Page 1


Nora Roberts ΟΙ ΜΑΚ ΓΚΡΕΓΚΟΡ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ME TON ΕΡΩΤΑ

Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη


Τίτλος πρωτοτύπου: The MacGregor Grooms Copyright © 1998 by Nora Roberts © 2009 XAPAENIK ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A.B.E.E. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-199-8

Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Σωτηρούλα Παπαδοπούλου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

SILK - ΤΕΥΧΟΣ 48 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 21


Για τη μαμά και τον μπαμπά


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Ντι-Σι 13 ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Ντάνκαν 111 ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Ίαν 205


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ


Στην ηλικία μου, τα χρόνια περνάνε γρήγορα, η μια εποχή διαδέχεται αστραπιαία την άλλη. Πρέπει να ζεις και ν’ απολαμβάνεις κάθε στιγμή στο έπακρο. Βέβαια, το ίδιο ένιωθα και όταν ήμουν τριάντα! Τώρα, τα τελευταία χρόνια, είδα τέσσερα από τ’ αγαπημένα μου εγγόνια να ερωτεύονται, να παντρεύονται και να φτιάχνουν τη δική τους οικογένεια. Πρώτα η Λόρα, στη συνέχεια η Γκουέν, μετά η Τζούλια και τέλος ο Μακ. Τα μάτια τους αστράφτουν από ευτυχία, οι φωνές τους αντηχούν χαρούμενες. Ο καθένας έχτισε ένα σπιτικό και μια ζωή με το ταίρι του. Σας ρωτώ, λοιπόν, γιατί χρειάστηκαν τόσο χρόνο για να το κάνουν; Αχ! Αν δεν ήμουν εγώ, θα έχαναν ακόμα άσκοπα τον καιρό τους και η Άννα δε θα είχε ούτε ένα δισέγγονο να παίξει στα γόνατα της και να το κακομάθει, έτσι δεν είναι; Απαίτησα όμως την ευγνωμοσύνη τους; Όχι, ποτέ. Όσο θα είμαι η κεφαλή αυτής της οικογένειας, θα κάνω το καθήκον μου χωρίς να χρειάζομαι το ευχαριστώ κανενός. Είναι καθήκον και χαρά μου να βλέπω τα πιτσουνάκια μου να χτίζουν χαρούμενα τις φωλίτσες τους. Θα έλεγε κανείς ότι με τόσους ευτυχισμένους γάμους στην οικογένεια, θ’ ακολουθούσαν και τα υπόλοιπα αδέρφια και ξαδέρφια το παράδειγμα, αλλά όχι, οι Μακ Γκρέγκορ είναι ξεροκέφαλη και ανεξάρτητη φάρα. Και ο Θεός να τους έχει καλά γι’ αυτό. Ευτυχώς, βρίσκομαι ακόμα εδώ ώστε να φροντίζω να γίνονται τα πράγματα όπως πρέπει. Είδα τις τρεις εγγονές μου να παντρεύονται στην εκκλησία και έδωσα την ανάλογη ώθηση και στον πρώτο μου εγγονό. Ορισμένοι το αποκαλούν παρέμβαση. Μπα. Εγώ το λέω σοφία. Και αποφάσισα να εφαρμόσω λίγη από τη σοφία μου στον συνονόματο μου, τον Ντάνιελ Κάμπελ Μακ Γκρέγκορ. Είναι καλό παιδί -έχει μυαλό ξυράφι, αν και είναι κάπως οξύθυμος. Είναι επίσης γοητευτικός. Μου θυμίζει λιγάκι τον εαυτό μου στην ηλικία του, έτσι δεν του λείπει η γυναικεία συντροφιά. Και, κατά τη γνώμη μου, είναι και αυτό μέρος του προβλήματος. Μεγάλη ποσότητα, αλλά όχι και η ανάλογη ποιότητα. Βρήκαμε έναν τρόπο να το διορθώσουμε αυτό. Ο Ντι-Σι είναι καλλιτέχνης, πηγαίο ταλέντο. Και μολονότι δεν καταλαβαίνω ούτε τα μισά από τα έργα του, έχει καταφέρει να δημιουργήσει όνομα. Αυτό που του χρειάζεται τώρα είναι μια γυναίκα για να μοιραστεί μαζί της την επιτυχία του και τη ζωή του και να του χαρίσει παιδιά.


Αλλά, προσέξτε, όχι οποιαδήποτε γυναίκα. Μια γυναίκα δυναμική, μια γυναίκα μυαλωμένη και φιλόδοξη -κι από καλή γενιά. Τη γυναίκα που διάλεξα από τότε που ήταν και οι δυο παιδιά. Έκανα υπομονή, άφησα το χρόνο να κυλήσει. Γνωρίζω τον εγγονό μου και πώς να τον χειριστώ. Είναι λιγάκι ιδιόρρυθμος ο Ντι-Σι μου. Είναι από τους τύπους που, έτσι και τους πεις να πάνε δεξιά, τις περισσότερες φορές θα πάνε αριστερά. Υποθέτω πως αυτό του έχει μείνει από τα οχτώ χρόνια που ήταν πρόεδρος ο πατέρας του και έπρεπε να υπακούει σ’ ένα σωρό κανόνες. Ε, λοιπόν, τώρα, με τη βοήθεια μιας παλιάς και αγαπημένης φίλης, θα κάνουμε τον νεαρό Ντάνιελ Κάμπελ να στρίψει προς τη σωστή κατεύθυνση αφήνοντάς τον να πιστεύει ότι το έκανε μόνος του. Ένας σοφός άνθρωπος δε χρειάζεται ευχαριστίες -απλώς αποτελέσματα.


ΜΕ Ρ ΟΣ ΠΡ Ω Τ Ο Ντι-Σι


Κεφάλαιο 1

Το φως έμπαινε από τα ψηλά παράθυρα και έπεφτε πάνω στις έντονες ζαφειρένιες και ρουμπινένιες πινελιές. Έλουζε τον άντρα που στεκόταν μπροστά στον καμβά σαν πολεμιστής, κουνώντας το πινέλο του σαν σκωτσέζικη δίκοπη σπάθα. Είχε το πρόσωπο πολεμιστή -αδρό, έντονο, με πεταχτά ζυγωματικά που δημιουργούσαν σκιές, στόμα με χείλη σαρκώδη αλλά σφιγμένα από την προσήλωση. Τα γαλανά μάτια του έλαμπαν ψυχρά κάτω από τα σμιγμένα φρύδια του στο χρώμα του μαονιού. Τα μαλλιά έπεφταν κυματιστά πάνω από τα αυτιά του, σχηματίζοντας μπούκλες στο γιακά του πασαλειμμένου με μπογιές βαμβακερού πουκαμίσου που φορούσε αντί για μπλούζα εργασίας. Είχε γυρίσει ψηλά τα μανίκια, αποκαλύπτοντας τους σφιχτούς μυς των χεριών του, που πάλλονταν καθώς κινούσε το πινέλο πάνω στον καμβά. Είχε την κορμοστασιά πολεμιστή -φαρδιές πλάτες, στενούς γοφούς και μακριά πόδια. Ήταν ξυπόλυτος και τα μεγάλα, επιδέξια χέρια του ήταν γεμάτα μπογιές. Στο μυαλό του κυριαρχούσε μια έκρηξη συναισθημάτων -πάθος και λαγνεία, απληστία και πείνα. Και όλα αυτά τα αποτύπωνε στον καμβά υπό τους ήχους της δυνατής μουσικής ροκ που έβγαινε από το στερεοφωνικό και πλημμύριζε τον αέρα. Αντιμετώπιζε τη ζωγραφική σαν πόλεμο -έναν πόλεμο από τον οποίο ήταν αποφασισμένος να βγει νικητής, κερδίζοντας τη μια μάχη μετά την άλλη. Όταν είχε έμπνευση, ήταν ικανός να δουλεύει μέχρι να πιαστούν τα μπράτσα του και να μουδιάσουν τα δάχτυλα του. Όταν συνέβαινε το αντίθετο, μπορούσε να αγνοήσει τους καμβάδες του επί μέρες, ακόμα και βδομάδες. Κάποιοι έλεγαν ότι ο Ντι-Σι Μακ Γκρέγκορ δε διέθετε πειθαρχία. Και εκείνος τους απαντούσε: Ποιος τη χρειάζεται, διάβολε; Όταν στερέωσε το πινέλο ανάμεσα στα δόντια του για να πιάσει τη σπάτουλα και να ανακατέψει τα έντονα σμαραγδένια χρώματα, τα μάτια του άστραψαν θριαμβευτικά. Τα είχε καταφέρει. Οι ατέλειωτες ώρες της μάχης πλησίαζαν στο τέλος


τους. Ένα λεπτό ρυάκι ιδρώτα κύλησε στη ραχοκοκαλιά του. Ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο ήταν τώρα έντονος και το ατελιέ ήταν υπερβολικά ζεστό, επειδή είχε ξεχάσει να ανάψει το κλιματιστικό ή να ανοίξει το παράθυρο να μπει το ανοιξιάτικο αεράκι. Είχε ξεχάσει επίσης να φάει ή να ελέγξει το ταχυδρομείο του, να απαντήσει στο τηλέφωνο ή να ρίξει έστω και μια ματιά από τα πανύψηλα παράθυρα του διαμερίσματος του. Η ενεργητικότητα παλλόταν μέσα του, το ίδιο δυνατή και πρωτόγονη με τα αιχμηρά φωνητικά του Τζον Μέλενκαμπ. Όταν ο Ντι-Σι έκανε ένα βήμα πίσω, σφίγγοντας πάντα το πινέλο σαν πειρατικό μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια του και κρατώντας τη σπάτουλα σαν στιλέτο στο χέρι του, το σφιγμένο, σχεδόν επιθετικό στόμα του χαλάρωσε. «Αυτό είναι», μουρμούρισε. Έβαλε το πινέλο σε ένα βάζο με διαλυτικό και άρχισε να καθαρίζει αφηρημένα τη σπάτουλα παρατηρώντας το έργο του. «Ανάγκη», αποφάσισε. Θα του έδινε τον τίτλο Ανάγκη. Για πρώτη φορά εδώ και ώρες συνειδητοποίησε ότι η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν αποπνικτική, οι έντονες και οικείες μυρωδιές των χρωμάτων και του νεφτιού είχαν ποτίσει τον αέρα. Περπάτησε πάνω στα αγυάλιστα σανίδια του πατώματος, άνοιξε ένα από τα ψηλά παράθυρα και πήρε μια βαθιά ανάσα καθαρού αέρα. Αυτά τα παράθυρα και η θέα στο Τσέζαπικ & Οχάιο Κανάλ τον είχαν πείσει να αγοράσει το διαμέρισμα όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. Εδώ είχε μεγαλώσει, και μάλιστα είχε περάσει οχτώ χρόνια της ζωής του στο Λευκό Οίκο ως γιος του Προέδρου. Για ένα διάστημα είχε ζήσει και είχε δουλέψει στη Νέα Υόρκη και είχε περάσει καλά. Είχε επίσης ζήσει και δουλέψει στο Σαν Φρανσίσκο, όπου το είχε επίσης ευχαριστηθεί. Αλλά σε όλη τη διάρκεια εκείνης της ανήσυχης δεκαετίας των είκοσι χρόνων του κάτι τον έτρωγε. Και στο τέλος είχε ενδώσει. Εδώ ήταν το σπίτι του. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο με τα χέρια στις πίσω τσέπες του κουρελιασμένου τζιν του. Οι κερασιές είχαν ανθίσει και τα νερά στο κανάλι άστραφταν κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Κάποιοι έκαναν τζόκινγκ στο μονοπάτι της όχθης. Τι μέρα ήταν; αναρωτήθηκε νωχελικά. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι πέθαινε της πείνας και πήγε στην κουζίνα, αφήνοντας το στερεοφωνικό να παίζει. Το ρετιρέ είχε δύο επίπεδα, από τα οποία το δεύτερο ήταν σχεδιασμένο για κρεβατοκάμαρα σουίτας. Ο Ντι-Σι το είχε μετατρέψει σε ατελιέ και κοι-


μόταν σ’ ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα του δεύτερου δωματίου. Δεν είχε καταφέρει ακόμα να αγοράσει κρεβάτι. Τα περισσότερα ρούχα του βρίσκονταν εδώ και δύο μήνες περίπου μέσα στις κούτες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά. Μέχρι ν’ αγοράσει μια κανονική ντουλάπα, καλές ήταν και οι κούτες. Ο κάτω όροφος είχε ένα μεγάλο καθιστικό, πλαισιωμένο επίσης από ψηλά παράθυρα, ακόμα χωρίς κουρτίνες. Η επίπλωση του καθιστικού περιλάμβανε έναν καναπέ -με την ετικέτα αγοράς ακόμα κολλημένη πάνω του-, ένα φανταστικό τραπέζι Ντάνκαν Φάιφ με δυο δάχτυλα σκόνη στην επιφάνειά του και ένα φωτιστικό δαπέδου με μεταλλικό καπέλο. Το ξύλινο πάτωμα ήταν γυμνό και χρειαζόταν επειγόντως σκούπισμα. Ο χώρος της τραπεζαρίας δίπλα στην κουζίνα ήταν άδειος και η ίδια η κουζίνα θύμιζε πεδίο μάχης. Όσα πιατικά και ποτήρια δεν ήταν στοιβαγμένα στο νεροχύτη ήταν ακόμα στα κουτιά τους. Ο Ντι-Σι πήγε κατευθείαν στο ψυγείο και προς μεγάλη του απογοήτευση ανακάλυψε ότι ήταν άδειο, με εξαίρεση τρεις μπίρες, ένα μπουκάλι λευκό κρασί και δύο αβγά. Θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι είχε πάει για ψώνια. Ψαχουλεύοντας στα ντουλάπια, βρήκε μερικές φέτες μουχλιασμένο ψωμί, ένα σακουλάκι με καφέ, έξι κουτιά με δημητριακά και μια κονσέρβα σούπας. Παραιτημένος, άνοιξε ένα κουτί δημητριακά και έφαγε μια χούφτα, προσπαθώντας να αποφασίσει αν αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν ένας καφές ή ένα ντους. Τη στιγμή που είχε καταλήξει στην ιδέα να φτιάξει τον καφέ και να τον πάρει μαζί του στο ντους, χτύπησε το τηλέφωνο. Κοίταξε χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον το λαμπάκι του αυτόματου τηλεφωνητή που αναβόσβηνε και απάντησε μασουλώντας τα δημητριακά. «Εμπρός». «Αυτό είναι το αγόρι μου». Αμέσως εκείνα τα ψυχρά γαλανά μάτια πήραν μια ζεστή έκφραση και το σφιγμένο στόμα μαλάκωσε. Ο Ντι-Σι ακούμπησε στον πάγκο και χαμογέλασε. «Γεια σου, παππού, τι σκαρώνεις πάλι;» «Κάποιοι θα έλεγαν τίποτε καλό», αντήχησε η στεντόρεια φωνή του Ντάνιελ. «Δεν απαντάς στα μηνύματά σου; Τις τελευταίες μέρες έχω μιλήσει τουλάχιστον έξι φορές με τον αναθεματισμένο τον τηλεφωνητή σου. Η γιαγιά σου ήθελε να πάρει το αεροπλάνο και να έρθει εκεί για να βεβαιωθεί πως δεν είσαι νεκρός στο κρεβάτι σου». Ο Ντι-Σι ανασήκωσε απλώς το φρύδι του. Το ήξεραν όλοι ότι ο Ντάνιελ


χρησιμοποιούσε την καλόβολη γυναίκα του κάθε φορά που ήθελε να στριμώξει τα εγγόνια του. «Δούλευα». «Ωραία. Αυτό είναι καλό, αλλά πρέπει να παίρνεις μια ανάσα πότε πότε, έτσι δεν είναι;» «Παίρνω τώρα». «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, Ντι-Σι. Και δε μου αρέσει που θα το κάνω». Ο Ντάνιελ αναστέναξε βαριά, πράγμα που έκανε τον εγγονό του να συνοφρυωθεί. «Τι θέλεις;» «Δε θα σου αρέσει -και, μάρτυς μου ο Θεός, δεν μπορώ να σε κατηγορήσω. Αλλά είμαι κάπως στριμωγμένος. Η θεία σου η Μάιρα...» «Είναι καλά;» Ο Ντι-Σι απομακρύνθηκε από τον πάγκο. Η Μάιρα Ντιτμέιερ, η νονά του, ήταν η πιο παλιά και αγαπημένη φίλη της γιαγιάς του και ένα από τα επίτιμα μέλη της φατρίας των Μακ Γκρέγκορ. Ο Ντι-Σι τη λάτρευε, και θυμήθηκε με ένα τσίμπημα ενοχής ότι δεν είχε πάει να τη δει από τη μέρα που είχε γυρίσει στην Ουάσιγκτον, εδώ και έξι βδομάδες. «Ω, είναι μια χαρά, αγόρι μου. Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Η Μάιρα είναι περδίκι όπως πάντα. Αλλά, ξέρεις, εκτός από σένα, έχει μια βαφτιστήρα. Αμφιβάλλω όμως αν τη θυμάσαι. Την είχες συναντήσει μια δυο φορές όταν ήσουν παιδί. Σου λέει τίποτα το όνομα Λέινα Ντρέικ;» Ο Ντι-Σι σαν να θυμήθηκε ένα κοκαλιάρικο κορίτσι με κατσαρά μαλλιά που θύμιζαν θάμνο. «Τι τρέχει μ’ αυτή;» «Επέστρεψε στην Ουάσιγκτον. Ξέρεις το Ντρέικ’ς, το πολυκατάστημα. Ανήκει στην οικογένειά της. Τώρα η Λέινα δουλεύει στο κεντρικό τους κατάστημα εκεί και η Μάιρα... Εντάξει, θα σου το πω στα ίσια. Γίνεται ένας φιλανθρωπικός χορός αύριο βράδυ και η Μάιρα είναι στενοχωρημένη επειδή η κοπέλα δεν έχει συνοδό. Μου έχει γίνει τσιμπούρι να σου ζητήσω...» «Να πάρει η οργή, παππού». «Το ξέρω, το ξέρω», είπε ο Ντάνιελ αναστενάζοντας βαθιά. «Γυναίκες, αγόρι μου -τι άλλο μπορώ να πω; Δε μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί μέχρι να περάσει το δικό τους. Της είπα λοιπόν ότι θα σου το ζητήσω. Θα μου έκανες μεγάλη χάρη αν φρόντιζες να είσαι ελεύθερος γι’ αυτό το ένα βράδυ». «Αν εσύ και η θεία Μάιρα πάτε να μου τη στήσετε...» Ο Ντάνιελ τον διέκοψε με ένα τρανταχτό γέλιο που έκανε τον Ντι-Σι να συνοφρυωθεί. «Όχι αυτή τη φορά, αγόρι μου. Αυτή η κοπέλα δεν είναι για σένα, πίστεψε με. Είναι όμορφη και έχει καλούς τρόπους, αλλά δεν κάνει για


σένα. Είναι πολύ ψυχρή για τα γούστα μου και λιγάκι ψηλομύτα. Όχι, όχι, δε θα ήθελα να σε δω να στρέφεις την προσοχή σου προς αυτή την κατεύθυνση. Αν δεν μπορείς να διαθέσεις το βράδυ σου, θα πω απλά στη Μάιρα ότι σε βρήκα αργά και είχες ήδη άλλα σχέδια». «Αύριο βράδυ, είπες;» Ο Ντι-Σι πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του. Μισούσε τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. «Επίσημο ένδυμα;» «Πολύ το φοβάμαι». Ακούγοντας την πνιχτή βρισιά του εγγονού του, ο Ντάνιελ έβγαλε κάποιους ήχους κατανόησης. «Θα σου πω τι θα κάνουμε. Θα πάρω αμέσως τώρα τη Μάιρα και θα της πω ότι δεν είσαι διαθέσιμος. Δεν υπάρχει λόγος να χάσεις το βράδυ σου με μια κοπέλα που πιθανότατα θα σε κάνει να πλήξεις μέχρι δακρύων, δε συμφωνείς; Αμφιβάλλω αν εσείς οι δυο έχετε έστω και ένα κοινό ενδιαφέρον. Είναι προτιμότερο να αρχίσεις να ψάχνεις για σύζυγο. Είναι καιρός να παντρευτείς και να κατασταλάξεις, Ντάνιελ Κάμπελ. Ο καιρός περνάει. Η γιαγιά σου ανησυχεί ότι θα βρεθείς μια μέρα να λιμοκτονείς στο ατελιέ σου, ένας μοναχικός γέρος χωρίς γυναίκα και παιδί. Έχω μια άλλη κοπέλα στο μυαλό μου. Είναι...» «Θα το κάνω», τον διέκοψε ο Ντι-Σι, εντελώς αυθόρμητα. Αν ο Ντάνιελ δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση τη βαφτιστήρα της Μάιρα, δε θα τον τρέλαινε στα τηλεφωνήματα για να έχει συνεχή ενημέρωση για την πορεία της σχέσης. Ίσως, αν του έκανε αυτή τη χάρη, ο παππούς του ανέστελλε για λίγο τις ακαταπόνητες προσπάθειες του για τη διαιώνιση της δυναστείας-και παρ’ όλο που δεν έτρεφε πολλές ελπίδες για το αποτέλεσμα, άξιζε να κάνει μια προσπάθεια. «Τι ώρα αύριο και από πού θα πρέπει να περάσω να πάρω αυτή την πώς τη λένε;» «Ω, ο Θεός να σ’ έχει καλά. Θα σου χρωστάω μεγάλη χάρη. Η εκδήλωση είναι στις οχτώ στο ξενοδοχείο Σόρχαμ. Η Λέινα μένει τώρα στο πατρικό της στην Όου Στρητ». Ο Ντάνιελ του είπε τη διεύθυνση κοιτάζοντας τα νύχια του. «Σ’ ευχαριστώ που με βγάζεις από αυτή τη δύσκολη θέση, Ντι-Σι». Ο Ντι-Σι ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του, άδειασε τα δημητριακά που είχαν απομείνει στο κουτί στο στόμα του και αντάλλαξε μερικά οικογενειακά κουτσομπολιά με τον παππού του. Και όλη αυτή την ώρα αναρωτιόταν αφηρημένα πού στην ευχή είχε πακετάρει το σμόκιν του. «Ω, έλα τώρα, θεία Μάιρα». Η Λέινα Ντρέικ, φορώντας μόνο τα εσώρουχά της και κρατώντας μια λευκή μεταξωτή τουαλέτα στο χέρι, την κοίταξε εμβρόντητη. «Ένα ραντεβού στα τυφλά;»


«Ουσιαστικά όχι, γλυκιά μου». Η Μάιρα χαμογέλασε. «Έχετε ξανασυναντηθεί -όταν ήσασταν παιδιά. Το ξέρω ότι σου γίνομαι φόρτωμα, αλλά ο Ντάνιελ σπάνια μου ζητάει χάρες. Ένα βράδυ είναι και, έτσι κι αλλιώς, πρέπει να πας». «Θα πήγαινα μαζί σου». «Θα είμαι κι εγώ εκεί. Είναι πολύ καλός νέος, αγάπη μου. Λίγο ευέξαπτος, αλλά καλός». Η Μάιρα χαμογέλασε πλατιά. «Βέβαια, όλα τα βαφτιστήρια μου είναι καταπληκτικοί άνθρωποι». Η Μάιρα κάθισε, χαμογελαστή πάντα, και περιεργάστηκε τη βαφτιστήρα της. Η Μάιρα ήταν μικροκαμωμένη, με κατάλευκα σαν το χιόνι μαλλιά. Και με μυαλό γρήγορο και κοφτερό σαν ξυράφι. Όταν το απαιτούσε η περίσταση -όπως τώρα- μπορούσε να παραστήσει την ασθενική και την ευαίσθητη. Την ηλικιωμένη χήρα Ντιτμέιερ, σκέφτηκε μ’ ένα κρυφό γέλιο. «Ο Ντάνιελ ανησυχεί γι’ αυτόν», συνέχισε. «Κι εγώ το ίδιο. Ο νεαρός είναι πολύ κλεισμένος στον εαυτό του. Αλλά, ειλικρινά, πώς μπορούσα να το φανταστώ, όταν ανέφερα πάνω στην κουβέντα την αποψινή εκδήλωση και το γεγονός ότι ξαναγύρισες στην πόλη, ότι ο Ντάνιελ θα κατέβαζε τέτοια ιδέα. Απλά, να...» Η Μάιρα έπαιξε ανίσχυρη τα χέρια της. «Δεν ήξερα πώς να του πω όχι. Το καταλαβαίνω ότι σου γίνομαι φόρτωμα». Επειδή η πολυαγαπημένη νονά της φάνηκε ξαφνικά πολύ δυστυχισμένη, η Λέινα υποχώρησε. «Δεν πειράζει. Όπως είπες, έτσι κι αλλιώς θα πάω», της είπε και φόρεσε με χάρη το φόρεμά της. «Θα τον συναντήσουμε εκεί;» «Α...» Η Μάιρα άρπαξε την ευκαιρία και σηκώθηκε. «Για να είμαι ειλικρινής, θα περάσει σε λίγο από δω να σε πάρει. Εγώ θα σας συναντήσω εκεί. Θεέ μου, κοίτα τι ώρα πήγε. Ο οδηγός μου θα αναρωτιέται τι μου συνέβη». «Μα...» «Θα σε δω σε μια ώρα περίπου, γλυκιά μου», της φώναξε η Μάιρα και απομακρύνθηκε με εκπληκτική σβελτάδα για μια γυναίκα της ηλικίας της. «Είσαι πανέμορφη», συμπλήρωσε όταν πια είχε κατέβει. τη μισή σκάλα. Η Λέινα, με το φερμουάρ της λευκής τουαλέτας της ξεκούμπωτο, έπνιξε έναν αναστεναγμό. Κλασική περίπτωση, σκέφτηκε. Η νονά της έσπρωχνε διαρκώς διάφορους άντρες στο δρόμο της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να βρίσκεται η ίδια συχνά στη δυσάρεστη θέση να τους ξεφορτώνεται. Είχε διαγράψει το γάμο από τα σχέδιά της. Έχοντας μεγαλώσει σ’ ένα σπίτι όπου οι καλοί τρόποι υπερίσχυαν της αγάπης και όπου οι περιστασιακές σχέσεις αντιμετωπίζονταν με συγκρατημένη ευγένεια, η Λέινα δεν είχε καμιά διάθεση να βρεθεί μπλεγμένη σε μια παρόμοια σχέση.


Οι άντρες ήταν καλοί ως διακοσμητικό στοιχείο, με την προϋπόθεση ότι εκείνη έθετε τους κανόνες του παιχνιδιού. Και για την ώρα η καριέρα της ήταν πολύ πιο σημαντική από το να έχει κάποιον για να βγαίνει μαζί του τα σαββατόβραδα. Είχε σκοπό να συνεχίσει τη σταθερή αναρρίχησή της στις βαθμίδες της οικογενειακής επιχείρησης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, σε δέκα χρόνια θα μπορούσε ν’ αναλάβει τη γενική διεύθυνση του Ντρέικ’ς. Ένα ακόμη παιχνίδι που σκόπευε να παίξει με τους δικούς της όρους. Το Ντρέικ’ς δεν ήταν απλά ένα πολυκατάστημα, ήταν θεσμός. Αν έμενε λοιπόν εργένισσα, θα μπορούσε να αφιερώσει όλη την ενεργητικότητα και το χρόνο της στη διατήρηση του στυλ και της φήμης του. Δεν ήταν σαν τη μητέρα της, σκέφτηκε με ένα ελαφρό συνοφρύωμα, που αντιμετώπιζε το Ντρέικ’ς σαν την προσωπική της ντουλάπα. Ούτε σαν τον πατέρα της, που τον ενδιέφερε πάντα περισσότερο το κέρδος παρά οι καινοτομίες ή οι παραδόσεις. Η Λέινα ήταν απλά ο εαυτός της. Και για εκείνη το Ντρέικ’ς αποτελούσε ταυτόχρονα πηγή χαράς και ευθύνης. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, η πραγματική της οικογένεια. Ορισμένοι, σκέφτηκε, μπορεί να το έβρισκαν λυπηρό. Εκείνη όμως το έβρισκε παρηγορητικό. Με μια γρήγορη κίνηση, ανέβασε το φερμουάρ του φορέματος της. Μέρος των ευθυνών της στο Ντρέικ’ς ήταν να παρευρίσκεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Τις αντιμετώπιζε σαν μέρος της δουλειάς, όπου απλά χρειαζόταν να αλλάξει ταχύτητα. Υπερωρίες που απαιτούσαν την ειδική εκπαίδευση που είχε λάβει από την παιδική της ηλικία και ήταν δεύτερη φύση γι’ αυτή. Και η «δουλειά» απαιτούσε πολλές φορές και τον κατάλληλο συνοδό. Τουλάχιστον αυτή τη φορά η θεία Μάιρα δεν έδειξε να ενδιαφέρεται πραγματικά να τη ζευγαρώσει. Θα περνούσε απλά μια βραδιά ψιλοκουβεντιάζοντας με κάποιον που της ήταν ουσιαστικά άγνωστος. Και ήταν ειδική σε τέτοιες καταστάσεις. Γύρισε και πήρε τα κρεμαστά σκουλαρίκια με μαργαριτάρια και διαμάντια που είχε βγάλει ήδη στην τουαλέτα της. Το δωμάτιο αντανακλούσε την αισθητική της -απλή κομψότητα με μια υποψία λάμψης. Το ξυλόγλυπτο κεφαλάρι αντίκα από ξύλο κερασιάς, τα καλογυαλισμένα τραπεζάκια γεμάτα βάζα με φρέσκα λουλούδια, τα αξεσουάρ που είχε διαλέξει με φροντίδα. Αυτό ήταν το σπίτι της τώρα, σκέφτηκε με περηφάνια. Το είχε κάνει εκείνη δικό της. Μπροστά από το μικρό μαρμάρινο τζάκι υπήρχε ένας άνετος καθιστικός


χώρος και μια όμορφη συλλογή από πολύχρωμα μπουκαλάκια με άρωμα. Διάλεξε ένα άρωμα και, καθώς το φορούσε αφηρημένα, για μια στιγμή ευχήθηκε να μπορούσε να περάσει ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Είχε δουλέψει ένα δεκάωρο στο Ντρέικ’ς. Τα πόδια της την πονούσαν, το μυαλό της ήταν κουρασμένο και το στομάχι της άδειο. Παραμερίζοντας αυτές τις σκέψεις, γύρισε προς τον ολόσωμο καθρέφτη και έριξε μια ματιά στο φόρεμά της. Το κορσάζ ήταν κομμένο σε ίσια γραμμή και η φούστα κατέβαινε με διακριτικές πτυχές μέχρι τους αστραγάλους, αφήνοντας γυμνούς τους ώμους της. Φόρεσε από πάνω το κοντό ζακετάκι, έβαλε τα παπούτσια της και έλεγξε το περιεχόμενο της βραδινής τσάντας της. Όταν χτύπησε το κουδούνι, άφησε ένα μικρό αναστεναγμό. Τουλάχιστον ήταν συνεπής στην ώρα του. Θυμόταν πολύ αμυδρά τον Ντι-Σι από την εποχή που ήταν παιδιά. Αλλά τότε αισθανόταν πολύ νευρική και εντυπωσιασμένη που θα συναντούσε τον Πρόεδρο για να δώσει περισσότερη προσοχή σε οτιδήποτε άλλο. Αλλά στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει είχε ακούσει κατά καιρούς σχόλια γι’ αυτόν. Ήταν ζωγράφος, θύμισε στον εαυτό της καθώς κατέβαινε τις σκάλες. Της μοντέρνας σχολής, που θα έλεγε ψέματα αν ισχυριζόταν ότι την καταλάβαινε. Η Λέινα προτιμούσε το κλασικό στυλ σε όλα τα πράγματα. Καλά θυμόταν ότι είχε δημιουργηθεί κάποιο σκάνδαλο πριν μερικά χρόνια με πρωταγωνιστές εκείνον και μια μπαλαρίνα; Ή μήπως ήταν ηθοποιός; Και τι μ’ αυτό, σκέφτηκε. Υπέθετε ότι ήταν φυσικό να γίνεται με το παραμικρό πρωτοσέλιδο ο γιος ενός πρώην Προέδρου. Και όντας εγγονός του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ, οι προβολείς εστιάζονταν ακόμα πιο έντονα πάνω του. Η Λέινα ήταν πολύ πιο ευτυχισμένη να δουλεύει στα παρασκήνια. Και προφανώς ο τύπος δε θα πρέπει να είχε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες, αν δεν ήταν ικανός να βρει μόνος του μια συνοδό για το σαββατόβραδο. Φόρεσε το επαγγελματικό της χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα. Μόνο χάρη στην πολύχρονη εκπαίδευσή της στη σχολή καλογραιών στην Ελβετία και στην πειθαρχία που της είχαν εμφυσήσει εκείνες κατάφερε να μη μείνει με στόμα ορθάνοιχτο. Αυτός ο άντρας -αυτός ο πολύ επικίνδυνος άντρας με το σμόκιν, τα σκούρα μαλλιά στο χρώμα που είχε το αγαπημένο τραπέζι της και τα λαμπερά καταγάλανα μάτια- χρειαζόταν τον παππού του να του βρει συνοδό; «Η Λέινα Ντρέικ;» Θα πρέπει να έχω λάθος διεύθυνση. Αυτό μόνο μπόρεσε


να σκεφτεί ο Ντι-Σι. Αυτή η λυγερόκορμη κοπέλα με το λευκό μεταξωτό φόρεμα δεν έμοιαζε καθόλου με το κοκαλιάρικο κοριτσάκι που θυμόταν. Τα μαλλιά της δεν ήταν πια ένας ατίθασος θάμνος, αλλά πλαισίωναν χρυσαφένια και λαμπερά ένα πρόσωπο που έμοιαζε σμιλεμένο σε αλάβαστρο. Τα μάτια της είχαν ένα απαλό και ομιχλώδες πράσινο χρώμα. Η Λέινα συνήλθε και του άπλωσε το χέρι, με το τυπικό χαμόγελο πάντα στη θέση του. «Ναι. Ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ;» «Ντι-Σι. Ντάνιελ είναι ο παππούς μου». «Ντι-Σι, τότε». Κανονικά θα τον είχε καλέσει μέσα, θα είχε παίξει την οικοδέσποινα για λίγο, δίνοντας και στους δύο το περιθώριο να νιώσουν άνετα μεταξύ τους. Αλλά κάτι σ’ αυτό τον άνθρωπο της δημιουργούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας. Ήταν πολύ μεγαλόσωμος, πολύ αρρενωπός και το βλέμμα του ήταν πολύ τολμηρό. «Λοιπόν». Η Λέινα βγήκε στα γρήγορα και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Πηγαίνουμε;» «Βεβαίως». Ψυχρή την είχε αποκαλέσει ο παππούς του, και είχε πετύχει διάνα, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Μπορεί να ήταν εντυπωσιακή, αλλά ήταν μια πραγματική πριγκίπισσα των πάγων. Η αποψινή βραδιά θα ήταν ατέλειωτη. Βλέποντας το μικρό σπορ αυτοκίνητο αντίκα παρκαρισμένο στην άκρη του πεζοδρομίου, η Λέινα αναρωτήθηκε πώς στην ευχή θα κατάφερνε να καθίσει εκεί μέσα με την τουαλέτα που φορούσε. Θεία Μάιρα, σκέφτηκε, σε τι πήγες και μ’ έμπλεξες;


Κεφάλαιο 2

Η Λέινα ένιωθε σαν να βρισκόταν μέσα σε κονσερβοκούτι με μηχανή παρέα μ’ ένα γίγαντα. Ο συνοδός της είχε ύψος τουλάχιστον ένα και ενενήντα, αλλά έδειχνε να οδηγεί με απόλυτη άνεση -και με πολύ μεγάλη ταχύτητα- το παιχνιδάκι του στο κυκλοφοριακό χάος της Ουάσιγκτον. Αρπάχτηκε από τη λαβή της πόρτας της, έλεγξε τη ζώνη της και προσευχήθηκε να μη βρεθεί κολλημένη στο παρμπρίζ σαν μύγα προτού ξεκινήσει καλά καλά η βραδιά τους. Αποφάσισε πως λίγη κουβέντα θα έβγαζε αυτή την εικόνα από το μυαλό της. «Η θεία Μάιρα μου είπε ότι είχαμε ξανασυναντηθεί πριν από χρόνια, όταν ο πατέρας σου ήταν Πρόεδρος». Η τελευταία λέξη βγήκε σαν σκούξιμο από τα χείλια της καθώς ο Ντι-Σι έχωνε το μικροσκοπικό αμάξι ανάμεσα σε ένα λεωφορείο και μια λιμουζίνα και στη συνέχεια έπαιρνε μια απότομη στροφή. «Έτσι άκουσα κι εγώ. Επέστρεψες πρόσφατα στην Ουάσιγκτον;» «Ναι». Συνειδητοποιώντας πως είχε κλείσει σφιχτά τα μάτια της, ύψωσε το σαγόνι της και τα ξανάνοιξε θαρραλέα. «Κι εγώ το ίδιο». Μυρίζει υπέροχα, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Το άρωμα της του αποσπούσε την προσοχή, έτσι άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας στο αμάξι. «Αλήθεια;» Η καρδιά της είχε ανέβει τώρα στο λαιμό της. Μα καλά, δεν έβλεπε ότι το φανάρι θα γινόταν κόκκινο; Δε θα έκοβε ταχύτητα; Κατάπιε ένα βογκητό που λίγο έλειψε να την πνίξει καθώς εκείνος περνούσε σαν βολίδα τη στιγμή που το πορτοκαλί γινόταν κόκκινο. «Έχουμε αργήσει;» «Για πού;» «Δείχνεις να βιάζεσαι». «Όχι ιδιαίτερα». «Πέρασες με κόκκινο». Ο Ντι-Σι ύψωσε το φρύδι του. «Ήταν πορτοκαλί», την αντέκρουσε και κατέβασε ταχύτητα για να προσπεράσει ένα τροχόσπιτο που πήγαινε αργά. «Είχα την εντύπωση πως, όταν κάποιος βλέπει πορτοκαλί, κόβει ταχύτητα για να σταματήσει».


«Όχι αν θέλει να φτάσει στον προορισμό του». «Μάλιστα. Οδηγείς πάντα έτσι;» «Πώς;» «Σαν να οδηγείς ένα αυτοκίνητο που προσπαθεί να την κοπανήσει μετά από μια ληστεία σε τράπεζα». Ο Ντι-Σι το σκέφτηκε για λίγο και χαμογέλασε με την περιγραφή της. «Ναι». Πήρε τη στροφή για το ξενοδοχείο και σταμάτησε απότομα, κάνοντας τα φρένα να στριγκλίσουν. «Έτσι κερδίζεις χρόνο», της είπε με άνεση κι ύστερα ξεδίπλωσε τα μακριά πόδια του και βγήκε από το αμάξι. Η Λέινα έμεινε στη θέση της να πάρει μια ανάσα, ευχαριστώντας το Θεό που είχε φτάσει σώα. Έμεινε αμετακίνητη στη θέση της ακόμα κι όταν ο ΝτιΣι έκανε το γύρο του αυτοκινήτου, έδωσε τα κλειδιά στον παρκαδόρο και της άνοιξε την πόρτα. «Θα πρέπει να λύσεις τη ζώνη σου», της είπε. Περίμενε να το κάνει και μετά την έπιασε από το χέρι και τη βοήθησε να βγει. Ξαφνικά βρέθηκαν πολύ κοντά και ο Ντι-Σι ένιωσε ξανά το άρωμα της, την υφή και το σχήμα του χεριού της. Είναι καλλονή, δεν υπάρχει αμφιβολία, σκέφτηκε. Το πρόσωπό της είχε το σχήμα καμέο και τα μάτια της θύμιζαν σειρήνα της θάλασσας. Πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση. Αν και στα θέματα των έργων του δεν περιλαμβάνονταν τα πορτραίτα, μερικές φορές σκιτσάριζε πρόσωπα που τραβούσαν το ενδιαφέρον του. Και κάτι του έλεγε πως θα ήθελε να σχεδιάσει το δικό της. Τα πόδια της ήταν ακόμα αδύναμα, αλλά ήταν ζωντανή. Η Λέινα πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει. «Δε θα έπρεπε να δίνουν άδεια οδήγησης σε κάτι τύπους σαν εσένα ούτε θα έπρεπε να τους επιτρέπουν να πιάνουν το τιμόνι οποιουδήποτε αυτοκινήτου, και ειδικά όταν το αυτοκίνητο είναι ένα κονσερβοκούτι σαν αυτό». «Είναι Πόρσε». Επειδή δεν έδειχνε διατεθειμένη να προχωρήσει μόνη της, την τράβηξε προς την είσοδο του ξενοδοχείου κρατώντας την πάντα από το χέρι. «Αν ήθελες να κόψω ταχύτητα, γιατί δε μου το ζήτησες;» «Ήμουν πολύ απασχολημένη να προσεύχομαι». Εκείνος αντέδρασε στα λόγια της με ένα σύντομο χαμόγελο ευθυμίας. Ένα χαμόγελο, όμως, που δε μείωσε καθόλου την επικίνδυνη όψη του προσώπου του. Μάλλον την τόνισε ακόμα περισσότερο. «Απ’ ό,τι φαίνεται, οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Πού στην ευχή πη-


γαίνουμε τώρα;» Σφίγγοντας τα δόντια της, η Λέινα πλησίασε τα ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. Όταν άνοιξε η πόρτα, μπήκε πρώτη και πάτησε πάλι το κουμπί για το σωστό όροφο, εκνευρισμένη. Πίσω από την πλάτη της, ο Ντι-Σι ύψωσε τα μάτια του προς το ταβάνι. «Ξέρεις...» Αλήθεια, πώς στην ευχή την έλεγαν; «Λέινα, αν είναι να κάνεις μούτρα, η βραδιά μας θα είναι βαρετή και ατέλειωτη». Εκείνη συνέχισε να κοιτάζει ευθεία μπροστά της, αλλά συγκράτησε το θυμό της. Ήξερε ότι μπορούσε να γίνει σαρκαστική και κακιά έτσι και έχανε την ψυχραιμία της. «Δεν κάνω μούτρα». Η φωνή της ήταν τόσο ζεστή όσο ο χειμώνας στο Γουίνιπεγκ. Μόνο οι βαθιά ριζωμένοι καλοί τρόποι της την εμπόδισαν να το βάλει στα πόδια μόλις άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ. Αντίθετα, βγήκε με χάρη και τον περίμενε να σταθεί δίπλα της. Ο θυμός είχε δώσει χρώμα στα μάγουλά της, παρατήρησε ο Ντι-Σι καθώς την έπιανε από το μπράτσο. Είχε προσθέσει πάθος στο ψυχρό και κλασικό πρόσωπό της. Αν τον ενδιέφερε αυτή η κοπέλα, θα φρόντιζε να δίνει χρώμα στα μάγουλα και φλόγα στα μάτια της όσο πιο συχνά μπορούσε. Αλλά μια και δεν τον ενδιέφερε και ήθελε να περάσει αυτή τη βραδιά όσο πιο ευχάριστα γινόταν, θα πήγαινε με τα νερά της. «Συγνώμη». Συγνώμη, σκέφτηκε η Λέινα καθώς την οδηγούσε προς την αίθουσα του χορού. Αυτό ήταν όλο; Προφανώς ο Ντι-Σι δεν είχε κληρονομήσει ούτε τις διπλωματικές ικανότητες του πατέρα του ούτε τη γοητεία της μητέρας του. Τουλάχιστον η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο και φασαρία. Η Λέινα δε σκόπευε να περάσει όλο το βράδυ κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν το δυσάρεστο μαντράχαλο. Μόλις της το επέτρεπε η ευγένεια, θα φρόντιζε να χωριστούν και να βρει κάποιον που διέθετε στοιχειώδη λογική για να κουβεντιάσει. «Κρασί;» τη ρώτησε. «Λευκό;» «Ναι, ευχαριστώ». Θα την παρατήσω με την πρώτη ευκαιρία, σκέφτηκε ο Ντι-Σι καθώς έπαιρνε ένα ποτήρι κρασί για κείνη και μια μπίρα για τον εαυτό του. Ευτυχώς που ο αγαπημένος ανακατωσούρας παππούς του δεν έπαιζε τον προξενητή αυτή τη φορά. «Ώστε ήρθατε!» Η Μάιρα πλησίασε βιαστική προς το μέρος τους απλώνοντας και τα δυο χέρια της. Μα δεν ήταν ωραίο ζευγάρι; Ω, δεν έβλεπε την ώρα να πει στον Ντάνιελ πόσο εντυπωσιακά έδειχναν τα παιδιά τους μαζί. «Ντι-Σι, είσαι αμαρτωλά γοητευτικός», του είπε και έγειρε το κεφάλι


της όταν εκείνος έσκυψε να τη φιλήσει στο μάγουλο. «Φύλαξες ένα χορό και για μένα;» «Βεβαίως. Είναι εδώ και οι γονείς σου. Γιατί δεν έρχεστε να καθίσετε μαζί μας για λίγο;» Η Μάιρα στάθηκε ανάμεσά τους και τους αγκάλιασε από τη μέση, παίζοντας το συνδετικό κρίκο. «Ξέρω ότι θέλετε να βρείτε τους γνωστούς σας και φυσικά να χορέψετε. Η μουσική είναι φανταστική απόψε. Δικαιούμαι όμως να είμαι εγωίστρια και να μονοπωλήσω την παρέα σας για λίγα λεπτά». Με την επιδεξιότητα και το στυλ της μακρόχρονης πείρας, η Μάιρα τους οδήγησε ανάμεσα στον κόσμο που είχε κάνει πηγαδάκια και κουβέντιαζε και στα τραπέζια που ήταν στρωμένα με λευκά τραπεζομάντιλα και στολισμένα με μπουκέτα από ανοιξιάτικα λουλούδια. Δεν έβλεπε την ώρα να της δοθεί η ευκαιρία να τους παρατηρήσει και τους δυο μαζί, να μελετήσει τις μικρές λεπτομέρειες της γλώσσας του σώματος, να δει τη συμπεριφορά τους. Με το μυαλό της έφτιαχνε ήδη τον κατάλογο των καλεσμένων στο γάμο. «Κοιτάξτε ποιους μας έφερα», ανακοίνωσε. «Ντι-Σι». Η Σέλμπι Κάμπελ Μακ Γκρέγκορ πετάχτηκε όρθια. Το κίτρινο μεταξωτό φόρεμά της θρόισε όταν άνοιξε τα μπράτσα για να κλείσει το γιο της στην αγκαλιά της. Οι κόκκινες μπούκλες που είχε χτενίσει ψηλά στο κεφάλι της χάιδεψαν το μάγουλό του. «Δεν ήξερα ότι θα ερχόσουν». «Ούτε εγώ το ήξερα». Ο Ντι-Σι την έσφιξε για μια στιγμή στην αγκαλιά του και στη συνέχεια γύρισε και αγκάλιασε τον πατέρα του. Τα ασημένια μαλλιά του Άλαν Μακ Γκρέγκορ άστραψαν κάτω από τα φώτα και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο δυνατό πρόσωπο του όταν είδε το γιο του. «Θεέ μου, με κάθε μέρα που περνάει μοιάζεις όλο και περισσότερο στον παππού σου». Ακόμα και οι μαντράχαλοι αγαπούν την οικογένειά τους, σκέφτηκε σαρκαστικά η Λέινα. Ωστόσο, κάτι μαλάκωσε μέσα της βλέποντας την ολοφάνερη αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους και τη χαρά που αντλούσαν από αυτή την αγάπη. Αν είχε συναντηθεί εκείνη με τους δικούς της κάτω από παρόμοιες συνθήκες, θα είχαν ανταλλάξει μερικά απρόσωπα πεταχτά φιλιά κι ένα ευγενικό «Τι κάνεις;» Και τότε η Σέλμπι γύρισε το κεφάλι της, την κοίταξε με τα γκρίζα ζεστά μάτια της και τα λεπτά φρύδια της υψώθηκαν με περιέργεια. «Γεια». «Σέλμπι Μακ Γκρέγκορ, αυτή είναι η βαφτιστήρα μου», είπε η Μάιρα με


περηφάνια. «Η Λέινα Ντρέικ». «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, κυρία Μακ Γκρέγκορ». Η Σέλμπι έσφιξε το χέρι που της έτεινε η κοπέλα και την ευχαρίστησε η αίσθηση ότι ανήκε σε δυνατό και ικανό άτομο. «Είσαι η κόρη της Ντόνα και του Μάθιου Ντρέικ;» «Ναι. Οι γονείς μου ζουν τώρα στο Μαϊάμι». «Να τους δώσεις τους χαιρετισμούς μου όταν μιλήσεις μαζί τους. Άλαν, από δω η Λέινα Ντρέικ, η κόρη της Ντόνα και του Μάθιου -και βαφτιστήρα της Μάιρα». «Η Μάιρα μας έχει πει πολλά για σένα». Ο Άλαν αντάλλαξε μια θερμή χειραψία μαζί της. «Ξαναγύρισες στην Ουάσιγκτον;» «Μάλιστα, κύριε. Χαίρομαι που γύρισα. Τιμή μου που σας ξανασυναντώ. Με είχαν συστήσει σ’ εσάς όταν ήμουν παιδί. Ήμουν τρομοκρατημένη». Ο Άλαν χαμογέλασε και της τράβηξε την καρέκλα να καθίσει. «Τόσο τρομακτικός ήμουν;» «Όχι, κύριε. Ήσασταν ο Πρόεδρος. Είχα μόλις χάσει τα δυο μπροστινά μου δόντια και ένιωθα πολύ άσχημη. Εσείς όμως μου είπατε το παραμύθι για τη νεράιδα των δοντιών». Του χαμογέλασε. «Σας ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα». «Αλήθεια;» Ο Άλαν έκλεισε το μάτι στη γυναίκα του όταν η Σέλμπι γέλασε. «Ήσασταν ο πρώτος μου έρωτας. Χρειάστηκε να περάσουν δύο χρόνια για να σας αντικαταστήσω με τον Ντένις Ράιλι -κι αυτό επειδή έδειχνε πολύ ρωμαλέος με τη στολή των προσκόπων». Εντυπωσιακό, σκέφτηκε ο Ντι-Σι καθώς παρακολουθούσε τη Λέινα να κουβεντιάζει με τους γονείς του. Ξαφνικά είχε γίνει πρόσχαρη και θερμή. Εντάξει, η επιφανειακή ψυχρότητα εξακολουθούσε να υπάρχει, αλλά από κάτω πρόβαλλαν η γοητεία και η ζωντάνια, όπως το χρώμα στο τριαντάφυλλο που μόλις αρχίζει ν’ ανοίγει. Το γέλιο της έμοιαζε με μουρμουρητό στην ομίχλη. Αισθησιακό αλλά διακριτικό. Όφειλε να παραδεχτεί ότι του άρεσε να την παρακολουθεί -αυτές τις ήρεμες, μετρημένες κινήσεις, το παιχνίδισμα των αστραφτερών μαλλιών, την απαλή καμπύλη των καλοσχηματισμένων χειλιών. Ήταν διασκεδαστικό να την ακούει -τη χαμηλή, καλλιεργημένη φωνή. Ιδιαίτερα αν δεν ήταν υποχρεωμένος να συζητάει μαζί της. «Ντι-Σι, για όνομα του Θεού», του είπε ψιθυριστά η Μάιρα και του έδωσε μια διακριτική αγκωνιά. «Δεν τη ζήτησες ούτε για ένα χορό». «Τι πράγμα;» «Ζήτησε στη Λέινα να χορέψετε», σφύριξε μέσα από τα δόντια της, προ-


σπαθώντας να ελέγξει την ανυπομονησία της. «Πού είναι οι τρόποι σου;» «Ω, συγνώμη». Να πάρει η οργή, σκέφτηκε ο Ντι-Σι, αλλά ακούμπησε υπάκουα το χέρι του στον ώμο της Λέινα. Εκείνη σχεδόν αναπήδησε, γύρισε απότομα το κεφάλι της και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τον είχε ξεχάσει εντελώς. Παραμελώντας τα καθήκοντά της, σκέφτηκε με έναν κρυφό μορφασμό. Ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει και ετοιμάστηκε να μεταφέρει την προσοχή της από τους ευχάριστους γονείς στο δυσάρεστο γιο. «Θα ήθελες να χορέψουμε;» Η καρδιά της βούλιαξε. Αν χόρευε όπως οδηγούσε, θα ήταν τυχερή αν κατέβαινε αρτιμελής από την πίστα. «Ναι, βέβαια». Νιώθοντας σαν να πήγαινε στο εκτελεστικό απόσπασμα, σηκώθηκε και τον άφησε να την οδηγήσει στην πίστα. Τουλάχιστον η μουσική είναι καλή, σκέφτηκε. Αργή, ονειροπόλα, με κυρίαρχα τα πνευστά. Πολλά ζευγάρια είχαν σηκωθεί να την απολαύσουν και η πίστα ήταν γεμάτη. Αρκετά γεμάτη ώστε να ελπίζει η Λέινα ότι δε θα ένιωθε ο καβαλιέρος της υποχρεωμένος να την οργώνει, τσαλαπατώντας την και εξαρθρώνοντας τα χέρια της. Ύστερα εκείνος σταμάτησε κοντά στην άκρη της πίστας και τη γύρισε μέσα στην αγκαλιά του. Ήταν η έκπληξη, σκέφτηκε, η έκπληξη και μόνο που είχε θολώσει το μυαλό της. Ποιος θα το πίστευε ότι ένας τόσο πελώριος άντρας μπορούσε να κινείται με τέτοια χάρη; Το τεράστιο χέρι του στη μέση της δεν ήταν ούτε αμήχανο ούτε τραχύ, αλλά πέρα για πέρα αρρενωπό. Και της προκαλούσε την αβάσταχτη επίγνωση ότι το μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα σ’ αυτό το χέρι και το δέρμα της ήταν ένα λεπτό μεταξωτό ύφασμα. Τα φώτα τρεμόσβησαν, χορεύοντας πάνω στο πρόσωπο, πάνω στην ατίθαση χαίτη των μαλλιών του. Ο ώμοι του είναι απίστευτα φαρδείς, σκέφτηκε η Λέινα. Τα μάτια του καταγάλανα. Πάσχισε να διώξει αυτές τις ανόητες σκέψεις από το μυαλό της και να συνέλθει. «Οι γονείς σου είναι υπέροχοι άνθρωποι». «Τους έχω αδυναμία». Είναι λυγερή σαν ιτιά, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Ένα τριαντάφυλλο με μακρύ μίσχο. Παρακολούθησε τα φώτα να παίζουν στο πρόσωπο της, τραβώντας την ασυναίσθητα πιο κοντά του. Τα σώματά τους ταίριαζαν σαν δυο κομμάτια ενός πολύπλοκου παζλ. Ο σφυγμός της έγινε πιο γρήγορος. Χωρίς να το σκεφτεί, η Λέινα έσυρε το


χέρι της στον ώμο του, έτσι που τα δάχτυλά της χάιδεψαν τον αυχένα του. «Μμ...» Αλήθεια, τι συζητούσαν; «Είχα ξεχάσει πόσο όμορφη μπορεί να είναι η Ουάσιγκτον την άνοιξη». «Μμ». Ο πόθος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του, πολιόρκησε τα λαγόνια του. Από πού στην ευχή είχε πηγάσει; «Θέλω να σκιτσάρω το πρόσωπό σου». «Βέβαια». Η Λέινα δεν είχε ακούσει λέξη απ’ όσα της έλεγε. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι κάθε γυναίκα θα ήταν πανευτυχής να πνιγεί μέσα σ’ εκείνα τα μάτια. «Νομίζω ότι είπαν πως αύριο θα βρέχει». Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν την πλάτη της. «Ωραία». Αν έσκυβε το κεφάλι του, το στόμα του θα αιχμαλώτιζε το δικό της και θα μπορούσε να ανακαλύψει αν αυτό το φιλί θα καταλάγιαζε τον ξαφνικό πόθο του ή θα τον φούντωνε περισσότερο. Και τότε η μουσική σταμάτησε. Κάποιος τους έσπρωξε και η εύθραυστη γυάλινη φούσκα που τους είχε τυλίξει έσπασε. Έκαναν ταυτόχρονα ένα βήμα πίσω. Συνοφρυωμένοι. «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Λέινα. Η φωνή της ήταν προσεκτική, συγκρατημένη πάλι. «Ήταν πολύ ωραία». «Ναι». Ο Ντι-Σι την έπιασε από το μπράτσο, φροντίζοντας να είναι το άγγιγμά του πολύ απρόσωπο, πολύ ανάλαφρο. Ήθελε να τη γυρίσει στο τραπέζι, να την παρατήσει εκεί και να το σκάσει μέχρι να καθαρίσει το μυαλό του. Η Λέινα, δείχνοντας κάτι παραπάνω από πρόθυμη να συνεργαστεί, τον άφησε να την οδηγήσει πίσω. Ήθελε να καθίσει γρήγορα, προτού την προδώσουν τα πόδια της.


Κεφάλαιο 3

Ο Ντι-Σι είχε μεγάλα σχέδια για την Κυριακή. Θα κοιμόταν μέχρι αργά, θα έτρωγε ένα πλούσιο πρωινό, για το οποίο είχε κάνει τις απαραίτητες προμήθειες, και θα περνούσε δύο ώρες στο γυμναστήριο. Μετά είχε να πάρει τη δύσκολη απόφαση αν θα περνούσε το απόγευμα μόνος του ή θα πήγαινε μέχρι την Εμ Στρητ όπου γινόταν το φεστιβάλ μπλουζ. Τα σχέδιά του πήγαν περίπατο όταν ξύπνησε ανήσυχος λίγο μετά το ξημέρωμα. Αν και εκνευρισμένος, προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά κάθε φορά που πήγαινε να βυθιστεί, άρχιζε πάλι να τη σκέφτεται. Ήταν ενοχλητικό, έτσι αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να έχει τη Λέινα Ντρέικ στο μυαλό του. Εκείνη η σύντομη στιγμή της σωματικής επαφής, της συνειδητοποίησης, ήταν μια μικρή παρεκτροπή σε ένα μεγάλο βράδυ χωρίς απρόοπτα. Είχαν φροντίσει επιμελώς να είναι ευγενικοί μεταξύ τους, είχαν ανακατευτεί με τον κόσμο, συμμετέχοντας, όπως απαιτούσαν οι κοινωνικές συναναστροφές, σε ανιαρές συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων μαζί και ξεχωριστά. Την είχε πάει στο σπίτι της, φροντίζοντας να οδηγεί κάτω από το όριο ταχύτητας, να βγάζει φλας σε κάθε στροφή και να πατάει μαλακά φρένο. Στην πόρτα της είχαν ανταλλάξει μια χλιαρή χειραψία κι ένα εξίσου χλιαρό αντίο. Και ήταν σίγουρος πως είχαν αισθανθεί και οι δύο απέραντη ανακούφιση που είχαν απαλλαγεί ο ένας από τη συντροφιά του άλλου. Ήταν λοιπόν γελοίο να τον κυνηγάει τώρα η σκέψη της, να θυμάται πώς ακριβώς αισθανόταν όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του, να μυρίζει το άρωμά της, να βλέπει τα μάτια της να γίνονται γλυκά και ονειροπόλα την ώρα που χόρευαν. Το πρόσωπό της, αυτό ήταν. Του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Από καλλιτεχνική άποψη, βέβαια. Έτσι πήγε νωρίς στο γυμναστήριο και πέρασε δύο ώρες προσπαθώντας να εκτονώσει τον εκνευρισμό του. Έπεισε τον εαυτό του πως τώρα ένιωθε καλύτερα, πιο αναζωογονημένος και με καθαρό κεφάλι. Όταν γύρισε σπίτι, ήταν έτοιμος για εκείνο το πλούσιο πρωινό. Άναψε το στερεοφωνικό στη διαπασών, σήκωσε τα μανίκια του μαύρου


πουλόβερ του και έβαλε να τηγανίσει το μπέικον. Νιώθοντας πολύ πιο χαρούμενος και κύριος του εαυτού του, χτύπησε τα αβγά τραγουδώντας μαζί με τον Τζον Φόγκερτι. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, σήκωσε το ακουστικό με το ένα χέρι και έβγαλε με το άλλο το μπέικον από το τηγάνι. «Ώστε είσαι ξύπνιος», αντήχησε η στεντόρεια φωνή του Ντάνιελ. «Χαμήλωσε αυτή τη μουσική, αγόρι μου. Θα κουφαθείς». «Μια στιγμή». Ο Ντι-Σι σπατάλησε μερικά δευτερόλεπτα για να βρει το τηλεχειριστήριο δεν έβρισκε ποτέ το αναθεματισμένο το μαραφέτι όταν το ήθελε- κι ύστερα πήγε τροχάδην στο σαλόνι και έκλεισε το στερεοφωνικό με το χέρι. Όταν γύρισε στην κουζίνα, βούτηξε ένα κομμάτι μπέικον. «Ναι, είμαι ξύπνιος», είπε στο τηλέφωνο. «Πήγα ήδη στο γυμναστήριο και τώρα ετοιμάζομαι να βουλώσω τις αρτηρίες μου με μπόλικο λίπος». «Αβγά με μπέικον;» Ο Ντάνιελ αναστέναξε γεμάτος λαχτάρα. «Θυμάμαι την εποχή που καθόμουν κι εγώ τις Κυριακές και καταβρόχθιζα ένα τέτοιο πρωινό. Η γιαγιά σου είναι πολύ αυστηρή. Φοβάται για τη χοληστερίνη μου, έτσι τώρα πια είμαι τυχερός αν δω το μπέικον έστω και σε φωτογραφία». «Εγώ τρώω ένα κομμάτι τώρα». Ο Ντι-Σι το τραγάνισε δυνατά, χαμογελώντας πονηρά. «Είναι απίθανο». «Είσαι σαδιστής, νεαρέ μου». Ο Ντάνιελ αναστέναξε πάλι. «Και να φανταστεί κανείς πως εγώ σου τηλεφώνησα για να σε ευχαριστήσω για τη μεγάλη χάρη που μου έκανες. Τώρα όμως εύχομαι να πέρασες απαίσια προσπαθώντας να διασκεδάσεις τη βαφτιστήρα της Μάιρα». «Τα κατάφερα». «Ε, λοιπόν, το εκτιμώ. Το ξέρω πως έχεις καλύτερα πράγματα να κάνεις για να περάσεις την ώρα σου. Όχι ότι δεν είναι γλυκιά κοπέλα, απλά δεν είναι ο τύπος σου. Ψάχνουμε να βρούμε μια πιο ζωντανή γυναίκα για σένα». Ο Ντι-Σι κοίταξε συνοφρυωμένος το υπόλοιπο μπέικον που κρατούσε ακόμα στο χέρι του. «Μπορώ να ψάξω μόνος μου». «Ε, τότε, γιατί δεν το κάνεις; Γιατί μένεις κλεισμένος εκεί μέσα με τις μπογιές και τους καμβάδες σου; Αχ! Θα έπρεπε να βγαίνεις και να φλερτάρεις με μια καθώς πρέπει κοπέλα. Ξέρεις πόσο ανησυχεί η γιαγιά σου; Σε φαντάζεται να σκας μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα από τις αναθυμιάσεις που βγάζουν οι μπογιές». «Μμ». Μετά από τόσες επαναλήψεις, ο Ντι-Σι το είχε μάθει απέξω αυτό το κήρυγμα, έτσι άρπαξε άλλο ένα κομμάτι μπέικον.


«Το μέρος που μένεις είναι μια εύφλεκτη παγίδα, να τι είναι. Στην ηλικία σου χρειάζεσαι ένα όμορφο σπίτι, μια καλή γυναίκα και φασαριόζικα παιδιά. Αλλά δε σε πήρα για να σου θυμίσω ένα καθήκον που θα έπρεπε να είχες εκπληρώσει ήδη. Εκτιμώ πολύ αυτό που έκανες», συνέχισε βιαστικά ο Ντάνιελ. «Θυμάμαι ακόμα τις βραδιές που περνούσα, προτού γνωρίσω τη γιαγιά σου, μισοκοιμισμένος από ανία, με διάφορες κοπέλες που δεν είχαν ούτε ένα ενδιαφέρον θέμα να συζητήσουν. Αυτό που χρειάζεται ένα ζευγάρι είναι κοινά ενδιαφέροντα και μια ιδιαίτερη σπίθα. Δεν μπορείς να χάνεις το χρόνο σου με κάποια που δεν τα διαθέτει. Δε θα τα βρεις αυτά στη μικρή μας Λίντα». «Λέινα», μουρμούρισε ο Ντι-Σι, αδικαιολόγητα ενοχλημένος. «Το όνομά της είναι Λέινα». «Α, ναι, μάλιστα. Περίεργο όνομα, δε συμφωνείς; Αλλά τι μας νοιάζει. Τη χάρη την έκανες και δε θα χρειαστεί να ξανασπαταλήσεις άλλη βραδιά μαζί της. Πότε θα έρθεις να δεις τη γιαγιά σου; Σε έχει επιθυμήσει». «Θα έρθω σύντομα». Ο Ντι-Σι κατσούφιασε και πέταξε το υπόλοιπο μπέικον στο πιάτο. «Τι στραβό έχει η Λέινα;» «Ποια;» Στο γραφείο του, στο κάστρο του στο Χαϊάνις Πορτ, ο Ντάνιελ αναγκάστηκε να καλύψει με το χέρι του το ακουστικό, μέχρι να βεβαιωθεί ότι είχε καταφέρει να ελέγξει το βροντερό γέλιο του. «Η Λέινα», επανέλαβε ο Ντι-Σι με σφιγμένα δόντια. «Τι στραβό έχει η Λέινα;» «Α, τίποτα, η κοπέλα δεν έχει τίποτα στραβό. Είναι όμορφη και με καλούς τρόπους, απ’ όσο ξέρω. Απλά δεν είναι για σένα. Είναι κάπως ψυχρή, δεν είναι; Οι γονείς της είναι σκέτες παγοκολόνες, αν θυμάμαι καλά. Λοιπόν, πήγαινε να φας το πρωινό σου, αγόρι μου, και φρόντισε να βρεις λίγο χρόνο να έρθεις να δεις τη γιαγιά σου, προτού με τρελάνει με την γκρίνια της». «Ναι, εντάξει. Δώσ’ της την αγάπη μου». «Θα το κάνω». Ο Ντάνιελ έκλεισε το τηλέφωνο διερωτώμενος πόσο χρόνο θα έπαιρνε στον εγγονό του για να κάνει μια δεύτερη επίσκεψη στην όμορφη Λέινα Ντρέικ. Του πήρε λιγότερο από μία ώρα, μια και διαπίστωσε πως είχε χάσει την όρεξή του και έχυσε τα χτυπημένα αβγά στο νεροχύτη. Έβαλε ένα μπλοκ, μολύβια και κάρβουνα σ’ ένα στραπατσαρισμένο δερμάτινο χαρτοφύλακα και τον κρέμασε στον ώμο του. Αποφάσισε να πάει περπατώντας, για να δώσει


στον εαυτό του το περιθώριο να σκεφτεί. Ο παππούς του είχε δίκιο, φυσικά. Αυτό τον ενοχλούσε λίγο -το γεγονός ότι ο γέρος τη διέγραφε με τέτοια σιγουριά. Τον ενοχλούσε, συνειδητοποίησε ο Ντι-Σι, όσο και όταν ο Ντάνιελ του πετούσε τις διάφορες υποψήφιες νύφες στα πόδια. Διάβολε, μπορούσε να κάνει τις επιλογές του μόνος του. Και σίγουρα δε σκεφτόταν μ’ αυτό τον τρόπο τη Λέινα. Απλώς ήθελε να σκιτσάρει το πρόσωπό της. Και από τη στιγμή που είχαν, λίγο ως πολύ, συμφωνήσει ότι θα μπορούσε να περάσει από το , σπίτι της ακόμα και σήμερα για να το κάνει, δεν υπήρχε λόγος να το αναβάλει. Όταν χτύπησε την πόρτα της, δεν πήρε απάντηση. Ελαφρά τσαντισμένος, μετέφερε την τσάντα στον άλλο ώμο του και είπε στον εαυτό του ότι θα ήταν πιο έξυπνο να συνεχίσει μέχρι την Εμ Στρητ και να σκιτσάρει μερικά πρόσωπα εκεί. Από τα ανοιχτά παράθυρα, όμως, μπορούσε να ακούσει τις ευχάριστες νότες ενός κονσέρτου του Σοπέν. Σηκώνοντας τους ώμους του, δοκίμασε το πόμολο, διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και μπήκε μέσα. «Λέινα;» Το προηγούμενο βράδυ δεν τον είχε αφήσει να διαβεί το κατώφλι της, έτσι τώρα έριξε μια ματιά γύρω του γεμάτος ενδιαφέρον. Το χολ είχε καλογυαλισμένο ξύλινο πάτωμα και το χρώμα των τοίχων θύμιζε ελαφρά φρυγανισμένο ψωμί. Πάνω σ’ ένα τραπεζάκι αντίκα υπήρχε ένα βάζο με άσπρες τουλίπες. Την προσοχή του τράβηξαν δύο σκίτσα με μολύβι στον τοίχο -σκηνές του δρόμου, επιδέξια φτιαγμένες από κάποιον που είχε μάτι στην κίνηση και τη λεπτομέρεια. Προχώρησε προς τη σκάλα, ακούμπησε το χέρι του στο γυαλιστερό ορθοστάτη και ξαναφώναξε. Σκέφτηκε ν’ ανέβει πάνω να τη βρει, αλλά αποφάσισε πως θα ήταν πιο φρόνιμο να ψάξει πρώτα στο ισόγειο. Η Λέινα δεν ήταν στο σαλόνι με τα επιβλητικά έπιπλα ούτε στη γεμάτη βιβλία βιβλιοθήκη που μύριζε δέρμα και τριαντάφυλλα. Όταν πια κοίταξε στο καθιστικό, στην τραπεζαρία και στην κουζίνα, ο Ντι-Σι είχε αποκτήσει πλήρη εικόνα του γούστου και του τρόπου ζωής της. Κομψός, παραδοσιακός, τακτικός -με σκόρπιες πινελιές χλιδής που ξάφνιαζαν. Μια συντηρητική γυναίκα που της άρεσαν τα όμορφα πράγματα, προτιμούσε το κλασικό στυλ στα έπιπλα, στη μουσική και στα βιβλία και φρόντιζε να είναι όλα τακτοποιημένα στη θέση τους. Την είδε μέσα από το παράθυρο της κουζίνας. Η αυλή, σε μέγεθος γραμματόσημου, ήταν γεμάτη λουλούδια, αλλά η Λέινα είχε βγει να φυτέψει κι άλλα


-λευκές τουλίπες και κίτρινους πανσέδες. Φορούσε κιτρινωπά γάντια κηπουρικής, ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο και μια καφέ ποδιά πάνω από το απλό μπεζ παντελόνι και τη λεπτή καλοκαιρινή μπλούζα της. Ο Ντι-Σι σκέφτηκε ότι θύμιζε εικόνα από κάποιο άρθρο περιοδικού με θέμα τη ζωή στην εξοχή, που πρότεινε την κατάλληλη περιβολή για κηπουρική. Λειτουργική κομψότητα. Το φως ήταν καλό, αποφάσισε ο Ντι-Σι. Φιλτραριζόταν όμορφα από τα κλαδιά που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν με τα πρώτα φύλλα. Έμεινε εκεί που στεκόταν και έκανε τρία γρήγορα σκίτσα. Τον διασκέδαζε και του κινούσε το ενδιαφέρον ο ακριβής τρόπος που δούλευε. Έσκαβε το χώμα μ’ ένα φτυάρι, το ανακάτευε με το λίπασμα, έπαιρνε προσεκτικά το φυτό, το ακουμπούσε ακριβώς στη μέση της τρύπας που είχε ανοίξει, γέμιζε την τρύπα με χώμα και το πατίκωνε. Παράτασσε τα φυτά σαν στρατιωτάκια. Ο Ντι-Σι χαμογελούσε όταν βγήκε έξω. Αφοσιωμένη καθώς ήταν να πετύχει στην πρώτη προσπάθειά της στην κηπουρική, ο ήχος που έκανε η σήτα καθώς χτυπούσε στην πόρτα αντήχησε σαν πυροβολισμός στ’ αυτιά της. Το φτυάρι βρέθηκε στη μια μεριά και ο πανσές στην άλλη, καθώς πεταγόταν όρθια και γύριζε το κεφάλι της. «Σε τρόμαξα, συγνώμη». «Τι πράγμα; Πώς βρέθηκες εδώ;» Το χέρι της ήταν σφιγμένο σε γροθιά πάνω στην καρδιά της που σφυροκοπούσε στο στήθος της καθώς τον κοίταζε. «Διέσχισα όλο το σπίτι. Δεν απάντησες όταν χτύπησα το κουδούνι». Ο Ντι-Σι ακούμπησε το χαρτοφύλακά του στο σιδερένιο τραπέζι στο κέντρο της αυλής, δίπλα στο χοντρό βιβλίο κηπουρικής που ήταν ανοιχτό στις οδηγίες για το φύτεμα των εποχιακών φυτών, και πήγε να μαζέψει τους πανσέδες που είχαν σκορπίσει. «Δεν μπορείς να μπαίνεις έτσι απλά σε ένα ξένο σπίτι». «Ναι, μπορείς». Ο Ντι-Σι κοντοκάθισε δίπλα της και της έδωσε τα φυτά. «Όταν η πόρτα είναι ξεκλείδωτη. Σου το είπα ότι θα περνούσα». Μυρίζει σαπούνι, σκέφτηκε αφηρημένα η Λέινα, και οι κινήσεις του έχουν τη χάρη λεοπάρδαλης. «Σίγουρα δε μου το είπες». «Χτες το βράδυ. Θα έπρεπε να τα φυτέψεις σε ημικύκλιο αντί σε ευθεία γραμμή και πιο κοντά το ένα στο άλλο. Θα είναι πιο όμορφα». Ο Ντι-Σι μισόκλεισε τα μάτια του, την έπιασε από το πιγούνι και έστρεψε το κεφάλι της προς τ’ αριστερά. «Σου είπα ότι ήθελα να σκιτσάρω το πρόσωπό σου».


Η Λέινα τινάχτηκε μακριά του, ενοχλημένη τόσο από το άγγιγμα όσο και από την κριτική του για την ερασιτεχνική προσπάθειά της στην κηπουρική. «Δε θυμάμαι τίποτε τέτοιο». «Την ώρα που χορεύαμε. Το φως εδώ είναι πολύ καλό. Μου κάνει». Ο ΝτιΣι σηκώθηκε να πάρει το μπλοκ του. «Εσύ συνέχισε να φυτεύεις αν θέλεις». Όταν χόρευαν; Η Λέινα κάθισε στις φτέρνες της και προσπάθησε να σκεφτεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε απ’ όσα είχαν συμβεί την ώρα που χόρευαν, παρά μόνο ότι είχε χάσει για μια στιγμή τα λογικά της. Τώρα εκείνος καθόταν εκεί, πελώριος πάνω στη μικρή σκαλιστή καρέκλα της αυλής, με τα πανύψηλα πόδια του απλωμένα μπροστά και ένα μολύβι στο χέρι. «Δε χρειάζεται να ποζάρεις», της είπε και της χάρισε ένα χαμόγελο που έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. «Κάνε σαν να μην είμαι εδώ». Λες και είναι εύκολο να αγνοήσεις έναν πελώριο πάνθηρα ξαπλωμένο στο σαλόνι σου, σκέφτηκε η Λέινα. «Δεν μπορώ να δουλεύω όταν με κοιτάζεις», του είπε. «Και θέλω να φυτέψω αυτά τα φυτά. Είπαν ότι θα βρέξει το απόγευμα». «Σου έχουν μείνει καμιά δεκαριά μόνο, κάνε λοιπόν ένα διάλειμμα». Ο ΝτιΣι τράβηξε τη δεύτερη καρέκλα με το πόδι του. «Κάθισε και κουβέντιασε μαζί μου». Η Λέινα σηκώθηκε και έβγαλε τα γάντια της. «Μα δε διαπιστώσαμε ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτε ο ένας στον άλλο;» «Αλήθεια;» Ο Ντι-Σι ήξερε πώς να γοητεύει ένα απρόθυμο μοντέλο και επιστράτευσε ασύστολα το χαμόγελό του. «Σου αρέσει η μουσική. Κι εμένα μου αρέσει. Ας μιλήσουμε για τη μουσική. Ο Σοπέν ταιριάζει στο στυλ σου». Η Λέινα έχωσε τα γάντια στην τσέπη της ποδιάς της. «Και υποθέτω πως οι εκκωφαντικές γκάιντες ταιριάζουν στο δικό σου». Ο Ντι-Σι ύψωσε το φρύδι του. «Δε σου αρέσουν οι γκάιντες;» Εκείνη υποχώρησε ξεφυσώντας και κάθισε. «Κοίτα, Ντι-Σι, δε θέλω να φανώ αγενής, αλλά...» «Δε θα γινόσουν ποτέ αγενής, εκτός αν το ήθελες. Έχεις πάρει πολύ καλή ανατροφή. Ωραίο χαμόγελο», της είπε, σκιτσάροντας γρήγορα καθώς μιλούσε. «Κρίμα που το τσιγκουνεύεσαι». «Δεν το τσιγκουνεύομαι... όταν συμπαθώ κάποιον». Ο Ντι-Σι χαμογέλασε. «Βλέπεις, ήθελες να φανείς αγενής». Η Λέινα δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Γέλασε. Αλλά το γέλιο τής κόπηκε απότομα όταν εκείνος έγειρε και της έβγαλε το καπέλο.


«Σκιάζει τα μάτια σου», της είπε και το ακούμπησε στο τραπέζι. «Γι’ αυτό το φοράω». Ξαφνιασμένη με τη συμπεριφορά του, η Λέινα έγειρε πίσω. «Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά κατά τη γνώμη μου εμείς οι δυο δεν ταιριάξαμε σε τίποτα χτες το βράδυ». «Και λοιπόν;» Η Λέινα άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε. Είναι γελοίο, σκέφτηκε, να νιώθει προσβεβλημένη επειδή είχε συμφωνήσει μαζί της. «Τι γυρεύεις λοιπόν εδώ, να φτιάχνεις σκίτσα μου;» «Μου αρέσει το πρόσωπό σου. Είναι δυνατό, θηλυκό. Σέξι μάτια και αριστοκρατική κατατομή. Δε χρειάζεται να με προσελκύεις από προσωπική άποψη για να θέλω να σε ζωγραφίσω». «Εκτιμώ την ειλικρίνειά σου», του απάντησε ψυχρά. «Όχι, δεν την εκτιμάς. Σε τσάντισε». Γύρισε σελίδα και ξεκίνησε ένα καινούριο σκίτσο. «Αυτό είναι χαρακτηριστικό των γυναικών. Ποιος ο λόγος να τσαντιστείς επειδή συμφωνούμε ότι δεν είσαι ο τύπος μου και εγώ δεν είμαι ο δικός σου; Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είσαι όμορφη. Είσαι. Γύρισε λίγο το κεφάλι σου προς τ’ αριστερά. Σπρώξε πίσω τα μαλλιά σου». Έσκυψε μπροστά και φρόντισε να το κάνει ο ίδιος, σέρνοντας τα δάχτυλά του στο μάγουλό της. Καθώς το έκανε, έμειναν και οι δυο εντελώς ακίνητοι. Η καρδιά πετάρισε στο στήθος της και συνέχισε να χορεύει, όσο κι αν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι η αντίδρασή της ήταν γελοία. Ο χρυσαφένιος ήλιος της φάνηκε ξαφνικά πολύ ζεστός. Ο λαιμός της ξεράθηκε απότομα. «Έχεις απίθανο δέρμα». Το είπε αργά, σιγανά, λες και οι λέξεις τού ήταν άγνωστες. Έσυρε τα δάχτυλά του μέχρι χαμηλά στο πιγούνι της και από εκεί στη φλέβα που χτυπούσε ξέφρενα στο λαιμό της. Ήθελε να αντικαταστήσει τα δάχτυλα με τα χείλη του, να γευτεί αυτό τον ξέφρενο χτύπο. Ηρέμησε, μη χάνεις την ψυχραιμία σου, διέταξε τον εαυτό του και πήρε πάλι το μολύβι. Αλλά πώς στην ευχή θα σχεδίαζε, τη στιγμή που τα δάχτυλά του είχαν μουδιάσει; «Νόμιζα...» Η Λέινα ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Νόμιζα ότι ζωγράφιζες αφηρημένα σχήματα -της μοντέρνας σχολής». «Ζωγραφίζω ό,τι με προσελκύει». Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στα δικά της καθώς το μολύβι άρχισε πάλι να κινείται. «Και προφανώς εσύ με προσελκύεις. Από κάποια άποψη». Χαλάρωσε, διέταξε τον εαυτό της και άνοιξε τα χέρια που είχε σφίξει σε


γροθιές κάτω από το τραπέζι. «Έκανες μια έκθεση στη Νέα Υόρκη πριν μερικά χρόνια. Δεν την είδα, αλλά την είδε μια φίλη μου». «Δεν πειράζει. Ούτε εγώ κάνω πολλά ψώνια στο Ντρέικ’ς, αλλά κάνει η μητέρα μου». Η Λέινα γέλασε και το χαμόγελο παρέμεινε αρκετή ώρα στα χείλη της ώστε να του αποσπάσει ξανά την προσοχή. «Ε, υποθέτω πως τώρα πια εξαντλήσαμε τις διακριτικές προσβολές μεταξύ μας. Τι γίνεται στη συνέχεια;» «Θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να κουβεντιάσουμε. Σου αρέσει που γύρισες στην Ουάσιγκτον;» «Πάρα πολύ. Λάτρευα πάντα τούτο το σπίτι, αυτή την περιοχή». Κοίταξε τους πανσέδες που είχε φυτέψει. «Θα το χαρώ να στήσω εδώ το σπιτικό μου». Συνοφρυώθηκε. «Τι εννοούσες όταν είπες να τους φυτέψω σε ημικύκλιο;» «Μμ; Α, τα λουλούδια. Πιο φυσικά, σε λιγότερο αυστηρή διάταξη. Όπως έκανε ο Μονέ με το Ζιβερνί, ας πούμε». «Ναι, έχεις δίκιο». Τα μάτια της γλύκαναν και τα χείλια της χαμογέλασαν πάλι καθώς φανταζόταν την εικόνα. «Έχω την τάση να εφαρμόζω πιστά τις οδηγίες όταν μαθαίνω. Κάνεις λιγότερα λάθη έτσι». Έγειρε το κεφάλι της και ο ήλιος παιχνίδισε στο πρόσωπό της, δίνοντάς του πάλι μια γλυκιά και ονειροπόλα έκφραση. «Εσύ όμως αντιμετωπίζεις τα πάντα με τη ματιά του καλλιτέχνη. Και δε φαντάζομαι ν’ ανησυχείς ιδιαίτερα μήπως κάνεις λάθη». «Συνήθως όχι». Αλλά συνειδητοποίησε πως ανησυχούσε μήπως έκανε κάποιο λάθος τώρα, μαζί της, εδώ όπου το φως ήταν υπέροχο, η μουσική απαλή και το αεράκι έφερνε μια ανάμεικτη αύρα από το άρωμά της, το φρεσκοσκαμμένο χώμα και τα λουλούδια. «Εγώ όμως ανησυχώ, έτσι σχεδιάζω προσεκτικά το καθετί και σπάνια αλλάζω πορεία». Κάτι όμως σ’ αυτό τον άνθρωπο την παρότρυνε να κάνει μια αυθόρμητη στροφή, σχεδόν το απαιτούσε. Και υπέθεσε ότι το ταξίδι θα ήταν το ίδιο γρήγορο και ξέφρενο με τη διαδρομή που είχαν κάνει με το αυτοκίνητο το προηγούμενο βράδυ. Το είδος της διαδρομής, θύμισε στον εαυτό της, όπου θα μπορούσε να οδηγήσει μια γυναίκα σε μια απότομη και πολύ δυνατή συντριβή. «Νομίζω πως φτάνει για σήμερα». Έβαλε το μπλοκ στο χαρτοφύλακα του. Έπρεπε να φύγει προτού κάνει κάτι ηλίθιο. Όπως να την ξαναγγίξει. «Σ’ ευχαριστώ». «Παρακαλώ». Βλέποντάς τον να σηκώνεται, τον μιμήθηκε, σκοπεύοντας να τον συνοδεύσει μέχρι την πόρτα. Αλλά για λίγο στάθηκαν ακίνητοι, υπερ-


βολικά κοντά για να νιώθουν άνετα. «Ξέρω το δρόμο για την έξοδο». Ο Ντι-Σι πισωπάτησε πρώτος. Κάτι του έλεγε πως, αν έμπαινε κι εκείνη μαζί του στο σπίτι, δε θα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μην κάνει κάτι ηλίθιο. Όπως να την τραβήξει στην αγκαλιά του και να γευτεί λαίμαργα αυτό το στόμα. Και στη συνέχεια να την ξαπλώσει στο πάτωμα και να πάρει πολύ περισσότερα, με τον Σοπέν να μαίνεται γύρω τους. «Εντάξει. Ε... αντίο». «Αντίο». Πήρε το χαρτοφύλακά του και έκανε μεταβολή. Κόντευε να μπει στο σπίτι και να φύγει όταν υπέκυψε στον πειρασμό και στράφηκε. Η Λέινα στεκόταν ακόμα εκεί, με τον ήλιο να λούζει τα μαλλιά της, και τον παρακολουθούσε μ’ εκείνα τα ομιχλώδη πράσινα μάτια. «Θα γίνει μια έκθεση του Νταλί στο Σμιθσόνιαν. Ανοίγει την Τετάρτη. Θα περάσω να σε πάρω στις εφτά». Όχι, αποκλείεται. «Εντάξει», άκουσε έκπληκτη τον εαυτό της να λέει. «Θα είναι ωραία». Ο Ντι-Σι κούνησε απλά το κεφάλι του και μπήκε στο σπίτι. Μόλις βγήκε από την εξώπορτα, άρχισε να βρίζει τον εαυτό του.


Κεφάλαιο 4

Σκέφτηκε δεκάδες λόγους για να ακυρώσει το ραντεβού. Θα έπρεπε να πάει μόνος, να απολαύσει και αφομοιώσει τους πίνακες της έκθεσης. Μετά μπορεί να έβρισκε κάποια ενδιαφέρουσα γυναίκα για να ανταλλάξουν τις εντυπώσεις του. Πίνοντας καφέ ή τρώγοντας βραδινό. Αυτό κάνω συνήθως, θύμισε στον εαυτό του. Αλλά δεν ακύρωσε το ραντεβού. Ούτε το επόμενο που έκλεισε παρορμητικά μαζί της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί απολάμβανε την παρέα της. Ήταν εντελώς παράλογο. Εκείνης της άρεσε η ρεαλιστική τέχνη που απεικόνιζε συγκεκριμένα θέματα. Προτιμούσε την απαλή μουσική και ήθελε να βλέπει ταινίες που είχαν υπότιτλους. Την περισσότερη ώρα την έτρωγαν με έντονες συζητήσεις πάνω από ένα αχνιστό φλιτζάνι εσπρέσο ή ένα ποτήρι κρασί. Πάντως, μέχρι στιγμής είχαν καταφέρει να βγουν τρία αρκετά πολιτισμένα ραντεβού. Ο Ντι-Σι αναρωτιόταν αν ένιωθε κι εκείνη το ίδιο ξαφνιασμένη που απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Σε λίγο θα έβγαιναν για τέταρτη φορά. Τέσσερα ραντεβού σε δύο βδομάδες, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Πολύ... παράξενο. Απομακρύνθηκε λίγο από τον καμβά και τον κοίταξε συνοφρυωμένος. Ζωγράφιζε συχνά ακουαρέλες για ν’ αλλάξει διάθεση. Αλλά δε σκόπευε να φτιάξει πορτραίτο. Τα σκίτσα της Λέινα που είχε κάνει μέχρι τώρα ήταν απλές μελέτες. Τον απασχολούσαν όμως, μέχρι που υπέκυψε και άρχισε να μεταφέρει την εικόνα στο χαρτί. Η ακουαρέλα τής ταίριαζε. Αχνοί τόνοι, απαλές γραμμές. Δεν είχε διαλέξει κάποιο χαμογελαστό σκίτσο της. Η εικόνα που τραβούσε το βλέμμα του ξανά και ξανά ήταν ένα γρήγορο σκίτσο της με το βλέμμα καρφωμένο ευθεία μπροστά, το στόμα ήρεμο και σοβαρό, τα μάτια απόμακρα. Παγερή σεξουαλικότητα, σκέφτηκε τώρα. Ήταν η έκφραση μιας γυναίκας που προκαλούσε έναν άντρα να σπάσει τον πάγο για να ανακαλύψει τη φλόγα που κρυβόταν από κάτω. Και αν το έκανε, τι θα γινόταν μετά; Η φλόγα θα φούντωνε ή θα σιγόκαιγε, θα υπέβοσκε ή θα ήταν εκρηκτική; Η αβεβαιότητα τον τρέλαινε. Και ήταν πολύ ερωτική. Το να τη ζωγραφίζει μ’ αυτό τον τρόπο ήταν ταυτόχρονα διεγερτικό και


απογοητευτικό. Έπρεπε να μάθει. Δε θα μπορούσε να ζωντανέψει ποτέ αυτό το πρόσωπο μέχρι να μάθει τι έκρυβε πίσω του. Όταν το συνειδητοποίησε, οι ώμοι του χαλάρωσαν και στο στόμα του χαράχτηκε ένα χαμόγελο. Βέβαια, αυτό ήταν. Γι’ αυτό συνέχιζε να γυρίζει πίσω. Ήθελε να τη ζωγραφίσει, και δεν μπορούσε να το κάνει μέχρι να τη γνωρίσει. Ευχαριστημένος που είχε λύσει το γρίφο, άφησε το πινέλο του στην άκρη. Πήρε τον καφέ του, ήπιε μια μεγάλη γουλιά και διαπίστωσε ότι είχε παγώσει. Μόρφασε και κατέβηκε κάτω να φτιάξει φρέσκο. Όταν χτύπησε το κουδούνι, άλλαξε κατεύθυνση και βρήκε τη μητέρα του να στέκεται στο κατώφλι του. «Σε πέτυχα να δουλεύεις», είπε αμέσως η Σέλμπι. «Όχι, με πέτυχες πάνω στο διάλειμμα», της απάντησε και την αγκάλιασε σφιχτά με το ένα μπράτσο. «Και τώρα μπορείς να φτιάξεις εσύ τον καφέ». «Δίκαιο. Όταν επέστρεψες στην πόλη, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δε θα το έκανα συνήθεια να εμφανίζομαι απρόσκλητη», του είπε και του χαμογέλασε καθώς προχωρούσαν προς την κουζίνα. «Αλλά η Τζούλια μου έστειλε καινούριες φωτογραφίες του Τράβις και ο πατέρας σου δεν είναι στο σπίτι. Ήθελα να τις μοιραστώ με κάποιον». «Για να τις δούμε». Ο Ντι-Σι στοίβαξε την κλειστή αλληλογραφία του, μερικά βρόμικα πιάτα κι ένα μπλοκ σχεδίου στη μια άκρη του τραπεζιού. Η Σέλμπι έβγαλε ένα πάκο φωτογραφίες από την τσάντα της και του τις έδωσε, ενώ εκείνη πήγε να βρει τον καφέ. Ο γιος της, σκέφτηκε ρίχνοντας μια ματιά στην κουζίνα του, ζούσε σύμφωνα με τα πρότυπα του πεινασμένου καλλιτέχνη. Αν όμως εκείνου του άρεσε, εκείνης της περίσσευε. «Μα την αλήθεια, είναι απίθανος, δεν είναι;» «Μοιάζει πολύ μ’ εσένα όταν ήσουν σ’ αυτή την ηλικία». «Ναι;» Νιώθοντας ανόητα ευχαριστημένος, τράβηξε το βλέμμα του από το χαμογελαστό προσωπάκι του ανιψιού του. «Είναι τα γονίδια των Μακ Γκρέγκορ. Γερό σόι», είπε η Σέλμπι, μιμούμενη τέλεια τον Ντάνιελ. «Και μια που μιλάμε για τους Μακ Γκρέγκορ, είχες νέα του τελευταία;» «Ναι. Πριν μερικές μέρες. Ήθελε να μ’ ευχαριστήσει για τη χάρη που του έκανα και μετά άρχισε να μου κολλάει να πάω να τους δω. Η γιαγιά γκρινιάζει πάλι».


Η Σέλμπι γέλασε καθώς άλεθε τους κόκκους του καφέ. «Θα περίμενε κανείς να βρει καινούριο παραμύθι. Ακούγοντάς τον, θα πίστευες ότι η Άννα περνάει όλη τη μέρα της κλαψουρίζοντας». Η Σέλμπι γύρισε έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει τον Ντι-Σι όσο μετρούσε τον καφέ και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Τι χάρη του έκανες;» «Συνόδευσα τη Λέινα Ντρέικ», της απάντησε αφηρημένα καθώς κοιτούσε τις φωτογραφίες. «Η θεία Μάιρα του είχε γίνει τσιμπούρι -τον έβαλε να μου ζητήσει να τη συνοδεύσω σ’ εκείνη την εκδήλωση τις προάλλες». Η Σέλμπι έπαιξε τη γλώσσα της. «Αλήθεια; Και εσύ το έχαψες. Είσαι πολύ χαζός, αγόρι μου». «Ε;» Ο Ντι-Σι ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Όχι, αυτή τη φορά δεν πρόκειται για το συνηθισμένο “Παντρέψου την κατάλληλη κοπέλα και κάνε μωρά για τη γιαγιά σου”. Δεν πιστεύει ότι αυτή η κοπέλα είναι ο τύπος μου -μου το ξεκαθάρισε από την αρχή πως δεν ήθελε να βγω παρά μία φορά μαζί της, απλά και μόνο για να τον παρατήσει ήσυχο η Μάιρα». Η Σέλμπι άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε. Τελικά είναι πολύ χαζός ο γιος μου, σκέφτηκε. «Κατάλαβα. Κι εσύ τι γνώμη έχεις για κείνη;» «Καλή είναι. Έχει φανταστικό πρόσωπο. Θέλω να τη ζωγραφίσω». «Μα εσύ...» Το καθαρό φλιτζάνι που είχε βρει στο ντουλάπι παραλίγο να της πέσει απ’ τα χέρια. «Εσύ δε ζωγραφίζεις πορτραίτα». «Πότε πότε το κάνω». Για την ακρίβεια, εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να αποφασίσει ποια από τις φωτογραφίες του μικρού Τράβις θα ζωγράφιζε για να την κάνει δώρο στην αδερφή του. Για μια ακόμα φορά, η Σέλμπι αποφάσισε να κρατήσει το στόμα της κλειστό. Ο γιος της είχε ζωγραφίσει πράγματι κάποια πορτραίτα. Της οικογένειας, των ανθρώπων που μετρούσαν περισσότερο για εκείνον. Αλήθεια, αναρωτήθηκε, τι να σημαίνει η Λέινα Ντρέικ γι’ αυτόν; «Της ζήτησες να σου ποζάρει;» «Όχι, δουλεύω από κάποια σκίτσα». «Δηλαδή εσείς οι δυο βλέπεστε». «Περιστασιακά. Βρεθήκαμε κάποιες φορές». Την κοίταξε. «Γιατί ρωτάς;» «Από απλή περιέργεια», του απάντησε αβίαστα η Σέλμπι. «Γνωρίζω λίγο τους γονείς της. Δε δείχνει να τους μοιάζει και πολύ». «Και αυτό είναι καλό ή κακό;» Κούνησε ανήσυχα τους ώμους του. «Δε μιλάει πολύ για την οικογένειά της». «Να σου πω». Η Σέλμπι γύρισε και ακούμπησε στον πάγκο πίσω της. «Υπο-


θέτω ότι θα τους χαρακτήριζα επιφανειακούς ανθρώπους. Πολύ επιτηδευμένους. Διαθέτει κι εκείνη το λούστρο τους, αλλά φαίνεται να υπάρχει κάτι παραπάνω από κάτω. Προτιμώ τους ανθρώπους χαμηλών τόνων, δε συμφωνείς;» «Ναι». Αναγνωρίζοντας την ικανότητα της μητέρας του να εντοπίζει πάντα την ουσία, χαμογέλασε. «Προσπαθώ να ανακαλύψω αυτούς τους χαμηλούς τόνους μαζί της. Τη συμπαθώ -δεν ξέρω ακόμα γιατί, αλλά μου αρέσει». «Δεν είναι ο συνηθισμένος τύπος σου. Αυτό δεν ήταν παράπονο», βιάστηκε να προσθέσει γελώντας, όταν είδε το χαμόγελο του γιου της να μετατρέπεται στο τυπικό συνοφρύωμα των Μακ Γκρέγκορ. «Ούτε κριτική. Απλά μια παρατήρηση. Οι γυναίκες που επιλέγεις συνήθως είναι ή μποέμισσες ή φανταχτερές. Κι αυτή δεν είναι τίποτε από τα δυο». «Δεν είπα ότι την επέλεξα, είπα ότι τη συμπαθώ». Χαμογέλασε πάλι. «Και απ’ ό,τι μου έχουν πει, η μητέρα μου ήταν μια φανταχτερή μποέμισσα». Η Σέλμπι ύψωσε τα φρύδια της. «Κάπου το έχω ακούσει και εγώ αυτό. Αλήθεια, τι να απέγινε αυτή η γυναίκα;» «Έκανε μόδα το στυλ της και εξακολουθεί να κατέχει την πιο σημαντική θέση στην καρδιά μου». «Ω». Συγκινημένη και ενθουσιασμένη, τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και ακούμπησε το μάγουλό της στην κορυφή του κεφαλιού του. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξαναγύρισες στην πόλη, Ντι-Σι, που μένεις εδώ και μπορώ να προσποιούμαι ότι δε θα περνάω απρόσκλητη». «Το ίδιο προσποιήθηκε και ο μπαμπάς χτες». Τύλιξε τα μπράτσα του στη μέση της και την έσφιξε πάνω του. «Μη σταματήσετε να το κάνετε». «Δεν μπορούμε». Η Σέλμπι αναστέναξε. «Αλλά δε θα γίνουμε ενοχλητικοί». «Ποτέ δεν το κάνετε. Είστε και οι δυο πάντα δίπλα μας -ακόμα και όταν δεν είστε». «Αυτή είναι η δουλειά μας». Η Σέλμπι φίλησε την κορυφή του κεφαλιού του και γύρισε να σερβίρει τον καφέ. «Μπορώ να κρατήσω αυτή εδώ;» ρώτησε ο Ντι-Σι σηκώνοντας μια φωτογραφία στην οποία ο Τράβις χαμογελούσε δείχνοντας τα δυο του δοντάκια. «Ασφαλώς. Εδώ είναι τα σκίτσα;» Η Σέλμπι άνοιξε το μπλοκ που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και το ξεφύλλισε μέχρι που βρήκε αρκετές σπουδές της Λέινα Ντρέικ. «Είναι όμορφη», μουρμούρισε κι ένα κομμάτι της καρδιάς της αναστέναξε. «Δείχνεις γοητευμένος μαζί της». «Έχει καταπληκτικό πρόσωπο», της απάντησε αντιμετωπίζοντας το βλέμμα της απτόητος και ύψωσε τους ώμους του. «Δε συμβαίνει τίποτε. Ο


παππούς έχει δίκιο, δεν είναι ο τύπος μου». «Ναι, ο Μακ Γκρέγκορ σπάνια πέφτει έξω». Παμπόνηρε γεροτράγε, σκέφτηκε η Σέλμπι και κάθισε να απολαύσει τον καφέ της. Πιθανότατα σχεδίαζε ήδη τη γαμήλια δεξίωση. Ξαφνικά αποφάσισε να πάει για ψώνια. Να ρίξει μια ματιά στην καλοκαιρινή κολεξιόν του Ντρέικ’ς. Η γραμματέας της Λέινα έχωσε το κεφάλι στο γραφείο της προϊσταμένης της και την κοίταξε με μάτια γεμάτα δέος. «Δεσποινίς Ντρέικ, είναι εδώ η κυρία Μακ Γκρέγκορ και θέλει να σας δει», ψιθύρισε. «Μακ Γκρέγκορ;» Η Λέινα ύψωσε το βλέμμα της από τον κατάλογο δειγμάτων που είχε μπροστά της. «Η Σέλμπι Μακ Γκρέγκορ;» «Ναι. Η πρώην Πρώτη Κυρία. Είναι εδώ έξω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω». «Ω». Η Λέινα πέρασε νευρικά το χέρι στα μαλλιά της και έριξε μια ματιά στο γραφείο της για να βεβαιωθεί πως ήταν όλα εντάξει. «Πες της να περάσει αμέσως». Η Λέινα σηκώθηκε στα γρήγορα, έστρωσε τη φούστα και το σακάκι της και έτριψε τα χείλη της μεταξύ τους για να ελέγξει αν είχε φάει πάλι το κραγιόν της. Η απάντηση ήταν ναι, αλλά δεν προλάβαινε να πάρει την τσάντα της και να διορθώσει τη ζημιά. Προχώρησε χαμογελαστή καθώς η Σέλμπι έμπαινε στο γραφείο. «Κυρία Μακ Γκρέγκορ, τι ευχάριστη έκπληξη». «Ξέρω πως διακόπτω τη δουλειά σου, αλλά ήρθα για ψώνια και είπα να περάσω για λίγο». «Χαίρομαι που το κάνατε. Παρακαλώ, καθίστε. Θα θέλατε κάτι; Έναν καφέ, ένα τσάι;» «Όχι, όχι, μην κάνεις φασαρία». Η Σέλμπι της χαμογέλασε αβίαστα καθώς περιεργαζόταν τόσο την κοπέλα όσο και το γραφείο της. Έχει γούστο, σκέφτηκε, και διάλεξε να καθίσει σε μια καρέκλα με ψηλή πλάτη και μικρό, μυτερό κάθισμα. Ήταν απόμακρη αλλά όχι ψυχρή, συγκρατημένη αλλά όχι άκαμπτη. «Δε θα σε καθυστερήσω πολύ. Έριξα μια ματιά στα σπορ ρούχα. Ωραία συλλογή». «Ευχαριστώ. Εγώ, βέβαια, ασχολούμαι ήδη με τη φθινοπωρινή κολεξιόν». Αν και σαστισμένη, η Λέινα χαμογέλασε και ξανακάθισε. «Θα επικρατήσουν τα σκωτσέζικα καρό».


