Page 1


Johanna Lindsey

Aγαπάς μόνο μια φορά Μετάφραση: Σοφία Τάπα ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕLXIS


Τίτλος πρωτοτύπου: LOVE ONLY ONCE © Johanna Lindsey, 1985 © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2014 Οι εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με την HarperCollinsPublishers. ISBN: 978-618-81388-7-2 Ηλεκτρονική εκδοση: Δεκέμβριος 2014 Μετάφραση: Σοφία Τάπα • Επιμέλεια – διόρθωση: Φωτεινή Ξιφαρά • Ηλεκτρονική σελιδοποιηση: Ελένη Οικονόμου • Σχεδιασμός εξωφυλλου: Γιώργος Παναρετάκης Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι • Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 • info@elxisbooks.gr


«Καταλαβαίνει τις κρυφές φαντασιώσεις των γυναικών… Η Johanna Lindsey δημιουργεί παραμυθένιες ιστορίες που βγαίνουν αληθινές». Romantic Times

«Η Lindsey είναι δεξιοτέχνισσα του είδους της· ξέρει να δημιουργεί φαντασιώσεις… Θέλετε ρομάντζο; Το έχετε!» Inside Books

«Υψηλού επιπέδου ψυχαγωγία… Η γοητεία και η μαγεία των χαρακτήρων της είναι μεταδοτικές». Publishers Weekly

«Εξαιρετικό ρομάντζο». New York Daily News

«Οι ιστορίες της δεν με απογοητεύουν ποτέ… Έχουν σταθερά υψηλό επίπεδο ποιότητας». Affaire de Coeur


Αφιερωμένο στα ανίψια μου, τη Ρετζίνα Καοχουκαουκουαχιουιοκαάλα Χάουαρντ και τον Μάικλ Λάνι Άλιι Χάουαρντ


Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 1817 Τα δάχτυλά της, που κρατούσαν την καράφα με το κονιάκ, ήταν μακριά και ντελικάτα. Η Σελένα Έντινγκτον ήταν περήφανη για τα χέρια της. Φρόντιζε να τα επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία, όπως και τώρα. Αντί να πάρει το ποτήρι του Νίκολας και να το γεμίσει από την καράφα με το κονιάκ, έφερε την καράφα κοντά του. Με αυτή της την κίνηση ήθελε να πετύχει και κάτι ακόμα, να σταθεί μπροστά του καθώς εκείνος ήταν ξαπλωμένος στον βελούδινο μπλε καναπέ, με τη φωτιά πίσω της, έτσι ώστε το κορμί της να διαγραφεί προκλητικά μέσα από τη μουσελίνα του βραδινού της φορέματος. Ακόμα κι ένας αδιόρθωτος γυναικάς όπως ο Νίκολας Ίντεν μπορούσε να εκτιμήσει ένα υπέροχο κορμί. Ένα μεγάλο ρουμπίνι άστραψε στο αριστερό της χέρι καθώς κράτησε σταθερό το ποτήρι του και το γέμισε κονιάκ. Ήταν το μονόπετρο του γάμου της. Εξακολουθούσε να το φορά με περηφάνια κι ας ήταν χήρα δύο χρόνια τώρα. Κι άλλα ρουμπίνια κρέμονταν από το λαιμό της, αλλά όσο εντυπωσιακά κι αν ήταν δεν κατάφερναν να κλέψουν τις εντυπώσεις από το υπερβολικά βαθύ ντεκολτέ της τουαλέτας της, που άφηνε μονάχα τρία δάχτυλα ύφασμα πριν η ψηλόμεση φούστα της πέσει ίσια ως τους κομψούς αστραγάλους της. Το χρώμα του βραδινού φορέματος ήταν βαθύ, σκούρο πορφυρό και ταίριαζε υπέροχα τόσο στα ρουμπίνια όσο και στη Σελένα. «Νίκι, μ’ ακούς;» Ο Νίκολας είχε αυτό το εκνευριστικό σκεπτικό ύφος που εκείνη παρατηρούσε όλο και συχνότερα πάνω του τελευταία. Δεν άκουγε λέξη απ’ ό,τι του έλεγε και ήταν χαμένος σε σκέψεις που σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με την ίδια. Δεν της είχε ρίξει ούτε μία ματιά όσο εκείνη γέμιζε κονιάκ το ποτήρι του. «Ειλικρινά, Νίκι, δεν είναι καθόλου κολακευτικό να ταξιδεύεις μίλια μακριά ενώ είμαστε μόνοι οι δυο μας στο δωμάτιο». Πήγε και στάθηκε μπροστά του ώσπου εκείνος σήκωσε τα μάτια του πάνω της. «Είπες κάτι, γλύκα;» Τα ανοιχτοκάστανα μάτια της άστραψαν. Θα χτυπούσε θυμωμένα το πόδι της στο πάτωμα αν δεν ήθελε να του κρύψει πόσο την είχε εκνευρίσει. Ήταν τόσο προκλητικός, τόσο αδιάφορος, τόσο… ανυπόφορος! Ας μην ήταν σωστό κελεπούρι και θα του ’δειχνε εκείνη πόσα απίδια βάζει ο σάκος. Συγκρατώντας τα νεύρα της, του είπε ήρεμα: «Σου μιλάω για το χορό, Νίκι, αλλά εσύ δεν με προσέχεις. Θ’ αλλάξω κουβέντα, αφού το θέλεις, αλλά μόνο αν μου υποσχεθείς ότι δεν θ’ αργήσεις να έρθεις να με πάρεις αύριο το βράδυ».


«Ποιο χορό;» Η Σελένα έβγαλε μια κραυγή, μένοντας πραγματικά άναυδη. Ούτε της έκανε πλάκα, ούτε παρίστανε τον αδιάφορο. Ο εξοργιστικός αυτός άνδρας στ’ αλήθεια δεν είχε ιδέα για τι πράγμα τού μιλούσε. «Μη με πειράζεις, Νίκι. Το χορό των Σέπφορντ, λέω. Ξέρεις πόσο ανυπομονούσα να φτάσει η ώρα». «Α, ναι», αποκρίθηκε ξερά εκείνος. «Ο χορός των χορών, και είναι μόνο η αρχή της σεζόν». Εκείνη προσποιήθηκε ότι δεν πρόσεξε τον ξερό τόνο του. «Ξέρεις επίσης πόσο καιρό περίμενα να με προσκαλέσουν σε μία από τις κοινωνικές εκδηλώσεις της δούκισσας του Σέπφορντ. Κι αυτός ο χορός θα είναι ο πιο σπουδαίος όλων των εποχών. Πρόκειται να έρθουν όλα τα σημαντικά πρόσωπα». «Και λοιπόν;» Η Σελένα μέτρησε αργά μέχρι το πέντε. «Λοιπόν, θα πεθάνω έτσι κι αργήσω έστω κι ένα λεπτό». Στα χείλη του χαράχτηκε το γνωστό ειρωνικό χαμόγελο. «Εσύ όλο πεθαίνεις, γλύκα. Δεν θα ’πρεπε να παίρνεις τόσο σοβαρά όλες αυτές τις κοινωνικές σάχλες». «Να γίνω σαν κι εσένα, δηλαδή;» Αν μπορούσε, θα έπαιρνε πίσω τα τελευταία της λόγια. Ο θυμός της είχε φτάσει σε οριακό σημείο, κινδύνευε να γίνει ανεξέλεγκτος, κι αυτό θα ήταν καταστροφικό. Γνώριζε πολύ καλά ότι δεν του άρεσε να εκδηλώνουν οι άλλοι τα συναισθήματά τους με υπερβολικό τρόπο, αν και ο ίδιος δεν είχε κανένα πρόβλημα να χάνει την ψυχραιμία του και να γίνεται αρκετά αντιπαθητικός. Ο Νίκολας ανασήκωσε απλώς τους ώμους του. «Πες με εκκεντρικό, γλύκα, από τους ελάχιστους που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για όλους αυτούς». Πράγματι. Ο Νίκολας αγνοούσε όποιον του έκανε κέφι κι έφτανε μάλιστα στο σημείο ακόμα και να τον προσβάλει. Όπως επίσης έπιανε φιλίες με όποιον του έκανε κέφι, ακόμα και με γνωστά κουμάσια, που η κοινωνία σνόμπαρε. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν καλόπιανε κανέναν. Ήταν αλήθεια αυτό που έλεγαν για κείνον, ότι ήταν τρομερά αλαζόνας. Ωστόσο, την ίδια στιγμή μπορούσε, εάν ήθελε, να γίνει απίστευτα γοητευτικός. Σαν από θαύμα, η Σελένα κατάφερε να συγκρατήσει το θυμό της. «Παρ’ όλα αυτά, Νίκι, υποσχέθηκες να με συνοδεύσεις στο χορό των Σέπφορντ». «Αλήθεια;» αναρωτήθηκε αργόσυρτα εκείνος. «Ναι, αλήθεια», κατάφερε να απαντήσει ήρεμα εκείνη. «Και τώρα θα μου υποσχεθείς ότι δεν θ’ αργήσεις να έρθεις να με πάρεις – έτσι δεν είναι;» Εκείνος ανασήκωσε πάλι τους ώμους του. «Πώς μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι τέτοιο, γλύκα; Δεν έχω την ικανότητα να προβλέπω το μέλλον. Ποιος ξέρει τι μπορεί να προκύψει αύριο και να καθυστερήσω». Κόντεψε να ουρλιάξει από τα νεύρα της. Τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να τον


καθυστερήσει εκτός από την ύπουλη αδιαφορία του, κι αυτό το ήξεραν καλά κι οι δυο τους. Ήταν ανυπόφορος! Η Σελένα αποφάσισε στα γρήγορα και του είπε ψυχρά: «Πολύ καλά, Νίκι. Επειδή είναι πολύ σημαντικό για μένα και δεν μπορώ να βασιστώ πάνω σου, τότε θα βρω άλλο συνοδό, ελπίζοντας μόνο ότι τελικά θα έρθεις στο χορό». Μπορούσε να παίξει κι εκείνη το δικό του παιχνιδάκι. «Τελευταία στιγμή;» ρώτησε εκείνος. «Αμφιβάλλεις ότι μπορώ;» τον προκάλεσε εκείνη. Ο Νίκολας χαμογέλασε και το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της με ικανοποίηση. «Η αλήθεια είναι πως όχι. Πιστεύω ότι δεν θα δυσκολευτείς καθόλου να μ’ αντικαταστήσεις». Η Σελένα τού γύρισε την πλάτη προτού προλάβει εκείνος να δει την επίδραση που είχαν πάνω της τα τελευταία του λόγια. Μήπως ήταν προειδοποίηση; Ω, πόσο σίγουρος ήταν για τον εαυτό του. Θα του άξιζε να διακόψει το δεσμό τους. Καμία ερωμένη του δεν το είχε τολμήσει μέχρι τώρα. Πάντοτε εκείνος έβαζε τέλος σε μια σχέση. Πάντοτε εκείνος είχε τον πρώτο λόγο. Πώς θ’ αντιδρούσε άραγε αν τον παρατούσε στα κρύα του λουτρού; Θα γινόταν θηρίο; Θα σήκωνε χέρι πάνω της; Έπρεπε να σκεφτεί σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο. Ο Νίκολας Ίντεν βολεύτηκε καλύτερα στον καναπέ και χάζεψε τη Σελένα να παίρνει το ποτήρι με το τσέρι και να ξαπλώνει στο παχύ γούνινο χαλί μπροστά στη φωτιά, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη της. Χαμογέλασε σαρδόνια. Πόσο σαγηνευτική ήταν η στάση της, και βέβαια εκείνη το ήξερε αυτό. Η Σελένα ήξερε πάντα τι έκανε. Βρίσκονταν στο αρχοντικό που είχε στην πόλη η φίλη της, η Μαρί. Αφού απόλαυσαν ένα έξοχο δείπνο με τη Μαρί και τον τωρινό εραστή της κι έπαιξαν ουίστ για καμιά ώρα, στη συνέχεια αποσύρθηκαν σ’ αυτή την άνετη σάλα. Η Μαρί κι ο φλογερός ευγενής εραστής της είχαν αποσυρθεί σ’ ένα δωμάτιο στον επάνω όροφο, αφήνοντας μόνους τον Νίκολας και τη Σελένα. Πόσες άλλες τέτοιες βραδιές δεν είχαν περάσει μαζί; Η μόνη σταθερά ήταν ότι η κόμησσα είχε κάθε φορά και διαφορετικό εραστή. Ζούσε επικινδύνως κάθε φορά που ο σύζυγός της, ο κόμης, έλειπε από την πόλη. Ωστόσο, η αποψινή βραδιά είχε άλλη μία διαφορά. Μπορεί το δωμάτιο να ήταν το ίδιο ρομαντικό, η φωτιά να έκαιγε στο τζάκι, η λάμπα στη γωνία να ήταν χαμηλωμένη, το κονιάκ να ήταν εξαιρετικό, οι υπηρέτες να είχαν αποσυρθεί διακριτικά για ύπνο κι η Σελένα να ήταν το ίδιο σαγηνευτική όπως πάντα, όμως απόψε ο Νίκολας είχε βαρεθεί. Τόσο απλά. Δεν είχε καμία διάθεση να αφήσει τον καναπέ και να ξαπλώσει στο χαλί με τη Σελένα. Το ήξερε εδώ και καιρό ότι έχανε το ενδιαφέρον του για κείνη. Το γεγονός ότι δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα να κοιμηθεί μαζί της απόψε επιβεβαίωνε την αίσθησή του ότι είχε έρθει ο καιρός να βάλει τέλος σ’ αυτό το δεσμό, ο οποίος είχε κρατήσει


περισσότερο απ’ όσο συνήθως, κόντευε τρεις μήνες. Ίσως γι’ αυτό ένιωθε έτοιμος να την αφήσει, παρόλο που δεν είχε βρει άλλη για να την αντικαταστήσει. Δεν υπήρχε κάποια που να είχε τη διάθεση να την κυνηγήσει. Η Σελένα επισκίαζε όλες τις γνωστές του κυρίες, μ’ εξαίρεση τις ελάχιστες που αγαπούσαν τους συζύγους τους κι άρα έμεναν ασυγκίνητες στη γοητεία του. Όμως, πράγματι το πεδίο δράσης του δεν περιοριζόταν μόνο σε παντρεμένες κυρίες που βαριούνταν τους συζύγους τους. Δεν δίσταζε να κατακτήσει και γλυκές δεσποινίδες που ήταν παρθένες, όταν έκαναν δημόσια την εμφάνισή τους στην πρώτη ή τη δεύτερη σεζόν. Κι αν τα τρυφερά ξεπεταρούδια είχαν την τάση να ενδίδουν στον πειρασμό, τότε δεν ήταν καθόλου ασφαλείς με τον Νίκολας. Αν ήθελαν να πλαγιάσουν μαζί του, θα τις εξυπηρετούσε για όσο διάστημα θα κατάφερναν εκείνες να κρύψουν το δεσμό αυτό από τους γονείς τους. Φυσικά, αυτές ήταν και οι πιο σύντομες περιπέτειές του, μα και οι πιο προκλητικές. Είχε χαρεί τρεις παρθένες στα άγρια νιάτα του. Τη μία, την κόρη ενός δούκα, φρόντισαν να την παντρέψουν άρον άρον με κάποιον δεύτερο ξάδερφο ή κάποιον τυχερό ευγενή. Το ίδιο και τις άλλες δύο, φρόντισαν να τις τακτοποιήσουν προτού πάρει μεγάλες δια​ στάσεις το σκάνδαλο. Όχι ότι οι κουτσομπόληδες είχαν χάσει την ευκαιρία να οργιάσουν με καθέναν απ’ αυτούς τους τρεις δεσμούς. Αλλά, αφού δεν τον είχε προκαλέσει σε μονομαχία καμία από τις εξαγριωμένες οικογένειες, οι δεσμοί αυτοί παρέμεναν μονάχα στη σφαίρα του κουτσομπολιού και της εικασίας. Πράγματι, οι συγκεκριμένοι πατεράδες φοβούνταν να τον αντιμετωπίσουν. Είχε ήδη δύο νίκες στο ενεργητικό του από μονομαχίες με έξαλλους συζύγους. Δεν υπερηφανευόταν που είχε διακορεύσει τρεις παρθένες ή είχε τραυματίσει δύο άνδρες των οποίων το μόνο σφάλμα ήταν ότι είχαν έκλυτες συζύγους. Ούτε ενοχές ένιωθε όμως. Αν οι ντεμπιτάντ ήταν τόσο ανόητες ώστε να του δοθούν χωρίς εκείνος να τους τάξει γάμο, κακό του κεφαλιού τους. Όσο για τις συζύγους των ευγενών, αυτές ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Λεγόταν ότι ο Νίκολας δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα ποιον θα πλήγωνε όταν κυνηγούσε τα θύματά του. Ίσως να ήταν αλήθεια, ίσως και όχι. Κανένας δεν ήξερε τόσο καλά τον Νίκολας ώστε να το πει με βεβαιότητα. Ούτε ο ίδιος καλά καλά γνώριζε το λόγο για τον οποίο έκανε ορισμένα πράγματα. Πάντως, πλήρωνε το τίμημα της φήμης του. Πατεράδες με τίτλους ανώτερους του δικού του δεν τον θεωρούσαν άξιο να παντρευτεί μία από τις κόρες τους. Μόνο όσοι ήταν πολύ τολμηροί και όσοι έψαχναν έναν πλούσιο σύζυγο συνέχιζαν να έχουν ακόμη τ’ όνομά του στη λίστα με τις κοινωνικές γνωριμίες τους. Αλλά εκείνος δεν έψαχνε σύζυγο. Χρόνια τώρα ένιωθε ότι δεν είχε το δικαίωμα να αφιερωθεί σε μια νεαρή γυναίκα προκειμένου να διαιωνίσει το γένος του, όπως απαιτούσε ο τίτλος του. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα παντρευόταν ποτέ. Κανένας δεν ήξερε γιατί ο υποκόμης του Μοντάιθ είχε επιλέξει την εργένικη ζωή κι έτσι υπήρχαν πολλές αισιόδοξες που αδημονούσαν να τον τυλίξουν, να τον βάλουν στον


ίσιο δρόμο. Η λαίδη Σελένα Έντινγκτον ήταν μία απ’ αυτές τις αισιόδοξες. Έβαζε τα δυνατά της να μην του το δείχνει, αλλά εκείνος ήξερε πότε μια γυναίκα εποφθαλμιούσε τον τίτλο του. Παντρεμένη με βαρόνο την πρώτη φορά, τώρα στόχευε ψηλότερα. Ήταν εντυπωσιακά όμορφη, με τα κοντά μαύρα μαλλιά της να πλαισιώνουν το οβάλ πρόσωπό της σε σφιχτές μπουκλίτσες, όπως πρόσταζε η μόδα. Η χρυσαφένια επιδερμίδα της τόνιζε ακόμα περισσότερο τα εκφραστικά ανοιχτοκάστανα μάτια της. Είκοσι τεσσάρων ετών, διασκεδαστική, σαγηνευτική, υπέροχη γυναίκα. Σίγουρα δεν έφταιγε η ίδια που είχε ξεθυμάνει ο πόθος του Νίκολας. Καμία γυναίκα δεν είχε καταφέρει ποτέ να διατηρήσει για πολύ καιρό άσβεστη την ερωτική φλόγα του. Το περίμενε ότι κι αυτή η σχέση θα ξεθώριαζε. Με όλες έτσι γινόταν. Μόνο που τούτη τη φορά ο Νίκολας είχε ξαφνιαστεί, γιατί ήθελε να τελειώσει αυτή τη σχέση προτού φανεί στο προσκήνιο μια νέα κατάκτηση. Κι αυτή του η απόφαση θα τον υποχρέωνε να πάρει για λίγο σβάρνα τις κοσμικές εκδηλώσεις ώσπου να βρεθεί κάποια να του τραβήξει το ενδιαφέρον, κάτι το οποίο πραγματικά το σιχαινόταν. Ίσως ο αυριανός χορός να ήταν ό,τι έπρεπε. Μια και μόλις είχε αρχίσει η σεζόν, δεκάδες δεσποινίδες θα έκαναν το ντεμπούτο τους. Αναστέναξε. Στα είκοσι επτά του, έπειτα από επτά χρόνια άσωτης ζωής, είχε βαρεθεί πια τις νεαρές παρθένες. Αποφάσισε ότι δεν θα τελείωνε απόψε τη σχέση του με τη Σελένα. Ήταν ήδη θυμωμένη μαζί του και, αν τη χώριζε, θα ξεσπούσε πάνω του όλο τον συσσωρευμένο, όπως ο Νίκολας πίστευε, θυμό της. Δεν είχε καμία όρεξη. Σιχαινόταν τις σκηνές πάθους, επειδή ο ίδιος ήταν εκ φύσεως υπερβολικά παθιασμένος. Οι γυναίκες ποτέ δεν κατάφερναν να αντιμετωπίσουν στα ίσα την οργή του. Πάντοτε έβαζαν τα κλάματα, πράγμα αξιοθρήνητο. Όχι, θα της το έλεγε αύριο το βράδυ στο χορό. Δεν θα τολμούσε να του κάνει σκηνή δημοσίως. Η Σελένα κράτησε το κρυστάλλινο ποτήρι με το τσέρι της ψηλά στο ύψος της φωτιάς και θαύμασε το γεγονός ότι το κεχριμπαρένιο υγρό είχε ακριβώς την ίδια απόχρωση που έπαιρναν τα μάτια του Νίκολας όταν εκείνος παθιαζόταν με κάτι. Το ίδιο χρυσαφένιο χρώμα του μελιού είχαν τα μάτια του όταν είχε πρωταρχίσει να την κυνηγάει, αλλά το ίδιο χρώμα έπαιρναν και όταν τον ενοχλούσε ή τον ευχαριστούσε κάτι. Όταν δεν ένιωθε κάτι ιδιαίτερο, όταν ήταν ήρεμος ή αδιάφορος, τα μάτια του έπαιρναν μια μάλλον καφεκόκκινη απόχρωση, σχεδόν σαν το χρώμα του φρεσκογυαλισμένου χαλκού. Ήταν πάντοτε δύο συγκλονιστικά μάτια, επειδή ακόμα και στην πιο σκούρα απόχρωσή τους, δεν έπαυαν να λάμπουν από ένα εσωτερικό φως. Τα τρομακτικά μάτια του έρχονταν σε αντίθεση με τη μελαψή επιδερμίδα και τις υπερβολικά μακριές μαύρες βλεφαρίδες του. Η επιδερμίδα του είχε μια φυσική σκούρα χρυσαφένια απόχρωση, η οποία γινόταν μπρούτζινη από τον ήλιο, καθώς ο Νίκολας αγαπούσε υπερβολικά την ύπαιθρο. Αυτό που τον έσωζε και δεν φάνταζε απειλητικός ήταν τα καστανά μαλλιά του, με τις χρυσαφένιες ανταύγειες. Φυσικά


κυματιστά και χτενισμένα σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας, σαν να τα είχε ανακατέψει το αεράκι, τα μαλλιά του κάτω από συγκεκριμένο φωτισμό φαίνονταν σαν να είχαν δύο αποχρώσεις. Ήταν ενοχλητικότατη η τόση ομορφιά του, καθώς και μόνο που τον έβλεπαν τα κορίτσια ένιωθαν την καρδιά τους να φτερουγίζει. Το είχε δει με τα μάτια της να συμβαίνει πολλές φορές. Όπου εμφανιζόταν ο Νίκολας, τα κοριτσόπουλα χαχάνιζαν σαν κουτορνίθια. Οι πιο ώριμες τον προκαλούσαν με το βλέμμα τους. Γι’ αυτό ήταν τόσο δύσκολο να τον κουμαντάρει. Σίγουρα θα του είχαν ριχτεί υπέροχες γυναίκες από τότε που είχε φτάσει στην κατάλληλη ηλικία, ή και νωρίτερα ακόμα. Και το μόνο σαγηνευτικό χαρακτηριστικό του δεν ήταν το πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να ήταν κοντός, ή έστω στρουμπουλός, αναρωτήθηκε η Σελένα, οτιδήποτε που θα τον έκανε να μην έχει αυτή τη συγκλονιστική επίδραση στα θηλυκά; Αλλά όχι, ο Νίκολας ήταν το ιδανικό στιλ του μοντέρνου άνδρα, με τα πολύ στενά παντελόνια και το φράκο, ένα στιλ που λες και είχε δημιουργηθεί ειδικά για κείνον. Τα σακάκια του Νίκολας Ίντεν δεν χρειάζονταν στένεμα ή ενίσχυση στους ώμους. Το κορμί του ήταν θεϊκό. Μυώδες, αλλά κομψό, ψηλό, αλλά γεμάτο χάρη, ήταν ένα αθλητικό κορμί. Μακάρι να μην ήταν έτσι. Επειδή τότε η καρδιά της Σελένα δεν θα πήγαινε να σπάσει κάθε φορά που την κοιτούσε με τα κεχριμπαρένια μάτια του. Είχε αποφασίσει να τον πάει στην εκκλησία, όχι μόνο επειδή ήταν ο ωραιότερος άνδρας που είχε δει στη ζωή της, αλλά επειδή ήταν και ο τέταρτος υποκόμης Ίντεν του Μοντάιθ, και πλούσιος, συν τοις άλλοις. Ήταν φτιαγμένος κατά παραγγελία, κάτι το οποίο ο ίδιος γνώριζε με μεγάλη έπαρση. Πώς θα μπορούσε άραγε να τον φέρει με τα νερά της; Κάποιος τρόπος θα υπήρχε, γιατί ήταν πολύ οδυνηρό να τον βλέπει να χάνει το ενδιαφέρον του για κείνη. Τι μπορούσε να κάνει η Σελένα για να αναζωπυρώσει τη φλόγα; Να κάνει ιππασία γυμνή στο Χάιντ Παρκ; Να συμμετάσχει στα «Μαύρα Σάββατα», σ’ εκείνες τις συγκεντρώσεις που φημολογούνταν ότι ήταν συγκαλυμμένα όργια; Να φερθεί ακόμα πιο σκανδαλωδώς απ’ ό,τι φερόταν εκείνος; Θα μπορούσε να τρυπώσει κρυφά σε κάποια από τις ιδιωτικές λέσχες του Λονδίνου, τη Γουάιτς ή την Μπρουκς, μια πράξη που σίγουρα θα τον σόκαρε. Ήταν αυστηρά ανδροκρατούμενες και σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονταν η είσοδος σε γυναίκες. Ή θα μπορούσε ίσως να αρχίσει να τον αγνοεί. Ή ακόμα… Θεέ μου, αυτό ήταν... ή να τον παρατήσει για κάποιον άλλο! Ο Νίκολας θα πέθαινε! Απλούστατα δεν θα άντεχε ένα τέτοιο πλήγμα στη ματαιοδοξία του. Θα ξυπνούσε μέσα του την οργή και τη ζήλια, κι εκείνος θα απαιτούσε χωρίς δεύτερη σκέψη να τον παντρευτεί! Η Σελένα ενθουσιάστηκε με την ιδέα. Θα έπιανε. Έπρεπε να πιάσει. Ούτως ή άλλως, δεν είχε πολλές επιλογές. Θα δοκίμαζε. Κι αν δεν πετύχαινε, δεν είχε και τίποτε να χάσει, αφού ήδη το έβλεπε πως τον έχανε. Γύρισε από την άλλη πλευρά, για να μπορέσει να τον κοιτάξει. Είχε ξαπλώσει φαρδύς πλατύς, φορώντας ακόμη τις μπότες του και όλα του τα ρούχα, με τα πόδια


του να εξέχουν στη μια άκρη του καναπέ και τα χέρια του στην άλλη άκρη τυλιγμένα πίσω από το κεφάλι του. Τον είχε πάρει ο ύπνος ενώ ήταν μαζί της! Τέλεια. Δεν θυμόταν να την έχουν προσβάλει ξανά τόσο πολύ. Ούτε ο άνδρας της, που ήταν δύο χρόνια παντρεμένοι, δεν είχε κοιμηθεί ποτέ ενώ ήταν μαζί της. Ναι, έπρεπε οπωσδήποτε να καταφύγει στη λύση απελπισίας. «Νίκολας;» Πρόφερε σιγανά τ’ όνομά του κι εκείνος της απάντησε αμέσως. Τελικά δεν τον είχε πάρει ο ύπνος. Κάτι ήταν κι αυτό. «Νίκολας, έχω σκεφτεί πολύ τη σχέση μας». «Αλήθεια, Σελένα;» Τσουρουφλίστηκε από την πλήξη που διέκρινε στη φωνή του. «Ναι», συνέχισε εκείνη θαρρετά. «Και κατέληξα κάπου. Λόγω της έλλειψης… ας πούμε, θέρμης από την πλευρά σου… πιστεύω ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να μ’ εκτιμήσει περισσότερο». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό». Εκείνη συνοφρυώθηκε. Ήταν φρικτό το πόσο καλά δεχόταν εκείνος τα νέα. «Είχα αρκετές προτάσεις τελευταία για να… σ’ αντικαταστήσει κάποιος άλλος στην καρδιά μου, κι αποφάσισα…» Σταμάτησε για μια στιγμή προτού δεσμευτεί με το ψέμα της, κατόπιν έκλεισε τα μάτια και το ξεφούρνισε: «Αποφάσισα να δεχτώ μία απ’ αυτές». Πέρασαν αρκετά λεπτά προτού ανοίξει τα μάτια της και πάλι. Ο Νίκολας δεν είχε κουνηθεί σπιθαμή από τον καναπέ και πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό ακόμα προτού το κάνει τελικά. Ανακάθισε αργά και τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. Η Σελένα κράτησε την αναπνοή της. Η έκφραση του προσώπου του ήταν ανεξιχνίαστη. Πήρε το άδειο ποτήρι του από το τραπέζι και το έτεινε προς το μέρος της. «Μπορείς, γλύκα;» «Ναι, ασφαλώς». Εκείνη πετάχτηκε αμέσως επάνω, για να εκτελέσει τη διαταγή του, χωρίς καν να σκεφτεί πόσο αυταρχικό ήταν εκ μέρους του να περιμένει να τον σερβίρει. «Ποιος είναι ο τυχερός;» Η Σελένα τινάχτηκε ξαφνιασμένη, χύνοντας λίγο κονιάκ στο τραπέζι. Ήταν ευσεβής πόθος της ή η φωνή του ακούστηκε κάπως φαρμακερή; «Θέλει η σχέση μας να είναι διακριτική, οπότε καταλαβαίνεις πως δεν μπορώ να σου αποκαλύψω τ’ όνομά του». «Είναι παντρεμένος;» Του έδωσε το ποτήρι του, που ήταν επικίνδυνα γεμάτο, ξέχειλο, εξαιτίας της νευρικότητάς της. «Όχι. Η αλήθεια είναι ότι έχω κάθε λόγο να πιστεύω πως απ’ αυτή τη σχέση θα προκύψουν πολύ μεγαλύτερα πράγματα. Όπως σου είπα, θέλει απλώς να κινηθεί διακριτικά… προς το παρόν». Λάθος τακτική ακολουθούσε, συνειδητοποίησε γρήγορα η Σελένα. Εκείνη κι ο Νίκολας είχαν υπάρξει εξίσου διακριτικοί με τη σχέση τους. Δεν έκαναν ποτέ έρωτα στο σπίτι της, λόγω του υπηρετικού προσωπικού, παρόλο που εκείνος περνούσε να


την πάρει από κει, και ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν το σπίτι του στην Παρκ Λέιν. Ωστόσο, οι πάντες ήξεραν πως ήταν ερωμένη του. Έφτανε να τη δουν με τον Νίκολας Ίντεν τρεις φορές συνεχόμενα, για να αρχίσουν τις εικασίες. «Μη μου ζητάς να τον προδώσω, Νίκι», του είπε χαμογελώντας χλιαρά. «Σύντομα θα μάθεις ποιος είναι». «Κι αφού είναι έτσι, γιατί δεν μου λες τώρα τ’ όνομά του;» Ήξερε ότι του έλεγε ψέματα; Το ήξερε. Η Σελένα μπορούσε να το καταλάβει από το ύφος του. Και ποιος στην ευχή θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Νίκολας; Όλοι οι γνωστοί της άνδρες είχαν φροντίσει να κρατηθούν μακριά της μόλις εκείνη άρχισε να εμφανίζεται μαζί του. «Γίνεσαι απαίσιος, Νίκολας», του επιτέθηκε η Σελένα. «Σίγουρα δεν μπορεί να σ’ ενδιαφέρει το ποιος είναι από τη στιγμή που έχω προσέξει, αν και με πονά που το παραδέχομαι, ότι το πάθος σου για μένα έχει σβήσει τελευταία. Τι άλλο να σκεφτώ εκτός από το ότι δεν με θέλεις πια;» Του έδινε την ευκαιρία να το αρνηθεί. H ευκαιρία χάθηκε. «Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» τη ρώτησε απότομα. «Για τον αναθεματισμένο το χορό; Αυτός είναι ο λόγος;» «Ασφαλώς όχι», απάντησε εκείνη αγανακτισμένα. «Είσαι σίγουρη;» την προκάλεσε εκείνος. «Νομίζεις ότι μ’ αυτό το παραμύθι θα με κάνεις να σε συνοδεύσω στην αυριανή εκδήλωση. Σε γελάσανε, γλύκα». Ο υπέρμετρος εγωισμός του ήταν άνω ποταμών. Τι ξιπασιά! Δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι η Σελένα ίσως να προτιμούσε κάποιον άλλον. Το μαύρο φρύδι του ανασηκώθηκε με έκπληξη κι η Σελένα συνειδητοποίησε με φρίκη ότι είχε εκφράσει φωναχτά τις σκέψεις της. Σοκαρίστηκε, αλλά δεν υποχώρησε. «Ε, λοιπόν, έτσι είναι», του είπε τολμηρά κι απομακρύνθηκε από κοντά του, επιστρέφοντας στο τζάκι. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω μπροστά από τη φωτιά. Η ζέστη από το τζάκι ήταν σχεδόν το ίδιο καυτή με το θυμό της. Δεν του άξιζε αυτού του κυρίου να αγαπηθεί. «Λυπάμαι, Νίκι», του είπε έπειτα από λίγο, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. «Δεν θέλω να τελειώσει άσχημα η σχέση μας. Ήσουν αληθινά υπέροχος… τον περισσότερο καιρό. Αχ, γλυκέ μου», αναστέναξε. «Εσύ είσαι ειδικός στους χωρισμούς. Έτσι γίνεται;» Ο Νίκολας κόντεψε να βάλει τα γέλια. «Δεν τα πας κι άσχημα γι’ αρχάρια, γλύκα». «Ωραία», είπε εκείνη κάπως πιο εύθυμα και διακινδύνευσε να του ρίξει ένα βλέμμα. Τον είδε να της χαμογελά πλατιά. Να πάρει! Ακόμη δεν έχαψε το παραμύθι της. «Μπορεί να μη με πιστεύεις, λόρδε Μοντάιθ, αλλά ο χρόνος θα δείξει – έτσι δεν είναι; Κοίτα μόνο μη σου ’ρθει κεραμίδα όταν με δεις με τον νέο μου συνοδό». Στράφηκε πάλι προς τη φωτιά και την επόμενη φορά που γύρισε προς το μέρος


του, ο Νίκολας είχε φύγει.


Κεφάλαιο 2 Η έπαυλη Μάλορι στην πλατεία Γκρόσβενορ ήταν κατάφωτη και οι περισσότεροι από τους ενοίκους της βρίσκονταν στα δωμάτιά τους και ετοιμάζονταν για το χορό του δούκα και της δούκισσας του Σέπφορντ. Οι υπηρέτες είχαν πολλές δουλειές κι έτρεχαν από τη μια άκρη της έπαυλης στην άλλη. Ο λόρδος Μάρσαλ ήθελε πιο κολλαριστό το λαιμοδέτη του. Η λαίδη Κλερ ήθελε να τσιμπήσει κάτι ελαφρύ. Από την αγωνία της δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Η λαίδη Νταϊάνα ήθελε λίγο ζεστό γάλα με κρασί, για να την ηρεμήσει. Ο Θεός να την έχει καλά, ήταν η πρώτη της σεζόν κι ο πρώτος της χορός· είχε δύο μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα της. Ο λόρδος Τράβις χρειαζόταν βοήθεια για να βρει το καινούριο του πουκάμισο με το φραμπαλά. Η λαίδη Έιμι απλώς είχε ανάγκη από κάποιον να της φτιάξει το κέφι. Ήταν η μοναδική στην οικογένεια που λόγω ηλικίας δεν μπορούσε να παρευρεθεί στο χορό, παρόλο που ήταν μασκέ και ούτως ή άλλως κανένας δεν θα την αναγνώριζε. Αχ, τι απαίσιο να είσαι δεκαπέντε χρόνων! Η λαίδη Ρετζίνα Άστον, ανιψιά του λόρδου Έντουαρντ Μάλορι και πρώτη ξαδέλφη του τσούρμου των παιδιών του, ήταν η μοναδική που ετοιμαζόταν για το χορό και δεν ήταν παιδί της οικογένειας. Φυσικά, η λαίδη Ρετζίνα είχε τη δική της υπηρέτρια, για να της φέρνει ό,τι χρειαζόταν, αλλά προφανώς εκείνη δεν το έκανε, αφού και οι δυο τους είχαν να εμφανιστούν πάνω από μία ώρα τώρα. Το σπίτι έσφυζε από ζωντάνια για ώρες. Ο λόρδος και η λαίδη Μάλορι είχαν ξεκινήσει τις προετοιμασίες πολύ νωρίτερα, αφού ήταν καλεσμένοι στο επίσημο δείπνο που δινόταν πριν από το χορό για λίγους κι εκλεκτούς. Είχαν φύγει πριν από μία ώρα και κάτι. Οι δύο αδελφοί Μάλορι θα συνόδευαν τις αδελφές και την ξαδέλφη τους. Αυτό ήταν μεγάλη ευθύνη για τους νεαρούς, καθώς ο ένας μόλις είχε αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο, ενώ ο άλλος φοιτούσε ακόμη. Ο Μάρσαλ Μάλορι δεν πέταγε και τη σκούφια του που θα συνόδευε τα θηλυκά της οικογένειας, ώσπου σήμερα, αναπάντεχα, μια φίλη είχε ζητήσει να πάει μαζί τους με την οικογενειακή άμαξα των Μάλορι. Θεόσταλτο δώρο για κείνον η επιθυμία της συγκεκριμένης κυρίας. Ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη φορά που την είχε αντικρίσει, πέρυσι, όταν ο Μάρσαλ είχε έρθει στο σπίτι για τις διακοπές. Τότε εκείνη δεν τον είχε ενθαρρύνει καθόλου. Τώρα όμως είχε τελειώσει το σχολείο, ήταν είκοσι ενός, ολόκληρος άνδρας. Μπορούσε ακόμα και να φτιάξει το δικό του σπιτικό, αν ήθελε. Τι υπέροχο που είχε ενηλικιωθεί επιτέλους! Και η λαίδη Κλερ την ηλικία της σκεφτόταν. Ήταν είκοσι ετών κι έτρεμε μόνο και


μόνο στη σκέψη. Ήταν η τρίτη της σεζόν κι ακόμη δεν είχε καταφέρει να βρει σύζυγο ή, έστω, μνηστήρα! Της είχαν γίνει προτάσεις, αλλά όχι κάποια σοβαρή. Ήταν αρκετά χαριτωμένη, ανοιχτόχρωμη, με λευκή επιδερμίδα, ανοιχτόχρωμα τα πάντα πάνω της. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Ήταν απλώς… χαριτωμένη. Δεν έφτανε ούτε στο ελάχιστο την εκπληκτική ομορφιά της ξαδέλφης της, της Ρετζίνα. Όποτε βρισκόταν δίπλα στην παρέα της μικρότερης κοπέλας, η Κλερ ήταν σαν να μην υπήρχε. Και το χειρότερο απ’ όλα, αυτή ήταν η δεύτερη σεζόν που θα έπρεπε να εμφανίζεται μαζί με τη Ρετζίνα. Η Κλερ έβγαζε καπνούς από τ’ αυτιά. Η ξαδέλφη της θα ’πρεπε ήδη να είχε παντρευτεί. Είχε ένα σωρό προτάσεις. Και όχι ότι η ίδια δεν το ήθελε. Έδειχνε να το θέλει πολύ, έδειχνε σχεδόν πιο απελπισμένα κι από την Κλερ να θέλει να νοικοκυρευτεί. Αλλά πότε με το ένα και πότε με το άλλο, όλες οι προτάσεις είχαν καταλήξει σε αδιέξοδο. Ακόμα και πέρυσι, στο γύρο της Ευρώπης, δεν είχε καταφέρει να βρει σύζυγο. Η Ρετζίνα είχε επιστρέψει την περασμένη εβδομάδα στο Λονδίνο, ψάχνοντας ακόμη. Χώρια που φέτος η Κλερ θα είχε να ανταγωνιστεί και την ίδια της την αδελφή, την Νταϊάνα. Αφού δεν είχε κλείσει ακόμη τα δεκαοκτώ, θα μπορούσαν να την είχαν αφήσει να περιμένει άλλη μία χρονιά προτού κάνει το ντεμπούτο της. Αλλά οι γονείς της πίστευαν ότι η Νταϊάνα ήταν αρκετά μεγάλη για να διασκεδάσει κι εκείνη λίγο. Ωστόσο, της είχαν απαγορεύσει ρητά να σκεφτεί σοβαρά οποιονδήποτε νεαρό. Τη θεωρούσαν πολύ μικρή για να παντρευτεί, αλλά μια χαρά την άφηναν να διασκεδάζει με την ψυχή της. Σε λίγο οι γονείς της θ’ άφηναν και τη δεκαπεντάχρονη Έιμι να βγει από τ’ αυγό της, όταν θα γινόταν δεκάξι, σκέφτηκε η Κλερ, φουντώνοντας ολοένα και περισσότερο. Το έβλεπε από τώρα να ’ρχεται! Του χρόνου, αν δεν είχε βρει ακόμη σύζυγο, δεν θα είχε ν’ ανταγωνιστεί μόνο την Νταϊάνα, αλλά και την Έιμι από πάνω. Η Έιμι ήταν πανέμορφη, όπως η Ρετζίνα, με τα σκούρα χρώματα που μόνο ελάχιστοι από τους Μάλορι είχαν. Η Κλερ έπρεπε να βρει σύζυγο αυτή τη σεζόν, πάση θυσία. Πού να το φανταστεί η Κλερ ότι έτσι ένιωθε και η όμορφη ξαδέλφη της. Η Ρετζίνα Άστον κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ενώ η υπηρέτριά της, η Μεγκ, της μάζευε ψηλά τα μακριά μαύρα μαλλιά της, για να κρύψει το μήκος τους και να τα κάνει να φαίνονται πιο κοντά, όπως ήταν της μόδας. Η Ρετζίνα δεν έβλεπε τα ελαφρώς σχιστά μάτια στο εκπληκτικό μπλε χρώμα του κοβάλτιου ή τα ελαφρώς σαρκώδη χείλη ή την ελαφρώς ολόλευκη επιδερμίδα της, που έκανε τόσο εντυπωσιακή αντίθεση με τα μαύρα της μαλλιά και τις μακριές κατάμαυρες βλεφαρίδες της. Το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν άνδρες, ολόκληρη παρέλαση ανδρών, στρατιές ανδρών, Γάλλους, Ελβετούς, Αυστριακούς, Ιταλούς, Άγγλους, κι αναρωτιόταν γιατί δεν είχε παντρευτεί ακόμη. Σίγουρα όχι επειδή δεν είχε προσπαθήσει αρκετά. Η Ρέτζι, όπως τη φώναζαν πάντα, είχε να διαλέξει ανάμεσα σε τόσο πολλούς άνδρες που ένιωθε πραγματικά ντροπή. Τουλάχιστον με καμιά δωδεκαριά από


αυτούς τους άνδρες θα μπορούσε σίγουρα να ζήσει ευτυχισμένη. Καμιά δωδεκαριά απ’ αυτούς είχε πιστέψει πως τους είχε ερωτευτεί κι άλλοι τόσοι απλώς δεν της έκαναν για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Αυτοί που έκαναν στη Ρέτζι δεν έκαναν στους θείους της. Αχ, αυτά ήταν τα μειονεκτήματα να έχει τέσσερις θείους που τη λάτρευαν! Κι εκείνη τους λάτρευε, όμως, και τους τέσσερις. Ο Τζέισον, σαράντα πέντε ετών, είχε γίνει από τα δεκάξι του ο αρχηγός της οικογένειας, υπεύθυνος για τους τρεις αδελφούς και τη μονάκριβη αδελφή του, τη μητέρα της Ρέτζι. Ο Τζέισον έπαιρνε σοβαρά τις ευθύνες του· ώρες ώρες υπερβολικά σοβαρά. Ήταν ένας πολύ σοβαρός άνδρας. Ο Έντουαρντ ήταν ακριβώς το αντίθετο, ευχάριστος, μες στην καλή χαρά, καλόβολος, ανεκτικός. Ένα χρόνο μικρότερος από τον Τζέισον, ο Έντουαρντ είχε παντρευτεί τη θεία Σάρλοτ στα είκοσι δύο του, πολύ πιο γρήγορα από τον αδελφό του. Είχε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Ο ξάδελφός της, ο Τράβις, δεκαεννιά ετών, ήταν στην ηλικία της Ρέτζι κι ο μεσαίος από τα αδέλφια του. Έπαιζαν μαζί συνέχεια, παρέα με τον μονάκριβο γιο του θείου Τζέισον. Η μητέρα της Ρέτζι, η Μελίσα, ήταν πολύ μικρότερη από τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς της, σχεδόν επτά χρόνια. Αλλά δύο χρόνια μετά τη Μελίσα είχε γεννηθεί ο Τζέιμς. Ο Τζέιμς ήταν ο ατίθασος αδελφός, εκείνος που τα έγραψε όλα στα παλιά του τα παπούτσια και τράβηξε τον δικό του δρόμο. Ήταν τριάντα πέντε ετών πια και υποτίθεται ότι κανένας δεν έπρεπε να αναφέρει ούτε τ’ όνομά του. Για τον Τζέισον και τον Έντουαρντ, ο Τζέιμς δεν υπήρχε. Αλλά η Ρέτζι τον αγαπούσε ακόμη, παρά τα τρομερά κρίματά του. Της έλειπε υπερβολικά και πήγαινε να τον βλέπει κρυφά. Τα προηγούμενα εννιά χρόνια τον είχε δει μόνο έξι φορές, κι από την τελευταία φορά είχαν περάσει πάνω από δύο χρόνια. Ο Άντονι, για να λέμε την αλήθεια, ήταν ο αγαπημένος της θείος. Επίσης, ήταν ο μοναδικός εκτός από τη Ρέτζι, την Έιμι και τη μητέρα της Ρέτζι που είχε τα μαύρα μαλλιά και τα μάτια του κοβάλτιου της προπρογιαγιάς της, η οποία ψιθυριζόταν πως ήταν τσιγγάνα. Φυσικά, κανένας στην οικογένεια δεν θα επιβεβαίωνε ποτέ ένα τέτοιο σκανδαλώδες γεγονός. Ίσως τον αγαπούσε πιο πολύ επειδή ήταν τόσο ξέγνοιαστος, όπως και η ίδια. Ο Άντονι, τριάντα τεσσάρων ετών και ο βενιαμίν της οικογένειας, ήταν περισσότερο αδελφός της, παρά θείος της. Επίσης, το πιο αστείο ήταν πως είχε τη φήμη μεγάλου γυναικά στην υψηλή κοινωνία από τότε που ο Τζέιμς είχε εγκαταλείψει το Λονδίνο. Αλλά ενώ ο Τζέιμς μπορούσε να γίνει αδίστακτος, έχοντας πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του Τζέισον, ο Άντονι είχε πάρει μερικές από τις αρετές του Έντουαρντ. Ήταν σωστός λεβέντης και τρομερός γόης. Δεν του καιγόταν καρφάκι τι γνώμη είχαν οι άλλοι γι’ αυτόν, αλλά με τον δικό του τρόπο έκανε το παν για να ευχαριστήσει όποιον ήταν σημαντικός για κείνον.


Η Ρέτζι χαμογέλασε. Παρά τις ερωμένες και τους εκκεντρικούς φίλους του, τα σκάνδαλα που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια στη ζωή του, τις μονομαχίες που είχε δώσει, τα εξωφρενικά στοιχήματα που είχε βάλει, για τη Ρέτζι ο Άντονι ήταν ο πιο αξιαγάπητος υποκριτής. Αν κάποιο από τα παλιόμουτρα τους φίλους του τολμούσε να της ρίξει έστω και μια λοξή ματιά, τότε ο Άντονι τον προκαλούσε αμέσως σε μονομαχία. Ακόμα και οι πιο διεστραμμένοι φίλοι του είχαν μάθει να κρύβουν τις σκέψεις τους όταν η Ρέτζι επισκεπτόταν το θείο της και να περιορίζονται απλώς σε αθώα πειράγματα. Αν ο θείος Τζέισον μάθαινε ποτέ ότι είχε βρεθεί έστω στο ίδιο δωμάτιο με μερικούς από τους άνδρες που εκείνη είχε γνωρίσει, θα έπεφταν κεφάλια, και συγκεκριμένα το κεφάλι του Τόνι. Αλλά ο Τζέισον δεν το έμαθε ποτέ και, μόλο που ο Έντουαρντ το υποψιαζόταν, δεν ήταν τόσο αυστηρός όσο ο αδελφός του. Και οι τέσσερις θείοι της την ένιωθαν κόρη τους και όχι μόνο ανιψιά τους, επειδή την είχαν αναθρέψει όλοι μαζί από τότε που πέθαναν οι γονείς της κι εκείνη ήταν μόλις δύο ετών. Κι όταν έγινε έξι ετών, άρχισαν στην κυριολεξία να τη μοιράζονται. Μέχρι τότε ο Έντουαρντ είχε μετακομίσει στο Λονδίνο, όπως και ο Τζέιμς με τον Άντονι. Οι τρεις τους εκείνη την εποχή είχαν μαλώσει άγρια με τον Τζέισον, ο οποίος επέμενε να την κρατήσει στην εξοχή. Τελικά ο Τζέισον υποχώρησε και την άφησε να μένει έξι μήνες το χρόνο με τον Έντουαρντ, έχοντας ωστόσο τη δυνατότητα να βλέπει συχνά και τους δύο μικρότερους θείους της. Στα έντεκά της, ο Άντονι θεώρησε πως ήταν αρκετά μεγάλος πια για να διεκδικήσει να περνά τον ίδιο χρόνο μαζί της. Του επέτρεψαν να την παίρνει μαζί του τους καλοκαιρινούς μήνες, οι οποίοι προορίζονταν μόνο για παιχνίδι. Κι εκείνος με μεγάλη του ευχαρίστηση θυσίαζε το εργένικο σπίτι του μετατρέποντάς το κάθε χρόνο σ’ ένα ζεστό σπιτικό. Αυτό γινόταν εύκολα, αφού μαζί με τη Ρέτζι κατέφθαναν η υπηρέτρια, η γκουβερνάντα και η παιδαγωγός της. Ο Άντονι κι η Ρέτζι έτρωγαν δύο βράδια την εβδομάδα μαζί με τον Έντουαρντ και την οικογένειά του. Κι όμως, όλη αυτή η οικογενειακή ζωή δεν γέννησε ποτέ στον Άντονι την επιθυμία να παντρευτεί. Ήταν ακόμη εργένης. Από τότε που η Ρέτζι έκανε το ντεμπούτο της στην κοσμική κοινωνία, δεν ήταν πλέον σωστό να περνά κάποιους μήνες του χρόνου μαζί του, και γι’ αυτό δεν τον έβλεπε τακτικά. Τέλος πάντων, σκέφτηκε, σύντομα θα παντρευόταν. Δεν καιγόταν κιόλας. Θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να διασκεδάσει μερικά χρονάκια ακόμη. Όμως αυτό ήθελαν οι θείοι της. Φαντάζονταν ότι η Ρέτζι ήθελε να βρει τον κατάλληλο σύζυγο και να κάνει οικογένεια. Αυτό δεν ήθελαν όλες οι κοπέλες; Πράγματι, είχε γίνει και μια μάζωξη για το θέμα αυτό. Αν κι εκείνη είπε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμη να αφήσει την αγκαλιά της οικογένειάς της, ωστόσο οι καλές προθέσεις των θείων της έκαμψαν τις αντιρρήσεις της και την έκαναν, στο τέλος, να ενδώσει. Από εκείνη τη μέρα είχε βάλει τα δυνατά της να τους ευχαριστήσει, επειδή τους αγαπούσε όλους πάρα πολύ. Παρουσίαζε τον έναν υποψήφιο γαμπρό μετά τον άλλο, αλλά πότε ο ένας θείος και πότε ο άλλος έβρισκαν σε όλους ψεγάδια. Εκείνη


συνέχισε την αναζήτηση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά μέχρι τότε είχε βαρεθεί αφάνταστα πια να κοιτά με κριτικό μάτι κάθε άνδρα που γνώριζε. Δεν μπορούσε να κάνει φίλους. Δεν μπορούσε να διασκεδάσει. Έπρεπε να περνάει κάθε άνδρα από ψιλό κόσκινο. Είχε τη στόφα του συζύγου; Ήταν ο ένας και μοναδικός, που θα ενέκριναν όλοι οι θείοι της; Άρχιζε να πιστεύει ότι δεν υπήρχε τέτοιος άνδρας και χρειαζόταν απελπισμένα ένα διάλειμμα απ’ αυτή την ψυχαναγκαστική αναζήτηση. Ήθελε να δει τον θείο Τόνι, γιατί ήταν ο μόνος που θα την καταλάβαινε και θα μεσολαβούσε για χάρη της στον Τζέισον. Όταν όμως η Ρέτζι επέστρεψε στο Λονδίνο, ο Τόνι είχε φύγει για να επισκεφτεί ένα φίλο του στην εξοχή και μέχρι χθες το βράδυ δεν είχε επιστρέψει ακόμη. Η Ρέτζι είχε περάσει δύο φορές από το σπίτι του εκείνη τη μέρα, αλλά ο Τόνι έλειπε και τις δύο, κι έτσι του άφησε ένα σημείωμα. Σίγουρα θα το είχε λάβει μέχρι τώρα. Γιατί λοιπόν δεν είχε έρθει; Και ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις, άκουσε μια άμαξα να σταματά μπροστά στο σπίτι. Η Ρέτζι γέλασε, με έναν χαρούμενο, μελωδικό ήχο. «Επιτέλους!» «Τι;» ήθελε να μάθει η Μεγκ. «Δεν τελείωσα ακόμη. Σε πληροφορώ ότι δεν είναι τόσο εύκολο να συμμαζευτούν όλα αυτά τα μαλλιά. Επιμένω ότι πρέπει να τα κόψεις. Θα γλιτώσουμε κι οι δύο μας χρόνο». «Μη χολοσκάς, Μεγκ». Η Ρέτζι πετάχτηκε πάνω, ρίχνοντας μερικές φουρκέτες στο πάτωμα. «Ήρθε ο θείος Τόνι». «Για μια στιγμή, πού νομίζεις ότι πας έτσι;» ρώτησε η Μεγκ εξοργισμένη. Αλλά η Ρέτζι την αγνόησε και όρμησε έξω από το δωμάτιό της. Άκουσε πίσω της τη Μεγκ να της φωνάζει: «Ρετζίνα Άστον!», αλλά δεν έδωσε σημασία. Έφτασε τρέχοντας στη σκάλα που οδηγούσε στο κυρίως χολ του ισογείου, αλλά τότε συνειδητοποίησε πόσο λίγα ρούχα φορούσε και σταμάτησε. Τραβήχτηκε γρήγορα πίσω από τη γωνία, για να κρυφτεί, αποφασισμένη να μη φύγει αν δεν ακούσει τη φωνή του θείου της. Όμως δεν την άκουσε. Αντ’ αυτού, άκουσε μια γυναικεία φωνή και, κρυφοκοιτάζοντας διστακτικά από τη γωνία, απογοητεύτηκε φρικτά όταν είδε τον μπάτλερ να υποδέχεται μια κυρία και όχι τον θείο Τόνι. Αναγνώρισε τη γυναίκα, ήταν η λαίδη Αποτέτοια, που την είχε συναντήσει η Ρέτζι στο Χάιντ Παρκ λίγες μέρες νωρίτερα. Όχου πια! Πού στο καλό ήταν ο Τόνι; Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Μεγκ γράπωσε το μπράτσο τής Ρέτζι και την έσυρε πίσω στο διάδρομο. Η Μεγκ είχε πάρει πολύ θάρρος, χωρίς αμφιβολία, αλλά αυτό δεν ήταν άξιο απορίας, αφού ζούσε μαζί της όσο ζούσε κι η γκουβερνάντα της, η Τες, δηλαδή πάντα. «Πού ξανακούστηκε να στέκεσαι εκεί έξω με τα εσώρουχα!» την κατσάδιασε η Μεγκ και την έσπρωξε να καθίσει πάλι στο σκαμπό μπροστά στη μικρή τουαλέτα. «Έτσι σε μάθαμε εμείς;»


«Νόμιζα πως ήταν ο θείος Τόνι». «Δεν ακούω τίποτα. Είσαι αδικαιολόγητη». «Το ξέρω, αλλά πρέπει να τον δω απόψε. Και ξέρεις το λόγο, Μεγκ. Είναι ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει. Θα γράψει στον θείο Τζέισον και τότε επιτέλους θα μπορέσω να χαλαρώσω λίγο». «Και τι νομίζεις ότι μπορεί να πει στο μαρκήσιο που να σε ωφελήσει;» Η Ρέτζι έσκασε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά της. «Θα προτείνω να μου βρουν εκείνοι σύζυγο». Η Μεγκ κούνησε το κεφάλι της κι αναστέναξε. «Δεν θα σ’ αρέσει ο άνδρας που θα σου διαλέξουν εκείνοι, κοριτσάκι μου». «Μπορεί. Αλλά πολύ απλά δεν με νοιάζει πια», επέμεινε εκείνη. «Ωραία θα ήταν να μπορώ να διαλέξω μόνη μου το σύζυγό μου, αλλά, όπως ανακάλυψα πολύ γρήγορα, η δική μου επιλογή δεν έχει καμία σημασία, αν δεν αρέσει σ’ εκείνους. Κυκλοφορώ έναν ολόκληρο χρόνο τώρα, πηγαίνω τόσο συχνά σε καλέσματα, κοσμικές εκδηλώσεις και χορούς που ήδη τα έχω σιχαθεί. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα έλεγα τέτοιο πράγμα. Δεν έβλεπα την ώρα να χορέψω στον πρώτο μου χορό». «Είναι λογικό, αγάπη μου», την καθησύχασε η Μεγκ. «Το μόνο που ζητάω είναι να με καταλάβει ο θείος Τόνι και να θελήσει να με βοηθήσει. Το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω στην εξοχή και να ζήσω ήρεμα ξανά, με ή χωρίς σύζυγο. Αν έβρισκα απόψε τον κατάλληλο άνδρα, θα τον παντρευόμουν αύριο κιόλας. Θα έκανα τα πάντα για να γλιτώσω απ’ αυτές τις κοσμικές σάχλες. Αλλά μια και γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει, το καλύτερο που έχω να κάνω είναι ν’ αφήσω τους θείους μου να τον βρουν. Κι επειδή τους ξέρω, θα τους πάρει χρόνια. Δεν μπορούν ποτέ να συμφωνήσουν σε τίποτα, το ξέρεις κι εσύ. Και στο μεταξύ εγώ θα γυρίσω σπίτι στο Χέιβερστον». «Εγώ πάντως δεν βλέπω τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ο θείος σου, ο Τόνι, και δεν μπορείς να το κάνεις μόνη σου. Αφού δεν τον φοβάσαι το μαρκήσιο. Τον σέρνεις από τη μύτη όποτε θέλεις. Τόσες φορές δεν το έχεις κάνει; Πες του απλώς πόσο δυστυχισμένη είσαι κι αυτός…» «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!» αναφώνησε η Ρέτζι. «Ποτέ δεν θα μπορούσα ν’ αφήσω τον θείο Τζέισον να πιστέψει ότι μ’ έχει κάνει δυστυχισμένη. Δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του!» «Είσαι πολύ καλόκαρδη και δεν θα σου βγει σε καλό, κοριτσάκι μου», γκρίνιαξε η Μεγκ. «Επομένως, τι θα κάνεις, θα συνεχίσεις να ζεις δυστυχισμένη;» «Όχι. Να, βλέπεις, γι’ αυτό θέλω πρώτα ο θείος Τόνι να γράψει στον θείο Τζέισον. Αν του έγραφα εγώ κι εκείνος εξακολουθούσε να επιμένει να μείνω εδώ, ποια θα ήταν η θέση μου; Αν όμως περιφρονήσει το γράμμα του Τόνι, τότε θα ξέρω ότι αυτό το κόλπο δεν θα πιάσει και θα έχω ακόμη την ευκαιρία να σκεφτώ κάτι άλλο». «Τέλος πάντων, είμαι σίγουρη ότι θα δεις τον λόρδο Άντονι απόψε στο χορό». «Μπα. Σιχαίνεται τους χορούς. Ούτε νεκρός δεν θα ερχόταν, ακόμα κι αν ήταν για


χάρη μου. Όχου πια! Μάλλον θα πρέπει να περιμένω μέχρι αύριο το πρωί». Τότε η Μεγκ συνοφρυώθηκε και κοίταξε αλλού. «Τι; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;» απαίτησε να μάθει η Ρέτζι. Η Μεγκ ανασήκωσε τους ώμους της. «Να… μόνο ότι ο λόρδος Άντονι μάλλον θα έχει φύγει ως αύριο το πρωί και δεν αναμένεται να επιστρέψει για τις επόμενες τρεις με τέσσερις μέρες. Αλλά, φαντάζομαι ότι μπορείς να κάνεις υπομονή για τόσο λίγο». «Ποιος είπε ότι θα φύγει;» «Κρυφάκουσα τον λόρδο Έντουαρντ που έλεγε στη γυναίκα του ότι ο μαρκήσιος τον κάλεσε. Θα θέλει πάλι να του τα ψάλλει ένα χεράκι για τίποτα φασαρίες που πήγε κι έμπλεξε». «Όχι!» είπε κι ύστερα ρώτησε αποκαρδιωμένα: «Λες να έχει φύγει ήδη;» «Μπα, δεν νομίζω». Η Μεγκ χαμογέλασε πλατιά. «Σιγά μην τρέξει του σκοτωμού ο μασκαράς να τον κατσαδιάσει ο μεγαλύτερος αδελφός του. Είμαι σίγουρη πως θ’ αναβάλει την αναχώρησή του όσο περισσότερο γίνεται». «Τότε πρέπει να τον δω απόψε. Είναι η τέλεια ευκαιρία. Καλύτερα να πείσει τον θείο Τζέισον αυτοπροσώπως παρά μ’ ένα γράμμα». «Μα δεν μπορείς να πας τώρα στο σπίτι του λόρδου Άντονι», διαμαρτυρήθηκε η Μεγκ. «Κοντεύει η ώρα να φύγετε για το χορό». «Τότε βοήθα με να ντυθώ γρήγορα. Το σπίτι του Τόνι απέχει μόνο μερικά τετράγωνα από δω. Θα πάρω την άμαξα και θα έχω γυρίσει προτού ετοιμαστούν τα ξαδέλφια μου να φύγουν». Στην πραγματικότητα, οι υπόλοιποι ήταν ήδη έτοιμοι και την περίμεναν όταν κατέβηκε με φούρια τα σκαλιά μερικά λεπτά αργότερα. Η Ρέτζι ταράχτηκε όταν τους είδε, αλλά δεν αποθαρρύνθηκε. Πήρε παράμερα τον μεγάλο ξάδελφό της και μπήκαν στη σάλα, χαιρετώντας τους άλλους βιαστικά μ’ ένα χαμόγελο. «Μάρσαλ, ειλικρινά σιχαίνομαι που σ’ το ζητάω, αλλά πρέπει να δανειστώ την άμαξα για μερικά λεπτά προτού φύγουμε όλοι μαζί». «Τι πράγμα;» Η Ρέτζι το είχε πει ψιθυριστά, αλλά εκείνος μίλησε τόσο δυνατά, που έκανε όλα τα μάτια να στραφούν επάνω τους. Η Ρέτζι αναστέναξε. «Σιγά, Μάρσαλ, δεν είναι ανάγκη να κάνεις λες και σου ζήτησα κάτι τρελό». Ο Μάρσαλ, καταλαβαίνοντας ότι τους κοιτούσαν όλοι και τρομαγμένος από τη στιγμιαία έλλειψη ψυχραιμίας που επέδειξε, μάζεψε όση αξιοπρέπεια του είχε απομείνει και είπε με όση λογική μπορούσε να επιστρατεύσει: «Ήδη σε περιμένουμε δέκα λεπτά και τώρα μου λες ότι θα μας αφήσεις να περιμένουμε κι άλλο;» Ακούστηκαν άλλες τρεις κραυγές αγανάκτησης εναντίον της, αλλά η Ρέτζι δεν μπήκε στον κόπο να ρίξει ούτε μία ματιά στα υπόλοιπα ξαδέλφια της. «Δεν θα το ζητούσα αν δεν ήταν σημαντικό, Μάρσαλ. Δεν θα κάνω πάνω από μισή ώρα… Τέλος πάντων, σίγουρα όχι πάνω από μία ώρα. Πρέπει να δω τον θείο Άντονι». «Όχι, όχι, όχι!» Αυτό ακούστηκε από την Νταϊάνα, που σπανίως ύψωνε τη φωνή


της. «Πώς μπορείς να φέρεσαι τόσο επιπόλαια, Ρέτζι; Δεν είναι καθόλου του χαρακτήρα σου. Θ’ αργήσουμε εξαιτίας σου! Κανονικά έπρεπε τώρα να φεύγουμε». «Μπούρδες!» αντιγύρισε η Ρέτζι. «Μήπως θέλετε να είστε οι πρώτοι που θα πάτε;» «Ούτε κι οι τελευταίοι πάντως», σιγοντάρισε νευριασμένα η Κλερ. «Ο χορός αρχίζει σε μισή ώρα και πάνω κάτω τόσο θα μας πάρει ώσπου να φτάσουμε. Ποιος είναι αυτός ο τόσο σημαντικός λόγος για τον οποίο πρέπει να δεις τώρα τον θείο Άντονι;» «Είναι προσωπικό. Και δεν μπορεί να περιμένει. Αύριο πρωί πρωί φεύγει για το Χέιβερστον και, αν δεν πάω αμέσως να τον βρω, δεν θα μπορέσω να του μιλήσω». «Μέχρι να επιστρέψει», αντιγύρισε η Κλερ. «Γιατί δεν μπορεί να περιμένει μέχρι τότε;» «Επειδή δεν μπορεί». Βλέποντας τα ξαδέλφια της να έχουν κάνει μέτωπο εναντίον της, και τη λαίδη Αποτέτοια να την κοιτάζει εξίσου εκνευρισμένη, η Ρέτζι υποχώρησε. «Όχου, πολύ καλά. Θα συμβιβαστώ μ’ ένα μισθωμένο μόνιππο ή παλανκίνο, Μάρσαλ, αν στείλεις κάποιον από τους υπηρέτες να μου φέρει ένα. Και μόλις τελειώσω, θα έρθω στο χορό να σας βρω». «Ούτε να το συζητάς». Ο Μάρσαλ είχε ενοχληθεί. Ένιωθε ότι η ξαδέλφη του προσπαθούσε να τον μπλέξει σε μια ανοησία για την οποία ο ίδιος, ως μεγαλύτερος, θα έβρισκε τον μπελά του αργότερα. Ε, μα τον Θεό, δεν θα της έκανε τη χάρη αυτή τη φορά. Ήταν μεγαλύτερος και σοφότερος τώρα, κι η Ρέτζι δεν μπορούσε πια να τον τουμπάρει όπως έκανε παλιά. Και της απάντησε ανυποχώρητα: «Μισθωμένο μέσο; Νυχτιάτικα; Είναι επικίνδυνο και το ξέρεις, Ρέτζι». «Μπορεί να έρθει ο Τράβις μαζί μου». «Μα ο Τράβις δεν θέλει», έσπευσε να απαντήσει ο περί ου ο λόγος συνοδός. «Και μην κάνεις τον κόπο να με κοιτάς έτσι με τα μωρουδίστικα μπλε μάτια σου, Ρέτζι. Ούτ’ εγώ σκοπεύω ν’ αργήσω στο χορό». «Σε παρακαλώ, Τράβις». «Όχι». Η Ρέτζι κοίταξε όλα εκείνα τ’ ανάλγητα πρόσωπα. Δεν θα έκανε πίσω όμως. «Τότε δεν θα πάω στο χορό. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελα να πάω». «Α, όχι». Ο Μάρσαλ κούνησε αυστηρά το κεφάλι του. «Σε ξέρω καλά, ξαδελφούλα. Μόλις φύγουμε εμείς, θα βγεις κρυφά και θα πας με τα πόδια μέχρι του θείου Άντονι. Ο πατέρας θα με σκοτώσει». «Μην ανησυχείς κι έχω μια στάλα μυαλό, Μάρσαλ», τον διαβεβαίωσε σαρκαστικά εκείνη. «Θα στείλω κι άλλο μήνυμα στον Τόνι και θα περιμένω να έρθει εκείνος εδώ». «Κι αν δεν έρθει;» επεσήμανε ο Μάρσαλ. «Έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να έρχεται όποτε τον θες εσύ. Μπορεί να μην είναι καν στο σπίτι. Όχι. Θα έρθεις μαζί μας και τέρμα η συζήτηση». «Δεν έρχομαι».


«Θα έρθεις!» «Μπορεί να πάρει τη δική μου άμαξα». Όλα τα μάτια στράφηκαν στην καλεσμένη. «Ο οδηγός κι ο συνοδός μου είναι πολλά χρόνια μαζί μου, και τους εμπιστεύομαι. Θα την πάνε με ασφάλεια όπου θέλει κι ύστερα θα τη φέρουν στο χορό». Το χαμόγελο της Ρέτζι τούς τύφλωσε. «Τέλεια! Πραγματικά με σώζεις, λαίδη…;» «Έντινγκτον», απάντησε η γυναίκα. «Γνωριστήκαμε τις προάλλες». «Ναι, στο πάρκο. Θυμάμαι. Μόνο που δεν συγκρατώ ονόματα, με τόσο πολλά άτομα που γνώρισα πέρυσι. Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω». «Μην το συζητάς. Χαίρομαι που μπόρεσα να βοηθήσω». Κι η Σελένα χαιρόταν. Επιτέλους θα έφευγαν, για όνομα του Θεού. Είχε ήδη αναγκαστεί να δεχτεί να τη συνοδεύσει ο Μάρσαλ Μάλορι στο χορό της χρονιάς. Αλλά ήταν ο μοναδικός από τους δώδεκα άνδρες στους οποίους είχε στείλει σημείωμα που δεν την είχε αποφεύγει προφασιζόμενος διάφορα. Ο Μάλορι, μικρότερός της, ήταν η τελευταία της λύση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε βρεθεί κι από πάνω μπλεγμένη στον οικογενειακό καβγά, εξαιτίας αυτού του μυξιάρικου. «Ορίστε, Μάρσαλ», είπε τώρα η Ρέτζι. «Δεν μπορεί να έχεις αντίρρηση τώρα». «Όχι, μάλλον όχι», αποκρίθηκε με μισή καρδιά εκείνος. «Να θυμάσαι όμως ότι είπες πως θα κάνεις μόνο μισή ώρα, ξαδέλφη. Το καλό που σου θέλω να είσαι στο σπίτι των Σέπφορντ προτού καταλάβει ο πατέρας ότι λείπεις. Αλλιώς θα βρούμε τον μπελά μας, και το ξέρεις».


Κεφάλαιο 3 «Μα το εννοώ, Τόνι!» αναφώνησε η Ρέτζι και τον κοίταξε επίμονα από την άλλη άκρη του καθιστικού. «Πώς μπορείς να μ’ αμφισβητείς; Σου λέω ότι επείγει, Τόνι». Ήταν ο μοναδικός από τους θείους της που επέμενε να τον φωνάζει με το μικρό του όνομα. Η Ρέτζι είχε αναγκαστεί να τον περιμένει επί είκοσι λεπτά ώσπου να συνέλθει από τον ύπνο. Είχε περάσει όλη τη μέρα στη λέσχη του πίνοντας και χαρτοπαίζοντας, κι ύστερα είχε έρθει στο σπίτι και είχε πέσει ξερός για ύπνο. Χώρια που είχε σπαταλήσει άλλα δέκα λεπτά προσπαθώντας να τον πείσει ότι σοβαρολογούσε. Τα τριάντα λεπτά της είχαν ήδη λήξει κι εκείνη μόλις που είχε αρχίσει. Ο Μάρσαλ θα τη σκότωνε. «Έλα τώρα, ψιψίνα μου. Δεν θα έκλεινες ούτε βδομάδα στην εξοχή και θ’ άρχιζε να σου λείπει το παλιό, καλό ζωντανό Λονδίνο. Αν έχεις ανάγκη από ένα διάλειμμα, πες στον μικρό Έντι ότι είσαι άρρωστη ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Λίγες μέρες να μείνεις κλεισμένη στο δωμάτιό σου και θα μ’ ευγνωμονείς που τώρα δεν σε παίρνω στα σοβαρά». «Μα δεν έκανα και τίποτε άλλο πέρυσι εκτός από το να πηγαίνω σε γιορτές», συνέχισε αποφασιστικά η Ρέτζι. «Εγώ δεν ταξίδευα από χώρα σε χώρα, αλλά από κάλεσμα σε κάλεσμα. Και δεν είναι μόνο ότι μ’ έχει κουράσει όλη αυτή η ασταμάτητη διασκέδαση, Τόνι. Αυτή θα μπορούσα άνετα να την αντέξω. Ούτε λέω ότι θα περάσω όλη τη σεζόν στο Χέιβερστον, μόνο λίγες εβδομάδες, ίσα να ανακτήσω δυνάμεις. Το κυνήγι του συζύγου μ’ εξοντώνει. Αλήθεια σ’ το λέω». «Μα δεν είπε κανένας να παντρευτείς τον πρώτο άνδρα που θα γνωρίσεις, ψιψίνα μου», αποκρίθηκε λογικά ο Άντονι. «Τον πρώτο; Έχω γνωρίσει εκατοντάδες, Τόνι. Και, αν θες να ξέρεις, με λένε παγοκολόνα». «Ποιος το λέει αυτό, για όνομα του Θεού;» «Μου ταιριάζει απολύτως. Έχω γίνει ψυχρή και δηκτική. Αναγκαστικά, αφού αρνούμαι να ενθαρρύνω έναν άνδρα που δεν έχει την παραμικρή ελπίδα». «Τι στον κόρακα εννοείς;» απαίτησε να μάθει ο Άντονι κοφτά. «Προσέλαβα τον σερ Τζον Ντόντσλεϊ πολύ καιρό προτού τελειώσει η περσινή σεζόν». «Αυτό το παλιοτόμαρο; Για να κάνει τι;» «Για, εμ, σύμβουλό μου, τρόπος του λέγειν», ομολόγησε εκείνη. «Αυτό το παλιοτόμαρο, που λες εσύ, γνωρίζει τους πάντες. Κι όχι μόνο. Γνωρίζει επίσης τα πάντα για τους πάντες. Όταν κι ο έκτος υποψήφιος που παρουσίασα σ’ εσένα και τ’


αδέλφια σου δεν κατάφερε να πάρει την έγκρισή σας, ένιωσα ότι δεν υπήρχε λόγος να περάσουμε ούτε εγώ ούτε εκείνοι οι άντρες την ίδια απογοήτευση μία φορά ακόμα. Γι’ αυτό πλήρωσα τον Ντόντσλεϊ για να παρακολουθεί κάθε γνωριμία που έκανα. Είχε μια λίστα με όλα όσα εσύ και τ’ αδέλφια σου μπορεί να βρίσκατε στραβά σ’ έναν άνδρα και μου κουνούσε αρνητικά το κεφάλι σχεδόν σε καθέναν που γνώριζα. Έτσι μπορεί να γλίτωσα χρόνο κι απογοήτευση, αλλά μου κόλλησαν αυτό το περίεργο παρατσούκλι. Είναι αδύνατον, Τόνι. Η μια επιλογή μου ικανοποιεί τον Τζέισον, αλλά όχι εσένα… Η άλλη αρέσει σ’ εσένα, αλλά όχι στον Έντουαρντ. Ευτυχώς που δεν είναι κι ο θείος Τζέιμς εδώ, να μας πει κι αυτός τη γνώμη του. Δεν υπάρχει άνδρας σ’ ολόκληρο τον πλανήτη που να σας ικανοποιεί όλους». «Αυτό είναι γελοίο», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Μπορώ να σου αραδιάσω έτσι πρόχειρα καμιά ντουζίνα άνδρες που θα ήταν ιδανικοί». «Θα ήταν άραγε, Τόνι;» τον ρώτησε ήρεμα εκείνη. «Θα ήθελες στ’ αλήθεια να παντρευτώ κάποιον απ’ αυτούς;» Εκείνος πήρε θιγμένο ύφος, αλλά ξαφνικά χαμογέλασε πλατιά. «Όχι, μάλλον όχι». «Βλέπεις λοιπόν σε τι δύσκολη θέση βρίσκομαι;» «Μα, εσύ η ίδια δεν θέλεις να παντρευτείς, ψιψίνα μου;» «Ασφαλώς και θέλω. Κι είμαι σίγουρη ότι ο άνδρας που θα μου βρείτε θα με κάνει πολύ ευτυχισμένη». «Τι πράγμα;» Την αγριοκοίταξε. «Α, όχι. Δεν θα ρίξεις σ’ εμένα αυτή την ευθύνη, Ρέτζι». «Εντάξει λοιπόν», συμφώνησε εκείνη. «Θ’ αφήσουμε τον θείο Τζέισον ν’ αποφασίσει». «Μη λες χαζομάρες. Αυτός θα σε πάντρευε μ’ έναν τύραννο σαν και του λόγου του». «Έλα τώρα, Τόνι, ξέρεις ότι δεν είναι αλήθεια αυτό». Του χαμογέλασε πλατιά. «Πάντως δεν απέχει και πολύ», γκρίνιαξε εκείνος. «Έτσι, όμως, τουλάχιστον δεν θ’ αναγκάζομαι να κάνω ολόκληρη αξιολόγηση σε κάθε άνδρα που γνωρίζω. Θέλω να διασκεδάσω ξανά, να μπορώ να μιλήσω μ’ έναν άνδρα χωρίς να πρέπει να τον περάσω από ψιλό κόσκινο, να χορέψω μαζί του χωρίς ν’ αναρωτιέμαι αν κάνει για σύζυγος. Έχω φτάσει στο σημείο ν’ αναρωτιέμαι για κάθε άνδρα που βλέπω αν θα μπορούσα να τον παντρευτώ, αν θα μπορούσα να τον αγαπήσω, αν θα είναι τόσο καλός και τρυφερός μαζί μου όσο…» Σταμάτησε, κοκκινίζοντας. «Όσο;» την προέτρεψε εκείνος. «Όχου, εντάξει, ας το πάρει το ποτάμι», απάντησε εκείνη αναστενάζοντας. «Κάθε άνδρα που γνωρίζω τον συγκρίνω μ’ εσένα και με τους άλλους θείους μου. Δεν γίνεται να το αποφύγω. Εύχομαι σχεδόν να μη μ’ αγαπούσατε όλοι τόσο πολύ. Μ’ έχετε παραχαϊδέψει σε υπερβολικό βαθμό. Θέλω ο άνδρας που θα παντρευτώ να είναι ένας συνδυασμός όλων σας».


«Χριστέ μου, τι κακό σού έχουμε κάνει;» Ήταν έτοιμος να σκάσει στα γέλια κι η Ρέτζι θύμωσε. «Το βρίσκεις αστείο; Εμ, βέβαια, δεν έχεις εσύ το πρόβλημα. Κι αν δεν κάνω ένα διάλειμμα απ’ όλο αυτό, ορκίζομαι ότι θα ψάξω να βρω τον θείο Τζέιμς και θα του πω να με πάρει μαζί του». Ο Άντονι σοβάρεψε στη στιγμή. Παρόλο που ήταν πιο κοντά με τον Τζέιμς απ’ όσο με τα υπόλοιπα αδέλφια του, ακόμα κι ο ίδιος είχε γίνει έξω φρενών με αυτό που είχε κάνει ο αδελφός του, και δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει. «Μην το ξαναπείς αυτό, Ρέτζι», την προειδοποίησε. «Δεν σκέφτεσαι καθαρά αυτή τη στιγμή. Αν μπλέξεις τον Τζέιμς σ’ αυτή την ιστορία, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να κάνεις χειρότερα τα πράγματα, όχι καλύτερα». Εκείνη όμως τον πίεσε αμείλικτα. «Τότε θα πεις στον θείο Τζέι​ σον ότι θέλω να γυρίσω στο σπίτι για λίγο; Ότι τελείωσα με την αναζήτηση συζύγου κι ότι θα περιμένω ώσπου να συμφωνήσετε οι τρεις σας ποιον πρέπει να παντρευτώ;» «Για όνομα του Θεού, Ρέτζι! Ούτε στον Τζέισον θ’ αρέσει αυτό. Εσύ πρέπει να διαλέξεις, να βρεις κάποιον που θα τον αγαπήσεις». «Το δοκίμασα κι αυτό». Μεσολάβησε μια αμήχανη σιωπή. Ο Άντονι την κοίταξε βλοσυρά. «Ο λόρδος Μέντχερστ ήταν ένα ξιπασμένο γουρούνι!» «Πού να το ’ξερα; Νόμιζα πως ήταν ο ένας και μοναδικός. Τέλος πάντων, τέρμα οι έρωτες για μένα». «Θα μπορούσες να είχες πάρει τον Νιούελ, αν ο Έντι δεν ήταν πεπεισμένος ότι θα γινόταν φρικτός πατέρας». Ο Τόνι συνέχιζε να την κοιτάζει βλοσυρά. «Ναι. Πάντως, ο θείος Έντουαρντ είχε δίκιο τελικά. Θα το ξαναπώ… τέρμα οι έρωτες για μένα». «Το σίγουρο είναι ότι γνωρίζεις τον τρόπο να κάνεις κάποιον να νιώθει χάλια, ψιψίνα μου. Ξέρεις πως εμείς θέλουμε απλώς το καλύτερο για σένα». «Το ξέρω και γι’ αυτό σας αγαπώ. Απλώς, είμαι σίγουρη πως θα λατρέψω όποιον κι αν αποφασίσετε εσείς οι τρεις ότι θα είναι ο τέλειος σύζυγος για μένα». «Αλήθεια;» Της χαμογέλασε πλατιά. «Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Αν, για παράδειγμα, συμφωνήσει κι ο Τζέισον μ’ αυτό, θα κάνει τον κόσμο άνω κάτω να βρει κάποιον που δεν θα μου μοιάζει καθόλου». Την πείραζε. Αν υπήρχε κάποιος που θ’ απέρριπτε ένα σύζυγο για τη Ρέτζι ο οποίος θα έμοιαζε σ’ εκείνον, αυτός θα ήταν ο ίδιος ο Τόνι. Η Ρέτζι γέλασε. «Ξέρεις ότι μπορείς πάντα να κάνεις το σύζυγό μου να γίνει ίδιος μ’ εσένα, Τόνι… αφού όμως θα τον έχω παντρευτεί πρώτα».


Κεφάλαιο 4 Ο Πέρσιβαλ Άλντεν έβγαλε μια θριαμβευτική κραυγή καθώς τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του, για να σταματήσει στο τέρμα του Γκριν Παρκ, στην πλευρά του Πικαντίλι. «Μου χρωστάς είκοσι λίρες, Νικ!» φώναξε στον υποκόμη, που κάλπαζε ολοταχώς πίσω του με το κανελί άλογό του. Ο Νίκολας Ίντεν έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον Πέρσι. Άρχισαν να κάνουν μια χαλαρή βόλτα με τ’ άλογά τους περιμετρικά του πάρκου. Οι δύο φίλοι είχαν μόλις βγει από τη λέσχη Μπουντλς, έπειτα από ένα συγκλονιστικό χαρτοπαίγνιο, όταν ο Πέρσι ανέφερε το καινούριο μαύρο άτι του. Ο Νίκολας ήταν αρκετά μεθυσμένος για να απαντήσει στην πρόκληση, κι έτσι έστειλαν να τους φέρουν τ’ άλογά τους. «Θα μπορούσαμε να είχαμε σπάσει το σβέρκο μας, ξέρεις», σχολίασε με αρκετή δόση λογικής ο Νίκολας, κι ας τα έβλεπε όλα διπλά. «Θύμισέ μου να μην το ξανακάνω ποτέ αυτό, σε παρακαλώ». Ο Πέρσι το βρήκε τρομερά αστείο κι άρχισε να γελάει τόσο δυνατά, που κόντεψε να πέσει κάτω. «Λες και μπορεί να σε σταματήσει κανείς εσένα έτσι και βάλεις κάτι στο μυαλό σου, ιδίως όταν είσαι τύφλα στο μεθύσι. Μη σε νοιάζει, όμως, ρε φίλε. Δεν νομίζω ότι το πρωί θα θυμάσαι την κουτουράδα που έκανες. Κι αν τη θυμάσαι, θα νομίζεις ότι σε γελά η μνήμη σου. Α μα πού στο διάολο είναι το φεγγάρι όταν το θέλεις;» Ο Νίκολας σήκωσε τα μάτια του στην ασημένια σφαίρα που μόλις ξεπρόβαλε πίσω από τα πυκνά σύννεφα. Το κεφάλι του γύριζε. Γαμώτο! Κανονικά, ο αγώνας ταχύτητας θα έπρεπε να τον είχε συνεφέρει λιγάκι. Κάρφωσε το θολό βλέμμα του στο φίλο του. «Πόσα θες για το άλογο, Πέρσι;» «Δεν θα το πουλήσω. Μ’ αυτό θα κερδίσω περισσότερους αγώνες». «Πόσα;» επανέλαβε ανυποχώρητα ο Νίκολας. «Έδωσα διακόσια πενήντα για να το πάρω, αλλά…» «Τριακόσια». «Δεν το πουλάω». «Τετρακόσια». «Όχου, έλα τώρα, Νικ», διαμαρτυρήθηκε ο Πέρσι. «Πεντακόσια». «Θα σ’ το στείλω το πρωί». Ο Νίκολας χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Θα μπορούσα να σε φτάσω στο χιλιάρικο», ανταπέδωσε το χαμόγελο ο Πέρσι.


«Αλλά ξέρω ότι μπορώ ν’ αγοράσω το αδελφάκι του με διακόσια πενήντα. Άσε που δεν ήθελα να σ’ εκμεταλλευτώ». Ο Νίκολας γέλασε. «Χαραμίζεις το ταλέντο σου, Πέρσι. Θα ’πρεπε να πιάσεις δουλειά στην κεντρική κρεαταγορά του Λονδίνου και να πουλάς αλογίσιο κρέας». «Και να δώσω στην αγαπημένη μου μητέρα άλλον ένα λόγο να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που έκανε γιο; Άσε, να μου λείπει το βύσσινο. Θα συνεχίσω αυτό που κάνω, να εκμεταλλεύο​ μαι σκληρούς διαπραγματευτές σαν κι εσένα, για να βγάζω ένα καλούτσικο κέρδος. Άλλωστε, είναι πιο διασκεδαστικό. Και μια που λέμε για διασκέδαση, δεν θα πήγαινες απόψε στο χορό των Σέπφορντ;» «Γαμώτο!» γρύλισε ο Νίκολας, και χάθηκε στη στιγμή η καλή του διάθεση. «Ήταν ανάγκη να μου το θυμίσεις;» «Η καλή μου πράξη της ημέρας». «Ούτε που θα πλησίαζα αυτό το μέρος αν η μικρή μου σουσουράδα δεν χρειαζόταν λίγο ψαλίδισμα στα φτερά της», εκμυστηρεύτηκε ο Νίκολας. «Γιατί, δεν κάθεται ήσυχο στ’ αυγά του το πουλάκι σου;» «Το πιστεύεις πως νομίζει ότι θα με κάνει να ζηλέψω;» ρώτησε ο Νίκολας έξω φρενών. «Εσένα; Να ζηλέψεις;» κάγχασε. «Θα ήθελα πολύ να το δω αυτό, πραγματικά». «Ευχαρίστως να έρθεις μαζί, για να δεις τι παράσταση θα δώσω. Σκοπεύω να της δώσω ένα μαθηματάκι της κυρίας Ε, προτού ξεκόψω οριστικά μαζί της», είπε απειλητικά ο Νίκολας. «Δεν φαντάζομαι να καλέσεις σε μονομαχία το δύστυχο τον ανθρωπάκο – έτσι δεν είναι;» «Μη χειρότερα! Για μια γυναίκα; Όχι βέβαια. Αλλά έτσι θα νομίζει αυτή, ενώ στην πραγματικότητα εγώ θα του δίνω τις ευλογίες μου. Κι άσε την κυρία ύστερα να τραβάει τα μαλλιά της για τη βλακεία που έκανε, γιατί αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα με δει». «Νέα τακτική αυτή;» αναλογίστηκε ο Πέρσι. «Να θυμηθώ να τη δοκιμάσω κι εγώ. Κοίτα, γιατί δεν δίνεις σ’ εμένα τις ευλογίες σου; Είναι ωραία γυναίκα η λαίδη Ε. Όπα!» Ο Πέρσι κοίταξε στην άλλη μεριά του δρόμου. «Κατά φωνή… Η άμαξά της δεν είναι αυτή;» Ο Νίκολας κοίταξε προς τα έκει που του έδειχνε με το κεφάλι του ο Πέρσι κι είδε την εξωφρενικά φανταχτερή, βαμμένη στα χρώματα του ροζ και του πράσινου, άμαξα, που ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά. «Αδύνατον», μουρμούρισε. «Θα προτιμούσε να πεθάνει παρά ν’ αργήσει στο χορό, κι ο χορός έχει αρχίσει από ώρα». «Δεν ξέρω καμία άλλη με τόσο εντυπωσιακή άμαξα», επεσήμανε ο Πέρσι. «Αφού λέω να βάψω κι εγώ έτσι τη δική μου». Ο Νίκολας τον κοίταξε με φρίκη και κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του πάλι στο δρόμο. «Ποιος γνωστός μας μένει εκεί;» ρώτησε το φίλο του. «Δεν μου ’ρχεται κάποιος αυτή τη στιγμή», άρχισε να λέει ο Πέρσι. «Α, για


περίμενε! Νομίζω πως ξέρω ποιανού είναι αυτό το σπίτι. Ανήκει σε κάποιον νεαρό συγγενή του Μάλορι… Πώς τον λένε, να δεις; Ξέρεις ποιον λέω. Όχι εκείνον τον άγριο, που έχει χρόνια να φανεί, αλλά τον άλλον, αυτόν τον τόσο δεινό σκοπευτή που κανένας δεν… Θυμήθηκα! Ο Άντονι, ο λόρδος Άντονι είναι. Θεέ και Κύριε! Μη μου πεις ότι μ’ αυτόν θέλει να σε κάνει να ζηλέψεις! Ακόμα κι εσύ δεν θα τολμούσες να τα βάλεις μαζί του». Ο Νίκολας δεν μίλησε. Αργά, πολύ αργά, βγήκε από το πάρκο και διέσχισε το δρόμο. Αν όντως ήταν η Σελένα, τότε ήξερε ότι θα την έβλεπε, επειδή αυτό το δρόμο έπαιρνε ο Νίκολας κάθε βράδυ γυρίζοντας από τη λέσχη για να πάει σπίτι του. Κατά περίε​ ργη σύμπτωση, εκείνη τη βραδιά είχαν βγει από το πάρκο κοντά στο τέρμα του Πικαντίλι και, αν ο Πέρσι δεν είχε παρατηρήσει την άμαξα, ούτε εκείνος μπορεί να την έβλεπε. Τώρα όμως του είχε κεντρίσει την περιέργεια. Μήπως η Σελένα καθόταν μέσα στην κλειστή άμαξα περιμένοντάς τον να περάσει από κει, χωρίς να ξέρει ότι εκείνος είχε πάει από άλλο δρόμο; Μήπως δεν είχε καταφέρει τελικά να βρει συνοδό για τον καταραμένο χορό της και ήθελε πάλι πάση θυσία να τον σύρει μαζί της; Αδύνατον να γνώριζε τον Άντονι Μάλορι. Αυτός και τα φιλαράκια του ανήκαν σε τελείως άλλο κόσμο· έκφυλοι όλοι τους, είχαν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια την κοινωνία. Μπορεί κι ο Νίκολας να είχε κακή φήμη, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να καταταχθεί στην ίδια κατηγορία μ’ αυτή την παρέα των χαραμοφάηδων. Αν όμως η Σελένα είχε γνωρίσει κάπου τον Μάλορι; Κι έτσι να ήταν, όμως, δεν θα χασομερούσε εδώ, ειδικά απόψε. Ο χορός των Σέπφορντ σήμαινε πολλά για κείνη. Μόνο γι’ αυτόν μιλούσε τον περασμένο μήνα. Αν όμως είχε έρθει επειδή είχε ραντεβού με τον Μάλορι; Ο Νίκολας σταμάτησε τρία σπίτια πιο πέρα. Ο Πέρσι τον πρόλαβε, θορυβημένος. «Δεν ήθελα να σε προκαλέσω, ξέρεις, μ’ αυτό που είπα προηγουμένως», του είπε σοβαρά ο Πέρσι. «Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να κάνεις καμιά βλακεία – έτσι δεν είναι;» «Απλώς σκεφτόμουν, Πέρσι», είπε ο Νίκολας χαμογελώντας πλατιά. «Αν πράγματι η λαίδη Ε βρίσκεται εκεί μέσα, πρέπει να βγει όπου να ’ναι». «Πού το ξέρεις;» «Μπορεί να έχει αργήσει για το χορό, αλλά δεν πρόκειται να τον χάσει, αποκλείεται. Ίσως όμως να τον χάσει τελικά. Ναι, θα της έκανε πολύ καλό να τον χάσει. Μια γυναίκα δεν πρέπει να ασχολείται με κάτι τόσο πολύ ώστε να αδιαφορεί για τον άνδρα που έχει στη ζωή της. Θα πρέπει να μάθει καλά το μάθημά της. Τι λες κι εσύ; Ναι, πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά. Για να μην κάνει ξανά το ίδιο λάθος». «Μοντάιθ! Τι στο καλό σκοπεύεις να κάνεις, μου λες;» απαίτησε να μάθει πανικόβλητος ο Πέρσι. Ο Νίκολας δεν απάντησε, επειδή είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στην πόρτα που άνοιγε πιο κάτω στο δρόμο. Και το χαμόγελό του πλάτυνε σαν είδε τη Σελένα Έντινγκτον να βγαίνει. Καθώς στερέωνε μια μικρή μαύρη μάσκα του ντόμινο στα


μάτια της, τα χέρια της έκρυψαν το πρόσωπό της, αλλά εκείνος θ’ αναγνώριζε οπουδήποτε τα μαύρα της μαλλιά. Φορούσε μια μακριά κάπα που είχε γούνινη μπορντούρα και έδενε στο λαιμό. Την είχε ριγμένη πίσω από τους ώμους της, αφήνοντας να φανεί ένα υπέροχο ροζ φόρεμα. Ο Νίκολας ξαφνιάστηκε. Ροζ; Δεν ήταν από τα χρώματα που προτιμούσε η Σελένα. Πάντα έλεγε περιφρονητικά πως το ροζ ήταν το χρώμα της αθωότητας, ιδιότητα που η ίδια είχε χάσει προ πολλού και δεν το μετάνιωνε. Ο Νίκολας υπέθεσε ότι μάλλον ήθελε να εντυπωσιάσει τη δούκισσα του Σέπφορντ με τα νιάτα της. Η Σελένα στράφηκε στον άνδρα που στεκόταν πίσω της κι ο Νίκολας αναγνώρισε τον Άντονι Μάλορι. Ήξερε καλά τη μελαχρινή του ομορφιά, τον είχε δει αρκετές φορές στις λέσχες, αν και δεν είχαν μιλήσει ποτέ. Ο Νίκολας όφειλε να παραδεχτεί ότι η Σελένα θα τον έβρισκε πολύ ελκυστικό. Ε, λοιπόν, καλή της τύχη. Ο Μάλορι ήταν ακόμα πιο αμετανόητος εργένης από τον Νίκολας. Αποκλείεται να κατάφερνε να τον πάει στην εκκλησία. Μα δεν το καταλάβαινε; Ο Νίκολας την κοιτούσε διασκεδάζοντας να αγκαλιάζει τον Μάλορι και να τον φιλά στα πεταχτά. Ήταν φανερό ότι δεν θα τη συνόδευε εκείνος στο χορό, αφού φορούσε τη ρόμπα του. «Λοιπόν, τι λες;» ρώτησε αμήχανα ο Πέρσι, πλησιάζοντας κι άλλο με το άλογό του. «Είναι η λαίδη Ε;» «Ναι, κι η άμαξα είναι στραμμένη προς τα δω, Πέρσι, οπότε θα πάω από την άλλη μεριά. Κάνε μου τη χάρη να την εμποδίσεις να κάνει αναστροφή για όση περισσότερη ώρα μπορείς». «Για όνομα του Θεού! Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Μα να πάρω τη λαίδη Ε στο σπίτι μαζί μου –τι άλλο;» Ο Νίκολας γέλασε πνιχτά. «Θα κάνω το γύρο του τετραγώνου και θα κόψω δρόμο από τη Μέιφερ, για να βγω πάλι στην Παρκ Λέιν μαζί μ’ εκείνη. Έλα να με βρεις εκεί». «Που να σε πάρει, Νικ!» εξερράγη ο Πέρσι. «Ο Μάλορι στέκεται στην πόρτα!» «Ναι, αλλά δεν πρόκειται να με κυνηγήσει, αφού εγώ είμαι με το άλογο κι αυτός με τα πόδια –έτσι δεν είναι; Ούτε θα έχει όπλο πάνω του αν την κουτούπωνε πριν από λίγο. Μπορεί και να τον διασκεδάσει το θέαμα– πού ξέρεις;» «Νικ, μην το κάνεις». Αλλά ο Νίκολας δεν σκεφτόταν καθαρά από το μεθύσι. Άρχισε να κατηφορίζει το δρόμο πηγαίνοντας προς την άμαξα, επιταχύνοντας λίγο προτού τη φτάσει. Κατόπιν βγήκε από το δρόμο κι ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, αιφνιδιάζοντας τους πάντες, περνώντας με το άλογό του ανάμεσα στο σπίτι και την άμαξα. Έκοψε ταχύτητα στιγμιαία, άρπαξε τη Σελένα και την τράβηξε πάνω στο άλογό του. Μπράβο σου, αγόρι μου, συνεχάρη τον εαυτό του. Δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα ακόμα κι αν ήταν ξεμέθυστος. Κραυγές ακούστηκαν πίσω του, αλλά εκείνος συνέχισε ακάθεκτος. Η γυναίκα άρχισε να ουρλιάζει, αλλά φρόντισε αμέσως να της χώσει στο στόμα το λευκό μεταξωτό μαντίλι του κι ύστερα να της δέσει τα


χέρια με το λαιμοδέτη του. Εκείνη όμως τιναζόταν τόσο βίαια ώστε κινδύνευε να του πέσει από το άλογο. Γι’ αυτό τη γύρισε, την κάθισε μπροστά του και της πέρασε την κάπα πάνω από το κεφάλι της, τσουβαλιάζοντάς τη σφιχτά. Σαν σακί, σκέφτηκε ικανοποιημένος. Γέλασε πνιχτά καθώς έστριψαν σε μια γωνία και κατευθύνθηκαν πίσω προς την Παρκ Λέιν. «Απ’ ό,τι φαίνεται, γλύκα, δεν μας πήρε κανένας στο κατόπι. Ίσως ο οδηγός σου, ο Τόβι, να με κατάλαβε και να ξέρει ότι είσαι σε γνώριμα χέρια». Γέλασε πάλι όταν την άκουσε να βγάζει πνιχτούς ήχους μέσα από την κάπα. «Εντάξει, Σελένα, ξέρω ότι είσαι έξω φρενών μαζί μου. Παρηγορήσου όμως στη σκέψη ότι θα μπορέσεις να εκτονώσεις τα νευράκια σου όταν θα σ’ αφήσω… το πρωί». Εκείνη άρχισε πάλι να παλεύει, για να ελευθερωθεί, αλλά σε μερικά δευτερόλεπτα ο Νίκολας σταματούσε μπροστά από το αρχοντικό του στην Παρκ Λέιν. Ο Πέρσιβαλ Άλντεν βρισκόταν δίπλα στη μεγάλη σκοτεινή έκταση του Χάιντ Παρκ στην απέναντι πλευρά του δρόμου και μόνο εκείνος είδε τον Νίκολας να ρίχνει τον ανθρώπινο μπόγο στον ώμο του και να τον μεταφέρει μέσα στο σπίτι. Ο μπάτλερ του προσπάθησε να μη δείξει το έντονο ξάφνιασμά του. Ο Πέρσι ακολούθησε τον Νίκολας μέσα και του είπε: «Δεν προσπάθησαν καν να σε κυνηγήσουν». «Α, μάλιστα. Αυτό σημαίνει ότι όντως ο οδηγός με κατάλαβε». Ο Νίκολας κρυφογέλασε. «Μάλλον θα έχει πει στον Μάλορι μέχρι τώρα ότι η κυρία κι εγώ είμαστε φίλοι». «Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι έκανες τέτοιο πράγμα, Νικ. Δεν θα σ’ το συγχωρήσει ποτέ». «Το ξέρω. Έλα τώρα, σαν καλό παιδί, μαζί μου επάνω, να ανάψεις μερικές λάμπες προτού αφήσω κάτω τις αποσκευές μου». Κοντοστάθηκε ίσα για να χαμογελάσει στον μπάτλερ του, ο οποίος κοιτούσε άναυδος τα πόδια που κρέμονταν από τον ώμο του κυρίου του. «Τιντλ, πες στον υπηρέτη μου να ετοιμάσει τη βραδινή ενδυμασία μου. Θέλω να φύγω σε δέκα λεπτά. Κι αν με ζητήσει κανένας, για οποιονδήποτε λόγο, να πεις ότι έφυγα για το χορό του δούκα του Σέπφορντ πριν από μία ώρα». «Όπως επιθυμείτε, κύριε». «Θα πας έπειτα απ’ ό,τι έγινε;» ρώτησε κατάπληκτος ο Πέρσι, καθώς μαζί με τον μπάτλερ ακολουθούσαν τον Νίκολας στον επάνω όροφο. «Μα φυσικά», αποκρίθηκε εκείνος. «Σκοπεύω να χορεύω όλη νύχτα». Σταμάτησε μπροστά από μια κρεβατοκάμαρα στο πίσω μέρος του σπιτιού στον τρίτο όροφο, ελέγχοντας στα γρήγορα ότι δεν υπήρχε κάτι αξίας εκεί μέσα που να μπορούσε να το σπάσει η Σελένα από τα νεύρα της. Ικανοποιημένος, είπε στον Τιντλ να φέρει το κλειδί κι ύστερα έκανε νόημα στον Πέρσι να ανάψει τη λάμπα στο γείσο του τζακιού. «Θέλω να είσαι φρόνιμο κορίτσι, γλύκα, και να μην κάνεις πολλή φασαρία».


