Page 1


Δυναμικοί, πεισματάρηδες και απρόβλεπτοι, οι Μακ Γκρέγκορ είναι μια πολύ ξεχωριστή οικογένεια -με πρώτο και καλύτερο τον Ντάνιελ, τον βαθύπλουτο, επιβλητικό πατριάρχη της. Απ' όλα του τα πλούτη και τα επιτεύγματα, ο Ντάνιελ περηφανεύεται περισσότερο για τη φαμίλια του, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Και τώρα ανυπομονεί να δει δισέγγονα. Αλλά οι τρεις μεγαλύτερες εγγονές του δε φαίνονται και τόσο πρόθυμες να του κάνουν σύντομα αυτό το δώρο! Η Λόρα είναι δικηγόρος, η Γκουέντολιν γιατρός και η Τζούλια επιχειρηματίας: Τρεις νέες γυναίκες καριέρας, πετυχημένες κι ανεξάρτητες, που δε βλέπουν κανένα λόγο για γάμους και δεσμεύσεις προς το παρόν. Τον βλέπει όμως ο παππούς τους -κι όπως λέει το μότο της οικογένειας, «ένας Μακ Γκρέγκορ δεν κάνει ποτέ πίσω όταν θέλει κάτι»! Έχει ήδη διαλέξει τον κατάλληλο άντρα για την καθεμιά τους. Τώρα, το μόνο που χρειάζεται είναι μια μικρή... βοήθεια στην αρχή: Να φέρει τους ανυποψίαστους υποψήφιους σε μια πρώτη επαφή με τις ατίθασες νύφες. Ύστερα, όταν το σκοτσέζικο αίμα που κυλά στις φλέβες των εγγονών του πάρει φωτιά, τα πράγματα θα κυλήσουν από μόνα τους. Ο Ντάνιελ είναι σίγουρος γι' αυτό. Θα τις παντρέψει και τις τρεις πριν καλά καλά το καταλάβουν! Με 28Ο εκατομμύρια αντίτυπα μεταφρασμένα σε 19 γλώσσες, η Nora Roberts είναι μια οπτό τις πιο πολυδιαβασμένες συγγραφείς του κόσμου. Τα μυθιστορήματά της γοητεύουν με τη μοναδική αίσθηση της λεπτομέρειας και την αληθοφάνεια των χαρακτήρων τους, αλλά και με τον πλούτο της φαντασίας και τη ζωντάνια της γραφής.


Nora Roberts ΟΙ MAK ΓΚΡΕΓΚΟΡ TO ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη

Τίτλος πρωτοτύπου: The MacGregor Brides Copyright © 1997 by Nora Roberts © 2009 XAPAENIK ΕΛΑΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A.B.E.E. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-194-3 Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Λέγκω Ιορδανίδου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλ.ο μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είναι καθαρά συμπτωματική. SILK - ΤΕΥΧΟΣ 45 XAPΛENIK ΕΑΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 21Ο 361Ο 218


Για την Κάντι Λη, με το σπινθηροβόλο πνεύμα, την ανεξάντλητη ενεργητικότητα και το υπέροχο γέλιο


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Λόρα

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Γκουέντολιν

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Τζούλια


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ Όταν ένας άντρας φτάσει ενενήντα χρονών, μπαίνει συχνά στον πειρασμό να κοιτάξει πίσω, να αναλογιστεί τη ζωή του, να εκτιμήσει τους θριάμβους και τα λάθη του. Συχνά μπορεί να σκεφτεί «Τι θα γινόταν αν είχα κάνει αυτό αντί για εκείνο;» ή «Μακάρι να είχα την ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσω». Ε, λοιπόν, δεν έχω χρόνο για τέτοιες ανοησίες. Εγώ κοιτάζω μπροστά, πάντα το έκανα αυτό. Είμαι ένας Σκοτσέζος ο οποίος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από τα πάτρια εδάφη. Η Αμερική είναι το σπίτι μου. Εδώ δημιούργησα οικογένεια και ανέθρεψα τα παιδιά μου. Εδώ είδα τα εγγόνια μου να μεγαλώνουν. Για σχεδόν εξήντα χρόνια είμαι ερωτευμένος με μία και μόνο γυναίκα, ζω μαζί της, τη θαυμάζω, συνεργάζομαι μαζί της. Η Άννα μου είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω. Ζήσαμε μαζί μια απίθανη ζωή. Είμαι πλούσιος άνθρωπος. Α, όχι μόνο επειδή έχω χρήματα, υλικά αγαθά, περιουσία, αλλά επειδή έχω οικογένεια. Η οικογένεια έρχεται πάντα πρώτη. Είναι κάτι ακόμη που ήταν και θα είναι πάντα μέρος της ζωής μου. Με την Άννα μου κάναμε τρία παιδιά. Δυο γιους και μια κόρη. Η περηφάνια μου γι’ αυτά είναι σχεδόν το ίδιο μεγάλη με την αγάπη μου. Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να παραδεχτώ ότι έφτασε κάποια στιγμή που χρειάστηκε να προγκίξω αυτούς τους τρεις δυναμικούς και ανεξάρτητους ανθρώπους, να τους θυμίσω το καθήκον τους στο όνομα των Μακ Γκρέγκορ. Λυπάμαι που το λέω, αλλά τα παιδιά μου ήταν κάπως απρόθυμα σ’ αυτό τον τομέα, και η μητέρα τους ανησυχούσε. Με λίγη βοήθεια, λοιπόν, έκαναν καλούς γάμους. Και λέγοντας καλούς, εννοώ ότι βρήκαν την αδελφή ψυχή, και έτσι χάρισαν στην Άννα και σ’ εμένα δύο ακόμα θυγατέρες κι άλλον έναν καταπληκτικό γιο για να τους λατρεύουμε. Δυνατή γενιά, καλό αίμα για να ταιριάξει με των Μακ Γκρέγκορ. Τώρα έχω έντεκα εγγόνια -τρία από αυτά τιμητικά Μακ Γκρέγκορ, γιατί φέρουν το επίθετο Κάμπελ. Κάμπελ, ο Θεός να μας βοηθήσει, αλλά, παρ’ όλα αυτά, καλά παιδιά. Όλα τους αποτελούν τη χαρά των γηρατειών μας, καθώς τα είδαμε να μεγαλώνουν από μωρά και να γίνονται ενήλικες. Όπως και οι γονείς τους, έτσι κι αυτά δε δείχνουν μεγάλο


ενδιαφέρον να εκπληρώσουν το καθήκον τους, να κατανοήσουν τη χαρά του γάμου και της οικογένειας. Αυτή η έγνοια τρώει τη γιαγιά τους μέρα νύχτα. Και εγώ δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί να κάθεται με σταυρωμένα χέρια και να βλέπει τη γυναίκα του να χολοσκάει, όχι, μα το Θεό, δεν είμαι. Έχω σκεφτεί το όλο θέμα πολύ προσεκτικά. Οι τρεις μεγάλες μου εγγονές βρίσκονται πια σε ηλικία γάμου. Είναι δυναμικές, έξυπνες και όμορφες γυναίκες. Έχουν χαράξει πολύ καλά το δικό τους δρόμο στη ζωή. Αυτό -όπως μου δίδαξε η Άννα- είναι το ίδιο σημαντικό για μια γυναίκα όπως και για έναν άντρα. Έτσι, με τη Λόρα, την Γκουέντολιν και την Τζούλια, έχω στην οικογένεια μία δικηγόρο, μία γιατρό και μία επιχειρηματία. Τα κορίτσια μου είναι έξυπνα και πανέμορφα, γι’ αυτό οι άντρες που θα διαλέξω για να χτίσουν μια ζωή μαζί τους θα πρέπει να είναι πραγματικά σπάνιοι. Δεν πρόκειται να αρκεστώ σε τίποτα λιγότερο. Έχω βάλει στο μάτι τρία καταπληκτικά παλικάρια. Όλα κατάγονται από καλές, σοβαρές οικογένειες. Και είναι και γοητευτικά παιδιά. Δε συμφωνείτε πως θα δημιουργήσουν ωραία ζευγάρια και θα μου χαρίσουν όμορφα μωρά; Το σχέδιό μου είναι να τις παντρέψω μία μία. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλύτερα να επικεντρώνω όλη την προσοχή και την επιδεξιότητά μου σε καθεμία ξεχωριστά. Ξεκινάω, λοιπόν, με τη Λόρα· στο κάτω κάτω είναι η μεγαλύτερη. Να μη με λένε Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ αν η Λόρα μου δε μυρίσει άνθη λεμονιάς μέχρι τα Χριστούγεννα. Μόλις τακτοποιηθεί εκείνη, έχω στο μυαλό του το κατάλληλο παλικάρι και για την αγαπημένη μου Γκουέν. Η Τζούλια μπορεί ν’ αποδειχτεί το πιο σκληρό καρύδι, αλλά το δουλεύω το θέμα. Εγώ θα τους δώσω απλώς μια μικρή ώθηση. Δεν είμαι ανακατωσούρης, μόνο ένας παππούς που ανησυχεί, στο χειμώνα της ζωής του· και σκοπεύω αυτός ο χειμώνας να είναι πολύ μακρύς. Γιατί θα δω και τα δισέγγονά μου να μεγαλώνουν. Και σας ρωτάω, πώς στην ευχή θα το κάνω αυτό αν τα τρία κορίτσια μου δεν παντρευτούν για να μου χαρίσουν μωρά; Ε, λοιπόν, θα φροντίσουμε γι’ αυτό· για να σταματήσει, φυσικά, και η Άννα να τρώγεται.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Λόρα


Κεφάλαιο 1 Χρειάστηκε να χτυπήσει το τηλέφωνο έξι φορές για να φτάσει ο ήχος σε μια γωνίτσα του κοιμισμένου μυαλού της. Στο όγδοο χτύπημα κατάφερε να βγάλει το ένα χέρι μέσα από τις κουβέρτες. Το πρώτο που έκανε ήταν να χτυπήσει το ξυπνητήρι και το χαμογελαστό πρόσωπο του Κέρμιτ του Βάτραχου βρόντηξε στο πάτωμα. Αυτός ήταν ο τρίτος νεκρός Κέρμιτ σ’ ένα χρόνο. Τα μακριά δάχτυλά της, στα οποία δε φορούσε κανένα δαχτυλίδι, ψηλάφισαν τη γυαλιστερή επιφάνεια του κομοδίνου από καρυδιά, άρπαξαν τελικά το ακουστικό και το τράβηξαν κάτω από τις κουβέρτες. «Μπρος». «Χτύπησε δέκα φορές». Σκεπασμένη μέχρι το κεφάλι με τις κουβέρτες, η Λόρα Μακ Γκρέγκορ μόρφασε, ακούγοντας μια βροντερή φωνή να την επιπλήττει, ύστερα χασμουρήθηκε. «Ναι;» «Δέκα φορές. Μία ακόμη φορά και θα καλούσα την αστυνομία. Σε έβλεπα να κολυμπάς σε μια λίμνη αίματος». «Στο κρεβάτι», ψέλλισε εκείνη και χώθηκε πιο βαθιά στο μαξιλάρι της. «Κοιμάμαι. Καληνύχτα». «Κοντεύει οχτώ». «Τι οχτώ;» «Το πρωί». Ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ είχε αναγνωρίσει πλέον τη φωνή και ήξερε ποια από τις εγγονές του βρισκόταν ακόμα στο κρεβάτι, ενώ κόντευε να μεσημεριάσει κατά την άποψή του. «Ένα όμορφο, ηλιόλουστο πρωινό του Σεπτέμβρη. Θα έπρεπε να είχες σηκωθεί από ώρα, κοριτσάκι μου, να το απολαύσεις αντί να κοιμάσαι». «Γιατί;» Ο Ντάνιελ ξεφύσηξε. «Η ζωή σε προσπερνάει, Λόρα. Η γιαγιά σου ανησυχεί για σένα. Μόλις χτες βράδυ μου έλεγε ότι δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να ησυχάσει από την έγνοια της για τη μεγάλη της εγγονή». Η Άννα δεν του είχε πει τίποτε τέτοιο, αλλά το τέχνασμα να


χρησιμοποιεί τη γυναίκα του για να πείθει την οικογένειά του να κάνει αυτό που ήθελε εκείνος ήταν παλιά συνήθεια. Οι Μακ Γκρέγκορ σέβονταν τις παραδόσεις. «Η εγγονή της είναι μια χαρά. Υπέροχα. Κοιμάμαι τώρα, παππού». «Ε, λοιπόν, σήκω. Έχεις βδομάδες να επισκεφθείς τη γιαγιά σου. Έχει θυμώσει. Επειδή εσύ πιστεύεις ότι στα είκοσι τέσσερα είσαι πια μεγάλη γυναίκα, δε σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσεις την καημένη τη γιαγιούλα σου». Με το που το είπε αυτό, ο Ντάνιελ έκανε ένα μορφασμό και κοίταξε προς την πόρτα για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά κλειστή. Η Άννα θα τον έγδερνε ζωντανό έτσι και τον άκουγε να την αποκαλεί γιαγιούλα. «Έλα να μας δεις αυτό το Σαββατοκύριακο», της είπε. «Φέρε και τις ξαδέρφες σου». «Έχω μια δικογραφία να διαβάσω», μουρμούρισε η Λόρα. Είχε αρχίσει να την παίρνει πάλι ο ύπνος. «Αλλά θα ’ρθω σύντομα». «Κάν’ το συντομότερα. Δε θα ζούμε για πάντα, ξέρεις». «Ναι, θα ζήσετε». «Χα! Σου έστειλα ένα δώρο. Θα φτάσει σήμερα το πρωί. Σήκω λοιπόν από το κρεβάτι και φρόντισε να γίνεις όμορφη. Φόρεσε κανένα φουστάνι». «Καλά, εντάξει. Ευχαριστώ, γεια σου, παππού». Η Λόρα πέταξε το ακουστικό στο πάτωμα, σκέπασε το κεφάλι της με το μαξιλάρι και ξαναβυθίστηκε σ’ ένα μακάριο ύπνο. ***

Είκοσι λεπτά αργότερα ξύπνησε πάλι, από ένα απότομο σκούντημα και μια βρισιά. «Π’ ανάθεμά σε, Λόρα, το έκανες πάλι». «Τι έκανα;» Πετάχτηκε από το κρεβάτι αναμαλλιασμένη, με τα σκούρα μάτια της να γυαλίζουν πελώρια. «Τι;» «Άφησες το τηλέφωνο ανοιχτό». Η Τζούλια Μακ Γκρέγκορ έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές και τα ακούμπησε στη μέση της, βράζοντας. «Περίμενα τηλεφώνημα». «Ε, εγώ...» Το μυαλό της ήταν ακόμη θολό από τον ύπνο. Η Λόρα πέρασε τα χέρια στα μπερδεμένα της μαλλιά, λες και μ’ αυτό τον τρόπο θα καθάριζαν οι σκέψεις της. Το πρωί δεν ήταν η καλύτερη ώρα της. «Νομίζω ότι τηλεφώνησε ο παππούς. Μάλλον. Δε θυμάμαι». «Δεν άκουσα το τηλέφωνο». Η Τζούλια ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Θα πρέπει να ήμουν στο ντους. Η Γκουέν έχει ήδη φύγει για το νοσοκομείο. Τι ήθελε ο παππούς;» Όταν η Λόρα συνέχισε να την


κοιτάζει με θολό βλέμμα, η Τζούλια γέλασε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Μάλλον τα συνηθισμένα. “Η γιαγιά ανησυχεί για σένα”». «Σαν να θυμάμαι κάτι τέτοιο». Η Λόρα χαμογέλασε αχνά και έπεσε πάλι πίσω στα μαξιλάρια. «Αν είχες βγει νωρίτερα από το ντους, θα είχες απαντήσει εσύ στο τηλέφωνο. Τότε η γιαγιά θ’ ανησυχούσε για σένα». «Για μένα ανησυχούσε την περασμένη βδομάδα». Η Τζούλια έριξε μια ματιά στο ρολόι της αντίκα από μαρκασίτη. «Πρέπει να βιαστώ να πάω να δω εκείνο το ακίνητο στο Μπρούκλαϊν». «Κι άλλο; Μα μόλις τον περασμένο μήνα δεν αγόρασες ένα σπίτι;» «Πάνε δυο μήνες και είναι σχεδόν έτοιμο για να το παραδώσω». Η Τζούλια τίναξε πίσω τα ατίθασα, πυρρόξανθα μαλλιά της. «Καιρός για ένα καινούριο εγχείρημα». «Ό,τι σε κάνει ευτυχισμένη. Το δικό μου μεγάλο σχέδιο ήταν να κοιμηθώ μέχρι το μεσημέρι και να διαβάσω το απόγευμα τη δικογραφία». Η Λόρα τέντωσε τους ώμους της. «Αλλά πού τέτοια τύχη εδώ μέσα». «Για τις επόμενες λίγες ώρες θα έχεις όλο το σπίτι δικό σου. Η Γκουέν έχει διπλή βάρδια στο νοσοκομείο και εγώ δε νομίζω πως θα γυρίσω πίσω πριν τις πέντε». «Δεν είναι η βραδιά μου να μαγειρέψω». «Θα φέρω κάτι γυρίζοντας». «Πίτσα», είπε αμέσως η Λόρα. «Με διπλό τυρί και μαύρες ελιές». «Για σένα δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς να προγραμματίσεις το δείπνο σου». Η Τζούλια σηκώθηκε και έστρωσε την πράσινη ζακέτα της, που την είχε ταιριάζει μ’ ένα παντελόνι με πιέτες. «Τα λέμε το βράδυ», είπε βγαίνοντας. «Και μην αφήνεις ανοιχτό το τηλέφωνο». Η Λόρα κοίταξε το ταβάνι, παρατηρώντας το φως του ήλιου που τρύπωνε μέσα, και σκέφτηκε να ξαναχώσει το κεφάλι της κάτω από τις κουβέρτες. Θα μπορούσε να κοιμηθεί καμιά ωρίτσα ακόμα. Δεν ήταν ποτέ δύσκολη στον ύπνο, τον είχε στο τσεπάκι της που λένε, μπορούσε να κοιμηθεί κατά βούληση και κατά παραγγελία, κάτι που την είχε βοηθήσει πολύ όταν σπούδαζε στη Νομική. Η ιδέα της πίτσας όμως της είχε ανοίξει την όρεξη. Ήταν μεγάλο το δίλημμά της όταν έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο φαγητό και τον ύπνο. Η Λόρα πέταξε τις κουβέρτες καθώς το φαγητό κέρδιζε τη μάχη. Φορούσε ένα απλό, λευκό αθλητικό φανελάκι και ένα μεταξωτό μποξεράκι σε μπλε ελεκτρίκ χρώμα. Είχε συγκατοικήσει με τις δύο ξαδέρφες της σε όλη τη διάρκεια


της φοιτητικής τους ζωής και τώρα ζούσαν πάλι όλες μαζί στο Μπακ Μπέι της Βοστόνης εδώ και δύο χρόνια. Δεν της πέρασε ούτε για μια στιγμή από το μυαλό να ρίξει μια ρόμπα πάνω της. Το όμορφο σπίτι μέσα στην πόλη -ένα από εκείνα που είχε ανακαινίσει πρόσφατα η Τζούλια και αποτελούσε το καινούριο τους σπιτικό- ήταν επιπλωμένο μ’ ένα εκλεκτικό μείγμα των γούστων και των τριών. Η αγάπη της Γκουέν για τις αντίκες ανταγωνιζόταν το γούστο της Τζούλιας για το μοντέρνο και την προτίμηση της Λόρας στο κιτς. Η Λόρα κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, σέρνοντας τα δάχτυλά της πάνω στη σατέν κουπαστή του δρύινου κιγκλιδώματος. Έριξε μια γρήγορη ματιά προς την εξώπορτα με το σκαλιστό τζάμι και διαπίστωσε πως ήταν πράγματι ένα ηλιόλουστο φθινοπωρινό πρωινό, ύστερα πέρασε από το διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Οι τρεις ξαδέρφες μπορεί να ήταν πανέξυπνες και να το έδειχνε αυτό η καθεμιά στον τομέα της, καμιά τους όμως δε διέθετε ιδιαίτερο ταλέντο στο συγκεκριμένο δωμάτιο. Παρ’ όλα αυτά, είχαν φροντίσει να δημιουργήσουν ένα ζεστό χώρο. Οι κίτρινοι τοίχοι αναδείκνυαν τους μπλε πάγκους και τα ντουλάπια με τις γυάλινες πόρτες. Η Λόρα ένιωθε πάντα μεγάλη ευγνωμοσύνη που οι τρεις τους είχαν καταφέρει να ταιριάζουν τόσο καλά. Η Γκουέν και η Τζούλια δεν ήταν μόνο ξαδέρφες της, ήταν και οι πιο στενές φίλες της. Μαζί με το υπόλοιπο τσούρμο των Μακ Γκρέγκορ -έτσι αποκαλούσε η Λόρα τους απογόνους του Ντάνιελ και της Άννας- αποτελούσαν μια πολύ δεμένη οικογένεια και ας είχε διαφορετικά ενδιαφέροντα ο καθένας. Κοίταξε τη γάτα-ρολόι στον τοίχο· είχε το μπλε χρώμα του ζαφειριού, τα μάτια της άστραφταν σαν διαμάντια και κουνούσε ρυθμικά την ουρά της. Το μυαλό της πέταξε στους γονείς της. Απολάμβαναν, άραγε, τις διακοπές που είχαν κερδίσει με το σπαθί τους στις Δυτικές Ινδίες; Δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ο Κέιν και η Νταϊάνα Μακ Γκρέγκορ ήταν ένα πολύ δεμένο ζευγάρι. Σύζυγοι, γονείς και συνέταιροι στο δικηγορικό τους γραφείο. Είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένοι, είχαν μεγαλώσει δυο παιδιά και είχαν ιδρύσει ένα από τα πιο σεβαστά δικηγορικά γραφεία στη Βοστόνη, αλλά αυτό δεν είχε μειώσει στο ελάχιστο την αφοσίωση του ενός προς τον άλλον. Η Λόρα ούτε που μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτούσε κάτι τέτοιο. Ήταν πιο εύκολο, αποφάσισε, να επικεντρώνεσαι σε ένα πράγμα τη φορά. Για εκείνη, για την ώρα, αυτό ήταν η δικηγορία. Διόρθωση, σκέφτηκε, και χαμογέλασε στο ψυγείο. Αυτή τη στιγμή ήταν το πρόγευμα.


Πήρε το γουόκμαν από τον πάγκο και φόρεσε τα ακουστικά. Λίγη μουσική μαζί με το πρωινό, αποφάνθηκε, και πάτησε το κουμπί να παίξει η κασέτα. ***

Ο Ρόις Κάμερον πάρκαρε το τζιπ του πίσω από το σπιρτόζικο, κλασικό κάμπριο Σπίτφαϊρ στο κόκκινο της φωτιάς. Ένα αμάξι που ο τύπος και το χρώμα του λες και φώναζαν: Κύριε τροχονόμε, άλλη μία κλήση για υπερβολική ταχύτητα, παρακαλώ! Ο Ρόις κούνησε το κεφάλι του και γύρισε να κοιτάξει το σπίτι. Ήταν χάρμα. Κάτι αναμενόμενο σ’ αυτή την πλούσια περιοχή του Μπακ Μπέι -άσε πια την καταγωγή των ιδιοκτητριών του. Σήμα κατατεθέν της Βοστόνης, εκτός από την ομάδα των Ρεντ Σοξ και τον Πολ Ριβίερ, ήταν και οι Μακ Γκρέγκορ. Εκείνος όμως δεν είχε στο νου του πλούτη και φινέτσα καθώς περιεργαζόταν το κτίριο. Τα ψυχρά γαλανά μάτια του κοιτούσαν εξεταστικά τις πόρτες και τα παράθυρα. Πολύ τζάμι, σκέφτηκε, καθώς το δροσερό φθινοπωρινό αεράκι ανακάτευε τα πυκνά καστανά μαλλιά του. Και τα πολλά τζάμια σήμαιναν πολλές διόδους προς το εσωτερικό. Προχώρησε στη λιθόστρωτη αλέα με τα ανθισμένα παρτέρια και έκοψε από την ανηφορική πελούζα για να ρίξει μια ματιά στις πόρτες του αίθριου που άνοιγαν σε μια μικρή ισόγεια βεράντα. Τις δοκίμασε και τις βρήκε κλειδωμένες. Αν και με μια καλή κλοτσιά, μ’ ένα γερό σπρώξιμο, θα βρισκόταν μέσα. Τα μάτια του παρέμειναν ψυχρά και το στόμα του σκλήρυνε, σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο γωνίες. Ήταν ένα πρόσωπο που η γυναίκα την οποία λίγο έλειψε να παντρευτεί κάποτε το είχε αποκαλέσει εγκληματικό. Δεν την είχε ρωτήσει τι εννοούσε, γιατί πλέον η σχέση τους δεν τραβούσε, και απλώς δεν είχε καμιά διάθεση να μάθει. Αυτό το πρόσωπο μπορούσε να γίνει ψυχρό, όπως ήταν τώρα, καθώς προσπαθούσε να υπολογίσει με πόσους τρόπους θα μπορούσε να μπει κανείς σ’ αυτό το όμορφο, παλιό σπίτι, το οποίο σίγουρα ήταν γεμάτο με αντίκες και κοσμήματα που διαθέτουν οι πλούσιες γυναίκες μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Τα μάτια του είχαν ένα αχνό, παγωμένο γαλάζιο χρώμα, που όμως μπορούσε ξαφνικά να γίνει πολύ πιο βαθύ και ζεστό. Το αυστηρό στόμα του μπορούσε να γίνει γοητευτικό με ένα χαμόγελο ή να μείνει παγερά ανέκφραστο. Μία μικρή ουλή σημάδευε το δυνατό πιγούνι του, αποτέλεσμα της βίαιης επαφής του μ’ ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι που στόλιζε μια σφιγμένη γροθιά. Με ύψος


ένα και ογδόντα περίπου, είχε το κορμί μποξέρ, ή νταή. Είχε υπάρξει και τα δύο. Τώρα, καθώς το δροσερό αεράκι μπέρδευε τα μαλλιά του που χάιδευαν το κολάρο του, αποφάσισε πως θα μπορούσε να μπει μέσα σ’ αυτό το σπίτι με αξιοθρήνητα μικρή προσπάθεια σε λιγότερο από τριάντα δευτερόλεπτα. Ακόμα κι αν δεν είχε το κλειδί της εξώπορτας. Έκανε το γύρο από πίσω και χτύπησε κάμποσες φορές το κουδούνι ενώ κοιτούσε μέσα από τα περίτεχνα τζάμια της εισόδου. Ήταν όμορφα, σκέφτηκε, παρατηρώντας τα λουλούδια που ήταν χαραγμένα πάνω στο γαλακτωμένο γυαλί. Και τόσο ασφαλή όσο αν ήταν από αλουμινόχαρτο... Χτύπησε μια ακόμη φορά, ύστερα έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του, το έβαλε στην κλειδαριά και μπήκε μέσα. Η μυρωδιά του σπιτιού ήταν καθαρά γυναικεία. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη του με το που πάτησε το καλογυαλισμένο παρκέ του φουαγιέ. Αιθέρια έλαια, λουλούδια κι ένα λεπτό, πολύ σαγηνευτικό άρωμα πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Η σκάλα υψωνόταν κομψή στα δεξιά του, και το μπροστινό σαλόνι ανοιγόταν φιλόξενα στ’ αριστερά του. Νοικοκυρεμένο σαν γυναικείο μοναστήρι, σκέφτηκε, με την αισθησιακή μυρωδιά ενός πρώτης τάξεως μπορντέλου. Για τον Ρόις οι γυναίκες παρέμεναν ένα μυστήριο. Το σπίτι ήταν όπως περίπου το είχε φανταστεί. Όμορφα παλιά έπιπλα, απαλά χρώματα, ακριβά στολίδια που μάζευαν σκόνη. Και ακριβά πετράδια που κάποια έχει παρατήσει εδώ, σκέφτηκε, βλέποντας ένα ζευγάρι σκουλαρίκια σ’ ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι. Έβγαλε ένα κασετοφωνάκι από την πίσω τσέπη του τζιν του και άρχισε να ηχογραφεί σημειώσεις καθώς περιφερόταν στο σπίτι. Ο μεγάλος πίνακας με τα έντονα χρώματα πάνω στο ξύλινο γείσο του τζακιού τράβηξε την προσοχή του. Θα έπρεπε να δημιουργούσε παραφωνία μέσα σ’ αυτό το ήσυχο δωμάτιο ένας τόσο μεγάλος και έντονος πίνακας, αντίθετα όμως τον βρήκε μαγευτικό, ένα πανηγύρι ζωής και πάθους. Πρόσεξε την υπογραφή στη γωνία -Ντι-Σι Μακ Γκρέγκορ-και σκεφτόταν πως ήταν έργο ενός εκ των πολλών ξαδέρφων Μακ Γκρέγκορ όταν άκουσε το τραγούδι. Όχι, ειλικρινά, δεν μπορούσε να το αποκαλέσει αυτό το πράγμα τραγούδι. Έκλεισε το κασετοφωνάκι, το έβαλε πάλι στην τσέπη του και


ξαναβγήκε στο χολ. Στριγκλιά, ουρλιαχτό, σκούξιμο ήταν πιο πετυχημένοι χαρακτηρισμοί γι’ αυτή τη δολοφονική εκτέλεση ενός τραγουδιού της Γουίτνι Χιούστον. Αυτό όμως σήμαινε πως τελικά δεν ήταν μόνος στο σπίτι. Προχώρησε στο διάδρομο προς τα εκεί απ’ όπου ερχόταν η φασαρία και όταν μπήκε στην ηλιόλουστη κουζίνα, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα χαμόγελο που καθρέφτιζε την καθαρά αντρική του εκτίμηση. Ήταν ψηλή και είχε ατελείωτα πόδια. Η απαλή, χρυσαφένια επιδερμίδα τους τον αποζημίωσε και με το παραπάνω για την παντελή της έλλειψη ταλέντου στο τραγούδι. Και έτσι όπως είχε σκύψει και είχε χωθεί με το κεφάλι στο ψυγείο, λικνίζοντας τους γοφούς της, παρουσίαζε ένα τόσο απολαυστικό θέαμα που αποκλείεται να έβρισκες άντρα, ζωντανό ή πεθαμένο, να παραπονεθεί επειδή ήταν παράφωνη. Τα μαλλιά της, κατάμαυρα σαν τη νύχτα, ίσια σαν τη βροχή, κατέληγαν στη μέση της, που λες και παρακαλούσε να την αγκαλιάσουν δυο αντρικά χέρια. Και φορούσε από τα πιο σέξι εσώρουχα που είχε τη χαρά να δει ποτέ του. Αν ήταν και το πρόσωπο ανάλογο με το κορμί της, πραγματικά θα του έφτιαχνε τη μέρα. «Συγνώμη». Ο Ρόις ύψωσε το φρύδι του όταν, αντί να τη δει να πετάγεται και να ουρλιάζει, όπως περίμενε -ακόμα και ήλπιζε-, εκείνη συνέχισε να ψαχουλεύει στο ψυγείο και να τραγουδάει. «Εντάξει, όχι ότι δεν απολαμβάνω την παράσταση, αλλά ίσως θα μπορούσες να κάνεις ένα διάλειμμα πέντε λεπτών». Η γρήγορη και ενθουσιώδης κίνηση των γοφών της τον έκανε να σφυρίξει μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Ύστερα η φωνή της έπιασε μια νότα ικανή να σπάσει και κρύσταλλα και γύρισε κρατώντας στο ένα χέρι ένα μπούτι από κοτόπουλο και στο άλλο ένα κουτάκι αναψυκτικό. Δεν πετάχτηκε, αλλά ούρλιαξε. Ο Ρόις σήκωσε το ένα χέρι με την παλάμη προς τα έξω και άρχισε να της εξηγεί. Με τη μουσική να σφυρίζει πάντα εκκωφαντικά στ’ αυτιά της, η Λόρα το μόνο που είδε ήταν έναν άγνωστο, αναμαλλιασμένο άντρα με ξεθωριασμένο τζιν κι ένα πρόσωπο που έκρυβε διαβολική πονηριά. Πέταξε το κουτάκι το αναψυκτικό, σημαδεύοντας το κεφάλι του. Το έπιασε με το ένα χέρι μερικούς πόντους προτού τον χτυπήσει ανάμεσα στα μάτια. Εκείνη, όμως, είχε γυρίσει ήδη προς τον πάγκο. Όταν ξαναστράφηκε προς το μέρος του, κρατούσε ένα κουζινομάχαιρο και από το βλέμμα της κατάλαβε ότι δε θα καθόταν να το σκεφτεί δυο φορές προτού τον ξεκοιλιάσει.


«Ήρεμα». Σήκωσε και τα δυο χέρια του ψηλά και κράτησε χαμηλή τη φωνή του. «Μην κουνηθείς. Μην τολμήσεις καν ν’ αναπνεύσεις», είπε δυνατά η Λόρα, προχωρώντας κατά μήκος του πάγκου προς το τηλέφωνο. «Ένα βήμα να κάνεις μπρος ή πίσω και σ’ το κάρφωσα στην καρδιά». Ο Ρόις υπολόγισε πως θα μπορούσε να την αφοπλίσει το πολύ σε είκοσι δευτερόλεπτα, αλλά ο ένας από τους δυο τους -το πιθανότερο εκείνος- θα χρειαζόταν μετά αρκετά ράμματα. «Δεν κουνιέμαι. Κοίτα, δεν άνοιξες όταν χτύπησα. Βρίσκομαι εδώ για να...» Εκείνη τη στιγμή έπαψε να εστιάζει αποκλειστικά στο πρόσωπό της και πρόσεξε τα ακουστικά. «Έτσι εξηγείται». Πολύ αργά, χτύπησε το ένα δάχτυλο στο αυτί του και το έσυρε αργά μέχρι το άλλο και είπε, προφέροντας μια μια τις λέξεις. «Βγάλε τα ακουστικά». Η Λόρα συνειδητοποίησε τότε πως τα μηνίγγια της δε σφυροκοπούσαν μόνο από το αίμα που της είχε ανέβει στο κεφάλι, αλλά και από τη μουσική, και τράβηξε τα ακουστικά. «Είπα, μην κουνιέσαι. Θα καλέσω την αστυνομία». «Εντάξει». Ο Ρόις δοκίμασε να επιστρατεύσει ένα αβίαστο χαμόγελο. «Αλλά θα φανείς εντελώς ηλίθια, τη στιγμή που κάνω απλώς τη δουλειά μου. Κάμερον Σεκιούριτι. Δε μου άνοιξες όταν χτύπησα. Υποθέτω ότι η Γουίτνι τραγουδούσε υπερβολικά δυνατά». Συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια. «Θα βγάλω απλώς την ταυτότητά μου». «Με τα δύο δάχτυλα μόνο», τον διέταξε η Λόρα. «Και αργές κινήσεις». Αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει κι εκείνος. Εκείνα τα πελώρια σκούρα μάτια καθρέφτιζαν μάλλον θυμό και βία παρά φόβο. Μια γυναίκα που μπορούσε ν’ αρπάξει ένα κουζινομάχαιρο και να τα βάλει ολομόναχη μ’ έναν άντρα χωρίς να τρέμει ήταν μια γυναίκα που δε θα ανεχόταν να την προκαλέσει κανείς. «Είχα ένα ραντεβού στις εννιά για να δω το σπίτι και να κουβεντιάσω τα διάφορα συστήματα ασφαλείας». Η Λόρα έριξε μια ματιά στην ταυτότητα που της έδειξε. «Ραντεβού με ποιον;» «Με τη Λόρα Μακ Γκρέγκορ». Η Λόρα έπιασε με το ελεύθερο χέρι της το ακουστικό. «Εγώ είμαι η Λόρα Μακ Γκρέγκορ, φιλαράκο, και δεν έκλεισα κανένα ραντεβού μαζί σου». «Ο κύριος Μακ Γκρέγκορ κανόνισε το ραντεβού».


Η Λόρα δίστασε. «Ποιος κύριος Μακ Γκρέγκορ;» Ο Ρόις χαμογέλασε πάλι. «Ο κύριος Μακ Γκρέγκορ. Ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ. Μου είπε να έρθω να συναντήσω την εγγονή του, τη Λόρα, στις εννιά για να σχεδιάσω και να εγκαταστήσω το καλύτερο σύστημα ασφαλείας που υπάρχει για να προστατέψει τα κορίτσια του». Το χαμόγελό του άστραψε γοητευτικό. «Η γιαγιά σας ανησυχεί». Η Λόρα τράβηξε το χέρι της από το τηλέφωνο, αλλά δεν άφησε το μαχαίρι. Τόσο η παραγγελία όσο και ο ισχυρισμός ταίριαζαν απόλυτα στον παππού της. «Πότε σε προσέλαβε;» «Την περασμένη βδομάδα. Με κάλεσε στο οχυρό του, στο Χαϊάνις Πορτ, ώστε να μπορέσει να με ελέγξει από κοντά ο ίδιος. Φανταστικό μέρος. Φανταστικός άνθρωπος. Επισφραγίσαμε τη συμφωνία μ’ ένα ποτήρι σκοτς κι ένα πούρο». «Αλήθεια;» Η Λόρα ύψωσε το φρύδι της. «Και τι είπε η γιαγιά μου γι’ αυτό;» «Για τη συμφωνία;» «Για τα πούρα». «Δεν ήταν εκεί όταν κλείσαμε τη συμφωνία. Και από τη στιγμή που ο παππούς σου κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του προτού βγάλει τα πούρα από ένα κούφιο αντίτυπο του Πόλεμος και Ειρήνη, θα πρέπει να συμπεράνω ότι η γιαγιά σου δεν εγκρίνει τα πούρα». Η Λόρα ξεφύσηξε αργά και άφησε το μαχαίρι στην ξύλινη θήκη του. «Εντάξει, κύριε Κάμερον, πέρασες το τεστ». «Μου είπε ότι θα με περίμενες. Υποθέτω όμως ότι δε με περίμενες». «Όχι, δε σε περίμενα. Τηλεφώνησε σήμερα το πρωί και είπε κάτι για ένα δώρο που θα μου έστελνε. Νομίζω». Η Λόρα ύψωσε τους ώμους της, τα μαλλιά της ακολούθησαν αμέσως την κίνηση, ύστερα έπιασε το μπούτι που της είχε πέσει και το πέταξε στα σκουπίδια. «Πώς μπήκες μέσα;» «Μου είχε δώσει κλειδί». Ο Ρόις το έβγαλε από την τσέπη του και το ακούμπησε στο χέρι που άπλωσε η Λόρα προς το μέρος του. «Πάντως χτύπησα το κουδούνι. Πολλές φορές». «Μμμ». Ο Ρόις κοίταξε το κουτάκι με το αναψυκτικό. «Έχεις πολύ καλό χέρι, δεσποινίς Μακ Γκρέγκορ», της είπε και κοίταξε πάλι το πρόσωπό της. Ζυγωματικά που θα μπορούσαν να κόψουν και γυαλί, σκέφτηκε, ένα στόμα φτιαγμένο για άγριο σεξ και μάτια στο αμαρτωλό χρώμα της σκούρας σοκολάτας. «Και πιθανότατα το πιο εκπληκτικό πρόσωπο που


έχω δει ποτέ μου». Της Λόρας δεν της άρεσε καθόλου ο τρόπος που την κοιτούσε, που την έτρωγε με τα αλαζονικά, αγενή, εκνευριστικά μάτια του. «Έχεις καλά αντανακλαστικά, κύριε Κάμερον. Διαφορετικά αυτή τη στιγμή θα βρισκόσουν ξαπλωμένος στο πάτωμα της κουζίνας μου με διάσειση». «Μπορεί και να άξιζε τον κόπο», της απάντησε εκείνος με ένα χαμόγελο που είχε σκοπό να την αφοπλίσει, ήταν όμως πονηρό, καθώς της επέστρεφε το αναψυκτικό. «Θα πάω να ντυθώ και στη συνέχεια μπορούμε να κουβεντιάσουμε για συστήματα ασφαλείας». «Δε χρειάζεται ν’ αλλάξεις για χάρη μου». Η Λόρα έγειρε το κεφάλι στο πλάι και του έριξε ένα βλέμμα που πάγωσε την υπερβολικά επιδοκιμαστική έκφραση στο πρόσωπό του και τον ανάγκασε να πάρει αμυντική στάση. «Ναι, χρειάζεται. Γιατί, αν συνεχίσεις να με κοιτάζεις έτσι άλλα δέκα δευτερόλεπτα, δε θα τη γλιτώσεις τη διάσειση. Δε θ’ αργήσω». Η Λόρα τον προσπέρασε και ο Ρόις γύρισε για να απολαύσει το λικνιστικό βάδισμά της κι εκείνα τ’ ατελείωτα, μαγευτικά πόδια. Ξανασφύριξε μέσα από τα δόντια του. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σκέφτηκε μ’ ένα μακρόσυρτο επιδοκιμαστικό αναστεναγμό, η Λόρα Μακ Γκρέγκορ σ’ έβγαζε νοκ άουτ.


Κεφάλαιο 2 Στα δικηγορικά γραφεία των Μακ Γκρέγκορ και Μακ Γκρέγκορ, η Λόρα καθόταν σ’ ένα μακρύ δρύινο τραπέζι, περιτριγυρισμένη από βιβλία. Είχε θαφτεί όλο το πρωί στη βιβλιοθήκη, αποφασισμένη να βρει ένα δεδικασμένο για τη δικογραφία που μελετούσε, την τελευταία υπόθεση που είχε αναλάβει. Όταν θα επέστρεφαν οι γονείς της την ερχόμενη βδομάδα, ήθελε να την έχει ολοκληρώσει. Η μητέρα της είχε αναλάβει την αγωγή της Πολιτείας της Μασαχουσέτης κατά Χόλογουεϊ και η Λόρα έκανε έρευνα για λογαριασμό της, αλλά είχε εμπλακεί συναισθηματικά στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αν κατάφερνε να τα βγάλει πέρα με όλη τη γραφειοκρατία και το τρέξιμο, τις ατελείωτες ώρες έρευνας, τότε ίσως να κέρδιζε μία θέση δίπλα στη μητέρα της μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Και ίσως, απλώς ίσως, να της επιτρεπόταν να εξετάσει και κάποιο μάρτυρα. Η Λόρα είχε ανάγκη την ένταση της δικαστικής αίθουσας, τη συναρπαστική αντιπαράθεση με το δικαστή και τους ενόρκους. Κατανοούσε την αξία της έρευνας, την αναγκαιότητα να προγραμματίσεις κάθε κίνηση και να προνοήσεις για κάθε ενδεχόμενο σε μια δίκη. Θα διάβαζε και θα μελετούσε μέχρι που θα της έβγαιναν τα μάτια και, μα το Θεό, θα κέρδιζε τα γαλόνια της. Και στο τέλος θ’ αποκτούσε το δικό της πελατολόγιο. Η Αμάντα Χόλογουεϊ είχε σκοτώσει τον άντρα της. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την πράξη. Όμως η ενοχή, σύμφωνα με το νόμο, είναι ένα άλλο θέμα. Η γυναίκα αυτή κακοποιούνταν σωματικά και ψυχικά πέντε ολόκληρα χρόνια. Πέντε χρόνια που ο άντρας της δεν της είχε σπάσει μόνο τα κόκαλα, αλλά και το ηθικό, σκέφτηκε η Λόρα. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι θα έπρεπε να σηκωθεί να φύγει- να το βάλει στα πόδια και να μη γυρίσει να κοιτάξει ποτέ πίσω της. Στην πραγματικότητα, ήταν φορές που η Λόρα έπιανε τον εαυτό της να σκέφτεται ακριβώς αυτό. Όμως η Αμάντα Χόλογουεϊ δεν είχε φύγει, δεν


το είχε βάλει στα πόδια. Και στο τέλος, είχε ξεσπάσει. Μια νύχτα στην καρδιά του καλοκαιριού, ύστερα από έναν ακόμα ξυλοδαρμό, έναν ακόμα βιασμό, είχε πάρει το υπηρεσιακό ρεβόλβερ του άντρα της και είχε αδειάσει όλο το γεμιστήρα πάνω του ενώ εκείνος κοιμόταν. Ήταν μόνο κρίμα, σκέφτηκε ψυχρά η Λόρα, που περίμενε πάνω από μια ώρα μετά το βιασμό για να το κάνει. Μία ώρα σημαίνει προμελέτη. Και το γεγονός πως ο Τζον Χόλογουεϊ ήταν αστυνομικός με πολλές διακρίσεις στο φάκελό του δε βοηθούσε τα πράγματα. Μερικοί μπορεί να σκέφτονταν ότι είχε αποδοθεί δικαιοσύνη εκείνο το βράδυ, αλλά ο νόμος ακολουθεί μια πιο ψυχρή γραμμή. Και η Λόρα ήταν αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει το νόμο ώστε να μην μπει η Αμάντα Χόλογουεϊ στη φυλακή. ***

Του Ρόις του άρεσε να την κοιτάζει. Αυτή τη στιγμή δεν έμοιαζε καθόλου με την κοπέλα που τραγουδούσε φορώντας μόνο τα εσώρουχά της, αλλά ούτε και με την ψυχρή συγκροτημένη γυναίκα με την απλή φόρμα που είχε κουβεντιάσει μαζί του τα συστήματα ασφαλείας. Είχε τιθασεύσει τον καταρράκτη των σκούρων μαλλιών της σε μια περίτεχνη πλεξούδα που έπεφτε στο κέντρο της πλάτης της, φορούσε δύο απλά, χρυσά κρεμαστά σκουλαρίκια κι ένα λεπτό χρυσό ρολόι στον καρπό της μ’ ένα αστραφτερό, διαμαντένιο μπρασελέ. Η λευκή, μεταξωτή μπλούζα της ήταν πολύ κομψή κι ένα μπλε μπλέιζερ κρεμόταν στην πλάτη της καρέκλας της. Όσο για την ατμόσφαιρα στο συγκεκριμένο δωμάτιο, είχε τη μυρωδιά του δέρματος, του καλογυαλισμένου ξύλου, και της γυναίκας απέναντι του. Αυτή τη στιγμή, η Λόρα Μακ Γκρέγκορ έδειχνε στυλάτη, πάμπλουτη και εντελώς απρόσιτη. Απρόσιτη, σκέφτηκε ο Ρόις, εκτός κι αν ένας άντρας είχε δει τους γοφούς της να λικνίζονται μέσα σ? ένα μεταξωτό μποξεράκι. Έγειρε στην παραστάδα της πόρτας. «Μοιάζεις με δικηγόρο». Η Λόρα σήκωσε απότομα το κεφάλι της. Ο Ρόις θαύμασε την ταχύτητα με την οποία ξαναβρήκε τον αυτοέλεγχό της. Η έκπληξη άστραψε μόνο φευγαλέα σ’ εκείνα τα σκούρα σοκολατιά μάτια της που τον κοιτούσαν και πάλι ψυχρά. «Πέρασα τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου το περασμένο καλοκαίρι. Είμαι δικηγόρος. Χρειάζεσαι έναν;» «Αυτή τη στιγμή όχι, αλλά θα σ’ έχω στο μυαλό μου». Η αλήθεια ήταν πως την είχε στο μυαλό του το μεγαλύτερο διάστημα αυτής της


βδομάδας. Μαλλιά ανακατεμένα από τον αέρα, μια μικρή γοητευτική ουλή, δυο διαβολικά μάτια. Ήταν ένας άντρας που θα ξυπνούσε την περιέργεια κάθε γυναίκας. Από τη στιγμή όμως που η Λόρα δεν είχε καμιά διάθεση να της ξυπνήσει μια τέτοια περιέργεια, προτιμούσε να τον ξεφορτωθεί. «Τα γραφεία είναι στην ουσία κλειστά μέχρι το τέλος του μήνα». «Το ίδιο μου είπε και η ρεσεψιονίστ κάτω. Αλλά δε βρίσκομαι εδώ για να ζητήσω τις υπηρεσίες τις δικές σου ή των γονιών σου». Ο Ρόις μπήκε στο δωμάτιο -οι κινήσεις του της θύμιζαν αιλουροειδές έτοιμο να ορμήσει- και έγειρε με το γοφό στο τραπέζι. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» «Είχα μια δουλειά στην περιοχή. Σκέφτηκα λοιπόν να σε πληροφορήσω ότι θα ξεκινήσουμε την εγκατάσταση του δικού σου συστήματος ασφαλείας το Σάββατο το πρωί». «Ωραία. Είμαι σίγουρη πως ο παππούς μου θα χαρεί μόλις το μάθει». «Κάνει πολύ καλά που θέλει να προστατέψει ό,τι είναι πολυτιμότερο γι’ αυτόν. Είναι περήφανος για σένα και τις ξαδέρφες σου. Λάμπει ολόκληρος όταν μιλάει για σας». Τα μάτια της Λόρας γλύκαναν και το κορμί της έχασε τη σφιγμένη, άκαμπτη στάση του. «Είναι ο πιο υπέροχος άντρας στον κόσμο. Αλλά και ο πιο εξοργιστικός. Αν μπορούσε, θα μας είχε κλείσει όλους στο κάστρο του στο Χαϊάνις». «Η Βοστόνη μπορεί ν’ αποδειχτεί επικίνδυνη πόλη για ένα όμορφο, νεαρό κορίτσι», είπε ο Ρόις, μιμούμενος τη βαριά προφορά του Ντάνιελ, και έκανε τη Λόρα να χαμογελάσει. «Καθόλου άσχημα. Λίγο μεγαλύτερο βάθος να έδινες στη φωνή σου και θα ήσουν ολόιδιος εκείνος». «Και έχει δίκιο, μπορεί ν’ αποδειχτεί επικίνδυνη. Είστε τρεις ανύπαντρες γυναίκες που ζείτε σ’ ένα μεγάλο σπίτι γεμάτο ακριβά πράγματα· εύκολος στόχος για τους κακοποιούς. Η μία σας είναι κόρη ενός πρώην Προέδρου των ΗΠΑ και όλες σας είστε εγγονές ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας. Και είστε όμορφες. Όλα αυτά σας καθιστούν πιθανούς στόχους». «Δεν είμαστε ηλίθιες, κύριε Κάμερον». «Ρόις». «Δεν είμαστε ηλίθιες», επανέλαβε η Λόρα. «Δεν περπατάμε σε σκοτεινά σοκάκια, δεν ανοίγουμε την πόρτα μας σε αγνώστους, ούτε ψωνίζουμε άντρες στα μπαράκια».


«Ε, λοιπόν, αυτό είναι αξιέπαινο». Οι ώμοι της σφίχτηκαν πάλι. «Ο παππούς μου γίνεται υπερβολικός, αν όμως πρόκειται να ηρεμήσει με την εγκατάσταση του συστήματος ασφαλείας, θα το κάνουμε». «Αλλά εσύ δεν πιστεύεις ότι χρειάζεστε προστασία». «Πιστεύω πως οι ξαδέρφες μου κι εγώ είμαστε απόλυτα ασφαλείς στο σπίτι μας». «Το είχες σκεφτεί ποτέ ότι θα έβλεπες έναν άντρα στην κουζίνα σου, ενώ θα τραγουδούσες φορώντας τα εσώρουχά σου;» «Είχες κλειδί -και δε φορούσα τα εσώρουχά μου». «Θα είχα μπει το ίδιο εύκολα και χωρίς κλειδί. Και τι φορούσες, αν όχι τα εσώρουχά σου;» «Τις πιτζάμες μου», του πέταξε η Λόρα. «Α, ναι, μεγάλη διαφορά». Ο Ρόις της χαμογέλασε, απολαμβάνοντας το θυμό που έβραζε στα μάτια της. «Κοίτα, εσύ θα εγκαταστήσεις το καταραμένο το σύστημα και εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε. Τώρα έχω...» Η Λόρα τεντώθηκε προς τα πίσω όταν τον είδε να γέρνει προς το μέρος της. «Τι κάνεις;» Ο Ρόις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Απολαμβάνω την αίσθηση. Μου αρέσει το άρωμά σου», της είπε και τα μάτια του άστραψαν διασκεδάζοντας. «Έγινες τρομερά νευρική ξαφνικά». «Δε μου αρέσει να με στριμώχνουν». «Εντάξει». Ο Ρόις τραβήχτηκε πίσω. Ήταν μια ανεπαίσθητη μόνο κίνηση του μυώδους κορμιού του, που δεν της έδωσε την απόσταση που εκείνη θα ήθελε. «Πόση ώρα έχεις ακόμα με αυτά;» τη ρώτησε, δείχνοντας με το χέρι του τη στοίβα με τα νομικά βιβλία. «Μέχρι να τελειώσω». «Τι θα έλεγες να ξαναπεράσω κατά τις εφτά; Θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί». «Όχι», του απάντησε αποφασιστικά η Λόρα και μετακινήθηκε στην καρέκλα της, επικεντρώνοντας την προσοχή της σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο. «Είσαι μπλεγμένη;» «Αυτό είναι ολοφάνερο». «Δεν εννοώ με τα βιβλία. Εννοώ με κάποιον άντρα». «Αυτό δε σε αφορά». «Θα μπορούσε. Μου αρέσεις, μου αρέσει το άρωμά σου. Μου αρέσει ο τρόπος που μιλάς, ο τρόπος που κινείσαι. Θα ήταν ενδιαφέρον να ανακαλύψω αν μου αρέσει και ο τρόπος που... σκέφτεσαι», κατέληξε


όταν την είδε να στενεύει τα μάτια της και να τον καρφώνει με το βλέμμα της. «Θέλεις να μάθεις τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;» Το μειδίαμα του Ρόις έγινε χαμόγελο και τέλος τρανταχτό γέλιο. «Όχι. Αν αλλάξεις γνώμη για το δείπνο, ξέρεις το νούμερό μου». «Α, ναι, ξέρω σίγουρα το νούμερό σου». Ο Ρόις γέλασε κι έκανε να σηκωθεί, ύστερα είδε την ετικέτα στο ντοσιέ που ήταν σχεδόν καταχωνιασμένο κάτω από τα βιβλία. «Χόλογουεϊ», μουρμούρισε και ξανακοίταξε τη Λόρα. «Η ανθρωποκτονία;» «Ναι». «Γνώριζα τον Τζον Χόλογουεϊ». «Αλήθεια;» Της άρεσε το γέλιο του, την είχε σχεδόν γοητεύσει σε σημείο να ξανασκέφτεται την πρότασή του για δείπνο. Τώρα, τόσο η φωνή όσο και τα μάτια της πάγωσαν πάλι. «Έχεις κι άλλους φίλους που κακοποιούν τις γυναίκες τους;» «Δεν είπα ότι ήμαστε φίλοι. Είπα ότι τον γνώριζα. Ήταν αστυνομικός. Το ίδιο κι εγώ». Αυτή τη φορά, όταν ο Ρόις έκανε να σηκωθεί, η Λόρα ακούμπησε το χέρι της στο δικό του. Τα μάτια της κοιτούσαν τώρα το πρόσωπό του σκεφτικά, υπολογιστικά. «Δούλευες μαζί του;» «Όχι. Υπηρετούσαμε στο ίδιο τμήμα για κάποιους μήνες πριν από αρκετό καιρό. Εγώ πήρα μετάθεση. Ήταν καλός αστυνομικός». «Ήταν...» Η Λόρα έκλεισε τα μάτια της. «Ω, εντελώς τυπική συμπεριφορά. Έδερνε τη γυναίκα του για χρόνια, αλλά ήταν καλός αστυνομικός. Φοράμε την μπλε στολή και υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον». «Δεν είμαι πια αστυνομικός», παρατήρησε ήρεμα ο Ρόις. «Και δεν τον γνώριζα καλά εκτός υπηρεσίας. Ήταν καλός στη δουλειά του, συλλάμβανε τους ενόχους, έκλεινε τις υποθέσεις. Δε μ’ ενδιέφερε η προσωπική του ζωή». «Εμένα μ’ ενδιαφέρει -και πολύ- η προσωπική του ζωή». Η Λόρα είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο πρόσωπό του όσο της μιλούσε. Δεν πρόδιδε πολλά, σκέφτηκε, αλλά θ’ ακολουθούσε το ένστικτό της. «Δεν τον συμπαθούσες, σωστά;» «Όχι». «Γιατί όχι;» «Θέμα γούστου. Μου θύμιζε οπλισμένο πιστόλι με σπασμένη ασφάλεια. Αργά ή γρήγορα εκπυρσοκροτεί».


