκαν παθιασμένα πάνω στόν Μπουρούν. ' Ο μικρός καί πυκνομάλλης Μπράτσενκο άπλωσε καί τά δυό του χέρια στόν Μπουρούν: — Λοιπόν; Τί Εχεις νά πεΐς; Πρέπει νά σέ χρσ ουν στό φρέσκο, στήν ψειρούί *Εσύ ’σαι ή αίτία πού πεινούσαμε, έσύ πήρες καί τά χρήματα του ’Αντόν Σεμιόνοβιτς. ‘ Ο Μπουρούν ξαφνιάστηκε κι άρχισε τίς διαμαρτυρίες: — Τά λεφτά τού ’Αντόν Σεμιόνοβιτς; Ά π ό δ ε ιξέ το, λοιπόν; — Καί νομίζεις δέ θά τ ’ άποδείξω; —’Απόδειξέ το! — Τί, δέν τά πήρες; Δέν ήσουν έσύ; — Τί; ’ Εγώ; — Καί βέβαια, έσύ. —’Εγώ πήρα τά λεφτά του ’Αντόν Σεμιόνοβιτς; Καί ποιός θά τ ’ άποδείξει αύτό; ’Από πίσω άκούστηκε ή φωνή του Ταρανέτς: —’ Εγώ θά τ* άποδείξω. Ό Μπουρούν τά ’χασε. Γύρισε πρός τή μεριά τοϋ Ταρανέτς, κάτι θέλησε νά πει, υστέρα κούνησε άδιάφορα τό χέρι του: —“Ε, λοιπόν; "Ας είναι Ετσι. ’ Εγώ τά πήρα. Καί μήπως δέν τά *δοσα πίσω; Τά παιδιά ξαφνικά Εβαλαν τά γέλια. Τούς ευχαριστούσε αύτή ή συναρπαστική συζήτηση. *0 Ταρανέτς είχε τήν δψη ήρωα. Βγήκε μπροστά: 56


—"Ομως δέν πρέπει νά τόν διώξουμε. Καί ποιανού δέν τοϋ έτυχαν άναποδιές; ’ Εκείνο πού τοϋ χρειάζεται πραγματικά είναι νά τοϋ σπάσουμε δίίως πρέπει τά μοϋτρα. "Ολοι σώπασαν. ' Ο Μπουρούν Εριξε άργά τή ματιά του πάνω στό βλογιοκομμένο πρόσωπο τοϋ Ταρανέτς. — Είσαι πολύ μικρός άκόμα γιά νά φτάσεις ώς τά μοϋτρα μου. Τί κόβεσαι; "Οπως καί νά ’χει τό πράμα διευθυντής τοϋ Σταθμοϋ δέ θά γίνεις. "Αν χρειαστεί, τά μοϋτρα μπορεί νά μοϋ τά σπάσει ό Ά ν τό ν , έσύ τί δουλιά Εχεις; Ό Βετκόφσκι τινάχτηκε ά π ’ τή θέση του: — Πώς «τί δουλιά Εχει»; Παιδιά, είναι δικό μας αύτό τό ζήτημα ή δχι; — Δικό μας! φώναξαν τά παιδιά. ’ Εμείς οί Ίδιοι θά σοϋ σπάσουμε τά μοϋτρα καί μάλιστα καλύτερα κι ά π ’ τόν Ά ν τό ν! Κάποιος ρίχτηκε κιόλας στόν Μπουρούν. *0 Μ πράτσενκο κούναγε τά χέρια του πολύ κοντά στό πρόσωπο τοϋ Μπουρούν κι οϋρλιαζε: — Βούρδουλας τοϋ χρειάζεται! Βούρδουλας! *0 Ζαντόροφ μοϋ ψιθύρισε στ* αΰτί: — Πάρτε τον άπό δώ, θά τόν δείρουν. Ά π οτρά β ηξα τόν Μπράτσενκο. *0 Ζαντόροφ άρπαξε δυό τρεις καί τούς έκανε πέρα. Μέ δυσκολία σταματήσαμε τή φασαρία. — Νά μιλήσει ό Μπουρούν! Ά ς μάς πεϊ τί έχει νά πεϊ, φώναξε ό Μ πράτσενκο. Ό Μπουρούν κατέβασε τό κεφάλι. — Δέν έχω νά πώ τίποτα. Έ χ ε τ ε δίκιο. Α φ ή σ τε μας μόνους μέ τόν Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, άς μέ τιμωρήσει, δπως νομίζει. "Εγινε ήσυχία. Τράβηξα πρός τήν πόρτα άπ* τό φόβο δτι δπου νά ’ναι θά ξεσπάσει ό ώκεανός τής άγριας όργής, πού ξεχείλιζε μέσα μου. 01 τρόφιμοι τοϋ Σταθμοϋ παραμέρισαν, άνοίγοντας δρόμο σέ μένα καί στόν Μπουρούν. Βμδίζαμε σωπαίνοντας μέσα στή σκοτεινή αυλή άνάμεσα άπ* τά χιόνια: έγώ μπροστά, αύτός πίσω. "Ενιωθα μέσα μου μιά σιχαμάρα. Ό Μπουρούν μοΰ φαινό­ ταν σάν τό τελευταίο άπ* τά κατακάθια πού μπορεί νά βγάλει τό άνθρώπινο σκουπιδαριό. Δέν ήξερα τί νά κάνω μέ δαΰτον. Τόν είχαν στείλει στό Σταθμό μας γιά τή συμμετοχή του σέ μιά 57


σπείρα κλεφτών, πού στό μεγαλύτερό της μέρος — οί ένήλικοι — είχαν τουφεκιστεϊ. Ό Ιδιος ήταν δεκαεφτά χρόνων. Ό Μπουρούν στεκόταν σιωπηλός στήν είσοδο. ’Εγώ καθό­ μουν στό γραφείο, καί μόλις συγκρατιόμουνα νά μήν του πετάξω κατακέφαλα κανένα βαρύ άντικείμενο, δίνοντας μ ’ αυτόν τόν τρόπο τέλος στή συζήτησή μας. ’Επιτέλους ό Μπουρούν σήκωσε τό κεφάλι, μέ κοίταξε έπίμονα στά μάτια κι είπε άργά, υπογραμμίζοντας κάθε λέξη καί μόλις συγκροτώντας τούς λυγμούς: —’Εγώ... άλλο... ποτέ... δέ θά κλέψω. — Λές ψέματα. Αύτό τό είχες ΰποσχεθεΐ καί στήν έπιτροπή. —"Αλλο στήν έπιτροπή, κι δλλο σέ σας! Τιμωρήστε με δπως νομίζετε, μά μή μέ διώχνετε ά π ’ τό Σταθμό. — Καί τί ένδιαφέρον £χει γιά σένα ό Σταθμός; —’Εδώ μ ’ άρέσει. ’ Εδώ πανε στό σχολειό. Θέλω νά σπουδάσω. Κι έκλεψα γιατί πάντα θέλω γιομάτο τό στομάχι μου. —" Ας είναι. Θά ’χεις τρεις μέρες κράτηση καί θά περνάς μέ ψωμί καί νερό. Τόν Ταρανέτς δέ θά τόν πειράξεις! — Καλά! Τρία είκοσιτετράωρα ϊμεινε ό Μπουρούν κλεισμένος στό μικρό δωματιάκι δπου παλιότερα, στόν παλιό Σταθμό δμεναν οί παιδονόμοι. Δέν τόν κλείδωσα, γιατί Ιδοσε τό λόγο τής τιμής του, δτι χωρίς τήν δδειά μου δέ θά βγεΐ άπό κεί. Τήν πρώτη μέρα πραγματικά τοΰ ’στειλα ψωμί καί νερό, δμως τή δεύτερη μέρα τόν λυπήθηκα, κι είπα νά τοΰ πανε φαγητό. Ό Μπουρούν δοκίμασε περήφανα ν ’ άρνηθεΐ, μά τοϋ ’βαλα τίς φωνές: — Τί διάβολο καμώματα είναι αύτά; Χαμογέλασε, άνασήκωσε τούς ώμους καί πήρε στό χέρι τό κουτάλι. Ό Μπουρούν κράτησε τό λόγο του: ποτέ δέν ξανάκλεψε, ούτε στό Σταθμό, ούτε πουθενά άλλου.

5. ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ Τόν ίδιο έκεϊνο καιρό πού οί τρόφιμοι τοΰ Σταθμοΰ μας έδειχναν μιά τέτια άδιαφορία γιά τήν περιουσία του, βρέθηκαν 58


κάτι άλλοι, ξένοι, πού έδειξαν γΓ αυτήν ένα ξαφνικό ένδιαφέ­ ρον. Οί κύριες τους δυνάμεις είχαν έγκατασταθεΐ στό μεγάλο δρόμο πρός τό Χάρκοβο. Σχεδόν κάθε νύχτα γίνονταν σ ’ αύτόν τό δρόμο ληστείες. Μέ μιά ντουφεκιά άπό κοντόκανο, οί ληστές σταματούσαν όλόκληρες έφοδιοπομπές χωρικών καί χωρίς πολλές κουβέντες έχωναν τό χέρι τους στούς κόρφους τών γυναικών πού κάθονταν πάνω στά κάρα κι έπαιρναν τά χρήματα, ενώ οί άντρες τούς κοίταζαν σά χαμένοι, χτυπούσαν αμήχανα μέ τά μαστίγια τίς μπότες τους κι απορούσαν: — Ποιός νά τό φανταζόταν; Κρύβαμε τίς πενταροδεκάρες μας στό πιό σίγουρο μέρος, στόν κόρφο τών γυναικών κι αυτοί, γιά κοίτα, στόν κόρφο άκριβώς βάλανε χέρι! Σέ τέτιου είδους, άς ποΰμε, συλλογική ληστεία, οί ληστές σχεδόν πάντα, τή βγάζανε ««χωρίς αίματα». Οί χωριάτες, άφοϋ συνέρχονταν λίγο ά π ’ τή σύγχιση, κάθονταν ακίνητοι καί άπραγοι μέχρι νά περάσει ή προθεσμία, πού τούς όρισαν οί ληστές. Μετά έρχονταν στό Σταθμό καί μάς περιγράφανε πολύ παραστατικά τά γεγονότα. Μάζευα τότε τό στράτευμά μου, τό έξόπλιζα μέ παλούκια κι άκόντια, έπαιρνα κι ό ίδιος τό περίστροφο καί τρέχαμε δλοι μαζί στό δάσος. Γιά πολύ ώρα χωνόμασταν σ ’ αύτό καί ψάχναμε. "Ομως μόνο μιά φορά οί έρευνές μας αύτές στέφθηκαν μ ’ επιτυχία: μισό μόλις βέρστι ά π ’ τό δρόμο πέσαμε πάνω σέ μιά όμάδα άνθρώπων πού χαν κρυ­ φτεί σ ’ ένα δασωμένο ύψωματάκι. Στίς φωνές τών παιδιών απάν­ τησαν μ ’ έναν πυροβολισμό καί σκόρπισαν. Μά στό τέλος πιάσαμε έναν ά π ’ αύτούς, καί τόν κουβαλήσαμε στό Σταθμό. Δέν τοϋ βρήκαμε ούτε κοντόκανο ούτε κλεψιμέικα κι άρνιόταν τά πάντα. Ό τ α ν όμως τόν παραδόσαμε στό τμήμα δίωξης, άποδείχτηκε δτι ήταν γνωστός συμμορίτης. "Υ στερ' ά π ’ αύτόν πιά­ στηκε κι όλόκληρη ή συμμορία. Έ ξονόματος τής έκτελεστικής έπιτροπής τοΰ σοβιέτ τής περιοχής στό Σταθμό Γκόρκι δόθηκε έπαινος. Μά κι ύστερα ά π ’ αύτό οί ληστείες στό μεγάλο δρόμο δέ λιγόστεψαν. Στά τέλη τοϋ χειμώνα, τά παιδιά άρχισαν νά βρίσκουν πιά καί "ίχνη «δχι άναίμαχτων» νυχτερινών έπεισοόίων. Α νά μ εσ α άπό δυό πεύκα είδαμε ξάφνου στό χιόνι νά εξέχει ένα χέρι. Σκάβουμε καί βρίσκουμε μιά γυναίκα σκοτω­ μένη μέ μιά σφαίρα στό κεφάλι. Σ ’ άλλο μέρος, δίπλα σ ιό ν ‘ίδιο τό δρόμο, βρήκαμε μέσα στούς θάμνους έναν άνδρα πού 59


φορούσε ένα κοντογούνι άμαξα μέ σπασμένο τό κρανίο. "Ενα όμορφο πρωινό ξυπνάμε καί τί νά δοΰμε: ά π ’ τήν παρυφή τοΰ δάσους μάς κοίταζαν δυό κρεμασμένοι. "Ωσπου νά 'ρ θει ό άνακριτής, δυό όλόκληρα εικοσιτετράωρα, έμεναν έκεΐ έτσι κρεμασμένοι κι έβλεπαν τή ζωή τοΰ Στάθμου μέ γουρλωμένα μάτια. Οί τρόφιμοι τοΰ Σταθμοΰ τά ’βλεπαν δ λ ' αύτά χωρίς κανένα φόβο, καί μέ πολύ ένδιαφέρον. Τήν άνοιξη, δταν έλιω­ ναν τά χιόνια, έψαχναν στό δάσος κι έβρισκαν καταφαγωμένα ά­ πό τίς άλεποΰδες κρανία, τά έμπηγαν σέ παλούκια καί τ ά ’φερναν στό Σταθμό ειδικά γιά νά τρομάξουν τή Λίντια Πετρόβνα. Καί χωρίς αύτό, οί παιδαγωγοί ζοΰσαν μέ τό φόβο στήν καρδιά. Τίς νύχτες περίμεναν πάντα, πώς νά... νά καί θά μπουκάρουν στό Σταθμό οί ληστοσυμμορίτες καί θ ’ άρχίσουν τή σφαγή. Π ερισ­ σότερο ά π ’ δλους είχε τρομάξει τό ζευγάρι των "Οσιποφ πού κατά κοινή όμολογία είχε καί τί νά τοΰ κλέψουν. 'Έ να βράδυ, στά τέλη τοΰ Φλεβάρη, άγνωστοι σταμάτησαν κοντά στή στροφή πρός τό Σταθμό, τό κάρο μας πού έρχόταν ά π ’ τήν πόλη καί σερνόταν μέ τή συνηθισμένη του ταχύτητα. Ή τ α ν φορτωμένο μέ κάμποσα τρόφιμα, δπως πλιγούρι καί ζάχαρη, πού δέν ξέρω ομως γιατί δέν έβαλαν καθόλου σέ πειρασμό τούς ληστές. ’Απάνω στόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς δέ βρέθηκε τίπ ο τ’ άλλο πού νά έχει κάποια άξια, έκτός άπ* τό τσιμπούκι του. Τό γεγονός αύτό προκάλεσε τή δικαιολογημένη όργή των ληστών. Ρίχτηκαν πάνω στόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί τόν χτύπησαν στό κεφάλι. Ή κεϊνος σωριάστηκε στό χιόνι κι έμεινε έτσι ξαπλωμένος ώσπου οί ληστές έξαφανίστηκαν. Ό Γκούντ πού έκτελοΰσε μόνιμα βάρδια δίπλα στό Μικρούλη στάθηκε άπλός θεατής σ ’ όλα αύτά πού έγιναν. "Οταν γύρισαν στό Σταθμό ξέσπασαν κι οί δυό τους περιγράφοντας μέ λεπτομέ­ ρειες τό πάθημά τους. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς χρωμάτισε τά γεγονότα μέ δραματικό τρόπο, ό Γκούντ μέ κωμικό. ' Η άπόφαση, δμως. πάρθηκε όμόφωνα: νά στέλνουμε πάντα γιά συνάντη­ ση τοΰ κάρου ένα τμήμα άπό παιδιά. “Ετσι καί κάναμε γιά δυό χρόνια. Αύτές τίς έκστρατεΐες τίς όνομάζαμε σύμφωνα μέ τή στρατιωτική όρολογία: «Κάλυψη τοΰ δρόμου». Στέλναμε δέκα άνθρώπους. Κάποτε έμπαινα καί γώ στή δύναμη τοΰ τμήματος, μιά κι είχα καί τό περίστροφο. Δέ μπορούσα νά τό έμπιστευτώ σ ’ όποιοδήποτε παιδί καί χωρίς 60


περίστροφο τό τμήμα μας ήταν άνίσχυρο. Ποϋ καί που τό έδινα μόνο στό Ζαντόροφ καί κείνος τό κρέμαγε μέ περηφάνεια πάνω ά π ’ τό κουρέλια του: Ή ύπηρεσία στό μεγάλο δρόμο ήταν μιά άπασχόληση πού τραβούσε πολύ τό ένδιαφέρον. 'Α κροβολιζόμασταν σ ’ δλο τό δρόμο σέ έκταση ένός καί μισοΰ χιλιόμετρου, ά π' τή γέφυρα στό ποταμάκι μέχρι καί τή στροφή πρός τό Σταθμό. Τά παιδιά παγώνανε καί χοροπηδούσαν στό χιόνι γιά νά ζεσταθούν, φώναζαν τό ένα τ ’ άλλο γιά νά μή χάσουν τήν έπαφή μεταξύ τους κι δταν έπεφτε τό σκοτάδι σταματούσαν κάποιον καθυστε­ ρημένο περαστικό καί τοΰ άναβαν τή φαντασία, προφητεύοντας πώς τόν περιμένει σίγουρος θάνατος. Οί χωριάτες πού γύριζαν ά π ' τήν πόλη, χτυπούσαν τ ’ άλογα καί χωρίς νά βγάλουν άχνα περνούσαν γρήγορα - γρήγορα δίπλα στίς στημένες κατά κανονικά διαστήματα φιγούρες, πού φάνταζαν στό μισοσκόταδο σάν νά ήταν έγκληματίες. Οί διευθυντές τών σοβχόζ καί οί διάφοροι υπεύθυνοι πηδούσαν πάνω σ τ ’ άμάξια τους κι έδειχναν έπιδειχτικά στά παιδιά τά δίκανα καί τά κοντόκανα τους. Οί περαστικοί πάλι σταματούσαν δίπλα στή γέφυρα καί περίμεναν νά φανεϊ καί κάποιος άλλος γιά συντροφιά. Μπροστά σέ μένα τά παιδιά κάθονταν φρόνιμα καί δέ φόβιζαν τούς περαστικούς. "Οταν δμως έλειπα έκαναν διαβολιές κι ό Ζαντόροφ σύντομα παραιτήθηκε ά π ’ τό περίστροφο καί ζητούσε νά πηγαίνω όπωσδήποτε κι έγώ μαζί τους. “Αρχισα κάθε φορά πού έβγαινε τό τμήμα νά πηγαίνω καί γώ μαζί, μά τό περίστροφο τό 'δινα καί πάλι στό Ζαντόροφ, γιά νά μήν τοϋ στερήσω μιάν ευχαρίστηση πού έξάλλου τή δικαιούνταν. "Οταν έμφανιζόταν ό Μ ικρούλης μας τόν συναντούσαμε μέ τήν κραυγή: —“Αλτ! Ψ ηλά τά χέρια! Στό πρόσωπο δμως τοϋ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μόλις έσκαγε ένα χαμόγελο κι άρχιζε νά ρουφάει πιό βαθιά τήν τσιμπούκα του. Τήν τέλειωνε πιά στό Σταθμό γιατί σ ’ αύτή τήν περίπτωση έφάρμοζε τό γνωστό ρητό. —' Εφτά βέρστια νά κρατας άναμμένη τήν τσιμπούκα κι ένα νά τή ρουφάς. Τό τμήμα μας συμπτυσσόταν σιγά - σιγά πίσω άπ* τόν Μ ικρούλη κι έμπαινε εύθυμα στό Σταθμό, ρωτώντας σ ’ δλο τό δρόμο τόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τί γίνεται μέ τά τρόφιμα, τί μάς φέρνει κτλ. 61


' Ολόκληρο τό χειμώνα καταπιαστήκαμε καί μέ άλλες έπιχειρήσεις πού άφοροΰσαν δχι στενά τό Σταθμό μας, άλλά είχαν γενικότερη, κρατική σημασία. Ή ρ θ ε στό Σταθμό ό δασάρχης καί μάς παρακάλεσε νά φυλάμε τό δάσος: είχανε πληθύνει οί λαθραίοι ξυλοκόποι καί μέ τή δική του δύναμη δέ μπορούσε νά τά βγάλει πέρα. ' Η φύλαξη τοΰ δάσους, πού άνήκε δχι σέ μάς άλλά στό κράτος, μάς έξύψωσε πολύ στόν Ίδιο τόν έαυτό μας, μάς Εδοσε μιά πολύ ένδιαφέρουσα άπασχόληση καί κοντά σ τ ' άλλα μάς £φερε καί σημαντικά όφέλη. Νύχτα. Γρήγορα θά ξημερώσει, μά άκόμα τό σκοτάδι είναι βαθύ. Μέ ξύπνησε Ενας χτύπος στό παράθυρο. Κοιτάζω στό τζάμι καί βλέπω άνάμεσα άπό τά κεντήματα πού εκανε ό πάγος νά διαγράφεται μιά πλακουτσωτή μύτη κι £να άχτένιστο κεφάλι. — Τί συμβαίνει; —Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, κόβουν τό δάσος! Α νά βω τή λαμπίτσα, ντύνομαι γρήγορα, παίρνω τό περί­ στροφο καί τό δίκανο καί βγαίνω £ξω. Μέ περιμένουν μπροστά στήν πόρτα οί φανατικοί φίλοι των νυχτερινών περιπετειών, ό Μπουρούν καί ό Σελαπούτιν, ενας έντελώς μικρούλης κι άθώος πιτσιρίκος. Ό Μπουρούν παίρνει ά π ’ τά χέρια μου τό δίκανο καί μπαίνει στό δάσος. — Ποΰ 'ν α ι *τοι; ρωτάω. — Νά, άκοΰστε... Σταματάμε. Στήν άρχή δέν άκούω τίποτα. "Υστερα άρχίζω νά ξεχωρίζω £ναν υπόκωφο χτύπο τσεκουριού, πού μόλις διακρινόταν άνάμεσα στούς άπαλούς ήχους τής νύχτας, καί στόν ήχο τής άνάσας μας. Προχωράμε μπροστά, σκυφτοί. Τά κλαδιά τών νεαρών πεύκων μάς γρατζουνίζουν τό πρόσωπο, μοΰ ρίχνουν ά π ’ τή μύτη τά γυαλιά καί μάς πασπαλίζουν μέ χιόνι. Κάπου κάπου ό ήχος τοΰ τσεκουριού σταματάει ξαφνικά καί χάνουμε τήν κατεύθυνση. Περιμένουμε υπομονετικά. Σέ λίγο ξαναρχίζει πάλι, τώρα πιό δυνατά καί πιό κοντά. Πρέπει νά πλησιάσουμε έντελώς άπαρατήρητοι, γιά νά μήν τρομάξουμε τόν κλέφτη. Ό Μπουρούν πλησιάζει σάνάρκουδάκι άθόρυβα, πίσω του βαδίζει μέ μικρά βήματα ό μικροσκοπικός Σελαπούτιν, τυλιγμένος στό φαρδύ σακάκι του πού τοΰ καθόταν σάν σάκος. 'Ε γώ κλείνω τήν πομπή. ’Επιτέλους φτάνουμε στό στόχο. Κρυβόμαστε πίσω ά π ' τόν 62


κορμό Ενός πεύκου. Τό ψηλό, λυγερό δέντρο άνασαλεύει, στή βάση του διακρίνεται μιά φιγούρα ζωσμένη μέ λουριά. Χτυπάει δειλά κι άναποφάσισια κάμποσες φορές, υστέρα άνασηκώνεται, κοιτάζει γύρω του κι άρχίζει πάλι νά χτυπάει. ’Απέχουμε μόλις πέντε βήματα ά π ’ αύτόν. Ό Μπουρούν κρατάει Ετοιμο τό δίκανο μέ τήν κάνη πρός τά πάνω καί μέ κοιτάζει μέ κομμένη τήν άνάσα. Ό Σελαπούτιν, πού ’ναι κρυμμένος μαζί μου κρέμεται στόν ώμο μου καί μοϋ ψιθυρίζει: — Τί λέτε; Δέν είναι πιά καιρός; Κάνω νόημα μέ τό κεφάλι. Ό Σελαπούτιν τραβάει τόν Μπουρούν ά π ’ τό μανίκι κι αύτός τραβάει τή σκανδάλη. Ό πυροβολισμός άκούγεται σά φοβερή έκρηξη κι ό άχός του άπλώνεται σ ’ δλο τό δάσος. ' Ο άνθρωπος μέ τό τσεκούρι σκύβει ένστιχτώδικα. Κανένας δέ μιλάει. Τόν πλησιάζουμε. *0 Σελαπούτιν ξέρει τίς υποχρεώ­ σεις του, τό τσεκούρι βρίσκεται κιόλας στά χέρια του. Ό Μπουρούν εΰθυμα τόν χαιρετάει: —" Α, ά, Μούσι Κάρποβιτς, καλημερούδια! Χτυπάει φιλικά τόν Μούσι Κάρποβιτς στόν ώμο κι αύτός δέν είναι σέ θέση ν* άρθρώσει ουτε λέξη. Τρεμουλιάζει έλαφρά καί τινάζει άμήχανα τό χιόνι ά π ’ τ ’ άριστερό του μανίκι. Ρωτάω: — Τ 'ά λ ο γ ο τό Εχεις μακριά; Ό Μούσι Κάρποβιτς έξακολουθεΐ νά σωπαίνει. ’Αντί γ ι ’αύτόν άπαντάει ό Μπουρούν: — Νά καί τ ’άλογο!... Έ ! Ποιός είναι κεΐ; Γύρνα πρός τά δώ! Μόνο τώρα διακρίνω άνάμεσ’ά π ’τά πεϋκα τή μούρη τοϋ άλόγου καί τή ζεύγλα. Ό Μπουρούν πιάνει ά π ’τό μπράτσο τόν Μούσι Κάρποβιτς. — Παρακαλώ, Μούσι Κάρποβιτς, περάστε στήν άμαξα τών πρώτων βοηθειών! Ό Μούσι Κάρποβιτς άρχίζει έπιτέλους νά δίνει σημεία ζωής. Βγάζει τό σκοϋφο, περνάει τό χέρι στά μαλλιά του καί ψιθυρίζει, χωρίς νά κοιτάζει κανένα. — Θέ μου, τί κακό καί τοϋτο! Τραβάμε γιά τό Ελκηθρο. Τό Ελκηθρο - τά παιδιά τ ό ’χαν βαφτίσει «κούρσα» - παίρνει άργά στροφή καί ξεκινάμε άκολουθώντας τά βαθιά μαλακά χνάρια, πού μόλις διακρίνονταν. Τό άλογο τ ’όδηγάει, κουνών­ 63


τας άνόρεχτα τά χαλινάρια £να παιδί δεκατεσσάρων χρόνων μ ’£ναν τεράστιο σκοϋφο στό κεφάλι καί μέ μπότες. "Ολη τήν ώρα ρουφάει τή μύτη του καί φαίνεται πολύ στενοχωρημένο. "Ολοι σωπαίνουν. "Οταν βγήκαμε στήν παρυφή τοΰ δάσους ό Μπουρούν παίρνει τά χαλινάρια ά π ’τό παιδί. —"Ε, σύ! Γιά ποΰ τραβάς; Ά ν είχες φορτίο μπορούσες νά πάς πρός τά κεΐ, τώρα δμως μαζί μέ τόν πατέρα σου νά, πρός τά κεΐ πρέπει νά τραβήξεις... — Στό Σταθμό; ρωτάει τό παιδί. Μά ό Μπουρούν δέν τοΰ ξαναδίνει τά χαλινάρια, καί μόνος του γυρίζει τό άλογο στό δρόμο πρός τό Σταθμό μας. Α ρ χ ίζ ε ι νά ξημερώνει. Ξαφνικά, 6 Μούσι Κάρποβιτς, πιάνοντας τό χέρι τοΰ Μπουρούν σταματάει τ ’άλογο, ένώ μέ τό άλλο χέρι βγάζει τό σκοΰφο. —Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, άφήστε μας! Νά, πρώτη φορά... Ξύλα δέν είχαμε... Ά φ ή σ τε μας! Ό Μπουρούν λίγο άγριεύει καί διώχνει τό χέρι τοΰ Μούσι ά π ’τά χαλινάρια, δμως τό άλογο δέν τό βιάζει, περιμένει τί θά πώ. —Ά , όχι, Μούσι Κάρποβιτς! λέω. Δέ γίνεται. Πρέπει νά γίνει πραχτικό: όπως καί ό ίδ ιος καταλαβαίνετε ή υπόθεση δέν άφορά έμάς, μά τό δημόσιο, τό κράτος. — Καί δέν είναι καθόλου πρώτη φορά, λέει μέ τήν ψιλή φω­ νή του ό Σελαπούτιν. “Οχι πρώτη, άλλά τρίτη: μιά φορά πιάστη­ κε ό Βασίλι σας, τήν άλλη... Ό Μπουρούν τόν διακόπτει μέ τή βραχνή μπάσα φωνή του: — Τί, έδω θά στεκόμαστε; "Ε, σύ Ά ν τρ έ ι τράβα σπίτι σου, τί φταΐς έσύ; Νά πεϊς τής μάνας σου δτι ό πατέρας σου πιάστηκε στά πράσα. Ά ς τοΰ έτοιμάσει καί τό δεματάκι του γιά τό φρέ­ σκο... Ό Ά ν τρ έ ι τρομαγμένος πηδάει ά π ’τό έλκηθρο καί τρέχει γιά τό σπίτι. ’ Εμείς έξακολουθοΰμε τό δρόμο μας. Μπαίνοντας στό Σταθμό, μάς συναντάει μιά όμάδα παιδιά: —”Ω! Κι έμεΐς νομίζαμε πώς σάς ξεμπέρδεψαν, ' Ετοιμαζό­ μασταν ν ά ’ρθουμε γιά ένίσχυση. Ό Μπουρούν γελάει: —Ή έπιχείρηση είχε καταπληχτική έπιτυχία. Στό δωμάτιό μου συγκεντρώνεται κόσμος. Ό Μούσι Κάρ64


ποβιτς, συντριμμένος, κάθεται στό κάθισμα άπέναντί μου, ό Μπουρούν στό παράθυρο μέ τό δπλο. Ό Σελαπούτιν διηγείται ψιθυριστά στούς συντρόφους του τή φοβερή ιστορία τοΰ νυχτε­ ρινού συναγερμού. Δυό παιδιά κάθονται στό κρεβάτι μου, οί άλ­ λοι στά σκαμνιά. "Ολοι παρακολουθούν μέ προσοχή τή διαδικα­ σία γιά τή σύνταξη τοΰ πραχτικοϋ. Τό πραχτικό γράφεται μέ σπαραξικάρδιες λεπτομέρειες. —“Εχετε δώδεκα ντεσιατίνες χωράφια, έτσι; Καί τρία άλογα. — Ποϋ βρέθηκαν τά τρία άλογα, στενάζει ό Μούσι Κάρποβιτς. “Ενα άλογατάκι κι αύτό δυό χρονών μόλις... — Τρία, τρία, έπιμένει ό Μπουρούν, καί χτυπάει ιόν Μούσι Κάρποβιτς φιλικά στόν ώμο. Γράφω παραπέρα: «... στό δάσος εξι στοίβες κομμένα ξύλα»... Ό Μούσι Κάρποβιτς άνοιγε» μ ’άπελπισία τά χέρια: — Γιά δνομα τοϋ θεοϋ, Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς! Ά π ό ποϋ 'έξι; Ουτε τέσσερις δέν είναι. Ό Σελαπούτιν, ξαφνικά, κόβει τήν ψιθυριστή διήγησή του, δείχνει μέ τό χέρι του μιάν άπόσταση Ισαμε μισό μέτρο καί γελάει αύθάδικα μπρός στά μάτια τοϋ Μούσι Κάρποβιτς: — Νά τί λογιώ, ψέματα λέω; ' Ο Μούσι Κάρποβιτς γυρίζει τίς πλάτες γιά ν ’άποφύγει τό ειρωνικό γέλιο καί παρακολουθεί ύποταχτικά τήν πένα μου. Τό πραχτικό είναι έτοιμο. Ό Μούσι Κάρποβιτς, πειραγμένος, μοϋ δίνει τό χέρι γΓάποχαιρετισμό, καί προχωράει νά χαιρετήσει καί τό Μπουρούν σάν τόν πιό μεγάλο άνάμεσα στά παιδιά: —“Αδικα τό κάνετε αύτό, παιδιά. "Ολοι πρέπει νά ζήσουν. Ό Μπουρούν κάνει μιά βαθιά υπόκλιση μπροστά του: — Μπά, γιατί; Θ ά ’μαστε ευτυχείς άν μπορούμε πάντα νά σάς προσφέρουμε τίς υπηρεσίες μας... Ξάφνου κάτι θυμάται: Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, καί τί θά γίνει μέ τό δέντρο; Σκεφτόμαστε τό ζήτημα. Πραγματικά, τό δέντρο έχει σχε­ δόν κοπεί. Αύριο, Ετσι ε“ιτε άλλιώς, θά τό άποτελειώσουν καί θά τό κλέψουν. Ό Μπουρούν, δέν περιμένει τήν άπόφασή μας καί προχωράει πρός τήν πόρτα. Γυρνάει πρός τόν Μούσι Κάρποβιτς πού τά ’χει όλότελα πιά χαμένα καί τοϋ πετάει: — Τ*άλογο θά τό φέρουμε, μήν άνησυχεΐτε. Παιδιά, ποιός 65


θά ’ρθει μαζί μου; 'Έ ξ ι άνθρωποι φτάνουν. Τριχιά υπάρχει έκεί, Μούσι Κάρποβιτς; — Είναι δεμένη στό παλούκι του έλκηθρου. "Ολοι σκορπούν. "Υστερα άπό μιά ώρα κουβαλάνε στό Σταθμό ένα μεγάλο πεύκο. Είναι τό βραβείο τού Σταθμού. Ε κ τ ό ς ά π ’αύτό, σύμφωνα μέ μιά παλιά παράδοση στό Σταθμό μένει καί τό τσεκούρι. Θά κεράσει πολύς καιρός, καί δμως δταν κάνουμε καμιά άπογραφή γιά πολύ διάστημα άκόμα τά παιδιά θά λένε: — Είχαμε τρία τσεκούρια. Σ οϋ’δοσα τρία τσεκούρια. Δυό υπάρχουν, τό τρίτο ποϋ είναι; — Ποιό «τρίτο»; — Ποιό; Νά! Ε κ ε ίν ο πού πήραμε τότε ά π ’τόν Μούσι Κάρποβιτς. Τά πρώτα φύτρα μιάς καλής συλλογικής ζωής δέν τά ’δοσαν τόσο οί ήθικολογίες καί ή άγανάχτηση, δσο ή ένδιαφέρουσα αύτή καί πραγματικά γόνιμη πραχτική πάλη. Τά βράδια πότε λογοφέρναμε, πότε γελούσαμε, πότε ονειροπολούσαμε γύρω ά π 'τ ίς περιπέτειες μας. "Ο λ’αύτά τά δύσκολα, τολμηρά, μά καί συναρπαστικά γεγονότα τής ζωής μας μάς άδέλφωσαν καί μάς συσπείρωσαν σ ’ένα ένιαϊο σύνολο πού φέρνει τ ’όνομα: Σταθμός Γκόρκι.

6. ΠΩΣ ΚΑΤΑΧΤΗΣΑΜΕ ΤΟ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΝΤΕΠΟΖΙΤΟ Στό μεταξύ ό Σταθμός άρχισε λίγο-λίγο νά δημιουργεί τήν ιστορία του στόν τομέα τής ύλικής έξασφάλισης. ' Η φτώχεια, πού είχε φτάσει ώς τό έσχατο δριο, οί ψείρες καί τά κρυοπαγημένα πόδια δέν μάς έμπόδιζαν νά χτίζουμε δνειρα γιά ένα ευτυχισμένο μέλλον. "Αν κι ό τριαντάρης Μ ικρούλης μας καί ή παλιωμένη σπαρτική μηχανή μάς έδιναν λίγες έλπίδες γιά ν ’άναπτύξουμε τήν άγροτική οίκονομία, ώστόσο τά όνειρά μας είχαν άκριβώς αύτό τόν άγροτικό προσανατολισμό. Μά αύτά ήταν μόνο όνειρα. Ό Μ ικρούλης ήταν ένας άς πούμε κινητή­ ρας, τόσο άκατάλληλος γιά τή γεωργία, ώστε μόνο στή φαντα­ σία μας μπορούσαμε νά ζωγραφίσουμε τήν εικόνα: ότι ό 66


Μ ικρούλης σέρνει τό άλέτρι. Ε κ τ ό ς ά π ’αύτό, στό Σταθμό δέν πεινούσαν μόνο τά παιδιά, πεινούσε κι 6 Μικρούλης. Μέ μεγάλη δυσκολία τού βρίσκαμε άχυρο, σπάνια λίγο σανό. 'Ο λόκλη ρο σχεδόν τό χειμώνα άντί νά μάς πηγαίνει, τόν πηγαίναμε. *Ηταν άληθινή τυράγνια καί πάντα τό δεξί χέρι τού Καλίνα ’ϊβάνοβιτς πονοϋσε ά π ’τό άπειλητικό στριφογύρισμα τοϋ καμτσικιού του πού τ ’άνέμιζε συνέχεια πάνω ά π ’τίς πλάτες τ ’άλογου. Χωρίς αύτό ό Μ ικρούλης δέν έκανε οϋτε βήμαΜά οϋτε τό Ίδιο τό έδαφος τοϋ Σταθμοϋ μας ήταν κατάλλη­ λο γιά τή γεωργία. Ή τ α ν δλο άμμο πού μέ τό παραμικρό φύσημα τοϋ άγέρα κατρακυλούσε ά π ’τόνα μέρος σ τ ’άλλο. Καί τώρα άκόμα δέν μπορώ καλά-καλά νά καταλάβω, πώς, στίς συνθήκες αύτές, έπιχειρήσαμε Εναν φανερό τυχοδιωκτισμό, πού π αρ’δ λ ’αύτά μάς βοήθησε νά σταθούμε στά ποδιά μας. Ξάφνου μάς χαμογέλασε ή τύχη. "Ολα άρχισαν άπό I να άνέκδοτο: πήραμε διαταχτική νά κόψουμε ξύλα βαλανιδιάς. Έ π ρ επ ε νά κουβαλήσουμε τά κομμένα ξύλα ά π ’τόν τόπο τής υλοτομίας κατευθείαν σέ μέρος, πού βρισκόταν βέβαια στά δρια τής δικής μας περιοχής, δμως έντελώς άγνωστο γιατί, πρός τά κεΐ δέ μάς έτυχε νά πάμε οϋτε μιά φορά ώς τώρα. Συνεννοηθήκαμε μέ δυό γείτονες χωρικούς καί ξεκινήσαμε μέ τά δικά τους άλογα γιά τόν άγνωστο τόπο. ’ Ενώ οί άγωγιάτες πήγαιναν πέρα-δώθε στόν τόπο τής υλοτόμησης, καί φόρτωναν στά έλκηθρα χοντρά κούτσουρα βαλανιδιάς, λογοφέρνοντας: «θά... κατρακυλήσει ή δχι...» ά π ’τό 'έλκηθρο τέτιο κούτσουρο στό δρόμο, έμεΐς μέ τόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς προσέξαμε μιά σειρά άπό λεϋκες πού υψώνονταν πά­ νω ά π ’τά καλάμια τοϋ παγωμένου ποταμού. Περάσαμε πάνω ά π ’τόν πάγο καί φτάσαμε μ έσ ’άπό κάτι δέντρα σ ’ένα ϋψωμα. Καί ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σ ’ένα νεκρό βασίλειο. Καμιά δεκαριά μεγάλα καί μικρά σπίτια, άποθήκες, άχυρώνες, σταϋλοι καί άλλα βοηθητικά χτίσματα κείτονταν σ ’έρείπια. "Ολα ήταν στόν Ίδιο βαθμό καταστραμμένα: έκει πού πρίν υψώνονταν οί τούβλινες σόμπες έβλεπες τώρα λάσπες καί τοϋβλα, πασπαλισμένα μέ χιόνι. Τά πατώματα, οί πόρτες, τά παράθυρα, οί σκάλες είχαν έξαφανιστεΐ. Πολλά ά π ’ τά χωρίσματα καί τά ταβάνια είχαν έπίσης καταστραφεί, ένώ σέ πολλά μέρη οί τοίχοι καί τά θεμέλια είχαν άρχίσει νά ξηλώνον­ ται. *Α π’τόν τεράστιο σταϋλο είχαν άπομείνει μονάχα δυό τού67


βλινοι τοίχοι, καί πάνω ά π ’αυτούς έξειχε άπότομα σά νά λυπό­ ταν γιά τήν κατάντια του Ενα θαυμάσιο ντεπόζιτο πού'μοιάζε σάν νά τόχαν βάψει μόλις τώρα δά. Σ ’ύλόκληρο τό χτήμα μόνο αύτό φαινόταν ν ά ’χει κάποια ζωή, όλα τ ’άλλα έμοιαζαν νεκρά. "Ομως, ή νέκρα αύτή έκρυβε μπόλικο πλούτο: έκεϊ πρός τή μιά άκρη ύρθωνόταν ένα δίπατο σπίτι, καινούργιο, σέ στύλ μοντέρνας οικοδομής. Στά εύρύχωρα δωμάτιά του διατηρούνταν άκόμα τ ’ανάγλυφα στολίδια στά ταβάνια καί τά μαρμαρένια περβάζια στά παράθυρα. Στήν άλλη άκρη τής αύλής υπήρχε ένας όλοκαίνουργιος σταΰλος άπό μπετόν. Ά κ ό μ α καί τά καταστραμμένα χτίρια, άν τά ’βλεπες άπό κοντά, σου έκαναν έντύπωση μέ τό γερό χτίσιμό τους, τή σκληρή δρύινη ξυλεία τους, τά σίγουρα δεσίματά τους, τ*όμορφο ροκάνισμα τών δοκαριών, τήν περίφημη άλφαδιά τών γραμμών τους. Ό γερός όργανισμός τού νοικοκυριού δέν είχε πεΟάνει άπό γεράματα κι άπό άρρώστιες: τόν ξέκαναν βίαια πάνω στήν άκμή τής δύναμης καί τής ύγείας του. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς φώναζε συνέχεια βλέποντας όλον αύτό τόν πλούτο: — Κοίτα τί γίνεται δώ πέρα: καί ποταμάκι, καί κήπος, καί λιβάδια. Κοίτα όμορφιά! Τό ποταμάκι τύλιγε τό χτήμα άπό τρεις μεριές, παρακάμ­ πτοντας τόν άρκετά ψηλό λόφο, πού βρισκόταν έτσι σάν τυχαία ριγμένος μέσα στήν πεδιάδα. Ό κήπος κατηφόριζε πρός τό ποτάμι σχηματίζοντας τρία πατάρια: στό πάνω είχε βυσσινιές, στό δεύτερο μηλιές κι άχλαδιές, στό τρίτο μιά όλόκληρη έχταση άπό φραγκοσταφυλιές, Στή δεύτερη αύλή δούλευε ένας μεγάλος μύλος μέ πέντε πατώματα. Α π ’τούς έργάτες τού μύλου μάθαμε ότι τό χτήμα άνήκε στούς άδελφούς Τρέπκε. Οί Τρέπκε είχαν φύγει μαζί μέ τό στρατό τού Ντενίκιν, έγκαταλείποντας τά πλούσια σπίτια τους. "Ολη αύτή ή περιουσία άπό καιρό είχε πάρει τό δρόμο γιά τή γειτονική Γκοντσαρόφκα καί τά χωριατόσπιτα καί τώρα τόν ίδ ιο δρόμο έπαιρναν καί τά σπίτια. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς δέ βάσταξε καί ξέσπασε: —Α γ ρ ίμ ια , κατάλαβες; Παλιανθρώποι, ήλίθιοι! ’Πδώ ύπάρχει τόσο βιός, σπίτια, σταϋλοι! Ζήσε, λοιπόν, παλιόσκυλο, κάτσε, γίνου νοικοκύρης, πίνε τό καφεδάκι σου, δμως έσύ, χαμένε, χαλάς τίς πόρτες καί σπας τά παράθυρα. Καί γιατί; Γιατί θέλεις νά βράσεις κουρκούτι, καί δέν κουνάς τά πόδια σου νά 6Χ


πας νά κόψεις ξύλα... Πού νά σου κάτσει στό λαιμό τό παλιοκουρκούτι σου, βλάκα, ήλίθιεί Καί τέτιος θά ψοφήσει, κατάλαβες; Καί καμιά έπανάσταση δέ θά τόν σώσει. "Αχ, παλιανθρώποι, λέρες, βλακόμουτρα άναθεματισμένα! Τί θά μου πεις τώρα;... Πέστε μου σάς παρακαλώ σύντροφε — άπευθύνθηκε ό Καλίνα ’ ϊβάνοβιτς σέ κάποιον α π ’τούς μυλωνάδες — ποιόν θά ρωτήσουμε γιά νά πάρουμε αύτό τό ντεπόζιτο; Νά, έκεινο πού φαίνεται πάνω ά π ’τό σταυλο. Έ τ σ ι είτε άλλιώς έδώ καταστρέφεται χωρίς νά δίνει κανένα όφελος. — Τό ντεπόζιτο, έκεϊνο; ΙΙοιός διάολος ξέρει; ’ Εδώ κάνει κουμάντο τό σοβιέτ του χωριού... —Ά , έτσι; Ώ ρ α ΐα λοιπόν, είπε ό Καλίνα ‘ϊβάνοβιτς καί τραβήξαμε ξανά γιά τό Σταθμό. Στήν έπιστροφή, βαδίζοντας πάνω στόν πατημένο δρόμο, πίσω ά π 'τά έλκηθρα τών γειτόνων μας, ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τ ό ’ριξε στό όνειροπόλημα: τί καλά θά ’ταν νά πάρουμε αύτό τό καζάνι, νά τό μεταφέρουμε στό Σταθμό, νά τό τοποθετήσουμε στή σοφίτα τοϋ πλυσταριού καί νά μετατρέψουμε τό πλυσταριό σέ μπάνιο! Τό πρωί, δταν ξεκινούσαμε καί πάλι γιά νά κόψουμε ξύλα, ό Καλίνα 'ϊβ ά νο β ιτς μ ’επιασε ά π ’τό κουμπί τοϋ σακακιού: — Γράψε, άγαπητέ μου, ένα χαρτί σ ’αύτό τό σοβιέτ τοϋ χωριού. Τό ντεπόζιτο αύτωνών τούς χρειάζεται δσο στό σκύλο ή τσέπη, ενώ έμεϊς θά 'χουμε μπάνιο... Γιά νά ίκανοποιήσω τόν Καλίνα 'ϊβάνοβιτς, έκατσα κι έγραψα τό χαρτί. Τό βράδυ ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς γύρισε έξω φρενών: —'Ο ρίσ τε, τά παράσιτα! Αύτοί, βρέ παιδί μου, βλέπουν τά πράματα μόνο χθεωρητικά κι όχι πραχτικά. Τό ντεπόζιτο αύτό, γιά νά τ ό ’χουνε φαίνεται πάντα άδειανό, είναι κρατική περιου­ σία, λένε. Είδες άλλη φορά τέτια βλακόμουτρα; Γράψε! Θά πάω στήν έχτελεστική έπιτροπή τής έπαρχίας. — Ποϋ θά πάς; Μά. ώς έκεΐ είναι είκοσι βέρστια. Μέ τί θά πάς; — Νά, έδώ δίπλα ένας άνθρωπάκος έτοιμάζεται νά πάει, μ ’αύτόν θά πεταχτώ μιά βόλτα. Τό σχέδιο τοϋ Καλίνα 'ϊβ ά νοβ ιτς νά φτιάξει μπάνιο άρεσε πολύ σ 'δ λ ο υ ς τούς τροφίμους τού Σταθμού, δμως κανένας δέν πίστευε πώς θά πάρουμε τό ντεπόζιτο. 69


—~Ας περάσουμε κάπως καί χωρίς αύτό τό ντεπόζιτο. Μπορούμε νά'φτιάξουμε ένα ξύλινο. —Έ χ , τίποτα δέν καταλαβαίνεις! Οί άνθρωποι πού έφτια­ ξαν τά σιδερένια ντεπόζιτα ήξεραν τί έκαναν. Κι αύτό τό ντεπόζιτο έγώ μέ νύχια καί μέ δόντια θά τ ’άρπάξω ά π ’τά χέρια τους, τά παράσιτα... — Καί μέ τί θά τό κουβαλήσετε; Μέ τόν Μ ικρούλη; — Μή νοιαζόσαστε. Θά τό μεταφέρουμε. Σ ’όποιον δίνουν σούπα βρίσκει καί κουτάλι!... ’Α π ’τήν έχτελεστική έπιτροπή τής έπαρχίας ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς γύρισε άκόμα πιό πολύ φουρτουνιασμένος κι είχε ξεχάσει όλες τίς άλλες λέξεις έκτός ά π ’τίς βρισιές. 'Ο λόκλη ρη βδομάδα, κάτω ά π ’τά χάχανα τών παιδιών, μέ γυρόφερνε σά ζητιάνος: — Γράψε ένα χαρτί γιά τήν έχτελεστική έπιτροπή τής περιοχής... —"Ασε με, Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, έχουμε άλλες δουλιές πιό σοβαρές άπό τό ντεπόζιτό σου. — Γράψε, λοιπόν; Τί σοΰ κοστίζει; Λυπάσαι μήπως τό χαρτί; Γράψε, καί νά δεΐς, έγώ θά τό φέρω τό καζάνι. Τ ο ύ ’γραψα κι αύτό τό χαρτί. Χώνοντάς το στήν τσέπη του, ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έπιτέλους χαμογέλασε: — Δέ μπορεΐ νά γίνει αύτό, δέ γίνεται νά υπάρχει ένας τέτιος νόμος: τό βιός νά χάνεται καί κανένας νά μήν ένδιαφέρεται. Δέ βρισκόμαστε δά στόν καιρό τοΟ τσάρου! ’Α π ’τήν έπιτροπή περιοχής ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς γύρισε άργά τή νύχτα καί δέν πέρασε οΰτε άπό μένα, ούτε κι ά π ’τό θάλαμο. Μόνο τήν άλλη μέρα τό πρωί ήρθε στό δωμάτιό μου καί μέ κάποια προσποιητή κι έπίσημη ψυχρότητα κάρφωσε μ έσ ’ ά π ’τό παράθυρο τό βλέμμα του κάπου μακριά στόν όρίζοντα. — Τίποτα δέ γίνεται, είπε ξερά, δίνοντάς μου τό χαρτί. Κάθετα, πάνω σ ’ δλο τό άναλυτικό κείμενο τής αίτησής μας ήταν γραμμένη μέ κόκκινο μελάνι, μιά σύντομη, κατηγορηματι­ κή κι άμετάκλητη άπόφαση: « ’Απορρίπτεται». Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς γιά πολύ διάστημα έφερνε βαριά τήν υπόθεση αύτή. Λυό βδομάδες είχε καταχωνιαστεί ποιός ξέρει που ή άγαπημένη γεροντίστικη ζωηράδα του. Τήν έπόμενη Κυριακή, όταν πιά ό Μάρτης κοροΐδευε γιά καλά τό χιόνι πού’χε μείνει άκόμα, φώναξα μερικά παιδιά γιά νά βγούμε περίπατο στά περίχωρα. ’ Εξοικονόμησαν δπως-δπως 70


λίγα ζεστά ρούχα καί ξεκινήσαμε... γιά τό χτήμα τών Τρέπκε. — Καί δέ φτιάχνουμε έδώ τό Σταθμό μας; πέταξα τή σκέψη μου φωναχτά. — Που «έδώ»; — Νά, σ ’αύτά τά σπίτια. — Μά πώς; Έ δώ δέ μπορεϊ κανείς νά ζήσει... — Θά τά έπισκευάσουμε. Ό Ζαντόροφ Εσκασε στά γέλια κι άρχισε νά βαδίζει πέρα δώθε στήν αύλή. —Έ μ εΐς άκόμα δέν καταφέραμε ουτε τρία σπίτια νά έπι­ σκευάσουμε. "Ολο τό χειμώνα τίποτε δέν κάναμε. — Ναί, μά άν τά καταφέρουμε καί τά έπισκευάσουμε; —Έ χ , θά γινόταν έδώ ένας Σταθμός θαύμα! Ποταμάκι, κήπος καί μύλος... Χωθήκαμε στά έρείπια καί κάναμε σχέδια: έδώ οί θάλαμοι, έκεϊ ή τραπεζαρία, μιά υπέροχη λέσχη, αύτές θά ’ναι οί αίθουσες διδασκαλίας... Γυρίσαμε στό Σταθμό κουρασμένοι, μά γιομάτοι έντυπώσεις. Τά καινούργια σχέδια μάς Εδιναν καινούργιες δυνάμεις. Στό θάλαμο άρχίσαμε άμέσως νά συζητάμε τίς λεπτομέρειες καί τά ξεχωριστά προβλήματα τοϋ μελλοντικού Σταθμοϋ. Πρίν διαλυθούμε ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα λέει: — Ξέρετε, παιδιά, μοϋ φαίνεται δέν κάνετε καλά νά κατα­ πιάνεστε μέ δνειρα θερινής νυκτός. Αύτό δέν είναι μπολσεβί­ κικο. Στό θάλαμο άπλώθηκε σιγή, γεμάτη άμηχανία. Έ ρ ιξ α μιά θυμωμένη ματιά στήν Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβ­ να, χτύπησα τή γροθιά μου στό τραπέζι κι είπα: — Κι έγώ σάς λέω: σ ’ένα μήνα τό χτήμα αύτό θά ’ναι δικό μας! Κι αύτό δέ θ ά ’ναι μπολσεβίκικο; Τά παιδιά ξέσπασαν στά γέλια κι άρχισαν τά «Ζήτω!». Γελούσα κι έγώ, γελοϋσε κι ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. 'Ο λόκλη ρη τή νύχτα κάθησα κι έγραψα τήν άναφορά στήν έχτελεστική έπιτροπή τοϋ Κυβερνείου. Σέ μιά βδομάδα μέ κάλεσε ό διευθυντής τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας. — Καλή ή σκέψη σας. Πάμε νά δούμε. Τήν έπόμενη βδομάδα τό σχέδιό μας συζητήθηκε στήν έχτελεστική έπιτροπή τοϋ Κυβερνείου. Μάθαμε, πώς ή τύχη τοϋ χτήματος άνησυχούσε άπό καιρό τίς άρχές. Μοϋ δόθηκε καί 71


μένα ή ευκαιρία νά διηγηθώ γιά τή φτώχεια, τήν Ελλειψη προοπτικής καί τήν έγκατάλειψη του Στάθμου, δπου είχε γεννηθεί ήδη μιά ζωντανή κολεχτίβα. Ό πρόεδρος τής έχτελεστικής έπιτροπής είπε: —Ή κεϊ χρειάζεται νοικοκύρης κι έδώ οί νοικοκύρηδες δέν έχουν τί νά κάνουν. Ά ς τό πάρουν! Καί, νά! Στά χέρια μου κρατάω τήν έντολή γιά τό πρώην χτήμα τών Τρέπκε μ ’έξήντα ντεσιατίνες καλλιεργήσιμης γής καί, χώρια ά π ’αύτό, έναν έγκριμμένο προϋπολογισμό γιά τίς έπισκευές. Στέκομαι στό κέντρο τού θαλάμου, καί μέ δυσκολία πιστεύω δτι δ λ ’αύτά δέν είναι δνειρο. Μέ συνεπαίρνει ή συγκίνηση κι ό ένθουσιασμός τών παιδιών γύρω μου. Τεντώνουν τά χέρια τους καί φωνάζουν: — Δόστε, λοιπόν, καί σέ μας νά δοΰμε! Μπαίνει ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Τά παιδιά τής ρίχνονται μέ φωνές. Ό Σελαπούτιν τσιρίζει διαπεραστικά: — Αύτό είναι μπολσεβίκικο ή δχι; Πέστε μας τώρα. — Τί τρέχει, τί συνέβη; — Αύτό είναι μπολσεβίκικο; Κοιτάχτε, κοιτάχτε!... Π ιό πολύ ά π ’δλους χαιρόταν ό Καλίνα Ίβάνοβιτς: — Μπράβο σου, γιατί, δπως τό λένε οί παπάδες: ζητείτε καί εύρήσετε, παρακαλέστε καί θά σάς δοθεΐ... — Καρπαζιά... πρόστεσε ό Ζαντόροφ. — Πώς «καρπαζιά»; γύρισε σ ’αύτόν ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Νά, ή έντολή. —’Εσείς παρακαλούσατε γιά τό ντεπόζιτο καί σάς έδοσαν καρπαζιά. ’Ενώ αύτό είναι Εργο πού χρειάζεται στό κράτος, κι δ χι αύτό πού ζητούσαμε... — Είσαι άκόμα νεαρός έσύ γιά νά καταλαβαίνεις τί λένε οί γραφές, άστειεύτηκε ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Σέ τέτιες στιγμές δέ μπορούσε νά θυμώσει. Τήν πρώτη κιόλας Κυριακή ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, μαζί μέ μένα καί μ ’ένα τσούρμο παιδιά, ξεκίνησε γιά νά έπιθεωρήσει τό καινούργιο χτήμα μας. "Οταν φτάσαμε άρχισε νά φυσάει νικηφόρα τόν καπνό του τσιμπουκιού του στό κάθε τούβλο πού’χε άπομείνει στό χτήμα τών Τρέπκε. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς πέρασε κορδωμένος δίπλα κι ά π ’τό ντεπόζιτο. — Πότε, λοιπόν, θά μεταφέρουμε τό καζάνι, Καλίνα Ί β ά ­ νοβιτς; ρώτησε σοβαρά ό Μπουρούν. — Καί τί χρειάζεται νά τό μεταφέρουμε, τό παράσιτο; Καί 72


δώ θ ά ’ναι χρήσιμο. ’Εσύ πιά καταλαβαίνεις: σταΰλος σύμφωνα μέ τήν τελευταία λέξη τής τεχνικής, έφάμιλλος τών ευρωπαϊκών.

7. «ΠΟΥ ΞΕΡΕΙΣ. ΚΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΓΕΙ ΚΙ Α Π ’ΑΥΤΟΝ» Τό κτήμα τών άδελφών Τρέπκε πού κληρονομήσαμε ήταν Ενας θρίαμβος γιά μάς. "Ομως δέ μπορούσαμε καί τόσο γρήγορα νά μετατρέψουμε αύτό τό θρίαμβο σέ· πράξη, σέ γεγονότα. ' Η χορήγηση χρημάτων καί ύλικών καθυστερούσε άπό διάφορες αίτιες. Μά τό πιό σοβαρό έμπόδιο ήταν τό μικρό, άλλά ζημιάρικο ποταμάκι ό Καλομάκ. Τόν 'Α πρίλη ό Καλομάκ, πού χώριζε τό Σταθμό μας ά π ’τό χτήμα τών Τρέπκε, έδειξε πώς άντιπροσώπευε τά πιό κακά στοιχεία τής φύσης. Στήν άρχή άργά άργά κι έπίμονα πλημμύριζε, καί μετά, άκόμη πιό άργά άποτραβιόταν στίς στενές δχθες του άφήνοντας πίσω του καινούργιες συμφορές: μιά λασπούρα πού δέ μπορούσε νά τήν περάσει ούτε άνθρωπος οϋτε ζώο. ΓΓαύτό, τό «Τρέπκε», δπως όνομάζαμε τότε τό καινούργιο άγρόχτημά μας, έξακολουθοϋσε γιά πολύν καιρό άκόμα νά κείτεται σ ’έρείπια. Στό μεταξύ, οί τρόφιμοι του Σταθμού ζούσαν μέ τίς άνοιξιάτικες συγκινήσεις. Κάθε πρωί, μετά τό ρόφημα, περιμένοντας τό κουδούνι γιά νά πάνε στή δουλιά, κάθονταν στή σειρά δίπλα ά π ’τ ’άμπάρια καί ζέσταιναν τίς κοιλιές τους στόν ήλιο, πετώντας σ ’όλάκερη τήν αΰλή κι δπου λάχει, τά σακάκια τους. Μ πορούσαν νά κάθονται Ετσι στόν ήλιο όλόκληρες ώρες, κερδίζοντας αύτό π ο ύ 'χα ν χάσει τούς χειμωνιάτικους μήνες, δταν ήταν δύσκολο νά ζεσταθούν άκόμα καί στό θάλαμό τους. Τό κουδούνι γιά τή δουλιά τούς υποχρέωνε νά σηκωθούν καί νά σύρουν άπρόθυμα τά βήματά τους ώς τό μέρος δπου δούλευαν. Ά λ λ ά καί στή διάρκεια τής δουλιάς έβρισκαν προφάσεις καί διάφορες αΙτίες γιά νά γυρίσουν μέ κάποιο τρόπο πρός τόν ήλιο. Στίς άρχές τού Α π ρ ίλ η τ ό ’σκασε ό Βάσια Πολεσιούκ. Ό Πολεσιούκ δέν ήταν ά π'το ύς άξιοζήλευτους τρόφιμους τού Σταθμοϋ. Τό Δεκέμβρη, στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας βρέθηκα μπροστά στήν παρακάτω εΙκόνα: Μπροστά σ ’ένα ά π ’τά τραπε­ ζάκια ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος γύρω ά π ’Ενα κουρελιάρικο 73


καί βρώμικο μικρό παιδί. Τό τμήμα γιά τ ’άνώμαλα παιδιά τό εί­ χε κατατάξει στά ψυχοπαθή παιδιά καί τό Εστελνε σέ κάποιον ε(δικό σταθμό. ' Ο κουρελιάρης διαμαρτυρόταν, Εκλαιγε καί φώ­ ναζε, πώς δέν είναι καθόλου παλαβός, δτι τόν ξεγέλασαν καί τόν Εφεραν σ ’αύτή τήν πόλη, ένώ στήν πραγματικότητα Επρεπε νά τόν πανε στό Κρασνοντάρ, δπου του ύποσχέθηκαν νά τόν βά­ λουνε σέ σχολειό. — Τί φωνάζεις; τόν ρώτησα. — Νά, δέ βλέπεις; Μέ βγάζουν τρελό... — Καλά. Μή φωνάζεις. Έ ρ χ ε σ α ι μαζί μου; — Πώς θά πάμε; — Μέ τό τράμ τών δύο! “Αντε, μάζευέ τα. — Χί - χί - χί!... * Η φυσιογνωμία τοΟ κουρελή, πραγματικά, δέν Εδειχνε άναπτυγμένο άνθρωπο. "Ομως τόν διέκρινε μιά μεγάλη ζωντάνια καί σκέφτηκα: «Που ξέρεις, κάτι μπορεϊ νά βγει κι ά π “ αύτόν». Τό τμήμα γιά τ ’άνώμαλα παιδιά ξεφορτώθηκε εύχαρίστως τόν πελάτη του καί μεΐς ξεκινήσαμε κεφάτοι γιά τό Σταθμό. Στό δρόμο μου διηγήθηκε μιά ά π ’τίς συνηθισμένες ίστορίες, πού άρχίζει ά π ’τό θάνατο τών γονιών καί τήν έξαθλίωση. Τόν λέγανε Βάσια Πολεσιούκ. Σύμφωνα μέ τά λόγια του, ήταν «μπαρουτοκαπνισμένος», είχε πάρει μέρος στήν κατάληψη τοΰ Περεκόπ. Τήν άλλη κιόλας μέρα, στό Σταθμό Εραψε τό στόμα του καί κανένας, ούτε οί παιδαγωγοί, οϋτε τά παιδιά δέν μπορούσαν νά τού πάρουν λέξη. Ί σ ω ς αύτό τό γεγονός Εκανε τούς έπιστήμονες νά κατατά­ ξουν τόν Πολεσιούκ στούς φρενοβλαβείς. Τά παιδιά Εδειξαν Ενδιαφέρον γιά τή σιωπή του καί μέ παρακάλεσαν νά τούς Επιτρέψω νά χρησιμοποιήσουν πάνω του κάποια είδική μέθοδο: πρέπει όπωσδήποτε νά τόν τρομάξουν, τότε άμέσως θά λύσει τή γλώσσα του. Τό άπαγόρεψα κατηγορη­ ματικά. Καί, γενικά, μετάνιωσα πού πήρα στό Σταθμό αύτό τόν άμίλητο. Ξαφνικά, ό Πολεσιούκ άνοιξε τό στόμα του, μίλησε χωρίς νά τοΰ δόσει κανείς καμιά άφορμή. Ή τ α ν μιά υπέροχη ζεστή άνοιξιάτικη μέρα. Γύρω ό ήλιος στέγνωνε τή γή πού άπλωνε παντού τήν εύωδιά της. Ό Πολεσιούκ άρχισε νά μιλάει ζωηρά, φωνακλάδικα, συνοδεύοντας τά λόγια του μέ γέλια καί μέ 74


πηδήματα. Μέρες όλόκληρες δέν Εφευγε άπό κοντά μου καί μοϋ διηγιόταν γιά τήν άξέχαστη ζωή στόν Κόκκινο Στρατό καί γιά τό διοικητή τους τόν Ζουμπάτ. — Τί άνθρωπος! Κάτι μάτια μεγάλα, μαΰρα, σάν σέ κοίταζε, σ*Εκοβε κρύος Ιδρώτας. Μ όλις Ερχόταν στό Περεκόπ, δλους τούς δικούς μας τούς Επιανε φόβος. — Γιατί 6λο γιά τόν Ζουμπάτ μάς διηγιέσαι; ρωτούσαν τά παιδιά. Ξέρεις τή διεύθυνσή του; — Ποιά διεύθυνση; — Τή διεύθυνση, πού μπορείς νά τοϋ γράψεις, τήν ξέρεις; —"Ο χι, δέν τήν ξέρω. Καί γιατί νά τοϋ γράψω; Θά πάω στό Νικολάγεφ, έκεΐ θά τόν βρώ... — Μά αύτός θά σέ διώξει... — Δέ θά μέ διώξει. Ά λ λ ο ς μ Έδιωξε. Λέει: Δέ θά χάνουμε τώρα τήν ώρα μας μέ βλακέντιους. Μά Εγώ βλακέντιος είμαι; Μέρες όλόκληρες ό Π ολεσιούκ διηγιόταν σ ’δλους γιά τόν Ζουμπάτ, γιά τήν όμορφιά του, γιά τήν παλικαριά του κι δτι αύτός ποτέ δέν Εβριζε οΰτε αίσχρολογοϋσε. Τά παιδιά τόν ρωτούσαν άνοιχτά; —'Ε τοιμάζεσαι νά τό σκάσεις; ' Ο Πολεσιούκ μέ κοίταζε κι Εμπαινε σέ συλλογή. Σκεφτόταν πολύ κι δταν τά παιδιά τόν ξεχνούσαν κι άσχολοϋνταν μέ άλλο θέμα, αύτός ξαφνικά ρωτοϋσε έκεΐνον πού τοϋ’ βαλε τό Ερώτημα: —*Ο ’ Αντόν θά θυμώσει; — Γιά ποιό πράμα; — Νά, άν τό σκάσω. — Καί τί λές Εσύ, δέ θά θυμώσει; Δέν άξιζε τόν κόπο νά σκοτίζεται μέ σένα!... *0 Βάσια Επεφτε καί πάλι σέ συλλογή. Κάποτε, μετά τό πρωινό ρόφημα, τρέχει σέ μένα ό Σελαπού­ τιν: —Ό Βάσια λείπει ά π ’τό Σταθμό... Οϋτε τό πρωινό του πή­ ρε, τ ό ’σκάσε. Πήγε στόν Ζουμπάτ. Στήν αύλή μέ κύκλωσαν τά παιδιά. Τούς ένδιέφερε νά μάθουν τί Εντύπωση μ οϋ’κανε ή έξαφάνιση τοϋ Βάσια. —Ό Π ολεσιούκ τ ό ’κοψε λάσπη... — Τοϋ μύρισε άνοιξη... — Πήγε γιά τήν Κριμαία... —'Ο χ ι στήν Κριμαία, στό Νικολάγεφ... 75


—*Αν πάμε στό σιδηροδρομικό σταθμό, Ίσως καί τόν πιάσουμε... *0 Βάσια σάν τρόφιμος του Στάθμου δέν ήταν καί τόσο ζηλευτή φιγούρα, δμως, παρ’δ λ ’αύτά, ή δραπέτευσή του πολύ μοϋ κόστισε. Αισθανόμουνα προσβολή καί πίκρα ά π ’τό δτι δέ θέλησε νά συμμεριστεί τίς μικρές θυσίες μας καί τράβηξε άλλου νά βρεΐ καλύτερα. Ταυτόχρονα δμως ήξερα δτι ή φτώχεια πού Ε­ δερνε τό Σταθμό μ(1ς δέ μπορούσε νά κρατήσει κανέναν. Είπα στά παιδιά: —"Ας πάει, λοιπόν, κατά διαβόλου! Τί νά γίνει, έφυγε. "Εχουμε ν ’άσχοληθουμε μέ σοβαρότερα πράματα.

Τόν ’Απρίλη ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς άρχισε νά όργώνει. Τό γεγονός αύτό μάς ήρθε ξαφνικά κι άναπάντεχα. ' Η έπιτροπή γιά τίς ύποθέσεις τών άνηλίκων Επιασε έναν άνήλικο άλογοκλέφτη. Τό δράστη τόν ξαπόστειλαν κάπου, δμως ό νοικοκύρης του άλόγου δέ βρέθηκε. Μιά όλόκληρη βδομάδα ή έπιτροπή βασα­ νίστηκε φοβερά: δέν ήταν συνηθισμένη νά κρατάει κοντά της Ενα τέτιο άβολο ύλικό τεκμήριο, δπως ήταν τό άλογο. Πήγε στήν έπιτροπή ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, είδε τή μαρτυρική ζωή καί τή θλιβερή θέση τοΰ άλογου, πού δέν Εφταιγε σέ τίποτα, καί πού στεκόταν στή μέση τής λιθόστρωτης αύλής, τό πήρε χωρίς νά πεΐ λέξη ά π ’τό χαλινάρι καί τό'φ ερ ε στό Σταθμό. Τά μέλη τής έπιτροπής ξανάσαναν μ ’άνακούφιση. Ό Σταθμός υποδέχτηκε τόν Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς μέ κραυγές ένθουσιασμοΰ καί κατάπληξης. ' Ο Γκούντ πήρε μέ τρεμάμενα χέρια τά χαλινάρια ά π ’τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί μαζί μ ’αύτά καί τή συμβουλή: — Κοίτα καλά! Σ ’ αύτό δέν πρέπει νά φέρνεστε δπως μεταξύ σας. Αύτό είναι ζωντανό, δέν Εχει γλώσσα καί δέ μπορεϊ νά μιλήσει. Κι οί ίδιοι ξέρετε, πώς δέ μπορεϊ νά κάνει τά παράπονά του. "Ομως άν θά τό πιλατεύεις καί σοΰ κοπανήσει καμιά κλωτσιά κατακούτελα μήν κάνεις τόν κόπο καί παρουσιαστείς στόν ’Αντόν Σεμιόνοβιτς. Ουτε κλάματα, οΰτε παρακάλια σέ σώνουνε. Θά σ ’άρπάξω καί θά σοΰ τσακίσω τό κεφάλι. Στεκόμασταν γύρω ά π ’αύτή τήν όμάδα πού πανηγύριζε τό γεγονός καί κανένας δέ διαμαρτυρόταν γιά τούς τόσο φοβερούς κινδύνους πού άπειλοΰσαν τήν κούτρα τοΰ Γ κούντ. ' Ο Καλίνα Ίβ άνο β ιτς, παρά τόν άπειλητικό καί τρομερό λόγο του, Ελαμπε 76


άπό χαρά καί χαμογελούσε άνάμεσα ά π ' τούς καπνούς τής τσιμπούκας του. Τό άλογο ήταν κοκκινότριχο, σχετικά νέο, κι άρκετά καλοθρεμμένο. Γιά κάμποσες μέρες ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μαζί μέ τά παιδιά άνακατευόταν στήν άποθήκη. Μέ τή βοήθεια σφυριών, κατσαβιδιών καί άλλων παλιοσιδερικών καί τέλος μέ τή βοήθεια πολλών διδαχτικών λόγων πού έβγαζε καθημερινά κατόρθωσε νά σκαρώσει κάτι σάν άλέτρι άπό διάφορα άχρηστα άπομεινάρια τοΰ παλιοΰ Σταθμοϋ. Καί νά, μιά ειρηνική κι εύτυχισμένη είκόνα: ό Μπουρούν καί ό Ζαντόροφ όργώνουν! Ό Καλίνα 'ϊβ ά νοβ ιτς βαδίζει δίπλα τους καί λέει: —"Αχ, βρέ παράσιτα! Ουτε νά όργώσετε δέν ξέρετε. Νά έδώ μισή δουλιά κάνατε, κι έδώ, νά καί κεϊ... Τά παιδιά, καλόβολα, άρχισαν νά τόν πειράζουν. — Δείξτε μας ό ίδιος, Καλίνα ’ϊβάνοβιτς. Καί σείς, δπως φαίνεται, ποτέ δέν όργώσατε. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς έβγαλε τήν πίπα ά π ’τό στόμα, προ­ σπαθώντας νά δόσει άγρια έκφραση στό πρόσωπό του: — Ποιός, έγώ δέν όργωσα; Καί μήπως είναι ύποχρεωτικό νά έχω όργώσει ό ίδιος; Πρέπει νά καταλαβαίνει κανένας. Νά! Έ γ ώ καταλαβαίνω πώς πήρες τή γή ξώπετσα μέ τ ’άλέτρι, έσύ, δμως, δέν τό καταλαβαίνεις. Λίγο παραπέρα βάδιζαν ό Γκούντ καί ό Μ πράτσενκο. Ό Γκούντ κατασκόπευε τούς ζευγάδες, μήπως πειράζει κανείς τ ’άλογο, ένώ ό Μπράτσενκο κοίταζε δλο άγάπη τό ντορή. Είχε βολευτεί κοντά στόν Γκούντ σάν έθελοντής βοηθός στή δουλιά τοΰ σταύλου. Στήν άποθήκη είχαν καταπιαστεί μέ τήν παλιά σπαρτική μηχανή κάμποσα ά π ’τά μεγαλύτερα παιδιά. Ό Σοφρόν Γκολοβάν τούς έβαζε τίς φωνές μά ταυτόχρονα άφηνε κατάπληχτες τίς ευαίσθητες ψυχές τους μέ τή μεγάλη τέχνη του καί τοϋ σιδερά καί τοϋ έφαρμοστή. * Ο Σοφρόν Γκολοβάν είχε άρκετά χτυπητά χαρακτηριστικά, πού τόν ξεχώριζαν ά π ’τούς κοινούς θνητούς. Είχε τεράστιο άνάστημα, ήταν έξαιρετικά εύθυμος, πάντα πιωμένος, μά ποτέ μεθυσμένος κι είχε γιά δλα τή δική του γνώμη, πού διακρινόταν πάντα γιά τήν καταπληχτική άγραμματοσύνη. Ό Γκολοβάν άποτελοϋσε ένα τερατώδικο συνδυασμό κουλάκου καί σιδερά: είχε δυό σπίτια, τρία άλογα, δυό άγελάδες κι ένα σιδεράδικο. 77


Παρά τήν κουλάκικη περιουσία του, ήταν καλός σιδεράς, καί τά χέρια του δούλευαν άσύγκριτα πιό καλά ά π ’τό κεφάλι του. Τό σιδεράδικο του Σοφρόν βρισκόταν στόν κεντρικό δρόμο πρός τό Χάρκοβο, δίπλα ά π ’τό πανδοχείο κι άκριβώς σ ’αύτή τή γεωγρα­ φική θέση του βρίσκεται καί τό μυστικό τού πλουτισμού τής οΐκογένειας Γκολοβάν. Τόν Σοφρόν τόν προσκάλεσε στό Σταθμό ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. Στίς άποθήκες μας βρέθηκαν μερικά σιδηρουργικά έργα­ λεΐα. Τό ίδ ιο τό σιδεράδικο βρισκόταν σέ άθλια κατάσταση, δμως ό Σοφρόν πρότεινε νά μεταφέρει έδώ τό άμόνι καί τό καμίνι του, νά συμπληρώσει κάπως τά έργαλεΐα πού’λειπαν καί νά δουλεύει σάν υπεύθυνος τού σιδεράδικου. Ά να λάβ α ινε μάλιστα μέ δικά του έξοδα νά έπιδιορθώσει καί τό χτίριο τού σιδεράδικου. Πολύ μέ παραξένεψε ή προθυμία πού’δείχνε ό Γκολοβάν ν ά ’ρθει νά μάς βοηθήσει. Τήν άπορία μου τήν έλυσε στή «βραδινή άναφορά» του ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Χώνοντας τό χαρτί στό λαμπογυάλι γιά ν ’άνάψει τό τσιμπούκι του ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς μου λέει: — Αύτό τό παράσιτο, ό Σοφρόν δέν έρχεται έτσι τυχαία σέ μάς. Ξέρεις, τόν στρίμωξαν οί μουζίκοι σέ τέτιο σημείο, πού φοβάται μήπως τοΰ πάρουν τό γύφτικο, ένώ έδώ ξέρεις, είναι σά νά βρίσκεται σέ σοβιετική υπηρεσία. — Τί νά κάνουμε, λοιπόν, μ ’αύτόν; ρώτησα τόν Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. — Τί νά κάνουμε λές; Μά ποιός άλλος θ ά ’ ρθει έδώ; Ποΰ νά βροΰμε καμίνι; Κι έργαλεΐα; Καί δωμάτιο δέν έχουμε νά μείνουμε κι άν άκόμα βρεθεί καμιά τρύπα πρέπει νά φέρουμε μαραγκούς. Καί νά σοΰ πώ — ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μισόκλεισε τά μάτια — τί έχουμε νά χάσουμε; Τήν τσόχα ή τά ραφτικά; Καί τί μ ’ αύτό πού ’ ναι κουλάκος; "Οπως καί νά ’ χει τό πράμα θά δου­ λεύει κι αύτός δπως δλοι μας. Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς φυσούσε σκεφτικός τόν καπνό του ψηλά στό χαμηλό ταβάνι τοΰ δωματίου μου. Ξαφνικά, χαμογέ­ λασε: — Αύτοί οί μουζίκοι, τά παράσιτα, έτσι κι άλλιώς θά τού πάρουν τό γύφτικο. Καί ποιό τ ’δφελος ά π ’αύτό; "Ετσι κι άλλιώς δέ θά τό δουλέψουν. "Ας τό πάρουμε, λοιπόν, καλύτερα έμεϊς, μιά πού ό Σοφρόν θά πάει πού θά πάει χαμένος. Θά περιμένουμε λιγάκι καί μετά θά τόν κανονίσουμε: αύτό είναι 78


σοβιετικό Ίδρυμα, κι έσύ, παλιόσκυλο, ήσουνα άνθρωποχφάγος, αΊμα έπινες ά π ’τούς άνθρώπους, χέ-χέ-χέ!... Στό μεταξύ πήραμε ένα μέρος ά π ’τά χρήματα γιά τήν έπισκευή τού χτήματος, δμως ήταν τόσο λίγα, πού έπρεπε νά κάνουμε ένα σωρό συνδυασμούς γιά νά τά φέρουμε βόλτα. ' Η άνάγκη έσπρωχνε νά τά κάνουμε δλα μέ τίς δικές μας δυνάμεις. Γ ι’αύτό ήταν άπαραίτητο ν ά ’χουμε τό σιδεράδικο, ν ά ’χουμε καί ξυλουργείο. Ξυλουργικούς μπάγκους είχαμε, καί μπορούσα­ με δπως-δπως νά δουλέψουμε. ’Αγοράσαμε έργαλεΐα. Πολύ γρήγορα, έμφανίστηκε στό Σταθμό κι ό μαραγκός. Μέ τήν καθοδήγησή του τά παιδιά ρίχτηκαν μέ ζωντάνια στή δουλιά. Ά ρ χ ισ α ν νά πριονίζουν τά σανίδια πού φέραμε ά π ’τήν πόλη καί νά κολλάνε τίς πόρτες καί τά παράθυρα πού προορίζονταν γιά τόν καινούργιο Σταθμό. Δυστυχώς, οί έπαγγελματικές γνώ­ σεις τών μαραγκών μας ήταν τόσο μηδαμινές, πού δλη αύτή ή δουλιά προχωρούσε στήν άρχή πολύ βασανιστικά. Οί σιδεράδικες δουλιές - κι ήταν πάρα πολλές - δέν πήγαιναν έπίσης καλύτερα. ' Ο Σοφρόν δέν έβαζε καί πολλές προσπάθειες γιά νά τελειώσει γρήγορα ή περίοδος τής άνασυγκρότησης του σοβιε­ τικού κράτους. ' Ο μισθός του σάν ύπεύθυνου ήταν άσήμαντος: τή μέρα τής πληρωμής, ό Σοφρόν έστελνε έπιδειχτικά δλα τά λε­ φτά πού έπαιρνε μ ’ένα ά π ’τά παιδιά στή γριά πού πουλούσε τή λαθραία βότκα μέ τή διαταγή: — Τρία μπουκάλια πρωτόβγαλτη. Αύτό, άργησα νά τό μάθω. Καί γενικά, έκεΐνο τόν καιρό μέ είχαν ύπνωτίσει οί διάφορες, όνομασίες: γάντζοι, υπόστεγα, ρεζέδες, σύρτες. Μαζί μέ μένα, ή δουλιά αύτή πού είχε άρχίσει έτσι ξαφνικά νά φουντώνει, τούς είχε συνεπάρει δλους. ’ Ανάμε­ σα στά παιδιά ξεχώρισαν κιόλας μαραγκοί καί σιδεράδες, στήν τσέπη μας άρχισαν νά κουδουνίζουν τά καπίκια. Αύτή ή ζωντάνια πού μάς έφερε τό σιδεράδικο μετατράπηκε σ ’έναν πραγματικό ένθουσιασμό. Ά π ’τίς όχτώ ή ώρα κιόλας τό πρωί, στό Σταθμό άκουγόταν ό χαρούμενος χτύπος τού άμονιοδ, στό σιδεράδικο άκουγες πάντα γέλια, ένώ στίς πόρτες του, πού ήταν διάπλατα άνοιχτές, δλο καί στέκονταν δυό-τρεΐς χωριάτες, μιλούσαν γιά τίς δουλιές τους, γιά τήν ύποχρεωτική συγκέντρω­ ση τών άγροτικών προϊόντων ά π ’τό κράτος, γιά τόν πρόεδρο τής έπιτροπής τών φτωχών άγροτών Βερχόλα, γιά τίς ζωοτροφές καί γιά τίς σπαρτικές μηχανές. Πεταλώναμε τ ’άλογα τών χω ρι­ κών, έπισκευάζαμε τίς ρόδες ά π ’τά κάρα, έπιδιορθώναμε τ ’άλέ79


τρια. Οί φτωχοί άγρότες μας πλήρωναν στή μισή τιμή κι αύτό έγινε άφορμή ν ’άρχίσουν άτέλειωτες συζητήσεις γιά τήν κοινω­ νική δικαιοσύνη καί τήν κοινωνική άδικία. Ό Σοφρόν πρότεινε νά μάς φτιάξει έ ν ’άμάξι. Στίς άποθήκες τοΰ Σταθμού πού ήταν μιά άκένωτη πηγή κάθε παλιατσούρας βρέθηκε κάποια καρότσα. Ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς έφερε ά π ’τήν πόλη δυό άξονες. Δυό όλόκληρες μέρες στό σιδεράδικο χτυπού­ σαν οί βαριές καί τά σφυριά. ’ Επιτέλους ό Σοφρόν άνακοίνωσε δτί τό άμάξι είναι έτοιμο, μόνο πού χρειάζεται άκόμα σούστες καί ρόδες. Ούτε τόνα ούτε τ ’άλλο είχαμε. Γιά πολύ καιρό έψαχνα στήν πόλη νά βρω παλιές σούστες, ένώ ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ξεκίνησε γιά μακρινό ταξίδι. Γύριζε όλόκληρη βδομάδα κι έφερε τελικά δυό ζευγάρια καινούργια στεφάνια άπό τροχούς καί μαζί μ ’αύτά ένα σωρό έντυπώσεις, πού άνάμεσά τους ή πιό βασική ήταν: — Τί άπολίτιστος λαός είναι αύτοί οί μουζίκοι! 'Ο Σοφρόν έφερε ά π ’τό χωριό τόν Κοζίρ. Ό Κοζίρ ήταν σαράντα χρόνων, σταυροκοπιόταν μέ κάθε εύκαιρία, ήταν πολύ ήσυχος άνθρωπος, εύγενικός καί πάντα ζωηρός καί χαμογελα­ στός. Δέν ήταν πολύς καιρός πού είχε βγει ά π ’τό φρενοκομείο καί τόν έπιανε φοβερή τρεμούλα δταν θυμόταν τ ’δνομα τής γυναίκας του, πού ήταν καί ή υπαίτια γιά τή λαθεμένη διάγνωση τών ψυχιάτρων τού νομού. Ό Κοζίρ ήταν καροποιός. Χάρηκε δσο δέ λέγεται δταν τού προτείναμε νά μάς φτιάξει τέσσερις τροχούς. Οί Ιδιομορφίες τής οίκογενειακής του ζωής καί ό άσκητισμός του τόν έσπρωξαν νά μάς κάνει μιά καθαρά πραχτική πρόταση; — Ξέρετε κάτι, σύντροφοι; Δόξα σοι ό θεός, πού μέ φωνάξατε έμένα τό γεροντάκο. Ξέρετε τί θά σάς πώ; Θά μεί­ νω γιά πάντα κοντά σας νά ζήσω. — Μά δέν έχουμε πού νά μείνεις. — Δέν πειράζει. Μήν άνησυχεΐτε, θά βρώ έγώ μέρος μέ τή βοήθεια τοΰ θεού. Τώρα είναι καλοκαίρι, τό χειμώνα κάπως θά τά βολέψουμε, νά σέ κείνη τήν άποθηκούλα μπορώ νά ταχτο­ ποιηθώ, καί θά ταχτοποιηθώ καλά... — Σύμφωνοι, μείνετε! ' Ο Κοζίρ σταυροκοπήθηκε καί χωρίς νά χάνει καιρό άνέπτυξε τήν πραχτική πλευρά τού ζητήματος: — Στεφάνια γιά τροχούς θά βρούμε. Ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς δέν ήξερε άπό τέτια πράγματα, δμως, έγώ ξέρω. Θά δείτε, οί ίδιοι 80


θά τά φέρουν, οί Ιδιοι οί μουζίκοι. ' Ο θεός δέ θά μάς άφήσει έτσι. — Μά έμάς δέ μάς χρειάζονται καί πολλά, μπάρμπα. — Πώς «δέ χρειάζονται**; ’ Εσάς δέ σάς χρειάζονται, χρειά­ ζονται δμως στόν κόσμο: πώς μπορεί ό μουζίκος νά ζήσει χωρίς τροχούς; Θά τούς πουλήσετε καί θά βγάλετε λεφτά πού θά πάνε γιά τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς γέλασε, τοϋ άρεσε ή έπιμονή τοϋ Κοζίρ, καί τόν υποστήριξε: —’Εντάξει! Ά ς μείνει λοιπόν μαζί μας! Στή χφύση, ξέρεις, τά πάντα είναι τόσο καλά κανονισμένα, πού ό κάθε άνθρωπος εί­ ναι σέ κάτι χρήσιμος. *0 Κοζίρ έγινε ό άγαπημένος δλων τών παιδιών τοϋ Σταθ­ μοϋ. Τή θρησκευτικότητά του τήν έβλεπαν σάν ένα Ιδιαίτερο είδος τρέλας, πολύ βαριάς γιά τόν ίδιο τόν άρρωστο, δμως, καθόλου έπικίνδυνης γιά τό περιβάλλον του. Καί κάτι άκόμα: ό Κοζίρ έπαιξε ώς ένα σημείο θετικό ρόλο στό νά καλλιεργηθεί ή άποστροφή πρός τή θρησκεία. 'Ο Κοζίρ ταχτοποιήθηκε σ ’ένα δωματιάκι δίπλα στό θάλα­ μο. ’Εδώ ήταν καλά άσφαλισμένος ά π ’τίς έπιθετικές διαθέσεις τής γυναίκας του, πού ήταν ένας πραγματικά άνισόρροπος τύ­ πος. Γιά τά παιδιά ήταν άληθινό γλέντι νά προστατεύουν τόν Κοζίρ ά π ’τά κατάλοιπα τής προηγούμενης ζωής του. Ή Κοζίραινα έρχόταν στό Σταθμό κι άρχιζε πάντα τίς φωνές καί τίς κατάρες. Ζητοΰσε νά γυρίσει ό άντρας της στό σπίτι, κατηγορούσε κι έμένα καί τά παιδιά καί τή σοβιετική έξουσία κι «αύτόν τόν άλήτη» τόν Σοφρόν, δτι τής καταστρέψαμε τή συζυγική της εύτυχία. Τά παιδιά τής άπόδειχναν μέ άπροκάλυπτη είρωνία δτι ό Κοζίρ δέν τής πρέπει γιά άντρας, δτι τό φτιάξιμο τροχών είναι πολύ πιό σοβαρό έργο ά π ’τή συζυγική ευτυχία. Στό μεταξύ ό Ί­ διος ό Κοζίρ, καθόταν κρυμμένος στό δωματιάκι του καί περίμενε υπομονετικά πότε θά άποκρουστεϊ όριστικά ή έπίθεση. Καί μόνο δταν ή φουρκισμένη φωνή τής γυναίκας του άκουγόταν πιά πέρ’ά π ’τή λίμνη καί ά π ’τίς φωνές καί τίς κατάρες της έφταναν μόνο μερικές σκόρπιες φράσεις: «... γιοί,... πού νά... τό κεφάλι σας...», μόνο τότε ό Κοζίρ έβγαινε ά π ’τό καβούκι του: — Κύριε Ί η σ ο ϋ Χριστέ! Τί άστατη γυναίκα!... Π α ρ’δλο τό έχθρικό περιβάλλον, τό καροποιεΐο άρχισε νά δίνει κέρδος. Μ ’ένα μόνο κυριολεχτικά σταυροκόπημα ό Κοζίρ ήξερε νά κλείνει σοβαρές έμπορικές δουλιές. Χωρίς καμιά δική 81


μας τώρα προσπάθεια μας έφερναν σιδερένια στεφάνια, καί μάλιστα δέ ζητούσαν άμέσως τά χρήματα. "Ολη ή ,ύπόθεση βρισκόταν στό δτι ό Κοζίρ ήταν έξαιρετικός καροποιός καί ή φήμη τής καλής δουλιάς του άπλωνόταν πέρ ’ά π ’τά σύνορα τής περιοχής μας. Ή ζωή μας έγινε πιό σύνθετη μά καί πιό'εύχάριστη. *0 Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς παρ’δ λ ’αύτά έσπειρε στά χωράφια μας πέντε ντεσιατίνες μέ βρώμη, τό σταύλο μας τόν όμόρφαινε ή παρουσία τού ντορή, στήν αύλή στεκόταν τό κάρο πού μοναδική του άδυναμία ήταν τό πρωτόφαντο ύψος του: άπεΐχε ά π ’τό έδαφος δχι λιγότερο άπό μιά σάζινα* καί στόν έπιβάτη, πού καθόταν πάνω του φαινόταν πώς τό άλογο πού τραβάει τό κάρο βρίσκεται βέβαια μπροστά, δμως πολύ μακριά καί χαμηλά. Ή δραστηριότητα πού άναπτύξαμε ήταν τόσο μεγάλη πού άρχίσαμε νά αίσθανόμαστε έλλειψη έργατικών χεριών. ‘ Υπο­ χρεωθήκαμε νά έπισκευάσουμε στά πεταχτά άλλο ένα κτίριο γιά θάλαμο καί γρήγορα μας ήρθαν ένισχύσεις. Οί ένισχύσεις αύτές ήταν έντελώς άλλης ποιότητας. Τήν έποχή αύτή είχε διαλυθεί ένας μεγάλος άριθμός άπό συμμορίες άταμάνων καί μπάτκων κι δλοι οί άνήλικοι μαχητές τών διάφορων Λέφτσενκο καί Μαρούς, δ λ ’αύτά τά παιδαρέλια πού ό στρατιωτικός καί συμμορίτικος ρόλος τους δέν έφτανε πιό μακριά ά π ’τίς ύποχρεώσεις τοΰ ίπποκόμου καί τής λάντζας τοΰ μαγειριοΰ, στέλνονταν στό Σταθμό. Χάρη σ ’αύτό άκριβώς τό Ιστορικό γεγονός, στό Σταθμό μας έμφανίστηκαν τά όνόματα:

Καραμηάνοφ, Πρηχόντκο, Γκόλος, Σορόκα, Βέρσνιεφ, Μιτιάγκιν καί άλλα.

8. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ’ Ο έρχομός τών καινούργιων τρόφιμων στό Σταθμό κλόνισε σοβαρά τήν κολεχτίβα μας, πού δέν ήταν άλλωστε καί πολύ γερή. Ά ρ χίσ α μ ε καί πάλι νά μοιάζουμε μέ φωλιά κακοποιών. 01 πρώτοι τρόφιμοι τοΰ Σταθμού μας έμπαιναν σέ τάξη

• Σάζινα (σάζεν): 2,13 μ. (σημ. μετ.).

82


μονάχα δσο αύτό τό άπαιτοΰσαν οί στοιχειώδικες πρώτες άνάγκες τής όμαδικής ζωής. 'Ο παδοί του έθνικοΰ άναρχισμου, δέν άνέχονταν νά υποταχτούν σέ καμιά τάξη. Πρέπει, π α ρ ’δ λ ’ αύτά νά πούμε δτι φανερή άντίσταση καί άλήτικη συμπεριφορά πρός τούς παιδαγωγούς τοΰ Σταθμού ποτέ δέν είχε ξαναπαρουσιαστεΐ. 'Ό πω ς φαίνεται, ό Ζαντόροφ, ό Μπουρούν, ό Ταρανέτς κι οί άλλοι, έκαναν γνωστή στούς καινουργιοφερμένους τή σύντομη ιστορία τών πρώτων ήμερών τοΰ Σταθμοϋ Γκόρκι. Τόσο οί παλιότεροι, δσο κι οί καινούργιοι τρόφιμοι είχαν πειστεί, καί τ ό ’δειχναν αύτό πάντα, πώς τό παιδαγωγικό προ­ σωπικό δέν είναι γΓαύτούς έχθρική δύναμη. Ή κύρια αιτία αύτών τών διαθέσεων βρισκόταν άσφαλώς στή δουλιά τών παιδαγωγών μας, πού τήν έκαναν μέ τέτια αύταπάρνηση καί κάτω άπό τόσο όλοφάνερες δυσκολίες, πού προκαλουσε, δπως είναι φυσικό, τό σεβασμό. Γι ’ αύτό καί οί τρόφιμοι του Σταθμού, έκτός άπό έλάχιστες περιπτώσεις, είχαν πάντα καλές σχέσεις μαζί μας, άναγνώριζαν τήν άνάγκη νά δουλεύουν καί νά φοιτούν στό σχολειό καί καταλάβαιναν καλά δτι δ λ ’αύτά έξυπηρετοΰν τό κοινό συμφέρον. ' Η τεμπελιά κι ή προσπάθεια ν'άποφύγουν τίς στερήσεις παρουσιάζονταν στό Σταθμό μας μέ καθαρά ζωώδικη μορφή καί δέν έπαιρναν ποτέ τή μορφή διαμαρτυρίας. Καταλαβαίναμε βέβαια καλά δτι δλη αύτή ή ήσυχη ζωή ή ­ ταν μιά έξωτερική καθαρά μορφή πειθαρχίας κι δτι πίσω της δέν κρύβεται καμιά, άκόμα καί ή έλάχιστη κουλτούρα. Τό ζήτημα, γιατί οί τρόφιμοι τοΰ Σταθμού έξακολουθοϋν νά ζουν μέσα στίς συνθήκες τής φτώχειας πού μάς έδερνε καί τής άρκετά βαριάς δουλιάς, καί γιατί δέν διασκορπίζονται στά τέσσερα σημεία τοΰ όρίζοντα λυνόταν, φυσικά, δχι πάνω σέ παιδαγωγική μόνο βάση. Τό 1921 τή ζωή τουδρόμου κανένας δέ μπορούσε νά τή ζηλέψει. “Αν καί τό Κυβερνείο μας δέν άναγραφόταν σΐούς καταλόγους τών περιοχών πού λιμοκτονού­ σαν, π α ρ ’δ λ ‘αύτά, στήν πόλη ή κατάσταση ήταν πολύ άσχημη κι ό κόσμος πεινούσε. Έ κ τό ς άπ*αύτό, στά πρώτα χρόνια δέ στέλνονταν σέ μάς σχεδόν καθόλου έγκαταλειμμένα παιδιά, πού είχαν συνηθίσει νά άλητεύουν στούς δρόμους. Στήν πλειοψηφία τους τά παιδιά του Σταθμού μας ήταν ά π ’αύτά πού μόλις τόν τελευταίο καιρό ξέκοβαν ά π 'τά σπίτια τους. Τά παιδιά τού Σταθμού μας άποτελούσαν, κατά μέσο δρο, ένα συνδυασμό άνθρώπου πού έντονα τοΰ έχουν άναπτυχθεΐ τά γνωρίσματα χαρακτήρα μά πού ταυτόχρονα έχει ένα πολύ 83


χαμηλό έπίπεδο πολιτισμού. Τέτια άκριβώς παιδιά φρόντιζαν νά στέλνουν στό Σταθμό μας, πού προοριζόταν ειδικά γιά παιδιά πού δύσκολα έπαιρναν άπό διαπαιδαγώγηση. Ή συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν μισοαγράμματοι είτε έντελώς άγράμματοι, δλοι σχεδόν είχαν συνηθίσει στή βρωμιά καί στίς ψείρες καί άπέναντι στούς άλλους άνθρώπους είχαν συνηθίσει νά παίρνουν πάντα μιάν άμυντική, άπειλητική πόζα πρωτόγονου ήρωισμού. Ά π ’ δ λ ’ αύτά τά παιδιά, ξεχώριζαν μερικά μέ κάπως πιό ψηλό διανοητικό έπίπεδο, δπως δ Ζαντόροφ, ό Μπουρούν, ό Βετκόφσκι κι ά π ’ τούς καινουργιοφερμένους ό Καραμπάνοφ καί ό Μ ιτιάγκιν. Οί υπόλοιποι έρχονταν σιγά - σιγά, σταδιακά καί πολύ άργά σέ έπαφή μέ τίς καταχτήσεις τού άνθρώπινου πολιτισμού κι αύτό τό προτσές τόσο περισσότερο άργούσε δσο περισσότερο έξακολουθούσε νά μάς δέρνει ή φτώχεια κι ή πείνα. Τόν πρώτο χρόνο πολύ μάς πίκρανε ή μόνιμη τάση νά τσακώνονται μεταξύ τους. Οί φοβερά άδύνατοι δεσμοί τους έσπαζαν σέ κάθε βήμα γιά ψύλλου πήδημα. Αύτό, σέ σημαντικό βαθμό, δέ γινόταν καθόλου άπό έχθρότητα, μά α π ’ αύτόν τόν Ίδιο τόν ψευτοηρωισμό πού δέν τόν είχε διορθώσει κανένα πολιτικό αισθητήριο. Παρόλο πού πολλοί ά π ’ αύτούς ανήκαν σέ έχθρικά άπό ταξική άποψη στρατόπεδα, δέν είχαν καμιά συναίσθηση δτι άνήκουν στή μιά ή τήν άλλη τάξη. Στό Σταθμό μας δέν υπήρχαν σχεδόν παιδιά έργατών καί τό προλεταριάτο ήταν γΓ αύτούς κάτι μακρινό καί άγνωστο, τίς αγροτικές δουλιές ή πλειοψηφία τους τίς έβλεπε μέ βαθιά περιφρόνηση, κι δ χι τόσο τίς Ίδιες τις δουλιές δσο τή ζωή τού αγρότη, τήν ψυχολογία τοϋ άγρότη. “Εμενε, έτσι, πλατύ πεδίο γιά νά κάνουν δ,τι τούς κατέβει, γιά νά έκδηλώνουν μιά προσωπικότητα πού είχε ξεπέσει κι άγριέψει, δντας άποκομμένη ά π ’τούς άνθρώπους καί τήν άνθρωπιά, ' Η εικόνα ήταν γενικά καταθλιπτική, ώστόσο, κάποια φύτρα κολεχτιβισμού, πού είχαν γεννηθεί στή διάρκεια τού πρώτου χειμώνα άρχισαν σιγά - σιγά νά βλασταίνουν, κι αύτά τά φύτρα έπρεπε μέ κάθε τρόπο νά τά σώσουμε, δέν έπρεπε νά έπιτρέψουμε στούς καινουργιοφερμένους νά πνίξουν τά πολύτιμα αύτά βλα­ στάρια. 'Η κύρια ύπηρεσία, πού κατά τή γνώμη μου έχω προσφέρει είναι δτι πρόσεξα τότε αύτό τό βασικό παράγοντα καί τόν έκτίμησα σωστά. 'Η υπεράσπιση δμως τών πρώτων Κ4


αυτών βλασταριών άποδείχτηκε υστέρα, δτι είναι ένα προτσές τόσο φοβερά δύσκολο, τόσο μακροχρόνιο καί καταθλιπτικό, πού, άν τό 'ξέρα άπό τήν άρχή, σίγουρα θά τρόμαζα καί δέ θά ριχνόμουνα μέ τέτια όρεξη στήν πάλη. Κι είναι εύτύχημα πού σ ’ όλο αύτό τό διάστημα αισθανόμουνα σά νά βρίσκομαι στά πρόθυρα τής νίκης. Καί γΓ αύτό χρειαζόταν νά πάσχει κανείς άπό άθεράπευτη αίσιοδοξία. Ό λ ες οί μέρες τής τοτινής μου ζωής ήταν ένα μίγμα πίστης, χαράς μά καί άπελπισίας. Νά, λοιπόν, σά νά πηγαίνουν δλα καλά. Βραδάκι. Οί παιδαγωγοί τέλειωσαν τή δουλιά τους, διάβασαν κάποιο βιβλίο, συζήτησαν, έπαιξαν, ευχήθηκαν στά παιδιά καληνύχτα καί τράβηξαν γιά τά δωμάτιά τους. Στά παιδιά είχε δημιουργηθεΐ καλή διάθεση κι έτοιμάστηκαν γιά υπνο. Στό δωμάτιό μου άκούγονται οί τελευταίοι χτύποι τού σφυγμού τής έργατικής μας μέρας, ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς κάθεται κι αύτός καί κατά τή συνήθειά του άσχολειται μέ κάποιες γενικεύσεις, άκόμα στριφο­ γυρίζει κάποιος περίεργος ά π ’ τά παιδιά, κοντά στήν πόρτα ό Μπράτσενκο μέ τόν Γκούντ έτοιμάζονται γιά τή συνηθισμένη έπίθεση ένάντια στόν Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς γιά τίς ζωοτροφές, καί ξάφνου όρμάει στό δωμάτιό μου ένας πιτσιρίκος φωνάζοντας: — Στό θάλαμο τά παιδιά σφάζονται! Βγαίνω τρέχοντας. Στό θάλαμο φασαρία, φωνές, κακό. Στή γωνιά στέκονται άντιμέτωπες δυό όμάδες έξαγριωμένες, σάν άγρια θεριά. Οί φοβερές βρισιές άνακατεύονται μέ άπελπισμένες χειρονομίες καί οί ξαφνικές έπιθέσεις μ ’ ένα άσύστολο υβρεο­ λόγιο,κάποιος τίς βρέχει ένός άλλου, ό Μπουρούν παίρνει ά π ’ τά χέρια ενός άπ* τούς ήρωες μιά κάμα, ένώ άπό πέρα άκούγεται μιά φωνή: —Έ σ ύ τί άνακατεύεσαι; Σέ τρώει ή πλάτη σου; Στό κρεβάτι, κάθεται ένας τραυματίας κι άμίλητος δένει τό τραυματισμένο χέρι του μ ’ ένα κομμάτι σεντόνι, ένώ γύρω του κάμποσα παιδιά τόν κοιτάνε μέ συμπόνια. Ποτέ μου δέν έμπαινα στή μέση νά χωρίσω αύτούς πού τσακώνονταν. Ποτέ δέν προσπαθούσα νά σκεπάσω τίς βρισιές τους μέ τίς δικές μου φωνές. Πίσω ά π ’ τήν πλάτη μου νιώθω τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς. Μού ψιθυρίζει τρομαγμένος: — Γρήγορα, γρήγορα, φίλε μου. Θά σφαχτούνε, τά παράσι­ τα!... «5


Στέκομαι σιωπηλός στήν πόρτα καί ρίχνω τό βλέμμα μου όλόγυρα. Σιγά - σιγά τά παιδιά παίρνουν είδηση δτι βρίσκομαι έκει καί σωπαίνουν. ' Η σιωπή πού πέφτει ξαφνικά συνεφέρει καί τούς πιό έξαγριωμένους. Οί κάμες κρύβονται καί κατεβαί­ νουν σιγά - σιγά οί υψωμένες γροθιές. Οί άφρισμένες βρισιές κόβονται στή μέση τής λέξης. ’ Εξακολουθώ νά σωπαίνω: μέσα μου βράζει ό θυμός καί τό μίσος γιά δλη αύτή τήν εΙκόνα τοΰ άγριανθρωπισμοΰ. Είναι ένα μίσος άδυναμίας, γιατί ξέρω πολύ καλά, πώς δέν είναι ή τελευταία φορά πού γίνεται αύτό. Στό θάλαμο άπλώνεται τελικά μιά φοβερή, βαριά σιγή, άκόμα κι οί βαριές άνάσες τών παιδιών δέν άκούγονται. Καί τότε ξαφνικά ξεσπάει ή άγανάχτησή μου καί πάνω στό ξέσπασμα αύτό μιας πραγματικής κακίας καί μιάς έντελώς συνειδητής πεποίθησης δτι έτσι πρέπει νά γίνει φωνάζω: — Τά μαχαίρια στό τραπέζι! Καί γρήγορα, πού νά πάρει ό διάβολος! Πάνω στό τραπέζι άραδιάζονται τά μαχαίρια: κάμες, μαχαί­ ρια τής κουζίνας, πού τά πήραν είδικά γιά τό μακελειό, σου­ γιάδες, χειροποίητα μαχαίρια πού τά ’χαν φτιάξει στό σιδε­ ράδικο. Στό θάλαμο έξακολουθεϊ νά ’ναι άπλωμένη μιά βαριά ήσυχία. Δίπλα στό τραπέζι στέκεται χαμογελώντας ό Ζαντό­ ροφ, ό θαυμάσιος, ό άγαπητός Ζαντόροφ πού μού φαίνεται τώρα ό πιό κοντινός μου άνθρωπος. Διατάζω κοφτά: — Τίς σιδερογροθιές! — Μ ιά τούς πήρα έγώ, λέει ό Ζαντόροφ. Στέκονται δλοι δρθιοι μέ κατεβασμένα κεφάλια. —Ό λ ο ι γιά Οπνο!... Δέ φεύγω άπ* τό θάλαμο μέχρι νά ξαπλώσουν δλοι. Τήν άλλη μέρα τά παιδιά προσπαθούν νά μή θυμούνται τή χθεσινή φασαρία. Κι έγώ έπίσης δέν τούς τή θυμίζω. Περνάνε ένας - δυό μήνες. Στό διάστημα αύτό όρισμένες έστίες έχθρητας κρυφοκαϊνε σέ κάποιες σκοτεινές γωνιές κι δταν πάνε ν ’ άνάψουν πάλι σβύνουν γρήγορα μέσα στήν Ιδια τήν κολεχτίβα. Μά, ξαφνικά σκάει καί πάλι ή μπόμπα, καί πάλι οί έξαγριωμένοι τρόφιμοι πού έχασαν τή μορφή τού άνθρώπου ρίχνονται μέ τά μαχαίρια ό ένας πάνω στόν άλλο. "Ενα βράδυ κατάλαβα πώς έπρεπε όπωσδήποτε νά σφίξω, όπως λέμε, τά λουριά. "Υστερα άπό μιά τέτια συμπλοκή διέταξα τόν Τσόμποτ, έναν ά π ’ τούς άσύχαστους Ιππότες τής κάμας νά 86


£ρθει στό δωμάτιό μου. Μ ’άκολουθεϊ ύποταχτικά σέρνοντας τά βήματά του. ’Εκεί τού λέω: — Θά πρέπει νά.φύγεις ά π ’ τό Σταθμό. — Καί που νά πάω; — Σέ συμβουλεύω νά πας έκεϊ, δπου έπιτρέπεται νά σφάζον­ ται μέ τά μαχαίρια. Σήμερα χτύπησες μέ τό μαχαίρι ένα σύντροφό σου γιατί δέ σού ’δοσε τή θέση του στήν τραπεζαρία. “Αντε, λοιπόν, νά βρεις θέση έκεϊ, δπου οί διαφορές λύνονται μέ τά μαχαίρια. — Πότε πρέπει νά φύγω; — Αύριο τό πρωί. Φεύγει κατσουφιασμένος. Τήν άλλη μέρα, στό πρωινό ρόφημα δλα τά παιδιά μέ παρακαλούν νά μείνει ό Τσόμποτ στό Σταθμό. 01 ίδ ιο ι δίνουν γι ’ αύτόν έγγύηση δτι δέν θά ξανατσακωθεϊ. — Καί ποιά είναι ή έγγύηση πού δίνετε; Δέν καταλαβαίνουν. — Ποιά είναι ή έγγύηση; “Αν, παρ’ δ λ ’ αύτά, ξαναπ^ρει πάλι τό μαχαίρι τότε τί θά κάνετε; — Τότε νά τόν διώξετε. — Δηλαδή δέ δίνετε καμιά έγγύηση. “Ο χι. Θά φύγει ά π ’ τό Σταθμό. *0 Τσόμποτ μέ πλησίασε μετά τό ρόφημα καί μού *πε: —’Αντίο σας, ’Αντόν Σεμιόνοβιτς, σάς ευχαριστώ γιά τό μάθημα... — Γειά χαρά, μή μοΰ κρατάς κακία. “Αν σού ’ρθουν δύσκολα τά πράγματα ξαναγύρισε, δμως, δ χι νωρίτερα άπό δυό βδομάδες. Γύρισε υστέρα άπό ένα μήνα, άδυνατισμένος καί χλωμός. — Νά, γύρισα, δπως είπατε. — Δέ βρήκες τέτιο μέρος; Χαμογέλασε. — Πώς «δέ βρήκα»; 'Υ πάρχουν τέτια μέρη... θά μείνω στό Σταθμό. Μ αχαίρι δέ θά ξαναπάρω στό χέρι. Τά παιδιά μάς δέχτηκαν στό θάλαμο μέ χαρά: — Νά πού τόν συχωρέσατε. *Εμείς τό λέγαμε.