«Αυτό θα ενθουσιάσει τον πεθερό μου. Δεν έχεις γνωρίσει τον Ντάνιελ, έτσι δεν είναι;» «Η αλήθεια είναι πως τον έχω γνωρίσει. Η νονά μου ήθελε να του κάνει μια επίσκεψη και δεν ένιωθε πολύ καλά να κάνει όλο το ταξίδι μέχρι το Χαϊάνις μόνη. Έτσι πήγα για δυο μέρες μαζί της πέρσι το φθινόπωρο. Φανταστικό σπίτι και τα πεθερικά σας είναι πολύ ευχάριστοι άνθρωποι». «Ναι, πράγματι». Και η συνωμοσία βαθαίνει, σκέφτηκε η Σέλμπι. «Απ’ όλα τα εγγόνια, ο Ντι-Σι είναι αυτός που μοιάζει περισσότερο στον Ντάνιελ». Και τότε διέκρινε εκείνη τη λάμψη στα μάτια, το ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλα. Ω Χριστέ μου, σκέφτηκε, η κοπελιά την έχει πατήσει για τα καλά. «Ναι, υποθέτω πως έχετε δίκιο. Και οι δύο είναι πληθωρικοί». «Όλοι οι Μακ Γκρέγκορ είναι πληθωρικοί. Είναι απαιτητικοί, γοητευτικοί, εκνευριστικοί και γενναιόδωροι. Όντας παντρεμένη με έναν από αυτούς, μπορώ να πω ότι η λέξη “ανία” έχει διαγράφει από το λεξιλόγιό μου. Ενώ πολύ συχνά η λέξη-κλειδί είναι “χάος”». «Θα πρέπει να διαχειρίζεστε πολύ καλά το χάος». «Αχ, Λέινα, λατρεύω το χάος». Η Σέλμπι σηκώθηκε γελώντας. «Θα μου άρεσε να τρώγαμε κάποιο μεσημέρι μαζί». «Κι εμένα θα μου άρεσε, πάρα πολύ». «Τότε θα ελέγξω το ημερολόγιό μου και θα το κανονίσουμε». Η Σέλμπι της έσφιξε το χέρι και το κράτησε για μια στιγμή στο δικό της. «Όταν ο άντρας είναι πληθωρικός», της είπε, «η γυναίκα πρέπει να είναι έξυπνη και επιδέξια. Και εσύ μου φαίνεσαι και έξυπνη και επιδέξια γυναίκα, Λέινα». «Α... σας ευχαριστώ». «Θα σου τηλεφωνήσω», της είπε η Σέλμπι φεύγοντας. Αλλά πρώτα θα τηλεφωνούσε στον Ντάνιελ. Και αφού του τα έψελνε για τα καλά που ανακατευόταν στη ζωή του γιου της, στη συνέχεια θα του έλεγε ότι ενέκρινε απόλυτα την επιλογή του. Αυτό, σκέφτηκε, θα αποπροσανατόλιζε λίγο το γερο-διάβολο -για αρκετό διάστημα, ήλπιζε, ώστε να προλάβουν ο Ντι-Σι και η Λέινα να καταλάβουν ότι ήταν ερωτευμένοι. Τα θορυβώδη, γεμάτα κόσμο μπαρ σε αναζωογονούν. Αυτός ήταν ο λόγος που άρεσε στον Ντι-Σι να συχνάζει πότε πότε σε κάποιο απ’ αυτά. Άκουγε τη μουσική, τις φλυαρίες, παρακολουθούσε την κίνηση. Το κυριότερο, έβλεπε τις σκέψεις και τις συγκινήσεις να παίρνουν μορφή. Όταν σκιτσάριζε σ’ ένα


μέρος σαν το Μπλουζ Κόρνερ, δε σκιτσάριζε πρόσωπα ή σώματα, σκιτσάριζε συναισθήματα. Η Λέινα τον παρακολουθούσε, κοιτούσε τις ακανόνιστες γραμμές, τα ορνιθοσκαλίσματα στο μπλοκ του. Δεν τα καταλάβαινε, παρ’ όλα αυτά τη συνάρπαζαν. Όπως ο άντρας που τα δημιουργούσε. Ο Ντι-Σι καθόταν νωχελικά στο μικροσκοπικό τραπέζι τους, με τα πόδια του απλωμένα μπροστά και τους ώμους ακουμπισμένους στον τοίχο πίσω τους. Φορούσε τζιν και μαύρο μακό μπλουζάκι και είχε πιάσει πίσω τα μαλλιά του μ’ ένα λεπτό κορδόνι από δέρμα. Τα φώτα ήταν χαμηλά, με μια θολή γαλάζια απόχρωση· στα τραπέζια γύρω οι θαμώνες ήταν κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. Στη μικροσκοπική σκηνή, ένας άντρας με τα μαλλιά ριγμένα στους ώμους έπαιζε βαθιές νότες στο μπάσο, ενώ ένας άλλος που φορούσε γυαλιά με λεπτό συρμάτινο σκελετό έβγαζε διαπεραστικές, ψιλές νότες από το σαξόφωνο. Ένας απίστευτα αδύνατος νεαρός χάιδευε τα πλήκτρα ενός στραπατσαρισμένου πιάνου. Σ’ ένα σκαμπό καθόταν μια γριά νέγρα με σταφιδιασμένο πρόσωπο και τραγουδούσε με βαθιά βελούδινη φωνή τους καημούς της αγάπης. Ούτε αυτού του είδους τη μουσική καταλάβαινε η Λέινα, αν και την άγγιζε και ξυπνούσε κάτι βαθιά μέσα της. Της προκαλούσε θλίψη. Της ξυπνούσε επιθυμίες. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, η τραγουδίστρια σου μετέδιδε τη σκέψη ότι η αγάπη άξιζε όλους αυτούς τους καημούς που τη συνόδευαν. Η Λέινα σιγόπινε το κρασί της, ή μάλλον αυτό το παρασκεύασμα που το κλαμπ σέρβιρε για κρασί, και έριχνε λοξές ματιές στον Ντι-Σι. Από τη στιγμή που την είχε φέρει σε τούτο το μέρος, της είχε μιλήσει ελάχιστα. Της θύμιζε μποέμ θεό, με τα πλούσια κυματιστά μαλλιά και τους μυς που τσίτωναν το μαύρο μπλουζάκι και το τζιν του. Αλλά εκείνη για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί; Γιατί ήταν μαζί του; Αυτή είναι τελεσίδικα η τελευταία φορά, είπε στον εαυτό της. Οριστικά και αμετάκλητα. Ήταν εντελώς έξω από τα νερά της. Κάτω από το τραπέζι, το πόδι της χτυπούσε στο ρυθμό του μπάσου και η καρδιά της κόντευε να γίνει κομμάτια από την αργή, μελωδική φωνή της τραγουδίστριας. «Είναι καταπληκτική, δε συμφωνείς;» «Ναι», απάντησε η Λέινα, διώχνοντας αφηρημένα με το χέρι τον καπνό που τους ερχόταν από τα διπλανά τραπέζια. «Αλλά γιατί να είναι τόσο λυπητερή;» «Τα μπλουζ αγγίζουν κατευθείαν την καρδιά και τις περισσότερες φορές


την κάνουν να ελαφραίνει». «Ή να διαλύεται», μουρμούρισε εκείνη. Ο Ντι-Σι την κοίταξε και άφησε το μπλοκ του να πέσει στο τραπέζι. «Η μουσική υποτίθεται ότι πρέπει να σε αγγίζει, να σε επηρεάζει, να σου δημιουργεί μια συγκεκριμένη ψυχική διάθεση ή να σου την αλλάζει». «Αυτό ζωγραφίζεις; Ψυχικές διαθέσεις;» «Ναι. Και τη μουσική». Έγειρε το κεφάλι του. Είχε τραβήξει τα μαλλιά της πίσω απόψε, συγκρατώντας τα με ένα πιαστράκι. Μ’ αυτό το χτένισμα δείχνει διαφορετική, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Πιο ευάλωτη. «Ποια είναι η δική σου ψυχική διάθεση, Λέινα;» «Απόλυτα χαλαρή». «Δε δείχνεις ποτέ απόλυτα χαλαρή. Ξέρεις τι δείχνεις;» «Όχι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα μου πεις εσύ». «Τέλεια. Κάπως υπερβολικά τέλεια. Δε σ’ έχω δει ποτέ ατημέλητη». Σε μια παρόρμηση της στιγμής, άπλωσε το χέρι του και με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε το πιαστράκι από τα μαλλιά της. «Ορίστε, τώρα δεν είσαι και τόσο τέλεια». «Για όνομα του Θεού». Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά της πασχίζοντας να τα τιθασεύσει και μετά προσπάθησε να του πάρει το πιαστράκι. «Δώσ’ το μου». «Όχι. Μου αρέσουν περισσότερο κάτω». Χαμογελώντας, έχωσε τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της και τ’ ανακάτεψε. «Σου πάει αυτή η λίγο στραπατσαρισμένη όψη. Δείχνεις πολύ σέξι, ιδιαίτερα μ’ αυτή τη λάμψη θυμού στα μάτια σου και τα σουφρωμένα χείλη σου». «Δεν τα σουφρώνω». «Εσύ δεν μπορείς να δεις το στόμα σου». Χαμήλωσε το βλέμμα του στο στόμα της και έμεινε να το κοιτάζει για μια ατέλειωτη στιγμή. Μια ατέλειωτη στιγμή που έκανε το σφυγμό της να χτυπήσει σαν τρελός. «Μου αρέσει πολύ το στόμα σου», της ψιθύρισε. «Για την ακρίβεια...» «Περίμενε». Πίεσε το χέρι της στο στέρνο του. Ήταν χαζό, το ήξερε. Δεν αναρωτιόταν εδώ και μέρες γιατί δεν την είχε φιλήσει ακόμα; Δεν αναρωτιόταν πώς θα ήταν όταν τη φιλούσε; Κι όμως, ένιωσε σχεδόν τρομοκρατημένη, της χρειαζόταν αυτή η στιγμή για να ανασυντάξει τις άμυνες της, σίγουρη ότι θα τις χρειαζόταν για να βγει αλώβητη από την εμπειρία. «Έχουμε περάσει ήδη το στάδιο της αναμονής». Σκέπασε με το ένα χέρι του το δικό της κι ύστερα έφερε το άλλο στον αυχένα της. «Αργά ή γρήγορα, πρέπει να το κάνουμε -να δούμε τι υπάρχει. Ή δεν υπάρχει».


Έσκυψε το κεφάλι του όσο χρειαζόταν για να πιάσει τρυφερά το κάτω χείλος της ανάμεσα στα δόντια του, να νιώσει την τρεμουλιαστή ανάσα της. «Έλα να δούμε τι ψυχική διάθεση μπορούμε να δημιουργήσουμε». Πήρε το στόμα της αργά, λαχταρώντας να το γευτεί, να το γνωρίσει. Τη γεύση, την υφή, την κίνησή του. Ασαφής γεύση, με μια υποψία δροσερού, λευκού κρασιού. Απαλή υφή. Ασταθής κίνηση. Συνέχισε. Τα χείλη της μισάνοιξαν και το ελαφρό βογκητό της ξεχώρισε ανάμεσα στις κλαψιάρικες νότες του σαξοφώνου. Γλίστρησε τη γλώσσα του ανάμεσά τους, χωρίς να βιάζεται, κι όταν την ένιωσε να τρέμει, άλλαξε τακτική και βάθυνε νωχελικά το φιλί. Για το Θεό, γιατί περίμενε τόσο πολύ για να το κάνει; ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί. Την έσφιξε πάνω του και αφέθηκε να χαθεί στη στιγμή. Η Λέινα ένιωσε να πνίγεται, να βυθίζεται εκεί όπου ο αέρας ήταν πολύ βαρύς για ν’ ανασάνει και η μουσική ενωνόταν με το αίμα της και παλλόταν. Δεν το περίμενε, δεν περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο. Μπορεί να είχε ανασυντάξει τις άμυνές της, αλλά αυτό δεν την είχε βοηθήσει να προστατευτεί από αυτή την ατέλειωτη και ονειρική επίθεση. Το μυαλό της θόλωσε και υπάκουσε στις εντολές του σώματός της, νιώθοντας ένα γλυκό και επίμονο πόνο. Και η καρδιά της αντιστάθηκε για μια στιγμή και μετά παραδόθηκε αδιαμαρτύρητα. Ο Ντι-Σι έδωσε μάχη με τον εαυτό του για να τραβηχτεί, να του θυμίσει πού βρίσκονταν. Κρατούσε ακόμα το χέρι της στο δικό του. «Τώρα τι γίνεται, Λέινα; Θα τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε ή θα το σταματήσουμε;» «Δεν ξέρω». Πώς μπορούσε να πάρει μια λογική απόφαση τη στιγμή που γύριζε το κεφάλι της; «Αν είναι ν’ αφήσεις την απόφαση σ’ εμένα...» Το πονηρό χαμόγελο έπαιξε στα χείλη του προτού χαϊδέψει πάλι το στόμα της με το δικό του. «Όχι, όχι, δε θα σε αφήσω», είπε βιαστικά η Λέινα και τραβήχτηκε. «Πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να δούμε τη γενική εικόνα». «Αυτό που βλέπω εγώ είναι δύο αδέσμευτοι ενήλικοι που αισθάνονται μια βασική έλξη ο ένας για τον άλλο». «Εγώ δεν είμαι ακόμα σίγουρη γι’ αυτό που βλέπω». Κάτι παραπάνω από


πανικόβλητη, άρπαξε την τσάντα της, σηκώθηκε από το τραπέζι και έφυγε τρέχοντας.


Κεφάλαιο 5

Την πρόλαβε στο πεζοδρόμιο, την άρπαξε από το μπράτσο αρκετά συγχυσμένος και τη γύρισε προς το μέρος του. «Κοίτα, ποιο είναι το πρόβλημά σου; Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πεις: ‘Όχι, ευχαριστώ, φίλε, δεν ενδιαφέρομαι”». Εκείνη τίναξε πίσω τα μαλλιά της, θυμώνοντας ξαφνικά που ήταν αναμαλλιασμένη. «Όχι, ευχαριστώ, φίλε. Δεν ενδιαφέρομαι». «Ψεύτρα». «Κόπανε». Έκανε μεταβολή και προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Δεν την ξάφνιασε καθόλου που την ακολούθησε. Την ενόχλησε, αλλά δεν την ξάφνιασε. «Δε θα έλεγα ότι μου αντιστάθηκες εκεί μέσα, μωρό μου». Η Λέινα πήρε μια βαθιά ανάσα, θυμίζοντας στον εαυτό της ότι το πεζοδρόμιο έξω από το μπαρ ήταν γεμάτο κόσμο. Δε θα την ανάγκαζε, με καμία δύναμη, να προκαλέσει σκηνή. «Ήμουν απλά περίεργη», του είπε παγερά. «Και τώρα η περιέργειά μου ικανοποιήθηκε». «Με συγχωρείς, αλλά νομίζω ότι συμμετείχα κι εγώ σ’ αυτό το μικρό σου πείραμα. Έλιωσες σαν βούτυρο». «Ήταν ένα απλό φιλί». Έπρεπε να είναι, είπε στον εαυτό της με μια καινούρια δόση πανικού. Δεν ήθελε να νιώθει αυτό που ένιωθε, να λαχταρά αυτό που λαχταρούσε. «Ένα απλό φιλί είναι αυτό που δίνεις στη γιαγιά σου όταν έχει τα γενέθλιά της». Μετέφερε το χαρτοφύλακά του στον άλλο ώμο του και αναρωτήθηκε γιατί επέμενε. Η κυρία σου δείχνει το στοπ κι εσύ πατάς φρένο. Τέλος. Αλλά, διάβολε, είχε ακόμα τη γεύση της στα χείλη του. «Λέινα». Αυτή τη φορά εκείνη παραμέρισε το χέρι που ακούμπησε στο μπράτσο της και έκανε ξαφνικά στροφή να γυρίσει σπίτι της. «Δε θα σε αφήσω να με στριμώξεις στη γωνία». «Εσύ δημιουργείς τις γωνίες σου. Αν έμενες ένα λεπτό ακίνητη...» Έβρισε όταν την είδε ν’ ανοίγει το βήμα της. «Περίμενε». Αυτή τη φορά την έπιασε και από τα δυο μπράτσα και τη σταμάτησε. Την κοίταξε στο πρόσωπο. Τα μάγουλά της ήταν πολύ χλομά, τα μάτια της πολύ σκοτεινά. Και έμοιαζαν περισσότερα ανήσυχα παρά θυμωμένα.


«Είσαι τρομαγμένη. Αυτό που έγινε σε τρόμαξε». Ήξερε πως αυτή η συνειδητοποίηση θα έπρεπε να του προκαλέσει τύψεις, αλλά δε συνέβη. Αντίθετα, ήθελε να χαμογελάσει. «Σε είχα για πιο θαρραλέα». Η Λέινα τραβήχτηκε απότομα και για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε την επιθυμία να χαστουκίσει κάποιον. «Δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση. Τώρα, με συγχωρείς, αλλά φεύγω». «Μπορούμε να βάλουμε τέλος στη συζήτηση. Και να δοκιμάσουμε αυτό στη θέση της», Εκείνη κατάλαβε την πρόθεσή του. Η καρδιά της βροντοχτύπησε, από έξαψη και φόβο συνάμα. «Δε θέλω...» Αλλά το στόμα του είχε αιχμαλωτίσει ήδη το δικό της. Δεν ήταν νωχελική εξερεύνηση αυτή τη φορά, δεν ήταν αργή, τρυφερή αποπλάνηση. Κυριάρχησε πάνω της, την πολιόρκησε και μετά την καταβρόχθισε. Αστραπές εξερράγησαν στο κεφάλι της, το αίμα της φλογίστηκε. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κρατηθεί γερά και να αφήσει αυτό το ορμητικό κύμα να την παρασύρει. Ο Ντι-Σι δε συνειδητοποίησε ότι την είχε σηκώσει ψηλά, ότι είχε αφεθεί να χαθεί στη γλύκα της, παρά μόνο όταν ένιωσε την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του. Είχε πάντα, μα πάντα, επίγνωση του μεγέθους του, της δύναμης των χεριών του. Και έφριξε όταν συνειδητοποίησε πως στην προκειμένη περίπτωση είχε χάσει κάθε έλεγχο. Την άφησε να πατήσει και πάλι στο πεζοδρόμιο και έκανε δυο βήματα πίσω. «Το μπαλάκι είναι τώρα στο γήπεδό σου». Έκανε μεταβολή και έφυγε. *** Αναθεμάτιζε τον εαυτό του επί μέρες. Κοιμόταν άσχημα τις νύχτες. Είχε πείσει δεκάδες φορές τον εαυτό του να της ζητήσει συγνώμη και άλλες τόσες το είχε μετανιώσει. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μείνει μακριά της. Να τα παρατήσει, να παρατήσει κι εκείνη, προτού βρεθούν ξανά μπλεγμένοι σε παρόμοια κατάσταση. Κάθε φορά που κατέληγε σε αυτή την απόφαση, ένιωθε καλύτερα. Δούλευε σαν τον δαιμονισμένο επί ώρες. Μετά η σκέψη της έβρισκε κάποιο τρόπο να τρυπώσει ξανά στο μυαλό του, και τότε αισθανόταν δυστυχισμένος, εκνευρισμένος και θυμωμένος. Έτσι ενθουσιάστηκε όταν του τηλεφώνησε ο πατέρας του και του είπε πως ο παππούς και η γιαγιά του είχαν έρθει στην πόλη για μια σύντομη επίσκεψη. Θα του έκανε καλό να απολαύσει ένα ήσυχο οικογενειακό δείπνο, σκέ-


φτηκε. Να περάσει μια βραδιά με ανθρώπους που αγαπούσε και καταλάβαινε. Θα μπορούσε, μάλιστα, να γυρίσει μαζί τους βόρεια. Να περάσει λίγες μέρες με την Τζούλια, τον Κάλαμ και τον μικρό Τράβις και να δει τα ξαδέρφια του. Θα μπορούσε να πετάξει μερικά ρούχα μέσα σ’ ένα σάκο, να πάρει μερικούς καμβάδες και τις μπογιές του και να φύγει όποτε του έκανε κέφι. Αυτή ήταν η ομορφιά του τρόπου της ζωής του, διαβεβαίωσε τον εαυτό του καθώς προχωρούσε προς το σπίτι των γονιών του. Ήταν απλός, βασικός. Ήταν δικός του. Το τελευταίο που του χρειαζόταν ήταν μια γυναίκα να του γίνει κολλιτσίδα. Ένας Θεός μόνο ήξερε τι μπελάς ήταν οι γυναίκες σαν τη Λέινα Ντρέικ. Μεγάλο το κόστος, αποφάσισε, ρουφώντας το άρωμα από τα άνθη των κερασιών στον αέρα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο μια καστανομάλλα με ατέλειωτα πόδια με σορτς ποδηλασίας έκανε τζόκινγκ, κρατώντας ένα μαύρο λαμπραντόρ από το ασημένιο λουρί του. Το σκυλί γάβγιζε χαρούμενα και η κοπέλα χάρισε στον Ντι-Σι ένα αργό, γοητευτικό χαμόγελο. Εκείνος συνέχισε να την παρακολουθεί για αρκετή ώρα και την είδε να του ρίχνει μια τελευταία προκλητική ματιά πάνω από τον ώμο της. Έβρισε τον εαυτό του που δεν ένιωσε την παραμικρή επιθυμία να ανταποκριθεί. Ο καστανομάλλες με τα ατέλειωτα πόδια και το αργό, γοητευτικό χαμόγελο ήταν πάντα ο τύπος του. Γιατί λοιπόν είχε κολλήσει σε μια ψυχρή ξανθιά που ήταν πάντα στην τρίχα; Αλλαγή σκηνικού, να τι του χρειαζόταν. Θα περνούσε μια δυο βδομάδες στη Βοστόνη και στο Χαϊάνις Πορτ, θα έπαιζε με τα παιδιά, θα δούλευε και θα ξεπερνούσε αυτή την ηλίθια εμμονή του γι’ αυτή τη γυναίκα. Ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια μέχρι την αλέα. Γλάστρες με κατακόκκινα γεράνια στόλιζαν την πόρτα δεξιά και αριστερά. Σίγουρα τα είχε φυτέψει η μητέρα του. Της άρεσαν τα έντονα χρώματα. Πρόσθεταν μια νότα λάμψης στο αξιοπρεπές οίκημα. Αξιοπρέπεια και λάμψη. Λέξεις που περιέγραφαν τέλεια τους γονείς του. Η σκέψη αυτή τον έκανε να χαμογελάσει. Η αγγειοπλάστης και ο πολιτικός. Οι δυο μαζί είχαν δώσει νόημα στην έννοια του γάμου, της οικογένειας και του σπιτικού. Τα είχαν κάνει να σημαίνουν τα πάντα, σκέφτηκε ο Ντι-Σι και χαμογέλασε πάλι όταν άκουσε το βροντερό γέλιο του παππού του να αντηχεί από τα ανοιχτά παράθυρα.


Μπήκε χωρίς να χτυπήσει και αμέσως τον πήρε η μυρωδιά των λουλουδιών και του λεμονιού. Άκουσε καινούρια γέλια και μουρμουρητά από το σαλόνι. Και το κέφι του έφτιαξε ακαριαία. Έτσι, ήταν εντελώς απροετοίμαστος όταν μπήκε στο σαλόνι και αντίκρισε τη Λέινα και τον Ντάνιελ να κάθονται χαμογελαστοί δίπλα δίπλα και να κουβεντιάζουν. «Καλώς το αγόρι μου!» Ο Ντάνιελ πετάχτηκε όρθιος με μια σβελτάδα που περιγελούσε τα πάνω από ενενήντα χρόνια του. Είχε φαρδιές πλάτες, κατάλευκα μαλλιά και κατάλευκη γενειάδα. Τα γαλανά μάτια του άστραψαν ενθουσιασμένα μόλις είδε τον Ντι-Σι. Ο Ντάνιελ τον έσφιξε σαν αρκούδα στην αγκαλιά του, τον χτύπησε δυνατά στην πλάτη και πρόσεξε -με μεγάλη ευχαρίστηση- ότι ο εγγονός του δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την κοπελιά που του είχε διαλέξει. «Καιρός ήταν να έρθεις. Τούτες εδώ οι γυναίκες με ποτίζουν ασταμάτητα τσάι, ενώ ακόμα κι ένας ηλίθιος θα έβλεπε ότι έχω ανάγκη ένα ουίσκι. Το αγόρι θέλει ένα ουίσκι, Σέλμπι, και θα του κάνω παρέα». «Δύο δάχτυλα, Σέλμπι, όχι περισσότερο». Η ήρεμη φωνή της Άννας Μακ Γκρέγκορ έκρυβε δυναμισμό. Αντιμετωπίζοντας με ένα χαμόγελο τον άντρα της, όταν διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ακόμα κι ένα παιδί άντεχε δυο δάχτυλα ουίσκι, άνοιξε την αγκαλιά της στον εγγονό της. «Γιαγιά». Έσκυψε και χάιδεψε το μάγουλό της με το δικό του. Όπως πάντα, η επαφή τού πρόσφερε τρυφερότητα και δύναμη. Έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε το άρωμά της. Η Λέινα έστρεψε αλλού το βλέμμα της πριν τη διαλύσει το θέαμα. Αυτό το αγκάλιασμα ήταν μια δήλωση απόλυτης, αναμφισβήτητης, ανεπιφύλακτης αγάπης. Τόση αγάπη τής προκαλούσε συναισθήματα ζήλιας και ανάγκης. Δεν ήθελε να τη βλέπει, δεν ήθελε να την αισθάνεται. «Δείχνεις κουρασμένος», μουρμούρισε η Άννα παίρνοντας το πρόσωπο του Ντι-Σι στα χέρια της. «Δούλευα». Τη φίλησε πάλι και μετά το βλέμμα του προσπέρασε εσκεμμένα τη Λέινα. «Χαίρομαι που σε βλέπω, θεία Μάιρα». Όταν τη φίλησε στο μάγουλο, η Μάιρα φρόντισε να τον πιάσει σφιχτά από το χέρι. «Θυμάσαι τη Λέινα, έτσι δεν είναι;» «Ναι». Στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε στα ίσια, αναμετρώντας τη με το βλέμμα. «Τι κάνεις;» «Πολύ καλά», του απάντησε εκείνη, κρατώντας τα χέρια δεμένα στην


ποδιά της γιατί τα ένιωθε να τρέμουν. «Έλα κάτσε εδώ να κάνεις παρέα στη Λέινα, καλέ μου». Η Μάιρα σηκώθηκε και τον έσπρωξε στην καρέκλα της. «Εγώ θέλω να ζητήσω τη συμβουλή του Ντάνιελ για μια... επένδυση», προφασίστηκε. «Λυπάμαι πολύ», του είπε χαμηλόφωνα η Λέινα προσπαθώντας να χαμογελάσει αδιάφορα. «Δεν ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Η θεία Μάιρα μου ζήτησε να τη φέρω να δει τον παππού και τη γιαγιά σου. Υποτίθεται ότι θα μέναμε για το δείπνο, αλλά μπορώ να βρω μια δικαιολογία». «Για ποιο λόγο;» Έγειρε πίσω και ευχήθηκε να είχε πιει εκείνο το ουίσκι προτού βρεθεί καθισμένος δίπλα της. «Δε μ’ ενοχλεί». Τα λόγια του την έτσουξαν. Μέρες τώρα υπέφερε. «Δε θέλω να χαλάσω τη βραδιά σου με την οικογένειά σου. Στην τελευταία μας συνάντηση θυμώσαμε πολύ ο ένας με τον άλλο». «Το ξεπέρασα». Ύψωσε προκλητικά το φρύδι του. «Εσύ δεν το ξεπέρασες;» «Φυσικά». Ύψωσε με αξιοπρέπεια το πιγούνι της. «Απλά σκέφτηκα ότι, αφού το έβαλες στα πόδια σαν οργισμένο παιδί, μπορεί η παρουσία μου εδώ να σε κάνει να νιώθεις άβολα». «Απ’ ό,τι θυμάμαι, εσύ ήσουν αυτή που έφυγε από το μπαρ τρέχοντας σαν φοβισμένος λαγός». Στα χείλη του χαράχτηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Δε με κάνεις να νιώθω άβολα, Λέινα». «Κοίταξέ τους, Ντάνιελ», μουρμούρισε η Μάιρα, προσποιούμενη ότι δεν παρακολουθούσε το ζευγάρι στην απέναντι μεριά του δωματίου. «Η ατμόσφαιρα βγάζει σπίθες γύρω τους». «Δεν καταλαβαίνω γιατί το καθυστερούν τόσο», παραπονέθηκε ο Ντάνιελ. «Ο εγγονός μου την κοιτάζει βλοσυρός. Σ’ το λέω, ανησυχώ γι’ αυτόν». «Ω, είχαν ένα καβγαδάκι, αυτό είν’ όλο. Όπως σου είπα, η Λέινα κάνει μούτρα μέρες τώρα. Απλά χαίρομαι που ήρθες να το δεις και μόνος σου. Αυτό μπορεί να τους δώσει το σπρώξιμο που χρειάζονται». «Είμαι ειδικός σ’ αυτό». Ο Ντάνιελ αναστέναξε και κατέβασε μια γερή γουλιά ουίσκι. «Μην ανησυχείς, Μάιρα, μέχρι το καλοκαίρι θα τους έχουμε παντρέψει», της είπε και τσούγκρισε το ποτήρι του στο φλιτζάνι του τσαγιού της. «Έχεις το λόγο μου». Και επειδή ο Ντάνιελ ήταν άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του, δεν το καθυστέρησε. Μόλις η Μάιρα πήρε τη Λέινα να της δείξει το εργαστήρι της


Σέλμπι, πλεύρισε τον Ντι-Σι. «Ωραία κοπέλα», παρατήρησε αδιάφορα και έβγαλε ένα πούρο, στήνοντας αυτί για ν’ ακούσει τη φωνή της γυναίκας του έτσι και αποφάσιζε να γυρίσει στο δωμάτιο. «Αλλά πετσί και κόκαλο. Θα μπορούσε να βάλει λίγο κρέας πάνω της». «Εμένα μου φαίνεται μια χαρά», τον αντέκρουσε ο Ντι-Σι και έγειρε το κεφάλι του. «Αν η γιαγιά γυρίσει όσο το καπνίζεις, θα σε γδάρει ζωντανό».. «Δε θα με τσακώσει». Ο Ντάνιελ φύσηξε ηδονικά τον καπνό και έπαιξε τα φρύδια στο γιο του. «Άλαν, θα πιώ ένα κανονικό ουίσκι αυτή τη φορά». «Το κεφάλι μου το θέλω». «Δειλέ», γρύλισε ο Ντάνιελ και αρκέστηκε στο πούρο του. «Η Μάιρα μου είπε ότι αυτό τον καιρό η κοπέλα είναι πνιγμένη στη δουλειά. Δεν έχει καθόλου κοινωνική ζωή». «Δική της επιλογή». Ο Ντι-Σι ύψωσε αδιάφορα τους ώμους και όταν είδε το θλιμμένο ύφος του Ντάνιελ του έδωσε το δικό του ποτήρι με όσο ουίσκι είχε απομείνει. «Είσαι καλό παιδί και ξέρεις να δείχνεις σεβασμό». Κοίταξε συνοφρυωμένος το γιο του, πράγμα που έκανε τον Άλαν να γελάσει. «Τουλάχιστον υπάρχει εδώ μέσα κάποιος που δε φοβάται την καημένη τη γιαγιά του. Τώρα, όπως σας έλεγα... η Μάιρα ανησυχεί νύχτα μέρα γι’ αυτή την κοπέλα. Χαίρομαι που ήρθα και μου δόθηκε η ευκαιρία να την ξαναδώ από κοντά. Η Λέινα χρειάζεται τον κατάλληλο άντρα δίπλα της. Έναν τραπεζίτη, θα έλεγα. Ή κάποιο ανερχόμενο διευθυντικό στέλεχος». «Τι πράγμα;» Ο Ντι-Σι άφησε κατά μέρος τα μούτρα και επικέντρωσε την προσοχή του στον παππού του. «Έναν τραπεζίτη; Μα τι είναι αυτά που λες;» «Γιατί; Θα φροντίσω να έχει η Λέινα την κατάλληλη παρέα. Τυχαίνει να γνωρίζω ένα καλό παιδί εδώ στην Ουάσιγκτον. Είναι ήδη προϊστάμενος στο τμήμα του. Είναι μυαλωμένος ο Χένρι», συνέχισε ο Ντάνιελ πετώντας ένα όνομα στην τύχη. «Έχει μέλλον μπροστά του. Θα του κάνω ένα τηλεφώνημα». «Μια στιγμή, μια στιγμή». Ο Ντι-Σι πετάχτηκε από την καρέκλα του και κοίταξε τον παππού του. «Θα τηλεφωνήσεις σ’ ένα χαρτογιακά τραπεζίτη ονόματι Χένρι και θα προσπαθήσεις να τον προξενέψεις στη Λέινα;» «Είναι καλό παιδί και κατάγεται από καλή οικογένεια», είπε ο Ντάνιελ ανοιγοκλείνοντας αθώα τα μάτια του. «Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για τη Μάιρα». «Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις αμέτοχος. Η Λέινα δεν


ενδιαφέρεται να την πουλήσεις σε κάποιον τραπεζίτη». «Μα τι είναι αυτά που λες. Άκου να την πουλήσω». Ο Ντάνιελ κοίταξε συνοφρυωμένος τον εγγονό του, κι ας πετούσε κρυφά από τη χαρά του. «Εγώ σκοπεύω απλά να φροντίσω να κάνουν δυο νέοι μία καθ’ όλα αποδεκτή κοινωνική γνωριμία», είπε κουνώντας το πούρο του. «Και αν εσύ φρόντιζες να γνωρίσεις την κατάλληλη γυναίκα για σένα, δε θα είχες το χρόνο να χώνεις τη μύτη σου στις υποθέσεις των άλλων. Αλήθεια, μπορείς να μου πεις τι σου είναι εσένα η Λέινα Ντρέικ;» «Τίποτα!» φώναξε ο Ντι-Σι σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του, πράγμα που ενθουσίασε τον παππού του. «Δε μου είναι τίποτα». «Χαίρομαι που το ακούω». Ο νεαρός την έχει πατήσει για τα καλά, σκέφτηκε ο Ντάνιελ, και αποφάσισε να τον κουρδίσει λίγο ακόμα. «Δε θα μπορούσε να υπάρχει πιο αταίριαστη γυναίκα για σένα. Δεν έχεις κανένα λόγο να στρέψεις το βλέμμα σου σ’ αυτή την κατεύθυνση, αγόρι μου. Αυτό που χρειάζεσαι εσύ είναι μια γερή γυναίκα που θα σου χαρίσει γερά μωρά και δε θ’ ανησυχεί μήπως χαλάσει τα νύχια της. Αυτή η κοπέλα είναι πολύ κομψή για σένα, εσύ χρειάζεσαι κάποια πιο γήινη». «Νομίζω πως εγώ ξέρω καλύτερα τι χρειάζομαι», είπε ψυχρά ο Ντι-Σι. Ο Ντάνιελ σηκώθηκε και τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Καλύτερα να βασιστείς στη σοφία και την πείρα των γεροντότερων». «Χα!» ήταν η απάντηση του Ντι-Σι, και ο Ντάνιελ χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την αυτοκυριαρχία του για να μη γελάσει και να φιλήσει τον εγγονό του με περηφάνια. Παρακολούθησε με σταθερό βλέμμα τον Ντι-Σι να βγαίνει στο χολ και να φωνάζει τη Λέινα. «Τι σκαρώνεις πάλι, Μακ Γκρέγκορ;» μουρμούρισε ο Άλαν. «Κοίτα, πρόσεχε και μάθαινε, γιε μου». Έμεινε στη θέση του εντελώς ανέκφραστος καθώς η Λέινα επέστρεφε στο χολ. Η φωνή της ακούστηκε ψυχρή σαν πάγος. «Γιατί στην ευχή φωνάζεις έτσι;» «Έλα». Ο Ντι-Σι την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε. «Τι τρέχει; Άφησέ με». «Φεύγουμε». «Εγώ δε φεύγω». Ο Ντι-Σι έλυσε το πρόβλημα μ’ έναν τρόπο που έκανε τον Ντάνιελ να φουσκώσει από οικογενειακή περηφάνια. Την πήρε στα χέρια του και την έβγαλε σηκωτή από την πόρτα.


«Να ένας πραγματικός Μακ Γκρέγκορ. Είναι... Χριστέ μου, έρχεται η μητέρα σου». Ο Ντάνιελ έδωσε το ποτήρι με το ουίσκι και το πούρο στο γιο του και κατευθύνθηκε προς την πλαϊνή πόρτα. «Πες της πως βγήκα να κάνω μια βόλτα στον κήπο», είπε και το έσκασε. Πρώτη μπήκε η Σέλμπι, στρώνοντας με το χέρι τα μαλλιά της. «Τι ήταν όλες αυτές οι φωνές;» ρώτησε, ρίχνοντας μια ματιά στο δωμάτιο γύρω της. «Πού είναι ο Ντι-Σι; Πού είναι η Λέινα;» Μισόκλεισε τα μάτια της. «Πού είναι ο πατέρας σου;» «Ε...» Ο Άλαν έριξε μια ματιά στο πούρο και αποφάσισε να το απολαύσει. «Το μόνο που μπορώ να σου πω...» Χαμογέλασε και τράβηξε μια ρουφηξιά από το πούρο τη στιγμή που έμπαιναν στο δωμάτιο η Μάιρα με τη μητέρα του. «Ο πατέρας μου είπε στο γιο μας ότι η Λέινα δεν είναι κατάλληλη γι’ αυτόν, κι αυτό, φυσικά, εξόργισε τον Ντι-Σι -αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός του. Αφού τα ’ψάλε στον Μακ Γκρέγκορ, πήρε σηκωτή την τσαντισμένη Λέινα και έφυγαν». «Την πήρε σηκωτή;» Η Μάιρα ακούμπησε το χέρι στην καρδιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα συγκίνησης. «Ω, λυπάμαι που το έχασα. Το ήξερα πως δε χρειάζονταν παρά ένα μικρό σπρώξιμο για να...» Έκοψε στη μέση τα λόγια της βλέποντας τους υπόλοιπους να την κοιτάζουν με ευθυμία. «Αυτό που θέλω να πω είναι... χμ». «Μάιρα». Η Άννα έβγαλε ένα μικρό αναστεναγμό. «Δεν το πιστεύω πως ύστερα από τόσα χρόνια ενθάρρυνες με αυτό τον τρόπο τον Ντάνιελ. Και εσύ», είπε στο γιο της, «ποιον νομίζεις ότι κοροϊδεύεις μ’ αυτό το πούρο; Πήγαινε να φέρεις τον πατέρα σου». Κάθισε και σταύρωσε ήρεμα τα χέρια της. «Και μετά μπορούμε ν’ ακούσουμε ολόκληρη την ιστορία».


Κεφάλαιο 6

«Τρελάθηκες». Η Λέινα, ακινητοποιημένη από το ξάφνιασμα, δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, μέχρι, που βγήκαν από το σπίτι και κατευθύνθηκαν προς το πεζοδρόμιο. Αλλά ακόμα κι όταν αντέδρασε, έμεινε απλά να τον κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Άφησέ με κάτω», του είπε ήρεμα, σίγουρη πως αν ύψωνε τη φωνή της θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. «Άφησέ με κάτω, ΝτιΣι. Συγκρατήσου». «Το κάνω για το καλό σου», μουρμούρισε εκείνος και συνέχισε να περπατάει στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας βλοσυρός ίσια μπροστά του. «Αν δε σε είχα πάρει από εκεί μέσα, θα βρισκόσουν παντρεμένη με κάποιον τραπεζίτη ονόματι Χένρι χωρίς καν να το καταλάβεις». Η Λέινα δεν είχε ακούσει να κυκλοφορεί η φήμη για κληρονομική τρέλα στους Μακ Γκρέγκορ. Από την άλλη, όμως, κάτι τέτοια ο κόσμος φροντίζει να τα κρύβει. «Εντάξει, αρκετά». Τα παιδιά στο δρόμο είχαν αρχίσει να τους δείχνουν με το δάχτυλο και να γελάνε. Μια γυναίκα σταμάτησε να ποτίζει τις πετούνιες στο παράθυρό της και τους κοιτούσε. «Σου είπα να με αφήσεις κάτω, και το εννοώ». «Δεν πρόκειται να ξαναγυρίσεις εκεί μέσα. Δεν έχεις ιδέα τι σχέδια έχει για σένα εκείνος ο γερο-ανακατωσούρας. Θα ξεκινήσει λέγοντάς σου, “Θα ήθελα να σου γνωρίσω ένα νεαρό φίλο μου τραπεζίτη, τον Χένρι”, και σε λίγο θα βρεθείς να διαλέγεις νυφικά. Είναι ανελέητος». «Δεν ανέχομαι να με κουβαλάς στο δρόμο σαν πακέτο», του είπε η Λέινα και συνειδητοποίησε πως έτσι ακριβώς ένιωθε. Την είχε μεταφέρει δυο ολόκληρα τετράγωνα και δεν είχε καν λαχανιάσει. Τα μπράτσα του ήταν ατσάλινα. «Άφησέ με κάτω και θα ξεχάσω τα πάντα. Θα ξεχάσω ότι με ντρόπιασες μπροστά σε ολόκληρη την οικογένειά σου και τη θεία Μάιρα, θα ξεχάσω την αναστάτωση και τον εξευτελισμό. Και πάνω απ’ όλα, θα ξεχάσω εσένα, χοντροκέφαλε». «Είναι πανούργος», συνέχισε ο Ντι-Σι, σαν να μην την είχε ακούσει. «Πανούργος και ύπουλος, και τώρα έβαλε εσένα στο στόχαστρο. Ο Θεός να σε βοηθήσει». Ο θυμός που συγκρατούσε μέχρι τώρα η Λέινα ξέσπασε. Τον χτύπησε με


τη γροθιά της στον ώμο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πονέσει εκείνη. «Τι στην ευχή είναι αυτά που λες;» «Έκανε το ίδιο με την αδερφή μου. Και τώρα είναι παντρεμένη μ’ ένα γιο. Το ίδιο έγινε και με τα ξαδέρφια μου. Με τρία απ’ αυτά. Και πήραν τα μυαλά του αέρα. Νομίζει ότι είναι αυθεντία στα προξενιά. Και τώρα έβαλε στο μάτι εσένα, μωρό μου». Εκείνη τον χτύπησε πάλι, αυτή τη φορά με την παλάμη της στο πλάι του κεφαλιού του. Όπως το περίμενε, ήταν σαν να χτυπούσε γρανίτη. «Για ποιον μιλάς; Που να πάρει η οργή, αν δε με αφήσεις κάτω...» «Για τον Μακ Γκρέγκορ, φυσικά. Ορίστε, θα το κουβεντιάσουμε μέσα». «Μέσα;» Πριν προλάβει να ανοιγοκλείσει τα μάτια της, τον είδε να σπρώχνει με τον ώμο του μια πόρτα. «Πού μέσα; Θέλω να με αφήσεις κάτω!» «Εδώ είναι το σπίτι μου. Είναι φανερό ότι δε βλέπεις τι σκαρώνει. Είναι χιλιάδες αυτοί που δε θα το έβλεπαν. Όταν το ξεκαθαρίσουμε, θα μ’ ευχαριστήσεις». «Θα σ’ ευχαριστήσω; Ω, εντάξει, θα σ' ευχαριστήσω, Ντάνιελ Κάμπελ Μακ Γκρέγκορ». Το κεφάλι της βούιζε τόσο πολύ, που σχεδόν δεν κατάλαβε ότι την έβαλε στο ασανσέρ. Στο ασανσέρ που είχε κι άλλο κόσμο. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα όταν το καλοβαλμένο, μεσήλικο ζευγάρι χαμογέλασε μόλις τους είδε. «Γεια σου, Ντι-Σι, τι κάνεις;» «Αρκετά καλά». Χαμογέλασε στη γυναίκα καθώς το ζευγάρι έβγαινε στον προθάλαμο. «Εσείς;» «Μια χαρά. Πολύ ωραία μέρα». Η Λέινα έκλεισε τα μάτια καθώς οι πόρτες του ασανσέρ έκλειναν. Προφανώς ο τύπος το είχε συνήθεια να κουβαλάει σηκωτές γυναίκες στο διαμέρισμά του και οι γείτονές του το είχαν συνηθίσει. Γιατί λοιπόν να νιώσει ντροπή αφού ήταν μία από τις πολλές; «Νομίζω πως είναι ολοφάνερο ότι ο τρόπος ζωής σου είναι δραματικά αντίθετος από τον δικό μου», άκουσε τον εαυτό της να λέει με καθαρή και ήρεμη φωνή που κάλυψε τους ξέφρενους χτύπους της καρδιάς της. «Και μολονότι έχουμε κάποιους οικογενειακούς δεσμούς και μένουμε στην ίδια γειτονιά, δε νομίζω πως θα μας είναι πρόβλημα να αποφύγουμε από δω και πέρα ο ένας τον άλλο». Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει και την άφησε να βγει αργά. «Τώρα, αν και ξέρω ότι επαναλαμβάνομαι, θέλω να με αφήσεις κάτω». Ο θυμός του Ντι-Σι είχε υποχωρήσει πλέον αρκετά ώστε να του αποσπά-


σει την προσοχή το άρωμά της. Δροσερό, διακριτικό, σέξι. Και ήταν δικό της λάθος που γύρισε το κεφάλι της και τα πρόσωπα τους βρέθηκαν κοντά το ένα στο άλλο. Τόσο κοντά, που τα χείλη τους σχεδόν αγγίζονταν. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ένας άντρας εκτός από το να αδράξει την ευκαιρία να τα απολαύσει; Αυτό έκανε κι εκείνος. Κόλλησε απαλά το στόμα του στο δικό της, περίμενε υπομονετικά να ξεπεράσει το αρχικό της σοκ και, όταν ένιωσε την άμεση ανταπόκρισή της, τη γεύτηκε άπληστα. Μου έλειψες, ψιθύρισε, ή ίσως απλά το σκέφτηκε. Εκείνη γύρισε στην αγκαλιά του, με τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές στα μαλλιά του καθώς το στόμα της ανταπέδιδε το φιλί. Ένα σιγανό γουργουρητό βγήκε από το λαιμό της και ο Ντι-Σι ένιωσε τα λαγόνια του να φλογίζονται. Οι πόρτες άνοιξαν, έμειναν για λίγο ανοιχτές και άρχισαν να ξανακλείνουν, όταν ο Ντι-Σι κατάφερε να σκεφτεί κάπως πιο καθαρά και να τις μπλοκάρει με τον ώμο του. Η Λέινα έχωσε τα χέρια της στα μαλλιά του και τα έσφιξε πάλι σε γροθιές, για να κρατήσει το στόμα του πάνω στο δικό της. Η καρδιά της χτυπούσε τρελά, κάνοντας το αίμα της να πάλλεται σε έναν πρωτόγονο ρυθμό. Κι ύστερα μια ανείπωτη ανάγκη ξέσχισε τα σωθικά της. Όταν εκείνος τράβηξε το στόμα του από το δικό της βρίζοντας, πάσχισε να ξεκαθαρίσει τις θολωμένες από τον πόθο σκέψεις της. «Τι έγινε;» «Προσπαθώ να βρω το καταραμένο το κλειδί». Αν δεν άνοιγε στα γρήγορα την αναθεματισμένη την πόρτα για να τη βάλει μέσα, κάτι του έλεγε πως θα κατέληγε να την κάνει δική του στο διάδρομο. «Τι έγινε;» επανέλαβε η Λέινα και πίεσε τα χέρια στο πρόσωπο της καθώς η λογική πάσχιζε να βγει στην επιφάνεια. «Περίμενε. Αυτό είναι...» «Ορίστε». Ο Ντι-Σι άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε πίσω τους με μια κλοτσιά και το στόμα του αιχμαλώτισε πάλι το δικό της. «Όχι, περίμενε». «Θα κουβεντιάσουμε αργότερα». Τραβήχτηκε ελάχιστα και την κάρφωσε με το φλογερό βλέμμα του. «Τώρα θα τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε». «Όχι, θα...» Της ήταν αδύνατο να ελέγξει την ανάσα της, της ήταν αδύνατο να αδράξει τα ψήγματα λογικής που της απέμεναν. Έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή της, εγκατέλειψε την προσπάθεια. Όλα έδειχναν ότι, τελικά, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ακολουθήσει αυτή την ξέφρενη κούρσα.


«Θα κουβεντιάσουμε αργότερα», είπε ξέπνοα και τράβηξε ξανά το στόμα του στο δικό της. Ο Ντι-Σι ήθελε να την αγγίξει. Την έστησε στα πόδια της, την κόλλησε πάνω στην πόρτα και άφησε τα πελώρια χέρια του καλλιτέχνη να εξερευνήσουν το σώμα της. Ήταν λυγερή σαν ιτιά, χαριτωμένη, απίθανη. Της έβγαλε την μπλούζα από το κεφάλι και έκανε την ίδια εξερεύνηση με τα χείλη του. Γρήγορα, άπληστα, λες και ένα μέρος του εαυτού του φοβόταν ότι θα την έχανε, θα του ξέφευγε. Την ήθελε ολόκληρη -εκείνους τους υπέροχους ώμους που θύμιζαν μπαλαρίνα, την πανέμορφη θηλυκιά καμπύλη του στήθους της, το λεπτό, μακρύ κορμό της. Το απαλό, σατινένιο δέρμα της πήρε φωτιά κάτω από τα χείλη του. Την έπιασε από τους γοφούς, τη σήκωσε πάλι ψηλά, και άρχισε να την καταβροχθίζει στην κυριολεξία. Με μια κραυγή, εκείνη αρπάχτηκε από τους ώμους του. Χωρίς να καταλάβει πώς, τα πόδια της βρέθηκαν τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Μια επίθεση από ορμητικά χτυπήματα πόθου την έστειλαν σε έναν κόσμο που φλεγόταν και όπου υπήρχε μία μόνο απάντηση. «Τώρα. Αυτή τη στιγμή». Οι λέξεις έκαψαν το λαιμό της. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τραβούσε το πουκάμισό του. Βύθιζε απεγνωσμένα τα δόντια της στο λαιμό του. Κι ύστερα βρέθηκαν στο πάτωμα, πασχίζοντας να απαλλαγούν από τα ρούχα, κοντανασαίνοντας λαχανιασμένα καθώς τα χέρια τους ψηλάφιζαν τη σάρκα. Τη σάρκα που ήταν υγρή, μουσκεμένη από τον πόθο. Με μια απότομη, γρήγορη κίνηση, ο Ντι-Σι τη γύρισε και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, στήθος με στήθος. Τα μάτια του έλαμψαν καταγάλανα καθώς ανασήκωνε τους γοφούς της. «Τώρα», της είπε κοιτάζοντας το πρόσωπό της. «Αυτή τη στιγμή». Μπήκε μέσα της. Εκείνη τον αγκάλιασε. Ο χρόνος έμεινε μετέωρος, καμιά κίνηση, μόνο συναίσθημα. Μόρια σκόνης χόρευαν στο φως των ακτινών που έμπαιναν από τα παράθυρα. Η καρδιά του χτυπούσε πάνω στη δική της, χτύπο με χτύπο. Η Λέινα προσπάθησε να κρατηθεί εκεί, σ’ εκείνη την επικίνδυνη αλλά απολαυστική διέγερση. Το κορμί της όμως λαχταρούσε περισσότερα. Άρχισε να κινείται. Έκανε τόξο το κορμί της και παραδόθηκε στο καινούριο κύμα ηδονής. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της όταν η γλώσσα του έγλειψε τη σάρκα της, όταν το στόμα του τρύγησε πεινασμένο τη θηλή της. Καθώς ο ρυθμός επιταχυνόταν, απόλαυσε την κάθε στιγμή, απόλυτα συγ-


χρονισμένη μαζί του. Ο Ντι-Σι δεν μπορούσε να τη χορτάσει. Τα χέρια του ταξίδεψαν ψηλά στην πλάτη της και μετά πάλι χαμηλά. Η γεύση της ξεσήκωσε μέσα του τη λαχτάρα για περισσότερα. Κάθε βογκητό, κάθε στεναγμός της του προκαλούσαν μεγαλύτερη διέγερση. Και τότε τα νύχια της μπήχτηκαν στην πλάτη του και το σώμα της καμπυλώθηκε σαν τόξο. Αδυνατώντας να συγκρατηθεί, κατρακύλησε μαζί της στον γκρεμό. Θα μπορούσε να κοιμηθεί για μια βδομάδα. Η σκέψη γλίστρησε στο μυαλό του καθώς την κρατούσε στην αγκαλιά του. Με τα μάτια κλειστά και το σώμα χαλαρό από την υπέρτατη ευτυχία, χάιδευε νωχελικά τα μαλλιά της. Ποιος θα το περίμενε ότι η ψυχρή και συγκρατημένη δεσποινίς Ντρέικ έκρυβε μέσα της μια αγριόγατα; Και ήταν πανευτυχής που είχε σπάσει αυτός το λουκέτο του κλουβιού της και την είχε ελευθερώσει. Η Λέινα ένιωθε φρίκη. Ή, μάλλον, πολύ θα ήθελε να νιώθει. Ήταν γυμνή, ξαπλωμένη στο πάτωμα, με τα ρούχα της σκορπισμένα ολόγυρα. Μόλις είχε απολαύσει ένα τρελό, αλόγιστο σεξ μ’ έναν άντρα που δεν ήταν καν σίγουρη ότι συμπαθούσε. Αλόγιστο, αυτό ακριβώς ήταν, παραδέχτηκε. Κάθε φορά που την άγγιζε, το μυαλό της σταματούσε να δουλεύει. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε φερθεί με αυτό τον τρόπο. Δεν είχε ξεσχίσει ποτέ τα ρούχα ενός άντρα, δεν είχε μπήξει ποτέ τα δόντια και τα νύχια της στη σάρκα του, δεν είχε επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να την αγγίξει και να την κάνει ξανά και ξανά δική του, φτάνοντάς τη στο σημείο να προσπαθεί να πνίξει τις κραυγές της. Και ένιωθε... υπέροχα. Μια απλή φυσική αντίδραση, είπε στον εαυτό της. Κράτησε τα μάτια της κλειστά, πασχίζοντας να ξαναβρεί την κοινή λογική της μέσα σ’ εκείνη την ευδαιμονία που έμοιαζε να την κατακλύζει. Είχε μείνει ανέραστη για... τέλος πάντων, για πάρα πολύ καιρό, σκέφτηκε. Το σώμα της, πολύ απλά, είχε προδώσει τις πεποιθήσεις της. Ήταν άνθρωπος, στο κάτω κάτω, και ευάλωτη στις βασικές ανάγκες. Και αυτή η... εμπειρία ήταν σίγουρα βασική και τίποτα παραπάνω. Τώρα έπρεπε να βάλει πάλι τα πράγματα σε κάποια τάξη. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της και ανακάθισε. «Λοιπόν». Ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί το μουδιασμένο μυαλό της καθώς άπλωνε το χέρι της να πιάσει την μπλούζα της. Πού στην ευχή ήταν το σουτιέν της;


Ο Ντι-Σι μισάνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα, το δέρμα της αναψοκοκκινισμένο. «Τι κάνεις;» «Ντύνομαι». «Γιατί;» Στο διάβολο το σουτιέν, σκέφτηκε η Λέινα. Δε θα μπουσουλούσε στο πάτωμα για να το βρει. «Εγώ ποτέ δεν... ποτέ δεν έχω... Κάναμε απλά σεξ». «Καταπληκτικό σεξ». Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα, μάζεψε το κουράγιο της και γύρισε προς το μέρος του. Το ήξερε ότι θα την κοίταζε χαμογελώντας. Και πράγματι, αντίκρισε αυτό τον πανύψηλο άντρα με το φανταστικό κορμί, τα πλούσια ανακατεμένα μαλλιά και τα απίστευτα γαλανά μάτια, κι εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο. Το προδοτικό της σώμα τον πόθησε πάλι. Η ελκυστική ιδέα να κουρνιάσει δίπλα του και να τον απολαύσει άστραψε στο μυαλό της. «Εγώ δεν τα κάνω αυτά», του πέταξε και πέρασε την μπλούζα πάνω από το κεφάλι της. Ο Ντι-Σι ύψωσε το φρύδι του και ανακάθισε. «Ποτέ ή κατά κανόνα;» «Ποτέ. Αυτό που έγινε ήταν απλά μια... αυθόρμητη εκτόνωση, που λένε. Όπως είπες κι εσύ, είμαστε δύο αδέσμευτοι ενήλικοι, άρα δεν έγινε και τίποτε. Αλλά...» Καθώς γυρνούσε να βρει το παντελόνι της, τα χέρια του γλίστρησαν επιδέξια κάτω από την μπλούζα της. «Φεύγω», συνέχισε εκείνη, αλλά η φωνή της ακούστηκε αδύναμη. «Εντάξει». Έσυρε μαλακά τα δόντια του κατά μήκος του σαγονιού της και την ένιωσε να τρέμει. «Δεν καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Δεν μπορούμε... Αυτό είναι λάθος». «Κι εσένα δε σου αρέσει να κάνεις λάθη, γι’ αυτό θα πρέπει να το ξαναδοκιμάσουμε». Της έβγαλε την μπλούζα και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Μέχρι να το κάνουμε σωστά». Πώς είχε καταλήξει στο κρεβάτι του; αναρωτήθηκε η Λέινα. Αν μπορούσες να ονομάσεις κρεβάτι ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο κούτες. Κάρφωσε το βλέμμα της στο ταβάνι κατάπληκτη. Εκείνη το είχε αφήσει να συμβεί. Ήταν υπεύθυνη των πράξεων της -όπως και για το ότι του είχε επιτρέψει να τη σαγηνεύσει. Ήταν μια πολύ πρόθυμη συμμέτοχος και δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν για την παρούσα κατάσταση εκτός από


τον εαυτό της. Και ποια στην οργή ήταν η παρούσα κατάσταση; Δεν είχε πραγματική εμπειρία σε τέτοιου είδους ανεύθυνη, αυθόρμητη και απερίσκεπτη συμπεριφορά. Ήταν μια λογική γυναίκα, με ένα μετρημένο και καλοστημένο πρόγραμμα για τη ζωή της. Αυτή η ξαφνική στροφή μπορούσε να την οδηγήσει μόνο στην απότομη κατηφόρα. «Πρέπει να φύγω». Ο Ντι-Σι βόγκηξε δίπλα της. «Μωρό μου, με σκοτώνεις». Κάθε φορά που του έλεγε ότι έπρεπε να φύγει, ένιωθε αναγκασμένος να την πείσει για το αντίθετο. «Όχι, το εννοώ». Τον χτύπησε με το χέρι στο στήθος όταν κύλησε πάνω της. «Αυτό πρέπει να σταματήσει». «Ας πούμε ότι θα κάνουμε ένα διάλειμμα», της είπε εκείνος χαρούμενα και φίλησε την άκρη της μύτης της. «Πεθαίνω της πείνας. Σου αρέσει το κινέζικο;» «Είπα ότι πρέπει να φύγω». «Εντάξει, ας παραγγείλουμε μακαρόνια. Προσφέρουν περισσότερη ενέργεια». Πώς γινόταν να την κάνει να θέλει να τραβήξει τα μαλλιά της και ταυτόχρονα να βάλει τα γέλια; «Δεν ακούς τι σου λέω». «Λέινα». Ο Ντι-Σι ανακάθισε και έπαιξε τους ώμους του. Είχε βδομάδες να νιώσει τόσο χαλαρός και ικανοποιημένος. «Το ξέρουμε και οι δυο πλέον ότι είμαστε καλοί στο κρεβάτι. Και στο πάτωμα. Και στο ντους. Αν φύγεις τώρα, σε μια ώρα θα ευχόμαστε να επιστρέψεις. Γι’ αυτό ας παραγγείλουμε καλύτερα κάτι να φάμε». Επειδή τα σεντόνια ήταν πεταμένα στο πάτωμα, η Λέινα πήρε ένα μαξιλάρι και το κόλλησε πάνω της προτού ανακαθίσει. «Αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί». «Συμφωνείς να παραγγείλω φετουτσίνι με κόκκινη σάλτσα;» «Ναι, εντάξει». «Ωραία». Ο Ντι-Σι σήκωσε το τηλέφωνο, πάτησε μερικά κουμπιά και έδωσε την παραγγελία του σ’ ένα κοντινό ιταλικό εστιατόριο που έκανε παράδοση στο σπίτι. «Θα τα φέρουν σε μισή ώρα περίπου», της είπε. «Έχω ένα μπουκάλι μερλό κάτω». Σηκώθηκε, φόρεσε ένα τζιν και κατέβηκε. Εκείνη έμεινε ακίνητη εκεί που καθόταν για ένα ολόκληρο λεπτό. Είχε


αφήσει να συμβεί και πάλι, συνειδητοποίησε. Έσπρωξε πίσω τα μαλλιά της αναστενάζοντας. Εντάξει, αυτή τη φορά θα φερόταν λογικά. Θα κατέβαινε κάτω, θα μοιραζόταν ένα πολιτισμένο γεύμα μαζί του και θα κουβέντιαζε την κατάσταση. Ύστερα θα έφευγε και δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ.


Κεφάλαιο 7

«Ζεις σαν γουρούνι». Η Λέινα ήταν καθισμένη στην κουζίνα, έπινε μερλό και τσιμπούσε τα φετουτσίνι. Ο Ντι-Σι αρκέστηκε απλά να γρυλίσει, έκοψε το σκορδόψωμο στη μέση και της έδωσε το μισό. «Όλο λέω να προσλάβω μια οικονόμο, αλλά δε μου αρέσει να έχω άλλους μέσα στα πόδια μου όταν δουλεύω». «Εσύ δε χρειάζεσαι οικονόμο, χρειάζεσαι το βαρύ πυροβολικό. Πόσο καιρό ζεις σε τούτο το διαμέρισμα;» «Δυο μήνες». «Και έχεις ακόμα τα πράγματά σου στις κούτες». Ο Ντι-Σι ύψωσε τον ώμο του. «Αργά ή γρήγορα θα τις αδειάσω». «Μα πώς μπορείς και σκέφτεσαι με όλο αυτό το χάος γύρω σου; Πώς μπορείς και δουλεύεις;» Της χάρισε εκείνο το αβίαστο χαμόγελό του. «Η αδερφή μου λέει ότι οφείλεται στο γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της παιδικής ηλικίας μου ήμουν υποχρεωμένος να δέχομαι εντολές. Υπήρχε πάντα κάποιος που τακτοποιούσε διαρκώς τα πράγματά μου στο Λευκό Οίκο». Εκείνη ύψωσε το κομψό φρύδι της. «Δε νομίζεις πως θα έπρεπε να έχεις ξεπεράσει πια την περίοδο της επανάστασής σου;» «Κατά τα φαινόμενα, όχι. Εσύ τα θέλεις όλα τακτοποιημένα, έτσι δεν είναι;» «Μεγάλωσα βλέποντας τα πάντα τακτοποιημένα γύρω μου. Η ζωή σου γίνεται πιο εύκολη έτσι». «Το εύκολο δεν είναι πάντα ευχάριστο». «Νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι έχουμε ελάχιστα ως καθόλου κοινά σημεία. Γι’ αυτό και αυτή η κατάσταση είναι... λάθος». «Το ότι είμαστε εραστές δεν είναι μια κατάσταση, είναι ένα γεγονός. Και το ότι εσένα σου αρέσει η τάξη κι εμένα η αταξία δεν αναιρεί το ότι σε θέλω σαν τρελός». «Δεν είναι δυνατό να δημιουργήσουμε σχέση οι δυο μας». «Μωρό μου, έχουμε σχέση». «Το σεξ δεν είναι σχέση». Η Λέινα τύλιξε συνοφρυωμένη κι άλλα μακαρόνια στο πιρούνι της.


«Έχω την εντύπωση ότι είχαμε δημιουργήσει κάτι πολύ κοντινό με τη σχέση προτού καταφύγουμε στο σεξ». «Όχι», τον αντέκρουσε, αλλά ένιωσε κάποια ανησυχία, επειδή, όσο κι αν δεν της άρεσε, ήταν αλήθεια. «Δε θέλω σχέση, δε θέλω μια σοβαρή σχέση. Δε μου αρέσει η επίδραση που ασκεί στους ανθρώπους». «Ω;» Μπορεί να είχε υψώσει αδιάφορα το φρύδι του, αλλά τα μάτια του την κοίταζαν διαπεραστικά. Εδώ κάτι κρύβεται, σκέφτηκε, όταν είδε τα πράσινα μάτια της να γίνονται πάλι ψυχρά. «Για παράδειγμα;» «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να μείνουν πιστοί ο ένας στον άλλο. Έτσι καταφεύγουν στην απάτη ή κάνουν τα στραβά μάτια». Δίστασε, αλλά τελικά αποφάσισε ότι οι περιστάσεις απαιτούσαν απόλυτη ειλικρίνεια. «Η οικογένειά μου δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά στη διατήρηση μιας υγιούς σχέσης. Οι γονείς μου τα έχουν βρει μεταξύ τους μ’ έναν τρόπο που τους βολεύει, αλλά δεν είναι το είδος της σχέσης που θα ήθελα για τον εαυτό μου. Οι Ντρέικ έχουμε την τάση να είμαστε... εγωιστές», αποφάσισε, μια και δεν κατάφερε να βρει καλύτερο χαρακτηρισμό. «Όταν έχεις ένα σοβαρό δεσμό με κάποιον, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να κάνεις συμβιβασμούς και να ξεχνάς τον εγωισμό σου». «Πέρασες δύσκολα παιδικά χρόνια;» μουρμούρισε ο Ντι-Σι. «Όχι. Όχι». Ήταν δύσκολο να εξηγήσει σε κάποιον άλλο κάτι που δεν είχε καταλάβει απόλυτα ούτε η ίδια. «Είχα πολύ καλά παιδικά χρόνια. Είχα ένα υπέροχο σπίτι, πολλές ευκαιρίες να ταξιδέψω, πλεονεκτήματα, πρόσβαση σε μια πολύ καλή μόρφωση». Ο Ντι-Σι κούνησε το κεφάλι του. Αν κάποιος είχε κάνει σ’ εκείνον την ίδια ερώτηση, αυτά τα πράγματα θα βρίσκονταν στον πάτο της λίστας του. Μπορεί να είχε μεγαλώσει στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, αλλά είχε γνωρίσει την αγάπη, τη ζεστασιά, την προσοχή και την κατανόηση της οικογένειας του. «Οι γονείς σου; Σε αγαπούσαν;» «Φυσικά». Αλλά επειδή είχε κάνει και η ίδια πολλές φορές αυτή την ερώτηση στον εαυτό της, πήρε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά κρασί για να υγράνει το στόμα της, που είχε στεγνώσει. «Εμείς δεν είμαστε όπως η δική σου οικογένεια. Δεν είμαστε τόσο ανοιχτόκαρδοι, τόσο εκδηλωτικοί. Είναι απλά ένας διαφορετικός τρόπος ζωής. Πολύ διαφορετικός», πρόσθεσε και τον ξανακοίταξε. «Θυμάμαι ότι είχα δει και παλιά την οικογένειά σου στις ειδήσεις. Εσένα με τους γονείς και την αδερφή σου. Μπορούσε να διακρίνει κανείς την αφοσίωση που σας έδενε. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο, Ντι-Σι, είναι υπέροχο. Αλλά δεν το έχω ζήσει».


Αργότερα θα αναρωτιόταν αν έφταιγε το κρασί που είχε λυθεί η γλώσσα της ή απλά το γεγονός ότι εκείνος ήταν πολύ καλός ακροατής. «Ο γάμος που έχουν οι γονείς μου τους ταιριάζει. Ζουν τη ζωή τους, μαζί και χώρια. Και φροντίζουν να είναι πολύ διακριτικοί με τις εξωσυζυγικές σχέσεις τους. Οι Ντρέικ δεν προκαλούν ούτε ανέχονται σκάνδαλα. Το καταλαβαίνω αυτό και προτιμώ να μην έχω μπερδέματα». Ο Ντι-Σι αναρωτήθηκε αν καταλάβαινε ότι η οικογένειά της της προξενούσε θλίψη ή αν πίστευε πραγματικά όσα έλεγε, αν καταλάβαινε ότι αυτό που αισθανόταν ήταν αναπόφευκτο. «Δεν απέφυγες το συγκεκριμένο». «Αυτό ακριβώς προσπαθώ να κάνω». Και δεν τα καταφέρνω καθόλου καλά, αναγκάστηκε να παραδεχτεί σιωπηλά. Όχι τη στιγμή που κάθομαι σε τούτη τη χαοτική κουζίνα φορώντας το κουρελιασμένο μπουρνούζι του. «Είναι όπως τα λουλούδια», άρχισε να λέει. «Ποια λουλούδια;» «Οι πανσέδες. Το ένστικτό μου μου έλεγε να τους φυτέψω σε ευθεία. Έτσι». Χρησιμοποίησε τα χέρια της για να του δείξει. «Επειδή ήταν ένας λογικός και τακτικός τρόπος. Το δικό σου ήταν να τους φυτέψεις σε ημικύκλιο, πιο κοντά τον ένα στον άλλο, να τους μπερδέψεις. Μπορεί να είχες δίκιο δείχνουν πιο όμορφοι με το δικό σου τρόπο, το αποτέλεσμα είναι πιο δημιουργικό. Εγώ όμως χειρίζομαι καλύτερα τα πράγματα βάση ενός συγκεκριμένου σχεδίου». Αυτή τη στιγμή είναι απόλυτα ειλικρινής, σκέφτηκε ο Ντι-Σι. Και αυτό τον έκανε να θέλει να τη σηκώσει και να την καθίσει στα πόδια του. «Μπορείς όμως ν’ αλλάξεις σχέδια, όταν δεις τα πλεονεκτήματα που προσφέρει κάτι διαφορετικό». «Και αποφεύγω να τ’ αλλάξω όταν βλέπω ότι, εκτός από πλεονεκτήματα, το διαφορετικό κρύβει και πολλά μειονεκτήματα. Και τα σχέδιό μου είναι να αφοσιωθώ απερίσπαστη στην καριέρα μου. Μου αρέσει να είμαι αδέσμευτη. Μου αρέσει να είμαι μόνη». «Κι εμένα το ίδιο. Αλλά μου αρέσει επίσης να είμαι μαζί σου. Δεν έχω ιδέα γιατί. Δεν είσαι ο τύπος μου». «Αλήθεια;» Η φωνή της ήταν τώρα σκέτος πάγος. «Και ποιος είναι ο τύπος σου;» Ο Ντι-Σι την κοίταξε διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας το φαγητό του. «Είσαι καλλιεργημένη, εκλεπτυσμένη, συγκρατημένη, ισχυρογνώμων, με τάση στο σνομπισμό και την υπεροψία». Συνέχισε να χαμογελάει όταν είδε τα μάτια της να αστράφτουν. «Θα μπορούσες να πεις ότι ο τύπος μου είναι


ακριβώς το αντίθετο». «Κι εσύ είσαι καταπιεστικός, τσαπατσούλης, αλαζόνας, με τάση προς την παράλογη συμπεριφορά και τον εγωισμό. Θα μπορούσες να πεις ότι ο τύπος μου είναι ακριβώς το αντίθετο». «Είδες, αυτό το ξεκαθαρίσαμε». Χωρίς να προσβληθεί καθόλου, τσούγκρισε το ποτήρι του στο δικό της. «Εξακολουθώ όμως να σε θέλω. Για κάποιον περίεργο λόγο, μπορώ να πω ότι σε συμπαθώ κιόλας. Και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θέλω να σε ζωγραφίσω». «Αν νομίζεις ότι αυτό με κολακεύει...» «Δεν το είπα για να σε κολακέψω. Θα μπορούσα να σε κολακέψω», πρόσθεσε σκεφτικά. «Θα τα έχεις ξανακούσει όμως όλ’ αυτά, και δεν μου αρέσει να χάνω το χρόνο μου. Είσαι όμορφη γυναίκα και η συγκρατημένη σεξουαλικότητά σου είναι συγκλονιστική -τη βρίσκω σχεδόν ζωώδη τώρα που ξέρω τι κρύβει. Είμαστε δυο υγιείς και αδέσμευτοι άνθρωποι που νιώθουμε μια φυσική έλξη ο ένας για τον άλλο. Και την ικανοποιούμε. Δε χρειάζεται να είναι κάτι περισσότερο ή λιγότερο, εκτός αν το θέλουμε και οι δύο». Η Λέινα έμεινε για λίγο αμίλητη. Ο τρόπος που της το είχε παρουσιάσει ήταν απόλυτα λογικός. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της προξένησε φόβο και κάποια λύπη. «Και αν συνεχίσου με να την ικανοποιούμε, θα πρέπει να παραδεχτούμε και οι δυο ότι υπάρχουν όρια». «Δε μου αρέσει η λέξη όρια». Τον ενόχλησε που την άκουσε να τη χρησιμοποιεί εδώ, στην κουζίνα του, φορώντας το κουρελιασμένο μπουρνούζι που του είχε χαρίσει η μητέρα του για τα Χριστούγεννα χρόνια πριν, ενώ η μυρωδιά από το ντους και το σεξ που είχαν απολαύσει στοίχειωνε ακόμα τις αισθήσεις του. «Όσο θα κοιμόμαστε μαζί, δε θα κοιμόμαστε με κανέναν άλλο». Η Λέινα ύψωσε και τα δυο φρύδια της διακρίνοντας τον αιχμηρό τόνο στη φωνή του. «Αυτό δε θα το έλεγα όριο αλλά κοινή ευγένεια». «Πες το όπως θέλεις. Κανείς δε θ’ ακουμπήσει τα χέρια του πάνω σου εκτός από μένα». «Για μια στιγμή». «Κι αν ο Μακ Γκρέγκορ σπρώξει τον Χένρι τον τραπεζίτη στην αγκαλιά σου, απλώς θα του τον σπρώξεις πίσω». «Δεν ξέρω κανέναν Χένρι». Η απόγνωσή της άρχισε να βγαίνει πάλι στην επιφάνεια. «Και δεν έχω ιδέα γιατί πιστεύεις ότι ο παππούς σου θα ρίξει κάποιον τραπεζίτη στην αγκαλιά μου. Δε χρειάζομαι καινούριο τραπεζίτη». «Για σύζυγο θα σου τον ρίξει, όχι για τραπεζίτη».


Η Λέινα πνίγηκε, πήρε το ποτήρι της και ήπιε μια γερή γουλιά κρασί. «Ορίστε;» Το σοκ που παραμόρφωσε το πρόσωπό της του πρόσφερε μια σκοτεινή ικανοποίηση. «Αυτό ετοιμαζόμουν να σου εξηγήσω προτού λοξοδρομήσουμε. Τον έχεις κατακτήσει». «Τον Χένρι;» «Για όνομα του Θεού, όχι, δεν έχεις γνωρίσει τον Χένρι, έτσι δεν είναι; Τον παππού μου». Η Λέινα άφησε το κρασί της και σήκωσε και τα δυο της χέρια ψηλά. «Με μπέρδεψες. Ο παππούς σου είναι ενενήντα χρονών και πολύ ευτυχισμένος από το γάμο του». Ο Ντι-Σι την κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Δεν μπορεί να είσαι τόσο χαζή. Ας δοκιμάσουμε πάλι. Ο Μακ Γκρέγκορ σε συμπαθεί -πιστεύει πως είσαι μια καλή κοπέλα που χρειάζεται ένα καλό παλικάρι δίπλα της. Πρέπει να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά. Είναι το μόνο που μπορεί να σκεφτεί. Του έχει γίνει έμμονη ιδέα». «Πάντως εμένα δε μου ανέφερε ποτέ κάτι σχετικό. Πέταξε μόνο μια σπόντα ότι η γιαγιά σου παραπονιέται επειδή δεν παντρεύεσαι να κάνεις οικογένεια». «Χα!» Η Λέινα αναπήδησε όταν ο Ντι-Σι βρόντηξε κάτω το ποτήρι του και της κούνησε το δάχτυλο. «Χα!» επανέλαβε. «Τα βλέπεις; Η γιαγιά μου δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά. Εκείνος τα κάνει όλα. Τη χρησιμοποιεί για να μας ξυπνήσει ενοχές και να κάνουμε αυτό που θέλει. Και προτού το καταλάβεις, βρίσκεσαι ν’ αγοράζεις πάνες. Το έχω δει να συμβαίνει. Εστιάζει την προσοχή του σε κάποιον από εμάς σαν προβολέας. Μετά βάζει στο δρόμο μας το σωστό ταίρι και στη συνέχεια προσποιείται ότι δεν έχει καμιά απολύτως σχέση. Τα ξαδέρφια μου έπεσαν ένα ένα σαν τις μύγες στην παγίδα του και τώρα πλέουν μέσα σε πελάγη οικογενειακής ευτυχίας, αλλά αυτό δεν του αρκεί. Όσο μένει έστω και ένας από εμάς ανύπαντρος, θα συνεχίζει τις προσπάθειες. Ο άνθρωπος είναι αδυσώπητος». Η Λέινα τον περίμενε να τελειώσει. «Εντάξει, δεν πρόκειται να τσακωθώ μαζί σου. Εσύ τον ξέρεις καλύτερα. Αν και δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να χειραγωγήσει έξυπνους ενήλικους να προχωρήσουν σε μια τόσο σοβαρή δέσμευση όπως ο γάμος. Αλλά όπως και να έχει το πράγμα», συνέχισε ακούγοντάς τον να ξεφυσάει, «εγώ δεν έχω καμιά πρόθεση να πα-


ντρευτώ ποτέ κανέναν. Άρα δε με αφορά». «Εδώ είναι που κάνεις λάθος -κι έτσι ακριβώς θα σου τη φέρει». Κούνησε προς το μέρος της το πιρούνι και στη συνέχεια τύλιξε κι άλλα μακαρόνια. «Τώρα έστρεψε το ενδιαφέρον του σ’ εσένα, Λέινα. Είναι ανακούφιση για μένα, μια και βγήκα για λίγο από το στόχαστρό του, αλλά είναι δίκαιο να σε προειδοποιήσω. Θα φερθεί πανούργα, θα σου αναφέρει, δήθεν τυχαία, ότι γνωρίζει έναν πολύ καλό νέο. Και στη συνέχεια θα βρει τον τρόπο να συναντηθείτε οι δυο σας». «Και αυτός ο νέος θα είναι ο Χένρι». «Θα μπορούσε. Γι’ αυτό να πεις στο γερο-ανακατωσούρα ότι δεν ενδιαφέρεσαι για κανέναν Χένρι». Εκείνη δεν μπόρεσε να αντισταθεί και του χαμογέλασε μελιστάλαχτα. «Τραπεζίτης, είπες; Αναρωτιέμαι αν είναι τακτικός. Μήπως σου είπε ο παππούς σου πώς είναι;» «Ω, καλά, συνέχισε εσύ τ’ αστεία. Να δούμε αν θα γελάς όταν θα μιλάς με τους διοργανωτές του γάμου». «Νομίζω ότι είμαι σε θέση να χειριστώ μια απόπειρα προξενιού. Και με κολακεύει που ο παππούς σου ενδιαφέρεται για το μέλλον μου». «Κι αυτός είναι ένας από τους τρόπους του να σε τυλίξει πακέτο», μουρμούρισε ο Ντι-Σι. Η Λέινα έμεινε σκεφτική για λίγο, ύστερα παραμέρισε το πιάτο της και έγειρε μπροστά. «Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που σου την έδωσε και μ’ έβγαλες σηκωτή από το σπίτι των γονιών σου; Επειδή είπε ο παππούς σου ότι θα με γνώριζε σε κάποιον τραπεζίτη; Αυτή η αντίδραση μου ακούγεται σαν ζήλια». «Ζήλια;» Τα μάτια του άστραψαν. «Ωραίο τρόπο βρήκες να με ευχαριστήσεις που σε νοιάζομαι. Με προσβολές». Η Λέινα σηκώθηκε ήρεμα, πήρε το πιάτο της και το μετέφερε στον ήδη ξέχειλο νεροχύτη. «Μια απλή παρατήρηση έκανα». «Τότε θα πρέπει να πας να σε κοιτάξει οφθαλμίατρος». «Ό,τι πεις». Κούνησε το χέρι της σαν να ήθελε να κλείσει το θέμα. «Πες μου, έχεις βάλει ποτέ σε λειτουργία το πλυντήριο πιάτων;» «Δε ζήλεψα. Ανησύχησα». «Μμ». Η Λέινα τοποθέτησε τακτικά το πιάτο της στο άδειο πλυντήριο. «Αν ζήλευα, θα απειλούσα να κάνω τον Χένρι κομματάκια». «Κατάλαβα». Από τη στιγμή που ήταν εκεί, και ήταν κι εκείνα εκεί, η Λέινα άρχισε να βάζει τα στοιβαγμένα πιάτα στο πλυντήριο.


«Στη συνέχεια θα τον έβρισκα και θα πραγματοποιούσα την απειλή μου». «Α, πολύ συναρπαστικό. Τέλειωσες με το πιάτο σου;» Το ήξερε πως ήταν χαζό, αλλά απόλαυσε το ρίγος που τη διαπέρασε όταν ο Ντι-Σι σηκώθηκε από το τραπέζι και τη γύρισε προς το μέρος του. «Δε ζηλεύω, απλά είμαι κτητικός». «Ωραία. Εσύ μπορείς να χρησιμοποιείς τον όρο σου κι εγώ τον δικό μου». Εκείνος γρύλισε, τη σήκωσε στις μύτες των ποδιών της και διέκρινε την προκλητική λάμψη στα μάτια της. Ένιωσε τα χείλη του να συστρέφονται και μετά γέλασε. «Δεν πάει στο διάβολο», μουρμούρισε, και χαμογελούσε όταν τη φίλησε. Πάντως δε ζηλεύω, είπε στον εαυτό του αργότερα, πολύ αργότερα, ξαπλωμένος στο σκοτάδι, με τη Λέινα να κοιμάται δίπλα του. Απλά προστάτευε... κάτι που είχε αποφασίσει ότι ήταν δικό του. Προσωρινά δικό του. Του άρεσε να την έχει κοντά του, και ας τον είχε βάλει να καθαρίσει την κουζίνα προτού την παρασύρει πάλι στο κρεβάτι. Του άρεσαν εκείνα τα ήρεμα, συγκρατημένα βλέμματα που του έριχνε όταν μιλούσαν και οι καυτές, πεινασμένες ματιές της όταν έκαναν σεξ. Του άρεσε ο ήχος της φωνής της. Ήρεμος όταν συζητούσαν για μουσική ή τέχνη. Βραχνός όταν ψιθύριζε τ’ όνομά του στο σκοτάδι. Και τον είχε συγκινήσει, είχε νιώσει θλίψη για εκείνο το κοριτσάκι που είχε γνωρίσει πολύ λίγη τρυφερότητα και χαρά στη ζωή του. Του είχε μιλήσει για πλεονεκτήματα, αλλά κατά τη γνώμη του τα πλεονεκτήματά της ήταν ελάχιστα. Η έλλειψη σταθερότητας και αγάπης ήταν ο λόγος που είχε διαγράψει την πιθανότητα να δημιουργήσει μια μέρα δική της οικογένεια. Και αυτό το έβρισκε φοβερά λυπηρό. Όχι πως ο ίδιος βιαζόταν να κάνει οικογένεια, θύμισε στα γρήγορα στον εαυτό του. Αλλά κάποια μέρα, σίγουρα... όταν θα έφτανε η κατάλληλη στιγμή, όταν θα γνώριζε την κατάλληλη γυναίκα, ήθελε να κάνει οικογένεια και ν’ αποκτήσει παιδιά, να στήσει ένα σπιτικό γεμάτο φασαρία και χρώμα. Δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον που να μην τα θέλει όλα αυτά. Και πίστευε πως και η γυναίκα που είχε δει να κοιτάζει ονειροπόλα τους πανσέδες έκρυβε κάπου βαθιά μέσα της μια καρδιά που ήθελε ν’ αγαπηθεί και ν’ αγαπήσει. Την είδε πάλι με τη φαντασία του όπως ήταν την ώρα που φορούσε το παλιό του μπουρνούζι, με τα κουρελιασμένα μανίκια γυρισμένα τακτικά προς τα πάνω, ξυπόλυτη, με τα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω και τα σαρκώδη χείλια της άβαφα.


Και την ειλικρίνεια στα μάτια της καθώς του εξηγούσε γιατί δεν μπορούσε να γίνει τίποτε μεταξύ τους. Τώρα ήταν κουλουριασμένη δίπλα του, φορώντας ένα μακό μπλουζάκι του για να προστατευτεί από την ψύχρα της ανοιξιάτικης νύχτας. Είχαν ανακαλύψει τουλάχιστον ένα κοινό σημείο μεταξύ τους. Άρεσε και στους δύο να κοιμούνται με ανοιχτά παράθυρα. Όχι, δε ζήλευε, διαβεβαίωσε τον εαυτό του καθώς τύλιγε κτητικά το μπράτσο του γύρω της για να την τραβήξει πιο κοντά του. Απλά την απολάμβανε. Για όσο καιρό κρατούσε.


Κεφάλαιο 8

Ο Ντι-Σι απομακρύνθηκε από το πορτραίτο και το κοίταξε, έκπληκτος από αυτό που είχε εξωτερικεύσει στον καμβά. Δεν παρίστανε το μετριόφρονα σε ό,τι είχε σχέση με τη δουλειά του. Για την ακρίβεια, τον είχαν κατηγορήσει, και όχι μία φορά, ότι η αυτοπεποίθηση που έτρεφε για την τέχνη του ήταν εκνευριστική. Ζωγράφιζε ό,τι αισθανόταν, ό,τι έβλεπε, ό,τι ήξερε ή ήθελε να μάθει. Σπάνια του συνέβαινε να τραβήξει απογοητευμένος το βλέμμα του από έναν ολοκληρωμένο πίνακά του. Και του συνέβαινε ακόμα πιο σπάνια να νιώσει συγκλονισμένος από κάτι που είχε δημιουργήσει με την καρδιά και τα χέρια του. Αλλά η Λέινα τον συγκλόνισε. Δεν είχε δουλέψει κοιτάζοντας κάποιο σκίτσο αλλά από μνήμης, μια στιγμή μέσα στο χρόνο που είχε καρφωθεί στο μυαλό του, είχε μείνει εκεί και αρνιόταν να αποτραβηχτεί μέχρι που την αναδημιούργησε. Σκόπευε να φτιάξει άλλη μια ακουαρέλα, χρησιμοποιώντας αχνά χρώματα, συγκρατημένους τόνους. Στο κάτω κάτω, αυτή ήταν η εικόνα της. Το στυλ της. Ο τύπος της. Έπιασε όμως τον εαυτό του να προετοιμάζει τον καμβά για ελαιογραφία, να διαλέγει έντονα χρώματα, ζωηρές αποχρώσεις, δυνατές πινελιές. Την είχε ζωγραφίσει στο κρεβάτι, στο δικό της κρεβάτι. Είχαν περάσει πάνω από δώδεκα νύχτες μαζί, άλλες στο κρεβάτι της και άλλες στο δικό του, μέσα σ’ έναν παροξυσμό πάθους που τώρα πια ο Ντι-Σι καταλάβαινε ότι ξάφνιαζε και τους δυο. Τώρα τον κοιτούσε από τον καμβά. Είχε ζωγραφίσει τα μάτια της βαριά, το στόμα της απαλό και ελαφρά χαμογελαστό, μια δήλωση επίγνωσης της θηλυκότητάς της. Τα μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα και λαμπερά. Θυμήθηκε πώς τα είχε χτενίσει με τα δάχτυλά της -μια μόνιμη συνήθειά της- καθώς είχε ανακαθίσει μέσα στα μπερδεμένα σεντόνια. Και είχε γυρίσει το κεφάλι της. Δεν ήξερε γιατί αυτή η συγκεκριμένη στιγμή είχε μείνει τόσο ζωντανή στο μυαλό του. Ο τρόπος που είχε γυρίσει το κεφάλι της, το αχνό χαμόγελό της, το φως της λάμπας που είχε λούσει τον ώμο της. Και είχε σταυρώσει το μπράτσο πάνω στο στήθος της, όχι τόσο από σεμνοτυφία, αλλά από συνή-


θεια και πάλι. Αυτή η στιγμή της έντονης σεξουαλικότητας, της ήρεμης επιφυλακτικότητας, της ανέμελης οικειότητας αρνιόταν να τον εγκαταλείψει. Από αυτή τη στιγμή είχε δημιουργήσει ένα έργο που ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. Ήταν ζωντανό. Τον γνώριζε. Και καθώς το κοιτούσε, του ανταπέδιδε το βλέμμα. «Ποιος στο διάβολο είσαι;» μουρμούρισε συγκλονισμένος. Νόμιζε ότι γνώριζε τον εαυτό του, αλλά τώρα πια δεν ήταν σίγουρος. Οργισμένος σχεδόν, πέταξε το πινέλο του και πήγε στο παράθυρο. Πότε είχε τρυπώσει η Λέινα μέσα του; Και εκείνος, πώς είχε επιτρέψει να συμβεί; Και τι στην ευχή θα έκανε τώρα που είχε αρχίσει να ερωτεύεται μια γυναίκα που δεν ήταν καν σίγουρος ότι υπήρχε; Η γυναίκα που είχε ζωγραφίσει ήταν η πραγματική Λέινα ή αυτό που ήθελε εκείνος να είναι; Δεν ήταν απόλυτα σίγουρος τι ακριβώς ήθελε από εκείνη, αλλά ήξερε ότι δεν ήταν μόνο το κορμί της τη νύχτα. Ποτέ δεν ήταν, όσο έντονος κι αν ήταν ο πόθος. Ήταν ήδη κομμάτι της ζωής του κι εκείνος της δικής της, αν και κανείς από τους δυο δεν έδειχνε ικανός να, το παραδεχτεί. Τον είχε καταφέρει να βγάλει τα ρούχα του από τις κούτες. Εκείνος της είχε αγοράσει σκυλάκια και την είχε πείσει να τα φυτέψει ακανόνιστα στην άκρη της αυλής. Ύστερα είχαν καθίσει στο απαλό φως του σούρουπου και είχαν θαυμάσει το αποτέλεσμα. Είχε αγοράσει κρεβάτι, κανονικό κρεβάτι, και την είχε αφήσει να τον πείσει να πάρει αυτό με το σκαλιστό μπρούντζινο κεφαλάρι, κι ας το έβρισκε κάπως γυναικείο. Η Λέινα είχε δίκιο, ταίριαζε τέλεια στο δωμάτιο. Και το είχε απολαύσει όταν την ευχαρίστησε για τη διορατικότητά της μόλις μπήκε το κρεβάτι στη θέση του. Είχαν πάει στην όπερα, σε ένα πανηγύρι, σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου και σε μια παράσταση μπαλέτου. Για κάποιο λόγο, αυτό το μείγμα προτιμήσεων και συνηθειών έδειχνε να δημιουργεί ένα τέλειο σύνολο. Αποκλείεται, θύμισε στον εαυτό του. Αυτή δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και εκείνη δεν ήταν η κατάλληλη γυναίκα. Και τότε την είδε να περπατάει στο πεζοδρόμιο με μεγάλα, χαριτωμένα βήματα. Είχε αλλάξει, δε φορούσε τα ρούχα της δουλειάς. Στο μαγαζί φορούσε συνήθως αυστηρά, κομψά κοστούμια. Τώρα φορούσε λεπτό λινό πα-


ντελόνι και πουκάμισο στο πράσινο του γλυκολέμονου. Κρατούσε μια πελώρια τσάντα για ψώνια με τη φίρμα του Ντρέικ’ς. Και την είδε, με μια δόση συγκρατημένης ευθυμίας, να κοιτάζει και από τις δυο μεριές προτού διασχίσει το δρόμο. Ακόμα και τη στιγμή που έλεγε στον εαυτό του ότι προτιμούσε να μείνει μόνος, άνοιξε το παράθυρο και έγειρε έξω. Ακούγοντας το θόρυβο, η Λέινα κοίταξε ψηλά και σταμάτησε. Σκίασε τα μάτια της από τον ήλιο με το χέρι της. Ήταν χαζό, το ήξερε, αλλά και μόνο στη θέα του ένιωσε ένα έντονο ρίγος να τη διαπερνά. Οι ώμοι του γέμιζαν το άνοιγμα του παραθύρου. «Γεια». Του χαμογέλασε και προσπάθησε να ελέγξει την αμηχανία της. Την κοιτούσε πολύ επίμονα. «Δουλεύεις ακόμα;» Ο Ντι-Σι δίστασε. Ήξερε πως αν της έλεγε ναι, θα έκανε μεταβολή και θα γύριζε από εκεί που ήρθε. Δεν έμπλεκαν ο ένας στα πόδια του άλλου όταν δούλευαν. «Όχι, έλα πάνω». Η Λέινα είχε κλειδί. Αυτό ήταν κάτι ακόμα που είχε συμβεί χωρίς να το σχεδιάσει κανείς τους, συνειδητοποίησε ο Ντι-Σι. Σαν να είχε ξυπνήσει μόλις από κάποιο όνειρο, πέρασε το χέρι στα μαλλιά του και έτριψε το πρόσωπό του. Βγήκε στο πλατύσκαλο τη στιγμή που εκείνη έμπαινε από την πόρτα κάτω. Έμειναν να κοιτάζονται. Θεέ μου, σε θέλω, ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί ο Ντι- Σι. Πότε θα σταματήσει αυτό; «Είπα να ρισκάρω την πιθανότητα να είσαι στο σπίτι και να μην έχεις δουλειά». Οι παλάμες της είχαν ιδρώσει, με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη μετακινήσει νευρικά τη σακούλα από το ένα χέρι στο άλλο. «Ήρθα απλά να σου αφήσω αυτό». Αχ, βοήθεια! ούρλιαζε μια φωνή μέσα της. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί σου. «Τι είναι;» «Ένα καινούριο κάλυμμα για το κρεβάτι». Κατέβαλε προσπάθεια για να κάνει πιο φωτεινό το χαμόγελό της. «Πολύ απλό και αρκετά αρρενωπό ώστε να μη χαλάσει το στυλ διακόσμησης στο Ιστ Βίλατζ με πλεονάσματα του στρατού». Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του. Είχε αρχίσει ήδη να του τακτοποιεί το σπίτι. Δεν τον ενοχλούσε αυτό. Δεν είχε καμιά αντίρρηση να ζει σε ένα συγυρισμένο σπίτι, αρκεί να μη χρειαζόταν να το συγυρίζει εκείνος. «Νοικοκυρά μου εσύ. Φέρ’ το πάνω».