«Θα πρέπει να έχεις ακόμα επαφές στο Σώμα, να γνωρίζεις ανθρώπους που τον ήξεραν. Οι αστυνομικοί μισούν να μιλούν σε δικηγόρους, αλλά...» «Ίσως γιατί οι δικηγόροι βγάζουν τα καθάρματα πάλι στο δρόμο προτού προλάβουν οι αστυνομικοί να καθαρίσουν τη βρόμα». Η Λόρα πήρε μια ανάσα για να ηρεμήσει. «Η Αμάντα Χόλογουεϊ δεν είναι κάθαρμα. Απλώς έκανε το λάθος να παντρευτεί ένα κάθαρμα». «Ίσως να είναι έτσι, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω». Ο Ρόις σηκώθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Θα βρίσκομαι στο σπίτι σου γύρω στις οχτώμισι μ’ εννιά το Σάββατο το πρωί». Της χάρισε ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Μολονότι θα ήθελα πολύ να σε ξαναδώ με τις πιτζάμες σου, αν ήμουν στη θέση σου, δε θα τις φορούσα. Θ’ αποσπάσεις την προσοχή του συνεργείου μου». ***

«Λοιπόν, πώς είναι;» Μέσα από τον καθρέφτη του μπάνιου, η Λόρα έστρεψε το βλέμμα της από τις κατάμαυρες βλεφαρίδες της, που είχε βαλθεί να τις τονίσει ακόμα περισσότερο με τη μάσκαρα, στο πρόσωπο της ξαδέρφης της. «Ποιος;» «Ο πρώην αστυνομικός και νυν εξπέρ στα συστήματα ασφαλείας που προσέλαβε ο παππούς για να μας προστατέψει από τα κακοποιά στοιχεία της Βοστόνης». Η Γκουέν έγειρε πάνω από τον ώμο της Λόρας και τα κεφάλια τους ήρθαν πολύ κοντά. Κανείς δε θα τις έπαιρνε για ξαδέρφες, μολονότι συνδέονταν γενεαλογικά και με τους Μακ Γκρέγκορ και με τους Μπλέιντ, ήταν δηλαδή δυο φορές ξαδέρφες. Τα χρυσοκόκκινα μαλλιά της Γκουέν ήταν κομμένα κοντά, αγορίστικα, δεν είχαν καμιά σχέση με τις κατάμαυρες πλεξούδες της Λόρας. Η Γκουέν είχε κληρονομήσει τα χρώματα της μητέρας της, το λευκό δέρμα της, τα γαλανά μάτια της, που όταν σοβάρευαν έπαιρναν το χρώμα της λεβάντας, τα πλούσια ξανθά μαλλιά με τις κόκκινες ανταύγειες. Ήταν επίσης κοντή και λεπτοκαμωμένη. Ένας συνδυασμός που έδινε την απατηλή εντύπωση πως ήταν εύθραυστη. Δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα να κάνει διπλή βάρδια στο νοσοκομείο, αν ήταν ανάγκη, να συνεχίσει με μια ώρα γυμναστική στο γυμναστήριο και στο τέλος να έχει κι άλλη ενέργεια να ξοδέψει. Ήταν, σκέφτηκε η Λόρα, όμορφη, πανέξυπνη και αυταρχική. «Θα προσπαθήσεις να μου πεις ότι δε θυμάσαι πώς είναι;» την πίεσε η Γκουέν.


«Μμμ; Όχι, θυμάμαι. Σκεφτόμουν κάτι άλλο. Είναι αρκετά γοητευτικός, υποθέτω». «Λεπτομέρειες, Λόρα, η αλήθεια βρίσκεται στις λεπτομέρειες». Η Γκουέν ύψωσε το ένα της φρύδι. «Κάμερον τον λένε, σωστά; Ένα καλό σκοτσέζικο όνομα». «Αυτό θα χαροποιούσε τον παππού». «Σίγουρα». Η Γκουέν έσυρε τη γλώσσα στα δόντια της. «Είναι παντρεμένος;» «Δε θα το ’λεγα». Η Λόρα συνέχιζε να βάζει μάσκαρα στις βλεφαρίδες της, αν και δε χρειαζόταν. «Δε φορούσε βέρα όταν μου ρίχτηκε». «Και πόσων χρονών είναι; Γύρω στα τριάντα;» «Κάπου εκεί». Η Λόρα έστρεψε πάλι το βλέμμα στην ξαδέρφη της. «Ψαρεύουμε, σωστά;» «Όχι, μαζεύουμε πληροφορίες. Είναι εργένης, γοητευτικός, γύρω στα τριάντα, έχει τη δική του επιχείρηση και λέγεται Κάμερον. Κάτι μου λέει ότι ο παππούς τον διάλεξε για σένα». «Αυτό το ξέρουμε ήδη». Η Λόρα άφησε κάτω τη μάσκαρα και πήρε το κραγιόν της. «Ο παππούς τον προσέλαβε για να εγκαταστήσει ένα σύστημα ασφαλείας, και αυτό ακριβώς θα κάνει σήμερα». Η Γκουέν αναστέναξε και έτριψε τους κόμπους των δάχτυλων της στον κρόταφο της Λόρας. «Είναι κανείς εδώ; Συνήθως δεν είσαι τόσο βραδύνους. Μιλάω για γάμο». «Γά...» Η Λόρα γέλασε σοκαρισμένη και άφησε το κραγιόν. «Αυτό αποκλείεται». «Γιατί όχι; Ένα χρόνο τώρα ο παππούς φωνάζει ότι κανένα από τα εγγόνια του δεν έχει την κοινή λογική ή την αίσθηση του καθήκοντος ώστε να κατασταλάξει και να φτιάξει οικογένεια». «Και η γιαγιά λαχταράει ένα μωρό να το παίζει στα γόνατά της», συμπλήρωσε η Λόρα ξερά. «Σου λέω, αποκλείεται να επέλεξε τον Ρόις Κάμερον ως μελλοντικό εγγονό του. Ο άνθρωπος δεν είναι ο τύπος που θα διάλεγε ένας υπερπροστατευτικός παππούς». Η Γκουέν μισοκάθισε στο μακρύ ροζ πάγκο. «Γιατί;» «Έχει κάτι το επικίνδυνο πάνω του. Το βλέπεις στα μάτια του· κάτι αδάμαστο». «Μμμ. Μου ακούγεται όλο και καλύτερος». «Για εραστής, σίγουρα. Φαντάζομαι ότι θα είναι απίθανος στο κρεβάτι». Η Λόρα χαμογέλασε και βούρτσισε πίσω τα μαλλιά της. «Αμφιβάλλω, όμως, αν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του ο


Μακ Γκρέγκορ». Η Γκουέν πήρε αφηρημένα το κραγιόν κι άρχισε να ανεβοκατεβάζει τον κόκκινο κρεμώδη κύλινδρο πάνω κάτω. «Αντίθετα, εγώ θα έλεγα ότι αυτό ακριβώς είχε στο μυαλό του. Το παλικάρι έχει πνεύμα», συνέχισε, δίνοντας βραχνό τόνο στη φωνή της. «Το αίμα του καίει. Θα γεννήσει γερούς γιους και κόρες». «Σαχλαμάρες», είπε η Λόρα, αλλά ένιωσε μια ανακατωσούρα στο στομάχι. «Αυτό είναι γελοίο. Δε θα μπορούσε... Δε θα το έκανε». «Και θα μπορούσε και θα το έκανε», διαφώνησε κοφτά μαζί της η Γκουέν. «Και μέχρι στιγμής θα έλεγα ότι το κόλπο του πιάνει». «Τι εννοείς, τι είναι αυτά που λες;» «Εννοώ ότι είναι Σάββατο πρωί». Η Γκουέν έστρεψε τον καρπό της και κοίταξε το ρολόι της. «Οχτώ το πρωί σαββατιάτικα και δεν έχεις να πας πουθενά. Κι όμως, όχι μόνο σηκώθηκες από το κρεβάτι και ετοιμάζεσαι να ντυθείς, αλλά φοράς και μάσκαρα, που δε σου χρειάζεται, και κραγιόν και...» Έγειρε μπροστά και μύρισε τον αέρα, «...το καλό σου άρωμα». «Εγώ απλώς...» «Και έχει και μια καινούρια μπλούζα απλωμένη στο κρεβάτι της», πρόσθεσε η Τζούλια, που εμφανίστηκε και έγειρε στην παραστάδα της πόρτας. «Μια κόκκινη μεταξωτή μπλούζα». «Αχά, μια κόκκινη μεταξωτή μπλούζα για ένα πρωινό Σαββάτου στο σπίτι». Η Γκουέν σηκώθηκε από τον πάγκο και χτύπησε τη Λόρα στον ώμο. «Η διάγνωσή μου, γλυκιά μου, είναι ότι πάσχεις από το χαρακτηριστικό σύνδρομο της σεξουαλικής έλξης». «Δε με ελκύει καθόλου. Απλώς... σκέφτομαι να βγω για ψώνια, αυτό είναι όλο. Χριστουγεννιάτικες αγορές. Γι’ αυτό σηκώθηκα και ντύθηκα». «Δεν ψωνίζεις ποτέ Σάββατο», παρατήρησε η Τζούλια δηκτικά. «Μισείς τα ψώνια, τελεία και παύλα -πράγμα που θεωρώ πολύ λυπηρό. Και δεν αρχίζεις ποτέ τα χριστουγεννιάτικα ψώνια σου αν δε φτάσουν τα μέσα του Δεκέμβρη». «Αποφάσισα να κάνω μια εξαίρεση». Ενοχλημένη, η Λόρα παραμέρισε και τις δυο τους και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρά της. Η μπλούζα ήταν απλωμένη στο κρεβάτι σαν κόκκινος συναγερμός. Η Λόρα ξεφύσηξε και βρόντησε την πόρτα πίσω της, αλλά αποφάσισε, παρ’ όλα αυτά, να τη φορέσει. Της άρεσαν τα έντονα χρώματα, σκέφτηκε και την άρπαξε από το κρεβάτι. Της άρεσαν τα


μεταξωτά. Γιατί, λοιπόν, να μη φορέσει το αναθεματισμένο το ρούχο; Μουρμούριζε μόνη της καθώς κούμπωνε τα κουμπιά. Δεν ένιωθε την παραμικρή έλξη για τον Ρόις Κάμερον. Δεν ήταν καθόλου ο τύπος της. Ήταν αλαζονικός, αγενής και είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Και, θύμισε στον εαυτό της, την είχε δει στα χειρότερά της. Και, τέλος, σκέφτηκε ενώ φορούσε ένα σκούρο γκρίζο παντελόνι, δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει σχέση. Όχι πως ένας άντρας σαν τον Ρόις θα ενδιαφερόταν για κάτι «αβρό» όπως μια σχέση, αλλά όπως και να είχε το πράγμα, εκείνη ήθελε μερικά ακόμα χρόνια απόλυτης ελευθερίας για τον εαυτό της. Ένας άντρας γενικά, και ένας σύντροφος ειδικά, μπορούσε να περιμένει. Άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας και ξεφύσηξε. Φόρεσε χωρίς να βιάζεται τα παπούτσια της. Ύστερα, για ν’ αποδείξει στον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε πώς θα εμφανιζόταν στον Ρόις ή σε οποιονδήποτε άλλον άντρα εκείνο το πρωινό, απέφυγε επίτηδες να κοιταχτεί στον καθρέφτη προτού κατέβει κάτω. Ο Ρόις στεκόταν στο φουαγιέ. Αναμαλλιασμένος, μ’ ένα στραπατσαρισμένο δερμάτινο μπουφάν και ξεθωριασμένο τζιν. Μιλούσε με την Τζούλια και την Γκουέν, και γελούσε με κάτι που είπε η Τζούλια. Η Λόρα βρισκόταν στη μέση της σκάλας προτού γυρίσει εκείνος το κεφάλι του, προτού εκείνα τα περίεργα έντονα γαλανά μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες συναντήσουν τα δικά της. Προτού χαραχτεί εκείνο το αργό και επικίνδυνο χαμόγελο στα χείλη του. Προτού η καρδιά αναπηδήσει στο στήθος της, προειδοποιώντας την πως μπορεί να την είχε πατήσει ήδη πολύ άσχημα. «Καλημέρα», της είπε και την περιεργάστηκε αργά από την κορυφή ως τα νύχια. «Ωραίο πουκάμισο».


Κεφάλαιο 3 Ο Ρόις δε συνήθιζε να κυνηγάει γυναίκες. Ιδίως δεν κυνηγούσε ποτέ γυναίκα που δεν έδειχνε ενδιαφέρον -ή γυναίκα που του έστελνε αντικρουόμενα μηνύματα. Όταν γνώριζε κάποια που του άρεσε, φρόντιζε να της το δείξει. Στα ίσια, χωρίς παιχνίδια, χωρίς προσποιήσεις. Από εκεί και πέρα ήταν στο χέρι της να δώσει συνέχεια. Από τη στιγμή που η Λόρα Μακ Γκρέγκορ δεν είχε κάνει κάτι, δεν είχε δείξει καν να αντιλαμβάνεται το ενδιαφέρον του, ο Ρόις θα έπρεπε να είχε υψώσει αδιάφορα τους ώμους, να την είχε βγάλει από το μυαλό του και να είχε κοιτάξει τη δουλειά του. Αλλά πού τέτοια τύχη. Ήταν σχεδόν τρεις βδομάδες από την πρώτη φορά που την είχε δει και τέσσερις μέρες από την τελευταία. Και εξακολουθούσε να την έχει στο μυαλό του. Όχι μόνο μ’ εκείνο το σέξι συνολάκι που φορούσε στην κουζίνα της όταν είχαν πρωτοϊδωθεί· αν και αυτή η εικόνα εμφανιζόταν ξαφνικά στο μυαλό του με εκνευριστική συχνότητα. Εκείνο που τον κυνηγούσε ήταν το πρόσωπό της, η ψυχραιμία και το θάρρος της όταν είχε αρπάξει το μαχαίρι για να τον εξουδετερώσει. Η εξυπνάδα και η αποφασιστικότητα στο βλέμμα της όταν του είχε μιλήσει για το νόμο και το δίκαιο. Το αυθάδικο χαμόγελο σ’ εκείνο το απίστευτα προκλητικό στόμα της καθώς κατέβαινε τις σκάλες τη μέρα που είχε ξεκινήσει την εγκατάσταση του συστήματος ασφαλείας στο σπίτι της. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η γυναίκα αυτή τον είχε στοιχειώσει. Στο μικρό, στριμωγμένο γραφείο του έξω από το Μπόιλστον, ο Ρόις έτριψε τα κουρασμένα μάτια του και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά του, που είχαν ανάγκη ένα καλό κούρεμα. Η εικόνα της τον κρατούσε ξύπνιο τις νύχτες και αυτό τον τσάτιζε. Αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να βγάλει την ατζέντα του και να βρει μια βολική σύντροφο να περάσει μια νύχτα μαζί της. Μια γυναίκα απλή, χωρίς απαιτήσεις. Γιατί στην ευχή, όμως, δεν ήθελε μια απλή γυναίκα χωρίς


απαιτήσεις; Ανάθεμά τον αν σήκωνε το τηλέφωνο να τηλεφωνήσει στη Λόρα. Της είχε ζητήσει να βγουν κι εκείνη είχε αρνηθεί. Της είχε πει πως θα ήταν στη διάθεσή της αν άλλαζε γνώμη, αλλά εκείνη δεν είχε αλλάξει γνώμη. Είχε να γελοιοποιηθεί μπροστά σε μια γυναίκα από τότε που ήταν δώδεκα χρονών και είχε ερωτευτεί τρελά τη μεγαλύτερη αδερφή του καλύτερου φίλου του, τη δεκαεξάχρονη θεά Μάρσα Μπάρτλετ. Δυο μήνες ονειροβατούσε για χάρη της, την ακολουθούσε από πίσω σαν σκυλάκι και υπέμενε τα πειράγματα ολόκληρης της έβδομης στο σχολείο Σεντ Aνν. Η Μάρσα Μπάρτλετ δεν του είχε δώσει ποτέ την παραμικρή προσοχή, είχε παντρευτεί ένα λαρυγγολόγο χειρουργό και από τότε ο Ρόις είχε πάψει να ονειροβατεί για τις γυναίκες. «Μεγάλωσε, Κάμερον», διέταξε τον εαυτό του και κοίταξε πάλι την οθόνη του υπολογιστή του όπου δούλευε μια προσφορά για ένα σύστημα ασφαλείας στη Νότια Βοστόνη. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, το άφησε να χτυπήσει τέσσερις φορές προτού το σηκώσει. Το άρπαξε βρίζοντας. Κατά τα φαινόμενα, η γραμματέας του είχε πάει πάλι να πουδράρει τη μύτη της. «Κάμερον Σεκιούριτι». «Και μιλάω με τον ίδιο τον Κάμερον;» Ο Ρόις αναγνώρισε τη φωνή. Δεν μπορούσες να κάνεις λάθος ακούγοντας εκείνη τη βαριά, σκοτσέζικη προφορά. «Μάλιστα, κύριε Μακ Γκρέγκορ». «Ωραία, εσένα γύρευα. Φρόντισες τις εγγονές μου». «Το σύστημα εγκαταστάθηκε και λειτουργεί». Και ο λογαριασμός -ο ξεγυρισμένος λογαριασμός, σκέφτηκε ο Ρόις- βρίσκεται στο ταχυδρομείο. «Είναι το καλύτερο που κυκλοφορεί στην αγορά». «Σ’ αυτό βασίζομαι, αγόρι μου. Θέλω να ησυχάσει πια η γυναίκα μου. Τρώγεται συνέχεια». «Ναι, μου το είπατε». «Και δοκίμασες προσωπικά την αποτελεσματικότητά του;» «Όπως μου το ζητήσατε. Κάθε προσπάθεια για διάρρηξη ή δολιοφθορά του συστήματος ενεργοποιεί το συναγερμό στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα και στέλνει σήμα στο βομβητή μου». «Ωραία, ωραία. Αλλά αυτά τα κορίτσια θα πρέπει να το χρησιμοποιούν για να είναι προστατευμένα. Είναι νεαρές κοπέλες, βλέπεις, και πολύ απασχολημένες με τα ενδιαφέροντά τους. Η γυναίκα μου ανησυχεί ότι μπορεί να φανούν απρόσεκτες και να μην το


ενεργοποιήσουν καν». «Κύριε Μακ Γκρέγκορ, εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας εγγυηθώ για το σύστημα από τη στιγμή που χρησιμοποιείται». «Ακριβώς. Ακριβούς. Ε, μόλις σήμερα το πρωί έλεγα στην Άννα πως εσύ από τη μεριά σου θα έχεις κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσες. Της κόλλησε όμως τώρα αυτό στο μυαλό και ανησυχεί. Σκέφτηκα, λοιπόν, απλώς για να την καθησυχάσουμε, να κάνουμε ένα τεστ. Θα μπορούσες να περάσεις από εκεί κάποια στιγμή -απόψε, για παράδειγμα- και να δεις αν θα καταφέρεις να μπεις μέσα...» «Για μια στιγμή. Να δω αν κατάλαβα καλά. Θέλετε να κάνω διάρρηξη στο σπίτι των εγγονών σας;» «Ε, βλέπεις, αν καταφέρεις να το κάνεις, τότε θα ξέρουμε ότι θα πρέπει να αναβαθμίσουμε κάπως το σύστημα. Και αν δεν μπορέσεις... ε, τότε θα μπορέσω και εγώ να καθησυχάσω τη γυναίκα μου. Είναι ηλικιωμένη», πρόσθεσε χαμηλόφωνα ο Ντάνιελ, κοιτώντας με αετίσιο μάτι την πόρτα. «Ανησυχώ για την υγεία της. Θα χαρούμε να σε πληρώσουμε και με το παραπάνω για το χρόνο και την ταλαιπωρία σου». «Ξέρετε πόση είναι η ποινή φυλάκισης για τη νυχτερινή διάρρηξη, κύριε Μακ Γκρέγκορ;» Ο Ντάνιελ γέλασε με την καρδιά του. Πράγματι είχε διαλέξει ένα σπάνιο παλικάρι για τη Λόρα του. «Έλα τώρα, Ρόις, ως πρώην αστυνομικός, είμαι σίγουρος ότι θα το ξέρεις πολύ καλά αυτό. Όπως θα ξέρεις και τι πρέπει να κάνεις για να μη σε πιάσουν. Ήθελα επίσης να σου πω ότι σκέφτομαι να εγκαταστήσω ένα καινούριο σύστημα ασφαλείας και εδώ, στο σπίτι μου. Είναι ένα πολύ μεγάλο σπίτι και θα ήθελα ό,τι καλύτερο. Το κόστος δεν αποτελεί πρόβλημα». Ο Ρόις έγειρε πίσω στην καρέκλα του και κοίταξε σκεφτικός το ταβάνι. «Με δωροδοκείτε, κύριε Μακ Γκρέγκορ;» «Πράγματι, κύριε Κάμερον. Σας αρέσουν οι προκλήσεις;» «Ναι, μου αρέσουν. Και αυτό θα σας στοιχίσει». «Τι είναι τα χρήματα μπροστά στην ηρεμία του πνεύματος και στην ασφάλεια αυτών που αγαπάμε;» Ο Ρόις έγειρε πίσω στην καρέκλα του και περίμενε λίγο. «Έχω γνωρίσει πολλούς δαιμόνιους και έξυπνους άντρες στη ζωή μου, κύριε Μακ Γκρέγκορ. Εσείς θα μπορούσατε να δώσετε μαθήματα σε όλους». Το τρανταχτό γέλιο του Ντάνιελ έκανε τ’ αυτιά του Ρόις να βουίξουν. «Π’ ανάθεμά με, αγόρι μου, μ’ αρέσεις. Οι Κάμερον είναι γερή γενιά. Επικοινώνησε μαζί μου μόλις κάνεις τον έλεγχο. Και θα κανονίσουμε πότε θα έρθεις εδώ, να εκσυγχρονίσεις και αυτό το


σύστημα ασφαλείας».

***

Θα έβγαζε καλά λεφτά, ο Ρόις υπολόγιζε τα μηδενικά καθώς απέφευγε το φεγγαρόφωτο και χωνόταν στις σκιές των μεγάλων, γέρικων δέντρων που φρουρούσαν το σπίτι. Στάθηκε και κοίταξε τα σκοτεινά παράθυρα. Του ήταν αρκετά εύκολο να σκεφτεί σαν κλέφτης. Είχε αντιμετωπίσει αναρίθμητες ληστείες στα χρόνια του στο Σώμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είχε αποφασίσει στη συνέχεια ν’ ασχοληθεί με τα συστήματα ασφαλείας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε γνώριζαν πόσο ευάλωτοι ήταν ενώ ονειρεύονταν στα κρεβάτια τους. Πλησίασε στο σπίτι όπως θα έκανε ένας κλέφτης, χρησιμοποιώντας τα δέντρα και τους θάμνους για κάλυψη. Οι καλοσχεδιασμένοι κήποι δημιουργούσαν ατμόσφαιρα, αλλά προστάτευαν και τους εγκληματίες από τα περίεργα βλέμματα των γειτόνων και των περαστικών. Αν ήταν ένας έξυπνος διαρρήκτης -και ο Ρόις είχε αποφασίσει ότι θα γινόταν-, θα είχε αφιερώσει ήδη το χρόνο για να μελετήσει το σπίτι, τις προσβάσεις, την ασφάλεια. Θα είχε φορέσει μια χακί φόρμα εργασίας, θα είχε πάρει ένα μπλοκ στο χέρι και θα είχε έρθει μέρα μεσημέρι. Κανείς δε θα του είχε ρίξει δεύτερη ματιά. Αντί γι’ αυτό όμως, να τος τώρα νυχτιάτικα, για να ικανοποιήσει την απαίτηση ενός παμπόνηρου και υπερπροστατευτικού Σκοτσέζου. Θα γνώριζε ότι το σύστημα ασφαλείας ήταν καλό. Ασφαλώς. Ο Ρόις είχε αποφασίσει να μπει στο πνεύμα του ρόλου και να το διασκεδάσει. Ως κλέφτης είχε δίπλωμα ηλεκτρονικού, άρα ήταν εξπέρ στο θέμα. Διασκεδάζοντας με τον εαυτό του, βάλθηκε να αποδομήσει τη δική του δουλειά. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα έκανε ένα βήμα πίσω και έξυσε το πιγούνι του. Ήταν πολύ καλός, αποφάσισε. Βέβαια, όχι τόσο καλός κλέφτης όσο ειδικός συστημάτων ασφαλείας. Το σύστημα που είχε εγκαταστήσει ήταν σχεδόν εκατό τα εκατό αδιάβλητο· όφειλε να το παραδεχτεί. Αν δεν το είχε σχεδιάσει ο ίδιος, δε θα κατάφερνε ποτέ να περάσει από τις διπλές και τριπλές δικλίδες ασφαλείας. Από τη στιγμή όμως που το είχε σχεδιάσει αυτός, θα μπορούσε να μπει μέσα -αν ήθελε να μπει μέσα- δουλεύοντας άλλα δέκα περίπου λεπτά. Ένας κλέφτης, όμως, θα έπρεπε να είναι πολύ αποφασισμένος, πολύ καλός γνώστης και πολύ τυχερός για να φτάσει έστω και ως το σημείο που είχε φτάσει αυτός μέχρι τώρα. Ο Μακ Γκρέγκορ, αποφάσισε,


μπορούσε να κοιμάται ήσυχος. Ικανοποιημένος, πήγε να κάνει πίσω, όταν άναψε ένα φως. Η Λόρα Μακ Γκρέγκορ στεκόταν από την πίσω μεριά της πόρτας του αίθριου. Τα σκούρα μαλλιά της έπεφταν μέχρι τη μέση της, ένα ζωηρόχρωμο κίτρινο μπλουζάκι έπεφτε χαμηλά στους γοφούς της και στα χέρια της κρατούσε ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Την είδε να μένει μ’ ανοιχτό το στόμα όταν τον αναγνώρισε. Τα μάτια της πέταξαν σπίθες. «Τι στην οργή κάνεις εδώ;» Η φωνή της ακούστηκε πνιχτή μέσα από το τζάμι, αλλά ο Ρόις έπιασε το νόημα. «Επιτόπιο έλεγχο», της απάντησε μεγαλόφωνα. «Εντολή του πελάτη». «Εγώ δε ζήτησα κανέναν επιτόπιο έλεγχο». «Ο παππούς σου τον ζήτησε». Ο Ρόις είδε τα οργισμένα μάτια της να στενεύουν και τα χέρια της ν’ αλλάζουν τη λαβή τους στο ρόπαλο σαν να σκεφτόταν έτσι κι αλλιώς να το χρησιμοποιήσει. Τελικά του γύρισε την πλάτη, προσφέροντάς του την υπέροχη θέα των ποδιών της, που του ανέβασε την πίεση, και άρπαξε το τηλέφωνο. Ο Ρόις έξυσε πάλι το πιγούνι του, τα δάχτυλά του κινήθηκαν αφηρημένα πάνω στην ουλή. Αν η Λόρα καλούσε την αστυνομία, ο Ρόις θα περνούσε μια ατελείωτη νύχτα δίνοντας εξηγήσεις. Είχε αρκετούς φίλους στο Σώμα για να γλιτώσει τα χειρότερα, ήξερε όμως πως αυτοί οι ίδιοι φίλοι δε θα δίσταζαν να τον χώσουν σ’ ένα κελί, έτσι για πλάκα. Η τιμή για τον έλεγχο είχε μόλις διπλασιαστεί. Δευτερόλεπτα αργότερα, η Λόρα βρόντησε το ακουστικό στη θέση του. Πήγε στην κονσόλα του συναγερμού και πληκτρολόγησε τον κωδικό, ύστερα άνοιξε την κλειδαριά της πόρτας. «Είστε και οι δυο ηλίθιοι, τόσο εσύ όσο και ο παππούς μου». «Τηλεφώνησες στον Μακ Γκρέγκορ;» «Και βέβαια του τηλεφώνησα. Νομίζεις πως θ’ αρκεστώ στο λόγο σου, τη στιγμή που στέκεσαι έξω από την πόρτα μου, ντυμένος στα μαύρα σαν κλέφτης και κρατάς στα χέρια σου εργαλεία διάρρηξης; Θα έπρεπε να σ’ το φέρω στο κεφάλι, έτσι από θέμα αρχής», συμπλήρωσε προτού στερεώσει το ρόπαλο στον τοίχο. «Εκτιμώ την αυτοσυγκράτησή σου». Ο Ρόις χαμογέλασε και η ευθυμία του άστραψε σαν καλοκαιρινή αστραπή στα μάτια του. «Δες το από αυτή την άποψη, η γιαγιά σου μπορεί να κοιμάται τώρα ήσυχη τις νύχτες».


«Η γιαγιά μου κοιμάται πάντα ήσυχη τις νύχτες. Εκείνος είναι το πρόβλημα». Η Λόρα σήκωσε ψηλά τα χέρια της απηυδισμένη. Η κίνηση έκανε το μπλουζάκι να σηκωθεί και αυτό επικίνδυνα. «Ο άνθρωπος μένει ξύπνιος τις νύχτες και σκέφτεται τρόπους για να κάνει τη ζωή μας πιο δύσκολη. Έχει γίνει αυτοσκοπός του -να τρελάνει την οικογένειά του. Τουλάχιστον τώρα έχω την ευχαρίστηση να ξέρω ότι τ’ αυτιά του θα βουίζουν όλη την υπόλοιπη νύχτα». «Του πήρες τ’ αυτιά, έτσι;» Ο Ρόις χαμογέλασε και, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, πλησίασε πιο κοντά. «Αν ήσουν στο κρεβάτι, όπως θα έπρεπε, ούτε που θα έπαιρνες χαμπάρι ότι ήμουν εδώ. Δυο λεπτά και θα είχα φύγει». Άπλωσε το χέρι του και έπαιξε με τα μαλλιά που έπεφταν μέχρι τους αγκώνες της σαν μαύρη κουρτίνα. «Γιατί δεν είσαι στο κρεβάτι;» «Γιατί πεινούσα», μουρμούρισε η Λόρα. «Κι εγώ πεινάω». Ο Ρόις πλησίασε λίγο περισσότερο και σκέφτηκε πως η μοίρα είχε τοποθετήσει την πολυθρόνα εκεί όπου βρισκόταν για να την εμποδίσει να οπισθοχωρήσει. «Σ’ έπιασα». Η καρδιά πετάριζε στο στήθος της τώρα. Η Λόρα ένιωσε το μπράτσο της πολυθρόνας να μπήγεται στην πλάτη της. Ο Ρόις έδειχνε κάτι παραπάνω από επικίνδυνος εκείνη την ώρα. Το φλογερό βλέμμα και το πονηρό χαμόγελο τον έκαναν να μοιάζει μοιραίος. Προκλητικός... «Κοίτα, φιλαράκο...» «Μου έγινε συνήθεια να σε πιάνω με τις πιτζάμες». Ο Ρόις άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει προς τα κάτω νωχελικά, στη συνέχεια κοίταξε πάλι το πρόσωπό της, ενώ ακουμπούσε τα χέρια του στην πολυθρόνα, δεξιά και αριστερά του κορμιού της. «Δε νομίζεις ότι παραπάει να περιμένεις να κάνω συνέχεια πίσω;» Η Λόρα ένιωσε ν’ ανατριχιάζει από τη συγκίνηση. «Περιμένω να δεχτείς το όχι ως απάντηση». «Αλήθεια;» Ο Ρόις έγειρε λίγο ακόμα προς το μέρος της -ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα των κορμιών τους- και η ανάσα του χάιδεψε σαν πούπουλο το στόμα της. «Θα έπαιρνα όρκο ότι περίμενες αυτό». Χαμήλωσε το στόμα του προς το δικό της και σταμάτησε ένα εκατοστό προτού το αγγίξει. Είδε τα μάτια της να σκουραίνουν, άκουσε τη βαθιά αναπνοή της. Περίμενε, νιώθοντας το αίμα του να κοχλάζει, περίμενε μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι υπέφεραν και οι δυο τους. «Φίλησε με», απαίτησε και το στόμα του αιχμαλώτισε βίαια το δικό της. Η Λόρα δε θα μπορούσε να συγκρατηθεί. Εκείνη την ατελείωτη


στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, ο πόθος την είχε πλημμυρίσει σαν ζεστό κρασί. Με το που έσμιξαν τα χείλια τους, ο πόθος την είχε χτυπήσει σαν βελουδένια γροθιά. Τη συγκλονιστική στιγμή που βάθυνε το φιλί τους, η ηδονή την είχε διαπεράσει σαν αστραπή. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του μ’ ένα βογκητό και ανταπέδωσε την απληστία του με απληστία. Αυτό το φιλί δεν ήταν μια τρυφερή εξερεύνηση, δεν ήθελαν να πάρουν μια απλή γεύση. Αυτό το φιλί έκρυβε φλόγα, πείνα, ήταν πάθος που συναγωνιζόταν το πάθος, δύναμη που ανταγωνιζόταν τη δύναμη. Τα μεταξένια χείλια της έκρυβαν εξωτικές γεύσεις- προκλητικά αρώματα και απαλούς στεναγμούς. Το στόμα της ήταν σκέτη αμαρτία και δεν ήθελε πολύ να τον τρελάνει. Τα χέρια του χώθηκαν στα μαλλιά της και τράβηξαν το κεφάλι της προς τα πίσω ώστε να μπορέσει να τρυγήσει πιο άπληστα αυτό το ανυπόμονο και ερωτικό στόμα. «Άσε με να σε κάνω δική μου». Ο Ρόις τράβηξε τα χείλια του από τα δικά της και τα έσυρε στο πιγούνι, στο λαιμό της. «Εγώ...» Το κεφάλι της γύριζε, η ανάσα της έβγαινε λαχανιασμένη. «Περίμενε. Απλά.:, περίμενε». «Γιατί;» «Πρέπει να σκεφτώ». Η Λόρα ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και τραβήχτηκε πίσω. «Δε σκεφτόμουν». Τα γαλάζια μάτια του κοίταξαν τα σοκολατιά δικά της, τα σκούρα μαλλιά της είχαν απλωθεί πάνω του καθώς έσερνε τα χέρια του χαμηλά στα πλευρά της. «Μπορώ να το διορθώσω αυτό. Ώστε κανείς από τους δυο μας να μην ξανασκεφτεί». «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Η Λόρα κράτησε τα χέρια της στους ώμους του κι ύστερα τα τέντωσε, ώστε να εξασφαλίσει κάποια απόσταση ανάμεσά τους. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. «Κάνε μια στιγμή πίσω». «Δεν πρόκειται ν’ αλλάξει κάτι. Θα εξακολουθώ να σε θέλω. Και θα με θέλεις κι εσύ». «Όπως και να έχει το πράγμα, κάνε πίσω». Του στοίχισε, αλλά ο Ρόις άφησε τα χέρια του να πέσουν και έκανε πίσω. «Είμαι αρκετά μακριά; Ή μήπως πρέπει να βγω από την πόρτα, ώστε να μπορέσεις να προσποιηθείς πως τίποτε από αυτά δε συνέβη;» «Δε χρειάζεται να προσποιηθώ τίποτε», είπε η Λόρα και ίσιωσε την πλάτη της. «Αν δεν ήθελα να συμβεί αυτό, δε θα είχε συμβεί. Είμαι υπεύθυνη για τις πράξεις μου, Ρόις». «Σωστό. Γιατί, λοιπόν, αυτή τη στιγμή δεν κυλιόμαστε σε τούτο


το περίτεχνο χαλί, τελειώνοντας αυτό που ξεκινήσαμε;» «Πολύ ωμό αυτό». «Πολύ ειλικρινές». «Εντάξει. Δεν κυλιόμαστε πάνω στο Ομπισόν γιατί δε συνηθίζω να κάνω σεξ με άντρες που γνωρίζω ελάχιστα». Ο Ρόις κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. Το θεώρησε ταπεινωτικό που δεν ήταν απόλυτα σταθερά. «Κι αυτό είναι σωστό». Χαμογέλασε όταν είδε την έκπληξη και στη συνέχεια το σκεπτικισμό που απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Δεν περίμενες να φανώ λογικός, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν το περίμενα. Πράγμα που αποδεικνύει τα λεγόμενά μου. Δε σε ξέρω». Η Λόρα οπλίστηκε με θάρρος, αλλά δεν τραβήχτηκε όταν εκείνος πλησίασε πάλι προς το μέρος της. Τα χέρια του χάιδεψαν τα μπράτσα της, ανέβηκαν στους ώμους της και τέλος κατέβηκαν στους καρπούς της. «Ρόις Κάμερον», της είπε ήρεμα. «Τριάντα ενός χρονών, εργένης, πρώην αστυνομικός και νυν ελεύθερος επαγγελματίας. Ποινικό μητρώο λευκό. Πήγα δυο χρόνια στο κολέγιο, αλλά δεν ήταν κάτι που μου ταίριαζε. Μου αρέσουν τα μεγάλα, αγαθιάρικα σκυλιά, η δυνατή ροκ μουσική, το ιταλικό φαγητό και οι επικίνδυνες γυναίκες». Το γέλιο σκούρυνε τα μάτια της. «Πολύ κατατοπιστικά όλα αυτά, αλλά δεν εννοούσα ακριβούς αυτό». «Σκέφτηκα πως ήταν μια αρχή. Θέλεις να μάθεις περισσότερα;» Η Λόρα ήξερε πως ο Ρόις πρέπει να ένιωθε τον ξέφρενο σφυγμό της κάτω από τα δάχτυλά του. «Είναι φανερό ότι θέλω». «Αύριο βράδυ στις εφτάμισι. Θα δοκιμάσουμε το ιταλικό φαγητό». «Εντάξει. Θα δοκιμάσουμε το ιταλικό φαγητό». Η Λόρα δεν κουνήθηκε και συνέχισε να τον κοιτάζει στα μάτια όταν έσκυψε και δάγκωσε το κάτω χείλι της με τα δόντια του. «Μου αρέσει στ’ αλήθεια το στόμα σου. Θα μπορούσα να το εξερευνώ ώρες». Η Λόρα είχε την εντύπωση πως τον είδε να χαμογελά προτού της γυρίσει την πλάτη, αλλά η όρασή της είχε θολώσει. «Κλείδωσε, Λόρα, και ενεργοποίησε πάλι το σύστημα ασφαλείας». «Ναι». Η Λόρα πήρε δύο αργές ανάσες, εισπνοή-εκπνοή. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως το σύστημα, τρόπος του λέγειν, είχε ήδη παραβιαστεί.


Κεφάλαιο 4 Η Γκουέν όρμησε στο μπάνιο με τα εσώρουχα, αλλά τέλεια μακιγιαρισμένη. «Μόλις μου έφυγε πόντος στο τελευταίο μαύρο καλσόν μου. Βρίσκομαι στα πρόθυρα της απελπισίας». «Το δικό μου θα σου σακουλιάζει», της φώναξε η Λόρα από το ντους. «Είμαι δώδεκα εκατοστά πιο ψηλή από σένα». «Σου είπα, βρίσκομαι στα πρόθυρα της απελπισίας. Η Τζούλια δεν έχει κανένα σκούρο καλσόν. Και εγώ δεν έχω ώρα να βγω ν’ αγοράσω. Ο Γκρεγκ θα βρίσκεται εδώ σε δεκαπέντε λεπτά». Η Λόρα πρόβαλε το κεφάλι από την κουρτίνα. «Ραντεβού με το Δόκτορα Γλοιώδη;» «Δεν είναι ραντεβού», γρύλισε η Γκουέν και ξεκρέμασε από το σκοινάκι ένα καλσόν. «Πρόκειται για μια εκδήλωση του νοσοκομείου και είναι ο συνοδός μου». «Είναι ένας υποκριτής γυναίκας». «Είναι ο επικεφαλής χειρουργός». «Ο επικεφαλής γυναικάς», τη διόρθωσε η Λόρα και έκλεισε τη βρύση του ντους. «Και το μόνο που θέλει να κάνει είναι να προσθέσει άλλη μία επιτυχία στο ενεργητικό του». «Τότε θα απογοητευτεί οικτρά». Η Γκουέν κάθισε στην τουαλέτα και άρχισε να φοράει το καλσόν. «Γιατί δεν πας με τον Τζιμ Πρόκτορ; Είναι εντάξει τύπος». «Αρραβωνιάστηκε. Πριν από δυο βδομάδες. Με μια νηπιαγωγό». «Λ». Η Λόρα στερέωσε την πετσέτα στο στήθος της και βγήκε από το ντους. «Τότε καλύτερα να πας μόνη παρά με τον Γκρεγκ το χειρουργό». «Κοκτέιλ και δείπνο στο σπίτι του δόκτορος και της κυρίας Πρίτσετ. Η κυρία Πρίτσετ δυσανασχετεί όταν έχει ασυνόδευτες γυναίκες στο τραπέζι της». Η Γκουέν σηκώθηκε και έβρισε. «Να πάρει, τούτο μου σακουλιάζει». «Σ’ το είπα».


«Βρήκα ένα ζευγάρι», είπε η Τζούλια και μπήκε ανεμίζοντας ένα καλσόν σαν σημαία. «Αυτό ήταν η αιτία που δεν έκλεινε καλά το συρτάρι μου. Είχε πέσει από πίσω». «Δόξα τω Θεώ». Η Γκουέν το άρπαξε και κάθισε πάλι για να το φορέσει. «Σημαιοστολισμένη σε βλέπω», παρατήρησε η Λόρα όταν είδε το μακρύ, βελούδινο, βαθυπράσινο φόρεμα της Τζούλιας. «Θα πάω στον Όμιλο. Με τον Πίτερ». «Α, ο παλιός, καλός φίλος». Η Λόρα πήγε στην κρεβατοκάμαρά της να ρίξει μια ματιά στη δική της ντουλάπα. «Ο Πίτερ είναι εντάξει, απλούς παραείναι σοβαρός». Η Τζούλια βγήκε και αυτή από το μπάνιο και έμεινε να κοιτάζει τη Λόρα, που προσπαθούσε να αποφασίσει ανάμεσα σ’ ένα κόκκινο μεταξωτό κι ένα μπλε μάλλινο φόρεμα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, εσύ είσαι που έχεις το πιο καυτό ραντεβού απόψε». «Θα πάμε απλώς ν’ ακούσουμε μουσική». «Χορεύοντας. Τρίτο ραντεβού σε δυο βδομάδες». Η Τζούλια ανασήκωσε τα φρύδια της. «Σίγουρα το κόκκινο». «Είναι λιγάκι...» «Είναι πολύ», τη διόρθωσε η Τζούλια. «Πάρα πολύ. Θα του βγουν τα μάτια». Ξεροκέφαλη, η Λόρα πήρε το μπλε. «Δε βγαίνουμε στ’ αλήθεια ραντεβού. Απλώς βλεπόμαστε». Βγήκε και η Γκουέν από το μπάνιο. «Λοιπόν, όταν θα βαρεθείς να τον βλέπεις, μπορώ να τον έχω εγώ;» «Χα, χα». «Αυτό είναι το τρίτο ραντεβού», παρατήρησε η Τζούλια. «Το πρώτο ραντεβού είναι τεστ. Το δεύτερο είναι απλώς επαναληπτικό. Αλλά το τρίτο, ε, αυτό είναι το σημαντικό. Είναι η στιγμή που περνάς από το ραντεβού στη σχέση». «Δεν έχουμε καμιά σχέση. Δεν έχω καμιά σχέση». «Μπορώ να τον έχω εγώ;» ρώτησε πάλι η Γκουέν και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια όταν είδε το φονικό βλέμμα που της έριξε η Λόρα. «Έλα τώρα, Λόρι, πού βλέπεις το κακό να ενδιαφέρεσαι για έναν απίθανο, διαθέσιμο και συναρπαστικό άντρα; Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό». Το κουδούνι της πόρτας την έκανε να στρέψει τα μάτια στον ουρανό. «Αυτός είναι ο Γκρεγκ. Τζουλς, πήγαινε να του κάνεις για λίγο παρέα, εντάξει;» «Αν μου ξαναριχτεί, θα του σπάσω τα δόντια».


«Πέντε λεπτά», της υποσχέθηκε η Γκουέν και έφυγε βιαστική. «Απλώς απασχόλησέ τον πέντε λεπτά». «Δεν ξέρω γιατί δεν του σπάει αυτή τα δόντια», γρύλισε η Τζούλια, πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε προσποιητά και γύρισε προς τη Λόρα. «Πώς σου φαίνεται;» «Προσπάθησε να μη φαίνεται τόσο σαν γκριμάτσα». «Δεν μπορώ. Φόρεσε το κόκκινο», τη διέταξε και κατέβηκε να εκτελέσει το χρέος της. ***

Φόρεσε το κόκκινο. Η Λόρα είπε στον εαυτό της ότι απλώς ταίριαζε καλύτερα για μια βραδινή έξοδο σε κλαμπ. Δεν το είχε φορέσει επειδή ήταν σέξι ούτε επειδή ο συνδυασμός της λίκρας με το μετάξι έκανε το ύφασμα να κολλάει σαν δεύτερο δέρμα πάνω της, τονίζοντας τη θηλυκότητά της. Και φόρεσε τα λεπτά ψηλοτάκουνα παπούτσια μόνο γιατί τα απαιτούσε το φόρεμα. Όλα αυτά για το τρίτο ραντεβού ήταν σαχλαμάρες, είπε στον εαυτό της, και κούμπωσε τους χοντρούς, χρυσούς κρίκους της. Εξάλλου ποιος τα μετρούσε; Απλώς βλέπονταν επειδή απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου, επειδή έβρισκαν πολλά να συζητήσουν και επειδή έκανε ο ένας τον άλλον να γελάει. Και όταν τη φιλούσε, ένιωθε κάτι σαν έκρηξη στο κεφάλι της. Πίεσε το χέρι στο στομάχι της που σφιγγόταν. Εντάξει, το παραδέχτηκε· ναι, υπήρχε μία έντονη φυσική έλξη μεταξύ τους. Αλλά δεν την είχε πιέσει να προχωρήσουν πέρα από εκείνα τα φιλιά που της έπαιρναν το μυαλό. Γιατί στην ευχή δεν την πίεζε; Κόντευε να την τρελάνει έτσι όπως της έκοβε κάθε φορά την ανάσα, κάνοντάς τη να τρέμει σύγκορμη, αλλά ποτέ δεν προσπαθούσε να την παρασύρει στο κρεβάτι. Ποτέ μετά από εκείνη την πρώτη φορά. Ήταν τρελή, παραδέχτηκε η Λόρα. Εκείνη δεν του είχε πει πως ήθελε πρώτα να τον γνωρίσει; Και αυτός δεν της έδινε το περιθώριο και το χρόνο να κάνει ακριβώς αυτό; Να όμως που τώρα δυσανασχετούσε επειδή δεν την άρπαζε από τα μαλλιά να τη σύρει στη σπηλιά του. Αξιολύπητο. Όταν χτύπησε το κουδούνι, τίναξε πίσω το σύννεφο των μαύρων μαλλιών της. Απλώς βλέπονταν, επανέλαβε στον εαυτό της κατεβαίνοντας τις σκάλες. Απλώς έβγαιναν για να γνωριστούν. Απλώς ήταν δυο άνθρωποι που θα χαίρονταν ο ένας τη συντροφιά του άλλου για ένα βράδυ. Ήρεμη τώρα, άνοιξε την πόρτα και χαμογέλασε.


Ήταν όμορφος ντυμένος στα μαύρα. Το μαύρο τζιν, το μαύρο τζάκετ και το μαύρο πουκάμισο ταίριαζαν στην επικίνδυνη όψη του. «Ήρθες ακριβούς στην ώρα σου», του είπε. «Θα πάρω μόνο...» «Για μια στιγμή». Ο Ρόις την άρπαξε από τα χέρια, τυλίγοντας τα δικά του γύρω από τους καρπούς της σαν χειροπέδες. Την περιεργάστηκε με το βλέμμα του. Το έντονο κόκκινο την κολάκευε, το ύφασμα αγκάλιαζε σαν δεύτερο δέρμα τους λεπτούς γοφούς της και το βαθύ ντεκολτέ τόνιζε το στητό στήθος της. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε αργά στα χείλη του. «Συγνώμη ένα λεπτό». Με μια απότομη κίνηση την τράβηξε στην αγκαλιά του και το στόμα του καταβρόχθισε το δικό της. Η Λόρα, συγκλονισμένη, έβγαλε μια μικρή κραυγή και ένιωσε να παίρνει φωτιά. Την επόμενη στιγμή, όμως, παραπατούσε ελεύθερη και ξέπνοη. «Προς τι αυτό;» «Ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για το φόρεμα». Το χαμόγελό του ήταν πιο γρήγορο αυτή τη φορά. Του ήταν αδύνατον να μη νιώσει ικανοποιημένος, βλέποντας το σαστισμένο βλέμμα στα μάτια της. «Θα χρειαστείς παλτό. Κάνει κρύο έξω». ***

Το κλαμπ ήταν απίθανο, το ίδιο και η μουσική. Η Λόρα είχε ξαναβρεί την ισορροπία της πίνοντας ένα ποτήρι λευκό κρασί σ’ ένα τραπεζάκι στη γωνία, που φωτιζόταν από τη φλόγα ενός κεριού που τρεμόπαιζε. Δε θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό πως ο Ρόις ήταν από τους τύπους που κάθονται σ’ ένα τραπέζι και ακούν μπλουζ. Αλλά ο άνθρωπος αυτός την ξάφνιαζε συνέχεια. «Γιατί εγκατέλειψες το Σώμα;» τον ρώτησε. Δε συνειδητοποίησε ότι το θέμα αυτό την απασχολούσε παρά αφού ρώτησε. «Μήπως η ερώτηση είναι πολύ προσωπική;» «Όχι. Κατάλαβα ότι δε μου άρεσε να δουλεύω σε ομάδες, ότι δεν μπορούσα τις σκοπιμότητες και ότι είχα χάσει το πάθος που απαιτείται για να βγεις στο δρόμο και να κάνεις αυτή τη δουλειά». «Τι σ’ έκανε να το χάσεις;» Ο Ρόις έσμιξε τα σκούρα φρύδια του και την κοίταξε με τ’ ανοιχτόχρωμα μάτια του επίμονα. «Οι δικηγόροι». Η Λόρα ύψωσε αμέσως αμυντικά το πιγούνι της. «Όλοι δικαιούνται υπεράσπιση, σύμφωνα με το νόμο». «Ναι, αυτό λέει ο νόμος». Ο Ρόις πήρε τη σόδα του και κουδούνισε τα παγάκια στο ποτήρι. «Αλλά αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Αυτή τη στιγμή έχεις έναν πελάτη που θα συμφωνούσε μαζί μου».


«Αλήθεια; Και ποιος είναι αυτός ο πελάτης;» «Η Αμάντα Χόλογουεϊ». «Νόμιζα ότι δεν ενέκρινες αυτό που έκανε». «Δεν είναι δική μου δουλειά να το εγκρίνω ή όχι. Δε βρισκόμουν μέσα στο μυαλό της εκείνο το βράδυ. Αλλά για μένα η περίπτωσή της είναι ένα ακόμη παράδειγμα ενός ελαττωματικού συστήματος». «Η δίκη της αρχίζει σε δέκα μέρες. Ίσως θα μπορούσες να βοηθήσεις». «Δεν έχω τίποτε να σου πω». «Είναι φανερό ότι δεν τον συμπαθούσες». «Δε συμπαθώ ούτε τον τύπο που μένει στο απέναντι διαμέρισμα από το δικό μου. Αλλά ούτε γι’ αυτόν μπορώ να σου πω πολλά. Η μητέρα σου ξέρει τη δουλειά της, Λόρα, διαφορετικά δε θα είχε φτάσει εκεί που βρίσκεται». «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να παραιτείσαι από αυτά που πιστεύεις. Δε θα είχες μπει στο Σώμα αν δεν ήθελες να βοηθήσεις». «Και τα χρόνια που έμεινα σ’ αυτό μου έδειξαν πως η παρουσία μου δεν έκανε και μεγάλη διαφορά». Διέκρινε κάτι στη φωνή του, κάτι σαν απογοήτευση ή διάψευση των προσδοκιών του. «Αλλά το ήθελες». «Ναι, το ήθελα. Τώρα το κάνω με το δικό μου τρόπο. Χωρίς τους περιορισμούς και τις σκοπιμότητες. Και είμαι πολύ καλύτερος στα ηλεκτρονικά από το ν’ απλώνω την κίτρινη κορδέλα». «Απλώς σου αρέσει να είσαι αφεντικό του εαυτού σου». «Πολύ σωστά». «Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω γι’ αυτό», του είπε η Λόρα αναστενάζοντας. «Το να δουλεύω με τους γονείς μου είναι, ε, ένα όνειρο. Είναι σπουδαίοι άνθρωποι. Δε νομίζω ότι θα τα πήγαινα καλά σ’ ένα μεγάλο γραφείο, με το αυστηρό πρωτόκολλο και την παγιωμένη πολιτική. Σε πάρα πολλά από αυτά το μόνο που τους νοιάζει είναι πόσες ώρες θα χρεώσουν τις μεγάλες εταιρείες και τους σπουδαίους πελάτες που εκπροσωπούν. Οι Μακ Γκρέγκορ και Μακ Γκρέγκορ είναι ένα γραφείο που κάνει τη διαφορά». «Με ξαφνιάζει που δεν τους έχουν πάρει την άδεια για υπερβάλλουσα επαγγελματική ευσυνειδησία». Η Λόρα μισόκλεισε τα μάτια της. «Είναι πολύ εύκολο -και τόσο τετριμμένο- να κατηγορείς τους δικηγόρους». «Ναι». Ο Ρόις της χαμογέλασε. «Γιατί ν’ αντισταθείς; Θα έπρεπε να σου πω κάτι άλλο».


«Τι;» «Είσαι απίστευτα όμορφη». Η Λόρα χαλάρωσε πίσω και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Προσπαθείς ν’ αλλάξεις κουβέντα». «Και έξυπνη, επίσης. Αν καθίσουμε εδώ να συζητήσουμε για το νόμο, θα τσακωθούμε, γιατί είναι κάτι που το προσεγγίζουμε από διαφορετική γωνία. Γιατί να σπαταλήσουμε το χρόνο μας;» «Μου αρέσει να τσακώνομαι. Γι' αυτό έγινα δικηγόρος». «Μου αρέσει να χορεύω». Ο Ρόις πήρε το χέρι της και τη σήκωσε. «Γι' αυτό ήρθαμε εδώ». Η Λόρα τον κοίταξε. «Χορεύεις;» «Ε, να σου πω, δεν κατάφερα ποτέ να εκπληρώσω το όνειρο της ζωής μου και να γίνω χορευτής των Μπολσόι», της απάντησε ξερά ο Ρόις καθώς την οδηγούσε στην πίστα. «Αλλά τα καταφέρνω». «Απλώς μου φαίνεσαι πιο ταιριαστός πάνω στο ρινγκ να παίζεις πέντε γύρους παρά...» Τα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό της καθώς ο Ρόις την έφερε μια βόλτα και την κόλλησε πάνω του μέχρι που τα κορμιά τους έγιναν ένα. «Ω Θεέ μου». «Θα παίξουμε μποξ αργότερα». Με τα τακούνια η Λόρα είχε το ίδιο ύψος με εκείνον. Τα μάτια και τα στόματά τους βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Τα βήματά του στην πίστα ήταν αβίαστα, πολύπλοκα. Η Λόρα δε χρειάστηκε να σκεφτεί για να τ’ ακολουθήσει. Δε θα μπορούσε να σκεφτεί έτσι όπως σφυροκοπούσε η καρδιά της, έτσι όπως ούρλιαζε το σαξόφωνο, έτσι όπως το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο πάνω της. «Είσαι πολύ καλός», κατάφερε να πει. «Ο χορός είναι το δεύτερο καλύτερο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άντρας με μια όμορφη γυναίκα. Γιατί να μην το κάνει καλά;» Η Λόρα έγλειψε τα χείλια της. «Έχεις πάρει μαθήματα». «Μετά από επιμονή της μητέρας μου. Αυτός είναι και ο λόγος που μπορώ ν’ αντέξω πέντε γύρους στο ρινγκ απέναντι σ’ έναν πρωταθλητή. Στη γειτονιά μου, αν ένα αγόρι έκανε μαθήματα χορού, ή έτρωγε ξύλο σε καθημερινή βάση ή μάθαινε να χρησιμοποιεί τις γροθιές του». «Φοβερός συνδυασμός. Ποια γειτονιά ήταν αυτή;» «Η Νότια Βοστόνη». «Α». Το κεφάλι της γύριζε, ο σφυγμός της σφυροκοπούσε. «Ώστε εκεί μεγάλωσες. Ο πατέρας σου...» Ο Ρόις την έγειρε αργά πίσω, πολύ βαθιά. «Μιλάς πολύ», της


ψιθύρισε και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της καθώς τη σήκωνε πάλι όρθια. Το φιλί του συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του χορού και ένιωσε το χέρι της να σέρνεται στον ώμο του για να καταλήξει πίσω από το λαιμό του. Η Λόρα αισθάνθηκε το στομάχι της να σφίγγεται, τα γόνατά της να τρέμουν, και ψιθύρισε τ’ όνομά του δυο φορές πάνω στα χείλη του. «Ξέρεις ποιος είμαι;» Ο Ρόις περίμενε μέχρι ν’ ανοίξει τα μάτια της και να τον κοιτάξει. «Με γνωρίζεις τώρα, Λόρα;» Εκείνη κατάλαβε τι τη ρωτούσε, όπως κατάλαβε ότι κάθε στιγμή που είχαν περάσει μαζί ήταν ένας χορός που τα βήματά του οδηγούσαν σ’ αυτό το σημείο. «Ναι, υποθέτω πως σε ξέρω». «Έλα στο σπίτι μαζί μου». Ο Ρόις τη φίλησε πάλι, χάιδεψε τα χείλη της με τη γλώσσα του μέχρι που άρχισαν να τρέμουν. «Έλα στο κρεβάτι μαζί μου». Τη Λόρα δεν την ένοιαζε που η μουσική είχε σταματήσει, που το κλαμπ ήταν γεμάτο κόσμο. Δόθηκε με όλο της το είναι σ’ αυτό το φιλί. «Το δικό μου σπίτι είναι πιο κοντά». «Πώς το ξέρεις αυτό;» «Έψαξα και βρήκα τη διεύθυνσή σου», του απάντησε και τραβήχτηκε χαμογελώντας. «Για παν ενδεχόμενο. Οι ξαδέρφες μου έχουν βγει έξω απόψε». Έσυρε το χέρι της στο μπράτσο του, έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του. «Έλα σπίτι μαζί μου». «Νόμιζα ότι δε θα μου το ζητούσες ποτέ». ***

Τη φίλησε πάλι όταν βγήκαν στην ψυχρή, φθινοπωρινή νύχτα. Και με το που μπήκαν στο αμάξι, έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. «Δε θα το φανταζόμουν ποτέ ότι θα μ’ έπιανε τέτοια βιασύνη», είπε η Λόρα και τα χείλη της τρύγησαν πάλι τα δικά του. «Βιάζομαι. Οδήγα γρήγορα». «Πες μου τι φοράς κάτω από το φουστάνι σου». Η Λόρα γέλασε. «Το άραγμά μου». «Θα οδηγήσω γρήγορα». Ο Ρόις έβαλε απότομα ταχύτητα. «Δέσε τη ζώνη σου και κράτα τα χέρια σου μακριά μου. Θέλω να ζήσω για να μπορέσω να κάνω έρωτα μαζί σου». Η Λόρα έδεσε τη ζώνη της τη στιγμή που ο Ρόις έβγαινε στο δρόμο. Σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της. Και όμως ήθελε να τον χαϊδέψει. Ήθελε να του σκίσει το πουκάμισο, να τον αγγίξει, να τον τρελάνει. Δεν είχε ξανανιώσει αυτή τη ζωώδη λαγνεία που την κατέτρωγε.


