Page 1

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



 ƨ Ƨ Ƶ  Ƭƻ  ƯƸƫ Ƥ  ưƮ ˜ÂÑÅËÖÍÌÐѹÏÆÇÅÑÌÖ

£“¨© ˆž “˜’¡– ˆ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ • Ο Σπύρος Αραβανής είναι ακτιβιστής εσωτερικών χώρων. • Η Jane Avril γεννήθηκε το 1868, έγινε διάσημη χορεύτρια στο Moulin-Rouge, αγαπημένο θέμα του Τoulouse Lautrec. •Ο Τάσος Γραικός έγινε ενός χρόνου Αθηναίος και ίσως βρήκε αυτό που έψαχνε. • Η Σοφία Ζήττα είναι φοιτήτρια Νομικής και δεν έχει ipod. • Η Nτίνα Θεοδώρου ασχολείται με τη διακόσμηση, την αναπαλαίωση και τις μνήμες. •Ο Νικήτας Καραγιάννης είναι δημοσιογράφος και παίζει μουσική στο Toy Cafe. • Η Ναταλία Κατσού είναι ποιήτρια και γράφει μιαν άλλη πραγματικότητα πάνω σε τζάμι. • Ο Ηλίας Κολοκούρης είναι φιλόλογος και αν δεν ήταν μέλος των Beatles θα έπαιζε σίγουρα στους Rolling Stones. • Ο Κωστής Παττακός είναι φιλόλογος, εξ ου και το σύνθημα «Κωστής Παττακός Φιλόλογος». • H Renee Sans είναι δημοσιογράφος. Μεγαλώνει στη θάλασσα και μικραίνει στο σπίτι. • Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου φθινοπώριασε και ακόμα να τελειώσει το www.tassopoulou. com. • Η Αθηνά Χατζή είναι συγγραφέας, ζει στην Αθήνα, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο, ταξιδεύει συχνά και ονειρεύεται τη μέρα που δεν μετακινείται από την Αθήνα. • Ο Θανάσης Χειμωνάς είναι συγγραφέας και μέλος του ποπ συγκροτήματος Snob. • Η Εμμανουέλα Χειρακάκη είναι ερασιτέχνης θαλασσοπόρος και μόλις μετακόμισε.

Τ ƒƠƬƲƴƬƳƠƢƝ ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Τεύχος 4 - Νοέμβριος 2009 Γενική Επιμέλεια: Αθως Δημουλάς, Συντονισμός: Νατάσα Μαστοράκου, Δημιουργικό: Ρουμπίνη Νάτση, Δημήτρης Στεργίου

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Μία εκδοτική πρωτοβουλία της

ο φθινόπωρο είναι μια εποχή χαμένη στα «κλισέ» της. Οι άνθρωποι ψάχνουν εναγωνίως να βρουν πεσμένα κόκκινα φύλλα στα πάρκα, κοιτούν καρτερικά τον ουρανό για κάποιο πρωτοβρόχι, ελπίζουν το βράδυ να κάνει λίγη ψύχρα -μήπως κατέβουν επιτέλους τα μακρυμάνικα απ’ το πατάρι. Τα τελευταία χρόνια με τη σταδιακή επέλαση του καλοκαιριού στους κατ’ εξοχήν φθινοπωρινούς μήνες, το μόνο που έχει μείνει για να υπενθυμίζει την παρουσία του φθινοπώρου είναι η συνεπής έναρξη των σχολείων. Περπατώντας στα πεζοδρόμια της Αθήνας, οι σταγόνες απ’ τα κλιματιστικά συνεχίζουν να σε πιτσιλάνε και φτάνεις στη δουλειά ιδρωμένος απ’ την παράταση της ζέστης, κακόκεφος που όλος αυτός ο καλοκαιρινός καιρός δεν συνοδεύεται από διακοπές. Το φθινόπωρο είναι η πλέον άσημη εποχή εκ των τεσσάρων, χωρίς το γκλάμουρ της θάλασσας, του χιονιού και των λουλουδιών. Το φθινόπωρο δεν είναι μια απ’ τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Είναι η τέταρτη. Μια μεταβατική συνθήκη που αγγίζει το όριο της εξαφάνισης. Ομως, παραφράζοντας τον Καβάφη, το φθινόπωρο δεν σε γέλασε. Παρά τη σταθερή υποβάθμισή του, διατηρεί ακόμα την κομψότητά του. Εχει άλλωστε ένα πανίσχυρο «χαρτί» για να ρίξει στο τραπέζι: τη μελαγχολία του. Το φθινόπωρο -και ειδικά το φθινόπωρο σε μια μεγάλη πόλη- έχει μαγικές low tempo ιδιότητες. Η ήρεμη δύναμη ενός στραβωμένου χαμόγελου, η άνευ λόγου κακοκεφιά τα απογεύματα που έχουν αρχίσει να νυχτώνουν, το μουρμούρισμα των πρώτων δροσερών ανέμων. Οι άνθρωποι αρχίζουν να κουλουριάζονται στο εσωτερικό τους, σαν ντροπαλά σαλιγκάρια που βγήκαν βόλτα χωρίς να έχει βρέξει, οι καναπέδες γίνονται δελεαστικοί και οι ζεστοί καφέδες γεμίζουν τις κούπες που κρύβονταν στο βάθος στο ντουλάπι. Χαμένο στα «κλισέ» του και τις κλιματικές τρέλες, το φθινόπωρο προσπαθεί να επιβιώσει σε μια μητρόπολη και να αποδείξει ότι για ενενήντα μέρες θα ζούμε με τους δικούς του όρους. Πώς; Οι «Μητροπολιτικές Ιστορίες», αυτή τη φορά προτείνουν τρόπους αντιμετώπισης αυτής της δύστροπης εποχής και συνθέτουν κάτι σαν συνταγή. Μια... γκουρμέ επιτυχία με «γαρνιτούρα» τη μικρή μας πόλη. Εσύ με τι θα συνδυάσεις φέτος το φθινόπωρο;




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια απορία: πολλά ακούγονται, πολλά ρωτούνται, μαλλιά κόβονται. Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου βάζει τον κόσμο του φθινοπώρου σε ένα κομμωτήριο, τον βγάζει σε απορίες και συναισθήματα. / σελ.

Ενα πεπόνι: ο Κωστής Παττακός διηγείται πώς ένα πεπόνι μπορεί να μπερδέψει όλη την ιστορία, αν πιστέψουμε στο σύμπαν ενός μυστήριου τύπου που βρίσκεται έξω από ένα σούπερ μάρκετ, στην Ασκληπιού. / σελ.

10

6

Ενα crosscheck: η Renee Sans κάνει cross-check στη φθινοπωρινή Αθήνα. Χάνει το μυαλό της κι ερωτεύεται. Cross-check λοιπόν και φύγαμε... / σελ.

12

Κάποιες φούξια μεταξωτές κορδέλες: η Jane Avril ξετυλίγεται στην Αθήνα και στις αγαπημένες της συνήθειες. «Τώρα γνωρίζεις μια κορδέλα πράγματα παραπάνω για μένα». / σελ.

Ο,τι έχει περάσει: μια καταγραφή των πιο σημαντικών γεγονότων όπως έχουν καταγραφεί τους μήνες του φθινοπώρου. Από την 11η Σεπτεμβρίου ως τη 17η Νοεμβρίου. Γεμάτος ο καιρός κι ο κόσμος. / σελ.

Κάποιες μνήμες: η Ντίνα Θεοδώρου πλησιάζει ό,τι είναι το φθινόπωρο για την ίδια, μέσα από μια διαδικασία μνήμης όμορφων και δύσκολων στιγμών. Ακόμα και μέσα από μια «ταπεινωτική μοναξιά». / σελ.

20

18

Τους Rolling Stones: μια αναδρομή στη μεγάλη συναυλία των Stones, φθινόπωρο του ’98, στο Ολυμπιακό Στάδιο. Απ’ τα μάτια του εφήβου -τότεΗλία Κολοκούρη. / σελ.

16

Μερικές μεγάλες προσδοκίες: νεαρό κορίτσι φτάνει στην Αθήνα για σπουδές. Η Σοφία Ζήττα σημειώνει τρεις μέρες«σταθμούς» στον πρώτο της φθινοπωρινό καιρό, που την μπερδεύει αλλά τον απολαμβάνει. / σελ.

25

ƔƪƨƩƛ ƕƧƨƬƮƯƽưƮƴ

22

ƁƬƠƩƠƳƜƷƳƤƳƠƴƪƨƩƛƫƤƯưƮƲƮƶƝ.ƠƪƛƒƨƢƮơưƛƲƳƤƳƮƠƯƮƳƜƪƤƲƫƠƩƨƠƬƮƞƭƳƤƮƫƯưƜƪƠ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ανάμνηση: ο Θανάσης Χειμωνάς μεταφέρεται στο Λονδίνο, με το μυαλό στην Αθήνα. Νοσταλγεί ή απλώς θυμάται το φθινόπωρο του ’98 και πώς ξεκίνησαν όλα. / σελ.

26

Μερικές επιστροφές: ο Σπύρος Αραβανής σχολιάζει φθινοπωρινά τα λογικά και τα παράλογα που ζούμε, νοσταλγεί και προσπαθεί να ξεχάσει. Επιστρέφει. Πάντα... / σελ.

28

Κάτι λευκά πλήκτρα: οι εσωτερικές κόντρες, σαν πλήκτρα που πάλλονται. Η μελωδία που συνθέτει η Ναταλία Κατσού είναι ένα μίγμα ονείρου, μελαγχολίας και φθινοπώρου. / σελ.

Λίγη σιωπή: όταν έξω βρέχει κάτι σε κάνει να πεταχτείς απ’ το κρεβάτι, να φτιάξεις καφέ και να ακούσεις τον ήχος της να κυριαρχεί. Ο Νικήτας Καραγιάννης εξηγεί το γιατί / σελ.

Παραμύθι, παραμύθι, το φθινόπωρο και το ρεβύθι. Γιατί όσο αφήνει κάνεις πράγματα να κοιμούνται, τόσο του στοιχειώνουν τα ονείρα του! Τάσος Γραικός. / σελ.

36

34

Τέχνη: δέκα αυθαίρετες προτάσεις της τέχνης για παρέα τις μέρες αυτές τις φθινοπωρινές. Επειδή λένε ότι η τέχνη συνοδεύει τον καιρό. / σελ.

32

Μια κόκκινη κούπα: τα «πήγαινε έλα» των ζωών σε μία πόλη και πώς μια κόκκινη κούπα, που σύμφωνα με την Αθηνά Χατζή ξεθάβεται κάθε φθινόπωρο απ’ το βάθος του ντουλαπιού, σε βοηθάει να αντέχεις. / σελ.

Με όλους εμάς: Η Εμμανουέλα Χειρακάκη δίνει νόημα στη νοσταλγία της πρώτης φθινοπωρινής βροχής / σελ.

38

37

29

ƓƮƵƧƨƬƻƯƸưƮƤƞƬƠƨƜƳƮƨƫƮƊƠƪƝƠƬƛƢƬƸƲƦ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ƫƤƯƤƯƻƬƨ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ

Σ

ίγουρα θα υπάρχει λόγος που τα φρούτα βγαίνουν σε διαφορετικές εποχές -εγώ πάντως δεν τον βρίσκω. Αν μπορώ να απολαμβάνω ένα ολοστρόγγυλο, κατακόκκινο μήλο κάθε μέρα, χωρίς εξαίρεση, γιατί να μην το κάνω; Κι έπειτα, αυτά τα βιολογικά μού φαίνονται λίγο... μίζερα. Ποτέ δεν είναι αρκετά κόκκινα ή αρκετά στρόγγυλα. Ασε που για να χρειάζεται να τα αναφέρεις ως βιολογικά σημαίνει ότι αυτά έχουν το... κουσούρι. Μήλο και βιολογικό μήλο. Αφού το ένα έχει επίθετο, το άλλο δεν πρέπει να σημαίνει ότι είναι το κανονικό μήλο; Βγαίνοντας από το σούπερ μάρκετ στην Ασκληπιού με μια σακούλα κανονικά μήλα, η σκέψη μου δεν πήγαινε καθόλου σε όλα αυτά, γιατί τα είχα αποφασίσει ότι είναι σωστά κι ωραία εδώ και πολύ καιρό. Ημουν όμως αρκετά αφηρημένος, όπως είμαι πάντα όταν πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, σαν φυσικό μπλακ-άουτ για να μην τρελαθώ από τα χιλιάδες μαζεμένα ερεθίσματα. Πέντε στις δέκα φορές που βγαίνω από το σούπερ μάρκετ στην Ασκληπιού πετυχαίνω κάποιον γνωστό. Τρεις από αυτές τις πέντε φορές, ο εκάστοτε γνωστός με έχει δει νωρίτερα και με τρομάζει για πλάκα. Εχω χρόνια να γελάσω με αυτό το αστείο. Εκείνη τη μέρα δεν ήταν έτσι. «Γι... Γιώργο;». Ακουσα το όνομά μου από μια σπασμένη φωνή κάπου κοντά. Οταν γύρισα δεν είδα κανέναν. «Εδώ κάτω, Γιώργο». Ενας άστεγος που καθόταν στην άκρη του δρόμου σηκώθηκε και άρχισε να με πλησιάζει. Ενστικτωδώς έκανα να φύγω, αλλά το ότι ήξερε το όνομά μου με γέμιζε τόση περιέργεια, που ήταν πιο έντονη από το φόβο. Φορούσε ένα ορειβατικό παπούτσι και ένα σκισμένο

Σταν Σμιθ, το πρόσωπό του ήταν θαμμένο στα γένια, σπαστά βρόμικα μαλλιά πετάγονταν από ένα καπέλο Μr. Bungle, φορούσε γύρω στις τρεις στρώσεις ρούχα και κρατούσε στα χέρια του ένα πεπόνι, που πρέπει να ήταν

τουλάχιστον δύο μηνών. Η μυρωδιά γινόταν ανυπόφορη ενώ πλησίαζε, ένας συνδυασμός απλυσιάς και σάπιου πεπονιού. Ολως περιέργως, όταν έφτασε μπροστά μου το πρόσωπό του μου φαινόταν ιδιαίτερα οικείο.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

«Μανώλη;». Ηταν ένας συνάδελφός μου από τη δουλειά, πριν από τρία χρόνια πήρε μια αναρρωτική άδεια και από τότε τον ψάχναμε. Ηταν κρίμα, ήταν από τους καλύτερους senior penetrator που είχαμε. Δεν θέλετε να ξέρετε πού δουλεύω. Καθόταν σαν στήλη άλατος και με κοιτούσε για αρκετά λεπτά. Σιγά σιγά συνειδητοποίησα ότι τα ρούχα που φορούσε -αν τα έπλενε τριάντα φορές θα ήθελα να τα δανειστώ- ήταν πιθανότατα δικά του, από πριν το ό,τι είχε πάθει. Μα τι είχε πάθει; «Μα τι έχεις πάθει Μανώλη; Πού έχεις μπλέξει; Χρειάζεσαι χρήματα;». Χωρίς να αλλάξει το αχανές βλέμμα του, έπιασε το πεπόνι με το αριστερό χέρι, έβαλε το δεξί στην τσέπη και έβγαλε ένα πάκο χαρτονομίσματα -τα περισσότερα πεντακοσάρικα. Με τον ίδιο ρυθμό τα ξαναέβαλε στην τσέπη του και το πεπόνι γύρισε στο δεξί. Ηταν σειρά μου τώρα να τον κοιτάζω αποσβολωμένος «Δεν καταλαβαίνω, ρε Μανώλη. Τι συμβαίνει;». Ο Μανώλης ξαφνικά με κοίταξε στα μάτια και άρχισε να βουρκώνει. «Με βρήκαν, Γιώρ-

γο. Με βρήκαν». Κι έπεσε πάνω μου να με αγκαλιάσει. Πρέπει να κόλλησε στα ρούχα μου εφτά μύκητες εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσα να τον αφήσω. Κάποτε αυτό το «πράγμα» ήταν φίλος μου. «Ποιοι σε βρήκαν;», τον ρώτησα. Με άφησε απότομα, πετάχτηκε δύο βήματα πίσω, με κοίταξε έντρομος και έσφιξε το πεπόνι στην αγκαλιά του. “Excelsior”, ψιθύρισε. Τότε τα θυμήθηκα όλα. Πριν φύγει από τη δουλειά, ο Μανώλης είχε αρχίσει να μιλάει μόνο για την Excelsior με ύφος που θα ζήλευε και ο πιο χαρισματικός τηλεπροφήτης. Η Excelsior υποτίθεται ότι ήταν μια μυστική οργάνωση, με πολύ πιο επιθετικές πρακτικές από όλες όσες «υπάρχουν». Αν δεν την ξέρεις, δεν σε πειράζει. Οσο όμως αρχίζεις να μαθαίνεις γι’ αυτήν, τόσο το χειρότερο. Μια μέρα θα χτυπούσε το τηλέφωνό σου, και αυτό ήταν. Θα έπρεπε να τους υπακούς σε ό,τι σου ζητούν ή να υποστείς τις συνέπειες. Τα σημάδια ήταν όλα εκεί. Οσοι έχουν μάτια τα βλέπουν, καλύτερα όμως να τα βγάλουν πριν τα δουν. Φυσικά, προσωπικά, δεν πίστευα λέξη απ’ όλα αυτά.

