Page 1

ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ

îĄďđĖÿĒČđē

Ποιος πληρώνει τη δημοκρατία;


Συνθέτουμε το παζλ των εξελίξεων του 2012 Ολες οι απαντήσεις στην ετήσια έκδοση «Ο Kόσμος το 2012», με το κύρος του Economist και τη σφραγίδα της Καθημερινής. Παρεμβαίνουν με άρθρα τους προσωπικότητες διεθνούς κύρους, όπως η επιχειρησιακή διευθύντρια του Facebook, Sheryl Sandberg, το αφεντικό της Siemens, Peter Löscher, η βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης, Aung San Suu Kyi και ο γενικός διευθυντής του CERN, Rolf Heuer. Μαζί, η καθιερωμένη ειδική έκδοση «Η Ελλάδα το 2012».

Κυκλοφορεί στα περίπτερα

www.kathimerini.gr


3

Τα ευρώ της δημοκρατίας Οπως και ένας νέος -πρωτόβγαλτος στην αγορά- μηχανικός έχει το απόλυτο ηθικό (και όχι μόνον) δικαίωμα να έχει λόγο για τα οικονομικά δεδομένα και τις προοπτικές της μικρής Τράπεζας Αττικής που το χρόνο που πέρασε «άνοιξε» την κάνουλα της χρηματοδότησης προς τα πολιτικά κόμματα, έτσι και οι πολίτες -όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά- έχει το ίδιο δικαίωμα να κρίνει, να αξιολογεί και να αποτιμά με κάθε πρόσφορο νόμιμο δημοκρατικό τρόπο το πώς και πού αξιοποιείται το άφθονο για τα σημερινά δεδομένα της χώρας δημόσιο χρήμα που φτάνει στα ταμεία των πολιτικών κομμάτων για να στηρίξει τη λειτουργία τους ως θεσμικών πυλώνων της σύγχρονης δημοκρατίας. Ο νέος μηχανικός έχει το δικαίωμα ως ασφαλισμένος σε ένα ταμείο που είναι ο βασικός μέτοχος της Τράπεζας, η οποία δέχτηκε να χρηματοδοτήσει πολιτικά κόμματα με αντίκρισμα μελλοντικές ροές της κρατικής επιχορήγησης -με άλλα λόγια, μια υπόθεση εργασίας με πολύ ρευστά δεδομένα! Κάπως έτσι, το κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων και, εν γένει, του πολιτικού ζητήματος αρχίζει και εκείνο να γίνεται -δυστυχώς!- ένα μέρος της γενικότερης κρίσης, με αποτέλεσμα να ενθαρρύνει ή απλώς να δικαιολογεί συμπεριφορές που απαξιώνουν την ουσία της δημοκρατίας και των λειτουργιών της. Η παρούσα έκδοση -απαντώντας στο έστω και προκλητικά διατυπωμένο ερώτημα «ποιος πληρώνει τη δημοκρατία;»επιθυμεί να συνεισφέρει στο δημόσιο διάλογο και να συμβάλει στη διαμόρφωση ρεαλιστικών και εφαρμόσιμων προτάσεων για το ζήτημα της χρηματοδότησης του πολιτικού συστήματος. Forum ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ Μία εκδοτική πρωτοβουλία του Forum ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ Διεύθυνση Εκδοσης: Θάνος Τριανταφύλλου Χρήστος Τσαπακίδης

Οργάνωση και Επιμέλεια Εκδοσης: ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ EΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε. Κύπρου 12Α, Τ.Κ. 183 46, Μοσχάτο, τηλ. 210 48 23 977

Forum ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ www.forumagoraideon.gr Συντονιστές: Κώστας Τσαούσης Θάνος Τριανταφύλλου

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

4

Ανάγκη για ένα νέο πλαίσιο Του Βασίλη Νέδου

H

σοβούσα οικονομική και κοινωνική κρίση δίπλα στις δεκάδες αρνητικές πτυχές της, έχει και ορισμένες παράπλευρες θετικές παρενέργειες. Μία από αυτές είναι και η αύξηση της ευαισθησίας των βαρέως φορολογούμενων πολιτών έναντι της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Προφανώς, η χρηματοδότηση των κομμάτων από το κράτος αποτελούσε θέμα συζήτησης και τα προηγούμενα χρόνια. Ομως, τώρα που το θησαυροφυλάκιο έχει μείνει άδειο, μόνο η συζήτηση δεν φτάνει πια. Απαιτούνται δραστικές αποφάσεις. Αναζητούνται λύσεις που θα επιτρέπουν στα κόμματα να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους ως πολιτικοί φορείς, και τη δυνατότητά τους να απευθύνονται στους πολίτες απαλλαγμένα από σκιές. Δυστυχώς, οι ενδείξεις που υπάρχουν μέχρι στιγμής είναι αποθαρρυντικές. Τα κόμματα εξακολουθούν και δανείζονται με όρους αστείους για τα τραπεζικά ειωθότα. Την ίδια στιγμή αποφασίζουν και διατάσσουν την αύξηση της ετήσιας κρατικής επιχορήγησης. Ολα αυτά (περιττό να υπενθυμιστεί ότι) συμβαίνουν σε μία χώρα που βιώνει τις συνέπειες μιας σχεδόν «πολεμικής» ύφεσης. Πώς μπορεί να ανατραπεί αυτή η συνεχιζόμενη και σχεδόν ανήθικη πρακτική; Κατ’ αρχήν, πρέπει να ξεφύγουμε από τους ρομαντικούς μύθους του παρελθόντος: τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που ο Γεώργιος Ράλλης εκλεγόταν με 35 χρυσές λίρες και τις προσωπικές περιουσίες που σπαταλούσαν οι βουλευτές για να εκλεγούν. Το σημερινό τοπίο -τόσο ριζικά διαφορετικό- απαιτεί λύσεις μεγάλης κλίμακας. Ενταγμένες σε μια τετράγωνη λογική, δίχως τις αγκυλώσεις της Μεταπολίτευσης, οι κινήσεις που είναι δυνατόν να γίνουν για να βρίσκουν τα κόμματα τα χρήματα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία τους. Υπάρχουν δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στην ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εφόσον συνεχιστεί, θα πρέπει να γίνει με κάποιους πολύ βασικούς κανόνες και σίγουρα όχι στο σημερινό -υπέρογκο- ύψος. Κατ’ αρχήν, πρέπει να υπάρχουν όροι λογοδοσίας. Μια ανεξάρτητη Αρχή, επιφορτισμένη με την εποπτεία των οικονομικών των κομμάτων, θα παρακολουθεί τι μπαίνει και τι βγαίνει στα ταμεία τους. Αυτή η ανεξάρτητη Αρχή θα μπορούσε να επικουρείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα (κατά προτίμηση, αμέ-

