Page 1


COLLEEN HOOVER

Χωρίς ελπίδα

Μετάφραση: Χριστίνα Μανιά


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Hopeless Συγ γ ραφέας: Colleen Hoover Μετάφραση: Χριστίνα Μανιά Επιμέλεια-Διόρθωση: Νεύτων Χέλμης © 2013 Colleen Hoover © 2014, Εκδόσεις Κυριάκος Παπαδόπουλος Α.Ε., γ ια την ελληνική γ λώσσα Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμιά διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Κατά το Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με το Ν. 100/1975), απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Πρώτη έκδοση: Μάρτιος 2014 EKΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Καποδιστρίου 9, 144 52 Μεταμόρφωση Αττικής,


Για τον Βανς. Κάποιοι πατεράδες μάς φ έρνουν στη ζωή, κάποιοι άλλοι μάς δείχνουν πώς να τη ζούμε. Σε ευχαριστώ και για τα δύο.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

7

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 7:29 μμ

Στέκομαι όρθια και κοιτάζω το κρεβάτι, κρατώντας την αναπνοή μου από φόβο μη μου ξεφύγουν οι ήχοι που ανεβαίνουν από το λαιμό μου. Δε θα κλάψω. Δε θα κλάψω. Πέφτοντας αργά στα γόνατά μου, βάζω τα χέρια μου στην άκρη του κρεβατιού και τα δάχτυλά μου διατρέχουν τα κίτρινα αστέρια που βρίσκονται διάσπαρτα πάνω στο σκούρο μπλε πάπλωμα. Κοιτάζω έντονα τα αστέρια, μέχρι που αρχίζουν να θολώνουν από τα δάκρυα που πλημμυρίζουν τα μάτια μου. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και βυθίζω το κεφάλι μου στο κρεβάτι σφίγγοντας με τις χούφτες μου την κουβέρτα. Οι ώμοι μου αρχίζουν να ταρακουνιούνται καθώς ξεσπάω βίαια στους λυγμούς που προσπαθούσα τόση ώρα να συγκρατήσω. Μ ε μια γρήγορη κίνηση σηκώνομαι, ουρλιάζω και τραβάω την κουβέρτα από το κρεβάτι πετώντας τη στην άλλη άκρη του δωματίου. Σφίγγω τις γροθιές μου και κοιτάω με μανία τριγύρω μου για να βρω κάτι να πετάξω. Βουτάω τα μαξιλάρια από το κρεβάτι και τα ρίχνω στον καθρέφτη, πάνω στο είδωλο του κοριτσιού που δεν αναγνωρίζω πλέον. Βλέπω το κορίτσι στον καθρέφτη να με καρφώνει με το βλέμμα του ενώ κλαίει αξιοθρήνητα. Η αδυναμία που διακρίνω στα δάκρυά της με κάνει έξαλλη. Τρέχουμε η μία προς την άλλη ώσπου οι γροθιές μας να συγκρουστούν πάνω στο γυαλί θρυμματίζοντας τον καθρέφτη.


8

COLLEEN HOOVER

Παρακολουθώ καθώς εκείνη γίνεται εκατομμύρια γυαλιστερά κομμάτια που πέφτουν πάνω στο χαλί. Αρπάζω με δύναμη μια συρταριέρα και την αναποδογυρίζω βγάζοντας μία ακόμη κραυγή την οποία συγκρατούσα για πολλή ώρα. Μ ε το που το έπιπλο προσγειώνεται στη ράχη του, ανοίγω τα συρτάρια και πετάω το περιεχόμενό τους σε όλο το δωμάτιο, στριφογυρίζοντας, πετώντας και κλοτσώντας τα πάντα στο πέρασμά μου. Βουτάω τις αραχνοΰφαντες μπλε κουρτίνες και τις τραβάω με τόση δύναμη, που σπάει το κουρτινόξυλο και οι κουρτίνες κουβαριάζονται πάνω μου. Πλησιάζω τα κουτιά που είναι στοιβαγμένα στη γωνία και, χωρίς καν να ξέρω τι έχουν μέσα, παίρνω το πάνω πάνω και το πετάω στον τοίχο με όση δύναμη μπορεί να έχει το σκαρί μου που φτάνει το 1,60. «Σε μισώ!» φωνάζω. «Σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ!» Πετάω ό,τι βρω μπροστά μου πάνω σε οτιδήποτε άλλο βρίσκω μπροστά μου. Κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου για να ουρλιάξω γεύομαι την αλμύρα από τα δάκρυα που τρέχουν ποτάμι στα μάγουλά μου. Ξαφνικά τα χέρια του Χόλντερ με αγκαλιάζουν από πίσω τόσο σφικτά ώστε με ακινητοποιούν. Τινάζομαι, στριφογυρίζω και ουρλιάζω λίγο ακόμα μέχρι που οι κινήσεις μου δε γίνονται πια συνειδητά αλλά είναι απλά αντανακλαστικές αντιδράσεις. «Σταμάτα» λέει ήρεμα στο αυτί μου χωρίς να έχει καμία διάθεση να με αφήσει. Τον ακούω αλλά προσποιούμαι πως όχι. Ή ίσως απλά δε με νοιάζει. Συνεχίζω να παλεύω για να ξεφύγω από τη λαβή του, αλλά αυτός με σφίγγει ακόμα περισσότερο. «Μ η με αγγίζεις!» φωνάζω με όλη μου τη δύναμη χώνοντας τα νύχια μου στα μπράτσα του. Και πάλι δεν ταράζεται. Μη με ακουμπάς. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Η φωνούλα ηχεί μέσα στο μυαλό μου και αυτόματα αφήνομαι εντελώς στα χέρια του. Νιώθω να χάνω τις δυνάμεις μου καθώς τα δάκρυά μου πυκνώνουν και με πνίγουν. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά μια θάλασσα από δάκρυα που δε λένε να σταματήσουν. Είμαι αδύναμη και τον αφήνω εκείνον να νικήσει. Ο Χόλντερ χαλαρώνει τη λαβή του και βάζει τα χέρια του


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

9

πάνω στους ώμους μου, μετά με γυρίζει προς το μέρος του για να τον βλέπω. Δεν μπορώ ούτε να τον κοιτάξω. Εξαντλημένη και συντετριμμένη αφήνομαι πάνω στο στέρνο του, σφίγγω στις χούφτες μου το πουκάμισό του καθώς κλαίω με αναφιλητά, ενώ το μάγουλό μου ακουμπάει στην καρδιά του. Βάζει το χέρι του πίσω στο κεφάλι μου και χαμηλώνει το στόμα του στο αυτί μου. «Σκάι».1 Η φωνή του είναι σταθερή και ατάραχη. «Πρέπει να φύγεις. Τώρα». 1. Το όνομα της ηρωίδας είναι το αγγλικό Sky που σημαίνει ουρανός. (Σ.τ.Μ.)


10

COLLEEN HOOVER

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012 11:50 μμ

Δύο μήνες νωρίτερα…

Θέλω να πιστεύω πως οι περισσότερες αποφάσεις που έχω πάρει κατά τη διάρκεια των δεκαεπτά χρόνων της ζωής μου ήταν έξυπνες. Ελπίζω πως η εξυπνάδα μετριέται με το βάρος και πως οι λίγες χαζές αποφάσεις που έχω πάρει στη ζωή μου δε θα έχουν καμία βαρύτητα μπροστά στις έξυπνες. Αν αυτό ισχύει, θα χρειαστεί να πάρω ένα σωρό έξυπνες αποφάσεις αύριο, καθώς το να βάλω κρυφά τον Γκρέισον στο δωμάτιό μου για τρίτη φορά αυτόν το μήνα γέρνει κατά πολύ τη ζυγαριά προς την πλευρά των ηλίθιων αποφάσεων. Παρ’ όλα αυτά, η μόνη ακριβής μονάδα μέτρησης του επιπέδου ηλιθιότητας μιας απόφασης είναι ο χρόνος… Υποθέτω, λοιπόν, πως θα περιμένω να δω αν θα με κάνουν τσακωτή, προτού βγάλω τελική ετυμηγορία για την απόφασή μου. Σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να φαίνεται, δεν είμαι τσουλί. Εκτός βέβαια κι αν ο χαρακτηρισμός μου ως τσούλας βασίζεται στο γεγονός πως φασώνομαι με πολλά άτομα, ακόμα και αν δε νιώθω καμία έλξη για αυτά. Σε αυτή την περίπτωση, το συζητάμε. «Κάνε γρήγορα» φωνάζει ο Γκρέισον πίσω από το κλειστό παράθυρο, εμφανώς εκνευρισμένος γιατί δε σκοτώνομαι να του ανοίξω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

11

Ξεκλειδώνω και ανεβάζω το παράθυρο όσο πιο αθόρυβα μπορώ. Μ πορεί η Κάρεν να είναι αντισυμβατικός γονιός, αλλά στην περίπτωση των αγοριών που τα μεσάνυχτα μπαίνουν κρυφά μέσα από τα παράθυρα υπνοδωματίων γίνεται η τυπική αυστηρή μητέρα. «Μ η φωνάζεις» ψιθυρίζω. Ο Γκρέισον ανασηκώνεται, περνάει το ένα του πόδι από το περβάζι και στη συνέχεια μπαίνει στο δωμάτιό μου. Βοηθάει το γεγονός πως τα παράθυρα από αυτή την πλευρά του σπιτιού δεν ξεπερνούν το ένα μέτρο από το έδαφος: είναι σαν να έχω δική μου πόρτα. Στην πραγματικότητα, η Σιξ και εγώ έχουμε μάλλον χρησιμοποιήσει περισσότερο τα παράθυρά μας για να πηγαινοερχόμαστε από το ένα σπίτι στο άλλο από ό,τι τις πόρτες. Η Κάρεν το έχει πια τόσο πολύ συνηθίσει ώστε ούτε καν αναρωτιέται γιατί το παράθυρό μου είναι ανοιχτό τις περισσότερες φορές. Προτού τραβήξω την κουρτίνα, ρίχνω μια ματιά στο παράθυρο του δωματίου της Σιξ. Μ ε χαιρετάει με το ένα χέρι ενώ με το άλλο τραβάει από το μπράτσο τον Τζάξον καθώς σκαρφαλώνει στο δωμάτιό της. Μ όλις ο Τζάξον μπει μέσα, γυρίζει και βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο. «Θα βρεθούμε στο φορτηγό σου σε μία ώρα» ψιθυρίζει στον Γκρέισον. Κλείνει το παράθυρο της Σιξ και τραβάει τις κουρτίνες της. Η Σιξ2 και εγώ είμαστε κολλητές από τη μέρα που μετακόμισε δίπλα μας πριν από τέσσερα χρόνια. Τα παράθυρα των δωματίων μας είναι δίπλα δίπλα, γεγονός που αποδείχτηκε εξαιρετικά βολικό. Τα πράγματα ξεκίνησαν αρκετά αθώα. Όταν ήμασταν δεκατεσσάρων πήγαινα κρυφά στο δωμάτιό της το βράδυ, βουτάγαμε παγωτό από το ψυγείο και βλέπαμε ταινίες. Όταν ήμασταν δεκαπέντε αρχίσαμε να βάζουμε μέσα, στα κρυφά, αγόρια με τα οποία τρώγαμε παγωτό και βλέπαμε ταινίες. Στα δεκαέξι πια το παγωτό και οι ταινίες εξαφανίστηκαν και έμειναν μόνο τα αγόρια. Τώρα, στα δεκαεπτά, πάει η μία στο δωμάτιο της άλλης αφού φύγουν τα αγόρια και πάνε σπίτι τους. Τότε είναι η στιγμή που το παγωτό και οι ταινίες επανέρχονται στο προσκήνιο.


12

COLLEEN HOOVER

Η σχέση της Σιξ με τους διάφορους γκόμενους είναι η ίδια σχέση που έχω εγώ με τις διάφορες γεύσεις παγωτού. Αυτή τη στιγμή η γεύση της του μήνα είναι ο Τζάξον. Η δική μου είναι το Ρόκι Ρόουντ.3 Ο Γκρέισον και ο Τζάξον είναι κολλητοί και αυτός είναι ο λόγος που αρχικά ο Γκρέισον κι εγώ τα μπλέξαμε. Όταν η γεύση του μήνα της Σιξ έχει κάποιον φίλο κούκλο, τον ρίχνει στα δίχτυα μου. Ο Γκρέισον είναι πράγματι φοβερός γκόμενος. Έχει ένα αναμφισβήτητα καταπληκτικό σώμα, υπέροχα ατημέλητα μαλλιά, διαπεραστικά σκούρα μάτια… Όλο το πακέτο. Απ’ τα κορίτσια που γνωρίζω, οι περισσότερες θα αισθάνονταν τυχερές μόνο και μόνο να είναι στο ίδιο δωμάτιο με κείνον. Τι κρίμα που εγώ δεν αισθάνομαι έτσι. Κλείνω τις κουρτίνες και καθώς γυρίζω βρίσκω τον Γκρέισον να απέχει μόνο λίγα εκατοστά από το πρόσωπό μου, έτοιμος ν’ αρχίσει το γλέντι. Μ ε χαϊδεύει στα μάγουλα, επιδεικνύοντας το χαμόγελό του που σε κάνει να τα χάνεις. «Γεια σου, όμορφη». Δε μου αφήνει περιθώριο να πω κάτι, καθώς τα χείλη του συναντάνε τα δικά μου με έναν άτσαλο τρόπο. Συνεχίζει να με φιλάει, ενώ παράλληλα βγάζει τα παπούτσια του. Τα ξεφορτώνεται εύκολα καθώς κατευθυνόμαστε προς το κρεβάτι μου, ενώ τα στόματά μας είναι ακόμα κολλημένα. Η άνεση με την οποία κάνει πράγματα ταυτόχρονα είναι εντυπωσιακή κι ενοχλητική συνάμα. Μ ε ακουμπάει απαλά στο κρεβάτι μου. «Είναι κλειδωμένη η πόρτα σου;» «Πήγαινε να ελέγξεις» λέω. Μ ου δίνει ένα πεταχτό φιλί στα χείλια πριν πεταχτεί όρθιος για να βεβαιωθεί πως η πόρτα είναι κλειδωμένη. Έχω ζήσει δεκατρία χρόνια με την Κάρεν και δε με έχει τιμωρήσει ποτέ, δε θέλω να της δώσω αφορμή να ξεκινήσει τώρα. Θα γίνω δεκαοκτώ σε μερικές εβδομάδες και ακόμα και τότε αμφιβάλλω αν θ’ αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί ως γονιός όσο μένω στο σπίτι της. Όχι πως ο τρόπος που με μεγαλώνει είναι λάθος. Απλώς είναι… πολύ αντιφατικός. Ήταν αυστηρή σε όλη μου τη ζωή. Δεν είχαμε ποτέ πρόσβαση στο Ίντερνετ, στα κινητά τηλέφωνα ή ακόμα και στην τηλεόραση, γιατί πιστεύει πως η τεχνολογία


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

13

είναι η ρίζα όλων των κακών στον κόσμο. Από την άλλη είναι εξαιρετικά επιεικής σε άλλα θέματα. Μ ε αφήνει να βγαίνω έξω με τη Σιξ όποτε θέλω και, εφόσον ξέρει πού είμαι, δε χρειάζεται να γυρίσω κάποια συγκεκριμένη ώρα. Βέβαια ποτέ δεν το παρατράβηξα, οπότε ίσως να ήταν ένας τρόπος να γυρίζω νωρίς χωρίς να το ξέρω. Δεν την πειράζει να βρίζω, παρ’ όλο που το κάνω σπάνια. Μ έχρι και που με αφήνει να πιω λίγο κρασί στο δείπνο πού και πού. Μ ου μιλάει περισσότερο σαν να είμαι φίλη της παρά κόρη της (παρ’ όλο που με υιοθέτησε πριν από δεκατρία χρόνια) και με κάποιον τρόπο κατάφερε να με κάνει να είμαι εντελώς (σχεδόν) ειλικρινής απέναντί της για οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή μου. Δεν υπάρχει μέση οδός μαζί της. Είναι είτε εξαιρετικά επιεικής είτε εξαιρετικά αυστηρή. Είναι σαν μια συντηρητικά φιλελεύθερη ή μια φιλελεύθερα συντηρητική. Ό,τι και να είναι, είναι τρομερά δύσκολο να την καταλάβεις, γι’ αυτό και εγκατέλειψα αυτή την προσπάθεια πριν από χρόνια. Για το μόνο πράγμα που συγκρούστηκα πολύ μαζί της ήταν το θέμα του δημόσιου σχολείου. Μ ου έκανε μαθήματα στο σπίτι όλη μου τη ζωή (τα δημόσια σχολεία είναι άλλη μία ρίζα κακών) και την εκλιπαρούσα να με γράψει σε σχολείο από τότε που η Σιξ μού έβαλε αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Έχω κάνει αιτήσεις σε διάφορα κολέγια και αισθάνομαι πως θα έχω μεγαλύτερη πιθανότητα να με πάρει κάποιο από αυτά που θέλω αν μπορώ να προσθέσω στις αιτήσεις και μερικές άλλες δραστηριότητες πέραν των μαθημάτων. Μ ετά από μήνες που την παρακαλούσαμε ασταμάτητα η Σιξ κι εγώ, η Κάρεν τελικά συναίνεσε και μου επέτρεψε να γραφτώ στο σχολείο ως τελειόφοιτη. Είχα αρκετούς βαθμούς ώστε να έπαιρνα πτυχίο σε μερικούς μήνες από την κατ’ οίκον διδασκαλία, αλλά ένα κομμάτι του εαυτού μου είχε πάντα την επιθυμία να ζήσει τη ζωή μιας φυσιολογικής έφηβης. Αν ήξερα βέβαια πως η Σιξ θα έφευγε σε πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών την ίδια εβδομάδα που υποτίθεται θα ξεκινούσαμε την πρώτη μας μέρα μαζί ως τελειόφοιτες δε θα είχα ποτέ εξετάσει την ιδέα τού να πάω σε δημόσιο σχολείο.


14

COLLEEN HOOVER

Αλλά είμαι αθεράπευτα πεισματάρα και θα προτιμούσα να καρφώσω ένα πιρούνι στο χέρι μου παρά να πω στην Κάρεν πως άλλαξα γνώμη. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι το γεγονός πως φέτος δε θα έχω τη Σιξ. Ξέρω πόσο πολύ ήθελε να μπει σε αυτό το πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών, αλλά η εγωιστική πλευρά του εαυτού μου έλπιζε πως δε θα τα κατάφερνε. Η ιδέα πως πρέπει να διασχίσω την πόρτα του σχολείου χωρίς εκείνη με τρομοκρατεί. Αλλά συνειδητοποιώ πως ο αποχωρισμός μας είναι αναπόφευκτος και πως μου μένει λίγος καιρός προτού αναγκαστώ να βγω στον πραγματικό κόσμο, όπου ζουν και άλλοι άνθρωποι εκτός από τη Σιξ και την Κάρεν. Η έλλειψη επαφής μου με τον πραγματικό κόσμο είχε αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από βιβλία και δεν μπορεί να είναι υγιές να ζει κανείς σε έναν παραμυθένιο κόσμο. Το διάβασμα με έκανε να γνωρίσω την (ίσως δραματοποιημένη) φρίκη του γυμνασίου, των πρώτων ημερών, των κλικών και των κακών κοριτσιών. Δε βοηθάει το γεγονός πως, σύμφωνα με τη Σιξ, έχω ήδη κακή φήμη μόνο και μόνο επειδή συνδέομαι μαζί της. Η Σιξ δεν έχει και το καλύτερο ιστορικό σε ό,τι αφορά τη σχέση της με τα αγόρια και απ’ ό,τι φαίνεται κάποια από τα αγόρια που φασώθηκα δεν έχουν το καλύτερο ιστορικό εχεμύθειας. Αυτός ο συνδυασμός θα κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την πρώτη μέρα στο σχολείο. Όχι πως με νοιάζει. Δε γράφτηκα στο σχολείο ούτε για να κάνω φίλους ούτε για να εντυπωσιάσω κανέναν, οπότε, όσο η αδικαιολόγητη φήμη μου δεν εμποδίζει τον τελικό μου στόχο, θα είμαι μια χαρά. Ελπίζω. Αφού σιγουρευτεί πως η πόρτα είναι κλειδωμένη, ο Γκρέισον έρχεται πίσω στο κρεβάτι και μου ρίχνει ένα χαμόγελο αποπλάνησης. «Τι θα έλεγες για ένα μικρό στριπτίζ;» Κουνάει τους γοφούς του και σηκώνει το πουκάμισό του αποκαλύπτοντας τους καλοσχηματισμένους κοιλιακούς του που έχει αποκτήσει με σκληρή δουλειά. Έχω αρχίσει να παρατηρώ πως δε χάνει ευκαιρία να τους επιδεικνύει. Είναι το κλασικό αγόρι νάρκισσος.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

15

Γελάω καθώς στριφογυρίζει ψηλά με το χέρι το πουκάμισό του και μου το πετάει, για να γλιστρήσει στη συνέχεια πάνω μου. Περνάει το χέρι του πίσω από το λαιμό μου και φέρνει το στόμα μου πάλι μπροστά σε θέση μάχης. Την πρώτη φορά που ο Γκρέισον τρύπωσε στο δωμάτιό μου ήταν πριν από ένα μήνα και κάτι και μου το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή πως δεν έψαχνε για σχέση. Εγώ πάλι του ξεκαθάρισα πως δεν έψαχνα για αυτόν, κι έτσι τα βρήκαμε με την πρώτη. Θα είναι βεβαίως ένα από τα ελάχιστα άτομα που γνωρίζω στο σχολείο, οπότε ανησυχώ μήπως αυτό δημιουργήσει πρόβλημα σε τούτο το όμορφο πράγμα που έχουμε – δηλαδή στο τίποτα. Είναι εδώ λιγότερο από τρία λεπτά και το χέρι του είναι ήδη στην μπλούζα μου. Νομίζω ότι μπορώ να πω με σιγουριά πως δε βρίσκεται εδώ για τα όσα ενδιαφέροντα έχω να πω. Τα χείλη του μετακινούνται από το στόμα μου στο λαιμό μου, έτσι εκμεταλλεύομαι αυτή τη στιγμή ανάπαυλας για να πάρω μια βαθιά εισπνοή και να προσπαθήσω να αισθανθώ κάτι. Οτιδήποτε. Κολλάω το βλέμμα μου στα πλαστικά αστεράκια που είναι κολλημένα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι μου και φωσφορίζουν στο σκοτάδι, ενώ μόλις που παίρνω χαμπάρι τα χείλη του καθώς πηγαίνουν προς το στήθος μου. Είναι εβδομήντα έξι από αυτά. Αστεράκια εννοώ. Το ξέρω γιατί τις τελευταίες εβδομάδες είχα άπλετο χρόνο να τα μετρήσω ενόσω βρισκόμουν στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Εγώ να είμαι ξαπλωμένη χωρίς να δίνω σημασία ή να ανταποκρίνομαι, ενώ ο Γκρέισον εξερευνά το πρόσωπό μου και το λαιμό μου και μερικές φορές το στήθος μου με τα όλο περιέργεια και διέγερση χείλη του. Γιατί λοιπόν, αφού όλο αυτό δε μου λέει τίποτα, τον αφήνω να το κάνει; Δεν είχα ποτέ κανένα συναισθηματικό δέσιμο με τα αγόρια που φασώνομαι. Ή, πιο σωστά, με τ’ αγόρια που φασώνονται μαζί μου. Είναι δυστυχώς μονόπλευρη κατάσταση. Μ ία φορά υπήρξε ένα αγόρι το οποίο ήρθε πολύ κοντά στο να μου


16

COLLEEN HOOVER

προκαλέσει κάποια σωματική ή συναισθηματική ανταπόκριση, αλλά αποδείχτηκε πως ήταν μια ψευδαίσθηση που είχα προκαλέσει εγώ η ίδια στον εαυτό μου. Το όνομά του ήταν Μ ατ και βγαίναμε λιγότερο από μήνα όταν οι παραξενιές του μου έσπασαν τα νεύρα. Όπως το ότι αρνιόταν να πιει εμφιαλωμένο νερό αν δεν είχε καλαμάκι. Ή πως τα ρουθούνια του άνοιγαν διάπλατα όταν έσκυβε να με φιλήσει. Ή ο τρόπος που έλεγε «σε αγαπώ», τρεις μόλις εβδομάδες αφότου τα είχαμε φτιάξει. Ναι, εντάξει. Αυτό το τελευταίο ήταν η χαριστική βολή. Γεια σου Μ άτι, αγοράκι μου. Η Σιξ και εγώ έχουμε αναλύσει πολλές φορές το γεγονός ότι δεν ανταποκρίνομαι σωματικά στα αγόρια. Για κάποιο διάστημα υποψιαζόταν μήπως ήμουν γκέι. Έπειτα από ένα σύντομο και άβολο φιλί μεταξύ μας για να εξετάσουμε τη θεωρία της, γύρω στα δεκαέξι μας, καταλήξαμε ομόφωνα στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχε τέτοιο θέμα. Δεν είναι ότι δε μου αρέσει να φασώνομαι με αγόρια. Και βέβαια μου αρέσει – αλλιώς δε θα το έκανα. Απλά δε μου αρέσει για τους ίδιους λόγους που αρέσει στα άλλα κορίτσια. Δεν αισθάνθηκα ποτέ να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Ούτε έχω αισθανθεί αυτό τον κόμπο στο στομάχι. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιδέα τού να λιώνει κανείς για κάποιον μού είναι εντελώς ξένη. Ο πραγματικός λόγος που μου αρέσει να φασώνομαι με τα αγόρια είναι γιατί είναι κάτι που με μουδιάζει ολοκληρωτικά. Είναι καταστάσεις, όπως αυτή τούτην εδώ τη στιγμή με τον Γκρέισον, οι οποίες κάνουν το μυαλό μου να σβήνει. Σταματάει εντελώς να δουλεύει και μου αρέσει αυτό το συναίσθημα. Τα μάτια μου είναι εστιασμένα στα δεκαεπτά αστεράκια που βρίσκονται στο πάνω δεξί τεταρτημόριο του ταβανιού μου, όταν ξαφνικά επανέρχομαι απότομα στην πραγματικότητα. Τα χέρια του Γκρέισον έχουν πάει πιο μακριά από εκεί που του επέτρεπα στο παρελθόν και αμέσως συνειδητοποιώ πως έχει ξεκουμπώσει το τζιν μου και τα δάχτυλά του κατευθύνονται προς το βαμβακερό μου εσώρουχο. «Όχι, Γκρέισον» του ψιθυρίζω και απομακρύνω το χέρι του. Τραβάει το χέρι του γρυλλίζοντας και πιέζει το μέτωπό του


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

17

στο μαξιλάρι μου. «Έλα τώρα, Σκάι». Ανασαίνει βαριά στο λαιμό μου. Γυρίζει στο πλάι, ακουμπάει στο δεξί του χέρι και με κοιτάζει προσπαθώντας να με ρίξει με το χαμόγελό του. Σας το ανέφερα πως έχω ανοσία στα χαμόγελα που σε κάνουν να τα χάνεις; «Για πόσο ακόμα θα το κάνεις αυτό;» Γλιστράει το χέρι του πάνω στο στομάχι μου και πλησιάζει πάλι τ’ ακροδάχτυλά του μέσα στο τζιν μου. Το δέρμα μου ανατριχιάζει. «Ποιο να κάνω;» Προσπαθώ να ξεγλιστρήσω από κάτω του. Ανασηκώνεται και με κοιτάζει σαν να είμαι ανίδεη. «Το να το παίζεις “καλό κορίτσι” τόσον καιρό. Το βαρέθηκα. Έλα να το κάνουμε». Αυτή του η κουβέντα μού υπενθυμίζει το γεγονός ότι, σε πείσμα της κοινής γνώμης, δεν είμαι τσούλα. Δεν έχω κάνει σεξ με κανένα από τα αγόρια που έχω φασωθεί, συμπεριλαμβανομένου και του τώρα μουτρωμένου Γκρέισον. Αντιλαμβάνομαι πως η έλλειψη σεξουαλικής ανταπόκρισης θα έκανε πιο εύκολο σε συναισθηματικό επίπεδο το να κάνω σεξ με τυχαία άτομα. Παρ’ όλα αυτά, συνειδητοποιώ επίσης πως ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να κάνω σεξ. Γνωρίζω πως αν περάσω αυτή τη λεπτή γραμμή οι φήμες για μένα δε θα είναι πια μόνο φήμες. Θα είναι γεγονότα. Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να επιβεβαιωθούν τα πράγματα που λένε οι άνθρωποι για μένα. Νομίζω πως μπορώ να πιστώσω τη σχεδόν δεκαοχτάχρονη παρθενία μου στην ξεροκεφαλιά μου. Για πρώτη φορά στα δέκα λεπτά που είναι εδώ αντιλαμβάνομαι τη μυρωδιά του αλκοόλ που αναδίνει. «Είσαι μεθυσμένος». Τον σπρώχνω. «Σου είπα να μην ξανάρθεις εδώ μεθυσμένος». Φεύγει από πάνω μου και σηκώνομαι να κουμπώσω το παντελόνι μου και να φτιάξω την μπλούζα μου. Είμαι ανακουφισμένη που είναι μεθυσμένος. Είμαι κάτι παραπάνω από αποφασισμένη να τον κάνω να ξεκουμπιστεί. Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, με αρπάζει από τη μέση και με τραβάει προς το μέρος του. Τυλίγει τα χέρια του γύρω μου και ακουμπάει το κεφάλι του στην κοιλιά μου. «Συγγνώμη»


18

COLLEEN HOOVER

μου λέει. «Είναι που σε θέλω τόσο πολύ ώστε δε νομίζω πως μπορώ να ξανάρθω εδώ αν δε μ’ αφήσεις να σ’ έχω». Χαμηλώνει τα χέρια του, χουφτώνει τον πισινό μου και στη συνέχεια πιέζει τα χείλη του στο κομμάτι επιδερμίδας ανάμεσα στην μπλούζα και το τζιν μου. «Τότε μην ξανάρθεις». Του γυρίζω την πλάτη και κατευθύνομαι προς το παράθυρο. Καθώς τραβάω την κουρτίνα, ο Τζάξον ήδη βγαίνει από το παράθυρο της Σιξ. Κατά περίεργο τρόπο, καταφέραμε και οι δύο να μετατρέψουμε αυτή την ωριαία επίσκεψη σε δεκάλεπτη. Κοιτάζω τη Σιξ και αυτή μού ρίχνει το γνωστό βλέμμα: «Καιρός για νέα γεύση». Ακολουθεί τον Τζάξον έξω από το παράθυρο και έρχεται προς τα μένα. «Είναι και ο Γκρέισον μεθυσμένος;» Της γνέφω καταφατικά. «Έπαιξε κι έχασε». Γυρίζω και κοιτάζω τον Γκρέισον που είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και αγνοεί το γεγονός ότι δεν είναι πια ευπρόσδεκτος. Πηγαίνω προς το κρεβάτι, παίρνω το πουκάμισό του και του το πετάω στα μούτρα. «Φύγε» του λέω. Μ ε κοιτάζει και ανασηκώνει το ένα του φρύδι, έπειτα με μισή καρδιά σηκώνεται από το κρεβάτι, όταν βλέπει πως δεν κάνω πλάκα. Φοράει τα παπούτσια του ενώ μουτρώνει σαν ένα τετράχρονο. Κάνω στην άκρη για να περάσει και να βγει. Η Σιξ περιμένει μέχρις ότου ο Γκρέισον φύγει από το παράθυρο και στη συνέχεια σκαρφαλώνει μέσα την ώρα που ένας από τους δύο μουρμουρίζει τη λέξη «πόρνες». Μ ε το που μπαίνει μέσα η Σιξ, κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, γυρίζει και βγάζει το κεφάλι της έξω από το παράθυρο: «Κάτι δεν πάει καλά αν εμείς είμαστε πόρνες επειδή εσείς δεν πηδήξατε. Μ αλάκες». Κλείνει το παράθυρο, έρχεται προς το κρεβάτι, ξαπλώνει και σταυρώνει τα χέρια της πίσω από το κεφάλι της. «Πάμε γι’ άλλα». Γελάω, αλλά το γέλιο μου κόβεται από ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα του δωματίου μου. Τρέχω αμέσως να ξεκλειδώσω και κάνω στην άκρη αφήνοντας χώρο στην Κάρεν να ορμήσει μέσα. Το μητρικό της ένστικτο δε με απογοητεύει. Κοιτάζει τριγύρω στο δωμάτιο έξαλλη μέχρι που βλέπει τη Σιξ πάνω στο κρεβάτι.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

19

«Διάολε» λέει γυρίζοντας να με κοιτάξει. Βάζει τα χέρια της στους γοφούς της και συνοφρυώνεται. «Θα ορκιζόμουν πως άκουσα αγόρια εδώ μέσα». Πηγαίνω προς το κρεβάτι προσπαθώντας να κρύψω τον πανικό που κατακλύζει όλο μου το σώμα. «Και απογοητεύτηκες διότι…». Μ ερικές φορές αδυνατώ παντελώς να καταλάβω την αντίδρασή της σε κάποια πράγματα. Όπως είπα και νωρίτερα… αντιφατική. «Θα γίνεις δεκαοκτώ σε ένα μήνα. Δε θα έχω την ευκαιρία να σε τιμωρήσω ούτε μία φορά. Πρέπει ν’ αρχίσεις να τα σκατώνεις λίγο περισσότερο, μικρή». Αναστενάζω με ανακούφιση βλέποντας πως αστειεύεται. Αισθάνομαι σχεδόν τύψεις που δεν υποπτεύεται πως η κόρη της χαϊδολογιόταν πέντε λεπτά νωρίτερα μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά μέσα στο στήθος μου ώστε φοβάμαι μήπως την ακούσει. «Κάρεν;» της λέει η Σιξ από πίσω μας. «Αν σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, μάθε πως δύο κούκλοι φασωνόντουσαν μαζί μας, αλλά τους διώξαμε λίγο πριν μπεις εσύ, γιατί ήταν μεθυσμένοι». Το σαγόνι μου πέφτει και γυρίζω απότομα να ρίξω στη Σιξ ένα βλέμμα τόσο κεραυνοβόλο, που ελπίζω να την κάνει να καταλάβει πως ο σαρκασμός δεν είναι καθόλου αστείος όταν είναι η αλήθεια. Η Κάρεν γελάει. «Ίσως αύριο λοιπόν να βρείτε κάποια χαριτωμένα αγόρια που θα είναι νηφάλια». Δε νομίζω πως πρέπει να ανησυχώ πλέον μήπως η Κάρεν ακούσει το χτυποκάρδι μου, γιατί έχει σταματήσει τελείως. «Νηφάλια αγόρια, ε; Νομίζω ότι κάτι μπορεί να γίνει» λέει η Σιξ κλείνοντάς μου το μάτι. «Θα κοιμηθείς εδώ απόψε;» λέει η Κάρεν στη Σιξ καθώς ετοιμάζεται να βγει από το δωμάτιο. Η Σιξ ανασηκώνει τους ώμους της. «Νομίζω ότι θα μείνουμε στο δικό μου σπίτι απόψε. Είναι η τελευταία εβδομάδα στο κρεβάτι μου για έξι μήνες. Επιπλέον έχει τον Τσάνινγκ Τέιτουμ4 στην τηλεόραση». Κοιτάζω την Κάρεν και το βλέπω να ’ρχεται.


20

COLLEEN HOOVER

«Μ η μαμά» την ικετεύω πηγαίνοντας προς το μέρος της, αλλά μπορώ ήδη να δω τα μάτια της να θολώνουν. « Όχι, όχι, όχι». Μ έχρι να πάω κοντά της είναι ήδη αργά. Κλαίει με αναφιλητά. Αν υπάρχει κάτι που δεν αντέχω είναι τα κλάματα. Όχι γιατί με φορτίζουν συναισθηματικά, αλλά γιατί με ενοχλούν αφόρητα. Και μου προκαλούν αμηχανία. «Άλλη μία μόνο» λέει και τρέχει προς τη Σιξ. Την έχει αγκαλιάσει πάνω από δέκα φορές σήμερα. Έχω την αίσθηση πως στενοχωριέται περισσότερο από μένα που η Σιξ φεύγει σε λίγες μέρες. Η Σιξ αφήνεται στην επιθυμία της για μία ακόμη αγκαλιά και μου κλείνει το μάτι πάνω από τον ώμο της Κάρεν. Πρέπει να τις χωρίσω σχεδόν με το ζόρι ώστε η Κάρεν να βγει από το δωμάτιό μου. Πηγαίνει προς την πόρτα και γυρίζει προς το μέρος μας μια τελευταία φορά. «Ελπίζω να γνωρίσεις έναν κούκλο Ιταλό» λέει στη Σιξ. «Καλά θα κάνω να γνωρίσω πάνω από έναν» απαντά ανέκφραστα η Σιξ. Μ όλις η Κάρεν κλείσει την πόρτα πίσω της, γυρίζω πίσω, πηδάω στο κρεβάτι και ρίχνω μια τσιμπιά στο μπράτσο της Σιξ. «Είσαι τόσο σκύλα» της λέω. «Δεν ήταν καθόλου αστείο, νόμιζα ότι μ’ έπιασε στα πράσα». Γελάει και αρπάζει το χέρι μου. Μ ετά σηκώνεται: «Έλα, έχω Ρόκι Ρόουντ». Δε χρειάζεται να το πει δεύτερη φορά. 2. Η Σιξ έχει πάρει το όνομά της από το αγγλικό Six που σημαίνει έξι. (Σ.τ.Μ.) 3. Ρόκι Ρόουντ: Παγωτό σοκολάτα σε διάφορες παραλλαγές· η πιο συνηθισμένη είναι με ξηρούς καρπούς και μαρσμέλοους. (Σ.τ.Μ.) 4. Τσάνινγκ Τέιτουμ: Αμερικανός ηθοποιός. Το 2012 ψηφίστηκε από το περιοδικό People ο πιο σέξι άνδρας εν ζωή. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

21

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012 7:15 πμ

Είχα εσωτερική διαμάχη με τον εαυτό μου, αν έπρεπε να πάω για τρέξιμο σήμερα το πρωί, αλλά προτίμησα τελικά να κοιμηθώ. Τρέχω κάθε πρωί εκτός από τις Κυριακές, αλλά μου φαίνεται λάθος να σηκωθώ ακόμα πιο νωρίς σήμερα. Το ότι είναι η πρώτη μέρα σχολείου είναι από μόνο του ένα βασανιστήριο, οπότε αποφάσισα να αναβάλω το τρέξιμό μου για μετά το σχολείο. Ευτυχώς έχω δικό μου αυτοκίνητο εδώ και ένα χρόνο περίπου, έτσι δε χρειάζεται να βασίζομαι σε κανέναν άλλον για να είμαι στο σχολείο στην ώρα μου. Σήμερα όχι μόνο έφτασα στην ώρα μου, αλλά έφτασα και σαράντα πέντε λεπτά νωρίτερα. Είμαι το τρίτο αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, έτσι τουλάχιστον βρίσκω μια καλή θέση. Χρησιμοποιώ τον έξτρα ελεύθερο χρόνο για να ρίξω μια ματιά στις αθλητικές εγκαταστάσεις δίπλα στο πάρκινγκ. Αν προσπαθήσω να μπω στην ομάδα του στίβου, καλό θα ήταν να ξέρω πού να πάω. Εξάλλου δεν μπορώ να κάτσω στο αυτοκίνητό μου για την επόμενη μισή ώρα και να μετράω αντίστροφα τα λεπτά. Μ ε το που φτάνω στο στίβο, είναι ένας τύπος που τρέχει γύρους, οπότε στρίβω δεξιά και ανεβαίνω στις κερκίδες. Κάθομαι στην πιο πάνω κερκίδα και ατενίζω το νέο μου περιβάλλον. Από εδώ πάνω μπορώ να δω όλο το σχολείο να απλώνεται μπροστά μου. Δε φαίνεται ούτε καν τόσο μεγάλο και τρομακτικό όσο φανταζόμουν. Η Σιξ μού είχε σκιτσάρει ένα


22

COLLEEN HOOVER

χάρτη και είχε γράψει σημειώσεις πάνω του, έτσι βγάζω το χαρτί από το σακίδιό μου και το κοιτάζω για πρώτη φορά. Έχω την εντύπωση πως προσπαθεί να με καλοπιάσει γιατί αισθάνεται άσχημα που με εγκαταλείπει. Κοιτάζω από ψηλά τα διάφορα σημεία του σχολείου και μετά το χάρτη. Φαίνεται αρκετά εύκολο. Οι τάξεις είναι στο κτίριο που βρίσκεται δεξιά. Το σχολικό εστιατόριο στα αριστερά. Ο στίβος και τα γήπεδα πίσω από το γυμναστήριο. Η λίστα με τις σημειώσεις είναι μεγάλη, και βάζω μπρος να τις διαβάσω. – Μη χρησιμοποιήσεις ποτέ την τουαλέτα δίπλα στα εργαστήρια. Ποτέ των ποτών. – Να φοράς το σακίδιό σου μόνο στον έναν ώμο. Ποτέ και στους δύο, είναι ξενέρωτο. – Να ελέγχεις πάντα την ημερομηνία λήξης στο γάλα. – Γίνε φίλη με τον Στιούαρτ τον επιστάτη. Είναι καλό να τον έχεις με το μέρος σου. – Να αποφεύγεις την καφετέρια πάση θυσία. Αν όμως ο καιρός είναι κακός και πρέπει να πας, να προσποιείσαι πως είσαι σίγουρη για τον εαυτό σου όταν μπαίνεις. Αυτοί εκεί μέσα μπορούν να μυρίσουν το φόβο. – Αν έχεις τον κύριο Ντικλέαρ στα μαθηματικά κάτσε πίσω πίσω και μην τον κοιτάζεις ποτέ στα μάτια. Του αρέσουν πολύ τα γυμνασιοκόριτσα, αν με εννοείς. Ή καλύτερα κάτσε στο πρώτο θρανίο. Θα έχεις το εικοσάρι στο τσεπάκι σου. Η λίστα δεν έχει τελειωμό, αλλά δεν μπορώ να διαβάσω παρακάτω αυτή τη στιγμή. Έχω κολλήσει στη φράση «μπορούν να μυρίσουν το φόβο». Κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελα να έχω ένα κινητό τηλέφωνο, για να τηλεφωνήσω αμέσως στη Σιξ και να ζητήσω εξηγήσεις. Διπλώνω το χαρτί, το βάζω πίσω στην τσάντα μου και στη συνέχεια επικεντρώνω την προσοχή μου στον μοναχικό δρομέα. Έχει καθίσει στο στίβο με την πλάτη γυρισμένη σε εμένα και κάνει διατάσεις. Δεν ξέρω αν είναι μαθητής ή προπονητής, αλλά αν ο Γκρέισον έβλεπε αυτό τον τύπο χωρίς μπλούζα θα επιδείκνυε με λιγότερο ζήλο τους


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

23

κοιλιακούς του. Ο τύπος σηκώνεται και προχωράει προς τις κερκίδες χωρίς να με κοιτάξει ούτε μία φορά. Βγαίνει από την πύλη και πηγαίνει σε ένα από τα αυτοκίνητα που βρίσκονται στο πάρκινγκ. Ανοίγει την πόρτα, βουτάει μια μπλούζα από το μπροστινό κάθισμα και τη φοράει αμέσως. Μ παίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει την ώρα που το πάρκινγκ αρχίζει να γεμίζει. Και γεμίζει πολύ γρήγορα. Θεέ μου. Αρπάζω το σακίδιό μου και σκόπιμα το φοράω και στους δύο ώμους, κι έπειτα κατεβαίνω τα σκαλιά που οδηγούν απευθείας στην Κόλαση. ***

Είπα Κόλαση; Και λίγα είπα. Το δημόσιο σχολείο είναι ό,τι φοβόμουν πως θα είναι και πολύ χειρότερο. Οι τάξεις δεν είναι τόσο χάλια, αλλά χρειάστηκε (λόγω επιτακτικής ανάγκης αλλά και από μπέρδεμα) να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα δίπλα στα εργαστήρια και, παρ’ όλο που επέζησα, θα φοβάμαι για την υπόλοιπη ζωή μου. Ένα απλό συμπληρωματικό σημείωμα από τη Σιξ ότι χρησιμοποιείται περισσότερο ως οίκος ανοχής παρά ως τουαλέτα θα ήταν αρκετό. Τώρα είναι η τέταρτη περίοδος και έχω ακούσει να ψιθυρίζουν όχι και πολύ διακριτικά τις λέξεις «τσούλα» και «πόρνη» σχεδόν όλα τα κορίτσια με τα οποία έχω διασταυρωθεί στο διάδρομο. Και, λέγοντας όχι και πολύ διακριτικά, εννοώ πως ο σωρός από τα δολάρια καθώς και ένα σημείωμα που έπεσαν από το ντουλάπι μου ήταν ένα καλό σημάδι πως μπορεί και να μην είμαι πολύ ευπρόσδεκτη εδώ. Το σημείωμα ήταν υπογεγραμμένο από το διευθυντή, αλλά δεν το πιστεύω λόγω του ότι το «δικό σου» ήταν γραμμένο «δηκό σου». Το σημείωμα έλεγε λοιπόν: Συγγνώμη που το δηκό σου ντουλάπι δε συνοδεύεται από ένα στύλο για στριπτίζ, τσούλα. Κοιτάζω επίμονα το σημείωμα με σφιγμένο χαμόγελο ενώ αποδέχομαι με ντροπή τη μοίρα μου για τα επόμενα δύο εξάμηνα, μία μοίρα που εγώ η ίδια προκάλεσα. Πίστευα πραγματικά πως οι


24

COLLEEN HOOVER

άνθρωποι συμπεριφέρονταν έτσι μόνο στα βιβλία, αλλά συνειδητοποιώ από πρώτο χέρι πως οι ηλίθιοι είναι υπαρκτό είδος. Επίσης ελπίζω ότι οι περισσότερες φάρσες που θα γίνουν εις βάρος μου θα είναι σαν τη φάρσα με το στριπτίζ που βιώνω αυτή τη στιγμή. Καλά, ποιος ηλίθιος πετάει τα χρήματά του για να βρίσει κάποιον; Υποθέτω κάποιος πλούσιος. Ή κάποιοι πλούσιοι. Είμαι σίγουρη πως η κλίκα αυτών των κοριτσιών με το πρόστυχο αλλά ακριβό ντύσιμο που χαζογελάνε από πίσω μου περιμένουν ότι θ’ αντιδράσω πετώντας κάτω τα πράγματά μου και τρέχοντας με κλάματα προς την πιο κοντινή τουαλέτα. Υπάρχουν όμως τρία θεματάκια σε σχέση με τις προσδοκίες τους: 1. Δεν κλαίω. Ποτέ. 2. Έχω ήδη πάει σε αυτή την τουαλέτα και δε θα ξαναπάω ποτέ. 3. Γουστάρω τα χρήματα. Ποιος θα τα παρατούσε εκεί; Ακουμπάω λοιπόν το σακίδιό μου στο πάτωμα του διαδρόμου και μαζεύω τα χρήματα. Υπάρχουν τουλάχιστον είκοσι χαρτονομίσματα του ενός δολαρίου στο πάτωμα και πάνω από δέκα στο ντουλάπι μου. Τα μαζεύω όλα και τα χώνω στο σακίδιό μου. Αφήνω τα βιβλία, παίρνω κάποια άλλα, κλείνω το ντουλάπι μου, στη συνέχεια βάζω το σακίδιο και στους δύο ώμους μου και χαμογελάω. «Πείτε στους μπαμπάδες σας πως τους ευχαριστώ». Προσπερνάω την κλίκα των κοριτσιών (που δε χαζογελάνε πλέον) και αγνοώ τις ματιές τους. ***

Είναι η ώρα του μεσημεριανού και, κρίνοντας από την καταρρακτώδη βροχή που πέφτει στην αυλή, είναι φανερό πως η Μ οίρα μού αντεπιτίθεται μέσω του κωλόκαιρου. Τώρα, σε ποιον αντεπιτίθεται θα δείξει.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

25

Μπορώ να το κάνω. Βάζω τα χέρια μου στην πόρτα της καφετέριας και την ανοίγω περιμένοντας πως θα περάσω διά πυρός και σιδήρου. Μ παίνω μέσα αλλά δε με υποδέχονται ούτε η πυρά ούτε ο σίδηρος. Αυτό που με υποδέχεται είναι τα άπειρα ντεσιμπέλ ενός θορύβου τόσο δυνατού που τα αυτιά μου δεν έχουν συναντήσει ποτέ ξανά στη ζωή μου. Ακούγεται λες και κάθε άτομο που βρίσκεται μέσα σε αυτή την καφετέρια θέλει να μιλήσει πιο δυνατά από όλους τους άλλους που βρίσκονται μέσα σε αυτή την καφετέρια. Μ όλις γράφτηκα σε ένα σχολείο όπου όλοι το παίζουν ο ένας πιο σπουδαίος από τον άλλον. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να δείχνω άνετη επιθυμώντας να μην τραβήξω την προσοχή κανενός. Των αγοριών, των κλικών, των περιθωριακών ή του Γκρέισον. Έχω καταφέρει να κάνω τη μισή διαδρομή μέχρι το φαγητό σώα και αβλαβής, όταν κάποιος περνάει το μπράτσο του κάτω από το δικό μου και με τραβάει δίπλα του. «Σε περίμενα» μου λέει. Δεν προλαβαίνω καν να δω καλά καλά το πρόσωπό του πριν με αρπάξει και με οδηγήσει ανάμεσα από τα τραπέζια στην άλλη άκρη της καφετέριας. Θα είχα εναντιωθεί σε αυτή την απότομη διατάραξη της ηρεμίας μου, αλλά είναι το πιο συναρπαστικό πράγμα που μου έχει συμβεί όλη την ημέρα. Μ ου αφήνει το μπράτσο και αρπάζει το χέρι μου τραβώντας με όλο και πιο γρήγορα πίσω του. Σταματάω να αντιστέκομαι και τον αφήνω να με παρασύρει. Βλέποντάς τον από πίσω, έχει στιλ – όσο περίεργο και αν είναι αυτό το στιλ. Φοράει μια φανέλα που καταλήγει στο ίδιο έντονο ροζ χρώμα που έχουν και τα παπούτσια του. Το παντελόνι του είναι μαύρο και στενό και θα κολάκευε εξαιρετικά τη σιλουέτα του… αν ήταν κορίτσι. Αντιθέτως, στην περίπτωσή του το παντελόνι του τονίζει το αδύναμο σουλούπι του. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του είναι κομμένα κοντά στα πλάγια και πιο μακριά στην κορφή του κεφαλιού. Τα μάτια του με κοιτάζουν έντονα. Συνειδητοποιώ πως έχουμε σταματήσει και δε μου κρατάει πια το χέρι. «Να λοιπόν και η πόρνη τη Βαβυλώνας». Μ ου χαμογελάει.


26

COLLEEN HOOVER

Παρά τα λόγια που μόλις ξεστόμισε, η έκφραση του προσώπου του είναι πολύ συμπαθητική. Κάθεται στο τραπέζι και μου κάνει νόημα να κάνω το ίδιο. Υπάρχουν δύο δίσκοι μπροστά σε αυτόν, αλλά είναι μόνο ένας αυτός. Σπρώχνει τον ένα δίσκο με φαγητό προς την άδεια θέση μπροστά μου. «Κάτσε. Έχουμε να συζητήσουμε για μια συμμαχία». Δεν κάθομαι. Για την ακρίβεια δεν κάνω τίποτα για μερικά δευτερόλεπτα, καθώς σκέφτομαι την όλη κατάσταση. Δεν έχω ιδέα ποιο είναι αυτό το παιδί και εντούτοις συμπεριφέρεται σαν να με περίμενε. Και ας μην παραβλέψουμε το γεγονός πως μόλις με αποκάλεσε πόρνη. Και από ό,τι φαίνεται… με κερνάει το μεσημεριανό φαγητό; Του ρίχνω μια λοξή ματιά προσπαθώντας να τον καταλάβω, όταν τραβάει την προσοχή μου το σακίδιο που βρίσκεται δίπλα του. «Σου αρέσει να διαβάζεις;» τον ρωτάω δείχνοντάς του το βιβλίο που εξέχει από την τσάντα του. Δεν είναι σχολικό βιβλίο. Είναι ένα πραγματικό βιβλίο-βιβλίο. Κάτι που νόμιζα πως είχε εξαφανιστεί από αυτή τη σατανική γενιά του Ίντερνετ. Πλησιάζω, βγάζω το βιβλίο από την τσάντα του και κάθομαι διαγώνιά του. «Τι είδους είναι; Και σε παρακαλώ μην πεις επιστημονικής φαντασίας». Γέρνει πίσω στην καρέκλα του και χαμογελάει λες και μόλις κέρδισε κάτι. Διάολε, ίσως και να κέρδισε. Τελικά κάθισα εδώ, έτσι δεν είναι; «Έχει σημασία το είδος αν το βιβλίο είναι καλό;» μου λέει Ξεφυλλίζω τις σελίδες αδυνατώντας να καταλάβω αν είναι αισθηματικό ή όχι. Έχω κόλλημα με τα αισθηματικά μυθιστορήματα και, κρίνοντας από την εμφάνιση τον τύπο απέναντί μου, μάλλον έχει κι αυτός το ίδιο κόλλημα. «Είναι;» τον ρωτάω ενώ το ξεφυλλίζω. «Καλό;» «Είναι. Κράτησέ το. Μ όλις το τελείωσα στο μάθημα των υπολογιστών». Τον κοιτάζω και ακόμα καμαρώνει με το ύφος του νικητή. Βάζω το βιβλίο στο σακίδιό μου και σκύβοντας μπροστά επιθεωρώ το δίσκο μου με το φαγητό. «Και αν ήμουν χορτοφάγος;» τον ρωτάω κοιτάζοντας το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

27

στήθος κοτόπουλου μέσα στη σαλάτα. «Τότε φάε τα υπόλοιπα» μου λέει. Αρπάζω το πιρούνι μου, καρφώνω ένα κομμάτι κοτόπουλο και το βάζω στο στόμα μου. «Λοιπόν, είσαι τυχερός, γιατί δεν είμαι». Χαμογελάει και, πιάνοντας το πιρούνι του, αρχίζει να τρώει. «Εναντίον ποιου θα κάνουμε τη συμμαχία;» Είμαι περίεργη να μάθω γιατί επέλεξε εμένα. Κοιτάζει τριγύρω και σηκώνει το χέρι του ψηλά γυρνώντας το προς όλες τις κατευθύνσεις. «Ηλίθιοι. Μ πρατσαράδες. Στενόμυαλοι. Μ αλακισμένες». Κατεβάζει το χέρι του και παρατηρώ πως τα νύχια του είναι βαμμένα μαύρα. Μ ε βλέπει που παρατηρώ τα νύχια του και τα κοιτάζει και ο ίδιος μουτρωμένος. «Προτίμησα το μαύρο γιατί αντικατοπτρίζει τη διάθεσή μου σήμερα. Ίσως, αν συμφωνήσεις να με ακολουθήσεις στην αποστολή μου, να τα αλλάξω σε κάτι πιο χαρούμενο. Κίτρινο ίσως». Κουνάω το κεφάλι μου. «Σιχαίνομαι το κίτρινο. Μ είνε στο μαύρο καλύτερα, ταιριάζει με την καρδιά σου». Γελάει. Είναι ένα αυθεντικό, καθαρό γέλιο που με κάνει να χαμογελάσω. Το πάω… αυτό το παιδί που ακόμα δεν ξέρω καν το όνομά του. «Πώς σε λένε;» ρωτάω «Μ πρέκιν. Και εσύ είσαι η Σκάι. Δηλαδή ελπίζω να είσαι. Θα έπρεπε, φαντάζομαι, να είχα επιβεβαιώσει τα στοιχεία σου πριν σου ξεράσω όλες τις λεπτομέρειες για το σατανικό, σαδιστικό σχέδιο που έχω να καταλάβουμε όλο το σχολείο με τη διμερή συμμαχία μας». «Είμαι η Σκάι. Και επίσης δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα, καθώς δεν έχεις αποκαλύψει καμία λεπτομέρεια ακόμα για το σατανικό σου σχέδιο. Είμαι περίεργη, όμως, πώς γνωρίζεις ποια είμαι. Γνωρίζω τέσσερις ή πέντε τύπους από το σχολείο με τους οποίους έχω φασωθεί. Εσύ δεν είσαι ένας από αυτούς. Οπότε;» Για ένα δέκατο του δευτερολέπτου διακρίνω κάτι σαν ψήγμα οίκτου στα μάτια του. Είναι τυχερός γιατί ήταν μόνο ένα ψήγμα. Ο Μ πρέκιν ανασηκώνει τους ώμους του. «Είμαι καινούργιος


28

COLLEEN HOOVER

εδώ. Και αν δεν το έχεις ήδη συμπεράνει από το άψογο μοδάτο στιλ μου, νομίζω πως είναι ασφαλές να πω πως είμαι…» –βάζει τα χέρια του μπροστά στο στόμα του και μου ψιθυρίζει μυστικά– «Μ ορμόνος». Γελάω. «Και πάνω που νόμιζα πως θα μου πεις γκέι». «Και αυτό επίσης» λέει με ένα τίναγμα του καρπού του. Βάζει τα χέρια του κάτω από το σαγόνι του, γέρνει μπροστά και μου λέει: «Πέρα από την πλάκα, Σκάι. Σε πρόσεξα στην τάξη σήμερα και είναι ολοφάνερο πως και εσύ είσαι καινούργια εδώ. Και μετά, βλέποντας την ιστορία με τα χρήματα του στριπτίζ που έπεσαν από το ντουλάπι σου πριν από την τέταρτη περίοδο, και βλέποντας πως δεν αντέδρασες σε αυτό, κατάλαβα πως είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Επίσης κατάλαβα πως αν γίνουμε ομάδα μπορεί να αποτρέψουμε τουλάχιστον δύο άσκοπες αυτοκτονίες εφήβων φέτος. Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να γίνεις η καλυτερότερη φίλη μου σε όλον τον κόσμο;». Γελάω. Πώς είναι δυνατόν να μη γελάσω με όλο αυτό; «Και βέβαια. Αλλά αν το βιβλίο είναι μπούρδα θα επανεξετάσουμε το θέμα της φιλίας».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

29

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012 3:55 μμ

Αποδείχτηκε πως ο Μ πρέκιν ήταν η σωτηρία μου σήμερα… και τελικά όντως είναι Μ ορμόνος. Έχουμε πολλά κοινά και ακόμα περισσότερα ασυνήθιστα κοινά, γεγονός που τον κάνει ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Είναι και αυτός υιοθετημένος, αλλά έχει πολύ στενή σχέση με τη βιολογική του οικογένεια. Ο Μ πρέκιν έχει δύο αδελφούς οι οποίοι δεν είναι υιοθετημένοι και επίσης δεν είναι γκέι, συνεπώς οι γονείς του υποθέτουν πως το γκεϊλίκι του (αυτός το είπε έτσι, όχι εγώ) έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν έχει το ίδιο αίμα με αυτούς. Μ ου λέει πως ελπίζουν ότι θα εξαλειφθεί με περισσότερη προσευχή και με την αποφοίτηση από το σχολείο, αλλά αυτός επιμένει πως θα ανθίσει ακόμα περισσότερο. Το όνειρό του είναι να γίνει ένας διάσημος σταρ του Μ πρόντγουεϊ, αλλά σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν μπορεί ούτε να τραγουδήσει ούτε να παίξει, οπότε κάνοντας έκπτωση στο όνειρό του έκανε αίτηση για να σπουδάσει οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Του είπα πως θέλω να σπουδάσω δημιουργική γραφή ώστε να είμαι συνεχώς με φόρμες και να μην κάνω τίποτε άλλο από το να γράφω βιβλία και να τρώω όλη μέρα παγωτά. Μ ε ρώτησε τι είδους βιβλία θέλω να γράψω και απάντησα: «Αν είναι καλό το γράψιμο δεν έχει σημασία το είδος, έτσι δεν είναι;». Νομίζω πως αυτή η ατάκα σφράγισε τη μοίρα μας. Τώρα γυρίζω στο σπίτι και προσπαθώ να αποφασίσω αν θα


30

COLLEEN HOOVER

πάω να ενημερώσω τη Σιξ για τα καλά και κακά συμβάντα της πρώτης ημέρας ή αν θα πάω να ψωνίσω τρόφιμα προκειμένου να πάρω την απαραίτητη δόση καφεΐνης πριν από το καθημερινό μου τρέξιμο. Παρ’ όλο που η αγάπη μου για τη Σιξ είναι λίγο περισσότερη, τελικά κερδίζει η καφεΐνη. Η ελάχιστη συνεισφορά μου στην οικογένεια είναι τα εβδομαδιαία ψώνια για φαγητό. Τα πάντα στο σπίτι μας είναι χωρίς ζάχαρη, χωρίς υδατάνθρακες και χωρίς γεύση, χάρη στον αντισυμβατικό χορτοφαγικό τρόπο ζωής της Κάρεν, κι έτσι προτιμώ να κάνω εγώ τα ψώνια. Αρπάζω μια συσκευασία έξι αναψυκτικών και τη μεγαλύτερη σακούλα που μπορώ να βρω με μίνι-σνίκερς5 και τα πετάω μέσα στο καρότσι. Έχω μια καλή κρυψώνα στο δωμάτιό μου για τις μυστικές μου προμήθειες. Οι περισσότεροι έφηβοι κρύβουν τσιγάρα και μαριχουάνα – εγώ κρύβω ζάχαρη. Όταν φτάνω στο ταμείο αναγνωρίζω το κορίτσι που μου χτυπάει τα πράγματα. Είναι στην τάξη μου των Αγγλικών. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως τη λένε Σάινα αλλά το καρτελάκι που φοράει γράφει Σάιλα. Η Σάινα/Σάιλα είναι όλα όσα θα ήθελα να είμαι. Ψηλή, με καμπύλες και κατάξανθα μαλλιά. Εγώ είμαι γύρω στο ένα μέτρο και εξήντα τις καλές μέρες και τα ίσια καστανά μαλλιά μου θα χρειαζόντουσαν ένα ψαλίδισμα – ίσως και μερικές ανταύγειες. Θα ήταν κόλαση να τις διατηρήσω με τα τόσα πολλά μαλλιά που έχω. Είναι γύρω στα δεκαπέντε εκατοστά πιο κάτω από τους ώμους μου, αλλά τα έχω συνεχώς πιασμένα λόγω της υγρασίας του νότου. «Εσύ δεν είσαι στην τάξη μου στο μάθημα της Φυσικής;» με ρωτάει η Σάινα/Σάιλα. «Στα Αγγλικά» τη διορθώνω. Μ ου ρίχνει μια καταδεκτική ματιά. «Μ α στ’ αγγλικά σού μίλησα» μου λέει με αμυντικό ύφος. «Και σε ρώτησα – εσύ δεν είσαι στην τάξη μου στο μάθημα της Φυσικής;» Έλεος. Ίσως τελικά να μη θέλω να είμαι τόσο ξανθιά. «Όχι» της λέω. «Εννοούσα πως δεν είμαι στην τάξη σου της Φυσικής, αλλά στην τάξη σου των Αγγλικών».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

31

Μ ε κοιτάζει ανέκφραστα για ένα δευτερόλεπτο και μετά γελάει. «Ααα». Το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά που κατάλαβε. Κοιτάζει την οθόνη μπροστά της και μου διαβάζει το συνολικό ποσό. Βάζω το χέρι μου στην τσέπη και βγάζω την πιστωτική κάρτα ελπίζοντας να βιαστεί και να με γλιτώσει από μια συζήτηση που φοβάμαι ότι θα είναι τουλάχιστον για τα μπάζα. «Ω, Θεέ μου» μου λέει σιγανά. «Κοίτα ποιος είναι πίσω». Την κοιτάζω και τη βλέπω να καρφώνει κάποιον από πίσω μου στην ουρά του διπλανού ταμείου. Όχι, αφήστε με να διορθώσω αυτό που είπα. Να ζαχαρώνει κάποιον από πίσω μου στην ουρά του διπλανού ταμείου. «Γεια σου, Χόλντερ» λέει όλο γοητεία στον τύπο, επιδεικνύοντας το πιο πλατύ της χαμόγελο. Ανοιγόκλεισε όλο τσαχπινιά τα μάτια της; Ε ναι, λοιπόν. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως το έκανε. Και εγώ που νόμιζα ότι αυτό το κάνουν μόνο στα κινούμενα σχέδια. Ρίχνω μια ματιά πίσω για να δω ποιος είναι αυτός ο Χόλντερ που κατάφερε να εξαφανίσει κάθε ίχνος αυτοσεβασμού που μπορεί να είχε η Σάινα/Σάιλα. Ο τύπος την κοιτάζει και κάνει ένα νεύμα εντελώς αδιάφορο. «Γεια σου…» Ρίχνει μια ματιά στο καρτελάκι τής «Σάιλα». Στη συνέχεια στρέφει την προσοχή του στην ουρά του ταμείου του. Την αγνοεί; Ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια στο σχολείο σχεδόν του την πέφτει και αυτός αντιδρά σαν να τον ενοχλεί; Ανήκει άραγε στο ανθρώπινο είδος; Τα αγόρια που ξέρω δε θ’ αντιδρούσαν με τίποτα έτσι. Ξεφυσάει κακόκεφη. «Μ ε λένε Σάινα» του λέει ενοχλημένη γιατί δεν ήξερε το όνομά της. Γυρίζω προς τη Σάινα και περνάω την πιστωτική μου κάρτα στο μηχάνημα. «Συγγνώμη» της λέει, «αλλά έχεις καταλάβει πως το καρτελάκι που φοράς λέει Σάιλα, έτσι δεν είναι;». Κοιτάζει προς το στήθος της και ανασηκώνει το καρτελάκι για να μπορέσει να το διαβάσει. «Εεεε…» λέει σμίγοντας τα φρύδια της σαν να πέφτει σε βαθιά περισυλλογή. Αμφιβάλλω για


32

COLLEEN HOOVER

το πόσο βαθιά είναι όμως. «Πότε γύρισες;» ρωτάει τον Χόλντερ αγνοώντας με εντελώς. Μ όλις έβαλα την κάρτα μου και είμαι σχεδόν σίγουρη πως θα έπρεπε να κάνει κάτι και αυτή από την πλευρά της, αλλά είναι πολύ απασχολημένη να σχεδιάζει το γάμο της με αυτό τον τύπο για να θυμηθεί πως έχει πελάτη. «Την προηγούμενη εβδομάδα». Η απάντησή του είναι κοφτή. «Ώστε θα σε αφήσουν να επιστρέψεις το σχολείο;» ρωτάει. Από εδώ που στέκομαι μπορώ να ακούσω τον αναστεναγμό του. «Δεν έχει σημασία» λέει ανόρεχτα. «Δε θα επιστρέψω». Αυτή η τελευταία δήλωση κόβει τα φτερά της Σάινα/Σάιλα. Κάνει μια ενοχλημένη γκριμάτσα και στρέφει την προσοχή της πάλι σε μένα. «Είναι κρίμα που ένα τέτοιο αγόρι δεν έχει καθόλου μυαλό» ψιθυρίζει. Δεν μπορώ να μη συνειδητοποιήσω την ειρωνεία που έχει η δήλωσή της. Όταν επιτέλους αποφασίζει να πατήσει κάποια κουμπιά στην ταμειακή για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή, εκμεταλλεύομαι το ότι είναι απασχολημένη για να ρίξω ξανά μια ματιά πίσω μου. Είμαι περίεργη να ξαναδώ τον τύπο που φάνηκε να τα παίρνει με την ξανθιά με τα μακριά πόδια. Κοιτάζει μέσα στο πορτοφόλι του ενώ γελάει με κάτι που του είπε η ταμίας του. Μ ε το που τον βλέπω, αμέσως παρατηρώ τρία πράγματα: 1. Τα απίστευτα τέλεια κάτασπρα δόντια του πίσω από το γοητευτικό στραβό χαμόγελό του. 2. Τα λακκάκια που σχηματίζονται ανάμεσα στα χείλη και τα μάγουλά του όταν χαμογελάει. 3. Είμαι σίγουρη πως έχω εξάψεις. Ή έχω έναν κόμπο στο στομάχι. Ή ίσως να έχω κάποια ίωση στο στομάχι. Το συναίσθημα είναι τόσο ξένο, ώστε δεν είμαι σίγουρη για το τι είναι. Δεν μπορώ να πω τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά σε αυτόν ώστε να μου ξυπνήσει για πρώτη φορά μια σωματική


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

33

αντίδραση απέναντι σε κάποιο άλλο άτομο. Παρ’ όλα αυτά, δε νομίζω πως έχω ξαναδεί κάποιον άλλον τόσο σαν και αυτόν. Είναι όμορφος. Όχι όμορφος με την έννοια του ωραίου αγοριού. Ούτε καν με την έννοια του σκληρού αγοριού. Απλά ένα τέλειο ενδιάμεσο μείγμα. Όχι μεγαλόσωμος αλλά καθόλου μικρόσωμος. Όχι πολύ άγριος αλλά ούτε πολύ τέλειος. Φοράει τζιν και ένα άσπρο μπλουζάκι, τίποτα το ιδιαίτερο. Τα μαλλιά του φαίνονται πως δε χτενίστηκαν σήμερα και ίσως χρειάζονται ένα καλό ψαλίδισμα όπως τα δικά μου. Είναι τόσο μακριά μπροστά ώστε χρειάζεται να τα διώξει με το χέρι του μπροστά από τα μάτια του για να κοιτάξει προς τα πάνω και να με πιάσει να τον καρφώνω. Σκατά. Κανονικά θα αποτραβούσα αμέσως το βλέμμα μου με το που θα διασταυρώνονταν οι ματιές μας, αλλά είναι τόσο περίεργος ο τρόπος που αντιδρά όταν με κοιτάζει ώστε το βλέμμα μου παραμένει κολλημένο πάνω του. Το χαμόγελό του σβήνει και ανασηκώνει το κεφάλι του. Τα μάτια του με κοιτάζουν εξεταστικά και κουνάει αργά το κεφάλι του με ύφος είτε δυσπιστίας είτε… αηδίας; Δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά σίγουρα δεν είναι μια ευχάριστη αντίδραση. Κοιτάζω τριγύρω ελπίζοντας πως δεν είμαι το αντικείμενο της δυσαρέσκειάς του. Όταν γυρίζω να τον ξανακοιτάξω συνεχίζει να με καρφώνει με το βλέμμα του. Εμένα. Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι πως έχω ενοχληθεί, οπότε γυρίζω γρήγορα και κοιτάζω τη Σάιλα ξανά. Ή Σάινα. Όποιο στο διάολο και να είναι το όνομά της. Πρέπει να συνέλθω. Μ ε κάποιον τρόπο μέσα σε εξήντα δευτερόλεπτα αυτός ο τύπος κατάφερε να με κάνει να πάθω πλάκα μαζί του και στη συνέχεια να με τρομοκρατήσει όσο δεν πάει άλλο. Αυτή η ανάμεικτη αντίδραση δεν είναι καλή για το στερημένο από καφεΐνη σώμα μου. Θα προτιμούσα να με κοίταζε με την ίδια αδιαφορία που έδειξε απέναντι στη Σάινα/Σάιλα από το να με κοιτάξει ξανά με αυτό τον τρόπο. Αρπάζω την απόδειξη από την πώς-τη-λένε και τη βάζω στην τσέπη μου. «Ε!» Η φωνή του είναι βαθιά και απαιτητική και κάνει την


34

COLLEEN HOOVER

αναπνοή μου να σταματήσει αμέσως. Δεν ξέρω αν αναφέρεται στην πώς-τη-λένε ή σε μένα, οπότε πιάνω τις σακούλες με τα ψώνια ελπίζοντας να φτάσω στο αυτοκίνητό μου πριν ξεμπερδέψει με το ταμείο. «Νομίζω ότι μιλάει σε σένα» μου λέει. Αγνοώντας τη, βουτάω την τελευταία τσάντα και περπατάω όσο πιο γρήγορα μπορώ προς την έξοδο. Μ ε το που φτάνω στο αυτοκίνητο, ξεφυσάω δυνατά καθώς ανοίγω την πίσω πόρτα για να βάλω μέσα τα ψώνια. Τι μου συμβαίνει; Ένα όμορφο αγόρι προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου και εγώ την κοπανάω; Δε νιώθω άβολα όταν είμαι με τα αγόρια. Τουναντίον, μέχρι που παραείμαι άνετη. Τη μόνη φορά στη ζωή μου όπου αισθάνθηκα κάτι που ίσως να είναι έλξη για κάποιον, εγώ την κοπανάω. Η Σιξ θα με σκοτώσει. Αλλά αυτό το βλέμμα. Υπήρχε κάτι το τόσο ενοχλητικό στον τρόπο που με κοίταζε. Μ ε έκανε να αισθάνομαι άβολα, αμήχανα και κατά κάποιον τρόπο κολακευμένη ταυτόχρονα. Δεν είμαι συνηθισμένη να έχω τέτοιου είδους αντιδράσεις, πόσω μάλλον πάνω από μία ταυτόχρονα. «Έι!» Κοκαλώνω. Η φωνή του απευθύνεται σε μένα χωρίς αμφιβολία. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αν έχω κόμπο στο στομάχι ή κάποια ίωση, αλλά όπως και να ’χει το πράγμα δε μου αρέσει ο τρόπος που αυτή η φωνή εισχωρεί στο στομάχι μου. Σφίγγομαι και γυρίζω αργά, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως δεν έχω ούτε στο τόσο την άνεση που πίστευα στο παρελθόν πως είχα. Κρατάει δύο σακούλες στο ένα του χέρι ενώ με το άλλο τρίβει τον αυχένα του. Θα ήθελα τόσο πολύ ο καιρός να συνέχιζε να είναι σκατά και βροχερός, ώστε να μη στεκόταν εδώ αυτή τη στιγμή. Μ ε κοιτάζει στα μάτια και το περιφρονητικό βλέμμα που είχε μέσα στο μαγαζί έχει αντικατασταθεί από ένα στραβό χαμόγελο λίγο ζορισμένο λόγω της τωρινής αμήχανης κατάστασης. Τώρα που τον κοιτάζω από κοντά είναι πια ξεκάθαρο πως η στομαχική ίωση δεν έχει καμία σχέση με αυτά


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

35

που συμβαίνουν στο στομάχι μου αυτή τη στιγμή. Είναι απλά αυτός. Τα πάντα πάνω του… από τα ατημέλητα σκούρα μαλλιά του μέχρι τα καταγάλανα μάτια του, από κείνο εκεί το… λακκάκι μέχρι τα δυνατά μπράτσα του που θέλω να αγγίξω… Να αγγίξω; Έλεος, Σκάι! Σύνελθε! Τα πάντα πάνω του… μου κόβουν την ανάσα και κάνουν την καρδιά μου να πάει να σπάσει. Έχω ένα προαίσθημα πως αν μου χαμογελάσει όπως προσπαθεί ο Γκρέισον να μου χαμογελάσει θα μου πέσει το σαγόνι σε χρόνο ρεκόρ. Μ ε το που τα μάτια μου σταματούν να τον επεξεργάζονται και ξανασυναντιούνται με τα δικά του, αφήνει τον αυχένα του και πιάνει τις σακούλες με το αριστερό χέρι. «Είμαι ο Χόλντερ» λέει δίνοντάς μου το δεξί του χέρι. Κοιτάζω το χέρι του και μετά κάνω ένα βήμα πίσω χωρίς να του το σφίξω. Όλη αυτή η κατάσταση είναι πολύ περίεργη για να εμπιστευτώ τον τόσο αθώο τρόπο που μου συστήνεται. Ίσως αν δε με είχε διαπεράσει με το έντονο βλέμμα του στο μαγαζί να ήμουν πιο ευάλωτη στην τελειότητα της εξωτερικής του εμφάνισης. «Τι θες;» Φροντίζω να τον κοιτάζω με καχυποψία μάλλον, παρά με απορία. Το λακκάκι του εμφανίζεται ξανά με το βεβιασμένο του γέλιο, κουνάει το κεφάλι του κι έπειτα κοιτάζει αλλού. «Χμ» ψελλίζει νευρικά, κάτι που δεν ταιριάζει καθόλου με τον άνετο τύπο που έχει δείξει μέχρι τώρα. Τα μάτια του διατρέχουν όλο το πάρκινγκ, σαν να ψάχνει την έξοδο, και αναστενάζει προτού με κοιτάξει για μία ακόμη φορά στα μάτια. Η ποικιλία των αντιδράσεών του με μπερδεύει τρελά. Τη μία στιγμή δείχνει να τον αηδιάζει η παρουσία μου και την επόμενη τρέχει να με βρει. Συνήθως είμαι καλή στο να διαβάζω τους ανθρώπους αλλά, αν έπρεπε να βγάλω κάποιο συμπέρασμα για τον Χόλντερ με βάση τα δύο τελευταία λεπτά και μόνο, θα έλεγα πως έχει διχασμένη προσωπικότητα. Οι απότομες αλλαγές του, από αδιάφορος σε επίμονος, είναι τρομακτικές. «Μ πορεί να ακουστεί ξενέρωτο» μου λέει. «Αλλά νομίζω


36

COLLEEN HOOVER

πως από κάπου σε ξέρω. Σε πειράζει να μου πεις το όνομά σου;» Η απογοήτευση με καταλαμβάνει με το που ξεστομίζει αυτή την ατάκα. Είναι ένας από αυτούς τους τύπους. Ξέρετε ποιους. Τους απίστευτα κούκλους που μπορούν να έχουν όποια θέλουν, όποτε θέλουν, όπου θέλουν, και το ξέρουν; Τους τύπους που το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να επιδείξουν ένα στραβό χαμόγελο ή ένα λακκάκι, να ρωτήσουν ένα κορίτσι το όνομά του και αυτή να λιώσει μέχρι να πέσει στα γόνατα μπροστά του; Τους τύπους που περνάνε τα σαββατόβραδά τους σκαρφαλώνοντας σε παράθυρα; Έχω απογοητευτεί πλήρως. Κάνω μια απελπισμένη γκριμάτσα και πιάνω το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου μου. «Έχω αγόρι» λέω στα ψέματα. Κάνω μεταβολή, ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Όταν πάω να κλείσω την πόρτα βρίσκω αντίσταση, καθώς εκείνη αρνείται να κλείσει. Κοιτάζω πάνω και τον βλέπω να κρατάει με το χέρι του την πόρτα ανοιχτή. Στα μάτια του βλέπω μια απόγνωση που κάνει τα μπράτσα μου να ανατριχιάσουν. Μ ε κοιτάζει και ανατριχιάζω; Ποια είμαι, διάολε; «Το όνομά σου. Αυτό μόνο θέλω». Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του εξηγήσω πως το όνομά μου δε θα του φανεί χρήσιμο σε αυτή του την προσπάθεια να μου την πέσει. Πιθανότατα είμαι η μοναδική δεκαεπτάχρονη στην Αμερική που δεν έχει ηλεκτρονική παρουσία. Σφίγγοντας ακόμη το χερούλι της πόρτας τού ρίχνω ένα προειδοποιητικό βλέμμα. «Αν δε σε πειράζει!» λέω απότομα ενώ τα μάτια μου κοιτάζουν το χέρι που με εμποδίζει να κλείσω την πόρτα. Τα μάτια μου πηγαίνουν από το χέρι του σε αυτό που γράφει το τατουάζ που έχει γύρω από το βραχίονά του.

Χωρίς Ελπίδα Δεν μπορώ παρά να γελάσω από μέσα μου. Είναι φανερό πως η Μ οίρα με έχει βάλει στο στόχαστρο σήμερα. Γνωρίζω επιτέλους το μοναδικό αγόρι που μου αρέσει, και το οποίο έχει παρατήσει το σχολείο και έχει κάνει τατουάζ που γράφει «Χωρίς Ελπίδα».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

37

Τώρα έχω αρχίσει να τα παίρνω. Τραβάω ξανά την πόρτα αλλά δεν την αφήνει. «Το όνομά σου. Σε παρακαλώ». Η απόγνωση που έχει στο βλέμμα του όταν λέει σε παρακαλώ μου βγάζει μια ξαφνική αντίδραση συμπάθειας από εκεί που δεν το περίμενα. «Σκάι» λέω απότομα ενώ αισθάνομαι ξαφνικά οίκτο για τον πόνο που κρύβεται καλά πίσω από αυτά τα γαλάζια μάτια. Η ευκολία με την οποία το βλέμμα του με έκανε να ενδώσω στην απαίτησή του με κάνει να απογοητευτώ με τον εαυτό μου. Αφήνω την πόρτα και βάζω μπρος το αυτοκίνητό μου. «Σκάι» επαναλαμβάνει μόνος του. Το σκέφτεται για κάποια δευτερόλεπτα και μετά κουνάει το κεφάλι του σαν να έδωσα λάθος απάντηση. «Είσαι σίγουρη;» Αν είμαι σίγουρη; Μ ήπως νομίζει πως είμαι η Σάινα/Σάιλα και δεν ξέρω το όνομά μου; Κάνω μια γκριμάτσα, μετακινούμαι στη θέση μου και βγάζω την ταυτότητά μου από την τσέπη μου. Του τη βάζω στα μούτρα. «Είμαι σίγουρη πως ξέρω το όνομά μου». Είμαι έτοιμη να βάλω την ταυτότητα πίσω στη θέση της, όταν αφήνει την πόρτα και αρπάζει την ταυτότητα από το χέρι μου και τη φέρνει μπροστά στα μάτια του για να την ελέγξει. Την κοιτάζει για λίγο και στη συνέχεια μου την επιστρέφει. «Συγγνώμη». Απομακρύνεται ένα βήμα από το αυτοκίνητό μου. «Έκανα λάθος». Η έκφρασή του έχει σκληρύνει πλέον και με κοιτάζει καθώς βάζω την ταυτότητα στην τσέπη μου. Τον κοιτάζω έντονα για μια στιγμή περιμένοντας κάτι περισσότερο, αλλά το μόνο που κάνει είναι να πηγαίνει το σαγόνι του μπρος πίσω ενώ εγώ φοράω τη ζώνη ασφαλείας. Τόσο εύκολα τα παρατάει; Είναι δυνατόν; Βάζω τα δάχτυλά μου στο χερούλι της πόρτας περιμένοντας να την κρατήσει για ακόμη μία φορά ανοικτή προκειμένου να μου πετάξει πάλι καμιά ξενέρωτη ατάκα. Όταν όμως αυτό δε συμβαίνει, και αντιθέτως απομακρύνεται ακόμα περισσότερο καθώς κλείνω την πόρτα, τα έχω πλέον χάσει. Αν πραγματικά δε


38

COLLEEN HOOVER

με ακολούθησε ως εδώ για να μου ζητήσει να βγούμε, τότε τι στο διάολο ήταν όλο αυτό το σκηνικό; Περνάει τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του και μουρμουράει στον εαυτό του, αλλά δεν μπορώ να ακούσω τι λέει μέσα από το κλειστό παράθυρο. Κάνω όπισθεν και συνεχίζω να τον κοιτάζω καθώς απομακρύνομαι. Μ ένει ακίνητος και με κοιτάζει επίμονα όλη την ώρα μέχρι να φύγω. Καθώς γυρίζω μπροστά, φτιάχνω τον καθρέφτη για να του ρίξω μια τελευταία ματιά πριν βγω από το πάρκινγκ. Τον βλέπω καθώς φεύγει να ρίχνει μια μπουνιά στην οροφή ενός αυτοκινήτου. Καλή επιλογή, Σκάι. Είναι και οξύθυμος. 5. Σνίκερς: ένα είδος σοκολάτας που έχει καραμέλα και αράπικα φιστίκια. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

39

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012 4:47 μμ

Αφού τακτοποιήσω τα ψώνια, αρπάζω μια χούφτα σοκολάτες από την κρυψώνα μου, τις χώνω στην τσέπη μου και στη συνέχεια την κάνω από το παράθυρό μου. Σηκώνω το παράθυρο της Σιξ και μπαίνω μέσα. Είναι σχεδόν πέντε η ώρα το απόγευμα και κοιμάται, οπότε πηγαίνω στις μύτες τον ποδιών μου δίπλα στο κρεβάτι της και γονατίζω. Έχει βάλει μια μάσκα προσώπου και τα καστανόξανθα μαλλιά της είναι κολλημένα στα μάγουλά της από τα σάλια που βγάζει όταν κοιμάται. Πλησιάζω όσο πιο πολύ γίνεται στο πρόσωπό της και ουρλιάζω το όνομά της. «ΣΙΞ! ΞΥΠΝΑ!» Πετάγεται με τέτοια δύναμη που δεν προλαβαίνω να φύγω από μπροστά της. Ο ώμος της χτυπάει με δύναμη το μάτι μου και πέφτω πίσω. Βάζω αμέσως το χέρι μου στο μάτι μου που με πονάει αφάνταστα και πέφτω ξερή στο πάτωμα του δωματίου της. Την κοιτάζω με το καλό μάτι, κάθεται στο κρεβάτι κρατώντας το κεφάλι της και με βρίζει. «Τι σκύλα που είσαι» γρυλλίζει. Πετάει τα σκεπάσματά της, σηκώνεται από το κρεβάτι και κατευθύνεται προς το μπάνιο. «Νομίζω πως μου μαύρισες το μάτι» βογκάω. Αφήνει την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή και κάθεται στη λεκάνη. «Καλά να πάθεις. Σου αξίζει». Πιάνει το χαρτί τουαλέτας και κλείνει με μια κλοτσιά την πόρτα της. «Για το δικό σου καλό ελπίζω να με ξύπνησες για να μου πεις κάτι καλό. Έμεινα ξύπνια όλη τη νύχτα για να φτιάξω τις βαλίτσες μου».


40

COLLEEN HOOVER

Η Σιξ ποτέ δεν ήταν πρωινός τύπος και απ’ ό,τι φαίνεται ούτε απογευματινός τύπος είναι. Για να είμαι ειλικρινής, ούτε βραδινός τύπος είναι. Αν θα έπρεπε να μαντέψω ποια είναι η αγαπημένη της ώρα μέσα στην ημέρα θα έλεγα πως είναι όταν κοιμάται, για αυτό και σιχαίνεται τόσο πολύ να ξυπνάει. Η αίσθηση του χιούμορ που έχει η Σιξ καθώς και η ντόμπρα προσωπικότητά της είναι μέγιστοι παράγοντες που τα πάμε τόσο καλά. Τα χαζοχαρούμενα, ψεύτικα κορίτσια μού τη δίνουν αφάνταστα. Δεν ξέρω αν το χαζοχαρούμενος υπάρχει στο λεξιλόγιο της Σιξ. Λίγα μαύρα ρούχα τής λείπουν για να είναι η κλασική μελαγχολική έφηβη. Όσο για το ψεύτικη; Είναι τόσο ντόμπρα όσο δεν πάει άλλο, είτε το θέλει κανείς είτε όχι. Δεν υπάρχει τίποτα το ψεύτικο στη Σιξ εκτός από το όνομά της. Όταν ήταν δεκατεσσάρων και οι γονείς της της είπαν πως θα μετακομίσουν από το Μ έιν στο Τέξας, εκείνη επαναστάτησε, αρνούμενη να απαντάει στο όνομά της. Το πραγματικό της όνομα είναι Σέβεν Μ έρι, έτσι απαντούσε μόνο στο Σιξ για να τη σπάσει στους γονείς της που την ανάγκασαν να μετακομίσει. Αυτοί συνεχίζουν να τη φωνάζουν Σέβεν,6 αλλά όλοι οι άλλοι τη φωνάζουν Σιξ. Αυτό δείχνει ότι είναι τόσο πεισματάρα όσο και εγώ, και αυτός είναι ένας ακόμη από τους πολλούς λόγους που είμαστε κολλητές. «Νομίζω πως θα χαρείς που σε ξύπνησα». Σηκώνομαι από το πάτωμα και κάθομαι στο κρεβάτι της. «Κάτι μνημειώδες συνέβη σήμερα». Η Σιξ ανοίγει την πόρτα και κάθεται στο κρεβάτι. Ξαπλώνει δίπλα μου και σκεπάζεται ολόκληρη. Απομακρύνεται λίγο από μένα και φτιάχνει το μαξιλάρι με το χέρι της μέχρι να βολευτεί. «Άσε με να μαντέψω… Η Κάρεν πήρε καλωδιακή τηλεόραση;» Κυλάω προς μέρος της, περνάω το χέρι μου γύρω της και την αγκαλιάζω. «Μ άντεψε ξανά». «Γνώρισες κάποιον στο σχολείο σήμερα και τώρα είσαι έγκυος και παντρεύεσαι κι εγώ δεν μπορώ να γίνω κουμπάρα στο γάμο σου γιατί θα είμαι μακριά στην άλλη άκρη του κόσμου;» «Κοντά έπεσες αλλά όχι». Χτυπάω με ρυθμό τα δάχτυλά μου στον ώμο της.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

41

«Τότε τι;» μου λέει εκνευρισμένη. Γυρίζω ανάσκελα και αφήνω έναν βαθύ αναστεναγμό. «Είδα ένα αγόρι στο μαγαζί μετά το σχολείο και, μα το Θεό, Σιξ, ήταν κούκλος. Τρομακτικός αλλά κούκλος». Η Σιξ γυρίζει αμέσως προς το μέρος μου καταφέρνοντας πάλι να χτυπήσει με τον αγκώνα της το ίδιο μάτι που είχε χτυπήσει λίγο νωρίτερα. «Τι;» φωνάζει δυνατά αγνοώντας το γεγονός πως κρατάω πάλι το μάτι μου και βογκάω. Ανακάθεται στο κρεβάτι και τραβάει το χέρι μου από το πρόσωπό μου. «Τι;» ξαναφωνάζει. «Σοβαρά;» Κάθομαι ανάσκελα και προσπαθώ να διώξω τον πόνο από το μάτι μου στο πίσω μέρος του μυαλού μου. «Το ξέρω. Μ όλις τον είδα ήταν σαν να έλιωσε όλο μου το σώμα στο πάτωμα. Ήταν… ουάου». «Του μίλησες; Πήρες το τηλέφωνό του; Σου ζήτησε να βγείτε;» Δεν έχω ξαναδεί τη Σιξ τόσο ζωηρή. Έβγαζε κάτι το πολύ χαζοχαρούμενο και δεν είμαι σίγουρη ότι μου αρέσει αυτό. «Έλεος, Σιξ. Χαλάρωσε». Μ ε κοιτάζει και συνοφρυώνεται. «Σκάι, για τέσσερα χρόνια ανησυχούσα πως αυτό δε θα σου συνέβαινε ποτέ. Θα ήμουν ήσυχη αν ήσουν γκέι. Θα ήμουν ήσυχη να σου άρεσαν τα αγόρια που είναι φυτά, κοκαλιάρικα και κοντά. Θα ήμουν ήσυχη ακόμα και αν γούσταρες γέρους, ζαρωμένους άνδρες και ακόμα πιο ζαρωμένα πέη. Δεν μπορούσα όμως να είμαι ήσυχη με την ιδέα πως δεν μπορείς να νιώσεις ποτέ πόθο». Πέφτει πίσω στο κρεβάτι χαμογελώντας. «Η λαγνεία είναι το καλύτερο από όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα». Γελάω και κουνάω το κεφάλι μου. «Επίτρεψέ μου να έχω άλλη άποψη. Ο πόθος είναι για κλάματα. Νομίζω ότι τον έχεις παραδιαφημίσει όλα αυτά τα χρόνια. Εγώ συνεχίζω να ψηφίζω ως καλύτερο αμάρτημα τη λαιμαργία». Και λέγοντας αυτό βγάζω ένα κομμάτι σοκολάτα από την τσέπη μου και το χώνω στο στόμα μου. «Θέλω λεπτομέρειες» λέει. Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι ώσπου η πλάτη μου να


42

COLLEEN HOOVER

ακουμπήσει στο κεφαλάρι. «Δεν ξέρω πώς να σ’ το περιγράψω. Όταν τον κοίταξα, μετά δεν μπορούσα να σταματήσω. Θα μπορούσα να τον κοιτάζω όλη μέρα. Αλλά, όταν με κοίταξε αυτός, με τρόμαξε. Μ ε κοίταξε σαν να τα πήρε που αντιλήφθηκα έστω και την παρουσία του. Ύστερα, όταν με ακολούθησε μέχρι τ’ αυτοκίνητό μου και απαίτησε να μάθει τ’ όνομά μου, ήταν σαν να ήταν έξαλλος μ’ αυτό. Ήταν σαν να τον ξεβόλευα. Και εγώ από τη μία ήθελα να φιλήσω το λακκάκι του και από την άλλη ήθελα να εξαφανιστώ από μπροστά του». «Θεέ μου, είναι τόσο παράξενο» λέει με το που τελειώνω. Κάθεται όπως εγώ ακουμπώντας στο κεφαλάρι. «Είσαι σίγουρη πως δε σε φλέρταρε; Δεν προσπαθούσε να πάρει το νούμερό σου; Αυτό που εννοώ είναι πως σε έχω δει με τα αγόρια, Σκάι. Μ πορείς και προσποιείσαι μια χαρά, ακόμα κι αν δε νιώθεις τίποτα γι’ αυτά. Ξέρω πως μπορείς και διαβάζεις τ’ αγόρια, αλλά νομίζω πως ίσως το γεγονός ότι τον γούσταρες να θόλωσε το ένστικτό σου. Λες;» Ανασήκωσα τους ώμους. Ίσως και να έχει δίκιο. Ίσως να τον διάβασα λάθος και η δική μου αρνητική αντίδραση να τον οδήγησε να αλλάξει γνώμη και να μη μου ζητήσει να βγούμε. «Θα μπορούσε να είναι και έτσι. Αλλά ό,τι και να ήταν αυτό που ένιωσα, διαλύθηκε το ίδιο γρήγορα. Έχει παρατήσει το σχολείο, είναι κυκλοθυμικός, είναι νευρικός και… είναι απλά… είναι τελειωμένος. Δεν ξέρω ποιος είναι ο τύπος μου, αλλά ξέρω σίγουρα πως δε θέλω να είναι ο Χόλντερ». Η Σιξ αρπάζει τα μάγουλά μου, τα πιέζει και γυρίζει το πρόσωπό μου προς το μέρος της. «Είπες Χόλντερ;» με ρωτάει ανασηκώνοντας όλο περιέργεια το τέλεια περιποιημένο φρύδι της. Τα χείλια μου είναι ενωμένα από τον τρόπο που μου κρατάει τα μάγουλα οπότε κάνω ένα νεύμα αντί να της δώσω μια λεκτική απάντηση. «Ντιν Χόλντερ; Ατημέλητα καστανά μαλλιά; Έντονα γαλάζια μάτια; Και συμπεριφορά σαν να βγαίνει από κείνη την ταινία, το Fight Club;» Ανασηκώνω τους ώμους μου. «Μ άον αυχός είαι» λέω – οι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

43

λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα μου δε βγάζουν και πολύ νόημα γιατί έχει ακόμη γραπωμένο το πρόσωπό μου. Μ ου αφήνει τα μάγουλα και επαναλαμβάνω αυτό που μόλις είπα: «Μ άλλον αυτός είναι». Φέρνω το χέρι στο πρόσωπό μου κι αρχίζω να μαλάζω τα μάγουλά μου. «Τον ξέρεις;» Σηκώνεται όρθια και κουνάει τα χέρια της στον αέρα. «Γιατί, Σκάι; Απ’ όλα τ’ αγόρια που θα μπορούσες να γουστάρεις, γιατί να είναι ο Ντιν Χόλντερ, ρε γαμώτο;» Δείχνει απογοητευμένη. Γιατί δείχνει τόσο απογοητευμένη; Δεν την έχω ακούσει να αναφέρει τον Χόλντερ ποτέ, άρα αποκλείεται να έβγαινε μαζί του. Τότε γιατί ρε γαμώτο όλο αυτό, από κάτι συναρπαστικό, έγινε κάτι… πολύ πολύ κακό; «Πρέπει να μου πεις λεπτομέρειες» της λέω. Κουνάει το κεφάλι της και σηκώνεται από το κρεβάτι. Πηγαίνει στην ντουλάπα της και πιάνει ένα τζιν παντελόνι και το φοράει. «Είναι ένας βλάκας, Σκάι. Ερχόταν στο σχολείο μας, αλλά τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο μόλις άρχισε το σχολείο πέρσι. Δεν τον ξέρω καλά, αλλά ξέρω αρκετά γι’ αυτόν ώστε να ξέρω πως δεν είναι κατάλληλος για γκόμενος». Η περιγραφή του Χόλντερ δε με εκπλήσσει. Και μακάρι να μπορούσα να πω πως δε με απογοήτευσε, αλλά δεν μπορώ. «Από πότε ο οποιοσδήποτε είναι κατάλληλος για γκόμενος;» Δε νομίζω η Σιξ να είχε ποτέ στη ζωή της κάποιον γκόμενο για πάνω από ένα βράδυ. Μ ε κοιτάζει κι ανασηκώνει του ώμους της. «Σωστό κι αυτό». Φοράει ένα μπλουζάκι και πηγαίνει προς το νιπτήρα. Παίρνει μια οδοντόβουρτσα, βάζει οδοντόπαστα κι επιστρέφει στο δωμάτιο βουρτσίζοντας τα δόντια της. «Γιατί τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο;» τη ρωτάω χωρίς να είμαι σίγουρη ότι θέλω να μάθω την απάντηση. Η Σιξ βγάζει την οδοντόβουρτσα από το στόμα της. «Τον έπιασαν για βιαιοπραγία… πλάκωσε στο ξύλο έναν γκέι στο σχολείο. Αλλά είμαι σίγουρη πως του είχαν και άλλα μαζεμένα». Ξαναβάζει την οδοντόβουρτσα στο στόμα της και πηγαίνει στο νιπτήρα για να φτύσει. Βιαιοπραγία; Είναι δυνατόν; Το στομάχι μου κάνει κάτι


44

COLLEEN HOOVER

περίεργα, αλλά όχι από ευχαρίστηση αυτή τη φορά. Η Σιξ ξαναμπαίνει στο δωμάτιο έχοντας πιάσει τα μαλλιά της σε αλογοουρά. «Κοίτα μαλακία τώρα» λέει κοιτάζοντας τα κοσμήματά της. «Και αν αυτή είναι η μοναδική φορά που σε φτιάχνει ένα αγόρι και δεν το αισθανθείς ποτέ ξανά;» Κάνω μια γκριμάτσα με τις λέξεις που επιλέγει. «Δε με έφτιαξε, Σιξ». Κουνάει τα χέρια της στον αέρα. «Σε έφτιαξε. Ένιωσες έλξη. Το ίδιο είναι» λέει επιπόλαια κι έρχεται στο κρεβάτι. Ακουμπάει ένα σκουλαρίκι στο μπούτι της και φοράει το άλλο στο αυτί της. «Υποθέτω πως θα πρέπει τουλάχιστον να αισθανθούμε ανακούφιση που δεν είσαι εντελώς ελαττωματική». Η Σιξ με κοιτάζει πιο προσεκτικά και σκύβει πάνω μου. Πιάνει το πιγούνι μου και γυρίζει το πρόσωπό μου προς τα αριστερά. «Τι στο διάολο συνέβη στο μάτι σου;» Γελάω και σηκώνομαι από το κρεβάτι μακριά από τον κίνδυνο. «Εσύ του συνέβης». Πηγαίνω προς το παράθυρο. «Πρέπει ν’ αδειάσω το κεφάλι μου. Θα πάω για τρέξιμο. Θες να ’ρθεις;» Η Σιξ σουφρώνει τη μύτη της. «Οπωσδήποτε… όχι. Καλή διασκέδαση με το τρέξιμο». Έχω βγάλει ήδη το ένα πόδι από το παράθυρο όταν μου φωνάζει. «Θέλω να μάθω τα πάντα αργότερα για την πρώτη σου μέρα στο σχολείο. Και έχω ένα δώρο για σένα. Θα έρθω το βράδυ». 6. Σέβεν: επτά. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

45

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012 5:25 μμ

Τα πνευμόνια μου με πονάνε, το σώμα μου έχει μουδιάσει ήδη από την οδό Άσπεν. Η αναπνοή μου, από ελεγχόμενες εισπνοές και εκπνοές, έχει μετατραπεί σε ανεξέλεγκτα ξεφυσήματα. Από όλες τις φάσεις αυτή είναι που μου αρέσει πιο πολύ όταν τρέχω. Όταν κάθε πιθαμή του κορμιού μου λειτουργεί μηχανικά για να προχωρήσω μπροστά, ενώ εγώ έχω εστιάσει την προσοχή μου στο επόμενο βήμα και μόνο. Το επόμενο βήμα. Τίποτε άλλο. Δεν έχω ξανατρέξει ποτέ τόσο μακριά. Συνήθως σταματάω όταν ξέρω ότι μου μένουν δύο χιλιόμετρα για να επιστρέψω, αλλά αυτή τη φορά δεν το έκανα. Παρ’ όλο που το σώμα μου είναι σε απελπιστική κατάσταση, το μυαλό μου δεν μπορεί να αδειάσει. Συνεχίζω να τρέχω ελπίζοντας πως θα το καταφέρω, αλλά μου παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι συνήθως. Το μόνο που με κάνει να σταματήσω είναι το γεγονός πως έχω να καλύψω άλλη τόση διαδρομή για να γυρίσω σπίτι κι έχω σχεδόν ξεμείνει από νερό. Σταματάω στην άκρη του δρόμου, ακουμπάω σε ένα γραμματοκιβώτιο και ανοίγω το καπάκι του νερού μου. Σκουπίζω το μέτωπό μου με την ανάστροφη του χεριού μου και φέρνω το μπουκάλι στα χείλια μου καταφέρνοντας να βάλω τέσσερις σταγόνες στο στόμα μου προτού το μπουκάλι αδειάσει εντελώς. Μ ε αυτή τη ζέστη του Τέξας έχω ήδη κατεβάσει ένα ολόκληρο


46

COLLEEN HOOVER

μπουκάλι νερό. Τα βάζω με τον εαυτό μου που αποφάσισα να μην τρέξω το πρωί. Η ζέστη με τσακίζει. Φοβούμενη μήπως πάθω αφυδάτωση, αποφασίζω να επιστρέψω περπατώντας αντί τρέχοντας. Δε νομίζω πως το να καταπονήσω σωματικά τον εαυτό μου θα χαροποιούσε την Κάρεν. Αγχώνεται ήδη αρκετά με το γεγονός πως τρέχω ολομόναχη. Ξεκινάω να περπατάω, όταν ακούω μια γνωστή φωνή πίσω μου να μου μιλάει. «Έι, εσύ». Σαν να μην έφτανε που η καρδιά μου χτυπούσε ήδη τρελά, γυρίζω αργά και βλέπω τον Χόλντερ να με κοιτάζει χαμογελώντας, με κείνα τα λακκάκια στις δύο άκρες του στόματός του. Τα μαλλιά του είναι μούσκεμα και είναι ξεκάθαρο πως έτρεχε κι εκείνος. Ανοιγοκλείνω δύο φορές τα μάτια μου πιστεύοντας πως όλο αυτό είναι οφθαλμαπάτη λόγω της εξάντλησης. Το ένστικτό μου μου λέει να το βάλω στα πόδια ουρλιάζοντας, αλλά το σώμα μου θέλει να το αγκαλιάσουν τα χέρια του που γυαλίζουν από τον ιδρώτα. Το σώμα μου είναι ένας παλιοπροδότης. Ευτυχώς δεν έχω ακόμα επανέλθει από τις διατάσεις που έκανα, οπότε δε θα μπορεί να καταλάβει πως η ακανόνιστη αναπνοή μου οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τον ξαναβλέπω. «Έι» του λέω κι εγώ με κομμένη την ανάσα. Προσπαθώ να τον κοιτάζω στο πρόσωπο, αλλά δεν μπορώ να συγκρατήσω τα μάτια μου που όλο και γλιστρούν απ’ το λαιμό του και κάτω. Καρφώνω το βλέμμα μου στα πόδια μου, προκειμένου να παραβλέψω το γεγονός ότι δε φοράει τίποτε άλλο παρά σορτσάκι και αθλητικά παπούτσια. Ο τρόπος με τον οποίο το σορτσάκι του στέκεται στους γοφούς του είναι σημαντικός λόγος για να ξεχάσω ό,τι αρνητικό έμαθα για αυτόν σήμερα. Απ’ όσο θυμάμαι, ποτέ δεν ήμουν ο τύπος του κοριτσιού που πάθαινε πλάκα με την εμφάνιση ενός αγοριού. Νιώθω ρηχή. Αξιοθρήνητη. Μ έχρι και ξενέρωτη. Και λίγο παρμένη με τον εαυτό μου που τον αφήνω να με κάνει έτσι.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

47

«Τρέχεις;» με ρωτάει ακουμπώντας τον αγκώνα του στο γραμματοκιβώτιο. Κουνάω το κεφάλι μου. «Συνήθως το πρωί. Ξέχασα πόση ζέστη έχει τ’ απογεύματα». Κάνω μια προσπάθεια να τον ξανακοιτάξω βάζοντας το χέρι μου μπροστά στα μάτια για να προστατευτώ από τον ήλιο που πέφτει πάνω στο κεφάλι του σαν φωτοστέφανο. Τι ειρωνεία κι αυτή. Μ ε πλησιάζει και αποτραβιέμαι προτού συνειδητοποιήσω πως μου τείνει το μπουκάλι του με το νερό. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να συγκρατήσει τα χείλια του για να μη χαμογελάσει δείχνει ξεκάθαρα πως βλέπει πόσο νευρική είμαι όταν είμαι κοντά του. «Πιες το». Σπρώχνει το μισοάδειο μπουκάλι προς τα μένα. «Φαίνεσαι διαλυμένη». Κανονικά δε θα έπαιρνα νερό από κάποιον ξένο. Και κυρίως δε θα έπαιρνα νερό από κάποιον που ξέρω ότι δεν είναι και η καλύτερη γνωριμία, αλλά διψάω. Διψάω τόσο πολύ. Αρπάζω το μπουκάλι από το χέρι του και ρίχνω το κεφάλι μου προς τα πίσω κατεβάζοντας τρεις τεράστιες γουλιές. Και τι δε θα ’δινα να πιω και το υπόλοιπο, αλλά δεν μπορώ και να του το τελειώσω όλο. «Σε ευχαριστώ» λέω δίνοντάς του πίσω το μπουκάλι. Σκουπίζω το στόμα μου με το χέρι και κοιτάζω πίσω μου στο πεζοδρόμιο. «Λοιπόν, έχω άλλα δύο χιλιόμετρα για να επιστρέψω, οπότε καλύτερα να πηγαίνω». «Πάνω από τέσσερα έχεις» μου λέει κοιτώντας το στομάχι μου. Βάζει τα χείλη του στο μπουκάλι χωρίς να το σκουπίσει από τα δικά μου σάλια και, συνεχίζοντας να με καρφώνει με τα μάτια του, κάνει το κεφάλι του πίσω και πίνει όλο το υπόλοιπο νερό. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τα χείλη του καθώς ακουμπάνε το άνοιγμα που ακουμπούσαν τα δικά μου πριν από λίγο. Κατά κάποιον τρόπο φιλιόμαστε. Κουνάω το κεφάλι μου. «Ε;» Δεν είμαι σίγουρη αν είπε κάτι ή όχι. Είμαι απασχολημένη να παρατηρώ τον ιδρώτα που στάζει στο στήθος του. «Είπα ότι έχεις πάνω από τέσσερα. Μ ένεις στο Κονρόε, αυτό