«Ήταν σε προσφορά», του είπε, σφιγμένα τώρα. «Αν δε σου αρέσει, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για ριχτάρι. Όπως και να ’χει, είναι καλύτερο από το κουρέλι που έχεις τώρα -αν και, βέβαια, ποτέ δεν κάνεις τον κόπο να στρώσεις το κρεβάτι». Όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας, σήκωσε τη σακούλα και του την κόλλησε στο στήθος. «Παρακαλώ». «Δε σ’ ευχαρίστησα ακόμα. Θα το είχα κάνει, αν δεν ήσουν απασχολημένη να μου κάνεις κήρυγμα». «Δεν ήταν κήρυγμα, ήταν ένα απλό σχόλιο». Ο Ντι-Σι άφησε τη σακούλα και την άρπαξε από το χέρι προτού προλάβει να κατέβει τη σκάλα. «Για πού το ’βαλες;» «Για το σπίτι μου. Και την επόμενη φορά που θα μπω στον πειρασμό να σου κάνω μια χάρη, θα φροντίσω ν’ αντισταθώ, πίστεψέ με». «Κανείς δε σου ζήτησε να μου αγοράζεις σκεπάσματα για το κρεβάτι ή να μου πλένεις τα πιάτα ή να μου αγοράζεις φρέσκα φρούτα από την αγορά». Η οργή και η αμηχανία πάλεψαν μέσα της και τελικά υπερίσχυσε η οργή. «Το έπιασα το υπονοούμενο», του είπε σοβαρά. «Και θα φροντίσω να μην το ξανακάνω. Ούτε θα ξαναπεράσω χωρίς να τηλεφωνήσω πρώτα, μια και, απ’ ό,τι φαίνεται, είμαι ευπρόσδεκτη μόνο όταν είσαι έτοιμος να με ρίξεις στο κρεβάτι». Τα μάτια του άστραψαν. Ήταν τόσο άγριος ο θυμός που φούντωσε μέσα του, ώστε πίεσε τον εαυτό του να κάνει ένα βήμα πίσω. «Δεν είναι το σεξ». Ανίκανος να εμπιστευτεί τον εαυτό του, έκανε μεταβολή και μπήκε στο ατελιέ του. «Μπα, δεν είναι;» Ο θυμός και ο πόνος της ήταν τόσο μεγάλοι, που την έσπρωξαν να διαβεί το κατώφλι ενός κομματιού της ζωής του όπου δεν την είχε προσκαλέσει μέχρι τώρα. «Τότε τι είναι;» τον ρώτησε μπαίνοντας στο ατελιέ πίσω του. «Δεν ξέρω». Γύρισε έτοιμος για καβγά, αλλά έμεινε να την κοιτάζει όπως είχε κοιτάξει λίγο πριν το πορτραίτο της. «Δεν ξέρω», είπε αναστενάζοντας και στράφηκε πάλι προς το παράθυρο. «Με βρήκες σε άσχημη ψυχική διάθεση, Λέινα». Θέλοντας να καθαρίσει το μυαλό του, ακούμπησε τα χέρια του στο περβάζι και έσκυψε έξω. «Μου συμβαίνει συχνά». Και στην προκειμένη περίπτωση, σκέφτηκε εκείνη, έγινες ξαφνικά από τσαντίλας δυστυχισμένος. Δεν της άρεσε που ήθελε να τον πλησιάσει και να τον ηρεμήσει. Δεν ήταν δική της δουλειά να τον ηρεμεί ούτε να ανέχεται τα καπρίτσια του.


Συμβούλεψε τον εαυτό της να φύγει, να βγει απ’ τη ζωή του και να διατηρήσει στη μνήμη της αυτές τις τελευταίες βδομάδες της ζωής της ως μια εκπαιδευτική εμπειρία. Αντί γι’ αυτό, γύρισε και έριξε μια αργή ματιά στο δωμάτιο γύρω της. Τα πάντα εδώ μέσα αντανακλούσαν την προσωπικότητά του, σκέφτηκε. Από τους καμβάδες που ήταν ακουμπισμένοι στους τοίχους μέχρι τα βαζάκια με τις μπογιές και τα πινέλα που ήταν σκορπισμένα παντού. Οι μυρωδιές ήταν έντονες -άγνωστες και οικείες ταυτόχρονα. Η μυρωδιά του -εκείνος ο συνδυασμός ζωώδους αρρενωπότητας και σαπουνιού. Και άλλες, από νέφτι, διαλυτικό και χρώματα. Ήταν μεγάλο δωμάτιο, γεμάτο φως. Γεμάτο από εκείνον. Κοίταξε τους καμβάδες με τις έντονες πινελιές, τις αντικρουόμενες μορφές και τα σχήματα. Σε έναν πίνακα κυριαρχούσαν οι βαριές σκιές, ενώ ένας άλλος ήταν φωτεινός, παιχνιδιάρικος και χαρούμενος. Δεν τους καταλάβαινε πραγματικά, αλλά ξυπνούσαν μέσα της συναισθήματα. Αυτό, υπέθεσε, αντικατόπτριζε και την αντίδρασή της απέναντι στον καλλιτέχνη. «Ψυχικές μεταπτώσεις, ναι, το βλέπω». Πλησίασε ένα καβαλέτο. «Σου συμβαίνει πολύ συχνά. Και αυτό σε κάνει εν μέρει αυτό που είσαι». Ο Ντι-Σι γύρισε και την είδε να περιεργάζεται τα έργα του. «Και εσύ είσαι σταθερή και ισορροπημένη. Κι αυτό σε κάνει αυτό που είσαι. Τι διάολο κάνουμε μαζί οι δυο μας, Λέινα;» Αυτό ήταν αναμενόμενο, θύμισε στον εαυτό της καθώς συνέχιζε να κοιτάζει τους καμβάδες του. Πως θα έφτανε κάποια στιγμή σε αυτό το συμπέρασμα, όταν πια εκείνη θα είχε πείσει τον εαυτό της ότι, σε τελική ανάλυση, δεν έπρεπε να τη νοιάζει. «Συχνά κάνω κι εγώ την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου πέντε λεπτά αφότου έχω φύγει από κοντά σου». Ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της, αποφασισμένη να φανεί πρακτική. «Είναι αυτό που είπες από την αρχή. Βασική έλξη. Σωματική». «Είναι;» «Πάντως αυτό είναι», είπε η Λέινα δείχνοντάς του τον πίνακα που είχε τελειώσει λίγες ώρες προτού μπει εκείνη στη ζωή του και αλλάξει τα πάντα. «Είναι γεμάτο συναισθήματα, γεμάτο πάθος. Σου δημιουργεί μια ωμή, επικίνδυνη και καθόλου άνετη αίσθηση». «Είναι η Ανάγκη», της ψιθύρισε. «Ναι. Οι ανάγκες ικανοποιούνται και μετά αλλάζουν».


«Ακόμα κι αν προτιμάς να μην είναι έτσι. Έλα εδώ». Της άπλωσε το χέρι του. «Και. πες μου τι βλέπεις». Η Λέινα διέσχισε το δωμάτιο, αλλά δεν έπιασε το χέρι που της είχε απλώσει. Θα ήταν λάθος να τον αγγίξει, ήταν σίγουρη γι’ αυτό, τη στιγμή που είχαν φτάσει στο τέλος. Και ο πόνος έκαιγε την καρδιά της. «Πες μου τι βλέπεις», επανέλαβε εκείνος και, διαπιστώνοντας ότι εκείνη δεν ήθελε να τον αγγίξει, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και τη γύρισε προς τον καμβά και τον εαυτό της. Πρώτο ήρθε το σοκ, ωθώντας τη να σηκώσει το μπράτσο και να το φέρει στο στήθος της, σε μια στάση σχεδόν ίδια με του πίνακα. Η καρδιά της σταμάτησε, ο λαιμός της έκλεισε. «Δεν ήταν αυτό που περίμενα να ζωγραφίσω», της είπε βιαστικά. «Ή να δω. Ή να νιώσω. Μόλις τον τέλειωσα. Ύστερα κοίταξα από το παράθυρο και σε είδα να περπατάς στο δρόμο». «Με... με έκανες όμορφη». «Είσαι όμορφη». Είναι πολύ... προσωπικό, σκέφτηκε η Λέινα με μια αίσθηση πανικού. Η γυναίκα του πορτραίτου δεν κρατούσε καμιά ασπίδα, δε φορούσε καμιά μάσκα. Η γυναίκα που είχε ζωγραφίσει ο καλλιτέχνης γνώριζε πράγματα που ήταν άγνωστα σ’ εκείνη. «Δεν είμαι έτσι». «Έτσι σε είδα εγώ τη συγκεκριμένη στιγμή. Γεμάτη δύναμη και ικανοποίηση. Δεν ήταν αυτό που ήθελα να ζωγραφίσω», της επανέλαβε, «αλλά έτσι μου βγήκε». Άγγιξε το μάγουλό της κι ύστερα έσυρε αργά τα δάχτυλά του μέχρι το πιγούνι της και ανασήκωσε το κεφάλι της μέχρι που έσμιξαν τα βλέμματά τους. «Νιώθω συγκλονισμένος. Γιατί δεν έχουμε βαρεθεί ο ένας τον άλλο, Λέινα; Γιατί δεν μπορώ να σε χορτάσω και να συνεχίσω τη ζωή μου;» «Αυτό ήταν το σχέδιο;» «Ναι, που να πάρει η οργή. Αλλά δεν έχει αποτέλεσμα. Έχεις αρχίσει να με φοβίζεις», μουρμούρισε καθώς χαμήλωνε το στόμα του στο δικό της. Απαλά, τρυφερά, ένα σχεδόν αέρινο φιλί. Που έφτασε ως τα βάθη του είναι της. «Θα πρέπει να πάψουμε να βλεπόμαστε για λίγο». «Έχεις απόλυτο δίκιο». Σήκωσε και το άλλο χέρι του και πήρε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. «Βλεπόμαστε καθημερινά βδομάδες τώρα». Έγειρε πάνω του, τον αγκά-


λιασε από τη μέση. «Πρέπει να κάνουμε λίγο πίσω, να εκτιμήσουμε την κατάσταση». «Λογικό ακούγεται». Η Λέινα αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Δεν είναι αυτό που θέλω». «Ούτε εγώ». «Δε θέλω να σ’ ερωτευτώ, Ντι-Σι, δεν είμαι κατάλληλα εξοπλισμένη για κάτι τέτοιο, για σένα. Θα ήταν σκέτη καταστροφή». «Το ξέρω». Έκλεισε τα μάτια του και έτριψε το μάγουλό του στα μαλλιά της. «Πόσο κοντά είσαι στο να με ερωτευτείς;» «Τρομακτικά κοντά». «Κι εγώ το ίδιο». «Ω Θεέ μου. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε να συμβεί. Θα καταστρέψει τα πάντα τη στιγμή...» Το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της, σβήνοντας κάθε λογική σκέψη από το μυαλό της, βγάζοντας στην επιφάνεια συναισθήματα από τα οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει. «Μείνε μαζί μου, Λέινα». Αυτή τη φορά η κούρσα δεν ήταν τρελή, ήταν ονειρική. Δεν υπήρχαν φλογερά ξεσπάσματα, αλλά μια γλυκιά ζεστασιά που την άγγιξε μέχρι τα κατάβαθα της καρδιάς της. Δεν υπήρχε ξελόγιασμα ούτε απαίτηση, αλλά ένα σφιχτό σμίξιμο καθώς τη μετέφερε από το ατελιέ στο κρεβάτι που είχαν διαλέξει μαζί. Τρυφερά, υπομονετικά, με τον απογευματινό ήλιο να μπαίνει από τα παράθυρα, την άγγιξε. Και διέλυσε κάθε ελπίδα αντίστασης. Η απόλαυσή της καθώς την έγδυνε ήταν ήρεμη, φυσική σαν την ανάσα, απαλή σαν την αύρα που χάιδευε το δέρμα της. Άπλωσε τα χέρια της, αποζητώντας κάτι περισσότερο από αυτή την αργή, υπέροχη αίσθηση, και το βρήκε καθώς τον τραβούσε πιο κοντά, καθώς σήκωνε το κεφάλι της και του πρόσφερε τα χείλη της. Τώρα πια το κορμί αυτού του πολεμιστή τής ήταν γνώριμο -οι ατσάλινοι μύες, τα μεγάλα χέρια, οι φαρδιές, δυνατές πλάτες. Αλλά κάτι είχε αλλάξει στις κινήσεις του, στον τρόπο που το σώμα του κάλυψε το δικό της. Κάτι που έκανε το σφυγμό της να χτυπάει αργά και δυνατά. Αλλά και εκείνος αποζητούσε κάτι περισσότερο, περισσότερη από αυτή τη νωχελική παράδοση, από αυτούς τους αργούς αναστεναγμούς, από αυτά τα παρατεταμένα ρίγη. Και καθώς του τα πρόσφερε, την οδήγησε αργά και


προσεκτικά στην κορυφή, παρακολουθώντας στο φως του ήλιου το πρόσωπό της να συσπάται και μετά να ηρεμεί πάλι. Γλίστρησε μέσα της, ξαφνιασμένος από το βάθος της δικής του επιθυμίας να προσφέρει, της ανάγκης του να δει αυτά τα αχνοπράσινα μάτια να συννεφιάζουν και να σκοτεινιάζουν, να την ακούσει να προφέρει το όνομά του. Έμεινε να την κοιτάζει για μερικές ατέλειωτες στιγμές, μέχρι που η όρασή του θόλωσε, και τότε το στόμα του βρήκε για μια ακόμη φορά το δικό της καθώς το σώμα και η καρδιά του διαλύονταν. Δεν ήταν αυτή η απάντηση, είπε η Λέινα στον εαυτό της, και αντιστάθηκε στο ένστικτο που της έλεγε να μείνει εκεί, χωμένη στην αγκαλιά του. Αν επέτρεπε στον εαυτό της να παραδοθεί σ’ αυτό που αισθανόταν, ήταν χαμένη. Αν δεν απομακρυνόταν αρκετά ώστε να μπορέσει να σκεφτεί, να προγραμματίσει, να θυμηθεί αυτό που ήθελε, θα έκανε ένα ανεπανόρθωτο λάθος. Σηκώθηκε γρήγορα και άρχισε να ντύνεται. Ο Ντι-Σι την παρακολουθούσε με μάτια θολά ακόμα από την εμπειρία που είχαν ζήσει. «Γιατί το κάνεις αυτό;» Τα χέρια της τρεμούλιασαν καθώς κούμπωνε τα κουμπιά της. «Πρέπει να σκεφτούμε. Θα γυρίσω σπίτι μου». «Λέινα. Μείνε». «Όχι, αυτό περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα, προχωράμε πολύ γρήγορα». Ο Ντι-Σι σηκώθηκε και φόρεσε το τζιν του. «Σημαίνεις πολλά για μένα». Ακούγοντας τα λόγια του, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε με μάτια πλημμυρισμένα από συναισθήματα. «Το ξέρω. Σκέφτομαι... Αυτό είναι το θέμα», συνέχισε, νιώθοντας τον πανικό της να μεγαλώνει. «Δεν μπορώ να σκεφτώ. Θα φύγω για λίγες μέρες. Όλα αυτά μπορεί να οφείλονται απλά στο γεγονός ότι μπλέξαμε τα συναισθήματα σε κάτι που υποτίθεται ότι θα ήταν μια περιστασιακή σχέση». «Φυσικά και είναι έτσι». Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του, γιατί, αν δεν το έκανε, θα τη γράπωνε ξανά, και αυτό δε θα έδινε λύση σε τίποτα πέρα από τη δική του απελπισμένη ανάγκη. «Αυτό δεν είναι το πρόβλημα;» «Δεν ξέρω ποιο είναι το πρόβλημα». Και αυτό ήταν που τη φόβιζε περισσότερο, συνειδητοποίησε η Λέινα. Όταν τον κοιτούσε, ξεχνούσε τα πάντα τα σχέδιά της, τα λογικά και καλοοργανωμένα σχέδιά της. «Αλλά πρέπει να το σκεφτούμε καλά και οι δυο, προτού γίνει ακόμα πιο πολύπλοκη αυτή η...


κατάσταση. Θα μείνουμε μακριά ό ένας από τον άλλο για λίγες μέρες για να ηρεμήσουμε». Ο Ντι-Σι έγειρε πίσω στον τοίχο και ύψωσε τα φρύδια του. «Κι αν δε γίνει αυτό;» «Θα το αντιμετωπίσουμε τότε». «Σε θέλω, Λέινα». «Το ξέρω». Και ο σφυγμός της έχασε ένα χτύπο ακούγοντάς το, ξέροντάς το. «Αν ήταν μόνο αυτό, δε θα είχαμε πρόβλημα». «Δε χρειάζεται να γίνει πρόβλημα. Το να λαχταράς κάτι περισσότερο δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα». «Για μένα είναι. Πρέπει να φύγω. Πρέπει να σκεφτώ». Είχε βγει σχεδόν από την πόρτα όταν εκείνος πρόφερε τ’ όνομα της, μόνο τ’ όνομά της, και σταμάτησε. Δε γύρισε προς το μέρος του, δεν τόλμησε. Μ’ ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού της, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και έφυγε. Ο Ντι-Σι σκέφτηκε να την ακολουθήσει. Θα μπορούσε να την προλάβει προτού βγει από το κτίριο. Να την πείσει να επιστρέψει στο διαμέρισμα, να τη φέρει πίσω σηκωτή, αν χρειαζόταν. Και να τη ρίξει πάλι στο κρεβάτι. Δεν αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα στο κρεβάτι. Και μετά τι; Απομακρύνθηκε από τον τοίχο βρίζοντας και γύρισε στο ατελιέ του. Δεν πήγε στο παράθυρο. Δεν ήθελε να τη δει να φεύγει. Αντί γι’ αυτό, κοίταξε τα δύο έργα του. Λέινα και Ανάγκη. Και αναρωτήθηκε πώς είχε γίνει και ήταν ταυτόσημα για εκείνον.


Κεφάλαιο 9

Δεν πήγε σπίτι της. Παραδόξως, αν και ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένη που ζούσε εκεί, ήταν το τελευταίο μέρος όπου ήθελε να πάει. Να πάρει η οργή, ήταν ευτυχισμένη μόνη της, ενθουσιασμένη με τη ζωή και τη δουλειά της. Οι φιλοδοξίες της ήταν απλές και σαφείς. Θα μετέτρεπε το Ντρέικ’ς της Ουάσιγκτον σε κέντρο μόδας, θα εδραίωνε τη φήμη του ως ενός από τα πιο σπουδαία και ελκυστικά καταστήματα της Ανατολικής Ακτής. Και παράλληλα θα εδραίωνε και τη δική της φήμη. Δε θα ήταν μία ακόμα Ντρέικ, δε θα ήταν απλά η κόρη. Θα ήταν η Λέινα Ντρέικ, καταξιωμένη και ικανή επιχειρηματίας με ταλέντο στη μόδα. Της άρεσαν τα ταξίδια. Μιλάνο, Παρίσι, Λονδίνο. Λάτρευε τις επιδείξεις της υψηλής ραπτικής και τη διαδικασία επιλογής και αγοράς των κατάλληλων μοντέλων, την ενθουσίαζε η ανακάλυψη καινούριων σχεδιαστών. Και το έκανε καλά. Τα τελευταία χρόνια είχε ακονίσει τις ικανότητες της, είχε αναπτύξει το δικό της στυλ και είχε μάθει καλά τη δουλειά. Τη δουλειά την καταλάβαινε, τους ανθρώπους όχι. Αναστέναξε και επιβράδυνε το βήμα της. Πώς μπορούσε να ξέρει αν ήταν ερωτευμένη; Δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν αντιμέτωπη με κάτι παρόμοιο. Οι άντρες στους οποίους επέτρεπε να μπουν στη ζωή της ήταν καλόβολοι, άνετοι... ασφαλείς. Δεν την είχε βάλει ποτέ κανένας στον πειρασμό ν’ αλλάξει κατεύθυνση στη ζωή της, να κάνει συμβιβασμούς, να τροποποιήσει τα σχέδιά της. Και δεν είχε αγγίξει ποτέ κανένας την καρδιά της. Ήταν καλύτερα έτσι, βεβαίωνε τον εαυτό της. Μ’ αυτό τον τρόπο είχαν ζήσει τόσα χρόνια μαζί οι γονείς της. Αλλά εκείνη δεν ήθελε έναν κούφιο γάμο σαν αυτόν που την είχε γεννήσει. Δεν ήθελε καθόλου το γάμο -αυτό δεν ήταν το θέμα; Και βέβαια, αυτό ήταν, αποφάσισε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Αυτό ακριβώς ήταν το θέμα. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να τον κρατήσει σε απόσταση, να ξαναβρεί τη συναισθηματική της ισορροπία και μετά να επιστρέφει στη συνηθισμένη της ζωή. Θα κανόνιζε να λείψει μερικές μέρες από τη δουλειά και να κάνει ένα σύντομο ταξίδι. Οπουδήποτε, σκέφτηκε, παίρνοντας τελικά το δρόμο για το


σπίτι της, αλλά αρκετά μακριά ώστε να εμποδίσει τον εαυτό της να επιστρέψει στο διαμέρισμά του. Διάβολε, ήταν ανάγκη να μένει λίγα μόνο τετράγωνα μακριά του; «Επιτέλους, ήρθες!» Η Λέινα σήκωσε το κεφάλι της και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει όταν είδε τη Μάιρα να διασχίζει το πεζοδρόμιο προς το μέρος της. Αυτόματα, κάλυψε την απόσταση και φίλησε τη νονά της στο μάγουλο. «Βγήκα για ένα βραδινό περίπατο», της είπε η Μάιρα, «και είπα να περάσω μήπως και σε πετύχω». Έγειρε το κεφάλι της και περιεργάστηκε με τα πανέξυπνα μάτια της το πρόσωπο της Λέινα, τα χλομά μάγουλα, τα δυστυχισμένα μάτια της. «Αχ, καλή μου, τι συμβαίνει;» «Τίποτε. Δεν ξέρω. Τίποτε», επανέλαβε εκείνη, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά. «Έλα μέσα. Θα φτιάξω τσάι». «Θα ήθελα πολύ ένα φλιτζάνι». Η Μάιρα έπιασε τη Λέινα αγκαζέ και ανέβηκαν τα λίγα σκαλοπάτια της περιποιημένης αλέας. «Και όσο θα το πίνουμε, θα μπορέσεις να μου πεις τι είναι αυτό που σε κάνει δυστυχισμένη. Ή μήπως θα έπρεπε να πω ποιος;» «Δεν είμαι δυστυχισμένη. Απλά έχω πολλά στο μυαλό μου». Η Λέινα ξεκλείδωσε την πόρτα. «Βολέψου στο σαλόνι μέχρι να φτιάξω το τσάι». «Όχι, θα βολευτώ στην κουζίνα και θα σου κάνω παρέα όσο θα το φτιάχνεις. Θα είναι πιο ευχάριστα». Και θα έχεις λιγότερο χρόνο να οργανώσεις τις άμυνές σου, σκέφτηκε η Μάιρα. «Είχες βγει κι εσύ περίπατο;» «Όχι. Ε, ναι, κάτι τέτοιο». Στην κουζίνα, η Λέινα έβαλε το νερό να βράσει και έβγαλε μία όμορφη τσαγιέρα από πορσελάνη Δρέσδης. Αφού τη ζέστανε πρώτα, όπως της είχαν μάθει, μέτρησε προσεκτικά το τσάι Ερλ Γκρέι. «Είναι όμορφη βραδιά». «Σίγουρα», συμφώνησε η Μάιρα. «Δε θ’ αργήσει να έρθει το καλοκαίρι στην Ουάσιγκτον. Αλλά ο Μάης είναι γλυκός μήνας. Ρομαντικός. Έχεις κι εσύ κάποια ρομαντική σχέση, Λέινα;» «Δεν ξέρω τι έχω». Η Λέινα συνέχισε να έχει τα χέρια της απασχολημένα, βγάζοντας φλιτζάνια και γεμίζοντας μια κανατούλα με γάλα. «Δεν ήθελα να έχω ρομαντική σχέση. Δε θέλω να έχω ρομαντική σχέση». «Γιατί όχι;» «Δε διαθέτω τα φόντα. Οι Ντρέικ δεν τα πάνε καλά με τις ρομαντικές σχέσεις. Είναι καλοί στις επιχειρήσεις». «Τι κουταμάρες είναι αυτές;» «Γιατί;» Νιώθοντας ξαφνικά θυμωμένη, η Λέινα γύρισε προς το μέρος της


νονάς της. «Ξέρεις τους γονείς μου. Ξέρεις και τους παππούδες μου. Μπορείς λοιπόν να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις ότι οι γάμοι τους ήταν ρομαντικοί, γεμάτοι αγάπη;» «Όχι»,. Η Μάιρα αναστέναξε και έγειρε πίσω στα μαξιλάρια του πάγκου, στην όμορφη -κόγχη που ήταν τοποθετημένο το τραπέζι για το πρωινό. «Όχι, δεν μπορώ να σου το πω αυτό. Η μητέρα σου με απογοήτευσε εντελώς σ’ αυτό τον τομέα, Λέινα. Παντρεύτηκε τον πατέρα σου επειδή τον βρήκε κατάλληλο, επειδή πίστευε ότι ο τρόπος ζωής τους ταίριαζε και επειδή ήξερε ότι θα της άρεσε να είναι η κυρία Ντρέικ. Δε θα την κρίνω», συνέχισε η Μάιρα. «Πήρε αυτό που ήθελε και έφτιαξε μια ζωή που την ικανοποιεί. Και γέννησε εσένα». «Ούτε εγώ την κρίνω», είπε κουρασμένα η Λέινα. «Αλλά δε θέλω αυτό που έχει εκείνη. Μου αρέσει να είμαι μόνη. Μου αρέσει να έχω τον έλεγχο της ζωής μου». Γύρισε για να σουρώσει το τσάι. «Ο γάμος και τα παιδιά δεν περιλαμβάνονται στα σχέδιά μου. Μου αρέσουν τα πράγματα όπως είναι». «Τότε γιατί είσαι δυστυχισμένη;» «Είμαι απλά μπερδεμένη. Αλλά θα φροντίσω να τα ξεκαθαρίσω όλα τώρα». «Είσαι ερωτευμένη;» «Δεν καταλαβαίνω τον έρωτα, θεία Μάιρα». «Δε χρειάζεται να τον καταλαβαίνεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να τον αισθάνεσαι και να τον χαίρεσαι». «Δε θέλω να τον αισθάνομαι». Ο πανικός απειλούσε να βγει στην επιφάνεια, και η Λέινα πίεσε τον εαυτό της να ελέγξει τη φωνή της. Τα χέρια της ήταν αρκετά σταθερά όταν μετέφερε το δίσκο στο τραπέζι. «Σε φοβίζει;» «Γιατί δε θα έπρεπε να με φοβίζει; Πιστεύεις ότι η μητέρα μου δεν αισθανόταν έρωτα για τον τενίστα της; Ή ο πατέρας μου για τη γραμματέα του, με την οποία έφευγε συνέχεια σε υποτιθέμενα επαγγελματικά ταξίδια;» Η Μάιρα ξεφύσηξε. «Ώστε τα ήξερες αυτά». «Και βέβαια τα ήξερα. Και αυτά και άλλα. Τα παιδιά δεν είναι τόσο χαζά όσο θέλουν να πιστεύουν οι μεγάλοι. Δεν πρόκειται λοιπόν να κάνω ένα γάμο και στη συνέχεια να το ρίξω στις απιστίες ή ν’ ανεχτώ τις απιστίες του άλλου». «Δεν είναι όλοι οι γάμοι έτσι, καλή μου. Με τον Χέρμπερτ ζήσαμε πάνω από πενήντα χρόνια ευτυχισμένοι, με αγάπη και πίστη ο ένας στον άλλο. Εξακολουθώ να τον σκέφτομαι κάθε μέρα. Εξακολουθεί να μου λείπει κάθε


μέρα». «Το ξέρω». Η Λέινα έγειρε συγκινημένη και σκέπασε με το χέρι της το χέρι της νονάς της. «Εσείς όμως ήσασταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Το βλέπω συνέχεια στα επαγγελματικά μου ταξίδια. Τα ξαφνικά ξεμυαλίσματα και τις σύντομες περιπέτειες. Την απερισκεψία. Ή τυχαίνει να δω μια πανέξυπνη γυναίκα να χάνει τον προσανατολισμό της, την αίσθηση των αξιών επειδή ερωτεύτηκε. Σπάνια βγαίνει σε καλό». «Ο φόβος της αποτυχίας αποκλείει κάθε ελπίδα επιτυχίας». «Η επιφυλακτικότητα και η πρακτική σκέψη την εξασφαλίζουν». «Ω». Η Μάιρα κούνησε το χέρι της εκνευρισμένη. «Είσαι πολύ νέα για να κλειστείς έτσι στον εαυτό σου». «Είμαι αρκετά μεγάλη ώστε να αναγνωρίζω τα όριά μου». Η Λέινα γέλασε όταν είδε τη νονά της να συνοφρυώνεται. «Και μια που μίλησα για πρακτική σκέψη, θα πάρω λίγες μέρες άδεια ν’ αλλάξω παραστάσεις, κι όταν επιστρέψω, φαντάζομαι πως τόσο εγώ όσο και ο εν λόγω κύριος θα έχουμε συνειδητοποιήσει ότι δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση». Αυτό θα το δούμε, σκέφτηκε η Μάιρα και κοίταξε το φλιτζάνι του τσαγιού της χαμογελώντας. «Αυτό με βολεύει πολύ. Για να είμαι ειλικρινής, πέρασα να σε ρωτήσω αν είχες καθόλου ελεύθερο χρόνο. Ήθελα να κάνω ένα μικρό ταξιδάκι βόρεια, αλλά δεν είμαι πια σε θέση να ταξιδεύω μόνη μου». Πράγμα που ήταν ψέμα, φυσικά. Η Μάιρα Ντιτμέιερ ταξίδευε όπου ήθελε και ταξίδευε συχνά. «Να σου πω, σκεφτόμουν...» «Δε θέλω να σου γίνομαι φόρτωμα, αλλά αφού σχεδίαζες κι εσύ να κάνεις ένα ταξίδι...» Η Μάιρα χαμογέλασε και πάσχισε να δείξει ανήμπορη. «Τώρα τελευταία τα αεροδρόμια με κουράζουν πολύ, νιώθω να τα χάνω. Και πρέπει να νοικιάζω αυτοκίνητο με οδηγό. Είναι πολύ πιο απλά τα πράγματα όταν είσαι νέος». Αναστέναξε βαριά. «Και βέβαια θα έρθω μαζί σου. Θα κανονίσω την άδειά μου αύριο. Μπορούμε να φύγουμε μεθαύριο, αν θέλεις». «Είσαι πολύ καλή μαζί μου. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα. Ω, και θα ενθουσιαστείς να περάσεις λίγες μέρες στο Χαϊάνις Πορτ. Ο Ντάνιελ και η Άννα θα χαρούν πολύ να σε δουν». «Οι Μακ Γκρέγκορ;» Η Λέινα παραλίγο να πνιγεί με το τσάι της. «Αχ, θεία Μάιρα, δε θα ήθελα να τους γίνω φόρτωμα». «Ανοησίες. Θα ενθουσιαστούν να σε φιλοξενήσουν λίγες μέρες. Θα βγάλω εγώ τα εισιτήρια». Η Μάιρα σηκώθηκε να φύγει, θυμίζοντας στον εαυτό της


να κινείται αργά. «Στο κάτω κάτω, μπορώ ακόμα να χειρίζομαι το τηλέφωνο. Δε φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που μπορείς να με βοηθήσεις στην προκειμένη περίπτωση, καλή μου. Στην ηλικία μου κανείς δεν ξέρει πόσος χρόνος του έχει απομείνει για να περάσει με τους φίλους και τους αγαπημένους του». Χτύπησε απαλά το χέρι της Λέινα. «Ξέρω την έξοδο». Η Μάιρα βγήκε αργά από το σπίτι και απομακρύνθηκε ώστε να μην μπορεί να τη δει κανείς από εκεί. Ύστερα τάχυνε το βήμα της. Το χαμόγελό της ήταν αποφασιστικό, τα μάτια της έλαμπαν προκλητικά. Είκοσι τέσσερις ώρες για να οργανώσω τα πράγματα, σκέφτηκε. Ο χρόνος τής έφτανε και με το παραπάνω. Δεν είχε παρά να τηλεφωνήσει στον Ντάνιελ και να τον βάλει να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες από τη δική του πλευρά. Ο Ντάνιελ κοίταξε έξω από το παράθυρο του πυργίσκου του γραφείου του και συνοφρυώθηκε. Γιατί στην ευχή αργούσαν τόσο; Δεν είχε παρά λίγες μέρες για να σκηνοθετήσει την υπόθεση, και δεν μπορούσε να το κάνει αν δεν εμφανιζόταν στη σκηνή ο πρώτος παίκτης. Ω, όλα θα πήγαιναν καλά, δεν είχε καμιά αμφιβολία. Τώρα μάλιστα που είχε αποφασίσει να έρθει και ο εγγονός του ο Ντάνκαν για μια ξαφνική επίσκεψη, θα πήγαιναν ακόμα καλύτερα. Ο Θεός να τον είχε καλά, ήταν το σχοινί που χρειαζόταν για να δέσει χειροπόδαρα τον Ντι-Σι. Η μοίρα τού χαμογελούσε στο συγκεκριμένο σχέδιο. Αλλά και γιατί όχι, παρακαλώ; Ήταν ένα ωραίο σχέδιο, ένα σχέδιο αγάπης. Όχι πως θα ζητούσε ποτέ να του το αναγνωρίσουν. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, θα φρόντιζε ο ρόλος του να παραμείνει αφανής. Η οικογένειά του είχε την τάση να τσαντίζεται με το παραμικρό. «Παππού; Είσαι πάνω;» Ο Ντάνιελ έτριψε τα χέρια του γεμάτος προσμονή και γύρισε χαμογελαστός να υποδεχτεί το δεύτερο γιο της κόρης του. Όμορφο αγόρι, σκέφτηκε. Ψηλός και μελαχρινός σαν τον πατέρα του, με τα σκούρα καστανά μάτια της γιαγιάς του και την τσαχπινιά της μητέρας του. Και το ταλέντο στον τζόγο του παππού του, σκέφτηκε με περηφάνια ο Ντάνιελ. Α, ναι, είχε σχέδια και για τον νεαρό Ντάνκαν. Αλλά κάθε πράγμα στην ώρα του. Ο Ντάνκαν έγειρε το κεφάλι του και χαμογέλασε πονηρά μυρίζοντας τον


αέρα. «Μπα, δεν καπνίζεις πούρο;» Το πρόσωπο του Μακ Γκρέγκορ έγινε ανέκφραστο στη στιγμή. «Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς». «Όχι». Ξέροντας πολύ καλά τα κόλπα του Μακ Γκρέγκορ, ο Ντάνκαν κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι του, άπλωσε τα μακριά πόδια του και έβγαλε ένα πούρο από την τσέπη του. Κοιτάζοντας τον παππού του, το έσυρε κάτω από τη μύτη του και ρούφηξε το άρωμά του. «Μάλιστα». Το πρόσωπο του Ντάνιελ φωτίστηκε από ένα χαρούμενο χαμόγελο. «Αυτό είναι το αγόρι μου». «Το πούρο είναι δικό μου». Ο Ντάνκαν δάγκωσε το πούρο με τα δόντια του και τα μάτια του γέλασαν πονηρά. «Αλλά μπορεί να το μοιραστώ μαζί σου, αν μου πεις τι στην οργή σκαρώνεις». «Δε σκαρώνω τίποτε. Περιμένω απλά να υποδεχτώ την πιο παλιά και καλή φίλη μου και τη βαφτιστήρα της». «Τη βαφτιστήρα της». Ο Ντάνκαν έβγαλε το πούρο από το στόμα του και το κούνησε προς το μέρος του. «Η οποία, είμαι σίγουρος, είναι αδέσμευτη και σε ηλικία γάμου. Γερό σόι, παππού; Καλή γενιά;» «Κι αν είναι;» «Δεν ενδιαφέρομαι». Τα πράγμα γινόταν όλο και καλύτερο, σκέφτηκε ο Ντάνιελ και χαμογέλασε πονηρά. «Είναι καλό κορίτσι, Ντάνκαν. Όμορφη σαν ζωγραφιά. Θα κάνετε όμορφα μωρά οι δυο σας, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να σ’ ενδιαφέρει. Ένα αγόρι στην ηλικία σου...» «Βγάλ’ το από το πονηρό μυαλό σου, Μακ Γκρέγκορ». Ο Ντάνκαν ξανάβαλε το πούρο στο στόμα του, ευχαριστημένος που είχε μαντέψει τόσο γρήγορα και εύκολα το τέχνασμα του παππού του. «Είμαι ευτυχισμένος από τη ζωή μου -το διασκεδάζω με πολλές όμορφες κοπέλες. Μπορώ να βρω μόνος τη γυναίκα μου». «Και κυκλοφορούν μπόλικες σ’ εκείνο το πλωτό καζίνο σου. Ανεβοκατεβαίνεις το ποτάμι χωρίς να φτάνεις ποτέ πουθενά». «Έχεις δει τους τελευταίους ισολογισμούς; Η Πριγκίπισσα των Κομάντσι είναι πολύ κερδοφόρα κυρία. Και η μόνη που μου έχει κλέψει την καρδιά». «Ναι, τους έχω δει. Κάνεις καλή δουλειά, Ντάνκαν Μπλέιντ, αλλά αυτό που σου χρειάζεται είναι μια γυναίκα και κάμποσα πιτσιρίκια να τρέχουν στα πόδια σου. Βέβαια, και η κοπελιά που θα έρθει σε λίγο έχει επιχειρηματικό μυαλό. Περιμένω να δω...» Ο Ντάνκαν έκοψε τη φράση του στη μέση καθώς το μάτι του έπιασε μια κίνηση έξω. «Α», είπε γυρίζοντας πάλι προς το


παράθυρο. «Ήρθαν. Πήγαινε κάτω να τις υποδεχτείς». Έπαιξε τα φρύδια του. «Και να δεις αν η γυναίκα που σου διάλεξα δεν είναι όμορφη». «Θα κατέβω». Ο Ντάνκαν σηκώθηκε νωχελικά. «Αλλά μη βιαστείς να παραγγείλεις λεμονανθούς». Άπλωσε το πούρο προς το μέρος του παππού του, ύστερα έπαιξε χαμογελώντας τα δάχτυλά του και το εξαφάνισε προτού προλάβει ο Ντάνιελ να το πάρει. «Εξυπνάκια», γρύλισε ο Ντάνιελ, αλλά χαμογέλασε πλατιά μόλις έφυγε ο Ντάνκαν. «Είσαι αυτός ακριβώς που χρειαζόμαστε για να κάνει ο ξάδερφός σου την κίνησή του». Μουρμουρίζοντας το γαμήλιο εμβατήριο, κατέβηκε κάτω να υποδεχτεί τους επισκέπτες του. *** Τα πράγματα δε θα μπορούσαν να εξελιχτούν πιο τέλεια, αποφάσισε ο Ντάνιελ λίγες ώρες αργότερα. Ο Ντάνκαν, ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική του, άρχισε να φλερτάρει με τη Λέινα και να την κάνει να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Και ήταν πολύ καλό επίσης που ένιωθαν άνετα μεταξύ τους, μια που πολύ σύντομα θα ήταν ξαδέρφια. Ο Ντάνιελ ήθελε να είναι η οικογένειά του αγαπημένη και ευτυχισμένη. «Ντάνκαν, πήγαινε μια βόλτα την κοπέλα στον κήπο. Σου αρέσουν τα λουλούδια, έτσι δεν είναι, κορίτσι μου; Έχουμε πολύ ωραία λουλούδια», συνέχισε ο Ντάνιελ χαμογελώντας πλατιά στη Λέινα. «Και είναι πολύ εντυπωσιακά την ώρα της δύσης». «Ως προς αυτό έχει απόλυτο δίκιο». Ο Ντάνκαν σηκώθηκε κεραυνοβολώντας με ένα άγριο βλέμμα τον Ντάνιελ προτού γυρίσει χαμογελαστός στη Λέινα. «Θέλεις να κάνουμε μια βόλτα;» «Θα μου άρεσε. Ευχαριστώ». Η Άννα περίμενε να βγουν οι δυο νέοι από την πλαϊνή πόρτα κι ύστερα έγειρε μπροστά στην καρέκλα της. «Μπορείς ν’ αφήσεις αυτό το αυτάρεσκο ύφος κατά μέρος, Ντάνιελ. Αυτά τα δυο παιδιά δεν ενδιαφέρονται καθόλου το ένα για το άλλο με τον τρόπο που θα ήθελες. Και δε θα μπορούσαν να είναι πιο αταίριαστα;» Με δυσκολία συγκρατήθηκε ο Ντάνιελ να μην κλείσει το μάτι στη Μάιρα όταν την άκουσε να πνίγει ένα γέλιο. «Δείχνουν μια χαρά μαζί». «Φυσικά και δείχνουν μια χαρά». Η Άννα σήκωσε τα χέρια ψηλά εκνευρισμένη. «Είναι δυο όμορφοι, γοητευτικοί νέοι, αλλά το προξενιό σου είναι καταδικασμένο να αποτύχει αυτή τη φορά. Κι αν προσπαθήσεις να τους πιέσεις να σμίξουν, Ντάνιελ, θα σ’ εμποδίσω». Σήκωσε το δάχτυλό της προτού


προλάβει εκείνος να ξεσπάσει. «Δεν κάνουν ο ένας για τον άλλο. Ακόμα και ένας ηλίθιος θα μπορούσε να δει ότι η κοπέλα δεν είναι ευτυχισμένη». «Ε, θα ήταν αρκετά ευτυχισμένη αν δεν ήταν τόσο ξεροκέφαλη», ξεφύσηξε ο Ντάνιελ. «Θα πρέπει να σκεφτεί με την καρδιά της, έτσι για αλλαγή όπως κάποια άλλη που γνώρισα πριν από εξήντα χρόνια. Και θα δούμε αν δε θα φύγει χαμογελαστή από εδώ σε λίγες μέρες». Ύστερα από αυτά τα εξήντα χρόνια, η Άννα ήξερε πότε να σταματάει να χτυπάει το κεφάλι της στον τοίχο της αποφασιστικότητας του Ντάνιελ. Στράφηκε στη φίλη της. «Μάιρα, είμαι σίγουρη πως εσύ μπορείς να καταλάβεις ότι αυτό είναι λάθος για τη Λέινα». «Θέλω απλά να τη δω ευτυχισμένη, Άννα. Είναι καιρός ν’ ανοίξει την καρδιά της». «Όχι στον Ντάνκαν», είπε αποφασιστικά η Άννα. «Είδες και μόνη σου τα βλέμματα που αντάλλασσαν με τον Ντι-Σι. Αν δεν είναι ήδη ερωτευμένη μαζί του, δε θ’ αργήσει να το κάνει -εσείς οι δυο τους σμίξατε, δεν πάει ούτε ένας μήνας από τότε. Βάζοντας τώρα στο δρόμο της τον Ντάνκαν, που μπορεί να ξεμυαλίσει ακόμα και τις πέτρες, πάτε γυρεύοντας για καταστροφή». Όταν άκουσε τη Μάιρα να ξεσπά σε τρανταχτά γέλια, η Άννα μισόκλεισε τα μάτια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το βλέμμα της πήγε από τον άντρα της στη φίλη της. «Ω, τι κάνατε πάλι εσείς οι δυο;» «Απλά στήσαμε το σκηνικό, που λένε», της είπε ο Ντάνιελ. «Και ο Ντι-Σι θα κάνει την εμφάνισή του στη σκηνή αύριο». «Θα έρθει και ο Ντι-Σι;» Η Άννα έκλεισε το στόμα της και κάθισε πίσω σκεφτική. Ύστερα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ωραία». «Ωραία;» Ο Ντάνιελ, που είχε προετοιμαστεί ν’ ακούσει κήρυγμα, την κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια του. «Είπες, ωραία;» «Ναι, αυτό είπα. Για μια φορά, συμφωνώ μαζί σου. Αν και δεν εγκρίνω τις τακτικές σου. Αλλά αυτό θα το κουβεντιάσουμε αργότερα, Ντάνιελ». Ένα χαμόγελο έπαιξε στα χείλη της. «Οι επόμενες μέρες θα είναι πολύ ενδιαφέρουσες».


Κεφάλαιο 10

Το τελευταίο πράγμα που περίμενε να δει ο Ντι-Σι βγαίνοντας από το αμάξι του μπροστά στο κάστρο που είχε χτίσει ο Μακ Γκρέγκορ στα βράχια πάνω από την ανταριασμένη θάλασσα ήταν τον ξάδερφό του με το μπράτσο του τυλιγμένο γύρω από τους ώμους της Λέινα. Η δυστυχία που τον βασάνιζε σε όλο το ταξίδι μετατράπηκε αστραπιαία σε ασυγκράτητη οργή. Τα μαλλιά της Λέινα ήταν μπερδεμένα από τον αέρα, τα μάγουλα της αναψοκοκκινισμένα. Φαντάστηκε ότι γύριζαν από μια βόλτα στους βράχους και η εικόνα τον εξόργισε. Καθώς τους παρατηρούσε, η Λέινα σταμάτησε, τον κοίταξε και το όμορφο χρώμα που έλαμπε στα μάγουλά της χάθηκε. «Γεια». Ο Ντάνκαν χαμογέλασε ενθουσιασμένος, πλησίασε τον Ντι-Σι και τον αγκάλιασε χτυπώντας τον στην πλάτη. «Δεν το ήξερα πως σκόπευες να έρθεις κατά δω». «Αυτό είναι ολοφάνερο. Τι γίνεται εδώ;» Τα μάτια του πετούσαν γαλάζιες αστραπές όταν κάρφωσε το βλέμμα του στη Λέινα. «Ή-ήρθα με τη θεία Μάιρα για λίγες μέρες. Δεν είχα ιδέα ότι θα ήσουν εδώ». «Έφυγες από την πόλη χωρίς να πεις κουβέντα». «Είπα ότι θα έπαιρνα λίγες μέρες άδεια». «Δεν ήξερα πού στην οργή ήσουν». «Ήταν μια γρήγορη απόφαση». Η Λέινα ίσιωσε τους ώμους της. «Η δική μου απόφαση». «Υποθέτω ότι εσείς οι δυο γνωρίζεστε», είπε ο Ντάνκαν. «Βούλωσ’ το. Αυτό είναι ανάμεσα σ’ εμένα και τη Λέινα». «Δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά μας», του πέταξε εκείνη. «Με συγχωρείς, Ντάνκαν». Έκανε μεταβολή και ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. «Έχεις ένα λεπτό;» ρώτησε ο Ντάνκαν και έφραξε το δρόμο του Ντι-Σι προτού τρέξει πίσω της. Η εικόνα ξεπήδησε ολοκάθαρη στο μυαλό του. Παππού, γερο-παμπόνηρε, σκέφτηκε με τρυφερότητα, και αποφάσισε ότι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να παίξει το ρόλο του. «Φύγε από μπροστά μου». Τα χέρια του Ντι-Σι είχαν σφιχτεί σε γροθιές στα πλευρά του. «Και κράτα τα χέρια σου μακριά της, διαφορετικά θα σ’ τα


κόψω». Ο Ντάνκαν ύψωσε το φρύδι του και το χαμόγελό του έγινε σαρκαστικό. «Ω, μπορούμε να πιαστούμε στα χέρια, Ντι-Σι, το έχουμε ξανακάνει. Αλλά γιατί να μη σιγουρευτούμε πρώτα για ποιο λόγο χτυπιόμαστε;» «Είναι δική μου». Ο Ντι-Σι πίεσε με δύναμη το δάχτυλό του στο στέρνο του Ντάνκαν. «Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις». Και αυτό, συνειδητοποίησε ο Ντι-Σι, ήταν το μόνο που θα έπρεπε να ξέρει κι εκείνος. Η Λέινα ήταν δική του. Τελεία και παύλα. «Σοβαρά; Εκείνη δε μου έδωσε την εντύπωση ότι το ξέρει. Και υποθέτω ότι δεν το ξέρει ούτε ο παππούς, αφού τη διάλεξε για μένα». Χαλάλι ένα στραπατσαρισμένο σαγόνι, σκέφτηκε ο Ντάνκαν βλέποντας τον Ντι-Σι να σφίγγει τα δόντια του. Του άρεσε να βλέπει τον ξάδερφό του να κάθεται για λίγο σ’ αναμμένα κάρβουνα. «Σιγά μην τη διάλεξε για σένα». «Πιστεύει ότι ταιριάζουμε», είπε απλά ο Ντάνκαν. «Θα μπορούσε να έχει δίκιο. Είναι πανέμορφη, έξυπνη, άνετη στην κουβέντα. Και έχει πολύ σέξι γέλιο». Ο Ντάνκαν ούτε που ανοιγόκλεισε τα μάτια του όταν ο Ντι-Σι τον άρπαξε από το πουκάμισο και τον σήκωσε στις μύτες των ποδιών του. Ωστόσο, σκέφτηκε, θα ήταν πιο έξυπνο να θυμάται ότι ο ξάδερφός του ήταν δεκαπέντε κιλά βαρύτερος από αυτόν. «Άπλωσες το χέρι σου πάνω της;» «Δε συνηθίζω να χουφτώνω γυναίκες που γνωρίζω λιγότερο από μια μέρα. Αλλά αν θέλεις να βάλεις όρια, ξάδερφε, φρόντισε να το κάνεις γρήγορα. Θέλεις να της τα ρίξεις εσύ, ωραία, απλώς...» Τα υπόλοιπα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό του. Μήπως, αναρωτήθηκε, παίζοντας το παιχνίδι του παππού του κατέληγε στο νοσοκομείο; «Δε θέλω να της τα ρίξω, ηλίθιε. Είμαι ερωτευμένος μαζί της!» «Και γιατί στην ευχή δεν το είπες;» φώναξε τώρα ο Ντάνκαν και, βλέποντας τον ξάδερφό του παραζαλισμένο σαν να είχε φάει μπουνιά στο κεφάλι, βιάστηκε να ελευθερωθεί από τη λαβή του. «Μόλις τώρα το ανακάλυψα κι εγώ». «Θα ήταν πιο έξυπνο να πας να της το πεις, παρά να κάθεσαι εδώ και να τσακώνεσαι μαζί μου», του είπε ο Ντάνκαν και έστρωσε με το χέρι το πουκάμισό του. «Εγώ είμαι ένας αθώος τρίτος». «Είναι πιο εύκολο να τσακώνομαι μαζί σου», είπε ο Ντι-Σι και μπήκε στο σπίτι χώνοντας τα χέρια στις τσέπες του. Τους βρήκε μαζεμένους στην Αίθουσα του Θρόνου, όπως αποκαλούσε η


οικογένεια εκείνο το δωμάτιο με την πελώρια πολυθρόνα όπου καθόταν ο Ντάνιελ και προέδρευε στις διάφορες συγκεντρώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η συγκέντρωση ήταν έ-να πολιτισμένο απογευματινό τσάι. Μόλις έκανε την είσοδό του, έξαλλος ακόμα από θυμό, η γιαγιά του σηκώθηκε και έτρεξε προς το μέρος του. «Ντι-Σι! Τι υπέροχη έκπληξη. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». «Είπα στον παππού ότι θα ερχόμουν να ζωγραφίσω εδώ για λίγες μέρες». «Πράγματι». Ο Ντάνιελ του χαμογέλασε πλατιά από την πολυθρόνα του. «Ξέχασα να σου το πω, Άννα, με όλα αυτά τα γεγονότα. Έλα, λοιπόν. Έλα μέσα. Ίσως τώρα που ήρθες κι εσύ με αφήσουν οι γυναίκες να βάλω λίγο ουίσκι στο τσάι μου. Πού είναι ο ξάδερφός σου;» «Έξω. Λέινα, θα ήθελα να σου μιλήσω». Εκείνη είχε καταφέρει μετά βίας να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Ασφαλώς», είπε και συνέχισε να πίνει το τσάι της. «Ιδιαιτέρως», είπε ο Ντι-Σι με σφιγμένα δόντια. «Δε γίνεται αυτή τη στιγμή. Κυρία Μακ Γκρέγκορ, αυτά τα μπισκότα είναι υπέροχα». «Ευχαριστώ. Είναι μία από τις σπεσιαλιτέ της μαγείρισσάς μας». Η Άννα κοίταξε τον Ντάνιελ προτού καθίσει πάλι στη θέση της. «Ντι-Σι, είναι τα αγαπημένα σου. Να σου βάλω σε ένα πιάτο;» «Όχι, δε θέλω τίποτε. Όχι, ψέματα, θέλω κάτι πάρα πολύ. Λέινα, θα έρθεις έξω μαζί μου ή θα πρέπει να σε μεταφέρω σηκωτή;» Εκείνη τον κοίταξε ήρεμα πάνω από το φλιτζάνι της. Τα πράσινα μάτια της σειρήνας είχαν ξαναβρεί την αιχμηρή λάμψη που τόσο του άρεσε. «Προτείνω να καθίσεις και να πιείς ένα φλιτζάνι τσάι. Όταν τελειώσουμε, αν έχεις κάτι να μου πεις, θα το ακούσω ευχαρίστως». «Θέλεις να καθίσω να πιώ τσάι; Θέλεις να καθίσω να πιώ ένα φλιτζάνι τσάι τη στιγμή που έρχομαι και σε βλέπω αγκαλιά με τον ξάδερφό μου;» Η Λέινα άφησε απότομα το φλιτζάνι της. «Δεν ήμουν αγκαλιά με κανέναν». «Στο σημείο αυτό είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω», είπε ο Ντάνκαν ευδιάθετα καθώς έμπαινε στο δωμάτιο. «Αλλά είχα τις ελπίδες μου. Μπισκότα;» Πλησίασε ενθουσιασμένος στο δίσκο και σερβιρίστηκε. «Σου είπα να μην ανακατευτείς, διαφορετικά θα σου σπάσω τα μούτρα». Η Λέινα έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη. Ύστερα σηκώθηκε από τη θέση της, ενώ η Άννα συνέχισε να σερβίρει ήρεμη τσάι. «Πώς τολμάς να δημιουργείς μια απαίσια σκηνή, να απειλείς τον Ντάνκαν, να με ντροπιά-


ζεις και να ταράζεις την οικογένεια σου μ’ αυτό τον τρόπο;» «Μην του δίνεις σημασία, κορίτσι μου», είπε ο Ντάνιελ χτυπώντας τη γροθιά στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Δε θα δημιουργούσα καμιά σκηνή, δε θ’ απειλούσα, δε θα ντρόπιαζα και δε θα τάραζα κανέναν, αν είχες έρθει έξω μαζί μου όπως σου ζήτησα. Η ξεροκεφαλιά σου ήταν που μας έφερε εδώ». «Τώρα αρχίσαμε και τις προσβολές». Τα μάτια της άστραψαν επικίνδυνα καθώς έκανε ένα βήμα μπροστά. «Δε θα ήμουν εδώ, αν ήξερα ότι θα ερχόσουν. Και από τη στιγμή που εδώ είναι το σπίτι της οικογένειάς σου, θα είμαι εγώ αυτή που θα φύγει». «Δε θα πας πουθενά μέχρι να τελειώσουμε». «Σε αυτό συμφωνούμε. Μας συγχωρείτε», είπε η Λέινα μεγαλόπρεπα και βγήκε από το δωμάτιο. «Έξω», γρύλισε ο Ντι-Σι και, αρπάζοντάς την από το μπράτσο, την παρέσυρε προς την πόρτα. «Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, μπορώ να περπατήσω μόνη μου». Ελευθερώθηκε με ένα τράβηγμα και άνοιξε την πόρτα. «Νόμιζα πως με είχες ταπεινώσει ήδη όσο μπορεί να ταπεινώσει κάποιος ένα συνάνθρωπό του. Αλλά βλέπω πως έκανα λάθος. Εσύ τους ξεπέρασες όλους». Συνέχισε να προχωράει στην κατηφορική αυλή, χωρίς να έχει πάρει είδηση ότι τα τέσσερα άτομα μέσα στο σπίτι είχαν τρέξει στο παράθυρο. «Εσύ ταπεινώθηκες; Εσύ; Πώς νομίζεις ότι ένιωσα εγώ όταν ήρθα να επισκεφθώ τους παππούδες μου και σε βρήκα στην αγκαλιά του ξαδέρφου μου;» Εκείνη γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Πρώτον, δεν ήμουν στην αγκαλιά κανενός. Έκανα μια απολύτως αθώα βόλτα με έναν ευγενέστατο άντρα. Και δεν είναι δική σου δουλειά το τι κάνω και με ποιον το κάνω». «Αυτό ξανασκέψου το, μωρό μου», της είπε υπερβολικά ήρεμα ο Ντι-Σι. «Το σκέφτηκα, πράγμα που σου είπα ότι θα έκανα. Και αποφάσισα πως ό,τι ξεκίνησε μεταξύ μας πρέπει να σταματήσει». «Όταν θα παγώσει η κόλαση». Την άρπαξε, την έπιασε από τα μαλλιά για να γείρει το κεφάλι της πίσω και ξέσπασε όλη την απόγνωση του στο στόμα της. «Δε θα έπρεπε να τους παρακολουθούμε», μουρμούρισε η Άννα, αλλά πλησίασε πιο κοντά στο παράθυρο για να έχει καλύτερη θέα. «Αχ, κοίταξέ τους, Άννα», είπε ο Ντάνιελ και ένα δάκρυ γυάλισε στην άκρη του ματιού του καθώς την αγκάλιαζε από τους ώμους. «Δε θα μπορούσαν


να είναι πιο ταιριαστοί». «Την έχει δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα», μουρμούρισε ο Ντάνκαν παίρνοντας άλλο ένα μπισκότο. «Αξιοθρήνητο». «Πλησιάζει και η σειρά σου, πιτσιρίκο», τον προειδοποίησε ο Ντάνιελ. «Όχι, αν μπορώ να το εμποδίσω». Σίγουρος για την ικανότητά του να ξεγλιστράει, ο Ντάνκαν καταβρόχθισε το μπισκότο και παρακολούθησε την τελική πτώση του ξαδέρφου του. Το φιλί άλλαξε, η φλόγα έγινε θέρμη. Μια θέρμη που τη διέλυσε. «Μη», ψέλλισε, τα χέρια της όμως χάιδεψαν το πρόσωπό του. «Μην το κάνεις αυτό. Δεν είναι αυτή η απάντηση». «Είναι, τη στιγμή που το κάνω με την καρδιά μου. Λέινα». Έτριψε το μάγουλό του στο δικό της. «Δεν το βλέπεις ότι κρατάς την καρδιά μου στα χέρια σου;» Και επειδή εκείνη ξαφνικά το είδε στα μάτια του, ένιωσε τη δική της καρδιά να χτυπάει άτακτα. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν ξέρω πώς να το κάνω. Αλλάζει τα πάντα. Άφησέ με να φύγω, Ντι-Σι». «Νόμιζα ότι μπορούσα. Ήθελα να είμαι ικανός να το κάνω». Την άφησε, ώστε να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο. Ο αέρας έπαιζε στα μαλλιά της, τα ανέμιζε. «Νομίζεις ότι μόνο εσύ είχες σχέδια, ότι μόνο εσύ πίστευες ότι ήξερες τι ήθελες από τη ζωή σου και πώς να το πετύχεις; Δεν ήθελα να βρεθώ σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν ήθελα εσένα. Τώρα όμως δεν υπάρχει τίποτε άλλο για μένα εκτός από εσένα». «Δεν πρόκειται να βγει τίποτε. Ήταν καλά όσο θέλαμε σεξουαλικά ο ένας τον άλλο. Όσο τα πράγματα ήταν απλά». «Δεν υπάρχει τίποτε το απλό στον τρόπο που σε θέλω. Κι αν εσύ ένιωθες έτσι, τότε γιατί κλαις;» Άπλωσε το πελώριο χέρι του και σκούπισε με αφάνταστη τρυφερότητα τα δάκρυα από τα μάγουλα της. «Κρατάω κι εγώ την καρδιά σου στα χέρια μου. Δεν πρόκειται να την πληγώσω». «Εσύ μπορείς να το λες αυτό, μπορεί και να το πιστεύεις, λόγω της καταγωγής σου. Η οικογένειά σου είναι γεμάτη αγάπη. Η δική μου είναι άδεια. Ένα όνομα, ένας τρόπος ζωής». «Εσύ δεν είσαι οι γονείς σου». «Όχι, αλλά...» «Και κανείς από τους δυο μας δεν είναι πλέον ο άνθρωπος που ήταν όταν γνωριστήκαμε, σωστά;» Εκείνη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Όχι, όχι, δεν είμαστε ίδιοι». «Έχουμε αρχίσει ήδη τους συμβιβασμούς, να χτίζουμε κάτι κοινό. Έχουμε


αφήσει ήδη τον ένα να μπει στη ζωή του άλλου, Λέινα. Δεν το προσέξαμε αμέσως, επειδή ήταν σωστό. Απόλυτα σωστό. Σ’ αγαπώ». Πήρε τρυφερά το πρόσωπό της στα χέρια του. «Μπορείς να με κοιτάξεις και να το διαβάσεις στα μάτια μου». «Ναι». Τη συνάρπαζε και την τρόμαζε συνάμα. «Σε θέλω κι εγώ, πάρα πολύ. Αλλά τι θα γίνει αν δεν τα καταφέρουμε; Αν δεν τα καταφέρω;» «Και τι θα γίνει αν φύγεις τώρα και δεν κάνουμε ποτέ μια προσπάθεια;» «Θα επιστρέψω στη ζωή που πίστευα ότι ήθελα». Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. «Και θα είμαι φοβερά δυστυχισμένη. Δε θέλω να φύγω μακριά σου, δε θέλω να χαλάσω τη σχέση μας». Η χαρά φούσκωσε στην καρδιά του και τα χείλη του χαμογέλασαν. «Τότε έλα να κάνουμε μαζί αυτό το ταξίδι». Έπλεξε τα δάχτυλα του με τα δικά της. «Δε θα θέλουμε πάντα ν’ ακολουθήσουμε την ίδια κατεύθυνση ή να προχωρήσουμε με το ίδιο βήμα, αλλά μπορούμε να φτάσουμε εκεί που λαχταράμε και οι δυο». Η Λέινα κοίταξε τα χέρια τους. Ήταν τόσο διαφορετικά. Τα δικά της μικρά, τα δικά του πελώρια, τα δικά της σχεδόν εύθραυστα, τα δικά του δυνατά. Ταίριαζαν όμως απόλυτα. «Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ μου», είπε και τον κοίταξε στα μάτια. «Πάντα κατάφερνα να κάνω πίσω έγκαιρα. Ο έρωτας δεν μπερδευόταν στη ζωή μου, επειδή δεν το επέτρεπα. Μ’ εσένα όμως δεν μπόρεσα να το εμποδίσω. Αυτό που ένιωθα με θύμωνε, με μπέρδευε, αλλά δεν μπορούσα να κάνω ένα βήμα πίσω και να πω: Αρκετά ως εδώ. Γιατί δεν είναι αρκετά». Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα δικά του. «Θέλω να φτάσω πολύ πιο μακριά». Ο Ντι-Σι έφερε τα ενωμένα χέρια τους στα χείλη του. «Καμιά γυναίκα δε μέτρησε για μένα πριν από σένα. Παντρέψου με. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη ζωή μας». «Νομίζω πως ξεκινήσαμε ήδη να το κάνουμε», του απάντησε η Λέινα και ακούμπησε το ελεύθερο χέρι της στο μάγουλό του. «Απλά μου πήρε λίγο καιρό να συνειδητοποιήσω πως αυτή τη ζωή χρειαζόμουν». «Θα έλεγα ότι αυτό σημαίνει ναι». Το χαμόγελό της ήταν πλατύ. «Θα έλεγα πως έχεις δίκιο». Γέλασε όταν τη σήκωσε και άρχισε να τη στριφογυρίζει στον αέρα. «Πάμε να το πούμε στην οικογένεια». Ο Ντι-Σι της έδωσε ένα άγριο και παρατεταμένο φιλί και τη στριφογύρισε πάλι. «Θα του κάνει καλό του Μακ Γκρέγκορ να μάθει ότι δεν μπορεί να χειραγωγεί όλα τα εγγόνια του ώστε ν’ αποδέχονται το ταίρι που διαλέγει εκείνος γι’ αυτά. Χα! Άκου δεν είναι ο τύ-


πος μου», είπε και την ξαναφίλησε. Μέσα στο σπίτι, ο Ντάνιελ σκούπισε ένα δάκρυ από το μάτι του.


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ


Οι εποχές έρχονται και φεύγουν πιο γρήγορα όταν ο άνθρωπος φτάσει σε μια ηλικία. Το καλοκαίρι διαδέχεται την άνοιξη τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνεις να δεις τις τουλίπες ανθισμένες προτού να μαραθούν. Χωρίς την οικογένεια, χωρίς την αγάπη των δικών σου, το πέρασμα του χρόνου θα ήταν ένα είδος μοναξιάς. Εγώ είμαι ένας άντρας που δε νιώθει ποτέ μόνος. Και ευγνωμονώ το Θεό γι’ αυτό κάθε μέρα της ζωής μου. Για την καταπληκτική γυναίκα μου, με την οποία είδαμε συντροφιά τις εποχές να φεύγουν, για τα υπέροχα παιδιά που αναθρέψαμε οι δυο μας, για τα εγγόνια που μας χάρισαν αυτά τα παιδιά. Και έχω συνειδητοποιήσει -περισσότερο από τον καθένα, νομίζω- ότι όταν ένας άντρας έχει πάρει τόσα δώρα, είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα τους. Μόλις χτες πήγα στην εκκλησία όπου είχε παντρευτεί ο μεγαλύτερος γιος μου και είδα το δικό του γιο να παντρεύεται την καλή του. Οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη και σχεδόν το ίδιο γρήγορα διαδέχεται και η μία γενιά την άλλη. Ξέρω πώς ακριβώς ένιωσε ο γιος μου όταν είδε το γιο του να κάνει το επόμενο βήμα στη ζωή. Την περηφάνια, τη γλυκόπικρη απώλεια, την ελπίδα για το μέλλον. Εντάξει, θα μπορούσα να πω στον Άλαν μου ότι δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί για το μέλλον του Ντι-Σι με τη Λέινα. Εγώ δεν τους διάλεξα τον ένα για τον άλλο; Όχι πως θα το αναφέρουμε αυτό σε κανέναν άλλο εκτός από ορισμένα επιλεγμένα αυτιά. Ο εγγονός μου μπορεί να έχει την αυτάρεσκη πεποίθηση ότι έκανε την επιλογή του μόνος του. Αυτό μπορεί να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο, πιστεύω. Ήταν ωραίο ζευγάρι. Βλέποντάς τους να ανταλλάσσουν τους όρκους τους κάτω από το φως των κεριών, σκέφτηκα ότι ο Ντι-Σι έμοιαζε πολύ στον παππού του όπως ήταν εξήντα χρόνια πριν. Και η Λέινα ήταν πολύ κομψή με το ταρτάν των Μακ Γκρέγκορ στο νυφικό της και το πέπλο των Μακ Γκρέγκορ να καλύπτει τα χρυσαφένια μαλλιά της. Τα μωρά που θα μου κάνουν -ε, τα μωρά που θα κάνουν στη γιαγιά τους, εννοώ. Η Άννα έχει αρχίσει να αδημονεί ήδη. Δεν έχει υπομονή αυτή η γυναίκα. Τώρα που τους ξεπροβοδίσαμε για το μήνα του μέλιτος και είδαμε πόσο δεμένοι είναι οι δυο τους, θα τους αφήσουμε να χτίσουν την κοινή ζωή τους. Σήμερα πήγα μια βόλτα στα βράχια με την Άννα μου. Ο καλοκαιρινός ουρανός ήταν καταγάλανος, αλλά η θάλασσα τα χτυπούσε ανταριασμένη όπως πάντα. Ένιωθα τον αέρα στο πρόσωπο μου και το χέρι της Άννας


μέσα στο δικό μου. Έχουμε κάνει πάρα πολλές φορές αυτή τη βόλτα οι δυο μας. Από τους βράχους έβλεπα το σπίτι που χτίσαμε. Υπάρχουν μερικοί που το αποκαλούν οχυρό ή κάστρο. Και είναι και τα δύο. Ένα γερό οικοδόμημα, χτισμένο από την πέτρα του τόπου, με αδρές γραμμές, περήφανους πύργους και το θυρεό της φατρίας μου πάνω από την είσοδο. Ένας άντρας δεν ξεχνάει τις ρίζες του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι το σπιτικό μας. Το μέρος όπου δώσαμε με την Άννα τις μάχες μας, κάναμε έρωτα και γεννήσαμε τα παιδιά μας. Το μέρος όπου τα αναθρέψαμε και τα είδαμε να μεγαλώνουν. Είναι το σπιτικό που μοιραζόμαστε ακόμα όλοι, κι ας έχουν κάνει τα παιδιά μας δικά τους παιδιά και κάποια από αυτά δικά τους. Χάρη σ’ εμένα, βέβαια. Χαίρομαι που κατάφερα να στρέψω τους δικούς μου στο σωστό δρόμο. Στο σπίτι και την οικογένεια. Ό,τι φτιάχνει ένας άντρας ή μια γυναίκα στη ζωή, αυτή είναι η βάση, τα θεμέλια για τα πάντα. Θα ήθελα να ξέρω, λοιπόν, πού είναι τα υπόλοιπα δισέγγονά μου; Όχι ότι δεν έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο, αλλά κανένας άνθρωπος δε ζει αιώνια. Ούτε καν ένας Μακ Γκρέγκορ. Μέχρι τώρα έχω δει πέντε από τα παιδιά των παιδιών μου να παντρεύονται. Και τα μωρά που θέλω -που θέλει η Άννα- έχουν αρχίσει να έρχονται. Έχουμε τέσσερα να κανακεύουμε και περιμένουμε άλλα δύο. Είναι η χαρά μας -μακάρι μόνο να μας επισκέπτονταν πιο συχνά. Αλλά, στο κάτω κάτω, τα παιδιά πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Και γι’ αυτό ακριβώς φροντίζω. Με το δικό μου τρόπο. Έχω αρχίσει λοιπόν να κινώ τα νήματα ώστε ο Ντάνκαν -ο δεύτερος γιος της γλυκιάς μου Σερένα και του γοητευτικού Τζάστιν- να φτιάξει και αυτός τη ζωή του. Ω, ο νεαρός πιστεύει ότι έχει προσωπική ζωή και ότι τη ζει όπως θέλει. Οργώνοντας το Μισισιπή με το ποταμόπλοιο-καζίνο του σαν ελεύθερο πουλί. Α, είναι έξυπνος άντρας ο Ντάνκαν Μπλέιντ, και πραγματικός γόης. Διοικεί την Πριγκίπισσα των Κομάντσι με πυγμή. Το κατεργάρικο χαμόγελό του κρύβει επιχειρηματικό δαιμόνιο. Και ο Θεός να λυπηθεί όποιον, κρίνοντας μόνο από αυτό το χαμόγελο, πάει να τα βάλει μαζί του. Στο κάτω κάτω, στις φλέβες του κυλάει το αίμα των Μακ Γκρέγκορ. Γι’ αυτόν δεν κάνει κάποια ντροπαλή και σεμνότυφη δεσποσύνη. Αυτός χρειάζεται μια γυναίκα με τσαγανό και θράσος. Και έχω την κατάλληλη. Το μόνο που έκανα -γι’ αυτούς που θα με αποκαλέσουν ανακατωσούρα-


είναι να φροντίσω να βρεθούν για κάποιο διάστημα στον ίδιο χώρο. Όπως ακριβώς έκανα και για τη μητέρα και τον πατέρα του χρόνια πριν. Συγκινούμαι και μόνο που το θυμάμαι. Είναι σαν να κλείνει ένας κύκλος, δε συμφωνείτε, προσφέροντας στο γιο της κόρης μου την ευκαιρία που πρόσφερα και σ’ εκείνη; Θα δούμε πώς θα την εκμεταλλευτεί αυτός. Κι αν δεν το κάνει γρήγορα, πιστεύω πως η Άννα κι εγώ θα χαρούμε να απολαύσουμε μερικές μέρες στο ποτάμι. Είμαι κι εγώ τζογαδόρος.


ΜΕ Ρ ΟΣ Δ Ε Υ Τ ΕΡ Ο Ντάνκαν


Κεφάλαιο 11

Ο Ντάνκαν Μπλέιντ έπαιζε με τις πιθανότητες. Μακρινές ή κοντινές, δεν είχε σημασία, αρκεί να τις γνώριζε. Και υπήρχαν άφθονες. Ήταν επίσης άνθρωπος που του άρεσε να κερδίζει. Ο τζόγος κυλούσε στο αίμα του, τόσο από τους Σκοτσέζους Μακ Γκρέγκορ όσο και από τους Κομάντσι Μπλέιντ. Η διεύθυνση της Πριγκίπισσας των Κομάντσι ήταν μια δουλειά κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. Ήταν από μόνη της τζόγος. Όλη του τη ζωή παρακολουθούσε τους γονείς του να διαχειρίζονται καζίνα σε ξενοδοχεία. Στο Ατλάντικ Σίτι, στο Βέγκας, στο Ρίνο και αλλού. Το ποταμόπλοιο ήταν το όνειρο του Ντάνκαν, ένα όνειρο που το είχε εμπνευστεί, το είχε σχεδιάσει και το είχε υλοποιήσει. Και ήξερε πως η οικογένειά του πίστευε στις ικανότητές του να πετύχει. Δεν είχε καμιά πρόθεση να τους απογοητεύσει. Στεκόταν στην αποβάθρα του Σεντ Λούις με τα χέρια στις πίσω τσέπες του και κοιτούσε την μεγάλη αγαπημένη του. Η Πριγκίπισσα είναι μια καλλονή, σκέφτηκε, με κομψή γραμμή, φαρδιά καταστρώματα και περίτεχνες κουπαστές. Ήταν πιστό αντίγραφο των παραδοσιακών ποταμόπλοιων που διέσχιζαν κάποτε ασταμάτητα τον ποταμό μεταφέροντας επιβάτες, προμήθειες -και τζογαδόρους. Ήταν φρεσκοβαμμένη σε αστραφτερό κατάλευκο χρώμα και το φινίρισμά της ήταν προκλητικά κόκκινο. Κάτω από τη γοητεία έκρυβε δύναμη. Και πολυτέλεια. Ο Ντάνκαν ήθελε να νιώθουν οι επιβάτες του χαλαροί και ευτυχισμένοι. Το φαγητό ήταν πλούσιο και εκλεκτό, η διασκέδαση αξεπέραστη. Οι καμπίνες ήταν από άνετες μέχρι πολυτελείς. Τα τρία σαλόνια πρόσφεραν εκπληκτική θέα στο ποτάμι. Και το καζίνο... Ε, το καζίνο ήταν, στο κάτω κάτω, η καρδιά της υπόθεσης. Οι επιβάτες πλήρωναν για το ταξίδι -και για την πιθανότητα να κερδίσουν. Η Πριγκίπισσα θα σάλπαρε από το Σεντ Λούις για τη Νέα Ορλεάνη με ενδιάμεσους σταθμούς στο Μέμφις και το Νάτσιζ. Όσοι επέλεγαν να μείνουν στο πλοίο και τις δύο βδομάδες που θα διαρκούσε το ταξίδι από το βορρά στο νότο και πίσω δε θα έπλητταν. Και ανεξάρτητα αν θα αποβιβάζονταν κερδισμένοι ή όχι, ο Ντάνκαν ήξερε ότι τα χρήματά τους θα είχαν πιάσει τόπο.


Για την ώρα, ανυπομονούσε να ξεκινήσει ένα ακόμα ταξίδι. Γύρω του το πλήρωμα φόρτωνε τα πράγματα και τις προμήθειες μέσα στην κάψα του Ιουλίου. Εκείνος είχε γραφική δουλειά να τελειώσει, να ελέγξει λεπτομέρειες, αλλά για την ώρα ήθελε να παρακολουθήσει τη δράση. Πάνω στο πλοίο, άλλα μέλη του πληρώματος σφουγγάριζαν τα καταστρώματα, φρεσκάριζαν τα χρώματα, έτριβαν τα μπρούντζινα, καθάριζαν τα τζάμια. Μέχρι το απόγευμα, η Πριγκίπισσα θα λαμποκοπούσε, θαμπώνοντας τους επιβάτες που θα επιβιβάζονταν σ’ αυτή. Τα πάντα ήταν στη θέση τους. Σχεδόν. Ο Ντάνκαν μισόκλεισε τα σκούρα καστανά μάτια του πίσω από τους κεχριμπαρένιους φακούς των γυαλιών του. Η καινούρια τραγουδίστρια που είχε προσλάβει δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Είχε καθυστερήσει σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες. Κι αν δεν εμφανιζόταν μέσα στις επόμενες τέσσερις ώρες, θα έπρεπε να σαλπάρουν χωρίς αυτή. Ενοχλημένος που του είχε χαλάσει αυτή η σκέψη την απόλαυση της στιγμής, έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και τηλεφώνησε για άλλη μια φορά στον ατζέντη της Κατ Φάρελ. Όσο περίμενε να γίνει η σύνδεση, πηγαινοερχόταν στην αποβάθρα με μεγάλα, αβίαστα βήματα. Το παράστημά του πρόδιδε την καταγωγή του -ψηλός και μελαχρινός, με χρυσαφένια επιδερμίδα, σκούρα καστανά μάτια με πυκνές, μακριές βλεφαρίδες και τα ίσια μαύρα μαλλιά των Κομάντσι προγόνων του. Το πρόσωπό του ήταν στενό, με ψηλά, έντονα ζυγωματικά και ίσια, μακριά μύτη. Το στόμα του ήταν αποφασιστικό και σαρκώδες και χαμογελούσε εύκολα. Τώρα όμως δε χαμογελούσε. «Σίσερο; Μπλέιντ. Πού στην οργή είναι το ταλέντο μου;» «Δεν έφτασε ακόμα;» ξεφύσηξε ο Σίσερο, ενώ από το βάθος ακουγόταν όλος ο σαματάς του Μπρούκλιν. «Κοίτα, είναι συνεπής η κοπέλα. Κάτι θα την καθυστέρησε, αυτό είναι όλο. Θα έρθει και θα σε αφήσει άφωνο, σ’ το εγγυώμαι». «Φίλε, μου εγγυήθηκες ότι θα ήταν εδώ από χτες το μεσημέρι. Δίνει την πρώτη της παράσταση απόψε. Καλά, δε βρίσκεσαι σε επαφή με τους πελάτες σου;» «Βέβαια, βέβαια, αλλά η Κατ... ε, είναι ανεξάρτητη. Αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ που την πληρώνεις. Και πολύ περισσότερα. Την πέτυχες πάνω στην προσπάθεια να αναδειχτεί. Δώσ’ της ένα χρόνο ακόμα και...» «Δε δίνω δεκάρα για τον επόμενο χρόνο, Σίσερο. Εμένα μ’ ενδιαφέρει το


τώρα. Και τώρα δε βλέπω πουθενά την πελάτισσά σου». «Θα έρθει. Θα έρθει. Κοίτα, του αδερφού σου του άρεσε πολύ. Τους θάμπωσε στο Βέγκας». «Ο αδερφός μου είναι πολύ πιο ανεκτικός από μένα. Φρόντισε να βρίσκεται εδώ σε μία ώρα, διαφορετικά θα σε μηνύσω για αθέτηση συμβολαίου. Και τότε τα πράγματα θα γίνουν άσχημα». Ο Ντάνκαν διέκοψε τη σύνδεση αδιαφορώντας για τα μισόλογα του άλλου, έβαλε το τηλέφωνο πάλι στην τσέπη του και διέσχισε την αποβάθρα πηγαίνοντας προς το πλοίο. Ο αδερφός του ο Μακ είχε πράγματι εγκρίνει την Κατ Φάρελ. Και εμπιστευόταν ανεπιφύλακτα την κρίση του Μακ. Διαφορετικά δε θα είχε βιαστεί τόσο να δεχτεί την επιπρόσθετη ενθουσιώδη σύσταση του παππού του και να την προσλάβει χωρίς ακρόαση. Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη, σκέφτηκε, φέρνοντας στο μυαλό του τη φωτογραφία της. Λυγερή και σέξι -και το δείγμα που του είχε στείλει ο Σίσερο αποδείκνυε ότι είχε και την ανάλογη φωνή. Σε τι θα τον ωφελούσε όμως αυτό, αν δεν εμφανιζόταν η αναθεματισμένη; Την προσοχή του τράβηξε μια έφηβη που προχωρούσε προς τη ράμπα επιβίβασης του πλοίου. Φθαρμένο τζιν, στραπατσαρισμένο σακίδιο, γδαρμένα παπούτσια του τένις. Ένα κασκετάκι του μπέιζμπολ σε μοτίβο ζέβρας κατέβαινε χαμηλά στο μέτωπό της μέχρι τα στρογγυλά, σκούρα γυαλιά που φορούσε στη μύτη της. Ο Ντάνκαν αναστέναξε. Ήταν κρίμα, σκέφτηκε, που τα παιδιά δεν είχαν μεγαλύτερη αίσθηση της μόδας. Τάχυνε το βήμα του για να τη σταματήσει προτού ανέβει. «Λυπάμαι, γλύκα. Δεν μπορείς ν’ ανέβεις. Δεν επιτρέπεται ν’ ανέβει κανείς επιβάτης πριν τις τρεις, αλλά και τότε θα πρέπει να σε συνοδεύουν οι γονείς σου». Εκείνη γύρισε, πέταξε το γοφό της στο πλάι και κατέβασε τα γυαλάκια με το δάχτυλό της. Βλέποντας τα μάτια που κρύβονταν πίσω από τα γυαλιά, ο Ντάνκαν ένιωσε κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση. Ήταν διαπεραστικά και καταπράσινα, με ένα λεπτό χρυσαφένιο δαχτυλίδι γύρω από τις κόρες. Δώσ’ της μερικά χρόνια, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, και οι άντρες θα πέφτουν στα πόδια της μόνο για τα μάτια της. Του φάνηκε κάπως διασκεδαστικό όταν αυτά τα μάτια τον περιεργάστηκαν από την κορυφή μέχρι τα νύχια, προτού υψωθούν ξανά και καρφωθούν στα δικά του με μια αλαζονεία που δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει.


«Κι εσύ ποιος είσαι;» Θα έπρεπε να είναι παράνομο να διαθέτει μια κοπέλα τέτοια φωνή προτού κλείσει τα είκοσι ένα, αποφάσισε ο Ντάνκαν. Όλες οι υποσχέσεις που έκρυβε η βραχνάδα της ανήκαν σε μια ώριμη και έμπειρη γυναίκα. «Είμαι ο Μπλέιντ. Αυτό εκεί είναι δικό μου», της είπε δείχνοντας με το κεφάλι του το πλοίο. «Και είσαι ευπρόσδεκτη να ξανάρθεις όταν θα έχεις τη νόμιμη ηλικία, γλύκα». Τα χείλη της χαμογέλασαν με την ίδια αλαζονεία που είχε το βλέμμα της. «Θέλεις ταυτότητα, Μπλέιντ; Κάπου εδώ την έχω», του είπε χτυπώντας το σακίδιο με το χέρι της. «Αλλά μια και έχουμε βγει κάπως εκτός προγράμματος, γιατί δεν τα αφήνουμε όλα αυτά κατά μέρος; Είμαι η τραγουδίστριά σου, γλύκα». Άπλωσε το χέρι της καθώς εκείνος την κοίταζε με μάτια μισόκλειστα. «Κατ Φάρελ. Και έκλεισα τα είκοσι πέντε τον περασμένο μήνα». Ναι, τώρα την αναγνώριζε. Αν χρησιμοποιούσε τη φαντασία του. Θα έπρεπε να το είχε καταλάβει από τα μάτια. Αλλά δε φαίνονταν οι φακίδες στη μύτη της στη φωτογραφία, όπου υπήρχε ένας κόκκινος καταρράκτης από μαλλιά. Τώρα δε φαίνονταν καθόλου, και ο Ντάνκαν αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει να τα στριμώξει κάτω από εκείνο το απαίσιο κασκετάκι. «Άργησες». «Καθυστέρησα». Του χαμογέλασε. «Δε θα έπρεπε να είχα αφήσει τον Σίσερο να με πείσει να δώσω την παράσταση στο Μπέικερσφιλντ. Έχασα την πτήση μου και αναγκάστηκα ν’ αλλάξω δρομολόγιο. Σκέτο σπάσιμο. Κοίτα, έχω ένα ταξί εκεί γεμάτο με τα πράγματά μου. Μπορείς να φροντίσεις να τα ξεφορτώσουν; Εγώ θα πάω να ρίξω μια ματιά στο σκηνικό». «Περίμενε». Ο Ντάνκαν την έπιασε αποφασιστικά από το μπράτσο τη στιγμή που ήταν έτοιμη να κάνει μεταβολή. «Μείνε εδω», της είπε, και είχε την ικανοποίηση να δει την ενόχληση να αστράφτει σ’ εκείνα τα υπέροχα μάτια προτού απομακρυνθεί για να πλησιάσει ένα από τα μέλη του πληρώματος και να του δώσει οδηγίες για τη μεταφορά των αποσκευών της Κατ. «Θα ρίξουμε μαζί μια ματιά στο σκηνικό», της είπε και, πιάνοντας την ξανά από το μπράτσο, την οδήγησε στη ράμπα. «Και στη συνέχεια θα σου κάνω ένα μαθηματάκι για το πώς χρησιμοποιούμε αυτό το καινούριο, εκπληκτικό μαραφέτι που λέγεται τηλέφωνο». «Κανείς δε μου είπε ότι είσαι πνευματώδης», παρατήρησε ξερά εκείνη. Αλλά επειδή ήθελε απελπισμένα τη δουλειά, κατάπιε την επόμενη σαρκαστική παρατήρηση. «Κοίτα, λυπάμαι. Καμιά φορά, όταν ταξιδεύεις, σου τυ-


χαίνουν ένα σωρό εμπόδια, και εμένα μου έτυχαν πολλά. Ήρθα όσο γρηγορότερα μπορούσα». Και ανάθεμα τον Σίσερο, σκέφτηκε, που της είχε αφήσει ένα τόσο μικρό περιθώριο χρόνου για να φτάσει από την Καλιφόρνια στο Μιζούρι. Όταν έχασε την πτήση της, αναγκάστηκε να καταφύγει στα υδροπλάνα, αντιμετωπίζοντας ένα σωρό καθυστερήσεις για να διασχίσει τη χώρα. Είκοσι τέσσερις ώρες τώρα δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα και είχε τσιμπήσει μόνο κάτι στα πεταχτά. Και τώρα είχε αυτό τον τύπο που θύμιζε εξώφυλλο του Τζέντλεμαν’ς Κουόρτερλι να την πρήζει επειδή είχε φτάσει λίγο καθυστερημένα. Αλλά ήταν απόγονος των Μπλέιντ και των Μακ Γκρέγκορ. Και τα δύο αυτά ονόματα είχαν τη δύναμη να δώσουν στην καριέρα της την προβολή και την ώθηση για τις οποίες πάλευε μια ολόκληρη ζωή. Η δουλειά εδώ θα ήταν καλή. Τα καταστρώματα ήταν άσπιλα, πρόσεξε, και οι κουπαστές ξυπνούσαν ρομαντικές αναμνήσεις από τα μπαλκόνια της Γαλλικής Συνοικίας της Νέας Ορλεάνης που είχε δει σε φωτογραφίες και στον κινηματογράφο. Τα τζάμια άστραφταν. Προφανώς ο Ντάνκαν Μπλέιντ διηύθυνε ένα καλά οργανωμένο και νοικοκυρεμένο πλοίο. Ο Ντάνκαν άνοιξε μια δίφυλλη κατακόκκινη πόρτα και της έκανε νόημα να περάσει. Η Κατ μπήκε πρώτη, έφερε τα χέρια στη μέση της και περιεργάστηκε το χώρο. Όπως το εξωτερικό του πλοίου, το εσωτερικό ήταν ελκυστικό και παραδοσιακό. Στρογγυλά τραπέζια ήταν τοποθετημένα αρκετά κοντά ώστε να δημιουργούν ζεστή ατμόσφαιρα, αλλά με αρκετή απόσταση μεταξύ τους ώστε να μη χτυπάει ο ένας στον αγκώνα του άλλου. Κρεμαστοί πολυέλαιοι φώτιζαν το χώρο του ακροατηρίου και το χαλί είχε το ίδιο κατακόκκινο χρώμα. Το μπαρ στην πίσω γωνία είχε κυματοειδή σκαλίσματα. Με στυλ. Με το πρόσθετο πλεονέκτημα, σκέφτηκε η Κατ, να διαθέτει αρκετό χώρο ώστε να αποτελεί κάποιου είδους πέρασμα. Τα μπρούντζινα των σκαμπό λαμποκοπούσαν και ο καθρέφτης πίσω από το μπαρ άστραφτε. Η Κατ προχώρησε προς τη σκηνή. Της άρεσε το καλογυαλισμένο ξύλινο πάτωμα και ενθουσιάστηκε όταν είδε ένα πελώριο πόστερ με τη φωτογραφία της στο καβαλέτο μπροστά σε ένα εκπληκτικό Στάινγουεϊ. Έφτασε στη μέση της σκηνής, γύρισε, έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Και τραγούδησε τις δυο πρώτες στροφές του «Stormy Weather».


Ο Ντάνκαν, που είχε μείνει πίσω, κατέβαλε προσπάθεια για να μη μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο. Η Κατ είχε μια φωνή που έφτανε στα τρίσβαθα του είναι σου και γέμιζε το δωμάτιο χωρίς να χρειάζεται μικρόφωνο. «Έχεις καλή ακουστική εδώ μέσα», του είπε. Τώρα ήταν η σειρά του να πάρει μια βαθιά ανάσα. «Κι εσύ έχεις καταπληκτικό λαρύγγι». Η Κατ χαμογέλασε. Αυτό το ήξερε, και πολύ καλά μάλιστα. Η φωνή της ήταν το μόνο που είχε πάντα, και σκόπευε να φτάσει ψηλά. «Ευχαριστώ, γλύκα. Το ατού μου για τη δόξα. Θα χρειαστεί να κάνω έναν έλεγχο του ήχου, μια μικρή πρόβα. Εσύ δείξε μου το καμαρίνι μου, την καμπίνα μου, πες μου πού μπορώ να βρω ένα σάντουιτς και θα στρωθώ αμέσως στη δουλειά». «Δίνεις παράσταση σε...» Ο Ντάνκαν κοίταξε το ρολόι του. «...οχτώ ώρες». «Δε χάνω ποτέ παράσταση». Έβγαλε τα γυαλιά της και τα στερέωσε στο λαιμό της μπλούζας της. «Θα είμαι συνεπής στη δουλειά μου, Μπλέιντ». Ο Ντάνκαν σκόπευε να σιγουρευτεί γι’ αυτό. «Το καμαρίνι σου είναι στα παρασκήνια, ανάμεσα στο κεντρικό σαλόνι και το καζίνο». «Έξυπνο», παρατήρησε καθώς εκείνος προχωρούσε προς το μέρος της. «Ποτίζεις πρώτα εδώ τα κορόιδα με αλκοόλ και στη συνέχεια τα παρασύρεις ν’ αφήσουν τα λεφτουδάκια τους στα τραπέζια σου». Ο Ντάνκαν ύψωσε το φρύδι του. «Υποθέτω ότι ούτε πίνεις ούτε παίζεις». «Κατά κανόνα, όχι. Το ποτό θολώνει το μυαλό και ο τζόγος -τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης κινεί τα νήματα- σημαίνει χασούρα. Δε μου αρέσει να χάνω». «Ούτε εμένα». Την οδήγησε σε άλλη μία παλινδρομική δίφυλλη πόρτα και έστριψε αριστερά σε ένα μικρό διάδρομο. «Αυτό είναι το καμαρίνι σου». Το καμαρίνι της, σκέφτηκε. Είχε περάσει ένας χρόνος και κάτι από τότε που είχε για πρώτη φορά δικό της καμαρίνι, και η ιδέα εξακολουθούσε να τη συναρπάζει. Τέρμα οι μέρες που μοιραζόταν τα καμαρίνια με τις στριπτιζούδες και τις χορεύτριες. Τέρμα οι μέρες που τσακωνόταν για μια θέση στον καθρέφτη ή έψαχνε μέσα σε μια ζούγκλα από κοστούμια για να βρει το δικό της. Το καμαρίνι της, σκέφτηκε ξανά και περιεργάστηκε το μικρό, τέλεια οργανωμένο χώρο. Καθρέφτης με φώτα, τουαλέτα με μεγάλο πάγκο, επενδυμένο σκαμπό, κρεμάστρες για τα ρούχα. Και, ο Θεός ας ευλογεί την Αμερική, ένας βολικός καναπές. «Λίγο στριμωγμένο», είπε υψώνοντας τους ώμους της, αν και στην πραγματικότητα ήθελε να χορέψει. «Αλλά θα τα καταφέρω. Θα χρειαστώ


λίγη βοήθεια για να τακτοποιήσω εδώ την γκαρνταρόμπα μου». «Θα την έχεις. Έλα όμως πρώτα να σε ξεναγήσω στο χώρο». Τον ακολούθησε απρόθυμα. Θα της άρεσε να καθίσει στον καναπέ, να κλειδώσει την πόρτα και να μείνει για λίγο εκεί, χαμογελώντας μόνη της. Αντίθετα, βγήκε μαζί του έξω, για να μπουν στο καζίνο με τα τραπέζια στρωμένα με την πράσινη τσόχα, τις πολύχρωμες ρουλέτες και τους αστραφτερούς κουλοχέρηδες. Αυτή είναι η δική του σκηνή, σκέφτηκε η Κατ. Παρά το σπορ ντύσιμό του γιατί υπέθετε ότι εκείνος θεωρούσε σπορ το κομψό παντελόνι και το λευκό μεταξωτό πουκάμισο-, ήταν η προσωποποίηση του παραδοσιακού τζογαδόρου των ποταμόπλοιων. Και δεν πίστευε ότι έφευγε συχνά με τις τσέπες του ξαλαφρωμένες. «Έχεις δύο παραστάσεις κάθε βράδυ», της είπε ο Ντάνκαν καθώς διέσχιζαν το χώρο για να βγουν πάλι στο κατάστρωμα και στο λαμπερό ήλιο. «Τη μέρα μπορείς να κάνεις ότι θέλεις, αν και ενθαρρύνουμε το προσωπικό να είναι κοινωνικό και να κάνει παρέα με τους ταξιδιώτες. Τα γεύματά σου θα τα τρως στο κάτω κατάστρωμα με το προσωπικό. Το πρωινό σερβίρεται από τις έξι ως τις οχτώ, το μεσημεριανό από τις έντεκα ως τη μία και το δείπνο από τις πέντε ως τις εφτά. Σου υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να πεινάσεις». «Αυτό είναι καλό. Έχω γερή όρεξη». Ο Ντάνκαν την κοίταξε. Ήταν πετσί και κόκαλο, αν και στις φωτογραφίες έδειχνε να έχει ελκυστικές καμπύλες. Βέβαια, ήξερε και εκτιμούσε το σχεδίασμα γυναικείων εσωρούχων και πώς μπορούσαν να προσθέσουν καμπύλες σε μια σιλουέτα. «Μπορείς να χρησιμοποιείς το γυμναστήριο, επίσης στο κάτω κατάστρωμα. Πληρώνεις για τα ποτά σου, αλλά, μια και δεν πίνεις -κατά κανόνα-, μάλλον δε χρειάζεται να σε προειδοποιήσω ότι, αν πιαστείς μεθυσμένη, την πρώτη φορά παίρνεις μια απλή προειδοποίηση. Τη δεύτερη απολύεσαι». Ο Ντάνκαν κατέβηκε τις σκάλες για το κάτω κατάστρωμα και έστριψε σ’ ένα διάδρομο. «Οι καμπίνες των επιβατών. Εκατόν είκοσι για πελάτες που κάνουν ολόκληρο το ταξίδι και άλλες εκατόν πενήντα για ημερήσια εξυπηρέτηση όταν βρισκόμαστε στα λιμάνια». Σταμάτησε δίπλα σε μια πόρτα και την άνοιξε. «Η καμπίνα της πρώτης θέσης», της εξήγησε και την άφησε να την εξερευνήσει. «Μάλιστα». Ήταν πολύ πιο ευρύχωρη απ’ ό,τι περίμενε η Κατ, με ένα πελώριο κρεβάτι και άνετο καθιστικό. Τα έπιπλα έδειχναν αντίκες -αυθεντικές,


υπέθεσε. Τα λουλούδια ήταν φρέσκα και η μπαλκονόπορτα άνοιγε σ’ ένα μπαλκόνι με θέα στο ποτάμι. «Θα πρέπει να κοστίζει μια περιουσία». «Ό,τι πληρώνεις παίρνεις. Ο κόσμος έρχεται εδώ για να χαλαρώσει και να διασκεδάσει, κι εμείς φροντίζουμε να πιάσουν τόπο τα χρήματά του». «Γι’ αυτό βάζω στοίχημα». Κάποια μέρα, κάποια όμορφη μέρα, θα μείνω κι εγώ σε μια τέτοια καμπίνα, σκέφτηκε η Κατ. Και όταν θα το έκανε αυτό, θα ξάπλωνε στο κρεβάτι, ολόγυμνη σαν μωρό, και θα έσκαγε στα γέλια. Και θα ξεχνούσε όλα τα άθλια μοτέλ, τα στενόχωρα δωμάτια και τα γεμάτα ψύλλους ξενοδοχεία που είχε μείνει στο παρελθόν. «Λοιπόν, γλύκα, μια και δε νομίζω ότι το προσωπικό μένει σε τόσο χλιδάτες καμπίνες, δε μου δείχνεις τη δική μου;» «Ένα κατάστρωμα πιο κάτω». Ο Ντάνκαν έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά τη στιγμή που η Κατ έβγαινε από την πόρτα, οι ώμοι τους σκουντήχτηκαν. Έχει ακόμα και τη μυρωδιά του πλούτου, σκέφτηκε ελαφρά τσαντισμένη. Υπέθεσε ότι εκείνη μύριζε όπως ακριβώς ένιωθε. Σκέτο κουρέλι. Αν δεν έτρωγε εκείνο το σάντουιτς γρήγορα, θα έπεφτε λιπόθυμη και θα γινόταν ρεζίλι. Έχεις ξαναπεινάσει, θύμισε στον εαυτό της καθώς ακολουθούσε πάλι τον Ντάνκαν στη σκάλα. Απλά σκέψου κάτι άλλο. Οτιδήποτε. Όπως, για παράδειγμα, ότι ο Μπλέιντ είχε τέλειο πισινό. Ήταν ένας πρώτης τάξεως άντρας από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Το απότομο γέλιο της τον έκανε να κοιτάξει πίσω. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτε. Αλλά μια και βρίσκομαι να περπατάω συνέχεια πίσω σου, απολαμβάνω τη θέα». Ο Ντάνκαν ύψωσε μόνο το αριστερό φρύδι του, μια ικανότητα που η Κατ θαύμαζε πάντα. Ύστερα το χαμόγελό του έλαμψε σαν αστραπή. Χριστέ μου, σκέφτηκε η Κατ, το μυστικό όπλο του. Πολύ αποτελεσματικό. «Την επόμενη φορά θ’ αλλάξουμε θέσεις», της είπε αβίαστα και άνοιξε μια πόρτα. «Αυτή είναι η καμπίνα σου». Το μέγεθος της ήταν λιγότερο από το μισό από την καμπίνα που της είχε δείξει προηγουμένως και το μικροσκοπικό παράθυρο πρόσφερε φως, αλλά τίποτε περισσότερο. Παρ’ όλ’ αυτά, της άρεσε ο χώρος, το μονό κρεβάτι, το πεντακάθαρο πάτωμα. Το μπαούλο της βρισκόταν ήδη εκεί, καταλαμβάνοντας τον περισσότερο χώρο. «Όταν βγάλεις τα ρούχα σου, θα το μεταφέρουμε στην αποθήκη. Και τότε δε θα δείχνει τόσο στενόχωρη».