σως μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις) από κάποια από τις μεγάλες εταιρείες εντοπισμού εταιρικής απάτης. Και φυσικά, οι ταμίες των κομμάτων θα πρέπει να απαγορεύεται να έχουν θέση στον κρατικό μηχανισμό, όπως εξακολουθεί να γίνεται ακόμη και σήμερα. Τη θέση του γενικού διευθυντή κάθε κόμματος θα μπορεί να καταλαμβάνει κάποιος μάνατζερ, με πρακτικές γνώσεις για τη χρηστή διαχείριση. Η κρατική ενίσχυση θα μπορούσε να περιλαμβάνει κτιριακές υποδομές. Τα κόμματα θα στεγάζουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσια κτίρια, προκειμένου να εξοικονομούν τα ενοίκια και να… μπορούν να πληρώσουν τουλάχιστον τους υπαλλήλους τους. Στην απευκταία περίπτωση που θα ζητούν περισσότερα χρήματα, θα γίνεται διαχειριστικός έλεγχος, ενώ όποιος το κατορθώσει, θα επιστρέφει τμήμα της επιχορήγησης στον προϋπολογισμό (ενδεχομένως, σε ένα λογαριασμό για την αποπληρωμή του χρέους ή κάποιον άλλο «ευγενή» σκοπό). Ο δεύτερος άξονας είναι αυτός της χρηματοδότησης από ιδιώτες. Για να μπορέσει να γίνει οποιαδήποτε πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να υπερκεραστεί πρωτίστως ένα ψυχολογικό εμπόδιο: ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν επιχειρηματικά κεφάλαια να χρηματοδοτούν εκστρατείες. Πρόκειται, βέβαια, για μια υποκριτική ανησυχία. Ο γνωστός σε όλους διαχειριστής των μαύρων ταμείων της Siemens, Ράινχαρντ Σίκατσεκ, είχε ισχυριστεί ότι το 2000 η γερμανική εταιρεία είχε πληρώσει δύο μεγάλα κόμματα και ένα μικρό για την προεκλογική εκστρατεία τους. Η σκιά έμεινε, ενώ, ακόμη και αν ο ισχυρισμός του Σίκατσεκ δεν έχει απολύτως καμία βάση, η αξιοπιστία των κομμάτων βρίσκεται σε τόσο χαμηλό σημείο, που προτιμούν τη σιωπή από την υπεράσπιση. Μόνη λύση είναι τα κόμματα να χρηματοδοτούνται από ιδιώτες με υποχρεωτική διά νόμου (με ποινικές επιπτώσεις) τη δημοσιοποίηση του ονόματός τους. Μέχρι ένα μικρό ποσό (δέκα ευρώ) τα κουπόνια θα μπορούν να είναι ανώνυμα, ως δέλεαρ στα κόμματα που αρνούνται τη συνεργασία με το αστικό σύστημα. Από εκεί και πάνω οι δωρητές θα είναι επώνυμοι. Να υπάρχει δηλαδή σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στον «από φίλο» ή μέλος του κόμματος που δίνει ένα συμβολικό ποσό ενίσχυσης και στον «θεσμικό» χρηματοδότη. Η σημερινή κατάσταση πάντως δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι προσβολή στη δημοκρατία και τη νοημοσύνη μας.


5

Κρατικές επιχορηγήσεις κομμάτων: μία σύνθετη πραγματικότητα Του Παντελή Ι. Καψή*

Ê

γέννηση της δημοκρατίας είναι ιστορικά συνδεδεμένη με τα πολιτικά κόμματα. Χωρίς συλλογικές ταυτότητες, η πολιτική πράξη έχει αποδειχτεί προβληματική -εκφυλίζεται συνήθως στο δίκαιο του ισχυρότερου και στο νόμο της ζούγκλας. Η κρατική χρηματοδότηση αποτελεί αναγνώριση του ρόλου των κομμάτων, αλλά και ταυτόχρονα προσπάθεια κατοχύρωσης της ανεξαρτησίας τους απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα, που επιχειρούν να επιβάλουν τους όρους τους στις πολιτικές διαδικασίες. Η πραγματικότητα έχει αποδειχτεί πολύ πιο σύνθετη. Η κρατική χρηματοδότηση δεν προστάτευσε τα κόμματα από τα σενάρια διαπλοκής. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, μοιάζει να συντελεί στη δημιουργία ενός γραφειοκρατικού-κομματικού κατεστημένου, που έχει αποδειχτεί πολύ περισσότερο ευεπίφορο σε κάθε είδους συναλλαγές. Τα κόμματα τείνουν να μετατραπούν σε μηχανισμούς, με κύρια αποστολή όχι την άσκηση πολιτικής, αλλά (όπως θα έλεγε και ο Μαρξ) τη «διευρυμένη αναπαραγωγή» τους. Το αποτέλεσμα, ανάμεσα σε άλλα, είναι τα φαινόμενα ακραίου κομματισμού -ιδίως στη δημόσια διοίκηση και στα πανεπιστήμια-, αλλά επίσης και η ραγδαία «απονομιμοποίηση» των πολιτικών. Κορυφή του παγόβουνου είναι το σημερινό φαινόμενο που βιώνουμε στην Ελλάδα: κόμματα υπερχρεωμένα, τα οποία προεισπράττουν την κρατική επιχορήγηση (καθώς στην πράξη το κόστος λειτουργίας τους, αλλά και το κόστος των προεκλογικών αναμετρήσεων -κεντρικά και σε επίπεδο βουλευτών - έχει αυξηθεί γεωμετρικά) και εν συνεχεία επιβαρύνονται με τραπεζικά δάνεια. Τα κόμματα εθίζονται έτσι σε μια κρατικοδίαιτη πρακτική, επιβαρύνοντας (σε συνθήκες κρίσης) διπλά τους Ελληνες φορολογουμένους -τόσο μέσω της κρατικής επιχορήγησης, όσο και μέσω των τραπεζικών δανείων. Εύκολες λύσεις φυσικά δεν υπάρχουν. Το να εισηγηθεί, για παράδειγμα, κάποιος την κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης, είναι περίπου βέβαιο ότι θα εντείνει τις ανισότητες μεταξύ των κομμάτων/υποψηφίων, αλλά και θα πριμοδοτήσει τη διαπλοκή. Αυτό είναι φυσικό, καθώς στην πραγματικότητα έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο δημόσια αγαθά: την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Την ελευθερία του να μπορούν πολίτες και κόμματα να χρηματοδοτούνται, για να υλοποιήσουν τους στόχους τους, και τη δι-

καιοσύνη -την ισότητα δηλαδή των ευκαιριών μεταξύ των πολιτών και των κομμάτων. Εστω και έτσι όμως, μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάποιες γενικές αρχές. Η πρώτη είναι ασφαλώς η έννοια της διαφάνειας. Μπροστά στο φαινόμενο της γενικευμένης διακίνησης μαύρου χρήματος, για να υπηρετηθεί τυπικά η νομιμότητα -την οποία οι πάντες και κατά κοινή ομολογία παραβιάζουν-, είναι πολύ προτιμότερη η απελευθέρωση της διαυγούς χρηματοδότησης, με έμφαση στον όρο της δημόσιας γνωστοποίησης. Μια δεύτερη αρχή έρχεται ως προϋπόθεση της διαφάνειας -και είναι ο πραγματικός και ουσιαστικός έλεγχος των εκλογικών δαπανών με ανεξάρτητες και αντικειμενικές διαδικασίες. Το φαινόμενο της διακομματικής αλληλεγγύης για τη διεξαγωγή ελέγχων για τους τύπους πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Μια τρίτη, εξίσου σημαντική, αρχή αφορά στην προώθηση θεσμικών αλλαγών στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, οι οποίες θα ενισχύσουν τη λογοδοσία των πολιτικών και θα περιορίζουν το ε- *Ο κ. Παντελής Ι. Καψής είναι κλογικό κόστος. Κλασικό παράδειγμα είναι υπουργός Επικρατείας και αποτελούν οι θηριώδεις εκλογικές περι- Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. φέρειες που εκτοξεύουν τα έξοδα των εκλογικών αναμετρήσεων. Ολοι συμφωνούν στην ανάγκη περιορισμού τους, κανείς ωστόσο μέχρι στιγμής δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει μια τέτοια αλλαγή. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Τέλειοι κανόνες δεν υπάρχουν -ακόμη και σε χώρες με μακρά παράδοση δημοκρατικής λειτουργίας, τα φαινόμενα της διαφθοράς είναι πολλά. Η μεγάλη διαφορά εντοπίζεται στην αποφασιστικότητα της πολιτείας να τα αντιμετωπίσει και στη βούληση του πολιτικού προσωπικού να εξετάσει με ευθυκρισία τις δυσλειτουργίες του δημοκρατικού μας συστήματος. Τέλος, ασφαλώς και στο θέμα της κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων χρειάζεται ένα μείγμα πολιτικής. Διότι αν σήμερα αντιμετωπίζουμε ως πρόβλημα τα παραμορφωτικά φαινόμενα που προκλήθηκαν από τις ατέλειες του συστήματος, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η κατάργηση ή η μείωση της κρατικής επιχορήγησης θα βελτιώσει την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Και το ζητούμενο δεν παύει να είναι το ίδιο, πανάρχαιο και οικουμενικό αίτημα που γέννησε, σε τούτον εδώ τον τόπο, την αέναη πρόκληση, που είναι η δημοκρατία.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