48

COLLEEN HOOVER

είναι πάνω από τέσσερα χιλιόμετρα δρόμος. Συνολικά είναι μια διαδρομή πάνω από οκτώ χιλιόμετρα». Το λέει με έναν τρόπο λες και έχει εντυπωσιαστεί. Τον κοιτάζω με περιέργεια. «Ξέρεις σε ποιο δρόμο μένω;» «Αμέ». Δε λέει κάτι παραπάνω. Τον κοιτάζω επίμονα και παραμένω σιωπηλή περιμένοντας να δώσει κάποια εξήγηση. Καταλαβαίνει πως το «αμέ» του δε με ικανοποιεί και ξεφυσάει. «Λίντεν Σκάι Ντέιβις, γεννημένη 29 Σεπτεμβρίου, Οδός Κονρόε 1455. Ύψος 1.60. Δωρήτρια οργάνων». Κάνω ένα βήμα πίσω βλέποντας ξαφνικά να παίζεται μπροστά στα μάτια μου η επικείμενη δολοφονία μου από τα χέρια του αγοριού που με παρακολουθεί αλλά τυγχάνει να είναι και το αγόρι των ονείρων μου. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να βγάλω το χέρι μου που προστατεύει τα μάτια μου από τον ήλιο, για να τον δω καλύτερα σε περίπτωση που καταφέρω να το σκάσω. Μ πορεί να χρειαστεί να περιγράψω λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά του στο σκιτσογράφο της αστυνομίας. «Η ταυτότητά σου» μου εξηγεί όταν βλέπει τον τρόμο και τη σύγχυση στο πρόσωπό μου. «Μ ου έδειξες την ταυτότητά σου πριν. Στο μαγαζί». Για κάποιο λόγο αυτή η εξήγηση δε διώχνει το φόβο μου. «Την κοίταξες μόνο για δύο δευτερόλεπτα». Ανασηκώνει τους ώμους του. «Έχω καλή μνήμη». «Μ ε παρακολουθείς» απαντώ ανέκφραστα. Γελάει. «Εγώ σε παρακολουθώ; Εσύ είσαι αυτή που στέκεται μπροστά από το σπίτι μου». Δείχνει πάνω από τον ώμο του το σπίτι πίσω του. Το σπίτι του; Τι πιθανότητα υπήρχε, διάολε; Ισιώνει το σώμα του και χτυπάει με τα δάχτυλά του τ’ όνομα πάνω στο γραμματοκιβώτιο. Οι Χόλντερς. Νιώθω το αίμα μου να ανεβαίνει στο μάγουλά μου αλλά δεν πειράζει. Μ ετά από ένα απογευματινό τρέξιμο κάτω από τη ζέστη του Τέξας και με περιορισμένη προμήθεια νερού, είμαι σίγουρη πως όλο μου το σώμα έχει αναψοκοκκινίσει. Προσπαθώ


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

49

να μην ξανακοιτάξω το σπίτι, αλλά η περιέργεια είναι το αδύνατο σημείο μου. Είναι ένα διακριτικό σπίτι, καθόλου φανταχτερό. Ταιριάζει απόλυτα με τη μεσαίου εισοδήματος γειτονιά που βρισκόμαστε. Όπως ταιριάζει και το αυτοκίνητο που είναι στο γκαράζ. Αναρωτιέμαι αν είναι το δικό του αυτοκίνητο. Μ πορώ να συμπεράνω από τη συζήτηση που είχε με την πώς-τη-λένε στο μαγαζί ότι είναι στην ηλικία μου, οπότε θα πρέπει να μένει με τους γονείς του. Αλλά πώς και δεν τον έχω ξαναδεί; Πώς είναι δυνατόν να μην ξέρω πως μένω σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από το μοναδικό αγόρι στον κόσμο που μπορεί να με κάνει ένα κουβάρι από νεύρα και εξάψεις; Ξεροβήχω. «Λοιπόν, ευχαριστώ για το νερό». Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να θέλω περισσότερο από το να ξεφύγω από αυτή την παράξενη κατάσταση. Τον χαιρετάω βιαστικά και ξεκινάω να τρέχω. «Περίμενε μισό» φωνάζει από πίσω μου. Δε μειώνω ταχύτητα, οπότε με προσπερνάει, γυρίζει και αρχίζει να τρέχει ανάποδα με την πλάτη προς τον ήλιο. «Άσε με να σου γεμίσω το μπουκάλι με νερό». Μ ε πλησιάζει και αρπάζει από το αριστερό μου χέρι το μπουκάλι μου· κι όπως πάει να το κάνει αυτό, ακουμπάει το χέρι του στο στομάχι μου. Κοκαλώνω. «Επιστρέφω αμέσως» μου λέει τρέχοντας προς το σπίτι του. Τα ’χω χάσει. Αυτή είναι μια εντελώς αντιφατικά ευγενική κίνηση. Μ ήπως είναι άλλο ένα σύμπτωμα της διχασμένης του προσωπικότητας; Μ άλλον είναι προϊόν μετάλλαξης σαν τον Χαλκ.7 Ή τον Τζέκιλ και τον Χάιντ.8 Αναρωτιέμαι αν ο Ντιν είναι η καλή προσωπικότητα και ο Χόλντερ η τρομακτική. Ο Χόλντερ είναι σίγουρα αυτός που είδα στο μαγαζί νωρίτερα. Νομίζω πως προτιμώ τον Ντιν πολύ περισσότερο. Αισθάνομαι παράξενα να περιμένω, οπότε κάνω βόλτες μπρος πίσω στο γκαράζ του κοιτώντας κάθε τόσο το δρόμο προς το σπίτι μου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω πως ό,τι απόφαση και να πάρω αυτή τη στιγμή θα πέσει στην ηλίθια πλευρά της ζυγαριάς. Να μείνω; Να τρέξω;


50

COLLEEN HOOVER

Να κρυφτώ στους θάμνους πριν ξανάρθει έξω με χειροπέδες και μαχαίρι; Πριν προλάβω να φύγω, ανοίγει η μπροστινή του πόρτα και βγαίνει έξω με το μπουκάλι γεμάτο νερό. Αυτή τη φορά ο ήλιος είναι πίσω μου, οπότε δεν καταβάλλω προσπάθεια για να τον δω. Ούτε αυτό είναι καλό, βέβαια, από τη στιγμή που το μόνο που θέλω να κάνω είναι να τον χαζεύω. Μπλιαξ! Σιχαίνομαι εντελώς τον πόθο. Τον μισώ. Κάθε ίνα του εαυτού μου ξέρει ότι δεν είναι καλό άτομο, και όμως το σώμα μου χέστηκε παντελώς για αυτό. Μ ου δίνει το μπουκάλι και πίνω γρήγορα λίγο ακόμα. Σιχαίνομαι έτσι κι αλλιώς τη ζέστη του Τέξας, αλλά σε συνδυασμό με τον Ντιν Χόλντερ νιώθω σαν να βρίσκομαι στα καζάνια της Κόλασης. «Λοιπόν… Προηγουμένως… Στο μαγαζί…» λέει με μια παύση όλο νευρικότητα. «Αν σε έκανα να αισθανθείς άβολα, σου ζητάω συγγνώμη». Τα πνευμόνια μου εκλιπαρούν για λίγο αέρα αλλά παρ’ όλα αυτά καταφέρνω να απαντήσω. «Δε με έκανες να αισθανθώ άβολα». Με έκανες να τα κάνω πάνω μου. Ο Χόλντερ με κοιτάζει εξεταστικά. Σήμερα ανακάλυψα πως δε μου αρέσει να με κοιτάζουν εξεταστικά… Προτιμώ να περνάω απαρατήρητη. «Ούτε προσπαθούσα να σου την πέσω» μου λέει. «Απλά νόμιζα πως ήσουν κάποια άλλη». «Όλα καλά». Χαμογελάω ζορισμένα αλλά δεν είναι καλά. Γιατί έχω ξαφνικά απογοητευτεί πλήρως που δεν προσπαθούσε να μου την πέσει; Θα έπρεπε να χαίρομαι. «Όχι πως δε θα σου την έπεφτα» προσθέτει με ένα χαμόγελο. «Απλά δεν το έκανα εκείνη τη στιγμή». Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Η επεξήγησή του με κάνει να χαμογελάσω παρά τις προσπάθειές μου να μην το κάνω. «Θέλεις να τρέξω μαζί σου;» με ρωτάει δείχνοντας με το κεφάλι του προς το πεζοδρόμιο πίσω μου. Ναι, σε παρακαλώ.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

51

«Όχι, εντάξει». Κάνει ένα νεύμα. «Κοίτα, θα πήγαινα από εδώ έτσι κι αλλιώς. Τρέχω δύο φορές τη μέρα και έχω ακόμα μερικά…» Αφήνει την πρότασή του μισοτελειωμένη και κάνει ένα βήμα προς τα μένα. Αρπάζει το σαγόνι μου και πηγαίνει πίσω το κεφάλι μου. «Ποιος σ’ το έκανε αυτό;» Βλέπω στα μάτια του την ίδια σκληρότητα που είχα δει νωρίτερα στο μαγαζί. «Το μάτι σου δεν ήταν έτσι προηγουμένως». Τραβάω το σαγόνι μου από τα χέρια του και προσπαθώ να κάνω πλάκα. «Ήταν ένα ατύχημα. Μ ην ξυπνάς ποτέ μια έφηβη από τον μεσημεριανό της ύπνο». Δε χαμογελάει. Αντί για αυτό, κάνει ένα βήμα πιο κοντά, μου ρίχνει μια άγρια ματιά και περνάει τον αντίχειρά του κάτω από το μάτι μου. «Θα το έλεγες σε κάποιον, έτσι δεν είναι; Αν κάποιος σού έκανε κάτι τέτοιο;» Θέλω να απαντήσω. Πραγματικά θέλω. Αλλά δεν μπορώ. Ακουμπάει το πρόσωπό μου. Το χέρι του στο μάγουλό μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Η ένταση που πηγάζει από όλη του την ύπαρξη ρουφάει όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου και παίρνει όλη τη δύναμη από τα γόνατά μου. Νεύω καταφατικά χωρίς να γίνομαι πειστική· εκείνος συνοφρυώνεται και τραβάει το χέρι του από πάνω μου. «Θα τρέξω μαζί σου» λέει χωρίς να ρωτήσει. Βάζει τα χέρια του στους ώμους μου, με γυρίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση και μου δίνει μια ελαφριά σκουντιά. Αρχίζει να τρέχει δίπλα μου και τρέχουμε σιωπηλοί. Θέλω να του μιλήσω. Θέλω να τον ρωτήσω για τη χρονιά του στο αναμορφωτήριο, γιατί παράτησε το σχολείο, γιατί έχει αυτό το τατουάζ… αλλά φοβάμαι να μάθω τις απαντήσεις. Χώρια που είμαι εντελώς λαχανιασμένη. Έτσι τρέχουμε απόλυτα σιωπηλοί όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι μου. Καθώς πλησιάζουμε το γκαράζ μου, ελαττώνουμε ταχύτητα και οι δύο και αρχίζουμε να περπατάμε. Δεν ξέρω πώς να το τελειώσω αυτό. Ποτέ δεν έχει τρέξει κάποιος μαζί μου, οπότε δεν ξέρω τι λέει το πρωτόκολλο όταν δύο που τρέχουν παρέα


52

COLLEEN HOOVER

χωρίζουν. Γυρίζω και τον χαιρετάω βιαστικά κουνώντας το χέρι μου. «Φαντάζομαι θα τα πούμε άλλη φορά;» «Σίγουρα» μου λέει κοιτώντας με επίμονα. Του χαμογελάω αμήχανα και φεύγω. Σίγουρα; Επαναλαμβάνω αυτή τη λέξη καθώς προχωράω προς το γκαράζ. Τι εννοεί με αυτό; Δεν προσπάθησε να μάθει το τηλέφωνό μου – και δε θα μπορούσε να ξέρει ότι δεν έχω. Δε με ρώτησε αν θέλω να ξανατρέξω μαζί του. Αλλά είπε σίγουρα σαν να ήταν βέβαιος· και, κατά κάποιον τρόπο, ελπίζω να είναι. «Σκάι, περίμενε». Ο τρόπος που η φωνή του αγκαλιάζει το όνομά μου με κάνει να εύχομαι η μόνη λέξη στο λεξιλόγιό του να ήταν Σκάι. Κάνω μεταβολή και προσεύχομαι να έρθει να μου πει κάποια ξενέρωτη ατάκα πεσίματος. Θα με έριχνε αμέσως. «Μ ου κάνεις μια χάρη;» Οτιδήποτε. Θα έκανα οτιδήποτε μου ζητήσεις, αρκεί να μη φοράς μπλούζα. «Ναι;» Μ ου πετάει το μπουκάλι του με το νερό. Το πιάνω, βλέπω ότι είναι άδειο και αισθάνομαι τύψεις που δεν του πρότεινα κι εγώ με τη σειρά μου να του το γεμίσω. Το κουνάω στον αέρα και κάνω ένα νεύμα, έπειτα ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά και μπαίνω στο σπίτι. Η Κάρεν βάζει τα πιάτα στο πλυντήριο τη στιγμή που μπαίνω στην κουζίνα. Μ ε το που κλείνει η πόρτα πίσω μου, εισπνέω με όλη μου τη δύναμη τον αέρα που τόση ώρα αναζητούσαν τα πνευμόνια μου. «Θεέ μου, Σκάι, δείχνεις σαν να είσαι έτοιμη να λιποθυμήσεις. Κάτσε κάτω». Παίρνει το μπουκάλι από το χέρι μου και με καθίζει με το ζόρι στην καρέκλα. Την αφήνω να το γεμίσει καθώς εισπνέω από τη μύτη και εκπνέω από το στόμα. Γυρίζει, μου το δίνει κι εγώ του βάζω το καπάκι. Σηκώνομαι μετά και τρέχω να του το επιστρέψω. «Ευχαριστώ» μου λέει. Στέκομαι και τον παρατηρώ καθώς βάζει πάλι τα σαρκώδη χείλη του στο άνοιγμα του μπουκαλιού. Ξαναφιλιόμαστε κατά κάποιον τρόπο. Δεν μπορώ διαχωρίσω τις συνέπειες που έχει πάνω μου το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

53

τρέξιμο των οκτώ χιλιομέτρων από τις συνέπειες που έχει πάνω μου ο Χόλντερ. Και τα δύο με κάνουν να αισθάνομαι πως θα λιποθυμήσω από έλλειψη οξυγόνου. Ο Χόλντερ κλείνει το καπάκι του νερού και τα μάτια του εξετάζουν όλο μου το σώμα, σταματώντας για λίγη περισσότερη ώρα στην κοιλιά μου προτού με ξανακοιτάξει στα μάτια. «Κάνεις στίβο;» Σκεπάζω το στομάχι μου με το αριστερό μου χέρι και δένω τα δάχτυλά μου στο ύψος της μέσης μου. «Όχι, αλλά σκέφτομαι να ξεκινήσω». «Να το κάνεις. Έχεις μετά βίας λαχανιάσει και έτρεξες σχεδόν οκτώ χιλιόμετρα» μου λέει. «Είσαι τελειόφοιτη;» Δεν έχει ιδέα τι προσπάθεια καταβάλλω για να μην πέσω στο πεζοδρόμιο και αρχίσω να αγκομαχάω από την έλλειψη αέρα. Δεν έχω ξανατρέξει ποτέ τόσο μεγάλη απόσταση μονοκοπανιά και κάνω τα πάντα για να φαίνεται πως δεν είναι δα και κάτι το σπουδαίο. Προφανώς πιάνει. «Δε θα έπρεπε ήδη να ξέρεις πως είμαι τελειόφοιτη; Οι ικανότητές σου στην παρακολούθηση κάπου χάνουν». Όταν το λακκάκι εμφανίζεται ξανά θέλω να συγχαρώ τον εαυτό μου. «Ε λοιπόν, το έχεις κάνει κάπως δύσκολο να σε παρακολουθήσω» μου λέει. «Δεν μπόρεσα καν να σε βρω στο Facebook». Μ όλις παραδέχτηκε πως με έψαχνε στο Facebook. Τον γνώρισα πριν από δύο ώρες, οπότε το γεγονός πως πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και με έψαξε στο Facebook είναι κάπως κολακευτικό. Σκάω ένα χαμόγελο χωρίς να το θέλω και μου ’ρχεται πραγματικά να χτυπήσω αυτό το αξιοθρήνητο κορίτσι που έχει πάρει τη θέση τού συνήθως αδιάφορου εαυτού μου. «Δεν έχω Facebook. Δεν έχω καν πρόσβαση στο Ίντερνετ» εξηγώ. Μ ε κοιτάζει κοφτά και χαμογελάει πονηρά σαν να μην πιστεύει ούτε λέξη από αυτά που λέω. Σπρώχνει πίσω τα μαλλιά από το μέτωπό του. «Στο τηλέφωνό σου; Δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση στο Ίντερνετ από το τηλέφωνό σου;» «Ούτε τηλέφωνο έχω. Η μητέρα μου δεν είναι φαν της


54

COLLEEN HOOVER

σύγχρονης τεχνολογίας. Ούτε τηλεόραση επίσης». «Τι λες τώρα». Γελάει. «Μ ιλάς σοβαρά; Και πώς διασκεδάζεις;» Του χαμογελάω και ανασηκώνω τους ώμους. «Τρέχω». Ο Χόλντερ με ξανακοιτάζει εξεταστικά δίνοντας για μια ακόμη φορά την προσοχή του στο στομάχι μου. Από εδώ και μπρος θα το σκέφτομαι διπλά πριν βγω έξω με μπουστάκι. «Ωραία λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση μήπως τυγχάνει να γνωρίζεις τι ώρα σηκώνεται κάποια ψυχή για το πρωινό της τρέξιμο;» Μ ε κοιτάζει στα μάτια και δε βλέπω καθόλου το άτομο που μου περιέγραψε η Σιξ. Το μόνο που βλέπω είναι ένα αγόρι να φλερτάρει ένα κορίτσι, έχοντας μια συμπαθητική, λίγο αγχωμένη λάμψη στα μάτια. «Δεν ξέρω αν θα ’θελες να σηκωθείς τόσο νωρίς το πρωί» του λέω. Ο τρόπος που με κοιτάει, σε συνδυασμό με τη ζέστη του Τέξας, θολώνει ξαφνικά την όρασή μου, οπότε παίρνω μια βαθιά αναπνοή θέλοντας να φαίνομαι οτιδήποτε άλλο εκτός από εξαντλημένη και σαστισμένη αυτή τη στιγμή. Γέρνει το κεφάλι του προς το μέρος μου και με καρφώνει με τα μάτια του. «Δε φαντάζεσαι πόσο πολύ θέλω να ξυπνήσω τόσο πρωί». Μ ου δείχνει για μια ακόμη φορά το λακκάκι του και λιποθυμάω. Όχι… στην κυριολεξία. Λιποθύμησα. Και, αν κρίνει κανείς από τον πόνο που νιώθω στον ώμο μου και τη βρόμα και τα χαλίκια που έχουν κολλήσει στο μάγουλό μου, δεν ήταν ένα όμορφο, όλο χάρη πέσιμο. Έχασα τις αισθήσεις μου και σωριάστηκα στο πεζοδρόμιο προτού καν προλάβει να με πιάσει. Πώς γίνεται με τους ήρωες των βιβλίων; Καμία σχέση. Είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ, προφανώς εκεί που με ακούμπησε όταν με έφερε μέσα. Η Κάρεν είναι από πάνω μου με ένα ποτήρι νερό και ο Χόλντερ είναι από πίσω της παρακολουθώντας τη συνέχεια της πιο αμήχανης στιγμής της ζωής μου. «Σκάι, πιες λίγο νερό» λέει η Κάρεν ανασηκώνοντάς με λίγο από τον αυχένα και πιέζοντας την κούπα στα χείλη μου. Πίνω


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

55

μια γουλιά και ξαπλώνω πάλι πίσω, ελπίζοντας όσο τίποτε άλλο να λιποθυμήσω ξανά. «Θα σου φέρω μια κρύα κομπρέσα» λέει η Κάρεν. Ανοίγω τα μάτια μου ελπίζοντας ο Χόλντερ ν’ αποφάσισε να το σκάσει με το που θα ’φευγε η Κάρεν από το δωμάτιο, αλλά αυτός είναι ακόμα εδώ. Και τώρα είναι πιο κοντά. Γονατίζει στο πάτωμα δίπλα μου και βάζει το χέρι του στα μαλλιά μου βγάζοντας κάτι που υποθέτω πως είναι βρόμα ή χαλίκια. «Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά; Έπεσες πολύ άσχημα». Τα μάτια του είναι όλο ανησυχία· καθαρίζει το μάγουλό μου με τον αντίχειρά του και μετά ακουμπάει το χέρι του στον καναπέ δίπλα μου. «Ω, Θεέ μου» λέω κρύβοντας τα μάτια μου με το χέρι μου. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Έγινα τόσο ρεζίλι». Ο Χόλντερ αρπάζει τον καρπό μου και τραβάει το χέρι μου από το πρόσωπό μου. «Σους». Η ανησυχία και ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο κυριαρχούν στο πρόσωπό του. «Κατά κάποιον τρόπο το απολαμβάνω». Η Κάρεν επιστρέφει στο σαλόνι. «Να μια κομπρέσα, γλυκιά μου. Μ ήπως θέλεις κάτι για τον πόνο; Νιώθεις ναυτία;» Αντί να δώσει την κομπρέσα σε μένα, τη δίνει στον Χόλντερ και τρέχει πίσω στην κουζίνα. «Μ πορεί να έχω λίγη καλέντουλα ή ρίζα κολλιτσίδας». Τέλεια. Λες και δεν έχω γίνει αρκετά ρεζίλι, θα με κάνει ακόμα περισσότερο με το να μ’ αναγκάσει να καταπιώ τα σπιτικά γιατροσόφια της μπροστά του. «Είμαι μια χαρά, μαμά. Δεν πονάω πουθενά». Ο Χόλντερ βάζει το βρεμένο πανί στο μάγουλό μου και το σκουπίζει απαλά. «Μ πορεί να μην πονάς τώρα, αλλά θα πονάς πιο μετά» λέει πολύ σιγά, χωρίς να τον ακούσει η Κάρεν. Εξετάζει το μάγουλό μου και μετά με κοιτάζει στα μάτια. «Πρέπει να πάρεις κάτι για καλό και για κακό». Δεν ξέρω γιατί η δική του πρόταση ακούγεται πιο ελκυστική από της Κάρεν, αλλά συγκατανεύω. Και ξεροκαταπίνω. Και κρατάω την αναπνοή μου. Και σφίγγω ενωμένα τα μπούτια μου. Και προσπαθώ να ανασηκωθώ, γιατί το να ’μαι ξαπλωμένη στον


56

COLLEEN HOOVER

καναπέ με αυτόν από πάνω μου θα με κάνει να λιποθυμήσω ξανά. Μ ε το που βλέπει ότι προσπαθώ να καθίσω, πιάνει τον αγκώνα μου και με βοηθάει. Η Κάρεν επιστρέφει στο σαλόνι και μου δίνει ένα μικρό ποτήρι με πορτοκαλάδα. Τα γιατροσόφια της είναι τόσο πικρά ώστε πρέπει να τα πιω με χυμό για να μην τα ξεράσω. Παίρνω το ποτήρι από το χέρι της, κατεβάζω το περιεχόμενό του πιο γρήγορα από ποτέ και της δίνω αμέσως πίσω το ποτήρι. Θέλω να ξαναγυρίσει στην κουζίνα. «Χίλια συγγνώμη» λέει δίνοντας το χέρι της στον Χόλντερ. «Είμαι η Κάρεν Ντέιβις». Ο Χόλντερ σηκώνεται και σφίγγει το χέρι της. «Ντιν Χόλντερ. Οι φίλοι μου με λένε Χόλντερ». Ζηλεύω που ακουμπάει το χέρι του. Θέλω να πάρω ένα νούμερο και να σταθώ στην ουρά. «Πώς γνωρίζεστε εσύ και η Σκάι;» ρωτάει. Κοιταζόμαστε ταυτόχρονα. Στα χείλη του διαφαίνεται ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, αλλά εγώ το παρατηρώ. «Η αλήθεια είναι πως δε γνωριζόμαστε» λέει κοιτώντας την. «Απλά έτυχε να είμαι στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, φαντάζομαι». «Λοιπόν, σε ευχαριστώ που τη βοήθησες. Δεν ξέρω γιατί λιποθύμησε. Δεν έχει λιποθυμήσει ποτέ ξανά». Μ ε κοιτάζει. «Έχεις φάει τίποτα σήμερα;» «Μ ια μπουκιά κοτόπουλο για μεσημεριανό» της λέω χωρίς να πω για τη σοκολάτα που έφαγα πριν από το τρέξιμο. «Το φαΐ της καφετέριας είναι του κώλου». Κάνει μια γκριμάτσα απελπισίας και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά μού λέει: «Γιατί πήγες για τρέξιμο χωρίς να φας κάτι πρώτα;». Ανασηκώνω τους ώμους μου. «Το ξέχασα. Συνήθως δεν τρέχω τα απογεύματα». Πηγαίνει πίσω στην κουζίνα βαριαναστενάζοντας. «Δε θέλω να ξανατρέξεις, Σκάι. Τι θα συνέβαινε αν ήσουν ολομόναχη; Τρέχεις υπερβολικά πολύ, έτσι κι αλλιώς». Πλάκα μού κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσω το τρέξιμο.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

57

«Ακούστε» λέει ο Χόλντερ βλέποντας το πρόσωπό μου να χάνει το χρώμα του. Κοιτάζει προς την κουζίνα όπου βρίσκεται η Κάρεν. «Μ ένω στο Ρίκερ και τρέχω προς τα εδώ κάθε μέρα τα απογεύματα». (Λέει ψέματα. Θα τον είχα προσέξει.) «Αν σας κάνει να νιώθετε καλύτερα, πολύ ευχαρίστως να τρέχω μαζί της τα πρωινά για καμιά εβδομάδα περίπου. Συνήθως τρέχω στο στίβο στο σχολείο, αλλά δεν υπάρχει θέμα. Ξέρετε, για να σιγουρευτείτε πως δε θα ξαναπάθει κάτι τέτοιο». Α! Ξαφνικά μου ήρθε η επιφοίτηση. Γι’ αυτό μού φάνηκαν γνωστοί τούτοι οι κοιλιακοί… Η Κάρεν μπαίνει στο σαλόνι και κοιτάζει μία εμένα μία αυτόν. Ξέρει πόσο απολαμβάνω να τρέχω μόνη μου, αλλά μπορώ να δω στα μάτια της πως θα ήταν πιο ήσυχη αν είχα ένα σύντροφο στο τρέξιμο. «Εγώ συμφωνώ» λέει κοιτώντας με. «Αν συμφωνεί και η Σκάι…» Ναι. Ναι. Συμφωνώ, αλλά μόνο αν ο καινούργιος σύντροφός μου στο τρέξιμο είναι χωρίς μπλουζάκι. «Συμφωνώ» τους λέω. Σηκώνομαι και, όπως σηκώνομαι, αρχίζω πάλι να ζαλίζομαι. Υποθέτω πως το πρόσωπό μου είναι χλωμό, γιατί στη στιγμή ο Χόλντερ έχει βάλει το χέρι του στον ώμο μου και με έχει καθίσει πίσω στον καναπέ. «Μ ε το μαλακό» λέει. Κοιτάζει την Κάρεν. «Μ ήπως έχετε καμιά φρυγανιά για να φάει; Θα βοηθούσε». Η Κάρεν πηγαίνει στην κουζίνα και ο Χόλντερ με κοιτάζει ξανά με βλέμμα όλο ανησυχία. «Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά;» Μ ου χαϊδεύει με τον αντίχειρα το μάγουλο. Τρέμω. Ένα διαβολικό χαμόγελο καλύπτει το πρόσωπό του καθώς με βλέπει να προσπαθώ να κρύψω τα μπράτσα μου που έχουν ανατριχιάσει. Ρίχνει μια ματιά προς την κουζίνα και την Κάρεν, και εστιάζει πάλι το βλέμμα του σε μένα. «Τι ώρα να έρθω για παρακολούθηση αύριο;» μου ψιθυρίζει «Κατά τις έξι και μισή;» ξεφυσάω κοιτώντας τον ανήμπορη. «Έξι και μισή είναι μια χαρά». «Χόλντερ, δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό».


58

COLLEEN HOOVER

Τα γαλάζια του μάτια που σε υπνωτίζουν μελετάνε το πρόσωπό μου για μερικά δευτερόλεπτα και δεν μπορώ να μην κοιτάζω το στόμα του που επίσης με υπνωτίζει καθώς μιλάει. «Το ξέρω ότι δε χρειάζεται να το κάνω αυτό, Σκάι. Κάνω αυτό που θέλω». Σκύβει προς το αυτί μου και χαμηλώνει τη φωνή του σε ψίθυρο. «Και αυτό που θέλω είναι να τρέξω μαζί σου». Αποτραβιέται και με κοιτάζει εξεταστικά. Εξαιτίας όλου αυτού του χάους που επικρατεί στο κεφάλι και το στομάχι μου, δεν μπορώ να του απαντήσω. Η Κάρεν επιστρέφει με τη φρυγανιά. «Φάε» μου λέει βάζοντάς τη στο χέρι μου. Ο Χόλντερ σηκώνεται και χαιρετάει την Κάρεν· μετά γυρίζει προς εμένα: «Να προσέχεις το εαυτό σου. Θα τα πούμε το πρωί». Συγκατανεύω και τον παρατηρώ καθώς γυρίζει να φύγει. Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από την μπροστινή πόρτα που κλείνει πίσω του. Έχω αρχίσει και τα χάνω. Έχω χάσει κάθε αυτοέλεγχο. Ώστε αυτό είναι που γουστάρει η Σιξ; Αυτός είναι ο πόθος; Τον σιχαίνομαι. Είμαι σίγουρη πως σιχαίνομαι κατηγορηματικά αυτό το πανέμορφο, μαγικό συναίσθημα. «Ήταν τόσο καλός» λέει η Κάρεν. «Και κούκλος». Γυρίζει να με κοιτάξει. «Δεν τον ξέρεις;» Ανασηκώνω τους ώμους μου. «Έχω ακούσει γι’ αυτόν» της λέω και τίποτε άλλο. Έτσι και ήξερε τι είδους τελειωμένο αγόρι επέλεξε για σύντροφό μου στο τρέξιμο θα πάθαινε εγκεφαλικό. Όσα λιγότερα ξέρει για τον Ντιν Χόλντερ τόσο καλύτερα και για τις δυο μας. 7. Χαλκ (παλαιότερα γνωστός στην Ελλάδα και ως Χουλκ): ήρωας σε σειρά κόμικς, στην οποία ένας επιστήμονας, μετά από την έκθεσή του σε ακτίνες γάμα, μεταλλάσσεται σε ένα τρομερό τέρας, τον Χαλκ. (Σ.τ.Μ.) 8. Δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ: Μυθιστόρημα του συγγραφέα Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον· σε αυτό ο ήρωας, ο δόκτωρ Τζέκιλ, κάνοντας κάποια πειράματα, μεταμορφώνει τον


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

59

εαυτό του σε δύο πρόσωπα: τον καλό Τζέκιλ και τον σατανικό Χάιντ. (Σ.τ.Μ.)


60

COLLEEN HOOVER

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012 7:10 μμ

«Τι διάολο συνέβη στο πρόσωπό σου;» με ρωτάει έκπληκτος ο Τζακ και πηγαίνει προς το ψυγείο. Ο Τζακ είναι ο δεσμός της Κάρεν εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου. Τρώει μαζί μας μερικά βράδια την εβδομάδα και, καθώς σήμερα είναι το αποχαιρετιστήριο δείπνο για τη Σιξ, μας τιμάει με την παρουσία του. Όσο του αρέσει να κάνει τη ζωή δύσκολη στη Σιξ, ξέρω ότι άλλο τόσο θα του λείψει. «Πλακώθηκα με το οδόστρωμα σήμερα» του απαντώ. Γελάει. «Φαντάζομαι τι έπαθε το οδόστρωμα δηλαδή». Η Σιξ αρπάζει μια φέτα ψωμί και ανοίγει ένα βάζο με Νουτέλα. Εγώ πιάνω το πιάτο μου και το γεμίζω με την καινούργια ποικιλία για αυστηρούς χορτοφάγους9 της Κάρεν. Το μαγείρεμα της Κάρεν απαιτεί επίκτητο γούστο, ένα γούστο που η Σιξ εδώ και τέσσερα χρόνια δεν έχει καταφέρει ν’ αποκτήσει. Ο Τζακ από την άλλη μεριά είναι η δίδυμη μετενσάρκωση της Κάρεν, οπότε δεν τον ενοχλεί η μαγειρική της. Το σημερινό μενού αποτελείται από κάτι που δεν μπορώ καν να προφέρω αλλά είναι πλήρως απαλλαγμένο από ζωικά προϊόντα, όπως πάντα άλλωστε. Η Κάρεν δε με υποχρεώνει να είμαι αυστηρή χορτοφάγος, έτσι όταν δεν είμαι στο σπίτι μπορώ να τρώω ό,τι θέλω. Οτιδήποτε τρώει η Σιξ είναι ως συμπληρωματικό για το βασικό της πιάτο που είναι πάντα η Νουτέλα. Σήμερα τρώει σάντουιτς με τυρί και Νουτέλα. Δε νομίζω πως θα μπορούσα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

61

ποτέ ν’ αποκτήσω τέτοιο γούστο. «Λοιπόν, πότε θα έρθεις να μείνεις μαζί μας;» ρωτάω τον Τζακ. Αυτός και η Κάρεν έχουν συζητήσει για το επόμενο βήμα, αλλά δεν μπορούν να ξεπεράσουν το εμπόδιο του αυστηρού κανονισμού κατά της τεχνολογίας που έχει επιβάλει η Κάρεν στο σπίτι. Δηλαδή ο Τζακ δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Γιατί δεν είναι ένα εμπόδιο που θα μπορούσε ποτέ να άρει η Κάρεν. «Όποτε η μαμά σου βγει από την εποχή των σπηλαίων και βάλει ESPN»10 λέει ο Τζακ. Δε διαφωνούν για αυτό. Νομίζω ότι τα έχουν βρει έτσι όπως είναι η σχέση τους και κανείς από τους δύο δε βιάζεται να θυσιάσει την άποψή του για τη σύγχρονη τεχνολογία. «Η Σκάι λιποθύμησε στο δρόμο σήμερα» λέει η Κάρεν αλλάζοντας το θέμα. «Ένα αξιολάτρευτο αγόρι, κοτζάμ άντρας, την έφερε μέσα στο σπίτι». Γελάω. «Ένας τύπος, μαμά. Σε παρακαλώ, πες “τύπος”». Η Σιξ με καρφώνει από την άλλη άκρη του τραπεζιού και τότε μου έρχεται πως δεν την έχω ενημερώσει για τα απογευματινά μου νέα. Επίσης δεν την έχω ενημερώσει για την πρώτη μου μέρα στο σχολείο. Αναρωτιέμαι σε ποιον θα λέω τα νέα μου από αύριο που θα φύγει. Φρικάρω και μόνο με τη σκέψη πως σε δύο μέρες θα είναι στην άλλη άκρη του κόσμου. Ελπίζω ο Μ πρέκιν να μπορέσει να την αντικαταστήσει. Η αλήθεια είναι πως πολύ θα ήθελε να είναι μία Σιξ. Στην κυριολεξία. Αλλά ελπίζω να το κάνει μόνο μεταφορικά. «Είσαι εντάξει;» με ρωτάει ο Τζακ. «Θα πρέπει να ήταν πολύ άσχημο πέσιμο για να μαυρίσει έτσι το μάτι σου». Πιάνω το μάτι μου και κάνω μια γκριμάτσα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. «Αυτό δεν είναι από τη λιποθυμία. Η Σιξ με χτύπησε με τον αγκώνα της. Δύο φορές μάλιστα». Περίμενα έστω ο ένας από τους δύο να ρωτήσει τη Σιξ γιατί μου επιτέθηκε, αλλά κανείς δεν το κάνει. Αυτό για να σας δείξω πόσο την αγαπάνε. Δε θα τους ένοιαζε ακόμα και αν με πλάκωνε στο ξύλο, μπορεί και να μου έλεγαν πως το άξιζα κιόλας. «Καλά, δε σε ενοχλεί που έχεις έναν αριθμό για όνομα;» τη ρωτάει ο Τζακ. «Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Είναι όπως όταν οι


62

COLLEEN HOOVER

γονείς δίνουν στα παιδιά τους το όνομα μιας ημέρας της εβδομάδας». Σταματάει με το πιρούνι στον αέρα και κοιτάζει την Κάρεν. «Όταν θα κάνουμε εμείς μωρό δε θα του το κάνουμε αυτό. Οτιδήποτε μπορεί κανείς να βρει στο ημερολόγιο είναι εκτός». Η Κάρεν τον κοιτάζει όσο πιο παγωμένα γίνεται. Μ πορώ να μαντέψω από την αντίδρασή της πως είναι η πρώτη φορά που ο Τζακ αναφέρει κάτι για μωρά. Και, αν θα έπρεπε να μαντέψω, καταλαβαίνω από το ύφος της πως τα μωρά δεν είναι κάτι που θέλει για το μέλλον. Ποτέ. Ο Τζακ επαναφέρει την προσοχή τους στη Σιξ. «Το κανονικό σου όνομα δεν είναι κάτι σαν επτά, δεκατρία ή κάτι τέτοιο; Δεν καταλαβαίνω γιατί διάλεξες το έξι. Είναι μάλλον ο χειρότερος αριθμός που θα μπορούσες να διαλέξεις». «Θα ανεχτώ τις προσβολές σου για αυτό που είναι» λέει η Σιξ. «Είναι ο τρόπος να κρύψεις τη συντριβή σου για την επικείμενη απουσία μου». Ο Τζακ γελάει. «Πάρε τις προσβολές μου και κάνε τις ό,τι θες. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμα όταν επιστρέψεις σε έξι μήνες». ***

Όταν φεύγουν ο Τζακ και η Σιξ, βοηθάω την Κάρεν στην κουζίνα. Από τη στιγμή που ο Τζακ ανέφερε εκείνο το θέμα με τα μωρά, είναι ασυνήθιστα σιωπηλή. «Γιατί φρίκαρες τόσο πολύ με αυτό;» τη ρωτάω καθώς της δίνω ένα πιάτο για πλύσιμο. «Ποιο;» «Μ ε αυτό που είπε για να κάνετε ένα μωρό. Ούτε σαράντα δεν είσαι. Οι άνθρωποι κάνουν συνεχώς παιδιά στην ηλικία σου». «Φάνηκε τόσο πολύ;» «Σε εμένα φάνηκε». Αρπάζει ένα άλλο πιάτο για να το πλύνει και στη συνέχεια αναστενάζει. «Αγαπώ τον Τζακ. Αλλά αγαπώ επίσης εμένα κι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

63

εσένα. Μ ου αρέσει έτσι όπως είναι η σχέση μας και δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη να την αλλάξω, πόσω μάλλον να φέρω ένα άλλο μωρό στο προσκήνιο. Αλλά ο Τζακ επιμένει τόσο πολύ να πάμε παραπέρα». Κλείνω τη βρύση και σκουπίζω τα χέρια μου σε μια πετσέτα. «Θα γίνω δεκαοκτώ σε λίγες εβδομάδες, μαμά. Και όσο και να θες να παραμείνει ίδια η κατάσταση, δε θα μείνει. Θα φύγω για σπουδές του χρόνου και θα μείνεις να ζεις μόνη σου. Ίσως και να μην είναι κακή ιδέα ν’ αρχίσεις να εξετάζεις την προοπτική να τον αφήσεις να έρθει να μείνει μαζί σου». Μ ου χαμογελάει αλλά είναι ένα πονεμένο χαμόγελο, όπως είναι πάντα όταν αναφέρω τις σπουδές. «Έχω αρχίσει να το σκέφτομαι, Σκάι, πίστεψέ με. Αλλά είναι ένα μεγάλο βήμα, το οποίο έτσι και κάνει κάποιος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω». «Και αν δε θέλεις να γυρίσεις πίσω; Και αν είναι ένα βήμα που απλά θα σε κάνει να θες να κάνεις κι άλλο βήμα μπροστά και μετά κι άλλο μέχρι να τρέχεις με χίλια;» Γελάει. «Αυτό ακριβώς είναι που φοβάμαι». Σκουπίζω τον πάγκο και στραγγίζω το πανί στο νεροχύτη. «Μ ερικές φορές δε σε καταλαβαίνω καθόλου». «Ούτε εγώ σε καταλαβαίνω κάποιες άλλες» μου λέει σκουντώντας με στον ώμο. «Δε θα καταλάβω με τίποτα γιατί ήθελες τόσο πολύ να γραφτείς στο δημόσιο σχολείο. Ξέρω πως είπες ότι θα είναι διασκεδαστικό, αλλά πες μου αλήθεια πώς αισθάνεσαι». Ανασηκώνω τους ώμους μου. «Καλά ήταν» της λέω ψέματα. Το πείσμα μου κερδίζει πάντα. Δεν πρόκειται με τίποτα να της πω ότι σήμερα μίσησα το σχολείο, όσο κι αν δεν πρόκειται να μου πει «σ’ τα έλεγα εγώ». Σκουπίζει τα χέρια της και μου χαμογελάει. «Πολύ χαίρομαι που το ακούω. Τώρα ίσως όταν σε ξαναρωτήσω αύριο να μου πεις την αλήθεια». ***

Βουτάω μέσα από το σακίδιό μου το βιβλίο που μου έδωσε ο


64

COLLEEN HOOVER

Μ πρέκιν και πηδάω στο κρεβάτι μου. Προλαβαίνω να διαβάσω δύο σελίδες όλο κι όλο, όταν η Σιξ σκαρφαλώνει στο παράθυρό μου. «Πρώτα τα του σχολείου και μετά τα απογευματινά» λέει. Χώνεται στο κρεβάτι δίπλα μου και ακουμπάει το βιβλίο στο κομοδίνο μου. «Το σχολείο ήταν για κλάματα. Χάρη σε σένα και στη δυσκολία σου να πεις όχι στα αγόρια, έχω κληρονομήσει την απαίσια φήμη σου. Αλλά από θεία χάρη με έσωσε ο Μ πρέκιν, ο υιοθετημένος γκέι μορμόνος που δεν ξέρει ούτε να τραγουδάει ούτε να παίζει θέατρο αλλά του αρέσει να διαβάζει και είναι πλέον ο καλυτερότερος φίλος μου σε ολόκληρο τον κόσμο». Η Σιξ μουτρώνει. «Δεν έχω ακόμα καν βγει από την πόρτα και με έχεις ήδη αντικαταστήσει; Είσαι κακόψυχη. Και για να ξέρεις, δε δυσκολεύομαι να πω όχι στα αγόρια. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τις ηθικές επιπτώσεις του προγαμιαίου σεξ. Πολύ προγαμιαίου σεξ». Βάζει ένα κουτί πάνω στα πόδια μου. Ένα κουτί χωρίς περιτύλιγμα. «Ξέρω τι σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή» λέει. «Αλλά θα έπρεπε να ξέρεις πλέον πως το ότι δεν το τύλιξα δε λέει κάτι για το πώς αισθάνομαι για σένα. Λέει απλά πως είμαι τεμπέλα». Πιάνω το κουτί και το κουνάω. «Εσύ είσαι αυτή που φεύγει, ξέρεις. Εγώ θα έπρεπε να σου έχω πάρει δώρο». «Ναι, θα έπρεπε. Αλλά είσαι τόσο άθλια στο θέμα “δώρα” που δεν περιμένω ν’ αλλάξεις για χάρη μου». Έχει δίκιο. Δεν κάνω δώρα, κυρίως γιατί δε μου αρέσει καθόλου να μου κάνουν δώρα. Αισθάνομαι σχεδόν τόσο αμήχανα όσο όταν βλέπω ανθρώπους να κλαίνε. Γυρίζω το κουτί και το ανοίγω. Τραβάω από μέσα ένα χαρτί περιτυλίγματος και ένα κινητό τηλέφωνο πέφτει στο χέρι μου. «Σιξ» της λέω. «Το ξέρεις πως δεν μπορώ να…» «Σκάσε. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω στην άλλη άκρη του κόσμου χωρίς να έχω τρόπο να επικοινωνήσω μαζί σου. Δεν έχεις καν ηλεκτρονική διεύθυνση». «Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ… Δε δουλεύω και δεν μπορώ να


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

65

το πληρώνω. Και η Κάρεν…» «Χαλάρωσε. Είναι προπληρωμένο τηλέφωνο. Έχω βάλει τόσα χρήματα ώστε να μπορούμε να στέλνουμε γραπτά μηνύματα η μία στην άλλη μία φορά τη μέρα για όσο θα λείπω. Δεν έχω τη δυνατότητα για διεθνείς κλήσεις, οπότε εκεί την πάτησες. Και για να μην παρεκκλίνεις από τις σκληρές, διεστραμμένες αξίες της μητέρας σου, αυτή η μαλακία δεν έχει καν δυνατότητα για Ίντερνετ. Μ όνο για γραπτά μηνύματα». Αρπάζει το τηλέφωνο, το ανοίγει και περνάει το νούμερό της. «Αν βρεις κάναν καυτό γκόμενο όσο λείπω, μπορείς να αγοράσεις επιπλέον λεπτά. Αλλά αν εκείνος χρησιμοποιεί τα δικά μου λεπτά θα του κόψω τ’ αρχίδια». Μ ου το επιστρέφει και πατάω το κουμπί που λέει αρχική σελίδα. Εμφανίζονται τα δικά της στοιχεία επαφής κάτω από το όνομα Η ΠΙΟ ΠΙΟ καλυτερότερη φίλη σου σε ολόκληρο τον κόσμο. Είμαι για κλάματα στο να λαμβάνω δώρα και ακόμα χειρότερη στους αποχαιρετισμούς. Βάζω το τηλέφωνο πίσω στο κουτί του και πιάνω το σακίδιό μου. Βγάζω έξω όλα τα βιβλία και τα βάζω στο πάτωμα, μετά αναποδογυρίζω το σακίδιό μου και βλέπω να πέφτουν πάνω στα πόδια της όλα τα χαρτονομίσματα του ενός δολαρίου. «Είναι τριάντα επτά δολάρια» της λέω. «Θα πρέπει να σου φτάσουν μέχρι να γυρίσεις πίσω. Καλή σου ανταλλαγή μαθητών!» Πιάνει μερικά δολάρια στη χούφτα της, τα πετάει ψηλά και πέφτει πίσω στο κρεβάτι. «Μ όνο μία μέρα στο δημόσιο σχολείο και αυτές οι μαλακισμένες ήδη έκαναν το ντουλάπι σου χρηματοκιβώτιο; Εντυπωσιακό» λέει γελώντας. Ακουμπάω την αποχαιρετιστήρια κάρτα πάνω στο στήθος της και γέρνω το κεφάλι μου στον ώμο της. «Νομίζεις πως αυτό είναι εντυπωσιακό; Πού να έβλεπες το χορό με το στύλο που έκανα στην καφετέρια». Παίρνει την κάρτα και τη χαϊδεύει με τα δάχτυλά της. Δεν την ανοίγει γιατί ξέρει πως δε μου αρέσει όταν τα πράγματα γίνονται άβολα συναισθηματικά. Ακουμπάει πάλι την κάρτα στο στήθος της και γέρνει το κεφάλι της στον ώμο μου.


66

COLLEEN HOOVER

«Είσαι τόσο τσούλα» λέει σιγανά προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα που και οι δύο είμαστε πολύ πεισματάρες για να χύσουμε. «Έτσι λένε». 9. Οι αυστηροί χορτοφάγοι (vegan) δεν τρώνε κανένα ζωικό προϊόν – ούτε γαλακτοκομικά ούτε αυγά κτλ. (Σ.τ.Μ.) 10. ESP N: αμερικανικό καλωδιακό παγ κόσμιας εμβέλειας τηλεοπτικό δίκτυο με αθλητικά κανάλια. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

67

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012 6:15 πμ

Το ξυπνητήρι χτυπάει και αυτόματα εξετάζω το ενδεχόμενο να μην πάω σήμερα για τρέξιμο – μέχρι που θυμάμαι ποιος με περιμένει έξω. Ντύνομαι όσο πιο γρήγορα έχω ντυθεί στη ζωή μου από τη στιγμή που έμαθα να ντύνομαι μόνη μου και κατευθύνομαι προς το παράθυρο. Υπάρχει μια κάρτα σφηνωμένη στο παράθυρο με τη λέξη «τσούλα» πάνω: ο γραφικός χαρακτήρας είναι της Σιξ. Χαμογελάω, την τραβάω απ’ το παράθυρο και την πετάω πάνω στο κρεβάτι προτού βγω έξω. Κάθεται στο κράσπεδο και κάνει διατάσεις ποδιών. Η πλάτη του είναι γυρισμένη προς εμένα, κάτι που είναι καλό. Αλλιώς θα παρατηρούσε το συνοφρύωμά μου μόλις είδα πως φοράει μπλουζάκι. Μ ε ακούει να πλησιάζω και γυρίζει να με κοιτάξει. «Γεια σου». Χαμογελάει και σηκώνεται. Όταν το κάνει αυτό, παρατηρώ πως η μπλούζα του είναι ήδη μούσκεμα. Έτρεξε μέχρι εδώ. Έτρεξε τρία χιλιόμετρα μέχρι εδώ, θα τρέξει περίπου πέντε χιλιόμετρα μαζί μου και μετά θα ξανατρέξει άλλα τρία για να γυρίσει σπίτι του. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί μπαίνει σ’ όλον αυτό τον κόπο. Ή γιατί το επιτρέπω. «Θέλεις να κάνεις διατάσεις πρώτα;» με ρωτάει. «Έχω ήδη κάνει» του λέω. Πλησιάζει και ακουμπάει με τον αντίχειρά του το μάγουλό μου. «Δεν είναι και τόσο χάλια» μου λέει. «Σε πονάει;» Κουνάω το κεφάλι μου. Είναι δυνατόν να περιμένει να μπορέσω να συλλαβίσω έστω και μία λέξη ενώ τα χέρια του μου


68

COLLEEN HOOVER

ακουμπάνε το πρόσωπο; Είναι πολύ δύσκολο να μιλάς και να κρατάς την αναπνοή σου ταυτόχρονα. Τραβάει το χέρι του και χαμογελάει. «Ωραία. Είσαι έτοιμη;» Ξεφυσάω. «Ναι». Και τρέχουμε. Τρέχουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, μέχρι που ο δρόμος στενεύει κι εκείνος αναγκάζεται ν’ αρχίσει να τρέχει πίσω μου, κάτι που με κάνει να ντρέπομαι απίστευτα. Συνήθως αφήνομαι εντελώς όταν τρέχω, αλλά αυτή τη φορά έχω το μυαλό μου στο παραμικρό, από τα μαλλιά μου μέχρι το μήκος του σορτς μου και την κάθε σταγόνα ιδρώτα που τρέχει στην πλάτη μου. Ανακουφίζομαι μόνον όταν φαρδαίνει και πάλι ο δρόμος κι εκείνος έρθει ξανά δίπλα μου. «Πρέπει να κάνεις στίβο». Η φωνή του ακούγεται σταθερή και δε θυμίζει κάποιον που έχει τρέξει ήδη έξι χιλιόμετρα από το πρωί. «Έχεις περισσότερη αντοχή από τα περισσότερα αγόρια που ήταν στην ομάδα πέρσι». «Δεν ξέρω αν θέλω» του λέω απωθητικά λαχανιασμένη. «Δεν ξέρω κανέναν στο σχολείο. Σχεδίαζα να ξεκινήσω, αλλά μέχρι στιγμής τα περισσότερα άτομα στο σχολείο είναι κάπως… κακά. Δεν έχω όρεξη να υποστώ περαιτέρω επαφές μαζί τους λόγω της ομάδας». «Είσαι στο σχολείο μόνο μία ημέρα. Δώσε λίγο χρόνο. Δεν είναι δυνατόν να κάνεις μια ζωή μαθήματα στο σπίτι και μετά να πηγαίνεις πρώτη μέρα στο σχολείο και να έχεις ένα κάρο φίλους». Κοκαλώνω αμέσως. Συνεχίζει μερικά μέτρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως δεν είμαι πια δίπλα του. Γυρίζει και, με το που με βλέπει να στέκομαι ακίνητη στο πεζοδρόμιο, τρέχει προς το μέρος μου και με αρπάζει από τους ώμους. «Είσαι καλά; Ζαλίζεσαι;» Κουνάω το κεφάλι μου και σπρώχνω τα χέρια του από τους ώμους μου. «Καλά είμαι» του λέω, ενώ στη φωνή μου ακούγεται ξεκάθαρα η ενόχλησή μου. Σηκώνει το κεφάλι του με απορία. «Είπα κάτι που σε πείραξε;» Αρχίζω να περπατάω προς την κατεύθυνση του σπιτιού και με


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

69

ακολουθεί. «Λιγάκι» του λέω κοιτώντας τον. «Έκανα λίγο πλάκα χθες για την παρακολούθηση, αλλά παραδέχτηκες πως με έψαξες στο Facebook αμέσως αφότου με γνώρισες. Στη συνέχεια επέμενες ν’ αρχίσεις να τρέχεις μαζί μου, παρ’ όλο που δεν είναι στο δρόμο σου. Και τώρα κατά έναν μυστήριο τρόπο γνωρίζεις πόσον καιρό είμαι στο σχολείο; Και πως μέχρι τώρα έκανα μαθήματα στο σπίτι; Θες να σου πω την αλήθεια; Είναι λίγο τρομακτικό…» Περιμένω μιαν απάντηση, αλλά αντ’ αυτού εκείνος με κοιτάζει εξεταστικά. Συνεχίζουμε να περπατάμε κι εκείνος απλά με κοιτάζει σιωπηλά μέχρι να στρίψουμε στην επόμενη γωνία. Όταν τελικά μιλάει, οι λέξεις του συνοδεύονται από έναν βαθύ αναστεναγμό. «Ρώτησα τριγύρω» λέει τελικά. «Ζω εδώ από δέκα χρονών, άρα έχω πολλούς φίλους. Ήμουν περίεργος να μάθω για σένα». Τον κοιτάζω για μερικά βήματα και μετά ρίχνω το βλέμμα μου στο πεζοδρόμιο. Ξαφνικά δεν μπορώ να τον κοιτάζω, ενώ αναρωτιέμαι τι άλλο οι «φίλοι» του του είπαν για μένα. Ξέρω τις φήμες που κυκλοφορούν από τότε που η Σιξ και εγώ γίναμε κολλητές, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι κάπως απολογητικά ή αμήχανα εξαιτίας τους. Το γεγονός πως αλλάζει τις συνήθειές του για να τρέξει μαζί μου μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Έχει ακούσει τις φήμες και μάλλον ελπίζει να είναι αλήθεια. Αντιλαμβάνεται πως αισθάνομαι άβολα, οπότε με πιάνει από τους ώμους και με σταματάει. «Σκάι». Γυρίζουμε και βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο, όμως εγώ συνεχίζω να κοιτάω κάτω στο τσιμέντο. Σήμερα φοράω κάτι περισσότερο από ένα αθλητικό μπούστο, αλλά τυλίγω τα χέρια μου γύρω από την μπλούζα μου και αγκαλιάζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχει κάτι που χρειάζεται να σκεπάσω, αλλά για κάποιο λόγο εγώ αισθάνομαι ολόγυμνη αυτή τη στιγμή. «Νομίζω πως κάναμε κακή αρχή χθες στο μπακάλικο» μου λέει. «Και η συζήτηση περί παρακολούθησης σου ορκίζομαι πως ήταν για πλάκα. Δε θέλω να αισθάνεσαι άβολα κοντά μου. Θα αισθανόσουν καλύτερα αν ήξερες περισσότερα για μένα; Ρώτα


70

COLLEEN HOOVER

με κάτι και θα σου απαντήσω. Οτιδήποτε». Ελπίζω πραγματικά να είναι ειλικρινής, γιατί μπορώ ήδη να πω πως δεν είναι το είδος του αγοριού που ένα κορίτσι απλά θα το καψουρευτεί. Είναι το είδος που το ερωτεύεσαι τρελά – και αυτή η σκέψη με τρομοκρατεί. Η αλήθεια είναι πως δε θέλω να ερωτευτώ κανέναν, κυρίως κάποιον που κάνει τέτοια προσπάθεια μόνο και μόνο γιατί νομίζει πως είμαι εύκολη. Και επίσης δε θέλω να ερωτευτώ κάποιον που έχει ήδη στιγματίσει τον εαυτό του ως άτομο χωρίς ελπίδα. Αλλά είμαι περίεργη. Τόσο περίεργη. «Αν σε ρωτήσω κάτι θα είσαι ειλικρινής;» Γέρνει το κεφάλι του προς το μέρος μου. «Αυτό και μόνο θα είμαι πάντα μαζί σου». Ο τρόπος με τον οποίο χαμηλώνει τη φωνή του όταν μιλάει κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει και για κάποιες στιγμές φοβάμαι πως, αν συνεχίσει να μου μιλάει έτσι, θα λιποθυμήσω ξανά. Ευτυχώς κάνει ένα βήμα πίσω και περιμένει την ερώτησή μου. Θέλω να τον ρωτήσω για το παρελθόν του. Θέλω να τον ρωτήσω γιατί τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο και γιατί έκανε ό,τι έκανε και γιατί δεν τον εμπιστεύεται η Σιξ. Αλλά από την άλλη δεν είμαι σίγουρη πως θέλω ακόμα να μάθω την αλήθεια. «Γιατί παράτησες το σχολείο;» Αναστενάζει λες και αυτή η ερώτηση είναι εκείνη ακριβώς την οποία έλπιζε να αποφύγει. Αρχίζει να προχωράει μπροστά και τούτη τη φορά είμαι εγώ αυτή που τον ακολουθεί. «Τυπικά δεν το έχω παρατήσει ακόμη». «Ναι, αλλά δεν έχεις πάει για πάνω από χρόνο. Θα έλεγα λοιπόν ότι το έχεις παρατήσει». Γυρίζει προς το μέρος μου και φαίνεται διχασμένος, σαν να θέλει να μου πει κάτι. Ανοίγει το στόμα του και στη συνέχεια, μετά από δισταγμό, το ξανακλείνει. Σιχαίνομαι το γεγονός πως δεν μπορώ να τον διαβάσω. Τους περισσότερους ανθρώπους τούς διαβάζω εύκολα. Είναι απλοί. Ο Χόλντερ είναι πολύπλοκος και σε μπερδεύει. «Επέστρεψα στο σπίτι πριν από μερικές μέρες» μου λέει. «Η μητέρα μου κι εγώ είχαμε μια πολύ σκατένια χρονιά πέρσι, οπότε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

71

πήγα να μείνω για λίγο στον πατέρα μου στο Όστιν. Πήγαινα σχολείο εκεί, αλλά αισθάνθηκα την ανάγκη να γυρίσω σπίτι. Οπότε να ’μαι». Το γεγονός πως δεν ανέφερε τη διαμονή του στο αναμορφωτήριο με κάνει να αναρωτιέμαι για την ευθύτητά του. Καταλαβαίνω πως ίσως είναι κάτι για το οποίο δε θέλει να μιλάει, αλλά δε θα έπρεπε να δηλώνει πως θα είναι πάντα απόλυτα ειλικρινής μαζί μου όταν μόλις τώρα αποδεικνύει το αντίθετο. «Τίποτε από αυτά δεν εξηγεί γιατί το παράτησες αντί απλά να κάνεις μια μετεγγραφή». Ανασηκώνει τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμα προσπαθώ να αποφασίσω τι θέλω να κάνω. Ήταν πολύ κωλοχρονιά η περσινή. Για να μη σου πω ότι δεν πάω με τίποτα αυτό το σχολείο. Βαρέθηκα τις μαλακίες και μερικές φορές νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να δώσω εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς χωρίς να παρακολουθήσω τα μαθήματα». Σταματάω να περπατάω και γυρίζω να τον κοιτάξω κατάφατσα. «Αυτή είναι μαλακία δικαιολογία». Ανασηκώνει το φρύδι του κοιτώντας με. «Είναι μαλακία το ότι δεν πάω το σχολείο;» «Όχι. Είναι μαλακία το γεγονός πως αφήνεις μια κακή χρονιά να καθορίσει την τύχη σου για την υπόλοιπη ζωή σου. Έχεις μόνο εννιά μήνες για την αποφοίτηση και τα παρατάς; Είναι απλά… ηλίθιο». Γελάει. «Αφού το θέτεις τόσο κομψά». «Γέλα όσο θες. Το να παρατάς το σχολείο είναι σαν να παραιτείσαι από τη ζωή σου. Επιβεβαιώνεις όποιον μέχρι τώρα σε έχει αμφισβητήσει». Κοιτάζω προς τα κάτω και βλέπω το τατουάζ στο χέρι του. «Θα παρατήσεις το σχολείο και θα δείξεις σε όλο τον κόσμο ότι όντως είσαι τελειωμένος, χωρίς ελπίδα. Ωραίος τρόπος για να τους την πεις». Ακολουθεί το βλέμμα μου προς το τατουάζ του και το κοιτάζει έντονα για λίγη ώρα ενώ πηγαίνει το σαγόνι του μπρος πίσω. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να ξεπεράσω το όριο, αλλά η εκπαίδευση είναι ευαίσθητο θέμα για μένα. Φταίει η Κάρεν που


72

COLLEEN HOOVER

τόσα χρόνια μού έχει σφηνώσει στο κεφάλι την ιδέα πως είμαι η μόνη υπόλογος για την τροπή που θα πάρει η ζωή μου. Ο Χόλντερ παίρνει τα μάτια του από το τατουάζ που κοιτάμε και οι δύο, κοιτάζει πίσω και κουνάει το κεφάλι του προς το σπίτι μου. «Εδώ είσαι» μου λέει στεγνά. Απομακρύνεται χωρίς ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ένα νεύμα για αντίο. Στέκομαι στο πεζοδρόμιο και τον παρατηρώ καθώς εξαφανίζεται στρίβοντας τη γωνία χωρίς να ρίξει ούτε μία ματιά προς το μέρος μου. Και να ’μαι, η καλή σου, να πιστεύω πως θα συζητούσα έστω και με μία από τις προσωπικότητές του σήμερα. Τρίχες.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

73

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012 7:55 πμ

Μ παίνω στο μάθημα της πρώτης ώρας και ο Μ πρέκιν κάθεται πίσω πίσω στην τάξη σε όλο του το ροζ μεγαλείο. Εκπλήσσομαι με το γεγονός πως δεν είχα παρατηρήσει αυτά τα έντονα ροζ παπούτσια, καθώς και το αγόρι που τα φοράει, πριν από το χθεσινό μεσημεριανό φαγητό. «Γεια σου, κούκλε» του λέω ενώ κάθομαι στην άδεια θέση δίπλα του. Παίρνω από το χέρι του την κούπα με τον καφέ και πίνω μια γουλιά. Μ ε αφήνει γιατί δε με γνωρίζει καλά για να αρνηθεί. Ή με αφήνει γιατί γνωρίζει τις συνέπειες που έχει το να ανακόπτεις τη φόρα σε άτομο που έχει δηλώσει εθισμένο στην καφεΐνη. «Έμαθα πολλά για σένα χθες βράδυ» μου λέει. «Είναι πολύ κρίμα που η μητέρα σου δε σε αφήνει να έχεις Ίντερνετ. Είναι μοναδικός χώρος ν’ ανακαλύπτεις πράγματα για τον εαυτό σου τα οποία ούτε που γνώριζες». Γελάω. «Θέλω να τα μάθω;» Γέρνω πίσω το κεφάλι μου και τελειώνω τον καφέ του, έπειτα του επιστρέφω την κούπα. Κοιτάζει την άδεια κούπα και τη βάζει πάνω στο θρανίο μου. «Λοιπόν» μου λέει. «Σύμφωνα με έρευνα στο Facebook, ήσουν με κάποιον Ντάνιελ Γουέσλεϊ την Παρασκευή και η βραδιά κατέληξε με το φόβο μιας πιθανής εγκυμοσύνης. Το Σάββατο έκανες σεξ με κάποιον Γκρέισον και μετά τον έδιωξες κακήν κακώς. Χθες…» λέει χτυπώντας τα δάχτυλά του στο σαγόνι του. «Χθες σε είδαν να τρέχεις μετά το σχολείο με


74

COLLEEN HOOVER

κάποιον Ντιν Χόλντερ. Αυτό με αφορά λιγάκι, γιατί οι φήμες λένε πως δε γουστάρει τους… Μορμόνους». Κάποιες φορές είμαι ευγνώμων που δεν έχω όπως όλοι οι άλλοι πρόσβαση στο Ίντερνετ. «Για να δούμε» του λέω, σκεπτόμενη το κατεβατό με τις φήμες. «Δεν έχω καν ιδέα ποιος είναι αυτός ο Ντάνιελ Γουέσλεϊ. Το Σάββατο ο Γκρέισον όντως ήρθε σπίτι μου, αλλά μόλις που πρόλαβε να απλώσει τα κουλά του πριν τον πετάξω, όπως ήταν πίτα, έξω από το σπίτι. Και, ναι, πράγματι έτρεχα χθες με έναν τύπο που τον λένε Χόλντερ, αλλά δεν έχω ιδέα ποιος είναι. Απλά έτυχε να τρέχουμε την ίδια ώρα και μένει κοντά μου, οπότε…» Αμέσως αισθάνομαι τύψεις που παρουσιάζω το χθεσινό τρέξιμο με τον Χόλντερ ως ένα συμβάν άνευ σημασίας. Αλλά δεν τον έχω καταλάβει και δεν είμαι έτοιμη να αφήσω κάποιον να παρεισφρήσει ακόμα στην εδώ και 24 ώρες συμμαχία που έχω συνάψει με τον Μ πρέκιν. «Αν σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, εγώ ανακάλυψα από μια γκόμενα που τη λένε Σάινα πως κατάγομαι από τζάκια και είμαι αηδιαστικά πλούσιος» μου λέει. Γελάω. «Μ ια χαρά. Οπότε δε θα έχεις πρόβλημα να μου φέρνεις καφέ κάθε πρωί». Η πόρτα της τάξης ανοίγει και βλέπουμε και οι δύο να μπαίνει μέσα ο Χόλντερ, φρεσκολουσμένος μετά το πρωινό μας τρέξιμο, ντυμένος με άσπρο μπλουζάκι και σκούρο τζιν παντελόνι. Μ ε το που τον βλέπω η ίωση / ο κόμπος / οι εξάψεις στο στομάχι μου επανέρχονται. «Σκατά» μουρμουράω. Ο Χόλντερ πηγαίνει στην έδρα του κυρίου Μ άλιγκαν, αφήνει ένα χαρτί και μετά πηγαίνει προς το πίσω μέρος της αίθουσας, ενώ παίζει με το κινητό του όλη αυτή την ώρα. Κάθεται στο θρανίο ακριβώς μπροστά από τον Μ πρέκιν και δε μου δίνει σημασία ούτε μια στιγμή. Κλείνει τον ήχο από το κινητό του και το βάζει στην τσέπη του. Είμαι πολύ σοκαρισμένη που εμφανίστηκε για να του πω έστω και μία κουβέντα. Μ ήπως με κάποιον τρόπο τού άλλαξα τη γνώμη για το θέμα του σχολείου; Είμαι άραγε χαρούμενη για το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

75

γεγονός ότι μπορεί να τον έκανα να αλλάξει γνώμη; Γιατί το μόνο που αισθάνομαι είναι να έχω μετανιώσει. Ο κύριος Μ άλιγκαν μπαίνει μέσα και βάζει τα πράγματά του στην έδρα, στη συνέχεια γυρίζει προς τον πίνακα και γράφει το όνομά του και την ημερομηνία. Δεν είμαι σίγουρη αν πραγματικά νομίζει πως έχουμε ξεχάσει ποιος είναι από χθες ή αν απλά θέλει να μας υπενθυμίσει πόσο άσχετους μας θεωρεί. «Ντιν» λέει ενώ ακόμα είναι γυρισμένος προς τον πίνακα. Κάνει μεταβολή και κοιτάζει τον Χόλντερ. «Καλώς μας ξανάρθες, έστω και με μία μέρα καθυστέρηση. Να υποθέσω πως δε θα μας δημιουργήσεις προβλήματα αυτό το εξάμηνο;» Μ ένω κάγκελο με την επικριτική του παρατήρηση με το καλημέρα σας. Αν ο Χόλντερ πρέπει να ανεχτεί τέτοιου είδους μαλακίες, δεν είναι άξιο απορίας που δεν ήθελε να επιστρέψει στο σχολείο. Εγώ τουλάχιστον αντιμετωπίζω τέτοιες μαλακίες από άλλους μαθητές. Οι καθηγητές όμως δεν πρέπει να είναι επικριτικοί, όποιος και αν είναι ο μαθητής. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο πρώτος κανόνας στο εγχειρίδιο διδασκαλίας. Ο δεύτερος θα πρέπει να είναι πως οι καθηγητές δεν πρέπει να γράφουν το όνομά τους στον πίνακα σε πιο μεγάλες τάξεις από την Τρίτη Δημοτικού. Ο Χόλντερ κουνιέται στη θέση του και απαντάει στο σχόλιο του κυρίου Μ άλιγκαν με τον ίδιο καυστικό τόνο. «Να υποθέσω πως δε θα πείτε κάτι που θα με παρακινήσει να σας δημιουργήσω προβλήματα αυτό το εξάμηνο, κύριε Μ άλιγκαν;» Εντάξει, είναι φανερό πως οι μαλακίες είναι αμφίδρομες. Ίσως το επόμενο μάθημά μου, πέρα από την επιστροφή στο σχολείο, θα πρέπει να είναι να του μάθω την έννοια του σεβασμού απέναντι στην εξουσία. Ο κύριος Μ άλιγκαν μαζεύει το σαγόνι του προς τα μέσα και κοιτάζει τον Χόλντερ πάνω από τα γυαλιά του. «Ντιν, έλα μπροστά να συστηθείς στους συμμαθητές σου. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν καινούργια πρόσωπα από τότε που μας άφησες πέρσι». Ο Χόλντερ δε φέρνει αντίρρηση, κάτι που είμαι σίγουρη πως ο κύριος Μ άλιγκαν δεν περίμενε. Αντιθέτως πηδάει σχεδόν από


76

COLLEEN HOOVER

την καρέκλα του και προχωράει μπροστά στην αίθουσα. Αυτό το ξαφνικό ξέσπασμα ενέργειας κάνει τον κύριο Μ άλιγκαν να κάνει ένα βήμα πίσω. Ο Χόλντερ κάνει μια στροφή και κοιτάζει κατάφατσα όλη την τάξη χωρίς ίχνος ανασφάλειας ή αμφιβολίας για τον εαυτό του. «Μ ετά χαράς» λέει ο Χόλντερ καρφώνοντας τον κύριο Μ άλιγκαν. «Μ ε λένε Ντιν Χόλντερ. Όλοι με φωνάζουν Χόλντερ». Παίρνει το βλέμμα του από τον κύριο Μ άλιγκαν και κοιτάζει όλη την τάξη. « Ήμουν μαθητής εδώ από την πρώτη λυκείου με μια διακοπή ενάμιση εξαμήνου. Σύμφωνα με τον κύριο Μ άλιγκαν, μου αρέσει να δημιουργώ προβλήματα, οπότε αυτή η τάξη θα έχει πλάκα». Αρκετοί μαθητές γελάνε με το σχόλιό του, αλλά εγώ δυσκολεύομαι να το βρω αστείο. Πάντα είχα αμφιβολίες για αυτόν, από όσα είχα ακούσει, αλλά τώρα με τον τρόπο που συμπεριφέρεται δείχνει τον πραγματικό του εαυτό. Ο Χόλντερ ανοίγει το στόμα του να συνεχίσει με τις συστάσεις αλλά σκάει ένα χαμόγελο μόλις με εντοπίζει στο πίσω μέρος της τάξης. Μ ου κλείνει το μάτι και εγώ θέλω να χωθώ κάτω από το θρανίο και να κρυφτώ. Του στέλνω ένα σφιγμένο χαμόγελο και σκύβω κοιτάζοντας προς το θρανίο μου μόλις οι άλλοι μαθητές ψάχνουν γύρω γύρω για να δουν σε ποιον απευθύνεται. Πριν από μιάμιση ώρα με παράτησε όλο νεύρα. Τώρα μου χαμογελάει σαν να είδε την κολλητή του έπειτα από πολλά χρόνια. Ε ναι, λοιπόν, έχει θέματα. Ο Μ πρέκιν σκύβει προς το μέρος μου. «Τι στο διάολο ήταν όλο αυτό;» μου ψιθυρίζει «Θα σου πω στο φαγητό» του λέω. «Αυτή είναι όλη η σοφία που θέλετε να μας μεταδώσετε σήμερα;» ρωτάει ο κύριος Μ άλιγκαν τον Χόλντερ. Ο Χόλντερ γνέφει καταφατικά κι επιστρέφει στη θέση του χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου. Κάθεται και στραβολαιμιάζει για να με κοιτάζει κατάματα. Ο κύριος Μ άλιγκαν ξεκινάει το μάθημά του και η προσοχή όλων επιστρέφει στο μπροστινό μέρος της τάξης. Όλων εκτός από του


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

77

Χόλντερ. Ρίχνω μια ματιά στο βιβλίο μου και το ανοίγω στο ανάλογο κεφάλαιο ελπίζοντας πως θα κάνει το ίδιο. Όταν τον ξανακοιτάω, συνεχίζει να με παρατηρεί επίμονα. «Τι;» του λέω με τα χείλη μου τινάζοντας τα χέρια μου στον αέρα. Μ ισοκλείνει τα μάτια του και με κοιτάζει για λίγο σιωπηλά. «Τίποτα» μου λέει τελικά. Γυρίζει μπροστά στη θέση του και ανοίγει το βιβλίο του. Ο Μ πρέκιν χτυπάει με το μολύβι τα δάχτυλά μου, με κοιτάζει μ’ απορία κι επιστρέφει στο βιβλίο του. Αν περιμένει μια εξήγηση για το τι συνέβη μόλις τώρα θα απογοητευτεί όταν θα αδυνατώ να του δώσω μία. Δεν ξέρω καν τι συνέβη. Ρίχνω αρκετές κλεφτές ματιές προς τη μεριά του Χόλντερ κατά τη διάρκεια του μαθήματος, αλλά όλη η διδακτική ώρα περνά χωρίς να ξαναγυρίσει προς το μέρος μου. Μ όλις χτυπάει το κουδούνι, ο Μ πρέκιν πηδάει από τη θέση του και χτυπάει τα δάχτυλά του στο θρανίο μου. «Εγώ. Εσύ. Μ εσημεριανό» μου λέει ανασηκώνοντας το φρύδι του. Βγαίνει από την τάξη και εγώ στρέφω το βλέμμα μου προς τον Χόλντερ. Παρακολουθεί την πόρτα της τάξης από την οποία μόλις βγήκε ο Μ πρέκιν με ένα άγριο βλέμμα στα μάτια του. Αρπάζω τα πράγματά μου και κατευθύνομαι προς την πόρτα προτού ο Χόλντερ προλάβει να ανοίξει κάποια συζήτηση. Χαίρομαι πραγματικά που αποφάσισε να επιστρέψει στο σχολείο, αλλά με έχει ενοχλήσει το γεγονός πως με κοιτούσε σαν να είμαστε κολλητοί. Δε θέλω ο Μ πρέκιν ή, ακόμα περισσότερο, οποιοσδήποτε άλλος να νομίζει πως συμφωνώ με αυτά που κάνει ο Χόλντερ. Θα προτιμούσα να μη με συνδέσουν με αυτόν, αλλά έχω την αίσθηση πως κάτι τέτοιο θα είναι θέμα για κείνον. Πηγαίνω στο ντουλαπάκι μου και αλλάζω βιβλία παίρνοντας το βιβλίο των Αγγλικών. Αναρωτιέμαι αν η Σάινα/Σάιλα θα με αναγνωρίσει σήμερα στην τάξη. Μ άλλον όχι, έχουν περάσει και είκοσι τέσσερις ώρες. Αμφιβάλλω αν έχει μυαλό που να συγκρατεί πληροφορίες για τέτοιο χρονικό διάστημα. «Έι, εσύ». Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου με φόβο, μη θέλοντας να γυρίσω


78

COLLEEN HOOVER

και να τον δω να στέκεται εκεί σε όλο του το μεγαλείο. «Ήρθες». Τακτοποιώ τα βιβλία στο ντουλάπι μου, στη συνέχεια γυρίζω και τον κοιτάζω κατάφατσα. Χαμογελάει και ακουμπάει στο ντουλάπι δίπλα από το δικό μου. «Έχεις φρεσκαριστεί και είσαι μια χαρά» μου λέει κοιτώντας με από πάνω μέχρι κάτω. «Παρ’ όλο που και η ιδρωμένη σου εκδοχή δεν είναι κακή». Και αυτός έχει φρεσκαριστεί και είναι μια χαρά, αλλά δε θα του το πω. «Είσαι εδώ για να με παρακολουθείς ή όντως γράφτηκες πάλι στο σχολείο;» Χαμογελάει πονηρά και παίζει τα δάχτυλά του στο ντουλαπάκι. «Και τα δύο». Πρέπει να κόψω τα αστεία περί παρακολούθησης. Θα ήταν πιο διασκεδαστικά αν δεν τον θεωρούσα ικανό για κάτι τέτοιο. Κοιτάζω τριγύρω το διάδρομο που αδειάζει. «Λοιπόν, πρέπει να πάω στην τάξη μου» του λέω. «Καλώς ήρθες». Μ ισοκλείνει τα μάτια του και με κοιτάζει έντονα, σαν να αισθάνεται την αμηχανία μου. «Είσαι κάπως». Κάνω μια γκριμάτσα με τη διαπίστωσή του. Πώς μπορεί να ξέρει πώς είμαι; Αφού δε με ξέρει καν. Κοιτάζω πάλι μέσα στο ντουλάπι μου προσπαθώντας να κρύψω τις πραγματικές σκέψεις ως προς το γιατί είμαι «κάπως». Σκέψεις όπως: Γιατί το παρελθόν του δε με τρομάζει περισσότερο; Γιατί είναι τόσο οξύθυμος ώστε να κάνει στο κακόμοιρο το παιδί αυτά που έκανε πέρσι; Γιατί αλλάζει τις συνήθειές του προκειμένου να τρέχει μαζί μου; Γιατί ρωτούσε δεξιά κι αριστερά για μένα; Αντί να απαντήσω στην ερώτηση από μέσα μου, ανασηκώνω απλά τους ώμους και λέω: «Απλά έμεινα έκπληκτη που σε είδα εδώ». Ακουμπάει τον ώμο του στο διπλανό ντουλάπι από το δικό μου και κουνάει το κεφάλι του. «Όχι. Είναι κάτι άλλο. Τι συμβαίνει;» Αναστενάζω και ακουμπάω στο δικό μου ντουλάπι. «Θέλεις να είμαι ειλικρινής μαζί σου;» «Είναι το μόνο που θέλω να είσαι πάντα». Σφίγγω τα χείλη μου και κάνω ένα νεύμα. «Εντάξει, λοιπόν»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

79

του λέω. Γυρίζω τους ώμους μου για να τον βλέπω κατάματα. «Δε θέλω να σου μπαίνουν ιδέες. Μ ε φλερτάρεις και λες πράγματα σαν να έχει βλέψεις για μένα, στις οποίες εγώ δε θέλω να ανταποκριθώ. Και είσαι…» Σταματάω για να βρω την κατάλληλη λέξη. «Τι είμαι;» λέει κοιτώντας με έντονα. «Είσαι… έντονος. Υπερβολικά έντονος και κυκλοθυμικός. Και λίγο τρομακτικός. Και είναι και το άλλο» λέω χωρίς να του πω ποιο. «Απλά δε θέλω να σου μπαίνουν ιδέες». «Ποιο άλλο;» Το λέει σαν να ξέρει πολύ καλά σε ποιο πράγμα αναφέρομαι, αλλά με προκαλεί να το πω. Ξεφυσάω και ακουμπάω με την πλάτη μου στο ντουλάπι κοιτάζοντας κάτω τα παπούτσια μου. «Ξέρεις» του λέω, καθώς δε θέλω να φέρω την κουβέντα στο παρελθόν του περισσότερο από όσο μπορεί να θέλει εκείνος. Ο Χόλντερ έρχεται μπροστά μου, βάζει το χέρι του στο ντουλάπι δίπλα από το κεφάλι μου και γέρνει προς το μέρος μου. Κοιταζόμαστε στα μάτια ενώ τα πρόσωπά μας βρίσκονται σε απόσταση λιγότερη από δεκαπέντε εκατοστά. «Όχι δεν ξέρω, διότι στριφογυρίζεις γύρω από το όποιο θέμα έχεις με εμένα σαν να φοβάσαι να το πεις. Απλώς πες το». Κοιτάζοντάς τον αυτή τη στιγμή, νιώθοντας όπως νιώθω, παγιδευμένη, επιστρέφει στο στήθος μου ο ίδιος πανικός που υπήρχε μετά την πρώτη μας συνάντηση. «Άκουσα για αυτό που έκανες» του λέω ξαφνικά. «Γνωρίζω για το παιδί που έδειρες. Ξέρω ότι σε έστειλαν στο αναμορφωτήριο. Ξέρω ότι στις δύο μέρες που σε γνωρίζω με έχεις κάνει να χεστώ από το φόβο μου τουλάχιστον τρεις φορές. Και αφού είμαστε ειλικρινείς, ξέρω επίσης πως εφόσον έχεις ρωτήσει τριγύρω για μένα μάλλον θα έχεις ακούσει για τη φήμη που έχω, η οποία πιθανότατα είναι ο λόγος που προσπαθείς να με πλησιάσεις. Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, αλλά δε θα σε πηδήξω. Δε θέλω να πιστεύεις ότι θα συμβεί το οτιδήποτε μεταξύ μας, πέραν αυτού που συμβαίνει. Τρέχουμε μαζί. Αυτό είναι όλο». Σφίγγει το σαγόνι του αλλά δεν αλλάζει την έκφρασή του.


80

COLLEEN HOOVER

Κατεβάζει το χέρι του και κάνει ένα βήμα πίσω δίνοντάς μου χώρο να αναπνεύσω ξανά. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά που κάνει ένα παραπάνω βήμα στον προσωπικό μου χώρο μού παίρνει όλο τον αέρα. Και κυρίως δεν καταλαβαίνω γιατί μου αρέσει αυτό το συναίσθημα. Αγκαλιάζω τα βιβλία στο στήθος μου και είμαι έτοιμη να τον προσπεράσω, όταν ένα χέρι με αρπάζει από τη μέση και με τραβάει μακριά από τον Χόλντερ. Κοιτάζω και βλέπω τον Γκρέισον να κοιτάζει από πάνω ως κάτω τον Χόλντερ ενώ με σφίγγει ακόμα περισσότερο. «Χόλντερ» λέει ψυχρά ο Γκρέισον. «Δεν ήξερα πως θα επέστρεφες». Ο Χόλντερ δε δίνει καν σημασία στον Γκρέισον. Συνεχίζει να με καρφώνει για αρκετά δευτερόλεπτα και παίρνει το βλέμμα του από μένα μόνο για να κοιτάξει το χέρι του Γκρέισον που αγκαλιάζει τη μέση μου. Κάνει ένα ανεπαίσθητο νεύμα και χαμογελάει σαν να συνειδητοποίησε κάτι, έπειτα με κοιτάζει πάλι στα μάτια. «Να λοιπόν που επέστρεψα» λέει ωμά χωρίς να κοιτάζει απευθείας τον Γκρέισον. Τι στο διάολο είναι όλο αυτό; Από πού ξεφύτρωσε ο Γκρέισον και γιατί με αγκαλιάζει σαν να διεκδικεί το μερίδιό του; Ο Χόλντερ παίρνει το βλέμμα του από μένα και γυρίζει για να φύγει, αλλά σταματάει απότομα. Κάνει μεταβολή και με κοιτάζει. «Τα δοκιμαστικά για το στίβο είναι την Πέμπτη μετά το σχολείο» μου λέει. «Να πας». Και μετά φεύγει. Κρίμα που δεν κάνει το ίδιο και ο Γκρέισον. «Κάνεις κάτι αυτό το Σάββατο;» μου λέει τραβώντας με πάνω του. Τον σπρώχνω και τραβάω το κεφάλι μου από κοντά του. «Σταμάτα» του λέω εκνευρισμένη. «Νομίζω πως ήμουν ξεκάθαρη το προηγούμενο Σαββατοκύριακο». Κλείνω κοπανώντας το ντουλάπι μου και φεύγω, ενώ αναρωτιέμαι πώς είχα καταφέρει να γλιτώσω από τα δράματα όλη μου τη ζωή και τώρα, μέσα σε δύο μέρες, μου συμβαίνουν


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

81

τόσα που αρκούν να γράψω ολόκληρο βιβλίο. ***

Ο Μ πρέκιν κάθεται διαγωνίως μου και μου δίνει ένα αναψυκτικό. «Δεν είχαν καφέ, αλλά βρήκα καφεΐνη». Χαμογελάω. «Σε ευχαριστώ, πιο καλυτερότερε φίλε σε ολόκληρο τον κόσμο». «Μ η με ευχαριστείς, το αγόρασα με κακές προθέσεις. Το χρησιμοποιώ για να σε δωροδοκήσω και να μάθω όλα τα άπλυτα της ερωτικής σου ζωής». Γελάω και ανοίγω το αναψυκτικό. «Λοιπόν, θα απογοητευτείς, γιατί η ερωτική μου ζωή είναι ανύπαρκτη». Ανοίγει το δικό του αναψυκτικό και χαμογελάει. «Δεν το νομίζω. Όχι αν κρίνω από τον τρόπο που το κακό αγόρι από εκεί κάτω σε κοιτάζει συνεχώς». Κάνει ένα νεύμα του κεφαλιού προς τα δεξιά. Ο Χόλντερ κάθεται τρία τραπέζια πιο μακριά και με καρφώνει. Κάθεται με διάφορους τύπους από την ομάδα του ράγκμπι που δείχνουν ενθουσιασμένοι με την επιστροφή του. Τον χτυπάνε φιλικά στην πλάτη και μιλάνε μεταξύ τους χωρίς να προσέξουν ότι δε συμμετέχει καν στη συζήτησή τους. Πίνει λίγο από το νερό του ενώ τα μάτια του είναι καρφωμένα στα δικά μου. Αφήνει το νερό του στο τραπέζι με λίγο παραπάνω ένταση. Στη συνέχεια, καθώς σηκώνεται, κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι του προς τα δεξιά. Ρίχνω μια ματιά προς τα εκεί που ένευσε και βλέπω την έξοδο της καφετέριας. Πηγαίνει προς τα εκεί περιμένοντας να τον ακολουθήσω. «Ε;» λέω περισσότερο στον εαυτό μου παρά στον Μ πρέκιν. «Ναι. Ε. Πήγαινε να δεις τι σκατά σε θέλει και έλα να μου δώσεις αναφορά». Πίνω λίγο ακόμα από το αναψυκτικό μου και στη συνέχεια το αφήνω στο τραπέζι. «Ό,τι πεις, αφεντικό». Το σώμα μου σηκώνεται να ακολουθήσει τον Χόλντερ αλλά αφήνω την καρδιά μου στο τραπέζι. Είμαι σίγουρη πως πήδηξε έξω από το στήθος μου μόλις μου έκανε νόημα να τον


82

COLLEEN HOOVER

ακολουθήσω. Εντάξει, το να το παίζω γενναία στον Μ πρέκιν τα κουτσοκαταφέρνω ακόμα, αλλά, γαμώτο, μη γελιόμαστε, εδώ δεν μπορώ να ελέγξω ούτε τα ίδια μου τα όργανα… Ο Χόλντερ είναι λίγα μέτρα μπροστά μου· περνάει πρώτος την πόρτα της εξόδου και τα φύλλα της κλείνουν απότομα πίσω του. Βάζω το χέρι μου στην πόρτα και διστάζω για μια στιγμή πριν την ανοίξω προς το διάδρομο. Θα προτιμούσα να πήγαινα τιμωρία αυτή τη στιγμή παρά να του μιλήσω. Το στομάχι μου έχει δεθεί τόσους πολλούς κόμπους που θα τους ζήλευε κι ο καλύτερος πρόσκοπος. Κοιτάζω δεξιά αριστερά αλλά δεν τον βλέπω πουθενά. Κάνω μερικά βήματα μέχρι την άκρη των ντουλαπιών και στη συνέχεια στρίβω στη γωνία. Η πλάτη του είναι ακουμπισμένη σε ένα από αυτά και το γόνατό του λυγισμένο καθώς το πόδι του ακουμπάει στο ντουλάπι. Έχει διπλώσει τα χέρια του στο στήθος και με κοιτάζει. Το απαλό γαλάζιο των ματιών του δεν είναι καν αρκετά απαλό για να κρύψει το θυμό του. «Βγαίνεις με τον Γκρέισον;» Σηκώνω τα μάτια σαν να λέω «Έλεος!» και ακουμπάω στο ντουλάπι απέναντί του. Μ όλις τον γνώρισα τον τύπο και έχω ήδη κουραστεί με τις εναλλαγές της διάθεσής του. «Έχει σημασία;» Είμαι περίεργη να καταλάβω σε τι τον αφορά. Για λίγη ώρα μένει αμίλητος – όπως κάνει πάντα πριν πει το οτιδήποτε. «Είναι μαλάκας». «Μ ερικές φορές είσαι και εσύ επίσης» του λέω γρήγορα χωρίς να χρειάζομαι ούτε τον μισό χρόνο που θέλει αυτός για να απαντήσει. «Δεν είναι καλός για σένα». Αφήνω ένα απεγνωσμένο γέλιο. «Ενώ εσύ είσαι;» ρωτάω πετώντας του το μπαλάκι. Αν κρατούσαμε σκορ θα έλεγα πως κερδίζω δύο μηδέν. Κατεβάζει τα χέρια του και γυρίζει φάτσα στα ντουλάπια κοπανώντας ένα από αυτά με την παλάμη του. Ο ήχος του δέρματος πάνω στο μέταλλο αντηχεί στο διάδρομο και απευθείας στο στομάχι μου. «Μ η με ανακατεύεις σε αυτό» μου λέει γυρίζοντας προς το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

83

μέρος μου. «Μ ιλάμε για τον Γκρέισον, όχι για μένα. Δεν πρέπει να είσαι μαζί του. Δεν έχεις ιδέα τι είδους άτομο είναι». Γελάω. Όχι γιατί είναι αστείος αλλά γιατί… σοβαρολογεί. Αυτός ο τύπος, τον οποίο ούτε καν ξέρω, προσπαθεί στα σοβαρά να μου πει με ποιον πρέπει και με ποιον δεν πρέπει να βγαίνω; Γέρνω προς τα πίσω το κεφάλι μου σε ένδειξη παραίτησης. «Δύο μέρες, Χόλντερ. Σε ξέρω δύο μέρες όλο κι όλο». Κλοτσάω τα ντουλάπια πίσω μου και πάω προς το μέρος του. «Σε αυτές τις δύο μέρες έχω δει διάφορες πλευρές σου και μόνο μία από αυτές ήταν ελκυστική. Το γεγονός ότι νομίζεις πως έχεις κάποιο δικαίωμα ακόμα και να εκφέρεις γνώμη για μένα ή τις αποφάσεις μου είναι παράλογο. Είναι γελοίο». Ο Χόλντερ πηγαίνει το σαγόνι του μπρος πίσω και με κοιτάζει έντονα έχοντας τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. Κάνει ένα βήμα πρόκλησης προς το μέρος μου. Τα μάτια του είναι τόσο σκληρά και κρύα που αρχίζω να πιστεύω πως βλέπω μια έκτη πλευρά του. Μ ια ακόμα πιο θυμωμένη και κτητική πλευρά του. «Δεν τον γουστάρω. Τι θες να κάνω όταν βλέπω κάτι σαν τούτο εδώ;» Απλώνει το χέρι του στο πρόσωπό μου και με το δάχτυλο χαϊδεύει απαλά την επιδερμίδα κάτω απ’ τη μελανιά στο μάτι μου. «Και μετά να τον βλέπω να σ’ έχει αγκαλιά; Συγγνώμη αν γίνομαι λίγο γελοίος». Δεν μπορώ να αναπνεύσω καθώς τα δάχτυλά του διατρέχουν ακόμα τα μάγουλά μου. Παλεύω για να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά και να μην ακουμπήσω το πρόσωπό μου μέσα στην παλάμη του, αλλά κρατάω σταθερά την απόφασή μου. Θα αποκτήσω ανοσία σε αυτό το αγόρι. Ή… τουλάχιστον θα το προσπαθήσω. Εν πάση περιπτώσει αυτός είναι ο νέος μου στόχος. Κάνω ένα βήμα μακριά του μέχρι το χέρι του να μην ακουμπάει πια το πρόσωπό μου. Κάνει το χέρι του γροθιά και το αφήνει στο πλάι. «Πιστεύεις πως πρέπει να μείνω μακριά από τον Γκρέισον γιατί φοβάσαι πως είναι οξύθυμος;» Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι και τον κοιτάζω. «Δε νομίζεις ότι είναι λίγο υποκριτικό όλο αυτό;»


84

COLLEEN HOOVER

Αφού με κοιτάζει εξεταστικά για μερικά δευτερόλεπτα, αφήνει έναν μικρό αναστεναγμό κάνοντας μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα. Κοιτάζει μακριά και κουνάει το κεφάλι του πιάνοντας τον αυχένα του. Μ ένει με γυρισμένη την πλάτη για μερικά δευτερόλεπτα. Όταν γυρίζει προς εμένα, αποφεύγει να με κοιτάξει στα μάτια. Σταυρώνει για μία ακόμη φορά τα χέρια του στο στήθος του και κοιτάζει το πάτωμα. «Σε χτύπησε» λέει χωρίς καμία διακύμανση στη φωνή του. Το κεφάλι του συνεχίζει να κοιτάζει στο πάτωμα, αλλά με βλέπει ανάμεσα από τις βλεφαρίδες του. «Σε έχει χτυπήσει ποτέ;» Να τος πάλι. Μ ε κάνει να υποτάσσομαι με μια απλή αλλαγή στη συμπεριφορά του. «Όχι» του λέω ήρεμα. «Και όχι. Σου είπα… ήταν ατύχημα». Κοιταζόμαστε επίμονα, απόλυτα σιωπηλοί, μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για το δεύτερο διάλειμμα και ο διάδρομος να γεμίσει από μαθητές. Το δικό μου βλέμμα αποτραβιέται πρώτο. Επιστρέφω στην καφετέρια χωρίς να γυρίσω να τον κοιτάξω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

85

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012 6:15 πμ

Τρέχω εδώ και περίπου τρία χρόνια. Δε θυμάμαι τι με έκανε να το ξεκινήσω ή τι ήταν αυτό που το έκανε τόσο ευχάριστο ώστε να το τηρώ ευλαβικά. Νομίζω ότι έχει πολύ να κάνει με το πόσο ενοχλητικά προστατευμένη είμαι. Προσπαθώ να το δω θετικά, αλλά μου είναι πολύ δύσκολο να βλέπω πως δεν έχω καμία σχέση με τις επαφές και τις σχέσεις που έχουν οι άλλοι μαθητές στο σχολείο. Το να μην έχω πρόσβαση στο Ίντερνετ δε θα ήταν κάτι το τρομερό πριν από μερικά χρόνια στο γυμνάσιο, αλλά στις μέρες μας είναι κοινωνική αυτοκτονία. Όχι ότι με νοιάζει τι σκέφτεται ο καθένας. Δε θα το αρνηθώ. Μ ε κατέκλυσε μια τεράστια επιθυμία να ψάξω να βρω τον Χόλντερ ηλεκτρονικά. Στο παρελθόν, όταν η Σιξ και εγώ θέλαμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για κάποια άτομα, τα ψάχναμε στο Ίντερνετ στο σπίτι της. Αλλά αυτή τη στιγμή η Σιξ βρίσκεται σε υπερατλαντική πτήση πάνω από τον Ατλαντικό, οπότε δεν μπορώ να της το ζητήσω. Αντ’ αυτού, κάθομαι στο κρεβάτι μου και αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι αν είναι τόσο κακός όσο τον παρουσιάζει η φήμη που έχει χτίσει. Αναρωτιέμαι αν ασκεί την ίδια επίδραση σε άλλα κορίτσια όπως σε μένα. Αναρωτιέμαι ποιοι είναι οι γονείς του, αν έχει αδέλφια, αν βγαίνει με κάποιο κορίτσι. Αναρωτιέμαι γιατί έχει την τάση να θυμώνει συνεχώς μαζί μου ενώ μόλις γνωριστήκαμε. Είναι πάντα τόσο θυμωμένος; Σιχαίνομαι το γεγονός πως είναι πότε στο ένα άκρο και πότε στο άλλο και ποτέ στη μέση. Θα ήταν


86

COLLEEN HOOVER

ωραίο να δω μια χαλαρή και ήρεμη πλευρά του. Αναρωτιέμαι αν έχει κάποια ενδιάμεση πλευρά. Αναρωτιέμαι… γιατί είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Αναρωτιέμαι σιωπηλά για το τελειωμένο αγόρι που με κάποιον τρόπο μονοπωλεί τη σκέψη μου και δε λέει να φύγει. Βγαίνω απότομα από την ονειροπόλησή μου και φοράω τα παπούτσια του τρεξίματος. Τουλάχιστον ο καβγάς μας χθες στο διάδρομο έμεινε μετέωρος. Έτσι, εξαιτίας αυτού του γεγονότος δε θα τρέξει μαζί μου σήμερα – και αυτό με ανακουφίζει. Σήμερα χρειάζομαι όσο τίποτε άλλο χρόνο για μένα. Δεν ξέρω όμως γιατί. Απλά θα περάσω το χρόνο μου με το να αναρωτιέμαι για όλα αυτά. Για αυτόν. Ανοίγω το παράθυρο του δωματίου μου και βγαίνω έξω. Είναι πιο σκοτεινά απ’ ό,τι συνήθως τέτοια ώρα. Κοιτάζω ψηλά και βλέπω πως ο ουρανός είναι βαρύς, ακριβώς όπως και η διάθεσή μου. Παίρνω την κατεύθυνση που είναι τα σύννεφα ρίχνοντας μια ματιά στον ουρανό από τα αριστερά μου για να δω αν προλαβαίνω να τρέξω πριν αρχίσει να βρέχει καρεκλοπόδαρα. «Πάντα βγαίνεις από το παράθυρό σου ή απλά έλπιζες να με αποφύγεις;» Στο άκουσμα της φωνής του γυρίζω απότομα. Στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου φορώντας σορτσάκι και αθλητικά παπούτσια. Δε φοράει μπλουζάκι σήμερα. Γαμώτο. «Αν προσπαθούσα να σε αποφύγω θα είχα πολύ απλά μείνει στο κρεβάτι». Προχωράω προς το μέρος του όλο σιγουριά, ελπίζοντας να κρύβω το γεγονός ότι και μόνο που τον αντικρίζω το σώμα μου τα χάνει. Ένα μικρό μέρος μου έχει απογοητευτεί που εμφανίστηκε σήμερα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος μου είναι βλακωδώς, αξιοθρήνητα χαρούμενο. Τον προσπερνάω και κάθομαι στο πεζοδρόμιο για να κάνω διατάσεις. Τεντώνω τα πόδια μου μπροστά και κάνω επίκυψη πιάνοντας τα παπούτσια μου και κρύβοντας το κεφάλι μέσα στο γόνατά μου – εν μέρει για να τεντώσω τους μύες, αλλά κυρίως για να αποφεύγω να τον κοιτάζω. «Δεν ήμουν σίγουρος αν θα εμφανιζόσουν» μου πετάει και


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

87

κοιτάζει ένα σημείο στο πεζοδρόμιο μπροστά μου. Σηκώνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω. «Γιατί να μην εμφανιστώ; Δεν είμαι εγώ αυτή που έχει θέματα. Εξάλλου ο δρόμος δεν ανήκει σε κανέναν μας». Σχεδόν ξεσπάω πάνω του και δεν ξέρω καν το γιατί. Για μία ακόμη φορά με κοιτάζει έντονα και σκέφτεται. Να το πάλι, λοιπόν, εκείνο το έντονο βλέμμα του που με παραλύει. Το κάνει τόσο συχνά αυτό, που μου ’ρχεται να δώσω κάποιο ειδικό όνομα σ’ αυτή του τη συνήθεια. Είναι σαν να με κρατάει με τα μάτια του, όσο σκέφτεται σιωπηλά, ενώ η έκφρασή του συνειδητά δεν προδίδει τίποτα. Δεν έχω ξανασυναντήσει κάποιον που να σκέφτεται τόσο πολύ τις απαντήσεις του. Έχει έναν τρόπο ν’ αφήνει τις ατάκες να κατασταλάξουν μέσα του όσο ετοιμάζει την απάντησή του… λες κι έχει περιορισμό στο πόσες λέξεις μπορεί να χρησιμοποιήσει και θέλει να χρησιμοποιήσει μόνον όσες είναι απολύτως απαραίτητες. Σταματάω να κάνω διατάσεις και τον κοιτάζω κατάματα, μη θέλοντας να υποχωρήσω σε αυτή την οπτική αναμέτρηση. Δε θα τον αφήσω να ασκήσει σε μένα τα παιχνίδια του μυαλού των Τζεντάι,11 ανεξάρτητα από το πόσο θα ήθελα να μπορώ να τα ασκήσω εγώ σε αυτόν. Είναι αδύνατον να τον διαβάσει κανείς και ακόμα πιο δύσκολο να τον προβλέψει. Μ ου τη δίνει αυτό. Τεντώνει τα πόδια του μπροστά μου. «Δώσε μου τα χέρια σου. Πρέπει κι εγώ να κάνω διατάσεις». Κάθεται μπροστά μου με τα χέρια τεντωμένα σαν να πρόκειται να παίξουμε τη βαρκούλα. Αν κάποιος περνούσε και μας έβλεπε τώρα, δε θα ’ταν δύσκολο να φανταστώ τις φήμες να οργιάζουν. Και μόνο η σκέψη ενός τέτοιου ενδεχόμενου με κάνει και γελάω. Πιάνω με τα χέρια μου τα δικά του που είναι ήδη τεντωμένα και με τραβάει προς το μέρος του για λίγα δευτερόλεπτα. Μ όλις χαλαρώσει την έντασή του, τον τραβάω προς το μέρος μου για να τεντωθεί αυτός, μόνο που αυτός δεν κοιτάζει κάτω. Συνεχίζει να έχει το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό μου όσο τεντώνεται. «Για να μην ξεχνιόμαστε, δεν ήμουν εγώ αυτός που είχε θέμα χθες».