Χτύπησε χαϊδευτικά τον πισινό της, μια χειρονομία που του ήταν οικεία. «Αν αρχίσεις να ουρλιάζεις ή κάνεις καμιά άλλη βλακεία, ο Τιντλ θ’ αναγκαστεί να σε σταματήσει. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα θέλεις να περάσεις τις επόμενες ώρες δεμένη πάνω στο κρεβάτι». Έγνεψε στον Πέρσι να βγει από το δωμάτιο προτού εκείνος την αφήσει πάνω στο κρεβάτι. Κατόπιν χαλάρωσε τα δεσμά στους καρπούς της και βγήκε από το δωμάτιο, κλειδώνοντας αθόρυβα την πόρτα. Ήξερε ότι αργά ή γρήγορα η Σελένα θα έβγαζε το φίμωτρο, αλλά εκείνος δεν θα ήταν εκεί να την ακούσει. «Έλα μαζί μου, Πέρσι. Έχω κι άλλη βραδινή ενδυμασία αν θέλεις να έρθεις κι εσύ στο χορό». Ο Πέρσι κούνησε σαστισμένος το κεφάλι του ενώ ακολουθούσε τον Νίκολας κάτω στον δεύτερο όροφο, όπου ήταν τα δωμάτιά τους. «Μπορεί να έρθω, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί να πας στο χορό από τη στιγμή που εκείνη θα λείπει». «Μα αυτό είναι το καλύτερο». Ο Νίκολας κρυφογέλασε. «Ποιος ο λόγος να χάσει η λαίδη Ε το χορό αν δεν της πουν αύριο οι αγαπημένοι της φίλοι ότι χόρευα ασταμάτητα από την ώρα που πήγα μέχρι την ώρα που έφυγα;» «Είναι σκληρό αυτό που κάνεις, Μοντάιθ». «Όχι πιο σκληρό από το γεγονός ότι εκείνη με παράτησε για τον Μάλορι». «Μα εσένα δεν σου καίγεται καρφάκι γι’ αυτό», επεσήμανε φουρκισμένος ο Πέρσι. «Όντως. Ωστόσο, κάπως πρέπει ν’ αντιδράσω απέναντι σε μια τέτοια συμπεριφορά –έτσι δεν είναι; Εξάλλου, η κυρία θα ήταν συντετριμμένη αν δεν έκανα τίποτα». «Αν επέλεγε εκείνη τον τρόπο που θα έπρεπε να αντιδράσεις, Μοντάιθ, δεν νομίζω ότι θα διάλεγε τον συγκεκριμένο». «Πάντως, καλύτερα αυτό που έκανα παρά να καλέσω σε μονομαχία τον Μάλορι– δεν νομίζεις;» «Χριστός και Παναγία! Δεν το συζητάω καν!» Ο Πέρσι ήταν πραγματικά έντρομος. «Δεν θα ’χες καμία ελπίδα μαζί του». «Έτσι λες;» μουρμούρισε ο Νίκολας. «Μπορεί. Στο κάτω κάτω, αυτός έχει εξασκηθεί περισσότερο από μένα. Αλλά τώρα δεν θα το μάθουμε ποτέ – έτσι δεν είναι;»


Κεφάλαιο 5 Η Ρέτζι δεν φοβόταν. Απ’ όσα είχε ακούσει, ο απαγωγέας της ήταν μάλλον ευγενής. Είχε πει ότι ίσως ο οδηγός της άμαξάς της να τον είχε αναγνωρίσει, άρα δεν σκόπευε να της κάνει κακό. Όχι, δεν θα πάθαινε κακό. Ωστόσο, η Ρέτζι χαμογελούσε χαιρέκακα για άλλο λόγο. Ο άνδρας είχε κάνει ένα τρομερό λάθος. Την είχε περάσει για κάποια άλλη. Την είχε αποκαλέσει Σελένα. «Εγώ είμαι», της είχε πει, πιστεύοντας πως εκείνη θ’ αναγνώριζε άνετα τη φωνή του. Σελένα; Μα τι τον έκανε να πιστέψει ότι ήταν η Σελένα; Την είχε αρπάξει απλώς από το πεζοδρόμιο, οπότε τι τον έκανε να… «Ο οδηγός με κατάλαβε!» Θεούλη μου, η λαίδη Έντινγκτον! Ο άνδρας ήξερε την άμαξα, γι’ αυτό νόμισε πως ήταν η λαίδη Έντινγκτον. Καταπληκτικό! Θα πήγαινε στο χορό των Σέπφορντ… και θα έβλεπε φάντη μπαστούνι τη λαίδη Έντινγκτον με τα ξαδέλφια της Ρέτζι. Αχ, πολύ θα ήθελε να ήταν από μια μεριά και να έβλεπε τη φάτσα του. Κάτι τέτοιες φάρσες σκάρωνε κι εκείνη όταν ήταν μικρότερη. Κι ύστερα θα γυρνούσε άρον άρον στο σπίτι του και θα της ζητούσε πανικόβλητος συγγνώμη, ικετεύοντάς τη να τον συγχωρήσει. Θα την ικέτευε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Κι εκείνη αναγκαστικά θα συμφωνούσε, αφού διακυβευόταν η υπόληψή της. Θα πήγαινε στο χορό και θα έλεγε απλώς ότι είχε μείνει περισσότερη ώρα με τον θείο Άντονι απ’ όση σκόπευε αρχικά. Δεν θα μάθαινε ποτέ κανένας ότι την είχαν απαγάγει. Αφού έβγαλε το φίμωτρο και τα δεσμά από τους καρπούς της, τεντώθηκε όπως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με όλη της την άνεση, απολαμβάνοντας την περιπέτεια που ζούσε. Άλλωστε δεν ήταν και η πρώτη της, σε καμία περίπτωση. Όλη της η ζωή ήταν μια περιπέτεια. Από τα επτά της ακόμα, τότε που είχε σπάσει ο πάγος στη λίμνη Χάρβεστον και θα είχε πνιγεί αν δεν την άκουγε ένας από τους ιπποκόμους να φωνάζει και δεν την είχε σώσει. Την επόμενη χρονιά, το ίδιο αγόρι κατάφερε να διώξει μια άγρια αρκούδα που την είχε κυνηγήσει, αναγκάζοντας τη Ρέτζι ν’ ανέβει σ’ ένα δέντρο για να σωθεί. Τον είχε ξεκοιλιάσει τον νεαρό, και μόλο που εκείνος ανάρρωσε γρήγορα και διηγιόταν περιχαρής στους φίλους του τη δραματική διάσωση με κάθε λεπτομέρεια, στην ίδια είχαν απαγορεύσει επί ένα χρόνο να ξαναπάει στο δάσος. Ούτε η σχεδόν ευλαβική αφοσίωση των θείων της στην ανατροφή της δεν στάθηκε ικανή να αλλάξει τη μοίρα της κι έτσι η Ρέτζι στα δεκαεννιά της χρόνια είχε ζήσει τόσες περιπέτειες απ’ όσες δεν είχαν ζήσει οι περισσότεροι άνδρες σε όλη τους τη


ζωή. Κοίταξε ολόγυρα την κομψή, προσωρινή φυλακή της και χαμογέλασε. Ήξερε ότι οι νέες γυναίκες ονειρεύονταν την περιπέτεια, λαχταρούσαν να τις αρπάξει κάποιος όμορφος άγνωστος με το άλογό του, αλλά εκείνη το είχε ζήσει στην πραγματικότητα. Και μάλιστα δύο φορές. Η αποψινή τρέλα ήταν η δεύτερη που ζούσε. Δύο χρόνια νωρίτερα, στα δεκαεπτά της, ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν για το Μπαθ, της είχαν επιτεθεί τρεις μασκοφόροι ληστές και ο πιο τολμηρός αυτούς την είχε απαγάγει. Δόξα τω Θεώ, μαζί της εκείνη τη μέρα ήταν ο θαρραλέος μεγαλύτερος ξάδελφός της, ο οποίος πήρε ένα από τ’ άλογα της άμαξας και κυνήγησε λυσσαλέα τον απαγωγέα της, σώζοντας τη Ρέτζι από… ό,τι είχε στο μυαλό του να της κάνει ο άγνωστος. Και πρωτύτερα απ’ αυτό, στα δώδεκά της, είχε ζήσει μια περιπέτεια στη θάλασσα. Την είχαν απαγάγει για ένα ολόκληρο καλοκαίρι και είχε βιώσει τρομακτικές καταιγίδες στ’ ανοιχτά του ωκεανού, μέχρι και μια απίστευτη μάχη. Και τώρα ζούσε άλλη μία περιπέτεια, διασκεδαστική και τελείως ακίνδυνη αυτή τη φορά. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθια. Ο θείος Τόνι! Ήξερε για το αποψινό! Ξάφνου δεν της φαινόταν και τόσο διασκεδαστικό πλέον. Αν ο θείος της ανακάλυπτε ποιος ήταν ο απαγωγέας της, θα ερχόταν να γκρεμίσει την πόρτα. Τα κουτσομπολιά θα έδιναν και θα έπαιρναν, κι η υπόληψή της θα καταστρεφόταν ανεπανόρθωτα. Χώρια που ο θείος Άντονι δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Θα καλούσε σε μονομαχία τον δύστυχο απαγωγέα της και θα τον σκότωνε, σίγουρα πράγματα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο δωμάτιο, ξυπόλυτη. Χριστέ μου, άρχιζαν να σκουραίνουν τα πράγματα. Συνέχισε τις βόλτες πάνω κάτω, παρατηρώντας το δωμάτιο ολόγυρα μήπως και ξεχαστεί λίγο. Ήταν διακοσμημένο με απαλά πράσινα και καφέ χρώματα, και με μερικά μοντέρνα Τσιπεντέιλ έπιπλα. Η κάπα της ήταν ριγμένη πάνω σε μια πολυθρόνα, τα πασουμάκια της στο πάτωμα μπροστά, η μάσκα της πάνω στο αφράτο κάθισμα. Το ένα και μοναδικό παράθυρο είχε θέα στον σκοτεινό και γεμάτο σκιές κήπο. Έστρωσε τα μαλλιά της χρησιμοποιώντας έναν καθρέφτη που στην κορνίζα του είχε ελικοειδή φύλλα και λουλούδια σε στιλ ροκάιγ. Αναρωτήθηκε αν ο Τιντλ θα την έδενε και θα τη φίμωνε στ’ αλήθεια έτσι και ούρλιαζε για βοήθεια. Καλύτερα να μη μάθαινε. Αναρωτήθηκε, επίσης, γιατί καθυστερούσε τόσο ο Νικ να ανακαλύψει το λάθος του. Τα λεπτά συνέχισαν να κυλούν στο ρολόι Μάισεν που βρισκόταν πάνω στο γείσο του τζακιού. Ο Νίκολας την παρατηρούσε να χορεύει βαλς στην αγκαλιά κάποιου δανδή που φορούσε βραδινή ενδυμασία σε χτυπητό πράσινο σατέν, το οποίο έκανε φρικτή αντίθεση με τη δαμασκηνί τουαλέτα της Σελένα. Με τέτοιο συνδυασμό χρωμάτων ήταν δύσκολο να μην τους προσέξει κάποιος, ακόμα και στην κατάμεστη πίστα του χορού.


«Γαμώτο!» γρύλισε ο Νίκολας. Ο Πέρσι, που στεκόταν δίπλα του, φάνηκε πιο ευφραδής. «Χριστέ μου! Ωραία τα κατάφερες! Το ’ξερα εγώ ότι δεν έπρεπε να ξεκινήσεις αυτή την ιστορία. Κοίτα τώρα τι έκανες». «Βούλωσ’ το, Πέρσι». «Αυτή είναι; Και τότε ποιο είναι το πουλάκι που έχεις φυλακισμένο στο σπίτι; Την ερωμένη του Μάλορι έκλεψες; Θα σε σκοτώσει, Νικ», τον πληροφόρησε ο Πέρσι. «Θα σε δολοφονήσει· αυτό θα κάνει». Ο Νίκολας από την άλλη μεριά ήταν έτοιμος να δολοφονήσει τον πανικόβλητο φίλο του. «Γιατί συνεχίζεις το ίδιο τροπάρι; Το μόνο που θα πάθω απ’ αυτή την ιστορία θα είναι να με κατσαδιάσει μια έξαλλη γυναίκα, την οποία δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Δεν πρόκειται να με καλέσει σε μονομαχία ο λόρδος Μάλορι για ένα ανόητο λάθος. Στο κάτω κάτω, δεν έπαθε κανένας κακό». «Η υπόληψη της γυναίκας είναι που έπαθε το κακό, Νικ», άρχισε να λέει ο Πέρσι. «Αν μαθευτεί…» «Πώς να μαθευτεί; Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει, ρε φίλε. Αν είναι ερωμένη του Μάλορι, σιγά την υπόληψη που έχει να χάσει. Αυτό που πολύ θα ήθελα να μάθω εγώ είναι τι δουλειά είχε στην άμαξα της λαίδης Έντινγκτον». Αναστέναξε, με ύφος παρεξηγημένου, εξαπατημένου αρσενικού. «Μάλλον είναι καλύτερα να πάω σπίτι και να την αφήσω ελεύθερη… όποια κι αν είναι». «Να έρθω να βοηθήσω;» ρώτησε χαμογελώντας πλατιά ο Πέρσι. «Είμαι περίεργος να δω ποια είναι τελικά». «Δεν νομίζω να έχει διάθεση για επισκέψεις», τόνισε ο Νίκολας. «Θα ’μαι τυχερός αν τη γλιτώσω μόνο με κανένα βάζο στο κεφάλι». «Τότε, ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω. Μια χαρά θα τα καταφέρεις και μόνος σου. Δεν πειράζει, θα μου τα πεις όλα αύριο». «Το περίμενα ότι θα έλεγες κάτι τέτοιο», τον ειρωνεύτηκε ο Νίκολας. Ο Νίκολας κάλπασε του σκοτωμού για το σπίτι. Μέχρι να φτάσει, είχε ξεμεθύσει αρκετά και είχε μετανιώσει πικρά για ό,τι είχε κάνει εκείνη τη βραδιά. Προσευχήθηκε η μυστηριώδης γυναίκα να είχε αίσθηση του χιούμορ. Ο Τιντλ τού άνοιξε την πόρτα και πήρε το μανδύα, το καπέλο και τα γάντια του. «Είχαμε κανένα πρόβλημα;» τον ρώτησε ο Νίκολας, ξέροντας ότι ο κατάλογος θα ήταν μακρύς. Όμως δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. «Κανένα, κύριε». «Ούτε άχνα;» «Τίποτα». Ο Νίκολας πήρε παρατεταμένη, βαθιά ανάσα. Μάλλον η γυναίκα κρατούσε όλο της το μένος για κείνον. «Πες να φέρουν την άμαξα, Τιντλ», πρόσταξε προτού ανέβει τη σκάλα. Στον τρίτο όροφο επικρατούσε νεκρική σιγή. Οι υπηρέτες δεν είχαν λόγο το βράδυ


να βρίσκονται σ’ εκείνη την πλευρά του σπιτιού. Η Λούσι, η ομορφούλα υπηρέτρια που ο Νίκολας γλυκοκοίταζε τελευταία, δεν θα τολμούσε να ανέβει εδώ πάνω χωρίς δικό του κάλεσμα, κι ο βαλές του, ο Χάρις, θα κοιμόταν στον δεύτερο όροφο, αφού περίμενε τον κύριό του να επιστρέψει πολύ αργότερα. Τουλάχιστον κανένας άλλος μέσα στο σπίτι εκτός από τον Τιντλ δεν γνώριζε για την παρουσία της γυναίκας. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο Νίκολας στάθηκε έξω από την πόρτα της Ρέτζι για μια στιγμή, κατόπιν την ξεκλείδωσε και την άνοιξε γρήγορα. Ήταν προετοιμασμένος να φάει κανένα χτύπημα κατακέφαλα, αλλά το σοκ που ένιωσε όταν την πρωτοαντίκρισε τον άφησε εξίσου ξερό. Εκείνη στεκόταν μπροστά από το παράθυρο και τον κοιτούσε μ’ αναπάντεχη ευθύτητα. Δεν υπήρχε ούτε ντροπή στο βλέμμα της, ούτε φόβος στο θεσπέσιο, ντελικάτο, σε σχήμα καρδιάς πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν συγκλονιστικά, εξωτικά. Τόσο βαθυγάλανα μάτια σε τόσο κατάλευκο πρόσωπο, τόσο γαλανά και καθάρια, σαν χρωματισμένο κρύσταλλο. Τα χείλη της απαλά και σαρκώδη, η μύτη της ίσια και λεπτή. Πλούσιες κατάμαυρες βλεφαρίδες πλαισίωναν εκείνα τα εξωπραγματικά μάτια κι από πάνω τους μαύρα φρύδια σχημάτιζαν ένα αρμονικό τόξο. Τα μαλλιά της, μαύρα κορακίσια κι αυτά, ήταν χτενισμένα σε σφιχτές μπουκλίτσες γύρω από το πρόσωπό της, χαρίζοντας στην ωχρή επιδερμίδα της μια λάμψη σαν αστραφτερό φίλντισι. Ήταν μαγευτική. Η ομορφιά της όμως δεν σταματούσε στο πρόσωπό της. Μπορεί να ήταν λιλιπούτεια, αλλά το κορμί της δεν είχε τίποτα το παιδικό πάνω του. Σφιχτά νεανικά στήθη πίεζαν τη λεπτή μουσελίνα της ροζ τουαλέτας της. Το ντεκολτέ της δεν ήταν χαμηλό, όπως σε ορισμένες βραδινές τουαλέτες, και σταματούσε εκεί όπου έπρεπε ώστε να μην είναι προκλητική. Όμως, περιέργως, ήταν ό,τι πιο σκανδαλιστικό είχε δει ο Νίκολας στο Λονδίνο. Ήθελε να κατεβάσει μερικά δάχτυλα τη ροζ μουσελίνα και να δει αυτά τα στήθη να πετάγονται έξω ελεύθερα. Και τότε δέχτηκε άλλο ένα σοκ, νιώθοντας τον ανδρισμό του να σκληραίνει παρά τη θέλησή του. Χριστέ μου, από την εφηβεία είχε να χάσει έτσι τον έλεγχο! Προσπαθώντας απελπισμένα να αποκτήσει και πάλι την αυτοκυριαρχία του, έψαξε να βρει κάτι να πει. «Γεια σου». Ο τόνος τής φωνής του υπονοούσε: «Μπα μπα, τι έχουμε δω;» κι η Ρέτζι χωρίς να το θέλει χαμογέλασε πλατιά. Ήταν υπέροχος, απλώς υπέροχος. Δεν ταράχτηκε απλώς από το εκπληκτικό πρόσωπό του, αλλά μαγνητίστηκε και από τη σεξουαλικότητά του. Ήταν ομορφότερος ακόμα κι από τον θείο Άντονι, τον οποίο ανέκαθεν η Ρέτζι θεωρούσε τον πιο όμορφο κι ακαταμάχητο άνδρα στον κόσμο. Η σύγκριση την καθησύχασε. Της θύμισε τον θείο Τόνι όχι μόνο στο ύψος και την εμφάνιση, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο την αξιολογούσαν τα μάτια του. Το στόμα του σουφρώθηκε προς τα πάνω από ικανοποίηση γι’ αυτό που έβλεπε. Πόσες φορές δεν είχε παρατηρήσει το θείο της να κοιτάζει γυναίκες ακριβώς με τον ίδιο


τρόπο. Σίγουρα ήταν ένας έκφυλος, σκέφτηκε η Ρέτζι. Τι άλλου είδους άνδρας θ’ απήγαγε την ερωμένη του από το κατώφλι του σπιτιού ενός άλλου άνδρα; Είχε ζηλέψει, πιστεύοντας ότι η ερωμένη του κι ο θείος Άντονι ήταν… Ποπό, αυτή η ιστορία όσο πήγαινε γινόταν όλο και πιο διασκεδαστική. «Γεια σου κι εσένα», αποκρίθηκε παιχνιδιάρικα η Ρέτζι. «Πάνω που άρχισα να αναρωτιέμαι πότε επιτέλους θα καταλάβαινες το λάθος σου. Άργησες πολύ, βέβαια». «Εγώ αναρωτιέμαι τώρα μήπως δεν έκανα λάθος. Δεν μου μοιάζεις καθόλου για λάθος. Αντιθέτως, μοιάζεις πολύ για κάτι σωστό που έκανα κι εγώ μία φορά στη ζωή μου». Έκλεισε ήρεμα την πόρτα κι έγειρε την πλάτη του πάνω της. Τα πανέμορφα κεχριμπαρένια μάτια του ταξίδεψαν τολμηρά στο κορμί της, από την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν άκρως επικίνδυνο για μια νεαρή κυρία να βρίσκεται μόνη μ’ έναν άνδρα του είδους του, κι η Ρέτζι το ήξερε. Ωστόσο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν τον φοβόταν. Αναρωτήθηκε, σκανδαλωδώς, αν θα ήταν τόσο τρομερό να χάσει την παρθενιά της από κείνον. Μα πόσο άμυαλη είχε γίνει ξαφνικά! Κοίταξε την κλειστή πόρτα και το μεγαλόσωμο κορμί του, που έφραζε τη μοναδική έξοδο. «Ντροπή σου, κύριε! Ελπίζω να μην εννοείς ότι θα με βάλεις σε μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ αυτόν που με έχεις ήδη βάλει». «Αν μ’ αφήσεις, θα το κάνω. Θα μ’ αφήσεις; Σκέψου προσεκτικά πριν απαντήσεις», της είπε μ’ ένα συγκλονιστικό χαμόγελο. «Η καρδιά μου κινδυνεύει». Εκείνη χαχάνισε, καταγοητευμένη. «Μπούρδες! Έκφυλοι σαν και του λόγου σου δεν έχουν καρδιά. Όλοι το ξέρουν». Ο Νίκολας είχε μαγευτεί. Μα τίποτα δεν την τάραζε πια, ό,τι κι αν της έλεγε; Πολύ αμφέβαλλε. «Αν συγκρίνεις την καρδιά μου με την καρδιά του Μάλορι, αγάπη, να ξέρεις ότι με πληγώνεις». «Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό, κύριε», τον καθησύχασε εκείνη. «Δεν υπάρχει άλλη καρδιά τόσο άστατη όσο η καρδιά του Τόνι. Όλες οι άλλες καρδιές είναι πιο σταθερές από τη δική του. Ακόμα κι η δική σου», σχολίασε ξερά. Ήταν ερωμένη του κι έλεγε τέτοιο πράγμα; Ο Νίκολας δεν πίστευε στην καλή του τύχη. Και δεν το είπε καν με γκρίνια. Απλώς αποδεχόταν το γεγονός ότι ο Μάλορι δεν θα της ήταν ποτέ πιστός. Μήπως ήταν έτοιμη ν’ αλλάξει εραστή; «Δεν είσαι καθόλου περίεργη να μάθεις γιατί σ’ έφερα εδώ;» τη ρώτησε. Εκείνον πάντως τον έτρωγε η περιέργεια. Γιατί δεν ήταν θυμωμένη; «Α, όχι», απάντησε ανέμελα εκείνη. Αυτό το έχω ήδη καταλάβει». «Αλήθεια;» Ο Νίκολας διασκέδαζε, περιμένοντας να ακούσει τι είδους εξωφρενικό συμπέρασμα θα είχε βγάλει. «Με πέρασες για τη λαίδη Έντινγκτον», αποκρίθηκε η Ρέτζι, «και ήθελες να χάσει εκείνη το χορό των Σέπφορντ ενώ εσύ πήγες και ξεθεώθηκες στο χορό. Σωστά;» Του ήρθε κεραμίδα. «Τι πράγμα;»


«Δεν ξεθεώθηκες στο χορό;» «Δεν χόρεψα ούτε έναν». «Τέλος πάντων, θα πρέπει να την είδες εκεί. Αχ, πόσο θα ’θελα να ήμουν από μια μεριά και να σ’ έβλεπα». Χαχάνισε πάλι. «Θα πρέπει να ένιωσες τρομερή έκπληξη – έτσι δεν είναι;» «Ε… τρομερή», παραδέχτηκε εκείνος. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Πώς στην ευχή τα είχε καταφέρει και είχε συνδυάσει τα γεγονότα; Τι να της είχε πει όταν την είχε ανεβάσει εδώ πάνω; «Βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση. Απ’ ό,τι φαίνεται, σου είπα πάρα πολλά νωρίτερα». «Δεν θυμάσαι;» «Όχι πολύ καθαρά», παραδέχτηκε εκείνος αδύναμα. «Φοβάμαι ότι ήμουν τύφλα στο μεθύσι». «Ε, τότε, μάλλον δικαιολογείσαι – έτσι δεν είναι; Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν είπες και τόσο πολλά. Βλέπεις, βοηθάει το γεγονός ότι γνωρίζω τα εμπλεκόμενα άτομα». «Γνωρίζεις τη λαίδη Έντινγκτον;» «Ναι. Όχι καλά, φυσικά. Μόλις αυτή τη βδομάδα τη γνώρισα. Αλλά είχε την καλοσύνη να μου δανείσει την άμαξά της απόψε». Τότε εκείνος έφυγε ξαφνικά από την πόρτα και διέσχισε το δωμάτιο ώσπου ήρθε και στάθηκε μοναχά μία σπιθαμή μακριά της. Ήταν ακόμα ομορφότερη από κοντά. Εκείνη δεν απομακρύνθηκε, ξαφνιάζοντάς τον, αλλά τον κοίταξε κατάματα σαν να του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. «Ποια είσαι;» τη ρώτησε με έναν βραχνό ψίθυρο. «Η Ρετζίνα Άστον». «Άστον;» Συνοφρυώθηκε σκεπτικός. «Αυτό δεν είναι το πατρικό όνομα του κόμη του Πένγουιτς;» «Ναι. Τον ξέρεις;» «Όχι. Κατέχει ένα κομμάτι γης που συνορεύει με τη δική μου και προσπαθώ να το αγοράσω αρκετά χρόνια, αλλά αυτός ο ξιπασμένος… δεν απαντά καν στις προσφορές μου. Δεν πιστεύω να έχεις καμία συγγένεια μαζί του – έτσι δεν είναι;» «Το δυστύχημα είναι ότι έχω. Αλλά ευτυχώς μακρινή». Ο Νίκολας κρυφογέλασε. «Οι περισσότερες γυναίκες δεν θα θεωρούσαν δυστύχημα τη συγγένεια μ’ έναν κόμη». «Αλήθεια; Τότε δεν έχουν γνωρίσει τον τωρινό κόμη του Πένγουιτς. Βέβαια έχω χρόνια να τον δω, και χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά αμφιβάλλω αν έχει αλλάξει καθόλου. Είναι πράγματι ένας ξιπασμένος…» Εκείνος έσκασε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά του. «Ποια είναι η οικογένεια σου λοιπόν;» «Είμαι ορφανή, κύριε». «Λυπάμαι».


«Κι εγώ. Έχω όμως μια αγαπημένη οικογένεια από την πλευρά της μητέρας μου, η οποία ανέλαβε να με αναθρέψει. Το δίκαιο είναι τώρα να μου πεις κι εσύ τ’ όνομά σου». «Νίκολας Ίντεν». «Ο τέταρτος υποκόμης του Μοντάιθ; Ποπό, έχω ακούσει για σένα». «Σε διαβεβαιώνω πως είναι όλα τερατώδη ψέματα». «Πολύ αμφιβάλλω». Του χαμογέλασε πλατιά. «Μην ανησυχείς όμως μήπως σκεφτώ άσχημα για σένα. Στο κάτω κάτω, κανένας δεν είναι τόσο κακός όσο ο Τόνι ή ο αδελφός του, ο Τζέιμς, στο συγκεκριμένο θέμα, και τους αγαπώ και τους δύο πολύ». «Και τους δύο; Τον Τόνι και τον Τζέιμς Μάλορι;» Είχε μείνει άναυδος. «Χριστός κι Απόστολος! Μη μου πεις ότι είσαι ερωμένη και του Τζέιμς Μάλορι!» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα για μια στιγμή. Δάγκωσε δυνατά το χείλι της, αλλά το κόλπο δεν έπιασε. Ξέσπασε σε γέλια χωρίς να το θέλει. «Δεν βλέπω πού είναι το αστείο», άρχισε να λέει ψυχρά ο Νίκολας. «Αχ, σε διαβεβαιώνω πως είναι αστείο. Το φοβόμουν ότι μπορεί να νόμιζες πως ο Τόνι κι εγώ… Αχ, μα είναι τέλειο! Πρέπει να το πω στον Τόνι… Χμ, άσε καλύτερα. Δεν νομίζω να το βρει αστείο. Εσείς οι άνδρες είστε πολύ στενόμυαλοι ώρες ώρες», αναστέναξε. «Είναι θείος μου, βλέπεις». «Αν έτσι σου αρέσει να τον αποκαλείς». Εκείνη γέλασε πάλι. «Δεν με πιστεύεις;» «Αγαπητή μου δεσποινίς Άστον…» «Λαίδη Άστον», τον διόρθωσε εκείνη. «Πολύ καλά… λαίδη Άστον. Πρέπει να σε πληροφορήσω ότι ο γιος του Τζέισον Μάλορι, ο Ντέρεκ Μάλορι, είναι ένας από τους πιο στενούς μου φίλους…» «Το ξέρω». «Το ξέρεις;» «Ναι, για την ακρίβεια, είναι ο καλύτερός σου φίλος. Πήγατε μαζί σχολείο, παρόλο που εσύ τελείωσες κάνα δυο χρόνια νωρίτερα από κείνον. Τον έκανες παρέα όταν οι άλλοι τον απέφευγαν. Σε λάτρεψε γι’ αυτό. Σε λάτρεψα κι εγώ, για τον ίδιο λόγο, κι ας ήμουν μόνο έντεκα την εποχή που μου το είπε και δεν σε είχα γνωρίσει ποτέ. Από πού νόμιζες ότι είχα ακούσει για σένα, λόρδε Μοντάιθ; Ο ξάδελφός μου, ο Ντέρεκ, δεν σταματούσε να μιλάει για σένα όταν ερχόταν στο σπίτι για τις διακοπές». «Κι εσένα γιατί δεν σε ανέφερε ποτέ;» αρπάχτηκε ο Νίκολας. «Γιατί να μιλάει για μένα;» τον ρώτησε εκείνη. «Είμαι σίγουρη ότι είχατε καλύτερα θέματα να κουβεντιάσετε από το θέμα των μικρών παιδιών των οικογενειών σας». Ο Νίκολας πήρε βλοσυρό ύφος. «Θα μπορούσες να τα έχεις βγάλει απ’ το μυαλό σου όλα αυτά». «Ασφαλώς και θα μπορούσα». Ήταν το μόνο που είπε η Ρέτζι, χωρίς να προσπαθήσει να τον πείσει.


Τα μάτια της άστραψαν εύθυμα. Γαμώτο, ήταν πανέμορφη. «Πόσων χρόνων είσαι;» τη ρώτησε. «Σου πέρασε ο θυμός λοιπόν;» «Θύμωσα εγώ;» «Ναι, αμέ». Του χαμογέλασε. «Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί όμως. Εγώ θα έπρεπε να θυμώσω. Κι αφού θέλεις να μάθεις, είμαι δεκαεννιά, αν και κανονικά δεν θα ’πρεπε να ρωτάς». Εκείνος άρχισε να χαλαρώνει πάλι. Ήταν υπέροχη. Δεν άντεχε άλλο. Ήθελε να την αγκαλιάσει, ωστόσο δεν ήθελε να της θυμίσει πόσο άπρεπη ήταν η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. «Είναι η πρώτη σου σεζόν, Ρετζίνα;» Της άρεσε ο τρόπος που πρόφερε τ’ όνομά της. «Δηλαδή αποδέχεσαι ότι είμαι αυτή που λέω;» «Μάλλον έτσι πρέπει». «Δεν χρειάζεται ν’ ακούγεσαι τόσο απογοητευμένος», του αντιγύρισε εκείνη. «Αν θες να ξέρεις, είμαι συντετριμμένος». Η φωνή του έγινε βραχνή. Άφησε το δάχτυλό του να χαϊδέψει το μάγουλό της, απαλά, για να μην την τρομάξει. «Δεν θέλω να είσαι παρθένα. Καταλαβαίνεις τι ακριβώς εννοώ όταν λέω ότι θέλω να σου κάνω έρωτα, Ρετζίνα;» Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γρηγορότερα. «Αλήθεια το θέλεις;» του ψιθύρισε και προσπάθησε να συνέλθει. Δεν έπρεπε να χάσει τον έλεγχο. «Ναι, φυσικά και το θέλεις», τον πείραξε. «Μου φάνηκε ότι είδα αυτό το βλέμμα στα μάτια σου». Το χέρι του έπεσε αμέσως στο πλευρό του και τα μάτια του μισόκλεισαν. «Και πού το ξέρεις εσύ αυτό το βλέμμα;» «Αχ, να που θύμωσες πάλι», του είπε αθώα. «Γαμώτο!» αρπάχτηκε εκείνος. «Δεν μπορείς να σοβαρευτείς;» «Αν σοβαρευτώ, λόρδε Μοντάιθ, τότε θα μπλέξουμε άσχημα κι οι δύο». Τα σκοτεινιασμένα μάτια της ήταν ανεξιχνίαστα. Χριστέ μου, υπήρχε μια ολότελα διαφορετική κοπέλα κάτω από την εύθυμη εξωτερική επιφάνεια. Η Ρετζίνα τον προσπέρασε, προχώρησε στο κέντρο του δωματίου κι όταν γύρισε να τον κοιτάξει, το σκανδαλιάρικο χαμόγελο και η εύθυμη σπίθα είχαν επανέλθει. «Είναι η δεύτερη σεζόν μου κι έχω γνωρίσει πολλούς άνδρες με τέτοια ανάρμοστη συμπεριφορά σαν τη δική σου», τον διαβεβαίωσε. «Δεν το πιστεύω». «Ότι υπάρχουν άνδρες με τέτοια ανάρμοστη συμπεριφορά σαν τη δική σου;» «Ότι είναι η δεύτερη σεζόν σου. Είσαι παντρεμένη;» «Υπαινίσσεσαι ότι κανονικά θα έπρεπε, επειδή έκανα το ντεμπούτο μου πέρυσι; Δυστυχώς για την οικογένειά μου, κανένας άνδρας δεν είναι αρκετά καλός για μένα. Γεγονός το οποίο είναι αφάνταστα ενοχλητικό, σε διαβεβαιώνω». Ο Νίκολας γέλασε. «Πολύ κρίμα που ταξίδεψα πέρυσι στις Δυτικές Ινδίες για να


εξετάσω κάποια κτήματά μου εκεί. Αν είχα μείνει εδώ, θα σ’ είχα γνωρίσει νωρίτερα». «Θα προσπαθούσες να ζητήσεις το χέρι μου;» «Θα προσπαθούσα να ζητήσω και να πάρω… ένα μέρος του κορμιού σου». Για πρώτη φορά, η Ρέτζι κοκκίνισε. «Πολύ τολμηρό». «Όχι όμως όσο τολμηρό θα ήθελα». Ω, ήταν πραγματικά επικίνδυνος, σκέφτηκε η Ρέτζι. Όμορφος, γοητευτικός, ανήθικος. Και τότε γιατί εκείνη δεν φοβόταν που βρισκόταν μόνη με τον Νίκολας Ίντεν; Η κοινή λογική πρόσταζε ότι θα έπρεπε να φοβάται. Τον κοίταξε με κομμένη ανάσα να την πλησιάζει, μειώνοντας πάλι την απόσταση μεταξύ τους. Η Ρέτζι δεν απομακρύνθηκε κι εκείνος χαμογέλασε. Ένας αμυδρός σφυγμός παλλόταν στο κάτω μέρος του λαιμού της και του ήρθε μια ακατανίκητη επιθυμία να τον γλείψει, να νιώσει στη γλώσσα του το σφυγμό της. «Αναρωτιέμαι αν είσαι τόσο ανέγγιχτη όσο λες, Ρετζίνα Άστον». Δεν έπρεπε να ενδώσει, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε εκείνος να τη μαγέψει. «Εφόσον γνωρίζεις ποια είναι η οικογένειά μου, δεν θα έπρεπε να αμφιβάλλεις, λόρδε Μοντάιθ». «Δεν σκανδαλίστηκες που σ’ έφερα εδώ», ξεφούρνισε εκείνος. «Γιατί;» Μελέτησε προσεκτικά το πρόσωπό της. «Α, μάλλον επειδή είδα το αστείο του πράγματος», ομολόγησε εκείνη. Αλλά κατόπιν πρόσθεσε: «Ωστόσο, ανησύχησα για λίγο όταν σκέφτηκα ότι ο θείος Τόνι μπορεί να έβρισκε πού με είχες πάει και να ερχόταν να γκρεμίσει την πόρτα για να μ’ ελευθερώσει προτού γυρίσεις. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε τρομερό σαματά! Δεν θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε μυστικό για πολύ και ίσως κατέληγες να με παντρευτείς. Κι είναι κρίμα, γιατί δεν θα ταιριάζαμε καθόλου». «Δεν θα ταιριάζαμε;» ρώτησε εκείνος, διασκεδάζοντας. «Όχι βέβαια!» απάντησε εκείνη με ψεύτικο τρόμο. «Εγώ θα σ’ ερωτευόμουν τρελά, ενώ εσύ θα συνέχιζες να είσαι ένας διαβόη​ τος γυναικάς και θα μου ράγιζες την καρδιά». «Έχεις απόλυτο δίκιο», αναστέναξε εκείνος, συνεχίζοντας το παιχνίδι της. «Θα γινόμουν φρικτός σύζυγος. Αν κι εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει περίπτωση να παντρευτώ ποτέ διά της βίας». «Ούτε στην περίπτωση που θα σπίλωνες την υπόληψή μου;» Το στόμα του κύρτωσε προς τα κάτω. «Ούτε τότε». Ήταν φανερό ότι δεν της άρεσε η απάντησή του κι εκείνος τσαντίστηκε με τον εαυτό του που, ενώ δεν χρειαζόταν, ήταν ειλικρινής μαζί της. Κι ο θυμός για τη συμπεριφορά του έκανε τα φωτεινά κεχριμπαρένια μάτια του ακόμα φωτεινότερα, σαν να έλαμπε μέσα τους ένα αφύσικο φως. Η Ρέτζι αναρίγησε κι αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν εκείνος έχανε στ’ αλήθεια την ψυχραιμία του. «Κρυώνεις;» τη ρώτησε, βλέποντάς τη να τρίβει τα μπράτσα της, γιατί είχε ανατριχιάσει. Να τολμούσε να τυλίξει τα μπράτσα του γύρω της;


Εκείνη έπιασε την κάπα της και την έριξε χαλαρά γύρω από τους λεπτούς ώμους της. «Νομίζω ότι είναι ώρα…» «Σε τρόμαξα», της είπε απαλά. «Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου». «Πολύ φοβάμαι ότι γνωρίζω πολύ καλά ποιες είναι οι προθέσεις σου, κύριε», αποκρίθηκε η Ρέτζι. Έσκυψε να φορέσει τα πασουμάκια της και όταν ίσιωσε τον κορμό της βρέθηκε μες στην αγκαλιά του. Εκείνος κινήθηκε τόσο γρήγορα που ξαφνικά η Ρέτζι τον ένιωσε να τη φιλάει προτού προλάβει καν να φωνάξει. Είχε τη γεύση του κονιάκ, γλυκός και μεθυστικός. Αχ, το ’ξερε ότι θα ήταν έτσι, θεϊκά. Ποτέ ξανά δεν την είχαν φιλήσει τόσο παθιασμένα, ή τόσο τολμηρά. Είχε σχεδόν κολλήσει το μικροκαμωμένο σώμα της πάνω στο δικό του, αφήνοντάς τη για πρώτη φορά να αισθανθεί τον ερεθισμό ενός άνδρα. Ήταν σοκαριστικό και συναρπαστικό μαζί. Τα στήθη της μούδιασαν στο σημείο όπου πιέζονταν πάνω στο σακάκι του. Και τι ήταν αυτή η άλλη, βαθύτερη αίσθηση που ερχόταν από χαμηλά μέσα της; Τα χείλη του χάραξαν ένα μονοπάτι στο μάγουλό της και κατηφόρισαν στο λαιμό της, όπου φίλησε τον παλλόμενο σφυγμό της, παίρνοντας την επιδερμίδα της στο στόμα του, ρουφώντας την όσο πιο απαλά γινόταν. «Δεν πρέπει», κατάφερε να ψιθυρίσει η Ρέτζι. Η φωνή της ήταν τελείως αλλαγμένη· αυτή δεν ήταν η δική της φωνή. «Ω, πρέπει, αγάπη, στ’ αλήθεια πρέπει». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Η Ρέτζι έβγαλε μια άναρθρη κραυγή. Δεν υπήρχε τίποτα το δια​ σκεδαστικό σ’ αυτό που γινόταν τώρα. Τα χείλη του τρίφτηκαν πάλι στο λαιμό της κι εκείνη βόγκηξε. «Άσε με κάτω», του είπε ξέπνοη. «Ο Ντέρεκ θα σε μισήσει». «Δεν με νοιάζει». «Ο θείος μου θα σε σκοτώσει». «Χαλάλι σου. Το αξίζεις». Ως εδώ ήταν. «Δεν νομίζω να έχεις την ίδια γνώμη όταν σε καλέσει σε μονομαχία και δεις το όπλο του να σε σημαδεύει. Και τώρα άφησέ με κάτω, λόρδε Μοντάιθ!» Ο Νίκολας την κατέβασε αργά, προσεκτικά, αφήνοντας το κορμί της να γλιστρήσει ηδονικά πάνω στο δικό του. «Θα σ’ ένοιαζε αν πέθαινα λοιπόν;» Την κρατούσε τόσο κοντά του ώστε ακόμα και η θέρμη του κορμιού του την τάραξε. «Ασφαλώς. Δεν θα ’θελα να σε δω να πεθαίνεις εξαιτίας μιας… επιπολαιότητας που πήγες κι έκανες». «Έτσι θα ονόμαζες τον έρωτα που θα σου έκανα;» κρυφογέλασε εκείνος, κατευχαριστημένος. «Δεν αναφερόμουν σ’ αυτό, αλλά στο γεγονός ότι μ’ έφερες εδώ. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα δυσκολευτώ αφάνταστα να πείσω τον Τόνι να ξεχάσει αυτή την ιστορία». «Δηλαδή, το κάνεις για να προστατεύσεις εμένα;» τη ρώτησε σιγανά ο Νίκολας. Η Ρέτζι απομακρύνθηκε από κοντά του, αδυνατώντας να σκεφτεί καθαρά με το


κορμί της κολλημένο πάνω στο δικό του. Η κάπα της είχε πέσει στο πάτωμα. Εκείνος τη σήκωσε ιπποτικά και της την έδωσε κάνοντας υπόκλιση. Η Ρέτζι αναστέναξε. «Αν ο Τόνι δεν ξέρει ότι εσύ με απήγαγες, τότε δεν θα πω τ’ όνομά σου. Αν το ξέρει όμως, φαντάζομαι ότι θα πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να σώσω το τομάρι σου. Αλλά επιμένω να με γυρίσεις στο σπίτι αυτή τη στιγμή, προτού κάνει καμιά χαζομάρα και πει στους άλλους ότι αγνοούμαι». «Τουλάχιστον μου αφήνεις κάποια ελπίδα». Ο Νίκολας χαμογέλασε. «Μπορεί να μην είμαι καλός για σύζυγος, αλλά μου έχουν πει ότι είμαι καταπληκτικός εραστής. Θα το σκεφτείς;» Εκείνη σοκαρίστηκε. «Δεν ψάχνω εραστή». «Πάντως, να ξέρεις ότι δεν θα σ’ αφήσω σε ησυχία όλη τη σεζόν, ώσπου να σου αλλάξω γνώμη», την προειδοποίησε. Ήταν αδιόρθωτος, σκέφτηκε η Ρέτζι, ενώ εκείνος, επιτέλους, τη συνόδευε έξω· αδιόρθωτος και σκέτος πειρασμός. Καλά θα έκανε ο Τόνι να κατάφερνε τον θείο Τζέισον να κάνει αυτό που είχε ζητήσει η Ρέτζι, γιατί ο Νίκολας Ίντεν μπορούσε να γίνει η απόλυτη καταστροφή μιας κοπέλας.


Κεφάλαιο 6 «Λυπάμαι που έχασες το χορό». Ο Νίκολας σταμάτησε την άμαξά του μερικά σπίτια πιο κάτω από το αρχοντικό του Άντονι Μάλορι. Το βλέμμα του χάιδεψε το πρόσωπό της. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά. «Βάζω στοίχημα ότι λυπάσαι πολύ περισσότερο που δεν τον έχασε η λαίδη Έντινγκτον». «Θα το χάσεις το στοίχημα», αποκρίθηκε εκείνος αναστενάζοντας. «Ούτε ξέρω γιατί το έκανα. Έφταιγε το ποτό μάλλον. Το σίγουρο είναι ότι τώρα δεν με νοιάζει καθόλου». «Μπούρδες! Ζήλεψες όταν νόμιζες ότι έβλεπε τον Τόνι». «Πάλι κάνεις λάθος. Δεν έχω ζηλέψει ποτέ στη ζωή μου, κανέναν και τίποτα». «Ποπό, είσαι πολύ τυχερός». «Δεν με πιστεύεις;» «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ήθελες να κλειδώσεις την ερωμένη σου σ’ ένα δωμάτιο όλη νύχτα. Δεν σκόπευες καν να περάσεις μαζί της τη βραδιά». Εκείνος γέλασε. «Το λες μ’ έναν αέρα, λες κι είσαι έμπειρη». Εκείνη έγινε κατακόκκινη. «Όπως και να ’χει, δεν χρειάζεται να λυπάσαι που έχασα το χορό. Εγώ δεν λυπάμαι καθόλου». «Επειδή με γνώρισες;» αποτόλμησε εκείνος. «Μου δίνεις όλο και περισσότερες ελπίδες, αγάπη». Εκείνη ίσιωσε την πλάτη της τσιτωμένη. «Λυπάμαι που σ’ απογοητεύω, λόρδε Μοντάιθ, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω μείνει σπίτι απόψε». «Κι εγώ θα έμενα σπίτι, αν ήσουν μαζί μου. Προλαβαίνουμε ακόμη, ξέρεις. Μπορούμε να γυρίσουμε στο σπίτι μου». Η Ρέτζι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, θέλοντας να γελάσει. Πράγματι, από την πρώτη στιγμή που τον είχε γνωρίσει ένιωθε μια συνεχόμενη αστεία παρόρμηση να γελάει μόνο και μόνο από ευχαρίστηση. Ξεχείλιζε από χαρά. Ήξερε όμως ότι τώρα έπρεπε να τον αφήσει και να ξεχάσει οριστικά την αποψινή βραδιά. «Πρέπει να φύγω», του είπε απαλά. «Ναι, μάλλον πρέπει». Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από το γαντοφορεμένο χέρι της, αλλά δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να τη βοηθήσει να κατέβει από την άμαξα. Τα δάχτυλά του πίε​ σαν το χέρι της, συγκρατώντας τη στη θέση της. «Θέλω να σε φιλήσω πάλι προτού φύγεις». «Όχι».


«Μόνο ένα φιλί για καληνύχτα». «Όχι». Με το άλλο του χέρι άγγιξε το μάγουλό της. Δεν είχε μπει στον κόπο να πάρει τα γάντια ή το καπέλο του προτού φύγουν από το σπίτι του και τα γυμνά δάχτυλά του ήταν ζεστά πάνω στην επιδερμίδα της. Η Ρέτζι δεν είχε τη δύναμη να σαλέψει και περίμενε με κομμένη την ανάσα να της κλέψει το φιλί που του είχε αρνηθεί. Εκείνος το έκανε. Τα χείλη του κόλλησαν στα δικά της σ’ ένα φιλί που δεν έμοιαζε με κανένα απ’ όσα της είχαν δώσει στο παρελθόν. Ζεστά κι επιδέξια, τα χείλη του γεύτηκαν τα δικά της ώσπου η Ρέτζι νόμισε πως θα εκραγεί. «Έλα, προτού ξεχάσω τους καλούς μου τρόπους», της είπε τραχιά. Το πάθος έκανε να ακουστεί βαριά τη φωνή του. Η Ρέτζι ένιωσε παραζάλη καθώς εκείνος τη βοήθησε να κατέβει από την άμαξα και την οδήγησε προς το αρχοντικό του θείου της. «Καλύτερα να μην έρθεις μαζί μου», ψιθύρισε εκείνη. Λάμπες έκαιγαν αριστερά και δεξιά της πόρτας. Φαντάστηκε ν’ ανοίγει η πόρτα και ο Τόνι να υποδέχεται τον Νίκολας Ίντεν μ’ ένα όπλο στο χέρι. «Δεν είναι ανάγκη να με συνοδεύσεις». «Αγαπητή μου, μπορεί να με κατηγορούν για πολλά, αλλά ποτέ κανένας δεν έχει πει ότι δεν είμαι κύριος. Κι ένας σωστός κύριος συνοδεύει μια κυρία μέχρι την πόρτα της». «Μπούρδες! Είσαι κύριος μόνο όποτε σου κάνει κέφι και τώρα σου κάνει κέφι να φερθείς ξεροκέφαλα». Ο Νίκολας κρυφογέλασε με την ανησυχία της. «Φοβάσαι για την ασφάλειά μου;» «Ναι. Ο Τόνι είναι γενικώς ένας ευχάριστος άνθρωπος, αλλά κάποιες φορές απλώς αδυνατεί να ελέγξει την οργή του. Δεν πρέπει να σε δει ώσπου να του πω ότι τίποτε άσεμνο δεν συνέβη μεταξύ μας». Ο Νίκολας κοντοστάθηκε και την έστρεψε προς το μέρος του. «Αν έχει τόσο βίαιο χαρακτήρα, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να σ’ αφήσω να τον αντιμετωπίσεις μόνη σου». Αυτός να προστατεύσει εκείνη από τον Τόνι; Της ήρθε να γελάσει, αλλά συγκρατήθηκε. «Αν καταλάβαινες πόσο στενή είναι η σχέση μου με τον Τόνι, θα ήξερες ότι είμαι το τελευταίο άτομο που θα έπρεπε να τον φοβάται. Είμαστε πολύ δεμένοι, βλέπεις, τόσο δεμένοι που εκείνος φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή του όποτε μένω μαζί του. Πάντα το κάνει, ενώ παράλληλα απέχει από τις συνηθισμένες ενασχολήσεις του για μήνες ολόκληρους. Εσύ θα πρέπει να είσαι σε θέση να εκτιμήσεις τι σημαίνει αυτό», πρόσθεσε ξερά η Ρέτζι. Εκείνος άρχισε πάλι να την οδηγεί μπροστά, χαμογελώντας πλατιά. «Παραδέχομαι ότι έχεις δίκιο, αλλά έχω λόγο για ό,τι κάνω και σκοπεύω να σε συνοδεύσω μέχρι την πόρτα σου». Εκείνη άρχισε να διαμαρτύρεται πάλι, αλλά είχαν ήδη φτάσει. Σφίχτηκε ολόκληρη, προσευχόμενη να μην τους είχαν ακούσει και να μην άνοιγε η πόρτα. Στράφηκε στον


Νίκολας και ψιθύρισε: «Τι λόγο μπορείς να έχεις για να…;» Αλλά εκείνος τη διέκοψε σκανδαλιάρικα: «Βλέπεις, τώρα έχω μια δικαιολογία να σε φιλήσω πάλι για καληνύχτα». Την έκλεισε στην αγκαλιά του και το στόμα του κατέβηκε προς το δικό της. Αυτό ήταν πάθος, ένα πάθος καυτό, που κόχλαζε και την έκανε να λιώσει μέσα στην αγκαλιά του. Τίποτε άλλο δεν μετρούσε. Εκείνη τη στιγμή η Ρέτζι ήταν δική του. Ο Νίκολας τερμάτισε το φιλί με το πάθος να σαρώνει το κορμί του. Σχεδόν την έσπρωξε απότομα μακριά του, χωρίς όμως να την αφήσει, με τα δάχτυλά του χωμένα βαθιά στα μπάτσα της. Την κράτησε σε απόσταση αναπνοής, με την ανάσα του βαριά και τα μάτια του να την καίνε. «Σε θέλω, γλυκιά Ρετζίνα. Μη με κάνεις να περιμένω πολύ μέχρι να παραδεχτείς ότι με θέλεις κι εσύ». Η Ρετζίνα δεν κατάλαβε προς στιγμήν ότι την είχε αφήσει κι έφευγε μακριά της. Ένιωσε μια ακατανίκητη παρόρμηση να τρέξει πίσω του, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήταν εύκολο όμως. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και τα πόδια της έτρεμαν. Σύνελθε, ανόητη, κατσάδιασε τον εαυτό της. Δεν είναι η πρώτη φορά που σε φιλάνε. Αλλά, αχ, ποτέ δεν ήταν έτσι! Η Ρέτζι περίμενε ώσπου είδε τον Νίκολας να μπαίνει στην άμαξά του και κατόπιν στράφηκε απρόθυμα από την άλλη μεριά, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Η είσοδος και το χολ ήταν κατάφωτα και, ευτυχώς, άδεια κι έρημα. Η πόρτα του γραφείου του Τόνι ήταν ανοιχτή και φως ξεχυνόταν από μέσα. Πήγε αργά προς τα εκεί, ελπίζοντας ότι ο Τόνι θα ήταν μέσα κι όχι έξω, να οργώνει το Λονδίνο ψάχνοντας να τη βρει. Εκεί ήταν, καθισμένος στο γραφείο του, με το κεφάλι φωλιασμένο στα χέρια του και τα δάχτυλά του να σφίγγουν τα πυκνά μαύρα μαλλιά του, σαν να ήθελαν να τα ξεριζώσουν. Δίπλα του είχε μια καράφα με κονιάκ κι ένα ποτήρι. Η καταρρακωμένη εικόνα του την έκανε να αποκτήσει και πάλι την αυτοκυριαρχία της. Οι ενοχές της τη βοήθησαν να συνέλθει. Ενώ εκείνη περνούσε τις ομορφότερες στιγμές της ζωής της, ο σημαντικότερος άνθρωπος της ζωής της είχε τρελαθεί από την ανησυχία του. Κι εκείνη ούτε που είχε βιαστεί να επιστρέψει. Είχε γυρίσει με το πάσο της, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή που περνούσε με τον Νίκολας. Πώς μπόρεσε να φερθεί τόσο εγωιστικά; «Τόνι;» Εκείνος σήκωσε τα μάτια του έκπληκτος. Στη συνέχεια, στα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου του η έκπληξη έδωσε τη θέση της στην ανακούφιση. Όρμησε καταπάνω της και την έσφιξε στην αγκαλιά του τόσο δυνατά που η Ρέτζι νόμισε πως θα της έσπαζε τα πλευρά. «Θεούλη μου, Ρέτζι, κόντεψα να πεθάνω από την ανησυχία μου! Είχα να νιώσω τόσο χάλια από τότε που σ’ είχε πάρει μαζί του ο Τζέιμς… Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία αυτό τώρα». Την απομάκρυνε, για να μπορέσει να την κοιτάξει από πάνω


ως κάτω. «Είσαι καλά; Μήπως σε πείραξε;» «Μια χαρά είμαι, Τόνι, αλήθεια». Κι έδειχνε μια χαρά. Ούτε σκισμένο φόρεμα, ούτε ανακατεμένα μαλλιά. Αλλά έλειπε τρεις ολόκληρες ώρες κι όσο εκείνος έβαζε με τον νου του τι μπορεί να της έκαναν… «Αύριο πρωί-πρωί, αμέσως μόλις μάθω πού στο διάολο μένει, θα τον σκοτώσω!» Ώστε γι’ αυτό δεν είχε καταφθάσει στο σπίτι του Νίκολας να γκρεμίσει την πόρτα, συνειδητοποίησε η Ρέτζι. «Ήταν κάτι εντελώς αθώο, Τόνι», άρχισε να του λέει, «ένα λάθος…» «Ξέρω ότι ήταν λάθος, Ρέτζι. Αυτός ο ηλίθιος ο οδηγός σου φρόντισε να με διαβεβαιώσει. Επέμενε συνεχώς ότι ο Μοντάιθ θα σ’ έφερνε πίσω από στιγμή σε στιγμή, ότι εκείνος και η λαίδη Έντινγκτον ήταν, εμ… ότι αυτοί οι δύο… τέλος πάντων, ξέρεις τι θέλω να πω. Γαμώτο!» «Ναι». Η Ρέτζι χαμογέλασε πλατιά με την αμηχανία του. «Ξέρω τι θέλεις να πεις». Κατόπιν έσπευσε να του αλλάξει γνώμη. «Ο καημένος ο άνθρωπος νόμισε ότι εσύ και η…». «Μην το πεις καν! Και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γι’ αυτό που έκανε!» «Μα, Τόνι, φαντάζεσαι τα μούτρα του όταν είδε ότι είχε αρπάξει λάθος γυναίκα;» Η Ρέτζι χαχάνισε. «Αχ, πολύ θα ήθελα να τον έβλεπα κι εγώ». Ο Άντονι συνοφρυώθηκε. «Πώς είναι δυνατόν να μην τον είδες;» «Δεν ήμουν εκεί. Μ’ άφησε στο σπίτι του και πήγε στο χορό. Βλέπεις, το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει τη λαίδη Έντινγκτον να χάσει το χορό. Μπορείς να φανταστείς τι κεραμίδα τού ήρθε όταν την είδε εκεί. Δεν ήξερε ποια στην ευχή είχε κλειδωμένη στο σπίτι του». «Σε κλείδωσε στο σπίτι του;» «Ναι, αλλά ήμουν πολύ άνετα», έσπευσε να τον διαβεβαιώσει. «Άρα, όπως βλέπεις, δεν ήμουν μαζί του όλες αυτές τις ώρες. Η αλήθεια είναι ότι πολύ λίγη ώρα ήμασταν μαζί. Δεν έγινε τίποτε κακό και μ’ έφερε πίσω σώα κι αβλαβή». «Δεν το πιστεύω ότι τον υπερασπίζεσαι. Αν ήξερα πού μένει, θα ήταν νεκρός τώρα. Ο βλάκας ο οδηγός δεν ξέρει. Έστειλα έναν δικό μου να κάνει μια γύρα στις λέσχες και να μάθει, αλλά όλες οι λέσχες ήταν έρημες εξαιτίας αυτού του αναθεματισμένου χορού. Ώσπου να γυρίσει ο άνθρωπός μου να μου πει ότι δεν είχε καταφέρει να μάθει τίποτα, ήμουν έτοιμος να πάω ο ίδιος στους Σέπφορντ και να βρω κάποιον να μου πει πού μένει αυτό το παλιοτόμαρο». «Και τότε ο θείος Έντουαρντ θ’ ανησυχούσε που δεν ήμουν μαζί σου και θ’ άνοιγε ο ασκός του Αιόλου», συμπλήρωσε εκείνη. «Ευτυχώς που δεν το έκανες. Έτσι οι πάντες θα ξέρουν ότι όλο το βράδυ ήμουν εδώ μαζί σου. Αυτό σημαίνει ότι απλώς πρέπει ν’ αποφασίσω αν πρέπει να μείνω εδώ ή να γυρίσω στο σπίτι του θείου Έντουαρντ. Εσύ τι λες να κάνω;» «Α, όχι, μικρή μου». Εκείνος κατάλαβε το κόλπο της. «Μην προσπαθείς να με κάνεις να το ξεχάσω».


«Αν δεν το κάνεις, πάει, καταστράφηκα», του είπε εκείνη πολύ σοβαρά. «Κανένας δεν πρόκειται να πιστέψει ότι πέρασα τρεις ώρες στο σπίτι του λόρδου Μοντάιθ κι έφυγα από κει με την τιμή μου άθικτη. Α, παρεμπιπτόντως, είναι άθικτη». Εκείνος την αγριοκοίταξε. «Τότε δεν θα τον σκοτώσω. Αλλά θα του δώσω ένα καλό μάθημα, όπως του αξίζει». «Μα, αφού δεν έπαθε κανένας τίποτα, Τόνι!» επέμεινε παθιασμένα εκείνη. «Και… και δεν θέλω να του κάνεις κακό». «Δεν θέλεις… Για όνομα του Θεού, πες μου γιατί!» «Μου αρέσει», του είπε απλά. «Μου θυμίζει εσένα». Ο λόρδος Μάλορι έγινε θηρίο. «Ε, θα τον σκοτώσω!» «Σταμάτα!» φώναξε εκείνη. «Εσύ ποτέ δεν θα ξελόγιαζες με τη βία μια παρθένα, κι ούτε εκείνος το έκανε». «Σε φίλησε;» «Εμ…» «Φυσικά και σε φίλησε. Μόνο ένας χαζός δεν θα το έκανε, κι αυτός δεν είναι καθόλου χαζός. Θα…» «Όχι!» φώναξε πάλι η Ρέτζι. «Θα κάνεις σαν να μην έμαθες ποτέ τ’ όνομά του και, όταν τον δεις, θα τον αγνοήσεις. Θα το κάνεις για μένα, Τόνι, επειδή δεν ξέρω αν θα μπορούσα ποτέ να σε συγχωρήσω αν κάνεις κακό στον Νίκολας Ίντεν. Απόψε πέρασα πολύ ωραία. Είχα πολύ καιρό να περάσω τόσο ωραία». Κι ύστερα από τόσα που του είπε, στο τέλος τον ικέτευσε: «Σε παρακαλώ, θείε Τόνι». Εκείνος πήγε κάτι να πει, αλλά κατόπιν έκλεισε το στόμα του, πήρε βλοσυρό ύφος, βαριαναστέναξε, και τελικά είπε απαλά: «Δεν κάνει αυτός για σένα, ψιψίνα μου. Το ξέρεις κι εσύ – έτσι δεν είναι;» «Ναι, το ξέρω. Ωστόσο, ελάχιστα καλύτερη φήμη αν είχε, θα του έκανα τα γλυκά μάτια». «Μόνο πάνω από το πτώμα μου!» Η Ρέτζι τού χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο. «Το ήξερα ότι θα το έλεγες αυτό».


Κεφάλαιο 7 Η Ρέτζι κάθισε στην τουαλέτα της, κοιτώντας ονειροπόλα τη μικρή μελανιά στη βάση του λαιμού της. Ήταν το σημάδι του έρωτα του Νίκολας Ίντεν. Την άγγιξε. Πάλι καλά που δεν είχε βγάλει την κάπα της χθες βράδυ όταν επέστρεψε στο σπίτι του Τόνι. Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, θα ήταν αναγκασμένη να φοράει φουλάρι στο λαιμό μέχρι να φύγει η πιπιλιά. Ήταν αργά το πρωί. Είχε κοιμηθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε. Τα ξαδέλφια της θα είχαν ήδη πάρει πρωινό, κι αν ήταν ακόμη στο σπίτι, θα έπρεπε να τους πει το παραμύθι που είχαν επινοήσει μαζί με τον Τόνι χθες βράδυ. Ο Τόνι είχε στείλει μήνυμα στον αδελφό του, τον Έντουαρντ, προτού η Ρέτζι επιστρέψει στο σπίτι, λέγοντας απλώς ότι τελικά εκείνη δεν θα πήγαινε στο χορό. Μόνο αυτό, χωρίς άλλη εξήγηση. Σύμφωνα με το παραμύθι τους, όταν η Ρέτζι έφτασε στο σπίτι του, ο Τόνι δεν ήταν εκεί, οπότε εκείνη αναγκάστηκε να τον περιμένει για ώρες. Κι όταν γύρισε επιτέλους, έκαναν τη συζήτηση που ήθελαν. Κι επειδή ήταν πολύ αργά, όταν τελείωσαν την κουβέντα τους, η Ρέτζι απλούστατα γύρισε στο σπίτι για ύπνο. Οι υπηρέτες του θείου Έντουαρντ θα επιβεβαίωναν ότι ο Τόνι την είχε φέρει πίσω και ότι πράγματι είχε πάει κατευθείαν για ύπνο. Η Ρέτζι αναστέναξε και χτύπησε το καμπανάκι, για να έρθει η Μεγκ. Κατόπιν έψαξε βιαστικά στο κομό της να βρει ένα φουλάρι. Ούτε η Μεγκ έπρεπε να δει την πιπιλιά. Όταν μισή ώρα αργότερα κατέβηκε κάτω, βρήκε στη σάλα τη θεία Σάρλοτ και τις ξαδέλφες Κλερ και Νταϊάνα να έχουν επισκέψεις, τις λαίδες Μπράντοκ, μάνα και κόρη, την κυρία Φαραντέι με την αδελφή της, την Τζέιν, και δύο άλλες κυρίες, που η Ρέτζι δεν γνώριζε. Μόλις μπήκε στη σάλα, όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της, κάνοντάς τη να αισθανθεί ακόμα πιο άβολα για τα ψέματα που θ’ αράδιαζε. «Αγαπητή μου Ρετζίνα», της είπε η κυρία Φαραντέι μ’ έναν περιέργως συμπονετικό τόνο. «Πόσο υπέροχη είσαι… δεδομένων των συνθηκών». Η Ρέτζι ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι. Όχι. Δεν ήταν δυνατόν. Μονάχα η ένοχη συνείδησή της την έκανε να σκέφτεται ότι μπορούσαν να ξέρουν για τη χθεσινοβραδινή τρέλα. Ο Νίκολας Ίντεν, τέταρτος υποκόμης Ίντεν του Μοντάιθ, ήταν ξαπλωμένος στο μεγάλο κρεβάτι του, με τα χέρια διπλωμένα πίσω από το κεφάλι του και μόνο ένα λεπτό σεντόνι να καλύπτει τ’ ολόγυμνο κορμί του. Αφού πρώτα περπάτησε καμιά ώρα, στη συνέχεια γύρισε στο σπίτι του κι από τότε καθόταν ξαπλωμένος έτσι.


Όμως δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί και να ξεκινήσει τη μέρα του. Είχε χάσει εδώ και πολλή ώρα τη συνηθισμένη πρωινή βόλτα του με το άλογο στο Χάιντ Παρκ. Δεν είχε τίποτα επείγον να φροντίσει. Άλλη μία επιστολή στον κόμη του Πένγουιτς, απαιτώντας μια απάντηση για τη γη που ήθελε να αγοράσει, αλλά αυτό μπορούσε να περιμένει. Στο κάτω κάτω, το συγκεκριμένο θέμα ήταν μονίμως πηγή εκνευρισμού, αφού ποτέ δεν του είχε στείλει απάντηση αυτός ο άνθρωπος. Έπρεπε να επικοινωνήσει με το διευθυντή της ναυτιλιακής εταιρείας του στο Σαουθάμπτον και να ακυρώσει το πλοίο που πρόσφατα είχε δώσει εντολή να του ετοιμάσουν. Σχεδίαζε να αφήσει πίσω του το Λονδίνο για μερικούς μήνες, να σαλπάρει πάλι για τις Δυτικές Ινδίες. Αλλά από χθες το βράδυ, τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει να φύγει από το Λονδίνο. Την έλεγαν Ρετζίνα. Πρόφερε φωναχτά τ’ όνομά της, αφήνοντάς το να κυλήσει απολαυστικά στη γλώσσα του. Ρετζίνα. Γλυκιά, όμορφη Ρετζίνα, με τα εβένινα μαλλιά και τα κινέζικα βαθυγάλανα μάτια. Τι μάτια ήταν αυτά! Έφτανε να κλείσει τα δικά του κι αμέσως τα έβλεπε να του χαμογελούν, να του γελούν. Δύο μάτια γεμάτα ζωντάνια. Η Ρετζίνα, η ομορφότερη των ομορφότερων, μια ασύγκριτη καλλονή. Ο Νίκολας κρυφογέλασε με τη λαχτάρα που τον έκαιγε. Αν τον έβλεπε ο Πέρσι, θα έλεγε ότι ήταν ερωτευμένος ως τα μπούνια. Μήπως ήταν; Όχι, όχι βέβαια. Αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί άλλη φορά που να ήθελε τόσο πολύ μια γυναίκα όσο ήθελε τη Ρετζίνα Άστον. Αναστέναξε. Η θεία Έλι θα του έλεγε να το πάρει το κορίτσι και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, μόνο εκείνη νοιαζόταν για τον Νίκολας. Ίσως να νοιαζόταν κι η γιαγιά του, ίσως όμως και όχι. Δύσκολο να ξέρει κανείς με τη Ρεβέκα, τη γριά τύραννο. Και, φυσικά, δεν έπρεπε να ξεχνά τη «μητέρα» του. Ήταν η τελευταία που θα του έδινε την ευχή της. Εξαιτίας της ο Νίκολας δεν μπορούσε να παντρευτεί, ή δεν θα παντρευόταν, τη Ρετζίνα ή οποιαδήποτε άλλη κοπέλα καλής οικογενείας. Δεν θα παντρευό​ ταν τουλάχιστον μέχρι η γυναίκα που ο κόσμος τη γνώριζε ως μάνα του να πεθάνει. Και μαζί της να πεθάνει η απειλή με την οποία εκείνη τον κρατούσε στο χέρι. Ο Νίκολας πέταξε το σεντόνι από πάνω του κι ανακάθισε, επειδή και μόνο η σκέψη της χήρας κόμησσας κατέστρεφε το ειδυλλιακό σκηνικό της φαντασίας του. Εξαιτίας της πήγαινε πολύ σπάνια στο Σιλβερλέι, το εξοχικό κτήμα του στο Χαμπσάιρ. Ωστόσο, το ίδιο το Σιλβερλέι το λάτρευε, του έλειπε τόσο, που τον πίκραινε το γεγονός ότι δεν πήγαινε πια. Ανεξαρτήτως αυτού όμως, πήγαινε εκεί μόνο όταν έλειπε η κόμησσα. Κι αυτή φρόντιζε να μένει τον περισσότερο καιρό εκεί, μόνο και μόνο για να κρατάει τον Νίκολας μακριά. Χτύπησε καμπανάκι, για να έρθει ο βαλές του, ο Χάρις, κι ενημερώθηκε ότι οι λόρδοι Άλντεν και Μάλορι τον περίμεναν στην αίθουσα του πρωινού. Δεν το σκέφτηκε και πολύ, επειδή οι δύο συγκεκριμένοι φίλοι περνούσαν συχνά


απροειδοποίητα από το σπίτι του. Όταν λίγο αργότερα πήγε να τους βρει, ο Ντέρεκ Μάλορι καθόταν στο τραπέζι μ’ ένα μεγάλο πιάτο φαγητό μπροστά του κι ο Πέρσι στεκόταν δίπλα στον μπουφέ πίνοντας καφέ. Ο Ντέρεκ πέταξε ένα χαρούμενο «Γεια» προτού συνεχίσει να πειράζει τη νεαρή υπηρέτρια. Ο Πέρσι έγνεψε στον Νίκολας να πάει κοντά του μ’ ένα συνωμοτικό πλατύ χαμόγελο. «Ξέρω ποιο είναι το πουλάκι που έφερες στη φωλιά σου χθες το βράδυ», ψιθύρισε ο Πέρσι κι έδειξε με το κεφάλι του τον Ντέρεκ. «Αυτός δεν το ξέρει ακόμη, αλλά σίγουρα μέχρι το βράδυ θα το έχει μάθει». Ο Νίκολας ένιωσε σαν να του είχαν δώσει μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αλλά κατάφερε να ψιθυρίσει ήρεμα: «Έχεις την ευγενή καλοσύνη να μου πεις πώς έφτασε στ’ αυτιά σου αυτή η πληροφορία;» «Δεν είναι δα και μυστικό», γέλασε πνιχτά ο Πέρσι. «Στην πραγματικότητα, βάζω στοίχημα ότι μέχρι το βράδυ θα έχει δια​ δοθεί από στόμα σε στόμα. Το άκουσα με τ’ αυτιά μου στη Ρότερν Ρόου την ώρα που έκανα βόλτα με το άλογο. Έπεσα πάνω σε κάνα δυο γνωστές μου ομορφούλες κι ανυπομονούσαν να με πληροφορήσουν για το τελευταίο κουτσομπολιό που κυκλοφορεί». «Από πού;» ρώτησε εκρηκτικά ο Νίκολας, αρκετά δυνατά ώστε να τον κοιτάξει ο Ντέρεκ, ο οποίος στη συνέχεια έστρεψε πάλι την προσοχή του στην υπηρέτρια. «Από πού αλλού; Από τη λαίδη Ε. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο οδηγός της σκέφτηκε ότι θα την ενδιέφερε πολύ να μάθει τα χαΐρια σου. Και, τι πρωτότυπο, εκείνη βρήκε τρομερά γαργαλιστικό το γεγονός ότι ζήλεψες τόσο ώστε να κάνεις κάτι ιδιαίτερα εξωφρενικό. Δεν έβλεπε την ώρα να το πει στις αγαπημένες φιλενάδες της… ακόμα και σ’ αυτές που δεν της είναι και τόσο αγαπημένες. Α, ναι, ήταν τρομερά απασχολημένη όλο το πρωί». «Που να την πάρει και να τη σηκώσει την παλιοσκρόφα!» «Ναι, τέλος πάντων. Στη θέση σου, θα έφευγα για λίγο από το Λονδίνο». «Και ν’ αφήσω την κοπέλα να το αντιμετωπίσει μόνη της όλο αυτό;» «Δεν θυμάμαι να σ’ ένοιαζε κάτι τέτοιο στο παρελθόν». Για το συγκεκριμένο σχόλιο, ο Πέρσι δέχτηκε ένα δολοφονικό βλέμμα. «Μην τα βάζεις μαζί μου, Νικ. Εκείνη θα τα βολέψει καλύτερα από σένα. Σίγουρα θα παντρευτεί άρον άρον, όπως έκαναν και οι άλλες παρθένες σου, και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Εσύ όμως έχεις να αντιμετωπίσεις το θείο του Ντέρεκ, για να μην πω τον πατέρα του. Η κοπέλα αυτή έχει συγγενείς που σίγουρα θα θέλουν να σε γδάρουν ζωντανό. Μ’ αυτή δεν πρόκειται να τη σκαπουλάρεις αγρατζούνιστος, που την κατέστρεψες, όπως έκανες με τις άλλες». «Μα δεν την άγγιξα, για όνομα του Θεού!» «Φυσικά και δεν την άγγιξες, αλλά ποιος σε πιστεύει;» σχολίασε αιχμηρά ο Πέρσι. «Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να εξαφανιστείς προτού προλάβει να σε καλέσει σε μονομαχία κάποιος από τους θείους της».


Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην πόρτα ο Τιντλ κι ανήγγειλε: «Ο υπηρέτης του λόρδου Μάλορι ζητά να σας μιλήσει, κύριε». Ο Ντέρεκ σήκωσε έκπληκτος τα μάτια του και είδε τον υπηρέτη να στέκεται πίσω από τον Τιντλ. «Α, σ’ το λέω να το ξέρεις, Νίκι, κάποιο λάθος έχει γίνει. Αυτός ο τύπος δεν δουλεύει για μένα». «Το φαντάστηκα», μουρμούρισε ο Νίκολας κι ο Πέρσι βόγκηξε.


Κεφάλαιο 8 «Όχι!» Ο Άντονι Μάλορι σήκωσε το βλέμμα του όταν η ανιψιά του μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο και κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα στο πιστόλι που εκείνος καθάριζε στο γραφείο του. Της έριξε ένα ανυπόμονο βλέμμα και ξαναγύρισε στον έλεγχο του όπλου του. «Πολύ αργά για όχι, Ρέτζι». «Τον έχεις ήδη σκοτώσει!» φώναξε εκείνη. Εκείνος δεν σήκωσε τα μάτια του κι έτσι δεν είδε το χρώμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. «Έχω στείλει άνθρωπο στο σπίτι του. Σήμερα το πρωί δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να μάθω τη διεύθυνσή του. Όπου να ’ναι θα έρθει, για να ορίσουμε χρόνο και τόπο». «Όχι, όχι, όχι!» Όταν τελικά την κοίταξε, τα μάτια της πετούσαν σπίθες. «Έλα τώρα, Ρέτζι…» άρχισε να της λέει, αλλά εκείνη του επιτέθηκε. «Αυτό είναι η απάντησή σου σε όλα;» Έδειξε με το δάχτυλό της τ’ όπλο στα χέρια του. «Νόμιζα ότι είχαμε τακτοποιήσει αυτό το θέμα χθες βράδυ». «Αυτό ίσχυε προτού η αποκοτιά που έκανε ο Μοντάιθ γίνει τροφή για τους κουτσομπόληδες. Ή μήπως δεν έμαθες ότι από σήμερα το πρωί σ’ έχουν πιάσει οι πάντες στο στόμα τους;» Η Ρέτζι τινάχτηκε σαν ζεματισμένη, αλλά είπε ήρεμα: «Το ξέρω. Μόλις βγήκα από ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες που δεν έβλεπαν την ώρα να μου εκφράσουν τη συμπόνια τους». «Κι εσύ τι τους είπες;» «Δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ ότι όντως συνέβη, από τη στιγμή που ο οδηγός της λαίδης Έντινγκτον μαρτύρησε τα πάντα. Αλλά τους είπα ψέματα, δηλαδή ότι με γύρισε αμέσως πίσω, ότι ο λόρδος Μοντάιθ συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα το λάθος του». Ο Άντονι κούνησε το κεφάλι του. «Πράγμα που δεν πίστεψαν – έτσι δεν είναι;» «Εμ, όχι», παραδέχτηκε διστακτικά εκείνη. «Επειδή αυτός ο καταραμένος οδηγός περίμενε επί μία ολόκληρη ώρα να γυρίσεις, και το ξέρουν όλοι αυτό. Και δεν χρειά​ ζεται μία ώρα για να κάνει κάποιος αυτό που όλοι λένε ότι έγινε. Το γεγονός ότι είπες ψέματα δείχνει απλώς ότι έχεις κάτι να κρύψεις». «Μα, αυτό δεν είναι αλήθεια!»


«Κι από πότε νοιάζονται για την αλήθεια αυτοί που ψοφάνε για κουτσομπολιά;» «Αχ, Τόνι, τι θα κάνω;» φώναξε δυστυχισμένα. «Τίποτα. Θα το αντέξεις, με τη βοήθεια της οικογένειάς σου. Εκείνος θα πληρώσει το τίμημα, επειδή λέρωσε το καλό σου όνομα». «Δεν πρόκειται να τον καλέσεις σε μονομαχία». Τα μάτια του Άντονι μισόκλεισαν. «Αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει ο Τζέισον, με συνέπεια να σκοτωθεί. Δεν είναι τόσο ικανός στο βόλι όσο εγώ». «Κανένας δεν πρόκειται να σκοτωθεί, Τόνι». Το είπε θαρρείς κι εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. «Πρέπει να υπάρχει άλλη λύση. Γι’ αυτό ήρθα. Νόμιζα όμως ότι δεν θα σε προλάβαινα και ότι ήδη θα είχες φύγει από την πόλη. Πώς το έμαθες;» «Όντως έφευγα από την πόλη, όταν ήρθε ο παλιός μου φίλος, ο Τζορτζ, για να με προειδοποιήσει ότι το μυστικό είχε διαρρεύσει. Κι ευτυχώς, γαμώτο, που άργησα να ξεκινήσω, αλλιώς τώρα θα βρισκόμουν στα μισά της διαδρομής για το Γκλούσεστερ και θ’ αναγκαζόταν ο γερο-Έντι να αντιμετωπίσει όλο αυτό το σάλο. Είμαι σίγουρος ότι θα τα έκανε θάλασσα». «Τουλάχιστον εκείνος δεν θα αντιδρούσε αρπάζοντας όποιο όπλο έβρισκε μπροστά του», αντιγύρισε εκείνη. Ο Άντονι έκανε μια γκριμάτσα. «Το ξέρει ή δεν το έχει μάθει ακόμη;» «Όχι. Ήταν κλεισμένος στο γραφείο του όλο το πρωί. Κι ακόμη εκεί είναι. Η θεία Σάρλοτ είπε ότι θα προσπαθήσει να του το κρατήσει κρυφό όσο το δυνατόν περισσότερο. Σκέφτηκα ότι ίσως εσύ θα μπορούσες…» «Δειλή. Αν και δεν πρέπει να σε ανησυχεί η αντίδραση του Έντι. Ο Τζέισον είναι αυτός που θα τιναχτεί μέχρι το ταβάνι μόλις το μάθει». «Τουλάχιστον εκείνος θ’ αργήσει να το μάθει». «Μην υπολογίζεις σ’ αυτό, ψιψίνα μου. Μέχρι το βράδυ, αύριο το πρωί, το αργότερο, θα το έχει μάθει. Νομίζεις ότι δεν σε παρακολουθεί σαν κέρβερος όταν βρίσκεσαι στο διεφθαρμένο παλιο-Λονδίνο;» «Δεν το πιστεύω!» «Πίστεψέ το, γιατί αυτό κάνει», τη διαβεβαίωσε ο Άντονι. «Και όταν βρίσκεσαι στην Ευρώπη, παίρνει τακτικές αναφορές για σένα. Του Τζέισον δεν του ξεφεύγει τίποτα. Εδώ ούτε καν εγώ γλιτώνω από το μάτι του, που όλα τα βλέπει. Πώς νομίζεις ότι μαθαίνει τόσο γρήγορα όλα τα κατορθώματά μου;» Η Ρέτζι βόγκηξε. Το πράγμα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ο Τζέισον μπορούσε να γίνει το ίδιο οξύθυμος με τον Τόνι. Χώρια που ήταν άνθρωπος άκαμπτων ηθικών αρχών. Όταν επρόκειτο για ζήτημα τιμής, δεν ανεχόταν κανένας να θίξει τη δική του. Για κείνον μονάχα μία λύση θα υπήρχε, κι αν δεν πετύχαινε αυτή, θα καθάριζε τα πιστόλια του, όπως έκανε τώρα ο Τόνι. Όμως η πρώτη λύση ήταν ανεπίτρεπτη. Ο Νίκολας Ίντεν δεν θα συμφωνούσε ποτέ. Θα προτιμούσε να μονομαχήσει μ’ έναν


από τους θείους της παρά να παντρευτεί διά της βίας· η Ρέτζι ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Δάγκωσε ανήσυχη το κάτω χείλι της. «Κάποια λύση πρέπει να υπάρχει, Τόνι, κάποιο παραμύθι θα μπορούμε να σκαρφιστούμε». «Δεκάδες, ψιψίνα, αλλά κανένα δεν πρόκειται να γίνει πιστευτό. Το πρόβλημα είναι ότι ο Μοντάιθ έχει ξελογιάσει κι άλλες παρθένες στο παρελθόν. Το γεγονός ότι ήταν μόνος μαζί σου –δεν έχει σημασία που δεν ήσουν εσύ ο στόχος του– μαρτυρά ότι εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Είναι ένας πανέμορφος σατανάς, και θα ήταν αδύνατον να του αντισταθείς. Έτσι θα νομίζουν όλοι. Κι έτσι θα λένε». Η Ρέτζι έγινε κατακόκκινη και κοίταξε αλλού αμήχανη. «Δεν ξέρω καν γιατί συζητάω αυτό το θέμα μαζί σου», συνέχισε κοφτά ο Τόνι. «Μόνο ένα πράγμα μένει να κάνουμε, κι είναι καθήκον μου να φροντίσω να γίνει». Η Ρέτζι αναστέναξε. «Έχεις δίκιο, φυσικά. Δεν ξέρω γιατί αντιστέκομαι τόσο πολύ σ’ αυτή την ιδέα». Εκείνος ανασήκωσε καχύποπτα το φρύδι του. «Όχι κόλπα σ’ εμένα, Ρέτζι». «Κανένα κόλπο. Θα φροντίσεις να με παντρευτεί. Αυτό είναι το μόνο που πρέπει να γίνει». «Γαμώτο!» άστραψε και βρόντησε ο Άντονι, και πετάχτηκε όρθιος. «Δεν σου αξίζει!» «Ωστόσο…» «Όχι! Και πάλι όχι! Και μη νομίζεις ότι δεν κατάλαβα τι πας να κάνεις, Ρετζίνα Άστον. Νομίζεις ότι έτσι θα λύσεις και το άλλο σου πρόβλημα, και δεν θα είσαι αναγκασμένη να ψάχνεις πια για σύζυγο». «Τώρα που το λες… Αχ, Τόνι, ειλικρινά δεν θα με πείραζε να είχα αυτόν για σύζυγο, αλήθεια. Και μου θυμίζει εσένα». «Παραείναι ίδιος μ’ εμένα, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν κάνει για σένα!» «Μα μου θυμίζει και τον θείο Έντουαρντ. Χώρια που έχει πάνω του και κάτι από τον θείο Τζέισον. Έφριξε όταν του είπα ότι αυτό που είχε κάνει θα ήταν η καταστροφή μου και ότι θα έπρεπε να με παντρευτεί». «Του είπες τέτοιο πράγμα;» «Του έκανα μια κουβέντα. Κι εκείνος θύμωσε. Αντέδρασε όπως θ’ αντιδρούσε ο θείος Τζέισον». «Γι’ αυτό θα…» «Όχι, όχι, Τόνι. Είναι τέλειος – δεν το βλέπεις; Έχει πάνω του ένα κομματάκι απ’ όλους σας… Αυτό ακριβώς που έψαχνα. Κι άλλωστε, θα είναι πρόκληση για μένα να τον συμμορφώσω». «Δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ, Ρέτζι», επέμεινε ο Τόνι. «Αυτός δεν θα νοικοκυρευτεί ποτέ». «Μμ, δεν ξέρω». Χαμογέλασε πλατιά. «Μπορεί αυτό να ισχύει για σένα, αλλά δεν ξέρουμε σίγουρα αν ισχύει και γι’ αυτόν. Και του άρεσα. Είναι κι αυτό μια αρχή». «Ας μην ωραιοποιούμε τα πράγματα», είπε ο Άντονι. «Σε ήθελε. Αλλά θα θέλει κι


άλλες γυναίκες και θα τις κυνηγήσει. Δεν θα είναι πιστός σύζυγος». «Νομίζω ότι αυτό το ξέρω», απάντησε εκείνη ήρεμα. «Κι εξακολουθείς να τον θέλεις;» Αυτό που δεν ήθελε ήταν η εναλλακτική λύση, να χάσει ο Νίκολας τη ζωή του. «Στο κάτω κάτω», είπε ήρεμα, «είναι υποχρεω​ μένος να κάνει αυτό που πρέπει. Εκείνος μ’ έμπλεξε σ’ αυτό το σκάνδαλο, άρα εκείνος πρέπει να με ξεμπλέξει. Είναι μια ειρηνική λύση, και είμαι βέβαιη ότι ο θείος Τζέισον θα συμφωνήσει με όλη του την καρδιά». «Έτσι όμως ο Μοντάιθ δεν θα πάρει αυτό που του αξίζει», δυσανασχέτησε ο Άντονι. «Μ’ αυτή τη συμφωνία εκείνος θα πάρει εσένα, ενώ εσύ θα υποφέρεις μαζί του». «Δεν πρόκειται να το δει έτσι εκείνος, Τόνι. Για την ακρίβεια, είμαι σίγουρη ότι θ’ αρνηθεί». «Ωραία». Ο Άντονι χαμογέλασε και ξανάπιασε το πιστόλι του να το καθαρίσει. «Αχ, όχι», είπε η Ρέτζι. «Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα βάλεις τα δυνατά σου να τον πείσεις, Τόνι». «Εντάξει», συμφώνησε εκείνος. Χαμογέλασε με τέτοιον τρόπο που της ήρθε να τον χτυπήσει. Η Ρέτζι ήξερε πολύ καλά αυτό το χαμόγελο. «Θέλω να είναι μαζί σου κι ο θείος Έντουαρντ όταν θα του μιλήσεις», του είπε καχύποπτα. «Μα όπου να ’ναι θα καταφτάσει ο υποκόμης σου, ψιψίνα μου», της υπενθύμισε εκείνος. «Τότε πάμε αυτή τη στιγμή να δούμε τον θείο Έντουαρντ μαζί. Άσε ένα μήνυμα στον λόρδο Μοντάιθ να έρθει πάλι το βράδυ. Και, Τόνι», πρόσθεσε αργά, λύνοντας το φουλάρι της, «νομίζω ότι ο θείος Έντουαρντ πρέπει να το δει αυτό, για να καταλάβει πόσο σημαντικό είναι να αποσπάσει τη συγκατάθεση του Μοντάιθ». Το πρόσωπο του Άντονι σκοτείνιασε. «Είπες ότι σε φίλησε μόνο!» Εκείνη έδεσε πάλι το φουλάρι και πήρε αθώο ύφος. «Ε, από φιλί έγινε αυτό, Τόνι». «Πώς τόλμησε ν’ αφήσει πάνω σου το σημάδι του;» Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πιστεύεις ότι ο θείος Έντουαρντ θα δώσει μεγάλη βαρύτητα σ’ αυτό το σημάδι και θα υποθέσει τα χειρότερα; Μάλλον θα νιώσει πως είναι καθήκον του να ενημερώσει τον θείο Τζέισον γι’ αυτό. Πιστεύεις ότι θα θέλουν να κάνουν άρον άρον το γάμο; Θα προτιμούσα να περιμένω μερικούς μήνες, για να είμαι σίγουρη ότι το πρώτο μου παιδί θα γεννηθεί ύστερα από ένα αξιοπρεπές διάστημα». «Αυτό είναι εκβιασμός, Ρέτζι». Εκείνη άνοιξε διάπλατα τα βαθυγάλανα μάτια της. «Αλήθεια;» «Ο Τζέισον θα ’πρεπε να σου είχε βάλει ένα διακόπτη στον πισινό από την πρώτη φορά που ανέπτυξες το ταλέντο να χειραγωγείς τους άλλους».


«Είναι φρικτό αυτό που είπες!» αναφώνησε εκείνη. Εκείνος τότε γέλασε, κουνώντας το κεφάλι του. «Άσε το θέατρο, ψιψίνα. Ό,τι και να γίνει, θα καταφέρω τον υποκόμη σου να σε παντρευτεί». Εκείνη τον αγκάλιασε, ολοφάνερα χαρούμενη. «Και τέρμα οι κουβέντες για σκοτωμούς – εντάξει;» «Έτσι κι αλλιώς, δεν θα έχει και καμία σημασία», αναστέναξε εκείνος. «Μια κι ο Έντι είναι ο τετράγωνος, επιχειρηματικός νους της οικογένειας, ίσως σκεφτεί κάτι για να πείσει τον τύπο χωρίς να καταφύγουμε στη βία». Ξέφυγε από την αγκαλιά της και στράφηκε να βάλει στη θέση του το όπλο. «Είπες ότι ο Μοντάιθ δεν πρόκειται να συμφωνήσει, Ρέτζι, και όταν ένας άνδρας πεισμώνει, χρειάζεται να τον πείσεις, για να του αλλάξεις γνώμη. Εσύ όμως μπορείς ακόμη ν’ αλλάξεις γνώμη, ξέρεις». Την κοίταξε επίμονα. «Όχι. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο νιώθω ότι είναι το σωστό». «Μπορεί εκείνος να σε μισήσει γι’ αυτό, ξέρεις. Το ’χεις σκεφτεί αυτό;» «Ναι, μπορεί, αλλά θα το ρισκάρω. Δεν θα σκεφτόμουν καν το γάμο αν δεν μ’ έβρισκε ελκυστική. Όμως προσπάθησε πράγματι να με ξελογιάσει – προσπάθησε, είπα. Όχι, Τόνι, ο Μοντάιθ θα γίνει άνδρας μου. Πες στον θείο Έντουαρντ και τον θείο Τζέισον ότι δεν πρόκειται να παντρευτώ κανέναν άλλο». «Πολύ καλά τότε», αποκρίθηκε ο Τόνι και πρόσθεσε κοιτώντας την επικριτικά: «Αλλά δεν θα βγάλεις το φουλάρι – μ’ άκουσες; Δεν υπάρχει λόγος να έχουν χειρότερη γνώμη για τον μελλοντικό σύζυγο της ανιψιάς τους απ’ αυτή που ήδη έχουν».