Τώρα του μιλούσα με πιο αυστηρό ύφος. «Το πεπόνι δεν θα το φας;», του είπα, κι αυτός το έσφιξε λες και πήγα να του φάω το μπιφτέκι. «Κοίτα Γιώργο, τα έβαλα κάτω και τα σκέφτηκα. Σε ένα επεισόδιο στο ‘South Park’, ο Αλ Γκορ συνεχώς φωνάζει Excelsior, όταν πιστεύει ότι σκότωσε το Manbearpig. Στα ‘Φιλαράκια’ στο πλατό έχουν μια αφίσα που γράφει Excelsior. Στην Ολλανδία υπάρχει ομώνυμη ομάδα. Αν τα βάλεις κάτω, βρίσκεις τη φόρμουλα. Η ποπ κουλτούρα είναι γεμάτη από ενδείξεις. Τώρα ξέρω πώς να προστατευτώ». «Με το να βρομάς σαν γουρούνι; Να μην παρακολουθείς το ολλανδικό πρωτάθλημα; Να μην αγοράζεις αφίσες;». «Με το να κουβαλάω ένα πεπόνι. Σκέψου το. Τίποτα από όσα σου είπα δεν έχουν σχέση με πεπόνια. Μάλλον επειδή τα σιχαίνονται. Κι επίσης τίποτα από όλα αυτά δεν εμφανίζονται καλοκαίρι. Γι’ αυτό κρατάω το πεπόνι για να ξεγελαστούν και να με αφήσουν ήσυχο. Δεν είναι φθινόπωρο, είναι καλοκαίρι. Να ένα πεπόνι». Κοίταξα το... σύννεφο βλακείας, που κάποτε ήταν φίλος μου, για λίγο. Επειτα άρπαξα το πεπόνι από τα χέρια του και το πέταξα σε έναν άδειο κάδο σκουπιδιών, όπου και έσκασε κάνοντας έναν ήχο σαπίλας που σαν να με ευχαριστούσε για την ευθανασία. Το βρομερό γουρουνάρκουδο που κάποτε ήταν φίλος μου με κοιτούσε και πάλι χωρίς να μιλάει, τώρα με περισσότερο τρόμο. Του έβαλα ένα μήλο στο χέρι και του ζήτησα να το φάει. Επειτα γύρισα την πλάτη μου και ξεκίνησα πάλι για το σπίτι. Δεν είναι ότι δεν ήθελα να τον βοηθήσω παραπάνω. Είναι ότι τα κρούσματα ευφάνταστης τρέλας αυξάνονται στην Αθήνα, ενώ από πάντα ήταν αρκετά. Δεν μπορώ να τους βοηθήσω όλους, χωρίς να παραμελήσω τα δικά μου προβλήματα. Καμιά φορά περνάω ώρες στο σούπερ μάρκετ μέχρι να βρω μήλα που να είναι αρκετά στρογγυλά. Αν δεν βρω, καμιά φορά περιμένω λίγες ώρες μέχρι να έρθει καινούργια παραλαβή και να διαλέξω από αυτά. Η υπομονή πάντα ανταμείβει...




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Φ

θινόπωρο με ρώτησε ή φθινοπώριασε με το που αναρωτήθηκα; Μέρες Σεπτέμβρη, δεν τις λες και καλοκαίρι κι ας είναι, αλλά η αλήθεια είναι αυτό που λες ή αυτό που είναι; Ακόμα κρέμονται οι Κυκλάδες από την τζιν βερμούδα, λίγο ψηλό-

ƫƤƠƯƮưƞƠ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

τερα απ’ τις αλήτικες μπότες μου, θα έβρισκα πιο εύστοχο τρόπο να δείξω και πού πηγαίνω και από πού έρχομαι; Σε ένα ντύσιμο, καλοκαίρι και χειμώνας, σε δύο άκρα φυλακισμένο το ενδιάμεσο, όπως κι η άνοιξη, μήνες πριν, αν το καλοσκεφτείς, σε πόσα διαφέρει απ’ το φθινόπωρο; Οι μέρες κι οι νύχτες ίσο διαρκούν, οι βαθμοί τους 25 «φλερτάρουν», οι λιακάδες ίδιο ζεσταίνουν, τ’ αεράκια ίδιο δροσίζουν, ζακετούλα είχα πάνω μου -και τότε και τώρα έχω- για να τη βγάλω τότε, για να τη ρίξω επάνω μου τώρα, στο σκοπό που μας κάνει κάτι να κουβαλήσουμε, έγκειται η όποια διαφορά; Φύλλα εγκαταλείπουν κατά δεκάδες το δέντρο τους, απλώς για να πεθάνουν, πουλιά εγκαταλείπουν κατά δεκάδες το γνώριμο ουρανό τους, απλώς για να ζήσουν, απλά πράγματα μας καθορίζουν τελικά; Κάποιος προορισμός; Κάποιο σύνολο; Η προέλευση; Μήπως η φωτογραφία μιας στιγμής που αιχμαλωτίστηκε; Εγώ ανεβαίνω επάνω, οπότε να σου εξηγήσω πώς θα ’ρθεις; Ξέρεις; Σταθμός Βικτώρια, φτάνεις Πατησίων, από την πλευρά της ΑΣΟΕ, περνάς τα ΕΛΤΑ, αριθμός 86, είναι σε όροφο πολυκατοικίας, θα χτυπήσεις κουδούνι, κατάλαβες; Πάει, έφυγε το τρένο, έφυγες κι εσύ, σταλαγματιά «χρυσή». Πότε έγραψα Σαββίνα Γιαννάτου στο i-pod και δεν το θυμάμαι; Καλησπέρα σας, μια φίλη μου νομίζω είναι μέσα και χτενίζεται, να κοιτάξω;

Περιστρεφόμενα καθίσματα, αφροί για δυνατό κράτημα, μάσκες που μαλακώνουν, αντιθέσεις, σπρέι που βρέχουν και σεσουάρ που στεγνώνουν, βούρτσες, χτένες, άλλο το βούρτσισμα κι άλλο το χτένισμα, δεν είναι; Λουτήρες, μπογιές, πέλματα σε κλειστά παπούτσια, πέλματα σε σαγιονάρες, ό,τι κι αν φορέσεις παράταιρος δεν είσαι ή μήπως φαίνεσαι παράταιρος ό,τι κι αν φορέσεις; Πετσέτες, ψαλίδια, τρίχες, διαφημίσεις με κουρέματα μόνο για διαφήμιση, τρίχες, όχι για πραγματική ζωή, χρειάζεται η πραγματική ζωή διαφήμιση; Θα πιείτε καφεδάκι; Γαλλικό; Θα έπινα, ευχαρίστως, σας βάζω σε μεγάλο κόπο; Γάλα; Ζάχαρη; Γλυκό χαμόγελο πελάτισσας, περασμένης ηλικίας, περασμένης αισθητικής, σπάταλα κομπλιμέντα του πιτσιρικά που σκουπίζει περασμένες ομορφιές απ’ το πάτωμα, σερβίρει, ανοίγει την πόρτα, την κλείνει, αστειεύεται, φιλοσοφεί, κοιτά το ρολόι να φέρει νωρίτερα το σχόλασμά του, κρατά παρέα, είναι παρέα άνδρας γυναίκα σε μια κορμοστασιά, δεν

είναι απίθανο πόσα χωρούν στο ίδιο σώμα; Ρουφώ αφύπνιση, πίκρα, ζεστασιά από το ίδιο φλιτζάνι, δεν είναι απίθανο πόσα μπορείς να καταπιείς ταυτόχρονα; Τόσοι καθρέφτες κι όμως, καθρεφτίζονται τα πάντα; Ανασφάλειες χωμένες σε νεογέννητες μπούκλες, ανασφάλειες τυπωμένες σε ιλουστρασιόν περιοδικά, προηγούμενων εβδομάδων, κάποιος διάσημος παντρεύτηκε στον Ορνό της Μυκόνου, ξεχασμένης αίγλης, κάποια διάσημη βόλταρε στη Χώρα της Πάτμου, ενδιαφέροντος που δεν υφίσταται πια, κάποια διάσημη χώρισε μες το καλοκαίρι, θόρυβος και καυσαέριο εισβάλλουν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, σαν να μου φάνηκε πως είδα φρεσκοστυμμένη βροχή; Χτένισμα ή φορμάρισμα θα κάνετε; Να κόψω λίγο ακόμα, να καθαρίσει η ψαλίδα; Ενα τηλέφωνο να πάρω, Ντεπάκι; Να περάσω ανταύγειες ή θα τα αφήσουμε καστανά; Μου βγάζετε τα τσιγάρα από την τσάντα παρακαλώ; Δεν έχουν στεγνώσει τα νύχια μου, σας είναι εύκολο; Μαράκι ακούς; Η μαμά σου μόλις πήρε, Ντέπυ, μου είπε... επειδή η κόρη μου είναι ντροπαλή και δεν ζητά, δεν της δίνεις ένα νάιλον να ρίξει επάνω της, γιατί πιάνει βροχή και θα της χαλάσει το μαλλί; Τόση ώρα το φτιάχνει, κρίμα δεν είναι; Ασάλευτη η κόρη, συνηθισμένη να ’ναι ή αρκετά μεγάλη; Καμιά σαρανταριά ετών, ποτέ δεν υπολογίζω σωστά ηλικίες και τα


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

δικά μου τριάντα δύο, πώς γέρασαν ξαφνικά, προς στιγμήν; Και εκατό χρόνων να φτάσεις κι η μάνα σου εκατόν είκοσι, την ώρα που την κηδεύεις μένεις ορφανός, καλά δεν λέω; Σε εγκαταλείπει ο μόνος άνθρωπος για τον οποίο είσαι η πρώτη σκέψη, πλάκα κάνεις; Απ’ όταν πέθανε δεν με ρώτησε ποτέ κανείς, με τέτοιον τρόπο, αν είμαι καλά, εσένα;

ο καιρός είναι άστατος, ε; Αυτό τουλάχιστον απολύτως σίγουρο, σαν τον χειμώνα που διαλαλεί τον ερχομό του, πάνω σε τζαμαρίες που χαρίζουν όσο όσο βήματα καλοκαιριού, που δεν κατάφεραν να πουληθούν, που δεν έχουν φέτος να σε περπατήσουν πουθενά, που αν τα αγοράσεις από σήμερα, θα σε προετοιμάσουν έγκαιρα για το επόμενο καλοκαίρι, δύο ζευγάρια πέδιλα 20 ευρώ, ευκαιρία δεν είναι; Μ’ ακούει κανείς ή τζάμπα ρωτάω;

Ψάχνω το κινητό στο τσεπάκι της τσάντας, γαμώ το σήμα που δεν έχει, πρέπει να βγω στο μπαλκόνι τώρα;

Μη με αγριέψει το σγουρό, μη φθαρεί η τρίχα μου, βλακείες, όλα τα ξέρει αυτή η γυναίκα; Τι μου πάει, τι με κολακεύει, τι μου αρέσει, πριν καλά καλά το μάθω εγώ; Με τσαντίζει, τι έπαθε κι αυτός ο καιρός και... κλαίει έτσι; Είμαι δυνατή, εγώ, στέκομαι μόνη απ’ όταν έμαθα να στέκομαι, μα ποια θα είναι η στάση μου όταν θα παίρνω στο πατρικό μου και δεν θα είναι εκεί να μου απαντά; Κτίρια της παλιάς Αθήνας δακρύζουν σε χρώμα γκρι, χρώμα φθινοπώρου, όλα μελαγχολικά πρέπει να βάφονται τούτη την εποχή; Και τα φρούτα ακόμα; Σταφύλια μοσχάτα, αυτά με το κουκούτσι, σύκα, όλα με πένθιμη γλύκα, τυχαίο λες το μοβ επάνω τους; Υφίσταται το τυχαίο; Φοβιτσιάρης καιρός, στον ήλιο φοβάσαι μη σε θυμηθεί η βροχή, στη βροχή φοβάσαι πόσο θα διαρκέσει, η ελπίδα κρυμμένη σε νωπά χαλίκια θερινού σινεμά που κλείνει ραντεβού για Ιούνιο, ο Θεός ραντίζει με κουφόβραση την πόλη, δεν είναι σίγουρο ότι θα πραγματοποιηθεί η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο, τώρα το είπαν στο ραδιόφωνο, μα είναι και τίποτα σίγουρο ποτέ; Μόνο ότι εκείνη θα μου τηλεφωνεί όσο ζει, κάθε βράδυ, κάθε πρωί, να μαθαίνει πώς κοιμήθηκα, πώς ξύπνησα, να χαρίζει συμβουλές, να κατεβάσω φούτερ, φθινοπώριασε, να μαγειρέψω φιλέτο, όχι συνεχώς ζυμαρικά, να φάω και πρωτεΐνη που κουράζομαι, να ’χω μαζί μου ομπρέλα γιατί

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Ελα μαμά, μ’ ακούς; Ολα καλά, εδώ, με το Κατερινάκι, στο κομμωτήριο, φτιάχνει μαλλί και χαζογελάμε, εσύ; Οχι, έτσι πήρα, πρέπει να υπάρχει λόγος, ρε μαμά;.. Σκέφτομαι να ’ρθω κι εγώ για περμανάντ το άλλο Σάββατο, τι λες;






ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Τόσα φύλλα στο δρόμο, πεταμένα, τσαλακωμένα Ποιος τα ’κανε αυτά τα χάλια; Πείτε του να ’ρθει να μαζέψει.