87


9. «Η ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΙΠΠΟΤΕΣ» Μιά Κυριακή μέθυσε ό Ό σ ά ντσ ι. Τόν έφεραν σέ μένα γιατί στό θάλαμο φώναζε καί καυγάδιζε μέ δλους. *0 Ό σ ά ν τσ ι καθόταν στό δωμάτιό μου καί χωρίς σταματημό έλεγε μέσα στό μεθύσι του τού κόσμου τίς άνοησίες. ΤΗταν άνώφελο νά συζητάει κανείς μαζί του. Τόν άφησα στό δωμάτιό μου καί τού είπα νά πέσει άμέσως νά κοιμηθεί. Κοιμήθηκε έκεΐ χωρίς νά φέρει άντίρρηση. Πήγα στό θάλαμο, μά μόλις μπήκα μέσα μέ χτύπησε στή μύ­ τη μυρωδιά άπό οίνόπνευμα. Πολλοί ά π ’ τούς τρόφιμους προ­ σπαθούσαν μέ κάθε τρόπο νά μέ άποφύγουν. Δέν ήθελα ν ’ άνοίξω Ιστορίες ψάχνοντας νά βρώ τούς ύπεύθυνους γ ι ’ αύτή τή δουλιά καί περιορίστηκα νά πώ: — Δέν είναι μόνο ό Ό σ ά ντσ ι μεθυσμένος. Καί κάποιοι άλλοι τά 'χο υ ν κοπανήσει. Δέν πέρασαν πολλές μέρες καί είχαμε πάλι κρούσματα μεθυσιού. 'Ο ρισ μένοι ά π ’ τούς πιωμένους άπέφευγαν νά συναν­ τηθούν μαζί μου, άλλοι, άντίθετα, δταν ξεθόλωνε λίγο τό μυαλό τους έρχονταν στό δωμάτιό μου, φλυαρούσαν μιξοκλαίγοντας καί μέ γέμιζαν λόγια άγάπης καί σεβασμού. Δέν τό ’κρυβαν δτι πήγαν στό χωριό μουσαφίρηδες. Τό βράδυ στό θάλαμο μιλήσαμε γιά τό μεθύσι, γιά τή μεγάλη ζημιά πού κάνει στόν άνθρωπο καί τήν κοινωνία. Οί φταίχτες έδοσαν τό λόγο τους δτι δέ θά ξαναπιούν καί γώ προσποιήθηκα πώς τάχα ίκανοποιήθηκα, μέ τήν τροπή πού πήρε ή συζήτηση καί δέν τιμώρησα κανένα. Είχα κάποια πείρα στό ζήτημα αύτό κι ήξερα πώς γιά ν ’ άντιπαλέψουμε τό μεθύσι πρέπει νά κατευθύνουμε τό χτύπημα δ χι στά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ, μά σέ κάποιον άλλο. Κι έδώ πού τά λέμε, αύτός ό άλλος δέν ήταν μακριά. “Ημασταν κυκλωμένοι άπό μιά θάλασσα λαθραίων κατα­ σκευαστών τσίπουρου. Στόν Ίδιο τό Σταθμό μας πολύ συχνά έρχονταν μεθυσμένοι υπάλληλοι ή άγρότες πού δούλευαν σέ μάς. Τότε έμαθα, πώς ό Γκολοβάν έστελνε τά παιδιά γιά νά τού φέρνουν τσίπουρο. Ό Ίδιος δέν τό άρνιόταν: — Καί τί μ* αύτό; Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς πού ποτέ του δέν έπινε, έβαλε τίς φωνές: — Καταλαβαίνεις, παράσιτο, τί σημαίνει σοβιετική έξου· Κ8


σία; Νομίζεις πώς ή σοβιετική έξουσία υπάρχει γιά νά πίνεις έσύ τό λαθραίο τσίπουρό σου μέχρι σκασμού; ' Ο Γκολοβάν στριφογύριζε άδέξια πάνω στό σαραβαλιασμέ­ νο κάθισμα καί προσπαθούσε νά δικαιολογηθεί: — Καί τί μ ’ αύτό; Ποιός δέν πίνει, νά, ρωτήστε... Καθένας Εχει τό καζάνι του κι ό καθένας πίνει όσο τραβάει ή ψυχή του. Ή σοβιετική έξουσία άν δέ θέλει, άς μήν πίνει ή ίδια... — Ποιά σοβιετική έξουσία; — Νά, παντοϋ πίνουν. Καί στήν πόλη πίνουν καί οί χωριάτες τό ίδιο. — Ξέρετε ποιός πουλάει έδώ λαθραίο τσίπουρο; ρώτησα τόν Σοφρόν. — Ποΰ νά ξέρω; Έ γώ ό ίδιος ποτέ μου δέν άγόρασα. “Αν χρειαστεί στέλνω κάποιον. Καί γιατί μέ ρωτάτε; Θά τά κατασχέ­ σετε; —Ά λ λ ά τί νομίζετε; Ναί, θά τά κατασχέσω... — Χά - χά! Καζάνια όλάκερα έχει κατασχέσει ή πολιτοφυ­ λακή, μά τίποτα δέν έγινε. Τήν άλλη κιόλας μέρα κατέβηκα στήν πόλη καί κατάφερα νά πάρω μιά έντολή πού μας έδινε τό δικαίωμα ν ’ άρχίσουμε μιά άνελέητη πάλη ένάντια στό λαθραίο τσίπουρο σ ’ όλόκληρη τήν περιοχή τοΰ τοπικοΰ σοβιέτ. Τό βράδυ κάθησα καί συζήτησα τό ζήτημα μέ τόν Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, δμως έβλεπα νά τ ’ άντιμετωπίζει μέ κάποιο σκεπτικισμό: — Μ ήν άναλαβαίνεις μιά τέτια δουλιά γιατί βρωμάει. Νά σοΰ πώ, αύτοί έδώ έχουν άνοιξει μαγαζάκι. Κι ό πρόεδρος ό Γκρετσιάνι είναι δικός τους. Καί στά χωριά δπου καί νά ψάξεις δλο Γκρετσιάνηδες θά βρεις. Κόσμος καθυστερημένος, κανένας, ξέρεις, δέν όργώνει μέ άλογο, δλοι μέ τά βόδια. Κι έχε ύπόψη σου: δλη τήν περιοχή τής Γκοντσαρόφκα νά, έδώ τήν κρατανε! κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έδειξε τή χούφτα του. Τήν κρατανε γερά, τά παράσιτα, καί τίποτα δέ μπορεϊ νά γίνει. — Δέν σέ καταλαβαίνω, Καλίνα Ίβάνοβιτς. Τί σχέση έχει μ ’ αύτά πού λές τό τσίπουρο; — Πολύ παράξενος άνθρωπος είσαι, κι άς ξέρεις καί γράμ­ ματα. "Ολη ή έξουσία στά χέρια τους βρίσκεται. Τό καλό πού σοΰ χθέλω μήν τούς πειράζεις γιατί θά σέ καταπιούνε. Θά σέ φανε, κατάλαβες; Στό θάλαμο είπα στά παιδιά: — Παιδιά, σάς μιλάω άνοιχτά. Ά π ό δώ καί πέρα δέ θά 89


έπιτρέψω σέ κανένα νά πιει. Καί στά γύρω χωριά θά διαλύσω αύτή τή συμμορία μέ τό λαθραίο τσίπουρο. Π οιός θέλει νά μέ βοηθήσει; Τά πιό πολλά παιδιά κοίταζαν γύρω άναποφάσιστα, άλλοι δμως δέχτηκαν τήν πρότασή μου μέ ένθουσιασμό. Τά μαύρα πελώρια σάν άλογίσια μαύρα μάτια τοϋ Καραμπάνοφ άστραφταν: — Αύτό μάλιστα! Σπουδαία δουλιά. Πολύ σπουδαία! Αύ­ τούς τούς λωποδύτες πρέπει νά τούς στριμώξουμε στά γερά... Γιά νά μέ βοηθήσουν στή δουλιά αύτή διάλεξα τρία παιδιά: τόν Ζαντόροφ, τόν Βόλοχοφ καί τόν Ταρανέτς. Ά ρ γ ά τή νύχτα άρχίσαμε νά μελετάμε τή διάταξη τοϋ άντιπάλου. Μαζευτήκαμε γύρω ά π ’ τή λαμπίτσα μας καί σκύψαμε πάνω ά π ’ τό σχέδιο τοϋ χωριοϋ πού είχα προετοιμάσει. Ό Ταρανέτς μέ τά χέρια χωμένα στίς τσέπες πηγαινόφερνε τή γεμάτη φακίδες μύτη του πάνω ά π ’ τό χαρτί κι έλεγε: — Θά πέσουμε στό ένα σπίτι καί τότε σ ’ δλα τ ’ ά λλαθά τά κρύψουν τά λαθραία. Τρεις είμαστε λίγοι. — Μά είναι τόσο πολλά τά σπίτια πού βγάζουν τσίπουρο; — Σχεδόν δλα: ό Μούσι Γκρετσιάνι βγάζει, ό Ά ν τρ έ ι Κάρποβιτς τό Ίδιο, καί στό σπίτι κι αύτουνοϋ άκόμα τοϋ προέδρου τοϋ Σεργκέι Γκρετσιάνι βγάζουν. "Ολοι τήν Ιδια δουλιά κάνουν κι ϋστερα οί γυναίκες τους τό πουλάνε στήν πόλη. Χρειάζονται περισσότερα παιδιά, γιατί άλλιώς, ξέρετε θά μάς σπάσουν τά μούτρα καί τέλος ή ύπόθεση. ' Ο Βόλοχοφ στεκόταν στή γωνιά σιωπηλός καί χασμουριό­ ταν. — Τίποτα δέ θά μάς κάνουν! Νά πάρουμε μόνο μαζί μας τόν Καραμπάνοφ καί φτάνει. Οϋτε μέ τό δαχτυλάκι δέ θά μάς άγγίξουν. Τούς ξέρω καλά αύτούς τούς χωριάτες. Αύτοί μάς φοβούνται. Ό Βόλοχοφ πήρε μέρος στήν έπιχείρηση άπρόθυμα. Κι αύτή τή στιγμή άκόμα κρατιόταν σέ κάποια άπόσταση άπό μένα: δέν άγαποϋσε ό νεαρός τήν πειθαρχία. "Ομως ήταν πολύ άφοσιωμένος στό Ζαντόροφ καί τόν άκολουθοϋσε πιστά χωρίς νά έξετάζεί άν πρέπει ή δχι. Ό Ζαντόροφ χαμογελούσε ήρεμα καί μέ αύτοπεποίθηση, δπώς πάντα: ήξερε νά τά κάνει δλα χωρίς νά χαραμίζει τήν προσωπικότητά του καί χωρίς νά θυσιάζει τζάμπα ούτε ένα γραμμάριο ά π ' τόν έαυτό του. Κι δπως πάντα σέ κανένα δέν είχα 90


μεγαλύτερη έμπιστοσύνη ά π ’ δ,τι στό Ζαντόροφ: έτσι άκριβώς, χωρίς νά χαραμίζει τήν προσωπικότητά του, ό Ζαντόροφ μπορεϊ νά κάνει όποιοδήπςτε κατόρθωμα, άν αύτό τό έπιβάλλει ή ζωή. Καί τώρα γυρίζει καί λέει στόν Ταρανέτς: — Φιόντορ, τί στριφογυρίζεις σά σβούρα, πές μας σύντομα, άπό ποιό σπίτι θ ’ άρχίσουμε. Τόν Καραμπάνοφ πρέπει νά τόν πάρουμε μαζί μας, είναι σωστό, αυτός ξέρει νά μιλάει μέ τούς χωριάτες γιατί κι ό Ιδιος είναι χωριάτης. Καί τώρα, πάμε γιά ύ­ πνο, γιατί τό πρωί θά ξεκινήσουμε νωρίς προτού άκόμα άρχίσουν στό χωριό νά μεθάνε. “Ετσι, Γκριτσκό; — Ναι, έτσι, φωτίστηκε τό πρόσωπο τοΰ Βόλοχοφ. Χωρίσαμε. Στό προαύλιο έκαναν τόν περίπατό τους ή Λίντοτσκα καί ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Ή Λίντοτσκα μόλις μέ είδε μοΰ λέει: — Τά παιδιά λένε, δτι θά πάτε νά ξετινάξετε αυτούς πού βγάζουν τό λαθραίο τσίπουρο. Πώς σάς ήρθε; Τί, μήπως κι αύτό είναι παιδαγωγική δουλιά; Τί πράματα είναι αύτά; — Αύτό άκριβώς είναι παιδαγωγική δουλιά. ’ Ελάτε αΰριο κι έσεϊς μαζί μας. — Καί τί νομίζετε, θά φοβηθώ; Θά ’ρθω. Μόνο πού αύτό δέν έχει καμιά σχέση μέ τήν παιδαγωγική δουλιά. — Θά ’ ρθεϊτε, λοιπόν; — Θά ’ ρθω. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα μέ φώναξε ιδιαίτερα: — Σοβαρά θά πάρετε μαζί σας αύτό τό κοριτσάκι; — Τίποτα, τίποτα, φώναξε ή Λίντια Πετρόβνα, όπωσδήποτε θά πάω! ■Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε όλόκληρη έπιτροπή άπό πέντε άνθρώπους. Στίς έφτά ή ώρα τό πρωί χτυπούσαμε τήν πόρτα του Ά ν τρ έ ι Κάρποβιτς Γκρετσιάνι τοΰ πιό κοντινού μας γείτονα. Τό χτύπη­ μα λές πώς ήταν τό σύνθημα γιά ν ' άρχίσουν νά σκίζουν τόν άέρα οί φωνές όλόκληρης χορωδίας σκυλιών. ' Η μουσική αύτή ούβερτούρα κράτησε πέντε λεπτά. Μόνο υστέρα ά π ’ τήν είσαγωγή αύτή άρχισε τό κύριο μέρος τοΰ έργου καθώς πρέπει. Τό μέρος αύτό άρχισε μέ τήν έξοδο στή σκηνή τού γέρου Ά ν τρ έ ι Γκρετσιάνι. Ή τ α ν ένα λιανό γεροντάκι μέ μαδημένο κεφάλι, πού διατηρούσε δμως ένα περιποιημένο γενάκι. Ό γερο -Ά ν τ ρ έ ι μάς ρώτησε ψυχρά: ‘JI


— Τί ζητάτε άπό μένα; —"Εχετε παράνομο καζάνι γιά τσίπουρο κι ήρθαμε νά τό καταστρέψουμε, είπα. Νά, ή έντολή τής πολιτοφυλακής. — Παράνομο καζάνι; ρώτησε ό γερο-’Αντρέι ταραγμένος, ένώ έριχνε φαρμακερές ματιές πότε στά πρόσωπά μας καί πότε στά παρδαλά ροΰχα τών παιδιών. "Ομως τήν ίδια στιγμή ξανάρχισε καί πάλι πιό δυνατά ή χορωδία τών σκυλιών, γιατί ό Καραμπάνοφ είχε προφτάσει πίσω ά π ’ τίς πλάτες τοϋ γέρου νά προωθήσει τό σχέδιό μας καί ν ’ άποτραβήξει μ ’ ένα διχαλωτό παλούκι, πού τ ό ’χε πάρει καλού κακοϋ μαζί του άπό πρίν, ένα κόκκινο άναμαλλιασμένο σκυλί πού σάν άπάντηση άρχισε νά γαυγίζει μ ’ ένα ξεκουφαντικό σόλο δυό όκτάβες πάνω ά π ’ τή συνηθισμένη φωνή τών σκύλων. Ριχτήκαμε στό ρήγμα, διώχνοντας τά σκυλιά. 'Ο Βόλοχοφ έβγαλε μιά προσταχτική μπάσα φωνή καί τά σκυλιά άποτραβήχτηκαν στίς γωνιές τής αύλής, συνοδεύοντας τά γεγονότα πού ξετυλίχτηκαν παραπέρα μ ’ ένα άλύχτημα σιγανό καί ταπεινό. Μά ό Καραμπάνοφ ήταν κιόλας μέσα στό σπίτι. "Οταν μπήκαμε κι έμεΐς μαζί μέ τόν παπού μάς είπε νικηφόρα: — Νά το! ' Ολονών τά βλέμματα έπεσαν στή γωνιά δπου βρισκόταν τό παράνομο καζάνι. ‘Ο γερο - ’ Αντρέι πηγαινοερχόταν στό σπίτι, κι έλαμπε σάν στήν δπερα μέ τό καινούργιο βελούδινο καί γυαλιστερό σακάκι του. — Χτές βγάλατε τσίπουρο; ρώτησε ό Ζαντόροφ. — Ναί, χτές, είπε ό γερο - ’Αντρέι, ξύνοντας μέ άμηχανία τό γενάκι του καί παρατηρώντας τόν Ταρανέτς, πού ξετρύπωσε κάτω ά π ’ τόν πάγκο στήν μπροστινή γωνιά μιά μπουκάλα γεμάτη άπό ποτό μέ τριανταφυλλένιο - μενεξεδί χρώμα. Ό γερο - ’ Αντρέι ξάφνου έξαγριώθηκε καί ρίχτηκε στόν Ταρανέτς υπολογίζοντας δτι είναι πολύ εϋκολο νά τόν πιάσει στή γωνιά, μπλεγμένον άνάμεσα στούς πάγκους, τά είκονίσματα καί τό τραπέζι. Καί τόν Ταρανέτς τόν έπιασε, δμως ή μπουκάλα διέγραψε ήσυχα έναν κύκλο πάνω ά π ’ τό κεφάλι τοϋ παποϋ καί βρέθηκε στά χέρια τοϋ Ζαντόροφ, ένώ ό παπούς άπόμεινε μπρο­ στά στό περιγελαστικό καί γεμάτο γοητεία χαμόγελο τοϋ Ταρα­ νέτς: — Τί τρέχει παπού; 92


— Ντροπή σας! Έ β α λ ε τίς φωνές ό γερο - Ά ν τρ έ ι. Α φ ι­ λότιμοι άνθρωποι. Γυρίζετε στά σπίτια καί ληστεύετε τόν κό­ σμο! "Ως καί κοπέλα φέρατε μαζί σας. "Αν δέν άφήσετε ήσυχο τόν κόσμο, αιώνια κατάρα θά πέσει στό κεφάλι σας... —'Έ χ , γέρο, βλέπω είσαι καί ποιητής! είπε μορφάζοντας άστεϊα ό Καραμπάνοφ, καί στηριγμένος στή διχάλα, στάθηκε σάν άγαλμα μπροστά στό γέρο σέ μιά κορδωμένη πόζα. —"Εξω ά π ’ τό σπίτι μου! ξεφώνισε ό γερ ο - Ά ν τρ έ ι καί άρπάζοντας ά π ’ τή σόμπα μιά τεράστια τσιμπίδα τήν δριξε άδέξια καί χτύπησε στόν ώμο τοΰ Βόλοχοφ. Ό Βόλοχοφ γέλασε καί ξανάβαλε τήν τσιμπίδα στή θέση της, δείχνοντας στό γέρο μιά καινούργια λεπτομέρεια τών γεγο­ νότων: — Καλύτερα κοιτάξτε τί γίνεται έκεΐ. Ό γέρος έριξε τό βλέμμα του έκεϊ δπου τοΰ ’δείχνε ό Βόλο­ χοφ καί είδε τόν Ταρανέτς νά κατεβαίνει ά π ’ τή σόμπα μέ μιάν άλλη γεμάτη μπουκάλα, χαμογελώντας σάν καί πρίν καλόκαρ­ δα. Ό γερο - ’ Αντρέι κάθησε στόν πάγκο, χαμήλωσε τό κεφάλι καί κούνησε τό χέρι μέ άδιαφορία. Δίπλα του ήρθε καί κάθησε ή Λίντοτσκα καί άρχισε νά τοΰ λέει μαλακά: —’ Αντρέι Κάρποβιτς! ’ Αφοΰ ξέρετε πώς ό νόμος άπαγορεύει νά βγάζετε τσίπουρο. Καί τό γέννημα χάνεται, τήν Ίδια ώρα πού δλος ό κόσμος γύρω πεινάει, δπως ξέρετε. — Πεινάει ό τεμπέλης. "Οποιος δουλεύει δέν πεινάει. — Καί σεΐς, παπού, δουλεύετε; ρώτησε φωναχτά κι εΰθυμα ό Ταρανέτς καθισμένος ψηλά πάνω στή σόμπα. Μήπως γιά σάς δούλευε ό Στεπάν Νετσιπόρενκο; —' Ο Στεπάν; — Ναί ντέ, ό Στεπάν. Αύτόν πού διώξατε χωρίς νά τόν πλη­ ρώσετε καί χωρίς νά τοΰ δόσετε οΰτε ροΰχα καί τώρα παρακαλάει νά ’ρθει στό Σταθμό. Ό Ταρανέτς πλατάγισε ευθυμα τή γλώσσα του στό γέρο καί πήδηξε ά π ’ τή σόμπα. — Καί τί θά τά κάνουμε δλ* αύτά; ρώτησε ό Ζαντόροφ. — Βγάλτε τα δξω στήν αύλή καί σπάστε τα δλα. — Καί τό καζάνι; — Καί τό καζάνι. *0 γέρος δέ βγήκε στόν τόπο τής έκτέλεσης τοΰ καζανιού, έ­ μεινε στό σπίτι κι άκουγε τούς οικονομικούς, ψυχολογικούς καί 93


κοινωνικούς συλλογισμούς πού μέ μεγάλη έπιτυχία άρχισε νά τοϋ άναπτύσσει ή Λίντια Πετρόβνα. Στήν αύλή τά συμφέροντα τών νοικοκυραίων τά έκπροσωποϋσαν τά σκυλιά, πού καθόντου­ σαν στίς γωνιές άφρισμένα. Καί μόνο δταν βγήκαμε στό δρόμο μερικά ά π ’ αύτά έκφράσανε μιάν άργοπορημένη πιά κι άσκοπη διαμαρτυρία. ‘Ο προνοητικός Ζαντόροφ φώναξε τή Λίντοτσκα ά π ’ τό σπίτι: — Πάμε γιατί ό γερο - ’Αντρέι θά σέ κάνει λουκάνικο ά π ’ τή φούρκα του. Ή Λίντοτσκα π αρ’ δ λ ’ αύτά ήταν ένθουσιασμένη ά π ’ τή συζήτηση μέ τό γερο-’Αντρέι: — Ξέρετε, δλα τά κατάλαβε. Συμφώνησε μαζί μου πώς τό νά βγάζει κανείς λαθραίο τσίπουρο είναι έγκλημα. Τά παιδιά έσκασαν στά γέλια. *0 Καραμπάνοφ μισόκλεισε τά μάτια καί είπε στή Λίντοτσκα: — Συμφώνησε, έ; Μπράβο, λοιπόν! Ά ν καθόσουνα λίγο άκόμα μαζί του, άλήθεια, μπορεί καί μόνος του νά ’σπάζε τό καζάνι! — Πέστε εύχαριστώ πού έλειπε ά π ’ τό σπίτι ή γριά, είπε ό Ταρανέτς, πήγε ώς τήν έκκλησιά στήν Γκοντσαρόφκα. "Ομως δέ θά γλιτώσετε τώρα τή συζήτηση μέ τή Βερχόλαινα. ’ Ο Λουκά Σεμιόνοβιτς Βερχόλα έρχόταν ταχτικά στό Σταθ­ μό γιά διάφορες δουλιές καί πολλές φορές καταφεύγαμε σ ’ αύτόν γιά νά μάς δανείσει πότε καμιά λαιμαργιά, πότε τό κάρο, πότε κανένα βαρέλι. ' Ο Λουκά Σεμιόνοβιτς ήταν διπλωμάτης μέ μεγάλο ταλέντο, όμιλητικός, έξυπηρετικός. "Οποια πέτρα σή­ κωνες, τόν έβρισκες άπό κάτω. ΤΗταν πολύ δμορφος κι είχε μιά πολύ περιποιημένη κατσαρή ξανθιά γενειάδα. Είχε τρεις γιούς: ό μεγαλύτερος ήταν ό Ίβ ά ν. Κανένας δέ μπορούσε νά παραβγεϊ μ ’ αύτόν σέ άχτίνα δέκα χιλιομέτρων, γιατί Επαιζε περίφημα άκορντεόν καί φορούσε κάτι πράσινα κασκέτα πού ζαλιζόσουνα δταν τά ’βλεπες. ‘Ο Λουκά Σεμιόνοβιτς μάς ύποδέχτηκε άνοιχτόκαρδα: —"Πω! Καλώς τούς γειτόνους! Περάστε, περάστε! Ά κ ο υ σα, άκουσα δτι σπάζετε τά καζάνια. Καλή δουλιά. Πολύ καλή. Καθήστε! Κάθησε καί σύ νεαρέ μου, νά, έκεΐ στό σκαμνάκι. Λοι­ πόν, πώς πάει; Βρήκατε χτίστες γιά τό Τρέπκε; Ά ν δέ βρήκατε, αϋριο πού θά πάω στή Μ πριγκαντίροφκα μπορώ νά σάς φέρω. Ξέρετε τί χτίστες έχει έκεϊ; Μά γιατί δέν κάθεσαι, νεαρέ μου; 94


Καζάνι έγώ δέν έχω, δέν άνακατεύομαι μέ τέτιες δουλιές. Δέν εί­ ναι σωστά πράματα! Τί δηλαδή... πώς μπορεϊ κανείς νά κάνει κά­ τι πού ή σοβιετική έξουσία τό άπαγορεύει, έγώ καταλαβαίνω, τί δηλαδή... Έ , γυναίκα, τί φέρνεις γύρα; Σήμερα έχουμε μουσαφιρέους, δικά μας παιδιά... Στό τραπέζι έφτασαν άμέσως μιά ξέχειλη γαβάθα μέ κρέμα κι Ενα βουναλάκι τηγανίτες. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς μιλούσε προσπαθώντας εύγενικά νά πείσει τό συνομιλητή του, δέν κολάκευε, καί δέν ταπεινωνόταν. ΤΗταν γλυκομίλητος κι είχε ένα εύχάριστο, άνοιχτόκαρδο μπάσο στή φωνή του. Είχε τρόπους καλοΰ καί φιλόξενου άρχοντα. Παρατήρησα δτι ράγι­ σαν οί καρδιές τών παιδιών μόλις είδαν τήν κρέμα: ό Βόλοχοφ κι ό Ταρανέτς δέν ξεκολλούσαν τά μάτια τους ά π ’ τό γαργαλιστικό τραπέζι. Ό Ζαντόροφ στεκόταν στήν πόρτα, ξεροκατάπινε, κοκκίνιζε καί χαμογελούσε, κατανοώντας δλο τό άδιέξοδο τής κατάστασης. Ό Καραμπάνοφ καθόταν δίπλα μου καί μόλις βρήκε τήν κατάλληλη στιγμή μού ψιθύρισε: — Βρέ τό παλιόσκυλο! Τί μπορούμε νά κάνουμε; Μά τό θεό, πρέπει νά φάμε. Δέν κρατιέμαι, θέ μου, δέν κρατιέμαι! Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς έδοσε κάθισμα στό Ζαντόροφ: — Φάτε, άγαπητοί μου γειτόνοι, φάτε! Θά σάς έβγαζα καί τσιπουράκι, μιά δμως πού έσεΐς γι* αύτήν άκριβώς τή δουλιά... ' Ο Ζαντόροφ κάθησε άπέναντί μου, χαμήλωσε τά μάτια καί δάγκασε μισή τηγανίτα, πασαλείβοντας τό πηγούνι του μέ κρέμα. Ά π ’ τή λίμα του ό Ταρανέτς πασαλείφτηκε μέ κρέμα ώς τ ’ αυτιά. *0 Βόλοχοφ καταβρόχθιζε τόνα τυροπιτάκι κοντά σ τ ’ άλλο, χωρίς νά δείχνει κανένα σημείο συγκίνησης. — Φέρε μας κι άλλες τηγανίτες, πρόσταξε ό Λουκά Σεμιό­ νοβιτς τή γυναίκα του. *Ιβάν, παίξε μας τίποτα... —’ Ακόμα ή λειτουργία στήν έκκλησία δέν τελείωσε, είπε ή γυναίκα. — Δέν πειράζει, είπε ό Λουκά Σεμιόνοβιτς, γιά τούς γκαρδιακούς φίλους έπιτρέπεται. Ό λιγόλογος καί καλοθρεμμένος μορφονιός Ί β ά ν άρχισε τό «Λάμπει τό φεγγάρι», ένώ δ Καραμπάνοφ σκάζοντας στά γέ­ λια κυλίστηκε κάτω άπ* τόν πάγκο. — Νά, λοιπόν, πού πέσαμε στό μουσαφιρλίκι! Ύ σ τερα άπό τό κέρασμα άναψε ή συζήτηση. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς υποστήριζε μέ μεγάλο ένθουσιασμό τά σχέδιά μας γιά τό χτήμα Τρέπκε. Έ λ ε γ ε καί ξανάλεγε πώς ήταν έτοιμος νά 95


μας βοηθήσει βάζοντας στή διάθεσή μας δ,τι είχε καί δέν είχε τό νοικοκυριό του: — Μ ήν καθόσαστε καθόλου έδώ στό δάσος. Πάτε δσο μπορεϊτε πιό γρήγορα στό χτήμα πού δέν έχει νοικοκύρη. Καί νά μήν άφήσετε τό μύλο, όπωσδήποτε νά τόν πάρετε έσεΐς. Αύτό, τό πώς τό λένε, τό συνεργείο δέν ξέρει νά τόν κουμαντάρει. Οί μουζίκοι ε ίν ’ δλο παράπονα. Χρειάζεται ν ’ άλέσουν καλό άλεύρι γιά τό Πάσχα γιά τά κουλούρια καί τίς πίτες, ένα όλάκερο μήνα πάνε κι έρχονται καί τίποτα δέ γίνεται. ‘Ο μουζίκος άγαπάει τίς πίτες, τί πίτα δμως θά φτιάξεις άμα λείπει τό πιό βασικό: τό καλό άλεύρι; — Τά κότσια μας δέ βαστάνε άκόμα γιά τό μύλο, είπα. — Γιατί δέ βαστάνε; Μά θά σάς βοηθήσουν κι οί χωριάτες. Ξέρετε πόσο σάς σέβεται έδώ ό κόσμος. "Ολοι λένε: Τί καλός άνθρωπος! Τούτη άκριβώς τή στιγμή, τή γεμάτη λυρισμό, φάνηκε στήν πόρτα ό Ταρανέτς καί στό σπίτι άντήχησε τσιριχτά ή φωνή τής τρομαγμένης νοικοκυράς. Στά χέρια του ό Ταρανέτς κρατούσε τό μισό κομμάτι άπό ένα έξαιρετικό καζάνι, καί μάλιστα τό πιό βασικό του μέρος: τό φιδωτό σωλήνα του. Δέν είχαμε πάρει είδηση πώς ό Ταρανέτς είχε άφήσει γιά λίγο τήν παρέα μας. — Τό βρήκα στή σοφίτα, εϊπε ό Ταρανέτς, έκεΐ ύπάρχει καί τσίπουρο. Κι είναι ζεστό άκόμα. ' Ο Λουκά Σεμιόνοβιτς φούχτωσε τή γενειάδα του καί γιά μιά μόνο στιγμή έγινε σοβαρός. 'Αμέσως δμως ξαναβρήκε τή διάθεσή του, πλησίασε τόν Ταρανέτς καί στάθηκε χαμογελών­ τας άπέναντί του. “Υστερα έξυσε τό σβέρκο του καί μού μισόκλεισε τό μάτι: — Αύτός ό νεαρός θά ’χει προκοπή. Τί νά γίνει, μιά κι έτσι ήρθαν τά πράματα... τίποτα δέν έχω νά πώ, τίποτα... κι ούτε καί σάς παραξηγάω. Μιά πού τό λέει ό νόμος, άς γίνει έτσι. Θά τό σπάσετε λοιπόν; Τί νά γίνει; Ί β ά ν βοήθησε καί σύ... 'Ό μω ς ή Βερχόλαινα δέ συμμεριζόταν καθόλου τή νομιμο­ φροσύνη τοΰ συνετού συζύγου της. "Αρπαξε ά π ’ τά χέρια τού Ταρανέτς τό σωλήνα κι έμπηξε τίς φωνές: — Καί ποιός μωρέ, θά σάς άφήσει νά τό σπάσετε;! Πρώτα θά περάσετε πάνω ά π ’ τό πτώμα μου! Παλιοαλήτες! Ξεκουμπιστεϊτε άπό δώ γιατί θά σάς σπάσω τό κεφάλι... ' Ο μονόλογος τής Βερχόλαινας ήταν φοβερά μακρύς. ' Η Λίντοτσκα πού ώς τώρα καθόταν ήσυχα στή γωνιά, προσπάθησε 96


ν ’ άνοίξει μιά ήρεμη συζήτηση γιά τά κακά πού φέρνει τό τσίπουρο, μά ή Βερχόλαινα είχε δυνατά πλεμόνια. Είχαν πιά γίνει θρύψαλα τά μπουκάλια μέ τό τσίπουρο, ό Καραμπάνοφ άποτελείωνε πιά στή μέση τής αυλής μ ’ Ενα σιδερένιο λοστό τό καζάνι, κι ό Λουκά Σεμιόνοβιτς μας άποχαιρετούσε ευγενικά, προσκαλώντας μας νά ξαναπεράσουμε, καί μας διαβεβαίωνε ότι δέν παραξηγήθηκε. Ό Ζαντόροφ είχε πιά σφίξει τό χέρι τοΰ Ί β ά ν κι ό Ί β ά ν είχε βγάλει κάμποσες άποχαιρετιστήριες βραχνές νότες στό άκορντεόν, μά ή Βερχόλαινα δλο καί τσίριζε κι εκλαιγε, δλο κι Εβρισκε καινούργια χρώματα γιά νά στολίσει τή διαγωγή μας καί νά προφητέψει τό θλιβερό μας τέλος. Στίς γειτονικές αύλές στέκονταν άκίνητες οί γυναίκες, τά σκυλιά γαύγιζαν καί ούρλιαζαν πηδώντας άφρισμένα πάνω στά σύρματα πού χώριζαν τίς αύλές κι οί νοικοκυραΐοι πού καθάριζαν έκείνη τή στιγμή τούς σταύλους, κουνοΰσαν τά κεφάλια τους. Βγήκαμε στό δρόμο κι ό Καραμπάνοφ έπεσε ξελιγωμένος πάνω στόν κοντινότερο φράχτη. —“Οι, δέ μπορώ, μά τό θεό, δέ μπορώ! Μωρέ μουσαφιρέοι νά σοΰ πετύχουν. Ξέρετε τί φώναζε ή Βερχόλαινα; «Νά πρηστοΰν οί κοιλιές σας, ξύκι νά σας γίνει ή κρέμα πού περιδρομιά­ σατε»! Πώς πας έσύ μέ τό στομάχι, Βόλοχοφ; Τή μέρα αύτή καταστρέψαμε Εξι καζάνια. Α πώ λειες έμεϊς δέν είχαμε. Μ όνο δταν βγαίναμε ά π ’ τό τελευταίο σπίτι πέσαμε πάνω στόν πρόεδρο τοΰ σοβιέτ τής κοινότητας, στόν Σεργκέι Πετρόβιτς Γκρετσιάνι. *0 πρόεδρος Εμοιαζε μέ τόν κοζάκο Μαμάι: κολλητά μαΰρα μαλλιά καί ψιλό μουστακάκι τσιγκελάτο. Ά ν κι ήταν νεαρός, θεωρούνταν ά π ’ τούς πιό νοικοκυραίους τής περιοχής καί πολύ μυαλωμένος άνθρωπος. 'Ό τα ν μάς είδε μάς φώναξε άπό μακριά: — Γιά σταθείτε! Σταματήσαμε. — Γειά σας, χρόνια πολλά... Μά πώς γίνεται αύτό, γιά πέστε μου σάς παρακαλώ; Μέ ποιά έντολή έπεμβαίνετε Ετσι αύθαίρετα καί σπάζετε τά καζάνια τοΰ κόσμου; Που τό βρήκατε αύτό τό δικαίωμα; 'Ε σ τριψ ε άκόμα πιό πολύ τό μουστάκι του κι άρχισε νά κοιτάζει έξεταστικά στό πρόσωπο τούς παραβάτες τοΰ νόμου. Χωρίς νά πώ λέξη τοΰ ’δειξα τήν έντολή τής «αύθαίρετης έπέμβασης». 97


Τή στριφογύριζε άρκετή ώρα στά χέρια του καί μοϋ τήν ξανάδοσε μέ φανερή δυσαρέσκεια: — Βέβαια, έχετε έντολή, μόνο πού οί άνθρωποι παραπονοΰνται. "Αν έτσι κάνει ό κάθε Σταθμός τότε δέ μπορούμε νά πούμε πώς ή σοβιετική έξουσία θά 'χ ε ι καλό τέλος. Κι έγώ ό ίδιος πολεμάω τό λαθραίο τσίπουρο. — Μά κι ό ίδ ιο ς έχεις καζάνι, είπε σιγά ό Ταρανέτς, ένώ τά πανέξυπνα μάτια του άρχισαν νά έρευνούν μέ άναίδεια τό πρόσωπο τοϋ προέδρου. Ό πρόεδρος έριξε μιά άγρια ματιά στόν κουρελιασμένο Ταρανέτς: —Έ , σύ! Κοίτα τή δουλιά σου. Καί ποιός είσαι έσύ; Τρόφιμος τοϋ Σταθμοϋ; Αύτό έμεϊς δέ θά τ ’ άφήσουμε έτσι, θά διαμαρτυρηθοϋμε στίς παραπάνω άρχές καί τότε θά δοϋμε άν μπορεΐ ένα όποιοδήποτε κακοποιό στοιχείο νά προσβάλλει κατάμουτρα τόν πρόεδρο τής τοπικής έξουσίας. Χωρίσαμε καί τραβήξαμε ό καθένας τό δρόμο του. Ό πρόεδρος στό δικό του, έμεϊς στό δικό μας. Ή άποστολή μας αύτή είχε πολύ θετικά άποτελέσματα. Τήν άλλη κιόλας μέρα στό σιδηρουργείο ό Ζαντόροφ έλεγε στούς πελάτες μας: — Τήν άλλη Κυριακή δέ θά κάνουμε έτσι. "Ολος ό Σταθμός θά πάει, πενήντα άνθρωποι. Οί χωριάτες χαϊδεύανε τίς γενειάδες τους καί συμφωνούσαν: — Βέβαια, σωστό είναι... Γιατί καί τό γέννημα ξοδεύεται καί.,, μιά κι είναι άπαγορευμένο,.. σωστά... σωστά... Στό Σταθμό τό μεθύσι σταμάτησε, δμως παρουσιάστηκε ένα καινούργιο κακό: ή χαρτοπαιξία. "Αρχισε νά πέφτει στήν άντίληψή μας δτι όρισμένα παιδιά τρώγανε τό φαΐ σκέτο, χωρίς ψωμί, δτι τό καθάρισμα καί μερικές άλλες χοντροδουλιές δέν γίνονταν άπ* αύτούς πού δριζε ή υπηρεσία. — Γιατί σήμερα καθαρίζεις έσύ κι δχι ό Ίβανόφ ; — Μέ παρακάλεσε. Τούτη ή «παρακλητική» δουλιά άρχισε νά γίνεται συχνό φαινόμενο κι είχαν πιά διαμορφωθεί όρισμένες όμάδες άπό τέτιου είδους «παρακλητές». "Α ρχισε νά μεγαλώνει ό άριθμός τών παιδιών πού άπόφευγαν νά τρώνε τό φαΐ τους, άφήνοντας τή μερίδα τους γιά τό σύντροφο τους. Δέ μπορεΐ νά ύπάρχει μεγαλύτερο δυστύχημα γιά έναν παιδικό Σταθμό άπ* τή χαρτοπαιξία. Τό χαρτί βγάζει τόν τρόφι9Κ


μο τοϋ Στάθμου ά π ’ τή σφαίρα τής κοινής κατανάλωσης καί τόν υποχρεώνει νά βρίσκει συμπληρωματικά μέσα. Κι ό μόνος δρό­ μος γ ι ’ αύτό είναι ή κλεψιά. Πέρασα άμέσως σ ’ έπίθεση ένάντια στόν καινούργιο αύτό έχθρό, Ά π ’ τό Σταθμό τό ’σκάσε ό Ό βτσ ιαρένκο, Ενα εύθυμο κι ένεργητικό παιδί πού είχε έξοικειωθεΐ κιόλας μέ τή ζωή τοϋ Σταθμοϋ. Θέλησα νά μάθω γιατί Εφυγε, μά οί έρωτήσεις μου δέν Εδοσαν κανένα άποτέλεσμα. Τή δεύτερη μέρα τόν συνάντησα στήν πόλη, στό παζάρι, μά δσο κι άν προσπάθησα νά τόν μεταπείσω αύτός άρνήθηκε νά ξαναγυρίσει. Είδα πώς δσο μιλούσε μαζί μου ήταν πολύ άναστατωμένος. Τό χρέος ά π ’ τή χαρτοπαιξία θεωρούνταν στόν κύκλο τών παιδιών τού Σταθμοϋ μας, χρέος τιμής. "Οποιος άρνιόταν νά πληρώσει αύτό τό χρέος δ χι μόνο μπορούσε νά φάει γερό ξύλο καί νά ύποστεΐ κι άλλες σκληρές ποινές, μά έπεφτε κιόλας στήν κοινή περιφρόνηση. "Οταν τό βράδυ γύρισα στό Σταθμό, Εγινα τσιμπούρι στά παιδιά: — Γιατί Εφυγε ό Ό βτσ ιαρένκο; — Ποϋ ξέρουμε έμεϊς; — Ξέρετε. Σιωπή. Τήν ίδια νύχτα μέ τή βοήθεια τοΰ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς Εκανα γενική Ερευνα. Τ ’ άποτελέσματα μέ άφησαν κατάπληκτο: κάτω ά π ’ τά μαξιλάρια, στά μπαούλα, στά κουτιά, άκόμα καί στίς τσέπες κάμποσων παιδιών βρέθηκαν όλ.όκληρα τσουβάλια άπό ζάχαρη. Ό πιό πλούσιος ήταν ό Μπουρούν: στό μπαούλο του, πού τό ’χε φτιάξει ό ίδιος μέ τήν Εγκρισή μου στό ξυλουργείο τοϋ Σταθμοϋ, βρέθηκαν πάνω άπό 15 κιλά ζάχαρη. Μά τό πιό ένδιαφέρον ήταν αύτό πού βρήκαμε στόν Μιτιάγκιν. Κάτω ά π ’ τό μαξιλάρι του σ ’ Ενα βρώμικο σκούφο άπό προβατόδερμα βρέθηκαν πενήντα ρούβλια σέ άργυρά καί χάλκινα νομίσματα. Ό Μπουρούν όμολόγησε είλικρινά καί μέ συντρίμμένο ϋφος: — Τά κέρδισα στά χαρτιά. —Α π ’ τά παιδιά; — Ναί!... Ό Μ ιτιάγκιν άπάντησε: — Δέν Εχω νά πώ τίποτα. 99


Οί κυριότερες αποθήκες άπό ζάχαρη, καί άπό άλλα άκόμα ξένα πράματα, ζακέτες, μαντήλια, τσάντες, φυλάγονταν στό δωμάτιο, όπου ζοΟσαν οί τρεις κοπέλες, ή “Ολια, ή Ραίσα καί ή Μαρούσια. Τά κορίτσια άρνήθηκαν νά μαρτυρήσουν σέ ποιόν ανήκουν ό λ ' αύτά τά πράματα. Ή "Ολια κι ή Μαρούσια κλαίγανε, ή Ραίσα σώπαινε. Στό Σταθμό είχαμε όλο κι όλο τρεις κοπέλες. Καί οί τρεις τους μάς στάλθηκαν άπό τήν έπιτροπή γιατί έμπαιναν στά σπί­ τια κι έκλεβαν. Μιά ά π ’αύτές, ή Ολια Βόρονοβα, είχε μπλέξει τυχαία σέ μιά άσχημη Ιστορία, σάν κι αύτές πού συμβαίνουν συχνά στίς νεαρές υπηρέτριες. Ή Μαρούσια Λέφτσενκο κι ή Ραίσα Σοκολόβα ήταν πολύ έλεύθερες καί διεφθαρμένες, Εβρι­ ζαν κι έπαιρναν μέρος στά μεθύσια μαζί μέ τά παιδιά, καθώς καί στή χαρτοπαιξία, πού γινόταν κυρίως στό δωμάτιό τους. ' Η Μαρούσια είχε εναν άνυπόφορο υστερικό χαρακτήρα, συχνά πρόσβαλλε τίς φιλενάδες της κι άκόμα τίς έδερνε πολλές φορές. Μέ τά παιδιά πεισμάτωνε μέ τήν παραμικρή άφορμή καί θεωρούσε τόν έαυτό της «χαμένο» άνθρωπο, γΓαύτό καί σέ κάθε παρατήρηση ή συμβουλή απαντούσε στερεότυπα: — Τί παιδεύεστε; Έ γ ώ είμαι πιά χαμένος άνθρωπος. Ή Ραίσα ήταν πολύ χοντρή, τσαπατσούλα, τεμπέλα, γελού­ σε μέ τό παραμικρό, όμως, άρκετά έξυπνη καί σχετικά μορφωμέ­ νη. Κάποτε φοιτούσε στό γυμνάσιο καί οί παιδαγωγοί μας προσπαθούσαν νά τήν πείσουν νά έτοιμαστεϊ γιά νά πάει στό έργατικό πανεπιστήμιο. Ό πατέρας της ήταν τσαγκάρης στήν πόλη μας καί πρίν δυό χρόνια πάνω στό μεθύσι τόν είχαν μαχαιρώσει οί συμπότες του. ’ Η μάνα της έπινε καί ζούσε μέσα σέ μεγάλη φτώχεια. ' Η Ραίσα έλεγε ότι αύτή δέν ήταν ή πραγματική της μάνα, ότι τήν πέταξαν στούς Σοκολόφ όταν ήταν μικρή, δμως τά παιδιά βεβαίωναν πώς όλα αύτά ήταν φαντασίες τής Ραίσα. — Σιγά - σιγά θά μάς πει πώς ό πατέρας της ήταν πρίγκηπας! ' Η Ραίσα καί ή Μαρούσια έδειχναν μιά κάποια άνεξαρτησία άπέναντι σ τ ’ άγόρια καί σάν παλιές κι έμπειρες «κλεφταροϋδες» τά παιδιά κάπως τίς σέβονταν. Γι* αύτό κι ό Μ ιτιάγκιν καί οί άλλοι τίς είχαν έμπιστευθεΐ σοβαρούς τομείς ά π ’ τίς σκοτει­ νές έπιχειρήσεις τους. too


Μέ τόν έρχομό στό Σταθμό του Μ ιτιάγκιν τό στοιχείο τής κλεψιάς δυνάμωσε καί άριθμητικά καί ποιοτικά. Ό Μ ιτιάγκιν δεκαεφτά χρόνων παιδί, ίσως καί περισσότε­ ρο, ήταν μάστορας στήν κλεψιά, καπάτσος, έξυπνος, τολμηρός καί τυχερός σ ’ αύτές τίς δουλιές του. Κοντά σ ’ δλα αύτά ήταν καί πολύ συμπαθητικός τύπος. Στό πρόσωπό του είχε ένα σπάνιο «είδικό χαρακτηριστι­ κό»»: κάτασπρα δλο τουφίτσες τουφίτσες φρύδια. "Οπως έλεγε ό ΐδιος αύτό τό χαρακτηριστικό πολύ συχνά τόν έμπόδιζε νά πετύχουν οί δουλιές του. Π α ρ’ δ λ ’ αύτά ούτε κάν τοΰ πέρναγε ά π ’ τό μυαλό πώς μπορεΐ ν ’ άσχοληθεϊ μέ κάτι άλλο έκτός ά π ’ τήν κλεψιά. Τό ίδιο κιόλας βράδυ πού ’ρθε στό Σταθμό άνοιξε μιά έντελώς ελεύθερη καί φιλική συζήτηση μαζί μου. — Καλά λόγια λένε γιά σάς τά παιδιά, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. —"Ε, καί λοιπόν; — Μιά χαρά είν ’ έτσι, γιατί άν σάς άγαπάνε τά παιδιά θά τά περνάνε καλύτερα. — Δηλαδή κι έσύ πρέπει νά μ ’ άγαπήσεις. — Μπά... έγώ δέν πρόκειται νά μείνω γιά πολύ στό σταθμό. — Γιατί; — Τί θά βγει μ ’ αύτό; "Ετσι κι άλλιώς κλέφτης θά 'μαι. — Τήν κλεψιά μπορεΐς νά τήν ξεσυνηθίσεις. — Μπορώ, δμως νομίζω πώς δέ χρειάζεται νά ξεσυνηθίσω. — Μοΰ φαίνεται πώς μονάχα άπό πείσμα τά λές αύτά, Μιτιάγκιν. — Καθόλου άπό πείσμα. *Η κλεψιά σέ τραβάει καί σοϋ δίνει εύχαρίστηση. Μόνο πρέπει νά τήν κάνεις έξυπνα κι υστέρα νά μήν κλέβεις δποιον λάχει. Υ π ά ρ χο υ ν ένα σωρό παλιανθρώποι, πού λές καί σέ βάνει ό Ίδιος ό θεός νά τούς κλέψεις. 'Ό μω ς υπάρχουν κι άνθρωποι πού δέν κάνει νά τούς κλέβεις. — Σωστά μιλάς, είπα στόν Μ ιτιάγκιν. Μά τό κακό δέν είναι γΓ αύτόν πού τόν έκλεψαν, άλλά γΓ αύτόν πού κλέβει, — Καί τί σόι κακό ε ίν ’ αύτό; — Νά, έσύ συνήθισες νά κλέβεις, ξεσυνήθισες νά δουλεύ­ εις, δλα τά κερδίζεις εύκολα, συνήθισες νά πίνεις καί κόλλησες στή λάσπη: γίνεσαι άλήτης κι αύτό ε ίν ’ δλο. "Υστερα πέφτεις καί στή φυλακή καί παραπέρα ποιός ξέρει πού... — Σάμπως αύτοί πού *ναι στή φυλακή δέν είναι άνθρώποι; Πολύς κόσμος πού είναι έξω λεύτερος ζεί πολύ χειρότερα ά π ’ 101


αυτούς πού ’ναι φυλακή. Κι οΰτε μπορεϊς νά τό πάρεις είδηση αύτό. — Γιά τήν Ό χτω β ριανή ’Επανάσταση άκουσες; — Πώς δέν άκουσα! Κι ό ίδιος άκολουθουσα τήν Κόκκινη Φρουρά. — Νά, λοιπόν, τώρα οί άνθρωποι δέ θά ζοΰν δπως στή φυλακή. — Αύτό άκόμα κανείς δέν τό ξέρει, είπε σκεφτικός ό Μ ιτιάγκιν. ’Απόμειναν άκόμα τόσοι παλιάνθρωποι πού σοϋ φεύγει τό καφάσι. "Οπως καί νά ’χει τό πράγμα αύτοί τή βρωμοδουλιά τους θά τήν κάνουν. Κοιτάξτε γύρω ό Σταθμός τί σόι κόσμο έχει! ”Ωω!! Τότε πού τσάκιζα τήν όργάνωση τών χαρτοτταιχτών στό Σταθμό ό Μ ιτιάγκιν άρνήθηκε νά μου πει πώς βρέθηκε στά χέρια του ό σκούφος μέ τά λεφτά. — Τά ’κλεψες; Χαμογέλασε: — Τί παράξενος πού εΐσαστε, ’Αντόν Σεμιόνοβιτς!... Μά σίγουρα δέν τ ’ άγόρασα! 'Υ πάρχουν άκόμα πολλοί βλάκες στόν κόσμο. 'Ό λ ’ αύτά τά λεφτά τά ’χανε οί βλάκες μαζέψει σ ’ ένα μέρος, καί μάλιστα τά ’διναν μέ υποκλίσεις στούς κοιλαράδες μεγαλοαπατεώνες. Και τί, έγώ θά καθόμουνα νά τούς κοιτάω; Καλύτερα νά τά πάρω έγώ. Καί τά πήρα. Μόνο πού στό Σταθμό σας δέν μπορεϊ νά τά κρύψει κανείς. Ποτέ δέν έβαλα στό μυαλό μου πώς θά κάνατε έρευνα... — Καλά, λοιπόν. Αύτά τά χρήματα τά παίρνω γιά τό Σταθμό. Τώρα κιόλας θά κάνουμε πραχτικό καί θά τά βάλουμε στό λογαριασμό τοΰ Σταθμού. Γιά τήν ώρα λόγος γιά σένα δέ θά γίνει. Μ ίλησα μέ τά παιδιά γιά τίς κλεψιές: — Τή χαρτοπαιξία τήν άπαγορεύω κατηγορηματικά. Δέν πρόκειται νά ξαναπαίξετε χαρτιά. Τό νά παίζεις χαρτιά σημαίνει νά κλέβεις τό σύντροφό σου. —”Ας μήν παίζουν. — Παίζουν άπό βλακεία. Στό Σταθμό μας πολλά παιδιά πεινάνε δέν τρώνε ζάχαρη, άκόμα καί ψωμί. Τά χαρτιά ήταν αιτία πού’φυγε ά π ’τό Σταθμό ό Ό βτσ ιαρένκο καί γυρίζει τώρα κλαίγοντας στά παζάρια. — Ναι! Μέ τόν Ό βτσ ιαρένκο άσχημα πήγαν τά πράματα, είπε ό Μιτιάγκιν. 102


Συνέχισα: — Βγαίνει λοιπόν πώς στό Σταθμό δέν υπάρχει κανείς πού νά ύπερασπίζει έναν'άδύνατο σύντροφο. Αύτό σημαίνει πώς ή υπεράσπισή του πρέπει νά γίνεται άπό μένα τόν ίδιο. Δέ μπορώ νά έπιτρέψω νά πεινάνε τά παιδιά καί ν ’ άρρωσταίνουν μόνο καί μόνο γιατί στό παιχνίδι τούς έτυχε άνάποδο χαρτί. Δέ θά τό έπιτρέψω αύτό. Διαλέξτε λοιπόν. Δέ φανταζόσαστε, πόσο άσχη­ μα μού ’ρχεται νά κάνω έρευνες στούς θαλάμους, δμως δταν είδα στήν πόλη τόν Ό βτσ ιαρένκο νά κλαίει καί νά τραβάει γιά σίγουρο χαμό, άποφάσισα ν ’ άφήσω τίς πολλές τσιριμόνιες μαζί σας. Κι άν θέλετε, μπορούμε άπό τώρα νά συμφωνήσουμε νά μήν ξαναπαίξετε. Δίνετε τό λόγο τής τιμής σας; Ά ν καί φοβάμαι πώς ό λόγος τής τιμής σας δέν είναι τόσο βαρύς: *Ο Μπουρούν κι άλλη φορά έδοσε τό λόγο του... Ό Μπουρούν πετάχτηκε μπροστά: — Δέν είναι άλήθεια, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, είναι ντροπή νά μή λέτε τήν άλήθεια! Ά ν έσεΐς δέ λέτε τήν άλήθεια, τότε τί νά ποΰμε έμεϊς; Γιά τά χαρτιά έγώ κανένα λόγο δέν έδοσα... — Συγνώμη, σωστά, έγώ φταίω, δέ μάντεψα νά σοΰ πάρω άμέσως λόγο καί γιά τά χαρτιά, κι υστέρα καί γιά τή βότκα... —Έ γ ώ δέν πίνω βότκα. —Ά ς είναι. Νά τελειώνουμε. Τώρα τί θά γίνει; Μπροστά βγαίνει άργά ό Καραμπάνοφ. Είναι δλο ζωηράδα καί χάρη, κι δπως πάντα, λίγο κορδωμένος. Τό πρόσωπό του δείχνει δύναμη καί θέληση, πού τ ’ άπόχτησε ζώντας στή στέπα. Μά, σά νά προσπαθεί νά συγκρατηθεϊ. — Μοΰ φαίνεται, παιδιά, πώς τό ζήτημα είναι καθαρό. Δέν πρέπει νά κοροϊδεύει καί νά κερδίζει κανένας τό σύντροφό του. Θέλετε θυμώστε, θέλετε δχι, είμαι ένάντια στό χαρτί. Ξέρετέ το! Γιά τίποτ* άλλο κανέναν δέ θά πειράξω, μά τούς χαρτοπαϊχτες θά τούς μαγκώνω καί θά τούς τίς βρέχω ό Ιδιος. Είδα τόν Ό β τσιαρένκο δταν έφευγε — μπορούμε νά ποΰμε δτι τόν άνθρωπο τόν σπρώχνουμε έμεϊς οί Ίδιοι στό χαμό: “Ολοι σας ξέρετε δτι ό Ό βτσ ιαρένκο δέν είχε ταλέντο γιά κλέφτης. Τόν κέρδιζαν στά χαρτιά ό Μπουρούν μέ τή Ραίσα. Μοΰ φαίνεται πώς πρέπει τώρα νά πάνε οί Ίδιοι νά ψάξουν καί νά τόν βρουν. Καί νά μή γυρίσουν πίσω άν δέν τόν φέρουν μαζί τους. Ό Μπουρούν συμφώνησε άμέσως μέ τόν Καραμπάνοφ. — Τί διάολο μοΰ χρειάζεται ή Ραίσα; Καί μόνος μου θά τόν βρώ. 103


Τά παιδιά άρχισαν νά μιλούν δλα μαζί. Σ ’ δλους άρεσε ή λύση πού βρήκαμε: ό Μπουρούν κομμάτιασε μέ τά ίδια του τά χέρια δλες τίς τράπουλες καί τίς πέταξε στό σκουπιδοτενεκέ. ' Ο Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μάζευε μ ’ εύχαρίστηση τή ζάχαρη: — Ευχαριστούμε πολύ! Καί οικονομία μάς κάνατε. "Οταν έβγαινα ά π ’ τό θάλαμο μ ’ άκολούθησε άπό πίσω ό Μιτιάγκιν: — Τί θά γίνει μέ μένα; Νά φύγω ά π ’ τό Σταθμό; Του άπάντησα βαρύθυμα: —"Οχι, μείνε άκόμα λίγο καί θά δοΰμε. —"Ομως θά κλέβω όπωσδήποτε. — Καλά ντέ, κλέβε, πού νά σέ πάρει ό διάβολος. ’Εσύ θά χαντακωθείς, δχι έγώ. Τρόμαξε καί κοντοστάθηκε. Τό άλλο πρωί ό Μπουρούν ξεκίνησε γιά τήν πόλη νά βρει τόν Ό βτσ ιαρένκο. Τά παιδιά έσερναν πίσω του τή Ραίσα. Ό Καραμπάνοφ χαχάνιζε συνέχεια καί χτυπούσε τόν Μπουρούν στίς πλάτες: —Έ χ , έχει άκόμα ιππότες ή Ουκρανία! Ό Ζαντόροφ έβγαζε τό κεφάλι ά π ’ τό σιδεράδικο καί γελούσε κοροϊδευτικά. Καί γυρίζοντας πρός τό μέρος μου, μου λέει μέ φιλικό δπως πάντα τόνο: — Λέρες δλοι τους. "Ομως μπορεϊ κανένας νά ζήσει μαζί τους. — Καί σύ τί εϊσαι; τόν ρώτησε άγρια ό Καραμπάνοφ. — Σαλταδόρος πάπου πρός πάπου... καί τώρα σιδεράς τού έργατικού Σταθμού Μαξίμ Γκόρκι, Ά λεξά ντρ Ζαντόροφ, είπε καί στάθηκε προσοχή. —’Ανάπαυση! είπε ό Καραμπάνοφ, καί πέρασε μπροστά ά π ’ τό σιδεράδικο κορδωμένος σά φουσκωμένος γάλος. Τό βράδυ ό Μπουρούν έφερε στό Σταθμό τόν Ό β τσ ιαρένκο, εύτυχισμένο καί πεινασμένο.

10. «ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ» Τέτιους μαζί μέ μένα λογάριαζαν πέντε. Μάς όνόμαζαν τότε «'Ή ρωες τής κοινωνικής άγωγής». Οί Ιδιοι ποτέ δέν όνομάσαμε 104


έτσι τόν έαυτό μας. Κι άκόμα, καμιά φορά δέ σκεφτήκαμε ότι κάνουμε κάποιο κατόρθωμα. Δέν πέρασε αύτό ά π ’ τό μυαλό μας οϋτε τόν πρώτο καιρό τής δημιουργίας τοϋ Σταθμοϋ, οϋτε καί τό­ τε πού ό Σταθμός γιόρταζε τό όχτάχρονά του. Τά λόγια περί ήρωισμοϋ καί κατορθωμάτων δέν άφοροϋσαν μόνο αύτούς πού δούλευαν στό Σταθμό Γκόρκι, γι ’ αύτό καί στό βάθος τής ψυχής μας θεωρούσαμε αύτά τά λόγια σάν φτερωτά λόγια, πού ήταν άπαραίτητα γιά ν ’ άνεβάζουν τό ήθικό τών έργαζομένων, στούς παιδικούς σταθμούς. Τήν έποχή έκείνη ή σοβιετική ζωή ήταν γεμάτη ήρωισμούς κι έπαναστατική έξαρση κι ή δουλιά ή δική μας ήταν άρκετά συγκροτημένη καί στίς έκδηλώσεις της καί στίς έπιτυχίες της. “Ημασταν άνθρωποι άπό τούς πιό συνηθισμένους κι είχαμε ένα σωρό έλλείψεις. Καί τή δουλιά μας άκόμα καλά-καλά δέν τήν ξέραμε: ή έργάσιμη μέρα μας ήταν γεμάτη λάθη, δισταχτικές ένέργειες καί μπερδεμένες σκέψεις. Είχαμε μιά φοβερή θολούρα στό μυαλό μας καί μέσα ά π ’ αύτή τή θολούρα μόλις καί διακρίναμε μερικά μόνο σκαριά τής μελλοντικής παιδαγωγικής ζωής. Γιά τό κάθε βήμα μας μπορούσε κανένας νά πει δ,τι ήθελε, τόσο πολύ τά βήματά μας αύτά ήταν άβέβαια καί τυχαία. Δέν υπήρχε τίποτε στή δουλιά μας πού νά μή σήκωνε συζήτηση καί διαφωνία. Κι δταν άρχίζαμε νά συζητάμε, τά πράματα γίνονταν άκόμα χειρότερα: δέν ξέρω γιατί, ά π ’ τίς συζητήσεις μας αύτές δέν έβγαινε ή άλήθεια. 'Υ πή ρχαν μόνο δυό πράματα πού δέ χωροϋσαν συζητήσεις κι άμφιβολίες. ' Η σταθερή άπόφασή μας νά μήν έγκαταλείψουμε τό έργο μας αύτό, μά νά τό φέρουμε σέ κάποιο τέλος, άκόμα καί σ ’ ένα άδοξο έστω τέλος. Κι ήταν άκόμα, νά, αύτή ή "ίδια ή «ζωή» καί σέ μάς στό Σταθμό καί στό περιβάλλον πού μάς κύκλωνε. "Οταν ήρθαν στό Σταθμό οί “Οσιποφ, έδειχναν μεγάλη άποστροφή πρός τούς τροφίμους. Σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τοϋ Σταθμοϋ μας, ό παιδαγωγός τής υπηρεσίας έπρεπε νά τρώει μαζί μέ τούς τροφίμους. Τόσο ό Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς, δσο καί ή γυναίκα του μοΰ δήλωσαν κατηγορηματικά, δτι δέν πρόκειται νά κάτσουν νά φάνε στό Ίδιο τραπέζι μέ τά παιδιά, γιατί δέν μπορούν νά κατανικήσουν τήν άποστροφή πού τούς πιάνει. Τούς είπα: — Καλά, θά δοϋμε. 105


Στό διάστημα τής νυχτερινής βάρδιας στό θάλαμο ό Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς δέν καθόταν ποτέ σέ κρεβάτι τών παιδιών, άλλο μέρος δμως πού νά κάτσει δέν υπήρχε. “Ετσι, λοιπόν, όλόκληρη τή βραδιά τήν περνούσε στό πόδι. Ό Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς καί ή γυναίκα του μου λέγανε: — Πώς μπορεϊτε καί κάθεστε σ ’ αύτό τό στρώμα; Μά είναι γεμάτο ψείρες. Τούς άπαντοΰσα: — Δέν πειράζει, δλα θά πανε καλά: κι οί ψείρες θά Εξαφανιστοΰν καί, κάπως θά τά βολέψουμε. "Υστερα άπό τρεις μήνες ό Ί β ά ν Ίβάνοβιτς, δ χι μόνο έτρωγε μαζί μέ τά παιδιά στό ίδιο τραπέζι, μά παράτησε άκόμα καί τή συνήθεια νά φέρνει τό κουτάλι του ά π ’ τό σπίτι. “Επαιρνε ά π ’ τό σωρό στό τραπέζι ένα συνηθισμένο ξύλινο κουτάλι καί γιά νά ’χει ήσυχη τή συνείδησή του τό σκούπιζε μέ τά δάχτυλά του. Καί τά βράδια στό θάλαμο, μέσα στό φωνακλάδικο καί ζωηρό κύκλο τών παιδιών ό Ίβ ά ν Ίβ ά νοβ ιτς καθόταν στό κρεβάτι κι Επαιζε μαζί τους τούς «κλέφτες καί τούς καταδότες». Τό παιχνίδι παιζόταν Ετσι: μοίραζαν σ ’ δλους τούς παίχτες χαρτάκια μέ τίς λέξεις: «κλέφτης», «καταδότης», «άνακριτής», «δικαστής», «δήμιος» κτλ. Σ ’ δποιον Επεφτε τό χαρτί μέ τή λέξη «καταδότης» κι άφοΰ τό άνακοίνωνε, Επαιρνε στά χέρια του τό λουρί καί προσπαθούσε νά μαντέψει τόν κλέφτη. "Ολοι τοϋ άπλωναν τά χέρια κι αύτός Επρεπε μ ’ Ενα χτύπημα τοϋ λουριοϋ νά βρει τό χέρι του κλέφτη. Συνήθως ή λουριά Επεφτε στό δικαστή είτε στόν άνακριτή, κι αύτοί σάν τίμιοι πολίτες προσβλημένοι γιατί τούς θεώρησε ύποπτους, άρχιζαν νά τόν χτυπούν στό άπλωμένο χέρι, σύμφωνα μέ τούς καθορισμένους δρους τοΰ παιχνιδιού. “Αν τήν Επόμενη φορά ό καταδότης τά κατάφερνε νά βρει τόν κλέφτη, τά βάσανά του τελείωναν κι άρχιζαν τά βάσανα τού κλέφτη. Ό δικαστής Εβγαζε τήν άπόφαση: πέντε καυτές, δέκα καυτές, πέντε κρύες. Ό δήμιος Επαιρνε στά χέρια του τό λουρί κι Εφαρμοζόταν ή τιμωρία. Μ ιά κι οί ρόλοι άλλαζαν διαρκώς, κι ό κλέφτης στόν άλλο γύρο γινόταν δικαστής είτε δήμιος, δλη ή όμορφιά τοΰ παιχνι­ διού βρισκόταν σ ’ αύτήν άκριβώς τήν Εναλλαγή τών βασάνων μέ τήν Εκδίκηση. Ό σκληρός δικαστής είτε ό άνελέητος δήμιος, δταν γινόταν καταδότης ή κλέφτης τίς μάζευε μέ τό 106


παραπάνω, ά π ’ τούς άλλους πού του θύμιζαν δλες τίς προηγού­ μενες καταδίκες καί τιμωρίες. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα καί ή Λίντια Πετρόβνα έπαιρναν έπίσης μέρος σ ’ αύτό τό παιχνίδι, μά τά παιδιά φέρνονταν σ ’ αύτές μέ ίπποτισμό: στήν περίπτωση πού γίνονταν «κλέφτρες» δριζαν τρεΐς-τέσσερις λουριές κρύες, κι ό δήμιος δταν έκτελοϋσε τήν άπόφαση έπαιρνε ένα τρυφερό Οφος καί μόλις χάιδευε μέ τό λουρί τήν άπαλή γυναικεία παλάμη. Παίζοντας μαζί μου, τά παιδιά πολύ ένδιαφέρονταν νά έξακριβώσουν τήν άντοχή μου, γ ι ’ αύτό καί δέ μού ’μείνε τίπ ο τ’ άλλο ά π ’ τό νά κάνω τόν παλικαρά. ‘Ό τα ν γινόμουν δικαστής καθόριζα γιά τούς κλέφτες τόσες ξυλιές πού τρόμαζαν άκόμα καί οί δήμιοι, κι δταν πάλι έπεφτε ή σειρά σέ μένα νά έκτελέσω τήν άπόφαση, υποχρέωνα τό θύμα νά χάνει τό αίσθημα τής άξιοπρέπειάς του καί νά φωνάζει: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, μά δχι τόσο δυνατά! Μά καί γώ τίς μάζευα γιά καλά: έφευγα γιά τό σπίτι μέ τ ’ άριστερό μου χέρι πάντα πρησμένο. Θεωρούνταν άπρεπο ν ’ άλλάζεις χέρι καί τό δεξί μοΰ χρειαζόταν γιά γράψιμο. 'Ο Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς έδειχνε μιά λιγόψυχη, γυναικεία ταχτι­ κή καί στήν άρχή τά παιδιά τοΰ φέρνονταν μέ λεπτότητα. Κάπο­ τε είπα στόν Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς δτι μιά τέτια πολιτική δέν είναι σωστή: τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ πρέπει νά μεγαλώνουν καλλιερ­ γώντας μέσα τους τήν άντοχή καί τό θάρρος. Δέν πρέπει νά φο­ βούνται τούς κινδύνους καί πολύ περισσότερο τά σωματικά βά­ σανα. 'Ο Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς δέ συμφώνησε μαζί μου. "Οταν κάποιο βράδυ βρέθηκα στόν Ιδιο κύκλο παιχνιδιού μαζί του καί μοΰ ’τυχε ό ρόλος τοΰ δικαστή, τόν καταδίκασα σέ δώδεκα λουριές καυτές καί σέ συνέχεια σά δήμιος τοΰ τάραξα άλύπητα τό χέρι μέ σφυριχτές ξυλιές. Θύμωσε πολύ καί μ ’ έκδικήθηκε. "Ενας δμως ά π ’ τούς «φιλαράκους» μου δέν άφησε τήν τέτια διαγωγή τοΰ Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς άτιμώρητη καί τόν έφερε ώς τό σημείο ν ’ άλλάξει χέρι. Ό Ί β ά ν ’ϊβάνοβιτς προσπάθησε τ ’ άλλο βράδυ νά ξεγλι­ στρήσει άπόνα τέτιο «βάρβαρο παιχνίδι», δμως ή γενική :1ρωνία τών παιδιών τόν έκανε νά ντραπεί κι άπό τότε ό Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς άντεχε μέ τιμή σ ’ αύτή τή δοκιμασία, δέν έκανε γαλιφιές δταν ήταν δικαστής καί δέν έχανε τό θάρρος του δταν τοΰ ’πεφτε ό ρόλος τοΰ καταδότη είτε τοΰ κλέφτη. 107


Οί “Οσιποφ παραπονοΰνταν συχνά οτι κουβαλάνε στό σπίτι τους πολλές ψείρες. Τούς είπα: — Τίς ψείρες πρέπει νά τίς παλεύουμε όχι στό σπίτι, μά στό θάλαμο... Καί τίς παλέψαμε. Μέ μεγάλη προσπάθεια πετύχαμε νά πάρουμε άπό δυό άλλαξιές άσπρόρουχα καί άπό δυό κοστούμια. Τά κοστούμια αύτά ήταν ««μπάλωμα στό μπάλωμα» όπως λένε οί Ουκρανοί, όμως τά ζεματάγαμε μέ ατμό κι έτσι εμενε σ ’ αύτά ένας έλάχιστος άριθμός άπό κόνιδες. Δέν τά καταφέραμε καί τόσο γρήγορα νά έξοντώσουμε τελείως τίς ψείρες γιατί συνέχεια μάς έρχονταν καινούργιοι στό Σταθμό, κι άκόμα λόγω τής συχνής έπαφής μας μέ τούς χωριάτες κι άπό άλλες αιτίες. Σύμφωνα μέ τόν κανονισμό ή δουλιά τών παιδαγωγών χωριζόταν: στή γενική υπηρεσία, στήν έργατική υπηρεσία καί στή βραδινή ύπηρεσία. Ε κ τ ό ς ά π ’ αύτό, τά πρωινά οί παιδαγω­ γοί άπασχολούνταν στό σχολειό, Ή γενική ύπηρεσία ήταν πραγματικό κάτεργο. ’Α π' τίς πέντε τό πρωί ώς τό σιωπητήριο στό πόδι. Ό υπεύθυνος τής γενικής ύπηρεσίας ήταν ό καθοδηγητής τής ήμέρας, έκανε τόν έλεγχο στή διανομή του φαγητού, έπέβλεπε νά γίνονται καλά όλες οί δουλιές, έλυνε όλες τίς διαφορές, μόνιαζε τούς καυγατζήδες, προσπαθούσε νά πείσει όσους διαμαρτύρονταν, υπόγραφε τίς καταστάσεις γιά τά τρόφιμα κι έκανε έλεγχο στήν άποθήκη του Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, φρόντιζε γιά τήν άλλαγή τών έσώρουχων, καί τοΰ ρουχισμού. Ό υπεύθυνος τής γενικής ύπηρεσίας είχε τόσο πολλή δουλιά πού ά π ’ τή νά ρ χή άκόμα τοΰ δεύτερου χρόνου γιά νά βοηθήσουμε τούς παιδαγωγούς άρχίσα­ με νά βγάζουμε ύπηρεσία ά π ’ τά μεγαλύτερα παιδιά, φορώντας τους κόκκινα περιβραχιόνια στό άριστερό χέρι. Ό παιδαγωγός τής έργατικής ύπηρεσίας έπαιρνε άπλά μέρος σέ κάποια δουλιά, συνήθως έκεϊ όπου ήταν πολλά παιδιά είτε πολλοί καινούργιοι. Ή συμμετοχή τοΰ παιδαγωγού στή δουλιά ήταν συμμετοχή ούσιαστική κι άλλιώς δέν μπορούσε νά γίνει στίς συνθήκες τίς δικές μας. Οί παιδαγωγοί δούλευαν στά έργαστήρια, στό κόψιμο ξύλων, στά χωράφια είτε στόν κήπο, στίς έπισκευές. Πολύ γρήγορα ή βραδινή ύπηρεσία κατάντησε νά ’ναι ένας άπλός τύπος: τά βράδια μαζεύονταν στούς θαλάμους όλοι οί παιδαγωγοί, ήταν δέν ήταν ύπηρεσία. Κι αύτό δέν άποτελοΰσε κανένα κατόρθωμα: έκτός ά π ’ τούς θαλάμους τών παιδιών δέν 108


είχαμε πουθενά άλλου νά πάμε. Σ τ’ άδεια δωμάτιά μας ό χι μόνο δέ νιώθαμε καμιά άνεση, άλλά τό άδύνατο καί τρεμάμενο φως τών καντηλιών σου δημιουργούσε κάποιο δέος. Έ ν ώ στούς θαλάμους υστέρα ά π ’ τό βραδινό τσάι, μάς περίμεναν μ ’ άνυπομονησία τά έξυπνα κι εϋθυμα πρόσωπα τών παιδιών, πού πάντα είχαν τεράστια άποθέματα άπό ιστορίες, φανταστικές είτε πραγματικές κι από κάθε είδους έρωτήσεις γιά τά καθημερινά φλέγοντα ζητήματα: φιλοσοφικές, πολιτικές καί φιλολογικές. Μάς περίμεναν άκόμα τά διάφορα παιχνίδια τους, αρχίζοντας α π' τήν «γάτα καί τό ποντίκι» ώς τούς «κλέφτες» καί τούς «•καταδότες». Έ δώ συζητούσαμε καί τά διάφορα επεισόδια τής ζωής μας, σάν κι αύτά πού περιγράψαμε πιό πάνω, κουτσομπο­ λεύαμε τούς γειτονικούς μας χωριάτες καί καταστρώναμε σχέδια γιά τήν έπισκευή καί τή μελλοντική ευτυχισμένη ζωή μας στό δεύτερο Σταθμό. Ιΐοΰ καί πού ό Μ ιτιάγκιν μάς έλεγε παραμύθια. 1Ηταν καταπληχτικός παραμυθάς, ήξερε νά τά όιηγιέται, συνδυάζοντάς τα μέ στοιχεία ήθοποιίας καί μέ μιά πλούσια μιμική. Ό Μ ιτιάγκιν άγαποΰσε τά μικρά παιδιά καί οί ιστορίες του ξετρέλαιναν τούς πιτσιρίκους, Στά παραμύθια του δέν ύπήρχαν σχεδόν καθόλου θαύματα: σ ’ αύτά φιγουράριζαν οί κουτοί μουζίκοι κι οί πονηροί χωριάτες, οί κουτεντέδες εύγενεΐς καί οί έξυπνοι βιοτέχνες,... οί τυχεροί κι οί τολμηροί κλέφτες καί τά κορόιδα οί άστυνομικοί, οί γενναίοι στρατιώτες καί οί δυσκί­ νητοι, χαζούλικοι παπάδες. Συχνά τά βράδια όργανώναμε στους θαλάμους όμαδική ανάγνωση. Ά π ’ τίς πρώτες μέρες είχαμε δημιουργήσει βιβλιο­ θήκη μέ βιβλία πού αγόρασα ή πού είχαμε πάρει υστερ' άπό πολλά παρακάλια άπό διάφορες ατομικές βιβλιοθήκες. Στό τέλος τοΰ χειμώνα είχαμε συγκεντρώσει τά έργα όλων σχεδόν τών κλασικών, καθώς καί πολλά ειδικά βιβλία τής πολιτικής καί άγροτικής φιλολογίας. Καταφέραμε νά μαζέψουμε ά π ’ τίς έγκαταλειμμένες άποθήκες τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας τοΰ Κυβερνείου πολλά έκλαϊκευτικά βιβλία άπό πολλούς καί διάφο­ ρους τομείς γνώσεων. Πολλά παιδιά άγαποΰσαν τό βιβλίο, δμως ήταν λίγοι έκεινοι πού μπορούσαν νά διαβάσουν ένα βιβλίο ώς τό τέλος. ΓΓ αύτό καί καταπιαστήκαμε μέ τό όμαδικό φωναχτό διάβασμα πού έπαιρναν μέρος όλοι. Λιάβαζα ό ίδιος ή ό Ζαντόροφ πού είχε θαυμάσια άρθρωση. Στή διάρκεια τοΰ πρώτοι; χειμώνα έίχα109


με διαβάσει πολλά έργα του Πούσκιν, του Κορολένκο, του Μάμίν-Σιμπιριάκ, τοϋ Βερεσάγεφ καί Ιδιαίτερα τοϋ Γκόρκι. Τά εργα τοΰ Γκόρκι προξενούσαν στόν κύκλο μας δυνατή, δχι δμως δμοια γιά δλους έντύπωση. Τόν Καραμπάνοφ, τόν Ταρανέτς, τόν Βόλοχοφ καί τούς άλλους πολύ τούς συγκινοϋσε ό ρομαντισμός τών έργων τοϋ Γκόρκι καί δέν έδιναν καθόλου σημασία στή βαθύτερη άνάλυση τών χαρακτήρων καί τών γεγο­ νότων πού περιγράφονταν σ ’ αύτά. Ά κ ο υ γα ν τό «Μακάρ Τσουντρά» μέ μάτια πού έβγαζαν φλόγες, άναστέναζαν δυνατά καί κουνούσαν τίς γροθιές τους μπροστά στή μορφή τοϋ ’ Ιγκνάτ Γκορντέγεφ καί ύπέφεραν κι αύτοί μέ τήν τραγωδία τοΰ «ΓεροΆ ρ χ Ιπ καί τής Λένκα». Στόν Καραμπάνοφ άρεσε ιδιαίτερα ή σκηνή πού ό γερο-Γκορντέγεφ κοιτάζει θλιμμένα πώς καταστρέφεται ά π ’ τό λιώσιμο τοϋ πάγου ή «Μ πογιάρινιά» του. Ό Σεμιόν τέντωνε δλα τά μούσκουλα τοϋ προσώπου του καί μέ φωνή πραγματικού τραγωδού έλεγε μέ θαυμασμό: — Νά, άνθρωπος! Έ χ , κι άν ήταν δλοι οί άνθρωποι τέτιοι! Μέ τόν Ιδιο ένθουσιασμό άκουγε καί τήν ιστορία τοϋ θανάτου τοΰ Ί λ ιά στούς «Τρεϊς». — Μπράβο του, μπράβο του! Νά, αυτός είναι θάνατος: μέ τό κεφάλι στούς βράχους... Ό Μ ιτιάγκιν, ό Ζαντόροφ, ό Μπουρούν γελούσαν μέ τόν ένθουσιασμό τών ρομαντικών μας καί τούς πείραζαν: —Ά κ ο ΰ τε σά χαζοί καί τίποτα δέ νιώθετε! —Έ γώ δέ νιώθω; —Ά μ έ , τί, νιώθεις; Καί τί καλό βρίσκετε πού κοπάνησε τό κεφάλι του στίς πέτρες; Ό Ί λ ιά είναι ένας άρχιμάπας, ένας κακομοίρης. Γιά δές έκεϊ κάποιο γύναιο, λίγο τοΰ στραβομου­ τσούνιασε κι έκεϊνος ποτάμι τά δάκρυα. Νά ’μουνα στή θέση του θά ’ πνιγα κι άλλον έναν έμπορα, σ ’ δλους τους χρειάζεται πνίξιμο καί στό δικό σου τόν Γκορντέγεφ μαζί. Στό μόνο πού συμφωνούσαν κι οί δυό πλευρές ήταν ό χαρακτηρισμός πού δινόταν στό Λουκά στό «Βυθό». Ό Καρα­ μπάνοφ κουνούσε τήν κεφάλα του: — Ναί! Τέτια γερόντια είναι έπικίνδυνα. Γκρίνιαξε-γκρίνιαξε καί μετά άπό δώ παν κι οί άλλοι. Τούς ξέρω γώ κάτι τέτιους. —Ό Λουκά είναι έξυπνος, ό παλιάνθρωπος, λέει ό Μιτιάγκιν. Περνάει καλά, όλα τά μυρίζεται κι δπως νά *ρθουν τά πράματα, τά καταφέρνει: άλλον θά ξεγελάσει, άλλον θά κλέψει, 110


σ ’ άλλον θά παραστήσει τήν όσία Μαρία. Κι έτσι τή βολεύει. Καταπληχτική έντύπωση έκαναν σ ’ δλους τά έργα «Τά παιδικά χρόνια»» καί «Στούς άνθρώπους». Τ ’ άκουγαν μέ κομμέ­ νη άνάσα καί μάς πα’ρακαλοΰσαν νά διαβάζουμε «έστω κι ώς τίς δώδεκα»». Στήν άρχή, δταν τούς διηγήθηκα τήν πραγματική ιστορία τής ζωής του Μ. Γκόρκι δέ μέ πίστευαν, έμειναν κατάπληχτοι ά π ’ αύτή τήν Ιστορία κι άμέσως άρχισαν βροχή τίς έρωτήσεις: — Δηλαδή, πάει νά πεϊ, πώς ό Γκόρκι ήταν σάν καί μάς; Γιά δές πράματα! Αύτό τό ζήτημα τούς συγκινούσε βαθιά καί τούς έδινε χαρά. ' Η ζωή τοΰ Μ. Γ κόρκι έγινε σάν ένα κομμάτι τής δικής μας ζωής. 'Ο ρισμένα έπεισόδιά της τά είχαμε υπόδειγμα γιά σύγ­ κριση, τά χρησιμοποιούσαμε γιά νά δίνουμε παρατσούκλια ή σάν βάση γιά τίς συζητήσεις, σάν μέτρα γιά νά μετράμε τήν άξία τοΰ άνθρώπου. "Οταν, τρία χιλιόμετρα άπό μάς έγκαταστάθηκε ό παιδικός Σταθμός, Β.Γ. Κορολένκο οί τρόφιμοι οί δικοί μας πολύ λίγο τόν ζήλευαν. Ό Ζαντόροφ έλεγε: — Αύτούς τούς πιτσιρίκους τούς έρχεται κουτί νά τούς λένε κορολένκους. Έ μ εϊς δμως λεγόμαστε γκόρκηδες. Τήν Ίδια γνώμη είχε κι ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς: 0 — Αύτόν τόν Κορολένκο έγώ τόν είδα καί μάλιστα μίλησα καί μαζί του: πολύ καθωσπρέπει άνθρωπος. ’ Εσείς, φυσικά, καί χθεωρητικά είστε ξυπόλητοι καί πραχτικά. Τήν όνομασία, Σταθμός Γκόρκι τήν πήραμε χωρίς καμιά έπίσημη άπόφαση κι έγκριση. Μέ τόν καιρό στήν πόλη συνήθισαν νά όνομαζόμαστε έτσι καί δέ διαμαρτύρονταν γιά τίς καινούργιες μας σφραγίδες μέ τ ’ δνομα τοϋ συγγραφέα. Δυστυ­ χώς δέ μπορέσαμε γρήγορα ν ’ άποχτήσουμε άλληλογραφία μέ τόν ’ Αλεξέι Μ αξίμοβιτς, γιατί κανένας στήν πόλη μας δέν ήξερε τή διεύθυνσή του. Μόνο τό 1925 σ ’ ένα είκονογραφημέν<: βδομαδιάτικο περιοδικό διαβάσαμε ένα άρθρο γιά τή ζωή τον Γκόρκι στήν ’Ιταλία. Στό άρθρο δινόταν τ ’ δνομά του στά ίταλικά: Massimo Gorky. Τοϋ στείλαμε τότε στήν τύχη ένα γράμμα μέ τήν ιδανική πραγματικά σέ λακωνικότητα διεύθυνση: Italia. Massimo Gorky. Τά διηγήματα τού Γκόρκι καί ή βιογραφία του τραβούσαν μικρούς καί μεγάλους, παρά τό δτι οί μικροί ήταν δλοι σχεδόν άγράμματοι. I ll


Μικρούς ώς δέκα χρόνων είχαμε στό Σταθμό δώδεκα. ’ Ηταν ζωηροί, πονηρούτσικοι μικροκλέφτες καί αιώνια μουντζούρη­ δες μέχρι απελπισίας. Έ ρ χο ν τα ν στό Σταθμό πάντα κακομοίρη­ δες: άδύνατοι, άρρωστιάρηδες, ψωριασμένοι. Χωρίς τελειωμό άσχολούνταν μ ’ αύτούς ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, πού μόνη της προσφέρθηκε νά κάνει τή νοσοκόμα καί τήν άδελφή τού έλέους! Τής κόλλαγαν συνέχεια παρά τή σοβαρότητά της. "Ηξερε νά τούς μαλώνει μητρικά, γνώριζε δλες τίς,άδυναμίες τους, δέν πίστευε στό λόγο κανενός (έγώ δέν ήμουνα ποτέ άπαλλαγμένος ά π ’ αύτή τήν άδυναμία), δέν έπέτρεπε καμιά παλιανθρωπιά καί εκφράζε άνοιχτά τήν άγανάχτησή της σέ κάθε άσχήμια τους. Παράλληλα δμως ήξερε περίφημα, μέ τά πιό άπλά λόγια, μέ μεγάλη άνθρωπιά, νά μιλάει μέ τόν κάθε πιτσιρίκο γιά τή ζωή, γιά τή μάνα του, γιά τό δτι σά θά μεγαλώσει θά γίνει ναύτης ή ένας κόκκινος διοικητής ή μηχανικός. “Ενιωθε δλο τό βάθος τής φοβερής άδικίας πού προξένησε στά μικρά αύτά παιδιά ή καταραμένη καί χωρίς νόημα ζωή. Έ κ τό ς ά π ’ αύτό δλο κι εβρισκε κάτι γιά νά τούς ταΐζει συμπληρωματικά: παραβιάζον­ τας στά κρυφά δλους τούς κανόνες καί τούς νόμους τοϋ τμήματος έπισιτισμοϋ μ ’ ένα χαϊδευτικό λόγο νικούσε μ ' εύκολία τή φοβερή σχολαστικότητα τοϋ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς. Τά μεγαλύτερα παιδιά έβλεπαν αύτό τό δεσμό τής Αίκατε­ ρίνα Γκρηγκόριεβνα μέ τούς πιτσιρίκους, δέν τήνέμπόδιζαν καί καλόκαρδα δέχονταν πάντα νά έκπληρώσουν κάποια μικρή παράκληση τής Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα: νά προσέχουν νά πλυθεϊ καλά ό πιτσιρίκος, νά σαπουνιστεί δπως χρειάζεται, νά μήν καπνίζει, νά μή σκίζει τά ρούχα του, νά μήν τσακώνεται κτλ. Τά μεγάλα παιδιά στό Σταθμό μας, χάρη κυρίως στήν Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, άγαποϋσαν τούς πιτσιρίκους καί τούς φέρνονταν πάντα σά μεγαλύτερα άδέλφια: στοργικά, αυ­ στηρά καί μέ φροντίδα.