6

Σκέψεις για τη των πολιτικών

T

α πολιτικά κόμματα ορίζονται ως κοινωνικοί θεσμοί με ιδιαιτέρως σημαντική συμβολή στη λειτουργία μιας φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής -αντιπροσωπευτικής- δημοκρατίας στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες. Οι μορφές άμεσης δημοκρατίας -δημοψηφίσματα, πρωτοβουλίες πολιτών κλπ.- είναι μάλλον ατελέσφορες στην εποχή μας και μπορούν μόνον εν μέρει να βοηθήσουν τη σύγχρονη διακυβέρνηση. Η εξαιρετικά εκτεταμένη σχετική διεθνής βιβλιογραφία προτείνει ότι τα πολιτικά κόμματα επιτελούν πέντε βασικές λειτουργίες οι οποίες είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη λειτουργία των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Βοηθούν στην ενσωμάτωση και κινητοποίηση των πολιτών, στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής, στην ανάδειξη της πολιτικής ηγεσίας, στην οργάνωση της Βουλής και της κυβέρνησης, και στην άρθρωση και τον εναρμονισμό των κοινωνικών αιτημάτων. Aκόμη, στο επίπεδο της ΕΕ η Συνθήκη της Λισσαβώνας προβλέπει ότι τα (ευρωπαϊκά) πολιτικά κόμματα «συνεισφέρουν στη διαμόρφωση της πολιτικής θέλησης των πολιτών της Ενωσης». Για να επιτελέσουν όλες αυτές τις βασικές λειτουργίες, τα πολιτικά κόμματα χρειάζονται χρηματοδότηση. Η χρηματοδότηση μπορεί να είναι είτε ιδιωτική είτε δημόσια. Η ιδιωτική χρηματοδότηση συχνά-πυκνά συσχετίζεται με φαινόμενα διαφθοράς και διάβρωσης του πολιτικού συστήματος από ιδιοτελή συμφέροντα ή ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις από το οργανωμένο έγκλημα. Για την αντιμετώπιση αυτής της πιθανότητας οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες έχουν θεσπίσει μορφές δημόσιας χρηματοδότησης ή επιχορηγήσεων των πολιτικών κομμάτων από τους εθνικούς τους προϋπολογισμούς. Το επιχείρημα

που χρησιμοποιείται συνήθως σχετίζεται με το αναπόφευκτο κόστος της δημοκρατίας η οποία είναι μία μάλλον ακριβή υπόθεση, ειδικά υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες μιας χώρας, όπως η δική μας. Απαραίτητη προυπόθεση για τη δημόσια χρηματοδότηση είναι να γίνεται σε καθεστώς διαφάνειας και ελέγχου, αλλά, πάντως, στις περισσότερες χώρες το ζήτημα της δημόσιας χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων αποτελεί παράγοντα πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η Ελλάδα αποτελεί -και εδώ- μία ιδιαίτερη περίπτωση μαζί -παραδόξως- με την Ολλανδία (έστω και για διαφορετικούς λόγους), όπου διαπιστώνονται σημαντικές παραλείψεις στη νομοθεσία και την εφαρμογή της. Oι βασικοί νόμοι που διέπουν τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα είναι δύο: Ο νόμος 3023/2002 για τη δημόσια χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και ο νόμος 3202/2003 που αναφέρεται στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο νόμος 3023/2002 ορίζει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι η δημόσια χρηματοδότηση ανέρχεται στο 0,102% των εσόδων του κράτους. Από αυτά τα κονδύλια, 80% αποδίδεται στα πολιτικά κόμματα αναλογικά με την εκλογική τους δύναμη, 10% εξίσου στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και 10% εξίσου στα πολιτικά κόμματα ή στους συνασπισμούς πολιτικών κομμάτων που «κατέβασαν» υποψηφίους στο 70% των εκλογικών περιφερειών της χώρας. Επιπλέον, τα πολιτικά κόμματα της χώρας χρηματοδοτούνται και για ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς και χρηματοδοτούνται εκτάκτως κατά τις προεκλογικές περιόδους. Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, το 2007 το σύνολο της χρηματοδότη-


7

χρηματοδότηση κομμάτων Του Μιχάλη Ι. Τσινισιζέλη*

σης των πολιτικών κομμάτων της χώρας ανήλθε στο ποσό των 55 εκατ. ευρώ περίπου, το 2008 στο ποσό των 62 εκατ. ευρώ και το 2009 στο ποσό των 68 εκατ. ευρώ περίπου. Τα πολιτικά κόμματα της χώρας είναι υποχρεωμένα να κρατούν βιβλία Β’ Κατηγορίας και να δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους σε τουλάχιστον δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας, και αυτή φαίνεται ότι είναι και η μοναδική υποχρέωση που έχουν. Οπως, όμως, ανέφερε πρόσφατα ο υπουργός Εσωτερικών κ. Α. Γιαννίτσης, τα πολιτικά κόμματα της χώρας χρηματοδοτήθηκαν αθροιστικά με 655 εκατ. ευρώ κατά την περίοδο 2000-2011. Συγκριτικά με άλλες χώρες, ο Ελληνας φορολογούμενος χρηματοδότησε τα πολιτικά του κόμματα με δέκα ευρώ το χρόνο, ενώ ο Γερμανός φορολογούμενος με λιγότερο από ένα ευρώ το χρόνο. Στην Πορτογαλία, μία χώρα με συγκρίσιμο πληθυσμό και οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα, το κόστος του μέσου φορολογούμενου για τη χρηματοδότηση των πολιτικών του κομμάτων δεν ξεπερνά και εκεί το ένα ευρώ, ενώ μόνο στη Νορβηγία, τη Φινλανδία και το Λουξεμβούργο (και οι τρεις χώρες ανήκουν στην κατηγορία ΑΑΑ) το σχετικό κόστος είναι υψηλότερο από την Ελλάδα. Ομως, παρά την αδρή δημόσια χρηματοδότησή τους «…τα πολιτικά κόμματα της χώρας ξεκίνησαν με την κρατική χρηματοδότηση, συνέχισαν με την τραπεζική χρηματοδότηση, υπερδανείστηκαν και ευρίσκονται στην ίδια προβληματική κατάσταση με το Δημόσιο», συμπληρώνει ο υπουργός Εσωτερικών. Ειδικότερα, το 2010 το ΠΑΣΟΚ χρηματοδοτήθηκε με 20 εκατ. ευρώ περίπου, η ΝΔ με λίγο παραπάνω από 15 εκατ. ευρώ, το ΚΚΕ με περίπου πέντε εκατ. ευρώ, το ΛΑΟΣ με περίπου τέσσερα εκατ. ευρώ, και

ο ΣΥΡΙΖΑ με 3,5 εκατ. ευρώ. Από τα πέντε κόμματα της Βουλής, το ΠΑΣΟΚ (114 εκατ. ευρώ) και η ΝΔ (128 εκατ. ευρώ) εμφανίζονται να χρωστούν στις τράπεζες αθροιστικά περίπου 240 εκατ. ευρώ, αλλά και να συνεχίζουν να δανειοδοτούνται από τις τράπεζες υποθηκεύοντας τις κρατικές επιχορηγήσεις τους μέχρι και το 2016. Σε σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Ιούνιο του 2010 για τη διαφάνεια στη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων (GRECO) διαπιστώνεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι «η μεγάλη εξάρτηση από την κρατική χρηματοδότηση κατα- *Ο κ. Μιχάλης Ι. Τσινισιζέλης είναι λήγει στην περιθωριοποίη- καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής ση όλων των άλλων νόμι- Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης μων μορφών χρηματοδότη- του Πανεπιστημίου Αθηνών. σης», και ότι παρά το «γενικώς ικανοποιητικό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει στην Ελλάδα μια γενικευμένη καχυποψία για τα πολιτικά κόμματα», η οποία μπορεί να οφείλεται «στο αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου ή και στο γεγονός ότι τα κόμματα στην Ελλάδα ευρίσκονται ταυτοχρόνως στη θέση του δικαστή και του δικαζομένου», αναφερόμενη στο ρόλο της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής τα πρακτικά των εργασιών της οποίας δεν δημοσιοποιούνται. Οπως, όμως και εάν έχει η κατάσταση, είναι σαφές ότι σε μία εποχή γενικευμένων περικοπών των δημόσιων δαπανών όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας οφείλουν να προσαρμοστούν αμέσως στη νέα πραγματικότητα και να αποφεύγουν πρακτικές που εκθέτουν ένα, εν πολλοίς, δύστροπο πολιτικό σύστημα.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

8

Τα οικονομικά των κομμάτων και μία μικρή αυτονόητη αλήθεια Tου Παναγιώτη Κουτσουμπέλη*