Σ

τις 14 Σεπτεμβρίου 2009, όπως κάθε μέρα, κλειδώνω το σπίτι, βεβαιώνομαι ότι τα έχω όλα βάζοντας τα χέρια στις τσέπες, cross-check, επαναλαμβάνω από μέσα μου τη φράση-«κλειδί»: λεφτά, κλειδιά, κινητό, τσιγάρα, cross-check, και βγαίνω στο δρόμο. Φοράω τα καλά μου, συμπεριλαμβανομένου της κόκκινης καμπαρντίνας και προχωρώ βιαστικά προς τη Σίνα. Κοντοστέκομαι για λίγο στο μανάβικο, γιατί μου κάνουν εντύπωση τα τεράστια καρπούζια, αλλά δεν αρκεί για να σταματήσω. Είμαι πολύ μεγάλη για να εντυπωσιάζομαι με το παραμικρό. Είμαι 28 χρόνων ακόμα, όταν φτάνω στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου συναντώ τον κύριο Νάγιαξ έξω από το καθαριστήριό του. Ο ψηλόλιγνος κύριος που απολαμβάνει το πρωινό του τσιγάρο είναι άλλο ένα σημάδι ότι όλα πάνε καλά. «Καλημέρα κύριε Νάγιαξ», φωνάζω από μακριά. «Καλημέρα κούκλα μου,» απαντά μέσα από ένα σύννεφο ατμού. «Είστε καλά;», του λέω προσπερνώντας τη βιτρίνα και χωρίς να περιμένω απάντηση. Είναι λίγα τα βήματα που κάνω μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι ο κύριος Νάγιαξ είναι το «κλειδί». Και σήμερα είναι σημαντική μέρα. Οπισθεν ολοταχώς. Μπαίνω στο μαγαζί του, κά-

ƫƤFURVVFKHFN RENEE SANS

θομαι στην καρέκλα, ενώ εκείνος σιδερώνει. «Κύριε Νάγιαξ, τι κάνεις όταν σκέφτεσαι διαρκώς κάποιον που δεν μπορείς να είσαι μαζί του;». «Εχουν αρχίσει και οι διάλογοι;», ρώτησε διπλώνοντας ένα παντελόνι πάνω στη σιδερώστρα. «Τι εννοείτε οι διάλογοι;». Τον κοίταξα σαν να ήταν αυτός ο περίεργος. «Την ώρα που ανοίγεις το ντουλάπι της κουζίνας, παραδείγματος χάρη, για να πάρεις μια κούπα δηλαδή, του λες ‘θες καφέ;’».

«Ε, όχι κύριε Νάγιαξ μου κι έτσι, δεν έχω φτάσει εκεί». Η αλήθεια είναι ότι συχνά του μιλούσα, όχι απαραιτήτως όταν έπινα καφέ, αλλά στο μπάνιο, στο δρόμο, τις περισσότερες φορές χωρίς καν να το συνειδητοποιήσω. Αλλά πώς να παραδεχτώ στον κύριο Νάγιαξ ότι μιλούσα στον αέρα; «Δεν του μιλάω του ανθρώπου, αφού είναι στην άλλη άκρη της γης». «Χμμ… Καλά ασ’ τα αυτά, γιατί θα αργήσεις», είπε ο κύριος Νάγιαξ βγάζοντας ένα


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

γκρι παντελόνι από μια σακούλα Hondos. «Κύριε Νάγιαξ, είναι σημαντικό». «Ωχου! Να του το πεις! Να του πεις ότι τον σκέφτεσαι, ξέρεις εσύ πώς». Οπως μου φώναξε ένα σύννεφο υδρατμών πετάχτηκε ανάμεσά μας. Ο κύριος Νάγιαξ είχε ανοίξει τη διαστημική του σιδερώστρα. «Μα δεν θέλει ο άνθρωπος να ακούσει», του λέω κουνώντας τα χέρια μου στον αέρα για να διαλύσω τους υδρατμούς. «Κι αν δεν είναι αυτός που νομίζω; Ενα Σαββατοκύριακο πέρασα μαζί του, πριν… κάμποσαπρινδύοήτανπριν». «Πότε;», ρώτησε πιέζοντας με το βάρος του σώματός του το σίδερο πάνω στο παντελόνι, σαν να ’φταιγε αυτό που εκείνος δεν είχε ακούσει. «Δύο χρόνια πριν» είπα με μια ανάσα, αλλά χαμηλόφωνα. «Τέτοια μέρα» συμπλήρωσα, θεωρώντας ότι είναι βαρυσήμαντη η πληροφορία που είχα προσθέσει. «Φύγε! Συνέχισε τη ζωή σου παιδί μου, δεν αξίζει καν να το συζητάμε» φώναξε ο κύριος Νάγιαξ, καθώς άφησε το σίδερο να γλιστρήσει πάνω στο γκρι παντελόνι. Αυτό ήταν. Ημουν μόνη. Μια ρομαντικιά, που λέει και ο πατέρας μου, ένα χαζοβιόλικο, ονειροπαρμένο, «κολλημένο», μικρό θραύσμα στον κόσμο των σοφών, ώριμων τριαντακάτιδων, που δεν θυμούνται ονόματα την επόμενη μέρα. «Δηλαδή, κύριε Νάγιαξ, αν είχαν αρχίσει οι διάλογοι, τι θα γινόταν;», ρώτησα. Είχα ήδη βγάλει το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο.



«Θα σε κλείναμε στο Δαφνί», μου λέει κρατώντας μια λεπτή σιδερένια κρεμάστρα, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί πως σήμερα δεν σηκώνω αστεία. «Ελα, έλα φύγε, θα σου πω άλλη μέρα». Σίνα και Διδότου, μπροστά από το περίπτερο, και ο αέρας φυσάει διαφορετικά. Ενα παιδί τραβάει τη μαμά του απ’ το χέρι φωνάζοντας «φερίφτερο, φερίφτερο!». Εδώ σε γνώρισα πριν από δύο ακριβώς χρόνια. Βράδυ. Γέλια, εκπνοές αλκοόλ, πέδιλα και βρεγμένα μαγιό, μέσα από παντελόνια και ζακέτες, μάγουλα με γεύση αλάτι. Στον τοίχο, πίσω από το πρόσωπό σου ένα σύνθημα έλεγε: «Οι όμορφες ψυχές, όμορφα καίγονται». Συνέχισα να γελάω γιατί φύσηξε όμορφα ξαφνικά. «Εχω έρθει εδώ για να σε γνωρίσω, έχω έρθει εδώ για να σε γνωρίσω», μουρμουρίζω κατεβαίνοντας τη Σίνα. Οταν το συνειδητοποιώ κοκκινίζω.

Ζεσταίνομαι, βγάζω την καμπαρντίνα. Στη Σκουφά κρυώνω και ξαναφοράω την καμπαρντίνα. Μετά Ακαδημίας, Πανεπιστημίου και Σταδίου. Περπατάω μέσα στη βροχή του φθινοπώρου, προσπερνώ όλων των ειδών τα τακούνια και τα αθλητικά και τις κολλημένες τσίχλες στα πλακάκια. Ο κόσμος με ηρεμεί. Μαζί περιμένουμε στα φανάρια. Τι ανακούφιση να περιμένουμε μαζί. Μπαίνω στο γραφείο και αντανακλαστικά αφήνω την κοπέλα με την κόκκινη καμπαρντίνα να περιμένει στην εξώπορτα.. Δεν είναι ότι δεν μου μιλάει, αλλά κάνω ότι δεν την ακούω. Πού και πού χαμογελάω χωρίς λόγο, πού και πού κοιτάζω από το παράθυρο. Δεν θέλω να τη χάσω και σκοτεινιάζει. Ωρα 22.00. Σίνα και Διδότου πάλι. Φυσάει και η πρώτη ήσυχη βροχή ξεσπά. Το μαγαζί του κυρίου Νάγιαξ είναι σκοτεινό. Κάποιος στη γειτονιά ακούει Billy Holiday: Until you’ve loved a love you’ve had to lose, you don’t




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

know what love is. Λίγο πριν φτάσω σπίτι, cross-check, τα κλειδιά είναι στην τσέπη μου. Ανοίγω την πόρτα, περιφέρομαι μηχανικά, γδύνομαι, μπαίνω στο ντους. «Να κόψω τα μαλλιά μου, τι λες;». Κλείνω τη βρύση. Παύση. Οι διάλογοι είναι εδώ και καιρό στο σπίτι μου, στο δρόμο, στη ζωή μου. Οι σταγόνες που πέφτουν στο πλακάκια του μπάνιου μου, είναι το soundtrack στο δικό μου θρίλερ! Απόψε κάθομαι στον υπολογιστή και γράφω,

γράφω, γράφω έπειτα από χρόνια. Γράφω αποσπάσματα από συζητήσεις που έχω κάνει μαζί σου. Μετά πανικοβάλλομαι. Συνειδητοποιώ ότι έχω δημιουργήσει έναν άνθρωπο μέσα από έναν άνθρωπο, που ερωτεύτηκα χωρίς να προλάβω να γνωρίσω. Περιφέρομαι άσκοπα στο σαλόνι, στο μπάνιο, στο δωμάτιο, δεν θέλω να ακούσω τίποτα. Πέφτω στο κρεβάτι με μια απαίσια διάθεση και θέλω απελπισμένα να ξημερώσει. Ο,τι ονειρεύτηκα εκείνο το βράδυ δεν θέλω να καταγραφεί. Ηταν ενοχικό. Στις 7.30 το πρωί κλείνω το ξυπνητήρι πριν χτυπήσει. Ναι, έχω σηκωθεί, έχω ντυθεί και είμαι στο δρόμο, μετά το cross-check και μετά τα καρπούζια και τις καλημέρες φτάνω επιτέλους στον κύριο Νάγιαξ. «Καλημέρα», μου λέει και μου κλείνει το μάτι. Δεν προλαβαίνει να προσθέσει τίποτα άλλο και του λέω όσα έχουν συμβεί. Οτι γνώρισα κάποιον στις 14 Σεπτεμβρίου του 2007, εδώ, στη γωνία Σίνα και Διδότου. Οτι πέρασα μαζί μια ζωή, δύο μέρες, όλα σχετικά είναι, αλλά μετά έφυγε γιατί ζούσε σε άλλη χώρα και ότι δεν τον έχω ξανασυναντήσει ποτέ. Ο κύριος Νάγιαξ σηκώνεται και με παίρνει από το χέρι. Περνάμε μέσα από σειρές κρεμασμένα ρούχα, πλυντήρια, μυρωδιά απορρυπαντικού σε σκόνη και υδρατμούς, στενούς διαδρόμους, ποιος θα το φανταζόταν ότι το μαγαζί του κυρίου Νάγιαξ είχε κι άλλο τόσο πίσω από όλες αυτές τις κρεμάστρες. Ανοίγει μια πόρτα. Χιλιάδες φωτογραφίες πάνω σε ένα τραπέζι. Η ίδια γυναίκα. «Η γυναίκα σας;». «Οχι, δεν παντρεύτηκα ποτέ. Εχουν περάσει

πολλά, πολλά χρόνια, και εγώ ξέρω μόνο ότι έμενε στην Ιπποκράτους. Αυτές μου τις έδωσε ένας φωτογράφος. Ηταν το μοντέλο του για λίγο». «Σας λείπει;». «Πολύ», λέει κοιτώντας μια φωτογραφία. «Θέλει κουράγιο να γεννάς ανθρώπους, παιδί μου. Ακόμα πιο πολύ να τους θρέφεις. Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να είναι άνθρωποι, να έχουν ελαττώματα. Πώς να στο πω…», ο κύριος Νάγιαξ κρατούσε στα χέρια του μια φωτογραφία. Την κοίταζε τρυφερά, ήταν ασπρόμαυρη. Από την άλλη πλευρά μια μελαχρινή γυναίκα, μέσα σε ένα μαύρο φόρεμα, χαμογελούσε στον κύριο Νάγιαξ. «Είμαστε πολύ μικροί για να γεννάμε ενήλικες», μου ψιθύρισε. Κι εγώ δεν σου μιλάω τόσο καιρό, όχι γιατί δεν σ’ αγαπώ, ούτε γιατί σου θυμώνω. Απλώς, το ’χω πάρει απόφαση.


ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ƫƤ5ROOLQJ6WRQHV ΗΛΙΑΣ ΚΟΛΟΚΟΥΡΗΣ

Ε

ίναι καλοκαίρι του 1998. Οι εφημερίδες κοστίζουν εκατό δραχμές, οι big bubble είκοσι η μία, οι μπουγελόφατσες εκατό πενήντα. Κάθομαι σε ένα γραφείο της Ολυμπιακής, περιμένοντας τον μπαμπά να τελειώσει απ’ τη δουλειά να πάμε για μπάνιο. Ζωγραφίζω κάτι βάρκες σε έναν υπολογιστή με μαύρη οθόνη και πράσινα γράμματα. Ο Θεός να τις κάνει βάρκες... Χαζεύω τα «Νέα». Μια κυρία ονόματι Μαρία Μαρκουλή έχει γράψει ένα απίστευτο άρθρο. «Οι Rolling Stones στην Αθήνα!». Επειδή τα ξέρω αυτά τα κόλπα, δεν την πιστεύω. Ναι, καλά, το καρναβάλι μάς είχαν πει ότι θα έρθουν στην πλατεία Γεωργίου οι Gipsy Kings, για να ανακαλύψει όλη η Πάτρα, καθώς περίμενε, ότι επρόκειτο για φάρσα του Φερεντίνου με το «Μπαμ!». Την επόμενη μέρα στα «Νέα» τα ίδια. Ρε, σήμερα έχει και τηλέφωνα για τα εισιτήρια! «Μπαμπά...», πριν προλάβω να ρωτήσω καν μου λέει: «Θα πάμε». Παίρνουμε ακριβά εισιτήρια, 15.000 δραχμές. Τι να γίνει, να μην κληρονομήσουν τίποτα τα παιδιά του Mick; Ολος ο Σεπτέμβρης κυλά στην αναμονή. Φτιάχνω αυτοσχέδιες αφίσες, κόβω τις διαφημίσεις της συναυλίας από την εφημερίδα, τις φωτοτυπώ και τις χρωματίζω με ανεξίτηλο μαρκαδόρο. Προσπαθώ να φτιάξω μια μπλούζα με τη γλώσσα των Rolling, αλλά ο μεταξοτυπογράφος μου λέει ότι θα τη βγάλει ανάποδα… «Αφού αριστερά κοιτάει!» επιμένω. Αλλά δεν γίνεται. Στην τηλεόραση έχω γράψει σε κασέτα από το Jammin’ της ΕΤ3 (Στάθης “easy” Παναγιωτόπουλος, Σωτήρης “jojo” Βακάρος, τα μακαρόνια μαμά) το βιντεοκλίπ του Anybody seen my baby και το βλέπω συνέχεια -χωρίς να ξέρω ότι το baby