«Είναι μια χαρά». Και με το παραπάνω, σκέφτηκε η Κατ. Μύριζε καθαριότητα. Δε θα υπήρχαν φωνακλάδες μεθύστακες στο διπλανό δωμάτιο, δε θα χρειαζόταν να σφηνώνει μια καρέκλα κάτω από το πόμολο της πόρτας τη νύχτα για να μπορεί να κοιμηθεί και με τα δυο μάτια της κλειστά. Έριξε μια ματιά στο μικροσκοπικό μπάνιο και δεν την ενόχλησαν καθόλου ο κουκλίστικος νιπτήρας και το στριμωγμένο ντους. Όλα εκεί μέσα, όσο μικρά κι αν ήταν, έλαμπαν από καθαριότητα. Και για τις επόμενες έξι βδομάδες θα ήταν δικά της. «Θα τα καταφέρω μια χαρά. Τώρα, τι γίνεται μ’ εκείνο το σάντουιτς;» «Θα πω να σου στείλουν κάτι». Ο Ντάνκαν βρισκόταν ήδη μία ώρα πίσω στο πρόγραμμά του. «Ξεκουράσου μια ώρα και φρόντισε να τακτοποιηθείς. Θα κανονίσω εγώ για τον έλεγχο του ήχου. Θα κρατήσουμε το κεντρικό σαλόνι κλειστό μέχρι τις τέσσερις. Δεν μπορώ να σου δώσω περισσότερο χρόνο για πρόβα, γι’ αυτό φρόντισε να είσαι στην ώρα σου». «Θα είμαι, γλύκα». Η Κατ πήγε στην ανοιχτή πόρτα και έγειρε πάνω της, καλώντας τον σιωπηλά να φύγει. «Θα χρειαστώ επίσης λίγο εμφιαλωμένο νερό -χωρίς ανθρακικό, χωρίς γεύσεις, απλό μεταλλικό νερό». Εκείνος ύψωσε πάλι το φρύδι του. «Τίποτε άλλο;» «Να σου πω». Η Κατ χαμογέλασε νωχελικά, σέρνοντας το δάχτυλο της στο μπροστινό μέρος του πουκαμίσου του. «Ο χρόνος θα δείξει. Ευχαριστώ για την ξενάγηση». Αν η κυρία ήθελε να παίξει, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, εκείνος ήταν εξαιρετικός παίκτης. Ακούμπησε ένα δάχτυλο κάτω από το πιγούνι της και έγειρε μέχρι που είδε τα μάτια της ν’ αστράφτουν. «Γλυκιά μου, δεν είδες τίποτε ακόμα». Και απομακρύνθηκε χαμογελώντας.


Κεφάλαιο 12

Του άρεσε περισσότερο η νύχτα. Ο τρόπος που έπεφτε. Τον Ιούλιο οι μέρες ήταν αποπνικτικές, ο καυτερός ήλιος αντανακλούσε πάνω στα σκούρα νερά του Μισισιπή. Οι νύχτες ήταν ζεστές, αλλά με μια παιχνιδιάρικη αύρα. Και ήταν γεμάτες δράση. Οι επιβάτες είχαν επιβιβαστεί και το πάρτι της υποδοχής είχε δώσει τη νότα για μια φανταστική περίοδο χαράς, ευχαρίστησης και αναβίωσης της περιπετειώδους εποχής που τα ατμόπλοια βασίλευαν στο ποτάμι. Ο Ντάνκαν είχε υποδεχτεί τους ταξιδιώτες φροντίζοντας να κόψει φάτσες. Είχε διακρίνει τα πανευτυχή ζευγάρια που βρίσκονταν στο μήνα του μέλιτος, αλλά και αυτούς που έπαιζε το μάτι τους και είχαν έρθει να προκαλέσουν την τύχη τους. Καθώς πλησίαζε το σούρουπο, ένιωσε την έξαψη μιας καινούριας αρχής. Ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το είχε ζήσει σε ξενοδοχεία, σε στατικά κτίρια μέσα σε πόλεις και παραθεριστικά θέρετρα. Είχε περάσει ευχάριστα, είχε μάθει τα μυστικά της οικογενειακής επιχείρησης και είχε ανακαλύψει ότι διέθετε το ανάλογο ταλέντο. Αλλά είχε ανακαλύψει επίσης ότι αυτός προτιμούσε την ελευθερία της κίνησης, της αλλαγής, του απρόβλεπτου. Η μητέρα του έλεγε συχνά γελώντας ότι είχε γεννηθεί με καθυστέρηση ενός αιώνα. Ήταν γεννημένος για ν’ αλωνίζει στο ποτάμι. Το έκανε τώρα, καθώς η Πριγκίπισσα των Κομάντσι έπλεε νότια σκίζοντας νωχελικά τα νερά και αφήνοντας πίσω της τις απαγορεύσεις της ξηράς. Αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να κάθεται ο ίδιος στο τιμόνι του πλοίου -κάτι ακόμα που είχε μάθει. Δεν ήταν άνθρωπος που θα άφηνε τον έλεγχο στα χέρια κάποιου άλλου χωρίς να ξέρει ότι θα μπορούσε να του τον αφαιρέσει έτσι και το έκρινε απαραίτητο. Είχε φροντίσει όμως να διαλέξει με προσοχή τόσο τον καπετάνιο όσο και το πλήρωμα. Έτσι τώρα μπορούσε να απολαύσει τη στιγμή ευχαριστημένος, ξέροντας πως τα πάντα δούλευαν ρολόι. Μπήκε στο καζίνο και έκλεισε το μάτι του στην υπεύθυνη. Η Γκλόρια Μπίνι διέθετε κοφτερό μάτι, μυαλό ξυράφι και τη μελωδική προφορά του Νότου που έκρυβε τα απίστευτα προσόντα της. Και η εμφάνισή της με το κομψό σμόκιν ήταν εντυπωσιακή.


Ο Ντάνκαν την είχε κλέψει από τη Σαβάνα, αύξησε το μισθό της και για ένα διάστημα είχε μπει στον πειρασμό να δημιουργήσει μια πιο... προσωπική σχέση μαζί της. Μέχρι τη στιγμή που ανακάλυψαν και οι δύο ότι σκέφτονταν ο ένας τον άλλο περισσότερο σαν μέλος της οικογένειάς του παρά σαν εραστή. «Έχουμε μπόλικο κόσμο απόψε», παρατήρησε η Γκλόρια. «Έχουν πέσει με τα μούτρα στους κουλοχέρηδες». «Όσοι κλείνουν αυτές τις κρουαζιέρες χαίρονται να ξοδεύουν πρώτα τις μάρκες που τους προσφέρουμε στο πακέτο -για προθέρμανση. Έχουμε δυο ζευγάρια που κάνουν το μήνα του μέλιτος. Θα τα ξεχωρίσεις αμέσως. Αν έρθουν στο καζίνο, φρόντισε να τους προσφέρουμε μια μπουκάλα σαμπάνια». «Έγινε». «Πάω τώρα να ρίξω μια ματιά στο καινούριο ταλέντο μας δίπλα, αλλά θα είμαι συνέχεια εδώ τριγύρω τις επόμενες ώρες». Περιπλανήθηκε στο χώρο του καζίνου, απολαμβάνοντας το κουδούνισμα των κουλοχέρηδων, το θρόισμα των χαρτιών, το κροτάλισμα των ζαριών. Αφού ολοκλήρωσε το βραδινό γύρο του, ξεκίνησε για το κεντρικό σαλόνι. Σταμάτησε, έριξε μια ματιά στο ρολόι του και κοίταξε συνοφρυωμένος την πόρτα του καμαρινιού της Κατ. Την είχε αφήσει ώρες πριν και από τότε δεν την είχε ξανακούσει. Και η μέχρι τώρα στάση της δεν τον ενέπνεε να την εμπιστευτεί ότι θα εμφανιζόταν στην ώρα της. Χτύπησε κοφτά την πόρτα. «Πέντε λεπτά, δεσποινίς Φάρελ». «Το ξέρω. Να πάρει η οργή. Δώσε μου ένα χεράκι, μπορείς;» Ο Ντάνκαν έσπρωξε την πόρτα -και ανακάλυψε πώς αισθάνεται κανείς όταν του αδειάζουν δυο γεμιστήρες ενός όπλου στο στομάχι. Η Κατ στεκόταν στη μέση του δωματίου ντυμένη με κάτι που, λίαν επιεικώς, θα μπορούσε να αποκαλέσει κάποιος φόρεμα. Ό,τι υπήρχε απ’ αυτό είχε το ίδιο ζωηρό πράσινο χρώμα με τα μάτια της και άφηνε γυμνούς τους ώμους της, δημιουργώντας το κατάλληλο φόντο για τον κατακόκκινο καταρράκτη των μαλλιών της. Βλέποντάς τη με το φαρδύ τζιν, δεν μπόρεσε να φανταστεί ότι είχε ατέλειωτα πόδια. Αλλά η στενή, κοντή φούστα και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια τα πρόβαλλαν σε όλο τους το μεγαλείο. «Χμ. Πολύ όμορφο», μουρμούρισε. Η Κατ σταμάτησε να τραβάει το φερμουάρ και γύρισε προσφέροντάς του μια υπέροχη θέα της πλάτης της. «Μια και αγόρασες εσύ το πακέτο, γλύκα, βοήθησέ με τώρα να δέσω το φιόγκο. Κόλλησε το αναθεματισμένο».


«Για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε». Προχώρησε προς το μέρος της και πρόσεξε ότι, με αυτά τα υπέροχα μάτια αριστοτεχνικά τονισμένα και τα λαμπερά βαμμένα χείλη, δεν έμοιαζε πια με έφηβη. Και το άρωμά της ήταν εξωτικό, απίστευτα σέξι. Και τι άλλο μπορούσε να κάνει ένας άντρας, αναρωτήθηκε ο Ντάνκαν, από το να απολαύσει τη στιγμή; «Μερικές φορές πρέπει να κατέβεις χαμηλά» -οι κόμποι των δαχτύλων του χάιδεψαν τη σάρκα της καθώς κατέβαζε το φερμουάρ- «για να μπορέσεις να ξανανέβεις». Η Κατ δεν ανατρίχιασε, και περισσότερο ξαφνιάστηκε παρά ενοχλήθηκε που για μια φευγαλέα στιγμή ένιωσε τη διάθεση να το κάνει. Θυμίζοντας στον εαυτό της ότι ήξερε πώς να χειρίζεται άντρες του τύπου του, γύρισε το κεφάλι της και του χάρισε ένα λάγνο χαμόγελο. «Ω, έχω βρεθεί χαμηλά, αλλά μου αρέσει πολύ περισσότερο να βρίσκομαι ψηλά». «Μπορεί να μη βρέθηκες ποτέ χαμηλά στο κατάλληλο σημείο». Ανίκανος να αντισταθεί, έσυρε το δάχτυλό του κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της. «Ωραία πλάτη, Φάρελ». «Ευχαριστώ». Α, ναι, που να πάρει η οργή, η Κατ ήθελε να ανατριχιάσει. «Ωραίο πρόσωπο, Μπλέιντ. Τώρα τι λες, θα μου κουμπώσεις το φόρεμα για να είμαι εντάξει στην ώρα μου; Το αφεντικό μου τσαντίζεται όταν καθυστερώ». «Θα πρέπει να του πω έναν καλό λόγο για σένα». Ο Ντάνκαν ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε πόσο πολύ ήθελε να της βγάλει το φόρεμα για να δει τι άλλα θαύματα κρύβονταν κάτω από τα ιδρωμένα αλήτικα ρούχα που είχε φορέσει για το ταξίδι της. Βρισκόταν αρκετά κοντά της ώστε να διαβάσει στα μάτια της ότι εκείνη το είχε καταλάβει. Κι αν ο εγωισμός δεν είχε θολώσει εντελώς την όρασή του, είδε μια λάμψη περιέργειας. Η Κατ κράτησε σταθερό το βλέμμα της, αν και το χάδι των δάχτυλων του στην πλάτη της την έκανε να θέλει να γυρίσει για ν’ ανακαλύψει πόσο επιδέξια μπορεί να ήταν. «Θα ήταν λάθος», του είπε απλά. «Ναι». Ο Ντάνκαν της ανέβασε το φερμουάρ με κάποια λύπη. «Θα ήταν». Έκανε ένα βήμα πίσω και την περιεργάστηκε επίμονα. «Αν και, απ’ ό,τι βλέπω, μπορεί να άξιζε τον κόπο». Γύρισε όμως και της άνοιξε την πόρτα. «Καλή επιτυχία». «Πάντα προσπαθώ να έχω επιτυχία». Η Κατ έκανε να τον προσπεράσει,


αλλά, παρορμητικά, σταμάτησε. Τα σώματά τους, πολύ κοντά, πλαισίωναν την πόρτα. Πολύ αργά, σήκωσε το χέρι της και έσυρε το δάχτυλό της στα χείλη του. Ύστερα χαμογέλασε. «Πολύ κακό αυτό». Απομακρύνθηκε μετρώντας τους χτύπους της καρδιάς της. Σταμάτησε ακριβώς πριν από τη στροφή για τη σκηνή. Περιμένοντας. Αντί να παραμερίσει τα συναισθήματα που της είχε προκαλέσει η συνάντηση με τον Ντάνκαν, τα χρησιμοποίησε, εστιάστηκε σ’ αυτά. Όταν έσβησαν όλα τα φώτα της σκηνής, ανέβηκε και στάθηκε στη μέση. Μετρώντας για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, κλείνοντας τα μάτια, άρχισε να τραγουδάει χωρίς συνοδεία μουσικής μέσα στο σκοτάδι. Ξεκίνησε αργά και ονειροπόλα, μόνη της, με τη φωνή της να χαϊδεύει τις λέξεις και την καρδιά της να συντρίβεται στο άκουσμα τους. Ύστερα άρχισε η μουσική. Ο κεντρικός προβολέας άναψε, εστιάστηκε για πολλή ώρα στο πρόσωπό της, κι ύστερα, καθώς η φωνή της δυνάμωνε, τη φώτισε ολόκληρη. Μαγεία, σκέφτηκε ο Ντάνκαν καθώς την παρακολουθούσε. Η φωνή της μπορεί να ήταν παρακλητική, να προκαλούσε θλίψη, καθώς με το τραγούδι της αποζητούσε κάποιον να την προσέχει, αλλά ήταν μαγευτική. Και το κοινό είχε πιαστεί στα μάγια της. Ο Ντάνκαν φαντάστηκε ότι οι γυναίκες θα έκλαιγαν και οι άντρες θα την ποθούσαν. Θεέ μου, αυτή η γυναίκα μπορούσε να κάνει έναν άντρα να ποθήσει πολλά. Έτριψε το πλάι του δαχτύλου του στα χείλη του, εκεί όπου τα είχε χαϊδέψει εκείνη. Αυτό το απαλό άγγιγμα τον είχε διεγείρει ακαριαία. Επικίνδυνη γυναίκα, σκέφτηκε. Ευέξαπτη γυναίκα. Και, για κακή του τύχη, είχε αδυναμία στις επικίνδυνες και ευέξαπτες γυναίκες. Συνέχισε να την ακούει μέχρι που έσβησαν οι τελευταίες νότες και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ύστερα έκανε μεταβολή και ξαναγύρισε στο καζίνο, όπου ήξερε ότι η τύχη ήταν με το μέρος του. Ήταν μεσημέρι όταν ξύπνησε η Κατ. Μετά τη δεύτερη παράσταση, είχε βγάλει το κοστούμι της και είχε καθαρίσει το πρόσωπό της από το μακιγιάζ. Η αδρεναλίνη είχε μειωθεί πλέον στο αίμα της, έτσι είχε επιστρέψει παραπατώντας στην καμπίνα της και είχε σωριαστεί μπρούμυτα στο κρεβάτι. Και είχε κοιμηθεί σαν κούτσουρο.


Την είχαν ξυπνήσει ο ήλιος που έμπαινε από το φινιστρίνι και το ελαφρύ λίκνισμα του πλοίου. Και το αγωνιώδες γουργουρητό του άδειου στομαχιού της. Στις δωδεκάμισι, αφού έκανε ντους για να ξυπνήσει τελείως, κατέβηκε στην κουζίνα. Είχε πιάσει ήδη φιλίες μ’ έναν από τους μάγειρες. Σε όποιο ξενοδοχείο, νάιτκλαμπ ή καταγώγιο είχε δουλέψει, φρόντιζε να τα έχει πάντα καλά με τον υπεύθυνο για το φαγητό. Τρως καλύτερα έτσι. Ο Τσάρλι από τη Νέα Ορλεάνη ήταν ένας εξωφρενικά κοκαλιάρης Κέιτζουν μ’ ένα τεράστιο μουστάκι, ζωηρά μαύρα μάτια και τρεις πρώην συζύγους. Η Κατ έμαθε τα πάντα γι’ αυτές καθώς καταβρόχθιζε το εμπνευσμένο πιάτο με τις γαρίδες που είχε βάλει εκείνος μπροστά της. Συνόδεψε το φαγητό της με μεταλλικό νερό. Η καφεΐνη της έφερνε νευρικότητα. Έτρωγε και κουβέντιαζε μες στη βαβούρα της κουζίνας χωρίς να δίνει σημασία στους σερβιτόρους που μπαινόβγαιναν βιαστικά. Υπέθεσε πως εκείνη την ώρα θα σέρβιραν το γεύμα στο κατάστρωμα, στην κεντρική τραπεζαρία και στην τραπεζαρία του προσωπικού. Εκείνη προτιμούσε την κουζίνα. Άπλωσε το χέρι της και πήρε άλλο ένα ζεστό ψωμάκι. «Λοιπόν, Τσάρλι, μίλησέ μου για το αφεντικό». «Τον Ντάνκαν;» Ο Τσάρλι κοίταξε έναν από τους βοηθούς του για να βεβαιωθεί πως ψιλόκοβε σωστά τα μανιτάρια. «Είναι καλός άνθρωπος. Έξυπνος. “Τσάρλι, θέλω ονειρεμένα φαγητά”, μου είπε». Ο Τσάρλι γέλασε με την ανάμνηση. «Θέλει φαγητά ποιήματα, κι εγώ του τα ετοιμάζω. Γι’ αυτό με πληρώνει, επειδή θέλει τον καλύτερο. Δε συμβιβάζεται με κάτι λιγότερο, σερί. Όχι ο Ντάνκαν Μπλέιντ». «Βάζω στοίχημα», είπε η Κατ μασουλώντας το ψωμάκι της. «Είναι γυναικάς». Ο Τσάρλι έπαιξε τα φρύδια του. «Τις πάει με το μαλακό. Ξέρει να ξεγλιστράει. Δεν μπορούν να τον τουμπάρουν, αποκλείεται. Όχι σαν εμένα. Εγώ, έτσι και κοιτάξω μια γυναίκα λίγο παραπάνω, μου περνάει το χαλκά στη μύτη». Η Κατ γέλασε. «Αλλά όχι στον Ντάνκαν». «Όχι. Αυτός τις γαργαλάει και μετά ξεγλιστράει ενόσω εκείνες αναστενάζουν ακόμα». «Δε γαργαλιούνται όλοι». «Α, όλοι έχουμε το κουμπί μας, κοριτσάκι μου. Πάντα υπάρχει ένα ευαίσθητο σημείο. Εγώ έχω πάρα πολλά».


Εγώ όμως δεν έχω, βεβαίωσε τον εαυτό της η Κατ και έφυγε από την κουζίνα για να βγει στο κατάστρωμα. Όταν μια γυναίκα έχει αρκετό μυαλό, είναι ικανή να κρύβει τα αδύνατα σημεία της μέχρι να γίνουν σκληρά σαν πέτρα. Και στη συνέχεια είναι αυτή που μπορεί να ξεγλιστράει. Όταν δεν έχεις κανέναν άλλο να βασιστείς εκτός από τον εαυτό σου, πρέπει να είσαι γρήγορος στις κινήσεις σου. Γέρνοντας στην κουπαστή, κοίταξε τα νερά του ποταμού που κυλούσαν από κάτω. Ήταν ωραία να βρίσκεται μακριά από τον κόσμο, μακριά από την πόλη και τη φασαρία. Να μπορεί να αναπνέει το μυρωμένο, καθαρό αέρα και να νιώθει την αποχαυνωτική ζέστη του καλοκαιριού. Δε θα ’ταν άσχημα να βρει κι άλλες δουλειές σαν αυτή, που είχαν το πλεονέκτημα να σου προσφέρουν ήρεμα, νωχελικά απογεύματα. Και ο Τσάρλι είχε δίκιο. Ο Ντάνκαν Μπλέιντ δεν ήταν τσιγκούνης. Τα χρήματα που θα κέρδιζε τις επόμενες έξι βδομάδες θα αύξαναν σημαντικά τις οικονομίες της. Θα αισθανόταν πιο ασφαλής, θα μεγάλωνε την απόσταση από τις μέρες που πάσχιζε να κερδίσει λίγα δολάρια για να πληρώσει το ενοίκιο ενός άθλιου μικρού δωματίου. Δε θα γινόταν ποτέ ξανά φτωχή, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Ούτε θα αισθανόταν ξανά απελπισμένη. Ούτε φοβισμένη. Η Κάθριν Μαίρη Φάρελ είχε πάρει το δρόμο της καταξίωσης. Ο Ντάνκαν την παρακολουθούσε από το πάνω κατάστρωμα. Είχε σταυρωμένα τα χέρια της στην κουπαστή, τα πόδια στους αστραγάλους και στεκόταν εκεί πετώντας ελαφρά τον ένα γοφό της. Έδειχνε νωχελική και ευχαριστημένη σαν γάτα που λιάζεται. Γιατί λοιπόν και μόνο που την είδε αισθανόταν υπερένταση; Τώρα, μ’ εκείνο το γελοίο κασκέτο στο κεφάλι και τα μακριά μαλλιά της να προβάλλουν από την τρύπα πίσω πιασμένα αλογοουρά, δεν έμοιαζε με την αισθησιακή ξελογιάστρα της προηγούμενης νύχτας. Το φαρδύ μακό μπλουζάκι της κάλυπτε τους γοφούς της -που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν έντονοι- και ήταν ξυπόλυτη. Βέβαια, το σορτσάκι με τα ξέφτια αποκάλυπτε ένα μεγάλο τμήμα των ποδιών της. Αλλά το θέμα δεν ήταν η εμφάνισή της, αποφάσισε. Ήταν η... στάση της. Στεκόταν εκεί εκπέμποντας απόλυτη αυτοπεποίθηση, μια γυναίκα που της ήταν εντελώς αδιάφορο ποιος την κοίταζε ή πώς. Και υπέθεσε ότι αυτή η στάση είχε το στυλ της. «Έι! Κατ Φάρελ!»


Η Κατ γύρισε και, παρά το γείσο του κασκέτου και τα σκούρα γυαλιά, σήκωσε το χέρι της για να προστατεύσει τα μάτια της από τον εκτυφλωτικό ήλιο. Τον είδε στο πάνω κατάστρωμα, με την κατάμαυρη χαίτη του να ανεμίζει στο αεράκι. Το χακί παντελόνι και το γαλάζιο πουκάμισο αναδείκνυαν μια λεπτή και γυμνασμένη κορμοστασιά. Μα καλά, αναρωτήθηκε, αυτός ο άνθρωπος δείχνει πάντα τέλειος; «Γεια, Ντάνκαν Μπλέιντ». «Θ’ ανέβεις πάνω;» «Γιατί;» «Θέλω να σου μιλήσω». Η Κατ χαμογέλασε, ακούμπησε τους αγκώνες της στην κουπαστή και έγειρε πίσω. «Κατέβα εσύ κάτω». Αυτή είναι μια από τις φορές, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, που αν χάσεις μια μικρή μάχη, θα χάσεις και τον πόλεμο. «Πάνω», είπε απλά. «Στο γραφείο μου». Πρόλαβε, προτού απομακρυνθεί από την κουπαστή, να τη δει να υψώνει τους ώμους. Την περίμενε, σίγουρος ότι θα ερχόταν με το πάσο της. Ήξερε ότι κι ο ίδιος αυτό θα έκανε. Πίσω του, οι ταξιδιώτες χαλάρωναν στις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα ή είχαν καταφύγει στη δροσιά του σαλονιού για ν’ ακούσουν την απογευματινή ομιλία για την ιστορία του ποταμού. Άλλοι -πολλοί άλλοι, ήταν βέβαιος- βρίσκονταν στο καζίνο, απολαμβάνοντας τη μουσική των κουλοχέρηδων. Όταν την είδε ν’ ανεβαίνει κουνιστή τη σκάλα, της έκανε νόημα να ανέβει και την επόμενη. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, αφεντικό;» «Όχι. Πώς πέρασες το πρωινό σου;» «Δεν ξέρω. Κοιμόμουν». Όταν έφτασε στην κορυφή, γύρισε και κοίταξε τριγύρω. «Πάλι καλά που μου αρέσουν τα ύψη». «Πέρασε». Ο Ντάνκαν άνοιξε μια πόρτα και την περίμενε να μπει πρώτη. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν του αρέσει η περιορισμένη ορατότητα, σκέφτηκε η Κατ. Το γραφείο δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά είχε ολόγυρα τζαμαρία με θέα τον καταγάλανο ουρανό. Διέσχισε το δωμάτιο, προσπέρασε το υπέροχο παλιό μαονένιο γραφείο, το μικρό καθιστικό με τις σκαλιστές πολυθρόνες και τα καλογυαλισμένα τραπεζάκια και κοίταξε τη θέα. «Είναι το κάτι άλλο», ψέλλισε. «Με βοηθάει να μην πλήττω όταν έχω γραφική δουλειά. Θα ήθελες κάτι δροσιστικό;»


«Νερό». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, άνοιξε ένα ψυγειάκι και έβγαλε ένα μπουκάλι. «Είναι το μόνο που πίνεις;» «Τις περισσότερες φορές». Γύρισε το κεφάλι της όταν τον άκουσε να σερβίρει το νερό στο ποτήρι. «Λοιπόν, τι συμβαίνει;» «Ξανακοίταξα το ντοσιέ με τις πληροφορίες για τη δουλειά σου σήμερα το πρωί». Την πλησίασε και της πρόσφερε το ποτήρι με το νερό. «Και λοιπόν;» «Και λοιπόν, είναι πολύ επαγγελματικό και καλογραμμένο, αλλά δε λέει πολλά». Ο Ντάνκαν κάθισε, άπλωσε τα μακριά πόδια του και έβγαλε ένα λεπτό πούρο από την τσέπη του. «Πες μου περισσότερα». «Γιατί;» «Γιατί όχι;» Η Κατ κάθισε κι άπλωσε κι αυτή τα πόδια της. «Με προσέλαβες για μια συγκεκριμένη δουλειά. Τι άλλο θέλεις να μάθεις;» Εκείνος άναψε το πούρο του και συνέχισε να την κοιτάζει μέσα από ένα σύννεφο καπνού. «Δε λέει από πού κατάγεσαι». «Από το Σικάγο. Από τη νότια πλευρά. Τις εργατικές κατοικίες». «Άγρια γειτονιά», σχολίασε εκείνος υψώνοντας το φρύδι του. «Πώς το ξέρεις;» είπε εκείνη μ’ ένα αργό, σαρκαστικό χαμόγελο. «Οι Μακ Γκρέγκορ δεν περιφέρονται με τις λιμουζίνες τους στις άγριες γειτονιές». Άγγιξα μια ευαίσθητη χορδή, σκέφτηκε ο Ντάνκαν φυσώντας αδιάφορα τον καπνό του. «Ο Μακ Γκρέγκορ δούλευε σε ανθρακωρυχεία και πέρασε ένα μεγάλο μέρος της νεανικής του ηλικίας σε γειτονιές εξίσου άγριες με τη νότια πλευρά του Σικάγου. Ο πατέρας μου, ο Μπλέιντ, εν μέρει Κομάντσι, πάλεψε να ξεφύγει από μέρη που κάνουν τις δικές σας εργατικές κατοικίες να μοιάζουν με παράδεισο. Κατάγομαι από ανθρώπους που δεν ξεχνάνε τις ρίζες τους». «Αυτό ισχύει για σένα, Ντάνκαν. Εγώ ξερίζωσα τις δικές μου». Τον κοίταξε πίσω από τα σκούρα γυαλιά της πίνοντας μια γουλιά νερό. «Τι είναι αυτό που ψάχνεις;» «Περισσότερες πληροφορίες», της δήλωσε απλά. «Πού βρίσκεται η οικογένειά σου;» «Ο πατέρας μου έχει πεθάνει. Τον σκότωσε ένας μεθυσμένος οδηγός. Εγώ ήμουν οχτώ χρονών κι εκείνος είκοσι εννιά. Η μητέρα μου ζει στο Σικάγο. Είναι σερβιτόρα. Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με τη δουλειά μου;» Αντί να της απαντήσει, έσκυψε μπροστά, γρήγορος σαν αστραπή, και της


έβγαλε τα γυαλιά. «Έι». «Μου αρέσει να βλέπω το συνομιλητή μου». Τα άφησε πάνω στο γραφείο και έγειρε πάλι πίσω, ευχαριστημένος που είχε κάνει τα μάτια της να λάμψουν τσαντισμένα. «Έχω ένα συμβόλαιο έξι βδομάδων μαζί σου, με προοπτική επέκτασης για άλλες έξι. Προτού αποφασίσω αν θα το επεκτείνω ή όχι, θα ήθελα να μάθω με ποια έχω να κάνω». Άλλες έξι βδομάδες, σκέφτηκε εκείνη. Σταθερή δουλειά, σταθερό εισόδημα, διαμονή στο πλοίο για τρεις ολόκληρους μήνες. Θα μπορούσε να διπλασιάσει σχεδόν τις οικονομίες της, σίγουρα να διπλασιάσει την επιταγή που έστελνε στη μητέρα της κάθε μήνα. Και θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε ένα καινούριο συμβόλαιο με τον όμιλο των Μακ Γκρέγκορ-Μπλέιντ. Δεν άφησε ίχνος από τον ενθουσιασμό που της προκάλεσε αυτή η προοπτική, από την ελπίδα που είχε λαμπαδιάσει σαν πυρσός στην καρδιά της να φανεί στο πρόσωπό της καθώς χαμογελούσε αργά. «Ε, σε αυτή την περίπτωση, γλύκα, η ζωή μου είναι ανοιχτό βιβλίο. Τι θέλεις να μάθεις;»


Κεφάλαιο 13

Είχε πατήσει το κατάλληλο κουμπί, αποφάσισε ο Ντάνκαν. Τα λεφτά αποτελούσαν για ορισμένους το πιο ευχάριστο θέμα συζήτησης. Με μια άλλη γυναίκα, θα είχε γυροφέρει το θέμα και θα την είχε οδηγήσει επιδέξια εκεί που ήθελε με το μαλακό, κι όλα αυτά με γοητευτική λεπτότητα και μπόλικη δόση πονηριάς. Δεν πίστευε όμως ότι θα έπιανε οτιδήποτε από αυτά με την Κατ. «Υπάρχει κάποιος άντρας;» Εκείνη ύψωσε τα φρύδια της διασκεδάζοντας. «Μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, έτσι;» «Απλά μου αρέσει να συγχρονίζω το βήμα μου με το βήμα αυτού με τον οποίο συμπορεύομαι, αγάπη μου. Υπάρχει;» «Δεν υπάρχει κανένας άντρας, εκτός αν θελήσω να υπάρξει». Ήπιε άλλη μια γουλιά νερό αργά, φροντίζοντας να του δώσει να καταλάβει ότι αυτό που έλεγε το εννοούσε. «Κανένας άντρας -αυτή τη στιγμή», συνέχισε εκείνος. «Δεν πίνεις -κατά κανόνα. Δε χαρτοπαίζεις. Δεν έχεις κανένα βίτσιο, Κατ;» Τα μάτια της παιχνίδισαν πάνω από το χείλος του ποτηριού της. «Είπα κάτι τέτοιο; Εσύ πίνεις, χαρτοπαίζεις και υποθέτω πως, έτσι και θελήσεις γυναίκα, την έχεις. Αυτό σημαίνει ότι είσαι βιτσιόζος, Ντάνκαν;» «Καλή παρατήρηση». Πήρε αφηρημένα ένα νόμισμα και άρχισε να το στριφογυρίζει στο χέρι του. «Με εντυπωσίασες χτες το βράδυ». «Στο καμαρίνι;» Το αστραφτερό χαμόγελό του έδειξε ξεκάθαρα ότι είχε πιάσει το υπονοούμενο. «Ω, ναι. Και στη σκηνή. Έχεις φοβερό ταλέντο». «Το ξέρω». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του. «Το γεγονός ότι το ξέρεις και το χρησιμοποιείς είναι στα υπέρ σου. Μέχρι πού θέλεις να φτάσεις;» «Όσο γίνεται πιο ψηλά και ακόμα παραπέρα». «Γιατί δε δισκογραφείς;» Η Κατ σκούπισε μια σταγόνα από το πάνω χείλος της με τη γλώσσα. «Οι δισκογραφικοί παραγωγοί κάνουν ουρά στην πόρτα μου», του απάντησε ξερά. «Αλλά εγώ επιμένω να τους αγνοώ».


«Χρειάζεσαι καινούριο ατζέντη». Η Κατ ξεφύσηξε γελώντας. «Λες να μην το ξέρω;» «Μπορώ να σε βοηθήσω». Εκείνη κατέβασε αργά το ποτήρι της και το άφησε στην άκρη. Τα υπέροχα πράσινα μάτια της έγιναν ψυχρά και σκληρά. «Και τα ποσοστά σου σε τι τα θέλεις;» Τα δάχτυλα που έπαιζαν ανέμελα με το νόμισμα σταμάτησαν. «Δεν προσφέρω ανταλλάγματα για το σεξ. Δεν πληρώνω για να το εξασφαλίσω και δεν το θεωρώ παιχνίδι». Εκείνη έμεινε αμίλητη για λίγο, κάπως έκπληκτη από τον τρόπο που εκείνη η απαλή φωνή είχε γίνει ξαφνικά κοφτερή σαν ξυράφι. Ύστερα αναστέναξε, επειδή, όταν είχε άδικο, πίστευε ότι έπρεπε να το αναγνωρίζει. Ακόμα κι αν την πονούσε. «Λυπάμαι, λάθος μου. Απλά δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν προσφερθεί να με βοηθήσουν χωρίς να ζητούν για αντάλλαγμα κάποιες δυσάρεστες δεσμεύσεις». «Το σεξ είναι ευχαρίστηση. Η δουλειά είναι... ένα εντελώς διαφορετικό είδος ευχαρίστησης. Δεν τα μπερδεύω μεταξύ τους. Κατανοητό;» «Απόλυτα». Ικανοποιημένος, άρχισε να παίζει πάλι το νόμισμα στα δάχτυλα του. «Έχω κάποιους γνωστούς στο χώρο της διασκέδασης. Τις επόμενες βδομάδες φρόντισε να ηχογραφήσεις μια κασέτα και θα κοιτάξω να φτάσει στα κατάλληλα χέρια». «Έτσι απλά; Γιατί;» «Επειδή μου αρέσει η φωνή σου. Μου αρέσει όλο το πακέτο». Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή, ψάχνοντας να βρει τις δεσμεύσεις, τις τρικλοποδιές, τις κρυμμένες παγίδες, αλλά δεν κατάφερε να βρει τίποτε. «Το εκτιμώ. Πολύ». Για να επισφραγίσουν τη συμφωνία, του άπλωσε το χέρι και χαμογέλασε ενθουσιασμένη όταν είδε το νόμισμα που κρατούσε στο δικό του να εξαφανίζεται. «Ωραίο. Ξέρεις κι άλλα τέτοια κόλπα;» «Αμέτρητα». Διασκεδάζοντας με την αντίδρασή της, εμφάνισε πάλι το νόμισμα ανάμεσα στα δυο του δάχτυλα. Δαγκώνοντας το πουράκι με τα δόντια του, σήκωσε ψηλά τις γροθιές του, κι όταν τις ξανάνοιξε, το νόμισμα είχε γίνει άφαντο. Το γέλιο της ήταν γρήγορο, βραχνό. Έγειρε μπροστά. «Κάν’ το πάλι. Θα βρω πώς το κάνεις». «Θέλεις να βάλουμε στοίχημα;»


Το βλέμμα της στράφηκε φευγαλέα προς το μέρος του. «Έχω πολύ κοφτερό μάτι». «Πανέμορφα μάτια. Ακόμα και τότε που σε πήρα για ένα αλάνικο κοριτσόπουλο, ένιωσα να μου τρέχουν τα σάλια. Και πολύ όμορφα μαλλιά». Η φωνή του είχε γλυκάνει καθώς άπλωνε το χέρι του και χάιδευε την αλογοουρά της. Με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, της έβγαλε το κασκέτο και το άφησε να πέσει στην ποδιά της. «Υπέροχα. Πού είναι το νόμισμα, αγάπη μου;» «Τι πράγμα;» Κάναμε πρόοδο, σκέφτηκε εκείνος και χαμογέλασε. Έγειρε πίσω και σήκωσε τα δυο του χέρια με ανοιχτές τις παλάμες. «Δεν έχω τίποτε στο μανίκι μου». Όταν η Κατ συνειδητοποίησε ότι για μια πολύ επικίνδυνη στιγμή το μυαλό της είχε σταματήσει να δουλεύει, αναστέναξε αργά. «Είσαι καλός». «Πολύ σωστά». Πήρε το κασκέτο της. «Άπλωσε το χέρι σου», της είπε, και μετά γύρισε το κασκέτο και το νόμισμα έπεσε από μέσα. Μια στιγμή πριν αγγίξει το νόμισμα την παλάμη της, το άρπαξε στον αέρα. Και το εξαφάνισε. Εντελώς αυθόρμητα, εκείνη γέλασε πάλι. «Πάρα πολύ καλός. Λοιπόν, όλα αυτά ήταν διασκεδαστικά, αλλά πρέπει να φύγω για να δουλέψω δυο καινούρια νούμερα που ελπίζω να παρουσιάσω απόψε». Σηκώθηκε, αλλά βρέθηκε με τους καρπούς της παγιδευμένους μέσα σ’ εκείνα τα γρήγορα και επιδέξια χέρια. Ένιωσε ένα άγριο σκίρτημα μέσα της, αλλά έγειρε πίσω το κεφάλι της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Τον νιώθεις κι εσύ;» τη ρώτησε ψιθυριστά. «Ποιον;» «Το σύνδεσμο». «Μπορεί. Άφησέ με». Την κράτησε για λίγο ακόμα, αλλά αρκετά για να την αναστατώσει και να την τσαντίσει, κι ύστερα τα δάχτυλά του χαλάρωσαν και άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι. «Χωρίς δεσμεύσεις, Κατ». «Χωρίς δεσμεύσεις», συμφώνησε εκείνη. «Και μου αρέσει να έχω τα χέρια μου ελεύθερα». Και λέγοντας αυτά, σήκωσε τα χέρια της, τα έδεσε στο λαιμό του και τράβηξε το στόμα του στο δικό της. Περίμενε την ηλεκτρική εκκένωση. Της άρεσε αυτή η αίσθηση -διαφορετικά τι νόημα έχει το φιλί; Είχε ήδη φανταστεί τη θέρμη που θα το συνόδευε, και πάντα απολάμβανε μια καλή έκρηξη θέρμης. Αλλά όταν απειλεί να σε αφήσει στον τόπο, είναι κάτι παραπάνω από ηλε-


κτρική εκκένωση. Είναι κάτι παραπάνω από θέρμη, όταν κάνει το αίμα σου να κοχλάζει. Ήθελε να αγκιστρωθεί σ’ αυτή την αίσθηση μέχρι να διαλυθούν τα κόκαλά της, μέχρι να χαλαρώσει ο απροσδόκητος κόμπος ανάγκης που είχε σφιχτεί μέσα της. Αλλά το ένστικτο της επιβίωσης, δυνατό και έντονο, τη συγκράτησε. «Μάλιστα», κατάφερε να πει, πολύ κλονισμένη για να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. «Μάλιστα», επανέλαβε εκείνος και την έπιασε από τους γοφούς προτού προλάβει να του ξεφύγει. «Η σειρά μου». Έσκυψε το κεφάλι του και κράτησε για λίγο το στόμα του ελάχιστα εκατοστά από το δικό της, ώσπου άκουσε το ρυθμό της ανάσας της να επιταχύνεται και είδε το χρυσό δαχτυλίδι γύρω από τις κόρες των ματιών της να λάμπει. Ύστερα τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της, αργά και απαλά. Τον είχε ξαφνιάσει προηγουμένως, και φοβόταν μήπως αυτό γινόταν συνήθεια. Αν δεν ήταν διαρκώς σε εγρήγορση, αν δε διατηρούσε τον έλεγχο της κατάστασης, θα τον έσερνε από τη μύτη προτού περάσει η πρώτη βδομάδα. Και δεν είχε σκοπό να αφήσει να συμβεί κάτι τέτοιο. Ήξερε πώς να ικανοποιήσει μια γυναίκα. Πώς να δώσει και πώς να πάρει. Έσυρε τα χέρια του προς τα πάνω χαϊδεύοντας το πλάι του στήθους της, κι ύστερα τα έφερε στην πλάτη της και την τράβηξε πιο κοντά του. Αργά, πόντο πόντο, μέχρι που τα κορμιά τους έσμιξαν. «Να πάρει η οργή». Η βρισιά της έμοιαζε περισσότερο με βογκητό. Αποδεχόμενη το αναπόφευκτο, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. Το στόμα του εξακολουθούσε ακόμα να παίζει με το δικό της, να τη βασανίζει με μικρές δαγκωνιές στο πιγούνι, με νωχελικά χάδια της γλώσσας. Μέχρι που ένιωσε το κορμί της να τρέμει πάνω στο δικό του. Τότε το στόμα του αιχμαλώτισε άγρια το δικό της, ρουφώντας τον αέρα από τα πνευμόνια της, θολώνοντας κάθε λογική σκέψη που πάσχιζε να βγει στην επιφάνεια. Μ’ ένα σιγανό γουργουρητό ευχαρίστησης, αφέθηκε στην αγκαλιά του. Και πλημμύρισε τις αισθήσεις του. Τη γεύση, την όσφρηση, την αφή. Όταν τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές στα μαλλιά της, έγειρε πίσω το κεφάλι της, προσκαλώντας τον να τους ταξιδέψει ακόμα πιο μακριά. Αλλά δεν παραδόθηκε. Δίνοντας και παίρνοντας με την ίδια θέρμη, τα στόματα, τα σώματα, οι επιθυμίες τους έγιναν ένα. Κόλλησε πάνω του, κινήθηκε πάνω του,


ανταποδίδοντας τη διέγερση με διέγερση. Ο Ντάνκαν ένιωσε τον εαυτό του να παραδίνεται, άκουσε το ζώο μέσα του να βρυχάται και να πασχίζει να ελευθερωθεί από τα δεσμά του. Καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, ανάγκασε τον εαυτό του να μαλακώσει το φιλί, να σύρει αργά τα δάχτυλά του στο κορμί της και τελικά να κλείσει το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. Περίμενε ένα τελευταίο ηδονικό τρέμουλο και μετά τραβήχτηκε. Ο σφυγμός του χτυπούσε ξέφρενα. Δεκάδες σφυριά σφυροκοπούσαν μέσα του. Ο πόθος ξέσχιζε με μυτερά νύχια τα σωθικά του. Τα χέρια του όμως εξακολουθούσαν να κρατάνε απαλά το πρόσωπο της όταν τα εκπληκτικά εκείνα μάτια άνοιξαν με δυσκολία. Η Κατ έγλειψε με τη γλώσσα τα χείλη της σαν να ήθελε να ρουφήξει λίγη ακόμα από τη γεύση του και η ανάσα της βγήκε γρήγορη. «Υποθέτω πως θα μπορούσαμε να το πούμε αυτό σύνδεσμο», είπε. Εκείνος χαμογέλασε. «Έτσι νομίζω. Έλα στην καμπίνα μου απόψε μετά την παράσταση. Και θα... συνδεθούμε». Η Κατ αναστέναξε, γιατί δεν υπήρχε τίποτε που να ήθελε περισσότερο ή να είναι λιγότερο επικίνδυνο. «Γλύκα, είσαι σκέτη αυτοκτονία, και έχω πολλά να χάσω αν πηδήξω στον γκρεμό αυτή τη στιγμή». Εκείνος έσφιξε τα δάχτυλά του τόσο ώστε να την κρατήσει ακίνητη στη θέση της. «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη δουλειά, Κατ». «Αυτό το έπιασα». Σήκωσε τα χέρια της και έπιασε τους καρπούς του. «Και ίσως καταφέρουμε να το τηρήσουμε. Αλλά δεν εννοούσα αυτό». Έσφιξε για μια στιγμή τους καρπούς του κι ύστερα έκανε πίσω και πήρε το κασκέτο και τα γυαλιά της. «Είσαι ένας άντρας που ραγίζει καρδιές, Ντάνκαν, κι εγώ δεν έχω την πολυτέλεια να αφήσω τη δική μου να ραγίσει». «Δε ραγίζω καρδιές. Ούτε καν τις αγγίζω». Εκείνη γέλασε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της. «Βάζω στοίχημα ότι το πιστεύεις αυτό». Άγγιξε με τα δάχτυλά της τα χείλη της, του έστειλε ένα πεταχτό φιλί και το έβαλε στα πόδια προτού επιτρέψει στον εαυτό της να το πιστέψει κι εκείνη. Ο Ντάνκαν έκανε να την ακολουθήσει, αλλά σταμάτησε. Θα ήταν σαν να την παρακαλούσε. Στη σκέψη και μόνο ότι είχε σχεδόν φανταστεί τον εαυτό του να το κάνει, οι παλάμες του ίδρωσαν. Έπρεπε να σταθμίσει τις πιθανότητες. Βηματίζοντας πέρα δώθε, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και άγγιξε το νόμισμα. Το να θέλεις μια γυναίκα είναι απλό, φυσικό. Απολαυστικό.


Το να την κατακτήσεις είναι όλ’ αυτά και κάτι παραπάνω. Ο Ντάνκαν δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα μπορούσε να την κατακτήσει. Υπήρχε μεγάλη έλξη ανάμεσά τους για να την αγνοήσουν χωρίς να την εξερευνήσουν. Και η Κατ έκανε λάθος, σκέφτηκε κατσουφιάζοντας. Δε ράγιζε καρδιές. Δεν είχε πληγώσει ποτέ του γυναίκα. Φρόντιζε απλά ν’ απομακρύνεται προτού δημιουργηθούν συναισθηματικές περιπλοκές που θα μπορούσαν να πληγώσουν οποιαδήποτε πλευρά. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ αλλάξει αυτό σε τούτη τη φάση του παιχνιδιού. Η Κατ αποτελούσε μεγαλύτερη πρόκληση από τις περισσότερες γυναίκες που είχε γνωρίσει και σίγουρα του κινούσε το ενδιαφέρον όσο καμιά άλλη. Και αυτή η ωμή, απροκάλυπτη σεξουαλικότητά της ήταν σαν λεπτό γυναικείο δάχτυλο που σου έγνεψε στο σκοτάδι. Ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή την πρόσκληση, αρκεί να γινόταν με τους δικούς του όρους. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να την πείσει να τους αποδεχτεί κι εκείνη. Έβγαλε σκεφτικός το νόμισμα από την τσέπη του, το πέταξε ψηλά και το έπιασε επιδέξια στον αέρα. «Κορόνα, κερδίζω», μουρμούρισε και, παίζοντας το νόμισμα στα δάχτυλά του, χαμογέλασε με τα δύο πρόσωπα που υπήρχαν και στις δύο πλευρές. Χαμογελούσε ακόμα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Έγειρε με το γοφό στο γραφείο και το σήκωσε. «Μπλέιντ». «Λέγε ένα γεια όταν σηκώνεις το τηλέφωνο! Πού είναι οι τρόποι σου;» Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Γεια σου, παππού». «Πολύ καλύτερα. Πώς πάει το πλοίο;» «Είναι πραγματική πριγκίπισσα. Κατευθυνόμαστε προς το Μέμφις και η ζέστη είναι σκέτη κόλαση». «Χα! Εδώ φυσάει ένα δροσερό αεράκι από τον ωκεανό και εγώ απολαμβάνω ένα ωραίο κουβανέζικο πούρο». «Πράγμα που σημαίνει ότι η γιαγιά λείπει από το σπίτι». «Την έχουν καλέσει για τσάι. Γκρινιάζει συνέχεια ότι σε πεθύμησε». Η Άννα Μακ Γκρέγκορ δεν είχε γκρινιάξει ούτε μια μέρα στη ζωή της, αλλά ο Ντάνκαν το άφησε να περάσει έτσι. «Θα έρθω για μια δυο μέρες το φθινόπωρο». «Σκέφτηκα ότι μπορεί να της άρεσε μια βόλτα με το ποταμόπλοιο σου». «Αυτό θα ήταν υπέροχο. Ειδοποίησέ με και θα στρώσουμε το κόκκινο χαλί».


«Ο αδερφός σου της μίλησε για την καινούρια τραγουδίστρια που προσέλαβες και της άνοιξε την όρεξη να την ακούσει». «Η Κατ Φάρελ». Ο Ντάνκαν έσφιξε τα χείλη του, που είχαν ακόμα τη γεύση της. «Αξίζει τα λεφτά της». «Λες να μην το ξέρω; Την έχω ακούσει, το ξέχασες; Σου το είχα πει ότι τα άξιζε». «Το εκτιμώ. Έκανε πάταγο χτες το βράδυ. Άκουσα τα σχόλια που έκαναν κάποιοι επιβάτες σήμερα το πρωί για το σόου της». «Ωραία, ωραία. Και είναι όμορφη». «Είναι καλό όλο το πακέτο», μουρμούρισε ο Ντάνκαν. «Οι Ιρλανδοί είναι γερή φάρα. Και η Κάθριν Μαίρη Φάρελ τυχαίνει να είναι Ιρλανδή». Ο Ντάνκαν μισόκλεισε τα μάτια του και μετακινήθηκε νευρικά, καθώς μια σκέψη -ενοχλητική σαν καρφί στο κάθισμά σου- πέρασε από το μυαλό του. «Η Κάθριν Μαίρη; Το μόνο που γράφει στο βιογραφικό της είναι Κατ Φάρελ. Εσύ πού ξέρεις ολόκληρο τ’ όνομά της;» «Α, από τον αδερφό σου», του απάντησε ο Ντάνιελ, βρίζοντας τον εαυτό του. «Μου το ανέφερε ο Μακ και μου έμεινε επειδή είναι πολύ ωραίο όνομα -Κάθριν Μαίρη». Ο Ντάνκαν χτύπησε τα δάχτυλα στο γόνατό του. «Είναι. Φαντάζομαι ότι θα το διατηρήσει και μετά το γάμο της με τον πιανίστα». «Τι; Ποιον πιανίστα;» «Μ’ αυτόν που είναι αρραβωνιασμένη», είπε ανέμελα ο Ντάνκαν. Σε τσάκωσα, πονηρή αλεπού. «Τον Ντάμπνι Πέντγουιστλ». «Πέντγουιστλ; Πέντγουιστλ; Είναι όνομα αυτό για μια έξυπνη γυναίκα; Από πού διάβολο ξεφύτρωσε αυτός; Την περασμένη βδομάδα δεν ήταν αρραβωνιασμένη». «Δεν ήταν; Κι εσύ πώς θα μπορούσες να το ξέρεις;» «Επειδή εγώ...» Ο Ντάνιελ κατάλαβε την παγίδα και έκανε πίσω. «Είναι χρήσιμο να γνωρίζεις λεπτομέρειες. Έχω συμφέροντα στο πλοίο σου, δεν έχω; Κι αυτό σημαίνει ότι ενδιαφέρομαι να ξέρω ποιος δουλεύει σε αυτό και τι σόι πράγμα είναι, σωστά; Αν η κοπέλα θέλει να παντρευτεί τον πιανίστα Πέντγουιστλ, αυτό είναι δική της δουλειά, αλλά έχει σημασία να το ξέρω». «Τώρα το ξέρεις, έτσι δεν είναι; Έτσι, αν μαγείρευες την ιδέα να με παντρέψεις με την Κάθριν Μαίρη Φάρελ, μπορείς να την ξεχάσεις». «Μαγείρευα; Άκου μαγείρευα. Είναι τρόπος αυτός να μιλάς στον παππού σου; Σου χρειάζεται ένα χέρι ξύλο».


«Αυτό το έχεις ξαναπεί». Χαμογελώντας τώρα, ο Ντάνκαν πήρε το δικό του πούρο και το ξανάναψε. «Πότε θα το κάνεις;» «Την επόμενη φορά που θα σε δω μπροστά μου, πιτσιρίκο. Περίμενε και θα δεις. Ένα παλικάρι στην ηλικία σου να κάθεται στο πλοίο με σταυρωμένα χέρια και ν’ αφήνει κάποιον Πέντγουιστλ να κλέψει κάτω από τη μύτη του ένα τέτοιο κορίτσι. Είναι αμαρτία. Η κοπέλα έχει τσαγανό. Έχει κότσια, μην κάνεις το λάθος να την υποτιμήσεις. Και της αξίζει ο καλύτερος». «Κι εγώ είμαι ο καλύτερος;» «Χα! Εσύ είσαι ένα κάθαρμα, αυτό είσαι. Θα ραγίσεις την καρδιά της άμοιρης της γιαγιάς σου επιμένοντας να οργώνεις με το πλοίο σου το ποτάμι, τη στιγμή που θα έπρεπε να κατασταλάξεις και να φροντίσεις το μέλλον σου». «Και να της κάνω μωρά για να τα παίζει στα γόνατά της. Το ξέρω το παραμύθι, Μακ Γκρέγκορ». Ο Ντάνκαν γέλασε, κάνοντας τον Ντάνιελ να μανιάσει. «Σ’ αγαπώ, παππού». «Και θα έπρεπε». Ο Ντάνιελ γέλασε ζεστά και άλλαξε τακτική. «Ντάνκαν, αγόρι μου, φροντίζω απλά για το καλό σου. Θέλω να δω τον εγγονό μου, που του έχω ιδιαίτερη αδυναμία, ευτυχισμένο και τακτοποιημένο προτού πεθάνω». Ο Ντάνκαν ήξερε πολύ καλά ότι ο Ντάνιελ είχε αδυναμία σε όλα του τα εγγόνια. «Εσύ δε θα πεθάνεις ποτέ. Αλλά και να πεθάνεις, θα επιστρέψεις να στοιχειώσεις τα δισέγγονά σου μέχρι να ζευγαρώσουν κι αυτά και να κάνουν απογόνους. Τώρα ασχολήσου με τον Ίαν ή κάποιον από τους υπόλοιπους. Εγώ σε κατάλαβα». «Καλά, καλά», είπε ο Ντάνιελ, αλλά το χαμόγελό του ήταν πλατύ. «Εσύ πήγαινε να παίξεις με το πλοίο σου». «Αυτό ακριβώς είχα κατά νου. Δώσε την αγάπη μου στη γιαγιά». «Θα της τη δώσω. Πέντγουιστλ, χα!» γρύλισε ο Ντάνιελ κλείνοντας το τηλέφωνο, πράγμα που έκανε τον Ντάνκαν να σκάσει στα γέλια.


Κεφάλαιο 14

Ο Ντάνκαν Μπλέιντ πίστευε στο ρομαντισμό, στη δύναμη και την ομορφιά του. Στις μικρές λεπτομέρειες και στις θεαματικές χειρονομίες. Ο αδερφός του συνήθιζε να λέει ότι ο ρομαντισμός ήταν για τον Ντάνκαν θρησκεία. Και μολονότι ο ίδιος δε θα το τραβούσε τόσο μακριά, είχε απόλυτη πίστη στη δύναμη του ρομαντισμού. Και η πείρα τον είχε διδάξει ότι οι γυναίκες τρελαίνονταν για ρομαντισμό. Της έστειλε λουλούδια στην καμπίνα της όταν πλεύρισαν στο Μέμφις, ένα άρωμα όταν σταμάτησαν στο Νάτσιζ, κι όταν έφτασαν στο Μπατόν Ρουζ, ένα κουτάκι για μπιχλιμπίδια σε σχήμα καρδιάς. Και σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ανάμεσα σε αυτά τα μέρη φρόντιζε να την πλευρίζει τις πιο απίθανες στιγμές για να την καλέσει για γεύμα στο ιδιωτικό μπαλκόνι του, για μια βόλτα στο φεγγαρόφωτο στο κατάστρωμα ή για ένα ήσυχο δείπνο μετά την παράσταση. Η απάντησή της ήταν πάντα η ίδια. Ξέχνα το, γλύκα. Η Κατ Φάρελ ήταν σκληρό καρύδι και δεν έλεγε να σπάσει. Κι αυτό δεν ήταν μόνο εκνευριστικό, σκέφτηκε ο Ντάνκαν κοιτάζοντας τις αποβάθρες της Νέας Ορλεάνης από το παράθυρό του. Ήταν παράλογο. Υπήρχε μια έλξη ανάμεσά τους που ήταν αδύνατο να την αγνοήσουν. Τουλάχιστον ήταν αδύνατο για εκείνον. Από τη στιγμή που η Κατ είχε βγει από το γραφείο του πριν μια βδομάδα, δεν του είχε ξαναδώσει την ευκαιρία να την αγγίξει. Όχι ότι τον απέφευγε. Δεν ήταν από τους τύπους που θα κλείνονταν στην καμπίνα τους ή θα φρόντιζαν να χαθούν ανάμεσα στον κόσμο. Ήταν εκεί, πάντα παρούσα, τριγύριζε στο πλοίο, κουβέντιαζε με τους επιβάτες και το πλήρωμα, έκανε πρόβες στο σαλόνι. Δεν έχανε τα λόγια της ούτε κοιτούσε αλλού όποτε τύχαινε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους. Αντίθετα, του χάριζε ένα από εκείνα τα αργά, γατίσια χαμόγελά της, κοιτάζοντάς τον κατάματα. Δεν έδειχνε να επηρεάζεται στο παραμικρό ακόμα και όταν έρχονταν τόσο κοντά ώστε να του γαργαλάει το άρωμά της τη μύτη -το άρωμα που της είχε χαρίσει εκείνος. Κόντευε να τρελαθεί. Εκείνη κόντευε να τον τρελάνει.


Αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμος να καταθέσει τα όπλα. Αν ο συνδυασμός του Ντάνκαν Μπλέιντ και της Νέας Ορλεάνης δεν κατάφερνε να τη μαλακώσει, τότε δεν υπήρχε ελπίδα για την ανθρωπότητα. Η Κατ τεντώθηκε νωχελικά στο στενό κρεβάτι της καμπίνας της. Το σκίαστρο στο μικρό φινιστρίνι ήταν κατεβασμένο, αλλά από το λίκνισμα του πλοίου κατάλαβε ότι είχαν πιάσει λιμάνι. Μετά από μια βδομάδα στο πλοίο, είχε συνηθίσει το κούνημα, τους θορύβους, την αίσθηση της Πριγκίπισσας των Κομάντσι. Έξω από το φινιστρίνι απλωνόταν η Νέα Ορλεάνη, σκέφτηκε τεμπέλικα. Λουκουμάδες, λουλούδια, τζαζ και μεθυσμένοι τουρίστες. Τι περισσότερο μπορεί να ζητήσει μια γυναίκα; Είχε ώρες μπροστά της να την εξερευνήσει, να τριγυρίσει στους στενούς δρόμους, να μπει στα όμορφα μαγαζάκια, να δοκιμάσει το φημισμένο φαγητό της και ν’ ακούσει τους μουσικούς που έπαιζαν στις γωνιές των δρόμων. Να βγει από το πλοίο -και να βρεθεί μακριά από τον Επικίνδυνο Ντάνκαν. Χαμογέλασε. Έτσι τον αποκαλούσε νοερά τις τελευταίες μέρες. Ένας άντρας που δείχνει τόση προσοχή σε μια γυναίκα, που είναι τόσο γοητευτικός, τόσο όμορφος και τόσο σέξι, είναι το ίδιο επικίνδυνος με ένα γεμάτο όπλο. Κι εκείνη δεν είχε διάθεση να φάει καμιά αδέσποτη σφαίρα. Αλλά, μα το Θεό, σκέφτηκε μπαίνοντας στο μικροσκοπικό μπάνιο της για να κάνει ντους, ο άνθρωπος είχε τον τρόπο του. Τον τρόπο να κοιτάζει μια γυναίκα μ’ εκείνα τα απίθανα μάτια στο χρώμα της σοκολάτας σαν να μην υπήρχε άλλη στον κόσμο. Τον τρόπο να της μιλάει μ’ εκείνη την ήρεμη, σέξι, αρρενωπή φωνή σαν να περίμενε μια ολόκληρη ζωή να της μιλήσει. Τον τρόπο να την αγγίζει μ’ εκείνα τα επιδέξια χέρια έτσι που ακόμα και ένα απλό χάδι στον ώμο να τη γεμίζει προσμονή μέχρι τα κατάβαθα του είναι της. Ο γοητευτικός μπάσταρδος κόντευε να την τρελάνει. Κι εκείνη δεν είχε το περιθώριο για την παραμικρή αλόγιστη παράκαμψη. Ήταν κοινότοπο να της στέλνει λουλούδια, σκέφτηκε καθώς σκουπιζόταν. Ήταν όμως αρκετά έξυπνη για να καταλαβαίνει ότι υπήρχε κάποιος λόγος που οι κοινοτοπίες έφερναν αποτέλεσμα. Μήπως δεν είχε περάσει ώρες ονειροπολώντας, με το πρόσωπο χωμένο μέσα στα λουλούδια; Δεν τον σκεφτόταν κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε πάνω τους; Και το άρωμα. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε ένα αληθινό άρωμα δικό της.


Ένα άρωμα μέσα σε ένα πανάκριβο μπουκάλι που κόστιζε μια περιουσία και έκανε μια γυναίκα να νιώθει πραγματική βασίλισσα. Και το χειρότερο, ο Ντάνκαν ήξερε ποιο ακριβώς άρωμα θα της άρεσε και θα έκανε εκείνο το πανέμορφο μπουκαλάκι ακαταμάχητο. Ήταν γεννημένος γυναικοκατακτητής, αποφάσισε. Αλλά το κουτάκι για τα μπιχλιμπίδια την είχε αποτελειώσει. Ήταν σαχλό, άχρηστο, πανέμορφο. Δεν είχε ποτέ το χρόνο ή την ευκαιρία να ενδώσει και ν’ αγοράσει κάτι χαζό και άχρηστο, έτσι δεν είχε ιδέα πως ένα τέτοιο αντικείμενο θα μπορούσε να της δώσει τόση χαρά. Τυλιγμένη μέσα στην πετσέτα, διέσχισε την καμπίνα, πήγε στην τουαλέτα και πήρε το κουτάκι στα χέρια της. Ήταν γυαλιστερό, λευκό, με ένα μικρό ροζ φιόγκο στην κορυφή της καρδιάς. Και ήταν άδειο, γιατί η Κατ δεν είχε κανένα μπιχλιμπίδι να βάλει μέσα. Παρ’ όλ’ αυτά, χαμογέλασε. Το άφησε πάλι στη θέση του και άρχισε να ντύνεται για να αντιμετωπίσει μια ζεστή, αποπνικτική μέρα. Ήξερε τι σκάρωνε ο Επικίνδυνος Ντάνκαν. Ήταν ένα είδος εκστρατείας, προσεκτικά και στρατηγικά σχεδιασμένης. Και η ίδια ήταν το βουνό που σκόπευε να κατακτήσει. Μόλις την κέρδιζε και έμπηγε τη σημαία του πάνω της -που λέει ο λόγοςθα προχωρούσε στην επόμενη εκστρατεία, στο επόμενο βουνό. «Αυτό κάνουν οι καρδιοκατακτητές», μουρμούρισε. Ύψωσε τους ώμους της και έχωσε την απλή λευκή μπλούζα μέσα στο μαύρο σορτς. Ευτυχώς που ήξερε πώς να τον χειριστεί. Φόρεσε τα σαντάλια της, έβαλε μερικά χρήματα στην τσέπη της και πήρε το κασκέτο και τα γυαλιά της. Άνοιξε την πόρτα της τη στιγμή που ο Ντάνκαν σήκωνε το χέρι του για να χτυπήσει. «Ωραία, είσαι ξύπνια». Η Κατ ταράχτηκε που βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του τη στιγμή που τον είχε συνέχεια στο μυαλό της, κι αυτό την εκνεύρισε. Παρ’ όλα αυτά, στριφογύρισε ανέμελα τα γυαλιά της κρατώντας τα από το βραχίονα και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Γιατί να μην είμαι;» «Επειδή σπάνια σηκώνεσαι από το κρεβάτι πριν το μεσημέρι». Η Κατ χαμογέλασε. «Και τότε γιατί ετοιμαζόσουν να χτυπήσεις την πόρτα μου στις εννιά το πρωί;» «Για να σε ξυπνήσω. Αλλά από τη στιγμή που είσαι ξύπνια και ντυμένη, θα έχουμε ακόμα περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας. Πάμε».


«Πού;» «Έχεις ξανάρθει στη Νέα Ορλεάνη;» Με μια αβίαστη κίνηση ο Ντάνκαν άπλωσε το χέρι του και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Όχι. Αλλά σχεδιάζω να το κάνω τώρα». «Θαύμα. Θα ξεκινήσουμε με λουκουμάδες στο Καφέ ντυ Μοντ όπως όλοι οι τουρίστες. Είναι άνετα τα παπούτσια που φοράς;» «Ναι. Αλλά τα σχέδιά μου δεν περιλάμβαναν παρέα, γλύκα». «Να τ’ αλλάξεις», της πρότεινε και την έσπρωξε προς τις σκάλες. «Έχω έρθει πολλές φορές στη Νέα Ορλεάνη. Είναι από τα πιο αγαπημένα μου μέρη». Ο Ντάνκαν συνέχισε να μιλάει καθώς διέσχιζαν το κατάστρωμα για τη ράμπα του πλοίου. «Είναι πιο εντυπωσιακή τη νύχτα, αλλά έχει την αίγλη της και μια ζεστή καλοκαιριάτικη μέρα. Έχει ατμόσφαιρα. Σου αρέσουν τα θαλασσινά;» «Μου αρέσει το φαγητό». «Ωραία. Ξέρω ένα καταπληκτικό μέρος για μεσημεριανό». «Κοίτα, Ντάνκαν...» Εκείνος σταμάτησε, έσυρε τα χέρια του στα μπράτσα της, τ’ ακούμπησε στους ώμους της και την κάρφωσε μ’ ένα από εκείνα τα επίμονα βλέμματά του. «Πέρασε τη μέρα μαζί μου». Α, ναι, σκέφτηκε εκείνη αναστενάζοντας σιωπηλά. Ο άνθρωπος έχει τον τρόπο του. «Γιατί όχι, αλλά κερνάς εσύ». Ήταν σαν να περπατούσε μέσα σ’ ένα καυτό ποτάμι, αλλά απόλαυσε το κάθε βήμα. Στη Γαλλική Συνοικία τα κτίρια ήταν μεγαλόπρεπα, κομψά, με τα περίτεχνα μπαλκόνια και τα κρεμαστά λουλούδια να τους δίνουν έναν αέρα θηλυκότητας. Οι μυρωδιές ήταν πλούσιες, με μια ανεπαίσθητη ζεστή μυρωδιά αποσύνθεσης. Οι δρόμοι ήταν στενοί, τα πάρκα καταπράσινα και ο ρυθμός αργός, νυσταγμένος. Η Κατ είχε φάει τρεις λουκουμάδες και είχε πιει μια γουλιά από τον καφέ με γάλα του Ντάνκαν. Είχε ακούσει τα γαλλικά των Κέιτζουν και το κροτάλισμα από τις οπλές των αλόγων που έσερναν τις άμαξες στην Τζάκσον Σκουέαρ. Είχε περπατήσει μαζί του στα δρομάκια χαζεύοντας τα έργα των καλλιτεχνών στα πεζοδρόμια και είχε γελάσει χαρούμενα με μια καρικατούρα του Έλβις ζωγραφισμένη με κάρβουνο. Και επειδή το απαιτούσε η μέρα, περπατούσαν χέρι χέρι κάτω από τα πελώρια σκιερά δέντρα ή κάτω από τον καυτό ήλιο που έλουζε τα πεζοδρόμια. Η Κατ σταμάτησε να χαζέψει τρία αγόρια που χόρευαν κλακέτες σε μια


πλατεία, με τα πρόσωπά τους να γυαλίζουν από τον ιδρώτα και τα πόδια τους να κινούνται γρήγορα και επιδέξια. Και πρόσεξε πως ο Ντάνκαν έχωσε ένα χαρτονόμισμα και όχι κέρματα στο κουτί τους. Είναι γενναιόδωρος, σκέφτηκε. Με έναν τρόπο ανεπιτήδευτο και ευχάριστο. «Αυτά τα παιδιά πιθανότατα είναι η μεγαλύτερη ατραξιόν κάθε απόγευμα», παρατήρησε. «Το αξίζουν. Έτοιμη για μεσημεριανό;» Η Κατ γέλασε. «Γλύκα, είμαι πάντα έτοιμη». Φανταζόταν ότι θα την πήγαινε σε κάποιο πολυτελές εστιατόριο με λινά τραπεζομάντιλα και σερβιτόρους διακριτικά εξυπηρετικούς. Και ήταν προετοιμασμένη να εντυπωσιαστεί. Εκείνος όμως την οδήγησε σε ένα μισοσκότεινο, πολυσύχναστο ταβερνείο, όπου τα παλιά ξύλινα τραπέζια ήταν γυμνά και κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο σε οικογενειακό στυλ, οι πετσέτες χάρτινες και το μενού γραμμένο με ορνιθοσκαλίσματα σε ένα μαυροπίνακα. Ήταν δυο σκαλοπάτια πάνω από καταγώγιο, σκέφτηκε η Κατ, και ακριβώς του στυλ της. Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο ήταν πελώρια, ούτε εκατοστό στενότερη από ενενήντα πόντους. Η ποδιά της ήταν σαν τέντα και λεκιασμένη με χρώματα και σχήματα που θύμισαν στην Κατ αφηρημένη τέχνη. Το ολοστρόγγυλο σαν φεγγάρι εβένινο πρόσωπό της ήταν λείο και ρυτιδώθηκε από ένα πλατύ χαμόγελο όταν τα μάτια της φωτίστηκαν βλέποντας τον Ντάνκαν. «Καλώς το ομορφόπαιδο! Έλα να δώσεις στη Μάμα ένα φιλί». Εκείνος χαμογέλασε, έσκυψε και της έδωσε ένα σκαστό φιλί στο στόμα. «Μπονζούρ, Μάμα. Σα βα;» «Ουί, ουί: Πότε έτσι, πότε αλλιώς. Ποια είναι αυτή η κοκαλιάρα που μου έφερες;» «Κατ, από δω η Μάμα. Δεν υπάρχει καλύτερη». «Κατ; Όπως η γάτα; Ε, λοιπόν, ναι, μοιάζει με γάτα. Εδώ θα σε ταΐσουμε καλά, σερ». «Σ’ αυτό ποντάρω». Η Κατ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μυρίζει σαν παράδεισος». «Παράδεισος». Η Μάμα ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της σαν να ήθελε να την κρατήσει στη θέση της καθώς ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια. «Πάρε την κοκαλιάρα σου και πηγαίνετε να καθίσετε. Θα σας φροντίσω εγώ», είπε και τους έδιωξε με μια κίνηση του χεριού της.


«Δεν παραγγέλνεις;» ρώτησε η Κατ καθώς καθόταν απέναντι από τον Ντάνκαν σε ένα από τα ασταθή τραπέζια. «Τρώω ό,τι μου δίνει». Της χαμογέλασε. «Και μου αρέσει. Θα σου αρέσει κι εσένα». Και είχε απόλυτο δίκιο, σκέφτηκε η Κατ, καθώς απολάμβανε τις ψητές γαρίδες, το καστανό ρύζι και το καλαμποκόψωμο. Το μόνο σχόλιό της, όταν ο Ντάνκαν πήρε δυο γαρίδες από το πιάτο του και τις έβαλε στο δικό της, ήταν ένα πνιχτό γρύλισμα συγκατάθεσης. Ο Ντάνκαν έπινε την μπίρα του και την παρακολουθούσε να τρώει. Το είχε κάνει κι άλλες φορές και είχε εκπλαγεί. Είχε την όρεξη ξεθεωμένου από την πείνα νταλικέρη. «Πώς και δεν είσαι χοντρή σαν τη Μάμα;» «Μμ. Δε με πιάνει τίποτα», του απάντησε με γεμάτο στόμα. «Αλλά συνεχίζω την προσπάθεια». Ο Ντάνκαν γέλασε και ήπιε μια γουλιά από την μπίρα του. «Καλύτερα να κρατήσεις χώρο για το γλυκό. Φτιάχνει μια καρυδόπιτα σκέτη αμαρτία». «Καρυδόπιτα;» Η Κατ κατάπιε και κοίταξε τη βιτρίνα με τα γλυκά. «Με παγωτό στο πλάι;» «Φυσικά, αν θέλεις», της απάντησε κουνώντας το κεφάλι του σαστισμένος. «Θέλω». Αφού έγλειψε στην κυριολεξία το πιάτο της, η Κατ έγειρε πίσω αναστενάζοντας. «Ωραίο φαγητό». «Δε χάνω ποτέ ευκαιρία να έρθω στη Μάμα», της είπε ο Ντάνκαν και έγειρε μπροστά. «Έχεις λίγη σάλτσα. Εδώ». Σκούπισε τα χείλη της με τον αντίχειρά του και έμεινε εκεί να την κοιτάζει, να την αγγίζει. Να τη θέλει. «Και φανταστικό στόμα», μουρμούρισε. «Άσε με να σε βοηθήσω». Έγειρε ακόμα πιο μπροστά, σε σημείο που ανασηκώθηκε ελαφρά από την καρέκλα, ώσπου το στόμα του ακούμπησε το δικό της. Το χέρι του σηκώθηκε, χάιδεψε το αυτί της και μετά έφτασε στον αυχένα της και τον έτριψε απαλά με εκείνα τα μακριά δάχτυλα του. Η Κατ ένιωσε την καρδιά της να κατεβαίνει στις πατούσες της και μετά να τινάζεται στο λαιμό της. Της έκανε πάλι τα ίδια. Ένιωσε το μυαλό της να θολώνει, το δέρμα της να ανατριχιάζει. Η φασαρία γύρω της έσβησε και ξαφνικά την πλημμύρισε το άρωμά του, παραμερίζοντας τις μυρωδιές από τα μπαχαρικά και τις σάλτσες. Αλλά θα μπορούσε να τον χειριστεί, είπε στον εαυτό της, καθώς μισάνοι-


γαν τα χείλη της. Αργότερα. «Νεαρέ, άσε το κορίτσι ήσυχο να φάει την πίτα του». Η Μάμα έδωσε μια φιλική ξυλιά στον πισινό του Ντάνκαν. Εκείνος, θέλοντας να πάρει μαζί του λίγη ακόμα από τη γεύση της Κατ, δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλος της προτού βάλει τέλος στο φιλί. Και συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια καθώς καθόταν. «Θέλει και παγωτό με την πίτα της, Μάμα». «Και τι είναι αυτό που έχω εδώ;» Η Μάμα ακούμπησε γελώντας τα γλυκά μπροστά τους και μάζεψε τα βρόμικα πιάτα. Ύστερα έκλεισε το μάτι στην Κάτ. «Το στόμα του είναι για φίλημα, δε συμφωνείς;» «Ναι». Πνίγοντας έναν αναστεναγμό, η Κατ έπιασε το καθαρό πιρούνι της. «Δεν είναι κακό», είπε και έβαλε στο στόμα της την πρώτη μπουκιά της πίτας. «Αλλά αυτό», πρόσθεσε κλείνοντας τα μάτια της. «Αυτό είναι θαύμα». «Τρώει καλά», είπε η Μάμα χτυπώντας φιλικά τον Ντάνκαν στον ώμο. «Φέρσου έξυπνα και κράτησέ τη». «Μα την αλήθεια, πρέπει να συστήσω τη Μάμα στον παππού μου», παρατήρησε ο Ντάνκαν όταν η Μάμα απομακρύνθηκε. «Το μυαλό τους δουλεύει με τον ίδιο τρόπο». «Αλήθεια;» Η Κατ έφαγε άλλη μια μπουκιά γλυκό και αναρωτήθηκε τι κοινό μπορούσε να έχει μία νέγρα μαγείρισσα από τη Νέα Ορλεάνη με έναν πάμπλουτο Σκοτσέζο από το Χαϊάνις Πορτ. «Ναι. Πιστεύουν και οι δυο ότι πρέπει να παντρευτώ και να κάνω ένα τσούρμο παιδιά. Πότε ο ένας και πότε η άλλη προσπαθούν να με προξενέψουν». Η Κατ έβαλε παγωτό πάνω στην πίτα της και περιεργάστηκε το πανέμορφο πρόσωπό του υψώνοντας τα φρύδια της. «Δε δείχνεις να χρειάζεσαι βοήθεια σ’ αυτό τον τομέα, γλύκα». «Σε αυτούς να το πεις». Ο Ντάνκαν κούνησε το ποτήρι με την μπίρα του, ήπιε μια γουλιά και σκέφτηκε πως θα ήταν διασκεδαστικό να δει την αντίδρασή της στην τελευταία πλεκτάνη του παππού του. «Ο Μακ Γκρέγκορ σε επέλεξε για μένα». Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της και για πρώτη φορά από τη μέρα που την είχε γνωρίσει φάνηκε εντελώς πελαγωμένη. «Ε;» «Ο παππούς μου. Θέλει να σε παντρευτώ». Τώρα η Κατ γέλασε και συνέχισε να τρώει την πίτα της. «Κόφ’ το». «Σοβαρά μιλάω. Το κορίτσι έχει τσαγανό», είπε σε δραματικό τόνο. «Κότσια. Καλό αίμα, γερό σόι».


«Και πού το ξέρει; Μόλις που τον γνωρίζω». «Θα ξαφνιαζόσουν με το πόσο πολλά ξέρει. Ο άνθρωπος είναι απίστευτος -και επίμονος. Σκέφτηκα απλά ότι ήταν δίκαιο να σε προειδοποιήσω γι’ αυτό που έχει στο μυαλό του». Η Κατ χτύπησε τα δάχτυλά της στο τραπέζι προσπαθώντας να βρει την άκρη, αλλά δεν τα κατάφερε. «Κι εσύ κάνεις πάντα ό,τι σου λέει ο παππούς σου;» «Όχι. Ηρέμησε, λοιπόν, αγάπη μου. Αυτή δεν ήταν πρόταση γάμου. Δεν είχα ιδέα τι σκάρωνε μέχρι που μου τηλεφώνησε προ ημερών για να ελέγξει την κατάσταση». Ο Ντάνκαν χαμογέλασε και άρχισε να τρώει το γλυκό του. «Τότε μπήκα στο νόημα και αποφάσισα να τον τσιγκλήσω. Του είπα ότι είσαι αρραβωνιασμένη με έναν πιανίστα. Τον Ντάμπνι Πέντγουιστλ». «Πέντγουιστλ; Τι όνομα είναι αυτό;» «Αυτό ακριβώς θέλησε να μάθει και ο Μακ Γκρέγκορ. Απογοητεύτηκε πολύ μαζί σου, γλυκιά μου», συμπλήρωσε ο Ντάνκαν κουνώντας το πιρούνι του. «Που χάνεις τον καιρό σου με έναν πιανίστα. Αλλά δεν το έχαψε για πολύ. Ο γέρος είναι πολύ ξύπνιος. Μόλις πάντρεψε τον ξάδερφό μου τον Ντι-Σι». «Πάντρεψε; Μα πού βρισκόμαστε, στη μεσαιωνική Σκοτία;» «Στη χώρα του Μακ Γκρέγκορ», είπε ο Ντάνκαν χαμογελώντας. «Το πρόβλημα είναι ότι είναι τέλειοι οι δυο τους. Ο Ντι-Σι και η Λέινα, εννοώ. Ο Μακ Γκρέγκορ πέτυχε διάνα με αυτούς τους δυο -και το έχει ξαναπετύχει, ξεκινώντας με τους γονείς μου. Και το ’χει πάρει επάνω του». «Αυτός κανόνισε το γάμο των γονιών σου;» τον ρώτησε η Κατ, αν και αυτό που την απασχολούσε περισσότερο ήταν αν είχε σκοπό να φάει όλη την πίτα του. «Όχι, απλά έκανε μια κομπίνα για να γνωριστούν, να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο. Τα υπόλοιπα ήταν στο χέρι τους. Τα τελευταία χρόνια έχει βαλθεί να παντρέψει τη δεύτερη γενιά. Και έχει εκατό τοις εκατό επιτυχία. Μέχρι που έπεσε πάνω μου». Η Κατ δεν μπορούσε να πει ότι καταλάβαινε, αλλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Εσύ σκοπεύεις να του χαλάσεις τα ποσοστά». «Σκοπεύω να ζήσω τη ζωή μου, να κάνω τις επιλογές μου μόνος μου». Ο Ντάνκαν έσυρε τα δάχτυλά του στο τραπέζι και έπαιξε με τα δικά της. «Αλλά θαυμάζω το γούστο του». «Μμ. Περίεργο». Η Κατ ύψωσε τους ώμους της και βάλθηκε να αποτελειώσει την πίτα της. «Έχεις πολύ παράξενη οικογένεια, γλύκα».


«Και δεν ξέρεις ούτε τα μισά, αγάπη μου». Αργότερα περπάτησαν μέσα στη ζέστη και την υγρασία για να χωνέψουν το γεύμα. Κάθε τόσο χώνονταν και σε κάποιο μαγαζάκι για να δροσιστούν λίγο από τα κλιματιστικά και να χαζέψουν. Όταν ο Ντάνκαν την είδε να κοιτάζει με βουλιμία ένα κουτί με πραλίνες, έσκασε στα γέλια. «Δεν είναι δυνατόν να πεινάς πάλι». «Όχι τώρα», του απάντησε εκείνη και τα μάτια της άστραψαν. «Αλλά θα πεινάσω σε λίγο, γιατί λοιπόν να μην είμαι προετοιμασμένη;» Ο Ντάνκαν της το αγόρασε -όχι το μικρό κουτάκι που είχε κοιτάξει εκείνη, αλλά ένα αρκετά μεγάλο για να θρέψει μια πεινασμένη τετραμελή οικογένεια. Και αυτό την έκανε να γελάσει. Της άρεσε αυτός ο άνθρωπος. Της άρεσε πάρα πολύ. Και αυτό, μαζί με το ζωώδη πόθο που ένιωθε, δημιουργούσε ένα συνδυασμό στον οποίο θα ήταν δύσκολο να αντισταθεί. Το πρώτο θα την έσπρωχνε να υποκύψει στο δεύτερο. Να είσαι προετοιμασμένη, προειδοποίησε τον εαυτό της καθώς ο Ντάνκαν την τραβούσε σ’ ένα άλλο μαγαζί. Και φρόντισε να βγεις ζωντανή από την εμπειρία. Αυτό το μαγαζί ήταν γεμάτο κοσμήματα και μπιχλιμπίδια. Πολύχρωμες πέτρες και κρύσταλλα της έκλειναν το μάτι από τις βιτρίνες ή από τους τοίχους και τα ράφια όπου ήταν περίτεχνα κρεμασμένα. Στο πλάι υπήρχαν τρεις εσοχές που την είσοδό τους κάλυπταν κουρτίνες, όπου οι περίεργοι -τα κορόιδα, κατά την άποψή της- μπορούσαν να μάθουν την τύχη τους. Η Κατ άρχισε να περιφέρεται άσκοπα χαζεύοντας διάφορα μπιμπελό, ενώ ο Ντάνκαν είχε σταθεί μπροστά σε μια βιτρίνα. Τον άκουσε να φωνάζει μια πωλήτρια και κούνησε το κεφάλι της αδιάφορα. Είχε προσέξει ότι του άρεσε να σκορπάει τα λεφτά του. Όταν τη χτύπησε στον ώμο και εκείνη γύρισε, της πέρασε μια χρυσή αλυσίδα από το κεφάλι. «Τι είναι αυτό;» Συνοφρυώθηκε και έπιασε την κίτρινη πέτρα σε σχήμα ξίφους που κρεμόταν από την αλυσίδα. Ήταν όμορφη, αστραφτερή και λεπτή σαν δάκρυ. «Χαλαζίας. Καλλιεργεί την επικοινωνία -και προβάλλει τη φωνή». Της χαμογέλασε. «Η τέλεια πέτρα για μια τραγουδίστρια». «Άσ’ τα αυτά», τον αντέκρουσε, αλλά την έκλεισε μέσα στο χέρι της. «Δεν πιστεύεις σε τέτοια πράγματα». «Είμαι Κέλτης και Κομάντσι, αγάπη μου. Τα ξέρω αυτά. Εξάλλου, σου ται-


ριάζει, Κάθριν Μαίρη». Ο Ντάνκαν είχε τη χαρά να δει την έκπληξη, την ταραχή και κάποια ενόχληση να ζωγραφίζονται στο πρόσωπό της προτού προλάβει να ελέγξει την έκφρασή της. «Πώς ξέρεις ολόκληρο τ’ όνομα μου». «Ένα από τα πολλά ακόμα που ξέρω. Θέλεις να σου διαβάσουν την παλάμη σου;» «Τώρα αυτό είναι πραγματική μπούρδα». «Τότε δεν έχεις τίποτε να χάσεις», της είπε ο Ντάνκαν και την τράβηξε στο ταμείο για να πληρώσει το τίμημα. «Εντάξει, έχεις λεφτά για πέταμα, προχώρα λοιπόν». Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό της προληπτικό. Το ότι δεν ταξίδευε ποτέ χωρίς το γούρικο κασκέτο της ήταν απλά μια παράδοση. Έτσι κάθισε μέσα στη μικρή εσοχή και χαμογέλασε αυτάρεσκα στην όμορφη κοπέλα που έπιασε την παλάμη της, περιμένοντας να την ακούσει να της λέει ότι θα έκανε ένα μεγάλο ταξίδι και θα γνώριζε έναν ψηλό, μελαχρινό ξένο. «Έχεις δυνατό χέρι», της είπε η γυναίκα με ένα γλυκό χαμόγελο. «Και γέρικη ψυχή». Η Κατ κοίταξε τον Ντάνκαν, που στεκόταν γερμένος στον τοίχο. «Ναι, είμαι αρχαία». «Έχεις γνωρίσει την απώλεια, τη θλίψη, την πάλη». «Και ποιος δεν έχει;» μουρμούρισε η Κατ, αλλά η γυναίκα αρκέστηκε απλά να χαϊδέψει την παλάμη της με το δάχτυλό της. «Χρησιμοποίησες αυτές τις εμπειρίες και έγινες δυνατή. Διάλεξες το δρόμο σου σε νεαρή ηλικία και σπάνια κοιτάς πίσω. Κοιτάζεις πάντα μπροστά. Έχεις πάθη, φιλοδοξίες. Φροντίζεις να παίρνεις τις αποφάσεις με το μυαλό σου. Πιστεύεις ότι η καρδιά σου είναι αναξιόπιστη;» Αυτή τη φορά η Κατ κοίταξε τη γυναίκα κατάματα. «Ποιος δεν το πιστεύει;» τη ρώτησε με αναίδεια. «Εσύ πάντως μπορείς να το κάνεις. Έχεις συνετή καρδιά. Το ταλέντο σου. Πηγάζει από βαθιά μέσα σου και σε τρέφει. Σε αποζημιώνει για τις θυσίες που κάνεις. Θα σε οδηγήσει εκεί που θέλεις να φτάσεις». Έσμιξε τα φρύδια της για μια στιγμή, μελετώντας το πρόσωπο της Κατ αντί για την παλάμη της, και τη ρώτησε: «Τραγουδάς;» Ένιωσε ένα τρέμουλο και θέλησε να ελευθερώσει την παλάμη της, αλλά ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της, μαντεύοντας το κόλπο. «Ο φίλος μου από δω θα πρέπει να σ’ τα ακούμπησε γερά». «Μπορείς να τον εμπιστευτείς κι αυτόν», της είπε η γυναίκα αντί για άλλη


απάντηση. «Έχει συνετή καρδιά, σαν τη δική σου, αν και την κρατάει κι αυτός κλειδωμένη. Αλλαγές και αποφάσεις, ρίσκα και ανταμοιβές. Από σένα εξαρτώνται όλα. Δε χρειάζεται να είσαι μόνη, εκτός αν γυρίσεις την πλάτη σου. Η οικογένεια είναι ο ρυθμιστής. Η άγκυρα, όσο μακριά και να σε παρασύρει το ρεύμα. Θα πας σε πολλά μέρη, σου ανοίγονται πολλές πόρτες», συνέχισε με ένα αστραφτερό χαμόγελο, «που ήταν ή φαίνονταν πως ήταν κλειδωμένες». Τα δάχτυλά της ταξίδεψαν στο χέρι της Κατ, διέτρεξαν την παλάμη της και τέλος έμειναν ακίνητα. «Δε φοβάσαι να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά, αλλά περιμένεις να σε πληρώσουν σε είδος. Είσαι σφιχτοχέρα και εύχεσαι να μη χρειαζόταν να είσαι. Είσαι γενναιόδωρη με αυτούς που μετράνε για σένα. Κάποιος θα μετρήσει περισσότερο από τους άλλους. Υπάρχει μόνο ένας που σου ταιριάζει, ψυχή τε και σώματι, και τον έχεις ήδη στο μυαλό σου». Η Κατ τίναξε πίσω τα μαλλιά της καθώς έβγαιναν πάλι στην αποπνικτική ατμόσφαιρα. «Αυτό ήταν πολύ φτηνό, Μπλέιντ. Πόσο σου στοίχισε για να τη βάλεις να πει όλα αυτά;» «Δεν την πλήρωσα». Αισθανόταν κι εκείνος ελαφρά ταραγμένος από αυτή την εμπειρία που είχε θεωρήσει ότι θα ήταν μια σύντομη διασκέδαση και για τους δυο τους. «Έλα τώρα». «Δεν την πλήρωσα», επανέλαβε ο Ντάνκαν και έχωσε το χέρι στην τσέπη του αντί να πιάσει το δικό της. «Μπήκα εδώ σε μια παρόρμηση της στιγμής, πίστεψα πως θα είχε πλάκα και για τους δυο μας». «Ένα λεπτό». Η Κατ ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον κοίταξε στα μάτια. Ή είναι πολύ καλός ηθοποιός ή έχει ταραχτεί το ίδιο μ’ εμένα, σκέφτηκε. «Ε, λοιπόν, ήταν πολύ περίεργο», αποφάσισε. «Ναι. Περίεργο». Κατευθύνθηκαν σιωπηλοί προς το ποτάμι.