88

COLLEEN HOOVER

Τον τραβάω πιο δυνατά, περισσότερο από κακή πρόθεση παρά για να τεντωθεί. «Υπονοείς πως εγώ είμαι αυτή που έχει θέμα;» «Δεν έχεις;» «Γίνε πιο ξεκάθαρος» του λέω. «Δε μου αρέσουν οι αοριστολογίες». Γελάει, αλλά είναι ένα νευρικό γελάκι. «Σκάι, αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να ξέρεις για μένα είναι πως δε λέω ποτέ αοριστολογίες. Σου είπα πως θα είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σου και για μένα οι αοριστολογίες είναι το ίδιο πράγμα με την ανειλικρίνεια». Τραβάει το χέρι μου ακόμα πιο πολύ και πέφτει πίσω. «Μ όλις τώρα μου έδωσες μια γενικόλογη απάντηση» του επισημαίνω. «Δε μου έκανες κάποια ερώτηση. Σ’ το είπα και πιο πριν, αν θέλεις να μάθεις κάτι, δεν έχεις παρά να ρωτήσεις. Δείχνεις σαν να νομίζεις πως με ξέρεις και όμως δε με ρώτησες ποτέ κάτι εσύ η ίδια». «Δε σε ξέρω». Γελάει ξανά και κουνάει το κεφάλι του, έπειτα μου αφήνει το χέρι. «Ξέχνα το». Σηκώνεται και αρχίζει να απομακρύνεται. «Περίμενε». Σηκώνομαι από το κράσπεδο και τον ακολουθώ. Αν κάποιος εδώ πέρα δικαιούται να είναι θυμωμένος, αυτός ο κάποιος είμαι εγώ. «Τι είπα; Δε σε ξέρω, είπα. Γιατί τα πήρες πάλι μαζί μου;» Σταματάει να περπατάει, γυρίζει και στη συνέχεια κάνει μερικά βήματα προς το μέρος μου. «Υποθέτω πως έχοντας περάσει λίγο χρόνο μαζί τις τελευταίες δύο μέρες, πίστευα πως θα είχα μια κάπως διαφορετική αντιμετώπιση από σένα στο σχολείο. Σου έδωσα πολλές ευκαιρίες να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις να με ρωτήσεις, αλλά φαίνεται πως για κάποιο λόγο προτιμάς να πιστεύεις ό,τι έχεις ακούσει, παρά το γεγονός πως δεν έχεις ακούσει τίποτα από μένα. Και δεδομένου πως αυτό γίνεται από κάποια που έχει τα δικά της ζόρια με τις φήμες, υπέθεσα πως θα ήσουν λίγο λιγότερο επικριτική». Δικά μου ζόρια με φήμες; Αν νομίζει πως θα κερδίσει πόντους


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

89

με το να έχει κάτι κοινό μαζί μου, κάνει τεράστιο λάθος. «Ώστε αυτό είναι το θέμα; Νόμιζες πως το καινούργιο κορίτσι, που είναι και τσούλα, θα συμπονέσει το μαλάκα που πλάκωσε στο ξύλο έναν γκέι;» Βγάζει ένα απογοητευμένο βογκητό περνώντας τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. «Μ ην το κάνεις αυτό, Σκάι». «Ποιο να μην κάνω; Να μη σε λέω “ο μαλάκας που πλάκωσε στο ξύλο έναν γκέι”; Εντάξει, λοιπόν. Ας ακολουθήσουμε τη δική σου τακτική ειλικρίνειας. Έδειρες ή όχι τόσο άσχημα ένα μαθητή πέρσι, που σε έστειλαν στο αναμορφωτήριο;» Βάζει τα χέρια του στους γοφούς του και κουνάει το κεφάλι του, ενώ με κοιτάζει με μια έκφραση που δείχνει απογοήτευση. «Όταν λέω μην το κάνεις αυτό, δεν εννοούσα να μη με προσβάλλεις. Εννοούσα να μην προσβάλλεις τον εαυτό σου». Κάνει ένα βήμα μπροστά και ερχόμαστε ακόμα πιο κοντά. «Και ναι. Τον έσπασα στο ξύλο, τόσο που λίγο έλειψε να τον σκοτώσω, και αν αυτός ο αλήτης ήταν αυτή τη στιγμή μπροστά μου πάλι το ίδιο θα έκανα». Τα μάτια του είναι γεμάτα θυμό και είμαι πολύ φοβισμένη για να τον ρωτήσω τι και πώς. Μ πορεί να είπε πως θα είναι ειλικρινής… αλλά οι απαντήσεις του με τρομάζουν περισσότερο από το να κάνω τις ερωτήσεις. Κάνουμε ταυτόχρονα ένα βήμα πίσω. Μ ένουμε και οι δύο σιωπηλοί και αναρωτιέμαι πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο. «Δε θέλω να τρέξω μαζί σου σήμερα» του λέω. «Ούτε εγώ θέλω να τρέξω μαζί σου». Και, λέγοντας αυτά, γυρίζουμε και οι δυο προς αντίθετες κατευθύνσεις. Αυτός προς το σπίτι του και εγώ προς το παράθυρό μου. Σήμερα δεν έχω διάθεση να τρέξω ούτε μόνη μου. Σκαρφαλώνω στο παράθυρό μου την ώρα που αρχίζει να βρέχει και για λίγα δευτερόλεπτα αισθάνομαι άσχημα για αυτόν που πρέπει να τρέξει πίσω στο σπίτι του. Αλλά μόνο για δευτερόλεπτα, γιατί η Μ οίρα είναι σκύλα και αυτή τη στιγμή τα έχει βάλει με τον Χόλντερ. Κλείνω το παράθυρο και πηγαίνω προς το κρεβάτι μου. Η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά σαν να


90

COLLEEN HOOVER

είχα τρέξει τα πέντε χιλιόμετρα. Η διαφορά είναι πως τώρα χτυπάει γιατί τα έχω πάρει απίστευτα πολύ. Γνώρισα τον τύπο πριν από δύο μέρες και όμως δεν έχω τσακωθεί περισσότερο με κανέναν άλλο σε όλη μου τη ζωή. Ακόμα και αν πρόσθετα όλους τους καβγάδες που είχα με τη Σιξ μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια, δε θα είχαν καμία σχέση με τους καβγάδες των τελευταίων σαράντα οκτώ ωρών με τον Χόλντερ. Δεν ξέρω καν γιατί ασχολείται. Φαντάζομαι πως ύστερα από το σημερινό πρωινό δε θα ξανασχοληθεί. Παίρνω το φάκελο από το κομοδίνο μου και τον ανοίγω. Βγάζω το γράμμα της Σιξ, ακουμπάω πίσω στο μαξιλάρι μου και το διαβάζω ελπίζοντας να ξεφύγω λίγο από το χάος που επικρατεί στο κεφάλι μου. Σκάι, Ελπίζω πως όταν θα διαβάζεις αυτό (γιατί ξέρω πως δε θα το διαβάσεις αμέσως) θα είμαι τρελά ερωτευμένη με έναν Ιταλό παίδαρο και δε θα σε σκέφτομαι καθόλου. Αλλά ξέρω πως αυτό δεν παίζει, γιατί θα σε σκέφτομαι συνεχώς. Θα σκέφτομαι όλα τα βράδια που ξαγρυπνήσαμε με τα παγωτά μας, τις ταινίες μας και τα αγόρια μας. Αλλά περισσότερο από όλα θα σκέφτομαι εσένα και τους λόγους για τους οποίους σε αγαπώ. Για να αναφέρω μερικούς: αγαπώ το πόσο για κλάματα είσαι σε ό,τι αφορά τους αποχαιρετισμούς, τα συναισθήματα και τις συγκινήσεις, γιατί έτσι είμαι και εγώ. Αγαπώ το ότι πάντα τρως το παγωτό από τη μεριά της βανίλιας και της φράουλας γιατί ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει η σοκολάτα, παρ’ όλο που σου αρέσει και σένα. Αγαπώ το ότι δεν είσαι παράξενη και ούφο, παρ’ όλο που ήσουν αυστηρά αποκομμένη από την κοινωνικοποίηση, σε βαθμό που μπροστά σου ένας Άμις12 φαίνεται τρέντι. Αλλά πάνω από όλα αγαπώ το ότι δε με κρίνεις.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Αγαπώ το ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν αμφισβήτησες ούτε μία φορά τις επιλογές μου (όσο λάθος και αν ήταν), ούτε τα αγόρια με τα οποία βγήκα ή το γεγονός ότι δεν πιστεύω στη δέσμευση. Θα έλεγα πως είναι απλό για σένα να μη με κρίνεις, γιατί είσαι κι εσύ μια παλιοβρόμα. Αλλά ξέρουμε πολύ καλά και οι δύο πως δεν είσαι. Για αυτό σε ευχαριστώ που είσαι μια φίλη που δεν κρίνει. Σε ευχαριστώ που δεν προσπάθησες ποτέ να με πατρονάρεις και δε με αντιμετώπισες σαν να είσαι καλύτερη από μένα (παρ’ όλο που και οι δύο ξέρουμε πως είσαι). Όσο και αν γελάω με τα πράγματα που οι άλλοι λένε για μας πίσω από την πλάτη μας, με τσακίζει το ότι τα λένε και για σένα. Λυπάμαι για αυτό. Αλλά δε λυπάμαι και πολύ, γιατί ξέρω πως αν είχες να επιλέξεις μεταξύ του να είσαι η τσούλα κολλητή μου ή το κορίτσι με την καλή φήμη, θα πηδιόσουν με όλα τα αγόρια του πλανήτη. Και αυτό επειδή με αγαπάς τόσο πολύ. Και θα σε άφηνα να το κάνεις επειδή σε αγαπάω τόσο πολύ. Και άλλο ένα πράγμα για το οποίο σε αγαπώ – και μετά θα σκάσω, γιατί είμαι μόνο λίγα μέτρα μακριά σου τώρα που γράφω αυτό το γράμμα και είναι πολύ δύσκολο να συγκρατηθώ και να μη βγω από το παράθυρό μου για να έρθω και να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Αγαπώ την αδιαφορία σου. Αγαπώ το πώς έχεις γραμμένη τη γνώμη των άλλων. Αγαπώ το πώς εστιάζεις στο μέλλον σου και όλοι οι άλλοι μπορούν να πάνε να χεστούν. Αγαπώ το πώς, όταν σου είπα πως φεύγω για την Ιταλία αφού σε είχα βάλει να γραφτείς στο σχολείο μου, εσύ απλά χαμογέλασες και ανασήκωσες τους ώμους σου, παρ’ όλο που είναι κάτι το οποίο άλλους φίλους θα τους είχε χωρίσει για πάντα. Σε κρέμασα για να κυνηγήσω το όνειρό μου και δε σε χάλασε. Δε μου τα έπρηξες καν για αυτό. Αγαπώ το πώς (είναι το τελευταίο, σ’ το ορκίζομαι)

91


92

COLLEEN HOOVER

όταν βλέπαμε την ταινία Βροχή, χαλάζι κι έρωτας και στο τέλος η Σάντρα Μπούλοκ φεύγει, ενώ εγώ ούρλιαζα στην οθόνη της τηλεόρασης για το απαίσιο τέλος του έργου, εσύ απλώς ανασήκωσες τους ώμους σου και είπες «Είναι αληθινό, Σιξ. Δεν μπορείς να θυμώνεις όταν το τέλος της ταινίας είναι αληθινό. Μερικές φορές είναι και άσχημο. Θα έπρεπε τα ψεύτικα, χαρούμενα, και-έζησαν-αυτοί-καλά φινάλε να σου τη σπάνε». Ποτέ δε θα το ξεχάσω αυτό, γιατί είχες δίκιο. Και ξέρω πως δεν προσπαθούσες να μου κάνεις μάθημα αλλά το έκανες. Δε θα πάνε όλα όπως τα θέλω και δεν είναι για όλους το «και έζησαν αυτοί καλά»… Η ζωή είναι αληθινή και μερικές φορές είναι άσχημη και πρέπει να ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις. Θα το δεχτώ με λίγη δόση από την αδιαφορία σου και θα προχωρήσω μπροστά. Τέλος πάντων. Αρκετά με αυτά. Απλά θέλω να ξέρεις πως θα μου λείψεις και αυτός ο καλυτερότερος φίλος ολόκληρου του κόσμου στο σχολείο καλά θα κάνει να μαζευτεί όταν θα γυρίσω σε έξι μήνες. Ελπίζω να καταλαβαίνεις πόσο απίθανη είσαι, αλλά σε περίπτωση που δεν το καταλαβαίνεις θα σου στέλνω γραπτό μήνυμα κάθε μέρα για να σ’ το θυμίζω. Ετοιμάσου λοιπόν στους επόμενους έξι μήνες να βομβαρδιστείς από ατελείωτα ενοχλητικά γραπτά μηνύματα με τίποτε άλλο παρά θετικές σκέψεις για τη Σκάι. Σε αγαπώ 6 Διπλώνω το γράμμα, χαμογελάω αλλά δεν κλαίω. Δε θα περίμενε από μένα να κλάψω για αυτό, άσχετα από το πόσο με έκανε να το θέλω. Πλησιάζω το κομοδίνο και βγάζω από το συρτάρι το κινητό τηλέφωνο που μου έδωσε. Έχω ήδη δύο αδιάβαστα μηνύματα.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

93

Σου έχω πει τώρα τελευταία πόσο φανταστική είσαι; Μου λείπεις. Είναι η δεύτερη μέρα και καλά θα κάνεις να μου στείλεις μήνυμα. Πρέπει να σου πω για τον Λορέντζο. Επίσης είσαι εκνευριστικά έξυπνη. Χαμογελάω και της απαντώ στο μήνυμα. Πρέπει να κάνω γύρω στις πέντε προσπάθειες πριν τα καταφέρω. Είμαι σχεδόν δεκαοκτώ και είναι η πρώτη φορά που στέλνω μήνυμα; Αυτό πρέπει να μπει στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες. Νομίζω πως θα τις αντέξω αυτές τις καθημερινές θετικές σκέψεις. Μην ξεχάσεις να μου υπενθυμίσεις πόσο όμορφη είμαι, τι καταπληκτικό γούστο έχω στη μουσική κι ότι είμαι η πιο γρήγορη δρομέας στον κόσμο. (Απλά μερικές ιδέες για ζέσταμα.) Και μένα μου λείπεις. Και ανυπομονώ να μάθω για τον Λορέντζο, παλιοβρόμα. 11. Οι Τζεντάι είναι μοναστικό τάγμα στο σύμπαν του Πολέμου των Άστρων· έχουν ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. (Σ.τ.Μ.) 12. Οι Άμις είναι οι πιστοί μιας χριστιανικής αδελφότητας στην Αμερική, οι οποίοι ζουν σε δικές τους κοινότητες με ιδιαίτερα συντηρητικό και παραδοσιακό τρόπο. Ντύνονται με σκούρα λιτά ρούχα εποχής, χρησιμοποιούν άμαξες με άλογα και αρνούνται οποιαδήποτε επαφή με την τεχνολογία, ακόμα και τον ηλεκτρισμό. (Σ.τ.Μ.)


94

COLLEEN HOOVER

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012 11:20 πμ

Οι επόμενες μέρες στο σχολείο είναι ίδιες σαν τις δύο πρώτες. Σκέτη τραγωδία. Το ντουλάπι μου έχει γίνει φωλιά για κακοήθη σημειώματα και απαίσια γράμματα, αν και ποτέ δεν είδα με τα μάτια μου κάποιον να τα βάζει. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι κερδίζουν οι άνθρωποι κάνοντας τέτοια πράγματα αν δεν τα υποστηρίζουν μέχρι τέλους. Όπως το σημείωμα που βρήκα κολλημένο στο ντουλάπι μου σήμερα το πρωί. Το μόνο που έγραφε ήταν «Πόρνη». Έλα τώρα! Τι φαντασία έχει αυτό; Δεν μπορούσαν να το ενισχύσουν με μια πικάντικη ιστορία; Ίσως κάποιες λεπτομέρειες για τις ακολασίες μου; Αν πρέπει να διαβάζω αυτές τις μαλακίες κάθε μέρα, ας τις κάνουν τουλάχιστον ενδιαφέρουσες. Αν είχα σκοπό να πέσω ποτέ τόσο χαμηλά ώστε να αφήνω ανώνυμα σημειώματα στο ντουλάπι κάποιου, θα είχα τουλάχιστον τη λεπτότητα να ψυχαγωγήσω όποιον θα τα διάβαζε. Θα έγραφα κάτι ενδιαφέρον, όπως: Σε είδα χθες το βράδυ στο κρεβάτι με το αγόρι μου. Η αλήθεια είναι πως δεν εκτιμώ καθόλου να βάζεις λάδι για μασάζ στα αγγούρια μου. Πόρνη. Γελάω και αισθάνομαι περίεργα που γελάω φωναχτά με τις ίδιες μου τις σκέψεις. Κοιτάζω τριγύρω αλλά δεν υπάρχει κανείς στο διάδρομο εκτός από μένα. Αντί να βγάλω το σημείωμα από το ντουλάπι μου και να το σκίσω, πιάνω το στιλό μου και το κάνω λίγο πιο ευφάνταστο. Περαστικέ, είσαι καλοδεχούμενος να το διαβάσεις.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

95

***

Ο Μ πρέκιν ακουμπάει το δίσκο του απέναντι από τον δικό μου. Τώρα πια παίρνει ο καθένας τον δικό του δίσκο, μιας και ο καλυτερότερος φίλος μου είχε την εντύπωση πως το μόνο που θέλω είναι σαλάτα. Μ ου χαμογελάει σαν να κρύβει ένα μυστικό που θέλω να μάθω. Αν είναι κάποια ακόμη φήμη, δε θα πάρω. «Πώς πήγαν τα δοκιμαστικά του στίβου χθες;» με ρωτάει. Ανασηκώνω τους ώμους μου. «Δεν πήγα». «Το ξέρω». «Τότε γιατί ρωτάς;» Γελάει. «Γιατί με σένα θέλω να ξεκαθαρίζω τα πράγματα πριν τα πιστέψω. Γιατί δεν πήγες;» Ανασηκώνω πάλι τους ώμους μου. «Τι είναι αυτό με το ανασήκωμα των ώμων; Έχεις κάποιο νευρικό τικ;» Ανασηκώνω τους ώμους. «Απλά δε θέλω να είμαι μέλος μιας ομάδας με κανέναν από δω. Δεν έχει καμία γοητεία». Συνοφρυώνεται. «Κατ’ αρχάς ο στίβος είναι από τα πιο ατομικά αθλήματα που μπορεί να κάνει κάποιος. Δεύτερον, νόμιζα πως είχες πει ότι ήρθες εδώ για τις υπόλοιπες δραστηριότητες πέραν των μαθημάτων». «Δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ» του λέω. «Ίσως να αισθάνομαι πως θέλω να πάρω μια καλή δόση της ανθρώπινης φύσης στη χειρότερη μορφή της πριν βγω στον έξω κόσμο. Θα είναι για μένα μικρότερο το σοκ». Κουνάει ένα κομμάτι σέλινο προς το μέρος μου και ανασηκώνει τα φρύδια του. «Αυτό είναι αλήθεια. Μ ια σταδιακή γνωριμία με τους κινδύνους της κοινωνίας θα βοηθήσει να έρθει το χτύπημα πιο μαλακά. Δεν μπορούμε να σε ελευθερώσουμε μόνη στην άγρια φύση όταν έχεις καλομάθει στον ζωολογικό κήπο όλη σου τη ζωή». «Ωραία παρομοίωση». Μ ου κλείνει το μάτι και δαγκώνει ένα κομμάτι από το σέλινο.


96

COLLEEN HOOVER

«Μ ιλώντας για παρομοιώσεις. Τι γίνεται με το ντουλάπι σου; Ήταν γεμάτο με σεξουαλικές παρομοιώσεις και μεταφορές σήμερα». Γελάω. «Σου άρεσε; Μ ου πήρε λίγη ώρα, αλλά αισθανόμουν πολύ δημιουργική». Γνέφει καταφατικά. «Μ ου άρεσε κυρίως αυτό που έλεγε: Είσαι τόσο τσούλα, που πήδηξες τον Μπρέκιν τον Μορμόνο». Κουνάω το κεφάλι μου. «Ομολογώ ότι για το συγκεκριμένο δεν μπορώ να διεκδικήσω την πατρότητα. Είναι αυθεντικό. Αλλά δεν έχουν πλάκα; Τώρα που έγιναν πιο πρόστυχα;» «Είχαν πλάκα» μου λέει. «Δε βρίσκονται πια εκεί. Μ όλις τώρα είδα τον Χόλντερ να τα σκίζει από το ντουλάπι σου». Τον κοιτάζω και χαμογελάει πάλι πονηρά. Φαντάζομαι πως αυτό ήταν το μυστικό που δεν μπορούσε να κρατήσει. «Αυτό είναι πολύ παράξενο». Είμαι περίεργη γιατί ο Χόλντερ να μπει στον κόπο να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε τρέξει ξανά μαζί από την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε καμία επαφή. Στην πρώτη ώρα του μαθήματος κάθεται στην άλλη άκρη της τάξης, και δεν τον βλέπω καθόλου όλη την υπόλοιπη ημέρα εκτός από την ώρα του φαγητού. Ακόμα όμως και τότε, κάθεται στην άλλη άκρη της καφετέριας με τους φίλους του. Νόμιζα πως, αφού φτάσαμε σε αδιέξοδο, θα αποφεύγαμε επιτυχώς ο ένας τον άλλον – αλλά μάλλον έκανα λάθος. «Να σε ρωτήσω κάτι;» λέει ο Μ πρέκιν Ανασηκώνω ξανά τους ώμους μου, πιο πολύ για να τον εκνευρίσω. «Οι φήμες που κυκλοφορούν για αυτόν είναι αλήθεια; Για το πόσο οξύθυμος είναι και για την αδελφή του;» Προσπαθώ να μη φανεί πως ξαφνιάζομαι από το σχόλιό του, αλλά είναι η πρώτη φορά που ακούω κάτι περί αδελφής. «Δεν έχω ιδέα. Το μόνο που ξέρω είναι πως έχω περάσει αρκετό χρόνο μαζί του για να ξέρω πως με φοβίζει τόσο ώστε να μη θέλω να περάσω περισσότερο χρόνο μαζί του». Θέλω πραγματικά να τον ρωτήσω για το σχόλιο περί αδελφής, αλλά δεν μπορώ να ελέγξω σε ποιες καταστάσεις το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

97

παροιμιώδες πείσμα μου σκάει ξαφνικά μύτη. Για κάποιο λόγο, το να ψαρεύω πληροφορίες για τον Ντιν Χόλντερ είναι μία από αυτές τις καταστάσεις. «Έι» λέει μια φωνή πίσω μου. Ξέρω αμέσως πως δεν είναι ο Χόλντερ, γιατί η φωνή αυτή με αφήνει αδιάφορη. Μ έχρι να γυρίσω, ο Γκρέισον κάθεται ήδη στο κάθισμα δίπλα μου. «Έχεις δουλειά μετά το σχολείο;» Βουτάω το σέλινό μου στη σος και το τρώω με μια μπουκιά. «Πιθανόν». Ο Γκρέισον κουνάει το κεφάλι του. «Δεν αρκεί αυτό γι’ απάντηση. Θα σε συναντήσω στο αυτοκίνητό σου μετά την τελευταία ώρα». Πριν προλάβω να φέρω αντίρρηση, σηκώνεται και φεύγει. Ο Μ πρέκιν μού χαμογελάει πονηρά. Εγώ απλά ανασηκώνω τους ώμους. ***

Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα θέλει να μου μιλήσει ο Γκρέισον, αλλά αν νομίζει πως θα έρθει σπίτι μου αύριο βράδυ χρειάζεται λοβοτομή. Δεν το ’χω σε τίποτα να διαγράψω τελείως τα αγόρια για όλη την υπόλοιπη χρονιά. Ειδικά εφόσον δε θα έχω τη Σιξ να τρώμε παγωτό αφού πάνε σπίτι τους. Το παγωτό ήταν το μόνο ενδιαφέρον κομμάτι στο φάσωμα με τα αγόρια. Τουλάχιστον είναι συνεπής. Καθώς φτάνω στο πάρκινγκ, με περιμένει στο αυτοκίνητό μου ακουμπισμένος στην πόρτα του οδηγού. «Γεια σου, πριγκίπισσα» μου λέει. Δεν ξέρω αν είναι ο ήχος της φωνής του ή το γεγονός ότι μόλις μου έβγαλε ένα παρατσούκλι, αλλά οι κουβέντες του με ενόχλησαν πολύ. Πηγαίνω κοντά του και ακουμπάω στο αυτοκίνητο δίπλα του. «Μ η με ξαναπείς πριγκίπισσα. Ποτέ». Γελάει και με αρπάζει από τη μέση. «Καλά. Τι θα ’λεγες για όμορφη;» «Τι θα ’λεγες για Σκάι, έτσι απλά;» «Γιατί είσαι μονίμως τόσο θυμωμένη;» Πλησιάζει το πρόσωπό μου, πιάνει με τα χέρια του τα μάγουλά μου και με φιλάει.


98

COLLEEN HOOVER

Δυστυχώς τον αφήνω. Κυρίως γιατί αισθάνομαι πως του αξίζει επειδή με ανέχτηκε για έναν ολόκληρο μήνα. Αλλά μην το παρακάνουμε στις ανταποδοτικές χάρες, οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα τραβάω το πρόσωπό μου. «Τι θέλεις;» Τυλίγει τα χέρια του γύρω από τη μέση μου και με τραβάει προς το μέρος του. «Εσένα». Αρχίζει να φιλάει το λαιμό μου, οπότε τον σπρώχνω και αναγκάζεται να κάνει πίσω. «Τι;» «Δεν μπορεί να το πιάσεις; Σου είπα ότι δε θα κοιμηθώ μαζί σου, Γκρέισον. Δεν προσπαθώ να κάνω κόλπα ούτε να σε κάνω να με κυνηγήσεις όπως κάνουν άλλα άρρωστα, διεστραμμένα κορίτσια. Εσύ θέλεις περισσότερα κι εγώ όχι, οπότε το μόνο που χρειάζεται είναι να αποδεχτούμε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο και να πάμε μπροστά». Μ ε κοιτάζει έντονα, αναστενάζει και με τραβάει προς το μέρος του αγκαλιάζοντάς με. «Δε θέλω κάτι περισσότερο, Σκάι. Είναι μια χαρά κι έτσι. Δε θα σε πιέσω ξανά. Απλά μου αρέσει να έρχομαι στο σπίτι σου και θέλω να έρθω αύριο βράδυ». Προσπαθεί να με εντυπωσιάσει με το ακαταμάχητο χαμόγελό του. «Σταμάτα να είσαι παρμένη μαζί μου και έλα εδώ». Ξανατραβάει το πρόσωπό μου προς το μέρος του και με φιλάει. Παρ’ όλο που είμαι πολύ θυμωμένη και εκνευρισμένη, δεν μπορώ παρά να αισθανθώ ανακούφιση όταν τα χείλη του βρίσκουν τα δικά μου – γιατί ο εκνευρισμός υποχωρεί χάρη στο μούδιασμα που παίρνει τη θέση του. Για αυτόν και μόνο το λόγο συνεχίζω να τον αφήνω να με φιλάει. Μ ε ακουμπάει με την πλάτη στο αυτοκίνητο και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Στη συνέχεια με φιλάει στο σαγόνι και το λαιμό. Γέρνω το κεφάλι μου προς τα πίσω και σηκώνω το χέρι μου πίσω από την πλάτη του για να δω την ώρα. Η Κάρεν θα φύγει εκτός, για δουλειά, οπότε πρέπει να αγοράσω αρκετή ζάχαρη για να έχω όλο το Σαββατοκύριακο. Δεν ξέρω για πόση ώρα έχει σκοπό να με χουφτώνει, αλλά η ιδέα του παγωτού έχει αρχίσει να γίνεται πολύ έντονη αυτή τη στιγμή. Κάνω μια γκριμάτσα και ρίχνω στο πλάι τα χέρια μου. Ξαφνικά οι χτύποι της καρδιάς μου τριπλασιάζονται και το στομάχι μου γίνεται κόμπος και αρχίζω να αισθάνομαι όλα αυτά


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

99

που πρέπει να αισθάνεται ένα κορίτσι όταν τη φιλάει ένα καυτό αγόρι. Μ όνο που δεν τα αισθάνομαι όλα αυτά για το καυτό αγόρι που με φιλάει. Τα αισθάνομαι για το καυτό αγόρι που με κοιτάζει από την άλλη άκρη του πάρκινγκ. Ο Χόλντερ στέκεται δίπλα στο αυτοκίνητό του με τον αγκώνα του ακουμπισμένο στην οροφή και μας παρακολουθεί. Διώχνω αμέσως τον Γκρέισον από πάνω μου και γυρίζω για να μπω στο αυτοκίνητό μου. «Λοιπόν, είμαστε εντάξει για αύριο βράδυ;» ρωτάει Μ παίνω στο αυτοκίνητο, το βάζω μπρος και έπειτα τον κοιτάζω. «Όχι. Τελειώσαμε». Κλείνω με δύναμη την πόρτα και βγαίνω από το πάρκινγκ, χωρίς να είμαι σίγουρη αν είμαι θυμωμένη, ενοχλημένη ή ξετρελαμένη. Μ α πώς το κάνει αυτό; Πώς μπορεί γαμώτο και μου προκαλεί τέτοια συναισθήματα από την άλλη άκρη του πάρκινγκ; Νομίζω πως χρειάζομαι μια παρέμβαση.


100

COLLEEN HOOVER

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012 4:50 μμ

«Θα έρθει και ο Τζακ μαζί σου;» Ανοίγω την πόρτα ώστε η Κάρεν να πετάξει τα υπόλοιπα πράγματά της στο πίσω κάθισμα. «Ναι, θα έρθει. Θα επιστρέψουμε… θα επιστρέψω την Κυριακή» λέει διορθώνοντας τον εαυτό της. Τη δυσκολεύει να λέει εμείς, μιλώντας για τον Τζακ. Μ ου τη δίνει που αισθάνεται έτσι, γιατί συμπαθώ πραγματικά τον Τζακ και ξέρω πως αγαπά την Κάρεν, οπότε δεν καταλαβαίνω καθόλου πού είναι το κόλλημά της. Είχε μια δυο σχέσεις τα τελευταία δώδεκα χρόνια, αλλά μόλις ο τύπος το έβλεπε πιο σοβαρά αυτή έφευγε τρέχοντας. Η Κάρεν κλείνει την πόρτα, γυρίζει και μου λέει: «Το ξέρεις ότι σε εμπιστεύομαι, αλλά σε παρακαλώ…». «Μ η μείνεις έγκυος» τη διακόπτω. «Ξέρω, ξέρω. Μ ου λες το ίδιο πράγμα κάθε φορά που φεύγεις τα τελευταία δύο χρόνια. Δε θα μείνω έγκυος, μαμά. Μ όνο θα φτιαχτώ και θα είμαι τίγκα στα ναρκωτικά». Γελάει και με αγκαλιάζει. «Μ πράβο, καλό κορίτσι. Και πίτα. Μ ην ξεχάσεις να γίνεις κι εντελώς πίτα». «Δε θα το ξεχάσω, το υπόσχομαι. Και θα νοικιάσω μια τηλεόραση για το Σαββατοκύριακο, ώστε να μπορέσω να το περάσω τρώγοντας παγωτό και βλέποντας αηδίες στα καλωδιακά προγράμματα». Κάνει πίσω και με κοιτάζει. «Αυτό δεν είναι αστείο τώρα». Γελάω και την αγκαλιάζω ξανά. «Καλή διασκέδαση. Ελπίζω


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

101

να πουλήσεις πολλά βοτανο-πράγματα και σαπούνια και αφεψήματα και ό,τι άλλο φτιάχνεις με αυτά». «Σε αγαπώ. Αν με χρειαστείς, το ξέρεις πως μπορείς να χρησιμοποιήσεις το τηλέφωνο του σπιτιού της Σιξ». Κάνω μια γκριμάτσα καθώς μου δίνει τις ίδιες οδηγίες κάθε φορά που φεύγει. «Τα λέμε» της λέω. Μ παίνει στο αυτοκίνητο και βγαίνει από το γκαράζ αφήνοντάς με να έχω ελευθέρας γονέων για το Σαββατοκύριακο. Για τους περισσότερους εφήβους αυτό θα ήταν το σημείο όπου θα έβγαζαν το κινητό τους και θα καλούσαν τους πάντες στο πιο γαμάτο πάρτι της χρονιάς. Όχι για μένα. Όχι. Αντί για αυτό, μπαίνω μέσα στο σπίτι και αποφασίζω να φτιάξω μπισκότα, γιατί αυτό είναι το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορώ να σκεφτώ. ***

Γουστάρω πολύ να φτιάχνω γλυκά, αλλά δε δηλώνω καλή σε αυτό. Συνήθως καταλήγω να έχουν το πρόσωπό μου και τα μαλλιά μου περισσότερο αλεύρι και σοκολάτα από το ίδιο το γλυκό που φτιάχνω. Η σημερινή βραδιά δεν αποτελεί εξαίρεση. Έχω ήδη φτιάξει μια φουρνιά μπισκότα σοκολάτας, μια φουρνιά μπράουνις και κάτι το οποίο δεν είμαι σίγουρη τι θα έπρεπε να είναι. Είμαι στη φάση που ρίχνω το αλεύρι στο μείγμα για σπιτικό γερμανικό κέικ, όταν χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Είμαι σίγουρη πως θα έπρεπε να ξέρω τι κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Τα κουδούνια χτυπάνε συνέχεια, έτσι δεν είναι; Όχι το δικό μου. Κοιτάζω επίμονα την πόρτα χωρίς να είμαι σίγουρη για το τι πρέπει να κάνω. Όταν χτυπάει για δεύτερη φορά, αφήνω κάτω την κούπα δοσολογίας, βγάζω τα μαλλιά από τα μάτια μου και πηγαίνω στην μπροστινή πόρτα. Την ανοίγω και δεν εκπλήσσομαι καν που βλέπω τον Χόλντερ. Εντάξει, καλά, εκπλήσσομαι λιγάκι, αλλά όχι πραγματικά πολύ. «Γεια» λέω. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο να πω. Ακόμα και αν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο να πω, μάλλον δε θα μπορούσα να το πω, γιατί δεν μπορώ καν να αναπνεύσω. Στέκεται στο κεφαλόσκαλο της εισόδου μου με τα χέρια του


102

COLLEEN HOOVER

κρεμασμένα χαλαρά στις τσέπες του τζιν του. Τα μαλλιά του συνεχίζουν να θέλουν ένα ψαλίδισμα, αλλά όταν φέρνει τα χέρια του και τα σπρώχνει από τα μάτια του η σκέψη και μόνο τού να ψαλιδίζει αυτά τα μαλλιά είναι ξαφνικά η χειρότερη ιδέα στον κόσμο. «Γεια». Χαμογελάει αμήχανα και δείχνει αγχωμένος – και αυτό είναι τρομερά ελκυστικό. Είναι ευδιάθετος. Προς το παρόν τουλάχιστον. Ποιος ξέρει πότε θα τα πάρει και θα αρχίσει τους καβγάδες πάλι. «Χμ» λέω με δυσκολία. Ξέρω πως το επόμενο βήμα είναι να του πω να μπει μέσα, αλλά αυτό ισχύει μόνο αν πραγματικά τον θέλω μέσα στο σπίτι μου και, για να είμαι ειλικρινής, η ετυμηγορία πάνω σε αυτό δεν έχει βγει ακόμη. «Έχεις δουλειά;» με ρωτάει. Ρίχνω μια ματιά στην κουζίνα και στο ασύλληπτο μπάχαλο που επικρατεί. «Κατά κάποιον τρόπο». Δεν είναι ψέμα. Έχω κατά κάποιον τρόπο πολλή δουλειά. Κοιτάζει αλλού και κάνει ένα νεύμα προς τη μεριά του αυτοκινήτου του. «Ναι, εντάξει. Υποθέτω πως θα… καλύτερα να πηγαίνω» λέει και κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι. «Όχι» του λέω πιο γρήγορα και μερικά ντεσιμπέλ πιο δυνατά απ’ όσο θα ’πρεπε. Είναι ένα σχεδόν απελπισμένο όχι, και μαζεύομαι από αμηχανία. Όσο δε γνωρίζω γιατί είναι εδώ ή γιατί ασχολείται με εμένα, η περιέργειά μου με ξεπερνάει. Κάνω στο πλάι και ανοίγω την πόρτα. «Μ πορείς να έρθεις μέσα, αλλά μπορεί να φας χώσιμο να κάνεις δουλειές». Διστάζει και στη συνέχεια ανεβαίνει πάλι στο κεφαλόσκαλο. Μ παίνει μέσα και κλείνω την πόρτα πίσω μας. Προτού γίνει το σκηνικό ακόμα πιο περίεργο, πηγαίνω στην κουζίνα, πιάνω την κούπα δοσολογίας και συνεχίζω από εκεί που είχα μείνει, σαν να μη στέκεται μέσα στην κουζίνα μου ένας οξύθυμος καυτός τύπος που ήρθε απρόοπτα. «Θα πουλήσεις πουθενά γλυκά;» Κοιτάζει τριγύρω και παρατηρεί την πληθώρα των γλυκών που βρίσκονται πάνω στον πάγκο μου. «Η μαμά μου λείπει εκτός για το Σαββατοκύριακο. Είναι κατά


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

103

της ζάχαρης, οπότε του δίνω και καταλαβαίνει όταν δεν είναι εδώ». Γελάει και παίρνει ένα μπισκότο, αλλά πρώτα με κοιτάζει να του δώσω την άδεια. «Πάρε» του λέω. «Αλλά σε προειδοποιώ, το ότι μου αρέσει να φτιάχνω γλυκά δε σημαίνει ότι το κάνω και καλά». Κοσκινίζω το αλεύρι και το ρίχνω μέσα στο μπολ. «Ώστε λοιπόν έχεις όλο το σπίτι για πάρτη σου και περνάς το βράδυ της Παρασκευής φτιάχνοντας γλυκά; Χαρακτηριστική εφηβική συμπεριφορά» λέει κοροϊδευτικά. «Τι να σου πω;» ανασηκώνω τους ώμους. «Είμαι επαναστάτρια». Γυρίζει τριγύρω και ανοίγει ένα ντουλάπι, εξετάζει το περιεχόμενό του και μετά το κλείνει. Κάνει ένα βήμα αριστερά, ανοίγει άλλο ντουλάπι και παίρνει ένα ποτήρι. «Έχεις γάλα;» ρωτάει ενώ κατευθύνεται προς το ψυγείο. Σταματάω να ανακατεύω και τον παρακολουθώ καθώς βγάζει το γάλα και γεμίζει το ποτήρι του σα στο σπίτι του. Πίνει μια γουλιά και, καθώς γυρίζει, με βλέπει να τον καρφώνω. Χαμογελάει. «Δε θα ’πρεπε να κερνάς μπισκότα χωρίς γάλα, ξέρεις. Είσαι αξιοθρήνητη οικοδέσποινα». Βουτάει άλλο ένα μπισκότο και πηγαίνει με το γάλα του στο πάσο της κουζίνας και κάθεται. «Φυλάω τη φιλοξενία μου για επισκέπτες που έχουν προσκληθεί» λέω σαρκαστικά γυρίζοντας προς τον πάγκο. «Άουτς». Γελάει. Βάζω το μίξερ μπροστά στη μεσαία προς την υψηλή ταχύτητα για να μη χρειάζεται να του μιλήσω για τρία λεπτά. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς φαίνομαι, χωρίς να ψάχνω εμφανώς για μια επιφάνεια όπου θα μπορούσα να καθρεφτιστώ. Είμαι σίγουρη πως έχω αλεύρι παντού. Ξέρω ότι έχω πιάσει τα μαλλιά μου με ένα μολύβι και φοράω για τέταρτη συνεχόμενη βραδιά την ίδια φόρμα. Άπλυτη. Προσπαθώ κάνοντας την αδιάφορη να διώξω εμφανή σημάδια αλευριού από πάνω μου, αλλά έχω συναίσθηση του ότι είναι χαμένος κόπος. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει περίπτωση να φαίνομαι τώρα χειρότερα από τότε που ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ με χαλίκια κολλημένα στο πρόσωπό


104

COLLEEN HOOVER

μου. Σταματάω το μίξερ και πατάω το κουμπί για να βγάλω τους αναδευτήρες. Φέρνω τον ένα στο στόμα μου και τον γλείφω, ενώ πηγαίνω τον άλλο εκεί που κάθεται. «Θέλεις τον ένα; Είναι γερμανική σοκολάτα». Το παίρνει από το χέρι μου και χαμογελάει. «Τι φιλόξενο από μέρους σου». «Σκάσε και γλείψ’ το, αλλιώς θα το κρατήσω για μένα». Πάω στο ντουλάπι και παίρνω μια κούπα, αλλά βάζω νερό αντί για γάλα. «Θέλεις νερό ή θέλεις να συνεχίσεις να προσποιείσαι πως μπορείς να ανεχτείς αυτή τη μαλακία για αυστηρούς χορτοφάγους;» Γελάει και σουφρώνει τη μύτη του, σπρώχνοντας στη συνέχεια την κούπα του προς τα εμένα. «Προσπαθούσα να είμαι ευγενικός, αλλά δεν μπορώ να πιω ούτε μια γουλιά ακόμη από αυτό το… δεν ξέρω τι είναι. Ναι, νερό. Παρακαλώ». Γελάω, ξεπλένω την κούπα του και του βάζω ένα ποτήρι νερό. Κάθομαι σε μια καρέκλα διαγώνια από αυτόν και τον κοιτάζω καθώς δαγκώνω ένα κομμάτι μπράουνις. Περιμένω να μου εξηγήσει γιατί είναι εδώ αλλά δεν το κάνει. Απλά κάθεται διαγωνίως μου και με παρακολουθεί να τρώω. Δεν τον ρωτάω γιατί είναι εδώ, γιατί κάπως μου αρέσει αυτή η ησυχία ανάμεσά μας. Λειτουργεί καλύτερα όταν το βουλώνουμε και οι δύο, καθώς όλες μας οι συζητήσεις καταλήγουν σε καβγά. Ο Χόλντερ σηκώνεται και πηγαίνει στο καθιστικό χωρίς καμία εξήγηση. Κοιτάζει γεμάτος περιέργεια ολόγυρά του. Την προσοχή του αποσπούν οι φωτογραφίες στον τοίχο. Πηγαίνει κοντά τους και σιγά σιγά εξετάζει προσεκτικά την κάθε φωτογραφία. Κάθομαι αναπαυτικά στην καρέκλα μου και τον παρακολουθώ. Δεν είναι ποτέ βιαστικός και δείχνει τόσο σίγουρος για κάθε κίνησή του. Είναι λες και όλες του οι σκέψεις και ενέργειες προσχεδιάζονται λεπτομερώς μέρες πριν. Μ πορώ να τον φανταστώ στο δωμάτιό του να γράφει κάθε λέξη που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την επόμενη μέρα, διότι είναι τόσο επιλεκτικός με αυτές.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

105

«Η μαμά σου φαίνεται πολύ νέα» λέει. «Είναι νέα». «Δεν της μοιάζεις. Μ οιάζεις στον μπαμπά σου;» Γυρίζει και με κοιτάζει. Ανασηκώνω τους ώμους. «Δεν ξέρω. Δεν τον θυμάμαι πώς είναι». Ξανακοιτάζει τις φωτογραφίες και ακουμπάει με το δάχτυλό του μία από αυτές. «Έχει πεθάνει ο μπαμπάς σου;» Το λέει τόσο ωμά που είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ξέρει πως ο μπαμπάς μου δεν έχει πεθάνει, αλλιώς δε θα το είχε ρωτήσει με αυτό τον τρόπο. Τόσο άγαρμπα. «Δεν ξέρω. Δεν τον έχω δει από τριών χρονών». Επιστρέφει στην κουζίνα και κάθεται πάλι μπροστά μου. «Αυτό είναι όλο; Καμία ιστορία;» «Υπάρχει μια ιστορία. Απλά δε θέλω να την πω». Είμαι σίγουρη πως υπάρχει μια ιστορία… απλά δεν την ξέρω. Η Κάρεν δεν ξέρει τίποτα για τη ζωή μου πριν με δώσουν σε ανάδοχη οικογένεια και εγώ δε βρήκα ποτέ το λόγο γιατί να το ψάξω. Τι είναι λίγα ξεχασμένα χρόνια μπροστά στα επόμενα υπέροχα δεκατρία που πέρασα; Μ ου χαμογελάει ξανά, αλλά είναι ένα επιφυλακτικό χαμόγελο που συνοδεύεται από ένα βλέμμα όλο ερωτηματικά. «Τα μπισκότα σου είναι μια χαρά» λέει αλλάζοντας επιτυχημένα το θέμα. «Μ ην υποτιμάς τις ζαχαροπλαστικές σου ικανότητες». Ακούγεται από κάπου ένας βόμβος και εγώ πετάγομαι από τη θέση μου και τρέχω προς το φούρνο. Τον ανοίγω αλλά το κέικ θέλει πολλή ώρα ακόμα για να ψηθεί. Καθώς γυρίζω, ο Χόλντερ κρατάει στα χέρια του το κινητό μου. «Μ ην ανησυχείς για το γλυκό σου». Γελάει. «Έχεις μήνυμα». Πετάω το γάντι του φούρνου στον πάγκο και κάθομαι ξανά στη θέση μου. Κοιτάζει τα μηνύματα στο κινητό μου χωρίς ίχνος σεβασμού για την ιδιωτική μου ζωή. Δε με νοιάζει καθόλου, οπότε απλά τον αφήνω. «Νόμιζα πως δε σε αφήνουν να έχεις τηλέφωνο» μου λέει. «Ή μήπως ήταν μια αξιοθρήνητη δικαιολογία για να μη μου δώσεις το νούμερό σου;»


106

COLLEEN HOOVER

«Όντως δε με αφήνουν. Μ ου το έδωσε τις προάλλες η καλύτερή μου φίλη. Το μόνο που μπορώ να κάνω με αυτό είναι να στέλνω και να λαμβάνω γραπτά μηνύματα». Γυρίζει την οθόνη προς το μέρος μου για να τη βλέπω. «Αν είναι δυνατόν! Τι είδους μηνύματα είναι αυτά;» Το γυρίζει προς το μέρος του και διαβάζει ένα. «Σκάι, είσαι όμορφη. Πιθανά να είσαι το πιο θεσπέσιο πλάσμα στο σύμπαν και αν κάποιος σου πει το αντίθετο θα τον σκίσω». Σηκώνει το ένα του φρύδι, με κοιτάζει και έπειτα ξανακοιτάζει το τηλέφωνο. «Θεέ μου! Είναι όλα το ίδιο στιλ. Πες μου πως δεν τα στέλνεις στον εαυτό σου για να σε ανεβάζεις». Γελάω, πλησιάζω στο πάσο και αρπάζω το τηλέφωνο από τα χέρια του. «Σταμάτα. Χαλάς όλη την πλάκα του θέματος». Γέρνει το κεφάλι του προς τα πίσω και γελάει. «Θεέ μου, αυτό κάνεις; Όλα αυτά είναι από σένα;» «Όχι!» λέω αμυντικά. «Είναι από τη Σιξ. Είναι η καλύτερή μου φίλη και έχει πάει στην άλλη άκρη του κόσμου και της λείπω. Δε θέλει να στενοχωριέμαι, οπότε μου στέλνει κάθε μέρα όμορφα μηνύματα. Εγώ το βρίσκω πολύ γλυκό». «Όχι, δεν το βρίσκεις. Πιστεύεις πως είναι σπαστικό και ούτε που τα διαβάζεις». Πώς γίνεται να το ξέρει αυτό; Αφήνω κάτω το τηλέφωνο και σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος μου. «Το κάνει για καλό» του λέω χωρίς να παραδεχτώ ακόμη πως αυτά τα μηνύματα μου τη σπάνε αφόρητα. «Θα σε καταστρέψουν. Αυτά τα μηνύματα θα φουσκώσουν τόσο πολύ το εγώ σου που θα σκάσεις». Αρπάζει το τηλέφωνο ενώ ταυτόχρονα βγάζει το δικό του από την τσέπη του. Ανεβοκατεβάζει τα περιεχόμενα και στις δύο οθόνες και πατάει κάτι αριθμούς στο δικό του τηλέφωνο. «Πρέπει να διορθώσουμε την κατάσταση προτού αρχίσεις να υποφέρεις από ψευδαισθήσεις ανωτερότητας». Μ ου δίνει πίσω το τηλέφωνό μου και γράφει κάτι στο δικό του το οποίο στη συνέχεια βάζει στην τσέπη του. Το τηλέφωνό μου βγάζει έναν ήχο που υποδεικνύει πως έχω νέο μήνυμα. Κοιτάζω την οθόνη και γελάω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

107

Τα μπισκότα σου είναι για τα μπάζα. Και δεν είσαι και τόσο όμορφη. «Καλύτερα τώρα;» μου λέει πειρακτικά. «Ξεφούσκωσε αρκετά το εγώ σου;» Γελάω, αφήνω το τηλέφωνο στον πάγκο και σηκώνομαι. «Ξέρεις πραγματικά πώς να μιλήσεις σε ένα κορίτσι». Πηγαίνω στο καθιστικό και γυρίζω προς το μέρος του. «Θέλεις να σε ξεναγήσω στο σπίτι;» Σηκώνεται και με ακολουθεί όσο εγώ του δείχνω βαρετά πράγματα, διάφορα μικροαντικείμενα, δωμάτια και φωτογραφίες, αλλά αυτός βέβαια απορροφά όλες τις λεπτομέρειες χωρίς να βιάζεται καθόλου. Σταματάει και επιθεωρεί κάθε μικροσκοπικό πραγματάκι χωρίς να βγάλει άχνα όλη αυτή την ώρα. Φτάνουμε τελικά στο δωμάτιό μου κι ανοίγω την πόρτα. «Το δωμάτιό μου» του λέω παίρνοντας την πόζα της Βάνα Γουάιτ.13 Μ πορείς να κοιτάξεις όσο θέλεις, αλλά καθώς δεν υπάρχουν άτομα άνω των δεκαοχτώ τριγύρω μην πλησιάσεις το κρεβάτι. Δε με αφήνουν να μείνω έγκυος αυτό το Σαββατοκύριακο». Μ ένει λίγο ακίνητος μόλις μπει μέσα και γέρνει το κεφάλι του προς το μέρος μου. «Μ όνο αυτό το Σαββατοκύριακο; Έχεις σκοπό δηλαδή να γκαστρωθείς το επόμενο;» Τον ακολουθώ στο δωμάτιό μου. «Μ πα, μάλλον θα περιμένω μερικές εβδομάδες ακόμα». Φέρνει μια βόλτα το δωμάτιο επιθεωρώντας το και τελικά γυρίζει προς το μέρος μου κοιτώντας με κατάφατσα. «Εγώ είμαι δεκαοκτώ». Ανασηκώνω το κεφάλι μου, μπερδεμένη που ανέφερε αυτό το άσχετο γεγονός. «Να τα εκατοστίσεις». Ρίχνει μια ματιά στο κρεβάτι και μετά πάλι σε μένα. «Είπες να μην πλησιάσω το κρεβάτι σου γιατί δεν είμαι δεκαοχτώ. Εγώ απλά επισημαίνω πως είμαι δεκαοκτώ». Δε μου αρέσει καθόλου το πώς ένιωσα να κλείνουν τα πνευμόνια μου όταν κοίταζε το κρεβάτι μου. «Α. Τότε εννοούσα δεκαεννιά».


108

COLLEEN HOOVER

Κάνει μια στροφή και πηγαίνει αργά προς το ανοικτό παράθυρο. Σκύβει και βγάζει για λίγο το κεφάλι του έξω. «Ώστε αυτό είναι το διαβόητο παράθυρο;» Δε με κοιτάζει – και καλύτερα, γιατί αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει θα ήταν ήδη νεκρός. Γιατί ρε γαμώτο έπρεπε να πει κάτι τέτοιο; Και είχα αρχίσει να ευχαριστιέμαι την παρέα του για πρώτη φορά. Γυρίζει προς το μέρος μου και η παιχνιδιάρικη έκφρασή του έχει αντικατασταθεί από μια άλλη, προκλητική, που την έχω δει πολλές φορές στο παρελθόν. Αναστενάζω. «Τι θέλεις, Χόλντερ;» Ή πρέπει να μου ξεκαθαρίσει γιατί είναι εδώ ή πρέπει να φύγει. Σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος και με κοιτάζει έντονα. «Είπα κάτι που σε πείραξε, Σκάι; Ή κάποιο ψέμα; Ή κάτι αβάσιμο;» Είναι ξεκάθαρο από τις κοροϊδευτικές παρατηρήσεις του πως γνωρίζει πολύ καλά τι υπονοούσε με το σχόλιο του παραθύρου. Δεν έχω καμία διάθεση να παίξω το παιχνίδι του. Πρέπει να φτιάξω γλυκά και να τα φάω. Πηγαίνω προς την πόρτα και την κρατάω ανοιχτή. «Ξέρεις ακριβώς τι είπες και πήρες την αντίδραση που ήθελες. Ευχαριστημένος; Μ πορείς να φύγεις τώρα». Δε φεύγει. Κατεβάζει τα χέρια του, γυρίζει και πάει στο κομοδίνο μου. Παίρνει το βιβλίο που μου έδωσε ο Μ πρέκιν και το εξετάζει σαν να μη διαδραματίστηκαν ποτέ τα τελευταία τριάντα δευτερόλεπτα. «Χόλντερ, σου το ζητάω όσο πιο ευγενικά γίνεται να σ’ το ζητήσω. Σε παρακαλώ, φύγε». Αφήνει μαλακά το βιβλίο και πηγαίνει να ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Ξαπλώνει κυριολεκτικά στο κρεβάτι μου. Είναι ξαπλωμένος στο κωλοκρέβατό μου. Κάνω μια γκριμάτσα απόγνωσης, πηγαίνω προς το μέρος του και τραβάω τα πόδια του απ’ το κρεβάτι μου. Αν πρέπει να τον βγάλω σηκωτό από το σπίτι, θα το κάνω. Μ ε το που πιάνω τους καρπούς του για να τον σηκώσω, με τραβάει προς το μέρος του με μια τόσο γρήγορη κίνηση που δεν πρόλαβα ούτε να την πάρω χαμπάρι. Μ ε γυρίζει ανάσκελα στο κρεβάτι και κρατάει σφιχτά τα χέρια μου στο στρώμα. Όλο αυτό έγινε τόσο απότομα, που


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

109

δεν πρόλαβα ούτε να αντισταθώ. Και καθώς τον κοιτάζω αυτή τη στιγμή, ο μισός μου εαυτός δε θέλει καν ν’ αντισταθεί. Δεν ξέρω αν πρέπει να φωνάξω βοήθεια ή να πετάξω τα ρούχα μου. Αφήνει τα χέρια μου ελεύθερα και φέρνει το ένα του χέρι στο πρόσωπό μου. Μ ου σκουπίζει με τον αντίχειρα τη μύτη και γελάει. «Αλεύρι» λέει καθώς το βγάζει. «Μ ε ενοχλούσε εδώ και ώρα». Κάθεται με την πλάτη στο κεφαλάρι και βάζει πάλι τα πόδια του στο κρεβάτι. Είμαι ακόμα ανάσκελα στο στρώμα και χαζεύω τα αστέρια στο ταβάνι – και για πρώτη φορά αισθάνομαι κάτι άλλο από το τίποτα όταν τα κοιτάζω. Δεν μπορώ καν να κουνηθώ, γιατί φοβάμαι πως είναι τρελός. Το εννοώ, στην κυριολεξία, κλινικά παράφρων. Είναι η μόνη λογική εξήγηση για την προσωπικότητά του. Και το γεγονός πως συνεχίζω να τον βρίσκω τόσο απίστευτα γοητευτικό μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Είμαι κι εγώ τρελή. «Δεν το ήξερα πως ήταν γκέι» Ναι, είναι τρελός. Γυρίζω το κεφάλι προς το μέρος του, αλλά δε λέω τίποτα. Τι στο διάολο λες σε ένα τρελό άτομο που αρνείται να φύγει από το σπίτι σου και στη συνέχεια ξεφουρνίζει ασυνάρτητες μαλακίες; «Τον έδειρα γιατί ήταν μαλάκας. Δεν είχα ιδέα πως ήταν γκέι». Οι αγκώνες του ακουμπάνε στα γόνατά του και με κοιτάζει έντονα περιμένοντας κάποια αντίδραση. Ή κάποια απάντηση. Δεν παίρνει όμως τίποτα από τα δύο για μερικά δευτερόλεπτα, γιατί πρέπει να το επεξεργαστώ όλο αυτό. Κοιτάζω πάλι τα αστέρια και δίνω στον εαυτό μου χρόνο να αναλύσει την κατάσταση. Αν δεν είναι τρελός, τότε σίγουρα κάπου θέλει να καταλήξει. Αλλά πού; Έρχεται εδώ απρόσκλητος για να υπερασπίσει τη φήμη του και να προσβάλει τη δική μου; Ποιος ο λόγος να κάνει όλην αυτή την προσπάθεια; Εγώ είμαι απλά ένα άτομο, τι τον νοιάζει η γνώμη μου; Εκτός βέβαια αν του αρέσω. Η σκέψη με κάνει να χαμογελάσω και αισθάνομαι πρόστυχη και λάθος που ελπίζω να με γουστάρει ένας παράφρων. Τα ’θελα και τα ’παθα όμως. Δεν έπρεπε με τίποτα να τον αφήσω να μπει στο σπίτι, αφού ήξερα


110

COLLEEN HOOVER

πως είμαι μόνη. Και τώρα ξέρει κι εκείνος πως θα είμαι μόνη στο σπίτι όλο το Σαββατοκύριακο. Αν έπρεπε να ζυγίσω την αποψινή απόφαση, πιθανόν να ήταν τόσο βαριά ώστε να έσπαγε την ηλίθια πλευρά της ζυγαριάς. Προβλέπω αυτό το σκηνικό να τελειώνει με δύο τρόπους. Ή θα τα βρούμε ή θα με σκοτώσει, θα με κόψει κομματάκια και θα με ψήσει με τα μπισκότα. Όπως και να ’χει, εγώ λυπάμαι για όλα αυτά τα γλυκά που δεν έχουν ακόμη φαγωθεί. «Το κέικ!» φωνάζω καθώς πετάγομαι από το κρεβάτι. Τρέχω στην κουζίνα την κατάλληλη στιγμή για να μυρίσω την τελευταία μου καταστροφή. Βουτάω το γάντι της κουζίνας, βγάζω έξω το κέικ και το πετάω απογοητευμένη πάνω στον πάγκο. Δεν έχει καεί και τόσο πολύ. Θα μπορούσα να το σώσω αν το έπνιγα στο γλάσο. Σβήνω το φούρνο και αποφασίζω να βρω καινούργιο χόμπι. Ίσως να φτιάχνω κοσμήματα. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Βουτάω δύο ακόμη μπισκότα, επιστρέφω στο δωμάτιό μου και δίνω το ένα στον Χόλντερ. Στη συνέχεια ξαπλώνω δίπλα του στο κρεβάτι. «Υποθέτω πως το σχόλιο περί μαλάκα που πλακώνει στο ξύλο τους γκέι ήταν πολύ επικριτικό εκ μέρους μου, ε; Δηλαδή δεν είσαι ο ανεγκέφαλος ομοφοβικός που πέρασε τον τελευταίο χρόνο στο αναμορφωτήριο;» Χαμογελάει, γλιστράει αργά από το κεφαλάρι που ακουμπάει και ξαπλώνει δίπλα μου κοιτώντας τα αστέρια. «Όχι. Ούτε καν. Πέρασα όλη την περσινή χρονιά μένοντας με τον πατέρα μου στο Όστιν. Δεν έχω ιδέα από πού ξεφύτρωσε αυτή η ιστορία περί αναμορφωτηρίου». «Γιατί δεν υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου εφόσον οι φήμες είναι ψεύτικες;» Γυρίζει το κεφάλι του προς το μέρος μου. «Εσύ γιατί δεν το κάνεις;» Δαγκώνω τα χείλη μου και κουνάω το κεφάλι μου. «Αυτό ξαναπές το». Καθόμαστε και οι δύο σιωπηλοί στο κρεβάτι τρώγοντας τα μπισκότα μας. Κάποια από τα πράγματα που μου έχει πει τις


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

111

τελευταίες μέρες αρχίζουν να βγάζουν νόημα και εγώ νιώθω όλο και περισσότερο σαν αυτούς που σιχαίνομαι. Μ ου είχε πει ευθέως ότι θα απαντούσε σε ό,τι τον ρωτούσα και εγώ αντί γι’ αυτό επέλεξα να πιστέψω τις φήμες. Δεν είναι να απορεί κανείς που ήταν τόσο εκνευρισμένος μαζί μου. Του συμπεριφερόμουν όπως συμπεριφέρονται όλοι οι άλλοι σε μένα. «Το σχόλιό σου προηγουμένως… για το παράθυρο;» του λέω. «Προσπαθούσες να αποδείξεις κάτι για τις φήμες; Δεν ήθελες απλά να γίνεις κακός;» «Δεν είμαι κακός, Σκάι». «Είσαι… έντονος. Τουλάχιστον σε αυτό έχω δίκιο». «Μ πορεί να είμαι “έντονος” αλλά δεν είμαι κακός». «Και εγώ δεν είμαι τσούλα». «Και εγώ δεν είμαι μαλάκας που πλακώνει στο ξύλο τούς γκέι». «Οπότε το ξεκαθαρίσαμε;» Γελάει. «Νομίζω πως ναι». Παίρνω μια βαθιά εισπνοή και μετά εκπνέω καθώς ετοιμάζομαι να κάνω κάτι που δεν κάνω συχνά. Να ζητήσω συγγνώμη. Αν δεν ήμουν τόσο ξεροκέφαλη, ίσως και να παραδεχόμουν πως η επικριτική συμπεριφορά μου αυτή την εβδομάδα ήταν εξευτελιστική και πως είχε όλα τα δίκια του κόσμου να είναι έξαλλος μαζί μου για το πόσο αδαής ήμουν. Αντί γι’ αυτό, όμως, αρκούμαι σε μια σύντομη και γλυκιά συγγνώμη. «Λυπάμαι, Χόλντερ» του λέω ήρεμα. Αναστενάζει βαριά. «Το ξέρω, Σκάι, το ξέρω». Και καθόμαστε έτσι στην απόλυτη σιωπή για τόσο διάστημα που φαίνεται σαν πάντα αλλά ταυτόχρονα φαίνεται πως δεν είναι αρκετό. Είναι πια αργά και φοβάμαι πως θα πει ότι πρέπει να φύγει καθώς δεν έχουμε τι άλλο να πούμε, αλλά δε θέλω να φύγει. Νιώθω πως είναι ό,τι καλύτερο να είμαι αυτή τη στιγμή έτσι μαζί του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι νιώθω. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι» μου λέει τελικά σπάζοντας τη σιωπή. Δεν απαντώ, γιατί δεν είναι μια δήλωση που περιμένει απάντηση. Θέλει απλά το χρόνο του για να ετοιμάσει αυτό που πρόκειται να με ρωτήσει. Παίρνει μια ανάσα και ξαπλώνει στο


112

COLLEEN HOOVER

πλάι για να με βλέπει. Βάζει τον αγκώνα του κάτω από το κεφάλι του και τον αισθάνομαι που με κοιτάζει, αλλά εγώ συνεχίζω να χαζεύω τα αστέρια. Παραείναι κοντά μου για να τον κοιτάξω αυτή τη στιγμή – και, παρεμπιπτόντως, η καρδιά μου πάει να σπάσει. Φοβάμαι πως αν βρεθώ πιο κοντά του θα πεθάνω. Δεν είναι δυνατόν ο πόθος να προκαλεί τόσο έντονο καρδιοχτύπι. Είναι χειρότερο κι από το τρέξιμο. «Γιατί άφηνες τον Γκρέισον να σου κάνει ό,τι σου έκανε στο πάρκινγκ;» Θέλω να συρθώ κάτω από τα σκεπάσματα και να κρυφτώ. Έλπιζα να μη σκάσει αυτό το θέμα. «Σ’ το έχω ήδη πει. Δεν είναι το αγόρι μου και δε μου μαύρισε το μάτι αυτός». «Δε σε ρωτάω κάτι από αυτά. Σε ρωτάω γιατί είδα πώς αντέδρασες. Είχες εκνευριστεί μαζί του. Φαινόσουν σαν να βαριέσαι. Θέλω απλά να ξέρω γιατί του επιτρέπεις να κάνει αυτά τα πράγματα, εφόσον δε θέλεις να σε ακουμπάει». Τα λόγια του με αποσυντονίζουν, ξαφνικά με πιάνει κλειστοφοβία και γίνομαι κάθιδρη. Δεν αισθάνομαι άνετα να μιλήσω για αυτό. Νιώθω άβολα με το γεγονός πως μπορεί και με διαβάζει τόσο καλά ενώ εγώ δεν τον διαβάζω καθόλου. «Τόσο φανερή ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους μου;» ρωτάω. «Αμέ. Και μάλιστα από απόσταση πενήντα μέτρων. Απορώ πώς αυτός δεν το ’πιασε». Αυτή τη φορά γυρίζω να τον κοιτάξω και βάζω τον αγκώνα μου κάτω από το κεφάλι μου. «Το ξέρω. Απίστευτο δεν είναι; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές τού έχω ρίξει χυλόπιτα, αλλά δε σταματάει με τίποτα. Είναι τραγικό. Και αποκρουστικό». «Τότε γιατί τον αφήνεις να το κάνει;» μου λέει κοιτώντας με έντονα. Είμαστε σε μια περίεργη στάση αυτή τη στιγμή, ξαπλωμένοι αντικριστά στο ίδιο κρεβάτι. Ο τρόπος που με κοιτάζει έντονα και καρφώνει τα μάτια του στα χείλια μου με κάνει να γυρίσω πάλι ανάσκελα. Δεν ξέρω αν αισθάνεται το ίδιο, αλλά γυρίζει και αυτός ανάσκελα. «Είναι πολύπλοκο». «Δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις» λέει. «Δεν είναι δικό μου


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

113

θέμα. Ήμουν απλά περίεργος». Βάζω τα χέρια πίσω από το κεφάλι μου και κοιτάζω τα αστέρια που έχω μετρήσει περισσότερες φορές από όσες μπορώ να υπολογίσω. Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τον Χόλντερ, μάλλον περισσότερη ώρα από όση έχω υπάρξει με οποιοδήποτε άλλο αγόρι, και συνειδητοποιώ πως δεν έχω αισθανθεί την ανάγκη να μετρήσω ούτε ένα αστέρι. «Είχες ποτέ σοβαρή σχέση με κάποιο κορίτσι;» «Ναι» μου λέει. «Αλλά ελπίζω να μη με ρωτήσεις λεπτομέρειες, γιατί δεν το αγγίζω αυτό το θέμα». Κουνάω το κεφάλι μου. «Δε σε ρωτάω για αυτό». Σταματάω για λίγα δευτερόλεπτα επειδή θέλω να τα πω σωστά. «Όταν τη φιλούσες, τι αισθανόσουν;» Δε λέει τίποτα για λίγο, σκεπτόμενος ενδεχομένως πως ίσως να είναι μια ερώτηση παγίδα. «Θέλεις να είμαι ειλικρινής, έτσι δεν είναι;» με ρωτάει «Αυτό και μόνο αυτό». Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου να χαμογελάει. «Εντάξει, λοιπόν. Νομίζω πως αισθανόμουν… καυλωμένος». Προσπαθώ να δείχνω άνετη ακούγοντας αυτή τη λέξη να βγαίνει από το στόμα του αλλά… ουάου. Σταυρώνω τα πόδια μου ελπίζοντας πως αυτό θα μειώσει την έξαψη που νιώθω σε όλο μου το σώμα. «Οπότε ένιωθες το στομάχι σου να γίνεται κόμπος, τις παλάμες σου να ιδρώνουν, την καρδιά σου να χτυπάει γρήγορα και όλα αυτά;» Ανασηκώνει τους ώμους του. «Ναι. Όχι με όλα τα κορίτσια που είχα, αλλά με τα περισσότερα». Γυρίζω το κεφάλι μου προς το μέρος του προσπαθώντας να μην αναλύσω το νόημα αυτής της πρότασης. Γυρίζει προς το μέρος μου και χαμογελάει. «Δεν ήταν και τόσο πολλά». Χαμογελάει και το λακκάκι του είναι ακόμα πιο χαριτωμένο από τόσο κοντά. Για μια στιγμή χάνομαι μέσα σε αυτό. «Πού θέλεις να καταλήξεις;» Τον κοιτάζω για λίγο στα μάτια και έπειτα ξανακοιτάζω το ταβάνι. «Θέλω να καταλήξω στο ότι εγώ όχι. Δεν αισθάνομαι τίποτε απ’ όλα αυτά. Όποτε φασώνομαι με κάποιο αγόρι, δεν


114

COLLEEN HOOVER

αισθάνομαι τίποτε απολύτως. Μ όνο ένα μούδιασμα. Έτσι, μερικές φορές αφήνω τον Γκρέισον να κάνει αυτά που μου κάνει, όχι γιατί το απολαμβάνω, αλλά γιατί μου αρέσει να μην αισθάνομαι τίποτα». Δεν απαντάει και η σιωπή του με κάνει να αισθάνομαι άβολα. Αναρωτιέμαι αν μου βάζει την ταμπέλα της τρελής. «Ξέρω ότι δε βγάζει νόημα και, όχι, δεν είμαι λεσβία. Απλά ποτέ δεν ένιωσα έλξη για κανέναν εκτός από σένα και δεν ξέρω το γιατί». Μ ε το που το ξεστομίζω τινάζει το κεφάλι του προς το μέρος μου ενώ την ίδια στιγμή εγώ κλείνω τα μάτια μου και κρύβω το πρόσωπό μου με τα μπράτσα μου. Δεν μπορώ να πιστέψω πως μόλις παραδέχτηκα δυνατά ότι τον γουστάρω. Θα ήθελα να πεθάνω αυτή τη στιγμή – και πάλι αργά θα ήταν. Τον νιώθω να κουνιέται στο κρεβάτι και στη συνέχεια να τραβάει τα χέρια μου από το πρόσωπό μου. Ανοίγω απρόθυμα τα μάτια μου και τον βλέπω να στηρίζεται στο χέρι του χαμογελώντας. «Νιώθεις έλξη για μένα;» «Θεέ μου» βογκάω. «Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το εγώ σου». «Αυτό είναι μάλλον αλήθεια». Γελάει. «Γρήγορα, πρέπει να με προσβάλεις πριν προλάβει το εγώ μου να γίνει τόσο μεγάλο όσο το δικό σου». «Χρειάζεσαι κούρεμα» του πετάω. «Και πολύ μάλιστα. Τα μαλλιά σου μπαίνουν στα μάτια σου, τα οποία μισοκλείνεις, και συνέχεια τα τραβάς από τα μάτια σου σαν να είσαι ο Τζάστιν Μ πίμπερ14 και είναι πολύ διασκεδαστικό». Πιάνει τα μαλλιά του και συνοφρυώνεται. Μ ετά ξαναπέφτει πίσω στο κρεβάτι. «Πω πω, φίλε, αυτό με πλήγωσε. Φαίνεται πως το σκεφτόσουν για κάποιο διάστημα». «Μ όνο από τη Δευτέρα» του ομολογώ. «Μ ε γνώρισες τη Δευτέρα. Άρα πρακτικά σκέφτεσαι πόσο πολύ σιχαίνεσαι τα μαλλιά μου από τη στιγμή που γνωριστήκαμε». «Όχι όλη την ώρα». Μ ένει σιωπηλός για ένα λεπτό και μετά χαμογελάει πάλι. «Δεν το πιστεύω πως με βρίσκεις καυτό».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

115

«Σκάσε». «Πολύ πιθανόν να λιποθύμησες στα ψέματα τις προάλλες, για να σε κουβαλήσω στα καυτά, ιδρωμένα, στιβαρά μου μπράτσα». «Σκάσε». «Βάζω στοίχημα πως με φαντασιώνεσαι κάθε βράδυ, ακριβώς εδώ σε αυτό το κρεβάτι». «Σκάσε, Χόλντερ». «Πολύ πιθανόν ακόμα και να…» Του κλείνω με το χέρι μου το στόμα. «Είσαι πιο καυτός όταν δε μιλάς». Όταν επιτέλους κλείνει το στόμα του, παίρνω το χέρι μου και το ξαναβάζω πίσω από το κεφάλι μου. Ξαναμένουμε σιωπηλοί για λίγη ώρα. Αυτός μάλλον καμαρώνει σιωπηλά για το ότι παραδέχτηκα πως τον γουστάρω, ενώ εγώ μαζεύομαι σιωπηλά από ντροπή για το ότι πλέον το γνωρίζει. «Βαριέμαι» μου λέει. «Τότε πήγαινε σπίτι σου». «Δε θέλω. Τι κάνεις όταν βαριέσαι; Δεν έχεις ούτε Ίντερνετ ούτε τηλεόραση. Απλά κάθεσαι όλη μέρα και σκέφτεσαι πόσο καυτός γκόμενος είμαι;» Σηκώνω τα μάτια με ύφος απόγνωσης. «Διαβάζω» του λέω. «Πολύ μάλιστα. Μ ερικές φορές φτιάχνω γλυκά. Μ ερικές φορές τρέχω». «Διαβάζεις, φτιάχνεις γλυκά και τρέχεις. Και φαντασιώνεσαι εμένα. Πόσο συναρπαστική είναι η ζωή σου!» «Μ ου αρέσει η ζωή μου». «Κατά κάποιον τρόπο και μένα μου αρέσει» λέει. Γυρίζει και αρπάζει το βιβλίο από το κομοδίνο μου. «Ορίστε, διάβασε αυτό». Παίρνω το βιβλίο από τα χέρια του και το ανοίγω στη σελίδα δύο. Μ έχρι εκεί έχω καταφέρει να φτάσω. «Θέλεις να διαβάσω δυνατά; Τόσο πολύ βαριέσαι;» «Τόσο πολύ» «Είναι αισθηματικό» τον προειδοποιώ. «Όπως σου είπα, βαριέμαι τόσο πολύ. Διάβασε». Ακουμπάω το μαξιλάρι στο κεφαλάρι μου, κάθομαι άνετα και αρχίζω να διαβάζω.


116

COLLEEN HOOVER

Αν σήμερα το πρωί μού έλεγε κάποιος πως απόψε θα διάβαζα ένα αισθηματικό μυθιστόρημα στον ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου Ντιν Χόλντερ, θα του έλεγα πως είναι τρελός. Αλλά από την άλλη, δεν είμαι και ο καλύτερος κριτής τού τι είναι τρελό και τι όχι. ***

Μ ε το που ανοίγω τα μάτια μου, γλιστράω αμέσως το χέρι μου στην άλλη πλευρά του κρεβατιού αλλά είναι άδειο. Ανακάθομαι και κοιτάζω τριγύρω. Το φως μου είναι σβηστό και είμαι σκεπασμένη. Το βιβλίο είναι κλειστό πάνω στο κομοδίνο· απλώνω το χέρι και το πιάνω. Ο σελιδοδείκτης βρίσκεται στα τρία τέταρτα του βιβλίου. Διάβαζα μέχρι να κοιμηθώ; Ωχ όχι, αποκοιμήθηκα. Πετάω τα σκεπάσματα και πηγαίνω στην κουζίνα. Ανάβω το φως και κοιτάζω τριγύρω ξαφνιασμένη. Η κουζίνα είναι πεντακάθαρη και όλα τα μπισκότα και τα μπράουνις είναι τυλιγμένα με μεμβράνη. Κοιτάζω το τηλέφωνό μου πάνω στον πάγκο. Το σηκώνω και βρίσκω ένα νέο μήνυμα. Σε πήρε ο ύπνος στο σημείο που θα μάθαινε το μυστικό της μητέρας της. Πώς τολμάς. Θα έρθω ξανά αύριο βράδυ για να μου τελειώσεις το διάβασμα. Και παρεμπιπτόντως έχεις πολύ άσχημη αναπνοή και ροχαλίζεις πολύ δυνατά. Γελάω. Κάνω χαμογελαστές γκριμάτσες σαν ηλίθια κι ευτυχώς κανείς δεν είναι τριγύρω για να το δει. Κοιτάζω το ρολόι του φούρνου και είναι μόνο δύο τα ξημερώματα, οπότε πηγαίνω πίσω στο δωμάτιό μου και χώνομαι στο κρεβάτι μου ελπίζοντας πραγματικά να έρθει αύριο βράδυ. Δεν ξέρω πώς αυτό το τελειωμένο, χωρίς ελπίδα αγόρι χώθηκε αυτή την εβδομάδα στη ζωή μου, αλλά ξέρω σίγουρα πως δεν είμαι έτοιμη να φύγει. 13. Βάνα Γουάιτ: ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια, η οποία


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

117

παρουσίαζε τον Τροχό της Τύχης. (Σ.τ.Μ.) 14. Τζάστιν Μπίμπερ: Διάσημος νεαρός Καναδός τραγουδιστής της ποπ. (Σ.τ.Μ.)


118

COLLEEN HOOVER

Σάββατο, 1η Σεπτεμβρίου 2012 5:05 μμ

Πήρα ένα πολύτιμο μάθημα σήμερα για τον πόθο. Σε βάζει να κάνεις διπλή δουλειά. Έκανα δύο ντους αντί για ένα. Άλλαξα ρούχα τέσσερις φορές αντί για δύο όπως συνήθως. Καθάρισα το σπίτι μία φορά (αλλά και αυτό είναι περισσότερο από ό,τι κάνω συνήθως) και κοίταξα την ώρα στο ρολόι πάνω από χίλιες φορές. Άλλες τόσες τσέκαρα το κινητό μου για μηνύματα. Δυστυχώς στο χθεσινό του μήνυμα δεν είπε τι ώρα θα ερχόταν σήμερα, έτσι κατά τις πέντε είμαι ήδη έτοιμη και περιμένω. Δεν έχω και τίποτε άλλο να κάνω, αφού έχω φτιάξει γλυκά για ένα χρόνο τουλάχιστον και έχω τρέξει γύρω στα έξι χιλιόμετρα σήμερα. Σκέφτηκα να μαγειρέψω δείπνο για τους δυο μας, αλλά δεν έχω ιδέα τι ώρα θα έρθει, οπότε δεν ξέρω πότε θα έπρεπε να είναι έτοιμο. Κάθομαι στον καναπέ και χτυπάω νευρικά τα δάχτυλά μου, όταν παίρνω ένα μήνυμά του: Τι ώρα να έρθω; Ό χι ότι ανυπομονώ ή κάτι τέτοιο. Είσαι πραγματικά πολύ βαρετή. Μ ου έστειλε μήνυμα. Πώς δεν το σκέφτηκα αυτό; Έπρεπε να του είχα στείλει εδώ και ώρες μήνυμα να τον ρωτήσω τι ώρα θα ερχόταν. Θα με είχε γλιτώσει από το να χολοσκάω χωρίς λόγο τόση ώρα. Να είσαι εδώ στις επτά. Και φέρε μου κάτι να φάω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

119

Δε μαγειρεύω για σένα. Αφήνω κάτω το τηλέφωνο και το χαζεύω. Έχω μπροστά μου μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά. Και τώρα; Κοιτάζω τριγύρω το άδειο καθιστικό μου και για πρώτη φορά αρχίζω να αισθάνομαι τα αρνητικά αποτελέσματα της βαρεμάρας. Μ έχρι τώρα ήμουν ικανοποιημένη με τη μουντή ζωή μου. Αναρωτιέμαι αν αρχίζω να ζητάω περισσότερα επειδή εκτέθηκα στον πειρασμό της τεχνολογίας ή επειδή εκτέθηκα στον πειρασμό του Χόλντερ. Πιθανώς και τα δύο. Τεντώνω τα πόδια μου στο τραπεζάκι του σαλονιού που είναι μπροστά μου. Σήμερα φοράω ένα μπλουζάκι και τζιν, αφού αποφάσισα επιτέλους να ξεφορτωθώ για λίγο την αθλητική φόρμα. Επίσης έχω αφήσει τα μαλλιά μου ελεύθερα, αλλά μόνο και μόνο γιατί ο Χόλντερ με έχει δει μόνο με αλογοουρά. Όχι ότι προσπαθώ να τον εντυπωσιάσω. Προσπαθώ να τον εντυπωσιάσω του θανατά. Πιάνω ένα περιοδικό και το ξεφυλλίζω, αλλά το πόδι μου τρέμει και κινούμαι τόσο νευρικά ώστε δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Διαβάζω την ίδια σελίδα τρεις φορές συνεχόμενες, οπότε πετάω το περιοδικό πάνω στο τραπέζι και γέρνω το κεφάλι μου προς τα πίσω στην πλάτη του καναπέ. Χαζεύω το ταβάνι. Στη συνέχεια χαζεύω τον τοίχο. Έπειτα χαζεύω τα δάχτυλα των ποδιών μου και αναρωτιέμαι αν πρέπει να τα βάψω ξανά. Αρχίζω να σαλτάρω. Βγάζοντας ένα βογκητό πιάνω τελικά το τηλέφωνό μου και του στέλνω ξανά μήνυμα. Τώρα. Έ λα τώρα αμέσως. Βαριέμαι μέχρι θανάτου και αν δεν έρθεις τώρα θα τελειώσω το βιβλίο πριν φτάσεις εδώ. Κρατάω το τηλέφωνο στα χέρια μου και το χαζεύω καθώς δονείται στο γόνατό μου. Μ ου στέλνει αμέσως μήνυμα.


120

COLLEEN HOOVER

15

Lol. Σου φέρνω φαγητό, αυταρχικό πλάσμα. Θα είμαι εκεί σε είκοσι λεπτά.

Lol; Τι στο διάολο σημαίνει αυτό; Lots of love;16 Ελπίζω πως όχι, γιατί θα τον πετάξω έξω πιο γρήγορα και από το αγοράκι τον Μ άτι… Αλλά, πραγματικά, τι στο διάολο σημαίνει; Σταματάω να το σκέφτομαι και εστιάζω την προσοχή μου στις τελευταίες λέξεις. Σε είκοσι λεπτά. Ωχ, ρε γαμώτο, μου φάνηκε ξαφνικά ότι είναι πολύ σύντομα. Τρέχω στο μπάνιο και τσεκάρω τα μαλλιά μου, τα ρούχα μου, την αναπνοή μου. Κάνω έναν γρήγορο γύρο στο σπίτι και το συμμαζεύω για δεύτερη φορά σήμερα. Όταν επιτέλους χτυπάει το κουδούνι της πόρτας, αυτή τη φορά ξέρω τι να κάνω. Την ανοίγω. Στέκεται με μια αγκαλιά ψώνια και φαίνεται πολύ χαλαρός. Κοιτάζω τα ψώνια καχύποπτα. Κρατάει τις σακούλες και ανασηκώνει τους ώμους του. «Κάποιος από τους δυο μας πρέπει να είναι ο φιλόξενος». Μ ε προσπερνάει με άνεση, πηγαίνει κατευθείαν στην κουζίνα και αφήνει τις σακούλες στον πάγκο. «Ελπίζω να σου αρέσουν τα μακαρόνια με κεφτέδες, γιατί αυτό έχει το μενού». Αρχίζει να αδειάζει τις σακούλες ενώ ταυτόχρονα βγάζει διάφορα σκεύη μαγειρικής από τα ντουλάπια. Κλείνω την μπροστινή πόρτα και πηγαίνω στο πάσο. «Θα μαγειρέψεις δείπνο για μένα;» «Βασικά μαγειρεύω για μένα, αλλά μπορείς να φας και εσύ λίγο αν θες». Μ ου ρίχνει μια ματιά πάνω από τον ώμο του και χαμογελάει. «Είσαι πάντα τόσο σαρκαστικός;» τον ρωτάω. Ανασηκώνει τους ώμους. «Εσύ;» «Πάντα απαντάς σε ερώτηση με ερώτηση;» «Εσύ;» Πιάνω μια πετσέτα κουζίνας και του την πετάω. Την αποφεύγει και πηγαίνει προς το ψυγείο. «Θέλεις κάτι να πιεις;» με ρωτάει. Ακουμπάω τους αγκώνες μου στο πάσο και στηρίζοντας το σαγόνι μου στα χέρια μου τον παρακολουθώ. «Μ ου προσφέρεις κάτι να πιω στο ίδιο μου το σπίτι;»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

121

Ψάχνει ανάμεσα στα ράφια του ψυγείου. «Θέλεις γάλα που έχει γεύση σαν σκατά ή μήπως προτιμάς ένα αναψυκτικό;» «Έχουμε αναψυκτικό;» Είμαι σχεδόν σίγουρη πως έχω πιει όλες τις προμήθειες που αγόρασα χθες. Βγάζει το κεφάλι του από το ψυγείο και ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι λέει: «Μ πορεί έστω και ο ένας από τους δύο να πει κάτι που δεν είναι ερώτηση;». Γελάω. «Δεν ξέρω, μπορούμε άραγε;» «Για πόσο νομίζεις ότι μπορούμε να το συνεχίσουμε;» Βρίσκει ένα αναψυκτικό και πιάνει δυο ποτήρια. «Πάγο θέλεις;» «Εσύ, θα βάλεις πάγο;» Δεν πρόκειται να σταματήσω αυτό με τις ερωτήσεις αν δε σταματήσει πρώτος. Είμαι τρομερά ανταγωνιστική. Έρχεται κοντά μου και ακουμπάει τα ποτήρια στον πάγκο. «Πιστεύεις ότι πρέπει να βάλω πάγο;» μου λέει με ένα προκλητικό χαμόγελο. «Σου αρέσει ο πάγος;» του ανταποδίδω την πρόκληση. Κουνάει το κεφάλι του εντυπωσιασμένος με την ταχύτητα που ανταποκρίνομαι σε όλο αυτό. «Έχεις καλό πάγο;» «Τι προτιμάς, θρυμματισμένο πάγο ή ολόκληρα παγάκια;» Μ ε κοιτάζει έντονα καταλαβαίνοντας πως μόλις του την έφερα. Δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό με ερώτηση. Ανοίγει το καπάκι και αρχίζει να βάζει αναψυκτικό στο ποτήρι μου. «Δεν έχει πάγο για σένα». «Χα! Κέρδισα» του λέω. Γελάει και επιστρέφει στα μάτια της κουζίνας. «Σε άφησα να κερδίσεις γιατί σε λυπάμαι. Οποιοσδήποτε ροχαλίζει τόσο πολύ όσο εσύ δικαιούται και κάτι καλό πού και πού». Του χαμογελάω ειρωνικά. «Ξέρεις, οι προσβολές είναι αστείες μόνο όταν είναι σε γραπτά μηνύματα». Πιάνω το ποτήρι μου και πίνω. Χρειάζεται οπωσδήποτε πάγο. Πηγαίνω προς το ψυγείο, βγάζω μερικά παγάκια και τα βάζω στο ποτό μου. Μ ε το που γυρίζω στέκεται ακριβώς μπροστά μου και με καρφώνει με τα μάτια του. Το βλέμμα του είναι λίγο πονηρό, αλλά αρκετά σοβαρό ώστε να κάνει την καρδιά μου να πάει να σπάσει. Κάνει ένα βήμα μπροστά και η πλάτη μου ακουμπάει στο


122

COLLEEN HOOVER

ψυγείο. Σηκώνει το χέρι του χαλαρά και το ακουμπάει στο ψυγείο δίπλα στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω πώς γίνεται και δεν έχω γίνει ένα με το πάτωμα αυτή τη στιγμή. Νιώθω τα γόνατά μου να με εγκαταλείπουν. «Το ξέρεις πως σε πειράζω, έτσι δεν είναι;» μου λέει γλυκά. Τα μάτια του παρατηρούν όλο μου το πρόσωπο και χαμογελάει τόσο ώστε να φαίνονται τα λακκάκια του. Του γνέφω καταφατικά ελπίζοντας να την κάνει από κοντά μου, γιατί θα πάθω κρίση άσθματος και δεν έχω καν άσθμα. «Έτσι μπράβο» μου λέει και έρχεται ακόμα πιο κοντά μου. «Γιατί δε ροχαλίζεις. Η αλήθεια είναι πως είσαι μια γλύκα όταν κοιμάσαι». Δε θα έπρεπε να λέει τέτοια πράγματα. Ιδίως όταν είναι τόσο κοντά μου. Ξαφνικά λυγίζει το μπράτσο του και ακουμπάει στον αγκώνα, με αποτέλεσμα να έρθει ακόμα πιο κοντά μου. Σκύβει στο αυτί μου και εγώ ίσα που ανασαίνω. «Σκάι» ψιθυρίζει αποπλανητικά στο αυτί μου. «Σε θέλω… πιο κει. Πρέπει να φύγεις από τη μέση για να ανοίξω το ψυγείο». Κάνει πίσω και με κοιτάζει συνεχώς στα μάτια για να δει την αντίδρασή μου. Προσπαθεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο που εμφανίζεται στα χείλη του, αλλά δεν αντέχει και σκάει στα γέλια. Τον σπρώχνω και περνάω κάτω από το μπράτσο του για να φύγω. «Τι βλάκας που είσαι!» Ανοίγει το ψυγείο ενώ γελάει ακόμη. «Συγγνώμη, αλλά, ρε γαμώτο, με γουστάρεις τόσο πολύ που είναι αδύνατον να μη σε δουλέψω». Ξέρω ότι κάνει πλάκα, αλλά και πάλι ντρέπομαι φρικτά. Κάθομαι στο πάσο και κρύβω το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια μου. Αρχίζει να μου τη δίνει το κορίτσι στο οποίο αυτός με έχει μεταμορφώσει. Δε θα ήταν ούτε στο τόσο δύσκολο να βρίσκομαι κοντά του, αν δε μου είχε ξεφύγει και δεν του είχα πει ότι τον γουστάρω. Δε θα ήταν επίσης τόσο δύσκολο αν δεν ήταν τόσο αστείος. Και γλυκός όταν το θέλει. Και καυτός. Αυτό φαντάζομαι είναι που κάνει τον πόθο τόσο γλυκόπικρο. Το συναίσθημα είναι όμορφο, αλλά η προσπάθεια που χρειάζεται για να το απαρνηθείς είναι υπεράνθρωπη.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

123

«Θες να σου πω κάτι;» με ρωτάει. Τον κοιτάζω και αυτός κοιτάζει το τηγάνι που έχει μπροστά του κι ανακατεύει. «Μ άλλον όχι». Μ ου ρίχνει μια ματιά για λίγα δευτερόλεπτα και κοιτάζει ξανά το τηγάνι. «Μ πορεί να σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα». «Πολύ αμφιβάλλω». Μ ε κοιτάζει ξανά και το παιχνιδιάρικο χαμόγελο έχει εξαφανιστεί από τα χείλη του. Ανοίγει ένα ντουλάπι, βγάζει ένα άλλο τηγάνι και στη συνέχεια πηγαίνει στο νεροχύτη και το γεμίζει με νερό. Επιστρέφει στα μάτια της κουζίνας και συνεχίζει το ανακάτεμα. «Μ πορεί να σε γουστάρω κι εγώ λιγάκι» μου λέει. Παίρνω μια εισπνοή χωρίς να το πάει χαμπάρι και στη συνέχεια αφήνω μια ελεγχόμενη εκπνοή σε μια προσπάθεια να μη φανεί πως με αυτό το σχόλιο χτύπησε ευαίσθητη χορδή. «Μ όνο λιγάκι;» ρωτάω κάνοντας αυτό που ξέρω καλύτερα, να χρησιμοποιώ το σαρκασμό στις καταστάσεις αμηχανίας. Χαμογελάει πάλι, αλλά συνεχίζει να κοιτάζει το τηγάνι μπροστά του. Σιωπή επικρατεί στο χώρο για μερικά λεπτά. Αυτός εστιάζει την προσοχή του στο μαγείρεμα και εγώ τη δική μου σε αυτόν. Τον παρακολουθώ καθώς κινείται αβίαστα στην κουζίνα και έχω μείνει άναυδη με την άνεσή του. Αυτό είναι το σπίτι μου και παρ’ όλα αυτά εγώ είμαι πιο αγχωμένη από εκείνον. Δεν μπορώ να σταματήσω να κουνιέμαι νευρικά και εύχομαι να άρχιζε πάλι να μιλάει. Δε δείχνει να τον ενοχλεί η ησυχία, αλλά εγώ τη νιώθω απειλητική γύρω μου και θέλω να την ξεφορτωθώ. «Τι σημαίνει lol;» Γελάει. «Σοβαρά μιλάς;» «Ναι, σοβαρά. Το έγραψες στο μήνυμά σου νωρίτερα». «Σημαίνει “γελάω δυνατά”. Το χρησιμοποιούμε όταν κάτι είναι αστείο». Δεν μπορώ να αρνηθώ πως ξαλάφρωσα όταν έμαθα πως δε σημαίνει lots of love. «Είναι ηλίθιο». «Ναι, είναι αρκετά ηλίθιο. Είναι απλά μια συνήθεια, όμως, και τα συντομευμένα μηνύματα, άμα τα συνηθίσεις, βοηθάνε να γράφεις πολύ πιο γρήγορα. Όπως OM G, WTF και IDK


124

COLLEEN HOOVER

και…»17 «Θεέ μου, κόφ’ το» του λέω διακόπτοντάς τον πριν πετάξει και άλλες συντμήσεις. «Το να μιλάς με συντμήσεις είναι τόσο αποκρουστικό». Γυρίζει προς τα μένα, μου κλείνει το μάτι και επιστρέφει στη μαγειρική του. «Τότε δε θα το ξανακάνω ποτέ». Και να που ξαναγίνεται… σιωπή. Χθες η σιωπή μεταξύ μας ήταν μια χαρά, αλλά για κάποιο λόγο σήμερα προκαλεί τεράστια αμηχανία. Σε μένα τουλάχιστον. Αρχίζω να πιστεύω πως είμαι απλά νευρική για το πώς θα εξελιχθεί η βραδιά. Είναι φανερό πως με τη χημεία που υπάρχει μεταξύ μας θα καταλήξουμε να φιληθούμε. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθώ στο εδώ και τώρα και να μπορώ να συζητήσω διάφορα θέματα, όταν το θέμα του φιλιού είναι το μόνο που έχω στο μυαλό μου. Δεν αντέχω να μην ξέρω πότε θα το κάνει. Θα περιμένει να το κάνει μετά το φαγητό, που η αναπνοή μου θα μυρίζει σκόρδο και κρεμμύδι; Θα περιμένει μέχρι να φύγει; Θα μου το πετάξει τη στιγμή που δε θα το περιμένω; Θέλω να ξεμπερδεύω με αυτό το θέμα αυτή τη στιγμή. Να μπούμε στο ψητό, ώστε να μην υπάρχουν αναπάντεχα και να προχωρήσει ομαλά η βραδιά. «Όλα καλά;» με ρωτάει. Τα βλέμματά μας συναντιούνται καθώς κάθεται απέναντί μου στο πάσο. «Πού ταξιδεύεις; Είσαι αλλού εδώ και λίγη ώρα». Κουνάω το κεφάλι μου και επανέρχομαι στη συζήτηση. «Μ ια χαρά». Παίρνει ένα μαχαίρι και αρχίζει να ψιλοκόβει μια ντομάτα. Ακόμα και αυτό το κάνει εντελώς αβίαστα. Υπάρχει κάτι που να κάνει άσχημα; Σταματάει για λίγο να κόβει και τον βλέπω να με κοιτάζει με σοβαρό ύφος. «Πού πήγες, Σκάι;» Μ ε κοιτάζει έντονα για λίγα δευτερόλεπτα περιμένοντας την απάντησή μου. Καθώς δεν του απαντώ, ξαναγυρίζει το βλέμμα του στη σανίδα που κόβει την ντομάτα. «Μ ου υπόσχεσαι πως δε θα γελάσεις;» τον ρωτάω. Σκέφτεται για λίγο την ερώτηση και στη συνέχεια κουνάει το κεφάλι του. «Σου είπα ότι θα είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σου,


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

125

οπότε όχι. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ πως δε θα γελάσω, γιατί έχεις πλάκα και αυτό από μόνο του θα με κάνει να μην τηρήσω την υπόσχεση». «Είσαι πάντα τόσο δύσκολος;» Μ ου χαμογελάει κάνοντας μια γκριμάτσα αλλά δεν απαντάει. Μ ε κοιτάζει έντονα σαν να με προκαλεί να του πω τι πραγματικά σκέφτομαι. Δυστυχώς δεν κάνω πίσω στις προκλήσεις. «Εντάξει, λοιπόν». Κάθομαι ίσια στην καρέκλα μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα και αφήνω όλες μου τις σκέψεις να ξεπηδήσουν με τη μία. «Δεν είμαι καθόλου καλή στα ραντεβού και δεν ξέρω καν αν αυτό είναι ένα ραντεβού, αλλά ξέρω πως, ό,τι κι αν είναι, είναι κάτι περισσότερο από δύο φιλαράκια που συναντήθηκαν και, γνωρίζοντας αυτό, σκέφτομαι πώς θα είναι αργότερα, όταν έρθει η ώρα να φύγεις, και αν σκέφτεσαι να με φιλήσεις ή όχι, και επειδή σιχαίνομαι τις εκπλήξεις δεν μπορώ να μην αισθάνομαι περίεργα για όλο αυτό, γιατί θέλω να με φιλήσεις και αυτό μπορεί να φαίνεται απρεπές από μέρους μου, αλλά νομίζω πως κι εσύ θέλεις να με φιλήσεις, και έτσι σκεφτόμουν πόσο πιο εύκολο θα ήταν αν προχωρούσαμε στο φιλί, ώστε εσύ μετά να συνεχίσεις τη μαγειρική σου και εγώ να σταματήσω να σχεδιάζω στο κεφάλι μου το πώς θα εξελιχθεί η βραδιά». Παίρνω μια βαθιά αναπνοή σαν να μην έχει μείνει καθόλου αέρας στα πνευμόνια μου. Είχε σταματήσει να κόβει κάπου στη μέση αυτού του μονολόγου, αλλά δεν είμαι σίγουρη σε ποιο σημείο ακριβώς. Μ ε κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή και σκέφτομαι πως μόλις τώρα μπορεί να τον έκανα να το βάλει στα πόδια. Και δυστυχώς δε θα είχε κι άδικο αν το έκανε. Αφήνει το μαχαίρι και ακουμπάει το χέρια του στον πάγκο ακριβώς μπροστά του χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το δικό μου. Ακουμπάω τα χέρια μου στα πόδια μου και περιμένω κάποια αντίδραση. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. «Αυτή» λέει με έμφαση «ήταν η μεγαλύτερη πρόταση που έχω ποτέ ακούσει». Κάνω μια γκριμάτσα απελπισίας πέφτοντας πίσω στην


126

COLLEEN HOOVER

καρέκλα μου και στη συνέχεια σταυρώνω τα χέρια μου μπροστά στο στήθος μου. Μ όλις σχεδόν τον ικέτεψα να με φιλήσει και αυτός κριτικάρει τη γραμματική μου; «Χαλάρωσε» λέει χαμογελώντας. Ρίχνει την κομμένη ντομάτα στο τηγάνι και το βάζει πάνω στο μάτι. Ρυθμίζει τη θερμοκρασία στα μάτια και ρίχνει τα ζυμαρικά στο βραστό νερό. Μ όλις τακτοποιηθούν όλα, σκουπίζει τα χέρια του στην πετσέτα και έρχεται εκεί που κάθομαι. «Σήκω πάνω». Τον κοιτάζω ανήσυχη αλλά κάνω αυτό που λέει. Αργά. Μ ε το που σηκώνομαι και τον κοιτάζω κατάματα, βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και κοιτάζει τριγύρω στο δωμάτιο. «Χμ…» λέει καθώς σκέφτεται μεγαλόφωνα. Κοιτάζει ξανά την κουζίνα, κατεβάζει τα χέρια του από τους ώμους μου και μου αρπάζει τους καρπούς. «Μ ου άρεσε το φόντο του ψυγείου». Μ ε σπρώχνει στην κουζίνα και με τοποθετεί σαν μαριονέτα με την πλάτη στο ψυγείο. Ακουμπάει τα χέρια του στο ψυγείο δεξιά κι αριστερά από το κεφάλι μου και με κοιτάζει. Δεν είναι και το πιο ρομαντικό σκηνικό που είχα φανταστεί για να με φιλήσει, αλλά μου κάνει κι αυτό. Θέλω απλά να τελειώνουμε μ’ αυτό. Κυρίως τώρα που το κάνει ολόκληρη υπερπαραγωγή. Γέρνει προς το μέρος μου, οπότε παίρνω μια βαθιά αναπνοή και κλείνω τα μάτια μου. Περιμένω. Και περιμένω. Δε γίνεται τίποτα. Τα ανοίγω και είναι τόσο κοντά μου που κωλώνω και αυτό τον κάνει να γελάσει. Παρ’ όλα αυτά, δεν απομακρύνεται και η αναπνοή του μου γαργαλάει τα χείλη. Μ υρίζει αναψυκτικό και μέντα, ένας συνδυασμός που δεν πίστευα ποτέ ότι θα ήταν πετυχημένος κι όμως είναι. «Σκάι;» μου λέει σιγανά. «Δεν προσπαθώ να σε βασανίσω ή κάτι τέτοιο, αλλά είχα ήδη πάρει την απόφασή μου πριν καν έρθω εδώ σήμερα. Δε θα σε φιλήσω απόψε». Τα λόγια του κάνουν το στομάχι μου να βουλιάξει από το βάρος της απογοήτευσης. Η αυτοπεποίθησή μου πέταξε από το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

127

παράθυρο και χρειάζομαι πραγματικά ένα μήνυμα από τη Σιξ που θα τονώσει το εγώ μου. «Γιατί όχι;» Παίρνει το ένα του χέρι, το φέρνει στο πρόσωπό μου και χαϊδεύει το μάγουλό μου με τα δάχτυλά του. Προσπαθώ να μην τρέμω στο άγγιγμά του, αλλά χρειάζομαι όση δύναμη θέλησης έχω για να μη δείξω εντελώς χαμένη αυτή τη στιγμή. Τα μάτια του ακολουθούν το χέρι του καθώς κινείται προς το σαγόνι μου, το λαιμό μου και σταματάει στον ώμο μου. Φέρνει τα μάτια του ξανά στα δικά μου και βλέπω μέσα τους τον πόθο. Αυτό του το βλέμμα μαλακώνει λιγάκι την απογοήτευσή μου. «Θέλω να σε φιλήσω» μου λέει. «Πίστεψέ με, το θέλω πραγματικά». Κοιτάζει τα χείλη μου και το χέρι του μου αγκαλιάζει το μάγουλο. Αυτή τη φορά γέρνω το κεφάλι μου με τη θέλησή μου μέσα στην παλάμη του. Κατά κάποιον τρόπο τού άφησα τον έλεγχο από τη στιγμή που μπήκε μέσα στο σπίτι. Τώρα δεν είμαι παρά πλαστελίνη στα χέρια του. «Μ α αν πραγματικά θέλεις, τότε γιατί δεν το κάνεις;» Τρέμω στην ιδέα πως μπορεί να μου ξεφουρνίσει καμιά δικαιολογία που να περιλαμβάνει τη λέξη κορίτσι του. Πιάνει το πρόσωπό μου με τα δυο του χέρια και το φέρνει κοντά στο δικό του. Χαϊδεύει με τους αντίχειρές του τα μάγουλά μου και νιώθω το στήθος του που ανεβοκατεβαίνει γρήγορα. «Γιατί» ψιθυρίζει «φοβάμαι πως δε θα αισθανθείς τίποτα». Παίρνω μια γρήγορη αναπνοή και την κρατάω. Η χθεσινή συζήτηση που είχαμε στο κρεβάτι μου επαναλαμβάνεται μέσα στο κεφάλι μου και συνειδητοποιώ πως δεν έπρεπε να του είχα πει τίποτε από όλα αυτά. Δεν έπρεπε να του είχα πει πως το μόνο που αισθάνομαι όταν φιλάω κάποιον είναι ένα μούδιασμα, γιατί αυτός είναι η απόλυτη εξαίρεση στον κανόνα. Σκεπάζω με το χέρι μου το χέρι του που χαϊδεύει το μάγουλό μου. Το αισθάνομαι Χόλντερ. Το αισθάνομαι πραγματικά. Θέλω να του φωνάξω δυνατά αυτά τα λόγια, αλλά δεν μπορώ. Αντί για αυτό, απλά κάνω ένα νεύμα με το κεφάλι μου. Κλείνει τα μάτια του, παίρνει μια βαθιά ανάσα και με τραβάει από το ψυγείο στην αγκαλιά του. Μ ε το ένα του χέρι αγκαλιάζει


128

COLLEEN HOOVER

την πλάτη μου και με το άλλο του χέρι τον αυχένα μου. Τα χέρια μου κρέμονται στο πλάι, οπότε επιχειρώ να τα σηκώσω και τον αγκαλιάζω από τη μέση. Μ όλις το κάνω αυτό, βγάζω μια πνιχτή κραυγή από τη γαλήνη που μου προσφέρει αυτό το αγκάλιασμα. Τραβάμε ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον ακόμα πιο κοντά και με φιλάει στην κορφή του κεφαλιού μου. Δεν είναι αυτό το φιλί που περίμενα, αλλά είμαι σίγουρη πως μου αρέσει το ίδιο. Στεκόμαστε στην ίδια θέση όταν χτυπάει ο φούρνος. Όμως δε με αφήνει αμέσως, κάτι που με κάνει να χαμογελάσω. Μ όλις τραβήξει τα χέρια του από πάνω μου, κοιτάζω το πάτωμα μην μπορώντας να κοιτάξω τον ίδιο. Μ ε κάποιον τρόπο, η προσπάθειά μου να διορθώσω την αμήχανη κατάσταση με το θέμα του φιλιού έκανε τα πράγματα ακόμα πιο αμήχανα για μένα. Λες και αισθάνεται την αμηχανία μου, παίρνει τα χέρια μου στα δικά του και πλέκει τα δάχτυλά μας. «Κοίτα με». Σηκώνω τα μάτια μου στα δικά του προσπαθώντας να κρύψω την απογοήτευση που προκάλεσε η συνειδητοποίηση πως η έλξη που αισθανόμαστε ο ένας για τον άλλον είναι σε δύο διαφορετικά επίπεδα. «Σκάι, δε θα σε φιλήσω απόψε, αλλά πίστεψέ με όταν σου λέω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν ήθελα να φιλήσω περισσότερο ένα κορίτσι όσο εσένα. Οπότε σταμάτα να πιστεύεις πως δε μου αρέσεις, γιατί δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ σε γουστάρω. Μ πορείς να μου κρατάς το χέρι, μπορείς να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, μπορείς να κάθεσαι πάνω μου όσο σε ταΐζω μακαρόνια, αλλά δε θα σε φιλήσω απόψε. Και πιθανά ούτε αύριο. Το θέλω αυτό. Πρέπει να ξέρω σίγουρα ότι αισθάνεσαι όλα αυτά που αισθάνομαι εγώ τη στιγμή που τα χείλη μου θα ακουμπήσουν τα δικά σου. Γιατί θέλω το πρώτο σου φιλί να είναι το καλύτερο πρώτο φιλί στην ιστορία των πρώτων φιλιών». Φέρνει το χέρι μου στο στόμα του και το φιλάει. «Τώρα σταμάτα να μουτρώνεις και βοήθα με να τελειώσω τους κεφτέδες». Χαμογελάω γιατί αυτή ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να φας χυλόπιτα που έχει υπάρξει ποτέ. Θα μπορούσε να μου ρίχνει χυλόπιτα κάθε μέρα για την υπόλοιπη ζωή μου, αρκεί να συνοδευόταν από αυτή τη δικαιολογία. Κουνάει τα χέρια ανάμεσά μας και με περιεργάζεται.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

129

«Εντάξει;» λέει. «Σου αρκεί αυτή η απάντηση για να μπορέσουμε να βγούμε μερικά ακόμα ραντεβού;» Συγκατανεύω. «Ναι. Αλλά κάνεις λάθος σε ένα πράγμα». «Σε ποιο;» «Είπες πως θες το πρώτο μου φιλί να είναι το καλύτερο πρώτο φιλί, αλλά αυτό δε θα είναι το πρώτο μου φιλί. Το γνωρίζεις αυτό». Μ ε κοιτάζει και πιάνει μια ακόμα φορά το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια του. Μ ε σπρώχνει πάλι προς το ψυγείο και φέρνει τα χείλη του επικίνδυνα κοντά στα δικά μου. Το χαμόγελο έχει εξαφανιστεί από τα μάτια του και έχει δώσει τη θέση του σε μια πολύ σοβαρή έκφραση. Μ ια τόσο έντονη έκφραση που σταματάω να αναπνέω. Γέρνει προς το μέρος μου τρομακτικά αργά, μέχρι που τα χείλη του σχεδόν ακουμπούν τα δικά μου. Αδημονώ τόσο πολύ να με φιλήσουν, ώστε νιώθω να παραλύω. Δεν κλείνει τα μάτια του, έτσι δεν τα κλείνω ούτε κι εγώ. Μ ε κρατάει σε αυτή τη στάση για λίγη ώρα, ενώ ανακατεύονται οι αναπνοές μας. Δεν έχω αισθανθεί ποτέ ξανά τόσο ανήμπορη και τόσο εκτός ελέγχου – και, αν δεν κάνει κάτι στα επόμενα τρία δευτερόλεπτα, το πιο πιθανό είναι ότι θα του ορμήσω. Κοιτάζει τα χείλη μου και αυτό με κάνει να δαγκώσω το κάτω χείλος μου προκειμένου να μη δαγκώσω αυτόν. «Άσε με να σε ενημερώσω για κάτι» μου λέει χαμηλόφωνα. «Τη στιγμή που τα χείλη μου θα ακουμπήσουν τα δικά σου θα είναι το πρώτο σου φιλί. Γιατί αν δεν έχεις αισθανθεί τίποτα κάθε φορά που κάποιος σε φιλάει, τότε κανένας δε σε έχει φιλήσει πραγματικά. Όχι όπως έχω σκοπό εγώ να σε φιλήσω». Κατεβάζει τα χέρια του και συνεχίζει να με κοιτάζει στα μάτια ενώ πηγαίνει με την πλάτη προς το φούρνο. Γυρίζει να ανακατέψει τα μακαρόνια σαν να μην έχει καταστρέψει οποιαδήποτε σχέση με κάποιο άλλο αγόρι για την υπόλοιπη ζωή μου. Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου, οπότε κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ. Γλιστράω αργά στο ψυγείο μέχρι ο πισινός μου να ακουμπήσει στο πάτωμα, και τότε παίρνω μιαν ανάσα.


130

COLLEEN HOOVER

15. lol: σύντμηση του αγγλικού laugh out loud που σημαίνει γελάω δυνατά. (Σ.τ.Μ.) 16. lots of love: με πολύ αγάπη. (Σ.τ.Μ.) 17. Συντμήσεις: OMG = Oh my God (Θεέ μου)· WTF = What the fuck (τι στο διάολο)· IDK = I don’t know (δεν ξέρω). (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

131

Σάββατο, 1η Σεπτεμβρίου 2012 7:15 μμ

«Η μακαρονάδα σου είναι του κώλου». Τρώω άλλη μια πιρουνιά και κλείνω τα μάτια μου για να απολαύσω την ωραιότερη μακαρονάδα που έχω ίσως φάει ποτέ. «Έχεις πάθει την πλάκα σου και το ξέρεις» μου λέει. Σηκώνεται από το τραπέζι, πιάνει δυο χαρτοπετσέτες και μου δίνει τη μία. «Τώρα σκούπισε το σαγόνι σου, γιατί έχεις πασαλειφτεί με τη μακαρονάδα του κώλου». Μ ετά από το περιστατικό στο ψυγείο η βραδιά εξελίχθηκε φυσιολογικά. Μ ου έδωσε ένα ποτήρι νερό, με βοήθησε να σηκωθώ από το πάτωμα, μου έριξε μια ξυλιά στον πισινό και με έχωσε στο μαγείρεμα. Αυτό ήταν ό,τι χρειαζόμουν για να μην αισθάνομαι αμήχανα. Μ ια ξυλιά στον πισινό. «Έχεις παίξει ποτέ “Ψάχνοντας για την αλήθεια στο Δείπνο”;» τον ρωτάω. «Θέλω να το παίξω;» με ρωτάει κουνώντας το κεφάλι του. «Είναι ένας καλός τρόπος να μάθει ο ένας τον άλλον. Από το επόμενο ραντεβού θα περνάμε τον περισσότερο χρόνο μας να φασωνόμαστε, οπότε καλό είναι να ξεμπερδεύουμε με τα διάφορα ερωτηματικά που έχουμε σήμερα». «Σωστό και αυτό» λέει γελώντας. «Και πώς παίζεται;» «Σε ρωτάω μια πολύ προσωπική και άβολη ερώτηση και εσύ δεν μπορείς να πιεις ή να φας μέχρι να απαντήσεις ειλικρινά. Και το αντίστροφο». «Εύκολο ακούγεται. Και τι γίνεται αν δεν απαντήσω την


132

COLLEEN HOOVER

ερώτηση;» με ρωτάει. «Θα πεθάνεις της πείνας». Χτυπάει νευρικά τα δάχτυλά του στο τραπέζι και στη συνέχεια αφήνει το πιρούνι του κάτω. «Μ έσα». Κανονικά θα έπρεπε να είχα προετοιμάσει τις ερωτήσεις, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο, αφού μόλις έβγαλα αυτό το παιχνίδι από το μυαλό μου. Πίνω μια γουλιά από το αναψυκτικό μου και σκέφτομαι. Μ ε αγχώνει λίγο η ιδέα να σκαλίσω πολύ βαθιά, γιατί κάθε φορά καταλήγουμε σε καβγά. «Εντάξει, λοιπόν, έχω μία ερώτηση». Αφήνω το ποτήρι μου και ακουμπάω αναπαυτικά πίσω στην καρέκλα. «Γιατί στο μπακάλικο με ακολούθησες μέχρι το αυτοκίνητό μου;» «Γιατί, όπως σου είπα, σε πέρασα για κάποια άλλη». «Το ξέρω, αλλά ποια;» Ανακάθεται αμήχανα στη θέση του και καθαρίζει το λαιμό του για να μιλήσει. Κάνει να πιάσει το ποτήρι του αλλά τον εμποδίζω. «Δεν πίνεις. Πρέπει να απαντήσεις στην ερώτηση πρώτα». Αναστενάζει αλλά ενδίδει. «Δεν ήμουν σίγουρος ποια μου θύμισες, αλλά μου θύμισες κάποια. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πως μου θύμισες την αδελφή μου». Σουφρώνω τη μύτη μου. «Σου θυμίζω την αδελφή σου; Αυτό είναι κάπως χοντρό, Χόλντερ». Γελάει και στη συνέχεια κάνει μια γκριμάτσα. «Όχι έτσι. Καθόλου έτσι. Δεν έχεις καμία σχέση με το πώς ήταν εκείνη. Απλά κάτι που είδα σε σένα με έκανε να τη σκεφτώ. Δεν ξέρω καν γιατί σε πήρα από πίσω. Ήταν όλο πολύ σουρεαλιστικό. Η όλη κατάσταση ήταν πολύ παράξενη, και μετά πέφτω πάνω σου έξω από το σπίτι μου και…» Αφήνει την πρότασή του στη μέση και κοιτάζει το χέρι του καθώς τα δάχτυλά του διατρέχουν το περίγραμμα του πιάτου. «Ήταν σαν να ήταν μοιραίο να συμβεί» λέει χαμηλόφωνα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και ρουφάω την απάντησή του μένοντας στην τελευταία πρόταση. Μ ε κοιτάζει με αγχωμένο βλέμμα και καταλαβαίνω πως νομίζει ότι η απάντησή του μπορεί να με φόβισε. Του χαμογελάω καθησυχαστικά και του δείχνω το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

133

ποτήρι του. «Μ πορείς να πιεις τώρα. Η σειρά σου να με ρωτήσεις». «Α, αυτή είναι εύκολη» λέει. «Θέλω να ξέρω σε ποιανού τα χωράφια έχω μπει. Έλαβα σήμερα από κάποιον ένα περίεργο μήνυμα. Το μόνο που έλεγε ήταν το εξής: “Αν βγαίνεις με το κορίτσι μου να αγοράσεις δικό σου χρόνο για μηνύματα και να μην ξοδεύεις τον δικό μου, ηλίθιε”». «Αυτή είναι η Σιξ» του λέω γελώντας. «Αυτή που μου στέλνει την καθημερινή μου δόση θετικής σκέψης». «Αυτό έλπιζα κι εγώ». Γέρνει μπροστά και με κοιτάζει έντονα. «Γιατί είμαι πολύ ανταγωνιστικός και αν το μήνυμα προερχόταν από κάποιο αγόρι η απάντησή μου δε θα ήταν και τόσο καλή όσο ήταν». «Απάντησες; Τι είπες;» «Αυτή είναι η ερώτησή σου; Γιατί αν δεν είναι θέλω να φάω μία μπουκιά ακόμη». «Να κάτσεις στα αυγά σου και να απαντήσεις στην ερώτηση» του λέω. «Ναι, απάντησα στο μήνυμά της. Της είπα το εξής: “Πώς αγοράζω περισσότερα λεπτά;”» Έχω γίνει μαρμελάδα αυτή τη στιγμή και προσπαθώ να μη χαμογελάσω σαν χαζή. Είναι θλιβερό και αξιολύπητο θέαμα. Έτσι κουνάω το κεφάλι μου. «Σ’ την έσκασα, δεν ήταν αυτή η ερώτησή μου. Είναι ακόμη η σειρά μου». Παριστάνει τον απελπισμένο κι αφήνει κάτω το πιρούνι του. «Το φαγητό μου κρυώνει». Ακουμπάω τους αγκώνες μου στο τραπέζι και διπλώνω τα χέρια μου κάτω από το σαγόνι μου. «Θέλω να μάθω για την αδελφή σου. Και γιατί μιλάς για αυτή σε παρελθοντικό χρόνο». Γέρνει το κεφάλι του προς τα πίσω και κοιτάζει ψηλά, ενώ τρίβει το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Βάζεις το μαχαίρι στο κόκαλο, ε;» «Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Δεν έβγαλα εγώ τους κανόνες». Αναστενάζει και μου χαμογελάει, αλλά υπάρχει μια υποψία θλίψης στο χαμόγελό του που με κάνει να εύχομαι να μπορούσα να πάρω πίσω την ερώτηση.