που παίζει στο βιντεοκλίπ είναι η Angelina Jolie. Διαβάζω σαν ευαγγέλιο το ΖΟΟ, εκείνο το περιοδικό-«άλλοθι» για χίπικες ψευδαισθήσεις: «Ρε μαλάκα, τριάντα χρόνια από το Woodstock! Τριάντα χρόνια από το Summer

of love! Τριάντα χρόνια από το Sgt. Pepper!». Κι η 16η Σεπτέμβρη να μοιάζει ποοολύ μακρινή. Πότε θα ’ρθει να πάμεεεεε; Εν τω μεταξύ, στις 14 Σεπτέμβρη αρχίζει το σχολείο. Πάμε, ο διευθυντής μάς λέει τα καθιερωμένα του αγιασμού, ο «φλώρος» παίρνω πάλι το απουσιολόγιο. Την άλλη μέρα φεύγουμε όμως για Αθήνα! Το βράδυ μένουμε στη θεία Ρίτα, στην πλατεία Αττικής. Τους έχω φάει τα αυτιά. Ο Btian Jones πνίγηκε τότε, μια φορά έπαιξαν μαζί με τον John Lennon, ήταν φίλοι δηλαδή, είχαν κάνει συναυλία στην Αθήνα ξανά, πέντε μέρες πριν έρθει η Χούντα και... και... και. «Γιατί χαλάς φαιά ουσία για το πότε κατούρησε ο Mick Jagger, ρε άρχοντα;», ο πατέρας μου απορεί διαρκώς. Η θεία τι να κάνει -μας έχει φτιάξει το ωραιότερο σνίτσελ με πουρέ που υπάρχει -απορεί κι αυτή: «Αμάν πια με τους Ρόλι Στόους, ρε παιδάκι μου! Ακoy και λίγο Μαρινέλα!». Την Τετάρτη 16 Σεπτέμβρη είναι η μεγάλη μέρα. Φεύγουμε με το άσπρο μας SKODA για το ΟΑΚΑ! Τα εισιτήρια στο χέρι, ο Λέοντας της Βαβυλόνας πάνω -Bridges to Babylon λέγεται η τουρνέ και το άλμπουμ. «Ρε μπαμπά, δεν θα βλέπω τίποτα! Εχω μυωπία σου λέω, είμαι σίγουρος! Και δεν με άφησες να πάρω τα γυαλιά της μαμάς…». «Δεν έχεις μυωπία, απλώς την έχεις ‘ψωνίσει’ με τους Beatles και θέλεις να βάλεις ντε και καλά γυαλιά στρόγγυλα για να μοιάζεις με τον John Lennon, ξεκόλλα!». Απόγευμα και περιμένουμε στην είσοδο, έλεγχος κανένας. Επρεπε να πάρω το κασετόφωνο να ηχογραφήσω, γαμώτο. Ηταν λίγο μεγάλο βέβαια, αλλά θα το τύλιγα με κάποια καμπαρντίνα, τέλος πάντων.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η συναυλία αρχίζει. Επιτέλους τελείωσαν τα Ξύλινα Σπαθιά που έπαιζαν στην αρχή κι αφιέρωσαν το Λιωμένο Παγωτό στον Mick. Εμένα πάντα μου άρεσαν οι Τρύπες, όχι αυτοί. Αφρικανικά τύμπανα δίνουν το εναρκτήριο λάκτισμα. Ενας κομήτης φαίνεται στην οθόνη να έρχεται κατά πάνω μας. Σκάει. Μπαμ! Αλλά η ψευδαίσθηση είναι πολύ δυνατή, γιατί μαζί με τον κομήτη σκάνε και πυροτεχνήματα. Ενα κάψιμο μου μένει στο πρόσωπο. Τρεις νότες. I can’t get no satisfaction. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει losin’ streak, αλλά ακόμα και σήμερα που κατάλαβα, ακόμα... I can’t get no satisfaction. Το στάδιο χοροπηδάει τρελαμένο στις κερκίδες! Για μια στιγμή νομίζω ότι θα πέσει, είδα και τις προάλλες μια αρένα που βούλιαξε στο Μεξικό. Αλλά ξεχνιέμαι, είναι στο πλάι μου και δύο κορίτσια με τη μαμά τους, κοιτάζω μία εκείνες, μία τη συναυλία. Η μία, ξανθούλα, φοράει γαλάζιο αμάνικο μπλουζάκι, ψαράδικο τζιν και ελβιέλες. Μάλιστα, όντως δεν βλέπω καλά τον Mick. Εχω μυωπία. Τον ακούω καλά όμως, ναι, μιλάει ελληνικά! «Καλησπέρα Αθήνα!». Χοροπηδάει, σουφρώνει τα χείλη, πάει να μας τρελάνει, βλέπω αχνά. Τη διπλανή μου τη λένε Δέσποινα, είναι από την Πρέβεζα. Πολύ ομορφούλα. Την αδερφή της, Μαρία. Paint it black, ξέρω ότι δεν πρόκειται να τις ξαναδώ. Τι παίζεις, ρε κερατά Keith! Κι ο Ron με μια ξαπλωτή κιθάρα, I see the girls walk by dressed in their summer clothes. Τι το έβαλες το αμάν αμάν αμάνικο, ρε Δεσποινάκι; Και δεν είσαι και σε losin’ streak ακόμα. Αναίμακτη. Let’s spend the night together, κι ας μην ξέρω τι θα σε κάνω Little Queenie! How does it feel to be on your own, Δεσποινάκι; Like a rolling stone. Αυτά είναι του διαόλου, το ξέρω, αλλά πάντα είχα μια συμπάθεια γι’ αυτόν που killed the czar and his ministers, Anastasia screamed in vain. Ο Mick δαιμονισμένος, ροβολάει μέσα στην αρένα με το Sympathy for the Devil. Υστερα έρχεται η ώρα να δούμε τι ψήφισε το ελληνικό κοινό, ποιο τραγούδι ζήτησε παραγγελιά μέσω του rollingstones.com. Ε; Το She’s A Rainbow! Καιρό έχουν να το παίξουν λέει ο



Mick -κι αρχίζουν. Ναι, ρε Μιχαλάκη μου, αυτή εδώ δίπλα μου είναι ουράνιο τόξο, αλλά I have to turn my head until my darkness goes. Πολύ «πέσαμε», ο Κιθ αποφασίζει να μας ανεβάσει: Start me up, Brown Sugar! Αλλά είμαστε Out of control, όπως λέει και το άσμα, το ίδιο κι εκείνη η μαυρούλα που έχει επί σκηνής και κάνει δεύτερα φωνητικά.Oh oh oh I’ve been hangin’ on the phone, now I miss you! Πολύ σεξουλιάρης ο Mick σε αυτό το τραγούδι, όλο ρουφηχτά τραγουδάει, έχει βγάλει και μια φυσαρμόνικα και παίζει. Στα μισά του τραγουδιού το μπάσο συνεχίζει, ο Mick τραγουδάει για Portorican girls κι ένα κρεβάτι εμφανίζεται στα δεξιά της σκηνής. Πάνω έχει ξαπλώσει η Lisa Fischer, η μαυρούλα από τα φωνητικά. Ο Mick κουνάει το κωλαράκι του σαν εικοσάρης, what’s the matter wit you boy? I miss you child. Φτάνει ως το ανάκλιντρο. Η μαυρούλα στέκει Κλεοπάτρα σαγηνευτική κι ο Αντώνιος Mick την πλησιάζει. Το μπάσο συνεχίζει το τραγούδι μαζί με τον ξενέρωτο Τσάρλι στα ντραμς. Ο Mick κοιτά σαν διαβολάκι την ξαπλωμένη μαυρούλα. Γονατίζει, της βγάζει το παπούτσι κι αρχίζει να της γλείφει το πόδι. Κι εγώ, κι εγώ, κι εγώ με τη γλώσσα έξω είμαι. Αλλά όπως βγάζουν τη γλώσσα τα σκυλιά όταν διψούν. Ακουμπάω το Δεσποινάκι δίπλα μου. Αχ τι αίσθηση! Ο αγκώνας της ήταν τόσο τρυφερός πάνω στον αντίχειρά μου. Μετά δεν θυμάμαι. Γυρίσαμε στη θεία Ρίτα, μας έφτιαξε πάλι σνίτσελ. Το είχε ποτίσει στο κρασί κι ήταν πολύ τρυφερό, σαν τον αγκώνα της Δέσποινας από τη συναυλία.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Α

ƫƤƵƮƼƭƨƠ ƫƤƳƠƭƸƳƜƱƩƮưƣƜƪƤƱ

JANE AVRIL

κούς βήματα στα σκαλιά της πολυκατοικίας, σαν κάποιος να κατευθύνεται στον όροφό σου και μετά πράγματι ακούς τον ήχο του πόμολου της πόρτας σου. Δεν ανοίγει φυσικά, είναι κλειδωμένη. Δεν έχεις τρομάξει, αφήνεις την περιέργειά σου να μεγαλώσει για πέντε λεπτά ακόμη και μετά ξεκλειδώνεις αργά. Η άκρη μιας φούξια μεταξωτής κορδέλας είναι δεμένη στο εξωτερικό πόμολο, η κορδέλα εκτείνεται προς τις σκάλες σαν να σε οδηγεί κάπου, ενώ πάνω της διακρίνεις λέξεις οικείου γραφικού χαρακτήρα: «Το ξέρεις πως το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή, στο λέω κάθε καλοκαίρι! Γνωρίζεις όμως κάθε μυρωδιά, κάθε ήχο, κάθε μελωδία, κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση, κάθε εικόνα, γνωρίζεις το καθετί που λατρεύω στα φθινοπωρινά πρωινά, μεσημέρια, απογεύματα, δειλινά, βράδια; Γι’ αυτό θέλω να σου ψιθυρίσω, το πόσο λατρεύω…». Κατεβαίνεις ένα ένα τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, διαβάζοντας τις αράδες πάνω στην κορδέλα. «…το πόσο λατρεύω τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού που ξεχύνεται από τον φούρνο στου Ψυρρή, το ξημέρωμα ύστερα από ξενύχτι και την αίσθηση του ζεστού τσουρεκιού στα χέρια μου, στα χείλη μου, στην κοιλιά μου. Πόσο δένει η εικόνα της παρακμιακής, κατάμαυρης Καπνικαρέας στην σχεδόν έρημη πλακόστρωτη Ερμού κατά την ανατολή, με την εξάντληση που ακολουθεί μία έντονη νύ-

χτα ασταμάτητου χορού, τα μισόκλειστα μάτια και την ανεπαίσθητη ανατριχίλα που προκαλεί η πρωινή ψύχρα! Με τρελαίνει το αίσθημα της απροσδιόριστης νοσταλγίας για εποχές που δεν έχω ζήσει, τα πρωινά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, με τα αμέτρητα βιβλία, με το χαμηλό φως του παλιού πράσινου λαμπατέρ στα βαριά ξύλινα γραφεία και τις ψιχάλες που πέφτουν στα πολύχρωμα βιτρό της οροφής. Απολαμβάνω τον espresso με τη χειροποίητη σαντιγί στο μικροσκοπικό Grain στην οδό Ομήρου, τα απογεύματα, υπό τους ήχους της jazz, πάντα στην αγαπημένη μου γωνιά, εκεί στο τζάμι δίπλα στο βάζο με τα χρωματιστά λουλούδια, ήρεμος και ασφαλής στη ζέστη που δημιουργούν οι ανθρώπινες παρουσίες. Μία στάση για τσιγάρα στη γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη, μία καλησπέρα από τον γλυκύτατο και χαμογελαστό ψιλικατζή και μία πεταχτή ματιά, ψηλά στο παράθυρο του 3ου ορόφου, αναζητά τυχόν σημάδια καινούργιων νοικάρηδων στο παλιό μας σπίτι, εκεί που ζήσαμε τις πιο ξέγνοιαστες στιγμές των νεανικών μας χρόνων». Εχεις φτάσει στο ισόγειο, ανοίγεις την εξώπορτα της πολυκατοικίας, η κορδέλα σε οδηγεί στο πεζοδρόμιο, συνεχίζεις. «Ξέρεις πόσο λατρεύω το ζεστό κονιάκ, στους Κόκκους Καφέ, τα βράδια, με τη γνωστή παρέα να χασκογελάμε και να σιγοτραγουδάμε αγαπημένα rock’n’roll τραγούδια; Αποζητώ συχνά εκείνη τη στιγμή, όταν τα φώτα στο μαγαζί χαμηλώνουν και η νύχτα βαθαίνει. Τότε είναι η ώρα για μια καλή ταινία, στον Μικρόκοσμο, με την τεράστια ταπετσαρία από το Coffe&Cigarettes να απεικονίζει αυτούς τους δύο θρύλους, τον Iggy και τον Waits, παρέα με τη μυρωδιά του βούτυρου που αναδύεται από τη μηχανή του ποπ-κορν. Οσο περισσότερο καταφέρνω να ταυτιστώ με την ιστορία και τους χαρακτήρες του θαυματουργού πα-

νιού, τόσο πιο απολαυστική είναι μετά η επιστροφή στην πραγματικότητα». Εχεις προχωρήσει αρκετά και τότε σταματάς, για να διαπιστώσεις με έκπληξη ότι η κορδέλα καταλήγει μέσα σ’ έναν κάδο της καθαρής συμμαχίας. Αυτός θα είναι ο επίλογος; «Τώρα γνωρίζεις μια κορδέλα πράγματα παραπάνω για μένα. Και αυτά που γνωρίζεις μπορείς να τα πετάξεις στα σκουπίδια. Οπως μπορείς και να τα κρατήσεις. Αν πράξεις το δεύτερο, τότε πάρε μία καθαρή μεταξωτή κορδέλα, σαν αυτές που πωλούνται στο Μοναστηράκι, εκεί, δίπλα στα χρωματιστά φτερά και γράψε κάτι για σένα. Χάρισέ την στον άνθρωπο που διάλεξες και κάνε το όχι γι’ αυτόν, αλλά για σένα. Μπορεί να τα πετάξει, μπορεί να τα θυμάται, δεν μπορείς να το προβλέψεις. Εσύ όμως θα έχεις καταφέρει ένα τεράστιο βήμα προς τον εαυτό σου».


ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ƫƤƻƳƨƜƶƤƨƯƤưƛƲƤƨ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ

2/9/1666. Λονδίνο. Φωτιά. Οι κλασικές εικόνες της φλεγόμενης πόλης επί τρεις μέρες, καίγοντας τα εννέα δέκατα της πόλης.

5/9/1972. Η παλαιστινιακή οργάνωση «Μαύρος Σεπτέμβρης» κρατάει ομήρους, και τελικά εκτελεί, 11 αθλητές της Ολυμπιακής ομάδας του Ισραήλ, μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό του Μονάχου.

9/9/1999. Τα 5,9 Ρίχτερ της Πάρνηθας συγκλονίζουν την Αθήνα.

11/9/2001. Αεροπορική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, στη Νέα Υόρκη. Η σοκαριστική εικόνα κάνει το γύρω του κόσμου και σταματάει σε ένα προκείμενο. Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας ξεκινά κατά πάντων.

14/9/1752. Η υιοθέτηση του Γρηγοριανού Ημερολογίου φέρνει ως δια μαγείας τον κόσμο 11 μέρες μετά, στο μεγαλύτερο κενό χρόνου στην ιστορία.

20/9/1946. Πρεμιέρα για το φεστιβάλ των Καννών. Ολες οι συμμετέχουσες ταινίες μοιράστηκαν το βραβείο.

26/9/1969. Οι Beatles δίνουν στην κυκλοφορία το θρυλικό Abbey Road, ό,τι θα ήταν η τελευταία τους ομαδική δουλειά.

28/9/1928. Ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ, περνώντας ώρες στο εργαστήριό του, καταφέρνει εν τέλει να βρει αυτό που αργότερα ονόμασε «πενικιλίνη» αλλάζοντας τα δεδομένα στο χώρο των θετικών ερευνών.

28/9/1978. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Πρώτος πεθαίνει, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, μόλις 33 ημέρες μετά την εκλογή του.

30/9/1955. Ενα αυτοκινητικό δυστύχημα είναι η αφορμή να φύγει απ’ τη ζωή μια απ’ τις πιο σπουδαίες φυσιογνωμίες του αμερικανικού σινεμά. Ο Τζέιμς Ντιν ήταν τότε μόλις 24 χρόνων.

7/10/2003. Οι κάτοικοι της Καλιφόρνια εκλέγουν γεμάτοι καμάρι των Αρνολντ Σβαρτζενέγκερ για κυβερνήτη της Πολιτείας τους.

9/10/1831. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονείται στο Ναύπλιο.

9/10/1967. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δολοφονείται στη Βολιβία.

18/10/1851. Ενα βιβλίο του Χέρμαν Μέλβιλ ονομαζόμενο «Η φάλαινα» βγαίνει στην κυκλοφορία. Αργότερα θα γίνει παγκόσμιο bestseller με τον τίτλο «Μόμπι Ντικ».

20/10/1827. Η συμμαχία Γάλλων, Αγγλων και Ρώσων κερδίζει τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στην περίφημη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ανοίγοντας το δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

3/11/ 1957. Η γλυκύτατη Λάικα μπαίνει σε τροχιά με το Σπούτνικ 2 και γίνεται το πρώτο σκυλάκι που φτάνει τόσο μακριά από τη Γη.

29/10/1923. Ο Κεμάλ Ατατούρκ γίνεται ο πρώτος Πρόεδρος της Τουρκίας, «πατώντας» στις μνήμες Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

7/11/1917. Ο Βλαντιμίρ Λένιν, ηγούμενος των Μπολσεβίκων, τερματίζει την τσαρική παράδοση και ξεκινά μια άλλη, που θα γινόταν αργότερα γνωστή ως Σοβιετική Ενωση.