K

οινοβουλευτική Δημοκρατία χωρίς πολιτικά κόμματα δεν υπάρχει. Και αυτή είναι μία πρώτη αυταπόδεικτη αλήθεια την οποία πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου. Μία δεύτερη αλήθεια είναι ότι τα κόμματα πρέπει απρόσκοπτα και χωρίς εξαρτήσεις να είναι σε θέση να επιτελέσουν το έργο τους. Να παράγουν πολιτική, να προτείνουν λύσεις, να αφουγκράζονται διαρκώς την κοινωνία και τους πολίτες. Να λειτουργούν ως κυψέλες δημοκρατίας, διαφάνειας και ορθολογικής οργάνωσης. Ν’ αναδεικνύουν τις ιδέες τους και να τις θέτουν μαζί με το πολιτικό τους προσωπικό, στην κρίση του λαού. Να επιτελούν το ρόλο τους με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Για το σκοπό αυτό, αναγκαία είναι η εύρυθμη και η νοικοκυρεμένη εσωτερική τους λειτουργία, κεντρικός πυρήνας της οποίας είναι η διαχείριση των οικονομικών τους. Τη στιγμή που η χώρα δίνει μια ζωτικής σημασίας μάχη με το χρέος και τα ελλείμ*Ο κ. Παναγιώτης ματα, η παραπάνω παράγραφος, Κουτσουμπέλης είναι στα μάτια πολλών, ίσως να φαπρόεδρος και γενικός ντάζει απλοϊκή, θεωρητική και διευθυντής του Ελληνικού πρωτίστως αυτονόητη. Ομως, η Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών κρίση που σήμερα βιώνουμε ως (ΕΚΕΜ). χώρα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον αποπροσανατολισμό του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος από τα αυτονόητα. Από τις μικρές αυτονόητες αλήθειες που μπορεί να μην οριοθετούν το μέλλον, αλλά ορίζουν τη σκληρή πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που λέει ότι όποιο άτομο, επιχείρηση ή οργανισμός ξοδεύει περισσότερα από αυτά που μπορεί να διαχειριστεί, αργά ή γρήγορα

καταρρέει και χρεοκοπεί. Τα πολιτικά κόμματα δεν αποτελούν εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα. Είναι αλήθεια ότι για δεκαετίες, το πολιτικό, αλλά και το κομματικό μας σύστημα, ξόδευε πιο πολλά από αυτά που μπορούσε να διαχειριστεί. Και από εκεί ακριβώς ξεκινάει το πρόβλημα. Ενα πρόβλημα που ενώ φαντάζει αρχικά μονοδιάστατα οικονομικό, καταλήγει τελικά με την πάροδο των χρόνων σε πρόβλημα θεσμικό και σε πρόβλημα ποιότητας της δημοκρατίας μας. Οταν, μάλιστα, αποκαλύφθηκε ότι μέσα στο 2010 τα κόμματα εισέπραξαν -εν μέσω σκληρής λιτότητας- πάνω από 50 εκατομμύρια ευρώ ως επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, η κοινωνία πάγωσε. Οχι γιατί αρνήθηκε να πληρώσει το επονομαζόμενο «κόστος δημοκρατίας», όχι γιατί τα λεφτά ήταν μη νόμιμα, όχι γιατί αυτή επιχορήγηση δόθηκε για πρώτη φορά, αλλά γιατί οι πολίτες αντιλήφθηκαν ότι τα πολιτικά κόμματα, ως οργανισμοί, αρνούνταν να προσαρμοστούν στη νέα δύσκολη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας. Οτι ενώ προτείνουν σκληρά μέτρα και ζητούν θυσίες από τους πολίτες, για τα ίδια επιφυλάσσουν διακριτική μεταχείριση, ενώ μάλιστα είναι και καταχρεωμένα. Συμπερασματικά, όπως και για το ελληνικό κράτος, έτσι και για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, η εξυγίανση των οικονομικών τους είναι μονόδρομος. Η δημοκρατία μας, ιδιαίτερα εν μέσω κρίσης, έχει ανάγκη από πολιτικά κόμματα ζωντανά, αληθινά, τα οποία να πατάνε γερά στα πόδια τους και να αρθρώνουν πολιτικό λόγο, ικανό να πάει τη χώρα μπροστά. Πολιτικά κόμματα, η λειτουργία των οποίων θα αποτελεί παράδειγμα για τους πολίτες και θα εδραιώνει καθημερινά τη δημοκρατία στην πράξη.


9

Για την αποκατάσταση της σχέσης αξιοπιστίας κομμάτων-πολιτών Του Νίκου Ανδρουλάκη*

Ê

ύπαρξη και η αυτόνομη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων αποτελεί προϋπόθεση και πυλώνα της δημοκρατίας. Η κατοχύρωση της κρατικής χρηματοδότησης στα κόμματα είναι η έμπρακτη αναγνώριση του θεσμικού ρόλου των κομμάτων και πρέπει να διέπεται από διαφάνεια, δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο και το ύψος της να διασφαλίζει την προβολή της πολιτικής και της δράσης τους, την παραγωγή ιδεολογίας και νέων προτάσεων δημόσιας πολιτικής και πάνω από όλα την ανεξαρτησία τους. Η διαφάνεια όμως στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις θεσμικά οργανωμένες χώρες, είναι θεμελιώδες κοινωνικό και πολιτικό αίτημα Ετσι, οποιαδήποτε άλλη μορφή χρηματοδότησης από ιδιώτες, θα πρέπει να υπόκειται σε ένα απλό κανονιστικό πλαίσιο διαφάνειας, ενώ παράλληλα να υπάρχει η δυνατότητα δημοσιοποίησης των ονομάτων, εφόσον αυτό ζητηθεί. Κλασικό πλέον παράδειγμα, η προεκλογική καμπάνια του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με τον Μπαράκ Ομπάμα να δέχεται ονομαστικές δωρεές, ύψους 27,6 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνον για την τελετή ορκωμοσίας. Στη σημερινή συγκυρία το κόστος των κομμάτων είναι αναλογικά ακόμη μεγαλύτερο, ενώ φαντάζει προκλητικό στα μάτια των πολιτών που βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται αισθητά. Η συγκεκριμένη «πρόκληση» δε πρέπει να περάσει απαρατήρητη, διότι είναι ενδεχόμενο να οξύνει το φαινόμενο απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Ο κόσμος θα εξαγριωθεί εάν συνειδητοποιήσει πως την ίδια ώρα που το οικογενειακό ταμείο βαίνει μειούμενο, τα πολιτικά κόμματα αυξάνουν την κρατική χρηματοδότηση. Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων προβλέφθηκε στο σύνταγμα του 1975 και η λογική του νομοθέτη ήταν ότι είναι απαραίτητη για την αυτονομία των κομμάτων από τα οικονομικά συμφέροντα. Αφού μιλήσαμε για τις ΗΠΑ, ας δούμε τι γίνεται στην Ευρώπη. Σύμφωνα με μια τελευταία έρευνα, η Πορτογαλία, η οποία έχει 10.637.713 κατοίκους, δαπανά για τη χρηματοδότηση των κομμάτων μόλις 8.520.000 ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε κάτοικος της ιβηρικής χώρας επιβαρύνεται κατά 0,80 ευρώ για τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Το Βέλγιο, με πληθυσμό 10.666.866