134

COLLEEN HOOVER

«Θυμάσαι που σου είπα πως η περσινή χρονιά ήταν πολύ σκατά για την οικογένειά μου;» Γνέφω καταφατικά. Ξεροβήχει και παίζει πάλι με το περίγραμμα του πιάτου του. «Η αδελφή μου πέθανε πριν από δεκατρείς μήνες. Αυτοκτόνησε, παρ’ όλο που η μητέρα μου δε θέλει να το λέμε έτσι, αλλά πως πήρε σκόπιμα υπερβολική δόση». Δε σταματάει να με κοιτάζει όσο μιλάει, οπότε ως ένδειξη σεβασμού δεν παίρνω το βλέμμα μου, αν και μου είναι τρομερά δύσκολο να τον κοιτάζω στα μάτια αυτή τη στιγμή. Δεν έχω ιδέα τι να του πω, αλλά εγώ φταίω που ήρθε το θέμα στην επιφάνεια. «Πώς την έλεγαν;» «Λέσλι. Εγώ τη φώναζα Λες». Ακούγοντας από τον ίδιο πώς φώναζε χαϊδευτικά την αδελφή του, με καταλαμβάνει μια τεράστια θλίψη και ξαφνικά νιώθω πως μου κόπηκε η όρεξη. «Ήταν μεγαλύτερη από σένα;» Γέρνει μπροστά, πιάνει το πιρούνι του και το γυρίζει μέσα στο πιάτο του. Φέρνει μια πιρουνιά με μακαρόνια στο στόμα του και μου λέει άτονα πριν τη φάει: «Ήμασταν δίδυμοι». Χριστέ μου. Πάω να πιάσω το ποτήρι μου αλλά μου το παίρνει από τα χέρια και κουνάει το κεφάλι του. «Σειρά μου» λέει μπουκωμένος. Καταπίνει, πίνει μια γουλιά και σκουπίζει το στόμα του με μια χαρτοπετσέτα. «Θέλω να μάθω για τον μπαμπά σου». Είναι η σειρά μου να βγάλω ένα βογκητό δυσαρέσκειας. Διπλώνω τα χέρια μου μπροστά στο τραπέζι και αποδέχομαι το ότι με πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. «Όπως σου είπα, δεν τον έχω δει από τριών χρονών. Δεν τον θυμάμαι καθόλου. Ή έτσι νομίζω τουλάχιστον. Δε θυμάμαι καν πώς μοιάζει». «Η μαμά σου δεν έχει φωτογραφίες του;» Μ ου έρχεται σαν φλασιά, καθώς μου κάνει αυτή την ερώτηση, πως δε γνωρίζει καν ότι είμαι υιοθετημένη. «Θυμάσαι που μου είπες ότι η μαμά μου φαίνεται πολύ νέα; Ε λοιπόν, αυτό συμβαίνει γιατί είναι πολύ νέα. Μ ε έχει υιοθετήσει». Το ότι είμαι υιοθετημένη ποτέ δε μου άφησε κάποιο στίγμα που έπρεπε να ξεπεράσω. Ποτέ δεν αισθάνθηκα αμηχανία ή


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

135

ντροπή για αυτό ή την ανάγκη να το κρύψω. Αλλά από τον τρόπο που με κοιτάει ο Χόλντερ αυτή τη στιγμή θα νόμιζε κανείς πως του είπα πως γεννήθηκα με πέος. Μ ε κοιτάζει άβολα και με κάνει νευρική. «Τι ’ναι; Πρώτη φορά συναντάς κάποιον που είναι υιοθετημένος;» Του παίρνει μερικά ακόμη δευτερόλεπτα να συνέλθει, αλλά ένα χαμόγελο αντικαθιστά τη σαστισμένη του έκφραση. «Σε υιοθέτησαν στα τρία σου; Η Κάρεν;» Συγκατανεύω. «Μ ε έβαλαν σε ανάδοχη οικογένεια στα τρία μου, όταν πέθανε η βιολογική μου μητέρα. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να με μεγαλώσει μόνος του. Ή δεν ήθελε να με μεγαλώσει μόνος του. Όπως και να ’χει, το ίδιο μού κάνει. Ήμουν τρομερά κωλόφαρδη που βρέθηκε η Κάρεν και δε με νοιάζει καθόλου να μάθω τι έγινε. Αν ήθελε να μάθει πού είμαι, θα είχε έρθει να με βρει». Μ πορώ να καταλάβω από το ύφος του ότι δεν έχει τελειώσει με τις ερωτήσεις, αλλά θέλω να φάω μια μπουκιά και να πάρω πάλι εγώ το μπαλάκι. Δείχνω με το πιρούνι μου το μπράτσο του. «Τι σημαίνει το τατουάζ σου;» Βγάζει το μπράτσο του προς τα έξω και δείχνει με τα δάχτυλά του το τατουάζ. «Είναι για να μου υπενθυμίζει. Το έκανα αφού πέθανε η Λες». «Τι να σου υπενθυμίζει;» Σηκώνει το ποτήρι του και παίρνει τα μάτια του από τα δικά μου. Είναι η μοναδική ερώτηση που δεν μπορεί να απαντήσει κοιτώντας με κατάματα. «Μ ου υπενθυμίζει τους ανθρώπους που έχω απογοητεύσει στη ζωή μου». Πίνει μια γουλιά και αφήνει το ποτήρι στο τραπέζι συνεχίζοντας να αποφεύγει τη ματιά μου. «Δεν είναι και πολύ διασκεδαστικό αυτό το παιχνίδι ε;» Γελάει γλυκά. «Καθόλου. Είναι μάλλον για κλάματα». Μ ε κοιτάζει και χαμογελάει. «Αλλά πρέπει να το συνεχίσουμε γιατί έχω κι άλλες ερωτήσεις. Θυμάσαι τίποτα από την εποχή πριν σε υιοθετήσουν;» Κουνάω το κεφάλι μου. «Δε θα το ’λεγα. Κάποια σκόρπια πράγματα, αλλά έρχεται κάποια στιγμή που, αν δεν υπάρχει


136

COLLEEN HOOVER

κάποιος να επικυρώσει τις αναμνήσεις σου, στο τέλος τις χάνεις εντελώς. Το μόνο πράγμα που έχω από πριν με υιοθετήσει η Κάρεν είναι ένα κόσμημα που δεν ξέρω καν ποιανού είναι. Δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω τι ήταν πραγματικότητα, τι όνειρο και τι είδα στην τηλεόραση». «Θυμάσαι τη μητέρα σου;» Κάθομαι για λίγο και συλλογίζομαι την ερώτησή του. Δε θυμάμαι τη μητέρα μου. Καθόλου. Αυτό είναι το μόνο πράγμα από το παρελθόν μου που με θλίβει. «Η Κάρεν είναι η μητέρα μου» λέω απότομα. «Σειρά μου. Τελευταία ερώτηση. Πότε θα φάμε επιδόρπιο;» «Έχουμε αρκετό επιδόρπιο;» μου λέει περιπαικτικά. Τον κοιτάζω και κάνω την τελευταία μου ερώτηση: «Γιατί τον πλάκωσες στο ξύλο;». Μ πορώ να καταλάβω από την έκφρασή του ότι δε χρειάζεται να πω περισσότερα. Κουνάει το κεφάλι του και σπρώχνει το πιάτο του μακριά. «Δε θέλεις να μάθεις την απάντηση σε αυτό, Σκάι. Θα επιλέξω την τιμωρία». «Μ α θέλω να μάθω». Γέρνει το κεφάλι του στο πλάι και πιάνει με το χέρι του το πιγούνι του. «Όπως σου είπα ήδη, τον έδειρα γιατί ήταν μαλάκας». Τον κοιτάζω έντονα. «Αυτό είναι αοριστολογία και εσύ δε μιλάς με αοριστολογίες». Δεν αλλάζει η έκφρασή του και συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα. «Ήταν η πρώτη μου μέρα στο σχολείο αφότου πέθανε η Λες. Πήγαινε κι εκείνη σ’ αυτό το σχολείο, οπότε όλοι ήξεραν τι είχε γίνει. Άκουσα λοιπόν στο διάδρομο αυτό τον τύπο να λέει κάτι για τη Λες καθώς περνούσα από δίπλα του. Διαφωνούσα με το σχόλιό του και του το έδειξα. Το παρατράβηξα, και κάποια στιγμή ήμουν από πάνω του και δε με ένοιαζε. Τον χτυπούσα ξανά και ξανά και ούτε που με ένοιαζε. Το χειρότερο στην όλη ιστορία είναι ότι αυτό το παιδί θα μείνει μάλλον κουφό από το αριστερό του αυτί και ακόμα δε με νοιάζει». Μ ε χαζεύει αλλά δε με κοιτάζει ουσιαστικά. Έχει αυτό το σκληρό, ψυχρό βλέμμα που έχω ξαναδεί. Δε μου άρεσε ούτε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

137

τότε ούτε τώρα. Αλλά τουλάχιστον τώρα μπορώ να το καταλάβω περισσότερο. «Τι είπε για εκείνη;» Κάθεται πίσω στην καρέκλα του και κοιτάζει το κενό πάνω στο τραπέζι. «Τον άκουσα να γελάει και να λέει στο φίλο του πως η Λες διάλεξε τον εγωιστικό, εύκολο δρόμο. Είπε πως, αν δεν ήταν τόσο δειλή, θα είχε παλέψει». «Τι να παλέψει;» «Τη ζωή» λέει αδιάφορα. «Εσύ δεν πιστεύεις πως διάλεξε τον εύκολο δρόμο» του λέω κάνοντας την πρόταση να ακουστεί πιο πολύ ως δήλωση παρά ως ερώτηση. Ο Χόλντερ γέρνει μπροστά και παίρνει το χέρι μου ανάμεσα στα δικά του. Μ ου χαϊδεύει με τους αντίχειρες την παλάμη και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, μου αφήνει το χέρι. «Η Λες ήταν το πιο γενναίο άτομο που ήξερα. Θέλει πολλά κότσια για να κάνει κάποιος αυτό που έκανε. Έτσι απλά, να το τελειώσεις, χωρίς να ξέρεις τι υπάρχει μετά; Χωρίς να ξέρεις αν υπάρχει κάτι μετά; Είναι πιο εύκολο να ζεις μια ζωή χωρίς ζωή μέσα της, παρά να πεις “δε γαμιέται” και να την κάνεις. Είναι από τους λίγους που απλά είπαν “δε γαμιέται”. Και θα της πλέκω το εγκώμιο κάθε μέρα όσο ζω, καθώς παραείμαι χέστης για να κάνω το ίδιο». Παίρνει το χέρι μου ανάμεσα στα δικά του κι αμέσως συνειδητοποιώ πως τρέμω. Τον κοιτάζω που με καρφώνει με το βλέμμα του. Δεν υπάρχουν λόγια για όλο αυτό, οπότε δεν προσπαθώ καν να πω κάτι. Σηκώνεται, σκύβει πάνω στο τραπέζι και βάζει τα χέρια του στον αυχένα μου. Μ ε φιλάει στην κορφή του κεφαλιού και στη συνέχεια με αφήνει για να πάει στην κουζίνα. «Θέλεις μπράουνις ή μπισκότα;» ρωτάει πάνω από τον ώμο του σαν να μη με έχει αφήσει άναυδη. Γυρίζει να με κοιτάξει και τον παρακολουθώ σοκαρισμένη. Δεν ξέρω καν τι να πω. Μ όλις παραδέχτηκε πως είναι αυτοκτονικός; Το είπε μεταφορικά; Ήταν απλά μελοδραματικός; Δεν έχω ιδέα τι να κάνω με τη βόμβα που μόλις μου πέταξε. Φέρνει ένα πιάτο με μπράουνις και μπισκότα, το αφήνει στο


138

COLLEEN HOOVER

τραπέζι και μετά γονατίζει μπροστά μου. «Έι» μου λέει τρυφερά παίρνοντας στα χέρια του το πρόσωπό μου. Η έκφρασή του είναι ήρεμη. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις, αν αυτό σε φρίκαρε. Δεν έχει γαμηθεί το μυαλό μου. Δεν είμαι ανισόρροπος. Δεν υποφέρω από μετατραυματικό στρες. Είμαι απλά ένας αδελφός που αγαπούσε την αδελφή του πιο πολύ και από τη ζωή του, οπότε γίνομαι λίγο έντονος όταν τη σκέφτομαι. Και αν προσπαθώ να το διαχειριστώ με το να λέω στον εαυτό μου πως ό,τι έκανε ήταν σπουδαίο, παρ’ όλο που δεν ήταν, κάνω απλώς αυτό και μόνο – προσπαθώ να το διαχειριστώ». Μ ου κρατάει σφιχτά το πρόσωπο, με κοιτάζει απελπισμένα και θέλει να καταλάβω από πού έρχεται. «Αγαπούσα πάρα πολύ αυτό το κορίτσι, Σκάι. Έχω ανάγκη να πιστέψω πως αυτό που έκανε ήταν η μόνη λύση που είχε, γιατί αν δεν το πιστέψω δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν τη βοήθησα να βρει μια άλλη». Πιέζει το μέτωπό του πάνω στο δικό μου. «Εντάξει;» Συγκατανεύω και βγάζω τα χέρια του από το πρόσωπό μου. Δεν μπορώ να τον αφήσω να με δει να το κάνω αυτό. «Πρέπει να πάω στο μπάνιο». Κάνει πίσω, τρέχω στο μπάνιο, κλείνω την πόρτα και μετά κάνω κάτι που δεν έχω κάνει από πέντε χρονών. Κλαίω. Δεν κλαίω γοερά. Δεν ξεσπάω σε λυγμούς και δεν κάνω καν κάποιο θόρυβο. Ένα μόνο δάκρυ τρέχει στο μάγουλό μου και είναι ήδη πάρα πολύ, οπότε το σκουπίζω αμέσως. Παίρνω ένα χαρτομάντιλο και σκουπίζω τα μάτια μου σε μια προσπάθεια να εμποδίσω πιθανά δάκρυα. Ακόμα δεν ξέρω τι να του πω, αλλά νομίζω πως έκλεισε πολύ όμορφα το θέμα, οπότε το αφήνω για την ώρα. Κουνάω τα χέρια μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα κι ανοίγω την πόρτα. Κάθεται στην άκρη του διαδρόμου με σταυρωμένους τους αστραγάλους και τα χέρια του στις τσέπες. Μ ε το που βγαίνω κάνει ένα βήμα προς το μέρος μου. «Είμαστε εντάξει;» με ρωτάει. Βάζω το καλύτερό μου χαμόγελο και του γνέφω καταφατικά. Στη συνέχεια παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Σ’ το είπα πως σε θεωρώ έντονο. Αυτό αποδεικνύει πως έχω δίκιο».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

139

Χαμογελάει και με σπρώχνει προς το δωμάτιό μου. Μ ε αγκαλιάζει από πίσω και ακουμπάει το σαγόνι του στο κεφάλι μου καθώς πηγαίνουμε προς το δωμάτιό μου. «Σε αφήνουν να μείνεις έγκυος τώρα;» Γελάω. «Όχι αυτό το Σαββατοκύριακο. Εξάλλου πρέπει πρώτα να φιλήσεις ένα κορίτσι πριν το γκαστρώσεις». «Μ ήπως κάποιος όσο έκανε μαθήματα κατ’ οίκον δεν έκανε σεξουαλική αγωγή;» μου λέει. «Γιατί θα μπορούσα πανεύκολα να σε γκαστρώσω χωρίς να σε φιλήσω ούτε μια φορά. Θέλεις να σου δείξω;» Πηδάω πάνω στο κρεβάτι, αρπάζω το βιβλίο και το ανοίγω στο σημείο που το είχαμε αφήσει χθες το βράδυ. «Σε πιστεύω. Εξάλλου ελπίζω πως θα πάρουμε μια γερή δόση σεξουαλικής αγωγής πριν φτάσουμε στην τελευταία σελίδα». Ο Χόλντερ πέφτει στο κρεβάτι και εγώ ξαπλώνω δίπλα του. Μ ε παίρνει αγκαλιά και με τραβάει κοντά του, οπότε εγώ ακουμπάω το κεφάλι μου στο στήθος του και αρχίζω το διάβασμα. ***

Ξέρω ότι δεν το κάνει επίτηδες, αλλά όση ώρα διαβάζω μου αποσπά εντελώς την προσοχή. Κοιτάζει προς το μέρος μου, παρακολουθεί το στόμα μου όσο διαβάζω και παίζει με τα δάχτυλά του τα μαλλιά μου. Κάθε φορά που αλλάζω σελίδα, του ρίχνω μια ματιά και έχει πάντα στο πρόσωπό του την ίδια έκφραση συγκέντρωσης. Μ ια έκφραση τόσο συγκεντρωμένη στο στόμα μου, που αποδεικνύει πως δεν έχει προσέξει ούτε μία λέξη απ’ όσα διαβάζω. Κλείνω το βιβλίο και το ακουμπάω στο στομάχι μου. Δε νομίζω ν’ αντιλαμβάνεται καν ότι έχω κλείσει το βιβλίο. «Γιατί σταμάτησες να μιλάς;» μου λέει χωρίς ν’ αλλάξει έκφραση ή να πάρει ούτε λεπτό τα μάτια του από το στόμα μου. «Να μιλάω;» τον ρωτάω παραξενεμένη. «Χόλντερ, διαβάζω. Έχει διαφορά το ένα από το άλλο. Και, από ό,τι φαίνεται, δεν έδωσες καθόλου σημασία».


140

COLLEEN HOOVER

Μ ε κοιτάζει στα μάτια και χαμογελάει. «Κι όμως έδωσα σημασία. Στο στόμα σου. Όχι στα λόγια που έβγαιναν από αυτό, αλλά στο ίδιο σου το στόμα». Μ ε ξαπλώνει ανάσκελα, γλιστράει δίπλα μου και με τραβάει ξανά κοντά του. Η έκφρασή του παραμένει η ίδια και με κοιτάζει σαν να θέλει να με φάει. Μ ακάρι να το έκανε. Φέρνει τα δάχτυλά του στα χείλη μου και σχεδιάζει το περίγραμμά τους. Είναι τόσο υπέροχη αίσθηση, ώστε κρατώ την ανάσα μου από φόβο μη σταματήσει. Θα ορκιζόμουν πως είναι λες και τα δάχτυλά του ακουμπούν κάθε ευαίσθητο σημείο σε όλο μου το σώμα. «Έχεις ωραίο στόμα» μου λέει. «Δεν μπορώ να σταματήσω να το κοιτάζω». «Πρέπει να το δοκιμάσεις» του λέω. «Είναι πολύ νόστιμο». Κλείνει σφιχτά τα μάτια του και βγάζει ένα βογκητό. Στη συνέχεια χώνει το κεφάλι του στο λαιμό μου. «Σταμάτα, σατανική μάγισσα». Γελάω και κουνάω το κεφάλι μου. «Μ ε τίποτα. Εσύ έβαλες αυτό τον ηλίθιο κανόνα, εγώ γιατί να τον υποστηρίξω;» «Γιατί ξέρεις ότι έχω δίκιο. Δεν μπορώ να σε φιλήσω απόψε, γιατί το φιλί οδηγεί στο επόμενο βήμα που οδηγεί στο επόμενο βήμα και με το ρυθμό που έχουμε εμείς θα μας έχουν τελειώσει όλες οι πρώτες φορές μέχρι το επόμενο Σαββατοκύριακο. Δε θες να παρατείνουμε τις πρώτες φορές για λιγάκι;» Βγάζει το κεφάλι του από το λαιμό μου και με κοιτάζει. «Οι πρώτες φορές;» ρωτάω. «Πόσες πρώτες φορές υπάρχουν δηλαδή;» «Δεν υπάρχουν τόσες πολλές, για αυτό και πρέπει να τις παρατείνουμε. Ήδη έχουμε περάσει πολλές από τη μέρα που γνωριστήκαμε». Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι για να τον κοιτάζω κατάματα. «Ποιες πρώτες φορές έχουμε ήδη περάσει;» «Τα εύκολα. Πρώτη αγκαλιά, πρώτο ραντεβού, πρώτος καβγάς, πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε μαζί – παρ’ όλο που εγώ δεν κοιμήθηκα. Μ ετά βίας έχουμε αφήσει μερικές. Πρώτο φιλί. Πρώτη φορά που θα κοιμηθούμε μαζί ενώ θα είμαστε και οι δύο


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

141

ξύπνιοι. Πρώτος γάμος. Πρώτο παιδί. Μ ετά από αυτά θα έχουμε τελειώσει. Η ζωή μας θα είναι κοινή και βαρετή και θα πρέπει να σε χωρίσω για να παντρευτώ μια γυναίκα είκοσι χρόνια νεότερή μου, ώστε να έχω πάλι πολλές πρώτες φορές μαζί της ενώ εσύ θα μεγαλώνεις παιδιά». Μ ου πιάνει το μάγουλο και χαμογελάει. «Οπότε βλέπεις, μωρό μου; Το κάνω αυτό για το δικό σου καλό. Όσο πιο πολύ περιμένω για να σε φιλήσω, τόσο περισσότερος καιρός θα περάσει πριν αναγκαστώ να σε παρατήσω στα κρύα του λουτρού». Γελάω. «Το σκεπτικό σου με τρομάζει. Νομίζω πως δε μου αρέσεις πια». Γλιστράει πάνω μου κρατώντας το βάρος του με τα χέρια του. «Νομίζεις πως δε σου αρέσω; Αυτό μπορεί και να σημαίνει πως νομίζεις πως σου αρέσω». Κουνάω το κεφάλι μου. «Δε μου αρέσεις καθόλου. Μ ε απωθείς. Στην πραγματικότητα, καλύτερα να μη με φιλήσεις γιατί είμαι σίγουρη πως θα ξεράσω». Γελάει και στη συνέχεια στηρίζεται στο ένα του χέρι ενώ είναι ακόμα πάνω μου. Χαμηλώνει το κεφάλι του και ακουμπάει τα χείλη του στο αυτί μου. «Είσαι ψεύτρα» μου ψιθυρίζει. «Μ ε γουστάρεις και με παραγουστάρεις και θα σ’ το αποδείξω». Κλείνω τα μάτια μου και αναστενάζω τη στιγμή που τα χείλη του ακουμπούν το λαιμό μου. Μ ε φιλάει μαλακά ακριβώς κάτω από το αυτί μου και νιώθω όλο το δωμάτιο να περιστρέφεται σαν παιχνίδι του λούνα παρκ. Μ ου ψιθυρίζει πάλι στο αυτί: «Το αισθάνθηκες αυτό;». Μ ετά βίας κάνω ένα αρνητικό νεύμα. «Θέλεις να το ξανακάνω;» Κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου από πείσμα, αλλά ελπίζω να έχει τηλεπαθητικές ικανότητες και να μπορεί να με ακούσει που ουρλιάζω μέσα στο κεφάλι μου: ναι, γαμώτο, μου άρεσε. Ναι, γαμώτο, θέλω να το ξανακάνει. Γελάει καθώς κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου κι έτσι φέρνει τα χείλια του πιο κοντά στο στόμα μου. Μ ε φιλάει στο μάγουλο και συνεχίζει με πεταχτά φιλιά προς το αυτί μου, όπου σταματάει και μου ψιθυρίζει πάλι: «Αυτό πώς σου φάνηκε;».


142

COLLEEN HOOVER

Θεέ μου, ποτέ στη ζωή μου δεν έχω μη βαρεθεί τόσο πολύ. Δε με φιλάει καν και είναι ήδη το καλύτερο φιλί που είχα ποτέ. Κουνάω ξανά το κεφάλι μου, ενώ έχω κλειστά τα μάτια μου γιατί δε θέλω να ξέρω τι θα επακολουθήσει. Όπως αυτό το χέρι που ανεβαίνει από το μπούτι μου προς τη μέση μου. Γλιστράει το χέρι του κάτω από το μπλουζάκι μου ώσπου τα δάχτυλά του να ακουμπήσουν την άκρη του παντελονιού μου και αφήνει το χέρι του εκεί, κουνώντας μαλακά τον αντίχειρά του μπρος και πίσω στο στομάχι μου. Νιώθω τόσο πολύ κάθε λεπτομέρεια από τα πάντα που κάνει αυτή τη στιγμή, ώστε θα μπορούσα να ξεχωρίσω τα δαχτυλικά του αποτυπώματα από μια σειρά υπόπτων. Διατρέχει με τη μύτη του το περίγραμμα του σαγονιού μου και το γεγονός ότι αναπνέει τόσο βαριά όσο εγώ με διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχει περίπτωση να αντέξει να μη με φιλήσει απόψε. Αυτό τουλάχιστον ελπίζω σαν τρελή. Όταν πλησιάζει ξανά το αυτί μου, αυτή τη φορά δε μιλάει, αλλά το φιλάει, και δεν υπάρχει έστω και ένα νεύρο στο σώμα μου που να μην το αισθάνεται. Από την κορφή του κεφαλιού μου μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου, ολόκληρο το σώμα μου φωνάζει για το στόμα του. Ακουμπάω το χέρι μου στο σβέρκο του και ανατριχιάζει ολόκληρος. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτή η απλή κίνηση κλονίζει την απόφασή του και για ένα δευτερόλεπτο η γλώσσα του ακουμπάει στο λαιμό μου. Βογκάω και αυτός ο ήχος τού φέρνει παροξυσμό. Φέρνει το χέρι του από τη μέση μου στο πλάι του κεφαλιού μου και κολλάει το λαιμό μου στο στόμα του χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί. Ανοίγω τα μάτια μου σοκαρισμένη με το πόσο γρήγορα άλλαξε η στάση του. Φιλάει, γλείφει και ερεθίζει κάθε πιθαμή του λαιμού μου, αγκομαχώντας για αέρα μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Το μάτι μου παίρνει τ’ αστέρια στο ταβάνι μου, αλλά δεν προλαβαίνω να μετρήσω ούτε ένα: χάνομαι και προσπαθώ να συγκρατήσω τα βογκητά που ντρέπομαι να αφήσω ελεύθερα. Απομακρύνει τα χείλη του από το λαιμό μου προς το στήθος μου. Αν δεν είχαμε περιορισμένο απόθεμα από πρώτες φορές, θα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

143

έσκιζα την μπλούζα μου και θα του έλεγα να συνεχίσει. Όμως δε μου δίνει καν αυτή την επιλογή. Ανεβαίνει πάλι πίσω στο λαιμό μου, στο πιγούνι μου, και με φιλάει τρυφερά ολόγυρα στο στόμα μου προσέχοντας να μην αγγίξει ούτε μία φορά τα χείλη μου. Τα μάτια μου είναι κλειστά, αλλά αισθάνομαι την αναπνοή του στο στόμα μου και ξέρω πως δίνει μάχη για να μη με φιλήσει. Ανοίγω τα μάτια μου να τον κοιτάξω και το βλέμμα του είναι καρφωμένο πάλι στα χείλια μου. «Είναι τόσο τέλεια» μου λέει με κομμένη την ανάσα. «Σαν καρδιές. Θα μπορούσα στην κυριολεξία να χαζεύω τα χείλια σου για μέρες και να μη βαριέμαι». «Όχι, μην το κάνεις αυτό. Αν το μόνο που θα κάνεις είναι να κοιτάς, τότε θα βαρεθώ εγώ». Κάνει μια γκριμάτσα και είναι φανερό πως δυσκολεύεται πραγματικά πολύ να μη με φιλήσει. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τον κάνει να κοιτάζει τόσο έντονα τα χείλια μου, αλλά είναι ό,τι πιο καυτό αυτή τη στιγμή. Κάνω λοιπόν κάτι που δεν έπρεπε να κάνω. Τα γλείφω. Αργά. Βογκάει ξανά και ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό μου. Βγάζει το χέρι του και πέφτει όλος πάνω μου πιέζοντας το σώμα του στο δικό μου. Παντού. Όλο του το σώμα. Βογκάμε ταυτόχρονα καθώς ενώνονται τέλεια τα σώματά μας και ξαφνικά είναι σαν να ’χει δοθεί το σύνθημα. Του τραβάω την μπλούζα και αυτός είναι γονατιστός βοηθώντας με να τη βγάλω από το κεφάλι του. Μ ε το που τη βγάζει εντελώς, τυλίγω τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και τον κλειδώνω σφιχτά πάνω μου, γιατί δε θα υπήρχε κάτι πιο ζόρικο αυτή τη στιγμή από το να αποτραβηχτεί από πάνω μου. Ακουμπάει πάλι το μέτωπό του στο δικό μου και τα σώματά μας ενώνονται σαν τα δύο τελευταία κομμάτια ενός παζλ. Κουνιέται αργά προς τα μένα και κάθε φορά που το κάνει τα χείλια του έρχονται όλο και πιο κοντά, μέχρι που ίσα που ακουμπούν τα δικά μου. Δεν κλείνει όμως το κενό ανάμεσα στα στόματά μας, παρ’ όλο που το θέλω σαν τρελή. Τα χείλια μας απλά ακουμπάνε αλλά δε φιλιούνται. Κάθε φορά που έρχεται πιο κοντά μου, αφήνει μια ανάσα που μπαίνει στο στόμα μου και


144

COLLEEN HOOVER

προσπαθώ να τις εισπνεύσω όλες, λες και μόνο με αυτές θα επιβιώσω αυτή τη στιγμή. Παραμένουμε σε αυτόν το ρυθμό για αρκετά λεπτά, χωρίς κανένας από τους δύο να θέλει να είναι αυτός που θα προκαλέσει πρώτος το φιλί. Είναι ολοφάνερο πως και οι δυο το θέλουμε, αλλά είναι επίσης ολοφάνερο πως μπορεί να βρήκα το δάσκαλό μου σε ό,τι αφορά το πείσμα. Κρατάει το κεφάλι μου σταθερό και πιέζει το μέτωπό του στο δικό μου, αλλά απομακρύνει τα χείλη του τόσο από τα δικά μου ώστε να μπορεί να τα γλείψει. Όταν τα ακουμπάει πάλι στα δικά μου, η υγρασία των χειλιών του πάνω στα δικά μου με στέλνει. Μ ετατοπίζει το βάρος του και, δεν ξέρω τι γίνεται όταν το κάνει αυτό, αλλά το κεφάλι μου πέφτει πίσω και ψελλίζω τις λέξεις «Θεέ μου». Γέρνοντας το κεφάλι μου προς τα πίσω, δεν ήθελα να το απομακρύνω από το στόμα του, γιατί μου άρεσε που ήταν εκεί, αλλά μου αρέσει ακόμη περισσότερο εκεί που είμαι τώρα. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από την πλάτη του και χώνω το κεφάλι μου μέσα στο λαιμό του προσπαθώντας να βρω λίγη ισορροπία, γιατί νιώθω σαν να έχει μετατοπιστεί η γη από τον άξονά της και ο Χόλντερ είναι ο πυρήνας. Συνειδητοποιώ τι πρόκειται να συμβεί και αρχίζω να πανικοβάλλομαι. Εκτός από το μπλουζάκι του, φοράμε όλα μας τα ρούχα και δε φιλιόμαστε καν… Αλλά οι ρυθμικές κινήσεις του έχουν τέτοια επίδραση πάνω στο σώμα μου, ώστε νιώθω το δωμάτιο να στροβιλίζεται. Αν δε σταματήσει αυτό που κάνει, θα λιώσω εντελώς και αυτό θα σηματοδοτήσει πιθανά την πιο ντροπιαστική στιγμή της ζωής μου. Αλλά αν του ζητήσω να σταματήσει θα σταματήσει, και αυτό θα σηματοδοτήσει πιθανά την πιο απογοητευτική στιγμή της ζωής μου. Προσπαθώ να αναπνέω πιο ήρεμα και να περιορίσω στο ελάχιστο τους ήχους που βγαίνουν από τα χείλη μου, αλλά έχω χάσει κάθε είδους αυτοέλεγχο. Είναι ολοφάνερο πως το σώμα μου απολαμβάνει με το παραπάνω αυτήν τη χωρίς φιλιά επαφή και δεν μπορώ να βρω τη δύναμη να σταματήσω. Θα προσπαθήσω το επόμενο καλύτερο βήμα. Θα ζητήσω από αυτόν να σταματήσει.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

145

«Χόλντερ» του λέω ξέπνοα, χωρίς να θέλω πραγματικά να σταματήσει, αλλά ελπίζοντας πως θα πιάσει το υπονοούμενο και θα σταματήσει. Πρέπει να σταματήσει. Έπρεπε να έχει σταματήσει εδώ και δύο λεπτά. Δε σταματάει. Συνεχίζει να φιλάει το λαιμό μου και να κουνάει το σώμα του προς το δικό μου με έναν τρόπο που τα αγόρια μού το έχουν ξανακάνει, αλλά αυτή τη φορά είναι διαφορετικά. Είναι τόσο απίστευτα διαφορετικά και υπέροχα και με τρομάζει. «Χόλντερ». Προσπαθώ να φωνάξω το όνομά του, αλλά δε μου έχει μείνει καθόλου δύναμη. Φιλάει το πλάι του κεφαλιού μου και χαλαρώνει το ρυθμό του, αλλά δε σταματάει. «Σκάι, αν μου ζητάς να σταματήσω θα το κάνω. Αλλά ελπίζω πως δε μου το ζητάς, γιατί δε θέλω να σταματήσω, οπότε σε παρακαλώ». Κάνει πίσω και με κοιτάζει στα μάτια ενώ ίσα που κουνάει το σώμα του. Τα μάτια μου είναι γεμάτα πόνο και ανησυχία και μου μιλάει με κομμένη την ανάσα. «Σου υπόσχομαι πως δε θα προχωρήσουμε περισσότερο. Αλλά σε παρακαλώ μη μου ζητάς να σταματήσω εδώ που φτάσαμε. Έχω ανάγκη να σε βλέπω και να σε ακούω, γιατί το ότι νιώθεις πραγματικά αυτό που γίνεται τώρα είναι γαμάτο. Σε νιώθω απίστευτα και όλο αυτό είναι απίστευτη αίσθηση και σε παρακαλώ. Απλά… σε παρακαλώ». Φέρνει το στόμα του στο δικό μου και μου δίνει το πιο γλυκό πεταχτό φιλί. Είναι αρκετό για να πάρω μια ιδέα τού πώς θα είναι το κανονικό του φιλί. Και μόνο η σκέψη του με κάνει να ριγήσω. Σταματάει να κινείται και σηκώνεται από πάνω μου περιμένοντας να αποφασίσω. Τη στιγμή που αποτραβιέται από πάνω μου, η απογοήτευση βαραίνει το στήθος μου και νιώθω ότι θέλω να κλάψω. Όχι επειδή σταμάτησε ή επειδή δεν ξέρω τι να κάνω… αλλά γιατί ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι δύο άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν επαφή σε τόσο προσωπικό επίπεδο και πως αυτή η επαφή θα ήταν τόσο τέλεια. Λες και ο λόγος της ύπαρξης του ανθρώπου περιστρέφεται γύρω από αυτή τη στιγμή, γύρω από εμάς τους δύο. Ό,τι έχει συμβεί μέχρι τώρα ή θα συμβεί στο


146

COLLEEN HOOVER

μέλλον σε αυτό τον κόσμο είναι απλά το φόντο σε αυτό που συμβαίνει ανάμεσά μας αυτή τη στιγμή – και δε θέλω να σταματήσει. Δε θέλω. Κουνάω το κεφάλι μου καθώς κοιτάζω τα ικετευτικά του μάτια και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να του ψιθυρίσω: «Μ ην. Ό,τι και αν κάνεις, μη σταματάς». Γλιστράει το χέρι του στο πίσω μέρος του λαιμού μου και κολλάει το μέτωπό του στο δικό μου. «Σε ευχαριστώ» μου ψιθυρίζει και πέφτει μαλακά πάλι πάνω μου για να επανέλθει η προηγούμενη επαφή. Φιλάει πολλές φορές το στόμα μου στις άκρες, καθώς και το σαγόνι και το λαιμό μου. Όσο πιο γρήγορα αναπνέει αυτός, τόσο πιο γρήγορα αναπνέω κι εγώ. Όσο πιο γρήγορα ανασαίνω, τόσο πιο πολύ με φιλάει στο λαιμό. Όσο πιο πολύ με φιλάει στο λαιμό, τόσο πιο γρήγορα κουνιόμαστε μαζί – αποκτώντας έναν βασανιστικό ρυθμό που, κρίνοντας από το σφυγμό μου, δε θα κρατήσει πολύ. Χώνω τις φτέρνες μου στο κρεβάτι και τα νύχια μου στην πλάτη του. Σταματάει να με φιλάει στο λαιμό και με κοιτάζει με ξαναμμένα μάτια. Καρφώνει το βλέμμα του πάλι στο στόμα μου και, όσο κι αν θέλω να τον παρακολουθώ να με κοιτάζει έτσι, δεν μπορώ να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Κλείνουν από μόνα τους μόλις ένα πρώτο κύμα ανατριχίλας διαπεράσει το σώμα μου ως προειδοποίηση του τι θα επακολουθήσει. «Άνοιξε τα μάτια σου» μου λέει σθεναρά. Θα το έκανα αν μπορούσα, αλλά είμαι εντελώς ανήμπορη. «Σε παρακαλώ». Αυτή η μία λέξη ήταν ό,τι χρειαζόμουν να ακούσω και τα μάτια μου ανοίγουν αμέσως. Μ ε κοιτάζει τόσο έντονα που κάνει τη στιγμή πιο προσωπική κι από το να φιλιόμασταν. Όσο δύσκολο κι αν είναι να το κάνω αυτή τη στιγμή, κρατάω το βλέμμα μου κλειδωμένο στο δικό του, σφίγγω τα σεντόνια μέσα στις γροθιές μου και ευχαριστώ τη Μ οίρα που έφερε αυτό το τελειωμένο, χωρίς ελπίδα αγόρι στη ζωή μου. Γιατί μέχρι αυτή τη στιγμή –μέχρι να νιώσω τα κύματα ηδονής και να δω το απόλυτο φως– δεν ήξερα καν πως μου έλειπε. Όπως είμαι από κάτω του αρχίζω να ριγώ, αλλά δεν παίρνει ούτε στιγμή τη ματιά του. Όσο και να προσπαθήσω δεν μπορώ


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

147

να κρατήσω πια τα μάτια μου ανοιχτά, οπότε τα αφήνω να κλείσουν. Νιώθω τα χείλια του να ακουμπάνε απαλά τα δικά μου, αλλά ακόμα δε με φιλάει. Τα στόματά μας ακουμπάνε το ένα πάνω στο άλλο πεισματικά και έτσι οι ανάσες μου, τα τελευταία μου βογκητά και ίσως ένα μέρος της καρδιάς μου φεύγουν από μένα και εισχωρούν σε αυτόν. Επανέρχομαι μαλακά πίσω στη γη και αυτός συνεχίζει να με κρατάει γερά, αφήνοντάς μου χρόνο να επανέλθω από μια εμπειρία για την οποία κατάφερε να μην αισθανθώ καμία ντροπή. Αφού πια είμαι σωματικά και συναισθηματικά εντελώς εξουθενωμένη και το σώμα μου τρέμει ολόκληρο, συνεχίζει να με φιλάει στο λαιμό και στους ώμους και όπου αλλού είναι κοντά στο σημείο που θέλω πιο πολύ από όλα να με φιλήσει – στο στόμα. Αλλά, προφανώς, εκείνος από πείσμα προτιμά να εμμείνει στην απόφασή του παρά να υποχωρήσει, καθώς φέρνει το πρόσωπό του κοντά στο δικό μου αλλά και πάλι δεν κάνει την κίνηση. Μ ου χαϊδεύει τα μαλλιά απομακρύνοντας κάποιες τούφες από το μέτωπό μου. «Είσαι απίστευτη» μου ψιθυρίζει, κοιτώντας με αυτή τη φορά στα μάτια και όχι στο στόμα. Τα λόγια του με αποζημιώνουν για το πείσμα του και έτσι δεν μπορώ παρά να του χαμογελάσω. Πέφτει στο κρεβάτι δίπλα μου ασθμαίνοντας ακόμη, ενώ προσπαθεί να συγκρατήσει τον πόθο που εξακολουθεί να τον διακατέχει. Κλείνω τα μάτια μου και ακούω τη σιωπή ανάμεσά μας, καθώς οι κοφτές μας ανάσες παίρνουν σιγά σιγά έναν μαλακό, γλυκό ρυθμό. Είναι ήσυχα και ήρεμα και ίσως η πιο γαλήνια στιγμή που έχω βιώσει ποτέ. Ο Χόλντερ πλησιάζει το χέρι του και τυλίγει το μικρό του δαχτυλάκι γύρω από το δικό μου, λες και δεν έχει δύναμη να πιάσει ολόκληρο το χέρι μου. Αλλά είναι ωραία, γιατί έχουμε κρατηθεί ξανά από τα χέρια αλλά ποτέ από τα δαχτυλάκια… και συνειδητοποιώ πως είναι άλλη μια πρώτη φορά για κάτι. Και συνειδητοποιώντας αυτό δεν απογοητεύομαι, γιατί ξέρω πως μαζί του οι πρώτες φορές δεν παίζουν κανένα ρόλο. Θα


148

COLLEEN HOOVER

μπορούσε να με φιλήσει για πρώτη φορά ή για εικοστή ή για εκατομμυριοστή και να μη με νοιάζει αν είναι η πρώτη ή όχι, γιατί είμαι σίγουρη πως μόλις σπάσαμε το ρεκόρ για το καλύτερο πρώτο φιλί στην ιστορία των πρώτων φιλιών χωρίς καν να φιληθούμε. Μ ετά από αρκετή ώρα σιωπής παίρνει μια βαθιά ανάσα, ανακάθεται στο κρεβάτι και με κοιτάζει. «Πρέπει να φύγω. Δεν μπορώ να μείνω μαζί σου στο κρεβάτι ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω». Γέρνω προς το μέρος του και τον κοιτάζω αποκαρδιωμένη καθώς σηκώνεται και βάζει την μπλούζα του. Χαμογελάει βλέποντάς με να μουτρώνω και σκύβει, μέχρις ότου το πρόσωπό του να βρεθεί επικίνδυνα κοντά στο δικό μου. «Όταν σου είπα πως δε θα σε φιλήσω απόψε το εννοούσα. Αλλά, γαμώτο σου, Σκάι. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δύσκολο θα το έκανες!» Περνάει το χέρι του στο σβέρκο μου και βγάζω μια πνιχτή ανάσα παρακαλώντας η καρδιά μου να παραμείνει στη θέση της. Μ ε φιλάει στο μάγουλο και αισθάνομαι το δισταγμό του προτού απομακρυνθεί απρόθυμα. Προχωράει με την πλάτη προς το παράθυρο κοιτώντας με όλη την ώρα. Πριν βγει έξω, βγάζει το κινητό του, γράφει κάτι για λίγα δευτερόλεπτα και το βάζει πίσω στην τσέπη του. Μ ου χαμογελάει, σκαρφαλώνει έξω από το παράθυρο και το κλείνει φεύγοντας. Βρίσκω κάπως τη δύναμη να πεταχτώ πάνω και να τρέξω στην κουζίνα. Αρπάζω το τηλέφωνό μου σίγουρη πως μου έχει στείλει μήνυμα. Είναι όμως μόνο μία λέξη. Απίστευτα. Χαμογελάω, γιατί ήταν. Απολύτως.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

149


150

COLLEEN HOOVER

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

«Έι» Έχω το κεφάλι μου χωμένο μέσα στα χέρια μου. Δε θέλω αυτός να με ξαναδεί να κλαίω. Το ξέρω πως δε θα με κοροϊδέψει – κανένας από τους δύο δε θα με κορόιδευε ποτέ. Αλλά δεν ξέρω καν γιατί κλαίω και θα ήθελα να σταματήσω αλλά δεν μπορώ και το μισώ, το μισώ, το μισώ. Αυτός κάθεται δίπλα μου στο πεζοδρόμιο και εκείνη κάθεται από την άλλη πλευρά. Συνεχίζω να μην τους κοιτάζω και είμαι ακόμα στενοχωρημένη αλλά δε θέλω να φύγουν γιατί αισθάνομαι όμορφα κοντά τους. «Αυτό μπορεί να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα» μου λέει. «Έφτιαξα ένα για την κάθε μια σήμερα στο σχολείο». Δε μου ζητάει να κοιτάξω οπότε δεν το κάνω, αλλά αισθάνομαι να μου ακουμπάει κάτι στο γόνατο. Δεν κουνιέμαι. Δε μου αρέσει να μου κάνουν δώρα και δε θέλω να με δει να το κοιτάζω. Με σκυμμένο το κεφάλι συνεχίζω να κλαίω και μακάρι να ήξερα τι μου συμβαίνει. Κάτι δεν πάει καλά με μένα, αλλιώς δε θα αισθανόμουν έτσι κάθε φορά που συμβαίνει. Γιατί πρέπει να συμβαίνει. Τουλάχιστον αυτό μου έχει πει ο μπαμπάς. Πρέπει να συμβαίνει και πρέπει να σταματήσω να κλαίω, γιατί στενοχωριέται τόσο πολύ όταν κλαίω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Κάθονται δίπλα μου για αρκετή ώρα, αλλά δεν ξέρω πόση πολλή ώρα γιατί δεν ξέρω αν οι ώρες είναι πιο μεγάλες από τα λεπτά. Σκύβει και μου ψιθυρίζει στο αυτί. «Μην ξεχνάς αυτό που σου είπα. Θυμάσαι τι πρέπει να κάνεις όταν είσαι στενοχωρημένη;» Κάνω νεύμα μέσα από τα χέρια μου αλλά δεν τον κοιτάζω. Το κάνω αυτό που μου έχει πει πως πρέπει να κάνω όταν είμαι λυπημένη, αλλά μερικές φορές παραμένω λυπημένη έτσι κι αλλιώς. Μένουν μαζί μου λίγες ακόμα ώρες ή λεπτά αλλά μετά αυτή σηκώνεται. Μακάρι να έμεναν για ένα λεπτό ακόμα ή για δύο ώρες. Ποτέ δε με ρωτάνε τι έχω και για αυτό τους αγαπώ τόσο πολύ και θα ’θελα να μείνουν μαζί μου. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά μέσα από τον αγκώνα μου και βλέπω τα πόδια της να απομακρύνονται από μένα. Πιάνω το δώρο της και το εξετάζω με τα δάχτυλά μου. Μου έκανε ένα βραχιόλι. Είναι ελαστικό, μοβ και έχει μια μισή καρδιά. Το φοράω και χαμογελάω παρ’ όλο που ακόμη κλαίω. Σηκώνω το κεφάλι μου και είναι ακόμα εδώ και με κοιτάζει. Φαίνεται λυπημένος και αισθάνομαι άσχημα γιατί νομίζω πως εγώ τον στενοχωρώ. Σηκώνεται και κοιτάζει το σπίτι μου. Το κοιτάζει πολλή ώρα χωρίς να πει τίποτα. Πάντα σκέφτεται πολύ και αναρωτιέμαι τι σκέφτεται συνεχώς. Σταματάει να κοιτάζει το σπίτι και κοιτάζει πάλι εμένα. «Μην ανησυχείς» μου λέει προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Δε θα ζήσει για πάντα». Κάνει μεταβολή και προχωράει προς το σπίτι του κι εγώ κλείνω τα μάτια μου και χώνω πάλι το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου. Δεν ξέρω γιατί το είπε αυτό. Δε θέλω να πεθάνει ο μπαμπάς μου. Απλά θέλω να σταματήσει να με φωνάζει Πριγκίπισσα.

151


152

COLLEEN HOOVER


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

153

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012 7:20 πμ

Δεν το βγάζω συχνά, αλλά για κάποιο λόγο σήμερα θέλω να του ρίξω μια ματιά. Φαντάζομαι πως επειδή το Σάββατο με τον Χόλντερ μιλούσαμε για το παρελθόν, ένιωσα μια νοσταλγία. Το ξέρω πως είπα στον Χόλντερ ότι ποτέ δε θα έψαχνα να βρω τον πατέρα μου, αλλά μερικές φορές είμαι περίεργη. Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι πώς ένας γονιός μεγαλώνει το παιδί του για μερικά χρόνια και μετά, έτσι απλά, το δίνει αλλού. Ποτέ δε θα το καταλάβω και ίσως δε χρειάζεται. Για αυτό και δεν πιέζω τα πράγματα. Δεν κάνω ποτέ ερωτήσεις στην Κάρεν. Ποτέ δεν προσπαθώ να διαχωρίσω τις αναμνήσεις από τα όνειρα και δε μου αρέσει να τα συζητάω… γιατί απλά δεν το χρειάζομαι. Βγάζω το βραχιόλι από το κουτί και το φοράω. Δεν ξέρω ποιος μου το έδωσε, αλλά ούτε και που με νοιάζει. Είμαι σίγουρη πως, ζώντας δύο χρόνια σε ανάδοχες οικογένειες, θα είχα λάβει πολλά δώρα από φίλους. Η διαφορά με αυτό το δώρο είναι πως συνδέεται με τη μοναδική ανάμνηση που έχω από εκείνη τη ζωή. Το βραχιόλι επιβεβαιώνει ότι η ανάμνησή μου είναι αληθινή. Και το να γνωρίζω πως η ανάμνηση είναι αληθινή επιβεβαιώνει πως ήμουν κάποτε κάποια άλλη πριν γίνω εγώ. Ένα κορίτσι που δε θυμάμαι. Ένα κορίτσι που έκλαιγε πολύ. Ένα κορίτσι που δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είμαι σήμερα. Κάποια μέρα θα το πετάξω αυτό το βραχιόλι, γιατί πρέπει. Αλλά σήμερα νιώθω απλά την ανάγκη να το φορέσω.


154

COLLEEN HOOVER ***

Ο Χόλντερ και εγώ αποφασίσαμε χθες να πάρουμε μια ανάσα και να μην ιδωθούμε. Και λέω ανάσα γιατί το βράδυ του Σαββάτου περάσαμε αρκετή ώρα στο κρεβάτι μου χωρίς να αναπνέουμε καθόλου. Εξάλλου η Κάρεν γύριζε σπίτι και το τελευταίο πράγμα που είχα όρεξη ήταν να της συστήσω ξανά τον νέο μου… ό,τι κι αν είναι. Δεν πήγαμε τη συζήτηση τόσο μακριά ώστε να δώσουμε ένα χαρακτηρισμό σε αυτό που συμβαίνει ανάμεσά μας. Νιώθω πως δεν τον ξέρω αρκετά για να τον αποκαλέσω το αγόρι μου, δεδομένου πως ακόμα δεν έχουμε καν φιληθεί. Αλλά από την άλλη τα παίρνω χοντρά στη σκέψη και μόνο να φιλάει κάποια άλλη. Οπότε είτε είμαστε ζευγάρι είτε όχι, εγώ θεωρώ ότι έχουμε αποκλειστικότητα. Μ πορείς βέβαια να έχεις αποκλειστικότητα με κάποιον που δεν έχεις ακόμα φιλήσει; Η αποκλειστικότητα και το «τα έχουμε» είναι το ίδιο αποκλειστικά; Γελάω δυνατά μόνη μου. Ή αλλιώς lol; Όταν ξύπνησα χθες το πρωί είχα δύο μηνύματα. Αρχίζω να τη βρίσκω με τα μηνύματα. Γίνομαι πολύ χαζοχαρούμενη όταν λαμβάνω κάποιο και δεν μπορώ καν να φανταστώ πόσο εθιστικά μπορεί να είναι τα ηλεκτρονικά μηνύματα, το Facebook και ό,τι άλλο έχει σχέση με την τεχνολογία. Το ένα μήνυμα ήταν από τη Σιξ που μου έλεγε για τις ζαχαροπλαστικές μου ικανότητες και με διέταζε να της τηλεφωνήσω την Κυριακή το βράδυ από το σπίτι της για να τα πούμε. Της τηλεφώνησα. Μ ιλήσαμε για καμιά ώρα και ήταν εξίσου ενθουσιασμένη με εμένα που ο Χόλντερ δεν είναι αυτό που νομίζαμε. Τη ρώτησα για τον Λορέντζο και δεν ήξερε καν για ποιον μιλούσα, οπότε απλά γέλασα και το άφησα το θέμα. Μ ου λείπει και μου τη δίνει που έφυγε, αλλά ξέρω ότι το γουστάρει πολύ και αυτό με χαροποιεί. Το δεύτερο μήνυμα ήταν από τον Χόλντερ. Το μόνο που έλεγε ήταν: Δε θέλω ούτε να σκέφτομαι πως θα σε δω τη Δευτέρα στο σχολείο. Τόσο χάλια. Το τρέξιμο ήταν το σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου, αλλά τώρα είναι το να λαμβάνω προσβλητικά μηνύματα από τον Χόλντερ. Και, μιλώντας για τρέξιμο και Χόλντερ, δεν


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

155

το κάνουμε πια μαζί. Αφού ανταλλάξαμε αρκετά μηνύματα χθες, αποφασίσαμε πως ίσως να είναι καλύτερα να μην τρέχουμε μαζί σε καθημερινή βάση, γιατί μπορεί να είναι υπερβολή να βλεπόμαστε τόσο πολύ τόσο σύντομα. Του είπα πως δεν ήθελα τα πράγματα να γίνουν περίεργα μεταξύ μας. Εξάλλου ντρέπομαι πολύ όταν είμαι ιδρωμένη, λαχανιασμένη, βρομάω και μου τρέχουν οι μύξες, οπότε θα προτιμούσα να τρέχω μόνη μου. Τώρα στέκομαι μπροστά από το ντουλαπάκι μου, ζαβλακωμένη, να κωλοβαράω κατά κάποιον τρόπο, γιατί στην ουσία δε θέλω να μπω στην τάξη. Είναι η πρώτη ώρα και είναι το μόνο μάθημα που έχω κοινό με τον Χόλντερ, οπότε έχω πολύ άγχος για το πώς θα εξελιχθεί. Βγάζω το βιβλίο του Μ πρέκιν από το σακίδιό μου, καθώς και δυο ακόμη βιβλία που του έφερα, και βάζω τα υπόλοιπα πράγματά μου στο ντουλάπι. Μ παίνω στην τάξη και πηγαίνω στο θρανίο μου, αλλά ο Μ πρέκιν δεν έχει έρθει ακόμα, ούτε και ο Χόλντερ. Κάθομαι και κοιτάζω έντονα την πόρτα χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί έχω τόσο άγχος. Είναι απλά διαφορετικό να τον βλέπω εδώ αντί στα δικά μου λημέρια. Το δημόσιο σχολείο παραείναι… δημόσιο. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χόλντερ, ενώ τον ακολουθεί ο Μ πρέκιν. Κατευθύνονται και οι δυο προς το πίσω μέρος της τάξης. Ο Χόλντερ προχωράει στο διάδρομο και μου χαμογελάει και ο Μ πρέκιν προχωράει χαμογελώντας μου στον άλλο διάδρομο κρατώντας δύο καφέδες. Ο Χόλντερ έρχεται στο θρανίο δίπλα μου και αρχίζει να αδειάζει την τσάντα του, ενώ την ίδια στιγμή ο Μ πρέκιν ακουμπάει τους καφέδες στο ίδιο θρανίο. Κοιτάζονται και στη συνέχεια κοιτάνε εμένα. Νιώθω παράξενα. Κάνω το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω σε περίεργες καταστάσεις – χρησιμοποιώ το σαρκασμό. «Φαίνεται πως έχουμε ένα ζόρι εδώ, αγόρια». Χαμογελάω και στους δύο και μετά ρίχνω τη ματιά μου στον καφέ που κρατάει ο Μ πρέκιν. «Βλέπω πως ο Μ ορμόνος από δω έφερε στη βασίλισσά του τα δώρα του, που είναι ο καφές. Πολύ εντυπωσιακό». Κοιτάζω τον Χόλντερ και ανασηκώνω το φρύδι μου. «Θες να μας αποκαλύψεις τα δικά σου δώρα τελειωμένο,


156

COLLEEN HOOVER

χωρίς ελπίδα αγόρι, ώστε να αποφασίσω ποιος θα με συνοδέψει σήμερα στο θρόνο της τάξης;» Ο Μ πρέκιν με κοιτάζει λες και είμαι τρελή. Ο Χόλντερ γελάει και παίρνει το σακίδιό του από το θρανίο. «Φαίνεται πως κάποιος σήμερα χρειάζεται κάνα μήνυμα που θα καταποντίσει το εγώ του». Μ ετακινεί το σακίδιό του στο θρανίο μπροστά από τον Μ πρέκιν και κάθεται. Ο Μ πρέκιν συνεχίζει να στέκεται όρθιος κρατώντας και τους δύο καφέδες με ένα εντελώς χαμένο ύφος. Αρπάζω τη μία κούπα. «Συγχαρητήρια, κύριε. Είσαι ο εκλεκτός της βασίλισσας για σήμερα. Κάτσε. Ήταν ένα Σαββατοκύριακο, πού να σ’ τα λέω». Ο Μ πρέκιν κάθεται, ακουμπάει τον καφέ στο θρανίο και βγάζει το σακίδιο από τον ώμο του ενώ με κοιτάζει καχύποπτα όλη αυτή την ώρα. Ο Χόλντερ έχει γυρίσει λοξά στο θρανίο του και με χαζεύει. Δείχνω με το χέρι μου τον Χόλντερ. «Μ πρέκιν, αυτός είναι ο Χόλντερ. Ο Χόλντερ δεν είναι το αγόρι μου, αλλά αν τον πιάσω να προσπαθεί να σπάσει το ρεκόρ του πρώτου φιλιού με καμιάν άλλη θα γίνει αμέσως το νεκρό μη-αγόρι μου». Ο Χόλντερ ανασηκώνει το φρύδι του και χαμογελάει αμυδρά. «Κι εγώ το ίδιο». Τα λακκάκια του με προκαλούν και πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου να τον κοιτάζει κατάματα, γιατί αλλιώς μπορεί να ξεφύγω και να κάνω κάτι που θα με στείλει κατευθείαν στο γραφείο για αποβολή. Δείχνω προς την πλευρά του Μ πρέκιν. «Χόλντερ, αυτός είναι ο Μ πρέκιν και είναι ο καινούργιος καλυτερότερος φίλος μου σε ολόκληρο τον κόσμο». Ο Μ πρέκιν κοιτάζει τον Χόλντερ και ο Χόλντερ τού χαμογελάει καθώς τον πλησιάζει για να σφίξει το χέρι του. Ο Μ πρέκιν σφίγγει το χέρι του Χόλντερ και στη συνέχεια γυρίζει και με κοιτάζει. «Το μη-αγόρι σου ξέρει πως είμαι Μ ορμόνος;» Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. «Τελικά αποδείχτηκε πως ο Χόλντερ δεν έχει καθόλου θέμα με τους Μ ορμόνους. Απλά έχει θέμα με τους μαλάκες». Ο Μ πρέκιν γελάει και λέει στον Χόλντερ: «Σε αυτή την περίπτωση, καλώς ήρθες στη συμμαχία μας».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

157

Ο Χόλντερ χαμογελάει αμυδρά, αλλά κοιτάζει έντονα τον καφέ πάνω στο θρανίο του Μ πρέκιν. «Νόμιζα πως στους Μ ορμόνους απαγορεύεται η χρήση καφεΐνης». Ο Μ πρέκιν τού λέει ανασηκώνοντας του ώμους: «Αποφάσισα να παραβιάσω αυτό τον κανονισμό τη μέρα που ξύπνησα γκέι». Ο Χόλντερ γελάει, ο Μ πρέκιν χαμογελάει και όλα στον κόσμο είναι ρόδινα. Ή τουλάχιστον στον κόσμο της πρώτης διδακτικής περιόδου. Γέρνω πίσω στην καρέκλα μου και χαμογελάω. Τελικά όλο αυτό δε θα είναι καθόλου δύσκολο. Για την ακρίβεια, μόλις άρχισα να γουστάρω το δημόσιο σχολείο. ***

Μ ετά το μάθημα ο Χόλντερ με ακολουθεί στο ντουλάπι μου. Δε μιλάμε. Αλλάζω τα βιβλία μου και αυτός σκίζει κι άλλα προσβλητικά σημειώματα που έχουν αφήσει στο ντουλάπι μου. Σήμερα μετά το μάθημα υπήρχαν μόνο δύο σημειώματα κολλημένα στο ντουλάπι, γεγονός που με λυπεί λιγάκι. Τα παρατάνε τόσο εύκολα, μόλις από τη δεύτερη εβδομάδα… Τα κάνει ένα κουβάρι και τα πετάει στο πάτωμα, ενώ εγώ κλείνω το ντουλάπι μου και γυρίζω προς το μέρος του. Γέρνουμε και οι δύο πάνω στο ντουλάπι και κοιταζόμαστε κατάματα. «Ψαλίδισες λίγο τα μαλλιά σου» του λέω μόλις το αντιλαμβάνομαι. Περνάει τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του και χαμογελάει. «Ναι. Βλέπεις, μια γκόμενα που ξέρω δε σταματούσε να γκρινιάζει για τα μαλλιά μου. Ήταν τρομερά σπαστικό». «Μ ου αρέσουν». Χαμογελάει. «Χαίρομαι». Σουφρώνω τα χείλια μου και πηγαίνω μπρος πίσω πάνω στις πατούσες μου. Μ ου χαμογελάει και φαίνεται γλύκας. Αν αυτή τη στιγμή δεν ήμασταν σε ένα διάδρομο γεμάτο κόσμο, θα τον άρπαζα από την μπλούζα και θα τον τραβούσα πάνω μου ώστε να του δείξω πόσο γλύκας μού φαίνεται. Αντί για αυτό, όμως, διώχνω τούτες τις εικόνες από το μυαλό μου και του


158

COLLEEN HOOVER

χαμογελάω. «Νομίζω πως πρέπει να πάμε στην τάξη». «Ναι, αμέ» λέει χωρίς να κάνει βήμα. Στεκόμαστε εκεί ακίνητοι για τουλάχιστον τριάντα δευτερόλεπτα ακόμη, προτού με πιάσουν τα γέλια, δώσω μια κλοτσιά στο ντουλάπι και πάω να φύγω. Αρπάζει το χέρι μου και με τραβάει πίσω τόσο γρήγορα που βγάζω έναν πνιχτό ήχο. Πριν το καταλάβω, βρίσκομαι με την πλάτη στο ντουλάπι και αυτός στέκεται μπροστά μου κλείνοντάς μου το δρόμο με τα χέρια του. Μ ου χαμογελάει πονηρά και στη συνέχεια ανασηκώνει το πρόσωπό μου προς το δικό του. Μ ε το δεξί του χέρι μού χαϊδεύει το μάγουλο και το σαγόνι και μετά πιάνει το πρόσωπό μου. Χαϊδεύει τρυφερά τα χείλη μου και εγώ πρέπει να υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό μου πως είμαστε σε δημόσιο χώρο και δεν μπορώ να λειτουργήσω παρορμητικά. Σπρώχνω τον εαυτό μου στα ντουλάπια που είναι πίσω μου προσπαθώντας να στηριχτώ πάνω τους καθώς τα γόνατά μου αρχίζουν να με εγκαταλείπουν. «Μ ακάρι να σε είχα φιλήσει το βράδυ του Σαββάτου» μου λέει. Κοιτάζει τα χείλη μου τα οποία συνεχίζει να χαϊδεύει με τον αντίχειρά του. «Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τι γεύση μπορεί να έχεις». Πιέζει τον αντίχειρά του στη μέση των χειλιών μου και στη συνέχεια ακουμπάει το στόμα του πάνω στο δικό μου χωρίς να απομακρύνει τον αντίχειρά του. Τα χείλη του εξαφανίζονται, ο αντίχειράς του εξαφανίζεται και όλα γίνονται τόσο γρήγορα ώστε δεν καταλαβαίνω καν πως και αυτός έχει εξαφανιστεί μέχρι να σταματήσει ο διάδρομος να στροβιλίζεται και να μπορώ να σταθώ ίσια. Δεν ξέρω για πόσον καιρό μπορώ να το αντέξω αυτό. Θυμάμαι το αγχωμένο μου παραλήρημα στην κουζίνα το Σάββατο, όταν ήθελα να με φιλήσει για να ξεμπερδεύουμε. Ούτε που ήξερα σε τι έμπλεκα. ***

«Πώς;» Είναι μόνο μία λέξη, αλλά με το που ακουμπάω το δίσκο μου


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

159

απέναντι από τον Μ πρέκιν ξέρω πολύ καλά σε τι αναφέρεται. Γελάω και αποφασίζω να του ξεράσω όλες τις λεπτομέρειες πριν εμφανιστεί ο Χόλντερ στο τραπέζι μας. Αν εμφανιστεί στο τραπέζι μας. Όχι μόνο δε συζητήσαμε για το ποια είναι η ταυτότητα της σχέσης, αλλά ούτε καν για το πώς θα καθόμαστε στο μεσημεριανό. «Εμφανίστηκε ξαφνικά στο σπίτι μου την Παρασκευή και μετά από αρκετές παρανοήσεις καταλήξαμε τελικά να συμφωνούμε πως απλά είχαμε παρανοήσει ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια φτιάξαμε γλυκά, μετά του διάβασα λίγο από το ερωτικό μυθιστόρημα και πήγε σπίτι του. Ήρθε πάλι το Σάββατο το βράδυ και μου μαγείρεψε. Στη συνέχεια πήγαμε στο δωμάτιό μου και…» Σταματάω να μιλάω καθώς ο Χόλντερ κάθεται δίπλα μου. «Συνέχισε» μου λέει ο Χόλντερ. «Θέλω πολύ να ακούσω τι κάναμε μετά». Κάνω μια γκριμάτσα και ξαναγυρίζω προς τον Μ πρέκιν. «Στη συνέχεια σπάσαμε το ρεκόρ για το καλύτερο πρώτο φιλί στην ιστορία των πρώτων φιλιών χωρίς καν να φιληθούμε». Ο Μ πρέκιν συγκατανεύει κοιτώντας με, με ένα βλέμμα όλο σκεπτικισμό. Ή περιέργεια. «Εντυπωσιακότατο». «Ήταν ένα απελπιστικά βαρετό Σαββατοκύριακο» λέει ο Χόλντερ στον Μ πρέκιν. Γελάω, αλλά ο Μ πρέκιν με κοιτάζει πάλι λες και είμαι τρελή. «Ο Χόλντερ γουστάρει τα βαρετά πράγματα» τον καθησυχάζω. «Αυτό που είπε το είπε για καλό». Ο Μ πρέκιν κοιτάζει μία τον έναν και μία τον άλλον και έπειτα κουνάει το κεφάλι του, πιάνει το πιρούνι του και σκύβει προς το μέρος μας. «Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που με μπερδεύουν σε αυτή τη ζωή» λέει κουνώντας το πιρούνι προς το μέρος μας. «Αλλά εσείς οι δύο αποτελείτε εξαίρεση». Κουνάω το κεφάλι συμφωνώντας απόλυτα. Συνεχίζουμε να τρώμε το μεσημεριανό μας έχοντας μια φυσιολογική και αξιοπρεπή επικοινωνία μεταξύ μας και οι τρεις. Ο Χόλντερ και ο Μ πρέκιν ξεκινούν μια συζήτηση για το βιβλίο που μου δάνεισε ο Μ πρέκιν και το γεγονός πως ο Χόλντερ


160

COLLEEN HOOVER

συζητάει για ένα αισθηματικό μυθιστόρημα είναι από μόνο του διασκεδαστικό, αλλά το ότι λογομαχεί με τον Μ πρέκιν για την πλοκή είναι αρρωστημένα αξιολάτρευτο. Κάθε λίγο και λιγάκι ακουμπάει το χέρι του στο μηρό μου ή μου χαϊδεύει την πλάτη ή μου φιλάει τον κρόταφο και τα κάνει όλα αυτά σαν να είναι η δεύτερη φύση του, αλλά σε εμένα καμία κίνησή του δεν περνάει απαρατήρητη. Προσπαθώ να επεξεργαστώ την αλλαγή του σκηνικού από την προηγούμενη εβδομάδα σε αυτή και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι πως ίσως τα πράγματα να παραείναι καλά. Ό,τι και να είναι αυτό που συμβαίνει, και ό,τι και να κάνουμε, δείχνει πως παραείναι καλό, σωστό και τέλειο – και αυτό με κάνει να σκέφτομαι όλα αυτά τα βιβλία που έχω διαβάσει, όπου, όταν τα πράγματα παραείναι καλά, σωστά και τέλεια, είναι μέχρι να γίνει η άσχημη ανατροπή και να τα εξαφανίσει όλα και εγώ ξαφνικά – «Σκάι» μου λέει ο Χόλντερ χτυπώντας τα δάχτυλά του μπροστά στο πρόσωπό μου. Τον κοιτάζω και βλέπω πως με παρατηρεί έντονα. «Σε ποιον πλανήτη βρίσκεσαι;» Κουνάω το κεφάλι μου και χαμογελάω χωρίς να ξέρω τι ήταν αυτό που προκάλεσε αυτόν το μίνι πανικό στο κεφάλι μου. Γλιστράει τον αντίχειρά του κάτω από το αυτί μου και μου χαϊδεύει το μάγουλο. «Πρέπει να το κόψεις να χάνεσαι έτσι. Μ ε φρικάρει λιγάκι». «Συγγνώμη» του λέω ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αφαιρούμαι εύκολα». Τραβάω το χέρι του από το λαιμό μου σφίγγοντας καθησυχαστικά τα δάχτυλά του. «Αλήθεια σού λέω, είμαι μια χαρά». Το βλέμμα του πέφτει στο χέρι μου. Το πιάνει, σηκώνει το μανίκι μου και στριφογυρνάει τον καρπό μου. «Πού το βρήκες αυτό;» με ρωτάει κοιτώντας τον καρπό μου. Χαμηλώνω το βλέμμα να δω για ποιο πράγμα μιλάει και συνειδητοποιώ πως φοράω ακόμη το βραχιόλι που είχα φορέσει το πρωί. Μ ε κοιτάζει και εγώ ανασηκώνω τους ώμους. Δεν έχω όρεξη να εξηγώ. Είναι πολύπλοκο το θέμα και θα αρχίσει τις ερωτήσεις και η ώρα του φαγητού κοντεύει να τελειώσει. «Πού το βρήκες;» με ξαναρωτάει λίγο πιο απαιτητικά αυτή τη


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

161

φορά. Μ ου σφίγγει τον καρπό και με κοιτάζει ψυχρά περιμένοντας κάποια εξήγηση. Τραβάω μακριά το χέρι μου, καθώς δε μου αρέσει η τροπή που παίρνει το θέμα. «Νομίζεις πως μου το έδωσε κάποιος γκόμενος;» τον ρωτάω σαστισμένη από την αντίδρασή του. Δεν τον είχα κόψει για ζηλιάρη τύπο, αλλά αυτό δε φαίνεται σαν ζήλια, φαίνεται σαν παραφροσύνη. Δεν απαντάει στην ερώτησή μου. Συνεχίζει να με καρφώνει με το βλέμμα του λες και έχω να εξομολογηθώ κάποιο τεράστιο μυστικό το οποίο αρνούμαι να αποκαλύψω. Δεν ξέρω τι περιμένει, αλλά με τη στάση που έχει είναι πιο πιθανό να καταλήξουμε να τον χαστουκίσω παρά να δώσω κάποια εξήγηση. Ο Μ πρέκιν κουνιέται άβολα στη θέση του και λέει. «Χόλντερ. Χαλάρωσε, φίλε». Η έκφραση του Χόλντερ δεν αλλάζει. Για να μην πω πως γίνεται ακόμα πιο ψυχρή. Σκύβει λίγο ακόμη προς το μέρος μου και μου ξαναλέει χαμηλόφωνα: «Ποιος σού έδωσε αυτό το γαμημένο βραχιόλι, Σκάι;». Τα λόγια του βαραίνουν αφόρητα στο στήθος μου και όλα τα προειδοποιητικά σημάδια που αναβόσβηναν μέσα στο κεφάλι μου όταν τον γνώρισα αναβοσβήνουν πάλι, μόνο που αυτή τη φορά είναι με τεράστια φωτεινά γράμματα. Ξέρω πως έχω μείνει με ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια, αλλά είμαι ανακουφισμένη που η ελπίδα δεν είναι κάτι χειροπιαστό, γιατί αλλιώς όλοι τριγύρω μου θα έβλεπαν τη δική μου να καταρρέει. Γυρίζει μπροστά και κλείνει τα μάτια του ενώ ακουμπάει τους αγκώνες στο τραπέζι. Πιέζει με τις παλάμες του το μέτωπό του και παίρνει μια βαθιά αναπνοή. Δεν καταλαβαίνω αν είναι αναπνοή για να ηρεμήσει ή για να συγκρατηθεί μη βάλει τις φωνές. Περνάει το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του και πιάνει το σβέρκο του. «Σκατά!» λέει. Η φωνή του είναι σκληρή και με κάνει να μαζευτώ. Σηκώνεται και φεύγει αναπάντεχα αφήνοντας το δίσκο του στο τραπέζι. Τον ακολουθώ με τα μάτια καθώς διασχίζει την καφετέρια χωρίς να κοιτάξει ούτε μια φορά πίσω του. Κοπανάει την πόρτα της καφετέριας και εξαφανίζεται. Δεν αναπνέω καν


162

COLLEEN HOOVER

μέχρις ότου η πόρτα σταματήσει να κουνιέται και παραμείνει σταθερά κλειστή. Γυρίζω προς τον Μ πρέκιν μπορώντας μόνο να φανταστώ την έκπληξη στο πρόσωπό μου αυτή τη στιγμή. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου, κουνάω το κεφάλι μου και παίζω την τελευταία σκηνή συνεχώς μέσα στο κεφάλι μου. Ο Μ πρέκιν πιάνει το χέρι μου μέσα στο δικό του αλλά δε λέει κάτι. Και τι να πει, άλλωστε. Χάσαμε και οι δύο τα λόγια μας τη στιγμή που ο Χόλντερ εξαφανίστηκε από την πόρτα. Χτυπάει το κουδούνι και ξαφνικά υπάρχει μια τρελή κινητικότητα μέσα στην καφετέρια, αλλά εγώ δεν μπορώ να κουνηθώ. Όλοι τρέχουν τριγύρω να μαζέψουν δίσκους και να καθαρίσουν τραπέζια, αλλά στο δικό μας τραπέζι ο χώρος και ο χρόνος έχουν σταματήσει. Τελικά ο Μ πρέκιν αφήνει το χέρι μου, μαζεύει τους δίσκους μας, μετά το δίσκο του Χόλντερ και καθαρίζει το τραπέζι. Βουτάει το σακίδιό μου, πιάνει το χέρι μου και με σηκώνει. Βάζει το σακίδιό του στους ώμους του και με βγάζει από την καφετέρια. Δε με οδηγεί προς το ντουλάπι μου ούτε προς την τάξη μου. Κρατώντας το χέρι μου και τραβώντας με από πίσω του, με βγάζει στο πάρκινγκ και με χώνει μέσα σε ένα άγνωστο για μένα αυτοκίνητο. Μ παίνει στη θέση του οδηγού, βάζει μπρος και με κοιτάζει κατάματα. «Δε θα σου πω τι πιστεύω για αυτό που έγινε εκεί μέσα. Αλλά ξέρω ότι ήταν μια μαλακία και δεν καταλαβαίνω πώς και δεν κλαις αυτή τη στιγμή, όμως ξέρω πως η καρδιά σου πονάει και ίσως να πονάει και η περηφάνιά σου. Για αυτό χέσ’ το το σχολείο. Πάμε για παγωτό». Βάζει όπισθεν και βγαίνει από το πάρκινγκ. Δεν ξέρω πώς το καταφέρνει αυτό, γιατί ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε λυγμούς, αλλά μετά από αυτά τα λόγια του χαμογελάω. «Λατρεύω το παγωτό». ***

Το παγωτό βοήθησε, αλλά όχι και τόσο πολύ, γιατί τώρα ο


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

163

Μ πρέκιν με έφερε πίσω στο αυτοκίνητό μου και κάθομαι στη θέση του οδηγού χωρίς να μπορώ να κουνηθώ. Είμαι λυπημένη και φοβισμένη και θυμωμένη και αισθάνομαι όλα αυτά που θα έπρεπε να αισθάνομαι μετά από αυτό που συνέβη, αλλά δεν κλαίω. Και δε θα κλάψω. Μ όλις φτάσω σπίτι, κάνω το μόνο πράγμα που βοηθάει. Τρέχω. Μ όνον αφότου επιστρέψω και μπω κάτω από το ντους καταλαβαίνω πως, όπως το παγωτό, ούτε και το τρέξιμο βοήθησε τόσο πολύ. Κάνω τα ίδια πράγματα που κάνω κάθε βράδυ μέσα στην εβδομάδα. Βοηθάω την Κάρεν να φτιάξει βραδινό, τρώω με κείνην και τον Τζακ, κάνω τα μαθήματά μου και διαβάζω ένα βιβλίο. Προσπαθώ να συμπεριφέρομαι σαν να μη με νοιάζει καθόλου, γιατί θα ήθελα να μη με νοιάζει, αλλά τη στιγμή που ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και σβήνω το φως το μυαλό μου αρχίζει να ταξιδεύει. Όμως αυτή τη φορά δεν πάει και πολύ μακριά, γιατί έχω κολλήσει σε ένα πράγμα και μόνο. Γιατί, ρε γαμώτο, δε ζήτησε συγγνώμη; Είχα μία ελπίδα πως θα με περίμενε στο αυτοκίνητό μου, όταν ο Μ πρέκιν με έφερε πίσω από το παγωτό, αλλά δεν το έκανε. Όταν έφτασα στο γκαράζ μου, έλπιζα πως θα ήταν εκεί έτοιμος να ζητήσει συγγνώμη και να μου δώσει έστω και μία υποτυπώδη εξήγηση, αλλά δεν ήταν. Είχα το κινητό μου συνεχώς κρυμμένο στην τσέπη μου (γιατί η Κάρεν ακόμη δεν το ξέρει) και το τσέκαρα όποτε έβρισκα ευκαιρία, αλλά το μόνο μήνυμα που είχα ήταν από τη Σιξ και δεν το έχω καν διαβάσει ακόμη. Οπότε τώρα είμαι στο κρεβάτι μου, αγκαλιά με το μαξιλάρι μου, και αισθάνομαι απίστευτα ένοχη που δε νιώθω την ανάγκη να ρίξω αυγά έξω από το σπίτι του, να του σκάσω τα λάστιχα και να του δώσω μια κλοτσιά στα αρχίδια. Γιατί ξέρω πως αυτό θα ήθελα να αισθάνομαι. Μ ακάρι να τα είχα πάρει στο κρανίο και να μην τον συγχωρούσα ποτέ, γιατί θα αισθανόμουν πολύ καλύτερα από το να αισθάνομαι απογοητευμένη επειδή συνειδητοποίησα πως ο Χόλντερ που είχα αυτό το Σαββατοκύριακο… δεν ήταν καθόλου ο Χόλντερ.


164

COLLEEN HOOVER


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

165

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012 6:15 πμ

Ανοίγω τα μάτια μου και δε σηκώνομαι από το κρεβάτι μέχρι να μετρήσω και τα εβδομήντα έξι αστέρια στο ταβάνι μου. Πετάω τα σκεπάσματα και φοράω τα ρούχα μου για να τρέξω. Μ ε το που βγαίνω από το παράθυρο μένω κάγκελο. Στέκεται στο πεζοδρόμιο με την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος μου. Έχει σταυρώσει τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του και μπορώ να δω τους μύες της πλάτης του να συσπώνται από την προσπάθεια να αναπνεύσει. Είναι στη μέση του τρεξίματός του και δεν είμαι σίγουρη αν με περιμένει ή αν απλά έτυχε να σταματήσει εδώ για να πάρει μιαν ανάσα, οπότε παραμένω ακίνητη έξω από το παράθυρό μου και περιμένω, ελπίζοντας πως θα συνεχίσει να τρέχει. Αλλά δεν το κάνει. Μ ετά από λίγα λεπτά βρίσκω τελικά το κουράγιο να προχωρήσω προς το μπροστινό μέρος της αυλής. Γυρίζει αμέσως ακούγοντας τα βήματά μου. Μ ε το που βλεπόμαστε, σταματάω να περπατάω και τον κοιτάζω επίμονα. Δεν τον στραβοκοιτάζω ούτε συνοφρυώνομαι και βέβαια σίγουρα δεν του χαμογελάω. Απλά τον κοιτάζω επίμονα. Το βλέμμα στα μάτια του είναι καινούργιο και η μόνη λέξη που μπορεί να το περιγράψει είναι η λέξη μεταμέλεια. Δε μιλάει όμως, που σημαίνει ότι δε ζητάει συγγνώμη, που σημαίνει πως δεν έχω χρόνο τώρα να προσπαθήσω να τον αποκρυπτογραφήσω. Αυτό που χρειάζομαι είναι να τρέξω.


166

COLLEEN HOOVER

Τον προσπερνάω και ξεκινάω να τρέχω. Μ ετά από μερικές δρασκελιές, τον ακούω που ξεκινάει να τρέχει από πίσω μου, αλλά εγώ εστιάζω το βλέμμα μου μπροστά. Δεν προσπαθεί να με φτάσει για να τρέξει δίπλα μου και εγώ δεν έχω σκοπό να τρέξω πιο αργά γιατί θέλω να είναι πίσω μου. Κάποια στιγμή αρχίζω να τρέχω όλο και γρηγορότερα, μέχρι που σπριντάρω· αλλά, ενώ ακολουθεί το ρυθμό μου, παραμένει συνεχώς λίγα βήματα πίσω μου. Όταν φτάνουμε στο σημείο όπου κάνω στροφή για να επιστρέψω, φροντίζω να μην τον κοιτάξω. Στρίβω, τον προσπερνάω και κατευθύνομαι πίσω προς το σπίτι – και έτσι και το δεύτερο μισό της διαδρομής γίνεται ακριβώς όπως το πρώτο. Βουβό. Έχουμε φτάσει δύο τετράγωνα πριν από το σπίτι μου και είμαι έξαλλη που εμφανίστηκε σήμερα και ακόμα πιο έξαλλη που ακόμα δεν έχει ζητήσει συγγνώμη. Αρχίζω να τρέχω όλο και πιο γρήγορα, γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη φορά, και αυτός συνεχίζει να ακολουθεί το ρυθμό μου. Αυτό μου τη σπάει ακόμα περισσότερο, οπότε μόλις στρίψουμε στο δρόμο μου αυξάνω ακόμα περισσότερο την ταχύτητά μου και τρέχω προς το σπίτι μου όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά γρήγορα, γιατί ακόμα είναι από πίσω μου. Το γόνατά μου λυγίζουν και καταπονώ τόσο πολύ τον εαυτό μου που δεν μπορώ να πάρω ανάσα, αλλά μου έχουν μείνει περίπου έξι μέτρα για να φτάσω στο παράθυρό μου. Καταφέρνω να κάνω μόνο τα τρία. Μ ε το που ακουμπάω το γρασίδι της αυλής μας, πέφτω στα τέσσερα και παίρνω βαθιές αναπνοές. Ποτέ στη ζωή μου, ακόμα και όταν τρέχω μεγαλύτερη απόσταση, δεν έχω νιώσει τόσο εξουθενωμένη. Πέφτω ανάσκελα στο γρασίδι, το οποίο είναι ακόμα βρεμένο από την πρωινή δροσιά, αλλά είναι ωραία αίσθηση στο σώμα μου. Τα μάτια μου είναι κλειστά και το λαχάνιασμά μου τόσο δυνατό, ώστε μετά βίας ακούω τις ανάσες του Χόλντερ. Αλλά τις ακούω και είναι κοντά και ξέρω πως είναι πεσμένος στο γρασίδι δίπλα μου. Είμαστε και οι δύο ξαπλωμένοι ανάσκελα ασθμαίνοντας και όλο αυτό μού φέρνει στο νου το σκηνικό πριν από μερικά βράδια, όπου βρισκόμασταν


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

167

στο κρεβάτι μου στην ίδια κατάσταση, προσπαθώντας να συνέλθουμε από αυτό που μου είχε κάνει. Νομίζω πως το θυμάται και αυτός, γιατί αισθάνομαι το μικρό του δαχτυλάκι να πλησιάζει και να πιάνει το δικό μου. Μ όνο που αυτή τη φορά δε χαμογελάω. Κάνω ένα μορφασμό. Τραβάω το χέρι μου, γυρίζω και σηκώνομαι. Περπατάω τα τρία μέτρα που μου απομένουν, σκαρφαλώνω στο δωμάτιό μου και κλείνω το παράθυρο πίσω μου.


168

COLLEEN HOOVER

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012 12:05 μμ

Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις εβδομάδες. Δεν ξαναεμφανίστηκε να τρέξει μαζί μου και δε ζήτησε ποτέ συγγνώμη. Δεν κάθεται κοντά μου ούτε στην τάξη ούτε στην καφετέρια. Δε μου στέλνει προσβλητικά μηνύματα και ούτε εμφανίζεται τα Σαββατοκύριακα ως άλλος άνθρωπος. Το μόνο πράγμα που κάνει, δηλαδή νομίζω πως το κάνει αυτός, είναι να βγάζει τα υβριστικά σημειώματα από το ντουλάπι μου. Βρίσκω πάντα ένα τσαλακωμένο μάτσο, πεταμένα στο πάτωμα του διαδρόμου μπροστά στα πόδια μου. Συνεχίζω να υπάρχω και συνεχίζει να υπάρχει, αλλά δεν υπάρχουμε μαζί. Οι μέρες όμως περνούν, ανεξάρτητα από το με ποιον συνυπάρχω. Και κάθε μέρα που περνάει και παρεισφρέει ανάμεσα στο σήμερα και σε εκείνο το Σαββατοκύριακο μαζί του μου δημιουργεί όλο και περισσότερα ερωτηματικά, τα οποία όμως είμαι πολύ πεισματάρα για να θέσω. Θέλω να ξέρω τι είναι αυτό που τον φούντωσε εκείνη τη μέρα. Θέλω να ξέρω γιατί δεν το άφησε να περάσει αντί να φύγει σαν μαινόμενος ταύρος. Θέλω να ξέρω γιατί δε ζήτησε ποτέ συγγνώμη, διότι είμαι σχεδόν σίγουρη πως θα του έδινα τουλάχιστον μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτό που έκανε ήταν τρελό και παράξενο και λίγο κτητικό, αλλά, αν το ζύγιζα απέναντι σε όλα τα υπέροχα στοιχεία που έχει, ξέρω πως δε θα τα έφτανε ούτε στο τόσο. Ο Μ πρέκιν ούτε που προσπαθεί να το αναλύσει πλέον, έτσι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

169

προσποιούμαι πως ούτε κι εγώ προσπαθώ να το αναλύσω. Αλλά το κάνω, και αυτό που με τρώει περισσότερο είναι το γεγονός πως ό,τι συνέβη μεταξύ μας έχει αρχίσει να μου φαίνεται εξωπραγματικό, λες και όλα ήταν μόνο ένα όνειρο. Πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν εκείνο το Σαββατοκύριακο υπήρξε ποτέ ή αν ήταν μία ακόμη θολή δική μου ανάμνηση που μπορεί να μην είναι καν αληθινή. Όλον αυτό το μήνα, η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό μου (και ξέρω πως είναι αξιοθρήνητο) είναι το γεγονός πως δεν τον φίλησα ποτέ. Ήθελα τόσο πολύ να τον φιλήσω, ώστε το να ξέρω πως δε θα γίνει με κάνει να αισθάνομαι πως έχω ένα τεράστιο κενό στο στήθος μου. Η άνεση με την οποία λειτουργούσαμε μεταξύ μας, ο τρόπος που με άγγιζε, λες και αυτός ήταν ο προορισμός του στη ζωή, τα φιλιά που μου έδινε στα μαλλιά – όλα αυτά ήταν κομμάτια από κάτι πολύ μεγαλύτερο. Κάτι τόσο μεγάλο ώστε, παρ’ όλο που ποτέ δε φιληθήκαμε, πρέπει να το αναγνωρίσει. Να το σεβαστεί. Αυτός αντιμετωπίζει ό,τι κι αν ήταν αυτό που εξελισσόταν μεταξύ μας ως λάθος, και αυτό πονάει. Γιατί ξέρω ότι το ένιωσε. Το ξέρω. Και αν το ένιωσε με τον ίδιο τρόπο που το ένιωσα εγώ, τότε ξέρω πως το νιώθει ακόμη. Δεν είμαι συντετριμμένη και δεν έχω ακόμη χύσει ούτε ένα δάκρυ για την όλη κατάσταση. Δεν είμαι συντετριμμένη γιατί ευτυχώς δεν του είχα δώσει ακόμη την καρδιά μου. Αλλά δεν είμαι τόσο περήφανη ώστε να μην παραδεχτώ πως είμαι λυπημένη για όλο αυτό και ξέρω πως θα πάρει καιρό για να μου περάσει, γιατί μου άρεσε πραγματικά πολύ. Οπότε είμαι εντάξει. Είμαι λίγο λυπημένη και πολύ μπερδεμένη, αλλά είμαι εντάξει. ***

«Τι είναι αυτό;» ρωτάω τον Μ πρέκιν κοιτώντας στο τραπέζι. Μ όλις έχει ακουμπήσει ένα κουτί μπροστά μου. Ένα κουτί με ωραίο περιτύλιγμα. «Μ ια μικρή υπενθύμιση». Τον κοιτάζω με απορία. «Για ποιο πράγμα;»


170

COLLEEN HOOVER

Γελάει και σπρώχνει το κουτί προς το μέρος μου. «Είναι μια υπενθύμιση πως αύριο είναι τα γενέθλιά σου. Άντε, άνοιξέ το». Αναστενάζω, κάνω μια γκριμάτσα και το βάζω στην άκρη. «Έλπιζα πως θα τα ξεχνούσες». Πιάνει το δώρο και το ξαναβάζει μπροστά μου. «Άνοιξε το γαμημένο το δώρο, Σκάι. Ξέρω πως δε γουστάρεις να παίρνεις δώρα, αλλά εγώ γουστάρω να δίνω, οπότε σταμάτα να είσαι μια καταθλιπτική σκύλα και άνοιξέ το και γούσταρέ το και αγκάλιασέ με και ευχαρίστησέ με». Κατεβάζω τους ώμους μου, σπρώχνω τον άδειο δίσκο στο πλάι και στη συνέχεια τραβάω το κουτί προς το μέρος μου. «Είσαι καλός στο να τυλίγεις τα πακέτα» του λέω. Λύνω το φιόγκο και σκίζω το πακέτο. Κοιτάζω τη φωτογραφία στο κουτί και ανασηκώνω το φρύδι. «Μ ου πήρες τηλεόραση;» Ο Μ πρέκιν γελάει, κουνάει το κεφάλι του και σηκώνει το κουτί. «Δεν είναι τηλεόραση, χαζούλα. Είναι ένας αναγνώστης ψηφιακών βιβλίων». «Α!» του λέω. Δεν έχω ιδέα τι είναι ένας αναγνώστης ψηφιακών βιβλίων, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρη πως δε μου επιτρέπεται να έχω έναν. Θα το δεχτώ όπως δέχτηκα το κινητό της Σιξ, αλλά αυτή τη φορά είναι κάτι πολύ μεγάλο για να το κρύψω στην τσέπη μου. «Πλάκα μού κάνεις, έτσι δεν είναι;» Σκύβει προς το μέρος μου. «Στ’ αλήθεια δεν ξέρεις τι είναι ένας αναγνώστης ψηφιακών βιβλίων;» Ανασηκώνω τους ώμους. «Εμένα συνεχίζει να μου φαίνεται σαν μικροσκοπική τηλεόραση». Γελάει ακόμα πιο δυνατά, ανοίγει το κουτί και βγάζει τον αναγνώστη έξω. Τον ανάβει και μου τον δίνει. «Είναι μια ηλεκτρονική συσκευή που περιέχει περισσότερα βιβλία από όσα θα μπορέσεις να διαβάσεις σε όλη σου τη ζωή». Πατάει ένα κουμπί και η οθόνη ανάβει, μετά πιέζει το δάχτυλό του σε διάφορα σημεία της οθόνης, μέχρι που εμφανίζονται επάνω της δεκάδες εικονίδια με βιβλία. Ακουμπάω ένα από τα εικονίδια, η οθόνη αλλάζει και ξαφνικά το εξώφυλλο του βιβλίου που έχω πατήσει καλύπτει όλη την οθόνη. Γλιστράει το δάχτυλό του


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

171

πάνω στην οθόνη και η σελίδα γυρίζει εικονικά και βλέπω μπροστά μου το πρώτο κεφάλαιο. Αρχίζω στη στιγμή να γλιστράω το δάχτυλό μου πάνω στην οθόνη και να παρατηρώ τη μία σελίδα να γυρίζει μετά την άλλη. Είναι το πιο απίθανο πράγμα που έχω δει ποτέ μου. Πατάω κι άλλα κουμπιά και πηγαίνω και σε άλλα βιβλία και περνάω κι άλλα κεφάλαια και πραγματικά νομίζω πως δεν έχω ξαναδεί πιο υπέροχη και πρακτική εφεύρεση. «Ουάου» ψιθυρίζω. Συνεχίζω να χαζεύω το μηχάνημα ελπίζοντας να μη με δουλεύει ο Μ πρέκιν, γιατί αν προσπαθήσει να το πάρει από τα χέρια μου θα αρχίσω να τρέχω. «Σου αρέσει;» με ρωτάει καμαρώνοντας. «Έχω φορτώσει γύρω στα διακόσια βιβλία δωρεάν, οπότε νομίζω πως θα σου φτάσουν για λίγο καιρό». Τον κοιτάζω και χαμογελάνε μέχρι και τα αυτιά του. Ακουμπάω τη συσκευή στο τραπέζι και μετά ορμάω και τον αγκαλιάζω από το λαιμό. Είναι το πιο ωραίο δώρο που έχω λάβει ποτέ και χαμογελάω και τον σφίγγω τόσο σφιχτά και δε με νοιάζει καθόλου που κανονικά δε μου αρέσει να παίρνω δώρα. Ο Μ πρέκιν με αγκαλιάζει κι αυτός και με φιλάει στο μάγουλο. Μ όλις σταματήσω να τον αγκαλιάζω και ανοίξω τα μάτια μου, πέφτει τυχαία το βλέμμα μου προς το τραπέζι που απέφευγα να κοιτάξω εδώ και σχεδόν τέσσερις εβδομάδες. Ο Χόλντερ έχει γυρίσει την καρέκλα του προς το μέρος μας και μας παρακολουθεί. Χαμογελάει. Δεν είναι ούτε τρελό ούτε σαγηνευτικό ούτε τρομακτικό χαμόγελο. Είναι ένα τρυφερό χαμόγελο και, μόλις το βλέπω και με κατακλύζει η θλίψη, αποτραβάω το βλέμμα μου και γυρίζω στον Μ πρέκιν. Κάθομαι πάλι στη θέση μου και ξαναπαίρνω στα χέρια μου το δώρο μου. «Μ πρέκιν, είσαι πραγματικά θεός». Χαμογελάει και μου κλείνει το μάτι. «Είναι ο Μ ορμόνος μέσα μου. Είμαστε ωραίοι τύποι».