11. Η ΣΠΑΡΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ "Ολο καί περισσότερο γινόταν φανερό πώς είναι δύσκολο νά φτιάξουμε νοικοκυριό στόν πρώτο Σταθμό μας. Κι δλο καί 112


περισσότερο τά βλέμματά μας στρέφονταν στό δεύτερο Σταθμό, έκεϊ στίς όχθες τοϋ Καλομάκ, όπου τήν άνοιξη άνθιζαν όργιαστικά τά περιβόλια κι ή γή γύαλιζε μέ τό μαυρόχωμά της. Μά ή έπισκευή τοϋ δεύτερου Σταθμοϋ γινόταν μέ φοβερά άργούς ρυθμούς. Οί μαραγκοί, πού παίρναν κάτι πενταροδεκά­ ρες γιά τή δουλιά τους, ήξεραν νά φτιάξουν ένα χωριατόσπιτο, όμως τά ’βρισκαν μπαστούνια όταν ήταν νά φτιάξουν καμιά λίγο-πολύ πιό βαριά στέγη. Τζάμια δέ μπορούσαμε νά βροϋμε πουθενά, όσα καί νά δίναμε, μά καί λεφτά δέν είχαμε. Π α ρ ' όλες αύτές τις άναποδιές, στά τέλη τοϋ καλοκαιριού τά καταφέραμε κι έπισκευάσαμε δυό-τρία μεγάλα σπίτια, μά καί σ ’ αύτά δέ μπορούσαμε νά έγκατασταθοϋμε, γιατί τούς έλειπαν τά τζάμια. Έ πισκευάσαμε κάμποσα μικρά βοηθητικά χτίρια, όμως σ ’ αύτά έγκαταστάθηκαν οί μαραγκοί, οί χτιστάδες, οί σομπατζήδες κι οί φύλακες. Δέν είχε κανένα νόημα νά μεταφέρουμε στόν καινούργιο Σταθμό τά παιδιά, γιατί χωρίς έργαστήρια καί χωρίς κανένα νοικοκυριό δέ θά ’χαν έκεϊ τί νά κάνουνε. Οί τρόφιμοι πήγαιναν καθημερινά στό δεύτερο Σταθμό καί τήν περισσότερη δουλιά αυτοί τήν κάνανε. Δεκάδες παιδιά ζοϋσαν τό καλοκαίρι σέ καλύβες, δουλεύοντας στόν κήπο κι έστελναν στόν πρώτο Σταθμό όλόκληρα φορτία άπό μήλα κι άχλάδια. Χάρη σ ’ αυτούς, ό κήπος τών Τρέπκε μπορεϊ νά μήν πήρε βέβαια μιάν έντελώς πολιτισμένη όψη, όμως ή γενική έμφάνισή του ήταν άρκετά καλή. Οί κάτοικοι τοϋ χωριού Γκοντσαρόφκα ήταν πολύ στενο­ χωρημένοι ά π ’ τήν έμφάνιση τών καινούργιων νοικοκυραίων στά έρείπια τοϋ χτήματος τών Τρέπκε καί μάλιστα νοικοκυραίων τόσο λίγο άξιοσέβαστων, κουρελιάρηδων καί άναξιόπιστων. ' Η έντολή πού είχαμε γιά έξήντα ντεσιατίνες γής άποδείχτηκε ξαφνικά, ότι ήταν άέρας φρέσκος: όλη ή γή τών Τρέπκε μαζί καί τό δικό μας κομμάτι, είχε ά π ’ τό δεκαεφτά άκόμα όργωθεΐ άπ* τούς άγρότες. Στήν πόλη, όταν τούς ρωτού­ σαμε, γεμάτοι άπορία γ ι ’ αύτό, χαμογελούσαν: —Ά φ ο ϋ έχετε τήν έντολή, σημαίνει πώς ή γή είναι δική σας: τραβάτε έκεϊ καί δουλέψτε. "Ομως ό Σεργκέι Π ετρόβιτς Γκρετσιάνι, πρόεδρος τοϋ σοβιέτ τής κοινότητας είχε διαφορετική γνώμη: —Έ σ ε ϊς καταλαβαίνετε τί σημαίνει νά πάρει ό έργαζόμενος άγρότης γή σύμφωνα μέ όλες τίς διατάξεις τοϋ νόμου. Έ τ σ ι, λοιπόν, αυτός καί θά τήν όργώσει. Καί άν κάποιος γράφει 113


διάφορες έντολές καί χαρτιά, αύτός χωρίς άμφιβολία πάει κόντρα στούς έργαζομένους, τούς μπήγει πισώπλατα τό μαχαίρι. Καί τό καλό πού σας θέλω, μή χώνετε τή μύτη σας, στά ξένα χωράφια μ ’ αύτή τήν έντολή. Γιά νά πας στό δεύτερο Σταθμό έπρεπε όπωσδήποτε νά περάσεις τό ποτάμι, τόν Καλομάκ. ΓΓ αύτό στόν Καλομάκ όργανώσαμε τό δικό μας πέρασμα κι είχαμε πάντα βάρδια ενα βαρκάρη ά π ’ τά παιδιά. 'Ό μω ς, δταν είχαμε φορτίο ή γενικά δταν μεταχειριζόμασταν άλογα μπορούσαμε νά πάμε στό δεύτε­ ρο Σταθμό μόνο ά π ’ τή γέφυρα τής Γκοντσαρόφκα. Τά παιδιά του χωριού μάς ύποδέχονταν άρκετά έχθρικά. "Οταν έβλεπαν τό φτωχικό άμάξι μας φώναζαν κοροϊδευτικά: —'Έ , σείς, κουρελαρία! Μή μάς τινάζετε τίς ψείρες σας στή γέφυρα! Τοΰ κάκου χώνεστε κατά δω: έτσι κι άλλιώς θά σάς διώξουμε ά π ’ τό Τρέπκε. ’Εγκατασταθήκαμε στό Τρέπκε δχι σάν είρηνικοί γείτονες, μά σάν άπρόσκλητοι καταχτητές καί άν σ ’ αύτό τό στρατιωτικό όχυρό δέν κρατιόμασταν στό ϋψος μας, άν δείχναμε άνικανότητα ν ’ άγωνιστοΰμε, θά χάναμε καί τή γή καί τό Σταθμό. Οί άγρότες καταλάβαιναν, δτι ή διαφορά δέ θά λυθεΐ στά γραφεία, μά έδώ, στά χωριάφια, ?Εδώ καί τρία χρόνια καλλιεργούσαν τή γή τών Τρέπκε, καί σ ’ αύτή τήν τρίχρονη ήδη δουλιά τους στήριζαν δλες τίς διαμαρτυρίες τους. Τούς χρειαζόταν, μέ κάθε τρόπο νά κάνουν πιό μακρόχρονο τό διάστημα αυτής τής καλλιέργειας καί σ ’αύτή τήν πολιτική στήριζαν δλες τίς έλπίδες τους. Τό Ίδιο άκριβώς, καί γιά μάς, ή μοναδική διέξοδος ήταν ν ’ άρχίσουμε, δσο γινόταν πιό γρήγορα νά καλλιεργούμε πραγμα­ τικά τή γή. Τό καλοκαίρι ήρθαν οί χωρομέτρες γιά νά χαράξουν τά σύνορα, δμως φοβήθηκαν νά μποΰν στά χωράφια μέ τά σύνεργά τους καί μάς έδειξαν στό χάρτη ποιά αύλάκια, ποιές ρεματιές καί θάμνοι άποτελοΰν τά σύνορα τής δικής μας γής. Πήγα στή Γκοντσαρόφκα μέ τό πρωτόκολλο πού σύνταξαν οί χωρομέτρες, παίρνοντας μαζί μου κάμποσα ά π ’ τά μεγαλύτερα παιδιά. Πρόεδρος τοΰ σοβιέτ τής κοινότητας ήταν τώρα ό παλιός μας γνώριμος Λουκά Σεμιόνοβιτς Βερχόλα. Μάς υποδέχτηκε μ' εύγένεια, μάς πρότεινε νά καθήσουμε, δμως ουτε κάν κοίταξε τό πρωτόκολλο. —’Αγαπητοί σύντροφοι, δέ μπορώ τίποτα νά κάνω. Οί 114


μουζίκοι όργώνουν αύτά τά χωράφια έδώ καί τόσο καιρό, δέ μπορώ νά τούς άδικήσω. Ζητήστε νά σας δόσουν άλλα χωράφια. "Οταν οί άγρότες βγήκαν νά όργώσουν στά χωράφια μας, κρέμασα μιά άνακοίνωση, πού ’λεγε δτι γιά τό όργωμα τής γής τής δικής μας ό Σταθμός δέν πρόκειται νά πληρώσει. Κι έγώ ό ίδιος, δέν πίστευα στήν άποτελεσματικότητα τών μέτρων πού παίρναμε, δέν πίστευα γιατί κι ή συνείδησή μου δέν ήταν ήσυχη: τή γή ήταν νά τήν πάρουμε άπ’ τούς άγρότες, άπ’ τούς έργαζόμενους άγρότες, πού γΓ αύτούς ή γή αύτή ήταν ζήτημα ζωής. "Ομως ένα βράδυ στό θάλαμο ό Ζαντόροφ μοΰ έφερε ένα νεαρό άπ’ τό χωριό. Ό Ζαντόροφ ήταν πολύ άγανακτισμένος. — Νά, άκοΰστε τον, μόνο νά τόν άκούσετε! * Ο Καραμπάνοφ τόν σιγοντάριζε, κάνοντας κάτι χορευτικές φιγούρες καί σήκωνε τό θάλαμο άπ' τίς φωνές. —"Εχ! Φέρτε μου έδώ αυτόν τόν Βερχόλα! Τά παιδιά μαζεύτηκαν γύρω μας. Ό νεαρός ήταν ένας κομσομόλος άπ’ τή Γκοντσαρόφκα. — Είναι πολλοί κομσομόλοι στή Γκοντσαρόφκα; — Είμαστε μόνο τρεις. — Μόνο τρεΐζ; — Ξέρετε, είναι πολύ δύσκολα τά πράματα, είπε. Τό χωριό είναι κουλάκικο, τά άγροχτήματα, ξέρετε, δλο καί μεγαλώνουν. Τά παιδιά μ ’ Εστειλαν σέ σάς. Μεταφερθεΐτε τό γρηγορότερο κι όλα θά πάνε καλά, ώω! ' Εσεΐς έχετε παιδιά λεβέντες! Μακάρι κι έμεΐς νά ’χαμε τέτιους! — Ναί, άλλά μέ τή γή δέν τά πάμε καλά. — Μά γι ’ αύτό κι έγώ ήρθα δώ. Πάρτε τη μέ τό ζόρι. Μή λογαριάζετε αύτό τόν κοκκινοτρίχη τοΰ διαόλου, τό Λουκά. Ξέρετε ποιός τήν έχει τή γή πού έδοσαν σέ σάς; — Ποιός; — Πέστα, πέστα Σπιριντόν! 'Ο Σπιριντόν άρχισε νά μετράει στά δάχτυλα: — Γκρετσιάνι Ά ντρέι Κάρποβιτς... —Ό γερο-Ά ντρέι; Μά, αύτός έχει κι έδώ χωράφια. — Νά, δέστε... δ Γκρετσιάνι Πετρό, δ Γκρετσιάνι Ό νόπρι, ό Στομούχα έχουν τή βακούφικη γή... άγά, δ Σεριόγκα... δ Στομούχα Γιαφτούχ κι δ ίδιος ό Λουκά Σεμιόνοβιτς. "Ολο κι δλο έξι άνθρωποι. 115


— Σοβαρά; Μά πώς εγινε αύτό; Κι ή έπιτροπή άκτημόνων τί κάνει; —Ή έπιτροπή άκτημόνων πού έχουμε είναι μικρή. Τά πράγματα έγιναν έτσι: έμεινε αρκετή γή. Μαζεύτηκαν ν ’ απο­ φασίσουν. Μά τό σοβιέτ τής κοινότητας ήταν δικό τους, τή μοίρασαν λοιπόν μεταξύ τους... — Τώρα τά πράματα θά πάνε πρίμα! φώναξε ό Καραμπάνοφ. Έ χ , Λουκά, ποϋ θά μας πας! Στίς άρχές τοΰ Σεπτέμβρη γύριζα ά π’ τήν πόλη. ’ Ηταν δυό ή ώρα τό άπόγεμα. Τό άμάξι μας άργοκυλοΰσε στό δρόμο κι ό Ά ντόν μοΰ ’λεγε νυσταλέα γιά τό χαρακτήρα τού ντορή. Τόν άκουγα καί ταυτόχρονα σκεφτόμουνα τά διάφορα ζητήματα τού Σταθμού. Ξαφνικά ό Μπράτσενκο σώπασε, κοίταξε έπίμονα μπροστά στό δρόμο, άνασηκώθηκε, μ α σ τ ίγ ω σ Γ . χό άλογο καί μέ φοβερό κρότο ή άμαξά μας κύλησε γρήγορα στό λιθόστρωτο. ' Ο Ά ντόν μαστίγωνε διαρκώς τόν ντορή, πράμα πού δέν τό’κανε ποτέ του καί κάτι μοϋ φώναξε. ’Επιτέλους κατάλαβα τί έτρεχε. — Οί δικοί μας... μέ τή σπαρτική μηχανή! Στή στροφή πρός τό Σταθμό, παραλίγο νά τρακάρουμε μέ τή σπαρτική μηχανή, πού ’τρεχε δαιμονισμένα, βγάζοντας έναν παράξενο τσίγκινο ήχο. "Ενα ζευγάρι κόκκινα άλογα κάλπαζαν μ ’ δλη τους τή δύναμη μπροστά, τρομαγμένα άπ’ τό ασυνήθιστο γ ι’ αύτά τρίξιμο τοΰ άμαξιοϋ. ’ Η σπαρτική μηχανή κατρακύλη­ σε μέ θόρυβο α π’ τό λιθόστρωτο δρόμο, σύρθηκε πάνω στήν άμμο καί ξανάρχισε νά βροντάει, μά αύτή τή φορά πάνω στό δρόμο γιά τό Σταθμό μας. Ό Ά ντόν πετώντας μου τά χαλινά­ ρια, πήδηξε ά π’ τ ’ άμάξι κι άρχισε νά τρέχει πίσω άπ' τή σπαρτική μηχανή πού κρατώντας τά τεντωμένα χαλινάρια μόλις καί στέκονταν σάν άπό θαύμα ό Καραμπάνοφ καί ύ Πρηχόντκο. Ό Ά ντόν σταμάτησε μέ δυσκολία τό παράξενο άμάξι. Ό Καραμπάνοφ μέ φωνή. πού πνιγόταν άπ’ τήν ταραχή καί τήν κούραση μάς διηγήθηκε τά καθέκαστα. — Ταχτοποιούσαμε τά τούβλα στήν αύλή. Κοιτάμε, βγαί­ νουν σοβαροί-σοβαροί πέντε άνθρωποι μαζί μέ τή σπαρτική μηχανή. Τούς λέμε: Μαζέψτε τα άπό δώ. "Ημασταν τέσσερις. *Ηταν άκόμα ό Τσόμποτ καί... ποιός άλλος, ποιός άλλος, νά πάρ’ ή εύχή; —Ό Σορόκα, είπε ό Πρηχόντκο. —"Α, ό Σορόκα. Μαζέψτε τα τούς λέω. "Ετσι κι άλλιώς δέ 116


θά σας άφήσουμε νά σπείρετε. Καί νάσου κάποιος μαυριδερός, μπορεϊ νά 'τανε καί τσιγγάνος... τόν ξέρετε... χράπ, χτυπάει τόν Τσόμποτ μέ τό καμτσίκι! Ό Τσόμποτ του δίνει μιά στά δόντια. Βλέπουμε τόν Μπουρούν νά τρέχει μ' ένα παλούκι. ’ Εγώ επιασα τ’ άλογο ά π’ τό χαλινάρι, ό πρόεδρος μ ’ άρπάζει άπ’ τό γιακά... — Ποιός πρόεδρος; — Νά, αυτός τής κοινότητάς μας ό κοκκινοτρίχης, ό Λουκά Σεμιόνοβιτς. Σάν του δίνει ό Πρηχόντκο μιά κλωτσιά άπό πίσω, έπεσε μέ τά μούτρα Ισια στό χαντάκι. Λέω τοϋ Πρηχόντκο: Κάτσε στή σπαρτική μηχανή καί δρόμο!... Φτάσαμε στή Γκον­ τσαρόφκα, μάς κόβουν τό δρόμο οί χωριάτες. Ποϋ νά πάμε; Δίνω μιά σ τ' άλογα καί βγήκαμε μέ καλπασμό στή γέφυρα κι άπό κεΐ πιά στό λιθόστρωτο δρόμο. Έ κεϊ έμειναν μονάχα τρεις δικοί μας κι Ισως οι μπαρμπάδες νά τούς τίς βρέξουν στά γερά. Ό Καραμπάνοφ έτρεμε όλόκληρος ά π’ τόν ένθουσιασμό τής νίκης. Ό Πρηχόντκο έστριβε άτάραχος τσιγάρο καί χαμο­ γελούσε. Έ γώ σκεφτόμουνα τά έπόμενα κεφάλαια τούτης τής ένδιαφέρουσας ιστορίας: έπιτροπές, άνακρίσεις, ταξίδια... —Ό διάβολος νά σάς πάρει, πάλι τά κάνατε μούσκεμα! Ό Καραμπάνοφ άπογοητεύθηκε όλότελα μόλις είδε τό συννεφιασμένο υφος μου: — Μά. αυτοί πρώτοι... — Καλά, καλά... Τραβάτε στό Σταθμό, έκεϊ θά ξεκαθαρί­ σουμε τό ζήτημα... Στό Σταθμό μάς υποδέχτηκε ό Μπουρούν. Στό μέτωπό του είχε μιά τεράστια μελανιά καί τά παιδιά χαχάνιζαν γύρω του. Δίπλα ά π’ τό βαρέλι μέ τό νερό πλένονταν ό Τσόμποτ κι ό Σορόκα. Ό Καραμπάνοφ έπιασε τόν Μπουρούν άπ’ τούς ώμους: — Τί έπαθες; Καλά τά καταφέρατε βλέπω. Μπράβο! — Αύτοί ετρεςαν πίσω άπ' τή σπαρτική μηχανή, Οστερα είδαν πώς δέ βγαίνει τίποτα κι άρχισαν νά κυνηγάνε έμάς. 'Τ.χ, καί νά δεις. Οί φτέρνες μας στό σβέρκο έφτασαν! — Καί τώρα πού βρίσκονται; —Έ μεΐς περάσαμε τό ποτάμι μέ τή βάρκα, αύτοί έμειναν στήν όχθη, βλαστημώντας. Έ κεϊ καί τούς άφήσαμε. —"Εμειναν άλλα παιδιά στό Σταθμό; ρώτησα. — Κάτι πιτσιρίκοι. Ό Τόσκα καί δυό άλλοι. Αυτούς δέ θά τούς πειράξουν. "Υστερα άπό μιά ώρα ήρθαν στό Σταθμό ό Λουκά Σεμιόνο117


βιτς καί δυό χωριάτες. Τά παιδιά τούς υποδέχτηκαν φιλικά: — Τί ήρθατε; Γιά τή μηχανή; Στό γραφείο μήλο δέν έπεφτε. Είχαν μαζευτεί ένα σωρό πολίτες πού ένδιαφέρονταν γιά τήν ύπόθεση. Ή κατάσταση ήταν δύσκολη. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς έκατσε στό τραπέζι κι άρχισε: — Φωνάξτε τά παιδιά πού χτύπησαν έμένα κι άλλους δυό. — Ξέρεις κάτι, Λουκά Σεμιόνοβιτς; είπα. "Αν σας χτύ­ πησαν κάντε δπου θέλετε τά παράπονά σας. Αύτή τή στιγμή κανέναν δέν πρόκειται νά καλέσω. Πέστε, τί άλλο θέλετε, καί γιατί ήρθατε στό Σταθμό; — Δηλαδή, άρνιέστε νά τούς φωνάξετε; —’Αρνιέμαι. —“Ετσι, έ; ’Αρνιέστε; Τότε θά κουβεντιάσουμε κάπου άλλοΰ. — Καλά. — Ποιός θά δόσει πίσω τή σπαρτική μηχανή; — Σέ ποιόν; — Μά νά, στό νοικοκύρη. “Εδειξε ένα μαυριδερό, μαδημένο καί σκυθρωπό άνθρωπο, πού ’μοιάζε τσιγγάνος. — Δική σας είναι ή σπαρτική μηχανή; — Δική μου. — Λοιπόν, γιά νά τό ξέρετε: τή σπαρτική μηχανή θά τή στείλω στήν πολιτοφυλακή τής άχτίδας σάν πειστήριο, πού πάρθηκε τή στιγμή τής αύθαίρετης καλλιέργειας ξένων χωραφιών, καί σάς, σάς παρακαλώ νά μοϋ πεΐτε τ ’ δνομά σας. — Τ ’ δνομά μου; Γκρετσιάνι Ό νόπρι. Σέ ποιό ξένο χωράφι; Είναι δικό μου τό χωράφι. Καί άπό παλιά μάλιστα... — ΓΓ αύτό τό ζήτημα δέ θά μιλήσουμε δώ πέρα. Τώρα θά κάνουμε ένα πραχτικό γιά τήν αύθαιρεσία καί γιά τόν ξυλοδαρ­ μό τών παιδιών πού δούλευαν στό χωράφι. Ό Μπουρούν βγήκε μπροστά: — Αύτός είναι πού λίγο έλειψε νά μέ σκοτώσει. — Τί λές μωρέ άχρηστο πράγμα; Τί νά σκοτώσει κανείς άπό σένα; “Αντε, βούλωσέ το... Ή συζήτηση σ ’αύτό τόν τόνο τράβηξε πολύ. Είχα ξεχάσει δτι ήταν πιά ώρα γιά τό βραδινό φαγητό, στό Σταθμό είχε ήδη χτυπήσει σιωπητήριο καί μείς καθόμασταν μέ τούς χωριάτες καί 118


συζητούσαμε πότε ήσυχα, πότε ξαναμμένα καί μέ φοβέρες καί πότε πάλι πονηρά κι δλο είρωνίες. Δέν έκανα καμιά ύποχώρηση στή συζήτηση, δέν τούς έδινα τή σπαρτική μηχανή καί άπαιτοΰσα νά συνταχθεϊ τό πραχτικό. Ευτυχώς πού οί χωριάτες δέν είχανε κανένα σημάδι άπ' τόν καυγά, ένώ οί τρόφιμοι είχαν σάν άτού, τίς μελανιές καί τίς γραντζουνιές. Τό ζήτημα τό ’λυσε δ Ζαντόροφ. Χτύπησε δυνατά μέ τήν παλάμη του τό τραπέζι κι είπε: —Ά φ ήστε τα στήν πάντα αύτά, μπαρμπάδες! Ή γή είναι δική μας καί τό καλύτερο πού Εχετε νά κάνετε είναι νά μήν τά μπλέξετε μέ μάς. Στά χωράφια δέ θά σάς άφήσουμε νά μπείτε. Είμαστε πενήντα άνθρωποι κι δλων τών παιδιών τό λέει ή καρδιά τους. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς σκέφτηκε άρκετή ώρα, έξυσε τέλος τή γενειάδα του καί φώναξε: —Ά ς είναι... Ά ς πάει κατά διαόλου! Πληρώστε τουλάχι­ στο γιά τό δργωμα. —"Οχι, είπα ψυχρά. Σάς προειδοποίησα. Καί πάλι σιωπή. — Τί νά γίνει; Δόστε μας τή σπαρτική μηχανή. — Υπογράψτε πρώτα τό πρωτόκολλο χωρομέτρησης. — Φέρτε το... Κι έτσι, τό φθινόπωρο σπείραμε στό δεύτερο Σταθμό. "Ολοι Ικαναν τό γεωπόνο. Ό Καλίνα Ίβάνοβιτς πολύ λίγο καταλά­ βαινε άπό άγροτικές δουλιές, οί υπόλοιποι άκόμα λιγότερο, δμως νά δουλέψουν μέ τ* άλέτρι καί τή σπαρτική μηχανή δλοι είχαν διάθεση έκτός άπ' τόν Μπράτσενκο. Ό Μπράτσενκο υπέφερε καί ζήλευε, καταριόταν καί τή γή καί τά στάρια καί τήν δρεξή μας νά ριχτούμε στό δργωμα. — Λίγο στάρι έχουνε, τώρα βλέπεις θέλουνε καί κριθάpl?" ‘ Τόν Ό χτώβρη όχτώ ντεσιατίνες γής πρασίνιζαν κιόλας. Ό Καλίνα Ίβάνοβιτς έδειχνε περήφανα μέ τή μαγκούρα του πού είχε ένα λαστιχένιο δαχτυλίδι στήν άκρη, κάπου έκεϊ πρός τήν Α νατολή κι έλεγε: — Ξέρεις, πρέπει νά σπείρουμε έκεϊ πέρα φακές. ’Ωραίο πράμα οί φακές. Ό ντορής μέ τήν Μπαντίτκα* δούλευαν στά χωράφια γιά • μπαντίτκα: λησταρχίνα, συμμορΗισσα (σημ. μετ.).


τήν άνοιξιάτικη σπορά κι ό Ζαντόροφ γύριζε κάθε βράδυ κουρασμένος καί κατασκονισμένος. — Νά πάει στό διάολο! Δύσκολη αύτή ή αγροτική δουλιά. Θά ξαναγυρίσω στό σιδεράδικο. Τό χιόνι μας βρήκε στή μέση τής δουλιάς. "Ομως, γιά πρώτη φορά, άπρεπε νά είμαστε εύχαριστημένοι.

12. Ο ΜΠΡΑΤΣΕΝΚΟ ΚΙ Ο ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΧΤΙΔΑΣ

Τό νοικοκυριό μας μεγάλωνε, μά τό μεγάλωμά του γινόταν καί μέ θαύματα μά καί μέ βάσανα. Σάν άπό θαύμα ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τά κατάφερε νά πάρει, δταν διαλύθηκε κάποια υπηρεσία, μιά παλιά άγελάδα, πού σύμφωνα μέ τά λόγια τοϋ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ήταν «στέρφα άπό γεννησιμιού της». Θαύμα ήταν δτι μπορέσαμε νά προμηθευτούμε άπό κάποιο μακρινό καί πολύ μεγάλο οίκονομικό όργανισμό μιά, έπίσης παλιά, μαύρη σάν τόν κόρακα φοράδα, κοιλαρού καί τεμπέλα. Σάν άπό θαϋμα, έμφανίστηκαν στά ύπόστεγά μας κάρα, άραμπάδες, άκόμα κι ένα σκεπαστό άμάξι. Τό άμάξι αύτό ήταν γιά δυό άλογα, πολύ δμορφο, σύμφωνα μέ τά γοϋστα μας έκείνης τής έποχής καί άνετο, δμως κανένα θαϋμα δέ μπόρεσε νά μάς βοηθήσει νΛ. βρούμε γ ι’ αύτό τό άμάξι τό κατάλληλο ζευγάρι άλογα. Ό σταυλάρχης μας ό Ά ντόν Μπράτσενκο, πού πήρε αύτό τό πόστο δταν ό Γκούντ πήγε στό τσαγκαράδικο, ήταν άνθρω­ πος πολύ ένεργητικός καί φιλότιμος. “Ομως πέρασε πολλές δυσάρεστες στιγμές καθισμένος στό κάθισμα τοϋ ύπέροχου αύτοϋ άμαξιοϋ, έχοντας μπροστά του ζεμένα τόν ψηλόλιγνο ντορή καί τήν κοντόχοντρη στραβοκάνα Μπαντίτκα, δπως έντελώς άδικα βάφτισε τή μαύρη φοράδα δ ’ Αντόν. *Η Μπαντίτκα σκόνταφτε στό κάθε της βήμα, κάποτε σωριαζόταν στή γή, καί σ ’ αύτές τίς περιπτώσεις δσοι βρίσκονταν πάνω στό πλούσιο ά­ μάξι μας έπρεπε νά κατεβοΰν καί ν* άσχοληθοϋν μέσα στό κέν­ τρο τής πόλης μέ τό σήκωμα τοϋ άλόγου, κάτω άπ’ τά κοροϊδευ­ τικά πειράγματα τών άμαξάδων καί τής άληταρίας. Πολλές φο­ ρές ό Ά ντόν δέ σήκωνε τήν καζούρα αύτή καί πιανόταν άγρια 120


μέ τούς άπρόσκλητους θεατές, ρίχνοντας έτσι άκόμα πιό πολύ τό κύρος του σταυλαρχείου του Στάθμου Γκόρκι. Ό Ά ντό ν Μπράτσενκο ήταν φοβερός καυγατζής, στίς βρισιές δέν τόν έφτανε κανένας, καί γ ι ’ αύτή τή δουλιά είχε πάντα ένα πλούσιο άπόθεμα άπό βλαστημόλογα, άπό προσβλη­ τικά έπίθετα καί παρατσούκλια. Ό Ά ντό ν δέν ήταν άπ’ τ ’ άλητόπαιδα. Ό πατέρας του ήταν φούρναρης στήν πόλη, είχε καί μητέρα κι ήταν ό μοναχογιός τών άξιοσέβαστων αύτών γονιών. "Ομως ά π’ τά μικρά του χρόνια ό Ά ν τό ν δέ χώνευε τή σπιτική ζωή, στό σπίτι έρχόταν μόνο τίς νύχτες κι έπιασε μεγάλες γνωριμίες μέ τήν άλητεία καί τούς κλέφτες τής πόλης. Διακρίθηκε σέ κάμποσες τολμηρές κι έλκυστικές περιπέτειες, έκανε κάμποσες φορές στό φρέσκο, καί, τελικά, βρέθηκε στό Σταθμό. Ή τα ν μόλις δεκαπέντε χρονών, όμορφος, σγουρομάλλης, γαλανομάτης, λυγερόκορμος. Ό Ά ντό ν ήταν σέ άπίστευτο βαθμό κοινωνικός τύπος καί δέ μπορούσε ουτε λεφτό νά ζήσει στή μοναξιά. Κάπου είχε μάθει νά διαβάζει καί ήξερε ά π’ έξω κι άνακατωτά όλόκληρα περιπε­ τειώδη μυθιστορήματα, δμως δέν ήθελε σέ καμιά περίπτωση νά πάει στό σχολειό, κι Αναγκάστηκα νά τόν καθήσω μέ τή βία στό θρανίο. Τόν πρώτο καιρό έφευγε συχνά ά π’ τό Σταθμό, δμως σέ δυό-τρεΐς μέρες ξαναγύριζε χωρίς νά νιώθει γ ι ’ αύτό κανένα φταίξιμο. “Εκανε κι ό ίδιος προσπάθειες νά νικήσει αύτή του τήν τάση ν ’ άλητεύει, μάλιστα μιά μέρα μοϋ λέει: — Σας παρακαλώ, νά ’στε πιό αύστηρός μαζί μου, Ά ντόν Σεμιόνοβιτς, άλλιώς έγώ θά γίνω όπωσδήποτε άλήτης. Στό Σταθμό δέν έκλεβε ποτέ του, άγαποΰσε πάντα τήν άλήθεια, δμως ήταν έντελώς άνίκανος νά καταλάβει τή λογική τής πειθαρχίας, πού τήν άποδεχόταν μονάχα δταν ό Ιδιος συμφωνούσε στή συγκεκριμένη περίπτωση. Δέν ένιωθε καμιά υποχρέωση νά συμμορφώνεται μέ τόν κανονισμό τοΰ Σταθμού κι αύτό δέν τό ’κρύβε. ‘Εμένα κάπως μέ φοβόταν, μά καί τίς παρατηρήσεις μου ποτέ δέν τίς δκουγε ώς τό τέλος. Μ ’ έκοβε στή μέση κι άρχιζε μέ πάθος νά μ’ άραδιάζει κατηγόριες ένάντια σ ’ δλους τούς πολυάριθμους άντιπάλους του, δτι κάνουν πα­ λιανθρωπιές, δτι είναι δλο γαλιφιές άπέναντί μου, δτι είναι συκοφάντες, τσαπατσούληδες. ’ Απειλούσε νά σπάσει στό ξύλο δλους τούς έχθρούς του, πού κανένας βέβαια δέ βρισκόταν μπροστά κείνη τήν ώρα, μου βρόνταγε πίσω του τήν πόρτα κι έφευγε άγα να χτισμένος ά π’ τό γραφείο μου. Μέ τούς παιδαγω­ 121


γούς ήταν φοβερά άπότομος, δμως σ ’ αύτή του τή χοντροκοπιά ύπήρχε κάτι πού δέ σού προξενούσε άπέχθεια, μά συμπάθεια, έτσι πού οί παιδαγωγοί μας δέν πειράζονταν. Στή συμπεριφορά του δέν ύπήρχε τίποτα τό μόρτικο, κι άκόμα τίποτε τό άντιπαθητικό, τόσο πολύ υπερείχε πάντα σ ’ αύτόν μιά άνθρώπινη θερμή νότα-ποτές του δέ μάλωνε ξεκινώντας άπό έγωιστικά κίνητρα. Σύντομα ή δλη στάση τού Ά ντόν στό Σταθμό άρχισε νά καθορίζεται ά π’ τήν άγάπη του σ τ’ άλογα. Ή τα ν δύσκολο νά βρει κανείς άπό πού προερχόταν αύτό τό πάθος. ' Ο ’Αντόν ήταν πολύ πιό άναπτυγμένος άπό πολλούς άλλους τροφίμους τοϋ Σταθμοϋ, μιλούσε σωστά τή γλώσσα — δπως τή μιλάνε στίς πόλεις — μόνο πού γιά νά κάνει τό κομμάτι του έβαζε στήν κουβέντα του διάφορες ουκρανικές λέξεις. Προσπαθούσε νά ’ναι περιποιημένος στό ντύσιμο, διάβαζε πολύ, κι άγαποΰσε νά μιλάει γιά τά βιβλία. Κι δ λ ’ αύτά δέν τόν έμπόδιζαν νά τριγυρίζει μέρα-νύχτα στό σταύλο, νά καθαρίζει τίς κοπριές, νά ζεύει καί νά ξεζεύει συνέχεια τ ’ άλογα, νά καθαρίζει τά χάμουρα ή τά χαλινάρια, νά κλώθει τό κνοΰτο, νά πάει μ ’ όποιοδήποτε καιρό στήν πόλη ή στό δεύτερο Σταθμό καί νά ζεΐ πάντα πεινασμένος, γιατί ποτέ δέν πρόφταινε τό μεσημεριανό ή τό βραδινό φαγητό κι άν ξεχνούσαν νά τοΰ κρατήσουν τή μερίδα του οϋτε κάν τή θυμόταν. Στή δουλιά του τοΰ Ιπποκόμου μάλωνε συνέχεια μέ τόν Καλίνα ’ ϊβάνοβιτς, μέ τούς σιδεράδες, μέ τούς άποθηκάριους κι όπωσδήποτε μ ’ δποιον έτοιμαζόταν γιά ταξίδι. Τή διαταγή νά ζέψει τ* άλογο καί νά ξεκινήσει γιά κάπου τήν έκτελοϋσε άφοϋ πρώτα έκανε όλόκληρο καυγά, φωνάζόντας δτι παιδεύουνε τά καημένα τ ’άλογα, δτι νά, ό ντορής κι ό Μικρούλης έχουνε ά­ κόμα πληγές στό λαιμό τους, δτι δέν τοϋ δίνουν άρκετό κριθάρι γιά νά ταΐσει τά ζωντανά, οϋτε καί πέταλα. Μερικές φορές δέ μπορούσε κανείς νά ξεκινήσει ά π ’ τό Σταθμό άπλούστατα γιατί δέ βρισκόταν οϋτε ό Ά ντόν, οϋτε τ ’ άλογα, οϋτε καί κανένα σημάδι γιά τό πού βρίσκονται. "Υστερα άπό πολύωρες άναζητήσεις, πού έπαιρνε μέρος ό μισός Σταθμός, τούς βρίσκαμε ή στό Τρέπκε ή στό γειτονικό λιβάδι. Τόν Ά ντόν τόν τριγύριζε πάντα ένα έπιτελεΐο άπό δυό-τρία παιδιά, πού τόν άγαποΰσαν τόσο, δσο κι ό ίδιος άγαποΰσε τ ’ άλογα. *0 Μπράτσενκο τούς κρατοΰσε σέ πολύ αυστηρή πειθαρχία, γ ι’ αύτό καί στό σταΰλο βασίλευε πάντα ύποδειγματική τάξη: πάντα ήταν καθαρός, τά χάμουρα ήταν μέ τή σειρά 122


κρεμασμένα, τά κάρα στέκονταν στή γραμμή, πάνω ά π’ τά κεφάλια τών άλόγων κρέμονταν τά ψάθινα καπελάκια τους, τ ’ άλογα ήταν καθαρισμένα μέ πλεγμένες τίς χαίτες καί δεμένες τίς ούρές τους. Μιά μέρα τοΰ Ίούνη, άργά τό βράδυ, έτρεξαν στό δωμάτιό μου άπ’ τό θάλαμο: —Ό Κοζίρ άρρώστησε, σίγουρα πεθαίνει... — Τί θά πει «πεθαίνει»; — Νά, πεθαίνει. Καίει όλόκληρος καί δέν άνασαίνει... Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα βεβαίωσε δτι ό Κοζίρ έπαθε καρδιακή προσβολή καί πρέπει άμέσως νά βρεθεί γιατρός. Έ στειλα νά φωνάξουν τόν Ά ντόν. Ή ρ θ ε άποφασισμένος νά άρνηθεί νά έκτελέσει κάθε έντολή πού θά τοΰ ’δινα. —Ά ντόν, ζέψε τ ’ άλογα άμέσως, πρέπει τό γρηγορότερο νά πας στήν πόλη... ‘Ο Ά ντόν δέ μ ’ άφησε νά τελειώσω: — Πουθενά δέ θά πάω, καί τ ’ άλογα δέν τά δίνω... ' Ολάκε­ ρη τή μέρα ξεπατώθηκαν, κοιτάξτε, άκόμα δέν ξεΐδρωσαν... Δέν πάω πουθενά! — Χρειάζεται γιατρός, καταλαβαίνεις; — Καρφί δέ μοΰ καίγεται γιά τούς άρρώστους σας! Κι ό ντορής είναι άρρωστος, μά γιατρό γΓαύτόνε δέ φέρνουνε. Έ γινα έξω φρένων: — Νά παραδόσεις άμέσως τό σταΰλο στόν Ό πρίσκο! Μέ σένα δέ μπορεΐ κανείς νά δουλέψει! — Νά τόν παραδόσω, καί τί μ ’ αύτό; Θά δοΰμε πώς θά πάτε μέ τόν Ό πρίσκο. "Οποιος καί νά σας πεΐ κάτι, έσεΐς άμέσως τόν πιστεύετε: άρρωστος, πεθαίνει. Έ νώ σ τ ’ άλογα καμιά προσοχή δέ δίνετε, άς ψοφήσουν... “Ας ψοφήφουν, λοιπόν! Τ ’ άλογα δμως έγώ δέν τά παραδίνω. —" Ακουσες τί σοΰ ’πα; Δέν είσαι πιά έσύ ό σταυλάρχης, παράδοσε τό σταΰλο στόν Ό πρίσκο. Άμέσως! — Θά τόν παραδόσω... "Οποιος θέλει άς τόν παραδόσει, μά έγώ στό Σταθμό δέ θέλω νά ζήσω. — Δέ θέλεις; Μή θέλεις. Κανείς δέ σέ κρατάει μέ τό ζόρι έδώ. Ό Ά ν τό ν μέ δάκρυα στά μάτια Εχωσε τό χέρι στήν τσέπη του, έβγαλε μιάν άρμαθιά κλειδιά καί τ ’ άκούμπησε στό τραπέζι. Στό δωμάτιο μπήκε ό Ό πρίσκο, τό δεξί χέρι τοΰ Ά ντόν, καί κοίταξε μ* άπορία τόν προϊστάμενό του πού ’κλαιγε. Ό 123


Μπράτσενκο του ’ριξε μιά περιφρονητική ματιά, θέλησε κάτι νά πει, δμως, χωρίς νά βγάλει λέξη, σκούπισε τή μύτη μέ τό μανίκι του καί βγήκε. "Εφυγε ά π’ τό Σταθμό τό ιδιο βράδυ, χωρίς κάν νά πάει στό θάλαμο. "Οταν πήγαιναν στήν πόλη γιά τό γιατρό τόν είδαν νά βαδίζει στή δημοσιά: ουτε ζήτησε κάν νά τόν πάρουν σ τ’ άμάξι κι δταν τόν προσκάλεσαν κούνησε άδιάφορα τό χέρι. 'Ύστερα άπό δυό μέρες, τό βράδυ, ήρθε στό δωμάτιό μου κλαίγοντας καί μέ καταματωμένο τό πρόσωπο ό Ό πρίσκο. Δέν πρόλαβα νά τόν ρωτήσω τί συνέβη κι έτρεξε κατασυγχισμένη κι ή Λίντια Πετρόβνα, πού ήταν βάρδια στό Σταθμό. —Ά ντόν Σεμιόνοβιτς, πάτε στό σταύλο: εϊν’ έκεΐ ό Μπρά­ τσενκο, δέ μπορώ νά καταλάβω τί έπαθε, κάνει τέτια πράματα... Στό δρόμο πρός τό σταύλο συναντήσαμε τό δεύτερο ιππο­ κόμο, τόν πελώριο Φεντορένκο, πού ’κλαιγε δυνατά κι άκουγόταν σ ’ δλο τό δάσος. — Τί έπαθες; — Νά, κοιτάχτε τί μοϋ ’κάνε! "Αρπαξε τά χάμουρα, κι Ίσια μ ’ αύτά στά μοϋτρα... — Ποιός; Ό Μπράτσενκο; — Ποιός άλλος. Ό Μπράτσενκο. Βρήκα στό σταϋλο τόν Ά ντό ν κι έναν άκόμα ά π’ τούς ιπποκόμους νά δουλεύουν πυρετώδικα. Μέ χαιρέτησε ψυχρά, δμως βλέποντας πίσω άπ’ τήν πλάτη μου τόν Ό πρίσκο ξέχασε δτι είμαι καί γώ έκεΐ καί τοϋ ρίχτηκε: — Καλύτερα νά μήν ξαναπατήσεις τό πόδι σου έδώ μέσα. "Ετσι κι άλλιώς θά σέ κοπανήσω μέ τά λουριά. Μωρέ μερακλής πού μάς βρέθηκε γιά νά κάνει καβάλα! Κοιτάξτε πώς κατάντησε τόν ντορή! Ό Ά ντόν άρπαξε μέ τόνα χέρι τό φανάρι καί μέ τ* άλλο μέ τράβηξε πρός τόν ντορή. Πραγματικά στήν πλάτη τού άλογου είχε γίνει όλόκληρη πληγή, μά ό Ά ντόν είχε βάλει κιόλας πάνω της άσπρο πανάκι πού τό άνασήκωσε προσεχτικά γιά νά τή δούμε καί πάλι τό ξανάβαλε στή θέση του. — Τοϋ ’ βαλα φάρμακο, είπε σοβαρά. — Καλά δ λ ’ αύτά, μά τί δικαίωμα έχεις έσύ νά ’ ρθεις μέ τό έτσι θέλω στό σταύλο, νά δημιουργήσεις φασαρίες, νά τσακω­ θείς καί νά χτυπήσεις άνθρωπο; "Ε; — Καί νομίζετε πώς ξέμπλεξα μαζί του; Καλύτερα νά μήν ξαναφανεί στά μάτια μου: όπωσδήποτε θά τίς ξαναφάει! 124


Στήν πόρτα του σταύλου στεκόταν £να τσούρμο άπό παιδιά του Στάθμου πού χαχάνιζαν. Δέ βρήκα τή δύναμη νά θυμώσω μέ τόν Ά ντόν: ήτανε τόσο πολύ σίγουρος γιά τό δικό του τό δίκιο, καθώς καί γιά τό δίκιο του άλόγου. —”Ακουσα, Ά ντόν. Ά φοϋ χτύπησες τά παιδιά, θά κάτσεις σήμερα τό βράδυ τιμωρία στό δωμάτιό μου. — Καί πότε θά μπορέσω... άφοΟ έγώ... — Φτάνουν οϊ φλυαρίες! τοϋ ’ βαλα τίς φωνές. — Καλά, τί νά γίνει; Δέ φτάνουν τ ’ άλλα, πρέπει τώρα νά κάτσουμε καί τιμωρία... Τό βράδυ καθότανε μουτρωμένος στό δωμάτιό μου καί διάβαζε κάποιο βιβλίο. Τό χειμώνα τοϋ 1922 καί γιά μένα καί γιά τόν Ά ντόν ήρθανε άσχημες μέρες. Τό χωράφι πού είχε σπείρει ό Καλίνα Ίβάνοβιτς μέ βρώμη, καί χωρίς λίπασμα δέν Εδοσέ σχεδόν καθόλου ουτε καρπό, οϋτε κι άχυρο. Λιβάδια, τόν καιρό έκεΐνο, δέν είχαμε. Ό Γενάρης μάς βρήκε χωρίς ζωοτροφές. Τή βγάζαμε δπως - δπως, πηγαίναμε καί ζητούσαμε πότε στήν πόλη, πότε άπ’ τούς γειτόνους δμως πάψανε κι αύτοί νά μάς δίνουνε. Οσες πόρτες κι άν χτυπούσαμε μέ τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς στά γραφεία έπισιτισμού, τίποτα δέ γινότανε, “Αρχισε νά μάς άπειλεΐ πιά ή τελική καταστροφή. Ό Μπράτσενκο μοϋ άνακοίνωσε μέ δάκρυα στά μάτια δτι τ ’ άλογα βρίσκονται δυό μέρες τώρα χωρίς τροφή. Έ γώ σώπαινα. 'Ο Ά ντόν μέσα σέ κλάματα καί βρισιές καθάριζε τό σταΰλο, μιά πού δέν είχε κι άλλη δουλιά νά κάνει. Τ ’ άλογα ήτανε ξαπλωμένα καταγής κι αύτό τό γεγονός άναστάτωνε Ιδιαίτερα τόν Ά ντόν. Τήν άλλη μέρα γύρισε άπ* τήν πόλη ό Καλίνα Ίβάνοβιτς μπουρίνιασμένος. Τά ’χε έντελώς χαμένα: — Τί θά γίνει τώρα; Δέ δίνουνε τίποτα. Τί θά κάνουμε; Ό Ά ντόν στεκόταν κοντά στήν πόρτα καί σώπαινε. ‘Ο Καλίνα Ίβάνοβιτς άνοιξε μ ’ άμηχανία τά χέρια καί κοίταξε τόν Μπράτσενκο. — Νά πάμε ν ’ άρπάξουμε άπό πουχθενά; Τί νά κάνουμε κι έγώ δέν ξέρω... “Αν είχανε καί τά ζωντανά λαλιά... Ό Ά ντόν πάτησε άπότομα τό πόμολο τής πόρτας καί πετάχτηκε Εξω ά π’ τό δωμάτιο. "Υστερα άπό μιά ώρα μοϋ άναφέρανε δτι έξαφανίστηκε ά π’ τό Σταθμό. — Ποϋ πήγε; 125


— Ποιός τόν ξέρει; Δέν είπε σέ κανέναν τίποτε. Τήν άλλη μέρα ξαναγύρισε στό Σταθμό μαζί μ ’ ενα χωρικό καί μ ’ ένα κάρο φορτωμένο άχυρο. Ό χωρικός φορούσε καινούργιο γκρίζο σακάκι κι δμορφο σκούφο. Τό κάρο ήταν καλοδεμένο, τ ’ άλογα γυάλιζαν. Ό χωρικός άναγνώρισε στό πρόσωπο τοϋ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τό νοικοκύρη. —’ Εκεΐ στό δρόμο ένας νεαρός μοϋ ’πε δτι έδώ παραλαβαί­ νετε τό φόρο. — Ποιός νεαρός; — Νά, τώρα δά ήτανε έδώ... Μαζί ήρθαμε. ' Ο ’ Αντόν κοίταζε άπ "τό σταύλο καί μοϋ ’κανε κάτι άκαταλαβίστικες χειρονομίες. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ψευτογέλασε μέ άμηχανία μέσ’ άπ’ τούς καπνούς τοϋ τσιμπουκιού του καί μέ πήρε Ιδιαίτερα: — Τί νά κάνουμε; Ά ς παραλάβουμε τοϋτο τό φορτίο καί παραπέρα βλέπουμε. Είχα πιά καταλάβει τί έτρεχε. — Πόσο είναι; — Μά καμιά είκοσαριά πούτια θά ’ναι. Δέν τό ζύγιασα. Ό Ά ντό ν έμφανίστηκε πάλι μπροστά μας κι άρχισε τίς άντιρρήσεις του: — Στό δρόμο ό ίδιος μοϋ ’λεγε δεκαεφτά, τώρα λέει είκοσι. Δεκαεφτά πούτια είναι. — Ξεφορτώστε το! Νά ‘ρθετε στό γραφείο γιά τήν άπόδειξη. Στό γραφείο, δηλαδή σ ’ ένα μικρό δωματιάκι πού τό ’χα ξεχωρίσει τελευταία άπ’ τά χτίρια τοϋ Σταθμοϋ, έγραψα μέ τό κακούργο χέρι μου σ* ένα έντυπό μας, δτι παραλήφθηκαν ά π’ τόν πολίτη Βάτσι Ό νούφρι, γιά λογαριασμό τοϋ φόρου ζωοτρο­ φών πού τοϋ καθορίστηκε, δεκαεφτά πούτια άχυρο. *Υπογραφή. Σφραγίδα. Ό Βάτσι Ό νούφρι έκανε μιά βαθιά ύπόκλιση καί, δέν ξέρω γιατί, άρχισε τίς ευχαριστίες. Έφυγε. Ό Μπράτσενκο γεμάτος χαρά δούλευε μ ’ όλη του τήν παρέα στό σταύλο καί τραγουδούσε. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς έτριβε τά χέρια του καί χαμογελούσε ένοχα: — Νά πάρει ό διάβολος, θά τήν πλερώσεις μ* αύτή τή δουλιά, μά καί τί μπορούσε νά γίνει; Δέ θ ’ άφήσουμε τά ζωντανά μας νά ψοχφήσουνε. Στό κάτω - κάτω κι αύτά τοϋ'κράτους εί­ ναι... 126


— Καί γιατί αύτός ό μπάρμπας έφυγε τόσο χαρούμενος; ρώτησα τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς. — Καί σύ τί νομίζεις; Ή τανε υποχρεωμένος νά πάει στήν πόλη, νά κάνει τόσο δρόμο, κι άκόμα νά κάτσει ώρες στήν ούρά, ένώ έδώ, τό παράσιτο, μάς είπε δεκαεφτά πούτια, κανένας δέν τοΰ ’κανε έλεγχο, καί μπορεϊ νά 'ναι καί δεκαπέντε. Τήν άλλη μέρα μπήκε στήν αύλή τοΰ Σταθμοΰ Ενα κάρο φορτωμένο σανό. — Νά, έφερα τό φόρο. ’ Εδώ, σέ σδς, παρέδοσε κι ό Βάτσι. — Πώς λέγεστε; — Καί γώ λέγομαι Βάτσι. Στεπάν Βάτσι. — Τώρ’ άμέσως. Πήγα νά βρω τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς, νά τόν συμβουλευτώ. Στήν έξώπορτα συνάντησα τόν Ά ντόν. — Νά, τί έκανες! Τούς έδειξες τό δρόμο μέ τό φόρο, καί τώρα... — Παραλάβετέ τον, Ά ντό ν Σεμιόνοβιτς, θά τό δικαιολο­ γήσουμε τό ζήτημα. Μπερδεύτηκα. "Αν τόν παραλάβαινα δέ θά ’κανα καλά, μά καί νά μήν τόν παραλάβαινα έπίσης δέ θά ’ κανα καλά. Θά μού λέγανε: γιατί άπ’ τόν ένα Βάτσι τόν πήρατε κι ά π’ τόν άλλον όχι; — Πήγαινε, παράλαβε τό σανό, στό μεταξύ έγώ θά γράψω τήν άπόδειξη. Παραλάβαμε άλλα δυό κάρα άχυρο καί σαράντα πούτια βρώμη. Μέ σφιγμένη τήν καρδιά περίμενα μουδιασμένος τήν τιμω­ ρία. Ό Ά ντό ν μέ παρακολουθούσε προσεχτικά καί μόλις έσκαγε ένα χαμόγελο στά χείλη του. Ταυτόχρονα σταμάτησε νά τσακώνεται γιά τό τίποτα, έκπλήρωνε πρόθυμα όλες τίς ΰπηρεσίες μεταφοράς καί δούλευε στό σταΰλο άκούραστα. Τελικά πήρα ένα σύντομο, μά πολύ εύγλωττο έγγραφο: «Παρακαλώ ν ’ άναφέρετε άμέσως μέ ποιό δικαίωμα ό Σταθμός σας παραλαβαίνει φόρο. Ό έπίτροπος έπισιτισμού τής άχτίδας ’ Αγκέγεφ» Οΰτε καί στόν Καλίνα Ίβάνοβιτς δέν είπα τίποτα γιά τό χαρτί πού πήρα. Καί δένάπάντησα. Τί μποροΰσα ν ’ άπαντήσω; Τόν Α π ρ ίλη κατέφθασε στό Σταθμό ένα άμάξι μέ δυό γερά 127


καί μαύρα άλογα. Στό γραφείο μου μπήκε κατατρομαγμένος ό Μπράτσενκο. —"Ερχεται δώ, είπε λαχανιασμένα. — Ποιός είναι; —"Ισως γιά τ ’ άχυρο... Είναι θυμωμένος. ‘Ο Ά ντόν κάθησε πίσω άπ’ τή σόμπα. Δέν έβγαζε οϋτε άχνα. Ό έπίτροπος έπισιτισμοϋ τής άχτίδας ήτανε ένας συνηθι­ σμένος άνθρωπος: μέ πέτσινο σακάκι, μέ περίστροφο, νεαρός καί περιποιημένος. —Έ σ εΐς είστε ό διευθυντής; —’ Εγώ. — Πήρατε τό έγγραφό μου; — Τό πήρα. — Γιατί δέν άπαντάτε; Τί κατάσταση είν’ αύτή; Έ πρεπε νά έρθω ό Χδιος έδώ; Ποιός σάς έδοσε τήν άδεια νά παραλαβαίνετε τό φόρο; — Τόν παραλάβαμε χωρίς άδεια. Ό έπίτροπος πετάχτηκε ά π’ τό κάθισμα κι έμπηξε τίς φωνές: — Πώς μπορεϊτε νά τό κάνετε αύτό χωρίς άδεια; Ξέρετε τί σημαίνει αύτό; Θά συλληφθεΐτε τώρ’ άμέσως, τό ξέρετε; Αύτό τό ’ξερα. —"Ας δόσουμε ένα τέλος στό ζήτημα, είπα στόν έπίτροπο, βραχνά. Βλέπετε δτι οϋτε δικαιολογούμαι κι ουτε προσπαθώ νά ξεφύγω. Καί μή φωνάζετε. Κάνετε δ,τι νομίζετε πώς είναι άπαραίτητο. "Αρχισε νά κόβει βόλτες μέσα στό φτωχό γραφείο μου. —' Ο διάβολος ξέρει τί πάει νά πεΐ τούτο πάλι! έκανε μονο­ λογώντας καί ξεφυσώντας σάν άλογο. 'Ο Ά ντόν βγήκε ά π’ τή θέση του καί παρακολουθούσε τόν μπουρινιασμένο έπίτροπο. Ξαφνικά σέ χαμηλό τόνο άρχισε νά βουίζει σάν τό σκαθάρι: — Κανένας δέν είχε όρεξη ν* άνακατευθεΐ μέ τό φόρο, άν τ ’ άλογα δέν ήτανε νηστικά τέσσερις τώρα μέρες. Ά ν καί τά δικά σας άλογα τέσσερις μέρες διαβάζανε έφημερίδα, τότε θά βλέπα­ με άν θά μπαίνανε έτσι ραβάνι στό Σταθμό. Ό Ά γκέγεφ σταμάτησε ξαφνιασμένος: —Έ σύ ποιός είσαι πάλι; Τί δουλιά έχεις κι άνακατεύεσαι; — Είναι ό σταυλάρχης μας, πρόσωπο λίγο - πολύ άρμόδιο, είπα έγώ. 128


Ό έπίτροπος άρχισε πάλι τίς βόλτες στό δωμάτιο καί ξαφνικά σταμάτησε μπροστά στόν Ά ντόν: — Τουλάχιστο τά ’χετε καταχωρημένα; "Ενας διάβολος ξέρει τί γίνεται δώ πέρα! Ό Ά ν τό ν πήδηξε στό τραπέζι μου καί ψιθύρισε ανήσυχα: — Τά καταχωρήσαμε, Ά ντό ν Σεμιόνοβιτς; Γελάσαμε καί γώ καί ό Άγκέγεφ. — Τά καταχωρήσαμε. — Πού τόν βρήκατε αύτόν τό λεβέντη; — Μόνοι μας τούς φτιάχνουμε, χαμογέλασα. Ό Μπράτσενκο σήκωσε τά μάτια του στόν έπίτροπο καί ρώτησε σοβαρά κι άνοιχτόκαρδα: — Νά ταΐσουμε τ ’ άλογά σας; — Τί νά γίνει; Τάισέ τα.

13. Ο ΟΣΑΝΤΣΙ Τό χειμώνα καί τήν άνοιξη τοΰ 1922 είχαμε φοβερά ξεσπάσματα στό Σταθμό Γκόρκι, Τό ’να άκολουθοΰσε τ ’ άλλο χωρίς σχεδόν άνάπαυλα καί σήμερα στή μνήμη μου δ λ ’ αύτά μπερδεύονται σ ’ ένα όλόκληρο κουβάρι άπό άναποδιές καί κακοτυχίες. 'Ωστόσο, παρά τήν τραγικότητά τους αύτές οί μέρες ήταν μέρες καλυτέρεψης καί τού νοικοκυριού μας καί τής ύγείας μας. Πώς μπορούσαν νά συνδυαστούν λογικά αύτά τά δυό άντίθετα πράματα καί τώρα άκόμα δέ μπορώ νά τό έξηγήσω, κι δμως συνδυάζονταν. Καί τότε οί μέρες στό Σταθμό μας περνούσαν υπέροχα, γεμάτες δουλιά, έμπιστοσύνη, άνθρώπινο συντροφικό αίσθημα. Δέν έλειπε ποτέ τό γέλιο, τ* άστεϊα, ή άνάταση μέσα σέ μιά έξαίσια καί ζωντανή άτμόσφαιρα. Ταυτόχρονα δέν περνούσε ούτε βδομάδα, πού κάποια άπίθανη ιστορία, νά μή μάς έριχνε σ ’ ένα τόσο βαθύ λάκκο, νά μή μάς τύλιγε μέ μιά τόσο βαριά άλυσίδα άπό γεγονότα, πού μάς έκαναν νά χάνουμε σχεδόν τόν προσανατολισμό μας, μάς άρρώσταιναν καί μάς κάνανε νά βλέπουμε τόν κόσμο μ ’ άρρωστιάρικα νεύρα. Αναπάντεχα άνακαλύψαμε στό Σταθμό μας δτι ύπάρχει άντισημιτισμός. "Ως τώρα δέν είχαμε στό Σταθμό ' Εβραίους. Τό 129


φθινόπωρο μάς στάλθηκε ό πρώτος ' Εβραίος, μετά, ό Ενας κοντά στόν άλλο, ήρθανε κάμποσοι άκόμα. "Ενας ά π’ αυτούς, δέν ξέρω άπό που κι ώς πού δούλευε πρίν στήν ύπηρεσία καταδίωξης καί πρώτα - πρώτα σ ’ αύτόν στράφηκε ή άγρια όργή τών παλιών κατοίκων τού Σταθμού. "Οταν έκδηλώθηκε ό άντισημιτισμός, δέ μπορούσα στήν άρχή άκόμα καί νά ξεχωρίσω ποιός φταίει περισσότερο καί ποιός λιγότερο. ΟΙ πιό καινούργιοι ά π’ τούς τροφίμους τοϋ Στάθμου ήτανε άντισημίτες γιατί άπλούστατα βρήκαν μερικά άθώα θύματα γιά νά έκδηλώσουν τ ’ άλήτικα Ενστιχτά τους, ένώ οί παλιοί είχαν περισσότερες δυνατότητες νά περιπαίζουνε καί νά κάνουνε τό νταή στούς *Εβραίους. Τόν πρώτο τόν λέγανε Όστρομοϋχοφ. Τόν Όστρομοϋχοφ άρχίσανε νά τόν χτυπάνε είτε Εδινε άφορμή είτε δχι. Ξύλο, κοροϊδία σέ κάθε βήμα, Αρπαγή τοϋ όμορφου ζωστήρα ή τών παπουτσιών μέ άντάλλαγμα κάτι καταξεσχισμένα παλιοπάπουτσα, βούτηγμα τοϋ πιάτου τους μέ κάποια πονηράδα, βρώμισμα τοϋ φαγητού τους, άτέλειωτα πει­ ράγματα, καί χοντρές βρισιές καί τό πιό φοβερό: ό συνεχής τρόμος κι ή περιφρόνηση, νά τί συνάντησαν στό Σταθμό δχι μονάχα ό Όστρομοϋχοφ, μά καί ό Σνάιντερ, ό Γκλέισερ, ό Κράινικ. Ή πάλη ένάντια σ ’ αύτό τό κακό ήτανε φοβερά δύσκολη. "Ολα γίνονταν έντελώς μυστικά, πολύ προσεχτικά καί σχεδόν χωρίς κανένα κίνδυνο, γιατί τούς *Εβραίους τούς είχανε τόσο πολύ τρομοκρατήσει πού φοβούνταν καί νά παραπονεθοϋν άκόμα. Μονάχα άπό κάτι όρισμένα σημάδια, άπ’ τή δαρμένη τους όψη, ά π’ τή σιωπηλή καί φοβισμένη τους διαγωγή, μπορούσε κανείς νά ΰποπτευθεΐ. Κάποιοι άνεπαίσθητοι μακρι­ νοί ήχοι Εφταναν ώς έμάς βγαλμένοι άπ’ τίς φιλικές συζητήσεις τών παιδαγωγών μέ τά πιό ευαίσθητα πιτσιρίκια τοϋ σταθμού. "Οπως καί νά *χει τό πράμα, δέ μπορούσε ν ’ άποκρυφτεί έντελώς άπ* τό παιδαγωγικό προσωπικό ό συστηματικός έξευτελισμός κι Εκβιασμός μιάς όλόκληρης όμάδας τροφίμων τοϋ Σταθμού κι ήρθε ό καιρός, πού τό δργιο τοϋ άντισημιτισμοϋ δέν ήτανε πιά μυστικό γιά κανένα. ’ Εξακριβώθηκε κι ό κατάλογος τών έκβιαστών. Παλιοί γνωστοί μας δλοι τους: ό Μπουρούν, ό Μιτιάγκιν, ό Βόλοχοφ, ό Πρηχόντκο, δμως τόν πιό σημαντικό ρόλο σ ’ αύτές τίς δουλιές τόν Επαιζαν δυό: ό Ό σάντσι κι ό Ταρανέτς. Ά π ό καιρό τώρα ή ζωντάνια, ή έξυπνάδα κι οί όργανικές 130


Ικανότητες προωθήσανε τόν Ταρανέτς στίς πρώτες γραμμές τών τροφίμων τοΰ Σταθμού, δμως ό έρχομός πιό μεγάλων ά π’ αύτόν παιδιών δέν έδινε στόν Ταρανέτς πλατύ πεδίο δράσης. Καί τώρα ή τάση του νά φαίνεται πάνω ά π’ τούς άλλους, βρήκε διέξοδο στό νά φοβερίζει τούς Εβραίους καί νά τούς κοροϊδεύει. Ό Ό σάντσι ήταν ένα γερό παιδί δεκάξι χρονών, κατσούφης, πεισματάρης, πού πάνω του έβλεπες καθαρά τά σημάδια τής έγκατάλειψης καί τής παλιάς άλητείας. Περηφανευότανε γιά τό παρελθόν του, μά δχι γιατί έβρισκε σ ’ αύτό κάποια όμορφιά, άλλά έτσι άπό πεϊσμα, γιατί ήταν δικό του αύτό τό παρελθόν καί κανένας δέν είχε τό δικαίωμα νά χώσει τή μύτη του στή ζωή του. Ό Ό σάντσι ήταν καλοζωιστής καί φρόντιζε πάντα μέ προσοχή νά μήν περνάει ή μέρα του χωρίς ν ’ άπολαύσει κάποια εύχαρίστηση. Στίς άπολαύσεις του αύτές δέν ήτανε καί πολύ έκλεχτικός καί βασικά τίς Ικανοποιούσε μέ τίς βόλτες του στό χωριό Πιρόγκοφκα, πού ήταν κοντά στήν πόλη καί κατοικοΰνταν άπό μισοκουλάκους καί μικροαστούς. ' Η Πιρόγκοφκα τήν έποχή έκείνη διακρινόταν γιά τήν άφθονία της σέ δμορφα κορίτσια καί σέ τσίπουρο. Αύτά άποτελούσανε καί τήν κύρια χαρά τοΰ Ό σάντσι. Μόνιμος συνοδός του ήταν ό γνωστός τεμπελχανάς καί φαγάς τοΰ Σταθμοϋ, 6 Γκαλατένκο. Ό Ό σάντσι είχε ένα ξελογιαστικό τσουλούφι, πού τόν έμπόδιζε βέβαια νά βλέπει τό φώς τοΰ θεοΰ, πού δμως ήταν ένα σοβαρό πλεονέχτημα στόν άγώνα γιά νά κερδίσει τίς συμπάθειες τών κοριτσιών τής Πιρόγκοφκα. Κάτω ά π’ αύτό τό τσουλούφι μέ κοίταζε κατσουφιασμένα καί, δπως φαίνεται, μέ μίσος, δταν προσπαθούσα νά έπέμβω στήν άτομική του ζωή: τοΰ άπαγόρευα νά πηγαίνει στήν Πιρόγκοφκα καί άπαιτοΰσα έπίμονα νά δείχνει περισσότερο ένδιαφέρον γιά τό Σταθμό. Ό Ό σάντσι έγινε ό κύριος Ιεροεξεταστής τών ‘ Εβραίων. Είναι ζήτημα άν ό Ό σάντσι ήταν άντισημίτης. Μιά δμως πού κανένας δέν τόν τιμωρούσε κι άφού κανείς δέν υπεράσπιζε τούς 'Εβραίους, δ λ ’ αύτά τοΰ ’διναν τή δυνατότητα νά κάνει σ* δλο τό Σταθμό τόν καμπόσο μέ τήν πρωτόγονη έξυπνάδα του καί τούς παλικαρισμούς του. Τήν άνοιχτή πάλη ένάντια στή σπείρα αύτή τών τυράννων έπρεπε νά τήν άρχίσουμε μέ πολύ περίσκεψη, γιατί άπειλοΰνταν μέ βαριά άντίποινα πρώτν ά π’ δλαοί 'Εβραίοι. Τέτιοι άνθρωποι σάν τόν Ό σάντσι, στήν άνάγκη δέ θά διστάζανε νά χρησιμο­ ποιήσουν άκόμα καί μαχαίρι. “Η έπρεπε νά ένεργήσουμε σιγά 131


σιγά καί πολύ προσεχτικά ή νά τελειώσουμε τήν υπόθεση μέ κάποιον ένεργητικό, θυελλώδικο τρόπο. Προτίμησα τό πρώτο. "Επρεπε ν ’ άπομονώσω τόν Ό σάντσι καί τόν Ταρανέτς. Ό Καραμπάνοφ, ό Μιτιάγκιν, ό Πρηχόν­ τκο, ό Μπουρούν είχαν καλές σχέσεις μαζί μου καί υπολόγιζα στήν υποστήριξή τους. "Ομως, τό μόνο πού πέτυχα ήτανε νά τούς πείσω νά μήν πειράζουνε τούς ' Εβραίους. —Ά π ό ποιόν νά τούς υπερασπίσουμε; Α π ’ όλόκληρο τό Σταθμό; —Ά σ ε τίς ψευτιές, Σεμιόν. Ξέρεις έσύ άπό ποιόν. — Καί τί μ ’ αύτό πού ξέρω; Έ γώ συμφωνάω νά τούς υπερασπίσω, μά δέ μπορώ νά ’ μαι συνέχεια δεμένος μέ τόν Όστρομοϋχοφ. Αύτοί έτσι κι άλλιώς θά τόν μαγκώσουνε καί θά τόν χειροτονήσουνε άκόμα χειρότερα. Ό Μιτιάγκιν μου τό ’πε καθαρά: — Δέν άνακατεύομαι σ ’ αύτή τή δουλιά, μοϋ ’ρχεται άβολα. Μά καί δέ θά τούς πειράξω. ’Ανάγκη τούς είχα! Αύτός πού πιό πολύ ά π’ δλους μέ καταλάβαινε ήταν ό Ζαντόροφ, μά δέν ήξερε καί δέ μπορούσε νά ριχτεί σ ’ άνοιχτή πάλη μέ κάτι τέτιους σάν τόν Ό σάντσι. — Νά, δέν ξέρω, όμως έδώ χρειάζεται νά πιάσουμε τόν ταύρο άπ’ τά κέρατα. Αύτοί δ,τι κάνουνε τό κρύβουνε όχι μόνο άπό σάς, μά κι άπό μένα. Μπροστά μου δέν πειράζουνε κανένα. Ή κατάσταση μέ τούς Εβραίους γινόταν στό μεταξύ όλο καί χειρότερη. Κάθε μέρα τά μούτρα τους ήταν μελανιασμένα, μά δταν τούς ρωτούσαμε άρνιοΰνταν νά ποϋνε ποιός τούς χτύπησε. Ό Ό σ άντσ ι τριγύριζε στό Σταθμό κορδωμένος καί κάτω ά π’ τό περίφημο τσουλούφι του έριχνε σ ’ δλους καί σέ μένα καί στούς παιδαγωγούς ματιές δλο πρόκληση καί θράσος. Α ποφάσισα νά παίξω μ ’ άνοιχτά χαρτιά. Τόν φώναξα στό γραφείο. Ά ρνιότανε κατηγορηματικά τά πάντα, δμως ά π’ τήν δλη στάση του έδειχνε, δτι τ ’ άρνιέται έτσι άπό λόγους καλής συμπεριφοράς, ένώ στήν πραγματικότητα δέν έδινε δεκάρα γιά τό τί σκεπτόμουνα γ ι’ αύτόν. — Τούς χτυπάς κάθε μέρα. —Έγώ; Κάθε άλλο, είπε άνόρεχτα. Τόν άπείλησα πώς θά τόν διώξω άπ” τό Σταθμό. — Καί τί μ ’ αύτό; Διώξτε με! “Ηξερε πολύ καλά, τί μακρόχρονη καί βασανιστική ιστορία είναι νά διωχτεί κάποιος ά π’ τό Σταθμό. Χρειάζονταν ένα σωρό 132


τρεχάματα στήν είδική έπιτροπή, έπρεπε ν ’ Απαντήσεις σέ κάθε λογής έρωτηματολόγια, νά ύποβάλεις πολλά καί διάφορα στοι­ χεία καί γνώμες, νά στείλεις δέκα φορές τόν Ιδιο τόν Ό σάντσι γΓ Ανάκριση, κι άκόμα διάφορους μάρτυρες. "Ομως έμενα, δέν ήτανε ό Ιδιος μονάχα ό Ό σάντσι πού μ ’ Ανησυχούσε. Τά κατορθώματα του τά παρακολουθούσε όλόκληρος ό Σταθμός καί πολλοί τά έπιδοκιμάζανε καί τά θαυμάζανε. Τό διώξιμό του άπ’ τό Σταθμό θά 'χ ε σάν Αποτέλεσμα νά διατηρηθούν μόνιμα στό μυαλό τών παιδιών αύτές οί συμπάθειες γιά τό θύμα, τόν ήρωα Ό σάντσι, πού τίποτε δέ φοβότανε, κανέναν δέν Ακουγε, έδερνε τούς Εβραίους, καί γΓ αύτό «τού "σκαψαν τό λάκκο». "Υστερα, δέν ήτανε μονάχα ό Ό σάντσι πού τά *χε βάλει μέ τούς ' Εβραίους: ό Ταρανέτς δέν ήτανε τόσο βάναυσος όσο ό Ό σάντσι, όμως ήτανε πολύ πιό έφευρετικός, καί ραφινάτος. Ποτέ δέν τούς χτυπούσε, κι δταν ήτ&ν Αλλοι μπροστά φερνόταν στούς 'Εβραίους μέ λεπτότητα, δμως τίς νύχτες έβαζε πότε στόν έναν καί πότε στόν Αλλον ΑνΑμεσα στά δΑχτυλα τών ποδιών τους χαρτάκια καί τούς έβαζε φωτιά, ένώ ό Ιδιος ξάπλωνε στό στρώμα του κι έκανε τόν κοιμισμένο. "Αλλοτε πάλι έβρισκε καμιΑ κουρευτική μηχανή καί κατΑφερνε κανένα μαντρΑχαλο, σΑν τόν Φεντορένκο νΑ κουρέψει μόνο τό μισό κεφΑλι τοϋ ΣνΑιντερ κι ΰστερα νΑ καμώνεται τΑχα πώς χΑλασε ή μηχανή. Κι δταν ό μίσοκουρεμένος φουκαρΑς έτρεχε Από πίσω του καί μέ δάκρυα στά μΑτια τόν παρακαλοϋσε ν ’ Αποτελειώσει τό κούρεμα, τούτος τόν καρπΑζωνε κι Από πΑνω. ’Από όλους αυτούς τούς φοβερούς μπελΑδες σωθήκαμε μέ τόν πιό ΑναπΑντεχο τρόπο. ΚΑποιο βρΑδυ Ανοιξε ή πόρτα τοϋ γραφείου μου, κι ό ΊβΑν ΊβΑνοβιτς έμπασε μέσα τόν Όστρομοϋχοφ καί τόν ΣνΑιντερ. "Ητανε καταματωμένοι, φτύνανε αΤιμα, μΑ δέν ξέρω γιατί δέν κλαίγανε ούτε τρέμανε Απ’ τό φοβο δπως συνήθως. —Ό ΌσΑντσι; ρώτησα. Ό υπεύθυνος τής βΑρδιας μου ’πε τήν ίστορία: τήν ώρα τού βραδινού φαγητοϋ ό ΌσΑντσι πείραζε τόν ΣνΑιντερ πού ήταν βΑρδια στό μαγειρείο, τόν έβαζε νΑ τοϋ ΑλλΑζει τή μερίδα, νΑ τοϋ φέρνει Αλλο ψωμί, κι έπειδή στό τέλος τό δΑχτυλο τού ΣνΑιντερ είχε μπεϊ λίγο στή σούπα, γιατί χωρίς νΑ τό θέλει είχε γείρει λιγΑκι τό πιΑτο δταν τοϋ τό ’δινε, ό ΌσΑντσι σηκώθηκε Απ’ τό τραπέζι καί μπροστΑ στόν ύπεύθυνο τής βΑρδιας καί σ ’ δλους τούς τροφίμους τοϋ Σταθμού χτύπησε τό ΣνΑιντερ στό 133


πρόσωπο. ' Ο Σνάιντερ Ίσως καί νά μή μιλούσε, δμως ή υπηρεσία δέν άφησε τό ζήτημα έτσι, άλλωστε ποτέ δέν είχαν γίνει τσακώματα μπροστά στούς άνθρώπους τής υπηρεσίας. Ό Ίβ ά ν Ίβάνοβιτς έδοσε έντολή στόν Ό σάντσι νά φύγει άπ’ τήν τραπεζαρία καί νά ’ρθει σέ μένα ν ’ άναφέρει. Ό Ό σάντσι τράβηξε νά φύγει, δμως φτάνοντας στήν πόρτα σταμάτησε κι είπε: — Στό διευθυντή θά πάω, άλλά πρίν άπ* αύτό, τούτον τόν παλιοεβραϊο θά τόν χορέψω γιά καλά! Έδώ έγινε κάποιο μικρό θαϋμα. Ό Όστρομοϋχοφ, πού μάζευε τό περισότερο ξύλο άπ’ δλους τούς άλλους Εβραίους, πετάχτηκε ξαφνικά ά π’ τό τραπέζι καί ρίχτηκε στόν Ό σάντσι: — Δέ θά σ ’ άφήσω νά τόν χτυπήσεις! ' Η ύπόθεση τέλειωσε μ ’ άγριο ξυλοδαρμό, μέσα στήν τραπεζαρία, τοϋ Όστρομοϋχοφ ά π’ τόν Ό σάντσι. "Οταν Εβγαινε ά π’ τήν τραπεζαρία ό Ό σάντσι είδε τόν Σνάιντερ ποϋ ’χε κρυφτεί πίσω ά π’ τήν πόρτα καί τόν χτύπησε τόσο δυνατά πού τοϋ ’σπάσε ένα δόντι. Ό Ό σάντσι άρνήθηκε νά ’ρθει σέ μένα. Στό γραφείο μου ό ’Οστρομοϋχοφ κι ό Σνάιντερ σκούπιζαν τά αίματα άπ* τά πρόσωπά τους μέ τά λερωμένα μανίκια τους καί πασαλείβονταν έτσι πιό πολύ. Ό μ ω ς δέν τούς έβλεπα νά κλαϊνε. "Οπως φαίνεται, νομίζανε πώς ήρθε τό τέλος τους. Κι έγώ ό Ίδιος ήμουνα πιά βέβαιος, πώς έπρεπε νά δόσω όριστική λύση σ ’ δλη τούτη τή φοβερή κατάσταση. ’Αλλιώς, οί Ε β ρα ίοι ή έπρεπε νά τό βάλουνε στά πόδια γιά νά σωθοϋνε ή νά προετοιμαστούνε γιά πιό τρομερά βασανιστήρια. Αύτό δμως πού μοΰ ’σφίγγε τήν καρδιά καί μοΰ πάγωνε κυριολεχτικά τό α*ιμα ήτανε ή άδιαφορία πού δείξανε γιά τόν ξυλοδαρμό μέσα στήν τραπεζαρία δλοι οί τρόφιμοι τοϋ Σταθμοϋ, άκόμα καί τέτια παιδιά, σάν τόν Ζαντό­ ροφ. Ξαφνικά ένιωσα τήν Ίδια μοναξιά πού ’ χα νιώσει καί τίς πρώτες μέρες τής ζωής τοϋ Σταθμοϋ. "Ομως τίς πρώτες μέρες δέν περίμενα καί καμιά υποστήριξη καί συμπάθεια άπό πουθενά, αύτό ήταν μιά φυσιολογική μοναξιά πού τήν περίμενα, ένώ τώρα είχα κακομάθει κι είχα συνηθίσει στή σταθερή συνεργασία μέ τά παιδιά. Στό γραφείο μου έκτός άπό τούς ξυλοδαρμένους βρίσκον­ ταν κι ένα σωρό άλλοι. Είπα σ ’ έναν άπ’ αύτούς: — Φώναξε τόν Ό σάντσι. “Ημουνα σχεδόν σίγουρος πώς ό Ό σάντσι είχε πάρει πολύ 134


φόρα κι δτι θ ’ άρνηθεϊ νά *ρθει κι άποφάσισα νά τόν φέρω στήν άνάγκη μόνος μου, έστω καί μέ τό περίστροφο. "Ομως ό Ό σάντσι ήρθε. Μπήκε Εξαφνα στό γραφείο μέ τό σακάκι του ριγμένο στούς ώμους, μέ τά χέρια στίς τσέπες, παίρνοντας στό δρόμο του σβάρνα τά καθίσματα. Μαζί του ήρθε κι ό Ταρανέτς. Ή στάση τοϋ Ταρανέτς Εδειχνε πώς τάχα δλη τούτη ή ύπόθεση πολύ τόν τραβοϋσε κι δτι ήρθε μόνο καί μόνο γιατί περίμενε νά δει κάποιο διασκεδαστικό θέαμα. Ό Ό σάντσι μέ κοίταξε πάνω ά π’ τόν ώμο καί ρώτησε: — Νά, ήρθα... Τί τρέχει; Τοϋ ’δειξα τόν Όστρομοϋχοφ καί τόν Σνάιντερ: ■ — Τί σημαίνει αύτό; — Καί τί Εγινε; Σπουδαία τά λάχανα!... Δυό παλιοεβραϊοι. Κι έγώ νόμισα, πώς κάτι άλλο θά μοϋ δείχνατε! Ξαφνικά τό παιδαγωγικό Εδαφος βουλίαξε κάτω ά π ’τά πόδια μου, μέ φοβερούς τριγμούς. Βρέθηκα στό κενό. Ό βαρύς άριθμητήρας πού βρισκόταν πάνω στό τραπέζι σφενδονίστηκε ξαφνικά στό κεφάλι τοϋ Ό σάντσι, ’Αστόχησα καί ό άριθμητή­ ρας χτύπησε κουδουνιστά στόν τοΐχο καί κυλίστηκε στό πάτω­ μα. "Εψαχνα, Εξω φρένων, στό τραπέζι κάτι βαρύ καί ξαφνικά άρπαξα τό τραπέζι καί χύμηξα μ ' αύτό στόν ' Οσάντσι. Πανικό­ βλητος ρίχτηκε άπότομα πρός τήν πόρτα, δμως τό σακάκι τοϋ ' πεσε ά π’ τούς ώμους στό πάτωμα κι ό Ό σάντσι μπερδεύτηκε σ ’ αύτό κι Επεσε. Συνήρθα: Κάποιος μ ’ Επιασε άπ' τίς πλάτες. Κοίταξα πίσω μου: ό Ζαντόροφ μέ κοίταζε καί χαμογελούσε: — Δέν άξίζει τόν κόπο, τό παλιοτόμαρο!,.. Ό Ό σάντσι καθόταν στό πάτωμα καί σιγόκλαιγε. Ό Ταρανέτς, χλωμιασμένος κρύφτηκε στό παράθυρο. Τά χείλια του τρέμανε. — Κι έσύ βασάνιζες αύτά τά παιδιά! Ό Ταρανέτς γλίστρησε κάτω άπ' τό περβάζι. — Δίνω τό λόγο τής τιμής μου, άλλη φορά δέ θά τό ξανακάνω! — Ξεκουμπίσου άπό δώ! Βγήκε, πατώντας στά νύχια... Ό Ό σ άντσ ι σηκώθηκε έπιτέλους ά π’ τό πάτωμα, κρατών­ τας στό χέρι του τό σακάκι, ένώ μέ τ ’ άλλο έξαφάνιζε τό τελευταίο υπόλειμμα τής άδυναμίας τών νεύρων του. Ενα μονα­ 1.15


χικό δάκρυ πού κατέβαινε στό βρώμικο μάγουλό του. Μέ κοίταζε ήρεμα, σοβαρά. — Τέσσερις μέρες θά κάτσεις στό τσαγκαράδικο μόνο μέ ψωμί καί νερό. Ό Ό σ άντσ ι ψευτοχαμογέλασε κι άπάντησε χωρίς νά σκεφτεϊ καθόλου: — Καλά, θά κάτσω. Τή δεύτερη μέρα τής τιμωρίας μέ κάλεσε στό τσαγκαράδικο καί μοϋ ’πε παρακλητικά: — Δέ θά τό ξανακάνω, συχωρέστε με. — Γιά τή συχώρεση θά κουβεντιάσουμε δταν τελειώσει ή τιμωρία σου. Ά φοϋ Εκατσε τέσσερις μέρες, δέ ζήτησε πιά συγνώμη, μόνο δήλωσε κατσουφιασμένα: — Φεύγω άπ’ τό Σταθμό. — Νά φύγεις. — Δόστε μου Ενα πιστοποιητικό. — Πιστοποιητικό δέν Εχει! — Χαίρετε. — Γειά, χαρά.

14. ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ Πού πήγε ό Ό σάντσι δέν ξέραμε. Λέγανε δτι Εφυγε στήν Τασκένδη, δπου δλα είναι φτηνά καί μπορεϊ κανείς νά ζήσει εύχάριστα. Ά λ λ ο ι λέγανε ότι ό Ό σάντσι Εχει στήν πόλη κάποιο θειο, κι άλλοι πάλι, δτι αύτός δέν είναι θείος του, άλλά κάποιος γνωστός άμαξάς. Δέ μπορούσα μέ κανένα τρόπο νά συνέλθω ά π’ τήν καινούρ­ για παιδαγωγική μου κατρακύλα. Οί τρόφιμοι τοϋ Σταθμοϋ μοϋ είχανε γίνει φόρτωμα, ρωτώντας με, άν ξέρω τίποτα γιά τόν Ό σάντσι. — Καί τί σάς νοιάζει έσάς γιά τόν Ό σάντσι; Τί άνησυχεϊτε τόσο; —’Εμεϊς δέν άνησυχοϋμε, είπε ό Καραμπάνοφ. Μόνο πού θά *τανε καλύτερα άν δέν Εφευγε. Γιά σάς θά *τανε καλύτερα... — Δέν καταλαβαίνω. 136


Ό Καραμπάνοφ μέ κοίταξε μέ μεφιστοφελικό ϋφος: —’Αλήθεια, στήν ψυχή σας δέ νιώθετε βάρος; Του ' βαλα τίς φωνές: — Ξεκουμπιστεΐτε άπό δώ. "Ακου κουβέντες: ή ψυχή σας... βάρος... Τί σάς πέρασε δηλαδή; "Οτι κι ή ψυχή μου άκόμα είναι στή διάθεσή σας; Ό Καραμπάνοφ άποτραβήχτηκε ήσυχα. Στό Σταθμό βούιζε ή ζωή, άκουγα τούς ζωντανούς της χτύπους, κάτω ά π’ τό παράθυρό μου άκούγονταν τ ’ άστεϊα καί τά πειράγματα, δέν ξέρω γιατί μαζεύονταν δλοι κάτω άπ’ τό παράθυρό μου, κανένας δέν Εκανε παράπονα γιά κανέναν. Κι ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα κάποτε μου μίλησε μ ’ εναν τρόπο σά νά ’μουνα βαριά άρρωστος, κι αύτή άδελφή τοϋ Ελέους: — Δέν πρέπει νά βασανίζεστε, θά περάσει. — Μά δέ μέ βασανίζει τίποτα! Καί βέβαια, θά περάσει!... Τί γίνεται στό Σταθμό; — Καί γώ δέν ξέρω πώς νά τό Εξηγήσω. "Ολα πάνε καλά τώρα, κάπως άνθρωπινά. Οί ' Εβραίοι μας είναι θαυμάσιοι: κάπως τρομαγμένοι άπ’ δσα γίνανε, δουλεύουν περίφημα καί τρέμουνε μέ τό παραμικρό. Ξέρετε δά, πώς οί μεγαλύτεροι τούς φροντίζουν. Ό Μιτιάγκιν πηγαινοέρχεται σά νταντά: 'Υποχρέ­ ωσε τόν Γκλέιζερ νά πλυθεί, τόν κούρεψε, άκόμα τοϋ ’ ραψε καί τά κουμπιά. Ναί. Πάει νά πεϊ πώς δλα πήγαιναν καλά. Μά πόση άναταραχή καί τραμπαλίσματα στήν παιδαγωγική ψυχή μου! Μιά σκέψη μέ βασάνιζε: Θά μπορέσω τάχα ή δχι νά βρώ τό μυστικό; Σά νά τό ’χα στίς παλάμες μου κι άπόμενε νά τίς κλείσω γιά νά τό πιάσω! Τά μάτια κιόλας πολλών παιδιών λάμπανε κάπως άλλιώτικα... καί ξαφνικά, δλα ναυάγησαν κατά τόν πιό άσχημο τρόπο. Θά χρειαστεί, άραγε, ν ’ άρχίσουμε πάλι άπ’ τήν άρχή;... Άγαναχτοϋσα άπ’ τήν άπαίσια όργανωμένη παιδαγωγική τεχνική καί τή δική μου τεχνική άνημποριά. Κι Ενιωθα γιά τήν παιδαγωγική έπιστήμη άποστροφή καί κακία. «Πόσες χιλιάδες χρόνια ύπάρχει! Τί όνόματα, τί φωτεινές Ιδέες: Ό Πεσταλότσι, ό Ρουσσώ, ό Νάτορπ, ό Μπλόνσκι! Πόσα βιβλία, πόσο χαρτί, πόση δόξα! Κι ώστόσο, παρ’ δ λ ’ αύτά, τίποτα δέν υπάρχει, δέ μπορείς νά τά βγάλεις πέρα μ ’ Εναν άλήτη. δέν ύπάρχει μέθοδος, οϋτε δργανο, οϋτε λογική, κοντολογής δέν ύπάρχει τίποτα. Κάποιος τσαρλατανισμός καί τίποτ’ άλλο··. 1 37


Ό Ό σάντσι μ ’ άπασχολοΰσε λιγότερο ά π’ δλα. Τόν είχα περάσει στά £ξοδα, τόν κατάγραψα στό λογαριασμό τών άναπόφευκτων στήν παραγωγή ζημιών καί σκαρτών, Τό έντυπωσιακό φευγιό του μου κόστιζε άκόμα λιγότερο. Καί δώ πού τά λέμε, γρήγορα ξαναγύρισε. Στό κεφάλι μας ξέσπασε καινούργιο σκάνδαλο, πού σά μοΰ τό ’παν, κατάλαβα, έπιτέλους, τί σημαίνει δταν λένε «σηκώθη­ καν οί τρίχες του κεφαλιού». Μιά ήσυχη, παγερή νύχτα, μιά σπείρα άπό τροφίμους του Σταθμού Γκόρκι μαζί μέ τόν Ό σάντσι, τσακώθηκε μέ τά παιδιά τής Πιρόγκοφκα. Ό καυγάς μετατράπηκε σέ συμπλοκή: άπ’ τή μεριά μας υπερτερούσαν τά άγχέμαχα δπλα - οί κάμες, άπ' τή δική τους μεριά τά πυροβόλα δπλα - τά κοντόκανα. *Η μάχη τέλειωσε μέ νίκη τών δικών μας. Οί νεαροί του χωριού έκτοπίστηκαν άπ’ τό μέρος του δρόμου πού μαζεύεται ό κόσμος κι ύστερα τό ' βαλαν ντροπιασμένα στά πόδια καί κλείστηκαν στό χτίριο τού σοβιέτ τοϋ χωριοϋ. Στίς τρεις ή ώρα, τό χτίριο τοϋ σοβιέτ καταλήφθηκε μέ £φοδο, δηλαδή άφοϋ σπάσανε τίς πόρτες καί τά παράθυρα, κι ή μάχη πέρασε σέ καταδίωξη κατά πόδας. Οί νεαροί τοΰ χωριοΰ πηδούσαν άπ’ τίς πόρτες καί τά παράθυρα καί σκόρπισαν στά σπίτια τους, ένώ οί τρόφιμοι γύρισαν πανηγυρίζοντας στό Σταθμό. Τό πιό φοβερό ήταν δτι τό σοβιέτ τοϋ χωριοϋ καταστράφηκε δλότελα καί τήν άλλη μέρα ήταν άδύνατο νά δουλέψει κανείς σ ’ αύτό. ’Εκτός άπ' τά παράθυρα καί τίς πόρτες, άχρηστεύθηκαν τά τραπέζια καί οί πάγκοι, σκορπίστηκαν τά χαρτιά καί σπάσανε τά καλαμάρια, Οί συμμορίτες ξύπνησαν τό πρωί σάν άθώες περιστερές καί τράβηξαν γιά τή δουλιά. Τό μεσημέρι ήρθε δ πρόεδρος τής Πιρόγκοφκα καί μοΰ διηγήθηκε τά καθέκαστα τής περασμένης νύχτας. Κοίταζα μέ κατάπληξη αύτό τό γεροντάκο, τόν άδύνατο καί μυαλωμένο χωρικό: πώς κάθεται καί μιλάει άκόμα μαζί μου, γιατί δέ φωνάζει τήν άστυνομία νά πιάσει δλους αύτούς τούς παλιανθρώπους καί μαζί μ ’ αύτούς καί μένα; "Ομως ό πρόεδρος διηγιόταν δλα τούτα, δχι τόσο μ ’ άγανάχτηση, δσο μέ θλίψη, τόν άνησυχοΰσε περισσότερο γιά τό άν ό Σταθμός, θά μποροϋσε νά έπιδιορθώσει τά παράθυρα, τίς πόρτες καί τά τραπέζια, κι &ν θά μπορούσε τέλος πάντων 138


ό Σταθμός, νά του δόσει, αύτουνοΰ τοϋ προέδρου τής Πιρόγκοφ­ κα δυό μελανοδοχεία. Έ γώ άποβλακώθηκα κυριολεκτικά ά π’ τήν κατάπληξη καί δέ μπορούσα καθόλου νά καταλάβω πώς έξηγεΐται μιά τέτια «άνθρωπιστική» συμπεριφορά τής έξουσίας άπέναντί μας. "Υ­ στερα κατέληξα στή σκέψη πώς ό πρόεδρος, δπως άλλωστε καί γώ, άκόμα δέ μπορούσε ν ’ άντιληφθεϊ σ ’ δλο τό βάθος τή φρίκη τών γεγονότων: άπλώς μουρμουρίζει κάτι, γιά ν ’ «άντιδράσει» δτσι μέ κάποιο τρόπο σ ’ αύτά. Έ κρινα ά π’ τόν έαυτό μου. Κι ό Ίδιος δέν ήμουν σέ θέση νά κάνω τίποτ’ άλλο ά π’ τό νά μουρμουρίζω; — Καλά, καλά... καί βέβαια, θά τά έπιδιορθώσουμε δλα... "Οσο γιά τά μελανοδοχεία, νά... έκεΐνα έκεΐ μπορεϊτε νά τά πάρετε... Ό πρόεδρος πήρε τά μελανοδοχεία, τά φούχτωσε στό άριστερό του χέρι καί τά ζούληξε στήν κοιλιά του. Συνηθισμένα μελανοδοχεία άπ' αύτά πού δέ χύνεται τό μελάνι. — Κι Ετσι, θά τά έπιδιορθώσουμε δλα. Τώρα κιόλας θά στείλω μαστόρους. Μόνο, πού μέ τά τζάμια, πρέπει λιγάκι νά περιμένετε, ώσπου νά φέρουμε ά π’ τήν πόλη. Ό πρόεδρος μέ κοίταξε μ ’ εύγνωμοσύνη. — Δέν πειράζει, άς είναι κι αΰριο. Τότες, ξέρετε κάτι; Μόλις θά ’χετε τά τζάμια, θά μπορέσουνε νά τά βάλουνε δλα μονομιάς... έντάξει, δηλαδή αύριο. — Ναί, ναί! Μά, γιατί δέ φεύγει λοιπόν αύτός ό χαλβάς, ό πρόεδρος; — Πάτε γιά τό σπίτι; τόν ρώτησα. — Ναί. Ό πρόεδρος κοίταξε γύρω του, έβγαλε ά π’ τήν τσέπη του Ενα κιτρινισμένο μαντήλι καί σκούπισε μ ’ αύτό τά όλοκάθαρα μουστάκια του. Μέ πλησίασε. —Έ δώ , ξέρετε, ύπάρχει τό έξής ζήτημα... Χτές, έκεΐ τά παιδιά τά δικά σας πήρανε... Ξέρετε, έκεΐ χτές ήταν... κι ό δικός μου ό μικρός, "Ε, παιδιά είναι, γιά νά παίξουνε κι δχι γιά τίποτ’ άλλο, θεός φυλάξοι!... Μερικοί σύντροφοι, ξέρετε, έχουνε τέτιου είδους πράγματα, καί μάς χρειάζεται νά'χουμε... έγώ πάντα Ιλεγα: οί καιροί είναι τέτιοι, βέβαια... δλοι έχουν ά π’ αύτά... — Μά τί συμβαίνει; ρώτησα. Νά μέ συχωρεϊτε, δέν καταλα­ βαίνω τίποτα. Ι3*ί


— Κοντόκανο, είπε κοφτά ό πρόεδρος. — Κοντόκανο; — Ναί, άκριβώς, κοντόκανο. —Έ , λοιπόν; —"Αχ, θέ μου, θά σάς πώ: παίζανε, πού λέτε μεταξύ τους... καί νά χτες τί Εγινε... Οί δικοί σας,λοιπόν, τό πήρανε ά π’ τόν δικό μου καί δέν ξέρω άπό κάποιον άκόμα, μπορεϊ βέβαια καί νά τό ’χασε, μιά καί, ξέρετε, τά ’χανε κοπανήσει... Καί που τό βρίσκουν, άραγες, τό τσίπουρο; — Ποιοί τά ’χανε κοπανήσει; —"Ωχ, κι έσύ θέ μου, σάμπως ξέρω καί γώ;... Μήπως μπορεΐς νά βρεις άκρη; ' Ο ίδιος δέν ήμουν έκεϊ, άπ' δ,τι δμως λένε, οί δικοί σας ήταν δλοι τους πιωμένοι!,., — Κι οί δικοί σας; Ό πρόεδρος τά ’χασε: —’Εγώ ό ίδιος δέν ήμουν έκεϊ, Ε ίν’ άλήθεια χτές ήτανε Κυριακή. Ά λ λ ά δέ θέλω νά πώ αύτό. Νά, νεολαία βλέπεις, καί τά παιδιά σας, δέν ξέρω δηλαδή, άλλά κεΐ τά κάναν δλα γυαλιά καρφιά, άλλά δέ σκότωσαν μήτε τραυμάτισαν κανένα. Μπάς καί χτυπήθηκε κανένας άπ' τούς δικούς σας; ρώτησε ξαφνικά μέ τρόμο. — Μέ τούς δικούς μας άκόμα δέ μίλησα. — Δέν ήμουνα έκεϊ, δμως κάποιοι λένε, δτι πέσαν τάχα δυό ή τρεΐς πυροβολισμοί... "Ομως, δλοι τό βάλανε στά πόδια, γιατί οί δικοί σας, ξέρετε, είναι λαός θερμόαιμος, κι οί δικοί μας χωριατόπαιδα, καί βέβαια, ώσπου νά γυρίσουν άπό δώ κι άπό κεΐ... Χέ - χέ - χέ - χέ!.,. Γελάει ό γέρος, μισοκλείνει καί τά ματάκια του, μέ μιά τρυφεράδα πού μπαίνει στήν καρδιά σου. Τέτιους γεροντάκους, τούς λένε πάντα «πατερούληδες». Γελάω κι δ Ιδιος, κοιτάζοντάς τον, ένώ στήν ψυχή μου Εχω μιάν άβάσταχτη στενοχώρια. — Δηλαδή, νομίζετε, πώς τίποτα τό φοβερό δέν Εγινε, τσακωθήκαν καί θά τά σιάξουν, £; — Αύτό, είναι, αύτό είναι, θά τά σιάξουν! Μήπως έγώ σάν ήμουνα παλικαράκι δέν τσακωνόμουνα Ετσι γιά τίς κοπέλες; Τόν άδελφό μου τόν Γιάκοβ τόν πελέκησαν τότε οί νεαροί μέχρι θαν.άτου! Πρέπει καί σεις νά καλέσετε τά παιδιά, νά μιλήσετε μαζί τους, ξέρετε, γιά νά μήν ξανακάνουν πιά τέτια πράματα... Βγήκα στήν έξώπορτα. — Φώναξέ μου αύτούς πού ήταν χτές στήν Πιρόγκοφκα. 140


— Καί ποΰ ’ναι τους; μέ ρώτησε ένας άτσίδας πιτσιρίκος πού ’τρεχε γιά κάποια βιαστική δουλιά στήν αύλή. — Μά, μήπως, δέν ξέρεις ποιοί ήτανε χτές στήν Πιρόγκοφ­ κα; —"Ω, τί πονηρός πού είστε!,.. Καλύτερα νά σάς φωνάξω τόν Μπουρούν! — Φώναξε τόν Μπουρούν! Ή ρθε ό Μπουρούν, —Ό Ό σάντσι είναι στό Σταθμό; —Ή ρθε καί δουλεύει στό ξυλουργείο. — Πές του τοϋτο δώ: χτές οί δικοί μας τά κάνανε γυαλιά καρφιά στήν Πιρόγκοφκα καί τό ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. — Ναί. Τά παιδιά μιλούσανε γΓ αύτό. — Πές τοΰ Ό σάντσι νά ’ρθουν δλοι τους έδώ σέ μένα. Έ δώ είναι κι ό πρόεδρος. Καί νά μήν πουν άνοησίες γιατί ή ύπόθεση μπορεΐ νά τελειώσει πολύ άσχημα. Τό γραφείο γέμισε άπό «πιρογκοβίτες»: ό Ό σ άντσ ι, ό Πρηχόντκο, ό Τσόμποτ, ό Ό πρίσκο, ό Γκαλατένκο, ό Γκόλος, ό Σορόκα κι άλλοι πού δέ θυμάμαι. Ό Ό σάντσι έδειχνε ξένοιαστος σά νά μήν εϊχε συμβεΐ τίποτα μεταξύ μας. Μπροστά στούς άλλους δέν ήθελα νά θυμηθώ τά παλιά. — Χτές εισαστε στήν Πιρόγκοφκα, εΐσαστε μεθυσμένοι, τά κάνατε δλα γυαλιά - καρφιά, θέλησαν νά σάς καθησυχάσουν, καί σεις δείρατε τά παιδιά καί καταστρέψατε τό σοβιέτ τοΰ χωριοΰ. “Ετσι είναι; —Ό χ ι, άκριβώς έτσι, δπως τά λέτε, είπε ό Ό σάντσι. Ναί, πραγματικά, τά παιδιά ήταν στήν Πιρόγκοφκα, ένώ έγώ ζοΰσα έκεΐ έδώ καί τρεις μέρες, γιά ποιάν αίτία έσεΐς ξέρετε... Πιωμένοι δέν είμαστε, αύτό δέν είν’ άλήθεια. Ό δικός τους λοιπόν, ό Πανάς, άπό νωρίς διασκέδαζε μέ τόν Σορόκα, κι ό Σορόκα ήτανε πιωμένος... δχι καί τόσο, είν’ άλήθεια. Καί τοΰ Γκόλος κάποιος γνωστός τοΰ 'δοσε νά πιει. Κι δλοι τους κάθονταν ήσυχα. Καί μέ κανένα δέν πιαστήκαμε. Διασκεδάζαμε δμως δλοι. Μετά, μέ ζυγώνει ό Χάρτσενκο, καί φωνάζει: «Ψηλά τά χέρια!» καί μοΰ προτείνει τό κοντόκανο. Αύτόν, είν’ άλήθεια, τόν κοπάνησα στή μούρη. ’Α π’ αύτό λοιπόν κι άρχισε. Αύτοί δέ μάς χωνεύουν, γιατί τά κορίτσια θέλουν έμάς... — Τί έγινε,λοιπόν; — Τίποτα, νά, άρπαχτήκαμε. "Αν αύτοί δέν πυροβολούσαν, δέ θά γινότανε τίποτα. "Ομως, ό Πανάς πυροβόλησε, καθώς κι 141


ό Χάρτσενκο καί τους βάλαμε στό κυνηγητό. Δέ θέλαμε νά τούς βαρέσουμε, μά νά τούς πάρουμε τά κοντόκανα, τούτοι όμως τα­ μ που ρωθήκανε. "Ετσι, λοιπόν, ό Πρηχόντκο — τόν ξέρετε δά τί είναι — ό Πρηχόντκο λοιπόν άμα χτυπήσει... —"Αμα χτυπήσει! Χτυπήσατε! Πού είναι τά κοντόκανα; Πόσα! — Δυό. Ό Ό σάντσι γύρισε στόν Σορόκα: — Πήγαινε φέρτα. "Εφεραν τά κοντόκανα. Τά παιδιά τ ’ άφησα νά πανε στά έργαστήρια. ' Ο πρόεδρος στριφογύριζε δισταχτικά δίπλα στά κοντόκανα. — Λοιπόν, τί θά γίνει; Μπορώ νά τά πάρω; — Καί γιατί νά τά πάρεις; ' Ο γιός σας δέν έχει δικαίωμα νά κουβαλάει κοντόκανο, τό ίδιο κι ό Χάρτσενκο. Δέν έχω τό δικαίωμα νά σάς τά δόσω πίσω. —"Οχι, όχι, καί τί μου χρειάζονται έμένα; Μή μοΰ τά δίνετε, άς μείνουν σέ σάς, μπορεϊ νά σάς χρειαστούν: καμιά φορά έκεϊ στό δάσος νά φοβερίζετε τούς κλέφτες. Κι άκόμα ήθελα νά σάς πώ, μή δίνετε καί μεγάλη σημασία σ ’ αύτή τήν ύπόθεση... Καταλαβαίνετε... παιδιακίσιες παλαβομάρες... — Δηλαδή, θέλετε νά πείτε νά μήν κάνω παράπονα πουθενά; — Καί βέβαια. Γέλασα. — Καί γιατί νά κάνω; "Υστερα είμαστε καί γειτόνοι. —“Ετσι άκριβώς, χάρηκε ό γέρος. Είμαστε καί γειτόνοι... Πολλά γίνονται! Κι άν όλα φτάνανε στούς παραπάνω... Ό πρόεδρος Εφυγε κι ή ψυχή μου πήγε στόν τόπο της. Γιά νά πούμε τήν άλήθεια, γύρω ά π ’ αύτή τήν ιστορία, είχα υποχρέωση νά κάνω άκόμα πάρα πολλή διαπαιδαγωγική δουλιά. "Ομως, κι έγώ καί τά παιδιά χαρήκαμε πολύ, πού δλατέλειωσαν μιά χαρά, έτσι πού κι αύτή τή φορά βολευτήκαμε χωρίς τή διαπαιδαγωγική δουλιά. Δέν τούς τιμώρησα. Μοΰ ’δοσαν τό λό­ γο τους ότι δέ θά ξαναπάνε στήν Πιρόγκοφκα, χωρίς τήν άδειά μου κι ότι θά τά φτιάξουνε πάλι μέ τά παιδιά τοΰ χωριοΰ.