29/10/1929. Η «μαύρη Τρίτη» ξημέρωσε στη Wall Street, σημαίνοντας τη μεγαλύτερη κρίση μέχρι σήμερα για τις ΗΠΑ, μια κατάσταση που έμεινε γνωστή ως το «κραχ» της παγκόσμιας οικονομίας.

18/11/1307. Ο Γουλιέλμος Τέλος πετυχαίνει το μήλο πάνω απ’ το κεφάλι του γιου του.

20/11/1945. Ξεκινά η πιο περίφημη δίκη της ιστορίας στη Νυρεμβέργη. Στο εδώλιο κάθονται 24 Γερμανοί, εκ των πιο διακεκριμένων ναζί, κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου, κατά της ειρήνης και της ανθρωπότητας.

16/11/1938. Ο Ελβετός χημικός Ελμπερτ Χόφμαν κατασκευάζει ένα χάπι, του οποίου η χρήση θα έκανε πάταγο ως μια απ’ τις πιο διαδεδομένες ναρκωτικές ουσίες. Ηταν το παραισθησιογόνο LSD.

31/10/1517. Ο Μαρτίνος Λούθηρος ανάρτησε τις θέσεις του στην πόρτα της εκκλησίας της Βιτεμβέργης, σηματοδοτώντας μια τεράστια θρησκευτική μεταρρύθμιση.

22/11/1963. Ο Τζον Φ. Κένεντι, ο πιο δημοφιλής Αμερικανός Πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, δολοφονείται στο Ντάλας του Τέξας μέσα στο αυτοκίνητό του.

27/11/1895. Ο Αλφρεντ Νόμπελ συντάσσει την τελευταία του επιθυμία, η οποία είναι να θεσπιστεί μετά το θάνατό του το βραβείο Νόμπελ.

17/11/1869. Είναι η επίσημη «πρώτη» του καναλιού του Σουέζ, το οποίο πλέον επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία δια της θαλάσσιας οδού.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1/11/1512. Ο Μικελάντζελο ολοκλήρωσε την Καπέλα Σιξτίνα του, κοσμώντας τον ουρανό του Αγίου Πέτρου με τα δάχτυλα που δεν καταφέρνουν ποτέ να ακουμπήσουν.



17/11/1973. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, των φοιτητών ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς, είναι μία απ’ τις ιστορικότατες μέρες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

30/11/1979. Κυκλοφορεί το “The Wall”, το κλασικό αριστούργημα των Pink Floyd, που κέρδισε τεράστια αναγνώριση παγκοσμίως.




Η

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

μέρα πρώτη / 20 Σεπτέμβρη: σήμερα γράφτηκα στη Νομική. Πριν από μία εβδομάδα ήταν η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα. Πριν από μία εβδομάδα και μία μέρα ήταν η τελευταία μου μέρα στο χωριό. Γεννήθηκα έξω απ’ τη Ναύπακτο, πήγα σχολείο εκεί, έμαθα να γράφω και να διαβάζω, έμαθα να θέλω, έμαθα να ζητάω, έμαθα να φιλάω στο στόμα. Εμαθα να κατεβάζω μουσική απ’ το ίντερνετ και να την περνάω στο ipod και έμαθα να πηγαίνω στην άκρη του χωριού κάτω απ’ το γεφυράκι και να ακούω Portishead και Norah Jones. Εμαθα να βλέπω ειδήσεις και να βράζω μακαρόνια. Εμαθα ότι θέλω να ’ρθω στην Αθήνα, να σπουδάσω Νομική, να γίνω δικηγόρος, να αγοράσω καινούργια ρούχα, να φιλάω στο στόμα. Εμαθα ότι η Ακαδημίας είναι παράλληλη με την Πανεπιστημίου και ότι η Ιπποκράτους είναι παράλληλη με την Ασκληπιού και ότι η Σόλωνος είναι κάθετη με την Ιπποκράτους και την Ασκληπιού, αλλά παράλληλη με την Πανεπιστημίου, την Ακαδημίας και τη Σκουφά. Σε δεκαπέντε μέρες θα είναι η πρώτη μέρα που θα κάνω μάθημα στη Νομική. Για να δούμε... Νοίκιασα ένα σπίτι στα Πετράλωνα σχεδόν απέναντι απ’ τον Ηλεκτρικό. Ηθελα να βρω σπίτι στο κέντρο, στο Κολωνάκι, αλλά ο μπαμπάς μού είπε ότι δεν έχει τόσα λεφτά. Και

όντως δεν έχει. Είναι υπάλληλος του ΟΤΕ και η μαμά δεν δουλεύει. Και πάλι οριακά βγαίνουν. Τώρα που μένω στα Πετράλωνα για να πηγαίνω στη σχολή μου πρέπει να παίρνω τον Ηλεκτρικό, να κατεβαίνω στην Ομόνοια και από κει να παίρνω το Μετρό για το πανεπιστήμιο ή να περπατάω δέκα λεπτά. Οταν έχει κρύο θα περπατάω, όταν έχει ζέστη θα παίρνω το Μετρό. Η Αθήνα δεν μου φαίνεται τόσο μεγάλη. Σήμερα είδα έναν άνθρωπο που τον είδα και χθες. Αν έχει τόσο κόσμο όσο λένε δεν θα γίνεται να βλέπεις έναν άνθρωπο δεύτερη φορά. Ηταν ένας άντρας αρκετά μεγαλύτερος από μένα, που φορούσε ένα σκούρο πράσινο σακάκι, είχε γένια και το ένα αυτί του ήταν μεγαλύτερο απ’ το άλλο. Μου φάνηκε αρκετά ωραίος, παρά το πρόβλημα με τα αυτιά. Χθες που τον είδα πρώτη φορά τον ακολούθησα για λίγο, μέχρι που στάθηκε στη στάση του λεωφορείου στη Σταδίου που είναι μπροστά απ’ το άγαλμα του Κολοκοτρώνη πάνω σε ένα άλογο. Πήγα κι έκατσα δίπλα του, τάχα πως περιμένω κι εγώ το λεωφορείο, με τα ακουστικά μου στα αυτιά αλλά χωρίς να ακούω ούτε Portishead ούτε Norah Jones. Δεν άκουγα τίποτα, έτσι τα φορούσα γιατί νομίζω ότι είναι ωραίο ένα κορίτσι 18 χρόνων να ακούει μουσική στο κέντρο της Αθήνας. Ρούφηξα

ƫƤƫƤƢƛƪƤƱƯưƮƲƣƮƩƞƤƱ ΣΟΦΙΑ ΖΗΤΤΑ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

πολλά σημαντικότερα πράγματα. Σήμερα τον είδα ξανά. Φορούσε πάλι το ίδιο σακάκι και είχε αυτά τα γένια και εκείνα τα αυτιά. Αυτή τη φορά δεν τον ακολούθησα. Οχι ότι δεν ήθελα, αλλά ντράπηκα.

λίγο το στομάχι μου, όπως κάνω πάντα όταν πλησιάζω ένα αγόρι που περιμένω να με προσέξει. Στο σχολείο όλα τα αγόρια με πρόσεχαν επειδή ήμουν καλή μαθήτρια, επειδή έχω μεγάλο στήθος και επειδή έχω κόκκινα μαλλιά. Αυτός όμως δεν μου έδωσε καμιά σημασία και έπειτα από λίγο μπήκε σ’ ένα λεωφορείο που λε-

γόταν 137. Θα έμπαινα κι εγώ μέσα, αλλά φοβήθηκα γιατί δεν ήξερα πού πηγαίνει. Λογικά στην Αθήνα θα υπάρχουν πολλές γυναίκες με κόκκινα μαλλιά, μεγάλο στήθος, που κάποτε ήταν καλές μαθήτριες, αν και αυτό το τελευταίο δεν νομίζω να ενδιαφέρει κανέναν, εκτός αν είσαι στο σχολείο μου στη Ναύπακτο που δεν συμβαίνουν

Ημέρα δεύτερη / 5 Οκτώβρη: σήμερα έκανα το πρώτο μου μάθημα στη Νομική. Πριν από τρεις εβδομάδες ήταν η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα. Πριν από τρεις εβδομάδες και μία μέρα ήταν η τελευταία μου μέρα στο χωριό μου. Πριν από δύο εβδομάδες είχα δει εκείνον τον τύπο με το πράσινο σακάκι, τα γένια και τα άνισα αυτιά. Στη σχολή μου υπάρχουν κι άλλοι άντρες με πράσινο σακάκι, γένια, αλλά έχουν ίσια αυτιά και αυτοί με προσέχουν, γιατί τελικά αν έχεις μεγάλο στήθος και κόκκινα μαλλιά σε προσέχουν, ανεξάρτητα απ’ το αν είσαι καλή μαθήτρια ή όχι. Ειδικά ένας, που όμως δεν φορούσε πράσινο σακάκι, μου ζήτησε το τηλέφωνό μου. Πήγαμε χθες για ποτό στο Κολωνάκι και πήραμε φραπέ και οι δυο -εννιά η ώρα το βράδυ. Δεν ήξερα τι να άλλο να πάρω. Στο χωριό μόνο φραπέδες πίναμε. Λογικά ούτε κι αυτός ήξερε γιατί ήρθε στην Αθήνα απ’ το χωριό του, που είναι κοντά στην Κόρινθο. Οπως αποδείχτηκε, στο Κολωνάκι εκτός απ’ τα ενοίκια είναι ακριβοί και οι καφέδες. Μετά τον φίλησα στο στόμα. Ηταν λίγο χαζός, αλλά μύριζε ωραία. Μου είπε να πάω απ’ το σπίτι του, αλλά δεν είχα όρεξη γιατί στην τηλεόραση έπαιζε τις «Μεγάλες προσδοκίες» και ήθελα να το δω. Τελικά όμως πήγα σπίτι του, γιατί μου είπε ότι ήθελε κι αυτός να δει τις «Μεγάλες προσδοκίες» και μπορούσαμε να το δούμε μαζί. Ελεγε ψέματα. Δεν ήθελε να δει τις «Μεγάλες προσδοκίες». Αγόρασα ομπρέλα. Επιασε βροχή κι έγινα μούσκεμα. Αγόρασα και μια μπίρα. Εκατσα στην κουζίνα, έβαλα τέρμα στα ακουστικά τους Madrugada και ήπια την μπίρα απ’ το κουτάκι. Σκέφτηκα που έκανα το πρώτο μου μάθημα, που θα γίνω δικηγόρος και θα βγάζω πολλά λεφτά και θα αγοράζω καινούργια ρούχα και θα φιλάω τον τύπο με τα άνισα αυτιά στο στόμα και μετά θα ξαπλώνουμε στο υπέρδιπλο κρεβάτι και θα βλέπουμε τις «Μεγάλες προσδοκίες». Μετά κοιμήθηκα, επειδή δεν είχε τίποτα η τηλεόραση και βαριόμουν να διαβάσω το βιβλίο μου.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Το βιβλίο μου είναι το «1984» του Οργουελ. Ο υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο μού είπε ότι δεν το πιστεύει πως δεν έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο. Με έκανε να νιώσω άσχημα, ο βλάκας. Το αγόρασα, αλλά τώρα δεν θέλω να το διαβάσω. Ελπίζω να έχει γυριστεί σε ταινία, να το νοικιάσω, να δω τι γίνεται, να λέω ότι το έχω διαβάσει. Να θυμηθώ να πάω στο βίντεο κλαμπ να ρωτήσω. Η μαμά μου είπε ότι ο μικρός μου αδερφός έγραψε άριστα στα μαθηματικά, στην 6η Δημοτικού. Είπε επίσης ότι ο ακόμα μικρότερός μου αδερφός έχει πυρετό. Ο μπαμπάς μου δεν ήταν σπίτι. Μου λείπει κάπως και η μαμά μου και ο μπαμπάς μου και ο μικρός μου αδερφός και ο ακόμα μικρότερός μου αδερφός. Απ’ την άλλη, μου αρέσει πάρα πολύ που είμαι εδώ και κάθομαι στη μοναξιά μου, με το ipod μου και το ηλίθιο βιβλίο μου. Είναι διαφορετικά και έχει πλάκα. Κάπνισα κι ένα τσιγάρο πριν, αλλά δεν το έφτασα μέχρι κάτω.

Ημέρα τρίτη / 20 Οκτώβρη: σήμερα πήγα πάλι για μάθημα. Πριν από δύο εβδομάδες ήταν το πρώτο μου μάθημα. Πριν από πέντε εβδομάδες ήταν η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα. Πριν από πέντε εβδομάδες και μία μέρα ήταν η τελευταία μου μέρα στο χωριό. Τώρα πια ξέρω ότι η Αθήνα είναι μεγάλη. Ανέβηκα στο Λυκαβηττό χθες και την είδα. Κουράστηκα λίγο στο ανέβασμα γιατί φορούσα πέδιλα, αλλά όταν κατέβηκα ήταν ωραία γιατί είχε λίγο κρύο και έβαλα την καινούργια μου ζακέτα. Είναι κόκκινη και την πήρα απ’ την Ερμού. Μετά πήγα στο βίντεο κλαμπ. Ο τύπος στο ταμείο ήταν ένας ψηλός νεαρός, πολύ αδύνατος, με λεπτά χείλη και σμιχτά φρύδια. Φορούσε μια μπλούζα με τον Nemo. Ηταν χαριτωμένος. Ρούφηξα το στομάχι μου και τον ρώτησα αν υπάρχει σε ταινία το «1984» του Οργουελ. «Σου άρεσε πολύ το βιβλίο, ε;», με ρώτησε. Αφησα το στομάχι μου ελεύθερο και έφυγα.