172

COLLEEN HOOVER


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

173

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012 11:50 μμ

Είναι η τελευταία μέρα που είμαι δεκαεπτά χρονών. Η Κάρεν δουλεύει πάλι έξω από την πόλη, στο παζάρι, αυτό το Σαββατοκύριακο. Προσπάθησε να ακυρώσει το ταξίδι της γιατί αισθανόταν άσχημα να λείπει στα γενέθλιά μου, αλλά δεν την άφησα. Για αυτό γιορτάσαμε τα γενέθλιά μου χθες. Τα δώρα της ήταν συμπαθητικά – αλλά καμία σχέση με το δώρο του Μ πρέκιν. Δεν έχω υπάρξει ποτέ ξανά τόσο ενθουσιασμένη στην ιδέα να περάσω μόνη μου το Σαββατοκύριακο. Δεν έφτιαξα ούτε κατά διάνοια τόσα γλυκά όσα την προηγούμενη φορά που έλειπε η Κάρεν. Όχι γιατί δεν έχω όρεξη να τα φάω, αλλά γιατί ο εθισμός μου στο διάβασμα έχει αγγίξει πια άλλα επίπεδα. Είναι σχεδόν μεσάνυχτα και δεν μπορώ να κρατήσω τα μάτια μου ανοικτά, έχω όμως διαβάσει σχεδόν δύο ολόκληρα βιβλία και θέλω οπωσδήποτε να τελειώσω και τούτο εδώ. Μ ε ψιλοπήρε ο ύπνος και ξύπνησα με ένα τίναγμα προσπαθώντας να διαβάσω ακόμη μία παράγραφο. Ο Μ πρέκιν έχει πραγματικά καλό γούστο στα βιβλία και έχω νευριάσει γιατί του πήρε έναν ολόκληρο μήνα να μου πει για αυτό το βιβλίο που διαβάζω τώρα. Το ξέρω πως δεν είμαι φανατική των χάπι εντ, αλλά, αν αυτοί οι δύο ήρωες δεν ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, θα μπω μέσα στο μηχάνημα και θα τους κλειδώσω σε αυτό το κωλογκαράζ για πάντα. Τα μάτια μου κλείνουν αργά και προσπαθώ να τα κρατήσω ανοιχτά αλλά οι λέξεις αρχίζουν να χοροπηδάνε στην οθόνη και


174

COLLEEN HOOVER

δεν βγάζω πια κανένα νόημα. Τελικά κλείνω το μηχάνημα, σβήνω το φως μου και σκέφτομαι πως η τελευταία μέρα των δεκαεπτά μου χρόνων θα έπρεπε να ήταν πολύ καλύτερη από αυτό που τελικά ήταν. ***

Τα μάτια μου ανοίγουν απότομα αλλά δεν κουνιέμαι. Είναι ακόμη σκοτάδι και εγώ συνεχίζω να βρίσκομαι στην ίδια στάση που ήμουν νωρίτερα, οπότε καταλαβαίνω πως με πήρε ο ύπνος. Κρατάω την αναπνοή μου και ακούω τον ίδιο θόρυβο που με ξύπνησε – τον ήχο από το παράθυρό μου που ανοίγει. Ακούω τις κουρτίνες να σέρνονται στο κουρτινόξυλο και κάποιον να μπαίνει μέσα. Ξέρω ότι θα έπρεπε να φωνάξω ή να τρέξω έξω ή να ψάξω να βρω κάποιο αντικείμενο που θα μου χρησίμευε ως όπλο. Αντιθέτως όμως μένω κοκαλωμένη στη θέση μου γιατί όποιος κι αν είναι δεν προσπαθεί να κάνει και πολλή ησυχία, οπότε υποθέτω πως είναι ο Χόλντερ. Εντούτοις η καρδιά μου πάει να σπάσει και κάθε μυς στο σώμα μου σφίγγεται όταν το κρεβάτι κουνιέται καθώς προσπαθεί να ξαπλώσει. Όσο πιο κοντά πλησιάζει τόσο πιο σίγουρη είμαι ότι είναι αυτός, γιατί κανείς άλλος δεν κάνει το σώμα μου να αντιδρά έτσι όπως αντιδρά αυτή τη στιγμή. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και φέρνω τα χέρια μου στο πρόσωπό μου, όταν αισθάνομαι να σηκώνονται τα σκεπάσματα. Είμαι εντελώς τρομοκρατημένη. Είμαι τρομοκρατημένη γιατί δεν ξέρω ποιος Χόλντερ χώνεται αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου. Περνάει το ένα του χέρι κάτω από το μαξιλάρι μου και με το άλλο αγκαλιάζει το σώμα μου. Μ ε τραβάει στο στήθος του, πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και χώνει το κεφάλι του στο λαιμό μου. Ντρέπομαι πολύ για το γεγονός πως φοράω μόνο ένα φανελάκι και το εσώρουχό μου, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν είναι εδώ για αυτό το κομμάτι του εαυτού μου. Δεν είμαι ακόμα σίγουρη γιατί είναι εδώ, διότι δε μου μιλάει καν, αλλά ξέρει πως είμαι ξύπνια. Ξέρω πως ξέρει ότι είμαι ξύπνια γιατί το δευτερόλεπτο που με αγκάλιασε αναστέναξα. Μ ε κρατάει όσο


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

175

πιο σφιχτά μπορεί και πού και πού ακουμπάει τα χείλια του στα μαλλιά μου και με φιλάει. Είμαι θυμωμένη μαζί του που είναι εδώ, αλλά ακόμα πιο θυμωμένη με τον εαυτό μου που τον θέλει να είναι εδώ. Άσχετα από το πόσο πολύ θέλω να του φωνάξω και να τον αναγκάσω να φύγει, πιάνω τον εαυτό μου να εύχεται να με αγκαλιάσει ακόμα πιο σφιχτά. Θέλω να με κλειδώσει στην αγκαλιά του και να πετάξει το κλειδί, γιατί εδώ ανήκει και φοβάμαι πως θα με αφήσει ξανά. Μ ου τη δίνει που έχει τόσες πλευρές τις οποίες δεν καταλαβαίνω και δεν ξέρω καν αν θέλω να συνεχίσω να προσπαθώ να τις καταλάβω. Υπάρχουν πλευρές του που αγαπώ, πλευρές του που μισώ, πλευρές του που με τρομάζουν και πλευρές του που με εντυπωσιάζουν. Αλλά έχει και μια πλευρά που το μόνο που κάνει είναι να με απογοητεύει… και αυτή είναι η πλευρά του που δυσκολεύομαι να δεχτώ. Μ ένουμε ξαπλωμένοι και απόλυτα σιωπηλοί για περίπου μισή ώρα, αλλά δεν είμαι και σίγουρη αν είναι τόσο. Το μόνο που ξέρω είναι πως δεν έχει χαλαρώσει καθόλου το αγκάλιασμά του, ούτε έχει κάνει κάποια προσπάθεια να μου δώσει εξηγήσεις. Αλλά σιγά το νέο. Ποτέ δεν παίρνω κουβέντα από αυτόν αν δεν κάνω πρώτη ερωτήσεις. Και αυτή τη στιγμή απλά δεν έχω καμία όρεξη να ρωτήσω κάτι. Παίρνει τα δάχτυλά του από τα δικά μου και φέρνει το χέρι του στην κορφή του κεφαλιού μου. Πιέζει τα χείλια του μέσα στα μαλλιά μου, διπλώνει το χέρι που είναι κάτω από το μαξιλάρι μου και με κουνάει ενώ έχει χώσει το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά μου. Τα χέρια του αρχίζουν να τρέμουν ολόκληρα και με κρατάει με τόση ένταση και απόγνωση που είναι θλιβερό. Το στήθος μου φουσκώνει, τα μάγουλά μου καίνε και το μόνο πράγμα που εμποδίζει τα δάκρυα να τρέξουν ποτάμι είναι το γεγονός πως κρατάω τα μάτια μου κλειστά τόσο σφιχτά ώστε δεν μπορούν να ξεφύγουν. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σιωπή και αν δε βγάλω από μέσα μου αυτά που θέλω οπωσδήποτε να πω θα αρχίσω να ουρλιάζω. Γνωρίζω καλά πως στη φωνή μου θα διακρίνεται η απογοήτευση


176

COLLEEN HOOVER

και η θλίψη και πως θα μπορέσω με δυσκολία να μιλήσω ενώ προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, αλλά παίρνω μια βαθιά ανάσα έτσι κι αλλιώς και λέω το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορώ να πω. «Είμαι τόσο έξαλλη μαζί σου». Λες και είναι δυνατόν, με σφίγγει ακόμα πιο δυνατά. Πλησιάζει το στόμα του στο αυτί μου και μου το φιλάει. «Το ξέρω, Σκάι» μου ψιθυρίζει. Το χέρι του πηγαίνει κάτω από την μπλούζα μου, πιέζει την παλάμη του στο στομάχι μου και με τραβάει πιο σφιχτά κοντά του. «Το ξέρω». Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει στην καρδιά μας ο ήχος μιας φωνής που θέλαμε τόσο πολύ να ακούσουμε. Είπε μόνο πέντε λέξεις αυτή τη στιγμή, αλλά στο χρόνο που του πήρε να πει αυτές τις πέντε λέξεις η καρδιά μου είχε κουρελιαστεί, είχε γίνει κομματάκια κι είχε ξαναβρεί τη θέση της στο στήθος μου με την προσδοκία πως θα μπορούσε να μάθει και πάλι να χτυπάει. Γλιστράω τα δάχτυλά μου στο χέρι που ακουμπάει στο στομάχι μου και το σφίγγω χωρίς καν να ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά όλο μου το είναι θέλει να τον ακουμπήσει, να τον κρατήσει και να σιγουρευτεί πως πραγματικά είναι εδώ. Θέλω να ξέρω πως είναι εδώ και πως αυτό δεν είναι ένα ακόμη πολύ ζωντανό όνειρο. Το στόμα του βρίσκει τον ώμο μου και με φιλάει γλυκά. Η αίσθηση της γλώσσας του πάνω στο δέρμα μου στέλνει αμέσως ένα καυτό κύμα μέσα μου και νιώθω την έξαψη να ανεβαίνει από το στομάχι μου στα μάγουλά μου. «Το ξέρω» μου ψιθυρίζει ξανά ενώ εξερευνά το σβέρκο μου και το λαιμό μου με τα χείλη του. Κρατάω τα μάτια μου κλειστά, γιατί η θλίψη στη φωνή του και η τρυφερότητα στο άγγιγμά του κάνουν το κεφάλι μου να γυρίζει. Σηκώνω το χέρι μου προς τα πίσω και το περνάω ανάμεσα στα μαλλιά του σπρώχνοντάς τον πιο βαθιά στο λαιμό μου. Η ζεστή του ανάσα πάνω στο δέρμα μου γίνεται όλο και πιο ξέφρενη, όπως και τα φιλιά του. Οι ανάσες μας γίνονται όλο και πιο γρήγορες, καθώς έχει ήδη φιλήσει δυο φορές κάθε πιθαμή του λαιμού μου. Σηκώνει το χέρι του, με γυρίζει ανάσκελα και στη συνέχεια


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

177

φέρνει το χέρι του στο πρόσωπό μου και απομακρύνει τα μαλλιά μου από τα μάτια μου. Βλέποντάς τον από τόσο κοντά, επανέρχονται όλα τα συναισθήματα που έχω νιώσει για αυτό το αγόρι… τα καλά και τα κακά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να με υποβάλλει σε όλα αυτά που με έχει υποβάλει, όταν διακρίνω τόση οδύνη στα μάτια του. Δεν ξέρω αν είναι το ότι δεν μπορώ να τον διαβάσω καθόλου ή το ότι τον διαβάζω πολύ καλά, αλλά, κοιτάζοντάς τον αυτή τη στιγμή, ξέρω πως νιώθει αυτό που νιώθω κι εγώ… γεγονός που κάνει τις πράξεις του να με μπερδεύουν ακόμη περισσότερο. «Το ξέρω ότι είσαι έξαλλη μαζί μου» μου λέει κοιτώντας με. Τα μάτια και τα λόγια του είναι γεμάτα τύψεις, αλλά ακόμα δεν έχει ζητήσει συγγνώμη. «Θέλω να είσαι έξαλλη μαζί μου, Σκάι. Αλλά νομίζω πως θέλω ακόμα περισσότερα να συνεχίσεις να με θέλεις εδώ μαζί σου». Τα λόγια του βαραίνουν στο στήθος μου και πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσω να αναπνεύσω. Κάνω ένα μικρό νεύμα γιατί συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Τα έχω πάρει μαζί του αλλά τον θέλω εδώ μαζί μου πολύ περισσότερο από το να μην τον θέλω. Ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό μου και κρατάμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου ενώ κοιταζόμαστε απεγνωσμένα στα μάτια. Δεν ξέρω αν είναι στα πρόθυρα του να με φιλήσει. Δεν είμαι καν σίγουρη αν είναι στα πρόθυρα του να σηκωθεί και να φύγει. Για το μόνο πράγμα που είμαι σίγουρη τώρα είναι πως από αυτή τη στιγμή και μετά δε θα είμαι ποτέ ξανά η ίδια. Ξέρω από τον τρόπο που η ύπαρξή του μαγνητίζει την καρδιά μου πως αν με πληγώσει ξανά θα απέχω πολύ από το να είμαι εντάξει. Θα είμαι διαλυμένη. Τα στήθη μας ανεβοκατεβαίνουν ταυτόχρονα σαν ένα σώμα καθώς μεγαλώνουν η ένταση και η σιωπή. Μ ου κρατάει το πρόσωπο τόσο σφιχτά που το αισθάνομαι παντού λες και με κρατάει από μέσα προς τα έξω. Η ένταση της στιγμής φέρνει δάκρυα στα μάτια μου και ξαφνιάζομαι από αυτά τα αναπάντεχα συναισθήματα. «Είμαι έξαλλη μαζί σου, Χόλντερ» του λέω με φωνή που δεν είναι σταθερή αλλά έχει σιγουριά. «Αλλά άσχετα από το πόσο


178

COLLEEN HOOVER

θυμωμένη ήμουν, δε σταμάτησα ούτε ένα δευτερόλεπτο να σε θέλω εδώ κοντά μου». Χαμογελάει και συνοφρυώνεται ταυτόχρονα. «Χριστέ μου, Σκάι». Μ ια απίστευτη δόση ανακούφισης καλύπτει όλο του το πρόσωπο. «Μ ου έλειψες τόσο πολύ» λέει και αμέσως πιέζει τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Περιμέναμε αυτή την αίσθηση τόσον πολύ καιρό, ώστε κανείς από τους δύο δεν έχει πια άλλη υπομονή. Ανταποκρίνομαι αμέσως ανοίγοντας τα χείλη μου και αφήνοντάς τον να με γεμίσει με τη γλυκιά γεύση του από μέντα και αναψυκτικό. Είναι όλα όσα φανταζόμουν πως θα είναι και ακόμα περισσότερα. Γλυκός, άγριος, στοργικός, εγωιστής. Σε αυτό το ένα φιλί νιώθω πολύ περισσότερο τα αισθήματά του από ό,τι σε όλα όσα έχει πει μέχρι τώρα. Τα χείλη μας μπλέκονται επιτέλους για πρώτη φορά ή για εικοστή ή για εκατομμυριοστή. Δεν έχει καμία σημασία, γιατί όποια φορά κι αν είναι… είναι απολύτως τέλεια. Είναι απίστευτη και τέλεια και σχεδόν άξιζε όλα αυτά που περάσαμε προκειμένου να φτάσουμε σε αυτή τη στιγμή. Τα χείλια μας κουνιούνται μαζί όλο πάθος καθώς παλεύουμε να έρθουμε ακόμα πιο κοντά, θέλοντας τα σώματά μας να βρουν αυτή την τέλεια ένωση που έχουν βρει τα στόματά μας. Πιέζει το στόμα του στο δικό μου τρυφερά αλλά και άγρια και τον ακολουθώ βήμα βήμα. Αφήνω αρκετά βογκητά και ακόμα περισσότερες ανάσες και τα ρουφάει όλα στο στόμα του. Φιλιόμαστε και ξαναφιλιόμαστε σε κάθε δυνατή στάση προσπαθώντας να συγκρατηθούμε όσο μας επιτρέπει η επιθυμία μας. Φιλιόμαστε μέχρι που δεν αισθάνομαι πια τα χείλια μου και είμαι τόσο εξαντλημένη ώστε δεν είμαι καν σίγουρη αν φιλιόμαστε ακόμα όταν πιέζει το κεφάλι του στο δικό μου. Και ακριβώς σε αυτή τη στάση μάς παίρνει ο ύπνος – μέτωπο με μέτωπο, αγκαλιασμένοι σιωπηλά. Γιατί τίποτε άλλο δεν ειπώθηκε μεταξύ μας. Ούτε καν μια συγγνώμη.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

179

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012 8:40 πμ

Γυρίζω να επιθεωρήσω το κρεβάτι νομίζοντας πως αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ ήταν ένα όνειρο. Ο Χόλντερ δεν είναι εδώ, αλλά στη θέση του είναι ένα μικρό κουτί σε συσκευασία δώρου. Ανασηκώνομαι στο κεφαλάρι και πιάνω το δώρο. Το κοιτάζω έντονα για πολλή ώρα πριν τελικά βγάλω το καπάκι και κοιτάξω μέσα. Έχει κάτι που μοιάζει με πιστωτική κάρτα, οπότε το πιάνω και διαβάζω. Μ ου αγόρασε τηλεκάρτα με χρόνο για γραπτά μηνύματα. Πολύ χρόνο. Χαμογελάω γιατί ξέρω τη σημασία αυτής της κάρτας. Έχει σχέση με το μήνυμα που του έστειλε η Σιξ. Σχεδιάζει να της κλέψει το κορίτσι και επίσης σχεδιάζει να στέλνει πολλά μηνύματα. Χαμογελάω με αυτό το δώρο και αμέσως πιάνω το τηλέφωνό μου από το κομοδίνο μου. Έχω ένα μήνυμα και είναι από τον Χόλντερ. Πεινάς; Το μήνυμα είναι απλό και σύντομο, αλλά είναι ο τρόπος του για να ξέρω πως είναι ακόμα εδώ. Κάπου. Μ ου φτιάχνει άραγε πρωινό; Πριν πάω στην κουζίνα πηγαίνω στο μπάνιο και πλένω τα δόντια μου. Βγάζω το φανελάκι μου, φοράω ένα απλό αμάνικο φόρεμα και πιάνω τα μαλλιά μου αλογοουρά. Κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη και βλέπω ένα κορίτσι που θέλει


180

COLLEEN HOOVER

απελπισμένα να συγχωρήσει ένα αγόρι – αλλά όχι χωρίς να τον κάνω να συρθεί στα πατώματα πρώτα. Μ ε το που ανοίγω την πόρτα του υπνοδωματίου μου με παίρνει η μυρωδιά του μπέικον και ο ήχος του λίπους που τσιτσιρίζει στην κουζίνα. Προχωράω στο διάδρομο, στρίβω στη γωνία και μένω ακίνητη. Τον χαζεύω για λίγο. Έχει την πλάτη του γυρισμένη σε μένα και μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας. Είναι ξυπόλητος, φοράει τζιν και ένα άσπρο αμάνικο μπλουζάκι. Νιώθει ήδη σαν στο σπίτι του –πάλι– και εγώ δεν είμαι σίγουρη πώς νιώθω για αυτό. «Έφυγα νωρίς το πρωί» λέει μιλώντας μου με την πλάτη γυρισμένη, «γιατί φοβήθηκα μήπως έμπαινε μέσα η μητέρα σου και νόμιζε πως προσπαθώ να σε αφήσω έγκυο. Στη συνέχεια, όταν πήγα για τρέξιμο, πέρασα από το σπίτι σου και συνειδητοποίησα πως δεν ήταν καν το αυτοκίνητό της στο σπίτι, και θυμήθηκα που είχες πει πως φεύγει ένα Σαββατοκύριακο το μήνα για δουλειά. Οπότε αποφάσισα να κάνω μερικά ψώνια γιατί ήθελα να σου φτιάξω πρωινό. Παρ’ ολίγο να ψωνίσω και για το μεσημεριανό και το βραδινό, αλλά καλύτερα σήμερα να το πάμε γεύμα γεύμα». Γυρίζει και με κοιτάζει από πάνω ως κάτω. «Χρόνια πολλά. Μ ου αρέσει πολύ αυτό το φουστάνι. Αγόρασα κανονικό γάλα, θέλεις λίγο;» Προχωράω προς το πάσο με το βλέμμα κολλημένο πάνω του, ενώ προσπαθώ να επεξεργαστώ την πληθώρα των λέξεων που μόλις τώρα ξεπήδησαν από το στόμα του. Τραβάω μια καρέκλα και κάθομαι. Μ ου βάζει ένα ποτήρι γάλα –παρ’ όλο που ποτέ δεν είπα πως ήθελα– και στη συνέχεια το βάζει μπροστά μου με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Πριν προλάβω να πιω μια γουλιά από το γάλα, έρχεται κοντά μου και πιάνει το σαγόνι μου. «Πρέπει να σε φιλήσω. Το στόμα σου ήταν τόσο τέλειο χθες βράδυ που φοβάμαι μήπως το ονειρεύτηκα όλο αυτό». Φέρνει το στόμα του στο δικό μου και τη στιγμή που η γλώσσα του ακουμπάει τη δική μου μπορώ ήδη να πω πως θα έχουμε θέμα. Τα χείλη του και η γλώσσα του και τα χέρια του είναι τόσο απίστευτα τέλεια ώστε δε θα μπορέσω ποτέ να παραμείνω θυμωμένη μαζί του όσο μπορεί να τα χρησιμοποιεί πάνω μου με


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

181

αυτό τον τρόπο. Τον αρπάζω από την μπλούζα και πιέζω το στόμα μου ακόμα πιο δυνατά στο δικό του. Βογκάει και χώνει τα χέρια του μέσα στα μαλλιά μου, μα ξαφνικά απομακρύνεται απότομα. «Όχι» λέει χαμογελώντας. «Δεν το ονειρεύτηκα». Πηγαίνει πάλι στην κουζίνα, σβήνει τα μάτια και βάζει το μπέικον σε ένα πιάτο με αυγά και φρυγανισμένο ψωμί. Έρχεται προς το πάσο και γεμίζει με φαγητό το πιάτο που έχω μπροστά μου. Κάθεται και αυτός και αρχίζει να τρώει. Όλη αυτή την ώρα μού χαμογελάει και ξαφνικά μου έρχεται η φλασιά. Κατάλαβα. Κατάλαβα τι δεν πάει καλά με αυτόν. Ξέρω γιατί μια είναι χαρούμενος, μια θυμωμένος, κυκλοθυμικός και γενικά χύμα στο κύμα – και, επιτέλους, όλο αυτό βγάζει πλέον νόημα. «Μ πορούμε να παίξουμε το Ψάχνοντας για την Αλήθεια στο Δείπνο, παρ’ όλο που τρώμε πρωινό;» με ρωτάει. Πίνω μια γουλιά από το γάλα μου και γνέφω καταφατικά. «Αν κάνω εγώ την πρώτη ερώτηση». Ακουμπάει το πιρούνι του στο πιάτο και χαμογελάει. «Σκεφτόμουν να σε αφήσω να κάνεις εσύ όλες τις ερωτήσεις». «Εγώ θέλω απάντηση μόνο σε μία». Αναστενάζει, κάθεται πίσω στην καρέκλα του και στη συνέχεια κοιτάζει τα χέρια του. Καταλαβαίνω από τον τρόπο που αποφεύγει το βλέμμα μου πως ήδη γνωρίζει ότι ξέρω. Η αντίδρασή του είναι αυτή του ενόχου. Σκύβω προς το μέρος του και τον καρφώνω με το βλέμμα μου. «Πόσο καιρό παίρνεις ναρκωτικά, Χόλντερ;» Σηκώνει τα μάτια του να με κοιτάξει έχοντας μια στωική έκφραση. Μ ε κοιτάζει έντονα για λίγο, ενώ εγώ δεν αλλάζω στάση, γιατί θέλω να ξέρει πως δεν πρόκειται να κάνω πίσω μέχρι να μου πει την αλήθεια. Κλείνει σφιχτά τα χείλη του και κοιτάζει πάλι τα χέρια του. Για λίγα δευτερόλεπτα πιστεύω πως ετοιμάζεται να την κοπανήσει από την μπροστινή πόρτα προκειμένου να αποφύγει να μιλήσει για αυτό, αλλά στη συνέχεια βλέπω κάτι στο πρόσωπό του που δεν περίμενα με τίποτα να δω. Ένα λακκάκι. Κάνει γκριμάτσες προσπαθώντας να πιέσει τον εαυτό του να μην αλλάξει η έκφρασή του, αλλά το στόμα του τον προδίδει και


182

COLLEEN HOOVER

μετά το χαμόγελο ξεσπάει σε γέλια. Γελάει. Και γελάει τόσο πολύ που μου τη σπάει αφάνταστα. «Ναρκωτικά;» καταφέρνει να ψελλίσει ανάμεσα στα γέλια του. «Νομίζεις πως παίρνω ναρκωτικά;» Συνεχίζει να γελάει μέχρις ότου καταλαβαίνει πως εγώ δεν το βρίσκω καθόλου αστείο. Έτσι σταματάει τελικά, παίρνει μια βαθιά ανάσα, έρχεται κοντά μου και παίρνει τα χέρια μου μέσα στα δικά του. «Δεν παίρνω ναρκωτικά, Σκάι. Σ’ το ορκίζομαι. Δεν ξέρω γιατί πιστεύεις κάτι τέτοιο, αλλά σ’ το ορκίζομαι». «Τότε τι στο διάολο δεν πάει καλά με σένα;» Μ ε το που κάνω αυτή την ερώτηση αλλάζει η έκφρασή του και μου αφήνει το χέρι. «Θα μπορούσες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένη;» Κάθεται πίσω στη θέση του και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος του. Ανασηκώνω τους ώμους. «Βεβαίως. Τι συνέβη μεταξύ μας και γιατί συμπεριφέρεσαι σαν να μη συνέβη ποτέ;» Ακουμπάει τον αγκώνα του στο τραπέζι και κοιτάζει το μπράτσο του. Περνάει το δάχτυλό του πάνω από κάθε γράμμα του τατουάζ του ενώ έχει πέσει σε βαθιά περισυλλογή. Ξέρω πως η σιγή δε θεωρείται ήχος, αλλά αυτή τη στιγμή η σιωπή που υπάρχει ανάμεσά μας είναι ο πιο δυνατός θόρυβος στον κόσμο. Παίρνει τα χέρια του από το τραπέζι και με κοιτάζει. «Δεν ήθελα να σε απογοητεύσω, Σκάι. Έχω απογοητεύσει όλους όσους με έχουν αγαπήσει στη ζωή μου και μετά από εκείνη τη μέρα στην καφετέρια ήξερα πως είχα απογοητεύσει κι εσένα. Έτσι… σε άφησα πριν να αρχίσεις να με αγαπάς. Γιατί αλλιώς κάθε προσπάθεια να μη σε απογοητεύσω θα ήταν χαμένη υπόθεση». Τα λόγια του είναι απολογητικά, όλο θλίψη και μεταμέλεια, αλλά και πάλι δεν μπορεί να το πει. Αντέδρασε υπερβολικά και τον έφαγε η ζήλια, αλλά αν είχε πει αυτή τη μία λέξη θα είχαμε γλιτώσει έναν ολόκληρο μήνα συναισθηματικού πόνου. Κουνάω το κεφάλι μου γιατί απλά δεν το πιάνω. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούσε έτσι απλά να πει συγγνώμη. «Γιατί δεν μπορούσες απλά να το πεις, Χόλντερ; Γιατί δεν μπορούσες έτσι απλά να ζητήσεις συγγνώμη;»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

183

Σκύβει προς το μέρος μου, πιάνει το χέρι μου και με κοιτάζει έντονα στα μάτια. «Δε σου ζητάω συγγνώμη… γιατί δε θέλω να με συγχωρήσεις». Η θλίψη στα μάτια του πρέπει να καθρεφτίζει τη δική μου και δε θέλω να το δει. Δε θέλω να με δει λυπημένη, οπότε κλείνω σφιχτά τα μάτια μου. Αφήνει το χέρι μου και τον ακούω που κάνει το γύρο του τραπεζιού μέχρι που τα χέρια του με αγκαλιάζουν και με σηκώνει. Μ ε ακουμπάει στο πάσο για να είμαστε στο ίδιο επίπεδο, βγάζει τα μαλλιά μου από τα μάτια μου και με κάνει να τα ανοίξω. Τα φρύδια του έχουν ενωθεί και ο πόνος στο πρόσωπό του είναι αληθινός, σκληρός και μου ραγίζει την καρδιά. «Μ ωρό μου, τα σκάτωσα. Τα έχω σκατώσει πάνω από μια φορά μαζί σου, το ξέρω αυτό. Αλλά, πίστεψέ με, αυτό που συνέβη στην καφετέρια εκείνη τη μέρα δεν ήταν ούτε ζήλια ούτε θυμός ούτε κάτι άλλο που θα έπρεπε να σε φοβίζει. Μ ακάρι να μπορούσα να σου πω τι συνέβη, αλλά δεν μπορώ. Κάποια μέρα θα το κάνω, αλλά δεν μπορώ τώρα και πρέπει να το δεχτείς αυτό. Σε παρακαλώ. Και δε σου ζητώ συγγνώμη γιατί δε θέλω να ξεχάσεις τι συνέβη και δεν πρέπει να με συγχωρήσεις ποτέ γι’ αυτό. Ποτέ. Μ η με δικαιολογήσεις ποτέ, Σκάι». Σκύβει, με φιλάει πεταχτά και στη συνέχεια κάνει πίσω και συνεχίζει. «Είπα στον εαυτό μου να μείνει μακριά σου και να σε αφήσω να είσαι έξαλλη μαζί μου, γιατί έχω τόσα θέματα τα οποία δεν είμαι ακόμα έτοιμος να μοιραστώ μαζί σου. Και προσπάθησα τόσο πολύ να μείνω μακριά, αλλά δεν μπορώ. Δεν είμαι αρκετά δυνατός ώστε να απαρνιέμαι αυτό που θα μπορούσαμε να έχουμε μεταξύ μας. Και χθες στην καφετέρια, όταν αγκάλιαζες τον Μ πρέκιν και γελούσατε; Ήταν τόσο όμορφο να σε βλέπω χαρούμενη, Σκάι. Αλλά ήθελα τόσο πολύ να ήμουν εγώ αυτός που σε έκανε να γελάς έτσι. Μ ε διέλυε μέσα μου να πιστεύεις πως δε μ’ ενδιέφερε η σχέση μας ή πως το Σαββατοκύριακο που περάσαμε μαζί δεν ήταν το ωραιότερο της ζωής μου. Γιατί με ενδιαφέρει η σχέση μας και ήταν το ωραιότερο. Ήταν το πιο γαμάτο Σαββατοκύριακο στην ιστορία όλων των Σαββατοκύριακων».


184

COLLEEN HOOVER

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και σχεδόν τόσο γρήγορα όσο ξεπηδούν οι λέξεις από το στόμα του. Παίρνει τα χέρια του από το πρόσωπό μου, τα περνάει μέσα από τα μαλλιά μου και τα ακουμπάει στον αυχένα μου. Τα αφήνει εκεί, ηρεμεί παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα και συνεχίζει. «Μ ε πεθαίνει, Σκάι» μου λέει με φωνή πολύ πιο ήρεμη και ήσυχη. «Μ ε πεθαίνει γιατί δε θέλω να περάσει ούτε μία μέρα ακόμα χωρίς να ξέρεις πώς αισθάνομαι για σένα. Και δεν μπορώ να σου πω ακόμα πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου, γιατί δεν είμαι. Όχι ακόμη. Αλλά ό,τι κι αν είναι αυτό που αισθάνομαι… είναι τόσο πιο πολύ από το γουστάρω. Τόσο πιο πολύ. Και τις τελευταίες εβδομάδες προσπαθούσα να καταλάβω. Προσπαθούσα να καταλάβω, γιατί δεν υπάρχει κάποια άλλη λέξη να περιγράφει αυτό το συναίσθημα. Θέλω να σου πω ακριβώς πώς αισθάνομαι, αλλά δεν υπάρχει ούτε μία γαμημένη λέξη σε ολόκληρο το λεξικό που να μπορεί να περιγράψει το σημείο ανάμεσα στο σε γουστάρω και σε αγαπώ, αλλά εγώ τη χρειάζομαι αυτή τη λέξη. Τη χρειάζομαι γιατί θέλω να με ακούσεις να τη λέω». Φέρνει το πρόσωπό μου κοντά στο δικό του και με φιλάει. Είναι μικρά φιλιά, πεταχτά, αλλά με φιλάει ξανά και ξανά και ανάμεσα σε κάθε φιλί κάνει πίσω περιμένοντας από μένα να μιλήσω. «Πες κάτι» με ικετεύει. Κοιτάζω μέσα στα τρομαγμένα μάτια του και για πρώτη φορά από τότε που γνωριστήκαμε… νομίζω πως τον καταλαβαίνω. Τα πάντα σε αυτόν. Δεν αντιδρά έτσι όπως αντιδρά γιατί έχει πέντε διαφορετικές προσωπικότητες. Αντιδρά έτσι γιατί ο Ντιν Χόλντερ έχει μόνο μία προσωπικότητα. Παθιασμένη. Έχει πάθος για τη ζωή, για τον έρωτα, για αυτά που λέει, για τη Λες. Και, που να πάρει ο διάολος, έχω προστεθεί κι εγώ σε αυτή τη λίστα. Αυτή η ένταση που βγάζει δεν είναι τρομακτική… είναι όμορφη. Προσπαθούσα τόσον καιρό να βρίσκω με κάθε ευκαιρία τρόπους να αισθάνομαι αυτό το μούδιασμα που σε κάνει να μην αισθάνεσαι τίποτα, αλλά το να


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

185

βλέπω αυτή τη στιγμή τον ενθουσιασμό μέσα στα μάτια του… με κάνει να θέλω να νιώσω κάθε στιγμή της ζωής. Τις καλές, τις κακές, τις όμορφες, τις άσχημες, την ευχαρίστηση, τον πόνο. Το θέλω αυτό. Θέλω να αρχίσω να αισθάνομαι τη ζωή με τον τρόπο που το κάνει αυτός. Και το πρώτο βήμα για να γίνει αυτό είναι με τούτο το τελειωμένο, χωρίς ελπίδα αγόρι που βρίσκεται αυτή τη στιγμή μπροστά μου και βγάζει τα εσώψυχά του ψάχνοντας για αυτή την τέλεια λέξη, καθώς θέλει απεγνωσμένα να με βοηθήσει να αρχίσω πάλι να βιώνω συναισθήματα. Να αρχίσω πάλι να βιώνω. Η λέξη μού έρχεται σαν να ήταν από πάντα εκεί, ανάμεσα στο «αγαπώ» και το «γουστάρω», ακριβώς εκεί που είναι η θέση του. «Βιώνω» του λέω. Η απόγνωση στο πρόσωπό του διαλύεται σιγά σιγά και αφήνει να του ξεφύγει ένα σαστισμένο γέλιο. «Ορίστε;» κουνάει το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει την απάντησή μου. «Βιώνω. Αν ανοίξεις το λεξικό, στο άλφα είναι η λέξη “αγαπώ” και στο γάμα είναι η λέξη “γουστάρω”. Εμείς θέλουμε τη λέξη που είναι ανάμεσα, δηλαδή στο βήτα. “Βιώνω”. Μ πορείς να χρησιμοποιείς αυτή τη λέξη, που είναι πιο δυνατή από το γουστάρω». Ξαναγελάει, αλλά αυτή τη φορά είναι ένα γέλιο ανακούφισης. Μ ε αγκαλιάζει και με φιλάει με διαολεμένη ανακούφιση. «Σε βιώνω, Σκάι» μου λέει φιλώντας με. «Σε βιώνω τόσο πολύ».


186

COLLEEN HOOVER

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012 9:20 πμ

Δεν έχω ιδέα πώς το καταφέρνει αλλά τον έχω συγχωρήσει εντελώς, έχω ξετρελαθεί μαζί του και τώρα δεν μπορώ να σταματήσω να τον φιλάω – και όλα αυτά μέσα σε δεκαπέντε λεπτά. Σίγουρα ξέρει να τα λέει ωραία και έχει αρχίσει να μη με ενοχλεί το ότι του παίρνει τόσο χρόνο να σκεφτεί τι θέλει να πει. Ξεκολλάει από τα χείλια μου και χαμογελάει αρπάζοντάς με από τη μέση. «Λοιπόν, τι θέλεις να κάνεις για τα γενέθλιά σου;» με ρωτάει κατεβάζοντάς με από το πάσο. Μ ου δίνει ακόμα ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και πηγαίνει προς το τραπέζι του καθιστικού όπου βρίσκονται το πορτοφόλι και τα κλειδιά του. «Δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Δεν περιμένω να με διασκεδάσεις μόνο και μόνο επειδή είναι τα γενέθλιά μου». Βάζει τα κλειδιά στην τσέπη του παντελονιού του και γυρίζει προς το μέρος μου. Χαμογελάει πονηρά, ενώ δε σταματάει να με κοιτάζει επίμονα. «Τι;» τον ρωτάω. «Έχεις ένοχο ύφος». Γελάει και ανασηκώνει τους ώμους. «Απλά σκεπτόμουν όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσα να σε διασκεδάσω αν μέναμε εδώ σήμερα. Και για αυτό ακριβώς πρέπει να φύγουμε». Και για αυτό ακριβώς θέλω να μείνουμε εδώ. «Θα μπορούσαμε να πάμε να δούμε τη μαμά μου» του προτείνω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

187

«Τη μαμά σου;» με κοιτάζει επιφυλακτικά. «Ναι, αμέ. Έχει ένα σταντ με βότανα στο παζάρι. Εκεί πηγαίνει κάποια Σαββατοκύριακα. Εγώ δεν πηγαίνω ποτέ, γιατί κάθεται εκεί δεκατέσσερις ώρες την ημέρα και εγώ βαριέμαι. Αλλά είναι ένα από το μεγαλύτερα παζάρια στον κόσμο και πάντα ήθελα να το χαζέψω. Είναι μόνο μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο. Έχουν και λουκουμάδες» προσθέτω για να τον δελεάσω. Ο Χόλντερ έρχεται κοντά μου και με αγκαλιάζει. «Αν θες να πάμε στο παζάρι, τότε θα πάμε στο παζάρι. Θα πάω στο σπίτι μου ν’ αλλάξω και να κάνω μια δουλειά που έχω. Θα έρθω να σε πάρω σε μία ώρα». Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. Το ξέρω πως δεν είναι παρά ένα παζάρι, αλλά εγώ είμαι ενθουσιασμένη. Δεν ξέρω πώς θα το πάρει η Κάρεν που θα με δει να εμφανίζομαι απροειδοποίητα με τον Χόλντερ. Στην ουσία δεν της έχω μιλήσει για αυτόν, οπότε αισθάνομαι άσχημα που θα ξεφυτρώσει έτσι ξαφνικά μπροστά της. Όμως αυτή φταίει. Αν δεν είχε εξορίσει την τεχνολογία από τις ζωές μας, τώρα θα μπορούσα να της τηλεφωνήσω και να την ενημερώσω. Ο Χόλντερ με φιλάει πεταχτά και πηγαίνει προς την μπροστινή πόρτα. «Έι» του λέω πριν βγει. Γυρίζει και με κοιτάζει. «Είναι τα γενέθλιά μου και τα δύο τελευταία φιλιά που μου έδωσες ήταν για κλάματα. Αν θέλεις να περάσω τη μέρα μαζί σου, θα σου πρότεινα να αρχίσεις να με φιλάς όπως ένας γκόμενος φιλάει την… –». Τα λόγια αυτά μου ξεφεύγουν και αφήνω την πρόταση στη μέση. Δεν έχουμε ακόμα βάλει κάποια ταμπέλα στη σχέση μας και, δεδομένου ότι τα ξαναβρήκαμε εδώ και μισή ώρα, η απερίσκεπτη χρήση της λέξης γκόμενος θυμίζει αυτά που μου έλεγε ο Μ ατ που πήρε πόδι. «Εννοώ…» τραυλίζω και στη συνέχεια τα παρατάω και κλείνω ερμητικά το στόμα μου. Δεν μπορώ να συνέλθω από αυτό το λάθος. Έχει γυρίσει αντικριστά μου ενώ ακόμη στέκεται στην μπροστινή πόρτα. Δε χαμογελάει. Μ ε κοιτάζει πάλι με αυτό το


188

COLLEEN HOOVER

βλέμμα χωρίς να μιλάει. Γέρνει το κεφάλι του προς το μέρος μου και, ανασηκώνοντας τα φρύδια του όλο περιέργεια, με ρωτάει. «Μ ήπως μόλις με αποκάλεσες γκόμενό σου;» Δε χαμογελάει με το γεγονός ότι μόλις τον αποκάλεσα γκόμενό μου – και με το που το συνειδητοποιώ κάνω ένα μορφασμό. Θεέ μου, όλο αυτό είναι τόσο παιδιάστικο. «Όχι» του λέω πεισματικά σταυρώνοντας τα χέρια μου στο στήθος. «Μ όνο κάτι ξενέρωτα δεκατετράχρονα τα κάνουν αυτά». Κάνει μερικά βήματα προς το μέρος μου χωρίς να αλλάξει ύφος. Σταματάει λίγα εκατοστά μπροστά μου και μιμείται τη στάση μου. «Κρίμα. Γιατί όταν νόμιζα ότι με αποκάλεσες γκόμενό σου ήθελα να σε πνίξω στα φιλιά». Μ ε κοιτάζει ακόμα πιο έντονα και το παιχνιδιάρικο ύφος του λύνει τον κόμπο στο στομάχι μου. Κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. «Θα σε δω σε μία ώρα». Ανοίγει την πόρτα, γυρίζει προς εμένα και αρχίζει να βγαίνει αργά, ενώ με πειράζει με το παιχνιδιάρικο χαμόγελό του και τα αξιολάτρευτα λακκάκια του. Αναστενάζω, δήθεν απελπισμένη. «Χόλντερ, περίμενε». Σταματάει και ακουμπάει όλο καμάρι στην κάσα της πόρτας. «Το καλό που σου θέλω, έλα να αποχαιρετήσεις την κοπέλα σου με ένα φιλί» του λέω ενώ αισθάνομαι τόσο γλυκανάλατη όσο ακούγομαι. Παίρνει ένα θριαμβευτικό ύφος και μπαίνει στο καθιστικό. Μ ε αγκαλιάζει και με τραβάει προς το μέρος του. Είναι το πρώτο μας φιλί ενώ είμαστε όρθιοι και γουστάρω τον προστατευτικό τρόπο με τον οποίο με αγκαλιάζει. Μ ε τα δάχτυλά του χαϊδεύει τα μάγουλά μου και στη συνέχεια τα μαλλιά μου, φέρνοντας τα χείλια του στα δικά μου. Όμως δεν κοιτάζει τα χείλη μου. Κοιτάζει μέσα στα μάτια μου και εγώ βλέπω μέσα στα δικά του κάτι που δεν μπορώ να εντοπίσω. Αυτή τη φορά δεν είναι πόθος, είναι πιο πολύ σαν βλέμμα εκτίμησης. Συνεχίζει να με κοιτάζει έντονα χωρίς να κλείνει το κενό ανάμεσα στα χείλη μας. Δε με τσιγκλάει, ούτε το κάνει για να τον φιλήσω εγώ πρώτη. Μ ε κοιτάζει απλώς με εκτίμηση και τρυφερότητα και αυτό με κάνει να λιώνω. Τα χέρια μου είναι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

189

στους ώμους του, οπότε τα ανεβάζω προς το λαιμό του και μέσα στα μαλλιά του, απολαμβάνοντας αυτό που προκύπτει ανάμεσά μας τούτη τη σιωπηλή στιγμή. Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό του δικού μου και τα μάτια του ψάχνουν το πρόσωπό μου καταγράφοντας κάθε χαρακτηριστικό μου. Ο τρόπος που με κοιτάζει με κάνει να νιώθω το σώμα μου όλο και πιο αδύναμο και είμαι ευγνώμων που με κρατάει τόσο γερά από τη μέση. Χαμηλώνει το μέτωπό του στο δικό μου και αφήνει έναν μακρύ αναστεναγμό κοιτώντας με, με ένα βλέμμα που μεταλλάσσεται γρήγορα σε κάτι που μοιάζει με πόνο. Αυτό με παρακινεί να του χαϊδέψω με τα δάχτυλά μου τα μάγουλα, σαν να θέλω να απομακρύνω οτιδήποτε μπορεί να είναι αυτό πίσω από τα μάτια του τούτη τη στιγμή. «Σκάι» μου λέει εστιάζοντας την προσοχή του πάνω μου. Το λέει με έναν τρόπο λες και θα ακολουθήσει κάτι πολύ σημαντικό, αλλά τελικά το όνομά μου είναι το μόνο πράγμα που λέει. Φέρνει σιγά σιγά το στόμα του στο δικό μου και τα χείλη μας συναντιούνται. Παίρνει μια βαθιά εισπνοή καθώς ακουμπάει τα χείλια του στα δικά μου σαν να με ρουφάει μέσα του. Αποτραβιέται και με κοιτάζει για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα στα μάτια, ενώ μου χαϊδεύει τα μάγουλα. Δε με έχουν γευτεί ποτέ έτσι στο παρελθόν και είναι υπέροχα. Σκύβει πάλι το κεφάλι του και ακουμπάει τα χείλια του στα δικά μου, έχοντας το πάνω χείλι μου ανάμεσα στα δικά του. Μ ε φιλάει όσο πιο γλυκά γίνεται, σαν να είναι το στόμα μου κάτι εύθραυστο. Ανοίγω τα χείλη μου αφήνοντάς τον να κάνει πιο βαθύ το φιλί του· και το φιλί του βαθαίνει, αλλά παραμένει πολύ γλυκό. Είναι φιλί ευγνωμοσύνης, τρυφερό, κι εκείνος, καθώς γεύεται κάθε σημείο του στόματός μου, συνεχίζει να με κρατάει με το ένα του χέρι από το κεφάλι και με το άλλο ακουμπισμένο στο γοφό μου. Αυτό το φιλί είναι ακριβώς σαν αυτόν – μελετημένο και όχι βιαστικό. Τη στιγμή που το μυαλό μου έχει πια παραδοθεί εντελώς στο αγκάλιασμά του, τα χείλη του μένουν ακίνητα και σιγά σιγά κάνει πίσω. Τα μάτια μου ανοίγουν πεταρίζοντας και αφήνω μιαν ανάσα στην οποία νομίζω πως αναμείχθηκαν κι οι λέξεις «Αχ,


190

COLLEEN HOOVER

Θεέ μου». Βλέποντας την ξέπνοη αντίδρασή μου, χαμογελάει αυτάρεσκα. «Αυτό ήταν το πρώτο μας επίσημο φιλί ως ζευγάρι». Περιμένω να αρχίσει να με καταβάλλει ο πανικός, αλλά δε γίνεται κάτι τέτοιο. «Ζευγάρι» επαναλαμβάνω ήσυχα. «Απολύτως». Έχει ακόμα το χέρι του στη μέση μου και είμαι κολλημένη πάνω του κοιτώντας τον στα μάτια. «Και μην ανησυχείς» προσθέτει. «Θα ενημερώσω τον Γκρέισον εγώ ο ίδιος. Ας τον ξαναδώ να σ’ ακουμπάει όπως έκανε και θα ξαναδεί αστεράκια από την μπουνιά μου». Το χέρι του κατευθύνεται από τη μέση μου στο μάγουλό μου. «Τώρα φεύγω στ’ αλήθεια. Θα σε ξαναδώ σε μία ώρα. Σε βιώνω». Μ ου δίνει ένα πεταχτό φιλί και πηγαίνει προς την πόρτα. «Χόλντερ;» του λέω αφού έχω εισπνεύσει αρκετό αέρα για να μπορώ να μιλήσω. «Τι εννοείς λέγοντας “θα ξαναδεί αστεράκια”; Εσύ και ο Γκρέισον έχετε ξαναπαίξει ξύλο;» Ο Χόλντερ σφίγγει τα χείλια του και εντελώς ανέκφραστος ίσα που κάνει μια καταφατική κίνηση του κεφαλιού. «Το ξαναείπα. Δεν είναι καλό άτομο». Η πόρτα κλείνει πίσω του και με αφήνει με ακόμα περισσότερα ερωτηματικά. Σιγά το νέο! Αποφασίζω αντί να κάνω ντους να πάρω τηλέφωνο τη Σιξ. Έχω τόσα πολλά να της πω. Τρέχω στο δωμάτιό μου, βγαίνω από το παράθυρό μου, σκαρφαλώνω στο δικό της και μπαίνω μέσα. Πιάνω το τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι της και βγάζω το κινητό μου για να βρω το μήνυμα που μου έστειλε με το νούμερό της. Μ ε το που αρχίζω να παίρνω το νούμερο, λαμβάνω στο κινητό μου ένα μήνυμα από τον Χόλντερ. Φρικάρω στην ιδέα να περάσω όλη τη μέρα μαζί σου. Δε μου φαίνεται καθόλου διασκεδαστικό. Επίσης το αμάνικο φουστανάκι σου δε σε κολακεύει καθόλου και είναι πολύ καλοκαιρινό, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να το φορέσεις. Χαμογελάω. Γαμώτο, βιώνω πραγματικά αυτό το τελειωμένο,


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

191

χωρίς ελπίδα αγόρι. Παίρνω το νούμερο για να μιλήσω με τη Σιξ και ξαπλώνω στο κρεβάτι της. Απαντάει ζαβλακωμένα στο τρίτο χτύπημα. «Έι» της λέω. «Κοιμάσαι;» Την ακούω που χασμουριέται. «Προφανώς και όχι. Αλλά πρέπει πραγματικά ν’ αρχίσεις να υπολογίζεις τη διαφορά της ώρας». Γελάω. «Σιξ; Είναι απόγευμα εκεί. Ακόμα και να υπολόγιζα τη διαφορά της ώρας, δε θα είχε καμία σημασία στη δική σου περίπτωση». «Πέρασα ένα δύσκολο πρωινό» λέει απολογητικά. «Μ ου λείπει η φάτσα σου. Τι νέα;» «Όχι και πολλά». «Λες ψέματα. Ακούγεσαι εκνευριστικά χαρούμενη. Να υποθέσω πως εσύ και ο Χόλντερ λύσατε ό,τι σκατά συνέβη στο σχολείο τις προάλλες;» «Ναι. Και είσαι η πρώτη που μαθαίνεις πως εγώ, η Λίντεν Σκάι Ντέιβις, είμαι πια μια δεσμευμένη γυναίκα». Βγάζει ένα γκρινιάρικο βογκητό και λέει: «Το γιατί κάποιος να υποβάλει τον εαυτό του σε μια τέτοια μιζέρια είναι κάτι που με ξεπερνάει. Αλλά χαίρομαι για σένα». «Ευχαρ–». Ήμουν έτοιμη να την ευχαριστήσω αλλά με διέκοψε ένα πολύ δυνατό «Θεέ μου!» από την άλλη γραμμή. «Τι;» «Το ξέχασα. Είναι τα γενέθλιά σου και το ξέχασα! Χρόνια πολλά, Σκάι, και –γαμώτο– είμαι η χειρότερη καλύτερη φίλη που έχει υπάρξει ποτέ». «Δεν υπάρχει θέμα» της λέω γελώντας. «Κατά κάποιον τρόπο χαίρομαι που το ξέχασες. Το ξέρεις πόσο μισώ τα δώρα και τις εκπλήξεις και ό,τι άλλο πάει πακέτο με τα γενέθλια». «Για περίμενε. Μ όλις θυμήθηκα πόσο καταπληκτική είμαι. Κοίτα σήμερα πίσω από την ντουλάπα. Και πες στον καινούργιο σου γκόμενο να αγοράσει χρόνο για μηνύματα». «Ό,τι πεις. Πρέπει να κλείσω, η μάνα σου θα φρικάρει όταν δει το λογαριασμό του τηλεφώνου». «Ναι, καλά… θα έπρεπε να είναι πιο συχνά συντονισμένη με


192

COLLEEN HOOVER

τον πλανήτη Γη όπως η μαμά σου». Γελάω. «Σ’ αγαπώ, Σιξ. Να προσέχεις, εντάξει;» «Κι εγώ σ’ αγαπώ. Και… Σκάι;» «Ναι;» «Ακούγεσαι χαρούμενη. Χαίρομαι που είσαι χαρούμενη». Χαμογελάω και κλείνω το τηλέφωνο. Επιστρέφω στο δωμάτιό μου και, όσο κι αν μισώ τα δώρα, παραμένω άνθρωπος… οπότε είμαι περίεργη. Πηγαίνω αμέσως στο ντουλάπι μου και κοιτάζω από πίσω. Στο πάτωμα βρίσκεται ένα τυλιγμένο κουτί· σκύβω και το πιάνω. Πηγαίνω και κάθομαι στο κρεβάτι μου και ανοίγω το καπάκι. Είναι ένα κουτί γεμάτο Σνίκερς. Την αγαπάω, ρε γαμώτο.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

193

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012 10:25 πμ

Στέκομαι όλο ανυπομονησία μπροστά από το παράθυρο, όταν επιτέλους ο Χόλντερ μπαίνει με το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Βγαίνω από την μπροστινή πόρτα, την κλειδώνω, πηγαίνω προς το αυτοκίνητο και… κοκαλώνω. Δεν είναι μόνος του! Ανοίγει η πόρτα του συνοδηγού και ένας τύπος βγαίνει έξω. Μ ε το που γυρίζει προς τα μένα η έκφραση στο πρόσωπό μου είναι μεταξύ του OM G και του WTF. Μαθαίνω. Ο Μ πρέκιν κρατάει την πόρτα του συνοδηγού ανοιχτή με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. «Ελπίζω να μη σε πειράζει να έχετε παρέα σήμερα. Ο δεύτερος καλύτερος φίλος μου σε ολόκληρο τον κόσμο με κάλεσε να έρθω μαζί σας». Πλησιάζω την πόρτα, σαστισμένη όσο δεν πάει άλλο. Ο Μ πρέκιν περιμένει να μπω, έπειτα ανοίγει την πίσω πόρτα και μπαίνει στο πίσω κάθισμα. Σκύβω μπροστά και γέρνω το κεφάλι μου προς τον Χόλντερ που γελάει λες και είπε την τελευταία ατάκα από κάποιο πολύ αστείο ανέκδοτο. Ένα ανέκδοτο στο οποίο εγώ δε συμμετείχα. «Θα μπορούσε κάποιος από τους δυο σας να μου εξηγήσει τι στο διάολο γίνεται;» τους λέω. Ο Χόλντερ βουτάει το χέρι μου, το φέρνει στο στόμα του και φιλάει τα δάχτυλά μου. «Θα αφήσω τον Μ πρέκιν να εξηγήσει. Έτσι κι αλλιώς μιλάει γρηγορότερα». Καθώς ο Χόλντερ βγαίνει με την όπισθεν από το γκαράζ, στρέφομαι προς τα πίσω καθίσματα κι ανασηκώνω ένα φρύδι


194

COLLEEN HOOVER

στον Μ πρέκιν. Μ ου ρίχνει ένα καθαρά ένοχο βλέμμα. «Είχα κατά κάποιον τρόπο κάνει μια διπλή συμμαχία εδώ και περίπου δύο εβδομάδες» μου λέει ντροπαλά. Κουνάω το κεφάλι μου προσπαθώντας να επεξεργαστώ αυτή την ομολογία. Κοιτάζω πότε τον έναν και πότε τον άλλον. «Δύο εβδομάδες; Δηλαδή μιλάτε εδώ και δύο εβδομάδες; Χωρίς εμένα; Γιατί δε μου το είπες;» «Είχα ορκιστεί απόλυτη μυστικότητα» μου λέει ο Μ πρέκιν. «Μ α…». «Γύρνα μπροστά και βάλε τη ζώνη σου» μου λέει ο Χόλντερ. Τον αγριοκοιτάζω. «Μ ισό λεπτό. Προσπαθώ να καταλάβω γιατί τα βρήκες με τον Μ πρέκιν εδώ και δύο εβδομάδες αλλά σου πήρε τόσο χρόνο μέχρι σήμερα για να τα βρεις μαζί μου». Μ ου ρίχνει μια λοξή ματιά και στη συνέχεια κοιτάζει το δρόμο μπροστά του. «Ο Μ πρέκιν δικαιούταν μια συγγνώμη. Φέρθηκα σαν μαλάκας εκείνη τη μέρα». «Και εγώ δεν δικαιούμουν μια συγγνώμη;» Μ ε κοιτάζει ευθέως αυτή τη φορά. «Όχι» μου λέει σθεναρά γυρίζοντας το βλέμμα του πάλι στο δρόμο. «Δεν δικαιούσαι λόγια, Σκάι. Δικαιούσαι πράξεις». Τον κοιτάζω επίμονα και αναρωτιέμαι πόση ώρα έμεινε ξύπνιος τη νύχτα για να φτιάξει αυτή την τέλεια πρόταση. Μ ε ξανακοιτάζει, αφήνει το χέρι μου και με γαργαλάει στο μηρό. «Σταμάτα να είσαι τόσο σοβαρή. Ο γκόμενός σου και ο καλύτερός σου φίλος σε ολόκληρο τον κόσμο σε πάνε στο παζάρι». Γελάω και του διώχνω το χέρι. «Πώς μπορώ να είμαι χαρούμενη όταν στη συμμαχία μου έχουν διεισδύσει τρίτοι; Εσείς οι δύο θα πρέπει να με καλοπιάσετε πολύ σήμερα». Ο Μ πρέκιν ακουμπάει το σαγόνι του στο πάνω μέρος του καθίσματός μου και με κοιτάζει. «Νομίζω πως εγώ ήμουν αυτός που υπέφερε πιο πολύ από αυτό το μαρτύριο. Ο γκόμενός σου μου κατέστρεψε δύο Παρασκευές βράδυ στη σειρά κλαψουρίζοντας και γκρινιάζοντας για το πόσο σε θέλει αλλά και πόσο δε θέλει να σε απογοητεύσει και μπλα μπλα μπλα. Μ ου


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

195

ήταν πολύ δύσκολο να μη σου παραπονιέμαι για αυτόν κάθε μέρα στο μεσημεριανό». Ο Χόλντερ τινάζει το κεφάλι του προς τον Μ πρέκιν. «Ωραία, τώρα λοιπόν μπορείτε οι δυο σας να παραπονιέστε για μένα όσο θέλετε. Η ζωή πήρε ξανά τον κανονικό της ρυθμό». Γλιστράει τα δάχτυλά του στα δικά μου και τα σφίγγει. Το δέρμα μου μυρμηγκιάζει και δεν ξέρω αν είναι από το άγγιγμά του ή από τα λόγια του. «Συνεχίζω να πιστεύω πως δικαιούμαι να μου κάνετε όλα τα χατίρια σήμερα» λέω και στους δύο. «Θέλω να μου αγοράσετε ό,τι γουστάρω από το παζάρι και δε με νοιάζει ούτε πόσο κάνει ούτε αν είναι πολύ μεγάλο ή βαρύ». «Απολύτως» λέει ο Μ πρέκιν. «Θεέ μου, ήδη σε έχει επηρεάσει ο Χόλντερ» του λέω αναστενάζοντας. Ο Μ πρέκιν γελάει και πλησιάζει το κάθισμα για να μου αρπάξει τα χέρια, τραβώντας με στη συνέχεια προς το μέρος του. «Μ άλλον, γιατί θέλω πραγματικά να σου κάνω αγκαλίτσες στο πίσω κάθισμα αυτή τη στιγμή» μου λέει. «Προφανώς δε σ’ επηρεάζω και τόσο πολύ, αν νομίζεις ότι το μόνο που θα της έκανα στο πίσω κάθισμα είναι αγκαλίτσες» λέει ο Χόλντερ και μου ρίχνει μια ξυλιά στον κώλο πριν πέσω στο πίσω κάθισμα με τον Μ πρέκιν. ***

«Δεν είσαι σοβαρή» μου λέει ο Χόλντερ κρατώντας την αλατιέρα που μόλις έβαλα στα χέρια του. Τριγυρνάμε πάνω από μία ώρα στο παζάρι και παραμένω πιστή στο σχέδιό μου. Μ ου αγοράζουν ό,τι μπούρδα θέλω. Πρέπει να ξεπεράσω μια προδοσία και θα χρειαστεί να αγοράσουν πολλά πράγματα μέχρι να συνέλθω. Κοιτάζω το αγαλματίδιο που κρατάει στο χέρι του και κάνω ένα νεύμα. «Έχεις δίκιο, πρέπει να πάρω όλο το σετ». Βουτάω την πιπεριέρα και του τη δίνω. Δεν είναι κάτι που θα ήθελα ποτέ. Δεν είμαι καν σίγουρη αν είναι κάτι που θα ήθελε ποτέ ο


196

COLLEEN HOOVER

οποιοσδήποτε. Ποιος μπορεί να έφτιαξε ένα κεραμικό σετ αλατοπίπερου που να μοιάζει με έντερα; «Βάζω στοίχημα ότι ανήκαν σε κάποιον γιατρό» λέει ο Μ πρέκιν καθώς τα θαυμάζει μαζί μου. Βάζω το χέρι μου στην τσέπη του Χόλντερ, βγάζω το πορτοφόλι του και στη συνέχεια ρωτάω τον κύριο πίσω από τον πάγκο. «Πόσο κάνουν;» Ανασηκώνει τους ώμους και μου λέει αδιάφορα: «Δεν ξέρω. Ένα δολάριο το καθένα;». «Τι θα λέγατε ένα δολάριο και για τα δύο;» τον ρωτάω. Παίρνει το δολάριο από το χέρι μου και μας κάνει νόημα να φύγουμε. «Ωραίος τρόπος να παζαρεύεις» λέει ο Χόλντερ κουνώντας το κεφάλι του. «Το καλό που σου θέλω, αυτά τα δύο να είναι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας την επόμενη φορά που θα έρθω». «Δεν είμαστε καλά» του λέω. «Ποιος θα ’θελε να βλέπει εντόσθια ενώ τρώει;» Χαζεύουμε μερικά ακόμα περίπτερα μέχρι να φτάσουμε στο περίπτερο που έχουν στήσει η Κάρεν με τον Τζακ. Φτάνουμε στο δικό τους κι η Κάρεν μένει έκπληκτη να περιεργάζεται τον Μ πρέκιν και τον Χόλντερ. «Έκπληξη!» της φωνάζω σηκώνοντας τα χέρια μου. Ο Τζακ βγαίνει γρήγορα από το περίπτερο και με αγκαλιάζει. Η Κάρεν τον ακολουθεί ενώ με κοιτάζει με επιφύλαξη όλη αυτή την ώρα. «Χαλάρωσε» της λέω βλέποντάς τη να κοιτάζει τον Μ πρέκιν και τον Χόλντερ ανήσυχη. «Κανένας από τους δύο δε θα με αφήσει έγκυο αυτό το Σαββατοκύριακο». Γελάει και τελικά με αγκαλιάζει. «Χρόνια πολλά». Τραβιέται πίσω καθώς το μητρικό της ένστικτο χτυπάει τελικά με δεκαπέντε δευτερόλεπτα καθυστέρηση. «Για περίμενε. Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Όλα καλά; Είσαι καλά; Όλα καλά στο σπίτι;» «Μ ια χαρά το σπίτι. Μ ια χαρά κι εγώ. Απλά βαριόμουν και ζήτησα από τον Χόλντερ να έρθει για ψώνια μαζί μου». Ο Χόλντερ είναι πίσω μου και συστήνεται με τον Τζακ. Ο Μ πρέκιν περνάει από μπροστά μου και αγκαλιάζει την Κάρεν. «Είμαι ο Μ πρέκιν. Μ ε την κόρη σας έχουμε μια συμμαχία να


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

197

κατακτήσουμε το δημόσιο σχολείο και όλους του τους υπηκόους». «Είχαμε» διορθώνω κοιτάζοντας τον Μ πρέκιν. «Είχαμε μια συμμαχία μεταξύ μας». «Σε συμπαθώ ήδη» λέει η Κάρεν χαμογελώντας στον Μ πρέκιν. Στη συνέχεια κοιτάζει τον Χόλντερ, σφίγγει το χέρι του και του λέει ευγενικά: «Τι κάνεις, Χόλντερ;». «Καλά» της απαντάει επιφυλακτικά. Τον κοιτάζω και δείχνει να αισθάνεται πολύ άβολα. Δεν ξέρω αν φταίει το σετ αλατοπίπερου που κρατάει ή το γεγονός πως αυτή τη φορά που βλέπει την Κάρεν τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς βγαίνει με την κόρη της. Προσπαθώ να αλλάξω την ατμόσφαιρα ζητώντας από την Κάρεν αν έχει μια τσάντα για να βάλουμε τα πράγματά μας. Πιάνει μία κάτω από το τραπέζι και την ανοίγει στον Χόλντερ. Αυτός βάζει το σετ μέσα στην τσάντα και, καθώς η Κάρεν βλέπει το περιεχόμενό της, με κοιτάζει ερωτηματικά. «Μ η ρωτάς» της λέω. Παίρνω την τσάντα από τα χέρια της και την ανοίγω μπροστά στον Μ πρέκιν για να μπορέσει να βάλει μέσα την άλλη αγορά μας. Είναι μια μικρή ξύλινη κορνίζα που γράφει μέσα με μαύρο μελάνι τη λέξη «λιώνω». Έκανε είκοσι πέντε σεντς και είναι εντελώς άχρηστη, οπότε έπρεπε να την αποκτήσω. Δυο τρεις πελάτες έρχονται στο περίπτερο, οπότε ο Τζακ και η Κάρεν πηγαίνουν να τους εξυπηρετήσουν. Γυρίζω και βλέπω τον Χόλντερ να τους κοιτάζει με σκληρό ύφος. Έχω να τον δω με τέτοια έκφραση από εκείνη την ημέρα στην καφετέρια. Μ ε τρομάζει λίγο, οπότε πάω προς το μέρος του και τον αγκαλιάζω από την πλάτη θέλοντας να διώξω αυτό το βλέμμα. «Έι» του λέω τραβώντας την προσοχή του επάνω μου. «Όλα καλά;» Γνέφει καταφατικά και με φιλάει στο μέτωπο. «Μ ια χαρά» μου λέει. Μ ε αγκαλιάζει από τη μέση και μου χαμογελάει καθησυχαστικά. «Μ ου υποσχέθηκες λουκουμάδες» μου λέει χαϊδεύοντας το μάγουλό μου. Του νεύω ανακουφισμένη που βλέπω πως είναι καλά. Δε θέλω με τίποτα να βγάλει καμιά από τις εντάσεις του εδώ,


198

COLLEEN HOOVER

μπροστά στην Κάρεν. Δεν πιστεύω ότι εκείνη θα καταλάβει αυτή την παθιασμένη προσέγγιση της ζωής, όπως έχω αρχίσει να την καταλαβαίνω εγώ. «Λουκουμάδες;» λέει ο Μ πρέκιν. «Είπες λουκουμάδες;» Γυρίζω προς την Κάρεν και βλέπω πως ο πελάτης έχει φύγει. Κάθεται ακίνητη πίσω από τον πάγκο και κοιτάζει το χέρι που με αγκαλιάζει. Έχει χλωμιάσει. Τι γίνεται με όλους σήμερα και τα περίεργα βλέμματά τους; Κοιτάζει πρώτα εμένα κι έπειτα βιαστικά τον Χόλντερ. «Δεν είχα καταλάβει πως εσείς οι δύο βγαίνετε». «Ναι, πάνω σ’ αυτό…» της λέω. «Θα σ’ το έλεγα, αλλά κατά κάποιον τρόπο αρχίσαμε να βγαίνουμε εδώ και τέσσερις ώρες». «Α» λέει. «Πάντως… φαίνεστε χαριτωμένοι μαζί. Μ πορώ να σου πω λίγο;» Κουνάει το κεφάλι προς τα πίσω υποδεικνύοντας πως θέλει να τα πούμε οι δυο μας. Αφήνω το χέρι του Χόλντερ και την ακολουθώ σε ασφαλή απόσταση για να μην ακουγόμαστε. Κάνει μια στροφή και κουνάει το κεφάλι της. «Δεν ξέρω πώς μου φαίνεται όλο αυτό» μου λέει ψιθυριστά. «Ποιο όλο αυτό; Είμαι δεκαοκτώ χρονών και έχω ένα αγόρι. Σιγά τ’ αυγά». Αναστενάζει. «Το ξέρω, απλά είναι ότι… τι θα γίνει απόψε; Που δε θα είμαι εγώ σπίτι; Πώς μπορώ να ξέρω ότι δε θα μείνει εκεί όλη τη νύχτα;» Ανασηκώνω τους ώμους. «Δεν μπορείς. Πρέπει απλά να με εμπιστευτείς» της λέω και αυτόματα αισθάνομαι ένοχη για το ψέμα. Αν ήξερε πως πέρασε ήδη το προηγούμενο βράδυ μαζί μου, νομίζω πως ο Χόλντερ θα ήταν το αγόρι μου από τον κάτω κόσμο. «Είναι απλά περίεργο, Σκάι. Δεν έχουμε ποτέ μιλήσει για τους κανόνες που αφορούν τα αγόρια όταν δεν είμαι στο σπίτι». Ακούγεται πολύ αγχωμένη, οπότε κάνω ό,τι μπορώ για να την ηρεμήσω. «Μ αμά; Εμπιστεύσου με. Στην κυριολεξία, τα φτιάξαμε πριν από λίγες ώρες. Δεν πρόκειται με τίποτα να συμβεί μεταξύ μας κάτι απ’ αυτά που φοβάσαι πως μπορεί να συμβούν. Θα έχει φύγει μέχρι τα μεσάνυχτα. Σ’ το υπόσχομαι».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

199

Κάνει ένα νεύμα που δείχνει πως δεν έχει πειστεί. «Είναι απλά που… δεν ξέρω. Έτσι όπως σας είδα αγκαλιασμένους; Ο τρόπος που συμπεριφέρεται ο ένας στον άλλον; Δεν κοιτάζονται έτσι τα ζευγάρια που μόλις τα έχουν φτιάξει, Σκάι. Μ ε εξέπληξε, γιατί μου δώσατε την αίσθηση πως βγαίνετε καιρό και μου το έκρυβες. Θέλω να μπορείς να μου τα λες όλα, Σκάι». Πιάνω το χέρι της και της το σφίγγω. «Το ξέρω, μαμά. Και, πίστεψέ με, αν δεν είχαμε έρθει σήμερα μαζί εδώ, θα σου τα είχα πει όλα αύριο. Το πιο πιθανό είναι ότι θα σου ζάλιζα τα αυτιά μιλώντας σου γι’ αυτό. Δε σου κρύβω τίποτα, εντάξει;» Χαμογελάει και με σφίγγει βιαστικά. «Εγώ πάντως θα περιμένω να μου ζαλίσεις τα αυτιά για αυτόν αύριο».


200

COLLEEN HOOVER

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012 10:15 μμ

«Σκάι, ξύπνα». Σηκώνω το κεφάλι μου από το μπράτσο του Μ πρέκιν και σκουπίζω τα σάλια από το μάγουλό μου. Κοιτάζει το υγρό μανίκι του και κάνει μια γκριμάτσα. «Συγγνώμη» του λέω γελώντας. «Ας μην ήσουν τόσο άνετος ώστε να με πάρει ο ύπνος». Έχουμε φτάσει στο σπίτι του, αφού πρώτα περπατήσαμε οκτώ ώρες και αγοράσαμε σαβούρες. Ο Χόλντερ και ο Μ πρέκιν ενέδωσαν τελικά κι αρχίσαμε να πηγαίνουμε κόντρα, ποιος θα βρει το πιο περίεργο αντικείμενο. Νομίζω ότι τελικά κέρδισα με το σετ εντέρων, αλλά ο Μ πρέκιν έφτασε πολύ κοντά στη νίκη με έναν βελούδινο πίνακα που απεικόνιζε ένα κουτάβι να είναι καβάλα πάνω σε έναν μονόκερω. «Μ ην ξεχάσεις τον πίνακά σου» του λέω καθώς βγαίνει από το αμάξι. Σκύβει, αρπάζει τον πίνακα από το πάτωμα και με φιλάει στο μάγουλο. «Τα λέμε τη Δευτέρα» μου λέει και συνεχίζει κοιτάζοντας τον Χόλντερ: «Μ η νομίζεις ότι θα κάτσεις στο θρανίο μου την πρώτη ώρα μόνο και μόνο επειδή είναι πλέον η γκόμενά σου». Ο Χόλντερ γελάει. «Δεν είμαι εγώ αυτός που της φέρνει καφέ κάθε πρωί, οπότε αμφιβάλλω πως θα σε διώξει». Ο Μ πρέκιν κλείνει την πόρτα και ο Χόλντερ περιμένει να μπει στο σπίτι πριν ξεκινήσει. «Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί πίσω;» μου λέει χαμογελώντας από τον καθρέφτη. «Έλα εδώ».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

201

Κουνάω το κεφάλι μου και παραμένω στη θέση μου. «Μ ου αρέσει κάπως να έχω οδηγό». Παρκάρει το αυτοκίνητο, βγάζει τη ζώνη ασφαλείας και γυρίζει προς το πίσω κάθισμα. «Έλα εδώ» μου λέει πιάνοντας το μπράτσο μου. Μ ε βουτάει από τους καρπούς και με φέρνει προς τα εμπρός μέχρι που τα πρόσωπά μας είναι σχεδόν κολλητά. Μ ου πιάνει το πρόσωπο με το χέρι του, το πιέζει σαν να είμαι μικρό παιδί και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί στα χείλη μου που έχουν ζουπηχτεί. «Πέρασα όμορφα σήμερα. Είσαι κάπως παράξενη» μου λέει. Ανασηκώνω το φρύδι μου, γιατί δεν είμαι σίγουρη αν το είπε για καλό ή για κακό. «Ευχαριστώ;» «Μ ου αρέσει που είσαι παράξενη. Τώρα, πάρε τον κώλο σου κι έλα μπροστά, γιατί αν έρθω εγώ πίσω δε θα σου κάνω απλά αγκαλίτσες». Μ ε τραβάει από το χέρι και κάθομαι στη θέση του συνοδηγού. Στη συνέχεια μου φοράει τη ζώνη. «Τι κάνουμε τώρα; Σπίτι σου;» τον ρωτάω. Κουνάει αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, έχουμε άλλη μία στάση να κάνουμε». «Σπίτι μου;» Κουνάει πάλι το κεφάλι του. «Θα δεις». ***

Οδηγούμε μέχρι που φτάνουμε στα περίχωρα της πόλης. Μ ε το που παρκάρει στην άκρη του δρόμου, αναγνωρίζω το τοπικό αεροδρόμιο. Βγαίνει έξω χωρίς να πει κουβέντα και έρχεται να μου ανοίξει την πόρτα. «Φτάσαμε» μου λέει και μου δείχνει την πίστα του αεροδρομίου. «Χόλντερ, αυτό είναι το μικρότερο αεροδρόμιο σε ακτίνα περίπου 350 χιλιομέτρων. Αν περιμένεις να δούμε κάποιο αεροπλάνο να προσγειώνεται, θα μείνουμε εδώ δυο μέρες». Μ ε τραβάει από το χέρι και κατεβαίνουμε έναν μικρό λόφο. «Δεν είμαστε εδώ για να δούμε αεροπλάνα». Συνεχίζει να περπατάει, μέχρι που φτάνει στο φράχτη του αεροδρομίου. Τον κουνάει για να τσεκάρει τη σταθερότητά του και ξαναπιάνει το


202

COLLEEN HOOVER

χέρι μου. «Βγάλε τα παπούτσια σου, θα είναι πιο εύκολο» μου λέει. Κοιτάζω το φράχτη και μετά ξανά εκείνον. «Νομίζεις πως θα σκαρφαλώσω αυτό το πράγμα;» «Κοίτα» μου λέει κοιτώντας το φράχτη. «Θα μπορούσα να σε σηκώσω και να σε πετάξω από την άλλη μεριά, αλλά μπορεί να πονέσεις λίγο περισσότερο». «Μ α φοράω φουστάνι! Δε μου είπες ότι θα σκαρφαλώναμε φράχτες απόψε. Και εξάλλου είναι παράνομο». Κάνει ένα μορφασμό και με σπρώχνει προς το φράχτη. «Δεν είναι παράνομο όταν ο πατριός μου είναι ο διευθυντής του αεροδρομίου. Και, όχι, δε σου είπα ότι θα σκαρφαλώναμε φράχτες απόψε, γιατί θα άλλαζες ρούχα και δε θα φορούσες αυτό το φουστάνι». Πιάνω το φράχτη και αρχίζω να τον δοκιμάζω, όταν με μια γρήγορη κίνηση με έχει πιάσει από τη μέση και είμαι στον αέρα έχοντας περάσει σχεδόν από πάνω. «Χριστός κι Απόστολος, Χόλντερ!» του φωνάζω μόλις πηδήξω από την άλλη μεριά. «Το ξέρω, έγινε πολύ γρήγορα και ξέχασα να σε χουφτώσω λίγο» λέει δίνοντας μία και πηδώντας το φράχτη με ευκολία. «Έλα» μου λέει αρπάζοντας το χέρι μου και τραβώντας με μπροστά. Περπατάμε μέχρι που φτάνουμε στο διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης. Σταματάω και κοιτάζω πόσο μεγάλος είναι. Δεν έχω μπει ποτέ σε αεροπλάνο και η σκέψη του και μόνο με τρομοκρατεί. Κυρίως όταν βλέπω ότι στο τέλος του διαδρόμου υπάρχει μια λίμνη. «Έχουν προσγειωθεί ποτέ αεροπλάνα στη λίμνη;» «Μ όνο μία φορά» μου λέει. «Ένα μικρό Τσέσνα, που ο πιλότος του ήταν πίτα. Εκείνος σώθηκε, αλλά το αεροπλάνο βρίσκεται ακόμα στον πάτο της λίμνης». Ξαπλώνει στο διάδρομο και με τραβάει να κάνω το ίδιο. «Τι κάνουμε;» τον ρωτάω φτιάχνοντας το φουστάνι μου και βγάζοντας τα παπούτσια μου. «Σσσσσς» μου λέει. «Πέσε κάτω και κοίτα ψηλά». Κάνω πίσω το κεφάλι μου, κοιτάζω ψηλά και παίρνω μια


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

203

κοφτή ανάσα. Πάνω από το κεφάλι μου και προς όλες τις κατευθύνσεις βλέπω χιλιάδες αστέρια, και είναι τα πιο λαμπερά αστέρια που έχω δει ποτέ μου. «Ουάου» ψιθυρίζω. «Δε φαίνονται έτσι από την αυλή μου». «Το ξέρω, γι’ αυτό σε έφερα εδώ» μου λέει ενώ με το μικρό του δαχτυλάκι πιάνει το δικό μου. Καθόμαστε έτσι πολλή ώρα χωρίς να μιλάμε – αλλά είναι μια γαλήνια σιωπή. Πού και πού σηκώνει το δαχτυλάκι του και χαϊδεύει το χέρι μου κι αυτό είναι όλο. Είμαστε δίπλα δίπλα και φοράω ένα φόρεμα που βγαίνει πανεύκολα, αλλά δεν προσπαθεί ούτε για μια στιγμή ούτε καν να με φιλήσει. Είναι προφανές πως δε με έφερε εδώ στη μέση του πουθενά για να φασωθούμε. Μ ε έφερε εδώ για να μοιραστεί αυτή την εμπειρία μαζί μου. Κάτι ακόμα που τον παθιάζει. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα σε σχέση με τον Χόλντερ που με ξαφνιάζουν, ιδίως τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες. Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι τον αναστάτωσε τόσο πολύ στην καφετέρια εκείνη τη μέρα, αλλά δείχνει να ξέρει καλά τι ήταν και πως δε θα επαναληφθεί. Και αυτή τη στιγμή το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τον πιστέψω και να τον εμπιστευτώ. Ελπίζω μόνο να ξέρει ότι του δείχνω όση εμπιστοσύνη μού έχει απομείνει. Γιατί θεωρώ δεδομένο πως, αν με πληγώσει όπως την προηγούμενη φορά, θα είναι και η τελευταία φορά που το κάνει. Ανασηκώνω το κεφάλι μου προς το μέρος του και τον παρατηρώ καθώς χαζεύει τον ουρανό. Έχει σμίξει τα φρύδια του και είναι ξεκάθαρο πως κάτι τον απασχολεί. Είναι σαν να τον απασχολεί συνεχώς κάτι και αναρωτιέμαι αν ποτέ θα καταφέρω να το βρω. Είναι τόσα πράγματα που θέλω να μάθω για το παρελθόν του, την αδελφή του και την οικογένειά του. Αλλά το να τα αναφέρω τώρα θα τον έβγαζε από τη βαθιά του περισυλλογή και δεν το θέλω. Ξέρω ακριβώς πού είναι και τι κάνει χαζεύοντας έτσι το διάστημα. Το ξέρω γιατί κάνω ακριβώς το ίδιο όταν χαζεύω τα αστέρια στο ταβάνι μου. Τον παρακολουθώ για πολλή ώρα και στη συνέχεια γυρίζω το βλέμμα μου πάλι στον ουρανό και ταξιδεύω με τις σκέψεις μου, όταν εκείνος σπάει τη σιωπή με μια ερώτηση που έρχεται από το


204

COLLEEN HOOVER

πουθενά. «Είχες καλή ζωή;» με ρωτάει ήρεμα. Αναλογίζομαι για λίγο την ερώτηση – κυρίως γιατί θέλω να ξέρω τι ήταν αυτό που σκεφτόταν και τον οδήγησε να κάνει αυτή την ερώτηση. Σκεφτόταν πράγματι τη δική μου ζωή ή τη δική του; «Ναι» του απαντάω ειλικρινά. «Ναι, είχα». Αναστενάζει βαριά και στη συνέχεια παίρνει το χέρι μου μέσα στο δικό του. «Μ πράβο». Δε λέμε τίποτε άλλο για μισή ώρα ακόμα, μέχρι να έρθει η ώρα να φύγουμε. ***

Παρκάρει έξω από το σπίτι μου λίγα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα. Βγαίνουμε και οι δύο από το αυτοκίνητο, πιάνει την τσάντα με τις άσχετες αγορές μου και με συνοδεύει στην πόρτα. Στέκεται στην είσοδο και τα ακουμπάει κάτω. «Δε θα έρθω πιο μέσα» μου λέει βάζοντας τα χέρια στις τσέπες του. «Γιατί; Είσαι βρικόλακας; Χρειάζεσαι άδεια για να μπεις;» Χαμογελάει. «Απλά δε νομίζω πως πρέπει να μείνω». Πηγαίνω προς το μέρος του, τον αγκαλιάζω και τον φιλάω στο μάγουλο. «Γιατί όχι; Είσαι κουρασμένος; Μ πορούμε να ξαπλώσουμε. Ξέρω πως κοιμήθηκες ελάχιστα χθες βράδυ». Δε θέλω να φύγει. Χθες στην αγκαλιά του κοιμήθηκα καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Ανταποκρίνεται στο αγκάλιασμά μου τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από τους ώμους μου και τραβώντας με κοντά του. «Δεν μπορώ» μου λέει. «Είναι πραγματικά ένας συνδυασμός πραγμάτων. Το γεγονός πως η μαμά μου θα με βομβαρδίσει με ερωτήσεις για το πού ήμουν από χθες το βράδυ. Το γεγονός πως σε άκουσα να υπόσχεσαι στη μητέρα σου ότι θα έχω φύγει πριν από τα μεσάνυχτα. Το γεγονός πως όλη τη μέρα που περπατούσες τριγύρω μου το μόνο που σκεπτόμουν ήταν το τι υπάρχει κάτω από αυτό το φουστάνι». Φέρνει το χέρι του στο πρόσωπό μου και κοιτάζει το στόμα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

205

μου. Τα μάτια του βαραίνουν και μου λέει ψιθυριστά: «Για να μη μιλήσω για αυτά τα χείλια. Δεν έχεις ιδέα πόσο δύσκολο μου ήταν σήμερα να προσπαθώ να ακούω τι λες, όταν το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το πόσο μαλακά είναι. Τι απίστευτη γεύση έχουν. Πόσο τέλεια ταιριάζουν με τα δικά μου». Σκύβει, με φιλάει γλυκά και τραβιέται μακριά μου μόλις αρχίσω να λιώνω στην αγκαλιά του. «Και αυτό το φόρεμα» μου λέει ενώ το χέρι του κατεβαίνει από την πλάτη μου στο γοφό μου και από κει στο μηρό μου. Το άγγιγμά του με κάνει και τρέμω. «Αυτό το φόρεμα είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν μπαίνω μέσα στο σπίτι». Βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο το σώμα μου ανταποκρίνεται σε αυτόν, συμφωνώ πολύ γρήγορα με την απόφασή του να φύγει. Όσο και αν γουστάρω να είμαι μαζί του, και όσο κι αν γουστάρω να τον φιλάω, μπορώ να πω με σιγουριά ότι δε θα μπορούσα να συγκρατηθώ καθόλου μαζί του και δεν νομίζω πως είμαι έτοιμη να κάνω ακόμα αυτό το βήμα. Αναστενάζω, αλλά είναι σαν να βογκάω. Όσο κι αν συμφωνώ με αυτά που λέει, το σώμα μου τα έχει πάρει με το γεγονός ότι δεν τον ικετεύω να μείνει. Είναι περίεργο πώς το γεγονός ότι πέρασα μαζί του όλη τη σημερινή ημέρα δυνάμωσε την ανάγκη μου να θέλω να είμαι μαζί του συνεχώς. «Είναι φυσιολογικό αυτό;» ρωτάω κοιτώντας τον στα μάτια, στα οποία διακρίνω τόσο πολύ πόθο όσο δεν έχω ξαναδεί. Ξέρω γιατί φεύγει τώρα, διότι θέλει και αυτός να την κρατήσουμε για άλλη στιγμή αυτή την πρώτη φορά. «Ποιο αν είναι φυσιολογικό;» Πιέζω το κεφάλι μου στο στήθος του για να αποφύγω να τον κοιτάζω όσο μιλάω. Κάποιες φορές λέω πράγματα που προκαλούν αμηχανία, αλλά παρ’ όλα αυτά πρέπει να τα πω. «Είναι φυσιολογικό αυτό που αισθανόμαστε ο ένας για τον άλλον; Δεν γνωριζόμαστε πολύ καιρό και το περισσότερο διάστημα το περάσαμε αποφεύγοντας ο ένας τον άλλον. Όμως, δεν ξέρω, απλά με σένα μού φαίνεται διαφορετικό. Υποθέτω ότι, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι τα φτιάχνουν, περνάνε τους πρώτους μήνες προσπαθώντας να χτίσουν μια σχέση». Σηκώνω το κεφάλι μου από το στήθος του και τον κοιτάζω. «Αισθάνομαι


206

COLLEEN HOOVER

ότι αυτό το είχα μαζί σου από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα. Τα πάντα σε σχέση με μας είναι τόσο φυσικά. Είναι σαν να έχουμε ήδη φτάσει κάπου και να προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω. Σαν να προσπαθούμε να ξαναγνωριστούμε με το να το πάμε αργά. Δεν είναι περίεργο;» Βγάζει τα μαλλιά μου από το πρόσωπό μου και με κοιτάζει με εντελώς διαφορετικό βλέμμα αυτή τη φορά. Η αγωνία έχει πάρει τη θέση του πόθου και της επιθυμίας, κι όταν το βλέπω αυτό στα μάτια του μου ματώνει η καρδιά. «Ό,τι κι αν είναι αυτό, δε θέλω να το αναλύσω. Και δε θέλω να το αναλύσεις ούτε κι εσύ, εντάξει; Ας είμαστε απλά ευγνώμονες που σε βρήκα». Γελάω με την τελευταία του πρόταση. «Το λες σαν να με έψαχνες». Σμίγοντας τα φρύδια του, πιάνει με τα δυο του χέρια το κεφάλι μου και ανασηκώνει το πρόσωπό μου προς το δικό του. «Σε έψαχνα σε όλη τη γαμημένη μου τη ζωή». Η έκφρασή του είναι σταθερή και αποφασιστική, και ενώνει τα στόματά μας μόλις προφέρει τις τελευταίες του λέξεις. Μ ε φιλάει δυνατά και με περισσότερο πάθος από όσες φορές με φίλησε σήμερα. Είμαι έτοιμη να τον τραβήξω μέσα, αλλά απομακρύνεται με το που του πιάνω με δύναμη τα μαλλιά. «Σε βιώνω» μου λέει πιέζοντας τον εαυτό του να κατέβει τα σκαλιά. «Θα σε δω τη Δευτέρα». «Κι εγώ σε βιώνω». Δεν τον ρωτάω γιατί δε θα τον δω αύριο, γιατί νομίζω πως χρειαζόμαστε λίγο χρόνο να δουλέψουμε στο κεφάλι μας τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες. Θα είναι επίσης καλό και για την Κάρεν, αφού πρέπει να της πω πολλά για τη νέα μου ερωτική ζωή. Ή μάλλον για τη νέα μου βιοτική ζωή.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

207

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012 12:05 μμ

Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε που ο Χόλντερ κι εγώ αποκαλέσαμε τους εαυτούς μας ζευγάρι. Μ έχρι τώρα δεν έχω βρει σε αυτόν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του που να με εκνευρίζουν. Αντιθέτως, οι μικρές του συνήθειες με κάνουν να τον λατρεύω ακόμα περισσότερο. Όπως ο τρόπος που με κοιτάζει σαν να με μελετάει και ο τρόπος που πετάει το σαγόνι του όταν εκνευρίζεται και ο τρόπος που γλείφει τα χείλια του κάθε φορά που γελάει. Είναι κάπως σέξι όλα αυτά. Για να μην αρχίσω για τα λακκάκια του. Ευτυχώς έχω πάντα τον ίδιο Χόλντερ από το βράδυ που σκαρφάλωσε το παράθυρό μου και χώθηκε στο κρεβάτι μου. Δεν έχω δει από τότε ούτε καν ψήγματα από τον κυκλοθυμικό και οξύθυμο Χόλντερ. Στην πραγματικότητα, όσο πιο πολύ καιρό περνάμε μαζί τόσο πιο πολύ εναρμονιζόμαστε και νιώθω πως μπορώ πλέον να τον διαβάσω σχεδόν τόσο καλά όσο κι αυτός εμένα. Μ ε την Κάρεν να είναι σπίτι κάθε Σαββατοκύριακο, δεν είχαμε την ευκαιρία να περάσουμε πολύ χρόνο μόνοι μας. Ο περισσότερος χρόνος που περνάμε μαζί είναι στο σχολείο και στα ραντεβού που βγαίνουμε τα Σαββατοκύριακα. Για κάποιο λόγο δεν αισθάνεται άνετα να έρχεται στο δωμάτιό μου όταν είναι η Κάρεν στο σπίτι και πάντα βρίσκει κάποια δικαιολογία όταν του προτείνω να πάμε στο δικό του. Έτσι έχουμε δει πολλές ταινίες στο σινεμά. Έχουμε επίσης βγει μερικές φορές


208

COLLEEN HOOVER

έξω με τον Μ πρέκιν και τον νέο του γκόμενο, τον Μ αξ. Ο Χόλντερ κι εγώ διασκεδάζουμε πολύ μαζί, αλλά δεν έχουμε διασκεδάσει πολύ μαζί. Έχουμε αρχίσει και οι δυο να καταπιεζόμαστε λιγάκι από το ότι δεν υπάρχει ένα αξιοπρεπές μέρος για ερωτικές περιπτύξεις. Το αυτοκίνητό του είναι κάπως μικρό, αλλά το προσπαθήσαμε κι εκεί. Νομίζω πως και οι δυο μετράμε αντίστροφα μέχρι να φύγει η Κάρεν εκτός πόλης το επόμενο Σαββατοκύριακο. ***

Κάθομαι στο τραπέζι με τον Μ πρέκιν και τον Μ αξ, περιμένοντας τον Χόλντερ να φέρει τους δίσκους μας. Ο Μ αξ και ο Μ πρέκιν γνωρίστηκαν στην γκαλερί τέχνης της περιοχής, χωρίς να γνωρίζουν πως πάνε στο ίδιο σχολείο. Χαίρομαι για τον Μ πρέκιν, γιατί είχα αρχίσει να αισθάνομαι πως ένιωθε ότι μας κρατούσε το φανάρι, ενώ δεν ήταν καθόλου έτσι. Γουστάρω πολύ την παρέα του, αλλά βλέποντάς τον να δίνει πλέον την προσοχή του στη δική του σχέση έχει κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα. «Είστε απασχολημένοι ο Χόλντερ κι εσύ αυτό το Σαββατοκύριακο;» με ρωτάει ο Μ αξ μόλις κάθομαι. «Δε νομίζω. Γιατί;» «Υπάρχει μια γκαλερί τέχνης στο κέντρο της πόλης, που κάνει μια έκθεση και θα έχει κι ένα δικό μου έργο. Σας θέλω εκεί». «Ακούγεται μια χαρά» λέει ο Χόλντερ ενώ κάθεται δίπλα μου. «Ποιο έργο σου θα εκθέσεις;» Ο Μ αξ ανασηκώνει τους ώμους. «Δεν ξέρω. Ακόμα προσπαθώ να διαλέξω μεταξύ δύο». Ο Μ πρέκιν κάνει ένα μορφασμό. «Ξέρεις πολύ καλά ποιο πρέπει να δώσεις και δεν είναι κανένα από αυτά τα δύο». Ο Μ αξ κοιτάζει κοφτά τον Μ πρέκιν. «Ζούμε στο ανατολικό Τέξας. Αμφιβάλλω αν ένας πίνακας με γκέι θέμα θα γινόταν καλοδεχούμενος στα μέρη μας». Ο Χόλντερ κοιτάζει πότε τον έναν και πότε τον άλλον. «Και


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

209

ποιος χέστηκε για το τι λέει ο κόσμος;» Το χαμόγελο του Μ αξ σβήνει και λέει πιάνοντας το πιρούνι του: «Οι γονείς μου». «Οι γονείς σου ξέρουν ότι είσαι γκέι;» ρωτάω. Γνέφει καταφατικά. «Ναι. Και με στηρίζουν πολύ σε αυτό το θέμα, απλά συνεχίζουν να ελπίζουν πως δε θα το μάθουν οι φίλοι τους από την εκκλησία. Δε θέλουν να τους λυπούνται επειδή έχουν ένα παιδί που θα καταδικαστεί στην Κόλαση». Κουνάω το κεφάλι μου. «Αν ο Θεός είναι ο τύπος που θα σε καταδικάσει στην Κόλαση μόνο και μόνο επειδή αγαπάς κάποιον, τότε δε θα ήθελα με τίποτα να περάσω μια αιωνιότητα μαζί του έτσι κι αλλιώς». Ο Μ πρέκιν γελάει. «Βάζω στοίχημα πως έχουν λουκουμάδες στην Κόλαση». «Τι ώρα είναι το Σάββατο;» ρωτάει ο Χόλντερ. «Θα είμαστε εκεί, αλλά η Σκάι κι εγώ έχουμε σχέδια για αργότερα το βράδυ». «Γύρω στις εννιά» λέει ο Μ πρέκιν. Κοιτάζω τον Χόλντερ. «Έχουμε σχέδια; Τι θα κάνουμε;» Μ ου χαμογελάει, με αγκαλιάζει από τον ώμο και μου ψιθυρίζει στο αυτί: «Η μαμά μου θα λείπει το Σάββατο το βράδυ. Θέλω να σου δείξω το δωμάτιό μου». Τα χέρια μου ανατριχιάζουν ολόκληρα και ξαφνικά έχω οράματα που είναι εντελώς ακατάλληλα για την καφετέρια του σχολείου. «Δε θέλω καν να ξέρω τι είπε και σε έκανε να κοκκινίσεις έτσι» λέει ο Μ πρέκιν γελώντας. Ο Χόλντερ παίρνει το χέρι του από τους ώμους μου και το ακουμπάει στο πόδι μου. Τρώω μια μπουκιά και ρωτάω τον Μ αξ: «Τι πρέπει να βάλουμε για την έκθεση το Σάββατο; Έχω ένα αμάνικο φορεματάκι και σκεφτόμουν να το φορέσω, αλλά δεν είναι πολύ επίσημο». Ο Χόλντερ πιέζει το μπούτι μου και χαμογελάω γιατί ξέρω ακριβώς τι είδους σκέψεις τού έβαλα μόλις στο μυαλό. Ο Μ αξ ξεκινάει κάτι να πει, όταν ένας τύπος από το τραπέζι πίσω μας λέει κάτι στον Χόλντερ που δεν καταφέρνω να ακούσω. Ό,τι κι αν είπε, ο Χόλντερ το πρόσεξε αμέσως και


210

COLLEEN HOOVER

γύρισε ολόκληρος για να αντικρίσει τον τύπο. «Θα μπορούσες να το επαναλάβεις αυτό;» του λέει ο Χόλντερ κοιτώντας τον στα μάτια. Δε γυρίζω. Δε θέλω καν να δω το άτομο που ευθύνεται για την επανεμφάνιση του οξύθυμου Χόλντερ μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. «Ίσως πρέπει να μιλάω πιο καθαρά» λέει ο τύπος υψώνοντας τη φωνή του. «Είπα πως αν δεν μπορείς να τους σκοτώσεις στο ξύλο, ίσως είναι καλύτερα να γίνεις ένα με αυτούς». Ο Χόλντερ δεν κουνιέται αμέσως, κάτι που είναι καλό. Μ ου δίνει το χρόνο να αρπάξω το πρόσωπό του, να τραβήξω πάνω μου την προσοχή του και να του πω σθεναρά: «Χόλντερ, αγνόησέ τον. Σε παρακαλώ». «Ναι, αγνόησέ τον» του λέει ο Μ πρέκιν. «Προσπαθεί να σου τη σπάσει. Ο Μ αξ κι εγώ αντιμετωπίζουμε συνεχώς τέτοιες μαλακίες. Το έχουμε συνηθίσει πια». Ο Χόλντερ κουνάει το σαγόνι του μπρος πίσω και αναπνέει αργά από τη μύτη. Η έκφρασή του σιγά σιγά μαλακώνει, πιάνει το χέρι μου και γυρίζει προς το μέρος μας χωρίς να κοιτάξει ξανά τον τύπο. «Είμαι εντάξει» λέει προσπαθώντας να πείσει περισσότερο τον εαυτό του παρά εμάς τους υπόλοιπους. «Είμαι εντάξει». Μ ε το που γυρίζει ο Χόλντερ προς εμάς, τα γέλια από το πίσω τραπέζι απλώνονται σε όλη την καφετέρια. Οι ώμοι του Χόλντερ συσπώνται, οπότε ακουμπάω το χέρι μου και του σφίγγω το μηρό για να παραμείνει ήρεμος. «Τι ωραία» λέει ο τύπος από πίσω μας. «Άσε την τσούλα να σ’ εμποδίσει να υπερασπιστείς τους καινούργιους σου φίλους. Φαντάζομαι ότι δεν είναι τόσο σημαντικοί για σένα όσο η Λέσλι, γιατί αλλιώς αυτή τη στιγμή θα είχα τα ίδια χάλια που είχε ο Τζέικ πέρσι μετά το ξύλο που του έριξες». Κάνω τα πάντα για να μην πεταχτώ πάνω και πλακώσω τον τύπο εγώ η ίδια, οπότε καταλαβαίνω πως ο Χόλντερ δεν μπορεί πλέον να συγκρατηθεί καθόλου. Γυρίζει προς το μέρος του και το πρόσωπό του είναι εντελώς ανέκφραστο. Δεν τον έχω δει ποτέ ξανά τόσο άκαμπτο – είναι τρομακτικό. Ξέρω πως θα γίνει


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

211

κάτι φρικτό και δεν έχω ιδέα πώς να το εμποδίσω. Πριν κάνει ένα σάλτο από το τραπέζι και σαπίσει στο ξύλο τον τύπο, κάνω κάτι που σοκάρει και εμένα την ίδια. Χαστουκίζω τον Χόλντερ όσο πιο δυνατά μπορώ στο πρόσωπο. Βάζει αμέσως το χέρι του στο μάγουλό του και με κοιτάζει εντελώς σαστισμένος. Αλλά το καλό είναι πως κοιτάζει εμένα. «Στο διάδρομο, τώρα» του λέω αποφασιστικά με το που έχω τραβήξει την προσοχή του. Τον σπρώχνω να σηκωθεί από το κάθισμα και συνεχίζω να τον σπρώχνω μέχρι να φτάσουμε στην έξοδο της καφετέριας. Μ ε το που βγαίνουμε στο διάδρομο, ρίχνει μια μπουνιά στο πιο κοντινό ντουλάπι και εγώ βγάζω μια πνιχτή κραυγή. Από τη δύναμη της μπουνιάς μένει ένα βαθούλωμα στο ντουλάπι και εγώ είμαι ανακουφισμένη που ήταν το ντουλάπι και όχι ο τύπος στην καφετέρια ο αποδέκτης όλης αυτής της δύναμης. Βράζει ολόκληρος από θυμό. Το πρόσωπό του είναι κόκκινο και δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ έτσι. Αρχίζει να περπατάει στο διάδρομο και σταματάει μπροστά στην πόρτα της καφετέριας. Δεν έχω πεισθεί πως δε θα ξαναπάει πίσω, οπότε αποφασίζω να τον απομακρύνω ακόμη περισσότερο. «Πάμε στο αυτοκίνητό σου». Τον σπρώχνω προς την έξοδο και με αφήνει. Περπατάμε σιωπηλοί προς το αυτοκίνητο και όλη αυτή την ώρα βγάζει καπνούς. Μ παίνει στη θέση του οδηγού, εγώ στου συνοδηγού και κλείνουμε τις πόρτες. Δεν ξέρω αν ακόμη νιώθει την ανάγκη να τρέξει πίσω και να πλακώσει αυτόν το μαλάκα που τον προκάλεσε, αλλά εγώ θα κάνω τα πάντα για να τον κρατήσω μακριά μέχρι να ξεθυμώσει. Αυτό που γίνεται στη συνέχεια δεν το περίμενα καθόλου. Πλησιάζει το κάθισμά μου, με παίρνει αγκαλιά και αρχίζει να ταρακουνιέται ολόκληρος ανεξέλεγκτα. Οι ώμοι του τρέμουν και με σφίγγει βυθίζοντας το κεφάλι του στο λαιμό μου. Κλαίει. Τον αγκαλιάζω και τον αφήνω να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που τον βασανίζουν. Μ ε τραβάει πάνω στα πόδια του και με σφίγγει όσο πιο σφιχτά μπορεί. Περνάω τα πόδια μου το ένα από τη μια πλευρά του και το άλλο από την άλλη και τον φιλάω


212

COLLEEN HOOVER

συνεχώς στο κεφάλι του. Μ ετά βίας βγάζει κάποιον ήχο, που κι αυτός χάνεται μεταξύ ώμου και λαιμού. Δεν έχω ιδέα τι τον έκανε να ξεσπάσει αυτή τη στιγμή, αλλά είναι ό,τι πιο λυπητερό έχω δει ποτέ μου. Συνεχίζω να τον φιλάω στο κεφάλι και του χαϊδεύω την πλάτη. Επιμένω για αρκετά λεπτά μέχρι που ηρεμεί, αν και εξακολουθεί να με κρατάει σφιχτά. «Θέλεις να μιλήσεις για αυτό;» τον ρωτάω χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά. Γέρνω πίσω, αυτός ακουμπάει το κεφάλι του στην πλάτη του καθίσματος και με κοιτάζει. Τα μάτια του είναι κόκκινα και γεμάτα τόσο πολύ πόνο, που πρέπει να τα φιλήσω. Φιλάω το κάθε μάτι του γλυκά και στη συνέχεια κάνω πάλι πίσω περιμένοντας να μιλήσει. «Είπα ψέματα» μου λέει. Τα λόγια του πέφτουν σαν μαχαίρι στην καρδιά μου και τρέμω στο τι μπορεί να μου πει παρακάτω. «Σου είχα πει ότι θα το έκανα ξανά. Σου είχα πει πως θα πλάκωνα πάλι τον Τζέικ στο ξύλο αν είχα την ευκαιρία». Πιάνει τα μάγουλά μου και με κοιτάζει απεγνωσμένα. «Δε θα το έκανα, όμως. Δεν του άξιζε αυτό που του έκανα, Σκάι. Και αυτό το παιδί εκεί μέσα; Είναι ο μικρός αδελφός τού Τζέικ. Μ ε μισεί για αυτό που έκανα και έχει κάθε δικαίωμα να με μισεί. Έχει κάθε δικαίωμα να μου λέει ό,τι σκατά θέλει, γιατί το αξίζω. Ναι, το αξίζω. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που δεν ήθελα να επιστρέψω στο σχολείο, γιατί ήξερα πως ό,τι και να μου έλεγε ο οποιοσδήποτε το άξιζα. Αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω να μιλάει έτσι για σένα και τον Μ πρέκιν. Μ πορεί να λέει ό,τι θέλει, γαμώτο μου, για μένα και τη Λες, γιατί το αξίζουμε, αλλά εσείς όχι». Τα μάτια του γυαλίζουν και υποφέρει πραγματικά, ενώ συνεχίζει να μου κρατάει το πρόσωπο. «Δεν υπάρχει πρόβλημα, Χόλντερ. Δεν οφείλεις να υπερασπίζεσαι τους πάντες. Και δε σου αξίζει. Ο Τζέικ δεν έπρεπε να πει αυτά που είπε για την αδελφή σου πέρσι και ο αδελφός του δεν έπρεπε να πει αυτά που είπε σήμερα». Κουνάει το κεφάλι του διαφωνώντας. «Ο Τζέικ είχε δίκιο. Το ξέρω πως δεν έπρεπε να το πει, και σίγουρα ξέρω πως δεν έπρεπε να σηκώσω το χέρι μου πάνω του, αλλά είχε δίκιο. Αυτό


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

213

που έκανε η Λες δεν ήταν ούτε γενναίο ούτε θαρραλέο ούτε κάτι υπεράνω. Αυτό που έκανε ήταν εγωιστικό. Δεν προσπάθησε καν να το παλέψει. Δε σκέφτηκε ούτε εμένα ούτε τους γονείς μας. Σκεφτόταν μόνο τον εαυτό της και στ’ αρχίδια της για μας του υπόλοιπους. Και τη μισώ γι’ αυτό. Τη μισώ, γαμώτο μου, για αυτό κι έχω κουραστεί να τη μισώ, Σκάι. Έχω κουραστεί να τη μισώ, γιατί με διαλύει και με κάνει να είμαι αυτό το άτομο που δε θέλω να είμαι. Δεν της αξίζει να τη μισούν. Εγώ φταίω που έκανε αυτό που έκανε. Έπρεπε να τη βοηθήσω, αλλά δεν το έκανα. Δεν ήξερα. Αγαπούσα αυτό το κορίτσι περισσότερο από όσο έχω αγαπήσει οποιονδήποτε άλλον και δεν είχα ιδέα πόσο υπέφερε». Σκουπίζω το δάκρυ του με τον αντίχειρά μου και κάνω το μόνο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό, γιατί δεν ξέρω τι να του πω. Τον φιλάω. Τον φιλάω απελπισμένα και προσπαθώ να πάρω μακριά τον πόνο του με τον μόνο τρόπο που ξέρω. Δεν έχω ποτέ βιώσει το θάνατο, οπότε δεν μπορώ να τον καταλάβω. Χώνει τα χέρια του μέσα στα μαλλιά μου και με φιλάει τόσο δυνατά που είναι σχεδόν επώδυνο. Φιλιόμαστε για αρκετά λεπτά, ωσότου η ένταση που έχει μέσα του αρχίσει να διαλύεται. Απομακρύνω τα χείλια μου από τα δικά του και τον κοιτάζω κατάματα. «Χόλντερ, έχεις κάθε δικαίωμα να τη μισείς για αυτό που έκανε. Αλλά παρ’ όλα αυτά έχεις και κάθε δικαίωμα να συνεχίσεις να την αγαπάς. Το μόνο πράγμα που δεν έχεις δικαίωμα να κάνεις είναι να συνεχίσεις να ρίχνεις το φταίξιμο στον εαυτό σου. Ποτέ δε θα καταλάβεις γιατί το έκανε, οπότε πρέπει να σταματήσεις να αυτομαστιγώνεσαι επειδή δεν έχεις όλες τις απαντήσεις. Επέλεξε αυτό που θεώρησε καλύτερο για εκείνη, παρ’ όλο που ήταν η λάθος επιλογή. Αλλά αυτό είναι που πρέπει να θυμάσαι… ήταν δική της επιλογή. Όχι δική σου. Και δεν μπορείς να κατηγορείς συνέχεια τον εαυτό σου για το ότι δεν ήξερες αυτό που δεν κατάφερε να σου πει». Τον φιλάω στο μέτωπο και τον κοιτάζω ξανά στα μάτια. «Πρέπει να το αφήσεις πίσω σου. Μ πορείς να συνεχίσεις να νιώθεις το μίσος και την αγάπη και την πίκρα, αλλά πρέπει να αφήσεις πίσω σου το φταίξιμο. Το φταίξιμο είναι αυτό που σε διαλύει».


214

COLLEEN HOOVER

Κλείνει τα μάτια του και φέρνει το κεφάλι μου στον ώμο του βγάζοντας μια ανάσα. Τον νιώθω ότι γνέφει καταφατικά και πως όλη του η στάση είναι πιο γαλήνια. Μ ε φιλάει στο πλάι του κεφαλιού μου και αγκαλιαζόμαστε σιωπηλοί. Ό,τι δέσιμο θεωρούσαμε πως είχαμε πριν από αυτό, δε συγκρίνεται με τούτη τη στιγμή. Ό,τι και να γίνει ανάμεσά μας σε αυτή τη ζωή, τούτη η στιγμή ένωσε κομμάτια της ψυχής μας. Αυτό θα υπάρχει πάντα – και, κατά κάποιον τρόπο, είναι ανακουφιστικό να το ξέρουμε. Ο Χόλντερ με κοιτάζει και ανασηκώνει το φρύδι του. «Γιατί με χαστούκισες, γαμώτο;» Γελάω και φιλάω το χαστουκισμένο μάγουλο. Τα ίχνη από τα δάχτυλά μου είναι πιο αχνά πλέον, αλλά είναι ακόμα εκεί. «Συγγνώμη. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να σε πάρω από εκεί πέρα και δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο». Χαμογελάει. «Και έπιασε. Δεν ξέρω αν κάποιον άλλος θα μπορούσε να πει ή να κάνει κάτι που θα με αποτραβούσε από εκεί. Σε ευχαριστώ που ξέρεις ακριβώς πώς να με χειριστείς, γιατί μερικές φορές νομίζω πως ούτε εγώ δεν ξέρω πώς να με χειριστώ». Τον φιλάω απαλά. «Πίστεψέ με, δεν έχω ιδέα πώς να σε χειριστώ, Χόλντερ. Απλά σε αντιμετωπίζω ανάλογα με την περίπτωση».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

215

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012 3:40 μμ

«Τι ώρα νομίζεις πως θα γυρίσεις;» τον ρωτάω. Ο Χόλντερ με κρατάει αγκαλιά και ακουμπάμε στο αυτοκίνητό μου. Δεν είχαμε την ευκαιρία να περάσουμε πολύ χρόνο μαζί μετά από αυτό που έγινε στο αυτοκίνητό του το μεσημέρι της Δευτέρας. Ευτυχώς ο τύπος που ξεκίνησε να προκαλεί τον Χόλντερ δεν ξαναείπε τίποτα. Ήταν μια μάλλον ήρεμη εβδομάδα, αν αναλογιστεί κανείς το έντονό της ξεκίνημα. «Θα γυρίσουμε αρκετά αργά. Τα πάρτι της εταιρείας τους συνήθως κρατάνε αρκετές ώρες. Αλλά θα με δεις αύριο. Μ πορώ να έρθω να σε πάρω για μεσημεριανό αν θέλεις και να μείνουμε μαζί όλη μέρα μέχρι να πάμε στην γκαλερί». Κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν μπορώ. Είναι τα γενέθλια του Τζακ και θα τον βγάλουμε έξω για μεσημεριανό, γιατί δουλεύει αύριο βράδυ. Έλα να με πάρεις στις έξι». «Ό,τι πείτε, κυρία μου» μου λέει. Μ ε φιλάει και μετά μου ανοίγει την πόρτα μου για να μπω μέσα. Τον χαιρετάω καθώς απομακρύνεται και στη συνέχεια βγάζω το κινητό μου από το σακίδιο. Έχω ένα μήνυμα από τη Σιξ που με κάνει πολύ χαρούμενη. Δεν παίρνω κάθε μέρα μηνύματα από αυτήν, όπως μου είχε υποσχεθεί. Δεν πίστευα πως θα μου λείψουν, αλλά τώρα που παίρνω περίπου κάθε τρίτη μέρα μού φαίνεται κάπως. Πες στο αγόρι σου πως τον ευχαριστώ που έβαλε κι άλλα λεπτά στο κινητό σου. Έ χεις κάνει ήδη σεξ


216

COLLEEN HOOVER

μαζί του; Μου λείπεις. Γελάω με την ευθύτητά της και της απαντάω. Ό χι δεν έχουμε κάνει ακόμα σεξ. Έ χουμε όμως κάνει σχεδόν όλα τα άλλα, οπότε είμαι σίγουρη πως η υπομονή σύντομα θα εξαντληθεί. Ρώτησέ με πάλι μετά το αυριανό βράδυ, μπορεί να έχω άλλη απάντηση να σου δώσω. Εμένα μου λείπεις πιο πολύ. Πατάω το κουμπί Αποστολή και χαζεύω το τηλέφωνο. Δεν είχα σκεφτεί σοβαρά αν είμαι ήδη έτοιμη να περάσω αυτή την πρώτη φορά, αλλά φαντάζομαι πως μόλις παραδέχτηκα στον εαυτόν μου πως είμαι. Αναρωτιέμαι αν με κάλεσε στο σπίτι του για να καταλάβει αν είμαι κι εγώ έτοιμη. Βάζω την όπισθεν για να φύγω, όταν χτυπάει το τηλέφωνο για μήνυμα. Το σηκώνω και βλέπω ένα από τον Χόλντερ. Μη φύγεις. Έ ρχομαι στο αυτοκίνητό σου. Παρκάρω πάλι το αυτοκίνητο και κατεβάζω το παράθυρό μου καθώς πλησιάζει. «Έι» μου λέει καθώς σκύβει στο παράθυρό μου. Κοιτάζει νευρικά τριγύρω. Σιχαίνομαι αυτό το άβολο βλέμμα του, γιατί πάντα σημαίνει πως θα πει κάτι που ίσως δε θέλω να ακούσω. «Χμ…» Κοιτάζει πάλι εμένα και, καθώς ο ήλιος πέφτει πάνω του, τονίζει όλα τα όμορφα χαρακτηριστικά του. Τα μάτια του λάμπουν και με κοιτάνε σαν να μη θέλουν να κοιτάξουν ποτέ πουθενά αλλού. «Μ όλις, ε… μου έστειλες ένα μήνυμα το οποίο είμαι σίγουρος πως ήταν για τη Σιξ». Θεέ μου, όχι. Αρπάζω αμέσως το τηλέφωνό μου και τσεκάρω να δω αν λέει αλήθεια. Δυστυχώς λέει. Πετάω το τηλέφωνο στη θέση του συνοδηγού, βάζω τα χέρια μου στο τιμόνι και κρύβω το πρόσωπό μου μέσα στους αγκώνες μου. «Θεέ μου» λέω με ένα βογκητό.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

217

«Κοίταξέ με, Σκάι» μου λέει απαιτητικά. Τον αγνοώ και περιμένω να έρθει μια μαύρη τρύπα και να με ρουφήξει από όλες τις αμήχανες καταστάσεις στις οποίες μπλέκω. Νιώθω το χέρι του να πιάνει το μάγουλό μου και να τραβάει το πρόσωπό μου προς το μέρος του. Μ ε κοιτάζει όλο ειλικρίνεια. «Είτε είναι αύριο βράδυ είτε του χρόνου, σου υπόσχομαι πως θα είναι η πιο ωραία στιγμή της ζωής μου. Εσύ απλά να είσαι σίγουρη πως είναι δική σου απόφαση και όχι κάποιου άλλου, εντάξει; Θα σε θέλω πάντα, αλλά δε θα επιτρέψω στον εαυτό μου να σε έχει αν δεν είσαι εκατό τοις εκατό σίγουρη πως με θέλεις το ίδιο. Και μην πεις τίποτα αυτή τη στιγμή. Θα κάνω μεταβολή και θα πάω στο αυτοκίνητό μου και θα κάνουμε πως αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ. Αλλιώς δε θα σταματήσεις ποτέ να είσαι κόκκινη από ντροπή». Σκύβει και μου δίνει ένα γρήγορο φιλί. «Είσαι μια γλύκα, το ξέρεις; Αλλά πρέπει να μάθεις πώς δουλεύει το κινητό σου». Μ ου κλείνει το μάτι και φεύγει. Πέφτω πίσω στο κάθισμα και καταριέμαι τον εαυτό μου. Μ ισώ την τεχνολογία. ***

Πέρασα την υπόλοιπη βραδιά προσπαθώντας να διώξω το ντροπιαστικό μήνυμα από το κεφάλι μου. Βοηθάω την Κάρεν να πακετάρει για το επόμενο παζάρι και στη συνέχεια πέφτω στο κρεβάτι μου με τον ηλεκτρονικό αναγνώστη μου. Μ ε το που τον ανάβω, το κινητό μου στο κομοδίνο δείχνει πως έχει μήνυμα. Έ ρχομαι σπίτι σου αυτή τη στιγμή. Ξέρω πως είναι αργά και είναι η μαμά σου εκεί, αλλά δεν μπορώ να περιμένω μέχρι αύριο βράδυ για να σε ξαναφιλήσω. Τσέκαρε αν είναι ξεκλείδωτο το παράθυρό σου. Μ ε το που διαβάζω το μήνυμα, πηδάω από το κρεβάτι και κλειδώνω την πόρτα του δωματίου μου, ευγνώμων που η Κάρεν είπε εδώ και δύο ώρες να πάμε νωρίς για ύπνο. Πηγαίνω αμέσως


218

COLLEEN HOOVER

στο μπάνιο και βουρτσίζω δόντια και μαλλιά, στη συνέχεια σβήνω το φως και πέφτω στο κρεβάτι. Είναι περασμένα μεσάνυχτα και δεν έχει ξαναμπεί κρυφά στο σπίτι ενώ είναι η Κάρεν. Έχω αγχωθεί, αλλά είναι άγχος ενθουσιασμού. Το γεγονός πως δεν αισθάνομαι καθόλου ένοχη που έρχεται εδώ είναι μια απόδειξη πως έχω πάρει την κατρακύλα. Είμαι η χειρότερη κόρη που μπορεί να υπάρξει. Μ ετά από μερικά λεπτά, ακούω να ανοίγει το παράθυρό μου και αυτόν να μπαίνει μέσα. Είμαι τόσο ενθουσιασμένη που τον βλέπω, ώστε τρέχω στο παράθυρο, τον αγκαλιάζω και πηδάω πάνω του καθώς τον φιλάω. Μ ε κρατάει γερά από τον κώλο και με φέρνει πίσω στο κρεβάτι όπου με ακουμπάει μαλακά. «Γεια σου κι εσένα» μου λέει με πλατύ χαμόγελο. Παραπατάει λίγο, πέφτει πάνω μου και φέρνει τα χείλια του πάνω στα δικά μου. Προσπαθεί να βγάλει τα παπούτσια του, αλλά παιδεύεται και αρχίζει να γελάει. «Είσαι μεθυσμένος;» τον ρωτάω Πιέζει τα δάχτυλά του στα χείλια μου και προσπαθεί να σταματήσει να γελάει αλλά δεν μπορεί. « Όχι. Ναι». «Πόσο μεθυσμένος;» Μ ετακινεί το κεφάλι του προς το λαιμό μου και φιλάει τον αυχένα μου κάνοντας ένα καυτό ρεύμα να με διαπεράσει. «Αρκετά μεθυσμένος ώστε να θέλω να σου κάνω πονηρά πράγματα, αλλά όχι τόσο μεθυσμένος ώστε να σ’ τα κάνω μεθυσμένος» μου λέει. «Αλλά τόσο μεθυσμένος ώστε να τα θυμάμαι αύριο αν σ’ τα έκανα». Γελάω εντελώς μπερδεμένη από την απάντησή του αλλά ταυτόχρονα εντελώς ξαναμμένη. «Γι’ αυτό περπάτησες μέχρι εδώ; Επειδή ήπιες;» Κουνάει το κεφάλι του. «Περπάτησα μέχρι εδώ γιατί ήθελα ένα φιλί για καληνύχτα και ευτυχώς δεν μπορούσα να βρω τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Αλλά το ήθελα τόσο πολύ, μωρό μου. Μ ου έλειψες τόσο πολύ απόψε». Μ ε φιλάει και το στόμα του έχει γεύση λεμονάδας. «Γιατί έχεις γεύση λεμονάδας;» Γελάει. «Το μόνο που είχαν εκεί ήταν αυτά τα φρουτώδη


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

219

χαζοποτά. Έχω μεθύσει με φρουτώδη κοριτσίστικα χαζοποτά. Είναι πραγματικά θλιβερό και καθόλου ελκυστικό, το ξέρω». «Ναι, αλλά έχεις πολύ ωραία γεύση» του λέω και φέρνω το στόμα του στο δικό μου. Αναστενάζει και πιέζει το σώμα του πάνω μου, ενώ βουτάει τη γλώσσα του βαθιά μέσα στο στόμα μου. Μ ε το που ενώνονται τα σώματά μας πάνω στο κρεβάτι, πετιέται όρθιος αφήνοντάς με ξέπνοη και μόνη πάνω στο στρώμα. «Πρέπει να φύγω» μου λέει. «Το βλέπω ήδη να πηγαίνει κάπου που είμαι πολύ μεθυσμένος για να πάω αυτή τη στιγμή. Θα σε δω αύριο βράδυ». Πηδάω όρθια, τρέχω και μπλοκάρω το παράθυρο πριν προλάβει να φύγει. Σταματάει μπροστά μου και διπλώνει τα χέρια του στο στήθος του. «Μ είνε» του λέω. «Σε παρακαλώ, απλά ξάπλωσε στο κρεβάτι μαζί μου. Μ πορούμε να βάλουμε μαξιλάρια ανάμεσά μας και σου υπόσχομαι να μη σε αποπλανήσω αφού είσαι μεθυσμένος. Μ είνε μόνο για μία ώρα. Δε θέλω να φύγεις ακόμη». Κάνει αμέσως μεταβολή και επιστρέφει στο κρεβάτι. «Εντάξει» λέει απλά. Πέφτει στο κρεβάτι μου και τραβάει τα σκεπάσματα. Εύκολο ήταν αυτό. Πηγαίνω στο κρεβάτι και ξαπλώνω δίπλα του. Κανείς μας δεν βάζει μαξιλάρι ανάμεσά μας. Αντιθέτως βάζω το χέρι μου πάνω στο στήθος του και πλέκω τα πόδια μου στα δικά του. «Καληνύχτα» μου λέει χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Μ ε φιλάει στο μέτωπο και κλείνει τα μάτια του. Βάζω το κεφάλι μου στο στήθος του και ακούω τους χτύπους της καρδιάς του. Μ ετά από αρκετά λεπτά η αναπνοή κι οι παλμοί του έχουν ρυθμιστεί και κοιμάται βαθιά. Δεν αισθάνομαι πια το χέρι μου, οπότε το σηκώνω μαλακά και γυρίζω από την άλλη πλευρά. Μ ε το που βολεύομαι στο μαξιλάρι μου, περνάει το χέρι του από τη μέση μου και το πόδι του πάνω από το δικό μου. «Σε αγαπώ, Χόουπ» μουρμουρίζει στον ύπνο του. Χμ… Ανάπνεε, Σκάι.


