Issuu on Google+

êîîïìêïô÷ì

ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ

F

O

R

U

M

ôčĕğąĒČđē

Μεσόγειος τα νέα δεδομένα

ñĈĕĊďĈĖĆĈďČčāĖ”đĔĕāĒČĐĊ


2

Mare nostrum Τι είναι η Μεσόγειος; Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι μόνο ένα τοπίο, αλλά αμέτρητα τοπία. Δεν είναι μία θάλασσα, αλλά διαδοχή θαλασσών. Δεν είναι πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο. «Το ταξίδι στη Μεσόγειο είναι η ανακάλυψη του ρωμαϊκού κόσμου στο Λίβανο, της προϊστορίας στη Σαρδηνία, των ελληνικών πόλεων στη Σικελία, της αραβικής παρουσίας στην Ισπανία, του τουρκικού Ισλάμ στη Γιουγκοσλαβία. Είναι μία βουτιά στα βάθη των αιώνων, ως τα οικοδομήματα της μεγαλιθικής εποχής στη Μάλτα ή ως τις πυραμίδες της Αιγύπτου.» (F. Braudel, «Η Μεσόγειος: o χώρος και η ιστορία», σ. 9-10). Είναι μία συνάντηση με πράγματα πολύ παλιά, που είναι, όμως, ακόμη ζωντανά και συνυπάρχουν με το υπερμοντέρνο. Κάπως έτσι διαμορφώνεται ο χάρτης της Νέας Μεσογείου. Με τη σύνθεση του παλιού και του νέου. Μία περιοχή σε διαρκή αναστάτωση αναζητά νέα ταυτότητα, ανάμεσα στα κύματα της αλλαγής των καθεστώτων, τις νέες συμμαχίες και ισορροπίες ισχύος, το νέο ενεργειακό χάρτη. Ποια είναι σήμερα η στρατηγική αξία της Μεσογείου για την Ευρώπη; Πώς επαναπροσδιορίζεται η ενεργειακή σύνδεση της Ευρώπης με το μαλακό της υπογάστριο; Στην ειδική έκδοση που ακολουθεί, εκπρόσωποι της επιστημονικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου από την ευρύτερη περιοχή απαντούν στα ερωτήματα και διαμορφώνουν το χάρτη της Νέας Μεσογείου.

O

R

U

M

ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ

F

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

Η έκδοση ετοιμάστηκε από τη ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ για λογαριασμό του Forum ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Βίκτωρας Δήμας, Θάνος Τριανταφύλλου, Χρήστος Τσαπακίδης, Κώστας Τσαούσης, Εμμανουέλα Χειρακάκη, Αλέξανδρος Αρβανιτάκης


3

Προβλήματα και ευκαιρίες για την Ευρώπη Tου Παναγιώτη Κουτσουμπέλη*

Ê

Μεσόγειος αλλάζει με γοργά βήματα. Μετεξελίσσεται κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά. Οι αλλαγές που συντελούνται είναι τόσο έντονες που διαμορφώνουν με «βίαιο» πολλές φορές τρόπο, ένα νέο τοπίο, το οποίο απέχει κατά πολύ από αυτό που έως σήμερα γνωρίζαμε. Πολιτειακές αλλαγές και πολιτικές ανακατατάξεις, εκδημοκρατισμός και κοινωνία πολιτών, τεχνολογία και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, νέοι ενεργειακοί παίκτες, περιβαλλοντικά προβλήματα, κοινωνική και οικονομική αστάθεια, ανταγωνισμός δυνάμεων. Ολα τα παραπάνω συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα αλλαγών, το οποίο θα διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την επόμενη ημέρα, κυρίως των μη ευρωπαϊκών κρατών της μεσογειακής λεκάνης. Η «αραβική άνοιξη» και οι προσπάθειες για πολιτικό εκδημοκρατισμό στην Αίγυπτο, τη Συρία, τη Λιβύη, την Τυνησία, την Αλγερία και το Μαρόκο, αποτελούν τη μία μόνο διάσταση των αλλαγών. Από την άλλη, η αποκάλυψη ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο αναζωπυρώνει την ένταση στο εύφλεκτο τρίγωνο ΚύπρουΕλλάδας-Τουρκίας, αναδεικνύοντας νέους ενεργειακούς παίκτες και οριοθετώντας νέες συμμαχίες, με το Ισραήλ να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της νέας ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, κινητικότητα παρατηρείται και στο Μεσανατολικό, με τον Παλαιστίνιο πρόεδρο να ζητά από το βήμα του ΟΗΕ την αναγνώριση επίσημου παλαιστινιακού κράτους, ενώ το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει μία ανοιχτή πληγή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Τέλος, τα ευρωπαϊκά μεσογειακά κράτη κλυδωνίζονται δυνατά από την οικονομική κρίση, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πιο δεινή θέση, κάτι που ίσως τα αναγκάσει να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητές τους στη Μεσόγειο. Ταυτόχρονα με την πολιτική, την οικονομία και την ενέργεια, η Μεσόγειος επηρεάζεται και από τις συνέπειες του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, οι υδάτινοι πόροι που συνεχώς μειώνονται, η ερημοποίηση μεγάλων εκτάσεων, το ζήτημα της

ανακύκλωσης του νερού, οι επιπτώσεις της χωρίς όριο αλίευσης, δημιουργούν ένα δεύτερο μεγάλο κύκλο αλλαγών που επηρεάζει καθοριστικά τους λαούς και το μέλλον της Μεσογείου. Σε όλες τις παραπάνω αλλαγές που ταυτόχρονα συνιστούν και προκλήσεις πολιτικής για την Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να απαντήσει πειστικά. Η αναθέρμανση της «Ενωσης για τη Μεσόγειο» πρέπει να είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα για τη θετική εμπλοκή της ΕΕ στη διαχείριση των δομικών αλλαγών που λαμβάνουν χώρα στην περιοχή. Η ανάληψη στοχευμένων πρωτοβουλιών και στους έξι θεματικούς άξονες της Ενωσης για τη Μεσόγειο αποτελεί μία καλή και καθ’ όλα χρήσιμη αφετηρία εμπλοκής της ΕΕ στο νέο τοπίο που σταδιακά διαμορφώνεται, απόλυτα συμβατή με τα αιτήματα εκδημοκρατισμού, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης, τα οποία εκφράζουν οι τοπικές κοινωνίες των *O κ. Παναγιώτης Κουτσουμπέλης πολιτών. είναι πρόεδρος και γενικός Η προώθηση ενός ολοκληρω- διευθυντής του Ελληνικού Κέντρου μένου πακέτου δράσεων και πρω- Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ). τοβουλιών από πλευράς ΕΕ, προσαρμοσμένου στις τοπικές ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες, με σκοπό την ομαλή μετάβαση προς τη δημοκρατία των αραβικών κρατών της Μεσογείου, θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμη, τώρα που τα συγκεκριμένα κράτη βρίσκονται στη φάση της μετάβασης και είναι αρκετά ευάλωτα. Τα παραπάνω μέτρα καλό θα ήταν να συνδυαστούν και με μία νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στο Μεσανατολικό, η λύση του οποίου αποτελεί το «κλειδί» για την ειρήνη και την ευημερία της ευρύτερης περιοχής. Τέλος, μέσα από τις παραπάνω πρωτοβουλίες η χώρα μας μπορεί να διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό τη θέση της στο νέο διπλωματικό σκηνικό που σχηματίζεται μέσα από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην Ανατολική Μεσόγειο (συμμαχία με το Ισραήλ, ενέργεια, κλπ.).

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

4

Από το Α ως το... Ζ Των Θάνου Τριανταφύλλου και Αλέξανδρου Αρβανιτάκη

„

ια το διεθνές δίκαιο, ο ορισμός του κράτους διέρχεται μέσα από μία οργανωμένη πολιτική οντότητα που κατέχει συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αντιπροσωπεύει ένα μόνιμο πληθυσμό και ασκεί εξουσία, όντας αναγνωρισμένο υποκείμενο, από τα υπόλοιπα μέλη της διεθνούς κοινότητας. Για τις διεθνείς σχέσεις, τα πράγματα είναι πιο απλά (όχι, όμως, απλοϊκά). «Κράτος» σημαίνει «ισχύς» και «συμφέρον». Ας μην ξεχνάμε πως «κράτος» στα αρχαία είναι η δύναμη. Η δύναμη να επιβάλεις την ισχύ σου, για να ικανοποιήσεις τα συμφέροντά σου. Η ΑΟΖ είναι το δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους να εκμεταλλεύεται κατ’ αποκλειστικότητα μία θαλάσσια ζώνη πλάτους μέχρι και 200 μιλίων. Πιο συγκεκριμένα, να εκμεταλλεύεται το υπέδαφος του βυθού, το βυθό, τα ύδατα (αλιεία) και την επιφάνεια της θάλασσας (ακόμα και με τη δημιουργία τεχνητών νησιών). Παράλληλα, η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ρητά ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι μαζί με την υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζονται και για τις ηπειρωτικές περιοχές. Ο νέος αυτός θεσμός αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο επαναστατική καινοτομία του νέου δικαίου της θάλασσας. Αν και στην πραγματικότητα η τάση διεθνώς είναι οι δύο αυτές θαλάσσιες ζώνες να οριοθετούνται ταυτοχρόνως και τα όριά τους να ταυτίζονται από οικονομικής άπoψης, η υφαλοκρηπίδα είναι σε γενικές γραμμές υποσύνολο της ΑΟΖ. Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, η οποία υφίσταται ως «φυσικό δικαίωμα», ανεξάρτητα από την έκφραση βούλησης του παράκτιου κράτους, στην περίπτωση αυτή το κράτος πρέπει να εκδηλώσει τη διάθεσή του να αποκτήσει τη ζώνη μέσα από μία διακήρυξή του. Σε κάθε περίπτωση, η ΑΟΖ μοιάζει να είναι περισσότερο οικονομική παρά γεωλογική έννοια. Για την ιστορία στη σχετική ψηφοφορία που έγινε στις 30 Απριλίου του 1982 στη Νέα Υόρκη για τη νέα Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, 130 κράτη ψήφισαν υπέρ, τέσσερα κατά και 17 τήρησαν αποχή. Μέχρι το τέλος του 2008 επικύρωσαν τη Σύμβαση 157 χώρες, μεταξύ των οποίων η