«Πες μου κάτι άλλο», ζήτησε. «Η οικογένειά σου. Έχεις αδέρφια;» «Όχι, κανένα». Ο Ρόις επιτάχυνε. Οδηγούσε ψύχραιμα στην κίνηση, αλλά παραβίασε έναν πορτοκαλή σηματοδότη. «Οι γονείς σου ζουν ακόμα στην παλιά γειτονιά;» «Η μητέρα μου μετακόμισε στη Φλόριντα με το δεύτερο σύζυγό της. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει». «Λυπάμαι». «Έπεσε κάνοντας το καθήκον του. Έτσι το ήθελε. Μα όλοι τούτοι δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν από το να οδηγούν βραδιάτικα;» Η Λόρα γέλασε και πίεσε το χέρι της πάνω στην καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. «Θεέ μου, είμαι νευρική. Εγώ δεν είμαι ποτέ νευρική. Θα με πιάσει λογόρροια. Το νιώθω. Καλύτερα μίλα εσύ, γιατί θα αρχίσω να φλυαρώ ακατάπαυστα». «Θα μπορούσα να σου πω τι θα σου κάνω όταν θα σου βγάλω αυτό το φουστάνι». «Ρόις. Οδήγα πιο γρήγορα». Αντί για απάντηση, πήρε με τις μπάντες τη στροφή και ανέβηκε σαν σίφουνας το δρόμο. Εκείνη την ώρα χτύπησε ο βομβητής του. Βρίζοντας άγρια, ο Ρόις τον ψάρεψε από την τσέπη του μπουφάν του. «Μου διαβάζεις, σε παρακαλώ, τον κωδικό;» «Εντάξει. Είναι... είναι ο δικός μου. Ρόις, είναι από το σπίτι μου». Το βλέμμα του σκλήρυνε. Άκουγε ήδη το συναγερμό που χτυπούσε. Πάρκαρε το αμάξι στο πεζοδρόμιο δύο σπίτια πριν της Λόρας. «Μείνε εδώ», τη διέταξε. «Κλείδωσε τις πόρτες». «Μα δεν μπορείς... Η αστυνομία θα...» «Είναι το δικό μου σύστημα». Ο Ρόις πετάχτηκε από το αμάξι και αποφεύγοντας τα φώτα του δρόμου, χάθηκε στο σκοτάδι. Η Λόρα δε χρειάστηκε πάνω από δέκα δευτερόλεπτα για να τον ακολουθήσει. Έβρισε τα ηλίθια λεπτά τακούνια της καθώς έτρεχε στο πεζοδρόμιο. Όταν μπήκε στη ζώνη που ήταν λιγότερο σκοτεινή, από το φως που έβγαινε από τα παράθυρά της, είδε τις δυο φιγούρες που είχαν έρθει στα χέρια. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε προς το μέρος τους, ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά με το βλέμμα για οτιδήποτε θα χρησίμευε σαν όπλο. Τρομοκρατημένη καθώς ήταν, της ήρθε η έμπνευση· έβγαλε το παπούτσι της και όρμησε με προτεταμένο το τακούνι. Τότε είδε στο φως ένα τσουλούφι ανοιχτόξανθα μαλλιά. Άκουσε τη βρισιά και το βογκητό καθώς η γροθιά του Ρόις προσγειωνόταν σ’ ένα


γνώριμο πρόσωπο. «Ίαν! Ω Θεέ μου! Ίαν, είσαι καλά;» Η Λόρα πέταξε το παπούτσι της και προχώρησε κουτσαίνοντας προς το σημείο όπου είχε ξαπλώσει ο Ρόις τον αντίπαλό του. «Θεέ μου, τι με χτύπησε, βράχος;» Ο Ίαν κούνησε το κεφάλι του και προσπάθησε να κουνήσει και το σαγόνι του, που πονούσε. «Τι στην ευχή συμβαίνει εδώ πέρα;» «Ω καλέ μου, το χείλι σου μάτωσε. Λυπάμαι. Δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι». Η Λόρα έγειρε και τον φίλησε τρυφερά. «Είμαι καλά, ευχαριστώ», είπε ο Ρόις από πίσω της. Η ζήλια που ένιωσε τον έτσουξε σχεδόν όσο και οι γδαρμένοι κόμποι των δαχτύλων του. Κοίταξε συνοφρυωμένος το ζευγάρι κατάχαμα. «Να συμπεράνω ότι εσείς οι δυο γνωρίζεστε». «Και βέβαια γνωριζόμαστε». Η Λόρα χάιδεψε τα μαλλιά του Ίαν. «Μόλις έδωσες μια γροθιά στον αδερφό μου». «Φοβερή γροθιά, πάντως». Ο Ίαν σήκωσε το χέρι του και κούνησε το σαγόνι του. Τελικά, δεν πρέπει να έχει σπάσει, αποφάσισε. «Ούτε που την είδα να μου έρχεται. Βέβαια, αν την είχα δει, δε θα με είχες πετύχει». «Έλα, άσε με να σε βοηθήσω να πάμε μέσα. Θα βάλουμε λίγο πάγο». «Σταμάτα να κάνεις τόση φασαρία, Λόρα». Τώρα που τ’ αυτιά του είχαν πάψει να βουίζουν, ο Ίαν έριξε μια καλή ματιά στον άντρα που τον είχε ισοπεδωσει. Παρηγορήθηκε κάπως το εγώ του όταν είδε τη στιβαρή κορμοστασιά, τις πελώριες πλάτες του. Τουλάχιστον δεν τον είχε βγάλει νοκ άουτ κάποιος γραβατάκιας, το στυλ αντρών που συνήθως προτιμούσε η αδερφή του. «Ιαν Μακ Γκρέγκορ», είπε και άπλωσε το χέρι του. «Ρόις Κάμερον». Ο Ρόις έπιασε το χέρι του Ίαν και τον σήκωσε. «Και δεν έφαγες μόνο μία», είπε και χτύπησε το δάχτυλό του στο πλάι του ματιού του. «Το φαντάστηκα. Τα είχα κάπως χαμένα. Θέλω να πω, πάω να μπω στο σπίτι της αδερφής μου και ξαφνικά ανάβουν τα φώτα, συναγερμοί χτυπάνε...» «Καινούριο σύστημα ασφαλείας», του είπε ο Ρόις. «Το εγκατέστησα πριν από δυο βδομάδες». «Ναι; Ε, λοιπόν, λειτουργεί». Το στραβό χαμόγελο του Ίαν σήμανε ανακωχή. «Θέλεις μια μπίρα;» Ο Ρόις τον έκοψε με το βλέμμα και χαμογέλασε. «Ασφαλώς.


Κάτσε να το απενεργοποιήσω και να ειδοποιήσω τους αστυνομικούς να μην έρθουν». «Υποθέτω ότι άλλαξες τις κλειδαριές», είπε ο Ίαν και τον ακολούθησε. Η Λόρα έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα, εκτός ισορροπίας, φορώντας μόνο το ένα παπούτσι. «Τυπικότατο», γρύλισε και έψαξε να βρει το άλλο. «Οι άντρες αρχίζουν πρώτα τις γροθιές και ύστερα γίνονται φίλοι για μια ζωή».


Κεφάλαιο 5 «Υποθέτω ότι δεν πρόκειται να μου πεις πώς σου ήρθε να κάνεις διάρρηξη στο σπίτι μου δέκα η ώρα Σάββατο βράδυ;» Ο Ίαν ακούμπησε το παγωμένο μπουκάλι μπίρα στο μελανιασμένο πιγούνι του και χαμογέλασε στην αδερφή του. «Δε θα έκανα διάρρηξη αν είχες μπει στον κόπο να μου πεις ότι έχεις αλλάξει τις κλειδαριές». «Αν είχες πληροφορήσει κάποιον για τα σχέδιά σου...» «Δεν είχα σχέδια. Απλώς αποφάσισα να έρθω για το Σαββατοκύριακο». Ο Ίαν χαμογέλασε στον Ρόις. «Πρωτοετής στη Νομική του Χάρβαρντ. Θέλεις πότε πότε και να ξεσκάσεις». «Το φαντάζομαι». Και από τη στιγμή που τα δικά του σχέδια για εκείνο το βράδυ είχαν πλήρως ανατραπεί, ο Ρόις αποφάσισε να αντιμετωπίσει φιλοσοφικά την κατάσταση. Μακάρι, όμως, η Λόρα ν’ άλλαζε εκείνο το φόρεμα της σειρήνας και να φορούσε κάτι φαρδύ και άκομψο. «Πού είναι οι ξαδέρφες;» «Έχουν βγει». «Υπάρχει τίποτε φαγώσιμο σε τούτο το σπίτι;» Ο Ίαν χαμογέλασε στη Λόρα και η λάμψη στα μάτια του της έδωσε να καταλάβει ότι γνώριζε πολύ καλά τι είχε διακόψει. Και δε λυπόταν καθόλου γι’ αυτό. «Πεινάω σαν λύκος». «Αν θέλεις φαγητό, ετοίμασέ το μόνος σου». «Όλο με κανακεύει», είπε ο Ίαν στον Ρόις και σηκώθηκε να κάνει επιδρομή στο ψυγείο. «Θέλεις ένα σάντουιτς;» Ο Ρόις αντάλλαξε ένα βλέμμα με τη Λόρα. «Γιατί όχι;» «Ξέρεις, Λόρι, είχα σκοπό να πάω να ξαφρίσω τον παππού, αλλά ξαφνικά ένιωσα την επιθυμία να σε δω». Ο Ίαν της χαμογέλασε πλατιά, βγάζοντας διάφορα υλικά από το ψυγείο. «Ωχ, άσε με να τα ετοιμάσω εγώ, κάνεις τα πάντα χάλια». Η Λόρα τον παραμέρισε και αναστέναξε όταν εκείνος την αγκάλιασε από τους


ώμους και τη φίλησε στο μάγουλο. «Πήγαινε να καθίσεις να πιεις την μπίρα σου». Ο Ίαν κάθισε, σήκωσε τα μακριά πόδια του και τ’ ακούμπησε στην απέναντι καρέκλα. Στα είκοσι δύο του, κατάξανθος, με αδρό πρόσωπο και σχεδόν βιολετιά μάτια, έβαζε τα δυνατά του να σταθεί αντάξιος της φήμης που είχε αφήσει ο πατέρας του στη Νομική του Χάρβαρντ· και τα κατάφερνε. Τόσο στις σπουδές όσο και στις γυναίκες. «Για πες μου, λοιπόν, Ρόις, πώς είναι τα πράγματα στον κόσμο των συστημάτων ασφαλείας;» Δεν ήταν ερώτηση, συνειδητοποίησε ο Ρόις, ήταν αίτημα. Ο Ίαν Μακ Γκρέγκορ είχε στυλώσει τα πόδια και δεν είχε σκοπό να τον αφήσει ν’ αγγίξει την αδερφή του, αν δεν έμενε ικανοποιημένος από εκείνον. Με το δίκιο του, αποφάσισε. Θέλοντας να σιγουρευτεί ότι καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον, σήκωσε την μπίρα του. «Είναι και αυτό ένα επάγγελμα», είπε. ***

Όλη την επόμενη βδομάδα, η Λόρα έπνιξε τη σεξουαλική απόγνωσή της στη δουλειά. Ο Ίαν ούτε λίγο ούτε πολύ είχε μετακομίσει σπίτι της και περνούσε κάθε απόγευμα και κάθε βράδυ μαζί της στο Μπακ Μπέι, φεύγοντας το πρωί για το Χάρβαρντ. Ούτε τσοπανόσκυλο να ήταν. «Του χρειάζεται να του βάλω ένα λουράκι», μουρμούρισε. «Σε ποιον, γλυκιά μου;» Η Λόρα σήκωσε το βλέμμα της από τους φακέλους που είχε μπροστά της. Η μητέρα της στεκόταν στην πόρτα, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι και τα φρύδια της υψωμένα. Τα μαλλιά της Νταϊάνα Μπλέιντ Μακ Γκρέγκορ ήταν σκούρα σαν της κόρης της και χτενισμένα σ’ έναν περίτεχνο γαλλικό κότσο, αφού ερχόταν κατευθείαν από την πρωινή της παράσταση στο δικαστήριο. Τα μάτια της ήταν σκούρα και ζεστά και το δέρμα της είχε ένα χρυσαφένιο χρώμα, λόγω και του αίματος των Κομάντσι που κυλούσε στις φλέβες της. Το κομψό ταγέρ της στο χρώμα του χαλκού αναδείκνυε τη λεπτή σιλουέτα της. Τέλεια, αυτός ήταν ο χαρακτηρισμός που ερχόταν στο μυαλό τηςΛόρας κάθε φορά που σκεφτόταν τη μητέρα της. Απόλυτα τέλεια. Σήμερα όμως δεν είχε καμιά διάθεση να δείξει οικογενειακή αφοσίωση. «Στο γιο σου. Κοντεύει να με τρελάνει». «Ο Ίαν;» Η Νταϊάνα μπήκε στο δωμάτιο και προσπάθησε να καμουφλάρει τη σπίθα του γέλιου που άστραψε στα μάτια της. Ο Ίαν της είχε πει ότι η Λόρα είχε βάλει στο μάτι έναν άντρα. «Τι κάνει;»


«Είναι συνέχεια πάνω από το κεφάλι μου. Με πνίγει. Του έχει μπει η αλλόκοτη ιδέα ότι με αυτό τον τρόπο με προστατεύει. Δε θέλω να με προστατέψει κανείς». «Κατάλαβα». Η Νταϊάνα κάθισε στην άκρη του γραφείου της Λόρας και χάιδεψε τα μαλλιά της κόρης της. «Όλα αυτά μήπως έχουν κάποια σχέση με τον Ρόις Κάμερον;» «Έχουν σχέση με το ότι δεν έχω καμιά ανάγκη να χώνει ο αδερφούλης μου τη μύτη του στην κοινωνική μου ζωή». Η Λόρα ξεφύσηξε. «Και, ναι, έχουν σχέση με τον Ρόις». «Θα ήθελα να τον γνωρίσω. Ο παππούς σου τον έχει σίγουρα σε μεγάλη εκτίμηση». «Ο παππούς;» Σαστισμένη, η Λόρα παραμέρισε τα μαλλιά της και κοίταξε συνοφρυωμένη τη μητέρα της. «Ούτε που τον ξέρει καλά καλά. Απευθύνθηκε απλώς στην εταιρεία του Ρόις». «Θα έπρεπε να ξέρεις τον Μακ Γκρέγκορ καλύτερα». Η Νταϊάνα κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Γλυκιά μου, ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ δε θα έβαζε κανέναν στο δρόμο σου -ιδίως ένα γοητευτικό άντρα- αν δεν είχε ξεψαχνίσει τα πάντα γι’ αυτόν. Κατά τα λεγόμενά του, ο Ρόις Κάμερον κατάγεται από γερό σόι». «Μιλάει η σκοτσέζικη προκατάληψή του». «Και εσύ είσαι η μεγαλύτερη εγγονή του». Το χαμόγελο της Νταϊάνα γλύκανε. «Ο πατέρας σου κι εγώ σε βάλαμε σε πολύ λεπτή θέση». «Δε βλέπω γιατί... Ω». Η Λόρα πετάχτηκε όρθια όταν το μάτι της έπιασε μια κίνηση στην πόρτα. «Ρόις». «Συγνώμη. Η ρεσεψιονίστ μού είπε ότι δεν είχες δουλειά και ν’ ανέβω». «Δεν πειράζει, δεν...» Η Λόρα το μισούσε όταν τα έχανε. Και την ενοχλούσε που και μόνο η παρουσία του την έκανε να τα χάνει. «Μαμά, ο Ρόις Κάμερον». «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω». Η Νταϊάνα σηκώθηκε από το γραφείο και του άπλωσε το χέρι της. Βρέθηκε αντιμέτωπη με δυο ψυχρά γαλανά μάτια που την κοιτούσαν υπολογιστικά. «Συγνώμη». Ο Ρόις της χαμογέλασε. «Αλλά μόλις αυτή τη στιγμή συνειδητοποίησα πώς θα μοιάζει η Λόρα όταν ανθίσει. Είναι πολύ τυχερή που σας μοιάζει». Επιδέξιος στα λόγια, σκέφτηκε η Νταϊάνα. «Σας ευχαριστώ. Όπως λέει και ο άντρας μου, οι Κομάντσι είναι άνετοι με το κορμί τους. Είμαι σίγουρη πως θέλετε να κουβεντιάσετε με τη Λόρα. Ελπίζω να σας


ξαναδώ, κύριε Κάμερον. Λόρα, θα μιλήσω στον Ίαν για εκείνο που είπαμε». «Ευχαριστώ». «Η μητέρα σου είναι... εντυπωσιακή», μουρμούρισε ο Ρόις, παρακολουθώντας την Νταϊάνα να βγαίνει και να κλείνει την πόρτα πίσω της. Στράφηκε στη Λόρα. «Κομάντσι;» «Ναι, η μητέρα μου είναι κατά ένα μέρος Κομάντσι», του απάντησε εκείνη και σηκώθηκε αργά, σχεδόν προκλητικά. «Κι εγώ το ίδιο». «Θα πρέπει να συμφωνήσω με τον πατέρα σου. Είσαι πολύ άνετη με το κορμί σου». Ο Ρόις έκανε το γύρο και την πλησίασε, μέχρι που βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. «Μήπως ο αδερφός σου είναι κρυμμένος στην ντουλάπα;» Η Λόρα γέλασε. «Αυτή τη στιγμή όχι». «Καλά τότε». Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της, ο Ρόις τύλιξε το μπράτσο του στη μέση της και άρχισε να την τραβάει αργά προς το μέρος του. Τη στιγμή που έσκυβε για να χαϊδέψει τα χείλια της με τα δικά του, είδε τα βλέφαρά της να πεταρίζουν. «Πρέπει να σε δω, Λόρα. Μόνη». «Το ξέρω. Το θέλω... Απλά είναι όλα πολύ μπερδεμένα αυτή τη στιγμή και... Φίλησέ με πάλι. Απλά φίλησέ με». Αυτή τη φορά ο Ρόις δεν ήταν υπομονετικός, δεν ήταν τρυφερός. Η Λόρα γεύτηκε στο βιαστικό, φλογερό φιλί του την ανυπομονησία και τον απεγνωσμένο πόθο που έκρυβε κι εκείνη μέσα της. «Θα έπρεπε να τον είχα χτυπήσει πιο δυνατά». Τα χέρια του τη γράπωσαν από τους γοφούς και την κόλλησαν με μεγαλύτερη οικειότητα πάνω του. «Θα πάω να τον βρω να τον ξαναχτυπήσω». «Όχι». Η Λόρα έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. «Άσε με να το κάνω εγώ αυτό». «Πες στη γραμματέα σου ότι πάμε για μεσημεριανό». «Είναι δέκα το πρωί». «Ένα πρόωρο μεσημεριανό». Ο Ρόις δάγκωσε το πιγούνι της, ύστερα τα χείλη του αιχμαλώτισαν πάλι τα δικά της. «Και θα κρατήσει όλη μέρα». «Ειλικρινά δεν μπορώ». Τα χείλη του διέτρεχαν τώρα το λαιμό της, κάνοντας τη σάρκα της να τραγουδάει. «Δε θα έπρεπε». Ξανατρύγησαν το στόμα της και έκαναν την καρδιά της ν’ αναπηδήσει. «Εντάξει, άφησέ με μόνο...» «Λόρα, έχεις το φάκελο για...» Ο Κέιν Μακ Γκρέγκορ πάγωσε


στην πόρτα, κρατώντας ακόμα το πόμολο. Έμεινε να κοιτάζει με στενεμένα μάτια τον άντρα που καταβρόχθιζε στην κυριολεξία το κοριτσάκι του. «Συγνώμη», είπε πολύ ψυχρά, ώστε να μην αφήσει σε κανέναν την εντύπωση ότι το εννοούσε. «Μπαμπά». Η Λόρα ξερόβηξε, ξέφυγε από την αγκαλιά του Ρόις και αναθεμάτισε το κοκκίνισμα στα μάγουλά της. «Ήμουν... Ήμασταν...» «Τι πράγμα, Λόρα;» Ο Κέιν την αγνόησε και αναμέτρησε με το βλέμμα του τον άντρα. «Και εσύ ποιος είσαι;» «Ρόις Κάμερον», του απάντησε εκείνος, αντιμετωπίζοντάς τον σαν άγριο λύκο. Το γκρίζο στους κροτάφους δεν έκανε λιγότερο κοφτερά τα δόντια του. «Και φιλούσα την κόρη σας». «Έχω μάτια, Κάμερον, και βλέπω», είπε ο Κέιν σ’ έναν τόνο που θα είχε κάνει τον πατέρα του να κορδωθεί από περηφάνια. «Συστήματα ασφαλείας, σωστά; Δε θα έπρεπε ν’ ασχολείσαι με τη δουλειά σου αντί να φιλάς την κόρη μου πρωινιάτικα;» Ο Ρόις έβαλε τους αντίχειρες στις μπροστινές τσέπες του. Δεν είχε καν ξυριστεί εκείνο το πρωί. Βλέπεις, δεν είχε σκοπό να δει τη Λόρα. Είχε βγει να κάνει κάτι δουλειές και ξαφνικά τα βήματά του τον είχαν φέρει έξω από το γραφείο της, ούτε και εκείνος ήξερε πώς. Φορούσε ένα τριμμένο δερμάτινο τζάκετ και ένα ξεβαμμένο τζιν με ξέφτια στο ρεβέρ. Ήξερε πολύ καλά την εικόνα που θα πρέπει να παρουσίαζε σ’ έναν υπερπροστατευτικό πατέρα. Έναν πλούσιο, υπερπροστατευτικό πατέρα που φορούσε ένα κουστούμι από τη Σάβιλ Ρόου σαν να είχε γεννηθεί με αυτό. «Μόλις επέστρεψα από το Χαϊάνις Πορτ. Πέρασα τις τελευταίες δυο μέρες εκεί, κουβεντιάζοντας και σχεδιάζοντας την αναβάθμιση του συστήματος ασφαλείας του σπιτιού του πατέρα σας». Τα μάτια του Κέιν στένεψαν. Ξαφνικά άστραψαν. «Αλήθεια; Τον ανακατωσούρα το γερο-τύραννο», γρύλισε, μπαίνοντας αμέσως στο νόημα. «Τότε, φαντάζομαι πως θα έχεις πολλή δουλειά. Να μη σε κρατάμε άλλο». «Μπαμπά». Η Λόρα τον κοίταξε μ’ ανοιχτό το στόμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι αγενής». «Ναι, υπάρχει», είπε ήρεμα ο Ρόις. «Είσαι ολόιδια η μητέρα σου. Έτσι ξέρει από πρώτο χέρι ότι έχει κάθε λόγο να είναι αγενής». «Πολύ σωστά», μουρμούρισε ο Κέιν. «Θα ξανάρθω». Ο Ρόις προχώρησε προς την πόρτα και


σταμάτησε όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κέιν. «Και σκοπεύω να ξαναφιλήσω την κόρη σας, κύριε Μακ Γκρέγκορ. Θα πρέπει να το συνηθίσετε». «Αν εσείς οι δυο έχετε την εντύπωση πως μπορείτε να κουβεντιάζετε για μένα σαν να είμαι κανένα τρόπαιο...» «Τελειώσαμε», την έκοψε ο Ρόις, ρίχνοντάς της μια ματιά πάνω από τον ώμο του καθώς έβγαινε. «Για την ώρα». «Αλαζόνας ο μπάσταρδος». Ο Κέιν έχωσε κι αυτός τα χέρια στις τσέπες του και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Μ’ αρέσει». «Α, ώστε έτσι;» Η Λόρα έκανε έξαλλη το γύρο του γραφείου της, πλησίασε τον πατέρα της και τον χτύπησε με το δάχτυλό της στο στήθος. «Με ντρόπιασες». «Όχι». «Το έκανες. Στάθηκες εκεί πέρα σαν... σαν...» «Πατέρας», ολοκλήρωσε εκείνος την πρότασή της και την έπιασε αποφασιστικά από το πιγούνι. «Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του; Τα χέρια του σε είχαν...» «Ξέρω πολύ καλά τι έκαναν τα χέρια του», ξέσπασε η Λόρα με τη σειρά της. «Ήταν εκεί ακριβώς όπου ήθελα να είναι. Δεν είμαι παιδί και δεν πρόκειται να επιτρέψω στους άντρες της ζωής μου να κάνουν έναν κύκλο με τις άμαξες γύρω μου για να προστατέψουν την αρετή μου. Δική μου είναι και θα την κάνω ό,τι θέλω και με όποιον θέλω». «Όχι αν σ’ τις βρέξω και σε κλειδώσω στο σπίτι». Η Λόρα ξεφύσηξε. «Δεν έχεις απλώσει ποτέ χέρι πάνω μου». «Μια ολοφάνερη παράλειψη, την οποία μπορώ ακόμα να διορθώσω, δεσποινίς μου». «Σταματήστε». Η Νταϊάνα μπήκε βιαστική και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Σταματήστε τις φωνές. Σας ακούν σε όλο το κτίριο». «Ας μας ακούν!» φώναξαν ταυτόχρονα η Λόρα και ο Κέιν. «Χαμηλώστε τις φωνές σας διαφορετικά θα σας τιμωρήσω με πρόστιμο για ασέβεια προς το δικαστήριο. Καθίστε κάτω, και οι δύο». «Εκείνος παραφέρθηκε». Η Λόρα τίναξε το κεφάλι της, αλλά κάθισε σε μια καρέκλα. «Με ντρόπιασε μπροστά στον Ρόις και ήταν αγενής. Μπήκε εδώ μέσα σαν...» «Πατέρας», πήρε το λόγο ο Κέιν, αλλά κάθισε και αυτός σε μια καρέκλα. «Νεαντερτάλιος πατέρας». Η Λόρα ξεφύσηξε και στράφηκε στη μητέρα της. «Μαμά, είμαι είκοσι τεσσάρων χρονών. Δηλαδή, τι νομίζει, ότι δε με έχουν ξαναφιλήσει;»


«Το καλό που σου θέλω να μη σ’ έχουν ξαναφιλήσει έτσι», γρύλισε ο Κέιν. «Νταϊάνα, ο τύπος την είχε...» «Αρκετά». Η Νταϊάνα σήκωσε τα χέρια ψηλά και έκλεισε τα μάτια της μέχρι που σιγουρεύτηκε πως έλεγχε το θυμό της. «Λόρα, και εκατόν τεσσάρων χρονών να γίνεις, δε θα έχεις το δικαίωμα να μιλάς σ’ αυτό τον τόνο στον πατέρα σου. Κι εσύ, Κέιν», συνέχισε μόλις είδε το αυτάρεσκο ύφος του, «πρέπει να καταλάβεις ότι η Λόρα είναι μία μεγάλη, υπεύθυνη και έξυπνη γυναίκα και μπορεί να φιλάει όποιον της αρέσει». «Για μια στιγμή...» άρχισε να λέει ο Κέιν. «Μη μου φωνάζεις εμένα», τον προειδοποίησε η Νταϊάνα. «Αν ήταν αγενής στον Ρόις, θα του ζητήσει συγνώμη». «Μόνο αν παγώσει η...» «Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό», είπε η Νταϊάνα με σφιγμένα δόντια, ρίχνοντας ένα δολοφονικό βλέμμα στον άντρα της. «Για την ώρα όμως, είναι πιο σημαντικό να συγκρατηθείτε και οι δύο. Εδώ είναι ο τόπος της εργασίας μας». «Αυτό να το πεις σ’ εκείνη», είπε ο Κέιν, δείχνοντας τη Λόρα. «Αυτή είναι που κόντεψε να το κάνει πάνω στο γραφείο της». «Δεν ήμασταν πάνω στο γραφείο». Η Λόρα έβραζε. Όχι πως δε θα μπορούσαν να είναι, όχι πως δε θα ήταν σ’ ένα ακόμη λεπτό. «Ο Ρόις πέρασε απλώς να δει αν ήμουν ελεύθερη να φάμε μαζί το μεσημέρι». «Χα!» έκανε ο πατέρας της. Η Λόρα χτύπησε το χέρι στην πλάτη της καρέκλας της. «Λες και ακούω τον παππού». «Α, θαύμα». Ο Κέιν πετάχτηκε όρθιος, τσαντισμένος. «Βάζεις σ’ εμένα τις φωνές για την απόλυτα φυσιολογική αντίδρασή μου όταν είδα την κόρη μου να την καταβροχθίζει στην κυριολεξία ένας άγνωστος άντρας, αλλά δεν έχεις καμιά αντίρρηση να σου διαλέξει ο παππούς σου τον κατάλληλο επιβήτορα για την επόμενη γενιά των Μακ Γκρέγκορ». «Κέιν». Η Νταϊάνα βόγκηξε και σοδιάστηκε στο μπράτσο μιας πολυθρόνας κι εκείνη. «Τι; Τι εννοείς; Τι είναι αυτά που λες;» «Είναι ολοφάνερο όπως η σκοτσέζικη προφορά του γέρου», είπε ο Κέιν. «Είσαι η μεγαλύτερη εγγονή και βρίσκεσαι σε ηλικία γάμου. Είναι καιρός να κάνεις το καθήκον σου», συνέχισε, μιμούμενος την προφορά του Ντάνιελ, «να βρεις τον κατάλληλο σύζυγο και να κάνεις δικά σου παιδιά». Η Λόρα έκανε αρκετά δευτερόλεπτα για να μπορέσει ν’ αρθρώσει


λέξη. Και όταν τα κατάφερε, το μόνο που βγήκε από το στόμα της ήταν μια σφυριχτή κραυγή. «Βλέπεις;» Ικανοποιημένος που είχε περάσει το μήνυμά του, ο Κέιν σήκωσε το παντελόνι του από τα γόνατα και ξανακάθισε. «Τον διάλεξε εκείνος». Ο θυμός παγίδεψε την ανάσα της Λόρας στο λαιμό της. «Και μου τον έστειλε. Τον... τον διάλεξε για να... για να ζευγαρώσω». «Ε...» Ευχαριστημένος που ο θυμός της δε στρεφόταν πια εναντίον του, ο Κέιν έπαιξε με τις μανσέτες του. «Το έθεσες κάπως πιο ωμά απ’ ό,τι το σκέφτηκε εκείνος». «Θα τον σκοτώσω. Με τα ίδια μου τα χέρια». Ο Κέιν ανακάθισε. Το διασκέδαζε τώρα. «Ποιον από τους δύο;» «Τον παππού. Άρχισε να ετοιμάζεις την κηδεία του». Η Λόρα άρπαξε το παλτό και το χαρτοφύλακά της. «Παίρνω άδεια την υπόλοιπη μέρα. Φεύγω για το Χαϊάνις». «Λόρα...» «Άφησέ την». Ο Κέιν άρπαξε την Νταϊάνα από το χέρι. «Του αξίζει». «Θεέ μου, γιατί έμπλεξα με τέτοια οικογένεια;» «Ήθελες το κορμί μου», της θύμισε ο Κέιν. «Δεν μπορούσες να κρατήσεις τα χέρια σου μακριά μου». Φίλησε τα δάχτυλά της. «Ακόμα δεν μπορείς». «Στο εξής θα καταβάλω μεγαλύτερη προσπάθεια». «Νταϊάνα». Ο Κέιν γύρισε το χέρι της και φίλησε την παλάμη της μ’ έναν τρόπο που ήξεραν και οι δύο όταν την έκανε να παραλύει. «Απλώς φρόντισα για το καλό της μικρής μας». «Η μικρή μας μεγάλωσε, Κέιν. Και αυτό έγινε πολύ γρήγορα». Η Νταϊάνα έσκυψε και ακούμπησε το κεφάλι της στο δικό του. «Είναι δύσκολο να το χωνέψουμε». «Απλώς δε θέλω να βιαστεί να κάνει κάτι μ’ αυτόν τον... Κάμερον που επέλεξε ο μπαμπάς». «Η Λόρα κάνει τις επιλογές της μόνη της», είπε ήρεμα η Νταϊάνα. «Πάντα το έκανε. Αλήθεια, πώς σου φάνηκε εκείνος;» «Δεν ξέρω». Ο Κέιν έτριψε τους κόμπους των δαχτύλων της συζύγου του στο μάγουλό του. «Μου είναι δύσκολο να σου πω. Θόλωσα». Ύστερα αναστέναξε. «Μου αρέσει». «Κι εμένα το ίδιο». «Αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί... εδώ μέσα στο γραφείο μας, Νταϊάνα. Για όνομα του Θεού».


«Ω, εννοείς με τον τρόπο που το κάναμε εμείς». Πλατάγισε τη γλώσσα της. «Απαράδεκτο». «Εκείνο ήταν διαφορετικό». Ο Κέιν συνοφρυώθηκε όταν η γυναίκα του συνέχισε να χαμογελάει. «Καλά, καλά. Μπορεί να μην είναι τόσο διαφορετικό». Έσυρε το χέρι του στο πόδι της. «Λοιπόν, θέλεις να δοκιμάσεις το γραφείο; Να δεις αν εξακολουθεί να είναι λειτουργικό;» «Νομίζω πως δώσαμε αρκετό υλικό στο προσωπικό για κουτσομπολιό για σήμερα». Η Νταϊάνα έσκυψε και τα χείλη της χάιδεψαν τα δικά του. «Θα περιμένουμε μέχρι να σχολάσουν όλοι». «Σ’ αγαπώ, Νταϊάνα». Ο Κέιν ακούμπησε το χέρι του στον αυχένα της και βάθυνε το φιλί τους. «Χίλιες φορές περισσότερο από την πρώτη μέρα που μπήκες στη ζωή μου». «Είμαστε τυχεροί. Το μόνο που θέλω είναι να είναι τόσο τυχερά και τα παιδιά μας». Πέρασε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Λάτρευε τον τρόπο που οι γκρίζες τρίχες μπλέκονταν με τις χρυσαφιές. «Κέιν, η κόρη μας θα γδάρει τον Ντάνιελ ζωντανό». «Το ξέρω». Το χαμόγελό του θύμιζε λύκο. «Λυπάμαι ειλικρινά που θα το χάσω».


Κεφάλαιο 6 Τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα καλό πούρο, σκεφτόταν ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ καθώς έγερνε πίσω στην πελώρια δερμάτινη πολυθρόνα του στον πυργίσκο που χρησιμοποιούσε για γραφείο στο προσωπικό οχυρό του. Και από τη στιγμή που η γυναίκα του θα έλειπε κάμποσες ώρες, μπορούσε να καπνίσει ένα στα κρυφά χωρίς να διακινδυνεύσει να τον πιάσουν. Α, εκείνη φώναζε για το καλό του, ο Θεός να την έχει καλά. Αλλά μια γυναίκα δεν μπορεί να καταλάβει πως ο άντρας έχει ανάγκη να στριφογυρίσει ένα πούρο ανάμεσα στα δάχτυλά του για να μπορέσει να σκεφτεί, να σχεδιάσει. Αυτό του θύμισε πως θα έπρεπε να δωροδοκήσει πάλι ένα από τα παιδιά ώστε να του φέρει στα κρυφά ένα κουτί. Κόντευαν να του τελειώσουν τα πούρα. Ικανοποιημένος, άρχοντας στο κάστρο του, έγειρε πίσω στο φθαρμένο δέρμα της αγαπημένης του πολυθρόνας και φύσηξε τον καπνό προς το ταβάνι. Η ζωή του ήταν όπως ακριβώς την ήθελε, αποφάσισε, και τώρα πια ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να χαλαρώσει και να την απολαύσει. Μόλις θα τακτοποιούσε και τα εγγόνια του, μόλις θα τα έβλεπε ευτυχισμένα να εκπληρώνουν το καθήκον τους, προσθέτοντας νέο αίμα στην οικογένεια των Μακ Γκρέγκορ, θα ξάπλωνε ήσυχος πίσω και θ’ άφηνε τις μέρες να κυλούν ήσυχα όπως σήμερα. Με ευχάριστες σκέψεις και ένα καλό κουβανέζικο πούρο. Τα σχέδιά του για τη Λόρα προχωρούσαν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Αν έκρινε από κάτι μισόλογα που είχε καταφέρει να αποσπάσει από τις ξαδέρφες της. Αλλά και από τον ίδιο τον Κάμερον. «Ο νεαρός το παίζει ξύπνιος», μονολόγησε ο Ντάνιελ, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι. «Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ξεγελάσει τον Μακ Γκρέγκορ». Α, ο Ρόις δεν του είχε πει πολλά. Ναι, είχε γνωρίσει τη Λόρα και


τις ξαδέρφες της. Πράγματι ήταν γοητευτική γυναίκα. Και είχε απορήσει κι αυτός που δεν είχε βρεθεί κάποιος έξυπνος άντρας να την αρπάξει. Τα σχόλια του νεαρού ήταν επιφανειακά, αλλά ο Ντάνιελ είχε διακρίνει αυτά που κρύβονταν κάτω από την επιφάνεια, είχε δει τα μάτια του. Ήταν ερωτοχτυπημένος, σκέφτηκε γελώντας. Είχε τσιμπήσει για τα καλά το δόλωμα. Ένας γάμος την άνοιξη ήταν ό,τι καλύτερο. Εκτός βέβαια κι αν κατάφερνε να τον επισπεύσει, ώστε να γίνει το χειμώνα. Δεν υπήρχε λόγος να χάσουν χρόνο να του κάνουν μωρά. Του έλειπαν τα μωρά. Η Λόρα θα ήταν πανέμορφη νύφη, συνέχισε τις σκέψεις του. Έμοιαζε στη μητέρα της και η Νταϊάνα ήταν εκτυφλωτική όταν ο Κέιν είχε καταφέρει τελικά να την πείσει να τον παντρευτεί. Βέβαια, ο γιος του είχε χρειαστεί το διπλάσιο χρόνο για να το κάνει απ’ όσο θα είχε χρειαστεί ο ίδιος, αλλά τελικά όλα είχαν πάει κατ’ ευχήν. Τώρα χρειαζόταν και η δεύτερη γενιά λίγο σπρώξιμο. Στους εγγονούς του θα έδινε λίγο μεγαλύτερο περιθώριο να ωριμάσουν, αλλά ήταν καιρός να σπρώξει τις μεγάλες εγγονές του. Ο Ντάνιελ έβλεπε τον εαυτό του στο ρόλο του κατεργάρη υποκινητή. Φαντάστηκε τη Λόρα με το πέπλο των Μακ Γκρέγκορ να προχωράει προς το βωμό στο μπράτσο του Κέιν και δάκρυσε. Τι όμορφη κοπέλα, σκέφτηκε. Τι γλυκιά. Τι αξιαγάπητη... «Μακ Γκρέγκορ!» Η φωνή αντήχησε δυνατά και ο Ντάνιελ παραλίγο να κόψει το πούρο του στα δύο καθώς αναπήδησε. Κατάπιε τον καπνό που μόλις είχε εισπνεύσει και κούνησε το χέρι του για να καθαρίσει το σύννεφο από το δωμάτιο. Με μεγάλη του λύπη έσβησε το ακάπνιστο πούρο του ενώ τ’ όνομά του αντηχούσε στο σπίτι. «Το ξέρω πως είσαι εδώ. Ήρθα να σε σκοτώσω». Ο Ντάνιελ έκανε μια γκριμάτσα και με εκπληκτική ταχύτητα για έναν άντρα που είχε περάσει τα ενενήντα έκρυψε το τασάκι, έ-κλείσε το κάτω συρτάρι του γραφείου του, το κλείδωσε και άνοιξε το παράθυρο, διώχνοντας και πάλι τον καπνό με το χέρι του. «Εσύ!» Η Λόρα μπήκε με προτεταμένο το δάχτυλο, πανέμορφη μέσα στο θυμό της. «Λόρι, γλυκιά μου, τι ωραία έκπληξη». Ο Ντάνιελ στεκόταν δίπλα στο παράθυρο απ’ όπου έμπαινε παγωμένος αέρας, ένας πελώριος άντρας με πλούσια γενειάδα, που τα κόκκινα μαλλιά του είχαν γίνει πλέον κατάλευκα, αλλά τα γαλανά μάτια του δεν είχαν ξεθωριάσει


καθόλου. Και έτρεμε. «Ασε τις γλύκες σ’ εμένα», του είπε η Λόρι και χτύπησε και τα δυο χέρια της στο γραφείο του. «Μου διάλεξες επιβήτορα, έτσι; Τι είμαι, καμιά φοράδα σε οίστρο;» «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς. Ήρθες οδηγώντας τόσο δρόμο από τη Βοστόνη». Ο Ντάνιελ της χαμογέλασε πλατιά, ενώ το μυαλό του δούλευε σαν αστραπή. «Πάμε κάτω να πιούμε τσάι». «Δε θα μπορέσεις να το καταπιείς γιατί θα σε στραγγαλίσω. Νόμιζες ότι δε θα έπαιρνα είδηση τι σκάρωνες;» «Σκάρωνα; Εγώ καθόμουν απλώς εδώ». Της έδειξε με το χέρι του το πελώριο γραφείο του και φρόντισε πολύ σοφά να το διατηρήσει ανάμεσά τους. «Και κοιτούσα τα χαρτιά μου». «Μπορώ να διαλέξω μόνη μου τον άντρα μου όταν θα θέλω». «Και βέβαια μπορείς, αγαπημένο μου κοριτσάκι. Εδώ που τα λέμε, θα έπρεπε να τους διώχνεις με το σκουπόξυλο, τόσο όμορφη που είσαι. Ήσουν μόλις λίγων λεπτών όταν σε πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου και είπα στον πατέρα σου: “Είναι το πιο όμορφο μωρό που γεννήθηκε στον κόσμο”. Πάνε πολλά χρόνια από τότε». Ο Ντάνιελ αναστέναξε βαθιά και ακούμπησε το χέρι στην πλάτη της καρέκλας του λες και χρειαζόταν στήριγμα. «Αυτό με κάνει να νιώθω γέρος. Είμαι γέρος άνθρωπος πια, Λόρα». «Μην τ’ αρχίζεις αυτά σ’ εμένα. Γερνάμε μόνο όταν θέλουμε να γεράσουμε. Δολοπλόκε, πανούργε». Ο Ντάνιελ ανοιγόκλεισε τα μάτια του και κατέβαλε προσπάθεια να χλομιάσει καθώς χτυπούσε το χέρι στο στήθος του. «Η καρδιά μου. Έχω ταχυκαρδία». Η Λόρα μισόκλεισε τα μάτια της. «Αυτό διορθώνεται. Μπορώ να την κάνω να σταματήσει εντελώς». «Μου τη ραγίζεις στα σίγουρα». Ο Ντάνιελ κρέμασε το κεφάλι του. «Την κάνεις δυο κομμάτια. Η αγαπημένη μου εγγονή να μου μιλάει έτσι. Χωρίς καθόλου σεβασμό», είπε αδύναμα. «Τίποτε δεν πληγώνει περισσότερο ένα γέροντα από την κοφτερή γλώσσα της αγαπημένης του εγγονής». «Είσαι τυχερός που σου μιλάω έστω και έτσι. Και μη νομίζεις ότι θα μπορέσεις να ξεγλιστρήσεις παίζοντας το γέρο. Είσαι γερός σαν άλογο, αν και αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι έχεις λιγότερο μυαλό από αυτό». Αυτή τη φορά ο Ντάνιελ σήκωσε το κεφάλι του και τα μάτια του άστραψαν θυμωμένα. «Πρόσεχε τη γλώσσα σου, πιτσιρίκα. Δεν


πρόκειται να ανεχτώ άλλο τέτοια συμπεριφορά, ούτε καν από σένα». «Κι εγώ δεν πρόκειται να ανεχτώ άλλο τέτοια συμπεριφορά, ούτε καν από σένα. Πώς μπόρεσες να με ντροπιάσεις έτσι; Για όνομα του Θεού, παππού, τον προσέλαβες για μένα». «Χρειαζόσουν προστασία». Η φωνή του δεν ήταν αδύναμη τώρα, άστραφτε και βροντούσε. «Τόσο εσύ όσο και οι άλλες εγγονές μου που μένετε μόνες σας στην πόλη. Εγώ αυτούς που αγαπώ τους προστατεύω, και δε θα άφηνα τη γιαγιά σας να τρώγεται για χάρη σας. Είναι πολύ απλό», είπε και χτύπησε το χέρι του στο γραφείο. «Αν ήταν τόσο απλό, τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά». Η Λόρα αποφάσισε ν’ ακολουθήσει άλλη τακτική, έκανε το γύρο του γραφείου και έφερε τα χέρια σε γροθιές στη μέση της. «Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ, βάλε το χέρι σου στο Ευαγγέλιο. Ορκίζεσαι ότι θα πεις την αλήθεια και μόνο την αλήθεια;» «Δε λέω ψέματα, κοριτσάκι μου. Τώρα, αν θέλεις...» «Δεν τελείωσα με την εξέταση του κατηγορουμένου». «Του κατηγορουμένου; Ακούς του κατηγορουμένου!» βρυχήθηκε ο Ντάνιελ και όρθωσε το παράστημά του μπροστά της. «Δεν έχεις ούτε ένα χρόνο που πέρασες τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου και νομίζεις ότι μπορείς να με ανακρίνεις;» «Ναι. Κάθισε κάτω. Παρακαλώ. Και απάντησε στις ερωτήσεις μου. Εσύ δεν προσέλαβες τον Ρόις Κάμερον;» «Αυτό το παραδέχτηκα ήδη. Η εταιρεία του έχει πολύ καλή φήμη». «Και τον πλήρωσες για τις υπηρεσίες του». «Δεν περιμένω από κανέναν καλό επαγγελματία να μου προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του». «Και τον ενθάρρυνες ή όχι ν’ αναπτύξει... κοινωνικές σχέσεις με τη μεγαλύτερη εγγονή σου, τη Λόρα Μακ Γκρέγκορ;» «Ε, αυτά είναι βλακείες. Εγώ ποτέ...» «Σου θυμίζω ότι έχεις ορκιστεί να πεις την αλήθεια». «Εγώ δεν ανέφερα ποτέ κουβέντα για κοινωνικές σχέσεις. Ίσως να πέταξα εντελούς τυχαία ότι η μεγάλη εγγονή μου είναι μια όμορφη, ανύπαντρη γυναίκα». Ο Ντάνιελ κάθισε και κατέβασε μούτρα. «Αυτό δεν είναι έγκλημα». «Εγώ λέω ότι με πέταξες στα πόδια του». «Δεν έκανα καθόλου κάτι τέτοιο». Το χαμόγελο του Ντάνιελ έγινε πιο πλατύ και κατεργάρικο. «Πέταξα εκείνον στα δικά σου. Και αν δε σου άρεσε, ήσουν ελεύθερη να τον διώξεις με μια κλοτσιά, σωστά;»


«Δεν...» «Αλλά δεν του έδωσες την κλοτσιά, έτσι δεν είναι, Λόρι;» Η Λόρα συνοφρυώθηκε και έτριξε τα δόντια της. «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση». «Ω, έχει, και το ξέρεις, διαφορετικά δε θα βρισκόσουν εδώ, ξεφυσώντας σαν φουγάρο. Θα έριχνες ένα ωραίο γέλιο και θα το ξεχνούσες». Ο Ντάνιελ έπιασε το χέρι της προτού προλάβει να το τραβήξει και το έσφιξε παιχνιδιάρικα. «Είναι τσιμπημένος μαζί σου». «Δεν είναι καθόλου τσιμπημένος». «Είναι. Ένας άντρας ξέρει να το διακρίνει αυτό σ’ έναν άλλον άντρα. Και τον είχα εδώ σχεδόν δύο ολόκληρες μέρες». Αυτή τη φορά η Λόρα τράβηξε το χέρι της. «Τον δωροδόκησες». Μπορούμε να παίξουμε και οι δυο το παιχνίδι της ανάκρισης, μικρή μου, σκέφτηκε ο Ντάνιελ. «Έκανε καλή δουλειά στο σπίτι σου, ναι ή όχι;» «Πού να ξέρω εγώ. Και δεν...» «Έκανε, και πολύ καλή δουλειά μάλιστα, ώστε να μπορούμε η γιαγιά σου κι εγώ να κοιμόμαστε ήσυχοι. Τώρα, αν στη συνέχεια αποφάσισα ν’ αναβαθμίσω την ασφάλεια και αυτού του σπιτιού, γιατί να μην καλέσω να το κάνει κάποιος που μου έχει αποδείξει ήδη τις ικανότητές του;» Μα πώς έγινε, αναρωτήθηκε η Λόρα, και έχουν αντιστραφεί εντελώς οι ρόλοι; Έτριψε τον κρόταφό της. Στην αρχή είχε αυτή τον έλεγχο της συζήτησης, στην πορεία όμως τον είχε χάσει. «Το ξέρεις πολύ καλά πως όλα αυτά είναι μια σκευωρία». «Και βέβαια είναι σκευωρία. Όλη η ζωή είναι σκευωρία». Ο Ντάνιελ της χαμογέλασε. «Είναι πολύ γοητευτικό παλικάρι αυτός ο Ρόις Κάμερον. Κατάγεται από καλό σόι, αυτοδημιούργητος. Ο παππούς του ήταν πολύ καλός άνθρωπος». Ο Ντάνιελ κατάφερε να της αποσπάσει την προσοχή. «Γνώριζες τον παππού του;» «Αμυδρά. Ήταν αστυνομικός με ισχυρή αίσθηση του καθήκοντος και λογικός για Σκοτσέζος. Και η γιαγιά του ήταν μία Φιτζγουίλιαμς, καλό σόι. Εκείνη την ήξερα λίγο καλύτερα». Ο Ντάνιελ έπαιξε τα φρύδια του. «Όλα αυτά όμως έγιναν προτού μου πάρει τα μυαλά η γιαγιά σου. Μπορεί λοιπόν, την ώρα που έψαχνα για μια καλή ιδιωτική εταιρεία με συστήματα ασφαλείας στη Βοστόνη που θα μπορούσες να της έχεις εμπιστοσύνη και είδα το όνομα Ρόις Κάμερον -έτσι έλεγαν και τον παππού του-, να γύρισα κάμποσα χρόνια πίσω και ν’ αναρωτήθηκα: “Λες


να είναι ο εγγονός της Μίλι Φιτζγουίλιαμς; Αλήθεια, τι έχει κάνει στη ζωή του;”» Νικημένη, η Λόρα έκλεισε το παράθυρο προτού ξεπαγιάσουν και οι δυο τους. «Και το έβαλες σκοπό της ζωής σου να το ανακαλύψεις». «Για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, να δω τον εγγονό των παλιών φίλων μου. Και όταν ανακάλυψα πως ήταν ένας γερός άντρας με δυνατό μυαλό και καλός στο επάγγελμά του αποφάσισα να ρίξω λίγη δουλειά στο δρόμο του...» «Και την εγγονή σου μαζί». «Όπως σου είπα, έριξα εκείνον στο δρόμο σου. Κανείς δε σου έβαλε το περίστροφο στον κρόταφο να βγεις να χορέψεις μαζί του». Η Λόρα έσφιξε με μανία τα δόντια της. «Πού το ξέρεις ότι βγήκα για χορό μαζί του;» Ο Ντάνιελ χαμογέλασε ωμά. «Έχω τον τρόπο μου, κοριτσάκι». «Θέλω να σε πνίξω». «Αντί γι’ αυτό, έλα να με φιλήσεις». Πήρε πάλι το χέρι της. «Μου έλειψες, Λόρι». «Χα», ξεφύσηξε εκείνη και έκανε την καρδιά του να φουσκώσει από περηφάνια. «Εσένα δε σου λείπει ποτέ τίποτε, γερο-δολοπλόκε». Αλλά τον φίλησε στο μάγουλο και δε χρειάστηκε παρά ένα ελαφρύ τράβηγμα στο χέρι της για να καθίσει στην αγκαλιά του. «Εκείνος το ξέρει ότι εσύ τον έριξες στο δρόμο μου;» «Έλα τώρα, κοριτσάκι, με ξέρεις καλύτερα. Αλήθεια, τι θα κάνεις μαζί του;» «Θα ζήσω μία θυελλώδη περιπέτεια». «Λόρα!» To σοκ και η φρίκη που διέκρινε στη φωνή του την αποζημίωσαν σχεδόν για την ντροπή που είχε νιώσει. «Ό,τι σπέρνεις θερίζεις, παππού. Και από τη στιγμή που έριξες τέτοιο άντρα στο δρόμο μου, θα τον χρησιμοποιήσω όπως μου αρέσει, μέχρι να τον βαρεθώ». Ο Ντάνιελ την απομάκρυνε και την κοίταξε επίμονα στα μάτια. «Αχ, αστειεύεσαι». «Μπορεί και ναι». Του χαμογέλασε αργά. «Μπορεί και όχι. Φρόντισε, λοιπόν, να το θυμάσαι αυτό την επόμενη φορά που θ’ αποφασίσεις να το παίξεις φεουδάρχης μαζί μου, Μακ Γκρέγκορ». «Έλα τώρα, Λόρι...» Ο Ντάνιελ έκοψε στη μέση τα λόγια του όταν άκουσε τη φωνή της γυναίκας του. «Λόρα; Ντάνιελ, το αμάξι της Λόρας είναι αυτό έξω;» «Εδώ πάνω, γιαγιά».