220

COLLEEN HOOVER

Απλά ανάπνεε. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Πάρε μια αναπνοή. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν άκουσα αυτό που νομίζω πως άκουσα. Αλλά το είπε ολοκάθαρα. Και πραγματικά δεν ξέρω τι είναι αυτό που μου ραγίζει πιο πολύ την καρδιά – το γεγονός πως με αποκάλεσε με άλλο όνομα ή το γεγονός πως αυτή τη φορά είπε αγαπώ αντί για βιώνω. Προσπαθώ να αποτρέψω τον εαυτό μου από το να γυρίσει και να του ρίξει μια γροθιά στη μούρη. Έχει πιει και μισοκοιμόταν όταν το είπε. Δεν είναι σίγουρο πως σημαίνει κάτι για αυτόν, αφού θα μπορούσε απλά να είναι ένα όνειρο. Αλλά ποια, ρε γαμώτο, είναι η Χόουπ; Και γιατί την αγαπάει;


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

221

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

Ιδρώνω γιατί έχει πολλή ζέστη κάτω από αυτά τα σκεπάσματα αλλά δε θέλω να τα βγάλω από πάνω μου. Ξέρω πως αν ανοίξει η πόρτα δεν έχει σημασία αν είμαι σκεπασμένη ή όχι, αλλά εγώ έτσι κι αλλιώς αισθάνομαι πιο ασφαλής με αυτά. Βγάζω τα δάχτυλά μου και σηκώνω λίγο τα σκεπάσματα που είναι μπροστά από τα μάτια μου. Κοιτάζω το πόμολο, όπως κάνω κάθε βράδυ. Μη γυρίσεις. Μη γυρίσεις. Σε παρακαλώ, μη γυρίσεις. Το δωμάτιό μου έχει πάντα τόση ησυχία που τη μισώ. Μερικές φορές ακούω πράγματα και νομίζω πως είναι το πόμολο που γυρίζει και αυτό κάνει την καρδιά μου να χτυπάει πάρα, μα πάρα πολύ δυνατά. Αυτή τη στιγμή, και μόνο που κοιτάζω το πόμολο η καρδιά μου χτυπάει πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να το κοιτάζω. Δε θέλω να γυρίσει. Δε θέλω να ανοίξει η πόρτα, δε θέλω. Όλα είναι τόσο ήσυχα. Τόσο ήσυχα. Το πόμολο δε γυρίζει. Η καρδιά μου σταματάει να χτυπάει τόσο γρήγορα, γιατί το πόμολο δε γυρίζει. Τα μάτια μου βαραίνουν και τελικά τα κλείνω. Είμαι τόσο χαρούμενη που απόψε είναι μια από τις βραδιές που δε γυρίζει το πόμολο.


222

COLLEEN HOOVER

Είναι τόσο ήσυχα. Τόσο ήσυχα. Και μετά δεν είναι, γιατί το πόμολο γυρίζει.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

223

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012 Κάποια στιγμή στη μέση της νύχτας

«Σκάι». Είμαι τόσο βαριά. Όλα είναι τόσο βαριά. Δε μου αρέσει αυτό το συναίσθημα. Δεν έχω τίποτα πάνω στο στήθος μου αλλά νιώθω μια πίεση που δεν έχω αισθανθεί ξανά. Και θλίψη. Μ ια θλίψη με έχει κατακλύσει και δεν έχω ιδέα γιατί. Οι ώμοι μου τρέμουν και ακούγονται λυγμοί μέσα στο δωμάτιο. Ποιος κλαίει; Κλαίω εγώ; «Σκάι, ξύπνα». Νιώθω το χέρι του να με αγκαλιάζει. Το μάγουλό του ακουμπάει στο δικό μου και είναι πίσω μου κρατώντας με σφιχτά στο στήθος του. Αρπάζω τον καρπό του και διώχνω το χέρι του από πάνω μου. Ανακάθομαι στο κρεβάτι και κοιτάζω τριγύρω. Έξω είναι σκοτεινά. Δεν το πιάνω. Κλαίω. Ανακάθεται δίπλα μου, με γυρίζει προς το μέρος του και σκουπίζει τα μάτια μου με τους αντίχειρές του. «Μ ε τρομάζεις, μωρό μου». Μ ε κοιτάζει και ανησυχεί. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και προσπαθώ να βρω τον αυτοέλεγχό μου, γιατί δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει και δεν μπορώ να αναπνεύσω. Ακούω τον εαυτό μου να κλαίει – και γι’ αυτό δεν μπορώ να αναπνεύσω. Κοιτάζω το ρολόι στο κομοδίνο και λέει τρεις η ώρα. Τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους, αλλά… γιατί κλαίω; «Γιατί κλαις;» με ρωτάει ο Χόλντερ. Μ ε τραβάει προς το


224

COLLEEN HOOVER

μέρος του κι εγώ τον αφήνω. Νιώθει σιγουριά. Νιώθει οικεία όταν είμαστε έτσι αγκαλιασμένοι. Μ ε κρατάει και μου τρίβει την πλάτη φιλώντας το κεφάλι μου πού και πού. Λέει συνεχώς «Μ ην ανησυχείς» και νιώθω πως με κρατάει για πάντα. Σιγά σιγά το βάρος φεύγει από το στήθος μου, η θλίψη εξανεμίζεται και δεν κλαίω πια. Εντούτοις φοβάμαι, γιατί δε μου έχει ξανασυμβεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω αισθανθεί τόσο αφόρητη θλίψη, οπότε πώς μπορεί ένα όνειρο να την κάνει τόσο αληθινή; «Είσαι καλά;» μου ψιθυρίζει Γνέφω καταφατικά. «Τι συνέβη;» Κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν ξέρω. Φαντάζομαι πως ήταν ένα κακό όνειρο». «Θες να μιλήσεις για αυτό;» Χαϊδεύει με τα χέρια του τα μαλλιά μου. Κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι. Δε θέλω να το θυμάμαι». Μ ε αγκαλιάζει για πολλή ώρα και στη συνέχεια με φιλάει στο μέτωπο. «Δε θέλω να σε αφήσω, αλλά πρέπει να φύγω. Δε θέλω να μπλέξεις». Συγκατανεύω αλλά συνεχίζω να τον κρατάω σφιχτά. Θέλω να τον ικετεύσω να μη με αφήσει μόνη μου, αλλά δε θέλω να ακουστώ απελπισμένη και τρομοκρατημένη. Οι άνθρωποι βλέπουν συνεχώς εφιάλτες, δεν καταλαβαίνω γιατί εγώ κάνω έτσι. «Ξανακοιμήσου, Σκάι. Όλα είναι εντάξει, είδες απλά ένα κακό όνειρο». Ξαπλώνω πάλι στο κρεβάτι και κλείνω τα μάτια μου. Αισθάνομαι τα χείλια του στο μέτωπό μου – και μετά φεύγει.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

225

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012 8:20 μμ

Είμαστε στο πάρκινγκ της γκαλερί και αγκαλιάζω τον Μ πρέκιν και τον Μ αξ για καληνύχτα. Η εκδήλωση τελείωσε και ο Χόλντερ κι εγώ πάμε σπίτι του. Ξέρω πως θα έπρεπε να έχω άγχος για το τι μπορεί να συμβεί μεταξύ μας απόψε, αλλά δεν έχω καθόλου άγχος. Όλα σε σχέση με αυτόν μού φαίνονται σωστά. Όλα εκτός από τη φράση που επαναλαμβάνω συνεχώς στο κεφάλι μου. Σε αγαπώ, Χόουπ. Θέλω να τον ρωτήσω για αυτό, αλλά δεν μπορώ να βρω την κατάλληλη στιγμή. Η έκθεση στην γκαλερί σίγουρα δεν ήταν το κατάλληλος μέρος για να το αναφέρω. Τώρα είναι μια καλή στιγμή, όμως κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου να το πω το βουλώνω πάλι. Νομίζω ότι πιο πολύ με τρομάζει το ποια είναι και τι σημαίνει για αυτόν από το να βρω το κουράγιο να του το πω. Όσο πιο πολύ καθυστερώ να τον ρωτήσω, τόσο πιο πολύ χρόνο έχω προτού αναγκαστώ να μάθω την αλήθεια. «Θες να τσιμπήσουμε κάτι;» με ρωτάει καθώς βγαίνουμε από το πάρκινγκ. «Ναι» λέω γρήγορα, ανακουφισμένη που διέκοψε τις σκέψεις μου. «Ένα τσίζμπεργκερ, τηγανητές πατάτες και θέλω κι ένα μιλκσέικ σοκολάτας». Γελάει και παίρνει το χέρι μου μέσα στο δικό του. «Είναι απαιτητική βλέπω η πριγκίπισσά μου». Αφήνω το χέρι του και γυρίζω προς το μέρος του. «Μ η με


226

COLLEEN HOOVER

ξαναπείς ποτέ έτσι» του λέω απότομα. Μ ε κοιτάζει και, παρά το σκοτάδι, μπορεί μια χαρά να δει το θυμό στο πρόσωπό μου. «Έι» μου λέει τρυφερά ξαναπιάνοντας το χέρι μου. «Δεν πιστεύω ότι είσαι απαιτητική, Σκάι. Ένα αστείο ήταν». Κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν είναι το “απαιτητική” που μ’ ενόχλησε. Μ η με ξαναπείς “πριγκίπισσα”. Σιχαίνομαι αυτή τη λέξη». Μ ου ρίχνει μια λοξή ματιά και γυρίζει το βλέμμα του πάλι προς το δρόμο. «Εντάξει». Κοιτάζω έξω από το παράθυρο προσπαθώντας να διώξω αυτή τη λέξη από το μυαλό μου. Δεν ξέρω γιατί σιχαίνομαι τόσο πολύ τα χαϊδευτικά, αλλά τα σιχαίνομαι. Και ξέρω πως ήμουν υπερβολική στην αντίδρασή μου τώρα δα, αλλά δεν πρέπει να με ξαναπεί έτσι. Επίσης δεν πρέπει να με ξαναπεί με κανένα όνομα από τις πρώην γκόμενές του. Πρέπει να παραμείνει στο Σκάι… είναι το πιο ασφαλές. Οδηγεί και είμαστε απόλυτα σιωπηλοί και εγώ αρχίζω να μετανιώνω όλο και πιο πολύ για τον τρόπο που αντέδρασα. Και, αν όχι τίποτε άλλο, θα έπρεπε να είμαι πιο συγχυσμένη με το γεγονός πως με αποκάλεσε με το όνομα κάποιου άλλου κοριτσιού παρά με το γεγονός πως με αποκάλεσε «Πριγκίπισσα». Είναι σαν να ξεσπάω για άλλο πράγμα επειδή φοβάμαι ν’ αναφέρω τι με ενοχλεί πραγματικά. Η αλήθεια είναι όμως πως θέλω να περάσω μαζί του απόψε μια βραδιά χωρίς δράματα και εντάσεις. Θα υπάρχουν πολλές ευκαιρίες να τον ρωτήσω για τη Χόουπ κάποια άλλη μέρα. «Συγγνώμη, Χόλντερ». Μ ου σφίγγει το χέρι και το ακουμπάει στο πόδι του, αλλά δε λέει τίποτε άλλο. Φτάνουμε στο γκαράζ του και βγαίνω από το αυτοκίνητο. Τελικά δε σταματήσαμε ποτέ για φαγητό, αλλά δεν έχω όρεξη να το αναφέρω τώρα. Έρχεται από την πλευρά μου και αγκαλιαζόμαστε. Μ ε ακουμπάει με την πλάτη στο αυτοκίνητο και πιέζω το κεφάλι μου στον ώμο του, μυρίζοντας το άρωμά του. Η αμηχανία γι’ αυτό που έγινε νωρίτερα υπάρχει ακόμη,


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

227

οπότε προσπαθώ να ακουμπήσω χαλαρά πάνω του θέλοντας να του δείξω πως πέρασε. Μ ου χαϊδεύει με τα δάχτυλά του τα μπράτσα μου και με κάνει να ανατριχιάσω. «Μ πορώ να σε ρωτήσω κάτι;» μου λέει. «Πάντα μπορείς». Αναστενάζει, κάνει πίσω και με κοιτάζει. «Σε φρίκαρα τη Δευτέρα στο αυτοκίνητό μου; Αν το έκανα, σου ζητώ συγγνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν είμαι κότα, σ’ το ορκίζομαι. Δεν έχω κλάψει από τότε που πέθανε η Λες και σε καμία περίπτωση δεν είχα σκοπό να το κάνω μπροστά σου». Γέρνω το κεφάλι μου στο στήθος του και τον σφίγγω ακόμα πιο δυνατά. «Θυμάσαι χθες βράδυ που ξύπνησα από αυτό το όνειρο;» «Ναι». «Είναι η δεύτερη φορά που κλαίω από τότε που ήμουν πέντε χρονών. Η μοναδική άλλη φορά ήταν όταν μου είπες για την αδελφή σου. Έκλαψα όταν ήμουν στο μπάνιο. Ήταν μόνο ένα δάκρυ αλλά κι αυτό μετράει. Νομίζω πως όταν είμαστε μαζί, τα συναισθήματά μας μας πλημμυρίζουν και γινόμαστε και οι δυο κότες». Γελάει και με φιλάει στην κορφή του κεφαλιού. «Έχω ένα προαίσθημα πως δε θα σε βιώνω για πολύ ακόμα». Μ ου δίνει ένα ακόμη πεταχτό φιλί και πιάνει το χέρι μου. «Έτοιμη για τη μεγάλη ξενάγηση;» Τον ακολουθώ προς το σπίτι αλλά έχω κολλήσει στο ότι μου είπε πως όπου να ’ναι θα σταματήσει να με βιώνει. Αν σταματήσει να με βιώνει σημαίνει πως θα με αγαπάει. Μ όλις ομολόγησε πως με έχει ερωτευτεί χωρίς να το πει. Το πιο σοκαριστικό όμως στην ομολογία του είναι πως μου άρεσε. Μ παίνουμε μέσα στο σπίτι το οποίο δεν είναι καθόλου όπως το περίμενα. Δε φαίνεται πολύ μεγάλο απ’ έξω, αλλά έχει ένα χολ. Τα φυσιολογικά σπίτια δεν έχουν χολ. Υπάρχει μία καμάρα στα δεξιά που οδηγεί στο καθιστικό. Στους τοίχους δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά βιβλία και εγώ νιώθω πως πέθανα και πήγα στον παράδεισο. «Ουάου» του λέω βλέποντας όλα αυτά τα ράφια με βιβλία στο καθιστικό. Υπάρχουν ράφια με βιβλία από


228

COLLEEN HOOVER

το πάτωμα ως το ταβάνι, σε κάθε τοίχο του σαλονιού. «Ναι, η μαμά τα πήρε στο κρανίο όταν εφηύραν τον ηλεκτρονικό αναγνώστη» μου λέει. Γελάω. «Νομίζω πως ήδη συμπαθώ τη μαμά σου. Πότε θα τη γνωρίσω;» Κουνάει το κεφάλι του. «Δε γνωρίζω κορίτσια στη μαμά μου». Η φωνή του είναι τόσο απόμακρη όσο και τα λόγια του· με το που τα προφέρει, όμως, καταλαβαίνει πως με έχει πληγώσει. Έρχεται γρήγορα κοντά μου και παίρνει το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια του. «Όχι. Δεν ήθελα να πω αυτό. Δεν εννοώ πως είσαι σαν όλα τα άλλα κορίτσια που τα είχα. Δεν ήθελα με τίποτα να ακουστεί έτσι». Ακούω αυτά που μου λέει, αλλά τα έχουμε τόσον καιρό και ακόμα δεν έχει πειστεί πως όλο αυτό είναι αληθινό ώστε να μπορώ να γνωρίσω τη μητέρα του; Αναρωτιέμαι αν ποτέ θα θεωρήσει ότι όλο αυτό είναι αληθινό ώστε να γνωρίσω τη μητέρα του. «Η Χόουπ την είχε γνωρίσει;» Το ξέρω πως δεν έπρεπε να το πω, αλλά δεν μπορούσα να το κρατήσω περισσότερο μέσα μου. Κυρίως τώρα που τον άκουσα να μιλάει για «άλλα κορίτσια». Δεν τρέφω αυταπάτες, ξέρω πολύ καλά πως τα είχε με άλλες κοπέλες πριν από μένα. Απλά δε μου αρέσει να το λέει. Πόσω μάλλον να με φωνάζει με τα ονόματά τους. «Τι;» με ρωτάει και απομακρύνεται από μένα. «Γιατί το είπες αυτό;» Το χρώμα έχει φύγει από το πρόσωπό του και αμέσως μετανιώνω που το είπα. «Δεν πειράζει. Άσ’ το, τίποτα. Δε χρειάζεται να γνωρίσω τη μητέρα σου» λέω και θέλω ό,τι κι αν είναι αυτό που συμβαίνει να φύγει. Το ήξερα πως δεν έπρεπε να μιλήσουμε γι’ αυτό απόψε. Θέλω να επιστρέψουμε στην ξενάγηση και να ξεχάσουμε αυτή την κουβέντα. Μ ου αρπάζει τα χέρια και με ξαναρωτάει: «Γιατί το είπες αυτό, Σκάι; Γιατί είπες αυτό το όνομα;». Κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν είναι και τόσο σημαντικό. Ήσουν μεθυσμένος». Μ ε κοιτάζει έντονα και είναι ξεκάθαρο πως δε θα γλιτώσω


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

229

αυτή την κουβέντα. Αναστενάζω και απρόθυμα συναινώ να του εξηγήσω. «Χθες το βράδυ, καθώς σε έπαιρνε ο ύπνος, μου είπες πως με αγαπάς. Αλλά με είπες “Χόουπ”, οπότε δε μιλούσες ουσιαστικά σε εμένα. Είχες πιει και μισοκοιμόσουν, οπότε δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις κάτι. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω καν αν θέλω να μάθω γιατί το είπες». Φέρνει τα χέρια του στα μαλλιά του και αναστενάζει. «Σκάι». Έρχεται κοντά και με παίρνει αγκαλιά. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να ήταν ένα ηλίθιο όνειρο. Δεν ξέρω καν κάποια που να τη λένε Χόουπ και σου λέω με βεβαιότητα ότι ποτέ δεν τα είχα με κάποια που να την έλεγαν έτσι, εάν αυτό νόμισες. Λυπάμαι τόσο πολύ που συνέβη κάτι τέτοιο. Δεν έπρεπε να είχα έρθει στο σπίτι σου μεθυσμένος». Μ ε κοιτάζει έντονα και, όσο κι αν το ένστικτό μου μου λέει πως λέει ψέματα, τα μάτια του είναι εντελώς ειλικρινή. «Πρέπει να με πιστέψεις. Μ ε σκοτώνεις αν έστω και για ένα δευτερόλεπτο πιστέψεις πως μπορεί να αισθάνομαι οτιδήποτε για κάποιαν άλλη. Δεν έχω αισθανθεί για καμία όπως αισθάνομαι για σένα». Κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα του στάζει ειλικρίνεια. Δεδομένου πως και εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί ξύπνησα κλαίγοντας, θεωρώ πως μπορεί αυτά που είπε στον ύπνο του να ήταν το αποτέλεσμα κάποιου ονείρου. Και, ακούγοντας όλα αυτά που μου είπε, αντιλαμβάνομαι πόσο σοβαρά έχουν γίνει τα πράγματα μεταξύ μας. Τον κοιτάζω προσπαθώντας να βρω κάποια απάντηση σε όλα αυτά που μόλις είπε. Ανοίγω το στόμα μου και περιμένω τις λέξεις να βγουν, αλλά δε βγαίνουν. Ξαφνικά είμαι εγώ αυτή που χρειάζεται χρόνο για να βρει τα κατάλληλα λόγια. Κρατάει με τα χέρια του τα μάγουλά μου περιμένοντας από μένα να σπάσω τη σιωπή. Τα στόματά μας είναι τόσο κοντά που η υπομονή του χάνεται. «Πρέπει να σε φιλήσω» μου λέει απολογητικά και φέρνει το πρόσωπό μου στο δικό του. Στεκόμαστε ακόμη στο χολ, αλλά με σηκώνει χωρίς καμία προσπάθεια και με ακουμπάει στα σκαλιά που οδηγούν στα πάνω υπνοδωμάτια. Γέρνω πίσω και ακουμπάει τα χείλια του στα δικά


230

COLLEEN HOOVER

μου, ενώ κρατάει σφιχτά τα ξύλινα σκαλιά από την κάθε πλευρά του κεφαλιού μου. Λόγω της στάσης μας, αναγκάζεται να βάλει το γόνατό του ανάμεσα στα μπούτια μου. Δεν είναι και σπουδαίο πράγμα, εκτός κι αν αναλογιστεί κανείς το φόρεμα που φοράω. Θα ήταν τόσο εύκολο για αυτόν να με πάρει εδώ στα σκαλιά, αλλά ελπίζω να φτάσουμε τουλάχιστον μέχρι το δωμάτιό του πριν το προσπαθήσει. Αναρωτιέμαι αν περιμένει κάτι, ιδίως μετά από το μήνυμα που του έστειλα κατά λάθος. Είναι άντρας και βέβαια περιμένει κάτι. Αναρωτιέμαι αν ξέρει πως είμαι παρθένα. Πρέπει να του το πω άραγε; Πρέπει. Αν και θα το καταλάβει. «Είμαι παρθένα» του πετάω ξαφνικά μέσα στο στόμα καθώς με φιλάει. Αναρωτιέμαι τι στο διάολο κάνω και μιλάω αυτή τη στιγμή. Κανονικά δε θα ’πρεπε να ξαναμιλήσω ποτέ. Κάποιος θα έπρεπε να μου πάρει τη φωνή, γιατί προφανώς δεν ξέρω τι λέω όταν έχω χαμηλές σεξουαλικές αντιστάσεις. Σταματάει αμέσως να με φιλάει. Απομακρύνει το πρόσωπό του από το δικό μου και με κοιτάζει στα μάτια. «Σκάι» μου λέει ευθέως. «Σε φιλάω γιατί μερικές φορές δεν μπορώ να μη σε φιλάω. Ξέρεις τι παθαίνω με το στόμα σου. Δεν περιμένω τίποτε άλλο, εντάξει; Όσο μπορώ να σε φιλάω, όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν». Βάζει τα μαλλιά μου πίσω από τα αυτιά μου και με κοιτάζει ειλικρινά. «Απλά νόμιζα πως έπρεπε να το ξέρεις. Ίσως θα έπρεπε να βρω κάποια άλλη στιγμή να το αναφέρω, αλλά καμιά φορά μού ξεφεύγουν πράγματα χωρίς να τα σκεφτώ. Είναι πραγματικά απαίσιο ελάττωμα και μου τη δίνει φρικτά, γιατί συνήθως το κάνω τις πιο ακατάλληλες στιγμές και είναι ντροπιαστικό. Όπως τώρα». Γελάει και κουνάει το κεφάλι του. «Όχι, μη σταματήσεις να το κάνεις αυτό. Γουστάρω πολύ όταν σου ξεφεύγουν πράγματα χωρίς να τα σκεφτείς. Και γουστάρω όταν πετάς κάτι ατελείωτους, αγχωμένους, γελοίους μονόλογους. Είναι κάπως σέξι όλο αυτό». Κοκκινίζω. Το να σε λένε σέξι είναι πραγματικά… σέξι. «Ξέρεις τι άλλο είναι σέξι;» με ρωτάει σκύβοντας πάλι πάνω


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

231

μου. Το παιχνιδιάρικο βλέμμα του διώχνει την αμηχανία μου. «Τι;» Χαμογελάει. «Το να προσπαθούμε να κρατήσουμε τα χέρια μας μακριά ο ένας από τον άλλον όταν βλέπουμε ένα έργο στο σινεμά». Σηκώνεται όρθιος, με τραβάει να σηκωθώ κι εγώ και στη συνέχεια με οδηγεί από τα σκαλιά προς το δωμάτιό του. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα πρώτος, μετά γυρίζει και μου λέει να κλείσω τα μάτια μου. «Δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις» του λέω κάνοντας μια γκριμάτσα. «Δε σου αρέσουν επίσης τα δώρα και κάποια χαϊδευτικά. Μ αθαίνω. Αλλά αυτό είναι κάτι ωραίο που θέλω να σου δείξω – δεν είναι κάτι που σου αγόρασα. Οπότε κλείσε τα μάτια σου για να τελειώνουμε». Κάνω αυτό που λέει και με φέρνει μέσα στο δωμάτιο. Μ ου αρέσει ήδη εδώ γιατί μυρίζει σαν κι αυτόν. Μ ε περπατάει μερικά βήματα και μετά βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Κάτσε» μου λέει και με σπρώχνει μαλακά προς τα κάτω. Κάθομαι σε κάτι που μοιάζει με κρεβάτι και ξαφνικά βρίσκομαι ανάσκελα και μου σηκώνει τα πόδια. «Κράτα τα μάτια σου κλειστά». Νιώθω να βάζει τα πόδια μου πάνω στο κρεβάτι και να με τακτοποιεί σε ένα μαξιλάρι. Τακτοποιεί το φόρεμά μου ώστε να μην είναι σηκωμένο και να είναι στη θέση του. «Πρέπει να σε κρατήσω σκεπασμένη. Δεν μπορείς να μου δείχνεις τα μπούτια σου όταν είσαι έτσι ξαπλωμένη ανάσκελα». Γελάω αλλά συνεχίζω να κρατάω τα μάτια μου κλειστά. Ξαφνικά περνάει προσεκτικά από πάνω μου και ξαπλώνει δίπλα μου στο μαξιλάρι. «Εντάξει είμαστε. Άνοιξε τώρα τα μάτια σου και ετοιμάσου να πάθεις πλάκα». Φοβάμαι. Ανοίγω σιγά σιγά τα μάτια μου. Διστάζω να μαντέψω τι είναι αυτό που βλέπω, γιατί νομίζω πως είναι μια τηλεόραση. Αλλά οι τηλεοράσεις συνήθως δεν καλύπτουν όλο τον τοίχο σχεδόν. Αυτό το πράγμα είναι γιγάντιο. Πιάνει ένα κοντρόλ και η οθόνη ανάβει. «Ουάου» του λέω εντυπωσιασμένη. «Είναι τεράστιο».


232

COLLEEN HOOVER

«Και αυτά ήταν τα λόγια της». Του δίνω μια σκουντιά και γελάω. Εκείνος μου δείχνει με το κοντρόλ την τηλεόραση: «Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία; Έχω Νetflix».18 Γέρνω το κεφάλι μου προς το μέρος του. «Τι πράγμα;» Γελάει και κουνάει το κεφάλι του με απογοήτευση. «Το ξεχνάω πως τεχνολογικά είσαι ανάπηρη. Είναι κάτι σαν τον αναγνώστη ηλεκτρονικών βιβλίων, μόνο που είναι με ταινίες και εκπομπές της τηλεόρασης αντί για βιβλία. Πατώντας ένα κουμπί μπορείς να δεις σχεδόν τα πάντα». «Έχει και διαφημίσεις;» «Όχι» λέει όλο καμάρι. «Λοιπόν τι θα δούμε;» «Έχεις το Χαζόμουτρο;»19 Τη λατρεύω αυτή την ταινία. Τα χέρια του πέφτουν στο στήθος του και σβήνει την τηλεόραση. Μ ένει σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα και μετά αναστενάζει. Αφήνει το κοντρόλ στο κομοδίνο του και γυρίζει προς το μέρος μου. «Δε θέλω πλέον να δω τηλεόραση». Μου κάνει μούτρα; Τι στο διάολο είπα; «Πολύ καλά. Δε χρειάζεται να δούμε το Χαζόμουτρο. Διάλεξε κάτι άλλο, αφού κάνεις σαν μωρό» του λέω γελώντας. Δεν απαντάει για λίγη ώρα, ενώ συνεχίζει να με κοιτάζει ανέκφραστα. Σηκώνει το χέρι του και χαϊδεύει το στομάχι μου και μετά τη μέση μου και μετά με αρπάζει με δύναμη και με τραβάει πάνω του. «Ξέρεις» μου λέει ενώ κοιτάζει έντονα το σώμα μου. Χαϊδεύει τα σχέδια πάνω στο φουστάνι μου με τα δάχτυλά του. «Μ πορώ να κρατηθώ, παρά τα όσα μού κάνει αυτό το φουστάνι». Σηκώνει το βλέμμα του από το στομάχι μου στο στόμα μου. «Μ πορώ μέχρι και να αντέξω να κοιτάζω τα χείλια σου συνεχώς, ακόμα και αν δεν τα φιλάω. Μ πορώ να αντέξω τον ήχο από το γέλιο σου και το πώς με κάνει να θέλω να βάλω το στόμα μου πάνω στο δικό σου και να το πιω όλο». Το στόμα του έχει πλησιάσει το δικό μου και η φωνή του έχει κατέβει μία οκτάβα κάνοντας την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Χαμηλώνει τα χείλια του προς τα μάγουλά μου και τα φιλάει μαλακά, ενώ η ανάσα του χαϊδεύει το δέρμα μου καθώς


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

233

μιλάει. «Μ πορώ να αντέξω και τις εκατομμύρια φορές που έχω ξαναπαίξει στο κεφάλι μου το πρώτο μας φιλί. Το πώς ένιωσες. Πώς ακούστηκες. Το πώς με κοίταξες πριν τα χείλη μου συναντήσουν τα δικά σου». Ανεβαίνει πάνω μου και φέρνει τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου, ενώνοντάς τα με τα δικά του. Κρέμομαι από κάθε του λέξη, χωρίς όμως να θέλω να χάσω ούτε δευτερόλεπτο από αυτό που κάνει τούτη τη στιγμή. Μ ε έχει καβαλήσει, αλλά κρατάει το βάρος του με τα γόνατά του. «Τι δεν μπορώ όμως να αντέξω, Σκάι; Τι με τρελαίνει και με κάνει να θέλω να βάλω τα χέρια και το στόμα μου σε κάθε εκατοστό του κορμιού σου; Το γεγονός ότι μόλις είπες πως το Χαζόμουτρο είναι η αγαπημένη σου ταινία». Χαμηλώνει το στόμα του προς το δικό μου μέχρι να ακουμπήσει τα χείλια μου. «Αυτό είναι απίστευτα σέξι και νομίζω πως πρέπει να φασωθούμε εδώ και τώρα». Η παιχνιδιάρικη διάθεσή του με κάνει να γελάσω και του ψιθυρίζω όλο σαγήνη: «Μ ισεί τις κονσέρβες».20 Βγάζει ένα βογκητό, με φιλάει και έπειτα αποτραβιέται. «Κάν’ το ξανά. Σε παρακαλώ. Το να σε ακούω να λες κινηματογραφικές ατάκες είναι ακόμα πιο σέξι κι από το να σε φιλάω». Γελάω και συνεχίζω με μια άλλη ατάκα. «Μ είνε μακριά από τις κονσέρβες!» Βογκάει παιχνιδιάρικα μέσα στο αυτί μου. «Έτσι μπράβο, κορίτσι μου. Άλλη μία. Πες άλλη μία». «Αυτά χρειάζομαι μόνο» του λέω πειρακτικά. «Το τασάκι, αυτή τη ρακέτα, και το τηλεκοντρόλ και τη λάμπα… και αυτά χρειάζομαι μόνο. Δε χρειάζομαι τίποτε άλλο, τίποτα». Τώρα πλέον γελάει δυνατά. Τόσες φορές που η Σιξ και εγώ ξενυχτήσαμε για να δούμε αυτό το έργο, ξέρω τόσες πολλές ατάκες που θα τα έχανε. «Αυτά χρειάζεσαι μόνο;» μου πετάει τη σπόντα του ο Χόλντερ. «Είσαι σίγουρη για αυτό, Σκάι;» Η φωνή του είναι βελούδινη και σαγηνευτική και αν αυτή τη στιγμή στεκόμουν όρθια η κιλότα μου θα βρισκόταν στο πάτωμα. Κουνάω το κεφάλι μου και το χαμόγελό μου σβήνει. «Εσένα»


234

COLLEEN HOOVER

του ψιθυρίζω. «Χρειάζομαι τη λάμπα, το τασάκι, τη ρακέτα, το τηλεκοντρόλ… και εσένα. Αυτά χρειάζομαι μόνο». Γελάει, αλλά το γέλιο του χάνεται γρήγορα με το που τα μάτια του πέφτουν πάλι στο στόμα μου. Το περιεργάζεται σαν να καταστρώνει σχέδιο για το τι θα κάνει μαζί του για τις επόμενες ώρες. «Πρέπει να σε φιλήσω τώρα». Τα στόματά μας ενώνονται και για τώρα αυτός είναι πραγματικά το μόνο που χρειάζομαι. Έχει ανασηκωθεί και κρατάει το βάρος του με τα χέρια και τα γόνατά του, αλλά εγώ θέλω να πέσει πάνω μου. Τα χέρια μου παραμένουν εγκλωβισμένα πάνω από το κεφάλι μου και από το στόμα μου δεν μπορεί να βγει ούτε λέξη όταν το παιδεύει με αυτό τον τρόπο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σηκώσω το πόδι μου και να κλοτσήσω το γόνατό του από κάτω, οπότε αυτό και κάνω. Τη στιγμή που το σώμα του πέφτει πάνω στο δικό μου βγάζω ένα αγκομαχητό. Δυνατό. Δεν είχα υπολογίσει πως σηκώνοντας το πόδι μου το φουστάνι μου θα ανέβαινε ψηλά. Πολύ ψηλά. Αν αυτό το συνδυάσουμε με το σκληρό ύφασμα του τζιν του, έχουμε ένα συνδυασμό για πολλά αγκομαχητά. «Γαμώτο μου, Σκάι» μου λέει ανάμεσα σε στιγμές που δεν μπορούμε να πάρουμε ούτε αναπνοή καθώς τα στόματά μας καταβροχθίζουν το ένα τ’ άλλο. Έχει λαχανιάσει εντελώς και δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό από τότε που αρχίσαμε. «Θεέ μου, σε αισθάνομαι απίστευτα. Σε ευχαριστώ που φόρεσες αυτό το φόρεμα». Μ ε φιλάει και κατά διαστήματα μουρμουρίζει μέσα στο στόμα μου: «Πραγματικά…». Μ ε φιλάει στο στόμα και στη συνέχεια κατεβάζει τα χείλια του στο σαγόνι μου και στο λαιμό μου. «Μ ου αρέσει πραγματικά. Το φόρεμά σου». Αναπνέει τόσο βαριά πλέον, που μετά βίας μπορώ να καταλάβω τι μουρμουρίζει. Κατεβαίνει λίγο πιο χαμηλά, μέχρι που τα χείλη του φιλάνε τη βάση του λαιμού μου. Κάνω το κεφάλι μου προς τα πίσω για να έχει ευκολότερη πρόσβαση, καθώς τα χείλια του είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενα σε οποιοδήποτε σημείο του σώματός μου αυτή τη στιγμή. Απελευθερώνει τα χέρια μου για να μπορέσει να κατέβει ακόμα πιο χαμηλά προς το στήθος μου. Το ένα του χέρι ακουμπάει το μηρό μου και τον χαϊδεύει


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

235

προς τα πάνω, ανεβάζοντας εντελώς ό,τι έχει απομείνει από το φουστάνι μου. Μ ε το που φτάνει στο τέρμα του μηρού μου, σταματάει το χέρι του και με πιέζει ελαφρά, σαν να διατάζει τα δάχτυλά του να μην πάνε παραπέρα. Στρίβω ελαφρά το σώμα μου κάτω από το δικό του, ελπίζοντας να καταλάβει πως προσπαθώ να δώσω οδηγίες στο χέρι του να πάει όπου θέλει. Δε θέλω να περιορίσει τον εαυτό του ή να νομίζει προς στιγμήν πως διστάζω να προχωρήσω περισσότερο. Θέλω να κάνει ό,τι θέλει να κάνει – γιατί το χρειάζομαι. Έχω την ανάγκη να κατακτήσει όσες πρώτες φορές μπορεί σήμερα, γιατί ξαφνικά αισθάνομαι άπληστη και θέλω να τα κάνουμε όλα. Το πιάνει τι προσπαθώ να του πω με το σώμα μου και πηγαίνει το χέρι του στο εσωτερικό του μηρού μου. Κάθε μυς από τη μέση μου και κάτω σφίγγει από την προσμονή του αγγίγματός του και μόνο. Τα χείλη του βρήκαν επιτέλους το δρόμο τους από τη βάση του λαιμού μου προς την αρχή του στήθους μου. Νιώθω πως το επόμενο βήμα του είναι να μου βγάλει εντελώς το φόρεμα, ώστε να μπορεί να φτάσει σε ό,τι είναι από κάτω, αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται το άλλο του χέρι και εμένα μου αρέσει πολύ εκεί που βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο αν ήταν λίγα εκατοστά πιο πέρα, αλλά δε θέλω με τίποτα να το απομακρύνει. Φέρνω τα χέρια μου στο πρόσωπό του, πιέζοντάς τον να με φιλήσει πιο δυνατά, και στη συνέχεια βάζω τα χέρια μου στην πλάτη του. Φοράει ακόμα μπλούζα. Αυτό δεν είναι καλό. Πλησιάζω το στομάχι του και τραβάω την μπλούζα του για να τη βγάλει, αλλά αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει όταν το έκανα αυτό είναι πως θα αναγκαστεί να πάρει το χέρι του από το μηρό μου. Πρέπει να κλαψούρισα λίγο, γιατί χαμογελάει και με φιλάει στην άκρη του στόματός μου. Κοιταζόμαστε στα μάτια και μου χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά με τα ακροδάχτυλά του. Δεν απομακρύνει ούτε στιγμή το βλέμμα του και συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα ακόμα και


236

COLLEEN HOOVER

όταν σκύβει για να φιλήσει τις άκρες των χειλιών μου. Ο τρόπος που με κοιτάζει με κάνει να νιώθω… προσπαθώ να βρω ένα επίθετο που να ταιριάζει με αυτή τη σκέψη αλλά δε βρίσκω. Απλά με κάνει να νιώθω. Είναι το μόνο αγόρι που νοιάστηκε ποτέ για το αν αισθάνομαι κάτι εγώ, και μόνο για αυτό τον αφήνω να κλέψει άλλο ένα κομμάτι από την καρδιά μου. Αλλά δε μου είναι αρκετό, γιατί θέλω ξαφνικά να του δώσω τα πάντα. «Χόλντερ» λέω ξέπνοα. Το χέρι του ακουμπάει στη μέση μου κι εκείνος έρχεται πιο κοντά μου. «Σκάι» μου λέει μιμούμενος το ύφος μου. Το στόμα του ακουμπάει τα χείλη μου και γλιστράει τη γλώσσα του μέσα. Είναι γλυκιά και ζεστή και, παρ’ όλο που δεν έχει περάσει πολλή ώρα από την τελευταία φορά που τη γεύτηκα, μου έλειψε. Τα χέρια του είναι από την κάθε πλευρά του κεφαλιού μου και φροντίζει να μη με ακουμπάει ούτε με τα χέρια ούτε με το σώμα του παρά μόνο με το στόμα του. «Χόλντερ» μουρμουράω τραβώντας το πρόσωπό μου. Φέρνω το χέρι μου στο μάγουλό του. «Το θέλω. Απόψε. Τώρα». Η έκφρασή του δεν αλλάζει. Μ ε κοιτάζει έντονα σαν να μη με άκουσε. Μ πορεί πράγματι να μη με άκουσε, γιατί δεν ορμάει να αρπάξει την ευκαιρία. «Σκάι…» Η φωνή του είναι όλο δισταγμό. «Δεν είναι υποχρεωτικό. Θέλω να είσαι απόλυτα σίγουρη πως είναι αυτό που θέλεις. Εντάξει;» Μ ου χαϊδεύει το μάγουλο. «Δε θέλω να σε πιέσω για τίποτα». «Το ξέρω αυτό. Αλλά σου λέω πως το θέλω. Ποτέ μέχρι τώρα δεν το ήθελα με οποιονδήποτε άλλον, αλλά το θέλω μαζί σου». Τα μάτια του μελετάνε τα δικά μου και ρουφάει κάθε λέξη που λέω. Βρίσκεται είτε σε κατάσταση άρνησης είτε σε κατάσταση σοκ. Καμία όμως από τις δύο περιπτώσεις δε βοηθάει το σκοπό μου. Βάζω τα χέρια μου στα μάγουλά του και φέρνω τα χείλη του κοντά στα δικά μου. «Αυτή που βλέπεις, Χόλντερ, δεν είμαι εγώ που σου λέω ναι. Είμαι εγώ που λέω σε παρακαλώ». Πριν καν ολοκληρώσω, τα χείλη του πέφτουν πάνω στα δικά μου και βογκάει. Ακούγοντας τούτο τον ήχο να βγαίνει από


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

237

βαθιά μέσα του, η απόφασή μου γίνεται ακόμα πιο ισχυρή. Τον χρειάζομαι και τον χρειάζομαι τώρα. «Θα το κάνουμε στ’ αλήθεια αυτό;» μου λέει μέσα στο στόμα μου ενώ με φιλάει μανιασμένα. «Ναι. Στ’ αλήθεια θα το κάνουμε. Δεν έχω υπάρξει ποτέ πιο σίγουρη για κάτι στη ζωή μου». Το χέρι του ανεβαίνει στο μηρό μου και σταματάει ανάμεσα στο γοφό και το εσώρουχό μου, το οποίο στη συνέχεια αρχίζει να κατεβάζει. «Θέλω πρώτα να μου υποσχεθείς ένα πράγμα» του λέω. Μ ε φιλάει γλυκά, απομακρύνει το χέρι του από το εσώρουχό μου (γαμώτο) και συγκατανεύει. «Ό,τι θες». Αρπάζω το χέρι του και το βάζω ακριβώς εκεί που ήταν στο γοφό μου. «Θέλω να το κάνω αυτό, αλλά μόνο αν μου υποσχεθείς πως θα σπάσουμε το ρεκόρ της καλύτερης πρώτης φοράς στην ιστορία των πρώτων φορών». Χαμογελάει και μου λέει: «Εσύ κι εγώ, Σκάι, δε θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε κάτι λιγότερο». Περνάει το χέρι του κάτω από την πλάτη μου και με τραβάει προς το μέρος του. Τα χέρια του μετακινούνται προς τα μπράτσα μου, περνάει τα δάχτυλά του κάτω από τις τιράντες του φορέματός μου και τις κατεβάζει στους ώμους μου. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και πιέζω το μάγουλό μου στο δικό του, ενώ τον έχω γραπώσει από τα μαλλιά. Νιώθω την ανάσα του να αγγίζει τον ώμο μου λίγο πριν το κάνουν τα χείλια του. Ίσα που τον φιλάει, αλλά είναι σαν να ακουμπάει κάθε μέρος του κορμιού μου από μέσα προς τα έξω με αυτό το ένα φιλί. «Το βγάζω» μου λέει. Τα μάτια μου είναι ακόμη κλειστά και δεν είμαι σίγουρη αν απλά μου το λέει ή αν ζητά την άδειά μου για να βγάλει το φόρεμά μου, αλλά του γνέφω καταφατικά έτσι κι αλλιώς. Ανεβάζει το φόρεμα και το περνάει από το κεφάλι μου – το γυμνό μου δέρμα ανατριχιάζει στο άγγιγμά του. Μ ε ξαπλώνει μαλακά πίσω στο μαξιλάρι, ανοίγω τα μάτια μου να τον κοιτάξω και θαυμάζω το πόσο απίστευτα όμορφος είναι. Αφού με κοιτάξει έντονα για αρκετά δευτερόλεπτα, ρίχνει το βλέμμα του στο χέρι


238

COLLEEN HOOVER

του που είναι τυλιγμένο γύρω από τη μέση μου. Κοιτάζει αργά το σώμα μου. «Θεέ μου, Σκάι». Χαϊδεύει την κοιλιά μου και στη συνέχεια σκύβει κα τη φιλάει τρυφερά. «Είσαι απίστευτη». Δεν έχω εκτεθεί ποτέ ξανά έτσι μπροστά σε κάποιον άλλον, αλλά ο τρόπος που με θαυμάζει με κάνει να θέλω να εκτεθώ σε αυτόν. Γλιστράει το χέρι του στο σουτιέν μου και περνάει τον αντίχειρά του από κάτω – κάνοντας τα χείλη μου να ανοίξουν και τα μάτια μου να κλείσουν πάλι. Θεέ μου, τον θέλω. Τρελά πολύ. Αρπάζω το πρόσωπό του και το φέρνω στο δικό μου, ενώ τυλίγω τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Βογκάει και κατεβάζει το χέρι του από το σουτιέν μου στη μέση μου ξανά. Κατεβάζει το εσώρουχό μου προς τα κάτω κι έτσι αναγκάζομαι να ξεκλειδώσω τα πόδια μου από τη μέση του για να το βγάλει εντελώς. Στη συνέχεια ακολουθεί ταχύτατα το σουτιέν μου – και με το που έχουν φύγει όλα μου τα ρούχα, ανασηκώνεται ενώ γέρνει πάνω μου. Συνεχίζω να τον κρατάω από το πρόσωπο και να φιλιόμαστε σαν λυσσασμένοι, καθώς βγάζει το παντελόνι του και στη συνέχεια πέφτει πάνω μου στο κρεβάτι. Είμαστε γυμνοί και για πρώτη φορά ακουμπάνε τα δέρματά μας. Είμαστε τόσο κοντά, ώστε ούτε ο αέρας δεν μπορεί να περάσει ανάμεσά μας, και εντούτοις νιώθουμε πως δεν είμαστε αρκετά κοντά. Τεντώνεται και ψάχνει κάτι στο κομοδίνο. Βγάζει ένα προφυλακτικό από το συρτάρι και το ακουμπάει στο κρεβάτι, ενώ στη συνέχεια ξαναπέφτει πάνω μου. Το βάρος του κάνει τα πόδια μου να ανοίξουν περισσότερο. Μ ορφάζω μόλις συνειδητοποιήσω πως όλη αυτή η προσμονή έχει μεταλλαχθεί σε αγωνία. Και ναυτία. Και φόβο. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή και αρχίζω να λαχανιάζω. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα καθώς το χέρι του κινείται ψάχνοντας να βρει το προφυλακτικό. Το βρίσκει και τον ακούω που το ανοίγει, αλλά συνεχίζω να κλείνω πολύ σφιχτά τα μάτια μου. Τον νιώθω να σηκώνεται στα γόνατά του. Ξέρω πως το


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

239

φοράει και ξέρω τι θα επακολουθήσει. Ξέρω πώς είναι και ξέρω πόσο πονάει και πόσο θα με κάνει να κλαίω όταν τελειώσει. Όμως πώς το ξέρω; Πώς τα ξέρω όλα αυτά αφού δεν το έχω ξανακάνει; Τα χείλια μου αρχίζουν να τρέμουν όταν παίρνει την ίδια στάση ανάμεσα στα πόδια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ κάτι που θα απομακρύνει το φόβο, οπότε οραματίζομαι τον ουρανό και τα αστέρια και πόσο όμορφα είναι προσπαθώντας να κατευνάσω τον πανικό μου. Αν υπενθυμίσω στον εαυτό μου πως ο ουρανός είναι πολύ όμορφος ό,τι και να γίνει, τότε μπορώ να σκέφτομαι τον ουρανό και να ξεχάσω πόσο άσχημο είναι αυτό. Δε θέλω να ανοίξω τα μάτια μου, κι έτσι μετράω από μέσα μου. Φέρνω την εικόνα των αστεριών πάνω από το κρεβάτι μου και αρχίζω να μετράω από τη μία μεριά πηγαίνοντας στην άλλη. Ένα, δύο, τρία. Μ ετράω και μετράω και μετράω. Είκοσι δύο, είκοσι τρία, είκοσι τέσσερα… Κρατάω την αναπνοή μου και εστιάζω, εστιάζω, εστιάζω στα αστέρια. Πενήντα επτά, πενήντα οκτώ, πενήντα εννιά… Θέλω να τελειώνει. Θέλω απλά να φύγει από πάνω μου. Εβδομήντα ένα, εβδομήντα δύο, εβδομήντα – «Γαμώτο, Σκάι!» φωνάζει ο Χόλντερ. Τραβάει το χέρι μου από τα μάτια μου. Δε θέλω να με κάνει να κοιτάξω, οπότε κρατάω το μπράτσο μου ακόμα πιο σφιχτά πάνω στο πρόσωπό μου ώστε όλα να είναι σκοτεινά και να μπορώ να συνεχίσω να μετράω. Ξαφνικά η πλάτη μου βρίσκεται σηκωμένη στον αέρα και δεν είμαι πια ξαπλωμένη στο μαξιλάρι. Τα χέρια μου είναι χαλαρά και τα δικά του με αγκαλιάζουν σφιχτά, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ. Τα χέρια μου είναι τόσο αδύναμα και κλαίω με λυγμούς. Κλαίω τόσο δυνατά και με κουνάει και δεν ξέρω γιατί, οπότε ανοίγω τα μάτια μου. Πηγαίνω μπρος πίσω και ξανά μπρος πίσω και για ένα δευτερόλεπτο πανικοβάλλομαι και ξανακλείνω σφιχτά τα μάτια μου νομίζοντας πως δεν έχει τελειώσει. Αλλά αισθάνομαι τα σκεπάσματα τριγύρω μου και τη σφιχτή αγκαλιά


240

COLLEEN HOOVER

του στην πλάτη μου, ενώ με το χέρι του μου χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά καθώς μου ψιθυρίζει στο αυτί. «Όλα είναι εντάξει, μωρό μου». Πιέζει τα χείλη του στα μαλλιά μου ενώ με κουνάει μπρος πίσω. Ανοίγω τα μάτια μου ξανά και τα δάκρυα εμποδίζουν την όρασή μου. «Συγγνώμη, Σκάι. Λυπάμαι τόσο πολύ». Μ ε φιλάει στο πλάι του κεφαλιού, ενώ με κουνάει σαν να με νανουρίζει, ζητώντας μου συνεχώς συγγνώμη. Ζητάει συγγνώμη για κάτι. Κάτι για το οποίο θέλει να τον συγχωρήσω αυτή τη φορά. Κάνει πίσω και βλέπει πως έχω ανοίξει τα μάτια μου. Τα μάτια του είναι κόκκινα αλλά δε βλέπω δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, τρέμει ολόκληρος. Ή μήπως τρέμω εγώ; Νομίζω πως τρέμουμε και οι δύο. Μ ε κοιτάζει στα μάτια ψάχνοντας για κάτι. Ψάχνοντας για μένα. Αρχίζω να χαλαρώνω στην αγκαλιά του, γιατί όταν με έχει αγκαλιά δε νιώθω πως θα πέσω από την άκρη της γης. «Τι έγινε;» τον ρωτάω. Δεν καταλαβαίνω από πού προήλθε όλο αυτό. Κουνάει το κεφάλι του με μάτια γεμάτα θλίψη, φόβο και τύψεις. «Δεν ξέρω. Άρχισες να μετράς και να κλαις και να τρέμεις και εγώ προσπαθούσα να σε κάνω να σταματήσεις, Σκάι. Αλλά δε σταματούσες. Ήσουν τρομοκρατημένη. Τι έκανα; Πες μου, γιατί λυπάμαι πραγματικά. Λυπάμαι τόσο μα τόσο πολύ. Τι στο διάολο έκανα, γαμώτο μου;» Απλά κουνάω το κεφάλι μου, γιατί δεν έχω καμιά απάντηση. Κάνει ένα μορφασμό και ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό μου. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Δεν έπρεπε να το αφήσω να πάει τόσο μακριά. Δεν ξέρω τι στο διάολο συνέβη πριν από λίγο, αλλά δεν είσαι ακόμα έτοιμη, εντάξει;» Δεν είμαι ακόμη έτοιμη; «Δηλαδή δεν… δεν κάναμε σεξ;» Τα χέρια του χαλαρώνουν το αγκάλιασμά τους και η όλη του στάση αλλάζει. Στο βλέμμα του υπάρχει μόνο απορία και ήττα. Συνοφρυώνεται, πιάνει τα μάγουλά μου και με ρωτάει: «Πού ήσουν, Σκάι;».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

241

Κουνάω το κεφάλι μου σαστισμένη. «Εδώ είμαι και σ’ ακούω». «Όχι, εννοώ νωρίτερα. Πού ήσουν, Σκάι; Δεν ήσουν εδώ μαζί μου, γιατί δεν έγινε τίποτα. Διέκρινα στο πρόσωπό σου πως κάτι δεν πήγαινε καλά, οπότε δεν το έκανα. Αλλά τώρα πρέπει να σκεφτείς πολύ καλά πού ήσουν μέσα στο κεφάλι σου, διότι πανικοβλήθηκες. Έκανες σαν υστερική και θέλω να ξέρω τι ήταν αυτό που σε πήγε εκεί που πήγες, για να βεβαιωθώ πως δε θα ξαναπάς». Μ ε φιλάει στο μέτωπο και τραβάει τα χέρια του από την πλάτη μου. Σηκώνεται, βάζει το τζιν του και στη συνέχεια σηκώνει το φόρεμά μου από το πάτωμα. Το γυρίζει από την καλή και το περνάει από το κεφάλι μου. Μ ου σηκώνει τα χέρια και με βοηθάει να το φορέσω. «Πάω να σου φέρω λίγο νερό. Επιστρέφω αμέσως». Μ ε φιλάει προσεκτικά στα χείλια, σαν να φοβάται να με αγγίξει ξανά. Μ ε το που βγαίνει από το δωμάτιο, ακουμπάω στον τοίχο και κλείνω τα μάτια μου. Δεν έχω ιδέα τι συνέβη μόλις τώρα, αλλά νιώθω πως υπάρχει ο φόβος να τον χάσω εξαιτίας αυτού που συνέβη. Μ όλις μετέτρεψα σε ολική καταστροφή το πιο προσωπικό και όμορφο πράγμα που μπορεί να γίνει μεταξύ δύο ανθρώπων. Τον έκανα να αισθανθεί ανάξιος, λες και έκανε κάτι κακό, και τώρα νιώθει άσχημα απέναντί μου εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Τώρα το πιο πιθανό είναι να θέλει να φύγω και δεν τον αδικώ. Δεν τον αδικώ καθόλου. Μ έχρι κι εγώ θέλω να τρέξω μακριά από τον εαυτό μου. Πετάω τα σκεπάσματα και σηκώνομαι ενώ φτιάχνω το φουστάνι μου. Δεν ασχολούμαι καν να βρω το εσώρουχό μου. Πρέπει να βρω το μπάνιο να σουλουπωθώ λίγο, για να με πάει στο σπίτι μου. Είναι η δεύτερη φορά αυτό το Σαββατοκύριακο που κλαίω και δεν ξέρω καν γιατί – και η δεύτερη φορά που χρειάστηκε να με σώσει. Δε θα του το ξανακάνω αυτό. Καθώς περνάω από τα σκαλιά για να βρω το μπάνιο, ρίχνω μια ματιά από πάνω προς την κουζίνα. Ακουμπάει τους αγκώνες του στο πάσο και έχει χώσει το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του. Απλά στέκεται εκεί και δείχνει δυστυχισμένος και


242

COLLEEN HOOVER

αναστατωμένος. Δεν μπορώ να τον βλέπω έτσι, οπότε ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω στα δεξιά μου υποθέτοντας πως είναι το μπάνιο. Δεν είναι. Είναι το υπνοδωμάτιο της Λέσλι. Πάω να κλείσω την πόρτα, αλλά δεν το κάνω. Αντιθέτως την ανοίγω περισσότερο, μπαίνω μέσα και την κλείνω πίσω μου. Δε με νοιάζει αν είμαι μέσα σε μπάνιο, δωμάτιο ή ντουλάπα… Το μόνο που χρειάζομαι είναι ηρεμία και ησυχία. Λίγο χρόνο να συνέλθω από ό,τι στο διάολο μπορεί να μου συμβαίνει. Αρχίζω να σκέφτομαι πως ίσως να είμαι τρελή. Δεν το έχω χάσει έτσι ξανά στο παρελθόν και αυτό με τρομοκρατεί. Τα χέρια μου συνεχίζουν να τρέμουν, οπότε τα πλέκω μεταξύ τους μπροστά μου και προσπαθώ να εστιάσω την προσοχή μου σε κάτι άλλο προκειμένου να ηρεμήσω. Κοιτάζω τριγύρω μου και βρίσκω πως το δωμάτιο προκαλεί μια δυσφορία. Το κρεβάτι δεν είναι στρωμένο και το βρίσκω περίεργο. Ολόκληρο το σπίτι του Χόλντερ είναι στην εντέλεια, αλλά το κρεβάτι της Λέσλι είναι ξέστρωτο. Στο πάτωμα είναι πεταμένο ένα παντελόνι τζιν και φαίνεται σαν να το έβγαλε μόλις τώρα. Κοιτάζω τριγύρω και το δωμάτιο είναι ένα τυπικό κοριτσίστικο εφηβικό δωμάτιο. Είδη μακιγιάζ πάνω στο έπιπλο, ένα iPod πάνω στο κομοδίνο. Όλο το δωμάτιο είναι λες και η Λέσλι συνεχίζει να ζει εδώ μέσα. Σαν να μην έφυγε ποτέ. Είναι φανερό πως κανείς δεν έχει πειράξει αυτό το δωμάτιο από τότε που πέθανε. Πάνω στους τοίχους και στον καθρέφτη κρέμονται φωτογραφίες της. Όλα τα ρούχα της κρέμονται στην ντουλάπα, εκτός από μερικά που είναι πεταμένα στον πάτο της. Έχει περάσει πάνω από χρόνος από τότε που πέθανε και στοιχηματίζω πως κανείς σε αυτή την οικογένεια δεν το έχει ακόμη αποδεχτεί. Αισθάνομαι αλλόκοτα να βρίσκομαι εδώ μέσα, αλλά με κάνει να ξεχνιέμαι. Πηγαίνω προς το κρεβάτι και κοιτάζω τις φωτογραφίες στον τοίχο. Στις περισσότερες είναι η Λέσλι με τις φίλες της και σε μερικές είναι αυτή μαζί με τον Χόλντερ. Μ οιάζει πολύ με τον Χόλντερ, με τα έντονα μπλε μάτια τους και τα σκούρα καστανά μαλλιά τους. Αυτό που με ξαφνιάζει πιο πολύ είναι το πόσο χαρούμενη φαίνεται. Φαίνεται γεμάτη ζωή σε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

243

όλες τις φωτογραφίες, είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος τι γινόταν μέσα στο κεφάλι της. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Χόλντερ δεν είχε πάρει χαμπάρι πόσο δυστυχισμένη αισθανόταν πραγματικά. Το πιο πιθανόν είναι πως δεν άφησε κανέναν να το καταλάβει. Πιάνω μια αναποδογυρισμένη φωτογραφία πάνω στο κομοδίνο της. Μ ε το που τη γυρίζω και την κοιτάζω βγάζω μια πνιχτή κραυγή. Είναι μια φωτογραφία όπου αυτή και ο Γκρέισον είναι αγκαλιά και τον φιλάει στο μάγουλο. Η φωτογραφία με αφήνει άναυδη και κάθομαι στο κρεβάτι για να συνέλθω. Για αυτό ο Χόλντερ τον μισεί τόσο πολύ; Για αυτό δεν ήθελε να με αγγίζει; Αναρωτιέμαι αν ρίχνει το φταίξιμο στον Γκρέισον για αυτό που έκανε η Λέσλι. Κρατώ τη φωτογραφία και κάθομαι ακόμη στο κρεβάτι, όταν ανοίγει η πόρτα κι εμφανίζεται το κεφάλι του Χόλντερ. «Τι κάνεις;» Δε δείχνει θυμωμένος που βρίσκομαι εδώ μέσα. Δείχνει όμως αμήχανος, γεγονός το οποίο μάλλον οφείλεται στο πώς τον έκανα να αισθανθεί πριν από λίγο. «Έψαχνα το μπάνιο» του λέω ήρεμα. «Συγγνώμη. Απλά χρειαζόμουν λίγα λεπτά». Γέρνει στην πόρτα και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος του ενώ κοιτάζει ολόγυρα το δωμάτιο. Τα περιεργάζεται όλα όπως εγώ, σαν να είναι καινούργια και για αυτόν. «Κανείς δεν έχει μπει εδώ μέσα; Από τότε που…» «Όχι» λέει βιαστικά. «Ποιο θα ήταν το νόημα; Έχει φύγει». Γνέφω καταφατικά και ακουμπάω τη φωτογραφία της Λέσλι με τον Γκρέισον στο κομοδίνο, αναποδογυρισμένη όπως ήταν. «Τα είχε μαζί του;» Κάνει ένα διστακτικό βήμα προς το δωμάτιο και στη συνέχεια πηγαίνει προς το κρεβάτι. Κάθεται δίπλα μου και ακουμπάει τους αγκώνες του στα γόνατά του, ενώ δένει τα χέρια του μπροστά του. Κοιτάζει αργά το δωμάτιο χωρίς να μου απαντήσει αμέσως. Μ ε κοιτάζει και με αγκαλιάζει από τους ώμους τραβώντας με κοντά του. Το γεγονός ότι κάθεται εδώ μαζί μου αυτή τη στιγμή και θέλει να με έχει αγκαλιά με κάνει να θέλω να ξεσπάσω σε κλάματα.


244

COLLEEN HOOVER

«Τα χάλασε μαζί της το βράδυ πριν κάνει αυτό που έκανε» μου λέει ήρεμα. Προσπαθώ να μην το δείξω, αλλά τα λόγια του με σόκαραν. «Πιστεύεις πως εξαιτίας του το έκανε; Για αυτό τον μισείς τόσο πολύ;» Κουνάει το κεφάλι του. «Τον μισούσα πριν τα χαλάσει μαζί της. Της έκανε πολλές μαλακίες, Σκάι. Και, όχι, δεν πιστεύω πως το έκανε εξαιτίας του. Νομίζω πως το ότι τα χάλασαν ήταν ο καταλύτης σε μια απόφαση που είχε πάρει από καιρό. Είχε θέματα πολύ πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο ο Γκρέισον. Οπότε όχι, δεν τον κατηγορώ. Ποτέ δεν το έκανα». Σηκώνεται και με πιάνει από το χέρι. «Έλα πάμε. Δε θέλω να μείνω άλλο εδώ». Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο και στη συνέχεια σηκώνομαι και τον ακολουθώ. Σταματάω όμως πριν φτάσουμε στην πόρτα. Γυρίζει και με κοιτάζει να παρατηρώ μια φωτογραφία πάνω στην τουαλέτα της. Είναι μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Χόλντερ και της Λέσλι απ’ όταν ήταν παιδιά. Την πιάνω και τη φέρνω πιο κοντά μου για να τη μελετήσω. Κάτι με κάνει να χαμογελάσω βλέποντάς τον τόσο μικρό. Βλέποντας και τους δύο τόσο μικρούς είναι αναζωογονητικό. Σαν να τους τυλίγει μια αθωότητα προτού γνωρίσουν την άσχημη πραγματικότητα της ζωής. Στέκονται μπροστά από ένα άσπρο σπίτι και ο Χόλντερ έχει περασμένο το χέρι του γύρω από το λαιμό της και τη σφίγγει. Εκείνη έχει το χέρι της περασμένο γύρω από τη μέση του και χαμογελάνε στο φακό. Τα μάτια μου μετακινούνται από τα πρόσωπά τους στο σπίτι πίσω τους. Είναι ένα άσπρο σπίτι με κίτρινα τελειώματα και αν μπορούσαμε να δούμε μέσα θα βλέπαμε πως το καθιστικό είναι βαμμένο σε δύο αποχρώσεις του πράσινου. Κλείνω αμέσως τα μάτια μου. Πώς το ξέρω αυτό; Πώς ξέρω τι χρώμα είναι το καθιστικό; Τα χέρια μου αρχίζουν να τρέμουν και προσπαθώ να πάρω αναπνοή αλλά δεν μπορώ. Πού το ξέρω αυτό το σπίτι; Ξέρω αυτό το σπίτι, όπως με κάποιον τρόπο ξέρω και τα παιδιά στη φωτογραφία. Πώς ξέρω ότι υπάρχουν ασπροπράσινες κούνιες πίσω από το σπίτι; Και, λίγα μέτρα από τις κούνιες, υπάρχει ένα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

245

ξεροπήγαδο που πρέπει να είναι πάντα καλυμμένο, γιατί η γάτα της Λέσλι έπεσε μια φορά μέσα. «Είσαι καλά;» με ρωτάει ο Χόλντερ. Προσπαθεί να πάρει τη φωτογραφία από τα χέρια μου, αλλά του την αρπάζω με δύναμη και τον κοιτάζω. Το βλέμμα του είναι ανήσυχο και κάνει ένα βήμα προς το μέρος μου. Κάνω ένα βήμα πίσω. Πού τον ξέρω; Πού ξέρω τη Λέσλι; Γιατί νιώθω σαν να μου λείπουν; Κουνάω το κεφάλι μου και κοιτάζω μια τη φωτογραφία και μια τον Χόλντερ, και πάλι από την αρχή. Αυτή τη φορά το μάτι μου πέφτει στον καρπό της Λέσλι. Φοράει ένα βραχιόλι. Ένα βραχιόλι ίδιο με το δικό μου. Θέλω να τον ρωτήσω για αυτό αλλά δεν μπορώ. Προσπαθώ αλλά τίποτα δε βγαίνει από το στόμα μου, οπότε απλά κρατάω τη φωτογραφία. Κουνάει το κεφάλι του και το πρόσωπό του έχει μια έκφραση σαν να ράγισε η καρδιά του. «Σκάι, όχι» μου λέει ικετευτικά. «Πώς;» η φωνή μου σπάει και ίσα που ακούγεται. Κοιτάζω πάλι τη φωτογραφία που έχω στα χέρια μου. «Υπάρχουν κούνιες. Και ένα πηγάδι. Και η γάτα σας. Είχε πέσει στο πηγάδι». Τον κοιτάζω στα μάτια και οι σκέψεις ξεχύνονται. «Χόλντερ, το γνωρίζω αυτό το καθιστικό. Το καθιστικό είναι πράσινο και η κουζίνα είχε έναν πάγκο που ήταν πολύ ψηλός για μας και… η μητέρα σου. Τη μητέρα σου τη λένε Μ πεθ». Σταματάω και προσπαθώ να πάρω μιαν ανάσα, γιατί οι αναμνήσεις δε σταματούν. Δε σταματάνε να έρχονται και δεν μπορώ να αναπνεύσω. «Χόλντερ… τη λένε Μ πεθ τη μητέρα σου;» Ο Χόλντερ κάνει ένα μορφασμό και περνάει το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του. «Σκάι…» μου λέει. Δεν μπορεί καν να με κοιτάξει. Η έκφρασή του είναι διαλυμένη και μπερδεμένη και… και μου λέει ψέματα τόσον καιρό. Μ ου κρύβει κάτι και φοβάται να μου το πει. Μ ε ξέρει. Πώς στο διάολο με ξέρει και γιατί δε μου το είπε; Ξαφνικά αισθάνομαι άρρωστη. Τον προσπερνάω βιαστικά και ανοίγω μια πόρτα στο διάδρομο, που ευτυχώς είναι το μπάνιο. Την κλειδώνω, πετάω τη φωτογραφία στον πάγκο και πέφτω στο


246

COLLEEN HOOVER

πάτωμα. Οι εικόνες και οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό μου σαν να έσπασε ένα φράγμα. Θυμάμαι αυτόν, αυτή και τους τρεις μας μαζί. Θυμάμαι να παίζουμε, εγώ να τρώω βραδινό σπίτι του, εμένα και τη Λέσλι να είμαστε αχώριστες. Την αγαπούσα. Ήμουν τόσο μικρή και μικροσκοπική και δεν ξέρω καν πώς τους ξέρω αλλά τους αγαπούσα. Και τους δύο. Η ανάμνηση αυτή αναμειγνύεται με τη θλίψη πως η Λέσλι που ήξερα και αγαπούσα ως κοριτσάκι έχει πλέον πεθάνει. Ξαφνικά νιώθω βαθιά θλίψη που πέθανε, αλλά όχι για μένα. Όχι για τη Σκάι. Στενοχωριέμαι για το μικρό κοριτσάκι που ήμουν και που η θλίψη της για την απώλεια της Λέσλι περνάει μέσα από μένα. Πώς όμως δεν ήξερα; Πώς και δεν τον θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον είδα; «Σκάι, άνοιξε την πόρτα. Σε παρακαλώ». Πέφτω πάνω στον τοίχο. Όλο αυτό είναι πάρα πολύ. Οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα και η θλίψη είναι αβάσταχτα για να το χωνέψω με την πρώτη. «Μ ωρό μου, σε παρακαλώ. Πρέπει να μιλήσουμε και δεν μπορώ να το κάνω από εδώ. Σε παρακαλώ, άνοιξε την πόρτα». Αυτός ήξερε. Την πρώτη φορά που με είδε στο μαγαζί ήξερε. Και όταν είδε το βραχιόλι μου… ήξερε πως μου το είχε δώσει η Λέσλι. Μ ε είδε να το φοράω και ήξερε. Η θλίψη και η σύγχυσή μου σύντομα μετατρέπονται σε θυμό, οπότε σηκώνομαι από το πάτωμα και πηγαίνω γρήγορα στην πόρτα. Την ξεκλειδώνω και την ανοίγω. Τα χέρια του ακουμπάνε στην κάθε μεριά της κάσας και με κοιτάζει κατάματα, αλλά νιώθω πως δεν ξέρω καν ποιος είναι. Δεν ξέρω τι είναι πια αληθινό και τι ψεύτικο ανάμεσά μας. Δεν ξέρω ποια αισθήματά του είναι από τη ζωή του μαζί μου και ποια από τη ζωή του με το μικρό κοριτσάκι που ήμουν. Πρέπει να μάθω. Πρέπει να μάθω ποια ήταν. Ποια ήμουν. Καταπνίγω το φόβο μου και κάνω την ερώτηση της οποίας φοβάμαι πως ξέρω ήδη την απάντηση. «Ποια είναι η Χόουπ;» Η σκληρή του έκφραση δεν αλλάζει, οπότε τον ξαναρωτάω πιο δυνατά αυτή τη φορά.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

247

«Ποια είναι ρε γαμώτο η Χόουπ;» Συνεχίζει να με κοιτάζει στα μάτια και να ακουμπάει τα χέρια του στο άνοιγμα της πόρτας, αλλά δεν μπορεί να μου απαντήσει. Για κάποιο λόγο δε θέλει να ξέρω. Δε θέλει να θυμηθώ ποια ήμουν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Φοβάμαι πολύ να το εκστομίσω, γιατί δε θέλω να ξέρω την απάντηση. «Εγώ είμαι;» τον ρωτάω με τρεμάμενη φωνή γεμάτη δέος. «Χόλντερ… εγώ είμαι η Χόουπ;» Αφήνει μια κοφτή ανάσα κοιτάζοντας το ταβάνι σαν να παλεύει να μην κλάψει. Κλείνει τα μάτια του και ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό μου· στη συνέχεια παίρνει μια βαθιά ανάσα προτού με κοιτάξει. «Ναι». Ο αέρας γύρω μου γίνεται πυκνός. Τόσο πυκνός που δεν μπορώ να τον αναπνεύσω. Στέκομαι ακίνητη μπροστά του μην μπορώντας να κουνηθώ. Όλα είναι σιωπηλά, εκτός από αυτό που γίνεται μέσα στο κεφάλι μου. Είναι τόσες σκέψεις και ερωτηματικά και αναμνήσεις, και όλα προσπαθούν να βγουν έξω και δεν ξέρω αν έχω ανάγκη να κλάψω, να ουρλιάξω, να κοιμηθώ ή να το βάλω στα πόδια. Πρέπει να βγω έξω. Νιώθω πως ο Χόλντερ, το μπάνιο και όλο το γαμημένο το σπίτι σφίγγουν σαν κλοιός γύρω μου και πρέπει να βγω έξω για να υπάρχει αρκετός χώρος να ξεχυθούν όλα έξω από το κεφάλι μου. Θέλω να βγουν όλα έξω. Τον σπρώχνω για να περάσω και προσπαθεί να πιάσει το χέρι μου, αλλά του το τραβάω με δύναμη. «Σκάι, περίμενε» φωνάζει τρέχοντας από πίσω μου. Συνεχίζω να τρέχω, μέχρι που φτάνω τα σκαλιά και τα κατεβαίνω δυο δυο για να βγω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τον ακούω που με ακολουθεί, οπότε επιταχύνω – αλλά το πόδι μου μπερδεύεται, χάνω το βήμα μου και καταλήγω στο πάτωμα στη βάση της σκάλας. «Σκάι!» φωνάζει. Προσπαθώ να σηκωθώ, αλλά είναι ήδη πεσμένος στα γόνατα και με αγκαλιάζει προτού προλάβω να κάνω οτιδήποτε. Τον σπρώχνω για να με αφήσει να βγω έξω, όμως εκείνος δεν το κουνάει ρούπι.


248

COLLEEN HOOVER

«Έξω» του λέω αδύναμα και χωρίς ανάσα. «Πρέπει να βγω έξω. Σε παρακαλώ, Χόλντερ». Τον αισθάνομαι να παλεύει μέσα του, γιατί δε θέλει να με αφήσει. Μ ε τραβάει απρόθυμα μακριά από το στέρνο του και με κοιτάζει προσπαθώντας να δει τα μάτια μου. «Μ ην το βάλεις στα πόδια, Σκάι. Πήγαινε έξω, αλλά σε παρακαλώ μη φύγεις. Πρέπει να μιλήσουμε». Γνέφω καταφατικά, με απελευθερώνει από το αγκάλιασμά του και με βοηθάει να σηκωθώ. Μ ε το που βγαίνω έξω από την πόρτα, στο γρασίδι, δένω τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι μου και παίρνω μια βαθιά αναπνοή δροσερού αέρα. Γέρνω το κεφάλι μου και κοιτάζω προς τα σκαλιά επιθυμώντας όσο τίποτε άλλο να ήμουν εκεί πάνω παρά εδώ κάτω. Δε θέλω να έρχονται αναμνήσεις, γιατί με κάθε μία ανάμνηση που με μπερδεύει έρχεται ένα ακόμα πιο σύνθετο ερωτηματικό που μου προκαλεί σύγχυση. Δεν καταλαβαίνω πού τον ξέρω. Δεν καταλαβαίνω γιατί μου το έκρυψε. Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να ήταν το όνομά μου Χόουπ, όταν από τότε που θυμάμαι το όνομά μου ήταν πάντα Σκάι. Δεν καταλαβαίνω γιατί η Κάρεν μού έχει πει πως Σκάι ήταν το όνομα που είχα από τότε που γεννήθηκα, αν δεν ήταν. Όλα όσα νόμιζα πως είχα καταλάβει μετά από τόσα χρόνια αποκαλύπτουν πράγματα που δε θέλω να ξέρω. Μ ου έχουν πει ψέματα και τρέμω στην ιδέα να μάθω τι είναι αυτό που όλοι προσπαθούν να μου κρύψουν. Νιώθω πως στέκομαι μια αιωνιότητα εδώ έξω προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω όλο αυτό μόνη μου, τη στιγμή που δεν έχω καν ιδέα τι είναι αυτό που προσπαθώ να ξεκαθαρίσω. Πρέπει να μιλήσω στον Χόλντερ και πρέπει να μάθω τι ξέρει, αλλά έχω πληγωθεί. Δε θέλω να τον αντικρίσω ξέροντας πως μου κρατούσε αυτό το μυστικό εδώ και τόσον καιρό. Νιώθω πως όλο αυτό που νόμιζα πως είχαμε μεταξύ μας δεν είναι παρά μια κωμωδία. Είμαι διαλυμένη συναισθηματικά και δεν μπορώ να αντέξω περισσότερες αποκαλύψεις σε μία νύχτα. Το μόνο που θέλω είναι να πάω σπίτι και να ξαπλώσω. Πρέπει να κοιμηθώ και να ηρεμήσω το μυαλό μου, πριν προχωρήσουμε στο γιατί δε μου


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

249

είπε πως με ήξερε ως παιδάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί ήταν κάτι που θεώρησε πως πρέπει να μου το αποκρύψει. Κάνω μεταβολή και μπαίνω στο σπίτι. Στέκεται στην πόρτα και παρακολουθεί. Κάνει στο πλάι για να μπω και εγώ κατευθύνομαι στην κουζίνα και ανοίγω το ψυγείο. Πιάνω ένα μπουκάλι νερό, το ανοίγω και πίνω αρκετές μεγάλες γουλιές. Το στόμα μου είναι στεγνό καθώς δεν ήπια ποτέ το νερό που υποτίθεται θα μου έφερνε νωρίτερα. Ακουμπάω το μπουκάλι στον πάγκο, τον κοιτάζω και του λέω: «Πήγαινέ με σπίτι». Δε φέρνει αντίρρηση. Γυρίζει, αρπάζει τα κλειδιά του από το τραπεζάκι της εισόδου και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Αφήνω το νερό στον πάγκο και τον ακολουθώ σιωπηλή στο αυτοκίνητο. Μ ε το που μπαίνω μέσα, φεύγουμε αμέσως και οδηγεί σε όλη τη διαδρομή χωρίς να πει λέξη. Περνάμε τη στροφή για το σπίτι μου και είναι προφανές πως δε σκοπεύει να με πάει στο σπίτι μου. Του ρίχνω μια ματιά και είναι απόλυτα συγκεντρωμένος στο δρόμο μπροστά του. «Πήγαινέ με στο σπίτι μου» του ξαναλέω. Μ ε κοιτάζει αποφασιστικά. «Πρέπει να μιλήσουμε, Σκάι. Έχεις πολλές ερωτήσεις. Το ξέρω πως έχεις». Έχω. Έχω εκατομμύρια ερωτήσεις που θέλω να κάνω, αλλά έλπιζα να με αφήσει λίγο να το δουλέψω μέσα μου ώστε να μπορέσω να βρω όσες περισσότερες απαντήσεις γίνεται μόνη μου. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν τον νοιάζει τι προτιμώ εγώ αυτή τη στιγμή. Βγάζω απρόθυμα τη ζώνη ασφαλείας και γυρίζω στο κάθισμά μου ώστε να ακουμπάω στην πόρτα και να τον κοιτάζω. Αν δε θέλει να με αφήσει να το χωνέψω όλο αυτό, τότε κι εγώ θα τον βομβαρδίσω μια και καλή με τις ερωτήσεις μου. Αλλά θα το κάνω γρήγορα, γιατί θέλω να με πάει στο σπίτι μου. «Εντάξει, λοιπόν» του λέω πεισματικά. «Ας τελειώνουμε με όλο αυτό. Γιατί για δύο μήνες μού έλεγες ψέματα; Γιατί τα πήρες τόσο πολύ με το βραχιόλι μου ώστε δε μου μιλούσες για δύο εβδομάδες; Γιατί απλά δε μου είπες ποια νόμιζες πως ήμουν όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στο μπακάλικο; Διότι ήξερες, Χόλντερ. Ήξερες ποια ήμουν και για κάποιο λόγο θεώρησες πως


250

COLLEEN HOOVER

θα ήταν διασκεδαστικό να με παίζεις μέχρι να τα ανακαλύψω όλα. Τελικά με γούσταρες καθόλου; Άξιζε αυτό το παιχνίδι που έπαιζες τόσο ώστε να με πληγώσεις όσο δεν έχω πληγωθεί ποτέ άλλοτε στη ζωή μου; Γιατί αυτό συνέβη τελικά». Είμαι τόσο έξαλλη καθώς τα λέω, που τρέμω. Τελικά ξεσπάω σε κλάματα, γιατί τα δάκρυά μου προσπαθούσαν από ώρα να βγουν έξω και κουράστηκα να τα πολεμάω. Τα σκουπίζω με την ανάστροφη του χεριού μου και λέω χαμηλόφωνα: «Μ ε πλήγωσες, Χόλντερ, τόσο πολύ. Μ ου είχες υποσχεθεί πως θα είσαι πάντα ειλικρινής μαζί μου». Δεν υψώνω πλέον τη φωνή μου. Στην πραγματικότητα μιλάω τόσο σιγά που δεν είμαι καν σίγουρη πως μπορεί να με ακούσει. Συνεχίζει να κοιτάζει το δρόμο σαν μαλάκας. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου, σταυρώνω τα χέρια στο στήθος και πέφτω πίσω στο κάθισμά μου. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και καταριέμαι τη Μ οίρα μου. Καταριέμαι τη Μ οίρα μου που έφερε αυτό το χωρίς ελπίδα, τελειωμένο αγόρι στη ζωή μου μόνο και μόνο για να τη διαλύσει. Αφού συνεχίζει να οδηγεί χωρίς να πει ούτε μία λέξη σε όλα αυτά που είπα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αφήσω ένα θλιβερό μικρό γελάκι. «Είσαι πραγματικά τελειωμένος, χωρίς καμιά ελπίδα» μουρμουρίζω. 18. Netflix: Συνδρομητικό κανάλι που παίζει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. (Σ.τ.Μ.) 19. Το Χαζόμουτρο: κωμωδία του 1979 με πρωταγωνιστή τον Στιβ Μάρτιν. (Σ.τ.Μ.) 20. Χαρακτηριστική ατάκα της ταινίας. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

251

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

«Πρέπει να κατουρήσω» λέει χαχανίζοντας. Κρυβόμαστε στριμωγμένες κάτω από τη βεράντα περιμένοντας τον Ντιν να έρθει να μας βρει. Δε θέλω να ξέρουν πως δεν μπορώ ακόμα να μετρήσω όπως μου ζητάνε πάντα. Ο Ντιν μού λέει κάθε φορά που πάνε να κρυφτούν να μετρήσω μέχρι το είκοσι, αλλά δεν ξέρω. Οπότε στέκομαι με κλειστά τα μάτια μου και κάνω πως μετράω. Αυτοί πάνε και οι δυο ήδη στο σχολείο, αλλά εγώ θα πάω του χρόνου, συνεπώς δεν ξέρω να μετράω τόσο καλά όσο αυτοί. «Έρχεται» μου λέει ενώ σέρνεται λίγα μέτρα πιο πίσω. Το χώμα κάτω από τη βεράντα είναι κρύο, οπότε προσπαθώ να μην το ακουμπάω με τα χέρια μου όπως κάνει αυτή, αλλά πονάνε τα πόδια μου. «Λες!» φωνάζει αυτός. Έρχεται προς τη βεράντα και κατευθύνεται προς τα σκαλιά. Κρυβόμαστε αρκετή ώρα και φαίνεται πως έχει βαρεθεί να μας ψάχνει. Κάθεται στα σκαλιά που είναι σχεδόν μπροστά μας. Όταν ανασηκώνω το κεφάλι μου μπορώ να δω το πρόσωπό του. «Βαρέθηκα να ψάχνω». Γυρίζω και κοιτάζω τη Λέσλι, να δω αν είναι έτοιμη να τρέξει εκεί που τα φύλαγε για να τον φτύσει. Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της και μου κάνει νόημα με το δάχτυλο να σωπάσω. «Χόουπ!» φωνάζει ενώ κάθεται ακόμα στα σκαλιά.


252

COLLEEN HOOVER

«Παραδίνομαι!» Κοιτάζει τριγύρω στην αυλή και αναστενάζει ήρεμα. Μουρμουράει και κλοτσάει τα χαλίκια και εμένα μου έρχεται να γελάσω. Η Λέσλι μού δίνει μια μπουνιά στο χέρι και μου λέει να το βουλώσω. Αρχίζει να γελάει και στην αρχή νομίζω πως είναι γιατί μας άκουσε, αλλά μετά καταλαβαίνω πως μιλάει στο εαυτό του. «Η Χόουπ και η Λες» λέει ήρεμα. «Χόουπλες»21 λέει το όνομά μας σαν μία λέξη. Γελάει και σηκώνεται. «Το ακούσατε αυτό;» φωνάζει κάνοντας τα χέρια του σαν ντουντούκα στο στόμα του. «Εσείς οι δύο είστε τελειωμένες!» Ακούγοντάς τον να ενώνει τα ονόματά μας και να τα κάνει μία λέξη, η Λέσλι γελάει και βγαίνει από την κρυψώνα της. Την ακολουθώ και σηκώνομαι με το που ο Ντιν γυρίζει και τη βλέπει. Χαμογελάει και κοιτάζει και τις δυο μας με τα βρόμικα γόνατά μας και τους κόμπους στα μαλλιά μας. Κουνάει το κεφάλι του και το ξαναλέει. «Τελειωμένες». 21. Η συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο με τα δύο ονόματα. Ενώνοντάς τα δημιουργείται η λέξη «Χόουπλες» (Hopeless) που σημαίνει «χωρίς ελπίδα» ή «τελειωμένος» και είναι και το τατουάζ του Χόλντερ. (Σ.τ.Μ.)


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

253

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012 11:20 μμ

Η ανάμνηση είναι τόσο ζωντανή και δεν έχω ιδέα πώς μου ήρθε τώρα ξαφνικά. Πώς μπορούσα να βλέπω το τατουάζ του κάθε μέρα, να τον ακούω να λέει Χόουπ, να μιλάει για τη Λες, και παρ’ όλα αυτά να μη θυμηθώ. Πλησιάζω το κάθισμά του, αρπάζω το μπράτσο του και σηκώνω το μανίκι του. Το ξέρω πως είναι εκεί. Ξέρω τι λέει. Αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που το κοιτάζω και ξέρω τι πραγματικά εννοεί. «Γιατί το έκανες;» Μ ου έχει ξαναπεί, αλλά τώρα θέλω να μάθω τον πραγματικό λόγο. Παίρνει το βλέμμα του από το δρόμο και με κοιτάζει. «Σου το είπα. Είναι για να μου θυμίζει τους ανθρώπους που απογοήτευσα στη ζωή μου». Κλείνω τα μάτια μου και πέφτω πίσω στο κάθισμά μου κουνώντας το κεφάλι μου. Λέει πως δε μιλάει ποτέ με αοριστολογίες, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ πιο γενικόλογη απάντηση από αυτή που μου δίνει για το τατουάζ. Πώς μπορεί να με έχει απογοητεύσει; Δε βγάζει κανένα νόημα το να νομίζει πως με κάποιον τρόπο με απογοήτευσε όταν ήμασταν μικρά. Και το ότι αισθάνεται τόσες τύψεις για αυτό ώστε να το κάνει τατουάζ ξεπερνάει κάθε πιθανή εικασία που θα μπορούσα να κάνω σε αυτή τη φάση. Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να πω ή να κάνω για να με πάει σπίτι. Δε μου απάντησε σε καμία ερώτηση και τώρα με ταλαιπωρεί με σπαζοκεφαλιές, λέγοντάς μου αινιγματικές προτάσεις που δεν είναι καν απαντήσεις. Εγώ θέλω απλά να πάω


254

COLLEEN HOOVER

στο σπίτι μου. Σταματάει στην άκρη το αμάξι και ελπίζω πως θα κάνει στροφή για να γυρίσουμε. Αντιθέτως, σβήνει τη μηχανή και ανοίγει την πόρτα. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και βλέπω πως βρισκόμαστε πάλι στο αεροδρόμιο. Μ ου τη δίνει. Δε θέλω να έρθω εδώ και να τον παρακολουθώ να χαζεύει τα αστέρια καθώς σκέφτεται. Θέλω ή απαντήσεις ή να πάω στο σπίτι μου. Ανοίγω την πόρτα και τον ακολουθώ απρόθυμα προς το φράχτη, ελπίζοντας πως αν τον πάρω με το καλό, τούτη την τελευταία φορά, θα μου δώσει μια γρήγορη εξήγηση. Μ ε βοηθάει πάλι να σκαρφαλώσω το φράχτη και πάμε στο σημείο που ήμασταν και τις προάλλες και ξαπλώνουμε. Κοιτάζω ψηλά με την ελπίδα να δω ένα αστέρι που πέφτει. Θα ήθελα πραγματικά να κάνω μια δυο ευχές αυτή τη στιγμή. Θα ευχόμουν να γύριζα το χρόνο πίσω, δύο μήνες νωρίτερα, και να μην πατούσα το πόδι μου σε αυτό το μπακάλικο εκείνη τη μέρα. «Είσαι έτοιμη για απαντήσεις;» με ρωτάει Γυρίζω το κεφάλι μου προς τη μεριά του. «Είμαι έτοιμη αν έχεις πράγματι σκοπό να είσαι ειλικρινής αυτή τη φορά». Μ ε κοιτάζει, γυρίζει και ξαπλώνει στο πλάι για να με βλέπει. Κάνει πάλι το ίδιο πράγμα, με κοιτάζει έντονα χωρίς να μιλάει. Είναι πιο σκοτεινά από την τελευταία φορά που ήμασταν εδώ, οπότε είναι δύσκολο να καταλάβω την έκφραση του προσώπου του. Μ πορώ όμως να καταλάβω ότι είναι θλιμμένος. Τα μάτια του ποτέ δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη θλίψη τους. Γέρνει μπροστά και φέρνει το χέρι του στο μάγουλό μου. «Έχω ανάγκη να σε φιλήσω». Παραλίγο να σκάσω στα γέλια, αλλά φοβάμαι πως αν το κάνω θα είναι ένα υστερικό γέλιο και αυτό με τρομάζει, διότι ήδη θεωρώ πως έχω αρχίσει να τα χάνω. Κουνάω το κεφάλι μου, σοκαρισμένη που νομίζει πως θα τον άφηνα να με φιλήσει αυτή τη στιγμή. Όχι όταν έχω μόλις ανακαλύψει πως μου λέει ψέματα επί δύο ολόκληρους μήνες. «Όχι» του λέω κατηγορηματικά. Συνεχίζει να έχει το πρόσωπό του κοντά στο δικό μου και το χέρι του στο μάγουλό μου. Μ ου τη δίνει που, αν και όλος ο θυμός μου οφείλεται στο


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

255

ότι με έχει εξαπατήσει, το σώμα μου συνεχίζει να ανταποκρίνεται στο άγγιγμά του. Είναι μια παράξενη εσωτερική μάχη όταν δεν μπορείς να αποφασίσεις αν θέλεις να δώσεις μπουνιά στο στόμα που είναι λίγα εκατοστά από το δικό σου ή αν θέλεις να το γευτείς. «Έχω ανάγκη να σε φιλήσω» λέει πάλι παρακαλώντας με απεγνωσμένα. «Σε παρακαλώ, Σκάι. Φοβάμαι πως αν σου πω αυτά που έχω να σου πω… δε θα σε ξαναφιλήσω ποτέ». Έρχεται πιο κοντά μου και χαϊδεύει το μάγουλό μου με τον αντίχειρά του, ενώ δεν παίρνει ούτε στιγμή τα μάτια του από τα δικά μου. «Σε παρακαλώ». Συγκατανεύω, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί η αδυναμία μου υπερισχύει. Ακουμπάει το στόμα του στο δικό μου και με φιλάει. Κλείνω τα μάτια μου και τον αφήνω, γιατί ένα μεγάλο μέρος μου φοβάται επίσης πως θα είναι η τελευταία φορά που αισθάνομαι το στόμα του στο δικό μου. Φοβάμαι πως θα είναι η τελευταία φορά που αισθάνομαι το οτιδήποτε, γιατί είναι ο μόνος με τον οποίο ήθελα να αισθάνομαι κάτι. Είναι σχεδόν σηκωμένος στα γόνατα και με το ένα χέρι κρατάει το πρόσωπό μου, ενώ το άλλο ακουμπάει το έδαφος δίπλα στο κεφάλι μου. Σηκώνω το χέρι μου και το χώνω στα μαλλιά του τραβώντας τον πιο έντονα μέσα στο στόμα μου. Τον γεύομαι και καθώς η αναπνοή του αναμειγνύεται με τη δική μου για λίγο όλα τα αποψινά χάνονται και υπάρχει μόνο αυτό. Αυτή τη στιγμή είμαι συγκεντρωμένη μόνο σε αυτόν και στην καρδιά μου και στο πώς φουσκώνει και ραγίζει την ίδια στιγμή. Η σκέψη πως αυτό που νιώθω για κείνον δεν είναι καν σίγουρο ή αληθινό με πονάει. Πονάω παντού. Στο κεφάλι μου, στα σωθικά μου, στο στήθος μου, στην καρδιά μου, στην ψυχή μου. Πριν ένιωθα πως το φιλί του μπορούσε να με γιατρέψει. Τώρα το φιλί του είναι σαν να μου προκαλεί έναν ατελείωτο πόνο βαθιά μέσα στην καρδιά μου. Αντιλαμβάνεται τη συντριβή μου καθώς οι λυγμοί αρχίζουν να ανεβαίνουν στο λαιμό μου. Ακουμπάει τα χείλη του στο μάγουλό μου και μετά στο αυτί μου. «Λυπάμαι τόσο πολύ» μου λέει συνεχίζοντας να με κρατάει. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Δεν


256

COLLEEN HOOVER

ήθελα να το μάθεις». Κλείνω τα μάτια, τον σπρώχνω μακριά, κάθομαι και παίρνω μια βαθιά αναπνοή. Σκουπίζω τα δάκρυά μου και αγκαλιάζω σφιχτά τα πόδια μου. Κρύβω το πρόσωπό μου ανάμεσα στα γόνατά μου για να μην τον βλέπω. «Το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να μιλήσεις, Χόλντερ. Σε ρώτησα όλα όσα θα μπορούσα να σε ρωτήσω καθώς ερχόμασταν εδώ. Θέλω να μου απαντήσεις για να πάω στο σπίτι μου». Η φωνή μου είναι διαλυμένη. Βάζει το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και χαϊδεύει με τα δάχτυλά του τα μαλλιά μου προσπαθώντας να ετοιμάσει την απάντησή του. Καθαρίζει το λαιμό του και μου λέει: «Την πρώτη φορά που σε είδα δεν ήμουν σίγουρος πως ήσουν η Χόουπ. Είχα πια συνηθίσει να θεωρώ πως τη βλέπω σε κάθε άγνωστο κορίτσι της ηλικίας μας, ώστε είχα πλέον παρατήσει την προσπάθεια να την ξαναβρώ εδώ και χρόνια. Αλλά όταν σε είδα στο μαγαζί και σε κοίταξα στα μάτια… είχα ένα προαίσθημα πως ήσουν εσύ. Όταν μου έδειξες την ταυτότητά σου και κατάλαβα πως δεν ήσουν, αισθάνθηκα γελοίος. Ήταν το τελικό καμπανάκι για να καταλάβω πως έπρεπε να την ξεχάσω για πάντα». Σταματάει να μιλάει και κατεβάζει το χέρι του από τα μαλλιά μου στην πλάτη μου, κάνοντας μικρούς κύκλους με το δάχτυλό του. Θέλω να διώξω το χέρι του μακριά, αλλά το θέλω πιο πολύ εκεί που είναι. «Μ έναμε για περίπου ένα χρόνο στο διπλανό σπίτι από εσάς. Εσένα και τον πατέρα σου. Εσύ, εγώ και η Λες… ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι. Είναι τόσο δύσκολο όμως να θυμάται κανείς πρόσωπα από τόσο παλιά. Νόμιζα πως είσαι η Χόουπ, αλλά από την άλλη πίστευα πως αν πραγματικά ήσουν αυτή δε θα είχα αμφιβολίες. Πίστευα πως, αν την έβλεπα ποτέ ξανά, θα ήμουν σίγουρος πως είναι αυτή. »Μ ε το που έφυγα από το μπακάλικο εκείνη την ημέρα, έψαξα αμέσως το όνομά σου στο Ίντερνετ. Δεν μπόρεσα να βρω τίποτα, ούτε καν στο Facebook. Έψαχνα για μία ώρα και πιέστηκα τόσο πολύ, ώστε βγήκα να τρέξω για να ηρεμήσω. Μ ε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

257

το που έστριψα στη γωνία και σε είδα να στέκεσαι μπροστά από το σπίτι μου, μου κόπηκε η ανάσα. Στεκόσουν εκεί εξουθενωμένη από το τρέξιμο και… Χριστέ μου, Σκάι. Ήσουν τόσο όμορφη. Ακόμα δεν ήξερα αν ήσουν ή όχι η Χόουπ, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το σκεφτόμουν. Δε με ενδιέφερε ποια ήσουν, απλά ήθελα να σε γνωρίσω. »Αφού πέρασα λίγο χρόνο μαζί σου εκείνη την εβδομάδα, δεν μπόρεσα να σταματήσω τον εαυτό μου από το να έρθει σπίτι σου το βράδυ της Παρασκευής. Δεν εμφανίστηκα με την πρόθεση να σκαλίσω το παρελθόν σου, ούτε με την ελπίδα πως κάτι θα γίνει μεταξύ μας. Ήρθα σπίτι σου γιατί ήθελα να γνωρίσεις τον πραγματικό μου εαυτό και όχι αυτόν που ήξερες από τις περιγραφές των άλλων. Αφού περάσαμε αρκετό χρόνο μαζί εκείνο το βράδυ, το μόνο πράγμα που με ενδιέφερε πλέον ήταν πώς θα τα κατάφερνα να περνάω ακόμα περισσότερο χρόνο μαζί σου. Δεν έχω γνωρίσει κανέναν άλλον που να με έχει συνεπάρει όπως εσύ. Ακόμα αναρωτιόμουν αν ήταν δυνατόν… αν ήσουν αυτή. Κυρίως αφού μου είπες πως ήσουν υιοθετημένη, αλλά και πάλι σκεφτόμουν πως μπορεί να ήταν σύμπτωση. »Στη συνέχεια όμως είδα το βραχιόλι…» Σταματάει να μιλάει και παίρνει το χέρι του από την πλάτη μου. Τα δάχτυλά του γλιστράνε κάτω από το σαγόνι μου, τραβάει το πρόσωπό μου από τα γόνατά μου και με κάνει να τον κοιτάξω στα μάτια. «Η καρδιά μου έσπασε, Σκάι. Δεν ήθελα να είσαι αυτή. Ήθελα να μου πεις πως σου έδωσε το βραχιόλι η φίλη σου ή πως το βρήκες κάπου ή πως το αγόρασες. Μ ετά από όλα αυτά τα χρόνια που σε έψαχνα σε κάθε κοριτσίστικο πρόσωπο που κοιτούσα, τελικά σε βρήκα…. και ήμουν συντετριμμένος. Δεν ήθελα να είσαι η Χόουπ. Ήθελα απλά να είσαι εσύ». Κουνάω το κεφάλι μου το ίδιο μπερδεμένη όσο και πριν. «Αλλά γιατί απλά δε μου το είπες; Πόσο δύσκολο θα ήταν να παραδεχτείς πως γνωριζόμασταν από παλιά; Δεν καταλαβαίνω γιατί μου το έκρυβες». Μ ε κοιτάζει για λίγο ενώ ψάχνει για μια σωστή απάντηση, έπειτα απομακρύνει τα μαλλιά μου από το πρόσωπό μου. «Τι θυμάσαι από την υιοθεσία σου;»


258

COLLEEN HOOVER

Κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι και πολλά. Ξέρω πως ήμουν σε ανάδοχες οικογένειες όταν με παράτησε ο πατέρας μου. Ξέρω πως η Κάρεν με υιοθέτησε και μετακομίσαμε εδώ από άλλη πολιτεία όταν ήμουν πέντε χρονών. Εκτός από αυτό και μερικές διάσπαρτες παράξενες αναμνήσεις, δεν ξέρω κάτι άλλο». Κάθεται απέναντί μου και ακουμπάει σθεναρά τα χέρια του στους ώμους μου. «Αυτά είναι ό,τι σου έχει πει η Κάρεν. Εγώ θέλω να ξέρω τι θυμάσαι εσύ. Τι θυμάσαι, Σκάι;» Αυτή τη φορά κουνάω αργά το κεφάλι μου. «Τίποτα. Οι πιο παλιές αναμνήσεις που έχω είναι με την Κάρεν. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι πριν από την Κάρεν είναι αυτό το βραχιόλι, αλλά μόνο και μόνο γιατί το έχω ακόμα. Όμως δεν είμαι καν σίγουρη για το ποιος μου το έχει δώσει». Ο Χόλντερ πιάνει το πρόσωπό μου με τα χέρια του και ακουμπάει τα χείλη του στο μέτωπό μου. Αφήνει λίγη ώρα τα χείλη του εκεί, σαν να φοβάται να τραβηχτεί γιατί θα πρέπει να συνεχίσει να μιλάει. Δε θέλει να μου πει αυτά που ξέρει. «Πες το» του ψιθυρίζω. «Πες μου τι είναι αυτό που εύχεσαι να μην έπρεπε να μου πεις». Απομακρύνει το στόμα του και ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό μου. Τα μάτια του είναι κλειστά και μου κρατάει σφιχτά το πρόσωπο. Δείχνει τόσο θλιμμένος που μου έρχεται να τον πάρω αγκαλιά παρά τη δυσφορία που νιώθω για αυτόν. Βάζω τα χέρια μου γύρω του και τον αγκαλιάζω. Μ ε αγκαλιάζει και αυτός και με βάζει να κάτσω πάνω του. Περνάω τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και τα μέτωπά μας είναι ακόμα κολλημένα. Μ ε κρατάει με δύναμη, αλλά αυτή τη φορά είναι σαν να με κρατάει γιατί η δική του γη έχει φύγει από το άξονά της και εγώ είμαι ο πυρήνας του. «Απλά πες μου, Χόλντερ». Μ ου χαϊδεύει τη μέση και ανοίγει τα μάτια του απομακρύνοντας το μέτωπό του από το δικό μου ώστε να μπορεί να με βλέπει καθώς μιλάει. «Τη μέρα που η Λες σού έδωσε αυτό το βραχιόλι έκλαιγες. Θυμάμαι την παραμικρή λεπτομέρεια σαν να ήταν χθες. Καθόσουν στην αυλή του σπιτιού σου. Η Λες και εγώ καθίσαμε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

259

μαζί σου για πολλή ώρα, αλλά δε σταματούσες να κλαις. Αφού σου έδωσε το βραχιόλι, πήγε στο σπίτι μας αλλά εγώ δεν μπορούσα. Αισθανόμουν άσχημα να σε αφήσω μόνη σου εκεί, γιατί πίστευα πως ήσουν πάλι θυμωμένη με τον μπαμπά σου. Πάντα έκλαιγες εξαιτίας του και για αυτό εγώ τον μισούσα. Δε θυμάμαι τίποτα για αυτόν, παρά μόνο πως τον μισούσα γιατί σε έκανε να αισθάνεσαι όπως αισθανόσουν. Ήμουν μόνο έξι χρονών, οπότε δεν ήξερα τι να σου πω όταν έκλαιγες. Νομίζω πως εκείνη τη φορά σου είπα κάτι σαν “Μ ην ανησυχείς…” – ». «… δε θα ζήσει για πάντα» λέω τελειώνοντας εγώ την πρότασή του. «Τη θυμάμαι αυτή τη μέρα. Θυμάμαι τη Λες να μου δίνει το βραχιόλι και εσένα να λες πως δε θα ζήσει για πάντα. Αυτά είναι τα δύο πράγματα που πάντα θυμόμουν. Απλά δεν ήξερα πως ήσουν εσύ». «Ναι, αυτό σου είπα». Μ ου πιάνει τα μάγουλα και συνεχίζει. «Και μετά έκανα κάτι για το οποίο μετανιώνω κάθε μέρα της ζωής μου από τότε». Κουνάω το κεφάλι μου. «Χόλντερ, δεν έκανες τίποτα. Απλά έφυγες». «Ακριβώς» λέει. «Πήγα στην μπροστινή μας αυλή, παρ’ όλο που ήξερα πως έπρεπε να κάτσω εκεί μαζί σου. Στεκόμουν στην αυλή μου και σε έβλεπα να κλαις χωμένη μέσα στα χέρια σου ενώ έπρεπε να κλαις χωμένη μέσα στα δικά μου. Απλά στεκόμουν εκεί… και είδα το αυτοκίνητο να σταματάει εκεί. Είδα να ανοίγει το παράθυρο του συνοδηγού και άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά σου. Σε είδα να κοιτάς μέσα στο αυτοκίνητο και να σκουπίζεις τα μάτια σου. Σηκώθηκες, ξεσκόνισες το σορτσάκι σου και μπήκες μέσα στο αυτοκίνητο. Σε είδα να μπαίνεις μέσα και ήξερα πως ό,τι κι αν συνέβαινε δεν έπρεπε να στέκομαι έτσι απλά εκεί πέρα. Αλλά το μόνο που έκανα ήταν να παρακολουθώ, ενώ έπρεπε να είμαι δίπλα σου. Ποτέ δε θα είχε συμβεί αυτό αν είχα μείνει κοντά σου». Ο φόβος και οι τύψεις που πηγάζουν από τη φωνή του κάνουν την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Μ ε κάποιον τρόπο βρίσκω τη δύναμη να μιλήσω, παρ’ όλο το φόβο που με κατακλύζει. «Τι δε θα είχε συμβεί ποτέ;»


260

COLLEEN HOOVER

Μ ε φιλάει πάλι στο μέτωπο ενώ οι αντίχειρές του μου χαϊδεύουν τρυφερά τα ζυγωματικά. Μ ε κοιτάζει σαν να φοβάται πως θα μου ραγίσει την καρδιά. «Σε πήραν. Όποιος κι αν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, σε πήρε από τον μπαμπά σου, από μένα, από τη Λες. Ήσουν εξαφανισμένη για δεκατρία χρόνια, Χόουπ».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

261

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012 11:57 μμ

Ένα από τα πράγματα που μου αρέσει πολύ στα βιβλία είναι πως μπορεί κανείς να ορίζει και να συντέμνει κομμάτια από τη ζωή του ήρωα σε κεφάλαια. Είναι ενδιαφέρον, γιατί δεν μπορεί να γίνει στην πραγματική ζωή. Δεν μπορούμε να τελειώσουμε ένα κεφάλαιο και μετά να πηδήξουμε τα κομμάτια που δε θέλουμε και να πάμε σε ένα κεφάλαιο που ταιριάζει καλύτερα με τη διάθεσή μας. Η ζωή δε διαιρείται σε κεφάλαια… μόνο σε λεπτά. Όλα τα γεγονότα της ζωής μας στοιβάζονται όλα μαζί το ένα λεπτό πίσω από το άλλο, χωρίς κενά ή άσπρες σελίδες ή χωρίς να χωρίζονται σε κεφάλαια, γιατί ό,τι κι αν συμβεί η ζωή συνεχίζεται και προχωράει μπροστά και οι λέξεις επιπλέουν και οι αλήθειες ξεπηδούν είτε μας αρέσει είτε όχι και η ζωή δε μας αφήνει ποτέ να κάνουμε μια στάση ούτε για να πάρουμε μία γαμημένη ανάσα. Χρειάζομαι ένα διάλειμμα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο. Θέλω να πάρω μια ανάσα, αλλά δεν έχω ιδέα πώς. «Πες κάτι» μου λέει. Κάθομαι ακόμα πάνω του με τα πόδια μου τυλιγμένα γύρω του. Το κεφάλι μου ακουμπάει στον ώμο του και τα μάτια μου είναι κλειστά. Βάζει το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, χαμηλώνει το στόμα του στο αυτί μου και με κρατάει ακόμα πιο σφιχτά. «Σε παρακαλώ. Πες κάτι». Δεν ξέρω τι θέλει να πω. Θέλει να κάνω την έκπληκτη; Τη σοκαρισμένη; Θέλει να κλάψω; Θέλει να φωνάξω; Δεν μπορώ να κάνω τίποτε από όλα αυτά, γιατί ακόμα το μυαλό μου


262

COLLEEN HOOVER

προσπαθεί να χωρέσει αυτό που είπε. «Ήσουν εξαφανισμένη για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, Χόουπ». Τα λόγια του επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά στο μυαλό μου σαν να κόλλησε η βελόνα. « Εξαφανισμένη». Ελπίζω να εννοεί εξαφανισμένη μεταφορικά, σαν να ήμουν δηλαδή εξαφανισμένη από τη ζωή του όλα αυτά τα χρόνια και να του έλειψα. Δε νομίζω όμως πως εννοεί αυτό. Μ πορούσα να δω το βλέμμα του όταν είπε αυτά τα λόγια και το ότι δεν ήθελε να τα πει καθόλου. Ήξερε τι θα πάθαινα. Ίσως να εννοεί εξαφανισμένη στην κυριολεξία, αλλά να έχει απλά μπερδευτεί. Ήμασταν και οι δύο πολύ μικροί και ίσως να μη θυμάται τα γεγονότα πολύ καθαρά. Αλλά οι τελευταίοι δύο μήνες μού έρχονται συνεχώς στο μυαλό, καθώς και τα πάντα γύρω από αυτόν… όλες οι προσωπικότητές του, οι μεταπτώσεις του και οι αινιγματικές του κουβέντες. Όπως το βράδυ που στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού μου και μου είπε πως με έψαχνε όλη του τη ζωή. Το εννοούσε κυριολεκτικά τελικά. Ή το πρώτο βράδυ που είχαμε έρθει εδώ στο αεροδρόμιο και με ρώτησε αν είχα καλή ζωή. Ανησυχούσε επί δεκατρία χρόνια για το τι μου συνέβη. Πάλι κυριολεκτικά ήθελε να μάθει αν ήμουν χαρούμενη εκεί που κατέληξα. Ή τη μέρα που αρνιόταν να ζητήσει συγγνώμη για τη συμπεριφορά του στην καφετέρια, εξηγώντας μου πως ήξερε τι τον ενόχλησε αλλά πως δεν μπορούσε ακόμη να μου πει. Δεν αναρωτήθηκα τότε, γιατί έδειχνε πολύ ειλικρινής πως θα μου εξηγούσε κάποια μέρα. Ούτε με σφαίρες δε θα μπορούσα να μαντέψω γιατί αναστατώθηκε τόσο πολύ όταν είδε το βραχιόλι στο χέρι μου. Δεν ήθελε να είμαι η Χόουπ, γιατί ήξερε πως η αλήθεια θα μου ράγιζε την καρδιά. Είχε δίκιο. «Ήσουν εξαφανισμένη για δεκατρία χρόνια, Χόουπ». Αυτή η τελευταία λέξη στην πρότασή του με κάνει να ανατριχιάσω ολόκληρη. Σηκώνω αργά το κεφάλι μου από τον ώμο του και τον κοιτάζω. «Μ ε είπες Χόουπ. Μ η με λες έτσι.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

263

Δεν είναι αυτό το όνομά μου». Γνέφει καταφατικά. «Συγγνώμη, Σκάι». Η τελευταία λέξη σε αυτή την πρόταση πάλι με κάνει να ανατριχιάσω. Φεύγω από πάνω του και σηκώνομαι όρθια. «Ούτε έτσι να με λες» του λέω αποφασιστικά. Δε θέλω να με λένε ούτε Χόουπ, ούτε Σκάι, ούτε Πριγκίπισσα, ούτε οτιδήποτε άλλο που με χωρίζει από ένα κομμάτι του εαυτού μου. Ξαφνικά αισθάνομαι πως είμαι διαφορετικοί άνθρωποι σε συσκευασία του ενός. Στη συσκευασία κάποιας που δεν ξέρει ποια είναι ή πού ανήκει – και είναι ενοχλητικό. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω αισθανθεί τόσο απομονωμένη, σαν να μην υπάρχει ούτε ένα άτομο σε όλο τον κόσμο που να μπορώ να εμπιστευτώ. Ούτε τον εαυτό μου. Δεν μπορώ καν να εμπιστευτώ τις ίδιες μου τις αναμνήσεις. Ο Χόλντερ σηκώνεται και πιάνει το χέρι μου κοιτώντας με. Μ ε παρατηρεί περιμένοντας να αντιδράσω. Θα απογοητευτεί, γιατί δε θα αντιδράσω. Όχι εδώ. Όχι τώρα. Ένα κομμάτι μου θέλει να κλάψει καθώς με αγκαλιάζει και ψιθυρίζει μέσα στο αυτί μου: «Μ ην ανησυχείς». Ένα κομμάτι μου θέλει να ουρλιάξει και να τον χτυπήσει που με εξαπάτησε. Ένα κομμάτι μου θέλει να τον αφήσει να συνεχίσει να κατηγορεί τον εαυτό του που δεν εμπόδισε αυτό που λέει πως έγινε πριν από δεκατρία χρόνια. Όμως το μεγαλύτερο μέρος μου θέλει απλά να φύγουν όλα. Θέλω να μην αισθάνομαι τίποτα ξανά. Μ ου λείπει κείνο το μούδιασμα, όταν δε σκεφτόμουν και δεν αισθανόμουν τίποτα. Τραβάω τα χέρια μου από τα δικά του και πηγαίνω προς το αυτοκίνητο. «Χρειάζομαι ένα διάλειμμα ανάμεσα στα κεφάλαια» λέω πιο πολύ στον εαυτό μου παρά σε εκείνον. Μ ε ακολουθεί ένα βήμα πίσω μου. «Δεν ξέρω καν τι εννοείς». Η φωνή του ακούγεται καταβεβλημένη και ηττημένη. Βουτάει το χέρι μου για να με σταματήσει και να με ρωτήσει πώς αισθάνομαι, αλλά το τραβάω με δύναμη και κάνω στροφή για να τον αντικρίσω. Δε θέλω να με ρωτήσει πώς αισθάνομαι, γιατί δεν έχω ιδέα. Μ ε κατακλύζει μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων, μερικά από τα οποία δεν έχω βιώσει ποτέ ξανά στη ζωή μου. Οργή και φόβος και θλίψη και δυσπιστία


264

COLLEEN HOOVER

μεγαλώνουν μέσα μου και θέλω να σταματήσουν. Θέλω να σταματήσω να αισθάνομαι όλα αυτά που αισθάνομαι, οπότε αρπάζω το πρόσωπό του και πιέζω τα χείλια μου πάνω στα δικά του. Τον φιλάω δυνατά και γρήγορα, περιμένοντας να αντιδράσει, αλλά δεν το κάνει. Δε με φιλάει. Αρνείται να με βοηθήσει να διώξω έτσι τον πόνο, οπότε με καταλαμβάνει ο θυμός, απομακρύνω τα χείλια μου από τα δικά του και τον χαστουκίζω. Ίσα που κουνιέται και αυτό με εξοργίζει. Θέλω να πονέσει όπως πονάω εγώ. Θέλω να αισθανθεί αυτό που με έκαναν τα λόγια του να αισθανθώ. Τον χαστουκίζω ξανά και με αφήνει. Μ ε το που συνεχίζει να μην αντιδρά, τον σπρώχνω στο στήθος. Τον σπρώχνω με δύναμη ξανά και ξανά, προσπαθώντας να του προξενήσω όλο τον πόνο που κι εκείνος προκάλεσε πριν από λίγο στην ψυχή μου. Του ρίχνω γροθιές και, όταν βλέπω πως ούτε αυτό πιάνει, αρχίζω να ουρλιάζω και να τον χτυπάω και να προσπαθώ να ξεφύγω από τα χέρια του, γιατί με έχει πλέον αγκαλιάσει. Μ ε γυρίζει με την πλάτη στο στήθος του και τα χέρια μας είναι πλεγμένα και σταυρωμένα στο στομάχι μου. «Πάρε αναπνοή» ψιθυρίζει στο αυτί μου. «Ηρέμησε, Σκάι. Ξέρω πως είσαι μπερδεμένη και φοβισμένη, αλλά εγώ είμαι εδώ. Είμαι εδώ μαζί σου. Απλά πάρε αναπνοή». Η φωνή του είναι ήρεμη και κατευναστική, οπότε κλείνω τα μάτια μου και βυθίζομαι σε αυτή. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και κουνάει το στήθος του στο ρυθμό του δικού μου, αναγκάζοντάς με να πάρω ανάσα και να ακολουθήσω το παράδειγμά του. Παίρνω αρκετές βαθιές, αργές ανάσες μαζί με αυτόν. Μ ε το που σταματάω να παλεύω μέσα στην αγκαλιά του, με γυρίζει και με τραβάει πάνω στο στέρνο του. «Δεν ήθελα να σε κάνω να πονέσεις έτσι» μου ψιθυρίζει κουνώντας μαλακά το κεφάλι μου μέσα στα χέρια του. «Για αυτό και δε σου το είπα». Αυτή τη στιγμή συνειδητοποιώ πως ούτε καν κλαίω. Δεν έχω κλάψει από τη στιγμή που ξεστόμισε την αλήθεια και έτσι προσπαθώ να εμποδίσω τα δάκρυα που θέλουν να ελευθερωθούν. Τα δάκρυα δε θα με βοηθήσουν αυτή τη στιγμή.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

265

Το μόνο που θα καταφέρουν είναι να με κάνουν ακόμα πιο αδύναμη. Ακουμπάω τις παλάμες μου στο στήθος του και απομακρύνομαι ελαφρά. Είμαι πιο ευάλωτη σε δάκρυα όταν με κρατάει, γιατί η αγκαλιά του είναι τόσο ανακουφιστική. Δε χρειάζομαι την παρηγοριά κανενός. Πρέπει να μάθω να βασίζομαι στον εαυτό μου για να είμαι δυνατή, γιατί είμαι το μόνο άτομο που μπορώ να εμπιστευτώ – και ακόμα και για αυτό έχω τις επιφυλάξεις μου. Όλα όσα νόμιζα πως ήξερα ήταν ένα ψέμα. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται για αυτό ή ποιος ξέρει την αλήθεια και πιάνω τον εαυτό μου χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στην καρδιά μου. Ούτε για τον Χόλντερ, ούτε για την Κάρεν, ούτε καν για μένα. Κάνω ένα βήμα πίσω και τον κοιτάζω στα μάτια. «Πότε είχες σκοπό να μου πεις ποια ήμουν;» τον ρωτάω. «Τι θα γινόταν αν δε θυμόμουν ποτέ; Θα μου το έλεγες κάποτε; Φοβόσουν πως θα σε παρατούσα και δε θα είχες την ευκαιρία να με πηδήξεις; Για αυτό μου έλεγες ψέματα τόσο καιρό;» Ξεστομίζω αυτές τις κουβέντες και βλέπω αμέσως στα μάτια του πόσο πολύ έχει προσβληθεί. «Όχι. Δεν ήταν έτσι. Δεν είναι έτσι. Δε σου το είπα γιατί φοβάμαι για το τι θα σου συμβεί. Αν το αναφέρω στην αστυνομία θα σε πάρουν από την Κάρεν. Το πιο πιθανό είναι να τη συλλάβουν και να σε στείλουν πίσω στον πατέρα σου μέχρι να γίνεις δεκαοκτώ. Θέλεις να γίνει κάτι τέτοιο; Αγαπάς την Κάρεν και είσαι χαρούμενη εδώ. Δεν ήθελα να σου ανακατέψω τη ζωή σου». Γελάω νευρικά και κουνάω το κεφάλι μου. Ο συλλογισμός του δε βγάζει κανένα νόημα. Τίποτα δε βγάζει νόημα. «Πρώτα από όλα, δε θα έβαζαν την Κάρεν φυλακή γιατί μπορώ να σου εγγυηθώ πως δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά. Δεύτερον, έχω κλείσει τα δεκαοκτώ από τον Σεπτέμβριο. Αν η ηλικία μου ήταν ο λόγος που δεν ήσουν ειλικρινής, θα μου το είχες πει μέχρι σήμερα». Πιέζει τον αυχένα του και κοιτάζει κάτω στο έδαφος. Δε μου αρέσει η νευρικότητά του. Μ πορώ να πω από τον τρόπο που αντιδρά πως δεν έχει τελειώσει με τις εξομολογήσεις.