Κύπρος (12/12/1988) και η Ελλάδα (21/07/1995). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία και η Βενεζουέλα αρνήθηκαν να υπογράψουν τη Σύμβαση λόγω της ΑΟΖ, επειδή και τα δύο αυτά κράτη έχουν μπροστά τους νησιά που δεν τους ανήκουν, και έτσι εκ των πραγμάτων έχουν περιορισμένη δυνατότητα οικονομικής ζώνης. Βάσει των παραπάνω, καταλήγουμε στο ερώτημα: είναι σημαντικό για την Ελλάδα να θεσπίσει ΑΟΖ; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αλλά εξαρτάται από τις πολιτικές προτεραιότητες της χώρας. Εξαρτάται, όμως, και από την ίδια την ανάγκη της χώρας να εκμεταλλευτεί, με όρους αναπτυξιακούς, κάθε σημείο του υπεδάφους της. Αν το ενδιαφέρον της Ελλάδας εστιάζεται στην εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους των παρακείμενων θαλασσών, τότε ο θεσμός της υφαλοκρηπίδας εξυπηρετεί αποτελεσματικά το στόχο αυτό. Αν επιδιώκει -ως προστιθέμενη αξία- να αποκτήσει επιπλέον αποκλειστικά δικαιώματα αλιείας και εκμετάλλευσης των ήπιων μορφών ενέργειας που προσφέρουν τα κύματα και οι άνεμοι της θάλασσας, τότε η ΑΟΖ καθίσταται απαραίτητη. Είναι φανερό πως η εκμετάλλευση του φυσικού μας πλούτου και των ενεργειακών κοιτασμάτων έχει δύο παράλληλα οφέλη. Με οικονομικούς όρους, αυξάνει το ΑΕΠ της χώρας, την παραγωγή του εθνικού μας πλούτου. Με πολιτικούς όρους, ισχυροποιεί τη θέση και το ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Ειδικότερα, όμως, για το Αιγαίο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και η Τουρκία έχει σχετικά δικαιώματα, και ότι θα πρέπει να υπάρξει οριοθέτηση των δύο ΑΟΖ με βάση τις αρχές του δικαίου της θάλασσας. Βέβαια, πρόκειται για μία πολιτική απόφαση, και εναπόκειται στην πολιτική ηγεσία να προσμετρήσει τα θετικά και τα αρνητικά μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Ο «πατέρας» του πολιτικού ρεαλισμού της κυρίαρχης σχολής σκέψης στις διεθνείς σχέσεις και τις στρατηγικές σπουδές, Θουκυδίδης, έχει τονίσει, μεταξύ άλλων, πως: «Η κυριαρχία στη θάλασσα είναι τεράστιο πλεονέκτημα». Αν ζούσε, λοιπόν, ο αρχαίος ιστορικός, θα έλεγε πως για μία χώρα σαν την Ελλάδα που περιβάλλεται από θάλασσα, το στρατηγικό πλεονέκτημα ακόμη παραμένει «στα χαρτιά».


5

Σωστή αξιοποίηση της αλλαγής συσχετισμών Του Ανδρέα Θεοφάνους*

Œ

νέκαθεν διαμέσου των αιώνων, η Ανατολική Μεσόγειος ήταν γεωστρατηγικά μία σημαντική περιοχή. Μεταξύ άλλων, αποτελεί σημείο επαφής Ανατολής και Δύσης, οικονομικού Νότου και Βορρά, καθώς και τριών θρησκειών. Σημειώνεται ότι αποτελεί ταυτόχρονα σημείο επαφής τριών ηπείρων, αλλά και ενεργειακό και εμπορικό κόμβο. Εκ των πραγμάτων, η Κύπρος επηρεαζόταν άμεσα από τους ανταγωνισμούς των διάφορων δυνάμεων. Στο πλαίσιο αυτό είναι δυνατόν να επεξηγηθούν διάφορα ιστορικά δεδομένα και εξελίξεις που έλαβαν χώρα, όπως η παρουσία της Βρετανίας και εν μέρει τα τραγικά γεγονότα του 1974. Με το ίδιο σκεπτικό υπογραμμίζεται ότι είναι δυνατόν ανάλογα γεγονότα, ανταγωνισμοί και συσχετισμοί δυνάμεων και συμφερόντων να επηρεάσουν την περαιτέρω πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είχε, επίσης, σωστά επισημανθεί αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ότι η Ανατολική Μεσόγειος σχηματίζει δύο γεωστρατηγικά και γεωοικονομικά τρίγωνα ως ακολούθως: βορειοανατολικά με τη Μαύρη και την Κασπία θάλασσα και νοτιοανατολικά με τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Στο πλαίσιο αυτό είχε τονιστεί η αναβαθμισμένη σημασία της, καθώς οι περιοχές αυτές διαθέτουν πλούσιες ενεργειακές πηγές και αναδυόμενες αγορές. Σήμερα με την ανακάλυψη κοιτασμάτων αερίου και πιθανώς πετρελαίου στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου η σημασία της αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Παράλληλα, αναβαθμίζεται ουσιαστικά η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μεγάλο στοίχημα για την Κύπρο είναι η προώθηση και η διαχείριση μιας ολοκληρωμένης ενεργειακής πολιτικής, η οποία εκτός από οικονομικά οφέλη δύναται να οδηγήσει και σε πολιτικά και γεωστρατηγικά οφέλη. Στη σημερινή φάση η Τουρκία με τις επιλογές της έχει διαταράξει διάφορα δεδομένα και ισορροπίες. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται ότι η τουρκική ηγεσία σήμερα θέλει να έχει μία στρατηγική πρωταγωνιστική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο με τρόπο που αμφισβητεί δικαιώματα άλλων χωρών της περιοχής. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ, ενώ, ταυτόχρονα, η στάση της έχει προβληματίσει σοβαρά τις ΗΠΑ. Η Αγκυρα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα ύπαρξης της Κυ-

πριακής Δημοκρατίας και -όπως αναμενόταν- ούτε τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην αποκλειστική της οικονομική ζώνη. Παράλληλα, αμφισβητεί συνεχώς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, θέλει να εμφανίζεται ως ηγέτιδα χώρα των μουσουλμανικών χωρών. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αξιολογηθούν σωστά τα γεγονότα τα οποία λαμβάνουν χώρα σε σχέση με την «αραβική άνοιξη». Ο ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής βρίσκεται στη δίνη αναταραχών και αλλαγών. Προφανώς, το προηγούμενο υπόδειγμα έχει καταρρεύσει χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση. Ολα αυτά τα δεδομένα δημιουργούν νέες ανάγκες, καθώς και μία δυναμική που αναγκάζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα να αξιολογήσουν σωστά το περιβάλλον και να προχωρήσουν ανάλογα. Σαφώς, ο στόχος θα έπρεπε να ήταν η προώθηση και σφυρηλάτηση συνεργασιών και συμμαχιών σε διάφορα επίπεδα με στόχο την εξασφάλιση της *Ο κ. Ανδρέας Θεοφάνους είναι ασφάλειας, της ευημερίας και της συ- καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας νεργασίας. Δυστυχώς, όμως, στη ση- στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και μερινή συγκυρία η Ελλάδα βρίσκεται πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου υπό κατάσταση κατάρρευσης και δεν Ευρωπαϊκών και Διεθνών μπορεί να λειτουργήσει ολοκληρω- Υποθέσεων. μένα και ορθολογιστικά. Αντίστοιχα, και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στη δίνη μιας ευρύτερης κρίσης που προς το παρόν δεν της επιτρέπει να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τις ευκαιρίες που υφίστανται. Η μεγάλη πρόκληση για την Κύπρο είναι ακριβώς να ξεπεράσει τη δική της κρίση και να χαράξει μία νέα δημιουργική πορεία. Εάν το πετύχει, θα είναι σε θέση να συμβάλει αποφασιστικά και στην επιτυχή αντιμετώπιση της κρίσης στην Ελλάδα. Εάν οι δύο αυτές χώρες τελικά αντεπεξέλθουν με επιτυχία και αποκτήσουν ρόλο και προσφέρουν στους συμμάχους και εταίρους τους «προστιθέμενη αξία» σε διάφορα επίπεδα, τότε μπορούν να προσβλέπουν με αισιοδοξία στο μέλλον. Σε διαφορετική περίπτωση, η θέση τους στο περιφερειακό, στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον θα υποβαθμιστεί περαιτέρω, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν επιπρόσθετα ελλείμματα ασφάλειας και να απολεσθεί η ευκαιρία για μία νέα πορεία ανάπτυξης και ευημερίας.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