«Σσσ!» Ο Ντάνιελ την ταρακούνησε τόσο που παραλίγο να τη διαλύσει. «Μην τη φωνάζεις εδώ πάνω. Η γυναίκα μου έχει μύτη λαγωνικού. Τράβηξα μόνο μερικές ρουφηξιές, που να πάρει η οργή». «Κατεβαίνω αμέσως, γιαγιά». Η Λόρα έγειρε το κεφάλι της. «Μου το χρωστάς αυτό, παππού. Και αν δεν το θυμηθείς, μπορεί και να μου ξεφύγει ότι κάπου πήρε το μάτι μου δυο κουβανέζικα πούρα στην αρχειοθήκη σου. Στο Υ για το Ύπουλος». Τώρα ο Ντάνιελ χλόμιασε. «Δε θα το έκανες». Η Λόρα συνέχισε να χαμογελάει αυτάρεσκα καθώς προχωρούσε προς την πόρτα. «Μη βάζεις και στοίχημα». Αλλά επειδή τον λάτρευε, κατέβηκε στα γρήγορα τις σκάλες προτού προλάβει η γιαγιά της ν’ ανέβει. Συναντήθηκαν στο πλατύσκαλο και αγκαλιάστηκαν σφιχτά. «Μακάρι να μας είχες πει ότι θα ερχόσουν. Δε θα είχα βγει». Η Λόρα κοίταξε το μικρό βουνό που σχημάτιζαν οι σακούλες με τα ψώνια. «Κουραστικό πρωινό;» «Είμαι αποφασισμένη να τελειώσω φέτος με τα χριστουγεννιάτικα δώρα μέχρι των Ευχαριστιών». Η Άννα αγκάλιασε τη Λόρα από τη μέση και την οδήγησε στο σαλόνι. «Έλα να καθίσουμε. Θα χτυπήσω να μας φέρουν τσάι». «Πολύ θα ήθελα λίγο τσάι». Η Λόρα κάθισε και περίμενε μέχρι να συνεννοηθεί η Άννα με την οικονόμο να τους φέρει το τσάι. Είναι όμορφη όπως πάντα, σκέφτηκε. Και πολύ αποφασιστική. Η Λόρα θεωρούσε τη γιαγιά της πολύ νεωτερίστρια, μια γυναίκα που είχε κυνηγήσει το όνειρό της να δουλέψει ως γιατρός μια εποχή που τις γυναίκες καριέρας είτε τις κοροΐδευαν είτε τις αποδοκίμαζαν. Εκείνη όμως όχι μόνο είχε κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, αλλά και είχε θριαμβεύσει, είχε γίνει μία από τις κορυφαίες χειρουργούς θώρακος της Ανατολικής Ακτής, δημιουργώντας ταυτόχρονα οικογένεια και μεγαλώνοντας τα παιδιά της. «Πώς το κάνεις, γιαγιά;» «Το κάνω;» Η Άννα κάθισε και αναστέναξε ελαφρά καθώς ακουμπούσε τα πόδια της σ’ ένα σκαμνάκι. «Ποιο πράγμα;» «Όλα. Πώς τα κάνεις όλα αυτά που κάνεις;» «Ένα βήμα τη φορά. Αχ, σ’ τ’ ορκίζομαι, υπήρχε μια εποχή που δεν ένιωθα τέτοια εξάντληση ύστερα από ένα πρωινό στα μαγαζιά». Η Άννα χαμογέλασε. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ήρθες. Τώρα μπορώ να καθίσω εδώ και να τεμπελιάσω λίγο». Η Λόρα ανησύχησε ξαφνικά και πετάχτηκε όρθια. «Ίσως θα


έπρεπε να ξαπλώσεις. Δε θα έπρεπε να καταγίνεσαι με τόσα πολλά». «Λόρα». Η φωνή της Άννας ήταν ήρεμη, ζεστή σαν ηλιαχτίδα. «Με πονάνε τα πόδια μου, αυτό είναι όλο. Κάθισε κάτω. Πες μου, ήρθες τόσο δρόμο με το αμάξι απλά και μόνο για να βάλεις τις φωνές στον παππού σου;» «Ε...» Η Λόρα ξεφύσηξε. «Δε σου ξεφεύγει τίποτε». «Ξέρω πως έχωσε πάλι τη μύτη του και σε περίμενε εδώ και μια βδομάδα να εμφανιστείς. Ο Ρόις Κάμερον θα πρέπει να σου έκανε μεγάλη εντύπωση, αφού χρειάστηκες τόσον καιρό για να το μυριστείς». «Είναι απίθανος». «Αυτό το είδα και μόνη μου». «Μόλις είπα στον παππού ότι θα έχω μία θυελλώδη περιπέτεια μαζί του». «Ωχ». Η Άννα αναστέναξε και έπαιξε τα δάχτυλα των ποδιών της. «Υποθέτω ότι του άξιζε αυτό». «Μα αυτό θα κάνω». Η Λόρα αναρωτήθηκε πόσες γυναίκες θα μπορούσαν, άραγε, να πουν κάτι τέτοιο στη γιαγιά τους. «Θα ζήσω μια περιπέτεια μαζί του». Η Άννα δε μίλησε και χάρηκε όταν άκουσε το κουδούνισμα των γυαλικών στο τρόλεϊ στο διάδρομο. Περίμενε μέχρι να φύγει η οικονόμος και να μείνουν πάλι μόνες και σέρβιρε δυο φλιτζάνια τσάι η ίδια. «Δε χρειάζεται να σου πω εγώ να προσέχεις. Είσαι μια έξυπνη και συνειδητοποιημένη κοπέλα». Αναστέναξε. «Παρ’ όλα αυτά, θα σου πω να προσέχεις». «Θα προσέχω. Σε παρακαλώ, μην ανησυχείς. Αυτός ο άντρας ασκεί τρομερή έλξη πάνω μου. Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ μου έτσι για κανέναν. Και μου αρέσει. Δεν πίστευα ότι θα μου άρεσε. Στην πραγματικότητα ήμουν σίγουρη για το αντίθετο, αλλά μου αρέσει πολύ». «Και είναι φανερό ότι νιώθει και εκείνος το ίδιο». «Ναι». Η Λόρα ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και το άφησε στην άκρη. «Ξέρεις κάτι, οι άντρες με τρελαίνουν. Ειλικρινά δεν είχα κανένα σκοπό να μπλέξω· είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να κάνω και δεν έχω χρόνο για τέτοιου είδους μπερδέματα. Ύστερα ο παππούς προσλαμβάνει τον Ρόις. Για όνομα του Θεού, τον προσλαμβάνει. Γελάς». «Συγνώμη, καλή μου. Δε θα έπρεπε». «Μπορεί να το θεωρήσω κι εγώ αστείο σε δέκα ή είκοσι χρόνια από τώρα», γρύλισε η Λόρα. «Αυτή τη στιγμή είναι απλώς ταπεινωτικό.


Και στη συνέχεια ο Ίαν αποφασίζει ότι χρειάζομαι επιτήρηση και δε μ’ αφήνει ούτε πέντε λεπτά από τα μάτια του. Λες και η μπουνιά στα μούτρα να τους έκανε τα καλύτερα φιλαράκια με τον Ρόις». «Ο Ίαν έδωσε μπουνιά στον Ρόις;» «Όχι, το αντίθετο, αλλά ήταν μια παρεξήγηση». «Φυσικά», είπε ήρεμα η Άννα και ήπιε το τσάι της. «Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, ορμάει και ο μπαμπάς σήμερα το πρωί στο γραφείο μου. Στο δικό μου γραφείο, και δείχνει τα δόντια του επειδή είδε τον Ρόις να με φιλάει». «Ωχ». Το χαμόγελο της Αννας έγινε πιο ζεστό. «Ο κακομοίρης ο Κέιν. Να δει έτσι το κοριτσάκι του, το μωρό του». «Δεν είμαι...» «Είσαι το κοριτσάκι του και πάντα θα είσαι», τη διέκοψε ήρεμα η Άννα. «Υποθέτω ότι τσακωθήκατε». «βάλαμε για λίγο τις φωνές ο ένας στον άλλον. Η μαμά μάς ηρέμησε. Όταν όμως ο μπαμπάς μού είπε ότι ο παππούς είχε... Ε, ξαφνικά είδα το φως το αληθινό για το πώς ενορχηστρώθηκε η όλη ιστορία, έτσι ήρθα εδώ να τα ψάλω και στον παππού». «Φυσικά». Οι Μακ Γκρέγκορ δεν έχαναν ποτέ ευκαιρία να βάλουν τις φωνές, σκέφτηκε η Άννα και έστρωσε μια τούφα από τα μαλλιά της στο χρώμα της άμμου. «Αλλά τώρα τα ξαναβρήκατε». «Δεν μπορεί να μείνει κανείς θυμωμένος με τον παππού. Καταφέρνει και σε τουμπάρει». «Καλείς δεν το ξέρει αυτό καλύτερα από μένα. Και κανείς δεν μπορεί ν’ αγαπήσει τόσο δυνατά όσο ο Ντάνιελ». «Το ξέρω». Η Λόρα δάγκωσε το κάτω χείλι της. Ήταν έτοιμη να ξεστομίσει αυτό που δεν είχε τολμήσει να παραδεχτεί στον εαυτό της. «Γιαγιά... νομίζω ότι θα μπορούσα να ερωτευτώ τον Ρόις. Αν άφηνα ελεύθερο τον εαυτό μου». «Λόρα». Η Άννα άπλωσε το χέρι της και πήρε της εγγονής της. «Το θέμα με τον έρωτα είναι ότι δεν έχεις καμιά επιλογή. Απλώς σου συμβαίνει. Να και ο Ντάνιελ». Έσφιξε το χέρι της Λόρας όταν άκουσε τα βαριά βήματα του άντρα της στις σκάλες. «Πάντως εγώ δε θα του έλεγα αυτό το τελευταίο. Όχι ακόμα». «Δε θα του έδινα αυτή την ικανοποίηση», είπε η Λόρα σεμνά και πήρε το τσάι της την ώρα που έμπαινε στο δωμάτιο ο Ντάνιελ. «Μπα, μπα». Εκείνος τους χαμογέλασε πλατιά. «Δυο όμορφες γυναίκες. Και είναι όλες δικές μου».


Κεφάλαιο 7 Η Λόρα δεν πήγε σπίτι. Όταν γύρισε στη Βοστόνη σταμάτησε και δείπνησε μόνη ώστε να δώσει στον εαυτό της το περιθώριο να σκεφτεί. Όπως το έβλεπε εκείνη, είχε δύο επιλογές. Θα μπορούσε να το παίξει ξεροκέφαλη και να δοκιμάσει να δώσει ένα μάθημα στον ανακατωσούρα παππού της και να μην ξαναδεί ποτέ τον Ρόις Κάμερον. Και μόνο στην ιδέα όμως, ένιωσε το παγωτό που είχε αποφασίσει να κεράσει τον εαυτό της πικρό στο στόμα της. Από την άλλη, θα μπορούσε να δώσει μια ευκαιρία στη σχέση της με τον Ρόις -αν μπορούσε να την πει κανείς σχέση- να εξελιχτεί φυσιολογικά με το χρόνο. Θα μπορούσε να θεωρήσει αυτή την παρέμβαση, αυτή τη διακοπή στη γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων, ένα σημάδι για να ηρεμήσει και να εξετάσει πιο προσεκτικά το θέμα. Να κοιτάξει καλά προτού κάνει το άλμα. Στους Μακ Γκρέγκορ, όμως, δεν άρεσε να μένουν άπραγοι θεατές· προτιμούσαν τα άλματα. Και γι’ αυτό ακριβώς, στη μία και τέταρτο τα ξημερώματα, βρέθηκε έξω από το διαμέρισμα του Ρόις να χτυπάει την πόρτα με τις γροθιές της. Η πόρτα στην απέναντι μεριά του διαδρόμου άνοιξε μια χαραμάδα, ήταν αρκετή όμως για να διακρίνει η Λόρα δυο συνοφρυωμένα και κόκκινα μάτια να την κοιτάζουν διαπεραστικά. Μισόκλεισε τα δικά της και κάτι μουρμούρισε. Η πόρτα έκλεισε πάλι απότομα. Ξαναχτύπησε και άκουσε από μέσα ένα γδούπο και μια βρισιά. Ύστερα διέκρινε μια φωτεινή λωρίδα κάτω' από την πόρτα. Έγειρε το κεφάλι της και χαμογέλασε γλυκά, σίγουρη ότι ο Ρόις την κοιτούσε μέσα από το ματάκι. Την επόμενη στιγμή τον άκουσε να ξεκλειδώνει. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Γιατί θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι;» Η Λόρα μπήκε κουνιστή και λυγιστή μέσα. «Κλείσε την πόρτα, Ρόις, έχεις έναν πολύ


κουτσομπόλη γείτονα απέναντι». Εκείνος έκλεισε την πόρτα, έγειρε πάνω της και προσπάθησε να προσανατολιστεί. Η Λόρα έδειχνε το ίδιο δροσερή και περιποιημένη όπως και στις δέκα το προηγούμενο πρωί με το ριγέ κουστούμι της και τα πρακτικά παπούτσια της με το χαμηλό τακούνι. Εκείνος ένιωθε το ίδιο τσαλακωμένος με τα χτεσινοβραδινά σεντόνια, με το κουρελιασμένο τζιν που είχε καταφέρει να ψαρέψει από το πάτωμα και να το φορέσει. Έτριψε το πρόσωπο με τα χέρια του και ένιωσε τα γένια του να του γδέρνουν τις παλάμες. Έχωσε τα δάχτυλά του στα μπερδεμένα από τον ύπνο μαλλιά του. «Είναι μία το πρωί ή παρακοιμήθηκα;» Η Λόρα γύρισε τον καρπό της και κοίταξε προσεκτικά το ρολόι της. «Για την ακρίβεια είναι 1:17 π.μ.». «Ναι, για την ακρίβεια, τι γυρεύεις εδώ;» Η Λόρα το διασκέδαζε. Έκανε ένα γύρο στο μικροσκοπικό σαλόνι. «Δεν έχω ξανάρθει ποτέ στο διαμέρισμά σου». Πρόσεξε ότι υπήρχε τουλάχιστον μιας βδομάδας σκόνη στα ετοιμόρροπα έπιπλα. Οι εφημερίδες δημιουργούσαν ένα σωρό στο πάτωμα δίπλα στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Μια μικρή, πραγματικά εξαιρετική υδατογραφία του λιμανιού της Βοστόνης κρεμόταν στον τοίχο. Το στερεοφωνικό ήταν ακουμπισμένο σε μια σειρά ράφια από ξύλο πεύκου στον τοίχο, ενώ το χαλί των Βερβερίνων στο πάτωμα χρειαζόταν επειγόντως ηλεκτρική σκούπα. «Τώρα βλέπω το γιατί». Ύψωσε τα φρύδια της. «Ζεις σαν γουρούνι». «Δεν περίμενα...» Ο Ρόις συγκρατήθηκε. Να πάρει η οργή, ήταν περασμένη μία τα ξημερώματα. «Ναι, και λοιπόν;» «Έκανα μια απλή παρατήρηση. Έχεις καθόλου κρασί; Δε θέλησα να πιω, μια και θα οδηγούσα». «Ναι, νομίζω ότι υπάρχει...» Ο Ρόις έκοψε πάλι στη μέση τα λόγια του. Το μυαλό του ήταν θολωμένο. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έπρεπε να ξυπνά και να είναι αμέσως σε εγρήγορση. «Πέρασες για ένα ποτό;» «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» Η Λόρα διατήρησε το αδιάφορο και ευχάριστο χαμόγελό της και προχώρησε προς την κουζίνα, που έκρινε ότι θα πρέπει να βρισκόταν στ’ αριστερά. «Εσύ θέλεις λίγο κρασί;» «Όχι». Ο Ρόις την παρακολούθησε με το βλέμμα, περνώντας τα δάχτυλα στα μπερδεμένα μαλλιά του. «Όχι. Σερβιρίσου». «Θα σερβιριστώ». Μάλλον αποφεύγει να μπαίνει στην κουζίνα


του, σκέφτηκε η Λόρα. Ήταν τόσο καθαρή ώστε ήταν φανερό ότι δεν τη χρησιμοποιούσε. Βρήκε όμως ένα καλό μπουκάλι σαρντονέ στο ψυγείο του και, ύστερα από μια σύντομη εξερεύνηση στα ντουλάπια του, κατάφερε να βρει και ένα γερό ποτήρι. «Δε σου αρέσουν τα φρου-φρου και τ’ αρώματα, σωστά;» «Δεν περνάω πολύ χρόνο εδώ μέσα». Ο Ρόις μπήκε στην κουζίνα και την παρακολούθησε να σερβίρει το κρασί. «Απλά υπάρχει σαν χοίρος». «Και φαντάζομαι πως επενδύεις το μεγαλύτερο μέρος από τα κέρδη σου πίσω στην εταιρεία σου. Πράγμα σοφό και αποδοτικό. Είσαι σοφός και αποδοτικός άνθρωπος, Ρόις;» «Όχι ιδιαίτερα. Απλά δεν έχω ανάγκη από περιττά πράγματα». «Εγώ λατρεύω τα περιττά». Η Λόρα σήκωσε το ποτήρι της στην υγειά του και ήπιε μια γουλιά. «Υποθέτω πως είμαι πολυέξοδη». Τον κοίταξε πάνω από το ποτήρι της. Τα μάτια του ήταν βαριά, νυσταγμένα, σέξι. Το στόμα του ήταν λίγο κρεμασμένο. Το τζιν του δεν ήταν κουμπωμένο και είχε κατέβει χαμηλά στους λεπτούς γοφούς του. Το στήθος του ήταν γυμνό, καλογραμμένο, με μια λεπτή λευκή ουλή ακριβώς κάτω από τον αριστερό ώμο. «Απόκτημα της δουλειάς κι αυτό;» «Ποιο;» «Η ουλή». Ο Ρόις χαμήλωσε το βλέμμα και ύψωσε αδιάφορα τους ώμους. «Ναι. Για πες μου τώρα, τι τρέχει;» «Έχω να σου κάνω μια ερώτηση». «Ωραία, θα παίξουμε το σωστό ή λάθος, ή θα έχω το περιθώριο για πολλαπλές επιλογές;» «Ένα ναι ή ένα όχι αρκεί». Η Λόρα πίεσε τον εαυτό της να εστιάσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Αν συνέχιζε τη μελέτη του στιβαρού, μυώδους κορμιού του, θα έχανε τη συγκέντρωσή της. «Το ήξερες ότι ο παππούς μου σε προσέλαβε για να εξασφαλίσει τη διαιώνιση της γενιάς των Μακ Γκρέγκορ;» «Ε;» «Ένα ναι ή ένα όχι, Ρόις, δεν είναι τόσο δύσκολο. Θα θέσω αλλιώς την ερώτηση. Είχες ιδέα όταν ανέλαβες την εγκατάσταση του συστήματος ασφαλείας στο σπίτι μου ότι ο παππούς μου σε είχε επιλέξει επειδή πληρούσες τις προδιαγραφές του για να γίνεις ταίρι μου;» «Ταίρι; Τι εννοείς ταίρι;» Το μυαλό του είχε αρχίσει να καθαρίζει. «Εννοείς... Αστειεύεσαι». «Πιστεύω ότι αυτό απαντά την ερώτησή μου». Η Λόρα έκανε να


τον προσπεράσει, αλλά ο Ρόις άπλωσε το χέρι του και την άρπαξε από το μπράτσο. «Θέλεις να πεις ότι με αγόρασε για σένα;» «Με τον ωραιότερο δυνατό τρόπο». «Σαχλαμάρες». «Όχι, αυτός είναι ο Μακ Γκρέγκορ». Η Λόρα χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι του Ρόις. «Άλλοι άντρες θα κολακεύονταν». «Σοβαρά». Τα μάτια του ήταν τώρα δύο μπλε σχισμές που πετούσαν φλόγες. «Λ, σοβαρά». Επειδή η Λόρα καταλάβαινε και εκτιμούσε την αντίδρασή του, τον χτύπησε για μια ακόμα φορά χαϊδευτικά στο χέρι. «Δεν είχες ιδέα τι σκάρωνε; Δεν είναι και τόσο διακριτικός. Εκείνος νομίζει ότι είναι, αλλά δεν είναι». Ο Ρόις κατέβασε το χέρι του και έκανε ένα βήμα πίσω. «Μου έδωσε την εντύπωση -στις πρώτες συζητήσεις- σαν να πήγαινε να στήσει κάτι. Αλλά φαντάστηκα ότι το έκανε επειδή ήσουν απίστευτα άσχημη». Το γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της Λόρας προτού προλάβει να το συγκρατήσει. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». «Όχι. Περίμενε». Ο Ρόις πίεσε τα δάχτυλα στα μάτια του. Μπορεί να ονειρευόταν, μπορεί και όχι. Όπως και να είχε το πράγμα, έπρεπε να το αντιμετωπίσει. «Μιλούσε συνέχεια για την εγγονή του τη Λόρα. Ότι είναι έξυπνη, ζωντανή, όμορφη. Ανύπαντρη. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ προφανές και θα πρέπει να ήσουν απελπισμένη να... ε, απελπισμένη. Ύστερα, όμως, σε είδα και αποφάσισα ότι είχα παρεξηγήσει τα υπονοούμενα». Η Λόρα έγειρε το κεφάλι της. «Τώρα υποθέτω ότι θα έπρεπε να κολακευτώ». «Μου λες δηλαδή ότι έστησε την όλη υπόθεση για να...» «Θέλει να παντρευτώ. Και να κάνω οικογένεια. Σε θεωρεί καλό επιβήτορα». «Με θεωρεί...» Ο Ρόις σήκωσε το χέρι του και έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Για μια στιγμή. Δε σκοπεύω να το παίξω επιβήτορας». «Ούτε κι εγώ φοράδα. Βολικό, συμφωνείς;» «Ο γερο-μπάσταρδος». «Ακριβώς, αλλά πρόσεχε. Μπορεί εμείς να τον λέμε έτσι, αλλά δε μας πολυαρέσει όταν το κάνουν οι άλλοι». Η Λόρα άφησε το ποτήρι της. «Ε, σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση. Καληνύχτα». «Περίμενε μια στιγμή, που να πάρει». Ο Ρόις δε χρειάστηκε παρά


να γυρίσει ελαφρά για να της φράξει το δρόμο. «Ήρθες εδώ πέρα νυχτιάτικα, πέταξες τη βόμβα σου και τώρα φεύγεις; Δε νομίζω». «Σκέφτηκα πως θα ήθελες να το ξέρεις, όπως και το ότι μίλησα μαζί του και έβαλα τα πράγματα στη θέση τους». «Ωραία, αυτό είναι οικογενειακή σας υπόθεση». Ο Ρόις άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε στην παραστάδα της πόρτας για να της μπλοκάρει την έξοδο. «Και εσύ θα έπρεπε να ξέρεις ότι δε δίνω δεκάρα για τα σχέδια του παππού σου». Τύλιξε τα μαλλιά της στο ελεύθερο χέρι του και τράβηξε το κεφάλι της πίσω. «Αυτή τη στιγμή δεν είναι εδώ ούτε ο παππούς σου, ούτε ο πατέρας σου, ούτε ο αδερφός σου, ούτε οι ξαδέρφες σου». Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. «Όχι, δεν είναι εδώ κανείς εκτός από εμάς τους δυο». «Γιατί, λοιπόν, δε μου λες τι έχεις κατά νου, Λόρα;» «Αν χρειάζεται να σου πω εγώ, τότε δεν είσαι τόσο σαΐνι όσο νόμιζα». «Θέλω να μου πεις εσύ. Με απόλυτη σαφήνεια». Τους χώριζε μόνο ένα βήμα. Η Λόρα το έκανε και μηδένισε την απόσταση. «Θέλω να με πας στο κρεβάτι. Θέλω να κάνεις έρωτα μαζί μου όλη την υπόλοιπη νύχτα. Αυτό είναι αρκετά σαφές για σένα;» «Απόλυτα». Ο Ρόις πέρασε το μπράτσο του κάτω από τα γόνατά της και τη σήκωσε τα χέρια του, κόβοντάς της την ανάσα. Προτού προλάβει η Λόρα να σηκώσει τα μπράτσα της και να τα δέσει γύρω από το λαιμό του, το στόμα του αιχμαλώτισε πεινασμένα το δικό της. Ένα βογκητό ευχαρίστησης ξέφυγε από τα χείλη της καθώς παραδόθηκε με όλο της το είναι σ’ αυτό το φιλί. Έβγαλε μάλιστα με μια κλοτσιά τα παπούτσια της καθώς εκείνος τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο σκιές, τα σεντόνια ήταν τσαλακωμένα και το στρώμα έτριξε κάτω από το βάρος τους. Η Λόρα σήκωσε τα μπράτσα της και τον τράβηξε πιο κοντά της, αφήνοντας τη μαγεία του φιλιού του να την ποτίσει ολόκληρη. Ο Ρόις τράβηξε τη ζακέτα χαμηλά στους ώμους της και έμπηξε ηδονικά τα δόντια του στο λαιμό της, που ήταν τώρα ελεύθερος. Πέταξε μακριά το ρούχο. Το κορμί της, λυγερό και πρόθυμο κάτω από το δικό του, παλλόταν για ένα άγγιγμα, βογκούσε για να τη γευτεί. Ο Ρόις ήθελε να γευτεί την κάθε στιγμή, το κάθε εκατοστό, αλλά η ανάγκη του γι’ αυτήν ήταν τόσο μεγάλη, τόσο δυνατή, λες και την καταπίεζε χρόνια. Κι ενώ το στόμα της ακολουθούσε πρόθυμα το δικό του, τα χέρια


του διέτρεχαν κάθε γωνιά του κορμιού της, ένα χάδι μαρτυρικό και ηδονικό συνάμα. Άκουσε το βογκητό της, ένιωσε το φτερούγισμα της καρδιάς της κάτω από την παλάμη του. Του ήταν αδύνατον να περιμένει άλλο και τράβηξε την μπλούζα της. Το αστραφτερό σατέν σουτιέν αγκάλιαζε χαμηλά το μεταξένιο στήθος της. Το στόμα του αιχμαλώτισε τη σάρκα της, απολαμβάνοντας τις διάφορες υφές που μπερδεύονταν μεταξύ τους. Η αίσθηση των χειλιών και της γλώσσας του πάνω στη σάρκα της την έκανε να θέλει να φωνάξει. Εκείνη όμως λαχταρούσε περισσότερα, τα ήθελε όλα και αγωνιούσε να του τα προσφέρει κι εκείνη. Έσυρε τα νύχια της στην πλάτη του, απαιτώντας. Πονούσε και το τελευταίο μόριο του κορμιού της. Το άγγιγμά του ξυπνούσε μέσα της έναν αργό πόνο που έκανε το κεφάλι της να βουίζει. Η Λόρα δεν είχε ιδέα πως θα μπορούσε να νιώσει μια τόσο άμεση και δυνατή ανάγκη, πως θα μπορούσε να θελήσει τόσο έντονα έναν άντρα. Και όταν το στόμα του τρύγησε πάλι το δικό της, μόνο που δεν έκλαψε από τη συγκίνηση. Άρχισαν να κινούνται μαζί. Το κορμί της ήταν σβέλτο, γεμάτο ενέργεια. Η ανάσα της βγήκε σαν λυγμός καθώς εκείνος της έβγαζε τη φούστα και το στόμα της αναζήτησε τη σάρκα του το ίδιο πεινασμένα με το δικό του. Το δέρμα της ήταν απαλό, ζεστό, ακαταμάχητο. Τα μαλλιά της, όλος εκείνος ο κατάμαυρος, μεταξένιος καταρράκτης, τους τύλιγαν καθώς πάλευαν στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ελευθερωθούν από τα τελευταία εμπόδια που υπήρχαν μεταξύ τους. Απαλή εδώ, σφιχτή εκεί, πρόθυμη, απαιτητική. Ο Ρόις γέμισε ολόκληρος από την αίσθησή της και ήταν τόσο ξέφρενη η επιθυμία του γι’ αυτήν, που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε ξαναποθήσει γυναίκα τόσο έντονα στη ζωή του. Τα χέρια του αγκάλιασαν το στήθος της κι ένα σιγανό τρεμουλιαστό βογκητό βγήκε από τα χείλη της. Στο θαμπό φως, είδε τα μάτια της ν’ ανοίγουν και να τον κοιτάζουν στα τυφλά καθώς εκείνος συνέχιζε την εξερεύνησή του. Την άκουσε να προφέρει πνιχτά τ’ όνομά του, οι παλάμες της έσφιξαν τα μαλλιά του'. Και η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Η Λόρα δεν πρόσεξε ότι γλίστρησαν στο πάτωμα, παρασύροντας μαζί τους και τα σεντόνια. Ο αέρας ήταν βαρύς και αποπνικτικός, της έφραζε τα πνευμόνια, τα χέρια του ήταν άγρια και τραχιά, της μελάνιαζαν τη σάρκα. Άπλωσε το ένα της μπράτσο σαν να πάσχιζε να


βρει κάποια ισορροπία. Και άκουσε κάτι να σπάει. Ύστερα ο Ρόις μπήκε μέσα της, παρασύροντάς τη στον γκρεμό. Τώρα δεν είχε από πού αλλού να πιαστεί, παρά μόνο από πάνω του. Χωρίς σκέψη, η Λόρα τύλιξε τα πόδια της γύρω του και ακολούθησε τον ξέφρενο ρυθμό του, τον επιτάχυνε καθώς η θύελλα μαινόταν μέσα της. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτε πέρα από το βουητό στ’ αυτιά της, δεν μπορούσε να νιώσει τίποτε πέρα από την ανείπωτη ηδονή που πρόσφερε το κορμί του στο δικό της, δεν μπορούσε να δει τίποτε πέρα από το πρόσωπό του, εκείνα τα γαλανά σαν τα νερά της λίμνης μάτια του που την παρακολουθούσαν. Ύστερα, λες και εκείνος να μάντεψε ότι αυτό της χρειαζόταν για να νιώσει την κορύφωση της έκστασης, το στόμα του αιχμαλώτισε άγρια το δικό της και εκτοξεύτηκαν μαζί στο διάστημα. ***

Ο Ρόις κατάφερε να συνέλθει αρκετά ώστε να γείρει στο πλάι, στο κρύο πάτωμα, προσφέροντάς της για μαξιλάρι το ζεστό ακόμα κορμί του. Και αποφάσισε ότι θα πέθαινε ευτυχισμένος αν μπορούσε να μείνει τα επόμενα είκοσι χρόνια σ’ αυτή τη στάση. «Είμαστε στο πάτωμα;» Η φωνή της ακούστηκε αργή, πνιχτή, σαν να είχε πιει ολόκληρη την μπουκάλα το κρασί και όχι λιγότερο από ένα ποτήρι. «Ναι, είμαι σχεδόν σίγουρος πως βρισκόμαστε στο πάτωμα». «Πώς βρεθήκαμε εδώ;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα». Ο Ρόις μετακινήθηκε λίγο και αμέσως μόρφασε από τον πόνο. Όταν βρήκε την απαραίτητη ενέργεια για να σηκώσει το χέρι και να σύρει τα δάχτυλά του στον ώμο του, έπιασε αίμα. «Υπάρχουν σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα». «Μμμμ». «Και τώρα υπάρχουν σπασμένα γυαλιά και στην πλάτη μου». «Ω». Η Λόρα αναστέναξε και έτριψε χαδιάρικα το πρόσωπό της στο στήθος του. Ξαφνικά ανακάθισε. «Ω! Έσπασε κάτι; Είμαστε γυμνοί. Μπορεί να γίνουμε κομμάτια». «Ό,τι και να γίνει, χαλάλι». Με μια δύναμη που την έκανε ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια της ξαφνιασμένη, ο Ράις την έπιασε από τη μέση, τη σήκωσε και την κάθισε στο κρεβάτι. «Μείνε εδώ, μέχρι να καθαρίσω». «Δε νομίζω ότι θα έπρεπε... Να πάρει». Η Λόρα έκλεισε τα μάτια της και τα κάλυψε με τα χέρια της όταν ο Ρόις άναψε απότομα το φως. «Γυαλιά είναι αυτά; Πρόσεξε μην τα πατήσεις».


«Τα πάτησα ήδη», της απάντησε, βρίζοντας πολύ παραστατικά, πράγμα που την έκανε να χαχανίσει. «Συγνώμη», βιάστηκε να του πει. «Αλλά δεν έχω ακούσει αυτόν το συνδυασμό σε βρισιές». Άνοιξε το ένα μάτι και αμέσως μετάνιωσε για τη στάση της. «Ρόις, αιμορραγείς». «Σε δύο σημεία. Δεν έγινε και τίποτα. Έσπασε το ποτηράκι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βρω μια σκούπα». «Θα φροντίσω τις πληγές σου», του είπε η Λόρα μ’ ένα χαμόγελο που έγινε ονειροπόλο καθώς τον παρακολούθησε να πηγαίνει προς την πόρτα. «Μα το Θεό, έχεις ωραίο κορμί». Ο Ρόις τα έχασε, σταμάτησε και την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι του, λυγερή, αναμαλλιασμένη, με τα μακριά πόδια της να κρέμονται. «Το ίδιο ισχύει και για σένα», μουρμούρισε και βγήκε. Η Λόρα έσκυψε πάνω από το κρεβάτι. Τίναζε τα γυαλιά από τα σεντόνια όταν επέστρεψε ο Ρόις με τη σκούπα και το φαράσι. «Θα πρέπει να τα πλύνεις. Μπορεί να έχουν κι άλλα γυαλάκια». «Πέτα τα στη γωνιά. Θα το φροντίσω». Η Λόρα ύψωσε το φρύδι της και έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω. Εκτός από το κρεβάτι, είχε ένα κομό και μια καρέκλα. Ή τουλάχιστον εκείνη υπέθεσε πως αυτό που υπήρχε κάτω από το σωρό τα ρούχα ήταν καρέκλα. Υπήρχε και ένας καθρέφτης, που χρειαζόταν επαργύρωση, και ένα γραφείο εξοπλισμένο πλήρως μ’ έναν πανάκριβο υπολογιστή κι έναν εκτυπωτή. «Διαθέτεις όλες τις ανέσεις». «Σου είπα, δεν περνάω πολύ χρόνο εδώ». Ο Ρόις πέταξε το σπασμένο ποτήρι στο σκουπιδοτενεκέ και στερέωσε τη σκούπα και το φαράσι στον τοίχο. «Αλήθεια, βάζεις ποτέ σου πλυντήριο;» τον ρώτησε η Λόρα. «Όχι, εκτός και αν δεν έχω άλλη επιλογή». Του χαμογέλασε και χτύπησε το χέρι της στο κρεβάτι δίπλα της. «Κάθισε εδώ. Άφησέ με να ρίξω μια ματιά στο κόψιμό σου». Όταν εκείνος κάθισε, η Λόρα πλατάγισε τη γλώσσα της και ακούμπησε τα χείλια της στον ώμο του. «Είναι μια απλή γρατσουνιά». «Αν είχαμε πέσει ανάποδα από το κρεβάτι, θα φιλούσες τώρα τον πισινό μου». Τα λόγια του την έκαναν να γελάσει. Ακούμπησε το μάγουλό της στην πλάτη του. «Πώς είναι το πόδι σου;» «Ένα κοψιματάκι. Έχω πάθει και χειρότερα».


«Μμμμ». Η Λόρα μετακινήθηκε και έσυρε το δάχτυλό της στην ουλή ψηλά στον ώμο του. «Όπως αυτό». «Δεν περίμενα να φτάσουν ενισχύσεις. Το λάθος του πρωτόπειρου. Δεν το ξανάκανα». «Και αυτό;» τον ρώτησε αγγίζοντας το μικρό σημάδι στο πιγούνι του. «Καβγάς σε μπαρ. Ήμουν αρκετά πιωμένος ώστε να μην το νιώσω, και αρκετά ηλίθιος ώστε να πάω γυρεύοντας να το πάθω. Σταμάτησα να κάνω και αυτό το λάθος». «Είσαι ένας αναμορφωμένος πολίτης, σωστά, Ρόις;» Η Λόρα έγειρε μπροστά και έσυρε τα χείλη της στο πιγούνι του. «Λίγο ως πολύ». «Μου αρέσει αυτό». Ο πόθος που έκανε τα μάτια του να σκουρύνουν την έσπρωξε να γονατίσει και να τυλίξει τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. «Δε θα μου άρεσε αν ήσουν ένας απόλυτα υποδειγματικός πολίτης». «Γιατί, εσύ αυτό ακριβώς δεν είσαι;» Η Λόρα γέλασε και δάγκωσε το κάτω χείλι του. «Λίγο ως πολύ». «Με έμφαση στο πολύ, θα έλεγα. Λόρα Μακ Γκρέγκορ, των Μακ Γκρέγκορ της Βοστόνης». Έσυρε το χέρι του στο πλευρό της, άγγιξε το στήθος της. «Τι γυρεύεις στο κρεβάτι μου;» «Θα μπορούσες να πεις ότι συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι εδώ ακριβώς ήθελα να είμαι», του απάντησε, δαγκώνοντας πάλι παιχνιδιάρικα το χείλι του. «Και έχω μια συνήθεια να κυνηγάω αυτό που θέλω. Είναι ίδιον της οικογένειας». Τα χείλια της ταξίδεψαν στο πιγούνι του. «Και ήθελα εσένα. Θέλω εσένα. Πάρε με, Ρόις». Το στόμα της κάλυψε το δικό του, μηδενίζοντας κάθε πιθανότητα για καθαρή σκέψη. Ο Ρόις την τράβηξε άγρια πάνω του και την ξάπλωσε πίσω.


Κεφάλαιο 8 Το χιόνι είχε πνίξει την Ανατολική Ακτή, κάνοντας τα σχολιαρόπαιδα να χορεύουν από τη χαρά τους. Ισχυροί άνεμοι φυσούσαν από τον Καναδά, φέρνοντας τσουχτερό κρύο. Σωλήνες έσπαζαν, αυτοκίνητα ακινητοποιούνταν και οι δρόμοι μετατρέπονταν σε παγοδρόμια. Όσοι ήταν αρκετά αποφασιστικοί και γενναίοι είχαν κατακλύσει τα εμπορικά κέντρα για ν’ αγοράσουν χριστουγεννιάτικα δώρα, πολύχρωμες κορδέλες και κόλλες περιτυλίγματος. Οι ταχυδρόμοι μοίραζαν χριστουγεννιάτικες κάρτες και οι κουζίνες μοσχοβολούσαν γλυκίσματα. Οι κάτοικοι της Βοστόνης έτρεμαν από το κρύο, φτυάριζαν το χιόνι, λίγο αργότερα, όμως, δώδεκα πόντοι φρέσκο χιόνι κάλυπτε τα πάντα. Ντυμένη σαν κρεμμύδι για να προστατευτεί από το κρύο, η Λόρα πήρε ένα φτυάρι και βγήκε να καθαρίσει την αλέα. Ο ήλιος αντανακλούσε στη λευκή επιφάνεια και την τύφλωνε, γι’ αυτό έβγαλε τα σκούρα γυαλιά από την τσέπη της. Ο ψυχρός αέρας έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν και το λαιμό της να καίει. Δε θα μπορούσε να νιώσει πιο ευτυχισμένη. Κάτω από το κόκκινο σκουφάκι του σκι φορούσε ακουστικά και η μουσική αντηχούσε στ’ αυτιά της. Χριστουγεννιάτικη μουσική, εύθυμη και ζωηρή όπως η διάθεσή της. Η ζωή της, σκέφτηκε, πετώντας την πρώτη φτυαριά χιόνι, δε θα μπορούσε να είναι πιο τέλεια. Την περασμένη βδομάδα είχε κερδίσει την πρώτη της δίκη. Δεν ήταν παρά μια ασήμαντη υπόθεση αποζημίωσης για φθορά ξένης περιουσίας, δεν ήταν κανένα σπουδαίο δικαστικό επίτευγμα. Είχε σταθεί, όμως, μπροστά στο δικαστή και είχε παρουσιάσει σωστά τα επιχειρήματά της. Και είχε κερδίσει. Τώρα είχε δύο καινούριους πελάτες, οι οποίοι της είχαν ζητήσει να συντάξει τις διαθήκες τους.


Είχε μόλις ξεκινήσει ν’ αποκτά το δικό της πελατολόγιο. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και δε θυμόταν άλλη χρονιά να τα περιμένει με μεγαλύτερη λαχτάρα. Της άρεσε να χαζεύει τα πολύχρωμα φωτάκια που στόλιζαν τα σπίτια, τα αστεία έλκηθρα με τους Αγιοβασίληδες και τους ταράνδους στις πελούζες, τα στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών. Ανυπομονούσε ακόμα να σμίξει με τις ορδές των καταναλωτών για να κάνει κι αυτή τα δικά της χριστουγεννιάτικα ψώνια. Δεν την ένοιαζε που η Τζούλια και η Γκουέν έστρεφαν τα βλέμματά τους στον ουρανό όταν την άκουγαν ν’ αρχίζει ξαφνικά το τραγούδι ή την έβλεπαν να κοιτάζει ονειροπόλα από το παράθυρο. Και τα σχόλιά τους -η Λόρα είναι ερωτευμένη- την έκαναν να γελάει. Δεν ήταν ερωτευμένη, χαιρόταν απλώς τη συγκλονιστική εμπειρία μιας ρομαντικής σχέσης μ’ ένα συναρπαστικό άντρα. Αυτό ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό. Αν ήταν ερωτευμένη, θ’ ανησυχούσε. Θα καθόταν δίπλα στο τηλέφωνο και θα έτρωγε τα νύχια της, περιμένοντας το τηλεφώνημά του. Θα τον σκεφτόταν κάθε λεπτό της μέρας, θα σχεδίαζε κάθε βράδυ της σύμφωνα με το δικό του πρόγραμμα. Θα είχε χάσει την όρεξή της, θα στριφογύριζε ανήσυχη στο κρεβάτι της και θα υπέφερε από τρελές μεταπτώσεις στη διάθεσή της. Τίποτε από αυτά δε συνέβαινε, αποφάσισε, και ξαναγύρισε στη δουλειά της. Ε, μπορεί να τον σκεφτόταν συχνά και σε περίεργες ώρες. Σχεδόν συνέχεια. Αλλά δεν καθόταν δίπλα στο τηλέφωνο, δεν είχε χάσει την όρεξή της και είχε σταθερά καλή διάθεση. Είχε τσατιστεί επειδή εκείνος είχε αρνηθεί να μοιραστεί μαζί της το δείπνο των Ευχαριστιών στο Χαϊάνις Πορτ; Και βέβαια όχι. Θα της έλειπε και σίγουρα θα τον ήθελε κοντά της, αλλά δεν τον είχε πιέσει, δεν είχε κάνει μούτρα ούτε είχε καταφύγει σε γαλιφιές. Άρα, κατέληξε, συνεχίζοντας να φτυαρίζει το χιόνι, δεν ήταν ερωτευμένη. Όταν ένιωσε δυο χέρια να τη γραπώνουν από τους γοφούς, το φτυάρι έκανε φτερά. Γύρισε και δεν πρόλαβε να βγάλει παρά μια πνιχτή κραυγή όταν είδε δυο γαλανά μάτια να την κοιτάζουν φουρκισμένα. Πρόσεξε πως το κεφάλι του Ρόις ήταν καλυμμένο από το χιόνι, το ίδιο και οι ώμοι του. Είδε τα χείλια του να κουνιούνται. «Τι πράγμα;» Εκείνος τίναξε το κεφάλι του, πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε τ’ ακουστικά από τ’ αυτιά της. «Είπα, τι στην ευχή κάνεις;» «Καθαρίζω την αλέα».


Ο Ρόις πέρασε το χέρι στα σκούρα μαλλιά του για να διώξει το χιόνι. «Αυτό το πρόσεξα». «Έφαγες την τελευταία φτυαριά στο κεφάλι;» Η Λόρα δαγκώθηκε, προσπαθώντας να δώσει σοβαρό τόνο στη φωνή της. «Λυπάμαι». Το γέλιο που ξέφυγε από τα χείλη της προσπάθησε να το καμουφλάρει σαν βηχαλάκι, όταν είδε τα μάτια του να στενεύουν. «Ειλικρινά, δεν ήξερα ότι ήσουν πίσω μου». Στο σημείο αυτό δεν άντεξε άλλο, έπιασε το στομάχι της και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. «Ειλικρινά λυπάμαι, αλλά το έχεις κάνει συνήθεια να με πλησιάζεις στα μουλωχτά». «Αν δεν είχες τη μουσική να σου ξεκουφαίνει τ’ αυτιά, θα μπορούσες ν’ ακούσεις τον υπόλοιπο κόσμο. Και τι στην ευχή γυρεύεις εδώ έξω να φτυαρίζεις το χιόνι;» «Πρέπει να ξεθάψω το αμάξι μου για να μπορέσω να πάω στο γραφείο». Ο Ρόις της έβγαλε τα γυαλιά από τη μύτη και τα έχωσε στην τσέπη του μπουφάν της. «Και υποθέτω ότι δεν υπάρχει ούτε ένα αγόρι στη γειτονιά σου που θα χαιρόταν αν του έδινες χαρτζιλίκι δέκα δολάρια για να φτυαρίσει το χιόνι από την αλέα σου». «Είμαι απόλυτα ικανή να το κάνω μόνη μου». Η Λόρα τον κοίταξε καχύποπτα, σφίγγοντας σε γροθιές τα χέρια στη μέση. «Αν σου πέρασε η ιδέα να κάνεις καμιά προσβλητική παρατήρηση, όπως, για παράδειγμα, ότι αυτή είναι αντρική δουλειά, θα πάρω το φτυάρι και θα σου ανοίξω το κεφάλι για να βάλεις μυαλό». Ο Ρόις την έπιασε από το πιγούνι και τράβηξε το πρόσωπό της προς το δικό του. Χαμογέλασε προκλητικά. «Είναι αντρική δουλειά». Η Λόρα ξεφύσηξε σαν ατμομηχανή και γύρισε. Ο Ρόις όμως την πρόλαβε και έφτασε πρώτος στο φτυάρι. «Μπες μέσα», τη διέταξε. «Και κοίτα να ζεσταθείς. Θα φτυαρίσω εγώ το χιόνι». «Εγώ θα το κάνω», τον αντέκρουσε και άρπαξε τη λαβή του φτυαριού, αλλά το μπρα ντε φερ ήταν άνισο, πράγμα που την εξόργισε. «Δικό μου είναι το αμάξι, δική μου και η αλέα». «Δεν πρόκειται να καθίσω εδώ με σταυρωμένα χέρια, αφήνοντας εσένα να φτυαρίζεις το χιόνι». «Ω, και υποθέτω πως εγώ θα έπρεπε να γυρίσω τρέχοντας στην κουζίνα να σου φτιάξω ζεστή σοκολάτα». «Καλή ιδέα». Ο Ρόις ήξερε ακριβώς τι έκανε και τον κίνδυνο που διέτρεχε όταν έμπηξε το φτυάρι στο χιόνι. «Κάνε κράτει στα μαρσμάλοου». Δε μόρφασε καν όταν η χιονόμπαλα


προσγειώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. «Θα παίξουμε αργότερα, αμέσως μόλις τελειώσω εδώ». «Δεν πρόκειται να σου φτιάξω ζεστή σοκολάτα». «Και ο καφές καλός είναι». «Δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις; Δε δουλεύεις;» «Είναι μόλις εφτάμισι. Έχω ώρα». Και είχε ανάγκη να τη δει, ήταν πολύ απλό. Είχε πει στον εαυτό του ότι θα πήγαινε νωρίς στο γραφείο, αλλά είχε βρεθεί να παρκάρει μπροστά στο σπίτι της. Είχε καθίσει μέσα στο αυτοκίνητο και την κοιτούσε -απλώς την κοιτούσε. Έμοιαζε σαν πύρινη στήλη πάνω στο χιόνι, με το μακρύ, κόκκινο παλτό της και το κόκκινο σκουφάκι στο κεφάλι της. Και όσο περισσότερο την κοιτούσε τόσο περισσότερο την ήθελε. Και αυτό τον είχε ανησυχήσει. Η επόμενη βολή τον πέτυχε στη μέση της πλάτης. Την αγνόησε και συνέχισε να φτυαρίζει. Η Τζούλια και η Γκουέν είχαν κολλήσει τις μύτες τους στο παράθυρο πάνω και παρακολουθούσαν τη σκηνή. «Πόσο λες ν’ αντέξει ακόμα προτού την ξαπλώσει στο χιόνι;» αναρωτήθηκε φωναχτά η Γκουέν. «Τρεις ακόμα χιονόμπαλες το πολύ». «Συμφωνώ. Και δέκα δευτερόλεπτα το πολύ, αφού την ξαπλώσει στο χιόνι, θα την κάνει να ξεχάσει τα πάντα με το φιλί του». «Πέντε δευτερόλεπτα μάξιμουμ», δήλωσε η Τζούλια. «Είναι γρήγορος». «Και πόσο λες να χρειαστεί εκείνη μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι είναι ερωτευμένη μαζί του;» «Ω, φανταστική βολή, Λόρα! Το χιόνι θα πρέπει να κυλάει τώρα παγωμένο στο λαιμό του. Θα έλεγα πως θα καταφέρει να συνεχίσει να ξεγελάει τον εαυτό της μέχρι τα Χριστούγεννα, όχι περισσότερο». «Νομίζω ότι το ξέρει ήδη». Η Γκουέν χαμογέλασε νοσταλγικά. «Απλούς είναι πολύ ξεροκέφαλη για να το παραδεχτεί». «Και εκείνος;» «Ω, είναι και αυτός τσιμπημένος. Δεν είδες τον τρόπο που την κοιτούσε; Τον τρόπο που την κοιτάζει πάντα;» «Λες και θα είχε μάτια μόνο γι’ αυτήν ακόμα και αν βυθιζόταν ολόκληρη η Βοστόνη στον κόλπο; Ναι, τον έχω δει». Η Γκουέν αναστέναξε. «Ναι. Ω, ήρθε η ώρα». Χαμογέλασαν και οι δυο τους όταν είδαν έξω από το παράθυρο


τον Ρόις να γυρίζει και τη Λόρα να κάνει ένα βήμα πίσω. «Θα είναι φανταστικό φιλί», έκανε την πρόβλεψη η Γκουέν. Έξω, η Λόρα δεν έκανε άλλο βήμα πίσω. Έμεινε ακλόνητη στη θέση της. «Θέλω το φτυάρι». «Θέλεις το φτυάρι; Λυτό το φτυάρι;» Ο Ρόις το πέταξε στον αέρα, αποσπώντας την προσοχή της. Ύστερα την έριξε κάτω με μια τρικλοποδιά, αλλά την τελευταία στιγμή έβαλε το σώμα του σαν μαξιλάρι και άρχισαν να κυλιούνται στο χιόνι. «Ηλίθιε». Η Λόρα άπλωσε το μπράτσο της και πήρε μια γερή φούχτα χιόνι. Προτού προλάβει όμως να του την τρίψει στη μούρη, εκείνος τη γύρισε, κόβοντάς της την ανάσα. Το κρύο χιόνι που γλίστρησε στο λαιμό της την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Στη συνέχεια, το στόμα της ήταν πολύ απασχολημένο για να ξεστομίσει βρισιές. Το φιλί του έδιωξε το κρύο από το κορμί της, τις σκέψεις από το μυαλό της, τη δύναμη από τα μέλη της. Η Λόρα πήγε να αρθρώσει μια πνιχτή διαμαρτυρία για τα προσχήματα, αλλά ύστερα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του. Ήταν απορίας άξιο που το χιόνι δεν έλιωσε ξαφνικά, για να σχηματίσει στην πελούζα τους μια λίμνη που τα νερά της θα κόχλαζαν. «Αν νομίζεις ότι μπορείς να με καταφέρεις έτσι...» άρχισε να λέει όταν μπόρεσε να ξαναπάρει ανάσα. «Το έκανα». Ο Ρόις χαμογέλασε και τη φίλησε ανάλαφρα. «Η μύτη σου είναι κόκκινη». «Τι ευγενικό να το αναφέρεις», του είπε εκείνη και αυτή τη φορά του έτριψε το χιόνι στα μούτρα. Τον άκουσε να βρίζει και προσπάθησε να του ξεφύγει γελώντας. «Εσένα είναι ολόκληρο το πρόσωπό σου κόκκινο. Φοβερά γοητευτικό». Συνέχισαν να παλεύουν και ο Ρόις έχωσε ολόκληρο το πρόσωπό της στο χιόνι. Αγκομαχούσαν ξέπνοοι, αλλά η Λόρα δεν κατέθεσε τα όπλα, και μέσα σε τρία λεπτά κατάφεραν να γίνουν και οι δυο τους μουσκίδι από το χιόνι. «Άσε με να σηκωθώ, τραμπούκε». Η φωνή της έτρεμε από το γέλιο καθώς προσπαθούσε να τον σπρώξει. «Πρώτα ηλίθιος, τώρα τραμπούκος». Ο Ρόις πήρε χιόνι και το έκανε μπάλα στο χέρι του. Η Λόρα γύρισε το κεφάλι της, είδε τη χιονόμπαλα και ύστερα τον κοίταξε ξανά. «Ρίξ’ την και θα το πληρώσεις». Ο Ρόις πέταξε τη χιονόμπαλα ψηλά και την έπιασε. «Με βλέπεις, τρέμω». Της την έτριψε παιχνιδιάρικα στο σαγόνι μέχρι ψηλά στο


μάγουλο. Εκείνη έμεινε ακίνητη, με το πιγούνι στραμμένο σε γωνία. Τα μάτια της είχαν γίνει δυο σχισμές καθώς περίμενε το χειρότερο. Το χαμόγελό του ξεθώριασε αργά και ο σφυγμός της επιταχύνθηκε όταν το γέλιο έσβησε από τα μάτια του. Το βλέμμα του χάιδεψε το πρόσωπό της. Τα δάχτυλά του δεν άργησαν ν’ ακολουθήσουν το ίδιο μονοπάτι. «Ρόις;» «Πάψε να μιλάς για ένα λεπτό», της απάντησε αφηρημένα εκείνος καθώς το δάχτυλό του διέγραφε το περίγραμμα των ψηλών ζυγωματικών της. Ύστερα χαμήλωσε το κεφάλι του· τα χείλη του διέγραψαν την ίδια πορεία. Η Λόρα δε θα μπορούσε να μιλήσει ακόμα και αν εξαρτιόταν η ζωή της από αυτό. Ο Ρόις ήθελε να πιστέψει πως γι’ αυτό που ένιωθε ευθυνόταν η ομορφιά της, το εξωτικό, μοναδικό πρόσωπό της, το λεπτό, ελκυστικό κορμί της. Το ήξερε όμως πως αυτό που ένιωθε τώρα δεν ήταν πόθος. Ήξερε τι σημαίνει πάθος, ανάγκη, πείνα. Και αυτό ήταν κάτι περισσότερο. Κάτι ολοκληρωτικό. Το στόμα του χάιδεψε φευγαλέα το δικό της, ανάλαφρα, σαν να δοκίμαζε μια καινούρια γεύση. Ύστερα την ξαναφίλησε, αυτή τη φορά αργά, απολαυστικά. Δεν την είχε ξαναφιλήσει με αυτό τον τρόπο. Κανείς δεν το είχε κάνει. Η Λόρα είχε μάθει στην απληστία, στις έντονες απαιτήσεις, σχεδόν τις αποζητούσε. Αλλά αυτή η απύθμενη τρυφερότητα ήταν κάτι καινούριο και τη διέλυσε. Το χέρι της έπεσε παράλυτο στο χιόνι καθώς παραδόθηκε χωρίς όρους σ’ εκείνον, σ’ αυτό τον κόσμο που είχαν δημιουργήσει οι δυο τους. Όταν ο Ρόις συνειδητοποίησε ότι η Λόρα έτρεμε, τραβήχτηκε πίσω. Κλονισμένος, τίναξε το χιόνι από τα μαλλιά της. «Κρυώνεις», είπε απότομα. «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς». «Ρόις...» «Καλύτερα να πας μέσα να σκουπιστείς». Έπρεπε να φύγει όσο γινόταν πιο μακριά της, σκέφτηκε πανικόβλητος. Έπρεπε να συγκρατηθεί. Σηκώθηκε γρήγορα και την έστησε κι εκείνη στα πόδια της. «Τα μαλλιά σου σχηματίζουν ολόκληρη κουρτίνα και είναι μούσκεμα. Θα τελειώσω εγώ την αλέα». Η Λόρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται και το κεφάλι της να γυρίζει. «Ναι, εντάξει». Ήθελε να πάει μέσα, ήθελε να καθίσει μέχρι να νιώσει τα πόδια της σταθερά και πάλι. «Ε, θα πάω να φτιάξω εκείνη τη ζεστή σοκολάτα».


«Άσ’ τη για μια άλλη φορά». Ο Ρόις την προσπέρασε και ξανάπιασε το φτυάρι. «Η αλέα σου είναι σχεδόν καθαρή και εγώ πρέπει να πάω στη δουλειά». Δε θα κουβέντιαζαν αυτό που μόλις είχε συμβεί μεταξύ τους, συνειδητοποίησε η Λόρα και ξεφύσηξε αργά. Καλύτερα όμως έτσι μέχρι να καταλήξει κι εκείνη στο τι ακριβώς είχε συμβεί. «Εντάξει». Έκανε μερικά βήματα πίσω. «Πάντως είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις κι εσύ μέσα να ζεσταθείς». «Καλά είμαι. Θα τα πούμε αργότερα». «Αργότερα». Η Λόρα έκανε το γύρο του αυτοκινήτου της και ύστερα άρχισε να τρέχει. Μπήκε λαχανιασμένη στο σπίτι και έβγαλε το παλτό, το φουλάρι που είχε δέσει γύρω από το λαιμό της, το σκούφο και τ’ ακουστικά από τ’ αυτιά της. Έκανε πολλή ζέστη, αποφάσισε και έβγαλε το γιλέκο που φορούσε πάνω από την κασμιρένια μπλούζα της με το γυριστό γιακά. Κάθισε στο πλατύσκαλο να βγάλει τις μπότες της και το ένα από τα δυο ζευγάρια κάλτσες που φορούσε. Εξακολουθούσε, όμως, να ζεσταίνεται. Σαν να είχε πυρετό. Μπορεί να είχε πάθει καμιά γρίπη. Κυκλοφορούσε γρίπη, δεν κυκλοφορούσε; Μπορεί να την είχε αρπάξει από κάπου. Γι’ αυτό ένιωθε αυτή τη ζαλάδα, αυτή τη ζέστη, γι’ αυτό την πονούσαν οι μύες της και έτρεμαν τα πόδια της. Θα έπαιρνε κάποιο φάρμακο. Θα το πολεμούσε. Ύστερα σήκωσε το χέρι της και άγγιξε τα χείλη της. Έτρεμαν ακόμα από το φιλί του, είχαν ακόμα τη γεύση του. Η Λόρα έκλεισε τα μάτια της, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατά της και αποδέχτηκε το χειρότερο φόβο της. Είχε πέσει αμαχητί χωρίς να το νιώσει, χωρίς να προλάβει να αμυνθεί. Είχε ερωτευτεί παράφορα τον Ρόις Κάμερον.