Κεφάλαιο 15

Έμειναν δύο μέρες στη Νέα Ορλεάνη και απέπλευσαν από την αποβάθρα της το δεύτερο βράδυ. Στο εορταστικό πάρτι, τύπου Μαρντί Γκρα, έβλεπες οικεία αλλά και καινούρια πρόσωπα. Η μουσική ήταν δυνατή, τα κοκτέιλ πολύχρωμα και το κέφι στο φόρτε του. Ο Ντάνκαν διέσχισε όλο το πλοίο, έκανε βόλτα στα καταστρώματα και περιδιάβηκε τα σαλόνια, χαιρετώντας τους καινούριους επιβάτες και κουβεντιάζοντας με αυτούς που είχαν μείνει για να ολοκληρώσουν την κρουαζιέρα και να επιστρέψουν βόρεια. Δεν τη βρήκε πουθενά. Και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι όσο έκανε το συνηθισμένο γύρο στο πλοίο, έψαχνε την Κατ. Ακολούθησε το ένστικτό του και κατέβηκε στην κουζίνα, όπου είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες για το δείπνο. Οι κατσαρόλες άχνιζαν, τα τηγάνια τσιτσίριζαν, οι μπαλτάδες έκοβαν. Πήρε αφηρημένα ένα καρότο που ήταν παραταγμένο σαν στρατιωτάκι μαζί με άλλα και άρχισε να το μασουλάει. «Γεια σου, αφεντικό», τον χαιρέτησε ο Τσάρλι. «Πνιγόμαστε στη δουλειά εδώ κάτω. Ήρθες ν’ ανακατέψεις καμιά κατσαρόλα;» «Απλά πέρασα να ρίξω μια ματιά. Πώς είναι το κοκκινόψαρο απόψε;» «Πολύ φρέσκο. Θέλεις να σου ψήσω ένα κομμάτι; Έχω φτιάξει και πατάτες με σκόρδο -εκτός αν έχεις κανένα καυτό ραντεβού απόψε». Γέλασε πάνω από τις κατσαρόλες του. «Άκουσα ότι έχουμε ωραίες γυναίκες σ’ αυτό το ταξίδι. Κάτι αδερφές, η μία ομορφότερη από την άλλη». «Ναι, οι αδερφές Κίνγκστον. Τέσσερις ξανθές με ατέλειωτα πόδια». Ο Ντάνκαν του έκλεισε το μάτι και συνέχισε να μασουλάει το καρότο. «Θα δω τι γίνεται και θα σε ειδοποιήσω. Ψάχνεις για την τέταρτη σύζυγο, Τσάρλι;» «Δεν πρόκειται να υπάρξει τέταρτη σύζυγος. Ορκίστηκα να μην ξαναπαντρευτώ». «Αυτό το έχω ξανακούσει. Είδες πουθενά την Κατ;» «Το έχει κι αυτή συνήθειο να περνάει από δω. Αυτή η κοπέλα έχει απίστευτη όρεξη». Ο Τσάρλι έπαιξε τα φρύδια του. «Ελπίζεις κάποια στιγμή να πάρει μια μπουκιά κι από σένα;» «Δε θα ’ταν άσχημα. Πέρασε από δω απόψε;» «Της ετοίμασα το φαγητό της πριν την παράσταση, όπως πάντα. Τρελαί-


νεται κι αυτή για το πιπεράτο κοκκινόψαρο. Πήρε ένα κομμάτι γλυκό φράουλα και κατέβηκε στην καμπίνα της. Αν έχεις γρήγορο βήμα, μπορεί να την προλάβεις εκεί». «Γρήγορο βήμα έχω», άρχισε να λέει ο Ντάνκαν, αλλά εκείνη τη στιγμή ενεργοποιήθηκε το μπίπερ στην τσέπη του. Το έβγαλε, έλεγξε τον κωδικό και είδε ότι τον χρειάζονταν στο καζίνο. «Αλλά θα πρέπει να τη βρω αργότερα». Όταν κατάφερε να βρει λίγο ελεύθερο χρόνο, η δεύτερη παράσταση βρισκόταν ήδη στη μέση. Ο υπεύθυνος για τη ρουλέτα είχε ημικρανία και δύο από τους καλύτερους ντίλερ του στα τραπέζια του μπλακτζάκ είχαν πάθει ελαφρά τροφική δηλητηρίαση, τσακίζοντας ένα μπολ ποταμίσιες καραβίδες. Έλειπαν χέρια στο καζίνο. Ο Ντάνκαν είχε αναλάβει το τραπέζι του μπλακτζάκ και οι παίκτες -ανάμεσά τους και οι αδερφές Κίνγκστον- το είχαν διασκεδάσει πολύ. Ήταν πολύ όμορφες και ευγενικές γυναίκες, με γερά πορτοφόλια και αγαπημένες μεταξύ τους. Αλλά δεν είχαν ιδέα από χαρτιά. «Καλή μου, δεν πρέπει να σταματήσεις στο δεκατέσσερα τη στιγμή που το φανερό φύλλο της μπάνκας είναι το δέκα. Το νόημα του παιχνιδιού είναι να μου τα πάρεις. Να με βάλεις κάτω». «Μετά χαράς», χαχάνισε χαρούμενα η κοπέλα και οι αδερφές της άρχισαν τα σφυρίγματα. «Εντάξει, κούκλε, ρίξε». Ο Ντάνκαν της έδωσε ένα εξάρι, πράγμα που έκανε τις αδερφές της να χειροκροτήσουν, και μετά συνέχισε στις άλλες αδερφές, συμβουλεύοντας την καθεμιά. Πλήρωσε τις δύο, μάζεψε τις μάρκες από τις άλλες δύο και συνέχισε στην επόμενη παρτίδα. Σε κανονικές συνθήκες, τίποτα δε θα τον ευχαριστούσε περισσότερο από το να χαρτοπαίζει φλερτάροντας με τέσσερις γοητευτικές ξανθές. Το μυαλό του όμως ξεστράτιζε διαρκώς από το καζίνο και ταξίδευε στο διπλανό σαλόνι. Η Κατ θα τραγουδούσε, στημένη στο κέντρο της σκηνής με το μικρόφωνο στο χέρι και ένα σέξι φορεματάκι που μετά βίας κάλυπτε το σώμα της. Η φωνή της θα γέμιζε το χώρο, θα τον ζέσταινε. Πλούσια, βαθιά, απαλή. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήθελε απλά να τη δει, αλλά και να την ακούσει. Ήθελε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι στο βάθος της αίθουσας, στα σκοτεινά, και απλά να την ακούσει.


«Έχω δώδεκα». Η αδερφή στην πέρα άκρη πετάρισε τα μεγάλα γαλανά μάτια της απαιτώντας την προσοχή του. «Τι πρέπει να κάνω, Ντάνκαν;» «Να το ρισκάρεις. Σου δείχνω εννιά, άρα πρέπει να υποθέσεις δεκαεννιά». «Εντάξει, αλλά με το μαλακό». Της έριξε ένα ρήγα και της χαμογέλασε απολογητικά. «Πουφ». Σούφρωσε χαριτωμένα τα χείλη της. «Μάλλον είμαι καλύτερη σε άλλα παιχνίδια». Το μήνυμα ελήφθη, σκέφτηκε ο Ντάνκαν. Δυνατά και καθαρά. Τι διάβολο έτρεχε μαζί του; Δεν ένιωσε την παραμικρή επιθυμία να ανταποκριθεί. Και αισθάνθηκε αφάνταστη ανακούφιση όταν πλησίασε η Γκλόρια και στάθηκε δίπλα του. «Αλλαγή μπάνκας, κυρίες μου», είπε η Γκλόρια πρόσχαρα και τα επιφωνήματα απογοήτευσης την έκαναν να γελάσει. «Πες καληνύχτα, Ντάνκαν». «Καληνύχτα, κυρίες μου», υπάκουσε εκείνος και γύρισε στην Γκλόρια. «Αφήνω όλο το καζίνο στα χέρια σου», της ψιθύρισε. «Ναι, είναι όλα υπό έλεγχο. Γιατί δεν πας στο σαλόνι να παρακολουθήσεις το τέλος της παράστασης, μια που, έτσι κι αλλιώς, το μυαλό σου εκεί ταξιδεύει εδώ και μια ώρα;» «Μπορεί και να το κάνω», της απάντησε και της τσίμπησε τη μύτη. «Η Γκλόρια θα φροντίσει να διασκεδάσετε», είπε στην παρέα στο τραπέζι, και τέσσερα ζευγάρια γαλανά μάτια τον ακολούθησαν μέχρι την πόρτα. «Ώστε είναι καπαρωμένος;» Η Γκλόρια ύψωσε τα φρύδια της, κοίταξε την ξανθιά απέναντι της και χαμογέλασε. «Ναι, είναι καπαρωμένος. Μόνο που δεν το ξέρει ακόμα. Κυρίες μου, πρέπει να ποντάρετε». Εγώ το έκανα ήδη, σκέφτηκε και γέλασε μόνη της. Ο Ντάνκαν γλίστρησε αθόρυβα στο σαλόνι, όπου προσπάθησε να προσαρμοστεί στο χαμηλό φωτισμό και στη ζεστή φωνή της Κατ. Τραγουδούσε για τον έρωτα μιας γυναίκας με ακατάλληλο άντρα, αλλά στη φωνή της υπήρχε περιφρόνηση και θλίψη συνάμα. Αρχικά ο Ντάνκαν σκόπευε να καθίσει σε ένα τραπέζι στο πλάι, στα σκοτεινά, να παραγγείλει ένα κονιάκ και να το πιει ακούγοντάς τη να τραγουδάει. Έμεινε όμως εκεί που βρισκόταν, στις σκιές στ’ αριστερά της σκηνής. Η Κατ το κατάλαβε ότι βρισκόταν εκεί, θα έπαιρνε όρκο ότι είχε σημειωθεί κάποια αλλαγή στην ατμόσφαιρα με το που πάτησε το πόδι του εκεί μέσα. Μια έντονη φόρτιση που της προκάλεσε ανατριχίλα. Σαν να ήθελε να δοκιμάσει και τους δυο τους, έστρεψε το βλέμμα της και το κάρφωσε στο


δικό του. Άφησε τη μελωδία να χυθεί από τα χείλη της και να τον διαπεράσει. Μόνο όταν άκουσε τα χειροκροτήματα συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να διακόψει την επαφή. Χαμήλωσε το μικρόφωνο για να μην ακουστεί το απότομο πιάσιμο της ανάσας της και γύρισε, χαρίζοντας ένα αστραφτερό χαμόγελο στο ακροατήριο. Είχε απομνημονεύσει μια παρλάτα, που την προσάρμοζε για να ταιριάζει τόσο στη δική της διάθεση όσο και στου κοινού. Ήξερε να παίζει με το ακροατήριο και το διασκέδαζε, επειδή διασκέδαζε και εκείνο μαζί της. Θα έπρεπε λοιπόν να συγκεντρώσει την προσοχή της στο κοινό της και όχι στον επικίνδυνο άντρα που στεκόταν κρυμμένος στις σκιές. Η ανάσα του Ντάνκαν δεν είχε προλάβει να ξαναβρεί το φυσιολογικό της ρυθμό όταν η Κατ άρχισε να μιλάει, περνώντας σε μια φιλική συνομιλία με τον κόσμο στα τραπέζια. Τους έχει μαγέψει, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, καθώς εκείνη ζητούσε να πέσουν οι προβολείς σε ένα από τα μπροστινά τραπέζια όπου καθόταν ένα ζευγάρι που γιόρταζε τα είκοσι πέντε χρόνια του γάμου του. Είπε μερικά αστεία, αρκετά σόκιν ώστε να τρανταχτεί η αίθουσα απ’ τα γέλια. Το κοινό γελούσε με τ’ αστεία της, κι υστέρα έκανε νόημα στους μουσικούς και άρχισε να τραγουδάει μια υπαινικτική διασκευή του «Big Spender» κοιτάζοντας τον άντρα. Χάιδεψε το μάγουλό του, πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του κι ύστερα κάθισε στα γόνατά του, προκαλώντας ένα ασυγκράτητο ξέσπασμα γέλιου στη γυναίκα του και ένα έντονο κοκκίνισμα και ένα αμήχανο χαμόγελο σ’ εκείνον. Ο Ντάνκαν έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει κι εκείνος. Διάβολε, είναι καλή, σκέφτηκε. Τους έχει τυλίξει στο μικρό της δαχτυλάκι και θα τους κρατήσει εκεί μέχρι να τελειώσει. Και το ίδιο ακριβώς έκανε μ’ εκείνον. Με τη μόνη διαφορά, είπε στον εαυτό του, ότι σκόπευε να την τυλίξει κι εκείνος με τον τρόπο του. Έγειρε πίσω στον τοίχο και έμεινε να την παρακολουθεί μέχρι το τέλος της παράστασης. Η Κατ ένιωθε κάποια νευρικότητα ξέροντας πως βρισκόταν ακόμα εκεί, ακριβώς στο σημείο που είχε σταθεί από τη στιγμή που μπήκε μέσα και από το οποίο θα έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει για να πάει στο καμαρίνι της. Και επειδή ακριβώς ένιωθε νευρικότητα, είχε ένα λόγο παραπάνω να θέ-


λει να του δείξει ότι δεν της καιγόταν καρφί. «Δε συνηθίζεις να μένεις τόσο πολύ», του είπε ξεβιδώνοντας το μπουκάλι με το νερό που είχε πάντα κοντά στη σκηνή. «Ήρθες να ελέγξεις αν έχω ταλέντο;» «Ήθελα να σε δω». Το είπε απλά, επειδή ήταν αλήθεια -και επειδή ήξερε ότι θα την ταρακουνούσε. «Ε, λοιπόν... με είδες». Έκανε να τον προσπεράσει, αλλά σταμάτησε όταν την έπιασε από τον καρπό. «Πάμε έξω». «Όχι, ευχαριστώ. Πρέπει ν’ αλλάξω». «Όχι, δεν πρέπει. Μου αρέσει να σε βλέπω με αυτή την υποψία φορέματος». Εκείνο το βράδυ το φόρεμά της ήταν μαύρο, με βαθύ ντεκολτέ και μεγάλο άνοιγμα στην πλάτη. «Είμαι κουρασμένη, Ντάνκαν». «Όχι, δεν είσαι. Είσαι σε υπερένταση». Μπορούσε να νιώσει την ενεργητικότητα που ξεχείλιζε από μέσα της και ήθελε να τη ρουφήξει. Κοιτάζοντάς τη στα μάτια, έφερε το χέρι της στα χείλη του. «Κάνει ζέστη στο κατάστρωμα και έχει φεγγάρι. Έλα μια βόλτα μαζί μου. Δεν πρόκειται να σε αγγίξω, εκτός αν θέλεις να το κάνω». Αυτό είναι το πρόβλημα, σκέφτηκε εκείνη. Ήθελε να την αγγίξει. Και ίσως ήταν καιρός να σταματήσει να προσποιείται το αντίθετο. «Εντάξει. Πάμε μια βόλτα. Μου χρειάζεται λίγος αέρας. Είχαμε μπόλικο κόσμο απόψε». Την οδήγησε ανάμεσα στα τραπέζια προς την πόρτα. «Έφτιαξες τη βραδιά του εορτάζοντα. Μπορεί και τη χρονιά του». Η Κατ γέλασε, τίναξε πίσω τα μαλλιά της και ρούφηξε την έντονη ευωδιά του νερού. «Η γυναίκα του το κανόνισε, μου έδωσε πενήντα δολάρια πριν την παράσταση για να το κάνω». «Έπιασαν τόπο τα λεφτά της. Έλα ν’ ανέβουμε πάνω, θα είμαστε πιο κοντά στο φεγγάρι». «Άκουσα ότι είχες μεγάλη επιτυχία με τις αδερφές Κίνγκστον», σχολίασε η Κατ καθώς ανέβαιναν τη σκάλα. «Αλήθεια;» «Πέρασαν νωρίτερα από το σαλόνι και ήταν όλο αναστεναγμούς και χαμογελάκια για σένα». «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν άντρα από το να κάνει τις γυναίκες να χασκογελάνε και ν’ αναστενάζουν για χάρη του». Ανέβηκε μέχρι το τρίτο κατάστρωμα και χάρηκε που ήταν έρημο.


«Γι’ αυτό βάζω στοίχημα». Πλησίασε στην κουπαστή και κοίταξε κάτω. «Θεέ μου, είναι φανταστικά. Πραγματικά υπέροχα. Λατρεύω τη νύχτα στο ποτάμι». «Είναι η αδυναμία μου. Και ήλπιζα ότι θα κατάφερνα να κάμψω τις αντιστάσεις σου και να σε φέρω εδώ μαζί μου». Τη γύρισε αργά. «Τη νύχτα στο ποτάμι». «Δε με θέλεις εδώ, Ντάνκαν». «Είναι ένα από τα πολλά μέρη όπου σε θέλω». Έσυρε τα χέρια του στα μπράτσα της, αλλά δεν την τράβηξε πάνω του. «Τραγούδησες για μένα». Η καρδιά της άρχισε να πεταρίζει, ένα ανησυχητικό και ηλίθιο συναίσθημα, σκέφτηκε. «Τραγουδάω για όλους. Αυτή είναι η δουλειά μου». «Τραγούδησες για μένα», επανέλαβε εκείνος και η φωνή του ήταν γλυκιά και ήρεμη. «Και μ’ έκανε να σε θέλω τόσο πολύ, που ένιωσα τα κόκαλά μου να πονάνε». Τα δάχτυλά του σύρθηκαν στους ώμους της, στο πλάι του λαιμού της. «Και μ’ έκανε να δω ότι με ήθελες κι εσύ». Έσκυψε το κεφάλι του, κρατώντας τα χείλη του μια ανάσα από τα δικά της. «Θα πρέπει να μου το ζητήσεις, μια και υποσχέθηκα να μη σε αγγίξω αν δεν το θέλεις». «Και κρατάς πάντα το λόγο σου, Ντάνκαν;» «Ναι». Η ανάσα του χάιδεψε τα χείλη της. «Τον κρατάω». «Και εγώ δε ζητάω ποτέ». Η Κατ έσφιξε γροθιές τα χέρια της στα μαλλιά του και τράβηξε το στόμα του στο δικό της. Η ξαφνική έκρηξη πόθου έκανε τα γόνατά του να λυγίσουν. Το στόμα της ήταν σαν φλόγα που τον καψάλιζε και τον έκαιγε και φούντωνε τη λαχτάρα του για περισσότερα. Ήξερε πως, αν δεν ξανάπαιρνε τον έλεγχο στα χέρια του, θα την έκανε δική του εκεί που στέκονταν. Έβαλε τέλος στο φιλί τους και χαλάρωσε τα χέρια του, που είχαν γραπώσει τους ώμους της. «Η καμπίνα μου είναι ακριβώς πίσω μας». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της και χαμογέλασε αργά. Ο πόθος, καυτός, κυλούσε αργά και σταθερά στο αίμα της. «Το ξέρω». Ο Ντάνκαν έκανε ένα βήμα πίσω, την έπιασε από τα χέρια και την τράβηξε μαζί του. Ύστερα την αγκάλιασε από τη μέση και με το ελεύθερο χέρι του έψαξε στην τσέπη του να βρει το κλειδί, κοιτάζοντας συνέχεια το πρόσωπό της καθώς το έβαζε στην κλειδαριά. «Γιατί δεν πάμε μέσα;» «Αλήθεια, γιατί;» μουρμούρισε εκείνη και, γυρνώντας, μπήκε στην καμπίνα.


Ο Ντάνκαν είχε αφήσει το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι αναμμένο και οι κουρτίνες στο μεγάλο παράθυρο ήταν τραβηγμένες, επιτρέποντας στο φως του φεγγαριού να μπαίνει ελεύθερα. Αν και το αίμα εξακολουθούσε να σφυροκοπά στις φλέβες της, η Κατ έκανε ένα νωχελικό γύρο στο χώρο. Υπήρχε ένα τραπεζάκι αντίκα με διάφορες φωτογραφίες σε αστραφτερές, ασημένιες κορνίζες, πολυθρόνες με παχιά ζωηρόχρωμα μπλε μαξιλάρια, μπρούντζινα φωτιστικά με γυάλινα καπέλα και μια χαριτωμένη εσοχή με βιβλία και άλλες φωτογραφίες. Το κρεβάτι ήταν επίσης μπρούντζινο, σε απλή γραμμή και πελώριο. «Ωραία έπιπλα». Η Κατ έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της όταν άκουσε το θόρυβο του σπίρτου και τον είδε με ευχαρίστηση και έκπληξη να ανάβει μερικά λεπτά λευκά κεριά. «Είσαι ρομαντικός, έτσι;» Εκείνος φύσηξε το σπίρτο και μετά πλησίασε το κομοδίνο και έσβησε το πορτατίφ. Βρέθηκαν να στέκονται στο μισοσκόταδο, που φωτιζόταν μόνο από την τρεμουλιαστή λάμψη των κεριών. «Σε πειράζει;» τη ρώτησε. «Όχι, όχι ιδιαίτερα». Αλλά ένιωσε να τη διαπερνά μια ελαφριά τρεμούλα. Για να την ελέγξει, χαμογέλασε και έφερε το χέρι της στην πλάτη της για να τραβήξει το φερμουάρ. «Μη». Την πλησίασε και έσυρε το δάχτυλό του από τη βάση του λαιμού της μέχρι το βαθύ ντεκολτέ που σχημάτιζε το μαύρο μεταξωτό. «Θέλω να σε γδύσω εγώ». Εκείνη άφησε τα χέρια της να πέσουν στο πλάι. «Τι σ’ εμποδίζει;» «Τίποτε». Έσκυψε το κεφάλι του και τη δάγκωσε απαλά στο λαιμό. «Τίποτε απολύτως. Το άρωμά σου είναι το ίδιο όμορφο μ’ εσένα». Η Κατ έπαψε να προσπαθεί να παραμείνει λογική. «Εσύ μου το αγόρασες... κουβαρντά μου». Ο Ντάνκαν γέλασε και η γλώσσα του χάιδεψε τη σάρκα της. «Η γεύση σου είναι το ίδιο όμορφη μ’ εσένα». Αν και προσπαθούσε να την ελέγξει, η ανάσα της έβγαινε ακανόνιστη. «Την έχεις ξαναδοκιμάσει». «Όχι αρκετά. Όχι όσο θα ήθελα». Το στόμα του ξαναγύρισε στο δικό της, αλλά δεν τη φίλησε. «Θα ήθελες να σου πω τι θέλω να σου κάνω ή προτιμάς να είναι έκπληξη;» Ω Θεέ μου, ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί η Κατ. «Δεν εκπλήσσομαι εύκολα». «Για να δούμε λοιπόν τι μπορώ να καταφέρω». Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της, ξανά και ξανά, ανοίγοντάς τα παιχνιδιά-


ρικα. Η γλώσσα του μπλέχτηκε με τη δική της σε ένα νωχελικό χορό αποπλάνησης, ταξιδεύοντάς τη σε μέρη σκεπασμένα από ομίχλη που πύκνωνε αργά, απαλά. Κανείς ποτέ δεν την είχε φιλήσει έτσι, τόσο αργόσυρτα, τόσο υπομονετικά. Κι όταν το χέρι του άρχισε να κατεβάζει το φερμουάρ στην πλάτη της, η Κατ ένιωσε να τη διαπερνά ένα ρίγος υπέροχης προσμονής. Αλλά δεν της έβγαλε το φόρεμα, απλά το άνοιξε, χαϊδεύοντας με τα χέρια του την πλάτη της. Ήθελε χρόνο για να ευχαριστηθεί κάθε εκατοστό του κορμιού της, κάθε στιγμή αυτής της πρώτης φοράς. Ακόμα και όταν τα χέρια της γαντζώθηκαν πάνω του και τα νύχια της σύρθηκαν στο πουκάμισό του, αυτός δε βιάστηκε. Η απόλαυση φούντωσε αργά, με την κάθε σπίθα να μπερδεύεται με τα αλλεπάλληλα κύματα πόθου. Έτσι, όταν ο Ντάνκαν παραμέρισε το φόρεμα από τους ώμους της και το άφησε να πέσει θροΐζοντας στα πόδια της, ήταν έτοιμος να τους ταξιδέψει στο επόμενο στάδιο. Έσυρε τρυφερά τα ακροδάχτυλά του στην καμπύλη του στήθους της, πάνω από το στράπλες σουτιέν της. «Πολύ όμορφο», είπε και το δάχτυλό του γλίστρησε μέχρι τη μέση της και την αγκράφα της ζαρτιέρας της. «Πάρα, πάρα πολύ όμορφο». «Για να δούμε αν μπορώ να πω κι εγώ το ίδιο». Κάνοντας προσπάθεια να διατηρήσει τα χέρια της σταθερά, έβγαλε το σακάκι του και άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Το φως των κεριών παιχνίδισε πάνω στην όμορφη, χρυσαφένια επιδερμίδα του, χάιδεψε το λεπτό στέρνο του, τους στιβαρούς μυς του. Έπαιξε τη γλώσσα ανάμεσα στα δόντια της και άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί προς τα πάνω. «Ναι, πάρα, πάρα πολύ όμορφο». Όταν τη σήκωσε, η καρδιά της αναπήδησε στο στήθος της. «Και θα γίνει ακόμα καλύτερο».


Κεφάλαιο 16

Η Κατ περίμενε ξέφρενη ταχύτητα τώρα, ανυπόμονα χέρια, και θα τα καλοδεχόταν. Όταν όμως την ξάπλωσε στο κρεβάτι, όταν κάλυψε το σώμα της με το δικό του, όταν γλίστρησε χαμηλά, αυτά τα χέρια ήταν αργά, προσεκτικά και συγκλονιστικά. Εκείνος άκουσε το βογκητό της, την ένιωσε να τεντώνεται και για μια στιγμή τυφλού πόθου έμπηξε τα δόντια του στο μηρό της, λίγο πάνω από το σημείο όπου έφτανε η κάλτσα της. Όταν εκείνη ρίγησε σύγκορμη, έσυρε αργά τη γλώσσα του προς τα πάνω και μετά τη γλίστρησε μέσα της. Σοκαρισμένη από την αναπάντεχη αλλαγή, συγκλονισμένη από την έντονη έκρηξη ηδονής, καμπύλωσε το σώμα της προς τα πάνω και του δόθηκε, νιώθοντας να πετάει σαν βότσαλο που εκτοξεύτηκε από σφεντόνα. Ο Ντάνκαν τη γεύτηκε αχόρταγα, κι ύστερα, πεινασμένος ακόμα, ανέβηκε προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας τα χέρια και το στόμα του, τη γλώσσα και τα δόντια του. Άνοιξε το μπροστινό κούμπωμα του σουτιέν της και προσπάθησε να κορέσει την πείνα του. Παραληρώντας, λαχταρώντας απελπισμένα ακόμα περισσότερα, η Κατ τυλίχτηκε γύρω του, με τα χέρια της απασχολημένα όσο και τα δικά του, με το στόμα της να αποζητά τη γεύση του παντού. Η ανάσα της κόπηκε όταν τα στόματά τους έσμιξαν πάλι. «Σε θέλω μέσα μου». Τα χέρια της άρπαξαν το παντελόνι του και το τράβηξαν προς τα κάτω. «Σε θέλω μέσα μου. Τώρα». Τα μάτια της άστραψαν στο τρεμουλιαστό φως των κεριών. Τα μαλλιά της απλώθηκαν σαν πυρκαγιά στο κρεβάτι. Ο Ντάνκαν σκέφτηκε ότι εκείνη τη στιγμή την ήθελε περισσότερο κι από τη ζωή του. «Τότε κοίταξε με». Προφέροντας τις λέξεις λαχανιασμένος, την άρπαξε από τους γοφούς. «Θέλω να με κοιτάζεις όταν θα το κάνω». Και μπήκε μέσα της. Είδε εκείνα τα υπέροχα μάτια να θολώνουν, να σκοτεινιάζουν, να γυαλίζουν, και κατάπιε το βογκητό που ξέφυγε από τα χείλη της. Το σώμα της από κάτω του κινήθηκε σαν μεταξένια αστραπή. Δύναμη, ταχύτητα, άγρια και ασυγκράτητη ενέργεια ελευθερώθηκαν αστραπιαία. Τα νύχια της μπήχτηκαν στην πλάτη του, σύρθηκαν στους γο-


φούς του, μπερδεύτηκαν στα μαλλιά του καθώς το υπέροχο, ευλύγιστο κορμί της εναρμονιζόταν με το δικό του. Ο Ντάνκαν αισθάνθηκε τον οργασμό να τη διαπερνά με έναν παρατεταμένο, βίαιο σπασμό, απόλαυσε το λυγμό που πνίγηκε στο λαιμό της. Είναι δική μου, σκέφτηκε, και την επόμενη στιγμή κάθε σκέψη έσβησε από το μυαλό του καθώς έφτανε κι εκείνος στην ολοκλήρωση. Ε, λοιπόν, σκέφτηκε η Κατ όταν το μυαλό της κατάφερε να λειτουργήσει πάλι, τα έκανα μούσκεμα. Όλες οι καλές προθέσεις, όλα τα κηρύγματα που είχε κάνει στον εαυτό της είχαν πετάξει από το παράθυρο και είχαν βυθιστεί στο ποτάμι. Ο Ντάνκαν είχε τώρα το πάνω χέρι. Όχι μόνο του είχε παραδώσει το κορμί της, αλλά κάπου στην πορεία είχε κάνει το λάθος να του επιτρέψει να αδράξει για τα καλά και την καρδιά της. Και ήξερε πολύ καλά τι θα συνέβαινε μετά. Εκείνος θα το απολάμβανε. Θα ζούσαν μια συγκλονιστική, φλογερή σχέση -διακριτικά, βέβαια. Στο κάτω κάτω, ήταν το αφεντικό και δε θα ήθελε να γίνουν κουτσομπολιά. Ύστερα, όταν θα έληγε το συμβόλαιό της, θα της έκλεινε απλά το μάτι και θα την έδιωχνε από τη ζωή του, προσθέτοντας, ίσως, ένα μικρό, χαριτωμένο αποχαιρετιστήριο δώρο. Και η υπόθεση θα τέλειωνε εκεί. Άντρες σαν τον Ντάνκαν Μπλέιντ δε δημιουργούν σοβαρές σχέσεις με πλανόδιες τραγουδίστριες. Έπρεπε λοιπόν να προετοιμάσει τον εαυτό της. Κι όταν έφτανε εκείνη η ώρα, θα του έκλεινε το μάτι και θα έφευγε πρώτη. Αποφασισμένη να τηρήσει τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού, έσυρε τις παλάμες της στην πλάτη του κι ύστερα σήκωσε τα χέρια της ψηλά και τεντώθηκε. «Μμμ. Πολύ όμορφο, Μπλέιντ. Πάρα πολύ όμορφο». Το κεφάλι του εξακολουθούσε να γυρίζει. «Νιώθω σαν γάτος σε καρτούν». «Τι πράγμα;» «Ξέρεις, αυτός που τρώει μία κατακέφαλα μ’ ένα σφυρί και μεστά νομίζει ότι έχει τρία κεφάλια που γυρίζουν και βγάζει εκείνους τους αστείους ήχους, με τα μάτια του να γυρίζουν σαν σβούρες». Η Κατ γέλασε και τον είχε σχεδόν αγκαλιάσει, όταν θυμήθηκε ότι θα ήταν πιο έξυπνο να το παίξει άνετη. «Και τι γίνεται όταν το κεφάλι του σταματή-


σει να γυρίζει;» «Ξεκινάει από την αρχή». Γελώντας, τη δάγκωσε στο λαιμό, μετά στο πιγούνι, ώσπου τα χείλη του σταμάτησαν στα δικά της, σε ένα παρατεταμένο, αργό φιλί. Και ενώ το μυαλό της είχε αρχίσει πάλι να θολώνει, τη γύρισε και την έβαλε να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Είναι αγκαλίτσας, σκέφτηκε η Κατ, και ένιωσε εκείνο το άδραγμα της καρδιάς της να γίνεται ακόμα πιο σφιχτό. «Ώστε σ’ αρέσει να βλέπεις καρτούν;» «Σε κάνουν να ξεχνάς τις σκοτούρες σου. Ποιος ανησυχεί όταν βρίσκεται στο Φρόστμπαϊτ Φολς;» «Ε, λοιπόν, ποιος θα το πίστευε, η εξεζητημένη Κατ Φάρελ στο Ρόκι & Μπούλγουινκλ σόου». «Έι, πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα εξεζητημένος για να εκτιμήσει τον ιπτάμενο σκίουρο και τον καλόκαρδο τάρανδο». «Πράγματι». Να τος πάλι, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, αυτός ο ιδιαίτερος σύνδεσμος, σ’ ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. «Με την ξαδέρφη μου τη Σίμπιλ κάναμε παλιά ατέλειωτες και παθιασμένες συζητήσεις γι’ αυτά τα θέματα. Είναι καρτουνίστρια». «Αλήθεια;» «Αμέ. Έξυπνο κορίτσι η Σίμπιλ μας». Τη γύρισε και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, με τα ιδρωμένα κορμιά τους αγκαλιασμένα. «Θέλεις να κάνουμε κι εμείς μια ατέλειωτη, παθιασμένη συζήτηση;» «Θα μπορούσαμε». Το αίμα της είχε αρχίσει πάλι να βράζει. Σύρθηκε πάνω του, μπήγοντας ανάλαφρα τα δόντια της στο πιγούνι του. «Ή θα μπορούσα να ξαναβγάλω το σφυρί μου». «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι». Το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Φέρε τα πράγματά σου εδώ». «Μμμ. Τι είπες;» Τινάχτηκε πίσω και τον έσπρωξε από τον ώμο προτού προλάβει ν’ ανέβει πάνω της. «Τα πράγματά σου». Το χέρι του κινήθηκε προς τα πάνω και χούφτωσε το στήθος της. «Φέρ’ τα εδώ». «Ω». Ανασηκώθηκε ξαφνιασμένη. «Τι σημαίνουν όλ’ αυτά;» «Θέλω να είμαι μαζί σου. Τι νόημα έχει να κοιμάσαι δυο καταστρώματα πιο κάτω;» Ανακάθισε κι αυτός και άρχισε να δαγκώνει απαλά τον ώμο της. «Διακριτικότητα. Αν μετακομίσω εδώ, θα το μάθουν οι επιβάτες και το πλήρωμα. Δεν είναι και τόσο μεγάλο το πλοίο». «Και λοιπόν;» Την έπιασε από τους γοφούς, τη γύρισε, τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και βρέθηκαν καθισμένοι στήθος με στήθος. «Είμα-


στε και οι δυο ενήλικοι, έχουμε ξεπεράσει το στάδιο που το σκάγαμε από το παράθυρο». Έσυρε τα χέρια του στην πλάτη της, τη φίλησε στο λαιμό. «Σε θέλω εδώ. Σε θέλω σαν τρελός». Σκέψου, σκέψου, σκέψου, διέταξε η Κατ τον εαυτό της, νιώθοντας το αίμα να της ανεβαίνει-στο κεφάλι σαν μανιασμένη θάλασσα. «Έχεις πιο μεγάλο κρεβάτι. Καλύτερη θέα. Απίστευτα χέρια», γουργούρισε. «Αλλά...» Όσο ήταν σε θέση ακόμα να το κάνει, ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και τον κράτησε μακριά της. «Αν μεταφέρω τα πράγματά μου εδώ, η καμπίνα κάτω παραμένει δική μου. Δε θα τη δώσεις σε άλλον». Εκείνος την κοίταξε στα μάτια. «Θέλεις μια οδό διαφυγής;» «Είναι καλύτερα έτσι, γλύκα. Αν οποιοσδήποτε από τους δυο μας αποφασίσει ότι βαρέθηκε, θα ξαναμετακομίσω απλά κάτω. Χωρίς φασαρίες, χωρίς κακίες». Ο Ντάνκαν αγνόησε το απότομο σφίξιμο ενόχλησης και την έπιασε πάλι από τους γοφούς. «Σύμφωνοι». Ύστερα τη σήκωσε και μπήκε μέσα της. Κι όμως, δε βαρέθηκαν. Κάθε μέρα που περνούσε, η Κατ περίμενε να συμβεί, ιδίως από τη δική του μεριά. Αλλά όσο περισσότερο χρόνο περνούσαν μαζί, τόσο περισσότερο έδειχναν να θέλουν να παραμείνουν μαζί. Το σεξ είναι, είπε στον εαυτό της. Ο πόθος που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο δεν έδειχνε να μειώνεται. Έκαναν έρωτα αργά τη νύχτα, νωρίς το πρωί. Ένα καυτό απόγευμα στο Νάτσιζ, όπου της έκανε έκπληξη κλείνοντας μια σουίτα σε ξενοδοχείο και είχαν κάνει τρελό έρωτα μέσα σε μια μπανιέρα γεμάτη αφρόλουτρο. Ένα παθιασμένο, βιαστικό σμίξιμο πάνω στην πόρτα του καμαρινιού της που είχε ξαφνιάσει και τους δύο και την είχε αφήσει σε μια παραζάλη σε όλη τη διάρκεια της πρώτης παράστασης. Εξακολουθούσε να της αγοράζει λουλούδια και αστεία δωράκια. Η Κατ δεν μπορούσε να το καταλάβει. Τώρα πια την είχε, γιατί συνέχιζε να την κυνηγάει; Είχαν περάσει σχεδόν τρεις βδομάδες από τη βραδιά που είχαν γίνει εραστές, σκέφτηκε στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι που τώρα πια το θεωρούσε και δικό της. Είχαν ανέβει μια φορά το ποτάμι, το είχαν κατέβει, τώρα το ξανανέβαιναν, και εκείνος ο... σύνδεσμος ανάμεσά τους παρέμενε. Απόλαυσέ το, Κατ, διέταξε τον εαυτό της. Απόλαυσε απλά τη στιγμή.


Τεντώθηκε και σκέφτηκε να το ξαναρίξει στον ύπνο. Ήταν αγκυροβολημένοι στο Σεντ Λούις και ο Ντάνκαν ήταν απασχολημένος με όσα έκανε συνήθως όταν έπιαναν λιμάνι. Είχε ολόκληρη τη μέρα στη διάθεσή της, αλλά δεν είχε καμιά όρεξη να κατέβει στην πόλη. Το απόγευμα θα δούλευε την κασέτα για το δείγμα της δουλειάς της, αν και δεν είχε πειστεί ακόμα απόλυτα ότι ο Ντάνκαν σκόπευε πράγματι να το προωθήσει. Παρ’ όλ’ αυτά, είχε πάρει την κατάσταση στα χέρια της και είχε απολύσει εκείνο τον ηλίθιο τον Σίσερο. Και θα χρειαζόταν το δείγμα όταν θα έληγε το τωρινό της συμβόλαιο. Θα έπρεπε να βρει καινούριο ατζέντη, καινούρια δουλειά. Ο τωρινός μισθός της θα της πρόσφερε την πολυτέλεια να επιλέξει με μεγαλύτερη προσοχή τον άνθρωπο που θα την εκπροσωπούσε. Δε θα ξαναγύριζε στις εμφανίσεις της μιας νύχτας στα διάφορα μπαρ των ξενοδοχείων, δε θα ταξίδευε με λεωφορεία από πόλη σε πόλη, δε θα έμενε σε άθλια δωμάτια μοτέλ. Είχε γευτεί και με το παραπάνω την καλή ζωή, και της άρεσε. Δεν υπάρχει καλύτερος χρόνος από το παρόν, αποφάσισε, και σηκώθηκε για να ντυθεί και να απολαύσει το πλοίο, που ήταν σχεδόν άδειο. Βγήκε στο κατάστρωμα και μισόκλεισε τα μάτια της στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου μέχρι να φορέσει τα γυαλιά της. Έκανε φοβερή ζέστη, τα νερά του ποταμού έβραζαν και όσοι, είχαν παραμείνει στο πλοίο βρίσκονταν μέσα, όπου λειτουργούσε ο κλιματισμός. Εκείνης όμως της άρεσε η ζέστη, έτσι έκανε μια βόλτα προτού κατέβει κάτω να δουλέψει. Κάποιες φορές, όταν ήταν μόνη όπως τώρα, της άρεσε να φαντάζεται ότι το πλοίο ήταν δικό της. Το δικό της αστραφτερό, κατάλευκο κρουαζιερόπλοιο με τις γυαλιστερές κουπαστές. Δε φανταζόταν ότι θα χαιρόταν τόσο πολύ τη ζωή στο ποτάμι και ήξερε ήδη ότι θα της έλειπε φοβερά όταν θα τελείωνε. Τίποτε όμως δε διαρκεί αιώνια, θύμισε στον εαυτό της. Γι’ αυτό φρόντισε να το απολαύσεις όσο το έχεις. Και τότε έστριψε στη γωνία και είδε τον Ντάνκαν σφιχταγκαλιασμένο με μια κοκκινόξανθη λεπτή γυναίκα. Τον μπάσταρδο! Τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές και η καρδιά της βούλιαξε. Κανείς δεν κάνει απιστίες στην Κατ Φάρελ. Κανείς δεν τη γελοιοποιεί. Ήθελε να ορμήσει, να βγάλει τα μάτια της τσούλας, και στη συνέχεια να ξεριζώσει την καρδιά του άπιστου Ντάνκαν και να την πετάξει στο ποτάμι. Το μόνο που τη συγκράτησε ήταν η περηφάνια της. Ανάθεμά την αν τον


άφηνε να καταλάβει ότι μπορούσε να την πληγώσει. Έτσι κατάπιε τον πόνο της, τίναξε πίσω τα μαλλιά της και πλησίασε προς το μέρος τους σαν να μην είχε την παραμικρή έγνοια στον κόσμο. «Καλημέρα. Παλιοτόμαρο». Το ευχάριστο χαμόγελο που της έστειλε ο Ντάνκαν αντικαταστάθηκε από τη σαστιμάρα. «Ε;» «Ποιος διάβολο νομίζεις ότι είσαι;» Τελικά η περηφάνια της δεν είχε υπερισχύσει. Και η χαρά που ένιωσε όταν τον χτύπησε με το χέρι στο στήθος ήταν ανείπωτη. «Νομίζεις ότι μπορείς να σηκώνεσαι από το κρεβάτι μου και να σαλιαρίζεις με μια...» «Μητέρα», την έκοψε βιαστικά ο Ντάνκαν και την άρπαξε από το χέρι προτού προλάβει να τον ξαναχτυπήσει και να του ανοίξει καμιά τρύπα στην καρδιά. «Και όχι με οποιαδήποτε μητέρα, με τη μητέρα μου. Μαμά, η Κατ Φάρελ. Η κοπέλα για την οποία σου μιλούσα». «Ναι, μου μιλούσες». Παραλείποντας προφανώς κάποιες πολύ ζωτικές λεπτομέρειες, σκέφτηκε η Σερένα, αλλά χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι της στην Κατ. «Κατ’ αρχήν θα πρέπει να σ’ ευχαριστήσω για το κομπλιμέντο». Καταντροπιασμένη και ψάχνοντας να βρει τρόπο να φορτώσει τη φοβερή γκάφα της στον Ντάνκαν, η Κατ έσφιξε το χέρι που της άπλωσε η μητέρα του. «Σας ζητώ συγνώμη, κυρία Μπλέιντ». «Α, σε παρακαλώ, όχι», είπε η Σερένα γελώντας. «Μου το χαλάς τώρα». Οι ώμοι της Κατ έπαψαν να είναι τόσο σφιγμένοι. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκε, η κυρία Μπλέιντ ήταν όμορφη γυναίκα. Δεν έδειχνε για μητέρα κανενός μ’ εκείνη την καταπληκτική χαίτη και τα εξωτικά μενεξελιά μάτια. Το αεράτο κίτρινο παντελόνι και η μπλούζα της τόνιζαν τη λυγερή κορμοστασιά της και το δέρμα της ήταν απαλό σαν τριαντάφυλλο. «Ήταν ένα άδολο λάθος». Η Κατ τράβηξε το χέρι της και το έχωσε στην τσέπη του φαρδιού σορτς της. «Είστε όμορφη». «Μου αρέσεις. Είπαμε να κάνουμε έκπληξη στον Ντάνκαν», συνέχισε η Σερένα. «Έτσι αποφασίσαμε με τον πατέρα του να έρθουμε αεροπορικώς ως εδώ, να περάσουμε μια μέρα στο πλοίο και στη συνέχεια να τραβήξουμε δυτικά. Έχουμε κάτι δουλειές στο Βέγκας». «Και η έκπληξη δε σταματάει εδώ». Πολύ χαρούμενος με την αντίδραση της Κατ, ο Ντάνκαν τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της μητέρας του. «Ήρθαν επίσης ο παππούς με τη γιαγιά μου. Θα κάνουν την κρουαζιέρα μαζί μας μέχρι τη Νέα Ορλεάνη». Υπέροχα, σκέφτηκε η Κατ. Ω Θεέ μου. «Φαντάζομαι τη χαρά σου. Εμένα


θα πρέπει να με συγχωρέσετε, πήγαινα...» Έκοψε στη μέση τη φράση της όταν είδε έναν άντρα να βγαίνει στο κατάστρωμα και να προχωράει προς το μέρος τους. Ήταν ψηλός, το χρυσαφένιο δέρμα του έλαμπε κάτω από τον ήλιο και τα σκούρα γυαλιά που έκρυβαν τα μάτια του έδιναν μια μυστηριώδη και κάπως επικίνδυνη έκφραση στο σμιλεμένο πρόσωπο του. Τα κορακίσια μαλλιά του είχαν αρχίσει ν’ αποκτούν τις πρώτες ασημένιες ανταύγειες. «Τζάστιν». Η Σερένα άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Έλα να γνωρίσεις την Κατ Φάρελ, την τραγουδίστρια που μας έλεγε ο Ντάνκαν». Ο πατέρας του, σκέφτηκε η Κατ. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που ο Ντάνκαν ήταν τόσο αμαρτωλά γοητευτικός. Καταγόταν από πρώτο σόι. «Χαίρομαι πάρα πολύ». Ο Τζάστιν έσφιξε το χέρι της Κατ και με τα δυο του χέρια. «Τόσο ο Μακ όσο και ο Ντάνκαν σε θεωρούν μεγάλο απόκτημα στο χώρο της διασκέδασης. Ελπίζω να μπορέσουμε να κλείσουμε μαζί σου ένα συμβόλαιο για το Κομάντσι στο Ατλάντικ Σίτι». Η Κατ ήθελε να χορέψει κλακέτες, αλλά δεν το έκανε. «Πολύ ευχαρίστως», του απάντησε. Πρέπει να φύγω στα γρήγορα, σκέφτηκε, προτού κάνω καμιά βλακεία. Όπως, ας πούμε, να κάνει τούμπες στον αέρα. «Έχω δουλειά τώρα. Ελπίζω να σας ξαναδώ προτού φύγετε». «Γι’ αυτό να είσαι σίγουρη», μουρμούρισε η Σερένα μέσα από τα δόντια της καθώς η Κατ απομακρυνόταν. Ύστερα στράφηκε στο γιο της υψώνοντας το φρύδι της. «Λοιπόν...» «Λοιπόν, πάμε μέσα πριν λιώσουμε από τη ζέστη. Θέλω να βεβαιωθώ ότι ο παππούς και η γιαγιά τακτοποιήθηκαν. Πρέπει επίσης να βρω τα χαρτιά που θέλει να ελέγξει ο μπαμπάς». Ο Ντάνκαν πήρε τη μητέρα του από το χέρι. «Και, ναι, θα σας πω τι συμβαίνει». «Ωραία». Μια ώρα αργότερα, η Σερένα κροτάλισε τα παγάκια στο ποτήρι με το παγωμένο τσάι που έπινε και γέλασε. «Σ’ την έστησε! Την έριξε στο πλοίο σου όπως ακριβώς είχε ρίξει τον Τζάστιν στο δικό μου πλοίο πριν από χρόνια». «Περίπου», συμφώνησε ο Ντάνκαν. «Και θα πρέπει να τον ευχαριστήσω γι’ αυτό». «Σε παρακαλώ, όχι», είπε ο Τζάστιν και σήκωσε ψηλά το χέρι του. «Θα δημιουργήσεις ένα τέρας». «Ε, δεν μπορώ να υποτιμήσω το γούστο του. Είναι φανταστική», του απά-


ντησε ο Ντάνκαν και ξάπλωσε πίσω στην πολυθρόνα του γραφείου του. «Από επαγγελματική άποψη, εννοώ. Απορώ που δεν έχει φτάσει ακόμα στην κορυφή των τσαρτς. Υποθέτω πως φταίει το κακό μάνατζμεντ. Αλλά θα φροντίσουμε να το διορθώσουμε αυτό». «Θα φροντίσουμε;» ρώτησε η Σερένα. «Η οικογένεια έχει τις γνωριμίες της», της απάντησε απλά ο γιος της. «Και σκοπεύω να τις χρησιμοποιήσω. Το ξέρω ότι πέρασε δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια και ότι δεν έχει ξεπεράσει τις δυσκολίες ακόμα. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να συνεχιστεί αυτό τη στιγμή που διαθέτει ένα τέτοιο ανεκτίμητο δώρο. Αυτά σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά της. Όσο για τα προσωπικά, δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Είναι... ασυνήθιστη κοπέλα, και δεν έχω νιώσει ποτέ για καμία ό,τι νιώθω γι’ αυτή». Ο Ντάνκαν συνοφρυώθηκε ελαφρά, πήρε ένα μπρούντζινο πρες παπιέ με το θυρεό των Μακ Γκρέγκορ και άρχισε να το παίζει από το ένα χέρι στο άλλο. Είναι θέμα συναισθημάτων, σκέφτηκε. Δυνατά και επίμονα, τρυφερά και γλυκά, ένα συνονθύλευμα που είχε αιχμαλωτίσει την καρδιά του. Καμιά άλλη γυναίκα, καμιά άλλη φορά, δεν είχε καταφέρει να ριζώσει στην καρδιά του. «Και επειδή ακριβώς δε μοιάζει με καμιά άλλη, σκέφτομαι να χρησιμοποιήσω τον όρο του συμβολαίου της και να την κλείσω για άλλες έξι βδομάδες. Επαγγελματικά είναι πολύ καλή κίνηση. Μαγεύει κυριολεκτικά το κοινό. Προσωπικά, θα μου δώσει λίγο περισσότερο χρόνο να... καταλάβω τι γίνεται». Ένα μέρος του εαυτού σου το έχει κάνει ήδη, σκέφτηκε η Σερένα πιάνοντας το χέρι του Τζάστιν καθώς μελετούσε το πρόσωπο του γιου της. Απλά το μυαλό σου δεν έχει συγχρονιστεί ακόμα με την καρδιά σου. Κι εγώ δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, αποφάσισε η Σερένα καθώς το έσκαγε από την οικογένειά της για να βρει την Κατ. Ήθελε να σχηματίσει μια καθαρή άποψη για τη γυναίκα που είχε θαμπώσει το γιο της. Αν και είχε καταφέρει ν’ αποσπάσει κάποιες λεπτομέρειες από τον πατέρα της -αφού τον είχε κατσαδιάσει πρώτα που ανακατευόταν στη ζωή του παιδιού της-, χρειαζόταν να μάθει περισσότερα. Ποια ήταν η Κατ Φάρελ; Και είχε αρκετά μεγάλη καρδιά ώστε να χωρέσει και τον Ντάνκαν; Φτάνοντας στην πόρτα του κυρίως σαλονιού, γέλασε μόνη της. Είχε δεν


είχε, θ’ ακολουθούσε τώρα κι αυτή τ’ αχνάρια του πατέρα της, χώνοντας τη μύτη της στις υποθέσεις των άλλων. Άνοιξε την πόρτα και σταμάτησε. Σταμάτησε ν’ ακούσει. Η Κατ ήταν καθισμένη στο πιάνο στη γωνιά της σκηνής. Παίζει καλά, όχι εξαιρετικά, σκέφτηκε η Σερένα, αλλά αρκετά καλά για να συνοδεύει αυτή την εκπληκτική φωνή. Κι αυτή η φωνή τραγουδούσε τους συγκινητικούς στίχους του «Am I Blue» με μια δύναμη που πρέπει να πήγαζε κατευθείαν από την ψυχή της. Όταν τέλειωσε το τραγούδι, τα μάτια της Σερένα ήταν δακρυσμένα. «Κανονικά θα έπρεπε να ήσουν πιτσιρίκα για να τραγουδήσεις σωστά αυτό το τραγούδι», είπε και χαμογέλασε όταν είδε την Κατ να στρέφει απότομα το κεφάλι της. «Αλλά το τραγούδησες σαν να είχε γραφτεί για σένα». Προσπαθώντας να μη δείξει αμήχανη, η Κατ γύρισε στο κάθισμα. «Αυτή είναι η δουλειά μου». «Όχι, αυτό είναι το δώρο σου. Μ’ έκανες να κλάψω». «Αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο. Ευχαριστώ». «Το ξέρω ότι σε διακόπτω». Παρ’ όλ’ αυτά, διέσχισε την αίθουσα και κάθισε στο κάθισμα του πιάνου δίπλα στην Κατ. «Ήρθα να σε προσκαλέσω να δειπνήσεις μαζί μας απόψε». «Θα είναι οικογενειακό δείπνο». Η Κατ δεν ήξερε καθόλου τι σημαίνει οικογένεια, αλλά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι παρείσακτη. «Θα θέλαμε να έρθεις. Έχεις γνωρίσει τον πατέρα μου». «Ναι, φευγαλέα, όταν ήμουν στο Βέγκας. Εντυπωσιακός άνθρωπος». «Α, σίγουρα». Η Σερένα γέλασε, γύρισε και άρχισε να πατάει τα πλήκτρα του πιάνου. «Του άρεσες πολύ». Μετά από ένα μικρό δισταγμό, η Κατ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Υποθέτω ότι σας είπε ο Ντάνκαν πως μεσολάβησε ο κύριος Μακ Γκρέγκορ για να κλείσω αυτή τη δουλειά». «Για τους δικούς του λόγους, ναι. Αυτός είναι ο Μακ Γκρέγκορ. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί». Η Σερένα χαμογέλασε γλυκά. «Ελπίζω να μην προσβλήθηκες». «Όχι. Ξαφνιάστηκα». «Αλήθεια, γιατί;» «Θα περίμενα να ψάχνει μια από τις κοπέλες της αριστοκρατίας για τον εγγονό του». «Αν σε άκουγε να το λες αυτό ο Μακ Γκρέγκορ, θα απαντούσε: “Τις κοπέλες της αριστοκρατίας! Χα!” Αυτός ψάχνει κάποια με καλή καρδιά και δυ-


νατή θέληση, και θα έλεγα πως εσύ διαθέτεις και τα δύο. Είσαι έξυπνη, έχεις στόχους και ξέρεις να εκτιμάς την οικογένεια». Η Κατ ύψωσε τα φρύδια της. «Τέλειωσα μετά βίας το λύκειο, ο κυριότερος στόχος μου πάντα ήταν να βγάλω το ψωμί μου για να μην πεινάσω και η μόνη οικογένεια που έχω είναι η μητέρα μου. Αν και την εκτιμώ πάρα πολύ». «Και σ’ αυτό ο Μακ Γκρέγκορ θ’ απαντούσε: “Η Κατ Φάρελ διαθέτει τσαγανό”. Δεν τα βγάζεις ποτέ πέρα με τον Μακ Γκρέγκορ». Η Κατ κοίταξε τα χέρια της και ύστερα τα χέρια της Σερένα. Η μητέρα του Ντάνκαν διαθέτει τα χέρια κυρίας, σκέφτηκε. Το πρόσωπο κυρίας. Τους τρόπους κυρίας. Και θέλει να με παραμερίσει. «Κι εσείς, κυρία Μπλέιντ, θα θέλατε να φύγω από το προσκήνιο προτού αρχίσει ο Ντάνκαν να πιστεύει ότι μπορεί να ήταν καλή η ιδέα του παππού του». Η Σερένα σταμάτησε να παίζει πιάνο και κοίταξε την Κατ στα μάτια. «Γιατί το λες αυτό;» «Είναι αρκετά φανερό. Ξέρω ποια είμαι και από πού κατάγομαι. Ο πατέρας μου ήταν ένας απλός άνθρωπος που είχε την ατυχία να πεθάνει προτού κλείσει τα τριάντα. Η μητέρα μου είναι σερβιτόρα, δεν της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να γίνει κάτι άλλο. Κι εγώ τραγουδάω για να βγάλω το ψωμί μου. Ο πατέρας σας μπορεί να είναι γέρος και αισθηματίας, αλλά εσείς όχι». «Κατάλαβα», της είπε σκεφτική η Σερένα. «Κι αν σου πρόσφερα, ας πούμε... δέκα χιλιάδες δολάρια για να βγεις από το προσκήνιο, τι θα μου απαντούσες;» Τα πράσινα μάτια της Κατ άστραψαν, ψυχρά και άγρια. «Θα έλεγα να πάτε στο διάβολο, κυρία Μπλέιντ». Προς μεγάλη της έκπληξη, η Σερένα έριξε το κεφάλι της πίσω και γέλασε ενθουσιασμένη. «Ω, το ήξερα ότι θα σε συμπαθούσα -το κατάλαβα από τη στιγμή που ρίχτηκες στον Ντάνκαν στο κατάστρωμα. Και επειδή δε με ξέρεις, Κατ, δε θα προσβληθώ που με θεωρείς μια ρηχή και σνομπ γυναίκα που ενδιαφέρεται περισσότερο για τα γενεαλογικά δέντρα παρά για την ευτυχία του γιου της, αλλά...» Σταμάτησε και τα υπέροχα μάτια της σοβάρεψαν. «Για τον εαυτό σου θα έπρεπε να είχες καλύτερη γνώμη από αυτή που φαίνεται να έχεις». «Δεν ξέρω τι εννοείτε». «Εννοώ ότι ο μόνος άνθρωπος εδώ μέσα που δεν πιστεύει ότι είσαι μια ενδιαφέρουσα, συμπαθητική και γοητευτική γυναίκα είσαι εσύ». Η Σερένα ακούμπησε τρυφερά το χέρι της πάνω στο χέρι της Κατ. «Αγαπώ το γιο μου. Είναι ένας νέος άντρας, όμορφος από κάθε άποψη. Πώς λοιπόν


να μην είμαι χαρούμενη που τον αγαπάς κι εσύ;» «Δεν είπα ότι τον αγαπώ». Η Κατ τραβήχτηκε πανικόβλητη και σηκώθηκε. «Δεν είπα κάτι τέτοιο». Δεν μπορεί, σκέφτηκε ζαλισμένη. Δε γίνεται να συμβαίνει αυτό. «Όχι». Η Σερένα χαμογέλασε πάλι. «Όχι, δεν το είπες. Αλλά αν ποτέ το πεις, θα χαρώ πολύ για εκείνον. Θα σε αφήσω να συνεχίσεις τη δουλειά σου». Σηκώθηκε με χάρη. «Σκέψου την πρόσκληση μου για το δείπνο, εντάξει;» Η Σερένα είχε βγει σχεδόν από την πόρτα όταν η Κατ κατάφερε να ξαναβρεί τη φωνή της. «Κυρία Μπλέιντ;» «Ναι;» «Όταν είδα αυτό το σκηνικό...» Έδειξε με το χέρι το πλοίο γύρω της. «...σκέφτηκα ότι ο Ντάνκαν ήταν τυχερός άνθρωπος. Φαίνεται πως δεν ήξερα ούτε τα μισά». «Α, ναι», είπε η Σερένα. «Σε συμπαθώ στ’ αλήθεια». Και έφυγε, χαρούμενη.


Κεφάλαιο 17

Η Κατ δεν περίμενε να ερωτευτεί μέσα στις έξι βδομάδες της δουλειάς της στο ποταμόπλοιο. Και σίγουρα δεν περίμενε να ερωτευτεί έναν ενενηντάχρονο άντρα. Και όμως, ερωτεύτηκε τρελά τον Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ. Ήταν παμπόνηρος, κι αυτό γοήτευε την αίσθησή της για περιπέτεια. Ήταν παράφορος, και μπορούσε να εκτιμήσει κάποιον που διέθετε το ίδιο καυτό ταπεραμέντο μ’ εκείνη. Είχε συναισθηματική καρδιά και μυαλό ξυράφι. Της ήταν αδύνατο να αντισταθεί σ’ αυτόν το συνδυασμό. Για την Άννα Μακ Γκρέγκορ δεν ήταν τόσο σίγουρη. Διέθετε τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας με αξιοπρέπεια, ηρεμία και ευγενική αποφασιστικότητα που δε μαθαίνονται ποτέ. Γεννιέσαι μ’ αυτά. Το ίδιο και η κόρη της, σκέφτηκε η Κατ. Υπέθεσε ότι το ίδιο ίσχυε για όλες τις γυναίκες των Μακ Γκρέγκορ, ακόμα και αυτές που είχαν μπει στην οικογένεια με γάμο. Ε, λοιπόν, εκείνη δε θα γινόταν ποτέ κυρία, δεν είχε καμιά διάθεση να γίνει. Και δεν είχε σκοπό να φτάσει πουθενά μέσω γάμου. Της άρεσε να τα βγάζει πέρα μόνη της και έτσι σκόπευε να μείνει. Πάντως μπορούσε ν’ αντιπαρατεθεί στα ίσια με τον Μακ Γκρέγκορ και να το απολαύσει. «Δεν ξέρεις ούτε μια σκωτσέζικη μπαλάντα; Τι σόι τραγουδίστρια είσαι εσύ;» «Τραγουδίστρια του έρωτα, κύριε Μακ-Τζι». Η Κατ έκανε πρόβα στο σαλόνι, με ακροατήριο έναν και μόνο άνθρωπο, και το απολάμβανε. Ο Ντάνιελ το είχε κάνει συνήθεια να έρχεται και να κάθεται σ’ ένα από τα τραπέζια όταν το σαλόνι ήταν κλειστό για το κοινό και να σχολιάζει το ρεπερτόριό της. «Κι αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να βάλεις λίγη ποικιλία στο ρεπερτόριό σου;» Ο Ντάνιελ την αγριοκοίταξε κάτω από τα πυκνά, χιονάτα φρύδια του. «Υπάρχουν κάτι σκωτσέζικες μελωδίες που ραγίζουν αμέσως την καρδιά ενός άντρα. Μ’ αυτή τη φωνή, κάθε άντρας που τρέχει σκωτσέζικο αίμα στις φλέβες του θα σ’ ερωτευτεί αμέσως». Η Κατ πέρασε αργά το χέρι της στα μαλλιά της. «Έτσι κι αλλιώς, όλοι με ερωτεύονται». Ο Ντάνιελ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια και χτύπησε τη γροθιά του στο


τραπέζι. «Είσαι παμπόνηρη, Κατ Φάρελ. Γιατί δε φροντίζεις να τυλίξεις το γοητευτικό εγγονό μου;» Αυτή ήταν άλλη μία στάνταρ ερώτηση και η Κατ χαμογέλασε πονηρά. «Επειδή έχω βάλει στο μάτι εσάς. Γιατί ν’ αρκεστεί κανείς στα ψαράκια, όταν μπορεί να πιάσει στα δίχτυα του τον καρχαρία;» Το πελώριο πρόσωπό του κοκκίνισε από την ευχαρίστηση. Χάιδεψε την απαλή, λευκή γενειάδα του και τα καταγάλανα μάτια του την κοίταξαν υποψιασμένα. «Θα σου κάνει όμορφα παιδιά». «Θα σας κάνει, εννοείτε. Σας κατάλαβα, κύριε Μακ-Τζι». Η Κατ έσκυψε και τον φίλησε. «Δεν πρόκειται να μείνετε ευχαριστημένος αν δε γεμίσετε ένα γήπεδο με δισέγγονα». «Η Άννα τα λαχταράει». Και, μια που η γυναίκα του δε βρισκόταν εκεί κοντά, έβγαλε στα μουλωχτά ένα πούρο από την τσέπη του. «Και ανησυχεί μέρα νύχτα για τον νεαρό Ντάνκαν». «Η γυναίκα σας έχει πολύ αρυτίδωτο μέτωπο για να έχει τόσες σκοτούρες». Η Κατ άναψε ένα σπίρτο και χαμογέλασε κοιτάζοντας τον Ντάνιελ κατάματα καθώς εκείνος άναβε το πούρο του. «Αν το σκάσεις μαζί μου, γλύκα, κανείς από τους δυο μας δε θα έχει την παραμικρή σκοτούρα στον κόσμο». «Πάλι προσπαθείς να ξεμυαλίσεις τον παππού μου;» Ο Ντάνκαν μπήκε στο δωμάτιο κι ένιωσε πάλι εκείνη τη χαρά που τον πλημμύριζε κάθε φορά που τους έβρισκε μαζί. Πράγμα που συνέβαινε συχνά, σκέφτηκε. «Μπορεί να τον είχα πείσει να με πάει στη Βενετία, αν δεν είχες μπει στη μέση». Πριν προλάβει να χαμογελάσει, ο Ντάνκαν την άρπαξε από τα μαλλιά και της έκοψε την ανάσα με το φιλί του. «Έτσι μπράβο!» Ο Ντάνιελ χτύπησε πάλι τη γροθιά του στο τραπέζι. «Αυτό μου αρέσει πιο πολύ. Φρόντισε να την κρατήσεις γερά, αγόρι μου. Τούτη εδώ ξεγλιστράει σαν χέλι». «Την κρατάω», του απάντησε ανέμελα ο Ντάνκαν. Και άρχισε να σκέφτεται πως σκόπευε να την κρατήσει για πάντα. «Το σαλόνι ανοίγει σε είκοσι λεπτά, παππού», συνέχισε, κοιτάζοντας πάντα την Κατ. «Πήγαινε να παίξεις κάπου αλλού τώρα». «Δεν είναι τρόπος αυτός να μιλάς στον παππού σου», του είπε αυστηρά εκείνη. «Είναι, όταν επιμένει να προσπαθεί να μου κλέψει τη γυναίκα». «Η γυναίκα προσπαθεί να σου τον κλέψει». Η Κατ επιχείρησε να ελευθερωθεί, αλλά βρέθηκε παγιδευμένη ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά του. «Υπάρχουν κάποιοι από εμάς που δουλεύουν, γλύκα».


«Εγώ είμαι το αφεντικό, το ξέχασες; Μας συγχωρείς, παππού, αλλά πρέπει να κάνω μια μικρή επαγγελματική σύσκεψη με το ταλέντο μας από δω», είπε ο Ντάνκαν και τράβηξε την Κατ προς το καμαρίνι. «Παρεμπιπτόντως», συμπλήρωσε κοιτάζοντάς τον πάνω από τον ώμο του, «η γιαγιά έρχεται προς τα δω. Νομίζω ότι θα πρέπει να εξαφανίσεις το πούρο». «Παναγίτσα μου», γρύλισε ο Ντάνιελ σβήνοντας στα γρήγορα το πούρο και κουνώντας το χέρι του για να διώξει τον καπνό. Ύστερα χαμογέλασε συγκινημένος, όταν είδε τον εγγονό του να εξαφανίζεται με την Κατ. Ήταν πρόθυμος να στοιχηματίσει ότι θα είχαν γάμο προτού βγει το καλοκαίρι. «Ντάνκαν, είχα μια συζήτηση με τον κύριο Μακ Γκρέγκορ». «Αυτό κάνεις κάθε φορά που σε βλέπω. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ο γέρος μού κλέβει το χρόνο». «Είμαι τρελή μαζί του». «Κι εγώ το ίδιο. Αλλά...» Ο Ντάνκαν έκλεισε την πόρτα του καμαρινιού της, την κλείδωσε και την κόλλησε πάνω στον τοίχο. Με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, έσυρε τα χέρια του στα πλευρά της, χάιδεψε το στήθος της και τα κατέβασε πάλι. «Α, μάλιστα», ψέλλισε εκείνη, νιώθοντας την καρδιά της να της ανεβαίνει στο λαιμό. Φρόντισε να το παίξεις ανάλαφρα, σέξι, διέταξε τον εαυτό της. Μη σκέφτεσαι, μην αισθάνεσαι κάτι περισσότερο από αυτό που μπορείς να κουμαντάρεις. «Γιατί δεν το έλεγες;» Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και ετοιμάστηκε να τον παρασύρει σ’ ένα καυτό, θυελλώδες φιλί. Αλλά εκείνος έκλεισε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του, έφερε το στόμα του σε απόσταση ανάσας από τα χείλη της, κι ύστερα τα άγγιξε, τα δάγκωσε. Ήθελε ν’ ακούσει την ανάσα της να πιάνεται όπως όταν την έκανε αργά δική του. Ήθελε να νιώσει εκείνο το σταδιακό, σχεδόν απρόθυμο λιώσιμο, αυτή την αργή παράδοση. Ήταν φορές που το αίμα τους έπαιρνε φωτιά στη στιγμή, και τότε δεν έβλεπαν την ώρα να κατακτήσουν ο ένας τον άλλο. Άλλες φορές πάλι έσμιγαν ξένοιαστοι σαν παιδιά, όλο γέλια και πειράγματα. Και πότε πότε έσμιγαν αργά και τρυφερά. Με την καρδιά τους. Κι αυτό, συνειδητοποίησε, καθώς το στόμα του τρυγούσε αργά το δικό της, ήθελε τώρα. Την καρδιά της. Εκείνη αναστέναξε και χαλάρωσε στην αγκαλιά του. Και του έδωσε αυτό που δεν πίστευε ποτέ ότι είχε να του δώσει. Μαζί του ανακάλυπτε πάντα


κάτι ακόμα μέσα της, μια ακόμα πηγή τρυφερότητας να αναβλύζει, μια ακόμα πόρτα ν’ ανοίγει. Πρόφερε το όνομά του όταν τη σήκωσε στα χέρια του για να τη μεταφέρει στον καναπέ, το μουρμούρισε καθώς ξάπλωνε δίπλα της, βγήκε με ένα βογκητό από τα χείλη της όταν τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν το κορμί της. Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν απαλά τη σάρκα, οι ζεστές ανάσες τους μπερδεύτηκαν. Τα χείλη τους συναντήθηκαν σε ένα παρατεταμένο, βαθύ, οδυνηρό φιλί. Ο Ντάνκαν ένιωσε τον ακανόνιστο σφυγμό της κάτω από τα δάχτυλά του, την καρδιά της να βροντοχτυπά κάτω από τα χείλη του. Αλλά ήθελε κάτι παραπάνω από την έξαψη, κάτι παραπάνω από τον πόθο. Ήθελε αγάπη. «Άνοιξέ μου την καρδιά σου», της ψιθύρισε με τα χείλη του πάνω στα δικά της. «Δε θα σε πληγώσω ποτέ». Αλλά την πλήγωνε, ακόμα κι εκείνη την ώρα την πλήγωνε. Έσκιζε κάτι μέσα της, της αποσπούσε κάτι που η Κατ φοβόταν να χάσει. Κούνησε το κεφάλι της, αρνούμενη και στους δύο, αλλά το στόμα του ήταν υπομονετικό, τα χέρια του ανελέητα τρυφερά. Άνοιξαν την καρδιά της διάπλατα κι εκείνη τον άφησε να μπει. Η αλλαγή την αφάνισε, την άφησε χαμένη και αβοήθητη. Μπήκε μέσα της αναγκάζοντας τον εαυτό του να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, για να μπορεί να βλέπει το πρόσωπό της, τη συνειδητοποίηση και την απορία στα μάτια της. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. «Είναι διαφορετικό». Η Κατ δεν μπορούσε να μιλήσει. Κούνησε το κεφάλι της και κατάπιε ένα λυγμό καθώς το στόμα του σκέπαζε πάλι το δικό της. Ανίκανη ν’ αντισταθεί, άφησε το ζεστό κύμα να την παρασύρει μαζί του. Να την καταπιεί. «Είναι διαφορετικό», είπε πάλι ο Ντάνκαν. Η Κατ άρπαξε μια ρόμπα από το κρεμαστάρι και τη φόρεσε. Πασχίζοντας να βρει την ισορροπία της, έδεσε τη ζώνη. Αυτοκτονία. Δεν είχε πει ότι ο άντρας αυτός ήταν σκέτη αυτοκτονία; Και να την τώρα, να παραπαίει στο χείλος του γκρεμού. «Όχι, δεν είναι». Ήθελε να το εννοεί. «Και δεν πρέπει να είναι». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Γιατί σε τρομάζει να ξέρεις ότι


νοιάζομαι για σένα; Ότι σημαίνεις πολλά για μένα;» «Δε με τρομάζει». Για να απασχολήσει με κάτι τα χέρια της, πήρε τη βούρτσα κι άρχισε να βουρτσίζει τα μαλλιά της. «Δεν ξέρω τι γνώμη έχεις για μένα, αλλά δε συνηθίζω να κοιμάμαι με άντρες παρά μόνο όταν μετράω γι’ αυτούς». «Δεν είπα αυτό, ούτε εννοούσα κάτι τέτοιο». Φόρεσε το παντελόνι του και άπλωσε το χέρι του να πάρει το πουκάμισό του. «Είσαι καλή στο να γυρίζεις τα λόγια του άλλου όπως σε βολεύουν, Κατ. Αλλά κι εγώ είμαι το ίδιο καλός στο να κυνηγάω ό,τι είναι σημαντικό για μένα. Και αυτή τη στιγμή σημαντική για μένα είσαι εσύ». «Ε, ωραία». Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του μέσα στον καθρέφτη. «Μου αρέσει να είμαι σημαντική». Πιο ήρεμη τώρα, άφησε τη βούρτσα στην τουαλέτα, γύρισε και έγειρε πάνω στον πάγκο. «Είσαι κι εσύ σημαντικός για μένα, Ντάνκαν. Αυτό θέλεις ν’ ακούσεις; Φυσικά και είσαι, διαφορετικά δε θα ήμουν ακόμα μαζί σου. Μην περιπλέκεις τα πράγματα». «Είναι αστείο, αλλά πίστευα ότι τα απλοποιώ. Τι αισθάνεσαι για μένα;» «Πάρα πολλά. Σε θέλω -νομίζω ότι αυτό είναι αρκετά φανερό. Σε απολαμβάνω». Τον πλησίασε χαμογελαστή και έσυρε τα χέρια της στο στήθος του. «Μου αρέσει το στυλ σου, μου αρέσει το πρόσωπό σου και λατρεύω κυριολεκτικά το κορμί σου». Τα μάτια του δε γέλασαν, όπως περίμενε. Αντίθετα, συνέχισαν να την κοιτάζουν επίμονα, σοβαρά και λίγο ψυχρά. «Και χωρίς το σεξ;» «Είναι δύσκολο να σου πω». Ύψωσε τους ώμους της και γύρισε να τακτοποιήσει τα καλλυντικά της στην τουαλέτα, αλλά ένιωσε τα χέρια της μουδιασμένα. «Μια και δεν έχουμε ζήσει στιγμή χωρίς σεξ, σωστά; Αλλά έτσι, για να κάνουμε συζήτηση...» Πίεσε τον εαυτό της να ξαναγυρίσει προς το μέρος του. «Και πάλι θα μου άρεσες. Είσαι ένας πολύ συμπαθητικός άντρας. Δεν κάνω εύκολα φίλους, Ντάνκαν. Δε μένω πολύ σ’ ένα μέρος ώστε να μπω στον κόπο ή να διακινδυνεύσω να μπλεχτώ με φιλίες. Αποτελείς εξαίρεση». Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του. Περίεργο, σκέφτηκε, να νιώθω ενθουσιασμένος και τσαντισμένος ταυτόχρονα. «Ώστε είμαστε φίλοι;» «Δεν είμαστε;» «Υποθέτω πως είμαστε». Της ανταπέδωσε το ανέμελο χαμόγελο. «Λοιπόν, φιλαράκι, σε λίγο θα αποπλεύσουμε από το λιμάνι. Πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά». «Τα λέμε». Η Κατ ένιωσε ένα ρίγος, σαν να είχε μόλις αποφευχθεί μια σοβαρή κρίση. «Α, κάτι ακόμα, Ντάνκαν. Χαίρομαι να δουλεύω μαζί σου,


γλύκα». Εκείνος της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα. Αλλά όταν την έκλεισε πίσω του, τα μάτια του στένεψαν, σκοτείνιασαν και το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του. Πάντα πίστευε ότι ήταν τυχερός άνθρωπος. Αλλά τι σόι τύχη ήταν αυτή, να ερωτευτεί τόσο αναπάντεχα, τόσο ανόητα, μια γυναίκα που δεν πληρούσε καμιά από τις συνήθεις προδιαγραφές του; Ο έρωτας ήταν ένα παιχνίδι που δε σκόπευε να το παίξει παρά μόνο όταν θα ήταν εντελώς έτοιμος. Αλλά τα χαρτιά είχαν ήδη μοιραστεί. Έπρεπε απλά να φροντίσει να την ψυχολογήσει και να μην του τα πάρει όλα μπλοφάροντας. Γιατί όταν ο Ντάνκαν έπαιζε, έπαιζε για να κερδίσει.


Κεφάλαιο 18

Την υπόλοιπη βδομάδα άφησε τα πράγματα να κυλήσουν, κρατώντας κλειστά τα χαρτιά του και αφήνοντας τα στοιχήματα να πληθαίνουν. Δεν ήταν ακριβώς θυσία, αποφάσισε καθώς έκανε το γύρο του στο καζίνο. Όσο πιο χαλαρή ήταν η Κατ, τόσο πιο... εκδηλωτική γινόταν. Και του άρεσε να παρακολουθεί τον τρόπο που φλέρταρε με τον παππού του, που δημιουργούσε σταδιακά μια πιο θερμή σχέση με τη γιαγιά του. Μια φορά τις είχε πετύχει μαζί στο κατάστρωμα, και θα έπαιρνε όρκο ότι η σέξι Κατ και η γλυκιά Άννα αντάλλασσαν μυστικά. Ήθελε να μιλήσει κι αυτός με την Κατ, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει το χρόνο εκείνο το απόγευμα. Είχε ξαναδιαβάσει το συμβόλαιό της, για να φρεσκάρει στη μνήμη του τις λεπτομέρειες των όρων. Το θεωρούσε δίκαιο να το κουβεντιάσει μαζί της προτού επικοινωνήσει με τον ατζέντη της για να τους θέσει σε ισχύ. Ήθελε επίσης να της μιλήσει για το τηλεφώνημα που είχε λάβει εκείνο το πρωί από τον Ριντ Βάλενταϊν της Βάλενταϊν Ρέκορντς. Πίστευε πως η Κατ θα χαιρόταν πολύ με τη θερμή υποδοχή που είχε αποσπάσει το δείγμα της δουλειάς της που τους είχαν στείλει. Αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε να της το πει στα πεταχτά. Τέτοια νέα απαιτούσαν το κατάλληλο σκηνικό. Και αυτός είχε κάνει ήδη τις απαραίτητες ενέργειες για να το εξασφαλίσει μετά τη δεύτερη παράστασή της. Η σκέψη έφερε ένα ζεστό χαμόγελο στα χείλη του, ένα χαμόγελο που εισέπραξε η μία από τις αδερφές Κίνγκστον, η οποία τον άρπαξε από το χέρι καθώς περνούσε δίπλα από το τραπέζι του μπλακτζάκ. «Ω, θα μου λείψει αυτό», του είπε και του χάρισε ένα από τα καλύτερα χαμόγελά της. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι οι διακοπές μας τελειώνουν αύριο». «Ελπίζω να τις απολαύσατε». Αλήθεια, ποια απ’ όλες ήταν αυτή, αναρωτήθηκε αφηρημένα ο Ντάνκαν. Η Σίντι; Η Σάντι; Η Κάντι; «Και το τελευταίο λεπτό. Συζητάμε να το επαναλάβουμε του χρόνου. Είναι πολύ απολαυστικό». «Σκοπός μας είναι η ευχαρίστησή σας. Η τύχη σου χαμογέλασε;» Τα καταγάλανα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του. «Όχι όσο θα


ήθελα». Ο Ντάνκαν γέλασε. «Εννοώ στα χαρτιά». «Ούτε σ’ αυτά, αλλά ήταν διασκεδαστικό. Δε φαντάζομαι να έρχεσαι καθόλου στη Φιλαδέλφεια;» «Παλιά ήμουν πασίγνωστος εκεί». Εκείνη τη στιγμή είδε την Κατ να μπαίνει στο καζίνο και έσβησαν τα πάντα από το μυαλό του. «Συγνώμη». Η ξανθιά τον παρατήρησε καθώς απομακρυνόταν και έβγαλε ένα θλιμμένο αναστεναγμό. «Μερικοί άνθρωποι είναι πολύ τυχεροί», μονολόγησε. Αλλά και η Κατ τον παρατηρούσε, μελετώντας τις κινήσεις του, τον τρόπο που περιφερόταν ανάμεσα στα τραπέζια, δίπλα στους κουλοχέρηδες, ανάμεσα στους προκλητικούς, σαγηνευτικούς ήχους των κερμάτων που άλλοι κέρδιζαν και άλλοι έχαναν. Α, ναι, σκέφτηκε. Αυτά σίγουρα ήταν τα χωράφια του. «Γεια». Ο Ντάνκαν πήρε το χέρι της στο δικό του και έπαιξε με τα δάχτυλά της. «Δεν έρχεσαι ποτέ εδώ». «Δεν έχω κανένα λόγο να το κάνω. Δε...» «Δεν παίζεις, κατά κανόνα. Δεν παραβιάζεις ποτέ τους κανόνες;» «Συνέχεια, γλύκα». «Θέλεις να παίξουμε μια παρτίδα;» «Έχω μόνο είκοσι λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει η παράσταση». «Αρκούν». Ο Ντάνκαν εντόπισε ένα άδειο τραπέζι, χαρούμενος που η Κατ είχε επιλέξει να έρθει νωρίς στο καζίνο. «Έλα. Κατάγομαι από μια γενιά που έχει μακρά παράδοση στο μοίρασμα χαρτιών στο μπλακτζάκ». «Σε πίστεψα». «Εντάξει, μια μικρή παράδοση. Η μητέρα έκανε αυτή τη δουλειά. Έτσι γνώρισε τον πατέρα μου». «Αλήθεια;» Αυτό της κίνησε αρκετά την περιέργεια ώστε να τον αφήσει να την παρασύρει. «Και ποιος κέρδισε;» «Και οι δυο. Σε καλύπτω για εκατό». «Μπορώ να καλύψω μόνη μου τα πονταρίσματά μου». «Εντάξει, τότε παίζεις με πίστωση». Ο Ντάνκαν μέτρησε επιδέξια τις μάρκες και τις ακούμπησε μπροστά της. «Είσαι μπουκιά και συχώριο απόψε, αγάπη μου». Γιατί όχι, διάβολε; σκέφτηκε η Κατ και κάθισε στο σκαμνί. Το σκούρο μπλε φόρεμα πρόβαλλε τις καμπύλες της, λαμπυρίζοντας κάτω από τα φώτα. «Είναι το τελευταίο βράδυ πριν το τέλος του ταξιδιού. Προσπαθώ πάντα να φεύγουν ευχαριστημένοι». Έσπρωξε με το δάχτυλό της μία μάρκα


των πέντε δολαρίων. «Κάνε παιχνίδι, γλύκα». Της έδωσε ένα πέντε και ένα εφτά και το ανοιχτό φύλλο που πήρε εκείνος ήταν άσος. «Πιθανό μπλακτζάκ. Ασφάλεια;» «Δεν πιστεύω σ’ αυτά. Ρίξε». Πήρε ένα οχτώ και χαμογέλασε. «Η μπάνκα πρέπει να χτυπήσει το είκοσι». Ο Ντάνκαν άνοιξε το κρυμμένο φύλλο του. «Εφτά ή δεκαεφτά. Τραβάω δέκα, τραβάω άλλο ένα φύλλο και καίγομαι με είκοσι τέσσερα». Έσπρωξε προς το μέρος της τα κέρδη και άρχισε πάλι να μοιράζει. «Τι θα έλεγες για ένα ραντεβού αργότερα, ομορφούλα;» «Μπορεί». Κοίταξε τα χαρτιά της. Δεκαοχτώ. Κοίταξε τα δικά του. Είχε ανοίξει ένα έξι. «Σταματάω». «Σταματάει στα δεκαοχτώ, η μπάνκα έχει δεκαπέντε, κερδίζει με δεκαεννιά», είπε και χαμογέλασε καθώς άνοιγε ένα τεσσάρι. «Το κάνεις συχνά αυτό;» «Όσο πιο συχνά γίνεται». Ήταν καλός. Η Κατ υπέθεσε ότι θα ήταν καλός ό,τι παιχνίδι και να έπαιζε. Αλλά το ίδιο ίσχυε και για κείνη. Και τις περισσότερες φορές έπαιζε για να επιζήσει, έτσι ποτέ, μα ποτέ δε στοιχημάτιζε κάτι που δεν είχε το περιθώριο να χάσει. Ούτε λεφτά ούτε χρόνο. Και ποτέ την καρδιά της. Αλλά όταν το ρισκάριζε, έπαιζε για να κερδίσει. «Κάνε παιχνίδι», του είπε και χαμογέλασε. Ο Ντάνκαν κέρδισε τους τρεις επόμενους γύρους και την είδε να τον κοιτάζει καχύποπτα. «Δεν κρύβω κανένα φύλλο στο μανίκι μου», τη βεβαίωσε. «Παίζουμε καθαρό παιχνίδι». «Δεν μπορώ να νικήσω την μπάνκα». «Δεν έχεις νοοτροπία χαρτοπαίκτη», σχολίασε εκείνος. «Σταματάς πολύ εύκολα, δεν είσαι πρόθυμη να το ρισκάρεις». «Δεν μπορώ να ελέγξω τα χαρτιά, ιδιαίτερα όταν δεν τα μοιράζω εγώ». «Θέλεις ν’ αλλάξουμε θέσεις; Έλα». Εκείνη ετοιμάστηκε να αρνηθεί, αλλά τελικά ύψωσε αδιάφορα τους ώμους. «Γιατί όχι; Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί μια εφεδρική καριέρα». Έκανε το γύρο χαμογελαστή, στάθηκε πίσω από το τραπέζι και κοίταξε την αίθουσα του καζίνου. «Έχεις διαφορετική προοπτική από δω, σωστά;» «Ίδιο παιχνίδι, ίδιες πιθανότητες». «Μόνο που τώρα είναι υπέρ μου. Μοιράζω εγώ, γλύκα. Πόνταρε».


Εκείνος έσπρωξε μία από τις μάρκες που της είχε δώσει και την περίμενε να μοιράσει. Η Κατ φάνηκε πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της όταν σήκωσε την άκρη του κλειστού φύλλου της κάτω από ένα εννιάρι. Ο Ντάνκαν είχε δύο οχτάρια. «Σπλιτ -τα χωρίζω. Ρίξε μου δύο φύλλα ακόμα». «Ξέρω πώς παίζεται», του είπε ξερά εκείνη, μοίρασε και ύψωσε το φρύδι της όταν ο Ντάνκαν ακούμπησε το δάχτυλό του στο χέρι που είχε άθροισμα δεκάξι. «Θα ποντάρεις σ’ αυτό;» «Ακριβώς. Θέλω ένα πεντάρι». Του έδωσε ένα τεσσάρι και συνοφρυώθηκε όταν τον είδε να κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Έπεσα αρκετά κοντά. Σταματάω. Ρίξε τώρα σε τούτο το χέρι», της είπε και έδειξε τα χαρτιά που είχαν άθροισμα δεκατρία. Η Κατ του έδωσε ένα οχτάρι και έβρισε μέσα από τα δόντια της. «Η μπάνκα έχει δεκαεννιά και χάνει», μουρμούρισε και γύρισε την κλειστή ντάμα της. Δεν έχανε μόνο στα χαρτιά, σκέφτηκε, έχανε σε ό,τι είχε σχέση μ’ εκείνον. Κι αυτός συνέχιζε να την προκαλεί να ρισκάρει λίγο περισσότερο. Και κάθε φορά που το έκανε, κάθε φορά που υπέκυπτε στην πρόκλησή του, της ήταν πιο δύσκολο να θυμηθεί πόσο θα της κόστιζε όταν θα βρισκόταν με άδεια χέρια και την καρδιά κομμάτια. «Είσαι καλός, Μπλέιντ». «Αυτή είναι η δουλειά μου». «Ε, λοιπόν, μια και με ξαλάφρωσες από τριάντα δολάρια μέσα σε πέντε λεπτά, πάω πάσο. Με αυτόν το ρυθμό θα χάσω και τα ρούχα μου μέχρι ν’ αρχίσει η παράσταση». «Μπορούμε να παίξουμε στριπ μπλακτζάκ αργότερα». Εκείνη γέλασε και έγειρε πάνω στο τραπέζι. Αυτό ήταν ένα παιχνίδι στα μέτρα της -οι πιθανότητες ανάμεσά τους ήταν μοιρασμένες. «Ήρθα απλά να σου πω ότι έχω μια μικρή έκπληξη για τον παππού σου στο τέλος της δεύτερης παράστασης. Νομίζω πως θα σ’ αρέσει». «Τι είναι;» «Έλα να δεις μόνος σου». Κοίταξε στο πλάι και χαμογέλασε αυτάρεσκα στην ξανθιά Κίνγκστον. «Αν μπορείς να απαρνηθείς το χαρέμι σου». «Γλυκιά μου, είμαι όλος δικός σου». «Σωστά». Η Κατ γέλασε, τον χτύπησε φιλικά στο μάγουλο και σηκώθηκε. «Εμείς θα τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας αργότερα. Τώρα πρέπει να πάω να βγάλω τα χαμένα μου». Απομακρύνθηκε με ένα όχι και τόσο διακριτικό κούνημα των γοφών της.


Ο Ντάνκαν ξεφύσηξε. Ναι, σίγουρα θα τακτοποιούσαν τους λογαριασμούς τους αργότερα. Η Κατ τέλειωσε τη δεύτερη παράσταση, ξέροντας πολύ καλά ότι ο Ντάνκαν είχε έρθει και είχε καθίσει στο τραπέζι της γιαγιάς και του παππού του. Απομακρύνθηκε από τους προβολείς και άφησε τον κόσμο να αραιώσει. Είχε κανονίσει εκ των προτέρων με την Άννα τη στιγμή της επανεμφάνισής της. Κάποιοι θαμώνες θα παρέμεναν στο μπαρ ή στα τραπέζια, αλλά εκείνη θεωρούσε αυτή την παράσταση ιδιωτική. Μια παράσταση που, παραδόξως, προκάλεσε ένα μικρό φτερούγισμα νευρικότητας στο στομάχι της. «Δεν ξέρω τι πρόβλημα έχεις, αγόρι μου», γρύλισε ο Ντάνκαν. «Αυτή η γυναίκα είναι φτιαγμένη για σένα». «Ντάνιελ». Η Άννα αρκέστηκε απλά να αναστενάξει. Είχε καταλήξει κι εκείνη στο ίδιο συμπέρασμα και θα τον έπνιγε αν έλεγε τώρα κάτι που θα έκανε την πλάστιγγα να γείρει αντίθετα. «Παράτα τον Ντάνκαν ήσυχο. Είναι πια μεγάλος άντρας». «Αυτό λέω κι εγώ. Αυτό ακριβώς. Πότε θα κάνει το καθήκον του; Πότε θα φερθεί σαν άντρας και θα κατασταλάξει; Αυτό θέλω να μάθω. Αν αφήσει αυτή την κοπέλα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια του, τότε δε... δε θα τρέχει δικό μου αίμα στις φλέβες του. Χα!» Ο Ντάνιελ σταύρωσε τα μπράτσα του και κάθισε πίσω βλοσυρός. Ξέροντας πως θα έκανε τον παππού του να ζηλέψει, ο Ντάνκαν έβγαλε ένα πουράκι από την τσέπη του και το χάιδεψε με τα δάχτυλα του. Ύστερα το δάγκωσε, το άναψε και φύσηξε τον καπνό, ενώ τα γαλανά μάτια του Ντάνιελ άστραφταν από εκνευρισμό και λαχτάρα. «Ποιος είπε ότι θα την αφήσω να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου;» «Αν χρησιμοποιούσες τα μάτια σου, θα...» Ο Ντάνιελ έκοψε στη μέση τη φράση του, έκανε πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε δυνατά τον Ντάνκαν στην πλάτη. «Έτσι μπράβο. Χα! Βλέπεις, Άννα, δε σου είπα ότι ο εγγονός μας είναι έξυπνος; Δε σου είπα να μην τρώγεσαι;» «Μου το λες συνέχεια, Ντάνιελ». Η Άννα τους λάτρευε και τους δύο, έτσι ακούμπησε τα χέρια της πάνω από τα δικά τους. «Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η κοπέλα, Ντάνκαν». «Το ξέρω. Γι’ αυτό κάνε μου τη χάρη να τον κρατήσεις μακριά, ώστε να μπορέσω να το χειριστώ με τον τρόπο μου». «Να με κρατήσει μακριά!» βροντοφώναξε τσαντισμένος ο Ντάνιελ, κάνο-


ντας τα λίγα κεφάλια που είχαν παραμείνει στην αίθουσα να γυρίσουν προς το μέρος τους. «Βρε φαφλατά, δε θα την είχες γνωρίσει καν, αν εγώ δεν είχα...» «Τι πράγμα, Ντάνιελ;» ρώτησε μελιστάλαχτα η Άννα μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο. «Μη μου πεις πως έβαλες πάλι το χεράκι σου;» «Α, όχι. Εγώ δεν έκανα τίποτα. Τίποτα απολύτως. Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Εγώ απλά λέω... αυτό που λέω», μουρμούρισε ο Ντάνιελ, σκεπτόμενος πως ήταν καλύτερα να αποχωρήσει από το πεδίο της μάχης. «Καλύτερα να πηγαίνουμε, Άννα. Πρέπει να ξεκουραστείς». «Θα τελειώσω πρώτα το κρασί μου». Σήκωσε το ποτήρι της και μετακινήθηκε στην καρέκλα της -το σινιάλο που είχαν συμφωνήσει νωρίτερα με την Κατ. Παίρνοντας το μήνυμα, η Κατ πήγε και στάθηκε κάτω από τον κεντρικό προβολέα. «Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ; Έχω κάτι για σένα». «Ε, γιατί χασομεράς τότε. Έλα εδώ να μου το δώσεις». «Θα σου το δώσω από δω. Και βγαίνει κατευθείαν από δω», του απάντησε ακουμπώντας το χέρι στην καρδιά της. Τραγούδησε γι’ αυτόν την παλιά σκωτσέζικη μπαλάντα «Loch Loman». Και επειδή τον κοιτούσε στα μάτια, τον είδε να δακρύζει, και ένιωσε και τα δικά της μάτια να τσούζουν. Ο Ντάνκαν το είχε αποδεχτεί λίγο ως πολύ ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Αλλά καθώς καθόταν εκεί, καθώς την άκουγε να τραγουδάει με τόση τρυφερότητα για τον άντρα που κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του, συνειδητοποίησε ότι δεν του έμενε πια καμιά αμφιβολία. Την είχε πατήσει για τα καλά. Αλλά δεν ένιωσε το ταρακούνημα που περίμενε. Δεν ένιωσε το σοκ που φανταζόταν. Ένιωσε κάτι ζεστό και καθαρό, με επίκεντρο εκείνη. Είδε τη ζωή του ν’ αλλάζει, και ήταν αρκετά Σκοτσέζος για να παραδεχτεί πως εκεί οδηγούσαν τα πράγματα από την πρώτη στιγμή.. Τώρα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την κερδίσει. Δίπλα του, ο Ντάνιελ ρούφηξε τη μύτη του. Όταν τέλειωσε το τραγούδι, έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη του και τη φύσηξε δυνατά. «Αυτή είναι κοπέλα», μουρμούρισε. «Δεν υπάρχει καλύτερη». «Θα μου λείψεις, Ντάνιελ». Η Κατ πλησίασε στο τραπέζι, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Θα μου λείψεις πραγματικά». «Έλα τώρα». Και προς μεγάλη της έκπληξη και ευχαρίστηση, ο Ντάνιελ την κάθισε στα πόδια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του.


«Ντάνκαν, έλα να κάνουμε μια βόλτα οι δυο μας», μουρμούρισε η Άννα. Τον έπιασε από το χέρι και τον απομάκρυνε από το τραπέζι. «Αυτή η κοπέλα χρειάζεται αγάπη», είπε μαλακά όταν ο Ντάνκαν γύρισε και κοίταξε το ζευγάρι που καθόταν αγκαλιασμένο στις παρυφές της σκηνής. «Έχει τη δική μου. Απλά πρέπει να την πείσω να τη δεχτεί». Η Άννα του έσφιξε το χέρι. «Ποντάρω όλα μου τα χρήματα πάνω σου». Ο Ντάνκαν το ήξερε ότι ήταν κουρασμένη, το έβλεπε στα μάτια της καθώς τη συνόδευε στην καμπίνα τους. Αμφέβαλλε αν άφηνε συχνά τον εαυτό της να εκδηλώσει τα συναισθήματά της τόσο έντονα και ανοιχτά. Υπέθεσε ότι για μια γυναίκα σαν την Κατ η εμπειρία ήταν εξαντλητική. «Ήταν πολύ όμορφο αυτό που έκανες για τον παππού μου». «Είμαι ξετρελαμένη μαζί του. Πραγματικά ξετρελαμένη». Την τρόμαζε πολύ που είχε φτάσει να νοιάζεται τόσο πολύ για ανθρώπους που δε θα γίνονταν ποτέ δικοί της. «Θα έλεγα ότι τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Κι αν δεν υπήρχε η γιαγιά μου και μια διαφορά σχεδόν εβδομήντα χρόνων μεταξύ σας, θ’ ανησυχούσα σοβαρά». Η Κατ γέλασε, σοβάρεψε και προσπάθησε να πνίξει ένα χασμουρητό. «Εγώ δε θα ήμουν τόσο σίγουρη για τον εαυτό μου, ακόμα και όπως έχουν τα πράγματα». Μπήκε πρώτη στην καμπίνα μόλις ο Ντάνκαν ξεκλείδωσε την πόρτα κι ύστερα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της, όταν είδε τα αναμμένα κεριά και τα κρύσταλλα που λαμποκοπούσαν. «Τι είναι όλ’ αυτά, Μπλέιντ;» «Σκέφτηκα πως μπορεί ν’ αποφάσιζες να παραβιάσεις έναν ακόμα κανόνα». Ο Ντάνκαν πήγε στην παγωνιέρα και έβγαλε ένα παγωμένο μπουκάλι. «Σαμπάνια;» Κοίταξε την ετικέτα και σφύριξε. «Και καλή μάλιστα. Τι γιορτάζουμε;» «Θα φτάσουμε και σ’ αυτό. Θα ήθελες ένα ποτήρι;» «Πιστεύω ότι θα καταφέρω να το πιώ, ευχαριστώ. Γι’ αυτό δε μ’ άφησες ν’ αλλάξω μετά την παράσταση; Ήθελες να είμαι ντυμένη επίσημα ώστε να ταιριάζω με το ακριβό γαλλικό κρασί;» «Όχι, δε σε άφησα ν’ αλλάξεις επειδή θέλω να σε γδύσω εγώ. Αργότερα». Ο Ντάνκαν άνοιξε τη σαμπάνια με μια επιδέξια κίνηση του καρπού του και ο φελλός έκανε ένα διακριτικό παφ.