Μέχρι να ξεκινήσει το μάθημα είχα μια ώρα κενό. Πήγα στα Εξάρχεια, πήρα ένα φραπέ και διάβασα λίγες σελίδες απ’ το βιβλίο μου. Μου άρεσε αρκετά, αλλά ο καφές ήταν πάλι πολύ ακριβός. Οταν έφτασα στην 34 σελίδα τσάκισα το φύλλο και έκλεισα το βιβλίο. Στην καφετέρια έπαιζε ένα τραγούδι των James που μ’ αρέσει. Οταν τελείωσε πήγα στη σχολή. Πήρα μια δωρεάν εφημερίδα να τη διαβάσω σπίτι. Εκανα μια φίλη. Τη λένε Λουίζα, καθόταν στο έδρανο δίπλα μου, έχει ξανθά μαλλιά και είναι άσχημη. Εχει πολύ λεπτή φωνή και το «1984» δεν το έχει διαβάσει. Είναι απ’ την Αθήνα και μένει με τους γονείς της στο Χαλάνδρι ή στο Χαϊδάρι. Ενα απ’ τα δύο -δεν θυμάμαι. Εχει ένα φίλο, τον Αντώνη, που λέει ότι είναι ωραίος αλλά μάλλον το λέει έτσι, γιατί αυτή είναι πολύ άσχημη. Της είπα να ’ρθει σπίτι να κάτσουμε, γιατί δεν ήθελα να πληρώσω για άλλο καφέ. Δεν ήρθε γιατί θα έβγαινε με τον Αντώνη. Είπε ότι θα ’ρθει αύριο. Δεν είχα τι να κάνω και πήγα σπίτι να διαβάσω το βιβλίο μου. Αγόρασα άλλη μια μπίρα. Ισως κάπνιζα άλλο ένα τσιγάρο. Οπως περίμενα το ασανσέρ ήρθε και στάθηκε δίπλα μου, ποιος νομίζετε; Ο τύπος με το πράσινο σακάκι, τα γένια και τα άνισα αυτιά. Μέσα στην ίδια μου την πολυκατοικία. Φοβερό; Τον κοίταξα και δεν το πίστευα. Ρούφηξα το στομάχι μου καθυστερημένα. Με κοίταξε και είπε «γεια». Μπήκαμε μαζί στο ασανσέρ και ήθελα να τον φιλήσω στο στόμα. Βγήκαμε και οι δύο στο δεύτερο όροφο. Εμενε στο παραδιπλανό διαμέρισμα. «Καλό βράδυ» είπε, ενώ έβγαζε τα κλειδιά του απ’ την τσέπη του πράσινου σακακιού του. Αύριο θα κάτσω όλη μέρα στο ματάκι της πόρτας και θα κοιτάω πότε θα βγει. Η Αθήνα τελικά είναι πολύ μικρή πόλη. Σας το λέω με βεβαιότητα, αν και εγώ μένω εδώ μόνο πέντε εβδομάδες. Αν τη δείτε απ’ το Λυκαβηττό φαίνεται μεγάλη, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρή.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ƫƤƫƬƝƫƤƱ ΝΤΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Ε

ίναι πραγματικά περίεργη αυτή η ακατανίκητη μελαγχολία του Σεπτέμβρη. Ισως επειδή, αφήνοντας πίσω το καλοκαίρι, συνειδητοποιούμε πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος και έρχονται στο νου εικόνες παλιές, πρόσωπα αγαπημένα μα ποτέ ξεχασμένα και ταυτόχρονα στιγμές πρόσφατες που φαντάζουν μακρινές, καινούργιες γνωριμίες που μοιάζουν σαν να μην έγιναν ποτέ. Κάπου εκεί ανάμεσα εμφανίζεται ασυναίσθητα ένα χαμόγελο από μια εικόνα, μια γλυκιά μυρωδιά, μια αίσθηση τόσο γνώριμη, ένας άνθρωπος αγαπημένος που ενώ δεν είναι κοντά μου, είναι συνέχεια δίπλα μου, γύρω μου, χωρίς να υπάρχει δείγμα ερωτισμού αλλά βαθιά και ανυπέρβλητη αγάπη που δεν ξεθωριάζει. Η βόλτα στο ποτάμι, η φωτογραφία στην ανθισμένη αυλή με τις κόκκινες γλάστρες, το ψάθινο καπέλο, το συνηθισμένο τζιν, το τσιγάρο το βράδυ, η απέραντη αγκαλιά, τα δυνατά χέρια, το μόνιμο χαμόγελο, τα φωτεινά του μάτια. Υστερα, η απογοητευτική νύχτα που δεν αφήνει περιθώρια για όνειρα, η ταπεινωτική μοναξιά, το αναπάντητο «γιατί», η βουβή ησυχία που στοιχηματίζει να σου τρελάνει το μυαλό, η αίσθηση της ήττας και η παραίσθηση της νίκης. Εκείνη τη μικρή στιγμή ίσως να ενισχύεται η υποτιθέμενη απουσία και να αισθάνεσαι ανήμπορος να ανατρέψεις το παρόν, αλλά παραμένει η απόλυτη παρουσία να σου θυμίζει τη δύναμή σου να συνεχίσεις. Φθινόπωρο γεμάτο αντιθέσεις, αναδρομές στο παρελθόν και σχέδια για το μέλλον.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ƫƤƫƨƠƠƬƛƫƬƦƲƦ ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Φ

θινόπωρο του 1998. Λονδίνο, τελευταία μου χρονιά ως φοιτητής. Ενα τυπικό βροχερό λονδρέζικο απόγευμα. Ημουν αγχωμένος -γενικότερα ήταν μια παράξενη εποχή για μένα. Γνώριζα πως τα φοιτητικά μου χρόνια τελείωναν, πως έπρεπε να αλλάξω τρόπο και στάση ζωής, να προχωρήσω. Αγωνία. Η ώρα περνούσε. Μία από αυτές τις περιπτώσεις που είσαι σίγουρος πως κάτι θα συμβεί, που το περιμένεις, αλλά δεν θα ησυχάσεις αν δεν ακούσεις με τ’ αυτιά σου την ευχάριστη είδηση. Το τηλέφωνο χτυπάει. Το σηκώνω με ένταση. Ακούω: - «Ελα ρε μαλάκα, τι γίνεται;». - «Σε παρακαλώ, περιμένω ένα τηλεφώνημα, μπορώ να σε πάρω αργότερα;», λέω στον «κολλητό» μου με απογοήτευση αλλά και ελαφριά αγένεια. Η ώρα περνάει. Χαζεύω το Top Of The Pops στο BBC1 (ή μήπως ήταν BBC2;). Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. Ξανασηκώνω το ακουστικό με λιγότερο ενθουσιασμό από την προηγούμενη φορά: - «Hello», λέω. - «Ελα Θανάση μου, η Ελένη από τον Κέδρο είμαι. Ο Ραμόν (σσ. το πρώτο μου μυθιστόρημα) είναι έτοιμος και θα βρίσκεται από αύριο στα βιβλιοπωλεία». Το φθινόπωρο του 1998 ήταν ένα καλό φθινόπωρο. Γιατί είχα ουσιαστικά πάψει πια να είμαι φοιτητής. Μπορούσα πλέον να αποκαλώ τον εαυτό μου συγγραφέα.


ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Φ

θινόπωρο πάντα θα επιστρέφεις στα λόγια που είπες, στα χέρια που άγγιξες, στους δρόμους που περπάτησες, στις αναμνήσεις όσων έζησες πριν από τη ραστώνη του καλοκαιριού. Πάντα θα επιστρέφεις, φθινόπωρο, στο προαύλιό σου και θα αναζητάς μέσα στο πλήθος των συμμαθητών, εκείνη. Και πάντα αυτή θα έρχεται πιο μαυρισμένη, πιο ψηλή, πιο γυναίκα, πιο ποθητή. Και εσύ θα την κοιτάζεις με το μοιρογνωμόνιο του πόθου σου για ακόμη μια φορά ανοιγμένο στις 360 μοίρες, να ομφαλοσκοπεί αυτάρεσκα, θλιβερά. «Δεν μπορείς να αγαπήσεις αληθινά, όσο τα σημάδια στο σώμα σου είναι ξένα», έλεγες. Μα ποια σημάδια γίνονται ποτέ αληθινά δικά σου; Ισως της οδού Αθηνάς, όταν ανακατεύονται οι μυρωδιές της βρεγμένης γης με τα μπαχαρικά των πάγκων. Ισως του τριανταπεντάρη ναρκομανή που περιφέρεται γυρτός, ξεδοντιασμένος, μέσα στη στοά της Κοραή, ζητώντας χρήματα και τσιγάρα. Να φύγει για την Ικαρία. Το επόμενο καλοκαίρι, γιατί αυτό δεν πρόλαβε. Και ας τον περίμενε ένα τροχόσπιτο δίπλα στη θάλασσα. Και η νεκρή γυναίκα του. Φθινόπωρο σημαίνει πάντα επιστροφή. Σε μια πόλη που «τρώει τα παιδιά της» και τα... ξερνάει ως φωτογραφίες στο Facebook. Αυτό το φθινόπωρο θα φέρει έναν αλλιώτικο Δεκέμβρη στην πόλη. Σαν θα ξημερώσει του ΑϊΝικόλα, μια μάνα θα πονέσει στο στήθος, εκεί στο μέρος της καρδιάς, και ένας λαός στη μνήμη. Τα αίματα όμως στη Μεσολογγίου δεν έγιναν ακόμη... διόδια να περάσουν τα νέα χρόνια. Εμειναν ακόμη αίματα... Τροφή για τις φυλλάδες και τους σαλτιμπάγκους. Βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα, θα πεις. Οχι, δεν έχω συμπεράσματα. Δεν μπορώ να έχω συμπεράσματα. Στο twitter των 140 λέξεων δεν υπάρχει χώρος και γι’ αυτά. Φθινόπωρο θα φέρνει πάντα και μια επιστροφή. Στους πάγκους των βιβλίων της Ασκληπιού και στα μικρά παλαιοπωλεία των γύρω δρόμων. Ολη η γνώση του καλοκαιριού ήταν και πάλι η θάλασσα. Οσα βιβλία και να διάβασες το καλοκαίρι, στα έσβηνε από τη μνήμη πάντα η πρώτη σου βουτιά. Ετσι επιστρέφεις με φύκια στο σώμα και με άσπρα βότσαλα στα χείλη σου. Επιστρέφεις από την ορθοφωνία της φύσης, στην κακοφωνία των best sellers. Και ψάχνεις τη νέα σοδειά σε έναν παλαιό κόσμο. Επιστρέφεις το φθινόπωρο. Πάντα. Σαν το θύμα που γυρεύει το θύτη του... Την πόλη του. Πόντο πόντο καλύπτεις τη γυμνή σάρκα.

ƫƤƤƯƨƲƳưƮƵƜƱ ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ Μέχρι να φαίνονται μόνο τα μάτια, τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Σπίρτο το σπίρτο ανάβεις τη φωτιά της παραλίας. Μέσα όμως πια στο δωμάτιο. Εντοιχισμένη απόλαυση. Ο αντίπαλος στα 3 βήματα. Ηχος κλειστός. Ξεσκονίζεις τα πρώτα dvd που θα σε συντροφεύσουν τους επόμενους μήνες. Ακονίζεις τα πρώτα λόγια που θα σου φέρει η μοναξιά της νέας εποχής. Προβάρεις τους πρώτους καβγάδες με τους φίλους. Μπάλα, μπίρα, «μπόμπες». Οχι υδρογόνου αλλά σολωμού. Η επανάσταση μπορεί να περιμένει μέχρι την άνοιξη. Δεν είναι άλλωστε και η πρώτη αργοπορία. Πάντα φθινόπωρο θα επιστρέφεις. Στα μουσικά στέκια της πόλης. Γκύζη και Κάλβου, Φραντζή και Θαρύπου, Ηπείρου και Αχαρνών. Σαν κυνηγός θηραμάτων να αναζητάς τη μου-

σική έκπληξη. Και ενώ ξέρεις πως αν ανάψεις ένα σπίρτο μέσα σου θα δεις γνώριμα τοπία. Αμείλικτος όμως με τους καλλιτέχνες. Δεν αφήνεις περιθώρια στασιμότητας. «Ενα δευτερόλεπτο αν εφησυχάσεις στην Τέχνη, σε ξεπέρασε ο εαυτός σου», σου αρέσει να επαναλαμβάνεις. Και άντε μετά να εξηγείς... Φθινόπωρο. Επιστρέφεις. Πάντα. Στα λόγια που δεν είπες, στα χέρια που δεν άγγιξες, στους δρόμους που δεν περπάτησες, στις αναμνήσεις όσων δεν έζησες. Ποιος σου είπε πως και αυτός ο χειμώνας θα είναι ήπιος;


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ƫƤƫƨƠƩƻƩƩƨƬƦƩƮƼƯƠ ΑΘΗΝΑ ΧΑΤΖΗ

Δ

εν της άρεσε το φθινόπωρο. Ακόμα χειρότερα· το μισούσε. Μισούσε που σκοτείνιαζε νωρίς, νωρίτερα από τις αχανείς ημέρες του καλοκαιριού εν πάση περιπτώσει, που έπιανε ένα μικρό κρύο που την έβρισκε απροετοίμαστη, ακόμα παραπέρα, απροστάτευτη, χωρίς ζακετάκι, και προπάντων χωρίς κάποιον να της ρίξει το ζακετάκι στους ώμους. Μισούσε την κίνηση που άρχιζε ξανά ύστερα από ένα καλοκαίρι χαύνωσης και άδειας πόλης. Ποτέ δεν έφευγε τα καλοκαίρια. Περίμενε να φύγουν οι άλλοι κι εκείνη έμενε στην άδεια πόλη, τη δική της πόλη, που ήταν σαν από πάντα δική της, όλοι οι άλλοι επείσακτοι στο μυαλό της. Εμενε και περιφερόταν μετρώντας χρόνια και καλύπτοντας χιλιομετρικές αποστάσεις με τα πόδια. Μετά όμως πάντα ερχόταν το φθινόπωρο. Και δεν έβγαινε πια στους μεγάλους δρόμους της πόλης. Η Βασιλέως Κωνσταντίνου απλωνόταν εχθρική, έτοιμοι όλοι να ξεκινήσουν πριν ανάψει καλά καλά το φανάρι κι εκείνη τους φοβόταν και περίμενε μέχρι να είναι σίγουρη. Η Βασιλίσσης Σοφίας, ούτε λόγος. Ετσι έβγαινε μόνο στα πάρκα, στα άλση, εν πάση περιπτώσει εκεί που δεν είχε φανάρια, επιθετικότητα και πολλούς ανθρώπους. Είχε μάθει να τους ξεχωρίζει. Οι παλιοί, σαν και του λόγου της, οι νεοαφιχθέντες, αδέξιοι, τρομαγμένοι, βλέμμα χαμηλωμένο ή γουρλωμένα μάτια να θαυμάζουν την πόλη που θα θελήσουν κάποτε να κατακτήσουν και που θα τους καταπιεί χωρίς να το καταλάβουν. Και κυρίως αυτοί σηματοδοτούσαν την έλευση του φθινοπώρου: οι καινούργιοι. Οτι δεν της έφταναν όσοι γύριζαν πίσω, αντί να παρατείνουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές ή στο

διηνεκές, όπως ονειρευόταν χρόνια τώρα, και ξάφνου, λέει να μην υπάρχει άλλος τις, παρά εκείνη να μετρά τα πεσμένα φύλλα και τις ξεθωριασμένες μέρες του Σεπτέμβρη. Οχι ότι δεν τους ένιωθε τους καινούργιους.