142


15. «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΗΤΑΝΕ ΚΟΥΚΛΑ!» Τό χειμώνα του 1922 είχαμε στό Σταθμό έξι κοπέλες. Αύτό τόν καιρό ή Ό λ ια Βόρονοβα είχε ρίξει μπόι κι ήταν πολύ δμορφη. Τά παιδιά τήν καλόβλεπαν, μ ’ αύτή ήταν μ ’ δλους τό ίδιο γλυκομίλητη, κι άπρόσιτη, καί μόνο δ Μπουρούν ήταν δ μοναδικός της φίλος. Πίσω ά π’τίς φαρδιές του πλάτες, ή "Ολια δέ φοβότανε κανένα στό Σταθμό, καί μπορούσε νά περιφρονάει άκόμα καί τήν άγάπη τοΰ Πρηχόντκο, πού ήταν δ πιό δυνατός, ό πιό κουτός κι δ πιό άνεπρόκοπος άνθρωπος στό Σταθμό. *0 Μπουρούν δέν ήταν έρωτευμένος μέ τήν Ό λ ια , τούς ένωνε μιά νεανική άγνή φιλία, πράγμα πού τούς άνέβαζε στά μάτια τών παιδιών τοΰ στάθμου. Παρά τήν όμορφιά της, ώστόσο ή “Ολια δέν ξεχώριζε καί πολύ. Τής άρεσαν οί άγροτικές δουλιές. Ή δουλιά στά χωράφια, άκόμα κι ή πιό βαριά, τήν τραβούσε σά μουσική κι όνειροπολοΰσε: — Σάν θά μεγαλώσω, όπωσδήποτε θά πάρω χωραφιάρη άντρα! Τήν πρωτοκαθεδρία άνάμεσα στίς κοπέλες τήν είχε ή Νάστια Νοτσεβνάγια. Τήν έστειλαν στό Σταθμό μ ’ έναν τερά­ στιο φάκελο, μέ μπόλικους χαρακτηρισμούς: κλέφτρα, κλεπτα­ ποδόχος, άρχηγός σπείρας. ΓΓ αύτό καί βλέπανε τή Νάστια, μέ θαυμασμό. ΤΗταν, ώστόσο, έξαιρετικά τίμιος καί συμπαθητικός άνθρωπος. Δέν ήταν παραπάνω άπό δεκαπέντε χρόνων, μά ξεχώριζε γιά τή γεροσύνη της, τ ’ άσπρο της πρόσωπο, γιά τό περήφανο κράτημα τοΰ κεφαλιού καί τό σταθερό της χαρακτή­ ρα. “Ηξερε νά μαλώνει τίς κοπέλες χωρίς καυγάδες καί τσιρίγ­ ματα, ήξερε μέ μιά μόνο ματιά νά βάλει στή θέση του όποιονδήποτε τρόφιμο καί νά τοΰ κάνει μιά κοφτερή, άποτελεσματική παρατήρηση. — Γιατί Εκοψες αύτό τό ψωμί καί τό πέταξες; Έ γινες πλούσιος ή Εβγαλες καμιά γουρουνοσχολή; Μάζεψέ το γρήγο­ ρα!... ' Η φωνή τής Νάστια ήταν βαθιά καί φανέρωνε μιά συγκρα­ τημένη δύναμη. "Επιασε φιλία μέ τίς παιδαγωγούς, μελετούσε έπίμονα καί πολύ καί προχωρούσε χωρίς ταλάντευση γιά τό σκοπό πού Εβλεπε μπροστά της, γιά τήν έργατική σχολή. Ό μ ω ς ή σχολή 143


ήταν άκόμα πίσω άπ’ τόν όρίζοντα γιά τή Νάστια, δπως καί γιά τους άλλους πού προσπαθούσαν νά μπούνε σ ’ αυτήν: τόν Καραμπάνοφ, τόν Βέρσνιεφ, τόν Ζαντόροφ, τόν Βετκόφσκι. Ή τα ν άρκετά άγράμματα αύτά τά πρώτα μας παιδιά καί μέ δυσκολία τά ’ βγαζαν πέρα μέ τίς σοφίες τής άριθμητικής ή τών πολιτικών μαθημάτων. Πιό γραμματισμένη άπ’ δλους ήταν ή Ραίσα Σοκολόβα, κι αύτή μονάχα στείλαμε στήν ’Εργατική Σχολή του Κιέβου, τό φθινόπωρο του 1921. Έδώ πού τά λέμε, αύτό ήταν μιά προσπάθεια δίχως έλπίδες, μά οί παιδαγωγοί μας θέλανε πολύ νά ’χουμε καί μεΐς στό Σταθμό μιά φοιτήτρια τής έργατικής σχολής. Σκοπός θαυμάσι­ ος, δμως ή Ραίσα, ταίριαζε πολύ λίγο γιά μιά τέτια ίερή υπόθεση. 'Ολόκληρο τό καλοκαίρι Ετοιμαζόταν γιά τήν έργατική σχολή, μά γιά νά στρωθεί στό διάβασμα, Επρεπε νά τή βάλουμε μέ τό ζόρι, γιατί δέν είχε καμιά δρεξη νά μορφωθεί. ' Ο Ζαντόροφ, ό Βέρσνιεφ, ό Καραμπάνοφ — δλα τά παιδιά πού είχαν κλίση στήν έπιστήμη — ήταν πολύ δυσαρεστημένοι, πού στήν άφετηρία γιά τό πανεπιστήμιο, παρουσιάστηκε πρώτη ή Ραίσα. *Ο Βέρσνιεφ, πού διακρινόταν γιά τήν έξαιρετική του ίκανότητα νά διαβάζει όλόκληρα μερόνυχτα, άκόμα καί τήν ώρα πού φούσκωνε τό φυσερό στό σιδεράδικο, μεγάλος φίλος καί έρευνητής τής άλήθειας, άρχιζε τό βρισίδι κάθε φορά, πού τοϋ ’ρχότανε στό μυαλό τό φωτεινό μέλλον τής Ραίσα. Μοϋ ’λεγε τραυλίζοντας: — Πππώς μπορεϊ νά μήν τ-τ-τό καταλαβαίνει κ-κ-κανείς αύτό; Ή Ραίσα Ε-Ε-ετσι κι άλλιώς θά κάτσει σ-σ-στό τέλος φυλακή. ' Ο Καραμπάνοφ ήταν πιό κατηγορηματικός: — Ποτέ μου δέν περίμενα άπό σάς μιά τέτια χαζομάρα. Ό Ζαντόροφ αδιαφορώντας γιά τήν παρουσία της χαμογέ­ λαγε μ ’ άηδία κουνώντας περιφρονητικά τό χέρι του: — Φοιτήτρια νά σοϋ πετύχει!... Κουτσοί στραβοί στόν "Αι Παντελεήμονα! Ή Ραίσα χαμογελούσε κοκέτικα καί νυσταλέα σ ’ δλους αύτούς τούς σαρκασμούς, καί μόλο πού δέν είχε καί μεγάλη δρεξη νά μπει στήν έργατική σχολή, ήταν ικανοποιημένη. Τής άρεσε πού θά πάει στό Κίεβο. Έ γώ συμφωνούσα μέ τά παιδιά. Πραγματικά, τί φοιτήτρια μπορούσε νά γίνει ή Ραίσα; ’ Ακόμα καί τώρα, πού έτοιμαζόταν γιά τή σχολή, Επαιρνε ά π’ τήν πόλη κάτι ύποπτα ραβασάκια καί 144


τό ’σκαγε άπ’ τό Σταθμό. Τό ίδιο καί στά κρυφά τήν έπισκεφτόταν Ενας άποτυχημένος τρόφιμος, ό Καρνέγεφ, πού ’ζησε στό Σταθμό δλο κι δλο τρεις βδομάδες, μάς κατάκλεβε συνειδητά καί συστηματικά καί πού πιάστηκε στό τέλος στήν πόλη γιά κλοπή. ' Ο Καρνέγεφ — μόνιμος πελάτης τής υπηρεσίας δίωξης — ήταν ένα υποκείμενο μέχρι τό μεδούλι σάπιο κι άποκρουστικό, ένας ά π” τούς λίγους άνθρώπους πού τόν σιχάθηκα μέ τήν πρώτη ματιά. Ή Ραίσα πέτυχε στίς έξετάσεις γιά τή Σχολή. Δέν πέρασε δμως, ο Ο τ γ μιά βδομάδα ά π’ τή μέρα πού πήραμε τήν εύχάριστη είδηση καί, δέν ξέρω άπό πού, τά παιδιά έμαθαν δτι κι δ Καρνέγεφ έφυγε γιά τό Κίεβο. — Τώρα είναι πού θ ’ άρχίσει ή πραγματική έπιστήμη, είπε δ Ζαντόροφ. Ό χειμώνας ζύγωνε στό τέλος του. Ή Ραίσα μάς έγραφε άραιά καί ποΰ, δμως, ά π’ τά γράμματά της δέ μπορούσαμε νά μαντέψουμε τίποτα. Πότε φαινότανε πώς δλα πάνε καλά, πότε πάλι, δτι στίς σπουδές της συναντάει μεγάλες δυσκολίες. Πάντα δμως έβγαινε καθαρά πώς δέν έχει χρήματα, παρόλο πού έπαιρνε υποτροφία. Μιά φορά τό μήνα τής στέλναμε είκοσι - τριάντα ρούβλια. Ό Ζαντόροφ μάς βεβαίωνε, πώς μ ’ αύτά τά λεφτά δ Καρνέγεφ θά τήν περνάει μιά χαρά κι αύτό έμοιαζε νά ’ναι κοντά στήν άλήθεια. Περισσότερο άπ’ δλους τά βάζανε μέ τούς παιδαγωγούς μας, πού ήτανε κι οΐ πρωτεργάτες τής Ιδέας νά πάει ή Ραίσα στό Κίεβο. — Νά, λοιπόν, πού κι ό καθένας τώρα τό βλέπει πώς ή πιό άκατάλληλη νά πάει στό Κίεβο, ήταν ή Ραίσα. Μά έσεΐς δέ θέλετε άκόμα νά τό καταλάβετε! Πώς μπορεΐ νά συμβαίνει αύτό; Γιά μάς νά ’ναι όλοκάθαρο καί σεις νά μήν τό βλέπετε; Ξαφνικά, τό Γενάρη, ή Ραίσα ήρθε στό Σταθμό μ ’ δλα τά καλαθάκια της καί μάς είπε, πώς τήν άφησαν γιά τίς διακοπές. Δέν είχε δμως κανένα τέτιο ντοκουμέντο κι άπ' δλα τά φερσίματά της, φαινόταν, δτι δέν τό *χε σκοπό νά ξαναγυρίσει στό Κίεβο. Στό σχετικό γράμμα μου, ή ’ Εργατική Σχολή τοΰ Κιέβου άπάντησε, δτι ή Ραίσα Σοκολόβα έπαψε νά πηγαίνει στά μαθήματα κι δτι έφυγε ά π’ τή φοιτητική κοινοκατοικία, άγνω­ στο γιά που. Τό ζήτημα ξεκαθαρίστηκε. Πρέπει νά ποΰμε τό δίκιο δίκιο, τή Ραίσα τά παιδιά δέν τήν πείραζαν, οδτε κάν συζητούσαν γιά τή δύστυχη αύτή έργατική σχολή, μάλιστα σά νά ξεχάσανε δλο 145


τοΰτο τό έπεισόδιο. Τίς πρώτες μέρες μετά τόν έρχομό της, χαμογελάγανε κοιτάζοντας πονηρά τήν Αίκατερίνα Γκρηγκό­ ριεβνα πού καί χωρίς αύτό, τά *χε όλότελα χαμένα. Ό μ ω ς γενικά, θεωρούσαν δτι έγινε τό πιό συνηθισμένο πράμα, πού αύτοί τό *χαν προμαντέψει ά π’ τήν άρχή κιόλας. Τό Μάρτη ή Ό σ ιποβ α μού ’φερε μιά είδηση, πού μ ’ άναστάτωσε: τά σημάδια δείχνανε πώς ή Ραίσα είναι έγκυος. Πάγωσα. Πέσαμε σέ δύσκολη κατάσταση. Σκεφτεϊτε: σέ παιδικό Σταθμό, μιά άπ’ τίς κοπέλες, βρέθηκε έγκυος! ’Ένιωθα κίνδυνο γύρω άπ’ τό Σταθμό μας. Σίγουρα τώρα στήν πόλη καί στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας, θά βρεθούνε πολλοί ά π’ αύτούς τούς ένάρετους υποκριτές, πού θά χρησιμοποιήσουν, χωρίς δλλο αύτή τήν περίπτωση, καί θά ξεσηκώσουν ένα τρομερό θόρυβο: στό Σταθμό έπικρατεΐ παραλυσία, στό Σταθμό τ ’ άγόρια μέ τά κορίτσια κοιμούνται μαζί. Μέ φόβιζε άκόμα κι ή ίδια ή κατάσταση στό Σταθμό, καθώς καί ή δύσκολη θέση τής Ραίσα. Παρακάλεσα τήν “Οσιποβα νά τής μιλήσει Ιδιαίτερα. ' Η Ραίσα άρνήθηκε κατηγορηματικά πώς ήταν έγκυος καί μάλιστα έκανε πώς θίχτηκε. — Τίποτα τέτιο δέ συμβαίνει! Ποιός σοφίστηκε μιά τέτια προστυχιά; Καί που άκούστηκε άκόμα καί οί παιδαγωγοί νά πιάνονται μέ τά κουτσομπολιά; ' Η κακομοίρα ή “Οσιποβα κατάλαβε δτι δέν έκανε καθόλου καλά. ' Η Ραίσα ήταν πολύ χοντρή, κι ή έγκυμοσύνη μπορούσε άπλούστατα νά έξηγηθεΐ άπ’ τό περιττό πάχος πού είχε, πολύ περισσότερο πού ή δψη της δέν έδειχνε πραγματικά τίποτα τό Ιδιαίτερο. Τήν πιστέψαμε. Μά δέν πέρασε μιά βδομάδα καί ό Ζαντόροφ μέ φώναξε στήν αύλή γιά νά μοΰ μιλήσει Ιδιαίτερα: — Ξέρετε δτι ή Ραίσα είναι έγκυος; — Καί ποΰ τό ξέρεις έσύ; — Παράξενος είσαστε σ τ ’ άλήθεια! Σάμπως δέν είναι δλοφάνερο; Ό λ ο ι ξέρουν γι ’ αύτό καί νόμιζα πώς κι σεις θά τό ξέρατε. — Μά κι άν είναι έγκυος, τί μ ’ αύτό; — Τίποτα βέβαια τό σπουδαίο... Γιατί δμως νά τό κρύβει; Έγκυος, έγκυος. Γιατί νά παίρνει τέτιο Οφος δτι τάχα δέ συμβαίνει τίποτα; Νά, καί γράμμα άπ* τόν Καρνέγεφ. Βλέπετε δώ;.. « ’Αγαπημένη μου γυναικούλα». Έ μεΐς τό ξέραμε αύτό άπό καιρό. 146


Μεγάλωσε ή άνησυχία κι άνάμεσα στούς παιδαγωγούς. Στό τέλος, δλη αύτή ή ίστορία άρχισε νά μου δίνει στά νεύρα. — Μά γιατί άνησυχείτε έ τ σ ι;Ά ν είναι έγκυος θά γεννήσει! Κι αν τώρα τό κρύβει αύτό, τή γέννα, βέβαια, δέ θά μπορέσει νά τήν κρύψει!... Τίποτα τό φοβερό δέν ύπάρχει, θά γεννηθεί ένα παιδί καί τελείωσε τό ζήτημα! Κάλεσα τή Ραίσα καί τή ρώτησα: — Πές μου, Ραίσα, τήν άλήθεια: είσαι έγκυος; — Μά, γιατί μοϋ φορτώνονται δλοι έτσι; Τί είν’ αύτό στό κάτω - κάτω; Κόλλησαν έπάνω μου σά βδέλες! Γκαστρωμένη καί γκαστρωμένη! Τίποτα τέτιο δέ συμβαίνει, καταλαβαίνετε ή δχι; Κι έβαλε τά κλάματα. — Ξέρεις δμως, Ραίσα, άν είσαι πραγματικά έγκυος, δέν πρέπει νά τό κρύβεις. Θά σέ βοηθήσουμε νά βρεις κάποια δουλιά, άκόμα καί στόν Ιδιο τό Σταθμό, καί μέ λεφτά θά σέ βοηθήσουμε. Γιά τό μωρό θά πρέπει δλα νά έτοιμαστοϋνε, νά ράψεις τά ρουχαλάκια του, κι δ,τι άλλο χρειάζεται... — Τίποτα δέ θέλω! Καί καμιά δουλιά δέ μοϋ χρειάζεται, άφήστε με ήσυχη! — Καλά, μπορείς νά πηγαίνεις. Κι έτσι τίποτα δέ μάθαμε. Θά μπορούσαμε νά τή στείλουμε στό γιατρό γιά έξέταση, μά σ ’ αύτό τό ζήτημα οί γνώμες τών παιδαγωγών χωρίστηκαν. Μερικοί έπιμένανε νά ξεκαθαρίσουμε τό συντομότερο τό ζήτημα, άλλοι συμφωνούσανε μαζί μου καί λέγαν δτι μιά τέτια έξέταση θά ’ταν γιά τήν κοπέλα βαρύ καί προσβλητικό πράγμα κι δτι, στό κάτω - κάτω, δέν ύπάρχει καμιά άνάγκη γιά έξέταση, μιά πού άργά ή γρήγορα ή άλήθεια θά φανεϊ. Καί γιατί έξαλλου νά βιαζόμαστε; “Αν ή Ραίσα είναι έγκυος δέ θά ’ναι παραπάνω άπό τόν πέμπτο μήνα. “Ας ήσυχάσει, άς συνηθίσει μ ’ αύτή τή σκέψη καί στό μεταξύ θά τής είναι δύσκολο νά τό κρύψει. ’Αφήσαμε ήσυχη τή Ραίσα. Στίς δεκαπέντε τού ’Απρίλη στό θέατρο τής πόλης έγινε μιά μεγάλη συγκέντρωση παιδαγωγών. Σ ’ αύτήν έκανα καί γώ είσήγηση γιά τήν πειθαρχία. Τό πρώτο βράδυ κατάφερα νά τελειώσω τήν είσήγηση, δμως γύρω ά π’ τίς θέσεις πού έβαλα άνοιξε γερή συζήτηση καί χρειάστηκε νά συνεχιστεί καί τήν άλλη μέρα. Παραβρίσκονταν στό θέατρο δλοι σχεδόν οί παιδα­ γωγοί μας καί μερικά ά π’ τά μεγαλύτερα παιδιά τοϋ Σταθμοϋ. Μείναμε γιά ϋπνο στήν πόλη. 147


’Εκείνη τήν έποχή ό Σταθμός παρουσίαζε μεγάλο ένδιαφέρον κι όχι μονάχα γιά τήν έπαρχία μας, γ ι’ αύτό καί τήν άλλη μέρα μαζεύτηκε στό θέατρο τόσος κόσμος, πού βελόνι νά έριχνες δέ θά’πεφτε. Ά νάμεσα σ τ’άλλα έρωτήματα πού μοΰ έβαζαν, ήτανε καί τό ζήτημα τής μιχτής διαπαιδαγώγησης. Τότε ήταν άπαγορευμένη μέ νόμο ή μιχτή διαπαιδαγώγηση σ τ ’ άναμορφωτήρια, κι ό Σταθμός μας ήταν ό μοναδικός σ ’ όλόκληρη τή χώρα πού άποχτοΰσε πείρα μιχτής διαπαιδαγώγησης. Απαντώντας σέ κάποια έρώτηση γιά μιά στιγμή μοΰ ’ρθε στό μυαλό ή Ραίσα, μά κι ή πιθανότητα νά ’ναι έγκυος δέν άλλαζε τίποτα στό ζήτημα τής μιχτής διαπαιδαγώγησης. Ά νέφερα στή συγκέντρωση ότι όλα πάνε καλά στό Σταθμό μας σ ’ αύτό τόν τομέα. Στο διάλειμμα μέ φώναξαν στό φουαγιέ. Βγαίνοντας σκόνταψα πάνω στόν καταϊδρωμένο καί λαχα­ νιασμένο Μπράτσενκο. Ή ρθε μέ τ ’ άλογο καλπάζοντας στήν πόλη καί δέ θέλησε νά πεΐ σέ κανέναν ά π’ τούς παιδαγωγούς τί τρέχει. — Μεγάλο κακό, Ά ντόν Σεμιόνοβιτς. Στό θάλαμο τών κοριτσιών βρέθηκε ενα πεθαμένο μωρό! — Τί; Πεθαμένο μωρό; — Πεθαμένο, όλότελα πεθαμένο! Στό πανέρι τής Ραίσα! ' Η Λένκα σφουγγάριζε τό πάτωμα κι Εριξε μιά ματιά στό πανέρι της, Ίσως νά ’θελε νά πάρει κάτι άπό κεΐ καί ξάφνου βλέπει τό πεθαμένο μωρό. — Τί σόι άρλοΰμπες είν’ αυτές πού λές; Ή τα ν άπερίγραπτη ή στενοχώρια πού μάς επιασε. Ποτέ μου δέν ένιωσα τόση φρίκη. 0( γυναίκες παιδαγωγοί χλώμιασαν. “Εφυγαν μέ κλάματα άπ’ τό θέατρο, πήραν Ενα άμάξι καί τράβηξαν γιά τό Σταθμό. ' Ο ίδιος δέ μπορούσα νά φύγω, γιατί ήμουν ύποχρεωμένος νά ύπερασπίσω τήν είσήγησή μου ά π ’ τίς έπιθέσεις. — Καί ποΰ ’ναι τώρα τό μωρό; ρώτησα τόν Ά ντόν. —' Ο Ίβ ά ν Ίβάνοβιτς τό ’χει κλειδώσει στό θάλαμο. — Καί ή Ραίσα; —Ή Ραίσα κάθεται στό γραφείο. Τή φυλάνε τά παιδιά. “Εστειλα τόν Ά ντό ν στήν πολιτοφυλακή μέ μιά άναφορά σχετικά μέ τό μωρό κι ό Ίδιος έμεινα έκεΐ γιά νά συνεχίσω τή συζήτηση περί πειθαρχίας. Μόνο τό βράδυ μπόρεσα νά γυρίσω στό Σταθμό. ' Η Ραίσα 148


καθότανε στό ξύλινο ντιβάνι στό γραφείο μου μέ μιά τσαλακω­ μένη καί λερωμένη ποδιά, πού φορούσε στό πλυσταριό. Ούτε σήκωσε τά μάτια νά μέ δει δταν μπήκα, άντίθετα, έσκυψε άκόμα πιό πολύ τό κεφάλι τής. Σ ’αύτό τό Ιδιο ντιβάνι δ Βέρσνιεφ ήταν τριγυρισμένος άπό βιβλία: φαίνεται δτι έψαχνε νά βρει κάποια άπόδειξη, γιατί ξεφύλλιζε γρήγορα - γρήγορα τόνα βιβλίο κοντά σ τ ’ άλλο καί δέν έδινε σέ κανέναν προσοχή. Έ δοσα έντολή νά ξεκλειδώσουν τό θάλαμο καί νά μεταφέ­ ρουν τό πανέρι μέ τό πτώμα στήν άποθήκη πού φυλάγαμε τ ’ άσπρόρουχα. Ά λ λ ά τό βράδυ, δταν πιά δλοι είχαν πάει γιά ΰπνο, ρώτησα τή Ραίσα: — Γιατί τό ’κάνες αύτό; Ή Ραίσα άνασήκωσε τό κεφάλι, μέ κοίταξε μ ’ένα ήλίθιο βλέμμα, σά ζώο, καί σκέπασε μέ τήν ποδιά τά γόνατά της. — Τό ’κανα καί τελείωσε! — Γιατί δέ μ ’ άκουσες; Ξαφνικά άρχισε νά κλαίει σιγανά: — Κι ή ιδια δέν ξέρω. Τήν άφησα νά κοιμηθεί στό γραφείο, μέ τή φύλαξη τού Βέρσνιεφ, πού τό πάθος του γιά τή μελέτη ήτανε έγγύηση πώς θά έπαγρυπνοΰσε πολύ καλά. Φοβόμασταν δτι ή Ραίσα θά κάνει κανένα κακό στόν έαυτό της. Τό πρωί ήρθε ό άνακριτής, Ή άνάκριση κράτησε πολύ λίγο γιατί δέ χρειαζότανε κανένας μάρτυρας. ' Η Ραίσα μέ λίγες σύντομες κουβέντες, είπε πώς άκριβώς έγινε τό έγκλημα. Γέννησε τό μωρό τή νύχτα, έδώ στό θάλαμο, δπου κοιμοΰνταν άλλοι πέντε άνθρωποι. Καμιά τους δέν ξύπνησε. ' Η Ραίσα τά έξηγοϋσε δ λ ’ αύτά σά νά ήταν ή πιό άπλή υπόθεση: — Προσπαθούσα νά μή βογγάω... Άμέσως μετά τή γέννα έπνιξε τό μωρό μ ’ ένα μαντήλι. Ά ρνιόταν δτι έκανε προμελετημένα τό φόνο: — Δέν ήθελα νά τό κάνω αύτό, μά κείνο άρχισε νά κλαίει. Έκρυψε τό πτώμα σ ’ αύτό τό ιδιο τό πανέρι πού είχε στή σχολή καί σχεδίαζε τήν άλλη νύχτα νά τό πάει καί νά τό πετάξει στό δάσος. ‘ Υπολόγιζε πώς θά τό φάνε οί άλεποΰδες κι έτσι κανένας δέ θά μάθει τίποτα. Τό πρωί πήγε στή δουλιά στό πλυσταριό δπου οί κοπέλες πλένανε τά ροΰχα τους. Πήρε τό πρωινό καί τό μεσημεριανό της φαγητό μαζί μ ’ δλους, μόνο πού ήταν «άκεφη», καθώς λέγανε τά παιδιά. Ό άνακριτής πήρε τή Ραίσα μαζί του, κι έδοσε έντολή νά 149


στείλουν τό πτώμα στό νεκροτομείο, σ ’ ένα ά π’ τά νοσοκομεία γιά νεκροψία. Αύτό τό γεγονός έριξε φοβερά τό ήθικό τοϋ παιδαγωγικού προσωπικού. Σκέφτονταν πώς έφτασαν πιά οί τελευταίες μέρες τοϋ Σταθμοϋ μας. Τά παιδιά, είχανε κάποια καλύτερη διάθεση. Οί κοπέλες φοβούνταν τό σκοτάδι καί στό θάλαμό τους δέν ήθελαν μέ κανέναν τρόπο νά κοιμηθούν χωρίς τ ’ άγόρια. Γιά κάμποσες νύχτες στό θάλαμό τους στριφογύριζαν ό Ζαντόροφ κι ό Καραμπάνοφ. Τό πράγμα κατάντησε έτσι πού ούτε τ ’ άγόρια ού­ τε οί κοπέλες κοιμοϋνταν κι ούτε κάν ξεντύνονταν. Τίς μέρες αυτές ή πιό άγαπημένη άπασχόληση τών άγοριών, ήταν νά φοβίζουν τίς κοπέλες: παρουσιάζονταν κάτω ά π’ τά παράθυρά τους τυλιγμένοι σ ’ άσπρα σεντόνια, οργάνωναν έφιαλτικές συναυλίες μέσα στίς καμινάδες, χώνονταν κρυφά κάτω ά π’ τό κρεβάτι τής Ραίσα καί τή νύχτα άπό κεϊ ξεφώνιζαν δυνατά. Αύτό τό φοβερό έγκλημα τά παιδιά τό ’δαν σάν ένα ά π’ τά πιό άπλά πράματα. Πέρ’ άπ’ αύτό, δλοι τους γίναν άντιπολίτευση ένάντια στούς παιδαγωγούς γιά τά αίτια πού άνάγκασαν τή Ραίσα νά κάνει τό έγκλημα. 01 παιδαγωγοί ήτανε βέβαιοι πώς ή Ραίσα έπνιξε τό μωρό πάνω σέ μιά κρίση κοριτσίστικης ντροπής: μέσα στήν άγωνία της, δταν στό θάλαμο, πού δλοι κοιμοϋνταν, ξαφνικά τό μωρό έμπηξε τά κλάματα καί τήν έπιασε φόβος δτι νά, δπου νά ’ ναι θά ξυπνήσουν. Ό Ζαντόροφ ξεκαρδιζότανε στά γέλια δταν άκουγε δλες αυτές τίς τόσο βαθυστόχαστες ψυχολογικές έξηγήσεις τών παιδαγωγών. —Ά φήστε πιά αύτά τά κουραφέξαλα! Γιά ποιά κοριτσίστι­ κη ντροπή συζητάτε; "Ολα τά*χε σκεφτεΐ ά π’ τά πρίν, γΓ αύτό καί δέν ήθελε νά παραδεχτεί, δτι γρήγορα θά γένναγε! Τά ’χαν δλα κανονίσει καί συζητήσει προηγούμενα μέ τόν Καρνέγεφ. Καί τό πανέρι άπό πρίν, καί τό δάσος δπου θά τό πήγαιναν. Ά ν τό ’ κανε αύτό άπό ντροπή, μήπως θά πήγαινε έτσι ήσυχα στή δουλιά τό πρωί; Αύτή τή Ραίσα έγώ, &ν πέρναγε άπ’ τό χέρι μου, θά τήν τουφέκιζα. Βρωμογύναιο ήτανε, τέτια καί θά ’ναι σ ’ δλη της τή ζωή! Καί σείς μοϋ λέτε γιά κοριτσίστικη ντροπή! Αύτή ουτε κι είχε ποτέ της καμιά ντροπή. —”Αν είναι έτσι, ποιός ήταν δ σκοπός της, γιατί νά τό κάνει αύτό; τοϋ 'βαζαν οί παιδαγωγοί τό άμείλικτο έρώτημα. 150


—' Ο σκοπός της ήταν πολύ άπλός: τί τής χρειαζότανε τό μωρό; Τό μωρό ήθελε φροντίδα, έπρεπε νά τό ταΐζει καί νά τοΰ κάνει κι δλα τ ’ άλλα. Πολύ πού τούς χρειαζότανε τό μωρό κι Ιδιαίτερα τοΰ Καρνέγεφ! —“Οχι δά! Δέ μπορεΐ νά ’ναι έτσι... — Δέ μπορεΐ νά ’ναι έτσι; Παράξενοι εΐσαστε! Ή Ραίσα, βέβαια, δέ θά τό πεϊ αύτό, μά έγώ είμαι σίγουρος πώς άμα τή στριμώξει κανείς, θά βγοΰνε στή φόρα πολλά πράματα... Τά παιδιά συμφωνούσανε μέ τό Ζαντόροφ χωρίς νά δείχνου­ νε τήν παραμικρή άμφιβολία. Ό Καραμπάνοφ ήταν βέβαιος δτι «τέτια δουλιά-» ή Ραίσα δέν τήν κάνει γιά πρώτη φορά, δτι καί πρίν άκόμα νά ’ρθει στό Σταθμό κάτι τέτιο θά ’χε κάνει. Τήν τρίτη μέρα μετά τό έγκλημα ό Καραμπάνοφ πήγε τό πτώμα τοΰ μωροΰ σέ κάποιο νοσοκομείο. Γύρισε πίσοι ένθουσιασμένος. —"Ωω, καί τί δέν είδαν τά μάτια μου έκεΐ πέρα! Μέσα σέ γυάλινα δοχεία έχουνε κάθε λογής πιτσιρίκους, καμιά τρι­ ανταριά! Τά βλέπεις καί σέ πιάνει τρομάρα: τόνα έχει ένα τόσο δά κεφαλάκι, τ ’ άλλο είναι μέ στριμμένα τά πόδια, πού δέν καταλαβαίνεις, άνθρωπος είναι ή βάτραχος! Ποΰ τό δικό μας! Τό δικό μας ήταν κούκλα! Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα κούνησε έπιτιμητικά τό κεφάλι της, μά καί ή Ίδια δέ μπόρεσε νά κρατηθεί καί νά μή χαμογελάσει: — Τί είναι αύτά πού λέτε, Σεμιόν, πώς δέ ντρέπεστε! "Ενα γύρω τά παιδιά ξεκαρδίζονταν στά γέλια, είχαν βαρεθεί πιά νά βλέπουν τά κατσούφικα, ξυνισμένα μοϋτρα τών παιδα­ γωγών. "Υστερα άπό τρεις μήνες, τή Ραίσα τή δίκασαν. Στή δίκη κλήθηκε δλόκληρο τό παιδαγωγικό συμβούλιο τοΰ Σταθμοϋ Γκόρκι. Στό δικαστήριο κυριαρχούσε ή ψυχολογία καί ή θεωρία τής κοριτσίστικης ντροπής. Ό δικαστής μάς έκανε τήν παρατήρηση δτι δέν καλλιεργούσαμε τή σωστή άποψη γύρω άπ’ αύτό τό ζήτημα. Νά διαμαρτυρηθουμε, βέβαια, δέ μπο­ ρούσαμε. Μέ κάλεσαν δταν συνεδρίαζε τό δικαστήριο καί μέ ρώτησαν: — Μπορεϊτε νά τήν ξαναπάρετε πάλι στό Σταθμό; — Καί βέβαια. Ή Ραίσα καταδικάστηκε σέ όχτώ χρόνια φυλάκιση μέ 151


άναστολή καί στάλθηκε άμέσως στό Σταθμό κάτω άπό τήν υπεύθυνη έπιτήρησή μας. Ξαναγύρισε στό Σταθμό σά νά μήν είχε γίνει τίποτα, έφερε μαζί της κάτι υπέροχα κίτρινα μποτίνια καί στίς βραδιές πού όργανώναμε έλαμπε στίς στροφές τοϋ βάλς, προκαλώντας μέ τά μποτίνια της τήν άβάσταχτη ζήλεια τών κοριτσιών τοϋ δικοϋ μας πλυσταριού καθώς καί τών κοριτσιών τής Πιρόγκοφκα. Ή Νάστια Νοτσεβνάγια μοΰ είπε: — Διώξτε τή Ραίσα ά π’τό Σταθμό γιά νά μήν τή διώξουμε έμεϊς. Είναι σιχαμερό νά ζεϊ κανείς μαζί της στό ίδιο δωμάτιο. ’Αναγκάστηκα νά τή στείλω νά δουλέψει σέ μιά φάμπρικα πλεχτών. Κάμποσες φορές τή συνάντησα στήν πόλη. Στά 1928 πήγα στήν πόλη γιά κάποια δουλιά, καί είδα ξαφνικά πίσω άπ’ τό μπουφέ ένός έστιατορίου τή Ραίσα. Τή γνώρισα άμέσως: είχε όμορφήνει, είχε δέσει κι είχε γίνει πιό λυγερή. — Πώς τά περνάς; — Μιά χαρά! Δουλεύω μπουφετζού. "Εχω δυό παιδιά καί καλό άντρα. — Τόν Καρνέγεφ; —Ώ ω , δχι, είπε μ' ένα χαμόγελο, τά παλιά ξεχάστηκαν. Αύτόν τόν έσφαξαν πρίν άπό κάμποσο καιρό στό δρόμο. Ξέρετε κάτι, ’Αντόν Σεμιόνοβιτς; — Τί; — Σας εύχαριστώ, πού τότε δέ μέ χαντακώσατε. ’ Από τότε πού πήγα στή φάμπρικα, τά παλιά τ ' άφησα στήν πάντα.

16. ΓΚΑΜΠΕΡΟΣΟΥΠΑ Τήν άνοιξη μδς βρήκε καινούργια συμφορά, ό έξανθηματικός τύφος. Πρώτος άρρώστησε δ Κόστια Βετκόφσκι. Γιατρό στό Σταθμό δέν είχαμε. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκό­ ριεβνα πού κάποτε σπούδαζε γιατρός, γιατρολογοΰσε σ ’ δλες έκεΐνες τίς περιπτώσεις, πού ήτανε βέβαια άπαραίτητος δ γιατρός, άλλά δέ μπορούσαμε νά τόν φωνάξουμε. Στό Σταθμό είδικεύθηκε νά γιατρεύει τήν ψώρα καί νά δίνει τίς πρώτες βοήθειες άν κανένας κοβόταν, καιγόταν ή μωλωπιζόταν, ένώ τό 152


χειμώνα, χάρη στά παλιοπάπουτσα πού φοράγαμε, πολλά παιδιά μας είχαν πάθει κρυοπαγήματα. Αύτές ήταν δλες κι δλες οί άρρώστιες πού καταδέχονταν νά τούς βρουν οί τρόφιμοι, καί δέ συμπαθούσαν καθόλου τούς γιατρούς καί τά φάρμακα. ’Έτρεφα πάντα μεγάλη έχτίμηση στούς τρόφιμους τοΰ Σταθμού άκριβώς γ ι ’ αύτή τους τή γιατρική όλιγάρκεια καί σ ’ αύτό τόν τομέα έμαθα πολλά ά π’ αύτούς. Είχε καταντήσει δλότελα συνηθισμένο τό φαινόμενο νά μή θεωρεί κανείς τόν έαυτό του άρρωστο μέ τριανταχτώ πυρετό, καί καμαρώναμε μεταξύ μας δταν βγάζαμε τήν άρρώστια στό πόδι. Έ δώ πού τά λέμε, αύτό ήτανε σχεδόν κι άναγκαϊο, γιά τόν άπλούστατο λόγο, δτι οί γιατροί δέν παραείχανε δρεξη νά μάς έπισκεφτοΰν. Νά γιατί, δταν άρρώστησε δ Κόστια κι άνέβηκε δ πυρετός του γύρω στά σαράντα, τό θεωρήσαμε σάν κάτι καινούργιο στή ζωή τοΰ Σταθμοϋ. Τόν βάλαμε στό κρεβάτι κι είμαστε δλοι πάνω άπ’ τό κεφάλι του. Τά βράδια, μαζεύονταν οί φίλοι του κι έπειδή είχε πολλές συμπάθειες τόν συντρόφευε δλόκληρο τσοΰρμο άπό παιδιά. Γιά νά μήν άφήνουμε τόν Κόστια χωρίς συντροφιά καί νά μή κακοκαρδίζουμε καί τά παιδιά, περνούσαμε καί μεϊς τά βράδια μας στό κρεβάτι τ ’ άρρωστου. ■Ύστερα άπό τρεις μέρες, ταραγμένη ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, μοΰ ‘πε τί τήν άνησυχεΐ: ή άρρώστια πολύ έμοιαζε μ ’ έξανθηματικό τύφο. ’Απαγόρεψα στά παιδιά νά πλησιάζουν στό κρεβάτι του, μά νά τόν άπομονώσουμε δλότελα, ήτανε σχεδόν άδύνατο γιατί στό ίδιο δωμάτιο καί τά μαθήματα κάναμε καί μαζευόμαστε τά βράδια. Τήν άλλη μέρα, δταν χειροτέρεψε ή κατάσταση τοΰ Βετκόφσκι τόν τυλίξαμε στό πάπλωμά του, τόν βάλαμε σ τ ’ άμάξι καί τόν πήγα δ ίδιος στήν πόλη. Στόν προθάλαμο τοΰ νοσοκομείου είναι καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Ά λ λ ο ι πηγαινοέρχονται κι άλλοι είναι ξαπλωμένοι καί βογγάνε. Γιατρός δέ φαίνεται. "Ολα δείχνουνε πώς άπόκαμαν πιά νά περιμένουνε, καί πώς ή είσοδος τοΰ άρρώστου στήν κλινική, δέν πρόκειται νά καλυτερέψει σοβαρά τήν κατάσταση. Επιτέλους έρχεται δ γιατρός. Σηκώνει τεμπέλικα τήν πουκαμίσα τοΰ δικοΰ μας τοΰ Βετκόφσκι, γκρινιάζει γεροντίστικα καί λέει βαριεστημένα στό νοσοκόμο πού κάτι γράφει: —Έξανθηματικός. Στό νοσοκομείο. Έ ξω άπ’ τήν πόλη, σ* ένα χωράφι, άπόμειναν άπ’ τόν


πόλεμο καμιά εικοσαριά ξύλινες παράγκες. ’Αρκετή ώρα στριφογυρίζω άνάμεσα στίς νοσοκόμες, τούς άρρώστους, τούς νοσοκόμους πού μεταφέρουν φορεία σκεπασμένα μέ σεντόνια. Μού λένε, πώς τόν άρρωστο πρέπει νά τόν παραλάβει ό άρχινοσοκόμος υπηρεσίας, δμως κανένας δέν ξέρει που βρίσκεται καί κανένας δέ θέλει νά πάει νά τόν βρει. Στό τέλος χάνω τήν ύπομονή μου καί ρίχνομαι στήν κοντινότερη νοσοκόμα φωνάζοντας: «Αίσχος», «άπάνθρωπο», «έξοργιστικό»! ' Η όργή μου φέρνει άποτέλεσμα: τόν Κόστια τόν ξεντύνουνε καί τόν παίρνουν χωρίς νά λένε γιά ποΟ. Γυρνώντας στό Σταθμό, μαθαίνω πώς δ Ζαντόροφ, δ ’Οσάντσι κι ό Μπελούχιν είχαν σχεδόν τόν ίδιο μεγάλο πυρετό. Τόν Ζαντόροφ τόν βρήκα άκόμα στό πόδι τήν ώρα άκριβώς πού άπαντοϋσε στίς παρακλήσεις τής Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα νά ξαπλώσει στό κρεβάτι: — Μά τί περίεργη γυναίκα πού ’σαστε! Γιατί νά ξαπλώσω; Τώρα άμέσως πάω στό σιδεράδικο κι δ Σοφρόν θά μέ κάνει καλά στό λεφτό! — Πώς θά σάς γιατρέψει δ Σοφρόν; Τί άνοησίες είν' αύτές; — Νά, μ ’ αύτό τόΐδιο φάρμακο πού γιατρεύει καί τόν έαυτό του: ρακί, πιπέρι, άλάτι, νέφτι καί λίγο γράσο! λέει δΖαντόροφ μέ τή συνηθισμένη του έκφραστικότητα καί τολμηράδα. — Δέστε, ' Αντόν Σεμιόνοβιτς, πόσο άέρα τούς έχετε δόσει, μοϋ λέει ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Θά γιατρευτεί, λέει, στοϋ Σοφρόν! Πηγαίνετε νά ξαπλώσετε άμέσως! Ό Ζαντόροφ έκαιγε δλόκληρος κι ήταν φανερό πώς μόλις κρατιότανε στά πόδια του. Τόν έπιασα άπ’ τό μπράτσο καί χωρίς κουβέντες τόν πήγα στό θάλαμο, δπου ήταν κιόλας ξαπλωμένοι στά κρεβάτια τους δ Ό σ άντσ ι κι δ Μπελούχιν. Ό Ό σάντσι ύπέφερε καί τοϋ κακοφαινόταν πού εϊχε άρρωστήσει. 'Α πό καιρό τό ’χα προσέξει πώς κάτι τέτια «μαχητικά» παιδιά, πολύ δύσκολα βγάζουν τήν άρρώστια. Έ νώ δ Μπελούχιν ήταν δπως πάντα κεφάτος. Σ ' δλόκληρο τό Σταθμό δέν ύπήρχε πιό εΰθυμος καί πιό χαρούμενος άνθρωπος ά π’ τόν Μπελούχιν. ’Από έργατικό σόι τοϋ Νίζνι Ταγκίλ. Τόν καιρό τής πείνας κίνησε ψάχνοντας γιά ψωμί, πιάστηκε σέ κάποιο μπλόκο στή Μόσχα καί κλείστηκε σ ’ άναμορφωτήριο, άπ’ δπου τό 'σκάσε κι έγκαταστάθηκε στό δρόμο, ξαναπιάστηκε καί πάλι τό ’σκάσε. Σάν άνθρωπος μέ έπιχειρηματικό μυαλό προσπαθούσε νά μήν κλέβει μά 154


περισσότερο νά σπεκουλάρει, κι ό ίδιος υστέρα άφηγοΰνταν τίς έπιχειρήσεις του μ* ένα καλόκαρδο χαχανητό, γιατί ήτανε πάντα τολμηρές, Ιδιόρρυθμες κι άποτυχημένες. Στό τέλος ό Μπελούχιν πείστηκε, πώς δέν κάνει γιά σπεκουλάντης κι άποφάσισε νά φύγει στήν Ούκρανία. Κάποτε ό Μπελούχιν είχε περάσει άπό σχολειό, ήξερε ά π’ δλα κι άπό λίγο, ήτανε παιδί τετραπέρατο καί κοσμογυρισμένο, δμως, ήτανε φοβερά άγράμματος, στουρνάρι. 'Υπάρχουνε τέτια παιδιά: καί τήν άλφαβήτα τήν περάσανε καί άπό κλάσματα κάτι ξέρουν, κι άπό ποσοστά καταλαβαίνουν, άλλ’αύτά τά ξέρουνε τόσο στραβά πού φτάνει τ* άστεΐο. Ά κόμα κι ή όμιλία του Μπελούχιν ήτανε τό ίδιο άδέξια, μά ώστόσο έξυπνη καί ζωντανή. Ξαπλωμένος μέ τύφο παρλάριζε άσταμάτητα ά π’ τό πρωί ώς τό βράδυ, κι δπως πάντα ή έξυπνάδα του διπλασιαζόταν ά π ’τόν κωμικό συνδυασμό τών λέξεων πού μεταχειριζόταν: —' Ο τύφος είναι διανοουμενίστικη άρρώστια, άλλά γιατί τήνε φόρτωσε ή φύση στούς έργάτες; "Οταν, λοιπόν, δ σοσι­ αλισμός θά μεστώσει, οΟτε καί στό κατώφλι μας δέ θ ’άφήσουμε νά ζυγώσει αύτό τό μικρόβιο. Κι &ν πάλι μδς έρθει γιά κάποια δουλιά, νά πάρει &ς ποΰμε συσσίτιο ή τίποτ'άλλο — γιατί, βέβαια, γιά νά πούμε καί τοΰ στραβού τό δίκιο, κι δ τύφος θέλει νά ζήσει — τότε θά τόν παραπέμψω στό γραμματικό μου. Γιά γραμματικό θά βάλουμε τόν Κόλκα Βέρσνιεφ, γιατί αύτός δέν ξεκολλάει άπ* τά βιβλία του δπως κι ή χελώνα άπ' τό καβούκι της. — Καλά, καλά έγώ θά ’μαι δ γραμματικός σου, έσύ δμως τί δουλιά θά κάνεις στό σοσιαλισμό; ρωτούσε δ Κόλκα Βέρσνιεφ τραυλίζοντας. Ό Κόλκα κάθεται στά πόδια τού Μπελούχιν μέ τό βιβλίο πάντα στό χέρι, άναμαλλιασμένος καί μέ κουρελιασμένο πουκάμισο. —’ Εγώ, λοιπόν, θά γράφω τούς νόμους, πώς νά σέ ντύνουνε γιά νά ’σαι τής προκοπής μέσα στήν άνθρωπότητα κι δχι ξυπόλυταριό, γιατί άπ’ αύτό άγαναχτάει άκόμα κι δ Τόσκα Σολοβιόφ! Μά, τί σόι διαβαστής είσαι τοΰ λόγου σου, δταν μοιάζεις μέ μαϊμού; Καί γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, δέ μπορεϊ νά έχει δ κάθε γύφτος μιά τέτια μαύρη μαϊμού! “Ετσι Τόσκα; Τά παιδιά σκάγανε στά γέλια μέ τόν Βέρσνιεφ. Αύτός δέ θύμωνε, μόνο έβλεπε μ ’ άγάπη τόν Μπελούχιν, μέ τά γκρίζα 155


άγαθά του μάτια. “Ητανε στενοί φίλοι, ήρθανε μαζί στό Σταθμό καί δούλευαν πλάι-πλάι στό σιδεράδικο, μόνο πού ό Μπελούχιν ήτανε σ τ' άμόνι, ένώ ό Κόλκα προτιμούσε νά φουσκώνει τό φυσερό γιά νά 'χει τόνα χέρι έλεύθερο καί νά κρατάει τό βιβλίο. Ό Τόσκα Σολοβιόφ, πού συχνά τόν φώναζαν Ά ντόν Σεμιόνοβιτς — ήμασταν καί συνονόματοι — ήταν μόλις δέκα χρόνων. Τόν είχε βρει ό Μπελούχιν στό δάσος μισοπεθαμένο άπ’τήν πείνα καί μέ χαμένες τίς αισθήσεις του. Ή ρθε στήν Ουκρανία ά π’ τό Κυβερνείο τού Σαράτοφ μαζί μέ τά γονικά του, καί στό δρόμο έχασε τή μάνα του. Τό τί έγινε υστέρα δέ θυμότανε νά πεϊ. Ό Τόσκα είχε δμορφο καί φωτεινό παιδικό πρόσωπο πού πάντα ήτανε στραμμένο στόν Μπελούχιν. Καθώς φαίνεται ό Τόσκα πέρασε τή σύντομη ζωή του χωρίς δυνατές έντυπώσεις, καί τόν είχε αίχμαλωτίσει γιά πάντα αύτός ό εύθυμος καί σίγουρος στίς δυνάμεις του Μπελούχιν, ό κοροϊδευτής τών πάντων, πού άπ’ τό ίδιο τό φυσικό του, δέ φοβότανε τή ζωή, κι ήξερε νά έχτιμάει τό καθετί στόν κόσμο. Ό Τόσκα στέκεται πάνω ά π’ τό κεφάλι του Μπελούχιν καί τά μικρά ματάκια του άστράφτουν άπ’ άγάπη καί θαυμασμό. Γελάει μ ’ ένα τσιριχτό έκρηχτικό γέλιο μικρού παιδιού: — Μαύρη μαϊμού! —Ό Τόσκα κοντά μου θά γίνει λεβεντιά, λέει ό Μπελούχιν, τραβώντας τον πίσω άπ’ τό κρεβάτι. Ό Τόσκα σκύβει σαστισμένος πάνω άπ’ τήν κοιλιά τοΰ Μπελούχιν πού είναι σκεπασμένη μέ τό πάπλωμα. —~Ακου, Τόσκα, νά μή διαβάζεις βιβλία, δπως ό Κόλκα, γιατί βλέπεις, αύτός έχασε όλότελα τά μυαλά του μέ δαΰτα. — Δέ διαβάζει αύτός τά βιβλία, μά τά βιβλία τόν διαβά­ ζουν, είπε ό Ζαντόροφ άπ* τό διπλανό κρεβάτι. Κάθομαι έκεΐ δίπλα, παίζοντας σκάκι μέ τόν Καραμπάνοφ καί σκέφτομαι: «Φαίνεται, πώς τοΰτοι δώ ξέχασαν δτι έχουν τύφο». —"Ενας άπό σάς έκει, νά φωνάξει τήν Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα έρχεται σάν όργισμένος άγγελος. — Τί ευγένειες είν’αύτές; Τί θέλει καί κλωθογυρίζει έδώ ό Τόσκα; Εΐσαστε μέ τά καλά σας; Αύτό πιά ξεπερνάει τά δρια! Ό Τόσκα ξεγλιστράει φοβισμένος ά π’ τό κρεβάτι καί κάνει νά φύγει. Ό Καραμπάνοφ τόν πιάνει άπ’ τό χέρι, πέφτει στά 156


γόνατα, καί σέρνεται πανικόβλητος στή γωνιά παίρνοντας ένα βλακώδικο Οφος: — Καί γώ φοβάμαι... Ό Ζαντόροφ λέει βραχνά: — Τόσκα, πιάσε καί τόν Ά ντό ν Σεμιόνοβιτς άπ' τό χέρι. Τί τόν παράτησες; Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα κοιτάει άνήμπορη γύρω της αύτό τό χαρούμενο τσούρμο. — Τό ίδιο άκριβώς, δπως οί Ζουλού. — Ζουλού είναι αύτοί πού περπατάνε χωρίς βρακιά καί γιά φαΐ τρώνε τούς γνωστούς τους, λέει σοβαρά δ Μπελούχιν. Ζυγώνει Ενας τέτιος μιά δεσποινίδα: «'Επιτρέψτε μου νά σάς συνοδέψω». Αύτή, βέβαια, χαίρεται: «Μπά, γιατί νά μπείτε σέ κόπο, έγώ μόνη μου θά συνοδευτώ». «Καλέ, τί λέτε, πώς είναι δυνατό, δέ γίνεται μόνη σας». Τήν πάει λοιπόν ώς τό στενοσό­ κακο καί τήν καταβροχθίζει. Καί μάλιστα χωρίς μουστάρδα. Ά π ’ τήν πέρα γωνιά τοϋ θαλάμου άκούγεται τό τσιριχτό γέλιο τοΰ Τόσκα. ' Η Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα χαμογελάει κι αύτή: —’ Εκεϊ τρώνε τίς κοπέλες, ένώ έδώ έπιτρέπουν στά μικρά παιδιά νά πλησιάζουν τούς άρρώστους άπό τύφο. Τό ιδιο κάνει. Ό Βέρσνιεφ βρίσκει τήν ευκαιρία νά έκδικηθεΐ τόν Μπε­ λούχιν: — Οί Ζ - ζου - ζουλού δέ - δέν τρώνε κ - κο - κοπέλες. Κι είναι πιό πο - πολιτισμένοι άπό σε - σένα. Θά τόν κ - κο- κολλήσεις τόν Τ - Τό - Τόσκα. — Καί σείς, Βέρσνιεφ, γιατί κάθεστε σ ’ αύτό έκεϊ τό κρεβάτι; τόν παρατηρεί ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Φύγετε γρήγορα άπό κεΐ! Ό Βέρσνιεφ άρχίζει άμήχανα νά μαζεύει τά βιβλία του, πού είναι σκορπισμένα στό κρεβάτι τοΰ Μπελούχιν. Μπαίνει στή μέση δ Ζαντόροφ: — Αύτός δέν είναι κοπέλα. ' Ο Μπελούχιν δέν πρόκειται νά τόν μασουλήσει. Ό Τόσκα βρίσκεται κιόλας δίπλα στήν Αίκατερίνα Γκρη­ γκόριεβνα καί λέει σά νά τό σκέφτεται σοβαρά: —'Ο Ματβέι δέ θά φάει τή μαύρη μαϊμού. Ό Βέρσνιεφ κουβαλάει κάτω ά π’ τή μιά μασχάλη του τά βιβλία, καί κάτω άπ’ τήν άλλη τόν Τόσκα πού κοιτάζει τά πόδια του καί χαχανίζει. Κι δλο αύτό τό κουβάρι σωριάζεται στό 157


κρεβάτι του Βέρσνιεφ στήν πιό άκρινή γωνιά του θαλάμου. Τήν άλλη μέρα τό πρωί Ενα βαθύ κάρο, πού έγινε σύμφωνο μέ σχέδιο τοΰ Καλίνα Ίβάνοβιτς καί μοιάζει κάπως μέ νεκρόκασα, είναι γεμάτο. Τυλιγμένοι μέ τά παπλώματα κάθονται στό βάθος τοΰ κάρου οί άρρωστοι. Στήν άκρη τής νεκρόκασας έχει μπεΐ μιά σανίδα καί κεΐ στεκόμαστε γώ κι ό Μπράτσενκο. "Έχω μιά άπαίσια διάθεση, γιατί προαισθάνομαι δτι θά έπαναληφθεΐ ή Ιδια άνιαρή Ιστορία, δπως καί μέ τόν Βετκόφσκι. Καί δέν είμαι καθόλου σίγουρος δτι τά παιδιά πάνε άκριβώς γιά νά γιατρευ­ τούν. Ό Ό σάντσι κάθεται στό βάθος τοΰ κάρου καί τραβάει σπασμωδικά τό πάπλωμα στίς πλάτες του. ’Α π’ τό πάπλωμα ξεμυτίζει Ενα κομμάτι γκριζόμαυρο βαμβάκι καί στά πόδια μου βλέπω τή μιά μπότα τοΰ Ό σάντσι, στραβή καί καταξεσχισμένη. Ό Μπελούχιν έριξε τήν κουβέρτα στό κεφάλι του, τήν έκανε τουρμπάνι καί λέει: —*Ο κόσμος θά νομίζει πώς περνάνε παπάδες. Ποΰ τούς πάνε τόσους πολλούς παπάδες; Σ ’ άπάντηση δ Ζαντόροφ χαμογελάει κι ά π’ αύτό τό χαμόγελο φαίνεται πώς δέν είναι καλά. Στό νοσοκομείο ή ίδια κατάσταση. Βρίσκω τή νοσοκόμα πού δουλεύει στό θάλαμο τοΰ Κόστια. Μέ μεγάλη δυσκολία σταματάει τό δρμητικό τρέξιμό της στό διάδρομο. —' Ο Βετκόφσκι; Μοΰ φαίνεται πώς είναι σ ’ αύτό τό θάλα­ μο... — Σέ τί κατάσταση βρίσκεται; — Τίποτ' άκόμα δέν είναι γνωστό. * Ο ’ Αντόν πίσω άπ* τίς πλάτες της χτυπάει τό καμτσίκι στόν άέρα: — Κοίτα πράματα! Δέν είναι γνωστό. Καί πώς μπορεΐ νά μήν είναι γνωστό; — Αύτός δ μικρός είναι μαζί σας; ή νοσοκόμα βλέπει μέ σιχαμάρα τόν Ά ντόν, πού είναι μουσκεμένος καί βρωμάει κοπριά καί πού στά παντελόνια του είναι κολλημένα άχυρα. — Είμαστε άπ’ τό Σταθμό Γκόρκι, άρχίζω έγώ προσεχτικά. 'Εδώ είναι ένας τρόφιμος δικός μας, δ Βετκόφσκι. Κι Εφερα τώρα δά κι άλλους τρεις, πού φαίνεται πώς έχουν κι αύτοί τύφο. — Νά πάτε τότε στόν προθάλαμο. — Μά έκει είναι Ινα σωρό κόσμος. Κι έξω άπ* αύτό, θά *θελα, τά παιδιά νά είναι μαζί. 158


— Μά έμεϊς δέ μπορούμε νά γίνουμε ουρά στά καπρίτσια τοΰ καθενός! Καί τράβηξε νά φύγει. Μά ό Ά ντό ν βρίσκεται κιόλας μπροστά της: — Μά τίν’ αύτά; Κουβεντιάστε πρώτα μέ τόν άνθρωπο! — Νά πάτε στόν προθάλαμο, σύντροφοι. Δέ μπορούμε νά κουβεντιάζουμε δώ. ' Η νοσοκόμα θύμωσε μέ τόν ’Αντόν, μά θύμωσα καί γώ μαζί του: — Ξεκουμπίσου άπό δώ, μή μάς έμποδίζεις! Στό μεταξύ ό Ά ντόν δέν ξεκουμπίζεται. Κοιτάζει μ ’ άπορία πότε μένα καί πότε τή νοσοκόμα, ένώ έγώ λέω στή νοσοκόμα μέ τήν "ίδια πάντα θυμωμένη φωνή: — Κάντε τόν κόπο ν ’ άκούσετε δυό λέξεις. Πρέπει νά γίνουν όπωσδήποτε καλά τά παιδιά. Γιά τόν καθένα πού θά γίνει καλά, θά πληρώσω δυό πούτια σιτάλευρο. "Ομως θά ’θελα νά τό κανονίσω αύτό μ ’ έναν άνθρωπο. Ό Βετκόφσκι είναι σέ σάς. Κανονίστε τό ζήτημα έτσι πού νά πάρετε έσεΐς καί τούς άλλους. Ή νοσοκόμα μένει σύξυλη, ά π’ τήν προσβολή, δπως φαίνεται, πού τής έγινε: — Τί είναι αύτά πού λέτε «σιτάλευρο»; Τί πάει νά πεί; Δωροδοκία; Δέ σάς καταλαβαίνω! — Αύτό δέν είναι δωροδοκία, είναι δώρο, καταλαβαίνετε; Ά ν δέν είστε σύμφωνη, έγώ θά βρω άλλη νοσοκόμα. Αύτό δέν είναι δωροδοκία. Έ μεΐς σάς παρακαλοϋμε νά δοθεί κάποια παραπανήσια προσοχή στούς άρρωστους μας, ίσως κάποια συμπληρωματική γιά σάς δουλιά. Τό ζήτημα, βλέπετε, είναι δτι τά παιδιά δέν τρώγανε καλά καί καταλαβαίνετε... δέν έχουνε συγγενείς. — Καί χωρίς σιτάλευρο έγώ θά τούς πάρω άν θέλετε. Πόσοι είναι; — Σήμερα έφερα τρεϊς, δπως φαίνεται δμως, θά σάς φέρω κι άλλους. — Καλά, πάμε. Πάμε πίσω ά π’ τή νοσοκόμα έγώ κι ό Ά ντόν. Ό Ά ντόν μισοκλείνει πονηρά τό μάτι καί γνέφει δείχνοντας τή νοσοκόμα, μά, δπως φαίνεται, κι 6 Ιδιος άπορεϊ μέ τήν τροπή πού πήρε τό ζήτημα καί δέχεται μέ κάποια ταπεινοσύνη τήν άπροθυμία μου ν ’ άπαντήσω στίς γκριμάτσες του. ’ Η νοσοκόμα μάς πάει σέ κάποιο δωμάτιο στήν πιό μακρινή 159


γωνιά του νοσοκομείου. Ό Ά ν τό ν φέρνει τούς άρρώστους. Φυσικά, δλοι είναι μέ τύφο. 'Ο άρχινοσοκόμος υπηρεσίας βλέπει κάπως άπορημένος τά παπλώματά μας, μά ή νοσοκόμα τοϋ λέει μέ πειστικότητα: — Είναι ά π’ τό Σταθμό Γκόρκι. Στείλτε τους στό θάλαμό μου. — Μά έχεις, έσύ, έκεϊ θέσεις; — Κάπως θά τούς βολέψουμε. Δυό παίρνουν σήμερα έξιτήριο, κάπου θά βροϋμε νά βάλουμε κι ένα τρίτο κρεβάτι. Ό Μπελούχιν μάς άποχαιρετάει εύθυμα: — Φέρτε κι άλλους, νά ’χουμε παρέα. Τήν έπιθυμία του τήν έκπληρώσαμε τήν άλλη κιόλας μέρα: φέραμε τόν Γκόλος καί τόν Σνάιντερ καί υστέρα άπό μιά βδομάδα άλλους τρεις. Εύτυχώς αύτοί ήταν οί τελευταίοι. Κάμποσες φορές ό Ά ντόν πήγε στό νοσοκομείο καί ρώτησε τή νοσοκόμα πώς πάνε οί άρρωστοί μας. Ό τύφος δέ μπόρεσε νά κάνει καμιά ζημιά στά παιδιά μας. 'Ετοιμαζόμαστε πιά ν ' άφήνουμε δυό-δυό νά κατεβαίνουν στήν πόλη, δταν ξάφνου ένα ώραϊο άνοιξιάτικο μεσημέρι, ξεπρόβαλε άπ' τό δάσος μιά σκιά τυλιγμένη στό πάπλωμα. Ή σκιά τράβηξε ισια γιά τό σιδεράδικο κι έβαλε τίς φωνές: — Τό λοιπόν, καρβελοτορναδόροι, πώς τά περνάτε; Κι έσύ, δλο διάβασμα, έτσι; Κοίτα, άπ’ τ ’ αύτιά σου άρχισε νά σοϋ φεύγει τό μυαλό! Τά παιδιά ένθουσιάστηκαν: ό Μπελούχιν, άν κι άδυνατισμένος καί μαυρισμένος, ήταν οπως καί πρώτα χαρούμενος καί τίποτε δέ φοβόταν στή ζωή. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα τού ρίχτηκε: γιατί νά ’ρθει μέ τά πόδια, καί γιατί δέν περίμενε ώσπου νά πάνε νά τόν πάρουν; — Βλέπετε, Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, μποροϋσα καί νά περιμένω, μά είχα έπιθυμήσει πολύ τό σπιτικό φαΐ. "Οταν μοΰ ’ρχόταν στό μυαλό δτι οί δικοί μας έδώ τρώνε σταρένιο ψωμί, καί σούπες καί μπλιγούρια γεμάτα τά πιάτα, καταλαβαίνετε, τί λογιώ θλίψη πλημμύρισε όλόκληρη τήν ψυχή μου... Δέ μπορώ νά βλέπω, πώς αύτή τή γκαμπερόσουπα... χέ, χέ!... — Τί είναι πάλι αύτή ή γκαμπερόσουπα; — Ξέρετε μιά τέτια σούπα έχει περιγράψει 6 Γκόγκολ, καί σέ μένα τόν ίδιο άρεσε φοβερά. Καί στό νοσοκομείο πολύ τήν 160


αγαπούσανε. Μόλις λοιπόν τήν Εβλεπα, μ ’ έπιαναν τέτια γέλια, πού άνακατεύονταν όλάκερος ό όργανισμός μου. Καθόλου, μέ κανένα τρόπο δέ μπόρεσα νά προσαρμοστώ! Μέ πιάναν τά γέλια μέχρι δάκρυ! Στήν άρχή άρχισε νά θυμώνει ή νοσοκόμα, μά γώ δλο καί πιό πολύ άρχιζα νά γελάω, κι αΰτή νά μέ κατσαδιάζει, καί γώ νά γελάω καί δόστου νά γελάω! Σά θυμάμαι: Γκαμπερόσουπα... Νά φάω είν’ όλότελα άδύνατο! Μόλις πάρω τό κουτάλι άρχίζουν τά γέλια! Κι Ετσι λοιπόν Εφυγα άπό κεΐ. Έ σ εΐς, τί γίνεται; Φάγατε γιά μεσημέρι; Σίγουρα μπλιγούρι θά 'χει σήμε­ ρα. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα βρήκε κάπου λίγο γάλα: δέν πρέπει, βέβαια, στόν άρρωστο νά δόσουμε άμέσως μπλιγούρι! ' Ο Μπελούχιν τήν ευχαρίστησε μ ’ ευγένεια: — Σάς ευχαριστώ. Σεβαστήκατε Ενα μισοπεθαμένο... Παρ' δλα αύτά άδειασε τό γάλα μέσα στό πιάτο μέ τό μπλιγούρι. Ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα κούνησε άνήμπορη τό χέρι. Γρήγορα γύρισαν καί οί άλλοι. Ό Ά ν τό ν πήγε στό σπίτι τής νοσοκόμας Ενα σακί άλεύρι.

17. Ο ΣΑΡΙΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΞΟΦΛΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΤΟΥ Ξεχάστηκε μέ τόν καιρό τό «δικό μας είναι κούκλα», ξεχάστηκαν οί άναποδιές τοΰ τύφου, ξεχάστηκαν οί χειμώνες μέ τά παγωμένα πόδια, καί τό κόψιμο τών ξύλων, μά στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας δέ μπορούσανε νά ξεχάσουνε τίς δικές μου «άλά Άραξέγεφ» φόρμουλες γιά τήν πειθαρχία. Κι άρχισαν έκει νά μιλάνε καί σέ μένα έπίσης «άλά Άραξέγεφ». —*Εμεϊς θά σάς κόψουμε αύτή τή χωροφυλακίστικη συνή­ θεια. Πρέπει νά φτιάξουμε σοσιαλιστικό σχολειό κι όχι μπουν­ τρούμι. Στήν όμιλία μου γιά τήν πειθαρχία, έπέτρεψα στόν έαυτό μου ν ’ άμφισβητήσει τή σωστότητα τών γενικά παραδεγμένων τότε θέσεων πού λέγανε πώς ή τιμωρία δημιουργεί σκλάβους, πώς είν’ άναγκαϊο νά δόσεις άπόλυτη έλευθερία στίς δημιουρ­ γικές δυνάμεις τοΰ παιδιού, πρέπει νά στηρίζεσαι στήν αΰτο161


οργάνωση καί στήν αυτοπειθαρχία. Πρόβαλα τό άναμφισβήτητο γιά μένα συμπέρασμα, πώς δίχως τή δημιουργία κολεχτίβας μέ τά όργανά της, δίχως τέτιες παραδόσεις καί δίχως άνάλογη πείρα ζωής καί δουλιας, δ παιδαγωγός έχει τό δικαίωμα καί πρέ­ πει νά μήν άρνιέται τά μέτρα του καταναγκασμού. ’Επιβεβαί­ ωσα έπίσης, πώς δέν είναι σωστό νά στηρίξουμε όλη τή δια­ παιδαγώγηση στά ένδιαφέροντα τοΰ παιδιοΰ, πώς ή καλλιέργεια τής συναίσθησης ευθύνης, συνήθως βρίσκεται σ ’ άντίθεση μέ τά ένδιαφέροντα τοΰ παιδιοΰ, καί μάλιστα έτσι, δπως αύτό τά καταλαβαίνει. ’Απαίτησα τή διαπαιδαγώγηση Ατσαλένιου, δυ­ νατού άνθρώπου, πού νά μπορεί νά κάνει καί δύσκολες κι άχάριστες δουλιές, δταν τό ζητάει τό συμφέρον τής κολεχτίβας. Στά συμπεράσματα, υπεράσπισα τή γραμμή τής δημιουρ­ γίας δυνατής, κι άν χρειάζεται σκληρής, έμπνευσμένης κολεχτί­ βας καί τόνισα πώς μονάχα σ ’ αύτή στήριζα δλες μου τίς έλπίδες. Οί άντίπαλοί μου μοΰ χώθηκαν στή μύτη μέ τ ’ άξιώματα τής παιδολογίας τους, στριφογυρίζοντας δλοένα γύρω άπ’ τά «νήπια» καί τά «παιδάκια». “Ημουνα ήδη προετοιμασμένος στό ένδεχόμενο τοΰ κλεισί­ ματος τοΰ Σταθμού μας, μά τό καυτό ζήτημα τής σποράς καί τής έπισκευής τοΰ δεύτερου Σταθμοϋ, δέ μ ’ άφησαν νά υποφέρω Ιδιαίτερα στήν περίπτωση διώξεων άπό μέρους τοΰ τμήματος Λαϊκής Παιδείας. Κάποιος, καθώς φαίνεται, μέ ύπερασπιζότανε, γ ι’ αύτό καί γ ι’ άρκετό διάστημα δέ μέ στρίμωξαν. Θά ’τανε φαίνεται πιό εύκολο: νά μ ’ άρπάξουνε καί νά μέ βγάλουν ά π’ τή δουλιά. Ώ στόσο, σ ’ αύτό τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας, προσπαθούσα νά μήν πηγαίνω: καθόλου κολακευτικά κι άκόμα μέ κάποια περιφρόνηση μιλούσαν μαζί μου. ’Ιδιαίτερα μέ καταβασάνισε ένας ά π’τούς έπιθεωρητές, δ Σάριν, πολύ όμορφος, μελαχρι­ νός, κοκέτης, μέ πολύ ώραϊα σγουρά μαλλιά, καρδιοκαταχτη­ τής τών κυριών τοΰ Κυβερνείου. Είχε χοντρά, κόκκινα υγρά χεί­ λια καί γραμμένα φρύδια. Ποιός ξέρει τί δουλιές έκανε μέχρι τό 1917, μά τώρα είναι μεγάλος είδικός στά ζητήματα τής κοι­ νωνικής άγωγής. “Εμαθε άπέξω κάμποσες έκατοντάδες δρους τής μόδας, κι είχε τήν εύχέρεια ν* άραδιάζει άσταμάτητα δλες έτοΰτες τίς άρλοΰμπες, βέβαιος πώς πίσω τους κρύβονται μεγά­ λες παιδαγωγικές κι έπαναστατικές άξιες. Σέ μένα συμπεριφερόταν άφ* υψηλού κι έχθρικά ά π ’ τή μέρα πού δέ μπόρεσα νά κρατήσω έν’ άληθινά άκράτητο γέλιο. 162


“Ηρθε κάποτε στό σταθμό. Πάνω στό τραπέζι τοΰ γραφείου μου είδε ένα μεταλλικό βαρόμετρο. — Τ ίν’ αύτό; μέ ρώτησε. — Βαρόμετρο. — Τί είδους βαρόμετρο; — Βαρόμετρο, είπα μ ’ έκπληξη. Μας δείχνει τόν καιρό. — Δείχνει τόν καιρό; Καί πώς είναι δυνατό νά δείχνει τόν καιρό, 6ταν βρίσκεται στό τραπέζι σας; 'Ο καιρός δέ βρίσκεται έδώ, άλλά στήν αύλή! ~Ε, τότε δέ μπόρεσα νά κρατηθώ καί ξέσπασα σ ’ άκράτητα καί άπρεπα γέλια. Κι αύτό μπροστά σ ’ έναν Σάριν πού είχε τέτια Επιστημονική έμφάνιση, τέτια ύπερκαθηγητικά μαλλιά καί τόσο Επιστημονικό θράσος! Θύμωσε πολύ! — Γιατί γελάτε; Είστε καί παιδαγωγός. Πώς μπορεϊτε νά διαπαιδαγωγήσετε τούς τρόφιμούς σας; "Εχετε υποχρέωση νά μοΰ Εξηγήσετε, έφόσον βλέπετε πώς δέν ξέρω κι δχι νά γελάτε! “Οχι, τέτια μεγαλοψυχία δέν ήμουνα Ικανός νά δείξω. ‘Εξακολούθησα νά γελάω. Κάποτε άκουσα Εν’ άνέκδοτο, όλόιδιο σχεδόν μέ τό βαρόμετρο τοΰ Σάριν καί μου φάνηκε υπερβολικά άστεΐο δτι Επαναλαμβάνονται στή ζωή τέτια άνόητα Ανέκδοτα, καί μάλιστα μέ ήρωες Επιθεωρητές όλόκληρων Εκπαι­ δευτικών περιοχών! Ό Σάριν προσβλήθηκε κι Εφυγε. "Οταν Εκανα τήν όμιλία μου γιά τήν πειθαρχία, μέ «πελέκησε» χωρίς Ελεος: — Τό έντοπιστικό σύστημα τής ΐατροπαιδαγωγικής Επενερ­ γεί ας Επί τής προσωπικότητας τοΰ νηπίου, έφόσον αύτή διαφο­ ροποιείται στά ίδρύματα κοινωνικής άγωγής, πρέπει νά ύπερισχύει, στό βαθμό πού αύτή συμφωνεί μέ τίς πραγματικές άνάγκες τοΰ νηπίου καί Εκδηλώνει τίς δημιουργικές προοπτικές στήν άνάπτυξη τής δοσμένης ύφής: βιολογικής, κοινωνικής καί οικονομικής. Μέ βάση τά προαναφερθέντα,έμεΐςδιαπιστοΰμεν... Δυό όλόκληρες ώρες στό ίδιο τέμπο καί μέ μισόκλειστα μάτια βασάνιζε τή συνέλευση μ* αύτό τό Επιστημονικό λάστιχο καί τέλειωσε μ ’ Ενα καθαρά Εγκόσμιο πάθος: — Ζωή, ίσον διασκέδαση. Ό Ιδιος λοιπόν, αύτός ό Σάριν, μοΰ ’δοσε Ενα συντριπτικό χτύπημα τήν άνοιξη τοΰ 1922. Τό είδικό τμήμα τής Πρώτης Εφεδρικής μεραρχίας μας 163


έστειλε στό σταθμό έναν τρόφιμο νά τόν προσλάβουμε υπο­ χρεωτικά. Καί παλιότερα, τόΐδιο αύτό τμήμα καί ή Τσεκά, έτυχε νά μάς στείλουνε παιδιά. Τόν πήρα. Μετά δυό μέρες, μέ φώναξε ό Σάριν. — Πήρατε τόν Έβγκένιεφ; — Τόν πήρα. — Που τό βρήκατε τό δικαίωμα νά παίρνετε τρόφιμο χωρίς τή δική μας έγκριση; — Τόν έστειλε τό είδικό τμήμα τής Πρώτης έφεδρικής μεραρχίας. — Καί τί μ ’ ένδιαφέρει έμένα τό είδικό τμήμα; Δέν έχετε τό δικαίωμα νά πάρετε κανένα χωρίς τήν έγκρισή μας! — Δέν μπορώ νά μήν πάρω, άφοϋ μοϋ τόν στέλνει τό είδικό τμήμα. "Αν έσεΐς νομίζετε πώς δέν έχει δικαίωμα νά κάνει τέτιες άποστολές, νά λύσετε μαζί τους αύτό τό ζήτημα. Κι έγώ δέ μπορώ νά γίνω διαιτητής άνάμεσα σέ σάς καί στό είδικό τμήμα. — Στείλτε άμέσως πίσω τόν ’ Εβγκένιεφ! — Μόνο μέ δική σας γραπτή έντολή. — Γιά σάς ίσχύει καί ή προφορική μου έντολή! — Δόστε μου γραφτή έντολή. — Είμαι προϊστάμενός σας καί μπορώ νά σάς συλλάβω αύτή τή στιγμή καί νά σάς χώσω μέσα δλόκληρα έφτά είκοσιτετράωρα γιά μή έκτέλεση προφορικής μου έντολής. — Πολύ καλά, συλλάβετέ με. Είδα πώς ό άνθρωπος ντέ καί καλά ήθελε ν ’ άσκήσει τά δικαιώματά του καί νά μέ χώσει μέσα γιά έφτά μερόνυχτα. Γιατί νά ψάχνουμε γΓ άλλη άφορμή, οταν τήν έχουμε στά χέρια μας; — Δέ θά στείλετε πίσω τό παιδί; — Δέν τό στέλνω χωρίς γραφτή διαταγή. Μοϋ ’ναι βολικό­ τερα, βλέπετε, νά ’μαι κρατούμενος τοϋ σύντροφου Σάριν, παρά τοΰ είδικοΰ τμήματος... — Καί γιατί βολικότερα στό σύντροφο Σάριν; έδειξε σοβα­ ρό ένδιαφέρον ό έπιθεωρητής. — Ξέρετε, είναι κάπως καλύτερα. ’ Εξάλλου είναι σύμφωνα καί μέ τίς θέσεις τής παιδαγωγικής... —Ά φοϋ είν’ έτσι, είσαστε κρατούμενος. Πήρε τό τηλέφωνο. — Πολιτοφυλακή; Στείλτε άμέσως έναν πολιτοφύλακα νά πάρει τό διευθυντή τού Σταθμοϋ Γκόρκι πού τόν τιμώρησα σέ έφτά 24ωρα φυλάκιση. Έ δώ Σάριν. 164


—Έ γώ τί θά κάνω; Θά περιμένω στό γραφείο σας; — Θά περιμένετε έδώ. — Μήπως μπορείτε νά μ ’ άφήσετε μέ τό λόγο τής τιμής μου, ίσαμε νά ’ρθει δ πολιτοφύλακας νά πάρω κάτι ά π’ τήν άποθήκη καί νά στείλω τό παιδί στό Σταθμό; — Δέν έχετε βήμα νά κάνετε άπό δώ. *0 Σάριν άρπαξε άπ’ τήν κρεμάστρα τό βελουδένιο του ρεπούμπλικο πού του πήγαινε μιά χαρά μέ τά μαϋρα του μαλλιά κι Εφυγε γρήγορα. Πήρα στό τηλέφωνο τόν πρόεδρο τής έκτελεστικής έπιτροπής τοΰ Κυβερνείου. Ά κουσ ε υπομονετικά τήν άφήγησή μου. —’ Ακοΰστε λοιπόν, άγαπητέ μου, μήν Ανησυχείτε, καί πηγαίνετε στό σπίτι σας ήσυχος. Πάντως, καλύτερα νά περιμέ­ νετε τόν πολιτοφύλακα καί πέστε του νά μέ πάρει στό τηλέφωνο. Ή ρθε ό πολιτοφύλακας. —Έ σ εΐς είσαστε δ διευθυντής τοΰ Σταθμοΰ; — Ναί, έγώ. — Τότε παμε. —Ό πρόεδρος τής έκτελεστικής έπιτροπής μοΰ ’πε πώς μπορώ νά πάω σπίτι μου. Ζήτησε νά τόν πάρετε στό τηλέφωνο. — Πουθενά δέν πρόκειται νά τηλεφωνήσω. “Ας τηλεφωνή­ σει ό διοικητής. Παμε. Στό δρόμο συνάντησα τόν ’Αντόν πού ’ βλεπε μ ’ έκπληξη νά μέ πηγαίνουνε συνοδεία. — Περίμενέ με δώ. — Θά σας άφήσουν γρήγορα; — Καί άπό ποΰ ξέρεις πώς μπορεΐ νά μή μ ’ άφήσουνε γρήγορα; — Πέρασε κείνος δ μαΰρος άπό δώ καί μοΰ ’ πε: τράβα σπίτι σου, δ διευθυντής σου δέ θά ’ρθει. Βγήκανε κι οί γριές μέ τίς σκούφιες κι είπανε κι αύτές: ό διευθυντής σας δέ θά ’ρθει γιατί τόν πιάσανε. — Περίμενε δώ, θά γυρίσω άμέσως. Στό τμήμα υποχρεώθηκα νά περιμένω άρκετά τό διοικητή. Μόνο στίς 4 ή ώρα μ ’ άφησε λεύτερο. Τό κάρο ήταν γεμάτο μέ σακιά καί κασόνια. Πηγαίναμε μέ τόν ’ Αντόν ήσυχα στό δρόμο τοΰ Χάρκοβου, σκεφτόμασταν τίς δουλιές μας, αύτός σίγουρα τίς ζωοτροφές καί τά βοσκοτόπια, κι έγώ γιά τίς άναποδιές τής τύχης, πού κυνήγαγε ειδικά έμάς τούς υπεύθυνους τών Σταθμών. Σταματήσαμε κάμποσες φορές 165


καί ταχτοποιήσαμε τά τσουβάλια, ξανά σκαρφαλώσαμε σ ’ αύτά καί ξανά δρόμο. Ό Ά ντόν τράβηξε κιόλας τ ’ άριστερό χαλινάρι γιά νά πά­ ρουμε τό δρόμο του Στάθμου, δταν ξαφνικά δ Μικρούλης πήδηξε στήν πάντα, σήκωσε τό κεφάλι του καί δοκίμασε νά σηκωθεί στά πισινά του πόδια: Α π ’ τό δρόμο τοΰ Σταθμού, έρχότανε κατά πάνω μας μουγκρίζοντας καί τριζοβολώντας μ ’ Εξωφρενι­ κή ταχύτητα έν’ αύτοκίνητο, γιά τήν πόλη. Πέρασε πλάι μας σάν άστραπή. Φιγουράρησε άστραπιαία τό βελουδένιο ρεπούμπλικο τοΰ Σάριν πού μέ κοίταζε ταραγμένα. Δίπλα του, σφίγγον­ τας τό γιακά τοΰ παλτοΰ του καθόταν ό Τσερνένκο, πρόεδρος τής περιφερειακής έκτελεστικής έπιτροπής. Ό Ά ντόν οΰτε κάν πρόφτασε νά έκπλαγεΐ ά π’ τό ξαφνικό, θυελλώδικο πέρασμα τοΰ αυτοκινήτου. Ό Μικρούλης μπερδεύ­ τηκε μές στά κακοβαλμένα χάμουρα τής καρότσας. Μά καί γώ, δέν είχα καθόλου καιρό γιά έκπλήξεις: κατά πάνω μας καλπάζα­ νε δαιμονισμένα, δυό άλογα τοΰ Σταθμού, σέρνοντας ξοπίσω τους θορυβώδικα ένα κάρο φίσκα παιδιά. Μπροστά-μπροστά όδήγαγε τ ’ άλογα δ Καραμπάνοφ, μέ χωμένο τό κεφάλι στούς ώμους, καί μέ τά τσιγγάνικα μαΰρα μάτια του ν ’ άστράφτουν άγριεμένα. Είχανε βάλει στό κυνηγητό τ ’ αύτοκίνητο. Τό κάρο πέρασε όλοταχώς πλάι μας, κάτι φώναξαν τά παιδιά, μετά πήδηξαν κάτω, σταμάτησαν τόν Καραμπάνοφ καί ξέσπασαν στά γέλια. ‘Ολόκληρο πανηγύρι έγινε στό σταυροδρόμι. Τά παιδιά μέ κυκλώσανε. Ό Καραμπάνοφ φαινόταν πώς δέν είν’ εύχαριστημένος, πού 6 λ ’ αύτά τέλειωσαν έτσι άδοξα καί πεζά. Οΰτε κατέβηκε άπ’ τό κάρο. Γύρισε νευριασμένος σ τ ’ άλογα κι έβρισε: — Γύρνα διάολε έπιτέλους! Ά π ό ποΰ στό διάολο σέ κουβαλήσανε, ψοφάλογο! Στό τέλος, μ* ένα τελευταίο ξέσπασμα θυμοΰ, τράβηξε τό δεξί χαλινάρι καί κίνησε καλπάζοντας γιά τό Σταθμό, δρθιος πάνω στό κάρο καί κοιτάζοντας τό φόντο τοΰ τοπίου μέ κατεβασμένα μοϋτρα. — Τί πάθατε! Τί είναι αύτός δ πυροσβεστικός συναγερμός; ρώτησα. — Κι έσάς τί σάς συνέβη; ρώτησε δ Ά ντόν. Μέ σπρωξιές καί διακόπτοντας δ ένας τόν άλλον, τά παιδιά μοΰ έξήγησαν πάνω-κάτω. “Ομως μόλο πού ήταν αύτόπτες μάρτυρες, ξεκάθαρη εΙκόνα γιά τό τί έγινε, δέν είχαν. Γιά ποΰ 166


καλπάζανε μέ τό κάρο, καί τί σκοπεύανε νά κάνουνε στήν πόλη, έπίσης δέν ξέρανε. Άκούγανε άπορημένα τίς έρωτήσεις μου. — Καί ποιός τό *ξερε τί θά κάναμε; Έ κ εΐ πέρα βλέποντας καί κάνοντας... Μονάχα δ Ζαντόροφ κατάφερε νά πεΐ τί έγινε: — Ξέρετε, τό πράγμα έγινε τόσο γρήγορα, σά νά μας έπεσε ξαφνικά άπ’ τόν ούρανό. Περάσανε ξαφνικά μέ τ ’ αύτοκίνητο καί κανείς δέν τούς γνώρισε, γιατί δλοι δουλεύαμε. Πήγανε σέ σας έκεΐ καί κάτι κάνανε. Κάποιος άπό μας, τούς παίρνει χαμπάρι καί φωνάζει: «Ψάχνουν τίς κάσες!» Τί έκανε λέει; Τρέχουμε δλοι μπροστά στήν πόρτα σας, τήν ώρα πού βγαίνανε. Τούς άκοϋμε νά λένε στόν Ίβ ά ν Ίβάνοβιτς: « ’Αναλαβαίνετε τή διεύθυνση τού Σταθμού». Τότε άρχισε μιά τέτια φασαρία, πού έχασε ή μάνα τό παιδί καί τό παιδί τή μάνα: δ ένας νά σκούζει, δ άλλος νά ρίχνεται πάνω. ' Ο Μπουρούν μέ τήν άγριοφωνάρα του νά τραντάζει τό Σταθμό: «Ποΰ τόν πήγανε τόν Ά ν τό ν Σεμιόνο­ βιτς;» ’Επανάσταση άληθινή. Ά ν δέν ήμουν έγώ κι δ Ίβ ά ν Ίβάνοβιτς, θά φτάνανε στό μπουνίδι, μοϋ κόψανε καί τά κουμ­ πιά! Τότε δ μελαχρινός φοβήθηκε τόσο πού πηδάει άμέσως σ τ ’ αύτοκίνητο. Ξεκίνησαν σάν άστραπή. Τά παιδιά δλοταχώς ξο­ πίσω τους, καί νά φωνάζουνε, νά κουνάνε τά χέρια τους κι ένας διάολος ξέρει τί άλλο θά κάνανε άκόμα. Κείνη τή στιγμή νά ’τονε δ Σεμιόν άπό τό δεύτερο Σταθμό, μ ’ Εν’ άδειανό κάρο. Πήγαμε στό Σταθμό. ' Ησυχασμένος δ Καραμπάνοφ ξέζευε τ ’άλογα στό σταύλο καί προσπαθούσε νά ξεφορτωθεί τόν Ά ντόν πού τοϋ’χε γίνει κολλητσίδα. — Γιά σάς τ* άλογα, είναι αύτοκίνητα κι δχι άλογα! Δές πώς άχνίζουν! — Καταλαβαίνεις, ’Αντόν, έδώ πέρα δέν πρόκειται γιά τ ’ άλογα... Καταλαβαίνεις; καί γυάλιζαν χαρωπά τά μάτια καί τά δόντια τοΟ Καραμπάνοφ. —’ Εγώ τό κατάλαβα νωρίτερα άπό σένα σάν ήμασταν στήν πόλη! Έ σ εΐς τρώγατε κι έμάς μας κουβαλάγανε στό τμήμα! Τούς παιδαγωγούς τούς βρήκα σέ άθλια κατάσταση. *0 Ίβά ν Ίβάνοβιτς, είχε τέτιο χάλι, πού ’θελε άμέσως κρεβάτι. — Σκεφθεϊτε, ’Αντόν Σεμιόνοβιτς, τί τέλος μπορούσε νά ’χει αύτή ή ύπόθεση! Τέτιες άγριόφατσες είχανε κάνει όλοι τους, πού σκέφτηκα πώς δπωσδήποτε θά ’χουμε μαχαίρια. Ευχαριστώ τόν Ζαντόροφ. Μόνο αύτός δέν έχασε τά λογικά του. 167


Έμεϊς νά τούς καθησυχάζουμε κι αύτοί νά σκούζουν σάν άγριόσκυλα, οΰφ!... Δέ ρώτησα τά παιδιά, καί γενικά, έκανα σά νά μή συνέβηκε τίποτα τό Ιδιαίτερο. Κι αύτά τόΐδιο. Ό ,τ ι έγινε, ίσως καί νά μήν τούς ένδιέφερε! Τά παιδιά του Σταθμού Γκόρκι ήτανε πολύ ρεαλιστές καί μπορούσε νά τ ’ άπασχολεΐ μονάχα αύτό πού άμεσα καθόριζε τή στάση καί τίς πράξεις τους. Δέν πήγα στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας. Ούτε κι αύτοί μέ κάλεσαν. Μετά μιά βδομάδα, χρειάστηκε νά πάω στήν περιφε­ ρειακή έκτελεστική έπιτροπή. Μέ κάλεσαν στό γραφείο τοϋ προέδρου. Ό Τσερνένκο, μέ υποδέχτηκε σά συγγενή του: — Κάτσε, άγαπητέ μου, κάτσε, είπε παίρνοντας τό χέρι μου καί κοιτώντας με στά μάτια μ ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο. Τί λεβέντικα παιδιά έχεις!... Ξέρεις, μετά τίς συκοφαντίες τού Σάριν, νόμισα πώς έκεΐ θά βρώ τίποτα φοβιτσιάρικα, φουκαριάρικα καί θλιβερά άνθρωπάρια... Ά λ λ ’ αύτά τά σκυλόπαιδα, χύθηκαν πάνω μας σά διαόλοι!... Διαόλοι άληθινοί!... Καί πώς μάς κυνηγήσανε νά δεις! Βρέ δουλιά πού πάθαμε!... *Ο Σάριν νά κάθεται, κι δλο νά μέ σκουντάει: «Πιστεύω πώς δέ θά μάς φτάσουν», κι έγώ δλο νά τοϋ λέω: « Ά ν ή μηχανή μας είναι γερή, δλα θά πάνε καλά!»». Τί θαύμα! Καιρό έχω νά δώ κάτι τέτιο!... Σέ μερικούς μάλιστα πού τό διηγήθηκα σκάσανε ά π’τά γέλια, μέχρι πού κυλιόνταν κάτω άπ’τά τραπέζια!... Ά π ό κείνη τή μέρα άρχισε ή φιλία μας μέ τόν Τσερνένκο.

18. «ΕΠΑΦΗ» ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΚΟΥΣ Ot έπισκευές τοΰ χτήματος Τρέπκε άποδείχτηκε, δτι ήταν γιά μάς μεγάλη καί βαριά δουλιά. Τά σπίτια ήταν πολλά καί δέν ήθελαν έπισκευή, μά ξαναχτίσιμο. Μέ τά λεφτά είχαμε πάντα στενοχώριες. Ή βοήθεια πού παίρναμε, ά π’ τά ιδρύματα τής περιοχής, έκφραζόταν, κατά κύριο λόγο, στίς διαταχτικές γιά οικοδομικό υλικό, πού μ ’ αύτές έπρεπε νά πάμε στίς άλλες πόλεις: στό Κίεβο καί στό Χάρκοβο. Έ δώ τίς διαταχτικές μας τίς έβλεπαν άφ’ ύψηλοΰ, μάς δίνανε δέκα στά έκατό ά π ’ τά ύλικά πού μάς χρειάζονταν καί κάποτε δέ μάς δίνανε καί καθόλου. Μισό βαγόνι τζάμια πού καταφέραμε νά πάρουμε υστέρα άπό κάμποσα ταξίδια στό Χάρκοβο, μάς τό πήρε 168


κυριολεχτικά μέσ’ ά π’ τό βαγόνι κοντά στήν ίδια τήν πόλη μας μιά πολύ πιό δυνατή άπ’ τό Σταθμό μας όργάνωση. Ή άναπαραδιά μας δυσκόλευε πολύ νά βρούμε Εργατική δύναμη, σχεδόν δέν Ελπίζαμε νά μισθώσουμε έργάτες. Μόνο τίς μαραγκοδουλιές κάναμε μέ τή βοήθεια τοΰ συνεταιρισμού τών μαραγκών. Πολύ γρήγορα δμως βρήκαμε πηγή χρημάτων: ήταν οί παλιές, γκρεμισμένες άποθήκες κι οί σταύλοι, πού τέτιοι υπήρ­ χαν Ενα σωρό στό δεύτερο Σταθμό. Οί Τρέπκε διατηρούσαν ίπποτροφεϊο μά έμεΐς γιά σήμερα τουλάχιστο, δέν είχαμε στά σχέδιά μας τήν παραγωγή άλόγων ράτσας. Κι ή έπισκευή άλλωστε αύτών τών σταύλων ήτανε πάνω άπ’ τίς δυνάμεις μας, «δέν είχαμε τέτια νύχια νά ξυστοΰμε», όπως Ελεγε δ Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. Ά ρχίσαμε νά χαλάμε τίς άποθήκες καί νά πουλάμε τά τούβλα στούς χωριάτες. Πελατεία βρέθηκε μπόλικη: ό κάθε νοικοκύρης ήθελε καί σόμπα νά χτίσει, καί νά φτιάξει κάποιο υπόγειο, ένώ οί έκπρόσωποι τών κουλάκων, μέ τήν αχορταγιά πού διακρίνει αύτή τή ράτσα, άγοράζανε τούβλα, έτσι νά τά ’χουνε γιά απόθεμα. Ή κατεδάφιση Εγινε άπ’ τούς τροφίμους. Φτιάξανε άπό παλιοσίδερα στό σιδεράδικο μικρούς λοστούς κι ή δουλιά φούντωσε. Κι έπειδή τά παιδιά δούλευαν μόνο μισή μέρα — τήν άλλη μισή τήν περνάγανε στά θρανία — στή διάρκεια τής μέρας στέλναμε στό δεύτερο Σταθμό δυό βάρδιες, πρώτη καί δεύτερη. Οί όμάδες αύτές πηγαινοέρχονταν δίχως χασομέρι άνάμεσα στούς δυό Σταθμούς, άλλά καί δίχως φυσικά αύτό νά τούς έμποδίζει πού καί πού νά ξεφεύγουν ά π’ τόν ίσιο δρόμο, κυνηγώντας κάποια κλασική «σοκάκιάρα κότα», πού Εβγαινε εύκολόπιστα άπό κάποια αύλή, γιά νά πάρει φρέσκο άέρα. Τό πιάσιμο αύτής τής κότας καί πολύ περισσότερο ή άξιοποίηση όλων τών θερμίδων της, ήτανε πολύπλοκη δουλιά κι άπαιτοΰσε Ενεργητικότητα, προσοχή, ψυχραιμία κι Ενθουσιασμό. Οί τέτιες Επιχειρήσεις δυσκολεύονταν άκόμα κι ά π’ τό ότι οί τρόφιμοι είχαν, βέβαια, σχέση καί μέ τήν Ιστορία τής κουλτούρας καί δέ μπορούσαν νά βολευτοΰν χωρίς φωτιά. Οί πορείες γιά δουλιά στό δεύτερο Σταθμό, δίνανε τήν εύκαιρία στούς τροφίμους νά ’ρχονται σέ στενότερη Επαφή μέ τόν άγροτόκοσμο, καί μάλιστα, σ ’ άπόλυτη συμφωνία μέ τίς 169


θέσεις τοΰ ιστορικού ύλισμοΰ, πρώτ’ άπ’ δλα ένδιέφερε τούς τροφίμους ή άγροτική οίκονομική βάση πού τή γνωρίσανε άπό πολύ κοντά στήν περίοδο πού περιγράφουμε. Χωρίς νά σκέ­ φτονται βαθιά τά διάφορα έποικοδομήματα τρύπωναν κατευ­ θείαν στά κελάρια καί στά ύπόγεια καί δπως μπορούσανε κάνανε κουμάντο στόν πλοΰτο πού ήταν μαζεμένος σ ’ αύτά. Περιμένοντας, δπως ήταν καί τό λογικό, άντίσταση στή δράση τους άπ’ τή μεριά τών μικροϊδιοχτητικών ένστικτων τοΰ πληθυ­ σμού, οί τρόφιμοι προσπαθούσαν νά περάσουνε τήν ίστορία τούτη τής κουλτούρας σέ τέτιες ώρες πού τά ένστιχτα κοιμοΰνται, δηλαδή τίς νύχτες. Καί, σέ άπόλυτη συμφωνία μέ τήν έπιστήμη, οί τρόφιμοι γιά κάμποσο διάστημα ένδιαφέρονταν άποκλειστικά καί μόνο γιά τήν Ικανοποίηση τής πιό πρωταρχι­ κής στόν άνθρωπο άνάγκης, τής τροφής. Γάλα, άνθόγαλο, λαρδί, πίτες - νά μιά σύντομη όνοματολογία πού χρησιμο­ ποιούνταν τόν καιρό έκεΐνο άπ ’ τό Σταθμό Γ κόρκι στό έργο τής «έπαφής» μέ τό χωριό. Τόν καιρό πού μ* αύτό τό έπιστημονικά τεκμηριωμένο έργο άσχολοΰνταν οί Καραμπάνοφ, οΐ Ταρανέτς, οί Βόλοχοφ, οί Ό σάντσι, οί Μιτιάγκιν, μποροΰσα νά κοιμάμαι ήσυχος, γιατί είχαν έπιδεξιότητα σ ’ αύτή τή δουλιά, κι ευσυνειδησία. Τά πρωινά οί χωρικοί, μετά μιά σύντομη άπογραφή τής περιουσίας τους, φτάνανε στό συμπέρασμα δτι λείπει τό περιεχόμενο άπό δυό στάμνες γάλα, νά δμως πού κι οί ίδιες οί στάμνες βρίσκον­ ταν στή θέση τους άψευδεΐς μάρτυρες τών άποτελεσμάτων τής άπογραφής. ' Ωστόσο τό λουκέτο στό ύπόγειο ήταν άπείραχτο, ή στέγη ήτανε σώα κι άβλαβής, τό σκυλί τή νύχτα δέν άλύχτησε καί γενικά δλα τ * άντικείμενα έμψυχα κι άψυχα, κοιτούσανε τόν κόσμο μ ’ άνοιχτά μάτια γεμάτα έμπιστοσύνη. Εντελώ ς διαφορετική τροπή πήρανε τά πράματα δταν τό μάθημα τής πρωτόγονης κουλτούρας άρχισε νά τό περνάει ή νέα γενιά. Στήν περίπτωση αύτή τό λουκέτο ύποδεχόταν τό νοικο­ κύρη μέ στραβωμένη άπ* τή φρίκη φυσιογνωμία, γιατί τοΰ είχε τσακιστεί κυριολεχτικά ή ίδια του ή ζωή μέ μιά άδέξια δουλιά μ ’ ένα βιδολόγο καί καμιά φορά καί μ* ένα μικρό λοστό, πού προοριζότανε γιά τό έργο τής άνοικοδόμησης τοΰ πρώην χτήματος Τρέπκε. Τό σκυλί, δπως θυμάται ό νοικοκύρης, δχι μόνο γαύγιζε τή νύχτα, μά πραγματικά σκιζόταν καί μόνο ή τεμπελιά τοΰ νοικοκύρη ήταν αίτια πού τό σκυλί δέν πήρε έγκαιρα ένισχύσεις. *Η άνειδίκευτη χοντροδουλιά τών πιτσιρι170


κάδων μας δδήγησε γρήγορα στό νά νιώθουν 6λη τή φρίκη του κυνηγητοΰ πού τούς Εκανε δ Εξαγριωμένος νοικοκύρης, δταν τιναζόταν άπ’ τό κρεβάτι του μέ τά γαυγίσματα ή καί κρυμμέ­ νος άκόμα άποβραδίς περίμενε τόν άπρόσκλητο ξένο. Τά κυνη­ γητά τοΰτα δημιουργήσανε καί τά πρώτα στοιχεία τής Ανησυχίας μου. Ό φουκαράς δ πιτσιρίκος πού δέν τά ’χε καταφέρει, Ετρεχε, δπως ήταν φυσικό, στό Σταθμό, πράγμα πού δέ θά τό κάνανε ποτέ τά μεγαλύτερα παιδιά. Ό νοικοκύρης έρχότανε ξοπίσω του στό Σταθμό, μέ ξύπναγε καί μου ζητοϋσε νά του πα­ ραδόσω τόν έγκληματία. "Ομως δ έγκληματίας βρισκότανε κιόλας ξαπλωμένος στό κρεβάτι του κι έγώ τότε ρωτούσα μέ Αφέλεια: — Μπορεΐτε νά μοΰ δείξετε ποιός ήτανε; — Ποϋ νά τόν ξέρω; Είδα μόνο πώς Ετρεξε καταδώ. — Μπάς καί δέν είναι δικός μας; Ελεγα παρασταίνοντας πιό πολύ τόν άφελή. — Δέν είναι, λέει, δικός σας; Μά πρίν νά φανούνε οΐ δικοί σας έδώ, τέτια πράματα δέ γίνονταν. Ό παθός άρχισε νά μετράει στά δάχτυλα τ ’ άποδειχτικά στοιχεία πού είχε στή διάθεσή του: — Χτές τή νύχτα ήπιανε τό γάλα τοΰ Μηροσνιτσένκο, προχτές Εσπασαν τό λουκέτο τοΰ Στεπάν Βερχόλα, τό περασμέ­ νο Σάββατο χάθηκαν δυό κότες τοΰ Γκρετσιάνι Πιότρ, καί μιά μέρα πρίν... μιά χήρα, πού ζεΐ έκεϊ, ή Στόβμπινα, ίσως καί νά μήν τήν ξέρετε, ένώ είχε Ετοιμάσει γιά τό παζάρι δυό κεσέδες Ανθόγαλα, πάει ή φουκαριάρα στό υπόγειο καί τί νά δεΐ: δλα ήταν Αναποδογυρισμένα καί τό Ανθόγαλα είχε κάνει φτερά. Κι δ Βασίλι Μοσένκο, κι δ Γιάκοβ Βερχόλα κι έκεϊνος δ καμπούρης, νά δεΐς πώς τόν λένε..., ά, δ Νετσίπορ Μοσένκο... — Μά Εχετε άποδειχτικά στοιχεία γιά δ λ ’ αύτά; — Καί τί άλλες Αποδείξεις χρειάζονται; Νά, έγώ ήρθα έδώ, γιατί αύτός πρός τά δώ Ετρεξε. Δέ μποροΰσε άλλος νά κάνει αύτή τή δουλιά. Οί δικοί σας πηγαινοέρχονται στό Τρέπκε κι δλο στά ξένα καλούδια είναι τό μάτι τους... Πρέπει βέβαια νά πώ, δτι δέν ήμουν καθόλου ΑδιΑφορος γιά δσα συμβαίνανε. Καί τούς χωρικούς τούς λυπόμουνα, μά καί μένα μέ στενοχωροΰσε καί μ ’ Εβαζε σ ’ Ανησυχία ή συναίσθηση δτι δέν μποροΰσα νΑ κΑνω Απολύτως τίποτα. “Ενιωθα μεγΑλη στενοχώρια γιατί δέν ήξερα κΑν δλες τοΰτες τίς Ιστορίες καί μποροΰσα νΑ ύποπτεύομαι τούς πΑντες καί τΑ πΑντα. Κι Εξω Απ* 17!