Κεφάλαιο 9 «Τα πήγες πολύ καλά στο δικαστήριο σήμερα», είπε η Νταϊάνα και χαμογέλασε στην κόρη της, με την οποία δούλευε στη βιβλιοθήκη του γραφείου τους. «Ευχαριστώ», της απάντησε η Λόρα, αλλά συνοφρυώθηκε με τη διατύπωση μιας δικογραφίας και έκανε μια σημείωση στο περιθώριο. «Ένιωσα καλά. Το εκτιμώ ειλικρινά που με άφησες να κάνω εγώ τις ερωτήσεις στον ιατροδικαστή». «Η κατάθεσή του είναι πολύ σημαντική και απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Και εσύ τα πήγες μια χαρά. Κέρδισες την προσοχή των ενόρκων και, το σημαντικότερο, την εμπιστοσύνη της πελάτισσας μας». Η Λόρα χαμογέλασε. «Αυτό έγινε επειδή μου έχεις εσύ εμπιστοσύνη. Η Αμάντα είναι δική σου πελάτισσα». «Μου πρόσφερες απίστευτη βοήθεια σ’ αυτή την υπόθεση». Η Νταϊάνα κοίταξε τη στοίβα τα νομικά βιβλία στο τραπέζι μπροστά τους. «Αλλά δεν έχουμε ξεμπλέξει ακόμα». «Νιώθεις ανήσυχη;» «Προβληματισμένη», απάντησε η Νταϊάνα. «Δε θέλω να περάσει η Αμάντα ούτε μια μέρα στη φυλακή, γιατί πιστεύω πως απλώς υπερασπίστηκε τη ζωή της. Και, Λόρα... είμαι λιγάκι προβληματισμένη και μαζί σου». «Γιατί; Είμαι μια χαρά». «Είσαι;» «Απολύτως. Κάνω αυτό ακριβώς που ήθελα να κάνω πάντα. Η ζωή μου είναι συναρπαστική και πλούσια. Έχουμε δυο βδομάδες για τα Χριστούγεννα και για πρώτη φορά στην ιστορία έχω τελειώσει σχεδόν όλα τα ψώνια μου. Τι θα μπορούσε να μην πηγαίνει καλά;» «Δε σε άκουσα να μιλάς για τον Ρόις». «Και αυτός καλά είναι», είπε η Λόρα και έστρεψε πάλι το βλέμμα στα χαρτιά μπροστά της. «Τον είδα χτες βράδυ. Βγήκαμε μαζί για φαγητό».


«Και;» «Και ήταν καλά. Μου αρέσει να βγαίνω μαζί του. Αλλά σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα να προχωρήσουμε λιγάκι πιο σιγά. Τα πάντα έγιναν πολύ γρήγορα μεταξύ μας και τώρα που πλησιάζουν και οι γιορτές παίζονται πολλά. Είναι καλή εποχή να κάνεις ένα βήμα πίσω και να εκτιμήσεις την κατάσταση». Η Νταϊάνα αναστέναξε. «Μου μοιάζεις τόσο πολύ που με τρομάζεις». «Τι εννοείς;» «Γλυκιά μου, δεν έθιξες ούτε μια φορά το πώς τον βλέπεις. Το τι νιώθεις γι’ αυτόν». «Και βέβαια το έθιξα. Είπα ότι χαίρομαι να τον βλέπω και ότι απολαμβάνουμε ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Είναι ένας πολύ ενδιαφέρων και σύνθετος χαρακτήρας και...» Η Λόρα άφησε τη φράση της να σβήσει. Το καρτερικό βλέμμα της μητέρας της την έκανε να σπάσει. «Και είμαι ερωτευμένη μαζί του. Τον ερωτεύτηκα και κατέστρεψα τα πάντα. Υποτίθεται πως αυτό δε θα συνέβαινε. Ξεκίνησα αυτή τη σχέση με τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Είμαι υπεύθυνη για τις αντιδράσεις και τα αισθήματά μου. Υποτίθεται πως η σχέση μας θα ήταν καθαρά σεξουαλική, μια σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που συμπαθούν και σέβονται ο ένας τον άλλον». Η Λόρα σταμάτησε το λογύδριό της και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. «Θα μπορούσα να σκοτώσω τον παππού που μ’ έμπλεξε σ’ αυτή την ιστορία». Η Νταϊάνα σκέπασε το χέρι της κόρης της με τα δικά της όλο συμπάθεια. «Είναι τόσο κακό να είσαι ερωτευμένη μ’ έναν ενδιαφέροντα άνθρωπο με σύνθετο χαρακτήρα που συμπαθείς και σέβεσαι;» «Είναι όταν έχεις θέσει από την αρχή κάποιους κανόνες». «Και τους θέσατε;» «Όχι με λέξεις. Το αφήσαμε όμως να εννοηθεί. Σκοπός μας δεν ήταν ο έρωτας, ο γάμος και η οικογένεια. Ο Ρόις εξοργίστηκε όσο κι εγώ με το θεοπάλαβο τέχνασμα του παππού». Η Λόρα ξεφύσηξε. «Ειλικρινά, είμαι καλά. Είμαι μάλλον τσαντισμένη με τον εαυτό μου παρά οτιδήποτε άλλο. Και μπορώ να το χειριστώ. Απλώς πρέπει ν’ ανακόψω κάπως το ρυθμό, να ιεραρχήσω τις προτεραιότητες μου». «Επειδή είσαι ξεροκέφαλη ή πολύ φοβισμένη για να θέσεις σε κίνδυνο τα αισθήματά σου». «Μπορεί». Η Λόρα παραδέχτηκε αυτό το ενδεχόμενο μ’ ένα νεύμα. «Αλλά δε θέλω να τον χάσω και θα τον έχανα αν έμπλεκα τα


πράγματα. Προτιμώ αυτό που έχω τώρα παρά να φύγει εκείνος μακριά μου». «Και είσαι σίγουρη ότι αυτό θα έκανε;» «Δεν είμαι σίγουρη για τίποτε. Αλλά έχω αποφασίσει να διατηρήσω τα πράγματα ως έχουν, βάζοντας ίσως λίγη απόσταση ανάμεσά μας. Μόλις θα επανεκτιμήσω καλύτερα την κατάσταση, θα σχεδιάσω τις επόμενες κινήσεις μου. Και έτσι όπως είμαι πνιγμένη στη δουλειά, αλλά και με τις διακοπές που έρχονται, δε θ’ αντιμετωπίσω κανένα πρόβλημα να βάλω λίγη απόσταση μεταξύ μας». Η Λόρα πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Έτσι, για να επανέλθουμε στο αρχικό μας θέμα, είμαι απόλυτα καλά». ***

Ο Κέιν επέστρεφε στο γραφείο ευδιάθετος, με μια γυαλιστερή τσαντούλα στο χέρι. Είχε πεταχτεί ν’ αγοράσει ένα περιδέραιο για τη γυναίκα του. Το είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Την έβλεπε ήδη με τη φαντασία του ν’ ανοίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο της, έβλεπε τον εαυτό του να κουμπώνει το χρυσό κολιέ με τις πολύτιμες πέτρες γύρω από το λαιμό της. Θα πετούσε από τη χαρά της. Όταν το μάτι του πήρε τον άντρα που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του κτιρίου που στέγαζε τα γραφεία των Μακ Γκρέγκορ και Μακ Γκρέγκορ, η διάθεσή του αμέσως χάλασε. Ήταν ο Ρόις Κάμερον, ο άντρας που πολιορκούσε το κοριτσάκι του. «Κάμερον». Ο Ρόις γύρισε. Δεν είχε τα κέφια του και η διάθεσή του χειροτέρεψε δραστικά. Να πάρει η οργή, αυτοί οι Μακ Γκρέγκορ είχαν την τάση να ξεφυτρώνουν παντού. «Κύριε Μακ Γκρέγκορ». «Οι ώρες λειτουργίας των γραφείων μας είναι εννέα με πέντε», του είπε εκείνος ψυχρά. «Η Λόρα είναι βοηθός σε μια πολύ σημαντική υπόθεση. Αν θέλεις να τη δεις, καλύτερα να περιμένεις μέχρι να σχολάσει». «Δεν ήρθα να δω τη Λόρα. Ήρθα να δω τη γυναίκα σας». Το βλέμμα του Κέιν ήταν αιχμηρό. «Ω, αλήθεια; Και έχεις ραντεβού μαζί της;» «Όχι, αλλά πιστεύω πως θα θελήσει να με δει. Το θέμα είναι νομικό, όχι προσωπικό, κύριε Μακ Γκρέγκορ». «Η Νταϊάνα είναι ήδη πνιγμένη. Εγώ, όμως, έχω μερικά λεπτά στη διάθεσή μου». Ο Ρόις χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Κύριε Μακ Γκρέγκορ, αν


είχα κάποιο νομικό πρόβλημα, θα ήσασταν ο τελευταίος δικηγόρος στη Βοστόνη στον οποίο θα κατέφευγα. Θα δίνατε τα πάντα για να με χώσετε στη στενή. Κατά προτίμηση, στην απομόνωση». «Κάθε άλλο. Εγώ σκεφτόμουν μάλλον τα καταναγκαστικά έργα σε φυλακή υψίστης ασφαλείας», του απάντησε ο Κέιν, αλλά του άνοιξε την πόρτα. Εκτιμούσε τους ανθρώπους που ξέρουν πού πατάνε. Προχώρησε πρώτος στο χώρο της ρεσεψιόν με το παλιό, καλογυαλισμένο παρκέ. «Αρχειοθέτησέ το με την ετικέτα “Χριστούγεννα”, Μόλι», είπε στη γυναίκα που καθόταν πίσω από το γραφείο και της έδωσε την τσαντούλα. «Ω κύριε Μακ Γκρέγκορ, είναι το περιδέραιο, σωστά; Μπορώ να του ρίξω μια ματιά;» «Απλώς φρόντισε να μην το δει η γυναίκα μου, ύστερα τηλεφώνησέ της και ρώτα την αν έχει λίγο χρόνο για τον κύριο Κάμερον». «Αμέσως», απάντησε εκείνη, είχε βγάλει όμως ήδη το βελούδινο κουτί από τη γυαλιστερή τσαντούλα. Άνοιξε το καπάκι. «Ω». Ακούμπησε το χέρι στο κολλαριστό σακάκι που φορούσε. «Ω, είναι το πιο όμορφο κολιέ που έχω δει στη ζωή του. Θα ξετρελαθεί». Ο Κέιν ακούμπησε αφηρημένα με τον ένα γοφό στο γραφείο της και το κοίταξε πάλι κι εκείνος. «Έτσι νομίζεις;» «Όποια γυναίκα βρει ένα τέτοιο δώρο κάτω από το χριστούγεννιάτικο δέντρο θα καταλάβει αμέσως ότι τη λατρεύουν. Δείτε τον τρόπο που αντανακλά ο ήλιος πάνω στα πετράδια του». Ο Ρόις παρακολούθησε εμβρόντητος τον αξιοσέβαστο πρώην Γενικό Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών να κοιτάζει το κόσμημα και να χαμογελάει όπως χαμογελάει ένα χαζοχαρούμενο αγόρι μπροστά σ’ ένα βαζάκι πυγολαμπίδες. Και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε μπροστά του έναν άντρα κυριολεκτικά μαγεμένο από τη γυναίκα που είχε παντρευτεί πριν από ένα τέταρτο του αιώνα. Πώς γινόταν αυτό; αναρωτήθηκε ο Ρόις. Πιος μπορούσε να έχει τέτοια διάρκεια; Πως γινόταν δυο άνθρωποι να έχουν ζήσει σχεδόν μια ζωή μαζί και να εξακολουθούσαν να είναι ερωτευμένοι; «Κανένα σχόλιο από σένα, Κάμερον;» Ο Ρόις επέστρεψε απότομα στο παρόν και κοίταξε το κολιέ. Ήταν εξωτικό, οι σκούρες πολύτιμες πέτρες άστραφταν πάνω στη χοντρή χρυσή αλυσίδα. Θα πήγαινε τέλεια στην Νταϊάνα Μακ Γκρέγκορ. Και χωρίς καμιά αμφιβολία και στην κόρη της. Μετακινήθηκε νευρικά, νιώθοντας εντελώς ηλίθιος. «Είναι


εντυπαισιακό», είπε. «Δεν ξέρω και πολλά από κοσμήματα». «Οι γυναίκες ξέρουν». Ο Κέιν έκλεισε το μάτι στη Μόλι. «Σωστά;» «Και βέβαια ξέρουμε». Η Μόλι έχωσε την τσαντούλα στο κάτω συρτάρι και γύρισε το μικρό κλειδί στην κλειδαριά. «Θα ειδοποιήσω αμέσως την κυρία Μακ Γκρέγκορ, κύριε Κάμερον. Καθίστε, παρακαλώ». «Μπορεί ν’ ανέβει πάνω μαζί μου. Κάλεσε το εσωτερικό μου όταν η Νταϊάνα θα είναι ελεύθερη, Μόλι». Ο Κέιν στράφηκε στον Ρόις μ’ ένα πλατύ, σκληρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. «Συμφωνείς;» «Βέβαια». Εσκεμμένα αλαζόνας, ο Ρόις έχωσε τα χέρια στις πίσω τσέπες του τζιν του καθώς ακολουθούσε τον Κέιν στις σκάλες, που μπορεί να μην ήταν στρωμένες με χαλί, αλλά η κουπαστή τους από μπρούντζο και ξύλο άστραφτε σαν καθρέφτης. Το μέρος τούτο δεν έκρυβε τον πλούτο του, ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί. Απαλά αρώματα, παχιά χαλιά, δέρμα, λούστρο. Η ξυλεπένδυση στο διάδρομο που διέσχιζαν ήταν από μαόνι. Αλλά, το κυριότερο, η ατμόσφαιρά του ήταν ζεστή, θύμιζε περισσότερο σπίτι παρά επαγγελματικό χώρο. Εντυπωσιάστηκε που κάποιος είχε κάνει τον κόπο να το πετύχει αυτό. Ο Κέιν μπήκε στο γραφείο του, στο χωράφι του. Ήθελε να δώσει το δικό του ύφος στη συζήτηση, γι’ αυτό κάθισε πίσω από το γραφείο του. «Κάθισε, Κάμερον. Θέλεις κάτι; Καφέ;» Ο Ρόις διάλεξε μια δερμάτινη πολυθρόνα με μεγάλη πλάτη σε βαθύ μπλε χρώμα. «Μπορεί να έχουν περάσει κάποια χρόνια που δεν είμαι πια αστυνομικός, αλλά θυμάμαι πώς στήνεται το σκηνικό για την ανάκριση. Μπορεί να είμαι το ίδιο καλός μ’ εσάς σ’ αυτό». «Εγώ το κάνω πολύ περισσότερα χρόνια. Ας μπούμε, λοιπόν, κατευθείαν στο θέμα μας, εντάξει; Ποιες είναι οι προθέσεις σου για την κόρη μου;» «Δεν έχω κάποιες προθέσεις. Ούτε προθέσεις, ούτε σχέδια, ούτε επιδιώξεις». «Βγαίνεις μαζί της σχεδόν τρεις μήνες τώρα». «Σωστά. Φαντάζομαι πως έχει βγει και με άλλους άντρες». Ναι, αλλά αυτός ο άντρας ήταν ο μόνος που είχε ανησυχήσει τον Κέιν. «Η ερωτική ζωή της δεν άρχισε μ’ εσένα. Η Λόρα είναι μια όμορφη και κοινωνική κοπέλα. Μια πλούσια κοπέλα», πρόσθεσε, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από τα μάτια του Ρόις. Και ο τρόπος που άστραψαν μόλις άκουσε την προσβολή τον ευχαρίστησε αφάνταστα.


«Δε θα θέλατε ν’ ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι». «Είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός». «Πιστεύετε ότι δίνω δεκάρα για το χαρτοφυλάκιό της;» ξέσπασε ο Ρόις το θυμό του και πετάχτηκε από την πολυθρόνα του. «Νομίζετε πως ένας άντρας θα τη γνώριζε έστω για πέντε λεπτά και στη συνέχεια θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι πέρα από την ίδια; Δε με νοιάζει η γνώμη σας για μένα, αλλά οφείλετε να έχετε καλύτερη γνώμη για εκείνη». «Έχω». Χαλαρός πλέον, ο Κέιν έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Και τώρα ξέρω πως το ίδιο ισχύει και για σένα». «Μπάσταρδε». «Όπως είπες, η γνώμη που έχουμε ο ένας για τον άλλον ουσιαστικά δε μετράει. Αγαπώ την κόρη μου. Και στις περισσότερες περιπτώσεις εκτιμώ την κρίση της, και πάντα πίστευα ότι ξέρει να κρίνει καλά χαρακτήρες. Βλέπει κάτι σ’ εσένα, και θα προσπαθήσω να το δεχτώ. Έτσι όμως και την πληγώσεις...» Ο Κέιν έγειρε πάλι μπροστά και τα μάτια του άστραψαν. «Έτσι και της προκαλέσεις ενός λεπτού δυστυχία, θα σε κυνηγήσω όπως η οργή του Θεού». Όταν χτύπησε το τηλέφωνό του, το σήκωσε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από τον Ρόις. «Ναι, Μόλι. Ευχαριστώ». Ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του και έγειρε το κεφάλι του. «Η γυναίκα μου θα σε δει τώρα. Το γραφείο της είναι στο χολ απέναντι». Επειδή ο Ρόις δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του να μιλήσει, επειδή ήξερε πως ό,τι θα έβγαινε από το στόμα του εκείνη την ώρα θα ήταν πικρόχολο και κακό, έκανε μεταβολή και βγήκε. «Αυτοέλεγχος», μουρμούρισε ο Κέιν και ένιωσε το πρώτο σκίρτημα συμπάθειας γι’ αυτό τον άντρα. «Αξιοθαύμαστο». ***

«Ρόις». Η Νταϊάνα του άνοιξε η ίδια την πόρτα του γραφείου της και το χαμόγελό της ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με την παγωμένη συμπεριφορά του άντρα της. «Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω. Παρακαλώ, πέρασε, κάθισε. Θα ήθελες έναν καφέ;» «Όχι, δε θέλω τίποτα». Έσφιξε τα δόντια του. «Δε θέλω τίποτα». Οργή, σκέφτηκε η Νταϊάνα, που την ελέγχει μετά βίας. Έριξε μια ματιά στην πόρτα απέναντι στο διάδρομο και έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Εντάξει, τότε, τι μπορώ να κάνω για σένα;» «Τίποτα. Δε θέλω τίποτα από κανέναν σας, ποτέ δεν ήθελα. Έχω μία πληροφορία που ίσως μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στην υπόθεση Χόλογουεϊ». «Ω; Κάθισε, σε παρακαλώ».


«Δε θέλω να καθίσω», της είπε απότομα ο Ρόις. «Θέλω απλά να τελειώνω και να φύγω από δω μέσα, που να πάρει ο διάβολος». Σταμάτησε και πίεσε τον εαυτό του να πάρει μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. «Συγνώμη». «Δεν πειράζει. Φαντάζομαι ότι ο πατέρας της Λόρας το έπαιξε δύσκολος». «Δε νομίζω ότι είναι και τόσο καλή ιδέα να κουβεντιάσουμε αυτή τη στιγμή για τον πατέρα της Λόρας. Ή για τη Λόρα ή για οποιονδήποτε άλλον Μακ Γκρέγκορ». «Τότε γιατί να μη μιλήσουμε για την Αμάντα Χόλογουεϊ;» «Δεν την ξέρω, δεν τη γνώρισα ποτέ μου. Γνώριζα λίγο τον άντρα της από τότε που δουλεύαμε μαζί. Στο ίδιο αστυνομικό τμήμα», διευκρίνισε ο Ρόις. «Είχες απευθείας συνεργασία μαζί του;» «Μόνο σε μια περίπτωση. Ήμασταν μαζί όταν πήραμε ένα τηλεφώνημα. Το μισώ αυτό», δήλωσε ο Ρόις και αποφάσισε να καθίσει. «Κοιτάχτε, οι αστυνομικοί καλύπτουν ο ένας τον άλλον, γιατί όταν βγουν έξω, στο καθήκον, πρέπει να ξέρουν πως αυτός που βγαίνει μαζί τους είναι μαζί τους από κάθε άποψη. »Πήραμε ένα τηλεφώνημα για έναν οικογενειακό καβγά. Φοβερή περίπτωση. Ο τύπος χτυπούσε τη γυναίκα του, τα παιδιά ούρλιαζαν. Εγώ συγκράτησα τον άντρα, ο Χόλογουεϊ έπιασε τη γυναίκα. Το πρόσωπό της ήταν χτυπημένο, αιμορραγούσε και την είχε πιάσει αμόκ. Εννοώ ότι τώρα επιτίθετο εκείνη στον άντρα της. Δε σκόπευε να τον ανεχτεί άλλο. Τη θυμάμαι να το ουρλιάζει αυτό τη στιγμή που την άρπαξε ο Χόλογουεϊ. »Το έκανε βάναυσα», συνέχισε ο Ρόις. «Εγώ είχα ακινητοποιήσει τον άντρα στο πάτωμα και του περνούσα χειροπέδες όταν άκουσα την κραυγή της γυναίκας. Είδα τον Χόλογουεϊ να τραβάει το μπράτσο της απότομα πίσω, απορώ που δεν της έσπασε κανένα κόκαλο, και να την κολλάει στον τοίχο. Του είπα να ηρεμήσει και εκείνος έκανε ένα σχόλιο του τύπου: “Πήγαινε γυρεύοντας η βρόμα”. Και συνέχισε λέγοντας ότι ο άντρας της είχε κάθε δικαίωμα να της δώσει ένα μάθημα. Και τη χαστούκισε με την ανάστροφη της παλάμης του. Αναγκάστηκα να παρατήσω το σύζυγο στο πάτωμα για ν’ απομακρύνω τον Χόλογουεϊ από τη γυναίκα». Ο Ρόις σταμάτησε μια στιγμή και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. «Είχε τη φήμη του καλού και αξιόπιστου αστυνομικού. Όλοι οι συνάδελφοι τον συμπαθούσαν. Έκανε καλή δουλειά. Είπα στον εαυτό μου πως απλά έτυχε εκείνη τη μέρα, πως απλά έχασε για μια


στιγμή τον έλεγχό του. Αλλά συνέχιζα να έχω μπροστά στα μάτια μου το βλέμμα του τη στιγμή που χτύπησε εκείνη τη γυναίκα και ήξερα ότι την είχε βγάλει πολύ εύκολα καθαρή. Όπως ήξερα και ότι, αν δεν ήμουν κι εγώ εκεί, θα είχε κάνει ακόμα χειρότερα. Έτσι ανέφερα το περιστατικό στον υπαστυνόμο». «Μήπως εννοείς τον υπαστυνόμο Μάστερσον;» «Ναι». «Δεν αναφέρεται κάποιο περιστατικό όπως αυτό που περιέγραψες στο φάκελο του Χόλογουεϊ». «Επειδή ο υπαστυνόμος με διέταξε να το ξεχάσω. Ο Χόλογουεϊ είχε απλώς υπερασπιστεί τον εαυτό του μπροστά σε μια υστερική γυναίκα. Με λίγα λόγια, το υποβάθμισε, και μερικές βδομάδες αργότερα πήρα μετάθεση. Μου την είχε δώσει όμως λιγάκι, έτσι το σκάλισα το πράγμα. Στους έξι μήνες πριν από τη μετάθεσή μου, είχαν γίνει τρεις κλήσεις στην Αμεσο Δράση από το σπίτι του Χόλογουεϊ. Για οικογενειακό καβγά. Οι συνάδελφοι αστυνομικοί πήγαν σπίτι του. Δε στοιχειοθετήθηκε κατηγορία και η υπόθεση θάφτηκε». «Συντάχθηκαν στις γραμμές τους», μουρμούρισε η Νταϊάνα. «Ναι. Και ο Χόλογουεϊ αποθρασύνθηκε περισσότερο και άρχισε να χτυπάει τη γυναίκα του όποτε του έκανε κέφι». «Θα αναφέρεις το περιστατικό αν σε καλέσω ως μάρτυρα;» «Αν υποχρεωθώ. Πάντως αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι εκείνη τον έστειλε στα θυμαράκια. Το μόνο που θα καταφέρετε να επικαλεστείτε είναι βρασμό ψυχής και όσα σας είπα δεν προσθέτουν πολλά στα ιατρικά αρχεία που καταγράφουν τη συνεχή κακοποίησή της για χρόνια». «Φωτίζουν όμως το χαρακτήρα του άντρα, την απόγνωση της γυναίκας και τη συνενοχή της αστυνομίας. Είχε τηλεφωνήσει για βοήθεια και κανείς δεν τη βοήθησε. Έτσι έκανε αυτό που έκανε για να επιζήσει. Δεν υπήρχε κανείς άλλος να την υπερασπιστεί». «Το κάνετε εσείς. Το κάνει η Λόρα». «Ναι, και τώρα το κάνεις κι εσύ. Γιατί;» «Ίσως γιατί αυτό μπορεί να κάνει τη διαφορά, και είχα σταματήσει να πιστεύω πως θα μπορούσα να κάνω κάποτε τη διαφορά. Και επειδή είναι σημαντικό για τη Λόρα». «Και εκείνη είναι σημαντική για σένα». «Ε... μετράει», είπε ο Ρόις ύστερα από λίγο. «Αν θέλετε να το ξανακουβεντιάσουμε, θα είμαι στη διάθεσή σας. Τώρα έχω μια δουλειά να κάνω».


«Το εκτιμώ που ήρθες». Η Νταϊάνα του έδωσε το χέρι της. «Το εκτιμώ πάρα πολύ». Τον παρακολούθησε να απομακρύνεται με το βλέμμα, γνωρίζοντας την ακριβή στιγμή που θ’ άνοιγε η πόρτα απέναντι. «Λοιπόν;» τη ρώτησε ο Κέιν. «Μόλις μου έδωσε μερικά ακόμα πυρομαχικά για να υπερασπιστώ τη Χόλογουεϊ». Η Νταϊάνα κοίταξε τον Κέιν. «Και είναι ερωτευμένος με τη Λόρα. Όπως είναι κι εκείνη ερωτευμένη μαζί του». «Μα, Νταϊάνα, είναι... είναι...» Ο Κέιν έγειρε πάνω στην πόρτα. Η Νταϊάνα τον καταλάβαινε απόλυτα, έτσι διέσχισε το διάδρομο και πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. «Θα εξακολουθήσει να είναι η κόρη μας. Τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό». «Το ξέρω. Το ξέρω». Ο Κέιν αναστέναξε. «Και μόνο η Λόρα θα μπορούσε να διαλέξει έναν τύπο που πολύ θα ήθελε να μου ρίξει μια κλοτσιά και να με στείλει στον Καναδά». Η Νταϊάνα γέλασε και τον φίλησε. «Και αυτός, δικηγόρε, είναι ένας από τους λόγους που τον συμπαθείς».


Κεφάλαιο 10 Δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, η Λόρα ανέβηκε βιαστικά τα σκαλιά της Κάμερον Σεκιούριτι. Ως συνήθως, η γραμματέας του Ρόις έλειπε από το γραφείο της. Η Λόρα έφτασε σχεδόν χορεύοντας μέχρι την πόρτα του εσωτερικού γραφείου και χτύπησε κοφτά την πόρτα. «Έχεις ένα λεπτό, κύριε Κάμερον;» Έχωσε μέσα το κεφάλι της και τον είδε να μιλάει στο τηλέφωνο. Εκείνος της έκανε νόημα με το δάχτυλό του να περάσει. «Αν είστε σίγουρος αυτή τη φορά, μπορώ να ξεκινήσω την εγκατάσταση αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά. Όχι», είπε αποφασιστικά και συνέχισε με μια υποψία απόγνωσης στη φωνή του. «Όχι, κύριε Μακ Γκρέγκορ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Το εκτιμώ... Όχι», επανέλαβε κι έτριψε την περιοχή ανάμεσα στα μάτια του γιατί είχε αρχίσει να τον πιάνει πονοκέφαλος. «Το καταλαβαίνω, ευχαριστώ. Ναι. Καλά Χριστούγεννα». «Αυτός πρέπει να ήταν ο παππούς μου», είπε η Λόρα όταν ο Ρόις βρόντησε το ακουστικό στη θέση του. «Απ’ όλους τους Μακ Γκρέγκορ, αυτός έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να προκαλέσει μια τέτοια αντίδραση». «Αποφάσισε επιτέλους τι σύστημα θέλει. Κάτι είναι κι αυτό, για την ώρα. Νομίζω πως αυτός ο άνθρωπος θέλει να με παίζει σαν μαριονέτα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου». Ο Ρόις την κοίταξε και πρόσεξε το αστραφτερό της χαμόγελο. «Πώς και είσαι τόσο χαρούμενη;» «Ω, για διάφορους λόγους. Ειλικρινά κάναμε ένα σημαντικό βήμα στη δίκη σήμερα, Ρόις. Η χτεσινή κατάθεσή σου έκανε τη διαφορά, τη μεγάλη διαφορά». «Ωραία». «Το ξέρω πως για σένα δεν ήταν η καλύτερη μέρα, αλλά βοήθησε. Και άκουσα φήμες ότι ο Μάστερσον θα κληθεί σε απολογία τόσο από την υπηρεσία του όσο και από τον εισαγγελέα. Θα αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη στην Αμάντα Χόλογουεϊ». Η Λόρα έγειρε πάνω από το


γραφείο και τον φίλησε. «Σ’ ευχαριστώ». «Δεν έκανα τίποτε σπουδαίο. Νόμιζα ότι θα είχες ήδη ξεκινήσει για το Χαϊάνις». «Θα περάσω πρώτα από το σπίτι να πάρω τις τσάντες μου. Μακάρι ν’ άλλαζες γνώμη και να ερχόσουν μαζί μου. Το ξέρεις πως είσαι ευπρόσδεκτος». Η Λόρα ύψωσε το ένα της φρύδι. «Το ξέρω πως ο παππούς σε τρώει εδώ και βδομάδες να έρθεις για τις γιορτές». «Το εκτιμώ, αλλά δεν μπορώ. Εξάλλου, δεν είμαι εγώ για οικογενειακές συγκεντρώσεις. Τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά και τις οικογένειες». Η Λόρα κούνησε το κεφάλι της. «Δε στόλισες καν δέντρο». «Μου αγόρασες εσύ εκείνο το απαίσιο κεραμικό». «Δεν είναι απαίσιο, είναι κιτς. Υπάρχει μεγάλη διαφορά». Η Λόρα ήθελε πολύ να του ξαναζητήσει να πάει μαζί της, να βρει τις κατάλληλες λέξεις ώστε να τον πείσει να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα, να γίνει μέρος της ζωής της. Είχε αποφασίσει όμως να αρκεστεί σ’ αυτό που είχε. «Θα μου λείψεις». «Θα έχεις παρέα τόσο κόσμο». Ο Ρόις χαμογέλασε αχνά και σηκώθηκε. «Ορδές ολόκληρες από Μακ Γκρέγκορ. Και μόνο η σκέψη μού προκαλεί ταραχή. Δε θα έχεις ελεύθερο χρόνο για να σου λείψω». «Παρ’ όλα αυτά, θα μου λείψεις». Η Λόρα τον φίλησε ανάλαφρα, έβγαλε ένα κουτί με πολύχρωμο περιτύλιγμα από την τσέπη της και του το έδωσε. «Τι είναι αυτό;» «Δώρο. Είναι η παράδοση. Θέλω να το ανοίξεις τα Χριστούγεννα το πρωί». «Κοίτα, δεν έχω...» «Ρόις, πες απλά ευχαριστώ». Αν και δεν είχε νιώσει πιο δυστυχισμένος στη ζωή του, ο Ρόις πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει. «Ευχαριστώ». «Τώρα πες καλά Χριστούγεννα». «Καλά Χριστούγεννα, Λόρα». «Θα σε δω σε λίγες μέρες». Η Λόρα έφυγε βιαστικά και είπε στον εαυτό της πως έφταιγε η συγκίνηση των ημερών που είχε δακρύσει. Ο Ρόις κάθισε στην καρέκλα του και έμεινε εκεί και αφότου έφυγε ο ήλιος από το μικρό του παράθυρο και έπεσε το σκοτάδι. Δεν μπορούσε να το αποφύγει άλλο, παραδέχτηκε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να αρνείται αυτό που είχε συμβεί. Ίσως και από την πρώτη στιγμή που είχε αντικρίσει το πρόσωπό της, τότε που είχε σταθεί σχεδόν


γυμνή απέναντι του και τον είχε απειλήσει μ’ ένα κουζινομάχαιρο. Πώς μπορούσε ένας άντρας να μην ερωτευτεί μια τέτοια γυναίκα; Αλλά δεν είχε σημασία τι ένιωθε για εκείνη. Μέρες τώρα δεν έκανε αυτή τη συζήτηση με τον εαυτό του; Η Λόρα δεν ανήκε απλώς σε άλλον κόσμο, ζούσε σε άλλον κόσμο. Ήταν η ανιψιά ενός πρώην Προέδρου, η εγγονή ενός μύθου του χρηματοοικονομικού συστήματος. Μια κληρονόμος, όπως το είχε θέσει πολύ ωμά ο πατέρας της, που δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει στα μάτια του. Αλλά και να μην είχε δώσει σημασία σε όλα αυτά, αρκούσε να δει τα διαμάντια που φορούσε στ’ αυτιά της, το σπίτι της στο Μπακ Μπέι γεμάτο έργα τέχνης και αντίκες, τη βολίδα που οδηγούσε και στοίχιζε το δικό του εισόδημα ενός χρόνου. Ενός καλού χρόνου. Είχε σπουδάσει νομικά στο Χάρβαρντ, ενώ αυτός είχε πάει σ’ ένα κολέγιο της περιφέρειας και πάλι δεν το είχε τελειώσει. Κάτι σοβαρό μεταξύ τους δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Κορόιδευε τον εαυτό του και μόνο με τη σκέψη. Τις λίγες τελευταίες βδομάδες, όμως, είχε ανακαλύψει κάτι. Τώρα καταλάβαινε το ονειροπόλο βλέμμα του Κέιν Μακ Γκρέγκορ κάθε φορά που μιλούσε για τη γυναίκα του. Ήξερε τι ήταν αυτό που έκανε έναν άντρα να ερωτευτεί τόσο βαθιά, με μια αγάπη που δεν είχε ημερομηνία λήξης. Αρκούσε να συναντήσει τη μοναδική γυναίκα που θα του έκλεβε την καρδιά για πάντα. Ξέχνα το, διέταξε τον εαυτό του. Ξέχασέ την και προχώρα. Ο Ρόις επέστρεψε στο παρόν και είπε στον εαυτό του ότι θα κλείδωνε και θα πήγαινε σπίτι του. Το γραφείο του έδειχνε πολύ άδειο και το διαμέρισμά του θα ήταν ακόμα πιο άδειο. Γιατί αυτό δεν τον είχε ενοχλήσει ποτέ μέχρι τώρα; Του άρεσε η ζωή του μοναχικού λύκου. Του άρεσε να εμφανίζεται και να χάνεται όποτε ήθελε. Τώρα, και μόνο η σκέψη ότι θα κοιμόταν μόνος τού έφερνε κατάθλιψη. Έτριψε το πρόσωπο με τα χέρια του και αναρωτήθηκε από πότε είχε γίνει τόσο δειλός, από πότε φοβόταν να πάρει ένα ρίσκο. Εκείνος δεν την είχε κυνηγήσει; Εκείνος δεν είχε κάνει όλες τις κινήσεις; Και τώρα θα την άφηνε να του φύγει επειδή φοβόταν ότι δε θα τον ήθελε, ότι δε θα τον ήθελε όσο την ήθελε εκείνος; Αυτές ήταν σαχλαμάρες. Άφησε τα χέρια του να πέσουν. Δε θα καθόταν μουτρωμένος πάνω από μια μπίρα να λυπάται τον εαυτό του. Είχε ακόμα μερικές κινήσεις να κάνει. Άρπαξε το παλτό του και βγήκε.


***

Ο Ρόις είχε δίκιο για ένα πράγμα. Το σπίτι στο Χαϊάνις ήταν γεμάτο από τους Μακ Γκρέγκορ. Και οι Μακ Γκρέγκορ έκαναν φασαρία, πολλή φασαρία. Η μουσική ακουγόταν στη διαπασών από το στερεοφωνικό στο σαλόνι. Στο δωμάτιο μουσικής στην άκρη του ατέλειωτου διαδρόμου, η Αμέλια Μπλέιντ, η μικρότερη ξαδέρφη της Λόρας, έπαιζε χριστουγεννιάτικα κάλαντα στο πιάνο. Η πλούσια, δυνατή φωνή της μπερδευόταν με τη φωνή βαρύτονου του Ντάνιελ. Από το πάνω πάτωμα οι φωνές των αντρών έφταναν ως κάτω. Καβγάς σε εξέλιξη, σκέφτηκε η Λόρα. Αυτοί που τσακώνονταν πρέπει να ήταν ο Μακ με τον Ντι-Σι ή τον Ντάνκαν. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε σημασία. Όποιοι και να τσακώνονταν, θα εξαντλούσαν το θέμα μέχρι το τέλος και στη συνέχεια θα έβρισκαν κάτι άλλο για να τσακωθούν. Μπήκε στο δωμάτιο που η οικογένεια αποκαλούσε καλοπροαίρετα αίθουσα του θρόνου, λόγω της πολυθρόνας με την ψηλή πλάτη στην οποία καθόταν ο Ντάνιελ στις διάφορες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Εκεί, μπροστά στα μεγάλα παράθυρα με θέα τις βουνοκορφές, κυριαρχούσε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα αστραφτερό έλατο πέντε μέτρων που κάθε κλαδί του ήταν φορτωμένο στολίδια και πολύχρωμα φωτάκια που αναβόσβηναν. Θα έμενε εκεί μέχρι τα Θεοφάνια. Από κάτω υπήρχαν βουνό τα δώρα. Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, θα γινόταν μια μικρή επιδρομή στην οποία θα κυριαρχούσαν τα γέλια και η αγάπη. Ιδιαίτερα η αγάπη, σκέφτηκε. Όσο και να καβγάδιζαν, όση φασαρία και σαματά και να έκαναν, αυτό το σπίτι ήταν πάντα γεμάτο αγάπη. Και το μισούσε να σκέφτεται τον Ρόις μόνο του παραμονή Χριστουγέννων. «Δεν ξέρω πώς το πετυχαίνουν», παρατήρησε ο Κέιν πίσω της. Έκανε ένα βήμα, ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και τους έτριψε. «Κάθε χρόνο καταφέρνουν και βρίσκουν το τέλειο δέντρο. Από τότε που ήμουν παιδί, υπήρχε πάντα σ’ αυτή τη θέση ένα δέντρο τα Χριστούγεννα. Και πάντα ήταν τέλειο». «Όταν ήμασταν μικρά και δεν μπορούσαμε να μείνουμε ξύπνιοι μέχρι τα μεσάνυχτα, συνηθίζαμε να κατεβαίνουμε κρυφά τη σκάλα για να δούμε τον Άγιο Βασίλη να έρχεται από την καμινάδα». Η Λόρα έγειρε πάνω του. «Δεν έχω ούτε μία άσχημη ανάμνηση από αυτό το σπίτι, και μόλις πρόσφατα συνειδητοποίησα πόσο τυχερή είμαι. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ». Γύρισε μέσα στην αγκαλιά του και ακούμπησε το κεφάλι της στον


ώμο του. Το σπάσιμο στη φωνή της ήταν που έκανε τον Κέιν να την πιάσει από το πιγούνι και να τη γυρίσει προς το μέρος του. Χάιδεψε πίσω τα μαλλιά της, όταν είδε τα δάκρυα που γυάλιζαν στα μάτια της. «Τι συμβαίνει, μωρό μου; Τι έχεις;» «Τίποτε. Απλώς νιώθω συναισθηματική και κλαψιάρα. Φταίνε οι γιορτές. Δε γίνομαι συχνά συναισθηματική και κλαψιάρα. Ήσουν ο πρώτος άντρας στη ζωή μου, ο πρώτος άντρας που με πήρε στα χέρια του. Και ήθελα να σου πω ότι δε μ’ έχεις απογοητεύσει ποτέ, ούτε μια φορά». «Τώρα θα με κάνεις εμένα κλαψιάρη», μουρμούρισε ο Κέιν και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Πίσω τους ακούστηκαν ποδοβολητά. Μια ορδή ανθρώπων κατέβηκε τις σκάλες. Φωνές, απειλές, βρισιές, γέλια. «Ο Ίαν και η Τζούλια το έριξαν στο χιονοπόλεμο». Η Λόρα έσφιξε δυνατά τον πατέρα της. «Άλλη μια ωραία παράδοση των Μακ Γκρέγκορ». «Ενδιαφέρεσαι;» «Ναι». Η Λόρα έριξε πίσω το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Μπορούμε να τους νικήσουμε. Γιατί δεν πας να τους ρίξεις το γάντι και θα σε βρω έξω σε ένα λεπτό». «Έγινε». Ο Κέιν φίλησε την άκρη της μύτης της. «Ούτε κι εσύ με έχεις απογοητεύσει ποτέ, Λόρα. Είμαι πολύ περήφανος για σένα». «Καλό αίμα», είπε εκείνη χαμογελώντας. «Γερό σόι». Και συνέχισε να χαμογελάει όταν εκείνος βγήκε έξω και ύψωσε τη φωνή του για να προκαλέσει σε χιονοπόλεμο τον πρώην Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Λόρα γέλασε και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας του παππού της. Θα έβγαινε κι εκείνη να παίξει, αλλά ήθελε να μείνει για λίγο μόνη. Θα έκανε μια ευχή μπροστά στο δέντρο, όπως το συνήθιζε από παιδί. Τώρα θα ήταν η ευχή μιας γυναίκας, η ελπίδα ότι κάποτε, μια χιονισμένη παραμονή Χριστουγέννων, ο αγαπημένος της θα βρισκόταν σ’ αυτό το δωμάτιο μαζί της. «Λόρα». Η καρδιά της αναπήδησε και για μια τρελή στιγμή νόμιζε πως ονειρευόταν. Ύστερα το χαμόγελό της έλαμψε. «Ρόις! Άλλαξες γνώμη. Υπέροχα». Διέσχισε τρέχοντας το δωμάτιο και τον έπιασε από το χέρι. «Θεέ μου, τα χέρια σου είναι ξυλιασμένα. Πού είναι τα γάντια σου; Έλα, δώσε μου το παλτό σου ώστε να μπορέσεις να ζεσταθείς στο τζάκι».


«Είναι ανάγκη να σου μιλήσω». «Βέβαια». Η Λόρα συνέχιζε να χαμογελάει, αλλά το βλέμμα της σοβάρεψε όταν κοίταξε πίσω του. Στο χολ επικρατούσε ο ίδιος συνωστισμός όπως πριν από λίγα λεπτά, μόνο που τώρα είχε πέσει μια νεκρική ησυχία. «Η οικογένειά μου», άρχισε να λέει. «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να με συστήσεις σε μισό εκατομμύριο Μακ Γκρέγκορ, τουλάχιστον όχι προτού σου μιλήσω». «Δίκαιο». Η Λόρα κοίταξε τα γεμάτα περιέργεια πρόσωπα των συγγενών της. «Δρόμο», διέταξε και χωρίς να περιμένει να δει αν είχαν υπακούσει την εντολή της ή όχι, τράβηξε τον Ρόις μέσα στην αίθουσα του θρόνου και έκλεισε την πόρτα. «Μην ανησυχείς. Έχεις γνωρίσει ήδη ένα μεγάλο μέρος τους και δε θα δυσκολευτείς να γνωρίσεις και τους υπόλοιπους τις επόμενες δύο μέρες». «Δεν ξέρω αν θα μείνω». «Ω, μα...» «Μπορεί να μη θέλεις να μείνω όταν σου πω αυτά που έχω να σου πω». Το στομάχι της σφίχτηκε, αλλά η Λόρα το αγνόησε. «Ε, βγάλε τουλάχιστον το παλτό σου και άσε με να σε κεράσω ένα ποτό για τα Χριστούγεννα. Θα ήθελες ένα μπράντι;» «Ναι, οτιδήποτε». Ο Ρόις έβγαλε το παλτό του και είδε τη Λόρα να σηκώνει ένα βαρύ μπουκάλι και να του σερβίρει το ποτό. «Φοβερό δέντρο». «Ναι, δεν είναι κεραμικό για να το ακουμπήσεις στο τραπέζι, αλλά κάνει τη δουλειά του». Η Λόρα ξαναγύρισε κοντά του, του έδωσε το ένα ποτήρι και το τσούγκρισε με το δικό της. «Χαίρομαι που ήρθες». «Αυτό θα το δούμε». Η Λόρα είχε το προαίσθημα πως θα ήταν καλύτερα να καθίσει και, χωρίς να σκεφτεί, διάλεξε την πολυθρόνα του Ντάνιελ. Θα έπρεπε να δείχνει νάνος μέσα σ’ αυτή, σκέφτηκε ο Ρόις, και όμως έδειχνε σωστή βασίλισσα, έτοιμη να κυβερνήσει. Ανάθεμά τον, όμως, αν την άφηνε να του πάρει το κεφάλι χωρίς να δώσει πρώτα τη μάχη. «Αν έχεις κάτι στο μυαλό σου», παρατήρησε προσεκτικά η Λόρα, «καλύτερα να το πεις». «Ναι, αυτό είναι εύκολο για σένα να το λες». Ο Ρόις άρχισε τις βόλτες στο δωμάτιο, θυμήθηκε πως δεν του άρεσε το μπράντι και άφησε το ποτήρι. «Εγώ είμαι αυτός που ήρθα από μόνος μου σε εχθρικό έδαφος». Η Λόρα γέλασε. «Σε εχθρικό έδαφος;»


«Ο πατέρας σου με μισεί». «Ω Ρόις, δε σε μισεί. Απλά...» «Δεν έχει σημασία». Ο Ρόις αγνόησε την εύθυμη διαμαρτυρία της και συνέχισε να πηγαινοέρχεται. «Και γιατί να μη με μισεί; Δε σπούδασα στο Χάρβαρντ, δεν έχω σπίτι δικό μου, είμαι ένας πρώην αστυνομικός που πασχίζει να στήσει δική του εταιρεία και κοιμάμαι με την κόρη του. Στη θέση του, θα είχα σχεδιάσει μια γρήγορη και αθόρυβη εκτέλεση». «Ο πατέρας μου δεν είναι σνομπ». «Δε χρειάζεται να είναι. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Αλλά και να τα παραβλέψεις όλα αυτά, δεν ήταν αυτή η συμφωνία μας». «Ποια συμφωνία;» Ο Ρόις κούνησε το κεφάλι του, έκανε μια βόλτα ακόμα, σταμάτησε και την κοίταξε. «Θέλω να... Πρέπει να... Χρειάζομαι ένα λεπτό γι’ αυτή την περίπτωση». Πήγε στο παράθυρο. Στην πελούζα έξω, μισή ντουζίνα άνθρωποι έπαιζαν χιονοπόλεμο. «Έχω μεσάνυχτα από μια τέτοια οικογένεια. Δεν κατάγομαι από τέτοια οικογένεια». «Θα έλεγα πως αυτή η οικογένεια είναι μοναδική για τα στάνταρ των περισσοτέρων». «Δεν είμαι φτωχός», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Η επιχείρησή μου πάει καλά. Ξέρω τι κάνω». Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και αποφάσισε πως ήταν ευκολότερο να συνεχίσει το πήγαιν’ έλα. «Δε μ’ ενδιαφέρουν τα λεφτά σου. Δεν έχει καμιά σημασία για μένα αν έχεις πέντε δολάρια ή πέντε εκατομμύρια δολάρια». Τώρα η Λόρα τα είχε χάσει εντελώς. Τα λόγια του ήταν περίεργα και έδειχνε δυστυχισμένος, θυμωμένος και, όσο κι αν έμοιαζε απίστευτο, νευρικός. «Δε σκέφτηκα ποτέ το αντίθετο». «Απλά για να το ξέρεις», μουρμούρισε μόνος του και κούνησε το κεφάλι του. «Μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Το κάνω το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Εσύ είσαι συνηθισμένη σε περισσότερα, αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για μένα. Θα πρέπει να έχεις αυτά στα οποία είσαι μαθημένη». «Ωραία, χαίρομαι που το πιστεύεις αυτό, γιατί σκοπεύω σίγουρα να τα έχω». Η Λόρα σηκώθηκε. «Ρόις, μακάρι να έμπαινες στο θέμα». «Το προσπαθώ». Τα μάτια του φούντωσαν, άστραψαν επικίνδυνα. «Το προσπαθώ. Νομίζεις ότι είναι εύκολο για μένα; Δεν το σχέδιασα ποτέ αυτό. Δεν το ήθελα ποτέ». Προχώρησε προς το μέρος της, τα μάτια του γυάλιζαν οργισμένα. «Φρόντισε να το χωνέψεις αυτό, Λόρα. Δεν το θέλησα ποτέ αυτό».


«Ποιο;» «Να μην μπορώ να περάσω ούτε μια αναθεματισμένη μέρα χωρίς να σε σκεφτώ. Ν’ απλώνω το χέρι μου τη νύχτα να σ’ αγκαλιάσου ακόμα και όταν δεν είσαι δίπλα μου. Να έχω ανάγκη ν’ ακούσω τη φωνή σου· απλά να την ακούσω. Να είμαι ερωτευμένος μαζί σου». «Ερωτευμένος μαζί μου;» επανέλαβε η Λόρα και ξανακάθισε αργά στην πολυθρόνα. «Είσαι ερωτευμένος μαζί μου». «Τώρα, θα με ακούσεις μέχρι το τέλος. Το ξέρω πως τρέφεις κι εσύ αισθήματα για μένα, διαφορετικά δε θα με είχες αφήσει να σε αγγίξω. Μπορεί να ξεκίνησε σαν απλή χημεία μεταξύ μας, αλλά είναι κάτι περισσότερο. Πολύ περισσότερο και αν μας δώσεις μια ευκαιρία...» «Ρόις...» «Να πάρει η οργή, Λόρα, θα μ’ ακούσεις». Ο Ρόις απομακρύνθηκε ξανά από κοντά της για να ανακτήσει την ψυχραιμία του. Ένιωθε σαν να βρισκόταν τρεις ορόφους πάνω από το έδαφος και να περπατούσε πάνω σε τεντωμένο σκοινί. «Είμαστε καλά μαζί, και το ξέρω ότι μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη». Γύρισε πάλι προς το μέρος της. «Έχω και την υποστήριξη του παππού σου». Η ζεστασιά που είχε φουντώσει στην καρδιά της έσβησε στη στιγμή. «Πάτησες λάθος κουμπί». «Και θα εξακολουθήσω να το πατώ. Εκείνος πιστεύει πως είμαι αρκετά καλός για σένα, γιατί λοιπόν να μην το πιστέψω κι εγώ;» «Καλός για μένα». Η Λόρα το είπε σαν να έφτυνε. «Ακριβώς. Έχω γερές πλάτες, κοφτερό μυαλό και δεν είμαι απατεώνας. Και σ’ αγαπώ, αγαπώ τα πάντα σ’ εσένα. Και θα προσπαθήσω να μάθω να ζω με την οικογένειά σου. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για τον καθένα». Ο Ρόις έχωσε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε ένα μικρό κουτάκι. «Ορίστε», της είπε και της το έβαλε στο χέρι. Η Λόρα το πήρε, το στριφογύρισε, κράτησε την ανάσα της και άνοιξε το καπάκι. Η καρδιά της πέταξε, φτάνοντας αυτή τη φορά κατευθείαν στα ουράνια από την ξέφρενη χαρά της. Το βαθυκόκκινο ρουμπίνι άστραφτε σαγηνευτικό πάνω στο χρυσό κρίκο. «Σκέφτηκα πως το διαμάντι θα ήταν πολύ συνηθισμένο για σένα», μουρμούρισε ο Ρόις. «Για εμάς». «Μου κάνεις πρόταση γάμου, Ρόις;» Η Λόρα χάρηκε που η φωνή της ακούστηκε τόσο σταθερή και ήρεμη, τη στιγμή που η καρδιά της πετούσε κάπου στη στρατόσφαιρα. «Είναι δαχτυλίδι, δεν είναι;»


«Ναι, σίγουρα είναι. Και μάλιστα πανέμορφο». Η Λόρα τράβηξε το βλέμμα της από αυτό και τον κοίταξε στα μάτια. «Τι είναι; Δεν είναι αρκετά μεγάλο;» «Ηλίθιε. Περιμένω». «Εσύ περιμένεις; Εγώ περιμένω». Η Λόρα αναστέναξε. «Εντάξει, ας το δοκιμάσουμε αλλιώς. Δεν το σχέδιασα αυτό, δεν το θέλω αυτό. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία. Αλλά είμαι ερωτευμένη μαζί σου». Ο Ρόις άνοιξε το στόμα του έτοιμος να την αντικρούσει. «Ε;» «Άκουσέ με». Η Λόρα το απολάμβανε τώρα. Κάθισε πίσω στην πολυθρόνα και άπλωσε το μπράτσο της. «Είσαι ένας φοβερά γοητευτικός άντρας. Έχεις τη δική σου επιχείρηση και μολονότι κάποιες φορές δείχνεις να υποτιμάς τον εαυτό σου, έχεις ένα υγιές εγώ και κοφτερό μυαλό». Η Λόρα έσφιξε τα χείλη της και κούνησε υπολογιστικά το κεφάλι της. «Και κατάγεσαι από γερό σόι. Πιστεύω -για να χρησιμοποιήσουμε τη δική σου ιδιόμορφη φράση-ότι είσαι αρκετά καλός για μένα». «Είσαι ερωτευμένη μαζί μου», ήταν το μόνο που κατάφερε να πει ο Ρόις. Η Λόρα αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ποτέ να τον ξαναφέρει σε τόσο μειονεκτική θέση στην πολύχρονη ζωή που σχεδίαζε γι’ αυτούς. «Ναι, είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί σου, Ρόις. Και ήμουν αρκετά γενναία και στωική, θέλω να το ξέρεις αυτό, ώστε να δεχτώ ότι εσύ δεν ήσουν ερωτευμένος μαζί μου. Αλλά αφού είσαι, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και αν είχες τη λογική να μου ζητήσεις να σε παντρευτώ αντί να μου βάλεις ένα κουτί στο χέρι, θα έλεγα ναι». Ο Ρόις εξακολουθούσε να την κοιτάζει, αλλά το μυαλό του είχε αρχίσει να καθαρίζει. Και η καρδιά του... η καρδιά του ήταν χαμένη. «Είχα σκεφτεί μερικά πολύ δυνατά επιχειρήματα για να καταφέρω να σε πείσω». «Θέλεις να τ’ ακούσω τώρα;» «Όχι». Ο Ρόις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν πρόκειται να πέσω στα γόνατα». «Ελπίζω όχι». Η Λόρα σηκώθηκε και του έδωσε το κουτάκι. «Δοκίμασε πάλι». Ο Ρόις συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν δύσκολο να πεις τα κατάλληλα λόγια όταν η καρδιά σου ξεχείλιζε από αυτά. «Σ’ αγαπώ, Λόρα». Χάιδεψε τα μαλλιά στους κροτάφους της, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Σ’ αγαπώ. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου μαζί σου, να κάνω


οικογένεια μαζί σου. Θέλω να περάσω τα επόμενα εξήντα πρωινά των Χριστουγέννων μαζί σου. Θα με παντρευτείς;» «Ω, αυτό ήταν πολύ καλό». Για πρώτη φορά τα μάτια της θόλωσαν. «Θέλω το δαχτυλίδι μου, και θέλω να με φιλήσεις. Τότε θα είναι τέλειο». «Πες το ναι πρώτα». «Ναι, και πάλι ναι». Η Λόρα ρίχτηκε στην αγκαλιά του και το στόμα της αναζήτησε το δικό του. Ήταν παραπάνω από τέλειο. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βρήκα. Αν και δεν έψαχνα να σε βρω, ευχόμουν να υπάρχεις». Το πρώτο της δάκρυ κύλησε τη στιγμή που ο Ρόις περνούσε το δαχτυλίδι στο χέρι της. «Μόλις πριν από λίγο ευχήθηκα να ήσουν εδώ. Και να ’σαι». «Και να ’μαστέ», ψιθύρισε ο Ρόις. Η εξώπορτα άνοιξε απότομα και ακούστηκαν φωνές και βήματα στο χολ. «Περικυκλωμένοι». «Θα σε αγαπήσουν». Η Λόρα γέλασε, σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο μάγουλό του. «Εγώ σ’ αγαπώ. Και έχεις πράγματι την εύνοια του Μακ Γκρέγκορ». Τα μάτια της άστραψαν καθώς έγερνε στην αγκαλιά του. «Έλα, πάμε να του το πούμε. Κανονικά θα ήθελα να τον κάνω να υποφέρει λίγο, αλλά είναι Χριστούγεννα. Θα ξετρελαθεί με το δώρο που θα του κάνουμε. Γιατί θ’ αποδειχτεί πως είχε δίκιο».