6

Τα μαθήματα της αρ για την ενεργειακή ασφ

Ê

αναπάντεχη κατάρρευση του καθεστώτος Μουμπάρακ σε συνδυασμό με το συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη και τη δομική αποσταθεροποίηση του Μπαχρέιν, της Υεμένης και της Συρίας έχουν δημιουργήσει ένα επίπεδο αυξημένου πολιτικού ρίσκου για την πλέον πλούσια ενεργειακή ζώνη του πλανήτη, όπου εμπεριέχονται πάνω από τα δύο τρίτα των εγνωσμένων αποθεμάτων πετρελαίου, και περίπου το 50% των βεβαιωμένων αποθεμάτων φυσικού αερίου. Αυτό το επίπεδο πολιτικής αποσταθεροποίησης είναι πρωτοφανές σε διάρκεια, βάθος και δυνητικές προεκτάσεις. Το πολιτικό ρίσκο διακοπής της παραγωγής ή διαμετακόμισης υδρογονανθράκων μπορεί να μην σχετίζεται άμεσα με το ενδεχόμενο διακρατικών συγκρούσεων, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έως και τους δύο αμερικανοϊρακινούς πολέμους του 1991 και του 2003, αλλά αφορά το ενδεχόμενο της εσωτερικής ανατροπής μιας καθεστωτικής τάξης πραγμάτων -κατά τα πρότυπα της ισλαμικής επανάστασης του Ιράν- που δύναται να μεταβάλει άρδην τον εξωτερικό προσανατολισμό των επηρεαζόμενων κρατών. Μία επιπρόσθετη παράμετρος που επιτείνει την όλη αβεβαιότητα είναι ότι οι μεταβάσεις προς ένα πλουραλιστικότερο -αλλά όχι απαραίτητα δημοκρατικότερο- αύριο δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Οι εκλογικές α-

ναμετρήσεις του Οκτωβρίου στην Τυνησία και του Νοεμβρίου στην Αίγυπτο αναμένεται να δημιουργήσουν ένα νέο βαθμό προκλήσεων και εσωτερικών αναταράξεων και στις δύο μετεπαναστατικές χώρες, όπου η πολιτική ηγεμονία του στρατεύματος θα τεθεί υπό άμεση αμφισβήτηση. Σε περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα φέρει στην εξουσία ισχυρές ισλαμιστικές πλειοψηφίες που θα αμφισβητήσουν τις θεμελιώδεις διπλωματικές και πολιτικές κατευθύνσεις των Αιγύπτιων στρατιωτικών έναντι, για παράδειγμα, του σεβασμού της Συμφωνίας του Camp David ή των δικαιωμάτων των Κοπτών Χριστιανών, το ενδεχόμενο μίας δεύτερης και σαφώς περισσότερο αιματηρής εξέγερσης θα αυξηθεί καταλυτικά. Την ίδια ώρα ο Λιβυκός Εμφύλιος μαίνεται παρά τη συνεχιζόμενη νατοϊκή επιχείρηση, ενώ οι επαναστατικοί ασκοί του Αιόλου δεν έχουν αγγίξει ακόμη μόνο την Αλγερία, τη σημαντικότερη, δηλαδή, εξαγωγό υδρογονανθράκων της Βόρειας Αφρικής. Σε αντίθεση με τη λεκάνη της Μεσογείου, τα καθεστώτα του Κόλπου έχουν επιδείξει πολύ ισχυρότερα αντιεπαναστατικά αντανακλαστικά. Οι πετρομοναρχίες του Κόλπου έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ενσωματώσουν, αποτρέψουν, εξαγοράσουν και -αν χρειαστεί- καταπνίξουν με τη βία τις δυνητικές πηγές μίας εσωτερικής εξέγερσης, οι οποίες προέρχονται πλέον σε μεγάλο βαθμό

1 ‹€¨É¨¶¯¿É¼³¿É€¯¼º¸o¸·«ºÀ§¯¿É¼¸Áɑ¨¶€¸Á Éo¨·¸·É²É‰«¸Á®³µ¦É‹º«¬§«É«·¼³o¯¼¹€³»¯É¥·«É»¸¬«º¨É¯»¾¼¯º³µ¨Éµ§·®Á·¸É³»¶«o³µ¸±¯·¸ª¿É »¸Á·³¼³µ¦¿É¯´¥±¯º»²¿Éo¯¼—ɼ²·É«o¯º³µ«·³µ¦É¯³»¬¸¶¦µ«¼¸À¦É¼¸Áɐº—µÉ«€¨É¼¸ÉÉ¥¾¿É€¯º§€¸Áɼ¸É


7

αβικής εξέγερσης άλεια της Ευρώπης Του Θεοδώρου Τσακίρη*

από το βαθύ σουνιτικό-σιιτικό χάσμα και την ύπαρξη συμπαγών σιιτικών μειονοτήτων στη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ και τα ΗΑΕ. Πέραν αυτού, τα βασίλεια του Κόλπου έχουν, επίσης, αποδείξει ότι είναι σε θέση -ως μία άλλη Ιερά Συμμαχία- να συνεργαστούν σε επίπεδο συλλογικής ασφαλείας εναντίον του ενδεχομένου διάχυσης των εσωτερικών αναταράξεων σε ένα από τα κράτημέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ). Η υπό σαουδαραβική ηγεσία στρατιωτική επέμβαση του ΣΣΚ στο Μπαχρέιν για την προστασία της άρχουσας σουνιτικής μειοψηφίας απέτρεψε το ενδεχόμενο ανάδειξης ενός τρίτου σιιτικού κράτους και εισέπραξε την εκκωφαντικά σιωπηλή αποδοχή των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, που μερικούς μήνες μετά θα άρχιζαν -με αραβική διπλωματική κάλυψη- τον ανηλεή βομβαρδισμό του καθεστώτος Καντάφι. Αυτή η δυνατότητα συλλογικής δράσης για την αποτροπή διάχυσης των επαναστατικών δυναμικών απουσιάζει παντελώς από τα αραβικά κράτη της μεσογειακής λεκάνης, όπ��ς επίσης απουσιάζει και η διάθεση των ΗΠΑ να διαδραματίσουν το ρόλο του ηγεμονικού σταθεροποιητή της Βόρειας Αφρικής, όπως κάνουν από την περίοδο του Δόγματος Κάρτερ στην περιοχή του αραβοπερσικού Κόλπου, εκτός και εάν το Κάιρο καταγγείλει την ειρηνευτική συμφωνία του 1978. Αυτές οι δομικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις και η κλιμακούμενη ρευστότητα έχουν αρχίσει να μεταβάλουν άρδην και τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής με άμεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Μπορεί ακόμη να μην ομιλούμε για το ενδεχόμενο να

κλείσει η διώρυγα του Σουέζ από ένα μελλοντικό αιγυπτιακό ισλαμικό συμβούλιο, ή να μην έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να εξετάζουμε την αντίδραση της Ευρώπης στο ενδεχόμενο μίας νέας ισλαμιστικής εξέγερσης στην Αλγερία, αλλά ήδη το στρατιωτικό καθεστώς της Αιγύπτου έχει αποδειχθεί ανίκανο να εγγυηθεί τις εξαγωγές αιγυπτιακού αερίου στο Ισραήλ, μέσω του οποίου το Τελ Αβίβ κάλυπτε το 40% της εσωτερικής του κατανάλωσης. Αυτό, με τη σειρά του, έσπρωξε το Ισραήλ να επιταχύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης του πεδίου Ταμάρ, έτσι ώστε να εξαλείψει μέ- *Ο δρ. Θεόδωρος Τσακίρης είναι σα στο 2012 ή το αργότερο διευθυντής του Παρατηρητηρίου το 2013 την εξάρτησή του Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής από τις αιγυπτιακές εισα- στο Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών. γωγές, προχωρώντας στη χάραξη ΑΟΖ με την Κύπρο και την παντοδαπή υποστήριξη των προσπαθειών της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιήσει τα αποθέματα φυσικού αερίου του πεδίου 12 και όλης της κυπριακής ΑΟΖ. Η μετατροπή της Κύπρου έως το 2020 σε εξαγωγό και διαμετακομιστή 20-30 δισ. κυβ.μ. κυπριακού και ισραηλινού αερίου μπορεί να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της αραβικής εξέγερσης, μειώνοντας σημαντικά την εισαγωγική εξάρτηση της Ευρώπης όχι μόνον από τη Ρωσία και την πλέον δομικά ασταθή Βόρεια Αφρική, αλλά και από τις διαμετακομιστικά αναξιόπιστες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης (Λευκορωσία/ Ουκρανία) και του Νοτίου Καυκάσου (Γεωργία/Τουρκία).

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

8

Οι σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ σε μία εποχή αστάθειας Του Efraim Inbar*

Ê

πρόσφατη ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στα ανοιχτά του Ισραήλ προσφέρει ένα δίαυλο συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας. Το Ισραήλ βλέπει την Ελλάδα όχι μόνον ως καταναλωτή φυσικού αερίου, αλλά και ως έναν ευρωπαϊκό κόμβο, μέσω του οποίου μπορεί να διοχετευτεί και να πωληθεί το ισραηλινό αέριο. Το τελευταίο, άλλωστε, θα μειώσει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, και παράλληλα θα αποδυναμώσει το ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία ως ενεργειακή γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αυτά τα συμφέροντα που μοιράζονται η Ελλάδα και το Ισραήλ ασκούν ασφαλώς γεωπολιτικές επιπτώσεις που ξεπερνούν τη σφαίρα της βελτίωσης των σχέσεων σε διμερές επίπεδο. Η πολιτικοστρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες αποτελεί ένα νέο φαινόμενο. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι ενδιαφέρουσα, καθώς είναι μία από τις λιγότερο φιλικές *Ο κ. Efraim Inbar είναι χώρες της ΕΕ απέναντι στο Ισρακαθηγητής Πολιτικών Σπουδών ήλ, τόσο εξαιτίας των παραδοσιστο Πανεπιστήμιο Bar-Ilan και διευθυντής του Begin-Sadat ακά καλών σχέσεων που διατη(BESA) Center for Strategic ρεί με τον αραβικό κόσμο, όσο και Studies. λόγω της επιθυμίας της να κερδίσει την υποστήριξη του μουσουλμανικού κόσμου στο Κυπριακό. Η παραδοσιακή κλίση της χώρας προς τα αριστερά, ο διαδεδομένος αντιαμερικανισμός, καθώς και τα συμφέροντα της εκκλησίας στους Αγίους Τόπους λειτούργησαν, επίσης, αποτρεπτικά στην καλλιέργεια καλών σχέσεων μεταξύ των δύο μεσογειακών κρατών. Η Αθήνα ανέπτυξε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την Ιερουσαλήμ μόλις το 1990, ενώ η προώθηση των δεσμών μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας κατά τη δεκαετία του 1990 απέτρεψε την καλλιέργεια των διμερών σχέσεων Αθήνας και Ιερουσαλήμ. Η βελτίωση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής διάστασης, αποτελεί τμήμα της προσπάθειας της Ελλάδας να επωφεληθεί από την επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ. Η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν ανήσυχη απέναντι στη στρατηγική συνεργασία της Αγκυρας με την Ιερουσαλήμ. Καθώς, όμως,