αύτό, ά π ’ άφορμή τά γεγονότα τοϋ χειμώνα, τά νεϋρα μου είχανε κάπως κλονιστεί. ’Επιφανειακά στό Σταθμό δλα πηγαίνανε καλά. Τή μέρα τά παιδιά δουλεύανε καί πηγαίνανε σχολειό, τό βράδι καλαμπούρι­ ζαν, έπαιζαν, έπεφταν νά κοιμηθούνε καί τό πρωί ξύπναγαν χαρούμενα κι εύτυχισμένα. Ά κ ρ ιβ ώ ς δμως τή νύχτα ήτανε πού γίνονταν οί έπιδρομές στό χωριό. Τά μεγαλύτερα παιδιά άκούγανε τά θυμωμένα κι άγαναχτισμένα λόγια μου, σωπαίνοντας. Ά π ό καιρό σέ καιρό τά παράπονα τών χωρικών κάπως σταμα­ τούσαν, μά υστέρα έπαναλαβαίνονταν πάλι κι άναβε ή έχθρητα πρός τό Σταθμό. Ή θέση μας γινότανε πιό περίπλοκη κι άπ* τό γεγονός δτι στή δημοσιά συνεχίζονταν οί ληστείες, πού είχανε πάρει τώρα κάπως διαφορετικό χαρακτήρα; οί ληστές παίρνανε ά π ’ τούς χωρικούς όχι τόσο λεφτά, δσο τρόφιμα καί μάλιστα σέ πολύ μικρή ποσότητα. Στήν άρχή νόμιζα πώς αύτό δέν είναι δουλιά δική μας, μά οί χωριάτες στίς ίδιαίτερες συζητήσεις τους μαζί μου έπιμένανε: — Κανένας άλλος δέ μπορεΐ νά ’ναι, παρά μονάχα οί δικοί σας. Σάν θά πιάσουνε κανέναν καί τόν τσακίσουνε στό ξύλο, τότε θά δείτε. Τά παιδιά δλο καί μέ καθησύχαζαν: — Λένε ψέματα οί χωριάτες! "Ίσως κανένας κι ά π ’ τούς δικούς μας νά μπήκε σέ κάποιο υπόγειο, αύτά γίνονται. Μά στή δημοσιά; Κουραφέξαλα! Τά παιδιά - τ ό ’βλεπα αύτό - πίστευαν μέ είλικρίνεια, πώς οί δικοί μας δέ ληστεύουν στό δρόμο, έβλεπα άκόμα δτι μιά τέτια ληστεία τά μεγαλύτερα παιδιά δέ θά τή συγχωρούσανε. Αύτό μετρίαζε κάπως τή νευρική μου ύπερένταση, μά αύτό κρατούσε ώς τήν πρώτη διάδοση, ώς τήνέπόμενη συνάντηση μέ τόν κύκλο του χωριού. Καί ξαφνικά, κάποιο βράδυ, μπουκάρησε στό Σταθμό μιά έφιππη διμοιρία πολιτοφύλακες. Σ ’ δλες τίς έξοδες στούς κοιτώνες μας μπήκανε σκοποί κι άρχισε γενική έρευνα. Κι έμένα τόν ίδ ιο μέ πιάσανε στό γραφείο μου κι άκριβώς αύτό ήτανε πού χαντάκωσε όλόκληρη τήν έπιχείρηση τής πολιτοφυλακής. Τά παιδιά άντιστάθηκαν στούς πολιτοφύλακες, πηδούσαν έξω ά π ’ τά παράθυρα, άρχισαν κιόλας στό σκοτάδι νά πετάνε τούβλα καί στίς γωνιές τής αύλής ήρθανε στά χέρια. Μπουλούκι όλόκληρο έπεσε πάνω σ τ ’άλογα, πού βρίσκονταν στό σταύλο κι εκείνα 172


σκορπίσανε σ ’ δλο τό δάσος. Στό γραφείο μου βλαστημώντας δυνατά καί καυγαδίζοντας μπήκε ό Καραμπάνοφ: — Βγέστε τό γρηγορότερο, κακό μεγάλο θά γίνει! Πετάχτηκα στήν αύλή. ’Αμέσως μαζεύτηκαν γύρω μου οί τρόφιμοι καταγαναχτισμένοι καί φρενιασμένοι ά π ’τήν προ­ σβολή. Τόν Ζαντόροφ τόν είχε πιάσει υστερία: — Πότε θά τελειώσουν δλα τούτα; "Ας μέ στείλουνε στή φυλακή, βαρέθηκα πιά! Τί, φυλακισμένος είμαι; "Ε; Γιατί γίνεται αύτό, γιατί μάς κάνουν έρευνα καί χώνουνε παντού τή μύτη τους; Έ ; Ό διοικητής του τμήματος, πού τά ’χε χρειαστεί γιά καλά, προσπαθούσε νά μή χάσει τό ύφος του: — Διατάξτε άμέσως τούς τροφίμους νά πάνε στούς θαλά­ μους καί νά σταθεί ό καθένας δίπλα στό κρεβάτι του. — Μέ ποιό δικαίωμα κάνετε Ερευνα; ρώτησα τόν έπικεφαλής. — Δέν είναι δική σας δουλιά. Έ χ ω διαταγή. — Νά φύγετε άμέσως ά π ’ τό σταθμό. — Τί θά πεί «νά φύγετε»; — Χωρίς άδεια τοΰ διευθυντή τοΰ τμήματος Λαϊκής Παι­ δείας δέ θά σάς έπιτρέψω νά κάνετε £ρευνα, δέ θά σάς έπιτρέψω, καταλαβαίνετε; Θά σας έμποδίσω μέ τή βία! —wΑντε, νά μή σάς άρχίσουμε, φώναξε κάποιος ά π ’ τούς τροφίμους. Τοΰ ’μπηξα τίς φωνές: — Σιωπή! — Καλά, είπε άπειλητικά ό έπικεφαλής. Θά μιλήσουμε άλλοΰ καί μέ άλλη γλώσσα... Μάζεψε δπως-δπως τούς δικούς του, βρήκανε τ ’ άλογα μέ τή βοήθεια τών παιδιών, πού ξαναβρήκαν τό κέφι τους, κι i-φυγαν, ένώ ξωπίσω τους άκούγονταν εΙρωνικά πειράγματα. Στήν πόλη πέτυχα νά τιμωρηθεί μέ μομφή κάποιος ά π ’·τούς διοικητές τους. Ύ στερ* άπ* αύτή τήν έπιδρομή τά γεγονότα άρχισαν νά ξετυλίγονται μέ πολύ γοργό ρυθμό. Οί χωρικοί έρχονταν σέ μένα άγαναχτισμένοι, άπειλοΰσαν, φώναζαν: — Χτές οί δικοί σας στό δρόμο πήρανε τό βούτυρο καί τό λαρδί ά π ’ τή γυναίκα τοΰ Γιαφτοΰχοφ. — Ψέματα! — Δικός σας ήτανε! Κατέβασε τό σκοΰφο του στά μάτια γιά νά μήν τόν γνωρίσουν. — Μά πόσοι ήτανε λοιπόν έκεΐ; 173


—*Η γυναίκα είπε πώς ήταν ένας. Δικός σας ήτανε! Νά, καί τό σακάκι του τέτιο ήταν. — Ψέματα! Οί δικοί μας δέ μπορεί νά κάνουν τέτια δουλιά. Οί χωρικοί έφευγαν κι έμάς μάς πλάκωνε ή βουβαμάρα. Ξαφνικά ό Καραμπάνοφ έβαζε τίς φωνές: — Λένε ψέματα, σίγουρα λένε ψέματα! Ά ν γινότανε τέτιο πράμα, έμείς θά τό ξέραμε. Τήν άνησυχία μου τή συμμερίζονταν άπό καιρό τώρα καί τά παιδιά, μάλιστα κι οί έπιδρομές στά υπόγεια σά νά σταματήσα­ νε. Μ όλις βράδιαζε ό σταθμός νεκρωνόταν, περιμένοντας κάτι καινούργιο καί ξαφνικό, κάτι βαρύ καί προσβλητικό. Ό Καραμπάνοφ, ό Ζαντόροφ, ό Μπουρούν πήγαιναν άπό θάλαμο σέ θάλαμο, ψάχνανε στίς σκοτεινές γωνιές τής αύλής, χώνονταν στό δάσος. Τά νεϋρα μου αύτή τήν έποχή είχανε τσακιστεί δσο ποτέ άλλοτε στή ζωή μου. Καί νά... «"Ενα υπέροχο βραδινό» άνοιξε μέ πάταγο ή πόρτα τού γραφείου μου κι ένα μπουλούκι άπό παιδιά έσπρωξε μέσα τόν Πρηχόντκο. Ό Καραμπάνοφ πού κρατούσε τόν Π ρηχόντκο άπ' τό γιακά τόν πέταξε μέ δύναμη στό τραπέζι μου: — Νά ’τος! — Πάλι μέ τό μαχαίρι; ρώτησα κουρασμένα. — Μέ ποιό μαχαίρι; Λήστευε στό δρόμο! “Επεσε ό ουρανός καί μέ πλάκωσε. Ρώτησα μηχανικά τόν Π ρηχόντκο πού σώπαινε τρέμοντας: — Ε ίν ’ άλήθεια; —Α λ ή θ εια , ψιθύρισε ξεψυχισμένα κοιτώντας στό πάτωμα. Σ ’ ένα έκατομμυριοστό τοΰ δευτερολέπτου ήρθε ή κατα­ στροφή. Στά χέρια μου βρέθηκε τό πιστόλι. —"Αα! Στό διάολο πιά! Δέν είναι νά ζεΐ κανείς μαζί σας! Δέν πρόλαβα νά φέρω τό πιστόλι στό κεφάλι μου. Α π ά ν ω μου ρίχτηκαν άμέσως μέ φωνές καί κλάματα τά παιδιά. Συνήλθα δταν μπροστά μου βρίσκονταν ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, ό Ζαντόροφ κι ό Μπουρούν. Ή μ ο υ ν ξαπλωμέ­ νος στό πάτωμα άνάμεσα στό τραπέζι καί στόν τοΐχο, μούσκεμα στό νερό. ' Ο Ζαντόροφ μοΰ κράταγε τό κεφάλι καί σηκώνοντας τά μάτια του στήν Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα έλεγε: — Πάτε στά παιδιά... Αύτοί μπορούνε νά τόν ξεκάνουνε τόν Πρηχόντκο... Σ ’ ένα δευτερόλεπτο βρέθηκα στήν αύλή καί τούς πήρα ά π ’ 174


τά χέρια τόν Π ρηχόντκο πού βρισκότανε κιόλας σέ άφασία καταματωμέ νος.

19. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΑΧΝΟΥΣ Αύτό έγινε στήν άρχή του καλοκαιριού του 1922. Σταμάτη­ σαν νά μιλάνε στό Σταθμό γιά τό έγκλημα τοΰ Π ρηχόντκο. Τόν είχανε χτυπήσει Ασχημα οί τρόφιμοι, καί χρειάστηκε νά μείνει άρκετά στό κρεβάτι. ’Εμείς δέν τόν πιέσαμε καθόλου μ ’ έρωτήσεις, άκουσα μόνο έτσι μέσες άκρες, πώς δέν υπήρχε τίποτα τό Ιδιαίτερο στά κατορθώματα τοΰ Πρηχόντκο. "Οπλο δέ βρήκανε πάνω του. ‘Ωστόσο ό Π ρηχόντκο ήτανε πραγματικός συμμορίτης. Ή συμφορά πού πήγε νά γίνει μές στό γραφείο μου, τό Ίδιο τό δικό του τό άτύχημα δέν τοΰ 'καναν καμιά έντύπωση. Κι άργότερα, έφερε στό Σταθμό μας πολλές άκόμα στενοχώριες. 'Ω στόσο, μ ’ ένα δικό του τρόπο, ήταν άφοσιωμένος στό Σταθμό καί κάθε έχθρός τοΰ Σταθμοΰ μας, δέν ήτανε σίγουρος πώς δέ θά τοΰ 'ρθει στό κεφάλι κάνας βαρύς λοστός ή κάνα τσεκούρι. Ή τ α ν άνθρωπος μέ φοβερά στενή άντίληψη καί ζοΰσε πάντα κάτω άπό τήν έπίδραση τών έντυπώσεων τής στιγμής, μέ τίς πρώτες σκέψεις πού μπαίνανε σ τ ’ άδειανό του κεφάλι. Ή τ α ν δμως άξεπέραστος στή δουλιά. Τίς πιό δύσκολες δουλιές τίς έκανε μέ κέφι, ήταν φοβερός στό τσεκούρι καί τή βαριά, άκόμα κι δταν αύτά δέν πέφτανε στό κεφάλι τοΰ πλησίον. Μετά τίς δύσκολες μέρες πού περιγράψαμε, τά παιδιά βλέπανε τούς χωριάτες μέ μεγάλη έχθρότητα. Δέ μπορούσανε νά τούς συχωρέσουν, πώς αύτοί ήταν ή αίτια γιά τά βάσανά μας. Τό ‘βλεπα καθαρά πώς τά παιδιά άν ήταν έτσι συγκροτημένα καί δέν πείραζαν άνοιχτά τούς χωριάτες, τό ‘καναν μόνο καί μόνο γιατί λυποΰνταν έμένα. Τίς συζητήσεις καί τίς δικές μου καί τών παιδαγωγών, γιά τήν άγροτιά, γιά τή δουλιά πού κάνει, γιά τήν άνάγκη νά σεβόμαστε αύτή τή δουλιά, τά παιδιά τίς άκουγαν σάν κουβέντες άνθρώπων πού δέν ξέρανε πιό πολλά ά π ’ τούς Ίδιους, οΰτε κι είναι πιό έξυπνοι ά π ’ αύτούς. Σύμφωνα μέ τήν άποψη τών παιδιών, πολύ λίγα καταλαβαίναμε ά π ’ αύτή τή δουλιά. στά 175


μάτια τους δέν ήμασταν παρά διανοούμενοι τής πόλης, άνίκανοι νά νιώσουμε δλο τό βάθος τής χοντροκοπιάς του άγρότη. —Έ σ ε ΐς δέν τούς ξέρετε, ένώ έμεϊς δοκιμάσαμε στό τομάρι μας τί σόι είναι! Αύτός γιά μισό φούντι ψωμί, είναι σέ θέση νά σφάξει άνθρωπο! Δοκιμάστε νά τοϋ έξηγήσετε κάτι... Προτιμάει νά σαπίζει τό γέννημα σ τ ’ άμπάρι του, μά στόν πεινασμένο ποτέ του δέ δίνει τίποτα. — Είμαστε συμμορίτες. Ά ς είμαστε! Έ μ εϊς δμως ξέρουμε πώς κάναμε λάθος κι όμως... μάς συχώρεσαν... Αύτό τό ξέρουμε. Ά μ ’ αύτοί; Δέ θένε κανέναν αύτοί! Κι ό τσάρος ήτανε κακός κι ή σοβιετική έξουσία τό ίδιο. ΓΓ αύτούς ένας μονάχα είναι καλός: αύτός πού δέν τούς ζητάει τίποτε καί δλα τούς τά δίνει τζάμπα... Χωριάτες, μ ’ ένα λόγο! —Έ χ , καί πόσο δέ χωνεύω αύτούς τούς χωριάτες, οϋτε στά μάτια μου δέ θέλω νά τούς βλέπω. "Αν μπορούσα θά τούς καθάριζα δλους! έλεγε ό Μπουρούν, άνθρωπος τής πόλης ά π ’ τά γεννοφάσκια του. Στά παζάρια, ό Μπουρούν είχε πάντα τή μανία νά σπάει πλάκα, ζύγωνε τό χωριάτη, πού στεκόταν δίπλα στό κάρο του καί κοίταζε άνήσυχος τούς κλέφτες νά γυροφέρνουνε ύποπτα καί τόν ρώταγε. — Κλέφτης είσαι;... Ό χωριάτης τόν κοίταγε άπορημένος, ξεχνώντας τίς προφυ­ λάξεις του. —'Ά α ; —"Ωω! Χωριάτης είσαι! βάζει τά γέλια ό Μπουρούν, καί μ ’ ένα σάλτο-άστραπή, βρίσκεται πάνω στό σακί, πού ’ναι, στό κάρο. Πιάσε με, μπάρμπα!... Ό χωρικός βλαστημάει γιά πολλή ώρα, κι αύτό άκριβώς θέλει κι ό Μπουρούν: γΓ αύτόν δλη τούτη ή ιστορία είναι, δ,τι είναι γιά κείνον πού άγαπάει τή μουσική μιά συμφωνική συναυ­ λία. Ό Μπουρούν μοϋ τό ‘ λεγε άνοιχτά: —"Αν δέν ήσασταν έσεϊς θά βάζαμε σέ μεγάλους μπελάδες αύτούς τοϋς κουλακόσπορους. Μιά άπ ’τίς κυριότερες αίτιες γιά νά χαλάσουμε τίς σχέσεις μας μέ τούς άγρότες, ήταν καί τό δτι γύρω άπ* τό Σταθμό μας, ήτανε μόνο κουλάκικα άγροχτήματα. ' Η Γκοντσαρόφκα, πού ό περισσότερος πληθυσμός της ήτανε έργαζόμενη άγροτιά, ήταν άκόμα μακριά άπό τή ζωή μας. Οί κοντινότεροι γειτόνοι μας, 176


δλοι αύτοί οί Μούσι Κάρποβιτς καί οί Γιεφρέμ Σιντόροβιτς, φώλιαζαν σ ' άπομονωμένα χωριατόσπιτα, καλοσκεπασμένα καί κάτασπρα, περιτριγυρισμένα δχι μέ φράχτες, μά μέ αύλόγυρους, δέν άφηναν ζηλόφθονα κανένα νά μπει στήν αύλή τους, κι δταν έρχόντουσαν στό σταθμό, βαριόμασταν ν ’ άκοΰμε τά αιώνια παράπονά τους γιά τόν άγροτικό φόρο, προμάντευαν δτι μέ μιά τέτια πολιτική ή σοβιετική έξουσία δέ θά σταθεί στά πόδια της, καί ταυτόχρονα, τρέφανε περίφημα βαρβάτα άλογα, τίς γιορτές κολυμπούσαν στό ρακί, οί γυναίκες τους στά καινούργια φου­ στάνια μοσχοβόλαγαν άνθόγαλα καί λιχουδιές, οί γιοί τους ήτανε έκτός συναγωνισμού στά νυφοπάζαρα καί γοητευτικοί καβαλιέροι γιατί κανείς άλλος δέ φόραγε τόσο έφαρμοστά σακάκια, τέτια καινούργια σκουροπράσινα κασκέτα, καί τέτιες καλογυαλισμένες μπότες, στολισμένες χειμώνα καλοκαίρι μέ γυαλιστερές φίνες γαλότσες. Οί τρόφιμοί μας ήξεραν καλά τό νοικοκυριό δλων τών γειτόνων μας, ήξεραν άκόμα καί σέ τί κατάσταση βρίσκεται ή κάθε σπαρτική είτε θεριστική τους μηχανή, γιατί τίς έπιδιορθώνανε στό σιδεράδικό μας. Τά παιδιά ξέρανε έπίσης καί τή θλιβερή τύχη πού ’χανε πολλοί άπ* τούς τσοπάνηδες καί τούς δουλευτάδες, πού οί κουλάκοι τούς πέταγαν άσπλαχνα στό δρόμο χωρίς νά τούς πληρώσουνε δ,τι μεροκάματα τούς χρώ­ σταγαν. Γιά νά πούμε τήν άλήθεια, είχα μολυνθεΐ καί γώ ό ίδιος ά π ’ τήν άντιπάθεια πού τρέφανε τά παιδιά γ ι ’ αύτό τό συνάφι τών κουλάκων πού παραμόνευε πίσω ά π ’ τίς αυλόπορτες. ' Ωστόσο οί καθημερινές παρεξηγήσεις μ ’ άνησυχοΰσαν. Σ ’ αύτό προστέθηκαν καί οί έχθρικές σχέσεις μέ τή διοίκηση τοΰ χωριοΰ. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς, παραχωρώντας μας τά χωράφια τοΰ Τρέπκε, δέν έχανε βέβαια τήν έλπίδα νά μάς διώξει άπ' τό δεύτερο Σταθμό. Προσπαθούσε νά δοθεΐ στό σοβιέτ τοΰ χωριοΰ ό μύλος καθώς καί όλόκληρο τό χτήμα Τρέπκε, γιά νά χτιστεί τάχα έκεϊ σχολειό. Μέ τή βοήθεια συγγενών καί κουμπάρων του τά κατάφερε νά πείσει τίς άρχές τής πόλης καί ν ’ αγοράσει γιά νά τό μεταφέρει στό χωριό, ένα περίπτερο ά π ’ τό δεύτερο Σταθμό. Μέ τά δόντια καί μέ τά νύχια άντιμετωπίσαμε αύτή τήν έπίθεση. Μέ μεγάλη δυσκολία πέτυχα ν ’ άκυρώσω αύτή τήν πώληση καί ν ’ άποδείξω στήν πόλη, πώς τό περίπτερο τ* άγοράζουνε ό 177


Σεμιόνοβιτς καί τό συγγενολόι του γιά νά τό κάνουν ξύλα γιά τό τζάκι τους. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς καί τά τσιράκια του, γράφανε καί στέλνανε στήν πόλη συνέχεια παράπονα ένάντια στό Σταθμό, μας συκοφαντούσαν άδιάκοπα στά Ιδρύματα τής πόλης, καί μέ τή δική τους έπιμονή είχε γίνει ή έπιδρομή τής πολιτοφυλα­ κής. Τό χειμώνα άκόμα, ό Λουκά Σεμιόνοβιτς μπήκε ένα βράδυ ξαφνικά στό δωμάτιό μου καί μέ υφος προϊσταμένου μου 'πε: — Γιά δείξτε μου τά ντοκουμέντα νά δούμε που πάνε τά λεφτά πού παίρνετε ά π ’ τούς χωριάτες γιά τίς δουλιές τού σιδεράδικου; Τού ’πα: — Φύγετε άπό δώ! — Πώς; —“Εξω άπό δώ! Σίγουρα ή δψη μου δέν προμηνοϋσε τίποτα τό καλό γιά τό ξεκαθάρισμα τής τύχης τών χρημάτων τών χωρικών, κι ό Λουκά Σεμιόνοβιτς, τό ’κοψε λάσπη, χωρίς νά βγάλει δεύτερη κουβέν­ τα. "Ομως, υστέρα ά π ’ αύτό, έγινε πιό άνοιχτός έχθρός καί δικός μου κι όλόκληρης τής όργάνωσής μας. Τό ΐδ ιο καί τά παιδιά μισούσαν τόν Λουκά «μ’ 6λη τή φλόγα τής νιότης» τους. ' "Ενα ζεστό μεσημέρι τοΰ Ίο ύ ν η στόν όρίζοντα πέρ ’ ά π ’ τή λίμνη, φάνηκε μιά όλόκληρη πομπή. "Οταν κοντοζύγωνε στό σταθμό, διακρίναμε συγκλονιστικές λεπτομέρειες: δυό «χωριά­ τες» κουβαλούσανε δεμένους τόν Ό π ρ ίσ κ ο καί τόν Σορόκα. Ό Ό π ρ ίσ κ ο ήταν άπό κάθε άποψη ήρωική προσωπικότητα, καί στό Σταθμό φοβότανε μονάχα τόν Ά ν τ ό ν Μ πράτσενκο, πού τόν είχε άφεντικό στή δουλιά καί τόν εϊχε άγρια χειροτονήσει κάμποσες φορές, Ό Ό π ρ ίσ κ ο ήταν ψηλότερος καί δυνατότε­ ρος ά π ’ τόν Ά ν τό ν , μά τόν έμπόδιζε νά χρησιμοποιήσει αύτά του τά πλεονεχτήματα ή άνεξήγητη άγάπη του πρός τό σταυλάρχη. Στίς σχέσεις του μέ τούς άλλους τροφίμους, ό Ό π ρ ίσ κ ο φερνόταν άξιόπρεπα καί δέν έπέτρεπε σέ κανέναν νά του μπεΐ καβάλα: Τόν βοηθοΰσε ό θαυμάσιος χαρακτήρας του: ήταν πάντα του χαρούμενος κι άγαποΰσε τίς χαρούμενες συντροφιές, γ ι ’ αύτό καί δέ θά τόν έβρισκες ποτέ, δπου ύπήρχαν κατεβασμένα κεφάλια καί μοϋτρα κατσουφιασμένα. Δέν ήθελε μέ κανένα τρόπο νά ’ρθει ά π ’ τό Κέντρο περισυλλογής στό Σταθμό, καί 178


χρειάστηκε νά πάω νά τόν πάρω ό ίδιος. Μέ ύποδέχτηκε μέ βαθιά περιφρόνηση καί ξαπλωμένος στό κρεβάτι του: — Τράβα στό διάολο, πουθενά δέ θά πάω! Μέ είχανε προειδοποιήσει γιά τά ήρωικά του κατορθώματα γ ι ’ αύτό καί του μίλησα μ ’ ένα έντελώς κατάλληλο γιά τήν περίσταση υφος: — Πολύ μοΟ κακοφαίνεται πού σάς άνησυχώ, σέρ, μά είμαι ύποχρεωμένος νά έπιτελέσω τό καθήκον μου καί σάς παρακαλώ πάρα πολύ νά πάρετε τή θέση σας στήν άμαξα πού έτοιμάσαμε γιά σάς... ' Ο *Οπρίσκο στήν άρχή έμεινε κατάπληχτος ά π ’ τήν «γαλατική συμπεριφορά» μου, μέχρι πού σηκώθηκε ά π ’ τό κρε­ βάτι, μά κατόπιν τόν έπιασε πάλι τό γλυκό του καί ξανάχωσε τό κεφάλι του στό μαξιλάρι. — Είπα, δέν πάω πουθενά!... Κομμένη! — Στήν περίπτωση αύτή, έντιμότατε σέρ, μετά μεγάλης μου λύπης θά υποχρεωθώ νά χρησιμοποιήσω βία. Ό Ό π ρ ίσ κ ο σήκωσε ά π ’ τό μαξιλάρι τό σγουρομάλλικο κεφάλι του καί μέ κοίταξε μέ άνυπόκριτη άπορία. — Γιά κοίτα! Ά π ό πού μάς κουβαλήθηκες έλόγου σου;... Ά κ ο υ , λέει, θά μέ πάρει μέ τή βία! —"Εχετε ύπόψη σας... Δυνάμωσα τή φωνή μου κάπως ειρωνικά: — ... άγαπητέ Ό π ρ ίσ κ ο... Καί, ξάφνου, τοΰ ’μπηξα τίς φωνές: — Γιά μάζεψτα γρήγορα, τί διάβολο ξάπλωσες σάν λεχώνα! Σήκω πάνω σοΰ λέω! Πετάχτηκε άπ* τό στρώμα καί ρίχτηκε στό παράθυρο! — Μά τό θεό, θά πηδήξω ά π ’ τό παράθυρο! Τοΰ ’πα μέ περιφρόνηση: —Ή πήδηξε άμέσως ά π ’ τό παράθυρο ή τράβα στό κάρο, δέν έχω καιρό γιά χασομέρι μαζί σου. Βρισκόμασταν στό τρίτο πάτωμα, γΓ αύτό καί ό Ό π ρ ίσ κ ο γέλασε εΰθυμα κι άνοιχτόκαρδα: — Βρέ κόλλημα!... Τί νά πεϊ κανένας; ’Εσείς είστε ό διευθυντής τοΰ Σταθμοΰ Γκόρκι; — Ναί. — Καί δέ μοΰ τό λέγατε; Θά ’χαμε φύγει άπό καιρό!... "Αρχισε νά έτοιμάζεται στά γρήγορα. Στό Σταθμό ό Ό π ρ ίσ κ ο έπαιρνε μέρος σ ’ δλες τίς έπιχει179


ρήσεις κλοπής τών τροφίμων, μά δέν έπαιζε ποτέ τό πρώτο βιολί, κι δπως φαίνεται, περισσότερο γύρευε σ ' αύτές κάποια διασκέδαση παρά κάποιο όφελος. Ό Σορόκα ήταν πιό νεαρός ά π ’ τόν Ό π ρ ίσ κ ο , είχε ένα στρογγυλό λιπαρό πρόσωπο, ήτανε βλάκας μέ πατέντα, τραυλός κι έξαιρετικά άτυχος. Δέν ύπήρχε υπόθεση πού νά μήν τήν πάθαινε. ΓΓ αύτό κι δταν τά παιδιά τόν είδανε δεμένο δίπλα στόν Ό π ρ ίσ κ ο , τούς κακοφάνηκε πολύ: — Τί ήθελε κι αύτός ό Ντμίτρι νά μπλέξει μέ τόν Σορόκα; Τούς συνόδευαν ό πρόεδρος τοϋ σοβιέτ καί ό Μούσι Κάρποβιτς, ό παλιός μας γνώριμος. Ό Μούσι Κάρποβιτς είχε τό ϋφος ένός πάρα πολύ προσβλημένου άγγέλου. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς, ήτανε νηφαλιότατος, μ ’ ένα υπεροπτικό ύφος τρανού άνθρώπου. Τό κοκκινότριχο γενάκι του ήτανε χτενισμένο μ ’ έπιμέλεια, καί κάτω ά π ’ τό σακάκι του φάνταζε τ ’ όλοκάθαρο κεντημένο του πουκάμισο. Φαίνεται, μόλις είχε γυρίσει ά π ’ τήν έκκλησιά. "Αρχισε ό πρόεδρος: — Πολύ καλή άγωγή δίνετε στούς τροφίμους σας. — Καί τί δουλιά έχετε σείς μ ’αύτό; — Νά, τί δουλιά έχω: ά π ’αύτούς τούς τροφίμους δέ μπορεΐ νά σηκώσει κεφάλι ό κόσμος, τόν ληστεύουν μές στό δρόμο, τού κλέβουν τά πάντα... —Έ , μπάρμπα, καί λόγου σου έχεις δικαίωμα νά τούς δένεις; άκούστηκαν φωνές άπό τούς τροφίμους: — Αύτός νομίζει, πώς βρισκόμαστε στό παλιό καθεστώς!... — Νά τού ριχτούμε... — Πάψτε σεις! είπα στά παιδιά. Πέστε μου τί έγινε; “Αρχισε ό Μούσι Κάρποβιτς: — Κρέμασε ή γυναίκα τή φούστα της καί τήν κουβέρτα στό φράχτη, καί περνάγανε άπό κεΐ τοϋτοι δώ οί δυό, κοιτάω... κάνανε φτερά! Τούς παίρνω στό κοντό, τό βάζουνε στά πόδια, ποϋ νά τούς φτάσω!... “Ας φχαριστάω άπό δώ τό Λουκά Σεμιόνοβιτς, πού έρχόταν ά π ’τήν έκκλησιά, κι έτσι τούς τσακώσαμε... — Γιατί τούς δέσατε; ξανά φωνές τά παιδιά. — Γιά νά μήν τό σκάσουνε! Νά, γιατί!... — Μά, αύτά θά καθόμαστε νά λέμε τώρα; είπε ό πρόεδρος. Πάμε καλύτερα νά συντάξουμε τό πρωτόκολλο. 180


— Χωρίς πρωτόκολλο δέ γίνεται; ’Αφοΰ σάς τά γύρισαν πίσω τά πράματα. — Καί σάν τά γύρισαν; Πρωτόκολλο όπωσδήποτε θά φτιάξουμε. * Ο πρόεδρος ήταν άποφασισμένος νά κάνει τό θεριό άπέναντί μας καί γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, στά χέρια του είχε τό καλύτερο άποδειχτικό: γιά πρώτη φορά πιάσανε δικά μας παιδιά έπ ’αύτοφώρω. Δυσάρεστη τροπή παίρνανε γιά μάς τά πράματα. Πρωτόκολλο σήμαινε δτι τά παιδιά σίγουρα θά μπαίνανε φυλακή, καί γιά τό Σταθμό μας αύτό θά ’τανε ντροπή πού δέν ξεπλένεται μέ τίποτα. — Τά παιδιά αύτά πιαστήκανε γιά πρώτη φορά, είπα. Καί πόσα δέ συμβαίνουνε άνάμεσα σέ γειτόνους! Γιά πρώτη φορά πρέπει νά τούς συχωρέσετε. —"Οχι, είπε ό κοκκινοτρίχης. Δέ χωράει έδώ συχώρεση. Πάμε στό γραφείο νά γράψουμε τό πρωτόκολλο. Ό Μ ούσι Κάρποβιτς θυμήθηκε έπίσης: — Θυμάστε, πώς μέ τραβολογούσατε τή νύχτα; Τό τσεκούρι άκόμα βρίσκεται έδώ, καί πλέρωσα καί πρόστιμο Ενα φόρτωμα! Νά σκεπάσουμε τό ζήτημα ήταν άδύνατο. 01 κουλάκοι μάς τήν έφεραν. "Εστειλα τούς νικητές στό γραφείο κι είπα στά παιδιά θυμωμένα: — Τά κάνατε μούσκεμα, πού νά σάς πάρει ό διάβολος! Φοΰστες σάς χρειάστηκαν! Μαζέψτε τώρα ντροπές... Θ 'ά ρ χίσ ω νά κοπανάω πιά τούς παλιανθρώπους! "Ας κάτσουνε τώρα αύτοί οί ήλίθιοι στό φρέσκο!... Τά παιδιά σώπαιναν, γιατί πραγματικά τά 'χα ν ε κάνει θάλασσα. "Υστερα άπό έναν τέτιο ύπερπαιδαγωγικό λόγο, τράβηξα κι ό ίδιος γιά τό γραφείο. Δυό όλόκληρες ώρες παρακαλοΰσα καί προσπαθούσα νά πείσω τόν πρόεδρο, ύποσχέθηκα πώς ποτέ πιά δέν θά ξανασυμβεΐ Ενα τέτιο πράμα, καί συμφώνησα νά φτιάξουμε Ενα άμάξι γιά τό σοβιέτ τοΰ χωριοΰ στό κόστος του. Στό τέλος ό πρόεδρος Εβαλε Ενα μοναδικό δρο: — Νά τό ζητήσουν αύτό δλα τά παιδιά. Μέσα σ ’αύτές τί δυό ώρες μίσησα τόν πρόεδρο γιά δλη μου τή ζωή. "Οσο διαρκοΰσε ή συζήτηση μ ’Ετρωγε συνέχεια μιά 181


αίμοβόρα σκέψη: νά βούταγαν αύτόν τόν προέδρο, νά τόν στρίμωχναν σέ καμιά γωνιά καί νά τόνε λυσσάζανε στό ξύλο! Δέ θά τόν γλύτωνα. Ώ σ τό σ ο , άλλη διέξοδος δέν ύπήρχε. Έ δο σ α έντολή στούς τροφίμους νά συνταχθούνε μπροστά στήν πόρτα μου, όπου βγήκε ή διοίκηση. Φέρνοντας τό χέρι στό γείσο τού κασκέτου μου, έξονόματος τού Σταθμοϋ είπα ότι νιώθουμε μεγάλη λύπη γιά τό λάθος πού κάνανε οί σύντροφοί μας καί παρακαλοϋμε νά τούς συχωρέσουν. Δίνουμε τήν υπόσχεση ότι τέτια πράματα δέ θά ξαναγίνουν. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς έβγαλε τόν παρακάτω λόγο: —'Ο πω σδήποτε γιά τέτιου είδους ζητήματα πρέπει κανένας νά έφαρμόζει μέ όλη τήν αύστηρότητα τό νόμο, γιατί ό χωρικός είναι όπωσδήποτε ένας βιοπαλαιστής. Κι δταν αύτός κρεμάει μιά φούστα κι έσύ πας καί τού τήν κλέβεις, είσαι όπωσδήποτε έχθρός τοϋ λαοϋ, τοϋ προλεταριάτου. Έ γώ , λοιπόν, πού μοϋ άναθέσανε τή σοβιετική εξουσία, δέ θά έπιτρέψω όπωσδήποτε νά γίνονται τέτιες παράνομες πράξεις, πού ό κάθε συμμορίτης, ό κάθε κλέφτης ν ’άρπάζει δ,τι τοϋ πέφτει στά μάτια. Καί τό δτι έσεΐς τώρα έδώ παρακαλάτε κι όπωσδήποτε δίνετε πολλές ύποσχέσεις, ποιός ξέρει τί θά βγεί στό τέλος. "Αν παρακαλατε τόσο πολύ. κι ό διευθυντής σας τό ίδιο, τότε, αύτός πρέπει όπωσδήποτε νά σάς διαπαιδαγωγεί σάν τίμιους πολίτες κι δχι σάν συμμορίτες. Έ γ ώ όπωσδήποτε σάς συχωράω. "Ετρεμα ά π 'τή ν ταπείνωση καί τό κακό μου. Ό Ό π ρ ίσ κ ο κι ό Σορόκα στέκονταν χλωμοί στή φάλαγγα τών παιδιών. Ή διοίκηση κι ό Μούσι Κάρποβιτς μοϋ’σφίξαν τό χέρι, κάτι λέγανε μεγαλόπρεπα - μεγαλόψυχα, μά ούτε τούς άκουγα. — Τούς ζυγούς λύσατε! Πάνω ά π ’τό Σταθμό καρφώθηκε στόν ούρανό ένας κοφτε­ ρός ήλιος. Στή γή κρύφτηκαν οί μυρωδιές τής βλάστησης. Ό άκίνητος άνεμος είχε παγώσει σέ γαλάζιους σταλαχτίτες πάνω ά π 'τό δάσος. Κοίταξα γύρω μου: Ό ίδ ιος ό Σταθμός, τά ίδια τούβλινα σπίτια, οί ίδιο ι τρόφιμοι, δλα τά ίδ ια καί αϋριο καί μεθαύριο: οί φούστες, ό πρόεδρος, ό Μούσι Κάρποβιτς. τά ταξίδια στήν άνιαρή, γεμάτη μύγες πόλη. Κατάφατσα ή πόρτα τοϋ δωματίου μου, μέ τό κρεβάτι, τό άβαφο τραπέζι καί πάνω του τό πακέτο μέ τή μαχόρκα. 182


«Που νά πάει κανείς; Καί τί μπορώ νά κάνω; Τί μπορώ νά κάνω;» Τράβηξα γιά τό· δάσος. Στό πευκόδασος δέν έχει Ισκιους τά μεσημέρια, μά δλα έδώ είναι έξοχα, δλα στή θέση τους, καί τά τόσο καλοβαλμένα λυγερά πευκάκια, ξέρουν τόσο σοφά κι άπλά νά στέκονται κάτω ά π ’τό γαλανό ουρανό... Παρόλο πού ζούσαμε στό δάσος, σχεδόν ποτέ δέ μοΰ’τυχε νά βρεθώ βαθιά μές στήν καρδιά του. Τ ’άνθρώπινα μέ κρατού­ σαν καθηλωμένο στά τραπέζια καί στούς πάγκους, στίς άποθή­ κες καί στούς θαλάμους. ' Η σιγαλιά κι ή αγνότητα τοΰ δάσους, ό άέρας πού μοσκοβολάει ρετσίνι, σέ σκλαβώνουν. Δέ θ ά ’θελα νά φύγω άπό δώ... Θ ά ’θελα καί γώ νά γίνω Ινα τέτιο λυγερό, σοφό κι άρωματισμένο δέντρο, καί νά στέκομαι δίπλα σέ μιά τέτια κομψή καί ντελικάτη συντροφιά κάτω ά π ’τό γαλάζιο ούρανό. Πίσω μου έτριξε ένα κλαράκι. Γύρισα τό κεφάλι: όλόκληρο τό δάσος ώς έκεΐ πού’φτάνε τό μάτι, ήτανε γεμάτο παιδιά. Μετακινούνταν μέ προσοχή πίσω άπό τούς κορμούς, καί μόνο ά π ’τά μακρινότερα ξέφωτα τρέχανε πρός τό μέρος μου. Σταμάτησα άπορημένος. Αύτά, τό Ιδιο, πάγωσαν στή θέση τους, καί μέ κοίταζαν μέ διαπεραστικό μάτι, μέ κάποιαν άκίνητη τρομαγμένη άναμονή. — Τί θέλετε έδώ; Γιατί μέ ψάχνετε; Ό Ζαντόροφ πού ήτανε πιό κοντά μου, βγήκε πίσω ά π ’τό δέντρο καί μοΰ’πε κάπως τραχιά: — Παμε στό Σταθμό. Κάτι σάλεψε στήν καρδιά μου. — Τί έγινε στό Σταθμό; — Τίποτα... Παμε. — Λέγε, λοιπόν, διάβολε! Τί; Βαλτοί εισαστε δλοι σήμερα νά μοΰ ψήνετε τό ψάρι στά χείλη; Πήγα γρήγορα κοντά του. Π λησίασαν κι άλλοι δυό τρεΐς, οί ύπόλοιποι κρατιούνταν μακριά. Ό Ζαντόροφ είπε ψιθυριστά: — Θά φύγουμε, μόνο κάντε μας μιά χάρη. — Μά τί θέτε; — Δόστε τό πιστόλι. — Τό πιστόλι; Ξάφνου κατάλαβα τί τρέχει κι έβαλα τά γέλια: —"Ααα, τό πιστόλι!... Παρακαλώ... Ν ά ’τοί Παράξενοι πού

\Κ}


είστε! Μά γώ μπορώ νά κρεμαστώ ή καί νά πνιγώ στή λίμνη!... Ό Ζαντόροψ ξαφνικά ξεκαρδίστηκε στά γέλια: — Δέ χρειάζεται, κρατήστε το. "Ετσι μας ήρθε στό κεφάλι. Κάνετε περίπατο; Συνεχίστε, λοιπόν! Παιδιά, πίσω όλοταχώς! Τί είχε συμβεϊ; "Οταν έστριψα γιά τό δάσος ό Σορόκα πήγε τρεχάτος στό θάλαμο: —Έ , παιδιά, γρήγορα πάτε στό δάσος! Ό Ά ν τ ό ν Σεμιό­ νοβιτς θά σκοτωθ... Δέν τόν άκουσαν ώς τό τέλος. Πετάχτηκαν έξω ά π ’τό θάλαμο. Τό βράδυ ήταν όλοι τους πολύ σαστισμένοι, καί μόνο ό Καραμπάνοφ τ ό ’χε ρίξει στήν πλάκα καί στριφογύριζε άνάμεσα στά κρεβάτια σάν τό διάβολο. Ό Ζαντόροφ χαμογελούσε χαριτωμένα, κι δλο καί κόλλαγε, δέν ξέρω γιατί, στό λουλουδισμένο πρόσωπο τοϋ Σελαπούτιν. Ό Μπουρούν δέν -έφευγε άπό κοντά μου καί σώπαινε έπίμονα κι αίνιγματικά. Ό Ό π ρ ί­ σκο είχε πέσει σέ ύστερία: ήτανε ξαπλωμένος στό θάλαμο στό κρεβάτι τού Κοζίρ κι έκλαιγε μ ’άναφιλητά πάνω στό βρώμικο μαξιλάρι του. Ό Σορόκα γιά νά γλιτώσει ά π ’τά πειράγματα, κάπου είχε κρυφτεί. ' Ο Ζαντόροφ είπε: — Δέν παίζουμε τό παιχνίδι μέ τούς λαχνούς; Καί πραγματικά άρχίσαμε νά παίζουμε. 'Υ πάρχουν καί τέτια σκέρτσα στήν παιδαγωγική: σαράντα κουρελιασμένα καί πεινασμένα παιδιά κάτω ά π ’τό φώς τής γκαζόλαμπας νά παίζου­ νε δλο κέφι καί χαρά τούς λαχνούς. Ό π ο ια ν ο ϋ έπεφτε ό λαχνός τόν «τιμωρούσαμε» νά κάνει κάτι. Είχαμε άποκλείσει δμως τά φιλήματα.

20. ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΚΑΙ Τ*ΑΨΥΧΑ Τήν άνοιξη στριμωχτήκαμε άσχημα μέ τά ζητήματα τής κινητής μας περιουσίας. Ό Μ ικρούλης καί ή Μπαντίτκα, μάς ήταν δλότελα άχρηστα, καί δέ μποροϋσε κανείς νά δουλέψει μ ’αύτά. Κάθε πρωί ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς έβγαζε στό σταϋλο άντεπαναστατικούς λόγους, κατηγορώντας τή σοβιετική έξουσία γιά τσαπατσουλιά καί άσπλαχνη συμπεριφορά πρός τά ζώα: 184


—Έ φ ό σ ο ν λοιπόν, στήνεις στά πόδια του ενα νοικοκυριό, δόσε, λοιπόν, σ ’αυτό καί κάποια ζωντανή περιουσία, καί μή βασανίζεις τά ζωντανά πού δέν Εχουν λαλιά τά κακομοίρικα! Χθεωρητικά, λοιπόν, τοϋτο δώ είναι ένα άλογο, δμως πραχτικά, σωριάζεται Ετσι, πού σου σφίγγεται ή καρδιά νά τό βλέπεις κι άιντε τώρα νά τό βάνεις νά δουλέψει! Ό Μπράτσενκο τά 'λεγε σταράτα: ’Αγάπαγε τ ’άλογα γιά μόνο τό λόγο, πώς ήτανε ζωντανά καί κάθε παραπανίσια δουλιά πού φορτωνότανε σ ’ αύτά τ ’ άγαπημένα του άλογα τόν Εξαγρίωνε καί τόν πρόσβαλλε. Σ ’δλες τίς άπαιτήσεις καί τίς κατηγορίες είχε πάντα γιά ρεζέρβα Ενα Εξοντωτικό άτού: — Νά βλέπαμε τί θ ά ’κάνες έλόγου σου, σάν σού λέγανε νά τραβήξεις τ ’άλέτρι! Τότε θά βλέπαμε πώς θά κελάηδαγες! Τίς κουβέντες τοΰ Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς τίς καταλάβαινε σάν έντολές νά μή δίνει τ ’άλογα γιά καμιά άπολύτως δουλιά. Μά κι έμεΐς δέν είχαμε καί τόση δρεξη νά τοΰ τά ζητάμε. Στό δεύ­ τερο Σταθμό είχαμε πιά άποτελειώσει τό χτίσιμο τοΰ σταύλου, κι Επρεπε στήν άρχή τής άνοιξης νά μεταφέρουμε έκεϊ τά δυό άλογα γιά τό δργωμα καί τή σπορά. Μά δέν είχαμε τίποτα νά μεταφέρουμε. Σέ μιά συζήτηση μέ τόν Τσερνένκο, τόν πρόεδρο τοΰ έργατοαγροτικοΰ έλέγχου τοΰ Κυβερνείου, τού όιηγήθηκα τίς δυσκολίες μας: μέ τά έργαλεΐα κάπως θά τά βολέψουμε, γιά τήν άνοιξη μάς φτάνουν, όμως μέ τ ’άλογα τί θά κάνουμε; Είναι κι Εξήντα ντεσιατίνες. Κι άν δέν τίς καλλιεργήσουμε άλίμονό μας, τί Εχουμε ν ’άκούσουμε ά π ’τούς χωριάτες! — Στάσου! “Εχουμε κι έμεΐς έδώ κάποιο νοικοκυριό. Τήν άνοιξη δέ θά μας χρειαστοΰνε καί πολύ τ'άλογα . Θά σάς δόσω τρία προσωρινά κι ούτε θά χρειαστεί νά τά ταΐσετε, πού λέει ό λόγος. Σ ’Ενάμιση μήνα μας τά γυρίζετε. Πήγαινε νά μιλήσεις μέ τό διαχειριστή μας. Ό διαχειριστής ήταν αύστηρός άνθρωπος καί νοικοκύρης. ’Απαίτησε νά πληρώσουμε Ενα σοβαρό ποσό γιά τό νοίκιασμα τών άλόγων: πέντε πούτια στάρι γιά κάθε μήνα καί τροχούς γιά τά κάρα. —Έ σ ε ΐς Εχετε καροποιεϊο... — Μά τ ίν ’αύτά πού λέτε! Έ σ ε ις μάς γδέρνετε! Καί ποιούς;... —Έ γ ώ είμαι διαχειριστής καί δέν είμαι τοΰ φιλανθρωπικού ταμείου. Καί τί άλογα! Δέ θά σάς τά ’δινα μέ κανένα τρόπο, γιατί 1X5


θά τά ξεπατώσετε, καί θά τους βγάλετε τήν πίστη άνάποδα, σας ξέρω καλά! Δυό χρόνια έκανα νά τά συμμαζέψω, αύτά δέν είναι άλογα, είναι χάρμα νά τά βλέπεις! Στό μεταξύ, μπορούσα νά του ύποσχεθώ κι έκατό άκόμα πούτια στάρι καί τροχούς γιά δλα τά κάρα τής πόλης. “Αλογα μας χρειάζονταν! "Εγραψε σέ δυό άντίγραφα τό συμφωνητικό, δπου δλα άναφέρονταν μέ πολλές λεπτομέρειες κι έπισημότητα: «... Ό άναφερόμενος κατωτέρω Σταθμός... καί οί όποιοι τροχοί θά θεωρούνται δτι παραδόθηκαν στή διαχείριση τοΰ ΕΑΕ τοΰ Κυβερνείου, έπειτα άπό τήν παραλαβή των άπό ειδική έπιτροπή καί τή σύνταξη άντιστοίχου πρωτοκόλλου... Γιά κάθε έκπρόθεσμη μέρα έπιστροφής τών άλόγων, ό Σταθμός καταβάλ­ λει στήν διαχείριση τοΰ ΕΑΕ άνά δέκα φούντια σίτου γιά ένα άλογο... Σέ περίπτωση πού ό Σταθμός δέν έκπληρώσει τούς δρους τοΰ παρόντος συμφωνητικού, καταβάλλει πρόστιμο στό πενταπλάσιο τής άξίας τής προκληθείσης ζημιάς». Τήν άλλη μέρα ό Καλίνα 'ϊβ ά νοβ ιτς κι ό Ά ν τό ν μπήκαν θριαμβευτικά στό Σταθμό. Ά π ’τό χάραμα τά παιδιά τής υπηρε­ σίας είχαν στήσει καρτέρι πέρα μακριά στό έμπα τοΰ δρόμου. "Ολος ό Σταθμός, άκόμα κι οί παιδαγωγοί, περίμεναν μ ’άγωνία. Ό Σελαπούτιν μέ τόν Τόσκα βγήκαν οί πιό κερδισμένοι: συνάντησαν τήν πομπή στή δημοσιά καί σκαρφάλωσαν άμέσως σ τ ’άλογα. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς δέν είχε τή δύναμη μήτε νά μιλήσει, μήτε νά γελάσει, τόσο πολύ είχαν γεμίσει δλη του τήν ύπαρξη ή σοβαροσύνη κι ό κομπασμός. Ό Ά ν τ ό ν οΰτε κάν τό κεφάλι του δέ γύριζε πρός τό μέρος μας καί γενικά δλες οί ζωντανές υπάρξεις είχαν χάσει γΓ αύτόν κάθε άξία, έκτός ά π ’τά τρία μαΰρα άλογα, πού ήτανε δεμένα πίσω ά π ’τό κάρο μας. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, κατέβηκε ά π ’τό κάρο, τίναξε τ ’άχυ­ ρα ά π ’τό σακάκι του κι είπε στόν Ά ν τό ν : — Κοίτα καλά, ταχτοποίησέ τα δπως πρέπει γιατί αύτά δέν είναι σάν τή Μπαντίτκα. Ό Ά ν τό ν , άφοΰ έδοσε κοφτά τίς άνάλογες έντολές στούς βοηθούς του, έχωσε τίς παλιές άγάπες του στά πιό μακρινά κι άβολα παχνιά, φοβέριζε μέ τό σαμάρι τούς περίεργους πού χώθηκαν στό σταΰλο, καί στόν Καλίνα ‘ϊβάνοβιτς, άπάντησε φιλικά μά τραχιά: — Κατέβαινε χάμουρα, Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, τό κουρελαριό πού’χουμε δέν κάνει! 186


Τ ’άλογα ήτον δλα μαΰρα, ψηλόκορμα καί καλοθρεμμένα. Μαζί τους κουβάλησαν καί τά παλιά τους όνόματα, κι αύτό, στά μάτια τών τροφίμων’ φάνταζε σάν τίτλος κάποιας ευγενικής καταγωγής; Θ ηρίο, Γεράκι καί Μαίρη. Έ δώ πού τά λέμε, τό Θηρίο πολύ γρήγορα μας απογοήτεψε: ήταν περίφημο βαρβάτο άλογο, μά όλότελα άκατάλληλο γιά χωραφοδουλιές, κουραζόταν γρήγορα καί λαχάνιαζε. ’Αντίθε­ τα, τό Γεράκι κι ή Μαίρη, ήταν ό,τι μάς χρειαζόταν: γερά, ήσυχα, όμορφα. Οί έλπίδες τοΰ Ά ν τ ό ν γιά περίφημο καλπασμό πού θ ά ’κανε τό πέρασμά του, καρφί στό μάτι τών άμαξάδων τής πόλης, δέ βγήκαν άληθινές. "Ομως σ τ ’άλέτρι καί στίς σπαρτι­ κές μηχανές τ ’άλογα ήτανε μιά χαρά. Ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς ξεφώνιζε συνέχεια μέ ικανοποίηση καί κάθε βράδυ μ οΰ’δινε λογαριασμό πόσα στρέμματα όργώσανε καί πόσα σπείρανε. Τό μόνο πού τόν άνησυχοΰσε στά σοβαρά, ήταν τά μεγάλα πόστα πού κατείχαν οί νοικοκύρηδες τών άλογων. —"Ολα καλά, καταλαβαίνεις, μόνο πού τό μπλέξιμο μ ’αυ­ τόν τόν έργατοαγροτικό ελεγχο είναι κάπως... "Ο,τι χθέλουνε κάνουν... Κι άιντε νά παραπονεθεϊς, ποΰ; Στούς ίδιους;... Ό δεύτερος Σταθμός μας ζωντάνεψε. 'Έ να ά π ’τά σπίτια τελείωσε κι έγκαταστάθηκαν σ ’αύτό εξι τρόφιμοι. Ζοΰσαν έκεϊ δίχως παιδαγωγό καί δίχως μαγείρισσα, πήραν καί λίγα τρόφιμα ά π 'τή ν άποθήκη μας, καί μαγείρευαν κουτσά-στραβά σέ μιά μικρή σόμπα, στό μπαξέ. Ή άποστολή τους ήταν: νά φυλάνε τό μπαξέ καί τά χτίρια, νά έξυπηρετοΰνε τό πέρασμα στόν Καλομάκ καί νά δουλεύουνε στό σταΰλο, πού’χάνε μεταφερθεΐ τά δυό άλογα, μέ τόν άπεσταλμένο τοΰ Μπράτσενκο, τόν Ό π ρ ίσ κ ο . Ό 'ίδιος ό Ά ν τ ό ν άποφάσισε νά μείνει στόν κεντρικό Σταθμό, πού είχε καί περισσότερο κόσμο καί ζωντάνια. Κάθε μέρα εκανε επιθεωρήσεις στό δεύτερο Σταθμό, καί τίς έπισκέψεις του αυτές τίς τρέμανε όχι μόνο οί ιπποκόμοι, όχι μόνο ό Ό π ρ ίσ κ ο , μά κι όλα τά παιδιά. Στά χωράφια τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ γινόταν έντατική δουλιά. Οί Ιξήντα ντεσιατίνες γής σπάρθηκαν όλες, χωρίς βέβαια ιδιαίτερη γνώση τών γεωπονικών κανόνων καί χωρίς σωστό σχέδιο τών χωραφιών, δμως σπαρθήκανε έκεΐ καί πρώιμα καί όψιμα σιτάρια καί σίκαλη καί βρώμη. Κάμποσες ντεσιατίνες σπαρθήκανε μέ πατάτες καί κοκκινογούλια. Έ π ρ επ ε νά τά ξεβοτανίζουμε καί νά τά σκαλίζουμε, γΓαύτό καί γινόμασταν ΙΝ7


χίλια κομμάτια. Τήν έποχή αύτή στό Σταθμό ήταν έξήντα παιδιά. ’Ανάμεσα στόν πρώτο καί στό δεύτερο Σταθμό, όλη τήν ήμερα κι ώς άργά τά μεσάνυχτα ύπήρχε κίνηση, περνούσαν όμάδες-δμάδες τά παιδιά γιά τή δουλιά κι ά π ’τή δουλιά περνού­ σαν τά κάρα μέ τό σπόρο, τίς ζωοτροφές καί τά τρόφιμα, περνούσαν τά κάρα τών χωρικών πού νοικιάζαμε γιά νά μεταφέ­ ρουμε οίκοδομικά Ολικά, περνούσε κι ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μ ’ένα παλιωμένο άμαξάκι, πού δέν ξέρω άπό ποϋ τό οίκονόμησε, περνούσε γρήγορα κι ό Ά ν τ ό ν μέ τό Θηρίο του, καθισμένος περήφανα πάνω στή σέλα. Κάθε Κυριακή όλόκληρος ό Σταθμός πήγαινε γιά κολύμπι στόν Καλομάκ, τά παιδιά, οί παιδαγωγοί, κι άπό κοντά σιγάσιγά άρχισαν νά μαζεύονται στίς δχθες τοϋ ήσυχου ποταμού τά παιδιά κι οί κοπέλες τής γειτονιάς, οί κομσομόλοι τής Π ι­ ρόγκοφκα καί τής Γκοντσαρόφκα καί τά παιδιά τών κουλάκων ά π ’τ ’άγροχτήματα τής περιοχής. Οί μαραγκοί μας φτιάξανε μιά μικρή άποβάθρα, κι έκεΐ στήσανε τή σημαία μας μέ τά γράμματα «ΣΓ»*. *Ανάμεσα στήν άποβάθρα καί στήν δχθη μας, έκανε δλη μέρα δρομολόγιο μιά πράσινη βάρκα μέ τήν ΐδια σημαία, μέ βαρκάρηδες τόν Μίτκα Ζεβέλι καί τόν Βίτκα Μ πογκογιάβλενσκι. Οί κοπέλες μας, νιώθοντας τή σημασία πού είχε ή έκπροσώπησή μας στόν Καλομάκ, ράψανε μέ ρετάλια άπό παλιά φουστάνια ναυτικές μπλούζες γιά τό Μίτκα καί τό Βίτκα, καί πολλοί πιτσιρίκοι τού Σταθμού καί τής περιφέρειας τριγύρω ζήλευαν παθιασμένα αύτούς τούς δυό άνθρώπους γιά τή μεγάλη τους τύχη. ' Ο Καλομάκ έγινε πιά ή κεντρική μας λέσχη. Στόν ίδιο τό Σταθμό δλα ήτανε χαρούμενα, ή ζωή ξεχείλιζε ά π ’τήν καθημερινή έργατική ένταση, ά π ’τή μπόλικη δουλιά, ά π ’τίς έπισκέψεις τών χωρικών - πελατών μας, ά π ’τή μουρ­ μούρα τοϋ Ά ν τ ό ν καί τ ’ άποφθέγματα τού Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, ά π ’ τό άστείρευτο χαχανητό καί τά κόλπα τοϋ Καραμπάνοφ, τοϋ Ζαντόροφ, τοϋ Μ πελούχιν, ά π ’ τίς άναποδιές τοϋ Σορόκα καί τοϋ Γκαλατένκο, ά π ’ τίς μουσικές μελωδίες τών πεύκων, ά π ’ τόν ήλιο καί τά νιάτα. Είχαμε ξεχάσει δλο τούτο τόν καιρό τί θά πεΐ λάσπη, τί θά πεϊ ψείρα καί ψώρα Ό Σταθμός άστραφτε άπό πάστρα κι άπό

* Σταθμός Γκόρκι.

188


καινούργια μπαλώματα, που είχαν μπει μέ προσοχή σέ κάθε ύποπτο μέρος, άνεξάρτητα πάνω σέ τί: στά παντελόνια, στόν αυλόγυρο, στόν τοίχο τής άποθήκης ή στόν παλιωμένο έξώστη. Στούς θαλάμους ύπήρχαν τά ΐδ ια έκείνα κρεβάτια, μά άπαγορευόταν νά κάθεται κανείς σ ’αύτά τή μέρα. Γιά καθησιό είχαμε φτιάξει πάγκους άπό πεύκο, πού ήταν άβαφοι. Στήν τραπεζαρία είχαμε τραπέζια άπό πευκοσάνιδο τό ίδιο άβαφα, πού τά £ξυναν κάθε μέρα τά παιδιά μέ είδικά μαχαίρια, καμωμένα στό σιδερά­ δικο. Στό σιδεράδικο κείνο τόν καιρό είχαν γίνει ούσιαστικές μεταβολές. Τό σατανικό σχέδιο τοϋ Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς είχε πιά πραγματοποιηθεί όλότελα: ό Γκολοβάν διώχτηκε γιά τά μεθύσια του καί γιά τίς άντεπαναστατικές του συζητήσεις μέ τούς πελάτες, όμως τίς έγκαταστάσεις τοϋ σιδεράδικου οϋτε καί δοκίμασε νά τίς πάρει πίσω, γιατί τ ό ’ξερε πώς μάταια θά πάσκιζε. Μ όνο πού δταν Κφευγε κούνησε πικρόχολα καί μέ είρωνία τό κεφάλι του: — Κι έλόγου σας τέτιοι νοικοκύρηδες είσαστε σάν τούς άλλους. Ληστέψατε τόν άνθρωπο, νά τί λογής!... Μέ τέτιες κουβέντες δέ μπορεΐς νά στριμώξεις τόν Μπελού­ χιν. Ό άνθρωπος τζάμπα δέ διάβασε τόσα βιβλία κι άδικα δέν εζησε άνάμεσα στούς άνθρώπους. Τοϋ χαμογέλασε ζωηρά κατάφατσα καί τ ’άπάντησε: — Πόσο άσυνείδητος πολίτης είσαι, Σοφρόν! Δεύτερο χρόνο δουλεύεις μαζί μας καί δέ μπόρεσες νά καταλάβεις πώς αύτά είναι μέσα παραγωγής. — Μά αύτό λέω κι έγώ... — Καί τά μέσα παραγωγής πρέπει, κατάλαβες, σύμφωνα μέ τήν έπιστήμη, ν ’άνήκουν στό προλεταριάτο. Νά καί τό προλε­ ταριάτο πού στέκεται μπροστά σου, βλέπεις; Κι έδειχνε στόν Γκολοβάν άληθινά ζωντανούς έκπροσώπους τής δοξασμένης τάξης τών προλεταρίων: τό Ζαντόροφ, τό Βέρσνιεφ, τόν Κουζμά Λέσι. Στό σιδεράδικο κάνει κουμάντο ό Σεμιόν Μπογκντάνενκο, πραγματικός σιδεράς πάπου πρός πάπου, όνομα μέ παλιά δόξα στά μηχανοστάσια τών τραίνων. Τό σιδεράδικο τοϋ Σεμιόν ήτανε παστρικό καί δούλευε μέ στρατιωτική πειθαρχία. "Ολα σέ τάξη, τά σφυριά κι οί βαριές ά π ’τίς κανονισμένες γΓ αύτά θέσεις βλέπουνε μέ σοβαροσύνη τό χωματένιο πάτωμα σκουπισμένο σά δωμάτιο καλής νοικοκυράς, στό καμίνι δέ βλέπεις πεταμένο 189


ο ΰτ’ένα γραμμάριο κάρβουνο, καί μέ τούς πελάτες οί συζητή­ σεις είναι σύντομες καί παστρικές: —Έ δώ δέν είσαι στήν έκκλησιά. Παζάρια δέν έχει! Ό Σεμιόν Μ πογκντάνενκο είναι γραμματισμένος, καλοξυρισμένος πάντα καί ποτέ του δέ βλαστημάει. Τό σιδεράδικο είναι πνιγμένο στή δουλιά: καί μέ τά δικά μας σιδερικά καί μέ τών χωρικών. Τ ’ άλλα έργαστήρια, αύτή τήν περίοδο είχαν σχεδόν σταματήσει νά δουλεύουν, καί μόνο ό Κοζίρ μέ δυό τροφίμους, πηγαινοερχόταν, δπως καί πρώτα, στό καροτσάδικο: Δέ σταμάτησε καθόλου ή συζήτηση γιά τίς ρόδες. Γιά τή διαχείριση τοΰ ΕΑΕ χρειάζονταν είδικές ρόδες μέ λάστιχο, έλα δμως πού ό Κοζίρ δέν έφτιαξε ποτέ τέτιες ρόδες. "Ητανε πολύ στενοχωρημένος ά π ’αύτό τό νεωτερισμό καί κάθε βράδι μετά τή δουλιά έπεφτε σέ συλλογή: — Ούτε καί ξέραμε άπ"αύτές τίς λαστιχένιες ρόδες. Ό Κύριος ήμών Ίη σ ο ΰ ς Χριστός πήγαινε μέ τά πόδια, τό ίδ ιο καί οί άπόστολοι... ένώ τώρα οί άνθρωποι θέλουνε καί λαστιχένιες ρόδες... Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς τού ριχνόταν: — Κι ό σιδερόδρομος; Καί τ ’αύτοκίνητο; Τί λές γΓαύτά; Καί τί σημασία έχει, πού ό κύριός σου πήγαινε πεζός; Θά πεϊ πώς ήταν άπολίτιστος, ή σάν κι έσένα μπαστουνόβλαχος. Μπορεΐ καί νά πήγαινε πεζοπορία, γ ια τί’τανε θεόφτωχος κι άνεπρόκοπος, άν δμως τόν έβαζε κάποιος σ τ ’αυτοκίνητο, μπορεϊ καί νά τ ’άρεσε. Καί σύ μοΰ τσαμπούνας «πήγαινε μέ τά πόδια»! Ντροπής σέ σένα, γέρος άνθρωπος, νά λές τέτια πράματα. Ό Κοζίρ χαμογέλαγε ντροπαλά καί ψιθύριζε μ ’άμηχανία: —" Αν έβλεπα πώς τίς φκιάνουν τίς ρόδες... έτσι μέ λάστιχα, μπορεΐ, μέ τή βοήθεια τοΰ θεοΰ, ν ά ’φτιαχνα κιόλας. Καί μέ πόσες άχτίνες γίνονται, ένας θέος ξέρει! — Τράβα λοιπόν στόν ΕΑΕ καί δές. Μ έτρησέ τις. — Συχώρα με, θέ μου, καί ποΰ νά τ ό ’βρω έγώ αύτό τό ΕΑΕ, γέρος άνθρωπος; Μιά μέρα, στώ μέσα τοΰ Ίο ύ ν η , ό Τσερνένκο θέλησε νά εύχαριστήσει τά παιδιά: — Μ ίλησα μέ κάποιον καί μοΰ’πε πώς θά ’ρθουν μπαλαρίνες, νά δοΰνε καί τά παιδιά. Έ χο υ μ ε ξέρεις στήν δπερα καλές μπαλαρίνες. Τό βραδάκι πήγαινε νά τίς πάρεις άπό κεϊ. — Καλό είν* αύτό. 190


— Μόνο Εχε τό νοϋ σου, γιατί αυτές είναι κόσμος λεπτοκα­ μωμένος, μήν τίς τρομάξουν οΐ δικοί σου οί συμμορίτες. Καί μέ τί θά τίς μεταφέρεις; —"Εχουμε Ενα άμάξι. — Τό Εχω δει. Δέν άξίζει. Στείλε τ ’άλογα κι άς πάρουν τό δικό μου τ ’άμάξι. ’Εδώ θά τό ζέψουν κι άπό δώ θά πανε γιά τίς μπαλαρίνες. Καί ξέρεις κάτι; Νά βγάλεις στό δρόμο φρουρά, μή μδς κάνουν καμιά λαχτάρα, γιατί οί μυστήριες είναι πράμα πολύ σκανδαλιστικό... 01 μπαλαρίνες ήρθαν άργά τό βράδυ. "Ετρεμαν σ ’όλόκληρη τή διαδρομή καί αύτό διασκέδαζε τόν Ά ν τό ν , πού τίς καθησύχαζε: — Καί τί φοβόσαστε Ετσι; Μά άφού δέν Εχετε τίποτα νά σάς πάρουν! Τώρα δέν είναι χειμώνας νά φοράτε γούνες! "Αν ήτανε, θά μπορούσανε νά σάς τίς βουτήξουν! Ή φρουρά μας, πού βγήκε ξαφνικά μέσ’ά π ’τό δάσος, Εφερε τίς μπαλαρίνες σέ τέτια κατάσταση, πού χρειάστηκε, μόλις ήρθαν στό Σταθμό νά τίς ποτίσουμε άμέσως καρδιοτονωτικό. Χόρεψαν χωρίς καμιά διάθεση καί δέν άρεσαν καθόλου στά παιδιά. Μιά ά π ’αυτές, ή πιό νέα, τή θαυμάσια κι έκφραστική μελαχρινή πλάτη της τή χρησιμοποίησε ά π ’τήν άρχή ώς τό τέλος σέ μιά προκλητική έπίδειξη περιφρόνησης κι άδιαφορίας πρός όλο τό Σταθμό. Μιά άλλη, πιό ήλικιωμένη, μάς κοίταζε συνέχεια μ ’Ενα φανερό φόβο. Ή φάτσα της, έρέθισε Ιδιαίτερα τόν Ά ν τό ν : — Πέστε μου λοιπόν, σάς παρακαλώ, μά άξιζε τόν κόπο νά στείλουμε Ενα ζευγάρι άλογα πηγαινέλα στήν πόλη, καί ξανά τό Ίδιο; Τέτιες έγώ μπορώ νά σας κουβαλήσω ά π ’τήν πόλη όσες θέλετε, καί μάλιστα πεζοπορία! —’Εκείνες όμως δέ θά χορεύουν! λέει γελώντας ό Ζαντό­ ροφ. —"Ωω! Καί νά δεις πώς θά χορεύουν! Στό πιάνο, πού άπό καιρό στόλιζε Εναν ά π ’τούς θαλάμους μας, κάθεται ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Παίζει άσχημα, ή μουσική της δέν είναι καθόλου γιά μπαλέτο καί οί μπαλαρίνες δέν είναι καί τόσο ευγενικές νά σκεπάσουν Εστω κι όπως-δπως τίς άδυναμίες τής μουσικής. Π ροσβλητικά δείχνουν τή δυσαρέσκειά τους γιά τά βάρβαρα λάθη καί τίς παύσεις. Π έρ ’ά π ’αύ­ τό, βιάζονται φοβερά y0 πάνε σέ κάποια ένδιαφέρουσα βραδιά. Τήν Ίδια ώρα πού στό σταΰλο, κάτω ά π ’τό φώς τών 191


φαναριών καί τίς άσταμάτητες βλαστήμιες του Ά ν τ ό ν έζευαν τ ’άλογα, οί μπαλαρίνες άνησυχοϋσαν τρομερά: όπωσδήποτε θ ’άργήσουνε στή βραδιά. Ά π 'τ ή ν άνησυχία καί τήν περιφρό­ νηση πού ένιωθαν γΓαύτό τό χαμένο στό σκοτάδι Σταθμό, γ ι ’αυτούς τούς φρόνιμους τροφίμους του, γ ι'α ύ τή τήν όλότελα ξένη γ ι ’αύτές κοινωνία, δέ μπορούσαν οϋτε ν ’άνοίξουν τό στόμα τους νά ποϋν μιά λέξη, παρά μονάχα στενάζανε πνιχτά, σφιγμένες ή μιά πλάι στήν άλλη. Ό Σορόκα άνεβασμένος στό κάθισμα τοϋ άμαξά έκανε φασαρία, ά π ’άφορμή τά μπερδεμένα χάμουρα καί φώναζε πώς δέν πρόκειται νά πάει πουθενά. *Ο ’ Αντόν τοϋ άπαντοϋσε δίχως νά τόν στενοχωράει ή παρουσία τών ξένων: — Τί είσαι σύ, άμαξάς ή μπαλαρίνα; Τί μοϋ χορεύεις πάνω σ τ ’άμάξι; Δέν πηγαίνεις; Κατέβα κάτω!... ’ Επιτέλους, ό Σορόκα κουνάει τά χαλινάρια. Οί μπαλαρίνες δέ βγάζουν άχνα καί βλέπουνε τρομαγμένες τήν καραμπίνα πού τήν έχει χιαστί στόν ώμο του ό Σορόκα. Κάποτε ξεκίνησαν. Καί ξάφνου, πάλι ή φωνή τοϋ Μπράτσενκο: — Τί έχεις κάνει βρέ μποϋφο; Ποϋ τά ’χεις τά στραβά σου; Τί στό διάολο, χάζεψες; Πώς έχεις ζέψει; Ποϋ έβαλες τόν ντορή, ποϋ τόν έχεις χώσει μωρέ τόν ντορή; Ξέζεψε γρήγορα! Πάρε τό Γεράκι στά χέρια σου, πόσες φορές σ τ ό ’χω πεϊ;... * Ο Σορόκα χωρίς νά βιάζεται βγάζει τήν καραμπίνα του καί τήν άκουμπάει στά πόδια τών γυναικών. Ά π ’τήν άμαξα βγαίνει ένας άδύνατος ήχος άπό πνιχτούς λυγμούς. Πίσω ά π ’τήν πλάτη μου μουρμουρίζει ό Καραμπάνοφ: — Π α ρ’δ λ ’αύτά τούς έκοψε. Κι έγώ σκεφτόμουνα πώς δέ θά τούς κόψει ώς έκεΐ τό μυαλό... Μπράβο, παιδιά! "Υστερα άπό πέντε λεφτά τ ’άμάξι ξεκινάει καί πάλι. Φέρ­ νουμε ήρεμα τά χέρια στό γείσο τοΰ κασκέτου μας, χωρίς φυσικά ν ά ’χουμε καμιά έλπίδα νά πάρουμε άπάντηση στό χα ι­ ρετισμό μας. Οί ρόδες μέ τά λάστιχα τινάχτηκαν στό λιθόστρω­ το, μά κείνη τή στιγμή ξεπετιέται δίπλα μας, κυνηγώντας τ ’άμά­ ξι, μιά κακοφτιαγμένη σκιά, κουνάει τά χέρια της καί ξεφωνίζει: — Σταθείτε! Γιά τ ’δνομα τοΰ Χριστοΰ, σταθείτε! Σταθείτε λοιπόν, άγαπητοί μου! Ό Σορόκα τραβάει μ ’άπορία τά χαλινάρια, μιά ά π ’τίς μπαλαρίνες πάει νά πέσει καί πιάνεται ά π ’τό κάθισμα. —“Ωχ τί έπαθα, ξέχασα... Βασίλισσα τών ούρανών! Α φ ή ­ στε με νά μετρήσω τίς άχτίνες!... 192


Σκύβει πάνω στή ρόδα, οί λυγμοί στήν άμαξα δυναμώνουν, μά τώρα προστίθεται μιά ευχάριστη κοντράλτα... —'Η σ ύχα σ ε πιά, ήσύχασε... Ό Καραμπάνοφ σπρώχνει τόν Κοζίρ ά π 'τή ρόδα. — Τ ράβ’άπό κεΐ, στό... Μά κι ό ίδιο ς ό Καραμπάνοφ δέν κρατιέται, ξεφυσάει, χάνει τήν Ισορροπία του, καί πέφτει. Χάνω καί γώ τήν υπομονή μου: — Τράβα, Σορόκα, φτάνει ή καθυστέρηση! Μά βαλτοί εΐσαστε δλοι σας σήμερα; Ό Σορόκα χτυπάει μέ δύναμη τό Γεράκι. Τά παιδιά γελάνε άνοιχτόκαρδα, κάτω όπόνα σκίνο στενάζει ό Καραμπάνοφ κι ό Ά ν τ ό ν χαχανίζει: — Πλάκα θ ά ’χει νά τούς σταματήσουνε τίποτε ληστές στό δρόμο! Τότε θά καθυστερήσουνε χω ρίς άλλο στό γλέντι! Ό Κοζίρ στέκεται άνάμεσα στό πλήθος σά χαμένος, καί δέ μπορεϊ, μέ κανένα τρόπο, νά καταλάβει τί σόι σοβαρά γεγονότα ήταν αύτά πού τόν έμπόδισαν νά μετρήσει τίς άχτίνες τής ρόδας.

Μέ τίς διάφορες δουλιές ούτε καί καταλάβαμε καλά-καλά πώς πέρασε ένάμιση μήνας. Ό διαχειριστής τού ΕΑΕ ήρθε άκριβώς στήν ώρα του, — Πώς πάνε λοιπόν, τ ’άλογά μας; — Ζοϋν καί βασιλεύουν. — Πότε θά μας τά στείλετε; Ό Ά ν τ ό ν χλώμιασε. — Τί θά πεϊ αύτό τό «θά τά στείλετε»; Καί ποιός θά δουλέψει; —Έ χο υ μ ε συμφωνητικό, σύντροφοι, είπε ό διαχειριστής σκληρά. Συμφωνητικό. Καί τό στάρι πότε μπορούμε νά τό παραλάβουμε; —Μά, τί λέτε! Πρέπει πρώτα νά τό μαζέψουμε καί νά τό Αλωνίσουμε, τό σιτάρι είναι άκόμα στό χωράφι! — Καί τούς τροχούς; — Ξέρετε, ό καροποιός μας δέ μέτρησε τίς άχτίνες καί δέν ξέρει μέ πόσες άχτίνες πρέπει νά φτιάξει τούς τροχούς. Καί τό μέγεθος έπίσης... Ό διαχειριστής θεωρούσε τόν έαυτό του υπερδιοικητή στό 193


Σταθμό. Καί πώς θ ά 'τα ν άλλιώτικα; Διαχειριστής τοΰ ΕΑΕ ε ίν ’αύτός, δχι άστεΐα! — Θά χρειαστεί νά πληρώσετε πρόστιμο σύμφωνα μέ τό συμφωνητικό. Κι άπό σήμερα κιόλας, ξέρετε, δέκα φούντια τή μέρα, δέκα φούντια σιτάρι... "Οπως θέλετε, δηλαδή... Ό διαχειριστής έφυγε. Ό Μ πράτσενκο ξεπροβόδισε τ ’Α­ μαξάκι τοΰ διαχειριστή, τρέμοντας: — Παλιάνθρωπε!... "Ημασταν πολύ στενοχωρημένοι. Τ ’άλογα μάς ήταν Απα­ ραίτητα, μά καί πάλι δέ μπορούσαμε νά τοΰ δόσουμε κι όλόκληρη τή σοδειά! Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς γκρίνιαζε: — Δέν πρόκειται νά δόσω στάρι σ 'α ύτά τά παράσιτα: δεκάπέντε φούντια τό μήνα καί τώρα άπό άλλα δέκα φούντια! Αύτοί έκεΐ άσχολοΰνται δλο μέ τή χθεωρία, ένώ έμεϊς έδώ δουλεύουμε καί βγάζουμε τή σοδειά. Καί μετά δόστους καί τό ψωμί, δόστους καί τ ’άλογα. "Ο,τι θέλεις κάνε, μά στάρι άπό μένα δέν παίρνεις! Τά παιδιά πήραν Αρνητική θέση Απέναντι στό συμφωνη­ τικό: —"Αν είναι νά τούς δόσουμε τό στάρι, τότε καλύτερα νά ξεραθεί στό χωράφι. "Αμα θέλουν άς πάρουνε τό στάρι κι άς μάς άφήσουνε τ*άλογα. Ό Μπράτσενκο έλυσε τό ζήτημα πιό συμβιβαστικά: — Μ πορείτε νά τούς δόσετε καί τό στάρι καί τ ’άλλα γεννήματα, καί τήν πατάτα, δμως έγώ, τ'ά λ ο γα δέν τά δίνω, θέλετε βρίστε με, θέλετε δχι, δμως άλογα δέν πρόκειται νά δοΰν στά μάτια τους. Μπήκε ό *Ιούλης. Τά παιδιά θέριζαν τό σανό στά λιβάδια κι ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ήταν δλο φούρκα: —" Ασχημα κοσίζουν τά παιδιά, δέν ξέρουν. Κι αύτό είναι σανός, πώς θά γίνει μέ τά γεννήματα κι έγώ δέν ξέρω. Γέννημα έφτά ντεσιατίνες κι Ακόμα στάρι όχτώ ντεσιατίνες κι όψιμα καί βρώμη. Τί νά κάνεις; Πρέπει τό δίχως άλλο ν ’Αγοράσουμε χθεριστική μηχανή. — Μά, τ ίν ’αύτά πού λές, Καλίνα 'ϊβά νοβιτς; Καί ποΰ θά ’βρεις τά λεφτά γιά θεριστική μηχανή; —“Ας είναι καί χειροκίνητη. Π ρίν κόστιζε έκατόν πενήντα ρούβλια, άς είναι καί διακόσια. Τό βράδυ ήρθε καί μοΰ’φερε μιά χούφτα γέννημα. 194


— Νά, βλέπεις; Σέ δυό μέρες πρέπει νά θερίσουμε. ' Ετοιμαζόμασταν νά θερίσουμε μέ τίς κόσες. ’ Αποφασίσαμε ν' άρχίσουμε πανηγυρικά τό θέρισμα μέ μιά γιορτή γιά τό πρώτο δεμάτι. Στό Σταθμό μας, σ τ ’άμμουδερό καί ζεστό χώμα, τά γεννήματα ώρίμαζαν νωρίτερα, κι αύτό μάς βόλευε στήν όργάνωση τής γιορτής, πού τήν προετοιμάζαμε σάν Ενα μεγάλο πανηγύρι. Καλέσαμε πολλούς μουσαφιρέους, φτιάξαμε καλό φαγητό, καί προετοιμάσαμε μιά σοβαρή κι δμορφη τελετή γιά τήν πανηγυρική Εναρξη τού θερισμού. Είχαμε κιόλας στολίσει μ'άψ ίδες καί σημαίες τά χωράφια, ράψαμε στά παιδιά καινούρ­ για κοστούμια, μά ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς ήταν όλο νεΰρα: — Χάνεται ή σοδειά! "Ωσπου νά τό χθερίσουνε τό γέννημα θά σκορπίσει!... Γιά τίς κάργες δουλέψαμε!... Μά τήν ιδια ώρα τά παιδιά άκόνιζαν στίς άποθήκες τίς κόσες καί στέργιωναν τίς τσουγκράνες καθησυχάζοντας τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς: — Τίποτα δέν πρόκειται νά χαθεϊ, Καλίνα Ίβάνοβιτς! "Ολα θά τά φτιάξουμε σάν άληθινοί χωραφιάρηδες! Είχαν όριστεΐ όχτώ κοσατζήδες. Τή μέρα τής γιορτής πολύ πρωί μέ ξύπνησε ό Ά ντό ν : —Ή ρ θ ε Ενας μπάρμπας κι Εφερε μιά θεριστική μηχανή. — Τί θεριστική μηχανή; — Νά, θεριστική μηχανή. Μέ φτερά, θεριστική. Ά ν θέ­ λουμε, λέει νά τήν άγοράσουμε. — Σ τεΐλ’τον άπό κεΐ ποΟ'ρθε. Καί μέ τί λεφτά; Έ σ ύ ξέρεις... — Μ ’αύτός λέει πώς μπορούμε νά κάνουμε άλλαγή. Ζητάει ν ’άλλάξουμε τή μηχανή μέ τ ’άλογο. Ντύθηκα καί τράβηξα γιά τό σταύλο. Καταμεσής στήν αύλή οτεκόταν μιά θεριστική μηχανή, κάπως καινούργια πού φαίνεtai μόλις τήν είχανε βάψει γιά νά τήν πουλήσουνε. Γύρω της χοοϋρμο τά παιδιά τού Σταθμού καί κεΐ δίπλα κοίταζε μέ κάκητα χή μηχανή καί τό νοικοκύρη της κι έμένα ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς. — Τί διάολυ, γιά νά μάς κοροϊδέψει ήρθε; Π οιός τόν κουβάλησε δώ; Ό νοικοκύρης ξέζεψε τ ’άλογα. Ή τ α ν Ενας άνθρωπος εύπαρουπίαστος μέ περιποιημένη ξανθή γενειάδα. — Καί πώς Ετσι καί τήν πουλάς; ρώτησε ό Μπουρούν. ‘Ο νοικοκύρης κοίταξε γύρω: — Τό γιό μου θέλω νά παντρέψω. ’ Εγώ Εχω κι άλλη 195


μηχανή, μας φτάνει αύτή, δμως νά, άλογο δέν έχω νά δόσω τοΰ γιοΰ μου... Ό Καραμπάνοφ μ οΰ’πε ψιθυριστά σ τ ’αύτί: — Ψέματα λέει. Αύτό τό μπάρμπα τόν ξέρω... Δέν είσαστε ά π ’τό Στοροζεβόι; —Ά χ ά , καί βέβαια ά π ’τό Στοροζεβόι! Καί σύ, τί, έδώ βρίσκεσαι; Μά γιά στάσου, δέν είσαι ό Σεμιόν Καραμπάν; Τοΰ Πανάς ό γιός; — Καί βέβαια χάρηκε ό Καραμπάνοφ. Μά, έσεΐς δέν είσαστε ό Ό μ έλτσενκο; Φαίνεται, φοβάστε μή σάς τήν πάρουν; Έ τ σ ι; — Μπορεΐ καί νά μας τήν πάρουν καί, καταλαβαίνεις, θέλουμε τό γιό νά παντρέψουμε... — Καλά, ό γιός σας, δέν είναι τώρα στή συμμορία; — Μά, τί λέτε, θεός φυλάξοι... Ό Σεμιόν άνάλαβε τήν καθοδήγηση τής έπιχείρησης. Έ π ια σ ε ψιλοκουβέντα μέ τό νοικοκύρη δίπλα σ τ ’άλογα, κούνα­ γαν τά κεφάλια τους, καί χτύπαγαν στήν πλάτη καί τά χέρια δ ένας τ'άλλουνοΰ. Ό Σεμιόν είχε πάρει ΰφος πραγματικού άφεντικοΰ κι ήταν όλοφάνερο πώς κι ό Ό μ έλτσ ενκο τοΰ φερνόταν σά σέ άνθρωπο πού καταλαβαίνει. Μ ισή ώρα άργότερα ό Σεμιόν άνοιξε μυστική σύσκεψη μπροστά στήν πόρτα τοΰ Καλίνα ’ϊβάνοβιτς. Στή σύσκεψη παραβρισκόμασταν: έγώ, ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, ό Καραμπάνοφ, ό Μπουρούν, ό Ζαντόροφ, ό Μ πράτσενκο καί δυό - τρία άκόμα ά π ’τά μεγαλύτερα παιδιά. Τήν ίδια ώρα οί υπόλοιποι, άμίλητοι γύρω ά π ’τή μηχανή, συλλογιόνταν Απορημένοι, πώς γίνεται νά ύπάρχουν στόν κόσμο άνθρωποι πού’χουν μιά τέτια μηχανοκί­ νητη εύτυχία. Ό Σεμιόν μας έξήγησε, πώς δ μπάρμπας θέλει νά πάρει γ ι ’Αντάλλαγμα τής θεριστικής μηχανής ένα άλογο, δτι στό Στοροζεβόι, θά γίνει άπογραφή τών μηχανών κι ό νοικοκύρης φοβάται δτι θάί τοΰ τήν πάρουν έτσι τζάμπα, ένώ τ ’άλογο δέ θά τοΰ τό πάρουν, μιά καί παντρεύει τό γιό του. — Μ πορεΐ ν ά ’ναι κι άλήθεια, μπορεί κι δχι, αύτό δέν είναι δική μας δουλιά, είπε δ Ζαντόροφ. “Ομως τή μηχανή πρέπει νά τήν πάρουμε. Σήμερα κιόλας νά τήν πάμε στό χωράφι. — Καί ποιό άλογο θά δόσουμε; ρώτησε δ Ά ν τό ν . Ό Μ ικρούλης κι ή. Μ παντίτκα δέν Αξίζουν δεκάρα. Μήπως θέλεις νά δόσουμε τόν ντορή; 196


—"Εστω καί τόν ντορή, είπε ό Ζαντόροφ, Θ εριστική μηχανή ε ίν ’αύτή! — Τόν ντορή; Ό τ α ν θά βγάλει ό ήλιος κέρατα... Ό Καραμπάνοφ, έκοψε τόν Ά ν τ ό ν π ο ύ 'χ ε άνάψει: — Ναι! Τόν ντορή, βέβαια δέν πρέπει νά τόν δόσουμε. “Αν £να άλογο άξίζει στό Σταθμό αύτό είναι ό ντορής. Τί λέτε, δίνουμε τό Θηρίο; Ε ίν ’άλογο μέ θωριά, άκόμα καί ράτσα μπορεϊ νά πιάσεις ά π ’αύτό. Ό Σεμιόν κοίταζε πονηρά τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς. Αύτός ουτε καί τ ’άπάντησε. Χτύπησε τό τσιμπούκι του στό σκαλοπάτι καί σηκώθηκε: — Δέν Εχω καιρό ν ’άσχολοΟμαι μέ τίς βλακείες σας, είπε καί τράβηξε γιά τό σπίτι του. Ό Σεμιόν τόν άκολούθησε μέ τά μισόκλειστα μάτια του μουρμουρίζοντας: — Σοβαρά, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, δόστε τό Θηρίο. Ό λ α θ ά πάνε καλά καί θά μάς μείνει κι ή μηχανή. — Θά μέ χώσουν φυλακή. — Ποιόν; ’ Εσάς; Ποτέ τών ποτών! Ή μηχανή άξίζει πιό πολύ ά π ’τ ’άλογο. Ά ς πάρει ό ΕΑΕ τή μηχανή άντί γιά τό Θηρίο. Τί, σάμπως γ ι ’αύτούς δέν είναι ένα καί τό ιδ ιο ; Κι αύτοί τίποτα δέ θά χάσουν, κι έμεΐς θά προλάβουμε νά θερίσουμε. “Οπως καί νά τό κάνεις, προκοπή μέ τό Θηρίο δέ γίνεται. Ό Ζαντόροφ χαμογέλασε: — Νά ιστορία! Κι άν τό κάνουμε σ τ ’άλήθεια;... Ό Μπουρούν μασούλαγε ένα στάχυ, σωπαίνοντας καί χαμογελώντας. Ό Ά ν τό ν , πού τά μάτια του λάμπανε, γελούσε: — Πλάκα θ ά ’χει, άν ό ΕΑΕ ζέψει σ τ ’άμάξι τή θεριστική μηχανή... άντί γιά τό Θηρίο! Τά παιδιά μέ βλέπανε μέ μάτια πού καίγανε. —Ά π ο φ ασ ίσ τε, λοιπόν, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς!... Ά π ο φ α σ ίοτι;! Δέν είναι δά καί τίποτα τό φοβερό!... Καί νά σάς βάλουν φυλακή, πού λέει ό λόγος, πάνω άπό μιά βδομάδα δέ θά κάτοετε!... Ό Μπουρούν είπε στό τέλος, μ ’ένα σοβαρό Οφος: —"Οπως καί νά κάνουμε, πρέπει νά τό δόσουμε τ ’άλογο. ' Αλλιώτικα θά μάς πούνε βλάκες. Καί ό ΕΑΕ τό ΐδ ιο θά μάς πεΐ. Κοίταξα τόν Μπουρούν κι είπα ήσυχα: — Σωστά! Ά ν τό ν , βγάλε τ ’άλογο. 197


"Ολοι ρίχτηκαν στό σταΰλο. Τό Θηρίο άρεσε στό νοικοκύρη. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς, τραβώντας με ά π ’τό μανίκι μ οΰ’λεγε χαμηλόφωνα: — Τρελάθηκες; Μήπως βαρέθηκες τή ζωή σου; "Ας πάει κατά διαόλου κι ό Σταθμός καί τό γέννημα! Τί μπερδεύσαι μέ τέτιες δουλιές; —"Αστα, Καλίνα... ’ Αποφασίστηκε. Θά θερίσουμε μέ τή θεριστική μηχανή. "Υστερα άπό μιά ώρα ό νοικοκύρης έφυγε μέ τό Θηρίο. Μετά δυό ώρες ήρθε στό Σταθμό ό Τσερνένκο κι είδε στήν αύλή τή θεριστική μηχανή. — Μπράβο! Ποΰ τό ψαρέψατε αύτό τό λαχείο; Ξάφνου τά παιδιά σώπασαν σά νά περίμεναν τή θύελλα. Κοίταξα τόν Τσερνένκο βαρύθυμα: — Τυχαία τήν πετύχαμε... Ό ’Αντόν χτύπησε τίς παλάμες του καί χοροπήδησε: — Τήν ψαρέψαμε ή όχι σύντροφε Τσερνένκο, μιά φορά τώρα έχουμε θεριστική μηχανή. Θέλετε νά δουλέψετε σήμερα μαζί μας; — Μέ τή μηχανή; — Μέ τή μηχανή. —"Ας είναι, θά θυμηθοΰμε τά νιάτα μας!... "Αντε νά τή δοκιμάσουμε. Ώ σ π ο υ ν ’άρχίσει ή γιορτή ό Τσερνένκο μέ τά παιδιά άσχολοΰνταν μέ τή μηχανή: τή λάδωσαν, τήν καθάρισαν, τήν ταχτοποίησαν, τή δοκίμασαν. Στή γιορτή, άμέσως μετά τό πανηγυρικό μέρος, ό Τσερνέν­ κο άνέβηκε στή μηχανή μόνος του, καί ξεχύθηκε στό χωράφι. Ό Καραμπάνοφ πνίγηκε στά γέλια κι έσκουζε δυνατά: — Κοιτάτε!... Βρήκε τ ’άφεντικό της! Ό διαχειριστής τοΰ ΕΑΕ πηγαινοερχόταν στό χωράφι καί ρώταγε: — Γιατί δέ βλέπω πουθενά τό Θηρίο; Ποΰ ’ναι το; * 0 Ά ν τ ό ν έδειχνε μέ τό καμτσίκι κατά τήν άνατολή: — Τό θηρίο είναι στό δεύτερο Σταθμό. Αΰριο θ ’ άρχίσουμε έκεΐ τό θέρισμα, άς ξεκουραστεί καί λίγο... Στό δάσος στρώθηκαν τά τραπέζια. Τά παιδιά έβαλαν τόν Τσερνένκο νά καθήσει στό πιό έπίσημο μέρος, τόν κερνοΰσαν πιτάκια καί μπόρς καί τοΰ άνοιγαν συζητήσεις. — Μιά χαρά τό όργανώσατε: θεριστική μηχανή. 198


— Σ τ’ άλήθεια, δέν κάναμε καλά; — Καλά. πολύ καλά. — Καί τί είναι καλύτερα, σύντροφε Τσερνένκο, ένα άλογο ή ή θεριστική μηχανή; τοξεύει μέ τά μάτια του ό Μπράτσενκο. — Δέ μπορεϊ κανείς νά πει. ’ Εξαρτάται ά π ’ τό τί σόι άλογο είναι. — Νά, άς ποϋμε, άν είναι ένα άλογο σάν τό Θηρίο; ' Ο διαχειριστής τοΰ ΕΑΕ κατέβασε τό κουτάλι του κι έγινε όλος αυτιά. Ξάφνου, ό Καραμπάνοφ σκασμένος στά γέλια έκρυψε τό κεφάλι του κάτω ά π ’ τό τραπέζι. Ξεκαρδισμένα ά π ’ τά γέλια σάλεψαν καί τ ’ άλλα παιδιά στό τραπέζι. Ό διαχειρι­ στής τινάχτηκε πάνω, καί βάλθηκε νά κοιτάει τριγύρω στό δά­ σος, σά νά γύρευε βοήθεια. ‘ Ο Τσερνένκο δέν πήρε χαμπάρι τίποτα. — Μά, τί πάθανε; Μήπως τό Θ ηρίο δέν είναι καλό άλογο; —’Αλλάξαμε τό Θηρίο μέ τή θεριστική μηχανή σήμερα, είπα έγώ έντελώς σοβαρά. *0 διαχειριστής σωριάστηκε στόν πάγκο, ό Τσερνένκο έμεινε μέ τό στόμα άνοιχτό. "Ολοι σώπασαν. — Τ ’ άλλάξατε μέ τή θεριστική μηχανή; μουρμούρισε ό Τσερνένκο καί κοίταξε τό διαχειριστή. Ό διαχειριστής δλο νεΰρα, πετάχτηκε ά π ’ τό τραπέζι. — Π αιδιακίσιο θράσος καί τίποτα παραπάνω! ’Αλητεία. Αύθαιρεσία!... Ό Τσερνένκο, ξάφνου χαμογέλασε: —“Αχ, παλιόπαιδα!... Σ τ’ άλήθεια, τό κάνατε αύτό; Καί τί θά τήν κάνουμε τή θεριστική μηχανή; —Ό , τ ι καί νά κάνουνε έχουμε συμφωνητικό: στό πενταπλά­ σιο τών ζημιών, τσίριζε ό διαχειριστής. —“Α σ τ’ αύτά τώρα, είπε μέ δυσαρέσκεια ό Τσερνένκο. ’ Ε­ σύ δέν είσαι ίκανός νά τό κάνεις αύτό. — Εγώ; —’ Εσύ άκριβώς, γ ι ’αύτό καί σώπαινε. Τούτοι δώ, όμως, είναι Ικανοί. “Εχουν άνάγκη νά θερίσουν καί γ ι ’ αύτό καταλα­ βαίνουν πώς τό ψωμί είναι πολυτιμότερο ά π ’ τά δικά σου τά πενταπλάσια, καταλαβαίνεις; Καί ότι δέ μάς φοβούνται κι αύτό καλό είναι. Κοντολογής τούς κάνουμε δώρο σήμερα τή θεριστι­ κή μηχανή. 'Αναποδογυρίζοντας τά γιορτινά τραπέζια καί τήν ψυχή τού διαχειριστή τοΰ ΕΑΕ, τά παιδιά σήκωσαν στά χέρια τόν 199


Τσερνένκο κι άρχισαν νά τόν τινάζουνε ψηλά. Μόλις έπιτέλους ξεκαρδισμένος στά γέλια κστάφερε νά πατήσει χώμα, έτρεξε κοντά του ό Ά ν τό ν : — Καί μέ τή Μαίρη καί τό Γεράκι τί Οά γίνει; — Τί θά πεϊ «^τί θά γίνει;» — Νά τοϋ τά δόσουμε; είπε ό Ά ν τό ν , δείχνοντας μέ τό κεφάλι τό διαχειριστή. — Καί βέβαια, νά τοϋ τά δόσεις. — Δέν τοϋ τά δίνω, είπε ό Ά ν τό ν . — Θά τά δόσεις, σοϋ φτάνει ή μηχανή, θύμωσε ό Τσερνέν­ κο. Μά κι ό Ά ν τ ό ν θύμωσε: — Πάρτε τή μηχανή σας! Στά κομμάτια κι ή μηχανή σας! Τί, τόν Καραμπάνοφ θά ζέψουμε σ ’ αύτή; Ό Ά ν τ ό ν έφυγε στό σταϋλο. —Έ χ , σκυλόπαιδα! είπε άνήσυχα ό Τσερνένκο. Γύρω έγινε ήσυχία. Ό Τσερνένκο στραβοκοίταξε τό δια­ χειριστή: — Μπλέξαμε μ ’ αύτή τήν Ιστορία. Πούλησέ τους τα κάπως έτσι μέ δόσεις, άς πάνε κατά διαόλου: καλά παιδιά είναι, τζάμπα τούς λένε συμμορίτες. Παμε νά βροϋμε αύτό τό διάολο, τό δικό σας τόν καπριτσιάρη. Ό Ά ν τό ν ήταν ξαπλωμένος στό σταϋλο πάνω στό σανό. — Λοιπόν, Ά ν τό ν , στά πούλησα τ ’ άλογα. Ό Ά ν τό ν σήκωσε τό κεφάλι: — Καί πόσο; “Ο χι άκριβά, έ;.., — Κάπως θά τά ξοφλήσετε. — Νά, αύτή είναι δουλιά, είπε ό ’ Αντόν. Είσαστε έξυπνος άνθρωπος. — Καί γώ τό ιδιο νομίζω, χαμογέλασε ό Τσερνένκο. — Πιό έξυπνος άπ* τό διαχειριστή σας.