Γέμισε δύο ψηλά ποτήρια της σαμπάνιας, της έδωσε το ένα και το τσούγκρισε με το δικό του. «Στην καταπληκτική φωνή σου». Η Κατ γέλασε και ήπιε μια γουλιά. «Πώς είναι δυνατόν να μην πιώ σ’ αυτό;» «Μπαίνουμε στην τελευταία βδομάδα του συμβολαίου σου». Η Κατ χάρηκε που είχε καταπιεί τη γουλιά της, διαφορετικά μπορεί να πνιγόταν. «Ναι, το ξέρω. Ήταν ωραίο ταξίδι». «Θέλω να ασκήσω τα δικαιώματα που προβλέπει». Η καρδιά της άρχισε πάλι να χτυπάει. «Ε, θα μπορούσα να πιώ και σ’ αυτό». «Ήθελα να το κουβεντιάσω πρώτα μαζί σου προτού επικοινωνήσω με τον ατζέντη σου». «Τον απέλυσα τον ατζέντη μου, μπορείς λοιπόν να συνεννοηθείς κατευθείαν μαζί μου». «Τον απέλυσες;» Ο Ντάνκαν σούφρωσε τα χείλια του και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έξυπνη κίνηση, αλλά θα χρειαστείς κάποιον εκπρόσωπο». «Δε θα ’λεγα ότι κάνουν ουρά στην πόρτα μου, γλύκα. Θα το φροντίσω όταν θα έρθει η ώρα». «Θα έλεγα ότι ήρθε. Ο Ριντ Βάλενταϊν θα ήθελε να κλείσετε ένα ραντεβού, όποτε ευκαιρείς, για να κάνετε μια επαγγελματική εγγραφή στα στούντιο τους στη Νέα Υόρκη». Η Κατ δεν ένιωθε τα χέρια της. Ούτε τα πόδια της. Συνειδητοποίησε παραζαλισμένη ότι το μόνο που αισθανόταν ήταν το ξαφνικό, ξέφρενο σφυροκόπημα της καρδιάς της. «Ο Ριντ Βάλενταϊν; Της Βάλενταϊν Ρέκορντς; Ραντεβού; Μαζί μου; Γιατί;» «Ξαφνικά είσαι όλο ερωτήσεις». Ο Ντάνκαν γέλασε και ήπιε πάλι στην υγειά της. «Ναι, ο Ριντ Βάλενταϊν της Βάλενταϊν Ρέκορντς θέλει να κλείσει ένα ραντεβού μαζί σου επειδή εντυπωσιάστηκε πολύ από την κασέτα που ετοίμασες». «Την έστειλες; Την έστειλες στον Ριντ Βάλενταϊν;» «Σου είπα ότι θα την έστελνα σε κάποιον γνωστό μου». Η Βάλενταϊν Ρέκορντς. Τώρα δεν ένιωθε ούτε τα χείλια της. Ένιωθε όμως το απότομο σφίξιμο στο στομάχι της. «Δεν το περίμενα -δε σκέφτηκα ποτέ...» «Δεν πίστευες ότι το εννοούσα, Κατ; Δεν παίζω τέτοια παιχνίδια». «Όχι, δεν είναι αυτό... Θεέ μου, δεν μπορώ να πάρω ανάσα». Πίεσε το χέρι


στο στήθος της σαν να ήθελε να πιέσει τον αέρα να βγει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Δεν μπορώ να βρω την ανάσα μου». Ο Ντάνκαν άπλωσε το χέρι του να την πιάσει, θορυβημένος. Είχε γίνει κάτασπρη. «Ηρέμησε. Κάτσε κάτω». «Όχι. Ναι. Όχι. Χρειάζομαι αέρα». Του έδωσε το ποτήρι της και έτρεξε στην μπαλκονόπορτα. Το κεφάλι της γύριζε σαν να είχε πιει όλη την μπουκάλα μονορούφι. Δεν μπορούσε ν’ ανασάνει επειδή ο αέρας είχε παγιδευτεί κάπου κάτω από το διάφραγμά της. Αρπάχτηκε από την κουπαστή και έγειρε μπροστά κοιτάζοντας με βλέμμα κενό τα νερά του ποταμού που κυλούσαν αργά. «Αυτό δεν ήθελες;» Με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του, έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και ένιωσε την πίεση των καυτών δακρύων κάτω από τα βλέφαρά της. «Όλη μου τη ζωή. Είναι το μόνο που ήθελα όλη μου τη ζωή. Μια ευκαιρία, μια απλή ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω κάποια». Η φωνή της έσπασε. «Χρειάζομαι ένα λεπτό, Ντάνκαν. Εντάξει; Δώσε μου απλά ένα λεπτό». Αντί να υπακούσει στην παράκλησή της, τη γύρισε προς το μέρος του και είδε τα μουσκεμένα μάτια της. «Νόμιζα ότι ήξερα τι θα σήμαινε αυτό για σένα», της είπε τρυφερά και τα δάχτυλά του σκούπισαν το ίδιο τρυφερά τα πρώτα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Αλλά δεν ήξερα. Θα έπρεπε να βρω έναν καλύτερο τρόπο να σου το πω». «Όχι, αυτός είναι καλός, είναι τέλειος». Αισθανόταν τρομοκρατημένη από αυτό που της πρόσφερε. Από εκείνον. Από τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα μέσα της. «Απλά άσε με μόνη για ένα λεπτό. Το χρειάζομαι για να συνέλθω». «Όχι, δεν το χρειάζεσαι». Την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Εκείνο που χρειάζεσαι είναι ν’ αφή σεις τον εαυτό σου να ξεσπάσει». Η ανάσα της βγήκε σφυριχτή και αμέσως ακολούθησε ένας λυγμός. Γραπώθηκε από πάνω του και έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του, απολαμβάνοντας εκείνον, την αίσθηση, το δώρο. «Αυτό που έκανες είναι τα πάντα για μένα. Τα πάντα. Ακόμα κι αν αλλάξουν γνώμη, ακόμα και να μισήσουν τη δουλειά μου, ακόμα και να με διώξουν με τις κλοτσιές από το στούντιο, αυτό που έκανες είναι τα πάντα για μένα. Αυτή η ευκαιρία. Δε θα μπορέσω ποτέ να σ’ το ξεπληρώσω». «Δεν έχεις να μου ξεπληρώσεις τίποτε. Κατ...» «Αυτό που έκανες είναι τα πάντα», επανέλαβε εκείνη και πήρε το πρό-


σωπό του στα χέρια της γέρνοντας πίσω. «Τα πάντα. Σου χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη, Ντάνκαν». Διοχέτευσε όλα τα συναισθήματα στο φιλί της. «Άσε με να σου δείξω». «Κατ, δε θέλω την ευγνωμοσύνη σου». «Πρέπει να σου την προσφέρω». Τον φίλησε πάλι, υπνωτίζοντας και τους δύο. «Άσε με να σου την προσφέρω».


Κεφάλαιο 19

Ήταν μάγισσα, σκέφτηκε ο Ντάνκαν, και του έκανε μάγια. Ακόμα και τώρα, στο φως της μέρας, βρισκόταν ακόμα κάτω από την επήρειά τους. Ήθελε να της πει ότι την αγαπούσε. Ήθελε να της ζητήσει να γίνει δική του. Αλλά δεν του φάνηκε δίκαιο, τη στιγμή που βρισκόταν ήδη σε μεγάλη συναισθηματική αναστάτωση. Προτιμούσε να παίζει τίμια. Όποτε αυτό ήταν δυνατόν. Μπορούσε να περιμένει μέχρι να πέσει η νύχτα. Μέχρι ο αέρας να γλυκάνει πάλι και να μείνουν μόνοι τους στο ποτάμι. Έτσι κι αλλιώς, αυτό θα του έδινε κάμποσες ώρες για να σκεφτεί πώς θα της το έλεγε. Για να βρει τις κατάλληλες λέξεις, τον κατάλληλο τόνο που έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Ευχόταν να μπορούσε να ήταν σίγουρος για εκείνη, αλλά κάποιες πιθανότητες είναι αδύνατο να τις προβλέψεις. Σκέφτηκε ότι το δαχτυλίδι που είχε τρέξει να της αγοράσει το πρωί αφού αποχαιρέτησε τον παππού και τη γιαγιά του θα βάραινε την τσέπη του όλη μέρα. Και αποφάσισε ότι ο καλύτερος τρόπος για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα ήταν να το ρίξει στη δουλειά. Η Κατ είχε προετοιμαστεί όλο το πρωί, το είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια. Υπήρχε μόνο μία πιθανή απάντηση. Ο Ντάνκαν Μπλέιντ της είχε προσφέρει κάτι για το οποίο δούλευε μια ολόκληρη ζωή. Και το είχε κάνει χωρίς όρους. Ο μόνος τρόπος για να του το ανταποδώσει, κατά την άποψή της, ήταν να φροντίσει να βγει στα γρήγορα από τη ζωή του. Ούτε γάτα ούτε ζημιά, είπε στον εαυτό της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για το γραφείο του. Τα γόνατά της έτρεμαν. Σταμάτησε, βρίζοντας τον εαυτό της καθώς προσπαθούσε να σταθεροποιήσει το βήμα της, καθώς πίεζε τον εαυτό της να παραδεχτεί ότι δεν το έκανε από ανωτερότητα. Το έβαζε στα πόδια. Δεν μπορούσε να χειριστεί τα αισθήματά της γι’ αυτόν. Και γιατί στην ευχή θα έπρεπε; Δεν ήξερε πώς να είναι ερωτευμένη. Ποτέ δε θα τα κατάφερνε, ποτέ δε θα κατάφερνε να καλύψει τη χασούρα αν το διακινδύνευε.


Ήταν πιο έξυπνο να δώσει ένα τέλος, προτού χωθεί ακόμα πιο βαθιά, προτού αφήσει τον εαυτό της να πιστέψει ότι θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό κομμάτι της ζωής του. Επιπλέον, θα ήταν δειλία να περιμένει μια ακόμα βδομάδα, μέχρι να τελειώσει το τωρινό της συμβόλαιο, για να του πει ότι θα έφευγε. Η επαγγελματική της αξιοπρέπεια απαιτούσε να του δώσει το χρόνο να κλείσει άλλη τραγουδίστρια. Δε θα του ανταπέδιδε την καλοσύνη του αναστατώνοντας τη δουλειά του. Ή τη ζωή του. Απλά είχε την ατυχία να τον έχει ερωτευτεί. Ήθελε να πείσει τον εαυτό της ότι απλά αισθανόταν ευγνωμοσύνη, αλλά είχε αποδειχτεί μάταιος κόπος. Ήθελε να πιστέψει ότι θα έβγαινε ανέπαφη από την όλη εμπειρία όταν θα χώριζαν, αλλά ήξερε ότι αυτό δε θα γινόταν. Το λάθος ήταν δικό της. Είχε χαλαρώσει τις άμυνές της και τώρα έπρεπε να πληρώσει το τίμημα. Ξαφνικά ο ενθουσιασμός της για την πραγματοποίηση του ονείρου της ζωής της δεν είχε πια τη λάμψη που θα έπρεπε να έχει. Αλλά η Κατ Φάρελ έμενε πιστή στο λόγο της, αντιμετώπιζε τις υποχρεώσεις της και τα έβγαζε πέρα και στα καλά και στα κακά. Ύστερα έφτασε στο γραφείο του και τον είδε μέσα από το παράθυρο. Η απελπισμένη καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της. Ω Θεέ, είναι τέλειος, σκέφτηκε. Τι της είχε πει η μητέρα του; Ένας νέος άντρας, όμορφος από κάθε άποψη. Ήταν απόλυτα σωστό. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση, η γοητεία, τα κομψά ρούχα του. Ήταν καλός και στοργικός. Δεν ήταν κανένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που έκανε κρουαζιέρες με τα λεφτά του μπαμπάκα του. Δούλευε, και δούλευε σκληρά, και είχε βάλει την προσωπική του σφραγίδα σε κάθε εκατοστό του πλοίου του. Είχε ακεραιότητα, είχε φιλοδοξίες. Ο Επικίνδυνος Ντάνκαν. Ο καρδιοκατακτητής, σκέφτηκε. Θα ξεχάσει τ’ όνομά μου προτού τελειώσει η σεζόν. Πήρε μια βαθιά ανάσα, τίναξε πίσω τα μαλλιά της και μπήκε στο γραφείο του. «Έχεις ένα λεπτό, αφεντικό;» Εκείνος έγειρε πίσω και παραμέρισε τα χαρτιά του. «Ω, νομίζω ότι μπορώ να βρω για σένα. Πώς είσαι;» «Πετάω ακόμα. Αποχαιρέτησες τον παππού και τη γιαγιά σου;» «Ναι, θα περάσουν τη μέρα στη Νέα Ορλεάνη και στη συνέχεια θα πάνε


αεροπορικώς στη Βοστόνη να επισκεφθούν την αδερφή μου και τα ξαδέρφια μου. Θα παίξουν με τα μωρά, θα τα πουν λιγάκι με τον θείο Κέιν και τη θεία Νταϊάνα και στη συνέχεια ο παππούς θ’ αρχίσει να κολλάει στον ξάδερφό μου τον Ίαν -ένας τόσο καλός δικηγόρος και να είναι ακόμα εργένης. Είπαν ότι σκέφτονται να πάνε μέχρι το Μέιν, ώστε ο Μακ Γκρέγκορ να πρήξει λίγο και τους άλλους συγγενείς μας, τους Κάμπελ». Τα μάτια της Κατ παιχνίδισαν. «Αυτό τον κρατάει νέο». «Τότε θα μείνει για πάντα στα δεκαοχτώ, γιατί δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ». «Η οικογένεια είναι η ψυχή του». «Ναι. Έμαθες πολύ γρήγορα να τον καταλαβαίνεις». «Έμαθα πολύ γρήγορα να τον αγαπάω. Να σας αγαπάω όλους σας. Να σας αγαπάω τόσο πολύ που τρέμω. Έχω μια πρόσκληση», πρόσθεσε η Κατ και κατάφερε να χαμογελάσει. «Μια ανοιχτή πρόσκληση να επισκεφθώ το Χαϊάνις ΓΙορτ όποτε θέλω. Έχω δει φωτογραφίες του κάστρου που έχει χτίσει εκεί πέρα. Είναι πολύ όμορφο». «Τότε θα φροντίσουμε να το δεις κι από κοντά». Όχι μέχρι να σιγουρευτώ ότι μπορώ να το αντέξω, σκέφτηκε η Κατ. Δηλαδή, μάλλον ποτέ. Άπλωσε τα πόδια της, τα σταύρωσε στους αστραγάλους και ετοιμάστηκε να δώσει την παράσταση της ζωής της. «Δε θέλω να σε διακόψω από τη δουλειά σου, αλλά κι εγώ για τη δουλειά θέλω να σου μιλήσω». «Ωραία. Σκόπευα να το κουβεντιάσουμε αργότερα, αλλά και τώρα καλά είναι». Άνοιξε ένα ντοσιέ και έβγαλε το συμβόλαιό της. «Είναι ένας συνηθισμένος όρος και προβλέπει πέντε τοις εκατό αύξηση του μισθού σου από τη στιγμή που θα ενεργοποιηθεί. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν όπως ήταν και στο αρχικό συμβόλαιο. Αν έχεις ενδοιασμούς να υπογράψεις τα απαραίτητα χαρτιά χωρίς τη μεσολάβηση ατζέντη, μπορούμε να βρούμε ένα δικηγόρο εδώ στη Νέα Ορλεάνη ή σε κάποιο άλλο από τα λιμάνια μέχρι το Σεντ Λούις». «Δεν έχω ενδοιασμούς να υπογράψω, Ντάνκαν. Δεν υπογράφω ποτέ τίποτε αν δεν το διαβάσω η ίδια από την πρώτη μέχρι την τελευταία γραμμή. Ακόμα και τα ψιλά γράμματα». «Έξυπνη γυναίκα. Τότε θα πρέπει να έχεις διαβάσει ήδη το συμβόλαιο, αλλά μπορεί να θέλεις να το ξαναδιαβάσεις». «Δε χρειάζεται. Δε θέλω να υπογράψω». Ο Ντάνκαν έμεινε με τα χαρτιά στο χέρι για κάμποσα δευτερόλεπτα κι


ύστερα τα ακούμπησε προσεκτικά στο γραφείο. «Συγνώμη;» «Δε θέλω να τεθεί σε εφαρμογή ο όρος. Δεν ενδιαφέρομαι για άλλη κρουαζιέρα. Σε ό,τι με αφορά, μόλις πιάσουμε στην αποβάθρα του Σεντ Λούις την επόμενη βδομάδα, είμαι ελεύθερη». «Βγάλε τα γυαλιά σου». «Έχει αντηλιά εδώ μέσα». «Αν θέλεις να μιλήσουμε για δουλειά, θα με κοιτάς στα μάτια». Να την πάλι εκείνη η άμεση μεταβολή στη φωνή του. Από μεταξένια είχε γίνει ατσάλινη. Είχε όμως δίκιο, ήταν δειλία να κρύβεται πίσω από τα γυαλιά της, έτσι τα έβγαλε και τα κράτησε από το βραχίονα. Ο Ντάνκαν περιεργάστηκε το πρόσωπό της χωρίς να βιάζεται, αναζητώντας τα σημάδια που ξέρουν ν’ αναγνωρίζουν όλοι οι χαρτοπαίκτες. Αν μπλοφάρει, σκέφτηκε, είναι πολύ καλή. «Θέλεις να κουβεντιάσουμε καινούριους όρους;» «Δεν είπα κάτι τέτοιο, κι ό,τι λέω το εννοώ». Ύψωσε τους ώμους της και τους άφησε να πέσουν πάλι. «Έχω φρέσκα κάστανα στη φωτιά, γλύκα, και πρέπει να ευχαριστήσω εσένα γι’ αυτό. Δεν έχω κανένα λόγο να περάσω άλλες έξι βδομάδες τραγουδώντας σε ποταμόπλοιο, τη στιγμή που μπορώ να πάω στη Νέα Υόρκη». «Κατάλαβα. Αν διάβασες το συμβόλαιό σου, Κατ, θα ξέρεις ότι έχω το δικαίωμα να απαιτήσω την εφαρμογή του όρου. Κι εσύ είσαι υποχρεωμένη να τον σεβαστείς». Εντάξει, έτσι κι αλλιώς δεν είχε σκεφτεί ότι θα τη διευκόλυνε. «Ήλπιζα ότι θα με άφηνες να φύγω χωρίς φασαρίες -χάριν του παλιού καιρού». «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Σηκώθηκε, πήγε στο ψυγειάκι και έβγαλε δυο μπουκάλια νερό. Ένιωθε σαν να του είχαν ανοίξει το στέρνο και του είχαν δώσει μπουνιά στην καρδιά. «Αλλά τώρα μιλάμε για δουλειά, και δεν έχει καμιά σχέση με το γεγονός ότι κοιμόμαστε μαζί. Θέλεις ποτήρι;» Άρπαξε το μπουκάλι από το χέρι του προτού προλάβει να συγκρατηθεί. Και το μικρό αυτό ξέσπασμα του θυμού της χαλάρωσε τον έναν κόμπο στο στομάχι της; Δεν ήταν τόσο άνετη όσο θα ήθελε. Αλήθεια, ποιος ήταν ο στόχος της; αναρωτήθηκε ο Ντάνκαν. Τι παιχνίδι έπαιζε; «Εντάξει, όχι χάρες. Δίκαιο». Η Κατ ήπιε μια μεγάλη γουλιά νερό. «Μήνυσέ με». «Για να δούμε πρώτα μήπως μπορούμε να λύσουμε τη διαφορά μας σαν επαγγελματίες». Έδωσε σκόπιμα χλευαστικό τόνο στη φωνή του και την


είδε να κοκκινίζει. Νεύρα, σκέφτηκε. Συναισθήματα. Και είχαν βγει στην επιφάνεια. Θα τα χρησιμοποιούσε λοιπόν. «Θέλεις να πας στη Νέα Υόρκη και να συναντηθείς με τον Βάλενταϊν. Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω γι’ αυτό. Όταν φτάσουμε στο Σεντ Λούις, μπορείς να φύγεις...» Σήκωσε ψηλά το δάχτυλο του προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει. «Θα προσλάβω μια τραγουδίστρια να σε αντικαταστήσει για μια βδομάδα. Ύστερα θα έρθεις να βρεις το πλοίο στη Νέα Ορλεάνη και θα μείνεις μέχρι τη λήξη του συμβολαίου σου. Έτσι θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι». «Δε μου αρέσει αυτή η συμφωνία». «Ναι ή όχι». «Όχι», είπε η Κατ και σηκώθηκε. «Κάτσε κάτω». «Δε θα μου πεις εσύ τι να κάνω». «Τα της δουλειά τα τελειώσαμε. Τώρα έχουμε τα προσωπικά μας, και είπα να καθίσεις κάτω». Εκείνη τίναξε στο πλάι τον ένα γοφό, σήκωσε το μπουκάλι και τον κοίταξε σταθερά καθώς έπινε. «Περί αυτού πρόκειται, Ντάνκαν; Πληγώθηκε ο εγωισμός σου;» «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα σε αφήσω να φύγεις;» «Ναι, γιατί αν δοκιμάσεις να μ’ εμποδίσεις δε θα πληγώσω μόνο τον εγωισμό σου. Κοίτα, περάσαμε καλά οι δυο μας, και σου χρωστάω πολλά. Αλλά είναι καιρός να προχωρήσουμε». «Και εσύ είσαι καλή σ’ αυτό, έτσι; Στο να προχωράς;» «Ναι». Η θλίψη φάνηκε στα μάτια της προτού προλάβει να την ελέγξει. «Λυπάμαι, αλλά πρέπει να σκεφτώ πρώτα τον εαυτό μου. Αλλά δε θα σε ξεχάσω, γλύκα». Και τότε έκανε το λάθος. Του χάρισε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο και τον χτύπησε απαλά στο μάγουλο. Το χαμόγελό της έσβησε στη στιγμή όταν εκείνος την άρπαξε από τον καρπό. «Τρέμεις. Γλύκα». «Όχι, δεν τρέμω». Δεν μπορούσε να καταπιεί, έτσι ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Κάνει κρύο εδώ μέσα, αυτό είναι όλο». «Εμένα μου λες. Γιατί τρέμεις;» «Με πονάς». «Όχι». Τα δάχτυλά του αγκάλιαζαν χαλαρά τον καρπό της. «Εγώ δε σε πονάω, εσύ όμως κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να πονέσεις εμένα».


«Δε θέλω να σε πονέσω, Ντάνκαν». Η φωνή της έτρεμε από τη συγκίνηση. «Δε θέλω. Να πάρει η οργή, άφησέ με». «Αποκλείεται. Θέλεις να με παρατήσεις; Θέλεις να προχωρήσεις σαν να μη συνέβη τίποτε; Λες ψέματα, και δεν είσαι τόσο καλή στα ψέματα όσο περίμενα». «Υποθέτω ότι δεν έχεις συνηθίσει να σε παρατάνε, έτσι;» Ο Ντάνκαν ύψωσε το φρύδι του. «Α, τώρα κατάλαβα. Με παρατάς και το βάζεις στα πόδια προτού το κάνω εγώ, έτσι;» «Ας πούμε ότι είμαστε πάτσι». «Όχι. Ας απλώσουμε τα χαρτιά μας στο τραπέζι για να δούμε τα ατού που κρατάμε στα χέρια μας. Σ’ αγαπώ και θα γίνεις γυναίκα μου». «Τι πράγμα;» Η Κατ θα είχε σοκαριστεί λιγότερο αν της είχε ρίξει το παγωμένο νερό του μπουκαλιού στα μούτρα. «Τι είπες; Είσαι τρελός·,» «Είσαι αυτό ακριβώς που θέλω, αυτό ακριβώς που θα αποκτήσω, γι’ αυτό καλύτερα να το συνηθίσεις». «Δεν πας στο διάβολο; Ποιος στην οργή νομίζεις ότι είσαι;... Δεν μπορώ να πάρω ανάσα». Πασχίζοντας να ρουφήξει λίγο αέρα, ακούμπησε τη γροθιά ανάμεσα στα στήθη της. «Να πάρει». «Είναι αστείο, αντέδρασες με τον ίδιο τρόπο και χτες βράδυ, όταν σου είπα για τον Βάλενταϊν. Είπες ότι ήταν κάτι που ήθελες σ’ όλη σου τη ζωή». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, ενώ εκείνη αγωνιζόταν ακόμα να πάρει ανάσα. «Βλέπεις κάτι ακόμα που θέλεις, Κατ;» «Όχι. Φύγε μακριά μου. Είσαι τρελός. Χρειάζομαι αέρα». «Δεν πρόκειται να πας πουθενά». Την έπιασε από το μπράτσο και την έσπρωξε σε μια καρέκλα. «Έχουμε μια παράδοση στην οικογένεια μου». Έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη του. «Κορόνα με παντρεύεσαι, γράμματα φεύγεις». «Ναι, καλά». Εντελώς ζαλισμένη τώρα, έχωσε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της. «Συμφωνείς λοιπόν». «Δε συμφωνώ». Σήκωσε το κεφάλι της τη στιγμή που εκείνος γύριζε στον αέρα το νόμισμα. Το άρπαξε και, κοιτάζοντάς την, το ακούμπησε στην ανάστροφη του χεριού του. «Κορόνα. Κέρδισα. Θέλεις ένα μεγάλο, φανταχτερό γάμο ή κάτι πιο ήσυχο;» Η Κατ έμεινε ακίνητη στη θέση της. Η ανάσα της είχε ξαναβρεί το ρυθμό της και το αίμα δε σφυροκοπούσε πια στο κεφάλι της. Ήταν θυμωμένος, το έβλεπε. Πίσω από το αυτάρεσκο χαμόγελο του, κρυβόταν θυμός. «Ντάνκαν,


οι λογικοί άνθρωποι δεν αποφασίζουν να παντρευτούν στρίβοντας ένα νόμισμα». «Οι γονείς μου το έκαναν, το ίδιο θα κάνουμε κι εμείς. Δεν πιστεύω να υπαναχωρήσεις στο στοίχημα». «Δε βάζω στοιχήματα...» «Κατά κανόνα», αποτελείωσε για λογαριασμό της κι ύστερα, ακουμπώντας τα χέρια του στα μπράτσα της πολυθρόνας της, την εγκλώβισε και έσκυψε μπροστά. «Σ’ αγαπώ». «Παράτα με», κατάφερε να ψελλίσει αδύναμα η Κατ. «Σ’ αγαπώ», επανέλαβε εκείνος. «Πάει και τελείωσε. Το ήξερα πάντα ότι θα γινόταν έτσι. Στον κατάλληλο χρόνο, στον κατάλληλο τόπο, με την κατάλληλη γυναίκα. Και όταν θα συνέβαινε, θα ήταν τελειωμένη ιστορία. Για μένα είναι τελειωμένη, Κάθριν Μαίρη. Εσύ είσαι η μοναδική γυναίκα για μένα. Τώρα πες μου ότι δε μ’ αγαπάς». «Δε...» «Δεν, τι πράγμα;» «Ω, φύγε από μπροστά μου. Πώς στην οργή να σκεφτώ όταν με πιέζεις έτσι;» «Απλά πες το», της ψιθύρισε χαϊδεύοντας τα χείλη της με τα δικά του. «Και κάνε με να το πιστέψω». «Δε θα πετύχει». «Δε σε ρώτησα αυτό». «Σου έκανα χάρη». «Ευχαριστώ. Τώρα πες μου». «Κάνε πίσω, Ντάνκαν. Με καταπιέζεις». Εκείνος χαμογέλασε κι έκανε ένα βήμα πίσω. Είχε διαβάσει ήδη την απάντηση στα μάτια της. «Εντάξει, σήκω όρθια, σου ταιριάζει καλύτερα». Επειδή ήταν αλήθεια, σηκώθηκε. «Θέλω την καριέρα μου». «Κι εγώ το ίδιο». Το εννοούσε -ήταν φανερό. Σαν από θαύμα, το μοναδικό της όνειρο ήταν σημαντικό και γι’ αυτόν. Όπως ήταν σημαντική κι εκείνη. Κι αυτό, σκέφτηκε, ξεπερνούσε κάθε θαύμα. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες της. «Δε θέλω σπίτι στα προάστια με λευκό φράχτη». «Σε παρακαλώ, αυτή η εικόνα μου προκαλούσε πάντα τρόμο». Η Κατ γέλασε κι ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το εννοείς;» «Απόλυτα. Οι λευκοί φράχτες ήταν πάντα ο εφιάλτης μου».


«Ντάνκαν». Εντελώς χαμένη, πίεσε τα δάχτυλα στα μάτια της. «Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου». Κατέβασε τα χέρια της και τον κοίταξε στα μάτια. Κάι είδε όλες τις επιθυμίες της να καθρεφτίζονται εκεί μέσα. «Το έχω ανάγκη να είσαι κι εσύ ειλικρινής μαζί μου, γιατί μπορείς να κάνεις πολύ περισσότερα από το να μου ραγίσεις την καρδιά. Μπορείς να την κάνεις κομμάτια». Ο Ντάνκαν ένιωσε να ξεχειλίζει από τρυφερότητα. «Σου είπα ότι δε θα σε πληγώσω ποτέ. Κρατάω το λόγο μου». Εκείνη πήρε μια ανάσα, κι αυτή τη φορά ανακάλυψε πως ήταν πιο εύκολο. «Είσαι σίγουρος πως αυτό θέλεις;» «Απόλυτα». Έβγαλε το κουτάκι με το δαχτυλίδι από την τσέπη του. «Μάντεψε, τι έχω εδώ;» «Ω Θεέ μου. Είσαι γρήγορος». Η Κατ κοίταξε τα χέρια της. «Οι παλάμες μου είναι ιδρωμένες. Κι αυτό συμβαίνει όταν είμαι πραγματικά νευρική», του είπε και τις σκούπισε αφηρημένα στο σορτς της. «Εντάξει, γλύκα, πήγες γυρεύοντας. Απλά να θυμάσαι ότι εγώ σου έδωσα κάθε ευκαιρία. Σ’ αγαπώ, και είναι και για μένα τελειωμένη ιστορία. Υποθέτω ότι την έπαθα από την πρώτη στιγμή που πήγες να με μπαγλαρώσεις στη ράμπα του πλοίου σου. Έδειχνες πολύ σέξι και επικίνδυνος». «Περίεργο, το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ για σένα». «Δεν κατάφερε ποτέ κανείς να με αγγίξει τόσο βαθιά. Δε θέλησα ποτέ ν’ αφήσω κάποιον άλλο να το κάνει». «Τότε ξεκινάμε με ίσους όρους». Πήρε πάλι το χέρι της και άνοιξε το κουτάκι. «Ω Θεέ μου, βγάζει μάτι». Τα λόγια της τον έκαναν να ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φιλί που ζάλισε και τους δυο τους. «Θέλεις να βάλουμε στοίχημα ότι ταιριάζει τέλεια στο δάχτυλό σου;» Για μια στιγμή, η Κατ ακούμπησε απαλά το μάγουλό της στο δικό του. Θεέ μου, σκέφτηκε, με θέλει. Για πάντα. «Δεν πρόκειται να ποντάρω ξανά ενάντια στο καζίνο». Ο Ντάνκαν χαμογέλασε, έβγαλε το δαχτυλίδι με την τετράγωνη πέτρα από χαλαζία και το πέρασε στο δάχτυλό της. «Έξυπνη κίνηση». Σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε τα χείλη του ακριβώς πάνω από το δαχτυλίδι. «Η συμφωνία έκλεισε;» «Έτσι φαίνεται». Έφερε τα ενωμένα χέρια τους στα χείλη της. Ήταν δικός της, σκέφτηκε. Για πάντα. «Αλλά θέλω να δω εκείνο το νόμισμα».


Ο Ντάνκαν ύψωσε το φρύδι του, στριφογύρισε το νόμισμα ανάμεσα στα δάχτυλα του ελεύθερου χεριού του και το εξαφάνισε. «Ποιο νόμισμα;»


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ


Υπάρχουν στιγμές που χαράζονται στη μνήμη ενός άντρα όπως ένα λεπτό διαμάντι χαράζει το γυαλί. Η πρώτη του αγάπη. Η πρώτη ματιά στη γυναίκα που θα είναι η αιώνια αγαπημένη του. Η στιγμή που του βάζουν στα χέρια του, μόλις βγαλμένο από τη μήτρα της μητέρας του, το παιδί του ενώ κλαίει γεμάτο ζωή. Και στη συνέχεια πολλές στιγμές της ζωής αυτού του παιδιού, που γεμίζουν με χαρά αλλά και θλίψη, με γέλια αλλά και δάκρυα τη δική του ζωή. Στο μυαλό μου υπάρχουν χαραγμένες τέτοιες στιγμές, πάρα πολλές για να τις μετρήσω, πάρα πολύ λίγες για να τις θεωρήσω δεδομένες. Και τις φυλάω όλες σαν θησαυρούς. Πρόσφατα προστέθηκε σ’ αυτές μια ακόμα στιγμή. Παρακολούθησα μια κοπέλα που έμαθα ν’ αγαπώ σαν δικό μου παιδί να στέκεται στον κήπο του σπιτιού που χτίσαμε με την Άννα μου. Και εκεί, μία από τις τελευταίες όμορφες μέρες του καλοκαιριού, ένωσε τα χέρια της με τα χέρια του εγγονού μου του Ντάνκαν για να γίνει δική του. Για να γίνει δική μας. Και τι νομίζετε πως έκανε μόλις αντάλλαξαν τους όρκους τους και το πρώτο φιλί τους ως σύζυγοι; Ήρθε ίσια σ’ εμένα και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Σας ευχαριστώ, κύριε Μακ-Τζι» -γιατί έτσι της αρέσει να με φωνάζει- «σας ευχαριστώ που με διαλέξατε για εκείνον». Σας ρωτάω, λοιπόν, δεν είναι αξιαγάπητη; Όχι πως το έκανα για να μ’ ευχαριστήσουν, αλλά, μα το Θεό, είναι ωραίο να εκτιμούν πότε πότε τις φροντίδες και τη σκέψη σου. Αυτοί οι δυο θα κάνουν απίθανους γιους και κόρες. Όχι πως υπάρχει βιασύνη -αν και, φυσικά, η Άννα ήδη γκρινιάζει ότι θα τεμπελιάσουν ως προς αυτό. Εμείς, πάντως, κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να τους βάλουμε στο σωστό δρόμο. Τώρα στέκομαι εδώ στο παράθυρό μου και κοιτάζω τα τελευταία τριαντάφυλλα της Άννας, που σε λίγο θα τα μαδήσει το φθινοπωρινό αεράκι. Ο καιρός περνάει, όσο κι αν ευχόμαστε να μείνει στάσιμος για λίγο. Άρα δεν πρέπει να τον αφήνουμε να πηγαίνει χαμένος, σωστά; Έχω και άλλα εγγόνια που χρειάζονται ένα μικρό σκούντημα προς τη σωστή κατεύθυνση, που λένε. Αν και είναι καλύτερα να μην το συζητάμε, μια και η Άννα μου έκανε κήρυγμα τις προάλλες, όταν έτυχε ν’ αναφέρω ότι ο Ίαν μας βρίσκεται πια σε ηλικία που θα έπρεπε να σκέφτεται το μέλλον του. Το αγόρι μας είναι δικηγόρος πια. Σαν χτες μου φαίνεται που μπουσου-


λούσε στο σαλόνι και ήθελε να πιάσει το καλό κρυστάλλινο βάζο της γιαγιάς του. Πάντα σου άρεσαν τα ωραία πράγματα, έτσι δεν είναι, Ίαν; Ε, λοιπόν, του βρήκα κι εγώ μια ωραία κοπέλα. Μια κοπέλα που πιστεύω ότι ταιριάζει στην καλή καρδιά και το μαλακό χαρακτήρα του. Αυτό το παιδί θέλει να φτιάξει οικογένεια, μην έχετε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Διαφορετικά, γιατί αγόρασε καινούριο σπίτι; Γιατί αγοράζει σπίτι ένας άντρας, αν όχι για να κάνει οικογένεια και να το γεμίσει παιδιά; Είναι καλό να ξεκινάει με τα έπιπλα και τα μπιχλιμπίδια και τα πράγματα που θέλει ένας άντρας να βλέπει γύρω του. Η οικογένεια, όμως, είναι που δίνει ζωή στο σπίτι. Έτσι δεν έγινε και με το δικό μου; Έτσι, το λιγότερο που μπορώ να κάνω για τον αγαπημένο μου εγγονό' είναι να του δείξω το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει ώστε να φτιάξει τη δική του οικογένεια. Και να πάνε στο διάβολο, θα έλεγα, όσοι έχουν αντίθετη γνώμη.


ΜΕ Ρ ΟΣ Τ Ρ ΙΤ Ο Ί αν


Κεφάλαιο 20

Είναι φορές, σκέφτηκε ο Ίαν, που απλά δεν υπάρχουν αρκετές ώρες στη μέρα. Απεχθανόταν τη βιασύνη, είτε επρόκειτο για δουλειά είτε για διασκέδαση, αλλά και στη ζωή γενικότερα. Όφειλε όμως να παραδεχτεί ότι τελευταία είχε την εντύπωση ότι δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τραβιέται από δω κι από κει. Όπως τώρα, για παράδειγμα, που προσπαθούσε να διασχίσει τον κυκλοφοριακό λαβύρινθο της Βοστόνης σε ώρα αιχμής. Ένα σταμάτημα ακόμα, είπε στον εαυτό του, και θα γυρίσω σπίτι. Στο καινούριο του σπίτι. Και μόνο η σκέψη του κομψού, παλιού σπιτιού που ήταν κουρνιασμένο πίσω από τα παμπάλαια επιβλητικά σφεντάμια τον έκανε να χαμογελάσει και να αδιαφορήσει για το απότομο κορνάρισμα καθώς τα αυτοκίνητα άρχισαν να προχωρούν σαν χελώνες. Πήγαιναν δυο μήνες που το χαιρόταν, που είχε ψάξει όλα τα παλαιοπωλεία και τα μαγαζιά με είδη κουζίνας για να εξοπλίσει κάθε δωμάτιο όπως ακριβώς ήθελε. Και κάθε φορά που έβαζε το κλειδί στην κλειδαριά και έμπαινε στην κομψή είσοδο με τους βαθυπράσινους τοίχους και το χρυσαφένιο πάτωμα, χαιρόταν που είχε αφήσει πίσω του τη ζωή στους κοιτώνες των κολεγίων και στα θορυβώδη διαμερίσματα. Δεν ήταν ότι δεν του άρεσε να έχει παρέα ή φίλους να κοιμούνται κατάχαμα. Καταγόταν από πολυμελή οικογένεια και είχε μάθει να χαίρεται τη φασαρία, τη σύγκρουση προσωπικοτήτων και την ευχαρίστηση που σου προσφέρει ο πολύς κόσμος. Αλλά ήθελε το δικό του χώρο. Χρειαζόταν το δικό του χώρο. Και ευγνωμονούσε ακόμα την ξαδέρφη του την Τζούλια που τον είχε βοηθήσει να βρει το τέλειο σπίτι στην τέλεια περιοχή. Ήθελε κάτι παλιό και επιβλητικό, και αυτό ακριβώς είχε αγοράσει. Ένα σπίτι με αξιοπρέπεια, στυλ και χαρακτήρα. Υπέθετε πως η ανάγκη γι’ αυτά τα πράγματα κυλούσε στο αίμα των Μακ Γκρέγκορ. Ο Ίαν είχε μεγαλώσει με αξιοπρέπεια, στυλ και χαρακτήρα, τόσο στο σπίτι όσο και στη δουλειά του. Το δικηγορικό γραφείο Μακ Γκρέγκορ & Μακ Γκρέγκορ διέθετε και τα τρία, το ίδιο και οι γονείς του, οι παππούδες του και όλοι οι απόγονοι τους.


Τώρα, μαζί με τους γονείς και την αδερφή του, αποτελούσε κι αυτός μελος της καταξιωμένης δικηγορικής εταιρείας. Σκόπευε να βάλει κι αυτός το στίγμα του εκεί, να τηρήσει τις παραδόσεις και ίσως, με τον καιρό, να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και του θείου του προς την Ουάσιγκτον. Στον Τύπο δημοσιεύονταν κατά καιρούς σχόλια που υπαινίσσονταν ότι ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ είχε προετοιμαστεί για την πολιτική. Έλεγαν ότι θα ήταν ο επόμενος πολιτικός στη οικογένεια, μια και ο πατέρας του είχε χρηματίσει υπουργός Δικαιοσύνης και ο θείος του Πρόεδρος της χώρας. Διέθετε την εμφάνιση -τα ξανθά μαλλιά, τα έντονα γαλανά μάτια, τα αδρά χαρακτηριστικά και το θεληματικό στόμα- που έκανε τις γυναίκες να αναστενάζουν και τους άντρες να τον εμπιστεύονται. Τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά είχαν οργιάσει με μια φωτογραφία του όπου φορούσε μόνο μια βερμούδα ενώ έκανε ιστιοπλοΐα στον ποταμό Τσαρλς. Οι πωλήσεις τους είχαν ανέβει κατακόρυφα και ο Ίαν είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Ο Κόμματος του Χάρβαρντ», ένα παρατσούκλι που του είχε κολλήσει -προς μεγάλη αγανάκτηση του Ίαν και απόλαυση της οικογένειάς του. Το είχε αντιμετωπίσει με χιούμορ τι άλλο μπορούσε να κάνει; Και είχε κλείσει τα στόματα αυτών που έλεγαν ότι δεν ήταν παρά ένα ακόμα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο διατηρώντας σταθερά μία από τις πέντε πρώτες θέσεις στην τάξη του, αποφοιτώντας με έπαινο και περνώντας με την πρώτη τις εξετάσεις του για το δικηγορικό σύλλογο. Ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ πετύχαινε πάντα το στόχο του, και σκόπευε να γίνει δικηγόρος από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Πέρα από τις πρωτιές και τους επαίνους, όμως, ήταν το νεότερο μέλος της εταιρείας, και ως τέτοιο υποβιβαζόταν συχνά στη θέση του παιδιού για τα θελήματα. Ακριβώς αυτό συνέβαινε και τώρα. Ο Ίαν έκανε ένα γύρο ψάχνοντας για πάρκινγκ, χωρίς να έχει και πολλές ελπίδες. Τελικά συμβιβάστηκε με μια θέση έξι τετράγωνα από τον προορισμό του και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παρκάρει σπίτι του και να πάει από εκεί με τα πόδια. Παρ’ όλ’ αυτά, πήρε το χαρτοφύλακά του και άρχισε να ανεβαίνει αργά προς το Μπράιτστοουν χαζεύοντας τις βιτρίνες. Ήταν ένα τέλειο, μυρωμένο φθινοπωρινό απόγευμα της Νέας Αγγλίας, με τα δέντρα να αρχίζουν μόλις να υπαινίσσονται τα έντονα χρώματα που θα


έπαιρναν στο φως του δειλινού ενός ουρανού που σιγά σιγά σκοτείνιαζε. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι, μόλις γύριζε στο σπίτι του, θα έβαζε ένα ποτήρι κρασί, θα καθόταν στην πίσω βεράντα και θ’ απολάμβανε το βασίλειο του. Με την καμπαρντίνα του να ανεμίζει στην απογευματινή αύρα, σταμάτησε έξω από το Μπράιτστοουν και περιεργάστηκε το παλιό κτίριο από κόκκινα τούβλα. Αποτελούσε θεσμό για τη Βοστόνη και λυπόταν που τα τελευταία δύο χρόνια δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα να το εξερευνήσει. Αλλά τώρα που έμενε αρκετά κοντά, πίστευε ότι θα έβρισκε διάφορες ευκαιρίες να περιπλανηθεί εκεί μέσα, να περπατήσει στους διαδρόμους ανάμεσα στα ράφια και τις στοίβες από βιβλία. Στη Βοστόνη βιβλίο σήμαινε Μπράιτστοουν. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί, να μπαίνει εδώ κρατώντας το χέρι της μητέρας του, όταν εκείνη ερχόταν να αγοράσει βιβλία, κι ύστερα να τρυπώνει στην Παιδική Γωνιά με τα εικονογραφημένα βιβλία. Το προσωπικό ήταν πάντα φιλικό και διακριτικό, η ατμόσφαιρα ήρεμη, το στοκ ανεξάντλητο. Και καθώς αναπολούσε τις ευχάριστες ώρες που είχε περάσει εκεί μέσα, σκέφτηκε ότι δε θα ήταν κακή ιδέα να μετατρέψει σε βιβλιοθήκη ένα από τα εφεδρικά δωμάτια του σπιτιού του. Μπήκε μέσα και κοίταξε ευχαριστημένος τα γνώριμα πανύψηλα ταβάνια με τις περίτεχνες κορνίζες, τα καλογυαλισμένα πατώματα από ξύλο καστανιάς και τα αμέτρητα βιβλία. Απ’ ό,τι θυμόταν, στο δεύτερο όροφο είχαν τα ιστορικά βιβλία, τις βιογραφίες, τα βιβλία τοπικού ενδιαφέροντος και τα βιβλία των συγγραφέων της περιοχής. Και στον τρίτο βρισκόταν ένας πραγματικός θησαυρός από σπάνια βιβλία. Καθώς κοίταζε γύρω του, πρόσεξε πως οι δουλειές πήγαιναν καλά, πράγμα που τον ξάφνιασε λιγάκι. Πριν κανένα χρόνο είχε διαβάσει ότι το παλιό βιβλιοπωλείο αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και ότι προφανώς δεν κατάφερνε να συναγωνιστεί τα εμπορικά κέντρα και τα πολυκαταστήματα. Αλλά τώρα υπήρχαν αρκετοί πελάτες που έψαχναν στα ράφια, ακόμα περισσότεροι περίμεναν να πληρώσουν στον παλιό, χαριτωμένο πάγκο του ταμείου και μερικοί ήταν σκορπισμένοι στους άνετους καθιστικούς χώρους που υπήρχαν σε διάφορα σημεία. Αυτό ήταν καινούριο, δεν ήταν; αναρωτήθηκε. Αυτές οι πολυθρόνες με τα παχιά μαξιλάρια και τα χοντρά παλιά τραπέζια; Είδε επίσης πως στο βάθος


είχε προστεθεί μια καφετέρια, σε έναν υπερυψωμένο χώρο όπου, απ’ ό,τι θυμόταν, υπήρχαν ράφια με βιβλία. Και η απαλή μουσική που ακουγόταν από τα μεγάφωνα δεν ήταν η αυστηρή κλασική μουσική που θυμόταν, αλλά κάτι ανάλαφρο με άρπες και φλάουτα. Προχώρησε με ανανεωμένο ενδιαφέρον και πρόσεξε πως η Παιδική Γωνιά βρισκόταν πάντα στη θέση της, μόνο που τώρα είχε προστεθεί ένα μεγάλο καλάθι με πολύχρωμα πλαστικά παιχνίδια και όμορφα πόστερ με σκηνές από παραμύθια. Και υπήρχε επίσης μια έκθεση από σελιδοδείκτες, πορτατίφ, πρες παπιέ και μια ποικιλία από δώρα για τους λάτρεις των βιβλίων. Καθώς προχωρούσε, έφτασε στη μύτη του η γαργαλιστική μυρωδιά του καφέ και τον έβαλε σε πειρασμό. Έξυπνο, πολύ έξυπνο, αποφάσισε. Θα έπρεπε να διαθέτεις πολύ ισχυρή θέληση για να φύγεις χωρίς να πιείς ένα φλιτζάνι -και χωρίς να ψωνίσεις κάτι. Λέγοντας στον εαυτό του ότι δεν είχε χρόνο για τίποτε από τα δύο, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και πλησίασε μια υπάλληλο. «Θα ήθελα τη Ναόμι Μπράιτστοουν. Είμαι ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ. Με περιμένει». «Η δεσποινίς Μπράιτστοουν είναι στο γραφείο της στο δεύτερο όροφο. Θα θέλατε να στείλω κάποιον να τη φωνάξει;» Κατά τα φαινόμενα, το προσωπικό εξακολουθούσε να είναι ευγενικό και εξυπηρετικό. Ο Ίαν χαμογέλασε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, ευχαριστώ. Θ’ ανέβω εγώ». «Θα την ειδοποιήσω ότι πηγαίνετε να τη βρείτε, κύριε Μακ Γκρέγκορ». «Ευχαριστώ». Άρχισε ν’ ανεβαίνει την απότομη σκάλα και ξαφνικά άστραψε στο μυαλό του μια ζωηρή ανάμνηση της μητέρας του, να του χαμογελάει και να του λέει ότι θα πήγαιναν για παγωτό αν ήταν πολύ υπομονετικός όσο εκείνη θα ψώνιζε. «Πύραυλο», μουρμούρισε. Τρελαινόταν πάντα για παγωτό πύραυλο και η μητέρα του τον κρατούσε πάντα γερά από το χέρι όταν περνούσαν το δρόμο για να πάνε απέναντι ν’ αγοράσουν. Ωραίες αναμνήσεις, σκέφτηκε, και πρόσεξε ότι ο δεύτερος όροφος δεν ήταν πια σκοτεινός και τρομακτικός. Και μάλλον αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι τώρα είχε ύψος ένα και ογδόντα και όχι ένα μέτρο. Είχαν προστεθεί φώτα και τα σκούρα καφέ ράφια είχε αντικατασταθεί από ένα ξύλο στο χρώμα του μελιού. Υπήρχαν επίσης δύο μακρόστενα γερά


τραπέζια πλαισιωμένα από καρέκλες, που δημιουργούσαν ένα χώρο μελέτης. Σε ένα από τα τραπέζια κάθονταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι που μάλλον ήταν μαθητές του λυκείου και έδειχναν να ενδιαφέρονται περισσότερο ο ένας για τον άλλο παρά για τα βιβλία που είχαν ανοιχτά μπροστά τους. Τώρα που το σκεφτόταν, είχε και αυτός μερικές πολύ ωραίες αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια στη λιγότερο ατμοσφαιρική βιβλιοθήκη του σχολείου του. Κάτι ακόμα για το οποίο δεν είχε χρόνο τελευταία. Όχι για μελέτη, αυτή περίσσευε, αλλά για ραντεβού. Θα έπρεπε να ξαναρχίσει σύντομα να κυκλοφορεί. Του έλειπαν οι γυναίκες. «Κύριε Μακ Γκρέγκορ;» Ο Ίαν γύρισε και κοίταξε τη γυναίκα που πλησίαζε. Χαριτωμένο πραγματάκι, σκέφτηκε. Περιποιημένη με το κομψό κόκκινο κοστούμι και τα χαμηλοτάκουνα παπούτσια της. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, πλεγμένα σε μια κοτσίδα που έπεφτε στην πλάτη της και άφηνε ελεύθερο το όμορφο πρόσωπό της. Τα χείλη της ήταν σαρκώδη και βαμμένα στο ίδιο χρώμα με το κοστούμι της. Απλοί χρυσοί κρίκοι στόλιζαν τ’ αυτιά της, ενώ το χέρι που άπλωσε προς το μέρος του ήταν λεπτό και χωρίς δαχτυλίδια. «Η δεσποινίς Μπράιτστοουν;» «Μάλιστα». Του χαμογέλασε. «Λυπάμαι που δεν ήμουν κάτω όταν ήρθατε». «Δεν είχα πει ακριβώς την ώρα. Δεν υπάρχει πρόβλημα». «Ελάτε στο γραφείο μου. Θα θέλατε κάτι; Έναν καφέ; Έναν καπουτσίνο;» «Ο καπουτσίνο είναι τόσο καλός όσο το άρωμά του;» Αυτή τη φορά το χαμόγελο άγγιξε και τα γκρίζα μάτια της. «Καλύτερος, ιδιαίτερα με το αμυγδαλωτό που τον συνοδεύει». «Με πείσατε». «Δε θα το μετανιώσετε». Προχώρησε πρώτη ανάμεσα στα ράφια προς μια πόρτα πάνω από την καφετερία. «Θα πω σε κάποιον να σας τον φέρει εδώ. Ζητώ συγνώμη για την ακαταστασία», είπε προσπερνώντας μια σκάλα, κάτι κουτιά μπογιές και βούρτσες. «Δεν έχουμε ολοκληρώσει ακόμα την ανακαίνιση». «Πρόσεξα τις αλλαγές. Πολύ ωραίες». «Ευχαριστώ». Κοίταξε πίσω της και άνοιξε μια άλλη πόρτα. «Η ανταπόκριση είναι πολύ θετική».


Το γραφείο της απέπνεε την αίσθηση πρόσφατης ανακαίνισης. Οι τοίχοι είχαν απαλό ιβουάρ χρώμα, που το τόνιζαν σκηνές από τους δρόμους της Βοστόνης σε αχνές αποχρώσεις. Το γραφείο από καλογυαλισμένο ξύλο κερασιάς ήταν τακτοποιημένο και ταίριαζε στο μέγεθος και το στυλ της. Του έδειξε μία από τις δύο όμορφες ριγέ πολυθρόνες. «Επιτρέψτε μου να παραγγείλω τον καφέ». Ο Ίαν κάθισε και εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να την περιεργαστεί. Ήξερε από τα έντυπα που είχε στο χαρτοφύλακά του ότι ήταν η κόρη των ιδιοκτητών -που σήμαινε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, ότι ανήκε στην τέταρτη γενιά των βιβλιοπωλών Μπράιτστοουν. Συνειδητοποίησε ότι την περίμενε πιο μεγάλη, πιο τυπική, αλλά τώρα την υπολόγισε λίγο πάνω από τα είκοσι, ικανότατη και στιλάτη. Και με ωραίο σώμα, πρόσθεσε, προσέχοντας τον τρόπο που το κόκκινο κοστούμι πρόβαλλε τις καμπύλες της. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, πήγε και κάθισε απέναντι του και σταύρωσε τα χέρια στην ποδιά της. «Τον φέρνουν αμέσως. Θέλω να σας ευχαριστήσω που δεχτήκατε να με συναντήσετε εδώ. Αυτό τον καιρό το βιβλιοπωλείο απορροφά όλες τις ώρες μου». Η φωνή της ήταν ήρεμη και καθαρή όπως τα μάτια της. «Ξέρω πώς είναι. Και χαίρομαι που μπόρεσα να σας εξυπηρετήσω. Έτσι κι αλλιώς, είσαστε στο δρόμο για το σπίτι μου». «Βολικό, τότε. Η γραμματέας σας μου είπε ότι έχετε τα χαρτιά, να τα διαβάσω και να τα υπογράψω». «Το εταιρικό συμφωνητικό, ναι. Είναι στάνταρ διαδικασία και πιστεύω ότι συμπεριλάβαμε όλες τις λεπτομέρειες που ζήτησε ο πατέρας σας». Νιώθοντας κάποια περιέργεια, άνοιξε το χαρτοφύλακά του αλλά καθυστέρησε ξεφυλλίζοντας τα χαρτιά του. «Να συμπεράνω ότι ο πατέρας σας θα βγει στη σύνταξη;» «Περίπου. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου επιθυμούν να περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι τους στην Αριζόνα, μπορεί και να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα. Ο αδερφός μου έχει μετακομίσει ήδη εκεί με την οικογένειά του». «Και εσείς δεν έχετε καμιά επιθυμία να πάτε δυτικά;» «Όχι. Η Βοστόνη είναι δική μου». Το ίδιο και το Μπράιτστοουν, σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να πεταρίζει. Ή, μάλλον, θα γίνει δικό μου. «Τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες έχω αναλάβει περισσότερες ευθύνες στο μαγαζί».


«Οι αλλαγές ήταν δική σας ιδέα;» «Ναι». Και είχε παλέψει με νύχια και με δόντια για να τις εφαρμόσει. «Η αγορά αλλάζει, το ίδιο και οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των πελατών. Ήταν καιρός να εκσυγχρονιστούμε». Όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, σηκώθηκε, πήρε το δίσκο από το αγόρι του καφενείου και το ευχαρίστησε. «Η καφετέρια, για παράδειγμα», συνέχισε, ακουμπώντας το δίσκο στο γραφείο και προσφέροντας στον Ίαν τον καφέ με την πλούσια κρέμα μέσα σ’ ένα πελώριο φλιτζάνι με το πιατάκι του. «Είναι το είδος της εξυπηρέτησης που θέλει να βρει ο κόσμος σε ένα βιβλιοπωλείο στις μέρες μας. Δεν έρχονται πλέον απλά για ν’ αγοράσουν ένα βιβλίο, αλλά για την ατμόσφαιρα, για να συναντήσουν κόσμο. Θέλουν ένα στέκι». Χαμογέλασε καθώς καθόταν κρατώντας το φλιτζάνι της. «Και καλό καφέ». «Ε, λοιπόν, μπορώ να εγγυηθώ για το τελευταίο», είπε ο Ίαν, αφού ήπιε μια γουλιά. «Είναι υπέροχος καφές. Και έχοντας μελετήσει τα αρχεία και τα νούμερα, τα ισοζύγιά σας και πάει λέγοντας, νομίζω ότι οι αλλαγές σας αποδίδουν». «Οι πωλήσεις μας αυξήθηκαν κατά δεκαπέντε τοις εκατό τους τελευταίους εννιά μήνες». Δε θα σκεφτόταν, όχι ακόμα, το κόστος αυτών των αλλαγών που είχαν οδηγήσει στην αύξηση. «Εκτιμώ ότι θ’ ανέβουν άλλα δεκαπέντε τοις εκατό τους επόμενους έξι μήνες». «Πάντα μου άρεσε να έρχομαι εδώ όταν ήμουν παιδί». «Και ήσαστε πελάτης του Μπράιτστοουν τον τελευταίο χρόνο;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Με πιάσατε. Αλλά θα γίνω». Άφησε το φλιτζάνι με τον καφέ του στο τραπεζάκι ανάμεσά τους και της έδωσε τα χαρτιά. «Θα θέλετε να τα διαβάσετε. Είμαι στη διάθεσή σας να απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτηση μπορεί να έχετε». «Ευχαριστώ», του είπε και πήρε από το γραφείο ένα ζευγάρι γυαλιά με μεταλλικό σκελετό. Μόλις τα φόρεσε, ο Ίαν ένιωσε να λιώνει. Οι γυναίκες με γυαλιά τον τρέλαιναν. Ύψωσε τα μάτια του στο ταβάνι, πήρε πάλι τον καφέ του και διέταξε τον εαυτό του να συνέλθει. Η γυναίκα ήταν πελάτισσα. Μια πελάτισσα της οποίας τα σοβαρά γκρίζα μάτια έδειχναν φανταστικά πίσω από τους φακούς. Και ήταν κι εκείνα τα βαμμένα κατακόκκινα σέξι χείλη. Το χυμώδες κορμί και το αυστηρό, σχεδόν στρατιωτικό κοστούμι. Βολικά παπούτσια. Απίθανα πόδια. Όλα αυτά σε μια συσκευασία που μπορούσε να τρελάνει ακόμα και άγιο.


Και οι Μακ Γκρέγκορ δεν είχαν τη φήμη αγίων. Παρ’ όλ’ αυτά, συγκεντρώθηκε στον καφέ του, προσπαθώντας να μη σκέφτεται ότι η χοντρή καλοπλεγμένη κοτσίδα και το διακριτικό άρωμα ήταν ένα ακόμα στοιχείο που αναδείκνυε τη συνολική εντύπωση. Εξάλλου, σε τι έβλαπτε να της ζητήσει να βγουν; Για δείπνο. Όχι, για γεύμα, αποφάσισε. Σίγουρα ήταν προτιμότερο το γεύμα. Πιο επαγγελματικό. Θα μπορούσαν να βγουν για γεύμα. Ένα άνετο, απόλυτα αποδεκτό γεύμα -κατά τη διάρκεια του οποίου εκείνος δε θα σκεφτόταν ούτε μια φορά να γευτεί το λαιμό της για να διαπιστώσει αν το άρωμά της εκεί ήταν πιο ζεστό. Τα νύχια της ήταν κοντά, κομμένα στρογγυλά και άβαφα. Δε φορούσε δαχτυλίδι, πράγμα που του επέτρεψε να ελπίζει ότι ήταν αδέσμευτη. Έμεινε καθισμένος, περιμένοντάς τη να τελειώσει το διάβασμα και σχεδιάζοντας πώς ακριβώς θα έθιγε το θέμα ενός σύντομου γεύματος στο τέλος της βδομάδας. Η Ναόμι διάβασε και την τελευταία γραμμή κι ύστερα άφησε την ανάσα της να βγει αργά και μακρόσυρτα. Αυτά τα ψυχρά, νομικά έγγραφα συμβόλιζαν ένα μνημειώδες γεγονός για εκείνη. Αν ήταν μόνη της, μπορεί να τα είχε σφίξει στο στήθος της και να είχε κλάψει. Ή να είχε ξεφωνίσει από τη χαρά της. Δεν ήταν όμως μόνη, έτσι τα ακούμπησε στο γραφείο και έβγαλε τα γυαλιά της. «Όλα φαίνονται εντάξει». «Ερωτήσεις;» «Όχι, τα καταλαβαίνω απόλυτα. Στο κολέγιο είχα πάρει ως μάθημα επιλογής το εταιρικό δίκαιο». «Ωραία. Μπορείτε να τα υπογράψετε τώρα, αν είστε ικανοποιημένη. Θα χρειαστείτε ένα μάρτυρα. Στη συνέχεια θα τα στείλω στους γονείς σας στο Σκότσντεϊλ. Μόλις τα υπογράψουν κι εκείνοι, η συμφωνία θα έχει ολοκληρωθεί». «Θα φωνάξω αμέσως τη γραμματέα μου». Πέντε λεπτά αργότερα, η Ναόμι του έτεινε ένα απόλυτα σταθερό χέρι. «Ευχαριστώ πολύ που αναλάβατε τη διαδικασία για λογαριασμό μας». «Χαίρομαι που βοήθησα. Κοιτάξτε, έχω εδώ έναν κατάλογο. Ο παππούς μου -τον έχετε συναντήσει». «Ναι, πολλές φορές». Τα μάτια της φωτίστηκαν ξανά, στα κατακόκκινα χείλη της χαράχτηκε ένα απαλό χαμόγελο. «Έρχεται εδώ με τη γιαγιά σας όταν βρίσκονται στη Βοστόνη».


«Ψάχνει να βρει κάποιες πρώτες εκδόσεις. Μια και θα ερχόμουν, μου ζήτησε να κοιτάξετε τι μπορείτε να κάνετε». «Θα χαρώ πολύ. Θ’ ανέβουμε μαζί στον τρίτο όροφο, κι αν δεν έχουμε αυτό που ψάχνει, θα κάνουμε μια έρευνα». «Υπέροχα». Η Ναόμι προχώρησε, αλλά εκείνος έμεινε στη θέση του. Όταν γύρισε και τον κοίταξε, της χαμογέλασε αβίαστα. «Το άρωμά σου είναι υπέροχο». «Ω». Χαμήλωσε το βλέμμα της και τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Τα χέρια που τόση ώρα ήταν ήρεμα και χαριτωμένα κινήθηκαν για μια στιγμή νευρικά και μετά ενώθηκαν, ενώ εκείνη κλείστηκε εμφανώς στον εαυτό της. «Ευχαριστώ. Είναι... ε, καινούριο. Αυτό είναι. Απλά εγώ...» είπε, μισώντας τον εαυτό της. «Καλύτερα ν’ ανέβουμε πάνω». Να πάρει η οργή, σκέφτηκε ο Ίαν καθώς άνοιγε την πόρτα για να περάσει εκείνη πρώτη. Τα έκανες μούσκεμα, Μακ Γκρέγκορ.


Κεφάλαιο 21

Όσο για τη Ναόμι, ούτε το Γκραντ Κάνιον δεν τη χωρούσε να κρυφτεί. Μόνο το γεγονός ότι βρισκόταν ανάμεσα σε βιβλία -αυτό την ανακούφιζε πάντα- και είχε να κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά την είχε εμποδίσει να καταρρεύσει εντελώς μέχρι να φύγει ο Ίαν. Αφού είχε βρει δύο από τα βιβλία που είχε στον κατάλογο του, και του είχε υποσχεθεί να ψάξει για το τρίτο, του είχε σφίξει τυπικά το χέρι, τον είχε ευχαριστήσει ευγενικά για μια ακόμη φορά και τον είχε συνοδεύσει κάτω. Στη συνέχεια είχε επιστρέψει στο γραφείο της, είχε κλείσει σιγανά την πόρτα της και είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο γραφείο. Ανόητη. Ηλίθια. Τι στο καλό, θα έχανε πάντα τα λόγια της σαν ηλίθια κάθε φορά που ένας γοητευτικός άντρας έδειχνε έστω και το ελάχιστο προσωπικό ενδιαφέρον; Αυτό δε θα ήταν, υποτίθεται, ένα από τα πλεονεκτήματα των αλλαγών που είχε επιβάλει στον εαυτό της; Η μεταμόρφωση ενός κοντόχοντρου, αδέξιου και ατημέλητου κοριτσιού σε μια κομψή, στιλάτη και γεμάτη αυτοπεποίθηση γυναίκα; Στη γυναίκα που είχε γελοιοποιηθεί επειδή ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ της είχε κάνει ένα κομπλιμέντο για το άρωμά της. Είχε περάσει μια βδομάδα και δεν έλεγε να το ξεπεράσει. Είχε βρει το βιβλίο. Ήταν πάνω στο γραφείο της, όμορφα διπλωμένο, έτοιμο για αποστολή ή για παραλαβή. Απλά έπρεπε να βρει το κουράγιο να σηκώσει το τηλέφωνο και να πει στον Ίαν ότι η παραγγελία του είχε έρθει. Ανόητη, σκέφτηκε πάλι. Ηλίθια. Ύστερα από τόση δουλειά, από τόσες προσπάθειες που είχε κάνει. Το Μπράιτστοουν δεν ήταν το μόνο σχέδιο στο οποίο είχε ριχτεί με τα μούτρα. Είχε καταβάλει συστηματικές και σκληρές προσπάθειες για ν’ αλλάξει και την εικόνα του εαυτού της. Δεν ήταν μόνο η απώλεια του βάρους, που είχε αρχίσει όταν έπεισε τον εαυτό της να πάψει να τρέφει τη συστολή, την αδεξιότητά της στις κοινωνικές συναναστροφές και τη δυσαρέσκειά της για την εμφάνισή της τρώγοντας το καταπέτασμα και είχε ξεκινήσει την προσπάθεια να βρει τη γυναίκα που υπήρχε μέσα της.


Μια γυναίκα που είχε ανακαλύψει ότι μπορούσε να συμπαθήσει και να σεβαστεί. Από τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι το μόνο που έκανε τα δυστυχισμένα εφηβικά της χρόνια ήταν να κρύβεται, είχε αποκτήσει τη συνήθεια να ακολουθεί ένα λογικό πρόγραμμα διατροφής και υγιεινής γυμναστικής. Δεν ήταν μόνο η γκαρνταρόμπα της, σκέφτηκε, ξαναζώντας νοερά τη διαδικασία, αν και της είχε πάρει κάμποσους μήνες ν’ αδειάσει την ντουλάπα της από τα άχαρα ρούχα και να τα αντικαταστήσει με κολακευτικά και κομψά μοντελάκια. Συμπεριλαμβάνοντας στην αλλαγή και τα χρώματα, σκέφτηκε αναστενάζοντας καθώς κοιτούσε το καινούριο γαλαζοπράσινο κοστούμι της. Τα σκούρα μπλε, τα μουντά καφέ και τα αδιάφορα γκρίζα αποτελούσαν πια παρελθόν. Το ίδιο και τα φαρδιά παντελόνια και οι χαχόλικες ζακέτες. Αλλά όλα αυτά ήταν επιφανειακά, σκέφτηκε, όπως και τα καλλυντικά που είχε μάθει να διαλέγει και να χρησιμοποιεί προσεκτικά. Δεν περνούσε πια απαρατήρητη μέσα στο πλήθος. Είχε μάθει πώς να προβάλλει την εικόνα μιας γοητευτικής και ικανής επιχειρηματία. Και είχε καταφέρει, σε μεγάλο βαθμό, αυτή η μεταμόρφωση από την κοινωνική αδεξιότητα στην άνετη κοινωνικότητα να είναι όχι μόνο εξωτερική αλλά και εσωτερική. Δεν επέτρεπε πια στον εαυτό της να είναι ντροπαλή, να κρύβεται στις γωνιές και να αποφεύγει τους ανθρώπους όπως έκανε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσε να είναι τόσο όμορφη και εξεζητημένη όσο η μητέρα της ή τόσο άνετη και γεμάτη αυτοπεποίθηση όσο ο αδερφός της. Το Μπράιτστοουν χρειαζόταν μια μυαλωμένη και ευπαρουσίαστη διευθύντρια, και η Ναόμι είχε γίνει ακριβώς αυτό. Και τα πήγαινε πολύ καλά, σκέφτηκε γεμάτη απελπισία. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της. Είχε καταφέρει να χειριστεί τέλεια τη συνάντησή της με τον Ίαν Μακ Γκρέγκορ, έναν άντρα μπροστά στον οποίο θα την έπιανε παλιά γλωσσοδέτης προτού προλάβει να αρθρώσει ένα γεια. Ο Κόμματος του Χάρβαρντ. Α, ναι, του ταίριαζε τέλεια ο τίτλος. Ήταν γοητευτικός, αβρός, κι όταν χαμογελούσε... ε, σίγουρα εκείνη δεν ήταν η μόνη γυναίκα που ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Αλλά τα είχε πάει μια χαρά. Είχαν πιει τον καφέ τους μαζί, είχαν κουβεντιάσει, είχαν ολοκληρώσει τη δουλειά. Ύστερα, εκείνος της είχε κάνει ένα απλό, αδιάφορο προσωπικό κομπλιμέντο, και εκείνη είχε αρχίσει να τραυλίζει σαν ηλίθια. Για όνομα του Θεού, είχε


γίνει κατακόκκινη. Και όλ’ αυτά επειδή της είχε κάνει ένα κομπλιμέντο για το καινούριο της άρωμα. Και γιατί, ρώτησε φουρκισμένη τον εαυτό της, φοράς άρωμα, Ναόμι; Το φοράς για να σε προσέχουν, ώστε να νιώθεις πιο θηλυκή και να τονώνεις την αυτοπεποίθησή σου. Ένας άντρας με τη δική του εμφάνιση, τη δική του προϊστορία και τη δική του γοητεία θα πρέπει να ήξερε τέλεια πώς να απευθύνει κομπλιμέντα στις γυναίκες. Και θα περίμενε από αυτές να ανταποκρίνονται με άνετο και εκλεπτυσμένο τρόπο -ή, ίσως, να τον φλερτάρουν ανοιχτά. Κι εκείνη είχε γίνει κατακόκκινη και είχε αρχίσει να τραυλίζει. Τον φανταζόταν να γελάει με την παιδιάστικη και γελοία αντίδραση της σε όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι του. Ή, ακόμα χειρότερα, να τη λυπάται. Μόρφασε και μόνο στη σκέψη. Είχε περάσει πολλά χρόνια της ζωής της αποτελώντας το αντικείμενο περίγελου ή οίκτου. Ακόμα και των δικών της -αν και πάντα την αγαπούσαν. Όταν είσαι, όμως, το ασχημόπαπο μέσα σε μια οικογένεια με κύκνους, το ξέρεις. Όπως ήξερε πόσο χάρηκαν όλοι όταν άρχισε επιτέλους να κάνει μια προσπάθεια να παρουσιάσει μια πιο θελκτική εικόνα. Η μητέρα της είχε τρελαθεί από τη χαρά της όταν η Ναόμι είχε αρχίσει να της ζητάει συμβουλές για τη μόδα, για το στυλ, για τα χρώματα. Πριν φύγουν για την Αριζόνα, ο πατέρας της την είχε σφίξει όπως πάντα στην πελώρια αγκαλιά του. Μόνο που αυτή τη φορά, αντί να την αποκαλέσει γλυκιά μου, όπως παλιά, την είχε αποκαλέσει ομορφιά μου. Και εκείνη είχε νιώσει -ήταν χαζό, το ήξερε- σαν πριγκίπισσα. Της είχαν εμπιστευτεί το Μπράιτστοουν επειδή ήξεραν πως είχε μυαλό και ότι θα δούλευε σαν σκυλί. Και επειδή είχε δώσει σκληρή και επίμονη μάχη για να τους πάρει με το μέρος της. Ο πατέρας της δεν ήθελε να προχωρήσει στις αλλαγές που του είχε υποδείξει. Δεν ήθελε να μπει στα έξοδα ή να πάρει το οικονομικό ρίσκο. Ήθελε -πολύ λογικά, σκέφτηκε η Ναόμι- να πάρει τη σύνταξη του και ν’ αφήσει το μαγαζί, που είχε καταλήξει να του είναι βάρος, να σβήσει. Εκείνη όμως το αγαπούσε πάρα πολύ. Και το χρειαζόταν. Ήταν το καταφύγιό της, η χαρά της, η ψυχή της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Στο τέλος η οικογένειά της το είχε καταλάβει και την είχε εμπιστευτεί. Δε θα τους απογοήτευε. Και δε θα απογοήτευε ούτε τον εαυτό της. Με την κακοκεφιά και τη μουρμούρα για το μικρό στραβοπάτημα της με τον Ίαν δε θα άλλαζε τίποτα. Πιθανότατα εκείνος είχε ξεχάσει ήδη και το


περιστατικό και την ίδια. Αν ήθελε να το ξεχάσει και αυτή και να συνεχίσει τον αγώνα της ώστε να γίνει αυτό που ήθελε να γίνει, έπρεπε να το αντιμετωπίσει. Να τον αντιμετωπίσει. Πήρε το βιβλίο από το γραφείο της και προχώρησε προς την πόρτα. Με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη δαγκώσει τα χείλη της και να φάει το κραγιόν της. Δε θα του τηλεφωνούσε, αποφάσισε. Θα του παρέδιδε το βιβλίο η ίδια. Όταν η Ναόμι μπήκε στο όμορφο διώροφο κτίριο από σκούρα καφετιά πέτρα που στέγαζε το δικηγορικό γραφείο των Μακ Γκρέγκορ & Μακ Γκρέγκορ, είπε στον εαυτό της ότι ήταν απόλυτα ψύχραιμη. Είχε φροντίσει να διορθώσει το κραγιόν της στο αμάξι -γιατί τελικά το είχε φάει- και είχε πάρει εκείνες τις δέκα αργές ανάσες που είχε ανακαλύψει ότι ηρεμούσαν τα νεύρα της. Το πρόβλημά της, παραδέχτηκε, ήταν η δική της αντίδραση απέναντι του. Μια αντίδραση που είχε εκδηλωθεί μέσα της τη στιγμή που τον είχε δει να στέκεται στο πλατύσκαλο του δεύτερου ορόφου και να κοιτάζει χαμογελώντας τους έφηβους στο χώρο μελέτης. Ήταν μια αντίδραση παρόμοια με αυτές που βίωνε στο παρελθόν όποτε έβλεπε κάτι ιδιαίτερα όμορφο και επιθυμητό -και εντελώς απλησίαστο για κείνη. Μια αμυδρή, γλυκιά λαχτάρα. Τώρα όμως είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της, θυμίζοντας στον εαυτό της κάθε τόσο ότι το ενδιαφέρον του Ίαν Μακ Γκρέγκορ ήταν καθαρά επαγγελματικό. Φρόντισε να το ξαναπεί στον εαυτό της καθώς διέσχιζε τον όμορφο χώρο υποδοχής, με τη διακόσμηση σε απαλές πράσινες και ιβουάρ αποχρώσεις και το τζάκι με το πλαίσιο από ροζ μάρμαρο, όπου τριζοβολούσε μια χαμηλή φωτιά. Αριστοκρατικότητα, σκέφτηκε. Παράδοση. Ήταν χαρακτηριστικά στην οικογένεια και στη δουλειά που εκτιμούσε και καταλάβαινε πολύ καλά. Χαμογέλασε στη γυναίκα που καθόταν πίσω από το γραφείο από σανταλόξυλο. «Καλησπέρα. Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» «Είμαι η Ναόμι Μπράιτστοουν. Έχω...» Έκοψε στη μέση τη φράση της όταν είδε μια πανέμορφη γυναίκα να μπαίνει σαν ανεμοστρόβιλος από την πόρτα.


«Κέρδισα! Η δικαιοσύνη θριάμβευσε για μια ακόμα φορά και ο κόσμος είναι ασφαλής για τα παιδιά μας». Η γυναίκα, μια εκτυφλωτική καστανομάλλα που φορούσε ένα κοστούμι στο χρώμα του δαμάσκηνου, χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο στη Ναόμι. «Συγνώμη. Συνήθως φερόμαστε πιο αξιοπρεπώς εδώ μέσα. Είμαι η Λόρα Κάμερον». «Είμαι η Ναόμι Μπράιτστοουν, και συγχαρητήρια». «Ευχαριστώ. Μήπως περιμένετε... Μπράιτστοουν; Το βιβλιοπωλείο;» «Ναι, ακριβώς». «Ω, το λατρεύω αυτό το μέρος, πάντα το λάτρευα». Η Λόρα στερέωσε μια μπούκλα μαλλιά που είχε ξεφύγει από τον κότσο της έτσι όπως είχε ορμήσει μέσα. «Και η καινούρια καφετέρια είναι φανταστική». Το τρέμουλο που ένιωθε η Ναόμι στο στομάχι της μαλάκωσε. «Ευχαριστώ. Είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτό». «Έχουμε αναλάβει κάποια υπόθεση για λογαριασμό σας, σωστά; Ή, μάλλον, ο Ίαν την έχει αναλάβει». «Ναι. Πέρασα απλά να του...» «Είμαι η αδερφή του». «Ναι, το ξέρω. Ο παππούς σας ήθελε ένα βιβλίο». Η Ναόμι σήκωσε τη μικρή σακούλα που κρατούσε. «Είχα κάποια δουλειά στην περιοχή και είπα να το φέρω». «Α. Θέλεις να το δώσεις σ’ εμένα ή προτιμάς να δεις τον Ίαν;» «Ε, δεν...» Καθώς καταλάβαινε ότι άρχιζε πάλι να τραυλίζει, ένιωσε τρομερή αμηχανία και ανακούφιση όταν χτύπησε το κινητό της. «Δεν είναι χαζό;» είπε γελώντας. «Με κάνει πάντα να τινάζομαι. Με συγχωρείτε ένα λεπτό». Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε την κομψή συσκευή και απάντησε. «Εμπρός». «Ναόμι; Είμαι ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ». «Ω». Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Τι περίεργο». «Ποιο πράγμα;» «Θέλω να πω, είμαι... Έχω το βιβλίο που μου ζήτησες. Μόλις τώρα...» «Ωραία, θα σκοτώσουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ήρθαν τα χαρτιά σου. Σε πήρα να σου πω ότι θα τα καταθέσω σήμερα το απόγευμα. Μόλις τελειώσω από το δικαστήριο, μπορώ να περάσω από το μαγαζί σου και να πάρω το βιβλίο». «Στην πραγματικότητα, δεν είναι απαραίτητο. Βλέπεις...» «Δεν είναι κόπος. Είναι στο δρόμο μου για το σπίτι, θυμάσαι;»


«Ναι, το θυμάμαι. Αλλά είμαι κάτω». «Πού; Εδώ;» Ο Ίαν γέλασε ενθουσιασμένος. «Περίμενε», της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο, αφήνοντας τη Ναόμι να κοιτάζει σαστισμένη τη συσκευή στο χέρι της. «Αυτός ήταν ο αδερφός σου». «Ναι». Η Λόρα χαμογέλασε. «Αυτό το κατάλαβα. Τα θαύματα της τεχνολογίας», μουρμούρισε και αναρωτήθηκε τι να σήμαινε εκείνο το ξαφνικό κοκκίνισμα της Ναόμι. Ο Ίαν κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Α, ναι, σκέφτηκε, εξακολουθεί να είναι όσο όμορφη τη θυμάμαι. Άπλωσε το χέρι του και πρόσεξε ότι εκείνη κρατούσε ακόμα το κινητό της. Χαμογέλασε. «Μπορείς να το κλείσεις τώρα». «Α, ναι. Υποθέτω ότι μπορώ». Θαύμα, Ναόμι. Γιατί δεν του γλείφεις και τα πόδια; «Βγήκα για κάτι δουλειές και σκέφτηκα να περάσω και από δω να σου φέρω το βιβλίο του κυρίου Μακ Γκρέγκορ». «Ωραία. Έλα πάνω». «Δε θέλω να διακόψω τη δουλειά σου». «Δεν τη διακόπτεις». Στράφηκε στην αδερφή του υψώνοντας τα φρύδια του. «Λοιπόν;» «Έσκισα». «Μπράβο σου». Έδωσε μια απαλή γροθιά στο μπράτσο της Λόρα που η Ναόμι αναγνώρισε ως δείγμα αδερφικής τρυφερότητας. «Θα μου τα πεις με το νι και με το σίγμα αργότερα». Έπιασε τη Ναόμι από το μπράτσο και την οδήγησε προς τις σκάλες. «Πρέπει να είσαι απασχολημένος», άρχισε να λέει εκείνη. Το σενάριο που είχε φτιάξει στο μυαλό της δεν περιλάμβανε επίσκεψη στο γραφείο του. «Έχω μερικά λεπτά. Δε σου πήρε πολύ χρόνο να βρεις το βιβλίο». «Έχουμε καταπληκτικές πηγές. Η τιμή ήταν μέσα στα όρια που σου είπα στα ανώτατα όρια, δυστυχώς». «Ο παππούς μου το θέλει», είπε απλά ο Ίαν και την οδήγησε σε ένα διάδρομο επενδυμένο με γυαλιστερό μαόνι σφίγγοντας ελαφρά το μπράτσο της. Το άρωμά της εξακολουθεί να είναι υπέροχο, σκέφτηκε, αλλά θα πρόσεχε να μην το αναφέρει και την κάνει να κλειστεί πάλι στον εαυτό της. «Κάθισε», της είπε. Το γραφείο του ταίριαζε με την ατμόσφαιρα του παλιού αρχοντικού. Αν


δεν έκανε λάθος, το έπιπλο κάτω από τις στοίβες με φακέλους και τον τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστή ήταν Τσίπεντεϊλ και το χαλί που κάλυπτε το όμορφο ξύλινο πάτωμα Μπρίστολ. Στον έναν τοίχο υπήρχαν δρύινες ντουλάπες και στον άλλο ράφια γεμάτα βιβλία. Το παράθυρο με το σκαλιστό κούφωμα είχε θέα στο δρόμο, όπου τα δέντρα είχαν αρχίσει ν’ αποκτούν τα χρώματα του φθινοπώρου. Μη βρίσκοντας ευγενικό τρόπο για να ξεφύγει, κάθισε στη μία από τις βυσσινί δερμάτινες πολυθρόνες. «Όμορφο κτίριο». «Ο πατέρας μου το αγόρασε προτού παντρευτεί τη μητέρα μου. Βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της ανακαίνισης όταν εκείνη ήρθε και νοίκιασε ένα γραφείο εδώ. Ο πατέρας μου ήθελε -μετά το ήθελαν κι οι δυο- να στεγάσει το δικηγορικό γραφείο σ’ ένα κτίριο με ζεστασιά και προσωπικότητα». «Σίγουρα τα κατάφεραν». «Θα ήθελες έναν καφέ; Αν και θα υστερεί κατά πολύ μπροστά σ’ εκείνον που μου πρόσφερες εσύ». «Όχι, όχι, είμαι καλά. Ειλικρινά, θα έπρεπε...» «Θα καταθέσω σήμερα τα χαρτιά», την έκοψε εκείνος. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει προτού βρει την ευκαιρία να επανορθώσει την γκάφα του. Ο Ίαν κάθισε, όχι πίσω από το γραφείο του όπως περίμενε εκείνη, αλλά στην πολυθρόνα δίπλα της. «Σου έχω ετοιμάσει αντίγραφα», συνέχισε, «αλλά τα πρωτότυπα θα τα υποβάλω το απόγευμα στο δικαστήριο. Μέχρι να τα καταθέσω δεν είναι απολύτως επίσημα, αλλά ουσιαστικά είσαι ήδη συνεταίρος, αντιπρόεδρος του Βιβλιοπωλείου Μπράιτστοουν, με απόλυτη εξουσία και δικαιοδοσίες. Συγχαρητήρια». Η Ναόμι άνοιξε το στόμα της για να τον ευχαριστήσει ευγενικά, αλλά η συγκίνηση της έφραξε το λαιμό και δεν κατάφερε ν’ αρθρώσει λέξη. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να κλείσει τα μάτια της. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε μαλακά ο Ίαν. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και ακούμπησε τα δάχτυλα στα χείλη της, μέχρι που ένιωσε το πρώτο κύμα χαράς και φόβου να υποχωρεί. «Ναι. Συγνώμη». «Δεν υπάρχει λόγος». Έπιασε το χέρι της προτού να το σκεφτεί. Έδειχνε ενθουσιασμένη και τρομοκρατημένη συνάμα. «Είναι μεγάλη στιγμή». «Η μεγαλύτερη. Νόμιζα ότι ήμουν προετοιμασμένη. Είμαι προετοιμασμένη», διόρθωσε. «Είμαι έτοιμη να κάνω τη δουλειά. Αλλά έτσι όπως σε ά-


κουσα να το λες, ξέροντας ότι είναι πλέον γεγονός, μ’ έπνιξε η συγκίνηση. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ». Κατάφερε να γελάσει. «Ευτυχώς που ήμουν καθιστή». «Ξέρω πώς νιώθεις. Το ίδιο ένιωσα κι εγώ τη μέρα που μπήκα σε τούτο το γραφείο, κάθισα στην καρέκλα και συνειδητοποίησα ότι αποτελούσα πια κομμάτι αυτού που ήταν πάντα σημαντικό για μένα. Έμεινα εκεί -για καμιά ώρα περίπου- χαμογελώντας. Ευφορία και τρόμο, αυτό δε νιώθεις;» «Ακριβώς». Το χέρι της χαλάρωσε μέσα στο δικό του. «Σου προκαλεί δέος, έτσι δεν είναι, να αποτελείς το επόμενο σκαλοπάτι μιας μακριάς οικογενειακής παράδοσης;» «Σίγουρα. Τι θα κάνεις για να το γιορτάσεις;» «Να το γιορτάσω;» Το μυαλό της άδειασε. «Υποθέτω πως θα γυρίσω στη δουλειά». «Δεν αρκεί αυτό. Τι θα ’λεγες για δείπνο;» «Δείπνο; Ναι, κάτι θα μαγειρέψω όταν θα γυρίσω σπίτι». Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα κούνησε το κεφάλι του. Τέρμα οι ευγένειες, αποφάσισε. «Ναόμι, θα ήθελα να σε βγάλω απόψε για δείπνο, αν δεν έχεις άλλα σχέδια». «Ω. Ε... σχέδια. Όχι, δεν έχω. Μμμ...» Αχ, σε παρακαλώ, της είπε η φωνή μέσα της, σταμάτα να τραυλίζεις! «Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις υποχρεωμένος...» «Άφησέ με να το θέσω αλλιώς», της είπε ο Ίαν, μαγεμένος από το κοκκίνισμα στα μάγουλά της. «Θα βγεις μαζί μου για δείπνο απόψε;» «Α... ναι, σ’ ευχαριστώ. Θα μου άρεσε». «Ωραία. Στις εφτά είναι καλά;» «Στις εφτά, ναι, μια χαρά». «Να περάσω να σε πάρω από το μαγαζί ή από το διαμέρισμά σου;» «Από το... το διαμέρισμά μου. Θα σου δώσω τη διεύθυνση». «Την έχω -στο φάκελό σου». «Α, ναι, βέβαια». Ηλίθια. «Δεν είναι μακριά από το μαγαζί. Πηγαίνω κάθε μέρα στη δουλειά με τα πόδια. Μου αρέσει η γειτονιά». Βούλωσέ το, βούλωσέ το και φύγε από δω προτού γελοιοποιηθείς εντελώς. «Πρέπει να γυρίσω». Σηκώθηκε και ξαφνικά σταμάτησε, όταν συνειδητοποίησε ότι το χέρι της βρισκόταν ακόμα παγιδευμένο μέσα στο δικό του. «Στη δουλειά. Στο μαγαζί». Τα μάτια της ήταν πελώρια, πανέμορφα και, για λόγους άγνωστους σ’


εκείνον, γεμάτα νευρικότητα. «Είσαι καλά;» «Ναι, μια χαρά. Μια χαρά. Ευχαριστώ». «Θα σε συνοδεύσω μέχρι κάτω». «Όχι, όχι, μην κάνεις τον κόπο». Στα όρια της απόγνωσης πια, τράβηξε το χέρι της και το ελευθέρωσε. «Ξέρω το δρόμο». «Ναόμι», της είπε προτού βγει από την πόρτα. «Μμμ;» «Το βιβλίο;» «Το βιβλίο; Ω». Βρίζοντας τον εαυτό της, γύρισε και του έδωσε την τσάντα που κρατούσε ακόμα στο χέρι της. «Πολύ χαζό εκ μέρους μου. Το ξέχασα εντελώς. Γεια σου». «Θα τα πούμε απόψε». «Ναι, απόψε», κατάφερε να ψελλίσει και έφυγε βιαστικά. Ο Ίαν έχωσε τα χέρια στις τσέπες του και ταλαντεύτηκε στις φτέρνες του. Περίεργο, σκέφτηκε, δεν του είχε δώσει την εντύπωση αφηρημένης. Υπέθεσε ότι η οριστικοποίηση της συμφωνίας που την καθιστούσε συνεταίρο είχε θολώσει το μυαλό της. Εκτός αν της προκαλούσε εκείνος νευρικότητα. Μήπως αυτό του έδινε ένα μικρό πλεονέκτημα; Δε θα τον πείραζε να προκαλεί νευρικότητα στην όμορφη και ικανότατη Ναόμι Μπράιτστοουν. Δε θα τον πείραζε καθόλου. Πήγε στο γραφείο του, κάλεσε τη γραμματέα του και της ζήτησε να κάνει μια κράτηση για δύο άτομα στο Ρινάλντο’ς στις εφτάμισι. Ύστερα έβαλε τα έγγραφα στο χαρτοφύλακά του και ξεκίνησε για το δικαστήριο σφυρίζοντας. Δε θυμόταν να περιμένει, στο παρελθόν με τόση προσμονή μια βραδινή έξοδο.


Κεφάλαιο 22

Ο Ίαν έδενε τη γραβάτα του όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το αγνόησε, γιατί δεν ήθελε να σπαταλήσει την ώρα του κουβεντιάζοντας. Στο δρόμο για το διαμέρισμα της Ναόμι είχε να περάσει και από το ανθοπωλείο. Αλλά όταν άκουσε τη φωνή με τη βαριά σκωτσέζικη προφορά ν’ αφήνει μήνυμα στο τηλεφωνητή του -«Γιατί στην οργή δεν είσαι στο σπίτι σου;»-, χαμογέλασε και άρπαξε το ασύρματο τηλέφωνο. «Εντάξει, σπίτι μου είμαι, αλλά δε θα είμαι για πολύ». «Γιατί δεν μπορεί κανένα από τα εγγόνια μου να μείνει σ’ ένα μέρος;» γκρίνιαξε ο Ντάνιελ. «Είστε όλοι ρέμπελοι. Η γιαγιά σας δεν μπορεί να ησυχάσει στιγμή από την ανησυχία της για σας». «Ω;» Ο Ίαν πλατάγισε τη γλώσσα του. «Νόμιζα πως η γιαγιά ανησυχούσε επειδή δεν έβγαινα ποτέ έξω, επειδή είχα διαρκώς τη μύτη μου χωμένη στα νομικά βιβλία». «Και γι’ αυτό», είπε απτόητος ο Ντάνιελ. «Η γιαγιά σου τρώγεται μέρα νύχτα. Πότε θα έρθεις να τη δεις;» «Παππού, ήμουν εκεί τον περασμένο μήνα για το γάμο του Ντάνκαν, το ξέχασες;» «Και λοιπόν; Αυτό έγινε τον περασμένο μήνα. Τούτος ο μήνας τι έχει;» «Τίποτε. Θα έρθω σύντομα». «Φρόντισε να το κάνεις. Νομίζεις πως έχω καμιά όρεξη να με πεθαίνει η γιαγιά σας στην γκρίνια; Πες μου τώρα, πού θα πας;» «Θα βγω έξω για δείπνο με μια όμορφη κοπέλα χάρη σ’ εσένα». «Εμένα; Εμένα; Πώς αυτό, εγώ δεν έκανα τίποτα. Και μην τολμήσεις να πεις στη γιαγιά σου πως έκανα. Το μόνο που έκανα...» «Χαλάρωσε», του είπε ο Ίαν γελώντας. «Δε σε κατηγόρησα ότι ανακατεύτηκες. Είναι απλά μια ευτυχής σύμπτωση. Μου παρήγγειλες, μια και θα πήγαινα στο Μπράιτστοουν για τη συνάντησή μου με τη Ναόμι, να τους ζητήσω να σου βρουν τα βιβλία που ήθελες». «Και λοιπόν, δεν μπορεί ένας άντρας να θέλει μερικά βιβλία;» «Ναι, παππού». Ο Ίαν ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό. «Η Ναόμι πέρασε σήμερα από το γραφείο να μου φέρει το βιβλίο του Γουόλτερ Σκοτ κι εγώ


μόλις είχα παραλάβει τα έγγραφα που αφορούσαν την τελική συμφωνία για το μαγαζί της. Έτσι λοιπόν, αντί να κάνω ένα απλό τηλεφώνημα για να την ενημερώσω, το βιβλίο σου ήταν η αφορμή για μια ακόμα προσωπική συνάντηση. Και της ζήτησα να βγούμε. Γι’ αυτό λοιπόν, σ’ ευχαριστώ». «Α, καλά τότε». Στο γραφείο του στο Χαϊάνις Πορτ, ο Ντάνιελ χαμογελούσε σαν τρελός. Ο μικρός είναι έξυπνος, σκέφτηκε, αλλά όχι τόσο έξυπνος για να παραβγεί στον παππού του. Χα! «Ωραία. Είναι καλή κοπέλα η Ναόμι. Έχει ωραίους τρόπους, γερό μυαλό». «Για δείπνο θα βγούμε, παππού. Μην αρχίζεις». «Τι ν’ αρχίσω; Εγώ είπα απλά ότι είναι ωραίο να βγεις για δείπνο με μια καλή κοπέλα. Μπορείς να μου πεις πού βρίσκεις το κακό;» «Πουθενά». Ο Ίαν κοίταξε το ρολόι του. «Και πρέπει να φύγω, διαφορετικά θ’ αργήσω». «Τότε γιατί καθυστερείς; Πήγαινε. Και φρόντισε να τηλεφωνήσεις στη γιαγιά σου προτού μαραζώσει». Ο Ντάνιελ έκλεισε το τηλέφωνο και έτριψε τα χέρια του. Λοιπόν, αυτό ήταν εύκολο, σκέφτηκε. Η Ναόμι έζησε μια πραγματική αγωνία μέχρι να αποφασίσει τι θα φορέσει και στη συνέχεια ακολούθησε η αγωνία για το πώς να χτενίσει τα μαλλιά της. Στο τέλος αποφάσισε να φορέσει ένα απλό μαύρο φόρεμα με διακριτικό ντεκολτέ, κολλητά μανίκια και ίσια φούστα και να αφήσει τα μαλλιά της ελεύθερα. Σκέφτηκε -ήλπιζε- ότι έδειχνε αρκετά άνετη και σοφιστικέ ώστε να μην προδώσει την αγωνία της. Συμπλήρωσε την αμφίεσή της με τρεις σειρές πέρλες της γιαγιάς της και ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες μαύρες γόβες που θα την πέθαιναν από τον πόνο μέχρι να τελειώσει το βράδυ, αλλά της έδιναν μια αίσθηση ισχύος, κι ύστερα φόρεσε το άρωμα που της είχε πει ο Ίαν ότι του άρεσε. «Ορίστε», είπε στο είδωλό της στον καθρέφτη. «Είσαι μια χαρά. Είσαι έτοιμη και δε θα φερθείς ηλίθια. Ένας ευγενικός κύριος είχε την ευαισθησία να σε προσκαλέσει σε δείπνο προκειμένου να γιορτάσεις μια σημαντική στιγμή της ζωής σου. Αυτό είναι όλο. Ω Θεέ μου!» ψέλλισε όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα. «Καλά, εντάξει». Έκλεισε τα μάτια και πήρε εκείνες τις δέκα βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Ήταν ήρεμη και χαμογελαστή όταν άνοιξε την πόρτα. Και μπορεί η καρδιά


της ν’ αναπήδησε μόλις τον είδε -γοητευτικό σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού-, αλλά κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. «Πανέμορφα». «Ευχαριστώ, κι εσύ το ίδιο». Η Ναόμι γέλασε και δεν ένιωσε καθόλου ηλίθια. «Εννοούσα τα λουλούδια». «Α, αυτά». Ο Ίαν κοίταξε τα ροζ τριαντάφυλλα. «Υποθέτω ότι τα θέλεις». «Ναι, τα θέλω». Πήρε την ανθοδέσμη στην αγκαλιά της. «Πέρασε, θα τα βάλω σ’ ένα βάζο. Βολέψου». Αυτό ήταν εύκολο, αποφάσισε ο Ίαν. Το σαλόνι της ήταν όμορφο, βολικό και απλό. Όπως το γραφείο της. Όπως η ίδια. Του άρεσαν τα έντονα χρώματα σκούρα πράσινα και μαβιά-, οι παραδοσιακές γραμμές Κουίν Ανν και Τσίπεντεΐλ, οι θηλυκές λεπτομέρειες και τα έργα τέχνης. Η Ναόμι επέστρεψε με τα λουλούδια, ευχαριστημένη με τον εαυτό της που, αν και ήταν τα πρώτα λουλούδια που της πρόσφερε ένας άντρας που δεν ανήκε στην οικογένεια, τα είχε χαζέψει και τα είχε καμαρώσει μόνο για μια στιγμή. Αργότερα, υποσχέθηκε στον εαυτό της, θα είχε όλο το χρόνο να τα απολαύσει. «Είναι πολύ όμορφα, σ’ ευχαριστώ». «Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη, και παρακαλώ. Μου αρέσει το διαμέρισμά σου». «Ω». Ευχαρίστησε τα χέρια της που παρέμειναν σταθερά καθώς ακουμπούσε το βάζο στο τραπέζι. «Ήθελα κάτι κοντά στη δουλειά -και δε μου χρειάζονται πολλά δωμάτια. Το ξέρω ότι κάποιο από τα καινούρια συγκροτήματα μπορεί να ήταν πιο βολικό, αλλά λατρεύω τα παλιά κτίρια. Τις εκκεντρικότητές τους». «Κι εγώ το ίδιο. Μόλις πριν λίγους μήνες αγόρασα ένα σπίτι. Τα πατώματα τρίζουν, τα υδραυλικά σφυρίζουν και το κελάρι είναι υγρό σαν τάφος. Το λατρεύω». «Μοιάζει με αυτό που μεγάλωσα. Ακόμα και σήμερα, όποτε περνάω από μπροστά συγκινούμαι. Θα ήθελες ένα ποτό προτού φύγουμε;» «Όχι, ευχαριστώ. Θα χρειαστείς κάτι να ρίξεις πάνω σου. Έχει πιάσει αέρας». «Θα πάρω», του απάντησε η Ναόμι και άνοιξε την ντουλάπα του χολ. Ο Ίαν ήθελε να τη δοκιμάσει, γι’ αυτό στάθηκε ακριβώς πίσω της. Η Ναόμι είχε μόλις συγχαρεί τον εαυτό της που φερόταν φυσιολογικά, όταν γύρισε


και έπεσε πάνω του. Αμέσως τινάχτηκε πίσω, λες και τα τακούνια της είχαν μετατραπεί ξαφνικά σε ελατήρια, και κόντεψε να πέσει μέσα στην ντουλάπα. Ο Ίαν την έπιασε από τα μπράτσα για να τη συγκρατήσει και χαμογέλασε αργά. Α, ναι, σκέφτηκε, της προκαλούσε νευρικότητα, και πολλή μάλιστα. Δεν ήταν ωραίο; «Συγνώμη», είπε ψέματα χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. «Δεν ήθελα να σε ξαφνιάσω». «Δεν κατάλαβα ότι ήσουν πίσω μου. Άνοιξα να πάρω το παλτό μου». Το άπλωσε ανάμεσά τους και παραλίγο να τον χτυπήσει στο πιγούνι. «Το βλέπω». Το πήρε από το χέρι της. «Άσε με να σε βοηθήσω να το φορέσεις». Η Ναόμι είχε σοβαρές αμφιβολίες αν η καρδιά ήταν φτιαγμένη για να χτυπάει τόσο δυνατά. Τσαντίστηκε με την αδεξιότητά της, μάλωσε τον εαυτό της γι’ αυτό που της συνέβαινε, μέχρι που θυμήθηκε ότι υπήρχε μια εποχή που θα έτρεχε να ξεσπάσει την αμηχανία της σε μια τεράστια σακούλα με πατάτες τσιπς. Τώρα γύρισε, προστάζοντας τον εαυτό της να πάρει μια ανάσα καθώς εκείνος της φορούσε το παλτό. Και το έσκασε, μάλλον γρήγορα παρά χαριτωμένα, για να πάρει την τσάντα της. «Πηγαίνουμε;» Στο εστιατόριο τα πράγματα ήταν πιο εύκολα με το απαλό φως των κεριών και τη μεταξένια γεύση του καλού κρασιού. Ήταν πραγματική απόλαυση να συζητάει μαζί του, να τον ακούει. Και την εντυπωσίασε το πόσο πολλά κοινά ενδιαφέροντα είχαν. «Μου αρέσει το πνεύμα και η γοητεία της παραδοσιακής μουσικής», του είπε. «Γι’ αυτό βάζω τέτοια μουσική στο μαγαζί. Πιστεύω ότι φτιάχνει τη διάθεση των πελατών χωρίς να είναι ενοχλητική». «Παρακολούθησες το κέλτικο φεστιβάλ το περασμένο καλοκαίρι;» «Πέρασα σχεδόν μια ολόκληρη μέρα εκεί». «Κι εγώ το ίδιο». Της πρόσφερε μια μπουκιά ψητά μανιτάρια πορτομπέλο. «Φανταστική μουσική -και οι χορευτές, εκπληκτικοί». «Τρελαίνομαι να παρακολουθώ το χορό τους». Χωρίς να το σκεφτεί, έγειρε να φάει την μπουκιά που της πρόσφερε. «Δεν είναι περίεργο πώς ένας τόσο ακριβής και πειθαρχημένος χορός μπορεί να είναι ταυτόχρονα και τόσο σέξι; Μμμ». Κατάπιε την μπουκιά. «Πολύ νόστιμο».