Κεφάλαιο 9 Ήταν δέκα και μισή το βράδυ, κι ο Νίκολας καθόταν μέσα στην άμαξά του έξω από το σπίτι του Έντουαρντ Μάλορι στην πλατεία Γκρόσβενορ. Είχε ήδη αργήσει τριάντα λεπτά στο ραντεβού του, αλλά δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να βγει από την άμαξα. Είχε πάψει πια να προσπαθεί να μαντέψει περί τίνος επρόκειτο. Το πρωινό κάλεσμα από τον Άντονι Μάλορι ήταν απολύτως κατανοητό, αλλά επειδή εκείνη η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί. Ήταν αδιανόητο ο τόσο λογικός θείος Έντουαρντ του Ντέρεκ να απαιτήσει μονομαχία, αλλά τι άλλο να τον ήθελε; Γαμώτο! Η Ρέτζι κοιτούσε τη σκουρόχρωμη άμαξα από ένα παράθυρο του επάνω ορόφου κι η ανησυχία της είχε γίνει πια τρόμος. Δεν θα του άρεσε καθόλου του Νίκολας αυτό που είχε ξεκινήσει η ίδια. Όχι, σίγουρα όχι. Θα πρέπει να υποψιαζόταν γιατί τον είχαν καλέσει εκεί. Ειδάλλως, γιατί δίσταζε να μπει στο σπίτι; Ο θείος Έντουαρντ είχε πολλά ράμματα για τη γούνα του λόρδου Μοντάιθ και ήθελε να βεβαιωθεί ότι η Ρέτζι ήξερε πού πήγαινε να μπλέξει. Γνώριζε χρόνια την οικογένεια Ίντεν. Για την ακρίβεια, είχαν υπάρξει πολύ καλοί φίλοι με τον πατέρα του Νίκολας. Κι έτσι η Ρέτζι τα ήξερε όλα πια, μαζί και τις ιστορίες για τις άλλες κοπέλες, τις οποίες ο Νίκολας είχε μπλέξει σε σκάνδαλα επειδή εκείνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη γοητεία του. Ήταν ανεύθυνος, ασυνείδητος, μπορούσε να γίνει ψυχρός κι αλαζόνας ή οξύθυμος. Δεν ήταν μόνο το γοητευτικό πρόσωπο που έδειχνε στις γυναίκες. Ναι, η Ρέτζι τα είχε μάθει όλα αυτά, αλλά, προς απογοήτευση του θείου Τόνι, δεν είχε αλλάξει γνώμη. Η Ρέτζι είχε πάει στο δωμάτιο της Έιμι, για να κρυφοκοιτάξει από το παράθυρο, ευχαριστώντας την καλή της τύχη που ήταν μόνη στον επάνω όροφο. Η θεία Σάρλοτ είχε πάρει όλο το τσούρμο των παιδιών της, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες τους, και είχε πάει να περάσει τη νύχτα σε μια φίλη της έξω από το Λονδίνο. Τη Ρέτζι την είχαν αφήσει να μείνει στο σπίτι μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να περιμένει έως την επομένη προκειμένου να μάθει ποια θα ήταν η μοίρα της. Αλλά της απαγόρευσαν να κατέβει κάτω και να αναμειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην κουβέντα. Ο θείος Τόνι ήταν ανένδοτος ως προς αυτό. Ακόμα κι αν άκουγε να γίνεται ο κακός χαμός κάτω, εκείνη δεν θα ξεμυτούσε από τον επάνω όροφο. Ο μπάτλερ πήρε από τον Νίκολας το καπέλο και τα γάντια του και τον συνόδευσε στη σάλα. Εκείνος εξεπλάγη που το σπίτι ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο φαινόταν


εξωτερικά. Ήξερε ότι ο Έντουαρντ Μάλορι είχε πολλά παιδιά· και το σπίτι σίγουρα ήταν αρκετά ευρύχωρο ώστε να στεγάσει μια μεγάλη οικογένεια. Στους δύο επάνω ορόφους θα υπήρχαν πιθανότατα μόνο κρεβατοκάμαρες, σκέφτηκε, και το ισόγειο ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε να περιλαμβάνει ακόμα και μια αίθουσα χορού. «Σας περιμένουν, κύριε», ανήγγειλε ο μπάτλερ όταν έφτασαν στην πόρτα της σάλας. Το πρόσωπο του μπάτλερ ήταν ανέκφραστο, αλλά ο τόνος της φωνής του αποδοκιμαστικός. Ο Νίκολας παραλίγο να κρυφογελάσει. Ήξερε ότι είχε αργοπορήσει. Ωστόσο, η εύθυμη διάθεσή του κόπηκε μαχαίρι όταν ο μπάτλερ άνοιξε την πόρτα και κατόπιν την έκλεισε πίσω από τον Νίκολας. Σ’ έναν κρεμ καναπέ είδε καθισμένες την Έλινορ Μάρστον, τη γεροντοκόρη θεία του, την Έλι, και δίπλα της τη Ρεβέκα Ίντεν, τη φοβερή και τρομερή γιαγιά του. Η οποία εκείνη τη στιγμή έμοιαζε έτοιμη να ρίξει πάνω του όλη την οργή του Θεού και να τον κάψει. Ώστε έτσι, ε; Είχαν μαζευτεί όλες εκεί για να τον περάσουν από γενεές δεκατέσσερις. Και δεν έφτανε που θα τον έψελνε η δική του οικογένεια, αλλά θα τον έψελνε και η οικογένεια της Ρετζίνα από πάνω; Το μόνο που τον εξέπληξε ήταν ότι είχαν καλέσει και τη «μητέρα» του, τη Μίριαμ. Ω, θα το απολάμβανε με όλη της την καρδιά! «Ώστε λοιπόν βρήκες τελικά το κουράγιο να μπεις μέσα, βρε μασκαρά;» άρχισε να λέει χωρίς περιστροφές η ηλικιωμένη κυρία. «Ρεβέκα!» την επέπληξε η Έλινορ. Ο Νίκολας χαμογέλασε. Ήξερε ότι η γιαγιά του δεν αμφισβητούσε στιγμή το θάρρος του. Απλώς της άρεσε να τον τσιγκλάει. Η θεία Έλι, ο Θεός να την έχει καλά, έσπευσε, όπως πάντα, να τον υπερασπιστεί. Πράγματι, ήταν η μόνη που τολμούσε να κατσαδιάσει την ηλικιωμένη κυρία. Η θεία Έλι είχε ζήσει μαζί της επί είκοσι χρόνια κι ο Νίκολας θαύμαζε το κουράγιο της, επειδή η γιαγιά του ήταν σωστός τύραννος, καθώς εξουσίαζε τους πάντες γύρω της με σιδερένια πυγμή. Πολύ καιρό πριν, τα πρώτα χρόνια του γάμου των γονιών του και προτού γεννηθεί ο ίδιος, η Έλινορ είχε ζήσει μαζί με τη Μίριαμ και τον Τσαρλς Ίντεν στο Σιλβερλέι. Αλλά οι διαρκείς καβγάδες ανάμεσα στις δύο αδελφές είχαν αναγκάσει την Έλι να επιστρέψει στο πατρικό της μαζί με τους γονείς της. Αργότερα, είχε πάει επίσκεψη στη μητέρα του Τσαρλς, τη Ρεβέκα, στην Κορνουάλη. Κι από εκείνη την «επίσκεψη» μέχρι σήμερα μένει εκεί, ενώ επισκέπτεται συχνά μέσα στα χρόνια το Σιλβερλέι, μόνο όμως το επισκέπτεται, δεν μένει εκεί. «Πώς είσαι, κυρία;» ρώτησε ο Νίκολας τη γιαγιά του. «Λες και σε νοιάζει πώς είμαι», αντιγύρισε εκείνη. «Έρχομαι ή όχι στο Λονδίνο κάθε χρόνο τέτοια εποχή;» τον ρώτησε. «Σου έχει γίνει συνήθεια, ναι». «Εσύ όμως ήρθες να με δεις απ’ όταν έφτασα;» «Σε είδα στην Κορνουάλη μόλις τον περασμένο μήνα», της υπενθύμισε ο Νίκολας.


«Δεν είναι αυτό το θέμα». Κατόπιν έγειρε πίσω στο κάθισμά της και είπε: «Τα κατάφερες κι αυτή τη φορά – έτσι δεν είναι;» «Απ’ ό,τι φαίνεται», αποκρίθηκε ξερά εκείνος κι ύστερα στράφηκε στους δύο Μάλορι. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας έσπευσε να τον χαιρετήσει εγκάρδια. Μεγαλόσωμος, ξανθός και πρασινομάτης, ο Έντουαρντ Μάλορι δεν έμοιαζε καθόλου στον αδελφό του, τον Άντονι, ενώ έμοιαζε πάρα πολύ στον άλλο του αδελφό, τον Τζέισον. Ήταν μία σπιθαμή κοντύτερος από τον Νίκολας, που είχε 1.80 ύψος, αλλά η φτιαξιά του ήταν πιο γεροδεμένη. Ο άλλος άνδρας, ο νεαρός Μάλορι, είχε ριζώσει στη θέση του δίπλα στο τζάκι. Τα σκοτεινιασμένα γαλανά μάτια του έδειχναν να φαντασιώνεται ότι έκοβε κομματάκια τον Νίκολας. Από τα καταγάλανα μάτια και τα μαύρα σαν κάρβουνο μαλλιά του, ο Νίκολας κατάλαβε ότι η Ρετζίνα Άστον ήταν συγγενής εξ αίματος με τον Άντονι. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Στην πραγματικότητα, η Ρετζίνα είχε εκπληκτική ομοιότητα με τον Άντονι, είχε πάρει ακόμα και τα ελαφρώς σχιστά μάτια του. Θεέ μου, αναρωτήθηκε, μήπως η Ρετζίνα ήταν κόρη του; Αυτό θα σήμαινε ότι είχε αρχίσει κάπως νέος να φυτεύει το σπόρο του, αλλά δεν ήταν απίθανο κάτι τέτοιο. «Δεν έχει τύχει να γνωριστούμε, Νίκολας», είπε ο Έντουαρντ Μάλορι και συστήθηκε. «Αλλά ήξερα πολύ καλά τον πατέρα σου, τον Τσαρλς, και γνωρίζω κάμποσα χρόνια τώρα τη Ρεβέκα». «Ο Έντουαρντ έχει αναλάβει να επενδύει τα χρήματά μου για λογαριασμό μου και μάλιστα επιτυχημένα», εξήγησε η Ρεβέκα. «Δεν το ’ξερες αυτό –έτσι δεν είναι, βρε μασκαρά;» Α, έτσι εξηγείται πώς κατάφεραν να φέρουν τελευταία στιγμή τη γιαγιά του. H τόσο στενή σχέση με την οικογένεια άρχισε να τον ανησυχεί. Ο Έντουαρντ συνέχισε: «Και πιστεύω πως γνωρίζεις τον μικρότερο αδελφό μου, τον Άντονι – έτσι δεν είναι;» «Έχει τύχει να ειδωθούμε κατά καιρούς στις λέσχες», αποκρίθηκε ο Νίκολας, χωρίς όμως να κάνει καμία κίνηση προς το μέρος του Άντονι. Ο Άντονι δεν έδειξε το παραμικρό σημάδι ότι τον αναγνώρισε, εκτός από το δολοφονικό βλέμμα που του έριξε. Ήταν στο ύψος του Νίκολας και το ίδιο σωματώδης. Σωστός διάολος από τα δεκάξι του ακόμη, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ντέρεκ. Ο Νίκολας έβαζε στοίχημα ότι στο παρελθόν του Άντονι υπήρχαν χειρότερα σκάνδαλα απ’ αυτό τον ανόητο σάλο που είχε ξεσπάσει για τη Ρετζίνα. Επομένως, γιατί στο διάολο είχε πάρει αυτό το καταδικαστικό ύφος; «Αυτός εκεί θέλει την κεφαλήν σου επί πίνακι, βρε μασκαρά», έσπασε η γιαγιά του τη μακρόσυρτη σιωπή. Η Έλι προσπάθησε να την κάνει να σωπάσει, αλλά δεν ήταν κι εύκολο. «Το ξέρω, κυρία», αποκρίθηκε ο Νίκολας, κοιτώντας τον Άντονι. «Να ορίσουμε ημερομηνία, κύριε;»


Ο Άντονι γέλασε ξερά. «Μα τον Θεό, πιστεύω ειλικρινά ότι θα το προτιμούσες. Αλλά, όσο κι αν θα ήθελα να σου κάνω τη χάρη, έχω δώσει το λόγο μου ν’ αφήσω πρώτα τους άλλους να σε τακτοποιήσουν». Ο Νίκολας κοίταξε την ομήγυρη. Η Έλι είχε ένα βλέμμα συμπόνιας στα καστανά μάτια της κι ο Έντουαρντ ένα ύφος παραίτησης. Ξαφνικά, ο Νίκολας άρχισε να ανησυχεί υπερβολικά και κάρφωσε το βλέμμα του πάλι στον Άντονι. «Κύριε», είπε ψυχρά, «θα ήθελα να τακτοποιήσω μαζί σου αυτό το ζήτημα». «Η ανιψιά μου έχει άλλη γνώμη». «Τι πράγμα;» «Δυστυχώς για κείνη, είναι υπερβολικά καλόκαρδη», σχολία​ σε αναστενάζοντας ο Άντονι. «Και δεν θέλει να πάθεις κακό... δυστυχώς». Κούνησε το κεφάλι του. «Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι…» «Όχι, για όνομα του Θεού!» άστραψε και βρόντησε η Ρεβέκα. «Δεν ήμουν εδώ για να σταματήσω τις άλλες μονομαχίες σου, αλλά αυτήν εδώ θα τη σταματήσω. Θα βάλω να σε κλείσουν στη φυλακή πρώτα, αγόρι μου. Μη με προκαλείς». Ο Νίκολας δοκίμασε να χαμογελάσει. «Ο άνδρας αυτός απαιτεί ικανοποίηση, κυρία. Δεν μπορώ να του προσφέρω κάτι άλλο». «Ο λόρδος Άντονι θα συμβιβαστεί με κάτι άλλο εκτός από μονομαχία, επειδή αγαπά την ανιψιά του. Και ίσως πρέπει να του είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό». «Να είμαστε; Εγώ αδυνατώ να είμαι ευγνώμων, κυρία». «Να μας λείπει το σατιρικό σου πνεύμα τέτοιες ώρες», του πέταξε εκείνη. «Μπορεί να είσαι ένας αναθεματισμένος αλαζόνας, ένα ανεύθυνο παιδαρέλι, αλλά είσαι ο τελευταίος των Ίντεν. Και θ’ αποκτήσεις κληρονόμο προτού χαραμίσεις τη ζωή σου σε μονομαχίες». Ο Νίκολας τινάχτηκε σαν ζεματισμένος. «Ωραία το έθεσες, κυρία. Αλλά τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν σας έχω ήδη εξασφαλίσει έναν κληρονόμο;» «Δεν περνάνε σ’ εμένα αυτά. Μπορεί συχνά να φαίνεται ότι προσπαθείς να πληθύνεις τον κόσμο, αλλά μπάσταρδα δεν έχεις. Και, ούτως ή άλλως, ξέρεις καλά ότι και να είχες δεν θα τα δεχόμουν». «Είναι απαραίτητο αυτό, Ρεβέκα;» ρώτησε κατευθείαν η Έλινορ. «Ναι, είναι», αποκρίθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα, κοιτώντας με νόημα τους δύο αδελφούς Μάλορι. «Νίκι;» τον ρώτησε ικετευτικά η Έλινορ, κι ο Νίκολας αναστέναξε. «Πολύ καλά, ομολογώ ότι δεν έχω κανένα μπάσταρδο, ούτε αρσενικό, ούτε θηλυκό. Έχεις δίκιο, κυρία. Είναι ένα θέμα για το οποίο είμαι πολύ προσεκτικός». «Το μοναδικό». Εκείνος την κοίταξε με το φρύδι ελαφρώς ανασηκωμένο, αλλά δεν απάντησε. Εξωτερικά έδειχνε αδιάφορος, μέχρι και βαριεστημένος, αλλά από μέσα του έβραζε. Απολάμβανε τις λογομαχίες με τη γιαγιά του όταν ήταν μόνοι οι δυο τους, αλλά όχι μπροστά σε άλλους. Εκείνη το ήξερε και τον τσιγκλούσε επίτηδες, για να τον


εκνευρίσει. «Α, μα κάθισε επιτέλους, Νίκολας», είπε η Ρεβέκα εκνευρισμένα. «Κουράστηκα να τεντώνω το λαιμό μου, για να σε κοιτάζω». «Δηλαδή θα τραβήξει πολύ ακόμη αυτό;» ρώτησε και της χάρισε ένα εξοργιστικά πλατύ χαμόγελο προτού καθίσει στην καρέκλα απέναντί της. «Νίκι, σε παρακαλώ πολύ, μη γίνεσαι δύστροπος», ικέτευσε πάλι η Έλινορ. Αυτό τον αιφνιδίασε για τα καλά. Να του πει η Έλι τέτοιο πράγμα; Η Έλι ήταν πάντα η μόνη στην οποία μπορούσε να μιλήσει, η μόνη που καταλάβαινε την πίκρα του κάτω από την ανέμελη συμπεριφορά του. Και καθώς μεγάλωνε, εκείνη ήταν που του πρόσφερε πάντα έναν ώμο για να κλάψει. Πόσες φορές δεν είχε διανύσει με το άλογό του τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο Χαμπσάιρ και την Κορνουάλη μόνο και μόνο για να τη δει; Κι όταν μεγάλωσε όμως, εξακολουθούσε να τη νιώθει κοντά του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Ποτέ, μα ποτέ δεν τον είχε κατσαδιάσει για τον τρόπο της ζωής του. Θαρρείς και ήξερε γιατί ο Νίκολας έκανε ό,τι έκανε. Ασφαλώς, όμως, δεν ήξερε. Μόνο η Μίριαμ ήξερε γιατί φερόταν τόσο ριψοκίνδυνα, γιατί βάδιζε μια ζωή σε τεντωμένο σκοινί, γιατί ποτέ του δεν ησύχαζε. Ο Νίκολας κοίταξε τρυφερά τη θεία του. Στα σαράντα πέντε της εξακολουθούσε να είναι όμορφη, με τ’ ανοιχτόξανθα μαλλιά και τα εκφραστικά καστανά μάτια της. Η μεγαλύτερη αδελφή της, η Μίριαμ, ήταν κάποτε η ομορφότερη από τις δύο, αλλά η πικρία είχε ρημάξει την ομορφιά της. Του άρεσε να σκέφτεται ότι η καλοσύνη της Έλι την έκανε να διατηρείται τόσο ωραία. Σε όλη την παιδική του ηλικία προσποιούταν κρυφά ότι η Έλι ήταν η μητέρα του. Το πρόσωπό της ήταν τόσο εκφραστικό, κι εκείνος διάβαζε τώρα με μεγάλη ευκολία την έκφρασή της, όπως πάντοτε άλλωστε. Ανησυχούσε που ο Νίκολας είχε στριμωχτεί τόσο. Προσευχόταν μέσα της να μην κάνει καμιά φασαρία. Επίσης, φαινόταν πως είχε συμφωνήσει με ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε αποφασιστεί ερήμην του. Θα έπαιρνε όμως το μέρος της γιαγιάς του εναντίον του; Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε κάνει κάτι ανάλογο. Πίστευε στ’ αλήθεια ότι είχε ξελογιάσει τη Ρετζίνα Άστον; Α, μα θα μπορούσε κάλλιστα να ξελογιάσει την κοπέλα αν κι εκείνη το ήθελε, ναι, αλλά στην πραγματικότητα δεν την είχε ξελογιάσει. Η συνείδησή του ήταν ικανή να αγνοεί τις επιθυμίες του. «Σ’ τα είπαν όλα, θεία Έλι;» τη ρώτησε. «Έτσι πιστεύω». «Σου είπαν ότι όλο αυτό ήταν ένα λάθος;» «Ναι». «Και ότι επέστρεψα το κορίτσι ανέγγιχτο;» «Ναι». «Και τότε τι κάνεις εδώ;» Η Ρεβέκα συνοφρυώθηκε. «Άσ’ την ήσυχη, βρε μασκαρά. Δεν φταίει εκείνη που εσύ πήγες και μπλέχτηκες σ’ αυτή την ιστορία».


«Ξέρουμε πολύ καλά ποιανού είναι το φταίξιμο», άκουσε ο Νίκολας πίσω του την περιφρονητική φωνή του Άντονι. Ο Νίκολας είχε ανεχτεί αρκετά. «Τι πρέπει να γίνει λοιπόν;» απαίτησε να μάθει και γύρισε στο κάθισμά του, για να μπορέσει να κοιτάξει τον Άντονι. «Ξέρεις ήδη τι πρέπει να γίνει, Νίκι», του είπε η Έλινορ επιπλήττοντάς τον τρυφερά. «Είναι μεγάλη ατυχία που συνέβη ό,τι συνέβη. Κανένας εδώ μέσα δεν πιστεύει ότι ήθελες να κάνεις κακό στο κορίτσι, αλλά στην πραγματικότητα η υπόληψή της έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Είναι άδικο να υποστεί την ταπείνωση κακόβουλων κουτσομπολιών μόνο και μόνο επειδή μια δική σου τρέλα πήγε στραβά. Το καταλαβαίνεις – έτσι δεν είναι;» Πήρε μια μεγάλη, παρατεταμένη ανάσα. «Πρέπει απλώς να αναλάβεις τις ευθύνες σου. Πρέπει να την παντρευτείς».


Κεφάλαιο 10 «Δεν αντέχω άλλο, Μεγκ, στ’ αλήθεια δεν αντέχω!» κραύγασε η Ρέτζι, με την αγωνία να την πνίγει. Η υπηρέτρια αγνόησε αυτό το ξέσπασμα, όπως είχε αγνοή​ σει και όλα τα προηγούμενα. «Σκοπεύεις να κοιμηθείς με το φουλάρι;» Η Ρέτζι έφερε τα χέρια της στο λαιμό της. «Ναι, φυσικά. Μπορεί να έρθει ο θείος Έντουαρντ να μου πει τα νέα κι όχι ο θείος Τόνι. Δεν θέλω να το δει κανένας άλλος». Η Μεγκ συνοφρυώθηκε και καταπιάστηκε πάλι με το ρούχο που μάνταρε. Είχε δει κι εκείνη την πιπιλιά. Η Ρέτζι δεν μπορούσε να της κρύψει τίποτα, όχι για πολύ τουλάχιστον. Είχε γίνει έξω φρενών μ’ αυτή την ιστορία και για πρώτη φορά στη ζωή της συμφώνησε απολύτως με τον Άντονι Μάλορι και δεν πήρε το μέρος του κοριτσιού, που αυτή τη στιγμή καθόταν οκλαδόν στο κρεβάτι, σφίγγοντας τα χέρια της από την αγωνία. Κανονικά, θα έπρεπε να τον πυροβολήσουν τον υποκόμη Ίντεν του Μοντάιθ κι όχι να του δώσουν αυτό το θησαυρό για σύζυγο. Ποτέ στη ζωή της η Μεγκ δεν είχε ξανακούσει τέτοια κατάφωρη αδικία. Έδινες ποτέ στον κλέφτη το πουγκί σου κι ύστερα τον ευχαριστούσες κι από πάνω; Πώς ήταν δυνατόν να έδιναν την ακριβή της Ρετζίνα στον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για την ατίμωσή της; «Θα πας κάτω μήπως μπορέσεις και κρυφακούσεις κάτι, Μεγκ;» «Όχι, δεν πάω». «Τότε θα πάω εγώ». «Ούτ’ εσύ θα πας. Θα καθίσεις εκεί που κάθεσαι. Συνέχισε να αγωνιάς, αν θες. Αλλά να δεις που σε λίγο θα έρθουν και θα σου πουν ότι δέχτηκε». «Μα, αυτό είναι το πρόβλημα». Η Ρέτζι χτύπησε με τα χέρια της τα γόνατά της, για να δώσει έμφαση. «Θ’ αρνηθεί». Η Μεγκ κούνησε το κεφάλι της. «Δεν πρόκειται να με πείσεις ότι τον θες, κοριτσάκι μου, γι’ αυτό πάψε να προσπαθείς». «Μα είναι αλήθεια, Μεγκ». «Σε ξέρω πολύ καλά, Ρέτζι. Απλώς ωραιοποιείς την κατάσταση και προσποιείσαι για χάρη των θείων σου, επειδή νομίζεις ότι αυτή είναι η μοναδική λύση που υπάρχει». «Μπούρδες!» Η Ρέτζι χαχάνισε, φανερώνοντας την καλή της διάθεση. «Απλώς σου είναι αδύνατον να παραδεχτείς ότι είμαι εξώλης και προώλης, επειδή θέλω έναν άνδρα που μόλις γνώρισα».


Η Μεγκ την κοίταξε. «Τώρα κατάλαβα πού το πας. Συμφώνησες σ’ όλο αυτό επειδή έτσι θα βρεις στα γρήγορα ένα σύζυγο και δεν θα χρειάζεται να ψάχνεις άλλο. Παραδέξου το, κοριτσάκι μου». Η Ρέτζι έσκασε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά. «Είναι κι αυτό ένα συν, ναι». «Ένα συν!» Η Μεγκ ρουθούνισε. «Μόνο γι’ αυτό θέλεις τούτο τον άνδρα. Πρέπει να είναι». «Κάτσε να τον δεις πρώτα και θ’ αλλάξεις γνώμη, Μεγκ. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένη». «Αν το πίστευα έστω και μία στιγμή αυτό, θα ήμουν κάτω τώρα και θα του φιλούσα τα πόδια. Αλλά σ’ έχω για πιο μυαλωμένη και όχι να νομίζεις ότι τον ερωτεύτηκες με τη μία και μοναδική φορά που τον συνάντησες». «Μάλλον έχεις δίκιο», αναστέναξε η Ρέτζι, αλλά τα μάτια της έλαμψαν. «Ωστόσο, δεν θ’ αργήσει να γίνει κι αυτό, Μεγκ, σ’ το λέω να το ξέρεις. Περίμενε και θα το δεις». «Ελπίζω να μην το δω. Ελπίζω να μη σε δω παντρεμένη μαζί του. Θα είναι η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής σου και θυμήσου τα λόγια μου, αν συμβεί». «Μπούρδες!» αντιγύρισε η Ρέτζι. «Να θυμάσαι, πάντως, ότι εγώ σε προειδοποίησα». «Δεν πρόκειται να την παντρευτώ». «Ωραία». Το χαμόγελο του Άντονι ήταν χαιρέκακο όσο δεν έπαιρνε. «Κι εγώ ήμουν από την αρχή κατά αυτής της ιδέας». «Ηρέμησε, Άντονι», τον προειδοποίησε ο Έντουαρντ. «Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμη». «Επαναλαμβάνω πως δεν πρόκειται να την παντρευτώ», είπε ατάραχα ο Νίκολας, καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να παραμείνει ήρεμος. «Έχεις την ευγενή καλοσύνη να μας πεις το λόγο;» Η φωνή του Έντουαρντ μαρτυρούσε επίσης ηρεμία. Ο Νίκολας ξεφούρνισε το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό. «Της αξίζει κάτι καλύτερο». «Συμφωνώ», σχολίασε μειλίχια ο Άντονι. «Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ποτέ δεν θα σε θεωρούσαμε κατάλληλο υποψήφιο». Ο Έντουαρντ τον κάρφωσε με το βλέμμα του, για να τον κάνει να σωπάσει, κι ύστερα απευθύνθηκε πάλι στον Νίκολας. «Όντως η φήμη σου προηγείται, αν αναφέρεσαι σ’ αυτό. Είμαι ο πρώτος που θα παραδεχτώ ότι είναι δυσάρεστη. Αλλά τέτοιες ώρες πρέπει να τα παραβλέπουμε αυτά». «Θα την έκανα δυστυχισμένη», είπε γρήγορα ο Νίκολας, με κάπως μεγαλύτερο σθένος. «Αυτό είναι καθαρά υποθετικό. Δεν γνωρίζεις τόσο καλά τη Ρετζίνα ώστε να ξέρεις


τι την κάνει ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη». «Απλώς υπεκφεύγεις, βρε μασκαρά», είπε η Ρεβέκα. «Δεν έχεις κανένα σοβαρό λόγο να μην παντρευτείς το κορίτσι και το ξέρεις. Αλλά είναι καιρός να παντρευτείς πια, ήρθε η ώρα». «Γιατί; Για να σου κάνω κληρονόμο;» αντιγύρισε εκείνος. «Για άκου δω, Νίκολας», παρενέβη ο Έντουαρντ. «Αρνείσαι ότι έχεις μπλέξει σε σκάνδαλο την ανιψιά μου;» «Την ανιψιά σου;» «Εμ, ποια στον κόρακα νόμιζες ότι ήταν, βρε μασκαρά;» εξανέστη η Ρεβέκα. Ξάφνου ο Άντονι άρχισε να γελάει. «Για πες μου, Μοντάιθ, ήλπιζες να ήταν νόθα; Μια φτωχή συγγενής, που θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι προσπαθούμε να σ’ τη φορτώσουμε;» «Αρκετά», τον προειδοποίησε ξανά ο Έντουαρντ. «Νίκολας… Ίσως να δεχτώ ότι δεν ήξερες ποια ήταν η Ρετζίνα. Η Μελίσα έχει πεθάνει πολλά χρόνια πριν και δεν τη θυμούνται πολλοί άνθρωποι». «Η Μελίσα;» «Η μονάκριβη αδελφή μας. Ήταν πολύ μικρότερη από τον Τζέισον κι από μένα, η μεσαία της οικογένειας. Ήταν… Τέλος πάντων, δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες για το πόσο πολύτιμη ήταν για εμάς, το μοναδικό κορίτσι ανάμεσα σε τέσσερα αγόρια. Η Ρετζίνα είναι το μοναχοπαίδι της». «Είναι ό,τι έχουν και δεν έχουν από τη Μελίσα», πρόσθεσε η Ρεβέκα. «Μήπως αρχίζεις να καταλαβαίνεις τώρα πόσο σημαντική είναι η Ρετζίνα για τους αδελφούς Μάλορι;» Ο Νίκολας άρχισε να νιώθει ναυτία. «Και σε διαβεβαιώνω, σχετικά με το σχόλιο που έκανε ο αδελφός μου, ότι η Ρετζίνα είναι απολύτως νόμιμη», συνέχισε ο Έντουαρντ. «Η Μελίσα είχε έναν ευτυχισμένο γάμο με τον κόμη του Πένγουιτς». «Του Πένγουιτς!» Ο Νίκολας κόντεψε να πνιγεί όταν πρόφερε τ’ όνομα που είχε καταραστεί τόσες φορές. «Τον τελευταίο κόμη, τον Τόμας Άστον», διευκρίνισε ο Έντουαρντ. «Τώρα τον τίτλο κατέχει κάποιος μυστηριώδης ξάδελφος. Ένας αντιπαθητικός άνθρωπος, που δεν έχει καμία σχέση με τη Ρετζίνα. Εκείνη είναι υπό την προστασία μας εδώ και δεκαεπτά χρόνια, από τότε που η Μελίσα κι ο Τόμας σκοτώθηκαν σε μια φρικτή πυρκαγιά». Το μυαλό του Νίκολας γύριζε. Γαμώτο! Η κοπέλα ήταν πρώτη ξαδέλφη του Ντέρεκ, κόρη ενός κόμη κι ανιψιά του μαρκήσιου του Χέιβερστον. Δεν θα του έκανε εντύπωση αν μάθαινε ότι ήταν και κληρονόμος από πάνω. Θα μπορούσε εύκολα να βρει ένα σύζυγο με πολύ καλύτερο τίτλο από το δικό του. Θα μπορούσε. Τώρα όμως που εκείνος είχε συνδέσει τ’ όνομά του με το δικό της, πλέον δεν θα την είχαν και τόσο σε υπόληψη, όχι όσες οικογένειες δεν ήθελαν να έχουν την παραμικρή σχέση μ’ ένα κορίτσι που έσερνε πίσω του ένα σκάνδαλο. Όλοι μέσα στο δωμάτιο το ήξεραν,


ακόμα και ο ίδιος. Ωστόσο, υπήρχαν άλλοι άνδρες που θα την ήθελαν, ανεξαρτήτως αυτού του γεγονότος, άνδρες λιγότερο αυστηροί από άλλους. Και το είπε στον Άντονι: «Εσύ πάντως δεν δείχνεις να πιστεύεις ότι έχει χάσει την ευκαιρία να κάνει έναν καλό γάμο. Οπότε, γιατί θέλεις να την παντρέψεις μαζί μου;» «Είπα εγώ ότι το θέλω, αγοράκι μου; Καμία σχέση. Εκείνη είναι που σε θέλει, όχι εγώ». Ο Νίκολας έψαξε απελπισμένα να βρει κάτι να απαντήσει σ’ αυτό. «Και ως αγαπημένη ανιψιά, παίρνει πάντα αυτό που θέλει;» ρώτησε. «Υπάρχει επίσης το εξής απλό», παρενέβη ο Έντουα​ ρντ, «ότι, αν παντρευτεί κάποιον άλλον, ο δύστυχος άνθρωπος θ’ αναγκαστεί να ζει με το σκάνδαλο που εσύ προκάλεσες και να τον κουβεντιάζουν πίσω από την πλάτη του για όλη του τη ζωή. Είναι πολύ βαρύ αυτό για οποιονδήποτε άνθρωπο και σίγουρα δεν θα έκανε ευτυχισμένο ένα γάμο». Ο Νίκολας συνοφρυώθηκε. «Μα, αφού θα έλεγε στον άνδρα της την αλήθεια». «Τι αξία έχει η αλήθεια όταν όλοι πιστεύουν το ψέμα;» απάντησε οργισμένα ο Έντουαρντ. «Κι εγώ θα γίνω όμηρος της στενοκεφαλιάς των άλλων λοιπόν;» «Τι στο διάολο σ’ έχει πιάσει, Νίκολας;» απαίτησε να μάθει η Ρεβέκα. «Την έχω γνωρίσει την κοπέλα κι είναι το πιο αξιαγάπητο πλασματάκι που έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Δεν θα έβρισκες ποτέ καλύτερο ταίρι, και το ξέρεις. Γιατί αντιστέκεσαι;» «Δεν θέλω σύζυγο… οποιαδήποτε σύζυγο», απάντησε απότομα εκείνος. «Δεν έχει σημασία τι θέλεις», αντιγύρισε η γιαγιά του, «από τη στιγμή που το έσκασες με μια αθώα κοπέλα της οποίας η οικογένεια δεν είναι διατεθειμένη να κάνει τα στραβά μάτια, όπως έκαναν οι άλλες. Και, αν θες να ξέρεις, είσαι πολύ τυχερός που σ’ αφήνουν να την πάρεις!» «Λογικεύσου, Νίκι», πετάχτηκε η Έλινορ. «Κάποια στιγμή θα πρέπει να παντρευτείς. Δεν γίνεται να συνεχίζεις αιωνίως να ζεις έτσι. Κι αυτή η κοπέλα είναι γοητευτική και όμορφη. Θα γίνει υπέροχη σύζυγος». «Όχι δική μου πάντως», δήλωσε ξερά εκείνος. Έπεσε σιωπή κι οι ελπίδες του άρχισαν να αναπτερώνονται, αλλά η γιαγιά του φρόντισε να τις κάνει κομμάτια. «Ποτέ σου δεν θα γίνεις ένας άνδρας όπως ο πατέρας σου. Το σκας στη θάλασσα επί δύο χρόνια, ύστερα γυρίζεις κι αρχίζεις να ρεμπελεύεις, αναθέτοντας τις ευθύνες σου σε διαχειριστές και λακέδες. Μα τον Θεό, ντρέπομαι να πω ότι είσαι εγγονός μου. Σ’ το λέω και βάλ’ το καλά στο μυαλό σου, αν δεν παραδεχτείς το λάθος σου και δεν παντρευτείς αυτή την κοπέλα, εμένα να με ξεγράψεις από γιαγιά σου». Σηκώθηκε και η έκφρασή της ήταν ακλόνητη σαν βράχος. «Πάμε, Έλι. Ό,τι είχα να πω, του το είπα». Βγήκε από τη σάλα με πρόσωπο παγερά αδιάλλακτο και την Έλι να την ακολουθεί. Μόλις όμως η πόρτα έκλεισε πίσω τους, στράφηκε στην Έλινορ και της έσκασε ένα τεράστιο συνωμοτικό χαμόγελο. «Ποια είναι η γνώμη σου, καλή μου; Λες


να πιάσει το κόλπο;» «Το παράκανες όταν είπες ότι ντρέπεσαι γι’ αυτόν. Αφού το ξέρεις ότι δεν είναι έτσι. Ξετρελαίνεσαι πιο πολύ από εκείνον με τις τρέλες που πάει και κάνει. Μα τον Θεό, Ρεβέκα, άνδρας έπρεπε να είχες γεννηθεί». «Λες να μην το ξέρω! Αλλά η συγκεκριμένη τρέλα του είναι θεό​ σταλτο δώρο αυτή τη φορά. Δεν το περίμενα ότι θ’ αντιστεκόταν τόσο πολύ όμως». «Αλήθεια δεν το περίμενες;» αντιγύρισε η Έλινορ. «Ξέρεις το λόγο για τον οποίο δεν πρόκειται να παντρευτεί. Ξέρεις πώς νιώθει. Ο Νίκι αρνείται να επιβάλει τη ρετσινιά της γέννησής του σε μια ανυποψίαστη σύζυγο. Νιώθει ότι δεν είναι αντάξιος μιας αξιο​ πρεπούς κοπέλας, ωστόσο η θέση του δεν του επιτρέπει σε καμία περίπτωση να παντρευτεί κάποια κατώτερης τάξης. Κι έτσι αποφάσισε απλώς να μην παντρευτεί ποτέ. Το ξέρεις». Η Ρεβέκα έγνεψε καταφατικά, ανυπόμονα, κι απάντησε: «Μα γι’ αυτό είπα ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι θεόσταλτο δώρο. Τώρα θ’ αναγκαστεί να παντρευτεί και μάλιστα μια κοπέλα από καλή οικογένεια. Μπορεί τώρα να βγάζει φλύκταινες με την ιδέα, αλλά στο τέλος θα χαρεί. Κι άκου με που σου λέω, αυτή την κοπέλα δεν θα τη νοιάξει διόλου, αν ποτέ μάθει την αλήθεια». «Στ’ αλήθεια το πιστεύεις αυτό;» «Αν δεν το πίστευα, τότε δεν θα ήταν η ιδανική για κείνον», δήλωσε σθεναρά η Ρεβέκα. Ήξεραν κι οι δυο τους τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε τον Νίκολας να φέρεται έτσι, παρόλο που εκείνος δεν είχε ιδέα ότι το ήξεραν. Για τον κόσμο, μητέρα του ήταν η Μίριαμ, κι όταν εκείνη θα έβαζε τέλος σ’ αυτό το ψέμα, όπως συχνά απειλούσε ότι θα κάνει, τότε ο Νίκολας θα μπορούσε να πάψει να ζει με τον τρόμο της αποκάλυψης και να μη γίνει ο παρίας που προσπαθούσε, εκ των προτέρων, να γίνει. Ήθελε να τον νομίζουν αχρείο, ώστε να συνηθίζει στην αντιμετώπιση που θα είχε από τους άλλους αν ποτέ μαθευόταν η αλήθεια. «Θα πρέπει κάποιος να του πει ότι δεν θα έχει και τόσο μεγάλη σημασία αν μαθευτεί η αλήθεια», είπε η Ρεβέκα. «Ούτως ή άλλως, κανένας δεν θα το πιστέψει έπειτα από τόσα χρόνια». «Γιατί δεν του το λες εσύ;» ρώτησε η Έλι, αν και γνώριζε την απάντηση. «Όχι εγώ, καλή μου. Γιατί όχι εσύ;» «Α, όχι». Η Έλινορ κούνησε με έμφαση το κεφάλι της. «Δεν αλλάζει με τίποτα γνώμη γι’ αυτό το θέμα». Αναστέναξε. «Τα ’χουμε πει και ξαναπεί εκατοντάδες φορές αυτά, Ρεβέκα. Κι άλλωστε, να που τελικά θα παντρευτεί και θα κάνει δική του οικογένεια». «Ας το ελπίσουμε», πρόσθεσε η Ρεβέκα. «Ακόμη όμως δεν τον έχουν κάνει να πει το ναι».


«Η στάση σου είναι ακατανόητη, Νίκολας», έλεγε ο Έντουαρντ μέσα στη σάλα. «Αν δεν ήξερα με βεβαιότητα ότι είσαι λάτρης του ποδόγυρου, θ’ άρχιζα να αναρωτιέμαι». Ο Νίκολας δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει μ’ αυτό το σχόλιο, προερχόμενο από έναν τόσο συντηρητικό κύριο. «Να είσαι βέβαιος ότι οι προτιμήσεις μου κλίνουν προς το γυναικείο φύλο, κύριε». «Και παρ’ όλα αυτά δεν θέλεις την ανιψιά μου;» Ο Άντονι του είπε απότομα: «Να με κοιτάς στα μάτια όταν απαντάς, Μοντάιθ, γιατί εγώ το είδα το σημάδι που της έκανες». «Τι θες να πεις;» απαίτησε να μάθει ο Έντουαρντ. «Χαλάρωσε, Έντι. Αυτό είναι μεταξύ του υποκόμη κι εμένα. Αλλά εσύ τι έχεις να απαντήσεις σ’ αυτό, Μοντάιθ;» Ο Νίκολας έγινε κατακόκκινος από θυμό. Ένιωθε να τον στριμώχνουν στη γωνία και δεν του άρεσε καθόλου. Πράγματι της είχε κάνει σημάδι; Κι αν ήταν έτσι, γιατί στο διάολο εκείνη άφησε το θείο της να το μάθει; Του είπαν ότι η κοπέλα ήθελε να τον παντρευτεί. Να πάρει και να σηκώσει! Λες εκείνη να είχε δώσει στον Άντονι την εντύπωση ότι η συνάντησή τους δεν ήταν και τόσο αθώα; Γι’ αυτό ο μικρότερος θείος ήθελε σώνει και καλά να τον ξεπαστρέψει; «Μια χαρά κοπέλα είναι η ανιψιά σας, κύριοι», απάντησε σφιγμένα ο Νίκολας, με τα κεχριμπαρένια μάτια του να αστράφτουν από θυμό. «Αλλά σίγουρα εσείς το γνωρίζετε αυτό καλύτερα από μένα». «Ναι, χωρίς να είμαστε προκατειλημμένοι, είναι από κάθε άποψη μια αξιοζήλευτη κοπέλα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να βρούμε μια λύση». Ο Έντουαρντ αναστέναξε. «Δεν θα του αρέσει καθόλου του Τζέισον αυτό. Βλέπεις, εκείνος είναι ο νόμιμος κηδεμόνας της». «Ο Τζέισον θα τον κάνει κομματάκια έτσι και δεν έχει γίνει αρραβώνας ώσπου να έρθει», είπε ξερά ο Άντονι. «Παράτα τα, Έντι, κι άσ’ τον σ’ εμένα. Έτσι και τον πιάσει στα χέρια του ο Τζέι​ σον, δεν θα μείνει και τίποτα από δαύτον». Ο Νίκολας κάθισε πάλι κάτω κι έβαλε το κεφάλι του στα χέρια του, ενώ οι άλλοι συνέχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Συμπαθούσε και σεβόταν τον πατέρα του Ντέρεκ, τον Τζέισον Μάλορι. Είχαν κυνηγήσει μαζί στο Χέιβερστον και είχαν περάσει ατελείω​ τα απογεύματα παρέα με καλό κονιάκ και καλή κουβέντα. Θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο ο Τζέισον διοικούσε το Χέιβερστον κι αντιμετώπιζε τους δικούς του. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να προκαλέσει την οργή του. Όμως ούτε μπορούσε να παντρευτεί την κοπέλα, ούτε μπορούσε να τους πει το λόγο. Ποτέ στο παρελθόν δεν τον είχε πονέσει τόσο η πικρία για την καταγωγή του. Πράγματι, ήταν μπάσταρδος, νόθος. Και οποιαδήποτε γυναίκα γινόταν σύζυγός του, θα έφερε τη ρετσινιά της δικής του νόθας γέννησης. Αν μαθευόταν η αλήθεια, θα τον εξοστράκιζαν. Το ίδιο δεν είχε συμβεί και με τον Ντέρεκ Μάλορι, που ήταν γνωστό σε όλους πως ήταν μπάσταρδος; Γι’ αυτό ένιωθε τόσο κοντά με τον Ντέρεκ απ’ ό,τι με τους άλλους φίλους του.


Τις σκέψεις του διέκοψε η φωνή του Έντουαρντ. «Δεν νομίζω ότι θα εντυπωσιαζόσουν από την οικονομική επιφάνεια της Ρετζίνα, Νίκολας, καθώς οι σοφές επενδύσεις του πατέρα σου, αλλά και οι δικές σου, σ’ έχουν κάνει πλούσιο. Θ’ αρκεστώ μόνο να πω ότι η Ρετζίνα έχει μεγάλη οικονομική άνεση. Αλλά… ίσως να σ’ ενδιαφέρει αυτό». Ο Νίκολας πήρε τη δεσμίδα χαρτιών που έβγαλε μέσα από το σακάκι του ο Έντουαρντ. Επιστολές. Δικές του επιστολές προς τον κόμη του Πένγουιτς! «Πώς στην ευχή βρέθηκαν στα χέρια σου αυτά;» απαίτησε να μάθει, μην πιστεύοντας στα μάτια του. «Για να είμαι ειλικρινής, πρόσφατα μου τα έστειλαν. Είναι περιβόητη η απαξίωση του κόμη για ό,τι δεν τον ενδιαφέρει, κι αυτό το κομμάτι γης που θέλεις εσύ δεν τον ενδιαφέρει καθόλου». «Γιατί σ’ εσένα;» «Επειδή ανήκει σ’ ένα καταπίστευμα που διαχειρίζομαι. Είναι ένα ωραίο μικρό κομμάτι γης, με περίπου δώδεκα ενοικιαστές, που πληρώνουν ανελλιπώς το νοίκι τους». «Είναι μια πολύ μεγάλη έκταση, και το ξέρεις, και δεν έχει αξιο​ ποιηθεί στο έπακρο, ούτε κατά διάνοια», αντιγύρισε ο Νίκολας. «Δεν ήξερα ότι είχες τέτοιο πάθος με τη γη», σχολίασε έξυπνα ο Έντουαρντ. «Στο κάτω κάτω, δεν επιβλέπεις εσύ το Σιλβερλέι». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο σαγόνι του Νίκολας. Να πάρει ο διάο​ λος και να σηκώσει! Περισσότερες πιθανότητες είχε να γλιτώσει αν τα έβαζε άοπλος με τον παλιό εχθρό του, τον κάπτεν Χοκ, παρά μ’ αυτούς τους Μάλορι. «Αν κατάλαβα καλά, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσω αυτή τη γη εάν δεν παντρευτώ την ανιψιά σας;» «Θα μπορούσες να το θέσεις πιο κομψά, αλλά, ναι, η ουσία είναι αυτή». «Αρνήσου, Μοντάιθ», τον δελέασε ο Άντονι με απαλή φωνή. «Μη δεχτείς κι έλα να με συναντήσεις το πρωί. Δεν πρόκειται να σε σκοτώσω. Θα σημαδέψω πολύ χαμηλότερα από την καρδιά σου, έτσι ώστε η επόμενη κοπέλα που θ’ αρπάξεις μέσα στη νύχτα να γίνει πιστευτή όταν θα λέει ότι δεν την άγγιξες». Ο Νίκολας δεν μπόρεσε να μη γελάσει. Τώρα τον απειλούσαν μ’ ευνουχισμό; Αυτές τις επιλογές είχε; Αναμφίβολα η γιαγιά του μπορούσε να κανονίσει να τον κλείσουν φυλακή, όπως τον είχε απειλήσει. Πράγματι, είχε απομακρυνθεί από κοντά της, αλλά η αλήθεια ήταν ότι τη λάτρευε την παλιόγρια. Από την άλλη μεριά, τον περίμενε ο θάνατος ή το φρικτό σακάτεμα, αν ο Άντονι τα κατάφερνε με τα όπλα. Αυτές ήταν όλες κι όλες οι επιλογές που είχε. Ή μπορούσε να παντρευτεί το πιο αξιαγάπητο πλάσμα που είχε αντικρίσει ποτέ του. Και μάλλον θ’ αποκτούσε τη γη που τόσο ήθελε. Η θεία Έλι ήταν υπέρ αυτού του γάμου. Η γιαγιά του και σύσσωμοι οι Μάλορι ήταν υπέρ. Ο Νίκολας έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, προφανώς σε βαθιά περίσκεψη.


Κατόπιν, τα άνοιξε και σηκώθηκε. «Κύριοι», είπε ήρεμα, «πότε θέλετε να γίνει ο γάμος;»


Κεφάλαιο 11 «Ώστε λοιπόν ήρθες για να συνοδεύσεις τη μνηστή σου στους Κήπους του Βόξχολ; Και μάλιστα σε κονσέρτο; Και να μου το έλεγαν, δεν θα το πίστευα ότι θα σ’ έβλεπα να πηγαίνεις σ’ ένα κωλοκονσέρτο, και μάλιστα μέρα μεσημέρι!» Ο Ντέρεκ Μάλορι το διασκέδαζε με την ψυχή του κι η έκφραση σκέτης αηδίας που έβλεπε στη φάτσα του Νίκολας Ίντεν ήταν το κάτι άλλο. Βρίσκονταν στη σάλα του αρχοντικού του Έντουαρντ, στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο όπου το προηγούμενο βράδυ είχε πραγματοποιηθεί η περιβόητη συνάντηση, κι ο Νίκολας μόλις είχε φτάσει. «Προφανώς, είναι ο μόνος τρόπος για να καταφέρω να τη δω», είπε ο Νίκολας στον Ντέρεκ. «Χθες βράδυ ούτε που μ’ άφησαν να την πλησιάσω». «Ε, φυσικά. Δεν θα ήταν σωστό. Την είχαν στείλει για ύπνο». «Θες να πεις ότι στ’ αλήθεια παίρνει από διαταγές;» ρώτησε με προσποιητή έκπληξη ο Νίκολας. «Νόμιζα ότι οι άλλοι εκτελούσαν τις δικές της». «Όπα! Πραγματικά είσαι πυρ και μανία μ’ αυτή την ιστορία – έτσι δεν είναι; Δεν καταλαβαίνω το λόγο όμως. Η Ρέτζι είναι πρώτης τάξεως κοπέλα, ξέρεις, αληθινό διαμάντι. Δεν θα μπορούσες να βρεις καλύτερη». «Θα προτιμούσα να διαλέξω μόνος μου τη γυναίκα μου, ξέρεις, αντί να μου επιβάλουν αυτή που θέλουν οι άλλοι». Ο Ντέρεκ χαμογέλασε πλατιά. «Άκουσα ότι έκανες μεγάλο πατιρντί. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου όταν μου το είπαν, ειδικά όταν έμαθα ότι δέχτηκες τελικά. Επειδή ξέρω ότι δεν σου αρέσει καθόλου, μα καθόλου, να σου λένε οι άλλοι τι να κάνεις». «Άσε την πάρλα, Ντέρεκ», απαίτησε ο Νίκολας. «Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, τι γυρεύεις εσύ εδώ;» «Μα θα έρθω μαζί σας – δεν το ήξερες; Εγώ κι η ξαδέλφη Κλερ. Διαταγή του θείου Έντουαρντ. Δεν πιστεύω να νόμιζες ότι θα κατάφερνες να την ξεμοναχιάσεις; Δεν έχει μπαλαμούτι πριν από το γάμο». Ο Νίκολας σκοτείνιασε. «Και τι σημασία έχει, που να πάρει ο διάολος; Αφού υποτίθεται ότι την έχω ήδη ρίξει στο κρεβάτι». «Κανένας δεν το πιστεύει αυτό, Νικ, από την οικογένειά μας τουλάχιστον». «Μ’ εξαίρεση το θείο σου, τον Άντονι;» «Δεν ξέρω τι πιστεύει και τι όχι», απάντησε σοβαρότερα τώρα ο Ντέρεκ. «Αλλά καλά θα κάνεις να τον προσέχεις. Είναι πολύ δεμένοι, ξέρεις, εκείνος κι η μνηστή σου». «Είναι η αγαπημένη του ανιψιά;» «Κάτι πολύ περισσότερο. Βλέπεις, ήταν μόνο τρία χρόνια μικρότερος από τη θεία


Μελίσα κι όλη τους τη ζωή ήταν αχώριστοι. Όταν εκείνη πέθανε, εκείνος ήταν μόνο δεκαεπτά. Είναι λες και η κόρη της πήρε τη θέση της Μελίσα στην καρδιά του. Όλοι οι θείοι μου το ίδιο ένιωθαν, ακόμα κι ο πατέρας μου. Αλλά ο θείος Άντονι, ως μικρότερος απ’ όλους, ήταν περισσότερο σαν αδελφός για τη Ρετζίνα. Δεν φαντάζεσαι τι ομηρικούς καβγάδες έχει κάνει με τον πατέρα μου μόλις ενηλικιώθηκε και μετακόμισε στο Λονδίνο, επειδή ο γέρος μου δεν τον άφηνε να την έχει μαζί του κάποιους μήνες το χρόνο, όπως κάνει ο θείος Έντουαρντ». Ο Ντέρεκ κρυφογέλασε. «Τελικά ο γέρος μου υποχώρησε, επειδή κι εκείνη το ήθελε πολύ, και δεν υπάρχουν πολλά που να θέλει η Ρετζίνα κι ο γέρος μου να μη της τα δίνει». Ο Νίκολας γρύλισε. Η Ρετζίνα θα ήταν ένα ανυπόφορα κακομαθημένο πλάσμα. «Πώς και δεν έτυχε ποτέ να τη συναντήσω στο Χέιβερστον;» «Όποτε ερχόσουν εσύ, εκείνη ήταν πάντοτε με τον θείο Έντουαρντ ή τον θείο Άντονι. Μέχρι που άρχισες να μ’ επισκέπτεσαι, ο καθένας τους την είχε μαζί του από τέσσερις μήνες το χρόνο». Ο Ντέρεκ γέλασε. «Αλλά υπήρξε μία φορά που τη συνάντησες, την πρώτη φορά που σ’ έφερα στο σπίτι. Ήταν εκείνο το μικρό αγοροκόριτσο που άδειασε το μπολ με την πουτίγκα πάνω στα πόδια σου όταν την τσίγκλησες». «Μα, εκείνο το παιδί το είχες φωνάξει Ρέτζι!» αναφώνησε ο Νίκολας. «Όλοι Ρέτζι φωνάζουμε τη Ρετζίνα, και τώρα πια που είναι ολόκληρη γυναίκα. Τη θυμάσαι καθόλου;» Ο Νίκολας βόγκηξε. «Πώς να την ξεχάσω; Μου έβγαλε μια γλώσσα να, όταν την απείλησα ότι θα της κάνω μαύρο τον πισινό». «Ναι. Πάντως δεν σε συμπαθούσε καθόλου έπειτα απ’ αυτό. Νομίζω ότι βρισκόταν άλλη μία φορά στο σπίτι όταν ήρθες επίσκεψη, αλλά φρόντισε να μην τη δεις». «Εκείνη μου είπε ότι, όταν της μίλησες για μένα, με λάτρεψε», είπε ξερά ο Νίκολας. «Α, μα τότε όντως σε λάτρευε, είμαι σίγουρος», κρυφογέλασε ο Ντέρεκ. «Αυτό όμως ήταν προτού σε γνωρίσει. Βλέπεις, μου έχει μεγάλη αδυναμία και συμπαθεί όποιον κάνω παρέα». «Γαμώτο. Σε λίγο θα μου πεις κι ότι παίζατε μαζί». «Γιατί σου κάνει εντύπωση, ρε φίλε; Στο κάτω κάτω, ήμουν μόνο έξι χρόνων όταν ήρθε στο Χέιβερστον η Ρέτζι. Παραδέχομαι ότι εγώ φταίω που ξεστράτισε, αφού ήμαστε μόνα μας εκεί. Την έσερνα μαζί μου όπου πήγαινα. Φυσικά ο γέρος μου έγινε έξω φρενών όταν ανακάλυψε τελικά ότι η Ρέτζι ψάρευε και κυνηγούσε αντί να ράβει, σκαρφάλωνε στα δέντρα κι έχτιζε φρούρια στο δάσος αντί να ασχολείται με τη μουσική. Το ’ξερες ότι εκείνος παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να έχουμε εμείς μια μητέρα; Ήλπιζε ότι έτσι θα μας πρόσφερε μια αίσθηση σταθερότητας. Δεν διάλεξε σωστά όμως. Την αγαπώ τη γριά, αλλά είναι πολύ φιλάσθενη, ξέρεις. Περισσότερο καιρό περνούσε στο Μπαθ για θεραπείες παρά στο Χέιβερστον». «Θες να πεις ότι παντρεύομαι ένα ανδρογύναικο;» «Προς Θεού, όχι! Μην ξεχνάς ότι τα τελευταία δεκατρία χρόνια περνάει κάποιους


μήνες κάθε χρόνο με την οικογένεια του θείου Έντουαρντ, ο οποίος έχει τρεις κόρες σχεδόν συνομήλικές της. Όταν η Ρέτζι βρισκόταν εδώ μαζί τους διέπρεπε στα μαθήματά της, ήταν υπόδειγμα ευπρέπειας, και τα ρέστα. Φυσικά, εξακολουθούσαμε να διασκεδάζουμε παρέα όταν ερχόταν στο Χέιβερστον. Ούτε μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές μας κατσάδιασε ο γέρος μου. Και ποτέ δεν άκουγε εκείνη τα χειρότερα, πάντα εγώ. Ωστόσο, μέχρι να γίνει δεκατεσσάρων είχε πάψει πια να φέρεται σαν αγοροκόριτσο. Να φανταστείς ότι κρατούσε μόνη της το σπίτι, αφού η μαμά μας δεν ήταν και ποτέ εκεί». «Επομένως, κρατούσε το ένα σπίτι, μελετούσε στο άλλο και στο τρίτο, πολύ θα ήθελα να ξέρω, τι στην ευχή έμαθε». Ο Ντέρεκ κρυφογέλασε με τον αγριεμένο τόνο του Νίκολας. «Καλά ντε, μη μας φας. Βασικά, όταν πήγαινε στον θείο Άντονι ήταν σαν να πηγαίνει διακοπές. Εκείνος έκανε το παν για να περνάει η Ρέτζι καλά. Και μάλλον αυτός της έμαθε πώς να τα βγάζει πέρα με άνδρες σαν κι εμάς». Κατόπιν είπε σοβαρά: «Τη λατρεύουν όλοι, Νίκι. Ό,τι και να κάνεις, αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις». «Αυτό σημαίνει ότι για όλη μου τη ζωή θα έχω το σόι της μέσα στα πόδια μου, να ανακατεύεται παντού;» ρώτησε παγερά ο Νίκολας. «Δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Στο κάτω κάτω, εσύ θα την έχεις όλη δική σου στο Σιλβερλέι». Η σκέψη ήταν απολαυστική, αλλά ποτέ δεν θα έφταναν ως εκεί τα πράγματα. Μπορεί ο Νίκολας να είχε ενδώσει στους εκβια​ σμούς τους, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να παντρευτεί τη Ρετζίνα Άστον. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να την κάνει να διαλύσει τον αρραβώνα. Μπορεί εκείνη να είχε έναν ξάδελφο που ήταν μπάσταρδος, αλλά δεν θα ήθελε κι έναν σύζυγο μπάσταρδο από πάνω. Ο Ντέρεκ ήταν πιο τυχερός από τον Νίκολας, επειδή είχε ζήσει τα είκοσι τρία του χρόνια ως τώρα γνωρίζοντας ποιος είναι και χωρίς να αφήσει αυτό το γεγονός να τον επηρεάσει. Όμως ο Νίκολας είχε ανακαλύψει την αλήθεια για τη γέννησή του στα δέκα του. Και πριν από την αποκάλυψη, η γυναίκα που εκείνος νόμιζε για μητέρα του του έκανε μαύρη τη ζωή μόνο και μόνο επειδή εκείνος πίστευε πως αυτή ήταν η μητέρα του. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τον μισούσε αυτή η γυναίκα· του φερόταν χειρότερα κι από υπηρέτη, τον μείωνε και τον μάλωνε διαρκώς. Ποτέ της δεν είχε προσποιηθεί ότι έστω τον συμπαθούσε, ούτε ακόμα και μπροστά στον πατέρα του. Ήταν μια άθλια συμπεριφορά, που κανένα παιδί δεν πρέπει να υφίσταται. Μια μέρα, όταν ήταν δέκα ετών, την είχε αποκαλέσει αθώα «μητέρα», κάτι που σπανίως έκανε κι εκείνη ξαφνικά ούρλιαξε: Δεν είμαι η μάνα σου! Βαρέθηκα να παριστάνω τη μάνα σου. Η μάνα σου ήταν μια πόρνη που πήγε να μου πάρει τη θέση… μια πόρνη! Ήταν κι ο καημένος ο πατέρας του μπροστά, ο οποίος δεν φανταζόταν πως τίποτα δεν θα έκανε πιο χαρούμενο τον Νίκολας από το να μάθει ότι η Μίριαμ δεν ήταν η


πραγματική του μητέρα. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησε πόσο άκαρδα φερόταν ο κόσμος στα μπάσταρδα. Κι έτσι, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του αναγκάστηκε να του πει την αλήθεια. Η Μίριαμ είχε πολλές αποβολές τα πρώτα τέσσερα χρόνια του γάμου της με τον Τσαρλς, κι η προειδοποίηση του γιατρού ότι μπορεί έτσι να γινόταν πάντα κλόνισε άσχημα το γάμο τους. Ο Τσαρλς δεν του το είπε βέβαια, αλλά ο Νίκολας κατάλαβε ότι η Μίριαμ άρχισε να αποστρέφεται το συζυγικό κρεβάτι. Κι ο Τσαρλς βρήκε αλλού παρηγοριά. Δυστυχώς, όπως εξήγησε ο Τσαρλς στον Νίκολας, η αληθινή του μητέρα ήταν μια λαίδη, μια ήσυχη, καλόκαρδη γυναίκα, που αγαπούσε τον Τσαρλς. Κι εκείνος είχε εκμεταλλευτεί αυτή της την αγάπη μια βραδιά μεθυσιού, τη μοναδική φορά που αφέθηκαν ελεύθεροι. Κι εκείνη τη νύχτα έγινε η σύλληψη του Νίκολας. Δεν υπήρχε περίπτωση να κρατήσει η γυναίκα το παιδί. Ήταν ανύπαντρη. Αλλά ο Τσαρλς το ήθελε, το ήθελε απελπισμένα. Η Μίριαμ δέχτηκε να πάει κάπου μακριά με τη γυναίκα ώσπου εκείνη να γεννήσει. Όταν επέστρεψε, όλοι πίστεψαν ότι το μωρό ήταν δικό της. Ο Νίκολας κατανοούσε την πικρία της, την απέχθειά της γι’ αυτόν, αν και αυτό δεν έκανε ευκολότερη τη ζωή του. Ανέχτηκε τη Μίριαμ για άλλα δώδεκα χρόνια, ώσπου πέθανε ο πατέρας του. Τότε, στα είκοσι δύο του, έφυγε από την Αγγλία, με σκοπό να μη γυρίσει πίσω. Η γιαγιά του δεν τον συγχώρησε ποτέ που εξαφανίστηκε εκείνη τη διετία, αλλά ο ίδιος λάτρευε να σκίζει τις θάλασσες με τα πλοία του, να ζει τη μία περιπέτεια μετά την άλλη, ακόμα και να πολεμά σε κάνα δυο ναυμαχίες που του έτυχαν. Τελικά, γύρισε στην πατρίδα του, την Αγγλία, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να επιστρέψει στο πατρικό του στο Σιλβερλέι. Δεν μπορούσε να ζήσει με τη Μίριαμ, με το μίσος της και τις συνεχείς απειλές της ότι θα έλεγε σ’ όλο τον κόσμο την αλήθεια για τη γέννησή του. Μέχρι σήμερα, κανένας δεν γνώριζε την αλήθεια, εκτός από τους δυο τους και τους δικηγόρους του πατέρα του, επειδή ο Τσαρλς είχε δηλώσει πως ο Νίκολας ήταν ο νόμιμος κληρονόμος του. Και δεν ήταν το γεγονός ότι ο Νίκολας δεν θ’ άντεχε την περιφρόνηση αν ποτέ μαθευόταν η αλήθεια, καθώς είχε προετοιμαστεί γι’ αυτό το ενδεχόμενο, αλλά ο πατέρας του είχε κάνει τα πάντα για να το κρατήσει μυστικό, να κρατήσει καθαρό τ’ όνομα της οικογένειας. Δεν ήθελε να αμαυρώσει την υστεροφημία του πατέρα του. Ωστόσο, δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στη Μίριαμ. Μπορεί κάποια στιγμή ν’ άνοιγε το στόμα της. Γι’ αυτό δεν είχε δικαίωμα να παντρευτεί μια κοπέλα καλής οικογενείας, η οποία θα κατέληγε απόκληρη της κοινωνίας αν η Μίριαμ αποφάσιζε να τον προδώσει. Όχι, η Ρετζίνα Άστον δεν έκανε για κείνον. Παραδέχτηκε πως θα έδινε τα πάντα για να την κάνει δική του. Αλλά θα έδινε επίσης τα πάντα για να μην την παντρευτεί, για να μη ρισκάρει να την υποβάλει στη φρίκη που θα της επιφύλασσε


το μέλλον έτσι κι έβγαινε στη φόρα το μυστικό του. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να το αποφύγει.


Κεφάλαιο 12 «Συγγνώμη που σ’ έκανα να περιμένεις, κύριε». Στο άκουσμα της φωνής της, ο Νίκολας έκανε απότομα μεταβολή. Κι έμεινε αποσβολωμένος. Είχε ξεχάσει πόσο συγκλονιστικά όμορφη ήταν στην πραγματικότητα. Στεκόταν διστακτικά στο κατώφλι, λίγο φοβισμένη. Πίσω της ήταν η ξαδέλφη της, η Κλερ. Ψηλή και ξανθιά, όπως οι περισσότεροι Μάλορι, ήταν αρκετά όμορφη, αλλά έμοιαζε αόρατη δίπλα στην εξωτικά πανέμορφη Ρετζίνα. Γι’ άλλη μία φορά, ξαφνιάστηκε που αισθάνθηκε το κορμί του να επηρεάζεται στη θέα της. Γαμώτο. Έπρεπε είτε να βάλει τέλος σ’ αυτό τον αρραβώνα γρήγορα είτε να τη ρίξει στο κρεβάτι. Εκείνη συνέχισε να στέκεται στο κατώφλι της πόρτας κι εκείνος της είπε: «Έλα δω, αγάπη, δεν δαγκώνω». Η Ρέτζι κοκκίνισε με το γλυκόλογο. «Δεν έχεις γνωρίσει την ξαδέλφη μου, την Κλερ», έκανε τις συστάσεις, πλησιάζοντας αργά. Εκείνος έγνεψε στην Κλερ και κατόπιν είπε στη Ρετζίνα: «Ο Ντέρεκ μόλις μου φρέσκαρε τη μνήμη σχετικά μ’ εσένα. Έπρεπε να μου πεις ότι έχουμε ξανασυναντηθεί». «Δεν πίστευα ότι θα το θυμόσουν», μουρμούρισε εκείνη, καταντροπιασμένη. «Να μη θυμάμαι που άδειασες ένα μπολ πουτίγκα πάνω μου;» ρώτησε εκείνος κοροϊδευτικά, με μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη. Εκείνη χαμογέλασε παρά τη νευρικότητά της. «Δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι γι’ αυτό. Σου άξιζε». Βλέποντας εκείνος τη λάμψη στα βαθυγάλανα μάτια της, αναρωτήθηκε πώς θα κατάφερνε ποτέ να την πείσει ότι δεν την ήθελε ενώ την ήθελε. Τον μάγευε από κάθε άποψη. Στη θέα της και μόνο, το κορμί του άρπαζε φωτιά. Ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να τη φιλήσει, να γευτεί ξανά τη γλύκα των χειλιών της, να νιώσει το σφυγμό να πάλλεται στο λαιμό της. Ήταν σκέτος πειρασμός, πανάθεμά τη. «Ελάτε, παιδιά», τους πείραξε ο Ντέρεκ. «Είναι τέλειο απόγευμα για κονσέρτο. Μη χειρότερα! Θα πάω στ’ αλήθεια σε ημερήσιο κονσέρτο, και μάλιστα ως συνοδός κορασίδων». Βγήκε από το σπίτι, κουνώντας κωμικά το κεφάλι του. Ο Νίκολας θα μπορούσε να είχε ξεκλέψει δυο λόγια από τη Ρετζίνα, αλλά το επικριτικό μάτι της ξαδέλφης Κλερ δεν τους άφησε στιγμή. Αναστέναξε, ελπίζοντας ότι ο Ντέρεκ θα μπορούσε να του κανονίσει κάτι αργότερα. Στο δρόμο προς τους Κήπους του Βόξχολ, η Ρετζίνα έδειχνε να είναι σε ασυνήθιστα κέφια, φροντίζοντας να διατηρεί μια σταθερή ροή από ασυνάρτητες


φλυαρίες με τα ξαδέλφια της. Ένιωθε νευρικότητα ή ήταν στ’ αλήθεια τόσο χαρούμενη; Του Νίκολας του άρεσε να την παρατηρεί. Ήταν αληθινά ευχαριστημένη με το γάμο; Γιατί είχε πει στους θείους της ότι τον ήθελε; Γιατί αυτόν; Η Ρέτζι δεν περίμενε καθόλου να της δείξει τέτοια φιλικότητα ο Νίκολας. Περίμενε να την αντιμετωπίσει με πικρία, ακόμα και με θυμό, επειδή της είχαν πει πόσο πολλές φορές είχε αρνηθεί να την παντρευτεί προτού ενδώσει τελικά. Γιατί το είχε αποδεχτεί τόσο ζεστά; Μήπως το έκανε για κείνη τη γη; Δεν ήταν διόλου κολακευτικό για αυτήν να μάθει ότι του άλλαξαν γνώμη τάζοντάς του ένα κομμάτι γης. Ο Τόνι ωρυόταν ότι τον είχαν εξαγοράσει. Αλλά ο Τόνι δεν είχε δει ακόμη πώς την κοίταζε ο Νίκολας Ίντεν. Τον είχαν πράγματι εξαγοράσει; Και γιατί είχε αντισταθεί τόσο σθεναρά σ’ αυτό το γάμο, ενώ στη συνέχεια ενέδωσε; Θα πρέπει να την ήθελε· ο τρόπος που τα μάτια του σιγόκαιγαν μαρτυρούσε ότι την ήθελε. Πραγματικά όμως, ήταν τελείως αδιάντροπος ο τρόπος με τον οποίο την κοιτούσε, και μάλιστα μπροστά στα ξαδέλφια της. Η Ρέτζι είχε καταλάβει από την έκφραση της Κλερ ότι είχε σοκαριστεί, ενώ η έκφραση του Ντέρεκ μαρτυρούσε ότι το διασκέδαζε. Ο Νίκολας όμως δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι έκανε. Ή μήπως το έκανε σκοπίμως, για να τη φέρει σε δύσκολη θέση; Ήταν ψεύτικη η εγκαρδιότητά του; Πάντως η Ρέτζι ήταν σίγουρη πως ο πόθος του για κείνη δεν ήταν ψεύτικος. Άφησαν την άμαξα και περπάτησαν σ’ ένα μονοπάτι γεμάτο λουλούδια. Η μουσική δυνάμωνε όσο πλησίαζαν στον μεγάλο χώρο όπου είχε στηθεί η ορχήστρα. Ο Νίκολας κοιτούσε τον Ντέρεκ τόσο επίμονα ώστε ο νεαρότερος άνδρας πήρε τελικά το μήνυμα κι έσπρωξε άρον άρον μπροστά την Κλερ, για να πάνε να αγοράσουν γλυκίσματα από τους πωλητές που περνούσαν ανάμεσα στο κοινό. Την κατάλληλη στιγμή, ο Νίκολας τράβηξε τη Ρέτζι μακριά από το μονοπάτι, πίσω από ένα μεγάλο δέντρο. Δεν ήταν μόνοι. Κρύβονταν μεν από το πλήθος μπροστά, αλλά όχι από όσους περιδιάβαιναν το μονοπάτι. Ήταν όμως αρκετά απομονωμένα για να πουν δυο λόγια ιδιαιτέρως. Τώρα ήταν η ευκαιρία. Την κόλλησε με την πλάτη στο δέντρο, έβαλε τα χέρια του δεξιά κι αριστερά της, αιχμαλωτίζοντάς τη, αναγκάζοντάς τη να ακούσει κάθε λέξη του. Εκείνη τον κοίταξε κατάματα με αδημονία κι εκείνος σκέφτηκε: Μίσησέ με. Περιφρόνησέ με. Μη με παντρευτείς. Τα είχε όλα μέσα στο μυαλό του, όλα όσα έπρεπε να πει, αλλά χάθηκε μέσα στα μάτια της. Χωρίς καν να συνειδητοποιήσει τι κάνει, έσκυψε το κεφάλι κι άγγιξε με τα χείλη του τα δικά της, που άνοιξαν, κάνοντάς τον να γευτεί όλη τη γλύκα και τη λουλουδένια απαλότητά τους. Φωτιά άρπαξε το κορμί του. Έγειρε πάνω της, πιέζοντάς την ανάμεσα στο κορμί του και στον κορμό του δέντρου. Ούτε αυτό του έφτανε όμως. Ήθελε να τη νιώσει ακόμα πιο κοντά του… «Λόρδε Μοντάιθ, σε παρακαλώ», κατάφερε να πει εκείνη, με κομμένη την ανάσα. «Μπορεί να μας δουν». Εκείνος απομακρύνθηκε ελάχιστα, ίσα για να μπορεί να βλέπει το πρόσωπό της.


«Μην είσαι τόσο τυπική, αγάπη. Δεν νομίζεις πως μπορείς πια να με φωνάζεις με το μικρό μου όνομα;» Διέκρινε πικρία στη φωνή του; «Δεν το θέλεις… Γιατί συμφώνησες να με παντρευτείς;» «Εσύ γιατί με ήθελες;» αρπάχτηκε εκείνος. «Μου φάνηκε ότι ήταν η μόνη λύση». «Θα μπορούσες να κάνεις σαν να μην έγινε τίποτα». «Τι να κάνω, λέει; Και γιατί να το κάνω αυτό; Σου είχα πει τι θα μπορούσε να συμβεί αν μας ανακάλυπταν». «Αστειευόσουν!» της θύμισε απότομα. «Εμ, ναι, επειδή δεν πίστευα ότι θα μας ανακάλυπταν. Αχ, δεν θέλω να τσακωθούμε. Ό,τι έγινε, έγινε». «Όχι», αποκρίθηκε σφιγμένα εκείνος. «Μπορείς να διαλύσεις τον αρραβώνα». «Γιατί να θέλω να το κάνω αυτό;» «Επειδή δεν θέλεις να με παντρευτείς, Ρετζίνα», είπε εκείνος με σιγανή, σχεδόν απειλητική φωνή. «Δεν το θέλεις». Τότε της χαμογέλασε τρυφερά και το βλέμμα του χάιδεψε το πρόσωπό της. «Θέλεις να γίνεις ερωμένη μου, επειδή θα σου κάνω έρωτα μέχρι τρέλας». «Για μία φορά μόνο, κύριε;» ρώτησε κοφτά εκείνη. «Ναι». «Κι ύστερα οι δρόμοι μας θα χωρίσουν;» «Ναι». «Δεν μου κάνει». «Θα σε κάνω δική μου, να το ξέρεις», την προειδοποίησε. «Μετά το γάμο, ναι». «Δεν θα υπάρξει γάμος, αγάπη. Θα ξαναβρείς τα λογικά σου πολύ πριν από την ημέρα του γάμου. Εγώ όμως θα σε πάρω, όπως και να ’χει. Το ξέρεις ότι μ’ εμάς τους δύο είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό – έτσι δεν είναι;» «Έτσι νομίζεις εσύ». Ο Νίκολας γέλασε. Τι απολαυστική που ήταν. Το γέλιο του πάγωσε όμως όταν άκουσε τη βαθιά φωνή πίσω του. «Δεν θα ζητήσω συγγνώμη που διακόπτω, Μοντάιθ, επειδή απ’ ό,τι φαίνεται κάποιος πρέπει να σε διακόψει». Ο Νίκολας τσιτώθηκε. Η Ρέτζι κρυφοκοίταξε πίσω από τον ώμο του Νίκολας και είδε το θείο της, τον Τόνι, και μια κυρία που κρατιόταν σφιχτά από το μπράτσο του. Αχ, όχι! Όχι αυτή! Ο Νικόλας θα γινόταν έξω φρενών, επειδή σίγουρα θα νόμιζε ότι ο Τόνι είχε φέρει επίτηδες εκεί τη Σελένα Έντινγκτον. «Εσύ στο Βόξχολ, Τόνι;» Προσπάθησε να ακουστεί δύσπιστη. «Δεν το πιστεύω». «Άσε την καζούρα, ψιψίνα. Έχω ακούσει διθυραμβικές κριτικές για τη συγκεκριμένη ορχήστρα».


Εκείνη κράτησε την ανάσα της όταν το βλέμμα τού Νίκολας έπεσε πάνω στην ερωμένη του, η οποία είχε σαστισμένο και θυμωμένο ύφος. Η Ρέτζι σχεδόν τη λυπήθηκε, αλλά η συμπόνια της δεν ήταν και τόσο μεγάλη ώστε να εξωτερικευθεί. Στο κάτω κάτω, η Σελένα δεν είχε σκεφτεί καθόλου τη Ρέτζι όταν έκανε τ’ όνομά της βορά των κουτσομπόληδων, που διψούσαν για σκάνδαλα. «Να που συναντιόμαστε ξανά, λαίδη Έντινγκτον», είπε η Ρέτζι με προσποιητή γλύκα. «Κι έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να σ’ ευχαριστήσω που μου δάνεισες την άμαξά σου τις προάλλες». Ο Άντονι ξερόβηξε ηχηρά κι ο Νίκολας γέλασε χωρίς ίχνος ευθυμίας. «Κι εγώ, με τη σειρά μου, πρέπει να σ’ ευχαριστήσω, Σελένα. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα είχα γνωρίσει τη μέλλουσα σύζυγό μου». Μυριάδες συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπο της λαίδης Έντινγκτον· κανένα απ’ αυτά ευχάριστο. Έβριζε τον εαυτό της για την απύθμενη ηλιθιότητά της. Όταν πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, ένιωσε τόση ευχαρίστηση που ο Νίκολας το ’χε βάλει σκοπό να την απαγάγει, ώστε έπιασε όλες τις φίλες της και τους είπε πόσο ρομαντικός ήταν ο εραστής της… και πόσο κρίμα ήταν τελικά που είχε αρπάξει λάθος γυναίκα. Αλλά ο κομπασμός της είχε αποβεί καταστροφικός για την ίδια. Ο Άντονι είπε επίμονα: «Θα πάτε να βρείτε τους άλλους; Ίσως τελικά να πρέπει να σας συνοδεύσω εγώ. Και μου φαίνεται πως θα πρέπει να πω δυο λογάκια στον ανιψιό μου, που σας παράτησε και κόβει βόλτες. Ο Ντέρεκ θα έπρεπε να είχε περισσότερο μυαλό στο κεφάλι του και να μη σας αφήσει μόνους εσάς τους δύο. Ο αρραβώνας δεν σας επιτρέπει να φέρεστε απρεπώς. Να το θυμάστε αυτό». Κι αποχώρησε, ψιθυρίζοντας κάτι στο αυτί της λαίδης Έντινγκτον ενώ την έσπρωχνε διακριτικά να φύγουν, μάλλον προτρέποντάς την να μην κάνει σκηνή. Το στόμα του Νίκολας είχε γίνει μια σκληρή γραμμή καθώς τους έβλεπε να φεύγουν. «Δεν μ’ εμπιστευόταν ο θείος σου να την πληροφορήσω εγώ για τον αρραβώνα μας; Θα το είχα κάνει και μάλιστα με μεγάλη ευχαρίστηση. Αν δεν ήταν αυτή κι ο ανεξέλεγκτος αυτάρεσκος κομπασμός της…» «Δεν θα με παντρευόσουν», συμπλήρωσε απαλά η Ρέτζι. Μονομιάς, ο θυμός του ξεθύμανε. Η έκφρασή του έγινε εξοργιστικά ανεξιχνίαστη. «Και θα γινόσουν ερωμένη μου αντί σύζυγός μου. Πράγμα που το προτιμώ». «Όχι όμως εγώ». «Θέλεις να πεις ότι δεν θα ενέδιδες, αγάπη;» «Όχι, όσο γι’ αυτό, δεν είμαι σίγουρη, καθόλου σίγουρη», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια εκείνη. Υπήρχε θλίψη στην παραδοχή της κι εκείνος αμέσως μετάνιωσε. «Συγγνώμη, αγάπη», της είπε απαλά. «Κακώς σε βασανίζω. Θα έπρεπε απλώς να σου πω ότι δεν θέλω να σε παντρευτώ». Εκείνη τον κοίταξε ακλόνητη. «Μάλλον θα πρέπει να σου είμαι ευγνώμων για την ειλικρίνειά σου;» «Προς Θεού! Μην το παίρνεις ως προσβολή. Δεν έχει καμία σχέση μ’ εσένα».


«Έχει απόλυτη σχέση μ’ εμένα, κύριε», αποκρίθηκε οργισμένα η Ρέτζι. «Είτε το ήθελες είτε όχι, κατάφερες να συνδέσεις τ’ όνομά μου με το δικό σου. Εσύ το έκανες, όχι εγώ. Επιπλέον, συμφώνησες να με παντρευτείς. Μπορεί να σ’ εξανάγκασαν, το δέχομαι, αλλά, αν δεν είχες σκοπό να τηρήσεις αυτή τη συμφωνία, τότε πολύ κακώς εμφανίζεσαι μαζί μου δημοσίως σήμερα. Η δημόσια εμφάνισή μας με δεσμεύει ακόμα περισσότερο μαζί σου. Πολύ φοβάμαι ότι τώρα πια δέθηκα για τα καλά μαζί σου, είτε μου αρέσει είτε όχι. Κι αρχίζει να μη μου αρέσει καθόλου». Χωρίς να του δώσει την ευκαιρία να συνέλθει, η Ρέτζι τού γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε. Ο Νίκολας έμεινε ασάλευτος. Ένιωσε γελοιωδώς ευχαριστημένος όταν του είπε ότι είχε δεθεί για τα καλά μαζί του και γελοιω​ δώς πληγωμένος όταν του είπε ότι δεν της άρεσε καθόλου αυτό. Δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει έτσι για κείνη. Δεν ήταν για τα καλά δεμένοι μεταξύ τους κι εκείνος θα έπρεπε να μην το ξεχνάει αυτό.


Κεφάλαιο 13 «Θείε Τζέισον!» Η Ρέτζι ρίχτηκε στην ανοιχτή αγκαλιά του θείου της, ενθουσιασμένη που τον έβλεπε. Ο Τζέισον Μάλορι, ο τρίτος μαρκήσιος του Χέιβερστον, ήταν μεγαλόσωμος, όπως και όλοι οι θείοι της. Της άρεσε αυτό. «Μου έλειψες, κοριτσάκι μου. Το Χέιβερστον δεν είναι το ίδιο όταν λείπεις». «Τα ίδια λες κάθε φορά που γυρίζω στο σπίτι». Του χαμογέλασε με λατρεία. «Στην πραγματικότητα ήθελα να γυρίσω για λίγο στο σπίτι προτού συμβούν όλα αυτά. Κι ακόμη το θέλω». Κοίταξε ολόγυρα τη σάλα του σπιτιού και είδε τον θείο Έντουαρντ και τον θείο Τόνι. «Και θ’ αφήσεις το γαμπρό πίσω στο Λονδίνο;» «Δεν νομίζω να τον πειράξει ιδιαίτερα», αποκρίθηκε σιγανά εκείνη. Ο Τζέισον την οδήγησε στον κρεμ καναπέ, όπου καθόταν ο Άντονι. Ο Έντουαρντ στεκόταν δίπλα στο τζάκι, ως συνήθως. Πιθανότατα, θα είχαν κάποια οικογενειακή συζήτηση προτού έρθει εκείνη. Μάλλον για το γνωστό θέμα. Κανένας δεν την είχε ειδοποιήσει ότι είχε έρθει ο θείος Τζέισον. «Φοβόμουν ότι δεν θα προλάβαινα να σου μιλήσω πριν φύγεις», άρχισε να λέει ο Τζέισον. «Χαίρομαι που κατέβηκες νωρίς». Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της. «Έστησα τον Νίκολας χθες, που με περίμενε για να πάμε στο Βόξχολ, και δεν ήθελα να τον στήσω πάλι σήμερα». Ο Τζέισον έγειρε πίσω στον καναπέ, δείχνοντας πολύ σοβαρός. «Δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει που τακτοποιήθηκε αυτό το θέμα προτού προλάβω καν να έρθω. Τ’ αδέλφια μου το πήραν όλο πάνω τους». «Ξέρεις ότι δεν γινόταν αλλιώς, Τζέισον», υπερασπίστηκε τον εαυτό του ο Έντουαρντ. «Λίγες μέρες καθυστέρηση δεν θα άλλαζε κάτι», αντιγύρισε ο Τζέισον. «Θέλεις να πεις ότι δεν δίνεις τη συγκατάθεσή σου, ενώ έχει ήδη κανονιστεί ο αρραβώνας;» αναφώνησε η Ρέτζι. Ο Άντονι γέλασε πνιχτά. «Σ’ το είπα, Τζέισον. Έχει χαρίσει την καρδιά της σ’ αυτό το κουμάσι και δεν μπορείς με τίποτα να της αλλάξεις γνώμη». «Είναι αλήθεια, Ρέτζι;» Ναι, αλήθεια, αλλά… τώρα πια δεν ήταν και τόσο σίγουρη, έπειτα από τα χθεσινά. Ήξερε ότι ο Νίκολας την ήθελε ακόμη. Της το είχε πει ξεκάθαρα. Κι εκείνη τον ήθελε. Γιατί να το κρύψει; Αλλά γάμος; «Μου αρέσει πάρα πολύ, θείε Τζέισον, αλλά… πολύ φοβάμαι ότι δεν θέλει στ’


αλήθεια να με παντρευτεί». Ορίστε. Το ξεφούρνισε. Γιατί όμως ένιωθε τόσο δυστυχισμένη; «Έμαθα ότι αρνιόταν σθεναρά προτού τελικά δεχτεί», είπε απαλά ο Τζέισον. «Αναμενόμενο, φυσικά. Σε κανέναν νεαρό δεν αρέσει να τον αναγκάζουν να κάνει κάτι». Τα μάτια της γέμισαν ελπίδα. Μπορούσε πράγματι να ήταν μόνο αυτός ο λόγος; «Ξεχνάω ότι τον γνωρίζεις», είπε η Ρέτζι, «καλύτερα από όλους μας». «Ναι. Και μου αρέσει ο μικρός. Κρύβει μέσα του πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα αφήνει τον υπόλοιπο κόσμο να δει». «Κάνε μας τη χάρη, αδελφέ», είπε σαρδόνια ο Άντονι. «Θα γίνει καλός σύζυγος για τη Ρέτζι, Τόνι, παρά τα όσα πιστεύεις». «Στ’ αλήθεια το πιστεύεις, θείε Τζέισον;» ρώτησε η Ρέτζι, με αναπτερωμένο ηθικό. «Το πιστεύω», απάντησε κατηγορηματικά εκείνος. «Δηλαδή εγκρίνεις το γάμο μου μαζί του;» «Θα προτιμούσα να σε δω να παντρεύεσαι υπό διαφορετικές συνθήκες, αλλά μια και συνέβη αυτό το ατυχές γεγονός, δεν μπορώ να πω ότι δεν χαίρομαι που ο υποψήφιος γαμπρός είναι ο Νίκολας Ίντεν, σε καμία περίπτωση». Η Ρέτζι χαμογέλασε περιχαρής, αλλά προτού προλάβει να πει οτιδήποτε άλλο, άρχισαν να καταφτάνουν τα ξαδέλφια της. Θα πήγαιναν όλοι μαζί στην κοσμική εκδήλωση των Χάμιλτον, η Έιμι μαζί με την ίδια και τον Νίκολας, οι υπόλοιποι με τον Μάρσαλ και την ολοκαίνουρια τετραθέσια άμαξά του. Μέσα στα χαρούμενα γέλια και τις φωνές της θερμής υποδοχής, που επεφύλαξαν στον Τζέισον οι ανιψιοί κι οι ανιψιές του, κατέφτασε ο Νίκολας και κοντοστάθηκε απαρατήρητος στο κατώφλι. Πανικός τον έλουσε στο αντίκρισμα της τόσο μεγάλης οικογένειας. Υποτίθεται ότι θα παντρευόταν και θα έμπαινε σ’ αυτό το ασυγκράτητο τσούρμο; Θεός φυλάξοι! Η Ρέτζι τον πλησίασε πρώτη. Εκείνος της χαμογέλασε, αποφασισμένος να χαλιναγωγήσει πλήρως τα αισθήματά του αυτή τη φορά. Ήταν εκθαμβωτική μέσα στο κρεμ φόρεμά της, που κολάκευε τη διάφανη επιδερμίδα της. Το στιλ του φορέματος ήταν ασυνήθιστο, επειδή οι περισσότερες Λονδρέζες αρέσκονταν ιδιαιτέρως να αποκαλύπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο μπούστο. Η Ρέτζι, όμως, είχε φροντίσει να καλύψει το δικό της μ’ ένα πρόσθετο τούλι, το οποίο ανέβαινε ως ψηλά, καταλήγοντας σε μια φαρδιά λωρίδα δαντέλας γύρω από το λαιμό της. Ο Νίκολας το διασκέδαζε. Ίσως να της είχε όντως κάνει σημάδι στο λαιμό κι εκείνη να το κάλυπτε μ’ αυτό τον έξυπνο τρόπο. Τον έτρωγε η περιέργεια. «Νίκολας;» τον ρώτησε εκείνη, περίεργη να μάθει τι να ήταν αυτό που τον απασχολούσε. «Ώστε αποφάσισες να κόψεις τις τυπικότητες;» τη ρώτησε σιγανά. «Φοβόμουν ότι σήμερα δεν θα μου μιλούσες καν». «Θ’ αρχίσουμε πάλι τους τσακωμούς;» Φάνηκε διαλυμένη.


«Δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση, αγάπη». Εκείνη κοκκίνισε. Γιατί επέμενε να την αποκαλεί έτσι; Δεν ήταν σωστό, κι εκείνος το ήξερε. Αλλά έτσι ήταν ο Νίκολας. Ο μαρκήσιος χαιρέτησε ζεστά τον Νίκολας χωρίς να αναφερθεί στην τρέλα που είχε κάνει και είχε οδηγήσει στον αρραβώνα. Η μετάβαση στο εξοχικό των Χάμιλτον μερικά μίλια έξω από το Λονδίνο κύλησε ομαλά, επίσης, με τη νεαρή Έιμι να γεμίζει τα κενά στη συζήτηση φλυαρώντας ενθουσιασμένη, αφού δεν την άφηναν συχνά να πηγαίνει σε πάρτι αργά τη νύχτα. Το μόνο που απέμενε ήταν να δουν πώς θα υποδέχονταν το αρραβωνιασμένο ζευγάρι στο σπίτι των Χάμιλτον, αφού ο αρραβώνας του Νίκολας με τη Ρετζίνα είχε αντικαταστήσει στα πηγαδάκια των κουτσομπόληδων το καυτό θέμα της πρώτης ανάρμοστης γνωριμίας τους. Το είχε διαπιστώσει ο Νίκολας αυτοπροσώπως το προηγούμενο βράδυ, όταν παρευρέθηκε σε κάποιο δείπνο. Το σουαρέ των Χάμιλτον δεν ήταν μεγάλη μάζωξη. Μόνο καμιά εκατοστή καλεσμένοι είχαν καταφθάσει στο τεράστιο εξοχικό, επομένως υπήρχε άφθονος χώρος για κάποιον να κινηθεί άνετα. Οι καλεσμένοι δοκίμαζαν την πληθώρα των εδεσμάτων που ήταν αραδιασμένα πάνω σε μακρόστενα τραπέζια, χόρευαν σε μια σάλα που την είχαν αδειάσει ειδικά γι’ αυτό το σκοπό ή έκαναν μεταξύ τους πηγαδάκια. Ορισμένοι στενοκέφαλοι κοιτούσαν με μισό μάτι τον Νίκολας και τη Ρετζίνα, που ήταν μαζί, αλλά οι περισσότεροι υπέθεταν τρελά πράγματα σχετικά με την πρώτη τους ανορθόδοξη γνωριμία. Είχε εξαρχής κανονιστεί να παντρευτούν, έλεγαν τα κουτσομπολιά. Εκείνος απλώς περνούσε τον καιρό του με τη Σελένα, περιμένοντας τη Ρετζίνα να επιστρέψει στο Λονδίνο. Είχαν γνωριστεί στην ηπειρωτική Ευρώπη, ξέρετε. Όχι, όχι, αγαπητές μου, στο Χέιβερστον γνωρίστηκαν. Εκείνος είναι χρόνια φίλος με το γιο του μαρκήσιου. Δεν το ξέρατε; «Άκουσες τι λένε, αγάπη;» τη ρώτησε ο Νίκολας, όταν της ζήτησε να χορέψει μαζί του το πρώτο της βαλς. «Μας έχουν αρραβωνιάσει από τότε που ήσουν ακόμη στα σπάργανα». Τα ξαδέλφια της την είχαν ενημερώσει για ορισμένες από τις ακόμα πιο εξωφρενικές θεωρίες που κυκλοφορούσαν. «Μην το πεις πουθενά», χαχάνισε. «Οι άλλοι μνηστήρες μου θα καταρρακωθούν αν μάθουν ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν ποτέ καμία ελπίδα μαζί μου». «Οι άλλοι μνηστήρες;» «Οι δεκάδες και δεκάδες που ζήτησαν το χέρι μου». Μερικά ποτήρια σαμπάνια είχαν βγάλει στην επιφάνεια το διαβολάκι που έκρυβε μέσα της. «Ελπίζω να υπερβάλλεις, Ρετζίνα». «Μακάρι να υπερέβαλλα», αναστέναξε εκείνη, παντελώς ανύποπτη για την αλλαγή της διάθεσής του. «Ήταν πολύ κουραστικό, ξέρεις, να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε τόσους άνδρες. Ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω… κι ύστερα εμφανίστηκες εσύ».