21. ΟΙ «ΔΙΑΒΟΛΟΓΕΡΟΙ» Τά καλοκαιριάτικα βράδια στό σταθμό είναι θαυμάσια. Πάνω μας άπλώνεται ό καθαρός, άπαλός ούρανός, ή άκρη τοϋ δάσους γέρνει στό σούρουπο, οί σιλουέτες τών λιόσπορων στίς 200


γωνιές τών μπαξέδων μαζεύτηκαν καί ξεκουράζονται μετά τή ζεστή μέρα, καί τό κατηφορικό, υγρό μονοπάτι τής λίμνης, χάνεται στούς θαμπούς ίσκιους τοϋ δειλινού. Σ ’ Ενα σκαλοπάτι κάθονται μερικοί καί κουβεντιάζουν, άκούγεται άπό κεΐ ή άκαταλαβίστικη κουβέντα τους, μά πόσοι είναι καί τί σόι μάζω­ ξη είναι, δέ μπορεΐς νά καταλάβεις. “Ερχεται ώρα πού θαρρείς πώς θαμποφέγγει άκόμα κι ώστόσο, είναι δύσκολο νά ξεχωρίσεις τ ' άντικείμενα πού ’ναι γύρω σου. Τούτη τήν ώρα, φαίνεται άδειος πάντα ό Σταθμός, κι άναρωτιέσαι πού νά χάθηκαν τά παιδιά. Πας στό Σταθμό καί κεΐ τά βρίσκεις δλα. Νά, μές στό σταΰλο πέντε άνθρωποι κουβεντιά­ ζουνε άνάμεσα στά χάμουρα πού κρέμονται στόν τοΐχο. Στό φούρνο γίνεται κανονική συνεδρίαση, σέ πέντε λεφτά θά ν’ Ετοιμο τό ψωμί, κι όσοι Εχουν σχέση μ ' αύτή τήν υπόθεση, μέ τό βραδινό, μέ τήν υπηρεσία στό Σταθμό κάθονται στά σκαμνιά μές στό φούρνο πού ’ναι πεντακάθαρος καί σιγοκουβεντιάζουν. Στό πηγάδι, όλότελα τυχαία ή μάζωξη: κάποιος πήγε μέ τόν κουβά γιά νερό, άλλος πέρασε Ετσι άπό κεΐ, τόν τρίτο τόν στα­ μάτησαν, γιατί τόν ψάχνουν άπ ’ τό χάραμα: όλοι τους ξέχασαν τό νερό καί θυμήθηκαν κάτι άλλο, κάτι ίσως, όχι καί τόσο σο­ βαρό... Μά μήπως ύπάρχει κάτι πού νά μήν είναι σοβαρό, τού­ το τ ’ όμορφο καλοκαιριάτικο δειλινό; Σ τ’ άκρινότερο μέρος τοΰ περίβολου, έκεΐ πού άρχίζει ή κατηφοριά στή λίμνη, πάνω σέ μιά πεσμένη ιτιά, ξεφλουδισμένη άπό χρόνια, κάθεται όλόκληρο σμάρι παιδιά κι ό Μ ιτιάγκιν διηγιέται μιά ά π ’ τίς περίφημες ιστορίες του: — ... Πού λέτε, τό πρωί πάνε οί άνθρωποι στήν έκκλησιά, κοιτάνε: ούτε Ενας παπάς! Τί τρέχει; Πού χάθηκαν οί παπάδες; Τούς λέει λοιπόν ό φύλακας: «Τούς παπάδες μας όπωσδήποτε τούς κουβάλησε σήμερα ό διάολρς στό βάλτο. Μά μεΐς είχαμε τέσσερις παπάδες». «Τέσσερις». «“Ετσι θά ’γινε, λοιπόν: τούς τέσσερις παπάδες τούς κουβάλησε τή νύχτα στό βάλτο...»·. Τά παιδιά άκοΰνε ήσυχα, μέ μάτια πού σπιθοβολάνε. Ποϋ καί ποϋ βάζει μόνο μιά τσιρίδα ό Τόσκα: δέν τ ’ άρέσει καί τόσο ό διάβολος, όσο ό χαζοφύλακας, πού φύλαγε δλη νύχτα, καί δέν πήρε χαμπάρι άν ό διάβολος βούτηξε τούς δικούς μας παπάδες, ή τίποτα ξένους! Ά π ’ τά μάτια τους περνάνε δλοι αύτοί οί όλόιδιοι άνώνυμοι, καλοθρεμμένοι παπάδες, όλόκληρη αύτή ή μπελαλίδικη καί δύσκολη έπιχείρηση, λίγο τό ’χετε δηλαδή νά κουβαλήσει τόσους παπάδες πάνω στή ράχη του ό διάβολος καί 201


νά τούς πάει στό βάλτο; Καί μιά τέτια άδιαφορία νά δείχνουν γιά τήν τύχη τους, σά νά πρόκειται γιά κοριούς. Πέρα κεΐ, στά σκίνα, πού ήταν κάποτε κήπος, άκούγεται τό έκρηχτικό γέλιο τής "Ολια Βόρονοβα, τής άπαντάει τό βαρύτο­ νο, κοροϊδευτικό μουρμούρισμα του Μπουρούν, πάλι γέλιο, τώρα όχι μόνο τής "Ολια, μά όλόκληρης κοριτσίστικης χορωδί­ ας. καί νά ’τονε τόν Μπουρούν νά ξεπετάγεται στό ξέφωτο μέ τό κασκέτο στό χέρι καί ξωπίσω του, νά τόν κυνηγάει ένα χαρούμενο παρδαλό μελισσολόι. Στό ξέφωτο στάθηκε καί ό ένδιαφερόμενος Σελαπούτιν, μά δέν ξέρει τί νά κάνει, νά γελάσει ή νά τό βάλει στά πόδια, άφοΰ μέ τίς κοπέλες κι αύτός έχει παλιούς λογαριασμούς. "Ομως τά ήσυχα, στοχαστικά, λυρικά σούρουπα δέν είχανε πάντα τή δική μας διάθεση. Κι οί άποθήκες τοΰ Σταθμού, καί τά υπόγεια τών χωρικών, ώς καί τά δωμάτια τών παιδαγωγών, δέν είχανε πάψει άκόμα νά ’ναι πεδίο μιας συμπληρωματικής δραστηριότητας, έστω όχι καί τόσο άναπτυγμένης, δπως τόν πρώτο χρόνο τής ζωής τοΰ Σταθμοϋ μας. Ή έξαφάνιση όρισμένων πραγμάτων ά π ’ τό Σταθμό είχε γίνει γενικά σπάνιο φαινόμεμο. Κι δν παρουσιαζόταν στό Σταθμό κάποιος καινούργιος είδικός σ ’ αύτές τίς δουλιές, δρχιζε νά καταλαβαίνει πολύ γρήγορα δτι δέ θά 'χ ε ι νά κάνει μέ τό διευθυντή, μά μέ τήν πλειοψηφία τής όμάδας, πού στίς άντιδράσεις της ήταν Ιδιαίτε­ ρα σκληρή. Στό έμπα τοΰ καλοκαιριού, μέ μεγάλη δυσκολία γλίτωσα εναν καινουργιοφερμένο ά π ’ τά χέρια τών παιδιών. Τόν τσάκωσαν έ π ’ αύτοφώρω τήν ώρα πού πολέμαγε νά χωθεΐ στό δωμάτιο τής Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα ά π ’ τό παράθυρο. Τόν βάραγαν μέ τέτια λύσσα καί τόσο άσπλαχνα, πού μονάχα έξαγριωμένος δχλος μπορούσε νά κάνει τέτιο πράμα. "Οταν βρέθηκα άνάμεσά τους, μέ τήν “ίδια μανία μέ πέταξαν κι έμένα στήν άκρη, κι ένας τους ξεφώνισε άγριεμένα: — Στείλτε στό διάολο τόν Ά ντό ν! Τό καλοκαίρι ή έπιτροπή έστειλε στό Σταθμό τόν Κουζμά Λέσι. Τό μισό του άίμα, ήτανε σίγουρα τσιγγάνικο. Στό μελα­ χρινό πρόσωπό του, ήταν περίφημα ταιριασμένα δυό όμορφα, μεγάλα καί άεικίνητα μαΰρα μάτια, πού ’χαν καθορισμένη άπ* τή φύση έντολή: νά σταμπάρουν δλα τ ’ άφύλαχτα πού ’ναι γιά βούτηγμα. "Ολα τ ’ άλλα μέλη τοΰ σώματος τοΰ Λέσι, υποτάσ­ σονταν τυφλά στίς έντολές τών τσιγγάνικων ματιών του: τά πόδια, τόν όδηγοΰσαν έκεΐ άκριβώς δπου βρισκόταν τό άφύλα202


χτο άντικείμενο. Τά χέρια του άπλώνονταν υποταγμένα σ ’ αύτό. ' Η πλάτη του έσκυβε ύποταχτικά γιά νά ξεπεραστεϊ κάποιο φυσικό έμπόδιο. Τ.’ αύτιά τεντώνονταν έντατικά μπάς καί πιάσουν κάποιον ύποπτο θόρυβο ή έπικίνδυνο ήχο. Τί μέρος έπαιρνε σ ' όλες αύτές τίς έπιχειρήσεις τό κεφάλι τού Λέσι δέ μπορούσε νά ξέρει κανένας. Σ ’ αύτό τό κεφάλι δόθηκε πάρα πολύ έκτίμηση κατοπινά, μά στίς άρχές, γιά δλους τούς τροφί­ μους φαινόταν πώς ήταν τό πιό άχρηστο πράμα σ ’ δλο του τό κορμί. Καί στενοχώριες καί γέλια είχαμε μ ’ αύτό τόν Λέσι. Δέν περνούσε μέρα πού νά μήν τόν τσακώναμε γιά κάτι: ή θά σούφρωνε ά π ' τό κάρο πού ’ρθε άπ* τήν πόλη ένα κομμάτι λαρδί ή θ ’ άρπαζε μέσ' ά π' τά χέρια σου στήν άποθήκη μιά χούφτα ζάχαρη ή θά βούταγε ά π ’ τήν τσέπη τοϋ συντρόφου τή μαχόρκα ή θά ’ κοβε τό καρβέλι στό δρόμο ά π ’ τό φούρνο ώς τό μαγειρείο ή ά π ’ τό δωμάτιο τοϋ παιδαγωγού, πού πήγε γιά κάποια συζήτηση θά βούταγε τό μαχαίρι τοϋ τραπέζιου. *0 Λέσι δέν καταπιανόταν ποτέ του μέ μεγαλεπήβολα σχέδια κι ού­ τε χρησιμοποιούσε κανένα έργαλεϊο έστω κι άπλό: ήταν άπό φυσικού του έτσι καμωμένος, πού ’χε τά χέρια του γιά τό πιό σίγουρο έργαλεϊο. Τά παιδιά δοκίμασαν νά τοϋ τίς βρέξουν, ά λ λ ’ αύτός γέλασε μέ είρωνία: — Καί τί θά βγει πού θά μέ δείρετε; Καί γώ δέν κατάλαβα πώς έγινε. “Ας ήσαστε στή θέση μου καί θά βλέπαμε... Ό Κουζμά ήταν ένα πολύ εύθυμο παιδί. Στά δεκάξι του χρόνια είχε άποχτήσει μεγάλη πείρα, ήταν πολυταξιδεμένος, είχε δεϊ πολλά, είχε κάτσει άπό λίγο σ* όλες τίς φυλακές τοϋ Κυβερνείου, ήταν γραμματισμένος, έξυπνος, καπάτσος κι άδίσταχτος, ήξερε θαυμάσια νά χορεύει «γοπάκ*» καί δέν ήξερε τί θά πει σαστιμάρα. Γιά όλες αύτές τίς άρετές του, πολλά καμώματά του, τοϋ τά συγχωρούσαν τά παιδιά κι ώστόσο, αύτή ή έκπληκτική του πονηράδα μάς έγινε φόρτωμα. Στό τέλος μπλέχτηκε σέ μιάν άσχημη ίστορία, πού τόν έριξε γιά πολύ στό κρεβάτι. Κάποια νύχτα χώθηκε στό φούρνο κι έκει τόν χτύπησαν γιά καλά μ ’ ένα κούτσουρο. Τό φούρναρή μας, τόν Κόστια Βετκόφσκι, άπό καιρό τόν βασάνιζε ένα μόνιμο έλειμμα στήν παράδοση τοϋ ψωμιού, άπό τό μεγάλωμα τής φύρας καί τούς καυγάδες μέ τόν Καλίνα Ίβάνοβιτς. “Εστησε καρτέρι καί πήρε τήν ίκανοποίησή του: πάνω του έπεσε τή νύχτα ό Λέσι. Τό πρωί ό Λέσι πήγε στήν 203


Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα νά ζητήσει βοήθεια. Τής έξήγησε πώς άνέβηκε σέ μιά μουριά νά κόψει μιά κλάρα καί γρατζουνίστηκε. ' Η Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα άπόρησε μ ’ αύτό τό τόσο αιματηρό άποτέλεσμα ένός άπλοΰ πεσίματος άπό δέντρο, μά κοίταξε τή δική της δουλιά. ’Επίδεσε τό μούτρο του Λέσι καί τόν πήγε στό θάλαμο, γιατί μοναχός του δέν ήταν σέ θέση νά πάει. *0 Κόστια γ ι ’ άρκετό καιρό δέν έλεγε σέ κανένα γιά τίς λεπτομέρειες τής νύχτας στό φοΰρνο: άσχολοϋνταν στόν έλεύθερο χρόνο του κάνοντας τό νοσοκόμο του Κουζμά καί διαβάζον­ τας του τίς «Περιπέτειες τοϋ Τόμ Σόγιερ». "Οταν έγινε καλά, ό Λέσι διηγήθηκε μονάχος του δλο τό περιστατικό τής νύχτας, καί πρώτος αύτός γέλαγε μέ τήν άτυχία του. Ό Καραμπάνοφ είπε τοϋ Λέσι: —“Ακου, Κουζμά, άν έγώ ήμουν τόσο δτυχος, θά ’χα σταματήσει άπό καιρό τήν κλεψιά. ’Εσύ καταπώς πάς, κάποτε θά σέ σκοτώσουν. — Κι ό ίδ ιο ς έτσι πάνω - κάτω σκέφτομαι: γιατί νά ’μαι τόσο δτυχος; Σίγουρα, αύτό γίνεται γιατί δέν είμαι πραγματικός κλέφτης. Θά δοκιμάσω άκόμα δυό φορές κι άν δέ βγει τίποτε τότε θά σταματήσω. Τί λέτε καί σεις, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; — Δυό φορές; τ ’ άπάντησα. Σ ’ αύτή τήν περίπτωση, δέ χρειάζεται άναβολή, δοκίμασε σήμερα κιόλας, δπως καί νά ’ναι δέ βγαίνει τίποτε. Δέν είσαι σύ γιά τέτιες δουλιές. — Δέν είμαι; —“Ο χι, δέν είσαι. Σιδεράς μπορείς νά γίνεις καί καλός, δπως είπε κι ό Σεμιόν Πετρόβιτς, —“Ετσι είπε; — Είπε. Μόνο πού άκόμα είπε πώς βούτηξες ά π ’ τό σιδεράδικο δυό καινούργια κοπίδια. Μπάς καί τά ’χεις στίς τσέπες σου; Ό Λέσι κοκκίνησε δσο γινόταν νά κοκκινίσει ή μαύρη του μούρη. Ό Καραμπάνοφ δρπαξε τόν Λέσι ά π ’ τήν τσέπη καί χλιμίντρισε έτσι, δπως μονάχα αύτός ό Καραμπάνοφ ήξερε νά χλιμιντράει. — Μά, νά ’τα λοιπόν, έδώ είναι! Κι έτσι ξόφλησε ή μιά φορά. Πιάστηκες! — Διάβολε! είπε ό Λέσι άδειάζοντας τίς τσέπες του. Τέτια είχαμε πολλά στό σταθμό μας. Πολύ χειρότερα ήταν 204


τά πράματα στό λεγόμενο περίγυρό μας. Τά ύπόγεια τών χωρικών, δπως καί πρώτα, τραβούσανε τή συμπάθεια τών παιδιών, μά τώρα είχε μπει τάξη καί σύστημα: στίς υπόγειες έπιχειρήσεις, παίρνανε μέρος μόνο μεγάλοι. Δ ένέπέτρεπαν κάτι τέτιο στούς νεώτερους, καί στήν παραμικρότερη άπόπειρά τους νά τρυπώσουν σέ κάνα ύπόγειο τούς φοβέριζαν μέ τό μπαμπούλα τής φυλακής. Κι είχαν άποχτήσει μιά τέτια άριστοτεχνική είδίκευση οί μεγάλοι σ ’ αύτή τή δουλιά, πού κι οί κουλάκοι δέν τόλμαγαν νά κατηγορήσουν τό Σταθμό γΓ αύτές τίς βρωμοδουλιές. Π έρ ’ ά π ’ αύτό, είχα δλες τίς ένδείξεις νά πιστεύω, πώς έπιτελικός καθοδηγητής δλων αύτών ήταν ένας πραγματικός άριστοτέχνης, ό Μιτιάγκιν. ' Ο Μ ιτιάγκιν μεγάλωσε κλέφτης. Στό Σταθμό δέν έκλεβε γιατί σεβόταν τούς άνθρώπους πού ζούσανε σ ’ αύτόν καί καταλάβαινε θαυμάσια πώς κλοπή στό σταθμό σημαίνει προ­ σβολή στά παιδιά. Μά σάν έπρόκειτο γιά παζάρια καί χωριάτες, δέν είχε ουτε Ιερό ουτε δσιο, Δέ βρισκόταν πολλές φορές τίς νύχτες στό Σταθμό καί τήν αΰγή τόν ξύπναγαν μέ τό ζόρι νά πάρει τό πρωινό του. Τίς Κυριακές γύρευε πάντα άδεια καί γύ­ ριζε άργά τή νύχτα, πότε μέ καινούργιο κασκέτο ή κασκόλ καί πάντα μέ λιχουδιές γιά νά κερνάει τούς πιτσιρίκους. Οί π ιτσ ιρί­ κοι τόν λάτρευαν, μά κείνος ήξερε νά κρύβει ά π ’ αύτούς τήν άληθινά λωποδύτικη φιλοσοφία του. Σέ μένα φερνόταν δπως καί πρώτα μ ’ άγάπη, μά γιά τό κλέψιμο δέν κάναμε ποτέ κουβέντα γιατί ήξερα, πώς δέν πρόκειται νά τόν βοηθήσουν οι συζητήσεις. Π α ρ ’ δ λ ’ αύτά, ό Μ ιτιάγκιν μ ’ άνησυχοϋσε πολύ σοβαρά. Ή τα ν έξυπνότερος κι είχε ταλέντο άξιότερο άπό πολλούς τροφίμους, καί γΓ αύτό τόν σέβονταν δλοι. Τή λωποδύτικη φύση του ήξερε νά τήν φανερώνει μ ’έναν άκαταμάχητα έλκυστικό τρόπο. Γύρω του είχε πάντα ένα έπιτελεΐο άπό μεγάλα παιδιά, πού συμπεριφέρονταν κι αύτά μέ τή δική του λεπτότητα και μέ τόν ίδ ιο σεβασμό στό Σταθμό καί τούς παιδαγωγούς. Μέ τΐ άσχολοϋνταν δλη αύτή ή παρέα τίς σκοτεινές, μυστικές ώρες ήτανε δύσκολο νά τό ξέρουμε. ΓΓ αύτό θά ’πρεπε ή νά τούς παρακολουθούμε ή νά ψαρεύουμε κανένα ά π ’ τά παιδιά, δμως είχα τήν έντύπωση πώς μ ’ αύτό τόν τρόπο μπορούσα νά φρενά­ ρω τήν άρμονική ζωή τοΰ Σταθμού μας, πού μέ τόσες δυσκολίες άρχισε νά γεννιέται. Σάν τύχαινε καί μάθαινα καμιά περιπέτεια τοϋ Μιτιάγκιν, 205


τόν τσάκιζα κυριολεχτικά στή συνέλευση, καί πότε - πότε τόν τιμωρούσα ή τόν φώναζα στό γραφείο μου καί τόν μάλωνα Ιδιαίτερα. Συνήθως σώπαινε μέ μιά ίδανικά ήσυχη φυσιογνωμία, χαμογελούσε πρόσχαρα καί υποχρεωτικά καί φεύγοντας, δέν ξέχναγε ποτέ νά μου πει χαϊδευτικά καί σοβαρά: — Καληνύχτα σας, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς! Ή τ α ν άνοιχτός ύπερασπιστής τής τιμής του Σταθμοΰ, κι άγαναχτοϋσε πολύ σάν τύχαινε νά πιάσουν κανέναν «στά πράσα». — Δέν καταλαβαίνω, που τούς βρίσκουμε αύτούς τούς βλάκες! Χώνονται τή στιγμή πού τό χέρι τους δέν πιάνει. Τό πρόβλεψα, πώς μέ τό Μ ιτιάγκιν θά χρειαστεί νά χωρίσουμε. Μοΰ ήταν λυπηρό νά παραδεχτώ τήν άδυναμία μου, λυπόμουνα κι αύτόν τόν ίδιο. Μπορεϊ κι αύτός νά* νιώθε πώς δέν είχε πιά θέση στό Σταθμό, μά δέ θά 'θελε όπωσδήποτε νά τόν έγκαταλείψει, γιατί ’χε πολλούς φίλους, κι οί πιτσιρίκοι κόλλαγαν πάνω του σάν τίς μΰγες στό μέλι. Τό χειρότερο ήταν, πώς μέ τή φιλοσοφία τοΰ Μ ιτιάγκιν, μπολιάστηκαν παιδιά πού δείχνανε κάποιο σταθερό χαρακτήρα, σάν τόν Καραμπάνοφ, τόν Βέρσνιεφ, τόν Βόλοχοφ. Πραγματική κι άνοιχτή άντιπολίτευση στό Μ ιτιάγκιν ήτανε μόνον ό Μπε­ λούχιν. Είναι ένδιαφέρον, πώς μέ δλη τήν έχθρα πού ’τρεφε ό ένας γιά τόν δλλον δέν καυγάδιζαν ποτέ τους, δέ χτυπιόνταν καί δέ μάλωναν. Ό Μ πελούχιν έλεγε άνοιχτά στό θάλαμο, πώς δσο θά ’ναι στό Σταθμό ό Μ ιτιάγκιν, θά ύπάρχουν κλέφτες. ' Ο Μ ιτιάγκιν τόν δκουγε χαμογελαστός κι άπαντοΰσε χωρίς κακία: — Μά, δέ γίνεται Ματβέι, νά ’ναι δλοι τίμιοι άνθρωποι. Πόσες πεντάρες θ* δξιζε ή δίκιά σου τιμιότητα δίχως κλέφτες; Ά π ό μένα βγάζεις τό ψωμί σου!... —Ά π ό σένα έγώ; Τί ψευτιές ε ίν ’ αύτές; —Ά κ ό μ α καί μ ' αύτό τόν τρόπο: έγώ κλέβω - έσύ δχι κι έτσι παίρνεις κι δνομα καί δόξα! Κι δν στό κάτω - κάτω δέν έκλεβε κανένας, δλοι οί δνθρωποι θά ’ταν ίδιοι. Καί μάλιστα νομίζω, πώς ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πρέπει νά φέρνει στό Σταθμό έπίτηδες τέτιους σάν κι έμένα, γιατί άπό τέτιους σάν κι έσένα, δέ βγαίνει τίποτα! — Μά τί άρλοΰμπες κοπανάς συνέχεια; έλεγε ό Μ πελούχιν. Σάμπως καί δέν ύπάρχουν τέτια κράτη χωρίς κλέφτες; Νά, ή 206


Δανία καί ή Σουηδία καί ή 'Ελβετία. Τό διάβασα πώς έκεΐ δέν υπάρχουνε καθόλου κλέφτες. — Α- αύτά εί-είναι ά-άνό-άνοησίες, μπήκε στή μέση ό Βέρσνιεφ. Καί κεϊ κ-Κ-κλέβουν. Καί-καί τί τ-τό σπουδαίο π-π> πού δέν έ-έχουν κ-κλέφτες: Καί τ-τί ’ναι αύτή ή Δ-Δανία κ-καί ή Έ λβ-βετία; Ψ-ψι-ψιλοπράματα. — Κι έμεΐς τί είμαστε; —’ Ε-έμεΐς; Νά, θ-θά δ-δεϊς τ-τί θ-θά γί-γίνουμε, ν-νά έπ-ππα-νάσταση, β-βλέπεις τ-τί πρά-πράμα εΐ-εϊναι;... — Κάτι σάν κι έσένα είσαστε οί πρώτοι πού είστε ένάντια στήν έπανάσταση, αύτό θέλω νά πώ!... ’Από τέτιες κουβέντες, περισσότερο ά π ’ δλους άναβε ό Καραμπάνοφ. Πεταγόταν ά π 'τό κρεβάτι, άνέμιζε τή γροθιά του στόν άέρα καί κάρφωνε άγριεμένα τά μαύρα μάτια του στό καλοκάγαθο πρόσωπο τοΰ Μπελούχιν: — Καί τί θέλεις λοιπόν καί φωνάζεις; Μ πάς καί νομίζεις πώς, δν έγώ μέ τό Μ ιτιάγκιν φάμε κάνα φραντζολάκι παραπάνω θά ζημιώσει ή έπανάσταση; "Ο λοι σας μάθατε νά τά μετράτε δλα μέ τίς φραντζόλες!... — Καί τί μπερδεύεις έδώ πέρα τά φραντζολάκια σου; *Εδώ δέν πρόκειται γιά φραντζόλες, άλλά γιά τό δτι έλόγου σου, σάν τό γουρούνι σκάβεις τή γή μέ τή μούρη σου! Στά τέλη τοΰ καλοκαιριού, ή δράση τοΰ Μ ιτιάγκιν καί τής παρέας του ξαπλώθηκε σέ μεγάλης κλίμακας έπιχειρήσεις στά γειτονικά μποστάνια. Στά μέρη μας, κεϊνο τόν καιρό, βάζαμε μπόλικα καρπούζια καί πεπόνια, μερικοί μάλιστα άπ* τούς νοικοκυραίους καλλιεργοΰσαν μ ’ αύτά κάμποσες ντεσιατίνες. 01 καρπουζοκλοπές άρχισαν μέ ξεχωριστές έπιδρομές στά μποστάνια. Στήν Ουκρανία, ή κλοπή καρπουζιών ά π ’τά μπο­ στάνια ποτέ δέ θεωροΰνταν ποινικό άδίκημα. Γ ι’αύτό καί τά χωριατόπαιδα τρύπωναν καί στό μποστάνι τοΰ γείτονα. Οί νοικοκυραϊοι βλέπανε αύτές τίς έπιδρομές λίγο - πολύ καλόβο­ λα: άπό μιά ντεσιατίνα μποστάνι, μπορείς νά μαζέψεις ίσαμε δώδεκα χιλιάδες κομμάτια καρπούζια, καί νά χάσεις καμιά κατοσταριά, πού λέει δ λόγος, δέν είναι καί μεγάλη ζημιά. ‘Ωστόσο, καλοΰ - κακοΰ, καταμεσής στό κάθε μποστάνι στεκό­ ταν £να καλυβάκι μέ τό γεροντάκο του, δχι τόσο γιά νά φυλάει τό μποστάνι, δσο γιά νά καταγράφει τούς άπρόσκλητους μουσαφιρέους. 207


Κάπου - κάπου έρχότανε καί σέ μένα ένας τέτιος γεροντάκος καί μοϋ 'κανε χά παράπονά του: — Χτές, οί δικοί σας χώθηκαν στό μποστάνι. Πέστε τους πώς δέν είναι καλό πράμα αύτό. Καλύτερα νά ’ρχονται ίσ ια στήν καλύβα καί κεΐ όλο καί κάτι θά ’χουμε νά τούς φιλέψουμε. Είναι νά μοϋ πεις μονάχα έμενα κι έγώ θά σοϋ διαλέξω τό καλύτερο καρπούζι... Μετέφερα στά παιδιά τήν παράκληση τοϋ γεροντάκου. Αύτοί, τό ίδιο κιόλας βράδυ τήν έκμεταλλεύτηκαν μά στό σύστημα πού πρότεινε ό γέρος κάνανε κι όρισμένες μικρές τροποποιήσεις: τήν ώρα πού στήν καλύβα καταβροχθίζανε τό καλύτερο καρπούζι πού διάλεξε ό γεροντάκος καί γίνονταν φι­ λικές συζητήσεις γιά τό τί λογιώ ήταν τά καρπούζια τήν περα­ σμένη χρονιά ή τό τάδε καλοκαίρι πού μας πολέμαγε ό Γιαπωνέζος, σ 'ό λ ό κ λ η ρ ο τό μποστάνι άλώνιζαν σά νοικοκύρηδες οί παράνομοι μουσαφιρέοι. Δίχως πολλές κουβέντες γέμιζαν μέ καρπούζια τίς πουκαμίσες τους, τίς μαξιλαροθήκες κι όλόκληρα τσουβάλια. Τό πρώτο βράδυ, ά π ’ άφορμή τήν ευγενική πρόταση τοϋ γεροντάκου, ό Βέρσνιεφ πρότεινε νά πάει μουσαφίρης στήν καλύβα ό Μ πελούχιν. Τ ’ άλλα παιδιά δέ διαμαρτυρήθηκαν γιά τήν τέτια προτίμηση. Ό Ματβέι γύρισε ά π ’ τό μποστάνι ευχα­ ριστημένος: — Λόγω τιμής, ήτανε μιά χαρά: κουβεντιάσαμε κι ό γέρος ό κακομοίρης εύχαριστήθηκε. Ό Βέρσνιεφ καθόταν στόν πάγκο καί χαμογελούσε ήρεμα. Μπήκε φουριόζος ό Καραμπάνοφ. — Λοιπόν, Ματβέι, πώς πήγε τό μουσαφιρλίκι; — Βλέπεις, Σεμιόν, πώς μπορούμε νά ζοϋμε σάν καλοί γείτονες; —Έ σ ύ ‘σαι έντάξει. Χόρτασες καρπούζια, άλλά έμεΐς; — Βρέ μυστήριος άνθρωπος! Καί δέν πας κι έσύ; — Τώρα μάλιστα! Καί πώς δέν ντρέπεσαι πού τό λές; Μιά πού μας προσκάλεσε ό άνθρωπος, έπρεπε νά παμε όλοι; Αύτό θά ήταν γαϊδουριά. Έ μ εΐς είμαστε έξήντα άνθρωποι. Τήν άλλη μέρα ό Βέρσνιεφ πρότεινε ξανά στόν Μ πελούχιν νά πάει μουσαφίρης στό γεροντάκο. Ό Μ πελούχιν άρνήθηκε μεγαλόψυχα: άς πανε άλλοι. — Ποϋ νά ψάχνω τώρα γι* άλλους; “Αντε πάμε. Κι άμα δέ θές. μήν τρώς. Κάτσε καί συζήτα. Ό Μ πελούχιν σκέφτηκε πώς ό Βέρσνιεφ έχει δίκιο. Τοϋ 208


άρεσε ή ίδέα: νά πάει μουσαφίρης στό γέρο, γιά νά δείξει πώς τά παιδιά δέν πάνε κεΐ πέρα γιά νά φάνε ντε καί καλά καρπούζια. Μά ό γέρος ύποδέχτηκε έχθρικά τούς μουσαφιρέους, κι ό Μ πελούχιν δέ μπόρεσε νά δείξει τίποτα. ’ Αντίθετα, ό γέρος τούς δδειξε τήν τουφέκα του καί τούς είπε: — Χτές οί έγκληματίες σας τήν ώρα πού λόγου σας δώ μέσα κουβεντιάζατε, σήκωσαν τό μισό μποστάνι! Μά είναι δουλιά αύτή; Ά , μπά, μπά, μπά, πρέπει ν ’ άλλάξουμε τό φύλλο καθώς φαίνεται μαζί σας. Θ ’ άρχίζω νά σάς μπουμπουνίζω μέ τοϋτο δώ! *0 Μ πελούχιν, γύρισε συγχισμένος στό Σταθμό κι έβαλε τίς φωνές στό θάλαμο. Τά παιδιά χαχανίσανε κι ό Μ ιτιάγκιν του ρίχτηκε: — Τί, μπάς καί σ ’ £βαλε δικηγόρο ό γέρος; Έ σ ύ χτές τό βράδυ ντερλίκωνες νόμιμα τό καλύτερο καρπούζι, τί άλλο θές; Καί μεΐς, μπορεΐ καί νά μήν τό ’δαμε στά μάτια μας! Πώς μπορεΐ ό γέρος νά τ ’ άποδείξει; Ό γέρος δέν ξανά ’ρθε σέ μένα. "Ομως δλα δείχνανε, πώς μπήκαμε σέ μεγάλο καρπουζοχορό. Κάποιο πρωινό μπήκα στό θάλαμο κι είδα, δτι τό πάτωμα ήταν γεμάτο καρπουζόφλουδες. Τά ’ βαλα μέ τόν υπεύθυνο τής ύπηρεσίας, κάποιον τιμώρησα κι άπαίτησα νά μήν έπαναληφθεΐ κάτι τέτιο. Καί πραγματικά, τίς έπόμενες μέρες οί θάλαμοι ήτανε καθαροί δπως πρώτα. Τά ήσυχα, θαυμάσια καλοκαιριάτικα βράδια, γεμάτα ψιθύ­ ρους κι άπαλές τρυφερές ψυχικές καταστάσεις, πού σπάνε ξάφνου άπό κάποιο γέλιο έκρηκτικό, χάνονται ήσυχα σιγά σιγά στό μαγεμένο σκοτάδι τής νύχτας. Πάνω ά π ’ τόν κοιμισμένο Σταθμό, άλητεύουν τά δνειρα, τού πεύκου οί μοσκοβολιές, τ ’ άγριόχορτο, τό τιτίβισμα τών πουλιών κάποιο μακρινό άλύχτισμα. Βγαίνω στήν πόρτα. ’Α π ’ τή γωνιά, ξεπροβάλλει ό τρόφιμος τής ύπηρεσίας καί ρωτάει τί ώρα είναι. Στά πόδια του λούζεται στή δροσιά, τσαλαβουτώντας άθόρυβα τό σκυλί... Μπορώ νά κοιμηθώ ήσυχα. Μά αύτή ή ήσυχία έκρυβε πολύπλοκα κι άνήσυχα γεγονότα. Κάποτε ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μέ ρώτησε: —Έ σ ε ΐς δόσατε έντολή νά βολτάρουν τ ’ άλογα έλεύθερα πτήν αύλή δλη νύχτα; Μπορούν νά μάς τά κλέψουν. ' Ο Μπράτσενκο άγανάχτησε: 209


— Καί τί πά νά πεϊ δηλαδή; Δέ θένε τ ’ άλογα νά πάρουν κι αύτά καθαρό άέρα; Τήν άλλη κιόλας μέρα ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μέ ρώτησε: — Γιατί δέν ξεκολλάνε τ ’ δλογα ά π ’ τά παράθυρα του θαλάμου; — Πώς δέν ξεκολλάνε; — Νά, δές: κάθε πρωί στέκονται κάτω άπ ’ τά παράθυρα. Γιά ποιό λόγο στέκονται έκεϊ; ■Έκανα έλεγχο: πραγματικά κάθε πρωί, νωρίς - νωρίς όλα τ ’ άλογά μας καί τό βουβάλι ό Γκαβριούσκα, πού μάς τό δώρισε σάν άχρηστο καί γέρικο ή διαχείριση τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας, πήγαιναν μπροστά στά παράθυρα τών θαλάμων, στούς θάμνους τοϋ γιασεμί καί τής άγριοκερασιάς, καί στέκονταν έκει άκίνητα ώρες όλόκληρες περιμένοντας όλοφάνερα κάποιο σπου­ δαίο γεγονός. Στό θάλαμο, ρώτησα: — Γιατί τ ’ άλογα δέν ξεκολλάνε ά π ’ τά παράθυρά σας; *0 Ό π ρ ίσ κ ο σηκώθηκε ά π ’ τό κρεβάτι, κοίταξε ά π ’ τό παράθυρο, χαμογέλασε καί φώναξε σέ κάποιον: —Έ , Σεριόζα, γιά πήγαινε καί ρώτησε αύτά τά ήλίθια, τΐ διάολο θένε καί στέκονται κάτω ά π ’ τά παράθυρά μας; Κάτω ά π ’ τίς κουβέρτες έβαλαν τά γέλια. Ό Μ ιτιάγκιν ξεροτανύστηκε κι εΐπε μέ τή μπάσα φωνή του: — Δέν έπρεπε νά φέρετε στό Σταθμό τέτια περίεργα ζώα γιατί, βλέπεις, τώρα σας έβαλαν σ ’ άνησυχία... Ρίχτηκα τοΰ Ά ν τό ν : — Τί μυστήρια πράματα ε ϊν ’ αύτά; Γιατί τ ’ άλογα ξεροστα­ λιάζουν έδώ κάθε πρωί; Μέ τί τά ξεγελάνε καί τά τραβοΰν πρός τά δώ; Ό Μ πελούχιν πήρε τό λόγο: — Μ ήν άνησυχεϊτε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, τ ’ άλογα όέν πρόκειται νά πάθουν τίποτε, ό Ά ν τ ό ν ξεπίτηδες τά φέρνει δώ πέρα, δηλαδή, γιά καλό... — Τό ’ βγαλες κιόλας στή φόρα! είπε ό Καραμπάνοφ. — Νά σάς τό ποΰμε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Έ σ ε ΐς άπογορέψατε νά πεταμε τίς φλοΰδες στό πάτωμα κι άν καμιά φορά μάς τυχαίνει κανένα καρπούζι... — Τί θά πεΐ αύτό τό· «σάς τυχαίνει»; — Μά, νά. Είτε ό γέρος θά δόσει σέ κανένα, είτε κάποιος χωριάτης θά μάς φέρει... 210


—Ό γέρος θά δόσει; ρώτησα άπότομα. — Μπορεΐ κι δχι ό γέρος, μά κάπως άλλιώς. Τί νά τίς κάνουμε, λοιπόν, τίς φλούδες; Πάνω στήν ώρα, έβγαλε κι ό ‘Αντόν τ ’ άλογα γιά περίπατο καί τά παιδιά τά τρατάρησαν. Βγήκα άπ* τό θάλαμο. Μετά τό φαΐ ό Μ ιτιάγκιν κουβάλησε στό γραφείο μου ένα πελώριο καρπούζι: — Δοκιμάστε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. — Που τό βρήκες; Χάσου ά π ’ τά μάτια μου μέ τό καρπούζι σου! Καί γενικά, μοϋ φαίνεται πώς πρέπει σοβαρά νά καταπια­ στώ μαζί σας. — Μά, τό καρπούζι αύτό δέν είναι κλεμμένο, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, τό διαλέξαμε είδικά γιά σας. ΓΓ αύτό τό καρπούζι δόσαμε στό γέρο λεφτά. Κι δσο γιά μας, έπρεπε σ τ ’ άλήθεια νά καταπιαστείτε καί μάλιστα άπό καιρό. Δέ θά μάς κακοφανεΐ. — Δίνε του άπό δώ καί μέ τό καρπούζι σου καί μέ τίς φλυαρίες σου! Δέν πέρασαν δέκα λεφτά καί μέ τό ίδιο αύτό καρπούζι ήρθε Λλόκληρη άντιπροσωπεία. Μοϋ ’κανε κατάπληξη τό γεγονός, Λτι μίλησε ό Μ πελούχιν, διακόπτοντας τό λόγο του κάθε λίγο καί λιγάκι γιά νά χαχανίσει. — Αύτά τά ζώα, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, άν ξέρατε μόνο, πόσα καρπούζια τρώνε κάθε βράδυ! Τί νά τό κρύβουμε; Μόνο ό Βόλοχοφ... αύτός... μά αύτό, βέβαια, δέν έχει σημασία. Ποϋ τά βρίσκουν, άς τούς κρίνει ή συνείδησή τους, γεγονός δμως είναι δτι μέ κερνάνε καί μένα, οί λωποδύτες, μοϋ βρήκαν, κατάλαβες, τό άδύνατο σημείο: άγαπώ φοβερά τά καρπούζια. Ά κ ό μ α κι οί κοπέλες παίρνουν τή μερίδα τους κι ό Τόσκα. II ρέπει νά πούμε καί τοϋ στραβοί τό δίκιο, ή ψυχή τους έχει ι:ύγενικά αίσθήματα. Ξέρουμε πώς έσεΐς δέν τρώτε καί μόνο μπελάδες έχετε άπό δαϋτα τά καταραμένα καρπούζια. Πάρτε λοιπόν αύτό τό μικρό δώρο. Έ γ ώ είμαι τίμιος άνθρωπος, δέν ι.Ιμαι κανένας Βέρσνιεφ, πιστέψτε με, γ ι ’ αύτό τό καρπούζι ό γέρος μπορεΐ νά πληρώθηκε καί παραπάνω ά π ’ δ,τι τοϋ κόστισε ή άνθρώπινη δουλιά πού ξοδεύτηκε γ ι ’αύτό, κατά πώς λέει κι ή έπιστήμη τής οίκονομικής πολιτικής. Τελειώνοντας τό λόγο του, ό Μ πελούχιν έγινε ξάφνου σοβαρός, άκούμπησε τό καρπούζι στό τραπέζι μου κι άποτραβήχιηκε διακριτικά στήν άκρη. 211


' Ο Βέρσνιεφ άκούρευτος καί κουρελής, δπως πάντα, βίγλιζε πίσω ά π ’ τήν πλάτη τοΰ Μ ιτιάγκιν. — Π-π-πολιτική οίκονομία, κι δχι οικονομική π-πολιτική. — Τό ίδ ιο κάνει, είπε ό Μ πελούχιν. Ρώτησα: — Καί μέ τί πληρώσατε τό γέρο; Ό Καραμπάνοφ δρχισε νά μετράει στά δάχτυλα: —' Ο Βέρσνιεφ τοΰ κόλλησε τό χερούλι σ ’ ένα κύπελλο. *Ο Γκούντ τοΰ μπάλωσε τή μπότα κι έγώ φύλαξα στή θέση του μισή νύχτα. — Καταλαβαίνω πόσα καρπούζια προστέθηκαν σ ’ αύτό τό ένα γιά μισή νύχτα! — Σωστά, σωστά, είπε ό Μ πελούχιν. Αύτό μπορώ νά τό βεβαιώσω. Μ ’αύτόν τό γέρο έμεϊς έχουμε τώρα καλές σχέσεις. Μά κεΐ στό δάσος είναι ένα δλλο μποστάνι, κι έχει ένα δια­ βολόγερο πού δλο τουφεκάει. —"Αρχισες νά πηγαίνεις καί σύ στά μποστάνια; —“Ο χι, έγώ δέν πάω, μά άκούω τίς τουφεκιές. Τυχαίνει καμιά φορά, βλέπεις, πού βγαίνω βόλτα... Εύχαρίστησα τά παιδιά γιά τό θαυμάσιο καρπούζι. Σέ μερικές μέρες είδα καί τό «διαβολόγερο»». Ή ρ θ ε καταστενοχωρημένος. — Τί θά γίνει μ ’ αύτή τή δουλιά; Πρώτα κλέβανε τή νύχτα, τώρα μήτε τή μέρα πιά ύπάρχει σωτηρία! Ρίχνονται μέρα μεσημέρι όλάκερες συμμορίες, κυνηγάς νά πιάσεις τόν ένα, οί δλλοι χύνονται σ ’ όλο τό μποστάνι. Φοβέρισα τά παιδιά, πώς θά πάω έγώ ό ίδιος νά βοηθήσω στή φύλαξη ή θά βάλω σκοπούς γιά λογαριασμό τοΰ Σταθμοϋ. Α π ά ν τη σ ε ό Μ ιτιάγκιν. —’Εδώ δέν είναι γιά τά καρπούζια, μά δέ θέλει νά περνάμε ούτε πλάι ά π ’ τό μποστάνι του. — Καί γιά ποιό λόγο νά περνάτε πλάι ά π ’ τό μποστάνι του; Ποιός δρόμος πάει άπό κεϊ; — Καί τί τόν νοιάζει αύτόν ποΰ παμε μεΐς; Γιατί τουφεκάει; Τήν δλλη μέρα ό Μπουρούν μέ προειδοποίησε: — Μ ’αύτόν τό γέρο θά ’χουμε κακά ξεμπερδέματα. Τά παιδιά έχουν άγριέψει. Ό γέρος φοβάται τώρα νά κάτσει μόνος του στό καλύβι, κι είναι κι δλλοι δυό μαζί του. δλοι μέ τουφέκια. Λέν τά σηκώνουν αύτά τά παιδιά. Τό ίδ ιο βράδυ τά παιδιά πήγαν σ ’ αύτό τό μποστάνι 212


Ακροβολισμένα. Τά στρατιωτικά μαθήματα πού τούς Εκανα, δέν πήγαν χαμένα. Τά μεσάνυχτα ό μισός Σταθμός είχε καταλαγιά­ σει στό σύνορο τοΰ μποστανιού. "Εβγαλαν μπροστά περίπολο καί άνιχνευτές. 'Ό τα ν οί γέροι βάρεσαν συναγερμό, τά παιδιά μ ’ Ν α «ούρά», χύθηκαν στήν έπίθεση. Οί σκοποί ύποχώρησαν στό δάσος καί πάνω στόν πανικό ξεχάσανε τά τουφέκια στό καλύβι. "Ενα τμήμα ά π ’ τά παιδιά άσχολήθηκε μέ τήν άξιοποίηση τής νίκης, κατρακυλώντας τά καρπούζια στό χαντάκι κάτω ά π ’ τό ύψωματάκι, κι οί υπόλοιποι άρχισαν άντίποινα: βάλανε φωτιά στήν τεράστια καλύβα. “Ενας ά π ’ τούς σκοπούς ήρθε τρεχάτος στό Σταθμό καί μέ ξύπνησε. Τρέξαμε στόν τόπο τής μάχης. Ή καλύβα στό Οψωμα λαμπάδιαζε καί σκόρπιζε τέτιες φωτεινές άνταύγειες, θαρρείς καί καιγόταν όλόκληρο χωριό. "Οταν πλησιάσαμε στό μποστάνι άκούστηκαν μερικές τουφεκιές. Είδα τούς τρόφιμους τοΰ Σταθμού, κρυμμένους σέ κανονι­ κές όμάδες στίς καρπουζιές. Ποΰ καί ποΰ σηκώνονταν καί ιρέχανε στήν καλύβα πού καιγόταν. Κάπου έκεϊ στό δεξιό πλευρό Εδινε διαταγές ό Μ ιτιάγκιν: — Μήν τραβδς ίσια, πήγαινε άπό τά πλάγια! — Ποιός πυροβολεί; ρώτησα τό γέρο. — Καί ποιός ξέρει; Έ κ ε ϊ δέν είναι κανένας. Μπορεϊ καί νά ξέχασε κανένας τό όπλο του έκεΐ κι άπό μονάχο του νά τουφεκάει. Γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, ή ύπόθεση είχε πάρει τέλος. Μ όλις μέ είδαν έκεΐ τά παιδιά έξαφανίστηκαν σά νά τά κατάπιε ή γή. ' Ο γέρος άναστέναξε καί τράβηξε γιά τό σπίτι του. Γύρισα στό Σταθμό. Στό θάλαμο έπικρατοΰσε νεκρική σιγή. “Ο χι μόνο κοιμοϋνταν δλοι τους, μά ροχάλιζαν κιόλας: ποτέ στή ζωή μου δέν άκουσα τέτιο ροχαλητό. Είπα σιγανά: — Πάψτε νά κάνετε τό βλάκα. Σηκωθείτε πάνω! Τό ροχαλητό σταμάτησε, μά συνέχιζαν δλοι έπίμονα νά κοιμοΰνται. — Σηκωθείτε, σάς λέω! Ά π ’ τά μαξιλάρια ξεμύτισαν άναμαλλιασμένα κεφάλια. *0 Μ ιτιάγκιν μέ κοίταζε καί δέ μ ’ άναγνώριζε: — Τί τρέχει; Ό μ ω ς, ό Καραμπάνοφ δέν άντεξε: —Ά σ τ ’ αύτά στήν πάντα, Μ ιτιάγκιν. Ό λ ο ι μέ κύκλωσαν κι άρχισαν μ ’ ένθουσιασμό νά διηγοΰν213


ται γιά τίς λεπτομέρειες τής ήρωικής νύχτας. Ξάφνου ό Ταρα­ νέτς πήδησε σά νά ζεματίστηκε: — Μά στήν καλύβα είχε δπλα! — Κάηκαν... — Τό ξύλο κάηκε, τό υπόλοιπο δμως είναι χρήσιμο!... Καί βγήκε τρέχοντας. Είπα: — Μ πορεΐ δ λ ’ αύτά νά ’ναι διασκεδαστικά, μά είναι ώστόσο, πραγματική ληστεία. Δέν έχω δλλο υπομονή. Ά ν έχετε σκοπό νά συνεχίσετε έτσι καί παραπέρα οί δρόμοι μας χωρίζουνε. Τί κατάσταση είν* αύτή; Ούτε μέρα, ούτε νύχτα δέν ύπάρχει ήσυχία, οϋτε στό Σταθμό, ούτε σ ’ όλόκληρη τήν περιοχή! Ό Καραμπάνοφ μ ’ δρπαξε ά π ’ τό χέρι: — Αύτό δέ θά ξαναγίνει. Καί μονάχοι μας τό βλέπουμε πώς τό παρατραβήξαμε τό σκοινί. Τί λέτε παιδιά; Τά παιδιά σφύριξαν σά νά έπιβεβαίωναν. —Ό λ ’ αύτά είναι λόγια, ε(πα. Σάς προειδοποιώ, πώς δν έπαναληφθοϋν τέτιου είδους ληστρικές ένέργειες, κάποιον θά διώξω άπ* τό Σταθμό. Νά τό ξέρετε. Ά λ λ η φορά δέ θά σάς τό ξαναπώ. Τήν δλλη μέρα, πήγανε μέ κάρα στό μποστάνι καί μάζεψαν δ,τι είχε άπομείνει. Στό τραπέζι μου άπόμειναν μερικές κάνες καί κάποια μικροεξαρτήματα άπό καμένα δπλα.

22. ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΣ Τά παιδιά δέν κράτησαν τό λόγο τους. Οϋτε ό Καραμπάνοφ, ούτε δ Μ ιτιάγκιν, οϋτε καί τ ’ δλλα μέλη τής δμάδας σταμάτη­ σαν τίς έπιδρομές στά μποστάνια, οϋτε τίς έπιθέσεις στά κελάρια καί στά υπόγεια τών χωρικών. Στό τέλος όργάνωσαν μιά καινούργια περίπλοκη έπιχείρηση, πού στεφανώθηκε μ ’ όλόκληρη συγχορδία άπό εύχάριστα καί δυσάρεστα γεγονότα. "Ενα βράδυ, τρύπωσαν στό μελισσοτροφεϊο τοϋ Λουκά Σεμιόνοβιτς κι έκλεψαν δυό κυψέλες μαζί μέ τό μέλι καί τίς μέλισσες. “Εφεραν τίς κυψέλες νύχτα στό Σταθμό καί τίς έβαλαν 214


στό τσαγκαράδικο πού κείνο τόν καιρό δέ δούλευε. Τό πράμα τό γιόρτασαν μ ’ ένα τρικούβερτο γλέντι, μέ τή συμμετοχή πολλών τροφίμων. Τό πρωί μπορούσε κανείς νά συντάξει έναν άκριβή κατάλογο αύτών πού πήραν μέρος στό γλέντι. "Ολων οί φάτσες ήτανε κατακόκκινες καί πρησμένες. Ό Λέσι μάλιστα, χρειά­ στηκε νά ζητήσει τή βοήθεια τής Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Ό Μ ιτιάγκιν, πού κλήθηκε στό γραφείο, πήρε άμέσως όλη τήν εύθύνη πάνω του, άρνήθηκε νά μαρτυρήσει τούς άλλους καί μάλιστα άπόρησε: — Τίποτα τό σπουδαίο δέν έγινε! Έ μ εϊς δέν πήραμε τίς κυψέλες γιά τόν έαυτό μας, μά γιά τό Σταθμό. "Αν νομίζετε πώς στό Σταθμό δέ χρειάζεται μελισσοτροφεϊο, μπορούμε νά τίς πάμε πίσω. — Καί τί θά πάς πίσω; Τό μέλι πού φάγατε ή τίς μέλισσες πού ψοφήσανε; —"Οπως θέλετε. ’ Εγώ νόμιζα πώς αύτό θά ’ ταν καλό γιά τό Σταθμό. —Ό χ ι Μιτιάγκιν. Τό καλύτερο θά ’ναι νά μάς άφήσεις ήσυχους. Είσαι πιά μεγάλος, καί μαζί δέν πρόκειται νά συνεννοηθοϋμε ποτέ. “Ά ς χωρίσουμε, λοιπόν. —“Ετσι λέω κι έγώ... “Επρεπε νά φύγει δσο γινόταν πιό γρήγορα ά π ’ τό Σταθμό ό Μιτιάγκιν. Ξεκαθάρισα πιά πώς καθυστέρησα άσυγχώρητα νά πάρω αύτή τήν άπόφαση καί δέ μπόρεσα νά δώ πώς άπό καιρό ή κολεχτίβα είχε μπει σέ διαδικασία άποσύνθεσης. Μπορεΐ νά μήν ύπήρχε τίποτα τό Ιδιαίτερα κακό στίς έπιχειρήσεις στά μποστά­ νια είτε στή ληστεία τοϋ μελισσοτροφείου, μά τό δτι ή προσοχή τών παιδιών στρεφόταν μόνιμα κι άποκλειστικά σ ’ αύτές τίς δουλιές, οί νύχτες καί οι μέρες τους πού ήταν γεμάτες άπό κοινές προσπάθειες κι ίδιες έντυπώσεις, δ λ ’ αύτά υπογράμμιζαν μιά δλοκληρωτική παρέκκλιση άπό τή γραμμή τοϋ Σταθμοϋ μας, μ ’ δλλα λόγια καθολική στασιμότητα. Καί στό φόντο αύτής τής στασιμότητας, μπρός στόν καθένα άντικειμενικό παρατηρητή διαγράφονταν ξεκάθαρα μερικές άδιάψευστες άλήθειες: ξετσι­ πωσιά τών τροφίμων, άνευλάβεια καί πρόστυχη συμπεριφορά πρός τό Σταθμό καί τή δουλιά, ένας γελοίος κι άνόητος χλευασμός τών πάντων, στοιχεία άναμφισβήτητου κυνισμού. “Εβλεπα παιδιά σάν τόν Μ πελούχιν καί τόν Ζαντόροφ, πού δέν είχανε πάρει ποτέ μέρος σ ’ αύτές τίς δουλιές ν ’ άρχίζουν νά χάνουν τήν πρωτινή λάμψη τής προσωπικότητάς τους. Τά πλάνα 215


μας, Ενα ένδιαφέρον βιβλίο, τά πολιτικά ζητήματα, άρχισαν νά μπαίνουν στά χρονοντούλαπα τής κολεχτίβας, παραχωρώντας τήν κεντρική τους θέση σ ’ άλήτικες καί κούφιες περιπέτειες καί σ ' άτέλειωτες συζητήσεις γύρω ά π ’ αύτές. "Ο λ ’ αύτά είχαν τήν έπίδρασή τους καί στήν έξωτερική έμφάνιση τών τροφίμων κι όλόκληρου τοΰ Σταθμού: άτονες κινήσεις, μιά χοντροκομμένη καί ρηχή τάση γιά έξυπνάδες, άδιαφορία στό ντύσιμο καί μπόλικη βρωμιά σέ δλες τίς μεριές. "Εγραψα τοΰ Μ ιτιάγκιν μιά βεβαίωση, τοΰ ’δοσα πέντε ρούβλια γιά τό δρόμο, είπε πώς θά πήγαινε στήν ’Οδησσό, καί τοΰ ευχήθηκα καλό ταξίδι. — Μπορώ ν ’ άποχαιρετήσω τά παιδιά; — Καί γιατί όχι; Πώς άποχαιρετήθηκαν δέν ξέρω. *Ο Μ ιτιάγκιν έφυγε πρίν νά βραδιάσει καί τόν ξεπροβόδισε σχεδόν όλόκληρος ό Σταθ­ μός. Τό βράδυ όλοι τους ήταν στενοχωρημένοι, οί μικροί είχαν κατεβάσει τά μοΰτρα, σά νά σταμάτησαν νά δουλεύουν τά μοτέρ πού τούς Εδιναν ζωή. Ό Καραμπάνοφ, δπως Εκατσε σ ’ Ενα Αναποδογυρισμένο κασόνι πλάι στήν άποθήκη, έτσι κι Εμεινε ώς τή νύχτα. Ό Λέσι μπήκε στό γραφείο μου: — Τόν λυπάμαι τόν Μιτιάγκιν. Περίμενε γιά πολύ μιάν άπάντηση, μά ’γώ δέν άπάντησα. Είδε κι άπόειδε κι Εφυγε. Δούλευα ώς άργά τή νύχτα. Βγαίνοντας κατά τίς δυό άπό τό γραφείο μου είδα φώς στή σοφίτα τοΰ σταύλου. Ξύπνησα τόν ’ Αντόν: — Ποιός είναι στή σοφίτα; ’ Ο ’ Αντόν γύρισε μουρμουρίζοντας σ τ ’ άλλο πλευρό κι είπε βαριεστημένα: —*0 Μ ιτιάγκιν. — Καί γιατί κάθεται κεί; — Καί ποΰ ξέρω γώ; ’Ανέβηκα στή σοφίτα. Γύρω ά π ’ τό φανάρι τοΰ σταύλου, κάθονταν καμπόσοι: ό Καραμπάνοφ, ό Βόλοχοφ, ό Λέσι, ό Π ρη­ χόντκο, ό Ό σ ά ν τσ ι. Μέ κοιτούσαν σωπαίνοντας. Ό Μ ιτιάγκιν κάτι Εφτιαχνε στή γωνιά τής σοφίτας, μόλις καί τόν διέκρινα στό σκοτάδι. — Τραβάτε δλοι στό γραφείο. 216


Τήν ώρα πού ξεκλείδωνα τήν πόρτα, ό Καραμπάνοφ έδινε έντολές: — Δέν έχετε καμιά δουλιά νά μαζευτείτε δλοι έδώ. Θά παμε έγώ μέ τόν Μ ιτιάγκιν. Δέν είχα άντίρρηση. Μπήκαν. Ό Καραμπάνοφ σωριάστηκε έλεύθεραστό ντιβάνι. Ό Μ ιτιάγκιν σταμάτησε στή γωνιά, δίπλα στήν πόρτα. — Γ ιατί ξαναγύρισες στό Σταθμό; — Είχα κάποια δουλιά, — Τί δουλιά; — Κάποια δική μας δουλιά. ' Ο Καραμπάνοφ μέ κοίταζε μ ' ένα διαπεραστικό βλέμμα πού έβγαζε φλόγες. Ξάφνου τινάχτηκε σάν έλατήριο καί μέ μιά εύλύγιστη φιδίσια κίνηση έσκυψε πάνω ά π ’ τό γραφείο μου καί κόλλησε σχεδόν τά φλογισμένα μάτια του πάνω στά γυαλιά μου: — Ξέρετε κάτι, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; Ξέρετε τί θέλω νά σας πώ; Θά φύγω καί γώ μαζί μέ τόν Μ ιτιάγκιν! — Τί μαγειρεύατε στή σοφίτα; — Γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, τιποτένια υπόθεση, μά γιά τό Σταθμό άπαράδεχτη όπωσδήποτε. Θά φύγω μέ τό Μιτιάγκα. Ά φ ο ΰ δέ σας κάνουμε, τί νά γίνει, θά πάμε νά βρούμε άλλοΰ τήν τύχη μας. “Ίσ ω ς νά βρείτε καλύτερους τροφίμους άπό μάς. Πάντα του ήτανε κολπαδόρος καί τούτη τή στιγμή έπαιζε τό ρόλο τοΰ δυσάρεστημένου μέ τήν έλπίδα, πώς “ίσως ντραπώ γιά τή σκληράδα μου κι άφήσω τό Μ ιτιάγκιν στό Σταθμό. Κοίταξα τόν Καραμπάνοφ κατάματα καί ξαναρώτησα: — Γιά ποιά δουλιά μαζευτήκατε; Ό Καραμπάνοφ δέν άπάντησε, παρά κοίταξε έρωτηματικά τόν Μ ιτιάγκιν. Σηκώθηκα ά π ’ τό τραπέζι κι είπα τοΰ Καραμπάνοφ: — Π ιστόλι έχεις; — Δέν έχω, άπάντησε σταθερά. — Δεΐξε μου τίς τσέπες σου. — Σ τ’ άλήθεια θά μας ψάξετε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; — Δεΐξε μου τίς τσέπες! — Νά, κοιτάξτε! φώναξε υστερικά σχεδόν ό Καραμπάνοφ, άναποδογυρίζοντας τίς τσέπες τοΰ σακακιού καί του παντελο­ νιού του καί σκορπώντας στό πάτωμα ψίχουλα καί μαχόρκα. Π λησίασα τό Μ ιτιάγκιν. — Δεΐξε μου τίς τσέπες σου. 217


Ό Μ ιτιάγκιν Εχωσε Αδέξια τά χέρια στίς τσέπες. "Εβγαλε Ενα πορτοφόλι, μιάν άρμάθα κλειδιά κι Αντικλείδια, χαμογέλασε Αμήχανα κι είπε: —Ά λ λ ο τίποτα δέν υπάρχει. Έ β α λ α τό χέρι μου στή ζώνη τοΰ παντελονιού του κι Εβγαλα Ενα μικρό μπράουνινγκ. Στό γεμιστήρα ήταν τρεις σφαίρες. — Ποιανού είναι; — Είναι τό πιστόλι μου, είπε ό Καραμπάνοφ. — Γιατί, λοιπόν, είπες ψέματα, δτι δέν Εχεις τίποτα; Κρί­ μα... Τί νά γίνει; Εεκουμπίδια τώρα όλοταχώς Απ’ τό Σταθμό καί τραβατε στοΰ διαόλου τή μάνα, νά μή μείνει οΰτε “ίχνος άπό σας έδώ πέρα; Καταλάβατε; “Εκατσα στό γραφείο κι Εγραψα μιά βεβαίωση γιά τόν Καραμπάνοφ. Πήρε σωπαίνοντας τό χαρτί, κοίταξε περιφρονη­ τικά τό τάληρο πού τοΰ πρότεινα κι είπε: — Θά βολευτούμε κι Ετσι. Γειά - χαρά! Μοΰ πρότεινε σπασμωδικά τό χέρι κι Εσφιξε δυνατά τά δάχτυλά μου, ώσπου νά μέ πονέσουν, κάτι θέλησε νά πει, μά ρίχτηκε ξαφνικά στήν πόρτα καί χάθηκε στή νύχτα. ' Ο Μιτιάγκιν δέ μοΰ άπλωσε τό χέρι καί δέν είπε ούτε μιά Αποχαιρετιστή­ ρια λέξη. Τυλίχτηκε μέ μιά πλατιά κίνηση στό σακάκι του καί μέ Αθόρυβα βήματα κλέφτη γλίστρησε πίσω Απ’ τόν Καραμπά­ νοφ. Βγήκα στήν πόρτα. Είχε μαζευτεί έκεΐ Ενα τσούρμο παιδιά. * Ο Λέσι ρίχτηκε, τρέχοντας ξοπίσω άπ* αύτούς πού ’φευγαν, μά Εφτασε μόνο ώς τήν Ακρη τοΰ δάσους καί ξαναγύρισε. Ό Ά ν τ ό ν στεκόταν στό πάνω σκαλοπάτι καί κάτι μουρμούριζε. Ξαφνικά, ό Μ πελούχιν διέκοψε τή σιωπή: —“Ετσι! Α ναγνω ρίζω , λοιπόν, πώς σωστά Εγινε δ,τι Εγινε. —“Ισως καί νά ’γινε σωστά, είπε ό Βέρσνιεφ, μόνο π-πού, ππαρ’ δ λ ’ αύτά είναι λ-λ-λυπηρό. — Π οιόν λυπάσαι; ρώτησα. — Νά, τόν Σ-Σεμιόν μέ τό Μ-Μι-τιάγκα. Καί μ-μήπως έσεΐς δέν τ-τ-τούς λυ-λυπάστε; —’Εσένα λυπάμαι, Κόλκα. Τράβηξα γιά τό δωμάτιό μου κι άκουσα πώς ό Μ πελούχιν προσπαθοΰσε νά πείσει τόν Βέρσνιεφ: — Είσαι Ενας βλάκας καί μισός! Τά βιβλία δέν Αφησαν τίποτα στήν κεφάλα σου! 218


Δυό μέρες δέν άκούστηκε τίποτα γΓ αύτούς πού ’φυγαν. Γιά τόν Καραμπάνοφ δέν πολυανησυχοϋσα: είχε τόν πατέρα του στό Σταροζεβόι. Θ ’ άλητέψει στήν πόλη καμιά βδομάδα καί μετά θά πάει στόν πατέρα του. "Οσο γιά τήν τύχη τού Μ ιτιάγκιν, δέν είχα άμφιβολία: θ ’ άλητέψει στούς δρόμους κάνα χρόνο, θά κάτσει κάμποσες φορές στό φρέσκο, θά τόν πιάσουν γιά καμιά σοβαρή δουλιά, θά τόν έκτοπίσουν σέ άλλη πόλη, κι όπωσδήπο­ τε υστέρα άπό πέντε - έξι χρόνια ή θά τόν καθαρίσουν οί δικοί του ή θά τόν περάσουν άπό δίκη καί θά τόν τουφεκίσουν. Ά λ λ ο ς δρόμος γ ι ’ αύτόν δέν ύπάρχει. Μ πορεΐ νά πάρει στό λαιμό του καί τόν Καραμπάνοφ. Τόν παρέσυραν κι αύτόν κάποτε σέ μιά ένοπλη ληστεία. Μετά δυό μέρες στό Σταθμό άρχισαν τά ψιθυρίσματα: — Λένε πώς ό Σεμιόν μέ τόν Μ ιτιάγκιν ληστεύουν στό δρόμο. Χτές ληστέψανε τούς χασάπηδες ά π ’ τή Ρεσετΐλοφκα. — Π οιοί τό λένε; —' Η γαλατού πού ήταν στούς "Οσιποφ έτσι είπε, δτι ήταν δ Σεμιόν κι ό Μιτιάγκιν. Τά παιδιά σιγοψιθύριζαν στίς γωνιές καί σώπαιναν δταν ζύγωνε κανείς. Οί μεγαλύτεροι είχαν κατεβάσει τά μούτρα, δέν ήθελαν οϋτε νά διαβάσουν, ούτε νά κουβεντιάσουν, μαζεύονταν τό βράδυ δυό - δυό ή τρεΐς - τρεϊς κι άλλαζαν χαμηλόφωνα μισόλογα. Οί παιδαγωγοί προσπαθούσαν νά μή μιλάνε μαζί μου γΓ αύτούς πού ’φυγαν. Μόνο ή Λίντοτσκα μοϋ *πε κάποτε: — Λυπάστε μήπως τά παιδιά; —wΑς κάνουμε μιά συμφωνία, Λίντοτσκα, τής άπάντησα. Νά συμπονάς χωρίς έμένα. — Δέ μοϋ χρειάζεται, πειράχτηκε ή Λίντια Πετρόβνα. "Υστερα άπό πέντε μέρες γυρνοϋσα μέ τ ’ άμάξι ά π ’ τήν πόλη. Ό ντορής, καλοταϊσμένος ά π ’τ ’άγαθά τοϋ καλοκαιριού, κάλπαζε μέ προθυμιά γιά τό σπίτι. Δίπλα μου καθόταν ό Ά ν τό ν . Είχε κατεβασμένο τό κεφάλι καί συλλογιόταν. Είχαμε πιά συνηθίσει τήν έρημιά τοϋ δρόμου, πού όδηγοϋσε στό Σταθμό, καί δέν περιμέναμε τίποτα τό ένδιαφέρον δταν πηγαινοερχόμα­ σταν. Ξάφνου, ό Ά ν τ ό ν πετάχτηκε: — Κοιτάχτε! Σά νά ’ναι τά δικά μας παιδιά. Μά ναί, αυτά είναι! Ό Σεμιόν μέ τό Μιτιάγκιν! Μπροστά μας, στόν έρημο δρόμο, διαγράφονταν δυό σιλου219


έτες. Καί μόνο τό όξύ μάτι του Ά ν τ ό ν μπορούσε νά καθορίσει μέ τέτια άκρίβεια πώς ήταν ό Μ ιτιάγκιν μέ τό σύντροφό του. *Ο ντορής κάλπαζε γοργά καταπάνω τους. Ό Ά ν τ ό ν άνησύχησε κι δλο καί λοξοκοίταζε τή θήκη τοϋ πιστολιού μου. — Καλού - κακοΟ, βάλτε τό πιστόλι στήν τσέπη, νά τό ’χετε πρόχειρο. — Μή λες άνοησίες. —"Ας είναι, δπως θέλετε. Ό Ά ν τό ν τράβηξε τά χαλινάρια. — Καλά πού άνταμωθήκαμε, είπε ό Σεμιόν. Τίς άλλες, ξέρετε, χωρίσαμε κάπως άσχημα. Ό Μ ιτιάγκιν χαμογελούσε δπως πάντα άνοιχτόκαρδα. — Τί κάνετε δώ πέρα; — Θέλαμε νά κουβεντιάσουμε μαζί σας. Μά, σείς μάς άπαγορέψατε νά ’ ρθουμε στό Σταθμό γ ι ' αύτό καί δέν πήγαμε κατά κεϊ. — Γιατί δέν έφυγες γιά τήν ’Οδησσό; ρώτησα τόν Μιτιάγκιν. — Γιά τήν ώρα κι έδώ μπορεΐ κανένας νά τά βολέψει. Στήν ’Οδησσό θά πάω τό χειμώνα. — Καί δέ σκέφτεσαι νά πιάσεις δουλιά; — Θά δούμε τί θά βγεΐ, είπε ό Μ ιτιάγκιν. Δέ σάς κρατούμε κακία, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, νά μή νομίζετε δτι θυμώσαμε μαζί σας. Ό καθένας θά πάρει τό δρόμο του. Τό πρόσωπο τού Σεμιόν £λαμπε άπό φανερή χαρά. — Μέ τόν Μ ιτιάγκιν θά πάς; —Ά κ ό μ α δέν ξέρω. Τόν τραβάω νά πάμε στόν πατέρα μου, μά αύτός μοΰ κάνει κορδελάκια! —' Χωριατόμουτρο σωστό ό γέρος του! Καί τί δέν Εχουν δεΐ τά μάτια μου κεϊ πέρα! Μέ συνόδεψαν ώς τή στροφή τοΰ Σταθμοΰ. — Μή μας κρατατε κακία, είπε ό Σεμιόν άποχαιρετώντας με. Ά ς φιληθούμε! ' Ο Μ ιτιάγκιν δβαλε τά γέλια: —“Εχ, μυγιάγγιχτο μαμουδάκι μου, Σεμιόν, μέ σένα δέ γίνεται τίποτα! — Σάμπως καί συ ’σαι καλύτερος; άπάντησε ό Σεμιόν Ξεκαρδίστηκαν κι οί δυό στά γέλια, κούνησαν τά κασκέτα τους κι ό καθένας μας τράβηξε τό δρόμο του.

220


23. ΣΠΟΡΟΣ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ Τό τέλος του φθινοπώρου ήταν γιά τό Σταθμό μας μιά περίοδος βαριά, ή πιό βαριά σ ’ όλόκληρη τήν ίστορία του. Τό διώξιμο του Καραμπάνοφ καί του Μ ιτιάγκιν, άποδείχθηκε πώς ήταν πολύ όδυνηρή έγχείρηση. Τό γεγονός δτι διώχτηκαν τά «πιό σκληρά παιδιά», πού ’χανε κάτω ά π ’ τήν έπιρροή τους τό Σταθμό, ξεστράτισε τους τροφίμους ά π ’ τό σωστό τους προσα­ νατολισμό. Κι ό Καραμπάνοφ κι ό Μ ιτιάγκιν ήταν σπουδαίοι έργάτες. Στή δουλιά του ό Καραμπάνοφ ριχνόταν μέ πάθος, χαιρόταν τήν όμορφιά της καί μετάδινε αύτή τή χαρά καί στούς άλλους. Σκόρπιζαν κυριολεχτικά τά χέρια του σπίθες ένέργειας κι ένθουσιασμοϋ. Τά ’ βαζε μέ τούς τεμπέληδες καί τούς ράθυμους, κι ή φωνάρα του έφτανε νά ταρακουνήσει καί τόν πιό ξακουστό τεμπελχανά. ' Ο Μ ιτιάγκιν στή δουλιά ήταν τό Ιδανικό συμπλή­ ρωμα τοΰ Καραμπάνοφ. Οΐ κινήσεις του ξεχώριζαν γιά τή λαφράδα καί τή γαλιφιά τους, ήτανε πραγματικά κινήσεις κλέφτη, κι δλα τά ’φτιάχνε σωστά πετυχημένα καί μέ δρεξη. Είχαν μιά ευαισθησία γιά τή ζωή τοΰ Σταθμοϋ καί άντιμετώπιζαν ένεργητικά τούς έκνευρισμούς καί τά πάθη πού γεννιούνταν στήν κολεχτίβα μας. Μέ τό φευγιό τους δλα ξαφνικά κατσούφιασαν στό Σταθμό μας. Ό Βέρσνιεφ χώθηκε άκόμα πιό πολύ στά βιβλία, δ Μπε­ λούχιν τώρα χωράτευε μέ μιάν άλλιώτικη σοβαρότητα καί σαρ­ κασμό, άλλοι, σάν τόν Βόλοχοφ, τόν Π ρηχόντκο, τόν Ό σ ά ν τσ ι έγιναν πολύ σοβαροί κι εύγενικοί, οί πιτσιρίκοι μελαγχόλησαν καί κλείστηκαν στόν έαυτό τους, όλόκληρη ή μάζα τοΰ Σταθμοϋ πήρε ξάφνου τήν δψη μιάς κοινωνίας μεγάλων. Τά βράδια ήταν δύσκολο νά μαζευτεί μιά κεφάτη παρέα: ό καθένας είχε τίς άτομικές του υποθέσεις. Μόνο ό Ζαντόροφ δέν είχε χάσει τή ζωντά­ νια του καί δέν έκρυβε τό γοητευτικό, άνοιχτόκαρδο χαμόγελό του, μά δέν ήθελε κανένας νά συμμεριστεί αύτό του τό κέφι κι έτσι χαμογελούσε όλομόναχος, διαβάζοντας κάποιο βιβλίο, είτε δουλεύοντας τό μοντέλο τής άτμομηχανής πού τό ’χε άρχίσει άκόμα ά π ’ τήν άνοιξη. Σ ’ αύτή τήν πτώση βοήθησαν καί οί άποτυχίες μας στήν άγροτική οίκονομία. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς ήταν κακός γεωπό­ νος, είχε τίς πιό έξωφρενικές άντιλήψεις γιά τήν άμειψισπορά 221


καί τήν τεχνική τής σποράς γενικά. Σά νά μήν έφταναν δλα αυτά, είχαμε κληρονομήσει ά π ’ τούς χωριάτες κάτι χωράφια φοβερά έξαντλημένα καί γεμάτα ζιζάνια. ΓΓ αύτό, καί παρά τή γιγάντια δουλιά τών παιδιών τήν άνοιξη καί τό φθινόπωρο, ή σοδειά μας έκφραζόταν σέ αριθμούς πού σ ’ Εκαναν νά ντρέπε­ σαι. Στό χωράφι μέ τό πρώιμο στάρι ήταν περισσότερα τριβόλια παρά στάρι, τ ’ άνοιξιάτικα είχαν έλεεινή όψη κι άκόμα χει­ ρότερα ήταν τά πράγματα μέ τά κοκκινογούλια καί τήν πατάτα. Ή ίδια κατάπτωση βασίλευε καί στά σπίτια τών παιδαγω­ γών. ■Ίσως αύτό νά συνέβαινε γιατί είχαμε άπλά κουραστεί: άπό τή δημιουργία τοϋ Σταθμού κανένας μας δέν είχε πάρει άδεια. 'Ό μω ς, οί ίδιο ι οί παιδαγωγοί δέν πρόβαλαν σά δικαιολογία τήν κούραση. Ξάνάρχισαν οί παλιές συζητήσεις γιά τό ότι ή δουλιά μας δέν είχε έλπίδα νά δόσει καρπούς, γιά τό ότι είναι άδύνατη ή κοινωνική άγωγή μέ «τέτια» παιδιά, ότι χάνουμε τζάμπα τόν καιρό καί τή δουλιά μας. — Πρέπει νά τά παρατήσουμε, έλεγε ό Ίβ ά ν Ίβ άνοβ ιτς. Τόν Καραμπάνοφ τόν είχαμε γιά καμάρι, χρειάστηκε κι αύτόν νά τόν διώξουμε. Καμιά έλπίδα δέν έχουμε, ούτε γιά τόν Βόλοχοφ, ούτε γιά τόν Βέρσνιεφ, ούτε γιά τόν Ό σ ά ν τσ ι καί τόν Ταρανέτς, ούτε καί γιά πολλούς άλλους. 'Α ξίζει, τάχα, τόν κό­ πο νά κρατάμε τό Σταθμό μόνο γιά τόν Μ πελούχιν; Ά κ ό μ α καί ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα είχε χάσει τήν αισιοδοξία της, αύτή τήν αισιοδοξία πού τήν είχε κάνει πρίν νά ’ναι ό πιό κοντινός βοηθός καί φίλος μου. Σούφρωνε τά φρύδια της καί τό 'ρ ίχ ν ε έπίμονα στίς σκέψεις. Τ ’ άποτελέσματααυτής τής συλλογής ήταν φοβερά γιά τήν ίδια καί μέ ξάφνιαζαν. — Ξέρετε κάτι; Κι άν ξάφνου κάνουμε κάποιο τρομερό λάθος; Δέν υπάρχει καθόλου κολεχτίβα, καταλαβαίνετε; Δέν ύπάρχει καμιά κολεχτίβα, ένώ έμεΐς, δλο μιλάμε γΓ αυτήν, άπλά καί μόνο υπνωτιστήκαμε οί ίδ ιοι μέ τό νά όνειροπολοϋμε αύτή τήν κολεχτίβα. — Μά, γιά σταθείτε, τήν άντέκρουσα, πώς «δέν υπάρχει κολεχτίβα;» Καί οί έξήντα τρόφιμοι τοϋ Σταθμοϋ, ή δουλιά τους, ή ζωή, ή φιλία τους, τί είναι; — Ξέρετε, τί ’ναι; Είναι ένα παιχνίδι ένδιαφέρον, ίσως κεφάτο παιχνίδι. Μάς παρέσυρε αύτό τό παιχνίδι καί παρασύρα­ με καί τά παιδιά γιά κάποια περίοδο, μά δ λ ’ αύτά είναι προσωρινά. Φαίνεται ότι τό παιχνίδι τό βαρέθηκαν πιά, τούς 222


έγινε φόρτωμα, γρήγορα θά τό παρατήσουν καί τότε δλα θά μεταβληθοΟν σ ’ ένα συνηθισμένο άποτυχημένο παιδικό σπίτι. —"Οταν ένα παιχνίδι τό βαριούνται, τότε άρχίζουν νά παίζουν άλλο, προσπαθούσε νά διορθώσει τήν άκεφιά ή Λίντα Πετρόβνα. Γελάσαμε μ ' ένα πικρό γέλιο, μά δέν είχα καθόλου στό νοϋ μου νά ύποχωρήσω: —"Εχετε μιά συνηθισμένη διανοουμενίστικη κακομοιριά, Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, μιά συνηθισμένη γκρίνια. Δέ βγαί­ νει τίποτα ά π ' τίς διαθέσεις σας. Είναι δλότελα συμπτωματικές. Πολύ θά θέλατε νά μπορούσαμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ τόν Μ ιτιάγκιν καί τόν Καραμπάνοφ. Κι έτσι γίνεται πάντα: ό άδικαιολόγητος μαξιμαλισμός, τό καπρίτσιο κι ή πλεονεξία παραχωρούν τή θέση τους, δπως είναι φυσικό κατοπινά, στήν άπογοήτευση. "Η τό παν ή τό τίποτα: ή συνηθισμένη φιλοσοφία τής κατάπτωσης. Ό λ ' αύτά τά ’λεγα, πνίγοντας μέσα μου, Χσως αύτή τήν ίδια διανοουμενίστικη άρρώστια. Ποΰ καί ποϋ μοϋ ’ ρχόνταν κι έμέ­ να στό κεφάλι τέτιες σκέψεις: πρέπει νά τά παρατήσουμε, ό Μ πελούχιν ή ό Ζαντόροφ δέν άξίζουν τόσες θυσίες, πού γίνονται γιά τό Σταθμό. Μοϋ ’ρχόταν στό κεφάλι πώς έχουμε πιά κουραστεί, γΓ αύτό είναι άδύνατη ή έπιτυχία. “Ομως ή παλιά συνήθεια τής άθόρυβης, ύπομονετικής, έντατικής δουλιάς, δέ μ ’ έγκατέλειπε. Προσπαθούσα μπροστά στά παιδιά καί τούς παιδαγωγούς νά ’μαι δραστήριος καί σταθερός, τά ’βαζα μέ τούς λιπόψυχους παιδαγωγούς, προσπα­ θώντας νά τούς πείσω δτι οί κακοτυχίες είναι προσωρινές κι δλα θά ξεχαστοϋν. Υ ποκλίνομ αι μπροστά στήν τεράστια άντοχή καί πειθαρχία πού *δειξαν οί παιδαγωγοί μας κεΐνο τό δύσκολο καιρό. "Οπως καί πρώτα, βρίσκονταν ώς τήν τελευταία στιγμή στή θέση τους, πάντα τους δραστήριοι κι εύαίσθητοι σέ κάθε άναποδιά τοϋ Σταθμοϋ μας, βγαίνανε υπηρεσία σύμφωνα μέ τήν καθιερωμένη πιά θαυμάσια παράδοση πού ’ χε έπικρατήσει στό Σταθμό μας, ντυμένοι μέ τά καλύτερα ροϋχα τους, συγυρισμένοι καί ταχτικοί. *0 Σταθμός τράβαγε μπροστά χωρίς χαμόγελα καί χαρές. Ώ σ τό σ ο προχωρούσε μ ’ ένα ρυθμό σταθερό σάν καλοφτιαγμένη, ρεγουλαρισμένη μηχανή. Διαπίστωσα πώς ή τιμωρία τών δυό τροφίμων, είχε καί τίς θετικές της πλευρές: είχαν σταματή­ 223


σει έντελώς οί έξορμήσεις στό χωριό, καθώς καί οί Επιχειρήσεις στά υπόγεια καί στά μποστάνια. Καμωνόμουνα πώς δέ βλέπω τήν άσχημη διάθεση τών παιδιών, πώς ή καινούργια πειθαρχία κι ή νομιμοφροσύνη σχετικά μέ τούς χωρικούς δέν είναι τίποτα ξεχωριστό, δτι γενικά δλα πανε δπως καί πρώτα κι δπως καί πρώτα δλα τραβάνε μπροστά. Στό Σταθμό παρουσιάστηκαν πολλές καινούργιες σοβαρές δουλιές. ’Αρχίσαμε τό χτίσιμο Ενός θερμοκηπίου στό δεύτερο Σταθμό, άρχίσαμε νά στρώνουμε τούς δρομάκους καί Ισοπεδώ­ σαμε τίς αύλές, ξεκαθαρίζοντας τά χαλάσματα στό Τρέπκε, φτιάξαμε φράχτες κι άψίδες, άρχίσαμε τό χτίσιμο μιάς γέφυρας πάνω στόν Καλομάκ, στό πιό στενό του μέρος, στό σιδεράδικο φτιάχναμε σιδεροκρέβατα γιά τά παιδιά, ταχτοποιούσαμε τ ’ άγροτικά έργαλεΐα καί δουλεύαμε πυρετώδικα γιά ν ’ άποτελειώσουμε τίς Επισκευές τών σπιτιών στό δεύτερο Σταθμό. Φόρτωνα τό Σταθμό συνέχεια μέ καινούργιες βαριές δουλιές κι άπαιτοΰσα νά δουλεύουν δλοι μέ τήν πρωτινή μας άκρίβεια καί πάστρα. Δέν ξέρω γιατί, πιθανόν άπό κάποιο άγνωστο σέ μένα παιδαγωγικό Ενστιχτο, ρίχτηκα στά στρατιωτικά μαθήματα. Γυμναστική καί στρατιωτικά μαθήματα Εκανα στά παιδιά καί πρίν. Δέν είχα ποτέ είδικευθεΐ σά γυμναστής καί δέν είχαμε καί μέσα νά πάρουμε στό Σταθμό είδικευμένο άνθρωπο. “Ηξερα μόνο τό στρατιωτικό σύστημα καί τή στρατιωτική γυμναστική, ήξερα μόνο δ,τι είχε σχέση μέ τή στρατιωτική κατάσταση Ενός λόχου. Χωρίς πολλή σκέψη καί χωρίς κανένα παιδαγωγικό Ενδοιασμό, Εκανα στά παιδιά τέτιου είδους άσκήσεις. Τά παιδιά δείχνανε προθυμία σ ’αύτά. Κάθε μέρα μετά τή δουλιά, μιά - δυό ώρες. όλόκληρος ό Σταθμός Εβγαινε στό π:δ·'ο άσκήσεων πού ήταν μιά τετράγωνη ευρύχωρη αύλή. "Οσο άναπτύσσονταν οί γνώσεις μας, τόσο καί πλάταινε καί τό πεδίο τής δράσης μας. Τό χειμώνα οί σχηματισμοί μας Εκαναν πολύ Ενδιαφέρουσες καί πολύπλοκες στρατιωτικές κινήσεις σ ’ όλόκληρη τήν περιοχή του άγροχτήματος. Πολύ δμορφα καί μεθοδικά κάναμε Επιθέσεις Ενάντια σέ ξεχωριστούς στόχους, στά χωριατόσπιτα καί στίς άποθήκες, στεφανώνοντάς τις μέ τίς Εφόδους μέ έφ ’ δπλου λόγχη καί μέ τόν πανικό πού Επιανε τίς ευαίσθητες ψυχές τών νοικοκυράδων καί τών άντρών τους. Κρυμμένοι πίσω ά π ’τούς άσβεστωμένους τοίχους, οί κάτοικοι στήναν αύτί κι δταν άκουγαν τίς πολεμικές κραυγές, Εβγαιναν στήν αύλή, κλείδωναν βιαστικά τά κελάρια καί τίς άποθήκες καί 224


κολλημένοι στίς πόρτες έβλεπαν μέ ζήλεια καί φόβο τούς έπιβλητικούς σχηματισμούς τών τροφίμων. "Αρεσαν στά παιδιά δ λ ' αύτά καί σύντομα έφοδιαστήκαμε μέ πραγματικά όπλα, μιά καί μ ’ ευχαρίστηση μάς πήραν στίς γραμμές τής Βσεβόμπουτς*, τάχα πώς δέν ξέρουν τό παρελθόν μας πού ήταν γεμάτο άπό παραβάσεις τοΰ νόμου. Τ ήν ώρα τών μαθημάτων ήμουνα άπαιτητικός καί άδιάλλαχτος σάν πραγματικός διοικητής: τά παιδιά τό έγκρίνανε κι αύτό απόλυτα. "Ετσι άρχίσαμε αύτό τό πολεμικό παιχνίδι, πού κατοπινά έγινε ένα ά π ' τά βασικά μοτίβα τής ζωής μας. Π ρώ τ’ ά π ' δλα, παρατήρησα τήν εύεργετική έπίδραση πού είχε τό στρατιωτικό παράστημα. "Αλλαξε πέρα γιά πέρα ή δψη τοΰ τρόφιμου: έγινε πιό λυγερός καί σπαθάτος, έπαψε νά σωριάζεται στά τραπέζια καί τούς τοίχους, μπορούσε νά κρατιέ­ ται λεύτερα καί ήρεμα δίχως στήριξη. Ό τωρινός τρόφιμος δέν έχει καμιά όμοιότητα μέ τόν παλιό. Καί τό βάδισμα τών παιδιών έγινε πιό σταθερό κι άεράτο. Τό κεφάλι τό κρατούσαν ψηλά καί ξεσυνήθισαν νά χώνουν τά χέρια στίς τσέπες. Τά παιδιά καταπιάστηκαν μ ’ ένθουσιασμό μέ τή στρατιωτι­ κή έκπαίδευση, άρχισαν ν ’ αυτοσχεδιάζουν. Τά ’σπρώχνε ή φυ­ σική συμπάθεια τοΰ παιδιοΰ στή στρατιωτική καί ναυτική ζωή. ’Ακριβώς τότε, στό Σταθμό καθιερώθηκε ό κανόνας: ν ’ άπαντάνε σέ κάθε διαταγή μέ τό «μάλιστα!», πού σήμαινε έπιβεβαίωση καί συμφωνία, υπογραμμίζοντας αύτή τή θαυμάσια άπάντηση, μέ τόν πιονέρικο χαιρετισμό. Αύτό τόν καιρό φέραμε στό Σταθ­ μό καί σάλπιγγες. "Ως τότε τά σινιάλα τά δίναμε μέ τό καμπανάκι, πού μάς έμεινε ά π ’ τόν παλιό Σταθμό. Τώρα άγοράσαμε δυό κορνέτες καί κάμποσοι τρόφιμοι πήγαιναν καθημερινά στόν άρχιμουσικό στήν πόλη, μαθαίνοντας νά παίζουν μέ νότες. Γράψαμε Οστερα σαλπίσματα γιά δλες τίς περιπτώσεις τής ζωής τοΰ Σταθμοϋ καί τό χειμώνα βγάλαμε τό καμπανάκι. Στή πόρτα μπροστά στό γραφείο μου έβγαινε τώρα ό σαλπιγκτής καί σκόρπαγε πάνω άπ ’ τό Σταθμό τούς όμορφους κι Αρμονικούς ήχους τοΰ σαλπίσμα­ τος. Στή βραδινή ήσυχία άντηχοΰσαν Ιδιαίτερα συγκινητικά οί ήχοι τής κορνέτας πάνω ά π ’ τό Σταθμό, τή λίμνη, πάνω ά π ’ τίς στέγες τών χωριατόσπιτων. Κάποιος σιγοτραγουδάει άπ* τ' * Βσεβόμπουτς:1Οργάνωση στρατιω τικής έκπαίδευοης ιώ ν πολιτών, ποι> ίπήρχε τήν ίπ ο χ ή έκείνη {σημ. μετ ).

225


άνοιχτό παράθυρό του αύτό τό σάλπισμα μέ τή νεανική κουδουνιστή φωνή του, καί κάποιος άλλος ξαφνικά τό παίζει στό πιάνο... Ό τ α ν έμαθαν στό τμήμα τής Λαϊκής Παιδείας τίς στρατιωτι­ κές μας άσχολίες μας κόλλησαν τό παρατσούκλι «στρατώνας»», πού γιά πολύ καιρό μάς συνόδευε. "Ετσι κι άλλιώς είχα πολλές στενοχώριες, άς πάει κι αύτή, πού ‘ναι ή μικρότερη, μαζί μέ τίς άλλες. Δέν είχα άλλωστε καιρό γιά κάτι τέτια. ’ Απ* τόν Αύγουστο άκόμα είχα φέρει άπ* τόν πειραματικό σταθμό δυό γουρουνόπουλα. Ή τ α ν άληθινά έγγλεζάκια, καί γΓ αύτό σ ’ δλο τό δρόμο διαμαρτύρονταν φοβερά γιά τή μετακόμι­ σή τους στό Σταθμό, καί κάθε τόσο πέφτανε ά π ’ τ ’ άνοίγματα τοΰ κάρου. Γρυλίζανε υστερικά ά π ’ τό κακό τους, κάνοντας τόν Ά ν τό ν νά βγαίνει ά π ’ τά ρούχα του: — Δέν είχαμε άλλους μπελάδες, τά γουρουνόπουλα μάς έλειπαν! Τούς έγγλέζους τούς στείλαμε στό δεύτερο Σταθμό. Κι δσο γιά τή φασίνα τους, τήν άνέλαβαν άμέσως οί πιτσιρικάδες τοΰ Σταθμού. Κείνο τόν καιρό ζοΰσαν στό δεύτερο Σταθμό είκοσι περίπου παιδιά, μέ τόν παιδαγωγό τους, έναν άνθρωπάκο πού άκουγε στό περίεργο δνομα Ά γα πη τούλη ς. Τό μεγάλο σπίτι, πού τ ’ όνομάσαμε χτίριο Α ', καί πού προοριζόταν γιά τά έργαστήρια καί τίς τάξεις, εϊχε πιά τελειώσει. Σ ’ αύτό είχαν έγκατασταθεϊ προσωρινά τά παιδιά. Είχαν τελειώσει κι άλλα σπίτια καί βοηθητικά χτίρια. Ά π ό μ εινε άκόμα νά έπισκευαστεΐ ένα τεράστιο διώροφο χτίριο, πού προοριζόταν γιά κοιτώνας. Στίς άποθήκες, στούς σταύλους, σ τ ’ άμπάρια γιά τά σιτηρά κάθε μέρα έμπαινε κι άπό κανένα σανίδι, κάποια πόρτα, γινόταν κάποιος σοβάς. Τ ’άγροτικό μας νοικοκυριό πήρε μιά σοβαρή ένίσχυση. Φέραμε γεωπόνο. Στά χωράφια τοϋ Στάθμου έβγαινε τώρα ό ’Εντουάρντ Νικολάγεβιτς Σέρε, ένας άνθρωπος πού στά μάτια τών τροφίμων φάνταζε παράξενα. νΕγινε φανερό στόν καθένα πώς ό Σέρε είχε βλαστήσει άπό κάποιον ίδιαίτερο σπόρο, πού τόν ποτίσανε δχι οί καρπερές ρούσικες βροχές, μά κάποια γερμανική έργαστηριακή χημική ούσία, πού ειδικά παρασκευά­ ζεται γιά κάτι τέτιους σάν τόν Σέρε. Σ ’ άντίθεση μέ τόν Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς, ό Σέρε ποτέ του καί μέ τίποτα δέ θύμωνε, μά καί δέν ένθουσιαζόταν, πάντα του ήταν καλοδιάθετος κι εύθυμος. Σ ’ δλους τούς τρόφιμους, άκόμα καί 226


στόν Γκαλατένκο, μίλαγε στόν πληθυντικό, δέ σήκωνε ποτέ τόν τόνο τής φωνής του, μά καί μέ κανένα δέν Επιανε φιλίες. Τά παι­ διά Εμειναν κατάπληχτα, δταν σ ’ άπάντηση στή θρασύτατη άρ­ νηση τοΰ Π ρηχόντκο «Τί δουλιά Εχω γώ μέ τά φραγκόσυκα, δέ θέλω νά δουλέψω στά φραγκόσυκα!», ό Σέρε διαχυτικός καί μέ κάποια δικαιολογημένη Εκπληξη, τ ’ άπάντησε πρόσχαρα κι ύποχρεωτικά: —*Άα, δέ θέλετε; Τότε πέστε μου τ* δνομά σας, μή σάς στείλω κατά λάθος σέ καμιά δουλιά. —"Οπου θέλετε μπορεϊτε νά μέ στείλετε, έκτός ά π ' τά φραγκόσυκα. — Μ ήν άνησυχεΐτε, θά τά βολέψω καί χωρίς έσάς, ξέρετε. Έ σ εϊς μπορεϊτε νά βρείτε δουλιά καί κάπου άλλοΰ. — Μά, γιατί; — Σάς παρακαλώ, πέστε μου τ ’ δνομά σας, δέν Εχω καιρό γιά παραπανίσιες κουβέντες. Ή συμμορίτικη όμορφιά τοϋ Π ρηχόντκο μαράθηκε στή στιγμή. Σήκωσε περιφρονητικά τούς ώμους του καί τράβηξε γιά τίς φραγκοσυκιές, πού μόλις Ενα λεφτό νωρίτερα Ερχονταν σέ τόσο κατάφωρη άντίθεση μέ τήν άποστολή του στόν κόσμο. ' Ο Σέρε ήταν σχετικά νέος, καί παρ ’ δλ ’ αύτά μπορούσε νά φτάσει τά παιδιά ώς τήν άποβλάκωση, μέ τή μόνιμη σιγουριά του καί τήν ύπεράνθρωπη έργατικότητά του. Τά παιδιά είχαν τήν έντύπωση, δτι ό Σέρε ποτέ δέν κοιμάται. Ξυπνάει τό πρωί ό Σταθμός κι ό Έ ντουάρντ Ν ικολάγεβιτς μετράει κιόλας τό χωράφι μέ τά μακριά, κάπως άδέξια κανιά του, πού μοιάζουνε μέ ποδάρια σκυλιοΰ ράτσας. Δίνεται τό σύνθημα γιά ΰπνο, κι ό Σέρε βρίσκεται άκόμα στό χοιροστάσι καί μιλάει μέ τό μαραγκό γιά κάποια δουλιά. Τή μέρα μπορεϊ κανείς νά δεΐ τόν Σέρε ταυτόχρονα καί στό σταΰλο καί στό θερμοκήπιο πού χτίζεται καί στό δρόμο πού πάει γιά τήν πόλη καί στή μεταφορά τής κοπριάς στό χωράφι. Τό λιγότερο άφηνε σ* δλους τήν έντύπω­ ση, δτι δ λ ’ αύτά γίνονται ταυτόχρονα — μέ τέτια ταχύτητα ό Σέρε μετακινούσε τά θαυμάσια πόδια του ά π ’ τόνα μέρος σ τ' άλ­ λο. Τήν άλλη κιόλας μέρα ό Σέρε τσακώθηκε στό σταΰλο μέ τόν Ά ν τό ν . Αύτός ό τελευταίος δέ μποροϋσε νά νιώσει πώς μπορεΐ ποτέ κανείς νά φέρεται σ ’ Ενα τόσο ζωντανό καί συμπαθητικό πλάσμα, δπως είναι τ ’ άλογο, μ ’ Ενα τέτιο 227


μαθηματικό τρόπο, πού πρότεινε έπίμοναδ ’Εντουάρντ Νικολάγεβιτς. — Τί παραμύθια μας κοπανάει τούτος έδώ ό Γερμανός; Νά ζυγιάζουμε; Είδατε πουθενά νά ζυγιάζουν τό σανό; Καί ή μερίδα πού καθόρισε είναι ήλίθια — πρέπει, λέει, νά τούς δίνουμε λίγο ά π ’δλα! Τ ’άλογα θά ψοφήσουν! Κι Οστερα έγώ θ ά ’χω τήν εύθύνη; Καί θά δουλεύουν, λέει, μέ τίς ώρες. Σοφίστηκε καί κάποιο τετράδιο: γράφε, λέει, πόσες ώρες δουλεύουν. Ό Σέρε δέ φοβήθηκε καθόλου τόν Ά ν τό ν , σάν έβαλε, δπως συνήθιζε τίς φωνές, πώς δέ θά δόσει τό Γεράκι γιατί τό Γεράκι έπρεπε, σύμφωνα μέ τά σχέδια του Ά ν τό ν , μεθαύριο νά κάνει κάτι είδικά κατορθώματα. Ό *Εντουάρντ Νικολάγεβιτς μπήκε δ ίδιος στό σταϋλο, έβγαλε ό ίδιος κι έζεψε τό Γεράκι κι οϋτε κάν έδοσε σημασία στόν Μ πράτσενκο πού έμεινε Αποσβο­ λωμένος άπό μιά τέτια προσβολή. ' Ο ’ Αντόν χολώθηκε, πέταξε τό μαστίγιο στή γωνιά τοΰ σταύλου καί βγήκε. "Οταν τό βραδάκι πήγε, π αρ’ δ λ ’ αύτά, νά ρίξει μιά ματιά στό σταϋλο, είδε πώς έκεΐ κάνανε κουμάντο ό Ό ρ λ ό φ κι ό Μπούμπλικ. Ό Ά ν τό ν προσβλήθηκε σέ τέτιο βαθμό πού τράβηξε Ισια σέ μένα νά υποβάλει παραίτηση, μά δέν πρόλαβε. Στή μέση τής αύλής τόν τράκαρε ό Σέρε μ ’ ένα χαρτί στό χέρι καί σά νά μήν είχε συμβεϊ τίποτα, πλησίασε μ ’ ευγένεια τό πρόσωπό του στή θυμωμένη φάτσα τοΰ άρχισταυλάρχη: —Ά κοΰστε. Τό έπίθετό σας νομίζω είναι Μπράτσενκο; Νά τό πλάνο σας γιά τήν άλλη βδομάδα. Βλέπετε, έδώ είναι σημειωμένο άκριβώς τί πρέπει νά κάνει τό κάθε άλογο τή μιά ή τήν άλλη μέρα, πότε νά βγεΐ στή δουλιά καί τά λοιπά. Βλέπετε, έδώ γράφει ποιό άλογο είναι υπηρεσία νά πάει στήν πόλη καί ποιό έχει άνάπαυση. Θά τό κοιτάξετε μέ τούς συντρόφους σας κι αΰριο θά μοΰ πείτε τί άλλαγές θεωρείτε σκόπιμο νά γίνουν σ ’ αύτό. *0 Ά ν τό ν πήρε κατάπληχτος τό χαρτί καί τράβηξε στό σταΰλο. Τήν άλλη μέρα τό βράδυ, μπορούσε κανένας νά δει τό σγουρομάλλικο κεφάλι τοΰ Ά ν τ ό ν καί τό κουρεμένο μέ τή μηχανή μυτερό κεφάλι τοΰ Σέρε σκυμμένα πάνω στό γραφείο μου νά μελετούν κάποιο σοβαρό ζήτημα. Καθόμουνα σ ’ ένα διπλανό μικρό τραπεζάκι καί δούλευα, μά κάπου - κάπου έστηνα αύτί κι άκουγα τή συζήτησή τους. 228


— Σωστά, καλά τό σκεφτήκατε. "Ας πανε τήν Τετάρτη γιά όργωμα ό ντορής κι ή Μπαντίτκα... —Ό Μ ικρούλης τά κοκκινογούλια δέ θά τά φάει, δόντια δέν έχει... — Δέν είναι τίποτε, ξέρετε, μπορεϊτε νά τά κόβετε μικρότε­ ρα κομματάκια, δοκιμάστε... — Κι άν θελήσει καί κανένας άλλος νά πάει στήν πόλη; — Νά πάει ποδαρόδρομο. "Η άς νοικιάσει στό χωριό. Ε μ ά ς πολύ λίγο μάς νοιάζει γ ι ’ αύτό. — Μ άλιστα, είπε ό ’Αντόν. Πολύ σωστά. Νά πούμε τήν άλήθεια, πολύ λίγο μπορούσαν νά ικανοποιη­ θούν οί άνάγκες μας σέ μεταφορικά μέσα μ ’ Ενα μόνο άλογο. ' Ο Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς δέ μπόρεσε νά κάνει τίποτε γιατί ό Σέρε κατακεραύνωσε τήν τετράγωνη έπιχειρηματική λογική του μέ μιά φλεγματική, ψυχρή απάντηση: — Δέ μ ’ ένδιαφέρουν καθόλου οί άνάγκες σας σέ μεταφορι­ κά μέσα. Μεταφέρτε τά τρόφιμά σας όπως θέλετε ή αγοράστε άλογα. Έ γ ώ έχω τίς έξήντα ντεσιατίνες. Θά σάς ήμουνα υποχρεωμένος άν δέ μοΰ ξαναμιλούσατε γΓ αύτό τό ζήτημα. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς βρόντηξε τή γροθιά του στό τραπέζι καί τσίριξε: —"Αν θά μοΰ χρειαστεί, μόνος μου θά πάω νά ζέψω. ' Ο Σέρε κάτι έγραφε στό μπλοκάκι του κι οΰτε κάν γύρισε νά κοιτάξει τόν έξαγριωμένο Καλίνα Ίβάνοβιτς. Φεύγοντας άπό τό γραφείο μου μετά μιά ώρα μέ προειδοποίησε: —" Αν παραβιαστεϊ τό πλάνο δουλιάς τών άλόγων, χωρίς τήν έγκρισή μου. τήν Ιδια μέρα φεύγω ά π ’ τό Σταθμό. "Εστειλα άμέσως νά φωνάξουν τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί τοΰ είπα: —"Ας πάει στό διάβολο αύτός ό Γερμανός. Καλύτερα νά μήν μπλέκεις μαζί του! — Καί πώς θά κάνω γώ μ ’ ένα μόνο παλιάλογο; Καί στήν πόλη πρέπει νά πάω καί νερό νά κουβαλήσω καί ξύλα καί τρόφιμα γιά τό δεύτερο Σταθμό... — Κάτι θά σοφιστούμε. Καί πραγματικά σοφιστήκαμε. Καί οί καινούργιοι άνθρωποι καί οί καινούργιες φροντίδες κι ό δεύτερος Σταθμός κι ό άνθρωπάκος ό Ά γα π η τούλ η ς στό δ»:ύτερο Σταθμό κι ή καινούργια όψη πού είχε ό περιποιημένος τώρα τρόφιμος κι ή πρωτινή φτώχεια καί τ ’ άγαθά μας πού τώρα 229


αΰξαιναν, δλη αύτή ή πολυπρόσωπη θάλασσα τής ζωής μας, χωρίς νά τό καταλάβω κι ό ίδιος, κάλυψαν τά τελευταία άπομεινάρια του άγχους καί τή κατάθλιψης. Μά άπό τότε έπαψα νά γελάω ταχτικά, καί ή διάθεση άπό φυσικοϋ μου νά ’μαι χα­ ρούμενος δέν είχε τή δύναμη νά λιγοστέψει σοβαρά τήν έξωτερική αύστηρότητα πού σά μάσκα μοϋ φόρεσαν τά γεγονότα κι ή κατάσταση στά τέλη του 1922. Ή μάσκα αύτή δέ μ ’ έκανε νά υποφέρω, σχεδόν δέν τήν ένιωθα. "Ομως οί τρόφιμοι τήν έβλε­ παν πάντα. "Ισως καί νά ’ξέραν δτι αύτή δέν είναι παρά μιά μά­ σκα, μά παρ’ δ λ ’ αύτά, στίς σχέσεις τους μαζί μου, είχαν έναν τόνο παραπανίσιου σεβασμού, κάποιο στενότερο δεσμό κι άκό­ μα μπορεΐ κάποιο φόβο, δέν μπορώ νά πώ τί άκριβώς. ’ Α π ’ τήν άλλη, έβλεπα πάντα πώς λάμπανε άπό χαρά κι έρχονταν ψυχικά κοντά μου, σάν τύχαινε καμιά φορά νά γλεντήσουμε, νά παίξου­ με ή νά σαχλαμαρίσουμε άπλά, κάνοντας βόλτες άγκαλιασμένοι στό διάδρομο. Στόν ιδιο τό Σταθμό είχε έξαφανιστεϊ κάθε αύστηρότητα καί περιττή σοβαρότητα. Πώς καί πότε γίνανε δ λ ’ αύτά καί διορθώθηκε ή κατάσταση, κανένας δέ μπόρεσε νά καταλάβει. "Οπως καί πρώτα άντηχοΰσε παντοΰ γύρω τό γέλιο καί τό καλαμπούρι δπως καί πρώτα ήταν δλοι άνεξάντλητοι στό χιούμορ καί στή δραστηριότητα, μόνο πού τώρα δ λ ’ αύτά στολίζονταν μέ τήν άπουσία κάθε λογής άκαταστασίας κι άχαρης περιττής κίνησης. Ό Καλίνα ’ϊβάνοβιτς βρήκε τέλος διέξοδο ά π ’ τίς δυσκολί­ ες στά μεταφορικά μέσα. Φ τιάχτηκε ένα μονόζυγο γιά τό βουβάλι, τόν Γκαβριούσκα, πού πάνω του δεν είχε καμιά άπαίτηση ό Σέρε — τί νά σού κάνει ένα μοναδικό βουβάλι; — κι αύτό κουβαλούσε τό νερό, τά ξύλα, καί γενικά έκτελούσε δλες τίς μεταφορές πού χρειαζόταν τό νοικοκυριό μας. "Ενα περίφη­ μο άπριλιάτικο βράδυ, δλος ό Σταθμός λύθηκε στά γέλια, τόσο, πού καιρό είχε νά γελάσει έτσι: ό 1Αντόν ξεκίνησε γιά τήν πόλη μέ τ ’ άμαξάκι κι είχε ζεμένο τό Γκαβριούσκα. — Μά έκεΐ θά σέ πιάσουν! είπα τού Ά ν τό ν . —Ά ς δοκιμάσουν, άπάντησε ό Ά ν τό ν . Τώρα έχουμε ίσότητα. Τί, ό Γκαβριούσκα είναι χειρότερος ά π ’ τ* άλογο;... Κι αύτός είναι έργαζόμενος! Κι ό Γκαβριούσκα, χωρίς νά σκοτίζεται καθόλου, έσυρε τ ’ άμαξάκι κατά τήν πόλη.