οι σχέσεις με την Τουρκία άρχισαν να επιδεινώνονται -ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης του ισλαμικού στοιχείου στην εξωτερική πολιτική της Αγκυρας-, το Ισραήλ προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις του με την Ελλάδα και την Κύπρο. Το Ισραήλ ενδιαφέρεται για μία ευρύτερη συνεργασία με τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου. Επιπλέον, η χώρα χρειάζεται ένα μεγαλύτερο εναέριο χώρο, για να κινηθεί η αεροπορία της, δεδομένου ότι η επικράτειά της είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Επιπρόσθετα, το ισραηλινό ναυτικό ενδιαφέρεται να συνεργαστεί με το ελληνικό. Αλλωστε, η αλλαγή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ανησυχεί σε μεγαλύτερο βαθμό την Ελλάδα, από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κράτος. Η ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας στις βαλκανικές χώρες με οθωμανικό παρελθόν φέρνει εγγύτερα την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ. Παρόμοια, η στενότερη προσέγγιση του Ιράν εκ μέρους της Τουρκίας έχει ενισχύσει τους φόβους της Ελλάδας και του Ισραήλ για την αύξηση της ικανότητας του Ιράν να προβάλει την ισχύ του από το Λίβανο στα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Αμφότερα τα κράτη αναγνωρίζουν, επίσης, ότι η -υπό τουρκική κατοχή- βόρεια Κύπρος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση για τον ισλαμισμό, προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και να διεισδύσει στην Ευρώπη. Οι ασκήσεις της ισραηλινής αεροπορίας στον ελληνικό εναέριο χώρο θα μπορούσαν να αποτελέσουν προάγγελο μίας ευρύτερης πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας. Ασφαλώς, το Ισραήλ μπορεί σε αντάλλαγμα να προσφερθεί να πουλήσει όπλα και στρατιωτική τεχνολογία. Η συνεργασία στον εντοπισμό των τρομοκρατών και των παράνομων δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μία ακόμη ανάγκη στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες. Ακόμα, μπορεί να ενσωματωθεί σε μία ευρύτερη προσπάθεια της Δύσης στο συγκεκριμένο μέτωπο. Τα κοινά ενεργειακά συμφέροντα ενισχύουν περαιτέρω τους διμερείς δεσμούς. Τέλος, η Ελλάδα μπορεί ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ να βελτιώσει την πρόσβαση του Ισραήλ σε αυτούς τους θεσμούς. Η Ιερουσαλήμ, εξάλλου, ενδιαφέρεται να αναβαθμίσει τις σχέσεις της και με τους δύο διεθνείς οργανισμούς.


9

Η ελληνική θέση σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον Του Πάνου Μπεγλίτη*

œ

ο τοπίο αλλάζει. Και αλλάζει με τρομακτική ταχύτητα. Πρόκειται για μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες αλλαγές και ανακατατάξεις στην ευρύτερη γεωστρατηγική περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Σε αυτή την περίοδο, πρέπει να υπάρξει ψυχραιμία από όλες τις πλευρές. Δεν είναι περίοδος συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Αντιθέτως, όλοι πρέπει να συμβάλουμε μέσα από την ανάπτυξη της συνεργασίας μας για μία καλύτερη και πιο ασφαλή περιοχή. Το συμφέρον όλων είναι η ειρήνη, η ασφάλεια και η συνεργασία. Η λεγόμενη «αραβική άνοιξη» δημιούργησε πολλές προσδοκίες, αλλά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ενδέχεται να εξελιχθεί σε «αραβικό χειμώνα» και να δημιουργήσει φυγόκεντρες δυνάμεις που θα συμβάλουν στην αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής. Κάτι που θα πλήξει και τα συμφέροντα της χώρας μας. Μίας χώρας που έχει ζωτικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Οφείλουμε, από την πλευρά μας, ως Ελλάδα, να θέσουμε σε νέα βάση όλα τα δεδομένα που έως σήμερα γνωρίζαμε για την περιοχή. Τις παραδοσιακές μας αντιλήψεις και πολιτικές. Αλλωστε, θεωρώ ότι καθυστερήσαμε να διαβάσουμε, να αναλύσουμε, και άρα να επαναπροσανατολίσουμε την ευρύτερη μεσανατολική εξωτερική και αμυντική μας πολιτική. Οπως, για παράδειγμα, την απουσία για πολλά χρόνια της ανάπτυξης των διπλωματικών μας σχέσεων με το Ισραήλ. Οι σχέσεις μας με τα κράτη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου δεν ετεροπροσδιορίζονται. Κοιτάμε μπροστά, μέσα από την ανάπτυξη αυτών των σχέσεων. Δεν είμαστε με τα αυταρχικά καθεστώτα που καταρρέουν και που δολοφονούν καθημερινά πολίτες που διεκδικούν τα θεμελιώδη δημοκρατικά τους δικαιώματα. Οπως δεν είμαστε με

τις πιο ακραίες ισλαμικές οργανώσεις που θέλουν την καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Ενδιαφερόμαστε για την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεών μας με την Τουρκία. Πάντοτε, όμως, στη βάση του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών και όχι σε μία βάση μονομερών πρακτικών, συμπεριφορών και απειλών. Ακολουθούμε μία εθνική στρατηγική που αγκαλιάζεται από τις ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις για την επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία, σε εκείνο το σταθερό και σίγουρο για τα εθνικά συμφέροντα πεδίο του διεθνούς δικαίου, της διεθνούς νομιμότητας και των διεθνών συνθηκών. Θέλουμε να συμβάλουμε στην εμπέδωση της ειρήνης, *Ο κ. Πάνος Μπεγλίτης είναι της ασφάλειας, της σταθερότη- υπουργός Εθνικής Αμυνας. τας, της ευημερίας, της ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, με ισότιμες σχέσεις με την Τουρκία, με την Κυπριακή Δημοκρατία, με το Ισραήλ, με τις αραβικές χώρες, με τον παλαιστινιακό λαό, και αύριο με ένα νέο δημοκρατικό παλαιστινιακό κράτος. Δεν στρατιωτικοποιούμε με την πολιτική που ακολουθούμε την ευρύτερη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν είμαστε εμείς που προκαλούμε τις εντάσεις. Αντίθετα, με τις επιλογές μας, ��ε την πολυδιάστατη εξωτερική και αμυντική μας πολιτική, με τις δυναμικές διπλωματικές μας πρωτοβουλίες, θέλουμε να δημιουργήσουμε κλίμα σταθερότητας στην περιοχή. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ένα σταθεροποιητικό ρόλο. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να γίνει μέρος της επίλυσης των προβλημάτων και όχι να παραμείνει ένας «επιτήδειος ουδέτερος». Μόνο μέσα από δυναμικές πρωτοβουλίες μπορούμε να γίνουμε παράγοντας επίλυσης προβλημάτων, παράγοντας πρωτοβουλιών ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή. Και αυτό θα επιδιώξουμε.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

10

Γιατί η Αγκυρα «παίζει με τη φωτιά»; Του Γιώργου Κουμουτσάκου*

Ê

έναρξη των γεωτρήσεων στο «Οικόπεδο 12» εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) ήταν η αφορμή, για να ξεδιπλωθεί το «μεγάλο παιχνίδι» -πολιτικό και ενεργειακό- που εδώ και καιρό υποβόσκει στη γεωστρατηγική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η επιδίωξη της Τουρκίας να κατοχυρωθεί ως πρωταγωνιστική περιφερειακή δύναμη στην κρίσιμη αυτή περιοχή του κόσμου. Η Αγκυρα υπό την επήρεια μιας ξαφνικής «μέθης ισχύος» που οφείλεται στη δυναμική οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, καθώς και στο κενό εξουσίας που έχει προκαλέσει στο μουσουλμανικό κόσμο η «αραβική άνοιξη», ασκεί ανοικτά πλέον πολιτική κανονιοφόρων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία παίζει κυριολεκτικά με τη φωτιά. Με την πολιτική αυτή, που βέβαια δεν είναι πολιτική μηδενικών, αλλά πολλαπλών προβλημάτων με τους γείτονές της, η Τουρκία επιδιώκει συγκεκριμένους στρατηγικούς και τακτικούς στόχους. Ενδεικτικά, η Αγκυρα αποσκοπεί, κατ’ αρχάς, στην κατοχύρωση πρωταγωνιστικού περιφερειακού ρόλου. Αυτό για την Τουρκία σημαίνει ότι καμία γεωπολιτική και οικονομική εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη δική της παρέμβαση, συμμετοχή ή έγκριση. Δεύ*Ο κ. Γιώργος Κουμουτσάκος τερος στόχος της Αγκυρας είναι να είναι ευρωβουλευτής ΝΔ και αποκτήσει ηγετική θέση στο μουαντιπρόεδρος της Μεικτής σουλμανικό κόσμο, εκμεταλλευόΚοινοβουλευτικής Επιτροπής μενη το ντόμινο εξελίξεων που έΕΕ-Τουρκίας. χει προκαλέσει η «αραβική άνοιξη». Αυτόν το σκοπό υπηρετεί η συντήρηση και κλιμάκωση της έντασης με το Ισραήλ. Τέλος, αποσκοπεί στην επιβολή μιας λύσης της αρεσκείας της στο Κυπριακό που θα της διασφαλίσει σταθερό ρόλο τοποτηρητή στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτός ήταν ανέκαθεν ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας. Η «προστασία» των Τουρκοκυπρίων ήταν πάντα το όχημα, η πρόφαση και το πρόσχημα για αυτήν την πολιτική. Γι’ αυτό η Αγκυρα δεν θέλει να ακούσει το παραμικρό για κατάργηση των εγγυήσεων και των παρεμβατικών δικαιωμάτων, ακόμη και σε μία ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρο. Το επιβεβαιώνει, άλλωστε, ο κ. Νταβούτογλου στο βιβλίο του περί στρατηγικού βάθους. Ειδικά για το Κυπριακό, η τουρκική ηγεσία δεν θέλει να αντιληφθεί ότι οι έρευνες και η προοπτική ωφελημάτων για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους σε μία ενωμένη Κύπρο μπορούν να είναι ένα επιπλέον, ισχυρό μάλιστα, κίνη-