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ Η οικογένειά ενός άντρα είναι το πιο πολύτιμο απόκτημα του. Είναι επίσης και η πιο σοβαρή του ευθύνη. Δεν αποποιούμαι ποτέ τις ευθύνες μου, και φροντίζω καλά ό,τι είναι δικό μου. Είδα την πρώτη μου εγγονή να παντρεύεται. Ήταν φανταστική νύφη, άστραφτε ολόκληρη. Φορούσε ένα κατάλευκο νυφικό και το πέπλο της γιαγιάς της κάλυπτε τα κατάμαυρα, λαμπερά μαλλιά της. Ήταν τόσο όμορφη η Λόρα μας που αναγκάστηκα να σφίξω την Άννα στην αγκαλιά μου για να κατευνάσω τη μεγάλη συγκίνησή της. Η γυναίκα μου γίνεται πολύ συναισθηματική σε τέτοιες περιστάσεις. Για μένα ήταν μια στιγμή απόλυτης χαράς και κρυφής ικανοποίησης. Ω, παρακολούθησα το γιο μου, τον Κέιν, να λάμπει ολόκληρος -ο περήφανος πατέρας- καθώς συνόδευε τη Λόρα προς το ιερό όπου την περίμενε ο άντρας που θα γινόταν σύζυγός της. Ο άντρας που διάλεξα εγώ. Αλλά αυτό δε θα το διατυμπανίσουμε. Τα παιδιά έχουν την τάση να γίνονται κακά έτσι και θεωρήσουν, εντελώς εσφαλμένα, ότι ανακατεύεσαι στη ζωή τους. Ενώ αυτό που κάνεις είναι να τα φροντίζεις -δε θέλω να υπάρχει καμιά παρεξήγηση ως προς αυτό. Και εκείνη την τέλεια ανοιξιάτικη μέρα, γέλασα μόνος μου όταν είδα τον Κέιν χαμογελαστό ν’ ανταλλάσσει φιλικά χτυπήματα στην πλάτη με τον καινούριο γαμπρό του, και δάκρυσα όταν ο Ίαν, ως αδερφός της νύφης, έκανε μια πρόποση στην υγειά της Λόρας και του Ρόις, του νιόπαντρου ζευγαριού. Ω, ήταν μια πολύ ευτυχισμένη μέρα για τη γενιά των Μακ Γκρέγκορ. Η δουλειά μου εδώ τελείωσε. Η Λόρα και ο Ρόις θα ζήσουν ευτυχισμένοι και, το καλό που τους θέλω, να χαρίσουν πολλά μωρά στη γιαγιά τους να τα παίζει στα γόνατά της. Η Άννα τρώγεται ήδη για ένα δισέγγονο. Τώρα μπορώ να στρέψω την προσοχή μου στη γλυκιά μου Γκουέν. Στην όμορφη πριγκίπισσά μου. Δυνατή, σοβαρή, με ρομαντική καρδιά. Και από μυαλό; Ο Θεός να την έχει καλά, το μυαλό της είναι πιο φωτεινό και από τον ήλιο. Παρ’ όλα αυτά, είναι σαν τη γιαγιά της. Δε βλέπει ότι χρειάζεται έναν άντρα δίπλα της, παιδιά για να της φέρουν χαρά. Έτσι μένει σ’ εμένα να φροντίσω να βρει έναν άντρα, έναν άντρα με βάθος. Τον έχω διαλέξει ήδη για λογαριασμό της. Από καλό, γερό σόι. Έχει κοφτερό μυαλό και καλή καρδιά. Δε θα συμβιβαζόμουν με τίποτε


λιγότερο για την Γκουέν μου -και ανάθεμά με αν θα την άφηνα να μπλέξει μ’ έναν άντρα που δεν της ταιριάζει. Θα μου πάρει βέβαια λίγο χρόνο, αλλά έχω ακόμα καιρό. Ένας άντρας που έχει στην πλάτη του τόσα χρόνια όσα εγώ, ξέρει να διαλέγει την κατάλληλη στιγμή. Μπορώ να είμαι υπομονετικός. Θα χρειαστώ μερικούς μήνες για να στήσω το σκηνικό. Είμαι ένας άντρας που ξέρει να εκτιμά τη σημασία των γερών θεμελίων, όταν θέλει να χτίσει κάτι που θα αντέξει στο χρόνο. Στοίχημα πως γύρω στα Χριστούγεννα θα σχεδιάζει και η Γκουέν μου το γάμο της. Και δε θα ζητήσω κανένα ευχαριστώ ούτε και από εκείνη. Όχι, δε μου χρειάζεται κανένα ευχαριστώ. Εγώ φροντίζω απλώς τους δικούς μου. Αλλά δε θα ήμουν αναγκασμένος να το κάνω αν φρόντιζαν εκείνοι τους εαυτούς τους.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Γκουέντολιν


Κεφάλαιο 11 «Μ ε το τρία. Ένα, δύο, τρία». Η Γκουέν με τη βοήθεια των νοσοκόμων στα Επείγοντα σήκωσε έναν άντρα εκατό κιλών από το φορείο και τον μετέφερε στο ιατρικό τραπέζι. Καλά εκπαιδευμένοι όλοι, κινήθηκαν συγχρονισμένα, σχεδόν αβίαστα, υπακούοντας στις εντολές της. «Διασωληνώστε τον, δεσποινίς Κλίπερ». Η Γκουέν ήξερε ότι η τεταρτοετής φοιτήτρια ανυπομονούσε να κάνει πρακτική και ήταν επιδέξια. Παρακολουθούσε όμως άγρυπνα τα χέρια της εκπαιδευόμενης όσο δούλευαν, ενώ η επικεφαλής νοσοκόμα έκοβε το ματωμένο και στραπατσαρισμένο παντελόνι του αναίσθητου άντρα. Καθώς παρακολουθούσε, εκτιμούσε ταυτόχρονα την κατάσταση του ασθενούς, σημείωνε τις ζωτικές λειτουργίες του στο μυαλό της. Έδινε εντολές στους άλλους, αλλά και τα δικά της χέρια δούλευαν γρήγορα. «Μοτοσικλέτες», μουρμούρισε. «Γεια σου, χάρε». «Φορούσε τουλάχιστον κράνος». Η Όντρεϊ Κλίπερ αναστέναξε σιγανά όταν ο σωλήνας γλίστρησε στο λαιμό του τραυματία. «Διασωληνώθηκε». «Θα έπρεπε να φορά ολόσωμη πανοπλία. Ας μετρήσουμε τώρα τα αέρια στο αίμα του και ας προχωρήσουμε σε τοξικολογικές εξετάσεις. Μυρίζει σαν να γύριζε από πάρτι». Η Γκουέν τακτοποίησε τα προστατευτικά γυαλιά της και πήγε να εξετάσει το πόδι. Έπρεπε να δουλεύει σβέλτα, αλλά τα χέρια της παρέμεναν σταθερά και ήρεμα, το ίδιο και το μυαλό της. Η πληγή στο αριστερό πόδι έχασκε από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο, αποκαλύπτοντας το σπασμένο κόκαλο. Δουλειά της ήταν να δώσει τις πρώτες βοήθειες στον τραυματία, γρήγορα και αποτελεσματικά, και στη συνέχεια να τον πάει στο χειρουργείο ζωντανό. Στο διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα συνέχιζε να κλαίει και να φωνάζει τον Τζόνι. Η φωνή της ήταν τόσο τσιριχτή που θα μπορούσε να σου σπάσει τα τύμπανα.


«Αυτός είναι ο Τζόνι;» ρώτησε η Γκουέν, ρίχνοντας μια ματιά μέσα από το τζάμι που χώριζε τα δυο εξεταστήρια. «Τζόνι Πετρέσκι, είκοσι δύο χρονών», την πληροφόρησε η νοσοκόμα. «Εντάξει, θα φροντίσουμε να μπορέσει να χορέψει στα επόμενα γενέθλιά του. Λιν, τηλεφώνησε στο χειρουργείο και ειδοποίησέ τους για το περιστατικό. Φάιν, ανάλαβε εσύ εδώ μέχρι να εξετάσω και την τσιρίδα δίπλα». Η Γκουέν πέρασε από την ενδιάμεση πόρτα, βγάζοντας τη ρόμπα και τα γάντια της. «Ιστορικό», είπε και πήρε καινούρια ρόμπα και γάντια. «Μώλωπες και αμυχές. Περιμένουμε τις ακτινογραφίες. Εξαρθρωμένος ώμος». Ο ασκούμενος γιατρός αναγκάστηκε να υψώσει τη φωνή του για ν’ ακουστεί πάνω από τις υστερικές τσιρίδες της γυναίκας. «Πώς τη λένε;» «Τίνα Μπελ». «Τίνα». Η Γκουέν έγειρε από πάνω της, ώστε να καλύψει με το πρόσωπό της ολόκληρο το οπτικό πεδίο της υστερικής γυναίκας. «Τίνα, πρέπει να ηρεμήσεις. Πρέπει να μας αφήσεις να σε βοηθήσουμε». «Ο Τζόνι. Ο Τζόνι είναι νεκρός». «Όχι, δεν είναι». Η Γκουέν δε μόρφασε, αν και πολύ θα ήθελε να το κάνει, όταν η κοπέλα την έσφιξε τόσο δυνατά που παραλίγο να της σπάσει το κόκαλο. «Θα χειρουργηθεί. Θα γίνει καλά». «Τραυματίστηκε, τραυματίστηκε σοβαρά». «Είναι τραυματισμένος, αλλά θα τον φροντίσουμε. Πρέπει να με βοηθήσεις, Τίνα. Πόσο είχε πιει;» «Μια δυο μπίρες». Τα δάκρυα που έτρεξαν από τα μάτια της Τίνας ανακατεύτηκαν με τη σκόνη του δρόμου και τον ιδρώτα. «Τζόνι!» «Μόνο δύο; Πρέπει να ξέρουμε για να μπορέσουμε να τον φροντίσουμε σωστά». «Μπορεί έξι ή εφτά, δεν ξέρω. Ποιος μετρούσε;» Η Γκουέν δεν μπήκε στον κόπο ν’ αναστενάξει. «Ναρκωτικά; Έλα, Τίνα, λέγε». «Μοιραστήκαμε δυο τσιγαριλίκια. Μόνο δύο. Τζόνι!» Μέσα από το τζάμι της πόρτας, ο Μπράνσον Μαγκουάιρ παρακολουθούσε κάτι σαν μπαλέτο. Έτσι τουλάχιστον το χαρακτήρισε εκείνος. Κίνηση, ομαδική δουλειά, κοστούμια και προβολείς. Και ο ισχυρότερος προβολέας ήταν στραμμένος στη λεπτοκαμωμένη ξανθιά με την απίστευτα άσχημη πράσινη χειρουργική ρόμπα και τη διάφανη


πλαστική ποδιά. Δεν μπορούσε να δει τα μάτια της. Τα έκρυβε η μεγάλη προστατευτική μάσκα, όπως έκρυβε και το μισό πρόσωπό της. Ήξερε, όμως, ότι ήταν η δόκτωρ Γκουέντολιν Μπλέιντ, κληρονόμος, ταλαντούχος, κόρη ενός τζογαδόρου που στις φλέβες του έτρεχε και αίμα των Κομάντσι και μιας εξίσου ταλαντούχου κληρονόμου. Μίας Μακ Γκρέγκορ. Είχε δει τη φωτογραφία της Γκουέν στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στην τηλεόραση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του θείου της αλλά και στην οχτάχρονη θητεία του στο Λευκό Οίκο. Είχε δει τη φωτογραφία της μαζί μ’ ένα σωρό άλλες στο πελώριο γραφείο του παππού της, του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ, του ιδρυτή μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας. Μολονότι ο Μπράνσον θεωρούσε τον εαυτό του δεινό παρατηρητή, δεν την περίμενε τόσο... μινιόν, αποφάσισε. Τη φαντάστηκε μ’ ένα λευκό αραχνοΰφαντο φόρεμα να εκπληρώνει τις επιθυμίες των ανθρώπων, και όχι να βρίσκεται σκυμμένη σ’ ένα δωμάτιο που μύριζε αίμα, να προσπαθεί να σώσει ζωές. Του θύμισε χορεύτρια. Οι κινήσεις της ήταν γεμάτες χάρη, δύναμη και επιδεξιότητα. Τα κοντά, αγορίστικα μαλλιά της με τις μυτερές αφέλειες στο μέτωπο αποκτούσαν ξανθοκόκκινες ανταύγειες κάτω από το φως των προβολέων. Τα είχε κόψει έτσι για στυλ, αναρωτήθηκε, ή γιατί ήταν πρακτικά; Θα είχε ενδιαφέρον να μάθει. Ο Μπράνσον συνέχισε να στέκεται εκεί με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του που είχε το χρώμα του γρανίτη, και την παρακολουθούσε, παρακολουθούσε τα πάντα. Ήταν ένα από τα μεγάλα ταλέντα του η παρακολούθηση. Και δεν τον πείραζε να περιμένει για να δει τη συνέχεια, όποια κι αν ήταν αυτή. Η Γκουέν τον πρόσεξε· ένα πρόσωπο πίσω από το τζάμι. Σκούρα ξανθά μαλλιά που άγγιζαν τη λαιμόκοψη μιας σκούρας μπλε μπλούζας. Ψυχρά, γκρίζα μάτια που πρέπει να τρεμόπαιζαν σπάνια, αγέλαστο στόμα. Ήταν ένας άντρας που έκανε αισθητή την παρουσία του, εκείνη όμως δεν είχε το χρόνο να ασχοληθεί μαζί του, να του αφιερώσει περισσότερο από μια φευγαλέα σκέψη. Όταν όμως κατάφερε να σταθεροποιήσει την κατάσταση των δύο ασθενών της και να τους στείλει για αποθεραπεία, εκείνος στεκόταν ακόμα εκεί. Και όταν της έφραξε το δρόμο, αναγκάστηκε να σταματήσει


απότομα. «Η δόκτωρ Μπλέιντ; Γκουέντολιν Μπλέιντ». Της χαμογέλασε τώρα, ένα φευγαλέο, στραβό ανασήκωμα των χειλιών του. Και η Γκουέν συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος. Τα μάτια του δεν ήταν ψυχρά, είχαν τη ζεστασιά του καπνού, όπως και η φωνή του. «Ναι, μπορώ να σας βοηθήσω;» «Αυτό σκέφτηκα. Είμαι ο Μπράνσον Μαγκουάιρ». Η Γκουέν έπιασε αυτόματα το χέρι που της άπλωσε και εκείνος της το έσφιξε αμέσως. «Ναι;» «Αουτς». Το χαμόγελό του ήταν γοητευτικό και αυτοεπικριτικό συνάμα. «Μεγάλο στραπάτσο για τον εγωισμό μου. Υποθέτω ότι δεν έχετε πολύ χρόνο για διάβασμα». Η Γκουέν ήταν κουρασμένη και ήθελε πέντε λεπτά να καθίσει και ν’ ανεφοδιάσει το σύστημά της με καφεΐνη. Και ήθελε πίσω το χέρι της. «Λυπάμαι, κύριε Μαγκουάιρ, δεν...» Τη στιγμή που ελευθέρωνε το χέρι της μ’ ένα τράβηγμα, τοποθέτησε το όνομα. «Α, ναι, ο ντετέκτιβ Ματ Σκάλι, αστυνομικό τμήμα της Βοστόνης. Έχω διαβάσει τα βιβλία σας. Έχετε δημιουργήσει έναν ενδιαφέροντα ήρωα». «Ο Σκάλι είναι πραγματικά σπουδαίος». «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Δεν έχω το χρόνο να κουβεντιάσω αστυνομικά μυθιστορήματα αυτή τη στιγμή. Γι' αυτό αν δεν...» «Είναι βιολετιά». «Συγνώμη;» «Τα μάτια σας», της είπε, κοιτάζοντάς τη μ’ ένα βλέμμα που θα το θεωρούσε αγενές αν είχε μπροστά της κάποιον άλλον άντρα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, της φάνηκε απόλυτα φυσιολογικό. «Αναρωτιόμουν μήπως ήταν ένα απλό παιχνίδισμα του φωτός. Αλλά δεν είναι μπλε, είναι βιολετιά». Η Γκουέν ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο της να σηκώνονται από την τσαντίλα. «Στο δίπλωμα οδήγησής μου γράφει μπλε. Τώρα, όπως σας είπα, με πιέζει κάπως ο χρόνος». «Η βάρδια σας τελειώνει στις δύο, σωστά; Κοντεύουν τρεις». Η Γκουέν έκανε ένα βήμα πίσω. Ξαφνικά η ατμόσφαιρα έγινε παγωμένη. Η αυτόματη αντίδραση μιας γυναίκας η οποία, λόγω καταγωγής, είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας. «Πώς είναι δυνατό να ξέρετε το πρόγραμμά μου;» Δε μου βάζει απλώς πάγο, σκέφτηκε εντυπωσιασμένος ο


Μπράνσον. Με υποβάλλει σε πραγματική ψυχρολουσία. Τούτο το αερικό δείχνει τα δόντια του. «Α, να υποθέσω ότι δε με περιμένατε;» «Όχι, γιατί, θα έπρεπε;» Η Γκουέν γύρισε και κοίταξε την Τίνα που τη μετέφεραν εκείνη την ώρα με το φορείο. «Γιατρέ. Γιατρέ. Θέλω να δω τον Τζόνι. Πρέπει να δω τον Τζόνι». «Συγνώμη». Η Γκουέν γύρισε την πλάτη της στον Μπράνσον και την πλησίασε. Η παγωμένη φωνή της ζεστάθηκε αμέσως και γλύκανε. Η νεαρή γυναίκα στο φορείο έπνιξε τους λυγμούς της και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Τέλειος τρόπος αντιμετώπισης της ασθενούς, γιατρέ», παρατήρησε ο Μπράνσον όταν η Γκουέν τον πλησίασε πάλι. «Μου λέγατε ότι θα έπρεπε να σας περιμένω σήμερα το πρωί;» «Ο παππούς σας μου είπε ότι το κανόνισε». «Το κανόνισε;» Η Γκουέν έκλεισε τα μάτια της κουρασμένη. «Χρειάζομαι έναν καφέ», μουρμούρισε. «Ελάτε μαζί μου». Και λέγοντας αυτά, έκανε μεταβολή και προχώρησε στο διάδρομο με την ιατρική ποδιά της ν’ ανεμίζει. Έστριψε αριστερά, μπήκε σε μια πόρτα και από κει στο σαλόνι. Ο Μπράνσον έριξε μια ματιά γύρω, σημείωσε στο μυαλό του τα πάντα, τα μουντά χρώματα, τις φτηνές καρέκλες, τα μικρά ντουλαπάκια, το ψυγείο που έκανε φασαρία, τη μυρωδιά του μπαγιάτικου καφέ που δεν μπορούσε όμως να εξαλείψει εντελώς τη δυσάρεστη οσμή του νοσοκομείου. «Πρακτικό». «Θέλετε καφέ;» «Ασφαλώς. Σκέτο». Η Γκουέν πήρε την καφετιέρα από το μηχάνημα και δυο καθαρά πλαστικά κύπελλα και τα γέμισε. Και, επειδή ήξερε τη γεύση που είχε αυτό το μαυροζούμι που υποτίθεται ότι ήταν καφές, πρόσθεσε και μπόλικη ζάχαρη στο δικό της. Ο Μπράνσον ήπιε μια γουλιά από το κύπελλο που του έδωσε και ανατρίχιασε. «Πάλι καλά που βρίσκομαι σε νοσοκομείο. Ξέρετε να κάνετε πλύση στομάχου, έτσι δεν είναι;» «Η ειδικότητά μου. Πρέπει να καθίσω». Η Γκουέν κάθισε, σταύρωσε τα πόδια της και προσπάθησε να παίξει λίγο τα δάχτυλά της μέσα στα ίσια, πρακτικά παπούτσια που φορούσε. «Κοιτάξτε, κύριε Μαγκουάιρ». «Μπραν». «Κοίτα», είπε τώρα η Γκουέν. «Λυπάμαι που σε παραπλάνησαν.


Ο παππούς μου είναι... ε, είναι αυτός που είναι». «Είναι ο πιο απίστευτος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου». Η Γκουέν δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει και τα μάτια της πήραν αμέσως μια ζεστή απόχρωση, ενώ ο Μπράνσον καθόταν στον ξεφτισμένο καναπέ δίπλα της. «Ναι, είναι απίστευτος άνθρωπος. Και είναι αφοσιωμένος στους τρόπους, τις μεθόδους και τους στόχους του. Είμαι σίγουρη ότι είσαι πολύ καλός, και όπως είπα, μου αρέσει η δουλειά σου. Απλώς δεν ενδιαφέρομαι». «Μμμμ». Ο Μπράνσον το διακινδύνευσε να πιει άλλη μια γουλιά καφέ. «Για ποιο πράγμα ακριβώς;» «Για ραντεβού στα τυφλά». Η Γκουέν πέρασε τα μακριά, λεπτά δάχτυλα με τ’ άβαφα νύχια στα μαλλιά της. «Κατά τη γνώμη του παππού μου, δε φροντίζω αρκετά την κοινωνική μου ζωή, κατά τη δική μου γνώμη όμως, τη φροντίζω και με το παραπάνω. Απλώς, αυτό το διάστημα, ένα ραντεβού δε βρίσκεται ακριβώς στην κορυφή των προτεραιοτήτων μου». «Ω;» Ο Μπράνσον σήκωσε περίεργος το ένα του φρύδι και βολεύτηκε στην άκρη του καναπέ. Οι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είχαν σχεδόν το ίδιο εκπληκτικό χρώμα με τις ίριδες των ματιών της και την έκαναν να δείχνει ντελικάτη και εύθραυστη σαν πορσελάνη. «Γιατί;» «Γιατί είμαι ασκούμενη χειρουργός στο δεύτερο χρόνο και έχω άλλες προτεραιότητες. Και γιατί», πρόσθεσε τσαντισμένη, «δε συνηθίζω να βγαίνω με άντρες που έχει διαλέξει ο παππούς μου για μένα. Και εσύ δε δείχνεις για άντρας που χρειάζεται ένα γέρο ενενήντα ενός χρονών να του κλείσει ραντεβού με γυναίκα». «Μπορεί αυτό να ήταν και κομπλιμέντο», είπε ο Μπράνσον ύστερα από λίγη σκέψη. «Νομίζω πως ήταν πράγματι κομπλιμέντο, σ’ ευχαριστώ λοιπόν». Χαμογέλασε και στην άκρη των χειλιών του σχηματίστηκε ένα λακκάκι. «Δε σκόπευα να σου ζητήσω να βγούμε, αλλά τώρα είμαι υποχρεωμένος να το κάνω. Απλώς για να κολακέψω το εγώ μου». «Δε σκόπευες...» Η Γκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα και πάσχισε να καταλάβει. Το μυαλό της είχε αρχίσει να θολώνει. Αυτά είχε η διπλή βάρδια. «Τι κάνεις τότε εδώ;» «Έρευνα». Της χαμογέλασε πάλι γοητευτικά. «Τουλάχιστον αυτό είναι το σχέδιο. Ξεκινάω ένα καινούριο βιβλίο -και χρειάζομαι κάποια νοσοκομειακά και ιατρικά δεδομένα, ένα ιστορικό, την ατμόσφαιρα. Τη χροιά, τις εκφράσεις, το ρυθμό, τέτοια πράγματα. Ο Ντάνιελ είπε ότι θα με βοηθούσες, ότι θα μου επέτρεπες να πε-ριφερθώ για μια δυο βδομάδες


στους χώρους, να κουβεντιάσω μαζί σου, να σε ζαλίσω με τις ερωτήσεις μου». «Κατάλαβα». Η Γκουέν έγειρε το κεφάλι της πίσω στον καναπέ και άφησε τα μάτια της να κλείσουν. «Ε, νιώθω κάποια αμηχανία». «Εγώ το βρίσκω υπέροχο. Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να βγούμε, να πιούμε έναν καλό καφέ, να κάνουμε σεξ, να παντρευτούμε, ν’ αποκτήσουμε τρία παιδιά, ν’ αγοράσουμε ένα μεγάλο σπίτι κι έναν άσχημο σκύλο;» Η Γκουέν άνοιξε το ένα της μάτι και παραλίγο να χαμογελάσει πάλι. «Όχι, ευχαριστώ». «Καλά, δε θες τον καφέ. Είμαι ευέλικτος. Εξακολουθώ όμως να επιμένω στο σεξ πριν από το γάμο. Σ’ αυτό είμαι απόλυτος». Αυτή τη φορά η Γκουέν χαμογέλασε και αναστέναξε βαριά. «Προσπαθείς να με κάνεις να νιώσω πιο άνετη ή πιο γελοία;» «Τίποτε από τα δύο». Ο Μπράνσον άφησε κάτω τον καφέ του. Μπορεί η καφεΐνη να σε τόνωνε, αλλά δεν ήταν λόγος αυτό να πάθει διάτρηση στομάχου. «Είσαι όμορφη, Γκουέντολιν. Και σ’ το λέω αυτό ώστε, αν καταλήξω να σου ριχτώ, να μη νομίσεις ότι το κάνω επειδή θέλω να κερδίσω πόντους στα μάτια του γέρου». Το χαμόγελό της παρέμεινε στη θέση του μόνο που τώρα ήταν κοφτερό σαν νυστέρι. «Οι άντρες που μου ρίχνονται καταλήγουν συνήθως στα Επείγοντα. Και σ’ το λέω αυτό μήπως και χρειάζεται ν’ ανανεώσεις την ιατρική σου ασφάλεια». Ο Μπράνσον φούσκωσε τα μάγουλά του. «Εντάξει. Τι θα έλεγες να με βοηθήσεις στην έρευνά μου; Θα συχνάζω ως παρατηρητής στα Επείγοντα για μερικές βδομάδες, χωρίς να μπλέκομαι στα πόδια κανενός. Θα κάνω ερωτήσεις στο προσωπικό και σ’ εσένα όταν θα είστε διαθέσιμοι. Κάποια στοιχεία που ελπίζω να χρησιμοποιήσω στο βιβλίο μου θα τα κουβεντιάσω μαζί σου. Είσαι ελεύθερη να τα αλλάξεις, να μου κάνεις τις δικές σου προτάσεις ώστε να είναι πιο αληθοφανή». Η Γκουέν ήθελε ένα μαξιλάρι, μια κουβέρτα κι ένα ωραίο σκοτεινό δωμάτιο. «Είσαι ελεύθερος να έρχεσαι ως παρατηρητής. Ακόμα και να είχα αντίρρηση εγώ θα μπορούσες να με παρακάμψεις και ν’ απευθυνθείς πιο ψηλά -πράγμα που ως ένα σημείο το έκανες ήδη. Οι παππούδες μου έχουν μεγάλη επιρροή στη διοίκηση του νοσοκομείου». «Αν δε θέλεις να συνεργαστείς μαζί μου, μπορώ να πάω σε άλλο νοσοκομείο. Υπάρχουν πολλά στη Βοστόνη». «Γίνομαι αγενής. Είμαι κουρασμένη». Η Γκουέν σήκωσε τα χέρια, έτριψε τους κροτάφους της και προσπάθησε ν’ αλλάξει διάθεση.


Δεν ήταν δικό του το λάθος που την είχε πετύχει στο τέλος μιας απαίσιας μέρας. «Δεν έχω πρόβλημα να σου δώσω ένα χεράκι στην έρευνά σου, αρκεί να μην μπλέκεσαι στα πόδια μου, αλλά ούτε και στα πόδια των υπολοίπων στα Επείγοντα. Θα απαντώ στις ερωτήσεις σου όταν θα είμαι εύκαιρη, και θα ζητήσω και από το υπόλοιπο προσωπικό της βάρδιας μου να είναι συνεργάσιμο μαζί σου όταν θα έχει το χρόνο». «Το εκτιμώ αυτό. Και αν, όταν τελειώσουμε την έρευνα, σε καλέσω για δείπνο ή σου αγοράσω ένα μικρό δώρο για να σ’ ευχαριστήσω, να περιμένω ότι εσύ θα με σπάσεις στο ξύλο;» «Θα προσπαθήσω να συγκρατηθώ. Τις επόμενες τρεις βδομάδες είμαι βραδινή βάρδια». «Κανένα πρόβλημα. Μου αρέσει η νύχτα. Είσαι πτώμα», μουρμούρισε ο Μπράνσον, τον ξάφνιασε μάλιστα η επιθυμία του να την ξαπλώσει στα πόδια του και να την αφήσει να κοιμηθεί εκεί. «Γιατί να μη σε πάω μέχρι το σπίτι σου;» «Έχω το αμάξι μου». Ο Μπράνσον έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Πόσους ανθρώπους έχει χρειαστεί να νοσηλεύσεις επειδή ήταν πολύ κουρασμένοι και αποκοιμήθηκαν πάνω στο τιμόνι;» «Σωστά. Θα κοιμηθώ εδώ». «Όπως θέλεις». Ο Μπράνσον σηκώθηκε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν βαριά, είχαν σχεδόν κλείσει. Και οι σκιές από κάτω σαν να σκούρυναν όσο την κοιτούσε. «Δοκίμασε να κοιμηθείς οχτώ ολόκληρες ώρες, γιατρέ. Θα ξανάρθω αύριο». Προχώρησε προς την πόρτα, εκεί σταμάτησε και ξαναγύρισε. «Κάτι τελευταίο -η ασφάλειά μου μου προσφέρει πλήρη ιατρική κάλυψη». Ο Μπράνσον βγήκε στο διάδρομο· ήταν τρεις τα ξημερώματα και τουλάχιστον για απόψε βασίλευε ησυχία στα Επείγοντα. Προχώρησε προς την έξοδο, καταγράφοντας στο μυαλό του τη θέση της ρεσεψιόν, τον αριθμό των υπολογιστών, το θόρυβο που έκαναν τα παπούτσια του πάνω στα πλακάκια του πατώματος. Ο αέρας του Νοέμβρη τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο με το που βγήκε έξω. Τα μαλλιά μπήκαν στα μάτια του καθώς προσπαθούσε να βρει τα κλειδιά στην τσέπη του. Και κάτι ακόμα, γιατρέ, σκέφτηκε. 'Ενας άντρας θα έπρεπε να είναι ηλίθιος για να μη σου ριχτεί. Και ο γιος της Μεγκ Μαγκουάιρ, ο Μπράνσον, δεν είναι ηλίθιος. Μπήκε στο κλασικό Τράιομφ κάμπριό του. Είχε ήδη ρυθμίσει το


κάθισμα ώστε να χωράνε τα μακριά πόδια του όσο γινόταν καλύτερα. Γύρισε το κλειδί και χαμογέλασε ακούγοντας το βόμβο της μηχανής. Ήταν ένας άντρας που λάτρευε τις καλολαδωμένες μηχανές. Και μπορεί η Γκουέν να έμοιαζε με πριγκίπισσα του παραμυθιού, ήταν όμως σίγουρος ότι ήταν και αυτή μια καλολαδωμένη μηχανή. Πάτησε το κουμπί του CD και άρχισε να σιγομουρμουρίζει τη μουσική του Βέρντι και να στήνει το σχέδιό του μ’ έναν τρόπο που θα έκανε περήφανο τον Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ.


Κεφάλαιο 12 Ηταν περασμένες δέκα το πρωί όταν η Γκουέν ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού στο Μπακ Μπέι. Έπεφτε μια ψιλή, παγωμένη βροχή που την έκανε να μπει βιαστικά μέσα στη ζεστασιά, ριγώντας. Δεν έκανε τον κόπο να φωνάξει. Το ήξερε ότι η ξαδέρφη της, η Τζούλια, θα έτρεχε για τις κτηματομεσιτικές αγοραπωλησίες της. Και η τρίτη συγκάτοικός τους, η Λόρα Μακ Γκρέγκορ, είχε μετακομίσει εδώ και μήνες, όταν παντρεύτηκε τον Ρόις Κάμερον. Της έλειπε ακόμα. Οι τρεις ξαδέρφες είχαν συγκατοικήσει πολλά χρόνια, ουσιαστικά είχαν μεγαλώσει μαζί από μικρές. Ήταν αχώριστες οι τρεις τους στο κολέγιο, έμεναν στο ίδιο διαμέρισμα και στη συνέχεια στα διάφορα σπίτια που αγόραζε και ανακαίνιζε η Τζούλια. Ήξερε πως η Λόρα ήταν τρελά ευτυχισμένη, και αυτό ήταν το μόνο που ήθελε, παρ’ όλα αυτά έπιανε τον εαυτό της να κοιτάζει τη φιδογυριστή σκάλα στο φουαγιέ και να περιμένει να τη δει να κατεβαίνει σαν το σίφουνα. Η Γκουέν έριξε το παλτό της στην άκρη της κουπαστής. Είχε ελεύθερο όλο το απόγευμα και θα μπορούσε να κάνει δεκάδες πράγματα. Όπως ένα ζεστό, απολαυστικό μπάνιο. Αλλά αυτό θα το έκανε στη συνέχεια, αποφάσισε. Πρώτο στη λίστα ερχόταν το φαγητό. Πήγε στην κουζίνα, τρίβοντας το σβέρκο της που είχε πιαστεί από τις τέσσερις ώρες που είχε κοιμηθεί στον καναπέ του σαλονιού του νοσοκομείου αντί να ξαπλώσει σε μια από τις κουκέτες. Θα ζητούσε από κάποιον φυσιοθεραπευτή να της κάνει ένα μασάζ στην πλάτη και τους ώμους, προτού ξεκινήσει τη νυχτερινή της βάρδια. Μύρισε τα τριαντάφυλλα προτού τα δει. Θα πρέπει να ήταν τρεις ντουζίνες, μπουμπούκια κατάλευκα σαν το χιόνι, με μακρύ μίσχο, μέσα σ’ ένα καταπληκτικό κρυστάλλινο βάζο. Κάποιος από τους άντρες της Τζούλιας, συμπέρανε και έσκυψε να ρουφήξει το άρωμά τους αναστενάζοντας. Η ρομαντική καρδιά της


είχε αδυναμία στα τριαντάφυλλα και στις παρορμητικές και κάπως υπερβολικές χειρονομίες. Πλησίασε στο ψυγείο χωρίς να τρέφει πολλές ελπίδες. Από τη μέρα που είχε μετακομίσει η Λόρα, οι επιλογές τους ήταν πολύ περιορισμένες. Όπως έλεγαν και οι ίδιες, η Τζούλια δεν έτρωγε ποτέ, η Λόρα έτρωγε όλη την ώρα και η Γκουέν έτρωγε μόνο όταν της έβαζες το φαγητό κάτω από τη μύτη. Χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, έβγαλε ένα γιαούρτι και έλεγξε την ημερομηνία λήξης στο κάτω μέρος. Ε, και τι πείραζε που είχε λήξει εδώ και μια βδομάδα, αποφάσισε, έτσι κι αλλιώς κομμένο γάλα ήταν. Τράβηξε το καπάκι, έκλεισε το ψυγείο και πήρε το σημείωμα που ήταν στερεωμένο στην πόρτα για να το διαβάσει όσο θα έτρωγε. Γκουέν, απίθανα τα τριαντάφυλλα. Τι άλλα μυστικά μου κρύβεις; Θα περάσεις από ανάκριση αργότερα. Έχεις κάτι μηνύματα στον τηλεφωνητή. Από τον παππού. Μη ρωτάς εμένα τι σε θέλει. Και από κάποιον Μπραν με πολύ σέξι φωνή. Είναι ο τύπος που σου έστειλε τα λουλούδια; Μμμμ. Ε, βέβαια, ως γιατρός ξέρεις τι σου κάνει καλό. Θα είμαι πίσω γύρω στις έξι. Το πιθανότερο. Τζουλς Η Γκουέν συνοφρυώθηκε, ξαναδιάβασε το σημείωμα και κοίταξε πάλι τα λουλούδια. Κάρφωσε το βλέμμα της στο φακελάκι που ήταν καρφιτσωμένο στην κορδέλα. Το έβγαλε από τη ζελατίνα και το χτύπησε σκεφτική στην παλάμη της. Ύστερα, ύψωσε αδιάφορα τους ώμους, το έσκισε και έβγαλε την καρτούλα. Μου θύμισαν το στυλ σου. Ευχαριστώ προκαταβολικά για τη βοήθεια. Μπραν «Ω». Η Γκουέν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ρίγος χαράς καθώς κοιτούσε τα τριαντάφυλλα. «Είναι δικά μου», μουρμούρισε, έσκυψε μπροστά και ρούφηξε άπληστα το άρωμά τους. Αμέσως όμως ήρθε στα συγκαλά της και έκανε ένα βήμα πίσω. Τρεις ντουζίνες λευκά τριαντάφυλλα με μακρύ μίσχο μήνα Νοέμβρη παραπήγαιναν. Μπορεί να ήταν υπέροχα, αλλά... Θα έπρεπε να φροντίσει ν’ αποθαρρύνει πιο αποτελεσματικά τον Μπράνσον Μαγκουάιρ. Παππού, αναρωτήθηκε, τι σκαρώνεις πάλι; Τι πήγες κι έκανες; Πήγε στον αυτόματο τηλεφωνητή, πάτησε το κουμπί και χαμογέλασε όταν άκουσε τη βροντερή φωνή του Ντάνιελ. «Τα μισώ αυτά τα αναθεματισμένα τα μαραφέτια. Δεν μπορείς πια να μιλήσεις με κανέναν, αφήνεις μόνο μηνύματα σε μηχανήματα.


Γιατί εσείς οι δυο κοπέλες μου δε βρίσκεστε ποτέ σπίτι σας; Γκουέν, έχω ένα νεαρό φίλο που χρειάζεται λίγη βοήθεια. Είναι συγγραφέας, μεγάλος παραμυθάς. Αλλά τι περιμένεις από έναν Ιρλανδό; Σκοτώνει με τη φαντασία του ανθρώπους δεξιά και αριστερά και στη συνέχεια συλλαμβάνει τους τρελούς δολοφόνους. Θα τον βοηθήσεις, έτσι δεν είναι, αγάπη μου; Μια χάρη για τον παππούλη σου; Είναι καλό παιδί. Η μαμά του πήγαινε στο κολέγιο μαζί με τη δική σου, έτσι δεν είναι κάποιος άγνωστος που τον πέτυχα στο δρόμο. Τζούλια, μίλησα με τον μπαμπά σου. Λέει ότι αγοράζεις κι άλλο σπίτι. Μπράβο, κοριτσάκι μου. Δε μου λέτε, όμως, και οι δυο, τι θα πάθετε αν παίρνετε πότε πότε τη γιαγιά σας κανένα τηλέφωνο; Ανησυχεί». Η Γκουέν γέλασε και χτένισε τα μαλλιά με τα δάχτυλά της. Ένα τυπικό, στομφώδες μήνυμα του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ, σκέφτηκε. Αλλά ακουγόταν αρκετά ακίνδυνο. Ο γιος μιας φίλης της μητέρας της. Πολύ καλά λοιπόν, φαινόταν να μην υπάρχει σκευωρία πίσω από αυτό που της ζητούσε. Ήταν μια απλή χάρη, που μπορούσε να του την κάνει πολύ εύκολα. Ικανοποιημένη, η Γκουέν πήρε πάλι το γιαούρτι της, βρήκε ένα κουτάλι και πάτησε το κουμπί για ν’ ακούσει το μήνυμα του Μπράνσον. «Γκουέντολιν». Το κουτάλι έμεινε μετέωρο μπροστά στα χείλη της. Υπάρχει κάτι στον τρόπο που προφέρει αυτός ο άνθρωπος τ’ όνομά μου, σκέφτηκε. Επιμένει να το χρησιμοποιεί ολόκληρο, δεν καταφεύγει στο σύντομο και απλό Γκουέν, πράγμα που είναι πολύ ρομαντικό. «Είμαι ο Μπράνσον Μαγκουάιρ. Ελπίζω να κοιμήθηκες λίγο. Και ελπίζω να σου αρέσουν τα λευκά τριαντάφυλλα. Σκέφτηκα, αν έχεις λίγο χρόνο σήμερα, θα ήθελα να τα πούμε καμιά ωρίτσα όποτε σε βολεύει. Θα σε καλούσα για γεύμα ή δείπνο, αλλά δε θέλω να σε εκνευρίσω πάλι. Απλώς είναι κάποια πράγματα στην πλοκή του βιβλίου μου που θα ήθελα να κουβεντιάσω μαζί σου. Αν τα καταφέρεις, τηλεφώνησέ μου. Θα είμαι σπίτι όλη μέρα. Αν όχι, θα σε δω το βράδυ». Η Γκουέν δεν έκανε τον κόπο να σημειώσει το τηλέφωνο. Θα το θυμόταν. Έφαγε σκεφτική μια κουταλιά γιαούρτι. Το αίτημά του ακουγόταν λογικό. Δεν τη φλέρταρε ούτε με τα λόγια ούτε με τον τόνο της φωνής του. Γέλασε με τον εαυτό της και έφαγε άλλη μια κουταλιά. Κοίτα πού κατάντησες, ν’ αναλύεις κάθε χροιά, σκέφτηκε. Αυτή ακριβώς η συμπεριφορά ήταν που την είχε φέρει σε αμηχανία το προηγούμενο βράδυ. Ο άνθρωπος ήταν επαγγελματίας, το ίδιο κι εκείνη. Μπορούσε


σίγουρα να του αφιερώσει μια ώρα -αν όχι για άλλο λόγο, απλώς για να ζητήσει σιωπηλά συγνώμη τόσο από αυτόν όσο και από τον παππού της που ήταν καχύποπτη. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε το νούμερό του. Της απάντησε στο τρίτο χτύπημα. «Μαγκουάιρ». «Γεια, είμαι η Γκουέν Μπλέιντ. Ευχαριστώ για τα τριαντάφυλλα, είναι υπέροχα». «Ωραία. Το πέτυχαν;» «Το πέτυχαν;» «Σε μαλάκωσαν αρκετά ώστε να μου χαλαλίσεις μια ώρα;» «Όχι, το μήνυμα του παππού μου όμως τα κατάφερε. Δεν το ήξερα ότι οι μητέρες μας πήγαιναν μαζί στο κολέγιο». «Μερικά εξάμηνα, απ’ ό,τι έχω ακούσει. Η δική μου σπούδαζε διακόσμηση εσωτερικών χώρων και η δική σου πολλά και διάφορα. Η μητέρα μου λέει ότι η Σερένα Μακ Γκρέγκορ ενδιαφερόταν για τα πάντα». «Και εξακολουθεί να το κάνει. Μπορώ να σε συναντήσω στις δύο. Στο κέντρο θα ήταν καλύτερα. Έχω να κάνω κάτι ψώνια». Στις δύο, σκέφτηκε ο Μπράνσον. Μετά την ώρα του γεύματος και πολύ πριν την ώρα του δείπνου. Έξυπνη γυναίκα. «Στις δύο είναι μια χαρά. Τι θα έλεγες να συναντηθούμε στο ξενοδοχείο Μπόστον Χάρμπορ; Σερβίρουν καταπληκτικό τσάι». «Ναι, το ξέρω». Η Γκουέν κοίταξε το γιαούρτι της, βλέποντας με τη φαντασία της αφράτα παστάκια με κρέμα. Το παραμελημένο στομάχι της γουργούρισε. «Εντάξει. Στις δύο στην κεντρική είσοδο». ***

Η Γκουέν έφτασε ακριβούς στην ώρα της, μια συνήθεια που η ξαδέρφη της η Τζούλια την έβρισκε πολύ ενοχλητική. Είχε απολαύσει ένα ζεστό μπάνιο, που είχε κάνει το θαύμα του για τον πιασμένο σβέρκο της. Και είχε ξεφυλλίσει ένα αντίτυπο του Die a Fine Death του Μπράνσον Μαγκουάιρ. Το είχε ξαναδιαβάσει, αλλά ήθελε να εξοικειωθεί περισσότερο με το στυλ του πριν από τη συνάντηση. Θα είχε κάνει ακριβώς το ίδιο με το ιστορικό κάποιου ασθενούς προτού προχωρήσει στην αγωγή του ή με την προσωπικότητα κάποιου γνωστού προτού αγοράσει ένα δώρο. Ήταν μια πολύ σχολαστική και επιμελής γυναίκα, που είχε αποφοιτήσει από την ιατρική σχολή πολύ νωρίτερα από τους υπόλοιπους συμφοιτητές της και ήταν τώρα η νεαρότερη ασκούμενη χειρουργός που είχαν προσλάβει ποτέ στο Μπόστον Μεμόριαλ.


Είχε δουλέψει πολύ για να τα καταφέρει και ήξερε πως είχε κερδίσει αυτή την πρόσληψη με το σπαθί της. Δεν μπορούσε να παραβλέψει τα πλεονεκτήματα που της πρόσφερε η οικογένειά της. Ήταν τυχερή γιατί ήταν όλοι τους γενναιόδωροι, την αγαπούσαν και τη στήριζαν. Είχαν σταθεί δίπλα της σε όλες τις αποφάσεις της. Καταλάβαινε επίσης ότι το ύψος της περιουσίας που διέθεταν οι Μακ Γκρέγκορ μπορούσε να εξαλείψει πολλές ανωμαλίες από το δρόμο της. Ήταν όμως η αγάπη της για την ιατρική, το μυστήριο, η τεχνική, η επιστήμη, που είχε σφραγίσει το πεπρωμένο της. Μπήκε στην είσοδο του ξενοδοχείου, απολαμβάνοντας τη μεγαλοπρέπειά του, το χαριτωμένο, σκαλιστό ταβάνι, τις πελώριες υδρίες γεμάτες εξωτικά λουλούδια, τα μάρμαρα και τις χρυσοποίκιλτες κορνίζες. Ο Μπράνσον βγήκε εκείνη την ώρα από το ασανσέρ και την είδε αμέσως. Μοιάζει με πλουσιοκόριτσο που μόλις έχει έρθει στην πόλη για να πάει στο κολέγιο, σκέφτηκε. Είχε αλλάξει, φορούσε ένα κομψό γκρίζο κουστούμι και στο μπράτσο της κρατούσε μια μαύρη καμπαρντίνα. Και τα κοσμήματά της ήταν λίγα και κλασικά. Μια παλιά καρφίτσα στο πέτο που πρέπει να ήταν οικογενειακό κειμήλιο, μικρά χρυσά σκουλαρίκια σαν φεστόνια και λεπτό ρολόι με μαύρο, δερμάτινο λουράκι. Έμοιαζε επίσης ξεκούραστη, ανανεωμένη και όχι τόσο εύθραυστη όσο την προηγούμενη νύχτα. «Είσαι συνεπής», της είπε όταν την πλησίασε. «Ναι, μια κακή μου συνήθεια». «Μου αρέσουν οι συνεπείς γυναίκες». Ο Μπράνσον την έπιασε από το μπράτσο και την έστρεψε προς τα ασανσέρ. «Γιατί να χάνεις την ώρα σου όταν μπορείς να την απολαύσεις;» Χρησιμοποίησε το μικρό κλειδί που του έδινε πρόσβαση σ’ ένα συγκεκριμένο όροφο και γύρισε χαμογελαστός προς το μέρος της τη στιγμή που έκλειναν οι πόρτες. «Δείχνεις θαύμα. Θα έλεγα πως ξεκουράστηκες λίγο». Φορούσε σκούρο τζιν και μια απλή μπλε μπλούζα, με τα μανίκια σηκωμένα ως τους αγκώνες. Και τα αθλητικά παπούτσια του πρέπει να είχαν τρέξει κάμποσα χιλιόμετρα. «Σ’ ευχαριστώ, ναι. Πού πηγαίνουμε;» «Στη σουίτα μου». Τα μάτια της σκούρυναν και χαμήλωσε τα βλέφαρά της. «Ω;» Ο Μπράνσον γέλασε. «Ειλικρινά, Γκουέντολιν, δε θα έπρεπε να είσαι τόσο αφελής και να δείχνεις τέτοια εμπιστοσύνη στους άλλους. Θα σ’ εκμεταλλεύονται όλοι. Ηρέμησε», πρόσθεσε, προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει. «Έχω παραγγείλει τσάι. Θα καθίσουμε στο σαλόνι. Είναι


πολύ καθώς πρέπει και είναι πιο βολικό για μένα να κρατώ σημειώσεις χωρίς να έχω τα γκαρσόνια να με διακόπτουν. Δεν έχω κανένα κρυφό σχέδιο». «Εντάξει, επειδή τυχαίνει να πεθαίνω της πείνας. Νόμιζα ότι ζούσες στη Βοστόνη». «Στη Βοστόνη ζω». Ο Μπράνσον την έπιασε πάλι από το μπράτσο και τη βοήθησε να βγει από το ασανσέρ. «Εδώ μένω. Οι δημοσιογράφοι το θεωρούν πολύ εκκεντρικό να ζει ένας συγγραφέας σε ξενοδοχείο. Στην πραγματικότητα έχω ένα πρώτης τάξεως διαμέρισμα με καθημερινό σέρβις, φαγητό στο δωμάτιο και γείτονες που αλλάζουν πολύ γρήγορα. Έχεις απίθανο χαμόγελο. Μη μου πεις ότι άρχισες επιτέλους να χαλαρώνεις μαζί μου;» «Οι γονείς μου ζούσαν και αυτοί σε ξενοδοχείο. Μετακόμισαν σε σπίτι μετά τη γέννηση του Μακ, του μεγάλου μου αδερφού. Και εξακολουθούν να το κάνουν πολύ τακτικά και τώρα. Αλλά και τ’ αδέρφια μου ζουν και οι δυο σε ξενοδοχεία μόνιμα όλο το χρόvo. Όσο για τη μικρή αδερφή μου, την Αμέλια, θα το έκανε κι εκείνη αν κατάφερνε να περάσει το δικό της. Δε θεωρώ, λοιπόν, καθόλου εκκεντρική την επιλογή σου». «Σωστά. Το ξέχασα. Τα καζίνα. Λας Βέγκας, Ατλάντικ Σίτι, Νέα Ορλεάνη, Ευρώπη. Η οικογένειά σου μου έχει κοστίσει αρκετά χρήματα -εμμέσως». «Δεν υπάρχει κάτι που να μας ευχαριστεί περισσότερο». Η Γκουέν τον περίμενε να ξεκλειδώσει τη μία από τις δύο πελώριες διπλές πόρτες και μπήκε σ’ ένα μεγάλο και κομψά επιπλωμένο σαλόνι. Πάνω στο μεγάλο τραπέζι από καρυδιά, πρόσεξε αμέσως τον πανάκριβο φορητό υπολογιστή και τη μεγάλη οθόνη που ήταν συνδεδεμένη σ’ αυτόν. Όπως και τις στοίβες τα βιβλία, τα χαρτιά και τα φλιτζάνια του καφέ. «Θα έλεγα πως είναι ένα ήσυχο και βολικό μέρος για να δουλεύει κανείς». «Καλό είναι για την ώρα. Είναι φορές που μπαίνω στον πειρασμό ν’ αγοράσω ένα σπίτι, που θέλω να κουρέψω λίγο γρασίδι, να βάψω μερικά παντζούρια. Συνήθως μου περνάει σχεδόν αμέσως, αλλά φαντάζομαι πως αργά ή γρήγορα η επιθυμία μου αυτή θα γίνει επίμονη». «Όταν γίνει αυτό, δεν έχεις παρά να τηλεφωνήσεις στην ξαδέρφη μου, την Τζούλια. Είναι εξπέρ στα κτηματομεσιτικά». «Α, η Πρώτη Τζουλ». «Ναι, οι δημοσιογράφοι τής έδωσαν αυτό το παρατσούκλι όταν


ο θείος Άλαν ήταν Πρόεδρος. Το έβρισκε διασκεδαστικό. Ακόμα και στα εφτά της, η Τζούλια είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ». «Θα είχε πλάκα να μεγαλώνει στο Λευκό Οίκο. Για να δούμε αν θυμάμαι καλά, ο αδερφός της ο Ντι-Σι είναι ζωγράφος. Και έχεις και δυο ξαδέρφια δικηγόρους. Η ξαδέρφη σου μάλιστα έκανε ένα φαντασμαγορικό γάμο την άνοιξη». «Ακριβώς. Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για την οικογένειά μου ή για το βιβλίο σου;» «Απλώς μια κουβέντα είπα». Τσαντίλας η δεσποινίς, σκέφτηκε ο Μπράνσον. Προστατευτική. «Του Ντάνιελ του αρέσει να καμαρώνει. Έχω ακούσει πολλά για τα παιδιά και τα εγγόνια του και νιώθω λιγάκι σαν να τα γνωρίζω. Είναι πολύ περήφανος για εσάς». «Το ξέρω». Τα μάτια της Γκουέν γλύκαναν. «Απλώς έχω την τάση να παίρνω αμυντική στάση σε ό,τι αφορά την οικογένειά μου. Άλλη μια από τις συνήθειές μου». «Και πολύ όμορφη. Αυτό πρέπει να είναι το φαγητό και τα ποτά μας», πρόσθεσε ο Μπράνσον όταν χτύπησε το κουδούνι. «Βολέψου». Η Γκουέν αποφάσισε ότι πιο πρακτικό θα ήταν να καθίσει στο τραπέζι της τραπεζαρίας, απέναντι από τον υπολογιστή του. Χαμογέλασε στο σερβιτόρο, που αστειευόταν με τον Μπράνσον καθώς διαφωνούσε μαζί του για έναν αγώνα φούτμπολ, και είδε το χαρτονόμισμα που άλλαξε διακριτικά χέρια. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται αυτό το παιδί να μένει σε τούτη την όμορφη πόλη και να είναι οπαδός των Ντάλας Καουμπόις», είπε ο Μπράνσον και έβγαλε την μπουκάλα από την παγωνιέρα. «Σαμπάνια;» «Όχι». «Απλώς είπα να καλύψω όλες τις περιπτώσεις», της είπε και την έβαλε πίσω στην παγωνιέρα. «Θα την αφήσουμε για κάποια άλλη φορά. Σερβιρίσου», συνέχισε και της έδειξε τα πιάτα με τα σάντουιτς, τα κουλουράκια και τα γλυκά. «Είπες ότι πεινούσες». «Και εσύ είπες ότι ήθελες να κουβεντιάσεις το βιβλίο σου μαζί μου». Η Γκουέν πήρε την τσαγιέρα και γέμισε δυο φλιτζάνια με τσάι. «Ναι, εντάξει λοιπόν, το βιβλίο μου αναφέρεται σε ψυχασθενή γιατρό», είπε ο Μπράνσον, που κάθισε και έβαλε σ’ ένα πιάτο λίγο απ’ όλα. «Υπέροχα». «Ναι. Είναι απίθανη». «Απίθανη;»


«Ναι. Σκέφτηκα πως δε μιλάμε συχνά για ωραίες ψυχοπαθείς σήμερα. Αυτό που θέλω να κάνω είναι μια παραλλαγή των Τζέκιλ και Χάιντ, μια διαστρέβλωση της μαύρης χήρας και της Λίζι Μπόρντεν». Ο Μπράνσον δάγκωσε ένα μικρό σαντουιτσάκι. «Είσαι πραγματικά τέλεια». «Αλήθεια;» «Απολύτως. Διαθέτεις την εμφάνιση. Όχι μια απλή ομορφιά, θέλω να πω, έχεις την ευαισθησία και τα ντελικάτα κόκαλα, αλλά και τη χάρη και την ικανότητα. Σκεφτόμουν να την κάνω ψηλή, πληθωρική και δολοφονική», συνέχισε ο Μπράνσον. Τα γκρίζα σαν ατσάλι μάτια του είχαν γίνει δυο σχισμές καθώς κοιτούσαν επίμονα το πρόσωπο της Γκουέν. «Τώρα όμως συνειδητοποιώ ότι η αντίθεση είναι καλύτερη. Πολύ καλύτερη. Δε θα μπορούσα να ζητήσω καλύτερο πρότυπο». Η Γκουέν προτίμησε να το διασκεδάσει παρά να προσβληθεί. «Για ψυχοπαθή;» «Ναι». Ο Μπράνσον της χαμογέλασε και τα μάτια του έπαψαν να είναι ψυχρά, τώρα θύμιζαν καπνό. «Σε πειράζει;» «Είναι περίεργο, αλλά νομίζω ότι με κολακεύει. Ώστε ο κακός στο μυθιστόρημά σου είναι μια γυναίκα γιατρός που με το ένα χέρι γιατρεύει και με το άλλο σκοτώνει». «Μπήκες αμέσους στο νόημα. Είσαι πολύ γρήγορη». Ο Μπράνσον γλίστρησε λίγο μπροστά στην καρέκλα του, παίζοντας αφηρημένα ταμπούρλο τα δάχτυλά του στην άκρη του πιάτου του. «Είναι μια γυναίκα που έχει τον απόλυτο έλεγχο, που ξέρει ακριβώς τι κάνει και το απολαμβάνει. Από τη μια η δύναμη να γιατρεύει, από την άλλη η έξαψη να καταστρέφει. Βέβαια, είναι τρελή, αυτό όμως είναι άλλο. Αν έλεγα, λοιπόν, ότι ήταν χειρουργός, πώς θα ήταν η ζωή της; Στην ηλικία θα ήταν μεγαλύτερη από σένα. Η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, δε χρειάζεται να την παρουσιάσω και για ιδιοφυία». «Δεν είμαι ιδιοφυία. Απλώς μια καλή φοιτήτρια». «Γκουέντολιν, μπήκες στην Ιατρική του Χάρβαρντ σε μια ηλικία που στις περισσότερες Πολιτείες είναι παράνομο να καταναλώσεις αλκοόλ -είσαι ιδιοφυία. Μάθε να το αποδέχεσαι». Ο Μπράνσον άπλωσε το χέρι του να πάρει ένα ακόμα σάντουιτς, ενώ η Γκουέν έπαιξε τα μάτια της σαστισμένη. «Λοιπόν, τι θα έχει ν’ αντιμετωπίσει; Πόση πίεση θα δέχεται ως χειρουργός; Ο τομέας αυτός είναι ακόμα ανδροκρατούμενος, σωστά; Ανδρική λέσχη. Ύστερα υπάρχει το σύνδρομο του Θεού, η αλαζονεία, ο εγωισμός, που πηγάζουν από το γεγονός ότι βάζεις τα χέρια σου μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα».