κατοίκους, δαπάνησε από τον κρατικό προϋπολογισμό 16.710.000 ευρώ για την ενίσχυση των κομμάτων. Δηλαδή, κάθε Βέλγος πλήρωσε 1,57 ευρώ. Η Ουγγαρία, που πληθυσμιακά επίσης συγκρίνεται με τη χώρα μας, αφού ο πληθυσμός της φτάνει τους 10.030.975 κατοίκους, δαπάνησε 18.410.000 ευρώ ως χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Κάθε πολίτης, δηλαδή, χρεώθηκε με 1,84 ευρώ. Στη Γερμανία, κάθε κάτοικος επιβαρύνεται με 1,61 ευρώ για την ενίσχυση των κομμάτων και στη Γαλλία με 1,17 ευρώ, ενώ στα γειτονικά κράτη, τα οποία βρίσκονται εκτός ΕΕ, όπως η Αλβανία και τα Σκόπια, η κατά κεφαλήν επιβάρυνση για τη χρηματοδότηση των κομμάτων ανέρχεται σε 0,42 και 0,73 ευρώ αντίστοιχα. Ποιες είναι, λοιπόν, οι προτάσεις που καταθέτω: Η προγραμματική χρηματοδότηση είναι μία διέξοδος στις σημερινές συνθήκες. Αυτό σημαίνει εξαμηνιαία καταβολή δαπάνης για συγκεκριμένους κωδικούς εξόδων, ώστε οι πολίτες να μπορούν να αξιολογούν πού και πώς χρησιμοποιούν τα κόμματα τα χρήματα τους. Η απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών προσώπων, με εξαίρεση τις μικρές ετήσιες εισφορές μελών και φίλων, και η κάλυψη των λειτουργικών και εκλογικών τους αναγκών από τον κρατικό προϋπολογισμό, θα έχει ένα πολύ μικρό πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος, αλλά ένα πολύ μεγάλο δημοκρατικό όφελος. Επιπροσθέτως, απαραίτητος καθίσταται ο ουσιαστικός λογιστικός έλεγχος της διαχείρισης των ποσών της κρατικής χρηματοδότησης σε συνδυ- *Ο κ. Νίκος Ανδρουλάκης είναι ασμό με την «δεοντολογική» α- μέλος του Πολιτικού παγόρευση των δραστηριοτήτων Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ υψηλού κόστους. Επίσης, πρέπει να υπάρχει αυστηρός εσωτερικός έλεγχος στα στελέχη, («πόθεν έσχες», επαγγελματική δραστηριότητα κοκ.) έχει ιδιαίτερη σημασία και επί της ουσίας, αλλά και για την αποκατάσταση της σχέσης αξιοπιστίας μεταξύ κομμάτων και πολιτών. Τα μέτρα, μάλιστα, αυτά πρέπει να επιβληθούν μονομερώς από κάθε κόμμα που θέλει να δώσει καλό παράδειγμα, να επιδιώκει να συμβαδίζει με τα νέα πρότυπα συμπεριφοράς που θέτει η ίδια η κοινωνία και εντέλει σκοπεύει να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ήθος.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

10

Η δημοκρατία δεν κοστίζει, αξίζει Του Αθανάσιου Σκορδά*

ŠÊ

το ερώτημα «Ποιος πληρώνει τη δημοκρατία;» μια εύκολη απάντηση είναι το «μοδάτο» «Δεν πληρώνω». Η σωστή απάντηση, όμως, είναι «Θα πληρώνω δίκαια», διότι το συζητούμενο θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί, αν αγνοήσουμε τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι «η δημοκρατία δεν κοστίζει, αξίζει». Τοποθετούμαι ευθέως από την αρχή. Υπό τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, η κρατική επιχορήγηση των κομμάτων του ενός τοις χιλίοις επί των δημόσιων εσόδων, επιβάλλεται να επανεξεταστεί. Μια περικοπή είναι εφικτή, εφόσον συνδυαστεί με εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των κομμάτων. Είναι αναγκαίο όμως να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης, ώστε να αποτρέπεται τόσο η μετατροπή των κομμάτων σε κρατικοδίαιτους φορείς, όσο και η εξάρτησή τους από οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Τα πολιτικά κόμματα, ως αυτόνομοι οργανισμοί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δρουν σε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει πρωτίστως να έχουν ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών. Να μην λειτουργούν ασύδοτα, ούτε να μην λογοδοτούν. Να μπορούν, όμως, δίχως το σφιχτό κρατικό εναγκαλισμό, να εκπληρώνουν το ρόλο και τη λειτουργία τους, όπως προβλέπεται σε μία σύγχρονη δημοκρατία. Να λειτουργούν ως κανάλι ενσω*Ο κ. Αθανάσιος Σκορδάς είναι μάτωσης μεμονωμένων ατόμων γενικός διευθυντής της ΝΔ. και κοινωνικών ομάδων στο πολιτικό σύστημα και να αποτελούν τα κύρια οχήματα έκφρασης αυτών. Σε αυτό το σημείο κάποιοι ίσως αναρωτηθούν: η πολιτική συμμετοχή ορίζεται αποκλειστικά μέσω των κομμάτων; Μήπως η κοινωνία των πολιτών μπορεί να εκτελέσει πιο αποτελεσματικά το ρόλο αυτό μέσω των ΜΚΟ; Η πραγματικότητα, δυστυχώς, επιβεβαιώνει ότι οι ΜΚΟ δεν αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τα φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιαχείρισης, αδιαφάνειας και εξυπηρέτησης συμφερόντων. Λειτουργούν μάλιστα με πολύ μικρότερο και επουσιωδέστερο έλεγχο από ό,τι τα κόμματα. Ανεξάρτητα λοιπόν από την όποια συνεισφορά της κοινωνίας των πολιτών στην ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχής, τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να αφουγκράζονται τα μηνύματα των καιρών. Οφείλουν να εξετάζουν τρόπους ενίσχυσης της αξιοπιστίας τους και μεθόδους θωράκισης έναντι των όποιων συμφερόντων. Ολα τα παραπάνω έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς: το κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης. Τα κόμματα, προ-

κειμένου να φέρουν εις πέρας τις βασικές τους δραστηριότητες, χρειάζονται την κατάλληλη χρηματοδότηση. Προκειμένου να λειτουργήσουν, πρέπει να έχουν οργάνωση, να απασχολούν προσωπικό, να διεξάγουν προεκλογικές εκστρατείες και να επικοινωνούν με τους πολίτες. Γενικότερα, θα μπορούσαμε να παραδεχτούμε ότι η πολιτική δραστηριότητα περιλαμβάνει έξοδα, τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο και αναπόφευκτο κόστος της δημοκρατίας. Διαφορετικά, τα κόμματα ίσως να μην ήταν ακηδεμόνευτα, ανεξάρτητα και ελεύθερα να χαράξουν τις πολιτικές τους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούν και μόνον αυτά. Ας μην μας διαφεύγει ότι η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων δεν αποτελεί μόνο ελληνική πρακτική. Περίπου 90 από τις 140 χώρες που έχουν κοινοβουλευτική δημοκρατία ακολουθούν αυτή την πρακτική. Σε αυτό το σημείο θέλω να κάνω μία κρίσιμη παρατήρηση. Δεν πρέπει να ταυτίζουμε την εμπλοκή κάποιων πολιτικών προσώπων σε υποθέσεις διαφθοράς με τη λειτουργία των κομμάτων, τουλάχιστον όχι σε κάθε περίπτωση. Η κρατική επιχορήγηση, λοιπόν, εξασφαλίζει την αυτοτέλεια των κομμάτων. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο πρέπει ωστόσο να εκσυγχρονιστεί. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα νέα δεδομένα και να εξετάσουμε τρόπους ενίσχυσης της ιδιωτικής χρηματοδότησης των κομμάτων βάσει ξεκάθαρων και αυστηρών κανόνων. Η δυνατότητα δανειοδότησης των κομμάτων θα πρέπει να επαναρρυθμιστεί σε συνδυασμό με σαφή προσδιορισμό των όρων διεξαγωγής των προεκλογικών εκστρατειών. Η εξεύρεση πόρων -πέραν της κρατικής χρηματοδότησης- σημαίνει ότι αυτοί θα πρέπει να εξασφαλίζονται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας. Με την εμπέδωση, άλλωστε, της διαφάνειας στην πολιτική ζωή του τόπου θα αποκατασταθεί και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Μία τέτοιας λογικής παρέμβαση, μέσω ενός νέου θεσμικού πλαισίου, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να εξασφαλίζει την ουσιαστική λειτουργία του νόμου. Επιπλέον, «ανεξάρτητες» Αρχές και πολυδαίδαλα σχήματα ελέγχου αυξάνουν το κόστος και όχι τη διαφάνεια. Διότι -ας μην αυταπατώμεθα- το «μαύρο» χρήμα με «μαύρο» τρόπο διακινείται και δεν εκδίδει τιμολόγια. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτικό προσωπικό με εθνική συνείδηση, δημοκρατικό ήθος και ατομική ευθύνη.