τρο για πρόοδο των συνομιλιών για την επίλυσή του. Γι’ αυτό συνέδεσε αμέσως τις έρευνες με την πορεία και προοπτική των συνομιλιών. Το βασικό τουρκικό επιχείρημα είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα και κυριαρχικά δικαιώματά της, εάν προηγουμένως δεν λυθεί το Κυπριακό. Ομως, η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε είναι κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, ούτε μπορεί να «πληρώσει» την παράνομη κατοχή τμήματος του εδάφους της με αναστολή άσκησης των δικαιωμάτων της. Επιπλέον, με τη συντήρηση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία επιδιώκει να διαβρώσει τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκήσει μία ουσιαστική, αποτελεσματική και με κύρος Προεδρία της ΕΕ, σε μία προσπάθεια να πείσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέρος κρίσεων και προβλημάτων και όχι παράγοντας σταθερότητας. Ποια, όμως, θα ήταν η αντίδραση της Αγκυρας, εάν η κυπριακή Προεδρία πετύχαινε πρόοδο σε κάποιο από τα διαπραγματευτικά κεφάλαια; Τότε, είτε θα αναγνώριζε την κυπριακή Προεδρία, είτε θα έχανε την όποια αξιοπιστία της. Θα βρισκόταν, έτσι, ενώπιος-ενωπίω με την αδιέξοδη και αντιπαραγωγική άρνησή της να δεχθεί τα αυτονόητα. Υπάρχει, όμως, και ένας αμιγώς «εσωτερικός» λόγος που εξηγεί τη στάση της Τουρκίας. Αυτός είναι η ενίσχυση της πολιτικής θέσης του Ερντογάν, ενόψει των αλλαγών στο τουρκικό Σύνταγμα, που θα ενισχύουν τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αξίωμα στο οποίο φαίνεται να προσβλέπει. Ο Ερντογάν, λοιπόν, χρησιμοποιεί την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, για να μπορέσει να «περάσει» πιο εύκολα αυτές τις συνταγματικές αλλαγές στην υπόγεια διελκυστίνδα του με ό,τι έχει απομείνει από το κατεστημένο του κεμαλικού κράτους. Ολα τα παραπάνω, αν και ενδεικτικά, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση απειλών, στρατιωτικών συμπεριλαμβανομένων, είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Η Αγκυρα προσφεύγει εύκολα σε αυτές, όταν τα πράγματα εξελίσσονται με τρόπο που δεν συμπίπτει με τις γεωστρατηγικές της επιδιώξεις. Ακόμη και όταν οι εξελίξεις αυτές είναι καθ’ όλα νόμιμες και σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πρακτική. Αυτό θα πρέπει να είναι και το βασικό συμπέρασμα πάνω στο οποίο θα πρέπει να γίνονται οι εκτιμήσεις και οι σχεδιασμοί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας αναφορικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επιθυμητή από όλους πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων πρέπει να βασίζεται στο ρεαλισμό και όχι σε μία αβάσιμη αισιοδοξία ή σε έναν κακώς εννοούμενο κατευνασμό.


11

Ανατροπή ρόλων και στόχων Του Γιώργου Λιλλήκα*

Ê

στρατιωτική ένταση, που η Τουρκία δημιούργησε και συντηρεί, στην Ανατολική Μεσόγειο ενόψει της προοπτικής εξόρυξης φυσικού αερίου από το Ισραήλ και την Κύπρο, είναι η πιο εμφανής έκφανση των αδιεξόδων της νέο-οθωμανικής πολιτικής της Αγκυρας, αλλά και της ανατροπής ρόλων και στόχων στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία των Ερντογάν-Νταβούτογλου καθόρισε με σαφήνεια δύο βασικούς στρατηγικούς στόχους. Πρώτον, καθιερώθηκε η Τουρκία ως αδιαμφισβήτητη περιφερειακή υπερδύναμη και ηγέτιδα του ισλαμικού (και κατά συνέπεια, και του αραβικού) κόσμου. Και δεύτερον, η χώρα μετατράπηκε σε ενεργειακό διακομιστικό κόμβο και σημαντικό προμηθευτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε φυσικό αέριο, σε ανταγωνιστική βάση με τη στρατηγική της Μόσχας. Η υλοποίηση του νέο-οθωμανικού οράματος, σε πολύ μεγάλο βαθμό, εξαρτάται από την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ που λειτουργεί ως ενδιάμεσος στρατηγικός στόχος. Δεδομένου ότι η Τουρκία δεν είναι ούτε η μεγαλύτερη σε πληθυσμό, ούτε η πλουσιότερη οικονομικά χώρα του ισλαμικού κόσμου, χρειάζεται την ιδιότητα του κράτουςμέλους της ΕΕ και τα σημαντικά πολιτικά πλεονεκτήματα που αυτή θα της προσφέρει. Η προοπτική, όμως, ένταξης, αλλά ακόμη και αυτή της ειδικής προνομιακής σχέσης με την ΕΕ, εξαρτώνται από τη στάση της Αθήνας και της Λευκωσίας. Στον εκνευρισμό που προκαλεί στην Αγκυρα η στασιμότητα στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, ήρθε να προστεθεί η αβεβαιότητα και το απρόβλεπτο των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο, ο οποίος βλέπει με μεγάλη καχυποψία, αλλά και με αρνητική ιστορική μνήμη τις ηγεμονικές τάσεις της Τουρκίας. Η επιλογή, από μέρους της Τουρκίας, της ρήξης με το Ισραήλ, προκειμένου να καθιερωθεί ως ο προασπιστής των Παλαιστινίων και των αραβικών συμφερόντων, την εγκλώβισε σε μία πολεμική ρητορική, η οποία είναι αδιέξοδη, και μόνο ζημιά μπορεί να της προκαλέσει, αφού σύντομα θα συνειδητοποιήσει (αν δεν το συνειδητοποίησε ήδη) πως δεν μπορεί να υλοποιήσει τις απειλές της, γεγονός που την αφήνει εκτεθειμένη. Η Τουρκία είναι μία μεγάλη, αλλά ευάλωτη χώρα. Χωρίς την αμερικανική στήριξη μπορεί να καταστεί εύθραυστη -ελλείψει καλών σχέσεων με τους γείτονές της, αλλά και ελλείψει της αναγκαίας κοινωνικής συνο-

χής. Η αλαζονική και επιθετική συμπεριφορά που η Τουρκία υιοθέτησε, ενώ δεν της απέδωσε κανένα πλεονέκτημα στον ισλαμικό ή αραβικό κόσμο, έχει πλήξει την εικόνα της στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ΕΕ. Η θεωρία «μηδενικών προβλημάτων» μετατράπηκε σε πολιτική «πολλαπλών προβλημάτων». Το ποτήρι του θυμού ξεχείλισε για την Τουρκία, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας καθορισμού της ΑΟΖ με το Ισραήλ, καθώς και στην έναρξη των εργασιών γεώτρησης με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων. Η εξεύρεση και εξόρυξη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, και κυρίως η προοπτική εξαγωγής του προς την ευρωπαϊκή αγορά σε υγροποιημένη μορφή (LNG) μέσω εγκαταστάσεων υγροποίησης στην Κύπρο, ανατρέπει τον ενεργειακό στόχο και ρόλο της Τουρκίας. Η στρατηγική επιλογή της Τουρκίας να επενδύσει στον αγωγό NABUCCO (που τώρα μάλλον καθίσταται μη βιώσιμος) την ταύτισε με την αμερικανική πολιτική ενεργειακής απεξάρτησης της ευρω- *Ο κ. Γιώργος Λιλλήκας είναι παϊκής αγοράς από τη Ρωσία. Σή- πρώην υπουργός Εξωτερικών μερα, όμως, η Ουάσινγκτον βλέ- της Κύπρου και διευθυντής της πει την Κύπρο και το Ισραήλ ως συμβουλευτικής εταιρείας τους υπαλλακτικούς προμηθευ- BlueTreeConsultants. τές της ΕΕ. Η Τουρκία, με τις ιαχές πολέμου και τη μαζική κινητοποίηση του στόλου και της αεροπορίας της, εμφανίζεται διεθνώς ως ο βασικότερος αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η ρήξη με το Ισραήλ δημιούργησε ένα νέο πολιτικό περιβάλλον που επιτρέπει την προσέγγιση Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας. Η συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου δημιουργεί συνθήκες και προϋποθέσεις κοινών οικονομικών συμφερόντων, πάνω στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί μία ευρύτερη πολιτική στρατηγική συμμαχία, επωφελής για όλη την περιοχή. Η ανατροπή των νέο-οθωμανικών επεκτατικών οραματισμών και στόχων της Αγκυρας, και η ένταξη της Κύπρου και του Ισραήλ στον κατάλογο των παραγωγών φυσικού αερίου αλλάζουν τα γεωστρατηγικά δεδομένα της περιοχής προς όφελος του Ελληνισμού. Αυτό που απομένει είναι η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πολυεπίπεδης στρατηγικής για την αξιοποίηση του νέου περιβάλλοντος.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