«Αλαζονεία και εγωισμός;» «Τα έχεις κι εσύ. Το παρατήρησα χτες όταν σε είδα να δίνεις τις πρώτες βοήθειες σ’ εκείνα τα παιδιά. Πετάς μια εντολή και δε σου περνάει στιγμή από το μυαλό ότι μπορεί κάποιος να μην την εκτελέσει να μην την εκτελέσει στη στιγμή». Ο Μπράνσον μπορούσε να δει ακόμα την εικόνα στο μυαλό του σαν σκηνή από ταινία. «Περιφέρεσαι από το ένα δωμάτιο στο άλλο και οι άνθρωποι στέκονται προσοχή. Εσύ δεν το προσέχεις γιατί το έχεις συνηθίσει. Το περιμένεις. Θέλω αυτό να ισχύει και με τη δική μου γιατρό. Θέλω να έχει αυτή την απαίτηση για απόλυτο σεβασμό και υπακοή, αυτή την εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Ενώ ταυτόχρονα θα βράζει από οργή και απογοήτευση. Εσύ κρύβεις μέσα σου πολλή οργή και απογοήτευση, Γκουέντολιν;» Θεέ και Κύριε, ο άνθρωπος ήταν γρήγορος. «Τώρα ή γενικά;» Ο Μπράνσον της χαμογέλασε πλατιά. «Μου αρέσει πραγματικά η φωνή σου. Καλλιεργημένη, ψυχρή, σέξι. Τέλος πάντων, αυτό που ζητάω εγώ είναι η γυναικεία σκοπιά σου σχετικά με τις μεθόδους που πρέπει να ακολουθήσεις για να καταφέρεις να διαπρέψεις στο συγκεκριμένο χώρο. Πώς χειρίζεσαι το διακριτικό ή το όχι και τόσο διακριτικό φλερτ των συναδέλφων σου; Βλέπεις, εγώ σκέφτηκα ότι η ηρωίδα μου ονειρεύεται τον ευνουχισμό των αντρών επειδή τους θεωρεί κατώτερους, εκνευριστικούς, ενοχλητικούς και αντιπαθητικούς». Το χαμόγελο της Γκουέν άνθισε πάλι, αλλά ήταν ψυχρό. Το διασκέδαζε. «Αρχίζω να τη συμπαθώ». «Ωραία, αυτό θέλω κι εγώ. Θέλω ο αναγνώστης να τη συμπαθήσει και ας τον κάνει να ανατριχιάζει». Ο Μπράνσον έβαλε κι άλλο φαγητό στο πιάτο της όσο μιλούσε. «Είναι έξυπνη, είναι φιλόδοξη και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Οι δυο πρώτοι άντρες που βγάζει από τη μέση είναι σκέτα καθάρματα, έτσι αυτό την κάνει ακόμα πιο συμπαθητική. Στη συνέχεια μπαίνει στο πετσί του ρόλου, αρχίζει να το απολαμβάνει κάπως υπερβολικά. Στο σημείο αυτό θα κάνει τη στροφή. Οι απαιτήσεις, η πίεση, το στρες καθώς πρέπει να παίρνει κάθε μέρα αποφάσεις ζωής ή θανάτου· υποθέτω ότι αυτό θα είναι που θα την κάνει τελικά να χάσει κάθε επαφή με τον ανθρωπισμό της». Η Γκουέν αποφάσισε πως θα ήταν πιο παραγωγικό να δείξει περιέργεια και να το διασκεδάσει παρά να προσβληθεί. Διάλεξε ένα σαντουιτσάκι με νεροκάρδαμο από το βουνό τα φαγητά που είχε σερβίρει εκείνος στο πιάτο της. «Να σου πω, η πίεση είναι εξωφρενική. Είναι αρκετοί οι καλοί γιατροί που τα παράτησαν απλώς και μόνο επειδή δεν άντεξαν τη δουλειά στο νοσοκομείο, τις τρελές ώρες, τη φρικτή


γραφειοκρατία. Επείγοντα περιστατικά, μείωση του προϋπολογισμού, αναστάτωση της προσωπικής ζωής. Δε θα έχει πολύ χρόνο για παιχνίδια, εκτός και αν διαθέτει φοβερή προσαρμοστικότητα. Υποθέτω πως θ’ ανήκει στο προσωπικό κάποιου μεγάλου νοσοκομείου της Βοστόνης». «Σωστά». Ο Μπράνσον έβγαλε ένα μπλοκ κι άρχισε να κρατά σημειώσεις. «Πόσες ώρες θα πρέπει να εργάζεται την εβδομάδα;» «Ω, από σαράντα ως ένα εκατομμύριο». Ο Μπράνσον της χαμογέλασε και ακούμπησε ένα υπέροχο εκλέρ με γλάσο σοκολάτα στο πιάτο της, στο σημείο όπου προηγουμένως ήταν το σάντουιτς. «Συνέχισε». Η ώρα που είχε πει πως θα του διέθετε έγινε ενενήντα λεπτά προτού θυμηθεί η Γκουέν να κοιτάξει το ρολόι της. «Άργησα. Πρέπει να φύγω, αν θέλω να τελειώσω τα χριστουγεννιάτικα δώρα μου πριν αρχίσει η βάρδια μου». «Να τα τελειώσεις; Μα είναι Νοέμβρης». «Έτσι είμαι εγώ, κάνω τα πάντα με υπερβάλλοντα ζήλο». Η Γκουέν σηκώθηκε και πήρε το παλτό της. «Κοίτα, θα έρθω μαζί σου». «Για ψώνια;» Ο Μπράνσον σηκώθηκε και τη βοήθησε να φορέσει το παλτό της προτού προλάβει να το βάλει μόνη της. Και ναι, μπορεί να εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να ρουφήξει το άρωμα των μαλλιών της και να παίξει επιδοκιμαστικά τα μάτια του, αλλά εκείνη δεν το πήρε καν είδηση. «Έχω υπέροχο γούστο στην αγορά δώρων. Και ταυτόχρονα θα μπορέσω να ξεψαχνίσω λιγάκι ακόμα το μυαλό σου. Στη συνέχεια μπορώ να έρθω μαζί σου στο νοσοκομείο». «Άλλος ένας που διαθέτει υπερβάλλοντα ζήλο». «Το κατάλαβες. Αγαπώ τη δουλειά μου». Ο Μπράνσον άρπαξε το παλτό του και έπιασε πάλι την Γκουέν από το μπράτσο. «Ξέρεις, σκέφτηκα να την κάνω να ερωτευτεί τον Σκάλι. Θα μπορούσαν να ζήσουν μερικές πολύ σέξι στιγμές οι δυο τους, να μπερδέψουν τη ζωή τους, να ραγίσουν ο ένας την καρδιά του άλλου». Ο Μπράνσον σταμάτησε και χρειάστηκε ένα λεπτό για να περιεργαστεί το πρόσωπο της Γκουέν, να το απολαύσει. «Λοιπόν, τι λες, είναι ο τύπος της;» Η Γκουέν έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Καταλάβαινε πότε της την έπεφτε ένας άντρας, όσο διακριτικά και να το έκανε. «Άγριος, σκληρός και κυνικός, με αγάπη για την ποίηση; Μπορεί να της ταίριαζε... Και σίγουρα θα τη διασκέδαζε πολύ η προσπάθεια να τον σκοτώσει».


«Αυτό σκέφτηκα κι εγώ». Ο Μπράνσον την έπιασε από το χέρι, έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της και την παρέσυρε προς την πόρτα.


Κεφάλαιο 13 «Λοιπόν, πότε θα τον γνωρίσω;» Η Γκουέν έκοβε το χαρτί περιτυλίγματος με την ακρίβεια χειρουργού, γι’ αυτό δε σήκωσε το κεφάλι της. «Ποιον;» Η Τζούλια πήρε έναν ασημένιο φιόγκο από τον πολύχρωμο σωρό που είχε αφήσει η Γκουέν πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας. «Τον τύπο που είναι καλός για σένα». Για μια στιγμή σκέφτηκε να βγάλει κι εκείνη μερικά από τα δικά της δώρα, να τα τυλίξει και να τελειώνει. Αλλά ήταν ακόμα μόλις μια Κυριακή μετά των Ευχαριστιών. Και ένιωθε τεμπέλα. «Καλός για μένα». Η Γκουέν ακούμπησε το κουτί με το πουκάμισο πάνω στο χαρτί και το τύλιξε προσεκτικά, διπλώνοντας τη μια άκρη τρεις πόντους πάνω από την άλλη. «Τον τύπο με τα λουλούδια». Η Τζούλια χασμουρήθηκε και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Τον Μπράνσον;» Αφού στερέωσε τις άκρες με σελοτέιπ, η Γκουέν άρχισε να διπλώνει τη μια γωνία. «Θέλεις να τον γνωρίσεις;» «Ε, τον βλέπεις σχεδόν τρεις βδομάδες τώρα κι εγώ δεν του έχω ρίξει ούτε μια ματιά». «Δεν τον βλέπω». Η Γκουέν γύρισε το κουτί για να διπλώσει και την άλλη γωνία. «Απλώς τον βοηθάω στην έρευνά του». Η Τζούλια κάθισε πίσω στην καρέκλα της. Λάτρευε την Γκουέν, την έμφυτη αγάπη της για την τάξη, το πρακτικό μυαλό της, τη γενναιοδωρία της, το διακριτικό χιούμορ της, την ακλόνητη πίστη της· και την απίστευτη αφέλειά της. «Είναι πολύ γοητευτικός». «Μμμ». «Δεν ήταν ερώτηση. Έχω δει τη φωτογραφία του στα οπισθόφύλλα των βιβλίων του κι έχω παρακολουθήσει μερικές συνεντεύξεις του σε πρωινές εκπομπές. Είναι πολύ γοητευτικός». «Δε σκόπευα να διαφωνήσω». Αφού το σκέφτηκε λίγο, η Γκουέν αποφάσισε να βάλει την κόκκινη κορδέλα και μέτρησε το κατάλληλο μήκος.


«Δηλαδή δεν ενδιαφέρεσαι προσωπικά γι’ αυτόν;» «Δεν το έχω σκεφτεί». «Γκουέν». Η Γκουέν άφησε στην άκρη την κορδέλα, αναστενάζοντας ανυπόμονα. «Δεν ενδιαφέρομαι να ενδιαφερθώ. Και αρχίζεις να μιλάς ακριβώς σαν τον Μακ Γκρέγκορ». · Η Τζούλια χαμογέλασε και τα σκούρα μάτια της παιχνίδισαν. «Αυτό είναι κομπλιμέντο ή προσβολή;» «Το ξέρεις πολύ καλά ότι ο παππούς δε θα ήθελε τίποτε περισσότερο από το να μας δει όλες παντρεμένες, να μεγαλώνουμε καμιά ντουζίνα παιδιά. Νόμισε ότι το έπαιξε έξυπνα στο δείπνο των Ευχαριστιών όταν ρώτησε με ποια αγόρια βγαίνουμε. Άκου αγόρια!» Ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και παραδόθηκε γελώντας. «Δε θ’ αλλάξει ποτέ». «Ποιος θα το ήθελε αυτό; Ήταν λίγο πιο συγκεκριμένος μαζί σου. “Α, Γκουένι, αγάπη μου, πώς τα πας με το νεαρό φίλο μου, το συγγραφέα; Καλό παιδί αυτός ο Μπράνσον, έχει μυαλό ξυράφι. Και οι Ιρλανδοί γνωρίζουν την αξία της οικογένειας”». Η Γκουέν κούνησε το κεφάλι της και έδεσε όμορφα την κορδέλα στο πακέτο. «Είναι φανερό ότι συμπαθεί τον Μπράνσον». «Σ’ την έστησε». «Όχι, αυτό σκέφτηκα και εγώ στην αρχή, αλλά συνειδητοποίησα ότι είχα παρεξηγήσει την κατάσταση. Είναι ακίνδυνη». Η Τζούλια άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε απότομα. «Εντάξει, όπως νομίζεις. Αν θέλεις τη γνώμη μου όμως, θα σε είχε στήσει κυριολεκτικά στον τοίχο γι’ αυτό το θέμα αν η Λόρα και ο Ρόις δεν είχαν ανακοινώσει ότι περιμένουν παιδί. Στη συνέχεια ήταν πολύ απασχολημένος να σκουπίζει τα δάκρυά του, να κάνει προπόσεις και να χτυπάει τον Ρόις στην πλάτη, πολύ χαρούμενος για να θυμηθεί τις μηχανορραφίες του». Η Γκουέν πήρε έναν τεράστιο κόκκινο φιόγκο και αναστέναξε. «Θα γίνουμε θείες. Η Λόρα έδειχνε πανευτυχής, δε συμφωνείς;» «Ναι». Η Τζούλια ρούφηξε τη μύτη της, νιώθοντας κι εκείνη συγκινημένη. «Και μόλις ένα χρόνο πριν, έλεγε στον εαυτό της -και σ’ εμάς- ότι δεν ενδιαφερόταν καθόλου να κάνει μια σχέση. Το ίδιο λες κι εσύ τώρα». «Για όνομα του Θεού...» «Η πόρτα». Η Τζούλια πετάχτηκε πάνω χαμογελώντας. «Τελείωσε εσύ με τον ασθενή σου, γιατρέ. Θ’ ανοίξω εγώ».


Δεν έχει ιδέα τι της συμβαίνει, σκέφτηκε η Τζούλια καθώς πήγαινε προς την πόρτα. Η ξαδέρφη της μπορούσε να κόβει και να ράβει ανθρώπους από το πρωί μέχρι το βράδυ, να σου απαριθμήσει κάθε οστό του σώματος με αλφαβητική σειρά, να διαγνώσει ένα σωρό ασθένειες και τραύματα, αλλά δεν είχε ιδέα ότι είχε ξεκινήσει ήδη μια σχέση. Η Τζούλια άνοιξε την πόρτα και είδε το έτερον ήμισυ αυτής της σχέσης να κρατάει ένα γυαλιστερό λευκό κουτί ζαχαροπλαστείου. .«Λουκουμάδες ή δανέζικα γλυκά;» ρώτησε. «Και τα δύο». «Τότε μπες αμέσως». Ο Μπράνσον μπήκε, κοιτάζοντας με ενδιαφέρον τη γυναίκα με τις ωραίες καμπύλες και τα ατίθασα κόκκινα μαλλιά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της σοκολάτας και το δέρμα της ήταν απαλό και λευκό σαν κρέμα. Φορούσε μια χοντρή ρόμπα με έντονες ρίγες και χνουδωτές παντόφλες κουνελάκια. «Μπράνσον Μαγκουάιρ, χαίρομαι που σε γνωρίζω». Η Τζούλια χαμογέλασε και του άπλωσε το χέρι της, που άστραφτε από τα δαχτυλίδια. «Σε αναγνώρισα». «Τζούλια Μακ Γκρέγκορ, χαίρομαι που σε γνωρίζω». Ο Μπράνσον έσφιξε το μακρύ, λεπτό χέρι της στο δικό του. «Σε αναγνώρισα». " «Δεν είναι αστείο; Σε συμπαθώ ήδη. Όποιος άντρας εμφανίζεται στην πόρτα μου στις έντεκα το πρωί της Κυριακής με γλυκά γίνεται αυτομάτως φίλος μου». «Τι θα έλεγες και για βαυαρική κρέμα με γλάσο σοκολάτα;» «Ο καλύτερος φίλος μου. Τέλειο». Η Τζούλια άρπαξε το κουτί από τα χέρια του. «Βγάλε το παλτό σου και έλα να καθίσεις λίγο. Όλο και κάπου θ’ ανακαλύψω λίγο καφέ να τα συνοδέψουμε». «Αυτό ήταν το σχέδιο. Σκέφτηκα, αν η δόκτωρ Γκουέν είναι εδώ... Είναι ή θα πρέπει να τα φάμε όλα αυτά μόνοι μας;» «Χειρουργεί στην τραπεζαρία. Από δω». «Ωραίο σπίτι», παρατήρησε ο Μπράνσον καθώς διέσχιζαν το χολ. «Είναι το αγαπημένο μου. Γι’ αυτό μένουμε εδώ». «Ακριβούς. Σου αρέσει ν’ αγοράζεις σπίτια». «Να τ’ αγοράζω, να τα πουλάω, να τ’ ανακαινίζω, να τ’ αναπαλαιώνω. Εσένα σου αρέσει να διηγείσαι ιστορίες». «Μμμ». Διέσχισαν ένα δωμάτιο με όμορφους καναπέδες κι ένα μικρό πέτρινο τζάκι. Ένα μεγάλο μπολ σε έντονο μπλε χρώμα


που κατέληγε σε σχήμα φλογέρας τον έκανε να σταματήσει για να το κοιτάξει από κοντά. «Έργο της μητέρας μου». «Φανταστικό. Η μητέρα σου θα έχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία, σωστά; Και ως σπουδαία καλλιτέχνιδα, αλλά και ως δυναμική Πρώτη Κυρία». «Σε συμπαθώ στ’ αλήθεια». «Έκανα μια εργασία για τον πατέρα σου όταν ήμουν στο γυμνάσιο», της είπε ο Μπράνσον και της χαμογέλασε πλατιά. «Πήρα άριστα». «Ο πρώην Πρόεδρος Αλαν Μακ Γκρέγκορ υποστήριζε πάντα την παιδεία. Θα χαρεί πολύ να το μάθει». Και επειδή είχε χαρεί κι εκείνη, η Τζούλια έπιασε τον Μπράνσον από το χέρι και τον οδήγησε στην τραπεζαρία. «Κοίτα ποιος ήρθε, φορτωμένος καλούδια», είπε. Η Γκουέν σήκωσε το κεφάλι της και το ψαλίδι που κρατούσε στο χέρι της έκλεισε απότομα. «Ω». Το σφιξιματάκι στο στομάχι της την ξάφνιασε λίγο, όπως και η επιθυμία της να φτιάξει τα μαλλιά της. «Γεια σου, Μπράνσον». «Μας έφερε γλυκά, και τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Πάω να φτιάξω καφέ και να βάλω τα γλυκά σ’ ένα πιάτο. Μην τον αφή-σεις να φύγει, Γκουέν. Λέω να τον κρατήσω». Η Τζούλια έκλεισε το μάτι στον Μπράνσον και μετέφερε το κουτί με τα γλυκά στην κουζίνα. «Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως είμαι κι εγώ ερωτευμένος με την ξαδέρφη σου». Χωρίς να περιμένει πρόσκληση, ο Μπράνσον τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα στην Γκουέν. «Ε, ήταν πολύ γρήγορο». Να υπήρχε κάποια ενόχληση στη φωνή της; Ο Μπράνσον το ήλπιζε. «Δεν πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα, γιατρέ;» «Όχι». Αυτό ήταν ψέμα. Η Γκουέν πίστευε σ’ ένα σωρό χαζομάρες στα θέματα της καρδιάς. «Πώς και μας έφερες γλυκά;» «Δεν τρως, εκτός κι αν κάποιος σου φέρει φαγητό». Ο Μπράνσον πήρε αφηρημένα έναν μπλε φιόγκο και τον κοίταξε. «Κι αυτός είναι ο δικός μου ασήμαντος τρόπος να σ’ ευχαριστήσω για το χρόνο που μου αφιερώνεις». «Είναι πολύ ευγενικό», του είπε η Γκουέν και όταν τον είδε ν’ αφήνει το φιόγκο πάνω σε κάτι χρυσούς τον πήρε αυτόματα και τον έβαλε στο χρώμα του. «Αλλά δε χρειαζόταν να το κάνεις. Δεν ήταν κόπος για μένα».


Ο Μπράνσον χαμογέλασε και αυτή τη φορά πήρε έναν κόκκινο φιόγκο. «Κόπος ή όχι, μου αφιέρωσες τον ελεύθερο χρόνο σου και με βοήθησες πολύ». Άφησε επίτηδες τον κόκκινο φιόγκο πάνω στους πράσινους. «Πάει καλά το βιβλίο σου;» τον ρώτησε η Γκουέν και άλλαξε πάλι θέση στο φιόγκο. «Αρκετά καλά». Ο Μπράνσον χαμογέλασε όταν είδε την Τζούλια να επιστρέφει. Κρατούσε ένα δίσκο με την καφετιέρα, τα φλιτζάνια κι ένα πιάτο γεμάτο με τα γλυκά του. Της έκανε νόημα παίζοντας τα φρύδια του και στη συνέχεια πήρε έναν ασημένιο φιόγκο και τον έβαλε στους κόκκινους. «Πολύ ωραίο». Η Τζούλια πλατάγισε τη γλώσσα της, βλέποντας την ξαδέρφη της να παίρνει σχολαστικά το φιόγκο και να τον βάζει στη θέση του. «Εμένα μου λες. Ελπίζω να μη σας πειράζει, αλλά εγώ ξεχώρισα ήδη το μερίδιό μου να το πάρω πάνω, έχω να κάνω κάτι τηλεφωνήματα. Να μας ξανάρθεις όποτε θες, Μπράνσον. Και φέρε μαζί σου σοκολάτες». Του έκανε το σήμα της νίκης πίσω από την πλάτη της Γκουέν και έφυγε. «Μπορώ να σε βοηθήσω στο τύλιγμα των δώρων;» «Όχι, έχω το δικό μου σύστημα».' «Θ’ αστειεύεσαι». Ο Μπράνσον σέρβιρε τον καφέ κι έβαλε ένα γλυκό με γλάσο σ’ ένα πιάτο. «Βάλε λίγη ζάχαρη μέσα σου». «Θα βάλω. Σε λίγο». Η Γκουέν επικέντρωσε την προσοχή της στο να διπλώσει στο ίδιο ακριβώς μήκος τις γωνίες του πακέτου. «Πώς πέρασες των Ευχαριστιών;» «Με φασαρία, σύγχυση, βουλιμία. Υπέροχα. Εσύ;» «Κάπως έτσι». Ο Μπράνσον την είδε να γλιστράει το δάχτυλό της από τη μια άκρη του χαρτιού μέχρι την άλλη, κοφτερό σαν ξυράφι. Και θεώρησε αξιαγάπητη αυτή τη μανία της για τη λεπτομέρεια. «Λυπάμαι γι’ αυτό, Γκουέντολιν, αλλά πρέπει να το κάνω». Ακούμπησε το χέρι του στη βάση του σβέρκου της, έγειρε πίσω το κεφάλι της και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Η Γκουέν δεν τινάχτηκε, απλώς σφίχτηκε, ήταν εμφανής όμως η έκπληξή της. Ο Μπράνσον αποφάσισε να το εκμεταλλευτεί αυτό, έτσι έφερε το ελεύθερο χέρι του στο μάγουλό της, χάιδεψε το περίγραμμα του αυτιού της και έχωσε τα δάχτυλά του στα κοντά, χρυσαφένια μαλλιά της. Τα χείλη της ήταν δροσερά σαν το αεράκι της άνοιξης. Τρεις βδομάδες τώρα αναρωτιόταν. Αλήθεια, γιατί το είχε καθυστερήσει τόσο τη στιγμή που ήταν τόσο... τέλεια;


Ανάγκασε τα χείλη της να μισανοίξουν και έχωσε τη γλώσσα του μέσα. Ένα μουγκρητό επιδοκιμασίας παλλόταν στο λαιμό του. Αυτό πρέπει να σταματήσει, είπε η Γκουέν στον εαυτό της. Να σταματήσει αμέσως. Ένιωθε ζαλισμένη, ξαναμμένη, αδύναμη. Η πίεσή της θα πρέπει να ήταν... Ο σφυγμός της... Και τότε τα δόντια του δάγκωσαν ελαφρά το κάτω χείλι της και κάθε σκέψη έσβησε από το μυαλό της. «Γλυκιά», μουρμούρισε ο Μπράνσον εντελώς χαμένος. «Γλυκιά, απίθανη Γκουέντολιν». Κατέβασε το χέρι του στη βάση του λαιμού της και το χάδι του την έκανε ν’ ανατριχιάσει. «Τι έχουμε εδώ;» «Περίμενε». Η Γκουέν ακούμπησε το χέρι της στο στέρνο του και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει το ίδιο γρήγορα με τη δική της, ενώ έδειχνε απόλυτα κύριος του εαυτού του. «Απλά περίμενε». «Δε θέλω να περιμένω». Ο Μπράνσον βάθυνε το φιλί του, κάτι για το οποίο ήταν και οι δύο απροετοίμαστοι. Ήθελε να την καθίσει τα πόδια του και να σύρει τα χείλη του στο λαιμό, στους ώμους της, να φτάσει μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. «Είπα, περίμενε». Η Γκουέν τραβήχτηκε και πάσχισε να πάρει ανάσα, να ξαναβρεί την ψυχραιμία, τη λογική της. «Έχουμε μια συμφωνία». «Έχεις σχέση με κάποιον άλλον;» «Όχι, δεν είναι αυτό το θέμα». Ο Μπράνσον ύψωσε απλά τα φρύδια του. «Έχεις κάποιο πρόβλημα με τους συγγραφείς μυστηρίου που έχουν ιρλανδική καταγωγή;» Η Γκουέν έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά της και τα έκανε να στηθούν σαν ηλιοτρόπια. «Μη γίνεσαι γελοίος». «Θεωρείς το φιλί βλαβερή συνήθεια;» Η Γκουέν του έριξε ένα λοξό βλέμμα, καχύποπτη. «Με κοροϊδεύεις». «Μπορεί να κοροϊδεύω και τους δυο μας. Και επειδή ερμηνεύω την αντίδρασή σου ως όχι, θα σου εξομολογηθώ ότι θα μπορούσε να μου γίνει συνήθεια να σε φιλάω». Ο Μπράνσον άπλωσε το δάχτυλό του και διέγραψε το περίγραμμα των χειλιών της, ενώ τα ψυχρά, γκρίζα μάτια του περιεργάζονταν το πρόσωπό της. «Έχει αρχίσει ν’ αναπτύσσεται μέσα μου κάτι για σένα». «Κάτι;» «Ναι, δεν το έχω προσδιορίσει ακόμα. Αλλά το προσπαθώ. Ίσως


θα μπορούσα να το αποκαλέσω και αρρώστια. Αυτό μπορείς να το καταλάβεις». Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο πιγούνι της. «Ίσως θα μπορούσες να με βοηθήσεις να την κατανοήσω, να τη μελετήσω». Τα μάτια του κοίταξαν τα δικά της, αστράφτοντας περίεργα. «Είσαι νευρική», συνειδητοποίησε, νιώθοντας έκπληξη και χαρά μαζί. «Θα ορκιζόμουν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον μετά τα όσα σε έχω δει να κάνεις τις τελευταίες βδομάδες. Όμως αυτή τη στιγμή είσαι νευρική, επειδή σε αγγίζω. Και αυτό, Γκουέντολιν, είναι απίστευτα διεγερτικό». «Αρκετά». Η Γκουέν έσπρωξε απότομα πίσω την καρέκλα της και σηκώθηκε. «Σταμάτα. Δεν είμαι νευρική. Απλά δε θέλω να συνεχίσω αυτό το παιχνίδι». «Τώρα λες ψέματα», της είπε ο Μπράνσον και γέλασε όταν είδε τα μάτια της να σκοτεινιάζουν από το θυμό. «Εντάξει, τσαντίστηκες και δε σε κατηγορώ. Το γεγονός όμως είναι ότι, όταν μια γυναίκα λιώνει στην αγκαλιά μου όπως εσύ, το να προσποιηθεί στη συνέχεια την αδιάφορη δε μοιάζει αληθινό». «Δεν προσποιήθηκα την αδιάφορη», του είπε ψυχρά η Γκουέν και τον έκανε να γελάσει. «Όχι, έχεις δίκιο, δεν το έκανες. Δικό μου το λάθος». Πήρε το χέρι της, αγνοώντας την προσπάθειά της να το τραβήξει. Το στόμα του που την είχε πλανέψει πριν από λίγο χαμογελούσε τώρα αλαζονικά. «Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σε ξαναφιλήσω μέχρι... ε, μέχρι». «Μπράνσον, είμαι πολυάσχολη». «Γκουέντολιν, είμαι επίμονος. Και σε θέλω. Δεν μπορεί να το ακούς πρώτη φορά αυτό». Ήταν η πρώτη φορά που της το είχαν πει μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και μια τόσο υπερβολική δόση αυτοπεποίθησης. Και μισούσε το γεγονός ότι ο συνδυασμός αυτός την ενθουσίασε. «Αν θέλεις να συνεχίσω να σε βοηθώ, θα πρέπει να καταλάβεις και να αποδεχτείς τους όρους και τους περιορισμούς». «Όχι, δε θα το κάνω. Δε μου αρέσουν οι όροι και οι περιορισμοί». «Αλαζονικέ, ανυπόφορε...» «Ένοχος. Φοβάσαι ότι θα σε σαγηνεύσω», της δήλωσε. «Γιατί το ξέρουμε και οι δυο τώρα ότι μπορώ να το κάνω. Απλά θα το καθυστερήσουμε λίγο». Αν η φωνή της ήταν πριν ψυχρή, τώρα ακούστηκε παγωμένη. «Αν νομίζεις πως είμαι αδύναμη, ένας εύκολος στόχος, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος».


«Δεν πιστεύω τίποτε τέτοιο. Πιστεύω ότι είσαι απίστευτα δυνατή, ακόμα και γενναία. Κάθε μέρα με ξαφνιάζεις. Υποτιμάς τον εαυτό σου αν νομίζεις πως σε θέλω μόνο για τα ωραία μάτια και το υπέροχο κορμί σου». «Ε...» Η Γκουέν σήκωσε τα χέρια της και στη συνέχεια τ’ άφησε να πέσουν. «Τα κατάφερες να με μπερδέψεις». «Είναι μια αρχή και αυτό. Γιατί να μη σε αφήσω να το παιδέψεις λιγάκι στο μυαλουδάκι σου μια και, έτσι κι αλλιώς, αυτό θα κάνεις; Θα σε δω αργότερα στο νοσοκομείο». Η Γκουέν επέτρεψε στον εαυτό της να χαλαρώσει και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, εντάξει». Ο Μπράνσον πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και της έδωσε ένα γρήγορο και αποφασιστικό φιλί στο στόμα. «Υποθέτω ότι αυτό θα με κρατήσει μέχρι τότε», της είπε και έφυγε.


Κεφάλαιο 14 Η Γκουέν επέστρεψε στην πρωινή βάρδια την πρώτη βδομάδα του Δεκέμβρη. Με τα χρόνια, είχε μάθει να προσαρμόζει το βιολογικό της ρολόι στο πρόγραμμά της. Όταν ήταν ώρα να κοιμηθεί, κοιμόταν και κοιμόταν βαθιά. Όταν ήταν ώρα να ξυπνήσει, ξυπνούσε και ξυπνούσε γρήγορα. Από τη μέρα που είχε αποφασίσει ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα της γιαγιάς της και να γίνει γιατρός χειρουργός δεν είχε επιτρέψει σε τίποτα να την αποσπάσει από το στόχο της. Η οικογένειά της και η δουλειά της βρίσκονταν στο επίκεντρο της ζωής της. Όλα τ’ άλλα ήταν επουσιώδη. Ακόμα και οι άντρες. Ακόμα και ο Μπράνσον Μαγκουάιρ, είπε αποφασιστικά στον εαυτό της. Ο Μπράνσον είχε να εμφανιστεί τρεις μέρες, πράγμα που της φαινόταν πολύ ύποπτο. Εκτός κι αν είχε συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες, είχε μπει αρκετά στην ατμόσφαιρα του νοσοκομείου ώστε να μη χρειάζεται άλλο τη βοήθειά της για το βιβλίο του. Και μολονότι ξεροκέφαλος, από τη στιγμή που εκείνη δεν τον ενθάρρυνε για μια πιο προσωπική σχέση, μπορεί να το είχε αποδεχτεί επιτέλους. Και εκείνη δε θα ένιωθε τώρα απογοήτευση γι’ αυτό. Συνέχισε να ράβει προσεκτικά ένα σχίσιμο κάπου δέκα εκατοστών στην κνήμη ενός άντρα που είχε μια πολύ δυσάρεστη συνάντηση μ’ ένα δέντρο. «Κατέβαινα την πλαγιά», της είπε εκείνος, κοιτάζοντας οπουδήποτε αλλού εκτός από το αποστειρωμένο νήμα και τη βελόνα. «Σκέφτηκα να κάνω μια δοκιμαστική διαδρομή με το έλκηθρο προτού το δώσω στα παιδιά μου». Μόρφασε, νιώθοντας το τράβηγμα από τα ράμματα. «Υποθέτω πως είμαι κάπως μεγάλος πια για έλκηθρο». «Απλώς θα πρέπει να προσέχετε τα δέντρα που πετάγονται μέσα


στη μέση». Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Μπράνσον, το στομάχι της σφίχτηκε. Τα χέρια της όμως ήταν απόλυτα σταθερά όταν έκανε την επόμενη βελονιά. «Η είσοδος εδώ απαγορεύεται», του είπε ήρεμα. «Δε θα μπλεχτώ στα πόδια σου». Ο Μπράνσον προχώρησε και κοίταξε το τραύμα. «Αουτς», είπε μ’ ένα χαμόγελο όλο συμπάθεια. «Εμένα μου λες. Αιμορραγεί σαν τρελό». «Μείνετε ακίνητος, κύριε Ρένεκι. Κοντεύουμε να τελειώσουμε». «Συγνώμη. Μου φαίνεστε γνωστός», είπε ο άντρας στον Μπράνσον, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία ν’ απασχολήσει με κάτι άλλο το μυαλό του. «Ο κόσμος μού το λέει συνέχεια αυτό». Ο Μπράνσον τράβηξε μια μεταλλική πλιάν καρέκλα και κάθισε δίπλα του με διάθεση για κουβεντούλα. «Λοιπόν, πώς τα καταφέρατε να έχετε την πιο όμορφη χειρουργό της Βοστόνης να σας ράβει;» «Α...» Ο Ρένεκι κοίταξε την Γκουέν και διαπίστωσε ότι παρέμενε αφοσιωμένη στο έργο της. «Βρέθηκα πάνω σ’ ένα ιπτάμενο έλκηθρο αντιμέτωπος μ’ ένα δέντρο. Νίκησε το δέντρο». «Φανταστική μέρα για έλκηθρο. Και αν ήταν γραφτό να χάσετε από ένα δέντρο, δε θα μπορούσατε να πέσετε σε καλύτερα χέρια από αυτά της δόκτορος Μπλέιντ. Πείτε μου, μια κι απ’ ό,τι φαίνεται τη γνωρίζετε λιγάκι, τι πρέπει να κάνω για να την πείσω να δειπνήσει μαζί μου απόψε;» «Ε, εγώ...» «Μπράνσον, φύγε». Η Γκουέν δεν κοκκίνισε, αλλά ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από ντροπή. «Ένα όμορφο, ήσυχο δείπνο», συνέχισε εκείνος. «Ξεχνάει να φάει, φροντίζω λοιπόν για την υγεία της». «Αυτό θα μπορούσε να πιάσει», αποφάσισε ο Ρένεκι, διασκεδάζοντας. «Ξέρεις τώρα, είναι γιατρός, πρέπει να τρώει καλά, και τα σχετικά». «Ακριβώς. Κρασί· με μέτρο, φυσικά. Κεριά· το φως τους ξεκουράζει τα μάτια. Ένα χαλαρωτικό γεύμα μετά από μια κουραστική μέρα. Ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να φροντίσεις τον εαυτό σου». «Μη με αναγκάσεις να καλέσω την ασφάλεια, Μπράνσον. Κύριε Ρένεκι, θα δέσω τώρα το τραύμα σας. Θα πρέπει να το κρατήσετε στεγνό. Θα σας δώσω μια σειρά οδηγίες και θα πρέπει να ξανάρθετε σε μια βδομάδα με δέκα μέρες για να κόψω τα ράμματα». «Έχει απίθανα χέρια, δε συμφωνείτε;» παρατήρησε ο Μπράνσον.


«Σας βεβαιώ, αν χρειαζόμουν κι εγώ ράμματα, δε θ’ άφηνα κανέναν άλλον να με αγγίξει. Ξέρετε, σκεφτόμουν εκείνο το γαλλικό εστιατόριο· σερβίρουν πολύ εντυπωσιακά φλαμπέ επιδόρπια. Τι λέτε, θ’ άρεσε στη δόκτορα Μπλέιντ;» «Στη σύζυγό μου σίγουρα». «Και είμαι βέβαιος ότι η σύζυγός σας είναι μια πολύ έξυπνη γυναίκα. Εσύ τι λες, γιατρέ;» «Τελειώσαμε, κύριε Ρένεκι». Η Γκουέν κάθισε πίσω στην πολυθρόνα με τις ρόδες και την κύλησε μέχρι το τραπέζι. Βρήκε ένα χαρτί με τις σχετικές οδηγίες. «Θα έμενα μακριά από έλκηθρα για λίγο». «Ναι, ευχαριστώ». Ο Ρένεκι πήρε το χαρτί και της χαμογέλασε. «Θα πρέπει να του δώσετε μια ευκαιρία», της είπε και έφυγε. «Δε θα σου επιτρέψω ν’ απασχολείς τους ασθενείς μου κι εμένα την ώρα που δουλεύω». Πυρ και μανία, συγκρατώντας μετά βίας τα νεύρα της, η Γκουέν έβγαλε τα γάντια και τη ρόμπα της. «Απαγορεύεται να μπαίνεις στα εξεταστήρια και στις αίθουσες νοσηλείας, εκτός κι αν χρειάζεσαι εξέταση ή νοσηλεία. Και σίγουρα απαγορεύεται να μου κολλάς την ώρα που έχω υπηρεσία». Ο Μπράνσον δε θα μπορούσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του ακόμα και αν το ήθελε. Η φωνή της ήταν σκέτος πάγος, χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας της Νέας Αγγλίας. «Μα πώς γίνεται να βρεθεί έστω κι ένας ν’ απορήσει που δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου;» Η Γκουέν πέταξε τα γάντια της μουγκρίζοντας. «Χρειάζεσαι εξέταση ή νοσηλεία;» «Αγάπη μου, αν θέλεις να παίξουμε το γιατρό....» Αυτή τη φορά ο Μπράνσον σταμάτησε από μόνος του. Στο κάτω κάτω υπήρχαν πολλά αιχμηρά αντικείμενα στο χώρο. «Εντάξει, κρύο το αστείο μου. Δυο μέρες τώρα, δούλευα είκοσι τέσσερις αδρές το εικοσιτετράωρο. Και όταν βγήκα να πάρω λίγο αέρα, ήσουν η πρώτη που σκέφτηκα. Είπα λοιπόν στον εαυτό μου πως θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που έγινε αυτό, και θα μου άρεσε να σε βγάλω για δείπνο». «Έχω άλλα σχέδια». «Γίνεται ν’ αλλάξουν ή όχι;» «Μια εκδήλωση με σκοπό να συγκεντρώσουμε δωρεές για το νοσοκομείο που δε γίνεται ν’ αλλάξει με τίποτε». «Θα έρθω μαζί σου». «Έχω συνοδό». «Συνοδό». Ο Μπράνσον δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει με τον όρο ή να βρυχηθεί απειλητικά και μόνο στην ιδέα ότι εκείνη θα έβγαινε


με άλλον άντρα. «Ακούγεται πληκτικός». «Ο Γκρεγκ είναι φίλος, συνεργάτης και πολύ γοητευτικός άντρας». Και η προσωποποίηση της πλήξης, αναγκάστηκε να παραδεχτεί σιωπηλά. «Τώρα, με συγχωρείς, αλλά έχω δουλειά». «Τι θα έλεγες για πρόγευμα;» Η Γκουέν έκλεισε τα μάτια της. «Μπράνσον». «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα καταθέσω τα όπλα απλά και μόνο επειδή αυτός ο Γκρεγκ θα σε συνοδέψει σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση;» Η Γκουέν δοκίμασε μια καινούρια τακτική και του χάρισε ένα αχνό, προκλητικό χαμόγελο. «Μπορεί να σκοπεύω να πάρω πρόγευμα με τον Γκρεγκ». Σαν κάτι να του τρύπησε την καρδιά. «Τώρα προσπαθείς να με κάνεις να θυμώσω. Εντάξει, ξέχνα το πρόγευμα. Τι ώρα έχεις διάλειμμα;» «Γιατί;» «Για να τρέξουμε μέχρι το ξενοδοχείο μου, να επιδοθούμε σε γρήγορο, καυτό σεξ και να μπορέσω επιτέλους να σε βγάλω από το μυαλό μου. Κοντεύεις να με τρελάνεις». Η Γκουέν ξάφνιασε και τους δυο τους, ξεσπώντας σε γέλια. «Πάρε δύο Πρόζακ και τηλεφώνησέ μου το πρωί. Φύγε», του είπε και προχώρησε προς την πόρτα. «Το εννοούσες να σου τηλεφωνήσω το πρωί;» Η Γκουέν τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της και άφησε την πόρτα να κλείσει στα μούτρα του. Εντάξει, Γκουέντολιν, σκέφτηκε ο Μπράνσον, κάνοντας κούνια στις φτέρνες του. Θα έπρεπε ν’ αρχίσει να παίζει βρόμικα, να βάλει σε εφαρμογή τα μεγάλα μέσα. Και ήξερε πού ακριβώς να τα βρει. ***

Ένα ελαφρύ χιόνι έπεφτε στο Χαϊάνις Πορτ και σκέπαζε τα μεγάλα γέρικα δέντρα στην πλαγιά όπου είχε χτίσει το κάστρο του ο Μακ Γκρέγκορ. Ο Μπράνσον λάτρευε αυτό το σπίτι με τη γυαλιστερή πέτρα, τα κομψά παράθυρα και τους περίτεχνους πυργίσκους. Και αναρωτιόταν συχνά πώς θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σε κάποιο βιβλίο του. Ποιος φόνος, ποια αναταραχή θα μπορούσε να φέρει τον ακοινώνητο Σκάλι σ’ ένα τέτοιο μέρος; Ή μήπως θα του συνέβαινε αυτό που συνέβη και στο δημιουργό του και θα τον παρέσυρε εδώ μια γυναίκα; Μια γυναίκα, σκέφτηκε ο Μπράνσον, που είχε μπει για τα καλά


στο μυαλό του και τώρα άρχιζε να τρυπώνει και στην καρδιά του. Πάντα πίστευε ότι, αν ερωτευόταν ποτέ, αυτό θα γινόταν μέσα σε μια έκρηξη σιγουριάς, πάθους, λαγνείας και τρέλας. Αυτό όμως που ένιωθε τώρα ήταν μια έλξη, μια γοητεία, μια δυνατή ώθηση που τον έσπρωχνε σε ανεξερεύνητα εδάφη. Ένα μυστήριο, σκέφτηκε, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια προς την επιβλητική εξώπορτα με το θυρεό των Μακ Γκρέγκορ. Δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στο μυστήριο, έπρεπε να το αποδομήσει στρώμα-στρώμα μέχρι να φτάσει στον πυρήνα του. Αν είχε αρχίσει να ερωτεύεται πράγματι την Γκουέν, έπρεπε να βεβαιωθεί, να ταξινομήσει τα γεγονότα, αλλά και τα αισθήματά του. Και, να πάρει η οργή, χρειαζόταν λίγη υποστήριξη. Δεν τον ξάφνιασε που η Άννα του άνοιξε η ίδια την πόρτα, όπως δεν τον ξάφνιασε και το ότι έδειχνε όμορφη και περιποιημένη. Η χαρά έδωσε μια ζεστή απόχρωση στα σκούρα μάτια της και άπλωσε τα όμορφα χέρια της να τον καλωσορίσει. «Μπράνσον, τι ωραία έκπληξη. Ο Ντάνιελ θα ενθουσιαστεί». «Είχα την ελπίδα ότι δε θα ήταν εδώ, ώστε να έχω την ευκαιρία να σε πείσω να τον εγκαταλείψεις και να το σκάσεις μαζί μου στη Βαρκελόνη». Η Άννα γέλασε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Πάρε τα χέρια σου από τη γυναίκα μου, ιρλανδέζικο σκυλί», ακούστηκε η βροντερή φωνή του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ, που κατέβηκε θεόρατος την κεντρική σκάλα μ’ ένα δολοφονικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. «Βαρκελόνη είπες; Τι νομίζεις, πως είμαι κουφός και τυφλός; Ακούς εκεί να έρχεσαι εδώ και να φλερτάρεις τη γυναίκα μου κάτω από τη μύτη μου». «Μ’ έπιασες στα πράσα. Ε, λοιπόν, είσαι πολύ καλύτερος άντρας από μένα, Μακ Γκρέγκορ, αφού τα κατάφερες και βρήκες μια τέτοια γυναίκα και την κράτησες όλα αυτά τα χρόνια». «Χα!» Ευχαριστημένος, ο Ντάνιελ έσφιξε τον Μπράνσον στην πελώρια αγκαλιά του, κόβοντάς του την ανάσα. Η δύναμή του δε θύμιζε σε τίποτε ενενηντάχρονο. «Τα ωραία λόγια κατάφεραν πάλι να σε σώσουν. Έλα να πιούμε ένα ποτό». «Τσάι», είπε αποφασιστικά η Άννα και κοίταξε λοξά τον άντρα της. Εκείνος έστρεψε τα ζωηρά γαλανά μάτια του στον ουρανό. «Άννα, το παιδί ήρθε από τη Βοστόνη μέσα στο κρύο και το χιόνι. Θα θέλει ουίσκι».


«Θα πιει τσάι, κι εσύ το ίδιο. Πέρασε στο σαλόνι, Μπράνσον. Θα έρθω αμέσως». «Άκου με που σου λέω, μ’ αυτή τη γυναίκα είναι αδύνατον πια να πιει ένας άντρας ένα ουίσκι σε τούτο το σπίτι αν δεν έχει πέσει ο ήλιος, αλλά και τότε είναι τυχερός αν καταφέρει να του σερβίρουν πάνω από δυο δάχτυλα». Ο Ντάνιελ είχε τυλίξει το μπράτσο του γύρω από τους ώμους του Μπράνσον για να τον οδηγήσει στο σαλόνι με το μεγάλο αναμμένο τζάκι, τις αστραφτερές αντίκες και τα έργα τέχνης στους τοίχους. «Το τσάι είναι μια χαρά για μένα», του είπε εκείνος. «Θέλω να έχουμε και οι δυο το κεφάλι μας καθαρό γι’ αυτό που ήρθα να συζητήσουμε». «Η μέρα που ένα ποτήρι ουίσκι θα θολώσει το μυαλό μου ή το μυαλό ενός βέρου Ιρλανδού θα είναι η πιο μαύρη μέρα στον κόσμο». Ο Ντάνιελ κάθισε, άπλωσε τα μακριά πόδια του και χάιδεψε την απαλή, λευκή γενειάδα του. «Είπες ότι θέλεις να συζητήσουμε κάτι;» ρώτησε. Ο τρόπος όμως που άστραψαν τα ζωηρά, γαλανά μάτια του τον πρόδωσε. «Ξέρεις, χρειάστηκα λίγο χρόνο για να συνειδητοποιήσω ότι το ένστικτο της Γκουέντολιν ήταν σωστό από την αρχή». «Της Γκουέν;» Ο Ντάνιελ σταύρωσε τα πελώρια χέρια του -η προσωποποίηση της αθωότητας. «Α, ναι, σωστά, σε βοηθάει με το βιβλίο σου. Και πώς πάει το πράγμα;» «Η βοήθεια ή το βιβλίο;» «Όποιο να ’ναι. Και τα δύο». «Το βιβλίο πάει πολύ καλά και μέχρι στιγμής η βοήθειά της ήταν ανεκτίμητη». «Ωραία, ωραία. Έξυπνο κορίτσι η Γκουένι μου, μυαλό διαμάντι. Έχει μοιάσει στη γιαγιά της -σε μια γυναίκα για την οποία δείχνεις να τρέφεις κάτι περισσότερο από αξιοπρεπή φιλία». «Γερο-ανακατωσούρα», μουρμούρισε ο Μπράνσον. «“Πήγαινε από το νοσοκομείο, αγόρι μου. Η Γκουέν είναι αυτή ακριβώς που χρειάζεσαι”». Ο Ντάνιελ χαμογέλασε πλατιά. Δεν είχε θεωρήσει ούτε στιγμή τον Μπράνσον Μαγκουάιρ αργόστροφο. Διαφορετικά δε θα τον είχε διαλέξει για την εγγονή του. «Και δεν ήταν;» Ο Μπράνσον κάθισε πίσω στην καρέκλα του. «Και τι νομίζεις ότι θα έλεγε εκείνη γι’ αυτό το κόλπο σου; Νομίζεις ότι θα σ’ ευχαριστούσε που μ’ έριξες στα πόδια της;» «Θα έλεγα ότι αυτό εξαρτάται από σένα».