«Τι τυχερός που είμαι». Ο Νίκολας ήταν έξω φρενών. Δεν είχε ιδέα ότι ήταν ζηλιάρης. Χωρίς να πει λέξη, οδήγησε τη Ρέτζι χορεύοντας στο πλάι της σάλας, όπου την παράτησε απότομα με τον Μάρσαλ και την Έιμι, αποχαιρετώντας τη με μια κοφτή υπόκλιση. Γυρνώντας της την πλάτη του, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα χαρτοπαιξίας, όπου θα μπορούσε να βρει κάτι δυνατότερο από σαμπάνια. Η Ρέτζι συνοφρυώθηκε, έχοντάς τα παντελώς χαμένα. Τη μια στιγμή την πείραζε για τα φρέσκα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν, της χαμογελούσε με απίστευτη τρυφερότητα, τη ζέσταινε με τα χρυσαφένια σαν το μέλι μάτια του και την επόμενη στιγμή είχε γίνει έξω φρενών χωρίς λόγο. Μύγα τον είχε τσιμπήσει; Η Ρέτζι χαμογέλασε, αποφασισμένη να μην τον αφήσει να της χαλάσει τη διάθεση. Τη ζητούσαν διαρκώς για χορό κι εκείνη συναντούσε ξανά τους νεαρούς άνδρες που μαζεύονταν σαν το μελίσσι γύρω της την περσινή σεζόν. Ο Μπαζίλ Έλιοτ κι ο Τζορτζ Φόουλερ, δύο επίμονοι θαυμαστές της, ισχυρίζονταν ότι η ζωή τους είχε τελειώσει εξαιτίας του τυχερού υποκόμη. Και οι δύο ορκίστηκαν ότι θα την αγαπούσαν για πάντα. Η Ρέτζι διασκέδαζε κι ένιωθε κολακευμένη, επειδή τόσο ο Τζορτζ όσο και ο Μπαζίλ ήταν περιζήτητοι άνδρες. Η δική τους προσοχή αντιστάθμιζε την αγενή συμπεριφορά του Νίκολας. Είχαν περάσει κοντά δύο ώρες ώσπου ο περιπλανώμενος λόρδος Μοντάιθ να αποφασίσει να πάει να βρει πάλι τη Ρετζίνα. Εκείνη δεν τον είχε δει καθόλου όλη αυτή την ώρα, αλλά την είχε δει εκείνος. Πόσες φορές δεν στάθηκε στην πόρτα της αίθουσας χαρτοπαιξίας, για να την παρατηρήσει να γελά στον καβαλιέρο της ή να είναι περικυκλωμένη από φλογερούς μνηστήρες. Και κάθε φορά το θέαμα τον έστελνε πάλι μέσα γι’ άλλο ένα ποτό. Ώσπου να έρθει η ώρα να την πλησιάσει, είχε βυθιστεί σ’ ένα γλυκό μεθύσι. «Θα χορέψεις μαζί μου, αγάπη;» «Θα τελειώσουμε το χορό αυτή τη φορά;» αντιγύρισε εκείνη. Εκείνος δεν μίλησε. Και, μην περιμένοντας καν να του απαντήσει καταφατικά, την έπιασε από τη μέση και την παρέσυρε στην πίστα. Η ορχήστρα έπαιζε πάλι βαλς κι ο Νίκολας την κράτησε πολύ πιο σφιχτά πάνω του αυτή τη φορά. «Σου είπα απόψε ότι σε θέλω ή όχι ακόμη;» τη ρώτησε αναπάντεχα. Εκείνη είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε κάτι αλλιώτικο πάνω του, αλλά μόνο όταν έγειρε κοντά του μύρισε το κονιάκ. Ωστόσο, δεν ανησύχησε. Όποιος κατάφερνε να χορεύει με τόση χάρη δεν μπορεί να ήταν μεθυσμένος. «Μακάρι να μην έλεγες τέτοια πράγματα, Νίκολας». «Νίκολας», επανέλαβε εκείνος. «Πολύ γλυκό εκ μέρους σου να με φωνάζεις με το μικρό μου όνομα, αγάπη. Στο κάτω κάτω, όλοι σχεδόν εδώ μέσα νομίζουν ότι ήδη είμαστε εραστές, άρα θα φαινόταν κάπως παράξενο αν μ’ αποκαλούσες λόρδο Μοντάιθ». «Αν δεν σ’ αρέσει…» «Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;» τη διέκοψε. «Αλλά κάτι σαν “αγαπημένε μου”, θα ήταν


ακόμα ωραιότερο από το σκέτο “Νίκολας”. Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να μ’ αγαπάς, αφού θέλεις να με παντρευτείς. Εγώ μπορεί να μη θέλω να σε παντρευτώ, αλλά στ’ αλήθεια σε θέλω, αγάπη. Μην αμφιβάλλεις ποτέ γι’ αυτό». «Νίκολας…» «Μόνο αυτό σκέφτομαι όλη την ώρα», συνέχισε εκείνος. «Κρίθηκα ένοχος κι όμως δεν μ’ αφήνουν να απολαύσω το έγκλημά μου. Καθόλου δίκαιο – δεν συμφωνείς;» «Νίκολας…» «Αγαπημένε μου», τη διόρθωσε εκείνος. Και τότε άλλαξε θέμα. «Πάμε μια βόλτα να δούμε τους υπέροχους κήπους των Χάμιλτον». Προτού εκείνη προλάβει να αρνηθεί, την είχε παρασύρει εκτός πίστας και σπιτιού. Οι κήποι ήταν ιδιαίτερα περιποιημένοι, με καταπράσινους λοφίσκους γεμάτους δέντρα, τεχνητές λιμνούλες, παρτέρια με λουλούδια, έναν κήπο με φυτογλυπτά, μέχρι κι ένα κιόσκι, τόσο γεμάτο ανθισμένα κλήματα που έμοιαζε με δέντρο. Δεν κοντοστάθηκαν να θαυμάσουν τις τόσες ομορφιές. Μέσα σε μια στιγμή, η Ρέτζι βρέθηκε μέσα στο κιόσκι, και στην αγκαλιά του Νίκολας, να φιλιέται τόσο παθιασμένα που της ήρθε λιγοθυμιά. Το φως του φεγγαριού τρύπωνε μέσα από τα κρεμαστά κλήματα, λούζοντάς τους στην απαλή ασημένια λάμψη του. Τα χαμηλά καφασωτά τριγύρω στο κιόσκι ήταν γεμάτα πάγκους με αφράτα μαξιλάρια. Το δάπεδο ήταν ξύλινο, λείο και γυαλισμένο. Ανάμεσα στους πάγκους υπήρχαν διάσπαρτες γλάστρες με φυτά, των οποίων τα φύλλα σάλευαν απαλά στο ζεστό νυχτερινό αεράκι. Βαθιά μέσα της, η Ρέτζι ήξερε ότι ο Νίκολας δεν θα ικανοποιού​ νταν μόνο με τα φιλιά, όχι τούτη τη φορά. Έπρεπε εκείνη να τον σταματήσει. Αλλά μια φωνούλα μέσα της απαίτησε να μάθει γιατί ήθελε ντε και καλά να τον σταματήσει. Θα γινόταν σύζυγός της – έτσι δεν είναι; Γιατί λοιπόν να του αρνηθεί οτιδήποτε, ιδίως από τη στιγμή που δεν ήθελε να του αρνηθεί το παραμικρό; Και μήπως δεν ήταν πιθανό να αλλάξει εκείνος στάση σε σχέση με το γάμο αν έκαναν…; Ε, δεν ήταν; Πόσο βολικά σκέφτεται μερικές φορές το μυαλό, για να καταφέρει αυτό που θέλει. Και πόσο προβλέψιμα αντιδρά το κορμί σε ό,τι το ευχαριστεί, αποζητώντας ακόμα περισσότερα. Το μυαλό και το κορμί της συνωμοτούσαν εναντίον της, και σύντομα η Ρέτζι δεν είχε δύναμη να τα πολεμήσει. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον Νίκολας παραδομένη. Εκείνος την πήγε σ’ έναν από τους πάγκους, κάθισε και τη λίκνισε στην αγκαλιά του. «Δεν θα το μετανιώσεις, αγάπη», της ψιθύρισε και το ζεστό του στόμα διεκδίκησε ξανά το δικό της. Να το μετανιώσει; Πώς ήταν δυνατόν από τη στιγμή που ένιωθε τόσο συνεπαρμένη κι ευτυχισμένη; Ο Νίκολας στήριξε την πλάτη της με το ένα του χέρι, ενώ το άλλο ταξίδεψε αργά στο λαιμό της, ύστερα χαμηλότερα, κάνοντάς τη να βγάλει μια άναρθρη κραυγή όταν πέρασε πάνω από τα στήθη της. Συνέχισε, πέρασε πάνω από την κοιλιά της,


κατέβηκε στο μηρό της. Ψηλαφούσε το κορμί της διστακτικά, σαν μην μπορούσε να πιστέψει ότι εκείνη τον άφηνε να το κάνει. Όμως το χέρι του άρχισε να ανηφορίζει πάλι ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι, και τότε έγινε πιο τολμηρός, πιο κτητικός. Μέσα από το λεπτό μετάξι του φορέματός της, η επιδερμίδα της πήρε φωτιά. Το φόρεμα έμπαινε ανάμεσά τους, την ενοχλούσε. Το ίδιο σκέφτηκε κι εκείνος. Πρώτα ξεκούμπωσε το κουμπί στο λαιμό της, κατόπιν έλυσε το φιόγκο που συγκρατούσε το ρούχο κάτω από το στήθος της. Την επόμενη στιγμή στέκονταν όρθιοι κι εκείνος της είχε βγάλει το φόρεμα. Του κόπηκε η ανάσα σαν την είδε με τα μεταξωτά εσώρουχα, που σφιχταγκάλιαζαν και διέγραφαν τις απαλές καμπύλες του κορμιού της. Εκείνη τον κοίταξε κατάματα, αδιάντροπα, κάνοντας τις φλόγες που έγλειφαν το κορμί του να θεριέψουν. Τα μάτια της φάνταζαν κατάμαυρα στο αχνό φως, τα νεανικά στήθη της ασφυκτιούσαν μέσα στο δαντελένιο μεσοφόρι. Ήταν τ’ ομορφότερο πλάσμα που είχε αντικρίσει ποτέ του. Το βλέμμα του τράβηξε η μικρή μελανιά στο κάτω μέρος του λαιμού της. Ο Νίκολας χαμογέλασε. «Ώστε τελικά άφησα το σημάδι μου πάνω σου. Υποθέτω ότι θα έπρεπε να σου πω ότι λυπάμαι». «Ίσως να λυπόσουν αν ήξερες πόσο δύσκολο ήταν να το κρύβω. Δεν πιστεύω να μου αφήσεις πάλι κανένα σημάδι – έτσι δεν είναι;» «Δεν υπόσχομαι τίποτα», ψιθύρισε βραχνά εκείνος. Τότε την κοίταξε διορατικά και τη ρώτησε: «Μήπως φοβάσαι, αγάπη;» «Όχι… έτσι νομίζω, τουλάχιστον». «Τότε άφησέ με να σε δω ολόκληρη», την έπεισε μαλακά. Εκείνη τον άφησε να έρθει πάλι κοντά της κι εκείνος άρχισε να της βγάζει και τα υπόλοιπα ρούχα, ώσπου την άφησε γυμνή. Τα μάτια του την εξερεύνησαν αργά, πεινασμένα. Ύστερα την τράβηξε πάνω του και κόλλησε το στόμα του στα στήθη της. Η γλώσσα, τα δόντια, τα χείλη του, όλα έπαιξαν με το κορμί της, κάνοντάς τη να βογκά και να βγάζει άναρθρες κραυγές ξανά και ξανά. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το κεφάλι του, σφίγγοντάς τον επάνω της. Το κεφάλι της έπεσε πίσω όταν ο Νίκολας άρχισε να τη φιλά στην κοιλιά. Χριστέ μου, δεν άντεχε άλλο… «Δεν πρέπει να… Νίκολας… τα ρούχα σου, Νίκολας», κατάφερε να πει. Μέσα σε δευτερόλεπτα εκείνος είχε μείνει γυμνός από τη μέση και πάνω, κάνοντας τα μάτια της Ρέτζι να ανοίξουν διάπλατα από θαυμασμό γι’ αυτό που έκρυβαν τα ρούχα του. Ήξερε ότι το στέρνο του θα ήταν πλατύ, αλλά τώρα της φάνηκε τεράστιο. Ήταν έντονα ηλιοκαμένος και το πυκνό τρίχωμα στο στήθος του έμοιαζε χρυσαφένιο. Χάιδεψε με τα δάχτυλά της το μυώδες μπράτσο του. Το άγγιγμά της τον έκαψε, κάνοντάς τον να βογκήξει. «Και τώρα τα υπόλοιπα», τον παρακάλεσε απαλά, θέλοντας να τον δει ολόκληρο, όπως την είχε δει κι εκείνος.


Η Ρέτζι απομακρύνθηκε λίγο και κάθισε να τον κοιτάζει που γδυνόταν. Δεν ένιωθε καθόλου αμήχανα, παρόλο που ήταν γυμνή. Τον έτρωγε αχόρταγα με τα μάτια της, έναν άνδρα σε όλο του το μεγαλείο. Όταν επιτέλους έμεινε ολόγυμνος, πήγε κοντά του και τον άγγιξε, πρώτα στον στενό γοφό του, κατόπιν στον μακρύ, μυώδη μηρό του. Εκείνος άρπαξε το χέρι της και τη σταμάτησε. «Μη, αγάπη». Η φωνή του ήταν βραχνή από το πάθος. «Ήδη κοντεύω να εκραγώ, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε αργά». Και τότε η Ρέτζι είδε τι ήταν αυτό που κόντευε να εκραγεί. Απίστευτο. Πανέμορφο. Εκπληκτικό. Σήκωσε αργά τα μάτια της στα δικά του. «Πώς θα μάθω τι σ’ ευχαριστεί, αν δεν μπορώ να σ’ αγγίξω;» Εκείνος πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Αργότερα, αγάπη. Αυτή τη φορά θα μ’ ευχαριστήσει η δική σου ευχαρίστηση. Πρώτα όμως πρέπει να σε πονέσω». «Το ξέρω», είπε εκείνη απαλά, ντροπαλά. «Μ’ έχει ενημερώσει η θεία Σάρλοτ». «Αν όμως μ’ εμπιστευτείς, Ρετζίνα, αν αφεθείς και μ’ εμπιστευτείς, θα σε προετοιμάσω όπως πρέπει. Θα νιώσεις μονάχα έναν μικρό πόνο στην αρχή και σου υπόσχομαι ότι ύστερα θα το απολαύσεις». «Έχω απολαύσει όσα προηγούνται». Του χαμογέλασε. «Αχ, γλυκιά μου αγάπη, το ίδιο κι εγώ». Τη φίλησε πάλι, με τη γλώσσα του να χωρίζει τα χείλη της, για να χωθεί μέσα της. Ο Νίκολας κόντευε να χάσει τον έλεγχο. Η λαχτάρα της άναβε φωτιά στο κορμί του, τον έκανε να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να παρατείνει τον τόσο πολύτιμο χρόνο μαζί της. Χάιδεψε την κοιλιά της κι ύστερα κατέβηκε χαμηλότερα, στους ανοιχτούς μηρούς της. Η Ρέτζι βόγκηξε όταν εκείνος άγγιξε τoν καυτό πυρήνα του κορμιού της. Και τινάχτηκε ξαφνιασμένη όταν εκείνος έβαλε το δάχτυλό του βαθιά μέσα της. Η πλάτη της κύρτωσε, τα στήθη της πίεσαν το στέρνο του. Τράβηξε τα χείλη της από τα δικά του. «Είμαι… έτοιμη, Νίκολας, σου τ’ ορκίζομαι». «Όχι ακόμα, αγάπη», είπε επιφυλακτικά εκείνος. «Σε παρακαλώ, Νίκολας», βόγκηξε η Ρέτζι. Αυτό ήταν. Κοίταξε εκνευρισμένος τον στενό πάγκο. Αρνούνταν να πάρει την παρθενιά της Ρέτζι στο πάτωμα, αλλά… Γαμώτο, δεν έπρεπε εξαρχής να την είχε φέρει εδώ πέρα· όχι την πρώτη της φορά. «Νίκολας!» τον ικέτευσε παθιασμένα εκείνη. Εκείνος πήρε θέση και μπήκε μέσα της όσο πιο απαλά μπορούσε. Άκουσε την κραυγή της, ενώ η καυτή σάρκα της τον έσφιξε. Η Ρέτζι έσπρωξε το κορμί της μπροστά ώσπου εκείνος έφτασε στον παρθενικό υμένα της. Η πίεση που αισθάνθηκε τη σταμάτησε, αλλά η στάση της δεν διευκόλυνε τον Νίκολας να τον σπάσει αρκετά


γρήγορα, για να ελαχιστοποιήσει τον πόνο. Δεν γινόταν αλλιώς. Σκέπασε το στόμα του με το δικό της, για να πνίξει την κραυγή της, και ύστερα, απροειδοποίητα, την ανασήκωσε και την κατέβασε με δύναμη πάνω του. Την κράτησε καρφωμένη εκεί. Χρειάστηκε να περάσουν μόνο λίγα δευτερόλεπτα ώσπου εκείνη να πάρει τα νύχια της από τους ώμους του και να αναστενάξει πάλι ηδονικά, χαλαρώνοντας πάνω στο κορμί του. «Νίκολας;» Τ’ όνομά του δεν είχε ακουστεί ποτέ ξανά πιο γλυκά. Χαμογέλασε ανακουφισμένος και της απάντησε δίχως λόγια· την άρπαξε από τους γλουτούς, την ανασήκωσε και ύστερα την άφησε να γλιστρήσει αργά πάνω του. Γρήγορα η Ρέτζι επιτάχυνε ρυθμό, αρπαγμένη σφιχτά από πάνω του. Χίλιες φωτιές άναψαν μέσα της κι ενώθηκαν σε μία, που πολύ γρήγορα έγινε ανεξέλεγκτη. Εξαπλώθηκε παντού κι ένιωσε να την καταπίνει η πιο γλυκιά φωτιά που υπήρχε. Ο Νίκολας δεν θυμόταν ποτέ να είχε νιώσει τόση ικανοποίηση ή τόση τρυφερότητα μετά τον έρωτα. Ήθελε να κρατήσει για πάντα στην αγκαλιά του τη Ρετζίνα και να μην την αφήσει ποτέ. «Ήταν… φυσιολογικό αυτό;» τον ρώτησε ονειροπόλα εκείνη. Ο Νίκολας γέλασε. «Έπειτα απ’ αυτό που μόλις ζήσαμε, θέλεις το απλώς φυσιολογικό;» «Όχι, μάλλον όχι». Ανασήκωσε το κεφάλι της από το στήθος του, αναστενάζοντας. «Μάλλον πρέπει να γυρίσουμε». «Γαμώτο», γρύλισε εκείνος. «Ναι, μάλλον». Εκείνη τον κοίταξε, με αγάπη και πόθο να φωτίζουν το πανέμορφο πρόσωπό της. «Νίκολας;» «Ναι, αγάπη;» «Νομίζεις ότι θα το καταλάβουν;» Η αλήθεια ήταν ότι δεν την ένοιαζε, αλλά πίστευε ότι έπρεπε να ρωτήσει. Ο Νίκολας της χαμογέλασε πλατιά. «Κανένας δεν θα τολμούσε να σκεφτεί ότι κάναμε έρωτα έξω, εδώ στο ύπαιθρο. Απλώς δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, αγάπη». Πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά ώσπου να ντυθούν, με πειράγματα και κλεφτά φιλιά, και να πάρουν τελικά το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι κάνοντας τον κύκλο της λιμνούλας. Το χέρι του Νίκολας ήταν τυλιγμένο γύρω από τον ώμο της, κρατώντας τη σφιχτά πάνω του, όταν η Έιμι πετάχτηκε πίσω από κάτι θάμνους κι όρμησε καταπάνω τους. «Αχ, Ρέτζι, πόσο χαίρομαι που σε βρήκα», φώναξε ξέπνοο το κορίτσι. «Γιατί; Ήμουν χαμένη;» ρώτησε η Ρέτζι, προετοιμασμένη να τ’ ακούσει για τα καλά.


«Χαμένη; Δεν ξέρω. Ήμουν έξω… κι έκανα βόλτες, βλέπεις, και δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα…» Η Έιμι άρχισε να βήχει, πολύ ψεύτικα, όταν οι θάμνοι πίσω της άρχισαν να κουνιούνται. «Ο Μάρσαλ θα γίνει θηρίο», είπε το κορίτσι. «Θα σε πείραζε πολύ αν του έλεγα ότι ήμουν μαζί σου;» Η Ρέτζι κατάφερε να πνίξει το χαμόγελό της. «Ασφαλώς όχι, αλλά μόνο αν μου υποσχεθείς ότι δεν θ’ αφήσεις άλλη φορά την “ώρα” να σε παρασύρει και να ξεχαστείς. Νίκολας;» «Δεν με πειράζει καθόλου», συμφώνησε εκείνος. «Ξέρω πόσο εύκολα μπορεί να ξεχαστώ κι εγώ». Κατάφεραν και οι τρεις να παραμείνουν ανέκφραστοι καθώς επέστρεφαν βιαστικά στο σπίτι.


Κεφάλαιο 14 Το πάρτι των αρραβώνων, που διοργάνωσαν ο Έντουαρντ κι η Σάρλοτ Μάλορι, στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Ήταν εκεί όλη η οικογένεια και όλοι οι στενοί τους φίλοι. Ακόμα και η σύζυγος του Τζέισον είχε πειστεί να αφήσει τις θεραπείες στο Μπαθ και να παρευρεθεί. Η γιαγιά του Νίκολας και η θεία Έλινορ το έριξαν έξω για τα καλά κι η Ρέτζι είχε την εντύπωση ότι οι δύο γυναίκες είχαν απελπιστεί πια, πιστεύοντας ότι ο Νίκολας δεν θα παντρευόταν ποτέ. Αισθητή ήταν η απουσία της μητέρας του, για την οποία εκείνος δεν μιλούσε ποτέ. Ο Νίκολας συμπεριφέρθηκε άψογα κι όλα κύλησαν υπέροχα. Είχαν χρειαστεί δύο εβδομάδες προετοιμασιών, αλλά όλη η σχολαστική επιμονή στη λεπτομέρεια, όλοι οι κόποι τους είχαν αποδώσει. Δυστυχώς, όμως, η νηνεμία δεν κράτησε πολύ. Δύο μήνες μετά το πάρτι, η Ρετζίνα Μάλορι βρισκόταν στα όρια της απελπισίας. Δεν βοήθησε και πολύ το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη ξαφνικά, ότι έφτασε αργά και σταδιακά σ’ αυτό το βαθμό δυστυχίας. Όλα είχαν γίνει για το τίποτα. Δεν πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν, όχι αφότου της είχε κάνει έρωτα. Ήταν τόσο σίγουρη ότι ο Νίκολας θα ήθελε με όλη του την καρδιά να την παντρευτεί έπειτα από εκείνη τη βραδιά. Ήταν τόσο υπέροχος, τόσο απίστευτα υπομονετικός και τρυφερός μαζί της εκείνη τη βραδιά. Σίγουρα είχε πιει πολύ, αλλά έφτανε αυτό για να τον κάνει να ξεχάσει όσα είχαν ζήσει μαζί; Ο γάμος ίσχυε ακόμη βέβαια. Κι εκείνος την ενημέρωνε πάντοτε όταν έφευγε από την πόλη. Μια φορά πήγε στο Σαουθάμπτον για βδομάδες, ισχυριζόμενος πώς είχε δουλειές εκεί. Πάντοτε την ειδοποιούσε όταν επέστρεφε στο Λονδίνο, αλλά τους τελευταίους δύο μήνες δεν τον είχε δει πάνω από πέντε φορές όλες κι όλες. Κι αυτές οι πέντε φορές ήταν φρικτές, όλες τους. Δεν αργούσε ποτέ να περάσει να την πάρει κάθε φορά που τη συνόδευε σε κάποιο πάρτι, αλλά την είχε γυρίσει στο σπίτι μόνο τις τρεις φορές. Τις άλλες δύο, η Ρετζίνα είχε θυμώσει και είχε φύγει χωρίς εκείνον. Δεν έφτανε που την παρατούσε μόνη όλο το βράδυ, για να κλειστεί στην αίθουσα χαρτοπαιξίας ή να εμπλακεί σε πολιτικές συζητήσεις, αλλά συχνά εκείνος περνούσε περισσότερη ώρα με τη Σελένα Έντινγκτον παρά μαζί της. Κι όταν γελοιο​ ποιήθηκε τελείως ακολουθώντας σαν σκυλάκι αυτή τη γυναίκα όπου πήγαινε, ε, αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Επίτηδες τα έκανε, όλα. Η Ρέτζι ήξερε πολύ καλά ότι ο Νίκολας παρίστανε τον παλιάνθρωπο για το καλό της. Αυτό ήταν που την πονούσε τόσο. Αν, έστω και για


μια στιγμή, πίστευε ότι αυτό ήταν το αληθινό του πρόσωπο, θα έβαζε τον Τόνι να τον κανονίσει, θα του ’δειχνε αυτή. Αλλά ο Νίκολας δεν ήταν παλιάνθρωπος. Απλώς φερόταν επίτηδες σκληρά, για να την κάνει να τον παρατήσει. Όπως ακριβώς ο ίδιος είχε αναγκαστεί να κάνει αυτό τον αρραβώνα, έτσι τώρα το ’χε βάλει σκοπό να αναγκάσει τη Ρέτζι να τον διαλύσει. Και το χειρότερο σ’ αυτή την ιστορία ήταν ότι, όσο κι αν πονούσε, η Ρέτζι δεν μπορούσε να τον χωρίσει. Δεν είχε μόνο τον εαυτό της να σκεφτεί πια. Ο Νίκολας της έβγαλε την κοντή μαύρη δαντελένια κάπα της και την έδωσε στον υπηρέτη, μαζί με το ημίψηλο καπέλο του και τον μαύρο μανδύα με την κόκκινη φόδρα. Η Ρέτζι φορούσε ένα κοντομάνικο λευκό φόρεμα με χρυσές φουντίτσες στον ποδόγυρο. Το χαμηλό ντεκολτέ της, όπως πρόσταζε η μόδα, μόλις και μετά βίας κάλυπτε τα στήθη της, κάνοντάς τη να νιώθει άβολα τόσο γι’ αυτό όσο και για το χρώμα του, το λευκό, που φορούσαν οι αθώες παρθένες. Είχε καταφέρει να καλοπιάσει τον θείο Έντουαρντ να την εμπιστευτεί και να την αφήσει να βγει ασυνόδευτη αυτή τη φορά. Από το πάρτι των αρραβώνων και ύστερα δεν είχε περάσει ούτε μία ευχάριστη στιγμή με τον Νίκολας. Όποιες κι αν ήταν οι ελπίδες της, όμως, ήδη είχαν διαψευστεί πλήρως, προς απογοήτευσή της. Ήταν μόνοι στην κλειστή άμαξά του κατά τη σύντομη διαδρομή, αλλά εκείνος δεν είχε επιχειρήσει να την πλησιάσει, δεν της είχε πει λέξη. Του έριξε μια κλεφτή ματιά την ώρα που έμπαιναν πλάι-πλάι στην αίθουσα μουσικής, όπου ένα νεαρό ζευγάρι, φίλοι του Νίκολας, ψυχαγωγούσαν τους περίπου είκοσι καλεσμένους σε δείπνο. Ο Νίκολας ήταν εξαιρετικά κομψός απόψε. Φορούσε σκουροπράσινο σακάκι με μακριά ουρά, κεντητό κρεμ γιλέκο και πουκάμισο με φραμπαλάδες. Είχε το λαιμοδέτη του χαλαρά δεμένο και φορούσε μακρύ παντελόνι, αντί για την κοντή ως το γόνατο βράκα και τις μεταξωτές κάλτσες που προτιμούσαν οι δανδήδες στις βραδινές εξόδους τους. Και μόνο που κοίταξε το ψηλό, γεμάτο χάρη κορμί του, η Ρέτζι έγινε κατακόκκινη από ντροπή. Τα μαλλιά του, κοντά, σκουροκάστανα και σγουρά, είχαν τόσο πολλές χρυσαφένιες ανταύγειες που ώρες ώρες έμοιαζαν χάλκινα ή ακόμα και ξανθά. Η Ρέτζι ήξερε ότι ήταν απαλά, όπως ήξερε ότι και τα χείλη του ήταν απαλά, κι όχι αυτή η σκληρή, άκαμπτη γραμμή που αντίκριζε τώρα τελευταία. Αχ, μα γιατί δεν της έλεγε ούτε μία κουβέντα; Μια σπίθα έλαμψε τότε στα μάτια της. Κοντοστάθηκε στο χολ βγάζοντας ένα σιγανό βογκητό, αναγκάζοντας και τον Νίκολας να σταματήσει. Στράφηκε πίσω να την κοιτάξει κι εκείνη έσκυψε να φτιάξει το παπούτσι της. Αδέξια, έχασε την ισορροπία της κι έγειρε προς το μέρος του. Ο Νίκολας την έπιασε από τις μασχάλες, αλλά εκείνη έπεσε πάνω του έτσι κι αλλιώς, με τα χέρια της να αρπάζουν τους ώμους του, για να μην πέσει, και τα στήθη της να πιέζουν το στέρνο του. Εκείνος


βόγκηξε λες και είχε δεχτεί δυνατή γροθιά στο στομάχι. Κι όντως ήταν δυνατό το χτύπημα. Φωτιά εξαπλώθηκε αστραπιαία στο κορμί του, ανέβηκε στα μάτια του, κάνοντάς τα να μοιάζουν μ’ αναμμένα κάρβουνα. Τα σκουρογάλανα μάτια της Ρέτζι άστραψαν. «Σ’ ευχαριστώ, Νίκολας». Τον άφησε και συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ενώ εκείνος απέμεινε εκεί, με τα μάτια κλειστά, τα δόντια σφιγμένα, προσπαθώντας να ξαναβρεί απεγνωσμένα τον αυτοέλεγχό του. Πώς ήταν δυνατόν ένα τοσοδά ατυχηματάκι να κόψει αστραπιαία τα σφιχτά λουριά με τα οποία είχε δέσει ο ίδιος τον εαυτό του; Λες και δεν έφτανε η εικόνα της, η φωνή και το άρωμά της, που ήταν όλα ένα διαρκές βασανιστήριο, αλλά το άγγιγμά της… Αυτό ήταν ένα όπλο που διέλυσε τελείως τις άμυνές του. «Αχ, κοίτα, Νίκολας. Είναι δω ο θείος Τόνι!» Η Ρέτζι χαμογέλασε στον Άντονι Μάλορι, που βρισκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας, όμως το χαμόγελό της δεν ήταν μόνο για κείνον, αλλά και για τον εαυτό της. Είχε ακούσει το βογκητό του Νίκολας, είχε νιώσει το τρέμουλό του, είχε δει τον πόθο στα κεχριμπαρένια μάτια του. Ψεύτη άνδρα! Την ποθούσε ακόμη. Δεν ήθελε να της το δείξει, αλλά τώρα εκείνη το ήξερε. Κι αυτή η γνώση τη ζέστανε ολόκληρη, αναπλήρωσε σε σημαντικό βαθμό την απαίσια συμπεριφορά του απέναντί της. Ο Νίκολας έφτασε τη Ρέτζι στο κατώφλι της αίθουσας μουσικής και τα μάτια του έπεσαν αστραπιαία πάνω στο μελαχρινό κεφάλι του Άντονι Μάλορι, ο οποίος ήταν γερμένος προς την κυρία που καθόταν δίπλα του. «Γαμώτο! Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;» Η Ρέτζι ήθελε να βάλει τα γέλια όταν άκουσε τον τόνο της φωνής του, αλλά κατάφερε να παραμείνει απαθής. «Πού να ξέρω. Δική σου γνωστή είναι η οικοδέσποινα, όχι δική μου». Τα μάτια του καρφώθηκαν επίμονα στα δικά της. «Δεν έρχεται συχνά σε τέτοιες εκδηλώσεις, είτε προσκεκλημένος είτε απρόσκλητος. Ήρθε για να σε προσέχει». «Αχ, γίνεσαι άδικος, Νίκολας», τον μάλωσε εκείνη. «Πρώτη φορά τον συναντάμε». «Ξεχνάς το Βόξχολ». «Ε, εκείνο ήταν τυχαίο. Δεν πιστεύω ότι πρόθεσή του εκείνη τη μέρα ήταν να με προσέχει». «Όχι. Ξέρουμε κι οι δύο ποια ήταν η πρόθεσή του εκείνη τη μέρα». «Ποπό, μα εσύ θύμωσες», μουρμούρισε εκείνη και δεν συνέχισε την κουβέντα γι’ αυτό το θέμα. Ήξερε γιατί βρισκόταν εκεί ο θείος της. Είχε ακούσει ότι είχαν δει τον Νίκολας με άλλες γυναίκες και ήταν έξαλλος. Προφανώς, είχε αποφασίσει ότι η παρουσία του θα βοηθούσε. Το νεαρό ζευγάρι στο πιάνο ολοκλήρωσε το ντουέτο του και ορισμένοι από τους καλεσμένους άρχισαν να σηκώνονται από τις καρέκλες τους, για να ξεμουδιάσουν λίγο προτού αρχίσει το επόμενο τραγούδι. Οι πιο ενημερωμένοι για τη μόδα άνδρες φορούσαν ζωηρόχρωμα σατέν πανωφόρια με ασορτί βράκες. Οι παντρεμένες


διακρίνονταν από τα ζωηρόχρωμα ρούχα τους, αφού οι παρθένες φορούσαν παστέλ ή λευκά. Η Ρέτζι γνώριζε τους πάντες εκεί μέσα, εκτός από την οικοδέσποινα, την κυρία Χάργκριβς. Ήταν κι ο Τζορτζ Φόουλερ εκεί, μαζί με την αδελφή και τον μικρότερο αδελφό του. Η Ρέτζι είχε προσφάτως γνωρίσει και τον λόρδο Πέρσιβαλ Άλντεν, καλό φίλο του Νίκολας. Ήξερε ακόμα και την τωρινή αγαπητικιά του Τόνι, η οποία καθόταν δίπλα του. Και προς μεγάλο εκνευρισμό της, εκεί ήταν και η Σελένα Έντινγκτον, με συνοδό της έναν παλιό φίλο του Τόνι. «Νίκολας». Η Ρέτζι άγγιξε απαλά το μπράτσο του. «Πρέπει να με συστήσεις στην οικοδέσποινα προτού αρχίσει να δίνει ρεσιτάλ η αδελφή του Τζορτζ». Τον ένιωσε να κοκαλώνει κάτω από τα δάχτυλά της και χαμογέλασε καθώς τον προσπέρασε για να πλησιάσει την κυρία Χάργκριβς. Χριστούλη μου, θα έπρεπε να φροντίζει να τον αγγίζει συχνότερα, σκέφτηκε η Ρέτζι. Η βραδιά δεν εξελίχτηκε όπως ήλπιζε. Στο δείπνο ανακάλυψε ότι την είχαν βάλει να καθίσει πολύ μακριά από τον Νίκολας στο μακρόστενο τραπέζι. Εκείνος καθόταν δίπλα στην οικοδέσποινά τους, μια ιδιαίτερα αισθησιακή γυναίκα, και είχε βαλθεί να τη γοητεύσει, μαγεύοντάς την, όπως και τις άλλες γυναίκες γύρω του. Η Ρέτζι συζητούσε όσο πιο εγκάρδια γινόταν με τον Τζορτζ, αλλά δυσκολευόταν να φλυαρεί χαρούμενα όταν μέσα της ένιωθε τόσο θλιμμένη. Κι αυτός ο άξεστος ο λόρδος Πέρσιβαλ στα δεξιά της δεν βοηθούσε καθόλου την κατάσταση, καθώς έκανε διαρκώς σχόλια για τον Νίκολας, τα οποία την ανάγκαζαν να γυρνά το βλέμμα της ξανά και ξανά πάνω του, αναγνωρίζοντας όλα τα σημάδια που είχε δει και στο παρελθόν. Ο Νίκολας δεν σαγήνευε απλώς την κυρία Χάργκριβς, αλλά είχε την έκφραση του άνδρα που είχε βγει για κυνήγι. Καθώς η βραδιά προχωρούσε, η Ρέτζι ξέχασε ολότελα το θρία​ μβό της νωρίτερα να φέρει σε αμηχανία τον Νίκολας. Εκείνος δεν της έριξε ούτε μία ματιά στη διάρκεια του γεύματος. Κι εκείνη δυσκολευόταν ακόμα και να χαμογελάσει, έστω κι αμυδρά, σε όσους κάθονταν δίπλα της, ευχαριστώντας τον Θεό που δεν ήταν εκεί κοντά ο Τόνι. Αν αναγκαζόταν να ανεχτεί τα σαρκαστικά σχόλιά του εκείνη τη στιγμή, θα ξεσπούσε σε κλάματα. Ανακουφίστηκε αφάνταστα όταν ήρθε η ώρα να αποσυρθεί επιτέλους από το δωμάτιο μαζί με τις υπόλοιπες κυρίες. Ωστόσο, είχε μόνο μερικά λεπτά στη διάθεσή της για να συνέλθει προτού αρχίσουν να καταφτάνουν στη σάλα και οι άνδρες. Κράτησε την ανάσα της, περιμένοντας να δει αν ο Νίκολας θα συνέχιζε να την αγνοεί. Εκείνος πήγε κατευθείαν προς την κυρία Χάργκριβς, χωρίς να ρίξει στη Ρέτζι ούτε ματιά. Αυτό πια παραπήγαινε. Η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να μείνει άλλο εκεί. Κι αν ο θείος της τολμούσε να της πει έστω και μία λέξη για τον Νίκολας, θα ξεσπούσε τα νεύρα της κι όποιον έπαιρνε ο χάρος. Κι αυτό δεν θα μπορούσε φυσικά να το κάνει δημοσίως.


Όταν ζήτησε από τον Τζορτζ Φόουλερ να τη συνοδεύσει στο σπίτι της, τα καθάρια πράσινα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από ευχαρίστηση. Αλλά τη ρώτησε: «Κι ο θείος σου;» «Είμαι μάλλον ενοχλημένη μαζί του». Ήταν και δεν ήταν, αλλά μια χαρά τη βόλευε αυτή η δικαιολογία. «Και, ούτως ή άλλως, συνοδεύει κάποια κυρία. Ωστόσο, δεν θα ήθελα να σου γίνω φόρτωμα, Τζορτζ. Έχεις και την αδελφή σου μαζί σου». «Μπορεί κάλλιστα να τη φροντίσει ο αδελφός μου, μη φοβάσαι», δήλωσε εκείνος, χαμογελώντας. Ε, λοιπόν, σκέφτηκε θυμωμένα η Ρέτζι, ήταν ωραία να νιώθει ότι άρεσε σε κάποιον.


Κεφάλαιο 15 «Αναρωτιέμαι γιατί παρακολουθείς ακόμα και την παραμικρή στιγμή που εκείνη φεύγει από το δωμάτιο μαζί με κάποιον;» Ο Νίκολας έκανε μεταβολή και συνάντησε το ανέκφραστο βλέμμα του Άντονι Μάλορι. «Μ’ ακολουθείς, κύριε;» τον ρώτησε. «Δεν έχει νόημα να μείνω τώρα που το διασκεδαστικό θέαμα τελείωσε», αποκρίθηκε ευχάριστα ο Άντονι. «Και τι ωραίο θέαμα που ήταν! Μόνο δέκα λεπτά λείπει και φεύγεις κι εσύ. Σ’ επηρεά​ ζει άσχημα». Ο Νίκολας τον αγριοκοίταξε. «Μου κάνει εντύπωση που δεν την ακολούθησες, για να βεβαιωθείς ότι ο Φόουλερ θα την πάει κατευθείαν στο σπίτι. Αυτό δεν θα έκανε ένα καλό μαντρόσκυλο;» Ο Άντονι γέλασε πνιχτά. «Για ποιο λόγο; Θα κάνει αυτό που θέλει, ό,τι κι αν πω εγώ. Και την εμπιστεύομαι περισσότερο όταν είναι με τον Φόουλερ παρά μαζί σου». 'Εκανε μια παύση, για να ξεροβήξει. «Αν και ήταν ένα από τα παλικάρια που την κυνηγούσαν αδιάκοπα την περσινή σεζόν. Ε, ποιος θα τον κατηγορήσει εάν δεν την πάει κατευθείαν στο σπίτι; Κάνεις το παν για να δώσεις την εντύπωση σ’ αυτούς τους νεαρούς επιβήτορες ότι εκείνη είναι ακόμη διαθέσιμη». Έκανε παύση για μια στιγμή. «Αυτό δεν κάνεις;» Τα μάτια του Νίκολας άστραψαν. «Αν δεν σ’ αρέσει η συμπεριφορά μου, ξέρεις τι να κάνεις». «Όντως ξέρω», είπε παγερά ο Άντονι, χάνοντας στη στιγμή κάθε ίχνος χιούμορ. «Αν πίστευα ότι η Ρέτζι δεν θα έκανε ολόκληρο σαματά γι’ αυτό, θα τα λέγαμε πολύ σύντομα οι δυο μας. Όταν πάψει να σε υπερασπίζεται, όμως, να είσαι σίγουρος πως θα το κανονίσουμε». «Είσαι ένας άθλιος υποκριτής, Μάλορι». Ο Άντονι ανασήκωσε τους ώμους του. «Ναι, είμαι, όταν πρόκειται για κάποιον δικό μου άνθρωπο. Ξέρεις, Μοντάιθ, μπορεί ο Τζέισον να σ’ έχει σε υπόληψη, αλλά γνωρίζει μόνο τις πιο θετικές πλευρές του χαρακτήρα σου. Εκείνος δεν ξέρει τι προσπαθείς να κάνεις, αλλά εγώ ξέρω». «Αλήθεια;» Έκοψαν την κουβέντα επειδή εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Πέρσι. Ο Άντονι έφυγε, αφήνοντας τον Νίκολας σκυθρωπό, κι ο Πέρσι πλησίασε το φίλο του με συμπόνια. «Αρπαχτήκατε πάλι;» «Περίπου», πέταξε οργισμένα ο Νίκολας. Ο Πέρσι κούνησε το κεφάλι του. Το πρόβλημα του Νίκολας ήταν ότι σπανίως


ερχόταν σε αντιπαράθεση με κάποιον στη ζωή του. Ήταν αρκετά μεγαλόσωμος και παρορμητικός, οπότε κανένας δεν τολμούσε να ανταλλάξει λόγια μαζί του, πόσο μάλλον να πιαστεί στα χέρια. Τώρα είχε τους συγγενείς της λαίδης Άστον να τον πιέζουν να κάνει τα δικά τους, και τον έτρωγε το σαράκι που δεν είχε κάποιον να ξεσπάσει τα νεύρα του. «Μην το παίρνεις τόσο κατάκαρδα, Νίκι. Απλώς ποτέ πριν δεν είχες να αντιμετωπίσεις κάποιον ισάξιό σου και τώρα φορτώθηκες ένα ολόκληρο ασκέρι». Όταν εκείνος δεν απάντησε, ο Πέρσι συνέχισε: «Όλα θα φτιάξουν όταν θα παντρευτείτε». «Να πάρει ο διάολος και να σηκώσει!» βλαστήμησε εκείνος. Κι άφησε τον Πέρσι για να πάει να πάρει το μανδύα του. Ο Νίκολας πήρε βαθιά ανάσα, ρουφώντας τον νυχτερινό αέρα, όταν βγήκε έξω για να περιμένει την άμαξά του, η οποία βρισκόταν στην απέναντι μεριά του δρόμου. Κατόπιν πήρε άλλη μία βαθιά ανάσα. Δεν κατάφερε να τον ηρεμήσει. «Νικ, περίμενε». Ο Πέρσι κατέβηκε τα σκαλιά. «Μπορεί να αισθανθείς καλύτερα αν τα πεις σ’ ένα φίλο». «Όχι απόψε, Πέρσι, γιατί τα νεύρα μου βρίσκονται σε οριακό σημείο». «Εξαιτίας του Μάλορι;» Ο Νίκολας γρύλισε. «Α, μήπως τότε επειδή εκείνη έφυγε με τον Τζόρτζι;» «Εκείνη μπορεί να φύγει με όποιον διάολο της κάνει κέφι. Καρφί δεν μου καίγεται!» «Καλά ντε, μη μας φας κιόλας», διαμαρτυρήθηκε ο Πέρσι, οπισθοχωρώντας λίγο. «Κοίτα να δεις, ο Τζορτζ είναι πραγματικά… όχι ακίνδυνος ακριβώς, αλλά… Τέλος πάντων, μαζί σου είναι αρραβωνιασμένη, που να πάρει και να σηκώσει. Εκείνη…» Είδε ότι το μόνο που κατάφερνε ήταν να κάνει τα πράγματα χειρότερα. «Δεν το πιστεύω. Είναι δυνατόν ο Μοντάιθ, που τίποτα δεν τον άγγιζε, να λυσσάει τώρα από ζήλια;» «Ασφαλώς και δεν ζηλεύω», αρπάχτηκε ο Νίκολας. «Απλώς ήλπιζα ότι απόψε θα τελείωναν όλα». Μόνο που τα είχε δει όλα κόκκινα, κατακόκκινα, όταν ο Τζορτζ Φόουλερ έπιασε τον αγκώνα της Ρετζίνα. Ο Φόουλερ ήταν νέος, όμορφος και, σύμφωνα με τον καταραμένο τον Μάλορι, την κυνηγούσε από πέρυσι! «Τι στο καλό εννοείς, Νίκι; Τι να τελειώσει;» «Αυτή η φάρσα του αρραβώνα. Δεν πιστεύω να νόμιζες στ’ αλήθεια ότι θα την παντρευόμουν μόνο και μόνο επειδή μ’ ανάγκασαν να συμφωνήσω σ’ αυτό τον γάμο;» Ο Πέρσι σφύριξε σιγανά. «Ώστε γι’ αυτό σαλιάριζες με την κυρία Χ. Το ’ξερα εγώ ότι δεν ήταν ο τύπος σου». Ο Νίκολας κούνησε το κεφάλι του. «Αλλά νόμιζα ότι ήθελες να κάνεις την κυρά σου να ζηλέψει». «Να γίνει τόσο έξαλλη, που να διαλύσει τον αρραβώνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που τρέχω μπροστά της πίσω από μια ξένη φούστα. Μέχρι και με τη Σελένα έχω


αναγκαστεί να φλερτάρω, παρόλο που μου προκαλεί αηδία πια. Αλλά η Ρετζίνα δεν είπε κουβέντα γι’ αυτό, ούτε μία φορά». «Ίσως να σ’ αγαπάει η κοπέλα», είπε απλά ο Πέρσι. «Δεν θέλω να μ’ αγαπάει. Θέλω να με μισεί», γρύλισε ο Νίκολας. Τώρα, είπε στον εαυτό του, κι όχι αργότερα, που θα είχε συνηθίσει στην αγάπη της, που θα είχε φτάσει στο σημείο να εξαρτάται απ’ αυτή την αγάπη και να την ανταποδίδει. Τότε εκείνος δεν θ’ άντεχε να τον μισεί εκείνη. «Ε, τότε, έχεις μπλέξει άσχημα, φίλε. Κι αν αυτή δεν σε σχολάσει; Θα διαλύσεις εσύ τον αρραβώνα;» Ο Νίκολας σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό. «Έδωσα το λόγο μου ότι θα την παντρευτώ». «Τότε κατά κει σε βλέπω να πηγαίνεις». «Το ξέρω». «Θα ήταν τόσο άσχημο;» Πολύ φοβόταν ότι θα ήταν σκέτος παράδεισος, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πει τέτοιο πράγμα στον Πέρσι. Εκείνη τη στιγμή έφτασε η άμαξά του κι ο Νίκολας ρώτησε: «Πέρσι, μου κάνεις μια χάρη; Γύρνα πάλι μέσα και δώσε από μένα ένα μήνυμα στον μέλλοντα θείο μου. Πες του ότι καλά θα κάνει να κουβεντιάσει με την ανιψιά του σχετικά με ποιον επιτρέπει να τη γυρίζει στο σπίτι». Κρυφογέλασε. «Αν πιστέψει ότι με νοιάζει, ίσως διπλασιάσει τις προσπάθειές του να την κάνει να με παρατήσει. Κι αν όχι, τουλάχιστον το μήνυμα που θα του δώσεις θα κάνει τα νεύρα του κρόσσια. Αυτό και μόνο αρκεί για να μου φτιάξει το κέφι». Κι όντως φαινόταν καλύτερα. «Ευχαριστώ πολύ, ρε φίλε. Κι ύστερα θα θέλει να πάρει το δικό μου κεφάλι, επειδή του μεταβίβασα τέτοιο μήνυμα», σχολία​ σε ο Πέρσι. «Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό». Ο Νίκολας χαμογέλασε. «Αλλά θα το κάνεις για χάρη μου – έτσι δεν είναι; Μπράβο, το αγόρι μου». Ο Νίκολας γέλασε όταν είδε την έκφραση στα μούτρα του Πέρσι και του κούνησε το χέρι καθώς η άμαξά του κατηφόριζε τον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού. Την επόμενη στιγμή όλη η καλή του διάθεση είχε εξαφανιστεί. Το αποψινό αποδείκνυε ότι δεν θ’ άντεχε για πολύ ακόμη να βρίσκεται κοντά στη Ρετζίνα. Ένα απλό άγγιγμά της στάθηκε ικανό να τον κάνει να γονατίσει. Γαμώτο! Είχε προσπαθήσει να μείνει μακριά της όσο περισσότερο γινόταν, αλλά, ενώ αυτό ήταν βολικότερο για κείνον, δεν άλλαξε τη μοίρα του. Στην ουσία, εξακολουθούσαν να είναι αρραβωνιασμένοι. «Φτάσαμε, φίλε», διέκοψε μια φωνή τις σκέψεις του. Φίλε; Είπε τέτοιο πράγμα ο δικός του οδηγός, που ήταν τόσο παλαιών αρχών; Ο Νίκολας κοίταξε από το παράθυρο και είδε, όχι το σπίτι του, αλλά δέντρα, και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής. Και στο βάθος τίποτε άλλο, παρά μόνο μαύρο σκοτάδι, πίσσα. Μα πώς ήταν δυνατόν να είχε αφαιρεθεί τόσο πολύ που δεν


κατάλαβε ότι κατευθυνόταν εκτός Λονδίνου, στην εξοχή; Ή μήπως βρισκόταν μέσα σ’ ένα από τ’ αχανή πάρκα του Λονδίνου; Σ’ αυτή την περίπτωση, καλύτερα να βρισκόταν στην εξοχή, λόγω της μεγάλης κίνησης που μπορεί να είχε τη νύχτα. Τι στο διάολο είχε κάνει ο Μάλορι, είχε προσλάβει κανένα μαχαιροβγάλτη να τον ξεκάνει ενώ ο ίδιος θα ορκιζόταν στην ανιψιά του ότι δεν τον είχε αγγίξει; Μπορούσε κάλλιστα να δει με τη φαντασία του το θείο της να γελάει γι’ αυτό παρέα με τα φιλαράκια του. Ο Νίκολας χαμογέλασε μοχθηρά. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξεσπάσει κάπου την οργή του, να ξεθυμάνει. Μα πώς και δεν το ’χε σκεφτεί από μόνος του;


Κεφάλαιο 16 Νωρίτερα εκείνο το βράδυ, αμέσως αφότου έφτασε ο Νίκολας με τη Ρετζίνα στο σπίτι της κυρίας Χάργκριβς στο Γουέστ Εντ, ένας κοντός, γεροδεμένος τύπος ονόματι Τίμοθι Πάι φώναξε μια διερχόμενη άμαξα δημόσιας χρήσης κι έδωσε στον αμαξά τη διεύθυνση ενός καπηλειού στην προκυμαία του λιμανιού. Ο Τίμοθι έκανε παράταιρες δουλειές, από την τίμια δουλειά του λιμενεργάτη μέχρι τη δουλειά του μαχαιροβγάλτη. Παραδεχόταν ότι είχε ιδιαίτερη προτίμηση στις εύκολες δουλειές, κι αυτή εδώ ήταν παιχνιδάκι. Μαζί του δούλευε ο φίλος του, ο Νέντι. Απλώς έπρεπε να ακολουθούν αυτό τον φραγκάτο τύπο όπου πήγαινε, και κάθε τρεις και λίγο να δίνουν αναφορά για τις κινήσεις του στον εργοδότη τους. Ήταν η σειρά του Τίμοθι να δώσει αναφορά, και δεν του πήρε πολλή ώρα να φτάσει στο ανώτερης κλάσης καπηλειό όπου έμενε ο τύπος. Χτύπησε την πόρτα στον επάνω όροφο. Την επόμενη στιγμή η πόρτα άνοιξε. Δύο άνδρες βρίσκονταν μέσα στο δωμάτιο. Ο ένας ήταν ψηλός, λεπτός, με τεράστια, φουντωτή κόκκινη γενειάδα. Ο άλλος ήταν νεαρός, μετρίου αναστήματος, πιτσιρικάς στην ουσία, όμορφος με θηλυπρεπή τρόπο, με μαύρα μαλλιά και βαθυγάλανα μάτια. Ο Τίμοθι είχε δει τον νεαρό μόνο μία φορά πιο παλιά, όταν είχε έρθει δεκάδες φορές να δώσει αναφορά στον μεγαλύτερο άνδρα. Ποτέ δεν του είχαν πει τα ονόματά τους, αλλά ούτε κι ο ίδιος καιγόταν να μάθει ποιοι ήταν αυτοί οι τύποι. Έκανε απλώς αυτό που τον πλήρωναν να κάνει, χωρίς ερωτήσεις. «Φαίνεται θα περάσ’ όλο το βράδυ», άρχισε ο Τίμοθι, απευθυνόμενος στον κοκκινογένη, «σ’ ένα πάρτι στο Γουέστ Εντ. Είδα ένα μάτσο φιγουράτες άμαξες και στις δυο μεριές του δρόμ’». «Μόνος;» Ο Τίμοθι χαμογέλασε πλατιά σ’ αυτό το σημείο. «Είχε μαζί τ’ κι εκείνο το μπάνικο κομμάτι, αυτή που ’ταν και τις άλλες φορές. Μπήκαν μαζί μέσα. Τους είδα με τα μάτια μ’». «Είσαι σίγουρος ότι είναι η ίδια κυρία, κύριε Πάι, εκείνη που την τελευταία φορά έφυγε μόνη, χωρίς αυτόν;» Ο Τίμοθι έγνεψε καταφατικά. «Δεν ξεχνιέται τέτοια μορφονιά, κύριε. Είναι να την πιεις στο ποτήρι». Τότε μίλησε ο νεαρότερος άνδρας. «Θα πρέπει να είναι η ερωμένη του. Τι λες κι εσύ; Ο πατέρας μου με λέει ότι δεν χάνει τον καιρό του με όποια δεν του κάθεται». «Αμάν πια!» εξερράγη ο κοκκινογένης. «Μου λέει. Μου, όχι με. Γιατί δεν σου ξεφεύγουν ποτέ αυτά όταν είναι ο γέρος σου μπροστά; Μόνο τα δικά μου αυτιά την


πληρώνουν». Ο πιτσιρικάς έγινε κατακόκκινος από το κεφάλι μέχρι το στήθος, όπως μαρτυρούσε το ανοιχτό πουκάμισό του. Τα βαθυγάλανα μάτια του κοίταξαν αλλού αμήχανα. Πλησίασε το τραπέζι, όπου ήταν απλωμένη μια τράπουλα δίπλα σ’ ένα μπουκάλι κρασί και δύο ποτήρια. Κάθισε εκεί κι ανακάτεψε τα χαρτιά, αποφασισμένος έπειτα από την ταπείνωσή του να αδιαφορήσει για την υπόλοιπη αναφορά. «Συνέχισε, κύριε Πάι». «Μάιστα, κύριε». Το «κύριε» του βγήκε φυσικά, γιατί μπορεί αυτός ο τύπος να μην έμοιαζε και τόσο με κύριο, με την κόκκινη, φουντωτή σαν θάμνο, γενειάδα του, αλλά σίγουρα μιλούσε όπως ένας κύριος. «Ξέρω ότι θέλατε να μάθετε για την μπάνικη, γιατί απόψε έφυγε πάλι χωρίς αυτόν». «Πώς είναι ο φωτισμός στο δρόμο;» «Καλός. Αλλά όχι τόσο ώστε να μην καταφέρουμ’ να βγάλουμ’ απ’ τη μέση τον οδηγό ήσυχα κι ωραία ο Νέντι κι εγώ». «Τότε ίσως απόψε να είναι η βραδιά μας». Ο κοκκινογένης χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Ξέρεις τι να κάνεις αν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, κύριε Πάι». «Μάιστα, κύριε. Δεν θέλετε να πειράξουμ’ την μπάνικη, ξέρω, κύριε. Αν σκάσ’ μύτη μονάχος, τον τσακώσαμ’». Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από τον Πάι, ο Κόνραντ Σαρπ γέλασε. Ήταν ένα μάλλον βαθύ, βροντερό γέλιο για τόσο λεπτό άνδρα. «Α, μην κατεβάζεις τα μούτρα, μικρέ. Αν όλα πάνε καλά, μπορεί αύριο να πάρουμε το δρόμο του γυρισμού». «Δεν ήταν ανάγκη να με διορθώσεις μπροστά του, Κόνι. Ο πατέρας μου δεν με διορθώνει όταν είναι άλλοι παρών». «Παρόντες», τον διόρθωσε ξανά ο Κόνραντ. «Ο πατέρας σου είναι φρέσκος πατέρας ακόμη και γι’ αυτό κάνει ό,τι μπορεί για να μην σε κακοκαρδίσει, Τζέρεμι». «Ενώ εσύ όχι;» «Εγώ γιατί να το κάνω, βρε κατεργαράκο;» Υπήρχε αληθινή αγάπη στον τρόπο με τον οποίο του μίλησε ο μεγαλύτερος άνδρας, κάνοντας τον νεαρό Τζέρεμι να σκάσει επιτέλους ένα χαμόγελο. «Αν τον πιάσουν απόψε, να έρθω κι εγώ μαζί;» «Συγγνώμη, μικρέ. Θα είναι άσχημο το θέαμα, κι είμαι σίγουρος ότι ο πατέρας σου δεν θα ήθελε να το δεις». «Μα είμαι δεκάξι!» διαμαρτυρήθηκε ο Τζέρεμι. «Εδώ κατάφερα να βγω ζωντανός από ολόκληρη ναυμαχία». «Παρά τρίχα τη γλίτωσες». «Άσχετα απ’ αυτό…» «Όχι», δήλωσε ανυποχώρητα ο Κόνραντ. «Ακόμα κι αν συμφωνούσε ο πατέρας σου, δεν θα σ’ άφηνα εγώ. Δεν είναι ανάγκη να δεις τον πατέρα σου σε τέτοια χάλια». «Μα, μόνο ένα μάθημα θα του δώσουν, Κόνι». «Ναι, αλλά λόγω του δικού σου τραυματισμού, θα είναι ένα σκληρό μάθημα. Χώρια


που είναι περήφανος άνδρας. Δεν άκουσες εσύ όλα τα ειρωνικά σχόλια που του πέταξε κατάμουτρα αυτός ο νεαρός κύριος θέλοντας να ρίξει αλάτι στην πληγή του. Ήσουν αναίσθητος, σχεδόν θανάσιμα χτυπημένος». «Εξαιτίας του! Γι’ αυτό και θέλω…» «Είπα όχι!» του έκοψε απότομα τη φόρα πάλι ο Κόνραντ. «Όχου, εντάξει», γκρίνιαξε ο Τζέρεμι. «Αλλά, ακόμη δεν καταλαβαίνω γιατί μπήκαμε σε όλη αυτή τη φασαρία, να βάλουμε να τον παρακολουθούν στο Σαουθάμπτον χωρίς να γίνει τίποτα κι ύστερα να χαλαλίσουμε δύο εβδομάδες εδώ στο Λονδίνο κάνοντας το ίδιο πράγμα ακριβώς. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό να βυθίσουμε ένα από τα πλοία του». Ο Κόνραντ κρυφογέλασε. «Ήθελα να ήταν από μια μεριά ο πατέρας σου και να άκουγε πώς εννοείς εσύ τη διασκέδαση. Αλλά, για να απαντήσω στην ερώτησή σου, αυτός ο κύριος μπορεί να έχει μόνο έξι πλοία στην εμπορική γραμμή του, αλλά αν έχανε ένα από δαύτα, θα ήταν σαν να έχανε η Βενετιά βελόνι. Ο πατέρας σου όμως είναι αποφασισμένος να πατσίσει μαζί του σε πιο προσωπικό επίπεδο». «Κι ύστερα θα γυρίσουμε στο σπίτι;» «Ναι, μικρέ. Και θα επιστρέψεις κανονικά στα μαθήματά σου». Ο Τζέρεμι έκανε μια γκριμάτσα κι ο Κόνραντ Σαρπ γέλασε. Τότε ακούστηκε ένα γυναικείο χαχανητό από το διπλανό δωμάτιο, όπου βρισκόταν ο πατέρας του Τζέρεμι. Η γκριμάτσα του Τζέρεμι έσβησε από το πρόσωπό του, που μονομιάς κοκκίνισε σαν παντζάρι, κάνοντας τον Κόνραντ να γελάσει με την ψυχή του.


Κεφάλαιο 17 Καυτό ακόμη από τη λάβρα της μέρας, το έδαφος ήταν ζεστό κάτω από το μάγουλό του. Ή ίσως βρισκόταν σωριασμένος στο ίδιο σημείο επί ώρες ολόκληρες κι η ζεστασιά του κορμιού του είχε μεταδοθεί στο έδαφος. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι από τα δύο συνέβαινε. Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του Νίκολας όταν κατάφερε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Το επόμενο που έκανε ήταν να βρίσει τον εαυτό του για την ηλιθιότητά του. Κύριος καθώς ήταν, είχε απλώς βγει από την άμαξά του, μην περιμένοντας ποτέ ότι θα του επιτεθούν προτού προλάβει να πατήσει το πόδι του στη γη. Έφτυσε χώμα. Προφανώς τον είχαν παρατήσει εκεί όπου είχε σωριαστεί. Σάλεψε με προσοχή κι ανακάλυψε ότι τα χέρια του ήταν δεμένα πισθάγκωνα και, εκτός αυτού, σχεδόν μουδιασμένα. Άψογα. Ένιωθε τόσο δυνατές σουβλιές στο κεφάλι του, που θα ήταν θαύμα αν κατάφερνε να σταθεί στα γόνατα, πόσω μάλλον στα πόδια του. Αν του είχαν αφήσει την άμαξά του, θα κατάφερνε να την οδηγήσει χωρίς χέρια. Την είχαν αφήσει όμως; Όταν γύρισε στο πλάι, νιώθοντας αφόρητο πονοκέφαλο, ο Νίκολας είδε έναν από τους τροχούς της άμαξας… και δίπλα του ένα ζευγάρι μπότες. «Εδώ είσαι ακόμη;» ρώτησε μην πιστεύοντας στα μάτια του. «Και πού ’θελες να ’μαι, ρε φίλε;» «Στο άντρο σου, εκεί που πάνε όλοι οι ληστές, φαντάζομαι», απάντησε ο Νίκολας. Ο τύπος γέλασε. Τι στο διάολο σήμαινε αυτό; Δεν επρόκειτο για κοινή ληστεία λοιπόν; Το μυαλό του πήγε πάλι στον Μάλορι, αλλά όσο κι αν προσπάθησε, του φάνηκε αδιανόητο να τον φανταστεί να προσλαμβάνει κάποιον για να τον κάνει μαύρο στο ξύλο. «Είμαι ώρα αναίσθητος;» ρώτησε ο Νίκολας. Ένιωθε το κεφάλι του να πάλλεται ολόκληρο. «Μία ώρα και βάλε, φίλε». «Τότε μπορείς να μου πεις τι στο διάολο περιμένεις;» γρύλισε ο Νίκολας. «Άντε, λήστεψέ με και γύρνα στη δουλειά σου!» Ο τύπος γέλασε ξανά. «Αυτό έγινε ήδη, φίλε, πρώτο πρώτο. Δεν μου ’παν να μην το κάνω, οπότις το ’κανα. Αλλά η δουλειά μ’ είναι δω χάμω, να φροντίσω να μείνεις κειδά που ’σαι». Ο Νίκολας προσπάθησε να ανακαθίσει, αλλά ένα κύμα ζάλης τον έριξε πάλι κάτω. Βλαστήμησε και προσπάθησε ξανά. «Ήρεμα, φίλε. Μη μ’ αρχίσεις τίποτις κόλπα τώρα, αλλιώς θα σ’ περιλάβω πάλι με


το ματσούκι μ’». Ο Νίκολας ανακάθισε, λυγίζοντας τα γόνατά του για να στηρίξει το στήθος του. Πήρε βαθιές ανάσες, κάτι που ένιωσε να τον βοηθά. Κατάφερε επιτέλους να ρίξει μια ματιά σ’ αυτό το βρομερό πλάσμα. Δεν εντυπωσιάστηκε. Αν κατάφερνε να σταθεί στα πόδια του, θα τον έβγαζε εκτός μάχης στο άψε σβήσε, ακόμα και με τα χέρια δεμένα. «Θα με βοηθήσεις τουλάχιστον να σηκωθώ;» «Πλάκα έχεις, φιλαράκο. Είσαι διπλάσιος από του λόγου μου. Δεν γεννήθηκα ψες, ξέρεις». Πάει κι αυτό, σκέφτηκε ο Νίκολας. «Τι τον έκανες τον οδηγό μου;» «Τον πέταξα σ’ ένα σοκάκι. Μη φοβάσ’. Θα ξυπνήσει με πονοκέφαλο, ίδια μ’ εσένα, αλλά θα τη βγάλ’ καθαρή». «Πού βρισκόμαστε;» «Μ’ άρεζες καλύτερα πριν που κοιμόσανε», απάντησε ο ληστής. «Ρωτάς πολλά του λόγου σου». «Πες μου τουλάχιστον τι κάνουμε δω», ζήτησε ανυπόμονα να μάθει ο Νίκολας. «Συ κάθεσαι στη μέση του δρόμ’ κι εγώ φροντίζω να μείνεις κει που ’σαι». «Όχι, το μόνο που φροντίζεις εσύ είναι να με κάνεις πυρ και μανία!» αρπάχτηκε ο Νίκολας. «Τώρα φοβήθηκα, φίλε», τον κορόιδεψε ο τύπος, «κατουρήθηκα πάνω μ’». Με λίγη προσπάθεια και φόρα, θα κατάφερνε να χτυπήσει με το κεφάλι του στην κοιλιά αυτό το χαμένο κορμί, σκέφτηκε ο Νίκολας. Αλλά το σχέδιό του διέκοψε ο ήχος μιας άλλης άμαξας που πλησίαζε. Κι αφού ο ληστής δεν έσπευσε να γίνει λαγός, ο Νίκολας συμπέρανε ανήσυχα ότι αυτή την άμαξα την περίμενε. Τι άλλο θα του συνέβαινε πια, γαμώτο; «Τα φιλαράκια σου;» Ο τύπος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Σ’ το ’πα και πριν, φίλε, ρωτάς πολλά». Το εξωτερικό φανάρι της άμαξας που πλησίαζε φώτισε την περιοχή κι αυτό που αντίκρισε ο Νίκολας του φάνηκε ενοχλητικά γνώριμο. Το Χάιντ Παρκ; Έκανε βόλτα με το άλογό του εκεί κάθε πρωί και ήξερε τα μονοπάτια τόσο καλά όσο και τα μέρη του Σιλβερλέι. Θα τολμούσαν να του επιτεθούν τόσο κοντά στο σπίτι του; Η άμαξα σταμάτησε έξι μέτρα μακριά. Ο οδηγός κατέβηκε κι έφερε μπροστά το φανάρι της άμαξας. Πίσω του, δύο άνδρες βγήκαν από την άμαξα, αλλά επειδή είχαν βάλει το φως ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του, το μόνο που κατάφερε να δει ο Νίκολας ήταν αόριστες φιγούρες. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά το ρόπαλο του Πάι τον πίεσε προειδοποιητικά στον ώμο. «Πολύ ωραίο θέαμα – έτσι δεν είναι, Κόνι;» άκουσε κάποιον να λέει, κι ύστερα: «Ναι, πράγματι. Να τον βλέπεις δεμένο κι έτοιμο για σένα». Το γέλιο έκανε τα ήδη υπερευαίσθητα νεύρα του Νίκολας να τεντωθούν επικίνδυνα. Δεν αναγνώριζε τις φωνές, αλλά αυτοί που μιλούσαν είχαν προφορά καλλιεργημένων ανθρώπων. Τι εχθρούς μπορεί να είχε κάνει πρόσφατα στην υψηλή


κοινωνία; Θεέ μου, δεκάδες! Όλους τους προηγούμενους επίδοξους μνηστήρες της μέλλουσας γυναίκας του. «Έξοχη δουλειά, καλοί μου άνθρωποι». Πέταξαν ένα πουγκί στον κάτοχο του ρόπαλου κι άλλο ένα στον κοντό και ιδιαίτερα γεροδεμένο οδηγό της άμαξας. «Μόνο ανάψτε εκείνο εκεί το φανάρι και ύστερα μπορείτε να επιστρέψετε τη μισθωμένη άμαξα. Θα χρησιμοποιήσουμε τη δική του, αφού ο κύριος δεν πρόκειται να τη χρειαστεί». Τράβηξαν το φως από τα μάτια του Νίκολας κι έτσι εκείνος κατάφερε για πρώτη φορά να δει καλά τους δύο άνδρες. Ήταν και οι δύο ψηλοί και γενειοφόροι, καλοντυμένοι κι οι δύο. Ο πιο λεπτός φορούσε μια σταυρωτή ρεντιγκότα, ενώ ο άλλος, με την τεράστια γενειάδα, ένα παλτό αμαξά, με μπέρτες στους ώμους. Φορούσαν επίσης μαύρα παντελόνια και καλογυαλισμένες μπότες. Αλλά ποιοι ήταν αυτοί οι άνδρες; Ο πιο εύσωμος κι ελαφρώς πιο κοντός από τους δύο κρατούσε ένα μπαστούνι με φιλντισένια λαβή. Σε συνδυασμό με τη φουντωτή γενειάδα, το μπαστούνι τον έκανε να μοιάζει με καρικατούρα. Ήταν μεγαλύτερος από τον άλλον, μάλλον στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του. Του φάνηκε αόριστα γνώριμος, αλλά όσο κι αν έστυψε το μυαλό του, δεν μπόρεσε να θυμηθεί πού τους είχε ξαναδεί, ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. «Προτού φύγεις, φέρε δω το άλλο φανάρι». Το φανάρι από την άμαξα του Νίκολας τοποθετήθηκε στο πίσω μέρος της άμαξας, φωτίζοντας τον ίδιο, αφήνοντας όμως τους δύο άνδρες στο σκοτάδι. Ο οδηγός κι ο ληστής έφυγαν με τη μισθωμένη άμαξα. «Μοιάζει να τα έχει χαμένα – έτσι δεν είναι, Κόνι;» είπε ο νεα​ ρότερος όταν απομακρύνθηκε η άμαξα. «Λες να πει ότι δεν με θυμάται και ν’ απογοητευτώ;» «Ίσως να πρέπει να του φρεσκάρεις λίγο τη μνήμη». «Ίσως να του χρειάζεται ένα γερό ταρακούνημα». Η μπότα βρήκε τον Νίκολας στο πιγούνι. Εκείνος έπεσε πίσω, πάνω στα δεμένα χέρια του, γρυλίζοντας από τον πόνο. «Έλα, μικρέ, σήκω. Μόλις που σ’ άγγιξα». Τον άρπαξαν απότομα από τους δεμένους καρπούς του και τον σήκωσαν βίαια, στραμπουλώντας τα χέρια του. Κλυδωνίστηκε για μια στιγμή, επειδή ένιωσε έντονη ζαλάδα, αλλά ένα στιβαρό χέρι τον κράτησε όρθιο. Ευτυχώς το πιγούνι του ήδη κόντευε να μουδιάσει. Ίσα που ένιωσε μια σουβλιά όταν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. «Αν υποτίθεται ότι έχουμε συναντηθεί…» Η γροθιά που τρύπησε το στομάχι του του έκοψε την ανάσα. Διπλώθηκε, πασχίζοντας να ανασάνει. Το χέρι που χώθηκε κάτω από το πιγούνι του, για να τον ανασηκώσει, ήταν σχεδόν τρυφερό. «Μη μ’ απογοητεύσεις πάλι, μικρέ». Η φωνή ήταν σιγανή, απειλητική. «Πες μου ότι με θυμάσαι».


Ο Νίκολας, κατακόκκινος από θυμό, λόγω της αδύναμης θέσης του, κοίταξε τον άνδρα. Ήταν μόλις κάνα δυο σπιθαμές κοντύτερός του. Τ’ ανοιχτοκάστανα μαλλιά του ήταν μακριά και δεμένα πίσω με κορδέλα, ενώ τ’ αυτιά του τα σκέπαζαν πιο κοντές και πιο ξανθές μπούκλες. Η γενειάδα του είχε την ίδια ανοιχτοκάστανη απόχρωση με τα μαλλιά του. Όταν έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, για να περιεργαστεί τον Νίκολας, μια χρυσή λάμψη φάνηκε στ’ αυτί του. Σκουλαρίκι; Αδύνατον. Οι μόνοι άνδρες που φορούσαν σκουλαρίκι ήταν… Η ταραχή άρχισε να παίρνει τη θέση του θυμού. «Κάπτεν Χοκ;» «Μπράβο, μικρέ! Δεν θα μου άρεσε καθόλου αν μ’ είχες ξεχάσει», γέλασε πνιχτά ο Χοκ. «Βλέπεις τι μπορεί να κάνει ένα μικρό ταρακούνημα, Κόνι; Και να φανταστείς ότι την τελευταία φορά ειδωθήκαμε σ’ ένα θεοσκότεινο σοκάκι. Αμφιβάλλω αν ο μικρός με είδε καλά τότε». «Σε είδε πολύ καλά όμως πάνω στο Μέιντεν Ανν». «Ναι, αλλά έχω την ίδια εμφάνιση πάνω στο πλοίο; Όχι. Είναι ξύπνιος ο μικρός, σου λέω. Το βρήκε διά της ατόπου απαγωγής. Πολύ αμφιβάλλω αν έχει άλλον εχθρό σαν κι εμένα». «Λυπάμαι που θα σ’ απογοητεύσω», είπε κουρασμένα ο Νίκολας, «αλλά δεν έχεις πια εσύ το μονοπώλιο να με μισείς». «Όχι; Έξοχα! Δεν θα μου άρεσε καθόλου όταν θα φύγω να σκέφτομαι ότι καλοπερνάς». «Αυτό σημαίνει ότι θα ζήσω να ξαναδώ το χάραμα της μέρας;» ρώτησε ο Νίκολας. Ο Κόνι γέλασε. «Που να με πάρει και να με σηκώσει, Χοκ, είναι το ίδιο ξιπασμένος με την αφεντιά σου. Δεν νομίζω ότι σε φοβάται, έστω κι ελάχιστα. Έτσι όπως πάει, τον βλέπω να σου βγάζει τα μάτια σε λίγο». «Δεν νομίζω», απάντησε παγερά ο Χοκ. «Γιατί έτσι και το κάνει, ίσως μπω στον πειρασμό να του ξεριζώσω τα δικά του. Πώς θα σου φαινόταν αν τον έβλεπες να φοράει καλύπτρα, σαν τον γερο-Μπίλινγκς;» «Με τόσο όμορφη φάτσα που ’χει;» ρουθούνισε ο Κόνι. «Μάλλον θα του πήγαινε πολύ. Οι γυναίκες θα ξετρελαίνονταν». «Τότε ίσως πρέπει να τον στραπατσάρω λιγάκι». Ο Νίκολας δεν κατάλαβε από πού του ήρθε. Αισθάνθηκε φωτιά να καίει το μάγουλό του κι η δύναμη του χτυπήματος τον έκανε να τρεκλίσει. Όμως ο Κόνι, που βρισκόταν σ’ ετοιμότητα, τον κράτησε όρθιο και τότε δέχτηκε άλλο ένα ίδιο χτύπημα στο άλλο του μάγουλο, που τον έκανε να δει αστράκια. Όταν συνήλθε κάπως, ο Νίκολας έφτυσε αίμα. Τα μάτια του άστραψαν δολοφονικά όταν έσμιξαν με το επίμονο βλέμμα του καπετάνιου πειρατή. «Θύμωσες αρκετά τώρα για να παλέψουμε, μικρέ;» «Αρκεί να μου το ζητήσεις», κατάφερε να πει με κόπο ο Νίκολας. «Χρειαζόσουν ένα μικρό κίνητρο. Δεν είμαι δω για να παίξουμε, αλλά για να


πατσίσουμε. Απαιτώ να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό, αλλιώς θα το πάμε πάλι από την αρχή». Ο Νίκολας ρουθούνισε, παρόλο που αυτό τον πόνεσε. «Να πατσίσουμε; Ξέχασες, μου φαίνεται, ποιος επιτέθηκε σε ποιον μεσοπέλαγα». «Αυτή είναι η δουλειά μου, ξέρεις». «Τότε πώς τολμάς να μιλάς για εκδίκηση μόνο και μόνο επειδή ηττήθηκες;» απαίτησε να μάθει ο Νίκολας. «Ή μήπως έχω την τιμή να είμαι ο μοναδικός που κατάφερα να φύγω με ακέραιο το πλοίο μου έπειτα από μια αναμέτρηση με το Μέιντεν Ανν;» «Κάθε άλλο», απάντησε με ειλικρίνεια ο Χοκ. «Έχουμε φύγει κι άλλες φορές στραπατσαρισμένοι. Ακόμα κι εγώ ο ίδιος έχω χτυπηθεί πάνω στη μάχη. Ομολογώ όμως ότι το πήρα στραβά που είδα το γιο μου να λαβώνεται όταν γκρέμισες το κεντρικό κατάρτι μου. Κι αυτό όμως το δέχτηκα, επειδή είχα τον μικρό πάνω στο πλοίο. Ωστόσο, ως κύριος προς κύριο…» «Πειρατής και κύριος;» Ήταν επικίνδυνο, αλλά ο Νίκολας δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Κορόιδευε όσο θέλεις, αλλά είσαι αρκετά έξυπνος για να καταλάβεις γιατί έπρεπε να ξανασυναντηθούμε». Του Νίκολας του ήρθε να βάλει τα γέλια. Ήταν απίστευτο. Ο πειρατής είχε επιτεθεί πρώτος, θέλοντας να κλέψει το φορτίο του Νίκολας. Κι ο Νίκολας είχε βγει νικητής σ’ εκείνη τη ναυμαχία. Μάλλον δεν θα έπρεπε να είχε χλευάσει τον κάπτεν Χοκ την ώρα που εκείνος έφευγε με την ουρά στα σκέλια. Ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Αλλά αυτό είχε γίνει πριν από τέσσερα χρόνια, τότε που ήταν νέος και παρορμητικός, και είχαν πάρει τα μυαλά του αέρα από τη νίκη. Προφανώς, όμως, εκείνα τα πειράγματα είχαν βουρλίσει τον Χοκ, κάνοντάς τον να διψάει για εκδίκηση. Ποιος καθωσπρέπει κύριος θ’ αγνοούσε τέτοια προσβολή; Κύριος! Τον είχε ξανασυναντήσει ο Νίκολας αφότου επέστρεψε στην Αγγλία, σ’ ένα κατασκότεινο σοκάκι στο Σαουθάμπτον, πριν από τρία χρόνια. Τότε δεν είχε καταφέρει να δει ποιος του είχε επιτεθεί, παρόλο που ο Χοκ είχε την ευχαρίστηση να του πει τ’ όνομά του. Αλλά εκείνη η αναμέτρηση είχε διακοπεί ξαφνικά. Κι ύστερα ο Νίκολας είχε βρει ένα γράμμα, ένα γράμμα, να τον περιμένει όταν επέστρεψε πέρυσι από τις Δυτικές Ινδίες, στο οποίο ο κάπτεν Χοκ εξέφραζε τη λύπη του που δεν κατάφερε να συσφίξουν τις σχέσεις τους όταν εκείνος βρέθηκε στο Λονδίνο. Στο γράμμα διαβεβαίωνε τον Νίκολας ότι είχε αποκτήσει έναν τρομερό εχθρό. Γιατί, αχ, γιατί, Θεέ μου, έπρεπε ένα απόβρασμα της κοινωνίας να θέλει να του πιει το αίμα; «Λύσ’ τον, Κόνι». Ο Νίκολας τσιτώθηκε. «Θα παλέψω και με τους δυο σας;» «Οχ, έλα τώρα», διαμαρτυρήθηκε ο κάπτεν Χοκ. «Δεν θα ήταν καθόλου δίκαιο αυτό – δεν συμφωνείς;»


«Ούτε να χτυπάς έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο είναι δίκαιο, γαμώτο!» γρύλισε ο Νίκολας. «Σε πόνεσα, μικρέ; Να με συγχωρείς, αλλά νόμιζα πως ήσουν σκληρό καρύδι. Και θα πρέπει να καταλάβεις ότι κάπως έπρεπε να ικανοποιηθώ κι εγώ για όλη αυτή τη φασαρία και τα έξοδα που έκανα μέχρι να έρθει η ώρα να τα ξαναπούμε». «Εσύ θα καταλάβεις αν δεν δεχτώ;» «Ασφαλώς», αποκρίθηκε ο Χοκ και υποκλίθηκε κοροϊδευτικά. Ο Χοκ έβγαλε το παλτό του. Ήταν ντυμένος έτσι ώστε να μπορεί να κινείται άνετα, με την πουκαμίσα του χωμένη μέσα στο παντελόνι του. Ο Νίκολας ήταν βαρυφορτωμένος, με μανδύα, σακάκι και γιλέκο. Όταν είδε τον πειρατή να τεντώνει ανυπόμονα τα δάχτυλά του, κατάλαβε ότι δεν θα του δινόταν η ευκαιρία να βγάλει τίποτε απ’ όλα αυτά. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει το βογκητό όταν λύθηκαν επιτέλους τα δεσμά του και τα χέρια του κρεμάστηκαν πονεμένα στα πλευρά του. Γι’ αρκετά δευτερόλεπτα δεν ένιωθε τα δάχτυλά του, αλλά ύστερα τα ένιωσε για τα καλά, όταν το αίμα κύλησε ορμητικά μέσα τους. Είχε μαντέψει σωστά. Δεν του χαρίστηκε ούτε δευτερόλεπτο για να συνέλθει προτού δεχτεί το πρώτο τρομακτικό χτύπημα κάτω από το πιγούνι. Σωριάστηκε στο έδαφος με δύναμη. «Οχ, έλα τώρα, μικρέ», παραπονέθηκε ο Χοκ, αναστενάζοντας κουρασμένα. «Αυτή τη φορά δεν θα μας διακόψουν. Πάλεψε με όλη σου τη δύναμη και θα σ’ αφήσω για πάντα ήσυχο». «Κι αν δεν το κάνω;» «Τότε ίσως να μη φύγεις όρθιος από δω πέρα». Ο Νίκολας πήρε το μήνυμα. Ενόσω βρισκόταν ακόμη στο έδαφος, πέταξε από πάνω του το μανδύα του κι ύστερα όρμησε με φόρα στον μεγαλύτερο άνδρα, πιάνοντάς τον από τη μέση, πέφτοντας κάτω μαζί του. Συνέχισε δίνοντας ένα δυνατό δεξί χτύπημα στο πιγούνι του Χοκ, αλλά αυτό τράνταξε τόσο δυνατά το δικό του πονεμένο χέρι κάνοντάς τον να φωνάξει από τον πόνο. Ο Νίκολας έβαλε τα δυνατά του, αλλά ο Χοκ ήταν ανελέητος . Παρότι ο Νίκολας είχε φάει το ξύλο, ο Χοκ είχε λυσσάξει περισσότερο για εκδίκηση. Επίσης ήταν πιο βαρύς και πιο μυώ​ δης. Οι σιδερένιες γροθιές του σφυροκοπούσαν ανελέητα τον Νίκολας στο πρόσωπο και το σώμα, που ήταν ήδη μωλωπισμένα. Ωστόσο, η μάχη ήταν σκληρή και για τους δύο, κι όταν ο Νίκολας σωριάστηκε στο χώμα μέσα στα αίματα, ήξερε ότι κι ο μεγαλύτερος άνδρας πονούσε εξίσου. Έστω και σ’ αυτή την κατάσταση όμως, ο Χοκ κατάφερε να γελάσει. «Σου βγάζω το καπέλο, Μοντάιθ», είπε βαριανασαίνοντας ο κάπτεν Χοκ. «Μάλλον θα μ’ είχες νικήσει αν δεν ήσουν ήδη χτυπημένος. Είμαι ικανοποιημένος τώρα. Πατσίσαμε». Ο Νίκολας πρόλαβε να ακούσει τα μισά προτού τον τυλίξει ένα ευλογημένο μαύρο σκοτάδι. Ο Κόνραντ Σαρπ έσκυψε από πάνω του και τον ταρακούνησε, αλλά εκείνος


δεν σάλεψε. «Λιποθύμησε, Χοκ. Πρέπει να του βγάλεις το καπέλο, όμως. Για καλομαθημένο πλουσιόπαιδο, άντεξε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα». Ο Κόνραντ γέλασε πνιχτά τότε. «Πώς νιώθει τώρα το σώμα σου που ξεκαθάρισες τους λογαριασμούς σας;» «Σιωπή, Κόνι. Διάολε, ο μικρός έχει τρομερό δεξί». Ο Χοκ αναστέναξε. «Ξέρεις, υπό άλλες συνθήκες σχεδόν θα μπορούσα και να τον συμπαθήσω. Κρίμα που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας όταν ήταν ακόμη ένα νιάνιαρο με μεγάλη γλώσσα». «Όλοι έτσι δεν ήμασταν σ’ αυτή την ηλικία;» «Ναι, μάλλον έτσι είναι. Κι όλοι πρέπει να μαθαίνουμε απ’ αυτό». Ο Χοκ προσπάθησε να ισιώσει το κορμί του, αλλά βόγκηξε και διπλώθηκε πάλι. «Βοήθησέ με να πάω να ξαπλώσω, Κόνι. Νομίζω ότι θα χρειαστεί να ξεκουραστώ τουλάχιστον για μία βδομάδα έπειτα απ’ αυτό». «Άξιζε τον κόπο;» «Ναι, μα τον Θεό, και βέβαια άξιζε!»


Κεφάλαιο 18 Οι τελευταίοι αξιωματούχοι, καθώς και ο γιατρός, βγήκαν από το δωμάτιο, κι ο βαλές του Νίκολας, ο Χάρις, έκλεισε την πόρτα. Ο Νίκολας άφησε ελεύθερο τον εαυτό του να χαμογελάσει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μορφάσει όταν τεντώθηκε το σκίσιμο που είχε στο χείλι του. «Αν δεν σας πειράζει, κύριε, θα χαμογελάσω εγώ και για τους δυο μας», προσφέρθηκε ο Χάρις. Και το έκανε, με τα πεσμένα προς τα κάτω μουστάκια του να ισιώνουν όταν χαμογέλασε πλατιά. «Όντως αυτή η υπόθεση είχε πολύ καλύτερη κατάληξη απ’ ό,τι θα μπορούσα να ελπίζω – έτσι δεν είναι;» «Έτσι είναι, κύριε. Αντί να παρουσιαστεί ενώπιον του μαγίστρου για μια απλή επίθεση, τώρα θ’ αντιμετωπίσει την κατηγορία της πειρατείας». Ο Νίκολας ήθελε να χαμογελάσει πάλι, αλλά το ξανασκέφτηκε. Τώρα ήξερε πώς είχε νιώσει ο κάπτεν Χοκ όταν έκλεινε τους λογαριασμούς τους. Η νίκη του Χοκ όμως είχε κρατήσει πολύ, πάρα πολύ λίγο. «Μάλλον δεν θα ’πρεπε να γίνομαι χαιρέκακος, αλλά του άξιζε αυτού του τύπου και με το παραπάνω», σχολίασε ο Νίκολας. «Όντως, κύριε. Ο γιατρός είπε ότι είστε τυχερός που δεν σας έσπασε το πιγούνι. Και ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί τόσο πολλές μελανιές και…» «Α, αυτό δεν με νοιάζει. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι αυτός είναι σε καλύτερη κατάσταση; Αλλού είναι το θέμα. Δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ αυτό τον κοπρίτη αν δεν έκανε επίθεση στο πλοίο μου. Κι όμως αυτός είχε άχτι να μ’ εκδικηθεί, γαμώτο! Δεν νομίζω να γελάει και πολύ τώρα, μέσα από τη φυλακή». «Είναι ευτύχημα που σας βρήκε η φρουρά, κύριε». «Ναι. Αυτό κι αν ήταν τύχη». Είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του μερικά δευτερόλεπτα αφότου έφυγαν ο Χοκ κι ο κοκκινογένης Κόνι με την άμαξα του Νίκολας. Και είχαν περάσει ελάχιστα δευτερόλεπτα όταν άκουσε ποδοβολητά αλόγων σχετικά κοντά του. Κατάφερε να φωνάξει και να τον ακούσουν οι δύο νυχτερινοί φρουροί. Χρειάστηκε να τους πείσει να αφήσουν εκείνον και να κυνηγήσουν την άμαξά του. Τριάντα λεπτά αργότερα επέστρεψαν με τα χαρμόσυνα νέα, ότι είχαν πάρει πίσω την άμαξά του και είχαν συλλάβει τον έναν από τους δύο κακοποιούς, τον τραυματισμένο, αλλά ο άλλος είχε καταφέρει να διαφύγει. Ο Νίκολας είπε τα πάντα στους καλούς εκείνους ανθρώπους, που τον μετέφεραν στο σπίτι του, ενώ τ’ όνομα του Χοκ θορύβησε τον έναν απ’ αυτούς. Πολύ σύντομα,


κι ενώ τον περιποιούνταν ακόμη ο γιατρός, κατέφθασε στο σπίτι του Νίκολας πλήθος αξιω​ ματούχων. Του ανακοίνωσαν ότι ο Χοκ ήταν εγκληματίας, που τον καταζητούσε το Στέμμα. «Είναι επίσης ευτύχημα, κύριε», συνέχισε φλύαρα ο βαλές, τακτοποιώντας τα σκεπάσματα πάνω στον Νίκολας, «που η λαίδη Άστον δεν ήταν μαζί σας όταν σας επιτέθηκαν οι κακοποιοί. Να υποθέσω ότι η βραδιά κύλησε όπως θέλατε κι εκείνη έφυγε πάλι χωρίς εσάς;» Ο Νίκολας δεν απάντησε. Όσο σκεφτόταν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί… Όχι, δεν άντεχε ούτε να το σκέφτεται. Εκείνη ήταν σώα κι αβλαβής, επειδή ο Τζορτζ Φόουλερ την είχε συνοδεύσει στο σπίτι. Χμ, ο Τζορτζ Φόουλερ. Παράλογος θυμός, λυσσαλέος και βίαιος, τον κυρίευσε. «Κύριε;» «Τι;» αρπάχτηκε ο Νίκολας, αλλά συνήλθε αμέσως. «Α, ναι, Χάρις, η βραδιά κύλησε όπως περίμενα όσον αφορά την κυρία». Ο μεσήλικας βαλές ήταν κοντά στον Νίκολας δέκα χρόνια τώρα και γνώριζε τις σκέψεις και τα αισθήματά του καλύτερα από κάθε άλλον. Ήξερε ότι ο Νίκολας δεν ήθελε να παντρευτεί τη Ρετζίνα Άστον, μόλο που δεν γνώριζε το λόγο, κι ούτε του περνούσε από το μυαλό να ρωτήσει. Είχε συζητήσει μαζί του τη στρατηγική που θ’ ακολουθούσε για να απαλλαγεί απ’ αυτή τη δέσμευση. «Φτάσατε στο σημείο να ανταλλάξετε λόγια βαριά με τη λαίδη Άστον, κύριε;» «Δεν πήγε τόσο καλά», αποκρίθηκε κουρασμένα ο Νίκολας. Το ηρεμιστικό που του είχε χορηγήσει ο γιατρός είχε αρχίσει να επιδρά. «Είμαι ακόμη αρραβωνιασμένος». «Πάντως, την επόμενη φορά σίγουρα…» «Ναι». «Δεν απομένει όμως πολύς καιρός μέχρι το γάμο», πρόσθεσε διστακτικά ο Χάρις. «Ο γιατρός λέει ότι πρέπει να μείνετε στο κρεβάτι τρεις εβδομάδες». «Άσ’ τον να λέει», αντιγύρισε ο Νίκολας. «Σε τρεις μέρες θα είμαι περδίκι». «Αφού το λέτε εσείς, κύριε». «Εγώ το λέω». «Πολύ καλά, κύριε». Μια και δεν είχε φάει τόσο ξύλο άλλη φορά στη ζωή του, ο Νίκολας δεν ήξερε ότι την επομένη θα αισθανόταν δέκα φορές χειρότερα. Καταράστηκε με όλη του την ψυχή τον κάπτεν Χοκ κι ευχήθηκε να τον κρεμάσουν. Χρειάστηκε να περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα προτού κατορθώσει να κάνει στοιχειώδεις κινήσεις χωρίς να υποφέρει. Και, παρόλο που πέρασε άλλη μία εβδομάδα ώσπου να σηκωθεί και να μπορέσει να κινηθεί, οι ουλές στο πρόσωπό του δεν είχαν κλείσει ακόμη. Ασυζητητί δεν ήταν σε κατάσταση να δει τη Ρετζίνα. Αλλά δεν μπορούσε να χάσει


άλλο χρόνο. Απέμενε μονάχα μία εβδομάδα για το γάμο. Έπρεπε να τη δει. Πήγε στο αρχοντικό των Μάλορι στην πλατεία Γκρόσβενορ, παρά τα χάλια που είχε εμφανισιακά. Τον ενημέρωσαν ότι η Ρετζίνα απουσίαζε, είχε βγει να ψωνίσει την προίκα της. Η πληροφορία αυτή γιγάντωσε τον πανικό του. Περίμενε τη μνηστή του επί μία ώρα και όταν εκείνη επέστρεψε, την άρπαξε με αφάνταστη αγένεια από τα ξαδέλφια της μόλις πάτησε το πόδι της στο σπίτι. Την έβγαλε έξω, διασχίζοντας τον κήπο και μπαίνοντας στην πλατεία, χωρίς να πει λέξη, με βήματα μεγάλα και βιαστικά, με έκφραση σκοτεινιασμένη και σκεφτική. Η απαλή φωνή της διέκοψε τις σκέψεις του, κάνοντάς τον να σταματήσει απότομα. «Ανάρρωσες;» τον ρώτησε εκείνη. Ένα ξαφνικό φθινοπωρινό αεράκι σήκωσε τα φύλλα στον αέρα κι ανασάλεψε τα φτερά στο καπέλο της Ρετζίνα. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα, τα μάτια της δύο σπινθηροβόλες βαθυγάλανες λάμψεις. Ήταν πραγματικά πανέμορφη, έσφυζε ολόκληρη από υγεία και ζωντάνια. Ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχε δει στη ζωή του. «Αν ανάρρωσα;» επανέλαβε απαιτητικά εκείνος κι αναρωτήθηκε πώς στην ευχή είχε μάθει για την επίθεση, από τη στιγμή που εκείνος την είχε αποφύγει τις δύο τελευταίες εβδομάδες, ακριβώς για να μην το μάθει. «Μας είπε ο Ντέρεκ για την ασθένειά σου», του εξήγησε. «Λυπάμαι που δεν ήσουν καλά». Γαμώτο! Τώρα θα είχε να αντιμετωπίσει και τη συμπόνια της από πάνω, εξαιτίας του Ντέρεκ, που είχε διαστρεβλώσει την αλήθεια. Προτιμούσε χίλιες φορές το θυμό της. «Πράγματι είχα πάει σ’ ένα αγαπημένο μου καπηλειό στο λιμάνι κι εκεί μου έστησαν ενέδρα κάτι κακοποιοί και με χτύπησαν άσχημα, για να κλέψουν το πουγκί μου. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μου αρέσει ιδιαιτέρως να συχνάζω σε κακόφημα μέρη». Εκείνη χαμογέλασε ανεκτικά. «Ο Τόνι ήταν σίγουρος ότι θα χρησιμοποιούσες την ασθένειά σου ως δικαιολογία για να αναβάλεις το γάμο. Εγώ όμως του είπα ότι δεν είναι του στιλ σου κάτι τέτοιο». «Με ξέρεις τόσο καλά, αγάπη;» ρώτησε σαρκαστικά ο Νίκολας. «Μπορεί να είσαι πολλά πράγματα, αλλά δειλός όχι». «Έτσι πιστεύεις εσύ…» «Μπούρδες!» τον διέκοψε. «Δεν θα το έχαφτα αν προσπαθούσες να με πείσεις ότι είσαι, οπότε μην προσπαθείς άδικα». Ο Νίκολας έτριξε τα δόντια του κι εκείνη του έσκασε ένα κεφάτο, πλατύ χαμόγελο. Και μόνο στη θέα της τόσης ομορφιάς της, ο Νίκολας ένιωσε αμέσως την ισχυρή επίδραση που είχε πάνω του, όπως πάντοτε άλλωστε, και προς στιγμήν οι σκέψεις του σκόρπισαν. «Μάλλον τώρα πρέπει να σε ρωτήσω πώς πέρασες εσύ;»


«Ναι, πρέπει», συμφώνησε η Ρέτζι. «Αλλά ξέρουμε κι οι δύο ότι δεν σ’ ενδιαφέρει πώς περνώ εγώ το χρόνο μου. Για παράδειγμα, δεν θα πληγωνόσουν αν μάθαινες ότι ήμουν τόσο απασχολημένη που δεν μου έλειψες – έτσι δεν είναι; Ούτε θα νοιαζόσουν που άλλοι άνδρες με συνόδευσαν στις κοσμικές εκδηλώσεις στις οποίες επέμεναν τα ξαδέλφια μου να πάω. Σωστά;» «Ο Τζορτζ Φόουλερ;» «Ο Τζορτζ, ο Μπαζίλ, ο Γουίλιαμ…» «Πρόσεχε, γιατί θ’ αρχίσω να πιστεύω ότι προσπαθείς να ξυπνήσεις τη ζήλια μου για να σ’ εκδικηθώ». «Εκδίκηση; Α, κατάλαβα, εξ ιδίων κρίνεις τα αλλότρια. Πολύ διασκεδαστικό, Νίκολας. Μόνο και μόνο επειδή εσύ γοητεύεσαι από άλλες γυναίκες…» «Που να πάρει, Ρετζίνα!» Ο Νίκολας έχασε τελικά την υπομονή του. «Γιατί κρύβεις το θυμό σου πίσω απ’ αυτές τις ηλίθιες αβρότητες; Βάλε μου τις φωνές!» «Μη με βάζεις σε πειρασμό». «Αχά!» αναφώνησε θριαμβευτικά εκείνος. «Πάνω που άρχισα να πιστεύω ότι δεν έχεις καθόλου τσαγανό μέσα σου». «Αχ, Νίκολας», γέλασε σιγανά η Ρέτζι. «Υποτίθεται ότι πρέπει ν’ αρχίσω να σου λέω ότι είσαι ένα ηλίθιο, αχρείο πλάσμα και να ορκιστώ με δάκρυα στα μάτια ότι δεν θα σε παντρευόμουν ακόμα κι αν ήσουν ο τελευταίος άνδρας στη Γη και τα λοιπά;» Ο Νίκολας την αγριοκοίταξε έξαλλος. «Με χλευάζεις, κυρία;» «Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;» Και του το είπε με τόσο αθώα έκφραση, που τον έκανε να βάλει τα χέρια του στους ώμους της, για να την ταρακουνήσει. Αλλά τα μαγευτικά βαθυγάλανα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη όταν τα ίδια της τα χέρια αρπάχτηκαν σφιχτά από το στήθος του κι ο Νίκολας αναψοκοκκίνισε όσο δεν έπαιρνε άλλο. Έκανε ένα βήμα πίσω, τρέμοντας σχεδόν ολόκληρος. «Η πίεση του χρόνου μ’ αναγκάζει να γίνω ωμός, Ρετζίνα», της είπε παγερά. «Σου έχω ξαναζητήσει στο παρελθόν να βάλεις ένα τέλος σ’ αυτό τον αρραβώνα-παρωδία. Σ’ το ζητώ και πάλι. Ή μάλλον όχι, σε ικετεύω να το κάνεις. Δεν θέλω να σε παντρευτώ». Εκείνη κατέβασε το βλέμμα της, καρφώνοντάς το επίμονα στις καλογυαλισμένες γερμανικού τύπου μπότες του. «Δεν με θέλεις… με κανέναν τρόπο λοιπόν; Ούτε καν ως ερωμένη;» Τα χρυσαφένια σαν το μέλι μάτια του άστραψαν από την αντάρα που ξεσήκωσε μέσα του αυτή η ερώτηση, αλλά της είπε μόνο: «Είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα ήσουν υπέροχη ερωμένη». «Αλλά δεν ενδιαφέρεσαι;» «Όχι πια». Η Ρέτζι τού γύρισε την πλάτη, οι ώμοι της κύρτωσαν, έγινε μια αποκαρδιωμένη μικροσκοπική φιγούρα. Ο Νίκολας επιστράτευσε όλη τη δύναμη της θέλησής του για


να μην απλώσει τα χέρια και την κλείσει στην αγκαλιά του. Ήθελε να πάρει πίσω όλα όσα της είχε πει, να της δείξει ότι ήταν ψέματα. Όμως ήταν καλύτερο για κείνη να απογοητευτεί για λίγο κι ύστερα να τον ξεχάσει. Δεν μπορούσε ν’ αφήσει αυτή την υπέροχη γυναίκα να παντρευτεί έναν μπάσταρδο. «Στ’ αλήθεια πίστευα πως θα σ’ έκανα ευτυχισμένο, Νίκολας». Τα λόγια της πέταξαν πάνω από τον ώμο της κι έφτασαν σ’ εκείνον. «Καμία γυναίκα δεν μπορεί να το κάνει αυτό, αγάπη, όχι για πολύ». «Τότε λυπάμαι. Λυπάμαι ειλικρινά». Εκείνος δεν σάλεψε. «Επομένως, θα διαλύσεις τον αρραβώνα;» «Όχι». «Όχι;» Ο Νίκολας κοκάλωσε, αδυνατώντας να το πιστέψει. «Τι στο διάολο εννοείς;» «Η λέξη “όχι” σημαίνει…» «Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει η καταραμένη λέξη!» Επιτέλους εκείνη στράφηκε προς το μέρος του. «Δεν είναι ανάγκη να μου φωνάζεις, κύριε». «Αρχίσαμε πάλι τις τυπικότητες;» φώναξε εκείνος, με το θυμό του να θεριεύει. «Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, ναι», απάντησε κοφτά εκείνη. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να λείπεις από το Λονδίνο την επόμενη εβδομάδα. Σε διαβεβαιώνω ότι είμαι αρκετά δυνατή ώστε να αντέξω την ταπείνωση όταν θα με παρατήσεις στα κρύα του λουτρού». «Έδωσα το λόγο μου!» αναφώνησε εκείνος. «Α, ναι, ο λόγος ενός κυρίου… ο οποίος είναι κύριος μόνο όποτε τον βολεύει». «Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο». «Τότε φρόντισε να τον τηρήσεις, λόρδε Μοντάιθ». Η Ρέτζι γύρισε να φύγει, αλλά ο Νίκολας την έπιασε από το μπράτσο, με τα δάχτυλά του να τη σφίγγουν σαν μέγγενη. «Μην το κάνεις, Ρετζίνα», την προειδοποίησε απειλητικά. «Θα το μετανιώσεις». «Ήδη το μετανιώνω», απάντησε ψιθυριστά εκείνη, αιφνιδιάζοντάς τον. «Τότε γιατί;» τη ρώτησε απεγνωσμένα. «Π… πρέπει», αποκρίθηκε εκείνη. Άφησε το μπράτσο της και πισωπάτησε, με το πρόσωπό του να έχει γίνει μια μάσκα λυσσαλέας οργής. «Ανάθεμά σε τότε! Σ’ τ’ ορκίζομαι πως συζυγός σου πάντως δεν πρόκειται να γίνω. Αφού επιμένεις σε τούτη τη φάρσα, τότε αυτό ακριβώς θα πάρεις, μια παρωδία γάμου. Σου εύχομαι να ζήσεις ευτυχισμένη». «Δεν το εννοείς αυτό, Νίκολας!» Τα μάτια της βούρκωσαν. «Σου δίνω το λόγο μου, κυρία, και μαζί σε προειδοποιώ για τελευταία φορά να μην έρθεις στην εκκλησία».