12

Τουρκικοί ελιγμοί Του Burak Bekdil*

Š

ε ένα από τα απόρρητα διπλωματικά τηλεγραφήματα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών που δημοσιεύτηκε από το Wikileaks, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τζέιμς Τζέφρι, δηλώνει: «Εχοντας τις φιλοδοξίες μίας Rolls Royce, αλλά διαθέτοντας τους πόρους ενός Rover για τη συμμετοχή τους στη δράση, οι Τούρκοι πρέπει να ‘κλέψουν’, ποντάροντας σε ένα outsider, έναν Σίλατζιτς, έναν Μεσάαλ, ή έναν Αχμαντινετζάντ». Οι μεταφορές που χρησιμοποίησε ο Τζέφρι ισχύουν και για την τουρκική «διπλωματία των κανονιοφόρων» στην Ανατολική Μεσόγειο. Από το 2007, η Αγκυρα ενεπλάκη σε ένα επιθετικό lobbying, για να μπλοκάρει τις προσπάθειες οριοθέτησης των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών της Κύπρου (ΑΟΖ), του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου στην Ανατολική Μεσόγειο. Με τις προσπάθειες αυτές να μην τελεσφορούν, οι Τούρκοι ηγέτες στράφηκαν στη χρήση απειλητικών μηνυμάτων. Ο πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεσμεύτηκε να ενισχύσει την τουρκική ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο και έστειλε στην περιοχή το απαρχαιωμένο πλοίο σεισμογραφικών ερευνών, Piri Reis. Οι κινήσεις αυτές αποτελούν αντίποινα στις ισραηλινοκυπριακές έρευνες για υδρογονάνθρακες, οι οποίες προστατεύονται από φρεγάτες, κορβέτες και μαχητικά α*Ο κ. Burak Bekdil είναι αρθρογράφος της εφημερίδας εροσκάφη, αλλά και -πιθανώς- μία προHurriyet. σπάθεια να ωθήσουν τη Λευκωσία να κάνει κάποια ανόητη κίνηση. Ωστόσο, η ηρεμία που επικράτησε απέτρεψε τα τουρκικά σχέδια. Ο Ερντογάν απείλησε ότι οι κυπριακές ενέργειες θα «σκοτώσουν» τις συνομιλίες για την επανένωση του νησιού, όμως ξέχασε ότι είχε χρησιμοποιήσει την ίδια απειλή απέναντι στην ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Κύπρο την επόμενη χρονιά. Από ό,τι φαίνεται, κανένας δεν έχει εντυπωσιαστεί, αλλά ο Ερντογάν εξακολουθεί να εκτοξεύει απειλές. Στα μέσα Οκτωβρίου είχε δηλώσει ότι «οποιαδήποτε μονομερής προσπάθεια θα αντιμετωπιστεί με μία δυσανάλογη τουρκική απάντηση». Τι επιλογές έχουν οι Τούρκοι σε μία «δυσανάλογη απάντηση»; Οχι πολλές. Οι σημαντικές ρωγμές που έχει υποστεί ο άξονας Τουρκίας-Συρίας-Ιράν και η αύξηση των τριβών ανάμεσα στην Αγκυρα και την -ακόμα ζωντανή- συμμαχία μεταξύ Δαμασκού και Τεχεράνης, ο ψυχρός πόλεμος με το Ισραήλ και η «διπλωματία των κανονιοφόρων» σήμαναν και επισήμως τον τερματισμό της τουρκικής πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», μειώνοντας την αξιοπιστία της Αγκυρας. Το ερώτημα «γιατί πρέπει μία χώρα που

επιδιώκει να έχει μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές της εξακολουθεί να δαπανά ετησίως πέντε δισ. δολάρια για την αγορά όπλων;» παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα. Ούτε οι νομικές επιλογές φαίνονται να προσφέρουν κάποια διέξοδο. Αν υιοθετήσουμε την αυστηρά νομικίστικη προσέγγιση του ΟΗΕ, τα επιχειρήματα μίας χώρας που κατέχει τμήμα μίας άλλης δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Οι στρατιωτικές επιλογές φαντάζουν ακόμα πιο αδύναμες. Οι ΗΠΑ, ίσως ο ισχυρότερος παράγοντας σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή, έχουν στείλει μήνυμα στην Αγκυρα ότι πρέπει να αποφύγει τις περιπέτειες, αν θέλει να παραμείνει σύμμαχός τους. Εξάλλου, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που αυτή η καινοφανής πρόκληση στην ασφάλεια της Τουρκίας ήλθε τη χειρότερη δυνατή στιγμή για τη χώρα. Τον προηγούμενο μήνα, ο Τούρκος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Εγκεμέν Μπαγίς, δήλωσε σχετικά με την κρίση της ΑΟΖ: «Για αυτό το λόγο έχουμε το ναυτικό». Σωστά; Λάθος. Περισσότεροι από τους μισούς (25 από τους 48) ναυάρχους εν ενεργεία στο τουρκικό ναυτικό, ένθερμοι υποστηρικτές του κοσμικού κράτους, βρίσκονται στη φυλακή, περιμένοντας τη δίκη τους για κατηγορίες που αφορούν στο σχεδιασμό πραξικοπήματος κατά της μετριοπαθούς ισλαμιστικής κυβέρνησης Ερντογάν. Επιπρόσθετα, περίπου 20 ναύαρχοι εν αποστρατεία και αρκετοί ανώτεροι αξιωματούχοι του ναυτικού βρίσκονται επίσης υπό κράτηση για τις ίδιες κατηγορίες (τα ποσοστά κράτησης για την αεροπορία και το στρατό ανέρχονται σε 17% και 14% αντίστοιχα). Προφανώς, οι νέες εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν δημιουργήσει νέους ρόλους, προκλήσεις και ευθύνες για το τουρκικό ναυτικό, σε μία περίοδο που η ηγεσία του τελευταίου ενδεχομένως να μην είναι πλήρως προετοιμασμένη να τα διαχειριστεί. Ολα αυτά αφήνουν στην Τουρκία μόνο μία βιώσιμη λύση: η διατήρηση μίας σθεναρής θέσης για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, αντί για το πραγματικό -και φυσικόμπλοκάρισμα των ερευνών στα ανοιχτά της Κύπρου, δεδομένου ότι στους δρόμους της Τουρκίας και των αραβικών χωρών απαιτείται αυτή η στάση. Μικρές δόσεις παρενόχλησης και περιορισμένες κινήσεις που θα λαμβάνουν μεγάλη δημοσιότητα στην περιοχή και που θα εκπέμπουν το μήνυμα ότι «το ισχυρό έθνος μας ελέγχει τη Μεσόγειο» μπορούν να συνοδευτούν από μία πολιτική αντενεργειών που δεν θα προκαλούν πραγματική ζημιά. Απέναντι σε αυτή τη φαινομενικά επικίνδυνη πρόκληση, οι Τούρκοι δεν έχουν άλλη επιλογή για την αλλαγή του παιχνιδιού, πέραν του να βασιστούν στους στρατηγικούς δεσμούς που μπορούν να αναπτύξουν με τους ισλαμιστές ηγέτες στη μετά Μουμπάρακ Αίγυπτο και τη μετά Ασαντ Συρία.


13

Ευκαιρίες και περιορισμοί ενός δυνητικού ηγεμόνα Του Παναγιώτη Τσάκωνα*

š

ι δραματικές αλλαγές που ακολούθησαν τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, οι ευκαιρίες εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο βυθό της Ανατολικής Μεσογείου και οι νέοι συσχετισμοί δύναμης που προκύπτουν μέσα από την επεισοδιακή κατάργηση παραδοσιακών ισχυρών στρατηγικών συμμαχιών ή/και την απρόβλεπτη δημιουργία νέων, αναμφίβολα ενισχύουν την αστάθεια και τη ρευστότητα του συγκεκριμένου γεωπολιτικού υποσυστήματος. Απέναντι σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα κράτη της περιοχής δεν μπορούν να παραμείνουν αμέτοχοι παρατηρητές. Ειδικά, τα κράτη που θεωρούν ότι οι νέες ή διαμορφούμενες γεωπολιτικές πραγματικότητες προσφέρουν ευκαιρίες ανάληψης ενός ηγετικού -ίσως ακριβέστερα, ηγεμονικού- ρόλου στην περιοχή επιβάλλεται να προετοιμάσουν το έδαφος μίας τέτοιας παρέμβασης όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα. Hδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, η Τουρκία κατέστησε σαφές το ισχυρό ενδιαφέρον της να αναπτύξει έναν ηγεμονικό ρόλο στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής. Από τη μία πλευρά, ο δυναμισμός της 17ης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας, και από την άλλη, η πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης Ερντογάν συνδέθηκαν γρήγορα με το φιλόδοξο κοσμοθεωρητικό πρόταγμα του υπουργού Eξωτερικών Νταβούτογλου, σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία -για ιστορικούς, γεωγραφικούς και πολιτιστικούς λόγους- διαθέτει ένα «στρατηγικό βάθος» και την εγγενή δυνατότητα ανάπτυξης ενός πολυδιάστατου ρόλου τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Προκειμένου να καταστεί αδιαφιλονίκητος περιφερειακός ηγεμόνας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία ανέλαβε μία σειρά από στρατηγικές επιλογές που αποτελούσαν αναγκαίες προϋποθέσεις ανάπτυξης ενός τέτοιου ρόλου. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η -έγκαιρη και επεισοδιακήρήξη της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ, η θερμή υποστήριξη των δικαίων του παλαιστινιακού λαού (καθώς και ορισμένων ριζοσπαστικών παραγόντων, όπως η Χαμάς), και πιο πρόσφατα η προσπάθεια εξαγωγής προς τις ελίτ που ανέλαβαν τα ηνία της εξουσίας μετά την «καταιγίδα» των εξεγέρσεων σε διάφορα αραβικά κράτη (Αίγυπτος, Τυνησία, Λιβύη) του επιτυχημένου μοντέλου του κοσμικού κράτους με το μουσουλμανικό πληθυσμό και την ισχυρή οικονομία. Ταυτόχρονα, στην κατεύθυνση νομιμοποίησης ενός ηγεμονικού ρόλου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία επέλεξε τη διατήρηση μιας απόστασης από τις

στρατηγικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, επιλογή που έθεσε αμέσως υπό σοβαρή αμφισβήτηση τις δυτικές στρατηγικές της δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Είναι, παράλληλα, σαφές ότι η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται πλέον για την ευρωπαϊκή της πορεία, πραγματικότητα που ενισχύει περαιτέρω την ανάπτυξη ηγεμονικού ρόλου στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής, τους κανόνες λειτουργίας του οποίου αισθάνεται ότι μπορεί να διαμορφώνει ή/και να επιβάλει ως ο δυνητικά ισχυρότερος παίκτης. Οπως είναι βεβαίως φυσικό, η περαιτέρω απίσχναση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας (η οποία δεν πρέπει να λησμονείται ότι είχε αρχίσει να *Ο κ. Παναγιώτης Τσάκωνας πραγματοποιείται με τη συναίνεση, είναι αναπληρω��ής καθηγητής αν όχι την πρωτοβουλία της Ελλά- Διεθνών Σχέσεων και δας, από τα μέσα της προηγούμενης Ασφάλειας στο Τμήμα δεκαετίας) συνεπάγεται και τη σχε- Μεσογειακών Σπουδών του δόν πλήρη αποδυνάμωση των θεσμι- Πανεπιστημίου Αιγαίου. κών περιορισμών που θα μπορούσε να επιβάλει στη συμπεριφορά της Τουρκίας η ΕΕ, κυρίως αναφορικά με τις σχέσεις της με την Κύπρο. Οπως ήταν αναμενόμενο, η Τουρκία εναντιώθηκε με ιδιαίτερα οξύ, απειλητικό και επιθετικό τρόπο στο νόμιμο δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να προχωρήσει σε έρευνες για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αλλά δεν τόλμησε τη σύγκρουση. Κυρίως χάρη στις προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας, απέναντί της σχηματίστηκε έγκαιρα ένα ισχυρό αποτρεπτικό μέτωπο, το οποίο αποτελούσαν -εκτός από τα «άμεσα εμπλεκόμενα μέλη» Κύπρο, Ισραήλ (και δευτερευόντως, την Ελλάδα), οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ΕΕ και η Ρωσία. Παράλληλα, η μέχρι τώρα συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο απομακρύνει το ενδεχόμενο επίτευξης προόδου στο Κυπριακό και «τραβά χειρόφρενο» στα ελληνοτουρκικά. Η αίσθηση αυτοπεποίθησης που διακατέχει την τουρκική πολιτική ηγεσία (και η συνακόλουθη απόφασή της να πρωταγωνιστήσει σε ένα παιχνίδι εξαιρετικά υψηλού ρίσκου στην πιο ρευστή περιοχή του πλανήτη) δεν φαίνεται να αποτελεί μέχρι σήμερα καλό σύμβουλο. Πολύ περισσότερο αν η αυτοπεποίθηση αυτή συνδυαστεί με τη χρονική πίεση που ήδη νιώθει η κυβέρνηση Ερντογάν για την ανάπτυξη ηγεμονικού ρόλου στην περιοχή εντός των επόμενων μηνών, και πάντως αρκετά πριν από την ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Κύπρο και τη συνακόλουθη αναβάθμιση της γεωπολιτικής της αξίας.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

14

Mas-Kom-Ya: ισραηλινοτουρκικές σχέσεις Του Μάριου Λ. Ευρυβιάδη*

œ

ο 1974 ο σημερινός πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, ως πρόεδρος της Ομάδας Νεολαίας Κωνσταντινούπολης του κόμματος Εθνικής Σωτηρίας του κατοπινού Ισλαμιστή πρωθυπουργού (1996), Νετζμετίν Ερμπακάν, έγραψε, σκηνοθέτησε και κατείχε πρωταγωνιστικό ρόλο με παραστάσεις σε όλη τη χώρα σε ένα θεατρικό έργο. Το θεατρικό έργο είχε τίτλο “Maskomya” από τα αρχικά Mas-Kom-Ya. Δηλαδή, “Mas” ως Μασόνος, “Kom” ως κομμουνιστής και “Υα” ως “Yahudi”, δηλαδή Εβραίος στα αραβικά/τουρκικά. Αρχή, μέση και τέλος του πονήματος Ερντογάν ήταν η κακία και η μοχθηρία των τριών αυτών ομάδων και η συνωμοτική τους σχέση. Κοινός παρονομαστής και των τριών ήταν ο Ιουδαϊσμός. Ο Ερντογάν στη νεαρή ηλικία των 20 ετών αποδείχθηκε άξιος μαθητής του πνευματικού του πατέρα Ερμπακάν. Ο τελευταίος, που άρχισε την πολιτική του σταδιοδρομία κατά τη δεκαετία του 1960, τύπωνε και κυκλοφορούσε ως «φέι-βολάν» τουρκι*Ο κ. Μάριος Λ. Ευρυβιάδης είναι επίκουρος καθηγητής στο κά χαρτονομίσματα, τα οποία απεικόΤμήμα Διεθνών και νιζαν το πρόσωπο του Ισραηλινού ηΕυρωπαϊκών Σπουδών του γέτη, στρατηγού Μοσιέ Νταγιάν, με Παντείου Πανεπιστημίου. το χαρακτηριστικό μαύρο κάλυπτρο πάνω από το αριστερό του μάτι. Κανείς Τούρκος δεν έπρεπε να έχει αμφιβολίες ως προς το ποιοι «έκαναν κουμάντο» στην Τουρκία και ποιοι ήλεγχαν την οικονομία τους. Τη δεκαετία του 1960 και 1970 λειτουργούσε ήδη ένα πλέγμα σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας που είχε τα χαρακτηριστικά μιας συμμαχίας. Λειτουργούσε, όμως, κατ’ απαίτηση των Τούρκων υπογείως, ώστε να μην θίγονται τα αισθήματα των ομοπίστων τους Αράβων και των λοιπών ανά τον κόσμο Μουσουλμάνων. Μάλιστα, η «ιδιομορφία» της σχέσης ήταν τέτοια που το Ισραήλ χαρακτηριζόταν ως «ερωμένη», η οποία έπρεπε να υπάρχει, αλλά να μην φαίνεται. Η συμμαχία οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1950. Το Ισραήλ αναζητούσε στο πλαίσιο της περιφερειακής του στρατηγικής μη αραβικά ή μη μουσουλμανικά κράτη, για να «σπάσει» την περικύκλωση των Αράβων. Ως μη αραβικό κράτος, με κοσμικό καθεστώς και εντεταγμένη στη Δύση, η Τουρκία πληρούσε τα κριτήρια. Για την Τουρκία, το Ισραήλ θα λειτουργούσε ως «διαμεσολαβητής» προς τα δυτικά πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας. Ο ισραηλινοτουρκικός άξονας είχε πάντοτε τις ευλογίες της Ουάσινγκτον. Ομως, επί προεδρίας Ρέηγκαν, τη δεκαετία του 1980, έλαβε πραγματικά στρατηγική διάσταση. Ενα από τα πιο καθοριστικά οφέλη για την Τουρκία υπήρξε η επί σχεδίου δραστηριοποίηση της εβραϊκής διασποράς και κυρίως του αμερικανοεβραϊκού λόμπι υπέρ της Τουρκίας και των τουρκικών συμφερόντων. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία μετατράπηκε στον πιο προνομιούχο σύμμαχο των ΗΠΑ μετά το Ισραήλ. Ισως πιο