«Θέλεις λίγο ακόμα;» «Όχι, είμαι μια χαρά. Έχω αδυναμία στο ιταλικό φαγητό». «Κι εγώ το ίδιο. Φτιάχνω ένα εκπληκτικό κοτόπουλο πικάτα». «Σου αρέσει να μαγειρεύεις;» Προσπάθησε να τον φανταστεί μέσα στην κουζίνα, αλλά τελικά αποφάσισε πως ήταν καλύτερα να μην το διακινδυνεύσει να της ανέβει η πίεση. «Κι εμένα μου αρέσει. Και δε θα δίσταζα να συναγωνιστώ οποιαδήποτε στιγμή το δικό σου πικάτα με τη δική μου σάλτσα με οστρακοειδή». «Θα πρέπει να κάνουμε διαγωνισμό μαγειρικής». Όταν εκείνη χαμογέλασε απλά, προειδοποίησε τον εαυτό του να μη βιάζεται. Ο παππούς του δεν ήταν ο μόνος Μακ Γκρέγκορ που ήξερε από μηχανορραφίες. Και είχε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του. «Για να είμαι ειλικρινής, Ναόμι, έχω να σου κάνω μια μικρή επαγγελματική πρόταση». «Επαγγελματική;» Τον κοίταξε ανέκφραστη καθώς ο σερβιτόρος έπαιρνε τα πιάτα τους του ορεκτικού και τους σέρβιρε το κυρίως γεύμα. «Μια πρόταση που ελπίζω ότι θα είναι τόσο ευχάριστη για σένα όσο και για μένα. Θέλω να μετατρέψω ένα από τα εφεδρικά δωμάτια του σπιτιού μου σε βιβλιοθήκη. Έχω ένα σχέδιο στο μυαλό μου, αλλά θα ήθελα να του ρίξεις μια ματιά και να μου πεις τη γνώμη σου. Στη συνέχεια ελπίζω να με βοηθήσεις να φτιάξω τη συλλογή μου». «Ναι, βέβαια». Προσπάθησε να πνίξει την απογοήτευσή της, λέγοντας στον εαυτό της ότι ήταν καλύτερα έτσι. Φυσικά και ενδιαφερόταν για κείνη από επαγγελματική άποψη. Τι άλλο περίμενε; «Ενδιαφέρεσαι για σπάνιες εκδόσεις; Το βλέπεις σαν επένδυση;» «Όχι, όχι απαραίτητα. Θέλω μια βιβλιοθήκη, όχι ένα μουσείο. Θέλω ένα άνετο δωμάτιο με βιβλία διαφόρων κατηγοριών. Δε θέλω να νιώθει ο άλλος ότι θα πρέπει να υπογράψει σε κάρτα για να πάρει κάποιο βιβλίο από το ράφι. Θα ήθελα να ξεκινήσω με τους αγαπημένους μου συγγραφείς -τα περισσότερα έργα τους τα έχω ήδη. Στη συνέχεια είμαι πρόθυμος να πειραματιστώ». «Θα χαρώ να σε βοηθήσω. Αν μπορείς να μου δώσεις έναν κατάλογο με τα βιβλία που έχεις και έναν με αυτά που θα ήθελες ν’ αποκτήσεις, μπορούμε να ξεκινήσουμε από εκεί». «Θαύμα. Μπορείς να βρεις λίγο χρόνο να ρίξεις μια ματιά στο χώρο και στο σχέδιο;» «Εντάξει. Ειδοποίησέ με πότε σε βολεύει».


«Τι θα έλεγες για το Σάββατο, ας πούμε στις έξι;» Άφωνη από την έκπληξη και εντελώς θαμπωμένη από το χαμόγελο του, το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν να γνέψει καταφατικά. Ο αέρας είχε δυναμώσει την ώρα που σταμάτησε το αμάξι του μπροστά στην πολυκατοικία της, σφυρίζοντας ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων. Το φως του φεγγαριού έλουζε το δρόμο και τα πεζοδρόμια και από το ραδιόφωνο ακουγόταν μια απαλή, ονειρική μουσική. Κατά τη γνώμη του, ήταν τέλεια βραδιά. Το απαλό άρωμά της πλημμύριζε τον κλειστό χώρο του αμαξιού. Είχε χαλαρώσει πάλι, σκέφτηκε τώρα ο Ίαν, είχε γίνει πιο εκδηλωτική και άνετη όταν συνέχισαν να συζητάνε για βιβλία. Του άξιζαν συγχαρητήρια που είχε βρει το τέλειο τέχνασμα. Αν και δεν ήταν εντελώς τέχνασμα, διόρθωσε τον εαυτό του. Ήθελε πραγματικά να φτιάξει ένα δωμάτιο βιβλιοθήκη και εκείνη αποτελούσε τη λογική πηγή των βιβλίων. Πίστευε ακράδαντα ότι για κάθε θέμα πρέπει να συμβουλεύεσαι τους ειδικούς. Το γεγονός ότι η Ναόμι ήταν μια όμορφη γυναίκα που του κινούσε το ενδιαφέρον ήταν απλά ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Και αν δεν έκανε λάθος, κινούσε κι εκείνος το ενδιαφέρον της. «Ήταν πολύ όμορφα». Στράφηκε προς το μέρος του, παραμερίζοντας αφηρημένα το μαύρο καταρράκτη των μαλλιών της από το πρόσωπό της. «Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες να το γιορτάσω». «Η χαρά ήταν δική μου». Ο Ίαν βγήκε από το αμάξι κι έκανε το γύρο για να της ανοίξει την πόρτα. Τα χέρια της δεν μπερδεύτηκαν όταν έλυσε τη ζώνη, αλλά λίγο έλειψε να συμβεί. Προτού προλάβει να του πει ότι δεν υπήρχε λόγος να τη συνοδεύσει μέχρι την πόρτα, εκείνος την είχε πιάσει από το χέρι. Όχι από το μπράτσο, σκέφτηκε νιώθοντας να την κυριεύει ένα ξαφνικό κύμα πανικού, αλλά από το χέρι. Την κρατούσε από το χέρι καθώς περπατούσαν, κι αυτό ήταν πιο οικείο, πιο... προσωπικό. Μήπως θα έπρεπε να τον καλέσει για ένα τελευταίο ποτό; Αδύνατον, δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Δεν το είχε περιλάβει στα αποψινά της σχέδια, έτσι δεν ήταν προετοιμασμένη και μπορεί να έκανε κάτι που θα τη γελοιοποιούσε. «Φαντάζομαι ότι αύριο θα θέλεις να ξυπνήσεις νωρίς», σχολίασε εκείνος καθώς έμπαιναν στην είσοδο του κτιρίου. «Θα είναι η πρώτη μέρα σου ως συνεταίρου». «Ναι». Η Ναόμι κόντεψε να λιώσει από την ανακούφιση για το σωσίβιο


που της πέταξε. «Πράγματι. Έχω μια σύσκεψη νωρίς το πρωί με το προσωπικό και στη συνέχεια θα πρέπει να κουβεντιάσω με την υπεύθυνη εκδηλώσεων για την πολιτική που θα τηρήσουμε από δω και πέρα στο θέμα υπογραφής βιβλίων από συγγραφείς. Και το Σάββατο θα έχουμε την πρώτη εκδήλωση ανάγνωσης παιδικών ιστοριών αυτού του φθινοπώρου». «Δεν πουλάτε μόνο βιβλία, σωστά;» Έτριψε αργά τον αντίχειρά του στον καρπό της και χάρηκε διαπιστώνοντας ότι ο σφυγμός της χτυπούσε τρελά. «Όχι». Το στομάχι της σφίχτηκε καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. «Είναι... Ένα καλό βιβλιοπωλείο πρέπει να αποτελεί κοινοτικό κέντρο. Θέλω... θέλουμε να καταφέρουμε, να προσφέρουμε υπηρεσίες και εκδηλώσεις που θα ενδιαφέρουν όλες τις ηλικίες. Και...» Γύρισε προς την πόρτα και ξαφνιάστηκε όταν εκείνος πήρε και το άλλο χέρι της και την κράτησε ακίνητη. «Και επιχορηγούμε τρεις διαφορετικές λέσχες ανάγνωσης. Οργανώνουν τακτικές μηνιαίες συγκεντρώσεις στο... στο...» Πώς στην ευχή το έλεγαν; «Στην καφετέρια», κατέληξε ξεφυσώντας. Ελευθέρωσε το ένα χέρι της, τράβηξε την τσάντα της κάτω από το μπράτσο της και έψαξε να βρει τα κλειδιά της. «Σ’ ευχαριστώ και πάλι για το υπέροχο δείπνο». Τα κλειδιά γλίστρησαν από το χέρι της, λίγο έλειψε να κουτουλήσει το κεφάλι της στο δικό του καθώς έσκυψαν και οι δύο να τα πιάσουν, και μετά όρθωσε στητό το σώμα της σαν ιστό σημαίας. Ο Ίαν δίστασε για μια στιγμή, κι ύστερα, δίνοντας της τα κλειδιά, πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του για να την κρατήσει ακίνητη. «Ας το δοκιμάσουμε έτσι», μουρμούρισε και ακούμπησε απαλά τα χείλη του στα δικά της. Εκείνη έμεινε εντελώς ακίνητη, αναγκάζοντάς τον να αναρωτηθεί μήπως είχε παρεξηγήσει τα μπερδεμένα σήματα που του έστελνε. Ύστερα τα χείλια της μισάνοιξαν κάτω από τα δικά του με μια κοφτή ανάσα, και δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Τα χέρια του γλίστρησαν μέσα στα πυκνά μαλλιά της. Ένα σιγανό γουργουρητό ευχαρίστησης ήχησε στο λαρύγγι του καθώς η γλώσσα του χάιδευε τη δική της και την τράβηξε πιο κοντά του. Έτσι κι αλλιώς, η Ναόμι δεν ένιωθε καθόλου σταθερό τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Τώρα, με το στόμα του να κινείται ζεστό και απαλό πάνω στο δικό της, τον ένιωσε να γκρεμίζεται. Τα κλειδιά έπεσαν για δεύτερη φορά από τα χέρια της και σωριάστηκαν μ’ ένα μουσικό γδούπο στο πάτωμα καθώς τα δάχτυλά της αρπάζονταν από τα μπράτσα του, έσφιγγαν το σακάκι του. Ύστερα, αργά, παραπαίοντας,


έγειρε πάνω του. Ουράνια τόξα πλημμύρισαν το μυαλό της. Ο Ίαν τραβήχτηκε πίσω και κοίταξε εκείνα τα βαθιά γκρίζα μάτια, που τώρα ανοιγόκλεισαν θολά. Κοίταξε εκείνο το σαρκώδες, αισθησιακό πάνω χείλος να τρέμει καθώς έπαιρνε μια αβέβαιη ανάσα. Έσυρε τα χέρια του στους ώμους της και την ένιωσε να ανατριχιάζει. «Πρέπει να το κάνω ξανά». «Ω». Τον κοίταξε ολοφάνερα ταραγμένη και εκείνος χαμογέλασε. «Εντάξει». Το στόμα του βρήκε πάλι το δικό της, πιο απαιτητικό αυτή τη φορά, πιο καυτό. Ένιωσε να τον διαπερνά η ίδια μαχαιριά πόθου που είχε νιώσει και την πρώτη φορά. Ο αδύναμος, ερωτικός αναστεναγμός της φλόγισε το αίμα του. Ρούφηξε τη γεύση της, παραδόθηκε σ’ εκείνο το άρωμα που είχε ερεθίσει τις αισθήσεις του από την πρώτη στιγμή που την είχε συναντήσει. Το μυαλό του θόλωσε. Το διστακτικό άγγιγμα των δαχτύλων της στον αυχένα του, η αργή υποχώρηση των χειλιών της κάτω από τα δικά του τον διέλυσαν. Καταλαβαίνοντας ότι είχε φτάσει στο σημείο να απαιτήσει περισσότερα, έκανε πίσω. Αμίλητος, έσκυψε, μάζεψε τα κλειδιά της και ξεκλείδωσε την πόρτα της. «Καληνύχτα, Ναόμι». Με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, ακούμπησε τα κλειδιά στην παλάμη της. «Ναι, καληνύχτα. Ευχαριστώ». Μπήκε σχεδόν παραπατώντας στο διαμέρισμα και, χωρίς να γυρίσει, του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Ο Ίαν στάθηκε εκεί για μια στιγμή, διερωτώμενος αν ήταν λάθος του που την είχε φιλήσει -ή αν ήταν λάθος που είχε διακόψει το φιλί. Και τότε άκουσε ξανά το μουσικό γδούπο των κλειδιών της στο πάτωμα. Χαμογελώντας πλατιά, απομακρύνθηκε. Κανένα από τα δύο δεν ήταν λάθος, αποφάσισε. Και σκόπευε να ξαναφιλήσει την πολύ ενδιαφέρουσα δεσποινίδα Μπράιτστοουν. Πολύ σύντομα.


Κεφάλαιο 23

«Δεν έχεις ούτε μία σοκολάτα;» Ο Ίαν γύρισε από την κατσαρόλα με την κόκκινη σάλτσα που ανακάτευε και κοίταξε την ξαδέρφη του την Τζούλια. Ήταν όμορφη όπως πάντα, ανυπόμονη όπως πάντα και θεαματικά έγκυος. «Τις έφαγες όλες την τελευταία φορά που ήσουν εδώ». Η Τζούλια συνέχισε να ψάχνει τα ντουλάπια πυρετωδώς. «Θα μπορούσες να πηγαίνεις πότε πότε για ψώνια». «Υπάρχουν φρέσκα φρούτα στο ψυγείο, αλλά δυστυχώς δεν είναι καλυμμένα με σοκολάτα. Ορίστε». Άπλωσε την ξύλινη κουτάλα προς το μέρος της. «Δοκίμασε αυτή». Η Τζούλια, αποφασίζοντας ότι οι επαίτες δεν μπορούν να είναι εκλεκτικοί, πλησίασε και, ακουμπώντας το χέρι της στην τεράστια κοιλιά της, δοκίμασε τη σάλτσα. «Ωραία είναι. Πού είναι το επιδόρπιο;» Ο Ίαν γέλασε και άφησε την κουτάλα στο πλάι. «Καλά, ο Κάλαμ δε σε ταΐζει;» «Δε φταίω εγώ. Τούτο το κατεργάρικο θέλει σοκολάτα». Χτύπησε τη φουσκωμένη κοιλιά της. «Εγώ απλά το κουβαλάω. Δεν έχεις ούτε μία γκοφρέτα;» «Λυπάμαι. Θα φροντίσω να στοκάρω. Όταν ήσουν έγκυος στον Τράβις ήθελες παγωτό, έτσι δεν είναι; Ολόκληρα κιλά, απ’ ό,τι θυμάμαι». «Λατρεύει ακόμα το παγωτό», είπε εκείνη μ’ ένα γλυκό μητρικό χαμόγελο. «Οι πρώτες λέξεις που είπε ήταν “παγωτό χωνάκι”». Όταν άκουσε τον Ίαν να ξαναγελάει, έγειρε το κεφάλι της. «Πολύ ευδιάθετος είσαι, φιλαράκο». «Υπάρχει κάποια γυναίκα». «Ναι, αυτή είναι η συνηθισμένη απάντηση. Η Μπράιτστοουν;» «Αυτή. Δε θ’ αργήσει να έρθει, γι’ αυτό...» «Ο Κάλαμ και ο Τράβις θα περάσουν να με πάρουν σε λίγο. Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να στραπατσάρω το στυλ σου. Πού είναι το τελικό σχέδιο για τη βιβλιοθήκη;» «Πάνω, του έριξα μια ματιά χτες το βράδυ». «Ε, πάμε λοιπόν να το πάρουμε». «Ευχαριστώ, Τζουλς». Την αγκάλιασε από τους ώμους καθώς προχωρού-


σαν στο διάδρομο για τη σκάλα. «Εσύ και ο Κάλαμ δώσατε μορφή στο σπίτι». «Κι εσύ δε θα ’λεγα ότι έκοβες βόλτες με τα χέρια στις τσέπες. Έκανες πολύ καλή δουλειά εδώ μέσα, Ίαν. Ξέρω ότι πολλοί πιστεύουν ότι δεν είναι καθόλου πρακτικό για έναν εργένη να μένει σ’ ένα μεγάλο παλιό σπίτι όπως αυτό». «Αλλά όχι εσύ». «Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από ένα τέτοιο σπίτι, από τις προοπτικές που σου προσφέρει για να το φτιάξεις όπως θέλεις». Η Τζούλια έσυρε το χέρι της στον ορθοστάτη της λείας δρύινης κουπαστής. «Αυτό το σπίτι σου μοιάζει. Ανοιχτόκαρδο, άνετο, γερό, με το ένα μάτι στο μέλλον και το άλλο στο παρελθόν». Αναστέναξε. «Και δε νομίζω ότι θ’ ανέβω αυτές τις σκάλες, γιατί στη συνέχεια θα πρέπει να τις ξανακατέβω, κι αυτές τις μέρες δυσκολεύομαι κάπως να δω τα πόδια μου». «Θα σου κατεβάσω εγώ το σχέδιο. Γιατί δεν πας να καθίσεις στο σαλόνι;» «Δε χρειάζομαι να καθίσω». Έφερε το ένα χέρι στη μέση της για να χαλαρώσει λίγο την πίεση. «Εκείνο που χρειάζομαι είναι μια σοκολάτα». «Την επόμενη φορά. Σου τ’ ορκίζομαι». Καθώς εκείνος ανέβαινε επάνω, η Τζούλια άρχισε να περιφέρεται. Ήταν απόλυτα ειλικρινής όταν είπε ότι το σπίτι έμοιαζε με τον ξάδερφό της. Χαιρόταν που τον είχε βοηθήσει να το βρει, που είχε την ευκαιρία να τον παρακολουθεί να το ερωτεύεται και που εκείνη και ο Κάλαμ είχαν προσφέρει τις ικανότητες και την εμπειρία τους στις ανακαινίσεις για να το μετατρέψουν σε ένα σπίτι κατάλληλο για εκείνον. Ήξερε ότι ο Ίαν χρειαζόταν ένα σπίτι. «Ήσυχα, πιτσιρίκι», μουρμούρισε και έτριψε τα πλευρά της καθώς το μωρό μέσα της άρχισε να κλοτσάει ανήσυχα. «Ο μπαμπάς δε θ’ αργήσει να έρθει και θα μας φέρει ωραία μπισκότα με σοκολάτα». Όταν άκουσε το κουδούνι, κινήθηκε όσο γρήγορα της επέτρεπε το πιτσιρίκι. Η πρώτη εντύπωση της Ναόμι, όταν η Τζούλια της άνοιξε την πόρτα, ήταν εκτυφλωτική. Διέθετε εκείνο το έμφυτο στυλ που είχε ακόμα τη δύναμη να την κάνει να σκάει από ζήλια. Μια μάζα από σγουρά κόκκινα μαλλιά πλαισίωναν ένα πρόσωπο που έλαμπε γεμάτο υγεία. Ζεστά καστανά, μάτια την καλοδέχτηκαν, αξιολογώντας την ταυτόχρονα. «Θα πρέπει να είσαι η Ναόμι. Γεια, είμαι η Τζούλια, η ξαδέρφη του Χρυσού Αγοριού».


«Ναι, το ξέρω. Σε αναγνώρισα. Σε είχα ακούσει να μιλάς στο γεύμα των Επιχειρηματιών Γυναικών πριν δύο χρόνια». «Α, ναι. Ε, ήμουν λίγο πιο λεπτή τότε». Χτύπησε την κοιλιά της και παραμέρισε. «Πέρασε μέσα. Ο Ίαν ανέβηκε πάνω να μου φέρει ένα αντίγραφο του σχεδίου της βιβλιοθήκης. Ο άντρας μου θα αναλάβει την ανακαίνιση με το συνεργείο του». Όμορφη, σκέφτηκε η Τζούλια. Λίγο ντροπαλή. Αλλά καλοσχηματισμένη. Απίθανο σώμα, εκπληκτικά μαλλιά, γλυκά μάτια. Λεπτομέρειες, είπε στον εαυτό της, να τι θα ζητούσαν από εκείνη η Λόρα και η Γκουέν, οι ξαδέρφες της. «Ώστε ανέλαβες το Μπράιτστοουν». «Ναι, το διευθύνω εγώ τώρα». «Σερβίρετε και ζεστή σοκολάτα στην καφετέρια;» «Ναι, και είναι φανταστική». Η Τζούλια βόγκηξε. «Ήσυχα, πιτσιρίκι. Ζητάει απελπισμένα σοκολάτα», εξήγησε μ’ ένα χαμόγελο όταν είδε τη Ναόμι να πανικοβάλλεται κάπως. «Θέλει άλλους δυο μήνες για να βγει. Μην ανησυχείς». «Ζητάει σοκολάτα;» Η Ναόμι κοίταξε κάπως σαστισμένη την κοιλιά της Τζούλια να παίζει κάτω από το μακρύ πράσινο πουλόβερ. «Έχω μερικές Μ&Μ». Η Τζούλια τη γράπωσε από το μπράτσο. «Μην παίζεις με τον πόνο μου». «Όχι, αλήθεια. Τις κουβαλάω πάντα μαζί μου, για την περίπτωση που δεν προλάβω να φάω και χρειαστώ λίγη τόνωση». Ήταν κάτι ακόμα που είχε μάθει -να μην αρνείται αυτή την παρηγοριά στον εαυτό της, απλά να την ελέγχει. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε μια σακουλίτσα. «Αν μου τις δώσεις», της είπε ανυπόμονα η Τζούλια, «θα δώσω στο παιδί τ’ όνομά σου. Αγόρι ή κορίτσι, θα το βγάλω Ναόμι». «Αυτό είπες και σ’ εμένα όταν ήθελες το παγωτό μου τότε που ήσουν έγκυος στον Τράβις», παρατήρησε ο Ίαν καθώς κατέβαινε τις σκάλες. «Και δε σε λένε Τράβις;» Η Ναόμι γέλασε και της έδωσε τη σακούλα. «Ελπίζω να τις ευχαριστηθείς». «Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό», είπε η Τζούλια ανοίγοντας τη σακούλα και παίρνοντας μια χούφτα. «Μμμ. Ναι. Ωραία. Βλέπεις, είναι ευτυχισμένο τώρα. Παίζει ποδόσφαιρο». «Κλοτσάει; Απίθανο». Ο Ίαν ακούμπησε ενθουσιασμένος το χέρι του στην κοιλιά της ξαδέρφης του και χαμογέλασε. «Για φαντάσου, τρέχει να βάλει γκολ. Έλα να το νιώσεις κι εσύ», είπε στη Ναόμι και προτού προλάβει εκείνη


ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια της, πήρε το χέρι της και το ακούμπησε στην κοιλιά της Τζούλια κάτω από το δικό του. Η αρχική αμηχανία της υποχώρησε καθώς οι έντονες κινήσεις κάτω από την παλάμη της έστειλαν μια έκρηξη έξαψης κατευθείαν στην καρδιά της. «Ω! Είναι υπέροχο». Όταν το βλέμμα της συνάντησε το βλέμμα της Τζούλια, μοιράστηκαν κάτι που μόνο οι γυναίκες καταλάβαιναν. «Αυτός είναι ο Κάλαμ». Η Τζούλια γύρισε το κεφάλι της όταν άκουσε τα δυο σύντομα κορναρίσματα. «Του είπα να κορνάρει αν έχει αποκοιμηθεί ο Τράβις στο κάθισμα. Θα κοιτάξουμε τα σχέδια απόψε, Ίαν». Τα πήρε από τα χέρια του και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της να τον φιλήσει. «Χάρηκα που σε γνώρισα, Ναόμι». Κούνησε τη σακουλίτσα. «Και ευχαριστώ». «Κρίμα που ο μικρός αποκοιμήθηκε», είπε ο Ίαν στη Ναόμι, παρακολουθώντας την ξαδέρφη του να προχωράει προς το αμάξι που την περίμενε. «Είναι απίθανος. Δεν είναι ούτε δύο χρονών και μπορεί να σου πάρει τ’ αυτιά με τις κουβέντες του». «Σου αρέσουν τα παιδιά». «Ναι». Όταν το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε, ο Ίαν έκλεισε την πόρτα και το δροσερό φθινοπωρινό αεράκι απέξω. «Πολύ. Στην οικογένειά μας, δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Υπάρχουν πολλά παιδιά κι όλο και περιμένουμε κάποιο καινούριο. Αυτή τη στιγμή περιμένουμε δύο. Της Τζούλια, που θα είναι το δεύτερο παιδί της, και του ξαδέρφου μου του Μακ και της γυναίκας του, που περιμένουν το πρώτο τους. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες», πρόσθεσε και μετά την αγκάλιασε από τους ώμους και τη φίλησε. Όταν εκείνη έκανε απότομα πίσω, ύψωσε το φρύδι του. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» «Όχι, όχι, τίποτα». Εκτός από το ότι είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της ότι ο Ίαν την είχε φιλήσει μετά το ραντεβού τους για καληνύχτα επειδή έτσι έκλεινε συνήθως ο κόσμος τη βραδιά του. «Πολύ καλά. Άσε με να σου προσφέρω ένα ποτήρι κρασί». «Δε θα έπρεπε να πιώ. Οδηγώ». Αλλά εκείνος την οδηγούσε ήδη στο διάδρομο. «Νόμιζα ότι θα βλέπαμε απλά το δωμάτιο που θέλεις να ανακαινίσεις και μετά...» Στη μύτη της έφτασε η υπέροχη μυρωδιά της σάλτσας που έβραζε. Μπαίνοντας στην κουζίνα πρόσεξε αμέσως τους πάγκους από πέτρα σχιστόλιθου, τις πολύχρωμες γλαστρούλες με τα μυρωδικά στο περβάζι του φαρδιού παραθύρου, το τζάκι με το πλαίσιο από τούβλο.


«Περιμένεις παρέα», είπε όταν είδε το μέγεθος της κατσαρόλας που έβραζε. «Δε θα σε καθυστερήσω». Εκείνος είχε αρχίσει να σερβίρει κρασί από το μπουκάλι που είχε ανοίξει πάνω στον πάγκο για ν’ αναπνεύσει, αλλά σταμάτησε και την κοίταξε. «Αχ, Ναόμι, σε κάλεσα να έρθεις. Εσένα περίμενα». «Ω». Ο Ίαν τέλειωσε το σερβίρισμα του κρασιού και της πρόσφερε ένα ποτήρι. «Σκέφτηκα πως το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, μια και σε ξεσήκωσα σαββατιάτικα, ήταν να σου προσφέρω ένα γεύμα». «Δεν ήταν ανάγκη να μπεις σε τόσο κόπο. Δε με πείραζε να έρθω. Με ενδιαφέρει το σχέδιό σου για τη βιβλιοθήκη». «Χμ». Έγειρε πίσω στον πάγκο. «Πρέπει να σκαρφίζομαι κάποια δικαιολογία κάθε φορά που θα θέλω να σε δω;» «Ε... όχι. Μμμ». Η Ναόμι κάρφωσε το βλέμμα της στο κρασί της άναυδη. «Ίσως θα έπρεπε να σε ρωτήσω αν σ’ ενδιαφέρει μόνο το σχέδιο μου για τη βιβλιοθήκη ή αν ενδιαφέρεσαι λιγάκι και για μένα». Την είδε να σηκώνει το κεφάλι της και αυτό που διάβασε σ’ εκείνα τα υπέροχα γκρίζα μάτια τον έκανε να την πλησιάσει. «Ή ίσως θα έπρεπε να σου πω ότι μου αρέσεις πολύ. Ότι απολαμβάνω τη συντροφιά σου», πρόσθεσε και, παίρνοντας το ποτήρι από τα μουδιασμένα δάχτυλά της, το ακούμπησε στο πλάι. «Ότι θέλω να κάνουμε περισσότερη παρέα». Έσκυψε το κεφάλι του και τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της. «Ότι θέλω να σε γνωρίσω». Της έδωσε μια μικρή δαγκωνιά. «Ότι απλά σε θέλω». Ένα λευκό σύννεφο λες και κάλυψε το μυαλό της. «Με θέλεις για τι πράγμα;» Με το στόμα του ακόμα πάνω στο δικό της, άνοιξε τα μάτια του. Τραβήχτηκε ελαφρά, κούνησε το κεφάλι του κι ύστερα άρχισε να σκορπίζει ανάλαφρα φιλιά στο σαγόνι της. Ύστερα το στόμα του βρήκε πάλι το δικό της και μια ξαφνική έκρηξη θερμότητας διέλυσε το σύννεφο. Με ένα βογκητό έκπληξης, άνοιξε τα χείλη της. Τα χέρια της ανέβηκαν και αρπάχτηκαν από τους ώμους του. Την ήθελε; Ήθελε εκείνη-, σκέφτηκε μια στιγμή πριν όλη η ύπαρξη της διαλυθεί. Τα πόδια της λύγισαν, τα κόκαλά της έλιωσαν και το αίμα της κουδούνιζε κάτω από το δέρμα της. Ένα ορμητικό κύμα αισθησιασμού την παρέσυρε και αρπάχτηκε σφιχτά από πάνω του για να μην την καταπιεί. Ο Ίαν δεν είχε σκοπό να κινηθεί τόσο γρήγορα, αλλά η ξαφνική, παθιασμένη ανταπόκρισή της τον συνεπήρε. Τη γύρισε, την κόλλησε στον πάγκο


και καταβρόχθισε το υπέροχο σαρκώδες στόμα της. Λαχταρώντας απελπισμένα να την αγγίξει παντού, έσυρε τα χέρια του στους γοφούς της, μετά στα πλευρά της και τελικά έκλεισε στις παλάμες του τα υπέροχα στήθη της. Η καρδιά της έμοιαζε να φουσκώνει κάτω από την παλάμη του. «Γιατί δεν αφήνουμε να γνωριστούμε καλύτερα αργότερα;» Τρελός από πόθο, έμπηξε τα δόντια του στο λαιμό της. «Θα πούμε τα πάντα -τις ιστορίες της ζωής μας, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις προτιμήσεις μας και όσα δε μας αρέσουν. Να πάρει η οργή, Ναόμι, πρέπει να σε κάνω δική μου». «Ναι. Όχι. Περίμενε». Εκείνη η άγρια πείνα που είχε ξυπνήσει μέσα της την τρόμαζε. «Προτιμώ το ναι». «Όχι, σε παρακαλώ». Ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του και το ένιωσε να πάλλεται από την ένταση. Τον κοίταξε στα μάτια και διάβασε τον πόθο του. «Σε παρακαλώ», επανέλαβε, αλλά όταν εκείνος έκανε πίσω άρχισε να τρέμει. «Λυπάμαι». «Δεν υπάρχει λόγος. Προχωράμε κάπως γρήγορα». Αλλά πήρε το ένα ποτήρι και ήπιε μια γερή γουλιά κρασί. «Νόμιζα πως πηγαίναμε με την ίδια ταχύτητα». Είναι θυμωμένος, σκέφτηκε η Ναόμι. Προσπαθεί να μην το δείξει, αλλά βλέπω το θυμό στα μάτια του. «Όχι, λυπάμαι. Παρεξήγησα το λόγο που με κάλεσες εδώ, που...» «Παρεξήγησες και το λόγο που σε φίλησα εκείνο το βράδυ, τον τρόπο που σε φίλησα;» Ναι, η Ναόμι είχε δίκιο, έβραζε από θυμό. «Τον τρόπο που με φίλησες εσύ;» «Δεν ξέρω». Η φωνή της έγινε κοφτή καθώς αγκάλιαζε τα μπράτσα της και αγωνιζόταν να ξεπεράσει ένα θλιβερό συνδυασμό αμηχανίας και σύγχυσης. «Απλά δεν ξέρω. Δεν έχω καμιά εμπειρία σε τέτοια θέματα. Λυπάμαι, δεν έχω κάνει ποτέ αυτό που φαίνεται να θέλεις από μένα». Ο θυμός του πνίγηκε από το σοκ. «Δεν έχεις; Ποτέ;» «Όχι». Η αμηχανία νίκησε. «Πρέπει να φύγω». Και επειδή εκείνος ήταν ακόμα παραζαλισμένος, κατάφερε να τον προσπεράσει. «Ναόμι, περίμενε. Να πάρει». Την πρόλαβε στο χολ. «Απλά περίμενε», τη διέταξε πιάνοντάς την από τα μπράτσα. «Δώσε μου ένα λεπτό, εντάξει;» «Δεν πρόκειται να σου ξαναζητήσω συγνώμη», του είπε εκείνη με σφιγμένα δόντια.


«Όχι, εγώ θα σου ζητήσω συγνώμη, αρκεί να μου δώσεις ένα λεπτό». Την άφησε και έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Έπρεπε να ηρεμήσει, και μάλιστα γρήγορα. Να ξεπεράσει την έκπληξη, την ενοχή, και, ο Θεός να τον συγχωρέσει, τη διέγερση που του είχε προκαλέσει η δήλωσή της. «Λυπάμαι». Δεν την είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Και αυτός της είχε ριχτεί σαν λιμασμένος. «Ναόμι, λυπάμαι που σου ρίχτηκα με αυτό τον τρόπο, θα πρέπει να σε τρόμαξα». «Λιγάκι. Ναι». «Δεν πρόκειται να σε ξανατρομάξω». Ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της, κάνοντας ό,τι μπορούσε, για να μη φανεί η κίνηση του επιθετική. «Και δε θα σε πιέσω. Γιατί να μην κάνουμε ένα βήμα πίσω;» Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα έκλεισε τα μάτια της και πήρε τις δέκα ηρεμιστικές ανάσες της. «Τι είδους βήμα πίσω;» «Θα πάρουμε ένα ποτήρι κρασί επάνω, θα κοιτάξουμε το χώρο της βιβλιοθήκης. Θα σου δείξω τα σχέδια. Κι ύστερα θα φάμε». «Δεν είσαι θυμωμένος;» «Όχι, φυσικά και δεν είμαι θυμωμένος. Ελπίζω να μην είσαι εσύ θυμωμένη. Θα μείνεις, θα μου δώσεις άλλη μια ευκαιρία να... να σε γνωρίσω;» «Ναι, εντάξει». Χαμογέλασε αχνά. «Θα το ήθελα». «Ωραία. Θα φέρω το κρασί». Πήγε προς την κουζίνα προσπαθώντας να καταπνίξει τον πόθο που του έκαιγε τα σωθικά. Θα του έπαιρνε χρόνο να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Και δεν πίστευε ότι θα βοηθούσε σε τίποτε να της πει ότι την ήθελε ακόμα περισσότερο τώρα που ήξερε ότι θα ήταν ο πρώτος άντρας που θα την άγγιζε. «Πρόσεχε, Μακ Γκρέγκορ», μουρμούρισε παίρνοντας τα ποτήρια. «Πρόσεχε πάρα πολύ».


Κεφάλαιο 24

Ήταν ανώφελο να νιώσει αμήχανη επειδή του είχε εξομολογηθεί την παντελή έλλειψη πείρας της με τους άντρες. Μια πιο έξυπνη γυναίκα θα είχε πει ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο ή ότι δεν ήταν σίγουρη πως ήθελε μια ερωτική σχέση. Κάποια άλλη, υπέθεσε η Ναόμι, μπορεί να είχε απολαύσει τα γρήγορα φιλιά, να τον είχε προκαλέσει να συνεχίσει, και μετά, εντελώς ψυχρά, να τον είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού. Αργότερα, αγάπη μου. Μπορεί. Τέτοιου είδους υποσχέσεις θα του έδινε με βραχνή φωνή και ένα βαθύ γέλιο, ενώ ταυτόχρονα θα τον κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας χαϊδεύοντας προκλητικά τα μάγουλά του με τα άψογα περιποιημένα νύχια της και πεταρίζοντας τις μακριές, πυκνές βλεφαρίδες της. Η Ναόμι αποφάσισε ότι ούτε στα όνειρά της δε θα μπορούσε να καταφύγει σε τέτοια γυναικεία καμώματα, πόσο μάλλον στην πραγματικότητα. Αλλά δεν είχε νόημα να νιώθει αμηχανία επειδή του είχε ξεφουρνίσει έτσι ωμά ότι δεν είχε κοιμηθεί ποτέ της με άντρα. Έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε, η εξομολόγησή της είχε ελαφρύνει την ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ. Υπέθετε ότι έπρεπε να οφειλόταν στο αίμα του πολιτικού που έτρεχε στις φλέβες του το γεγονός ότι ο Ίαν είχε καταφέρει να ξεπεράσει στα γρήγορα την αμηχανία της στιγμής και να την ανεβάσει πάνω για να της δείξει το δωμάτιο που προόριζε για βιβλιοθήκη. Όταν πια είχαν φτάσει στο δωμάτιο, κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως λίγο πριν είχαν μοιραστεί ένα παθιασμένο φιλί στην κουζίνα του. Λίγες μέρες αργότερα δυσκολευόταν ακόμα και η ίδια να το φανταστεί. Καλύτερα έτσι, είπε στον εαυτό της. Αν της ήταν εύκολο να το φανταστεί, θα ένιωθε συνέχεια εκείνο το φούντωμα μέσα της. Η δουλειά ήταν ένας πολύ πιο καλός και παραγωγικός τρόπος για να περνάει την ώρα της. Με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της, στεκόταν στο βάθος του χώρου εκδηλώσεων που είχαν δημιουργήσει δουλεύοντας σκληρά εκείνη και το προσωπικό της για τη Γυναικεία Βραδιά, την καινούρια μηνιαία εκδήλωση του Μπράιτστοουν. Η προσκεκλημένη συγγραφέας κρατούσε


έντονο το ενδιαφέρον του ακροατηρίου με διάφορες ιστορίες και την ανάγνωση αποσπασμάτων από το βιβλίο της Ραντεβού της Συμφοράς... Και Πώς θα Επιβιώσετε από Αυτά. Τα αυθόρμητα γέλια είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον και ορισμένων άλλων πελατών, που είχαν έρθει και είχαν σταθεί όρθιοι πίσω από τα καθίσματα. Θα έπεφτε πολλή δουλειά, πρόβλεψε η Ναόμι, κατά τη διάρκεια της υπογραφής βιβλίων από τη συγγραφέα μετά την εκδήλωση. Διακριτικά, πήγε μέχρι το- τραπέζι όπου θα υπέγραφε τα βιβλία η συγγραφέας, για να τακτοποιήσει πράγματα που δε χρειάζονταν τακτοποίηση. Τα βιβλία ήταν στοιβαγμένα με γούστο, τα στυλό διαθέσιμα. Το μπουκέτο με τα λουλούδια που θα πρόσφεραν στο τέλος της βραδιάς στη συγγραφέα ήταν όμορφα τοποθετημένο στη θέση του. Υπήρχε μια κανάτα με παγωμένο νερό και η συγγραφέας μπορούσε να επιλέξει οποιοδήποτε άλλο ποτό επιθυμούσε από την καφετέρια. Μέχρι στιγμής, η πρώτη απογευματινή εκδήλωση της Τετάρτης σημείωνε τεράστια επιτυχία. Υπενθυμίζοντας ψιθυριστά στην υπεύθυνη εκδηλώσεων να φροντίσει να ανακοινώσει από τα μεγάφωνα ότι στο τέλος της εκ-δήλωσης η συγγραφέας θα υπέγραφε τα βιβλία της, γύρισε να φύγει. Και έπεσε πάνω στον Ίαν. «Συγνώμη», της είπε εκείνος και την έπιασε από τα μπράτσα για να τη συγκρατήσει. «Φαίνεται ότι μου έγινε συνήθεια να σε ξαφνιάζω». «Δεν είχα το νου μου...» Τον κοίταξε στα μάτια και ξαφνικά φαντάστηκε, και μάλιστα με μεγάλη ακρίβεια, το παθιασμένο φιλί τους. Είχε σχεδόν τη γεύση του στα χείλη της. Ύστερα εκείνος έσφιξε ελαφρά, σχεδόν αδελφικά, τα μπράτσα της και την άφησε. «Έχεις μαζέψει πολύ κόσμο απόψε». «Ναι». Η Ναόμι έριξε μια ματιά πίσω της όταν άκουσε το ακροατήριο να ξεσπάει σε γέλια. «Φιλοξενούμε τη Σέλι Γκόλντσμιθ». «Είδα τη διαφήμιση στην εφημερίδα. Έξυπνη ιδέα η γυναικεία βραδιά. Δική σου;» «Τη δούλεψα μαζί με την υπεύθυνη εκδηλώσεων. Ήρθες ν’ ακούσεις τη διάλεξη;» Καθώς το ακροατήριο ξεσπούσε σε χειροκροτήματα, ύψωσε το φρύδι του. «Αν ήρθα γι’ αυτό, έφτασα κάπως καθυστερημένα». «Ω. Συγνώμη». Προχώρησε βιαστικά, ανέβηκε στο βάθρο και έσφιξε το χέρι της συγγραφέως.


Το χειρίζεται πολύ καλά, σκέφτηκε ο Ίαν. Επαγγελματικά, ευγενικά, αλλά και με την απαιτούμενη ζεστασιά. Το «Ευχαριστώ» της στο μικρόφωνο ήταν καθαρό, ευχάριστο και προσκαλούσε το κοινό να περάσει να του υπογράψει τα βιβλία η συγγραφέας. Στάθηκε παράμερα όταν η Ναόμι συνόδεψε τη συγγραφέα στο τραπέζι, τη ρώτησε αν ήθελε κάτι από την καφετέρια και μετά έριξε ένα σύντομο βλέμμα στη γραμματέα της, που στεκόταν εκεί κοντά, κι εκείνη έτρεξε αμέσως να φέρει τον καφέ. Μετά έσκυψε προς το μέρος της Γκόλντσμιθ και κουβέντιασε για λίγο μαζί της χαμογελώντας. Αποτελεσματική. Ευπαρουσίαστη. Απίστευτα σέξι με το κομψό πράσινο κοστούμι και τα μαλλιά της -εκείνα τα υπέροχα μαλλιά- μαζεμένα με προσοχή σε κότσο στη βάση του λαιμού της. Του πολύ γευστικού λαιμού της. Αλλά έπρεπε να σταματήσει να κάνει αυτές τις σκέψεις. Το ήξερε ότι η Ναόμι θα ήταν απασχολημένη. Αρχικά σκόπευε να γυρίσει από το γραφείο κατευθείαν σπίτι του. Δεν είχε καμιά δουλειά να περάσει από το βιβλιοπωλείο... έτσι, για να τη δει. Δεν είχε ορκιστεί ότι δε θα την πίεζε; Και να τος τώρα, λίγες μόνο μέρες αφότου είχε κοντέψει να την καταβροχθίσει στην κουζίνα του, να μπερδεύεται πάλι μέσα στα πόδια της σαν κουτάβι. Ήταν αποκαρδιωτικό. Ήταν χαζό. Ήταν ακατανίκητο. Κοίταξε τη γραμμή που είχε σχηματιστεί μπροστά στο τραπέζι και συμπέρανε ότι η ικανότατη δεσποινίς Μπράιτστοουν θα στεκόταν δίπλα στη συγγραφέα της μέχρι το τέλος. Έτσι εκείνος περίπλανήθηκε ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία. Η Ναόμι τον είδε με την άκρη του ματιού της να απομακρύνεται και πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει στητή. Πιθανότατα είχε έρθει απλά ν’ αγοράσει κάποιο βιβλίο -βιβλιοπωλείο δεν έχεις; θύμισε στον εαυτό της. Είχε δει τον κόσμο και είχε πλησιάσει για να ικανοποιήσει την περιέργειά του. Τώρα θα αγόραζε το βιβλίο του και θα έφευγε. Κι εκείνη τι είχε κάνει; Είχε σκοντάψει στο πόδι του. Ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της, γύρισε να κουβεντιάσει με κάποιες από τις πελάτισσες που περίμεναν στην ουρά. Ήταν περασμένες εννιά όταν τέλειωσε η εκδήλωση. Η Ναόμι σκέφτηκε ότι ήταν δύο εξαιρετικά παραγωγικές ώρες -οι οποίες είχαν χρειαστεί σαρά-


ντα ανθρωποώρες για να δημιουργηθούν. Και άξιζαν το τελευταίο λεπτό, αποφάσισε, όταν πια είχε συνοδέψει προσωπικά την προσκεκλημένη της μέχρι την έξοδο. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν ένα ήσυχο μέρος να καθίσει και να κλείσει τα μάτια της για δεκαπέντε λεπτά. «Ωραία δουλειά». Ο Ίαν είχε μείνει και την περίμενε, αλλά δεν είχε χάσει την ώρα του. Στο χέρι του κρατούσε μια σακούλα του Μπράιτστοουν γεμάτη βιβλία. «Δεν κατάλαβα ότι ήσουν ακόμα εδώ». «Χάζεψα λίγο στα ράφια». Χαμογέλασε και κούνησε τη σακούλα που κρατούσε στο χέρι του. «Αν συνεχίσω με αυτόν το ρυθμό, θα χρειαστεί να προσθέσω κι άλλα ράφια στο δωμάτιο». «Το Μπράιτστοουν εκτιμά την προτίμηση που δείχνεις στο μαγαζί μας». Χαμογέλασε καθώς το έλεγε και κατάφερε να συγκρατηθεί και να μην αρχίσει να παίζει νευρικά με τα μαλλιά της. «Βρήκες αυτά που έψαχνες;» Βρήκα εσένα, δε σε βρήκα; «Έτσι φαίνεται. Και ταυτόχρονα σου πρόσφερα μία επιπλέον εκδούλευση κατασκοπεύοντας». «Κατασκοπεύοντας;» «Ε, τέλος πάντων, κρυφακούγοντας. Έχεις μερικούς πολύ ικανοποιημένους πελάτες. Συνάντησα μια παρέα από γυναίκες στην καινούρια πτέρυγα με τα μυθιστορήματα. Ήταν ενθουσιασμένες με την αποψινή βραδιά και κανόνιζαν ήδη να παρευρεθούν και τον επόμενο μήνα». «Θαύμα. Αυτό θέλουμε κι εμείς». «Τέλειωσες ή σκοπεύεις να μείνεις ακόμα λίγο;» «Όχι, αυτό ήταν», ξεφύσηξε η Ναόμι. «Δόξα τω Θεώ». Ο Ίαν γέλασε. «Τι θα ’λεγες να σε κεράσω έναν από τους καταπληκτικούς καφέδες του Μπράιτστοουν;» Την είδε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια της, να διστάζει και, παραμερίζοντας τις ενοχές του, την πίεσε. «Ειλικρινά, ήλπιζα να σου δείξω τις αλλαγές που κάναμε στο σχέδιο. Νομίζω ότι αυτή τη φορά το πετύχαμε». «Θα ήθελα πολύ να τις δω. Θέλεις ν’ ανέβουμε πάνω;» Όπου θα βρισκόταν μόνος μαζί της; Όχι και τόσο καλή ιδέα. «Η καφετέρια είναι μια χαρά». «Εντάξει. Αλλά κερνάει το Μπράιτστοουν. Είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για έναν τόσο καλό πελάτη». Προχώρησε πρώτη και πρόσεξε πως η Παιδική Γωνιά ήθελε τακτοποίηση. Αν δεν ήταν ο Ίαν μαζί της, θα είχε σταματήσει και θα είχε μαζέψει τα


σκορπισμένα παιχνίδια και τα βιβλία μόνη της. «Κουρασμένη;» τη ρώτησε ο Ίαν καθώς ανέβαιναν τα λίγα σκαλοπάτια για την καφετέρια. «Μμμ; Όχι, στην πραγματικότητα βρίσκομαι σε υπερδιέγερση. Ενέκρινα το κονδύλι για τη διαφήμιση και την προώθηση αυτού του καινούριου προγράμματος. Φαντάζομαι τον πατέρα μου να μορφάζει στο τηλέφωνο». «Σου έχει δώσει το ελεύθερο, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Μου έχει εμπιστοσύνη». Η φωνή της έγινε πιο ζεστή τώρα. «Θα είναι ωραίο να του αποδείξω ότι δεν έκανε λάθος». Έριξε μια ματιά στην καφετέρια και χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν γεμάτη, και χαμογέλασε πλατιά όταν πρόσεξε μια παρέα γυναικών σ’ ένα από τα τραπέζια να ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς μία απ’ αυτές διάβαζε ένα απόσπασμα του βιβλίου της Σέλι Γκόλντσμιθ. «Εδώ». Ο Ίαν την έπιασε από τον αγκώνα και την οδήγησε σ’ ένα από τα λίγα άδεια τραπέζια. «Είμαστε τυχεροί που βρήκαμε τραπέζι. Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, το Μπράιτστοουν’ς Καφέ αποτελεί σημείο συνάντησης». «Ναι, πράγματι. Έρχομαι καμιά φορά εδώ και θέλω να γελάσω και να κλάψω ταυτόχρονα. Είναι χαζό», βιάστηκε να προσθέσει, ενοχλημένη με τον εαυτό της που του είχε πει τέτοιο πράγμα. «Όχι, δεν είναι. Βάζεις το σημάδι σου, Ναόμι. Θα πρέπει να είσαι πολύ περήφανη για τις επιτυχίες σου. Σε παρακολούθησα να δουλεύεις. Είσαι πολύ καλή σ’ αυτό που κάνεις». Η Ναό μι δεν ήξερε τι την ευχαρίστησε περισσότερο, το κομπλιμέντο του ή το γεγονός ότι την είχε παρακολουθήσει. «Αυτή ήταν η μόνη δουλειά που ήθελα να κάνω πάντα. Όταν ήμουν μικρή, ερχόμουν εδώ με τον πατέρα μου. Περιφερόμουν ανάμεσα στα ράφια, κρυβόμουν στις γωνιές, τρύπωνα πίσω από τον πάγκο της εισόδου. Η καημένη η μητέρα μου μου αγόραζε κούκλες και εγώ τις έκανα πελάτες και υπαλλήλους όταν έπαιζα το βιβλιοπωλείο». Και προσποιούμουν ότι τις τάιζα με τα γλυκά που μπουκωνόμουν η ίδια, θυμήθηκε, επειδή ήξερα ότι ήταν απογοητευμένη που δεν ήμουν το όμορφο, χαριτωμένο κοριτσάκι που ήθελε. «Ορισμένοι άνθρωποι γεννιούνται με κάποιο προορισμό», μουρμούρισε ο 'Ιαν. «Αυτός είναι ο δικός σου». «Ναι, αυτός είναι ο δικός μου». Και είχαν περάσει πια οι μέρες που κρυβόταν στις γωνίες. Κοίταξε τη σερβιτόρα κι εκείνη πλησίασε βιαστικά


προς το μέρος τους. «Έπεσε πολλή δουλειά απόψε, Τρέισι». «Δεν έχουμε σταματήσει λεπτό από τις πεντέμισι. Τι να σας φέρω, δεσποινίς Μπράιτστοουν;» «Δύο καπουτσίνο», είπε η Ναόμι και κοίταξε τον Ίαν, που κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Αμέσως. Θα έπρεπε να δοκιμάσετε κι ένα κομμάτι από τη Σοκολατένια Αμαρτία, δεσποινίς Μπράιτστοουν. Είναι φανταστική, κι εσείς είστε στο πόδι ώρες τώρα». «Ω, δε...» «Θα το μοιραστούμε», είπε ο 'Ιαν, χαρίζοντας ένα αστραφτερό χαμόγελο στη σερβιτόρα. «Ευχαριστούμε». «Έξι εκατομμύρια θερμίδες», μουρμούρισε η Ναόμι και ο Ίαν γέλασε. «Γλυκιά μου, πρέπει να τις έχεις κάψει ήδη κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Δε μου λες, σε ποιον μοιάζεις;» Το «γλυκιά μου» την είχε κάνει να τα χάσει και η απότομη αλλαγή του θέματος την αποτελείωσε. «Συγνώμη;» «Τα χρώματά σου. Έχεις τα ίδια πυκνά, κατάμαυρα μαλλιά με τη μητέρα μου. Οι Μπράιτστοουν κατάγονται από ιθαγενείς Αμερικανούς;» «Στην πραγματικότητα, ναι. Υπάρχουν μερικοί Τσερόκι από την πλευρά του πατέρα μου, διασταυρωμένοι με διάφορους τρόπους με άλλους. Με Ιταλούς, με Γάλλους, με Άγγλους. Και η μητέρα μου κατάγεται από Άγγλους και Ουαλούς. Της αρέσει να λέει ότι τα παιδιά της είναι υβρίδια». «Εγώ έχω προγόνους Κομάντσι από τη μεριά της μητέρας μου, αλλά τα χρώματά τους τα κληρονόμησε η Λόρα». «Η αδερφή σου είναι όμορφη». «Ναι, είναι». «Όλοι στην οικογένειά σας είστε εκτυφλωτικοί. Κάθε φορά που βλέπω φωτογραφία σας στις εφημερίδες ή εμφανίζεται κάποιος από σας στις ειδήσεις, μένω με το στόμα ανοιχτό. Εσύ μοιάζεις στον πατέρα σου. Υποθέτω πως μια μέρα θα συνδυάσεις τις ιδιότητες του διακεκριμένου πολιτικού και του Κόμματου του Χάρβαρντ». Όταν τον είδε να μορφάζει, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Εκείνη το είχε ξεστομίσει αυτό; «Συγνώμη. Ήταν γελοίο αυτό που είπα». Ο Ίαν έγειρε το κεφάλι του, διασκεδάζοντας που ένιωθε μεγαλύτερη αμηχανία από εκείνον. «Δηλαδή δεν είμαι κόμματος και δεν έχω καμιά ελπίδα να γίνω διακεκριμένος πολιτικός;» «Όχι, και βέβαια είσαι, και...» Έκλεισε τα μάτια της και αναρωτήθηκε αν


το Γκραν Κάνιον ήταν τελικά αρκετά μεγάλο για να κρυφτεί. Ο Ίαν γέλασε τόσο δυνατά που τον πόνεσαν τα πλευρά του, πράγμα που έκανε τη σερβιτόρα που τους έφερνε την παραγγελία να χαμογελάσει ευχαριστημένη. Καιρός ήταν να σταθεί τυχερή και η δεσποινίς Μπράιτστοουν, σκέφτηκε η Τρέισι. Και κατά τα φαινόμενα είχε πετύχει τζάκποτ. «Ποτέ δε θα καταφέρω να σβήσω αυτή την εικόνα». Ο Ίαν αναστέναξε και ανακάτεψε τον καφέ του. «Πόσων χρονών ήμουν τότε, είκοσι τριών, είκοσι τεσσάρων; Είχα βγει για ιστιοπλοΐα χωρίς να ενοχλώ κανέναν. Έβγαλα την μπλούζα μου να πάρω λίγο ήλιο και τσαφ! Με αποθανάτισαν». «Θα πρέπει να είναι πολύ ενοχλητικό... να σε κυνηγούν οι δημοσιογράφοι». «Μεγάλωσα μαζί τους». Πήρε μια κουταλιά αφράτο σοκολατένιο γλυκό από το πιάτο που βρισκόταν ανάμεσά τους και της το πρόσφερε. «Τους συνηθίζεις». «Δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα». Επειδή δεν έδειξε προσβεβλημένος από το σχόλιό της, τελικά δέχτηκε την κουταλιά. «Έρχομαι σ’ επαφή με τον Τύπο πάνω από ένα χρόνο τώρα, προωθώντας το μαγαζί, δίνοντας συνεντεύξεις, τέτοιου είδους πράγματα. Είναι απαραίτητο για τη δουλειά μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχω συνηθίσει». «Τελικά αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που κάνεις να το κάνεις καλά». Δοκίμασε κι εκείνος το γλυκό. «Πολύ πετυχημένο το όνομα “Αμαρτία”». Βασάνισε τον εαυτό του προσπαθώντας να φανταστεί τη γεύση της ανακατεμένη με σοκολάτα. Η Ναόμι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Θα πρέπει ν’ αμαρτήσεις μόνος σου», του είπε και πήρε τον καφέ της. «Εγώ θ’ αντισταθώ». «Άλλη μια κουταλιά», μουρμούρισε εκείνος βυθίζοντας το κουτάλι στο γλυκό και πλησιάζοντάς το δελεαστικά στα χείλη της. Και όταν εκείνη το έβαλε τελικά στο στόμα της, χάρηκε που είχε τη δύναμη να τη βάλει σε πειρασμό. Αποφάσισε όμως πως, αν ήθελε να βγάλει αλώβητος τη βραδιά, καλά θα έκανε να στρέψει τη συζήτηση σε επαγγελματικά θέματα. «Και τώρα, άσε με να σου δείξω τα σχέδια για να μου πεις τη γνώμη σου». Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε από μέσα τα προτεινόμενα σχέδια. «Θα τα δώσω στον Κάλαμ αύριο. Μπορεί να ξεκινήσει τις εργασίες αμέσως». «Προχωράς γρήγορα». «Συνήθως», μουρμούρισε και άπλωσε τα σχέδια μπροστά τους. Η Ναόμι έβγαλε τα γυαλιά της από τη λεπτή θήκη στην τσέπη της και τα


φόρεσε και ο Ίαν ένιωσε να του τρέχουν τα σάλια. Μετά εκείνη έγειρε σκύβοντας πάνω από τα σχέδια και το άρωμά, της κόντεψε να τον τρελάνει. «Ω, είναι φανταστικά. Απίθανα. Πρόσθεσες τη σκάλα και την κονσόλα». «Ήταν καλές προτάσεις. Ευχαριστώ». «Χαίρομαι που μπόρεσα να βοηθήσω. Η βιβλιοθήκη σου θα γίνει καταπληκτική. Και μένει αρκετός χώρος για τα έπιπλα μπροστά στο τζάκι. Θα μπορέσεις να δημιουργήσεις μια τέλεια γωνιά για να κάθεσαι και να απολαμβάνεις όλα αυτά τα βιβλία που θα βρίσκονται στα ράφια». Ο Ίαν φαντάστηκε τους δυο τους να κάνουν ακριβώς αυτό. Να είναι ξαπλωμένοι παρέα στον καναπέ μπροστά στη μεγάλη φωτιά που θα έκαιγε στο τζάκι, να πίνουν ένα ωραίο μπουκάλι κόκκινο κρασί και να απολαμβάνουν τη μουσική που θα έπαιζε απαλά στο βάθος. Θα της έτριβε τα πόδια, σκέφτηκε, και θα συνέχιζε με πεταχτά φιλιά μέχρι να... Σταμάτα, διέταξε τον εαυτό του και, σβήνοντας την εικόνα από το μυαλό του, ξερόβηξε. «Υπάρχει κάποια αλλαγή που θα ήθελες να κάνεις;» Χωρίς να έχει πάρει είδηση το παραμικρό, η Ναόμι συνέχιζε να κοιτάζει τα σχέδια. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, νομίζω ότι είναι τέλειο όπως είναι. Μου αρέσει πολύ, Ίαν». «Ωραία. Κι εμένα το ίδιο». Ήθελε ν’ αγγίξει το χέρι της που ήταν πάνω στο τραπέζι, να σύρει τ’ ακροδάχτυλά του στους κόμπους των δαχτύλων της, στον καρπό της. Ήρεμα, αγόρι μου, σκέφτηκε, και βρήκε παρηγοριά στη Σοκολατένια Αμαρτία. Η διακριτική ανακοίνωση από τα μεγάφωνα ότι το μαγαζί έκλεινε σε δεκαπέντε λεπτά ξάφνιασε τη Ναόμι. Πότε είχε περάσει η ώρα; «Δεν πήρα είδηση ότι ήταν τόσο αργά». «Έχεις να κάνεις κάτι άλλο εδώ;» «Όχι. Και αύριο δε θα χρειαστεί να έρθω πριν το μεσημέρι. Μια μικρή αποζημίωση για τα δωδεκάωρα που έχω ρίξει τις τελευταίες μέρες». «Θέλεις να πάμε σινεμά;» «Σινεμά;» «Μόλις βάλαμε μέσα μας όλη αυτή την καφεΐνη». Βλέποντας το βλέμμα της να γίνεται επιφυλακτικό από τη μια στιγμή στην άλλη, της χαμογέλασε αβίαστα. Για να μάθει να τον εμπιστεύεται, για να συνηθίσει τη συντροφιά του, θα έπρεπε να αρχίσει να της επιβάλλει συστηματικά την παρουσία του. «Κανείς από τους δυο μας δεν πρόκειται να κοιμηθεί αμέσως. Γιατί λοιπόν


να μην πάμε σινεμά;» «Ε, υποθέτω...» «Θαύμα». Δίπλωσε στα γρήγορα τα σχέδια. «Ήρθες με τα πόδια στη δουλειά, σωστά; Έχω παρκάρει το αμάξι μου στο τέλος του τετραγώνου. Θα σε γυρίσω εγώ στο σπίτι σου μετά το σινεμά». Είχε ήδη σηκωθεί, κρατώντας τη σακούλα με τα βιβλία και το χαρτοφύλακά του στο ένα χέρι και απλώνοντας το άλλο προς το μέρος της.


Κεφάλαιο 25

Ο Ίαν ήταν υπομονετικός άνθρωπος. Ήξερε να περιμένει. Καταλάβαινε και εκτιμούσε την αξία της δημιουργίας θεμελίων, της εξέλιξης των σχέσεων, της διατήρησης φιλικών δεσμών. Απολάμβανε να κάνει τα πράγματα με την ησυχία του, να παρατείνει τις στιγμές, να προγραμματίζει τις μέρες. Θεωρούσε τις στιγμές, τις ώρες, τις μέρες που κατάφερνε να μοιραστεί με τη Ναόμι πολύτιμες. Και σίγουρα θεωρούσε σημαντικό το γεγονός ότι μάθαινε περισσότερα για κείνη κουβεντιάζοντας για την οικογένεια, για τη δουλειά, για τα κοινά τους ενδιαφέροντα. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν κανένα ζώο που ο μοναδικός σκοπός της ζωής του ήταν το σεξ. Ήταν ένας πολιτισμένος και λογικός άντρας που του πρόσφερε ευχαρίστηση και ικανοποίηση η συντροφιά μιας γυναίκας που του άρεσε, τη σεβόταν και την απολάμβανε. Και σκεφτόταν ότι, αν δεν έκανε σύντομα δική του τη Ναόμι Μπράιτστοουν, θα έχανε εντελώς τα λογικά του. Ήταν φανταστική, απίθανη και τόσο ανεπιτήδευτα σέξι, που είχε περάσει τις μισές από τις ώρες του μαζί της τρέμοντας σαν επιβήτορας που θέλει να βατέψει τη φοράδα. Και τις άλλες μισές μέσα σε μια παραζάλη χαράς που την είχε βρει. Πρόσεχε να μην την αγγίζει -ω, εντάξει, ένα χαϊδευτικό χτύπημα στο χέρι ή ένα πεταχτό φιλάκι, αλλά τίποτα που να θυμίζει το παθιασμένο αγκάλιασμά τους στην κουζίνα του. Δε σκόπευε να διακινδυνεύσει να την τρομάξει και να το βάλει στα πόδια. Και τις τελευταίες αυτές βδομάδες που την είχε γνωρίσει καλύτερα, είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν πολύ πιο ντροπαλή, πολύ πιο ευαίσθητη και πολύ πιο ανασφαλής απ’ ό,τι είχε υποπτευθεί όταν την πρωτογνώρισε. Πήγαιναν σε κονσέρτα, στο σινεμά, έκαναν μεγάλους περιπάτους. Μαγείρευαν μερικές φορές μαζί και μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο τα βράδια. Είχε να βιώσει μια τόσο έντονη, υπέροχη, αθώα και στα πρόθυρα της σεξουαλικής απόγνωσης σχέση από το λύκειο. Κι όταν, μία ή δύο φορές, είχε επιχειρήσει να δοκιμάσει τα νερά, η Ναόμι είχε τραβηχτεί σαν τρομαγμένο κουνέλι, κάνοντας το στομάχι του να σφι-


χτεί. Πίεζε τον εαυτό του να θυμάται πως, όταν θα γίνονταν εραστές, θα ήταν ο πρώτος της, και ότι τότε δε θα είχε μόνο την ικανοποίηση αλλά και την ευθύνη. Δεν ήταν κάτι απλό ούτε κάτι που μπορούσε να κάνει επιπόλαια ή βιαστικά. Αλλά ήταν υπομονετικός άνθρωπος, διαβεβαίωσε ο Ίαν τον εαυτό του καθώς επιθεωρούσε τη βιβλιοθήκη, που κόντευε να τελειώσει. Είχε πάντα την ικανότητα να προχωράει μεθοδικά και να πετυχαίνει το στόχο του όταν ήταν σημαντικός. Κι αυτό ήταν, με το δικό του τρόπο, επίσης σημαντικό, σκέφτηκε σέρνοντας τα δάχτυλά του στο φρεσκολουστραρισμένο ξύλο μιας από τις κατά παραγγελία εντοιχισμένες βιβλιοθήκες. Η δημιουργία ενός πράγματος μετά από προσεκτική μελέτη, που ήταν κατάλληλο για το χώρο και θα άντεχε στο χρόνο. Ο Κάλαμ είχε κάνει καλή δουλειά. Λεπτομερή, δημιουργική. Το ξύλο της κερασιάς άστραφτε καλογυαλισμένο, οι γωνιές ήταν ελαφρά στρογγυλεμένες, σχεδόν ρευστές. Τα ράφια ήταν στερεωμένα σε διάφορα ύψη, επειδή ο Ίαν ήθελε να αποφύγει την όψη και την αίσθηση ομοιομορφίας. Δεν ήθελε τίποτα αυστηρό ή αποτρεπτικό σ’ αυτό το δωμάτιο. Ανάμεσα στις δυο ψηλές μπαλκονόπορτες είχε βάλει μια τεράστια, πανέμορφη διακοσμητική λεμονιά μέσα σε μια μπρούντζινη γλάστρα. Ήταν δώρο των γονιών του. Ήξεραν πάντα τι του ταίριαζε, σκέφτηκε χαμογελώντας καθώς χάιδευε με το δάχτυλό του ένα γυαλιστερό φύλλο. Είχε διαμορφώσει ήδη και το χώρο του καθιστικού. Περιείχε ένα μακρύ, αναπαυτικό μπλε καναπέ, δύο μεγάλες πολυθρόνες και χαμηλά τραπεζάκια που σε προσκαλούσαν ν’ ακουμπήσεις τα πόδια σου πάνω τους και να χαλαρώσεις. Τα φωτιστικά τα είχαν δια-λέξει μαζί με τη Ναόμι -τα χαριτωμένα αμπαζούρ από σφυρήλατο κασσίτερο, τα ρομαντικά πορτατίφ- σε μία από τις εξορμήσεις τους στα μαγαζιά. Τα εντυπωσιακά κηροπήγια από αλπακά που στόλιζαν το γείσο του τζακιού ήταν οικογενειακά κειμήλια, δώρο του παππού και της γιαγιάς του. Ανάμεσά τους ήταν τοποθετημένο ένα πορσελάνινο βάζο Γουέτζγουντ με κίτρινα χρυσάνθεμα που είχε κόψει από τον κήπο του. Υπήρχαν πολλά στοιχεία του εαυτού του σ’ αυτό το δωμάτιο, συνειδητοποίησε ο Ίαν. Και στοιχεία των ανθρώπων που αγαπούσε. Ανάμεσά τους και η Ναόμι. Κάθισε σε μια από τις μεγάλες πολυθρόνες και έχωσε το χέρι στα χρυσα-


φένια μαλλιά του. Δεν είχε νόημα να κλείνει τα μάτια του στην αλήθεια, είπε στον εαυτό του. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε. Πίστευε σ’ αυτά τα πράγματα -στον έρωτα με την πρώτη ματιά, στο πεπρωμένο, στο ζευγάρωμα για πάντα. Τα λαχταρούσε, παραδέχτηκε στον εαυτό του. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο κολέγιο, μια εποχή που διασκέδαζε και δούλευε με το ίδιο πάθος, είχε πάντα το μάτι του καρφωμένο στο μέλλον. Στην καριέρα του και στους στόχους που ήθελε να πετύχει. Στη ζωή του και στον τρόπο που ήθελε να τη ζήσει. Κι αυτό σήμαινε σπίτι, γάμο, οικογένεια, παιδιά. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να πηγαινοέρχεται. Δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα αισθήματά του για να πιέσει τη Ναόμι. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι, αν της έλεγε ότι την αγαπούσε, θα τον άφηνε να της κάνει έρωτα. Στη συνέχεια θα μπορούσε να την πείσει να έρθει να μείνει μαζί του και να την οδηγήσει με το μαλακό στο γάμο. Και τότε θα είχε αυτό ακριβώς που ήθελε. Αλλά αυτό δεν έλεγε τίποτα για τις δικές της επιθυμίες. Ο Ίαν έβαλε τα χέρια στις τσέπες του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η απόφαση θα έπρεπε να είναι δική της. Η Ναόμι δεν ήξερε τι να κάνει. Έβγαλε το χαρτί με τη διεύθυνση που της είχε δώσει η Τζούλια και κοίταξε το πανέμορφο παλιό σπίτι από κόκκινα τούβλα. Ένα σπίτι που βρισκόταν λίγα τετράγωνα μακριά από το σπίτι του Ίαν. Ήθελε να είναι μαζί του. Όσο κι αν ένιωθε την καρδιά της να σπαρταράει, ήθελε να βρίσκεται εκεί που βρισκόταν κι εκείνος. Σήμερα θα τακτοποιούσε τα βιβλία του, σκέφτηκε αναστενάζοντας. Τα βιβλία για τα οποία είχαν συζητήσει εκτενώς οι δυο τους. Τα βιβλία που είχε διαλέξει για εκείνον. Της είχε ζητήσει να περάσει από το σπίτι του και να κάνουν μαζί την τελική τακτοποίηση της βιβλιοθήκης. Ήταν τόσο γλυκός. Η Ναόμι όμως είχε δεχτεί ήδη να έρθει εδώ για να συμμετάσχει στη Μέρα των Κοριτσιών, όπως την αποκαλούσε η Τζούλια. Είχε συμπαθήσει πολύ την Τζούλια τις τελευταίες αυτές βδομάδες που είχαν συνεργαστεί για τη διαμόρφωση της βιβλιοθήκης του Ίαν και δεν είχε καταφέρει να βρει μια δικαιολογία για να αποφύγει την πρόσκληση.


Πήρε το γυαλιστερό κουτί του ζαχαροπλαστείου και βγήκε από το αμάξι της. Καθώς κατευθυνόταν προς το σπίτι κάτω από το λαμπερό κυριακάτικο ήλιο, χαμογέλασε. Στο κάτω κάτω, δεν είχε συμμετάσχει ποτέ σε μια Μέρα Κοριτσιών. Όταν ήταν έφηβη και τ’ άλλα κορίτσια έκαναν πάρτι και κουβέντιαζαν για αγόρια και ρούχα, εκείνη έμενε στο περιθώριο, ανίκανη να παραδοθεί σ’ αυτόν το μεθυστικό κόσμο της νεανικής θηλυκότητάς. Έπειθε τον εαυτό της ότι δεν την ενδιέφερε. Αλλά φυσικά και την ενδιέφερε. Τώρα, για μια μέρα τουλάχιστον, θα έπαιρνε μια γεύση. Σπορ ντύσιμο, της είχε πει η Τζούλια, και η Ναόμι έστρωσε το κόκκινο πουλόβερ της προτού χτυπήσει την πόρτα. «Γεια!» Η Τζούλια έπιασε τη Ναόμι από το μπράτσο, την τράβηξε μέσα και κάρφωσε το βλέμμα της στο κουτί. «Τι έφερες;» «Μπισκότα με σοκολάτα». «Σε λατρεύω. Και υπολόγισες τέλεια την ώρα, γιατί μόλις βάλαμε όλα τα κουτσούβελα για ύπνο». «Ω, ήλπιζα να δω τον Τράβις». «Θα τον δεις. Τόσο ο γιος μου όσο και ο Ντάνιελ της Λόρα δεν κοιμούνται ποτέ πολύ». Καθώς μιλούσε την οδήγησε σ’ ένα όμορφο σαλόνι. «Τη Λόρα την έχεις γνωρίσει, σωστά;» «Ναι, γεια σου». «Γεια σου, χαίρομαι που τα κατάφερες να έρθεις». Η Λόρα ήταν καθισμένη στο πάτωμα και έτρωγε από ένα μπολ τσιπς. «Τι έχει το κουτί;» «Μπισκότα με σοκολάτα». «Ω Θεέ μου. Δώσ’ τα μου». «Μην είσαι λαίμαργη», την έκοψε η Τζούλια. «Και αυτή είναι η ξαδέρφη μας η Γκουέν». «Έχω ακούσει πολλά για σένα». Η Γκουέν σηκώθηκε από την καρέκλα όπου έβαφε με προσοχή τα νύχια των ποδιών της. «Έρχομαι κάθε τόσο στο βιβλιοπωλείο σου. Ο Μπράνσον θα συμμετάσχει σε μια από τις εκδηλώσεις σας με συγγραφείς τον επόμενο μήνα». «Είναι καταπληκτικός, Ο Μπράνσον Μαγκουάιρ είναι ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βοστόνης», της απάντησε η Ναόμι. «Έχω όλα τα βιβλία του στην προσωπική μου συλλογή -με υπογραφή του συγγραφέα». «Ήξερες ότι το ψυχολογικό θρίλερ Ου Βλάψεις είναι βασισμένο στην Γκουέν;» τη ρώτησε η Λόρα.


«Όχι η ψυχοπαθής ηρωίδα», είπε η Γκουέν γελώντας. «Η αφοσιωμένη γιατρός. Έχουμε ζεστή σοκολάτα, μους σοκολάτα, μπισκότα σοκολάτας και πρέτσελ με επικάλυψη σοκολάτας». «Το μενού το διάλεξε η Τζούλια», είπε η Λόρα. «Το πιτσιρίκι το διάλεξε». Η Τζούλια άφησε κάτω το κουτί και το άνοιξε. «Και τώρα θα ριχτεί με τα μούτρα σε τούτα. Κάθισε, Ναόμι, και μπουκώσου θερμίδες». Μέσα σε μία ώρα ο οργανισμός της ξεχείλιζε από καφεΐνη, το στομάχι της την πονούσε από το πολύ φαγητό, κάτι που δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της πάνω από τρία χρόνια τώρα, και είχε γελάσει όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Το κορίτσι που ήταν κάποτε δε θα μπορούσε να αρκεστεί μόνο μια φορά σε τέτοια κατάχρηση. Δε θα μπορούσε να ξαπλώσει έτσι άνετα στο πάτωμα και να συζητήσει για ένα σωρό υπέροχα και χαζά πράγματα, ούτε να νιώσει μέρος ενός συνόλου. Πριν και Μετά, σκέφτηκε, και παραλίγο να βάλει τα γέλια μόνη της. Πότε θα το θυμόταν επιτέλους και θα το αποδεχόταν πραγματικά ότι είχε ριζώσει για τα καλά στο Μετά; Απόδειξη ότι είχε κάνει τρεις φίλες στο χρόνο που χρειάστηκε να καταβροχθίσουν ένα κουτί μπισκότα σοκολάτας. «Μμμ». Η Τζούλια έγλειψε τη σοκολάτα από τα δάχτυλά της. «Περίμενε μέχρι να δεις τη βιβλιοθήκη του Ίαν», είπε στην Γκουέν. «Είναι φανταστική». «Ο Κάλαμ έκανε καταπληκτική δουλειά στις εντοιχισμένες βιβλιοθήκες», σχολίασε η Λόρα γεμίζοντας πάλι τα φλιτζάνια τους με ζεστή σοκολάτα. «Για σιγά, βοήθησα κι εγώ να τις σχεδιάσουμε», είπε η Τζούλια. «Το ίδιο κι εκείνη», συμπλήρωσε δείχνοντας με το δάχτυλό της τη Ναόμι. «Εγώ δεν έκανα και τόσο πολλά. Ο Ίαν ήξερε ήδη τι ήθελε». «Τοποθέτησε τα βιβλία;» θέλησε να μάθει η Τζούλια. «Το κάνει σήμερα». «Για πες μας λοιπόν... πώς τα πάτε εσείς οι δυο;» «Ω, μια χαρά. Είναι απίθανος φίλος». «Φίλος;» Η Λόρα έπνιξε ένα γέλιο. «Δε θα έλεγα ότι οι ματιές που σου έριχνε την τελευταία φορά που πέρασα από το σπίτι ήταν ακριβώς φιλικές. Εμένα μου φάνηκε σαν να ήθελε να σε καταβροχθίσει». «Δε με βλέπει με τέτοιο τρόπο».


«Από πότε;» Η Ναόμι ύψωσε τους ώμους της και αποφάσισε πως ένα ακόμα σοκολατάκι δε θα την έβλαπτε. «Στην αρχή ναι, αλλά όχι πια». «Συγνώμη». Η Τζούλια σήκωσε ψηλά το χέρι της. «Είμαστε όλες φίλες τώρα, σωστά;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ωραία. Ναόμι, έχεις τρελαθεί εντελώς;» «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Ο Ίαν την έχει πατήσει μαζί σου. Είναι τσιμπημένος, είναι τρελός και παλαβός. Πες το όπως θες. Γκουέν, εσύ δεν τον έχεις δει μαζί της, αλλά ξέρεις τον Ίαν μας, έτσι;» «Και τον ξέρω και τον αγαπώ», είπε η Γκουέν και άπλωσε το ξυπόλυτο πόδι της να θαυμάσει τα νύχια της. «Λοιπόν, μια και ξέρεις τόσο καλά τον ασθενή, ποια είναι η ιατρική σου διάγνωση για κάποιον που περνάει όλες τις ελεύθερες ώρες του με μια γυναίκα, μιλάει διαρκώς γι’ αυτήν, ονειροπολεί μέρα μεσημέρι με μια αποχαυνωμένη έκφραση στο πρόσωπό του και μαγειρεύει ρομαντικά δείπνα για δύο;» «Μμμ». Η Γκουέν σούφρωσε τα χείλια της κι έπαιξε τα δάχτυλα των ποδιών της. «Με καθαρά ιατρικούς όρους, αυτό σημαίνει τρελός και παλαβός». Η Τζούλια χάιδεψε την κοιλιά της για να ηρεμήσει το άγριο κλότσημα του πιτσιρικιού. «Βλέπεις;» «Ονειροπολεί και στο γραφείο», παρατήρησε η Λόρα. «Και την περασμένη βδομάδα που είχε να δουλέψει μια δικογραφία, τον άκουσα να λέει στη γραμματέα του να μην του περάσει κανένα τηλεφώνημα εκτός αν τον ζητούσε η δεσποινίς Μπράιτστοουν». «Αθεράπευτα τρελός και παλαβός», αποφάνθηκε η Γκουέν κουνώντας σοβαρή το κεφάλι της. «Πρόκειται για μια σπαραξικάρδια περίπτωση που μέχρι στιγμής κάνει την ιατρική επιστήμη να σηκώνει τα χέρια ψηλά». «Και όμως, δεν είναι». Η Ναόμι δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να βογκήξει, έτσι πήρε άλλο ένα σοκολατάκι. «Με αντιμετωπίζει σαν αδερφή του». . «Βαριά άρρωστος ο άνθρωπος», μουρμούρισε η Γκουέν. «Αν έχεις τη διάθεση να μοιραστείς μαζί μου περισσότερες λεπτομέρειες, θα χαρώ να προσπαθήσω να προτείνω μια θεραπεία». «Με φιλάει στο μάγουλο», είπε η Ναόμι και μια ρυτίδα σχηματίστηκε αργά στο μέτωπό της. «Μου χαϊδεύει το κεφάλι. Μία στις τόσες με κοιτάζει και σκέφτομαι, ω Θεέ μου, τώρα θα με φιλήσει. Ύστερα τίποτε. Πριν του πω ότι


δεν έχω κάνει σεξ ποτέ, με φιλούσε και έχανα τα μυαλά μου, αλλά τώρα... ω!» Με μια γρήγορη κίνηση χτύπησε τη Λύρα στην πλάτη γιατί την είδε να πνίγεται. «Είσαι καλά;» «Αχ, τον κακομοίρη τον Ίαν», είπε η Λόρα και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Σαστισμένη, η Ναόμι έμεινε να κοιτάζει τις τρεις καινούριες φίλες της να γελάνε μέχρι δακρύων. «Συγνώμη, συγνώμη». Η Λόρα πίεσε και τα δυο χέρια πάνω στην καρδιά της. «Αμφιβάλλω αν είναι αστείο για σένα -ή για εκείνον-, αλλά είμαστε η οικογένειά του. Πρέπει να γελάσουμε. Ο ταλαίπωρος πρέπει να περνάει τα μαρτύρια της κόλασης. Γκουέν;» Ανίσχυρη, η Λόρα κούνησε το χέρι στην ξαδέρφη της για ν’ αναλάβει τη συνέχεια. «Τον έχεις τρομοκρατήσει», είπε η Γκουέν και η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. Και να θυμηθεί πόσο γλυκά και ρομαντικά είχε γίνει ο Μπράνσον ο δικός της πρώτος εραστής. «Αυτό είναι χαζό». «Όχι». Η Γκουέν άπλωσε τώρα το χέρι της με κατανόηση. «Δε θα ήθελε να σε πιέσει, όχι ένας άντρας σαν τον Ίαν. Θα φοβόταν μήπως κάνει καμιά λάθος κίνηση και σε φοβίσει, σε πληγώσει. Κι αν είναι τόσο γοητευμένος μαζί σου όσο πιστεύω ότι είναι, αυτά τα φιλικά φιλιά και χάδια δε θα πρέπει να του είναι καθόλου εύκολα. Περιμένει από εσένα να κάνεις την επόμενη κίνηση, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό που θέλεις. Κι έτσι πρέπει να γίνει». Για δέκα συγκλονιστικά δευτερόλεπτα, η Ναόμι έμεινε να κοιτάζει τα τρία χαμογελαστά πρόσωπα. «Πίστεψα ότι, από τη στιγμή που έμαθε ότι δεν είχα καμιά εμπειρία, δεν του ξυπνούσα πια τέτοιου είδους ενδιαφέρον». «Ο Ίαν δε θα πίεζε ποτέ γυναίκα, Ναόμι», της είπε η Λόρα και της έσφιξε το χέρι. «Και όσο περισσότερο νοιάζεται για σένα, τόσο πιο προσεκτικός θα είναι». «Πιστεύεις στ’ αλήθεια...» Η Ναόμι άφησε ατέλειωτη τη φράση της και χαμογέλασε ονειροπόλα, καρφώνοντας το βλέμμα της στο κενό. «Ωχ, ωχ, δόκτορ Μαγκουάιρ, νομίζω ότι έχουμε άλλο ένα κρούσμα τρελού και παλαβού έρωτα». Η Τζούλια γέλασε κι έκλεισε το μάτι στην ξαδέρφη της. «Το φαινόμενο απειλεί να εξελιχθεί σε επιδημία». Ήταν σούρουπο όταν η Ναόμι πάρκαρε έξω από το σπίτι του Ίαν. Τα φώτα ήταν αναμμένα και σε καλωσόριζαν. Ήταν ακόμα πάνω στη βιβλιο-


θήκη, αναρωτήθηκε, και τακτοποιούσε τα βιβλία του; Ή μήπως αναρωτιόταν αν εκείνη θα του τηλεφωνούσε ή θα περνούσε από εκεί; Ήθελε να συμβεί το δεύτερο; Ή μήπως η αδερφή και οι ξαδέρφες του έκαναν λάθος; Μήπως τα πράγματα ήταν ακριβώς όπως πίστευε εκείνη και τη θεωρούσε απλά φίλη του; Μπορεί να μην ήταν μόνος. Η σκέψη αυτή τρύπωσε στο μυαλό της και την έκανε να σφίξει με μανία το τιμόνι. Ήταν τόσο ελκυστικός, τόσο γοητευτικός, τόσο... τα πάντα. Και μόνο κουνώντας το μικρό του δαχτυλάκι θα μπορούσε να μαζέψει μια ντουζίνα γυναίκες γύρω του. Όμορφες, έμπειρες, εκλεπτυσμένες γυναίκες. Γιατί να περιμένει εκείνη; «Σταμάτα, σταμάτα, σταμάτα». Τσαντισμένη με τον εαυτό της, χτύπησε τη γροθιά της στο τιμόνι. «Έτσι σκεφτόσουν παλιά. Είσαι διαφορετική τώρα». Είχε φροντίσει να γίνει διαφορετική. Μπορεί η διαδικασία να βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, αλλά είχε σημειώσει σημαντική πρόοδο. Μπορούσε να γίνει αρκετά γοητευτική όταν φρόντιζε την εμφάνιση της. Μπορούσε να σταθεί σε μια συζήτηση. Για όνομα του Θεού, είχε δική της ολόκληρη επιχείρηση. Είχε τόσους υπαλλήλους, και κανείς από αυτούς δεν την έβλεπε σαν διακοσμητικό στοιχείο. Τρεις απίστευτες, ευχάριστες και πανέξυπνες γυναίκες τη θεωρούσαν αυτή τη στιγμή φίλη τους. Ω, θα το φύλαγε σαν θησαυρό αυτό, σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της. Θα θυμόταν αυτό το χαζοχαρούμενο απόγευμα για όλη της τη ζωή. Και αυτές οι τρεις γυναίκες ήξεραν καλά τον Ίαν και τον αγαπούσαν, σωστά; Γιατί λοιπόν να αμφισβητήσει τη γνώμη τους; Και γιατί δεν έβγαινε από το αμάξι της, αφήνοντας κατά μέρος τη δειλία και τις κλάψες, για να το διαπιστώσει από μόνη της; «Καλά. Εντάξει. Πάμε». Πήρε μερικές βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει καθώς προχωρούσε προς την πόρτα. Αυτή τη φορά όμως δε φάνηκε να βοηθούν. Μάλλον έφταιγε η υπερβολική δόση καφεΐνης, αποφάσισε, και μαζεύοντας το κουράγιο της χτύπησε το κουδούνι. Ο Ίαν της άνοιξε την πόρτα ξυπόλυτος, μ’ ένα ξεθωριασμένο τζιν κι ένα ξεχειλωμένο μπλουζάκι της Νομικής του Χάρβαρντ. Και το αβίαστο χαμόγελό του μόλις την είδε ζέστανε την αβέβαιη καρδιά της. «Γεια. Δεν περίμενα να σε δω απόψε».


«Θα έπρεπε να σου είχα τηλεφωνήσει. Αλλά ήμουν στο σπίτι της Τζούλια και...» «Ναι, η Μέρα των Κοριτσιών». Την έπιασε από τα χέρια και την τράβηξε μέσα για να την προστατέψει από την ψύχρα του σούρουπου. «Την οργανώνουν κάθε δύο μήνες. Τι στην ευχή κάνετε τη Μέρα των Κοριτσιών;» «Βάφουμε τα νύχια μας, τρώμε σοκολάτες. Μιλάμε για άντρες». «Ναι; Κι εσύ τι τους είπες για εμάς;» «Α... μπορώ να έχω ένα ποτό;» «Με συγχωρείς, βέβαια. Έλα πάνω. Έχω κρασί στη βιβλιοθήκη και ανυπομονώ να σου δείξω τι έκανα». Θα μπορούσε να την καταβροχθίσει επιτόπου. Τα μάγουλά της ήταν ροδαλά, τα μάτια της σκούρα και το φαρδύ πουλόβερ της γαργαλούσε τα δάχτυλά του να ανακαλύψει τι κρυβόταν από κάτω. Γι’ αυτό έβαλε τα χέρια στις τσέπες του καθώς ανέβαιναν πάνω. «Σχεδόν όλη μέρα τακτοποιώ», συνέχισε. «Από τη στιγμή που ξεκίνησα, μου ήταν αδύνατο να διακόψω». Σταμάτησε σε μικρή απόσταση από την πόρτα. «Κλείσε τα μάτια σου». Όταν η Ναόμι τον υπάκουσε χωρίς την παραμικρή ερώτηση και στάθηκε εκεί με τα μάτια κλειστά, τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές στις τσέπες του. Και χρειάστηκε προσπάθεια για να τα ξεσφίξει, να τ’ ακουμπήσει ανάλαφρα στους ώμους της και να την οδηγήσει στο δωμάτιο. «Εντάξει. Άνοιξέ τα». Όταν η Ναόμι τα άνοιξε, σήκωσε τα χέρια και τ’ ακούμπησε στην καρδιά της. «Ω Ίαν, είναι απίθανη. Φανταστική». Με μάτια που έλαμπαν, κοίταξε τριγύρω το δωμάτιο, όπου στις όμορφες εντοιχισμένες βιβλιοθήκες ήταν τοποθετημένα τα βιβλία. Παλιές τριμμένες ράχες, ράχες καινούριες και γυαλιστερές, εξώφυλλα από ανάγλυφο δέρμα και εξώφυλλα κουρελιασμένα «Είναι τέλεια. Και ήρθε και η σκάλα. Είναι πανέμορφη». Έριξε άλλη μια ματιά ολόγυρα και τέλος στράφηκε χαμογελαστή προς το μέρος του. «Σε ήθελα εδώ». Η καρδιά του της ανήκε και αυτή τη στιγμή χτυπούσε ακανόνιστα στο στήθος του. «Ήθελα να νιώσω την αίσθηση του δωματίου μ’ εσένα μέσα σ’ αυτό. Είναι τέλεια». Έχωσε πάλι τα χέρια στις τσέπες του, τα ξανάβγαλε. «Άσε με να σου σερβίρω εκείνο το κρασί». Τα χέρια της, που τόση ώρα βρίσκονταν πάνω στην καρδιά της, έπεσαν στο πλάι. Η Ναόμι μάζεψε το κουράγιο της. «Ίαν, θέλεις να κοιμηθείς μαζί μου;» Το ποτήρι αναποδογύρισε στο χέρι του, το κρασί πιτσίλισε το μπλουζάκι


του και πέταξε μια βρισιά. «Τι πράγμα;» «Δε θέλω να φανώ αγενής ή να σε φέρω σε αμηχανία. Απλά θέλω να ξέρω αν εξακολουθείς να με βρίσκεις ελκυστική μ’ αυτό τον τρόπο ή όχι. Αν όχι, πάει καλά. Αν όμως με βρίσκεις ελκυστική και απλά προσπαθείς να φανείς υπομονετικός επειδή δεν έχω ξαναπάει με άντρα, μπορείς να σταματήσεις να το κάνεις. Θα προτιμούσα να σταματήσεις να είσαι τόσο υπομονετικός, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο». Ξέπνοη και μη βρίσκοντας άλλα κατάλληλα λόγια, ύψωσε απλά τους ώμους της, ενώ εκείνος στεκόταν εκεί και την κοιτούσε, μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο ένα χέρι, ένα μισοάδειο ποτήρι στο άλλο και έναν τεράστιο λεκέ από καμπερνέ σοβινιόν στο αγαπημένο του μπλουζάκι της Νομικής του Χάρβαρντ.


Κεφάλαιο 26

Ο Ίαν άφησε κάτω το μπουκάλι. «Δε θέλεις να είμαι υπομονετικός;» «Όχι. Όχι στ’ αλήθεια». Ο Ίαν ακούμπησε το ποτήρι δίπλα στο μπουκάλι. «Δε θέλεις να κρατάω τα χέρια μου μακριά σου;» Ένα αισθησιακό ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη. «Όχι, αν εξακολουθείς να... χμ, ενδιαφέρεσαι». Ο λαιμός του έγινε κατάξερος. Ήθελε αυτή τη γυναίκα και τώρα εκείνη του προσφερόταν όπως δεν είχε προσφερθεί ποτέ σε κανέναν άλλο άντρα. Θα κατάφερνε να προχωρήσει πολύ προσεκτικά ώστε να της δείξει πώς θα μπορούσε να ήταν μια σχέση μεταξύ τους; Έπρεπε να το κάνει, γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε υπάρξει κάτι τόσο σημαντικό. Προχώρησε προς το μέρος της χαμογελώντας αχνά. «Ζητώ από τη μάρτυρα να απαντήσει στην ερώτηση με ένα ναι ή ένα όχι. Θέλεις να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου;» «Όχι», του απάντησε η Ναόμι και έγειρε το κεφάλι της πίσω για να μη χάσει την επαφή με τα μάτια του. «Δόξα τω Θεώ». Την τράβηξε κοντά του, τη σήκωσε στις μύτες των ποδιών της και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της σε ένα ατέλειωτο, παθιασμένο φιλί που έκανε την καρδιά να πεταρίσει ανίσχυρη στο στήθος της. «Σου κάνει αυτή η απάντηση στην ερώτησή σου;» της ψιθύρισε μετατοπίζοντας το φιλί από τα χείλη στο λαιμό της, ώσπου την άκουσε να βγάζει έναν πνιχτό ήχο έκπληξης. «Ποια ερώτηση;» «Αν σε θέλω. Αν θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου». Θεέ μου, ήταν υπέροχη. «Για την περίπτωση που δεν κατάλαβες καλά την απάντησή μου την πρώτη φορά, άφησε με να την επαναλάβω». Τα χείλη του ταξίδεψαν στο πιγούνι της και μετά κόλλησαν καυτά στα δικά της. «Την κατάλαβες τώρα;» «Ναι». Η Ναόμι τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του για να στηριχτεί, για να το απολαύσει. «Ναι, την κατάλαβα τώρα». «Βδομάδες τώρα κοντεύεις να με τρελάνεις». Τη γύρισε αργά προς την πόρτα.