Κεφάλαιο 19 «Αχ, μην κλαις άλλο, καρδούλα μου», την ικέτευσε η Μεγκ. «Όπου να ’ναι θα έρθουν τα ξαδέλφια σου, για να σε βοηθήσουν να ντυθείς. Δεν θέλεις να σε δουν έτσι». «Δεν το θέλω που κλαίω», είπε δυστυχισμένα μ’ αναφιλητά η Ρέτζι. «Εξάλλου, οι νύφες δεν υποτίθεται ότι κλαίνε τη μέρα του γάμου τους;» «Μα εσύ κλαις μία βδομάδα τώρα. Και δεν βγήκε τίποτα – έτσι δεν είναι;» «Όχι». Η Ρέτζι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ούτε θέλεις να είναι πρησμένα τα ματάκια σου, ειδικά σήμερα». Η Ρέτζι ανασήκωσε κουρασμένα τους ώμους της. «Δεν με νοιάζει. Θα φοράω πέπλο». «Ναι, αλλά αργότερα, το βράδυ, δεν θα φοράς πέπλο». Ακολούθησε σιγή κι ύστερα η Ρέτζι ψιθύρισε: «Θα υπάρξει άραγε νύχτα γάμου;» «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι εκείνος δεν θα έρθει;» αναφώνησε έξαλλη η Μεγκ. «Α, όχι, θα έρθει», απάντησε αναστενάζοντας η Ρέτζι. «Αλλά σου είπα τι μου είπε». «Βλακείες. Μερικοί άνδρες φοβούνται μέχρι θανάτου το γάμο και, απ’ ό,τι φαίνεται, ο υποκόμης σου είναι ένας τέτοιος άνδρας». «Αφού μου ορκίστηκε ότι δεν θα γίνει σύζυγός μου». «Πάνω στο θυμό του το είπε», αποκρίθηκε υπομονετικά η Μεγκ. «Μην παίρνεις τοις μετρητοίς τα λόγια του όταν είναι θυμωμένος». «Κι όμως, δεν βλέπεις πως είναι ικανός να τηρήσει όσα είπε; Αχ, Μεγκ, πώς μπόρεσα να πέσω τόσο έξω γι’ αυτόν;» φώναξε η Ρέτζι. «Πώς μπόρεσα;» Κούνησε το κεφάλι της. «Και να φανταστείς ότι κάποτε τον συνέκρινα με τον Τόνι. Ο Νίκολας Ίντεν δεν μοιάζει σε τίποτα με το θείο μου. Αυτός δεν νιώθει τίποτα μέσα του... μόνο ανάμεσα στα πόδια του», πρόσθεσε πικρόχολα. «Ρέτζι!» «Έτσι είναι», αντιγύρισε εκείνη. «Ήμουν απλώς ένα παιχνιδάκι για κείνον, άλλη μία κατάκτηση». Η Μεγκ στάθηκε από πάνω της και την κοίταξε, με τα χέρια στους γοφούς της. «Έπρεπε να του έχεις πει για το μωρό», της είπε για εκατοστή φορά. «Τουλάχιστον τότε θα καταλάβαινε γιατί πρέπει να κάνεις αυτό το γάμο». «Πιθανότατα δεν θα με πίστευε. Κι εγώ ακόμα αρχίζω να αναρωτιέμαι. Κοίταξέ με! Έχουν περάσει τέσσερις μήνες και ούτε που φαίνεται η κοιλιά μου, έστω και λίγο. Χώρια που τόσο καιρό δεν έχω καμία αδιαθεσία, καμία… Μήπως δένομαι άδικα μ’ αυτό τον άνθρωπο; Κι αν δεν έχω μέσα μου το παιδί του;»


«Μακάρι να μην ήταν έτσι, κοριτσάκι μου, αλλά ξέρεις ότι είναι. Κι επιμένω ότι θα έπρεπε να του το έχεις πει». «Τι ανόητη που ήμουν να πιστεύω ότι η άθλια συμπεριφορά του δεν ήταν παρά μόνο ένα κόλπο», είπε πικραμένα η Ρέτζι. Αναστέναξε. «Ξέρεις, μου έχει μείνει ακόμα λίγη περηφάνια, Μεγκ». «Μερικές φορές πρέπει να καταπίνουμε κάθε ίχνος περηφάνιας, καρδούλα μου», είπε απαλά η Μεγκ. Η Ρέτζι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ξέρω ακριβώς την απάντησή του αν του το είχα πει. Θα μου έλεγε να πάψω να σπαταλώ τον καιρό μου με μια χαμένη υπόθεση και να βρω έναν πατέρα για το παιδί μου». «Ίσως αυτό θα έπρεπε να κάνεις». Τα μάτια της Ρέτζι άστραψαν. «Ποτέ δεν πρόκειται να φορτώσω το παιδί ενός άνδρα σ’ έναν άλλον! Ο Νίκολας Ίντεν ευθύνεται για την ύπαρξη αυτού του παιδιού κι αυτός θα πληρώσει το τίμημα, κανένας άλλος». «Εσύ όμως είσαι αυτή που πληρώνει το τίμημα, Ρέτζι, με δυστυχία και την καρδιά σου χίλια κομμάτια». «Το ξέρω», αναστέναξε εκείνη, με τη σπίθα σβησμένη πια από τα μάτια της. «Αλλά μόνο επειδή νόμιζα πως τον αγαπούσα. Μόλις συνειδητοποιήσω πόσο λάθος έκανα, θα καταφέρω να συνέλθω». «Δεν είναι πολύ αργά, ξέρεις, Μπορείς να φύγεις για την ηπειρωτική Ευρώπη προτού…» «Όχι!» είπε η Ρέτζι με τόσο σθένος, που η υπηρέτρια αναπήδησε τρομαγμένη. «Είναι το παιδί μου! Δεν θα πάω να κρυφτώ ντροπιασμένη ώσπου να γεννηθεί κι ύστερα να το δώσω, μόνο και μόνο για να γλιτώσω από έναν αβάσταχτο γάμο». Κατόπιν διευκρίνισε: «Δεν χρειάζεται να ζήσω μ’ αυτό τον άνθρωπο, ξέρεις, αν αποδειχτεί αβάσταχτο. Δεν χρειάζεται να μείνω για πάντα μαζί του. Αλλά το παιδί μου θα φέρει τ’ όνομα του πατέρα του. Ο Νίκολας Ίντεν θ’ αναλάβει εξίσου την ευθύνη, όπως είναι το σωστό». «Τότε καλύτερα να είμαστε στην ώρα μας στην εκκλησία», αναστέναξε η Μεγκ. Ο Νίκολας βρισκόταν ήδη στην εκκλησία, πότε να βράζει σιωπηλά από θυμό και πότε να πνίγεται από απελπισία. Οικογένεια και φίλοι κατέφταναν, απόδειξη ότι αυτός ο γάμος συνέβαινε στ’ αλήθεια. Η γιαγιά κι η θεία του ήταν εκεί, αλλά η Μίριαμ Ίντεν έλαμπε πάλι διά της απουσίας της, γεγονός που ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι είχε κάνει το σωστό όταν είχε προειδοποιήσει τη μνηστή του να μην τον παντρευτεί. Αποκαρδιώθηκε τελείως όταν είδε τον Τζέισον Μάλορι να μπαίνει στην εκκλησία με τη νύφη να ακολουθεί μερικά βήματα πίσω του. Επιφωνήματα θαυμασμού ακούστηκαν από το πλήθος, γιατί η Ρέτζι ήταν πραγματικά εκθαμβωτική μέσα στο


ασημί και γαλάζιο μεταξωτό νυφικό της, με τις πολλές στρώσεις λευκής δαντέλας. Ήταν πανέμορφο νυφικό, παλαιάς εποχής, μακρύ ως το πάτωμα, με στενή μέση και μακριά μανίκια. Παρόλο που από τη μέση και κάτω δεν ήταν τόσο φουσκωτό όσο τα κρινολίνα της περασμένης εποχής, η εξωτερική φούστα είχε ανοίγματα στολισμένα με δαντέλα και στις δύο πλευρές, που αποκάλυπταν φαρδιά κομμάτια από την ασημί εσωτερική φούστα. Κάτω από το ύφασμα του στρογγυλεμένου κορσάζ και στο λαιμό υπήρχε δαντέλα. Ένα στεφάνι από ασημένιες και διαμαντένιες αλυσίδες συγκρατούσε ένα λευκό πέπλο, που μπροστά σκέπαζε το πρόσωπό της ως το πιγούνι και πίσω έφτανε σχεδόν ως το πάτωμα. Η νύφη στάθηκε στην πόρτα της εκκλησίας για αρκετά, ατελείωτα δευτερόλεπτα, με το πρόσωπο στραμμένο προς τον Νίκολας, που βρισκόταν στο τέρμα του διαδρόμου. Εκείνος δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο ή τα μάτια της και περίμενε με κομμένη την ανάσα, επιθυμώντας από κείνη να κάνει μεταβολή και να φύγει. Εκείνη όμως δεν το έκανε. Η Ρετζίνα έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του θείου της κι άρχισε να περπατά στον μακρύ διάδρομο. Παγερή, ήρεμη οργή κυρίευσε τον Νίκολας. Από ένα καπρίτσιο αυτής της λιλιπούτειας γυναίκας-παιδί αναγκαζόταν να παντρευτεί με το στανιό. Πολύ καλά, άσ’ τη να απολαύσει τη μέρα του θριάμβου της. Δεν θα κρατούσε πολύ. Όταν θα μάθαινε ότι είχε παντρευτεί έναν μπάσταρδο, τότε θα ευχόταν να είχε λάβει σοβαρά υπόψη της τις προειδοποιήσεις του. Η ειρωνεία ήταν ότι σ’ αυτό θα βοηθούσε η Μίριαμ. Θ’ απολάμβανε μ’ αφάνταστη κακεντρέχεια να ενημερώσει τη Ρετζίνα για όλα τα ελαττώματα του Νίκολας. Ο Νίκολας σκέφτηκε με μια μελαγχολική διάθεση για χιούμορ ότι αυτή θα ήταν η πρώτη πράξη καλοσύνης της Μίριαμ απέναντί του. Ασφαλώς, η ίδια δεν θα είχε ιδέα γι’ αυτό.


Κεφάλαιο 20 Η Ρέτζι κοίταξε από το παράθυρο της άμαξας, αλλά το μόνο που κατάφερε να δει ήταν το είδωλό της. Έγινε κατακόκκινη όταν η κοιλιά της γουργούρισε από την πείνα, αλλά δεν κοίταξε τον Νίκολας, για να δει αν το είχε ακούσει. Εκείνος καθόταν απέναντί της μέσα στην πολυτελή άμαξα, η οποία έφερε το οικόσημό του. Η εσωτερική λάμπα έκαιγε δύο ώρες τώρα, αλλά ακόμη δεν είχαν σταματήσει σε κάποιο πανδοχείο για δείπνο. Η Ρέτζι πεινούσε σαν λύκος, αλλά προτιμούσε να πεθάνει παρά να τον παρακαλέσει. Οι καλεσμένοι του γάμου είχαν απολαύσει ένα λουκούλλειο γεύμα στο σπίτι των Μάλορι, αλλά η Ρέτζι δεν ήταν εκεί. Ο Νίκολας την πήγε στο σπίτι κατευθείαν μετά την εκκλησία, λέγοντάς της να ετοιμάσει ένα σάκο για μία νύχτα και διατάζοντας τους υπηρέτες να στείλουν τα υπόλοιπα πράγματά της στο Σιλβερλέι. Κι οι δυο τους έφυγαν προτού προλάβουν να έρθουν οι καλεσμένοι. Ταξίδευαν όλο το απόγευμα και τη νύχτα, αλλά η Ρέτζι δεν είχε διάθεση για παράπονα, όχι όταν εκείνος καθόταν εκεί τόσο σκεφτικός, χωρίς να της έχει ρίξει ούτε μία ματιά. Δεν είχε ξεστομίσει κουβέντα σε όλη τη διαδρομή από το Λονδίνο. Ήταν παντρεμένος κι έξω φρενών, γι’ αυτό. Όχι πως δεν το περίμενε η Ρέτζι. Αλλά ήταν καλό που την πήγαινε στο πατρικό του κτήμα – σωστά; Αυτό βέβαια δεν το περίμενε. Δεν ήξερε τι περίμενε από εκείνον. Η κοιλιά της γουργούρισε πάλι και τελικά αποφάσισε να τον ρωτήσει: «Θα σταματήσουμε σύντομα για φαγητό;» «Το τελευταίο πανδοχείο ήταν στο Μοντάιθ. Το Σιλβερλέι βρίσκεται αμέσως μετά», αποκρίθηκε απότομα εκείνος. Καλά θα ήταν να της το είχε πει νωρίτερα αυτό. «Είναι μεγάλο το Σιλβερλέι, Νίκολας;» «Τόσο μεγάλο όσο το δικό σου κτήμα, το οποίο συνορεύει με το δικό μου». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δεν το ’ξερα αυτό!» «Πώς είναι δυνατόν να μην το ξέρεις;» «Γιατί θυμώνεις; Αυτό είναι τέλειο. Τώρα θα ενώσουμε τα δύο κτήματα…» «Πράγμα που θέλω να κάνω εδώ και χρόνια. Αλλά σίγουρα ο θείος σου θα σου μίλησε γι’ αυτό. Το κτήμα σου χρησιμοποίησε για να με πείσει να σε παντρευτώ». Η Ρέτζι έγινε κατακόκκινη από θυμό. «Δεν το πιστεύω». «Ότι ήθελα τη γη;» «Ξέρεις τι θέλω να πω!» αρπάχτηκε εκείνη. «Γνωρίζω ότι έγινε λόγος για κάποιο κομμάτι γης κι ο Τόνι είπε πως αυτό σ’ έκανε να αλλάξεις γνώμη τελικά, αλλά… αλλά


εγώ δεν το πίστεψα. Κανένας δεν μου ανέφερε τίποτε. Δεν ήξερα ότι το κτήμα σου συνορεύει με τη γη που κληρονόμησα από τη μητέρα μου. Έχω να ζήσω εδώ από τότε που… σκοτώθηκαν οι γονείς μου, στη φωτιά που κατέστρεψε το σπίτι. Ήμουν δύο ετών μόνο. Έκτοτε, ποτέ μου δεν ξαναγύρισα στο Χαμπσάιρ. Πάντοτε ο θείος Έντουαρντ φρόντιζε ό,τι είχε απομείνει από το κτήμα, όπως και ό,τι κληρονόμησα από τον πατέρα μου». «Ναι, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, πενήντα χιλιάδες λίρες, για το οποίο ο θείος σου επεσήμανε με υπερηφάνεια ότι, χάρη στις σοφές επενδυτικές κινήσεις του, έχει τριπλασιαστεί, παρέχοντάς σου τη δυνατότητα να έχεις ένα σεβαστό ετήσιο εισόδημα». «Για όνομα του Θεού, έχεις θυμώσει ακόμα και γι’ αυτό;» «Δεν είμαι προικοθήρας!» Τώρα κινδύνευε να ξεσπάσει κι ο δικός της θυμός. «Και λοιπόν; Ποιος άνθρωπος με τα σωστά του θα σε κατηγορούσε για κάτι τέτοιο; Δεν ψωμολυσσάς κιόλας, ξέρεις». «Δεν είναι μυστικό ότι ήθελα τη γη σου, μια γη που νόμιζα ότι ανήκε στον κόμη του Πένγουιτς, εφόσον ο κόμης ήταν ο τελευταίος που έμεινε εκεί». «Ο πατέρας μου ήταν, όχι ο τωρινός κόμης. Αλλά επειδή η γη ήταν κληρονομιά της μητέρας μου, δεν ανήκε στους Πένγουιτς, κι ήταν επιθυμία τους να περάσει στην κυριότητά μου». «Τώρα το ξέρω! Ο θείος σου, ο Έντουαρντ, το βρήκε αρκετά διασκεδαστικό να μ’ ενημερώσει όταν έφυγα από την εκκλησία ότι δεν χρειαζόταν πια να ανησυχώ για την αγορά του κτήματος. Δεν έβλεπε την ώρα να μου το πει. Ήθελε να μ’ απαλλάξει απ’ αυτή την έγνοια, όπως είπε. Γαμώτο! Ξέρεις πώς μοιάζει όλο αυτό, κυρία;» «Αντιλαμβάνεσαι ότι με προσβάλλεις, κύριε;» Εκείνος είχε την ευπρέπεια να δείξει έκπληκτος. «Δεν είχα πρόθεση να υπονοήσω…» «Ασφαλώς και είχες. Γι’ αυτό γκρινιάζεις; Μήπως πει ο κόσμος ότι με παντρεύτηκες για την κληρονομιά μου; Ε, λοιπόν, σ’ ευχαριστώ πολύ. Δεν ήξερα ότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να καταφέρω να βρω σύζυγο». Ο Νίκολας συνοφρυώθηκε και είπε παγερά: «Θέλεις να συζητήσουμε πώς κατάφερες να βρεις σύζυγο;» Τα μάτια της πέταξαν γαλάζιες σπίθες, και για μια στιγμή η Ρετζίνα φοβήθηκε πως θα έχανε κάθε έλεγχο. Κατάφερε, με το ζόρι, να μην πει κουβέντα κι ο Νίκολας δεν την τσίγκλησε άλλο. Ανακουφίστηκαν και οι δύο όταν εκείνη τη στιγμή σταμάτησε η άμαξα. Εκείνος βγήκε έξω και της έδωσε το χέρι του για να τη βοη​ θήσει να κατέβει. Μόλις όμως η Ρέτζι πάτησε το πόδι της στο έδαφος, εκείνος ανέβηκε πάλι στην άμαξα. Η Ρέτζι τον κοίταξε, με μάτια ορθάνοιχτα από δυσπιστία. «Δεν θα τολμήσεις!» φώναξε. Εκείνος απάντησε πικρά: «Κακώς εκπλήσσεσαι. Άλλωστε, είμαι άνδρας που κρατάω


το λόγο μου». «Δεν μπορείς να μ’ αφήσεις εδώ… όχι απόψε». «Απόψε, αύριο... Ποια η διαφορά;» «Ξέρεις ποια η διαφορά!» «Α, ναι, είναι η πρώτη νύχτα του γάμου. Αλλά εμείς έχουμε ήδη ζήσει τη δική μας – έτσι δεν είναι, αγάπη;» Της ξέφυγε μια άναρθρη κραυγή. «Αν το κάνεις αυτό, Νίκολας», του είπε με φωνή που έτρεμε, «σ’ τ’ ορκίζομαι ότι δεν θα σε συγχωρήσω ποτέ». «Όλα ωραία και καλά, λοιπόν, αφού τηρήσαμε κι οι δυο τους όρκους μας – έτσι δεν είναι; Εσύ πήρες αυτό που ήθελες. Φέρεις τ’ όνομά μου. Κι εγώ τώρα σου δίνω το σπίτι μου. Πού το είδες εσύ γραμμένο ότι θα πρέπει να το μοιραστώ μαζί σου;» «Περιμένεις ότι θα ζήσω εδώ ενώ εσύ θα συνεχίσεις όπως πριν, να ζεις στο Λονδίνο και…» Ο Νίκολας κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, το Λονδίνο είναι πολύ κοντά. Φεύγω εντελώς από την Αγγλία. Αυτό που θα είχα κάνει αν δεν γνωριζόμασταν!» «Νίκολας, δεν μπορείς. Είμαι…» Η Ρέτζι σταμάτησε προτού πει κάτι που ίσως τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Η περηφάνια της ζητούσε πεισματικά επιβεβαίωση πάλι. Δεν θ’ ακολουθούσε το δρόμο που είχαν χαράξει χιλιάδες άλλες γυναίκες, μόνο και μόνο για να κρατήσει έναν άνδρα κοντά της. Αν εκείνος δεν έμενε επειδή το ήθελε… «Είσαι… τι πράγμα, αγάπη;» «Η σύζυγός σου», αποκρίθηκε μαλακά εκείνη. «Όντως», συμφώνησε εκείνος και το στόμα του σφίχτηκε, έγινε μια σκληρή χαρακιά. «Αλλά, αν θυμάσαι καλά, δεν σ’ το ζήτησα εγώ και σε προειδοποίησα να μη με πιέσεις να γίνει αυτός ο γάμος. Ήμουν ευθύς εξαρχής ειλικρινής μαζί σου, Ρετζίνα». Έκλεισε την πόρτα της άμαξας και χτύπησε την οροφή, για να ξεκινήσει ο οδηγός. Η Ρέτζι απέμεινε να κοιτάζει την άμαξα που ξεμάκραινε μη θέλοντας να το πιστέψει. «Νίκολας, γύρνα πίσω!» φώναξε. «Αν φύγεις… Νίκολας! Ω! Σε μισώ! Σε μισώ!» φώναξε έξαλλη, γνωρίζοντας ότι ούτως ή άλλως εκείνος δεν μπορούσε πια να την ακούσει. Παραζαλισμένη, στράφηκε να κοιτάξει το μεγάλο γκρίζο πέτρινο οίκημα. Έμοιαζε με μινιατούρα κάστρου, μια ζοφερή μινιατούρα, μες στη νύχτα, με τον κεντρικό πύργο του και τους οβελίσκους στις γωνίες. Καθώς το κοιτούσε από κοντά, δεν μπορούσε να διακρίνει πως εκτεινόταν προς τα πίσω και τα πλάγια του κεντρικού συγκροτήματος σε ασύμμετρα ύψη και σχήματα. Στο πίσω μέρος του σπιτιού υπήρχε μέχρι και ένα μεγάλο θολωτό θερμοκήπιο, το οποίο ορθωνόταν πάνω από την πτέρυγα του υπηρετικού προσωπικού στα δεξιά. Τα τοξωτά παράθυρα εκατέρωθεν της πόρτας ήταν σκοτεινά. Κι αν δεν ήταν κανένας μέσα; Άψογα. Την είχε παρατήσει την πρώτη νύχτα του γάμου της και μάλιστα σ’ ένα άδειο σπίτι!


Δεν γινόταν αλλιώς. Ίσιωσε τους ώμους της, επιστράτευσε ένα χαμόγελο και πλησίασε την εξώπορτα, λες και δεν υπήρχε τίποτε το παράξενο σε μια νύφη που κατέφθανε χωρίς το γαμπρό. Χτύπησε, πρώτα σιγανά κι ύστερα δυνατά. Όταν επιτέλους η πόρτα άνοιξε, η Ρέτζι αντίκρισε το έκπληκτο πρόσωπο ενός κοριτσιού, μιας υπηρέτριας. Το κορίτσι δεν ήξερε καθόλου τι έπρεπε να κάνει όσον αφορά το άνοιγμα της πόρτας. Αυτό ήταν καθήκον του Σέιερς, ο οποίος το έπαιζε σπουδαίος. Θα την έγδερνε ζωντανή έτσι και μάθαινε ότι είχε πάρει τη θέση του. «Δεν περιμέναμε επισκέψεις, κυρία, αλλιώς είμαι βέβαιη ότι ο Σέιερς θα ήταν εδώ και θα περίμενε να σας ανοίξει. Αλλά χτυπήσατε τόσο απαλά… Άπαπα, πάλι μ’ έπιασε ακατάσχετη φλυαρία. Τι μπορώ να κάνω για σας;» Η Ρετζίνα χαμογέλασε πλατιά, νιώθοντας πολύ καλύτερα. «Γι’ αρχή, μπορείς να μ’ αφήσεις να μπω μέσα». Η κοπέλα άνοιξε κι άλλο την πόρτα. «Έχετε έρθει για να δείτε την κόμησσα, τη λαίδη Μίριαμ;» «Μάλλον έχω έρθει να ζήσω εδώ… για λίγο, τουλάχιστον. Αλλά, φαντάζομαι ότι μπορώ να ξεκινήσω βλέποντας τη λαίδη Μίριαμ». «Άπαπα! Ήρθατε να ζήσετε εδώ; Είστε σίγουρη ότι το θέλετε;» Το είπε με τόσο έκδηλη έκπληξη που η Ρέτζι γέλασε. «Γιατί; Μήπως έχει δράκους και τελώνια εδώ;» «Μου ’ρχεται ένας στο μυαλό. Δύο, αν υπολογίσουμε και την κυρία Όουτς». Έβγαλε μια κραυγή κι έγινε κατακόκκινη. «Δεν εννοούσα ότι… Αχ, συγχωρήστε με, κυρία». «Δεν πειράζει. Πώς σε λένε;» «Χάλι, κυρία». «Τότε, Χάλι, μπορείς να ειδοποιήσεις τη λαίδη Μίριαμ ότι έφτασα; Είμαι η νέα κόμησσα του Μοντάιθ». «Άπαπα!» τσίριξε η Χάλι. «Ακριβώς. Και τώρα θα μου δείξεις πού μπορώ να περιμένω τη λαίδη Μίριαμ;» Η υπηρέτρια άφησε τη Ρέτζι να μπει μέσα. «Θα πω στην κυρία Όουτς ότι είστε δω κι εκείνη θ’ ανέβει να το πει στην κόμησσα». Το χολ της εισόδου ήταν στενό, με μαρμάρινο πάτωμα και μόνο ένα μακρύ τραπέζι μοναστηριακού τύπου κολλητά στον έναν τοίχο. Στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχε μια περίτεχνα δια​ κοσμημένη πιατέλα για τις επαγγελματικές κάρτες, ενώ στον τοίχο από πίσω του κρεμόταν ένα υπέροχο υφαντό. Τον απέναντι τοίχο στόλιζε ένας μεγάλος βενετσιάνικος καθρέφτης, μ’ ένα ζευγάρι κηροπήγια τοίχου σε κάθε πλευρά και μια δίφυλλη πόρτα απέναντι από την είσοδο του σπιτιού. Η Χάλι άνοιξε τη δίφυλλη πόρτα αποκαλύπτοντας ένα πολύ μεγαλύτερο χολ, δύο ορόφους ψηλό, μ’ ένα εξαίσιο, πανύψηλο θολωτό ταβάνι. Η κεντρική σκάλα βρισκόταν στο κέντρο του δεξιού τοίχου. Στο τέρμα του χολ, ανοιχτές πόρτες οδηγούσαν σ’ ένα φουαγιέ, στο οποίο η Ρέτζι διέκρινε με την άκρη του ματιού της


παράθυρα βιτρό, που κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο τον εξωτερικό τοίχο. Της δόθηκε η εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα απίστευτα μεγάλο σπίτι. Στο τέρμα του χολ αριστερά βρισκόταν η βιβλιοθήκη, όπου την οδήγησε η Χάλι. Με μήκος δώδεκα μέτρα και πλάτος έξι, η βιβλιοθήκη είχε ψηλά παράθυρα κατά μήκος του απέναντι τοίχου, που επέτρεπαν στο φως να λούζει το χώρο στη διάρκεια της μέρας. Οι υπόλοιποι τρεις τοίχοι ήταν καλυμμένοι με βιβλία, ενώ ψηλά πάνω από τις βιβλιοθήκες κρέμονταν τεράστια πορτρέτα. Υπήρχε ένα τζάκι κι εκατέρωθέν του καναπέδες. Κοντά στα παράθυρα ήταν αραιά τοποθετημένες περίτεχνες καρέκλες, καναπέδες και τραπέζια για διάβασμα. Υπήρχε κι ένα αρχαίο επιχρυσωμένο αναλόγιο. Ένα χαλί σε βαθιές αποχρώσεις του καφέ, του μπλε και του χρυσού σκέπαζε το πάτωμα. Ένα βαρύ γραφείο με συρτάρια καταλάμβανε την άλλη άκρη του δωματίου, με καρέκλες ολόγυρά του, ενώ υπήρχε κι ένα ζωγραφιστό δερμάτινο παραβάν, που μετέτρεπε την απέναντι γωνία σ’ ένα ζεστό αναγνωστήριο αποκομμένο από τον υπόλοιπο χώρο. «Δεν θ’ αργήσει να κατέβει, κυρία», είπε η Χάλι. «Η κόμησσα… Αχ, Θεέ μου, λέγεται επίκληρος χήρα κόμησσα τώρα, αφού εσείς είστε πια η νέα κόμησσα – έτσι δεν είναι; Όπως ακριβώς κι η προηγούμενη, η γιαγιά του κυρίου. Αλλά, είμαι βέβαιη πως η λαίδη Μίριαμ θ’ ανυπομονεί να σας καλωσορίσει», πρόσθεσε ευγενικά, χωρίς όμως να ακούγεται καθόλου σίγουρη. «Να σας προσφέρω κάτι; Εδώ στο τραπέζι υπάρχει κονιάκ, αλλά και κρασί από μούρα, που αρέσει στην κόμησσα». «Όχι, απλώς θα φροντίσω να βολευτώ κάπου. Σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε χαμογελώντας η Ρέτζι. «Όπως θέλετε, κυρία. Και μπορώ να είμαι η πρώτη που θα πω ότι χαίρομαι για την άφιξή σας; Ελπίζω να σας αρέσει εδώ». «Κι εγώ το ελπίζω, Χάλι», αναστέναξε η Ρέτζι. «Κι εγώ».


Κεφάλαιο 21 Η Ρέτζι κοίταξε τον πρωινό ήλιο που ξεπρόβαλε δειλά από τη γωνία της κάμαράς της. Ακριβώς κάτω από τα νότια παράθυρά της βρισκόταν ο στρογγυλός θόλος του θερμοκηπίου. Πιο πέρα βρίσκονταν τα διαμερίσματα των υπηρετών κι ακόμα παραπέρα, κρυμμένα πίσω από μια συστάδα δέντρων, οι στάβλοι και το αμαξοστάσιο. Βρισκόταν στην κύρια κρεβατοκάμαρα, στην πίσω δεξιά γωνία του κεντρικού συγκροτήματος του σπιτιού. Αυτό σήμαινε ότι το δωμάτιο διέθετε παράθυρα στους δύο τοίχους τους από πάνω έως κάτω, τα οποία στόλιζαν κατακόκκινες σαν το αίμα βελούδινες κουρτίνες, με χρυσά κρόσσια και χρυσές φούντες. Όλα τα χρώματα μέσα στην κάμαρα ήταν σκούρα, εκτός από τη γαλάζια ταπετσαρία. Ωστόσο, όταν αργότερα θα έμπαινε φως απ’ όλα τα παράθυρα, το δωμάτιο θα έδειχνε χαρούμενο. Τα παράθυρα στον άλλο τοίχο έβλεπαν σ’ ένα αχανές άλσος. Η θέα ήταν μαγευτική, με δέντρα φυτεμένα διάσπαρτα στο γρασίδι κι αριστερά ένα δάσος γεμάτο πορτοκαλόχρυσα φθινοπωρινά φύλλα. Στα δεξιά μια λιμνούλα, μια πραγματική πανδαισία χρωμάτων, με ένα παχύ χαλί από ολάνθιστα φθινοπωρινά αγριολούλουδα στις όχθες της και τα γαλάζια νερά της να στραφταλίζουν στη λιακάδα. Τι ήρεμο, γαλήνιο τοπίο, αδιατάρακτο ακόμη τόσο νωρίς το πρωί. Σχεδόν έκανε τη Ρέτζι να ξεχάσει τα προβλήματά της. Όχι εντελώς όμως. Κάλεσε μια υπηρέτρια, ελπίζοντας ότι δεν θα ερχόταν η κυρία Όουτς, η οικονόμος, η οποία ήταν όπως ακριβώς την είχε περιγράψει η Χάλι, σωστή δράκαινα. Τι άξεστο, πομπώδες, ενοχλητικό πλάσμα που ήταν αυτή η γυναίκα. Επέμενε να βάλει τη Ρέτζι να κοιμηθεί στον ξενώνα και μάλιστα σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Άκουσον, άκουσον! Η Ρέτζι όμως φρόντισε να βάλει γρήγορα τα πράγματα στη θέση τους. Αναγνωρίζοντας ότι τα διαμερίσματα που προορίζονταν για την κυρία του σπιτιού ήταν κατειλημμένα από τη Μίριαμ Ίντεν, κι ασφαλώς δεν γινόταν να τα εγκαταλείψει μέσα σε μία νύχτα, επεσήμανε πως τα κύρια δωμάτια ήταν άδεια και θα έπρεπε να μείνει εκεί. Η οικονόμος έφριξε όταν το άκουσε. Μονάχα ένα καθιστικό χώριζε τις δύο μεγάλες κρεβατοκάμαρες και καθεμία απ’ αυτές είχε μια πόρτα που οδηγούσε στο καθιστικό. Η λαίδη Μίριαμ έμενε στη μία από τις κρεβατοκάμαρες. Η Ρέτζι όμως κατάφερε να περάσει το δικό της τελικά, αφού υπενθύμισε διακριτικά στην κυρία Όουτς ότι η ίδια ήταν τώρα η νέα οικοδέσποινα. Μπορεί η Μίριαμ Ίντεν να συνέχιζε να διευθύνει το Σιλβερλέι μετά το θάνατο του συζύγου της, αλλά στην ουσία αυτό ανήκε στον Νίκολας, κι η Ρέτζι ήταν η σύζυγός του. Η κυρία Όουτς τής είπε να προσέχει να μην κάνει φασαρία όταν θα διέσχιζαν το


καθιστικό δίπλα από το δωμάτιο της Μίριαμ. Της είπε ότι η Μίριαμ δεν αισθανόταν καλά και είχε αποσυρθεί νωρίς, γι’ αυτό και δεν είχε υποδεχτεί τη Ρέτζι καταλλήλως. Η αλήθεια ήταν ότι η Ρέτζι ανακουφίστηκε. Ένιωθε ξεθεωμένη, αμήχανη εξαιτίας της απουσίας τού μόλις λίγων ωρών συζύγου της και τόσο πικραμένη που δεν ήταν σε θέση να δει κανέναν. Εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο του Νίκολας κι ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε ούτε ένα προσωπικό του αντικείμενο εκεί μέσα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό έκανε χειρότερα τα πράγματα. Η υπηρέτρια που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Ρέτζι ήταν μαυρομάλλα, μελαψή και ακριβώς το αντίθετο της λαλίστατης Χάλι. Με το ζόρι έβγαλε μία λέξη από το στόμα της όσο βοηθούσε τη Ρέτζι να ντυθεί και της έφτιαχνε τα μαλλιά. Κατόπιν την οδήγησε στην αίθουσα του πρωινού. Η αίθουσα αυτή βρισκόταν στο μπροστινό τμήμα του σπιτιού και φωτιζόταν άπλετα από τον πρωινό ήλιο. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για έναν. Προσβολή; Στον πλαϊνό τοίχο υπήρχε μια μεγάλη σερβάντα από ροδόξυλο γεμάτη εξαίσιες κινέζικες πορσελάνες με χρυσή μπορντούρα και διακόσμηση από ροζ και λευκά λουλούδια. Ανάμεσα στα παράθυρα στον πίσω τοίχο υπήρχε ένας πανέμορφος σκαλιστός μπουφές από δρυ και έβενο. Μπήκε μέσα η Χάλι, χαμογελώντας πανηγυρικά, με μια μεγάλη σκεπαστή πιατέλα, την οποία άφησε πάνω στον μπουφέ. «Καλημέρα, κυρία. Ελπίζω να κοιμηθήκατε καλά». «Όντως, κοιμήθηκα πολύ καλά. Η κόμησσα δεν έχει κατέβει ακόμη;» ρώτησε η Ρέτζι, δείχνοντας το ένα και μοναδικό σερβίτσιο. «Έχει πάει για την πρωινή της ιππασία. Ποτέ δεν τρώει τόσο νωρίς το πρωί, κυρία». «Ούτε κι εγώ, για να πω την αλήθεια. Αντί να πάρω πρωινό, γιατί δεν μου δείχνεις τώρα το υπόλοιπο σπίτι;» «Μα υπάρχει τόσο φαγητό εδώ», είπε έκπληκτη η Χάλι, βγάζοντας το σκέπασμα της πιατέλας, αποκαλύπτοντας αβγά, λουκάνικα, καπνιστές ρέγκες, ζαμπόν, ζελέ, τοστ και στρογγυλά φραντζολάκια, μέχρι και δύο φαινομενικά πεντανόστιμες τάρτες. «Χριστός κι Απόστολος!» αναφώνησε η Ρέτζι. «Εγώ υποτίθεται ότι θα τα φάω όλα αυτά;» Η Χάλι χαχάνισε. «Η μαγείρισσα βάλθηκε να σας κάνει καλή εντύπωση, επειδή χθες το βράδυ πρόλαβε να σας σερβίρει μόνο κρύα πιάτα». «Ε, τότε, θα πάρω μόνο αυτό μαζί μου κι ένα απ’ αυτά», είπε η Ρέτζι, χώνοντας ένα χοντρό λουκάνικο μέσα σ’ ένα φραντζολάκι και παίρνοντας τη μία από τις τάρτες. «Και τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε την περιήγησή μας». «Μα η κυρία Όουτς δεν θα έπρεπε να…;» «Ναι», τη διέκοψε συνωμοτικά η Ρέτζι, «μάλλον. Αλλά μπορεί να την αφήσω να με ξεναγήσει αργότερα. Αυτή τη στιγμή θα ήθελα να δω πόσο μεγάλο είναι το Σιλβερλέι,


και με μια ευχάριστη παρέα». Η Χάλι χαχάνισε πάλι. «Κανένας μας δεν πολυσυμπαθεί την κυρία Όουτς, αλλά η αλήθεια είναι ότι μας έχει όλους σούζα, όπως της αρέσει να λέει συχνά. Τότε ας πάμε, μιλαίδη. Αλλά, αν δούμε την κυρία Όουτς…» «Μην ανησυχείς», την καθησύχασε η Ρέτζι. «Κάτι θα σκεφτώ να της πω, για να δικαιολογήσω την παρουσία σου. Δεν πρόκειται να βρεις τον μπελά σου». Το σπίτι ήταν πράγματι μεγάλο. Κοντά στην είσοδο προσπέρασαν μια αίθουσα μπιλιάρδου, με όχι ένα, αλλά τρία τραπέζια. Υπήρχαν τόσο πολλά δωμάτια που ήταν αδύνατον η Ρέτζι να τα θυμάται όλα, το καθένα από αυτά γεμάτο υπέροχα Τσιπεντέιλ έπιπλα και κομμάτια σε στιλ βασίλισσας Άννας. Πολλά από τα ψηλά ταβάνια ήταν θολωτά και διακοσμημένα με υπέροχα επίχρυσα γύψινα. Από ορισμένα κρέμονταν μεγάλοι, εξαιρετικά περίτεχνοι πολυέλαιοι. Επίσης, υπήρχαν μια αίθουσα μουσικής βαμμένη στα χρώματα του πράσινου και του λευκού και, δεξιά της σάλας, ένα φουαγιέ, με παράθυρα βιτρό από το πάτωμα ως το ταβάνι, που πλημμύριζαν το χώρο με χρώματα προκαλώντας έντονη αντίθεση με το λευκό μαρμάρινο πάτωμα. Πολυτελείς κόκκινοι πάγκοι αγκάλιαζαν τους τοίχους. Η Ρέτζι έμεινε άναυδη από την ομορφιά αυτού του χώρου. Στο πίσω μέρος του σπιτιού, έξω από τη μεγάλη, επίσημη τραπεζαρία, βρισκόταν το θερμοκήπιο. Κατά μήκος του μονοπατιού που κύκλωνε το δωμάτιο υπήρχαν καρέκλες, καναπέδες κι αγάλματα πάνω σε βάθρα. Οι φαρδιές πέτρινες πλάκες που οδηγούσαν σ’ ένα σιντριβάνι στο κέντρο του δωματίου είχαν δεξιά κι αριστερά τους γλάστρες με φυτά. Παντού υπήρχαν δέντρα και φθινοπωρινά λουλούδια. Η Ρέτζι λυπήθηκε που δεν είχε προλάβει να δει το δωμάτιο αυτό το καλοκαίρι, όταν ο εσωτερικός κήπος θα ήταν ολάνθιστος. Στον επάνω όροφο, οι κύριες σουίτες εκτείνονταν σε όλο το πίσω μέρος του σπιτιού. Από τα δεξιά προς τα αριστερά, ήταν η κάμαρα του κυρίου, το καθιστικό, η κάμαρα της κυρίας κι ακολουθούσε το παιδικό δωμάτιο. Υπήρχαν επίσης δωμάτια για μια γκουβερνάντα και μια προσωπική υπηρέτρια της κυρίας. Η περιήγηση διήρκεσε μία ώρα σχεδόν κι η Χάλι κατάφερε να τρυπώσει πάλι στο χώρο των υπηρετών, που βρισκόταν στο κέντρο του σπιτιού, ακριβώς δίπλα στο κυρίως χολ, χωρίς να την ανακαλύψει κανείς. Κατόπιν η Ρέτζι κάθισε στη βιβλιοθήκη περιμένοντας τη λαίδη Μίριαμ. Δεν περίμενε πολύ. Η κόμησσα μπήκε μέσα αμέσως μετά τη βόλτα της με το άλογο, φορώντας τα μαβιά ρούχα της ιππασίας και κρατώντας ακόμη το καμουτσίκι στο χέρι της. Η έκπληξή της που βρήκε το δωμάτιο κατειλημμένο κράτησε μόνο μία στιγμή. Κατόπιν αγνόησε τη Ρέτζι κι έβγαλε το καπέλο και τα γάντια της. Ώστε έτσι θα ήταν τα πράγματα μεταξύ τους; Πάντως, αυτό εξηγούσε την κλίση του Νίκολας προς την αγένεια. Όσο εκείνη την αγνοούσε, η Ρέτζι μπόρεσε να μελετήσει τη Μίριαμ Ίντεν. Για γυναίκα που κόντευε τα πενήντα, κρατιόταν εκπληκτικά καλά. Είχε κομψό και


νεανικό παράστημα, απολύτως ευθυτενές. Τα σφιχτοδεμένα σε κότσο ξανθά μαλλιά της έχαναν τη λάμψη τους, αλλά δεν είχαν ίχνος λευκών. Τα μάτια της είχαν ένα ψυχρό γκρίζο χρώμα. Σκληρά, παγερά μάτια, που ίσως να χαμογελούσαν πού και πού; Μπα, η Ρέτζι δεν το πίστευε. Εξωτερικά έμοιαζε λίγο με την αδελφή της, την Έλινορ, αλλά εκεί άρχιζε και τελείωνε κάθε ομοιότητα μεταξύ τους. Η μικρότερη αδελφή απέπνεε ζεστασιά και καλοσύνη, ενώ η κόμησσα τίποτε από τα δύο. Πώς ήταν δυνατόν να ζήσει μ’ αυτή τη γυναίκα; «Θα πρέπει να σε αποκαλώ “μητέρα”;» ρώτησε η Ρέτζι αναπάντεχα, και να που αυτή τη φορά η έκπληξη της κόμησσας εκδηλώθηκε. Στράφηκε και κοίταξε τη, Ρέτζι κατάματα. Τα γκρίζα μάτια της ήταν ψυχρά σαν τον πάγο και τα χείλη της σφιγμένα. Πιθανότατα δεν ήταν συνηθισμένη να της απευθύνουν το λόγο προτού η ίδια καταδεχτεί να μιλήσει, συλλογίστηκε η Ρέτζι. Η Μίριαμ απάντησε κοφτά: «Όχι. Δεν είμαι μητέρα σου, όπως δεν είμαι και μητέρα του…» «Θεέ μου», τη διέκοψε η Ρέτζι. «Κατάλαβα ότι υπήρχε απόσταση ανάμεσα σ’ εσένα και τον Νίκολας όταν δεν ήρθες στο γάμο, αλλά…» «Με χρειάζονταν εδώ», απάντησε τσιτωμένα εκείνη. «…δεν φαντάστηκα ότι θα είχες αποκηρύξει τον ίδιο σου το γιο», ολοκλήρωσε η Ρέτζι. «Τι κάνεις εδώ, και μάλιστα χωρίς τον Νίκολας;» ρώτησε η Μίριαμ. «Απλώς ο Νίκολας κι εγώ δεν ταιριάζουμε, επομένως ήταν αδύνατον να ζήσουμε μαζί», απάντησε η Ρέτζι. Μεσολάβησε μια παύση έκπληξης. «Και τότε γιατί παντρευτήκατε;» Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της και της χαμογέλασε εκτυφλωτικά. «Φαινόταν καλή ιδέα. Σ’ εμένα τουλάχιστον. Είχα κουραστεί να γυρίζω από πάρτι σε πάρτι και τα λοιπά. Προτιμώ πολύ περισσότερο τη ζωή στην εξοχή». «Αυτός δεν είναι λόγος για να σε παντρευτεί ο Νίκολας». Η Ρέτζι ανασήκωσε το φρύδι της. «Είμαι βέβαιη ότι ξέρεις το λόγο. Εγώ δεν ήμουν παρούσα όταν συμφώνησε ο Νίκολας να με παντρευτεί, αλλά ήταν εκεί η αδελφή κι η πεθερά σου». Η Μίριαμ συνοφρυώθηκε. Ασφαλώς δεν θα έκανε ξανά την ίδια ερώτηση. Ούτε θα παραδεχόταν ότι δεν είχε επικοινωνία με την Έλινορ ή τη Ρεβέκα. Απέμεινε να την τρώει η απορία γι’ αυτό το γάμο, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει η Ρέτζι. «Είμαστε μάλλον αποκομμένοι από τον κόσμο εδώ πέρα», την προειδοποίησε η Μίριαμ. Η Ρέτζι χαμογέλασε. «Υπέροχα. Μόνο που λυπάμαι, γιατί πρέπει να σου ζητήσω να διαλέξεις ένα άλλο δωμάτιο για να μείνεις». Η Μίριαμ τσιτώθηκε. «Μου είπαν ότι πήρες τα διαμερίσματα του Νίκολας». «Ναι, αλλά πολύ σύντομα δεν θα μ’ εξυπηρετούν, βλέπεις. Πρέπει να έχω κοντά


μου το παιδικό δωμάτιο». Χάιδεψε τρυφερά την κοιλιά της. Η κόμησσα φάνηκε σαν να κόντεψε να πνιγεί. «Ανοησίες. Δεν είναι δυνατόν να είσαι έγκυος. Μόλις χθες παντρεύτηκες. Ακόμα κι αν σταματήσατε σε κάποιο πανδοχείο μετά το γάμο, είναι αδύνατον να... ξέρεις…» «Ξεχνάς τη φήμη του γιου σου, λαίδη Μίριαμ. Ο Νίκολας έχει πείρα στο ξελόγιασμα. Δεν κατάφερα ν’ αντισταθώ στη γοητεία του. Είμαι ήδη τεσσάρων μηνών». Η κόμησσα κάρφωσε το βλέμμα της στην κοιλιά τής Ρέτζι και η Ρέτζι τής είπε: «Δεν είναι ευτύχημα που δεν μου φαίνεται ακόμη;» «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να θεωρείς ευτύχημα το παραμικρό απ’ όλα αυτά», απάντησε η Μίριαμ με αλύγιστη αλαζονεία. «Ο κόσμος μπορεί και μετράει, ξέρεις. Είναι αίσχος που δεν κοκκινίζεις καν όταν… Πέρα για πέρα αίσχος». «Δεν κοκκινίζω, κυρία, επειδή δεν νιώθω καμία ντροπή», απάντησε παγερά η Ρέτζι. «Ούτε ντροπή, ούτε ενοχή. Κι αν το παιδί μου γεννηθεί πέντε μήνες μετά το γάμο, ε, τι να κάνουμε, άλλα παιδιά έχουν γεννηθεί και νωρίτερα. Τουλάχιστον εγώ έχω σύζυγο κι ας μη βρίσκεται κοντά μου συνεχώς. Και το παιδί μου έχει όνομα. Λαμβάνοντας υπόψη τη φήμη του γιου σου, κανένας δεν πρόκειται να εκπλαγεί που ο Νίκολας δεν κατάφερε να συγκρατηθεί τους τέσσερις ατελείωτους μήνες του αρραβώνα μας». «Αυτό είναι ανήκουστο. Εγώ δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο!» «Αλήθεια;» Η Μίριαμ Ίντεν έγινε κατακόκκινη από το υπονοούμενο και βγήκε αγέρωχα από το δωμάτιο. Η Ρέτζι αναστέναξε. Ε, τι να κάνουμε, όπως είχε στρώσει, έτσι θα κοιμόταν, καθώς λένε. Δεν έπρεπε να πάει κόντρα στην ξινή γριά καρακάξα, αλλά… Η Ρέτζι χαμογέλασε. Η λυσσασμένη έκφραση στο πρόσωπο της κόμησσας λίγο πριν φύγει άξιζε ό,τι κι αν τραβούσε απ’ αυτή τη γυναίκα στο μέλλον.


Κεφάλαιο 22 «Σαν να μου φαίνεται ότι έχεις βάλει λίγο βάρος – έτσι δεν είναι, ψιψίνα μου;» ρώτησε ο Άντονι φιλώντας το μάγουλο της Ρέτζι κι ύστερα κάθισε δίπλα της, χάμω στο γρασίδι. «Μάλλον η δυστυχία σ’ έχει κάνει να το ρίξεις στο φαγητό. Δεν μου κάνει εντύπωση, μ’ αυτή την παγοκολόνα που έχεις δίπλα σου». Η Ρέτζι άφησε κάτω το μπλοκ ζωγραφικής της και χαμογέλασε τρυφερά στο θείο της. «Αν εννοείς τη Μίριαμ, δεν είναι τόσο κακή. Μετά τους πρώτους δύο καβγάδες που είχαμε, βρήκαμε μια συμβιβαστική λύση. Πάψαμε απλώς να μιλάμε η μία στην άλλη». «Φαντάζομαι ότι είναι κι αυτός ένας τρόπος να τα πας καλά με κάποιον», σχολίασε ο Άντονι όσο πιο ξερά μπορούσε. Η Ρέτζι γέλασε καταχαρούμενη. «Αχ, Τόνι, μου ’λειψες όλο αυτό το μήνα. Να σου πω την αλήθεια, σε περίμενα νωρίτερα. Όλοι οι άλλοι έχουν έρθει να με δουν». «Πίστεψέ με, δεν θα ήθελες να με δεις αμέσως μόλις έμαθα τι συνέβαινε. Χρειάστηκε να περάσει ένας μήνας για να ξεθυμάνω». Η Ρέτζι αναστέναξε. «Φαντάζομαι ότι ήθελες πάλι να τον σκοτώσεις;» «Και βέβαια, γαμώτο! Έφαγα τον κόσμο να το βρω το παλιοτόμαρο, αλλά είχε γίνει άφαντος». «Θα μπορούσα να σ’ είχα γλιτώσει εγώ από τον κόπο», του είπε η Ρέτζι ατάραχα. «Μου είπε ότι θα έφευγε από την Αγγλία. Μάλλον το εννοούσε». Ο Άντονι θύμωσε ακόμα περισσότερο. «Καλύτερα ν’ αλλάξουμε κουβέντα, ψιψίνα μου. Ο άνδρας σου δεν είναι το αγαπημένο μου θέμα συζήτησης. Τι ζωγραφίζεις εκεί;» Η Ρετζίνα τού έδωσε το μπλοκ της. «Ένα λαγωνικό, το οποίο κυνηγάει τα φύλλα που πέφτουν από τα δέντρα. Χώθηκε στο δάσος λίγο πριν έρθεις. Ωστόσο, οι κηπουροί κι οι ιπποκόμοι που βγάζουν τ’ άλογα για να ασκηθούν μου χαρίζουν μερικές καλές πόζες». Εκείνος ξεφύλλισε το μπλοκ, θαυμάζοντας τα έργα της. «Αυτός είναι ο σερ Τίριτ, ένας γείτονας», είπε εκείνη όταν έφτασε στο σκίτσο ενός μεσόκοπου δανδή. «Θα πίστευες ποτέ ότι εκείνος κι η κόμησσα…;» «Όχι δα!» «Δεν γνωρίζω στα σίγουρα, βέβαια, αλλά όταν η κόμησσα είναι μαζί του γίνεται άλλος άνθρωπος, αληθινό κοριτσάκι, αν μπορείς να το πιστέψεις». «Δεν μπορώ», αποκρίθηκε κατηγορηματικά εκείνος. Η Ρέτζι γέλασε. «Κι αυτός εδώ είναι ο Γκιμπς, γαιοκτήμονας, με τη νεαρή σύζυγό του, τη Φέιθ. Τη συμπαθώ πολύ. Η Μίριαμ είναι έξω φρενών που έχουμε γίνει φίλες


με τη Φέιθ. Βλέπεις, μια πρόσκληση στο Σιλβερλέι ήταν ανέκαθεν τιμητική κι έτσι, μόλις έδωσα το ελεύθερο στη Φέιθ να έρχεται όποτε θέλει, η κόμησσα κλείστηκε στο δωμάτιό της επί δύο μέρες, για να δηλώσει τη δυσαρέσκειά της». «Της αρέσει να παριστάνει τη σπουδαία σε άτομα χαμηλότερου κοινωνικού επιπέδου;» ρώτησε ο Τόνι. «Α, δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτά τα πράγματα, Τόνι». Ο Άντονι γύρισε σελίδα στο μπλοκ. «Μη χειρότερα! Ποιοι είναι αυτοί;» «Δύο από τους κηπουρούς, φαντάζομαι. Υπάρχουν τόσο πολλοί υπηρέτες εδώ, που ακόμη δεν τους έχω γνωρίσει όλους. Αυτούς τους δύο άνδρες τούς ζωγράφισα χθες που ήμουν κάτω στη λίμνη». «Θα πρέπει η διάθεσή σου να ήταν πολύ χάλια χθες. Τους έκανες να μοιάζουν τόσο μοχθηροί». Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν έφταιγε η διάθεσή μου. Έδειχναν όντως μοχθηροί. Κι όταν κατάλαβαν ότι τους σκίτσαρα, έφυγαν, οπότε αναγκάστηκα να τελειώσω το σκίτσο από μνήμης». «Εμένα πάντως μου μοιάζουν για καβγατζήδες του λιμανιού», είπε ο Τόνι, «και όχι για κηπουροί». «Μπούρδες! Όλοι εδώ πέρα είναι πραγματικά καλοί, αν τους γνωρίσεις». «Εκτός από την παγοκολόνα». «Μη γίνεσαι κακός, Τόνι. Δεν νομίζω ότι είχε και τόσο ευτυχισμένη ζωή». «Δεν είναι λόγος αυτός να επιβάλλει τη δυστυχία της στους άλλους. Και μια που το ’φερε η κουβέντα…» «Μη συνεχίσεις», τον έκοψε κατηγορηματικά εκείνη. «Είμαι μια χαρά, Τόνι, αλήθεια». «Σ’ εμένα δεν μπορείς να πεις ψέματα, ψιψίνα μου. Κοίτα πώς είσαι. Δεν θα έπαιρνες βάρος αν γυμναζόσουν. Το ξέρω πως μελαγχολείς και παραμελείς την υγεία σου μόνο όταν είσαι δυστυχισμένη. Σε ξέρω απέξω κι ανακατωτά, αν το θυμάσαι. Σε ορισμένα πράγματα είσαι ίδια η μητέρα σου. Αλλά δεν χρειάζεται να μένεις εδώ, και το ξέρεις. Μπορείς να γυρίσεις στο σπίτι». «Ξέρω ότι έχω κάνει λάθος, Τόνι, αλλά δεν θέλω να το μάθει όλος ο κόσμος. Καταλαβαίνεις;» «Για χάρη του;» τη ρώτησε φαρμακερά. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνη, αλλά πρόσθεσε διστακτικά: «Όσον αφορά το βάρος που μου κοπανάς συνέχεια, Τόνι, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Είμαι έγκυος». Για μια στιγμή έπεσε βουβαμάρα. Κατόπιν εκείνος είπε: «Δεν μπορεί να το ξέρεις από τόσο νωρίς. Είσαι παντρεμένη ένα μήνα μόνο». «Είμαι έγκυος, Τόνι. Πολύ, πάρα πολύ έγκυος». Τα γαλανά σαν το κοβάλτιο μάτια του, ολόιδια με τα δικά της, άνοιξαν διάπλατα κι ύστερα μισόκλεισαν από οργή. «Δεν το πιστεύω! Θα τον σκοτώσω!» «Δεν θα κάνεις τίποτα», αποκρίθηκε εκείνη, απορρίπτοντας ασυζητητί την


αγαπημένη του λύση γι’ αυτό το θέμα. «Θα είναι ο πρώτος σου μικρανιψιός… ή μικρανιψιά. Πώς θα εξηγήσεις στο παιδί ότι σκότωσες τον πατέρα του;» «Του αξίζει να τον κάνω μαύρο στο ξύλο, το λιγότερο», γρύλισε ο θείος της. «Ίσως», συμφώνησε εκείνη. «Αλλά όχι επειδή με ξελόγιασε πριν από το γάμο. Η σύλληψη αυτού του παιδιού έγινε με τη θέλησή μου». «Μην κάνεις τον κόπο να τον υπερασπιστείς, ψιψίνα μου. Ξεχνάς ότι είναι ίδιος μ’ εμένα και ότι εγώ ξέρω όλα τα κόλπα. Σ’ αποπλάνησε». «Μα ήξερα πολύ καλά τι έκανα», επέμεινε εκείνη. «Νόμιζα… Τώρα ξέρω πως ήταν πέρα για πέρα χαζό από τη μεριά μου, αλλά νόμιζα ότι έτσι θ’ άλλαζε στάση απέναντί μου. Βλέπεις, προσπαθούσε διαρκώς να με κάνει να διαλύσω τον αρραβώνα. Ποτέ του δεν με κορόιδεψε, αφήνοντάς με να νομίζω ότι ήθελε να με παντρευτεί». «Συμφώνησε όμως!» «Ναι, αλλά νόμιζε ότι θα μ’ έκανε να τον παρατήσω πριν από το γάμο». «Κάτι που θα ’πρεπε να είχες κάνει». «Το τι θα ’πρεπε δεν έχει σημασία, Τόνι». «Το ξέρω, το ξέρω, αλλά, για τον Θεό, Ρέτζι, πώς μπόρεσε να σ’ εγκαταλείψει ξέροντας…» «Δεν του το είπα ποτέ! Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι θα προσπαθούσα να κρατήσω έναν άνδρα με τέτοιο τρόπο;» Ακουγόταν πραγματικά σοκαρισμένη. «Ω», έκανε ο Άντονι, μένοντας άναυδος. Και τότε είπε μελαγχολικά: «Ειλικρινά, ψιψίνα μου, είσαι πράγματι ολόιδια η μητέρα σου. Κι η Μελίσα γέννησε εσένα μόλις λίγους μήνες μετά το γάμο της». Η Ρέτζι έβγαλε μια κραυγή. «Αλήθεια; Μα… γιατί δεν μου το είπε ποτέ κανένας σας αυτό;» Ο Άντονι κοκκίνισε και κοίταξε αλλού. «Ε, και τι ήθελες να σου πούμε: “Α, και μια που το ’φερε η κουβέντα, αγάπη μου, να ξέρεις ότι στο παρά τσακ γεννήθηκες νόμιμα”;» Η Ρέτζι χαχάνισε κι έσκυψε να του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάντως, σ’ ευχαριστώ που μου το είπες. Χαίρομαι που έμαθα ότι δεν είμαι η μόνη εξώλης και προώλης στην οικογένεια... εκτός από τον θείο Τζέισον, εννοώ», τον πείραξε. «Άκου εξώλης και προώλης! Τουλάχιστον ο πατέρας σου δεν εγκατέλειψε τη Μελίσα. Τη λάτρευε. Θα την είχε παντρευτεί νωρίτερα αν το πείσμα και η περηφάνια της δεν τους είχαν κρατήσει χώρια». «Πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό», ψιθύρισε σοκαρισμένη εκείνη. «Η αλήθεια είναι ότι είχαν τρομερούς καβγάδες μεταξύ τους. Εκείνη διέλυσε τον αρραβώνα τρεις φορές και κάθε φορά ορκιζόταν ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί στα μάτια της». «Μα όλοι πάντα μου έλεγαν πόσο πολύ αγαπιούνταν», διαμαρτυρήθηκε η Ρέτζι. «Αγαπιούνταν, ψιψίνα μου», την καθησύχασε εκείνος. «Αλλά εκείνη ήταν το ίδιο


οξύθυμη μ’ εμένα. Με την παραμικρή διαφωνία έβγαινε εκτός ελέγχου. Ευτυχώς που αυτό δεν το πήρες από εκείνη». «Α, δεν ξέρω», είπε στοχαστικά εκείνη. «Αν γυρίσει ποτέ, δεν σκοπεύω να τον συγχωρήσω. Μ’ έκανε να τον αγαπήσω κι ύστερα δεν έδωσε καν στο γάμο μας μία ευκαιρία. Έχω κι εγώ περηφάνια, παρόλο που ουσιαστικά τον ικέτεψα να μη φύγει. Η αγάπη μου πια έχει γίνει… Τέλος πάντων, γίνομαι έξαλλη και μόνο που τον σκέφτομαι». «Και πολύ καλά κάνεις. Σκέφτεσαι το ενδεχόμενο να γυρίσεις στο σπίτι; Δεν υπάρχει λόγος να μην είσαι μαζί με την οικογένειά σου όταν έρθει η ώρα να γεννήσεις. Θα κρατήσουμε μακριά σου όλους τους ξένους». «Δεν ξέρω. Έχω τη Μεγκ εδώ και…» «Σκέψου το πάντως», την πρόσταξε αυστηρά. Εκείνη του χαμογέλασε πλατιά. «Ναι, θείε».


Κεφάλαιο 23 Ήταν άλλο ένα υγρό πρωινό του Νοέμβρη, κι η Ρέτζι κατηφόρισε στη λίμνη μαζί με το μπλοκ ζωγραφικής της. Ο θείος Τόνι είχε μείνει εκεί τη νύχτα κι η ίδια τον είχε ξεπροβοδίσει νωρίς το πρωί, υποσχόμενη γι’ άλλη μία φορά ότι θα σκεφτόταν το ενδεχόμενο να γυρίσει στο σπίτι. Και πράγματι θα το σκεφτόταν να επιστρέψει, αν όχι στο σπίτι, έστω στο Λονδίνο, όπου θα βρισκόταν πιο κοντά στην οικογένεια. Θα μπορούσε να κρατήσει τα προσχήματα μετακομίζοντας στο αρχοντικό του Νίκολας. Ήταν κι αυτό μια ιδέα. Χώρια που έτσι θα είχε και κάτι να απασχοληθεί, τώρα που δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα, λόγω της κατάστασής της. Θα μπορούσε να αλλάξει τη δια​ κόσμηση στο σπίτι του στο Λονδίνο, να ξοδέψει μερικά από τα χρήματά του. Το πρόβλημα ήταν ότι είχε έρθει στο Σιλβερλέι για να απολαύσει την ηρεμία του. Τουλάχιστον επικρατούσε ηρεμία όταν δεν βρισκόταν τριγύρω η Μίριαμ. Η Ρέτζι τα πήγαινε καλά με τους υπηρέτες. Μέχρι κι η κυρία Όουτς είχε αναπάντεχα χαλαρώσει μαζί της από τότε που έμαθε ότι η Ρέτζι περιμένει μωρό. Φαινόταν πως η κυρία Όουτς λάτρευε τα μωρά. Ποιος να το ’λεγε; Κοίταξε μελαγχολικά την γκρίζα έπαυλη. Θα μπορούσε να είναι πραγματικά ευτυχισμένη εδώ. Φαντάστηκε τα παιδιά της να τρέχουν στο γρασίδι του Σιλβερλέι, να κάνουν ιστιοπλοΐα με βαρκάκια στη λίμνη το καλοκαίρι, παγοδρομίες το χειμώνα. Φαντάστηκε ακόμα και τον πατέρα τους να τους χαρίζει τα πρώτα τους πόνι και να τους δείχνει τους διάφορους βηματισμούς των αλόγων. Ήξερε με κάποιον τρόπο ότι ο Νίκολας θα ήταν τρυφερός με τα παιδιά. Αναστέναξε, βγάζοντας έναν βαθύ, μακρύ αναστεναγμό, φόρεσε την κουκούλα του γούνινου μανδύα της κι έριξε μια ματιά στα βαριά σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό. Είχε δίκιο η Μεγκ. Έκανε πολύ κρύο για να ζωγραφίσει στο ύπαιθρο. Έβαλε το μπλοκ παραμάσχαλα και στράφηκε να πάρει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Θα μπορούσε να σκιτσάρει τη λίμνη κάποια άλλη φορά. Εκείνη τη στιγμή είδε έναν από τους υπηρέτες να έρχεται βιαστικά προς το μέρος της, όχι όμως από το σπίτι, αλλά από το δάσος. Στην άλλη πλευρά του δάσους βρισκόταν το δικό της κτήμα. Δεν το είχε επισκεφτεί ακόμη. Δεν άντεχε τη μελαγχολία που της γεννούσε αυτό το μέρος, αφού εκεί είχαν σκοτωθεί οι γονείς της. Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως κάποια στιγμή θα πήγαινε εκεί. Κάποια στιγμή, ναι. Και μια μέρα θα το έδειχνε στο παιδί της. Το κτήμα ανήκε στους παππούδες του. Όταν πλησίασε, αναγνώρισε τον υπηρέτη. Ήταν ένας από τους άνδρες που είχε


ζωγραφίσει τις προάλλες. Κουβαλούσε ένα τεράστιο παλιό σακί. Για να μαζέψει τα πεσμένα φύλλα, υπέθεσε η Ρέτζι. Έδειχνε το ίδιο παράξενος όσο τον θυμόταν. Μια αόριστη αίσθηση κινδύνου την κυρίευσε. Ίσως να έφταιγαν η μακριά, απεριποίητη γενειάδα και τα μακριά, μπερδεμένα μαλλιά του. Ή ίσως ήταν η άξεστη συμπεριφορά του. Ό,τι κι αν ήταν, η Ρέτζι αποφάσισε να μην περιμένει ώσπου να τη φτάσει αυτός ο άνδρας. Θα έτρεχε να μπει στο σπίτι. Σταμάτησε όμως, σκεφτόμενη ότι αντιδρούσε χαζά. Άφηνε τη φαντασία της να οργιάζει. Τι χαζή που ήταν. Ένας κηπουρός ήταν μόνο, στο κάτω κάτω. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της κι ο άνδρας την έφτασε. Σταμάτησε ένα δευτερόλεπτο να πάρει μια ανάσα κι ύστερα πέρασε με μια κίνηση το σακί που κρατούσε πάνω από το κεφάλι και τους ώμους της. Πρώτη της αντίδραση ήταν να ουρλιάξει, αλλά αιφνιδιάστηκε τόσο πολύ ώστε, όταν το έκανε, το σακί την είχε ήδη σκεπάσει ολόκληρη, με συνέπεια το ουρλιαχτό της να γίνει ένας ανεπαίσθητος πνιχτός ήχος. Ο άνδρας που της είχε επιτεθεί δεν έχασε χρόνο. Φόρτωσε στον ώμο τη λεία του και βιάστηκε να χωθεί πάλι στο δάσος. Μια ακριβή, με καλές σούστες άμαξα περίμενε εκεί, κρυμμένη, με δύο γρήγορα άλογα, που τινάζονταν ανήσυχα, ανυπομονώντας να ξεκινήσουν. Υπήρχε κι ένας άνδρας στο κάθισμα του οδηγού, έτοιμος να χτυπήσει τ’ άλογα με το καμουτσίκι μόλις αντιλαμβανόταν ότι τους κυνηγούσαν. Ο άνδρας κάτω από την άμαξα τον αγριοκοίταξε. «Θα μπορούσες τουλάχιστον να τσακιστείς και να πας ν’ ανοίξεις την κωλοπόρτα, Ονρί. Μπορεί να δείχνει ελαφριά σαν πούπουλο, αλλά έπειτα από τόσο δρόμο που την κουβαλάω, δεν μου φαίνεται πια και τόσο ελαφριά». Ο Ανρί ή Ονρί, όπως συνήθιζαν να τον φωνάζουν οι Άγγλοι φίλοι του, κρυφογέλασε με τα νεύρα του Άρτι, σίγουρο σημάδι ότι δεν ανησυχούσε πια για την αποστολή τους. «Δηλαδή δεν μας κυνηγάει κανείς;» «Απ’ ό,τι είδα, όχι. Και τώρα δώσ’ ένα χεράκι. Θυμάσαι τις δια​ ταγές του καπετάνιου να την έχουμε στα όπα όπα». Ακούμπησαν τη Ρέτζι σ’ ένα κάθισμα με παχύ μαξιλάρι κι έδεσαν γρήγορα ένα σκοινί γύρω από τα γόνατά της, για να μην μπορεί να βγάλει το σακί. «Αυτό θα τον καλμάρει λίγο; Δεν φανταζόμουν ότι θα πιάναμε τόσο γρήγορα το λαβράκι μας. Έτσι δεν το λένε;» «Παράτα τα, ρε Γαλλάκι. Ποτέ δεν θ’ ακουστείς σαν Άγγλος, γι’ αυτό πάψε να προσπαθείς. Και βάζω στοίχημα πως νόμιζες ότι θα ξεπαγιάζαμε μέσα στο δάσος για βδομάδες – έτσι δεν είναι;» «Γιατί, εσύ όχι;» «Ναι, αλλά σου είπα ότι θα μας βγει σε καλό να είμαστε σ’ ετοιμότητα και να έχουμε το νου μας, σε περίπτωση που δεν ερχόταν εκείνη σ’ εμάς. Απίστευτη κωλοφαρδία! Και σε ρωτάω τώρα εγώ, αν δεν ευχαριστηθεί και μ’ αυτό ο καπετάνιος,


με τι θα ευχαριστηθεί, μου λες;» «Το μικρό ψάρι πιάνει το μεγάλο». «Α γεια σου. Ας ελπίσουμε μόνο ότι κι αυτό δεν θ’ αργήσει πολύ να γίνει». «Θα καθίσεις εσύ πίσω μαζί της, μην τυχόν και πέσει από το κάθισμα, ή θέλεις να…» «Αφήνω σ’ εσένα αυτή τη χαρά. Δεν σου έχω καμία εμπιστοσύνη ότι θα βγάλεις σώο τούτο το ατσούμπαλο σκαρί από το δάσος. Αυτή είναι δική μου δουλειά». Γέλασε πνιχτά. «Να υποθέσω ότι σ’ αρέσει έτσι όπως τα κανόνισα;» «Ό,τι πεις εσύ, Άρτι». Ο νεαρός Γάλλος χαμογέλασε πλατιά στον Άγγλο. «Μόνο κοίτα μη σου μπουν τίποτα ιδέες ν’ απλώσεις χέρι στο εμπόρευμα, φίλε. Δεν θ’ άρεσε καθόλου στον καπετάνιο αυτό», είπε σοβαρά ο άνδρας προτού ανέβει πάλι στη θέση του οδηγού. Η άμαξα ξεκίνησε. Το μυαλό τής Ρέτζι έπαιρνε χίλιες στροφές. Μάλλον επρόκειτο για μια απλή απαγωγή. Θα έπαιρναν τα λύτρα που θα ζητούσαν και ύστερα θα την επέστρεφαν σώα κι αβλαβή στο σπίτι της. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Μακάρι να το έβλεπε έτσι και το σώμα της. Έτρεμε ασταμάτητα. Την πήγαιναν σε κάποιον καπετάνιο, που δεν την ήθελε δαρμένη και κακοποιημένη. Ναι, σίγουρα ήταν απαγωγή. Και η Ρέτζι πίστεψε πως με το «καπετάνιος» δεν εννοούσαν τον αρχηγό τους, αλλά έναν καπετάνιο της θάλασσας, επειδή το Σαουθάμπτον είχε ένα μεγάλο λιμάνι. Εκεί είχε τα γραφεία της και η ναυτιλιακή εταιρεία του Νίκολας. Προσπάθησε να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια τα λόγια που είχαν ανταλλάξει οι δύο άνδρες. Τι εννοούσαν όταν είπαν πως το μικρό ψάρι πιάνει το μεγάλο; Τέντωσε όλες τις αισθήσεις της, επαγρυπνώντας για τον παραμικρό ήχο, την παραμικρή κίνηση. Δεν είχε περάσει μισή ώρα όταν η άμαξα έκοψε ρυθμό κι η Ρέτζι κατάλαβε ότι βρίσκονταν στο Σαουθάμπτον. «Μερικά λεπτά υπομονή ακόμα, σερί, και θα σε βάλουμε μέσα, όπου θα είσαι πιο άνετα», τη διαβεβαίωσε ο απαγωγέας της. «Μέσα»; Όχι. «Στο πλοίο»; Πάντως, τελικά ήταν Γάλλος, οπότε ίσως να μην εκφραζόταν σωστά. Να πάρει! Το σφιχτά δεμένο σακί γύρω από το μανδύα της άρχιζε να της προκαλεί φαγούρα και ιδρώτα. Και να φανταστεί κανείς πως πίστευε ότι μόλις μεγάλωνε θα τελείωναν οι περιπέτειες! Η άμαξα σταμάτησε. Έβγαλαν τη Ρέτζι προσεκτικά έξω κι αυτή τη φορά ανέλαβε να τη μεταφέρει ο Άγγλος. Δεν άκουσε ούτε ήχους λιμανιού, ούτε κύματα να παφλάζουν πάνω σε πλοίο, ούτε τριγμούς από διπλανά αγκυροβολημένα σκαριά. Πού βρίσκονταν; Ούτε σε σανιδόσκαλα ανέβηκαν, γιατί δεν ένιωσε κλυδωνισμούς, αλλά πάντως κάπου ανέβηκαν. Κι ύστερα άνοιξε μια πόρτα. «Ε, όχι, δεν το πιστεύω! Την έπιασες κιόλας, Άρτι;» «Πάντως αυτό που κουβαλάω, μικρέ, δεν είναι η σαβούρα του πλοίου. Πού να τη βάλω;»


«Επάνω. Έχουμε ετοιμάσει ένα δωμάτιο ειδικά για κείνη. Δεν μου τη δίνεις να την πάω εγώ;» «Μη νομίζεις επειδή την κουβαλάω, μικρέ, ότι δεν μπορώ να σου ρίξω καμιά ξανάστροφη. Θες να δοκιμάσεις;» Ακούστηκε ένα βαθύ πνιχτό γέλιο. «Παραείσαι μυγιάγγιχτος, Άρτι. Θα σου δείξω πού είναι το δωμάτιο». «Ο καπετάνιος πού είναι;» «Θα γυρίσει το βράδυ. Φαντάζομαι ότι αυτό σημαίνει πως πρέπει να τη φροντίσω εγώ;» «Ακούς τι λέει το κοκοράκι από δω, Ονρί;» ρώτησε απαιτητικά ο Άρτι. «Ούτε στ’ όνειρό σου, μικρέ, δεν σ’ αφήνουμε μόνο μαζί της. Είσαι ο μόνος εδώ που ίσως σκεφτείς ότι θα τη σκαπουλάρεις έτσι κι απλώσεις χέρι πάνω της, επειδή ο καπετάνιος είναι πατέρας σου. Ούτε να σου περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό όσο είμαι εγώ εδώ». «Είπα να τη φροντίσω… όχι να την περιποιηθώ», αντιγύρισε το αγόρι. «Μπα; Κοκκίνισε ο μικρός, Ονρί; Είναι αληθινό κόκκινο αυτό που βλέπουν τα ματάκια μου στα μάγουλά του;» «Έλα μαζί μου, μον αμί», είπε ο Ανρί στο αγόρι. «Αμφισβήτησες τη δύναμή του και δεν θα σ’ αφήσει σε χλωρό κλαρί όλη μέρα». «Άσε με τουλάχιστον να τη δω πώς είναι». «Α, είναι ομορφούλα, μικρέ», είπε ο Άρτι μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά. «Τόσο ομορφούλα, που έτσι και τη δει ο καπετάνιος μάλλον θα ξεχάσει γιατί την έφερε δω. Μπορεί να την κρατήσει για πάρτη του. Μα την Παναγία, μπορεί». Μετέφεραν τη Ρέτζι στο δωμάτιο του επάνω ορόφου και την άφησαν να σταθεί όρθια. Εκείνη κλυδωνίστηκε και παραλίγο να πέσει. Έλυσαν το σκοινί στα γόνατά της και της έβγαλαν το σακί. Αλλά το μικρό δωμάτιο ήταν τόσο σκοτεινό και τα παράθυρά του σφαλισμένα με σανίδες, που για μια στιγμή δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάρει μια βαθιά ανάσα. Κατόπιν εστίασε το βλέμμα της στους τρεις άνδρες, τους απαγωγείς της και το αγόρι, που πήγαιναν κατά την πόρτα. Ο μικρότερος από τους τρεις είχε γυρίσει το κεφάλι του και την κοιτούσε, μ’ ανοιχτό το στόμα. «Για μισό λεπτό, αν έχετε την καλοσύνη», τους φώναξε. «Απαιτώ να μάθω γιατί με φέρατε δω». «Θα σας πει ο καπετάνιος όταν έρθει, κυρία». «Και ποιος είναι ο καπετάνιος;» «Δεν χρειάζονται ονόματα», απάντησε κατευναστικά ο πιο σωματώδης από τους δύο, αντιδρώντας στο υπεροπτικό ύφος της. «Κι όμως ξέρω τ’ όνομά σου, Άρτι. Και το δικό σου, Ανρί. Και…» Σταμάτησε προτού τους αποκαλύψει ότι τους είχε σκιτσάρει και τους δύο. «Και θέλω να μάθω


γιατί βρίσκομαι δω». «Θα πρέπει να περιμένεις να μιλήσεις με τον καπετάνιο. Στο τραπέζι θα βρεις μια λάμπα και σε λίγο θα σου φέρουμε φαγητό. Βολέψου, σαν στο σπίτι σου». Η Ρέτζι τούς γύρισε την πλάτη, έξαλλη. Η πόρτα έκλεισε και το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά. Άφησε να της βγει ένας αναστεναγμός. Πού βρήκε το κουράγιο να παριστάνει το παλικάρι; Έδειχναν μοχθηροί τύποι, παρά τα μεταξύ τους αστεία και τον κατευναστικό τόνο τους. Τουλάχιστον, δεν τους είχε δείξει το φόβο της. Δεν θα τους έδινε τη χαρά να δουν μια Μάλορι να ζαρώνει από φόβο. Και μόνο αυτό ήταν τεράστια ικανοποίηση. Κάθισε κουρασμένα σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα κι αναρωτήθηκε δυστυχισμένα μήπως για πολύ καιρό αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα ένιωθε ικανοποίηση.


Κεφάλαιο 24 Το φαγητό ήταν πεντανόστιμο, παρότι το στομάχι της είχε δεθεί κόμπο από την ανησυχία. Στην κυριολεξία, έγλειψε το πιάτο της, που περιείχε πίτα με πιτσούνια, αρνί και μήλα, πουτίγκα ρυζιού και κέικ με σαφράν. Της είχαν φέρει κι ένα ελαφρύ κρασί. Μόλις όμως τελείωσε ο αντιπερισπασμός του φαγητού, άρχισε πάλι να την τρώει η αγωνία. Το φαγητό το είχε φέρει ο Ανρί. Είχε αλλάξει ρούχα και τώρα φορούσε ένα πολύ φανταχτερό μεταξωτό πουκάμισο με φραμπαλάδες, μαύρη πολύ ψηλόμεση βράκα, μπότες ως το γόνατο και μακρύ σαν παλτό γιλέκο. Θεέ και Κύριε, το μόνο που του έλειπε ήταν το σκουλαρίκι. Είχε ακόμη ξυρίσει τα πάντα, εκτός από το τσιγκελωτό μουστάκι του. Γιατί; Πού είχε μπλέξει αυτή τη φορά η Ρέτζι; Στο κρεβάτι υπήρχαν απλωμένα γυναικεία ρούχα, ολοκαίνουρια, απ’ ό,τι έδειχναν. Μια μεταξωτή ρόμπα, ένα πιο διακριτικό λινό νυχτικό, γούνινα πασουμάκια για μέσα στο σπίτι και, προς μεγάλη της αμηχανία, εσώρουχα. Πάνω σε μια τουαλέτα παρατήρησε πως υπήρχαν είδη μπάνιου, βούρτσα, χτένα, ένα πανάκριβο άρωμα, όλα καινούρια. Το απομεσήμερο είχε έρθει ο νεαρός να της ανάψει τη φωτιά, με τον Άρτι να στέκεται άγρυπνος φρουρός στην πόρτα. Το αγόρι τής χαμογέλασε δειλά. Εκείνη τον κοίταξε παγερά. Τον αγνόησε πλήρως. Τώρα είχε βραδιάσει, αλλά η Ρέτζι αρνούνταν να χρησιμοποιή​ σει το μεγάλο κρεβάτι. Θα έμενε ξύπνια όλη νύχτα αν χρειαζόταν, αλλά δεν επρόκειτο να χαλαρώσει αν δεν έβλεπε πρώτα τον καπετάνιο, για να του τα πει απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Έριξε στη φωτιά ξύλα που της τα είχε αφήσει το αγόρι. Ύστερα τράβηξε μια καρέκλα κοντά και κάθισε, διπλώνοντας τα πόδια της κάτω από τη σκούρα μπλε βελούδινη φούστα της. Το δωμάτιο ήταν ζεστό κι η Ρέτζι άρχισε να νιώθει υπνηλία. Σχεδόν δεν άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα. Ο ήχος του την έκανε να κοκαλώσει, αλλά δεν στράφηκε. Σιγά μην καταδεχόταν να γυρίσει να κοιτάξει τον Άρτι ή τον Ανρί. «Ο γιος μου λέει ότι είσαι πανέμορφη», είπε μια βαθιά φωνή. «Άφησέ με να δω τι είναι αυτό που τον ξετρέλανε τόσο. Παρουσιάσου, λαίδη Μοντάιθ». Η Ρέτζι σηκώθηκε και, πολύ αργά, στράφηκε να τον κοιτάξει. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από το σοκ. «Θείε Τζέιμς!» φώναξε εκείνη. «Ρέιγκαν;» φώναξε ταυτόχρονα κι εκείνος.


Η Ρέτζι συνήλθε πρώτη. «Αχ, θείε! Μη μου πεις ότι μ’ απήγαγες για να περάσω πάλι τρεις μήνες όλο παιχνίδι και χαρά στο Μέιντεν Ανν; Δεν νομίζεις ότι μεγάλωσα πια γι’ αυτά;» Εκείνος, δείχνοντας πιο σαστισμένος από ποτέ, της άνοιξε την αγκαλιά του. «Έλα να μου κάνεις μια αγκαλιά, κουφετάκι μου. Θεέ μου, στ’ αλήθεια έχεις γίνει μια καλλονή». Εκείνη τον αγκάλιασε χαρούμενα. «Εμ, πάνε τρία χρόνια, θείε Τζέιμς, κι εκείνη τη φορά ειδωθήκαμε μόνο για μία ώρα. Είναι άδικο, ξέρεις, να έρχομαι σαν κλέφτης για να δω το θείο μου. Δεν νομίζεις ότι είναι καιρός να φιλιώσεις με τ’ αδέλφια σου;» «Εγώ μπορεί να το θέλω», απάντησε ήρεμα εκείνος, «αλλά γι’ αυτούς πολύ αμφιβάλλω, Ρέιγκαν». Ανέκαθεν του άρεσε να διαφέρει από τους άλλους· είχε μέχρι και δικό του ξεχωριστό όνομα για κείνη. Ο θείος της ο πειρατής την είχε κλέψει κάτω από τη μύτη των αδελφών του όταν εκείνοι αρνήθηκαν να τον αφήσουν να τη δει. Την είχε πάρει για να ζήσουν μια καταπληκτική περιπέτεια πάνω στο πλοίο του, αποφασισμένος να περάσει μαζί της όσο χρόνο τού ανήκε δικαιωματικά. Η Ρέτζι ήταν δώδεκα ετών τότε και θυμόταν ολοζώντανα ακόμη εκείνους τους απίστευτους τρεις μήνες. Φυσικά, πλήρωσαν κι οι δύο κάποιο τίμημα γι’ αυτό. Ο Τζέιμς βρισκόταν ήδη σε δυσμένεια, επειδή ήταν πειρατής. Όταν επέστρεψε τη Ρέτζι, και τα τρία αδέλφια του τον έκαναν μαύρο στο ξύλο, επειδή τόλμησε να τη βάλει σε κίνδυνο. Και τον αποκήρυξαν όλοι, ακόμα κι ο Τόνι, με τον οποίο ήταν πάντα τόσο κοντά. Ο Τζέιμς υπέφερε για τη ρήξη με τ’ αδέλφια του κι η Ρέτζι υπέφερε επειδή εκείνη ήταν η αιτία αυτής της ρήξης. Ο ίδιος δεν την κατηγόρησε ποτέ, αλλά αυτό την έκανε να νιώθει ακόμα χειρότερα. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και τον έκοψε από πάνω ως κάτω. Δεν είχε αλλάξει και πολύ αυτά τα τρία χρόνια. Ήταν ακόμη μεγαλόσωμος και ξανθός, πιο όμορφος από ποτέ, και πιο εξωφρενικός επίσης. Κοίτα τι είχε κάνει φέρνοντάς τη εδώ. «Κανονικά, δεν θα έπρεπε καν να σου μιλάω», του είπε αυστηρά. «Με κατατρόμαξες. Θα μπορούσες τουλάχιστον να έχεις πει στους άνδρες σου να μ’ ενημερώσουν ότι αυτός που με είχε απαγάγει είναι ο περιβόητος κάπτεν Χοκ». Ο Τζέιμς εξερράγη. «Σ’ το λέω πως θα τους γδάρω ζωντανούς, σ’ το λέω! Γαμώτο!» Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και φώναξε: «Άρτι!... Ανρί!» «Θείε, μη», διαμαρτυρήθηκε η Ρέτζι. Όταν τον έπιαναν τα μπουρίνια του δεν ήταν σαν τον Τόνι. Ο Τόνι έπαιρνε από λόγια. Ακόμα κι ο Τζέισον, που πείσμωνε σαν μουλάρι όταν θύμωνε, έπαιρνε από λόγια. Αλλά ο Τζέιμς Μάλορι ήταν τρομακτικός. Και μόλο που η οργή του δεν είχε στραφεί ποτέ εναντίον της, η Ρέτζι τη φοβόταν. «Θείε Τζέιμς», του είπε, «οι άνδρες σου μου φέρθηκαν πραγματικά πολύ καλά και κόπιασαν για να είμαι άνετα. Δεν φοβήθηκα καθόλου», του είπε ψέματα.


«Έχει γίνει κάποιος λάθος, Ρέιγκαν, και δεν πρόκειται ν’ ανεχτώ δικαιολογίες γι’ αυτό». Το μαύρο φρύδι της ανασηκώθηκε έντονα. «Θέλεις να πεις ότι δεν έπρεπε να φέρουν εμένα εδώ;» «Ασφαλώς και όχι. Θα ερχόμουν εγώ να σε δω προτού φύγω πάλι από την Αγγλία. Δεν θα έφερνα εσένα εδώ, και σίγουρα όχι μ’ αυτό τον τρόπο». Εκείνη τη στιγμή φάνηκαν στο κατώφλι οι δύο κακούργοι, φοβισμένοι από το παγερό βλέμμα του Τζέιμς. «Μας ζήτησες, καπετάνιε;» «Ξέρετε ποια μου φέρατε;» ρώτησε μειλίχια ο Τζέιμς. Ο τόνος της φωνής του ήταν απρόβλεπτος. Ο Ανρί μάντεψε πρώτος ποιο ήταν το πρόβλημα. «Λάθος λαίδη;» «Κύριοι, σας παρουσιάζω», είπε ο Τζέιμς. Tέντωσε το χέρι του προς τη Ρέτζι κι εξερράγη. «Tην ανιψιά μου!» «Μερντ! [Σκατά!]» «Την κάτσαμε τη βάρκα», ξεφύσηξε ο Άρτι. Ένας άλλος άνδρας φάνηκε τότε στο κατώφλι. «Γιατί στο διάολο φωνάζεις έτσι, Χοκ;» «Κόνι!» αναφώνησε η Ρέτζι καταχαρούμενη κι όρμησε στην αγκαλιά του. Ο Κόνι ήταν αυτός που της είχε μάθει να ξιφομαχεί, να σκαρφαλώνει στη «φωλιά του κόρακα», το παρατηρητήριο του πλοίου, μέχρι και να οδηγεί το πλοίο όταν δεν κοίταζε ο θείος της. Ο Κόνραντ Σαρπ, ο πιο στενός φίλος του Τζέιμς από παιδιά ακόμη, ήταν τώρα πρώτος αξιωματικός στο Μέιντεν Ανν. Πιο κατεργάρης, αν και αξιαγάπητος, πειρατής δεν υπήρχε. «Εσύ είσαι, βρε σαμιαμίδι;» φώναξε ο Κόνραντ. «Που να με πάρει και να με σηκώσει, και βέβαια είσαι συ!» Την αγκάλιασε σφιχτά. «Χρόνια και ζαμάνια!» «Πες το ψέματα». Ο Κόνραντ κρυφογέλασε. Τότε είδε επιτέλους το βλοσυρό ύφος του Τζέιμς και ξερόβηξε. «Εμ, ναι… δεν νομίζω ότι έπρεπε να βρίσκεσαι δω, Ρέιγκαν». «Το φαντάστηκα». Η Ρέτζι στράφηκε πάλι στον Τζέιμς. «Λοιπόν, θείε, ήρθαν οι κακούργοι. Σκοπεύεις να τους μαστιγώσεις για το άνανδρο λάθος τους; Αν είναι έτσι, θέλω να κοιτάζω». «Ρέιγκαν!» «Α, δεν θα τους μαστιγώσεις;» Κοίταξε λοξά τους απαγωγείς της. «Λοιπόν, κύριοι, είστε πραγματικά τυχεροί που ο θείος μου έχει σε τόσο φιλεύσπλαχνη διάθεση σήμερα. Φτηνά τη γλιτώσατε. Πάντως, να είστε σίγουροι πως εγώ θα σας είχα γδάρει ζωντανούς». «Εντάξει, Ρέιγκαν, νίκησες», υποχώρησε ο Τζέιμς κι έγνεψε κοφτά στον Άρτι και τον Ανρί να φύγουν. «Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Συμφωνείς, Χοκ;» Ο Κόνραντ γέλασε πνιχτά όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από τους δύο απαγωγείς.


«Παμπόνηρο διαολάκι», μουρμούρισε ο Τζέιμς. Η Ρέτζι χαμογέλασε όλο χαρά και στους δύο. «Μα δεν χαίρεστε που με βλέπετε;» «Κάτσε να το σκεφτώ λίγο». «Θείε Τζέιμς!» «Φυσικά, κουφετάκι μου». Ο Τζέιμς έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο, από εκείνα που φύλαγε μόνο για όσους αγαπούσε. «Αλλά στ’ αλήθεια έχεις προκαλέσει πρόβλημα. Περίμενα κάποια άλλη στη θέση σου και τώρα μάλλον η φρουρά στο Σιλβερλέι θα έχει σηκωθεί στο πόδι». «Θέλεις να μου πεις περί τίνος πρόκειται;» τον ρώτησε. «Τίποτα που να σε αφορά, Ρέιγκαν». «Μη μ’ αφήνεις στην απ’ έξω, θείε. Δεν είμαι παιδί πια, ξέρεις». «Το βλέπω». Χαμογέλασε πλατιά. «Κοίταξέ την, Κόνι. Δεν είναι ολόιδια η αδελφή μου;» «Και να σκεφτεί κανείς ότι θα μπορούσε να είναι κόρη μου», είπε μελαγχολικά ο Κόνραντ. «Αχ, Κόνραντ, κι εσύ;» ρώτησε μαλακά η Ρέτζι. «Όλοι αγαπούσαν τη μητέρα σου, βρε σαμιαμίδι, ακόμα κι εγώ», παραδέχτηκε απότομα ο Κόνραντ. «Γι’ αυτό με πήρες υπό την προστασία σου;» «Ποτέ δεν το είδα έτσι. Κατάφερες να τρυπώσεις στην καρδιά μου επειδή ήσουν αυτή που ήσουν». «Τότε γιατί δεν μου λες τι συμβαίνει;» «Όχι, είπαμε, βρε σαμιαμίδι». Ο Κόνι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, χαμογελώντας πλατιά στον Τζέιμς. «Είναι δικό του θέμα. Αν θέλεις να τον κάνεις να σου πει, κοίταξέ τον με τα μεγάλα γαλανά μάτια σου». «Θείε Τζέιμς;» «Πρόκειται… για έναν ανοιχτό λογαριασμό που έχω. Μη σκοτίζεσαι εσύ γι’ αυτό». «Μα δεν σου πέφτει λίγο μεγάλη η κόμησσα;» «Καμία σχέση», διαμαρτυρήθηκε ο Τζέιμς. «Και τι στο διάολο εννοείς λέγοντας “μεγάλη”;» «Ε, εντάξει, δεν είναι κι αρχαία, φαντάζομαι», διόρθωσε το σχόλιό της η Ρέτζι. «Και φροντίζει πολύ καλά τον εαυτό της. Αλλά τι είδους λογαριασμούς μπορεί να έχεις εσύ μαζί της;» «Όχι μ’ εκείνη. Με τον άνδρα της». «Μα ο άνδρας της είναι νεκρός». «Νεκρός; Νεκρός!» Ο Τζέιμς κοίταξε τον Κόνι. «Γαμώτο! Δεν μπορεί να είναι νεκρός!» Η Ρέτζι κοίταξε τον Κόνι μπερδεμένη. «Ήθελε να πατσίσει μαζί του για κάτι, σαμιαμίδι μου», της εξήγησε ο Κόνι. «Και τώρα φαίνεται ότι παρενέβη η μοίρα». «Πότε πέθανε;» ρώτησε άγρια ο Τζέιμς. «Πώς;» Η Ρέτζι άρχισε να ανησυχεί. «Εμ, δεν ξέρω ακριβώς. Πάνε αρκετά χρόνια όμως».