11

Αναπροσδιορισμός των σχέσεων κομμάτων-κράτους Του Θόδωρου Μαργαρίτη*

Ê

σοβαρή αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος, τα φαινόμενα «μεταδημοκρατίας» και η εκτεταμένη αποχή των πολιτών από τις εκλογικές διαδικασίες συνιστούν στην Ευρώπη και την Ελλάδα ένα νέο τοπίο. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία με κύριο συστατικό στοιχείο τα μαζικά κόμματα βρίσκεται πια σε δομική κρίση. Κεντρικό στοιχείο σε αυτή τη νέα κατάσταση είναι τα συμφραζόμενα του «πολιτικού χρήματος», τα προνόμια των πολιτικών, η κρατική επιχορήγηση. Η Δημοκρατική Αριστερά, συνεκτιμώντας τα αρνητικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και την κριτική διάθεση των πολιτών έχει από το ιδρυτικό της συνέδριο διατυπώσει τις εναλλακτικές της προτάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη δραστική μείωση της κρατικής επιχορήγησης, στην επανεκτίμηση της βουλευτικής σύνταξης -με την έννοια ότι ο βουλευτής πρέπει να λαμβάνει μόνο τη σύνταξη του βασικού του επαγγέλματος-, καθώς και στην παύση της πρόσθετης αμοιβής για συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές επιτροπές. Στο τελευταίο μάλιστα ζήτημα οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς προχώρησαν μονομερώς στη μη αποδοχή αυτής της πρόσθετης αμοιβής ως μια συμβολική πράξη η οποία σηματοδοτεί τις επιλογές για αντιστοίχηση των βουλευτών με τις συνθήκες απομείωσης του εισοδήματος της μέσης ελληνικής κοινωνίας. Ενα άλλο σκανδαλώδες ζήτημα στις ημέρες μας είναι η δανειοδότηση των κομμάτων από τράπεζες ως ένα είδος προκαταβολής της κρατικής επιχορήγησης της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου, ακόμη και αν το όποιο κόμμα δεν έχει εξασφαλίσει ούτε τη βέβαιη επανεκλογή του στη νέα Βουλή ούτε τα ακριβή ποσοστά που ρυθμίζουν το ύψος της επιχορήγησης. Πρόκειται για μια απαράδεκτη πρακτική αναντίστοιχη των δυνατοτήτων που παρέχουν οι τράπεζες σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Είναι μάλιστα εξαιρετικά προβληματική, όταν υλοποιείται και από σχηματισμούς της Αριστεράς που κατά τα άλλα καταγγέλλουν συστηματικά το τραπεζικό σύστημα και τις συνθήκες δανειοδότησης των πολιτών. Επομένως, είναι ανάγκη πέρα από κάθε λογική λαϊκισμού να υπάρξουν έμπρακτες πρωτοβουλίες τροποποίησης των σχέσεων κομμάτων και κράτους, κομμάτων και «πολιτικού χρήματος». Κεντρικές ιδέες οφείλουν να είναι η λιτότητα και η διαφάνεια. Η απαλλαγή, σε τελευταία ανάλυση, από φαινόμενα που προσομοιάζουν τα κόμματα με ε-

ταιρείες. Η πολιτική αυτονομία των κομμάτων δεν εξασφαλίζεται ούτε με υπέρογκες δαπάνες, ούτε με την υποταγή στην αξία του χρήματος. Εχουμε, άλλωστε, αρνητικά παραδείγματα στη μεταπολιτευτική πορεία με πιο ακραίο τις σπατάλες από τα δύο μεγάλα κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) σε βάρος της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τη μεταφορά των ψηφοφόρων τους στις εκλογικές περιφέρειες. Αυτό που έχουμε σήμερα ανάγκη είναι η επαναθεμελίωση της πολιτικής, ως περιεχόμενο αξιών και προτάσεων προς όφελος της κοινωνίας και όχι ως ένα απόλυτο επικοινωνιακό μέγεθος. Μια τέτοια οπτική για τα πολιτικά προτάγματα τροποποιεί και τις δράσεις του κάθε κόμματος, επαναπροσδιορίζει τα μέσα και τις πρακτικές. Πρόκειται δηλαδή για την ανάγκη επιστροφής στην αυθεντική πολιτική και όχι στη διαφημιστική και προπαγανδιστική μηχανή πολιτικών συμφερόντων. Με αυτή την αντίληψη περιορίζεται αντικειμενικά η έκταση των «υποχρεώσεων» για την προβολή του κάθε κόμματος και του κάθε πολιτικού, οι οποίες συχνά επιβάλλουν πρόσθετες οικονομικές δαπάνες. Φυσικά, με την προϋπόθεση ότι όλα τα ΜΜΕ είναι ανοιχτά στην πλουραλιστική παρουσία των κομμάτων χωρίς διακρίσεις και παρασκηνιακές συμφωνίες. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στο πεδίο της αμφισβήτησης των κομμάτων επιχειρείται και η υποκατά- *Ο κ. Θόδωρος Μαργαρίτης είναι μέλος της Εκτελεστικής σταση των δημοκρατικών κοινοΕπιτροπής της Δημοκρατικής βουλευτικών διαδικασιών από «α- Αριστεράς. όρατες αρχές», είτε αυτές αφορούν επιχειρηματικούς κύκλους είτε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Η υπέρβαση των ακροτήτων που έχουν εδραιωθεί στο κομματικό πολιτικό σύστημα και η ορθολογική και μετρημένη αξιοποίηση δυνατοτήτων, όπως η κρατική επιχορήγηση ή οι διευκολύνσεις των εκλεγμένων βουλευτών μπορούν να συμβάλουν σε λογικές επιλογές περιφρούρησης του κοινοβουλευτισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο αναστοχασμός της ελληνικής κοινωνίας ως απαραίτητο στοιχείο για την αντιμετώπιση της σημερινής βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης περιλαμβάνει και την ίδια τη διάσταση της αυτοκριτικής από τα πολιτικά κόμματα. Μόνον έτσι θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι λαϊκιστικές, ακροδεξιές και αντιπολιτικές κορώνες που κατά βάθος αρνούνται το διακύβευμα της ίδιας της δημοκρατίας.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

12

Ο υπερδανεισμός των κομμάτων είναι πρόβλημα δημοκρατίας Του Θόδωρου Σκυλακάκη*

œ

ον περασμένο Νοέμβριο -πολύ πριν η υπόθεση αποκτήσει την τρέχουσα επικαιρότητα- ζήτησα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρέμβει στο θέμα του υπερδανεισμού των ελληνικών κομμάτων, αφού πλέον ο δανεισμός αυτός θα χρηματοδοτηθεί, μετά την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και με χρήματα των άλλων Ευρωπαίων φορολογουμένων. Αντίστοιχα, η Δημοκρατική Συμμαχία -και με δική μου εισήγηση- υιοθέτησε από το Δεκέμβριο του 2010 την πρόταση δραστικού περιορισμού των κάθε είδους κρατικών δαπανών που συνδέονται με το πολιτικό σύστημα (κομματικές επιχορηγήσεις, δαπάνες Βουλής, επιχορήγηση ΕΡΤ κλπ.). Οι λόγοι, για τους οποίους θεωρώ το θέμα της χρηματοδότησης των κομμάτων πολύ σημαντικό, δεν είναι δημοσιονομικοί. Τα χρήματα -στα οποία αναφερόμαστε- αποτελούν αξιόλογα ποσά, σε σχέση όμως με το συνολικό έλλειμμα είναι μία σταγόνα στον ωκεανό. Η πραγματική βλάβη την οποία προκαλούν είναι η επιρροή τους στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα μας. Κατ’ αρχήν, η χρηματοδότηση των ελληνικών κομμάτων με κρατικό χρήμα, σε σχέση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, είναι η πολυτελέστερη στην Ευρώπη. Σε αυτήν, δε, θα πρέπει να προστεθούν και τα 250 εκατ. ευρώ που έχουν δανειστεί τα κόμματα από κρατικές κυρίως τράπεζες (περίπου 230 εκατ. αφορούν τα δύο μεγαλύτερα κόμμα*Ο κ. Θόδωρος Σκυλακάκης τα -ΠΑΣΟΚ και ΝΔ- και έξι εκατ. τον «αείναι ευρωβουλευτής της ντιεξουσιαστικό» ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα). Δημοκρατικής Συμμαχίας και Η εγγύηση που έχει δοθεί για τις μέλος της Ομάδας χρηματοδοτήσεις αυτές δεν προέρχεται Φιλελεύθερων και Δημοκρατών για την Ευρώπη. από την περιουσία των κομμάτων, που είναι ως επί το πλείστον ανύπαρκτη, αλλά από πιθανές μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις μέχρι και το 2015. Προεξοφλείται, συνεπώς, η μελλοντική λαϊκή βούληση πολύ πέραν της θητείας της παρούσας Βουλής, η οποία όμως επηρεάζεται από την προνομιακή δανειοδότηση των κομμάτων αυτών από το τραπεζικό σύστημα. Πρόκειται για μια μεθοδολογία αλλοίωσης της δημοκρατικής έκφρασης του λαού, αφού τα χρήματα αυτά, καθώς και τα χρήματα από άλλες πηγές, καθιστούν τα κόμματα μεγάλους πελάτες των εταιρειών δημοσκοπήσεων, τους επιτρέπουν να διαθέτουν στρατιές έμμισθων υπαλλήλων (μερικοί εκ των οποίων παρεμβαίνουν ανωνύμως, αλλά με επαγγελματική ευσυνειδησία και στο διαδίκτυο), δι-