266

COLLEEN HOOVER

«Σκάι, είναι τόσα πολλά αυτά που έχω ακόμα να σου πω». Μ ε κοιτάζει ξανά. «Τα γενέθλιά σου δεν ήταν τον Σεπτέμβριο. Τα γενέθλιά σου είναι στις 7 Μ αΐου. Θέλεις άλλους έξι μήνες για να γίνεις δεκαοκτώ. Και η Κάρεν;» Κάνει ένα βήμα προς το μέρος μου αρπάζοντας και τα δυο μου χέρια. «Πρέπει να ξέρει, Σκάι. Πρέπει. Σκέψου το. Ποιος άλλος θα μπορούσε να το έχει κάνει αυτό;» Τραβάω αμέσως τα χέρια μου και απομακρύνομαι. Ξέρω πως ήταν για κείνον ένα πραγματικό μαρτύριο να κρατάει αυτό το μυστικό για τον εαυτό του. Μ πορώ να δω στα μάτια του πόσο πολύ τον πονάει να πρέπει να μου τα πει όλα αυτά. Αλλά τον δικαιολογούσα πάντα από τη μέρα που τον γνώρισα και, όσο και αν τον έχω λυπηθεί, αυτό πλέον αναιρέθηκε πλήρως από το ότι προσπαθεί να μου πει πως η ίδια η μητέρα μου είναι κατά κάποιον τρόπο ανακατεμένη σε όλο αυτό. «Πήγαινέ με σπίτι» απαιτώ. «Δε θέλω να ακούσω τίποτε άλλο. Δε θέλω να μάθω τίποτε άλλο απόψε». Προσπαθεί να πιάσει πάλι τα χέρια μου αλλά τα κοπανάω μακριά μου. «ΠΗΓΑΙΝΕ ΜΕ ΣΠΙΤΙ!» ουρλιάζω. Ξεκινάω να πηγαίνω προς το αυτοκίνητο. Μ ου φτάνουν όσα άκουσα. Θέλω τη μαμά μου. Θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω και να ξέρω πως δεν είμαι ολομόναχη σε αυτό, γιατί έτσι ακριβώς αισθάνομαι τούτη τη στιγμή. Φτάνω στο φράχτη πριν από τον Χόλντερ και προσπαθώ να σκαρφαλώσω αλλά δεν μπορώ. Τα χέρια μου τρέμουν και νιώθω αδύναμη. Συνεχίζω να προσπαθώ, όταν έρχεται σιωπηλά από πίσω μου και με ανεβάζει. Πηδάω από την άλλη μεριά και πηγαίνω στο αυτοκίνητο. Κάθεται στη θέση του οδηγού, κλείνει την πόρτα αλλά δεν ξεκινάει. Κοιτάζει το τιμόνι με το χέρι του έτοιμο να βάλει μπρος τη μηχανή. Κοιτάζω τα χέρια του με ανάμεικτα συναισθήματα, γιατί θέλω τόσο πολύ να με αγκαλιάσουν. Θέλω να με κρατάνε και να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά και την πλάτη όσο θα μου λέει πως όλα είναι εντάξει. Αλλά τα κοιτάζω και με αηδία επίσης, γιατί σκέπτομαι πως με έχουν αγγίξει σε προσωπικές στιγμές ενώ ήξερε πως με κορόιδευε. Πώς μπορούσε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

267

να είναι μαζί μου ενώ ήξερε αυτό που ήξερε και να με αφήνει να ζω σε ένα ψέμα; Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του το συγχωρήσω. «Ξέρω πως είναι πολύ όλο αυτό για να το χωνέψεις» μου λέει ήρεμα. «Το ξέρω πως είναι. Θα σε πάω σπίτι, αλλά πρέπει να το ξανασυζητήσουμε αύριο». Γυρίζει προς το μέρος μου και με κοιτάζει με σκληρά μάτια. «Σκάι, δεν μπορείς να μιλήσεις στην Κάρεν για αυτό. Το καταλαβαίνεις; Όχι μέχρι να δούμε τι συμβαίνει». Συγκατανεύω μόνο και μόνο για να τον κατευνάσω. Δεν μπορεί να περιμένει από μένα να μην το συζητήσω μαζί της. Γυρίζει ολόκληρος προς το μέρος μου και ακουμπάει το χέρι του στην πλάτη του καθίσματός μου. «Μ ιλάω σοβαρά, μωρό μου. Ξέρω πως δεν τη θεωρείς ικανή να έχει κάνει κάτι τέτοιο, αλλά μέχρι να μάθουμε περισσότερα δεν πρέπει να το πεις πουθενά. Αν μιλήσεις σε οποιονδήποτε, θα αλλάξει όλη σου η ζωή. Δώσε στον εαυτό σου χρόνο να τα επεξεργαστεί όλα αυτά. Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, υποσχέσου μου πως θα περιμένεις μέχρι αύριο. Μ ετά θα ξαναμιλήσουμε». Ο τρομοκρατημένος τόνος στις κουβέντες του μου τρυπάει την καρδιά και γνέφω πάλι καταφατικά, μόνο που τούτη τη φορά το εννοώ. Μ ε κοιτάζει για αρκετά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια γυρίζει κανονικά στη θέση του, βάζει μπρος και βγαίνουμε στο δρόμο. Οδηγεί σε όλη τη διαδρομή χωρίς να πούμε λέξη, μέχρι που φτάνουμε στο γκαράζ του σπιτιού μου. Το χέρι μου είναι στην πόρτα και πάω να βγω, όταν μου πιάνει το άλλο χέρι. «Περίμενε» μου λέει. Περιμένω αλλά δε γυρίζω στο κάθισμά μου. Είμαι με το ένα πόδι στο αυτοκίνητο και το άλλο έξω στο έδαφος και κοιτάζω την πόρτα. Μ ε το χέρι του βάζει τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου. «Θα είσαι εντάξει απόψε;» Αναστενάζω με την απλοϊκότητα της ερώτησής του. «Πώς;» Κάθομαι πίσω στο κάθισμα και γυρίζω να τον κοιτάξω. «Πώς είναι δυνατόν να είμαι εντάξει μετά τα αποψινά;» Μ ε κοιτάζει έντονα και συνεχίζει να χαϊδεύει τα μαλλιά μου με τα δάχτυλά του. «Μ ε πεθαίνει να σε αφήσω να φύγεις έτσι.


268

COLLEEN HOOVER

Δε θέλω να σε αφήσω μόνη σου. Μ πορώ να έρθω ξανά σε μία ώρα;» Ξέρω πως με ρωτάει αν μπορεί να μπει από το παράθυρό μου και να ξαπλώσει μαζί μου, αλλά κουνάω αμέσως αρνητικά το κεφάλι μου. «Δεν μπορώ» του λέω με σπασμένη φωνή. «Είναι πολύ δύσκολο να είμαι κοντά σου αυτή τη στιγμή. Χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ. Θα σε δω αύριο, εντάξει;» Κουνάει το κεφάλι του, παίρνει το χέρι του από το μάγουλό μου και το ακουμπάει στο τιμόνι. Μ ε παρακολουθεί καθώς βγαίνω από το αυτοκίνητο και απομακρύνομαι.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

269

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 12:37 πμ

Μ παίνοντας από την μπροστινή πόρτα στο σαλόνι ελπίζω να νιώσω μια αίσθηση ανακούφισης που την έχω απεγνωσμένα ανάγκη αυτή τη στιγμή. Η οικειότητα και η αίσθηση πως ανήκω σε αυτό το σπίτι είναι κάτι που χρειάζομαι για να ηρεμήσω, ώστε να πάψω να αισθάνομαι πως θέλω να κλάψω. Αυτό είναι το σπίτι μου, όπου ζω με την Κάρεν… μια γυναίκα που με αγαπάει και θα έκανε τα πάντα για μένα, ό,τι κι αν πιστεύει ο Χόλντερ. Στέκομαι στα σκοτεινά μέσα στο καθιστικό και περιμένω να με αγκαλιάσει αυτή η ζεστή αίσθηση, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Κοιτάζω τριγύρω με καχυποψία και αμφιβολίες και μου τη δίνει που αυτή τη στιγμή παρατηρώ τη ζωή μου από άλλη οπτική γωνία. Βγαίνω από το καθιστικό και σταματάω έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου της Κάρεν. Σκέφτομαι να χωθώ στο κρεβάτι μαζί της, αλλά έχει σβηστό το φως της. Ποτέ ξανά δεν είχα ανάγκη την παρουσία της όσο τώρα, αλλά δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να ανοίξει την πόρτα της. Ίσως δεν είμαι ακόμη έτοιμη να την αντικρίσω. Οπότε συνεχίζω στο διάδρομο προς το δωμάτιό μου. Το φως στο δωμάτιό μου βγαίνει από τη χαραμάδα της πόρτας. Βάζω το χέρι μου στο πόμολο, το γυρίζω και ανοίγω αργά την πόρτα. Η Κάρεν κάθεται στο κρεβάτι μου. Μ ε περιμένει και, μόλις ακούει την πόρτα να ανοίγει, σηκώνεται. «Πού ήσουν;» Δείχνει πως έχει ανησυχήσει, αλλά στη φωνή


270

COLLEEN HOOVER

της διακρίνω ίχνη θυμού. Ή ίσως απογοήτευσης. «Μ ε τον Χόλντερ. Δε μου είπες να γυρίσω συγκεκριμένη ώρα». Μ ου δείχνει το κρεβάτι. «Κάτσε κάτω. Πρέπει να μιλήσουμε». Αισθάνομαι διαφορετικά τα πάντα γύρω από αυτήν. Την παρατηρώ προσεκτικά. Γνέφω καταφατικά, αλλά νιώθω πως παίζω θέατρο κάνοντας την υπάκουη κόρη. Είναι σαν να παίζω σκηνή από κάποια δραματική ταινία. Κάθομαι στο κρεβάτι χωρίς να είμαι σίγουρη γιατί είναι τόσο εξοργισμένη. Κάπου μέσα μου ελπίζω να έχει μάθει όλα αυτά που έμαθα εγώ απόψε. Θα τα έκανε όλα πιο εύκολα όταν θα της μιλούσα για αυτό. Κάθεται δίπλα μου και γυρίζει προς τη μεριά μου. «Δε σου επιτρέπω να τον ξαναδείς» μου λέει σθεναρά. Ανοιγοκλείνω δυο φορές τα μάτια μου, σοκαρισμένη κυρίως από το λόγο. Δεν περίμενα όλος αυτός ο θυμός να είναι για τον Χόλντερ. «Τι;» της λέω συγχυσμένη. «Γιατί;» Βάζει το χέρι της στην τσέπη της και βγάζει έξω το κινητό μου. «Τι είναι αυτό;» μου λέει μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. Κοιτάζω το τηλέφωνό μου που βρίσκεται στα χέρια της. Πατάει ένα κουμπί και σηκώνει την οθόνη προς το μέρος μου. «Και τι είδους μηνύματα είναι αυτά, Σκάι; Είναι φρικτά. Σου λέει φρικτά, σιχαμερά πράγματα». Πετάει το τηλέφωνο στο κρεβάτι και έρχεται και μου πιάνει σφιχτά τα χέρια. «Γιατί επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι με κάποιον που σου φέρεται με αυτό τον τρόπο; Έτσι σε μεγάλωσα εγώ;» Δεν υψώνει πλέον τη φωνή της. Τώρα παίζει το ρόλο της μητέρας που ανησυχεί. Σφίγγω τα χέρια της για να την καθησυχάσω. Ξέρω πως είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα βρω τον μπελά μου επειδή έχω κινητό, αλλά θέλω να ξέρει πως τα μηνύματα δεν είναι καθόλου αυτό που νομίζει. Η αλήθεια είναι πως αισθάνομαι λίγο ανόητη για αυτή τη συζήτηση. Συγκρίνοντας αυτό το θέμα με τα νέα θέματα που αντιμετωπίζω, αυτό μου φαίνεται παιδαριώδες. «Μ αμά, δεν τα εννοεί. Μ ου τα στέλνει για πλάκα». Βγάζει ένα αποκαρδιωμένο γέλιο και κουνάει το κεφάλι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

271

διαφωνώντας. «Έχει κάτι που δε μου αρέσει, Σκάι. Δε μου αρέσει ο τρόπος που σε κοιτάει. Δε μου αρέσει το πώς κοιτάζει εμένα. Και το γεγονός ότι σου αγόρασε ένα τηλέφωνο χωρίς να σεβαστεί τους κανόνες μου δείχνει πόσο σέβεται τους άλλους. Ανεξάρτητα απ’ το αν αυτά τα μηνύματα είναι για πλάκα ή όχι, εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Και νομίζω πως δεν πρέπει να τον εμπιστεύεσαι ούτε εσύ». Την κοιτάζω έντονα. Συνεχίζει να μιλάει, αλλά οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου γίνονται όλο και πιο δυνατές και εμποδίζουν ό,τι λόγια προσπαθεί να βάλει μέσα στο μυαλό μου. Οι παλάμες μου αρχίζουν να ιδρώνουν στη στιγμή και μέσα στα αυτιά μου ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου. Όλες οι επιλογές της, τα πιστεύω και οι κανόνες παρελαύνουν στο μυαλό μου και προσπαθώ να τα χωρίσω και να τα βάλω στα κουτάκια τους, αλλά γίνονται όλα μαζί ένα κουβάρι. Διαλέγω την πρώτη σκέψη από όλον αυτόν το σωρό και τη ρωτάω ξερά. «Γιατί δεν μπορώ να έχω τηλέφωνο;» ψιθυρίζω. Δεν είμαι καν σίγουρη αν ρώτησα αρκετά δυνατά ώστε να με ακούσει, αλλά σταματάει να κουνάει το στόμα της, οπότε είμαι σίγουρη πως με άκουσε. «Και Ίντερνετ» προσθέτω. «Γιατί δε θέλεις να έχω πρόσβαση στο Ίντερνετ;» Όλες αυτές οι ερωτήσεις είναι σαν δηλητήριο μέσα στο κεφάλι μου και πρέπει να τις βγάλω έξω. Όλα τα κομμάτια του παζλ αρχίζουν να ταιριάζουν και απλά ελπίζω να είναι όλα μία σύμπτωση. Ελπίζω να με είχε σε μια γυάλα όλη μου τη ζωή γιατί με αγαπάει και θέλει να με προστατεύσει. Αλλά βαθιά μέσα μου έχει αρχίσει να γίνεται εμφανές πως με είχε στη γυάλα μια ζωή γιατί με έκρυβε. «Γιατί έκανα μαθήματα στο σπίτι;» τη ρωτάω με πολύ πιο δυνατή φωνή αυτή τη φορά. Έχει ανοίξει διάπλατα τα μάτια της και είναι ξεκάθαρο πως δεν έχει ιδέα τι προκάλεσε αυτές τις ερωτήσεις τούτη τη στιγμή. Σηκώνεται και με κοιτάζει. «Δε θα γυρίσουμε την κουβέντα σε μένα, Σκάι. Ζεις κάτω από τη δική μου στέγη και θα ακολουθείς τους κανόνες μου». Βουτάει το τηλέφωνο από το κρεβάτι μου


272

COLLEEN HOOVER

και πηγαίνει προς την πόρτα. «Είσαι τιμωρία. Τέρμα το κινητό. Τέρμα ο γκόμενος. Θα συζητήσουμε για αυτά αύριο». Κοπανάει την πόρτα πίσω της και εγώ πέφτω στο κρεβάτι και αισθάνομαι ακόμα πιο απελπισμένη σε σχέση με προηγουμένως, πριν μπω στο σπίτι. Δεν μπορεί να έχω δίκιο. Είναι μια απλή σύμπτωση, δεν μπορεί να έχω δίκιο. Δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Πιέζω τα δάκρυα να μην τρέξουν και αρνούμαι να το πιστέψω. Θα υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση. Ίσως ο Χόλντερ να έχει μπερδευτεί. Ίσως η Κάρεν να έχει μπερδευτεί. Ένα ξέρω, πως εγώ έχω σίγουρα μπερδευτεί. Βγάζω το φόρεμά μου, φοράω ένα μακό μπλουζάκι, σβήνω το φως και χώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα. Ελπίζω να ξυπνήσω αύριο και όλη αυτή η βραδιά να ήταν ένα κακό όνειρο. Αν δεν είναι, δεν ξέρω πόσα ακόμα μπορώ να αντέξω πριν εξαντληθεί εντελώς η αντοχή μου. Χαζεύω τα αστέρια πάνω από το κεφάλι μου και αρχίζω να τα μετράω. Διώχνω όλους και όλα μακριά και συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνομαι στα αστέρια.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

273

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

Ο Ντιν επιστρέφει στην αυλή του και γυρίζει και με κοιτάει. Χώνω πάλι το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου και προσπαθώ να σταματήσω να κλαίω. Ξέρω πως μάλλον θα θέλουν να παίξουμε πάλι κρυφτό πριν να γυρίσω στο σπίτι, οπότε πρέπει να σταματήσω να είμαι λυπημένη για να παίξουμε. «Χόουπ!» Ψάχνω για τον Ντιν, αλλά δε με κοιτάζει πια. Νόμιζα πως με φώναξε, αλλά κοιτάζει ένα αυτοκίνητο. Είναι σταματημένο έξω από το σπίτι μου και το παράθυρο είναι κατεβασμένο. «Έλα εδώ, Χόουπ» μου λέει η κυρία. Χαμογελάει και μου λέει να πάω στο παράθυρό της. Νιώθω πως την ξέρω, αλλά δε θυμάμαι το όνομά της. Σηκώνομαι για να πάω να δω τι θέλει. Ξεσκονίζω το σορτσάκι μου και πηγαίνω στο αυτοκίνητο. Χαμογελάει και φαίνεται πολύ καλή. Με το που φτάνω στο αυτοκίνητο, ξεκλειδώνει τις πόρτες. «Είσαι έτοιμη να φύγουμε, γλυκιά μου; Ο μπαμπάς σου θέλει να βιαστούμε». Δεν ήξερα πως ήταν να πάμε κάπου. Ο μπαμπάς δεν είπε πως θα πηγαίναμε κάπου σήμερα. «Πού θα πάμε;» τη ρωτάω. Χαμογελάει, πιάνει το πόμολο και ανοίγει την πόρτα. «Θα σου πω στη διαδρομή. Μπες μέσα και βάλε τη


274

COLLEEN HOOVER

ζώνη σου, δεν μπορούμε να αργήσουμε». Δε θέλει πραγματικά να αργήσει εκεί που πάμε και εγώ δε θέλω να την κάνω να αργήσει, οπότε μπαίνω στο μπροστινό κάθισμα και κλείνω την πόρτα μου. Ανεβάζει το παράθυρο και ξεκινάει. Με κοιτάζει, χαμογελάει και μετά βάζει το χέρι της στο πίσω κάθισμα. Μου δίνει ένα κουτί με χυμό, το παίρνω και βάζω το καλαμάκι. «Είμαι η Κάρεν» μου λέει. «Και θα μείνεις μαζί μου για λίγο καιρό. Θα σ’ τα εξηγήσω όλα όταν φτάσουμε εκεί». Πίνω μια γουλιά από το χυμό μου. Είναι χυμός μήλου. Μου αρέσει ο χυμός μήλου. «Και ο μπαμπάς μου; Θα έρθει κι αυτός;» Η Κάρεν κουνάει το κεφάλι της. «Όχι, γλυκιά μου. Θα είμαστε μόνο εσύ κι εγώ όταν φτάσουμε εκεί». Βάζω το καλαμάκι στο στόμα μου, γιατί δε θέλω να με δει να χαμογελάω. Δε θέλω να ξέρει πως είμαι χαρούμενη που δε θα έρθει ο μπαμπάς μου.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

275

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 2:45 πμ

Ανακάθομαι στο κρεβάτι. Όνειρο ήταν. Ήταν μόνο ένα όνειρο. Νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή σε κάθε σημείο του κορμιού μου. Χτυπάει τόσο δυνατά που την ακούω. Είμαι λαχανιασμένη και ιδρωμένη από πάνω ως κάτω. Ήταν μόνο ένα όνειρο. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου για αυτό. Θέλω να πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως η ανάμνηση που μόλις είχα δεν ήταν αληθινή. Δεν μπορεί να είναι. Αλλά ήταν. Τη θυμάμαι ξεκάθαρα λες κι έγινε χθες. Κάθε μία ανάμνηση που μου έρχεται στο μυαλό τις τελευταίες μέρες είναι η αφορμή για να ξεπεταχτεί μια καινούργια... Πράγματα που ή τα καταπίεζα ή ήμουν πολύ μικρή για να τα θυμάμαι έρχονται τώρα στο μυαλό μου με φόρα και ξεκάθαρα. Πράγματα που δε θέλω να θυμάμαι. Πράγματα που μακάρι να μη μάθαινα ποτέ. Πετάω από πάνω μου τα σκεπάσματα και ανάβω τη λάμπα. Το δωμάτιο πλημμυρίζει από φως και ουρλιάζω μόλις συνειδητοποιώ πως κάποιος άλλος είναι στο κρεβάτι μου. Μ ε το που βγάζω τη φωνή, ξυπνάει και πετάγεται από το κρεβάτι. «Τι στο διάολο κάνεις εδώ;» του ψιθυρίζω δυνατά. Ο Χόλντερ κοιτάζει το ρολόι του και τρίβει τα μάτια του με τις παλάμες του. Όταν έχει ξυπνήσει τόσο ώστε να μπορεί να απαντήσει, ακουμπάει το χέρι του στο γόνατό μου. «Δεν


276

COLLEEN HOOVER

μπορούσα να σε αφήσω. Ήθελα να σιγουρευτώ πως είσαι καλά». Ακουμπάει το χέρι του στο λαιμό μου, ακριβώς κάτω από το αυτί μου, και μου χαϊδεύει το πιγούνι με τον αντίχειρά του. «Η καρδιά σου» μου λέει καθώς αισθάνεται το σφυγμό μου με τα δάχτυλά του. «Τρόμαξες». Βλέποντάς τον στο κρεβάτι μου, να νοιάζεται όπως νοιάζεται για μένα, δεν μπορώ να του θυμώσω. Δεν μπορώ να τον κατηγορήσω. Παρά το γεγονός ότι θέλω να του θυμώσω, απλά δεν μπορώ. Αν δεν ήταν εδώ να με παρηγορήσει μετά από αυτό που συνειδητοποίησα πριν από λίγο, δεν ξέρω τι θα έκανα. Δεν έχει κάνει τίποτε άλλο παρά να κατηγορεί τον εαυτό του για ό,τι μου έχει συμβεί. Αρχίζω να αποδέχομαι το γεγονός πως ίσως χρειάζεται και αυτός όση παρηγοριά χρειάζομαι κι εγώ. Για αυτό τον αφήνω να κλέψει ακόμα ένα κομμάτι της καρδιάς μου. Πιάνω το χέρι που έχει στο λαιμό μου και το σφίγγω. «Χόλντερ… θυμάμαι». Η φωνή μου τρέμει καθώς μιλάω και νιώθω τα δάκρυα που θέλουν να βγουν. Καταπίνω και, με όση δύναμη μου έχει απομείνει, τα διώχνω. Έρχεται πιο κοντά μου στο κρεβάτι και με γυρίζει για να τον βλέπω κατάματα. Βάζει και τα δυο του χέρια στο πρόσωπό μου και με κοιτάζει στα μάτια. «Τι θυμάσαι;» Κουνάω το κεφάλι μου, μη θέλοντας να του πω. Δε με αφήνει να ξεφύγω. Μ ε καλοπιάνει με το βλέμμα του, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του και θέλοντας να με βεβαιώσει πως είναι εντάξει, πως μπορώ να του πω. Ψιθυρίζω όσο πιο σιγά γίνεται, σαν να φοβάμαι να το πω δυνατά. «Η Κάρεν ήταν στο αυτοκίνητο. Αυτή το έκανε. Αυτή με πήρε». Πόνος και αποδοχή καλύπτουν όλο του το πρόσωπο. Μ ε τραβάει πάνω του και με αγκαλιάζει. «Το ξέρω, μωρό μου» ψιθυρίζει μέσα στα μαλλιά μου. «Το ξέρω». Γραπώνομαι από την μπλούζα του και τον κρατάω θέλοντας να βυθιστώ στη ζεστασιά που μου δίνει η αγκαλιά του. Κλείνω τα μάτια μου, αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Μ ε σπρώχνει μακριά του μόλις η Κάρεν ανοίγει την πόρτα του δωματίου. «Σκάι;» Ανακάθομαι στο κρεβάτι, ενώ εκείνη στέκεται στην πόρτα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

277

καρφώνοντας τον Χόλντερ με το βλέμμα της. Γυρίζει και με κοιτάζει. «Σκάι; Τι… κάνεις;» Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει από τη σύγχυση και την απογοήτευση. Κοιτάζω ξανά τον Χόλντερ. «Πάρε με από εδώ» του λέω ξέπνοα. «Σε παρακαλώ». Συγκατανεύει και πηγαίνει προς την ντουλάπα μου. Την ανοίγει, ενώ εγώ αρπάζω ένα τζιν από την τουαλέτα μου και το φοράω. «Σκάι;» λέει η Κάρεν ενώ μας κοιτάζει ακίνητη στην πόρτα. Δεν την κοιτάζω. Δεν μπορώ να την κοιτάξω. Κάνει μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο καθώς ο Χόλντερ ανοίγει μια πάνινη τσάντα και την ακουμπά στο κρεβάτι. «Βάλε μερικά ρούχα εδώ. Θα σου φέρω από το μπάνιο ό,τι χρειάζεσαι». Ο τόνος στη φωνή του είναι ήρεμος και συγκεντρωμένος, κάτι που μετριάζει τον πανικό που με καταβάλλει. Πηγαίνω προς την ντουλάπα και βγάζω μπλούζες από τις κρεμάστρες. «Δε θα πας πουθενά με αυτόν. Είσαι τρελή;» Η φωνή της Κάρεν είναι στα όρια του πανικού, αλλά εξακολουθώ να μην την κοιτάζω. Συνεχίζω να πετάω ρούχα μέσα στην τσάντα μου. Πηγαίνω στα συρτάρια μου, ανοίγω το πρώτο και βγάζω κάλτσες και εσώρουχα. Πηγαίνω στο κρεβάτι και η Κάρεν με σταματάει βάζοντας τα χέρια της στους ώμους μου και αναγκάζοντάς με να την κοιτάξω. «Σκάι» μου λέει αποσβολωμένη. «Τι κάνεις; Τι σου συμβαίνει; Δεν πρόκειται να φύγεις με αυτόν». Ο Χόλντερ επιστρέφει στο δωμάτιο με τα χέρια του γεμάτα με καλλυντικά, προσπερνάει την Κάρεν και τα ρίχνει μέσα στην τσάντα. «Κάρεν, θα σου πρότεινα να την αφήσεις ήσυχη» λέει όσο πιο ήρεμα μπορεί να ειπωθεί μια απειλή. Η Κάρεν γυρίζει να τον κοιτάξει. «Δε θα την πάρεις μαζί σου. Αν βγεις από αυτό το σπίτι μαζί της, θα καλέσω την αστυνομία». Ο Χόλντερ δεν αποκρίνεται. Μ ε κοιτάζει και παίρνει αυτά που κρατάω στο χέρι μου, τα βάζει στην τσάντα και κλείνει το φερμουάρ. «Έτοιμη;» μου λέει πιάνοντάς μου το χέρι. Γνέφω καταφατικά.


278

COLLEEN HOOVER

«Δεν κάνω πλάκα!» ουρλιάζει η Κάρεν. Δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της και κάνει σαν μανιασμένη, κοιτάζοντας πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Μ ου ραγίζει την καρδιά να βλέπω τόσο πόνο στο πρόσωπό της, γιατί είναι η μητέρα μου και την αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω το θυμό και την προδοσία που αισθάνομαι τα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής μου. «Θα φωνάξω την αστυνομία» ουρλιάζει. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να την πάρεις μαζί σου!» Βγάζω από την τσέπη του Χόλντερ το κινητό του και κάνω ένα βήμα προς την Κάρεν. Την κοιτάζω κατάματα και όσο πιο ήρεμα μπορώ της δίνω το τηλέφωνο. «Ορίστε» της λέω. «Φώναξέ την». Κοιτάζει το τηλέφωνο που έχω στα χέρια μου και μετά εμένα. «Γιατί το κάνεις αυτό, Σκάι;» Είναι πνιγμένη στα δάκρυα πλέον. Αρπάζω το χέρι της και χώνω μέσα το τηλέφωνο, αλλά αρνείται να το πιάσει. «Τηλεφώνησε τώρα! Τηλεφώνησε στην αστυνομία, μαμά! Σε παρακαλώ». Την ικετεύω. Την ικετεύω να τηλεφωνήσει για να μου αποδείξει πως κάνω λάθος. Για να μου αποδείξει πως δε με κρύβει. «Σε παρακαλώ» της λέω ήρεμα ξανά. Ολόκληρη η καρδιά μου και η ψυχή μου θέλουν να πάρει το τηλέφωνο και να τηλεφωνήσει, ώστε να δω πως κάνω λάθος. Κάνει ένα βήμα πίσω κοντανασαίνοντας. Αρχίζει να κουνάει το κεφάλι της και είμαι σχεδόν σίγουρη πως ξέρει ότι ξέρω. Δεν κάθομαι όμως να το επιβεβαιώσω. Ο Χόλντερ αρπάζει το χέρι μου και με οδηγεί προς το ανοιχτό παράθυρο. Μ ε αφήνει να βγω πρώτη και μετά βγαίνει από πίσω μου. Ακούω την Κάρεν να φωνάζει το όνομά μου, αλλά δε σταματάω να περπατάω μέχρι να φτάσουμε στο αυτοκίνητο. Μ παίνουμε μέσα και φεύγουμε μακριά. Μ ακριά από τη μόνη οικογένεια που γνώρισα ποτέ.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

279

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 3:10 πμ

«Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ» λέει παρκάροντας στο σπίτι του. «Μ πορεί να έρθει να σε ψάξει εδώ η Κάρεν. Πάω γρήγορα μέσα να πάρω μερικά πράγματα και επιστρέφω αμέσως». Σκύβει στο κάθισμά μου και φέρνει το πρόσωπό μου κοντά στο δικό του. Μ ε φιλάει και μετά βγαίνει από το αυτοκίνητο. Ακουμπάω το κεφάλι μου πίσω στο κάθισμα και χαζεύω έξω από το παράθυρο. Δεν υπάρχει ούτε ένα αστέρι στον ουρανό απόψε. Μ όνο αστραπές. Το σκηνικό ταιριάζει απόλυτα με τη νύχτα που πέρασα. Ο Χόλντερ επιστρέφει στο αυτοκίνητο μερικά λεπτά αργότερα και πετάει την τσάντα του στο πίσω κάθισμα. Η μητέρα του στέκεται στην είσοδο και τον παρακολουθεί. Πηγαίνει κοντά της και παίρνει το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του, όπως ακριβώς κάνει και με εμένα. Της λέει κάτι αλλά δεν ξέρω τι. Συγκατανεύει και τον αγκαλιάζει· έπειτα εκείνος έρχεται και μπαίνει στο αυτοκίνητο. «Τι της είπες;» Μ ου πιάνει το χέρι. «Της είπα πως εσύ και η μητέρα σου τσακωθήκατε και πως σε πηγαίνω σε κάποιον συγγενή στο Όστιν. Της είπα πως θα μείνω με τον μπαμπά μου μερικές μέρες και πως θα γυρίσω σύντομα». Μ ε κοιτάζει και χαμογελάει. «Δεν υπάρχει πρόβλημα, δυστυχώς έχει συνηθίσει να φεύγω. Δεν ανησυχεί». Γυρίζω και κοιτάζω έξω από το παράθυρό μου καθώς


280

COLLEEN HOOVER

βγαίνουμε από το γκαράζ, ενώ την ίδια στιγμή η βροχή αρχίζει να πέφτει με δύναμη στο παρμπρίζ. «Στ’ αλήθεια θα πάμε να μείνουμε στον μπαμπά σου;» «Θα πάμε όπου θέλεις να πάμε. Παρ’ όλα αυτά, δε νομίζω να θέλεις να πας στο Όστιν». Τον κοιτάζω. «Γιατί να μη θέλω να πάω στο Όστιν;» Σφίγγει τα χείλια του και βάζει μπρος τους υαλοκαθαριστήρες. Ακουμπάει το χέρι του στο γόνατό μου και το χαϊδεύει με τον αντίχειρά του. «Γιατί είσαι από εκεί» λέει ήρεμα. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αναστενάζω. Είναι τόσα πολλά αυτά που δεν ξέρω. Τόσα πολλά. Ακουμπάω το μέτωπό μου στο δροσερό τζάμι και κλείνω τα μάτια μου, αφήνοντας να αναδυθούν πάλι όλες αυτές οι ερωτήσεις που κατέπνιγα όλη νύχτα. «Ο μπαμπάς μου ζει ακόμη;» «Ναι». «Και η μαμά μου; Στ’ αλήθεια πέθανε όταν ήμουν τριών;» Ξεροβήχει. «Ναι. Σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγους μήνες προτού μετακομίσουμε δίπλα σας». «Κι εκείνος μένει ακόμη στο ίδιο σπίτι;» «Ναι». «Θέλω να το δω. Θέλω να πάω εκεί». Δεν αποκρίνεται αμέσως σε αυτή μου τη δήλωση. Παίρνει αργά μιαν ανάσα και την αφήνει να βγει. «Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα». Γυρίζω προς το μέρος του. «Γιατί όχι; Πιθανότατα ανήκω εκεί πολύ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Πρέπει να μάθει πως είμαι καλά». Ο Χόλντερ κάνει το αυτοκίνητο στην άκρη. Γυρίζει στο κάθισμά του και με κοιτάζει κατάματα. «Μ ωρό μου, δεν είναι καλή ιδέα, γιατί μόλις πριν από λίγες ώρες τα έμαθες όλα αυτά. Είναι πολλά που πρέπει να χωνέψεις πριν πάρεις βιαστικές αποφάσεις. Αν ο μπαμπάς σου σε δει και σε αναγνωρίσει, η Κάρεν θα πάει φυλακή. Πρέπει να το σκεφτείς πολύ καλά αυτό. Σκέψου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Σκέψου τους ρεπόρτερ.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

281

Πίστεψέ με, Σκάι, όταν εξαφανίστηκες είχαν κατασκηνώσει μπροστά από το σπίτι μας για μήνες. Η αστυνομία μού πήρε κατάθεση καμιά εικοσαριά φορές μέσα σε διάστημα δύο μηνών. Ολόκληρη η ζωή σου πρόκειται να αλλάξει, ανεξάρτητα από την απόφαση που θα πάρεις. Αλλά θέλω να πάρεις την απόφαση που είναι καλύτερη για σένα. Θα σου απαντήσω σε ό,τι ερωτήσεις έχεις. Θα σε πάω όπου θέλεις να πας, σε καμιά δυο μέρες. Αν θέλεις να δεις τον μπαμπά σου, θα πάμε εκεί. Αν θέλεις να πας στην αστυνομία, θα πάμε εκεί. Αν πάλι θέλεις να φύγεις μακριά από όλα, αυτό θα κάνουμε. Αλλά, για τώρα, θέλω να το αφήσεις λίγο να κατακάτσει. Αυτή είναι η ζωή σου. Το υπόλοιπο της δικής σου ζωής». Τα λόγια του είναι σαν μέγγενη που μου σφίγγει το στήθος. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι, δεν ξέρω καν αν σκέφτομαι. Αυτός το έχει σκεφτεί από όλες τις πλευρές και εγώ δεν έχω ιδέα τι να κάνω. Δεν έχω ιδέα, γαμώτο μου. Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω στη βροχή. Πηγαίνω πάνω κάτω προσπαθώντας να συγκεντρωθώ σε κάτι προκειμένου να κρατήσω τον έλεγχο της ανεξέλεγκτης αναπνοής μου. Κάνει κρύο και δε βρέχει απλά πλέον. Ρίχνει καρέκλες. Τεράστιες σταγόνες βροχής μαστιγώνουν το δέρμα μου και είναι τόσο δυνατές που δεν μπορώ να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Μ ε το που βγαίνει ο Χόλντερ και έρχεται προς τη μεριά μου, πηγαίνω γρήγορα κοντά του, τον αγκαλιάζω από το λαιμό και χώνω το πρόσωπό του στην ήδη μουσκεμένη μπλούζα του. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!» φωνάζω για να καλύψω το θόρυβο της βροχής. «Δε θέλω να είναι αυτή η ζωή μου!» Μ ε φιλάει στην κορφή του κεφαλιού και σκύβει να μου πει στο αυτί: «Ούτε εγώ θέλω να είναι αυτή η ζωή σου. Λυπάμαι. Λυπάμαι τόσο πολύ που το άφησα να σου συμβεί». Γλιστράει το δάχτυλό του κάτω από το πιγούνι μου και μου το ανασηκώνει για να τον κοιτάξω. Μ ε το ύψος του με προφυλάσσει, δεν αφήνει τη βροχή να μαστιγώνει τα μάτια μου, αλλά οι σταγόνες κυλάνε στο πρόσωπό του, στα χείλια του και στο λαιμό του. Τα μαλλιά του είναι μούσκεμα και κολλημένα στο μέτωπό του, οπότε απομακρύνω ένα τσουλούφι από τα μάτια


282

COLLEEN HOOVER

του. Χρειάζεται πάλι κούρεμα. «Ας μην αφήσουμε να είναι αυτό η ζωή σου απόψε» μου λέει. «Ας μπούμε στο αυτοκίνητο και ας κάνουμε πως φεύγουμε γιατί το θέλουμε και όχι γιατί πρέπει. Μ πορούμε να κάνουμε πως σε πηγαίνω κάπου υπέροχα… κάπου που πάντα ήθελες να πας. Μ πορείς να κουρνιάσεις πάνω μου και θα λέμε πόσο ενθουσιασμένοι είμαστε και θα μιλάμε για όλα αυτά που θα κάνουμε όταν φτάσουμε εκεί. Μ πορούμε να μιλήσουμε για τα σοβαρά θέματα αργότερα. Αλλά απόψε… ας μην είναι αυτή η ζωή σου». Τραβάω το στόμα του κοντά μου και τον φιλάω. Τον φιλάω γιατί πάντα έχει να πει το τέλειο πράγμα. Τον φιλάω γιατί είναι πάντα δίπλα μου. Τον φιλάω γιατί υποστηρίζει όποια απόφαση μπορεί να χρειαστεί να πάρω. Τον φιλάω γιατί είναι τόσο υπομονετικός μαζί μου όσο προσπαθώ να καταλάβω τι έχει γίνει. Τον φιλάω γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο από το να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο μαζί του και να μιλάμε για όλα αυτά που θα κάνουμε όταν φτάσουμε στη Χαβάη.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

283

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 7:50 πμ

Τα δάχτυλά του χαϊδεύουν μαλακά τα μαλλιά μου. Έχω ακουμπήσει το κεφάλι μου στα πόδια του και ταξιδεύουμε πάνω από τέσσερις ώρες. Απενεργοποίησε το τηλέφωνό του κοντά στο Γουάκο όταν άρχισε να λαμβάνει ικετευτικά μηνύματα από την Κάρεν, που χρησιμοποιούσε το κινητό μου και τον παρακαλούσε να με πάει πίσω στο σπίτι. Το πρόβλημα με αυτό είναι πως δεν ξέρω πια πού είναι το σπίτι μου. Όσο κι αν αγαπώ την Κάρεν, δεν ξέρω πώς να χωνέψω αυτό που έκανε. Δεν υπάρχει καμία κατάσταση σε αυτή τη ζωή που να δικαιολογεί το να βουτήξει κάποιος ένα παιδί, οπότε δεν ξέρω αν θα γυρίσω ποτέ κοντά της. Σκοπεύω να μαζέψω όσες περισσότερες πληροφορίες γίνεται για το τι συνέβη προτού πάρω οποιαδήποτε απόφαση για το πώς θα χειριστώ το όλο θέμα. Ξέρω πως το πιο σωστό θα ήταν να καλέσω αμέσως την αστυνομία, αλλά καμιά φορά το πιο σωστό δεν είναι πάντα η καλύτερη απάντηση. «Δε νομίζω πως πρέπει να μείνουμε στο σπίτι του πατέρα μου» μου λέει ο Χόλντερ. Υπέθετα πως νόμιζε ότι κοιμάμαι, αλλά είναι φανερό πως ξέρει ότι είμαι ξύπνια εφόσον μου μιλάει. «Θα πάμε σε ένα ξενοδοχείο για απόψε και θα δούμε τι πρέπει να κάνουμε αύριο. Δεν είχαμε τις καλύτερες σχέσεις όταν έφυγα από το σπίτι του φέτος το καλοκαίρι και νομίζω πως έχουμε ήδη αρκετό δράμα στη ζωή μας για να προσθέσουμε κι άλλο». Κουνάω το κεφάλι μου πάνω στα πόδια του. «Όπως θες. Το


284

COLLEEN HOOVER

μόνο που ξέρω είναι πως θέλω ένα κρεβάτι. Είμαι πτώμα. Δεν έχω ιδέα πώς κρατιέσαι ακόμα ξύπνιος». Σηκώνομαι και τεντώνω τα χέρια μου, την ώρα που ο Χόλντερ μπαίνει στο πάρκινγκ ενός ξενοδοχείου. ***

Αφού κλείσουμε δωμάτιο, μου δίνει το κλειδί και πηγαίνει στο αυτοκίνητο να φέρει τα πράγματά μας. Περνάω τη μαγνητική κάρτα στην κλειδαριά, ανοίγω την πόρτα και μπαίνω στο δωμάτιο. Έχει ένα διπλό κρεβάτι, το οποίο υποθέτω πως ζήτησε ο ίδιος. Έχουμε κοιμηθεί αρκετές φορές στο ίδιο κρεβάτι, οπότε θα ήταν πολύ πιο περίεργο αν είχε ζητήσει χωριστά κρεβάτια. Λίγα λεπτά αργότερα έρχεται στο δωμάτιο και αφήνει τις τσάντες μας. Ψαχουλεύω στη δικιά μου να βρω κάτι για να κοιμηθώ. Δυστυχώς δεν έφερα πιτζάμες, οπότε βουτάω ένα μακρύ μακό και εσώρουχα. «Χρειάζομαι ένα ντους». Παίρνω τα λίγα καλλυντικά που έχω φέρει, πηγαίνω στο μπάνιο και κάνω ένα ντους που κράτησε πολλή ώρα. Όταν τελειώνω, επιχειρώ να στεγνώσω τα μαλλιά μου αλλά παραείμαι πτώμα για κάτι τέτοιο. Πιάνω τα μαλλιά μου κοτσίδα και βουρτσίζω τα δόντια μου. Καθώς βγαίνω από το μπάνιο, ο Χόλντερ αδειάζει τις τσάντες μας και κρεμάει τα ρούχα μας στην ντουλάπα. Μ ου ρίχνει μια ματιά και ξαφνιάζεται με το που βλέπει πως φοράω μόνο ένα μπλουζάκι και εσώρουχα. Μ ε κοιτάζει, αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο, και μετά απομακρύνει αμήχανα το βλέμμα του. Προσπαθεί να δείξει πως σέβεται τη μέρα που είχα. Δε θέλω να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι εύθραυστη. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη μέρα, θα σχολίαζε το τι φοράω και μέσα σε δύο δευτερόλεπτα θα μου είχε χουφτώσει τον πισινό. Αντί για αυτό, όμως, μου γυρίζει την πλάτη και βγάζει τα τελευταία πράγματα από την τσάντα του. «Πάω να κάνω ένα γρήγορο ντους» μου λέει. «Έχω γεμίσει την παγωνιέρα με παγάκια και κάτι για να πιούμε. Δεν ήξερα αν ήθελες αναψυκτικό ή νερό, οπότε έχω βάλει και τα δύο μέσα». Βουτάει ένα σορτσάκι και πηγαίνει προς το μπάνιο


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

285

προσπαθώντας να μη με κοιτάζει. Καθώς περνάει από δίπλα μου, τον αρπάζω από τον καρπό. Σταματάει και γυρίζει, προσέχοντας να με κοιτάει μόνο στα μάτια και πουθενά αλλού. «Μ ου κάνεις μια χάρη;» «Και βέβαια, μωρό μου» μου λέει όλο ειλικρίνεια. Βάζω το χέρι μου μέσα στο δικό του και το φέρνω στο στόμα μου. Φιλάω την παλάμη του και στη συνέχεια την ακουμπάω στο μάγουλό μου. «Ξέρω πως ανησυχείς για μένα. Αλλά αν, μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, νιώθεις άβολα να με θέλεις, σε βαθμό που ν’ αποφεύγεις να με κοιτάξεις όταν είμαι ημίγυμνη, τότε μου σπαράζει η καρδιά. Είσαι το μόνο άτομο που μου έχει απομείνει, Χόλντερ. Σε παρακαλώ, μην αλλάζεις τη στάση σου απέναντί μου». Μ ε κοιτάζει δείχνοντας πως καταλαβαίνει και μετά παίρνει το χέρι του από το μάγουλό μου. Μ ε κοιτάζει στα χείλια και σκάει ένα αμυδρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών του. «Μ ου δίνεις λοιπόν το πράσινο φως να συνεχίσω να σε θέλω παρ’ όλο που η ζωή σου έχει γίνει σκατά;» Γνέφω καταφατικά. «Το να ξέρω ότι με θέλεις είναι τώρα πιο απαραίτητο από ό,τι πλάγια γίνει η ζωή μου σκατά». Χαμογελάει, ακουμπάει τα χείλη του στα δικά μου και με αγκαλιάζει με το ένα του χέρι από τη μέση. Μ ε το άλλο του χέρι πιάνει το πίσω μέρος του κεφαλιού μου καθώς με φιλάει βαθιά. Το φιλί του είναι ό,τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Είναι το μόνο πράγμα που με κάνει να αισθάνομαι όμορφα αυτή τη στιγμή σε έναν κόσμο γεμάτο ασχήμια. «Πρέπει πραγματικά να κάνω ένα ντους» μου λέει ανάμεσα στα φιλιά. «Αν και… τώρα που έχω το ελεύθερο να σου συμπεριφέρομαι όπως πριν;» Αρπάζει τον πισινό μου και με τραβάει προς το μέρος του. «Μ ην κοιμηθείς όσο είμαι εκεί μέσα, γιατί μόλις βγω θέλω να σου δείξω πόσο υπέροχη δείχνεις αυτή τη στιγμή». «Ωραία» του ψιθυρίζω. Μ ε αφήνει και πηγαίνει στο μπάνιο. Ξαπλώνω στο κρεβάτι τη στιγμή που αρχίζει να τρέχει το νερό. Επιχειρώ να δω για λίγο τηλεόραση, καθώς δεν είχα ποτέ την ευκαιρία, αλλά τίποτα δεν μπορεί να τραβήξει την προσοχή μου.


286

COLLEEN HOOVER

Ήταν ένα τόσο εξουθενωτικό εικοσιτετράωρο, ο ήλιος έχει ήδη ανατείλει κι εμείς δεν έχουμε ακόμα πέσει για ύπνο. Κλείνω τα στόρια και τις κουρτίνες, χώνομαι στο κρεβάτι και βάζω ένα μαξιλάρι στα μάτια μου. Μ ε το που αρχίζει να με παίρνει ο ύπνος, νιώθω τον Χόλντερ να χώνεται στο κρεβάτι δίπλα μου. Περνάει το ένα του χέρι κάτω από το μαξιλάρι μου και το άλλο από πάνω μου. Νιώθω τη ζεστασιά του στέρνου του πάνω στην πλάτη μου και το σφιχτό αγκάλιασμά του. Μ ου πιάνει τα χέρια και με φιλάει ελαφρά στο πίσω μέρος του κεφαλιού. «Σε βιώνω» του ψιθυρίζω. Μ ου φιλάει ξανά το κεφάλι και αναστενάζει μέσα στα μαλλιά μου. «Δε νομίζω πως σε βιώνω πια. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως έχουμε πάει παραπέρα. Βασικά είμαι σίγουρος πως έχω πάει παραπέρα, αλλά δεν είμαι ακόμη έτοιμος να σου το πω. Όταν σου το πω, θέλω να είναι διαχωρισμένο από τη σημερινή μέρα. Δε θέλω να το θυμάσαι έτσι». Φέρνω το χέρι του στο στόμα μου και το φιλάω απαλά. «Κι εγώ το ίδιο». Και, για μία ακόμη φορά στον γεμάτο ψέματα και πόνο καινούργιο μου κόσμο, αυτό το τελειωμένο αγόρι βρίσκει κάπως τον τρόπο να με κάνει να χαμογελάσω.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

287

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 5:15 μμ

Κοιμόμαστε όλο το πρωί και το μεσημέρι. Το απόγευμα που ο Χόλντερ μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με φαγητό πεθαίνω ήδη της πείνας. Έχω να φάω κάτι παραπάνω από είκοσι τέσσερις ώρες. Φέρνει τις καρέκλες στο τραπέζι και βγάζει από τις σακούλες φαγώσιμα και ποτά. Μ ου έφερε αυτό που είχα ζητήσει μετά από την έκθεση χθες βράδυ, αλλά που δεν παραγγείλαμε ποτέ τελικά. Βγάζω το καπάκι από το μιλκσέικ σοκολάτας, πίνω μια τεράστια γουλιά και στη συνέχεια ξετυλίγω το χαρτί από το μπέργκερ μου. Καθώς το τραβάω, ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι πέφτει πάνω στο τραπέζι. Το σηκώνω και διαβάζω. Επειδή δεν έχεις τηλέφωνο πια και η ζωή σου είναι ένα δράμα αυτή τη στιγμή δε σημαίνει πως το εγώ σου πρέπει να εκραγεί. Ήσουν πραγματικά χάλια με το μπλουζάκι και το βρακί χθες βράδυ. Ελπίζω σήμερα να αγοράσεις ολόσωμες πιτζάμες για να μη χρειάζεται να βλέπω πάλι όλη νύχτα τα ξυλοπόδαρά σου. Αφήνω το σημείωμα και τον κοιτάω που μου χαμογελάει. Τα λακκάκια του είναι τόσο αξιολάτρευτα που σκύβω και του γλείφω το ένα. «Τι ήταν αυτό;» με ρωτάει γελώντας. Δαγκώνω μια μπουκιά από το μπέργκερ μου και ανασηκώνω τους ώμους. «Αυτό ήθελα να το κάνω από τη μέρα που σε


288

COLLEEN HOOVER

γνώρισα στο μπακάλικο». Χαμογελάει αυτάρεσκα και γέρνει πίσω στην καρέκλα του. «Ήθελες να μου γλείψεις το πρόσωπο την πρώτη φορά που με είδες; Αυτό κάνεις συνήθως όταν γουστάρεις κάποιον;» Κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι το πρόσωπό σου, το λακκάκι σου. Και όχι. Είσαι το μόνο αγόρι που είχα ποτέ την επιθυμία να γλείψω». Μ ου χαμογελάει με σιγουριά. «Ωραία. Γιατί εσύ είσαι το μόνο κορίτσι που είχα ποτέ την επιθυμία να αγαπήσω». Θεέ μου. Δεν είπε ευθέως ότι με αγαπάει αλλά, ακούγοντάς τον να ξεστομίζει αυτά τα λόγια, η καρδιά μου φουσκώνει τόσο πολύ μέσα στο στήθος μου που θα εκραγεί. Δαγκώνω το μπέργκερ μου για να κρύψω το χαμόγελό μου και αφήνω την πρόταση να αιωρείται. Δε θέλω ακόμα να φύγει. Τελειώνουμε σιωπηλά το φαγητό. Σηκώνομαι, καθαρίζω το τραπέζι και στη συνέχεια πηγαίνω στο κρεβάτι και βάζω τα παπούτσια μου. «Για πού το έβαλες;» Μ ε παρακολουθεί που δένω τα κορδόνια μου. Δεν του απαντάω αμέσως γιατί δεν είμαι σίγουρη για το πού πάω. Θέλω απλά να βγω έξω από αυτό το δωμάτιο. Μ όλις δέσω τα κορδόνια μου, σηκώνομαι, πάω κοντά του και τον αγκαλιάζω. «Θέλω να πάω μια βόλτα» του λέω. «Και θέλω να έρθεις μαζί μου. Είμαι έτοιμη να αρχίσω τις ερωτήσεις». Μ ε φιλάει στο μέτωπο και παίρνει το κλειδί του δωματίου από το τραπέζι. «Αφού είναι έτσι, πάμε». Μ ου πιάνει το χέρι και πλέκει τα δάχτυλά του με τα δικά μου. Το ξενοδοχείο μας δεν είναι κοντά σε κάποιο πάρκο ή μονοπάτι για περίπατο, οπότε κατευθυνόμαστε προς την αυλή. Έχει αρκετές ξαπλώστρες κατά μήκος της πισίνας και όλες είναι άδειες. Καθόμαστε σε μία και ακουμπάω το χέρι μου στον ώμο του ενώ κοιτάζω την πισίνα. Είναι Οκτώβριος αλλά ο καιρός είναι ακόμα γλυκός. Σταυρώνω τα χέρια μου και κουρνιάζω στην αγκαλιά του. «Θέλεις να σου πω τι θυμάμαι;» με ρωτάει. «Ή έχεις συγκεκριμένες ερωτήσεις;»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

289

«Και τα δύο. Αλλά θέλω να ακούσω εσένα πρώτα». Έχει περάσει το χέρι του πάνω από τους ώμους μου. Μ ου χαϊδεύει το πάνω μέρος του μπράτσου μου και με φιλάει στον κρόταφο. Δε με νοιάζει πόσες φορές με φιλάει στο κεφάλι, είναι πάντα σαν να είναι η πρώτη. «Πρέπει να καταλάβεις πόσο σουρεάλ είναι για μένα αυτό, Σκάι. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια σκεφτόμουν κάθε μέρα τι σου συνέβη. Και να σκεφτείς ότι μέναμε σε απόσταση τριών χιλιομέτρων τα τελευταία επτά χρόνια. Ακόμα δυσκολεύομαι και εγώ ο ίδιος να το επεξεργαστώ. Και τώρα επιτέλους σε έχω εδώ κοντά μου, να σου περιγράφω τι συνέβη…» Αναστενάζει και ακουμπάει το κεφάλι του πίσω. Σταματάει για λίγο και συνεχίζει. «Μ όλις έφυγε το αυτοκίνητο, μπήκα στο σπίτι και είπα στη Λες πως έφυγες με κάποιον. Μ ε ρωτούσε συνεχώς με ποιον, αλλά δεν ήξερα. Η μαμά μου ήταν στην κουζίνα, οπότε πήγα και της το είπα. Δε μου έδωσε όμως σημασία. Μ αγείρευε το δείπνο και εμείς ήμασταν παιδιά. Είχε μάθει να μη μας δίνει σημασία. Εξάλλου δεν ήμουν σίγουρος πως είχε συμβεί κάτι που δεν έπρεπε να συμβεί, οπότε δεν ακούστηκα πανικόβλητος ή κάτι τέτοιο. Μ ου είπε να πάω έξω και να παίξω με τη Λες. Ήταν τόσο ήρεμη με αυτό που της είπα, ώστε πίστεψα πως όλα ήταν εντάξει. Ήμουν έξι χρονών και ήμουν σίγουρος πως οι μεγάλοι τα ξέρουν όλα, οπότε δεν είπα τίποτε άλλο για αυτό. Η Λες κι εγώ πήγαμε έξω να παίξουμε και είχαν περάσει περίπου δυο ώρες όταν ήρθε ο μπαμπάς σου και σε φώναζε. Μ όλις τον άκουσα να σε φωνάζει κοκάλωσα. Σταμάτησα στη μέση της αυλής και τον παρακολουθούσα να στέκεται στη μέση της βεράντας και να σε φωνάζει. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν είχε ιδέα πως είχες φύγει με κάποιον. Τότε ήξερα πως είχα κάνει κάτι λάθος». «Χόλντερ» τον διακόπτω. «Δεν ήσουν παρά ένα μικρό παιδί». Αγνοεί το σχόλιό μου και συνεχίζει. «Ο μπαμπάς σου μπήκε στην αυλή μας και με ρώτησε αν ήξερα πού ήσουν». Σταματάει να μιλάει για λίγο και ξεροβήχει για να καθαρίσει το λαιμό του. Περιμένω υπομονετικά να συνεχίσει, αλλά δείχνει σαν να


290

COLLEEN HOOVER

προσπαθεί να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Ακούγοντάς τον να μου περιγράφει τι έγινε εκείνη την ημέρα, νιώθω σαν να μου διηγείται μια ιστορία. Αυτά που μου λέει δεν τα αισθάνομαι με τίποτα σαν να έχουν άμεση σχέση με μένα ή με τη ζωή μου. «Σκάι, πρέπει να καταλάβεις κάτι. Τον φοβόμουν τον πατέρα σου. Ήμουν μετά βίας έξι χρονών και ήξερα πως μόλις είχα κάνει ένα τεράστιο λάθος αφήνοντάς σε μόνη. Και τώρα ο αρχηγός της αστυνομίας και πατέρας σου στέκεται μπροστά μου με το όπλο του να φαίνεται μέσα από τη στολή του. Πανικοβλήθηκα. Έτρεξα μέσα στο σπίτι, χώθηκα κατευθείαν στο δωμάτιό μου και κλείδωσα την πόρτα. Ο μπαμπάς σου και η μητέρα μου χτυπούσαν την πόρτα μου για μισή ώρα, αλλά φοβόμουν πολύ για να τους ανοίξω και να παραδεχτώ πως ήξερα τι είχε συμβεί. Η αντίδρασή μου ανησύχησε και τους δύο, οπότε ο πατέρας σου κάλεσε αμέσως ενισχύσεις. Μ όλις άκουσα τα περιπολικά να παρκάρουν έξω από το σπίτι μου νόμιζα πως είχαν έρθει για μένα. Μ έχρι να με καταφέρει η μητέρα μου να βγω από το δωμάτιο είχαν ήδη περάσει τρεις ώρες από τότε που είχες φύγει με το αυτοκίνητο». Συνεχίζει να μου τρίβει τον ώμο, αλλά τώρα με κρατάει όλο και πιο σφιχτά. Βγάζω τα χέρια μου έξω από τα μανίκια μου για να πιάσω και να κρατήσω το χέρι του. «Μ ε πήραν στο αστυνομικό τμήμα και μου έκαναν ερωτήσεις για ώρες. Ήθελαν να μάθουν αν ήξερα τον αριθμό της πινακίδας, τι μάρκα ήταν το αυτοκίνητο, πώς ήταν το άτομο που ήταν μέσα, τι σου είπε. Δεν ήξερα τίποτα, Σκάι. Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ το χρώμα του αυτοκινήτου. Το μόνο που μπορούσα να τους πω ήταν τι φορούσες, ακριβώς γιατί ήσουν η μοναδική εικόνα που μπορούσα να φέρω στο μυαλό μου. Ο μπαμπάς σου ήταν έξαλλος μαζί μου. Μ πορούσα να τον ακούω να φωνάζει στους διαδρόμους του αστυνομικού τμήματος πως αν όταν συνέβη το είχα πει εκεί που έπρεπε θα μπορούσαν να σε βρουν. Έριχνε το φταίξιμο σε μένα. Όταν ένας αστυνομικός θεωρεί πως φταις εσύ που χάθηκε η κόρη του, έχεις την τάση να τον πιστέψεις. Τον άκουσε και η Λες να φωνάζει έτσι, οπότε πίστεψε κι αυτή πως όλο το φταίξιμο ήταν δικό μου. Δε μου


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

291

μιλούσε για μέρες. Προσπαθούσαμε και οι δύο να καταλάβουμε τι είχε συμβεί. Για έξι χρόνια ζούσαμε σε έναν τέλειο κόσμο όπου οι ενήλικες έχουν πάντα δίκιο και δεν τυχαίνουν κακά πράγματα στους καλούς ανθρώπους. Και ξαφνικά μέσα σε ένα λεπτό σε είχαν βουτήξει και όλα αυτά που νομίζαμε πως ξέραμε αποδείχτηκαν πως ήταν μια ψεύτικη εικόνα που οι γονείς μας είχαν φτιάξει για μας. Συνειδητοποιήσαμε εκείνη την ημέρα πως ακόμα και οι ενήλικες κάνουν φρικτά πράγματα. Σου παίρνουν μακριά τον καλύτερό σου φίλο και δεν ξέρεις καν αν ζει πια. »Παρακολουθούσαμε συνεχώς τις ειδήσεις περιμένοντας για κάποιο νέο. Για εβδομάδες έδειχναν τη φωτογραφία σου στην τηλεόραση ζητώντας στοιχεία. Η μόνη πρόσφατη φωτογραφία που είχαν ήταν μία λίγο πριν πεθάνει η μητέρα σου, όπου ήσουν μόνο τριών χρονών. Θυμάμαι πως τα είχα πάρει και αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν να έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια και κανένας να μη σου έχει τραβήξει μια πιο πρόσφατη φωτογραφία. Έδειχναν φωτογραφίες του σπιτιού σου και μερικές φορές έδειχναν και το δικό μας σπίτι. Κάθε τόσο ανέφεραν το γειτονόπουλο που είδε τι συνέβη αλλά δε θυμόταν να περιγράψει τις λεπτομέρειες. Θυμάμαι ένα βράδυ… Το τελευταίο βράδυ που η μητέρα μας μας άφησε να δούμε ειδήσεις… μία από τις ρεπόρτερ έδειξε μια φωτογραφία των σπιτιών μας. Μ ίλησαν για τον μοναδικό μάρτυρα, αλλά με ανέφεραν ως “Το αγόρι που έχασε τη Χόουπ”.22 Η μητέρα μου έγινε τόσο έξαλλη που βγήκε έξω και άρχισε να ουρλιάζει στους ρεπόρτερ λέγοντάς τους να μας αφήσουν ήσυχους. Να με αφήσουν ήσυχο. Ο μπαμπάς μου έπρεπε να την τραβήξει με το ζόρι μέσα στο σπίτι. »Οι γονείς μου έκαναν τα πάντα για να κάνουν τη ζωή μας όσο πιο φυσιολογική γίνεται. Μ ετά από μερικούς μήνες οι ρεπόρτερ έπαψαν να εμφανίζονται. Οι ατελείωτες επισκέψεις στο αστυνομικό τμήμα για περαιτέρω καταθέσεις σταμάτησαν. Τα πράγματα άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν στον φυσιολογικό τους ρυθμό για όλους στη γειτονιά. Για όλους εκτός από τη Λες κι εμένα. Ήταν σαν μαζί με τη Χόουπ να πήραν και την ελπίδα μας».


292

COLLEEN HOOVER

Ακούγοντας τα λόγια του καθώς και τη θλίψη στη φωνή του αισθάνομαι τύψεις. Θα πίστευε κανείς πως αυτό που μου συνέβη ήταν τόσο τραυματικό που θα με επηρέαζε πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλον τριγύρω μου. Παρ’ όλα αυτά, εγώ ίσα που το θυμάμαι. Ήταν ένα συμβάν που δεν επηρέασε τη δική μου ζωή, εντούτοις ουσιαστικά κατέστρεψε αυτόν και τη Λέσλι. Η Κάρεν ήταν τόσο ήρεμη και ευχάριστη, και με φλόμωσε τόσο στα ψέματα για την υιοθεσία και την ανάδοχη οικογένεια, ώστε ποτέ δε σκέφτηκα να τα αμφισβητήσω όλα αυτά. Όπως είπε και ο Χόλντερ, σε αυτή την ηλικία πιστεύεις πως οι ενήλικες είναι τόσο τίμιοι και ειλικρινείς ώστε ούτε που σου περνάει από το μυαλό να τους αμφισβητήσεις. «Πέρασα τόσα χρόνια να μισώ τον πατέρα μου γιατί με παράτησε» λέω ήρεμα. «Δεν μπορώ να το πιστέψω πως έτσι απλά με πήρε από αυτόν. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό; Πώς ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;» «Δεν ξέρω, μωρό μου». Κάθομαι ίσια και γυρίζω να τον κοιτάξω στα μάτια: «Πρέπει να δω το σπίτι» λέω. «Θέλω περισσότερες αναμνήσεις, αλλά δεν έχω καθόλου τώρα και είναι δύσκολο. Μ ετά βίας θυμάμαι κάτι – και καθόλου αυτόν. Θέλω απλά να πάμε εκεί. Πρέπει να το δω». Μ ου τρίβει το χέρι και γνέφει. «Τώρα;» «Ναι, θέλω να πάω πριν σκοτεινιάσει». Σε όλη τη διαδρομή είμαι απόλυτα σιωπηλή. Ο λαιμός μου είναι στεγνός και το στομάχι μου κόμπος. Φοβάμαι. Φοβάμαι να δω το σπίτι. Φοβάμαι μήπως είναι στο σπίτι και τον δω. Η αλήθεια είναι πως δε θέλω ακόμη να τον δω. Θέλω μόνο να δω το μέρος που ήταν το πρώτο μου σπίτι. Δεν ξέρω αν θα με βοηθήσει να θυμηθώ, αλλά ξέρω πως είναι κάτι που πρέπει να κάνω. Σταματάει το αυτοκίνητο και παρκάρει στην άκρη του δρόμου. Κοιτάζω απέναντι τα σπίτια στη σειρά και φοβάμαι να τραβήξω το βλέμμα μου από το παράθυρο, γιατί μου είναι πολύ δύσκολο να γυρίσω και να κοιτάξω. «Φτάσαμε» μου λέει ήρεμα. «Δε φαίνεται να είναι κανείς μέσα».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

293

Γυρίζω αργά το κεφάλι μου και κοιτάζω έξω από το παράθυρό το πρώτο σπίτι που έζησα ποτέ. Είναι αργά και η νύχτα παίρνει τη θέση της μέρας, αλλά ο ουρανός έχει ακόμα αρκετό φως ώστε να μπορώ να δω καθαρά το σπίτι. Φαίνεται γνωστό, αλλά με το που το βλέπω δεν κατακλύζομαι από αναμνήσεις. Το σπίτι είναι μπεζ με σκούρα καφέ τελειώματα, αλλά τα χρώματα δε μου θυμίζουν τίποτα. Λες και διάβασε τη σκέψη μου, ο Χόλντερ μού λέει: «Παλιά ήταν άσπρο». Γυρίζω στη θέση μου και αντικρίζω το σπίτι προσπαθώντας να θυμηθώ κάτι. Προσπαθώ να με φανταστώ να μπαίνω από την μπροστινή πόρτα και να βλέπω το καθιστικό, αλλά δεν μπορώ. Είναι λες και ό,τι έχει σχέση με αυτό το σπίτι και τη ζωή μου εδώ να έχει με κάποιον τρόπο σβηστεί από τη μνήμη μου. «Πώς γίνεται να θυμάμαι πώς είναι το καθιστικό και η κουζίνα σας και να μη θυμάμαι το δικό μου;» Δε μου απαντάει, μάλλον γιατί ξέρει πως δεν περιμένω κάποια απάντηση. Βάζει απλά το χέρι του πάνω στο δικό μου και το αφήνει εκεί καθώς κοιτάζουμε επίμονα το σπίτι που άλλαξε τις ζωές μας για πάντα. 22. Η συγγραφέας κάνει και πάλι λογοπαίγνιο με το όνομα «Χόουπ», που σημαίνει «ελπίδα», οπότε η πρόταση έχει διπλή σημασία: το αγόρι που έχασε τη Χόουπ αλλά και το αγόρι που έχασε την ελπίδα. (Σ.τ.Μ.)


294

COLLEEN HOOVER

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

«Θα σου κάνει πάρτι γενεθλίων ο μπαμπάς σου;» ρωτάει η Λέσλι. Κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν έχω ποτέ πάρτι γενεθλίων». Η Λέσλι συνοφρυώνεται, έπειτα κάθεται στο κρεβάτι μου και πιάνει ένα τυλιγμένο κουτί που βρίσκεται πάνω στο μαξιλάρι μου. «Αυτό είναι το δώρο για τα γενέθλιά σου;» με ρωτάει. Παίρνω το κουτί από τα χέρια της και το βάζω πίσω στο μαξιλάρι μου. «Όχι. Ο μπαμπάς μου μου αγοράζει δώρα συνεχώς». «Δε θα το ανοίξεις;» με ρωτάει. Κουνάω πάλι το κεφάλι μου. «Όχι. Δε θέλω». Διπλώνει τα χέρια της πάνω στα γόνατά της, αναστενάζει και μετά κοιτάζει τριγύρω στο δωμάτιο. «Έχεις πολλά παιχνίδια. Γιατί δεν ερχόμαστε ποτέ εδώ για να παίξουμε; Πάντα πάμε στο δικό μου σπίτι και είναι βαρετό». Κάθομαι στο πάτωμα και βουτάω τα παπούτσια μου για να τα φορέσω. Δεν της λέω πως μισώ το δωμάτιό μου. Δεν της λέω πως μισώ το σπίτι μου. Δεν της λέω πως πάμε πάντα στο δικό της σπίτι γιατί αισθάνομαι πιο ασφαλής εκεί. Πιάνω τα κορδόνια των παπουτσιών μου και πηγαίνω κοντά της στο κρεβάτι. «Μπορείς να μου τα δέσεις;»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Βουτάει το πόδι μου και το βάζει στο γόνατό της. «Χόουπ, πρέπει να μάθεις να δένεις τα κορδόνια σου. Εγώ και ο Ντιν ξέραμε να τα δένουμε όταν ήμασταν πέντε». Κάθεται απέναντί μου στο πάτωμα. «Κοίτα με» λέει. «Βλέπεις αυτό το κορδόνι; Κράτησέ το έτσι». Βάζει τα κορδόνια στα χέρια μου και μου δείχνει πώς να τα δέσω όπως πρέπει. Αφού με βοηθήσει να τα δέσω δύο φορές, τα λύνει και μου λέει να το κάνω πάλι μόνη μου αυτή τη φορά. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς μου έδειξε να το κάνω. Σηκώνεται και πηγαίνει προς τη συρταριέρα μου όσο εγώ κάνω ό,τι μπορώ για να δέσω τα κορδόνια μου. «Αυτή ήταν η μαμά σου;» μου λέει κρατώντας μια φωτογραφία. Κοιτάζω τη φωτογραφία που έχει στα χέρια της και στη συνέχεια κοιτάζω πάλι τα παπούτσια μου. «Ναι». «Σου λείπει;» με ρωτάει. Συγκατανεύω και συνεχίζω να προσπαθώ να δέσω τα κορδόνια μου για να μη σκέφτομαι πόσο πολύ μου λείπει. Μου λείπει τόσο πολύ. «Χόουπ, τα κατάφερες!» φωνάζει όλο χαρά η Λέσλι. Κάθεται μπροστά μου στο πάτωμα και με αγκαλιάζει. «Τα κατάφερες ολομόναχη. Τώρα πλέον ξέρεις πώς να δέσεις τα κορδόνια σου». Κοιτάζω τα παπούτσια μου και χαμογελάω.

295


296

COLLEEN HOOVER

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 7:10 μμ

«Η Λέσλι μού έμαθε πώς να δένω τα κορδόνια μου» του λέω ήρεμα ενώ συνεχίζω να κοιτάζω το σπίτι. Ο Χόλντερ με κοιτάζει και χαμογελάει. «Τη θυμάσαι να σου το μαθαίνει;» «Ναι». «Ήταν τόσο περήφανη για αυτό» μου λέει ξαναγυρίζοντας το βλέμμα του στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Ο αέρας έχει γίνει πιο κρύος τώρα, οπότε ξαναγυρίζω στο κάθισμά μου, παίρνω το φούτερ μου και το φοράω. «Τι κάνεις;» μου λέει ο Χόλντερ. Ξέρω πως δε θα καταλάβει, και πραγματικά δε θέλω να προσπαθήσει να με μεταπείσει, οπότε κλείνω την πόρτα και περνάω απέναντι χωρίς να του απαντήσω. Είναι ακριβώς από πίσω μου και με φωνάζει τη στιγμή που πατάω στο γρασίδι. «Πρέπει να δω το δωμάτιό μου, Χόλντερ». Συνεχίζω να περπατάω και κατά κάποιον τρόπο ξέρω ακριβώς προς ποια μεριά του σπιτιού να πάω χωρίς να έχω κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση της διαρρύθμισής του. «Σκάι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Δεν είναι κανείς εδώ. Είναι πολύ επικίνδυνο». Επιταχύνω το βήμα μου μέχρι που φτάνω στο σημείο να τρέχω. Θα το κάνω είτε το εγκρίνει είτε όχι. Όταν φτάνω στο παράθυρο που είμαι σίγουρη πως είναι αυτό του δωματίου μου,


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

297

γυρίζω και τον κοιτάζω. «Πρέπει να το κάνω αυτό. Υπάρχουν εκεί μέσα πράγματα της μητέρας μου που τα θέλω, Χόλντερ. Ξέρω πως δε θέλεις να το κάνω, αλλά εγώ το έχω ανάγκη». Ακουμπάει τα χέρια του πάνω στους ώμους μου και στα μάτια του υπάρχει ανησυχία. «Δεν μπορείς έτσι απλά να κάνεις διάρρηξη και να μπεις μέσα, Σκάι. Είναι μπάτσος. Τι θα κάνεις δηλαδή, θα παραβιάσεις το γαμοπαράθυρο;» «Αυτό το σπίτι θεωρητικά είναι ακόμα το σπίτι μου. Οπότε δε θεωρείται διάρρηξη» του απαντάω. Έχει όμως ένα καλό επιχείρημα. Πώς θα μπω μέσα; Σφίγγω τα χείλια μου να σκεφτώ και ξαφνικά χτυπάω τα δάχτυλά μου. «Το σπιτάκι των πουλιών! Στην πίσω βεράντα υπάρχει ένα σπιτάκι για πουλιά, με το κλειδί μέσα». Τρέχω στην πίσω αυλή και σοκάρομαι όταν βλέπω πως όντως υπάρχει ένα σπιτάκι για τα πουλιά. Βάζω μέσα τα δάχτυλά μου και βεβαίως υπάρχει κλειδί. Το μυαλό είναι τρελό πράγμα. «Σκάι, μην το κάνεις». Μ ε ικετεύει σχεδόν να μην το κάνω. «Θα πάω μόνη μου» του λέω. «Ξέρεις πού είναι το δωμάτιό μου. Περίμενέ με έξω από το παράθυρο και ειδοποίησέ με αν δεις να έρχεται κάποιος». Αναστενάζει βαριά και μου αρπάζει το χέρι με το που το βάζω στην κλειδαριά της πίσω πόρτας. «Σε παρακαλώ, μην αφήσεις να φανεί πως ήσουν εδώ. Και κάνε γρήγορα» μου λέει. Μ ου κάνει μια αγκαλιά και περιμένει να μπω μέσα. Γυρίζω το κλειδί και περιμένω να δω αν ξεκλειδώνει την πόρτα. Το πόμολο γυρίζει. Μ παίνω μέσα και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Το σπίτι είναι σκοτεινό και κάπως μυστηριώδες. Στρίβω δεξιά και περνάω μέσα από την κουζίνα γνωρίζοντας ακριβώς πού βρίσκεται το δωμάτιό μου. Κρατάω την αναπνοή μου και προσπαθώ να μη σκέφτομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης ή τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό που κάνω. Η σκέψη ότι μπορεί να με πιάσουν με τρομοκρατεί, γιατί δεν είμαι ακόμη σίγουρη πως θέλω να με βρουν. Κάνω αυτό που μου είπε ο Χόλντερ και περπατάω πολύ προσεχτικά, μη θέλοντας να αφήσω πίσω στοιχεία πως ήμουν εκεί. Όταν φτάνω στην πόρτα μου, παίρνω μια βαθιά αναπνοή,


298

COLLEEN HOOVER

πιάνω το πόμολο και στη συνέχεια την ανοίγω σιγά σιγά. Μ ε το που ανοίγει η πόρτα και το δωμάτιο πια είναι ορατό, ανάβω το φως για να το δω καλύτερα. Πέρα από κάτι στοιβαγμένα κουτιά στη γωνία, όλα τα άλλα μού είναι οικεία. Συνεχίζει να φαίνεται σαν ένα παιδικό δωμάτιο, που δεν έχει πειραχτεί εδώ και δεκατρία χρόνια. Μ ου φέρνει στο μυαλό το δωμάτιο της Λέσλι και πώς κανείς δεν το έχει πειράξει από τότε που πέθανε. Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να βάλουμε πίσω μας τα υλικά πράγματα που μας θυμίζουν τους ανθρώπους που αγαπάμε. Διατρέχω με το δάχτυλό μου τη συρταριέρα και αφήνω μια γραμμή στη σκόνη. Μ ε το που βλέπω το ίχνος από το δάχτυλό μου, θυμάμαι αμέσως πως δε θέλω να αφήσω αποδεικτικά στοιχεία ότι ήμουν εδώ, οπότε σηκώνω το χέρι μου από το έπιπλο και καθαρίζω το ίχνος με την μπλούζα μου. Η φωτογραφία της βιολογικής μου μητέρας δεν είναι πάνω στη συρταριέρα όπως θυμόμουν ότι ήταν. Κοιτάζω τριγύρω στο δωμάτιο ελπίζοντας να βρω κάτι δικό της που θα μπορέσω να πάρω μαζί μου. Δεν τη θυμάμαι καθόλου, οπότε μια φωτογραφία θα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσα να έχω. Θέλω μόνο κάτι που να με συνδέει μαζί της. Πρέπει να δω πώς είναι φυσιογνωμικά και ελπίζω πως αυτό θα μου φέρει οποιαδήποτε ανάμνηση για να στηριχτώ. Πηγαίνω γύρω από το κρεβάτι και κάθομαι. Το θέμα του δωματίου είναι ο ουρανός και είναι ειρωνικό αν αναλογιστεί κανείς το όνομα που μου έδωσε η Κάρεν. Οι τοίχοι και οι κουρτίνες έχουν σύννεφα και φεγγάρια και το πάπλωμα είναι γεμάτο αστέρια. Υπάρχουν αστέρια παντού. Αυτά τα πλαστικά, που κολλάει κανείς στον τοίχο και το ταβάνι και φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Το δωμάτιο είναι γεμάτο με αυτά, σαν τα αστέρια που είναι στο ταβάνι μου στο σπίτι της Κάρεν. Θυμάμαι να ικετεύω την Κάρεν να μου τα αγοράσει όταν τα είδα στο μαγαζί πριν από κάποια χρόνια. Εκείνη πίστευε πως είναι παιδιάστικα, αλλά εγώ έπρεπε να τα αποκτήσω. Δεν ήξερα καν γιατί τα ήθελα τόσο πολύ, αλλά τώρα είναι ξεκάθαρο. Θα πρέπει να λάτρευα τα αστέρια όταν ήμουν Χόουπ.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

299

Το άγχος που υπάρχει ήδη στο στομάχι μου γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν ξαπλώνω πίσω στο μαξιλάρι και κοιτάζω το ταβάνι. Ένα κύμα φόβου που μου είναι οικείο με διαπερνάει ολόκληρη και γυρίζω να κοιτάξω την πόρτα του δωματίου. Είναι ακριβώς το ίδιο πόμολο που είδα τις προάλλες στον εφιάλτη μου και παρακαλούσα να μη γυρίσει. Παίρνω μιαν ανάσα και κλείνω σφιχτά τα μάτια μου θέλοντας να διώξω μακριά την ανάμνηση αυτή. Την είχα κλειδώσει κάπου βαθιά για δεκατρία χρόνια, αλλά με το να είμαι εδώ, σε αυτό το κρεβάτι… δεν μπορώ πια να την κλειδώσω βαθιά. Η ανάμνηση με τυλίγει σαν δίχτυ αράχνης και δεν μπορώ να ξεφύγω. Ένα καυτό δάκρυ τρέχει στο πρόσωπό μου και εύχομαι να είχα ακούσει τον Χόλντερ. Δεν έπρεπε ποτέ να ξαναγυρίσω εδώ. Αν δεν είχα ποτέ επιστρέψει δε θα είχα ποτέ θυμηθεί.


300

COLLEEN HOOVER

Δεκατρία χρόνια νωρίτερα

Συνήθιζα να κρατάω την αναπνοή μου, ελπίζοντας πως θα νομίζει ότι κοιμάμαι. Δεν πιάνει, γιατί δεν τον νοιάζει αν κοιμάμαι ή όχι. Μια φορά προσπάθησα να κρατήσω την αναπνοή μου ελπίζοντας να νομίζει πως είμαι πεθαμένη. Ούτε αυτό έπιασε, γιατί ποτέ δεν πρόσεξε πως κρατούσα την αναπνοή μου. Το πόμολο γυρίζει και έχω ξεμείνει από κόλπα αυτή τη στιγμή και προσπαθώ να σκαρφιστώ κάτι άλλο γρήγορα αλλά δεν μπορώ. Κλείνει την πόρτα πίσω του και ακούω τα βήματά του να πλησιάζουν. Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα μου και εγώ κρατάω την αναπνοή μου έτσι κι αλλιώς. Όχι γιατί πιστεύω πως θα πιάσει αυτή τη φορά, αλλά γιατί με βοηθάει να μην καταλαβαίνω πόσο πολύ φοβάμαι. «Έι, Πριγκίπισσα» μου λέει και μου βάζει τα μαλλιά πίσω από το αυτί. «Σου αγόρασα ένα δώρο». Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου γιατί θέλω ένα δώρο. Μου αρέσουν τα δώρα και μου αγοράζει πάντα τα καλύτερα δώρα γιατί με αγαπάει. Αλλά μισώ όταν μου φέρνει τα δώρα τη νύχτα, γιατί ποτέ δεν μου τα δίνει αμέσως. Με κάνει πάντα να του πω ευχαριστώ πρώτα. Δεν το θέλω αυτό το δώρο. Δεν το θέλω. «Πριγκίπισσα;» Η φωνή του μπαμπά μου κάνει πάντα την κοιλίτσα μου να πονάει. Μου μιλάει πάντα τόσο γλυκά και αυτό


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

με κάνει να μου λείπει η μαμά μου. Δε θυμάμαι τον ήχο της φωνής της, αλλά ο μπαμπάς μου λέει πως η φωνή της ήταν σαν τη δική μου. Επίσης ο μπαμπάς μου λέει πως η μαμά θα στενοχωριόταν αν σταματούσα να παίρνω τα δώρα του, γιατί δεν είναι πια εδώ για να τα παίρνει αυτή. Αυτό με στενοχωρεί και αισθάνομαι πολύ άσχημα, οπότε γυρίζω ανάσκελα και τον κοιτάζω. «Μπορώ να πάρω το δώρο μου αύριο, μπαμπά;» Δε θέλω να τον στενοχωρήσω, αλλά δε θέλω να πάρω το κουτί σήμερα. Δε θέλω. Ο μπαμπάς χαμογελάει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. «Και βέβαια μπορείς να το πάρεις αύριο. Αλλά δε θέλεις να ευχαριστήσεις τον μπαμπά που σ’ το αγόρασε;» Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει πολύ δυνατά και το μισώ όταν το κάνει αυτό. Δε μου αρέσει πώς κάνει η καρδιά μου και δε μου αρέσει αυτός ο φόβος που αισθάνομαι στο στομάχι μου. Δεν κοιτάζω πλέον τον μπαμπά μου και κοιτάζω τα αστέρια στο ταβάνι, ελπίζοντας να μπορέσω να σκεφτώ πόσο όμορφα είναι. Αν συνεχίσω να σκέφτομαι τα αστέρια και τον ουρανό, ίσως αυτό να βοηθήσει να σταματήσει η καρδιά μου να χτυπάει τόσο γρήγορα και να πονάει η κοιλίτσα μου τόσο πολύ. Προσπαθώ να τα μετρήσω, αλλά σταματάω κάθε φορά στον αριθμό πέντε. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος αριθμός είναι μετά το πέντε, οπότε πρέπει να ξαναρχίσω. Πρέπει να μετράω ξανά και ξανά τα αστέρια, και μόνο πέντε την κάθε φορά, γιατί δε θέλω αυτή τη στιγμή να αισθανθώ τον μπαμπά μου. Δε θέλω να τον αισθανθώ ή να τον μυρίσω ή να τον ακούσω, και έτσι πρέπει να τα μετράω και να τα μετράω και να τα μετράω μέχρι να μην τον αισθάνομαι, να μην τον μυρίζω ή ακούω πια. Μετά, όταν ο μπαμπάς μου τελικά σταματάει να με κάνει να τον ευχαριστώ, κατεβάζει στη θέση του το νυχτικό μου και ψιθυρίζει: «Καληνύχτα, Πριγκίπισσα».

301


302

COLLEEN HOOVER

Γυρίζω και βάζω τα σκεπάσματα μέχρι το κεφάλι μου και κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και προσπαθώ να μην κλάψω πάλι αλλά κλαίω. Κλαίω όπως κλαίω κάθε φορά που ο μπαμπάς μού φέρνει ένα δώρο μέσα στη νύχτα. Μισώ να παίρνω δώρα.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

303

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 7:29 μμ

Στέκομαι όρθια και κοιτάζω το κρεβάτι, κρατώντας την αναπνοή μου από φόβο μη μου ξεφύγουν οι ήχοι που ανεβαίνουν από το λαιμό μου. Δε θα κλάψω. Δε θα κλάψω. Πέφτοντας αργά στα γόνατά μου, βάζω τα χέρια μου στην άκρη του κρεβατιού και τα δάχτυλά μου διατρέχουν τα κίτρινα αστέρια που βρίσκονται διάσπαρτα πάνω στο σκούρο μπλε πάπλωμα. Κοιτάζω έντονα τα αστέρια, μέχρι που αρχίζουν να θολώνουν από τα δάκρυα που πλημμυρίζουν τα μάτια μου. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και βυθίζω το κεφάλι μου στο κρεβάτι σφίγγοντας με τις χούφτες μου την κουβέρτα. Οι ώμοι μου αρχίζουν να ταρακουνιούνται καθώς ξεσπάω βίαια στους λυγμούς που προσπαθούσα τόση ώρα να συγκρατήσω. Μ ε μια γρήγορη κίνηση σηκώνομαι, ουρλιάζω και τραβάω την κουβέρτα από το κρεβάτι πετώντας τη στην άλλη άκρη του δωματίου. Σφίγγω τις γροθιές μου και κοιτάζω με μανία τριγύρω μου για να βρω κάτι να πετάξω. Βουτάω τα μαξιλάρια από το κρεβάτι και τα ρίχνω στον καθρέφτη, πάνω στο είδωλο του κοριτσιού που δεν αναγνωρίζω πλέον. Βλέπω το κορίτσι στον καθρέφτη να με καρφώνει με το βλέμμα του ενώ κλαίει αξιοθρήνητα. Η αδυναμία που διακρίνω στα δάκρυά της με κάνει έξαλλη. Τρέχουμε η μία προς την άλλη ώσπου οι γροθιές μας να συγκρουστούν πάνω στο γυαλί θρυμματίζοντας τον καθρέφτη.