Η οργή του Τζέιμς έγινε έκπληξη. Και τότε οι δύο άνδρες άρχισαν να γελάνε, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο τη Ρέτζι. «Αχ, κουφετάκι μου, παραλίγο να με μπερδέψεις», γέλασε πνιχτά ο Τζέιμς. «Αλλά δεν νομίζω ότι μιλάμε για τον ίδιο άνδρα. Εγώ θέλω τον νεαρό υποκόμη». «Τον Νίκολας Ίντεν;» αναφώνησε εκείνη. «Α μπράβο. Τον ξέρεις;» «Πολύ καλά», αποκρίθηκε εκείνη. «Τότε ίσως μπορείς να μου πεις πού είναι, γιατί κανένας δεν ξέρει. Έχω φάει τον κόσμο να τον βρω. Παίρνω όρκο ότι από μένα κρύβεται, και πολύ καλά κάνει». «Θεέ μου!» αναφώνησε η Ρέτζι. «Έβαλες να μ’ απαγάγουν για ν’ αναγκάσεις τον Νίκολας να έρθει να σε βρει;» «Όχι εσένα, κουφετάκι μου», τη διαβεβαίωσε ο Τζέιμς. «Αυτοί οι ηλίθιοι οι άνδρες μου σε πέρασαν για τη σύζυγο του Ίντεν». Η Ρέτζι πήγε κοντά στον Κόνραντ, πήρε βαθιά ανάσα και είπε διστακτικά: «Θείε Τζέιμς, οι άνδρες σου δεν έκαναν λάθος». «Δεν έκαναν…» «…λάθος», αποτελείωσε εκείνη τη φράση του. «Εγώ είμαι η σύζυγος του Νίκολας». Η γεμάτη ένταση βουβαμάρα που έπεσε στο δωμάτιο έκανε σμπαράλια τα νεύρα όλων. Ο Τζέιμς κοκάλωσε. Ο Κόνραντ αγκάλιασε προστατευτικά με το ένα χέρι του τη Ρέτζι, και περίμεναν μαζί την έκρηξη. Προτού συμβεί όμως αυτό, η πόρτα άνοιξε κι ο νεαρός έβαλε μέσα το κεφάλι του. «Μόλις μου είπε ο Ανρί ότι είναι ξαδέλφη μου; Αληθεύει;» Ο Τζέιμς τον αγριοκοίταξε. «Όχι τώρα, Τζέρεμι!» Το αγόρι ζάρωσε. «Όχι! Μη φύγεις, Τζέρεμι». Η Ρέτζι έπιασε τον νεαρό από το χέρι και τον τράβηξε μέσα. «Μαζί μου είναι θυμωμένος ο θείος Τζέιμς, όχι μαζί σου». «Δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου, Ρέιγκαν». Με το ζόρι έλεγχε τη φωνή του. «Ήσουν έτοιμος να μου βάλεις τις φωνές». «Δεν θα σου έβαζα τις φωνές!» εξερράγη εκείνος. «Πάλι καλά», σχολίασε ειρωνικά εκείνη. Ο Τζέιμς άνοιξε το στόμα του, κατόπιν το έκλεισε κι αναστέναξε εξοργισμένος. Τα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του Κόνραντ και το μήνυμα ήταν σαφές: Βγάλ’ τα πέρα εσύ μαζί της. Εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ο Κόνραντ έκανε τις συστάσεις. «Τζέρεμι Μάλορι, λαίδη Ρετζίνα Μαλ… εμ, Ίντεν, κόμησσα του Μοντάιθ». «Ε, όχι!» Ο Τζέρεμι χαμογέλασε πλατιά. «Γι’ αυτό του γύρισε το μάτι ανάποδα». «Ναι, δεν νομίζω ότι του πολυαρέσει… Τέλος πάντων, άσ’ το αυτό τώρα». Η Ρέτζι χαμογέλασε πλατιά στον όμορφο νεαρό, που ήταν ολόιδιος στα χρώματα μ’ εκείνη. «Δεν πρόλαβα να σε καλοκοιτάξω νωρίτερα. Έλα, Παναγία μου! Είσαι ολόιδιος με τον θείο Τόνι στα νιάτα του». Στράφηκε στον Τζέιμς. «Θα τον κρατούσες αιωνίως μυστικό, θείε;»


«Δεν είναι μυστικό», απάντησε απότομα ο Τζέιμς. «Η οικογένεια δεν το ξέρει». «Κι εγώ μόλις πριν από πέντε χρόνια το έμαθα. Και ξέρεις ότι έκτοτε δεν μιλάω με τ’ αδέλφια μου». «Θα μπορούσες όμως να το πεις σ’ εμένα την τελευταία φορά που σε είδα». «Τότε δεν υπήρχε χρόνος να σου μιλήσω γι’ αυτό, Ρέιγκαν. Τι να σου έλεγα: “Ξέρεις, έχω ένα γιο”; Θ’ άρχιζες να με ζαλίζεις με τις ατελείωτες ερωτήσεις σου κι ο Τζέισον θα είχε στείλει τους υπηρέτες του να μας βρουν». «Ναι, καλά λες. Αλλά πώς τον βρήκες; Πριν από πέντε χρόνια έγινε;» «Για την ακρίβεια, λίγο λιγότερο», αποκρίθηκε εκείνος. «Και πέσαμε απλώς ο ένας πάνω στον άλλον σ’ ένα καπηλειό που δούλευε ο μικρός». «Έπρεπε να δεις τη φάτσα του θείου σου, σαμιαμίδι, όταν είδε τον μικρό». Ο Κόνραντ χαμογέλασε στη θύμηση του συμβάντος. «Κατάλαβε ότι ο μικρός τού φαινόταν γνωστός, αλλά δεν ήξερε από πού. Και ούτε ο Τζέρεμι μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω του». «Εγώ τον αναγνώρισα, βλέπεις», πετάχτηκε ο Τζέρεμι. «Δεν τον είχα δει ποτέ ξανά στη ζωή μου, αλλά η μαμά μου μου τον περιέγραφε τόσο συχνά που θα τον γνώριζα οπουδήποτε. Και τελικά βρήκα το κουράγιο να τον ρωτήσω στα ίσια αν ήταν ο Τζέιμς Μάλορι». «Μπορείς να φανταστείς την αντίδρασή του», είπε κεφάτα ο Κόνραντ. «Όλοι στο λιμάνι τον ήξεραν σαν κάπτεν Χοκ και να σου η μισοριξιά από δω να τον αποκαλεί με το αληθινό του όνομα. Κι ύστερα να λέει κι από πάνω ότι είναι γιος του! Αν κι ο Χοκ δεν το βρήκε τόσο αστείο όσο εγώ. Αφού κοίταξε προσεκτικά τα χρώματα του μικρού, του έκανε μερικές ερωτήσεις και, ανάθεμά με, μετατράπηκε εν μία νυκτί σε περήφανο πατέρα». «Επομένως, έχω έναν νέο ξάδελφο, σχεδόν ενήλικο», χαμογέλασε πλατιά η Ρέτζι. «Αχ, αυτό είναι τέλειο. Καλωσόρισες στην οικογένεια, Τζέρεμι». Ήταν σχεδόν το ίδιο ψηλός με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν πολύ ψηλότερος από τη Ρέτζι. Εκείνη ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, για να τον φιλήσει στο μάγουλο, και βρέθηκε έκπληκτη να δέχεται μια ενθουσιώδη και σφιχτή αγκαλιά, που της έκοψε την ανάσα. Το αγόρι δεν έλεγε να την αφήσει. «Φτάνει, Τζέρεμι. Τζέρεμι!» Το αγόρι πισωπάτησε. «Μπορούν να παντρευτούν τα ξαδέλφια μεταξύ τους;» ρώτησε. Ο Κόνραντ ξέσπασε σε βροντερά γέλια. Ο Τζέιμς τον κοίταξε βλοσυρά. Η Ρέτζι κοκκίνισε. Τώρα καταλάβαινε το κίνητρο πίσω απ’ αυτή την αγκαλιά. «Κι άλλος γυναικάς στην οικογένεια, θείε Τζέιμς;» ρώτησε ξερά. «Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα», αναστέναξε ο Τζέιμς. «Και μαθαίνει πολύ νωρίς όλα τα κόλπα». «Ακολουθεί το παράδειγμά σου», σχολίασε μαλακά ο Κόνραντ.


«Πάντως, τώρα είναι ώρα να πάει για ύπνο». «Ε, όχι», διαμαρτυρήθηκε ο Τζέρεμι. «Αυτό που σου λέω», διέταξε αυστηρά ο Τζέιμς. «Θα έχεις την ευκαιρία να δεις την ξαδέλφη σου το πρωί, αν βέβαια προσέχεις τους τρόπους σου και θυμάσαι ότι είναι ξαδέλφη σου κι όχι καμιά πόρνη του καπηλειού». Έπειτα από τέτοια κατσάδα, θα περίμενε κανείς ότι το αγόρι θα έφευγε με την ουρά στα σκέλια. Όχι ο Τζέρεμι όμως. Χαμογέλασε σκανδαλιάρικα στη Ρέτζι και της έκλεισε το μάτι. «Θα σε δω στα όνειρά μου, γλυκιά Ρέιγκαν, απόψε κι όλες τις νύχτες που θα έρθουν». Εκείνη κόντεψε να βάλει τα γέλια. Το θράσος του δεν είχε όρια! Τον κοίταξε σκαμπρόζικα και του είπε: «Μη γίνεσαι αισχρός, ξάδελφε. Μ’ αγκάλιασες πολύ σφιχτά και σίγουρα κατάλαβες ότι πιο παντρεμένη δεν γίνεται να είμαι». Η Ρέτζι βόγκηξε, αναθεματίζοντας την ασυγκράτητη γλώσσα της. Ο Τζέρεμι έριξε μια ματιά στον πατέρα του κι έτρεξε στην πόρτα. Εκείνη ατσαλώθηκε, βέβαιη ότι ο Τζέιμς είχε πιάσει ξεκάθαρα το υπονοούμενο. «Είναι αλήθεια;» «Ναι». «Που να τον πάρει ο διάολος και να τον σηκώσει! Πώς έγινε αυτό, Ρέιγκαν; Πώς στην ευχή πήγες και παντρεύτηκες αυτό τον… αυτό τον…» «Μιλάς για κείνον το ίδιο άσχημα με τον Τόνι», τον έκοψε εκείνη. «Θέλετε κι οι δυο σας ένα κομμάτι του Νίκολας. Οπότε βρείτε τον, χωρίστε τον στα δύο, κόψτε τον κομματάκια, πυροβολήστε τον, σκοτώστε τον. Τι με νοιάζει εμένα; Στο κάτω κάτω, δεν είναι παρά μόνο ο άνδρας μου κι ο πατέρας του παιδιού μου». «Ηρέμησε, σαμιαμίδι», της είπε μαλακά ο Κόνραντ. «Ο θείος σου ξέχασε στη στιγμή ό,τι σχέδια είχε για κείνον με το που έμαθε ότι είσαι παντρεμένη μαζί του». «Τι σχέδια;» απαίτησε να μάθει εκείνη. «Περί τίνος πρόκειται, θείε Τζέιμς;» «Είναι μεγάλη ιστορία, κουφετάκι μου, και…» «Σε παρακαλώ πολύ, μη μου φέρεσαι πάλι λες και είμαι παιδί, θείε Τζέιμς». «Πολύ καλά», υποχώρησε εκείνος. «Με λίγα λόγια, τον έκανα μαύρο στο ξύλο επειδή με είχε προσβάλει. Και γι’ αυτό κατέληξα στη φυλακή». «Και παραλίγο να τον κρεμάσουν», πρόσθεσε ο Κόνραντ. «Όχι», είπε με κομμένη την ανάσα η Ρέτζι, «δεν πιστεύω ότι ο Νίκολας…» «Κατέδωσε τον κάπτεν Χοκ στις αρχές, σαμιαμίδι. Μπορεί το Μέιντεν Ανν να μην υψώνει πλέον την πειρατική σημαία, αλλά η Αγγλία δεν ξεχνά ποτέ. Ο Χοκ δικάστηκε για πειρατεία. Κατάφερε να αποδράσει, κι όχι χάρη στον Μοντάιθ». «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί οι άνδρες μου πρόσεχαν πολύ να μην αναφέρουν μπροστά σου τ’ όνομά μου», είπε ο Τζέιμς. «Έπρεπε να κανονίσω το θάνατό μου. Ειδάλλως θα έπρεπε να φύγω αμέσως από την Αγγλία. Λυπάμαι, Ρέιγκαν», πρόσθεσε τρυφερά. «Θα προτιμούσα να μη μάθαινες ποτέ σε τι έχει μπλέξει ο άνδρας σου».


«Μην απολογείσαι, θείε», είπε σφιγμένα εκείνη. «Το μόνο που μ’ εκπλήσσει είναι πόσο συχνά μου υπενθυμίζουν οι άλλοι ότι έχω πέσει έξω στην κρίση μου για κείνον. Απλώς δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπόρεσα να ξεγελαστώ και να πιστέψω ότι τον αγάπησα». «Δεν τον αγαπάς;» «Όχι. Και μη με κοιτάς έτσι. Στ’ αλήθεια δεν τον αγαπώ». «Μήπως προσπαθεί υπερβολικά να μας πείσει, Χοκ;» Ο Κόνραντ χαμογέλασε πλατιά. «Έτσι λες;» ρώτησε νευριασμένα η Ρέτζι. «Ε, λοιπόν, εσύ θ’ αγαπούσες μια γυναίκα εάν σ’ εγκατέλειπε την ίδια μέρα που σε παντρεύτηκε; Ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω, ποτέ. Ακόμα κι αν δεν ήθελε να με παντρευτεί, ακόμα κι αν ένιωθε ότι ήταν δικαιολογημένος να μ’ αφήσει και να φύγει, τον μισώ που δεν… Απλώς, τον μισώ». Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν ματιές. «Πού βρίσκεται τώρα;» ρώτησε ο θείος της. «Έφυγε από την Αγγλία. Δεν άντεχε καν να βρίσκεται στην ίδια χώρα μ’ εμένα». «Έχει περιουσία σε άλλη χώρα;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της, βυθισμένη γι’ άλλη μία φορά στη δική της δυστυχία. «Κάποτε ανέφερε ότι είχε περιουσία στις Δυτικές Ινδίες, αλλά δεν ξέρω αν έχει πάει εκεί. Τι σημασία έχει; Δεν έχει σκοπό να γυρίσει. Φρόντισε να μου το κάνει…» Η Ρέτζι σταμάτησε καθώς από τον κάτω όροφο ακούστηκε φασαρία. Ο Τζέιμς έγνεψε στον Κόνραντ να πάει να δει τι γινόταν. Μόλις ο Κόνραντ άνοιξε την πόρτα, έγινε σαφές ότι ο καβγάς γινόταν πιο κοντά τους κι όχι στον κάτω όροφο. Ο Τζέιμς ακολούθησε τον Κόνραντ έξω κι η Ρέτζι βγήκε κι εκείνη ακριβώς πίσω από τους δύο άνδρες. Η συμπλοκή γινόταν στη σκάλα, μεταξύ του Ανρί και του… Τόνι; Έλα, Παναγία μου, αυτός ήταν ο Τόνι! Ο Άρτι ήταν ήδη σωριασμένος φαρδιά πλατιά στη βάση της σκάλας. Κι ο Ανρί ήταν έτοιμος να πάει να του κάνει παρέα. Η Ρέτζι παραμέρισε τον Τζέιμς και τον Κόνραντ, για να βγει μπροστά. «Τόνι, σταμάτα!» Ο Άντονι την είδε κι άφησε τον Ανρί, ο οποίος κουτρουβάλησε στα σκαλιά. «Είχα δίκιο λοιπόν!» Ο Τόνι αγρίεψε σαν είδε τον αδελφό του. «Φαίνεται δεν πήρες το μάθημά σου την τελευταία φορά που το έσκασες μαζί της – έτσι δεν είναι, Τζέιμς;» «Μπορώ να μάθω πώς μας βρήκες;» ρώτησε ο Τζέιμς με χαρακτηριστική ψυχραιμία. «Όχι, δεν μπορείς!» αντιγύρισε ο Άντονι. «Τόνι, δεν καταλαβαίνεις…» άρχισε να λέει η Ρέτζι. «Ρέτζι!» Η Ρέτζι έτριξε τα δόντια της. Ο Τόνι ήταν πεισματάρης σαν μουλάρι. Κι αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, που η Ρέτζι δεν μπορούσε να αφήσει ανεκμετάλλευτη. Τα δύο αδέλφια ήταν μαζί κι ήταν ευκαιρία να τα κάνει να φιλιώσουν. Αλλά, αν ο


Τόνι ήθελε απλώς να την πάρει σηκωτή από κει μέσα και να φύγουν, πώς θα μπορούσε να τον ηρεμήσει και να τον πείσει να μιλήσει με τον Τζέιμς; «Ααχ!» Η Ρέτζι άρπαξε το μπράτσο του Τζέιμς με το ένα της χέρι και την κοιλιά της με το άλλο και διπλώθηκε σαν να πονούσε. «Νιώθω… Ααχ! Πολλές οι ταραχές… που πήρα σήμερα. Ένα κρεβάτι, θείε. Πήγαινέ με σ’ ένα κρεβάτι». Ο Τζέιμς τη σήκωσε τρυφερά στα χέρια. Δεν είπε κουβέντα, αλλά την κοίταξε δύσπιστα όταν το βλέμμα του έσμιξε με το δικό της. Η Ρέτζι έκανε ότι δεν το πρόσεξε και βόγκηξε πάλι, πολύ πειστικά. Ο Τζέρεμι έτρεξε κοντά τους, χώνοντας το ανοιχτό πουκάμισό του μέσα στο παντελόνι του, καθώς τα είχε φορέσει και τα δύο βιαστικά. «Τι έγινε; Τι έπαθε η Ρέιγκαν;» ρώτησε, μα δεν πήρε απάντηση, αφού ο Τζέιμς με τον Κόνραντ βιάστηκαν να γυρίσουν στην κρεβατοκάμαρα μαζί με τη Ρέτζι. «Ποιος είσαι συ;» απαίτησε να μάθει ο Τζέρεμι όταν ο Άντονι τον προσπέρασε φουριόζος, για να ακολουθήσει τους άλλους. Ο Άντονι μαρμάρωσε στη θέση του. Μια ματιά είχε ρίξει στο αγόρι, αλλά ήταν αρκετή. Ήταν σαν να κοιτούσε έναν καθρέφτη του παρελθόντος. «Εσύ ποιος στο διάολο είσαι;» Ο Κόνραντ γέλασε και βγήκε από την κάμαρα. «Δεν είναι δικός σου, αν αυτό σκέφτεσαι, σερ Άντονι. Αλλά σίγουρα είναι της οικογένειας. Είναι γιος του Τζέιμς». Ο Τζέρεμι σκέπασε την κραυγή που έβγαλε ο Άντονι από την έκπληξή του με τη δική του κραυγή. «Θείε Τόνι; Ε, όχι! Νόμιζα ότι δεν θα γνώριζα ποτέ κανέναν από το σόι του πατέρα μου και να σου τώρα που γνώρισα πρώτα τη Ρέιγκαν και τώρα εσένα, μαζεμένους όλους μέσα σε μια νύχτα». Άρπαξε τον Άντονι και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που κόντεψε να του κόψει την ανάσα. Τότε ο Τόνι άρπαξε το αγόρι από τους φαρδιούς ώμους του κι ανταπέδωσε την αγκαλιά, εκπλήσσοντας τον Κόνραντ. «Μη φύγεις, πιτσιρίκο», του είπε απότομα και μπήκε στην κάμαρα. Βλέποντας τη Ρέτζι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τον Τζέιμς στο προσκεφάλι της, η οργή τού Τόνι φούντωσε πάλι. «Πανάθεμά σε, Τζέιμς! Δεν έχεις κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι σου, που την τραβολογάς δεξιά κι αριστερά στην κατάστασή της;» «Δεν με τραβολογά», διαμαρτυρήθηκε η Ρέτζι. «Μη λες ψέματα για χάρη μου, κουφετάκι μου», τη μάλωσε τρυφερά ο Τζέιμς. Σηκώθηκε και κοίταξε κατάματα τον μικρότερο αδελφό του. «Έχεις δίκιο πάντως, Τόνι. Αν είχα έστω και μια στάλα μυαλό, θα είχα φροντίσει να μάθω ποια είναι η νέα σύζυγος του Μοντάιθ προτού βάλω να τη φέρουν εδώ, για να τον αναγκάσω να βγει από την κρυψώνα του». Ο Τόνι έδειξε να τα χάνει προς στιγμήν κι ύστερα έγινε έξω φρενών. «Έγινε λάθος;» «Τεράστιο μάλιστα». «Αυτό δεν σε δικαιολογεί», γκρίνιαξε ο Τόνι. «Συμφωνώ». «Θα σταματήσεις επιτέλους να συμφωνείς με ό,τι λέω!»


Ο Τζέιμς κρυφογέλασε. «Δεν χρειάζεσαι δικαιολογία για να τα βάλεις μαζί μου, αδελφέ, αν αυτό τραβάει η ψυχή σου». «Μην το κάνεις, θείε Τόνι», είπε ο Τζέρεμι μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Δεν θέλω να τσακωθώ μαζί σου μόλις σε γνώρισα». «Είναι πολύ προστατευτικός με το γέρο του», πετάχτηκε ο Κόνραντ. «Νομίζει ότι ο πατέρας του δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του από τότε που τον έκανε μαύρο στο ξύλο ο Μοντάιθ». «Νόμιζα πως σου είπα να πας για ύπνο, Τζέρεμι». Αλλά η βλοσυρή ματιά του Τζέιμς είχε στόχο τον πρώτο αξιωματικό του πλοίου του. «Νόμιζα πως είπες ότι εσύ έκανες τον Νίκολας μαύρο στο ξύλο, θείε Τζέιμς», είπε η Ρέτζι. «Α, μα τον έκανε, σαμιαμίδι». Ο Κόνραντ χαμογέλασε πλατιά. «Ο θείος σου κατάφερε να φύγει όταν τελείωσε η μάχη μεταξύ τους –με το ζόρι, βέβαια, να ξέρεις–, ενώ ο άνδρας σου όχι. Σίγουρα πράγματα». «Σίγουρα πράγματα;» επανέλαβε εκείνη. Ο Κόνραντ ανασήκωσε τους ώμους του. «Όταν φύγαμε, ήταν ακόμη αναίσθητος». «Θέλεις να πεις», απαίτησε να μάθει έξαλλη εκείνη, «ότι τον εγκαταλείψατε ενώ ήταν τραυματισμένος;» Ο Κόνραντ κι ο Τζέιμς τινάχτηκαν ζεματισμένοι. «Βρήκε γρήγορα κάποιον να τον βοηθήσει, Ρέιγκαν, τόσο γρήγορα που μέσα σε μία ώρα με είχε κλείσει στη φυλακή». «Τι είναι αυτά που λέτε;» φώναξε ο Άντονι. «Α, μια ιστορία που θα σε ξετρελάνει, Τόνι», απάντησε οργισμένα η Ρέτζι. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είσαι ο μόνος που θέλει να πιει το αίμα του άνδρα μου». Ο Άντονι συνοφρυώθηκε. «Νόμιζα ότι είχες πάψει να υπερασπίζεσαι αυτό το παλιοτόμαρο». «Έτσι είναι», απάντησε παγερά εκείνη. «Αλλά είναι δική μου δουλειά τι θα κάνω μαζί του, όχι δική σας. Δεν έχω ανάγκη την παρέμβαση των θείων μου, από τη στιγμή που είμαι απολύτως ικανή να κάνω τον Νίκολας Ίντεν να βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που θα γυρίσει στην Αγγλία, αν γυρίσει ποτέ, δηλαδή». «Αυτό πάντως εμένα μου ακούγεται αρκετά τρομακτικό», συμφώνησε ο Άντονι. «Ναι – δεν είναι;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Σχεδόν με κάνει να εύχομαι να γυρίσει κοντά της». «Άψογα», αρπάχτηκε η Ρέτζι. «Πολύ χαίρομαι που έχετε πάλι κάτι κοινό εσείς οι δύο». «Μην ελπίζεις και πολλά, ψιψίνα μου», την προειδοποίησε ο Άντονι. «Δεν θέλω να έχω καμία σχέση με πειρατές που το σκάνε με μικρά παιδιά». «Όχου πια, Τόνι», είπε εκνευρισμένα η Ρέτζι. «Αυτό έγινε πριν από χρόνια. Ξέχνα το επιτέλους». «Ποιον είπες πειρατή;» απαίτησε να μάθει ο Τζέρεμι, με λυμένο το ζωνάρι του για καβγά.


«Ο πατέρας σου είναι πειρατής», απάντησε λογικά ο Άντονι. «Όχι, δεν είναι! Δεν είναι πια!» Ο Άντονι κοίταξε τον Τζέιμς ζητώντας διευκρινίσεις, αλλά ο Τζέιμς αρνήθηκε πεισματικά να δώσει κάποια εξήγηση. Ο Κόνραντ ήταν αυτός που είπε: «Το Μέιντεν Ανν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση αμέσως μόλις ο Τζέρεμι έγινε μέλος του πληρώματος. Δεν θα μπορούσαμε να αναθρέψουμε σωστά ένα παιδί πάνω σ’ ένα πλοίο. Τώρα, εκτός από μερικά δρομολόγια εδώ, πίσω στα πάτρια εδάφη, ταξιδεύουμε μόνο για να πουλήσουμε τη σοδειά μας. Έχουμε γίνει καλλιεργητές στα νησιά». «Είναι αλήθεια, Τζέιμς;» ακούστηκε μια σιγανή φωνή πίσω τους, στο κατώφλι του δωματίου. «Θείε Τζέισον!» αναφώνησε η Ρέτζι όταν είδε τον πιο μεγάλο σε ηλικία θείο της. Ο Τζέισον έδειχνε άκρως απειλητικός μέσα στο αυστηρό μακρύ παλτό αμαξά, ενώ το συνοφρύωμά του ταίριαζε απόλυτα με την αμφίεσή του. «Α, να με συγχωρείς, Τζέιμς», προσφέρθηκε να ενημερώσει ο Άντονι. «Ξέχασα να σου πω ότι τα μεγαλύτερα αδέλφια μας έρχονταν ακριβώς πίσω μου». «Όχι κι ακριβώς», είπε λαχανιασμένα ο Έντουαρντ μόλις πρόβαλε στο κατώφλι δίπλα στον Τζέισον. «Και δεν ήταν ανάγκη να τρέχεις του σκοτωμού, Άντονι. Ωραίο το μέρος που έχεις βολευτεί, Τζέιμς. Πόσο σου κοστίζει;» «Πάντα επιχειρηματίας, ε, Έντουαρντ;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε περιχαρής. Κατόπιν είπε: «Μπορείς να μου πεις πώς στο διάολο με βρήκατε; Για να μη ρωτήσω πώς ξέρατε ότι είμαι στην Αγγλία». «Αυτό είναι κατόρθωμα του Άντονι», απάντησε ο Έντουαρντ. «Είδε ένα σκίτσο που είχε κάνει η Ρέτζι. Σήμερα το πρωί, επιστρέφοντας στο Λονδίνο, έκανε μια στάση στο σπίτι μου, για να μ’ ενημερώσει σχετικά με τη Ρέτζι και τότε θυμήθηκε πού είχε δει έναν από τους τύπους στο σκίτσο. Ήταν μέλος του πληρώματός σου όταν είχες πρωτοαγοράσει το Μέιντεν Ανν. Ο Τζέισον, που μόλις είχε καταφτάσει από το Χέιβερστον, μάντεψε τα υπόλοιπα». «Αλλά, πώς σκεφτήκατε να ψάξετε εδώ;» «Πανεύκολο», αποκρίθηκε ο Έντουαρντ. «Είναι το κοντινότερο λιμάνι. Σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχες τόσο μεγάλο θράσος ώστε να αγκυροβολήσεις εδώ το πλοίο σου». «Δεν έχω και τόσο μεγάλο θράσος», απάντησε θιγμένα ο Τζέιμς. «Το πλοίο το έχω αγκυροβολημένο στ’ ανοιχτά». «Να γιατί δεν μπορούσαμε να το βρούμε. Φυσικά, ο Άντονι δεν είναι απ’ αυτούς που το βάζουν εύκολα κάτω. Περάσαμε όλο το απόγευμα ρωτώντας από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη. Τελικά, πέσαμε κατά τύχη πάνω σ’ έναν τύπο που σε είχε δει να μπαινοβγαίνεις εδώ». «Και τώρα τι σκοπεύετε να κάνετε;» ρώτησε ο Τζέιμς, κοιτώντας στα ίσια τον Τζέισον. «Θα λάβετε όλοι μέτρα εναντίον μου πάλι;»


«Ασφαλώς όχι, θείε Τζέιμς», βιάστηκε να απαντήσει η Ρέτζι. «Είμαι βέβαιη ότι είναι πρόθυμοι να ξεχάσουν το παρελθόν, αν είσαι κι εσύ. Άλλωστε, έχεις εγκαταλείψει πια την πειρατεία. Έχεις νοικοκυρευτεί κι έχεις έναν εξαίρετο γιο. Γνωρίζω πολύ καλά ότι θέλουν να τον καλωσορίσουν στην οικογένεια». «Γιο!» «Εμένα», δήλωσε περήφανα ο Τζέρεμι, κοιτώντας τον Τζέισον και τον Έντουαρντ από την άλλη άκρη του δωματίου. Η Ρέτζι συνέχισε προτού προλάβουν να συνέλθουν οι θείοι της από το σοκ: «Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι αντέχω να πάρω άλλη ταραχή σήμερα. Θα μπορούσα κάλλιστα να χάσω το μωρό μου αν…» «Μωρό!» «Τι; Δεν τους το είπες, Τόνι;» ρώτησε όλο αθωότητα εκείνη. «Ωραία τα κατάφερες, ψιψίνα». Ο Άντονι της χαμογέλασε πλατιά. «Και βλέπω πως έχεις συνέλθει από την προηγούμενη ταραχή που πήρες». «Απλώς είχα ανάγκη να ξαπλώσω για λίγο». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Ε, τότε, νομίζω ότι μπορείς να μας αφήσεις μόνους μας τώρα, να τα βρούμε και να φιλιώσουμε. Τρέχα να βρεις κάπου ένα φλιτζάνι τσάι να πιεις ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Και πάρε μαζί σου και τον νέο ανιψιό μου». «Θείε Τζέισον;» Δεν χρειαζόταν να γίνει πιο συγκεκριμένη. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Έκανε τώρα μια γκριμάτσα χωρίς ίχνος κακίας, οπότε όλα καλά. «Πήγαινε, Ρέτζι. Δεν προλαβαίνει άνθρωπος να σταυρώσει κουβέντα όταν είσαι εσύ μπροστά». Η Ρέτζι χαμογέλασε θριαμβευτικά κι αγκάλιασε τον Τζέιμς. «Καλώς ήρθες πάλι στην οικογένεια, θείε Τζέιμς». «Ρέιγκαν, κουφετάκι μου, μην αλλάξεις ποτέ». «Λες και θα μ’ αφήνατε εσείς οι τέσσερις να αλλάξω χωρίς την έγκρισή σας!» Έπιασε αγκαζέ τον Τζέρεμι. «Πάμε, ξάδελφε. Ο πατέρας σου θα τους πει τα πάντα για σένα κι εσύ μπορείς να μου πεις τα πάντα για σένα». «Καλύτερα να πάω κι εγώ μαζί τους», είπε ο Κόνραντ. Καθώς έφυγαν οι τρεις τους, άκουσαν πίσω τους: «Μια ζωή θέλεις να διαφέρεις από τους άλλους – έτσι δεν είναι, Τζέιμς;» Ο Τζέισον ήταν αυτός που μιλούσε. «Δεν τη λένε Ρέιγκαν!» «Ούτε Ρέτζι τη λένε! Και, εν πάση περιπτώσει, έχει μεγαλώσει πια και δεν της ταιριάζει το Ρέτζι. Το Ρέιγκαν αρμόζει περισσότερο σε μια ενήλικη γυναίκα». «Μάλλον δεν κατάφερες να τους τα φτιάξεις τελικά», της είπε ο Τζέρεμι. «Σιγά που δεν τα κατάφερα», χαχάνισε η Ρέτζι. «Πες του, Κόνι». «Δίκιο έχει, μικρέ», είπε ο Κόνραντ καθώς τους συνόδευε κάτω στο χολ. «Δεν θα ήταν χαρούμενοι αν δεν έβρισκαν κάτι για να τσακωθούν». «Επομένως, σκέψου πόσο χαρούμενους τους έχεις κάνει, Τζέρεμι», πρόσθεσε σοφά


η Ρέτζι. «Τώρα θα μπορούν να τσακώνονται και για τη δική σου ανατροφή».


Κεφάλαιο 25 Το βαρβάτο άτι άφηνε ένα σύννεφο σκόνης πίσω του καθώς κάλπαζε στο δρόμο της φυτείας. Κατά μήκος του δρόμου, τ’ ανθισμένα ανοιξιάτικα λουλούδια της ευρωπαϊκής ποικιλίας μπερδευόταν με τα τροπικά και δημιουργούσαν μια πανδαισία έντονων χρωμάτων. Δεξιά του δρόμου, σε απόσταση μικρότερη από ενάμισι χιλιόμετρο, ο ωκεανός έριχνε τα πελώρια κύματά του στην αμμουδιά. Ο καυτός ήλιος στραφτάλιζε στα γαλανά νερά μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ο Νίκολας ούτε που πρόσεχε την τόση ομορφιά γύρω του εκείνη την πνιγηρή μέρα στις αρχές του Απρίλη. Επέστρεφε από το λιμανάκι του νησιού, όπου είχε μια συνάντηση με τον κάπτεν Μπόουντλερ, ο οποίος τον είχε ενημερώσει ότι το πλοίο του θα ήταν έτοιμο να σαλπάρει με την πρωινή παλίρροια. Ο Νίκολας γύριζε στην πατρίδα, γύριζε στη Ρετζίνα. Οι έξι μήνες που έλειπε δεν ήταν αρκετοί για να μπορέσει να τη βγάλει από το μυαλό του, παρόλο που το είχε προσπαθήσει. Είχε αφιερώσει μήνες ολόκληρους προκειμένου να μετατρέψει το ρημαγμένο σπίτι της φυτείας σε στολίδι του νησιού κι ακόμα περισσότερους προκειμένου να προετοιμάσει τη γη για τη σπορά και τη συγκομιδή. Δούλευε σκληρά σχεδόν κάθε λεπτό της μέρας, αλλά η διάθεσή του εξακολουθούσε να είναι επικίνδυνα μεμψίμοιρη. Εκατό φορές είχε αποφασίσει να γυρίσει. Κι άλλες εκατό είχε αλλάξει γνώμη. Η κατάσταση εκεί δεν επρόκειτο να αλλάξει. Η Μίριαμ και οι απειλές της κρέμονταν ακόμη πάνω από το κεφάλι το δικό του και της Ρετζίνα. Όμως όλον αυτό τον καιρό, ο Νίκολας είχε παραβλέψει το προφανές. Η Ρετζίνα πιθανότατα θα ήξερε πια. Ήταν αδύνατον να είχε ζήσει η Μίριαμ έξι μήνες μαζί της και να μην είχε προσπαθήσει να τη στρέψει εναντίον του. Ναι, τώρα πια θα πρέπει να είχε μάθει. Κι αυτή την πιθανότητα του την είχαν επισημάνει μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, όταν έγινε σκνίπα στο μεθύσι παρέα με τον κάπτεν Μπόουντλερ και του άνοιξε την καρδιά του. Χρειάστηκε η αντικειμενική άποψη κάποιου τρίτου και επίσης μεθυσμένου, για να τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι καθόταν στο νησί κι έκλαιγε σαν μικρό παιδί επειδή δεν είχε τη γυναίκα που ήθελε. Ε, λοιπόν, τέρμα οι κλάψες. Είχε έρθει η ώρα να γυρίσει και να αντιμετωπίσει την κατάσταση, όποια κι αν ήταν. Αν η γυναίκα του τον απεχθανόταν, τότε θα είχαν όλα τελειώσει. Αν όμως δεν τον απεχθανόταν; Κι ο κάπτεν Μπόουντλερ την ίδια ερώτηση του έκανε. Τι θα γινόταν αν εκείνη έγραφε στα παλιά της τα παπούτσια τη γνώμη του κόσμου και βασιζόταν μόνο στη δική της κρίση; Πράγματι της είχε φερθεί φρικτά κι


αυτό ήταν το μόνο δείγμα γραφής που η Ρετζίνα είχε από εκείνον για να τον κρίνει. Επιπλέον, είχε λυγίσει από το βάρος ενός και μόνο σκανδάλου και γι’ αυτό ήθελε να τον παντρευτεί. Ο Νίκολας ήθελε να πιστεύει ότι τον είχε παντρευτεί γι’ άλλους λόγους και όχι επειδή αυτό όριζαν οι κανόνες της ευπρέπειας, αλλά ήταν μάλλον απίθανο. Επομένως, πού βρισκόταν στην ουσία; Πουθενά. Μέχρι να γυρίσει στην πατρίδα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσο μεγάλη ζημιά είχε γίνει. Ένα ξυπόλυτο, με σοκολατένιο δέρμα αγόρι βγήκε τρέχοντας από το μεγάλο άσπρο σπίτι, για να πάρει το άλογο του Νίκολας. Ήταν το μοναδικό πράγμα που δεν είχε συνηθίσει εδώ ο Νίκολας, το να έχει σκλάβους. Ήταν το μοναδικό πράγμα που μισούσε στα νησιά. «Έχετε επισκέψεις, κύριε. Σας περιμένουν στο γραφείο σας», τον ενημέρωσε η οικονόμος του σπιτιού. Ο Νίκολας την ευχαρίστησε και διέσχισε το φαρδύ, ανοιχτό χολ κάπως ενοχλημένος. Ποιος να ήταν ο επισκέπτης; Είχε ακόμη πολλά πράγματα να πακετάρει, καθώς κι άλλη μία συνάντηση με τον κτηματομεσίτη του. Δεν είχε χρόνο για κουβεντούλα. Μπήκε στο σκοτεινό γραφείο, όπου τα κλειστά παραθυρόφυλλα κρατούσαν έξω την κάψα του μεσημεριού. Σάρωσε με το βλέμμα του τις κατειλημμένες καρέκλες που περιέβαλλαν το γραφείο του. Αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που αντίκριζαν τα μάτια του, τα έκλεισε. Δεν θα το άντεχε αυτό. «Πες μου ότι δεν είσαι αληθινός και ότι σε φαντάστηκα, Χοκ». «Με φαντάστηκες». Ο Νίκολας διέσχισε το δωμάτιο και κάθισε στο γραφείο του. «Τότε υποθέτω δεν θα ενοχληθείς αν σ’ αγνοήσω – έτσι δεν είναι;» «Βλέπεις τι εννοώ, Τζέρεμι; Δεν φοβάται ούτε τον ίδιο το διάολο». «Αυτός εδώ είναι ο καλύτερος που μπορούσες να βρεις για να σε βοηθήσει;» ρώτησε ξερά ο Νίκολας δείχνοντας τον νεαρό. «Δεν χτυπάω παιδιά. Δεν μπορούσατε να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας εσύ και ο μπράβος σου ο κοκκινογένης;» «Δεν δείχνεις να ξαφνιάζεσαι που με βλέπεις, Μοντάιθ», είπε ήρεμα ο Τζέιμς. «Θα ’πρεπε;» «Ναι. Έφυγες από την Αγγλία πριν από τον απαγχονισμό». «Α, ναι, ο απαγχονισμός». Ο Νίκολας έγειρε πίσω στην καρέκλα του χαμογελώντας. «Πώς πήγε; Μάζεψε πολύ κόσμο;» «Το βρίσκεις αστείο;» απαίτησε να μάθει ο Τζέρεμι. «Αγαπητό μου παιδί, το μόνο που βρίσκω αστείο είναι η δική μου ηλιθιότητα. Αν ήξερα ότι αυτός ο τύπος θα έβαζε σκοπό στη ζωή του να με βασανίζει, δεν θα είχα κανονίσει ποτέ να κάνουν οι φρουροί του τα στραβά μάτια, για να μπορέσει να δραπετεύσει». «Παλιοψεύτη!» μπήκε στην κουβέντα ξαναμμένος κι ο Κόνραντ. «Οι φρουροί εκείνοι ήταν αδιάφθοροι! Εγώ ο ίδιος τους πρόσφερα ένα σωρό λεφτά κι αρνήθηκαν».


«Κόνι σε είπαμε;» «Κύριος Σαρπ, για σένα!» Ο Νίκολας κρυφογέλασε. «Θα πρέπει να γνωρίζεις ότι το χρήμα δεν είναι πάντα η λύση σε όλα. Βοηθούν επίσης οι σωστές γνωριμίες». «Γιατί;» ρώτησε ήρεμα ο Τζέιμς. «Α, μην αμφιβάλλεις στιγμή ότι οι λόγοι ήταν καθαρά εγωιστικοί, γέρο», απάντησε ο Νίκολας. «Μια και δεν θα ήμουν εκεί τριγύρω να δω ο ίδιος τον απαγχονισμό σου, αποφάσισα να αρνηθώ και στον υπόλοιπο πληθυσμό αυτή τη χαρά. Αν γινόταν να κανονίσω να αναβληθεί η εκτέλεσή σου ώσπου να γυρίσω, να είσαι σίγουρος ότι θα το είχα κάνει. Επομένως, μη νιώθεις υποχρεω​ μένος να μ’ ευχαριστήσεις». «Άσε με να τον περιλάβω, Χοκ». Η οργή του Κόνραντ τον κυρίευε. «Δεν θα το μάθει ποτέ εκείνη». «Αν εννοείς την οικονόμο μου, μάλλον έχει ήδη στήσει αυτί στην πόρτα. Αλλά, μη σε σταματά αυτό, γέρο». Ο Κόνραντ πετάχτηκε σαν βολίδα από την καρέκλα του, αλλά ο Τζέιμς τού έκανε νόημα να σταματήσει. Ο καπετάνιος κοίταξε στοχαστικά τον Νίκολας γι’ αρκετά δευτερόλεπτα, βαθιά μέσα στα χρυσαφένια σαν το μέλι μάτια του, και κατόπιν γέλασε. «Ανάθεμα κι αν πιστεύω έστω και τα μισά απ’ όσα είπες, Μοντάιθ». Με το καθηλωτικό βλέμμα του κάρφωσε τον Νίκολας στα μάτια. «Αναρωτιέμαι όμως», συνέχισε αργά, «ποιο να ήταν το αληθινό κίνητρό σου. Μήπως φαντάστηκες ότι, αν με γλίτωνες από κει που μ’ είχες μπλέξει, θα σ’ άφηνα ήσυχο; Δεν θα το έκανα». Ο Νίκολας δεν απάντησε κι ο Τζέιμς γέλασε ξανά. «Μη μου πεις ότι ένας άνδρας με τον δικό σου χαρακτήρα έχει αρχές; Αίσθημα ευγενούς άμιλλας;» «Με καμία δύναμη», μουρμούρισε ο Κόνραντ. «Α, μα μην ξεχνάς, Κόνι, ότι δεν επρόκειτο να κρεμαστώ για ό,τι του έκανα, ωστόσο εκείνος ευθυνόταν για τη σύλληψή μου». «Πολύ διασκεδαστικό», σχολίασε παγερά ο Νίκολας. «Μπορούμε τώρα να σταματήσουμε τις άσκοπες εικασίες; Άνοιξε τα χαρτιά σου, Χοκ, αλλιώς φύγε. Έχω δουλειές να κάνω». «Κι εμείς το ίδιο. Δεν φαντάζομαι να νομίζεις ότι μ’ αρέσει να σε κυνηγάω όπου πας; Κι απ’ ό,τι φαίνεται, μόνο αυτό κάνω τελευταία», αναστέναξε ο Τζέιμς. «Οι τελευταίοι έξι μήνες ήταν απίστευτα κουραστικοί». «Καταλαβαίνεις γιατί δεν σε συμπονώ – έτσι δεν είναι;» «Για πόσο ακόμη θ’ ανέχεσαι να σου μιλάει έτσι, Χοκ;» γρύλισε ο Κόνραντ. «Μήπως να το ξανασκεφτείς;» «Ο Κόνι έχει δίκιο», πετάχτηκε ο Τζέρεμι. «Δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρήκε η Ρέιγκαν». «Δεν μπορείς, μικρέ;» ρουθούνισε ο Κόνραντ. «Για κοίτα την ομορφόφατσά του». «Ηρεμήστε κι οι δύο», προειδοποίησε ο Τζέιμς. «Η Ρέιγκαν έχει περισσότερο μυαλό


στο κεφάλι της και δεν γοητεύεται μόνο από μια ωραία εμφάνιση. Θα πρέπει να έχει βρει κάτι παραπάνω σ’ αυτόν». «Πάντως, δεν έχει καμία σχέση με ό,τι φανταζόμουν», γκρίνιαξε ο Τζέρεμι. Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Δεν μπορείς να τον κρίνεις μόνο απ’ αυτή την επίσκεψη, Τζέρεμι. Κρατάει άμυνα». Ο Νίκολας ένιωσε να φτάνει στα όριά του. «Χοκ, αν έχεις κάτι να μου πεις, πες το. Αν θέλεις να μου επιτεθείς πάλι, κάν’ το. Αλλά, αν θέλετε εσείς οι τρεις να κάθεστε εδώ και να τσακώνεστε για μια κοκότα, τραβάτε αλλού». «Πάρ’ το πίσω αυτό που είπες, Μοντάιθ», φώναξε ο Τζέρεμι. «Δεν είναι κοκότα!» «Μα ποιο στο διάολο είναι αυτό το αγόρι;» Ο Τζέιμς κρυφογέλασε. «Ο γιος μου είναι. Δεν το ήξερες; Προσπάθησα να τον πείσω να μείνει στο πλοίο, αλλά δεν άκουγε κουβέντα. Ήθελε σώνει και καλά να έρθει μαζί μου, για να δει πώς θα έπαιρνες τα νέα που σου φέραμε». «Πολύ αμφιβάλλω αν έχεις κάποια νέα που να μ’ αφορούν». «Η σύζυγός σου δεν σ’ αφορά;» Ο Νίκολας σηκώθηκε αργά και τα μάτια του καρφώθηκαν στα μάτια του καπετάνιου. «Τι έχεις να πεις εσύ για κείνη;» «Είναι πανέμορφη πάντως – έτσι δεν είναι;» «Πώς μπόρεσες…;» Βγάζοντας ένα γρύλισμα λυσσαλέας οργής, ο Νίκολας τινάχτηκε μπροστά, πέρασε πάνω από το γραφείο κι άρπαξε τον Τζέιμς από το λαιμό. Χρειάστηκε να επέμβουν ο Κόνραντ κι ο Τζέρεμι μαζί, για να κατορθώσουν να τον τραβήξουν από πάνω του. Τον κράτησαν ο ένας από το ένα μπράτσο και ο άλλος από το άλλο, για να μην του ορμήσει πάλι. «Αν τόλμησες να απλώσεις χέρι πάνω της, Χοκ, θα σε σκοτώσω!» Ο Τζέιμς έτριψε τον πονεμένο λαιμό του, αλλά στα μαύρα μάτια του τρεμόπαιζε μια σπίθα, μια σπίθα ικανοποίησης. «Τι σου ’λεγα, Κόνι; Είναι αυτή αντίδραση άνδρα που δεν νοιάζεται;» έκρωξε. «Η γυναίκα μου», γρύλισε ο Νίκολας προτού προλάβει καν ο Κόνραντ να απαντήσει. «Τι της έκανες;» «Α, μα αυτό είναι τέλειο», κρυφογέλασε ο Τζέιμς. Ο Κόνραντ κι ο Τζέρεμι αναγκάστηκαν να κρατήσουν πιο σφιχτά τον Νίκολας. «Τι γλυκιά εκδίκηση που θα ήταν, μικρέ, αν σου ’λεγα μια ιστορία που θα είχα βγάλει από το μυαλό μου μόνο και μόνο για να σε βασανίσω. Θα μπορούσα να σου πω ότι είχα απαγάγει την αγαπημένη σου γυναίκα, πράγμα που αληθεύει, εδώ που τα λέμε. Σκόπευα να τη χρησιμοποιήσω σαν δόλωμα, για να σ’ αναγκάσω να έρθεις εσύ σ’ εμένα. Δεν ξέραμε ότι είχες φύγει από τη χώρα, βλέπεις. Και… δυστυχώς, δεν ήξερα ποια ήταν η γυναίκα σου». «Μη μου πεις ότι ο ατρόμητος κάπτεν Χοκ φοβήθηκε την οικογένειά της;» Το σχόλιο αυτό έγινε δεκτό μ’ ένα τόσο ξεκαρδιστικό γέλιο από τους άλλους τρεις, που ο Νίκολας αιφνιδιάστηκε. Κατάφερε να ξεφύγει από τη σφιχτή λαβή του Τζέρεμι


και να χτυπήσει δυνατά τον Κόνραντ στο στομάχι. Έτσι απελευθερώθηκε προς στιγμήν, αλλά μόνο προς στιγμήν. «Ήρεμα, μικρέ». Ο Τζέιμς ύψωσε το χέρι του, για να κάνει τον Νίκολας να πάψει πια να παλεύει. «Δεν θέλω να σου κάνω κακό». Χαμογέλασε πλατιά. «Ιδίως αφότου μου πήρε βδομάδες να συνέλθω μετά την τελευταία μας συνάντηση». «Κι αυτό υποτίθεται ότι μου το λες για να ηρεμήσω; Το ίδιο διάστημα μου πήρε κι εμένα ώσπου να συνέλθω, χώρια που εξαιτίας αυτού του γεγονότος δεν κατάφερα να αποθαρρύνω τη Ρετζίνα να… Τέλος πάντων, αυτό δεν σ’ αφορά». «Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς, μικρέ. Ξέρω ότι προσπάθησες να την κάνεις να σε παρατήσει. Κρίμα που δεν το έκανε», αναστέναξε ο Τζέιμς, «αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα». «Ε, φτάσε πια στο θέμα!» αρπάχτηκε ο Νίκολας. «Τι έκανες στη Ρετζίνα;» «Αγαπητό μου παιδί, η Ρέιγκαν ποτέ δεν θα πάθαινε κακό από μένα. Είναι η πολυαγαπημένη μου ανιψιά, βλέπεις». «Ρέιγκαν; Τι με νοιάζει εμένα για…» «Δεν σε νοιάζει;» Ήταν τόσο έντονος ο υπαινιγμός, που ο Νίκολας κοκάλωσε, προσπαθώντας να σκεφτεί. Ξάφνου, καθώς κοιτούσε τον Χοκ, έγινε ολοφάνερο αυτό που δεν είχε προσέξει νωρίτερα. Ο Χοκ και το αγόρι είχαν χαρακτηριστική ομοιότητα, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με την… «Τζέιμς Μάλορι;» «Αυτοπροσώπως». «Γαμώτο και πάλι γαμώτο!» Ο Τζέιμς γέλασε. «Μην το παίρνεις τόσο κατάκαρδα. Φαντάσου πώς ένιωσα εγώ όταν ανακάλυψα ότι είχες παντρευτεί την ανιψιά μου κι είχες μπει στην οικογένειά μου. Αυτό έβαλε αυτομάτως τέλος στα σχέδιά μου για σένα». «Γιατί;» αντιγύρισε ο Νίκολας. «Απ’ όσο θυμάμαι, η οικογένειά σου δεν θέλει να σε ξέρει». «Αυτό συνέβαινε πριν από την επανένωσή μας. Τα ξαναβρήκα με τ’ αδέλφια μου, χάρη στη Ρέιγκαν. Έχει έναν τρόπο να παίρνει αυτό που θέλει». «Ναι, έχει», μουρμούρισε ο Νίκολας, με φωνή που έσταζε ειρωνεία. «Και τότε τι κάνεις εδώ; Ήρθες να με συγχαρείς;» «Καμία σχέση, αγαπητό μου παιδί». Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Ήρθα για να σε πάρω και να σε γυρίσω πίσω». Τα μάτια του Νίκολας πέταξαν φλόγες. «Ούτε με σφαίρες». Ο Τζέιμς χαμογέλασε κατεργάρικα. «Θα έρθεις μαζί μας, θες δεν θες». Ο Νίκολας τους κοίταξε όλους έναν έναν. Κατάλαβε ότι σοβαρολογούσαν. «Η συνοδεία σας είναι περιττή». Αποφάσισε να δοκιμάσει να πει την αλήθεια. «Έχω έτοιμο το δικό μου πλοίο. Σαλπάρω με την πρωινή παλίρροια. Βλέπετε, είχα ήδη αποφασίσει να επιστρέψω στην Αγγλία. Επομένως, κύριοι, τελικά δεν θα


χρειαστείτε». «Αφού το λες εσύ, αγαπητό μου παιδί», απάντησε δύσπιστα ο Τζέιμς. «Αλήθεια λέω». «Μπορεί να σαλπάρεις μόνος σου από εδώ, αλλά κανένας δεν μας εγγυάται ότι θα φτάσεις στην Αγγλία. Όχι, είμαι αναγκασμένος να επιμείνω να έρθεις μαζί μας». Η οργή του Νίκολας άρχισε να σιγοβράζει πάλι. «Γιατί;» «Δεν αρέσει καθόλου στ’ αδέλφια μου το γεγονός ότι εγκατέλειψες τη γυναίκα σου. Θέλουν να επιστρέψεις στην πατρίδα, εκεί όπου θα μπορούν να σε προσέχουν». «Μα τι γελοιότητες είναι αυτές! Δεν μπορούν να με κρατήσουν με το ζόρι στην Αγγλία αν εγώ θέλω να φύγω». «Το τι θα κάνεις αφότου επιστρέψεις δεν με νοιάζει». Ο Τζέιμς ανασήκωσε τους ώμους του. «Εγώ απλώς εκτελώ εντολές του Τζέισον. Είπε να σε πάω πίσω και θα σε πάω». Καθώς συνόδευαν τον Νίκολας έξω, ο Τζέρεμι ψιθύρισε στον πατέρα του: «Ποτέ δεν είπε ο θείος Τζέισον να τον γυρίσεις πίσω. Είπε απλώς, αν τον βρίσκαμε, να του λέγαμε για το μωρό». «Από τη μέρα που ενηλικιώθηκα, μικρέ, έπαψα να κάνω ό,τι μου λέει ο αδελφός μου», του ψιθύρισε ο πατέρας του. «Και δεν σκοπεύω ν’ αρχίσω τώρα». «Μα, αν ήξερε, ίσως να μην έκανε τόση φασαρία». Ο Τζέιμς γέλασε πνιχτά. «Είπα εγώ ποτέ ότι θέλω να τον κάνω να απολαύσει το ταξίδι;»


Κεφάλαιο 26 «Νίκολας!» Η Έλινορ πετάχτηκε αμέσως όρθια όταν οι τρεις άνδρες μπήκαν στη σάλα του αρχοντικού του Νίκολας στο Λονδίνο. Η Ρέτζι σηκώθηκε πιο αργά και τα μάτια της μισόκλεισαν καχύποπτα. Δύο άνδρες στέκονταν δεξιά κι αριστερά του συζύγου της. «Θείε Τζέιμς, δικό σου έργο είναι αυτό;» «Έτυχε απλώς να τον συναντήσω, κουφετάκι μου». «Τότε να τον πας πίσω εκεί όπου έτυχε απλώς να τον συναντήσεις», αποκρίθηκε σφιγμένα εκείνη. «Δεν είναι ευπρόσδεκτος εδώ». «Ρετζίνα!» αναφώνησε η Έλινορ. Η Ρέτζι σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της, αρνούμενη πεισματικά να κοιτάξει τη θεία του Νίκολας. Τους τελευταίους μήνες είχε έρθει πολύ κοντά με την Έλινορ, μέχρι που την είχε αγαπήσει κιόλας. Αλλά κανένας, ούτε οι δικοί της συγγενείς, ούτε οι δικοί του, δεν θα την έκανε να δεχτεί έναν άνδρα που τον είχαν φέρει με τη βία πίσω. Η ταπείνωση αυτή ήταν σχεδόν το ίδιο ανείπωτη με την ταπείνωση της εγκατάλειψής της από εκείνον. Ο Νίκολας κρυφοκοίταξε τη Ρετζίνα, προσποιούμενος ότι το βλέμμα του ήταν στραμμένο στη θεία του. Του ήρθε να βαρέσει μια μπουνιά σε κάτι, σε οτιδήποτε. Επίσης, του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Κοίταξέ την πώς του φερόταν! Προφανώς ήξερε για την καταγωγή του, ήξερε και τον περιφρονούσε. Το είδε στα σφιγμένα χείλη της, στην άκαμπτη, ανυποχώρητη στάση του κορμιού της. Ώστε η Μίριαμ της το είχε πει. Έχει καλώς. Αν εκείνη απεχθανόταν την ιδέα να είναι παντρεμένη μ’ έναν μπάσταρδο, καλά να πάθει, αφού η ίδια τον είχε αναγκάσει να κάνει αυτό το γάμο. Το γεγονός ότι τον είχε φέρει πίσω σηκωτό ο θείος της τον είχε κάνει να ξεχάσει την απόφασή του να γυρίσει και να επανορθώσει για όλα. Βασικά είχε ξεχάσει τα πάντα εκτός από τη λυσσαλέα οργή που τον τύφλωνε αυτή τη στιγμή. «Δεν είμαι ευπρόσδεκτος εδώ, κυρία;» ρώτησε ο Νίκολας ήρεμα. «Διόρθωσέ με, αν κάνω λάθος, αλλά αυτό το σπίτι μού ανήκει – έτσι δεν είναι;» Τα μάτια της έσμιξαν με τα δικά του για πρώτη φορά. Θεέ και Κύριε, είχε ξεχάσει πόσο συγκλονιστικά ήταν τα χρυσαφένια σαν το κρασί μάτια του. Κι ήταν πανέμορφος, καθώς από τον ήλιο η επιδερμίδα του είχε αποκτήσει ένα βαθύ μαύρισμα και τα μαλλιά του είχαν γεμίσει φωτεινές ανταύγειες. Αλλά, δεν μπορούσε να τον αφήσει να τη δέσει με τα μάγια του. «Ξεχνάς, φαίνεται, κύριε, ότι αρνήθηκες να μοιραστείς το σπίτι σου μαζί μου. Για


να γίνω πιο συγκεκριμένη, μου παραχώρησες το σπίτι σου». «Το Σιλβερλέι, όχι το σπίτι που έχω στην πόλη. Και τι στο διάο​ λο έχεις κάνει εδώ μέσα;» απαίτησε να μάθει, κοιτώντας ένα γύρο τα καινούρια έπιπλα και τη λουλουδάτη ταπετσαρία. Η Ρέτζι χαμογέλασε αθώα, κι η φωνή της έσταξε γλύκα. «Γιατί, Νίκολας, δεν σ’ αρέσει; Φυσικά, δεν ήσουν εδώ για να με βοηθήσεις με τη διακόσμηση, αλλά ξόδεψα τα λεφτά σου με μεγάλη φειδώ. Σου κόστισε μόνο τέσσερις χιλιάδες λίρες». Ο Τζέιμς γύρισε βιαστικά από την άλλη μεριά, για να κρύψει τη χαρά του. Ο Κόνραντ βρήκε ξαφνικά το ταβάνι συναρπαστικό. Μόνο η Έλινορ συνοφρυώθηκε. Το νεαρό ζευγάρι αντάλλασσε τώρα άγριες ματιές. «Νίκολας, είναι τρόπος αυτός να χαιρετάς τη γυναίκα σου έπειτα από επτά μήνες που έχεις να τη δεις;» «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ, θεία Έλι;» «Και είναι τρόπος αυτός να χαιρετάς κι εμένα;» Η έκφρασή του δεν μαλάκωσε. Εκείνη αναστέναξε. «Αφού θέλεις να μάθεις, αυτό το σπίτι είναι τόσο μεγάλο, που σκέφτηκα ότι η συντροφιά μου θα έκανε καλό στη Ρετζίνα. Δεν ήταν σωστό να ζει μόνη της η γυναίκα σου εδώ». «Εγώ στο Σιλβερλέι την άφησα!» άστραψε και βρόντησε εκείνος. «Πώς τολμάς να φωνάζεις στην Έλι!» του φώναξε η Ρέτζι. «Και να πας εσύ να ζήσεις στο Σιλβερλέι με τη Μίριαμ. Εμένα εδώ μου αρέσει». «Νομίζω ότι θα γυρίσουμε κι οι δύο στο Σιλβερλέι», είπε εκείνος παγερά, «τώρα που δεν υπάρχει λόγος να αποφεύγω πια τη μητέρα μου». «Δεν το δέχομαι». «Δεν ζήτησα την άδειά σου. Ο σύζυγος δεν χρειάζεται την άδεια της συζύγου… για οτιδήποτε», δήλωσε τραχιά. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή πιάνοντας το υπονοούμενο. «Έχεις παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα που είχες», απάντησε έξαλλη. Ο Νίκολας χαμογέλασε. «Δεν παραιτήθηκα. Απλώς απείχα από τα δικαιώματά μου… μέχρι τώρα. Άλλωστε, η οικογένειά σου έκανε τόσο μεγάλο κόπο να μας ξανασμίξει, που σίγουρα εγώ δεν θέλω να τους απογοητεύσω», της είπε σκληρά. «Λαίδη Ρέτζι», τους διέκοψε μια μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα από το κατώφλι της πόρτας, μια υπηρέτρια. «Είναι ώρα». «Σ’ ευχαριστώ, Τες». Η Ρέτζι έδιωξε μ’ ένα της νεύμα την γκουβερνάντα και κατόπιν στράφηκε στον Τζέιμς και τον Κόνραντ λέγοντας: «Ξέρω ότι το κάνατε για το καλό μου, αλλά θα με καταλάβετε γιατί δεν σας ευχαριστώ για τον κόπο σας». «Εσύ είπες ότι μπορούσες κάλλιστα να τα βγάλεις πέρα μόνη σου, Ρέιγκαν», της υπενθύμισε ο Τζέιμς. Η Ρέτζι χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχαν φτάσει στο σπίτι. Και ήταν το παλιό καλό διαβολικό χαμόγελό της. Αγκάλιασε και φίλησε τους δύο


άνδρες. «Έτσι είπα. Και θα το κάνω. Και τώρα, κύριοι, με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να πάω να φροντίσω το γιο μου». Η Ρέτζι έφυγε κι ο Τζέιμς με τον Κόνραντ έπεσαν κάτω από τα γέλια. Ο άνδρας της είχε μείνει στήλη άλατος, μαρμαρωμένος, με το στόμα ανοιχτό σαν χάννος και μια αποβλακωμένη έκφραση στο πρόσωπο. «Τι σου ’λεγα, Κόνι;» βρυχήθηκε ο Τζέιμς. «Άξιζε ή δεν άξιζε όλη αυτή η φασαρία μόνο και μόνο για να δούμε τούτη τη φάτσα;»


Κεφάλαιο 27 Ο Νίκολας κατέβασε μονορούφι το τρίτο κονιάκ μέσα σε είκοσι λεπτά κι έβαλε ακόμα ένα. Ο Τζέιμς Μάλορι κι ο Κόνραντ Σαρπ, που είχαν γίνει η σκιά του τόσο καιρό, είχαν μόλις φύγει κι εκείνον τον έτσουζε ακόμη το γεγονός ότι είχαν γελάσει τόσο πολύ εις βάρος του. Παρ’ όλα αυτά, μονολόγησε, τώρα είχε άλλα σημαντικότερα θέματα που τον έκαιγαν. Καθόταν στο δωμάτιο που μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν το γραφείο του και τώρα είχε γίνει μια μικρή αίθουσα μουσικής. Άκου αίθουσα μουσικής! Αν αυτό δεν ήταν ατράνταχτη απόδειξη μνησικακίας, τότε δεν ήξερε τι άλλο ήταν. Το γραφείο ενός άνδρα ήταν ιερός χώρος. Και δεν της έφτανε να αλλάξει απλώς το γραφείο, το είχε καταργήσει παντελώς. Πίστευε, άραγε, ότι ο Νίκολας δεν θα γύριζε ποτέ; Ή μήπως το ήλπιζε; Πανάθεμά τη! Η γλυκιά, πανέμορφη γυναίκα του είχε μεταμορφωθεί σε μια εκδικητική, θερμοκέφαλη γυναίκα, ολόιδια με τους δύο μικρότερους θείους της. Πανάθεμά τους κι εκείνους! Η Έλινορ έκοβε βόλτες στο δωμάτιο, ρίχνοντας αποδοκιμαστικές ματιές στον Νίκολας κάθε φορά που εκείνος έφερνε το ποτήρι με το κονιάκ στα χείλη του. Έβραζε στο ζουμί του. «Και τι στο διάολο έκανε τα χαρτιά μου, το γραφείο μου, τα βιβλία μου, μου λες;» Η Έλινορ έβαλε τα δυνατά της να παραμείνει ήρεμη. «Μόλις έμαθες ότι έχεις ένα γιο. Και το μόνο που σκέφτηκες να ρωτήσεις είναι αυτό;» «Δηλαδή, δεν ξέρεις πού έχει βάλει τα πράγματά μου;» Η Έλινορ αναστέναξε. «Στη σοφίτα, Νίκι. Όλα είναι στη σοφίτα». «Εσύ ήσουν εδώ όταν έκανε το σπίτι μου άνω κάτω;» την κατηγόρησε. «Εδώ ήμουν, ναι». «Και δεν προσπάθησες να τη σταματήσεις;» τη ρώτησε, μην πιστεύοντας στ’ αυτιά του. «Για όνομα του Θεού, Νίκολας, έχεις σύζυγο πια. Δεν είναι δυνατόν να περιμένεις ότι θα κρατάς το εργένικο σπίτι σου και μετά το γάμο». «Δεν ζήτησα εγώ σύζυγο», είπε εκείνος πικραμένα. «Και περιμένω να κάθεται εκεί που τη βάζω κι όχι να κάνει επέλαση εδώ μέσα. Αν ήθελε σώνει και καλά να ανακαινίσει κάτι, γιατί, που να πάρει ο διάολος, δεν ανακαίνιζε το Σιλβερλέι;» «Βασικά, νομίζω ότι το Σιλβερλέι τής άρεσε έτσι όπως ακριβώς ήταν». «Και τότε γιατί δεν έμεινε εκεί;» ρώτησε έξαλλος. «Θέλει και ρώτημα;»


«Γιατί, ποιο ήταν το πρόβλημα;» ρουθούνισε εκείνος. «Αρνούνταν να παραδώσει τα ηνία η αγαπημένη μου μητερούλα;» «Η Ρετζίνα πήρε τη θέση που δικαιωματικά της ανήκε εκεί, αν αυτό ρωτάς». «Οπότε ταίριαξαν μια χαρά μαζί; Εμ, βέβαια, γιατί να μην ταιριάξουν;» κάγχασε. «Έχουν τόσο πολλά κοινά μεταξύ τους, αφού κι οι δύο με σιχαίνονται». «Γίνεσαι άδικος, Νίκι». «Μη μου πεις ότι αποφάσισες έστω κι αργά να υπερασπιστείς την αδελφή σου;» «Όχι», αποκρίθηκε θλιμμένα η Έλινορ. «Κατάλαβα. Άρα παίρνεις το μέρος της Ρετζίνα. Ε, λοιπόν, εσύ φαγώθηκες να την παντρευτώ. Είσαι ικανοποιημένη τώρα έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα;» Η Έλινορ κούνησε το κεφάλι της. «Σ’ ορκίζομαι ότι δεν σ’ αναγνωρίζω πια. Γιατί έκανες τέτοιο πράγμα, Νίκι; Είναι θαυμάσια κοπέλα. Θα μπορούσε να σε κάνει τόσο ευτυχισμένο». Ένας ξαφνικός πόνος έσφιξε το στήθος του, κόβοντάς του την ανάσα. Η ευτυχία με τη Ρετζίνα θα παρέμενε πάντα ένα άπιαστο όνειρο για κείνον, όσο κι αν το ήθελε. Όμως η Έλινορ δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο, επειδή η Μίριαμ ποτέ δεν της είχε αποκαλύψει την αλήθεια. Οι δύο αδελφές είχαν κόψει επαφές από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Κι αν δεν της το είχαν πει η Μίριαμ ή η Ρετζίνα, σίγουρα δεν θα της το ’λεγε εκείνος. Η γλυκιά του Έλι θα τον λυπόταν, κι αυτό ο Νίκολας δεν το ήθελε καθόλου. Καλύτερα εκείνη να νόμιζε ότι ήταν φρικτός κι απαίσιος, όπως πίστευαν όλοι. Κάρφωσε το βλέμμα του στο ποτήρι που κρατούσε στο χέρι του και μουρμούρισε: «Δεν μ’ αρέσει να κάνω κάτι με το ζόρι». «Το έκανες όμως», τόνισε η Έλινορ. «Την παντρεύτηκες. Δεν μπορούσες να της δώσεις μία ευκαιρία;» «Όχι». «Εντάξει. Καταλαβαίνω. Ήσουν πικραμένος. Τώρα όμως, Νίκι, δεν μπορείς να κάνεις μια προσπάθεια τώρα;» «Και να την έχω να με κοροϊδεύει κατάμουτρα; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω». «Πληγώθηκε, Νίκι, αυτό είναι όλο. Τι περίμενες, δηλαδή, αφού την παράτησες τη μέρα του γάμου της;» Το χέρι που αγκάλιαζε το ποτήρι σφίχτηκε. «Αυτό σου είπε; Ότι πληγώθηκε;» Η Έλινορ κοίταξε αλλού. «Η αλήθεια είναι…» «Καλά το φαντάστηκα». «Μη με διακόπτεις, Νίκι». Πήρε αυστηρό ύφος. «Θα έλεγα ότι δεν μου μιλάει καθόλου για σένα. Αλλά δείξε λίγη εμπιστοσύνη στην κρίση μου. Τη ζω καθημερινά τέσσερις μήνες τώρα». «Έχει την εξυπνάδα να μη σου φανερώσει τη γνώμη της για μένα. Ξέρει ότι μου έχεις αδυναμία». «Δεν πρόκειται να κάνεις ούτε βήμα πίσω;» φώναξε εκείνη. Εκείνος αρνήθηκε να της


απαντήσει κι η Έλινορ έχασε την υπομονή της. «Κι ο γιος σου; Θα μεγαλώσει σ’ ένα σπίτι γεμάτο διαμάχες και καβγάδες… όπως μεγάλωσες κι εσύ; Αυτό θέλεις για κείνον;» Ο Νίκολας πετάχτηκε από την καρέκλα κι εκσφενδόνισε το ποτήρι του στον τοίχο. Η Έλινορ σοκαρίστηκε τόσο που της κόπηκε η μιλιά. Την επόμενη στιγμή ο Νίκολας εξηγήθηκε λέγοντας με βραχνή φωνή: «Δεν είμαι ηλίθιος, κυρία. Μπορεί να είπε σε όλους ότι το παιδί είναι δικό μου, αλλά τι άλλο να έλεγε; Ας τολμήσει να έρθει να πει σ’ εμένα ότι το μωρό είναι δικό μου!» «Θέλεις να πεις ότι εσύ κι εκείνη… ότι ποτέ…» «Μία φορά, θεία Έλι, μία φορά μόνο. Κι αυτό τέσσερις μήνες προτού την παντρευτώ!» Η έκφραση της Έλινορ μαλάκωσε. «Γέννησε πέντε μήνες μετά το γάμο, Νίκι». Εκείνος πάγωσε, αλλά είπε ανέκφραστα: «Γέννησε πρόωρα». «Όχι!» αρπάχτηκε η Έλινορ. «Πώς μπορείς να το ξέρεις;» «Επειδή», αποκρίθηκε λογικά εκείνος, «αν ήταν έγκυος όταν έφευγα, θα μου έλεγε για το μωρό, προκειμένου να με κρατήσει εδώ. Και μη μου πεις ότι δεν το ήξερε αν ήταν ήδη τεσσάρων μηνών. Χώρια που θα της φαινόταν έστω και λίγο, πράγμα που δεν συνέβη. Θα πρέπει να ήταν μόνο ενός ή δύο μηνών όταν έφυγα και προφανώς δεν είχε ιδέα για την κατάστασή της». «Νίκολας Ίντεν, μέχρι να πάψεις να σκέφτεσαι τόσο διεστραμμένα, δεν έχω τίποτε άλλο να σου πω!» Και μ’ αυτά τα λόγια, η Έλινορ βγήκε έξαλλη από το δωμάτιο. Ο Νίκολας άρπαξε την καράφα με το κονιάκ, έτοιμος να τη στείλει όπου και το ποτήρι. Αντί γι’ αυτό όμως, την έφερε στα χείλη του. Γιατί όχι; Ναι, θα του το είχε πει ότι ήταν έγκυος όταν παντρεύτηκαν. Θυμήθηκε τις φορές που εκείνη είχε αφήσει άλλους άνδρες να τη συνοδεύσουν στο σπίτι της. Θυμήθηκε συγκεκριμένα τον Τζορτζ Φόουλερ και την απίστευτη λύσσα που τον είχε πιάσει τότε όταν τους είχε δει να φεύγουν μαζί. Να ήταν προαίσθημα, άραγε; Να ήξερε ότι αυτός ο μπάσταρδος δεν θα τη γύριζε κατευθείαν στο σπίτι της; Ήταν τόσο έξαλλος, που με το ζόρι μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται το παιδί από τη στιγμή που είχε μάθει για την ύπαρξή του. Γιος του, ε; Ας τολμούσε η κυρία να έρθει να τον πείσει γι’ αυτό.


Κεφάλαιο 28 Η Ρέτζι χαμογέλασε αφηρημένα καθώς η μικρή γροθιά μάλαζε το στήθος της. Η ώρα που θήλαζε το γιο της ήταν πάντοτε υπέροχη, τη γέμιζε ικανοποίηση, αλλά απόψε οι σκέψεις της βρίσκονταν στον κάτω όροφο του σπιτιού. Δεν πρόσεξε καν τη στιγμή που το στοματάκι του μωρού έπαψε να ρουφά. «Αποκοιμήθηκε πάλι, Ρέτζι», ψιθύρισε η Τες. «Αχ, ναι. Αλλά όχι για πολύ...» Η Ρέτζι έβαλε μαλακά το βρέφος στον ώμο της και το χτύπησε απαλά στην πλάτη. Το κεφάλι του βολεύτηκε αναπαυτικά εκεί και το στόμα του ρούφηξε τον αέρα για μια στιγμή προτού χαλαρώσει τελείως. Η Ρέτζι χαμογέλασε στην παλιά γκουβερνάντα της και τώρα γκουβερνάντα του γιου της. «Ίσως αυτή τη φορά να κοιμηθεί για ώρα», ψιθύρισε η Ρέτζι στην Τες και τον έβαλε πάλι στο κρεβατάκι του. Τη στιγμή όμως που τον ξάπλωσε μπρούμυτα, το κεφάλι του τινάχτηκε απότομα προς τα επάνω, τα πόδια του άρχισαν να κουνιούνται στον αέρα και τα όλο περιέργεια μάτια του άνοιξαν. «Το περίμενα». Η Τες χαμογέλασε πλατιά. «Δεν έχει ανάγκη πια να κοιμάται τόσο πολύ. Μεγαλώνει». «Τότε πρέπει ν’ αρχίσω να σκέφτομαι να σου βρω βοήθεια». «Σιγά το πράγμα», της είπε κοροϊδευτικά η Τες. «Όταν πάει έξι μηνών κι αρχίσει να μπουσουλάει, τότε ευχαρίστως να δεχτώ βοήθεια». «Αφού το λες εσύ». Η Ρέτζι γέλασε. «Αλλά τώρα θα πας να φας το βραδινό σου. Θα μείνω εγώ μαζί του ώσπου να τελειώσεις». «Όχι, κοριτσάκι μου. Σε περιμένει παρέα κάτω». «Ναι», αναστέναξε η Ρέτζι, «ο άνδρας μου. Αλλά, από τη στιγμή που δεν έχω τίποτα να του πω, δεν πρόκειται να κατέβω. Άντε, πήγαινε, Τες. Και θα πεις, σε παρακαλώ, να μου στείλουν ένα δίσκο με φαγητό εδώ;» «Μα…» «Όχι». Η Ρέτζι πήρε πάλι αγκαλιά το μωρό, που είχε ξυπνήσει για τα καλά πάλι. «Αυτός ο μικρός κύριος από δω είναι η μοναδική παρέα που θέλω απόψε». Η Τες έφυγε κι η Ρέτζι, ξεχνώντας για λίγο τους επιτηδευμένους καθωσπρέπει τρόπους της κυρίας, ξάπλωσε στο πάτωμα να παίξει με το γιο της, μιμούμενη τις κραυγές και τις χειρονομίες του, καλοπιάνοντάς τον μήπως και της σκάσει ένα χαμόγελο. Ο μικρούλης της δεν κατάφερνε ακόμη να γελάει, αλλά δεν θ’ αργούσε να γίνει κι αυτό, αφού άκουγε διαρκώς αρκετά γέλια γύρω του. Οι πολλοί επισκέπτες του, από τους υπηρέτες μέχρι τους θείους τής Ρέτζι, προσπαθούσαν να τον κάνουν


να χαμογελάσει με τις ίδιες τρελές γκριμάτσες που του έκανε τώρα κι η μητέρα του. Πόσο αγαπούσε αυτό το ανθρωπάκι! Ακριβώς προτού γεννηθεί, η Ρέτζι είχε πέσει σε βαθιά κατάθλιψη. Μετά τη γέννα όμως, η οποία είχε εντυπωσιάσει το γιατρό, αφού για πρώτο παιδί ήταν πανεύκολη, η Ρέτζι έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Πολύ απλά, το παιδί της είχε γεμίσει φως ολόκληρη τη ζωή της. Πράγματι, τους δύο τελευταίους μήνες ήταν τόσο απασχολημένη να μαθαίνει και να απολαμβάνει τη μητρότητα, τόσο πρωτόγνωρη εμπειρία για κείνη, ώστε σπάνια σκεφτόταν τον Νίκολας ή, έστω, όχι πάνω από δέκα φορές τη μέρα. «Τώρα όμως γύρισε, αγάπη μου. Τι θα κάνουμε;» αναστέναξε η Ρέτζι. «Δεν πιστεύω να περιμένεις να σου απαντήσει – έτσι δεν είναι;» «Αχ, Μεγκ, με κοψοχόλιασες!» «Να σ’ το αφήσω εδώ στο πάτωμα αυτό;» Η Μεγκ κρατούσε ένα δίσκο με φαγητό. «Έπεσα πάνω την υπηρέτρια που ανέβαινε να σ’ το φέρει». «Άφησέ το στο τραπέζι, σε παρακαλώ» της είπε η Ρέτζι. «Και τώρα πες μου με κάθε λεπτομέρεια πώς πήγε η έξοδός σου με τον Χάρις». Όταν έφυγε ο Νίκολας άφησε πίσω τον Χάρις, προς ανείπωτη δυστυχία του βαλέ. Ο δύστυχος άνδρας ήταν μόνος κι έρημος όλους αυτούς τους μήνες και πολύ δυστυχισμένος αφότου μετακόμισε η Ρέτζι στο σπίτι του Νίκολας στην πόλη. Ήταν απολύτως εχθρικός και μάλωνε άγρια με τη Μεγκ, στην προσπάθεια να προστατεύσει ο καθένας τους το χώρο του. Εντελώς αναπάντεχα, όλα άλλαξαν με τη γέννηση του μωρού. Ο Χάρις άρχισε να φέρεται ζεστά στη Ρέτζι ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, στη Μεγκ. Και τόσο η Μεγκ όσο κι ο Χάρις ανακάλυψαν κατάπληκτοι ότι τελικά αλληλοσυμπαθιούνται. Μέχρι που έβγαιναν και μαζί τελευταία, και τα πήγαιναν υπέροχα, αρκεί η Μεγκ να μην έλεγε κακή κουβέντα για τον υποκόμη. Η Μεγκ άφησε κάτω το δίσκο με πάταγο. «Ξέχνα το αυτό το πεισματάρικο μουλάρι. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα ξαναβγώ μαζί του. Ξέρεις τι έκανε ο κύριος με το που άκουσε ότι γύρισε ο υποκόμης; Χωρίς να ζητήσει καν συγγνώμη, με παράτησε στα κρύα του λουτρού κι έτρεξε στον επάνω όροφο, να βρει τον κύριό του! Άσε που θα μπορούσα να τον είχα γλιτώσει από τον κόπο. Γιατί η Τες μού είπε ότι ένας υπηρέτης μόλις πήγε άλλο ένα μπουκάλι με κονιάκ στην αίθουσα μουσικής». «Στην αίθουσα μουσικής; Α, ναι». Η Ρέτζι χαχάνισε ξαφνικά. «Η αίθουσα μουσικής. Είχα ξεχάσει τι έκανα στο γραφείο του». «Η Τες είπε ότι άκουσαν εκείνον και τη λαίδη Έλι να φωνάζουν», την πληροφόρησε η Μεγκ. «Αλήθεια; Πολύ φοβάμαι ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου». «Τώρα μας έπεισες!» σάρκασε η Μεγκ. «Θα έδινες και το δεξί σου χέρι για να μάθεις τι είπαν για σένα». «Φαντάζεσαι, δηλαδή, ότι για μένα τσακώνονταν».


«Εμ, για τι άλλο;» «Για τι άλλο, αλήθεια;» ρώτησε ο Νίκολας από την ανοιχτή πόρτα. Η Μεγκ στράφηκε ξεφυσώντας, αναθεματίζοντας τον εαυτό της που δεν έκλεισε την πόρτα. Η Ρέτζι, ξαπλωμένη στο πάτωμα, έγειρε το κεφάλι πίσω βλέποντας τον άνδρα της ανάποδα. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με το γιο της ξαπλωμένο πάνω στο στήθος της. Ανακάθισε αργά. Ο Νίκολας την πλησίασε, βλέποντας ένα κεφαλάκι στον ώμο της με μια μπουνίτσα χωμένη στο στοματάκι του. Οι μαύρες τουφίτσες των μαλλιών του και τα καταγάλανα ματάκια του ήταν αδιάσειστες αποδείξεις. Ήταν ένας Μάλορι, πέρα για πέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά της, προσφέροντάς της το χέρι του. «Το κάνεις συχνά αυτό, αγάπη;» Η Ρέτζι δεν ξεγελάστηκε από τον γλυκό τόνο της φωνής του. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα και τα μάτια του άστραφταν οργισμένα. Προφανώς, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος για το γιο του! Πώς μπορούσε να στέκεται εκεί να τον κοιτάζει και να μη λιώνει από χαρά κι ευτυχία; Η περηφάνια που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της βγήκε ορμητικά στη φόρα. Κρατήθηκε από το χέρι του και σηκώθηκε, αλλά μόλις στάθηκε στα πόδια της, του γύρισε την πλάτη. «Αν δεν έχεις έρθει για να δεις τον Τόμας, μπορείς να φύγεις», του ανακοίνωσε παγερά. «Α, μα για να τον δω έχω έρθει». Ο Νίκολας χαμογέλασε σφιγμένα. «Τον έβγαλες Τόμας, τ’ όνομα του πατέρα σου;» Η Ρέτζι άφησε απαλά το μωρό στο κρεβατάκι του κι έσκυψε να το φιλήσει. Κατόπιν στράφηκε να αντιμετωπίσει τον άνδρα της. «Τόμας Άστον Μάλορι Ίντεν». «Χμ, φρόντισες μια χαρά, βλέπω, να τιμήσεις την οικογένεια σου – έτσι δεν είναι;» Ο σαρκασμός του την έκανε να βράζει από θυμό. «Αν ήθελες να πάρει κάποιο όνομα κι από τη δική σου οικογένεια, ας ήσουν εδώ όταν γεννήθηκε». «Γιατί δεν μου το ’πες;» Τα μάτια της μισόκλεισαν. Το επόμενο δευτερόλεπτο θ’ άρχιζαν τις φωνές, κι η Ρέτζι δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο μέσα στο δωμάτιο του μωρού. «Μεγκ, θα μείνεις με τον Τόμας μέχρι να γυρίσει η Τες, σε παρακαλώ;» Κατόπιν είπε στον Νίκολας: «Τα διαμερίσματά μου είναι στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου. Αν θέλεις να τελειώσουμε αυτή την κουβέντα, μπορείς να έρθεις να με βρεις εκεί». Η Ρέτζι δεν τον περίμενε. Διέσχισε το διάδρομο αγέρωχα και μπήκε στο καθιστικό της. Ο Νίκολας την ακολούθησε, βροντώντας την πόρτα πίσω του όταν μπήκε μέσα. Εκείνη έκανε μεταβολή και τον αγριοκοίταξε. «Αν θέλεις να βροντάς τις πόρτες, σε παρακαλώ πολύ να το κάνεις σε κάποιος άλλο μέρος του σπιτιού». «Αν θέλω να βροντάω τις πόρτες, πράγμα που δεν έκανα τώρα, θα τις βροντάω σε όποιο μέρος του σπιτιού μου μου γουστάρει. Και τώρα απάντησέ μου! Γιατί δεν μου


το είπες;» Τι να του απαντήσει; Δεν υπήρχε περίπτωση να παραδεχτεί ότι δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά της μ’ αυτό τον τρόπο. Κι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σίγουρη αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να τον κρατήσει, αφού ο Νίκολας δεν είχε δείξει την παραμικρή υποψία χαράς για την ίδια ή για το γιο του. Τελικά, τον ρώτησε απλά: «Θ’ άλλαζε κάτι;» «Πού να ξέρουμε, αφού δεν μου το είπες;» Πήρε σαρδόνιο ύφος. «Φυσικά, υπάρχει κι η πιθανότητα να μην το ήξερες καν και γι’ αυτό δεν μου το είπες». «Να μην ήξερα ότι ήμουν τεσσάρων μηνών έγκυος;» Η Ρέτζι χαμογέλασε. «Είναι αλήθεια ότι τα συμπτώματα που είχα ήταν ελάχιστα. Αλλά τεσσάρων μηνών; Δεν υπάρχει γυναίκα που να μην το έχει καταλάβει μέχρι τότε». Ο Νίκολας πλησίασε ώσπου στάθηκε ακριβώς μπροστά από την καρέκλα της. «Συνήθως, όταν μια γυναίκα φτάνει τεσσάρων μηνών το ξέρουν και όλοι οι άλλοι», της είπε μαλακά. «Φαίνεται από την κοιλιά της, που μεγαλώνει. Κι εσένα η δική σου κοιλιά ήταν πλάκα, αγάπη». Τα μάτια της Ρέτζι έσμιξαν με τα δικά του κι άνοιξαν διάπλατα απ’ αυτό που είδαν μέσα τους. «Δεν πιστεύεις ότι είναι δικός σου!» ψιθύρισε, αδυνατώντας να το πιστέψει. «Γι’ αυτό δεν του έριξες ούτε μία ματιά!» Εκείνη σηκώθηκε κι εκείνος παραμέρισε για να περάσει. «Α, μα αυτό είναι τέλειο. Ούτε που μου ’χε περάσει ποτέ από το μυαλό», είπε εκείνη, μιλώντας στον αέρα. Ωστόσο, μπορούσε να δει την αστεία πλευρά του πράγματος και, υπό άλλες συνθήκες, θα έβαζε τα γέλια. Τι τέλεια εκδίκηση για τη δική του συμπεριφορά απέναντί της, να του παρουσιάσει όταν θα γύριζε κοντά της το παιδί ενός άλλου άνδρα για δικό του. Αλλά η Ρέτζι αυτή τη στιγμή δεν ήταν σε θέση να νιώσει την αστεία πλευρά της υπόθεσης. Είχε πάθει σοκ όταν τον ξαναείδε κι ακόμα μεγαλύτερο σοκ όταν κατάλαβε το φρικτό συμπέρασμα που είχε βγάλει εκείνος. Ο Νίκολας την άγγιξε στον ώμο, γυρίζοντάς την προς το μέρος του. «Αυτή η επίδειξη προσποιητής έκπληξης είναι η καλύτερη παράσταση που μπορείς να δώσεις, μαντάμ; Είχες άφθονο χρόνο στη διάθεσή σου να βρεις κάποια δικαιολογία, γιατί το νυφικό σου σφιχταγκάλιαζε τη μικροσκοπική μέση σου τη μέρα που σε παντρεύτηκα. Είμαι πολύ περίεργος ν’ ακούσω το ψέμα που έχεις σκαρώσει». Τα τσιγγάνικα σχιστά μάτια της έγιναν ακόμα εντονότερα όταν μισόκλεισαν σε δύο γεμάτες οργή σχισμές, αλλά η Ρέτζι κατάφερε να διατηρήσει ήρεμη τη φωνή της. «Αλήθεια; Ε, λοιπόν, υπάρχει η προφανής δικαιολογία ότι φορούσα έναν πολύ σφιχτό κορσέ. Θες να σου πω αυτό; Θα το πιστέψεις; Όχι; Και πολύ καλά θα κάνεις, αφού δεν σφίγγω ποτέ τους κορσέδες μου». «Ώστε το παραδέχεσαι λοιπόν;» γρύλισε εκείνος. «Να παραδεχτώ τι, Νίκολας; Σου λέω ότι είχα την πιο παράξενη εγκυμοσύνη στον κόσμο. Τόσο παράξενη, που άρχισα να ανησυχώ ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το μωρό μου όταν, ενώ ήμουν επτά μηνών, είδα μια γυναίκα μόνο πέντε μηνών διπλάσια


από μένα». Πήρε βαθιά ανάσα. «Ο θείος Τζέισον με διαβεβαίωσε ότι κι η γιαγιά μου έτσι ακριβώς ήταν στις εγκυμοσύνες της. Μέχρι που γεννούσε ούτε που καταλάβαινε κανείς ότι ήταν έγκυος. Μου είπε ότι τόσο ο ίδιος όσο και τ’ αδέλφια του ήταν μικροσκοπικοί όπως ο Τόμας όταν γεννήθηκαν, και να βλέπω τώρα πώς έχουν γίνει. Κι είχε δίκιο. Ο Τόμας μεγαλώνει με αλματώδη ρυθμό, είναι τέλεια σχηματισμένος, απολύτως φυσιολογικός. Και μάλλον μια μέρα θα γίνει μεγαλόσωμος σαν τον πατέρα του». Είπε ό,τι είχε να πει, ξέπνοη, έξαλλη ακόμη, αλλά κάπως ανακουφισμένη. Του τα είχε πει όλα. Το τι θα πίστευε ή δεν θα πίστευε εκείνος ήταν δικό του θέμα. «Ωραία και πρωτότυπο το παραμυθάκι σου, αγάπη, πολύ καλύτερο απ’ ό,τι περίμενα». Η Ρέτζι κούνησε απαυδισμένη το κεφάλι της. Ο Νίκολας είχε ήδη σχηματίσει γνώμη και δεν υπήρχε περίπτωση να του την αλλάξει. «Αν δεν θέλεις να αναγνωρίσεις τον Τόμας, μην το κάνεις. Ειλικρινά, δεν με νοιάζει καθόλου τι νομίζεις», του είπε απλά. Εκείνος εξερράγη τότε. «Πες μου ότι είναι δικός μου! Πες το μου καθαρά και ξάστερα». «Δικός σου είναι». «Δεν το πιστεύω». «Όπως νομίζεις». Έγνεψε καταφατικά, για να του δείξει ότι τον καταλάβαινε απολύτως. «Και τώρα να με συγχωρείς, αλλά θα κρυώσει το φαγητό μου». Ο Νίκολας την είδε άναυδος να τον προσπερνά και να πηγαίνει προς την πόρτα. «Δεν θα προσπαθήσεις να με πείσεις;» Η Ρέτζι κοίταξε πίσω της και διχάστηκε. Το σαστισμένο, αμυδρά γεμάτο ελπίδα ύφος του κόντεψε να τη λυγίσει. Αλλά εκείνη είχε κάνει ό,τι μπορούσε. Τώρα ήταν δικό του θέμα αν ήθελε να πειστεί ή όχι. «Για ποιο λόγο;» του απάντησε. «Ο Τόμας δεν σε χρειάζεται. Έχει εμένα. Και σίγουρα δεν θα του λείψει η ανδρική φροντίδα, αφού έχει τέσσερις μικροθείους που στην κυριολεξία τον λατρεύουν». «Αυτό ξέχνα το!» ούρλιαξε εκείνος. «Δεν θ’ ανεχτώ να μεγαλώσουν αυτοί οι αυταρχικοί μπάσταρδοι τον δικό μου…» Έκλεισε απότομα το στόμα του, αγριοκοιτάζοντάς τη με λύσσα. «Άντε να φας το φαγητό σου!» Επιστρέφοντας στο δωμάτιο του μωρού, η Ρέτζι χαμογελούσε, ξαναβρίσκοντας σε μεγάλο βαθμό την καλή της διάθεση. Κοίτα να δεις! Να που τελικά το πράγμα αποκτούσε ενδιαφέρον!