ευκολύνουν τις σχέσεις τους με κάποια μέσα και ανθρώπους στο χώρο της ενημέρωσης και της επικοινωνίας που ρέπουν σε ανορθόδοξες πρακτικές, κλπ. Πρόκειται για μία «γάγγραινα», που υπονομεύει την ήδη απαξιωμένη εικόνα του πολιτικού μας συστήματος, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός παρεμπόδισης της ανανέωσης της πολιτικής ζωής, που αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο ίσως λαϊκό αίτημα. Γιατί η χρηματοδότηση των κομμάτων συνδυάζεται με μια σειρά από άλλες νομοθετημένες μεθοδεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της εμφάνισης νέων πολιτικών σχηματισμών. Οχι μόνον οι νέοι σχηματισμοί δεν διαθέτουν κανενός είδους κρατική χρηματοδότηση, αλλά στη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων τούς απαγορεύεται νομοθετικά να διαφημίζονται με δικά τους χρήματα στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (οι σχετικές ειδικότερες ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στις ευρωεκλογές του 2009 κρίθηκαν αντισυνταγματικές, όμως ως τώρα τίποτε δεν έχει αλλάξει). Ταυτόχρονα, στα παλαιότερα κόμματα εκτός από τις τεράστιες χρηματοδοτήσεις, τον υπερδανεισμό και τη θηριώδη έκτακτη εκλογική χρηματοδότηση, προσφέρεται και υπεράφθονος δωρεάν προεκλογικός τηλεοπτικός χρόνος. Η λύση του προβλήματος είναι απλή και δίκαιη. Η χρηματοδότηση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό θα έπρεπε να αποτελείται από κεφάλαια που θα εξαρτώνται αποκλειστικά από τον αριθμό των πολιτών που επιλέγουν επωνύμως -αυστηρά και μόνο μέσω τραπεζικού λογαριασμού, πιστωτικής κάρτας ή τραπεζικής κατάθεσης- να χρηματοδοτούν το κάθε κόμμα, με ένα ελάχιστο ποσό (πχ. δέκα ευρώ ετησίως). Με τον τρόπο αυτό και σε συνδυασμό με ένα χαμηλό αντίστοιχο μέγιστο όριο χρηματοδότησης ανά πολίτη (πχ. 1.000 ευρώ το χρόνο), τα κόμματα θα είχαν χρηματοδότηση που θα ήταν ανάλογη με την τρέχουσα λαϊκή τους απήχηση και δεν θα δημιουργούνταν άνισες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ παλαιών και νέων κομμάτων. Ταυτόχρονα, λύνεται έτσι αυτόματα και το θέμα του δανεισμού, μιας και δεν θα υπήρχαν δεδομένες μελλοντικές επιχορηγήσεις που να χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις. Τα υφιστάμενα κόμματα θα εξακολουθούσαν να έχουν ισχυρό πλεονέκτημα, αφού θα διέθεταν εκλεγμένους βουλευτές, ευρωβουλευτές, δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους κλπ., με όλες τις διευκολύνσεις που αυτό συνεπάγεται από πλευράς γραφείων, συνεργατών, εξόδων λειτουργίας κλπ., θα υπήρχε όμως και η δυνατότητα της αμφισβήτησής τους.


13

Μεικτή χρηματοδότηση και αυστηρότεροι έλεγχοι Του Ανδρέα Παπαμιμίκου*

Š

ε μία εποχή που η καθημερινότητα των πολιτών κυριαρχείται από τις οικονομικές δυσκολίες και το πολιτικό σύστημα έχει χάσει την αξιοπιστία του, έρχονται στην επικαιρότητα ζητήματα που πλέον χρειάζονται άμεση αναθεώρηση. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο και μία άλλη το ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων. Είναι πραγματικά άξιο αναφοράς πως την ώρα που κάθε ελληνική οικογένεια πλήττεται από τους συνεχώς αυξανόμενους φόρους, τους φουσκωμένους λογαριασμούς, την ανεργία και τις περικοπές των μισθών, συνεχίζονται να δίνονται κρατικά χρήματα στα πολιτικά κόμματα πέρα από τη λογική των ημερών. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αφορίσουμε τα ίδια τα κόμματα, καθώς αυτά είναι, και θα πρέπει να συνεχίσουν να είναι, φορείς της δημοκρατίας μας. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να σπάσουμε το ταμπού της ιδιωτικής χρηματοδότησης και να θέσουμε παράλληλα κανόνες. Η ΟΝΝΕΔ έθιξε το ζήτημα του πολιτικού χρήματος από τον περασμένο Ιούλιο. Προτείναμε μείωση της κρατικής χρηματοδότησης προς τα πολιτικά κόμματα και ταυτόχρονη σύνδεσή της με τον ετήσιο στόχο του κράτους για περικοπές στο δημόσιο τομέα. Δεν αρκεί, όμως, αυτό. Χρειάζεται να υιοθετήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο, να αλλάξουμε γενικότερα νοοτροπία ως κοινωνία. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, λοιπόν, κατά τη δική μου γνώμη είναι η μεικτή χρηματοδότηση, δηλαδή η σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης με την ιδιωτική. Σύμφωνα με αυτή τη λύση, τα κόμματα θα λαμβάνουν το μισό περίπου ποσό που προβλέπεται, με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβαν στις εκλογές. Επιπλέον, για κάθε ποσό ιδιωτικής χορηγίας, θα λαμβάνουν ανάλογο (μικρότερο) ποσοστό κρατικής. Με ανώτατο όριο στην κρατική χορηγία, τη συμπλήρωση του υπόλοιπου μισού ποσού. Δικλείδα ασφαλείας απέναντι στην εξάρτηση που θα προκαλέσει αυτή η σχέση κομμάτων-ιδιωτών, θα είναι η θέσπιση ανώτατου ορίου εισφοράς για κάθε ιδιωτική χορηγία, η οποία θα πρέπει υποχρεωτικά να δημοσιoποιείται, τουλάχιστον από κάποιο ποσό και πάνω. Το ποσό της χρηματοδότησης δεν είναι, ωστόσο, το μόνο πρόβλημα. Χρειάζεται και ένα ισχυρότερο πλαίσιο ελέγχου των χρημάτων των πολιτών που χορηγούνται