«Ε...» Η ιδέα τη σόκαρε και την ενθουσίασε συνάμα. «Αλήθεια;» «Ήταν σκέτο μαρτύριο να είμαι υπομονετικός». «Νόμιζα ότι είχες αποφασίσει να είμαστε μόνο φίλοι». «Είμαστε φίλοι». Συνέχισε να τη γυρίζει σε κύκλους, ένας αργός χορός στο διάδρομο για την κρεβατοκάμαρά του. «Αυτό με κάνει να σε θέλω περισσότερο». «Δε με θέλησε ποτέ κανένας». Η συγκίνηση ήταν έκδηλη στα μάτια της όταν ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του. «Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω». «Θα σε βοηθήσω εγώ». Γύρισε το κεφάλι του και τα χείλη του χάιδεψαν την παλάμη της. «Έχε μου εμπιστοσύνη, Ναόμι. Δε θα σε πονέσω. .Κι αν θελήσεις να σταματήσω, θα το κάνω». «Δε θα το θελήσω». Ο Ίαν άφησε το φως αναμμένο. Θα ήθελε να είχε ανάψει το τζάκι, θα ήθελε να υπάρχουν κεριά με τις φλόγες να τρεμοσβήνουν, αλλά δεν άντεχε να την αφήσει τόση ώρα για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα. Έτρεμε ελαφρά, αλλά τα πανέμορφα γκρίζα μάτια της τον κοιτούσαν σταθερά. Η εμπιστοσύνη που της είχε ζητήσει καθρεφτιζόταν μέσα τους. Και ορκίστηκε ότι, όσος κι αν ήταν ο πόθος του, δε θα πρόδιδε αυτή την εμπιστοσύνη. Το στόμα του χάιδεψε ζεστά, τρυφερά το δικό της. «Αυτό εδώ το λατρεύω». Αιχμαλώτισε το πάνω χείλος της ανάμεσα στα δόντια του και το δάγκωσε απαλά. «Είναι πολύ σέξι». Όταν την είδε ν’ ανοιγοκλείνει έκπληκτη τα μάτια της, γέλασε βραχνά. «Δεν είχες ιδέα, έτσι; Όμορφή μου Ναόμι. Πέθαινα από την επιθυμία να δαγκώσω τα χείλη σου». Και το έκανε, ικανοποιώντας τον εαυτό του, παιδεύοντας την, ώσπου η πίεση που φούντωνε μέσα της κόντευε να εκραγεί. Με μια πνιχτή κραυγή, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και το στόμα της αναζήτησε άγρια το δικό του. Ο πόθος, ασυγκράτητος και καυτός, όρμησε στο αίμα του, θόλωσε το μυαλό του. Μη βιάζεσαι, μη βιάζεσαι, διέταξε τον εαυτό του. Η ανταπόκρισή της μπορεί να ήταν η απάντηση σε κάθε σεξουαλικό του όνειρο, αλλά εξακολουθούσε να είναι ανέγγιχτη. Και της είχε δώσει το λόγο του. Μαλάκωσε το φιλί του, χαϊδεύοντας τώρα τα χείλη της καθώς έλυνε την πλεξούδα στην πλάτη της. Ήθελε να νιώσει τα μαλλιά της στα χέρια του, να


τα δει ν’ απλώνονται στο κρεβάτι του, να τυλίγονται γύρω του. Το βάρος, η υφή, το άρωμά τους τον τρέλαιναν. Περνώντας τα δάχτυλά του μέσα τους, έκανε ένα βήμα πίσω. Ύστερα, κοιτάζοντάς τη στα μάτια, τράβηξε προς τα πάνω το πουλόβερ της. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να καλυφτεί, αλλά ο Ίαν έπιασε τα χέρια της στα δικά του. Πασχίζοντας να πάρει ανάσα, η Ναόμι άφησε τη φλόγα να φουντώσει και να βάψει την επιδερμίδα της καθώς το βλέμμα του ταξίδευε νωχελικά σ’ όλο το κορμί της για να καταλήξει πάλι στα μάτια της. Η νευρικότητα και ο πόθος πάλεψαν μέσα της καθώς ο Ίαν έσυρε το δάχτυλό του στην καμπύλη πάνω από το σουτιέν της. Τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές στα πλευρά της, αλλά μετά πρόσταξε τον εαυτό της να χαλαρώσει, να δείξει τη γενναιότητα που χρειαζόταν για να κάνει αυτό που λαχταρούσε. Με μια τρεμουλιαστή ανάσα, άρπαξε το στρίφωμα της μπλούζας του και την ανέβασε ψηλά στο κορμί του. «Ω Θεέ μου». Ήταν όμορφος. Λείο, μυώδες κορμί, απαλό δέρμα. Χωρίς να σκεφτεί, ακούμπησε τα χέρια της στο στέρνο του. Μετά, νιώθοντας το ρίγος του, τα τράβηξε. Με ένα σφιγμένο γέλιο, εκείνος έφερε ξανά τα χέρια της στο στήθος του. «Βγάλε τα παπούτσια σου». Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και το στέρνο του ήταν τόσο... σκληρό. «Τα παπούτσια μου». «Βγάλ’ τα». «Μμμ». Μαγεμένη από την αίσθηση της σάρκας του κάτω από τα χέρια της, άφησε τα δάχτυλά της να ταξιδέψουν και υπάκουσε. Τινάχτηκε όμως απότομα πίσω όταν ο Ίαν ξεκούμπωσε το παντελόνι της. «Χαλάρωσε», της ψιθύρισε εκείνος και το στόμα του αιχμαλώτισε πάλι το δικό της, ταξιδεύοντάς τη σε ένα ακόμα φιλί καθώς το παντελόνι γλιστρούσε προς τα κάτω. Τη σήκωσε στα χέρια του και την ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να τραβήξει στιγμή τα χείλη του από τα δικά της. Η Ναόμι ένιωσε το κρύο κάλυμμα του κρεβατιού κάτω από την πλάτη της και το ζεστό κορμί του να τη σκεπάζει. Και καθώς η καρδιά της βούλιαζε, ένιωσε το απαλό, νωχελικό άγγιγμα των χεριών του. Το κορμί της αναδεύτηκε κάτω από το δικό του αποζητώντας... κάτι. Αλλά προτού προλάβει να καταλάβει τι, άρχισε να αιωρείται, να πλανιέται στον ονειρικό κόσμο που την οδηγούσαν τα παθιασμένα φιλιά και τα χάδια του.


Ο Ίαν δεν είχε φανεί ποτέ τόσο προσεκτικός με άλλη γυναίκα. Δεν είχε νιώσει ποτέ ότι έπρεπε να το κάνει. Ήθελε να της προσφέρει κάθε ευχαρίστηση, να ξυπνήσει τους δικούς της πόθους. Ήταν πιο εύκολο απ’ ό,τι πίστευε να τιθασεύσει τη φλόγα μέσα του, να την αφήσει να σιγοκαίει. Τα μάτια της ήταν κλειστά, η ανάσα της βαθιά. Αλλά ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει ακατάστατα κάτω από το στόμα του καθώς τη φιλούσε. Το χαμηλό, αυθόρμητο βογκητό της όταν της έβγαλε το σουτιέν τον διαπέρασε σαν αστραπή. Έκλεισε τα στητά, πλούσια στήθη της στις παλάμες του. Οι γοφοί της ανασηκώθηκαν ενστικτωδώς όταν οι αντίχειρές του χάιδεψαν τις θηλές της. Είδε τη χαρά και την έκπληξη να ζωγραφίζονται στο πρόσωπό της, τα βλέφαρά της να πεταρίζουν και μετά να ανοίγουν, αποκαλύπτοντας τα σκούρα, τρικυμισμένα μάτια της. Η Ναόμι πήρε μια κοφτή ανάσα. «Τι πρέπει να κάνω;» Τα χέρια της διέτρεχαν άπληστα την πλάτη του κάνοντάς τον να νιώθει υπέροχα. «Να το απολαύσεις». Έσκυψε το κεφάλι του, η ανάσα του χάιδεψε ζεστή την ευαισθητοποιημένη σάρκα του στήθους της και η γλώσσα του ταξίδεψε ερωτικά, βασανιστικά στα ίδια σημεία, ώσπου τα χέρια της τυλίχτηκαν στον αυχένα του και τράβηξε το κεφάλι του επάνω της. Βάλθηκε να την αφανίσει με νωχελικά αγγίγματα και τραβήγματα, απολαμβάνοντας τα ρίγη, τα πνιχτά βογκητά της. Άφησε τη γεύση της να τον πλημμυρίσει καθώς τα χέρια του πλησίαζαν σιγά σιγά στο κέντρο της φλόγας της. Τα ακροδάχτυλά του τη χάιδευαν ανάλαφρα, ενώ το στόμα του της έδινε άπληστα φιλιά στους ώμους, στα στήθη. Έσυρε την παλάμη του στο γοφό της. Τον πίεσε απαλά, θέλοντας να της δώσει το περιθώριο να συνηθίσει την καινούρια αυτή οικειότητα. Εκείνη εξερράγη από κάτω του, το σώμα της τινάχτηκε, τ’ όνομα του ξέφυγε από τα χείλη της και η φλόγα που ξεχύθηκε από μέσα της τσουρούφλισε το χέρι του. Η αντίδρασή της τον συντάραξε, αναγκάζοντάς τον να κρύψει το πρόσωπό του στα μαλλιά της και για πρώτη φορά να πασχίσει απεγνωσμένα να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Το κορμί της χαλάρωσε, η ανάσα της όμως συνέχισε να βγαίνει κοφτή και γρήγορη. Τίποτε δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτό το παρατεταμένο, υπέροχο σοκ, γι’ αυτό το παλιρροϊκό κύμα ευχαρίστησης. Σε κατάσταση παρα-


ληρήματος, γύρισε το κεφάλι της, τον τράβηξε και αναζήτησε το στόμα του με το δικό της. Το δέρμα του ήταν ιδρωμένο, γλιστρούσε. Η αίσθηση αυτή την ενθουσίασε. Λαχταρώντας να τη γευτεί, έσυρε τα χείλια της στο λαιμό, στους ώμους του, ενώ οι γοφοί της άρχισαν να ανασηκώνονται και να πιέζονται επάνω του. Στο κορμί της μαίνονταν καταιγίδες που απειλούσαν να ξεσπάσουν, το μυαλό της στροβιλιζόταν μαζί τους. Ο Ίαν στροβιλίστηκε, κι εκείνος μαζί της, αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί αρκετά ώστε να βγάλει το τζιν του και να την προστατεύσει. Πασχίζοντας να ελέγξει το σφυροκόπημα του δικού του σφυγμού ώστε να καταφέρει να την ηρεμήσει, την πλημμύρισε με ηδονή, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν πάλι έτοιμη να φτάσει στην κορύφωση. Και καθώς το σώμα της καμπυλωνόταν, καθώς το βογκητό της απελευθέρωσης ηχούσε στο λαιμό της, την έπιασε από τους γοφούς και γλίστρησε μέσα της. Η αντίσταση της αγνότητας τον έκανε να ριγήσει, να προχωρήσει με τρυφερότητα. Το στόμα του κάλυψε το δικό της καταπίνοντας τη μοναδική κοφτή κραυγή της και την έκανε δική του. Μόνο δική του, σκέφτηκε, καθώς βυθιζόταν για πρώτη φορά μέσα της. Τρέμοντας ακόμα, κούρνιασε στην αγκαλιά του. Ο Ίαν την κράτησε εκεί, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της και περιμένοντας και το δικό του οργανισμό να ηρεμήσει. «Είσαι καλά;» «Μμμ», ήταν το μόνο που κατάφερε να του απαντήσει και τον έκανε να χαμογελάσει. «Πώς αισθάνεσαι;» «Α, παραζαλισμένη, αιωρούμενη και λίγο μεθυσμένη». Αναστέναξε. «Απίστευτα χαλαρή. Καθόλου αμήχανη. Ήμουν σίγουρη ότι θα ένιωθα αμήχανη. Τα πήγα καλά;» Εκείνος ύψωσε το ένα του φρύδι. Ακουγόταν νυσταγμένη και οι λέξεις της δεν ήταν καθαρές. «Όχι. Ήσουν μεγάλη απογοήτευση για μένα. Φοβάμαι πως θα πρέπει να σου ζητήσω να φύγεις». Σήκωσε απότομα το κεφάλι της και τα μάτια της φάνταξαν τεράστια στο πρόσωπό της, που έλαμπε ακόμα. Και τότε είδε το χαμόγελό του και έπαιξε τις βλεφαρίδες της. «Ίσως με την εξάσκηση θα μπορούσα να γίνω καλύ-


τερη», είπε εκπλήσσοντας τον εαυτό της. «Μμμ. Εντάξει, μπορεί να σου δώσω μια ακόμα ευκαιρία, όμορφη Ναόμι». Ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. «Θέλεις εκείνο το κρασί τώρα;» «Εντάξει». Αδιαφορούσε παντελώς για το κρασί, αλλά σκέφτηκε πως αυτό το διάλειμμα θα της έδινε την ευκαιρία να συνέλθει από το τρέμουλο που την κυρίεψε όταν τον άκουσε να την αποκαλεί όμορφη. Προσποιήθηκε πως δεν κοιτούσε όταν εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι και βγήκε γυμνός από το δωμάτιο. Αλλά όταν έφυγε, ακούμπησε το χέρι στην καρδιά της. Πώς στην ευχή είχε καταφέρει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον ενός τέτοιου άντρα; Ενός άντρα που διέθετε όχι μόνο απίστευτη φυσική ομορφιά αλλά και μεγάλη τρυφερότητα; Καλύτερα να σταματήσεις ν’ αναρωτιέσαι, είπε στον εαυτό της. Μετά, συνειδητοποιώντας πως ήταν κι εκείνη γυμνή, τράβηξε τα τσαλακωμένα σκεπάσματα τη στιγμή που εκείνος έμπαινε ξανά στο δωμάτιο. Στάθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε. Ύστερα κούνησε το κεφάλι του. «Πώς στην ευχή δε βρέθηκε κανείς να σε καταβροχθίσει πριν από μένα;» Εκείνη κοκκίνισε, τονίζοντας ακόμα περισσότερο την αναμαλλιασμένη, σέξι εικόνα της. «Υποθέτω πως κανείς δεν προσπάθησε ποτέ πραγματικά». Ο Ίαν γέλασε και γύρισε στο κρεβάτι κρατώντας το κρασί και τα ποτήρια. «Σοβαρέψου. Απλά δε θα πρέπει να έδινες σημασία». «Όχι, ήμουν πάντα αδέξια με τ’ αγόρια. Με τους άντρες. Με τα αρσενικά γενικά». Και επειδή είχε αρχίσει να νιώθει πάλι αδέξια, πήρε με ευγνωμοσύνη το ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε. «Γλυκιά μου, θα έλεγα ότι οι άντρες που συνήθιζες να συναναστρέφεσαι ήταν οι αδέξιοι, αν κανένας από αυτούς δεν κατάφερε να σε κατακτήσει», της είπε και κατέβασε έναν πόντο με το δάχτυλο του το σεντόνι που κρατούσε η Ναόμι σφιγμένο στο στήθος της. «Έχεις εκπληκτικό κορμί». «Πάντα ήθελα να γίνω ψηλή και λεπτή». Προσπαθώντας να χαλαρώσει ξανά, ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. «Αλλά άρχισα, ξέρεις, να αναπτύσσομαι νωρίς. Ήταν πολύ οδυνηρό». «Γιατί;» «Ω... υποθέτω πως πρέπει να είσαι κορίτσι για να καταλάβεις πώς είναι να είσαι έφηβη και ξαφνικά...» «Να αποκτάς μεγάλο και όμορφο στήθος», αποτελείωσε μ’ ένα χαμόγελο ο Ίαν. «Μα στ’ αγόρια αρέσει το μεγάλο στήθος, Ναόμι. Το θεωρούμε ένα από τα ωραιότερα θαύματα της φύσης».


Η Ναόμι γέλασε σιγανά. «Εγώ πέρασα χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να κρύψω το δικό μου». «Ακόμα το κάνεις», της είπε και κατέβασε το σεντόνι μέχρι τη μέση της, χαμογελώντας όταν εκείνη προσπάθησε να αντισταθεί. «Πολύ καλύτερα. Σου αρέσει το κρασί σου;» «Είναι πολύ καλό». Ξανατράβηξε αποφασιστικά το σεντόνι στη θέση του. Δεν μπορούσε να κάθεται εκεί και να πίνει κρασί ολόγυμνη. «Λυπάμαι για το μπλουζάκι σου. Αν το μουλιάσεις τώρα, θα πρέπει να βγει το μεγαλύτερο μέρος του λεκέ». «Θα κρατήσω αυτόν το λεκέ για να μου θυμίζει μια μνημειώδη νύχτα της ζωής μου». Τα μάτια της άστραψαν από χαρά. «Πολύ γλυκό αυτό που είπες. Πώς είναι δυνατόν να σου αρέσω;» Και ενώ εκείνη ευχόταν να είχε δαγκώσει τη γλώσσα της, ο Ίαν έγειρε το κεφάλι του και της έριξε ένα παρατεταμένο σκεφτικό βλέμμα. «Έχεις μεγάλο στήθος». Τον κοίταξε με μάτια ανοιγμένα διάπλατα και στόμα ορθάνοιχτο. Ύστερα είδε τη λάμψη στα μάτια του και έβαλε τα γέλια. «Ε, λοιπόν, είμαι τυχερή». Ο Ίαν έσυρε το δάχτυλό του στους ώμους, στο λαιμό της, το κατέβασε για να παίξει πάλι με το σεντόνι. «Μόλις τελειώσεις το κρασί σου, νομίζω ότι θα πρέπει να επιδοθούμε στην εξάσκηση που λέγαμε». «Ω». Την ήθελε πάλι. Η ζωή είχε γεμίσει ξαφνικά από θαύματα. «Εντάξει. Αλλά αυτή τη φορά θα ήθελα να μεταφερθούμε στη βιβλιοθήκη». Ήταν η σειρά της να δει την έκπληξη στα μάτια του. «Βλέπεις, οι επιδόσεις μου είναι πολύ πιο καλές όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε βιβλία». Και μόνο η εικόνα έκανε τον αντρισμό του να σκληρύνει σαν πέτρα. «Ναόμι;» «Ναι;» «Τέλειωσε το κρασί σου». Η Ναόμι ξεροκατάπιε, γύρισε το ποτήρι της και το κατέβασε μονορούφι. «Το τέλειωσα», είπε. Ήταν υπέροχο, σκέφτηκε ο Ίαν, να είναι ξαπλωμένος στο σκοτάδι με τη Ναόμι να κοιμάται στην αγκαλιά του. Ήταν κάτι που ήθελε τώρα, αύριο, για πάντα. Ήταν σχεδόν αστείο το πώς η γυναίκα αυτή είχε καταφέρει να τρυπώσει στη ζωή του και να την ολοκληρώσει.


Με τη φαντασία του τους έβλεπε ξαπλωμένους σε τούτο το πελώριο κρεβάτι, σε τούτο το παλιό σπίτι μετά από χρόνια και χρόνια. Τα παιδιά τους θα κοιμόνταν αμέριμνα στο δωμάτιο στην άκρη του διαδρόμου, ο σκύλος θα ροχάλιζε στο χαλάκι. Η ζωή τους θ’ ακολουθούσε ξέφρενους ρυθμούς με την καριέρα της και τη δική του, με την οικογένεια που θα έφτιαχναν, με τη φροντίδα να είναι ευτυχισμένος ο γάμος τους, αλλά θα τα κατάφερναν. Οι γονείς του τα είχαν καταφέρει. Και αυτό που είχε δει σ’ αυτούς, αυτό που είχε δει να μοιράζονται -και τι είχε προσφέρει ο δεσμός τους στη Λόρα και σ’ εκείνον-, το ήθελε τώρα για τον εαυτό του. Με τη Ναόμι. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να δείξει υπομονή, να κινηθεί αργά. Στο κάτω κάτω, η επιφυλακτικότητα και η προσοχή την είχαν φέρει κοντά του. Της είχε δώσει το χώρο που χρειαζόταν για να κινηθεί και να φτάσει στη σωματική οικειότητα. Κι εκείνη τον είχε πλησιάσει όχι μόνο πρόθυμα, αλλά με λαχτάρα. Το αίμα του έπαιρνε φωτιά όταν θυμόταν με πόση λαχτάρα. Θα της έδινε λίγες βδομάδες και ύστερα θα την έπειθε να έρθει να μείνει μαζί του. Βήμα βήμα, είπε στον εαυτό του. Έτσι πρέπει να το χειριστείς. Μπορούσε να ελέγξει την ανυπομονησία του, τις επιθυμίες του, όταν η ανταμοιβή ήταν τόσο πλουσιοπάροχη. Θα της έδινε χώρο, αποφάσισε, αλλά την τράβηξε πιο κοντά του. Ύστερα θα ζούσαν μια ζωή μαζί.


Κεφάλαιο 27

Ο Ίαν έκλεισε το τηλέφωνο και κούνησε το κεφάλι του. Ο παππούς του τον έπαιρνε πολύ τακτικά τελευταία. Αυτό ήταν το τρίτο τηλεφώνημα σε λιγότερο από δύο βδομάδες. Θα έπρεπε να βρει σύντομα χρόνο για μια επίσκεψη στο Χαϊάνις Πορτ, αποφάσισε, και έστρεψε πάλι την προσοχή του στον υπολογιστή, όπου συνέτασσε ένα ένταλμα. Θα του άρεσε να πάει εκεί με τη Ναόμι για ένα Σαββατοκύριακο. Αλλά... Δεν είχε καμιά αμφιβολία πως, αν άρεσε στον Μακ Γκρέγκορ, θα άρχιζε ν’ ανακατεύεται. Να του πετάει καθόλου διακριτικά υπονοούμενα για γάμους και το καθήκον του να συνεχίσει τη γενιά των Μακ Γκρέγκορ. Ο Ίαν χαμογέλασε και άλλαξε μια φράση στον υπολογιστή. Και πού να ’ξερε ο Μακ Γκρέγκορ ότι ο εγγονός του είχε αυτό ακριβώς στο μυαλό του. Αλλά ο Ίαν δεν είχε κανένα σκοπό να τον αφήσει να το μάθει. Σήκωσε το κεφάλι του όταν άκουσε το χτύπημα στην ανοιχτή πόρτα και ύψωσε το φρύδι του όταν είδε τη μητέρα του. «Πνιγμένος;» «Όχι και τόσο». Η μητέρα του μπήκε μέσα, ψηλή, λεπτή, με τα σκούρα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω από το δυνατό και όμορφο πρόσωπό της, και ακούμπησε μια στοίβα φακέλους στο γραφείο του. «Τώρα είσαι». «Όχι η υπόθεση Περίνσκι». Η Νταϊάνα χαμογέλασε χαρούμενα βλέποντας την απόγνωση του γιου της. «Το έπιασες με την πρώτη. Αυτή τη φορά θέλει να κάνει μήνυση στο γειτονικό της μπακάλικο επειδή δε φέρνει τη μάρκα τσαγιού της προτίμησής της. Ισχυρίζεται ότι αυτό αποτελεί καταπάτηση των ατομικών της δικαιωμάτων». Ο Ίαν ξεφύλλισε έναν από τους φακέλους. Ήταν γεμάτος από το χαρτομάνι που λάτρευε να δημιουργεί η κυρία Περίνσκι. Η γριά καρακάξα, σκέφτηκε ο Ίαν, αλλά με κάποια τρυφερότητα. «Η Λόρα τα καταφέρνει πολύ καλύτερα μαζί της». Τα γαλανά μάτια του έλαμπαν από ελπίδα καθώς κοίταζε τη μητέρα του.


«Η κυρία Περίνσκι συμπαθεί εσένα περισσότερο». Η Νταϊάνα γέλασε και μισοκάθισε στην άκρη του γραφείου. «Νομίζω ότι είναι τσιμπημένη μαζί σου, καλέ μου». «Θα πρέπει να έχει πατήσει τα εκατόν πενήντα». «Και δεν έχει ξεχάσει τι σημαίνει να έχει σούζα ένα γοητευτικό νέο. Το ξέρω ότι είναι μπελάς, Ίαν, αλλά ήταν πελάτισσά μας προτού ακόμα γεννηθείς εσύ». «Προτού γεννηθείς εσύ», γρύλισε ο Ίαν και έκανε την Νταϊάνα να γελάσει. «Παραλίγο, αλλά, όπως και να έχει το πράγμα, νιώθει μοναξιά και αναζητά προσοχή. Θα της κάνεις λίγη παρέα, θα φας τα μπισκότα της και θα την πείσεις να μην κάνει αυτή την άχρηστη μήνυση στον μπακάλη της, που τον έχει ταλαιπωρήσει ήδη αρκετά». «Αυτό μπορώ να το κάνω. Αλλά θα μου το χρωστάς χάρη». «Θα μπορούσα να σου την ξεπληρώσω με ένα σπιτικό γεύμα;» Ο Ίαν το σκέφτηκε. Οποιαδήποτε ανάμειξη με την κυρία Περίνσκι απαιτούσε γερή πληρωμή. «Ίσως, αν μου μαγειρέψεις βραστό με όλα τα σαλατικά του». «Μπορώ να το κανονίσω. Την Κυριακή σε βολεύει;» «Ναι, αν η πρόσκληση μπορεί να συμπεριλάβει ένα ακόμα άτομο». «Τη Ναόμι;» «Ναι». Μια και δεν είχαν συζητήσει καθόλου το θέμα μέχρι τώρα, ο Ίαν κοίταξε τη μητέρα του. «Έχεις καμιά αντίρρηση;» «Τη συμπαθώ πολύ». «Είμαι ερωτευμένος μαζί της». «Ω». Ανίκανη να συγκρατήσει τα δάκρυά της, η Νταϊάνα σήκωσε το χέρι της. «Με συγχωρείς». «Για μια στιγμή». Ο Ίαν σηκώθηκε θορυβημένος, έκλεισε την πόρτα και αγκάλιασε τη μητέρα του από τους ώμους. «Νόμιζα ότι είπες πως τη συμπαθείς». «Ναι. Ναι». Η Νταϊάνα κούνησε το χέρι της και το ακούμπησε στο μάγουλό του. «Είσαι το μωρό μου». Τεντώθηκε και ακούμπησε τώρα το μάγουλό της στο δικό του, ανακαλώντας στη μνήμη της εκατοντάδες τρυφερές και αστείες στιγμές με το γιο της. «Το μωρό μου», μουρμούρισε πάλι. «Ω Ίαν, χαίρομαι για σένα». «Δε σου φαίνεται». «Όχι, χαίρομαι στ’ αλήθεια». Το γέλιο της ήταν τρεμουλιαστό καθώς τραβιόταν πίσω. «Αλλά κάπου βαθιά μέσα μου θα είσαι πάντα το αγοράκι μου.


Κι ας είμαι αφάνταστα περήφανη για τον άντρα που έχει γίνει». Αυτή τη φορά ακούμπησε ο Ίαν το μάγουλό του στο δικό της. «Τώρα θα με κάνεις να κλάψω κι εγώ». Η Νταϊάνα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και τον έσφιξε δυνατά πάνω της. «Το ξέρω ότι υπήρξαν στη ζωή σου κι άλλα κορίτσια, κι άλλες γυναίκες». Πήρε μια βαθιά ανάσα, αναστέναξε και τραβήχτηκε πίσω. «Εγώ; Κορίτσια; Γυναίκες; Δεν ξέρω πώς σου κατέβηκε αυτή η ιδέα». Η Νταϊάνα γέλασε πάλι, πιο αβίαστα αυτή τη φορά. «Ίσως φταίει το ότι όλο και κάποια εμφανιζόταν στο σπίτι ή απαντούσε στο τηλέφωνό σου όταν πήγαινες στο κολέγιο. Αλλά...» Πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που με κοίταξες στα μάτια και μου είπες ότι είσαι ερωτευμένος. Ξέρω λοιπόν ότι είναι αλήθεια». «Ναι. Απόλυτη αλήθεια». «Είναι πολύ τυχερή γυναίκα». Η Νταϊάνα τον φίλησε ανάλαφρα. «Και το λέω αυτό χωρίς καμιά προκατάληψη». «Θα μπορούσες λοιπόν να πετάξεις μερικά υπονοούμενα για το πόσο καταπληκτικός τύπος είμαι όταν θα έρθουμε για το δείπνο». «Σίγουρα». «Αλλά διακριτικά. Είναι πολύ ντροπαλή και δε θέλω να τρομάξει». Η Νταϊάνα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Δεν της έχεις εξομολογηθεί τα αισθήματά σου;» «Το προσπαθώ. Το έχω στο πρόγραμμα». «Ίαν, αν έχω μια κριτική να σου κάνω, είναι ότι έχεις την τάση να προγραμματίζεις με υπερβολική προσοχή τα πάντα. Ή, μάλλον, θα έπρεπε να πω», τα μάτια της άστραψαν, «να μηχανορραφείς. Όπως ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ». «Στην περίπτωσή του είναι αποτελεσματικό», είπε χαρούμενα ο Ίαν. «Και δε συμφωνείς ότι θα τον κάνει να ξεφουσκώσει λιγάκι όταν θα του παρουσιάσω τη γυναίκα που σκοπεύω να παντρευτώ προτού προλάβει εκείνος να χώσει τη μύτη του;» Η Νταϊάνα έσφιξε τα χείλια της φέρνοντας στο μυαλό της τον κατάλογο με τα βιβλία που είχε δώσει ο Ντάνιελ στον Ίαν να του αγοράσει, τη στιγμή που θα του ήταν πολύ πιο απλό να σηκώσει το τηλέφωνο και να δώσει την παραγγελία μόνος του. «Πράγματι», μουρμούρισε και αποφάσισε ν’ αφήσει το μωρό της να τρέφει τις ψευδαισθήσεις του.


Η Ναόμι είχε φροντίσει προσωπικά την προβολή του τελευταίου θρίλερ του Μπράνσον Μαγκουάιρ. Αισθανόταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτόν τώρα που είχε γίνει φίλη με τη γυναίκα του και την οικογένειά της, που είχε χορέψει στα πόδια της τα παιδιά του. Ήταν πολύ όμορφα κοριτσάκια, σκέφτηκε. Αλλά και τα αγόρια της Λόρα ήταν σκέτη γλύκα. Και ο Τράβις. Εντάξει, η Ναόμι όφειλε να παραδεχτεί ότι είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον υπερκινητικό γιο της Τζούλια. Της άρεσαν πάντα τα παιδιά, συνέχισε τις σκέψεις της καθώς έφτιαχνε έναν εντυπωσιακό ελικοειδή πύργο με αντίτυπα του βιβλίου Φονική Καταδίωξη. Ένα από τα πρώτα της καθήκοντα ως ενήλικης στο Μπράιτστοουν ήταν η φροντίδα της Παιδικής Γωνιάς και της ώρας ανάγνωσης παραμυθιών μια φορά την εβδομάδα. Παρ’ όλ’ αυτά, σπάνια άφηνε τον εαυτό της να φαντάζεται πώς θα ήταν όταν θ’ αποκτούσε δικά της παιδιά. Όπως έκανε τώρα. Αν δεν έκανε κάτι εκείνη για να καταστρέψει τη σχέση τους, ο Ίαν θα μπορούσε να την ερωτευτεί. Δεν ήταν απίθανο. Τίποτε δεν ήταν απίθανο πλέον. Την ήθελε και ήξερε ότι έτρεφε έντονα συναισθήματα για εκείνη. Δεν υπήρχε κανένας λόγος αυτά τα συναισθήματα να μην εξελιχθούν σε αγάπη. Στη βαθιά και ολοκληρωτική αγάπη που αισθανόταν εκείνη γι’ αυτόν. Τότε, μπορεί να έπαιρνε μια μέρα το πρόσωπό της στα χέρια του, όπως έκανε μερικές φορές, να την κοιτούσε βαθιά στα μάτια και να της έλεγε: Σ’ αγαπώ, Ναόμι. «Ναόμι;» Το κοφτό χτυπηματάκι στον ώμο της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Γύρισε και κοίταξε ανέκφραστα την Τζούλια. «Ήταν όμορφο το ταξίδι σου;» «Ω». Η Ναόμι γέλασε και κούνησε το κεφάλι για να καθαρίσει τις σκέψεις της. «Το μυαλό μου ταξίδευε, Τζούλια! Είσαι στις μέρες σου. Δε θα έπρεπε να οδηγείς στην κατάστασή σου». «Θεέ μου, τώρα μιλάς σαν τον Κάλαμ». Η Τζούλια σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. «Και θα χαρείς να μάθεις ότι ο άντρας μου βρίσκεται αυτή τη στιγμή έξω και ψάχνει μια θέση να παρκάρει. Με άφησε μπροστά στην πόρτα για να μπω σαν κότα μέσα. Δεν μπορώ να κινηθώ γρηγορότερα πλέον». Πίεσε το χέρι χαμηλά στη μέση της. «Το ξέρεις πως θα μπορούσα να σου φέρω εγώ ότι ήθελες από το μαγαζί». Η Τζούλια της χαμογέλασε συγκινημένη και το βλέμμα της γλύκανε. «Το


ξέρω. Είσαι πολύ γλυκιά, Ναόμι. Αλλά ήθελα να βγω λιγάκι. Είχα μεγάλη νευρικότητα», παραδέχτηκε. «Και κόντευα να τρελάνω τον Κάλαμ. Είχε λοιπόν τη λαμπρή ιδέα να με ξεγελάσει με μια μόκα σοκολάτα». «Τότε πάμε στην καφετέρια να την παραγγείλουμε». «Ναι, πάμε. Αλήθεια, είναι πολύ εντυπωσιακός», πρόσθεσε δείχνοντας τον πύργο με τα βιβλία. «Ο κόσμος θα κάνει ουρά μέχρι τη γωνία για να δει από κοντά τον Μπραν». Η Ναόμι κοίταξε τη σχεδόν τελειωμένη βιτρίνα και έπιασε την Τζούλια από το μπράτσο. «Σε αυτό βασιζόμαστε. Το έχεις διαβάσει;» «Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ αρκετά για να διαβάσω. Το ίδιο είχα πάθει και πριν γεννήσω τον Τράβις. Αλλά το έχω βάλει μέσα στην τσάντα που θα πάρω στο νοσοκομείο. Μόλις γεννήσω θα μπορέσω να κουλουριαστώ σαν γάτα και να διαβάζω με τις ώρες». «Θα το λατρέψεις. Κλέβει καρδιές». «Ίσως θα έπρεπε να διαλέξω μερικά ακόμα βιβλία μια και βρίσκομαι εδώ». Κρατώντας πάντα τη μέση της, η Τζούλια έριξε μια συνοφρυωμένη ματιά στο κατάστημα γύρω της και ξαφνικά της φάνηκε ότι πρόσφερε υπερβολικά πολλές επιλογές. «Δεν έχω διάθεση για ψώνια». «Θα ήθελες να διαλέξω εγώ μερικά για σένα;» «Ναι, ωραία. Ωχ!» Σταμάτησε ξαφνικά και άπλωσε το χέρι της στο κοντινό ράφι, ρίχνοντας τρία βιβλία. «Κλοτσάει; Θέλεις να καθίσεις;» «Όχι, δεν κλοτσάει. Θέλει να βγει. Να γιατί ένιωθα τόσο τσιτωμένη όλη μέρα». «Να βγει;» Η Ναόμι ένιωσε τον πανικό να της σφίγγει το λαιμό όταν είδε την Τζούλια να σκύβει και να παίρνει κοφτές ανάσες. «Τώρα;» «Όχι αυτή τη στιγμή», κατάφερε να πει η Τζούλια, ξαφνιασμένη κάπως από την ένταση του πόνου. Στον Τράβις οι πόνοι είχαν ξεκινήσει ήπια και είχαν αργήσει να κορυφωθούν. «Αλλά σύντομα. Να πάρει η οργή, δε θα πιώ εκείνη τη μόκα τελικά». «Πρέπει να καθίσεις. Να καθίσεις». Η Ναόμι έψαξε απεγνωσμένα με το βλέμμα το κατάστημα που γνώριζε σαν την παλάμη της, επειδή ξαφνικά είχε ξεχάσει πού βρισκόταν ο πλησιέστερος καθιστικός χώρος. «Εδώ. Κάθισε και κάνε... ό,τι πρέπει να κάνεις. Εγώ θα βρω τον Κάλαμ». «Καλή ιδέα». Η Τζούλια κάθισε σ’ ένα όμορφο καναπεδάκι. «Και, Ναόμι; Πες του να βιαστεί. Τούτο το πιτσιρίκι δε θέλει να χάσει την ώρα του».


Δύο ώρες αργότερα, η Ναόμι πηγαινοερχόταν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου, που ήταν γεμάτη από τους Μακ Γκρέγκορ. Της ήταν αδύνατον να καταλάβει πώς μπορούσαν και ήταν τόσο ήρεμοι. Πώς μπορούσαν να κάθονται εκεί και να μιλάνε, να γελάνε και να διηγούνται οικογενειακές ιστορίες. Το δικό της στομάχι ήταν δεμένο κόμπος και οι παλάμες της ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Η μητέρα του Ίαν είχε βολευτεί σε μια πολυθρόνα και μιλούσε κεφάτα στο τηλέφωνο με τον πρώην Πρόεδρο και με την πρώην Πρώτη Κυρία. Οι γονείς της Τζούλια βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τη Βοστόνη και τους ενημέρωναν κάθε τόσο για την πρόοδο της κατάστασης μέσω κινητού τηλεφώνου. Ο Κέιν γελούσε στο δικό του τηλέφωνο, συνομιλώντας με τους από στιγμή σε στιγμή προπαππούδες. Και ο Ίαν, σκέφτηκε, ρίχνοντας άλλη μια ματιά στο διάδρομο, ήταν άφαντος. Είδε όμως την Γκουέν να βγαίνει από την αίθουσα τοκετών και έτρεξε προς το μέρος της προτού προλάβει να θυμηθεί ότι δεν ανήκε στην οικογένεια. «Πώς είναι; Τι γίνεται;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν άκου σε ένα χείμαρρο βρισιές από μέσα. «Μη μου λες να πάρω ανάσες, Μέρντοκ, μπουμπουνοκέφαλε. Ξέρω να παίρνω ανάσες. Δοκίμασε να τις πάρεις εσύ!» Η Γκουέν γέλασε και χτύπησε χαϊδευτικά το κάτασπρο μάγουλο της Ναόμι. «Τα πάει μια χαρά. Θα είναι γρήγορη γέννα και δεν υπάρχουν επιπλοκές. Οι χτύποι της καρδιάς του εμβρύου είναι δυνατοί και έχει πλήρη διαστολή». Με το χέρι της στον ώμο της Ναόμι, η Γκουέν γύρισε και χαμογέλασε στους υπόλοιπους που βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής. «Θα γυρίσω πάλι μέσα. Είναι έτοιμη, θ’ αρχίσει να σπρώχνει, γι’ αυτό ετοιμάστε τα πούρα». «Σέλμπι, το άκουσες;» είπε η Νταϊάνα και γέλασε. «Όχι, θα μείνω στο τηλέφωνο. Κοντεύει. Ναι, το ξέρω. Η Γκουέν θα της μεταφέρει την αγάπη σου». «Πάω αμέσως», υποσχέθηκε η Γκουέν και βγήκε στο διάδρομο. «Ίαν». «Το έχασα;» τη ρώτησε εκείνος λαχανιασμένος. Είχε έρθει τρέχοντας από το πάρκινγκ και είχε ανέβει δυο δυο τις σκάλες. Το ασανσέρ ήταν πολύ αργό για τα γούστα του. «Παραλίγο». Η Γκουέν άνοιξε την πόρτα της αίθουσας τοκετών, απ’ όπου βγήκε το επόμενο κύμα από βρισιές.


«Μη μου λες να μη σπρώχνω ακόμα, ηλίθιε σαδιστή. Απολύεσαι». «Αυτή είναι η τρίτη φορά που απολύει το μαιευτήρα της. Με τον Τράβις τον είχε απολύσει πέντε». Δείχνοντας να το διασκεδάζει πραγματικά, η Γκουέν μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. «Θα πρέπει να πονάει». Η Ναόμι έπαιξε νευρικά τα χέρια της. «Θα πρέπει να είναι τρομοκρατημένη». «Τρομοκρατημένη; Η Τζούλια; Όχι σε τούτη τη ζωή». «Ω, κι εσύ πώς το ξέρεις;» Η Ναόμι γύρισε τόσο απότομα προς το μέρος του, που έκανε τον Ίαν να οπισθοχωρήσει και την υπόλοιπη οικογένεια να την κοιτάξει περίεργα. «Δεν ήσουν καν εδώ. Αλήθεια, πού ήσουν;» «Α, παγιδευμένος με μια εξοργιστική γριά και τα ατέλειωτα μπαγιάτικα μπισκότα της. Το έσκασα μόλις πήρα το μήνυμα. Θέλεις λίγο νερό, Ναόμι;» «Όχι, δε θέλω νερό». Παραμέρισε απότομα το χέρι του και προχώρησε στο διάδρομο. Όταν ξαναμπήκε στην αίθουσα αναμονής, είδε να την κοιτάζουν μια θάλασσα από πρόσωπα, που τα περισσότερα δεν είχαν καταφέρει να πνίξουν τα χαμόγελά τους. Κοκκίνισε και άρχισε να τραυλίζει. «Συ... συγνώμη. Λυπάμαι πολύ. Δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο. Νιώθω μεγάλη νευρικότητα. Γιατί κανένας άλλος δε νιώθει νευρικός;» «Γιατί τα τελευταία πέντε χρόνια ζούμε αρκετά συχνά αυτό το σκηνικό», της απάντησε ο Ίαν. «Γιατί δεν κάθεσαι, γλυκιά μου;» «Δεν μπορώ». Έκλεισε τα μάτια της και πήρε τις βαθιές ανάσες της. Ο Ίαν μέτρησε μαζί της ως το δέκα. «Με συγχωρείς», συνέχισε και τον κοίταξε ξανά. «Δεν έπρεπε να ξεσπάσω πάνω σου». «Μπορείς να ξεσπάς πάνω μου όποτε θέλεις. Έλπιζα να σε βρω εδώ». Ο Ίαν την αγκάλιασε από τους ώμους και την οδήγησε σε μια άδεια καρέκλα. «Μόλις πήρα το μήνυμα για την Τζούλια σου τηλεφώνησα στο μαγαζί. Ήθελα να σε ενημερώσω, αλλά τελικά μ’ ενημέρωσε η γραμματέας σου για τα γεγονότα. Έχουν ανοίξει κουμπαρά». Η Ναόμι βρέθηκε καθισμένη. Ο Ίαν ήταν έξυπνος, είχε τον τρόπο του. Προσπάθησε να μείνει ακίνητη στη θέση της, αλλά δεν τα κατάφερε. «Λες να κάνει πολύ ακόμα;» «Δύσκολο να σου απαντήσω. Με τον Τράβις μου φάνηκε ότι πέρασε μια δεκαετία μέχρι να γεννήσει». «Δεκατέσσερις ώρες», τον διόρθωσε η Λόρα. «Τρεις ώρες λιγότερες απ’ όσες χρειάστηκα εγώ να γεννήσω το πρώτο μου παιδί, μία ώρα περισσότερη απ’ όσο μου πήρε να γεννήσω το δεύτερο».


«Το ίδιο κάνει», αποφάσισε ο Ίαν και θυμήθηκε ότι ήταν κι αυτός ράκος σαν τη Ναόμι όταν περίμενε να γεννήσει η Λόρα το πρώτο της παιδί. «Για μένα ισοδυναμούσε με μια δεκαετία». Έριξε μια ματιά γύρω του. «Πού είναι ο Μπραν;» «Τράβηξε το πιο μικρό καλαμάκι», του απάντησε ο Κέιν χαμογελώντας. «Έμεινε με τα παιδιά. Μας ζήτησε να προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Ορίστε», πρόσθεσε κι έβαλε στα χέρια της Ναόμι ένα φλιτζάνι τσάι. «Ω, ευχαριστώ». Αισθανόταν πολύ αμήχανη για να του πει ότι δεν ήθελε τίποτε και άρχισε να σιγοπίνει το τσάι ακούγοντας τις διάφορες συζητήσεις γύρω της, τα ξεσπάσματα γέλιων. Το είχε πιει όλο όταν συνειδητοποίησε πως το στομάχι της είχε τελικά ηρεμήσει. «Κυρίες και κύριοι». Η Γκουέν φάνηκε πάλι στην πόρτα, με το πρόσωπό της μούσκεμα στον ιδρώτα και λάμποντας από χαρά. «Θα ήθελα να σας ανακοινώσω τη γέννηση της Φιόνα Τζόι Μέρντοκ. Έκανε την εμφάνισή της σ’ αυτό τον κόσμο στις 4:43 μ.μ. και ζυγίζει τέσσερα κιλά ακριβώς. Μητέρα, πατέρας και κόρη τα πάνε πολύ καλά». Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. «Πάρα πολύ καλά». Και τότε άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, ν’ αγκαλιάζονται και να κλαίνε χωρίς καμιά ντροπή. Η Ναόμι βρέθηκε να συμμετέχει στην ανταλλαγή φιλιών, αγκαλιασμάτων και στις εκδηλώσεις χαράς. Όταν ο πατέρας του Ίαν της πρόσφερε ένα πούρο, το κοίταξε εμβρόντητη. Ύστερα ο Ίαν τη σήκωσε στον αέρα. «Δεν είναι φανταστικό;»


Κεφάλαιο 28

Είναι η πιο απίθανη οικογένεια που έχω γνωρίσει ποτέ μου, σκέφτηκε η Ναόμι. Και την άφησαν να πάρει μέρος στο γεγονός, την άφησαν να μοιραστεί μαζί τους μία από τις πιο υπέροχες στιγμές τους. Είχε σταθεί κι αυτή μπροστά στην τζαμαρία και είχε δει το πανέμορφο νεογέννητο μωρό που κρατούσε ο Κάλαμ στην αγκαλιά του. Και όταν ο Κέιν είχε ανακοινώσει ότι θα έβγαιναν όλοι έξω να το γιορτάσουν, την είχαν πάρει μαζί τους. Κανείς δεν την είχε αντιμετωπίσει σαν παρείσακτη, σαν να μην ανήκε στην οικογένεια. Ήταν όλοι τους άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι, εγκάρδιοι και, το κυριότερο, ειλικρινείς. Ενώ εκείνη, αναγκάστηκε να παραδεχτεί κάπως ένοχα, δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής. Όχι με τον Ίαν. Και όταν δέχτηκε να γυρίσει στο σπίτι μαζί του εκείνο το βράδυ, ετοιμάστηκε να το κάνει. «Αύριο θα καταφθάσει το επόμενο κύμα συγγενών», της είπε ο Ίαν ξεκλειδώνοντας την πόρτα του. «Μπορείς να είσαι σίγουρη γι’ αυτό. Με επικεφαλής τον ίδιο τον Μακ Γκρέγκορ, ο οποίος θα περιφέρεται κατασυγκινημένος και περήφανος για το νεογέννητο. Μετά, έτσι και εμφανιστούν ο Ντι-Σι με τη Λέινα, θα απαιτήσει να μάθει τι στην ευχή περιμένουν και δε βάζουν μπροστά να κάνουν κι αυτοί το δικό τους μωρό». Σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα να την προετοιμάσει πλήρως. «Και μετά θα έρθει η σειρά σου». «Η σειρά μου;» Η Ναόμι μπήκε στο σαλόνι αφάνταστα νευρική και άρχισε να χτυπάει τα ήδη αφράτα μαξιλάρια. «Πώς γίνεται μια όμορφη κοπέλα σαν κι εσένα να μην έχει ακόμα παντρευτεί; Δε σου αρέσουν τα μωρά; Τι περιμένεις για να κάνεις δικά σου;» Ο Ίαν χρωμάτισε τα λόγια του με έντονη σκωτσέζικη προφορά, ελπίζοντας ότι θα την έκανε να χαμογελάσει. Αλλά τα γκρίζα μάτια της τον κοίταξαν απόλυτα σοβαρά όταν γύρισε προς το μέρος του. «Ίαν, αυτό δεν είναι σωστό. Για σένα, για την οικογένειά σου. Είστε όλοι τόσο καλοί μαζί μου». «Και τι δεν είναι σωστό;»


«Δεν ήμουν ειλικρινής. Δε με ξέρεις καν. Δε σου αρέσω». «Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω σ’ αυτό το σημείο», μουρμούρισε εκείνος και προχώρησε προς το μέρος της. «Όχι, μη. Αλήθεια». Έκλεισε το στόμα του με το χέρι της και ετοιμάστηκε να του εξομολογηθεί τα πάντα. «Δεν έπρεπε να σε αφήσω να πιστέψεις ότι είμαι αυτή που βλέπεις». Άπλωσε τα χέρια της, τα κατέβασε πάλι. «Προσπαθώ να το πετύχω, αλλά δεν είναι δίκαιο για σένα». «Ναόμι, δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Σε κοιτάζω. Σε κρατάω», πρόσθεσε όταν την έπιασε από τους ώμους. «Μόνο επειδή άλλαξα εξωτερικά. Δυο χρόνια πριν, δε θα γύριζες καν να με κοιτάξεις. Και γιατί να το έκανες; Δεν το έκανε ποτέ κανείς. Ήμουν κοντόχοντρη επειδή μου ήταν πιο εύκολο να μπουκώνομαι παρά να αποδεχτώ πως, ό,τι και να έκανα, δε θα γινόμουν ποτέ σαν τη μητέρα μου». «Σαν τη μητέρα σου;» Ο Ίαν τα είχε χάσει με το ξαφνικό πάθος στη φωνή της. «Λεπτή, όμορφη, απόλυτα, έμφυτα θηλυκή. Δε θα μπορούσα ποτέ να γίνω σαν αυτή, έτσι απλώς... έτρωγα και κρυβόμουν στο βιβλιοπωλείο». «Ναόμι, πολλά παιδιά περνάνε μια φάση που είναι στρουμπουλά...» «Δεν ήταν φάση. Ήταν μια κατάσταση και μόνο ένα απλό σύμπτωμα αυτού που συνέβαινε μέσα μου. Ήμουν υποτονική, άχαρη, αδέξια. Και βάλθηκα να το αλλάξω αυτό απλά και μόνο επειδή μισούσα αυτό που έκανα στον εαυτό μου. Ήθελα ν’ ανακαλύψω τον άνθρωπο που έκρυβα πραγματικά μέσα μου και να προσπαθήσω να τον συμπαθήσω». «Και τα κατάφερες. Δεν είσαι καθόλου αδέξια ή άχαρη». «Και όμως, είμαι!» Η Ναόμι τον έσπρωξε ανυπόμονη. «Ακόμα και τώρα δεν ξέρω τι να φορέσω κάθε πρωί αν δε συμβουλευτώ πρώτα τον υπολογιστή μου». «Τον υπολογιστή σου;» Ω, ήταν ταπεινωτικό. «Έχω καταγράψει όλη την γκαρνταρόμπα μου στον υπολογιστή μαζί με τα αξεσουάρ που ταιριάζουν με κάθε σύνολο, ακόμα και τα παπούτσια και την απόχρωση του κραγιόν που πρέπει να φορέσω. Και σ’ ένα άλλο αρχείο καταγράφω τι φοράω και σε ποια εκδήλωση το φοράω, ώστε να μην ξαναεμφανιστώ με τα ίδια». «Αλήθεια;» Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Πανέξυπνο». «Πανέξυπνο; Γελοίο. Κάθε φυσιολογική γυναίκα πηγαίνει στην ντουλάπα της και διαλέγει αυτά που θέλει να φορέσει. Την προηγούμενη βδομάδα είχαμε διακοπή ρεύματος και ο υπολογιστής στο σπίτι μου δε λειτουργούσε.


Πανικοβλήθηκα και λίγο έλειψε να τηλεφωνήσω στη δουλειά και να πω ότι ήμουν άρρωστη. Είναι αξιοθρήνητο». «Δε λέω, η εμφάνισή σου είναι πάντα άψογη, αλλά δε νομίζω ότι χρειάζεται ν’ ανησυχείς τόσο πολύ». «Εσύ δε θα μπορούσες ποτέ να καταλάβεις. Εσύ γεννήθηκες όμορφος, μεγάλωσες όμορφος, σίγουρος, ευπαρουσίαστος. Οι γονείς μου είναι πραγματικά εκτυφλωτικοί άνθρωποι. Ο αδερφός μου μοιάζει με σταρ του κινηματογράφου. Και είμαι κι εγώ». «Ναόμι». Την έπιασε πάλι από τους ώμους. «Είσαι όμορφη γυναίκα». «Όχι. Αν προσέξω, μπορώ να γίνω ευπαρουσίαστη. Είμαι ευχαριστημένη με αυτό. Για να είμαι ειλικρινής, είμαι ενθουσιασμένη με αυτό. Και πιστεύω ότι με λίγη παραπάνω εξάσκηση δε θα μου είναι τόσο δύσκολο να τα καταφέρω». «Το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό, έτσι;» Ελαφρά τσαντισμένος, ο Ίαν την τράβηξε στο χολ και τη γύρισε μπροστά σ’ έναν ολόσωμο καθρέφτη με μαονένια κορνίζα. «Τι βλέπεις μέσα στον καθρέφτη;» «Εσένα». Η καρδιά αναπήδησε στο στήθος της. «Μόνο εσένα. Κανείς δε με θέλησε ποτέ πριν από σένα». Για πρώτη φορά ο Ίαν κατανόησε τι σήμαινε αυτό και άρχισε ν’ ανησυχεί. «Δεν έχω ξανανιώσει έτσι για κανέναν άλλο», μουρμούρισε η Ναόμι, ενισχύοντας το συναίσθημα που εκείνος άρχιζε να αναγνωρίζει σαν ενοχή. «Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα ένα βήμα πίσω, και δεν πίστεψα ποτέ ότι κάποιος θα νοιαζόταν αρκετά για μένα ώστε να με αφήσει να τον φτάσω». «Ναόμι». «Άσε με να τελειώσω». Την τρόμαζε να γυρίσει και να τον κοιτάξει στα μάτια. «Δε θέλω να συνεχίσεις να πιστεύεις ότι είμαι κάποια που δεν είμαι, τη στιγμή που ένα μέρος του εαυτού μου εξακολουθεί να είναι εκείνο το αδέξιο κορίτσι που είχε βγει μόνο δύο ραντεβού στο λύκειο -και τα δύο με αγόρια που ήταν φίλοι του αδερφού μου και με λυπούνταν. Η φοιτήτρια που πέρασε όλη τη φοιτητική ζωή της χωμένη μέσα στα βιβλία, επειδή μόνο ανάμεσά τους ένιωθε άνετα. Και υπάρχουν φορές που αυτό εξακολουθεί να ισχύει». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήσουν ο πρώτος άντρας που μου χάρισε λουλούδια, ο πρώτος άντρας που μ’ έβγαλε για δείπνο, ο πρώτος που κάθισε και με άκουσε, που με κοίταξε όπως εσύ». Η φωνή της έσπασε και κατέβαλε προσπάθεια για να συνεχίσει. «Είσαι ο μόνος άντρας που με άγγιξε, που με φίλησε».


Ο πρώτος της από κάθε σημαντική άποψη, σκέφτηκε ο Ίαν. Όχι μόνο σωματικά αλλά και συναισθηματικά. Κοιμόταν τόσο καιρό στο κουκούλι της σαν πεταλούδα, περιμένοντας να ελευθερωθεί και ν’ ανοίξει τα φτερά της. Κι εκείνος την είχε πιάσει στον αέρα προτού νιώσει πραγματικά τη δύναμή της. Ω Θεέ μου, σκέφτηκε. Τι είχε κάνει; Τι θα έκανε τώρα; «Δεν είμαι ο μόνος άντρας που θα θελήσει να κάνει όλ’ αυτά τα πράγματα μαζί σου. Και κάνεις λάθος να πιστεύεις ότι η εικόνα που προβάλλεις δεν είναι ο πραγματικός εαυτός σου». Έσυρε τα χέρια του στα μπράτσα της. «Εσύ είσαι. Απλά άρχισες μόλις τώρα να το συνειδητοποιείς». Την τράβηξε, στην αγκαλιά του και ακούμπησε το μάγουλό του στην κορυφή του κεφαλιού της. Και συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να κάνει κάτι περισσότερο από το να της δώσει απλά χρόνο. Θα έπρεπε να την αφήσει ελεύθερη ελπίζοντας ότι θα έβρισκε πραγματικά τον εαυτό της, κι όταν το δεχόταν αυτό, ότι θα επέστρεφε σ’ εκείνον. Έσφιξε για μια στιγμή τα μπράτσα της και πίεσε τον εαυτό του να κάνει πίσω. «Είσαι μια όμορφη και συναρπαστική γυναίκα, Ναόμι». «Είσαι ο μόνος που με είδε έτσι». Όταν την άκουσε να το λέει αυτό, όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της, ένιωσε την καρδιά του να γίνεται κομμάτια. «Δε νομίζω ότι έδειχνες την απαιτούμενη προσοχή. Και, ξέρεις, σκέφτομαι ότι έχω μονοπωλήσει εντελώς τον ελεύθερο χρόνο σου τις τελευταίες βδομάδες». «Τον ελεύθερο χρόνο μου;» «Δε σκέφτηκα καθόλου ότι μόλις είχες τελειώσει τις μετατροπές στο μαγαζί σου και σ’ έμπλεξα να με βοηθήσεις με τη βιβλιοθήκη μου». Μιλούσε ανέμελα καθώς την προσπερνούσε και έμπαινε στο σαλόνι. Θα μπορούσε να της δώσει έξι μήνες, είπε στον εαυτό του με πάθος. Έξι μήνες, και ύστερα, μα το Θεό, θα την κυνηγούσε. Και καλά θα έκανε να είναι έτοιμη. «Δε σου έδωσα την ευκαιρία να προσαρμοστείς στην καινούρια ζωή σου». Νιώθοντας την ανάγκη να απασχοληθεί με κάτι, έσκυψε μπροστά στο τζάκι και βάλθηκε να το ανάψει. «Προχωρήσαμε πολύ γρήγορα. Ίσως θα έπρεπε να πάμε λίγο πιο αργά». Η Ναόμι άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε, γιατί το άγριο κλότσημα της καρδιάς της της έκοψε την ανάσα. «Φοβάμαι πως θα πρέπει να γίνεις πιο συγκεκριμένος, Ίαν. Δε διαθέτω μεγάλη πείρα στις σχέσεις ώστε να καταλαβαίνω τα υπονοούμενα».


Αυτό ακριβώς ήταν το θέμα, σκέφτηκε ο Ίαν καθώς άναβε ένα σπίρτο και κοίταζε τη φλόγα. «Δεν υπάρχουν υπονοούμενα, Ναόμι. Απλά θα προχωρήσουμε πιο αργά. Θα πάρουμε μια ανάσα». «Δε θέλεις να με βλέπεις πια;» «Ναι, θέλω να σε βλέπω». Είδε το κούτσουρο να παίρνει φωτιά, αλλά η φλόγα του δεν τον ζέστανε. «Απλά προτείνω η σχέση μας να μην είναι αποκλειστική». Σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος της, σίγουρος πως, από τη στιγμή που ήξερε ότι αυτό που έκανε ήταν το σωστό για εκείνη, τελικά θα έπαυε και το σφίξιμο στο στομάχι του. «Θα πρέπει να βγαίνουμε και με άλλους». «Με άλλους», μουρμούρισε η Ναόμι. Με άλλες γυναίκες, σκέφτηκε. Ήθελε να βγαίνει και με άλλες γυναίκες. Θα έπρεπε να το περιμένει, φυσικά. «Υποθέτω ότι αυτό είναι πολύ φρόνιμο. Πολύ λογικό». Χαμογέλασε ψυχρά. «Μη μου πεις ότι δεν είμαστε τυχεροί που ήμουν πάντοτε μια φρόνιμη και λογική κοπέλα; Υποθέτω πως οι περισσότερες γυναίκες θα θύμωναν ή τουλάχιστον θα ενοχλούνταν με μια πρόταση σαν αυτή. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν τις περισσότερες γυναίκες, είμαι;» «Όχι, δεν είσαι», της απάντησε ήρεμα. «Εσύ είσαι μία στο εκατομμύριο». Η Ναόμι γέλασε κοφτά. «Μία στο εκατομμύριο», μουρμούρισε. Αλλά εξακολουθώ να μη σου είμαι αρκετή. «Ε, λοιπόν, ήταν μια πολύ μεγάλη μέρα. Είχε πολλές συγκινήσεις. Είμαι κουρασμένη. Πάω σπίτι». «Ναόμι. Δε θέλω να φύγεις απόψε». Τον κοίταξε μια στιγμή, με τη φωτιά να τρεμοπαίζει πίσω του. «Κι εγώ δε θέλω να μείνω». Βγήκε στο διάδρομο, προχώρησε προς την πόρτα και μετά γύρισε. «Σήμερα ήμουν ειλικρινής μαζί σου, Ίαν, πράγμα που θα έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή. Θα τελειώσω λοιπόν συνεχίζοντας να είμαι ειλικρινής. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Και ήμουν από την αρχή». Προχώρησε γρήγορα προς την εξώπορτα και βγήκε προτού προλάβει εκείνος να της πει κάτι ευγενικό, που θα έκανε ακόμα χειρότερο τον πόνο μέσα της. «Το ξέρω». Άφησε έναν αναστεναγμό να βγει στο άδειο σπίτι. «Αλλά δεν είχες ποτέ την ευκαιρία να νιώσεις διαφορετικά. Τώρα την έχεις». Την πρώτη μέρα ήταν δυστυχισμένος, τις δύο επόμενες σε άθλια κατάσταση και κατσούφης σχεδόν όλη τη βδομάδα. Αλλά δε σήκωσε το τηλέφωνο. Δεν της τηλεφώνησε. Δεν υπέκυψε στις ανάγκες του, δεν πήγε στο


διαμέρισμά της να χτυπήσει την πόρτα της. Να πάρει η οργή, θα τα έβγαζε πέρα. Έξι μήνες ήταν, θα περνούσαν, σκέφτηκε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του γραφείου του, πράγμα που έκανε πολύ συχνά τελευταία. Είχε έξι μήνες ελευθερίας στη διάθεσή της για να ανακαλύψει ποια ήταν και τι ήθελε. Έξι μήνες για να βγει με άλλους άντρες. Και αν κάποιος από αυτούς τολμούσε να την αγγίξει, θα... Όχι, αυτή ήταν η ουσία, θύμισε στον εαυτό του. Πώς θα μπορούσε η Ναόμι να είναι σίγουρη ότι τον αγαπούσε -ότι τον αγαπούσε πραγματικά, για μια ζωή-, αν δεν είχε ζήσει ποτέ μια ρομαντική εμπειρία, αν δεν την είχε αγγίξει, αν δεν την είχε αγαπήσει κάποιος άλλος; Μόρφασε όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα του. Ήθελε να το αγνοήσει ή, ακόμα καλύτερα, να φωνάξει: «Πάρε δρόμο, που να πάρει η οργή. Δε βλέπεις ότι έχω τις μαύρες μου;» «Τι είναι;» φώναξε απότομα. «Ωραίος τρόπος να μιλάς», γρύλισε ο Ντάνιελ ανοίγοντας την πόρτα. «Έτσι φέρεσαι στους πελάτες σου, κύριε δικηγόρε, ή η συμπεριφορά αυτή είναι μόνο για τους συγγενείς σου;» «Συγνώμη». Ο Ίαν πλησίασε και δέχτηκε τη σφιχτή αγκαλιά του παππού του και το ζεστό φιλί της γιαγιάς του. «Είχα κάτι στο μυαλό μου». «Δε θα σε καθυστερήσουμε». Η Άννα έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα στον άντρα της, αλλά εκείνος στρογγυλοκάθισε σε μια πολυθρόνα. «Θέλαμε απλά να σε αποχαιρετήσουμε». «Να με αποχαιρετήσετε; Μα μόλις πριν λίγες μέρες ήρθατε». «Η γυναίκα μου δεν μπορεί να μένει πολύ σ’ ένα μέρος», μουρμούρισε ο Ντάνιελ. «Κι εσύ προτιμάς το κρεβατάκι σου όσο κι εγώ», είπε η Άννα γελώντας. «Θα περάσουμε πρώτα από την Τζούλια να δούμε το μωρό και μετά θα γυρίσουμε στο σπίτι». «Θα μου λείψετε». «Τότε γιατί δεν έρχεσαι να μας βλέπεις πιο συχνά;» ρώτησε ο Ντάνιελ και χτύπησε τη γροθιά του στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Το αδιάκοπο φλερτάρισμα με μια όμορφη δεσποινίδα δε σου αφήνει χρόνο για να έρθεις να δεις τη γιαγιά και τον παππού σου». «Θα έρθω σε μια δυο βδομάδες. Αυτή τη στιγμή δε φλερτάρω και τόσο πολύ». «Και γιατί όχι, που να πάρει η ευχή; Πού είναι η Ναόμι;»


«Στο μαγαζί της, φαντάζομαι». Ο Ίαν έγειρε το κεφάλι του. «Γιατί;» «Όλοι στην οικογένεια μιλάνε γι’ αυτή». Ο Ντάνιελ έπαιξε τα δάχτυλά του. «Εκτός από σένα, φυσικά. Γιατί στην ευχή δεν έτυχε να σας δω ούτε μια φορά μαζί από τη μέρα που ήρθα, ενώ όλοι λένε ότι ήσασταν κολλητοί επί βδομάδες;» «Επειδή είπαμε να κάνουμε ένα διάλειμμα». «Διάλειμμα! Διάλειμμα; Γιατί στην οργή να το κάνετε αυτό; Είστε τέλειοι ο ένας για τον άλλο. Αυτή η κοπέλα είναι γεννημένη για σένα, κουφιοκέφαλε. Είναι έξυπνη και πολύ γλυκιά. Κατάγεται από καλή οικογένεια, από γερό σόι. Και μην αφήσεις την ηρεμία της να σε ξεγελάσει. Είναι γυναίκα με τσαγανό, με αποφασιστικότητα». «Δείχνεις να ξέρεις πολλά για μια γυναίκα που συνάντησες λίγες φορές στο βιβλιοπωλείο». Ο Ντάνιελ τον αγριοκοίταξε. «Ξέρω την οικογένειά της, δεν την ξέρω;» «Αχ, Ντάνιελ». Η Άννα αναστέναξε κουνώντας το κεφάλι της. «Θα έπρεπε να το ξέρω». «Τι να ξέρεις;» Τα γαλανά μάτια του άστραψαν αθώα. «Μου την έστησες τελικά», είπε ο Ίαν και κάθισε στην άκρη του γραφείου του. «“Βρες μου αυτά τα βιβλία, εντάξει, αγόρι μου; Δες μήπως μπορεί να σε βοηθήσει η μικρούλα Ναόμι”». Ο Ίαν γέλασε και κάρφωσε το βλέμμα του στο ταβάνι. «Ούτε που το φαντάστηκα». «Και λοιπόν; Το μόνο που έκανα ήταν να σε στείλω για ένα θέλημα. Αν δε σου είχε αρέσει αυτό που είδες -λες και κάποιος δικός μου συγγενής θα μπορούσε να είναι τόσο ηλίθιος-, θα αγόραζες τα βιβλία και θα έφευγες. Εμένα όμως μου φαίνεται», συνέχισε ο Ντάνιελ μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, «ότι σου άρεσε αυτό που είδες, και πολύ μάλιστα». «Ναι, μου άρεσε». «Και τι έχεις να πεις τώρα;» «Ευχαριστώ». Ο Ντάνιελ μισόκλεισε τα μάτια του, ψάχνοντας να εντοπίσει την παγίδα. «Ευχαριστώ;» «Ευχαριστώ που είχες την ικανότητα να αναγνωρίσεις τη γυναίκα που ελπίζω να παντρευτώ». «Χα!» Με αξιοθαύμαστη σβελτάδα για έναν άντρα του δικού του όγκου και ηλικίας, ο Ντάνιελ πετάχτηκε από την καρέκλα του και έσφιξε τον Ίαν στην αγκαλιά του. «Τι καλό παιδί. Το βλέπεις, Άννα; Τούτος εδώ ξέρει να εκτιμάει τη σοφία του παππού του. Γι’ αυτό ήταν πάντα ο αγαπημένος μου


εγγονός». «Πριν δυο μέρες αγαπημένη σου ήταν η Τζούλια», του θύμισε ο Ίαν. «Σε άκουσα να της το λες». «Ε, μόλις είχε γεννήσει το μωρό. Είχε ανάγκη από γλυκόλογα. Πες μου εσύ τώρα». Ο Ντάνιελ ξανακάθισε χαμογελαστός, αλλά το χαμόγελό του δεν άργησε να ξεθωριάσει. «Τι εννοείς λέγοντας ότι ελπίζεις να την παντρευτείς; Θα την παντρευτείς ή όχι την κοπέλα -και περιμένω να μου πεις ότι θα την παντρευτείς, γιατί δεν είσαι κουφιοκέφαλος». «Της δίνω λίγο χρόνο. Μερικούς μήνες. Στη συνέχεια ελπίζω να συνεχίσουμε από εκεί όπου μείναμε». «Χρόνο; Μερικούς μήνες;» βρυχήθηκε ο Ντάνιελ. «Τελικά είναι κουφιοκέφαλος! Τι είδους σκέψη είναι αυτή, που να πάρει η οργή; Για όνομα του Θεού, πήγαινε να πάρεις το κορίτσι». «Ντάνιελ, άσε το παιδί ήσυχο». «Όχι, που να πάρει ο διάβολος», βροντοφώναξε ο Ντάνιελ στη γυναίκα του και μετά έδωσε μια ελαφριά καρπαζιά στον αγαπημένο του εγγονό. «Είσαι ερωτευμένος με αυτό το όμορφο κορίτσι ή όχι;» «Ναι, που να πάρει η οργή». Ο Ίαν σπάνια θύμωνε, αλλά όταν το έκανε συναγωνιζόταν επάξια τον παππού του. «Αρκετά ώστε να ξέρω τι είναι αυτό που χρειάζεται και να της το προσφέρω. Εσύ το ξεκίνησες, και σου είμαι ευγνώμων. Αλλά από δω κι εμπρός θα το χειριστώ μόνος μου». «Θα το χειριστείς; Θα τα κάνεις μούσκεμα, θέλεις να πεις. Γιατί...» «Με συγχωρείτε», φώναξε ο Κέιν από την πόρτα. «Εδώ είναι χώρος εργασίας, απ’ ό,τι ξέρω. Οι οικογενειακοί καβγάδες απαγορεύονται μέχρι τις έξι». «Ξέρεις τι σκαρώνει τούτο το παιδί;» φώναξε ο Ντάνιελ. «Ο γιόκας σου; Έχει κληρονομήσει την ξεροκεφαλιά σου, να τι φταίει. Φρόντισε να του βάλεις λίγο μυαλό, διαφορετικά νίπτω τας χείρας μου». «Πολύ ωραία ιδέα», είπε πρόσχαρα ο Κέιν. «Γιατί δεν πας να νίψεις τας χείρας σου και να με αφήσεις να μιλήσω με το γιο μου;» «Φρόντισε να το κάνεις». Ο Ντάνιελ ξεφύσηξε. «Εμείς πάμε να δούμε την Τζούλια -που είναι λογική, όχι βλίτο σαν κάποια άλλα εγγόνια μου- και το όμορφο μωρό της. Κι εσύ...» Έδωσε άλλη μια καρπαζιά στον Ίαν. «Πάψε να είσαι χαζός και πήγαινε να βρεις το κορίτσι». Ο Κέιν φίλησε τη μητέρα και τον πατέρα του και χαμογέλασε όταν είδε την Άννα να βγάζει με το ζόρι από το δωμάτιο τον Ντάνιελ, που έβραζε ακόμα. Ύστερα έκλεισε την πόρτα, διάλεξε μια καρέκλα και συνέχισε να χαμογελάει όταν είδε τον Ίαν να τρίβει το κεφάλι του.


«Το χέρι του είναι βαρύ σαν τούβλο, έτσι;» «Είχε να με καρπαζώσει απ’ όταν ήμουν δώδεκα». Ο Ίαν χαμογέλασε. «Μου λείπουν κιόλας». «Ξέρω τι εννοείς. Κάτσε κάτω, Ίαν». Το πρόσωπο του Κέιν σοβάρεψε. «Ο Μακ Γκρέγκορ είχε δίκιο. Είναι καιρός να μιλήσουμε. Θα ήθελα να μάθω τι τρέχει και γιατί, μια βδομάδα τώρα, δείχνεις σε όλους τα δόντια σου». «Έχω πολλά στο κεφάλι μου. Δεν είναι υποχρεωτικό να είμαι ευχάριστος όλες τις ώρες της ημέρας, που να πάρει». Ο Κέιν ύψωσε απλά το φρύδι του. «Είπα, κάτσε κάτω. Θα γλιτώσεις ένα γερό πονοκέφαλο αν θυμηθείς πως δεν ξέρει μόνο ο Μακ Γκρέγκορ να δίνει καρπαζιές».


Κεφάλαιο 29

Ο Ίαν κάθισε, αλλά δεν του άρεσε καθόλου. Αμίλητος, χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλα στο γοφό του και κοίταξε στα μάτια τον πατέρα του. Είναι πεισματάρης, σκέφτηκε ο Κέιν με θαυμασμό. Αυτό ήταν πάντα ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του γιου του, αυτή η ξεροκέφαλη, μονοκόμματη συμπεριφορά. Σπάνια άνοιγε καβγά, αλλά ακόμα πιο σπάνια απέφευγε κάποιον όταν ξεσπούσε. «Τι συμβαίνει ανάμεσα σ’ εσένα και τη Ναόμι;» Ήταν τυπικό χαρακτηριστικό του πατέρα του, σκέφτηκε ο Ίαν, να μπαίνει κατευθείαν στο θέμα. «Κοντεύω τα τριάντα», απάντησε, ενοχλημένος από το σφιγμένο τόνο της φωνής του. «Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αυτό είναι δικό μου θέμα». «Απολύτως», συμφώνησε καλόκεφα ο Κέιν. «Αρκεί να μην επηρεάζει την απόδοσή σου στο γραφείο Μακ Γκρέγκορ & Μακ Γκρέγκορ. Και τις τελευταίες μέρες δεν είσαι σε φόρμα, Ίαν». «Θα φροντίσω να μην ξανασυμβεί», «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Στο μεταξύ όμως...» Ο Κέιν άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στου γιου του. «Πες μου πού πονάς». «Που να πάρει». Καθώς τα συναισθήματά του έβγαιναν στην επιφάνεια, ο Ίαν πετάχτηκε όρθιος. «Κάνω αυτό που πρέπει, αυτό που είναι καλύτερο για εκείνη». «Δηλαδή;» «Κάνω πίσω». «Είναι το καλύτερο και για σένα, Ίαν; Είσαι ερωτευμένος μαζί της. Αυτό δεν είναι ερώτηση», πρόσθεσε ο Κέιν. «Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Ξέρω να το αναγνωρίζω. Το ίδιο νιώθω κι εγώ για τη μητέρα σου». «Το ξέρω. Το βλέπω μια ζωή. Δε θα δεχόμουν τίποτε λιγότερο. Δε θα έδινα τίποτε λιγότερο». Ο Ίαν έχωσε το χέρι στα μαλλιά του. «Της δίνω λίγο περιθώριο, λίγο χρόνο. Πρέπει να ξέρει τι θέλει». «Και δεν ξέρει; Τη ρώτησες;» Ο Ίαν αναστέναξε βαθιά και κάθισε πάλι. «Δεν είχε πάει με άλλον άντρα πριν από μένα». «Κατάλαβα». Ο Κέιν κοίταξε σκεφτικός τα χέρια του. «Την αποπλάνησες;»


«Όχι, έκανα πίσω. Έπρεπε η απόφαση να είναι δική της -έπρεπε να νιώθει έτοιμη. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;» «Τίποτα, όντας αυτός που είσαι. Και τώρα ανησυχείς επειδή είσαι ο μόνος άντρας που την έχει αγγίξει». «Νόμιζα ότι μπορούσα να το χειριστώ. Αλλά δεν είναι μόνο ότι δεν είχε κάνει σεξ με άλλον άντρα. Δεν είχε κάνει τίποτε. Με κανέναν. Στα καλά καθούμενα, κάθισε και μου ξεφούρνισε πως είναι ψεύτικη, πως με ελκύει απλώς και μόνο επειδή ανέπτυξε αυτή την καινούρια εικόνα του εαυτού της. Και στη συνέχεια τα έβγαλε όλα στη φόρα. Μου είπε ότι ήταν χοντρή και άχαρη και ότι κρυβόταν πίσω από αυτό επειδή δεν μπορούσε να συγκριθεί με τους υπόλοιπους στην οικογένειά της. Δεν είχε καν την ευκαιρία να βγει ραντεβού, να γνωρίσει ή να βιώσει οτιδήποτε. Μόλις που είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τις ικανότητες, τις δυνάμεις της, και ξαφνικά εμφανίζομαι εγώ, έτοιμος να τη δεσμεύσω με γάμο, παιδιά, οικογένεια, με όλο το πακέτο, προτού καλά καλά προλάβει να ζήσει τη ζωή της». «Έτσι... της είπες ότι την αγαπάς τόσο πολύ, ώστε ήθελες να της δώσεις αυτή την ευκαιρία;» «Αν της έλεγα ότι την αγαπούσα, δε θ’ άκουγε τα υπόλοιπα», είπε βλοσυρός ο Ίαν. «Νομίζει ότι είναι ερωτευμένη μαζί μου». «Απλά το νομίζει;» «Πώς στην ευχή θα μπορούσε να το ξέρει;» Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και σηκώθηκε πάλι από την καρέκλα του. «Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Εσύ πώς ξέρεις ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της;» «Επειδή ποτέ μέχρι τώρα δεν ένιωσα την επιθυμία να περάσω τη ζωή μου με κάποια άλλη γυναίκα. Επειδή μπορώ να φανταστώ τη ζωή μας σε ένα χρόνο, σε δέκα. Σε πενήντα». Ο Ίαν έκανε το γύρο του δωματίου και σταμάτησε μπροστά στον πατέρα του. «Το βλέπεις ότι έχω δίκιο, δεν το βλέπεις; Δε θα ήταν δίκαιο να την εκμεταλλευτώ με αυτό τον τρόπο, να της ζητήσω να με παντρευτεί προτού της δοθεί η ευκαιρία να ζήσει λίγο ακόμα». «Έχει σημασία τι σκέφτομαι εγώ;» «Και βέβαια έχει». «Τότε θα σου πω». Ο Κέιν σηκώθηκε και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του μοναχογιού του. «Είσαι κουφιοκέφαλος». «Τι είπες;» «Όσο κι αν με πονάει, θα πρέπει να συμφωνήσω με τον Μακ Γκρέγκορ. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Είσαι κουφιοκέφαλος, Ίαν. Δεν αναγνωρίζεις στη γυναίκα που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς το δικαίωμα να ξέρει τι θέλει,


τι κρύβει στην καρδιά της. Πήρες μια απόφαση για κείνη χωρίς να έχεις κανένα δικαίωμα να το κάνεις. Και κατά τη γνώμη μου, αν και πάλι με πονάει να επαναλαμβάνω τα λόγια του πατέρα μου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να πας να βρεις το κορίτσι». Αν και ο Ίαν δεν είχε πειστεί ότι οι άντρες της οικογένειάς του είχαν δίκιο, πήγε και στήθηκε έξω από την πόρτα της Ναόμι και την περίμενε να γυρίσει. Σκέφτηκε να περάσει από το βιβλιοπωλείο, αλλά απέρριψε την ιδέα. Αν ήταν να κουβεντιάσουν το μέλλον τους, δεν έπρεπε να το κάνουν σε επαγγελματικό χώρο. Ωστόσο, καθώς η ώρα περνούσε, άρχισε ν’ ανησυχεί μήπως είχε ακολουθήσει λάθος τακτική. Στο βιβλιοπωλείο, τουλάχιστον, θα την είχε βρει. Τώρα δεν ήξερε πού στην ευχή ήταν. Έτσι, όταν άκουσε τα βήματά της στις σκάλες, πετάχτηκε όρθιος. Μόλις τον είδε, η Ναόμι έμεινε κόκαλο στο διάδρομο. Ύστερα άλλαξε χέρι το χαρτοφύλακά της και προχώρησε προς το μέρος του. «Γεια σου, Ίαν». «Δούλευες μέχρι αργά». Φορούσε το ίδιο άρωμα. Το ίδιο υπέροχο άρωμα. «Ναι, πράγματι». Έβγαλε τα κλειδιά της και τα έβαλε στην κλειδαριά. «Θα ήθελα να σου μιλήσω. Μπορώ να περάσω μέσα;» «Δεν είναι κατάλληλη ώρα». Ποτέ δε θα ήταν κατάλληλη ώρα, αφού και μόνο που τον έβλεπε πέθαινε από τον πόνο. «Σε παρακαλώ». Ο Ίαν ακούμπησε το χέρι του στην πόρτα για να την κρατήσει ανοιχτή. «Ναόμι, πρέπει να μιλήσουμε». «Εντάξει». Μπορούσε να το χειριστεί. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα τα κατάφερνε. «Αλλά θα πρέπει να πεις ό,τι έχεις να πεις στα γρήγορα. Πρέπει ν’ αλλάξω». «Γιατί;» «Έχω ραντεβού», του απάντησε. Ήταν ένα φοβερό ψέμα, για το οποίο ήταν σίγουρη ότι αργότερα θα ντρεπόταν. Αλλά αυτή τη στιγμή η περηφάνια της ήταν πιο σημαντική από την ειλικρίνεια. «Με άντρα;» Το σοκ που διάβασε στο πρόσωπό του τόνωσε αυτή την περηφάνια και χαμογέλασε. «Επιχείρησα να βγω ραντεβού με μπαμπουίνους, αλλά δεν έχουμε τα ίδια γούστα στον κινηματογράφο». Με κοφτές κινήσεις, άφησε το χαρτοφύλακά της και κρέμασε το παλτό της. «Τι μπορώ να κάνω για


σένα;» Να με παντρευτείς, να γεννήσεις τα παιδιά μου. «Δεν ήμουν ξεκάθαρος τις προάλλες». «Ω, νομίζω ότι ήσουν». «Όχι, δε σου εξήγησα τι έκανα και γιατί το έκανα». «Κατάλαβα απόλυτα». Και ήθελε να τον μισήσει όπως μισούσε και τον εαυτό της που ήταν τόσο αθεράπευτα ερωτευμένη μαζί του. «Σου είπα ότι αυτό που έβλεπες όταν με κοιτούσες δεν ήταν αυτό που έκρυβα μέσα μου. Εσύ συμφώνησες, κι αυτό ήταν όλο». «Όχι, εγώ... Θεέ μου, αυτό νόμισες; Ναόμι, λυπάμαι». Άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει, αλλά εκείνη τραβήχτηκε. «Κάνεις μεγάλο λάθος. Το χειρίστηκα άσχημα. Άσε με να σου εξηγήσω». «Με πιέζει λίγο ο χρόνος, Ίαν». «Το ραντεβού σου θα πρέπει να περιμένει», της πέταξε και χώνοντας τα χέρια στις τσέπες του άρχισε να περιφέρεται στο δωμάτιο, ενώ εκείνη τον κοίταζε με υψωμένα φρύδια. «Όταν τελείωσες, όταν μου είπες ότι δεν είχες πάει ποτέ με κανέναν...» «Το ήξερες ότι δεν είχα πάει ποτέ με κανέναν». «Δεν εννοώ μόνο το σεξ!» Αυτή τη φορά βρυχήθηκε, αναγκάζοντάς τη να μισοκλείσει τα μάτια της. «Για το Θεό. Το σεξ είναι μόνο ένα μέρος της σχέσης. Υπάρχει η συντροφικότητα, υπάρχει η διασκέδαση, το να περνάς τη μισή νύχτα κουβεντιάζοντας, το να παρακολουθείς χαζοταινίες. Όλα τα πράγματα που κάνει κάποιος όταν βγαίνει ραντεβού. Πράγματα που δεν έκανες ποτέ με κανέναν άλλο εκτός από εμένα». Σίγουρος ότι είχε βρει την ψυχραιμία του, στράφηκε πάλι προς το μέρος της. «Ήθελα να σου δώσω χρόνο για να μπορέσεις να το σκεφτείς, για να μπορέσεις να σιγουρευτείς ότι θέλεις να κάνεις όλ’ αυτά τα πράγματα μόνο μαζί μου». «Να μου δώσεις χρόνο;» Η Ναόμι ευχόταν να μπορούσε να τον στείλει στο διάβολο μ’ ένα ψυχρό γέλιο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να ξεφυσήξει χλευαστικά. «Μου είπες ότι ήθελες να βγαίνεις και με άλλες γυναίκες για να μου δώσεις χρόνο;» «Ποτέ δε θέλησα να βγω με άλλες γυναίκες», ούρλιαζε ο Ίαν, στη συνέχεια όμως συγκρατήθηκε. «Σκέφτηκα ότι εσύ έπρεπε να βγεις με άλλους άντρες. Και απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχεις μεγάλο πρόβλημα να το κάνεις». «Ήθελες να βγω με άλλους άντρες», είπε αργά εκείνη κοιτάζοντάς τον. «Δεν το ήθελα καθόλου -είσαι τρελή;» Τα γαλανά μάτια του πέταξαν φλό-


γες. «Ήταν αυτό που χρειαζόσουν. Πώς στην ευχή μπορούσα να σου ζητήσω να με παντρευτείς, όταν δεν είχες κανένα σημείο αναφοράς; Τίποτε για να συγκρίνεις αυτό που πίστευες ότι ένιωθες για μένα; Προσπάθησα να φανώ δίκαιος απέναντι σου». «Δίκαιος απέναντι μου; Δίκαιος απέναντι μου;» Η οργή φούντωσε στην πληγωμένη καρδιά της. «Αποφάσισες ότι ήταν σωστό για μένα να μου ραγίσεις την καρδιά;» «Όχι, να την προστατέψω. Να προστατέψω εσένα». «Από τι; Από εσένα; Από τον εαυτό μου; Πώς τόλμησες να πάρεις αυτή την απόφαση για λογαριασμό μου;» «Δεν την πήρα. Όχι ακριβώς». Ένιωσε σαν να γλιστρούσε μέσα σε μια πολύ βαθιά τρύπα. «Ήθελα απλά να... Ίσως θα πρέπει να επικαλεστώ την Πέμπτη Τροπολογία», μουρμούρισε. «Ω, θα μπορούσα να σε χτυπήσω. Να σε χτυπήσω στ’ αλήθεια». Αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί προτού το κάνει. Η βία που φούντωσε μέσα της ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για εκείνη. «Δεν έχω χτυπήσει ποτέ άνθρωπο στη ζωή μου, αλλά, μα το Θεό, εσένα θα μπορούσα να σε χτυπήσω. Και πολύ θα ήθελα να μάθω πώς θα ένιωθα. Μη μ’ αγγίξεις, γαμώτο», τον προειδοποίησε όταν τον ένιωσε να προχωράει προς το μέρος της. «Διαφορετικά θα το μάθω». Μια και από τη μέρα που την είχε γνωρίσει την είχε ακούσει να χρησιμοποιεί σπάνια κάποιες ήπιες βρισιές, κατάλαβε ότι ήταν πολύ θυμωμένη. «Ναόμι...» Εκείνη γύρισε απότομα προς το μέρος του προτού προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του. «Θα πρέπει να με περνάς για ηλίθια». «Και βέβαια όχι. Απλά...» «Ένα κακόμοιρο, αξιολύπητο θηλυκό που δεν ξέρει τι θέλει, τι κρύβει στην καρδιά του». Άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο με κινήσεις τόσο θυελλώδεις όσο ήταν το βλέμμα της. «Υποθέτω πως ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθώ ότι σ’ αγαπώ θα ήταν να κάνω πρώτα άγριο σεξ με καμιά δεκαριά άντρες. Ή μήπως είκοσι; Τι νούμερο είχες κατά νου;» «Δε θέλω να κάνεις σεξ με κανέναν!» «Α, σωστά. Δεν πρόκειται για το σεξ. Λοιπόν, άσε με να πάρω ένα χαρτί να γράψω κι εσύ μπορείς να μου πεις πόσα ακριβώς ρομαντικά δείπνα, νυχτερινά ραντεβού, βόλτες στην εξοχή και οτιδήποτε άλλο πρέπει να κάνω για να με θεωρήσεις αρκετά ικανή ν’ αποφασίσω τι σκέφτομαι και τι αισθάνομαι».


Άνοιξε πράγματι το χαρτοφύλακά της και έβγαλε ένα μπλοκ προτού ο θυμός του Ίαν πάρει το πάνω χέρι. «Εντάξει, αυτό ήταν. Αρκετά». Άρπαξε το σημειωματάριο από τα χέρια της και το πέταξε. «Δε δίνω δεκάρα για το τι είναι δίκαιο για σένα και τι όχι. Δεν πρόκειται να περάσω τους επόμενους έξι μήνες περιμένοντας να ζήσεις τη μικρή σου περιπέτεια». «Έξι μήνες; Αυτό ήταν το όριο; Τα είχες σκεφτεί όλα, σωστά;» Η χαρά συναγωνιζόταν την οργή της. Ό συνδυασμός τη ζάλιζε, αλλά και την έκανε να νιώθει δυνατή. «Ε, λοιπόν, ίσως τα πούμε τον Απρίλη». Πήγε προς την πόρτα, σκοπεύοντας να την ανοίξει διάπλατα. Και βρέθηκε με την πλάτη κολλημένη πάνω της και το οργισμένο πρόσωπο του Ίαν πολύ κοντά στο δικό της. Εγώ τον έχω φέρει σε αυτό το σημείο, συνειδητοποίησε με απορία και ενθουσιασμό καθώς κοιτάζονταν στα μάτια. Τον είχε θυμώσει τόσο που της έδειχνε τα δόντια του. Τον είχε κάνει να την αγαπήσει μέχρι που είχε χάσει το μυαλό του. Κι ας ήταν αδέξια. Αυτό ήταν τέλειο, φανταστικό. Και τα είχε καταφέρει χωρίς να κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να είναι ο εαυτός της. «Είπα, ξέχνα το». Ο Ίαν την άρπαξε από το χέρι. «Μπορείς να τα ξεχάσεις όλα. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Όχι για έξι μήνες, αλλά ούτε για έξι αναθεματισμένες ώρες. Θα με παντρευτείς, κι αν ανακαλύψεις αργότερα ότι προχωρήσαμε λίγο γρήγορα για τα γούστα σου, θα φταίει η κακή σου τύχη». «Πολύ καλά, εντάξει». «Και μπορείς να μαζέψεις τα πράγματά σου από τώρα, επειδή...» Άνοιξε το στόμα του και το ξανάκλεισε, δίνοντάς της μια πρώτη εικόνα τού πώς ήταν ν’ αφήνει τον 'Ιαν Μακ Γκρέγκορ άναυδο. Ήταν υπέροχο συναίσθημα, αποφάσισε. «Πολύ καλά, εντάξει;» κατάφερε να ψελλίσει τελικά εκείνος. «Ναι». Απολαμβάνοντας την καινούρια της δύναμη, η Ναόμι τον άρπαξε από τα πέτα. «Ηλίθιε», του είπε και τράβηξε το στόμα του στο δικό της. Αυτή η επαφή τους τον τρέλανε. Αρπάζοντάς την, την έσφιξε πάνω του μέχρι που ένιωσε τις καρδιές τους να χτυπούν δυνατά η μια πάνω στην άλλη. «Μόλις πρόσφατα το αγαπημένο παρατσούκλι που μου κόλλησε η οικογένεια είναι κουφιοκέφαλος». «Κουφιοκέφαλε», του ψιθύρισε η Ναόμι, τρελή από έρωτα. «Είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου». Το στόμα της ταξίδεψε στο πρόσωπό του, αναζητώντας πάλι τα χείλη του.


«Το ξέρω. Μπορώ να το καταλάβω». Δάγκωσε το πάνω χείλος της. «Μπορείς να συνεχίσεις να μου είσαι θυμωμένη για λίγο. Μου αξίζει». «Εντάξει». «Σ’ αγαπώ, Ναόμι». Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και τραβήχτηκε για να μπορέσει να την κοιτάξει στα μάτια. «Σ’ αγαπώ». Η Ναόμι έκλεισε τα μάτια της και απόλαυσε το ζεστό κύμα συναισθημάτων που φούντωσε μέσα της. Μετά τα άνοιξε, τον κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε. «Ξαναπές το. Έτσι απλά. Θα το ξαναπείς;» Ο Ίαν τη φίλησε πρώτα -στα μάγουλα, στο μέτωπο, στα χείλη. «Σ’ αγαπώ, Ναόμι. Δεν αγαπώ μόνο την ομορφιά σου -γιατί, μα το Θεό, είσαι πολύ όμορφη. Αγαπώ αυτό που είσαι. Αγαπώ τα πάντα σ’ εσένα. Άρχισα να σ’ ερωτεύομαι από την πρώτη στιγμή που σε είδα και δε λέω να σταματήσω». «Κι εγώ σ’ αγαπώ, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Αχ, Ίαν, ήμουν πολύ δυστυχισμένη χωρίς εσένα». «Ίσως σε βοηθήσει να νιώσεις καλύτερα αν σου πω ότι έχω να κοιμηθώ της προκοπής από τη μέρα που έφυγες». «Άκου λέει». Χαμογέλασε όταν τον άκουσε να γελάει. «Ελπίζω να υπέφερες. Και θα σ’ το θυμίσω την επόμενη φορά που θα επιχειρήσεις να αποφασίσεις τι είναι το καλύτερο για μένα». Ο Ίαν έχωσε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της. «Εγώ είμαι το καλύτερο για σένα». «Ναι». Η Ναόμι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, διερωτώμενη πώς μπόρεσε να αμφιβάλει έστω και για μια στιγμή πόσο τέλεια ταίριαζε εκεί. «Ναι, και τυχαίνει να είμαι κι εγώ ό,τι καλύτερο για σένα. Θέλω να φτιάξουμε μαζί τη ζωή μας, Ίαν». «Πάμε λοιπόν σπίτι να την ξεκινήσουμε».


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ


Λένε πως όσο γερνάει ο άνθρωπος οι αναμνήσεις των περασμένων χρόνων μένουν καθαρές σαν κρύσταλλο στη μνήμη του, ενώ αυτές των τελευταίων εβδομάδων έχουν την τάση να μπερδεύονται μέσα στην ομίχλη. Εξακολουθώ να θυμάμαι σαν να ήταν χτες την πρώτη φορά που είδα την Άννα μου. Ω, θυμάμαι εκείνο το ψυχρό, αδιάφορο βλέμμα που μου έριξε. Δεν έμεινε όμως για πολύ αδιάφορη, σωστά; Τότε ήμουν νέος, το αίμα μου έβραζε. Ένας θεόρατος, ευέξαπτος Σκοτσέζος σ’ ένα σαλόνι της υψηλής κοινωνίας όπου είχα πάει για να βρω τη γυναίκα της ζωής μου. Και είδα την Άννα με το όμορφο γαλάζιο φόρεμά της. Ήταν δική μου από την πρώτη στιγμή -αν και μου πήρε κάποιο χρόνο να την πείσω. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα σαν να ήταν χτες. Τα φώτα, τη μουσική, τα χρώματα. Θυμάμαι την ευωδιά του αέρα όταν έφερα την Άννα εδώ, σε τούτη την πλαγιά, όπου θα έχτιζα το σπίτι στο οποίο θα ζούσαμε. Και θυμάμαι την αίσθηση του χώματος στα χέρια μου όταν φύτεψα ένα δεντράκι για να γιορτάσω τη γέννηση του πρώτου γιου μου. Άρα έχουν δίκιο σ’ αυτό. Ο γέρος έχει βαθιά μνήμη. Αλλά θυμάμαι το ίδιο καθαρά και τι έγινε την περασμένη βδομάδα, άρα τι στην ευχή γνωρίζουν όλοι αυτοί που τα λένε αυτά; Την περασμένη βδομάδα παντρεύτηκε ο εγγονός μου. Και μπορώ να σας περιγράψω τα αρώματα μέσα στην εκκλησία, τα χρώματα που έπαιρνε το φως που τρύπωνε από τα παράθυρα, τον πλούσιο ήχο του μουσικού οργάνου που πλημμύρισε το χώρο όταν η μικροσκοπική Ναόμι εμφανίστηκε στο βάθος του ναού, με το κατάλευκο νυφικό της στολισμένο με το ταρτάν των Μακ Γκρέγκορ και το πέπλο των Μακ Γκρέγκορ να καλύπτει τα λαμπερά, κατάμαυρα μαλλιά της. Λένε ότι οι νύφες λάμπουν. Κι εκείνη έλαμπε πραγματικά. Η αγάπη είναι που κάνει το πρόσωπο μιας γυναίκας να λάμπει. Και το δικό της έλαμπε. Και ο Ίαν την περίμενε, γοητευτικός σαν πρίγκιπας. Δεν έχω ακούσει να λένε ότι λάμπουν και οι γαμπροί, αλλά ίσως θα έπρεπε να το λένε κι αυτό. Δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη για να περιγράψω την έκφραση του προσώπου του καθώς την παρακολουθούσε να προχωράει προς το μέρος του. Και επειδή τελικά δεν είναι καθόλου κουφιοκέφαλος, τι νομίζετε ότι έκανε; Πήρε και τα δυο χέρια της στα δικά του και προτού αρχίσει ο παπάς την τελετή της είπε: «Σ’ αγαπώ, Ναόμι». Η φωνή του ακούστηκε δυνατή και καθαρή όπως οι καμπάνες μετά το τέλος του μυστηρίου. Κι αν έμεινε κάποιο μάτι αδάκρυτο στην εκκλησία εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ. Αυτή η χρονιά ήταν καλή για την οικογένειά μας. Είχαμε τρεις γάμους


και τη γέννηση ενός μωρού. Έβαλα τα δυνατά μου, και δεν μπορεί να με συναγωνιστεί κανένας σ' αυτό. Τώρα η χρονιά κοντεύει να φτάσει στο τέλος της. Θα χαζέψω για λίγο το χιόνι και θ’ αφουγκραστώ τον αέρα που λυσσομανάει στα παράθυρα, καθισμένος με την Άννα δίπλα στο τζάκι. Κι αν κάνω μερικά σχέδια, μερικές μηχανορραφίες όσο θα κάθομαι με τα πόδια ψηλά κι ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι, ποιο το κακό; Σε λίγο μπαίνει η καινούρια χρονιά. Και έχω κι άλλα εγγόνια να σκεφτώ.


Οι μακ γκρεγκορ (4) ραντεβου με τον ερωτα nora roberts  
Οι μακ γκρεγκορ (4) ραντεβου με τον ερωτα nora roberts  
Advertisement