Κεφάλαιο 29 Ο Νίκολας ανακάθισε αργά, συνοφρυωμένος από τον άγνωστο θόρυβο που τον είχε ξυπνήσει. Κούνησε το κεφάλι του και ξάπλωσε πάλι, αλλά μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο είχε ξυπνήσει για τα καλά. Το μωρό έκλαιγε. Μάλλον θα πεινούσε! Τώρα είχε αναγνωρίσει το θόρυβο, αλλά δεν ξανακοιμήθηκε, κι αναρωτήθηκε πόσο συχνά θα γινόταν αυτή η ιστορία, να κοβόταν τόσο απότομα ο ύπνος του. Δεν είχε σημασία όμως. Αύριο θα τους μάζευε όλους και θα τους πήγαινε πακέτο στο Σιλβερλέι. Κι αν έμενε κι ο ίδιος μαζί τους εκεί, τα δικά του διαμερίσματα θα βρίσκονταν πολύ μακριά από το παιδικό δωμάτιο. Αν έμενε; Γιατί να μη μείνει; Η Μίριαμ τον είχε κρατήσει μακριά από το Σιλβερλέι χρόνια ολόκληρα, αλλά τώρα είχε γίνει ό,τι ζημιά ήταν να γίνει. Η Μίριαμ είχε μιλήσει στη Ρετζίνα για την καταγωγή του. Κι αφού είχε γίνει αυτό, δεν είχε σημασία πια να το μάθαινε κι όλος ο κόσμος. Η Μίριαμ δεν μπορούσε να τον βλάψει πια. Και σίγουρα ο Νίκολας δεν θ’ άφηνε τη Ρετζίνα να τον κρατήσει μακριά από το Σιλβερλέι. Υπενθύμισε έξαλλος στον εαυτό του πως το Σιλβερλέι ήταν το σπίτι του. Εξακολουθούσε να έχει κάποια δικαιώματα σ’ αυτό τον κόσμο! Το σπίτι είχε ησυχάσει τώρα. Σίγουρα η τροφός θα τάιζε το μωρό. Άραγε η Ρετζίνα είχε ξυπνήσει; Τη φαντάστηκε στο διπλανό δωμάτιο, κουλουριασμένη στο κρεβάτι, να κοιμάται βαθιά. Μάλλον θα είχε συνηθίσει πια αυτό το σαματά κι ούτε που θα ξυπνούσε. Μια και δεν την είχε δει ποτέ ξαπλωμένη σε κρεβάτι, δεν μπορούσε να τη φανταστεί καθαρά. Θα είχε τα χέρια της σφιγμένα κάτω από το πιγούνι της σαν παιδί; Θα είχε τα μαύρα της μαλλιά λυτά ή θα φορούσε σκουφάκι ύπνου; Πόσο μακριά ήταν τα μαλλιά της; Ποτέ του δεν τα είχε δει λυτά, μονάχα επισήμως χτενισμένα. Τι φορούσε όταν κοιμόταν; Δεν ήξερε τίποτε για κείνη, κι ας ήταν η γυναίκα του. Είχε κάθε δικαίωμα να διασχίσει τη λιγοστή απόσταση που τους χώριζε, να μπει στο δωμάτιό της, να την ξυπνήσει και να της κάνει έρωτα. Το ήθελε. Αλλά δεν θα το έκανε ποτέ. Η Ρετζίνα δεν ήταν πια η παθιασμένη, αλλά αθώα, νεαρή που του χάρισε την παρθενιά της μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά. Θα τον απόδιωχνε, θα τον αντιμετώπιζε μ’ απέχθεια και περιφρόνηση. Και δεν ήταν διατεθειμένος να βρεθεί σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Αλλά… πού θα το μάθαινε εκείνη αν τρύπωνε νυχοπατώντας στο δωμάτιό της και την κοιτούσε; Προτού τελειώσει τη σκέψη του, είχε πεταχτεί από το κρεβάτι κι είχε φορέσει τη ρόμπα του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε στο διάδρομο που


χώριζε το καθιστικό της Ρετζίνα και το δωμάτιο του μωρού. Η πόρτα της ήταν κλειστή και δεν φαινόταν φως από τη χαραμάδα. Η πόρτα του παιδικού δωματίου ήταν μισάνοιχτη κι ένα απαλό φως ξεχυνόταν από μέσα. Μια γυναίκα σιγομουρμούριζε ένα γνώριμο νανούρισμα. Κοντοστάθηκε με το χέρι του πάνω στην κλειστή πόρτα, την πόρτα της Ρετζίνα. Παραδόξως όμως αισθάνθηκε να τον τραβά σαν μαγνήτης το παιδικό δωμάτιο. Δεν θ’ άρεσε καθόλου στην τροφό αν την ενοχλούσε, ωστόσο εκείνος ένιωσε μια ισχυρή παρόρμηση να μπει σ’ εκείνο το δωμάτιο κι όχι στης Ρετζίνα. Νωρίτερα δεν είχε καταφέρει να παρατηρήσει προσεκτικά το μωρό. Πού θα έβρισκε καλύτερη ευκαιρία; Έσπρωξε απαλά την πόρτα να ανοίξει. Η γκουβερνάντα, η Τες, κοιμόταν του καλού καιρού σ’ ένα ράντζο κολλητά στον τοίχο. Μια μικρή λάμπα έκαιγε πάνω σ’ ένα τραπέζι δίπλα σε μια πολυθρόνα. Σ’ αυτή την πολυθρόνα καθόταν η Ρετζίνα και θήλαζε το γιο της. Η εικόνα που αντίκρισε τον έκανε να μαρμαρώσει. Οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας δεν θήλαζαν τα παιδιά τους. Αδύνατον. Την έβλεπε προφίλ, να έχει σκύψει πάνω από το παιδί και να του σιγομουρμουρίζει. Το πρόσωπό της πλαισίωναν κοντές μπούκλες, όπως πρόσταζαν η μόδα και το πρωινό χτένισμα, ενώ τα υπόλοιπα μαλλιά της, μακριά και γυαλιστερά, ξεχύνονταν στη ράχη της πολυθρόνας σαν μαύρα κύματα. Φορούσε μια μακρυμάνικη αραχνοΰ​ φαντη λευκή ρόμπα, η οποία ήταν ανοιχτή και αποκάλυπτε ένα νυχτικό στο ίδιο ύφασμα, τραβηγμένο λίγο στο πλάι, ώστε να αφήνει γυμνό το ένα της στήθος. Το στοματάκι του βρέφους ρουφούσε αχόρταγα και το χεράκι του αναπαυόταν ακριβώς πάνω από τη θηλή, σαν να κρατούσε το στήθος μην τυχόν και του φύγει. Ο Νίκολας κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. Άγνωστα συναισθήματα ξεπήδησαν από τα βάθη της ύπαρξής του και τον κυρίευσαν, συναισθήματα τρυφερότητας, που τον έκαναν να σταθεί εκεί μαγεμένος. Ακόμα κι όταν η Ρετζίνα διαισθάνθηκε την παρουσία του και σήκωσε τα μάτια της, εκείνος δεν σάλεψε από τη θέση του. Οι ματιές τους έσμιξαν. Και για πολλή ώρα απέμειναν απλώς να κοιτάζονται. Εκείνη δεν έδειξε ίχνος έκπληξης ή θυμού. Εκείνος δεν ένιωσε ίχνος από την προηγούμενη εχθρότητα. Έμοιαζαν σαν να αγγίζονταν δίχως χέρια, σαν να περνούσε ένα ρεύμα ανάμεσά τους, το οποίο ξεπερνούσε τις όποιες διαφορές τους. Η Ρετζίνα ήταν η πρώτη που τράβηξε το βλέμμα της. «Λυπάμαι αν σε ξύπνησε». Ο Νίκολας ταρακούνησε τον εαυτό του να συνέλθει. «Όχι, όχι, δεν πειράζει. Αν και… δεν περίμενα να σε βρω εδώ». Κι ύστερα ρώτησε ντροπαλά: «Δεν κατάφερες να του βρεις κάποια τροφό;» Η Ρέτζι χαμογέλασε. «Δεν έψαξα καν. Όταν μου είπε η Τες ότι η μητέρα μου αψήφησε την παράδοση και με θήλασε μόνη της, αποφάσισα να κάνω κι εγώ το ίδιο για τον Τόμας. Και δεν το έχω μετανιώσει στιγμή». «Ωστόσο, δεν σε περιορίζει κάπως αυτό;» «Δεν έχω τίποτα να κάνω, κάπου να θέλω να πάω, κάτι που θα με κρατούσε


πολλή ώρα μακριά από τον Τόμας. Φυσικά, δεν μπορώ να κάνω πολλές επισκέψεις, αλλά αυτό δεν με πειράζει καθόλου». Εκείνος δεν είχε τι να πει. Αλλά δεν ήθελε και να φύγει. «Δεν έχω δει ποτέ μου μητέρα να θηλάζει το μωρό της. Σε πειράζει να μείνω;» τη ρώτησε αδέξια. «Δικός σου είναι… Όχι, δεν με πειράζει», είπε τελικά, συνεχίζοντας να έχει τα μάτια της στραμμένα στο μωρό. Εκείνος έγειρε πάνω στην πόρτα και την περιεργάστηκε. Ήταν δικό του το παιδί; Εκείνη έτσι είπε. Και το ένστικτό του το ίδιο έλεγε. Τότε γιατί αρνιόταν πεισματικά την αλήθεια; Επειδή άλλο ήταν να εγκαταλείπει μια σύζυγο που του είχε επιβληθεί με το ζόρι κι άλλο να εγκαταλείπει μια σύζυγο που ήταν έγκυος. Σύμφωνοι, δεν του το είχε πει. Ωστόσο, αυτό δεν άλλαζε το γεγονός ότι η φυγή του, λόγω μιας εγκυμοσύνης που την είχε περάσει ολομόναχη, ήταν μια χυδαία πράξη. Γαμώτο! Εκείνη τον είχε φέρει σ’ αυτή τη θέση αποκρύπτοντάς του την κατάστασή της. Και τώρα πώς στο διάολο θα έβγαινε απ’ αυτή; Η Ρέτζι γύρισε από την άλλη το μωρό, για να του αλλάξει στήθος. Ο Νίκολας κράτησε την ανάσα του όταν είδε να του αποκαλύπτονται για μια στιγμή μονάχα κι οι δύο λευκές σαν κρέμα σφαίρες, προτού εκείνη σπεύσει να καλύψει τη μία. Την πλησίασε αργά, χωρίς τη θέλησή του, και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε μπροστά στην πολυθρόνα της. Εκείνη σήκωσε τα μάτια της πάνω του, αλλά ο Νίκολας δεν εμπιστευό​ ταν τη ματιά του να σμίξει με τη δική της. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για να εμποδίσει τον εαυτό του να την αγγίξει. Κράτησε τα μάτια του καρφωμένα πάνω στο παιδί, αλλά έτσι το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο στήθος της, τον γυμνό λαιμό της, τ’ απαλά χείλη της. Τι θα έκανε η Ρετζίνα αν τη φιλούσε; Έσκυψε να το μάθει. Άκουσε την κραυγή της προτού το στόμα του πάρει το δικό της. Φρόντισε το φιλί του να είναι σύντομο και γλυκό, το πιο απαλό άγγιγμα, και το τελείωσε προτού εκείνη προλάβει να γυρίσει από την άλλη το κεφάλι της. Ίσιωσε τον κορμό του, χωρίς ακόμη να την κοιτάξει στα μάτια. «Είναι πανέμορφο μωρό, Ρετζίνα». Πέρασαν αρκετά ατελείωτα δευτερόλεπτα προτού εκείνη απαντήσει: «Έτσι θέλω να πιστεύω». Ο Νίκολας χαμογέλασε διστακτικά. «Τον ζηλεύω αυτή τη στιγμή». «Γιατί;» Την κοίταξε ίσια στα σκουρογάλανα, καθάρια μάτια της. «Θέλει και ρώτημα;» «Δεν με θέλεις, Νίκολας. Μου το δήλωσες ξεκάθαρα προτού φύγεις. Τώρα άλλαξες γνώμη;» Εκείνος τσιτώθηκε. Ήθελε να συρθεί στα πόδια της και να την παρακαλέσει; Για να έχει την ευκαιρία να τον ταπεινώσει. Είχε ορκιστεί ότι δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, και μάλλον θα κρατούσε τον όρκο της. Δεν την κατηγορούσε, αλλά δεν θα έκανε τα πράγματα χειρότερα για τον εαυτό του. Ο Νίκολας στράφηκε κι έφυγε


χωρίς να πει λέξη.


Κεφάλαιο 30 Σοβαρολογούσε! Το εννοούσε πράγματι όταν είπε να μαζέψουν οτιδήποτε μπορούσαν να πάρουν μαζί τους στο Σιλβερλέι και να φύγουν την ίδια μέρα κιόλας. Ο Νίκολας ανακοίνωσε την αυταρχική απόφασή του στο πρωινό, χρησιμοποιώντας με απύθμενο θράσος τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να μένει σ’ ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε γραφείο. Και τι μπορούσε να αντιτάξει σ’ αυτό η Ρέτζι, αφού η ίδια, σε μια στιγμή πίκας πριν από τόσο καιρό, του είχε προσφέρει στο πιάτο αυτή τη δικαιολογία; Τι εξοργιστικός άνδρας, Θεέ μου! Ε, λοιπόν, δεν θα πήγαινε πουθενά χωρίς την Έλινορ. Το μόνο που της έλειπε τώρα ήταν να είναι κολλημένη στην εξοχή μαζί με δύο εχθρικά άτομα. Όχι, έπρεπε να έρθει μαζί κι η Έλινορ. Μόνο που δεν το είπε στον Νίκολας, αλλά στην ίδια. Η Έλι αρχικά αρνήθηκε, αλλά η Ρέτζι επέμεινε, ώσπου τελικά εκείνη ενέδωσε. Κι έτσι όλη την υπόλοιπη ημέρα οι πάντες έτρεχαν και δεν έφταναν, εκτός από τον Νίκολας, ο οποίος καθόταν και κοιτούσε ικανοποιημένος το χαμό που είχε προκαλέσει. Η Ρέτζι δεν προλάβαινε να αποχαιρετήσει την οικογένειά της. Θα έπρεπε οι συγγενείς της να αρκεστούν στα βιαστικά σημειώματα που τους έγραψε. Παρόλο όμως που όλοι έδωσαν ένα χεράκι, όλοι εκτός από τον Νίκολας, είχε σχεδόν βραδιάσει χωρίς να έχει φορτωθεί ακόμη το τελευταίο μπαούλο πάνω στην πρόσθετη άμαξα που είχαν φροντίσει να προμηθευτούν. Η Ρέτζι είχε πάψει να μιλάει στον υποκόμη, αλλά η ενόχλησή της είχε πολύ βαθύτερα αίτια απ’ αυτή τη σημερινή ανοησία. Πράγματι είχε ταραχτεί πολύ από το χθεσινοβραδινό τους συναπάντημα. Ό,τι κι αν σκάρωνε ο Νίκολας, είχε καταφέρει να δυσκολέψει τη Ρέτζι να ξανακοιμηθεί. Δεν έφταιγε που την είχε φιλήσει. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, έφταιγε που πέρα από ένα φιλί δεν της είχε κάνει τίποτε άλλο. Αυτό ήταν που την μπέρδευε. Πώς ήταν δυνατόν να τον ήθελε ακόμη έπειτα απ’ όσα της είχε κάνει; Τον ήθελε όμως. Όταν τον είδε να στέκεται στην πόρτα, με τη μεταξωτή ρόμπα του ανοιχτή ως τη μέση του, τα ξανοιγμένα από τον ήλιο μαλλιά του ανακατεμένα, το γεμάτο ένταση βλέμμα των χρυσαφένιων σαν το μέλι ματιών του, είχε νιώσει να τη συνταράζει ένα τόσο έντονο κύμα πόθου, που την τρόμαξε. Και μόνο που τον είδε έτσι έφτανε για να ξεχάσει στη στιγμή όλους τους μήνες που τον έβριζε και τον καταριόταν. Και τώρα; Τι θα έκανε; Δεν υπήρχε περίπτωση να τον συγχωρήσει. Αυτό το είχε αποκλείσει. Δεν είχε καμιά δουλειά να τον σκέφτεται ερωτικά. Η Έλινορ με την Τες και το μωρό μπήκαν στη μεγαλύτερη άμαξα μαζί με τη Ρέτζι


και τον Νίκολας, ενώ η Μεγκ, ο Χάρις και η υπηρέτρια της Έλινορ στη μικρότερη. Με τρεις γυναίκες γύρω του, δεν έλειψε στον Τόμας ένας απαλός κόρφος για να γείρει και να κοιμηθεί. Την περισσότερη ώρα παρέμενε ένας σιωπηλός επιβάτης, κι οι γυναίκες άρχισαν να σιγοκουβεντιάζουν, καθώς τώρα μπορούσαν επιτέλους να χαλαρώσουν λίγο. Ο Νίκολας έδειξε ξεκάθαρα ότι έπληττε με τις φλυαρίες τους. Κι εκείνες με τη σειρά τους τον αγνόησαν. Μάλιστα η Ρέτζι τον αγνόησε σε τέτοιο βαθμό, που δεν δίστασε να κατεβάσει το φόρεμά της και να θηλάσει το γιο της όταν εκείνος άρχισε να σαλεύει νευρικά. Ας τολμούσε να της πει τίποτα ο κύριος. Μόνο ας τολμούσε! Εκείνη τη στιγμή κάτι κυρίευσε τον Νίκολας. Όλη τη μέρα δια​ σκέδαζε με το υπεροπτικό ύφος της γυναίκας του, ακόμα και με τα παγερά βλέμματα που του έριχνε η θεία του, αφού η ήρεμη και γλυκιά Έλινορ δεν κατάφερνε ποτέ να του κρατάει κακία για πολύ. Είχε ξαφνιαστεί λίγο όταν έμαθε ότι θα ερχόταν μαζί τους στο Σιλβερλέι, επειδή είχε έξι χρόνια να πατήσει το πόδι της εκεί, από τότε που πέθανε ο πατέρας του. Φαντάστηκε πως η Έλινορ ένιωσε ότι η Ρετζίνα είχε ανάγκη από ηθική υποστήριξη κι αυτό τον διασκέδαζε, μα και τον πλήγωνε συνάμα. Ωστόσο, το φαινομενικό κέφι του μαρτυρούσε απλώς ελάχιστη από τη δίνη των συναισθημάτων που μαίνονταν μέσα του. Θα πρέπει να ήταν τελείως διεστραμμένος, για να ερεθίζεται από μια τόσο απλή πράξη, βλέποντας τη Ρετζίνα να θηλάζει το παιδί, αλλά πράγματι ερεθιζόταν. Μια γεμάτη κατανόηση φωνούλα μέσα του του ψιθύρισε ότι γινόταν πολύ σκληρός με τον εαυτό του. Ξεχνούσε, φαίνεται, ότι η Ρετζίνα είχε ανέκαθεν αυτή την επίδραση πάνω του. Ούτε αυτή η συνειδητοποίηση όμως τον βοήθησε καθόλου. Η Ρετζίνα θ’ απέρριπτε το φλερτ του. Άσε που θα γινόταν ρεζίλι των σκυλιών προσπαθώντας να κορτάρει την ίδια του τη γυναίκα. Αν κοιμούνταν στην ίδια κρεβατοκάμαρα, ίσως να βοηθούσε το γεγονός ότι θα βρίσκονταν κοντά. Άλλωστε, η Ρετζίνα ήταν μια γυναίκα γεμάτη πάθος. Αλλά το μέρος από το οποίο είχαν μόλις φύγει όπως κι εκείνο στο οποίο πήγαιναν ήταν τόσο μεγάλα που δεν υπήρχε ανάγκη να έχουν κοινό δωμάτιο. Ένας τρόπος υπήρχε μόνο να μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο, αν προέκυπτε ανάλογη ανάγκη, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση… Ή μήπως υπήρχε; Θεέ μου, ναι! Υπήρχε τρόπος και παραλίγο να χάσει την ευκαιρία, γιατί είχαν ήδη διανύσει παραπάνω από τη μισή απόσταση μέχρι το Σιλβερλέι. Επεξεργάστηκε λίγο την ιδέα στο μυαλό του και κατέληξε ότι ίσως να έπιανε. Χωρίς να αναλύσει περισσότερο το σχέδιό του, αφού απλώς θα κατάφερνε να βρει πιθανά ψεγάδια, ο Νίκολας φώναξε στον οδηγό να σταματήσει στο επόμενο πανδοχείο. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρώτησε η Έλινορ. «Απολύτως κανένα, θεία Έλι. Απλώς συνειδητοποίησα ότι θα προτιμούσα να φάω απόψε ένα πιάτο ζεστό φαγητό παρά τα κρύα εδέσματα που θα μας σερβίρουν στο Σιλβερλέι τέτοια ώρα που θα φτάσουμε».


«Μα δεν είναι πια και τόσο αργά. Δεν έχουμε φτάσει σχεδόν;» ήθελε να μάθει η Ρέτζι. «Όχι ακόμη, αγάπη. Και πεινάω σαν λύκος. Δεν μπορώ να περιμένω». Το πανδοχείο στο οποίο έφτασαν έπειτα από λίγη ώρα ήταν ένα μέρος στο οποίο γνώριζαν καλά τον Νίκολας. Κι εκείνος όμως γνώριζε αρκετά καλά τον πανδοχέα, ώστε να έχει το θάρρος να του πει αυτό ακριβώς που ήθελε. Μακάρι, σκέφτηκε ο Νίκολας, να είχε την ίδια τύχη κι όλη την υπόλοιπη βραδιά…


Κεφάλαιο 31 Η Ρέτζι χαχάνιζε πηγαίνοντας στο κρεβάτι. Η Μεγκ είχε φύγει, αφού όμως πρώτα της είχε ρίξει μια γερή κατσάδα όσο τη βοηθούσε να ξεντυθεί. Η Μεγκ νόμιζε ότι η Ρέτζι ήταν μεθυσμένη. Ασφαλώς και δεν ήταν. Η Έλινορ ήταν η μεθυσμένη. Και το αστείο ήταν ότι η Ρέτζι είχε υποχρεωθεί να βοηθήσει τη μεγαλύτερη γυναίκα ν’ ανέβει στο δωμάτιό της, όπου κι εκείνη έφαγε κατσάδα από τη δική της υπηρέτρια. Τι θράσος που είχαν οι σημερινοί υπηρέτες. Η Έλινορ είχε πιει μόνο –πόσα;– έξι ποτηράκια από το υπέροχο κρασί που ο πανδοχέας φύλαγε ειδικά για κείνους. Έτσι είχε πει στον Νίκολας. Την ίδια ποσότητα είχε πιει κι η Ρέτζι, αλλά ένιωθε φανταστικά, δεν ήταν καθόλου μεθυσμένη, όχι. Απλώς εκείνη άντεχε το ποτό περισσότερο απ’ ό,τι η Έλινορ. Έπεσε με φόρα στο κρεβάτι, ταλαντεύτηκε κι ύστερα ίσιωσε το κορμί της. Αυτό το δωμάτιο δεν είχε καμία σχέση με το ευρύχωρο δωμάτιό της στο Σιλβερλέι, αλλά καλό ήταν για μία νύχτα. Στα μισά του δείπνου ο Νίκολας τους είχε πει ότι τελικά δεν υπήρχε λόγος να βιαστούν, δηλώνοντας ότι πάνω στη φούρια του είχε αντιδράσει επιπόλαια. Δικαιολογήθηκε πως δεν ήταν συνηθισμένος να ταξιδεύει με τόσο μεγάλη ακολουθία. Τώρα συνειδητοποιούσε πόσο απερίσκεπτο θα ήταν να φτάσουν τόσο αργά στο Σιλβερλέι και μάλιστα απροειδοποίητα. Θα ξεσήκωναν όλους τους υπηρέτες από τα κρεβάτια τους, για να ετοιμάσουν τα δωμάτια, να φροντίσουν τ’ άλογα, να ξεφορτώσουν τις αποσκευές και τα λοιπά. Αποφάσισε λοιπόν να πάνε στο Σιλβερλέι το πρωί και γι’ αυτό είχε κλείσει δωμάτια στο πανδοχείο. Το δείπνο κύλησε ευχάριστα και κράτησε πολλή ώρα, με τον Νίκολας να βάζει τα δυνατά του να αποζημιώσει τους πάντες για την αναστάτωση που είχε προκαλέσει. Πράγματι ήταν πολύ γοητευτικός κι έκανε τη θεία του να γελά με τ’ αστεία ανέκδοτά του. Πολύ σύντομα η Ρέτζι τσάκωσε τον εαυτό της να γελάει μαζί τους. Ήλπιζε η Μεγκ, η Τες και οι υπόλοιποι υπηρέτες να διασκέδαζαν εξίσου. Η Ρέτζι χασμουρήθηκε κι άπλωσε το χέρι να σβήσει τη λάμπα στο κομοδίνο. Το χέρι της αστόχησε κι εκείνη χαχάνισε. Προτού όμως προλάβει να ξαναπροσπαθήσει, άνοιξε η πόρτα και στο δωμάτιο μπήκε ο Νίκολας. Όταν τον είδε να στέκεται στην πόρτα, η Ρέτζι ένιωσε μάλλον σαστιμάρα, παρά κάτι άλλο. Εκείνος δεν ζήτησε συγγνώμη για το λάθος του. Ήταν λάθος όμως; Γιατί βρισκόταν στο δωμάτιό της; «Θέλεις κάτι, Νίκολας;» Εκείνος χαμογέλασε. Μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο αποκάλυψε ότι οι υπηρέτες είχαν ανεβάσει ένα δικό της μπαούλο, αλλά από την άμαξα δεν είχε ξεφορτωθεί


τίποτε δικό του. Ο Χάρις είχε διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή τη διευθέτηση, ιδίως όταν πληροφορήθηκε ότι θα κοιμόταν στο στάβλο παρέα με τους υπηρέτες, έτσι ώστε να φανεί αληθινή η ιστορία ότι το πανδοχείο ήταν πλήρες και δεν υπήρχε δυνατότητα να τους φιλοξενήσει άνετα όλους. Όταν τον είδε να βγάζει το σακάκι του, η Ρέτζι συνοφρυώθηκε. «Τι… τι κάνεις;» «Ετοιμάζομαι να πέσω για ύπνο», απάντησε αδιάφορα εκείνος. «Μα…» «Δεν σ’ το είπα;» Συνοφρυώθηκε. «Είμαι σίγουρος ότι σ’ το είπα». Εκείνη φάνηκε μπερδεμένη. «Τι δεν μου είπες;» «Ότι υπήρχαν μόνο τρία δωμάτια άδεια. Η θεία μου με την υπηρέτριά της πήραν το ένα. Η υπηρέτριά σου με την γκουβερνάντα έχουν πάρει το άλλο, μαζί με μια αυτοσχέδια κούνια που έφτιαξαν εκεί για τον Τόμας. Οπότε μένει μόνο άλλο ένα δωμάτιο». Κάθισε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού κι έβγαλε τις μπότες του. Με τα ορθάνοιχτα μάτια της η Ρέτζι κοίταξε τη φαρδιά πλάτη του. «Σκοπεύεις να κοιμηθείς εδώ;» Η φωνή της βγήκε τσιριχτή. «Εδώ;» «Πού αλλού να πάω;» Έβαλε τα δυνατά του να ακουστεί πληγωμένος. «Μα…» Η Ρέτζι δεν συνέχισε, γιατί τότε ο Νίκολας γύρισε να την κοιτάξει, κι εκείνη ταράχτηκε που τον είχε τόσο κοντά της. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» τη ρώτησε. «Είμαστε παντρεμένοι, ξέρεις. Και σε διαβεβαιώνω ότι μπορείς να είσαι απολύτως ασφαλής στο ίδιο κρεβάτι μ’ εμένα». Ήταν ανάγκη να της θυμίσει ότι δεν την ποθούσε πια; «Δεν πιστεύω να ροχαλίζεις;» τον ρώτησε, μόνο και μόνο από κακία. «Ποιος, εγώ; Και βέβαια όχι». «Τότε μάλλον δεν πειράζει και τόσο να κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο για μία νύχτα. Παρ’ όλα αυτά, θα φοράς κάτι – έτσι δεν είναι;» «Δεν αντέχω να με σφίγγει κάτι όταν κοιμάμαι». «Τότε θα κλείσω το φως τώρα, αν δεν σε πειράζει», του είπε. «Για να μη σε σοκάρω με τη γύμνια μου; Βεβαίως!» Τι ήταν αυτή η χροιά στη φωνή του; Το διασκέδαζε; Το κάθαρμα! Η Ρέτζι θα έπρεπε απλώς να κάνει λες κι εκείνος δεν ήταν εκεί. Έπιασε τη λάμπα και με τα δύο χέρια αυτή τη φορά, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να του δώσει την ευκαιρία να την κατηγορήσει ότι ήταν μεθυσμένη, αλλά ύστερα δυσκολεύτηκε τρομερά να βρει την άκρη από τα διπλωμένα προς τα έξω σκεπάσματα, για να χώσει γρήγορα τα πόδια της μέσα. Όταν τα κατάφερε τελικά, ο Νίκολας είχε ήδη γδυθεί και, χωρίς να δυσκολευτεί καθόλου, μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα ταυτόχρονα μ’ εκείνη. Το βάρος του βούλιαξε το στρώμα στη δική του πλευρά τόσο πολύ, που η Ρέτζι αναγκάστηκε να αρπαχτεί από την άκρη των σκεπασμάτων για να μην κυλήσει προς τη μεριά του. Έμεινε ξαπλωμένη, άκαμπτη


σαν ξύλο, πασχίζοντας να μην τον αγγίξει με κανένα σημείο του κορμιού της. «Καληνύχτα, γυναίκα». Η Ρέτζι συνοφρυώθηκε. «Καληνύχτα, Νίκολας». Σε λιγότερο από ένα λεπτό εκείνος άρχισε να ροχαλίζει κι η Ρέτζι έβγαλε ένα επιφώνημα αηδίας. Ευτυχώς που δεν ροχάλιζε. Πώς υποτίθεται ότι θα κατάφερνε να κοιμηθεί μ’ αυτό το σαματά; Περίμενε άλλο ένα λεπτό μόνο κι ύστερα τον σκούντησε στον ώμο. «Νίκολας;» «Λυπήσου με, αγάπη», μουρμούρισε εκείνος. «Μία φορά φτάνει γι’ απόψε». «Μία φορά… Α!» αναφώνησε εκείνη, αρχίζοντας να συνειδητοποιεί τι εννοούσε. Νόμιζε ότι ήταν με κάποια άλλη κι ότι αυτή η άλλη ήθελε να της κάνει έρωτα… ξανά. Αυτό ήταν εξωφρενικό! Έπεσε πίσω στο μαξιλάρι χολωμένη. Το επόμενο δευτερόλεπτο εκείνος άρχισε πάλι να ροχαλίζει, αλλά η Ρέτζι απλώς έτριξε τα δόντια της αυτή τη φορά. Έπειτα από λίγα λεπτά, ο Νίκολας κύλησε προς το μέρος της και το χέρι του προσγειώθηκε ανησυχητικά κοντά στο στήθος της. Ένα πόδι προσγειώθηκε πάνω στο μηρό της. Σκέφτηκε ξαφνικά ότι το στέρνο που πίεζε το μπράτσο της ήταν γυμνό, ότι το πόδι που ήταν απλωμένο πάνω στο δικό της ήταν γυμνό, ότι… Αχ, Θεούλη μου, έτσι και κουνιόταν μπορεί να τον ξυπνούσε. Αλλά το γεγονός ότι τον είχε τόσο κοντά της της ξυπνούσε συναισθήματα που καλύτερα θα ήταν να ξεχάσει. Ήταν αδύνατον να κοιμηθεί έτσι. Προσπάθησε πολύ απαλά να σηκώσει το χέρι του. Η αντίδρασή του ήταν να χουφτώσει το στήθος της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Η ανάσα της έγινε γρήγορη. Κι εκείνος συνέχισε να κοιμάται του καλού καιρού, ανίδεος για ό,τι έκανε. Η Ρέτζι προσπάθησε γι’ άλλη μία φορά να απελευθερωθεί, ανοίγοντας τα δάχτυλά του από το στήθος της ένα ένα τη φορά, αργά. Όταν άνοιξαν όλα, το χέρι του κινήθηκε από μόνο του, αλλά όχι προς τα εκεί που ήθελε να το πάει η Ρέτζι. Γλίστρησε προς τα κάτω στην κοιλιά της, πάνω στο λοφίσκο ανάμεσα στα πόδια της, κι ύστερα ανηφόρισε πάλι, σταματώντας στο άλλο στήθος της. Και την ίδια στιγμή, το γόνατό του ήρθε κι αναπαύθηκε πάνω στους λαγόνες της. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το στήθος της. «Πολύ… όμορφα», μουρμούρισε ο Νίκολας στον ύπνο του κι η ζεστή ανάσα του χάιδεψε το μάγουλό της. Το βογκητό ξεπήδησε βαθιά από μέσα της, ξαφνιάζοντάς τη, κάνοντάς τη να γίνει κατακόκκινη από ντροπή. Ήταν τρελό αυτό που συνέβαινε. Ο Νίκολας κοιμόταν! Πώς μπορούσε να την κάνει να νιώθει έτσι ενώ κοιμόταν; Το κρασί έφταιγε. Μάλλον αυτό έφταιγε, γιατί σχεδόν ευχήθηκε να ήταν εκείνη ο άνδρας και ο Νίκολας η γυναίκα, για να μπορέσει να τον γυρίσει ανάσκελα, να τον καβαλήσει και να ανακουφίσει τον πόθο που θέριευε μέσα της και την έκαιγε σαν φωτιά.


Έπρεπε να ρισκάρει να τον ξυπνήσει. Έπρεπε να τον κάνει να γυρίσει στη μεριά του. «Νίκολας;» ψιθύρισε. «Νίκολας, πρέπει να…» «Δεν το βάζεις κάτω, ε, αγάπη;» Το χέρι του σύρθηκε αργά και τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό της, τραβώντας το πρόσωπό της προς το δικό του. «Έλα τότε, αφού επιμένεις τόσο». Ζεστά χείλη άγγιξαν τα δικά της, απαλά στην αρχή, κατόπιν παθιασμένα. Το χέρι του στο λαιμό της άρχισε να τη χαϊδεύει, απαλά, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει ολόκληρη. «Αχ, αγάπη», μουρμούρισε βραχνά εκείνος, ενώ τα χείλη του χάρασσαν ένα μονοπάτι στο μάγουλό της, για να ρουφήξουν το λοβό της. «Θα ’πρεπε να επιμένεις συχνότερα». Η Ρέτζι κυριεύτηκε από ηδονή. Τι σημασία είχε αν εκείνος δεν είχε ξυπνήσει εντελώς και δεν ήξερε τι έκανε; Τύλιξε το χέρι της γύρω από το λαιμό του, για να μη φύγει από κοντά της. Ο Νίκολας ήθελε να μπορούσε να φωνάξει θριαμβευτικά. Από τη στιγμή που η Ρετζίνα είχε αποδεχτεί το φιλί του, η μοίρα της είχε γραφτεί. Τα χείλη του ταξίδεψαν στο λαιμό της μ’ ένα πάθος που της έφερε ανατριχίλα. Γρήγορα, έμπειρα, ο Νίκολας έλυσε το νυχτικό της και, με μία κίνηση, το έβγαλε πάνω από το κεφάλι της και το άφησε παράμερα. Το χέρι τής Ρέτζι, που τραβήχτηκε από το λαιμό του όταν εκείνος της έβγαλε το νυχτικό, τώρα ακούμπησε στον ώμο του. Οι μύες του σφίχτηκαν στο άγγιγμά της. Κι εκείνη αναρρίγησε από τη δύναμη που ασκούσε πάνω του. Δεν υπήρχε γυρισμός πια. Ήταν δικός της γι’ απόψε, είτε εκείνος είχε συναίσθηση με ποια ήταν είτε όχι. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν στην πλάτη του. Το δέρμα του ήταν απαλό, ζεστό. Τον χάιδεψε απαλά, ύστερα πιο δυνατά, κατόπιν απαλά πάλι, απολαμβάνοντας απλώς και μόνο το γεγονός ότι μπορούσε να τον αγγίζει πάλι. Είχε περάσει τόσο πολύς καιρός, τρομερά πολύς. Κι εκείνος την έκανε να θυμάται πώς ήταν την πρώτη φορά. Τα χείλη του χάραξαν ένα πύρινο μονοπάτι από το λαιμό ως τους μηρούς της. Ο Νίκολας μεθούσε ολόκληρος από τη μυρωδιά και τη γεύση της Ρετζίνα. Η επιδερμίδα της σφιχτή και μεταξένια απαλή, όπως τη νύχτα που είχε πάρει την παρθενιά της. Το κορμί της δεν είχε αλλάξει μετά τη γέννα, μ’ εξαίρεση τα στήθη της, που ήταν πιο γεμάτα τώρα, κι ο Νίκολας σχεδόν φοβόταν να τ’ αγγίξει, παρόλο που το λαχταρούσε. Όμως αυτά τα στήθη ήταν τώρα η επικράτεια του μωρού της κι εκείνος δεν ήθελε η Ρετζίνα εκείνη τη στιγμή να σκέφτεται το παιδί. Ήθελε η Ρετζίνα να μη σκέφτεται καν. Η Ρέτζι τίναξε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, με το σφυγμό της να καλπάζει. Αν ο Νίκολας δεν σταματούσε αυτό το υπέροχο μαρτύριο, με τα δάχτυλά του να εξερευνούν το κορμί της, πολύ σύντομα θα τον ικέτευε εκείνη να το κάνει. Εκείνος θα πρέπει να διάβασε τη σκέψη της, γιατί το ψηλό κορμί του γλίστρησε πάνω στο δικό της, ένα βάρος απίστευτα καλοδεχούμενο. Τα πόδια της σηκώθηκαν


και τυλίχτηκαν γύρω από τους γοφούς του τη στιγμή που η καυτή σάρκα του έμπαινε μέσα της, τη γέμιζε, χωνόταν ως τα τρίσβαθα του είναι της. Το στόμα του σκέπασε το δικό της, πνίγοντας τις κραυγές της ηδονής της με καυτά φιλιά. Κι εκείνη ακολουθούσε το ρυθμό του σε κάθε ώθηση, με τα μπράτσα της τυλιγμένα σφιχτά πίσω από το κεφάλι του, τα δάχτυλά της μπλεγμένα στα μαλλιά του. Έφτασαν μαζί στην κορύφωση, σε δυσθεώρητα ύψη, που τους έκαναν να τρέμουν ολόκληροι, με τα κύματα της έκστασης να χτυπούν αλλεπάλληλα τα κορμιά τους. Γνώρισαν και γεύτηκαν την ηδονή. Στράγγισαν το πάθος. Ο κόσμος γύρω τους καταλάγιασε κι εκείνοι αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι, ένα σύμπλεγμα κορμιών.


Κεφάλαιο 32 Ο Νίκολας ξύπνησε από ένα χτύπημα στην πόρτα. Και συνειδητοποίησε δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, ότι ήταν ξαπλωμένος και τυλιγμένος γύρω από τη Ρετζίνα, και δεύτερον, ότι όποιος είχε χτυπήσει την πόρτα δεν θα περίμενε πρόσκληση για να μπει μέσα. Ήταν ευχάριστη έκπληξη να βλέπει τη γυναίκα του πλάι του, εικόνα που του ξύπνησε υπέροχες αναμνήσεις. Στράφηκε προς την πόρτα και βλαστήμησε. Είδε την υπηρέτρια της Ρετζίνα να στέκεται στο κατώφλι, κρατώντας ένα κερί στο ένα χέρι και έχοντας στο άλλο αγκαλιά τον Τόμας, με το προσωπάκι του στον ώμο της. Μια έκφραση αποβλακωμένης έκπληξης απλώθηκε σε όλο το πρόσωπό της. «Συνήθως δεν περιμένεις μέχρι να σου δώσουν την άδεια να μπεις;» γρύλισε ο Νίκολας. Αλλά της Μεγκ δεν ίδρωσε τ’ αυτί της. «Καθόλου, κύριε, αν είναι να μπω στο δωμάτιο της λαίδης Ρέτζι». «Ε, λοιπόν, η λαίδη Ρέτζι δεν είναι μόνη, οπότε, αν γυρίσεις από την άλλη, θα μπορέσω να γίνω πιο ευπρεπής». Η Μεγκ έβγαλε μια κραυγή όταν τον είδε να σηκώνεται απροει​ δοποίητα. Γύρισε γρήγορα από την άλλη, πιτσιλώντας με λιωμένο κερί το πάτωμα. Τι δουλειά είχε αυτός στο κρεβάτι της Ρέτζι; Η καρδιά του καημένου του κοριτσιού είχε ραγίσει όταν την παράτησε, και να σου τώρα που ο κύριος είχε γυρίσει χωρίς ούτε μία συγγνώμη, μάντεψε η Μεγκ. «Μπορείς να γυρίσεις τώρα, και λέγε τι θέλεις». Της Μεγκ της σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Κοίταξε διστακτικά πάνω από τον ώμο της, αλλά εκείνος ήρθε και στάθηκε πίσω της, κόβοντάς της τη θέα προς το κρεβάτι. Τον ρώτησε καχύποπτα: «Ξέρει εκείνη ότι είστε δω;» Ο Νίκολας γέλασε. «Καλή μου γυναίκα, για τι ακριβώς με κατηγορείς;» Η Μεγκ ίσιωσε τον κορμό της αγέρωχα, προσπαθώντας να σκεφτεί τι έπρεπε να απαντήσει. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα κι ήρθες εδώ νυχτιάτικα;» ρώτησε ο Νίκολας προτού εκείνη προλάβει να μιλήσει. «Έφερα τον Τόμας να θηλάσει», εξήγησε εκείνη, κάνοντάς τον να απορήσει πώς ήταν δυνατόν να έχει ξεχάσει τόσο γρήγορα ότι το βρέφος χρειαζόταν φροντίδα στη διάρκεια της νύχτας. Η Μεγκ συνέχισε λες κι είχε διαβάσει το μυαλό του. «Είναι ενοχλητικό, πράγματι, αλλά δεν θα κρατήσουν πολύ ακόμη αυτά τα μεταμεσονύκτια γεύματα. Ήδη έχει


αρχίσει μερικά βράδια τώρα να μην ξυπνάει. Απόψε είναι ανήσυχος από το ταξίδι και το άγνωστο δωμάτιο». «Πολύ καλά. Μπορείς να τον δώσεις σ’ εμένα». Η Μεγκ τραβήχτηκε προς τα πίσω εμβρόντητη. «Να με συγχωρείτε που το λέω, κύριε, αλλά δεν θα ήταν καλύτερα αν βγαίνατε για λίγο από το δωμάτιο;» «Όχι, δεν θα ήταν», απάντησε κατηγορηματικά ο Νίκολας. «Μπορείς να βγεις εσύ όμως. Κι όχι, καλή μου γυναίκα, δεν φαντάζομαι ότι μπορώ εγώ να ικανοποιήσω τις ανάγκες του, οπότε δεν χρειάζεται να με κοιτάς μ’ αυτό το ύφος. Θα τον δώσω στη μητέρα του, και μόλις τελειώσει, θα φροντίσω να σ’ τον επιστρέψω». Άπλωσε τα χέρια του να πιάσει τον Τόμας κι η Μεγκ αναγκάστηκε να συμμορφωθεί, αν και τον προειδοποίησε: «Προσέξτε. Πρέπει να στηρίζετε το κεφαλάκι του… Έτσι, έτσι μπράβο. Δεν είναι κούκλα, ξέρετε». Εκείνος την κοίταξε αγριεμένα κι η Μεγκ έφυγε τρέχοντας. Ο Νίκολας αναστέναξε. Δεν γινόταν αλλιώς, θα έπρεπε να την ξυπνήσει. Γαμώτο! Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Κοιμόταν αρκετή ώρα τώρα και σίγουρα θα είχε περάσει πια η επίδραση του κρασιού. Θα πάθαινε σοκ όταν θα τον έβλεπε. Χμ, γιατί δεν μπορούσε το μωρό να θηλάσει χωρίς να χρειαστεί να την ξυπνήσει; Τα υπέροχα στήθη της ήταν ήδη γυμνά κι η Ρετζίνα ήταν ξαπλωμένη στο πλάι. Θα μπορούσε το μωρό να τα καταφέρει μόνο του; Σήκωσε απαλά το αγοράκι και το ακούμπησε κοντά στη Ρετζίνα. Τζίφος. Ο Νίκολας έγειρε πίσω και συνοφρυώθηκε. Γιατί δεν έπιανε το κόλπο, γαμώτο; Δεν υποτίθεται ότι τα μωρά είχαν κάποιου είδους ένστικτο; Έστρεψε το προσωπάκι του μωρού προς τη μητέρα του, ώσπου το μάγουλό του πέρασε ξυστά από τη θηλή της. Αλλά, το κεφαλάκι του γύρισε από την άλλη μεριά πάλι κι ο Τόμας άρχισε να βγάζει ήχους απογοήτευσης. Εκνευρισμένος, ο Νίκολας ξάπλωσε πίσω από τον Τόμας, τον γύρισε στο πλάι, οδηγώντας το στοματάκι του στη θηλή. Τον κράτησε εκεί ώσπου επιτέλους βρήκε τη θηλή κι άρχισε να θηλάζει. Ο Νίκολας χαμογέλασε, ευχαριστημένος με τον εαυτό του και με το μωρό. Έχοντας το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού του μωρού, κρατώντας το σταθερά στραμμένο προς την πηγή της τροφής του, ο Νίκολας μπόρεσε να κάτσει εκεί ξαπλωμένος και να παρακολουθήσει με την άνεσή του μητέρα και παιδί. Κάθε φρέσκος πατέρας έπρεπε να είναι τόσο τυχερός, σκέφτηκε. Παραλίγο να γελάσει φωναχτά με την τόση εξυπνάδα του. Κόντευε να σκάσει από περηφάνια. Αυτός ήταν ο γιος του –θα έσπαγε στο ξύλο όποιον τολμούσε να πει το αντίθετο–, κι εκείνος τον είχε ταΐσει. Ή, τέλος πάντων, τον είχε βοηθήσει να βρει την τροφή του. Το ίδιο πράγμα ήταν σχεδόν. Τώρα μπορούσε να καταλάβει ελάχιστα τι θα πρέπει να ένιωθε η Ρετζίνα κάθε φορά που τον θήλαζε. Ήταν υπέροχο συναίσθημα. Τους κοιτούσε κι ένιωσε πάλι να πλημμυρίζει από ζεστασιά και τρυφερότητα, όπως


το προηγούμενο βράδυ, αλλά κι από έντονη κτητικότητα. Η γυναίκα του, το παιδί του. Ήταν δικοί του κι οι δύο, του ανήκαν. Κι έπρεπε κάτι να κάνει για να το μάθουν κι οι ίδιοι, και να το αποδεχτούν. Ο Νίκολας κρατούσε το παιδί με πολλή μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση όταν διέσχισε το διάδρομο, για να φτάσει στο δωμάτιο που μοιραζόταν η Μεγκ με την γκουβερνάντα. Είχε καταφέρει ακόμα και να τους αλλάξει πλευρό, ώστε να μπορέσει το μωρό να θηλάσει κι από το άλλο στήθος της μητέρας του, που είχε πρηστεί αρκετά από το γάλα. Κι όλα αυτά χωρίς να την ξυπνήσει. Η Μεγκ άνοιξε την πόρτα, με ξινισμένο ύφος. Από δω, σκέφτηκε ο Νίκολας, έπρεπε να αρχίσει, για να κερδίσει την αποδοχή των άλλων. «Πες μου κάτι, Μεγκ. Η εχθρότητα που νιώθεις για μένα οφείλεται στο πρόσωπό μου ή αποκλειστικά στα συναισθήματα της κυρίας σου για μένα;» Η Μεγκ, που ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον Νίκολας, δεν μάσησε τα λόγια της. «Και τα δύο. Δεν έπρεπε να γυρίσετε. Μια χαρά τα έβγαζε πέρα χωρίς εσάς και μια χαρά θα τα βγάζει πέρα πάλι όταν θα φύγετε». «Να φύγω;» Είχε στ’ αλήθεια σοκαριστεί. «Ακόμη δεν γύρισα και λες ότι θα φύγω;» «Γιατί, δεν θα φύγετε;» αντιγύρισε η Μεγκ, βράζοντας από θυμό. «Δεν τη θέλατε για σύζυγό σας. Κι εκείνη το ξέρει πολύ καλά πια». «Κι αν δεν φύγω ποτέ ξανά, Μεγκ; Τι θα γίνει τότε;» τη ρώτησε μαλακά. Η Μεγκ όμως ήταν αμετάπειστη. Δεν θα τον άφηνε να ξεφύγει τόσο εύκολα. «Θα σας κάνει τη ζωή μαύρη. Αυτό θα γίνει. Αυτό ακριβώς που σας αξίζει, και να με συμπαθάτε, κύριε. Η Τες κι εγώ δεν μεγαλώσαμε καμιά γλυκανάλατη δεσποινιδούλα, αυτό σας το υπογράφω. Μια Μάλορι δεν πληγώνεται δεύτερη φορά». Ο Νίκολας έγνεψε καταφατικά. Είχε ακούσει αρκετά. Αν κάποιος γνώριζε τ’ αληθινά αισθήματα της Ρετζίνα, αυτή ήταν η Μεγκ. Κι η υπηρέτρια είχε την ντομπροσύνη να του τα πει έξω από τα δόντια. Είχε δίκιο όμως; Δεν υπήρχε καμία ελπίδα πια για κείνον και τη Ρετζίνα;


Κεφάλαιο 33 Ήταν οχτώ και τέταρτο κι η Μεγκ πηγαινοερχόταν φουριόζα στο δωμάτιο, τινάζοντας το βιολετί φόρεμα και το κοντομάνικο μπολερό που θα φορούσε η Ρέτζι. Η Ρέτζι καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, παίζοντας με τον Τόμας. Τον είχε ήδη ταΐσει και περίμενε την Τες να έρθει να τον πάρει. «Μου κάνει εντύπωση που ο Τόμας δεν ξύπνησε τη νύχτα, Μεγκ. Νόμιζα ότι το ξένο περιβάλλον θα τον αναστάτωνε». «Θέλεις να πεις ότι δεν θυμάσαι που σ’ τον έφερα εδώ χθες το βράδυ;» Η Ρέτζι την κοίταξε μπερδεμένη. «Ο κύριος τον έφερε πίσω ταϊσμένο και χορτάτο», την πληροφόρησε η Μεγκ. «Είμαι σίγουρη ότι πολύ θα ήθελε να πάρει αυτός τα εύσημα που το παιδί έφαγε, αλλά, αν φτιάχνουν ακόμη τους άνδρες όπως τους έφτιαχναν στον καιρό μου, δεν…» «Ο Νίκολας σ’ τον έφερε πίσω;» «Ναι, σου λέω, αλλά βλέπω ότι εσύ δεν θυμάσαι τίποτα. Και σ’ το ’πα ότι το πολύ κρασί…» «Οχ, σώπα πια», την έκοψε η Ρέτζι. «Ασφαλώς και θυμάμαι. Απλώς μου πήρε μια στιγμή να… Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Μπορείς να τον πας στην Τες; Νιώθω ότι θα με πιάσει πονοκέφαλος». «Δεν μου κάνει εντύπωση, με τόσο κρ…» «Μεγκ!» Όταν έκλεισε η πόρτα, η Ρέτζι έγειρε πίσω και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τι είχε πάθει; Ήξερε ότι ο Νίκολας είχε περάσει τη νύχτα μαζί της. Θυμόταν ότι είχε έρθει στο δωμάτιο κι είχε πέσει κατευθείαν για ύπνο. Θυμόταν επίσης ό,τι είχε συμβεί μετά. Ναι, δεν μπορούσε να ξεχάσει τίποτε απ’ όλα όσα είχαν γίνει. Επομένως, γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε θήλασε τον Τόμας τη νύχτα; Άρχισε να έχει αμφιβολίες και για όλα τα υπόλοιπα. Ίσως να την είχε πάρει ο ύπνος αμέσως μετά τον Νίκολας και να τα είχε ονειρευτεί όλα. Τότε θυμήθηκε ότι, όταν ξύπνησε, φορούσε το νυχτικό της. Ω! Ήταν όλα ένα όνειρο λοιπόν; Η απογοήτευση την περιέλουσε σαν σφοδρό κύμα. Καθώς ταξίδευαν με την άμαξα αργότερα εκείνο το πρωί, ήταν φανερό ότι ο Νίκολας είχε τις κακές του. Καθόταν στη γωνιά του και με το ζόρι φερόταν πολιτισμένα. Απίστευτη αλλαγή μετά το χθεσινό δείπνο! Τι είχε πάθει; Όταν έφτασαν επιτέλους στο Σιλβερλέι, οι τρεις γυναίκες αναστέναξαν ανακουφισμένες. Στο τεράστιο αρχοντικό περίμεναν την άφιξή τους. Οι πόρτες ήταν ορθάνοιχτες κι ένα τσούρμο υπηρέτες περίμεναν για να ξεφορτώσουν τις αποσκευές.


Φαινόταν λες κι όλοι οι υπηρέτες του σπιτιού να είχαν έρθει για να καλωσορίσουν στο σπίτι τον κύριό τους. Μέχρι κι η κόμησσα στεκόταν όλο πόζα και τουπέ στην πόρτα. Η Ρέτζι συνειδητοποίησε, καθυστερημένα, ότι ένα μέρος αυτής της έξαψης είχε να κάνει με τον Τόμας, τον νέο κύριό τους. Ένας-ένας οι υπηρέτες προσπαθούσαν να του ρίξουν μια ματιά στα κλεφτά, καθώς η Ρέτζι προχωρούσε από την άμαξα προς τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα. Η Μίριαμ έριξε μια ψυχρή ματιά στον Τόμας προτού στρέψει το παγερό βλέμμα της στη Ρέτζι και τον Νίκολας. «Ώστε λοιπόν», είπε ξερά, «έφερες τον μπάσταρδο στο σπίτι». Η Έλινορ έβγαλε μια κραυγή. Κοίταξε έξαλλη την αδελφή της και όρμησε μέσα στο σπίτι. Η καημένη η Τες έγινε κατακόκκινη.Ευτυχώς που δεν ήταν εκεί κοντά, για να το ακούσει η πάντα μαχητική Μεγκ. Ο Νίκολας, που στεκόταν πίσω από τη Ρέτζι, πάγωσε, αλλά κανένα άλλο συναίσθημα δεν διαγράφηκε στο πρόσωπό του. Ήταν βέβαιος ότι η προσβολή απευθυνόταν σ’ εκείνον κι όχι στο μωρό. Η Μίριαμ δεν θ’ άλλαζε ποτέ. Η ψυχή της είχε τόσο πολύ πίκρα, που ορισμένες φορές το δηλητήριο ξεχείλιζε. Έτσι ήταν η Μίριαμ. Η Ρέτζι έμεινε ασάλευτη, με το πρόσωπο κατακόκκινο από οργή και τα μάτια της καρφωμένα πάνω στην κόμησσα. Η τελευταία έδειχνε ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να ταράξει τόσο πολύ όλους τριγύρω με τα λεγόμενά της. Η Ρέτζι είπε σιγανά: «Ο γιος μου δεν είναι μπάσταρδος, λαίδη Μίριαμ. Κι αν ποτέ ξανά τον αποκαλέσεις έτσι, θα με αναγκάσεις να χρησιμοποιήσω βία». Προχώρησε και μπήκε στο σπίτι χωρίς να δώσει την ευκαιρία στη Μίριαμ να της απαντήσει. Η Τες την ακολούθησε, αφήνοντας μόνο τον Νίκολας να γελάει με το έξαλλο ύφος της Μίριαμ. «Έπρεπε να γίνεις πιο σαφής, μητέρα». Την αποκάλεσε έτσι μόνο και μόνο επειδή ήξερε πόσο την εξόργιζε. «Έχουμε μαζευτεί πολλοί μπάσταρδοι εδώ αυτές τις μέρες». Η Μίριαμ δεν καταδέχτηκε να απαντήσει σ’ αυτό. «Σκοπεύεις να μείνεις αυτή τη φορά;» τον ρώτησε παγερά. Εκείνος της χαμογέλασε σαρκαστικά. «Ναι, σκοπεύω να μείνω. Έχεις αντίρρηση;» Ήξεραν κι οι δύο ότι δεν μπορούσε να του φέρει αντίρρηση. Το Σιλβερλέι τού ανήκε και της έκανε χάρη που την άφηνε να μένει εκεί. Μόλις η Ρετζίνα ανέβηκε στον επάνω όροφο, ο Νίκολας κλείστηκε στη βιβλιοθήκη, που ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο του δωμάτιο στο Σιλβερλέι, το καταφύγιό του. Είδε με ανακούφιση ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει εκεί. Το γραφείο του εξακολουθούσε να είναι στη γωνία και δίπλα του o πάντοτε καλά εφοδιασμένος με ποτά μπουφές. Σκόπευε να ρίξει μια ματιά στα βιβλία του κτήματος σήμερα, να δει αν μπορούσε να βγάλει άκρη με τους λογαριασμούς της Μίριαμ. Σκόπευε επίσης να μεθύσει. Τελικά ο Νίκολας δεν μέθυσε. Δεν μπορούσε να βγάλει άκρη με τα βιβλία, αλλά


αυτό ήταν μάλλον αναμενόμενο. Η Μίριαμ το έκανε επίτηδες, στα σίγουρα, για να τον αναγκάσει να καθίσει επί ώρες μαζί της, μέχρι εκείνη να καταδεχτεί να του εξηγήσει τι ακριβώς είχε κάνει με το κτήμα. Με τη στάση της υποδήλωνε πάντα ότι το Σιλβερλέι θα ρήμαζε χωρίς εκείνη. Ήξεραν κι οι δύο ότι εκείνη ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Νίκολας είχε φροντίσει να μην επισκέπτεται το Σιλβερλέι από τότε που πέθανε ο πατέρας του και βασιζόταν στο διαχειριστή του, για να τον κρατά ενήμερο. Απλούστατα, δεν άντεχε να βρίσκεται κάτω από την ίδια στέγη μ’ αυτή τη γυναίκα για πολύ καιρό. Οι απειλές και τα καυστικά της σχόλια τον έβγαζαν εκτός εαυτού. Ήταν η χήρα του πατέρα του. Για τον κόσμο, ήταν η μητέρα του, επομένως δεν μπορούσε να την πετάξει έξω. Ήταν πάντοτε ευκολότερο να φεύγει αυτός. Τώρα όμως είχε φέρει τη γυναίκα και το παιδί του στο Σιλβερλέι, και δεν θ’ άφηνε τη Μίριαμ να τον κρατά μακριά πια. Όταν ανέβηκε να αλλάξει για το δείπνο ήταν μέσα στα νεύρα. Δεν είχε καταφέρει να βγάλει από το μυαλό του τα προβλήματα με τη Ρετζίνα, χώρια που τον έπνιγαν οι ενοχές επειδή την είχε μεθύσει. Της είχε φορέσει πάλι το νυχτικό της, για να μη νιώσει ντροπή εκείνη όταν θα έμπαινε η υπηρέτριά της να την ξυπνήσει. Αλλά ακόμα κι αν η Ρέτζι δεν θυμόταν τη νύχτα που είχαν περάσει μαζί, εκείνος ήξερε ότι την είχε ξεγελάσει, για να δεχτεί τον έρωτά του. Την ώρα που πλησίαζε ο Νίκολας, τρεις υπηρέτριες έβγαιναν από το καθιστικό που χώριζε τις κύριες κρεβατοκάμαρες. «Πού τα πάτε όλα αυτά;» γάβγισε. Η μία κρατούσε ένα καλάθι γεμάτο παπούτσια κι οι άλλες δύο είχαν από ένα βουνό ρούχα στην αγκαλιά τους. Οι υπηρέτριες χλόμιασαν στο άκουσμα του απότομου τόνου του και δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Αμέσως φάνηκε πίσω τους η Ρέτζι και, αφού έστειλε τις υπηρέτριες να συνεχίσουν τη δουλειά τους, ρώτησε το σύζυγό της: «Γιατί τους φωνάζεις;» «Δεν σ’ αρέσουν τα δωμάτιά σου;» τη ρώτησε, απορώντας που είδε τα ρούχα της να μεταφέρονται αλλού. «Αντιθέτως, μου αρέσουν πάρα πολύ. Τα πράγματα της λαίδης Μίριαμ μεταφέρουν οι υπηρέτριες, όπως είχε γίνει άλλη μία φορά στο παρελθόν. Φαντάζομαι ότι εκείνη μετακόμισε πάλι εδώ όταν έφυγα, πιστεύοντας ότι δεν θα ξαναγύριζα». Αυτό δεν τον ηρέμησε όμως. Τον έπνιγε η δυστυχία και τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει καλά. «Αν δεν επέμενα εγώ, όμως, δεν θα γύριζες – έτσι δεν είναι;» Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν το πολυσκέφτηκα ποτέ. Γύρισα στο Λονδίνο μόνο και μόνο επειδή ήθελα να ήμουν κοντά στην οικογένειά μου όταν θα γεννούσα τον Τόμας». «Μα, φυσικά, η αγαπημένη σου οικογένεια», ρουθούνισε εκείνος. «Ε, λοιπόν, η οικογένειά σου είναι πολύ μακριά από δω, κυρία, και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτό. Δεν θα γυρίσεις ξανά τρέχοντας κοντά τους». Η Ρέτζι τσιτώθηκε, τα μάτια της έγιναν δύο θυμωμένες σχισμές. «Ποτέ δεν γυρίζω


τρέχοντας κοντά τους, κύριε. Αλλά, αν θέλω να το κάνω, θα το κάνω». «Όχι, δεν θα το κάνεις!» φώναξε εκείνος. «Και σ’ το λέω από τώρα, για να εξηγούμαστε. Οι καταραμένοι οι θείοι σου δεν είναι ευπρόσδεκτοι σ’ αυτό το σπίτι!» «Δεν σοβαρολογείς», κραύγασε εκείνη. «Αυτό θα το δούμε!» «Ε, όχι! Απ’ όλα τα…» Από τα νεύρα της δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη φράση της. «Όχι!» Έκανε μεταβολή και μπήκε έξαλλη στην κρεβατοκάμαρά της, βροντώντας πίσω της την πόρτα. Ο Νίκολας έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα, έχοντας βγει εκτός εαυτού πια. Με δύο δρασκελιές έφτασε στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. Στάθηκε στο κατώφλι και ούρλιαξε: «Μην τολμήσεις ποτέ να ξαναφύγεις ενώ σου μιλάω!» Η Ρέτζι έκανε μεταβολή, αιφνιδιασμένη, αλλά καθόλου τρομαγμένη από τη λυσσαλέα οργή του. Αρκετά είχε συγκρατήσει τη δική της οργή. «Δεν μιλούσες!» απάντησε με υψωμένη φωνή κι εκείνη. «Φώναζες, και μάλιστα έλεγες βλακείες. Μη διανοηθείς να μου βάλεις εμένα τέτοιους περιορισμούς, κύριε, γιατί δεν πρόκειται να το ανεχτώ! Δεν είμαι καμιά υπηρέτριά σου εγώ!» «Και για πες μας τι είσαι, σε παρακαλώ;» «Η γυναίκα σου!» «Ακριβώς! Η γυναίκα μου. Κι αν θέλω να σου βάλω περιορισμούς, θα το κάνω, γαμώτο!» «Βγες έξω!» ούρλιαξε εκείνη. «Έξω!» Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα ώσπου έκλεισε, μ’ εκείνον να στέκεται στην άλλη πλευρά. Ο Νίκολας σκυθρώπιασε, αλλά δεν επιχείρησε να την ανοίξει ξανά. Ήταν αδιαμφισβήτητη η σημασία του εξορισμού του από το δωμάτιό της, καθώς συμβόλιζε την απόρριψη που περίμενε ότι θα δεχόταν από εκείνη. Κοίταξε την κλειστή πόρτα κι είδε ένα φράγμα, ακλόνητο κι αδιαπέραστο.


Κεφάλαιο 34 «Μάλλον οφείλω να ενημερώσω ότι περιμένω καλεσμένους για το σαββατοκύριακο». Η δήλωση της Μίριαμ έκανε όλα τα μάτια να στραφούν πάνω της. Δειπνούσαν στην επίσημη τραπεζαρία, ο Νίκολας στη μία άκρη του μακριού τραπεζιού, η Ρέτζι στην άλλη. Η ηχηρή απόσταση ήταν ενδεικτική του αγεφύρωτου χάσματος που χώριζε τον κύριο και την κυρία του σπιτιού. Αυτή η κατάσταση βόλευε απολύτως τη Ρέτζι. Δεν είχε ανταλλάξει κουβέντα με τον άνδρα της τις τελευταίες τρεις ημέρες. Η Μίριαμ κι η Έλινορ κάθονταν αντικριστά στο κέντρο του τραπεζιού. Έτσι ήταν πολύ ευκολότερο να μιλάνε, αλλά οι δύο αδελφές δεν είχαν τίποτε να πουν. Ο σερ Γουόλτερ Τίριτ καθόταν δίπλα στη Μίριαμ. Ο φιλικός γείτονας είχε περάσει από το σπίτι νωρίτερα κι εκείνη τον κάλεσε να μείνει να φάει μαζί τους. Ως συνήθως, η συμπεριφορά της Μίριαμ ήταν πολύ διαφορετική όταν ήταν παρών ο κεφάτος αυτός κύριος. Γινόταν σχεδόν ζεστή. Στην πραγματικότητα, ο Τίριτ ήταν πολύ συμπαθητικός τύπος. Μεσόκοπος, για την ακρίβεια μερικά χρόνια μικρότερος από τη Μίριαμ, ήταν ένας εμφανίσιμος άνδρας, με χαρακτηριστικές ασημένιες πινελιές στα σκουροκάστανα μαλλιά του στους κροτάφους. Τα μάτια του ήταν πράσινα. Κατά βάθος ήταν αγρότης και ποτέ δεν κουραζόταν να μιλάει για τη γη, τη σοδειά, τον καιρό. Ήταν διασκεδαστικό να βλέπεις πόσο σοβαρός μπορούσε να γίνει όταν μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα, επειδή όλα τα υπόλοιπα θέματα τ’ αντιμετώπιζε μ’ ανέμελη αδιαφορία. Ο Νίκολας έβαλε τα δυνατά του να γίνει ευχάριστος για τον καλεσμένο τους, πράγμα πολύ ανακουφιστικό έπειτα από τρεις μέρες που ήταν σκυθρωπός. Έκανε τη χάρη στον σερ Γουόλτερ να του μιλάει όλο για την ανοιξιάτικη σοδειά. Του έκανε χάρη όμως ή όχι; Η Ρέτζι παρακολουθούσε άναυδη πόσο πολύ είχε ασχοληθεί κι ο ίδιος με το θέμα. Μήπως ήταν κι εκείνος αγρότης κατά βάθος; Πόσο λίγα πράγματα ήξερε για τον άνδρα με τον οποίο ήταν παντρεμένη. Η φιλική του διάθεση όμως δεν επεκτεινόταν και στη γυναίκα του. Την απολάμβαναν μονάχα όλοι οι υπόλοιποι. Ακόμα και στη Μίριαμ φρόντιζε να απαντά πολιτισμένα. Τη Ρέτζι όμως την αγνοούσε παντελώς. Κι αυτό την πονούσε. Ήταν ακόμη θυμωμένη για τον καβγά τους, αλλά σπανίως κρατούσε κακία σε κάποιον για πολύ. Πονούσε επειδή δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνο τ’ όνειρο. Φάνταζε τόσο αληθινό. Δεν μπορούσε να ξεχάσει πώς ένιωσε στην αγκαλιά του, πώς ήταν όταν της έκανε έρωτα. Και ήταν τόσο ανόητη, που τον είχε βάλει πάλι μέσα στην καρδιά της. Γιατί ήταν τόσο εύπιστη; Γιατί συγχωρούσε τόσο εύκολα; Η δήλωση της Μίριαμ σχετικά με τους καλεσμένους του σαββατοκύριακου έκανε


τον Νίκολας να συνοφρυωθεί. «Για ολόκληρο σαββατοκύριακο; Να φανταστώ ότι δεν πρόκειται για το συνηθισμένο σου κάλεσμα σε δείπνο;» «Η αλήθεια είναι πως όχι», απάντησε η Μίριαμ. «Ελπίζω να μη σε πειράζει. Πολύ φοβάμαι ότι οι προσκλήσεις στάλθηκαν ακριβώς προτού επιστρέψεις. Δεν περίμενα ότι θα γύριζες στο σπίτι». «Είμαι σίγουρος ότι δεν περίμενες ούτε ότι θα μείνω,» σχολία​ σε ξερά εκείνος. Παρενέβη η Έλινορ, προτού ξεσπάσει καβγάς. «Νομίζω ότι είναι υπέροχη ιδέα. Λίγο κοντά, βέβαια, στην έναρξη της σεζόν του Λονδίνου, αλλά αυτή απέχει ακόμη κάνα δυο εβδομάδες. Πόσους καλεσμένους υπολογίζεις να έχεις, Μίριαμ;» «Μόνο είκοσι περίπου. Εντούτοις, δεν θα μείνουν όλοι». «Δεν τα συνηθίζεις κάτι τέτοια, κυρία» σχολίασε ο Νίκολας. «Μπορώ να ρωτήσω ποια είναι η ειδική περίσταση;» Η Μίριαμ έστρεψε το κεφάλι της εντελώς προς τον Νίκολας, ώστε ο Γουόλτερ να μην μπορεί να δει τα μάτια της. «Πρέπει να υπάρχει κάποια ειδική περίσταση;» «Όχι. Ωστόσο, αν άρχισαν να σου αρέσουν οι πολυάριθμες συγκεντρώσεις, προτείνω να επισκεφτείς το Λονδίνο φέτος, για να τις ευχαριστηθείς με την καρδιά σου. Μπορείς ακόμα και να χρησιμοποιήσεις το αρχοντικό μου στην πόλη, τώρα που η σύζυγός μου είχε την ευγένεια να το ανακαινίσει». «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θ’ αφήσω το Σιλβερλέι στην τύχη του», είπε ανυποχώρητα η Μίριαμ. «Σε διαβεβαιώνω, κυρία, ότι θα βάλω τα δυνατά μου να μείνω εδώ και να φροντίσω το κτήμα. Είμαι απολύτως ικανός γι’ αυτό, παρόλο που έχεις αντίθετη άποψη». Η Μίριαμ δεν τσίμπησε το δόλωμα. Κι ο Νίκολας άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι εκείνη δεν θ’ αντιδρούσε όσο ήταν παρών ο σερ Γουόλτερ. Τέλεια! Ε ρε, γλέντια που θα έκανε! Αλλά, η θεία Έλι τον κοιτούσε αποδοκιμαστικά κι ο καημένος ο Τίριτ φαινόταν αμήχανος. Η Ρετζίνα, η γλυκιά Ρετζίνα, κάρφωσε το βλέμμα στο πιάτο της, αποφεύγοντας το δικό του. Ο Νίκολας αναστέναξε. «Με συγχωρείς, μητέρα. Δεν είχα σκοπό να υπονοήσω ότι θέλω να σε ξεφορτωθώ ή ότι δεν έχεις εμπιστοσύνη στο μοναχογιό σου». Χαμογέλασε πλατιά όταν την είδε να τσιτώνεται. Ίσως τελικά να του είχαν απομείνει μερικές απολαύσεις. «Μπορείς κάλλιστα να κάνεις τη γιορτή που θέλεις. Είμαι βέβαιος ότι η θεία Έλι κι η σύζυγός μου θα χαρούν να σε βοηθήσουν με τις ετοιμασίες». «Όλα βρίσκονται ήδη υπό έλεγχο», έσπευσε να πει η Μίριαμ. «Τότε δεν μένει τίποτε άλλο να πούμε. Σωστά;» Ο Νίκολας ξανάρχισε να τρώει κι η Ρέτζι κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι της. Θεωρούσε τις αψιμαχίες που είχε η ίδια με την κόμησσα κατώτερες του επιπέδου της. Ωστόσο, πάντα η κόμησσα ήταν αυτή που προκαλούσε τη Ρέτζι. Απόψε η Μίριαμ δεν είχε κάνει το παραμικρό για να προκαλέσει τον Νίκολας. Γιατί, λοιπόν, εκείνος είχε βαλθεί να γίνει αντιπαθητικός; Μόλις οι κυρίες άφησαν μόνους τους κύριους να απολαύσουν το κονιάκ τους, η


Ρέτζι αποσύρθηκε στα διαμερίσματά της. Αλλά ο Τόμας κοιμόταν, και η Μεγκ βρισκόταν στην πτέρυγα των υπηρετών μαζί με τον Χάρις κι ήταν πολύ νωρίς για να κοιμηθεί από τώρα. Παρ’ όλα αυτά, αρνήθηκε να κατέβει κάτω. Ήταν ντροπιαστικό να την αγνοεί ο ίδιος της ο άνδρας μπροστά στους άλλους. Μόλις μπήκε στη σάλα, ο Νίκολας πρόσεξε αμέσως την απουσία της Ρετζίνα και πλησίασε την Έλινορ. «Πού είναι;» ρώτησε απότομα. «Είπε ότι πάει για ύπνο». «Τόσο νωρίς; Είναι άρρωστη;» «Αγαπημένε μου Νίκι, πού ήταν όλο αυτό το ενδιαφέρον για τη γυναίκα σου όταν εκείνη βρισκόταν μαζί σου;» «Μην αρχίζεις κι εσύ τώρα, θεία Έλι. Αρκετά έχω τραβήξει». «Κι εξακολουθείς να φέρεσαι πεισματικά», αναστέναξε η Έλι. «Και το μόνο που καταφέρνεις είναι να γίνεσαι δυστυχισμένος. Παραδέξου το». «Σαχλαμάρες», απάντησε εκνευρισμένα εκείνος. «Και δεν ξέρεις όλη την ιστορία, θεία Έλι». Εκείνη αναστέναξε σαν είδε το σφιγμένο πιγούνι του. «Ίσως. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αγνοείς την καημένη την κοπέλα είναι ελεεινός. Δεν σ’ έχω ακούσει να της λες ούτε δύο λέξεις από τότε που ήρθαμε δω». «Παραπάνω από δύο, σε διαβεβαιώνω». «Όχου, Νίκολας, ώρες ώρες γίνεσαι τόσο εκνευριστικός!» Η Έλινορ χαμήλωσε τη φωνή της. «Απλώς δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος, ότι έχεις μια υπέροχη γυναίκα και ότι δεν έχεις ούτε έναν σοβαρό λόγο να μην τη λατρεύεις». «Εγώ το παραδέχομαι. Η γυναίκα μου είναι αυτή που τώρα μετανιώνει για το σύζυγο που διάλεξε. Της το ’χα πει κάποτε ότι θα γινόταν έτσι. Και είναι πολύ μεγάλη πίκρα», πρόσθεσε, «να ανακαλύπτεις ότι αποδείχτηκες σωστός για το μοναδικό πράγματα που θα ήθελες να έχεις κάνει λάθος». Η Έλινορ τον κοιτούσε να φεύγει, με τα μάτια της γεμάτα θλίψη. Μακάρι να μπορούσε να κάνει κάτι εκείνη. Αλλά αυτό ήταν ένα θέμα που ο Νίκολας έπρεπε να λύσει μόνος του. Πολύ αργότερα, ο Νίκολας μπήκε στο καθιστικό που χώριζε τις δύο κύριες κρεβατοκάμαρες και βρήκε ξαφνιασμένος τη Ρετζίνα κουλουριασμένη στον καναπέ, να διαβάζει. Φορούσε μια γαλαζοπράσινη σατέν ρόμπα, με ζώνη στη μέση, η οποία αγκάλιαζε προκλητικά το μικροκαμωμένο κορμί της. Τα μαύρα σαν τη νύχτα μαλλιά της ήταν απλωμένα στους λεπτούς ώμους της τόσο αισθησιακά ανακατεμένα. Η Ρετζίνα κατέβασε το βιβλίο της και τον κοίταξε. Κατάματα. Και το βλέμμα της είχε τη συνηθισμένη επίδραση πάνω του, καθώς ο Νίκολας κυριεύτηκε αστραπιαία από πόθο. Γαμώτο! Άλλη μία νύχτα που θα την περνούσε στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του. «Νόμιζα ότι είχες πέσει για ύπνο». Ο εκνευρισμός έκανε τη φωνή του έντονη.


Η Ρέτζι κατέβασε αργά το βιβλίο, ακουμπώντας το στα πόδια της. «Δεν ήμουν κουρασμένη». «Δεν μπορούσες να διαβάσεις στο δικό σου δωμάτιο;» Εκείνη κατάφερε να μείνει ατάραχη. «Δεν είχα καταλάβει ότι αυτό το δωμάτιο το χρησιμοποιείς μόνο εσύ αποκλειστικά». «Όχι, αλλά αν πρόκειται να ξαπλώνεις έτσι μισόγυμνη, κάν’ το στο κρεβάτι σου», αρπάχτηκε εκείνος. Την κοίταξε βλοσυρά για μια στιγμή και κατόπιν μπήκε στο δωμάτιό του. Η Ρέτζι ανακάθισε. Πάει και τελείωσε! Αυτή ήταν η τελευταία φορά που του έδειχνε πως ήταν ερωτικά διαθέσιμη. Πώς στην ευχή τής είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορούσε να τον ξελογιάσει; Απλώς κατάφερε να ξυπνήσει μέσα του το θυμό. Και καλά θα κάνεις να το θυμάσαι αυτό, είπε στον εαυτό της.


Κεφάλαιο 35 «Λατρεύω το σπίτι σου, Νίκι», του είπε ενθουσιασμένη η Πάμελα Ρίτσι όταν τον βρήκε στη βιβλιοθήκη. «Είναι… τόσο μεγαλόπρεπο! Τι γλυκό εκ μέρους της μητέρας σου να με ξεναγήσει». Ο Νίκολας χαμογέλασε σφιγμένα, χωρίς να πει λέξη. Θα ένιωθε περήφανος αν δεχόταν επαίνους για το σπίτι του από οποιονδήποτε άλλο. Αλλά κάτι είχε μάθει γι’ αυτή τη χυμώδη μελαχρινή τις δύο εβδομάδες που κράτησε το παθιασμένο ειδύλλιό τους, πριν από αρκετά χρόνια, δηλαδή ότι σπανίως εννοού​ σε όσα έλεγε. Αναμφίβολα είχε εντυπωσιαστεί από το Σιλβερλέι, αλλά σίγουρα είχε τσαντιστεί που δεν ήταν εκείνη η κυρία της έπαυλης. Όταν το ειδύλλιό τους τελείωσε, ο Νίκολας έμαθε από κουτσομπολιά των υπηρετών ότι είχε νευριάσει τόσο πολύ, που είχε κάνει γυαλιά καρφιά την κρεβατοκάμαρά της. Έπειτα απ’ αυτό, είχε τύχει να τη δει περιστασιακά. Πάντα είχε ένα ζεστό χαμόγελο για κείνον, αλλά σε ανύποπτο χρόνο την είχε τσακώσει να τον κοιτάζει μπαρουτιασμένη. Γυναίκες με το χαρακτήρα της Πάμελα και της Σελένα έρχονταν πάντα στο τέλος σε σύγκρουση με τον δικό του ευέξαπτο χαρακτήρα. Παλαιότερα, όταν ο Νίκολας έκανε άστατη ζωή, είχε γνωρίσει όλα τα είδη γυναικείου ταμπεραμέντου, αλλά μόνο με μία γυναίκα είχε κινδυνεύσει πραγματικά, με την υπέροχη Καρολάιν Σίμοντς. Δυστυχώς, όμως, εκείνη είχε παντρευτεί τον παλιό δούκα του Γουίντφιλντ. Είχε τρία χρόνια να δει τη λαίδη Καρολάιν κι ο πόνος του χωρισμού τους του είχε περάσει από καιρό. «Αναρωτιόμασταν πού να είχες πάει, Νίκι», έλεγε τώρα η Πάμελα. Πήγε και στρογγυλοκάθισε, απρόσκλητη, στην άκρη μιας καρέκλας κοντά στο γραφείο του. «Σερβίρουν το τσάι στη σάλα. Δεν γνωρίζω κανέναν… Είναι κάτι γαιοκτήμονες ή… Α! Έκανε επιτέλους και την εμφάνισή της η υπέροχη σύζυγός σου. Τι γοητευτική και γλυκιά κοπέλα. Φυσικά, την είχα ξαναδεί, ξέρεις, την προπέρσινη σεζόν. Ήταν περιζήτητη τότε. Οι νεαροί σκοτώνονταν μόνο και μόνο για ένα της χαμόγελο. Μέχρι που τη ζήλευα λιγάκι, ώσπου φάνηκε ότι κάτι, πώς να το πω… κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της, την κακομοίρα». Ο Νίκολας ήξερε ότι κάπου θα κατέληγε όλη αυτή η ανόητη φλυαρία, ωστόσο δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του. «Μάλλον πρέπει να μαντέψω τι εννοείς;» Εκείνη γέλασε, νευρικά. «Ήλπιζα ότι εσύ θα έλεγες σ’ εμένα. Όλοι καίγονται να μάθουν».


«Να μάθουν τι;» ρώτησε ο Νίκολας κοφτά. «Τι βρήκες ότι δεν πάει καλά μαζί της». «Δεν βρήκα τίποτε απολύτως που να μην πηγαίνει καλά με τη γυναίκα μου, Πάμελα», απάντησε παγερά εκείνος. «Ώστε δεν θα μου πεις; Πολύ ιπποτικό εκ μέρους σου, Νίκι, αλλά όχι και τόσο διαφωτιστικό», αναστέναξε εκείνη. «Μπορείς να φανταστείς το σάλο που προκάλεσες. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα να παντρεύεται ένας από τους πιο περιζήτητους εργένηδες κι ύστερα να παρατάει τη γυναίκα του προτού καν προλάβουν να βγουν από την εκκλησία. Φημολογείται ότι ένας από τους θείους της λαίδης Ρέτζι σε γύρισε αλυσοδεμένο πίσω σ’ εκείνη». Δεν ήταν εύκολο για την Πάμελα να βεβαιωθεί ότι είχε πετύχει το σκοπό της. Μόνο η ένταση των χεριών του φανέρωνε το θυμό του. Κι εκείνη ήθελε να τον κάνει ν’ αφρίσει από το κακό του. Η Πάμελα είχε άχτι τον συγκεκριμένο άνδρα περισσότερο απ’ όσο όλους τους άλλους εραστές μαζί που είχαν περάσει από τη ζωή της. Είχε σοβαρά σχέδια για τον Νίκολας Ίντεν κι εκείνος της τα είχε κάνει συντρίμμια. Ο καταραμένος ερωτύλος, το παλιοτόμαρο! Το ’χε κατευχαριστηθεί που είχε καταλήξει με μια γυναίκα που δεν του ταίριαζε. «Η συγκεκριμένη φήμη είναι μια βλακεία και μισή, Πάμελα», είπε σφιγμένα ο Νίκολας. «Επέστρεψα στην Αγγλία με τον Τζέιμς Μάλορι μόνο και μόνο επειδή είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει μια θέση στο πλοίο του όταν με βρήκε στις Δυτικές Ινδίες με το δικό μου πλοίο τσακισμένο στα βράχια. Και», συνέχισε βιαστικά προτού εκείνη προλάβει να μιλήσει, «λυπάμαι που θα σ’ απογοητεύσω, αλλά άφησα τη γυναίκα μου λόγω δουλειάς. Έτυχε ένα επείγον περιστατικό σε μία από τις επιχειρήσεις μου στα νησιά, το οποίο δεν σήκωνε αναβολή». «Κάποιος άλλος στη θέση σου ίσως έπαιρνε μαζί του τη γυναίκα του, για παρατεταμένο μήνα του μέλιτος και λοιπά», παρενέβη εκείνη. «Περίεργο που δεν το σκέφτηκες». «Δεν υπήρχε χρόνος για…» άρχισε να λέει ο Νίκολας, αλλά εκείνη χαμογέλασε και σηκώθηκε να φύγει. «Παρ’ όλα αυτά, θα είναι ενδιαφέρον να δω εσάς τους δύο μαζί. Μου κάνει εντύπωση που άρχισες τα πάρτι τόσο σύντομα μετά το γάμο σου». «Αυτή η μικρή συγκέντρωση δεν ήταν δική μου ιδέα». «Ναι, η μητέρα σου έστειλε τις προσκλήσεις, αλλά ήσουν ήδη εδώ, οπότε φαντάζομαι ότι ήθελες κι εσύ να γίνει αυτό το πάρτι. Ο καλύτερος τρόπος για να διώξεις την πλήξη σου είναι να κάνεις ένα πάρτι – έτσι δεν λένε; Ελπίζω μόνο να μην είχες κατά νου ένα προσωπικό πάρτι μεταξύ μας όταν είπες να με βάλουν στη λίστα των καλεσμένων. Δεν μ’ ελκύουν οι παντρεμένοι, αν μ’ εννοείς». Έκανε μεταβολή κι έφυγε προτού εκείνος προλάβει να της απαντήσει. Ο Νίκολας παρέμεινε καθιστός, κοιτώντας την πόρτα. Τον είχε απορρίψει ορθά κοφτά χωρίς εκείνος να της έχει κάνει καν πρόταση. Τι θράσος!


Ένα αίσθημα άγριας προστατευτικότητας ξύπνησε μέσα του. Όντως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη Ρέτζι! Έφυγε από τη βιβλιο​ θήκη αποφασισμένος να βρει τη γυναίκα του και να της αφοσιωθεί πλήρως μέχρι να φύγει κι ο τελευταίος καλεσμένος από το σπίτι. Αλλά, όταν βγήκε έξω και κοίταξε προς το χολ της εισόδου, είδε τη Σελένα Έντινγκτον να κατεβαίνει από την άμαξά της. Βράζοντας από οργή, πήγε να βρει τη Μίριαμ. «Βρίσκω πολύ διασκεδαστικό που με είχες υπό στενή παρακολούθηση όλα αυτά τα χρόνια», της είπε. «Τι αφοσίωση. Και, φυσικά, έτσι κατάφερες να ξέρεις ακριβώς ποια άτομα δεν θα ήθελα να δω». «Κάθε άλλο», απάντησε εκείνη χαμογελώντας αδιόρατα και σφιγμένα. «Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές ευγενικές ψυχές που πιστεύουν ότι μια μητέρα πρέπει να πληροφορείται τι κάνει ο γιος της στο αμαρτωλό Λονδίνο… και με ποια. Δεν φαντάζεσαι πόσους καλοθελητές αναγκάστηκα ν’ ανεχτώ, και να προσποιούμαι ότι νιώθω ευγνωμοσύνη απέναντί τους, τη στιγμή που δεν μου καιγόταν καρφάκι ακόμα κι αν ο υποτιθέμενος γιος μου έπεφτε στα νερά του Τάμεση και πνιγόταν». Τον κοίταξε με απόλυτο μίσος. «Ναι, πράγματι ορισμένες πληροφορίες φαίνονται χρήσιμες καμιά φορά». Λυσσαλέα οργή άστραψε στα μάτια του. Στράφηκε και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα, με το χαιρέκακο γέλιο της Μίριαμ να τον ακολουθεί. «Δεν μπορείς να κρύβεσαι όλο το σαββατοκύριακο, λόρδε Μοντάιθ», του φώναξε περιφρονητικά. Ο Νίκολας δεν κοίταξε πίσω. Τι στο διάολο ήλπιζε να καταφέρει η πανούργα, εκδικητική γριά μάγισσα προσκαλώντας δύο από τις πρώην ερωμένες του στο σπίτι του; Και πόσες άλλες εκπλήξεις τον περίμεναν, Θεέ μου;


Κεφάλαιο 36 Η σάλα ήταν σχεδόν γεμάτη, καθώς οι είκοσι καλεσμένοι της Μίριαμ είχαν γίνει τριάντα τελικά. Η αίθουσα μουσικής ήταν ανοιχτή κι από μέσα ξεχύνονταν ήχοι από κάποιον που γρατζούναγε μια άρπα. Ανοιχτή ήταν κι η τραπεζαρία, με τα εδέσματα απλωμένα πάνω στο μακρύ τραπέζι. Οι καλεσμένοι σεργιανούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Η Σελένα Έντινγκτον είχε αλλάξει ελάχιστα στον ένα χρόνο που είχε να τη δει η Ρετζίνα. Ντυμένη με μια όλο φραμπαλάδες ροζ δαντελένια δημιουργία, που έκανε τη Ρέτζι να νιώθει σαν γριά μέσα στο σκούρο μπλε φόρεμά της, η Σελένα είχε όλους τους άνδρες να κρέμονται από τα χείλη της. Γύριζε πότε πότε προς το μέρος της Ρέτζι χαμογελώντας χαιρέκακα, γεμάτη ικανοποίηση. «Μη χαλάς τη ζαχαρένια σου, χρυσή μου. Ήταν μοιραίο να συμβεί κι αυτό κάποια μέρα». Η Ρέτζι στράφηκε στη λαίδη Γουέιτλι, παλιά γνωστή της, η οποία καθόταν δίπλα της στον καναπέ. «Τι ήταν μοιραίο να συμβεί;» ρώτησε η Ρέτζι. «Να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με τις γυναίκες από το παρελθόν του άνδρα σου, καθώς ήταν τόσο πολλές». «Αν εννοείς τη λαίδη Σελένα…» «Δεν είναι μόνο αυτή, χρυσή μου. Είναι κι η δούκισσα εκεί πέρα, κι αυτό το τσουλάκι η Ρίτσι κι η κυρία Χένσλοου, αν και η Αν Χένσλοου ήταν σχέση της μιας βραδιάς, ή έτσι μου έχουν πει τουλάχιστον». Τα μάτια της Ρέτζι ταξίδεψαν σε όλες τις γυναίκες που είχε αναφέρει η γριά κουτσομπόλα κι άνοιξαν διάπλατα όταν έπεσαν πάνω στην Καρολάιν Σίμοντς, δούκισσα του Γουίντφιλντ, μια ξανθιά καλλονή μονάχα μερικά χρόνια μεγαλύτερη από την ίδια. Η δούκισσα καθόταν σεμνά δίπλα σ’ έναν άνδρα που κόντευε τα ογδόντα. Έπρεπε να ήταν ο δούκας του Γουίντφιλντ. Πόσο απίστευτα δυστυχισμένη θα πρέπει να είναι η νεαρή γυναίκα με τόσο γέρο σύζυγο, σκέφτηκε η Ρέτζι. Η Πάμελα Ρίτσι, η Αν Χένσλοου, η Καρολάιν Σίμοντς κι η Σελένα Έντινγκτον. Τέσσερις από τις πρώην ερωμένες του Νίκολας στον ίδιο χώρο με τη γυναίκα του! Αυτό παραπήγαινε. Μήπως θα έπρεπε να πιάσει και ψιλή κουβέντα μαζί τους; Να το παίξει καλή οικοδέσποινα; Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Νίκολας, κι η Ρέτζι ευχήθηκε να μπορούσε να τον αγριοκοιτάξει, αλλά αυτό αποκλειόταν. Ενώ εκείνη τον κοιτούσε, η λαίδη Σελένα τον έπιασε από το μπράτσο και τον κράτησε σφιχτά. «Δεν πιστεύω να σ’ ενοχλεί αυτό – έτσι δεν είναι, καλή μου;»


Η Ρέτζι στράφηκε κι ανακάλυψε ότι η λαίδη Γουέιτλι είχε φύγει και τη θέση της είχε πάρει η Αν Χένσλοου. Μήπως θα την παρηγορούσε κιόλας μία από τις ερωμένες του; «Γιατί να μ’ ενοχλεί;» απάντησε ψυχρά η Ρέτζι. Η κυρία Χένσλοου χαμογέλασε. «Δεν θα ’πρεπε. Στο κάτω κάτω εκείνη τον έχασε και τον κέρδισες εσύ. Είχε γίνει έξω φρενών γι’ αυτό». «Κι εσύ;» «Αχ, καλή μου. Φαίνεται πως κάποιο πουλάκι κελάηδησε. Το φοβόμουν αυτό». Πολύ απλά η Ρέτζι δεν μπορούσε να της κρατήσει μούτρα. Η γυναίκα ήταν αληθινά συμπαθητική, με τα καστανά, γεμάτα συμπόνια, μάτια της. Δεν ήταν κακός χαρακτήρας. Κι είχε δεσμό με τον Νίκολας πολύ πριν τον γνωρίσει η Ρέτζι. «Μην το σκέφτεσαι καθόλου». Η Ρέτζι χαμογέλασε. «Εγώ όχι. Απλώς ελπίζω ούτε κι εσύ. Να είσαι σίγουρη, καλή μου, ότι ο Νίκολας ποτέ δεν γυρνά πίσω να πάρει και δεύτερη μερίδα». Η Ρέτζι χαχάνισε, σοκαρισμένη. «Ωραία το έθεσες». «Και είναι αλήθεια, προς μεγάλη οδύνη των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του. Πολλές δοκίμασαν να τον κάνουν να γυρίσει, αλλά δεν τα κατάφεραν». «Εσύ;» ρώτησε απότομα η Ρέτζι. «Προς Θεού, όχι. Δεν ήταν ο Νίκολας για μένα και το ήξερα. Ήμουν ευγνώμων για τη μία νύχτα που περάσαμε μαζί, λίγο αφότου έχασα τον άνδρα μου. Κόντευα να χάσω και τα λογικά μου μαζί, κι ο Νίκολας με βοήθησε να δω ότι τελικά η ζωή μου δεν είχε τελειώσει. Θα του είμαι πάντα ευγνώμων γι’ αυτό». Η Ρέτζι έγνεψε συγκαταβατικά κι η Αν Χένσλοου τη χτύπησε χαϊδευτικά στο μπράτσο. «Μην το αφήνεις να σ’ επηρεάζει, καλή μου. Είναι δικός σου τώρα και για πάντα». Όμως ούτε ήταν δικός της κι ούτε είχε γίνει δικός της έπειτα από εκείνη τη μία και μοναδική νύχτα σχεδόν ένα χρόνο πριν. Η Ρέτζι ευχαρίστησε την κυρία Χένσλοου και κοίταξε τριγύρω να βρει τον Νίκολας. Δεν ήταν ούτε εκεί, ούτε στην τραπεζαρία ή στην αίθουσα μουσικής. Καθώς απέμενε μόνο το θερμοκήπιο, η Ρέτζι γύρισε πάλι πίσω, διέσχισε την τραπεζαρία και γλίστρησε αθόρυβα μέσα στο λιακωτό με τους γυάλινους τοίχους. Ήταν ζεστά και σκοτεινά, καθώς το μοναδικό φως ερχόταν από μακριά, από τα παράθυρα της τραπεζαρίας. Είχε αρκετό φως όμως που της επέτρεπε να δει ως πέρα στο σιντριβάνι, να δει το ροζ δαντελένιο φόρεμα και τις κοντές μαύρες μπούκλες της Σελένα Έντινγκτον, η οποία είχε τυλιγμένα τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του Νίκολας. «Απολαμβάνεις την περιήγηση στο σπίτι, λαίδη Σελένα;» φώναξε η Ρέτζι, πλησιάζοντάς τους. Η φωνή της τους έκανε να χωρίσουν. Η Σελένα είχε την ευπρέπεια να δείξει αμήχανη. Ο Νίκολας όμως δεν έδειχνε διόλου μετανιωμένος. Στην πραγματικότητα, το πρόσωπό του σκοτείνιασε από θυμό. Βλέποντας το θυμό του, η οργή της Ρέτζι έγινε


πόνος και την έπνιξε. Ηλίθια! Δεν ήθελε να τον διακόψεις, δεν ήθελε ν’ αφήσει από την αγκαλιά του τη Σελένα. Η Ρέτζι έκανε μεταβολή κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο Νίκολας τη φώναξε, αλλά εκείνη τότε τάχυνε κι άλλο το βήμα της. Ο έκφυλος, ο μουρντάρης! Πώς μπόρεσε να φανεί τόσο χαζή, τόσο ηλίθια, και να ελπίζει; Όταν έφτασε στο φουαγιέ, η Ρέτζι σταμάτησε απότομα. Όχι, δεν θα έτρεχε να κρυφτεί λες και ράγισε η καρδιά της. Οι Μάλορι ήταν σκληρά καρύδια. Δεν έκαναν το λάθος να αγαπήσουν δεύτερη φορά το ίδιο άτομο. Δεν ήταν από αγάπη αυτός ο κόμπος που της έφραζε το λαιμό. Όχι, η οργή την έπνιγε μόνο, αυτό ήταν όλο. Μπήκε πάλι στη σάλα, με το ίδιο χαμόγελο που είχε κοτσαρισμένο στη διάρκεια σχεδόν όλης της ημέρας. Ήρεμα, κάθισε κι έπιασε κουβέντα με τη Φέιθ και τη λαίδη Γουέιτλι. Ο Νίκολας μπήκε στη σάλα ακριβώς μόλις είχε καθίσει η Ρέτζι. Μια ματιά στην ήρεμη έκφρασή της έφτανε για να κάνει την καρδιά του περιβόλι. Μα τι περίμενε να δει; Δάκρυα; Για να ζηλέψει κάποιος, έπρεπε πρώτα να νοιάζεται. Να πάρει ο διάολος τη Σελένα, που τύλιξε ξαφνικά τα χέρια της γύρω του και τον αιφνιδίασε. Ήξερε άραγε εκείνη ότι βρισκόταν εκεί κοντά η Ρέτζι; Εξαρχής δεν ήθελε να τη συνοδεύσει στην περιήγησή της στο σπίτι, αλλά εκείνη τον είχε προκαλέσει, υπονοώντας ότι φοβόταν να τον δουν μαζί της, ψιθυρίζοντάς του ότι δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του. Και σαν ηλίθιος εκείνος, την έσερνε από δωμάτιο σε δωμάτιο, ξεναγώντας τη. Ηλίθιε! Η Σελένα ήθελε να δει τι κρυβόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες του θερμοκηπίου και μόλις μπήκαν μέσα τής τράβηξε την προσοχή ένα και μοναδικό λουλούδι μιας περικοκλάδας. Έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνει δικό της, αλλιώς δεν θα ησύχαζε. Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς δύο φορές να το φτάσει μόνη της, παρακάλεσε γλυκά τον Νίκολας να τη βοηθήσει. Εκείνος έφτασε το αναθεματισμένο λουλούδι, το έκοψε και, όταν έκανε να γυρίσει για να της το δώσει, εκείνη φρόντισε να τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Δεν πέρασαν πάνω από δύο δευτερόλεπτα κι ακούστηκε η φωνή της Ρετζίνα. Ήταν απίστευτο, καθώς μεγαλύτερη γκαντεμιά δεν μπορούσε να φανταστεί. Κοίταξε πάλι τη Ρετζίνα και τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Τότε, προτού εκείνη γυρίσει το βλέμμα της, ο Νίκολας είδε τα μάτια της να πετούν γαλάζιες σπίθες εναντίον του. Οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν. Χαμογέλασε όλο χαρά. Η Ρετζίνα δεν νοιαζόταν; Και τότε γιατί ήταν έξαλλη μαζί του; Αποφασισμένος πια, πλησίασε τις τρεις γυναίκες στον καναπέ. «Μπορώ να καθίσω μαζί σας, κυρίες μου; Τα καθήκοντα του οικοδεσπότη δεν μ’ άφησαν να περάσω ούτε μία στιγμή με την υπέροχη σύζυγό μου». «Δεν υπάρχει χώρος, Νίκολας», απάντησε ξερά η Ρέτζι. Κι όντως δεν υπήρχε, αφού τα ευτραφή οπίσθια της λαίδης Γουέιτλι είχαν πιάσει


τον μισό καναπέ. Αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε ούτε απ’ αυτό το γεγονός, ούτε από τον ψυχρό τόνο της Ρέτζι. Την έπιασε από τον καρπό, τη σήκωσε, κατόπιν πήρε εκείνος στη θέση της και την έβαλε να κάτσει στα πόδια του. «Νίκολας!» αναφώνησε εκείνη. «Άσε τις ντροπές, αγάπη». Χαμογέλασε πλατιά, κρατώντας τη σφιχτά. «Αυτό είναι σκανδαλώδες, λόρδε Μοντάιθ!» Η λαίδη Γουέιτλι είχε ντραπεί περισσότερο ακόμα κι από τη Ρετζίνα. «Αφού θέλεις τόσο πολύ να καθίσεις πλάι στη σύζυγό σου, σου παραχωρώ τη θέση μου». Μόλις έφυγε η λαίδη Γουέιτλι, έφυγε κι η Φέιθ προσποιούμενη ότι την έπιασε ένα ξαφνικό ενδιαφέρον για κάποιον πίνακα στην άλλη άκρη της αίθουσας. Η Ρέτζι γλίστρησε από τα πόδια του άνδρα της και κάθισε στη θέση δίπλα του. Ήθελε να φύγει εντελώς μακριά του, αλλά το χέρι του γύρω από τον ώμο της την κρατούσε στον καναπέ. «Αυτό που έκανες ήταν…» «Σσσς», της ψιθύρισε εκείνος. «Και χαμογέλα, αγάπη. Μας βλέπουν». Του χαμογέλασε σφιγμένα, αλλά τα μάτια της τον κοιτούσαν δολοφονικά. Εκείνος κρυφογέλασε. «Αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις;» Κατόπιν πρόσθεσε απαλά: «Δεν ήταν τίποτα, ξέρεις». Η Ρέτζι δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσει τι εννοούσε. «Ασφαλώς και δεν ήταν», αντιγύρισε εκείνη ειρωνικά. «Ειλικρινά. Έκανε μια απόπειρα να με ξελογιάσει κι απέτυχε. Τίποτε παραπάνω». «Α, μα σε πιστεύω, λόρδε μου», απάντησε ξερά εκείνη, με μια φωνή ψυχρή σαν πάγο. «Σε πιστεύω, επειδή δύο φορές απόψε μου είπαν ότι χάνεις κάθε ενδιαφέρον για τις ερωμένες σου μόλις εκείνες γίνουν πρώην. Μάλιστα, μία από τις πρώην σου με διαβεβαίωσε ότι “ποτέ δεν γυρνάς πίσω να πάρεις και δεύτερη μερίδα”. Επομένως, πρέπει να το πιστέψω, παρόλο που τα μάτια μου βλέπουν άλλα». «Ζηλεύεις». «Μπούρδες!» Ο Νίκολας χαμογέλασε διαβολικά. «Δεν ήταν εντελώς σωστή η πληροφοριοδότριά σου, αγάπη. Αν ήσουν εσύ το γεύμα μου, όχι μόνο θα γυρνούσα πίσω να πάρω και δεύτερη και τρίτη μερίδα, αλλά θα έτρωγα μέχρι σκασμού». «Ω!» αναφώνησε εκείνη. «Δεν έχω καμία διάθεση για αινίγματα, κύριε! Καλή σου νύχτα». Πετάχτηκε όρθια προτού προλάβει να την πιάσει κι έφυγε από τη σάλα. Εκείνος την άφησε να φύγει, χαμογελώντας. Άρχισε να σκέφτεται ότι το σουαρέ της Μίριαμ θα ήταν ό,τι έπρεπε τελικά για να κερδίσει πάλι τη γυναίκα του. Θα πέθαινε από το κακό της η γριά καρακάξα έτσι και μάθαινε ότι τον είχε βοηθήσει! Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ. Η διάθεσή του όσο πήγαινε γινόταν όλο και καλύτερη.