στα πολιτικά κόμματα. Τα κόμματα θα πρέπει να ελέγχονται να τηρούν λογιστικά βιβλία Γ’ Κατηγορίας για τα έσοδα και τα έξοδά τους. Τα κόμματα δεν μπορεί να είναι υπεράνω των κανόνων που είναι δεδομένοι για κάθε Ελληνα πολίτη. Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν πού πηγαίνουν τα χρήματά τους και με ποιο τρόπο αυτά χρησιμοποιούνται, ώστε να υπάρχει επαρκής κοινωνική λογοδοσία. Ενα σύγχρονο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση των κομμάτων, φυσικά, δεν θα έχει καμία ουσία, εάν δεν συνοδεύεται από έναν αυστηρό μηχανισμό ελέγχου. Είναι θεμελιώδης ανάγκη, λοιπόν, η σύσταση ειδικού οργάνου από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο του «πολιτικού χρήματος». Η δικαιοσύνη πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στον έλεγχο των εσόδων και των δαπανών των κομμάτων, με αυστηρές συνέπειες για όσους πολιτικούς φορείς παρεκκλίνουν. Τα κόμματα πρέπει να τακτοποιήσουν τα δικά τους οικονομικά, για να διαθέτουν την αξιοπιστία ότι μπορούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά και τα οικονομικά του κράτους. Πρέπει επιτέλους όμως και η ελληνική συνείδηση να αποδεχτεί ως αναγκαία τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων με διάφορους τρόπους από την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να εξοικονομηθούν κρατικοί πόροι, και παράλληλα να απελευθερωθούν και νέες δυνάμεις σκέψης που σήμερα βρίσκονται εγκλωβισμένες στο χάσμα που δημιουργεί η τεράστια κρατική χρηματοδότηση. *Ο κ. Ανδρέας Παπαμιμίκος Συνεπώς, η πολιτεία έχει την υ- είναι πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ. ποχρέωση να είναι ο εγγυητής της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, ωστόσο πρέπει να πάψει να είναι ο αιώνιος χρηματοδότης τους. Η κοινωνία των πολιτών είναι αυτή που θα πρέπει να προστατεύσει για ακόμη μία φορά τη δημοκρατία, στηρίζοντας το ρόλο των πολιτικών κομμάτων, και ταυτόχρονα απαιτώντας τον εξορθολογισμό στη χρησιμοποίηση των κρατικών πόρων. Ας πούμε, λοιπόν, όχι στην ισοπέδωση των πάντων και ας φροντίσουμε άμεσα να θέσουμε διαφανείς και κυρίως ουσιαστικούς κανόνες, ώστε να προστατεύσουμε το κύρος του πολιτικού συστήματος. Το μέτρο, άλλωστε, είναι αυτό που λείπει από το ελληνικό Δημόσιο γενικότερα.

ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ


ΑΓΟΡΑΙΔΕΩΝ

14

Λεφτά δεν υπάρχουν… Του Θάνου Τριανταφύλλου

O

Alan Ball και Guy Peters στο βιβλίο τους Σύγχρονη Πολιτική και Διακυβέρνηση θεωρούν πως ο ορισμός του πολιτικού κόμματος συγκροτείται από τρία κύρια στοιχεία: α) τον κοινό στόχο τους για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας είτε μόνα τους είτε σε συνεργασία με άλλα κόμματα, β) ένα βαθμό οργάνωσης, και γ) εξωκοινοβουλευτική υποστήριξη από ευρύτερα δίκτυα της κοινωνίας μέσα από κοινωνικές δράσεις . Η χρηματοδοτική υποστήριξη ενός πολιτικού κόμματος τέμνει οριζόντια τα τρία αυτά στοιχεία, αποτελώντας την «ατμομηχανή» για την προοπτική κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Αν θεωρήσουμε πως τα πολιτικά κόμματα συνιστούν εν τη γενέσει τους «εθελοντικές συνενώσεις» στη βάση κοινών πολιτικών προτιμήσεων και μιας γενικής ιδεολογικής ταυτότητας, τότε τα επιμέρους στάδια μέχρι -αλλά και μετά- την κατάκτηση της εξουσίας μπορούν συνοπτικά να οριστούν ότι προϋποθέτουν και συμπεριλαμβάνουν: α) την παραγωγή ιδεολογίας, β) την εσωκομματική οργάνωση, γ) την κομματική λειτουργία, και δ) την παραγωγή πολιτικής . Αλλά, μιας και σπεύσαμε να προσφύγουμε στις «ευλογίες της θεωρίας», ας δούμε ποια από όλες αυτές τις προϋποθέσεις βρίσκει ανταπόκριση και κυρίως εφαρμογή στην κουρασμένη δίχως αμφιβολία μεταπολιτευτική δημοκρατία της χώρας μας. Τα πολιτικά κόμματα ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’80 από τη δεδομένη παράδοση της εθελοντικής συσπείρωσης των πολιτών ή των κλειστών λεσχών νέων και παλαιών πολιτευτών, μετεξελίχθηκαν σε ιδιότυπους οργανισμούς διασφάλισης και διαιώνισης των κατακτήσεων της εξουσίας που επεδίωκαν ανά πάσα στιγμή να απευθύνονται σε ένα μαζικό ακροατήριο, όπου η όποια στράτευση είχε σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό με κυρίαρχα τα χαρακτηριστικά της χαμηλόμισθης δημοσιοϋπαλληλίας. Σε αυτό το περιβάλλον, η καθιέρωση της κρατικής χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων -και δη των κομμάτων που κατάφερναν να περάσουν το κατώφλι του Κοινοβουλίου- πολλαπλασίασε τις μικρές και τις μεγάλες παθογένειες, αφαιρώντας και τις τελευταίες εναπομείνασες δυνατότητες για ουσιαστική συμβολή στη συγκρότηση υγιών και δυναμικών οργανισμών παραγωγής και διαμόρφωσης ρεαλιστικών και εφαρμόσιμων προτάσεων δη-

μόσιας πολιτικής. Με άλλα λόγια, η λογική της διατήρησης και της ενίσχυσης των μηχανισμών -οι μικροί κομματικοί στρατοί των εξαρτώμενων χαμηλόμισθων- υπερίσχυσε με τα χρόνια αφήνοντας πίσω της ιδεολογικά και πολιτικά «κομμάτια και θρύψαλα»… Παράλληλα, η άνευ όρων και ορίων τραπεζική δανειοδότηση ως αναγκαίο εκ των πραγμάτων μέτρο συμπλήρωσης των διαρκώς αυξανόμενων χρηματοδοτικών αναγκών των κομματικών μηχανισμών ήρθε να επισφραγίσει με τον πλέον καταλυτικό τρόπο την κρατικοποίηση των πολιτικών κομμάτων. Με άλλα λόγια, στη διαδικασία (ολικής ή μερικής) μετάλλαξης των κομμάτων από φορείς κοινωνικής εκπροσώπησης σε θεσμούς νομιμοποίησης κρατικών πολιτικών στην κοινωνία, η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό ήρθε να «επικαθήσει» και να αποτελέσει τον απόλυτα μοιραίο επιβαρυντικό παράγοντα στη σχέση κράτους-κόμματος. Και όλα αυτά τη στιγμή που η κρατική χρηματοδότηση ήρθε, για να προφυλάξει τις αμαρτωλές διασυνδέσεις κομμάτων και επιχειρήσεων/επιχειρηματιών. Με συναίσθηση της ευθύνης που έχουμε ως πολίτες -ενεργοί και μάχιμοι- οφείλουμε να διατυπώσουμε με καθαρότητα και σαφήνεια τη θέση μας. Μία θέση που δίχως να ξεπέφτει σε μια λαϊκιστική, παρωχημένη ηθικολογία, αλλά και πολύ περισσότερο να φλερτάρει και να επιζητεί να συμμετάσχει σε ένα καταστροφικό κυνήγι μαγισσών υπερασπίζεται εδώ και τώρα την αποκρατικοποίηση των κομμάτων μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με την κοινωνία και τους φορείς της. Σε αυτήν τη διαδικασία επαναπροσδιορισμού κεντρική θέση δεν μπορεί παρά να έχει η ανάγκη επαναφοράς της πολιτικής στον κεντρικό πυρήνα της λειτουργίας των κομμάτων. Μόνο με μία τέτοιου είδους επαναφορά θα μπορεί να επιστρέψει… σπίτι και ο εθελοντικός χαρακτήρας της κομματικής ένταξης, και να ανοίξει ο δρόμος για τη μετακομματική δημοκρατία που στηρίζεται πολύ περισσότερο στις συμμαχίες των ενεργών πολιτών που νοιάζονται για τη νέα διευρυμένη έννοια του δημόσιου συμφέροντος αλλά και την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι, όμως, πως… λεφτά δεν υπάρχουν και πως η δύναμη των πολιτών μέσα από τις πρωτοβουλίες και τις δράσεις των νέων συλλογικοτήτων τους υπερβαίνει τους κομματικούς μηχανισμούς!


ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ - FORUM ΑΓΟΡΑ ΙΔΕΩΝ - Ιανουάριος 2012  

Ποιος πληρώνει τη δημοκρατία;