καθοριστικά, το Ισραήλ και το αμερικανοεβραϊκό λόμπι να λειτούργησαν καταλυτικά, για να εξαγνιστούν οι γενοκτονικές θηριωδίες των Τούρκων σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένων και των συνεχιζόμενων κατά της Κύπρου και των Κούρδων ανταρτών. Ετσι, φτάσαμε στη δεκαετία του 1990, κατά την οποία οι σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας γνώρισαν μία πρωτοφανή και πολυεπίπεδη άνθηση. Με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών έγινε δυνατή και η δημοσιοποίηση-νομιμοποίηση του άξονα Ισραήλ-Τουρκίας. Ιερουσαλήμ, Αγκυρα και Ουάσινγκτον παρουσίαζαν την ισραηλινοτουρκική συμμαχία ως προπομπό μιας καθολικής ειρήνης στη Μέση Ανατολή, και μάλιστα ως τον ακρογωνιαίο της λίθο. Τη δε Τουρκία την παρουσίαζαν ως το «κράτος-μοντέλο» και το γεφυροποιό μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ολα τα παραπάνω μέχρι την εμφάνιση και πολιτική κυριαρχία του συγγραφέα του θεατρικού έργου “Mas-Kom-Ya” και του θρησκευτικού συναφιού του. Η κυριαρχία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία ανέδειξε τον εγγενή αντισημιτισμό της τουρκικής κοινωνίας που είναι, ταυτόχρονα, αντιχριστιανική, αντιδυτική και αντιαμερικανική. Ο ισραηλινοτουρκικός άξονας λειτούργησε, όσο ο κεμαλισμός και η στρατογραφειοκρατία ήλεγχαν με περιοδικά πραξικοπήματα τις βαθιά θρησκευόμενες τουρκικές μάζες της Ανατολίας. Η παρωχημένη ήδη από τη δεκαετία του 1980 κεμαλική ιδεολογία δεν μπορούσε να αντέξει και τη δημογραφική έκρηξη της Ανατολίας που τροφοδοτούσε ασταμάτητα τις τάξεις του πολιτικού Ισλάμ. Το ζητούμενο, σε ό,τι αφορά σε Ελλάδα και Κύπρο, δεν είναι πώς πορεύεται η Τουρκία, αλλά το Ισραήλ. Υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας στο Ισραήλ που πιστεύει ότι η εθνική ασφάλεια του Ισραήλ επιβάλλει τη μη αποξένωση της Τουρκίας. Ενας της ομάδας αυτής, χαρακτηριστικά, είναι και ο Εφραίμ Χαλεβί, διευθυντής της Μοσάντ την περίοδο 1998-2002. Η ομάδα αυτή είναι διατεθειμένη να επαναφέρει τις σχέσεις ΙσραήλΤουρκίας, ακόμη και το επίπεδο του υπογείου και της «ερωμένης». Παρεμπιπτόντως, η ομάδα αυτή δεν διαφέρει κατά πολύ από τις δικές μας στα ελληνικά κέντρα εξουσίας, αναφορικά με τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Ωστόσο, για πρώτη φορά, τόσο στο Ισραήλ, όσο και στην εβραϊκή διασπορά, η για δεκαετίες επιτήδεια κατασκευασμένη εικόνα της Τουρκίας έχει καταρρεύσει. Αυτοί που εργολαβικά την δημιούργησαν, τώρα πλέον εργολαβικά την αποδομούν. Εάν τώρα η Ιερουσαλήμ συνειδητοποιήσει ταυτόχρονα ότι η ασφάλεια του Ισραήλ βρίσκεται στη Δύση με ομφάλιο λώρο την Ανατολική Μεσόγειο και όχι βόρεια με την Τουρκία, το στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου θα αλλάξει άρδην. Οψόμεθα.


15 ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

Η διένεξη Τουρκίας-Ισραήλ στο μικροσκόπιο Του Saban Kardas*

Ê

επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ αποτελεί μία σημαντική εξέλιξη για την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Και αυτό διότι εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς ασφάλειας στην περιοχή. Το πλέον φλέγον ζήτημα της διμερούς φιλονικίας έγκειται στις απαιτήσεις που ήγειρε η τουρκική πλευρά αμέσως μετά την αιματηρή επίθεση των Ισραηλινών στο πλοίο Mavi Marmara. Το τελευταίο μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Λωρίδα της Γάζας και είχε ως στόχο να σπάσει το ναυτικό αποκλεισμό του Ισραήλ. Το ξέσπασμα, ωστόσο, αυτής της κρίσης ήταν απόρροια ενός περίπλοκου παρελθόντος, το οποίο χαρακτηριζόταν από μία επίμονη και ολοένα αυξανόμενη κριτική που ασκούνταν από την πλευρά της τουρκικής κυβέρνησης ενάντια στην αντίστοιχη ισραηλινή για τους χειρισμούς της τελευταίας στο παλαιστινιακό ζήτημα. Η επικριτική στάση της Τουρκίας εντάθηκε αμέσως μετά τη σκληρή επίθεση του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας το χειμώνα του 2008-2009. Τα συμπεράσματα της έκθεσης Palmer, η οποία συντάχθηκε έπειτα από εντολή του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, ήλθε να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Η Τουρκία απάντησε με μία σειρά αντιποίνων, που σκοπό είχαν να κρατήσουν το Ισραήλ υπόλογο για τα γεγονότα στο Mavi Marmara, αλλά και να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα του ναυτικού αποκλεισμού. Για να γίνει κατανοητή η τουρκική οπτική γωνία στην αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στη σημερινή αντιπαράθεση, θα πρέπει να εστιάσει κανείς σε μία σειρά από αλληλένδετους παράγοντες. Αυτοί έχουν να κάνουν με τους μετασχηματισμούς που προωθεί η τουρκική ελίτ στην εξωτερική της πολιτική και οι οποίοι αφορούν τόσο το Ισραήλ, όσο και την περιοχή της Μέσης Ανατολής γενικότερα. Πρώτον, η Τουρκία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τις όποιες αλλαγές προκαλεί η μετατόπιση που φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων. Δεύτερον, αντιλαμβάνεται τη μείωση της αμερικανικής επιρροής και της ικανότητας των ΗΠΑ να προβάλουν την ισχύ τους. Η υπόσχεση του Αμερικανού Προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, για μία νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζεται από τις επιμέρους περιφερειακές δυνάμεις ως μία ευκαιρία, για να καθορίσουν οι ίδιες την επιρροή τους στην περιοχή. Τρίτον, η Τουρκία λειτουργεί στηριζόμενη στην αξίωση ότι διαθέτει όχι μονάχα περισσότερο χώρο για ελιγμούς, αλλά και μεγαλύτερη ικανότητα ανάπτυξης αυτόνομων πολιτικών στην περιοχή. Τέταρτον, η αντίληψη της Τουρκίας σχετικά με τους κινδύνους εκ της Μέσης Ανατολής έχει αναθεωρηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» και

ενθαρρύνει την οικονομική και πολιτική επαναπροσέγγιση με τις χώρες της περιοχής. Ολα τα παραπάνω δημιουργούν την πεποίθηση στους Τούρκους λήπτες αποφάσεων ότι έχει αναδυθεί πλέον μία νέα Μέση Ανατολή που βασίζεται στις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας. Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ θεωρείται πως στηρίζει την πολιτική του στην ισχύ, αντιπροσωπεύοντας έτσι το καθεστώς της παλαιάς Μέσης Ανατολής. Οι Τούρκοι ηγέτες βλέπουν τους εαυτούς τους επιφορτισμένους με το σχέδιο δημιουργίας μίας ειρηνικής και σταθερής περιφέρειας, που θα βασίζεται σε αρχές, όπως αυτή της συνεργατικής ασφάλειας, της οικονομικής αλληλεξάρτησης και των παγκόσμια αναγνωρισμένων ηθικών προτύπων. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ισραήλ εξαιτίας της άδικης πολιτικής που ακολουθεί έναντι των Παλαιστινίων, της περιφρόνησης που δείχνει προς τις αποφάσεις του *Ο κ. Saban Kardas είναι ΟΗΕ, της μη συμμόρφωσής του με το επίκουρος καθηγητής Διεθνών καθεστώς της μη διάδοσης των πυρη- Σχέσεων στο TOBB University νικών και της προστασίας που φαίνε- of Economics and Technology. ται να απολαμβάνει από τις ΗΠΑ, λογίζεται ως εμπόδιο των τουρκικών περιφερειακών φιλοδοξιών. Ανήμπορο να αντιληφθεί τη νέα πραγματικότητα και σύμφωνα πάντα με την αντίληψη της Τουρκίας, το Ισραήλ απομονώνεται ολοένα και περισσότερο στην περιοχή, ενώ παράλληλα εμφανίζεται και ως πηγή περιφερειακής αποσταθεροποίησης. Σε μία προσπάθεια να διορθώσει ορισμένα από τα κακώς κείμενα που προκάλεσε το Ισραήλ και όντας βέβαιη πως το τελευταίο δεν μπορεί πλέον να ακολουθήσει μία πολιτική του τύπου “business as usual” στη νέα Μέση Ανατολή, η Τουρκία φαίνεται να επιδιώκει την υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα στηρίζεται στην έννοια του δικαίου. Το Ισραήλ δείχνει απρόθυμο να υποχωρήσει απέναντι στη νέα δυναμική στάση της Τουρκίας, κάτι που -όπως είναι λογικό- οδηγεί στην όξυνση της αντιπαράθεσης. Ετσι, οι κοινές αντιλήψεις και οι κοινές στρατηγικές που χαρακτήριζαν την τουρκοϊσραηλινή συνεργασία της δεκαετίας του ’90, έχουν πλέον αντικατασταθεί από μία συγκρουσιακή και ανταγωνιστική δυναμική. Αυτή η εξέλιξη ήταν που κατείχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδυση των διαδοχικών κρίσεων των τελευταίων χρόνων, και ιδιαίτερα αυτών που προέκυψαν μετά το 2008. Εχοντας στο νου όλα τα γεγονότα που έχουν συμβεί ανάμεσα στις δύο χώρες, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο να γυρίσουν στην πρότερη κατάσταση και να διασώσουν τη σχέση τους. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να λάβουν χώρα και από τις δύο πλευρές σημαντικές αλλαγές στις στρατηγικές τους βλέψεις. Η Τουρκία περιμένει το Ισραήλ να αλλάξει δραματικά, κάτι που δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.


ñĈĕĊďĈĖĆĈďČčāĖ”đĔĕāĒČĐĊ


ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ - FORUM ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ - Οκτώβριος 2011