230


24. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΜΙΟΝ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ Ό Σέρε καταπιάστηκε δραστήρια μέ τή δουλιά. Τήν άνοιξιάτικη σπορά τήν έκανε σύμφωνα μέ τό έξάχρονο σύστημα άμειψισποράς καί κατάφερε νά κάνει αύτό τό σύστημα υπόθεση όλόκληρου τοϋ Σταθμοϋ. Στά χωράφια, στό σταΰλο, στό χοιρο­ στάσιο, στό θάλαμο εΐτε στό δρόμο καί στά ταξίδια, στό γραφείο μου καί στήν τραπεζαρία, παντοϋ, γύρω του δλοι άσχολοϋνταν μέ τήν καινούργια γεωργική μας πραχτική. Τίς έντολές του τά παιδιά δέν τίς έκτελοϋσαν πάντα δίχως άντίρρηση κι ό Σέρε ποτέ του δέν άρνιόταν ν ’ άκούσει μιάν άντίρρηση πού 'χ ε βάση. Ποϋ καί ποϋ, πρόσχαρα καί ξερά, μέ μετρημένα λόγια έφερνε μιά μικρή σειρά άπό έπιχειρήματα καί κατέληγε κατηγορηματι­ κά: — Κάνετε δπως σάς λέω. Ό π ω ς καί πρίν, δούλευε δλη τή μέρα μέ μεγάλη ένταση μά, χωρίς φούριες κι δπως καί πρίν, ήταν δύσκολο νά τόν πετύχεις πουθενά. ’Α π ' τήν άλλη μεριά, μπορούσε νά στέκεται μέ ύπομονή δυό - τρεις ώρες δίπλα στά παχνιά ή νά τρέχει πέντε ώρες πίσω ά π ’ τή σπαρτική μηχανή, μπορούσε πάντα νά πετάγεται κάθε δέκα λεπτά στό χοιροστάσι καί νά γίνεται φόρτωμα στούς χοιροβοσκούς, ρωτώντας τους πάντα μέ εύγένεια: — Τί ώρα ταΐσατε τά γουρουνόπουλα; Μήπως ξεχάσατε νά τό σημειώσετε; Τά γράφετε δλα, δπως σάς έδειξα; Είναι δλα έτοιμα γιά τό μπάνιο; Τά παιδιά έβλεπαν τόν Σέρε μέ συγκροτημένο θαυμασμό. Πίστευαν, βέβαια, πώς «ό δικός μας ό Σέρε»» είναι τόσο καλός, γιατί είναι δικός μας, δτι σ ’ όποιοδήποτε άλλο μέρος δέ θά ’ταν τόσο θαυμάσιος. Αύτός ό θαυμασμός έκφραζόταν μέ τό ν ’ άναγνωρίζουν σιωπηλά τό κύρος του καί μέ τίς ατέλειωτες συζητήσεις γύρω ά π ’ τά λόγια του, τήν πείρα του, τήν έλλειψη αίσθηματικότητας καί τίς γνώσεις του. Δέ μέ παραξένευε αύτή ή συμπάθεια τών παιδιών. "Ηξερα πώς δέ δικαιώνουν καθόλου μ ’ αύτή τους τή συμπάθεια τή διανοουμενίστικη άντίληψη, δτι δήθεν τά παιδιά μποροϋν ν ” άγαποϋν καί νά έκτιμοϋν μόνο έναν τέτιο άνθρωπο πού τούς φέρνεται μέ στοργή καί τά χαϊδεύει. Ά π ό καιρό είχα άποχτήσει τήν πεποίθηση, δτι τή μεγαλύτερη άγάπη κι έχτίμηση ά π ’ 23 I


τή μεριά τών παιδιών, τουλάχιστον άπό τή μεριά παιδιών σάν κι αύτά πού είχαμε στό Σταθμό, τήν κερδίζουν άνθρωποι διαφορε­ τικού τύπου. Αύτό πού τό λέμε ύψηλή ειδίκευση, σταθερές καί άκριβεϊς γνώσεις, έπιδεξιότητα, τέχνη, χρυσοχεριά, έλλειψη πολυλογίας καί μεγαλοστομίας, μιά διαρκής έργατικότητα, αύτά είναι κείνα πού κατά πρώτο λόγο τραβάνε τά παιδιά. Μπορεΐ νά ’στε έντελώς ψυχροί μαζί τους, άπαιτητικοί δσο δέν παίρνει άλλο, μπορεϊτε νά μήν τούς προσέχετε κάν δταν μπερδεύονται άνάμεσα στά πόδια σας, μπορεΐτε άκόμα καί ν ' άδιαφορεΐτε γιά τή συμπάθεια, πού δείχνουν, δμως άν διακρίνεστε στή δουλιά, στίς γνώσεις, άν έχετε έπιτυχίες, τότε μπορεϊτε νά είστε ήσυχοι: δλους τούς έχετε μέ τό μέρος σας καί δέ θάσάς φέρουν σέ δύσκολη θέση. ’Ανεξάρτητα ά π ’ τό ποΰ δείχνονται οί Ικανότητές σας, άνεξάρτητα ά π' τό άν είστε μαραγκός ή γεωπόνος, σιδεράς, δάσκαλος ή μηχανικός. Καί τ ’ άντίθετο. "Οσο καί νά ’στε μαλακός κι εύχάριστος συζητητής, καλός καί πρόσχαρος, δσο καί νά ’στε συμπαθητι­ κός στή ζωή σας καί στήν άνάπαυση, άν οί δουλιές σας συνο­ δεύονται άπό άποτυχίες καί σέ κάθε βήμα γίνεται φανερό πώς δέν ξέρετε τή δουλιά σας, άν δλα ά π ’ τό χέρι σας βγαίνουν σκάρτα, ποτέ καί τίποτε δέ θά κερδίσετε έκτός άπό περιφρόνη­ ση, πού θά σάς τή δείχνουν πότε μέ συγκατάβαση καί μέ είρωνία, πότε μέ όργή κι έξοντωτική έχθρότητα, πότε πάλι μ ’ ένοχλητικό κουτσομπολιό. Κάποτε στό θάλαμο τών κοριτσιών ένας σομπατζής μάς έφτιαξε μιά σόμπα. Τοΰ παραγγείλαμε νά μάς κάνει σόμπα χτιστή. Ή ρ θ ε περαστικός στό Σταθμό γιά μιά μέρα, έπιδιόρθωσε κάποιο φοΰρνο κι έπισκεύασε έναν τοϊχο στό σταΰλο. Είχε παρουσιαστικό ένδιαφέρον: ήταν στρογγυλός σάν καρπούζι, φαλακρός, κι έλαμπε δλόκληρος. Στό διάβα του σκόρπαγε καλαμπούρια καί γαλιφιές καί, άπό δσα έλεγε, καλύτερος σομπατζής δέν ύπήρχε στόν κόσμο άπό δαΰτον. Οί τρόφιμοι τόν άκολουθοΰσαν δλοι μαζί κατά πόδι, άκουγαν τίς ίστορίες πού ’ λεγε μέ μεγάλη δυσπιστία καί πολύ συχνά άντιδροΰσαν σ* αύτές μέ τρόπο πού δέν τ ’ άρεσε. —’ Εκεΐ, πού λέτε νεαροί μου, ήταν βέβαια καί σομπατζήδες μεγαλύτεροι άπό μένα στά χρόνια, δμως ό κόμητας δέν ήθελε νά ξέρει κανένα. «Φωνάξτε, φίλοι μου, έλεγε, τόν Ά ρ τέμ η . "Αν φτιάξει αύτός τή σόμπα μου θά είναι πραγματική σόμπα». Τότε έγώ ήμουνα άκόμα νέος σομπατζής κι δμως, ξέρεις τί θά πεΐ νά 232


φκιάχνεις τίς σόμπες στό σπίτι τοΰ κόμητα; Τή βλέπεις, ποΰ λές, τή σόμπα νά γίνεται κι ό κόμητας νά σοΰ λέει: «Βάλε πιά δλη ιή μαστοριά σου, Ά ρτέμη...». — Λοιπόν, Εβγαινε τίποτε; ρωτοΰσαν τά παιδιά. — Μά, βέβαια: τήν κοιτάζει ό κόμητας... Κι ό Ά ρ τέμ η ς σηκώνει μέ σοβαρότητα τό φαλακρό του κεφάλι, παριστάνοντας τόν κόμητα ποΰ βλέπει τή σόμπα, αύτή τήν ίδια τή σόμπα πού Εχτισε ό Ά ρτέμ ης. Τά παιδιά δέν κρατιούνται καί λύνονται στά γέλια: διάβολε, πολύ λίγο μοιάζει μέ κόμητα αύτός ό Ά ρτέμ ης. Τή σόμπα ό ’ Αρτέμης τήν άρχισε μ 1 εναν είδικό πανηγυρι­ κό λόγο, όπου άναφέρονταν μέ τήν εύκαιρία, όλες οί χτίστες σόμπες, καί οι καλές, πού βέβαια, τίς Εχτισε ό ίδιος, καί οί άχρηστες πού, όπως ήταν φυσικό, τίς Εχτισαν οί άλλοι σομπατζήδες. Μαζί μ ' αύτό δέ δίσταζε καθόλου νά άποκαλύπτει τά μυστικά τής τέχνης του κι άπαριθμοΰσε όλες έκεϊνες τίς δυσκολίες, πού ύπάρχουν γιά νά γίνει μιά χτίστη σόμπα: — Τό πιό βασικό σ ’αύτή τή δουλιά είναι νά χαράξεις σωστά τήν άχτίνα. Δέ μπορεΐ ό καθένας νά τραβάει άχτίνα. Τά παιδιά Εκαναν όλόκληρο προσκύνημα στό θάλαμο τών κοριτσιών καί χωρίς νά βγάζουν μιλιά παρακολουθούσαν πώς ό Ά ρ τέμ η ς «χαράζει τήν άχτίνα». Ό Ά ρ τέμ η ς παρλάριζε συνέχεια όσο έβαζε τά θεμέλια. "Οταν όμως πέρασε στό χτίσιμο τής ίδιας τής σόμπας, στίς κινήσεις του παρουσιάστηκε κάποια άβεβαιότητα καί τόν Επιασε γλωσσοδέτης. Πήγα στό θάλαμο νά δώ τή δουλιά του. Τά παιδιά μ 1 άνοιξαν δρόμο καί μέ κοίταζαν μέ περιέργεια. Κούνησα τό κεφάλι μου: — Μά πώς είναι Ετσι φουσκωμένη; — Φουσκωμένη; ρώτησε ό Ά ρ τέμ ης. Μπά, δέν είναι φου­ σκωμένη, Ετσι δείχνει, γιατί δέν είναι τελειωμένη άκόμα. μετά θά ‘ναι όπως πρέπει... Ό Ζαντόροφ μισόκλεισε τό μάτι καί κοίταξε τή σόμπα: — Τοΰ κόμητα Ετσι ««Εδειχνε»; Ό Ά ρ τέμ η ς δέν κατάλαβε τήν είρωνία: — Καί βέβαια. Ή κάθε σόμπα ώσπου νά τελειώσει Ετσι είναι. Νά, κι έσύ, γιά παράδειγμα... Σέ τρεις μέρες ό Ά ρ τέμ η ς μέ φώναξε νά παραλάβω τή σόμπα. Στό θάλαμο μαζεύτηκε όλόκληρος ό Σταθμός. 'Ο


Ά ρ τέμ η ς βημάτιζε γύρω ά π ’ τή σόμπα καί σήκωνε ψηλά τό κεψάλι. ' Η σόμπα στεκόταν στή μέση τοΰ δωματίου, δείχνοντας ά π ' δλες τίς μεριές τίς στραβές της γωνιές, καί... ξαφνικά, σωριάστηκε μέ πάταγο, γεμίζοντας τό δωμάτιο μέ τοΰβλα πού χοροπηδούσαν, ή σκόνη έκρυψε τόν έναν ά π ’ τόν άλλο, δμως δέ μπόρεσε νά κρύψει καί τό χαχανητό πού ξέσπασε, τούς στεναγ­ μούς καί τίς τσιρίδες. Πολλοί μικροτραυματίστηκαν ά π ’ τά τοΰβλα, μά κανένας δέν ένιωθε τόν πόνο. Γελοΰσαν άπό καρδιάς μέσα στό θάλαμο, έξω ά π ’ τό θάλαμο, στούς διαδρόμους, στήν αυλή, δλους τούς είχανε πιάσει σπασμοί ά π ’ τάγέλια. Βγήκα μέσ ’ ά π ’ τά έρείπια στό διπλανό δωμάτιο κι έπεσα πάνω στόν Μπουρούν, πού είχε πιάσει τόν Ά ρ τέμ η ά π ’ τό γιακά καί σημά­ δευε κιόλας μέ τή γροθιά του τήν κατασκονισμένη φαλάκρα του. Τόν Ά ρ τέμ η τόν διώξαμε, δμως τ 1 δνομά του έγινε γιά πολύ καιρό συνώνυμο τοΰ καυχησιάρη, πού δέν ξέρει τίποτε καί τά κάνει δλα μούσκεμα. Λέγανε: — Τί άνθρωπος είναι τοΰ λόγου του; — Μά δέ βλέπεις; Ά ρτέμης! Στά μάτια τών παιδιών, ό Σέρε δέν ήταν καθόλου Ά ρ τέμ η ς, γ ι ’ αύτό καί τόν συνόδευε παντοΰ στό Σταθμό μιά γενική άναγνώριση, καί ή δουλιά μέ τίς γεωργικές μας άσχολίες γινόταν καλά κι είχε έπιτυχίες. ' Ο Σέρε είχε καί κάποιες άλλες ικανότητες: ήξερε ν ’ άνακαλύπτει κάποια χαμένη περιουσία, νά έξασφαλίζει κανένα γραμμάτιο καί γενικά νά βρίσκει πιστώσεις, γ ι ’ αύτό καί στό Σταθμό άρχισαν νά έμφανίζονται καινούργια ριζοκόπια, σπαρτικά μηχανήματα, γουρούνια, άκόμα κι άγελά­ δες. Τρεις άγελάδες, σκεφτεΐτε! Κάπου, κοντά μας πιά, άρχίζει νά μυρίζει γάλα! Στό Σταθμό μας ήρθε ή περίοδος ένός πραγματικού γεωργι­ κού πάθους. Μόνο τά παιδιά, πού κάτι είχαν μάθει στά έργαστήρια. δέν ήθελαν νά βγοΰν στά χωράφια. Στήν πλατειούλα πίσω ά π ’ τό σιδεράδικο ό Σέρε έσκαψε θερμοκήπια καί τό μαραγκούδικο έτοίμαζε γιά τή δουλιά αύτή τελάρα. Στό δεύτερο Σταθμό έτοιμάζονταν κάτι πελώρια θερμοκήπια. Πάνω στή βράση τής δουλιδς, στίς άρχές τοΰ Φλεβάρη, ήρθε στό Σταθμό ό Καραμπάνοφ. Τά παιδιά τόν δέχτηκαν μ ’ άνοιχτές άγκαλιές καί μέ φιλιά. "Οπως - δπως τούς ξεκόλλησε άπό πάνω του κι ήρθε φορτϋάτος στό δωμάτιό μου: —Ή ρ θ α νά δώ. πώς περνάτε. 234


Γελαστά καί χαρούμενα μούτρα λάμπανε στό γραφείο: παιδιά, παιδαγωγοί, πλύστρες. —"Ωω, ό Σεμιόν! Γιά κοίτα! Τί καλά! "Ωσπου νά σουρουπώσει ό Σεμιόν στριφογύριζε στό Σταθμό, πήγε στό «Τρέπκε» καί τό βράδυ ήρθε σέ μένα λυπημένος καί σιωπηλός. — Πές μου, λοιπόν, Σεμιόν. Πώς τά περνάς; — Πώς νά τά περάσω... Στόν πατέρα μου είμαι. — Κι ό Μ ιτιάγκιν ποΰ βρίσκεται; —"Ας πάει κατά διαόλου! Τόν παράτησα. Φαίνεται πώς έφυγε στή Μόσχα. — Κι ό πατέρας σου πώς τά πάει; — Χωριάτες, κατά τά συνηθισμένα. Ό πατέρας πάλι καλός είναι... Ό άδελφός μου σκοτώθηκε.. — Πώς ί-γινε αύτό; —Ό άδελφός μου ήτανε παρτιζάνος, τόν σκότωσαν οί πετλιουρικοί στήν πόλη, καταμεσής στό δρόμο. — Καί τί σκέφτεσαι τώρα νά κάνεις; Θά μείνεις στόν πατέρα σου; —‘Ό χ ι... Στόν πατέρα μου δέ θέλω... Κι έγώ δέν ξέρω τί νά κάνω... Σηκώθηκε άναποφάσιστα καί μέ πλησίασε. — Ξέρετε κάτι, 'Α ντόν Σεμιόνοβιτς; είπε ξαφνικά κοφτά. Νά μείνω στό Σταθμό; Τί λέτε; Ό Σεμιόν μοϋ *ριξε μιά βιαστική ματιά καί κατέβασε τό κεφάλι του ώς τά γόνατα. Τοΰ *πα άπλά κι εΰθυμα: — Καί γιατί δχι; Καί βέβαια, νά μείνεις. Πολύ θά χαροΰμε δλοι μας. Ό Σεμιόν πετάχτηκε ά π ’ τό κάθισμα. "Ετρεμε σύγκορμος άπόνα άσυγκράτητο πάθος. — Δέν μπορώ, καταλαβαίνετε, δέ μπορώ! Τίς πρώτες μέρες ετσι κι δτσι, δμως μετά... δέ μπορώ, αύτό ε ίν ’ δλο. Περπατάω καί σκέφτομαι: τί νά ’χουν άραγε τώρα κεΐ γιά μεσημεριανό; Καί μόλις τά σκέφτομαι δλ* αύτά... Νά, τί θέλω νά σάς πώ: δέθηκα μέ τό Σταθμό τόσο, πού ούτε κι ό Ίδιος δέν τό πίστευα, έλεγα δτι αύτός ό δεσμός δέν είναι καί τόσο γερός. "Υστερα είπα: δέν πάω νά τούς δώ τί κάνουν; Ή ρ θ α , λοιπόν, καί μόλις είδα τί γίνεται έδώ... Πραγματικά είναι τόσο καλά τώρα σέ σάς! Νά, ό δικός σας ό Σέρε... 2.15


— Μή στενοχωριέσαι έτσι, μά τί έπαθες; ’ Αφοϋ ήταν έτσι, έπρεπε νά 'ρθεις άμέσως. Γιατί νά βασανίζεσαι; — Κι έγώ έτσι σκεφτόμουνα, μά οταν θυμόμουνα δλα τά αϊσχη μας, πώς κάναμε τόν παλικαρά άπέναντί σας, έ... Κούνησε τό χέρι του καί σώπασε. — Καλά, τοϋ 'πα. Ά σ τ α τώρα αύτά. Ό Σεμιόν σήκωσε προσεχτικά τό κεφάλι: — Μόνο πού... ίσως θά σκεφτόσαστε δτι: νά, πώς τό λέτε σείς θ ’ άρχίσω πάλι τά κολπάκια. "Οχι. Νά ξέρετε πόσα έχω μάθει αύτό τόν καιρό! Πέστε μου άνοιχτά: μέ πιστεύετε; — Σέ πιστεύω, τοϋ ' πα σοβαρά. - Ό χ ι , πέστε τήν άλήθεια: πιστεύετε; — Σύρε, λοιπόν, στό διάβολο! είπα γελώντας. Νομίζω πώς τά παλιά δέ θά ξαναγίνουν. — Νά, βλέπετε; Δέν πιστεύετε έντελώς. — Τζάμπα ταράζεσαι, Σεμιόν. Έ γ ώ πιστεύω τόν καθένα, άλλον περισσότερο, άλλον λιγότερο: τόν ένα γιά πέντε δεκά­ ρες, τόν άλλον γιά μιά... — Κι έμένα γιά πόσο; —Ε σ έ ν α γιά έκατό ρούβλια. —Ό μ ω ς έγώ δέ σάς πιστεύω καθόλου! έκανε «έξαγριωμένος» ό Σεμιόν. — Αύτό π ' άκουσες καί τίποτα παραπάνω. —Ά ς είναι, έγώ θά σάς τό άποδείξω... Ό Σεμιόν έφυγε στό θάλαμο, Ά π * τήν πρώτη κιόλας μέρα εγινε τό δεξί χέρι τοϋ Σέρε. Εί­ χε φλέβα πραγματικά γεωργική, ήξερε πολλά κι είχε στό α\μα του πείρα άγρότη πού τήν κληρονόμησε πάπου πρός πάπου. Καί, μαζί μ ’ αύτό άφομοίωνε λαίμαργα τίς καινούργιες άγροτικές ι­ δέες, τήν όμορφιά καί τήν άρμονία τής γεωπονικής τεχνικής. Ό Σεμιόν παρακολουθούσε τόν Σέρε μέ ζηλότυπο μάτι, καί προσπαθούσε νά τοϋ δείξει δτι κι ό ίδιος μπορεΐ νά μή νιώθει κούραση καί νά μή μένει πίσω. Καί τό μόνο πού δέν κατάφερε, ήταν νά μιμείται τήν άταραξία τοϋ Έ ντουάρντ Νικολάγεβιτς, γιατί ήτανε πάντα του ξαναμμένος καί φουριόζος, πότε άφριζε ά π ’ τό θυμό, πότε άπό ευχαρίστηση καί πότε πάλι άπό άνόητο ένθουσιασμό. Μετά δυό βδομάδες κάλεσα τόν Σεμιόν στό γραφείο μου καί τοϋ *πα άπλά: 236


— Θά πάρεις αυτή τήν εξουσιοδότηση καί θά πας στό οικονομικό τμήμα νά πάρεις πεντακόσια ρούβλια. Ό Σεμιόν άνοιξε τό στόμα καί τά μάτια του, κιτρίνισε, πρασίνισε κι είπε άμήχανα: — Πεντακόσια ρούβλια; Κι υστέρα; — Κι υστέρα τίποτε άλλο, τοϋ ' πα ρίχνοντας μιά ματιά στό συρτάρι μου. Θά μοϋ τά φέρεις. — Θά πάω μέ... άλογο; — Καί βέβαια, μέ άλογο. Νά πάρε καί τό περίστροφο γιά καλό καί γιά κακό. Έ δ ο σ α τοϋ Σεμιόν αύτό τό ίδιο περίστροφο, ποΰ πήρα τό φθινόπωρο άπ* τή ζώνη τοϋ Μ ιτιάγκιν μέ τίς ίδιες έκεΐνες τρεϊς σφαίρες. Ό Καραμπάνοφ πήρε μηχανικά τό περίστροφο στά χέρια του, τό κοίταξε μέ μιάν άγρια ματιά, τό ‘χώσε γρήγορα στήν τσέπη του καί χωρίς νά πει άλλη λέξη βγήκε ά π ’ τό δωμάτιο. "Υστερα άπό δέκα λεπτά άκουσα τά πέταλα τοϋ αλόγου νά βροντοϋν στό λιθόστρωτο τής αύλής: μπροστά ά π ’ τό παράθυρό μου πέρασε μέ καλπασμό ένας καβαλάρης. Πρίν άκόμα σουρουπώσει, ό Σεμιόν μπήκε στό /ραφείο μου σφιγμένος μέ τή ζωστήρα του, μ ’ ίνα κοντογούνι σιδερά, λεβεντόκορμος καί λεπτός, όμως κατσουφιασμένος. Ά κούμ πησε χωρίς κουβέντες στό τραπέζι ενα πάκο χαρτονομίσματα καί τό περίστροφο. Πήρα τό πάκο στά χέρια καί μέ όσο πιό αδιάφορη καί ανέκφραστη φωνή μποροΰσα τόν ρώτησα: — Τά μέτρησες; — Τά μέτρησα. Τά 'ρ ιξα μέ μιά κίνηση άδιαψορίας στό συρτάρι. — Σ ’ ευχαριστώ γιά τόν κόπο. Σύρε νά φάς. Δέν ξέρω γιατί ό Καραμπάνοφ στριφογύρισε τή ζωστήρα άριστερά δεξιά στό κοντογούνι, πήγε κι ήρθε στό δωμάτιο καί είπε ήρεμα: — Καλά. Καί βγήκε. Πέρασαν δυό βδομάδες. 'Ό τα ν συναντιόμασταν, ό Σεμιόν μέ χαιρετούσε κάπως κατσουφιασμένα, σάν νά μέ ντρεπόταν. Τό ίδιο κατσούφης άκουσε καί τήν καινούργια μου έντολή: — Πήγαινε καί πάρε δυό χιλιάδες ρούβλια. Μέ κοίταξε άγαναχτισμένα γιά κάμποση ώρα. χώνοντας 217


στήν τσέπη του τό μπράουνινγκ κι υστέρα είπε τονίζοντας κάθε λέξη: — Δυό χιλιάδες; Κι άν δέν τά φέρω τά λεφτά; Τινάχτηκα ά π ' τό κάθισμα κι έβαλα τίς φωνές: — Σέ παρακαλώ, χωρίς ήλίθιες κουβέντες! Σοΰ δίνουν μιά έντολή, τράβα καί κάντην. Ά σ ε στήν πάντα τήν «ψυχολογία»! Ό Καραμπάνοφ σήκωσε τούς ώμους καί ψιθύρισε Ακαθόρι­ στα: — Τί νά γίνει;... "Οταν έφερε τά χρήματα μού κόλλησε: — Μ ετρήστε τα. — Γιατί; — Μ ετρήστε τα, σας παρακαλώ! — Μά, τά μέτρησες ό ίδιος. — Μ ετρήστε τα, σας λέω. —"Ασε με ήσυχο! “Εβαλε τό χέρι του στό λαιμό σάν νά τόν έπνιγε κάτι, τράβηξε άπότομα τό γιακά του κι άρχισε νά κλονίζεται. —’Εσείς παίζετε μαζί μου! Δέν είναι δυνατό νά μοϋ 'χετε τόσο μεγάλη έμπιστοσύνη. Δέν είναι δυνατό! Καταλαβαίνετε; Δέν είναι δυνατό! Έ σ εΐς, έπίτηδες διακινδυνεύετε, τό ξέρω, επίτηδες... Είχε λαχανιάσει κι έκατσε στήν καρέκλα. — Βλέπω πώς πρέπει νά πληρώσω Ακριβά τήν υπηρεσία σου. — Μέ τί θά πληρώσετε; πετάχτηκε ό Σεμιόν. — Μά, νά, μέ τό νά κάθομαι καί νά υπομένω τά υστερικά σου καμώματα. Ό Σεμιόν πιάστηκε Απ’ τό περβάζι καί μούγκρισε: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς! — Τί έπαθες; είπα μέ κάποιο φόβο. — Νά ξέρατε! Μόνο νά ξέρατε! Σ ’ δλο τό δρόμο καλπάζω καί σκέφτομαι: δχ, καί νά ύπήρχε κανένας θεός στόν κόσμο, καί νά μοϋ ’στελνε κάποιον νά πεταχτεΐ Απ’ τό δάσος καί νά μοϋ ριχτεί... Ά κ ό μ α καί δέκα νά ’ τανε, είτε δσοι θέλει άς ήτανε... δέν ξέρω. Θά πυροβολούσα, θά τούς δάγκανα μέ τά δόντια, θά τούς ξέσχιζα σά σκύλος, ώσπου νά 'βγαίνε ή ψυχή μου... Καί, ξέρετε, λίγο καί θά ’ κλαιγα. Γιατί ήξερα πώς έσεΐς έδώ τήν ίδια στιγμή κάθεστε καί σκέφτεστε: θά τά φέρει, δέ θά τά φέρει; Μά έσεΐς διακινδυνεύατε, δέν ε ίν ’ άλήθεια; 238


— Είσαι άφελής, Σεμιόν! Μέ τά λεφτά πάντα κινδυνεύει κανείς. Δέν είναι δυνατό νά κουβαλάει κανένας πάνω του τόσα λεφτά, καί νά μήν κινδυνεύει. "Ομως, μού φαίνεται, πώς άν έσύ φέρνεις τά λεφτά, ό' κίνδυνος είναι μικρότερος. Είσαι νέος, δυνατός, είσαι θαυμάσιος καβαλάρης, ά π ’ όποιουσδήποτε κλέ­ φτες έσύ θά τό σκάσεις, ένώ έμένα πολύ εύκολα μπορούν νά μέ τσακώσουν. Ό Σεμιόν χαμογέλασε μ ’ εύχαρίστηση μισοκλείνοντας τό μάτι του: — Τί πονηρός πού είστε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. — Μά, γιατί πονηρός; Τώρα πιά έσύ ξέρεις πώς νά πάρεις τά λεφτά κι έσύ θά πηγαίνεις νά τά παίρνεις καί στό μέλλον. Καμιά πονηριά. ’ Εγώ δέ φοβάμαι τίποτα. Κι έσύ είσαι άνθρωπος τίμιος, όπως κι έγώ. Καί πρίν τό ’ξερα, δέν τό ’ βλεπες αύτό; —"Οχι. Νόμιζα πώς έσεΐς αύτό δέν τό βλέπατε, είπε ό Σεμιόν, βγήκε ά π ’ τό γραφείο κι ή φωνή του άντήχησε σ ' όλο τό Σταθμό: «Οί άητοί πετάξαν πίσω άπ 'τά βουνά κράζουν καί κοιτάνε να 'βρούνε λεφτά!»

25. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ Ό χειμώνας τοΰ είκοσιτρία μάς έφερε πολλά καί σοβαρά όργανωτικά ευρήματα, πού καθόρισαν γιά πολύ καιρό τήν κατοπινή όψη τής κολεχτίβας μας. Τό σοβαρότερο α π ’ αύτά ήταν τά τμήματα καί οί διοικητές. Κι ώς τά σήμερα άκόμα, στό Σταθμό Γκόρκι καί στήν Κομμούνα Τζερζίνσκι, ύπάρχουν τά τμήματα κι οί διοικητές, όπως ύπάρχουν καί στούς άλλους Σταθμούς πού είναι σκόρπιοι σ ’ όλόκληρη τήν Ούκρανία. ’Εννοείται, πολύ λίγα κοινά σημεία μπορεΐ νά βρει κανείς άνάμεσα στά τμήματα τοΰ Σταθμού Γκόρκι ή τής Κομμούνας Τζερζίνσκι τής εποχής τοΰ 1927— 1928 καί τών πρώτων τμημά­ των τοΰ Ζαντόροφ καί τοΰ Μπουρούν. 'Ω σ τόσ ο μερικά βασικά στοιχεία υπήρχαν άκόμα καί τό χειμώνα τοΰ ’23. Ή βασική 239


σημασία πού είχε τό σύστημα τών τμημάτο)ν μας, έγινε φανερή πολύ άργότερα, δταν τά τμήματά μας συγκλόνιζαν τόν παιδαγω­ γικό κόσμο μέ τήν όλομέτωπη πορεία τους, κι δταν έγιναν στό­ χος γιά νά κάνουν πνεύμα μιά σειρά παιδαγωγικοί κονδυλοφό­ ροι. ' Ολόκληρη τή δουλιά μας τήν έποχή έκείνη τήν όνόμαζαν «διοικητική» παιδαγωγική, έχοντας τήν εντύπωση, πώς σ ’ αύτό τό συνδυασμό τών λέξεων περικλείνεται ή μοιραία καταδίκη. Κανένας στά 1923 δέ μπορούσε νά υποθέσει δτι στό δάσος μας δημιουργεΐται ένας σπουδαίος θεσμός, πού γύρω του θά άναβαν τόσα μεγάλα πάθη. Τό πράμα άρχισε ά π ’τό τίποτα. Στηριγμένοι, δπως πάντα, στήν ικανότητά μας, τή χρονιά αύτή δέ μάς έδοσαν ξύλα. Χρησιμοποιούσαμε σάν καί πρώτα ξερόκλαδα, καθώς κι άπομεινάρια ά π ’ τό ξεκαθάρισμα τού δάσους. Τ ’ άποθέματα πού κάναμε τό καλοκαίρι άπό τέτια καύσιμα μικρής άξιας, τό Νοέμβρη τά 'χα μ ε κιόλας κάψει. Μάς πλάκωσε πάλι ή κρίση καυσίμων, Νά ποΰμε τήν άλήθεια, δλοι μας είχαμε βαρεθεί πιά αύτή τή φασαρία μέ τά ξερόκλαδα. Δέ μάς ήταν δύσκολο νά τά κόβουμε, δμως γιά νά μαζέψουμε εκατό πούτια α π ’ αύτά τά υποτιθέμενα ξύλα, έπρεπε νά κάνουμε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σέ κάμποσες ντεσιατίνες δάσους, ν ’ ανοίγουμε δρόμο μ έσ’ ά π ’ τά πυκνά χαμόκλαδα καί νά σπαταλάμε σοβαρές δυνάμεις γιά τό κουβάλημα στό Σταθμό. Σ ’ αύ­ τή τή δουλιά καταξεσχίζαμε τά ρούχα μας, πού κι έτσι δέν ήταν ρούχα, ένώ τό χειμώνα οί έπιχειρήσεις γιά καύσιμα συνοδεύον­ ταν άπό κρυοπαγήματα κι άπό μιά μανιασμένη φαγ<ομάρα στό σταύλο: ό Ά ν τ ό ν οϋτε κάν ήθελε ν* άκούσει γιά τή μεταφορά τών καυσίμων, — Πάτε μόνοι σας. Τ ’ άλογα δέν θά παν. Ξύλα πάνε νά μάσουν! Ξύλα ε ίν ’ αύτά; — Καί τί γνώμη έχεις έσύ, Μπράτσενκο; Μήπως δέ θά μάς χρειαστεί ζέστα; έβαζε τό ζήτημα κοφτά ό Καλίνα ’ ϊβάνοβιτς. Ό Ά ν τό ν τό χαβά του: —*Εμένα δέ μέ ζεσταίνετε, τό σταϋλο τό ίδ ιο , καλά είμαστε κι έτσι. ’Ή μασταν σέ δύσκολη θέση, μά π αρ’ δ λ ’ αύτά μπορέσαμε στή συνέλευση νά πείσουμε τόν Σέρε νά περιορίσει κάπως τή μεταφορά τής κοπριάς στά χωράφια καί νά πάνε τά πιό γερά καί καλοποδεμένα παιδιά, γιά δουλιά στό δάσος. Έ γ ιν ε μιά όμάδα άπό είκοσι, δλοι οί άκτιβίστες μας: ό Μπουρούν, ό Μ πελούχιν, 240


ό Βέρσνιεφ, ό Βόλοχοφ, ό Ό σ ά ν τσ ι, ό Τσόμποτ καί Αλλοι. Γέμιζαν ά π 'τό πρωί τίς τσέπες τους ψωμί κι δλη μέρα παιδεύον­ ταν στό δάσος. Τό βράδυ ό δρόμος πού 'φερνε στό Σταθμό, γέμιζε άπό σωρούς ξερόκλαδα, καί πίσω τους έμπαινε στό Σταθμό πάνω στό διπλό Ελκηθρό του ό Ά ν τό ν , μέ μιά μάσκα περιφρόνησης στό πρόσωπό του. Τά παιδιά γύριζαν θεονήστικα καί ζωηρά. Τό γυρισμό τους, πολλές φορές τόν μετατρέπανε σ ’ ένα πρωτότυπο παιχνίδι, πού ’χε άρκετά στοιχεία ά π ’ τίς συμμορίτικες άναμνήσεις τους. "Ωσπου νά φορτώσει τό έλκηθρο μέ τά ξερόκλαδα ό Ά ν τ ό ν μέ τά δυό παιδιά, οί ύπόλοιποι κυνηγιόνταν στό δάσος: ό λ ’ αύτά τέλειωναν μέ παλέματα καί μέ τήν αιχμαλωσία τών ληστών. Αύτούς πού πιάνανε στό δάσος τούς φέρνανε συνοδεία στό Σταθμό οπλισμένοι μέ τσεκούρια καί πριόνια. Τούς έσπρωχναν γελώντας στό γραφείο μου κι ό Ό σ ά ντσ ι ή ό Κορίτο, πού ’κανε κάποτε στίς συμμορίες του Μαχνό* κι έχασε έκεϊ κι 'ένα δάχτυλό του, άπαιτούσανε θορυβώδικα άπό μένα: — Κόψτε τους τά κεφάλια ή τουφεκίστε τους! Γυρίζουν όπλισμένοι στό δάσος, καί μπορεϊ νά 'χουνε καί κρυμμένους θησαυρούς! 'Ά ρ χιζε ή άνάκριση. Ό Βόλοχοφ σούφρωνε τά φρύδια κι άνάκρινε τόν Μπελούχιν: — Πές μου, πόσα πολυβόλα; Ό Μ πελούχιν έσκαζε στά γέλια ρωτώντας: — Καί τ ίν ’ αύτό τό «πολυβόλο»; Τό τρώνε; — Ποιό; Τό πολυβόλο; "Ε, συμμοριτόμουτρο!... —"Ωστε δέν τό τρώνε. ’Αφού ε ίν ’ ’έ τσι τά πράματα, τό πολυβόλο πολύ λίγο μ* ένδιαφέρει. Ξάφνου άποτεινόνταν στό Φεντορένκο, πού ήταν άνθρωπος άπό γεννησιμιού του χωριάτης: — Παραδέξου το, ήσουνα στόν Μαχνό; Ό Φεντορένκο έμπαινε γρήγορα στό νόημα, πώς πρέπει ν ' άπαντήσει γιά νά μή χαλάσει τό παιχνίδι: —"Ημουνα. — Καί τί έκανες έκεΐ; "Ωσπου νά σκεφτεϊ ό Φεντορένκο τήν άπάντηση, κάποιος άλλος άπό πίσω του άπαντάει γΓ αύτόν μέ τή φωνή του, νυσταγμένα κι άνόητα: ♦ Μοχνό: Α ρ χ η γ ό ς συμμοριών άναρχικώ ν (σημ. μεταφρ).

241


—"Εβοσκα γελάδια. Ό Φεντορένκο κοιτάει πίσω του, μά κάνουν δλοι τόν ψόφιο κοριό. Ξεσπάει ένα γενικό χαχανητό. ' Ο Φεντορένκο μπερδεύε­ ται κι άρχίζει νά χάνει τή φόρμα του, πού τήν είχε καταχτήσει μέ τόσο κόπο. Τήν ιδια ώρα, τοΰ πετάνε άλλο έρώτημα: — Μά, σάμπως τίς τατσιάνκες τίς σέρνουν μέ τά γελάδια; Ή φόρμα χάνεται όριστικά κι ό Φεντορένκο βρίσκει μόνο ν ’ άπαντήσει μέ τό κλασικό: —Ά α ! Ό Κορίτο τόν κοιτάζει οργισμένα, καί γυρνώντας σέ μένα, προφέρει μ ’ ένα φουρτουνιασμένο μουρμουρητό: — Στήν κρεμάλα! Τόν βλέπετε τί φοβερός άνθρωπος είναι: κοιτάξτε τά μάτια του! Α π α ντώ κι έγώ στόν ’ίδιο τόνο: — Πραγματικά, δέν αξίζει καμιά έπιείκεια. Πάτε τον στό μαγειρείο καί δόστε του διπλή μερίδα! — Φοβερή τιμωρία! λέει τραγικά ό Κορίτο. ' Ο Μ πελούχιν άρχίζει νά μιλάει γρήγορα σάν πολυβόλο: — Νά ποΰμε τήν άλήθεια, κι έγώ τό Ιδιο είμαι φοβερός συμμορίτης... Κι ό Ίδιος έβοσκα γελάδια στή γριά Μαρούσκα... ' Ο Φεντορένκο μόνο τώρα άρχίζει νά χαμογελάει καί κλείνει έκπληκτος τό στόμα του. Τά παιδιά άρχίζουν νά μιλάνε γιά τή δουλιά. Διηγείται ό Μπουρούν: — Τό τμήμα μας σήμερα έδοσε δχι λιγότερα άπό δώδεκα κάρα. ' Υποσχεθήκαμε νά δόσουμε τά Χριστούγεννα χίλια πούτια καί θά τά δόσουμε! ' Η λέξη «τμήμα» ήταν ένας δρος τοΰ καιροΰ τής έπανάστασης, έκείνης τής έποχής, μιά καί τά έπαναστατικά κύματα δέν είχαν προφτάσει νά συγκροτηθούν άκόμα στίς γεροδεμένες φάλαγγες τών συνταγμάτων καί τών μεραρχιών. Ό παρτιζάνικος πόλεμος, πού ήταν ίδιαίτερα μακρόχρονος σέ μάς στήν Ουκρανία, διεξαγόταν άποκλειστικά μέ τά παρτιζάνικα τμήμα­ τα. Τό τμήμα μπορούσε ν ’ άποτελεϊται άπό κάμποσες χιλιάδες άνθρώπους ή κι άπό λιγότερους άπό έκατό: ή δράση καί τοΰ ένός καί τούς άλλου τέτιου τμήματος κρινόταν μέ τό ΐδ ιο μέτρο, δπως καί τά πολεμικά κατορθώματα καί τό καμουφλάρισμα στίς άπόκεντρες λόχμες τοΰ δάσους. Οί τρόφιμοί μας περισσότερο ά π ’ τόν καθένα συναρπάζον­ ταν ά π ’ τόν πολεμικό παρτιζάνικο ρομαντισμό τοΰ έπαναστατικοΰ άγώνα. Ά κ ό μ α καί κείνοι πού άπό μοίρα κακιά βρέθηκαν 242


στό στρατόπεδο τοΰ ταξικοΰ έχθροΰ, πρίν ά π ’ δλα βρίσκανε σ ' αύτό τόν άγώνα τόν ίδιο ρομαντισμό. ' Η ούσία τοΰ άγώνα, οί ταξικές άντιθέσεις, ήταν γιά πολλούς ά π ’ αυτούς άγνωστα καί άκατανόητα πράγματα. "Ετσι κι έξηγεΐται, τό δτι ή σοβιετική έξουσία, άπαιτοϋσε ά π ’ αύτούς πολύ λίγα πράγματα καί τούς έστελνε στό Σταθμό. Στό δάσος μας, τό δικό μας τμήμα, έξοπλισμένο μονάχα μέ τσεκούρια καί πριόνια, ξαναζωντάνευε τή συνηθισμένη κι άγαπητή μορφή άλλων τμημάτων, πού άν καί δέν υπήρχαν γΓ αύτά άναμνήσεις, πλάθονταν ώστόσο γύρω τους, άτέλειωτες διηγήσεις καί θρύλοι. Δέν ήθελα νά έμποδίσω αύτό τό υποσυνείδητο παιχνίδι τών έπαναστατικών ένστίχτων τών παιδιών τοΰ Στάθμου μας. Οί παιδαγωγικοί κονδυλοφόροι, πού τόσο καταδίκασαν καί τά τμήματά μας, καί τά πολεμικά μας παιχνίδια, στάθηκαν άπλούστατα άνίκανοι νά καταλάβουν γιά τί πρόκειται. ΓΓ αύτούς, τά τμήματα δέν άποτελοΰσαν εύχάριστες άναμνήσεις: δέν τά ύπολόγιζαν αύτά τά τμήματα, οΰτε τήν προέλευσή τους, ουτε τήν ψυχολογία τους. Τά είχαν βάλει στό σημάδι, δπου τούς έρχον­ ταν βολικό, δίχως νά λυπούνται, ουτε τίς έπιστήμες τους, ουτε τά ρυτιδωμένα τους κούτελα. Τί νά γίνει; Παρά τά γούστα τους, ό Σταθμός άρχισε ά π ’ τό τμήμα. Στό τμήμα τών ξυλοκόπων, ό Μπουρούν έπαιζε πάντα τό πρώτο βιολί κι αύτή τήν τιμή δέν τοΰ τήν άμφισβητοΰσε κανένας. Στήν πορεία τοΰ παιχνιδιού άρχισαν νά τόν λένε άταμάνο*. Τούς είπα: — Δέν είναι σωστό νά τόν λέτε άταμάνο. ’ Αταμάνους είχαν μόνο οί ληστές. Τά παιδιά είχαν άντίθετη γνώμη: — Γιατί οί ληστές; Καί οί παρτιζάνοι είχαν άταμάνους. Οί κόκκινοι παρτιζάνοι είχανε πολλούς. — Στόν Κόκκινο Στρατό δέ λένε άταμάνος. — Στόν Κόκκινο Στρατό έχουν διοικητή. Έ μ εΐς είμαστε άκόμα πολύ μακριά γιά νά φτάσουμε τόν Κόκκινο Στρατό. — Δέν είμαστε καί πολύ μακριά. Διοικητής είναι καλύτερο. Μέ τό κόψιμο τών ξύλων τελειώσαμε: τό Γενάρη είχαμε •Ά τα μ ά ν : ‘Ο καπετάνιος, ό άρχηγός στούς κοζάκους (σημ. μεταφρ.).

243


πάνω άπό χίλια πούτια. "Ομως τό τμήμα τοϋ Μπουρούν δέν τό διαλύσαμε. "Οπως ήταν, όλόκληρο τό στείλαμε στό δεύτερο Σταθμό γιά νά χτίσει τά θερμοκήπια. Τό τμήμα εφευγε τό πρωί γιά τή δουλιά, δέν Ετρωγε μεσημεριανό στό σπίτι καί γύριζε τό βράδυ. Κάποτε ό Ζαντόροφ μου ’ πε: — Τί γίνεται δώ πέρα; "Εχουμε μονάχα τό τμήμα τοΰ Μπουρούν. Μέ τ ’ άλλα παιδιά πώς θά γίνει; Δέ χρειάστηκε νά σκεφτοΰμε πολύ. Βγάλαμε κιόλας ήμερήσια διαταγή, δπου άναφερόταν δτι όργανώνεται ενα δεύτερο τμήμα, μέ διοικητή τόν Ζαντόροφ. 'Ο λόκληρο τό δεύτερο τμήμα δούλευε στά έργαστήρια, καί ξαναγύρισαν σ ’ αύτό άπ ’ τό τμήμα τοΰ Μπουρούν ειδικευμένοι μαστόροι σάν τόν Μ πελούχιν καί τόν Βέρσνιεφ. ' Η παραπέρα αύξηση τών τμημάτων, εγινε πολύ γρήγορα. Στό δεύτερο Σταθμό συγκροτήθηκαν το τρίτο καί τό τέταρτο τμήμα μέ τούς δικούς τους διοικητές. Οί κοπέλες συγκρότησαν τό πέμπτο τμήμα μέ τή διοίκηση τής Νάστια Νοτσεβνάγια Τό σύστημα τών τμημάτων καθιερώθηκε όριστικά τήν άνοιξη. Τά τμήματα Εγιναν μικρότερα, κατά έργαστήρι. Θυμά­ μαι, πώς οί τσαγκαράδες είχαν τό τμήμα νούμερο ενα. οί σιδεράδες τό έξι, οί σταυλίτες τό δύο, οί γουρουνάδες τό δέκα. Στήν άρχή δέν είχαμε κανέναν κανονισμό. Οί διοικητές διορί­ ζονταν άπό μένα τόν ίδιο, δμως τήν άνοιξη δλο καί πιό συχνά Εκανα σύσκεψη τών διοικητών, πού τά παιδιά τήν όνόμασαν μ ’ Ενα καινούργιο καί πιό δμορφο όνομα: «συμβούλιο διοικητών»*. Συνήθισα γρήγορα νά μήν κάνω καμιά σοβαρή δουλιά, χωρίς νά συμβουλεύομαι τούς διοικητές: μέ τόν καιρό, ή τοποθέτηση τών διοικητών πέρασε στό συμβούλιο, πού συμπληρωνόταν μέ άπευθείας διορισμό. ' Η πραγματική έκλογή τών διοικητών καί ό άπολογισμός τής δουλιας τους, εγινε πολύ άργότερα, ώστόσο αύτή τήν έκλογή, ποτέ μου, οΰτε καί τότε, ουτε καί τώρα, τή θεωρώ σάν κατάχτηση. Στό συμβούλιο τών διοικητών, ή έκλογή καινούργιου διοικητή γινόταν πάντα, υστέρα άπό πλατιά συζή­ τηση. Χάρη στή μέθοδο τοΰ διορισμού, είχαμε πάντα πραγματι­ κά Εξοχους διοικητές καί ταυτόχρονα είχαμε καί τό συμβούλιο, πού δέ σταμάτησε ποτέ τή δράση του καί δέν υπέβαλε ποτέ παραίτηση. Μιά πολύ σοβαρή άρχή πού διατηρήθηκε ώς τά σήμερα, ήταν πώς άπαγορευόταν στούς διοικητές νά ’χουν όποιοδήποτε 244


προνόμιο: δέν έπαιρναν τίποτε συμπληρωματικό καί ποτέ δέν απαλλάσσονταν ά π ’ τή δουλιά. Τήν άνοιξη τοϋ ’23, φτάσαμε σ ’ ένα πολυσύνθετο σύστημα τμημάτων. Αύτή ή σύνθεση, ήταν άναμφισβήτητα ή πιό σημαν­ τική έπινόηση τής όμάδας μας καί στά δεκατρία χρόνια τής ύπαρξής μας. Μόνο αύτή έπέτρεψε στά τμήματά μας νά συγχωνευτοΰνε σέ μιά πραγματικά Ισχυρή κι ένωμένη κολεχτίβα, όπου υπήρχε έργατική καί όργανωτική διαφοροποίηση, δημοκρατία τής γενικής συνέλευσης, διαταγή κι υποταγή τοϋ συντρόφου στό σύντροφο, όπου όμως, δέ δημιουργοϋνταν άριστοκρατία, διοι­ κητική κάστα. Αύτή ή έπινόηση ήταν τό μικτό τμήμα. Οί έχθροί τοϋ συστήματός μας, πού κατέκριναν τή διοικητι­ κή μας παιδαγωγική, ποτέ τους δέν είδαν τό διοικητή μας στή δουλιά. Μά αύτό ΐσω ς νά μήν είναι καί τόσο σπουδαίο. Τό πιό σπουδαίο είναι, ότι αύτοί ποτέ τους δέν άκουσαν γιά τό μικτό τμήμα, δέν είχαν δηλαδή καμιά άντίληψη γιά τό πιό βασικό καί τό πιό άποφασιστικό στοιχείο μέ τό όποιο συμπληρώσαμε τό σύστημά μας. Τό μικτό τμήμα έμφανίστηκε στή ζωή ά π ’ τό ότι τή νέπ ο χή έκείνη κύρια δουλιά μας ήταν ή άγροτική δουλιά. Είχαμε περίπου έβδομήντα ντεσιατίνες γής καί τό καλοκαίρι ό Σέρε άπαιτοϋσε δουλιά ά π ’ όλους. Ταυτόχρονα, ό κάθε τρόφιμος είχε όριστεΐ νά δουλεύει στό ένα ή σ τ ’ άλλο έργαστήρι καί κανένας τους δέν ήθελε νά φύγει ά π ’ αύτό: τήν άγροτική δουλιά τή βλέπανε όλοι τους, σάν ένα μέσο συντήρησης καί καλυτέρεψης τής ζωής μας, ένώ έργαστήρι σήμαινε είδικότητα. Τό χειμώνα, δταν οί άγροτικές δουλιές περιορίζονταν στό έλάχιστο, δλα τά έργαστήρια ήταν γεμάτα κόσμο, όμως, ά π ’ τό Γενάρη κιόλας, ό Σέρε άρχιζε νά ζητάει παιδιά γιά τά θερμοκήπια, γιά τήν κοπριά καί μετά κάθε μέρα δλο καί μεγάλωνε τίς άπαιτήσεις του. ' Η άγροτική δουλιά συνοδευόταν πάντα μέ τήν άλλαγή τοϋ τόπου καί τοϋ χαρακτήρα τής δουλιας κι έπόμενα όδηγοϋσε σ ’ ένα καθημερινό κομμάτιασμα τής κολεχτίβας άνάλογα μέ τή δουλιά πού έπρεπε νά γίνει. ' Η μονοπρόσωπη διεύθυνση τής δουλιας ά π ’ τό διοικητή καί ή συγκεντρωτική του εύθύνη, άποδείχθηκε ά π ’ τήν άρχή άκόμα, δτι ήταν.ένα ς σοβαρός θεσμός κι ό ίδιος ό λερε έπέμενε νά ’χει τήν εύθύνη γιά τήν πειθαρχία, γιά τά έργαλεΐα, γιά τήν άπόδοση καί τήν ποιότητα τής δουλιας, ένα μόνο παιδί. Σήμερα, δέ θά βρεθεί ουτε ένας 245


άνθρωπος, πού σκέφτεται σωστά, νά *χει άντίρρηση γΓ αύτό. Ά κ ό μ α κι έκείνη τήν έποχή είχαν άντιρρήσεις γι ’ αύτό μόνο οί παιδαγωγοί. Ξεκινώντας άπό μιά έντελώς κατανοητή όργανωτική άνάγκη, φτάσαμε στήν Ιδέα τού μικτού τμήματος. Τό μικτό τμήμα είναι ένα προσωρινό τμήμα, πού συγκρο­ τείται γιά μιά βδομάδα, δχι περισσότερο, καί παίρνει μιά σύντομη καθορισμένη άποστολή: νά ξεβοτανίσει τίς πατάτες στό τάδε χωράφι, νά όργώσει κάποιο κομμάτι γής, νά καθαρίσει τό σπόρο, νά μεταφέρει τήν κοπριά στά χωράφια, νά σπείρει κ.τ.λ. Γιά τήν κάθε δουλιά άπαιτοϋνταν καί διαφορετικός άριθμός παιδιών: σ ’ όρισμένα μικτά τμήματα έπρεπε νά πάνε δυό άνθρωποι, σ ’ άλλα πέντε, όχτώ, είκοσι. Ή δουλιά τών μικτών τμημάτων διέφερε άκόμα καί κατά τό χρόνο. Τό χειμώνα, δσο τά παιδιά πήγαιναν στό σχολειό τοΰ Σταθμοϋ μας, δούλευαν σέ δυό βάρδιες: ώς τό μεσημέρι καί μετά τό μεσημέρι. "Οταν τό σχολειό είχε διακοπές, καθιερώθηκε ή έξάωρη έργάσιμη μέρα ταυτόχρονα γιά δλους. ' Ωστόσο, ή άνάγκη νά χρησιμοποιούν­ ται δλα τά ζώα καί τά έργαλεΐα, έκανε ώστε όρισμένα παιδιά νά δουλεύουν ά π ’ τίς έξι τό πρωί ώς τό μεσημέρι κι άλλα ά π ’ τό μεσημέρι ώς τίς έξι τό βράδυ. ‘Ορισμένες φορές έπεφτε τόσο πολλή δουλιά, πού μάς ύποχρέωνε νά μεγαλώνουμε τήν έργάσιμη μέρα. Οί διάφοροι τύποι δουλιας κι ό διάφορος χρόνος πού άπαιτοϋνταν νά γίνει ή καθεμιά, όδήγησαν στό νά δημιουργού­ με πολύ διαφορετικά μικτά τμήματα. Κάναμε ένα δίκτυ άπό μικτά τμήματα πού θύμιζε κάπως τά δρομολόγια τών τραίνων. "Ολοι στό Σταθμό ήξεραν καλά, πώς τό τρίτο «Ο» μικτό, δουλεύει άπό τίς όχτώ τό πρωί ώς τίς τέσσερις τό άπόγεμα, μέ μιά διακοπή γιά τό μεσημεριάτικο φαγητό, κι άκόμα, δτι δουλεύει τό δίχως άλλο στόν κήπο, τό τρίτο «Σ» στόν όπωρώνα, τό τρίτο «Ρ» στίς έπισκευές, τό τρίτο «Π» στά θερμοκήπια. Τό πρώτο μικτό, δουλεύει άπ* τίς έξι τό πρωί ώς τίς δώδεκα τό μεσημέρι, ένώ τό δεύτερο μικτό ά π ’ τίς δώδεκα ώς τίς έξι. *0 άριθμός τών μικτών τμημάτων έφτασε σύντομα τό δεκατρία. Τό μικτό τμήμα, ήτανε πάντα τμήμα έργατικό. Μόλις τελείωνε τή δουλιά του καί τά παιδιά γύριζαν στό Σταθμό, έπαυε νά ύπάρχει. ' Ο καθένας τρόφιμος ήξερε τό μόνιμο τμήμα του πού είχε τό 246


μόνιμο διοικητή του, τήν καθορισμένη του θέση στό σύστημα τών εργαστηρίων, τή θέση του στό θάλαμο καί στήν τραπεζαρία. Τό μόνιμο τμήμα ήταν ή πρωτοβάθμια όμάδα τών τροφίμων κι ό διοικητής του ήταν υποχρεωτικά μέλος του συμβουλίου τών διοικητών. "Ομως, α π ’ τήν άνοιξη, κι όσο πλησίαζε τό καλοκαί­ ρι, τόσο καί πιό συχνά ό κάθε τρόφιμος έπεφτε γιά μιά βδομάδα στό μικτό τμήμα πού ’χε τήν άλφα ή βήτα άποστολή. Τύχαινε στό μικτό τμήμα νά ’ναι μόνο δυό παιδιά, "Ομως καί τότε άκόμα, ένας ά π ’ αυτούς τοποθετούνταν διοικητής τοΰ μικτοΰ τμήματος. Ό διοικητής του τμήματος έδινε έντολές γιά τή δουλιά κι είχε τήν εύθύνη γΓ αυτήν. Μόλις όμως τελείωνε ή εργατική μέρα, τό μικτό τμήμα διαλυόταν. Τό κάθε μικτό τμήμα δημιουργοΰνταν γιά μιά βδομάδα, κι ό κάθε τρόφιμος τοϋ Σταθμού, τή δεύτερη βδομάδα, πήγαινε σέ καινούργιο μικτό τμήμα, σ ’ άλλη δουλιά, κάτω ά π ’ τίς έντο­ λές ένός καινούργιου διοικητή τμήματος. *0 διοικητής τοϋ μι­ κτού τμήματος, όριζόταν ά π ’ τό συμβούλιο τών διοικητών έπίσης γιά μιά βδομάδα, κι υστέρα ά π ’ αύτό περνούσε σέ καινούρ­ γιο μικτό τμήμα, κατά κανόνα όχι σά διοικητής πιά, μά σάν άπλό μέλος του. Τό συμβούλιο τών διοικητών προσπαθούσε πάντα νά μοιρά­ ζει τό βάρος τής δουλιας τοϋ διοικητή, σέ δλα τά παιδιά, έκτός ά π ’ τούς πιό άκατάλληλους. Αύτό ήταν σωστό, γιατί ή διοίκηση ένός μικτού τμήματος, ήταν συνδεμένη μέ μεγάλες εύθϋνες καί φροντίδες. Χάρη σ ’ αύτό τό σύστημα, ή πλειοψηφία τών παιδιών έπαιρνε μέρος όχι μόνο στή δουλιά, μά καί στήν όργανωτική δράση. Αύτό είχε μεγάλη σημασία. Ή τ α ν άκριβώς δ,τι χρειαζόταν γιά τήν κομμουνιστική άγωγή τών παιδιών. Χά­ ρη σ ’ αύτό άκριβώς, ό Σταθμός μας στά 1926 ξεχώριζε μέ τή φα­ νερή ικανότητά του νά συγκροτείται καί νά άνασυγκροτεΐται γιά νά.έκπληρώ νει όποιοδήποτε καθήκον. Γιά νά έκπληρωθει ένα όποιοδήποτε μέρος αύτοϋ τοϋ καθήκοντος, είχαμε πάντα καί μέ τό παραπάνω, στελέχη ίκανά καί μέ πρωτοβουλία στήν όργάνωση τής δουλιας, άνθρώπους πού ήξεραν νά όργανώνουν καί νά κατευθύνουν τή δουλιά. Σ ’ αύτούς μπορούσαμε πιά νά στηριζό­ μαστε μέ σιγουριά. ' Η σημασία τοϋ διοικητή τοϋ μόνιμου τμήματος γινόταν όλο καί πιό μικρή. Οί μόνιμοι διοικητές σχεδόν ποτέ δέ διόριζαν τόν έαυτό τους διοικητή μικτοϋ τμήματος, ξεκινώντας ά π ’ τό ότι κι 247


Ετσι είναι φορτωμένοι μέ δουλιά. Ό διοικητής τοΰ μόνιμου τμήματος τραβοΰσε γιά τή δουλιά σάν ένα άπλό μέλος τοΰ μικτού τμήματος, καί τήν ώρα τής δουλιας, υποτασσόταν στόν προσωρινό διοικητή τοΰ τμήματος πού πολύ συχνά ήταν μέλος τοΰ ίδιου τοΰ δικοΰ του μόνιμου τμήματος. Αύτό δημιουργούσε μιά πολύπλοκη άλυσίδα έξαρτήσεων στό Σταθμό, καί σ ’ αύτή τήν άλυσίδα δέ μπορούσε πιά νά ξεχωρίσει καί νά μπεΐ πάνω ά π ’ τήν όμάδα ένας ξεχωριστός τρόφιμος. Τό σύστημα τών μικτών τμημάτων, Εκανε τή ζωή στό Σταθμό πολύ Εντονη κι Ενδιαφέρουσα μέ τήν έναλλαγή τών Εργατικών κι όργανωτικών καθηκόντων, τήν άσκηση τής διοί­ κησης καί τής υποταγής, μέ τήν κίνηση τών όμαδικών καί προσωπικών παρορμήσεων.

26. ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ Πάνω άπό δυό χρόνια Επισκευάζαμε τό «Τρέπκε», δταν ξάφνου τήν άνοιξη τοΰ *23 άνακαλύψαμε πώς είχαμε κάνει πάρα πολλά καί πώς ό δεύτερος Σταθμός άρχισε νά παίζει μεγάλο ρόλο στή ζωή μας. *0 δεύτερος Σταθμός ήταν τό κύριο πεδίο δράσης τοΰ Σέρε. ’ Εκεϊ βρισκόταν τό βουστάσιο, ό σταύλος καί τό χοιροστάσιο. ’ Απ ’ τήν άρχή τής θερινής περιόδου ή ζωή στό δεύτερο Σταθμό, δχι μόνο δέ βρισκόταν σέ μαρασμό σάν καί πρίν, μά άντίθετα. Εβραζε κυριολεχτικά. Γιά μιά όρισμένη περίοδο, αύτή τή ζωντάνια τήν φέρνανε τά μικτά τμήματα τοΰ πρώτου Σταθμού. Τή μέρα μπορούσε κανείς νά δει στά φιδωτά μονοπάτια καί στίς αύλακιές, άνάμεσα στόν πρώτο καί τό δεύτερο Σταθμό, νά κινοΰνται άσταμάτητα σχεδόν τά μικτά τμήματα. Ά λ λ α ά π ’ αύτά πήγαιναν βιαστικά στό δεύτερο Σταθμό γιά δουλιά, άλλα βιάζονταν γιά τό μεσημε­ ριάτικο φαγητό ή τό δείπνο, τραβώντας γιά τόν πρώτο Σταθμό. ’ Αναπτυγμένο μέσα στό χαντάκι τό μικτό τμήμα πολύ γρήγορα καλύπτει τήν άπόσταση. *Η παιδική Εφευρετικότητα καί τό θάρ­ ρος δέν υπολόγιζε καί πολύ τά συμφέροντα τών άτομικών ίδιοχτητών μέ τά σύνορά τους. Στήν άρχή, οί ίδιοχτήτες τών άγροχτημάτων προσπαθούσαν κάπως ν ’ άντιδράσουν σ ’ αύτή τήν Ε· 248


φευρετικότητα, μά πολύ γρήγορα πείστηκαν, πώς αύτό ήταν μιά μάταιη προσπάθεια: μέ σταθερότητα καί κέφι τά παιδιά όλο καί βρίσκανε καινούργιους δρόμους άνάμεσα σ τ ’ άγροχτήματα, ψάχνοντας έπίμονα γιά τόν Ιδανικό — τήν ευθεία γραμμή. ’ Εκεΐ, δπου ή ευθεία γραμμή περνούσε μ έσ’ά π ’τήν αύλή τοϋ νοικο­ κύρη, χρειαζόταν νά γίνει δουλιά δχι μόνο γεωμετρικής προ­ σπέλασης, μά καί νά έξουδετερωθοϋν τέτιου είδους έμπόδια σάν τό σκύλο, τό φράχτη, τούς αυλόγυρους καί τίς αυλόπορτες. Ό πιό εύκολος στόχος ήταν τά σκυλιά: ψωμί είχαμε μπό­ λικο, μά καί χωρίς ψωμί άκόμα, στό βάθος τής καρδιάς τους, οί σκύλοι τών νοικοκυραίων τρέφανε μεγάλη συμπάθεια στά παιδιά τοΰ Σταθμού. ' Η βαρετή σκυλίσια έπαρχιακή ζωή, χωρίς ζωηρές έντυπώσεις καί χαρά, στολίστηκε ξαφνικά άπό καινούρ­ γιες Ισχυρές συγκινήσεις: πολυκοσμία, ένδιαφέρουσες συζητή­ σεις, ή δυνατότητα νά όργανωθεϊ ένα μάτς γαλλικής πάλης στόν κοντινό σωρό μέ τ ’ άχυρο καί τέλος ή άνώτερη εύχαρίστηση: τό χοροπήδημα δίπλα ά π ’ τό τμήμα πού περνάει βιαστικά, καί τό άρπαγμα ένός κλαδιού ά π' τά χέρια τοΰ πιτσιρίκου, πού συ­ νοδευόταν καμιά φορά μέ τό δέσιμο μιας φανταχτερής κορδέ­ λας στό λαιμό. Ά π οσ τάτησ αν άκόμα καί οί έκπρόσωποι τών μαντρόσκυλων, πού σάν χωροφύλακες φύλαγαν τ ’ άγροχτήμα­ τα. “Αλλωστε, γιά τίς έπιθετικές τους ένέργειες έλειπε τό κυριότερο: ά π 'τή ν άρχή τής άνοιξης, τά παιδιά δέ φορούσαν παντελόνια, μά καί τά σορτσάκια ήταν πολύ πιό ύγιεινά, πιό όμορφα καί πιό φτηνά. ' Η διάλυση τής κοινωνίας τών άγροχτημάτων, πού άρχισε μέ τήν άποστασία τοΰ Μπρόφκα, τοΰ Σέρκα καί τοϋ Καμπιζντόχα. συνεχίστηκε κι έτσι σέ λίγο καιρό ξεπεράστηκαν καί τ ’ άλλα έμπόδια πού στέκονταν στήν εύθυγράμμιση τοϋ δρόμου Σταθμός - Καλομάκ. Στήν άρχή πέρασαν μέ τό μέρος μας οί Ά ντρέιδες, οί Ν ικήτηδες, οί Νετσιπόρηδες καί οί Μ ικόληδες ήλικίας άπό δέκα ώς δεκάξι χρόνων. Τούς τραβούσε κι αύτούς ό Ίδιος αύτός ρομαντισμός πού είχε ή ζωή κι ή δουλιά στό Σταθμό. "Ακουγαν άπό καιρό τώρα τίς σάλπιγγες τοϋ Σταθμού, άπό καιρό γεύονταν τήν άνείπωτη χαρά νά είναι μέλη μιας μεγάλης καί χαρούμενης κολεχτίβας κι έμεναν μέ τό στόμα άνοιχτό άπό θαυμασμό μπροστά σέ όλα αύτά τά χαραχτηριστικά γνωρίσματα τής άνώτατης άνθρώπινης δραστηριότητας, όπως είναι τό «μι­ κτό τμήμα», ό «διοικητής- καί τό θαυμάσιο έκεΐνο πράμα πού 249


λέγεται «άναφορά». Τά πιό μεγάλα παιδιά τά τραβούσαν οί καινούργιες μέθοδες καλλιέργειας κι δχι μόνο έκαναν παρέα μέ τούς τροφίμους τοϋ Σταθμοϋ, μά κι έπαιρναν μέρος στή δουλιά στά χωράφια. Μπορούσε κανείς νά τούς δεΐ καί πίσω ά π ’ τή σπαρτική μηχανή. Είχε γίνει πιά συνηθισμένο φαινόμενο, στό κάθε μικτό τμήμα, δλο καί νά ’ναι προσκολλημένος κάποιος φιλαράκος ά π ’ τό χωριό, που κουβάλαγε μιά τσάπα ή ένα φτυάρι, παρμένα κρυφά ά π ’ τήν άποθήκη τοϋ σπιτιού του. Ό Σταθμός μας γέμιζε ά π ’ αύτά τά παιδιά κάθε βράδυ κι είχαν γίνει λίγο - πολύ άναγκαΐο συμπλήρωμά του. Τό ’βλεπε κανείς στά μάτια τους, πώς δνειρο τής ζωής τους ήταν νά γίνουν δεκτοί στό Σταθμό. Κάμποσοι τό πέτυχαν αύτό άργότερα, δταν οί οικογε­ νειακές ή θρησκευτικές διαφορές, τούς υποχρέωσαν νά έγκαταλείψουν τό πατρικό σπίτι. Τέλος, ή άποσύνθεση τού χωριού έπετεύχθηκε μ ’ένα άπό τά πιό άποτελεσματικά μέσα πού υπάρχουν στόν κόσμο: τά κορί­ τσια τοϋ χωριού, δέ μπόρεσαν ν ’άντισταθοΰν στή γοητεία, πού σκόρπιζε ό ξυπόλητος, μά περιποιημένος, χαρούμενος καί μορφωμένος τρόφιμος. Οί ντόπιοι έκπρόσωσποι τοΰ ανδρικού φύλου ήταν ανίκανοι ν ’άντιπαρατάξουν δτιδήποτε άπέναντι σ ’αύτή τή γοητεία, πολύ περισσότερο, πού οί τρόφιμοί μας, δέ βιάζονταν κάν νά έκμεταλλευθοϋν αύτή τήν κοριτσίστικη εύαισθησία, δέ σαχλαμαρίζανε μέ τίς κοπέλες, δέν τίς άρπαζαν ά π ’δπου λάχει καί δέν τίς έκαναν τό νταή. Τά μεγαλύτερα παιδιά, αύτή τήν περίοδο, ήτανε κιόλας σέ ήλικία νά μποΰν στό έργατικό πανεπιστήμιο ή στήν Κομσομόλ, κι είχαν άρχίσει πιά νά καταλαβαίνουν τήν όμορφιά τής άληθινής εύγένειας καί τής ένδιαφέρουσας συζήτησης. Οί συμπάθειες τών κοριτσιών τών άγροχτημάτων έκεϊνο τόν καιρό, δέν είχαν φτάσει άκόμα στόν έρωτα. Συμπεριφέρονταν καλά καί στά δικά μας κορίτσια, πού ήταν πιό άναπτυγμένα κι «άπό πόλη», χωρίς ταυτόχρονα νά κάνουν καί τίς μεγαλοκυράδες. Ή άγάπη καί οί έρωτοδουλιές, ήρθανε κάπως άργότερα. ΓΓαύτό καί τά κορίτσια δέ γύρευαν μόνο ραντεβού καί συναυλί­ ες άηδονιών κάτω ά π ’τίς άστροφεγγιές, μά είχαν καί κοινωνικές άξιώσεις. 'Ό λ ο καί πιό συχνά παρέες-παρέες έρχονταν στό Σταθμό. Φοβούνταν άκόμα νά ξεμοναχιάζονται μέ τούς τροφί­ μους: καθόντουσαν στή σειρά στά παγκάκια, καί χωρίς νά μιλάνε, άπορροφοΰσαν τίς καινούργιες τόσο ένδιαφέρουσες έντυπώσεις. "Ισως τά ’βαλε σέ μεγάλη άπορία, τό δτι άπαγορευ250


όταν νά μασάνε λιόσπορους δχι μόνο στά χτίρια, μά άκόμα και στήν αυλή, γιά τή διατήρηση τής καθαριότητας. ’Ακριβώς, χάρη στίς συμπάθειες πού άπόχτησαν οί τρόφιμοι άνάμεσα στή νεολαία, οί φράχτες, οί αυλόγυροι καί οί αυλόπορ­ τες έχασαν τήν πρωτινή τους άξία, νά συμβολίζουν δηλαδή, τό άπαραβίαστο τής άτομικής ίδιοχτησίας τών νοικοκυραίων τους. ΓΓαύτό καί πολύ γρήγορα, τά παιδιά του Στάθμου έφτασαν σέ τέτιο σημείο θρασύτητας, ώστε νά σκαρώνουν στά πιό δύσκολα περάσματα, τά λεγόμενα «σκαρφαλώματα». “Ισως, σ ’όλη τή Ρωσία δέν μπορεϊ κανείς νά βρει τέτιες όδικές τελειοποιήσεις: πάνω ά π 'τό φράχτη ένα στενό κομμάτι σανίδι, στηριγμένο άπό δώ κι άπό κεΐ μέ δυό παλούκια. *Η εύθυγράμμιση τοϋ δρόμου Καλομάκ-Σταθμός γινόταν έπίσης καί σέ βάρος τών σπαρτών - άναγνωρίζουμε τήν άμαρτία μας αύτή. "Οπως καί ν ά ’χει τό ζήτημα, τήν άνοιξη τοΰ ’23 ή γραμμή αύτή θά μπορούσε νά συναγωνιστεί μέ τήν Ό χτω β ριανή σιδηροδρομική γραμμή* - τόσο πολύ ήταν ίσια. Κι αύτό διευκόλυνε πολύ τή δουλιά τών μικτών μας τμημάτων. Τό μεσημέρι, τό μικτό τμήμα παίρνει τή μερίδα του πρίν άπό τ ’άλλα. Στίς δώδεκα καί είκοσι έχει κιόλας γευματίσει καί ξεκινάει. Ό παιδαγωγός τής ύπηρεσίας τούς δίνει τό χαρτί, πού τά γράφει δλα δσα χρειάζονται: τό νούμερο τοΰ τμήματος, κατάσταση τών μελών του, τ ’όνομα τοΰ διοικητή, τή δουλιά ποϋ καθορίστηκε νά γίνει καί τό χρόνο έκπλήρωσής της. Ό Σέρε χρησιμοποίησε γιά δ λ ’αύτά, τ ’άνώτερα μαθηματικά: ή δουλιά ύπολογιζόταν πάντα ώς τό τελευταίο μέτρο, ώς τό τελευταίο κιλό. Τό μικτό τμήμα παίρνει γρήγορα δρόμο, σέ πέντε - εξι λεφτά μόλις κι άχνοφαίνεται μακριά στό χωράφι. Νά, πού πήδησε πάνω ά π ’τό φράχτη καί χάθηκε άνάμεσα στά χωριατό­ σπιτα. Πίσω του σέ άπόσταση πού όρίζεται ά π ’τή διάρκεια τής συζήτησης μέ τόν υπεύθυνο ύπηρεσίας τοΰ Σταθμού, ξεκινάει τό έπόμενο τμήμα, κάποιο τρίτο «Κ» ή τρίτο «Σ>*. Πολύ γρήγορα δλο τό χωράφι έχει χαρακωθεί ά π ’τίς γραμμοϋλες πού σχηματί­ ζουν τά τμήματα. Στό μεταξύ ό Τόσκα, πού έχει σκαρφαλώσει στή στέγη τοϋ υπογείου, βάζει τίς φωνές: — Τό πρώτο «Β» έπιστρέφει! Πραγματικά. Πίσω ά π ’τούς φράχτες τοϋ χωριοϋ ξεπροβάλ­ * Ή οιδηροδρομική γραμμή Μ όσχας - Λένινγκραντ (σημ. μεταφρ ) 251


λει τό πρώτο «Β». Τό πρώτο «Β» δούλευε πάντα στό όργωμα ή στή σπορά καί γενικά δούλευε μέ τ ’άλογα. Έ χ ε ι φύγει άκόμα ά π ’τίς πεντέμισι τά χαράματα, καί μαζί του έφυγε κι ό διοικητής του ό Μ πελούχιν. Κι άκριβώς αύτόν, τόν Μ πελούχιν, κιαλάρει ό Τόσκα ά π ’τή στέγη, πού’ναι άνεβασμένος. Σέ λίγα λεφτά τό πρώτο «Β» - έξι σχολικά παιδιά - βρίσκεται κιόλας στήν αύλή τοϋ Σταθμοϋ. 'Ό σ ο νά κάτσουν τά παιδιά στό τραπέζι στό δάσος, ό Μ πελούχιν δίνει τήν άναφορά στόν ύπεΰθυνο υπηρεσί­ ας. Στήν άναφορά ό Ά γα πη τούλη ς έχει σημειώσει τήν ώρα άφιξης καί τή δουλιά πού έκανε τό τμήμα. 'Ό πω ς πάντα, ό Μ πελούχιν είναι χαρούμενος: —’Αργήσαμε πέντε λεφτά, καταλάβατε. Φταίει ό στόλος. Έ μ εϊς πρέπει ν ’άρχίσουμε δουλιά κι ό Μίτκα κουβαλάει τούς μαυραγορίτες. — Ποιούς μαυραγορίτες; ρωτάει περίεργος ό υπεύθυνος υπηρεσίας. — Καί βέβαια!’ Ηρθαν νά νοικιάσουν τόν όπωρώνα. —Έ , λοιπόν; —Έ γώ δέν τούς άφησα οϋτε στό ποτάμι νά πατήσουνε! Τί καταλαβαίνετε, τοΰ λόγου σας θά μασάτε τά μήλα κι έμεϊς θά ξεροκαταπίνουμε; Πίσω όλοταχώς, πολίτες!... Γειά σας, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πώς πάνε οί δουλιές σας; — Γειά σου, Ματβέι. — Πέστε, μά τήν άλήθεια, πότε θά σηκώσουν άπό κεΐ τόν Ά γα πητούλη; Ξέρετε, Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, κάπως πολύ ά σ χη ­ μα τά πάμε μ ’αύτόν έκεΐ. Π ηγαινοέρχεται ά π ’τό πρωί ώς τό βράδι καί χαλάει όλονών τό κέφι. Καί νά δουλέψει δέ θέλει κανένας μέ δαΰτον, καί νά σοΰ υπογράψει άποπάνω καί τήν άναφορά. Τί δουλιά έχει αύτός; Αύτός ό Ά γα πητούλης, ήταν καρφί στό μάτι δλων. Τήν περίοδο αύτή στό δεύτερο Σταθμό ήταν ώς είκοσι άνθρωποι κι είχε δουλιά ώς τό λαιμό. *Ο Σέρε έκανε μόνο τίς άγροτικές δουλιές μέ τίς δυνάμεις τών μικτών τμημάτων τοΰ πρώτου Σταθμοϋ. Στό σταϋλο, στό βουστάσιο, στό χοιροστάσιο πού δλο καί μεγάλωνε, δούλευαν τά παιδιά πού έμεναν στό «Τρέκπε». Πολλή δουλιά έπεφτε στά παιδιά τοΰ δεύτερου Σταθμού. “Επρεπε νά περιποιούνται τό περιβόλι, πού ήτανε όλόκληρες τέσσερις ντεσιατίνες, γεμάτες όμορφα, νεαρά δεντράκια. Ό Σέρε άφιέρωσε στό περιβόλι πολλή δουλιά. Τό δργωσε όλάκερο, κλάδεψε τά δέντρα καί τά καθάρισε καλά, 252


καθαρίστηκαν κι οί φραγκοσυκιές, εγιναν δρομάκια καί φυτεύ­ τηκαν λουλούδια. Τό θερμοκήπιο έδοσε τήν άνοιξη αύτή, τούς πρώτους καρπούς. Πολλή δουλιά γινόταν καί στήν όχθη τοΰ ποταμού, δπου σκάψαμε χαντάκια καί κόβαμε καλάμι. Οί επισκευές στό άγρόχτημα κόντευαν νά τελειώσουν. Ά κ ό μ α καί ό σταΰλος μέ τό κούφιο μπετό έπαψε νά μάς δίνει στά νεΰρα μέ τή χαλασμένη στέγη του: σκεπάστηκε μέ πισσό­ χαρτο, ένώ μέσα οί μαραγκοί τέλειωναν κιόλας τά χωρίσματα γιά τά γουρούνια. Κατά τούς υπολογισμούς τοΰ Σέρε, ό σταΰλος έπρεπε νά χωρέσει έκατόν πενήντα γουρούνια. ' Η ζωή στό δεύτερο Σταθμό, πολύ λίγο τραβούσε τά παιδιά κι ιδιαίτερα τό χειμώνα. Είχαμε προσαρμοστεί πιά στόν πρώτο Σταθμό, δλα είχαν μπει έδώ τόσο καλά στή θέση τους, πού δέ νιώθαμε πιά νά μας βαραίνουν τά τετράγωνα πληχτικά χτίρια, ούτε ή έλλειψη κάθε όμορφιάς καί ποίησης. Στή θέση τής όμορφιάς είχε μπεΐ ή μαθηματική ακρίβεια καί τάξη, ή καθαριό­ τητα κι ή ταχτοποίηση καί τοΰ τελευταίου, άκόμα καί τοΰ πιό άσήμαντου άντικειμένου. Ό δεύτερος Σταθμός, στίς δχθες τοΰ Καλομάκ, παρά τήν Εντονη ομορφιά του, τίς ψηλές δχθες του, τόν κήπο, τά δμορφα μεγάλα σπίτια, είχε γλιτώσει μόνο κατά τό μισό τό χάος τής καταστροφής. ’Ή τανε γεμάτος άπό σκουπίδια κι άπομεινάρια οίκοδομικών ύλικών, κατασκαμμένος άπό τούς άσβεστόλακκους, κι δλα πνιγμένα σ τ ’άγριόχορτα, έτσι, πού σκεφτόμουνα, άν θ ’άξιωθούμε κάποτε νά τά ξεπατώσουμε καί ν ’άπαλλαγοΰμε άπό δαϋτα. Κι άκόμα, δέν ήταν όλα έτοιμα γιά νά ζήσει κανείς έδώ. Οί θάλαμοι ήταν καλοί, μά δέν ύπήρχε μιά πραγματική κουζίνα καί τραπεζαρία. Τήν κουζίνα κάπως τήν φτιάξαμε, μά δέν είναι άκόμα έτοιμο τό υπόγειο. Κι ή κυριότερη δυσκολία ήταν μέ τό προσωπικό: δέν είχαμε ποιόν νά στείλουμε νά κινήσει τή δουλιά, Ό λ ’αύτά έκαναν τά παιδιά, πού τόσο πρόθυμα καί μέ τόσο πάθος δούλεψαν γιά τήν έπισκευή του, νά μή θέλουν νά ζήσουν στό δεύτερο Σταθμό. Ό Μ πράτσενκο ήταν πρόθυμος νά κάνει κάθε μέρα άπό είκοσι βέρστια δρόμο, ά π 'τό ν ένα Σταθμό στόν άλλο, νά μήν τρώει καί νά μήν κοιμάται, όμως τό θεωρούσε ντροπή νά μεταφερθεΐ στό δεύτερο Σταθμό. Ά κ ό μ α κι ό Ό σ ά ντσι έλεγε:


— Καλύτερα νά φύγω ά π ’τό Σταθμό, παρά νά πάω νά ζήσω στό Τρέπκε. Παιδιά μέ χαρακτήρα, δλα τά παιδιά τοΰ πρώτου Σταθμοΰ, είχανε φτιάξει κείνο τόν καιρό, μιά τόσο φιλική συντροφιά, πού ήτανε άδύνατο νά ξεκόψεις κανέναν ά π ’αύτούς. Νά τούς μετα­ φέρουμε στό δεύτερο Σταθμό, διακινδυνεύαμε καί τό δεύτερο Σταθμό καί τό χαρακτήρα τών παιδιών. Τά παιδιά τό καταλάβαι­ ναν αύτό πολύ καλά. Ό Καραμπάνοφ έλεγε: — Τά δικά μας παιδιά είναι σάν τά καλά άλογα, νά, σάν τό Γεράκι, πού άμα τό ζέψεις καλά, τοΰ φερθείς νοικοκυρίστικα καί τοΰ τραβήξεις καί καμιά καμτσικιά, θά σέ πάει όπου θέλεις καί μάλιστα μέ ψηλά τό κεφάλι, μά σάν τ ’άμολήσεις λεύτερο, καί σένα καί τ ’άμάξι θά σάς τσακίσει σέ κάποιο γκρεμό. Γ ι’αύτό καί στό δεύτερο Σταθμό άρχισε νά διαμορφώνεται μιά κολεχτίβα όλότελα διαφορετική σέ χαρακτήρα καί σέ ποιότητα. Είχαν πάει παιδιά ό χι τόσο ζωντανά, όχι τόσο δραστήρια, κι όχι τόσο στραβόξυλα. “Ελειπε ά π ’τήν κολεχτίβα αύτή ή ζωντάνια κι αύτό ήταν άποτέλεσμα τής έπιλογής σύμφωνα μέ τά παιδαγωγικά κριτήρια. Παιδιά πού παρουσίαζαν κάποιο ένδιαφέρον, βρέθηκαν έκεϊ συμπτωματικά. "Εβγαιναν άπό τή μάζα τών μικρών ή ξεχώριζαν ξαφνικά άνάμεσα στούς νεοφερμένους. 'Ω στόσο, κι αύτές οί προσωπικότητες δέν προφτάσανε νά έπιβληθοΰνε, γιατί χάθη­ καν μές στή μετριότητα τής μάζας τών τροφίμων τοΰ «Τρέπκε». Στό σύνολό τους τά παιδιά τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ ήτανε τέτια, πού όλο καί περισσότερο μ ’άπογοήτευαν καί μένα καί τούς παιδαγωγούς καί τούς τροφίμους. ’ Ηταν τεμπέληδες, βρώμικοι, κι είχαν μιά τάση άκόμα καί γιά ένα τόσο βαρύ άμάρτημα, σάν τή ζητιανιά. Βλέπανε πάντα μέ ζήλεια τόν πρώτο Σταθμό, καί συζητοΰσαν ά π ’τό πρωί ώς τό βράδι στά κρυφά, τί μεσημεριάτικο φαΐ είχανε στόν πρώτο Σταθμό, τί γιά βραδινό, τί τρόφιμα έφεραν στήν άποθήκη τοΰ πρώτου Σταθμοΰ καί γιατί δέν έφερναν ά π ’αύτά καί στή δική τους άποθήκη. Ή τ α ν άνίκανοι νά διαμαρτυρηθοΰν έντονα κι άνοιχτά, κρυφομιλοΰσαν στίς γωνιές καί φέρνονταν μ ’άναίδεια στούς έπίσημους έκπροσώπους μας. Τά παιδιά τοΰ Σταθμοΰ άρχισαν μέ κάποια περιφρόνηση νά βλέπουν τούς τρόφιμόυς τοΰ «Τρέπκε». Ό Ζαντόροφ είτε ό Βόλοχοφ, κουβάλαγαν ά π ’τό δεύτερο Σταθμό κάποιον ά π ’τούς 254


παραπονούμενους καί τόν έσπρωχναν στήν κουζίνα μέ τήν παράκληση: — Ταΐστε, παρακαλώ, αύτόν τόν ξελιγωμένο. Ό «ξελιγωμένος», βέβαια, άπό ψευτοφιλότιμο, άρνιόταν νά φάει. Στήν πραγματικότητα, τά παιδιά τοϋ δεύτερου Σταθμοϋ, τρέφονταν καλύτερα. Είχανε δίπλα τούς μπαξέδες τους, μπορού­ σαν ν ’άγοράσουν καί κάτι ά π ’τό μύλο, στό τέλος, είχαν τίς άγελάδες τους. Δύσκολο νά μεταφέρεις τό γάλα στό Σταθμό μας. "Ητανε καί μακριά καί τ ’άλογα δέ μας φτάνανε. Στό δεύτερο Σταθμό, διαμορφωνόταν μιά κολεχτίβα άπό τεμπέληδες καί γκρινιάρηδες. "Οπως τ ό ’παμε κιόλας, τά αίτια ήτανε πολλά, μά πάνω ά π ’όλα ήταν τό ότι ελειπε ενας γερός πυρήνας κι ή δουλιά τοϋ παιδαγωγικού προσωπικού ήτανε κακή. Οί παιδαγωγοί δέ θέλανε νά πάνε νά δουλέψουν στό Σταθμό: μισθός τιποτένιος καί δουλιά δύσκολη. Τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας έπιτέλους μάς έστειλε δ,τι τού’πεσε στό χέρι: τόν Ά γα π ητο ύλη, κι ϋστερα άπό λίγο, τόν Ντεριουτσένκο. Κατέ­ πλευσαν μέ τίς γυναίκες καί τά παιδιά τους κι επιασαν τά καλύτερα διαμερίσματα τοϋ Σταθμοϋ. Δέ διαμαρτυρήθηκα, γιατί καλά πού βρέθηκαν κι αύτοί. 'Ο Ντεριουτσένκο ήτανε ψηλός σάν τηλεγραφόξυλο, καί πρώην πετλιουρικός. Δέν «ήξερε» τά ρούσικα, γέμισε μόλις ήρ­ θε τά χτίρια, μέ φτηνές φωτοτογραφίες τοϋ Σεφτσένκο καί κατα­ πιάστηκε ά π ’ τήν πρώτη κιόλας ώρα μέ τή μόνη δουλιά πού ή­ ταν ικανός νά κάνει: νά τραγουδάει ουκρανικά τραγούδια. 'Ο Ντεριουτσένκο ήταν άκόμα νέος, κι δλο τό μούτρο του είχε τή μανιέρα ένός άπίθανου ντιστεγκέ: μουστάκι στριμμένο, μαλλί κατσαρύ, γραβάτα στριμμένη. Μαλλιά κουρεμένα κυκλι­ κά γύρω ά π ’τό γιακά τοΰ κεντημένου ουκρανικού πουκάμισου. Κι ό άνθρωπος αύτός, ήταν υποχρεωμένος ν ’άσχολεΐται μέ δουλιές, πού δέν είχανε καμιά σχέση μέ τήν ούκρανική ίδέα: νά βγαίνει υπηρεσία στό Σταθμό, νά μπαίνει στό χοιροστάσιο, νά καταγράφει τό πηγαινέλα ά π ’τή δουλιά τών μικτών τμημάτων, καί τίς μέρες τής έργατικής βάρδιας νά δουλεύει μαζί μέ τούς τροφίμους. ΓΓ αύτόν, δλα τοΰτα ήτανε δουλιά άνιαρή κι άχρη­ στη, κι όλος ό Σταθμός άχρηστο πράμα δλότελα, πού δέν είχι: καμιά σχέση μέ τήν παγκόσμια ιδέα. Ό Ά γα π η το ύ λη ς ήταν τόσο χρήσιμος στό Σταθμό, δσο κι Λ Ντεριουτσένκο, μόνο πού ήταν πιό άντιπαθητικός... Ή κ ιν τριαντάρης καί πρίν δούλευε σέ διάφορα ιδρύματα: στήν έγκλη


ματολογική ύπηρεσία, στούς συνεταιρισμούς, στούς σιδηροδρό­ μους καί τέλος παιδαγωγός σέ παιδικούς σταθμούς. Είχε μιά παράξενη φάτσα, πού’μοιαζε μέ κάποιο παλιωμένο καί τσαλα­ κωμένο πορτοφόλι. "Ολα σ ’αύτό τό πρόσωπο ήταν τσαλακωμέ­ να καί σκεπασμένα μέ κόκκινες φακίδες. Μύτη κάπως πατημένη καί στραβή, αυτιά κολλημένα ψηλά στό καύκαλο καί σακουλιασμένα, βαθιές ζαρωματιές καί στόμα στραβό καί σκωροφαγωμένο, πού σ ’όρισμένες του μεριές μάλιστα, έχει σκιστεί ά π ’τήν πολύχρονη κι άκατάσχετη χρησιμοποίησή του. Δέν πέρασε μιά βδομάδα ά π ’τή μέρα πού’ρθε κι έπιασε δουλιά στό Σταθμό καί έγκαταστάθηκε μέ τή φαμελιά του σ ’ενα ά π ’ τά διαμερίσματα πού μόλις είχαν έπισκευαστεϊ, καί ν ά ’σου ό ’ Λγαπητούλης μας έξαφανίστηκε, στέλνοντάς μου Ενα σημείω­ μα, πώς φεύγει γιά μιά σοβαρή υπόθεση. "Υστερα άπό τρεις μέρες, γύρισε μ Ένα κάρο πού νοίκιασε στό χωριό. Πίσω ά π ’τό κάρο είχε δεμένη μιά γελάδα. ' Ο ’ Αγαπητούλης έδοσε έντολή στά παιδιά, νά βάλουν τή γελάδα μαζί μέ τίς δικές μας. ’Ακόμα κι ό Σέρε ξαφνιάστηκε. Σέ δυό μέρες, ό ’Αγαπητούλης μ οϋ’ρθε γεμάτος παράπονα: — Ποτέ μου δέν περίμενα μιά τέτια συμπεριφορά απέναντι στό προσωπικό! Φαίνεται, τό ξεχάσανε δώ, πώς πέρασε πιά έκεΐνος ό καιρός. Κι έγώ καί τά παιδιά μου, έχουμε τό Ίδιο δικαίωμα νά πίνουμε γάλα, όπως κι όλοι οί άλλοι. ’Εσεϊς θά ’πρεπε νά ένθαρρύνετε τήν πρωτοβουλία μου, ν ’άγοράσω ά π ’τά πενιχρά μου έσοδα μιά γελάδα, καί νά τή φέρω στό Σταθμό, χωρίς νά περιμένω πότε θά μου δόσουν ά π ’τό κρατικό γάλα κι όχι νά μέ κυνηγάτε. Τί γίνεται στήν προκειμένη περίπτωση; Στό Σταθμό ύπάρχουν κάμποσες θημωνιές σανός, έκτός ά π ’αύτό, άγοράζουμε ά π ’τό μύλο σέ φτηνή τιμή πίτουρα, γιαραμάδες κι άλλες ζωοτροφές. 'Ό λ ες οί γελάδες, λοιπόν, τρώνε, ένώ ή δική μου στέκεται νηστική. Κι εχεις άπό πάνω καί τά παιδιά, νά σου λένε μέ άγένεια: δέ μπορεΐ ό καθένας νά κουβαλάει έδώ γελάδες! Τίς άλλες γελάδες τίς καθαρίζουν, ένώ τή δική μου, έδώ καί πέντε μέρες τήν άφήνουν έτσι, χωρίς νά τήν καθαρίσουν, κι είναι καταλερωμένη. Δηλαδή, πρέπει νά πάει ή γυναίκα μου νά καθαρίσει κάτω ά π ’τή γελάδα; Καί μπορούσε καί νά πάει, δμως τά παιδιά δέν τής δίνουν ουτε φτυάρι, ούτε δικράνι, κι έκτός ά π ’αύτό, δέν τής δίνουν καί άχυρο γιά νά στρώσει στή γελάδα! Ά ν έχει τόση σημασία Ενα τέτιο τιποτέ­ νιο πράμα, όπως τ ’άχυρο, τότε πρέπει νά προειδοποιήσω, ότι θά 256


πάρω Αποφασιστικά μέτρα. Δέν έχει καμιά σημασία δτι τώρα δέν είμαι μέλος του Κόμματος. "Ημουν κι έγώ κάποτε στό Κόμμα καί νομίζω πώς τ ’άξίζω νά μή συμπεριφέρονται μ ’αύτό τόν τρόπο στή γελάδα μου. Κοίταξα Αποσβολωμένος αύτό τόν Ανθρωπο καί δέ μποροΰ­ σα νά καταλάβω αν υπάρχει τρόπος νά τά βγάλει κανείς πέρα μαζί του: — Μέ τό συμπάθειο, σύντροφε Ά γα πητούλη, άλλά, πώς είναι δυνατόν; "Οπως καί ν ά ’ναι, ή γελάδα σας είναι Ατομική ίδιοχτησία, καί σείς έννοεϊτε νά τά μπερδεύετε ό λ ’αύτά! Στό κάτω-κάτω εϊστε παιδαγωγός. Δέ νομίζετε, πώς αύτό σάς έκθέτει στά μάτια τών τροφίμων; — Μά τί λέτε! Αναψε ό Α γα πητούλης. Ή γώ τίποτε δέν άπαιτώ τζάμπα: καί γιά τή ζωοτροφή καί γιά τή δουλιά τών παιδιών θά πληρώσω, Αν φυσικά δέ θά ’ναι Ακριβά. Κι υστέρα, τό δτι μ ’έκλεψαν, βούτηξαν Απ’τό μωρό μας τό μπερεδάκι καί, φυ­ σικά, αύτό τό*καναν οί τρόφιμοι, έγώ γ ι ’αύτό δέ σάς είπα τίπο­ τε! Τόν έστειλα στόν Σέρε. Στό μεταξύ ό Σέρε συνήλθε ά π ’τό ξαφνικό, καί πέταξε έξω ά π ’τό σταΰλο τή γελάδα τοΰ Ά γα πητούλη. 'Ύ στερα άπό λίγες μέρες ή γελάδα έξαφανίστηκε: όπως φαίνεται, ό νοικοκύρης της τήν πούλησε. Πέρασαν δυό βδομάδες. Στή γενική συνέλευση έβαλε τό ζήτημα ό Βόλοχοφ: — Τί θά γίνει, έπιτέλους; Γιατί ό Α γα πη τούλ η ς μαζεύει πατάτες ά π ’τούς μπαξέδες τοΰ Στάθμου; Ή κουζίνα μας μένει χωρίς πατάτες, άλλά ό Α γα πητούλης βουτάει. Ποιός το ύ ’δοσε τήν άδεια; Τά παιδιά υποστήριξαν τόν Βόλοχοφ. Πήρε τό λόγο ό Ζαντόροφ: — Τό ζήτημα δέ βρίσκεται στίς πατάτες. Οικογένεια έχει, άν παρακαλοΰσε τόν υπεύθυνο, δέ θά λυπόταν τίς πατάτες. Τό ζήτημα είναι άλλο: τί μάς χρειάζεται αύτός ό ’Αγαπητούλης; "Ολη μέρα κάθεται στό σπίτι του ή φεύγει γιά τό χωριό. Τά παιδιά τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ είναι βρώμικα. Δέν τόν είδανε ποτέ τους, ζοΰνε σάν άγρια. Πάς νά σοΰ ύπογράψει τήν άναφορά καί τότε δέν τόν βρίσκεις: πότε κοιμάται, πότε είναι στό τραπέζι, πότε πάλι δέν ευκαιρεί, κάτσε σύ καί περίμενε. Ποιό τό όφελος, λοιπόν, ά π ’αύτόν; 257


— Ξέρουμε πολύ καλά. πώς πρέπει νά δουλεύουν οί παιδα­ γωγοί, είπε ό Ταρανέτς. Έ ν ώ ό Ά γα π ητούλης; Θά πάει μαζί μέ τό μικτό τμήμα δταν έχει βάρδια, θά σταθεί μέ τήν τσάπα στό χέρι καμιάμιση ώρα κι ύστερα τόν άκοϋς νά λέει: «Κάπου πρέπει νά πεταχτώ*> κι ώσπου νά κοιτάξεις, έγινε καπνός. Σέ δυό ώρες τόν βλέπεις νά γυρίζει ά π ’τό χωριό κουβαλώντας κάτι... Ύ ποσχέθηκα στά παιδιά νά πάρω μέτρα. Τήν άλλη μέρα κάλεσα τόν Ά γα π ητο ύλη. ’ Ηρθε τό βραδάκι, τόν πήρα ιδιαίτε­ ρα κι άρχισα τό ψαλτήρι. Μά μόλις άρχισα, ό Ά γα π η τούλη ς μέ διέκοψε: — Ξέρω έγώ τίνος δουλιές ε ίν ’αύτές, ξέρω καλά ποιός μοΰ σκάβει τό λάκκο. Ό λ ’αΰτά τά κάνει κεϊνος ό Γερμανός! Ε ­ ξετάστε καλύτερα, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, τί σόι άνθρωπος είναι. Νά, έγώ τί έχω νά σας πώ: γιά τή γελάδα μου ουτε καί μέ λεφτά δέ βρέθηκε άχυρο, τήν πούλησα καί τά παιδιά μου κάθονται χωρίς γάλα. χρειάζεται νά κουβαλάμε ά π ’τό χωριό. Καί τώρα ρωτήστε με: μέ τί ταΐζει ό Σέρε τό Λόρδο του; Ξέρετε μέ τί τόν ταΐζει; Ό χ ι δέν ξέρετε. Στήν πραγματικότητα, παίρνει κεχρί ά π ’αύτό πού τ ό ’χουμε γιά τά πουλερικά, κεχρί πού τό βράζει καί ταΐζει τό Λόρδο. Μάλιστα, κεχρί! Τό βράζει ό ίδιος, καί δίνει στό σκύλο του νά φάει καί τίποτε δέν πληρώνει. Κι έτσι τό σκυλί τρώει τό κεχρί τοΰ Σταθμού τζάμπα καί κρυφά κι δ λ ’αύτά γιατί έκμεταλλεύεται τό πόστο του σά γεωπόνος καί γιατί έσεΐς το ΰ’χετε έμπιστοσύνη. —Ά π ό ποΰ τά ξέρετε δ λ ’αύτά; ρώτησα τόν Ά γα πητούλη. — Ποτέ μου δέ θά τ ά ’λεγα έτσι στά κουτουρού. Δέν είμαι ά π ’αύτούς τούς άνθρώπους, νά, κοιτάξτε... “Ανοιξε ένα πακετάκι πού τ ό ’βγαλε ά π ’τή μέσα τσέπη του. Στό πακετάκι αύτό ήταν κάποιο πράμα μαυρόασπρο, κάπιο μίγμ α ·

— Τί είναι αύτό; ρώτησα κατάπληχτος. — Νά, αύτό σάς τ ’άποδείχνει δλα δσα λέω. Είναι κοπριά τοΰ Λόρδου. Κοπριά, καταλαβαίνετε; Καιρό τόν παραφύλαγα, μά στό τέλος τόν πέτυχα. Βλέπετε λοιπόν τί τρώει ό Λόρδος; Πραγματικό κεχρί. Καί τί νομίζετε, τ ’άγοράζει; Καί βέβαια, δέν τ'άγοράζει, παρά άπλούστατα τό παίρνει ά π ’τήν άποθήκη. Είπα τοΰ Ά γαπητούλη: — Ξέρετε κάτι, Ά γαπητούλη; Δέ φεύγετε καλύτερα ά π ’τό Σταθμό; — Πώς τό λέτε αύτό: «δέ φεύγετε»; 258


— Νά φύγετε καί μάλιστα δσο μπορεϊτε πιό γρήγορα. Σήμερα κιόλας θά βγάλω τή διαταγή τής άπόλυσης. Λόστε μιά αίτηση δτι θέλετε ό ’ίδιος νά φύγετε. "Ετσι είναι καλύτερα. —Έ γ ώ δέ θά τ ’άφήσω έτσι τό ζήτημα! — Πολύ καλά, νά μήν τ ’άφήσετε, έγώ δμως σάς άπολύω. Ό ’Αγαπητούλης έφυγε. Τό ζήτημα «έτσι τ ’άφησε»*. Σέ τρεις μέρες δέν ύπήρχε πιά στό Σταθμό. Τί νά κάνουμε μέ τό δεύτερο Σταθμό; Τά παιδιά τοΰ Τρέπκε διαπαιδαγωγοϋνταν άσχημα καί δέ μπορούσαμε ν ’άνεχόμαστε παραπέρα αύτή τήν κατάσταση. "Ολο καί χτυπιούν­ ταν άναμεταξύ τους κι έκλεβε ό ένας τόν άλλον, καθαρό σημάδι, πώς έχουμε νά κάνουμε μέ χαλασμένη κολεχτίβα. Ποϋ νά βρεθοϋν άνθρωποι, γ ι ’αύτή τήν καταραμένη δουλιά; "Ανθρωποι πραγματικοί; Μά δέν υπάρχουν καί λίγοι τ έ ^ ο ι, πού νά πάρει ό διάβολος!