Κάποτε υπήρξε μία από αυτούς. Ενα παιδί της επαρχίας που κατέφτασε φρέσκια φρέσκια, γεμάτη όνειρα για ζωή χαρούμενη, για ζωή χωρίς μιζέρια. Προερχόταν από ένα μέρος υγρό, έβρεχε σχεδόν πάντα, με νύχτες πηχτές και ομίχλες βαριές και χειμώνες ατέλειωτους. Και είχε ταυτίσει την Αθήνα με τον ήλιο, τη ζέστη, τη χαρά, την έλλειψη μιζέριας. Αυτό. Οχι όμως το φθινόπωρο. Τα φύλλα, από τα λιγοστά αναλογικά δέντρα, έπεφταν. Στην αρχή είχε φυτά, πολλά φυτά. Κάθε που φθινοπώριαζε όμως την έπιανε μια στενοχώρια που έχαναν τα φύλλα τους και πονούσε να τα βλέπει κίτρινα και μαραζωμένα να φυτοζωούν κυριολεκτικά. Μετά τα ξεπάτωσε. Δεν τα χάρισε, τα άφησε να πεθάνουν, όπως είχε πεθάνει μέσα της η διάθεση να το παλέψει. Φθινόπωρο εδώ και πολλά χρόνια σήμαινε κάλτσα το βράδυ -τελευταία, είχε βρει ένα ζευγάρι πλεχτές μάλλινες που έκαναν τη δουλειά τους μια χαρά- πιτζάμα μακριά, κατά προτίμηση αλλουνού ξεχασμένη χρόνια, ξεβαμμένη, ξεχειλωμένη, αλλά ανθιστάμενη στη φθορά που είχε εκπαραθυρώσει τον «άλλον», εν αντιθέσει με την τέως πιτζάμα του, νυν δική της, κούπα με κάτι, τσάι, χαμομήλι, νερό, γάλα, ουίσκι, οτιδήποτε όλα ίδια ήταν, με τα χρόνια τα ’χε δοκιμάσει όλα κι ήταν πολλά τα χρόνια, και σειρές. Οι καινούργιες σειρές στην τηλεόραση. Οι καινούργιες διαφημίσεις. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες φάτσες, οι ίδιες φωνές, οι ίδιες λέξεις. Και μία κόπωση. Οι καινούργιες ταινίες στο σινεμά. Τελευταία λαχταρούσε θρίλερ. Οσο πιο θρίλερ, τόσο πιο καλά. Τέρμα οι ρομαντικές χαζοκωμωδίες. Τέρμα τα όνειρα. Τέρμα


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

το χάπι εντ. Μόνο τρόμος ως αντίδοτο στον τρόμο του χειμώνα, που θα ερχόταν πάλι και θα ήταν ίδιος με τον προηγούμενο και κατά πάσα πιθανότητα και με τον επόμενο. Το φθινόπωρο σε όλη αυτή την κατάσταση έπαιζε το ρόλο του προπομπού. Και μόνον. Μια φορά αποφάσισε να ξενιτευτεί. Σκέφτηκε «άμα έρθει το φθινόπωρο και δεν με βρει εδώ…» -δεν ολοκλήρωσε τη σκέψη της. Αυτό που εννοούσαν ήταν ότι άμα έρθει το φθινόπωρο ερήμην της, μπορεί και να περάσει ανώδυνα. Να την προσπεράσει. Ακουσε για ένα φθινόπωρο που τα φύλλα παίρνουν χίλια χρώματα και είναι σαν πανδαισία και πάνε όλοι και τα βλέπουν δεξιά κι αριστερά στο δρόμο, και της φάνηκε τόσο απόλυτα βλακώδες που το βρήκε ιδανικό. Δεν πήγε. Κάτι την κρατούσε σ’ αυτή την πόλη, με τα... στραβά της και τ’ ανάποδά της, και κυρίως με την ασφάλεια ότι το χειρότερο φθινόπωρο του κόσμου ήταν εδώ, γιατί να το γυρέψει αλλού; Δεν τη συγκινούσε το ηλιοβασίλεμα που το ’χε απλόχερα κάθε μέρα στο μπαλκόνι της. Δεν σκιρτούσε με τα χρώματα του ουρανού και τα σχήματα των σύννεφων. Δεν μελαγχολούσε γλυκά με τα διαβατάρικα, τα αποδημητικά πουλιά που περνούσαν πάνω απ’ το κεφάλι της γυρεύοντας τις χώρες του ήλιου -τι χαζά ήταν; Δεν αποθυμούσε τις μέρες που πήγαινε σχολείο και της αγόραζα τα καινούργια σχολικά. Και τότε ζόρικο ήταν το φθινόπωρο, πόσο μάλλον τώρα πια. Τώρα πια προσποιούνταν πως δεν υπήρχε. Κυκλοφορούσε περισσότερο με το Μετρό, για να μη βλέπει το φθινόπωρο. Μόνη ανακούφιση οι μέρες που έπαιρνε η πόλη να ντύνεται χριστουγεννιάτικα και δεν υπήρχαν εποχές πια κι ήταν σαν ψεύτικη, αλλά αυτό αργούσε ακόμη. Γενικώς ήθελε καμουφλάζ, στη ζωή, στην πόλη, στις εποχές. Οταν πρωτοέγινε λόγος για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την κατάργηση των ενδιάμεσων εποχών, μόνο που δεν βγήκε στην πλατεία Συντάγματος να πανηγυρίσει. Ηταν φθινόπωρο όταν το άκουσε κι είπε: «Θεέ μου, επιτέλους, υπάρ-

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ



χεις». Τελικά, δεν έγινε έτσι. Το φθινόπωρο δεν καταργήθηκε ποτέ, τουναντίον, τα τελευταία χρόνια σαν ενισχυμένο το ’βλεπε, σαν πιο διεκδικητικό, σαν κάτι περισσότερο από συνήθως να ζητούσε. Της ζητούσε να ζήσει. Να μην αναβάλλει. Αλλά εκείνη δεν το είχε. Ποτέ δεν το είχε. Διαβιούσε λάθρα, κρυφίως, σιωπηλά, στις γωνίες και στο περιθώριο του βίου των άλλων. Αμυνά της μία ραγισμένη, χριστουγεννιάτικη κόκκινη κεραμική κούπα. Την έβγαζε με το που έμπαινε ο Σεπτέμβρης, την καταχώνιαζε στα έγκατα του ντουλαπιού όταν μπουμπούκιαζαν οι αμυγδαλιές. Την είχε σαν φυλαχτό, ας πούμε, σαν μυστική σκέψη και σαν συνταγή επιβίωσης: 22 φθινόπωρα είχε βγάλει με

την κούπα αυτή, ραγισμένη απ’ το πρώτο κιόλας, ελαττωματική γαρ, στο τμήμα προσφορών αγορασμένη. Και η συνταγή ήταν απλή: όσο αντέχει η κούπα και δεν σπάει, έτσι κι εκείνη· ραγισμένη, αυτό δεν χωράει συζήτηση, πλην δεν θα σπάει κάθε που μπαίνει το φθινόπωρο, κάθε που ψυχραίνουν οι νύχτες στην πόλη, θα αντέχει, θα το αντέχει κι ως το επόμενο φθινόπωρο, έχει ο Θεός -πού ξέρεις;- μπορεί μια μέρα να ευτυχήσει και φαντάσου, λέει, αυτή η μέρα να ’ρθει και να ’ναι φθινοπωρινή...


ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ƫƤƪƤƴƩƛƯƪƝƩƳưƠ



ƳƮƴƁƬƣưƜƠ

ΝΑΤΑΛΙΑ ΚΑΤΣΟΥ

Κ

αι έχω -λένε- γενέθλια, γίνομαι δύο ετών και ψηλώνω. Αυτό είναι σίγουρο, αν σκεφτείς τους τέσσερις ορόφους που ανέβηκα. Δεν ανέβηκα. Πέταξα. Μου είχαν δέσει με σκοινιά -ιμάντες χοντρούςτο κορμί γύρω και με γάντζωσε ένας γερανός. Εχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου... Εβδομήντα πέντε χρόνια ταξιδεύω σ’ όλη την Ευρώπη και τραγουδάω, ας νομίζουν ότι γεννήθηκα όταν με γνώρισαν, ξεκίνησα από τη Γερμανία, από μια βιτρίνα χωρίς όνομα, για να βρεθώ ανάμεσα αττικού ουρανού και πεζοδρομίου; Στην αρχή νόμιζα ότι θα μείνω για πάντα στον αέρα. Με τα σωθικά ανοιγμένα -έπεσε το καπάκι από τα χέρια ενός την ώρα που με τραβολογούσαν στο διάδρομο- με τις χορδές μου γυμνές -αν ήμουν άνθρωπος θα ήταν τραχειοτομή- χωρίς να μπορώ ήχο να βγάλω μέσα από το θόρυβο του δρόμου. Σιγά σιγά με προσγείωσαν σε μια βεράντα, μετά στο σαλόνι, σε έναν τοίχο με παράθυρο στα αριστερά μου. Κι ένα βαρύ κάδρο με νεκρή φύση στη ράχη μου. Κι αυτή κλαίει. Για μένα, για εκείνον, για τη βροχή. Μαζί της τραγουδάω. Αν και τόσους μήνες ούτε που με άγγιζε. Με άφηνε μόνο στο μικρό δωμάτιο, στο άλλο σπίτι. Ακουγα να μιλούν, μετά να σιωπούν, πόρτες άνοιγαν έκλειναν, έφευγαν. Πάντα κάποιος γυρνούσε. Αυτός κυρίως. Με χάιδευε, σκούπιζε τη σκόνη, μου άνοιγε τις κουρτίνες, μου άφηνε νερό να μην ξεραίνομαι... Του άρεσε όταν τραγουδούσα. Του άρεσε εκείνη μάλλον. Δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ. Είναι σίγουρα δύσκολη η μετακίνηση σ’ αυτήν την πόλη. Απομακρύνει τους ανθρώπους. Ούτε μπορώ να πετάω συνέχεια. Δεν είναι άσχημα κι εδώ. Ομως εκεί με φρόντιζαν, με αγαπούσαν, γελούσαν. Γελούσαν κι αγαπούσαν. Δεν καταλαβαίνω τι συνέβη. Η μουσική των ανθρώπων είναι παράξενη, τα αυτιά τους δεν αρκούν για ν’ ακούσουν μέσα τους. Ακούν τη βροχή. Και τα φύλλα που πέφτουν. Σίγουρα αυτό είναι φθινόπωρο, να γεμίζει φύλλα η κοιλιά και σταγόνες, όπως την ώρα που κρεμόμουν μεταξύ των ανθρώπων, μεταξύ των εποχών, αργότερα ήρθε και τα έβγαλε

απαλά ένα ένα με τσιμπιδάκι, όπως του τραβούσε τα αγκάθια του αχινού από το πόδι τον Αύγουστο. Κι εκείνος μου τράβηξε τα μαύρα πλήκτρα. Με πόνεσε. Πρώτη φορά. Τυχαία. Ξερίζωσε τα μαύρα πλήκτρα μου. Τώρα θα τραγουδώ διαφορετικά. Γι’ αυτό λένε γε-

νέθλια. Γιατί ξεκινάς ξανά να είσαι κάποιος άλλος. Και γνωρίζεις τον εαυτό σου από την αρχή. Δεν με πειράζει που έχασα τα ελεφάντινα δαχτυλάκια από το σώμα μου. Είναι για τον εαυτό που άφησα κοντά του -που ανάμεσά μας βρέχει και για εκείνον είναι σιωπή.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Α

ρχισε σαν όνειρο. Ο ήχος από τις σταγόνες της βροχής που προσγειώνονταν στην τέντα του μπαλκονιού, έξω από το δωμάτιό μου, δυνάμωσε σιγά σιγά ντύνοντας το όνειρο σαν soundtrack. Μέχρι που το σκέπασε εντελώς. Εσφιξα το μαξιλάρι μου με μια γλυκιά ανακούφιση και αφέθηκα στον αγαπημένο ήχο. Εβρεχε. Αν υπάρχει κάτι που έχει τη «μαγική» δύναμη να με βγάζει γρήγορα από το κρεβάτι μου, αυτό είναι η βροχή. Ανοιξα τα μάτια και έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει νυσταγμένα. Σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά στο παράθυρο. Απ’ έξω η βροχή δυνάμωνε. Πήγα στην κουζίνα και έφτιαξα γρήγορα καφέ. Την ησυχία του σπιτιού διέκοπτε μόνο ο καταλυτικός ήχος της βροχής. Η πόρτα του δωματίου του Κρίστο κλειστή. Κοιμόταν ακόμα. Πήρα τον καφέ μου και

ƫƤƲƨƸƯƜƱ ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ βγήκα στο μπαλκόνι, άναψα τσιγάρο και επιβιβάστηκα στο... τρένο των αναμνήσεων. Η μυρωδιά της βρεγμένης πόλης κατάφερε να ανέβει μέχρι τον έκτο όροφο για να «ξεκλειδώσει» παλιές εικόνες του μυαλού μου. Πάντα μου άρεσε η βροχή. Μικρό παιδί, μόλις άρχιζε να βρέχει, έβγαινα έξω, έβρισκα ένα προστατευμένο σημείο και καθόμουν περιτριγυρισμένος από την κουρτίνα του νερού που έπεφτε από το «πουθενά». Ο ήχος της που μια δυνάμωνε και μια χαμήλωνε, οι μικρές λίμνες που σχηματίζονταν παντού, τα ρυάκια που κυλούσαν σιγά σιγά έδιναν ζωή εκεί που πριν από λίγο δεν υπήρχε τίποτα. Οσο περισσότερο νερό, τόσο καλύτερα. «Μπες μέσα, θα βραχείς και θα πουντιάσεις» μου έλεγε η γιαγιά μου, αλλά εγώ δεν το κουνούσα σίγουρος ότι αποκλειόταν να έρθει να με πάρει. Τότε δεν καταλάβαινα γιατί και πώς κάποιος που βρέχεται, κρυώνει. Αν συνέβαινε αυτό, τότε γιατί δεν πουντιάζει κάθε φορά που κάνει μπάνιο ή όταν μπαίνει στη θάλασσα


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

το καλοκαίρι; Μου φαινόταν μεγάλο μυστήριο στο οποίο δεν μπορούσα να δώσω εξήγηση, όπως όταν μου έλεγαν «φύγε από το ρεύμα, θα κρυώσεις». Ποιο ρεύμα; Το μόνο ρεύμα που γνώριζα τότε ήταν το ηλεκτρικό, της ΔΕΗ. Για το άλλο, εκείνο που απειλούσε κάθε τόσο να με κρεβατώσει, δεν είχα ιδέα. Παρέμεινε για πολλά χρόνια ένας αόρατος, ύπουλος εχθρός, τον οποίο μόνο οι μεγάλοι μπορούσαν να διακρίνουν. «Κλείσε το παράθυρο, κάνει ρεύμα» μου έλεγαν και το μυστήριο απλά γινόταν ακόμα πιο περίπλοκο, πιο σκοτεινό, πιο ανεξήγητο. Μια μέρα, ανακάλυψα πώς είναι να βλέπω τη βροχή και ταυτόχρονα ν’ ακούω μουσική. Μαγεύτηκα. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν τη δεκαετία του ’70 κυκλοφόρησε το τραγούδι “Walking in the rain with the one I love” των Love Unlimited, κατάλαβα ότι η βροχή είναι σύμμαχος των ερωτευμένων και πως ο έρωτας, παραδόξως, γίνεται κάτι σαν ομπρέλα που τους προστατεύει. «Είναι τόσο όμορφα να περπατώ στη βροχή μ’ εκείνον που αγαπώ» τραγουδούσαν οι Love Unlimited και περίμενα πότε θα ερχόταν η μέρα που θα είχα κι εγώ την υπέροχη εμπειρία για την οποία τραγουδούσαν. Η βροχερή εκείνη μέρα ήρθε και μαζί της ξαναζωντάνεψε το τραγούδι των Unlimited. Είχαν δίκιο τελικά! Είναι υπέροχο να κρατάς τον άλλον από το χέρι στη βροχή. Να βρέχουν οι σταγόνες της τα φιλιά, να μουσκεύουν τα αγαπημένα μαλλιά που χαϊδεύεις, να βλέπεις πως η βροχή κάνει ευάλωτο εκείνον που διαφορετικά στα μάτια σου είναι δυνατός σαν βράχος. Να τον μεταμορφώνει και να τον κάνει να έρχεται πιο κοντά σου, αναζητώντας την προστασία που του δίνει το σώμα σου. Η φωνή του Κρίστο που ξύπνησε με επανέφερε στην πραγματικότητα. «Καλημέρα! Τι ωραία που είναι σήμερα με τη βροχή…». Η βροχή αρέσει πολύ και σ’ εκείνον.

«Πάρε τον καφέ σου κι έλα να κάτσουμε» του χαμογέλασα. «Βάλε και μια μουσική!». Χωρίς να λέμε πολλά, παραδοθήκαμε στην καφεΐνη, τη μουσική και τη βροχή που έπεφτε δυνατή. Η βροχή δίνει ένα υπέροχο άλλοθι σε όσα δεν λέγονται, γεμίζοντας με τον ήχο της τις εκκωφαντικές σιωπές που διαφορετικά θα έπρεπε να συμπληρωθούν με λόγια που όμως διαλέγουν να μένουν κρυμμένα. Την ευγνωμονώ.






ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τ

α παραμύθια πάντα μου τα έλεγε η γιαγιά μου πριν κοιμηθώ, κάτι ζεστά και υγρά φθινοπωρινά βράδια, σε μία μονοκατοικία κωμόπολης του νομού Καβάλας, όπου η υγρασία τρυπούσε το κόκαλο και ο φόβος για το απόκοσμο και το φανταστικό γινόταν ανάγκη επιβίωσης. Σε τι μπορεί κανείς να ελπίζει όταν είναι πέντε χρόνων και ανασαίνει τον αέρα με την ευκολία που ο ήλιος ανατέλλει τα πρωινά; Μόνο στα παραμύθια και τους ήρωες. Βέβαια, οι ήρωες ξέφευγαν από τους παραδοσιακούς, καθώς η «Θρακιώτισσα» γιαγιά ήταν… alternative και έβγαζε… λαγούς από το καπέλο, σαν άλλος David Copperfield. Ετσι μεγάλωσα και έγινα «άντρας». Ως άλλο γνήσιο παιδί του φθινοπώρου, σκεφτόμουν πάντα μελαγχολικά και αόριστα. Τίποτα δεν είχε αξία, παρά αν άγγιζε τη σφαίρα του… απόκοσμου. Κάθε φορά που έκλεινε το φως και έπεφτε η σιγή στο δωμάτιο, με τη δικιά μου κάψουλα έχτιζα παραμύθια και έπλαθα εικόνες από άλλες διαστάσεις. Η «συνταγή» ήταν απλή, αλλά δύσκολη. Ετσι, πάντα με έπαιρνε ο ύπνος πριν από το «ζήσαν’ αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Η αχαλίνωτη αυτή περιήγηση στα λιβάδια του «ψέματος» με ακολουθεί από τότε και στην πραγματικότητα ποτέ δεν κατάφερα να απαγκιστρωθώ από αυτήν, όσο και να γυρνούσαν οι εποχές για εμένα ήταν πάντα φθινόπωρο. Θέλεις που τα πάντα έμαθα ότι αρχίζουν Σεπτέμβριο -σχολεία, δουλειές, πανεπιστήμια- θέλεις οι παλιές αγάπες που εκστασιάζονταν πατώντας τα ξερά φύλλα στη Βόρεια Ελλάδα, το φθινόπωρο πάντα σήμαινε για εμένα μία αρχή και ένα τέλος συνάμα. Πάντα βέβαια προσπαθούσα να αγκιστρώσω το παραμύθι στην πραγματικότητα και να το γδύσω από την εξωπραγματική του χλαμύδα, πάντα με σκοπό να το ενσωματώσω στην περίεργη ροή του κόσμου που ζούσα. Σε όλες τις περιπτώσεις, πλανώμουν πλάνην οικτράν, καθώς καμία προσπάθειά μου δεν στεφόταν με επιτυχία. Οι ήρωες πάντα αποσκιρτούσαν στην κατάλληλη στιγμή και έφευγαν πάνω στη μάχη. Αποφάσισα να τους πληρώσω με το ίδιο... νόμισμα που πλήρωσαν οι αρχαίοι τους θεούς του Ολύμπου, όταν έπαψαν να τους κάνουν τα χατίρια: να σταματήσω να πιστεύω σε ό,τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου και να ξεκινήσω έναν αγώνα ορθολογισμού, ο οποίος θα με μεταβίβασε στον παράδεισο επί της γης. Φυσικά, το φθινόπωρο ήταν η κατάλληλη εποχή και τη δύναμη της απόφασής μου αποδεικνύει η επίμονη προσπάθειά μου από τότε, κάθε φθινόπωρο, να αποδείξω σχεδόν ότι... δεν είμαι ελέφαντας! Κάθε που η μέρα παίρνει να μικραίνει και τα «μακρυμάνικα»

«ƫƤƯƠưƠƫƼƧƨƠ ΤΑΣΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ βγαίνουν από τη ντουλάπα, σημαίνει για εμένα μία νέα πρωτοχρονιά, με όλα τα παρελκόμενα -βεγγαλικά, δώρα και χαμόγελα παντού. Ηταν τότε που αποφάσισα να φοράω και μεγάλο ρολόι, γιατί όσο παρατηρείς το χρόνο, τόσο αργεί να περάσει και αυτό είναι χρήσιμο όταν μεγαλώνεις. Τα ίδια τα παραμύθια όμως δεν μου έκαναν τη χάρη. Ερχονται συχνά-πυκνά δίπλα μου και με «καταλαμβάνουν». Αρπάζουν την ανάσα μου και «γλύφουν» τις πληγές της ψυχής μου τόσο πολύ, που νιώθω ότι ανακουφίζομαι από τα βάρη της βαρετής και ανούσιας ζωής μου. Ο Μουρ-Μούρ Μπέης και ο Ψεύτης Βοσκός κάνουν παρέλαση στα σεντόνια μου, ο λύκος κρύβεται μέσα στην ντουλάπα μου και τα κατσικάκια βελάζουν και δεν μ’ αφήνουν να κλείσω μάτι. Χρησιμοποιώ βέβαια όλα τα μέσα για να τους κάνω να φύγουν, αλλά αυτοί

εκεί, τρυπώνουν κάτω από την κουβέρτα μου και φέρνουν και κάτι περίεργα πλάσματα που μου κάνουν έρωτα όλη νύχτα…. Πριν από λίγο καιρό μετακόμισα μακριά από όλα αυτά, μήπως και σωθώ. Μακριά όσο μπορούσα για να καθαρίσει το μυαλό και να ανορθωθεί το κορμί, εννοείται φθινόπωρο. Και ενώ είχα πει ότι σώθηκα, έμπλεξα με θεριά και μάγισσες! Το κακό είναι ότι ξέχασα την πανοπλία μου σπίτι... Φώναζα και έτρεμα μήπως και με ακούσει κανείς μέσα στο μαγεμένο δάσος από τσιμέντο και σίδερο. Τελευταία είδα μία «κόκκινη» νεράιδα να μου κλείνει το μάτι. Ισως αν πιαστώ από τα μάτια της, να μπορέσω να ταξιδέψω μακριά από τα παραμύθια, σε ένα παραμύθι νέο. Και να φανταστείτε ότι έχω ορκιστεί να πάψω να πιστεύω στα παραμύθια, και ότι είναι ακόμα φθινόπωρο!


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



7

.45 πμ. Ενα χέρι ξεπροβάλει μέσα απ’ τα σκεπάσματα, ψάχνοντας στα τυφλά να βρει το ξυπνητήρι που χτυπά επίμονα, σχεδόν εκνευριστικά. Πέντε λεπτά ακόμα λες, και βυθίζεσαι στην πρωινή σου νιρβάνα. Εξω από το παράθυρο ακούγεται ένας ήχος. Σηκώνεις ανάλαφρα το κεφάλι από τα άδυτα του μαξιλαριού σου. Κάνεις ένα αστείο μορφασμό στην προσπάθεια να ακούσεις καλύτερα -χωρίς φυσικά να ανοίξεις τα μάτια. Δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι -σχεδόν τρόμαξες. Κάποιος ήχος στο μπαλκόνι σου… Κάτι στο δρόμο, μα τι... Βρέχει. Γυρνάς πλευρό. Κουκουλώνεσαι. Δέκα λεπτά ακόμα… Τα δέκα λεπτά γίνονται -εύκολα- μισή ώρα. Το παίρνεις απόφαση και σηκώνεσαι. Τσαλακωμένος, αναμαλλιασμένος θα βρεις -πάλι στα τυφλά- το δρόμο για την κουζίνα. Επειτα από καιρό, θα φτιάξεις ξανά ζεστό καφέ. Τα βήματά σου θα σε φέρουν μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Στέκεσαι, κρυφοκοιτάζοντας πίσω από την κουρτίνα, μυρίζοντας τον αχνιστό καφέ, κάνοντας τόσες σκέψεις. Απ’ τη μία, να σπας το κεφάλι σου να θυμηθείς πού στο καλό είχες κρύψει όλα αυτά τα χειμωνιάτικα, μια ζακέτα, κάτι τέλος πάντων. Και η ομπρέλα σου, πού είναι η ομπρέλα σου; Πώς θα βγεις έξω χωρίς μια ομπρέλα. Μπελάδες πρωί πρωί... Απ’ την άλλη, να σκέφτεσαι ότι έφτασε -επιτέλουςτο φθινόπωρο… Ανοίγεις λίγο το παράθυρο, να μυρίσεις, να ακούσεις τη μουσική βροχή. Γύρισε ο καιρός. Καιρός για αλλαγές. Φθινόπωρο - χειμώνας, λες. Κάτι να αλλάξει. Τι; Μα κάθε φθινόπωρο τα ίδια και τίποτα δεν αλλάζει. Και όμως κάτι αλλάζει: η διάθεση. Να έρθουν φίλοι σπίτι, να πάμε στα σπίτια φίλων, κανένα σινεμά, ποτάκι σε αγαπημένα χειμερινά στέκια ή να κάτσουμε μέσα μόνοι μας. Τηλεόραση ή καμιά καλή ταινία στο DVD. Τόσο απλά. Και σου φτάνει. Νοσταλγούμε το καλοκαίρι, νοσταλγούμε όσα μας θυμίζει το φθινόπωρο, ερωτευόμαστε πιο εύκολα, ή ερωτευόμαστε περισσότερο -ακόμα καλύτερα. Ονειρευόμαστε… επιθυμούμε… Καταιγισμός από εικόνες και συναισθήματα. Ολα σε αναζήτηση. Και στο φόντο μια γλυκιά νοσταλγία -ακριβώς όση μπορούμε ν’ αντέξουμε. «Τροφή» για αναθεώρηση, αφορμή για απολογισμό. Και αυτή τελικά είναι η μεγάλη αλλαγή. Ούτε που πρόλαβες να πιεις τον καφέ σου και πάγωσε. Τώρα πρέπει να φύγεις. Να βγεις έξω και να γίνεις ένα με το φθινοπωρινό τοπίο. Και ας μην έχεις βρει την ομπρέλα σου… Ούτε που την έψαξες, δηλαδή. Δεν βαριέ-

ƫƤƻƪƮƴƱƤƫƛƱ ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΑ ΧΕΙΡΑΚΑΚΗ σαι… Ξέρεις ότι περπατώντας στη βροχή, δεν θα σε νοιάξει που θα βραχείς… Εξάλλου, η φθινοπωρινή βροχή είναι βροχή συναισθημάτων. Και όλοι θέλουμε να βραχούμε στα πρωτοβρόχια. Ολοι γινόμαστε φθινόπωρο. Το φθινόπωρο είμαστε εμείς…


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Φθινοπωρινή σονάτα (Autumn Sonata, 1978) - η κατάθεση του Ινγκμαρ Μπέργκμαν για τη μελαγχολία του φθινοπώρου, μέσα από ένα οικογενειακό δράμα με την υπέροχη Ινγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο της μάνας και τις Λιβ Ούλμαν και Λένα Νίμαν να είναι κόρες της. Απόγευμα, με συνοδευτικό το πρελούδιο Νο2 του Σοπέν, σε Α minor και τα φύλλα να πέφτουν... Ακούγεται και σκέτο. Ειδικώς όταν ο άνεμος του Οκτώβρη (Especially when October wind, 1934) - ο Ντίλαν Τόμας με τον τόσο «Τόμας» αυθεντικό του τρόπο, γράφει για τον Οκτώβρη, τη γη, την πατρίδα του. «Στην παραλία ακούω σκοτεινά φωνήεντα πουλιά». Το φθινόπωρο βγαίνει μέσα από όσα βλέπει και νιώθει ο Τόμας και είναι ένα φθινόπωρο πολύ ρεαλιστικό, αιχμηρό και θλιμμένο. Γεμάτο όνειρα του Οκτώβρη. Φθινόπωρο στη Νέα Υόρκη (Autumn in New York, 2000) - η Γουινόνα Ράιντερ, με κοντά μαλλιά και πιο γλυκιά από ποτέ, ερωτεύεται έναν κλασικό Ρίτσαρντ Γκιρ στο ρομάντζο της Γιόαν Τσεν, που δεν είναι κάτι σπουδαιότερο από μια ταινία που απολαμβάνει ως άξονα τη βαριά... ανάσα του φθινοπώρου. Ολα τα εποχιακά κλισέ εμφανίζονται πανηγυρικά, σε μια εξόχως φθινοπωρινή Νέα Υόρκη. November rain (1991) - ήταν μέσα Σεπτέμβρη, πριν από 18 χρόνια, όταν οι Guns n’ Roses κυκλοφόρησαν το πρώτο απ’ τα “Use your illusion”, το οποίο έκανε απίστευτες πωλήσεις ως ένα σημείο χάρη στο τραγούδι “November rain”, που δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε οπαδούς του γκρουπ. Μια διαχρονική μπαλάντα που γέμισε με τους στίχους της τα δωμάτια των εφήβων, “nothin’ lasts forever even cold November rain”. Πολύ σωστά. Φύλλα χλόης (Leaves of grass, 1855) - έτσι λεγόταν η πρώτη συλλογή του Γουόλτ Γουίτμαν, η οποία στην πρώτη της έκδοση κατάφερε να πουλήσει μόνο ένα αντίτυπο. Ο Γουίτμαν δεν το έβαλε κάτω, διάνθισε τη συλλογή και παρά τις κάκιστες κριτικές κατάφερε να ανάγει τα «Φύλλα χλόης» σε μια απ’ τις σημαντικότερες στιγμές της αμερικανικής ποίησης. «Είδα στη Λουιζιάνα μια βελανιδιά να μεγαλώνει… Μεγάλωσε δίχως καμιά συντροφιά, προσφέροντας χαρούμενα σκουροπράσινα φύλλα». Late November (1974) - η σπαραχτική φωνή του Ντέιβιντ Σέρκαμπ των Pavlov’s Dog, σε ένα κομμάτι με αυξομειώσεις εντάσεων, οριακά καταθλιπτικό, όπως οφείλει να είναι καθετί που βρίσκεται βαθιά στην καρδιά του φθινοπώρου. Η μεγαλύτερη ίσως, μετά το Julia, επιτυχία του άλλοτε σκοτεινού και μυστηριώδους συγκροτήματος. Πολύ μελαγχολικό κομμάτι, τόσο λόγω της φωνής όσο και του περιεχομένου. Οπως και να το κάνουμε, βαθιά στην καρδιά του Νοεμβρίου, θέλει προσπάθεια για να μην σε... πάρει από κάτω. Autumn cannibalism (1936) - ο Σαλβαντόρ Νταλί σε μεγάλα σουρεαλιστικά κέφια, φτιάχνει έναν πίνακα σε φθινοπωρινά χρώματα με τον τίτλο του έργου να μιλάει από μόνος του. Μια σπουδαία κανιβαλιστική ματιά μέσα στην ησυχία. Forever autumn (1976) - ο Justin Hayward των Moody Blues πήρε την ήδη υπάρχουσα μελωδία του “Forever autumn” (η οποία νωρίτερα είχε παίξει σε διαφήμιση των Lego!), τη διάνθισε με στίχους και την έκανε γνωστή ως ένα απ’ τα κλασικότερα κομμάτια απώλειας και αυθεντικής θλίψης. Στο τραγούδι διακρίνονται στοιχεία απ’ τον ήχο των Moody Blues, ως εκ τούτου, μπορεί να μην είναι “Nights in white satin” αλλά υπάρχει μια εσωτερικότητα και μια κάποια ερωτική απουσία. Impressioni di Settembre (1972) - είναι ένα εντελώς άγνωστο αριστούργημα στο σύγχρονο ελληνικό κοινό το κομμάτι των ιταλών PFM, που έπαιζαν στα... δάχτυλα το progressive rock πριν από λίγες δεκαετίες. Εδώ σε μια ήρεμη φάση τους, οργανώνοντας μια μελωδία με υψηλό αίσθημα μελαγχολικής εποχικότητας. Forever autumn (1999) - μια από τις πιο πεσιμιστικές στιγμές των τελευταίων ετών, ο φθινοπωρινός ύμνος των Lake of Tears σε χαμηλό τέμπο μπαλάντας «παλαιάς κοπής». Δεν συστήνεται για περιπτώσεις ήδη βεβαρημένης ψυχοσύνθεσης.

ƫƤƳƜƶƬƦ

ΦΩΤΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ




Μητροπολιτικές Ιστορίες - Τεύχος 4  

Φθινόπωρο με...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you