304

COLLEEN HOOVER

Παρακολουθώ καθώς εκείνη γίνεται εκατομμύρια γυαλιστερά κομμάτια που πέφτουν πάνω στο χαλί. Αρπάζω με δύναμη μια συρταριέρα και την αναποδογυρίζω βγάζοντας μία ακόμη κραυγή την οποία συγκρατούσα για πολλή ώρα. Μ ε το που το έπιπλο προσγειώνεται στη ράχη του, ανοίγω τα συρτάρια και πετάω το περιεχόμενό τους σε όλο το δωμάτιο, στριφογυρίζοντας, πετώντας και κλοτσώντας τα πάντα στο πέρασμά μου. Βουτάω τις αραχνοΰφαντες μπλε κουρτίνες και τις τραβάω με τόση δύναμη, που σπάει το κουρτινόξυλο και οι κουρτίνες κουβαριάζονται πάνω μου. Πλησιάζω τα κουτιά που είναι στοιβαγμένα στη γωνία και, χωρίς καν να ξέρω τι έχουν μέσα, παίρνω το πάνω πάνω και το πετάω στον τοίχο με όση δύναμη μπορεί να έχει το σκαρί μου που φτάνει το 1,60. «Σε μισώ!» φωνάζω. «Σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ!» Πετάω ό,τι βρω μπροστά μου πάνω σε οτιδήποτε άλλο βρίσκω μπροστά μου. Κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου για να ουρλιάξω γεύομαι την αλμύρα από τα δάκρυα που τρέχουν ποτάμι στα μάγουλά μου. Ξαφνικά τα χέρια του Χόλντερ με αγκαλιάζουν από πίσω τόσο σφικτά ώστε με ακινητοποιούν. Τινάζομαι, στριφογυρίζω και ουρλιάζω λίγο ακόμα μέχρι που οι κινήσεις μου δε γίνονται πια συνειδητά αλλά είναι απλά αντανακλαστικές αντιδράσεις. «Σταμάτα» λέει ήρεμα στο αυτί μου χωρίς να έχει καμία διάθεση να με αφήσει. Τον ακούω αλλά προσποιούμαι πως όχι. Ή ίσως απλά δε με νοιάζει. Συνεχίζω να παλεύω για να ξεφύγω από τη λαβή του, αλλά αυτός με σφίγγει ακόμα περισσότερο. «Μ η με αγγίζεις!» φωνάζω με όλη μου τη δύναμη χώνοντας τα νύχια μου στα μπράτσα του. Και πάλι δεν ταράζεται. Μη με ακουμπάς. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Η φωνούλα ηχεί μέσα στο μυαλό μου και αυτόματα αφήνομαι εντελώς στα χέρια του. Νιώθω να χάνω τις δυνάμεις μου καθώς τα δάκρυά μου δυναμώνουν και με πνίγουν. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά μία θάλασσα από δάκρυα που δε λένε να σταματήσουν. Είμαι αδύναμη και αφήνω εκείνο, να νικήσει. Ο Χόλντερ χαλαρώνει τη λαβή του και βάζει τα χέρια του


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

305

πάνω στους ώμους μου, μετά με γυρίζει προς το μέρος του για να τον βλέπω. Δεν μπορώ ούτε να τον κοιτάξω. Εξαντλημένη και συντετριμμένη αφήνομαι πάνω στο στέρνο του, σφίγγω στις χούφτες μου το πουκάμισό του καθώς κλαίω με αναφιλητά, ενώ το μάγουλό μου ακουμπάει στην καρδιά του. Βάζει το χέρι του πίσω στο κεφάλι μου και χαμηλώνει το στόμα του στο αυτί μου. «Σκάι». Η φωνή του είναι σταθερή και ατάραχη. «Πρέπει να φύγεις. Τώρα». Δεν μπορώ να κουνηθώ. Το σώμα μου τρέμει τόσο πολύ, που φοβάμαι ότι τα πόδια μου δε θα κουνηθούν ακόμα και αν το προσπαθήσω. Σαν να το ξέρει, με παίρνει στην αγκαλιά του και με βγάζει έξω από το δωμάτιο. Διασχίζει το δρόμο κουβαλώντας με και με βάζει στη θέση του συνοδηγού. Πιάνει το χέρι μου και το κοιτάζει, έπειτα βουτάει το τζάκετ του από το πίσω κάθισμα. «Να, πάρε αυτό για να σκουπίσεις το αίμα. Εγώ πάω πίσω να συμμαζέψω ό,τι μπορέσω». Κλείνει την πόρτα και φεύγει σφαίρα προς το σπίτι. Κοιτάζω το χέρι μου και βλέπω έκπληκτη πως έχω κοπεί. Ούτε που το αισθάνομαι. Τυλίγω το χέρι μου με το μανίκι του τζάκετ του, ανεβάζω τα πόδια μου στο κάθισμα και αγκαλιάζω τα γόνατά μου ενώ κλαίω. Δεν τον κοιτάζω όταν επιστρέφει στο αυτοκίνητο. Κουνιέται όλο μου το σώμα από τα αναφιλητά μου που δεν έχουν σταματήσει. Βάζει μπρος το αυτοκίνητο και φεύγουμε, ενώ βάζει το χέρι του πίσω από το κεφάλι μου και μου χαϊδεύει σιωπηλά τα μαλλιά σε όλη τη διαδρομή μέχρι το ξενοδοχείο. Μ ε βοηθάει να βγω από το αυτοκίνητο και με πηγαίνει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου χωρίς να με ρωτήσει ούτε μία φορά αν είμαι καλά. Ξέρει πως δεν είμαι. Δεν έχει νόημα να με ρωτήσει καν. Μ ε το που κλείνουμε την πόρτα του δωματίου, με πηγαίνει στο κρεβάτι και κάθομαι. Μ ε σπρώχνει από τους ώμους μέχρι να πέσω ανάσκελα και μου βγάζει τα παπούτσια. Πηγαίνει στο μπάνιο και βγαίνει με ένα βρεμένο πανί, στη συνέχεια πιάνει το χέρι μου και το καθαρίζει. Ψάχνει να δει αν έχει υπολείμματα γυαλιών και μετά το σηκώνει τρυφερά προς το στόμα του και το φιλάει. «Είναι μόνο μερικές γρατζουνιές. Δεν είναι βαθύ κόψιμο»


306

COLLEEN HOOVER

μου λέει. Μ ε βάζει να ακουμπήσω στο μαξιλάρι, βγάζει τα παπούτσια του και ξαπλώνει δίπλα μου στο κρεβάτι. Μ ας σκεπάζει με την κουβέρτα, με τραβάει προς το μέρος του κι ακουμπά το κεφάλι μου στο στήθος του. Μ ε κρατάει αγκαλιά χωρίς να με ρωτήσει ούτε μία φορά γιατί κλαίω. Ακριβώς όπως όταν ήμασταν παιδιά. Προσπαθώ να διώξω από το κεφάλι μου τις εικόνες από αυτά που θυμάμαι πως γινόντουσαν τις νύχτες στο δωμάτιό μου αλλά δε φεύγουν. Πώς μπορεί ο οποιοσδήποτε πατέρας να κάνει αυτά τα πράγματα στο κοριτσάκι του… μου είναι αδιανόητο. Λέω στον εαυτό μου πως δε συνέβησαν ποτέ, πως όλα αυτά τα φαντάστηκα· αλλά όλο μου το είναι ξέρει πως συνέβησαν. Όλο μου το είναι που θυμάται γιατί ήμουν τόσο χαρούμενη που μπήκα στο αυτοκίνητο με την Κάρεν. Όλο μου το είναι που θυμάται όλες τις βραδιές που φασωνόμουν με αγόρια χωρίς να αισθάνομαι το παραμικρό, κοιτάζοντας τα αστέρια στο ταβάνι. Όλο μου το είναι που έπαθε κρίση πανικού το βράδυ που ο Χόλντερ κι εγώ παραλίγο να κάνουμε σεξ. Όλο μου το είναι θυμάται – και θα έκανα τα πάντα προκειμένου να ξεχάσω. Δε θέλω να θυμάμαι πώς ακουγόταν και τι αισθανόμουν εκείνες τις νύχτες με τον πατέρα μου, αλλά κάθε δευτερόλεπτο που περνάει η ανάμνηση γίνεται όλο και πιο ζωντανή, και έτσι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να σταματήσω να κλαίω. Ο Χόλντερ με φιλάει στο πλάι του κεφαλιού μου λέγοντάς μου πως όλα θα πάνε καλά και να μην ανησυχώ. Αλλά δεν έχει ιδέα. Δεν έχει ιδέα πόσο πολύ θυμάμαι και τι κάνει αυτό στην καρδιά μου, στην ψυχή μου, στο μυαλό μου και στην πίστη μου στην ανθρωπότητα συνολικά. Το να ξέρω πως αυτά τα πράγματα μου τα έκανε ο μοναδικός ενήλικας που είχα στη ζωή μου – δεν είναι άξιο απορίας πως είχα απωθήσει τα πάντα στο υποσυνείδητό μου. Έχω ελάχιστες αναμνήσεις από την ημέρα που με πήρε η Κάρεν και τώρα ξέρω το γιατί. Δεν αισθάνθηκα πως ήμουν στη μέση ενός καταστροφικού γεγονότος τη στιγμή που με έκλεψε από τη ζωή που είχα. Για ένα κοριτσάκι τρομοκρατημένο από τη ζωή του, είμαι σίγουρη ότι ένιωσα πως η Κάρεν με έσωζε.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

307

Σηκώνω το βλέμμα μου προς τον Χόλντερ και με κοιτάζει και αυτός. Πονάει για λογαριασμό μου, το βλέπω στα μάτια του. Σκουπίζει τα δάκρυά μου με τα δάχτυλά του και με φιλάει γλυκά στα χείλη. «Συγγνώμη. Δεν έπρεπε να σε αφήσω να μπεις μέσα στο σπίτι». Πάλι κατηγορεί τον εαυτό του. Αισθάνεται πάντα πως έχει κάνει κάτι φρικτό, όταν για μένα το λιγότερο που θα μπορούσα να πω είναι πως είναι ο ήρωάς μου. Είναι στο πλάι μου σε όλο αυτό, στηρίζοντάς με σταθερά μέχρι να ηρεμήσω όταν παθαίνω κρίσεις πανικού και τρώω φρίκες. Δεν έχει κάνει κάτι άλλο από το να είναι πάντα εδώ για μένα, κι όμως συνεχίζει να αισθάνεται λες και για όλη την κατάσταση φταίει αυτός. «Χόλντερ, δεν έκανες κάποιο λάθος. Σταμάτα να ζητάς συγγνώμη» του λέω μέσα από τα δάκρυά μου. Κουνάει το κεφάλι του και βάζει ένα τσουλούφι πίσω από το αυτί μου. «Δεν έπρεπε να σε πάω εκεί. Ήταν πάρα πολύ για να το διαχειριστείς ενώ μόλις είχες μάθει τα πάντα». Στηρίζομαι στον αγκώνα μου και τον κοιτάζω. «Δεν ήταν πάρα πολύ το ότι βρέθηκα εκεί. Αυτό που ήταν πάρα πολύ ήταν αυτά που θυμήθηκα. Δεν έχεις καμία σχέση με αυτά που μου έκανε ο πατέρας μου. Σταμάτα να κατηγορείς τον εαυτό σου για όλα τα κακά που συμβαίνουν στους ανθρώπους γύρω σου». Σηκώνει το χέρι του και μου χαϊδεύει τα μαλλιά ενώ με κοιτάζει με ανήσυχο βλέμμα. «Για ποιο πράγμα μιλάς; Τι πράγματα σου έκανε;» Διστάζει τόσο πολύ να εκστομίσει αυτές τις κουβέντες γιατί πολύ πιθανόν να γνωρίζει. Νομίζω πως και οι δυο ξέραμε τι μου είχε συμβεί όταν ήμουν παιδί και απλά ήμασταν σε πλήρη άρνηση. Κατεβάζω τον αγκώνα μου και ακουμπάω το κεφάλι μου στο στήθος του χωρίς να του απαντήσω. Μ ου έρχονται πάλι έντονα τα κλάματα και αυτός με αγκαλιάζει από την πλάτη με το ένα χέρι ενώ με το άλλο πιάνει το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Πιέζει το μάγουλό του στην κορφή του κεφαλιού μου. «Όχι, Σκάι» μου ψιθυρίζει. «Όχι» μου λέει πάλι μη θέλοντας να πιστέψει αυτό που δε λέω καν. Σφίγγω με τις χούφτες μου την μπλούζα του και κλαίω, ενώ με κρατάει με τόση πίστη σε μένα,


308

COLLEEN HOOVER

που με κάνει να τον αγαπάω γιατί μισεί τον πατέρα μου τόσο όσο κι εγώ. Μ ε φιλάει στην κορφή του κεφαλιού μου και συνεχίζει να με κρατάει. Δε μου λέει πως λυπάται ούτε με ρωτάει πώς θα το διορθώσουμε όλο αυτό, γιατί και οι δύο ξέρουμε πως τα έχουμε χαμένα. Κανένας μας δεν ξέρει τι πρέπει να κάνουμε στη συνέχεια. Το μόνο που ξέρω σε αυτή τη φάση είναι πως δεν έχω πού να πάω. Δεν μπορώ να γυρίσω στον πατέρα που έχει τη νόμιμη κηδεμονία μου. Δεν μπορώ να πάω πίσω στη γυναίκα που με άρπαξε. Και, ρίχνοντας φως στο παρελθόν μου, έχω μάθει πως είμαι ακόμα ανήλικη και έτσι δεν μπορώ να βασιστώ στον εαυτό μου. Ο Χόλντερ είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μου που δε με έχει αφήσει εντελώς απελπισμένη. Και παρ’ όλο που αισθάνομαι προστατευμένη μέσα στην αγκαλιά του, οι εικόνες και οι μνήμες δε βγαίνουν από το κεφάλι μου και ό,τι και να κάνω, όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Μ ε κρατάει αγκαλιά σιωπηλά και δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πως πρέπει να πάψω να κλαίω. Θέλω ο Χόλντερ να πάρει μακριά μου για λίγο όλα αυτά τα συναισθήματα και τις συγκινήσεις, γιατί δεν το αντέχω άλλο. Δε θέλω να θυμάμαι τι συνέβαινε όλα αυτά τα βράδια που ο πατέρας μου ερχόταν στο δωμάτιό μου. Τον μισώ. Μ ισώ με όλο μου το είναι αυτό τον άνδρα που μου έκλεψε αυτή την πρώτη φορά. Σηκώνω το πρόσωπό μου και το ακουμπάω δίπλα στου Χόλντερ. Βάζει το χέρι του δίπλα στο κεφάλι μου και τα μάτια του ψάχνουν τα δικά μου θέλοντας να μάθει αν είμαι καλά. Δεν είμαι. Ανεβαίνω πάνω του και τον φιλάω θέλοντας να μου πάρει μακριά αυτό το συναίσθημα. Θα προτιμούσα να μην αισθάνομαι τίποτα, παρά το μίσος και τη θλίψη που με κατατρώγουν αυτή τη στιγμή. Αρπάζω την μπλούζα του Χόλντερ και προσπαθώ να του τη βγάλω, αλλά με σπρώχνει από πάνω του και με ρίχνει ανάσκελα στο κρεβάτι. Ανασηκώνεται και με κοιτάζει. «Τι κάνεις;» με ρωτάει. Περνάω το χέρι μου στον αυχένα του και φέρνω το πρόσωπό


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

309

του κοντά στο δικό μου πιέζοντας τα χείλια μου στα δικά του. Αν τον φιλήσω αρκετά θα υποχωρήσει και θα με φιλήσει και αυτός. Και τότε όλα θα περάσουν. Βάζει το χέρι του στο μάγουλό μου και με φιλάει στιγμιαία. Παίρνω το χέρι μου από το κεφάλι του και αρχίζω να βγάζω την μπλούζα μου, αλλά μου τραβάει τα χέρια και τη φτιάχνει ξανά. «Σταμάτα. Γιατί το κάνεις αυτό;» Στα μάτια του βλέπω πως είναι εντελώς μπερδεμένος και ανήσυχος. Δεν μπορώ να του απαντήσω γιατί το κάνω αυτό, γιατί δεν είμαι καν σίγουρη. Ξέρω πως θέλω να φύγει μακριά αυτό που αισθάνομαι, αλλά είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι πολύ περισσότερο από αυτό γιατί, αν δεν καταφέρει να πάρει μακριά τώρα αυτό που μου έκανε αυτός ο άνδρας, νιώθω πως δε θα μπορέσω ποτέ ξανά να γελάσω, να χαμογελάσω ή να αναπνεύσω. Πρέπει ο Χόλντερ να το διώξει μακριά. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή και τον κοιτάζω κατάματα. «Κάνε σεξ μαζί μου». Η έκφρασή του είναι ανυποχώρητη και τώρα με κοιτάζει σκληρά. Σηκώνεται από το κρεβάτι και πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο. Περνάει νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του, ξανάρχεται στο κρεβάτι και στέκεται στην άκρη του. «Σκάι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν ξέρω καν γιατί μου ζητάς κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή». Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι και ξαφνικά φοβάμαι πως δε θα μπορέσει να αντεπεξέλθει σε όλο αυτό. Πηγαίνω στην άκρη του κρεβατιού εκεί που στέκεται, κάθομαι στα γόνατά μου και τον αρπάζω από την μπλούζα. «Σε παρακαλώ» τον ικετεύω. «Σε παρακαλώ, Χόλντερ, το έχω ανάγκη». Τραβάει τα χέρια μου από την μπλούζα του και κάνει δύο βήματα πίσω. Κουνάει το κεφάλι του, ακόμα εντελώς μπερδεμένος. «Εγώ δε θα το κάνω αυτό, Σκάι. Εμείς δε θα το κάνουμε αυτό. Είσαι σε κατάσταση σοκ ή κάτι τέτοιο… δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν τι να πω αυτή τη στιγμή». Βουλιάζω πίσω στο κρεβάτι ηττημένη. Τα δάκρυα αρχίζουν πάλι να τρέχουν ποτάμι και τον κοιτάζω απεγνωσμένα.


310

COLLEEN HOOVER

«Σε παρακαλώ». Κοιτάζω τα χέρια μου και τα διπλώνω στα πόδια μου ανίκανη να τον κοιτάξω στα μάτια όσο μιλάω. «Χόλντερ… αυτός είναι ο μόνος άνθρωπος που μου το έχει κάνει ποτέ». Σηκώνω αργά τα μάτια μου να συναντήσω τα δικά του. «Πρέπει εσύ να του το πάρεις αυτό. Σε παρακαλώ». Αν οι λέξεις μπορούσαν να ραγίσουν τις ψυχές, οι δικές μου μόλις ράγισαν στα δύο τη δική του. Μ ένει άναυδος και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα. Ξέρω τι του ζητάω να κάνει, και μισώ το γεγονός ότι του ζητάω να το κάνει αυτό, αλλά το χρειάζομαι. Πρέπει να κάνω οτιδήποτε για να ελαχιστοποιήσω τον πόνο και το μίσος μέσα μου. «Σε παρακαλώ, Χόλντερ». Δε θέλει να είναι έτσι η πρώτη μας φορά. Μ ακάρι να μην ήταν έτσι, αλλά μερικές φορές κάποιοι άλλοι παράγοντες πέραν της αγάπης παίρνουν αυτές τις αποφάσεις για εμάς. Παράγοντες όπως το μίσος. Μ ερικές φορές, προκειμένου να ξεφορτωθούμε το μίσος, γινόμαστε απεγνωσμένοι. Ξέρει από μίσος και ξέρει από πόνο και τώρα ξέρει πόσο πολύ το έχω ανάγκη αυτό, είτε συμφωνεί είτε όχι. Έρχεται ξανά προς το κρεβάτι και γονατίζει στο πάτωμα μπροστά μου ώστε τα μάτια μας να είναι στο ίδιο επίπεδο. Μ ε αρπάζει από τη μέση και με τραβάει στην άκρη του κρεβατιού, έπειτα τραβάει τα πόδια μου και τα τυλίγει γύρω του. Μ ου βγάζει την μπλούζα χωρίς να παίρνει λεπτό τα μάτια του από τα δικά μου. Μ όλις μου βγάλει την μπλούζα, βγάζει τη δική του. Τυλίγει τα χέρια του γύρω μου, σηκώνεται όρθιος έχοντάς με στην αγκαλιά του και με πηγαίνει στο πλάι του κρεβατιού. Μ ε ξαπλώνει τρυφερά, πέφτει πάνω μου και στη συνέχεια βάζει τα χέρια του στο στρώμα από την κάθε πλευρά του κεφαλιού μου κοιτώντας με, αβέβαιος. Μ ε το δάχτυλό του σκουπίζει ένα δάκρυ μου που τρέχει. «Εντάξει» μου λέει τελικά με σιγουριά, παρά την αντίθεση που βλέπω στα μάτια του. Σηκώνεται στα γόνατά του και πιάνει το πορτοφόλι του από το κομοδίνο. Παίρνει από μέσα ένα προφυλακτικό και στη συνέχεια βγάζει το παντελόνι του χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια του από τα δικά μου. Μ ε παρατηρεί σαν να περιμένει κάποιο σημάδι πως άλλαξα γνώμη. Ή ίσως να με παρατηρεί έτσι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

311

γιατί φοβάται μήπως πάθω ξανά κάποια κρίση πανικού. Δεν είμαι καν σίγουρη πως δε θα πάθω, αλλά πρέπει να το κάνω. Δεν μπορώ να αφήσω τον πατέρα μου να του ανήκει αυτό το κομμάτι μου ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω. Τα δάχτυλα του Χόλντερ πιάνουν το κουμπί του τζιν μου, το ξεκουμπώνει και μου το βγάζει. Στέλνω το βλέμμα μου στο ταβάνι νιώθοντας τον εαυτό μου να απομακρύνεται όλο και περισσότερο όσο ο Χόλντερ πλησιάζει πιο κοντά. Αναρωτιέμαι αν έχω καταστραφεί για πάντα. Αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω ποτέ να βρω ευχαρίστηση μαζί του με αυτό τον τρόπο. Δε με ρωτάει αν είμαι σίγουρη πως το θέλω. Το ξέρει πως είμαι σίγουρη, οπότε αυτή η ερώτηση δε γίνεται ποτέ. Χαμηλώνει τα χείλια του στα δικά μου και με φιλάει καθώς μου βγάζει το σουτιέν και το εσώρουχο. Χαίρομαι που με φιλάει, γιατί αυτό μου δίνει μια δικαιολογία να έχω κλειστά τα μάτια μου. Δε μου αρέσει ο τρόπος που με κοιτάζει… σαν να εύχεται να ήταν οπουδήποτε αλλού αυτή τη στιγμή εκτός από εδώ μαζί μου. Συνεχίζω να έχω τα μάτια μου κλειστά, όταν τα χείλη του αποχωρίζονται τα δικά μου προκειμένου να βάλει το προφυλακτικό. Όταν ξαναβρίσκεται πάνω μου τον τραβάω προς το μέρος μου θέλοντας να το κάνει αυτό πριν αλλάξει γνώμη. «Σκάι». Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την αμφιβολία στην έκφρασή του, οπότε κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι, ούτε να το σκέφτεσαι. Απλά κάν’ το, Χόλντερ». Κλείνει τα μάτια του και χώνει το κεφάλι του στο λαιμό μου μην μπορώντας να με κοιτάζει. «Απλά δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ όλο αυτό. Δεν ξέρω αν είναι λάθος ή αν είναι πράγματι αυτό που χρειάζεσαι. Φοβάμαι πως, αν το κάνω αυτό, θα κάνω τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα για σένα». Τα λόγια του μου τρυπάνε την καρδιά γιατί ξέρω ακριβώς τι εννοεί. Δεν ξέρω αν αυτό είναι που χρειάζομαι. Δεν ξέρω αν θα καταστρέψει τα πάντα ανάμεσά μας. Αλλά αυτή τη στιγμή θέλω τόσο απεγνωσμένα να πάρω αυτό το ένα πράγμα από τον πατέρα μου – που θα ρίσκαρα τα πάντα. Τα χέρια μου που είναι


312

COLLEEN HOOVER

τυλιγμένα σφιχτά γύρω του αρχίζουν να τρέμουν και κλαίω. Συνεχίζει να έχει το κεφάλι του χωμένο στο λαιμό μου και κρατάει το πρόσωπό μου ανάμεσα στα χέρια του, αλλά με το που ακούει τα δάκρυά μου τον αισθάνομαι πόσο πολύ προσπαθεί να συγκρατήσει τα δικά του. Ξέρω πως καταλαβαίνει από το γεγονός πως όλο αυτό τού φέρνει τόση στενοχώρια όση και σε μένα. Χώνω το κεφάλι μου στο λαιμό του και ανασηκώνομαι πάνω του παρακαλώντας τον σιωπηλά να κάνει απλά αυτό που του ζητάω. Το κάνει. Παίρνει τη στάση που πρέπει, με φιλάει στο πλάι του κεφαλιού και μπαίνει μέσα μου αργά. Δεν κάνω τον παραμικρό θόρυβο παρά τον πόνο. Δεν αναπνέω καν παρά την ανάγκη μου για αέρα. Δε σκέφτομαι καν το τι συμβαίνει ανάμεσά μας αυτή τη στιγμή, γιατί δε σκέφτομαι καθόλου. Φαντάζομαι τα αστέρια στο ταβάνι μου και αναρωτιέμαι, αν τα βγάλω τα γαμημένα από το ταβάνι, αν θα χρειαστεί να τα μετρήσω ποτέ ξανά. Έχω καταφέρει να αποστασιοποιηθώ από αυτό που κάνει, μέχρι που απότομα ακινητοποιείται πάνω μου, με το κεφάλι του ακόμα χωμένο στο λαιμό μου. Αναπνέει βαριά και μετά από μερικές στιγμές αναστενάζει και αποτραβιέται από μένα εντελώς. Μ ε κοιτάζει, κλείνει τα μάτια του και στη συνέχεια φεύγει μακριά μου και κάθεται στην άκρη του κρεβατιού με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. «Δεν μπορώ να το κάνω» μου λέει. «Είναι λάθος, Σκάι. Είναι λάθος γιατί είναι τόσο όμορφο να σε νιώθω, αλλά μετανιώνω κάθε γαμημένο δευτερόλεπτο». Σηκώνεται, φοράει το παντελόνι του και στη συνέχεια βουτάει την μπλούζα του και τα κλειδιά από τη συρταριέρα. Δε με κοιτάζει καθόλου καθώς βγαίνει από το δωμάτιο χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και μπαίνω στο ντους, γιατί αισθάνομαι βρόμικη. Αισθάνομαι ένοχη που τον έβαλα να κάνει αυτό που μόλις έκανε και ελπίζω πως το νερό θα διώξει μακριά αυτή την ενοχή. Τρίβω με το σαπούνι κάθε πιθαμή του σώματός μου μέχρι να με τσούξει το δέρμα μου, αλλά δε βοηθάει. Κατάφερα μια χαρά να του καταστρέψω άλλη μία προσωπική


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

313

στιγμή. Μ πορούσα να δω την ντροπή στο πρόσωπό του όταν έφευγε. Όταν βγήκε από την πόρτα μη θέλοντας ούτε να με κοιτάξει. Κλείνω το νερό και βγαίνω από το ντους. Αφού στεγνώσω, πιάνω το μπουρνούζι από την πόρτα του μπάνιου και το φοράω. Χτενίζω τα μαλλιά μου και βάζω όλα μου τα καλλυντικά στο τσαντάκι μου. Δε θέλω να φύγω χωρίς να το πω στον Χόλντερ, αλλά δεν μπορώ να μείνω εδώ. Δε θέλω επίσης να νιώθει πως οφείλει να με αντικρίσει ξανά μετά από αυτό που συνέβη. Μ πορώ να καλέσω ένα ταξί να με πάει στη στάση του λεωφορείου και να έχω φύγει προτού γυρίσει. Αν έχει σκοπό να γυρίσει πίσω. Ανοίγω την πόρτα του μπάνιου και βγαίνω στο δωμάτιο μην περιμένοντας να τον βρω να κάθεται στο κρεβάτι με τα χέρια του ανάμεσα στα γόνατά του. Μ ε το που βλέπει την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει, με κοιτάζει στα μάτια. Μ ένω ακίνητη και τον κοιτάζω έντονα. Τα μάτια του είναι κόκκινα και έχει φτιάξει έναν αυτοσχέδιο επίδεσμο με την μπλούζα του, τον οποίο έχει τυλίξει γύρω από το χέρι του που είναι γεμάτο αίματα. Σπεύδω προς το μέρος του, πιάνω το χέρι του και βγάζω την μπλούζα για να το ελέγξω. «Τι έκανες, Χόλντερ;» Γυρίζω το χέρι του προς όλες τις μεριές και βλέπω ένα βαθύ κόψιμο στις αρθρώσεις των δαχτύλων του. Τραβάει το χέρι του από μένα και το δένει ξανά με την μπλούζα του. «Καλά είμαι» μου λέει. Σηκώνεται, κάνει ένα βήμα πίσω και περιμένω να ανοίξει την πόρτα και να βγει ξανά. Αντί για αυτό όμως στέκεται μπροστά μου και με κοιτάζει. «Λυπάμαι τόσο πολύ» του ψιθυρίζω κοιτάζοντάς τον. «Δεν έπρεπε να σου ζητήσω να το κάνεις αυτό. Απλά έπρεπε –» Αρπάζει το πρόσωπό μου και πιέζει τα χείλη του στα δικά μου κόβοντας στη μέση τη συγγνώμη μου. «Βούλωσ’ το» μου λέει κοιτώντας με στα μάτια. «Δεν έχεις να απολογηθείς για τίποτα. Δεν έφυγα πριν γιατί ήμουν έξαλλος μαζί σου. Έφυγα γιατί ήμουν έξαλλος με εμένα». Απομακρύνομαι από αυτόν και γυρίζω προς το κρεβάτι, γιατί


314

COLLEEN HOOVER

δε θέλω να τον βλέπω να ρίχνει κι άλλο φταίξιμο στον εαυτό του. «Εντάξει». Πηγαίνω στο κρεβάτι και σηκώνω τα σκεπάσματα. «Δεν μπορώ να περιμένω από σένα να με θέλεις έτσι αυτή τη στιγμή. Ήταν λάθος, εγωιστικό από μέρους μου και παρατραβηγμένο να σου ζητήσω να το κάνεις αυτό και λυπάμαι πολύ». Ξαπλώνω στο κρεβάτι και γυρίζω από την άλλη μεριά για να μην μπορεί να δει τα δάκρυά μου. «Ας πέσουμε για ύπνο, εντάξει;» Η φωνή μου είναι πολύ πιο ήρεμη από ό,τι θα περίμενα. Πραγματικά δε θέλω να αισθάνεται άσχημα. Δεν έχει κάνει τίποτε άλλο από το να είναι εδώ δίπλα μου σε όλο αυτό και εγώ σε αντάλλαγμα δεν έχω κάνει τίποτα για αυτόν. Το καλύτερο πράγμα που μπορώ να κάνω για αυτόν εδώ που φτάσαμε είναι να το διαλύσω, ώστε να μην αισθάνεται υποχρεωμένος να είναι στο πλάι μου σε όλη αυτή την περιπέτεια. Δε μου οφείλει τίποτα. «Νομίζεις πως δυσκολεύομαι με αυτό γιατί δε σε θέλω;» Έρχεται από τη μεριά του κρεβατιού που έχω γυρισμένο το κεφάλι μου και γονατίζει. «Σκάι, δυσκολεύομαι γιατί όλα αυτά που σου έχουν συμβεί μου ραγίζουν την καρδιά και δεν έχω ιδέα πώς να σε βοηθήσω. Θέλω να είμαι εδώ για σένα και να σε βοηθήσω να το περάσεις όλο αυτό, αλλά αισθάνομαι πως η κάθε λέξη που εκστομίζω είναι η λάθος λέξη. Κάθε φορά που σε αγγίζω ή σε φιλάω φοβάμαι πως δε θέλεις. Τώρα μου ζητάς να κάνουμε σεξ γιατί θέλεις να το πάρεις από αυτόν και το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω απόλυτα τι έχεις περάσει, αλλά αυτό δεν κάνει πιο εύκολο το να σου κάνω έρωτα όταν δεν μπορείς καν να με κοιτάξεις στα μάτια. Μ ε πονάει τόσο πολύ, γιατί δε σου αξίζει να είναι έτσι. Δε σου αξίζει αυτή η ζωή και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω ώστε να σ’ την κάνω καλύτερη, γαμώτο. Θέλω να την κάνω καλύτερη, αλλά δεν μπορώ και νιώθω τόσο ανίκανος». Έχει κάτσει στο κρεβάτι και με έχει τραβήξει κοντά του, αλλά ήμουν τόσο απορροφημένη από τα λόγια του που δεν το πήρα χαμπάρι. Μ ε αγκαλιάζει και με καθίζει στα πόδια του και στη συνέχεια τυλίγει τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Πιάνει με τα χέρια του το πρόσωπό μου και με κοιτάζει κατάματα.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

315

«Και, παρ’ όλο που σταμάτησα, δεν έπρεπε να είχα αρχίσει καν πριν σου πω πρώτα πόσο πολύ σε αγαπώ. Σε αγαπώ τόσο πολύ. Δε μου αξίζει να σε αγγίζω μέχρι να βάλεις καλά στο μυαλό σου πως σε αγγίζω γιατί σε αγαπάω και για κανέναν άλλο λόγο». Πιέζει τα χείλη του στα δικά μου και δε μου δίνει την ευκαιρία να του πω πως κι εγώ τον αγαπώ. Τον αγαπώ τόσο πολύ που πονάει το σώμα μου. Αυτή τη στιγμή δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά το πόσο πολύ αγαπώ αυτό το αγόρι και πόσο με αγαπάει κι αυτός και πως παρ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μου δε θα ήθελα να είμαι πουθενά αλλού αυτή τη στιγμή παρά μαζί του. Προσπαθώ να του πω όλα αυτά που αισθάνομαι μέσα από το φιλί μου αλλά δεν είναι αρκετό. Φιλάω το σαγόνι του, τη μύτη του, το μέτωπό του και στη συνέχεια το δάκρυ που τρέχει στο μάγουλό του. «Κι εγώ σε αγαπώ. Δεν ξέρω τι θα έκανα αυτή τη στιγμή αν δεν είχα εσένα, Χόλντερ. Σε αγαπώ τόσο πολύ και λυπάμαι τόσο πολύ. Ήθελα να είσαι ο πρώτος μου και λυπάμαι που εκείνος το πήρε αυτό από σένα». Ο Χόλντερ κουνάει το κεφάλι του κατηγορηματικά και με κάνει να σωπάσω με ένα γρήγορο φιλί. «Μ ην το ξαναπείς ποτέ αυτό. Μ ην το σκεφτείς ποτέ ξανά αυτό. Ο πατέρας σου πήρε αυτή την πρώτη φορά από σένα με έναν αδιανόητο τρόπο, αλλά σου εγγυώμαι πως αυτό είναι το μόνο που πήρε. Γιατί είσαι τόσο δυνατή, Σκάι. Είσαι απίστευτη και αστεία και έξυπνη και όμορφη και γεμάτη δύναμη και κουράγιο. Αυτό που σου έκανε δεν αφαιρεί καμία από τις καλύτερες πλευρές σου. Κατάφερες να επιβιώσεις από αυτόν μία φορά και θα το καταφέρεις ξανά. Το ξέρω πως θα το καταφέρεις». Ακουμπάει την παλάμη του στην καρδιά μου και στη συνέχεια το χέρι μου πάνω στη δική του καρδιά. Μ ε κοιτάζει στα μάτια για να βεβαιωθεί πως έχει την απόλυτη προσοχή μου. «Γάμησέ τες όλες τις πρώτες φορές, Σκάι. Το μόνο που με νοιάζει με σένα είναι το για πάντα». Τον φιλάω. Θεέ μου, πώς τον φιλάω. Τον φιλάω με όλη τη δύναμη των συναισθημάτων που με διακατέχουν αυτή τη στιγμή.


316

COLLEEN HOOVER

Πιάνει το κεφάλι μου με τα χέρια του και με ξαπλώνει πίσω στο κρεβάτι ενώ ανεβαίνει πάνω μου. «Σε αγαπώ» μου λέει. «Σε αγαπούσα εδώ και τόσο καιρό, αλλά δεν μπορούσα να σου το πω. Δεν το έβρισκα σωστό να σε αφήσω να με αγαπήσεις ενώ σου έκρυβα τόσα πολλά». Δάκρυα τρέχουν πάλι στα μάγουλά μου και, παρ’ όλο που είναι ακριβώς τα ίδια δάκρυα από τα ίδια ακριβώς μάτια, μου είναι εντελώς καινούργια. Δεν είναι δάκρυα πόνου ή μίσους… είναι δάκρυα που έχουν προκληθεί από το απίστευτο συναίσθημα που με πλημμυρίζει τώρα ακούγοντάς τον να μου λέει πόσο πολύ με αγαπάει. «Πιστεύω πως δε θα μπορούσες να διαλέξεις καλύτερη στιγμή να μου πεις πως με αγαπάς από απόψε. Χαίρομαι που περίμενες». Χαμογελάει κοιτώντας με μαγεμένος. Σκύβει και με φιλάει περνώντας στο στόμα μου τη γεύση του. Μ ε φιλάει γλυκά και τρυφερά καθώς λύνει το μπουρνούζι μου. Βγάζω ένα βογκητό καθώς το χέρι του γλιστράει από μέσα και μου χαϊδεύει το στομάχι με τα δάχτυλά του. Η αίσθηση του αγγίγματός του αυτή τη στιγμή είναι εντελώς διαφορετική από την αίσθηση που είχα πριν από δεκαπέντε λεπτά. Είναι μια αίσθηση που θέλω να νιώσω. «Θεέ μου, σε αγαπώ» μου λέει μετακινώντας το χέρι του από το στομάχι μου προς τη μέση μου. Κατεβάζει αργά τα δάχτυλά του στο μηρό μου και βογκάω μέσα στο στόμα του, με αποτέλεσμα να γίνει ακόμα πιο δυνατό το φιλί του. Βάζει την παλάμη του στην εσωτερική πλευρά του μηρού μου και με πιέζει για να έρθει στη σωστή θέση πάνω μου, αλλά εγώ τινάζομαι και τσιτώνω. Νιώθει το δισταγμό μου που είναι παρά τη θέλησή μου, οπότε με κοιτάζει και μου λέει: «Θυμήσου… σε αγγίζω γιατί σε αγαπώ. Για κανέναν άλλο λόγο». Συγκατανεύω και κλείνω τα μάτια μου ενώ φοβάμαι πως θα με κατακλύσουν ο φόβος και το γνωστό μούδιασμα. Ο Χόλντερ με φιλάει στο μάγουλο και μου κλείνει το μπουρνούζι. «Άνοιξε τα μάτια σου» μου λέει γλυκά. Όταν το κάνω, μου σκουπίζει ένα δάκρυ με το δάχτυλό του. «Κλαις».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

317

Του χαμογελάω καθησυχαστικά. «Μ ην ανησυχείς. Είναι από τα καλά δάκρυα». Γνέφει αλλά δε χαμογελάει. Μ ε κοιτάει για λίγο εξεταστικά και στη συνέχεια παίρνει το χέρι μου και πλέκει τα δάχτυλά μας. «Θέλω να σου κάνω έρωτα, Σκάι. Και νομίζω πως το θέλεις κι εσύ. Αλλά πρώτα θέλω να καταλάβεις κάτι». Μ ου σφίγγει το χέρι και σκύβει να μου φιλήσει άλλο ένα δάκρυ. «Ξέρω πως είναι πολύ δύσκολο για σένα να αφήσεις τον εαυτό σου να το αισθανθεί όλο αυτό. Έχεις εξασκήσει εδώ και πολύ καιρό τον εαυτό σου να μπλοκάρει όλα τα συναισθήματα κάθε φορά που σε αγγίζει κάποιος. Αλλά θέλω να ξέρεις πως δεν είναι ό,τι σου έκανε σωματικά ο πατέρας σου αυτό που σε πλήγωσε ως κοριτσάκι. Αυτό που ράγισε την καρδιά σου ήταν η ζημιά που έκανε στην πίστη σου προς εκείνον. Υπέφερες από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να υποφέρει ένα παιδί στα χέρια του ήρωά σου… του ανθρώπου που είχες είδωλό σου… και δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα πρέπει να αισθάνθηκες. Αλλά να θυμάσαι πως αυτά που σου έκανε δε συνδέονται με κανέναν τρόπο με εμάς τους δύο όταν είμαστε έτσι. Όταν σε αγγίζω, σε αγγίζω γιατί θέλω να σε κάνω χαρούμενη. Όταν σε φιλάω, σε φιλάω γιατί έχεις το πιο απίστευτο στόμα που έχω δει και ξέρεις καλά πως δεν μπορώ να μην το φιλάω. Και όταν σου κάνω έρωτα – κάνω ακριβώς αυτό. Σου κάνω έρωτα γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Αυτό το αρνητικό συναίσθημα που όλη σου τη ζωή το έχεις συνδέσει με τη σωματική επαφή δεν έχει σχέση με εμένα. Δεν έχει σχέση με εμάς. Σε αγγίζω γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί σου και για κανέναν άλλο λόγο». Τα τρυφερά του λόγια γεμίζουν την καρδιά μου και κατευνάζουν τα νεύρα μου. Μ ε φιλάει γλυκά και ηρεμώ κάτω από το χέρι του – ένα χέρι που με αγγίζει από αγάπη. Ανταποκρίνομαι με το να γίνω ένα με αυτόν, αφήνοντας τα χείλια μου να ακολουθήσουν τα δικά του, τα χέρια μου να πλέκονται με τα δικά του και το ρυθμό μου να γίνει ένας με τον δικό του. Είμαι έτοιμη να τον βιώσω μέσα μου γιατί το θέλω και για κανέναν άλλο λόγο. «Σε αγαπώ» μου ψιθυρίζει.


318

COLLEEN HOOVER

Όση ώρα με αγγίζει, με εξερευνά με τα χέρια του, το στόμα του και τα μάτια του, συνεχίζει να μου λέει ξανά και ξανά πόσο πολύ με αγαπάει. Και για πρώτη φορά παραμένω εντελώς εδώ, σε τούτη τη στιγμή, θέλοντας να αισθανθώ κάθε τι που μου κάνει και μου λέει. Όταν τελικά πετάει το κάλυμμα στην άκρη και κάθεται πάνω μου, με κοιτάζει, χαμογελάει και στη συνέχεια χαϊδεύει το πρόσωπό μου με τα δάχτυλά του. «Πες μου πως με αγαπάς» μου λέει. Τον κοιτάζω κατάματα με απόλυτη σιγουριά, θέλοντας να τον κάνω να νιώσει την ειλικρίνεια που πηγάζει από τα λόγια μου. «Σε αγαπώ, Χόλντερ. Τόσο πολύ. Και απλά για να ξέρεις… σε αγαπούσε και η Χόουπ». Ανασηκώνει τα φρύδια του και ξεφυσάει ανακουφισμένος, σαν κρατούσε αυτό τον αέρα επί δεκατρία χρόνια περιμένοντας αυτές ακριβώς τις λέξεις. «Μ ακάρι να μπορούσες να νιώσεις τι μου έκανες με αυτό που είπες». Σκεπάζει αμέσως το στόμα μου με το δικό του και η οικεία γλυκιά του γεύση διαποτίζει το στόμα μου, ενώ την ίδια στιγμή μπαίνει μέσα μου γεμίζοντάς με με κάτι πολύ περισσότερο από απλά αυτόν. Μ ε γεμίζει με την ειλικρίνειά του, την αγάπη του για μένα και, για μια στιγμή, με γεμίζει με ένα κομμάτι από τα… για πάντα μας. Πιάνω σφιχτά τους ώμους του και κουνιέμαι μαζί του ενώ αισθάνομαι το κάθε τι. Το κάθε μοναδικό, όμορφο τι.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

319

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 9:50 πμ

Γυρίζω και ο Χόλντερ είναι καθισμένος δίπλα μου στο κρεβάτι και κοιτάζει το τηλέφωνό του. Μ ε το που τεντώνομαι στρέφει την προσοχή του σε μένα και σκύβει να με φιλήσει, αλλά αποστρέφω αμέσως το κεφάλι μου. «Πρωινή ανάσα» μουρμουρίζω και σηκώνομαι από το κρεβάτι. Ο Χόλντερ γελάει και ξαναστρέφεται στο τηλέφωνό του. Μ ε κάποιον τρόπο κατά τη διάρκεια της νύχτας βρέθηκα να φοράω πάλι το μπλουζάκι μου, αλλά δεν ξέρω πώς έγινε. Το βγάζω και μπαίνω στο μπάνιο για ντους. Όταν τελειώσω, ξαναμπαίνω στο δωμάτιο και αυτός μαζεύει τα πράγματά μας. «Τι κάνεις;» τον ρωτάω βλέποντάς τον να διπλώνει την μπλούζα μου και να τη βάζει πίσω στην τσάντα. Μ ε κοιτάζει για λίγο και στη συνέχεια στρέφει πάλι το βλέμμα του στα σκόρπια ρούχα πάνω στο κρεβάτι. «Δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα εδώ, Σκάι. Πρέπει να σκεφτούμε τι θέλεις να κάνεις». Κάνω μερικά βήματα προς το μέρος του ενώ η καρδιά μου χτυπάει όλο και πιο γρήγορα στο στήθος μου. «Μ α… μα δεν ξέρω ακόμη. Δεν έχω καν πού να πάω». Ακούει τον πανικό στη φωνή μου, έρχεται προς το μέρος μου και με αγκαλιάζει. «Έχεις εμένα, Σκάι. Ηρέμησε. Μ πορούμε να πάμε πίσω στο σπίτι μου και να βρούμε μια λύση. Εξάλλου πηγαίνουμε ακόμα και οι δύο σχολείο. Δεν μπορούμε έτσι απλά να το σταματήσουμε και σίγουρα δεν μπορούμε να ζούμε για


320

COLLEEN HOOVER

πάντα σε ξενοδοχείο». Η σκέψη να επιστρέψω σε αυτή την πόλη σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την Κάρεν με κάνει να αισθάνομαι άβολα. Φοβάμαι πως το να είμαι τόσο κοντά της θα με προκαλέσει να την αντιμετωπίσω και δεν είμαι ακόμα έτοιμη για κάτι τέτοιο. Θέλω ακόμα μία μέρα. Θέλω να δω το παλιό μου σπίτι για μία τελευταία φορά, με την ελπίδα πως θα μου ξυπνήσει κι άλλες αναμνήσεις. Δε θέλω να βασιστώ στην Κάρεν για να μάθω την αλήθεια. Θέλω να μάθω όσα περισσότερα γίνεται από μόνη μου. «Άλλη μία μέρα» του λέω. «Σε παρακαλώ, ας μείνουμε μόνο μία μέρα ακόμη και μετά φεύγουμε. Θέλω να το ξεκαθαρίσω όλο αυτό – και για να το καταφέρω πρέπει να πάω εκεί άλλη μια φορά». Ο Χόλντερ απομακρύνεται λίγο και με κοιτάζει στα μάτια κουνώντας το κεφάλι του. «Δεν υπάρχει περίπτωση» μου λέει αυστηρά. «Δε σ’ αφήνω να το ξαναπεράσεις αυτό. Δεν πρόκειται να πας πάλι εκεί». Ακουμπάω καθησυχαστικά τα χέρια μου στα μάγουλά του. «Το χρειάζομαι, Χόλντερ. Το ορκίζομαι πως αυτή τη φορά δε θα βγω από το αυτοκίνητο. Το ορκίζομαι. Αλλά πρέπει να δω το σπίτι ξανά πριν φύγουμε. Θυμήθηκα τόσα πολλά όσο ήμουν εκεί. Θέλω απλά μερικές παραπάνω αναμνήσεις πριν με πας πίσω – και πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω». Αναστενάζει και πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο μη θέλοντας να συμφωνήσει με την απεγνωσμένη παράκλησή μου. «Σε παρακαλώ» του λέω ξέροντας πως δε θα μπορέσει να μου αρνηθεί αν συνεχίσω να τον παρακαλάω. Γυρίζει αργά προς το κρεβάτι, παίρνει τις τσάντες με τα ρούχα και τις χώνει πίσω στην ντουλάπα. «Εντάξει. Σου είπα πως θα έκανα οτιδήποτε αισθανόσουν πως έπρεπε να κάνεις. Αλλά δεν πρόκειται να κρεμάσω ξανά τα ρούχα» μου λέει δείχνοντάς μου τις τσάντες μέσα στην ντουλάπα. Γελάω και τρέχω καταπάνω του αγκαλιάζοντάς τον. «Είσαι ο καλύτερος και με τη μεγαλύτερη κατανόηση γκόμενος όλου του κόσμου».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

321

Αναστενάζει και με αγκαλιάζει κι αυτός. «Όχι, δεν είμαι» μου λέει πιέζοντας τα χείλη του στο πλάι του κεφαλιού μου. «Είμαι ο πιο λαπάς γκόμενος όλου του κόσμου».


322

COLLEEN HOOVER

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 4:15 μμ

Από όλα τα λεπτά της ημέρας, διαλέξαμε να κάτσουμε στο δρόμο απέναντι από το σπίτι μου τα ίδια δέκα λεπτά που διάλεξε και ο πατέρας μου για να μπει στο γκαράζ. Μ όλις ο πατέρας μου σταματάει μπροστά στο γκαράζ, ο Χόλντερ πάει να βάλει μπρος τη μηχανή. Εγώ όμως ακουμπάω το τρεμάμενο χέρι μου πάνω στο δικό του. «Μ η φεύγεις» του λέω. «Θέλω να τον δω πώς είναι». Ο Χόλντερ αναστενάζει και ρίχνει το κεφάλι του προς τα πίσω στο κάθισμα, ξέροντας πως πρέπει να φύγουμε, αλλά ξέροντας επίσης πως δεν πρόκειται να τον αφήσω. Δεν κοιτάζω πια τον Χόλντερ, αλλά το περιπολικό που έχει παρκάρει στο γκαράζ στην άλλη μεριά του δρόμου. Ανοίγει η πόρτα και βγαίνει ένας άνδρας με αστυνομική στολή. Έχει την πλάτη του γυρισμένη σε εμάς και κρατάει στο αυτί του ένα κινητό τηλέφωνο. Είναι στη μέση μιας συνδιάλεξης, οπότε μένει για λίγο ακίνητος στην αυλή και συνεχίζει να μιλάει στο κινητό χωρίς να κατευθύνεται προς το σπίτι. Καθώς τον κοιτάζω δεν έχω καμία αντίδραση. Δεν αισθάνομαι το παραμικρό, μέχρι τη στιγμή που γυρίζει και βλέπω το πρόσωπό του. «Θεέ μου» ψιθυρίζω δυνατά. Ο Χόλντερ με κοιτάζει με ερωτηματικό βλέμμα και εγώ κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν είναι τίποτα» του λέω. «Απλά δείχνει… γνωστός. Δεν είχα καθόλου την εικόνα του στο κεφάλι μου, αλλά αν τον έβλεπα στο δρόμο θα τον αναγνώριζα».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

323

Συνεχίζουμε να τον παρακολουθούμε και οι δύο. Ο Χόλντερ κρατάει τόσο σφιχτά το τιμόνι ώστε οι αρθρώσεις στα δάχτυλά του έχουν ασπρίσει. Κοιτάζω και τα δικά μου χέρια και συνειδητοποιώ ότι σφίγγω τη ζώνη ασφαλείας με τον ίδιο τρόπο. Ο πατέρας μου επιτέλους παίρνει το τηλέφωνο από το αυτί του και το βάζει στην τσέπη του. Αρχίζει να περπατάει προς το μέρος μας και το χέρι του Χόλντερ πηγαίνει αυτόματα στο κλειδί της μηχανής για να βάλει μπρος. Παίρνω μια κοφτή ανάσα ελπίζοντας πως δεν έχει καταλάβει ότι τον παρακολουθούμε. Συνειδητοποιούμε και οι δύο ταυτόχρονα πως ο πατέρας μου απλά κατευθύνεται προς το γραμματοκιβώτιο στο πεζοδρόμιο και ηρεμούμε. «Είδες αρκετά;» μου λέει ο Χόλντερ μέσα απ’ τα σφιγμένα δόντια του. «Γιατί δεν μπορώ να μείνω ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω χωρίς να βγω από το αυτοκίνητο και να του σπάσω τα μούτρα». «Σχεδόν» του λέω μη θέλοντας να κάνει κάτι ηλίθιο αλλά και μη θέλοντας ακόμη να φύγουμε. Παρατηρώ τον πατέρα μου που παίρνει την αλληλογραφία του και κατευθύνεται προς το σπίτι και τότε μου ’ρχεται η φλασιά. Και αν έχει ξαναπαντρευτεί; Και αν έχει άλλα παιδιά; Κι αν κάνει το ίδιο πράγμα σε κάποιον άλλο; Οι παλάμες μου αρχίζουν να ιδρώνουν έτσι όπως κρατάω τη ζώνη, οπότε τις σκουπίζω στο τζιν μου. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να τρέμουν ακόμα περισσότερο από πριν. Ξαφνικά δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο παρά μόνο ότι δεν μπορώ να τον αφήσω να τη γλιτώσει. Δεν μπορώ να τον αφήσω να ξεφύγει ξέροντας πως μπορεί να κάνει τα ίδια πράγματα σε κάποιον άλλο. Πρέπει να ξέρω. Το χρωστάω στον εαυτό μου και στο κάθε παιδί που έρχεται σε επαφή με τον πατέρα μου, να εξασφαλίσω πως ο πατέρας μου δεν είναι το σατανικό τέρας που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου. Ξέρω πως για να σιγουρευτώ για αυτό πρέπει να τον δω. Πρέπει να του μιλήσω. Πρέπει να μάθω γιατί μου έκανε αυτό που μου έκανε. Μ όλις ο πατέρας μου ξεκλειδώσει την μπροστινή πόρτα και


324

COLLEEN HOOVER

μπει μέσα, ο Χόλντερ ξεφυσάει ανακουφισμένος. «Τώρα;» μου λέει γυρίζοντας προς το μέρος μου. Ξέρω χωρίς καμία αμφιβολία πως θα με βούταγε στη στιγμή αν ήξερε τι έχω σκοπό να κάνω. Για αυτό δεν τον αφήνω να υποψιαστεί τίποτα και συγκατανεύω χαμογελώντας. «Ναι, μπορούμε να φύγουμε τώρα». Πιάνει ξανά το κλειδί της μηχανής και, καθώς είναι έτοιμος να βάλει μπρος, βγάζω τη ζώνη ασφαλείας, ανοίγω την πόρτα και τρέχω έξω. Τρέχω στην απέναντι πλευρά του δρόμου, διασχίζω την αυλή του πατέρα μου και φτάνω στην ξύλινη βεράντα. Δεν ακούω καν τον Χόλντερ που έρχεται από πίσω μου. Δεν κάνει κανένα θόρυβο καθώς με αρπάζει με τα χέρια του, με σηκώνει από το έδαφος και με κατεβάζει τα σκαλιά. Συνεχίζει να με κουβαλάει και εγώ τον κλοτσάω προσπαθώντας να ξεφύγω από τα χέρια του. «Τι στο διάολο νομίζεις ότι κάνεις;» Δε με αφήνει καθόλου κάτω όσο διασχίζουμε την αυλή. «Άφησέ με αυτή τη στιγμή, Χόλντερ, αλλιώς θα βάλω τις φωνές! Μ α το Θεό, θα βάλω τις φωνές!» Μ ε αυτή την απειλή με γυρίζει φάτσα και μου ταρακουνάει τους ώμους ρίχνοντάς μου ένα βλέμμα όλο απογοήτευση. «Μ ην το κάνεις αυτό, Σκάι. Δεν πρέπει να τον αντικρίσεις ξανά, όχι μετά από αυτά που σου έχει κάνει. Θέλω να δώσεις περισσότερο χρόνο στον εαυτό σου». Γυρίζω και τον κοιτάζω με έναν πόνο στην καρδιά, που είμαι σίγουρη πως φαίνεται καθαρά στα μάτια μου. «Πρέπει να μάθω αν κάνει τα ίδια σε κάποιον άλλο. Πρέπει να μάθω αν έχει κι άλλα παιδιά. Δεν μπορώ να το αφήσω έτσι, γνωρίζοντας για τι πράγμα είναι ικανός. Πρέπει να τον δω. Πρέπει να του μιλήσω. Πρέπει να ξέρω πως δεν είναι πια τέτοιος άνθρωπος, προτού επιτρέψω στον εαυτό μου να μπει στο αυτοκίνητο και να φύγει». Κουνάει το κεφάλι του. «Μ ην το κάνεις αυτό. Όχι ακόμα. Μ πορούμε να κάνουμε κάποια τηλεφωνήματα. Πρώτα θα βρούμε στο Ίντερνετ ό,τι μπορούμε για αυτόν. Σε παρακαλώ, Σκάι». Κατεβάζει τα χέρια του από τους ώμους μου στα μπράτσα μου και με πηγαίνει προς το αυτοκίνητο. Διστάζω, παραμένοντας


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

325

ανένδοτη στο ότι θέλω να τον δω πρόσωπο με πρόσωπο. Τίποτα από ό,τι βρω στο Ίντερνετ δε θα μου πει αυτά που θα καταλάβω από τον ήχο της φωνής του και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα εδώ;» Ο Χόλντερ κι εγώ γυρίζουμε απότομα τα κεφάλια μας προς τη μεριά της φωνής. Ο πατέρας μου στέκεται μπροστά από τα σκαλιά της βεράντας. Κοιτάζει έντονα τον Χόλντερ που έχει ακόμα γραπωμένο το μπράτσο μου. «Σας ενοχλεί αυτός ο άνδρας, νεαρή μου;» Και μόνο ο ήχος της φωνής του κάνει τα γόνατά μου να λυγίσουν. Ο Χόλντερ νιώθει ότι χάνω τις δυνάμεις μου, οπότε με τραβάει πάνω στο στήθος του. «Πάμε να φύγουμε» μου ψιθυρίζει αγκαλιάζοντάς με και σπρώχνοντάς με ελαφριά προς το αυτοκίνητό του. «Ακίνητοι!» Κοκαλώνω, αλλά ο Χόλντερ συνεχίζει να με σπρώχνει μπροστά ακόμα πιο επίμονα. «Γυρίστε προς τα εδώ!» Η φωνή του πατέρα μου είναι ακόμα πιο απαιτητική αυτή τη φορά. Ο Χόλντερ σταματάει μαζί μου αυτή τη φορά, γιατί και οι δύο γνωρίζουμε ποιες είναι οι συνέπειες αν αγνοήσει κανείς τις διαταγές αστυνομικού. «Κάνε την πάπια» μου λέει στο αυτί ο Χόλντερ. «Μ πορεί να μη σε αναγνωρίσει». Γνέφω καταφατικά, παίρνω μια βαθιά αναπνοή και στη συνέχεια γυρίζουμε και οι δύο αργά προς εκείνον. Ο πατέρας μου είναι τώρα αρκετά μέτρα μακριά από το σπίτι και μας πλησιάζει. Μ ε κοιτάζει με σκληρό βλέμμα κι έρχεται προς το μέρος μου έχοντας το χέρι του στη θήκη του όπλου του. Καρφώνω τα μάτια μου στο έδαφος, γιατί στο πρόσωπό του βλέπω ότι μ’ αναγνωρίζει και αυτό με τρομοκρατεί. Σταματάει αρκετά μέτρα από εμάς. Ο Χόλντερ με κρατάει ακόμα πιο σφιχτά και εγώ συνεχίζω να κοιτάζω έντονα το έδαφος, τόσο φοβισμένη που δεν παίρνω ούτε ανάσα. «Πριγκίπισσα;»


326

COLLEEN HOOVER


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

327

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 4:35 μμ

«Μ ην την ακουμπήσεις, γαμώτο σου». Ο Χόλντερ φωνάζει και νιώθω ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα χέρια μου. Τον ακούω πολύ κοντά μου κι έτσι ξέρω πως με κρατάει. Αφήνω να πέσουν τα χέρια μου στο πλάι και νιώθω χορτάρια ανάμεσα στα δάχτυλά μου. «Μ ωρό μου, άνοιξε τα μάτια σου, σε παρακαλώ». Το χέρι του Χόλντερ μού χαϊδεύει το πρόσωπο. Ανοίγω αργά τα μάτια μου και κοιτάζω προς τα πάνω. Είναι από πάνω μου και με κοιτάζει, ενώ ο πατέρας μου ταλαντεύεται από πίσω του. «Είναι όλα εντάξει, απλά λιποθύμησες. Θέλω να σηκωθείς. Πρέπει να φύγουμε». Μ ε τραβάει για να σηκωθώ και συνεχίζει να με αγκαλιάζει από τη μέση, κρατώντας με ουσιαστικά αυτός στην όρθια στάση. Ο πατέρας μου στέκεται ακριβώς μπροστά μου και με κοιτάζει έντονα. «Ώστε πράγματι είσαι εσύ» μου λέει. Ρίχνει μια ματιά στον Χόλντερ και μετά ξανακοιτάζει εμένα. «Χόουπ; Μ ε θυμάσαι;» Τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα. Τα δικά μου όχι. «Πάμε να φύγουμε» ξαναλέει ο Χόλντερ. Αντιστέκομαι στο τράβηγμά του και ξεφεύγω από την αγκαλιά του. Κοιτάζω τον πατέρα μου… έναν άνδρα που δείχνει συναισθήματα λες και κάποτε με αγαπούσε. Μ αλακίες. «Μ ε θυμάσαι;» μου λέει ξανά κάνοντας ακόμα ένα βήμα πιο κοντά μου. Ο Χόλντερ σε κάθε βήμα του πατέρα μου προς εμένα


328

COLLEEN HOOVER

με τραβάει όλο και προς τα πίσω. «Μ ε θυμάσαι, Χόουπ;» «Πώς θα μπορούσα να σε ξεχάσω;» Η ειρωνεία είναι πως όντως τον είχα ξεχάσει. Εντελώς. Είχα ξεχάσει τα πάντα για αυτόν και όλα αυτά που μου έκανε και τη ζωή που είχα εδώ μαζί του. Αλλά δε θέλω να το μάθει αυτό. Θέλω να ξέρει πως θυμάμαι και αυτόν και καθετί που μου έχει κάνει. «Εσύ είσαι» μου λέει κουνώντας νευρικά το χέρι του στο πλάι. «Ζεις. Είσαι καλά». Βγάζει τον ασύρματό του και υποθέτω πως θα επιχειρήσει να δώσει αναφορά. Πριν προλάβει να πατήσει κάποιο κουμπί, ο Χόλντερ τού πετάει τον ασύρματο από τα χέρια. Πέφτει στο έδαφος κι ο πατέρας μου σκύβει να τον πιάσει. Στη συνέχεια κάνει ένα αμυντικό βήμα προς τα πίσω ενώ ξαναβάζει το χέρι του στη θήκη του όπλου του. «Αν ήμουν στη θέση σου δε θα άφηνα να το μάθει κανείς πως είναι εδώ» λέει ο Χόλντερ. «Αμφιβάλλω αν θες να γίνει πρωτοσέλιδο το ότι είσαι ένας κωλο-ανώμαλος». Το πρόσωπο του πατέρα μου χάνει όλο του το χρώμα και γυρίζει να με κοιτάξει με μάτια φοβισμένα. «Τι;» Μ ε κοιτάζει με δυσπιστία. «Χόουπ, όποιος σε άρπαξε σου είπε ψέματα. Σου είπαν πράγματα για μένα που δεν είναι αλήθεια». Είναι πιο κοντά μου τώρα και έχει απεγνωσμένο και ικετευτικό βλέμμα. «Ποιος σε πήρε, Χόουπ; Ποιος ήταν;» Κάνω ένα βήμα όλο σιγουριά προς το μέρος του. «Θυμάμαι όλα όσα μου έκανες. Και αν μου δώσεις απλά αυτό για το οποίο έχω έρθει εδώ, σου ορκίζομαι πως θα φύγω και δε θα με ξανακούσεις ποτέ». Συνεχίζει να κουνάει το κεφάλι του μην πιστεύοντας το γεγονός πως η κόρη του στέκεται τώρα μπροστά του. Είμαι σίγουρη πως προσπαθεί επίσης να επεξεργαστεί το γεγονός πως κινδυνεύει όλη του η ζωή. Η καριέρα του, η φήμη του, η ελευθερία του. Το πρόσωπό του γίνεται ακόμα πιο χλωμό, όσο μπορεί να γίνει, όταν συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να τα αρνηθεί πλέον. Ξέρει πως ξέρω. «Τι είναι αυτό που θέλεις;» Κοιτάζω προς το σπίτι και μετά ξανά αυτόν. «Απαντήσεις»


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

329

του λέω. «Και επίσης θέλω ό,τι ανήκε στη μητέρα μου». Ο Χόλντερ σφίγγει ξανά πολύ δυνατά τη μέση μου. Κατεβάζω το χέρι μου και πιάνω με δύναμη το δικό του, απλά ως επιβεβαίωση πως δεν είμαι μόνη μου αυτή τη στιγμή. Κάθε λεπτό που περνάει, η παρουσία του πατέρα μου κάνει την αυτοπεποίθησή μου να εξασθενεί όλο και πιο γρήγορα. Τα πάντα σε αυτόν, από τη φωνή του μέχρι τις εκφράσεις του προσώπου του και τις κινήσεις του φέρνουν πόνο στο στομάχι μου. Ο πατέρας μου ρίχνει μια βιαστική ματιά στον Χόλντερ και γυρίζει πάλι προς τα μένα. «Μ πορούμε να τα πούμε μέσα» λέει ήρεμα ενώ τα μάτια του καρφώνουν όλα τα γύρω σπίτια. Το ότι δείχνει αγχωμένος αποδεικνύει πως ζύγισε τις επιλογές του – και προφανώς δεν έχει και πολλές. Κουνάει το κεφάλι του προς την μπροστινή πόρτα και πηγαίνει προς τα σκαλιά. «Άφησε το όπλο σου» λέει ο Χόλντερ. Ο πατέρας μου σταματάει να περπατάει αλλά δε γυρίζει προς εμάς. Βάζει αργά το χέρι του στο πλάι και πιάνει το όπλο του. Το ακουμπάει μαλακά στα σκαλιά της βεράντας και ξεκινάει να ανεβαίνει τα σκαλιά. «Και τα δύο» λέει ο Χόλντερ. Ο πατέρας μου σταματάει πάλι πριν φτάσει στην πόρτα. Σκύβει προς τον αστράγαλό του, σηκώνει το μπατζάκι του και βγάζει κι από εκεί άλλο ένα όπλο. Όταν πια τα όπλα βρίσκονται μακριά του, μπαίνει μέσα και αφήνει την πόρτα ανοιχτή για μας. Πριν μπω μέσα, ο Χόλντερ με γυρίζει προς το μέρος του και με κοιτάζει κατάματα. «Θα μείνω εδώ με την πόρτα ανοιχτή. Δεν τον εμπιστεύομαι. Μ ην πας πιο μέσα από το καθιστικό». Του γνέφω καταφατικά, με φιλάει γρήγορα και δυνατά και με αφήνει να φύγω. Μ παίνω στο καθιστικό και βρίσκω τον πατέρα μου να κάθεται στον καναπέ με τα χέρια του ενωμένα μπροστά του. Κοιτάζει επίμονα το πάτωμα. Πηγαίνω στο πιο κοντινό μου κάθισμα και κάθομαι άκρη άκρη χωρίς να χαλαρώσω. Το να είμαι σε αυτό το σπίτι παρουσία του μου φέρνει θολούρα στο μυαλό και ένα σφίξιμο στο στήθος. Παίρνω αρκετές αργές αναπνοές προσπαθώντας να κατευνάσω το φόβο μου.


330

COLLEEN HOOVER

Εκμεταλλεύομαι αυτή τη στιγμή σιωπής που υπάρχει μεταξύ μας για να βρω κάτι στα χαρακτηριστικά του που να μοιάζει με τα δικά μου. Ίσως το χρώμα των μαλλιών του; Είναι πολύ πιο ψηλός από μένα και τα μάτια του, όταν μπορεί και με κοιτάζει, είναι σκούρα πράσινα, καμία σχέση με τα δικά μου. Εκτός από το χρώμα της καραμέλας που έχουν τα μαλλιά του, δεν του μοιάζω καθόλου. Χαμογελάω με το γεγονός ότι δε μοιάζουμε καθόλου. Ο πατέρας μου σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος μου και αναστενάζει καθώς κουνιέται στο κάθισμά του από αμηχανία. «Πριν πεις το οτιδήποτε» μου λέει, «πρέπει να ξέρεις πως σε αγαπούσα και πως δεν πέρασε ούτε δευτερόλεπτο σε όλη μου τη ζωή που να μη μετανιώνω για αυτό που σου έκανα». Δεν απαντώ λεκτικά στη δήλωσή του, αλλά συγκρατώ τον εαυτό μου να μην αντιδράσει σωματικά στις μαλακίες του. Θα μπορούσε να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του ζητώντας συγγνώμη και πάλι δε θα ήταν αρκετό να σβήσει έστω και μία από τις νύχτες που έβλεπα το πόμολό μου να γυρίζει. «Θέλω να ξέρω γιατί το έκανες» λέω με τρεμάμενη φωνή. Μ ου τη δίνει που ακούγομαι τόσο αξιοθρήνητα αδύναμη αυτή τη στιγμή. Ακούγομαι σαν το μικρό κοριτσάκι που τον ικέτευε να σταματήσει. Δεν είμαι πια αυτό το μικρό κοριτσάκι και κυρίως δε θέλω να φαίνομαι αδύναμη μπροστά του. Γέρνει πίσω στη θέση του και τρίβει τα μάτια του με τα χέρια του. «Δεν ξέρω» λέει φουρκισμένος. «Αφότου πέθανε η μητέρα σου, άρχισα πάλι να πίνω πάρα πολύ. Ένα χρόνο αργότερα, κάποιο βράδυ μέθυσα τόσο πολύ, ώστε το επόμενο πρωί που ξύπνησα ήξερα πως είχα κάνει κάτι τρομερό. Έλπιζα πως ήταν απλά ένα φρικτό όνειρο, αλλά όταν ήρθα να σε ξυπνήσω εκείνο το πρωί ήσουν… διαφορετική. Δεν ήσουν το ίδιο χαρούμενο κοριτσάκι όπως πάντα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας έγινες κάποια που με φοβόταν. Μ ίσησα τον εαυτό μου. Δεν είμαι καν σίγουρος για το τι σου έκανα, διότι ήμουν πολύ μεθυσμένος για να θυμάμαι. Αλλά ήξερα πως ήταν κάτι απαίσιο και λυπάμαι τόσο μα τόσο πολύ. Δε συνέβη ποτέ ξανά και έκανα τα πάντα για να επανορθώσω. Σου αγόραζα συνεχώς δώρα και σου έδινα ό,τι ήθελες. Δεν ήθελα να θυμάσαι εκείνη τη νύχτα».


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

331

Βάζω τα χέρια μου στα γόνατά μου και τα σφίγγω ώστε να μην ορμήσω στην άλλη άκρη του καθιστικού και τον στραγγαλίσω. Το γεγονός πως προσπαθεί να το παρουσιάσει ως κάτι που έγινε μόνο μία φορά με κάνει να τον μισώ ακόμα περισσότερο από πριν, αν αυτό είναι δυνατόν. Το αντιμετωπίζει λες και ήταν ένα ατύχημα. Λες και έσπασε καμιά κούπα του καφέ ή είχε κάποιο μικροατύχημα. «Ήταν η μία νύχτα μετά την άλλη» του λέω. Προσπαθώ να έχω όσο περισσότερο αυτοέλεγχο γίνεται προκειμένου να μην ουρλιάξω. «Φοβόμουν να πάω για ύπνο, φοβόμουν να ξυπνήσω, φοβόμουν να κάνω μπάνιο και φοβόμουν να σου μιλήσω. Δεν ήμουν ένα κοριτσάκι που φοβόταν τα τέρατα μέσα στην ντουλάπα ή κάτω από το κρεβάτι του. Έτρεμα το τέρας που υποτίθεται πως με αγαπούσε. Υποτίθεται πως έπρεπε να με προστατεύεις από ανθρώπους σαν κι εσένα!» Ο Χόλντερ γονατίζει πλέον δίπλα μου και σφίγγει το μπράτσο μου καθώς ουρλιάζω στον άνδρα στην άλλη άκρη του δωματίου. Τρέμω σύγκορμη και γέρνω προς τον Χόλντερ έχοντας ανάγκη να νιώσω την ηρεμία του. Μ ου τρίβει το χέρι και φιλάει τον ώμο μου, αφήνοντάς με να πω όλα όσα θέλω να βγάλω από μέσα μου, χωρίς να προσπαθήσει ούτε στιγμή να με σταματήσει. Ο πατέρας μου βουλιάζει στο κάθισμά του και τα μάτια του πλημμυρίζουν από δάκρυα. Δεν προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, γιατί ξέρει πως έχω δίκιο. Δεν έχει να μου πει τίποτα. Έχει χώσει το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια του και κλαίει, νιώθοντας άσχημα γιατί τελικά ήρθε η στιγμή που τον αντιμετώπισα για αυτό που έκανε, αλλά χωρίς να είναι καθόλου μετανιωμένος για αυτό που έκανε. «Έχεις άλλα παιδιά;» τον ρωτάω κοιτώντας τά τόσο ντροπιασμένα μάτια του που δεν τολμούν καν να κοιτάξουν τα δικά μου. Ρίχνει μπροστά το κεφάλι του και πιάνει το μέτωπό του με την παλάμη του, αλλά δε μου απαντάει. «Έχεις;» του φωνάζω. Πρέπει να ξέρω πως δεν το έχει ξανακάνει σε κάποιον άλλον. Πως δε συνεχίζει να το κάνει. Κουνάει το κεφάλι του. «Όχι. Δεν ξαναπαντρεύτηκα ποτέ μετά τη μητέρα σου». Η φωνή του είναι συντετριμμένη – και απ’


332

COLLEEN HOOVER

ό,τι φαίνεται κι αυτός επίσης. «Είμαι η μόνη στην οποία το έχεις κάνει αυτό;» Έχει τα μάτια του καρφωμένα στο πάτωμα και συνεχίζει να αποφεύγει τις ερωτήσεις μου με μεγάλα διαλείμματα σιωπής. «Μ ου χρωστάς την αλήθεια» του λέω σταθερά. «Το έχεις κάνει αυτό σε κανέναν άλλο πριν το κάνεις σε μένα;» Τον νιώθω πως δε θα μιλήσει άλλο. Η σκληρότητα στα μάτια του δείχνει ξεκάθαρα πως δεν έχει την πρόθεση να αποκαλύψει άλλες αλήθειες. Ρίχνω το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου μην ξέροντας τι να κάνω στη συνέχεια. Καταλαβαίνω πως είναι τόσο λάθος να τον αφήσω ήσυχο να ζήσει τη ζωούλα του, αλλά τρέμω στην ιδέα τού τι μπορεί να συμβεί αν τον καταγγείλω. Φοβάμαι για το πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή μου. Φοβάμαι πως κανείς δε θα με πιστέψει, καθώς ήταν πριν από τόσα χρόνια. Αλλά αυτό που με τρομάζει πιο πολύ από όλα είναι το ότι φοβάμαι πως τον αγαπώ τόσο ώστε να μην μπορώ να καταστρέψω την υπόλοιπη ζωή του. Η παρουσία του δε μου θυμίζει μόνο όλα τα φρικτά πράγματα που μου έκανε, αλλά μου θυμίζει επίσης και τον πατέρα που υπήρξε κάποτε κάτω από όλα αυτά. Το να βρίσκομαι μέσα σε αυτό το σπίτι μού δημιουργεί μια θύελλα συναισθημάτων μέσα μου. Κοιτάζω το τραπέζι της κουζίνας και θυμάμαι όμορφες αναμνήσεις από συζητήσεις που κάναμε καθώς καθόμασταν εκεί. Κοιτάζω την πίσω πόρτα και μας θυμάμαι να τρέχουμε έξω για να δούμε να περνάει το τρένο από τον αγρό πίσω από το σπίτι μας. Τα πάντα στον περίγυρό μου με γεμίζουν με αντικρουόμενες αναμνήσεις και δε γουστάρω να τον αγαπώ τόσο πολύ όσο τον μισώ. Σκουπίζω τα δάκρυα από τα μάτια μου και τον κοιτάζω ξανά. Χαζεύει σιωπηλά το πάτωμα και, παρ’ όλο που προσπαθώ για το αντίθετο, βλέπω φευγαλέα τον μπαμπά μου. Βλέπω τον άνδρα που με αγαπούσε όπως συνήθιζε να με αγαπάει… πολύ πριν φτάσω να τρομοκρατούμαι κάθε φορά που γύριζε το πόμολο.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα

«Σσσσς» μου λέει βάζοντας τα μαλλιά μου πίσω από τα αυτιά μου. Είμαστε και οι δύο ξαπλωμένες στο κρεβάτι μου και εγώ έχω κουρνιάσει στο στήθος της. Ήμουν άρρωστη όλη τη νύχτα. Δε μου αρέσει να είμαι άρρωστη, αλλά τρελαίνομαι για το πώς με φροντίζει η μαμά μου όταν είμαι. Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να κοιμηθώ για να γίνω καλύτερα. Είμαι σχεδόν κοιμισμένη, όταν ακούω το πόμολο της πόρτας να γυρίζει, οπότε ανοίγω τα μάτια μου. Ο μπαμπάς μου μπαίνει μέσα και χαμογελάει στη μαμά μου και σε μένα. Σταματάει να χαμογελάει όμως όταν με βλέπει, γιατί καταλαβαίνει πως δεν είμαι καλά. Του μπαμπά μου δεν του αρέσει καθόλου να είμαι άρρωστη γιατί, επειδή με αγαπάει, στενοχωριέται. Κάθεται στα γόνατά του δίπλα μου και μου ακουμπάει το πρόσωπο. «Πώς είναι το κοριτσάκι μου;» με ρωτάει. «Δεν είμαι καλά, μπαμπάκα» του ψιθυρίζω. Συνοφρυώνεται μόλις το πω αυτό. Έπρεπε να του πω πως είμαι καλά για να μη συνοφρυωθεί. Κοιτάζει τη μαμά μου που είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και της χαμογελάει. Αγγίζει το πρόσωπό της όπως έκανε και με το δικό μου. «Το άλλο μου κορίτσι πώς είναι;»

333


334

COLLEEN HOOVER

Του αγγίζει το χέρι όσο της μιλάει. «Κουρασμένη» του λέει. «Είμαι ξάγρυπνη όλη τη νύχτα με τη μικρή». Σηκώνεται και την τραβάει από το χέρι μέχρι να σηκωθεί κι αυτή. Τον βλέπω που τυλίγει τα χέρια του γύρω της και την αγκαλιάζει ενώ της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. «Θα αναλάβω εγώ τώρα» της λέει χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. «Εσύ να πας να ξεκουραστείς, εντάξει;» Η μαμά μου συγκατανεύει, τον φιλάει και στη συνέχεια βγαίνει από το δωμάτιο. Ο μπαμπάκας μου έρχεται από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και ξαπλώνει εκεί που καθόταν πριν η μαμάκα μου. Με παίρνει αγκαλιά όπως με είχε πριν εκείνη και αρχίζει να μου τραγουδάει το αγαπημένο του τραγούδι. Λέει πως είναι το αγαπημένο του γιατί μιλάει για μένα. «Έχω στη ζωή μου χάσει πολλά. Έχω δει τον πόνο και άλλα κακά Αλλά δεν τα παρατάω ό,τι κι αν είδα Γιατί πάντα θα έχω τη δική μου ελπίδα». Χαμογελάω παρ’ όλο που δεν αισθάνομαι καλά. Ο μπαμπάκας μου συνεχίζει να μου τραγουδάει μέχρι να κλείσω τα μάτια μου και να αποκοιμηθώ.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

335

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 4:57 μμ

Είναι η πρώτη ανάμνηση που έχω πριν να πάρουν τη θέση της όλα τα κακά που ακολούθησαν. Η μόνη μου ανάμνηση πριν από το θάνατο της μητέρας μου. Ακόμα δε θυμάμαι πώς έμοιαζε, γιατί η ανάμνηση είναι θολή, αλλά θυμάμαι πώς αισθανόμουν. Τους αγαπούσα. Και τους δύο. Ο πατέρας μου με κοιτάζει με πρόσωπο πλημμυρισμένο από θλίψη. Δεν τον συμπονώ καθόλου γιατί… πότε με συμπόνεσε αυτός; Ξέρω πολύ καλά ότι είναι πολύ ευάλωτος αυτή τη στιγμή και, αν μπορώ να το εκμεταλλευτώ αυτό για να του αποσπάσω την αλήθεια, αυτό και θα κάνω. Σηκώνομαι και ο Χόλντερ προσπαθεί να κρατήσει το χέρι μου, οπότε τον κοιτάζω και κουνάω το κεφάλι μου. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» τον καθησυχάζω. Γνέφει και με αφήνει απρόθυμα να πάω προς τον πατέρα μου. Μ ε το που τον πλησιάζω, γονατίζω στο πάτωμα μπροστά του και τον κοιτάζω στα γεμάτα τύψεις μάτια του. Το να είμαι τόσο κοντά του είναι κάτι που τσιτώνει το σώμα μου και γεμίζει με θυμό την καρδιά μου, αλλά ξέρω πως πρέπει να το κάνω αυτό αν θέλω να μου δώσει τις απαντήσεις που χρειάζομαι. Πρέπει να τον κάνω να πιστέψει πως τον συμπονώ. «Ήμουν άρρωστη» του λέω ήρεμα. «Η μητέρα μου κι εγώ ήμασταν στο κρεβάτι και επέστρεψες στο σπίτι από τη δουλειά. Είχε ξενυχτήσει με εμένα και ήταν κουρασμένη, οπότε εσύ της είπες να πάει να ξεκουραστεί».


336

COLLEEN HOOVER

Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλο του πατέρα μου και γνέφει ανεπαίσθητα. «Μ ε κράτησες εκείνη τη νύχτα όπως υποτίθεται πρέπει να κρατάει ένας πατέρας την κόρη του. Και μου τραγούδησες. Θυμάμαι πως μου τραγουδούσες ένα τραγούδι για τη δική σου ελπίδα». Σκουπίζω τα δάκρυα από τα μάτια μου και συνεχίζω να τον κοιτάζω. «Πριν πεθάνει η μαμά… πριν να πρέπει να διαχειριστείς όλον αυτό τον πόνο… δε μου έκανες αυτά τα πράγματα, έτσι δεν είναι;» Κουνάει το κεφάλι του και με το χέρι του μου αγγίζει το πρόσωπο. «Όχι, Χόουπ. Σε αγαπούσα τόσο πολύ. Και ακόμα σε αγαπώ. Σας αγαπούσα εσένα και τη μητέρα σου πιο πολύ και από την ίδια μου τη ζωή, αλλά όταν πέθανε… πέθανε μαζί της και ο καλός μου εαυτός». Σφίγγω τα χέρια μου και κάνω ελάχιστα προς τα πίσω με το που αισθάνομαι τα δάχτυλά του στο μάγουλό μου. Το παλεύω όμως και καταφέρνω να κρατήσω την ψυχραιμία μου. «Λυπάμαι που έπρεπε να το περάσεις όλο αυτό» του λέω. Και πραγματικά τον λυπάμαι. Θυμάμαι πόσο πολύ αγαπούσε τη μητέρα μου και, ανεξάρτητα του πώς διαχειρίστηκε τη θλίψη του, κάπου μέσα μου εύχομαι να μην είχε βιώσει την απώλειά της. «Το ξέρω πως την αγαπούσες. Το θυμάμαι. Αλλά, και που το ξέρω αυτό, δεν το κάνει πιο εύκολο να μπορέσω να σε συγχωρέσω για αυτό που έκανες. Δεν ξέρω γιατί αυτό που έχεις μέσα σου είναι τόσο διαφορετικό από αυτό που έχουν μέσα τους οι άλλοι άνθρωποι… στο βαθμό που επέτρεψες στον εαυτό σου να κάνει αυτά που μου έκανε. Αλλά, παρ’ όλα αυτά που μου έκανες, ξέρω πως με αγαπάς. Και όσο δύσκολο κι αν είναι να το παραδεχτώ… κάποτε σε αγαπούσα κι εγώ. Αγαπούσα όλες τις καλές σου πλευρές». Σηκώνομαι και κάνω ένα βήμα πίσω κοιτάζοντάς τον ακόμη στα μάτια. «Ξέρω πως δεν είσαι μόνο κακός. Το ξέρω αυτό. Αλλά αν με αγαπάς όπως λες… αν αγαπούσες καθόλου τη μητέρα μου… τότε θα κάνεις ό,τι μπορείς για να με βοηθήσεις να γίνω καλά. Μ ου το χρωστάς. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να είσαι ειλικρινής ώστε να μπορέσω να φύγω από εδώ με μια


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

337

υποτυπώδη εσωτερική γαλήνη. Για αυτό το λόγο είμαι εδώ, εντάξει; Το μόνο που θέλω είναι γαλήνη». Τώρα κλαίει με αναφιλητά κουνώντας το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Πηγαίνω πίσω εκεί που καθόμουν και ο Χόλντερ, παραμένοντας γονατιστός δίπλα μου, με αγκαλιάζει. Συνεχίζω να τρέμω σύγκορμη, οπότε τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου. Ο Χόλντερ καταλαβαίνει τι μου κάνει όλο αυτό, οπότε γλιστράει τα δάχτυλά του πάνω στο χέρι μου και με το μικρό του δαχτυλάκι σφίγγει το δικό μου. Είναι μια τρομερά μικρή κίνηση, αλλά δε θα μπορούσε να κάνει κάτι πιο τέλειο για να μου δώσει αυτή την αίσθηση ασφάλειας που έχω ανάγκη να νιώσω αυτή τη στιγμή. Ο πατέρας μου αναστενάζει βαριά και αφήνει να πέσουν τα χέρια του. «Όταν πρωτάρχισα να πίνω… έγινε μόνο μία φορά. Έκανα κάτι στη μικρή μου αδελφή… αλλά ήταν μόνο μία φορά». Μ ε κοιτάζει ξανά με μάτια γεμάτα ντροπή. «Ήταν πολλά χρόνια πριν γνωρίσω τη μητέρα σου». Η καρδιά μου ραγίζει με την ωμή ειλικρίνειά του, αλλά ραγίζει ακόμη περισσότερο που για κάποιο λόγο νομίζει πως είναι εντάξει αφού συνέβη μόνο μία φορά. Καταπίνω όλα αυτά που μου ανεβαίνουν στο λαιμό και συνεχίζω τις ερωτήσεις. «Και μετά από μένα; Το έχεις κάνει σε κάποιον αφότου με πήραν;» Τα μάτια του καρφώνουν το πάτωμα και η ενοχή στη στάση του είναι για μένα γροθιά στο στομάχι. Βγάζω ένα αγκομαχητό προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. «Ποια; Πόσες;» Κουνάει αμυδρά το κεφάλι του. «Ήταν μόνο άλλο ένα κορίτσι. Σταμάτησα να πίνω εδώ και κάποια χρόνια και δεν έχω αγγίξει κανέναν από τότε». Μ ε κοιτάζει ξανά με μάτια απεγνωσμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα ταυτόχρονα. «Το ορκίζομαι. Ήταν μόνο τρεις περιπτώσεις και ήταν στις χειρότερες στιγμές της ζωής μου. Όταν είμαι νηφάλιος μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου. Για αυτό δεν πίνω πια». «Ποια ήταν;» τον ρωτάω καθώς θέλω να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια για μερικά ακόμη λεπτά προτού φύγω για πάντα από τη ζωή του. Γέρνει το κεφάλι του προς τα δεξιά. «Έμενε στο διπλανό


338

COLLEEN HOOVER

σπίτι. Μ ετακόμισαν αλλού όταν ήταν γύρω στα δέκα, οπότε δεν ξέρω τι απέγινε. Ήταν πριν από πολλά χρόνια, Χόουπ. Δεν το έχω ξανακάνει εδώ και χρόνια και αυτή είναι η αλήθεια. Το ορκίζομαι». Η καρδιά μου ξαφνικά ζυγίζει δέκα τόνους. Δε νιώθω πια να μου κρατάει το χέρι και γυρίζω να κοιτάξω τον Χόλντερ ο οποίος καταρρέει μπροστά στα μάτια μου. Το πρόσωπό του γίνεται μια μάζα αφόρητου πόνου και απομακρύνεται από μένα πιάνοντας τα μαλλιά του με τα χέρια του. «Η Λες» ψιθυρίζει οδυνηρά. «Ωχ όχι, Θεέ μου». Πιέζει το κεφάλι του στην κάσα της πόρτας ενώ σφίγγει το σβέρκο του με τα δυο του χέρια. Σηκώνομαι αμέσως, πηγαίνω κοντά του και βάζω τα χέρια μου στους ώμους του, καθώς φοβάμαι πως θα εκραγεί. Αρχίζει να τρέμει και κλαίει χωρίς να βγάλει τον παραμικρό ήχο. Δεν ξέρω τι να κάνω ή να πω. Το μόνο που κάνει είναι να λέει συνεχώς «όχι» ξανά και ξανά κουνώντας το κεφάλι του. Η καρδιά μου σπαράζει για αυτόν, αλλά δεν έχω ιδέα πώς να τον βοηθήσω αυτή τη στιγμή. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοεί όταν νομίζει πως ό,τι μου λέει είναι το λάθος πράγμα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα να του πω αυτή τη στιγμή που θα βοηθούσε. Αντί για αυτό, απλά ακουμπάω το κεφάλι μου πάνω του και αυτός γυρίζει και με παίρνει στην αγκαλιά του. Από τον τρόπο που κυματίζει το στήθος του, καταλαβαίνω πως προσπαθεί να ελέγξει το θυμό του. Βγάζει μικρές κοφτές αναπνοές καθώς προσπαθεί να ηρεμήσει. Τον σφίγγω ακόμα περισσότερο, ελπίζοντας να μπορέσω να τον εμποδίσω να εξαπολύσει το θυμό του. Όσο και να το θέλω… όσο και να θέλω να πάρει εκδίκηση για αυτά που έκανε ο πατέρας μου στη Λες και σε εμένα, φοβάμαι πως αυτή τη στιγμή ο Χόλντερ έχει τόσο πολύ μίσος που δε θα μπορέσει να σταματήσει. Μ ε αφήνει από την αγκαλιά του, φέρνει τα χέρια του στους ώμους μου και με σπρώχνει μακριά του. Το βλέμμα του είναι τόσο σκοτεινό που με βάζει αυτομάτως σε αμυντική θέση. Μ παίνω ανάμεσα σε εκείνον και τον πατέρα μου χωρίς να ξέρω τι άλλο να κάνω για να τον εμποδίσω να του επιτεθεί, αλλά είναι σαν να μην είμαι καν εκεί. Όταν ο Χόλντερ με κοιτάζει, είναι


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

339

σαν να με διαπερνάει με το βλέμμα του και να κοιτάζει πίσω μου. Μ πορώ να ακούσω από πίσω μου τον πατέρα μου να σηκώνεται και να τον ακολουθούν τα μάτια του Χόλντερ. Γυρίζω από την άλλη, έτοιμη να πω στον πατέρα μου να ξεκουμπιστεί από το καθιστικό, όταν ο Χόλντερ μού αρπάζει το χέρι και με βγάζει από τη μέση. Παραπατάω και πέφτω στο πάτωμα, ενώ παρακολουθώ σε αργή κίνηση καθώς ο πατέρας μου σκύβει πίσω από τον καναπέ και στη συνέχεια ξαναγυρίζει προς εμάς κρατώντας ένα όπλο στραμμένο προς τον Χόλντερ. Δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν μπορώ να φωνάξω. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Δεν μπορώ καν να κλείσω τα μάτια μου. Είμαι αναγκασμένη να παρακολουθήσω. Ο πατέρας μου φέρνει τον ασύρματο στο στόμα του, κρατώντας σταθερά το όπλο κι έχοντας μια άψυχη έκφραση στο πρόσωπό του. Πατάει το κουμπί και δεν παίρνει τα μάτια του από τον Χόλντερ όσο μιλάει. «Χτυπημένος αστυνομικός στην οδό Όουκ 35 22». Τα μάτια μου καρφώνουν τον Χόλντερ και μετά τον πατέρα μου. Ο ασύρματος πέφτει από τα χέρια του στο πάτωμα ακριβώς μπροστά μου. Σηκώνομαι μην μπορώντας ακόμα να φωνάξω. Τα συντετριμμένα μάτια του πατέρα μου κοιτάζουν τα δικά μου καθώς στρέφει αργά το όπλο στον εαυτό του. «Λυπάμαι τόσο πολύ, Πριγκίπισσα». Ο ήχος που ακούγεται γεμίζει όλο το δωμάτιο. Είναι τόσο δυνατός. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και σκεπάζω με τα χέρια μου τ’ αυτιά μου χωρίς να είμαι καν σίγουρη από πού έρχεται αυτός ο ήχος. Είναι ένας οξύς ήχος σαν κραυγή. Είναι σαν να ουρλιάζει κάποιο κορίτσι. Εγώ είμαι. Ουρλιάζω. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω το άψυχο σώμα του πατέρα μου ελάχιστα μέτρα μπροστά μου. Ο Χόλντερ κλείνει με το χέρι του το στόμα μου, με σηκώνει και με βγάζει έξω από την μπροστινή πόρτα. Δεν προσπαθεί καν να με κουβαλήσει. Οι φτέρνες μου σέρνονται στο χορτάρι, ενώ μου κρατάει με το ένα χέρι το στόμα και με το άλλο τη μέση. Όταν φτάνουμε στο


340

COLLEEN HOOVER

αυτοκίνητο, συνεχίζει να μου κλείνει σφιχτά το στόμα για να πνίξει τις κραυγές μου. Κοιτάζει μανιωδώς τριγύρω για να σιγουρευτεί πως δεν υπάρχει κανένας μάρτυρας του χαμού που γίνεται αυτή τη στιγμή. Τα μάτια μου έχουν ανοίξει διάπλατα και κουνάω το κεφάλι μου σε άρνηση, περιμένοντας το τελευταίο αυτό λεπτό της ζωής μου να εξαφανιστεί αν αρνηθώ να πιστέψω πως υπήρξε. «Σταμάτα. Θέλω να σταματήσεις να ουρλιάζεις. Τώρα». Γνέφω σθεναρά και με κάποιον τρόπο σιγάζω τον ακούσιο ήχο που βγαίνει από το στόμα μου. Προσπαθώ να αναπνεύσω και μπορώ να ακούσω τον αέρα που μπαίνει και βγαίνει από τη μύτη μου σε κοφτά κύματα. Το στήθος μου ανεβοκατεβαίνει και, όταν παίρνω χαμπάρι το πιτσιλισμένο από αίμα πρόσωπο του Χόλντερ, χρειάζεται να καταβάλω προσπάθεια για να μην ουρλιάξω ξανά. «Το ακούς αυτό;» λέει ο Χόλντερ. «Αυτές είναι σειρήνες περιπολικών, Σκάι. Θα είναι εδώ σε λιγότερο από ένα λεπτό. Θα πάρω το χέρι μου από το στόμα σου και θέλω να μπεις στο αυτοκίνητο και να είσαι όσο πιο ήρεμη γίνεται, γιατί πρέπει να φύγουμε από εδώ». Συγκατανεύω και βγάζει το χέρι του από το στόμα μου, ενώ στη συνέχεια με χώνει μέσα στο αυτοκίνητο. Τρέχει γρήγορα από τη μεριά του, μπαίνει μέσα, βάζει μπρος και ξεκινάει. Στρίβουμε στη γωνία καθώς δύο περιπολικά στρίβουν κι αυτά από την άλλη γωνία του δρόμου πίσω μας. Φεύγουμε και ρίχνω το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατά μου προσπαθώντας να αναπνεύσω. Δε σκέφτομαι καν τι συνέβη μόλις πριν από λίγο. Δεν μπορώ. Δε συνέβη. Δεν μπορεί να συνέβη. Εστιάζω στο ότι όλο αυτό είναι ένας φρικτός εφιάλτης και απλά αναπνέω. Αναπνέω για να σιγουρέψω το ότι είμαι ζωντανή, γιατί όλο αυτό σίγουρα δε φαίνεται για ζωή.


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

341

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 5:29 μμ

Μ παίνουμε και οι δύο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σαν ζόμπι. Δε θυμάμαι καν πώς πήγα από το αυτοκίνητο στο δωμάτιο. Μ ε το που φτάνει στο κρεβάτι, ο Χόλντερ κάθεται και βγάζει τα παπούτσια του. Εγώ κατάφερα να κάνω μόνο μερικά μέτρα και έχω σταθεί εκεί που το χολ ενώνεται με το δωμάτιο. Τα χέρια μου κρέμονται στο πλάι και το κεφάλι μου έχει επίσης γύρει. Χαζεύω απέναντί μου το παράθυρο του δωματίου. Οι κουρτίνες είναι ανοιχτές, αποκαλύπτοντας τη μελαγχολική θέα του τούβλινου κτιρίου λίγα μέτρα μακριά από το ξενοδοχείο. Ένας γερός τούβλινος τοίχος μόνο, ούτε παράθυρα ούτε πόρτες. Μ όνο τούβλα. Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, ο τούβλινος τοίχος απεικονίζει το πώς νιώθω όταν αναλογίζομαι τη δική μου ζωή. Προσπαθώ να δω το μέλλον, αλλά αδυνατώ αυτή τη στιγμή. Δεν έχω ιδέα τι θα γίνει, με ποιον θα ζήσω, τι θα απογίνει η Κάρεν, αν καταγγείλω αυτό που μόλις συνέβη. Δεν μπορώ καν να μαντέψω. Τα πάντα είναι ένας συμπαγής τοίχος ανάμεσα στο τώρα και στο μετά, χωρίς να υπάρχει έστω και μία χαραμάδα φωτός αυτή τη στιγμή. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής μου δεν ήταν παρά ένας τούβλινος τοίχος που χώριζε τα πρώτα χρόνια της ζωής μου από τα υπόλοιπα. Ένας συμπαγής τοίχος που χώριζε τη ζωή μου ως Σκάι από τη ζωή μου ως Χόουπ. Είχα ακούσει για ανθρώπους που απωθούσαν στο υποσυνείδητο τραυματικές


342

COLLEEN HOOVER

εμπειρίες, αλλά πάντα νόμιζα πως ήταν περισσότερο επιλογή τους. Εγώ στην κυριολεξία τα τελευταία δεκατρία χρόνια δεν είχα ιδέα ποια ήμουν πριν. Το ξέρω πως ήμουν πολύ μικρή όταν με απομάκρυναν από αυτή τη ζωή, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση υποθέτω πως θα είχα κάποιες αναμνήσεις. Φαντάζομαι πως τη στιγμή που έφυγα με την Κάρεν, αν και σε τόσο νεαρή ηλικία, πήρα μια συνειδητή απόφαση να μην ξαναθυμηθώ ποτέ αυτές τις αναμνήσεις. Μ ε το που άρχισε η Κάρεν να μου λέει ιστορίες για την «υιοθεσία» μου, θα πρέπει να ήταν πιο εύκολο για το μυαλό μου να γραπωθεί από αυτά τα ανώδυνα ψέματα παρά να θυμάται τη σκληρή αλήθεια. Το ξέρω πως δεν μπορούσα τότε να εξηγήσω τι μου έκανε ο πατέρας μου γιατί δεν ήμουν σίγουρη. Το μόνο που ήξερα ήταν πως το μισούσα. Όταν κανείς δεν είναι σίγουρος τι είναι αυτό που μισεί ή γιατί το μισεί, είναι πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τις λεπτομέρειες… απλά συγκρατεί τα συναισθήματα. Το ξέρω πως δεν ήμουν ποτέ περίεργη να σκαλίσω το παρελθόν μου. Δεν ήμουν ποτέ περίεργη να μάθω ποιος ήταν ο πατέρας μου ή γιατί «με έδωσε για υιοθεσία». Τώρα ξέρω πως είναι γιατί σε κάποιο μέρος του μυαλού μου υπέβοσκε ακόμα το μίσος και ο φόβος για αυτό τον άνδρα, οπότε μου ήταν απλά πιο εύκολο να ανεβάσω τον τούβλινο τοίχο και να μην κοιτάξω ποτέ ξανά πίσω μου. Συνεχίζω να τρέφω μίσος και φόβο για αυτόν και δεν μπορεί πια καν να με ακουμπήσει. Ακόμα τον μισώ και ακόμα τον τρέμω και ακόμα είμαι συντετριμμένη που πέθανε. Τον μισώ γιατί διαπότισε τη μνήμη μου με απαίσια πράγματα και με κάνει να πενθώ για κείνον στη μέση όλων αυτών των απαίσιων πραγμάτων. Δε θέλω να πενθώ για την απώλειά του. Θέλω να τη χαρώ, αλλά δεν το ’χω μέσα μου. Κάποιος μου έχει βγάλει το τζάκετ. Παίρνω το βλέμμα μου από τον τούβλινο τοίχο που με χλευάζει έξω από το παράθυρο και, γυρίζοντας το κεφάλι μου, βλέπω πως ο Χόλντερ στέκεται δίπλα μου. Αφήνει το τζάκετ μου σε μια καρέκλα και στη συνέχεια μου βγάζει την πιτσιλισμένη με αίματα μπλούζα. Μ ε κατακλύζει μια ωμή θλίψη όταν συνειδητοποιώ πως είμαι γενετικά συνδεδεμένη με αυτό το άψυχο αίμα πάνω στα ρούχα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

343

και στο πρόσωπό μου. Ο Χόλντερ έρχεται μπροστά μου και μου ξεκουμπώνει το τζιν. Αυτός είναι με το μποξεράκι του. Ούτε που το πρόσεξα πως είχε βγάλει τα ρούχα του. Τον κοιτάζω στο πρόσωπο και βλέπω πως έχει λεκέδες αίματος στο δεξί του μάγουλο, σε αυτό που ήταν εκτεθειμένο στη δειλία του πατέρα μου. Τα μάτια του είναι βαριά και έχει εστιασμένη την προσοχή του στο παντελόνι μου καθώς μου το κατεβάζει. «Μ ωρό μου, θέλω να βγάλεις τα πόδια σου από το παντελόνι» μου λέει γλυκά καθώς το έχει κατεβάσει μέχρι κάτω. Τον πιάνω από τους ώμους και βγάζω πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο. Συνεχίζω να τον κρατάω από τους ώμους και τα μάτια μου έχουν καρφωθεί στο αίμα που έχει στα μαλλιά του. Ακουμπάω μηχανικά τα δάχτυλά μου στα μαλλιά του και πιάνω το αίμα. Σηκώνω το χέρι μου και το κοιτάζω ανάμεσα στα δάχτυλά μου αλλά είναι πηκτό. Είναι πιο πηκτό από όσο θα έπρεπε. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν είναι μόνο το αίμα του πατέρα μου που έχουμε πάνω μας. Αρχίζω να σκουπίζω τα δάχτυλά μου στο στομάχι μου μανιωδώς προσπαθώντας να το βγάλω από πάνω μου, αλλά έτσι το απλώνω παντού. Ο λαιμός μου κλείνει και δεν μπορώ να φωνάξω. Είναι σαν τα τόσο τρομακτικά όνειρα που είχα. Χάνω κάθε ικανότητα να βγάλω κάποιον ήχο. Ο Χόλντερ με κοιτάζει και εγώ θέλω να φωνάξω, να ουρλιάξω και να κλάψω, αλλά το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να συνεχίσω να σκουπίζω τα χέρια μου σε όλο μου το σώμα. Μ ε το που με βλέπει να πανικοβάλλομαι, σηκώνεται, με παίρνει στα χέρια του και με πηγαίνει στο ντους. Μ ε βάζει κάτω από τη βρύση, μπαίνει και αυτός μέσα και ανοίγει το νερό. Όταν ζεσταίνει το νερό, κλείνει την κουρτίνα του μπάνιου, με γυρίζει προς το μέρος του και πιάνει τα χέρια μου που προσπαθούν ακόμα να διώξουν την κοκκινίλα από πάνω μου. Μ ε τραβάει προς το μέρος του και μας γυρίζει και τους δύο προς τη μεριά του νερού που τρέχει. Μ όλις με χτυπάει το νερό στα μάτια, βγάζω ένα βογκητό και παίρνω μια βαθιά εισπνοή.


344

COLLEEN HOOVER

Σκύβει στο πλάι, πιάνει το σαπούνι και το ξετυλίγει από το χαρτί. Στη συνέχεια φέρνει και ένα πετσετάκι. Παρ’ όλο που το νερό είναι ζεστό, τρέμω σύγκορμη. Τρίβει το πετσετάκι με σαπούνι και νερό και στη συνέχεια το ακουμπάει στο μάγουλό μου. «Σσσσσς» ψιθυρίζει κοιτώντας επίμονα τα πανικόβλητα μάτια μου. «Το βγάζω όλο από πάνω σου, εντάξει;» Αρχίζει να μου καθαρίζει τρυφερά το πρόσωπο και εγώ συγκατανεύω ενώ κλείνω σφιχτά τα μάτια μου. Κρατάω τα μάτια μου κλειστά, γιατί δε θέλω να δω το λεκιασμένο με αίμα πετσετάκι όταν το πάρει από το πρόσωπό μου. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου και, εκτός από τα ρίγη που αναταράσσουν το κορμί μου, προσπαθώ να παραμείνω όσο πιο ακίνητη γίνεται. Του παίρνει αρκετά λεπτά να καθαρίσει το αίμα από το πρόσωπο, τα χέρια και το στομάχι μου. Μ ε το που τελειώνει αυτό, μου λύνει την αλογοουρά. «Κοίτα με, Σκάι». Ανοίγω τα μάτια μου και ακουμπάει με τα δάχτυλά του τον ώμο μου. «Θα σου βγάλω το σουτιέν τώρα, εντάξει; Πρέπει να λούσω τα μαλλιά σου και δε θέλω να λερωθεί με κάτι». Να λερωθεί με κάτι; Μ ε το που συνειδητοποιώ τι εννοεί πως έχει μάλλον ανακατευτεί μέσα στα μαλλιά μου αρχίζω πάλι να πανικοβάλλομαι και βγάζω άρον άρον το σουτιέν μου. «Βγάλε τα πάντα από πάνω μου» του λέω σιγά και απότομα, γέρνοντας το κεφάλι μου μέσα στο νερό, προσπαθώντας να καθαρίσω τα μαλλιά μου και βάζοντας τα δάχτυλά μου ανάμεσά τους. «Βγάλε τα από πάνω μου». Η φωνή μου είναι τώρα πιο πανικόβλητη. Τραβάει τα χέρια μου από τα μαλλιά μου και τα τυλίγει γύρω από τη μέση του. «Θα το κάνω. Κρατήσου από μένα και χαλάρωσε. Θα το κάνω εγώ». Ακουμπάω το κεφάλι μου στο στήθος του και τον κρατάω σφιχτά. Μ πορώ να μυρίσω το σαμπουάν καθώς το χύνει στο χέρι του και στη συνέχεια το απλώνει στα μαλλιά μου με τα


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

345

δάχτυλά του. Λούζει και ξεπλένει τα μαλλιά μου αρκετές φορές. Δεν τον ρωτάω καν γιατί τα ξεπλένει ξανά και ξανά. Απλά τον αφήνω να το κάνει όσες φορές θέλει. Μ ε το που τελειώνει, μας γυρίζει στο ντους έτσι ώστε να βρεθεί αυτός κάτω από το νερό και να λούσει τα δικά του μαλλιά. Ξετυλίγω τα χέρια μου από τη μέση του και κάνω ένα βήμα πίσω μην τυχόν και πέσει πάλι κάτι πάνω μου. Κοιτάζω την κοιλιά μου και τα χέρια μου και δε βλέπω ίχνη του πατέρα μου πάνω τους. Κοιτάζω τον Χόλντερ και τρίβει το πρόσωπο και το λαιμό του με καινούργιο πετσετάκι. Στέκομαι έτσι εκεί και τον παρακολουθώ να πλένεται ήρεμα και να απομακρύνει ό,τι μας συνέβη πριν από μία ώρα. Μ ε το που τελειώνει, ανοίγει τα μάτια του και με κοιτάζει. «Σκάι, θέλω από σένα να βεβαιωθείς πως τα καθάρισα όλα από πάνω μου. Θέλω να καθαρίσεις οτιδήποτε μου έχει ξεφύγει». Μ ου μιλάει τόσο ήρεμα, σαν να προσπαθεί να μην καταρρεύσω. Η φωνή του με κάνει να συνειδητοποιήσω τι προσπαθεί να αποφύγει. Φοβάται μήπως σπάσω, καταρρεύσω, σαλτάρω. Φοβάμαι πως μπορεί να έχει δίκιο, οπότε παίρνω το πετσετάκι από τα χέρια του και πιέζω τον εαυτό μου να είμαι δυνατή και να τον επιθεωρήσω. Υπάρχει λίγο αίμα στο δεξί του αυτί, οπότε το καθαρίζω με το πετσετάκι. Παίρνω το πετσετάκι από το αυτί του και κοιτάζω πάνω του το τελευταίο ίχνος αίματος που είχε απομείνει, στη συνέχεια το βάζω κάτω από το νερό και το παρακολουθώ καθώς ξεπλένεται και φεύγει μακριά. «Δεν υπάρχει πια τίποτα» ψιθυρίζω και δεν είμαι καν σίγουρη αν αναφέρομαι στο αίμα. Ο Χόλντερ παίρνει το πετσετάκι από το χέρι μου και το ακουμπάει στην άκρη της βρύσης. Τον κοιτάζω και τα μάτια του είναι πιο κόκκινα από πριν και δεν μπορώ να καταλάβω αν κλαίει γιατί το νερό τρέχει πάνω στο πρόσωπό του με τον ίδιο τρόπο που θα έτρεχαν τα δάκρυα αν υπήρχαν. Και τότε λοιπόν, όταν εξαφανίστηκαν όλα τα σωματικά απομεινάρια του παρελθόντος μου, θυμήθηκα τη Λέσλι. Η καρδιά μου ραγίζει ξανά, αυτή τη φορά για τον Χόλντερ.


346

COLLEEN HOOVER

Ένας λυγμός βγαίνει από μέσα μου και βάζω το χέρι μου στο στόμα μου για να σταματήσω, αλλά οι ώμοι μου συνεχίζουν να κουνιούνται. Μ ε τραβάει πάνω στο στήθος του και μου φιλάει τα μαλλιά. «Χόλντερ, λυπάμαι τόσο πολύ. Θεέ μου, λυπάμαι τόσο πολύ». Κλαίω και στηρίζομαι στην αγκαλιά του, ενώ σκέφτομαι πως μακάρι να μπορούσε να ξεπλυθεί και να φύγει μακριά η απελπισία του τόσο εύκολα όσο το αίμα. Μ ε κρατάει τόσο σφιχτά που μετά βίας μπορώ να αναπνεύσω. Αλλά το έχει ανάγκη αυτό. Θέλει να νιώσω τον πόνο του αυτή τη στιγμή, όπως θέλω κι εγώ να νιώσει τον δικό μου. Σκέφτομαι κάθε λέξη που μου είπε σήμερα ο πατέρας μου και προσπαθώ να τις βγάλω όλες από μέσα μου κλαίγοντας. Δε θέλω να θυμάμαι το πρόσωπό του. Δε θέλω να θυμάμαι τη φωνή του. Δε θέλω να θυμάμαι πόσο πολύ τον μισώ και κυρίως δε θέλω να θυμάμαι πόσο πολύ τον αγαπούσα. Δεν υπάρχει τίποτα σαν την ενοχή που νιώθει κανείς όταν έχει τόσο μεγάλη καρδιά ώστε να μπορεί ν’ αγαπάει και το κακό. Ο Χόλντερ βάζει το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και ακουμπάει το πρόσωπό μου στον ώμο του. Πιέζει το μάγουλό του στην κορφή του κεφαλιού μου και αυτή τη στιγμή τον ακούω που κλαίει. Έχει ησυχία και προσπαθεί τόσο πολύ να το κρατήσει μέσα του. Πονάει τόσο πολύ εξαιτίας αυτού που έκανε ο πατέρας μου στη Λέσλι και εγώ δεν μπορώ παρά να νιώθω πως κάπου φταίω κι εγώ. Αν ήμουν εκεί, δε θα είχε ποτέ πειράξει τη Λέσλι και εκείνη δε θα είχε υποφέρει. Αν δεν είχα μπει ποτέ στο αυτοκίνητο της Κάρεν, μπορεί η Λέσλι να ζούσε σήμερα. Αγκαλιάζω τους ώμους του και γυρίζω το στόμα μου προς το λαιμό του φιλώντας τον απαλά. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Δε θα την είχε αγγίξει αν εγώ δεν…» Ο Χόλντερ με αρπάζει από τα μπράτσα και με σπρώχνει μακριά του με τόση δύναμη που τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα και αναπηδάω με το που μιλάει. «Μ ην τολμήσεις να το πεις αυτό». Φέρνει τα χέρια του στο πρόσωπό μου και με κρατάει σφιχτά. «Δε θέλω ποτέ να απολογηθείς για οτιδήποτε έκανε αυτός ο άνδρας. Μ ε ακούς; Δε φταις εσύ, Σκάι. Ορκίσου πως δε


ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

347

θα αφήσεις ποτέ ξανά να σε κυριεύσει μια τέτοια σκέψη». Τα μάτια του είναι γεμάτα απόγνωση και δάκρυα. Γνέφω καταφατικά. «Το ορκίζομαι» του λέω αδύναμα. Δεν απομακρύνει το βλέμμα του και ψάχνει να βρει στα μάτια μου την αλήθεια. Περνάω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και τον αγκαλιάζω. Μ ε αγκαλιάζει ακόμα πιο σφιχτά και με κρατάει με πόνο και απόγνωση. Η αλήθεια για τη Λέσλι και η πραγματικότητα αυτού που μόλις βιώσαμε μας έχει διαλύσει και τους δύο και έχουμε κρεμαστεί ο ένας από τον άλλον με όποιον τρόπο μπορούμε. Σταμάτησε να προσπαθεί να είναι δυνατός για μένα. Η αγάπη που είχε για τη Λέσλι και ο θυμός που αισθάνεται για αυτό που της συνέβη ξεχειλίζουν από μέσα του. Ξέρω πως η Λέσλι θα ήθελε να καταλάβει ο αδελφός της τον πόνο της, οπότε δεν προσπαθώ καν να τον παρηγορήσω με λόγια. Κλαίμε και οι δυο μας για αυτήν τώρα, γιατί τότε δεν είχε κανέναν να κλάψει για κείνην. Τον φιλάω στο πλάι του κεφαλιού ενώ τα χέρια μου τον κρατάνε σφιχτά από το σβέρκο. Κάθε φορά που τα χείλη μου τον ακουμπάνε με κρατάει ακόμα πιο σφιχτά. Το στόμα του φιλάει τον ώμο μου και σύντομα προσπαθούμε και οι δυο να διώξουμε με φιλιά κάθε γραμμάριο πόνου που νιώθουμε και που δε μας αξίζει. Τα χείλη του γίνονται άκαμπτα καθώς μου φιλάει πιο έντονα και πιο γρήγορα το λαιμό, προσπαθώντας απελπισμένα να βρει μια διέξοδο. Κάνει πίσω και με κοιτάζει στα μάτια καθώς οι ώμοι του ανεβοκατεβαίνουν με κάθε προσπάθεια που κάνει να αναπνεύσει. Ξαφνικά κολλάει τα χείλη του πάνω στα δικά μου με ένταση, γραπώνοντας τα μαλλιά μου και την πλάτη μου με τα τρεμάμενα χέρια του. Σπρώχνει την πλάτη μου στον τοίχο της ντουζιέρας καθώς γλιστράει τα χέρια του στα μπούτια μου. Νιώθω την απελπισία που ξεχειλίζε