Κεφάλαιο 37 Το ζεστό φως του ήλιου ξεχυνόταν μέσα στο καθιστικό που χρησιμοποιούσαν στη διάρκεια της μέρας και μέσα στην αίθουσα του πρωινού· και τα δύο δωμάτια ήταν ανοιχτά προκειμένου να φιλοξενήσουν τους πολλούς καλεσμένους. Πάνω στον μακρύ μπουφέ υπήρχαν πιατέλες με βουνά ολόκληρα από αυγά, καπνιστές ρέγκες, ζαμπόν και λουκάνικα, διαφόρων ειδών τοστ, κεκάκια και ψωμάκια, καθώς και έξι διαφορετικές μαρμελάδες. Σερβίρονταν επίσης ζεστή σοκολάτα, τσάι, καφές και παχιά κρέμα γάλακτος. Οι υπηρέτες έσπευδαν να ξαναγεμίσουν τις πιατέλες μόλις εκείνες άδειαζαν. Ήταν νωρίς και πολλοί κοιμούνταν ακόμη ή είχαν εκμεταλλευτεί τον καλά εξοπλισμένο στάβλο, για να κάνουν μια πρωινή βόλτα με τ’ άλογα. Η Ρέτζι ήδη είχε κατέβει, επειδή ο Τόμας είχε ξυπνήσει τα χαράματα, και, αφού τον θήλασε, δεν κατάφερε ύστερα να κοιμηθεί πάλι. Οι Γουέιτλι βρίσκονταν στην αίθουσα του πρωινού, όπως επίσης η Πάμελα Ρίτσι κι ο δούκας του Γουί​ ντφιλντ. Η Ρέτζι άφησε την κουβέντα τους να πλανιέται γύρω της. Δεν είχε καμία όρεξη να παριστάνει την κεφάτη και χαρωπή πάλι. Οι μελαγχολικές σκέψεις που την είχαν συντροφέψει στο κρεβάτι χθες βράδυ τη βασάνιζαν ακόμη, και το επίκεντρο όλων αυτών των σκέψεων ήταν ο Νίκολας. Δεν μπορούσε να πει κανείς ότι η Ρέτζι δεν ήξερε εξαρχής τι είδους άνδρας ήταν εκείνος, αλλά, που να τον πάρει ο διάολος και να τον σηκώσει, δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να επιστρέψει στο Λονδίνο, για ν’ αρχίσει να κορτάρει άλλη γυναίκα; Και γιατί έμενε στο Σιλβερλέι, τέλος πάντων; Εκείνη πάντως δεν περίμενε ότι θα έμενε εκεί. Κι αυτό το διαρκώς σκυθρωπό ύφος του ήταν πολύ εκνευριστικό. Η Ρέτζι ήξερε ότι έπρεπε να φύγει. Το διαζύγιο αποκλειόταν ασυζητητί, αλλά δεν ήταν υποχρεωμένη να ζει μαζί του κάτω από την ίδια στέγη. Μπορούσε να επιστρέψει στο Χέιβερστον. Ο θείος Τζέισον δεν θα είχε αντίρρηση. Αλλά δεν είχε δικαίωμα να στερήσει από τον Τόμας τον πατέρα του. Κι η Τες τής είχε πει ότι ο Νίκολας πήγαινε στο παιδικό δωμάτιο τουλάχιστον δύο φορές τη μέρα και την έδιωχνε, για να μένει μόνος με το γιο του. Είχε αποδεχτεί τον Τόμας ως δικό του παιδί, απλώς ήταν μάλλον αμφίβολο αν θα το ομολογούσε ποτέ στη Ρέτζι. Αναστέναξε βαθιά. Εκείνη δεν είχε πει κάποτε ότι δεν την ένοιαζε πώς θα ήταν ο γάμος της αρκεί να μη χρειαζόταν να συνεχίσει το κυνήγι για να βρει σύζυγο; Πόσο βλακωδώς αφελής είχε φανεί! «Έχεις επισκέψεις, καλή μου», της ανήγγειλε η Έλινορ όταν μπήκε στο δωμάτιο, με τον λόρδο Ντίκεν Μπάρετ να την ακολουθεί καταπόδας. «Τον Τζορτζ…; Αχ, Θεέ μου.


Δεν θυμάμαι». «Τζορτζ Φόουλερ», συμπλήρωσε ο λόρδος Μπάρετ. «Αχ, ναι, Φόουλερ», συμφώνησε η Έλινορ. «Ο Σέιερς τον έβαλε στην αίθουσα αναμονής, επειδή τα υπόλοιπα δωμάτια είναι γεμάτα κόσμο». Ο Σέιερς στεκόταν στην πόρτα κι η Ρέτζι συνοφρυώθηκε, για να κρύψει την έκπληξή της. Σηκώθηκε. «Δεν είναι μέρος για τον Τζορτζ η αίθουσα αναμονής. Βάλ’ τον στη βιβλιοθήκη. Θα πρέπει να είναι άδεια τέτοια ώρα. Και πες να στείλουν τσάι». Έδιωξε τον Σέιερς μ’ ένα της νεύμα και κατόπιν στράφηκε στην Έλινορ. «Έπρεπε να κοιμηθείς κι άλλο, Έλι, αν ένιωθες κουρασμένη». «Μια χαρά είμαι, καλή μου. Το ξενυχτήσαμε χθες, αλλά το διασκέδασα». Η ματιά της ταξίδεψε για μια στιγμή στον λόρδο Μπάρετ. «Μόλις πιω το τσάι μου, θα ξυπνήσω για τα καλά. Τον ξέρεις τον επισκέπτη σου;» «Ναι», αποκρίθηκε η Ρέτζι. «Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τι δουλειά έχει εδώ». «Ε, τότε καλύτερα να πας να τον δεις. Εγώ κι ο Ντίκεν θα τσιμπήσουμε κάτι πριν βγούμε για ιππασία». Η Έλινορ ιππασία; Για φαντάσου! «Δεν ήξερα ότι σου άρεσε η ιππασία, Έλι». «Α, μα ναι. Αλλά είναι πολύ πιο ωραία όταν έχεις παρέα». Έγειρε πιο κοντά στη Ρέτζι και της ψιθύρισε: «Εσύ κι ο Νίκολας πρέπει να το δοκιμάσετε». Η Ρέτζι απάντησε κάτι αόριστο κι έφυγε. Ο Τζορτζ Φόουλερ σηκώθηκε μόλις την είδε να μπαίνει στη βιβλιοθήκη, την πλησίασε κι έσπευσε να υποκλιθεί πάνω από το χέρι της. Η Ρέτζι είχε ξεχάσει πόσο ευχάριστος άνδρας ήταν ο Τζορτζ εμφανισιακά, με τα πυκνά καστανά, στο χρώμα της άμμου, σγουρά μαλλιά του και το περιποιημένο μουστάκι του, τα σκουροπράσινα μάτια και το καλοφτιαγμένο κορμί του. Ήταν μάλλον κοντός· όχι, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Δεν έπρεπε να συγκρίνει κάθε άνδρα που έβλεπε με τον άνδρα της. «Φοβάμαι ότι ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή», απολογήθηκε εκείνος. «Ο τύπος που πήρε το άλογό μου γκρίνιαξε ότι στο στάβλο δεν υπήρχε χώρος ούτε για ένα άλογο παραπάνω». «Είναι λίγο στριμωγμένα, αλλά εμένα δεν μ’ ενοχλεί καθόλου η επίσκεψή σου». «Μα, έχεις καλεσμένους να φροντίσεις…» «Κάθε άλλο», τον διαβεβαίωσε εκείνη. «Το κάλεσμα είναι της πεθεράς μου, προγραμματισμένο προτού έρθουμε εμείς. Οι περισσότεροι είναι δικοί της φίλοι, και του συζύγου μου, και τέτοια ώρα ελάχιστοι είναι ξύπνιοι. Κάθισε, Τζορτζ». Κάθισαν αντικριστά. «Είσαι ευπρόσδεκτος να μείνεις κι εσύ, αν θέλεις. Πιθανότατα θα γνωρίζεις τους πάντες εδώ, κι είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να σου βρούμε χώρο για τη νύχτα, αν δεν σε πειράζει να μοιραστείς το δωμάτιο με κάποιον άλλον». Εκείνος χαμογέλασε περιχαρής. «Θα δεχόμουν, αν δεν με είχε ήδη προσκαλέσει η μητέρα μου. Κάνει διακοπές στο Μπράιτον και σκέφτηκα πηγαίνοντας προς τα εκεί να κάνω μια στάση εδώ, για να σε δω λίγο, να δω πώς τα πας».


Η Ρέτζι τού χαμογέλασε. Η παράκαμψη που είχε κάνει για να τη δει ήταν πολύ μεγάλη. «Πάει πολύς καιρός – έτσι δεν είναι;» άνοιξε εκείνη την κουβέντα χαρούμενα, καθώς θυμήθηκε πόσο γοητευτικός μπορούσε να γίνει. «Υπερβολικά πολύς, διάολε», τόνισε εκείνος. Η Χάλι έφερε το τσάι κι η Ρέτζι το σέρβιρε. «Πώς είναι η μητέρα σου, Τζορτζ;» «Όσο καλά μπορεί να περιμένει κανείς, δεδομένου του χαρακτήρα της». Το είπε κάνοντας μια γκριμάτσα, λες και περίμενε ότι θα έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του όταν θα έφτανε στον Μπράιτον. «Όλη η οικογένεια είναι καλά. Και μια που μιλάμε για οικογένειες, είδα το θείο σου, τον Άντονι, την περασμένη εβδομάδα στη λέσχη. Ήταν μες στα νεύρα. Κόντεψε να πιαστεί στα χέρια με κάποιον που έπεσε κατά λάθος πάνω του». Η Ρέτζι ήξερε τι σήμαινε αυτό. Θα ήταν τότε, πριν από μία εβδομάδα, που θα είχε μάθει ο Άντονι ότι είχε γυρίσει ο Νίκολας. «Ο θείος Τόνι έχει πότε πότε τις κακές του, αν κι ευτυχώς όχι συχνά». «Κι εσύ;» Ξαφνικά το πρόσωπό του σοβάρεψε. «Αν έχω τις κακές μου, Τζορτζ; Όλοι δεν τις έχουμε;» «Δεν σε πειράζει που ήρθες και θάφτηκες εδώ στην ερημιά; Εγώ θα μαράζωνα προτού κλείσω βδομάδα εδώ πέρα». «Λατρεύω το Σιλβερλέι. Ανέκαθεν προτιμούσα να ζω στην εξοχή». Εκείνος έδειξε να απογοητεύεται. «Σκέφτηκα ότι ίσως… δεν ήσουν ευτυχισμένη εδώ. Ακούγονται διάφορα». Ξερόβηξε. Ένιωθε αμήχανα; «Τότε αυτός που τ’ ακούει καλά θα κάνει να κλείνει τ’ αυτιά του», τον μάλωσε εκείνη. «Είμαι ευτυχισμένη, Τζορτζ». Αλλά δεν μπορούσε να τον κοιτάξει κατάματα. «Είσαι σίγουρη;» «Σ’ το είπε ήδη, Φόουλερ», είπε παγερά ο Νίκολας από την πόρτα. «Και μια και είναι φανερό ότι αυτό ήρθες να μάθεις, θα το εκτιμούσα αν έφευγες». Η Ρέτζι πετάχτηκε όρθια. «Νίκολας!» «Δεν πειράζει, Ρέτζι», είπε ο Τζορτζ και σηκώθηκε. «Λαίδη Μοντάιθ τη λένε, φιλαράκο», είπε ήρεμα ο Νίκολας, με μάτια του να αστραποβολούν. «Θα το θυμάσαι στο μέλλον – έτσι δεν είναι;» Η Ρέτζι δεν πίστευε στ’ αυτιά της. «Δεν είναι ανάγκη να φύγεις, Τζορτζ, ειλικρινά». «Α, μα είναι, επιμένω». Τότε ο Νίκολας στράφηκε και ούρλιαξε στο χολ. «Σέιερς! Ο κύριος φεύγει». Η Ρέτζι έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της. «Χίλια συγγνώμη, Τζορτζ. Δεν υπάρχει δικαιολογία για τέτοια αγένεια». «Μην το σκέφτεσαι καν». Ο Τζορτζ υποκλίθηκε πάνω από το χέρι της, αγνοώντας προς στιγμήν τον ατρόμητο άνδρα στην πόρτα. «Χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα, έστω και για λίγο». Η Ρέτζι περίμενε μόνο για δύο δευτερόλεπτα αφότου αποχώρησε από τη


βιβλιοθήκη ο Τζορτζ για να βγάλει μια κραυγή λυσσαλέας οργής και να κοιτάξει τον Νίκολας με μάτια που πετούσαν σπίθες. «Πώς τολμάς; Πέταξα εγώ έξω τις πόρνες σου; Το έκανα;» Σταμάτησε ένα δευτερόλεπτο, ίσα για να πάρει ανάσα. «Είσαι ανυπόφορος, κύριε, τελείως ανυπόφορος!» του είπε έξαλλη. «Μήπως αυτός είναι άλλος ένας από τους εξωφρενικούς κανόνες σου; Πρώτα αρνείσαι να μ’ επισκέπτεται εδώ η οικογένειά μου και τώρα διώχνεις τους φίλους μου!» «Δεν θα έλεγα φίλο έναν παλιό έρωτα», αντιγύρισε εκείνος. «Δεν ήταν παλιός έρωτας. Κι είσαι ο πλέον ακατάλληλος να μιλάς, από τη στιγμή που τέσσερις δικοί σου παλιοί έρωτες κοιμήθηκαν χθες βράδυ σ’ αυτό το σπίτι. Και μάλλον θα ήσουν μαζί μ’ έναν απ’ αυτούς… ή και με περισσότερους!» «Αν ήσουν εσύ στο κρεβάτι μου χθες βράδυ, θα ήξερες πού ήμουν». Τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό και κατόπιν το έκλεισε απότομα γεμάτη θυμό. Να πάει στο κρεβάτι μαζί του αφότου τον είχε πιάσει στα πράσα με άλλη γυναίκα; Την τσιγκλούσε επίτηδες. Ε, λοιπόν, τα είχε καταφέρει, γιατί την είχε κάνει ακόμα πιο έξαλλη από πριν. Η Ρέτζι ίσιωσε τους ώμους της. «Η ελεεινή συμπεριφορά σου μ’ έκανε να πάρω την τελική μου απόφαση, κύριε. Αρνούμαι να ζήσω έστω και μία μέρα ακόμα μ’ έναν τόσο ανάγωγο αγροίκο. Γυρίζω στο σπίτι μου». Ο Νίκολας κοκάλωσε όταν το άκουσε. «Εδώ είναι το σπίτι σου, Ρετζίνα». «Μπορεί να είναι, αλλά εσύ το έκανες ανυπόφορο». «Δεν πρόκειται να φύγεις», δήλωσε ξερά εκείνος. «Δεν μπορείς να μ’ εμποδίσεις». «Έτσι λες; Τόλμα να φύγεις και θα δεις!» Έπεσε σιωπή. Αγριοκοιτάχτηκαν και κατόπιν η Ρετζίνα έφυγε με αγέρωχο βήμα. Οι ώμοι του Νίκολας κύρτωσαν. Γιατί είχε χάσει έτσι την ψυχραιμία του, γαμώτο; Σκόπευε να την καλοπιάσει, να ξαναγίνουν όπως παλιά και το βράδυ να της κάνει έρωτα. Κι ως αύριο το πρωί όλα θα ήταν μέλι γάλα. Τι στο διάολο τον είχε πιάσει; Η Ρετζίνα είχε δίκιο, η συμπεριφορά του ήταν ανυπόφορη. Ούτε ο ίδιος καλά καλά καταλάβαινε πια τον εαυτό του.


Κεφάλαιο 38 Η πόρτα άνοιξε με τέτοιο πάταγο που αντήχησε σ’ όλο το σπίτι. Η Ρέτζι γύρισε ξαφνιασμένη από την τουαλέτα της που ήταν καθισμένη, με τη βούρτσα ακόμη στα μαλλιά της. «Τι; Δεν έφτιαξες ακόμη τα μπαούλα σου;» ρώτησε τραχιά εκείνος. Η Ρέτζι άφησε κάτω τη βούρτσα της αργά. «Είσαι μεθυσμένος, Νίκολας». «Όχι και τόσο, αγάπη. Λίγο μόνο, ίσα για να συνειδητοποιήσω ότι βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο χωρίς λόγο». «Δεν ξέρεις τι λες». Εκείνος έκλεισε την πόρτα, έγειρε πάνω της και κάρφωσε τα κεχριμπαρένια μάτια του στο πρόσωπό της. «Για σκέψου το λίγο. Το σπίτι αυτό μου ανήκει. Το δωμάτιο αυτό μου ανήκει. Η γυναίκα αυτή μου ανήκει. Δεν χρειάζομαι την άδεια κανενός για να την πάω στο κρεβάτι». «Καλύτερα…» «Δεν σηκώνω αντιρρήσεις, αγάπη», την έκοψε εκείνος. Εκείνη ωστόσο τον προειδοποίησε παγερά: «Καλύτερα να φύγεις προτού…» «Βάλεις τις φωνές, αγάπη; Για να έρθουν τρέχοντας υπηρέτες και καλεσμένοι; Δεν θα τολμήσουν να ανακατευτούν, ξέρεις. Κι εσύ αύριο δεν θα ξέρεις πού να κρυφτείς από την ντροπή σου». Της χαμογελούσε, το κτήνος. «Δεν θα γίνει το δικό σου, Νίκολας Ίντεν». «Θα γίνει», τη διόρθωσε μ’ ευχαρίστηση εκείνος. «Κι ας γίνει χωρίς υστερίες». «Όταν γίνω υστερική», του είπε εκείνη με σφιγμένα δόντια, «θα το καταλάβεις». «Καλοσύνη σου που φαίνεσαι τόσο λογική, αγάπη. Και τώρα γιατί δεν βγάζεις αυτό το όμορφο πραγματάκι που φοράς;» «Εσύ γιατί δεν πας να…» «Κυρία!» τη μάλωσε δήθεν σοκαρισμένος. «Αν δεν μπορείς να φερθείς πολιτισμένα…» «Νίκολας!» φώναξε εκνευρισμένη η Ρέτζι. «Δεν έχω όρεξη για βλακείες». «Ε, άμα βιάζεσαι, αγάπη, να σε βοηθήσω». Άρχισε να την πλησιάζει κι η Ρέτζι έκανε σαν βολίδα το γύρο του κρεβατιού, βάζοντάς το ανάμεσά τους. Ο Νίκολας δεν σταμάτησε, καθώς έκανε κι εκείνος τώρα το γύρο του κρεβατιού. «Μην πλησιάσεις άλλο». Η φωνή της σε κάθε λέξη υψωνόταν όλο και περισσότερο. Αλλά εκείνος συνέχισε ακάθεκτος. Η Ρέτζι πήδησε πάνω στο κρεβάτι και κύλησε στην άλλη άκρη του. Σήκωσε τα


μάτια της και τον είδε να χαμογελά πλατιά. Απολάμβανε το κυνηγητό. «Θέλω να φύγεις αυτή τη στιγμή!» Η φωνή της έσπασε από οργή. Εκείνος πάτησε πάνω στο κρεβάτι, σκύβοντας για να μη χτυπήσει στον ουρανό του, κι η Ρέτζι έτρεξε στην πόρτα. Ο δυνατός θόρυβος που έκανε ο Νίκολας όταν πήδησε στο πάτωμα την ανάγκασε να αλλάξει κατεύθυνση. Πίσω από το ανάκλιντρο σε στιλ βασίλισσας Άννας θα ήταν πιο ασφαλής. Ο Νίκολας πήγε στην πόρτα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στην προεξοχή της κάσας από πάνω, εκεί όπου η Ρέτζι δεν θα μπορούσε με τίποτα να το φτάσει. Η Ρέτζι κοίταξε την προεξοχή που ήταν αδύνατον να φτάσει κι ύστερα τα μάτια της γύρισαν πάλι στον Νίκολας. Άρπαξε ένα βιβλίο από το τραπεζάκι δίπλα της και του το πέταξε. Εκείνος παραμέρισε με σβελτάδα, κρυφογελώντας με τις απόπειρές της, κι έβγαλε το σακάκι του. «Αν συνεχίσεις, Νίκολας, σου ορκίζομαι ότι θα σου βγάλω τα μάτια!» «Μπορείς να δοκιμάσεις, αγάπη». Χαμογέλασε. Πλησίασε το ανάκλιντρο, την τράβηξε έξω από εκεί πίσω που ήταν κρυμμένη και την κόλλησε πάνω στο κορμί του. «Νίκολ…» Τα χείλη του την έκαναν να σωπάσει. Την επόμενη στιγμή την έριξε στο κρεβάτι και ξάπλωσε το πανύψηλο κορμί του πάνω στο δικό της. Το στόμα του καταβρόχθιζε το στόμα της. Η Ρέτζι δεν μπορούσε να αναπνεύσει, αλλά ούτε να του φωνάξει να την αφήσει ήσυχη. Άρπαξε με τα χέρια της τα μαλλιά του, αλλά δεν κατάφερε να μετακινήσει το κεφάλι του, ούτε με το απότομο τίναγμα του κορμιού της κατάφερε να τον διώξει από πάνω της. Έτσι, του δάγκωσε το χείλι αναγκάζοντάς τον να αποτραβήχτηκε, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. «Δεν θέλεις να το κάνεις αυτό, αγάπη. Πώς να σε φιλήσω σωστά όταν μου κόβεις ολόκληρο κομμάτι από τα χείλη μου;» Εκείνη τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του κι ο Νίκολας γρύλισε: «Έπρεπε να σε ποτίσω κρασί πάλι. Μεθυσμένη είσαι πολύ πιο ευχάριστη». Καθώς τη φιλούσε ξανά, τα μάτια της Ρέτζι άνοιξαν διάπλατα. Να την ποτίσει κρασί; Δεν ήταν όνειρο! Πράγματι της είχε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα στο πανδοχείο. Και το είχε προσχεδιάσει! Την ποθούσε τόσο πολύ ώστε να την ξεγελάσει… την ποθούσε τόσο πολύ ώστε να τη μεθύσει… την ποθούσε. Θεούλη μου, να τα πάλι εκείνα τα αισθήματα που τρύπωναν λαθραία στην καρδιά της. Πόσο ακόμη θα τους αντιστεκόταν; Ο Νίκολας την κοίταξε ξανά, με μάτια που σιγόκαιγαν. «Αχ, αγάπη», της είπε βραχνά. «Αγάπησέ με. Αγάπησέ με όπως μ’ αγαπούσες παλιά», της ψιθύρισε παθιασμένα κι όλες οι άμυνές της κατέρρευσαν. Και βρέθηκε ξαφνικά να τον φιλά κι εκείνη με όλο της το πάθος. Δεν ήταν φτιαγμένη από πέτρα. Ήταν φτιαγμένη από σάρκα κι αίμα, και τώρα η σάρκα της φλεγόταν. Τώρα τα χέρια της δεν απώθησαν το κεφάλι του, αλλά το τράβηξαν κοντά της. Τα


βογκητά της ηδονής του ακούστηκαν σαν μελωδία στ’ αυτιά της. Ο Νίκολας την ποθούσε… την ποθούσε στ’ αλήθεια. Ήταν η τελευταία της σκέψη, γιατί έπειτα απ’ αυτό δεν προλάβαινε να σκεφτεί.


Κεφάλαιο 39 «Καλημέρα, αγάπη». Τα δόντια του Νίκολας έπιασαν το κάτω χείλι της Ρέτζι και το τρύγησαν για λίγο. «Σου ’χει πει ποτέ κανείς τι υπέροχη, τσαλακωμένη όψη έχεις τα χαράματα;» Εκείνη χαμογέλασε σκανδαλιάρικα. «Μόνο η Μεγκ με βλέπει τα χαράματα κι εκείνη δεν λέει πράγματα που φουσκώνουν τα μυαλά μιας κοπέλας». Ο Νίκολας γέλασε και την τράβηξε πιο κοντά του. «Η ατρόμητη Μεγκ σου δεν με συμπαθεί, ξέρεις, και δεν μπορώ να φανταστώ το λόγο. Είμαι τόσο συμπαθητικός». «Είσαι ανυπόφορος, και το ξέρεις». «Ναι, αλλά συμπαθητικά ανυπόφορος». Η Ρέτζι γέλασε. Τι υπέροχος τρόπος να ξυπνάς το πρωί, σκέφτηκε, και κουλουριάστηκε πιο σφιχτά πάνω στο στιβαρό, ψηλό κορμί του άνδρα της. Και δεν ένιωθε κουρασμένη, παρόλο που εκείνος της έκανε φλογερό έρωτα μέχρι το ξημέρωμα. Καθόλου κουρασμένη. Ένιωθε υπέροχα. Θα έλεγε οπωσδήποτε στον Νίκολας να της επιβάλλει συχνότερα τον έρωτά του. Το κλάμα του Τόμας ήταν το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να χαλάσει το ειδυλλιακό σκηνικό, κι η Ρέτζι το άκουσε αμέσως. «Κι αναρωτιόμουν πότε θα τον ακούγαμε επιτέλους». Η Ρέτζι τού χαμογέλασε. «Καλύτερα να πάω να τον δω». «Θα γυρίσεις γρήγορα – έτσι δεν είναι;» «Οπωσδήποτε, κύριε». Όταν είκοσι λεπτά αργότερα η Ρέτζι γύρισε στην κρεβατοκάμαρά της, τη βρήκε αδειανή. Κοίταξε στο ενδιάμεσο καθιστικό και κατόπιν πήγε στην κρεβατοκάμαρα του Νίκολας. Και τα δύο δωμάτια ήταν άδεια. Επέστρεψε στο δικό της δωμάτιο και περίμενε. Εκείνος δεν φάνηκε. Πού είχε πάει; Και γιατί; Μήπως θα τη χρησιμοποιούσε κι ύστερα θ’ αδιαφορούσε για κείνη; Ας μη βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα καλύτερα. Θα πρέπει να υπήρχε κάποιος καλός λόγος που εξαφανίστηκε. Η Ρέτζι έβαλε την Μεγκ να την ντύσει και να τη χτενίσει άρον άρον, βγήκε σαν βολίδα από το δωμάτιο και κατέβηκε τη σκάλα πετώντας. Οι φωνές που άκουσε από την αίθουσα του πρωινού την έκαναν να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Μόλις έφτασε στην πόρτα κοκάλωσε, νιώθοντας ξαφνικά ένα ρίγος. Ο Νίκολας, φορώντας μόνο το παντελόνι του και μια πράσινη βελούδινη κοντή ρόμπα, στεκόταν μπροστά στον μπουφέ. Είχε την πλάτη του γυρισμένη προς τη Ρέτζι, όπως κι η Σελένα Έντινγκτον,


η οποία στεκόταν πλάι του, τόσο κοντά του που ο ώμος της ακουμπούσε στο επάνω μέρος του μπράτσου του. Το κεφάλι του ήταν γερμένο προς το μέρος της κι η Σελένα γελούσε με κάτι που της έλεγε. Η Ρετζίνα τα είδε όλα κόκκινα εκείνη τη στιγμή. «Μήπως διακόπτω κάτι… πάλι;» Γύρισαν κι οι δύο. Δεν ήταν κανένας άλλος εκεί, ούτε καν κάποιος υπηρέτης, ωστόσο ο Νίκολας δεν έδειξε καθόλου αμήχανος. «Δεν ήταν ανάγκη να κατέβεις, αγάπη». Χαμογέλασε. «Μόλις ετοίμαζα να σου φέρω ένα πιάτο με γλυκίσματα». «Είμαι σίγουρη», αποκρίθηκε παγερά εκείνη, καρφώνοντας τα μάτια της στα μάτια της Σελένα. «Κυρία, σε παρακαλώ να μαζέψεις τις βαλίτσες σου και μέχρι το μεσημέρι να έχεις φύγει από το σπίτι μου». Το αυτάρεσκο ύφος της Σελένα έγινε αμέσως οργισμένο. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Η λαίδη Μίριαμ με προσκάλεσε». «Σ’ αυτό το σπίτι δεν κάνει κουμάντο η λαίδη Μίριαμ, αλλά εγώ. Κι εμείς οι Ίντεν είμαστε ξακουστοί για τη συνήθειά μας να πετάμε κόσμο έξω με τις κλοτσιές». Κι αφού το έβγαλε από μέσα της, η Ρέτζι στράφηκε κι έφυγε. Ο Νίκολας την πρόλαβε στο κυρίως χολ και την άρπαξε από το μπράτσο. «Τι στο διάολο ήταν όλο αυτό;» «Άφησέ με!» σύριξε εκείνη, τραβώντας απότομα το μπράτσο της. Αυτή τη φορά ο Νίκολας την έπιασε από τον ώμο. «Έλα δω». Την έσυρε στη βιβλιοθήκη κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. «Τρελάθηκες;» «Σίγουρα έχω τρελαθεί, αφού πίστεψα ότι έχεις αλλάξει!» είπε εκείνη. «Τι θέλεις να πεις;» «Ακόμα δεν πρόλαβε να κρυώσει το κρεβάτι μας κι εσύ έφυγες να βρεις άλλη κατάκτηση! Ε, λοιπόν, μπορείς να παίζεις με όσες γυναίκες θέλεις, κύριε, αλλά μαζί μου δεν θα ξαναπαίξεις». «Ειλικρινά πιστεύεις ότι θα ήθελα άλλη γυναίκα έπειτα από τη χθεσινή νύχτα;» αντιγύρισε εκείνος, με ειλικρινή απορία. «Δεν ήταν τίποτα αυτό που είδες. Απλώς έτυχε να είναι κει η Σελένα όταν κατέβηκα να σου πάρω μερικά γλυκίσματα. Είχα σκοπό να σε ταΐσω εγώ πρωινό, για να μην έχεις δικαιολογία να βγεις από το δωμάτιο όλο το πρωί». «Έχεις ένα σωρό υπηρέτες στη διάθεσή σου, για να σου φέρουν γλυκίσματα, κύριε», επεσήμανε εκείνη. «Οι υπηρέτες τρέχουν και δεν φτάνουν με όλους αυτούς τους καλεσμένους. Ενώ εγώ είχα χρόνο, επειδή σε περίμενα να γυρίσεις». «Δεν σε πιστεύω». Ο Νίκολας αναστέναξε εκνευρισμένος. «Αυτό είναι γελοίο, Ρετζίνα. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να γίνεις έξαλλη και σίγουρα δεν υπήρχε κανένας λόγος να διώξεις τη Σελένα. Της το είπα κιόλας».


«Τι έκανες, λέει;» «Αν κάτσεις λίγο και σκεφτείς πόσο παράλογη ήταν η συμπεριφορά σου…» Η φωτιά που είδε ν’ ανάβει στα μάτια της τον έκανε να αφήσει τη φράση του στη μέση. «Ώστε είμαι παράλογη; Ναι, μάλλον είμαι. Όπως είμαι και ηλίθια, και το πιο μεγάλο κουτορνίθι που υπάρχει. Αλλά εσύ, κύριε, είσαι ένας μπάσταρδος και μισός, στην κυριολεξία. Δεν αντέχεις να φύγει η φιλενάδα σου; Τότε να μη σ’ το χαλάσω, άφησέ τη να μείνει. Για την ακρίβεια, άσ’ τη να μείνει για πάντα, γιατί εγώ δεν θα είμαι δω να τη βλέπω. Κι αν προσπαθήσεις να μ’ εμποδίσεις να φύγω, θα… σε σκοτώσω!» Το πρόσωπό του έγινε κατασκότεινο από οργή, αλλά εκείνη δεν κατάλαβε πόσο πολύ τον είχε θυμώσει, γιατί είχε παρασυρθεί από την ανάγκη της να εκτονώσει την οργή ολόκληρων μηνών. Όταν ο Νίκολας στράφηκε να φύγει χωρίς να πει λέξη, η Ρέτζι έτρεξε μπροστά του και του έκλεισε το δρόμο. «Μην τολμήσεις να φύγεις ενώ τσακωνόμαστε!» «Τι άλλο μένει να πούμε, κυρία;» τη ρώτησε πικραμένα. «Τελικά το είπες ξεκάθαρα. Και δεν μπορώ να το διαψεύσω, βλέπεις». Την άφησε με το στόμα ανοιχτό. Ούτε ψέματα, ούτε δικαιολογίες. «Δηλαδή… ομολογείς ότι τη θέλεις ακόμη;» «Ποια να θέλω;» γρύλισε εκείνος. «Στο γεγονός ότι είμαι μπάσταρδος αναφέρομαι, φυσικά. Εγώ προσπάθησα να σε γλιτώσω, αν θυμάσαι. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να σ’ εμποδίσω να παντρευτείς έναν μπάσταρδο». «Μπορούσες να αλλάξεις», αντιγύρισε οργισμένα εκείνη. «Πώς μπορείς να αλλάξεις τις συνθήκες γέννησής σου;» «Γέννησης;» Η Ρέτζι συνοφρυώθηκε. «Τι έχεις πάθει, Νίκολας; Εγώ για τη συμπεριφορά σου μιλάω, συμπεριφορά μπάσταρδου». Ακολούθησε μια φορτισμένη παύση και κατόπιν εκείνος ρώτησε: «Δηλαδή η Μίριαμ δεν σ’ το είπε ποτέ; Δεν σου αποκάλυψε ποτέ το ένοχο μυστικό μου;» «Για τι πράγμα μιλάς;» τον ρώτησε η Ρέτζι. «Ναι, η Μίριαμ μού μίλησε για τη γέννησή σου. Με μεγάλη της χαρά μάλιστα. Τι σχέση έχει αυτό όμως; Αν θέλεις τη γνώμη μου, θα ’πρεπε να χαίρεσαι που δεν είναι μητέρα σου». Ο Νίκολας έμεινε αποσβολωμένος όταν το άκουσε αυτό. «Θέλεις να πεις ότι… δεν σε νοιάζει;» «Να με νοιάζει; Μη λες βλακείες», απάντησε εκείνη. «Έχω δύο ξαδέλφια που είναι μπάσταρδα. Αυτό πάει να πει ότι τ’ αγαπώ λιγότερο; Ασφαλώς όχι. Δεν φταις εσύ για τον τρόπο που γεννήθηκες». Πήρε ανάσα και συνέχισε ακάθεκτη. «Αλλά εσύ, κύριε, ξέχωρα απ’ αυτό, έχεις ένα βουνό ελαττώματα. Κι εγώ βαρέθηκα πια να είμαι μόνο μισή σύζυγος. Εννοούσα κάθε λέξη που είπα. Δεν πρόκειται να κάτσω εδώ να σε βλέπω να αναθερμαίνεις τους παλιούς έρωτές σου. Έτσι και σε δω έστω μία φορά ακόμα μ’ αυτή τη γυναίκα, σ’ ορκίζομαι ότι θα βάλω σ’ εφαρμογή τα μαθήματα που μου έκανε ο Κόνι και θα σας κόψω και τους δύο κομματάκια!»


Ο Νίκολας δεν ήθελε, ή δεν μπορούσε, να πάψει να γελάει. Κι αυτό ήταν αρκετό για να κάνει τη Ρετζίνα να ουρλιάξει. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η Έλινορ. «Έχει ξεσπάσει πόλεμος εδώ μέσα, αγάπες μου, ή πρόκειται απλώς για ένα οικογενειακό καβγαδάκι;» «Οικογενειακό;» ούρλιαξε η Ρέτζι. «Ο κύριος από δω δεν ξέρει καν ότι έχει οικογένεια. Θα προτιμούσε να ήταν εργένης. Νομίζει ότι είναι εργένης». Ο Νίκολας σοβάρεψε. «Αυτό δεν είναι αλήθεια». «Εξήγησέ του το εσύ, Έλι», είπε η Ρέτζι. «Πες του ότι δεν πάει κι έτσι κι αλλιώς. Ή είναι σύζυγος ή δεν είναι». Η Ρέτζι βγήκε έξαλλη από το δωμάτιο, βροντώντας την πόρτα πίσω της. Δεν είχε προλάβει να φτάσει στα μισά της σκάλας όταν αναλογίστηκε τα λόγια του και παραλίγο να χάσει την ισορροπία της. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να σ’ εμποδίσω να παντρευτείς έναν μπάσταρδο. Έμεινε εκεί μαρμαρωμένη, ατενίζοντας το κενό. Θα μπορούσε να ήταν αυτός ο λόγος για τη φρικτή συμπεριφορά του; Γιατί δεν το είχε σκεφτεί όταν η Μίριαμ τής είχε αποκαλύψει, δήθεν τυχαία ,αυτή την πληροφορία; Μήπως ο Νίκολας πίστευε ότι εκείνη δεν θ’ άντεχε να είναι παντρεμένη μ’ έναν μπάσταρδο; Αχ, το βλάκα, τον ηλίθιο! Η Ρέτζι κάθισε στα σκαλιά κι άρχισε να γελάει κι εκείνη τώρα.


Κεφάλαιο 40 Για δείπνο εκείνο το απόγευμα σερβιρίστηκαν κρύα πιάτα στην πίσω βεράντα, ώστε να μπορούν οι καλεσμένοι να παρακολουθήσουν τους αγώνες κροκέ. Η Ρέτζι κατέβασε τον Τόμας, για να απολαύσει τον απογευματινό ήλιο που σε λίγο θα έδυε. Καθισμένος πάνω σε μια μεγάλη κουβέρτα, ο Τόμας γύριζε όλο χαρά το κεφαλάκι του προς κάθε ήχο που του τραβούσε το ενδιαφέρον. Όλοι οι καλεσμένοι πέρασαν να γνωρίσουν τον νέο κληρονόμο του Μοντάιθ. Μόνο λίγοι από τους καλεσμένους της Μίριαμ θα έμεναν κι απόψε στο Σιλβερλέι. Οι περισσότεροι είχαν φύγει το ίδιο απόγευμα, μαζί και η Σελένα Έντινγκτον. Η Ρέτζι δεν ήξερε αν ο Νίκολας της είχε μιλήσει πάλι ή η ίδια είχε κρίνει φρόνιμο να φύγει. Η Πάμελα Ρίτσι ήρθε να δει τον Τόμας. Ήταν μια δυστυχισμένη γυναίκα. Κι αν δεν πρόσεχε, αυτές οι γραμμές απογοήτευσης στο πρόσωπό της σύντομα θα γίνονταν μόνιμες. Η Ρέτζι δεν είχε νιώσει καθόλου ενοχλημένη όταν ο Νίκολας κι η Αν Χένσλοου έπαιξαν μαζί σ’ έναν αγώνα κροκέ. Στέκονταν πλάι πλάι περιμένοντας τη σειρά τους και γελώντας μεταξύ τους, αλλά τη Ρέτζι δεν την πείραζε. Μάλλον, όπως το ένιωθε η ίδια, η τωρινή στάση της οφειλόταν στα κλεισίματα του ματιού και τα πλατιά χαμόγελα που της χάριζε όλο το απόγευμα ο Νίκολας. Οι δυο τους έμοιαζαν να μοιράζονταν ένα προσωπικό αστείο, αλλά δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα όταν βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο στο μεσημεριανό γεύμα. Παρ’ όλα αυτά, έφτανε ο Νίκολας να την κοιτάξει, για να αρχίσει να κρυφογελάει. Ήταν ευτυχισμένος. Η Ρέτζι πίστευε πως ήξερε το λόγο κι οι υποψίες της την έκαναν κι εκείνη το ίδιο ευτυχισμένη. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει, βάφοντας τον ουρανό με υπέροχα χρώματα. Ο Τόμας είχε μείνει πολλή ώρα εκτός σπιτιού για μία μέρα κι άρχισε να στριφογυρίζει όλο ενέργεια πάνω στην κουβέρτα, σίγουρο σημάδι ότι πεινούσε. «Είναι τόσο γαλήνια εδώ έξω αυτή την ώρα της ημέρας», είπε ήρεμα η Έλινορ. «Θα μου λείψετε κι εσείς και το ανθρωπάκι μας». «Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να φύγεις τόσο γρήγορα;» τη ρώτησε έκπληκτη η Ρέτζι. «Δεν με χρειάζεστε άλλο εδώ, καλή μου». Ήξεραν κι οι δυο τους ότι είχε μείνει μόνο και μόνο για να βοηθήσει τη Ρέτζι με το γάμο της. «Ο Ντίκενς λέει ότι η Ρεβέκα έχει γίνει σκέτη μέγαιρα από τότε που λείπω. Χώρια που λείπω και σ’ εκείνον. Και, για να λέμε την αλήθεια, η μακρά απουσία από την Κορνουάλη μού άνοιξε τα μάτια».


«Γιατί, Έλινορ, μήπως εσύ κι ο Ντίκενς;» ρώτησε όλο χαρά η Ρέτζι. Η Έλινορ χαμογέλασε. «Μου έχει ζητήσει πολλές φορές να τον παντρευτώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Νομίζω ότι είμαι έτοιμη επιτέλους να σκεφτώ την πρότασή του σοβαρά». «Αυτό είναι τέλειο! Θ’ αφήσεις εμένα και τον Νίκολας να σου κάνουμε το γαμήλιο πάρτι ή προηγείται η Ρεβέκα;» «Πολύ φοβάμαι ότι η Ρεβέκα θα επιμείνει να το κάνει εκείνη», απάντησε γελώντας η Έλινορ. «Χρόνια τώρα σπρώχνει τον Ντίκενς κοντά μου». Ο Τόμας στρίγκλισε, απαιτώντας να τον προσέξουν. «Θέλεις να τον πάω επάνω, καλή μου;» «Όχι, εκτός κι αν μπορείς να τον θηλάσεις», είπε η Ρέτζι μ’ ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο. «Βιάσου να γυρίσεις όμως. Ο Νίκολας δεν σ’ έχει αφήσει από τα μάτια του όλη μέρα κι είμαι σίγουρη ότι, αν λείψεις πολύ, θα έρθει τρέχοντας να σε βρει». «Όχι, άμα ξέρω πού είναι», είπε ο Νίκολας, πλησιάζοντας από πίσω τους. Πήρε τον Τόμας αγκαλιά. «Ώστε πεινάει ο κατεργαράκος; Θεέ μου, είναι μουσκίδι!» Απομάκρυνε γρήγορα το παιδί από πάνω του και το κράτησε μακριά του. Οι γυναίκες έβαλαν τα γέλια. Η Ρέτζι τύλιξε μια μικρότερη κουβέρτα γύρω από τον ποπό του μωρού. «Είναι κάτι που κάνουν τα μωρά, ξέρεις, και μάλιστα συχνά. Έλα, δώσ’ τον σ’ εμένα». «Όχι, θα σου τον φέρω εγώ επάνω». Έσκυψε κοντά στη Ρέτζι, ψιθυρίζοντας για να τον ακούσει μόνο εκείνη: «Κι όταν τελειώσεις μαζί του, ίσως περάσουμε λίγη ώρα μόνοι. Συμφωνείς;» «Θεέ μου, τι όμορφη εικόνα», παρενέβη με σκληρή φωνή η Μίριαμ. «Ο πατέρας ξετρελαμένος με τον μπάσταρδό του. Εσείς οι Ίντεν γίνεστε υπέροχοι πατεράδες, Νίκολας. Κρίμα μόνο που είστε τόσο φρικτοί σύζυγοι». Ο Νίκολας έκανε μεταβολή. «Δεν θα το εκλάβω ως προσβολή αυτό, κυρία. Καταλαβαίνω ότι, φυσικά, είσαι ταραγμένη, επειδή το καλοδουλεμένο σχέδιό σου δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμενες». «Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς», αντιγύρισε περιφρονητικά εκείνη. «Αλήθεια; Α, να σ’ ευχαριστήσω τώρα, προτού το ξεχάσω. Αν δεν ήταν η ευφυέστατη λίστα των καλεσμένων σου, η γυναίκα μου κι εγώ θα ήμασταν ακόμη δύο ξένοι. Δεν είμαστε πια. Και πρέπει να ευχαριστήσουμε εσένα προσωπικά για τη συμφιλίωσή μας, μητέρα». Το πρόσωπο της Μίριαμ αυλακώθηκε από την ανεξέλεγκτη οργή της. «Βαρέθηκα πια να σ’ ακούω να με λες έτσι. Α και, Νίκολας, δεν έχεις ιδέα πόσο ευφυέστατη είναι στην πραγματικότητα η λίστα των καλεσμένων μου». Γέλασε. «Σου ’χω φυλαγμένη μια υπέροχη έκπληξη. Βλέπεις, η αληθινή σου μητέρα βρίσκεται εδώ! Δεν είναι καταπληκτικό; Γιατί λοιπόν δεν γελοιοποιείσαι τελείως ρωτώντας όλο το υπόλοιπο βράδυ κάθε γυναίκα τριγύρω αν είναι εκείνη η βρόμα που σε γέννησε; Θα ήταν τρομερά διασκεδαστικό».


Ο Νίκολας είχε κερώσει. Είχε πάθει τέτοιο σοκ που δεν μπορούσε καν να απλώσει το χέρι για να εμποδίσει τη Μίριαμ να φύγει. Η καρδιά της Ρέτζι σφίχτηκε όταν του πήρε τον Τόμας από τα χέρια, επειδή ο Νίκολας δεν φάνηκε καν να προσέχει αυτή την κίνησή της. «Αχ, Νίκολας, μην την αφήνεις να σε ταράζει», του είπε απαλά. «Ό,τι είπε το είπε από την κακία της». «Έτσι είναι;» Τα μάτια που έσμιξαν με τα μάτια της Ρέτζι ήταν δύο βασανισμένα μάτια. «Έτσι είναι; Κι αν έλεγε αλήθεια;» Ζητώντας απελπισμένα βοήθεια, η Ρέτζι στράφηκε στην Έλινορ. Η μεγαλύτερη γυναίκα είχε χάσει το χρώμα της. Η Ρέτζι καταλάβαινε, αλλά η ανάγκη τώρα ήταν μεγαλύτερη από ποτέ. «Πες του», της είπε ήρεμα και η Έλι έβγαλε μια κραυγή. «Ρετζίνα!» «Δεν το βλέπεις; Ήρθε η ώρα». Έπιασε σφιχτότερα τον Τόμας και περίμενε. Ο Νίκολας κοιτούσε μια τη Ρέτζι και μια την Έλινορ, με τη δυστυχία και τη σύγχυση ανάμεικτες στο πρόσωπό του. «Αχ, Νίκι, μη με μισήσεις», άρχισε να λέει ικετευτικά η Έλινορ. «Η Μίριαμ μίλησε έτσι από κακία, αλλά… αλλά είπε την αλήθεια». «Όχι!» Η λέξη βγήκε από μέσα του ξεσκίζοντας τα σωθικά του. «Όχι εσύ. Εσύ θα μου το ’λεγες αν…» «Δεν μπορούσα». Η Έλινορ έκλαιγε. «Έδωσα το λόγο μου στη Μίριαμ ότι δεν θα σε διεκδικούσα ποτέ όταν εκείνη έδωσε το λόγο της σ’ εμένα ότι θα σε μεγάλωνε σαν δικό της παιδί». «Αυτό νομίζεις ότι έκανε;» ρώτησε με πόνο εκείνος. «Ποτέ δεν μου στάθηκε σαν μητέρα, Έλι, ούτε καν όταν ήμουν μικρό παιδί. Ήσουν εδώ τότε. Το ξέρεις». «Ναι, και σκούπιζα τα δάκρυά σου και μαλάκωνα τον πόνο σου και κάθε φορά πέθαινα λίγο λίγο. Ο πατέρας σου δεν ήθελε να έχεις την ταμπέλα του μπάσταρδου, Νίκι, κι ούτε κι εγώ το ήθελα. Η Μίριαμ κράτησε το λόγο της ότι δεν θα το έλεγε ποτέ, κι έτσι έπρεπε κι εγώ να κρατήσω τον δικό μου». «Το είπε στη γυναίκα μου. Κι έκανε τη ζωή μου μια κόλαση», σύριξε εκείνος. «Έκρινε σωστά τη Ρετζίνα. Ήξερε ότι το μυστικό αυτό δεν θα έβγαινε παραέξω αν της το έλεγε, όπως κι έγινε». «Μια ζωή μ’ απειλούσε ότι θα το έκανε βούκινο». «Ήταν μόνο απειλές, Νίκι». «Μα εγώ έζησα μ’ αυτές τις απειλές. Αυτές οι απειλές όρισαν τη ζωή μου. Έστω κι έτσι να ήταν όμως, θα δεχόμουν ευχαρίστως να κουβαλήσω αυτή την ταμπέλα αρκεί να είχα μια αληθινή μητέρα. Δεν το έβλεπες όλα αυτά τα χρόνια που σου άνοιγα την καρδιά μου; Γιατί δεν μου το είπες;» Η ρετσινιά του μπάσταρδου δεν ήταν τόσο σημαντική όσο ήταν ο πόλεμος που είχε ξεσπάσει μεταξύ τους. Το ήξεραν κι οι δύο. Η Έλινορ του είπε κλαίγοντας μ’


αναφιλητά: «Συγχώρησέ με», κι έτρεξε στο σπίτι. Η Ρέτζι έπιασε τον Νίκολας από το μπράτσο. «Φοβόταν να σ’ το πει, φοβόταν ότι θα τη μισούσες. Τρέξε πίσω της, Νίκολας. Άκουσέ την ήρεμα κι άφησέ τη να σου πει αυτά που είπε σ’ εμένα. Ούτε και για κείνη ήταν εύκολο όλα αυτά τα χρόνια». «Ήξερες;» τη ρώτησε εκείνος, αδυνατώντας να το πιστέψει. «Από τη μέρα που γέννησα τον Τόμας», του απάντησε απαλά εκείνη. «Ήταν μαζί μου στη διάρκεια του τοκετού κι ήθελε να ξέρω ποιος ήταν ο αληθινός λόγος για τον οποίο δεν ήσουν μαζί μου. Βλέπεις, Νίκολας, πολύ φοβάμαι ότι ποτέ δεν πίστεψα πως μπορούσε κάποιος να είναι τόσο ανόητος ώστε ν’ αφήσει το γεγονός ότι γεννήθηκε νόθος να σταθεί εμπόδιο στο γάμο του». Του χαμογέλασε. «Σου ζητώ συγγνώμη, γιατί ποτέ δεν κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν αυτό για σένα». «Δεν είναι και τόσο σημαντικό πια», υπαναχώρησε εκείνος. «Τότε μην την κρίνεις τόσο σκληρά, Νίκολας, κι άκουσε ό,τι έχει να σου πει χωρίς εκρήξεις θυμού. Σε παρακαλώ». Εκείνος στεκόταν ασάλευτος κοιτώντας το σπίτι, κι η Ρέτζι συνέχισε: «Δεν έχουν όλες οι γυναίκες το σθένος να μεγαλώσουν ένα νόθο παιδί. Στο κάτω κάτω, κοίτα πώς το αντιμετώπισες εσύ ο ίδιος αυτό το γεγονός. Αποφάσισες να μην παντρευτείς ποτέ, επειδή δεν ήθελες η γυναίκα σου να φέρει το δικό σου βάρος. Νομίζεις ότι για τη μητέρα δεν είναι ακόμα χειρότερο; Και μην ξεχνάς πόσο νέα ήταν η Έλινορ τότε». «Εσύ όμως θα το έκανες – έτσι δεν είναι;» Η Ρέτζι ανασήκωσε τους ώμους της. «Ναι, αλλά μην ξεχνάς ότι εμείς οι Μάλορι είμαστε συνηθισμένοι να έχουμε μπάσταρδους στην οικογένεια». Εκείνος γρύλισε. «Άντε, Νίκολας. Πήγαινε να της μιλήσεις. Και θα δεις ότι εξακολουθεί να είναι η ίδια γυναίκα που ήταν η καλύτερή σου φίλη σε όλη σου τη ζωή. Εκείνη σου στάθηκε σαν μητέρα από τη μέρα που γεννήθηκες. Τώρα είναι η σειρά σου να ακούσεις τον δικό της πόνο». Το χέρι του αγκάλιασε τρυφερά το πρόσωπό της. Ο Τόμας στριφογύριζε στην αγκαλιά της κι ο Νίκολας είπε: «Πήγαινε να ταΐσεις το γιο μου, κυρία». Η Ρέτζι χαμογέλασε καθώς εκείνος έφευγε, κατευθυνόμενος προς το σπίτι. Στην άλλη άκρη του γρασιδιού, τα μάτια της έσμιξαν με τα μάτια της Μίριαμ, κι η Ρέτζι κούνησε το κεφάλι απογοητευμένη όταν την είδε να της γυρίζει απότομα την πλάτη. Θ’ άλλαζε ποτέ αυτή η γυναίκα; Έτριψε το μάγουλό της στο κεφαλάκι του Τόμας και πήρε το δρόμο για το σπίτι. «Μη φοβάσαι, άγγελέ μου, θα έχεις τόσο πολλή αγάπη που δεν πρόκειται να σου λείψει ποτέ η δική της. Περίμενε μόνο να μεγαλώσεις λίγο και να μάθεις για τους μικροθείους σου. Ο ένας ήταν πειρατής για λίγο και…»


Κεφάλαιο 41 Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας της Έλινορ ήταν κλειστή, αλλά ο Νίκολας άκουγε από μέσα τους σπαρακτικούς λυγμούς της. Την άνοιξε αθόρυβα. Εκείνη ήταν πεσμένη στο κρεβάτι, με το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της και τους ώμους της να τραντάζονται. Το στήθος του σφίχτηκε από τον πόνο. Έκλεισε την πόρτα και κάθισε δίπλα στην Έλινορ, παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του. «Χίλια συγγνώμη, Έλι. Το ξέρεις πως δεν θα σ’ έκανα ποτέ να κλάψεις, για τίποτα στον κόσμο». Εκείνη άνοιξε τα χρυσοκάστανα μάτια της, που γυάλιζαν από τα δάκρυα. Έμοιαζαν τόσο με τα δικά του. Θεέ μου, πόσο βλάκας ήταν που δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα. «Δεν με μισείς, Νίκι;» «Να σε μισώ;» επανέλαβε σαν ηχώ εκείνος. «Εσένα, που ήσουν πάντα η παρηγοριά μου, ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερα πως μ’ αγαπούσε;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν μπορείς να φανταστείς όταν ήμουν μικρός πόσες φορές προσποιού​ μουν ότι εσύ ήσουν η αληθινή μου μητέρα. Γιατί δεν το κατάλαβα ότι ήταν αλήθεια;» «Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να το μάθεις». «Θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να το έχω καταλάβει, ιδίως όταν έπαψες να έρχεσαι εδώ μετά το θάνατο του πατέρα. Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί ερχόσουν. Εσύ κι η Μίριαμ με το ζόρι ανταλλάσατε δυο κουβέντες. Ερχόσουν λόγω του πατέρα – έτσι δεν είναι;» «Νομίζω ότι δεν έχεις καταλάβει πώς έχουν τα πράγματα, Νίκι. Με τον πατέρα σου βρεθήκαμε ερωτικά μόνο μία φορά. Όχι, ερχόμουν στο Σιλβερλέι αποκλειστικά και μόνο για να είμαι κοντά σ’ εσένα. Εκείνος φρόντιζε να κρατά ήρεμα τα πράγματα ανάμεσα σ’ εμένα και τη Μίριαμ, δίνοντάς μου έτσι τη δυνατότητα να είμαι μαζί σου στο σπίτι σου. Έπαψα να έρχομαι στο Σιλβερλέι μετά το θάνατό του μόνο επειδή εσύ είχες μεγαλώσει πια. Έφυγες στη θάλασσα για δύο χρόνια και ύστερα ζούσες στο Λονδίνο. Κι εσύ ο ίδιος ερχόσουν σπανίως στο Σιλβερλέι, αν θυμάσαι». «Δεν άντεχα τη Μίριαμ», είπε εκείνος πικρά. «Την είδες πώς ήταν όλη αυτή τη βδομάδα. Μια ζωή έτσι ήταν, Έλι». «Πρέπει να την καταλάβεις, Νίκι. Ποτέ δεν μου συγχώρησε ότι αγάπησα τον Τσαρλς, κι εσύ ήσουν μια διαρκής υπενθύμιση της δικής της αποτυχίας μαζί του». «Γιατί δεν τον παντρεύτηκες εσύ, που να πάρει η ευχή;» Εκείνη χαμογέλασε διστακτικά, με το χαμόγελο μιας μητέρας προς ένα πεισματάρικο παιδί. «Ο Τσαρλς ήταν είκοσι ενός όταν πρωτοήρθε στο σπίτι να επισκεφτεί τη Μίριαμ. Εκείνη ήταν δεκαοχτώ κι εγώ, Θεέ μου, μόνο δεκατεσσάρων. Ούτε που με


πρόσεξε. Ήταν ξετρελαμένος μαζί της κι εγώ ξετρελαμένη μαζί του. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων εντυπωσιάζεσαι εύκολα, ξέρεις, κι ο Τσαρλς ήταν τόσο όμορφος κι ευγενικός. Αλλά παντρεύτηκαν την ίδια χρονιά που γνωρίστηκαν». «Προς μεγάλη δυστυχία όλων», σχολίασε εκείνος απαλά. «Όλων». Αλλά εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τον αγαπούσε, Νίκι, τα πρώτα χρόνια του γάμου τους τουλάχιστον. Ήταν ευτυχισμένοι. Και πρέπει να καταλάβεις αυτό που θα σου πω, Νίκι. Εκείνος δεν έπαψε ποτέ να την αγαπάει, όσο δύσκολος άνθρωπος κι αν είχε γίνει εκείνη αργότερα. Η Μίριαμ έπεσε έξω σ’ αυτό. Οι Ίντεν γίνονται υπέροχοι σύζυγοι, επειδή αγαπούν μόνο μία φορά. Αλλά, ο Τσαρλς ήθελε ένα γιο κι η Μίριαμ είχε μόνο αποβολές, τρεις αποβολές μέσα σε τρία χρόνια. Κι αυτό προκάλεσε τρομερή ένταση στη σχέση τους. Εκείνη φοβόταν να προσπαθήσει να αποκτήσει το γιο που ήθελε εκείνος κι έτσι άρχισε να τον απορρίπτει ερωτικά. Πολύ φοβάμαι ότι ο φόβος της την έστρεψε εναντίον του. Η αγάπη της για τον Τσαρλς δεν άντεξε το φορτίο. Αλλά εκείνος την αγαπούσε». «Ζούσες εδώ εκείνη την εποχή;» «Ναι. Εδώ έμεινα έγκυος σ’ εσένα». Χαμήλωσε τα μάτια, ένοχη ακόμα και τώρα που πρόδωσε την αδελφή της. «Ήμουν δεκαε​ πτά κι αγαπούσα τον Τσαρλς. Εκείνη τη μέρα είχαν έναν τρομερό καβγά, επειδή εκείνη αρνιόταν να τον δεχτεί στο κρεβάτι της. Μέχρι να βραδιάσει, ο Τσαρλς είχε μεθύσει για τα καλά και… Απλώς συνέβη, Νίκι. Δεν είμαι καν σίγουρη αν εκείνος ήξερε τι έκανε, όμως εγώ ήξερα. Το μετανιώσαμε κι οι δύο ύστερα, και ορκιστήκαμε να μην το μάθει ποτέ η Μίριαμ. Εγώ γύρισα στο πατρικό μου κι ο Τσαρλς αφοσιώθηκε στη γυναίκα του». Αναστέναξε. «Ίσως τελικά η Μίριαμ να ξεπερνούσε κάποια στιγμή το φόβο της να μείνει έγκυος. Θα μπορούσαν να είχαν γίνει ευτυχισμένοι πάλι». «Αλλά ήρθα εγώ;» «Ναι», παραδέχτηκε εκείνη. «Όταν έμαθα ότι ήμουν έγκυος, μ’ έπιασε υστερία. Ένα και μοναδικό παραστράτημα και ήμουν έγκυος. Μου πέρασε από το μυαλό μέχρι και ν’ αυτοκτονήσω. Δεν υπήρχε περίπτωση να το πω στους γονείς μου. Αρρώστησα από την αγωνία μου. Τελικά, πήγα απελπισμένη στο Σιλβερλέι, με σκοπό ν’ αφήσω τον Τσαρλς ν’ αποφασίσει για το πρόβλημά μου. Ο Θεός να τον ευλογεί, εκείνος πέταξε από τη χαρά του. Στην αρχή δεν το πίστευα, αλλά είχε ξετρελαθεί με το γεγονός. Εγώ σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου, ότι είχα καταστραφεί, αλλά ο Τσαρλς πρώτα απ’ όλα σκέφτηκε εσένα. Μ’ έκανε να καταλάβω πόσο εγωιστικά φερόμουν που ήθελα να σε ξεφορτωθώ. Συγχώρησέ με, Νίκι, αλλά πραγματικά νόμιζα ότι ήταν η μοναδική λύση. Ήμουν νέα και τρομοκρατημένη, και τα κορίτσια των καλών οικογενειών δεν έκαναν παιδιά εκτός γάμου». Εκείνος την αγκάλιασε. «Φυσικά, Έλι. Σε καταλαβαίνω». «Λοιπόν», συνέχισε εκείνη, «ο Τσαρλς σε ήθελε. Ήταν πρόθυμος να χαλάσει το γάμο του για να σ’ αποκτήσει. Μπορεί να έπραττε αλλιώς αν δεν υπήρχαν οι τρεις


αποβολές της Μίριαμ, καθώς δεν ήταν σίγουρος ότι εκείνη θα του χάριζε κάποτε ένα παιδί. Και τότε εμφανίστηκα εγώ, τριών μηνών έγκυος». «Έτσι, το είπατε στη Μίριαμ». Αυτό το ήξερε. «Εκείνη σοκαρίστηκε, φυσικά. Δεν πίστευε ότι η ίδια της η αδελφή τής είχε κάνει τέτοιο πράγμα. Πόσο με μισεί από κείνη τη μέρα! Και μίσησε και τον Τσαρλς· ποτέ της δεν τον συγχώρησε. Στο τέλος έφτασε να μισεί κι εσένα, το μόνο αθώο πλάσμα σε όλη αυτή την ιστορία. Δεν ήταν ποτέ πια η ίδια, Νίκι. Ένιωθε βαθιά πίκρα, γιατί είχα καταφέρει να χαρίσω στον Τσαρλς το γιο που εκείνος ήθελε. Ένιωθε ότι τον είχε απογοητεύσει, αλλά έριχνε το φταίξιμο σ’ εκείνον, και σ’ εμένα, επειδή κάναμε ό,τι κάναμε προτού της δοθεί η ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσει. Κι η πίκρα της έγινε ένα τέρας που την τρώει όλα αυτά τα χρόνια. Η Μίριαμ δεν ήταν πάντα έτσι όπως είναι τώρα, ξέρεις. Και γι’ αυτό φταίω εγώ, επειδή θα μπορούσα να είχα σταματήσει τον Τσαρλς το βράδυ που έμεινα έγκυος σ’ εσένα. Θα μπορούσα, μα δεν το έκανα». «Για όνομα του Θεού, Έλι, εσύ η ίδια είπες ότι μέχρι τότε εκείνη είχε πάψει πια να τον αγαπάει». «Το ξέρω, αλλά θα μπορούσε να είχε αρχίσει να τον αγαπάει ξανά». Έπειτα από μια μακρά, γεμάτη περίσκεψη παύση, η Έλινορ συνέχισε: «Μην ξεχνάς ότι είναι αδελφή μου. Μέτρησε κι αυτό, όσο να ’ναι. Τις ατελείωτες ώρες του τοκετού μου, γιατί ήταν ένας δύσκολος τοκετός, η Μίριαμ έφτασε στο σημείο να ξεχάσει το μίσος της, επειδή πίστεψε ότι θα πέθαινα. Κατάφερα να τη βάλω να ορκιστεί ότι δεν θα σε απαρνιόταν ποτέ δημοσίως. Ήλπιζα ότι θα σ’ αγαπούσε, αλλά ακόμα και τότε φοβόμουν ότι δεν θα το έκανε. Κι έτσι την έβαλα να ορκιστεί, κι εκείνη το έκανε. Αλλά μ’ έβαλε κι εκείνη να ορκιστώ ότι δεν θα σου έλεγα ποτέ πως ήμουν η μητέρα σου. Θέλησα τόσες φορές να σ’ το πω, αλλά είχα δώσει όρκο και δεν μπορούσα. Κι όταν πέθανε ο πατέρας σου, η Ρεβέκα με προειδοποίησε ν’ αφήσω τα πράγματα ως είχαν». «Ήξερε όλη την ιστορία;» Η Έλινορ έγνεψε καταφατικά. «Κι ακόμα δεν νομίζω ότι θα σου μιλούσα αν δεν επέμενε η Ρετζίνα». «Η γυναίκα μου είναι σκέτος θησαυρός. Δεν συμφωνείς, μητέρα;» Ήταν η πρώτη φορά που την έλεγε έτσι, και το πρόσωπο της Έλινορ έλαμψε από χαρά. «Άργησες να το καταλάβεις», του είπε. «Α, μα εγώ πάντα το ήξερα ότι ήταν υπέροχη. Απλώς της φέρθηκα πανηλίθια. Πώς να κατηγορήσω εσένα για ό,τι έκανες, από τη στιγμή που ο φόβος για τη ρετσινιά του μπάσταρδου παραλίγο να με κάνει να χάσω την πανέμορφη Ρετζίνα μου; Η ρετσινιά καθόρισε τις πράξεις μου, όπως και τις δικές σου». «Θα επανορθώσεις απέναντί της;» έσπευσε να τον ρωτήσει εκείνη. «Σ’ τ’ ορκίζομαι. Κι εσύ, αγάπη, θα έρθεις να μείνεις για πάντα στο Σιλβερλέι». «Αχ, όχι, Νίκι! Θέλω να πω, εμ… ο λόρδος Μπάρετ κι εγώ…»


«Γαμώτο! Θέλεις να πεις ότι σε χάνω από έναν άλλο άνδρα πάνω που μόλις σε βρήκα;» της φώναξε, αλλά ήταν πανευτυχής για κείνη. «Και ποιος είναι ο λόρδος Μπάρετ, για να έχουμε καλό ρώτημα;» «Τον ξέρεις. Μένει κοντά στη Ρεβέκα και τον έχεις δει εκεί πολλές φορές. Και μη νομίζεις ότι δεν θα ερχόμαστε συχνά με τον Ντίκεν. Στο κάτω κάτω, στο Σιλβερλέι μένει το πρώτο μου εγγόνι». Κοιτάχτηκαν σιωπηλοί για ατελείωτη ώρα. Ο Νίκολας ήταν χαρούμενος για κείνη. Εκείνη ήταν χαρούμενη για κείνον. Είχαν διανύσει έναν μακρύ, δύσκολο δρόμο, αλλά τα είχαν καταφέρει.


Κεφάλαιο 42 Η Ρέτζι διέσχισε το καθιστικό κι άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του Νίκολας, γλιστρώντας αθόρυβα μέσα. Δεξιά ήταν το μπουντουάρ, η πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο και δίπλα της το κυρίως μπάνιο, ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο, με τοίχους και πάτωμα από γαλάζιο μάρμαρο και πολλούς μεγάλους καθρέφτες. Τεράστια ράφια φιλοξενούσαν όλων των ειδών τα βαζάκια και τα μπουκαλάκια, πετσέτες, ξυριστικά κι άλλα είδη πρώτης ανάγκης του κυρίου του σπιτιού. Η μπανιέρα ήταν μεγάλη, με βάνες για το ζεστό και το κρύο νερό που είχαν τη μορφή του θεού Έρωτα. Μέσα ήταν ξαπλωμένος ο Νίκολας, χαλαρωμένος, με τα βλέφαρα κλειστά. Ο Χάρις ετοίμαζε πετσέτες, τη ρόμπα και τις παντόφλες του κυρίου του. Ήταν μόνο εννιά το βράδυ κι οι καλεσμένοι της Μίριαμ βρίσκονταν ακόμη στο σπίτι. «Καλησπέρα, Χάρις», τον χαιρέτησε κεφάτα η Ρέτζι. Ο βαλές κατατρόμαξε, αλλά κατάφερε να γνέψει και να ανταποδώσει το χαιρετισμό. Ο Νίκολας της χαμογέλασε τεμπέλικα. «Σε ψάχνει η Μεγκ, Χάρις», συνέχισε αθώα η Ρέτζι, θαρρείς κι έμπαινε συνέχεια στο μπάνιο την ώρα που ένας κύριος έκανε την τουαλέτα του, και δεν βρισκόταν σε ρομαντική αποστολή. Ο Χάρις ζωντάνεψε. «Αλήθεια, κυρία;» «Α, ναι. Και, ξέρεις, είναι υπέροχη βραδιά. Έχει ένα μαγευτικό καλοκαιρινό φεγγάρι έξω. Κι η Μεγκ είπε πως η βραδιά είναι τέλεια για μια βόλτα στο κτήμα. Γιατί δεν πας να τη βρεις, Χάρις; Είμαι σίγουρη ότι τον κύριό σου δεν θα τον πείραζε. Σε πειράζει, Νίκολας;» «Καθόλου. Τρέχα, Χάρις. Δεν θα σε χρειαστώ ξανά απόψε». «Ευχαριστώ, κύριε». Ο Χάρις υποκλίθηκε επισήμως προτού, τελείως κόντρα στο χαρακτήρα του, στραφεί και γίνει καπνός. Ο Νίκολας κρυφογέλασε. «Δεν το πιστεύω. Ο Χάρις κι η ξινή η Μεγκ;» «Η Μεγκ δεν είναι ξινή», αντιγύρισε η Ρέτζι. «Κι έχουν μεγάλη οικειότητα μεταξύ τους κάμποσο καιρό τώρα». «Κι άλλος έρωτας μας προέκυψε από κει; Φαντάζομαι πως ξέρεις για την Έλι και τον λόρδο Μπάρετ; Εσύ ξέρεις τα πάντα πριν από μένα». «Χαίρομαι τόσο πολύ για την Έλι». «Δεν πιστεύεις ότι είναι μεγάλη για παντρειές;» «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά, Νίκολας», χαχάνισε η Ρέτζι. «Μάλλον όχι». Χαμογέλασε πλατιά, παρακολουθώντας το χέρι της να πλησιάζει


μέσα από το νερό. Όταν έφτασε κοντά του, το έπιασε και το έφερε στα χείλη του για ένα φιλί. «Εσένα πρέπει να ευχαριστώ, ξέρεις, που τα παιδικά μου όνειρα βγήκαν αληθινά. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα μου το έλεγε ποτέ. Εσύ ξέρεις, έτσι δεν είναι, Ρέτζι, πόσο φρικτό είναι να αναρωτιέσαι διαρκώς για τη μητέρα σου; Ποια ήταν; Πώς έμοιαζε; Έχασες και τους δύο γονείς σου όταν ήσουν μόνο δύο ετών». Εκείνη χαμογέλασε αχνά. «Είχα τέσσερις υπέροχους θείους, που μου είπαν όλα όσα ήθελα να ξέρω για κείνους, ακόμα και για τα ελαττώματά τους, με κάθε λεπτομέρεια μάλιστα. Αλλά εσύ είχες από την αρχή τη μητέρα σου κοντά σου, αλλά απλώς δεν το ήξερες». «Ένα από τα πράγματα που μου είπε η Έλι είναι ότι εμείς οι Ίντεν αγαπάμε μόνο μία φορά. Αυτό πρέπει να σε κάνει να πετάς από τη χαρά σου». «Πρέπει;» «Όχι;» «Α, δεν ξέρω», είπε υπεκφεύγοντας εκείνη. «Θα σου πω αφού κάνουμε μια κουβεντούλα πρώτα. Θέλεις να σου τρίψω την πλάτη;» Έβγαλε το σφουγγάρι από το νερό χωρίς να περιμένει την απάντησή του και πήγε από πίσω του. Είχε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να τη δει. «Φαντάζομαι ότι θέλεις να ζητήσω συγγνώμη – έτσι δεν είναι;» άρχισε να λέει ο Νίκολας αμήχανα. «Καλό θα ήταν». «Σου ζητώ συγγνώμη, Ρετζίνα». «Για ποιο πράγμα;» «Τι εννοείς για ποιο πράγμα;» γρύλισε εκείνος και στράφηκε να την κοιτάξει. «Αν μπορούσες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος, Νίκολας». «Ζητώ συγγνώμη που σου φέρθηκα γαϊδουρινά στη διάρκεια του αρραβώνα μας». «Ναι, η αλήθεια είναι ότι δεν φέρθηκες καθόλου καλά. Αλλά σε συγχωρώ γι’ αυτό. Συνέχισε». Άρχισε να περνάει το σφουγγάρι κατά μήκος της πλάτης του, κατόπιν γύρω από το λαιμό του, πολύ αργά. «Να συνεχίσω;» Ακούστηκε σαστισμένος, κι η Ρέτζι τού πέταξε το σφουγγάρι στο κεφάλι. «Με παράτησες. Ή μήπως το ξέχασες;» Εκείνος έπιασε το σφουγγάρι. «Αφού ξέρεις γιατί το έκανα, που να πάρει!» Η Ρέτζι πήγε στο πλάι της μπανιέρας και τον κοίταξε, με τα χέρια στους γοφούς της και τα μάτια της να αστραποβολούν. «Εδώ θα διαφωνήσω. Δεν ξέρω. Είναι το μοναδικό πράγμα που δεν μπόρεσα να καταλάβω». Με σιγανή φωνή, χωρίς ίχνος μαχητικότητας μέσα του, ο Νίκολας είπε: «Δεν άντεχα να είμαι κοντά σου χωρίς…» Εκείνη τον παρότρυνε να συνεχίσει. «Χωρίς…;» «Χωρίς να σου κάνω έρωτα». Έγινε απόλυτη σιγή. Και κατόπιν η Ρέτζι ρώτησε: «Γιατί δεν μπορούσες να μου


κάνεις έρωτα;» «Γαμώτο!» βλαστήμησε εκείνος. «Ήμουν σίγουρος ότι θα με απεχθανόσουν μόλις θα μάθαινες για την καταγωγή μου. Ήξερα ότι δεν θ’ άντεχα την περιφρόνησή σου. Το παραδέχομαι πως ήμουν τελείως βλάκας. Αλλά γνώριζα πολύ καλά ότι η Μίριαμ δεν θα κρατούσε κλειστό το στόμα της. Κι είχα δίκιο γι’ αυτό. Απλώς δεν είχα δίκιο για τη δική σου αντίδραση σχετικά με τις συνθήκες της γέννησής μου». «Πολύ καλά. Πειστική η εξήγησή σου. Μπορείς να συνεχίσεις». Έστυψε το μυαλό του. «Σου είπα την αλήθεια για τη Σελένα. Εκείνη σκάρωσε τη σκηνή που είδες στο θερμοκήπιο». «Σε πιστεύω». Προφανώς δεν ήταν αυτό που η Ρέτζι περίμενε ν’ ακούσει. «Α, ο φίλος σου ο Τζορτζ. Φ… φαντάζομαι ότι ήμουν λίγο παράλογος μαζί του, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που τον είδα πλάι σου και μου γύρισαν τα μάτια ανάποδα». «Ζήλεψες, Νίκολας;» H καλή της διάθεση έκανε πάλι την εμφάνισή της. «Εμ... Ναι, γαμώτο, ζήλεψα!» «Το σημειώνω αυτό. Μπορείς να συνεχίσεις», του είπε με τα μάτια της καρφωμένα γεμάτα ένταση στο πρόσωπό του. «Μα τι άλλο έχω κάνει;» ρώτησε εκείνος, αγανακτισμένος. Τα μάτια στο χρώμα του κοβάλτιου πέταξαν σπίθες. «Ξεχνάς ότι σ’ έφεραν πίσω διά της βίας». «Όχι!» εξερράγη εκείνος. «Εδώ κάνεις λάθος! Θα γύριζα μόνος μου. Το πλοίο μου ήταν έτοιμο να σαλπάρει. Είχα αποφασίσει να σου πω τα πάντα, να σου εξηγήσω γιατί είχα φερθεί έτσι. Ο καταραμένος ο θείος σου κι οι μπράβοι του ήρθαν και με βρήκαν το βράδυ προτού σαλπάρω». «Ποπό! Και φαντάζομαι ότι ήσουν τόσο θυμωμένος με την παρέμβαση του θείου Τζέιμς, που δεν μπορούσες να μου μιλήσεις ειλικρινά – έτσι δεν είναι;» Ο Νίκολας σκυθρώπιασε. «Δεν μου αρέσει καθόλου ο συγκεκριμένος θείος σου». «Με τον καιρό θα τον συνηθίσεις». «Θα προτιμούσα να συνηθίσω εσένα». «Αυτό ίσως κανονίζεται». «Οπότε δεν σε πειράζει που είναι γραφτό μου ν’ αγαπώ μόνο μία φορά;» τη ρώτησε πολύ σοβαρά. Αλλά εκείνη δεν ήταν έτοιμη να του αποκαλύψει τις προθέσεις της, όχι ακόμη. «Αν μπορούσες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος…» «Δεν σου είπα ήδη αυτό που θέλεις να ακούσεις;» «Όχι», τον πληροφόρησε εκείνη. «Τότε έλα δω». «Νίκολας», αναφώνησε εκείνη, «δεν είμαι έτοιμη για μπάνιο». Την άρπαξε, την τράβηξε μέσα στην μπανιέρα και την ξάπλωσε πάνω του. «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ. Σου φτάνει ή θέλεις κι άλλο;»


«Φτάνει… γι’ απόψε». Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Τα χείλη τους έσμιξαν. Έπειτα από μερικά υπέροχα φιλιά, εκείνος ρώτησε απαιτητικά: «Λοιπόν;» «Λοιπόν, τι;» τον πείραξε εκείνη. Της έδωσε μια ξυλιά στον πισινό. «Α! Ε, καλά, φαντάζομαι ότι κι εγώ σ’ αγαπώ». «Φαντάζεσαι;» «Xμ, αφού μπορώ και σ’ ανέχομαι, μάλλον θα πρέπει να σ’ αγαπώ – έτσι δεν είναι; Μη, μη!» τσίριξε όταν ο Νίκολας άρχισε να τη γαργαλάει. «Εντάξει. Σ’ αγαπώ, ανυπόφορε άνδρα. Άλλωστε, εγώ δεν φαγώθηκα να παντρευτούμε; Και ποτέ δεν έπαψα να ελπίζω ότι μια μέρα θ’ ανταπέδιδες την αγάπη μου. Δεν χαίρεσαι τώρα που είμαι τόσο πεισματάρα;» «Πεισματάρα, αλλά παρ’ όλα αυτά σκέτη απόλαυση». Τη φίλησε βαθιά. «Είχες δίκιο, αγάπη, δεν είσαι έτοιμη για μπάνιο. Να το διορθώσουμε αυτό;» «Κι έλεγα πότε θα το πεις».


Κεφάλαιο 43 Αφού αποχαιρέτησαν και τον τελευταίο καλεσμένο, ο Νίκολας κι η Ρέτζι στάθηκαν στην πόρτα και φιλήθηκαν. «Επιτέλους ησυχία», είπε εκείνος αναστενάζοντας βαθιά. «Εμ, όχι ακριβώς», απάντησε διστακτικά η Ρέτζι, σέρνοντας το δάχτυλό της στο πέτο του. «Ε… έστειλα ένα μήνυμα χθες βράδυ και προσκάλεσα την οικογένειά μου, για να περάσουμε σήμερα τη μέρα μαζί. Μη θυμώνεις, Νίκολας. Ο Τζορτζ μού είπε ότι την περασμένη βδομάδα είδε τον Τόνι και ότι ήταν πολύ αναστατωμένος. Ξέρω ότι εμείς φταίμε γι’ αυτό». «Δεν μπορούσες να τους γράψεις ένα γράμμα», τη ρώτησε κουρασμένα εκείνος, «και να τους πεις ότι είσαι μια χαρά;» «Τα γράμματα δεν είναι το ίδιο όπως το να δουν με τα ίδια τους τα μάτια πόσο ευτυχισμένη είμαι. Ανησυχούν για μένα, Νίκολας, και θέλω να ξέρουν ότι επιτέλους όλα είναι μια χαρά τώρα». «Αν είναι για μία μέρα, τότε φαντάζομαι ότι μπορώ να τ’ αντέξω». Αναστέναξε πάλι. «Δεν θύμωσες;» «Δεν τολμάω να θυμώσω μαζί σου, αγάπη». Το είπε τόσο σοβαρά ώστε η Ρέτζι συνοφρυώθηκε σαστισμένη. «Θυμώνεις αμέσως κι εσύ». «Σατανά!» αντιγύρισε εκείνη. Ο Νίκολας της χαμογέλασε πλατιά. Κατόπιν, μ’ ένα μπατσάκι στα πισινά της, την έσπρωξε απαλά προς τη σκάλα. «Πήγαινε πάνω για λίγο. Μου θύμισες ότι κι εγώ έχω κάποιο οικογενειακό θέμα να τακτοποιήσω». Πρόλαβε τη Μίριαμ την ώρα που εκείνη έφευγε για την πρωι​ νή ιππασία της, καθυστερημένα, επειδή περίμενε να φύγουν οι καλεσμένοι της. «Θέλω να σου μιλήσω, κυρία, στη βιβλιοθήκη, αν έχεις την καλοσύνη». Η Μίριαμ ετοιμάστηκε να του πει ότι δεν είχε χρόνο, αλλά ύστερα το ξανασκέφτηκε. Ο τρόπος του δεν προμήνυε καβγά. Κατέβηκαν τα σκαλιά αμίλητοι. «Ελπίζω να μην πάρει πολλή ώρα», είπε κοφτά εκείνη όταν ο Νίκολας έκλεισε την πόρτα πίσω τους. «Κανονικά όχι. Κάθισε, Μίριαμ». Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Μια ζωή με φώναζες μόνο “μητέρα”». Ο Νίκολας πρόσεξε την ψυχρή λάμψη στα καστανά μάτια της. Εμφανιζόταν πάντοτε στα μάτια της όταν ήταν μόνοι. Αυτή η γυναίκα πραγματικά τον μισούσε. Τίποτε δεν θα το άλλαζε αυτό. «Φαντάσου», της είπε, «μέσα σε μία νύχτα δύο αδελφές να αλλάζουν θέση μεταξύ


τους». Το πρόσωπό της χλόμιασε κι εκείνος τη ρώτησε: «Να μαντέψω ότι δεν πρόλαβες να μιλήσεις με την Έλι σήμερα το πρωί – έτσι δεν είναι;» «Σ’ το είπε;» «Εσύ η ίδια μού είπες να ρωτήσω κάθε γυναίκα που ήταν εδώ αν ήταν η μητέρα μου». Δεν μπόρεσε να μην της πετάξει το καρφί. «Έκανες τέτοιο πράγμα;!» «Όχι, Μίριαμ, δεν το έκανα. Όταν μου άνοιξες εσύ την πληγή, η γυναίκα μου φρόντισε να τη γιατρέψει. Πίεσε την Έλι να ομολογήσει. Τώρα, επιτέλους, ξέρω τα πάντα και θέλω να πω ότι λυπάμαι για όσα πέρασες, Μίριαμ, τώρα που κατάλαβα». «Μην τολμήσεις να νιώσεις οίκτο για μένα!» φώναξε εκείνη, αποσβολωμένη. «Όπως θέλεις», αποκρίθηκε ψυχρά εκείνος, παύοντας πλέον να νιώθει άβολα για την απόφαση που είχε πάρει χθες βράδυ. «Σου ζήτησα να έρθεις εδώ, για να σε πληροφορήσω ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν επιθυμώ πλέον να μένεις στο Σιλβερλέι. Βρες μια αγροικία κάπου μακριά από δω. Θα σ’ την πληρώσω εγώ. Και πατσίσαμε. Δεν σου χρωστάω τίποτε παραπάνω». «Με δωροδοκείς, Νίκολας;» ρουθούνισε εκείνη. «Όχι, Μίριαμ», απάντησε εκείνος, κουρασμένος απ’ αυτή την ιστορία. «Αν θέλεις να πεις σε όλους ότι δεν ήσουν εσύ αυτή που χάρισες στον άνδρα σου το διάδοχό του, μπορείς κάλλιστα να το κάνεις. Η γυναίκα μου το ξέρει και δεν τη νοιάζει. Κι αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία για μένα». «Σοβαρολογείς;» «Ναι». «Μπάσταρδε», του είπε έξαλλη. «Νομίζεις ότι τα έχεις όλα; Περίμενε όμως μερικά χρονάκια κι η πολύτιμη γυναικούλα σου θα σε μισήσει… όπως μίσησα κι εγώ τον πατέρα σου». «Εκείνη δεν είναι σαν κι εσένα, Μίριαμ». Χαμογέλασε. «Πάντα το μισούσα το Σιλβερλέι», του είπε αγριεμένα. «Έμενα εδώ μόνο και μόνο για να μην έρχεσαι εσύ». «Το ξέρω, Μίριαμ», της είπε ήρεμα εκείνος. «Δεν μένω λεπτό παραπάνω εδώ μέσα», αντιγύρισε εκείνη. «Και να είσαι σίγουρος ότι δεν θα βρω αγροικία, αλλά έπαυλη!» Βγήκε αγέρωχα από το δωμάτιο, κι ο Νίκολας πήρε μια βαθιά ανάσα, ευγνώμων που την είχε αναγκάσει να φύγει. Θα του στοίχιζε μια περιουσία να πάρει επιτέλους πίσω το σπίτι του, απαλλαγμένο από την κακία τής Μίριαμ. Λίγες ώρες αργότερα, μια άμαξα κατηφόριζε το ιδιωτικό δρομάκι, με τη θεία του Νίκολας, τη Μίριαμ, μέσα. Οι τρεις άνθρωποι που στέκονταν στο κατώφλι αναστέναξαν ομαδικά βλέποντάς τη να φεύγει. Η Έλινορ μπήκε πάλι στο σπίτι, αλλά ο Νίκολας στάθηκε εκεί για λίγο ακόμη, έχοντας τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από τη γυναίκα του και κρατώντας τη σφιχτά πάνω του, με το μάγουλό της στο στήθος του.


Έμειναν πολλή ώρα εκεί και σύντομα είδαν τρεις άμαξες να ξεπροβάλλουν στην αρχή του ιδιωτικού δρόμου. Ο Νίκολας τσιτώθηκε, αλλά κατόπιν χαλάρωσε. Τι στο καλό. Αν η Ρετζίνα τούς αγαπούσε, ίσως να μην ήταν και τόσο κακοί. «Κι άλλη φουρνιά εισβολέων», μουρμούρισε ξερά. «Μην τολμήσεις να το βάλεις στα πόδια, Νίκολας Ίντεν», τον κατσάδιασε η Ρέτζι. Σφίχτηκε πάνω του, γεμάτη έξαψη. Από την πρώτη άμαξα κατέβηκαν ο Τζέισον, ο Ντέρεκ και το μισό τσούρμο από τα παιδιά του Έντουαρντ. Ο Τζέισον ήταν ο πρώτος που έσφιξε εγκάρδια το χέρι του Νίκολας. «Χαίρομαι που βλέπω ότι λογικεύτηκες, αγόρι μου. Ο Τζέιμς είπε ότι ανυπομονούσες να δεις το γιο σου. Ελπίζω ότι στο μέλλον οι δουλειές σου δεν θα σε κρατούν μακριά και δεν θα λείπεις πολύ συχνά από την οικογένειά σου». «Όχι, κύριε, δεν θα λείπω», κατάφερε να απαντήσει με ειλικρίνεια ο Νίκολας, αν και του είχε σηκωθεί η τρίχα από αυτά που είχε πει ο Τζέιμς στον Τζέισον. Τον παλιοψεύτη. Επόμενος στη σειρά ήταν ο Ντέρεκ, ο οποίος σφιχταγκάλιασε τον Νίκολας. «Καιρός ήταν να μας προσκαλέσεις, ρε φίλε». «Χαίρομαι που σε βλέπω, Ντέρεκ». Σειρά είχαν τα ξαδέλφια, ο Έντουαρντ με τη σύζυγό του, κι ύστερα όλος ο λόχος κατευθύνθηκε προς το σπίτι φλυαρώντας χαρούμενα. Τότε όμως ο Νίκολας είδε τον Τζέιμς και τον Άντονι να στέκονται δίπλα στη μία άμαξα και να τον αγριοκοιτάζουν. Εκείνος στράφηκε να μπει στο σπίτι, μουρμουρίζοντας κάτι για απρόσκλητους επισκέπτες. Η Ρέτζι τον άκουσε και κοίταξε βλοσυρά τους δύο μικρότερους θείους της. «Μην τολμήσετε, κανένας από τους δυο σας!» τους προειδοποίησε, ξέροντας ότι δεν χρειαζόταν να γίνει πιο σαφής. Εκείνοι κατάλαβαν. «Τον αγαπώ και μ’ αγαπά. Κι αν εσείς οι δύο δεν μπορείτε να φιλιώσετε μαζί του, δεν… δεν θα σας ξαναμιλήσω ποτέ!» Ακολούθησε τον άνδρα της μέσα στο σπίτι, αφήνοντας τον Άντονι και τον Τζέιμς απ’ έξω. Ο Τζέιμς κοίταξε τον αδελφό του κι έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο. «Νομίζω ότι το εννοεί». «Εγώ είμαι σίγουρος ότι το εννοεί», απάντησε ο Άντονι, χτυπώντας αδελφικά τον Τζέιμς στην πλάτη. «Άντε, πάμε. Πάμε να δούμε πώς θα κάνουμε χωριό μ’ αυτό το παλιοτόμαρο». Μερικά λεπτά αργότερα ξεμονάχιασαν τον Νίκολας από τους υπόλοιπους μέσα στη σάλα και τον στρίμωξαν σε μια γωνία, ο ένας δεξιά του κι ο άλλος αριστερά του. Ο Νίκολας αναστέναξε αγανακτισμένος. Δεν θα σταματούσαν ποτέ αυτοί οι Μάλορι να του την πέφτουν ομαδικά; «Παρακαλώ;» «Η Ρέιγκαν θέλει να κάνουμε ανακωχή, μικρέ», είπε πρώτος ο Τζέιμς. «Κι αν είσαι πρόθυμος εσύ, είμαστε κι εμείς». «Αμάν πια! Ρέτζι τη λένε, όχι Ρέιγκαν», αρπάχτηκε ο Άντονι με τον αδελφό του. «Θα την πεις ποτέ…»


«Γιατί, το Ρετζίνα τι έχει;» πετάχτηκε ο Νίκολας. Οι δύο άνδρες αλληλοκοιτάχτηκαν κι άρχισαν να γελάνε. «Τίποτα δεν έχει, φιλαράκο», υποχώρησε ο Άντονι. «Εσύ μπορείς να τη φωνάζεις όπως σ’ αρέσει. Αλλά αυτό το πεισματάρικο μουλάρι από δω επιμένει να επινοεί διαρκώς νέα ονόματα». «Γιατί, το “ψιψίνα μου” τι είναι; Δεν είναι δική σου επινόηση;» αντιγύρισε ο Τζέιμς. «Είναι χαϊδευτικό». «Ενώ το Ρέιγκαν δεν είναι χαϊδευτικό;» Ο Νίκολας άφησε τ’ αδέλφια να τελειώσουν τον καβγά με την ησυχία τους. Έπιασε τη γυναίκα του και την τράβηξε να καθίσει δίπλα του σ’ έναν καναπέ. «Ξέρεις, αγάπη, όταν σε παντρεύτηκα ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι θα παντρευόμουν μαζί και τους αδελφούς Μάλορι». «Δεν μου θύμωσες που τους κάλεσα; Το μόνο που ήθελα ήταν να γίνουν κι εκείνοι μέρος της ευτυχίας μας». «Το ξέρω. Όπως ξέρω ότι είπες πως θα μείνουν μόνο για σήμερα. Χρειάζεται όντως χρόνος για να συνηθίσω την οικογένειά σου, ιδίως εκείνους τους δύο». Ο Νίκολας έδειξε προς τη γωνία κι η Ρέτζι είδε τον Άντονι και τον Τζέιμς να συζητάνε έντονα. Χαμογέλασε σκανδαλιάρικα. «Τα μισά απ’ όσα λένε δεν τα εννοούν. Και, ούτως ή άλλως, δεν θα έρχονται συχνά. Ο θείος Τζέιμς σαλπάρει την άλλη βδομάδα. Και μάλλον στο εξής δεν θα γυρίζει στη πατρίδα πάνω από μία φορά το χρόνο». «Κι ο Άντονι;» «Χμ, ο Άντονι θα περνά κατά καιρούς να ελέγχει πώς τα πάω, αλλά στο τέλος θα τον συμπαθήσεις, σ’ το υπόσχομαι. Πώς γίνεται να μην τον συμπαθήσεις, αφού έχετε τόσο πολλά κοινά εσείς οι δύο; Βλέπεις, μου έκλεψες τόσο γρήγορα την καρδιά μόνο και μόνο γιατί μου θύμισες τον Τόνι». «Όχι, ρε γαμώτο!» γρύλισε εκείνος. «Α, μην κατσουφιάζεις», τον πείραξε εκείνη, πλέκοντας τα δάχτυλά της με τα δικά του. «Δεν σ’ αγαπώ μόνο γι’ αυτό, ξέρεις. Να σου πω μερικούς λόγους ακόμα;» «Γίνεται να το σκάσουμε για λίγο;» τη ρώτησε ανυπόμονα. «Νομίζω ότι μπορούμε να το κανονίσουμε». «Τότε, έλα πάνω μαζί μου». «Νίκολας! Μεσημεριάτικα;» σύριξε, σοκαρισμένη εκείνη. «Δεν αντέχω να περιμένω άλλο, αγάπη», της ψιθύρισε. Ο Τζέιμς είδε με την άκρη του ματιού του το ζευγάρι να βγαίνει τρέχοντας από το δωμάτιο. Οι δυο τους ήταν πιασμένοι από το χέρι, ενώ η Ρέτζι είχε το άλλο της χέρι στο στόμα της, προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο της. «Για δες εκεί» είπε, διακόπτοντας το λογύδριο του Άντονι. «Δεν σου τα ’λεγα εγώ ότι αυτός ήταν ο ιδανικός άνδρας για κείνη;» «Ποτέ δεν είπες τέτοιο πράγμα», απάντησε τσαντισμένα ο Άντονι. «Αλλά, φυσικά, εγώ το ήξερα από την αρχή».

Αγαπασ μονο μια φορα johanna lindsey  

Η Ρετζίνα Άστον, η όμορφη ανιψιά του λόρδου Έντουαρντ και της λαίδης Σάρλοτ Μάλορι, είδε τη ζωή της να αλλάζει για πάντα όταν μια νύχτα την...

Αγαπασ μονο μια φορα johanna lindsey  

Η Ρετζίνα Άστον, η όμορφη ανιψιά του λόρδου Έντουαρντ και της λαίδης Σάρλοτ Μάλορι, είδε τη ζωή της να αλλάζει για πάντα όταν μια νύχτα την...

Advertisement