27. Η ΚΑΤΑΧΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΣΟΜΟΛ Τό 1923 οί όμάδες τών τροφίμων τοϋ Σταθμού φτάσανε μπροστά σ ’ένα καινούργιο φρούριο, πού δσο κι άν φαίνεται αύτό περίεργο, έπρεπε νά καταληφθεί μ ’έφοδο. Τό φρούριο αύτό ήταν ή Κομμουνιστική "Ενωση Νεολαίας:-ή Κομσομόλ. 'Ο Σταθμός Γκόρκι ποτέ δέν ήταν μιά όργάνωση κλεισμένη στόν έαυτό της. Ά π ’τό '21 άκόμα, οί σχέσεις μας μέ τό λεγόμενο «περίγυρο» ήταν πολύ στενές. Οί πιό κοντινοί γειτόνοι μας, κοινωνικά κι ιστορικά ήταν έχθροί μας. Κι ώστόσο, ένώ ά π ’τή μιά μεριά τούς άντιπαλεύαμε δπως μπορούσαμε, ά π ’τήν άλλη, βρισκόμασταν μαζί τους σέ οίκονομικές σχέσεις, χάρη Ιδιαίτερα στά έργαστήρια πού είχαμε. Μά οί οίκονομικές σχέσεις τοϋ Σταθμοΰ μας βγήκαν πολύ πιό έξω ά π ’τά σύνορα τοϋ έχθρικοϋ περιβάλλοντος, γιατί έξυπηρετούσαμε τούς άγρό­ τες σέ μιά άρκετά μεγάλη άκτίνα, φτάνοντας μέχρι τέτια μακρινά χωριά, σάν τό Σταροζεβόι, τό Μ ατσουχί, τή Μπριγκαντίροφκα. Τά κοντινότερα σέ μάς χωριά, σάν τή Γκοντσαρόφκα, τήν Πιρόγκοφκα, τήν Ά ντριούσεφκα, τήν Ζαμπιράλοφκα, στά 1923 τ ά ’χαμε καταχτήσει, κι δχι μόνο μέ τίς οίκονομικές μας οχέσεις. Ά κ ό μ α καί οί πρώτες έξορμήσεις τών άργοναυτών 259


μας, μέ καθαρά αισθητικούς σκοπούς, δπως γιά παράδειγμα, ή διερεύνηση τής όμορφιάς τοΰ ντόπιου κοριτσίστικου στοιχείου, είτε ή έπίδειξη τών δικών μας έπιτεύξεων στόν τομέα τοϋ χτενίσματος, τής κομψότητας καί τοΰ χαμόγελου, άκόμα κι αύτές λοιπόν, οί πρώτες διεισδύσεις τών παιδιών στή θάλασσα τών χωριών πού μάς τριγύριζαν, είχαν σάν άποτέλεσμα ν ' άναπτύξουμε πλατιά τούς κοινωνικούς μας δεσμούς. Ά κ ρ ιβ ώ ς, σ ’αύτά τά χωριά, γιά πρώτη φορά τά παιδιά τού Σταθμοϋ γνωρίστηκαν μέ τούς κομσομόλους. Οί κομσομόλικες δυνάμεις έδώ ήταν πολύ άόύνατες καί σέ άριθμό, καί σέ ποιότητα. Έ νδιαφ έρονταν περισσότερο γιά τίς κοπέλες καί τό ρακί κι άσκούσανε συχνά πάνω στούς τροφίμους άρνητική έπίδραση. Καί μόνο άπό τότε, πού στή δεξιά όχθη τοΰ Καλομάκ, άπέναντι ά π ’τό δεύτερο Σταθμό, ιδρύθηκε ό άγροτικός συνεταιρισμός Λένιν πού χωρίς νά τό θέλει ήρθε σέ σοβαρές άντιθέσεις μέ τό σοβιέτ τοΰ χωριοΰ κι όλων τών άγροχτημάτων, μόνο τότε είδαμε, πώς στίς γραμμές τής Κομσομόλ, έπικρατοΰσε μαχητικό πνεύμα καί πιάσαμε φιλία μέ τή νεολαία τοΰ συνεταιρισμού. Τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ ήξεραν πολύ καλά κι ώς τίς τελευταίες λεπτομέρειες τά ζητήματα πού άπασχολοϋσαν τόν καινούργιο συνεταιρισμό, κι δλες έκεΐνες τίς δυσκολίες πού συνάντησε ή δημιουργία του. Π ρώ τ’ά π ’όλα ό συνεταιρισμός χτύπησε τά κουλάκικα χτήματα καί προκάλεσε άπό μέρους τών νοικοκυραίων τών άγροχτημάτων, μιά γερή καί γεμάτη μίσος άντίσταση. Τή νίκη ό συνεταιρισμός τήν κέρδισε δ χι καί τόσο εύκολα. Τήν έποχή έκείνη, οί ίδιοχτήτες τών άγροχτημάτων είχανε μεγάλη δύναμη, είχανε «μπάρμπα» στήν πόλη ένώ ή κουλάκικη ψυχή τους, γιά πολλούς ά π ’τούς παράγοντες τής πόλης κατά περίεργο τρόπο ήταν άγνωστη. Στήν πάλη αύτή, τά κύρια πεδία μάχης ήταν τά διάφορα γραφεία στήν πόλη καί τό σπουδαιότερο όπλο ήταν ή πένα. Γ ι’αύτό κι οί τρόφιμοί μας, δέ μπορούσαν νά πάρουν άμεσα μέρος στόν άγώνα. "Οταν δμως τό ζήτημα μέ τή γή λύθηκε κι άρχισαν οί πολύ­ πλοκες έπιχειρήσεις τής άπογραφής, καί τά δικά μας παιδιά καί τά παιδιά τοΰ συνεταιρισμού βρήκαν δουλιά πού’χε γ ι ’αύτά μεγάλο ένδιαφέρον, αύτή ή δουλιά, άκόμα περισσότερο τούς έ­ νωσε. Π α ρ’δ λ ’αύτά, οί κομσομόλοι καί στό συνεταιρισμό δέν έπαιζαν κανένα ιδιαίτερο ρόλο, κι ά π ’τά δικά μας τά μεγαλύτερα παιδιά ήταν πιό άδύνατοι. Τά μαθήματα πού κάναμε, δίνανε 260


πάρα πολλά στούς τροφίμους, άρχισαν κιόλας ν ’άποχτάνε βαθιά πολιτική μόρφωση, αισθάνονταν περηφάνεια που ήταν προλετάριοι καί καταλάβαιναν πολύ καλά τήν άπόσταση πού τά χώριζε ά π ’τή νεολαία τοΰ χωριοΰ. ' Η έντατική καί συχνά βαριά άγροτική δουλιά, τά βόηθαγε νά σχηματίσουν τή βαθιά πεποί­ θηση, ότι μπροστά τους έχουν ένα πολύ διαφορετικό μέλλον. Τά πιό μεγάλα παιδιά μπορούσαν νά περιγράψουν μέ λεπτομέρειες, τί περιμένουν ά π ’τό μέλλον τους καί τί επιδιώ­ κουν. Στόν καθορισμό αύτών τών έπιδιώξεων, τόν κύριο ρόλο τόν έπαιζαν τά παιδιά πού προέρχονταν ά π ’τήν πόλη κι όχι ά π ’τό χωριό. Κοντά στό Σταθμό ήταν τά μηχανοστάσια έπισκευής άτμομηχανών. Γιά τά παιδιά τού Σταθμού αύτά τά μηχανοστάσια ήταν ένας άνεκτίμητος θησαυρός άπό θαυμάσιους άνθρώπους καί έργαλεΐα. Είχαν ένα δοξασμένο έπαναστατικό παρελθόν καί δυνατή κομματική όργάνωση. Τά παιδιά βλέπανε αύτά τά μηχανοστάσια σάν ένα παραμυθένιο παλάτι. Σ ’αύτό τό παλάτι δέ λάμπανε οί φωτεινές σειρές ά π ’τό «Γαλάζιο Πουλί»*, μά κάτι πιό θαυμαστό: τό μεγαλόπρεπο ξεπέταγμα τών γερανών, τά παντοδύναμα άτμοσφύρια κι οί περιστροφικοί τόρνοι μέ τά πολυσύνθετα μηχανήματά τους. Στό παλάτι ζούσαν οί νοικοκυραΐοι του, εύγενέστατοι πρίγκιπες, ντυμένοι μέ βαρύτιμες στολές, πού άστραφταν ά π ’τό μηχανέλαιο, καί μοσκομύριζαν άτσάλι καί σίδερο. Τά χέρια τους είχαν τό δικαίωμα ν ’άγγίζουν αύτές τίς Ιερές, λεϊες επιφάνειες, τούς κυλίνδρους καί τούς κώνους, όλο τόν πλοΰτο τοΰ παλατιού. Κι οί άνθρωποι αύτοί ήταν διαφορετικοί. Δέν είχανε ξανθιές καλοχτενισμέν^,ς γενειά­ δες, κι οΰτε χωριάτικες φυσιογνωμίες νά γυαλίζουν ά π ’τό λίπος. Είχαν έξυπνα, λεπτά πρόσωπα, φωτισμένα ά π ’τή γνώση καί τήν έξουσία, τήν έξουσία πάνω στούς τόρνους καί τίς άτμομηχανές, καί τή γνώση πάνω στούς σύνθετους νόμους πού κυβερνάνε τίς άσφαλιστικές δικλείδες, τούς στρόφαλους καί τά τιμόνια. Κι άνάμεσά τους, βρέθηκαν πολλοί κομσομόλοι, πού μάς άφησαν κατάπληχτους μέ τήν καινούργια κι έξοχη μαστοριά στή δουλιά τους. ’Εδώ είδαμε τή σιγουριά καί τή ζωντάνια, κι άκούσαμε τόν δυνατό καί πιπεράτο έργατικό λόγο. “Ετσι είναι. Τά μηχανοστάσια έπισκευής στάθηκαν τό μεγάλο ίδανικό πολλών παιδιών τοϋ Σταθμού μας, τήν έποχή τού • -Γ αλάζιο Πουλί»: δράμα τοϋ Μ. Μ αίτερλινκ (σημ. μεταφρ.). 261


’22. Ά κ ο υ σ α ν άκόμα οί δικοί μας, γιά άκόμα πιό λαμπρές δημιουργίες τής άνθρωπότητας: γιά τά έργοστάσια του Χάρκοβου καί του Λένινγκραντ, γιά δ λ ’αύτά τά θρυλικά έργοστάσια, σάν του Πουτίλοφ καί του Σόρμοβου. Μά καί τί μ ’αύτό πού ύπήρχαν δ λ ’αύτά στόν κόσμο; Δέν έχει τό δικαίωμα νά όνειροπολεΐ τόσα πολλά ένας τρόφιμος έπαρχιακοΰ Σταθμού. Μέ τούς δικούς μας έργάτες τού μηχανοστασίου άρχίσαμε σιγά-σιγά νά γνωριζόμαστε άπό κοντά καί μάς δόθηκε ή ευκαιρία νά τούς δού­ με μέ τά ίδια μας τά μάτια, νά γευτούμε τό θαϋμα τους μ ’ δλες μας τίς αίσθήσεις, άκόμα καί μέ τήν άφή. * Ηρθαν αύτοί πρώτοι σέ μάς, κι άκριβώς ήρθαν κομσομόλοι. Μιά Κυριακή μπήκε στό γραφείο τρέχοντας καί φωνάζοντας ό Καραμπάνοφ: —Ή ρ θ α ν οί κομσομόλοι ά π ’τό μηχανοστάσιο! Λεβέντες! Οί κομσομόλοι είχαν άκούσει πολλά καλά γιά τό Σταθμό κι ήρθαν νά γνωριστούμε. Ή τ α ν έφτά. Τά παιδιά τούς περιτριγύ­ ρισαν μ ’άγάπη, τρίβονταν πάνω τους μέ τίς κοιλιές καί τά πλευρά τους, καί πέρασαν όλόκληρη τή μέρα σέ μιά πραγματική στενή έπαφή μαζί τους, τούς δείξανε τό δεύτερο Σταθμό, τ ’άλογά μας, τά έργαλεΐα, τά γουρούνια, τόν Σέρε, τό θερμοκή­ πιο, μέ τή συναίσθηση δτι είναι τιποτένιος ό πλούτος ό δικός μας μπροστά στά μηχανοστάσια τών σιδηροδρόμων. Τούς έκανε μεγάλη έντύπωση, πώς οί κομσομόλοι όχι μόνο δέν έκαναν τό μεγάλο μπροστά τους καί δέν έδειχναν τήν υπεροχή τους, μά σά νά τούς έπιανε ενθουσιασμός καί συγκίνηση μ ’αύτά πού βλέπαν κι άκουγαν. Π ρίν ξαναγυρίσουν στήν πόλη, οί κομσομόλοι ήρθαν στό /ραφείο μου γιά νά μιλήσουμε. Έ νδιαφ έρθηκαν νά μάθουν γιατί δέν ύπάρχει στό Σταθμό όργάνωση τής Κομσομόλ. Περιέγραψα σύντομα τήν τραγική ιστορία αύτοϋ τοϋ ζητήματος. Ά π ’τό *22 άκόμα, προσπαθούσαμε νά φτιάξουμε στό Σταθ­ μό πυρήνα κομσομόλικης όργάνωσης, μά οί τοπικές δυνάμεις τής Κομσομόλ άρνοϋνταν κατηγορηματικά: ό Σταθμός είναι γ ι ’αύτούς πού παραβιάζουν τούς νόμους, τί σόι κομσομόλοι μπορεΐ ν ά ’ναι σ ’ένα τέτιο Σταθμό; "Οσο καί νά παρακαλέσαμε, νά μαλώσαμε, νά τσακωθήκαμε, αύτοί τό δικό τους: είσαστε παραβάτες τοΰ νόμου! "Οταν θά φύγουν μέ τό καλό ά π ’τό Σταθμό καί θά δείξουν δτι διορθώθηκαν, τότε μπορεί νά μπει γιά συζήτηση τό ζήτημα καί νά περάσουν όρισμένοι άπ “τούς τροφίμους στήν Κομσομόλ. 262


Oi έργάτες τοϋ μηχανοστασίου, συμμερίστηκαν τή θέση μας, κι ύποσχέθηκαν νά βοηθήσουν σχετικά, μιλώντας στήν Κομσομόλ τής πόλης. Καί πραγματικά, τήν άλλη Κυριακή, ένας τους ξανά ’ ρθε στό Σταθμό, μά μόνο γιά νά μας φέρει δυσάρεστα νέα. Στήν έπιτροπή τής Κομσομόλ τής πόλης καί τοϋ Κυβερνεί­ ου, τούς είπαν: «ΙΙολύ σωστά. Πώς μπορεϊ ν ά ’χουμε κομσομόλους στό Σταθμό, όταν άνάμεσα στά παιδιά ύπάρχουν πολλοί, πού πρίν ήταν στόν Μαχνό, άλλοι έχουν άσχημο ποινικό μη­ τρώο, καί γενικά, είναι άνθρωποι σκοτεινοί;». Τοϋ έξήγησα πώς ά π ’τά παιδιά, στόν Μαχνό ήταν πολύ λίγοι κι αύτοί βρέθηκαν έκεΐ τυχαία. Τέλος, τοϋ έξήγησα πώς τόν όρο «διορθώθηκε» δέν πρέπει νά τόν καταλαβαίνει τυπικά, όπως τόν καταλαβαίνουν στήν πόλη. Γιά μάς, τό λιγότερο είναι νά «διορθώσουμε» τόν άνθρωπο, πρέπει νά τόν άναδιαπαιδαγωγήσουμε, δηλαδή πρέπει νά τόν δια παιδαγωγήσουμε έτσι, πού. όχι μόνο, νά γίνει άπλά άκίνδυνος γιά τήν κοινωνία, μά καί νά γίνει δραστήριος παράγοντας τής καινούργιας έποχής. Καί ποιός θά τόν διαπαιδαγωγήσει, άν αύτός θέλει νά μπεΐ στήν Κομσομόλ καί δέν τοϋ έπιτρέπουν, παρά όλοι θυμούνται κάτι παλιές, όσο καί ν ά ’ναι παιδικές παραβιάσεις; ' Ο σιδηροδρομι­ κός συμφωνούσε καί δέ συμφωνούσε μ ’αύτά πού το ΰ ’λεγα. Π ερισσότερο ά π ’όλα τόν δυσκόλευε τό ζήτημα, γιά τό τί θά παίρναμε σά βάση, δηλαδή, πότε μπορούμε νά πάρουμε έναν τρόφιμο στήν Κομσομόλ, πότε δέν πρέπει καί ποιός θά τ ’άποφασίζει αύτό. — Πώς τό λέτε αύτό «ποιός θά τ ’άποφασίζει»;! Μά, άκρι­ βώς, θά τ ’άποφασίζει ή κομσομόλικη όργάνωση τού Σταθμού. Οί κομσομόλοι ά π ’τά μηχανοστάσια μάς έπισκέφτονταν ταχτικά. ’ Επιτέλους κατάλαβα ότι τό ένδιαφέρον πού δείχνουν γιά μάς, δέν ήταν καί τόσο υγιές. Μάς βλέπανε άκριβώς σάν έγκληματίες. Μέ μεγάλη περιέργεια προσπαθούσαν νά μάθουν τό παρελθόν τών παιδιών κι ήταν έτοιμοι ν ’άναγνωρίσουν τίς έπιτυχίες πού είχαμε, μόνο μ ’έναν όρο: ότι παρ’ό λ ’αύτά, είχαμε μαζέψει έδώ παιδιά όχι ά π 'τά συνηθισμένα. Μέ μεγάλη δυσκο­ λία έπαιρνα μέ τό μέρος μου όρισμένους ά π ’αύτούς. Ή θέση μας σ ’αύτό τό ζήτημα, ά π ’τήν άρχή άκόμα τής δημιουργίας τοϋ Σταθμού, δέν άλλαξε. Σάν κύρια μέθοδο γιά τή διαπαιδαγώγηση αύτών πού ήταν παραβάτες τού νόμου, θεω­ ρούσα τή μέθοδο πού άγνοοϋσε τό παρελθόν τους καί πολύ πε­ ρισσότερο τά έγκλήματα πού είχαν διαπράξει. Συναντούσα 263


δυσκολίες κι ά π ’τόν ίδιο τόν εαυτό μου νά επιβάλω αύτή τή μέθοδο, έπρεπε δηλαδή νά παλέψω κι ένάντια στό χαρακτήρα μου. "Εμπαινα πάντα σέ πειρασμό νά μάθω, γιά ποιό λόγο στάλθηκε ό τρόφιμος στό Σταθμό καί τί τέλος πάντων έχει κάνει. Ή κοινή παιδαγωγική λογική, ά π ’τήν άλλη μεριά, προσπαθούσε νά μιμηθεϊ τήν ιατρική, βάζοντας μπροστά μου τούτο τόν κανόνα: γιά νά γιατρέψεις τήν άρρώστια, πρέπει πρώτα νά κάνεις σωστή διάγνωση. Αύτή ή λογική, μ ’έβαζε κι έμένα που καί που σέ πειρασμό, πολύ περισσότερο δμως έβαζε σέ πειρασμό τούς συναδέλφους μου καί τό Τμήμα Λαϊκής Παιδείας. Ή έπιτροπή γιά τίς υποθέσεις τών άνηλίκων, μας έστελνε τούς «φακέλους» τών τροφίμων, δπου περιγράφονταν λεπτομε­ ρειακά οί διάφορες άνακρίσεις, οί εξετάσεις σέ αντιπαράσταση καί τ ’άλλα κουραφέξαλα, πού βοηθούσανε τάχα νά γίνει ή διάγνωση τής άρρώστιας. Στό Σταθμό μας τά κατάφερα νά πάρω μέ τό μέρος μου δλους τούς παιδαγωγούς κι άκόμα ά π ’τό 1922 παρακάλεσα τήν έπιτροπή νά μή μου στέλνει κανένα «φάκελο». Πάψαμε έντελώς είλικρινά νά ένδιαφερόμαστε γιά τά έγκλήματα πού είχαν κάνει οί τρόφιμοί μας στό παρελθόν, καί τά καταφέραμε τόσο καλά σ ’αύτό τό σημείο ώστε κι αύτοί οί ϊδ ιοι οί τρόφιμοι τά λησμονούσαν. Χαιρόμουνα πραγματικά όταν έβλεπα νά φεύγει λίγο-λίγο κάθε ένδιαφέρον γιά τό παρελθόν, νά έξαφανίζεται μέρα μέ τή μέρα ά π ’τή ζωή μας ή άντανάκλαση τών προηγούμε­ νων άπαίσιων ήμερών, πού τίς θεωρούσαμε άρρωστημένες κι έχθρικές. ’ Απ ’ τήν πλευρά αύτή φτάσαμε τό Ιδανικό: άκόμα κι οί καινούργιοι τρόφιμοι, ντρεπόντουσαν ν ’άφηγηθοϋν τά «κατορθώματά» τους. Καί ξάφνου, γιά ένα τέτιο θαυμάσιο έργο, όπως ήταν ή όργάνωση Κομσομόλ στό Σταθμό, χρειάστηκε νά ξαναθυμηθοΟμε αύτό άκριβώς τό παρελθόν μας καί νά επαναφέρουμε όλη αύτή τή σιχαμένη γιά μάς όρολογία, δπως είναι: «διόρθωση», «παράβαση τού νόμου», «υπόθεση», «φάκελος». Ά κ ρ ιβ ώ ς έπειδή συναντούσε άντίσταση, πεισματάρικη άντίσταση, ή έπιδίωξη τών παιδιών νά μπουν στήν Κομσομόλ ήταν καί μαχητική. Τά παιδιά ήταν έτοιμα νά μπουν γιά τήν υπόθεση αύτή σ ’όποιοδήποτε καυγά. “Ανθρωποι σάν τόν Ταρανέτς, πού είχαν τήν τάση νά συμβιβάζονται, πρότειναν νά χρησιμοποιή­ σουμε έμμεσο τρόπο: νά δόσουμε δηλαδή σ ’δσους ήθελαν νά 264


μπουν στήν Κομσομόλ, βεβαίωση ότι «διορθώθηκαν», καί, φυσικά, νά τούς κρατήσουμε στό Σταθμό. Ή πλειοψηφία τών παιδιών διαμαρτυρόταν ένάντια σέ τέτιου είδους πονηριά. Ό Ζαντόροφ, μελάνιασε ά π ’τό θυμό: — Δέ μάς χρειάζεται τέτιο πράγμα! Έ δώ δέν έχουμε νά κάνουμε μέ τούς χωριάτες κι ούτε πρόκειται νά πιάσουμε κανέναν κορόιδο! Πρέπει νά πετύχουμε νά υπάρχει Κομσομόλ στό Σταθμό, καί τότε αύτή ή 'ίδια ή Κομσομόλ, θά ξέρει ποιός είναι άξιος καί ποιός όχι! Τά παιδιά πήγαιναν πολύ συχνά στίς οργανώσεις τής Κομσομόλ τής πόλης, καί προσπαθούσαν νά πετύχουν τό σκοπό τους, μά τοϋ κάκου. Τό χειμώνα τού 1923 πιάσαμε φιλίες μέ μιά άκόμα κομσομόλικη δργάνωση. Αύτό έγινε έντελώς τυχαία. Κάποιο βραδάκι γυρίζαμε μέ τόν Ά ν τό ν στό Σταθμό. Ή Μαίρη, καλοθρεμμένη καί γυαλιστερή έσερνε πίσω της τό μικρό έλκηθρό μας. Μόλις πήραμε τόν κατήφορο ά π ’τό ύψωμα, βρεθήκαμε ξαφνικά σ ’ένα φαινόμενο άναπάντεχο γιά τά δικά μας τά μέρη, μπροστά σέ μιά καμήλα. Α νή μ π ορ η νά κατανικήσει τήν άηδία της, ή Μαίρη άναπεταρίστηκε, σηκώθηκε στά πισινά της, χτυπήθηκε στό τιμόνι τού έλκηθρου καί πήρε δρόμο. Ό Ά ν τό ν στηρίχτηκε μέ τά πόδια στό μπροστινό μέρος τού έλκηθρου, μά δέ μπόρεσε νά συγκροτήσει τό άλογο. Κάποια σοβαρή έλλειψη στό έλκηθρό μας, πού, γιά νά πούμε τήν άλήθεια, άπό παλιότερα μάς τήν έλεγε ό Ά ν τό ν — τό κοντό τιμόνι — προκαθόρισε τήν παραπέρα έξέλιξη τών γεγονότων, καί μάς έφερε κοντά στήν κομσομόλικη όργάνωση, πού είπαμε πιό πάνω. Α ναπτύσσοντας έναν πανικόβλητο καλπασμό, ή Μαίρη χτυπούσε μέ τίς πισινές της όπλές τό μπροστινό σιδερέ­ νιο μέρος τοϋ έλκηθρου, τρόμαζε μ 'α ύτό άκόμα περισσότερο καί μέ φοβερή ταχύτητα μάς όδηγοϋσε στή σίγουρη καταστρο­ φή. Τραβούσαμε κι οί δυό μας μέ τόν ’ Αντόν τά χαλινάρια, όμως μ ’αύτό, τά πράγματα γίνονταν χειρότερα: ή Μαίρη τίναζε ψηλά τό κεφάλι κι άφήνιαζε όλο καί πιό πολύ. “Εβλεπα κιόλας τό μέρος έκεινο, δπου δλα θ ά ’πρεπε νά τελειώσουν μέ τόν πιό θλιβερό τρόπο: στή στροφή τοϋ δρόμου στή βρύση είχαν μαζευτεί σωρός τά έλκηθρα τών χωρικών γιά πότισμα. "Ολα έδειχναν ότι δέν υπάρχει σωτηρία, ό δρόμος ήταν κλειστός. 'Ό μω ς, σάν άπό θαύμα, ή Μαίρη πέρασε άστραπή άνάμεσα άπό τίς ποτίστρες καί τά έλκηθρα. Ά κ ούσ τηκ ε τό τρίξιμο ξύλων 265


πού σπάζανε καί φωνές, μά έμεϊς ήμασταν κιόλας μακριά. ' Η κατηφόρα είχε τελειώσει, καί μεΐς πιό ήσυχα τώρα τρέχαμε στόν ίσ ιο δρόμο. Τ0 Ά ν τό ν μπόρεσε κιόλας νά δει πρός τά πίσω: — Τσακίσαμε κάποιου τό έλκηθρο! — Πρέπει νά πάρουμε δρόμο! Σήκωσε τό καμτσίκι κι έτοιμάστηκε νά τό κατεβάσει στά καπούλια τής Μ αίρης, πού κι έτσι πετούσε καλπάζοντας. Τού κράτησα τό χέρι: — Δέν θά τούς ξεφύγεις, κοίτα τί διάβολο έχουν! Καί πραγματικά. Πίσω μας ήρεμα καί μεγαλόπρεπα τίναζε τίς δυνατές του όπλές ένα όμορφάλογο ιππασίας καί πίσω ά π ’τά καπούλια του παρατηρούσε προσεχτικά τούς άτυχους φυγάδες ένας άνθρωπος μέ βαθυκόκκινα διακριτικά. Σταματήσαμε. Ό άνθρωπος μέ τά διακριτικά στεκόταν στό έλκηθρο καί κρατιό­ ταν ά π ’τούς ώμους τοϋ άμαξα γιατί δέν είχε ποϋ νά κάτσει: τό πισινό κάθισμα καί ή ράχη τοϋ έλκηθρου, είχαν γίνει κόσκινο, καί στό δρόμο σέρνονταν μαδημένα καί καταστραμμένα τ ’άπομεινάρια άπό κάτι έξαρτήματα έλκηθρου. —Α κολουθή στε μας, πέταξε θυμωμένα ό στρατιωτικός. Τούς άκολουθήσαμε. *Ο ’ Αντόν χαμογελούσε χαρούμενα: τού άρεσαν οί τελειοποιήσεις πού προξένησε τό άνήσυχο έλκηθρό μας στό άλλο άμάξι. Μετά δέκα λεπτά βρεθήκαμε στό φρουραρχείο τής Γκεπεού καί τότε μόνο στή φυσιογνωμία τού Ά ν τό ν άπλώθηκε μιά δυσάρεστη έκπληξη: — Γιά κοίτα, πού πέσαμε! Πάνω στή Γκεπεού! Μάς κύκλωσαν οί άνθρωποι μέ τά βαθυκόκκινα διακριτικά κι ένας ά π ’αύτούς μοϋ’βαλε τίς φωνές: —Έ , βέβαια, βάλανε άμαξά ένα παιδάκι. Μά είναι δυνατό νά κρατήσει αύτός τ ’άλογο; Έ σ ε ΐς θά δόσετε λόγο! Ό Ά ν τ ό ν στραβομουτσούνιασε ά π ’τήν προσβολή καί σχεδόν κλαίγοντας κούνησε τό κεφάλι του σ ’αύτόν πού τόν πρόσβαλε: — Παιδάκι! Ά κ ο υ τόνε!... — Καλύτερα θ ά ’ναι νά μήν παρατάνε τίς καμήλες στούς δρόμους, πού γέμισαν άπό κάθε λογής ζωντόβολα καί μπερδεύ­ ονται στά πόδια μας!... Μπορεΐ νά τά βλέπει αύτά ή φοράδα καί ν ά ’ναι ήσυχη; — Τί σόι ζωντόβολα; — Μά, νά! Αύτές οί καμήλες! Οί άνθρωποι μέ τά διακριτικά γέλασαν. 266


—Ά π ό ποΰ είστε; —Ά π ’τό Σταθμό Γκόρκι, είπα. —"Πω! Μά αύτοί είναι τοΰ Γκόρκι! Κι έσεΐς ποιός είστε, ό διευθυντής; Τρανούς λαγούς πιάσαμε σήμερα! γελούσε άνοιχτοκαρδα ενας νεαρός, μαζεύοντας τόν κόσμο καί δείχνοντας μας σά ν ά ’μαστέ παλιόφιλοι. Γύρω μας μαζεύτηκε πλήθος. Έ σ πα ζα ν πλάκα μέ τόν άμαξά τους καί φορτώνονταν τοΰ Ά ν τ ό ν μέ χίλιες δυό έρωτήσεις γιά τό Σταθμό. —Ά π ό καιρό θέλαμε ν ά ’ρθουμε στό Σταθμό. Λένε, πώς έχετε κόσμο ζωηρό. Θ ά ’ρθουμε, λοιπόν, κατά κεϊ τήν Κυριακή. "Ομως ήρθε ό διαχειριστής κι όλο φούρκα, άρχισε νά γράφει κάποιο πρωτόκολλο. Τ ο ΰ ’βαλαν τίς φωνές: — Δέν τά παρατάς αύτά τά γραφειοκρατικά καμώματα! Τί κάθεσαι καί γράφεις; — Πώς, τί γράφω; Είδατε πώς έχουν καταντήσει τό έλκη­ θρό μας; Ά ς τό διορθώσουν τώρα! — Αύτοί καί χωρίς τό πρωτόκολλό σου θά τό διορθώσουν. Δέ θά τό διορθώσετε; Καλύτερα πέστε μας πώς πάει ό Σταθμός σας. Λένε, πώς ούτε κρατητήριο δέν έχετε έκεΐ! — Κρατητήριο μόνο μας έλειπε! Μά, σάμπως έσεΐς έχετε κρατητήριο; ρώτησε μ ’ένδιαφέρον ό Ά ν τό ν . Τό πλήθος ξέσπασε καί πάλι σέ δυνατά γέλια. — Τήν Κυριακή θά παμε όπωσδήποτε. Θά τούς πάμε νά μάς διορθώσουν τό έλκηθρο. — Καί μέ τί θά πηγαίνω έγώ ώς τήν Κυριακή; έσκουξε ό διαχειριστής. Τόν καθησύχασα: —ν Εχουμε κι ένα έλκηθρο, άς έρθει κάποιος μαζί μας νά τό πάρει. "Ετσι, λοιπόν, ό Σταθμός μας έπιασε κι άλλους καλούς φίλους. Τήν Κυριακή ήρθαν οί τσεκίστες* - κομσομόλοι. Καί γ ι'ά λ λ η μιά φορά μπήκε γιά συζήτηση τό ιδιο έκεΐνο καταραμέ­ νο ζήτημα: γιατί νά μήν μποροΰν νά γίνουν κομσομόλοι οί τρόφιμοι τοΰ Σταθμοϋ; Οί τσεκίστες, δλοι τους πήραν τό μέρος μας· — Μά τί κάθονται καί σοφίζονται αύτοί έκεΐ πέρα; μοΰ’λε* Τσεκίστ: Αύτός πού ύπηρετοϋσε τήν περίοδο έκείνη σ τή ν 1o r> u Τσρεζβιτσιάιν» Κομαέτ: Έ κ τα κ τη ‘Ε πιτροπή (σημ. μεταφρ ). 267


γαν. Τί εγκληματίες καί κολοκύθια; Είναι ντροπή νά λένε τέτιες βλακείες σοβαροί άνθρωποι... Έ μ εΐς θά τήν τελειώσουμε αύτή τή δουλιά. Κι άν δχι έδώ, θά πάμε στό Χάρκοβο. Τήν περίοδο αύτή ό Σταθμός μας ύπάχθηκε άμεσα στό Λαϊκό Έ πιτροπάτο Παιδείας τής Ούκρανίας σάν «πρότυπο υποδειγματικό 'ίδρυμα γιά τούς παραβάτες τοΰ νόμου». “Α ρχι­ σαν νά μάς έρχονται επιθεωρητές ά π ’τό έπιτροπάτο, πού δέν ήταν πιά έκεΐνοι οί έλαφρόμυαλοι έπαρχιώτες πού πίστευαν στήν κοινωνική διαπαιδαγώγηση Ετσι άπό κάποιον άγουρο συναισθηματισμό. Τούτοι δώ, ένδιαφέρονταν πολύ λίγο γιά τά δικαιώματα τής προσωπικότητας κι όλα τ ’άλλα λυρικά κουρα­ φέξαλα. "Εψαχναν νά βροϋν καινούργιες οργανωτικές μορφές κι έναν καινούργιο τόνο. Συμπαθούσες αύτούς τούς άνθρώπους γιατί δέν παρίσταναν τόν δόκτορα Φάουστ, πού δέν τοϋ’φτάνε μόνο μιά εύτυχισμένη στιγμή. Μάς φερνόντουσαν συντροφικά, κι ήταν έτοιμοι νά ψάξουν μαζί μας γιά τό καινούργιο καί νά χαροϋν άκόμα καί γιά τήν πιό μικρή έπιτυχία πού’χαμε. Οί σύντροφοι ά π ’τό Χάρκοβο άποροϋσαν πολύ μέ τίς άτυχίες μας σχετικά μέ τήν Κομσομόλ. — Δουλεύετε, λοιπόν, χωρίς Κομσομόλ; Δέ μπορεΐ νά γίνει; Ποιός τό σοφίστηκε αύτό; Τά βράδια κρυφομιλουσαν μέ τά μεγαλύτερα ά π ’τά παιδιά καί κουνούσαν τά κεφάλια τους μέ συμπάθεια. Χάρη στίς ένέργειες τοΰ Λαϊκοϋ Έ πιτροπάτου Παιδείας καί τών φίλων μας τής πόλης, ή Κεντρική Έ π ιτρ ο π ή τής Κομσομόλ Ούκρανίας έλυσε τό ζήτημα μέ άστραπιαία ταχύτητα καί τό καλοκαίρι τοϋ 1923 όρίστηκε πολιτικός καθοδηγητής στό Σταθμό ό Τ ιχόν Νέστοροβιτς Κόβαλ. Ό Τιχόν Νέστοροβιτς, ήταν άνθρωπος τοϋ χωριοϋ. Έ φ τα σ ε στά είκοσιτέσσερα χρόνια του καί κατάφερε νά μπάσει στή βιογραφία του πολλές ένδιαφέρουσες στιγμές, κυρίως ά π ’τήν πάλη στό χωριό, εΐχε μαζέψει μεγάλα άποθέματα πολιτικής δράσης κι έχτός ά π ’αύτό, ήταν άνθρωπος μυαλωμένος, καλό­ καρδος κι ήσυχος. ’ Απ ’ τήν πρώτη ώρα, μίλαγε μέ τά παιδιά σάν ’ίσος μέ ϊσ ο καί στά χωράφια καί σ τ ’άλώνι έδειξε πώς ήταν άληθινός νοικοκύρης. Στόν πυρήνα τής Κομσομόλ πού όργανώθηκε στό Σταθμό, μπήκαν έννιά παιδιά.

268


28. ΟΙ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ ΗΧΟΥΝ Ξάφνου ό Ντεριουτσένκο μίλησε ρούσικα. Αύτό τ ’άφύσικο γεγονός, είχε σχέση μέ μιά σειρά άπό ατυχήματα πού βρήκαν τήν οικογένεια τών Ντεριουτσένκο. "Αρχισαν όλα ά π 'τ ’ότι ή γυναίκα του — έδώ πού τά λέμε, ένα πλάσμα όλότελα άδιάφορο πρός τήν πανουκρανική ιδέα — έτοιμαζόταν νά γεννήσει, "Οσο κι άν συγκινούσαν τόν Ντεριουτσένκο οί προοπτικές ανάπτυξης τής δοξασμένης κοζάκικης γενιάς, δέ στάθηκαν ώστόσο ικανές νά τόν συμμορφώσουν. Σέ άπταιστη ούκρανική γλώσσα απαίτη­ σε ά π ’τόν Μπράτσενκο άλογα, νά πάει στή μαμή. Ό Μπρά­ τσενκο δέν έχασε τήν εύκαιρία ν ’άραδιάσει κάμποσα κατεβατά, καταδικάζοντας τόσο τή γέννηση τοϋ νεαρού Ντεριουτσένκο. πού δέν προβλεπόταν ά π ’ τό πλάνο μεταφορών τοϋ Σταθμού, δσο καί τήν πρόσκληση ά π ’τήν πόλη τής μαμής, μιά καί, σύμφωνα μέ τή γνώμη τοϋ ’Αντόν, «τί μέ μαμή, τί χωρίς μαμή - τό “ίδιο πράμα». Π α ρ ’ό λ ’αύτά, έδοσε στόν Ντεριουτσένκο τ ’άλογα. Τήν άλλη κιόλας μέρα, βγήκε δτι πρέπει νά πάνε τήν έτοιμόγεννη στή πόλη. Ό Ά ν τ ό ν συγχίστηκε τόσο, πού έχασε κάθε αίσθηση τής πραγματικότητας κι έφτασε στό σημείο νά δηλώ­ σει: — Δέ σοϋ δίνω! "Ομως κι έγώ κι ό Σέρε κι όλόκληρη ή κοινή γνώμη τοϋ Σταθμού, καταδικάσαμε τόσο αύστηρά καί έντονα τή διαγωγή τοϋ Μ πράτσενκο, πού άναγκάστηκε στό τέλος νά δόσει τ ’άλο­ γα. 'Ο Ντεριουτσένκο άκουγε ύπομονετικά τίς φλυαρίες τού Ά ν τ ό ν καί προσπαθούσε νά τόν πείσει, διατηρώντας, δπως καί πριν, στίς έκφράσεις του, τό τάκτ καί τή μεγαλοψυχία του: — Σύμφωνα μέ τήν αίτηση αύτή ή ένέργεια άπαιτεί άμεση λύση καί δέν πρέπει νά χάνουμε ουτε μιά ώρα, άγαπητέ μου σύντροφε Μπράτσενκο. Ό Ά ν τ ό ν χρησιμοποιούσε έπιδέξια τά μαθηματικά στοι­ χεία κι ήταν άπόλυτα βέβαιος γιά τήν πειστικότητα τους: —"Ενα ζευγάρι άλογα γιά ν ά ’ρθει ή μαμή. Στείλαμε: Στείλαμε. Τή μαμή τήν ξαναπήγαμε στήν πόλη; “Αλλο ζευγάρι άλογα. Κατά τή γνώμη σας, ένδιαφέρει τ ’άλογα ποιός θά γεννήσει; —Ά λ έ , τό λοιπόν, σύντροφε... 2 Μ


— Νά λοιπόν, τώρα Εχουμε καί «άλέ»! Τό σκέφτεστε καθόλου, τί θά γίνει άν άρχίσουν δλοι νά κάνουν τέτιες άσχήμιες; Σ ’Ενδειξη διαμαρτυρίας, ό Ά ν τ ό ν γΓαύτές τίς δουλιές πού’χαν σχέση μέ τή γέννα Εζευε τά πιό άντιπαθή καί τεμπέλικα άλογα, Ελεγε πώς τό άμάξι είναι χαλασμένο κι Εστελνε τό παλιοκάρο βάζοντας γΓάμαξά τόν Σορόκα, σημάδι πώς ή δλη πομπή δέν είχε τίποτα τό πανηγυρικό. Μά 6 ’ Αντόν Εγινε Εξω φρενών μόνο δταν ό Ντεριουτσένκο τοΟ ζήτησε άλογα γιά νά πάει νά φέρει τή λεχώνα. Στό μεταξύ, πρέπει νά ποΰμε, πώς αύτός ό ΐελευταΐος δέν ήταν εύτυχής πατέρας: ό πρωτότοκός του, πού όνομάστηκε στά βιαστικά Ταράς, Εζησε στό μαιευτήριο δλο κι δλο μιά βδομάδα καί πέθανε χωρίς νά προσθέσει τίποτε στήν ίστορία τής γενιάς τών κοζάκων. Στή φυσιογνωμία τοΰ Ντεριουτσένκο άπλώθηκε ή μάσκα τοΰ πένθους, πού ταίριαζε στήν περίπτωση κι ή φωνή του είχε άδυνατίσει κάπως. Ώ σ τό σ ο , ή θλίψη του δέν είχε τίποτα τό ίδιαίτερα τραγικό. *0 Ντεριουτσένκο έξακολουθοΰσε έπίμονα νά μιλάει στά ούκρανικά. Έ νώ , ά π ’τήν άλλη, ό Μ πράτσενκο ά π ’τήν άγανάχτηση καί μιά άνώφελη όργή, δέν Εβρισκε λέξεις σέ καμιά γλώσσα κι ά π ’τό στόμα του βγαίνανε μόνο άναρθρες καί άκατανόητες φράσεις: —Έ τ σ ι κι άλλιώς τζάμπα τά στέλναμε! Τόν άμαξά... τί νά βιαστεί...; Μ πορεΐ νά χάσει καί μιά ώρα... "Ολοι θά γεννήσουν... Κι δλα τζάμπα καί βερεσέ... 'Ο Ντεριουτσένκο, ξανάφερε στή φωλιά της τήν άτυχη τή λεχώνα καί τά βάσανα τοΰ Μπράτσενκο σταμάτησαν γιά κάμ­ ποσο καιρό. Δέν πήρε πιά μέρος σ ’αύτή τή θλιβερή ίστορία ό Μ πράτσενκο, μά ή ύπόθεση, δέ σταμάτησε έδώ. Δέν είχε Ερθει στόν κόσμο άκόμα ό Ταράς Ντεριουτσένκο, δταν τυχαία μπλέ­ χτηκε σ ’αύτή τήν ίστορία μιά ξένη ύπόθεση, πού παραπέρα ώστόσο, φάνηκε πώς δέν ήτανε καθόλου ξένη. Καί σ τό νίδ ιο τόν Ντεριουτσένκο, Εφερε πολλούς μπελάδες. Πρόκειται γιά τοΰτο: Οί παιδαγωγοί κι δλο τό προσωπικό τοΰ Σταθμού, παίρνανε φαΐ ά π ’τό κοινό καζάνι γιά τούς τροφίμους. Μά δώ καί κάμποσο καιρό, παίρνοντας ύπόψη τίς ιδιομορφίες τής οίκογενειακής ζωής καί γιά νά λαφρώσουμε κάπως τή δουλιά τής κουζίνας, είχα Επιτρέψει στόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς νά δίνει σ ’όρισμένους τά τρόφιμα πού τούς άναλογοΰσαν άμαγείρευτα. Έ τ σ ι Επαιρνε τά τρόφιμά του κι ό Ντεριουτσένκο. Κάποια φορά τά κατάφερα 270


καί βρήκα στήν πόλη λίγο γελαδίσιο βούτυρο, ισα-ίσα γιά λίγες μέρες καζάνι. Σέ κανένα φυσικά δέν πήγε στό μυαλό, πώς πρέπει νά πάρουνε βούτυρο κι αύτοί πού παίρνανε ξερή τροφή. "Ομως ό Ντεριουτσένκο άνησύχησε πολύ σάν έμαθε, δτι στό καζάνι τών παιδιών κολυμπούσε έπί τρεις μέρες αύτό τό πολύτιμο προϊόν. Βιάστηκε ν ’άλλάξει άπόφαση κι έκανε μιά αίτηση δτι παραιτεϊται ά π ’τήν ξερή τροφή καί θά παίρνει φαί ά π ’τό κοινό καζάνι. Δυστυχώς, ωσπου νά γίνει αύτή ή άλλαγή, τό βουτυρικό άπόθεμα στήν άποθήκη τού Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έξαντλήθηκε, κι αύτό Εδοσε τήν άφορμή στόν Ντεριουτσένκο, ν ά ’ρθει σέ μένα μέ μιά έντονη διαμαρτυρία: — Δέν πρέπει νά περιπαίζετε έτσι τούς άνθρώπους! Ποϋ είναι τό βούτυρο; — Τό βούτυρο; Δέν υπάρχει άλλο, φαγώθηκε. Ό Ντεριουτσένκο έγραψε μιά καινούργια αίτηση νά παίρνει κι αύτός κι ή οίκογένειά του ξερή τροφή! —"Οπως θέλετε! Μά υστέρα άπό δυό μέρες, ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ξανάφερε βούτυρο, καί πάλι έτσι λιγοστό. ' Ο Ντεριουτσένκο τό κατάπιε κι αύτό κι ούτε κάν ξαναπέρασε στήν τροφοδοσία ά π ’τό καζάνι. Μά κάτι συνέβηκε στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας, κι άνοίγονταν οί προοπτικές νά χορηγείται άπό καιρό σέ καιρό βούτυρο γιά τό προσωπικό τής Λαϊκής Παιδείας καί τούς τροφίμους. *Ο Καλίνα Ίβ άνο β ιτς, δταν έρχόταν ά π ’τήν πόλη, δλο καί πιό συχνά έβγαζε κάτω ά π ’τό κάθισμα ένα «τσουκαλάκι» καλοσκεπασμένο μ ’ένα καθαρό κομμάτι γάζα. Έ φ τα σ ε στό σημεϊο νά μήν πηγαίνει στήν πόλη, χωρίς ν ά ’χει μαζί του αύτό τό τσουκαλάκι. ’ Εννοείται πώς πολύ συχνά τό τσουκαλάκι έρχόταν ξεσκέπαστο κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς τό πέταγε άδιάφορα στό άχυρο, στόν πάτο τοϋ κάρου γκρινιάζοντας: — Τί άσυνείδητος κόσμος! Δόσε λιγουλάκι παραπάνω νά φανεΐ κάπως! Έ ν ώ έσεϊς τί μάς δίνετε, βρε παράσιτα; Ούτε νά μυρίσουμε δέ φτάνει! Π α ρ ’δ λ ’αύτά ό Ντεριουτσένκο δέν άντεξε· ξαναπέρασε στήν τροφοδοσία ά π ’τό καζάνι, μά ήταν άνίκανος νά δει τή ζωή στό γιγάντωμά της, δέν πρόσεξε πώς ή καμπύλη τού λίπους στό Σταθμό μας τραβάει σταθερά πρός τά πάνω κι δντας άδύνατος καί πολιτικά, δέν ήξερε πώς ή ποσότητα θά περάσει όπωσδήποτε καί στήν ώρα της στήν ποιότητα. Αύτό τό πέρασμα έπεσε ξάφνου πάνω στό κεφάλι τής φαμίλιας του. ’Αρχίσαμε πιά νά 271


παίρνουμε τόσο μπόλικο τό βούτυρο, πού είχα τή δυνατότητα νά τό προσθέσω στήν ξηρή τροφή τοϋ δεύτερου δεκαπενθημέρου τού περασμένου μήνα. Οί γυναίκες, οί γιαγιάδες, οί μεγαλύτερες θυγατέρες, οί θειές κι άλλα πρόσωπα δευτερότερης σημασίας, κουβάλησαν ά π ’τήν άποθήκη τού Καλίνα ’ϊβάνοβιτς στά σπίτια τους όλόκληρα κομμάτια άπό κιτρινόχρυσο βούτυρο, κι ήταν αύτό ενα καλό δώρο γιά τήν πολύχρονη υπομονή τους, ένώ ό Ντεριουτσένκο δέν κουβάλησε τίποτε: δέν τά ’χε υπολογίσει καλά τά πράματα, κι είχε φάει τό λίπος, πού τοϋ άναλογοϋσε, μέ τ'άνο σ το φαΐ τοϋ καζανιού. Μ έχρι πού είχε χλωμιάσει ά π ’τό μαράζι του καί τή συνεχή κακοτυχιά πού τόν κυνηγούσε. ’Αναστατωμένος έκατσε κι έγραψε μιά καινούργια αίτηση, ότι έπιθυμεϊ νά παίρνει καί πάλι τά τρόφιμα άμαγείρευτα. ' Η θλίψη του ήταν μεγάλη, καί ξεσήκωνε μιά γενική συμπάθεια, όμως καί σ ’αύτή τήν ύπόθεση κρατιόταν σάν κοζάκος καί σάν άντρας, καί δέν επαψε νά μιλάει στή μητρική του γλώσσα, στά ουκρανι­ κά. Τό ζήτημα αύτό μέ τό λίπος συνέπεσε μέ κείνη τή στιγμή, πού είχε γίνει ή άτυχη άπόπειρα νά συνεχιστεί ή γενιά τών Ντεριουτσένκο. Ό Ντεριουτσένκο μέ τή γυναίκα του άναμασούσαν ύπομονετικά τίς τελευταίες θλιβερές αναμνήσεις τους γιά τόν Ταράς, δταν ή τύχη άποφάσισε ν ’άποκαταστήσει τήν Ισορροπία κι έφερε στούς Ντεριουτσένκο τή χαρά πού άπό καιρό τούς άξιζε: δόθηκε ή έντολή νά χορηγηθεί ξερή τροφή γιά τό «μισό μήνα πού πέρασε», κιάνάμεσα σ τ ’άλλα τρόφιμα ήταν σημειωμένο καί βούτυρο. Εύτυχισμένος ό Ντεριουτσένκο πήγε στόν Καλίνα ’ϊβάνοβιτς μέ τό δοχείο. Ό ήλιος έλαμπε κι δλα τά πλάσματα χαίρονταν. Μά αύτό δέ βάσταξε πολύ. Δέν πέρασε μισή ώρα κι ό Ντεριουτσένκο ήρθε τρεχάτος στό γραφείο μου, ταραγμένος καί πειραγμένος ώς τά βάθη τής ψυχής του. Τά χτυπήματα τής τύχης στό γερό του καύκαλο είχαν γίνει πιά άβάσταχτα, ό άνθρωπος ξετροχιάστηκε καί χτυπούσαν οί ρόδες του στίς τραβέρσες σέ άπταιστη ρούσικη γλώσσα. — Γιατί δέ δόθηκε λίπος γιά τό γιό μου; — Γιά ποιό γιό σου; τόν ρώτησα, μ ’άπορία. — Γιά τόν Ταράς. Πώς ρωτάτε «γιά ποιόν»; Αύτό είναι αύθαιρεσία σύντροφε διευθυντή! Τό κανονικό είναι νά δίνετε μερίδα γιά δλα τά μέλη τής οικογένειας καί νά μου τή δόσετε. — Μά δέν έχετε κανένα γιό Ταράς. 272


— Αύτό δέν είναι δική σας δουλιά εχω ή δέν Εχω. Σάς εδοσα βεβαίωση, δτι ό γιός μου Ταράς γεννήθηκε στίς δυό τοϋ Ίο ύ νη καί πέθανε στίς δέκα τοϋ ’ Ιούνη, δόστε του λοιπόν) τό λίπος γιά όχτώ μέρες... Ό Καλίνα Ίβ άνο β ιτς, πού ήρθε έπίτηδες γιά νά παρακο­ λουθήσει τή διαδικασία, Επιασε προσεχτικά τόν Ντεριουτσένκο ά π ’τό μπράτσο: — Σύντροφε Ντεριουτσένκο, μά ποιός ήλίθιος δίνει βού­ τυρο σ ’Ενα τόσο μικρό παιδί; ’Ελάτε στά συγκαλά σας, μήπως μπορεΐ τό μωρό ν ’άντέξει τέτια θροφή; Κοίταξα καί τούς δυό άγρια. — Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, μά τί πάθατε δλοι σας σήμερα;... Αύτό τό μικρό πέθανε τρεις βδομάδες πρίν... —“Αχ, ναί, πέθανε; Μά τότε τί ζητάτε; Τό βούτυρο τοϋ χρειάζεται τώρα αύτουνοϋ, δσο τό λιβάνι στόν πεθαμένο. Αύτό, τώρα ήσύχασε, άν μποροϋμε νά Εκφραστούμε Ετσι. Ό Ντεριουτσένκο πράσινος ά π ’τό κακό του, πηγαινοερχό­ ταν στό δωμάτιο καί σπάθιζε μέ τά χέρια του τόν άέρα: — Στήν οίκογένειά μου έπί όχτώ μέρες ύπήρχε Ενα ίσότιμο μέλος καί πρέπει νά μοϋ δόσετε. Ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς, πνίγοντας μέ δυσκολία ένα χαμόγελο προσπαθούσε νά τοϋ άποδείξει: — Μά τί λογιώ ίσότιμο μέλος; Αύτό μόνο χθεωρητικά ήταν ίσότιμο, δμως πραχτικά, δέν είναι καθόλου: ή ύπήρχε στόν κόσμο ή δέν ύπήρχε - ματαιότης ματαιοτήτων. "Ομως ό Ντεριουτσένκο είχε γιά τά καλά έκτροχιαστεϊ καί οί κινήσεις του παραπέρα ήταν άταχτες καί άπρεπεΐς. Έ χ α σ ε έντελώς τό σουλούπι του κι δλα τά στοιχεία τής ϋπαρξής του ξεστρίφτηκαν καί κρεμάστηκαν: καί τά μουστάκια, καί τά μαλλιά κι ή γραβάτα. Σ ’αύτή τήν κατάσταση Εφτασε μέχρι τό διευθυντή τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας τοϋ Κυβερνείου κι Εκανε κακή έντύπωση, Ό διευθυντής μέ κάλεσε καί μοϋ’πε: —Ή ρ θ ε Ενας παιδαγωγός σας κι Εκανε παράπονα. Ξέρετε, κάτι; Τέτιους πρέπει νά τούς διώχνει κανείς. Πώς μπορεϊτε καί κρατάτε στό Σταθμό Εναν τόσο άνυπόφορο φιλοτομαριστή; Μοϋ γάνωσε τό κεφάλι μ ’Ενα σωρό άνοησίες: Κάποιος Ταράς, λέει, βούτυρο, Ενας διάολος μπορεΐ νά καταλάβει γιά τί πράμα μίλαγε! — Μά, έσεΐς τόν διορίσατε. — Δέν είναι δυνατό... Νά τόν διώξετε, κι άμέσως κιόλας! Σ ’αύτό τό εύχάριστο άποτέλεσμα όδήγησε ή άλληλεπιδρα27.1


ση τών δυό ζητημάτων: τοΟ Ταράς καί του βούτυρου. Ό Ντεριουτσένκο μέ τή γυναίκα του, Εφυγαν ά π ’τόν ίδ ιο δρόμο ά π ’δπου είχε φύγει κι ό Ά γα πητούλης. Κι έγώ καί τά παιδιά ήμασταν γεμάτοι χαρά. Χαιρότανε καί τό μικρό έκεΐνο κομμα­ τάκι τής ουκρανικής γής, πού βρισκόταν δίπλα στόν τόπο τών γεγονότων πού περιγράψαμε. Μαζί δμως μέ τή χαρά πού αισθανόμουνα ένιωθα ταυτόχρονα καί κάποιαν άνησυχία πού μέ βασάνιζε τρομερά: που θά βρούμε έναν πραγματικό άνθρωπο, μιά καί στόν δεύτερο Σταθμό δέν είχαμε τώρα οΟτε έναν παιδαγωγό. Καί νά! Φαίνεται πώς ό Σταθμός Γκόρκι είχε τύχη: όλότελα ξαφνικά βρήκα τόν πραγματικό αύτόν άνθρωπο, πού τόσο είχαμε άνάγκη. Τόν πέτυχα κυριολεχτικά στό δρόμο. Στεκόταν στό πεζοδρόμιο, μέ τίς πλάτες στή τζαμαρία τού τμήματος έφοδιασμοϋ τής Λαϊκής Παιδείας, καί κοίταζε τό σκονισμένο, γεμάτο άχυρα καί καβαλίνες δρόμο. ’ Εγώ κι ό Ά ν τό ν , κουβαλάγαμε ά π ’τήν άποθήκη κάτι σακιά γεμάτα σιμιγδάλι. ' Ο ’ Αντόν σκόνταψε σέ κάποια λακκούβα κι έπεσε. *Ο πραγματικός άνθρωπος πρόστρεξε στόν τόπο τής καταστρο­ φής κι οί δυό μας Αποτελειώσαμε τό φόρτωμα τού σακιού στό κάρο. Ευχαρίστησα τόν άγνωστο καί πρόσεξα τ ’άδέξιο σουλού­ πι του, τό έξυπνο καί νεανικό πρόσωπό του καί τήν άξιοπρέπεια μέ τήν όποία χαμογέλαγε άπατώντας στίς ευχαριστίες μου. Στό κεφάλι του είχε ένα καλοβαλμένο άσπρο πηλήκιο. — Θά είστε τό δίχως άλλο στρατιωτικός, τοϋ είπα. — Τό μαντέψατε, μ ’άπάντησε μ*ένα χαμόγελο ό άγνωστος. — Τοϋ ίππικοϋ; — Ναί. — Καί πώς κι έτσι στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας; — Θέλω τό διευθυντή. Μ οϋ’πανε πώς δπου ν ά ’ναι θ ά ’ρθει καί τόν περιμένω. — Ψάχνετε γιά δουλιά; — Ναί, ύποσχέθηκαν νά μέ πάρουν γυμναστή. — Νά κουβεντιάσουμε πρώτα μαζί; —"Οπως άγαπδτε. Μιλήσαμε. "Υστερα σκαρφάλωσε στό κάρο μας κι ήρθαμε στό Σταθμό. "Εδειξα στόν Πιότρ ‘ϊβάνοβιτς τό Σταθμό μας καί κατά τό βραδάκι, τό ζήτημα τοϋ διορισμού του είχε λυθεί. Ό Πιότρ ‘ ϊβάνοβιτς έφερε στό Σταθμό ένα όλόκληρο σύμπλεγμα άπό εύχάριστες προσωπικές Ιδιότητες, πού τόν διέκριναν: νιάτα, περίφημη συμπεριφορά, μιά διαβολεμένη 274


άντοχή, σοβαρότητα καί ζωντάνια. Δέν είχε τίποτε πού νά μή μάς χρειάζεται. Δέν είχε ούτε Ιχνος άπό παιδαγωγικές προκα­ ταλήψεις, καί δέν Εκανε τόν καμπόσο στά παιδιά, δέν τόν διέκρινε κανένας φιλοτομαρισμός. Πλάι σ ’αύτά, ό Π ιότρ Ίβ ά νοβιτς, είχε κι άλλες άρετές: άγαποΰσε τή στρατιωτική έκπαίδευση, ήξερε πιάνο, είχε κάποιο ταλέντο καί στήν ποίηση κι ήταν πολύ γερός. Μέ τή διεύθυνση τή δική του, ό δεύτερος Σταθμός ά π ’τήν άλλη κιόλας μέρα άπόχτησε καινούργιο τόνο. Πότε μέ τ ’άστεΐο καί πότε μέ τή διαταγή, πότε μέ τήν είρωνία καί πότε πάλι μέ τό παράδειγμα, ό Πιότρ 'ϊβά νοβιτς, άρχισε νά συγκεντρώνει γύρω του τά παιδιά. Πίστεψε σ ’όλες τίς παιδαγω­ γικές όδηγίες πού τοΰ’δοσα καί ποτέ του, μέχρι τέλος, δέν Εδειξε γιά τίποτα καμιά άμφιβολία. “Ετσι γλίτωσα ά π ’τίς άνώφελες παιδαγωγικές συζητήσεις καί τή φλυαρία. ' Η ζωή καί στούς δυό Σταθμούς, τράβηξε μπροστά σάν μιά καλοκουρντισμένη μηχανή. Αισθανόμουνα, πώς τό προσωπικό είχε άποχτήσει κάποιαν άγνωστη ώς τά τώρα σιγουριά καί σταθερότητα: Ό Τιχόν Νέστοροβιτς, ό Σέρε κι ό Πιότρ ’ ϊβάνοβιτς, όπως κι οί παλιότεροι, οί βετεράνοι, πρόσφεραν στό άκέραιο τίς ύπηρεσίες τους. Αύτή τήν περίοδο στό Σταθμό ζοΰσαν Ισαμε όγδόντα παιδιά. Τά στελέχη τοΰ *20 καί τοΰ ’21, άποτελοΰσαν Ενα γεροδεμένο πυρήνα μέ διοικητικές άρμοδιότητες καί σέ κάθε του βήμα ό κάθε καινουργιοφερμένος στό Σταθμό βρισκόταν μπροστά σ ’Ενα άλύγιστο τείχος άποφασιστικότητας καί δέν μποροΰσε νά μήν πειθαρχεί. "Αλλωστε, παρατηρούσα πώς τέτιες άπόπειρες νά φέρει κανείς άντίσταση, σχεδόν δέν παρου­ σιάζονταν. Ό Σταθμός τραβοΰσε τό ένδιαφέρον τών καινούρ­ γιων μέ τήν καλή έξωτερική του δψη, τήν τάξη καί τήν άπλότητα τής ζωής, μ ’Ενα σωρό άπό τίς πιό διαφορετικές παραδόσεις καί συνήθειες, πού κι οί γεροντότεροι άκόμα δέν θυμόνταν τήν καταγωγή τους. Οί ύποχρεώσεις τοΰ κάθε τρόφιμου διατυπώνονταν μέ Εκφράσεις κοφτές καί γεμάτες άπαιτητικότητα, δμως δλες αύτές οι υποχρεώσεις, ήταν γραμμένες στόν κανονισμό μας, Ετσι πού νά μή μένει κανένα περιθώριο γι ’ αύθαιρεσίες. Μαζί μ*αύτό, μπροστά σ ’όλόκληρο τό Σταθμό Εμ­ παινε Ενα καθήκον πού κανένας δέν άμφισβητοΰσε τή σημασία του: νά τελειώσει ή έπισκευή τοΰ δεύτερου Σταθμοϋ, νά συγκεν­ τρωθούμε δλοι σ ’Ενα μέρος καί ν ’άναπτύξουμε τό νοικοκυριό μας. Δέν υπήρχε καμιά άμφιβολία σέ κανέναν δτι τό καθήκον 275


αύτό ήταν υποχρεωτικό κι δτι όπωσδήποτε θά τό πραγματο­ ποιήσουμε. ΓΓαύτό κι δλοι μας ύπομέναμε πάρα πολλές ά π ’τίς έλλείψεις, στερούσαμε τόν έαυτό μας άπό κάποια παραπανίσια διασκέδαση, άπό ένα καλύτερο κοστούμι ή τροφή, δίνοντας κάθε περίσσιο καπίκι γιά τό χοιροστάσιο, γιά σπόρο, είτε γιά κάποια καινούργια σπαρτική μηχανή. Τίς μικρές θυσίες πού κάναμε γιά τήν οίκοδόμηση τοϋ δεύτερου Σταθμού, τίς βλέπαμε μέ τόσο ήσυχη καί καλόκαρδη διάθεση,μέ μιά τέτια εΰθυμη σιγουριά, πού άν τύχαινε σέ κάποια συγκέντρωση, ένα ά π ’τά παιδιά νά βάλει τό ζήτημα, δτι είναι πιά καιρός νά ράψουμε καινούργια παντελόνια, τ ό ’ριχνα στό καλαμπούρι: — Νά, θά τελειώσουμε τό δεύτερο Σταθμό, θά πλουτίσουμε καί τότε θά ράψουμε! Τ ’άγόρια θά φοροΰν βελουδένια πουκάμι­ σα κι άσημένιους ζωστήρες, οί κοπέλες μεταξωτά φουστάνια καί λουστρίνια, τό κάθε τμήμα θ ά ’χει τό δικό του αύτοκίνητο, κι έχτός ά π ’αύτό, ό κάθε τρόφιμος θά ’χει κι άπό ένα ποδήλατο! Στό Σταθμό θά φυτέψουμε χιλιάδες τριανταφυλλιές. ’Έ τσ ι θά γίνει. "Ομως γιά τώρα, άντε ν ’άγοράσουμε μ ’αύτά τά τρακόσια ρούβλια πού’χουμε, μιά γελάδα έλβετικής ράτσας. Τά παιδιά γελούσαν μέ τήν ψυχή τους. "Υστερα άπ ’ αύτό, τά τσίτινα μπαλώματα στά παντελόνια κι οί λαδωμένες γκρίζες σκούφιες τους άλλαζαν δψη καί δέν τούς φαίνονταν καί τόσο φτωχικά. Έ δώ πού τά λέμε, τήν όμάδα τών παιδιών, πού βρισκόταν έπικεφαλής τής κολεχτίβας τοΰ Σταθμοΰ, θά μπορούσε κανείς καί σ ’αύτή τήν περίοδο νά τήν κατσαδιάσει γιά πολλές παρεκ­ κλίσεις ά π ’τόν ίδανικά ήθικό δρόμο, μά μήπως υπάρχει σ ’όλόκληρο τόν κόσμο κανένας, π ο ύ 'ν ά ’ναι τέλειος; Στό δύσκολο έργο πού’χαμε άναλάβει, αύτή ή όμάδα ένεργοϋσε σάν ένας καλοφτιαγμένος κι άκριβής μηχανισμός. Ε κτιμ ούσ α Ιδιαίτερα τά παιδιά αύτά, γιατί σιγά - σιγά ή κύρια τάση πού φανέρωναν στή δουλιά τους ήταν ή τάση νά πάψουν ν ά ’ναι «έπικεφαλής»», τραβώντας κοντά τους όλόκληρη τή μάζα τών παιδιών τοΰ Σταθμοΰ. Σ ’αύτή τήν όμάδα ήταν σχεδόν δλοι οί παλιοί μας γνωστοί: ό Καραμπάνοφ, ό Ζαντόροφ, ό Βέρσνιεφ, ό Μπράτσενκο, ό Βόλοχοφ, ό Βετκόφσκι, ό Ταρανέτς, ό Μπουρούν, ό Γκούντ, ό ’Οσάντσι, ή Νάστια Νοτσεβνάγια καί τελευταία προστέθηκαν καί καινούργια όνόματα: ό Ό π ρ ίσ κ ο , ό Γκεοργκίεφσκι, ό 276


Βόλκοφ Ζόρα καί ό Βόλκοφ Ά λ ιό σ κ α , ό Στουπίτσιν καί ό Κουντλάτι. Ό Ό π ρ ίσ κ ο πήρε πολλά ά π ’τόν Ά ν τ ό ν Μπράτσενκο: τό πάθος καί τήν άγάπη σ τ’άλογα, τήν υπεράνθρωπη έργατικότητά του. Λέν ήταν κανένα άπ ’ τά φωτεινά ταλέντα κι ούτε είχε κάποια ξεχωριστή δημιουργικότητα. Είχε δμως όρισμένες άρετές, πού δέν τίς έβρισκες εύκολα σ ’άλλον. Είχε μιά ζωντάνια, πού ξεχείλιζε καί μιά θαυμαστή άρμονία καί άκρίβεια στίς κινήσεις του. Ό Γκεοργκίεφσκι, ήταν στά μάτια τής κοινωνίας τοΰ Σταθ­ μοΰ μας £να διπλοπρόσωπο πλάσμα. Ά π ’τή μιά μεριά, όλόκληρο τό παρουσιαστικό του έδειχνε ν ά ’ναι τσιγγάνος. Καί στό μελαψό του πρόσωπο, καί στά μαΰρα γουρλωμένα μάτια του, καί στό συγκροτημένο καί νωθρό του χιούμορ, καί στήν πονηρή άδιαφορία πού’δείχνε στήν άτομική ίδιοχτησία ύπήρχε πραγ­ ματικά κάτι τό τσιγγάνικο. Μά ά π ’τήν άλλη μεριά, ό Γκεοργκίεφσκι ήταν, χωρίς άμφιβολία, άπόγονος κάποιας γενιάς διανο­ ουμένων: ήταν διαβασμένος καί καλοθρεμμένος, είχε μιά θωριά άνθρώπου τής πόλης καί μιλοΰσε μέ κάποια άριστοκρατική προφορά, μαλακώνοντας κάπως τό ρό. Τά παιδιά τοΰ Σταθμοΰ ύποστήριζαν, πώς ό Γκεοργκίεφσκι ήταν γιός κάποιου πρώην κυβερνήτη τοΰ ’ Ιρκούτσκ. Ό Ιδιος άρνιόταν κάθε πιθανότητα ν ά ’χει μιά τέτια ντροπιαστική καταγωγή καί στά ντοκουμέντα του δέν υπήρχε κανένα ίχνο ς πού ν ’άποκηρύσσει τό παρελθόν, μά σέ τέτιες περιπτώσεις, ήθελα πάντα νά πιστεύω τά παιδιά. Πήγαινε πάντα στό δεύτερο Σταθμό σάν διοικητής τμήματος καί πάντα ξεχώριζε άπόνα θαυμάσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα: <ανείς δέν άσχολοΟνταν τόσο πολύ μέ τό τμήμα του δσο ό ηοικητής τοΰ £κτου, ό Γκεοργκίεφσκι. Τούς διάβαζε βιβλία καί τούς βοήθαγε νά ντυθούν, τούς υποχρέωνε προσωπικά νά πλυ­ θούν. Μπορούσε ώρες όλόκληρες νά τούς μιλάει, νά τούς παρακαλάει, νά τούς πείθει. Στό συμβούλιο τών διοικητών έκπροσωποΰσε πάντα τήν άγάπη καί τή φροντίδα γιά τά μικρά. Καί μπο­ ρούσε νά καμαρώνει γιά πολλά πράγματα πού πέτυχε. Τοϋ δίνα­ νε τά πιό βρώμικα καί μυξιάρικα παιδιά. Δέν περνούσε βδομάδα καί τούς έφτιαχνε λιμοκοντόρους, μέ χωρίστρα στά μαλλιά, νά τραβούν στό δρόμο τής έργατικής ζωής τοΰ Σταθμοΰ. Βόλκοφ είχαμε στό Σταθμό δυό: τόν Ζόρα καί τόν Ά λ ιό ­ σκα. Δέν είχανε τίποτα τό κοινό μόλο πού ήτανε άδέλφια. Ό Ζόρκα άρχισε άσχημα τή ζωή του στό Σταθμό: έδειχνε μιά 277


τεμπελιά χωρίς προηγούμενο, ήταν άρρωστιάρης κι άνάποδος καί είχε μιά μικρόψυχη κακία. Δέ χαμογελούσε ποτέ του κι έλεγε λίγα. Είχα τήν έντύπωση πώς αύτός «δέν είναι δικός μας» καί γρήγορα θά φύγει ά π ’τό Σταθμό. Ή άνάπλασή του, έγινε χωρίς πανηγυρισμούς καί παιδαγωγικές προσπάθειες. Στό συμ­ βούλιο τών διοικητών άποδείχτηκε ξάφνου, πώς γιά τή δουλιά νά σκαφτεί τό υπόγειο άπομένει μονάχα μιά δυνατή λύση: ό Γκαλατένκο μέ τόν Ζόρκα. "Ολοι γέλασαν. — Καί νά τ ό ’θελε κανείς, δέ θά τά κατάφερνε ποτέ νά βάλει αύτούς τούς δυό τεμπελχανάδες νά δουλέψουν μαζί! Γέλασαν δλοι άκόμα πιό πολύ, δταν κάποιος πρότεινε νά κάνουμε ενα ένδιαφέρον πείραμα: νά φτιάξουμε μ ’αύτούς τούς δυό, ένα μικτό τμήμα, καί νά δοΰμε τί θά κάνουν, πόσο θά σκάψουν. Π α ρ ’δ λ ’αύτά διαλέξαμε γιά διοικητή τόν Ζόρκα: ό Γκαλατένκο ήταν χειρότερος. Καλέσαμε τόν Ζόρκα στό συμ­ βούλιο. —“Ακου, Βόλκοφ, τοΰ’πα. Σέ διορίσαμε διοικητή τού μικτού τμήματος γιά τό σκάψιμο τού ύπογείου. Σού δίνουμε καί τόν Γκαλατένκο. Φοβούμαστε, ώστόσο, πώς δέ θά τά καταφέρεις μ ’αύτόν. Ό Ζόρκα σκέφτηκε λίγο καί μουρμούρισε: — Θά τά καταφέρω. Τήν άλλη μέρα ήρθε τρέχοντας ί-να ά π ’τά παιδιά τής υπη­ ρεσίας: — Παμε! ’Ελάτε νά δεϊτε, πώς ό Ζόρκα άλλάζει τά φώτα τού Γκαλατένκο! Μόνο μέ προσοχή, γιά νά μή μάς πάρουν χαμπάρι! Ζυγώσαμε προσεχτικά καί κρυφτήκαμε πίσω ά π ’ τούς θά­ μνους. Σ ’ £να ίσιωμα, άνάμεσα στά άπομεινάρια τοϋ παλιού κή­ που, είχε χαραχτεί ένα τετράγωνο, δπου θά γινόταν τό ύπόγειο. Στή μιά άκρη, ήταν τό τμήμα τοΰ Γκαλατένκο, στήν άλλη τοΰ Ζόρκα. Αύτό χτυποΰσε άμέσως στό μάτι κι ά π ’τή διάταξη τών δυνάμεων, κι ά π ’τή φανερή διαφορά στήν άποδοτικότητα τής δουλιας: ό Ζόρκα είχε κιόλας σκάψει κάμποσα τετραγωνικά μέ­ τρα, ένώ ό Γκαλατένκο μόλις μιά στενή λουρίδα. Ώ σ τό σ ο ό Γκαλατένκο δέν κάθεται: χτυπάει άδέξια μέ τό χοντρό του ποδά­ ρι τήν κουτάλα τοΰ φτυαριού, καί σκάβει, γυρνώντας συχνά τό βαρύ κεφάλι του στό Ζόρκα. “Αν δεί πώς ό Ζόρκα δέν τόν βλέ­ πει, σταματάει τή δουλιά χωρίς ν ’άποτραβήξει τό ποδάρι του άπ*τό φτυάρι κι είναι έτοιμος μέ τό πρώτο νά τό χώσει ξανά στή 278


γή. Φαίνεται πώς ό Βόλκοφ βαρέθηκε δλες αύτές τίς πονηριές. Λέει του Γκαλατένκο: — Νομίζεις, πώς θά στέκομαι συνέχεια πάνω ά π ’τό κεφάλι σου καί θά σέ παρακαλάω; Βλέπεις κι ό ίδιος, πώς δέν Εχω καιρό νά τραβιέμαι μέ σένα. — Καί τί κοπιάζεις έτσι; τοΰ’πε γκρινιάζοντας ό Γκαλα­ τένκο. Ό Ζόρκα δέν άπαντάει. Τόν ζυγώνει: — Δέν έχω καμιά διάθεση γιά πάρλα, κατάλαβες; “Αν δέ σκάψεις άπό δώ μέχρι κεΐ, τή μερίδα σου θά τήν πετάξω σ τ ’άποφάγια. — Καί ποιός θά σ ’άφήσει νά τήν πετάξεις; Κάντο, καί θά δεις τί έχεις νά πάθεις άπό τόν Ά ν τό ν . —“Ας πεϊ, δ,τι θέλει. Νά τό ξέρεις, θά τήν πετάξω. Ό Γκαλατένκο κοιτάζει διαπεραστικά τόν Ζόρκα, καί καταλαβαίνει, πώς θά τό κάνει αύτό πού λέει. Μετά μουρμουρί­ ζει: — Μ ’άφοΰ δουλεύω! Τί μοΰ κολλάς έτσι; Τό φτυάρι του άρχίζει γρηγορότερα τώρα ν ’άνακατεύει τό χώμα. Τό παιδί τής ύπηρεσίας μοΰ σφίγγει τό μπράτσο. — Βγάλε τον στήν άναφορά γιά έπαινο, τοΰ λέω. Τό βράδυ ή άναφορά τελείωνε μέ τήν παρακάτω παράγρα­ φο: “ Παρακαλώ νά δοθεί προσοχή στήν καλή δουλιά τοΰ τρίτου «Π» μικτοΰ τμήματος Οπό τή διοίκηση τοΰ Βόλκοφ τοΰ Πρώτου” . 'Ο Καραμπάνοφ άρπαξε μέ κεφαλοκλείδωμα τόν Βόλκοφ καί φώναξε: —Ώ ω ! Δέν έχει δά ό κάθε διοικητής αύτή τήν τιμή! Ό Ζόρκα χαμογέλασε περήφανα. Ό Γκαλατένκο μάς έστειλε κι αύτός ένα χαμόγελο ά π ’τήν πόρτα τοΰ γραφείου δπου στεκόταν κι είπε βραχνά: — Ναί, δουλέψαμε σήμερα. Δουλέψαμε μέχρι ξεθέωμα. Ά π ό τότε ό Ζόρκα έγινε άλλος άνθρωπος, τράβηξε μ ’δλα τά πανιά του μπροστά. Σέ δυό μήνες τό συμβούλιο τών διοικητών τόν έστειλε στό δεύτερο Σταθμό μέ τήν άποστολή νά πάρει στά χέρια του τό έβδομο τμήμα, πού καθυστεροΰσε. Ό Ά λ ιό σ κ α Βόλκοφ άρεσε σέ δλους ά π ’τήν πρώτη κιόλας μέρα. Δέν ήταν δμορφος, τό πρόσωπό του ήταν γεμάτο πανάδες μέ τήν πιό διαφορετική άπόχρωση, τό μέτωπό του ήταν τόσο 279


στενό πού σ ο ΰ ’δινε τήν έντύπωση πώς τά μαλλιά του δέ μεγαλώνουν πρός τά μπρός, δμως ό Ά λ ιό σ κ α ήταν πολύ έξυπνος, πρίν ά π ’δλα Εξυπνος κι αύτό γρήγορα χτυπάει στό μάτι δλων. Καλύτερος διοικητής μικτού τμήματος ά π ’τόν Ά λ ιό σ κ α δέν ύπήρχε: ήξερε νά ύπολογίζει έξαίρετα τή δουλιά, νά τοποθετεί σωστά τά παιδιά, νά βρίσκει καινούργιους τρόπους καί μέθοδες δουλιας. Τ ό Ιδ ιο μυαλωμένος ήταν κι ό Κουντλάτι, Ενας άνθρωπος μέ φαρδύ μογγόλικο πρόσωπο, γερός καί σφίχτοδεμένος. Πρίν ν ά ’ρθει στό Σταθμό ήταν έργάτης γής, μά στό Σταθμό του κόλλησαν τό παρατσούκλι ««κουλάκος**. Καί πραγματικά, ά νδέν ήταν ό Σταθμός πού μέ τόν καιρό Εμπασε τόν Κουντλάτι στίς γραμμές τοΰ Κόμματος, θά γινόταν κουλάκος: τόν κυριαρχούσε ένα λαίμαργο βαθύ Ενστιχτο τής άτομικής ίδιοχτησίας, Ενα πάθος σ 'δ λ α τ ’άντικείμενα, στά κάρα, στίς σβάρνες καί σ τ ’ά­ λογα, στήν κοπριά καί σ τ ’όργωμένο χωράφι, σέ κάθε δουλιά: στήν αύλή, στήν άποθήκη, σ τ ’άμπάρια. *0 Κουντλάτι σκεφτό­ ταν βαθιά τά ζητήματα, μιλούσε άργά μέ τή σιγουριά πού Εχει Ενας καλός νοικοκύρης. "Ομως σάν έργάτης γής, πού ήτανε πρώτα, μισούσε μέ τήν ίδια δύναμη τούς κουλάκους κι ήτανε σ ί­ γουρος γιά τήν άξία τής κομμούνας μας, δπως καί κάθε κομμού­ νας. *Ο Κουντλάτι είχε γίνει άπό καιρό τό δεξί χέρι τοΰ Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς καί στά τέλη του ’ 23 κρατούσε στά χέρια του Ενα με­ γάλο μέρος τοΰ νοικοκυριοΰ μας. Ό Στουπίτσιν ήταν κι αύτός νοικοκύρης, άλλά άπό πολύ διαφορετική πάστα. Αύτός ήταν Ενας πραγματικός προλετάριος. Καταγόταν άπό οίκογένεια έργατών στίς συντεχνίες τοΰ Χάρκοβου, καί μπορούσε νά σοΰ πεΐ, ποΰ δούλευε ό προπάπος του, ό παπούς κι ό πατέρας του. Τ*όνομά τους ήταν άπό χρόνια ξακουστό στούς προλετάριους τών Εργοστασίων τοΟ Χάρκοβου κι ό μεγαλύτερος άδερφός του είχε πάει έξορία μετά τό 1905. Καί τό παρουσιαστικό τοΰ Στουπίτσιν ήταν όμορφο. Είχε λεπτά φρύ­ δια καί κάτι μικρά Εξυπνα μαΰρα μάτια. Γύρω άπ ’ τό στόμα τοΰ Στουπίτσιν σάν Ενα δμορφο μπουκέτο ύπήρχαν εύκίνητα λεπτο­ καμωμένα μούσκουλα καί τό πρόσωπό του όλόκληρο ήταν ζωη­ ρό καί πλούσιο σέ γκριμάτσες. Ό Στουπίτσιν έκπροσωποΰσε στό Στωθμό Εναν ά π ’τούς κυριότερους κλάδους τής άγροτικής μας οικονομίας: τό χοιροστάσιο τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ, δπου τό κοπάδι τών γουρουνιών, πλήθαινε μέ καταπληχτική ταχύτητα. Στό χοιροστάσιο δούλευε Ενα ειδικό τμήμα, τό δέκατο, μέ διοι­ 280


κητή τόν Στουπίτσιν. Κατάφερε νά κάνει τό τμήμα του πολύ δραστήριο καί νά μή μοιάζει καθόλου μέ τμήμα χοιροβοσκών: τά παιδιά δέν Αποχωρίζονταν ποτέ τό βιβλίο, είχαν πάντα στό νοΰ τους τίς νόρμες διατροφής, καί στό χέρι τους χαρτί καί μο­ λύβι, σέ κάθε θέση ύπήρχε έπιγραφή, σ ’δλες τίς γωνιές τού χο ι­ ροστασίου ήτανε κρεμασμένα προγράμματα καί κανονισμοί, γιά τό κάθε γουρούνι ύπήρχε καί ξεχωριστή καρτέλα. Καί τί δέν έ­ βλεπες σ ’αύτό τό χοιροστάσιο! Πλάι στήν κύρια όμάδα τών έπικεφαλής υπήρχαν δυό μεγάλες όμάδες, ή έφεδρεία. Ά π ’τή μιά μεριά ήταν οί παλιοί, μαχητικοί τρόφιμοι, θαυμάσιοι δουλευτάδες καί σύντροφοι, πού δμως δέν είχαν τό ιδιαίτερο ταλέντο τού όργανωτή, Ανθρωποι γεροί καί φρόνιμοι. Ή τ α ν ό Π ρηχόντκο, ό Τσόμποτ, ό Σορόκα, ό Λέσι, ό Γκλέιζερ, ό Σνάιντερ, ό Ό βτσ ιαρένκο, ό Κορίτο, ό Φεντορένκο κι άλλοι πολλοί. Ά π 'τ ή ν Αλλη μεριά ήταν τά πι­ τσιρίκια πού μεγάλωναν, ή πραγματική βάρδια, πού άπό τώρα κιόλας δείχνανε σημάδια αύριανοΰ όργανωτή. ’Εξαιτίας τής ήλικίας τους, δέ μπορούσαν νά πάρουν Ακόμα στά χέρια τή διοι­ κητική δουλιά. ’Ά λλω στε, στίς θέσεις αύτές βρίσκονται Ακόμα οί μεγαλύτεροι, κι αύτούς, τούς μεγαλύτερους, τούς Αγαπούν καί τούς σέβονται. “Ό μ ω ς, τά παιδιά τής νέας αύτής γενιάς έχουν πολλά πλεονεχτήματα: δοκίμασαν τή ζωή τοΰ Σταθμοϋ σέ πιό μικρή ήλικία, Αφομοίωσαν πιό βαθιά τίς παραδόσεις του, πι­ στεύουν πιό πολύ στήν Αξία τοΰ Σταθμού καί, τό κυριότερο, εί­ ναι πιό μορφωμένοι, ή έπιστήμη τους είναι πιό ζωντανή. "Ενα μέρος Απ’αύτούς είναι οί παλιοί γνωστοί μας: ό Τόσκα, ό Σελα­ πούτιν, ό Ζεβέλι, ό Μ πογκογιάβλενσκι. "Ενα Αλλο μέρος είναι καινούργιοι: ό Λάποτ, ό Σαρόφσκι, ό Ρομάντσενκο, ό Ναζαρένκο, ό Βέξσλερ, "Ολοι τους είναι οί αύριανοί διοικητές καί οί παράγοντες τής έποχής πού καταχτήσαμε τό Κουριάζ. Καί τώρα Ακόμα, πολύ συχνά χρησιμοποιούνται σά διοικητές τών μικτών τμημάτων. ΟΙ όμάδες τών παιδιών πού άναφέραμε παραπάνω, Αποτελοΰσαν τό μεγαλύτερο μέρος τής κολεχτίβας μας. Ά π 'τ ό ν υψηλό παλμό, Απ’τή δραστηριότητα, τίς γνώσεις καί τήν πείρα τους, αύτές οί όμΑδες ήταν πολύ δυνατές. Κι ή ύπόλοιπη μάζα τών παιδιών, μπορούσε μόνο ν*Ακολουθεί. Τό υπόλοιπο αύτό τμήμα, χωριζόταν Απ’τά Ίδια τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ, σέ τρεις όμάδες, τό «βάλτο», τούς πιτσιρίκους καί τούς «λωποδύτες». Ό «βάλτος*» άποτελοΰνταν Απ’τά παιδιά πού δέν ξεχώριζαν σέ 2X1


τίποτε, όλότελα ψόφια κι άσυγκίνητα, σά νά μήν πίστευαν καί τά ιδια πώς είναι τρόφιμοι του Σταθμοΰ. Πρέπει, ώστόσο, νά ποΰμε πώς ά π ’τό «βάλτο», δλο καί ξεχώριζαν παιδιά μέ κάποια προσωπικότητα, καί γενικά ό «βάλτος» ήταν μιά κατάσταση προσωρινή. Ά π ό καιρό σέ καιρό ή πλειοψηφία του άποτελοΰνταν ά π ’τά παιδιά τοΰ δεύ­ τερου Σταθμοΰ. Μικρούς είχαμε μέχρι δεκαπέντε. Οί τρόφιμοι τούς Εβλεπαν σάν πρώτη υλη πού ή κύρια άπασχόλησή τους ήταν νά σκουπίζουν τή μύτη τους. Έ δώ πού τά λέμε, οί πιτσιρίκοι δέ δείχνανε καμιά διάθεση γιά σοβαρή δουλιά καί ικανοποιούνταν μέ τά παιχνίδια, τά παγοπέδιλα, τίς βάρκες, τό ψάρεμα, τά έλκηθρα κι άλλα τέτια ψίλικατζίδικα πράγματα. Είχα τή γνώμη πώς καλά κάνουν. Στούς «λωποδύτες» ήταν πέντε άνθρωποι: ύ Γκαλατένκο, ό Περεπελιάτσενκο, ό Έ βγκένιεφ , ύ Γκουστοϊβάν καί κάποιος άκόμα. Είχαν μπει στόν κατάλογο τών «λωποδυτών» μέ όμόφωνη άπόφαση όλόκληρου τοΰ Σταθμοΰ, δταν διαπιστώθηκε πώς ό καθένας άπ'αύτούς είχε κι ένα χτυπητό κουσούρι: ό Γκαλατένκο ήταν φαγάς καί τεμπέλης, *Ο Έ βγκένιεφ υστερικός καί φοβερά πάρλας. ' Ο Περεπελιάτσενκο ψόφιος, κλαψιάρης καί ζήτουλας. *0 Γκουστοϊβάν ένας φτωχός στό πνεύμα καί «ψυχοπαθής», πού προσευχόταν στήν παναγία κι ύνειρευόταν νά πάει σέ μοναστή­ ρι. Οί έκπρόσωποι τής «λωποδυσίας» κατάφεραν μέ τό πέρασμα τοΰ καιρού, ν ’άπαλλαγοΰν ά π ’ώρισμένα τους έλαττώματα, φυ­ σικά πολύ άργότερα. Αύτή ήταν ή Κολεχτίβα τών παιδιών στά τέλη του ’23. Έ ξ ω άπό μερικές έξαιρέσεις δλοι οί τρόφιμοι είχαν τήν ίδια περιποιημένη έμφάνιση καί στρατιωτικό παράστημα. "Οταν έμπαιναν στή γραμμή, ή φάλαγγα φάνταζε θαυμάσια μέ τίς τέσσερις σάλπιγγες καί τά όχτώ μας τύμπανα, πού πήγαιναν μπροστά. Είχαμε καί τή σημαία μας, μιά ύπέροχη μεταξωτή σημαία, κεντημένη έπίσης μέ μεταξωτή κλωστή, πού μάς τή δώρισε τό Έ πιτροπά το Λαϊκής Παιδείας τής Ούκρανίας, στήν τρίτη έπέτειο τοΰ Σταθμοΰ. Τίς μέρες πού πανηγυρίζαμε τίς προλεταριακές μας γιορτές, ή φάλαγγα τοΰ Σταθμοΰ μας, έμπαινε στήν πόλη μέ τά τύμπανα νά βροντάνε, άφήνοντας κατάπληχτους τούς κατοίκους καί τούς εύαίσθητους παιδαγωγούς, μέ τήν καλή κορμοστασιά, τή σιδε­ ρένια πειθαρχία καί τό ιδιόμορφο παράστημα. Φτάναμε στήν πλατεία πάντα τελευταίοι, γιά νά μήν περιμένουμε κανένα καί μέ 282


τό παράγγελμα «Προσοχή!» στεκόμασταν άκίνητοι ~ \ν Αγάλ­ ματα, οί σαλπιγκτές σημαϊναν χαιρετιστήριο πρός όλους τούς έργαζομένους τής πόλης καί τά παιδιά χαιρετούσαν μέ τά χέρια τους. "Υστερα ά π ’αύτό, ή φάλαγγα διαλυόταν, ψάχνοντας γιά γιορτινές έντυπώσεις, μά στή θέση τής φάλαγγας έστεκαν Ακίνητοι: μπροστά ό σημαιοφόρος μέ τούς παραστάτες καί στή θέση του τελευταίου στοίχου, μιά μικρή όμάδα σηματοδότες. Κι δλο αύτό ήταν τόσο έντυπωσιακό, πού κανένας δέν έπιανε τό χώρο πού ήταν καθορισμένος γιά μάς. Τή φτώχεια μας σέ ρούχα, τήν ξεπερνούσαμε μέ τήν έφευρετικότητα καί τό θάρρος μας. "Ημασταν ένάντια στά τσίτινα κοστούμια, αύτή τήν ίδιομορφία τών σπιτιών του παιδιοΰ, πού σ ’έκανε ν ’άγαναχτεΐς. Μά δέν είχαμε καί καλύτερα. Δέν είχαμε ουτε καλά, καινούργια παπού­ τσια. ΓΓαύτό καί στίς παρελάσεις πηγαίναμε ξυπόλητοι, μά τό κάναμε έτσι, πού νά φαίνεται πώς τό κάναμε έπίτηδες. Τά παιδιά έλαμπαν μέ τά καθαρά Ασπρα τους πουκάμισα. Τά παντελόνια μαΰρα καί καλοφτιαγμένα ήταν άνασηκωμένα ώς τά γόνατα, Αφήνοντας νά φαίνονται άπό κάτω τά καθαρά άσπρα έσώρουχα. Τά μανίκια ά π ’τά πουκάμισα ήταν διπλωμένα πάνω ά π ’τόν άγκώνα. Δίναμε τήν έντύπωση μιας καλοσυγυρισμένης κι ευθυμης φάλαγγας, μέ κάποιο χωριάτικο χρώμα. Στίς τρεις τοΰ Ό χτώ β ρ η τοΰ ’23 μιά τέτια φάλαγγα πα­ ρατάχτηκε στό προαύλιο τοΰ Σταθμού. Αύτή τή μέρα είχαμε τελειώσει μιά έπιχείρηση πού κράτησε τρεις βδομάδες. Μέ βάση τήν άπόφαση τής κοινής συνεδρίασης τοΰ παιδαγωγικού συμβουλίου καί τοΰ συμβουλίου τών διοικητών, ό Σταθμός Γκόρκι συγκεντρωνόταν σ ’ένα χτήμα, στό πρώην χτήμα Τρέπ­ κε. Τό παλιό χτήμα του στή λίμνη τοΰ Ρακίτ, τό παρέδινε στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας τοΰ Κυβερνείου. Στίς τρεις τοΰ Ό χ τώ βρη δλα είχαν μεταφερθεϊ στό δεύτερο Σταθμό: τά έργαστήρια, οί άποθήκες, οί σταΰλοι, τά πράγματα τοΰ προσωπικού, ή τραπεζαρία, ή κουζίνα καί τό σχολειό. Τό πρωϊνό αύτό έμειναν έδώ μόνο πενήντα τρόφιμοι, ή σημαία κι έγώ. Στίς δώδεκα ή ώρα, ό έκπρόσωπος τοΰ τμήματος Λαϊκής Παιδείας, υπόγραψε τήν άπόδειξη παραλαβής τοΰ χτήματος τού Σταθμοϋ Γκόρκι καί τραβήχτηκε στήν άκρη. Έ δ ο σ α τό παράγ­ γελμα: — Π ρός τή σημαία, προσοχή! Τά παιδιά χαιρέτησαν, βούιξαν τά τύμπανα κι οί σάλπιγγες 283


Επαιξαν τό Εμβατήριο τοΰ χαιρετισμού τής σημαίας. Οί σημαιο­ φόροι Εβγαλαν ά π ’τό γραφείο τή σημαία καί στάθηκαν στό δεξιό τής παράταξης. Δέν άποχαιρετήσαμε τόν παλιό Σταθμό άν καί δέν τρέφαμε γ ι ’αυτόν καμιά Εχθρητα. Ά π λ ά , δέν άγαπούσαμε νά κοιτάμε πίσω. Δέν κοιτάξαμε πίσω μας, ουτε καί τότε, δταν ή φάλαγγα τών παιδιών, ταράζοντας τήν ήσυχία τών χωραφιών μέ τίς τυμπανοκρουσίες της, πέρασε δίπλα ά π ’τή λίμνη Ρακίτ, δίπλα ά π ’τό φρούριο τοΰ Ά ν τρ έ ι Κάρποβιτς, ά π ’τό χωματόδρομο τών άγροχτημάτων καί κατηφόρισε στήν πεδιάδα τοΰ Καλομάκ, τραβώντας γιά τήν καινούργια γέφυρα πού Εχτισαν τά παιδιά. Στόν περίβολο τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ είχε συγκεντρωθεί δλο τό προσωπικό, πολλοί χωρικοί ά π ’τήν Γκοντσαρόφκα κι Ελαμπε μέ τήν ιδια όμορφάδα ή φάλαγγα τών παιδιών τοΰ δεύτερου Σταθμοΰ, χαιρετίζοντας άκίνητη τή σημαία τοΰ Σταθ­ μοΰ Γκόρκι. Μπήκαμε σέ μιά καινούργια έποχή.

284


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ά ν τ ί γιά πρόλογο Ά π ό τό βιβλίο «Ταξιδεύοντας στή Σοβιετική "Ενωση·· Πώς μάς διαπαιδαγώγησε ό Α.Σ. Μ ακάρενκο

7 15 23

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 1. Μιά συζήτηση μέ τό διευθυντή τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας 2. Ή άδοξη Εναρξη τής λειτουργίας τοϋ Σταθμού Γκόρκι 3. Περιγραφή γιά τίς πρώτες μας άνάγκες 4. Μιά έπιχείρησ η έσωτερικοϋ χαρακτήρα 5.'Υ ποθέσεις κρατικής σημασίας 6. Πώς καταχτήσαμε τό σιδερένιο ντεπόζιτο 7. «Πού ξέρεις, κάτι μπορεϊ νά βγει κι ά π ’αύτόν» 8. Χαρακτήρας καί κουλτούρα 9. « Ή Ούκρανία Εχει άκόμα Ιππότες·» 10. «"Ηρωες τής κοινωνικής άγω γής1 1 .'Η σπαρτική μηχανή θριαμβεύει 1 2 / 0 Μ πράτσενκο κι ό έπίτροπος έπισιτισμού τής άχτίδας 13.10 ‘Ο σάντσι 14. Μ ελανοδοχεία γιά τούς γείτονες 15. «Τό δικό μας ήτανε κούκλα!·. 16. Γκαμπερόσουπα 1 7 / 0 Σάριν θέλει νά ξοφλήσει τούς λογαριασμούς του 18. « ’ Επαφή» μέ τούς χωρικούς 19. Τό παιχνίδι μέ τούς λαχνούς 20. Γιά τά ζωντανά καί τ 1 άψυχα 21. Οί «διαβολόγεροι»· 2 2 / Ακρωτηριασμός 23. Σπόρος ποικιλίας 24. *Η πορεία τού Σεμιόν στά βάσανα 25. Διοικητική παιδαγωγική 26. Τά τέρατα τοϋ δεύτερου Σταθμού 27.’ Η κατάχτηση τής Κομσομόλ 28. Οί σάλπιγγες ήχοϋν

25 28 40 50 58 66 73 82 88 104 112 120 129 136 143 152 161 168 175 184 200 214 221 231 239 248 259 269


Ό Ά ντό ν Σεμιόνοβιτς Μακάρενκο γεννήθηκε τό 1888 στό Μπέλοπολ τού κυβερ­ νείου Χάρκοβου. Τό 1903 άποφοίτησε άπότό Διδασκαλείο καί άρχισε τήν έκπαιδευτική-παιδαγωγική του σταδιοδρομία. ' Η ’ Οχτωβριανή σοσιαλιστική έπανάστα­ ση βρήκε τόν Μακάρενκο ώριμο επαναστάτη καί παιδαγωγό, έτοιμο νά προσφέρει τόν επαναστατικό ένθουσιασμό καί τήν επιστημο­ νική του πείρα στήν υπηρεσία τής νέας κοι­ νωνίας. Μέ έντολή τοϋ σοβιετικού κράτους, ό Α.Σ. Μακάρενκο έφάρμοσε τίς πρωτοποριακές παιδαγωγικές του μεθόδους στό σταθμό «Μαξίμ Γκόρκι», πού προοριζότανε γιά τήν ήθική, πολιτική καί κοινωνική διαπαιδαγώγηση τών άνηλίκων παραβατών τού νόμου. Κι άργό­ τερα, τό 1924, ό ίδιος πάλι οργάνωσε καί διηύθυνε τήν εργατική κομμούνα άνηλίκων «Φελίξ Τζερζίνσκι». Ο Α.Σ. Μακάρενκο δέν ύπήρξε μόνο ένας προικισμένος έπιστήμοναςπαιδαγωγός. Ηταν. ταυτόχρονα, κι ένα πηγαίο, γνήσιο λογοτεχνικό ταλ