«Τι έκανες πάλι, Ντάνιελ;» Η Άννα τσούλησε το τρόλεϊ με το τσάι, ρίχνοντας μια ματιά γεμάτη απόγνωση στον άντρα της. «Τίποτε. Δεν έκανα τίποτε απολύτως». «Με ζευγάρωσε με την εγγονή σου», της είπε ο Μπράνσον και σηκώθηκε να πάρει το δίσκο. «Την Γκουέντολιν». «Ντάνιελ». Η Άννα ύψωσε το πιγούνι της. «Δεν τα κουβεντιάσαμε αυτά; Δε συμφωνήσαμε ότι δε θ’ ανακατεύεσαι στη ζωή των παιδιών;» «Δεν ανακατεύτηκα, εγώ φρόντισα απλώς να γνωριστεί η Γκουέν μ’ έναν καλό νέο. Αυτό το έκανα από ενδιαφέρον, επειδή θέλω...» «Επειδή θέλεις ν’ ανακατεύεσαι σε όλα», αποτέλειωσε ο Μπράνσον και σέρβιρε τσάι στην Άννα. «Και το εκτιμώ». «Δεν ανακατεύομαι...» άρχισε να λέει ο Ντάνιελ, αλλά έκοψε στη μέση τη φράση του. Το βλέμμα του ήταν τώρα διαπεραστικό. «Ορίστε, τα βλέπεις; Το εκτιμά. Και γιατί να μην το κάνει; Μια όμορφη κοπέλα σαν την Γκουέν μας. Όμορφη, τακτική, αξιαγάπητη, από καλή οικογένεια». «Δε χρειάζεται να μου απαριθμήσεις τις αρετές της», είπε ξερά ο Μπράνσον και σέρβιρε ένα φλιτζάνι τσάι και στον Ντάνιελ. «Και ελπίζω να συγκρατηθείς και να μην αρχίσεις ν’ απαριθμείς τις όποιες αρετές νομίζεις ότι διαθέτω εγώ σ’ εκείνη και μου τα χαλάσεις προτού καλάκαλά προλάβω να ξεκινήσω». «Να ξεκινήσεις». Ο Ντάνιελ χτύπησε τη γροθιά του στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Είχες σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα μπροστά σου. Χρονοτριβείς». «Ντάνιελ». Υπομονή, είπε η Άννα στον εαυτό της. Μια ζωή με αυτό τον άντρα σίγουρα είχε αποκτήσει μεγάλα αποθέματα υπομονής. «Άφησε τον ήσυχο». «Αν τον αφήσω ήσυχο, θα φτάσουμε στον επόμενο αιώνα για να πετύχει το στόχο του». «Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ». «Ορίστε». Ο Ντάνιελ χτύπησε πάλι τη γροθιά του, αυτή τη φορά θριαμβευτικά. Ύστερα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;» «Η εγγονή σου δε συνεργάζεται». «Δε συνεργάζεται». Ο Ντάνιελ έστρεψε τα μάτια προς τον ουρανό. «Και εσύ γιατί δεν τη γοητεύεις; Πού είναι ο ρομαντισμός σου; Θα πρέπει να σ’ τα δώσω όλα γραπτά, παιδί μου, να σου καταγράψω τους τρόπους που χρησιμοποιεί ένας άντρας για να φλερτάρει μια γυναίκα;» Ο Μπράνσον μετακινήθηκε νευρικά στην καρέκλα του. «Το


φλερτάρω ίσως να είναι τελικά λάθος όρος». «Ω, αλήθεια;» Τα γαλανά μάτια του Ντάνιελ τον κοίταξαν διαπεραστικά. Το βλέμμα του ήταν δολοφονικό. «Και ποιος είναι ο όρος που έχεις εσύ κατά νου όταν σκέφτεσαι την εγγονή μου;» «Δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο». Ο Μπράνσον σήκωσε ψηλά τα χέρια για να επέλθει ηρεμία. «Ενδιαφέρομαι πολύ για εκείνη, με γοητεύει». Τι στο διάβολο, σκέφτηκε, ήταν με φίλους. «Την έχω μισοερωτευτεί». «Και με το άλλο μισό τι γίνεται;» Αυτή τη φορά η Άννα αρκέστηκε απλώς να γελάσει. «Ω, ο άντρας μου δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος». «Τι νόημα έχουν τα μισά πράγματα, που να πάρει η ευχή;» «Για μένα και το μισό είναι πολύ μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα ανταποκριθεί κι εκείνη. Κατάφερα να ζήσω τόσα χρόνια χωρίς να μου ραγίσει καμιά την καρδιά», είπε ο Μπράνσον στον Ντάνιελ. «Και ελπίζω αυτό να συνεχιστεί. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν έφτασες εδώ που έχεις φτάσει χωρίς να είσαι εξπέρ στις συμφωνίες, χωρίς να μπορείς να διαβάζεις τους ανθρώπους, να μαντεύεις τη δύναμη και τις αδυναμίες τους. Και το ξέρω ότι αγαπάς την οικογένειά σου. Άρα, θα πρέπει να ζύγισες τα υπέρ και τα κατά προτού αποφασίσεις ότι θα ταίριαζα με την Γκουέντολιν». «Είναι πολύ έξυπνο αυτό το παιδί, Άννα. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το συμπαθώ τόσο πολύ». «Μην ενθουσιάζεσαι υπερβολικά», τον προειδοποίησε ο Μπράνσον. «Εγώ δεν έχω αποφασίσει ακόμα ότι ταιριάζουμε. Αλλά», πρόσθεσε προτού προλάβει ο Ντάνιελ να εκραγεί, «θα ήθελα πάρα πολύ να ερευνήσω την πιθανότητα. Και μια κι εσύ γνωρίζεις την Γκουέντολιν...» «Τη φωνάζει Γκουέντολιν», είπε ο Ντάνιελ, δακρύζοντας ελαφρά. «Άκουσες ότι τη φωνάζει με ολόκληρο τ’ όνομά της, Άννα; Τι ρομαντικό». «Πάψε, Ντάνιελ», μουρμούρισε η Άννα, γιατί πράγματι το είχε ακούσει. «Εσείς τη γνωρίζετε όλη της τη ζωή», συνέχισε ο Μπράνσον. «Εγώ τη γνωρίζω μόλις μερικές βδομάδες. Τι θα λέγατε, λοιπόν, να μου δώσετε κάποιες πληροφορίες εκ των έσω, κάποια μυστικά;» «Εκτιμά την ειλικρίνεια», είπε η Άννα, κοιτάζοντας μια τον έναν άντρα και μια τον άλλον. «Δε σκοπεύω να είμαι ανειλικρινής μαζί της». Ο Μπράνσον


χαμογέλασε και ένα λακκάκι σχηματίστηκε στο μάγουλό του. «Απλώς σκοπεύω να εκμεταλλευτώ μια στρωμένη κατάσταση». «Η εγγονή μου χρειάζεται να την ξεμυαλίσεις», του είπε ο Ντάνιελ. «Της άρεσαν πάντα τα παραμύθια». «Η εγγονή μου χρειάζεται να είναι προσγειωμένη», τον διόρθωσε η Άννα. «Η Γκουέν περηφανεύεται πάντα για τη δύναμη και την ανεξαρτησία της». «Η εγγονή μου χρειάζεται φεγγαρόφωτο, τριαντάφυλλα και γλυκόλογα». «Η εγγονή μου χρειάζεται ακεραιότητα και σεβασμό, μια ισότιμη σχέση». Ο Μπράνσον ξεφύσηξε. «Ε, όλα αυτά με βοηθάνε πολύ», είπε και κούνησε σαστισμένος το κεφάλι του όταν είδε τον Ντάνιελ και την Άννα να ξεσπάνε ταυτόχρονα σε γέλια. «Μήπως έχασα κάποιο αστείο;» «Δεν είχες γεννηθεί, δεν είχε γεννηθεί ούτε καν ο πατέρας σου, για να ξέρεις για τι μιλάμε», του είπε ο Ντάνιελ και έπιασε το χέρι της Άννας. «Άρα με το δίκιο σου το έχασες. Σου είπα ότι η Γκουέν μοιάζει με τη γιαγιά της και είναι αλήθεια. Αυτά που σου είπαμε ότι χρειάζεται τα χρειάζεται όλα. Όπως τα χρειαζόταν και η αξιαγάπητη Άννα Γουάιτφιλντ και τα απαίτησε, εξήντα χρόνια πριν, από έναν αδέξιο Σκοτσέζο, ο οποίος την ερωτεύτηκε παράφορα με την πρώτη ματιά όταν την αντίκρισε μέσα σε μια ροζ τουαλέτα στον καλοκαιρινό χορό των Ντόναχιου». «Και μολονότι χρειάστηκε σκληρή δουλειά», μουρμούρισε εκείνη, «κατάφερα να τα πάρω όλα. Και ακόμη περισσότερα. Απλώς να είσαι ο εαυτός σου, Μπράνσον, και άφησε κι εκείνη να είναι ο εαυτός της. Είναι ένα καλό ξεκίνημα». ***

Η Γκουέν μπήκε στην αλέα της τα μεσάνυχτα, νιώθοντας πολύ χαρούμενη που είχε επιμείνει να πάρει το δικό της αμάξι. Δε θα μπορούσε να είχε περάσει πιο βαρετό βράδυ στη ζωή της, εκτός κι αν ήταν σε κώμα. Δεν είχε αντίρρηση για τις φιλανθρωπικές βραδιές του νοσοκομείου, δεν είχε αντίρρηση να κάνει παρέα με τον Γκρεγκ. Ο συνδυασμός όμως των δύο την ίδια βραδιά ήταν ο ορισμός της ανίας. Και αν το χέρι του τύχαινε να βρει μία ακόμη φορά το δρόμο για το πόδι της κάτω από το τραπέζι, τότε ο χειρουργός θα χρειαζόταν επέμβαση. Η Γκουέν φαντάστηκε τον Μπράνσον να της ψιθυρίζει μεστά σχόλια για τους πομπώδεις λόγους και εκείνη να παλεύει να συγκρατήσει


τα γέλια της για να μη γίνει ρεζίλι. Θα είχε πολλά να της πει για το χλιαρό και λαστιχωτό κοτόπουλο Κιέβου που υποτίθεται ότι είχε φάει. Και πιθανότατα θα είχαν χορέψει αντί να κουβεντιάζουν για ενενήντα λεπτά τα πλεονεκτήματα της χειρουργικής με λέιζερ, προτού αποφασίσει εκείνη να ζητήσει διακριτικά συγνώμη και να αποχωρήσει. Μα γιατί σκεφτόταν τον Μπράνσον; Κούνησε το κεφάλι της και βγήκε από το αμάξι. Δεν ήθελε ούτε καν να βγει μαζί του. Εκείνο που ήθελε πραγματικά ήταν να γυρίσει σπίτι και να κουλουριαστεί μπροστά στο τζάκι μ’ ένα μπράντι κι ένα καλό βιβλίο. Μια όμως και ήταν πολύ αργά γι’ αυτό τώρα, θα συμβιβαζόταν μ’ ένα ζεστό κρεβάτι που θα της πρόσφερε τη λήθη. Είχε φτάσει σχεδόν στην πόρτα όταν είδε τη γλαστρούλα με το δεντράκι κάτω από το φως της βεράντας. Σαστισμένη, κοντοκάθισε και κοίταξε το ψεύτικο πουλάκι που ήταν στερεωμένο σ’ ένα κλαδί, απ’ όπου κρέμονταν χρυσαφένια, μεταξωτά αχλάδια. Είδε την κάρτα, έγραφε τ’ όνομά της. Την πήρε και την άνοιξε: Πες πως αυτή είναι η πρώτη μέρα των Χριστουγέννων. Μπραν Μια πέρδικα πάνω σε μια μικρή αχλαδιά, σκέφτηκε η Γκουέν. Αναστέναξε βαθιά, σφίγγοντας την κάρτα στην αγκαλιά της. Τι απίστευτα γλυκό. Έσυρε τα δάχτυλά της πάνω σ’ ένα γυαλιστερό αχλάδι, το είδε να κουνιέται ενώ εκείνη χαμογελούσε χαζά στο πολύχρωμο στρουμπουλό πουλί. Συνειδητοποίησε, τόσο απότομα που αναγκάστηκε να καθίσει κάτω, δίπλα στο αστείο δεντράκι, ότι είχε μπλέξει πολύ άσχημα.


Κεφάλαιο 15 Η Γκουέν βγήκε από το χειρουργείο τρία, τρίβοντας τα δάχτυλά της για να της περάσουν οι κράμπες. Η εγχείρηση ήταν δύσκολη και είχε κρατήσει πολλές ώρες, αλλά χαιρόταν που της είχαν επιτρέψει να βοηθήσει. Είχε περάσει δέκα ώρες όρθια και σκέφτηκε πως αν ήταν τυχερή θα σχολούσε σύντομα και θα έφευγε από το νοσοκομείο γεμάτη αισιοδοξία. Είδε τον Μπράνσον να την περιμένει στο διάδρομο και αποφάσισε πως η παρουσία του εκεί τόνωνε ακόμα περισσότερο την προηγούμενη αισιοδοξία της. «Μου είπαν ότι ήσουν εδώ πάνω και προσπαθούσες να συναρμολογήσεις έναν τύπο». «Βοηθούσα», τον διόρθωσε. «Αλλά για τη συναρμολόγηση έχεις δίκιο. Ήταν ένας τριανταεξάχρονος που χειρίστηκε απρόσεκτα, μα πάρα πολύ απρόσεκτα το αλυσοπρίονο». «Άουτς». «Πιστεύω ότι καταφέραμε να σώσουμε το χέρι του». Η Γκουέν γύρισε δεξιά και αριστερά το κεφάλι της για να ξεμουδιάσει ο πιασμένος σβέρκος της και πάτησε το κουμπί του ασανσέρ. «Ο δόκτωρ Μέριτ είναι ο καλύτερος στο είδος του. Δε γνωρίζω κανέναν άλλο γιατρό που θα μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε εκείνος σήμερα. Μεγάλο τραύμα, μεγάλη απώλεια αίματος, κακώσεις στους μυς και τα νεύρα. Και ο ασθενής δεν ήταν και ο καλύτερος υποψήφιος για μια πολύωρη εγχείρηση· ήταν τουλάχιστον κατά πενήντα κιλά υπέρβαρος. Θα μπορέσει όμως μια χαρά να ξαναπέσει το αλυσοπρίονο για να κόψει το χριστουγεννιάτικο δέντρο του τον επόμενο Δεκέμβρη». «Εσύ έκοψες το δικό σου;» «Χριστουγεννιάτικο δέντρο;» Η Γκουέν μπήκε στα Επείγοντα και χάρηκε που επικρατούσε ησυχία. «Αυτό το Σαββατοκύριακο». Έριξε μια γρήγορη ματιά στον πίνακα με τα περιστατικά και διαπίστωσε ότι δεν τη χρειάζονταν. «Θα πάω για έναν καφέ. Εσύ θέλεις;»


«Τελείωσε η βάρδια σου, έτσι δεν είναι;» «Σε δέκα λεπτά». Η Γκουέν μπήκε στο σαλόνι και πήγε γραμμή στην καφετιέρα. «Δεν περίμενα να περάσεις σήμερα». «Είχα να φροντίσω κάποια πράγματα», της απάντησε ο Μπράνσον και έβγαλε ένα κουτάκι από την τσέπη του. «Αυτό είναι ένα από αυτά». Η Γκουέν έμεινε με την καφετιέρα στο χέρι να κοιτάζει το όμορφο ασημένιο κουτάκι με το φιόγκο. «Μπράνσον, θα πρέπει να το σταματήσεις αυτό». «Γιατί;» «Δεν μπορείς να μου κάνεις συνέχεια δώρα». «Γιατί;» Της χαμογέλασε. «Τα προηγούμενα σου άρεσαν -και εξάλλου πρέπει να ολοκληρώσω και τους δώδεκα στίχους του τραγουδιού». Η μικρή αχλαδιά, σκέφτηκε η Γκουέν, η όμορφη μικρή καρφίτσα με τα περιστεράκια, οι τρεις αστείες πορσελάνινες πάπιες και τα τέσσερα κουρδιστά πλαστικά πουλιά που τιτίβιζαν. «Όταν φτάσεις στις εννιά κυρίες που χορεύουν, θα έχεις πρόβλημα». «Έχω το σχέδιό μου και γι’ αυτό. Έλα, άνοιξέ το». Ο Μπράνσον πήρε την καφετιέρα από τα χέρια της, της έδωσε το κουτάκι και σέρβιρε δυο φλιτζάνια καφέ ο ίδιος. Η Γκουέν ήταν γοητευμένη και το ήξεραν και οι δυο τους. Άκουσε τον αδύναμο αναστεναγμό της όταν άνοιξε το κουτί και είδε τη μακριά αλυσίδα με τα πέντε δαχτυλίδια πλεγμένα περίτεχνα μέσα της. «Πώς το καταφέρνεις αυτό;» «Με υπομονή και αποφασιστικότητα. Με επιμονή». Ο Μπράνσον άφησε κάτω τα φλιτζάνια. «Έλα, δώσε μου να σου το φορέσω». Πήρε το κολιέ και το πέρασε από το κεφάλι της, και το είδε ν’ αστράφτει πάνω στο πράσινο σκουφάκι της. «Θα λανσάρεις καινούρια μόδα». Η Γκουέν έπιασε την αλυσίδα με το χέρι της. «Δε θα έπρεπε να το δεχτώ». «Και βέβαια θα έπρεπε. Το θέλεις». «Φυσικά και το θέλω», του είπε με κάποια απόγνωση. «Είναι όμορφο, χαριτωμένο». Η Γκουέν δεν έβγαζε νόημα. Μόλις που γνωρίζονταν οι δυο τους. Δεν του είχε δώσει καθόλου θάρρος. Απλώς δεν ήταν αυτό το επόμενο βήμα που ήθελε να κάνει στη ζωή της. «Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε.


«Γιατί εξακολουθώ να νιώθω εκείνο το κάτι για σένα». Ο Μπράνσον έσκυψε και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. Λάτρευε αυτό το μείγμα σαστιμάρας και τσαντίλας στα μάτια της. «Και φαίνεται να μεγαλώνει. Γιατί δεν αλλάζεις, να φορέσεις κάτι λιγότερο τρομακτικό και να βγούμε έξω;» Τύλιξε τα μπράτσα του στη μέση της. «Να δοκιμάσουμε επιτέλους εκείνο το δείπνο με τα κεριά». «Δεν είμαι ντυμένη για δείπνο». «Είσαι υπέροχη. Πανέμορφη. Τέλεια». Ο Μπράνσον την ένιωσε να διστάζει, να μαλακώνει, να είναι έτοιμη να παραδοθεί. «Θέλω να είμαι μαζί σου, Γκουέντολιν. Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου. Δε θυμάμαι να έχω θελήσει κάτι τόσο πολύ στη ζωή μου -και έχω θελήσει πολλά πράγματα». Η Γκουέν ένιωσε να παρασύρεται από το φιλί του, από τον ίδιο, προτού προλάβει να αντισταθεί. «Από τη μέρα που μπήκες στη ζωή μου δεν έχω πάρει ανάσα». «Μην πάρεις», της απάντησε εκείνος, ξαφνικά πολύ ανυπόμονος. «Ξέχνα το. Και έλα μαζί μου». Το στόμα του ήταν τώρα απαιτητικό, κατακτητικό, έσβησε κάθε σκέψη διαμαρτυρίας, παρασύροντάς τη στο σκοτεινό κόσμο του δικού του πάθους. «Για όνομα του Θεού, Γκουέντολιν, άφησέ με να σε αγγίξω». «Θέλω...» Πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της, έπλεξε τα δάχτυλά της στα σκούρα ξανθά μαλλιά του, τα έκανε γροθιές. «Σε θέλω. Δεν παίζω παιχνίδια, ούτε κάνω νάζια». Η Γκουέν τραβήχτηκε πίσω για να μπορέσει να τον κοιτάξει στα μάτια. «Δε θέλησα ποτέ κανέναν άλλον τόσο πολύ ώστε να τον αφήσω να με αγγίξει». Ο Μπράνσον χρειάστηκε λίγο χρόνο για να τιθασεύσει την τρικυμία που φούντωνε στο κορμί του. Για να καταφέρει να ξεθολώσει το μυαλό του και να συνειδητοποιήσει αυτό που του έλεγε. Ανέγγιχτη. Αθώα. Τελικά ήταν η πριγκίπισσα του παραμυθιού. Αυτόματα η λαβή του έγινε πιο τρυφερή. «Είναι αδύνατον να φανταστείς τι σημαίνει αυτό για μένα. Δε θέλω να σε πληγώσω». «Δεν είναι αυτό που φοβάμαι». Η Γκουέν έκανε ένα βήμα πίσω και χτένισε τα μαλλιά με τα δάχτυλά της. «Είμαι γιατρός και...» Τα μάτια της στένεψαν όταν τον άκουσε να γελάει. «Γιατί γελάς;» «Μπορεί κάποια πράγματα να έχουν να κάνουν με την ανατομία, γιατρέ, αλλά δεν έχουν καμιά σχέση με την ιατρική. Και πίστεψέ με, δε θα σκέφτεσαι καθόλου ως γιατρός όταν θα κάνω έρωτα μαζί σου». «Δεν είπα ακόμα ότι θα κάνεις», τον αντέκρουσε απλά. Το αυτάρεσκο χαμόγελο και η εγωκεντρική, φαλλοκρατική συμπεριφορά


του την εκνεύρισαν αρκετά ώστε να ξαναβρεί κάποια ισορροπία. «Και αν συνεχίσεις να βρίσκεις τόσο διασκεδαστική την έλλειψη πείρας από μέρους μου στο συγκεκριμένο τομέα...» «Δε βρίσκω καθόλου διασκεδαστική την έλλειψη πείρας από μέρους σου σ’ αυτό τον τομέα. Τη βρίσκω ερωτική. Απίστευτα ερωτική. Και θα ήθελα ν’ αλλάξω την πρόσκληση για δείπνο σε πρόσκληση για σουπέ. Αργά, πολύ αργά. Θέλω χρόνο, θέλω να σου προσφέρω...» Άπλωσε το χέρι του, έπιασε την αλυσίδα και την τράβηξε προς το μέρος του. «...κάθε είδους εμπειρία στο συγκεκριμένο τομέα». «Δεν αποφάσισα», άρχισε να λέει η Γκουέν και την πλημμύρισε ανακούφιση όταν χτύπησε ο βομβητής της. «Συγνώμη». Τραβήχτηκε πίσω και έστρεψε υπό γωνία το βομβητή της ώστε να μπορέσει να διαβάσει τον κωδικό του. Έκανε αμέσως μεταβολή, άνοιξε την πόρτα και έψαξε να βρει τον επικεφαλής της βάρδιας. «Ωραία, Μπλέιντ, είδα ότι δεν είχες φύγει ακόμα. Έρχεται ένα επείγον περιστατικό. Ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Έχει τραύματα από σφαίρες στο στήθος και την κοιλιά. Θα πρέπει να φτάσει σε δύο λεπτά». Ο Μπράνσον την είδε να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του. Η ξαναμμένη και ελαφρά τσαντισμένη γυναίκα έγινε τώρα μια γυναίκα ψύχραιμη με ατσαλένια δύναμη. Οι κινήσεις της ήταν γρήγορες. Προχωρούσε ήδη προς τη βαριά σιδερένια πόρτα όταν η σειρήνα του ασθενοφόρου έσκισε την ησυχία. Οι τραυματιοφορείς μετέφεραν το αγόρι πάνω στο φορείο ενώ η Γκουέν έτρεχε δίπλα τους και κρατούσε νοερά σημειώσεις για τις ζωτικές λειτουργίες του και τις πρώτες βοήθειες που του είχαν προσφέρει. Την είδε ν’ αρπάζει τα γάντια και μια ρόμπα, ενώ μια νοσοκόμα τής έβαλε τα προστατευτικά γυαλιά. Μέσα σε δευτερόλεπτα τα χέρια της ήταν γεμάτα αίμα. To αγόρι φορούσε δερμάτινο μπουφάν, παρατήρησε ο Μπράνσον, και μαύρα παπούτσια του μπάσκετ. Ένας άντρας και μια γυναίκα μπήκαν τρέχοντας πίσω από το φορείο. Έκλαιγαν και οι δύο, ρωτούσαν, παρακαλούσαν απαιτούσαν. «Απαγορεύεται να βρίσκεστε εδώ», τους πέταξε η Γκουέν, περνώντας ένα σωληνάκι στην τραχεία του αγοριού. «Χρειάζεται άμεση βοήθεια. Γουάλας», διέταξε, γυρίζοντας σε μια νοσοκόμα. «Φέρε μου δέκα φιάλες Ο-. Πλήρες αίμα». «Θα γίνει καλά. Δε θα γίνει καλά;» Η γυναίκα προσπάθησε να σταματήσει τη νοσοκόμα που πήγαινε προς την πόρτα. «Γύριζε σπίτι από


ένα φίλο του. Περπατούσε στο δρόμο. Το μωρό μου. Ο Σκότι μου». Η μυρωδιά της θλίψης και του τρόμου υπερίσχυε ακόμα και αυτής του αίματος. «Ο Σκότι βρίσκεται σε καλά χέρια τώρα», είπε η Γουάλας, απομακρύνοντας τους γονείς από την πόρτα. «Η δόκτωρ Μπλειντ είναι η καλύτερη. Πρέπει να την αφήσετε να κάνει τη δουλειά της». Τα χέρια της κινούνταν γρήγορα, το μυαλό της παρέμενε συγκεντρωμένο. Ένας πίδακας αίματος πετάχτηκε και τη βρήκε στο στήθος. «Αντλία. Σφιγκτήρα». «Η πίεση πέφτει. Χάνω το σφυγμό». Η Γκουέν έδωσε οδηγίες για ορούς, τεστ, διασταύρωση της ομάδας αίματος του θύματος. Τα λόγια της έσκιζαν τον αέρα, ενώ τα χέρια της πάσχιζαν να θεραπεύσουν. Αλλά το μυαλό, η ψυχρή λογική, την προειδοποιούσε ότι ήταν ανώφελο. «Εκπλύνετε το τραύμα, δεν μπορώ να δω πού στην ευχή... Βρήκα το σημείο εξόδου της σφαίρας. Κάποιος να φύγει και να φροντίσει να είναι τα πάντα έτοιμα στο ακτινολογικό. Θέλω να μάθω πόσες σφαίρες έφαγε αυτό το παιδί. Έλα, Σκότι, έλα, μείνε μαζί μου». Πάλευε για τον μικρό, ο ιδρώτας κυλούσε στην πλάτη της, αλλά δεν του έδινε σημασία. Τα μάτια της είχαν την άγρια λάμψη του πολεμιστή. Καμιά φορά, το ήξερε, μπορούσες να νικήσεις το θάνατο. Ή, κι αν δεν τον νικούσες, να τον ξεγελάσεις. Τόση ζημιά σ’ ένα τόσο εύθραυστο κορμάκι. Δεν άφησε όμως τον εαυτό της να το σκεφτεί αυτό, επικεντρώθηκε μόνο στο κάθε βήμα που έπρεπε να κάνει, στην κάθε ανάγκη, στην κάθε απάντηση. Η ώρα κυλούσε και το ιατρικό προσωπικό μπαινόβγαινε ασταμάτητα στην αίθουσα. Όταν οι παλμοί του σταμάτησαν, η Γκουέν δεν ανέκοψε το ρυθμό της. «Ηλεκτροσόκ. Τώρα!» Άρπαξε τις παιδιατρικές κουτάλες και μέτρησε ένα, δύο, τρία. «Απομακρυνθείτε». Το κορμάκι του αναπήδησε, αλλά η καρδιά του δεν ανταποκρίθηκε. «Ξανά. Έλα, που να πάρει η ευχή, έλα». Στο δεύτερο ηλεκτροσόκ το μόνιτορ κατέγραψε έναν παλμό. «Φέρτε του ένεση επινεφρίνης. Αυτός είναι ο τρόπος». Τώρα στο μυαλό της ήταν μόνο οι δυο τους, αντιμέτωποι με το αναπόφευκτο. «Κράτα λίγο ακόμα. Είναι έτοιμοι στο χειρουργείο;» «Σε αναμονή». «Η πίεση πέφτει. Δεν έχουμε σφυγμό». Η Γκουέν σκαρφάλωσε βρίζοντας πάνω στο φορείο και καβάλησε τον μικρό. «Πάρτε τον. Βιαστείτε», διέταξε και άρχισε να


κάνει τεχνητή αναπνοή. «Τον χάνουμε». Είχε μαύρες μπουκλίτσες και έμοιαζε με κοιμισμένο αγγελούδι. Η Γκουέν διέταξε τον εαυτό της να μην προσέχει τέτοιες λεπτομέρειες, να μη σκέφτεται, απλώς να ενεργεί. «Θέλω άλλες δυο φιάλες αίματος. Να γίνει αμέσως μετάγγιση. Πάμε, κουνηθείτε, ελάτε να τον ανεβάσουμε πάνω». Έβγαλαν το φορείο στο διάδρομο. Η Γκουέν εξακολουθούσε να είναι σκαρφαλωμένη πάνω και να πιέζει ρυθμικά το στήθος του αγοριού. Ακόμα και όταν οι γονείς έτρεξαν προς το μέρος τους και προσπάθησαν να πιαστούν από το φορείο, εκείνη δεν τράβηξε στιγμή το βλέμμα της από το πρόσωπο του μικρού. Η τελευταία εικόνα που χαράχτηκε στο μυαλό του Μπράνσον ήταν η άγρια αποφασιστικότητα στα μάτια της την ώρα που έκλειναν οι πόρτες του ασανσέρ. ***

Και όταν οι πόρτες ξανάνοιξαν δυο ώρες αργότερα, είδε πάλι τα μάτια της, μόνο που τώρα καθρέφτιζαν το θάνατο του αγοριού. «Γκουέντολιν...» Εκείνη κούνησε απλώς το κεφάλι της. Τον προσπέρασε και πήγε στο γραφείο της ρεσεψιόν. Αργά, πήρε το βιβλίο συμβάντων, κατέγραψε το περιστατικό και χτύπησε την κάρτα της. Αμίλητη, πήγε στο σαλόνι και πλησίασε στο ντουλαπάκι της. «Λυπάμαι», της είπε ο Μπράνσον από πίσω. «Συμβαίνουν αυτά. Ήταν φευγάτος από την ώρα που τον έφεραν. Έφυγε τη στιγμή που η σφαίρα καρφώθηκε στην καρδιά του». Έβγαλε τη ρόμπα της και πήρε από το ντουλαπάκι μια μάλλινη ζακέτα. «Δεν έπρεπε να με περιμένεις, Μπράνσον. Είμαι πολύ κουρασμένη για κοινωνικές εξόδους απόψε. Πάω σπίτι». «Θα σε πάω εγώ». «Έχω το αμάξι μου», του απάντησε, παίρνοντας το παλτό και την τσάντα της. «Δε σ’ αφήνω μόνη τη στιγμή που είσαι καταστενοχωρημένη». «Δεν είμαι καταστενοχωρημένη. Αυτός δεν είναι ο πρώτος ασθενής που έχασα, ούτε θα είναι ο τελευταίος». Η Γκουέν φόρεσε το παλτό της και βρήκε τα γάντια στην τσέπη της, όπου τα είχε χώσει εδώ και ώρες. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Χρησιμοποιήσαμε όλα τα μέσα και τις γνώσεις που διαθέταμε. Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε». Τα χέρια της ήταν μουδιασμένα και άκαμπτα καθώς έσπρωχνε την πόρτα.


Ο Μπράνσον περίμενε να βγουν έξω. Το χιόνι στροβιλίστηκε γύρω τους και κάθισε στα μαλλιά της. «Θα σε πάω σπίτι με το αυτοκίνητό μου». «Παράτα με ήσυχη». Η Γκουέν απομάκρυνε το χέρι του από το μπράτσο της και γύρισε απότομα προς το μέρος του. Η πίεση στο στήθος της ήταν τρομακτική, αφόρητη. «Είμαι απόλυτα ικανή να πάω όπου θέλω με το δικό μου αμάξι. Δε σε θέλω, δε σε έχω ανάγκη. Δεν...» Η Γκουέν σταμάτησε, έχοντας φρίξει με τον εαυτό της. Πίεσε τα δάχτυλα στα μάτια της. «Συγνώμη. Συγνώμη. Όχι, σε παρακαλώ». Βιάστηκε να κουνήσει το κεφάλι της προτού προλάβει ο Μπράνσον να την αγγίξει πάλι. «Έχω ανάγκη να περπατήσω». «Τότε θα περπατήσουμε», της απάντησε εκείνος και έχωσε τα χέρια στις τσέπες του.


Κεφάλαιο 16 Ο αέρας ήταν κρύος και οι λευκές νιφάδες στροβιλίζονταν γύρω τους. Προχώρησαν προς το ποτάμι αμίλητοι, ακούγοντας τη σταθερή βοή των αυτοκινήτων. Τα φώτα στους δρόμους ήταν αναμμένα, τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια άστραφταν. Σε μια γωνιά, ένας ντυμένος Αγιοβασίλης χτυπούσε το καμπανάκι του καθώς τον προσπερνούσαν βιαστικά οι περαστικοί. Τα Χριστούγεννα, σκέφτηκε η Γκουέν, ήταν η περίοδος για παιδικά γέλια, για οικογενειακή ζωή, για μυστικά, για χαρά. Αλλά για τη μοίρα -αν πίστευε κάποιος σ’ αυτή- κάθε μέρα, κάθε εποχή, ήταν ίδια με τις άλλες. «Δεν μπορείς να το αφήσεις να σ’ επηρεάσει», είπε η Γκουέν στο τέλος. Τα χέρια της ήταν παγωμένα και κουρασμένα. Τα έχωσε στις τσέπες της, αντί να κάνει τον κόπο να φορέσει τα γάντια της. «Αν το κάνεις, χάνεις το πλεονέκτημα, αρχίζεις ν’ αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου, για τις ικανότητές σου. Ύστερα, την επόμενη φορά, μπροστά στον επόμενο ασθενή δεν είσαι συγκεντρωμένος. Δεν μπορείς να το αφήσεις να σ’ επηρεάσει. Το ξέρω αυτό». «Αλλά αν δεν αφήσεις κανένα περιστατικό να σ’ επηρεάσει, τότε χάνεις την ανθρωπιά σου, αυτό που σε κάνει να νοιάζεσαι ώστε να δώσεις πάλι τη μάχη σου την επόμενη φορά, για τον επόμενο ασθενή σου». «Είναι πολύ δύσκολο να τραβήξεις τη διαχωριστική γραμμή», μουρμούρισε η Γκουέν. «Όσο και να προσπαθήσεις να βαδίσεις σε μια ευθεία, κάποια στιγμή καταλήγεις να γέρνεις από τη μια ή από την άλλη μεριά της γραμμής». Σταμάτησε και κοίταξε το νερό. Αγαπούσε τούτο το μέρος, τούτη την πόλη με την τρελή κίνηση, τα ωραία παλιά κτίρια, τα όμορφα κανάλια. Αγαπούσε την ιστορία και την περηφάνια των κατοικούν της. Μόνο που αυτή τη στιγμή όλα αυτά δεν την παρηγορούσαν. Ανήκαν κι αυτά σ’ έναν κόσμο που μπορούσε να φανεί αδυσώπητος για τους ανίσχυρους.


«Δεν ήθελα να τον χάσω. Το μυαλό μου με προειδοποίησε ότι αυτή θα ήταν η κατάληξη από την πρώτη στιγμή που διαπίστωσα τη σοβαρότητα των τραυμάτων του. Αλλά καμιά φορά πετυχαίνεις ένα θαύμα. Άλλοτε πάλι, όχι». Έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που ο Μπράνσον δεν έκανε κάποιο σχόλιο, που κατάλαβε ότι είχε ανάγκη να τα βγάλει όλα αυτά από μέσα της. «Αντέχω. Μπορώ ν’ αντέξω τις ώρες, το άγχος, την πίεση. Ήταν επιλογή μου αυτό. Έχω εκπαιδευτεί για να αντέχω. Μπορώ ν’ αντέξω όλες τις διατυπώσεις και τη γραφειοκρατία. Τους άξεστους ασθενείς, τους ναρκομανείς και αυτούς που κάνουν καταχρήσεις. Μπορώ ν’ αντέξω τις ζωές που χάνονται. Είναι κάτι που συμβαίνει τόσο συχνά που σχεδόν σταματάς να το προσέχεις. Και ξαφνικά...» Η φωνή της τρεμούλιασε και πίεσε τα δάχτυλα στα μάτια της. «Ήταν μόλις δώδεκα χρονών». Αυτή τη φορά ο Μπράνσον μίλησε, για να της πει το μόνο που μπορούσε να πει κανείς. «Εσύ έκανες ό,τι μπορούσες». «Αυτό δε φαίνεται να έχει καμιά σημασία όταν δεν είναι αρκετό». «Το ξέρεις ότι δεν είναι έτσι». Ο Μπράνσον γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του. Το μόνο του μέλημα ήταν εκείνη. Είδε ένα δάκρυ να κυλά από τα τρυφερά, βιολετιά μάτια της. «Πόσες ζωές έσωσες σήμερα, αυτή τη βδομάδα, αυτόν το χρόνο;» «Όταν δω έναν άνθρωπο που πονάει, που υποφέρει, τις περισσότερες φορές ξέρω ότι μπορώ να τον κάνω καλά· ή τουλάχιστον να προσπαθήσω». «Και το κάνεις», της είπε ήρεμα ο Μπράνσον. «Όσο και να σου στοιχίζει, το κάνεις». «Έχω ανάγκη να το κάνω. Και ξέρω ότι υπάρχουν φορές που, ό,τι και να κάνεις, όσο σκληρά και να δουλέψεις με την ομάδα σου, θα χάσεις. Είναι κάτι λογικό, είναι η πραγματικότητα, και όμως ένα κομμάτι του εαυτού μου απλώς δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ξέρω ότι μόλις σήμερα το πρωί αυτό το αγοράκι σηκώθηκε από το κρεβάτι του, έφαγε το πρωινό του. Μπορεί να έτρεξε για να προλάβει το σχολικό του και να πέρασε τη μέρα του στην τάξη ονειροπολώντας. Στη συνέχεια, επειδή έτυχε να περνάει από λάθος δρόμο τη λάθος ώρα, η ζωή του τελείωσε. Όλα αυτά που θα ήθελε να κάνει δε θα γίνουν ποτέ». Η Γκουέν γύρισε και άρχισε πάλι να περπατάει. «Έπρεπε να ορίσω την ώρα θανάτου», συνέχισε. «Ήταν δικός μου ο ασθενής και έπρεπε να ορίσω εγώ την ώρα θανάτου. Πρέπει να μάθεις να αποδέχεσαι τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις. Κοιτάζεις το ρολόι και


σημειώνεις την ώρα. Έχουν τελειώσει όλα. Έπρεπε να βγω και να το ανακοινώσω στους γονείς του». «Γκουέντολιν, αυτό που κάνεις είναι πολύ γενναίο. Είναι αξιοθαύμαστο». Ο Μπράνσον πήρε τα χέρια της στα δικά του και άρχισε να τα τρίβει αυτόματα για να τα ζεστάνει. «Αυτό που νιώθεις είναι γενναίο. Και αξιοθαύμαστο». Έφερε τα χέρια της στα χείλη του. «Μου κόβει την ανάσα». Η Γκουέν αναστέναξε και τον άφησε να την τραβήξει κοντά του, ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. «Συγνώμη που σου μίλησα απότομα πριν». «Σσσ». Φίλησε τα μαλλιά της. Αυτό θα πει παρηγοριά, σκέφτηκε εκείνη. Ένας άντρας να γείρεις πάνω του. Τον χρειαζόταν, σήκωσε το κεφάλι της, το στόμα της βρήκε το δικό του και αναζήτησε την ηρεμία στο φιλί του. Η ζεστασιά που της πρόσφερε ελάφρυνε τον πόνο, τον μαλάκωσε. «Μπράνσον». Η Γκουέν προσπάθησε να χαμογελάσει όταν εκείνος σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της με τους αντίχειρές του. «Αν με θέλεις, θα έρθω μαζί σου τώρα». Ο Μπράνσον ένιωσε τους μυς του στομαχιού του να δένονται κόμπο. Το χέρι του έμεινε ακίνητο στο μάγουλό της, πίεσε όμως τον εαυτό του να το αφήσει να κατέβει και να χαϊδέψει τον ώμο της. «Και βέβαια σε θέλω. Αλλά δεν μπορώ να σου ζητήσω να έρθεις μαζί μου τώρα». «Μα...» Η Γκουέν έκλεισε τα μάτια της όταν ένιωσε τα χείλη του να χαϊδεύουν το μέτωπό της. «Με εμπνέεις να σεβαστώ κάποιους κανόνες στο παιχνίδι. Αυτή τη στιγμή τρέμεις και είσαι ευάλωτη. Θα ήταν εύκολο να πείσω τον εαυτό μου ότι, αν σου έκανα έρωτα, θα σε παρηγορούσα, θ’ αποσπούσα το μυαλό σου από κάποια πράγματα». «Δε θα το έκανες;» «Ναι, αλλά ταυτόχρονα θα εκμεταλλευόμουν και τη στιγμή. Δε θα το κάνω αυτό μαζί σου». Δεν μπορούσε να το κάνει, συνειδητοποίησε, γιατί ήθελε κάτι πολύ περισσότερο από μια στιγμή μαζί της. «Δε σε καταλαβαίνω. Σκέφτηκα ότι θα προτιμούσες να έχεις το πλεονέκτημα». «Όχι με αυτό τον τρόπο. Η πρώτη φορά που θα κάνουμε έρωτα δε θα είναι επειδή είσαι δυστυχισμένη ή επειδή νιώθεις ευγνώμων που σε άκουσα. Όταν σε αγγίξω, όταν θα με αφήσεις να το κάνω, αυτό δε θέλω να έχει σχέση με τίποτε πέρα από εμάς τους δύο».


«Αν διστάζεις επειδή δεν έχω ξαναπάει με άντρα...» «Διστάζω επειδή πρόκειται για σένα. Έχεις σημασία για μένα, Γκουέντολιν». Χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. «Πολύ μεγάλη σημασία. Γι’ αυτό θα φροντίσω να σιγουρευτώ ότι θα φας βραδινό και στη συνέχεια θα σε πάω σπίτι και, αν χρειαστεί, θα σε βάλω ο ίδιος στο κρεβάτι για να είμαι βέβαιος ότι θα κοιμηθείς». Αυτή τη φορά η Γκουέν χαμογέλασε. «Δεν έχω ανάγκη να με φροντίζουν, Μπράνσον». «Το ξέρω. Γι’ αυτό με μαγεύει τόσο η ιδέα να σε φροντίσω. Απόψε δε θα σου αφήσω καμιά επιλογή πάνω στο θέμα. Κρυώνεις», πρόσθεσε και την αγκάλιασε από τους ώμους καθώς έπαιρναν πάλι το δρόμο προς το νοσοκομείο. «Εκτιμώ την κίνηση, αλλά είμαι καλά τώρα. Και έχω στ’ αλήθεια το αμάξι μου, έτσι...» «Πρέπει να φας». «Δεν πεινάω». «Θα φας», της είπε απλά, βλέποντας το μικρό εστιατόριο μισό τετράγωνο από το νοσοκομείο. «Εδώ μέσα σερβίρουν αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι. Απλή, αυθεντική αμερικανική τροφή». «Το σέρβις εδώ είναι απαίσιο και η ποιότητα του φαγητού αμφίβολη». «Ωραία. Αυτό θα προσθέσει και λίγη περιπέτεια στην υπόθεση». Τα μαλλιά του χρύσισαν στο σκοτάδι καθώς την τραβούσε προς την πόρτα. «Δόκτορ Μπλέιντ, πιστεύω ότι είμαστε έτοιμοι να βγούμε το πρώτο μας ραντεβού». Η Γκουέν τον κοίταξε καθώς τραβούσε τη βαριά πόρτα με το φιμέ τζάμι. Οι μυρωδιές και η ζέστη την τύλιξαν αμέσως και οι τεράστιες, κακόγουστες χριστουγεννιάτικες μπάλες που κρέμονταν από το ταβάνι της έφτιαξαν το κέφι. «Εντάξει. Γιατί όχι;» Το μπαρ ήταν γεμάτο. Έκανε ζέστη και άκουγες ένα βουητό από φωνές. Η Γκουέν δεν άκουσε τι είπε ο Μπράνσον στη σερβιτόρα, είδε όμως το διπλωμένο χαρτονόμισμα που της γλίστρησε στο χέρι. Και μέσα σε ενενήντα δευτερόλεπτα βρέθηκαν να κάθονται σ’ ένα γωνιακό τραπέζι στην τραπεζαρία του μαγαζιού. «Δε βρισκόμαστε σε μαγαζί όπου χρειάζεται να δωροδοκήσεις τον μαιτρ», παρατήρησε η Γκουέν, γλιστρώντας πάνω στο φθαρμένο δερμάτινο πάγκο. «Έπιασε, δεν έπιασε;» της είπε και το λακκάκι εμφανίστηκε πάλι στο μάγουλό του. «Είχες ανάγκη να καθίσεις και μάλιστα όσο γινόταν


πιο μακριά από εκείνη τη μάζα κρεάτων εκεί πέρα». «Είναι δημοφιλές στέκι για εργένηδες», του είπε η Γκουέν και άφησε το κεφάλι της να ακουμπήσει πίσω στην ψηλή πλάτη του καθίσματος. «Έρχονται πολλοί εδώ από το νοσοκομείο για να φλερτάρουν ή για να κόψουν κίνηση». Γέλασε όταν τον είδε να υψώνει το φρύδι του. «Όχι, εγώ δεν έρχομαι συχνά εδώ, γιατί σπάνια έχω την ενέργεια για να φλερτάρω ή να κόψω κίνηση». «Δε θα πλήγωνε τον εγωισμό μου, αν έβαζες λίγο ενθουσιασμό για το πρώτο απόψε». Ο Μπράνσον πήρε αποφασιστικά το χέρι της στο δικό του και κοίταξε τη σερβιτόρα που τους πλησίασε. «Θα παραγγείλουμε μια και καλή το ποτό και το φαγητό μας», της είπε και παρήγγειλε το κρασί της επιλογής του, τα ορεκτικά και το κρέας, ενώ η κοπέλα πάσχιζε ακόμα να βγάλει το μπλοκ της. «Το κρέας μισοψημένο», της επανέλαβε, «και θα θέλαμε κι ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό. Αλήθεια, πώς είπες ότι σε λένε;» «Κρίσταλ», μουρμούρισε συνοφρυωμένη εκείνη και κατέγραψε την παραγγελία του. «Κρίσταλ, θα το εκτιμούσαμε αν μαζί με τα ποτά μάς έφερνες κι ένα πανεράκι με ψωμάκια από την κουζίνα. Η κυρία είχε μια πολύ δύσκολη μέρα και είναι κουρασμένη. Και εσύ πρέπει να ξέρεις πόσο ατελείωτη μοιάζει η μέρα όταν είσαι κουρασμένος». Της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο όλο συμπάθεια και η Κρίσταλ έπαψε να είναι συνοφρυωμένη. «Θα έλεγα ότι το ξέρω· και πολύ καλά μάλιστα. Θα φροντίσω να σας εξυπηρετήσω αμέσως». Η Γκουέν περίμενε να φύγει η σερβιτόρα και ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μπράνσον, παρήγγειλες για μένα χωρίς ούτε καν να με ρωτήσεις;» «Δε θα μου γίνει συνήθεια», της απάντησε αβίαστα εκείνος. «Το μυαλό σου είναι κουρασμένο και δε χρειάζεται να το σκοτίσεις με αποφάσεις. Εκείνο που σου χρειάζεται είναι να χαλαρώσεις και να φας κόκκινο κρέας για να ξαναγεμίσεις τις μπαταρίες σου. Και εγώ σ’ τα παρέχω όλα αυτά. Για να σου δείξω μάλιστα ότι δεν έχω κρυφά σχέδια, την επόμενη φορά που θα βγούμε για φαγητό, μπορείς να παραγγείλεις εσύ για μένα». «Αλήθεια;» Του χαμογέλασε ωμά. «Τι θα έλεγες για συκωτάκια;» Ο Μπράνσον έκανε μια γκριμάτσα. «Θα ήμουν πανευτυχής να μη βάλω ποτέ στο στόμα μου εντόσθια ζώου». «Να το θυμηθείς αυτό την επόμενη φορά που θ’ αποφασίσεις μόνος σου τι θα φάω εγώ για βραδινό».


«Σύμφωνοι. Πότε είναι το επόμενο ρεπό σου;» «Έχω το μισό Σάββατο και όλη την Κυριακή». «Θα βγεις μαζί μου το Σάββατο το βράδυ; Μπορείς να διαλέξεις εσύ το πού και το πότε». Η Γκουέν ύψωσε το ένα της φρύδι. «Παίζουν τους Γάμους του Φίγκαρο στο Ωδείο. Ποια είναι η σχέση σου με την όπερα;» «Μου αρέσει πολύ». Η Γκουέν ανοιγόκλεισε δυο φορές τα μάτια της. «Αλήθεια;» «Μου αρέσει να σε ξαφνιάζω πότε πότε», της είπε ο Μπράνσον και γύρισε χαμογελαστός προς τη σερβιτόρα. «Ευχαριστώ, Κρίσταλ». Πήρε ένα ψωμάκι από το καλαθάκι, το έκοψε στα δύο, το βουτύρωσε και έδωσε το μισό στην Γκουέν. «Και μου αρέσει ιδιαίτερα ο Μότσαρτ. Θα περάσω να σε πάρω στις εφτά. Και μπορούμε να δειπνήσουμε αργά, μετά την παράσταση, αν δεν έχεις αντίρρηση». «Ναι, υποθέτω πως θα μπορούσαμε». «Ωραία. Και στη συνέχεια θα ήθελα να μείνεις μαζί μου, να κάνεις έρωτα μαζί μου. Και να κοιμηθείς μαζί μου, να ξυπνήσεις την Κυριακή το πρωί με την ησυχία σου και να απολαύσουμε το πρόγευμά μας στο κρεβάτι. Αν δεν έχεις αντίρρηση». Η Γκουέν κατάπιε το ψωμί της και ήπιε μια γουλιά από το μεταλλικό νερό που της είχε σερβίρει ο Μπράνσον για να πάει κάτω. «Ναι», κατάφερε να πει. «Υποθέτω ότι δεν έχω». ***

«Για να δω», είπε η Τζούλια με το που είδε την Γκουέν να μπαίνει στο σπίτι. «Ω, μακάρι να είχα καταφέρει να έρθω κι εγώ μαζί σου για ψώνια. Λόρα, η Γκουέν γύρισε και είναι φορτωμένη σακούλες». «Είναι εδώ η Λόρα;» «Κάνει επιδρομή στο ψυγείο. Φυσικά». Η Τζούλια άρπαξε μια τσάντα κι έτρεξε στο σαλόνι. «Λέει ότι ο Ρόις την έβγαλε από το πρωί για ν’ αγοράσουν πράγματα για το μωρό και την ξεθέωσε, δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της». «Τι αγόρασαν;» «Τίποτε ακόμα. Κατά τα φαινόμενα, απλώς χάζευαν. Πολύ θα ήθελα να δω τον Ρόις να χαζεύει πορτ μπεμπέ». «Περιορίσαμε τις επιλογές μας σε τρία». Η Λόρα μπήκε στο δωμάτιο, καρφώνοντας με το πιρούνι της σπαγγέτι από ένα μπολ. «Αλλά έχουμε μεγάλη διαφορά απόψεων ως προς την κούνια». Η Γκουέν σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα απέναντι από το παραφορτωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. «Δε φαίνεσαι καθόλου


εξαντλημένη», της είπε σαν να την κατηγορούσε. Το αντίθετο, σκέφτηκε, λάμπεις, γεμάτη ζωντάνια και υγεία. Τα σκούρα μάτια της ξαδέρφης της άστραφταν και η χρυσαφένια επιδερμίδα της λαμποκοπούσε. «Δεν είμαι, όταν όμως άρχισε να μου λέει ν’ αγοράσουμε και κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια για ν’ ακούμε το μωρό, τότε το έσκασα». «Ε, εγώ πάντως είμαι εξαντλημένη». Η Γκουέν έτριψε την πατούσα του ποδιού της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Μύρισε τα αρώματα του έλατου, της κανέλας και του μηλόξυλου. Αυτή ήταν η ευωδιά του σπιτιού τους. «Καλά να πάθω αφού περίμενα να φτάσω στο παραπέντε για ν’ αγοράσω φόρεμα. Δε χρειαζόμουν καινούριο φόρεμα». «Και βέβαια χρειαζόσουν, γι’ αυτό σ’ το είπα», παρατήρησε η Τζούλια, ανοίγοντας την πρώτη σακούλα. «Ένα σπουδαίο ραντεβού απαιτεί ένα σπουδαίο φόρεμα». «Λάθος σακούλα». «Ω;» Η Τζούλια πλατάγισε τη γλώσσα της όταν άνοιξε το χαρτί κι έβγαλε από μέσα τις ροζ, δαντελωτές ζαρτιέρες. «Θα έλεγα πως αυτό εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς». «Μου φεύγουν συνέχεια πόντοι στα καλσόν μου», άρχισε να λέει η Γκουέν. «Σκέφτηκα πως θα ήταν πιο πρακτικό αν...» Ύστερα γέλασε και ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Εντάξει, θέλω να του πάρω τα μυαλά». «Πίστεψέ με, όταν σε δει με αυτές, δε θα του μείνει καθόλου μυαλό». Η Τζούλια έβγαλε και το ασορτί σουτιέν. Ένα μικροσκοπικό, λευκό τριανταφυλλάκι στόλιζε το μπροστινό κούμπωμα. «Ω γλυκιά μου, θα τον αφανίσεις». Η Λόρα άφησε το μπολ με τα μακαρόνια και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας της Γκουέν. «Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός;» «Θέλω να είναι αυτός». «Σίγουρα είναι δύσκολο ν’ αντισταθείς σε κάποιον που σου στέλνει εφτά κρυστάλλινους κύκνους». «Θα περάσει από δω σε δυο ώρες», είπε η Τζούλια. «Γιατί δε μένεις να τον γνωρίσεις;» «Θα έμενα, αλλά έχω ένα καυτό ραντεβού με τον άντρα μου. Έλα, Γκουέν, δείξε μας το φόρεμα». «Εντάξει, αλλά να θυμάστε πως έφαγα τέσσερις ώρες για να το βρω, γι’ αυτό θέλω καλά σχόλια». Πήρε το κουτί από τη σακούλα, σηκώθηκε, άνοιξε το καπάκι και έβγαλε από μέσα ένα μακρύ, στενό βελούδινο φόρεμα σε βαθύ ροζ χρώμα. «Είναι πανέμορφο», ψέλλισε η Τζούλια.


«Δε βρίσκετε ότι το σιρίτι με τις πέρλες στο λαιμό και τις μανσέτες το κάνει λίγο παραφορτωμένο;» «Εγώ το βρίσκω τέλειο για σένα». Η Λόρα άπλωσε το χέρι της και έσυρε το δάχτυλό της πάνω στο απαλό ύφασμα. «Κλασικό, κομψό». «Δεν είναι ιδιαίτερα σέξι. Προσπάθησα να βρω κάτι πιο... αποκαλυπτικό, υποθέτω, αλλά όλο σ’ αυτό γύριζα». «Είναι και παραείναι σέξι», διαφώνησε μαζί της η Τζούλια. «Ψηλός γιακάς, μακριά, κολλητά μανίκια, μακρύ ως τους αστραγάλους. Θα τον φάει η περιέργεια για το τι κρύβεται από κάτω. Και όταν θα το ανακαλύψει... Ε, ξέρεις να κάνεις τεχνητή αναπνοή, άρα μάλλον θα επιζήσει». «Νιώθεις νευρική;» θέλησε να μάθει η Λόρα. «Όχι». Η Γκουέν χαμογέλασε, διπλώνοντας πάλι προσεκτικά το φουστάνι στο χαρτί του. «Είναι η κατάλληλη στιγμή, με τον κατάλληλο άντρα· είναι... τέλεια. Τώρα θα ανέβω πάνω να απολαύσω ένα νωχελικό αφρόλουτρο και να ξοδέψω δύο φορές περισσότερο χρόνο για τα μαλλιά και το μακιγιάζ μου». Μάζεψε τις σακούλες της και βγήκε από το δωμάτιο. «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό τον τύπο;» ρώτησε η Λόρα την Τζούλια όταν η Γκουέν ανέβηκε πάνω. «Σου λέω, είναι τρελός και παλαβός μαζί της. Και είναι ο πρώτος που κατάφερε να την κάνει να ονειροβατεί». «Ναι, είναι ωραίο να βλέπεις αυτό το ονειροπόλο βλέμμα στα μάτια της». Η Λόρα τεντώθηκε, νιώθοντας τεμπέλα και απόλυτα ευχαριστημένη. «Πού πήγε και τον βρήκε ο Μακ Γκρέγκορ;» «Παλιά οικογενειακή γνωριμία. Η Γκουέν δεν πιστεύει ότι κινεί ο παππούς τα νήματα». Η Λόρα γέλασε και πήρε πάλι το μπολ με τα μακαρόνια. «Τι χαζή. Ο παππούς πάντα κινεί τα νήματα». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Και ξέρεις κάτι, Τζουλς, αν η Γκουέν καταλήξει να κάνει μια σοβαρή σχέση με αυτό τον άντρα που της διάλεξε ο παππούς, τότε ο Μακ Γκρέγκορ δε θ’ αργήσει να στρέψει την προσοχή του σ’ εσένα». «Εγώ τον έχω μυριστεί». Η Τζούλια χαμογέλασε αυτάρεσκα και για να το διασκεδάσει, πήρε έναν πάνινο Αγιοβασίλη που έμοιαζε πολύ στον Ντάνιελ και μ’ ένα γρήγορο γύρισμα του καρπού της τον εκσφενδόνισε μακριά. «Κι όταν είσαι προετοιμασμένος, φίλε μου», είπε στον Αγιοβασίλη, «μπορείς και ν’ αμυνθείς». Η Λόρα ξεφύσηξε, βλέποντας το χαμόγελο που ήταν ζωγραφισμένο στη χαρούμενη φατσούλα με τη γενειάδα, και στη


συνέχεια χαμογέλασε στην ξαδέρφη της. «Συνέχισε να το πιστεύεις αυτό». ***

Στις εφτά ακριβώς, η Γκουέν άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Ένιωθε ήρεμη, σίγουρη, χαλαρή. Τα διαμάντια που της είχαν χαρίσει οι γονείς της όταν αποφοίτησε από την ιατρική έλαμπαν στ’ αυτιά της, προσφέροντάς της αυτοπεποίθηση. Το αραχνοΰφαντο εσώρουχο που φορούσε κάτω από το κομψό φόρεμά της την έκανε να νιώθει θηλυκή και παμπόνηρη, πράγμα που τη διασκέδαζε. Έριξε την εσάρπα της πάνω στην κουπαστή της σκάλας τη στιγμή ακριβώς που χτυπούσε το κουδούνι. Όσο ήρεμη όμως και να ήταν, κλονίστηκε, έστω και φευγαλέα, όταν άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε τον Μπράνσον με σμόκιν κι ένα μπουκέτο άσπρα τριαντάφυλλα στο χέρι. «Αχ, τι όμορφα που είναι». «Περίμενε». Ο Μπράνσον έμεινε ακίνητος εκεί όπου στεκόταν και την κοίταξε. «Είσαι τέλεια, Γκουέντολιν, μου κόβεις την ανάσα». «Τότε δε θα σου αποκαλύψω πόσο σκληρά εργάστηκα για να το πετύχω». Του χαμογέλασε και πήρε τα τριαντάφυλλα από τα χέρια του. «Θέλω να τα βάλω στο νερό πριν φύγουμε. Δε σε πειράζει να περιμένεις». «Όχι». Ο Μπράνσον πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Δε με πειράζει να περιμένω».


Κεφάλαιο 17 Το σαλόνι της σουίτας του Μπράνσον ήταν γεμάτο λευκά τριαντάφυλλα που μόλις είχαν αρχίσει ν’ ανοίγουν τα πανέμορφα πέταλά τους, ενώ λευκά κεριά γλύκαιναν την ατμόσφαιρα με το απαλό φως και τη μυρωδιά τους. Ένα μικρό τραπέζι ήταν στρωμένο κάτω από το παράθυρο, οι κουρτίνες του ήταν τραβηγμένες στο πλάι και έβλεπες τα φώτα της πόλης. Τα ασημένια μαχαιροπίρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια άστραφταν πάνω στο λευκό λινό τραπεζομάντιλο. Η Γκουέν ένιωσε την καρδιά της να φουσκώνει. «Έχεις ξωτικά;» μουρμούρισε. «Μόνο ένα πολύ ικανό προσωπικό ξενοδοχείου», της απάντησε ο Μπράνσον και πήρε την εσάρπα της. «Τους τηλεφώνησα λίγο πριν φύγουμε από το θέατρο, ώστε να είναι όλα έτοιμα». «Μπήκες σε πολύ κόπο». «Κάθε άλλο. Μου αρέσει να στήνω το κατάλληλο σκηνικό». Άφησε την εσάρπα της, έφερε το χέρι της στο στόμα του και χάιδεψε την παλάμη της με τα χείλη του. «Και το έστησα και για τους δυο μας. Βέβαια, παρήγγειλα φαγητό χωρίς να σε συμβουλευτώ». «Νομίζω πως αυτή τη φορά μπορώ να το παραβλέψω». «Παρήγγειλα κρύα πιάτα για να μην ανησυχούμε μήπως κρυώσουν. Πεινάς ή να ξεκινήσουμε με σαμπάνια;» «Η σαμπάνια είναι τέλεια». «Αυτό θέλω κι εγώ, να είναι τα πάντα τέλεια για σένα απόψε». Ο Μπράνσον πήρε ένα τριαντάφυλλο μπουμπούκι από το τραπέζι και της το έδωσε προτού βγάλει την μπουκάλα της σαμπάνιας από την ασημένια παγωνιέρα. «Την πρώτη φορά που σε είδα, νόμιζα πως παρακολουθούσα ένα αριστοτεχνικά χορογραφημένο μπαλέτο». Η Γκουέν έγειρε το κεφάλι της και χαμογέλασε αχνά όταν άκουσε το πνιχτό παφ του φελλού. «Οι χορεύτριες είναι πολύ πιο ανθεκτικές απ’ όσο πιστεύουν οι περισσότεροι». «Οι καλές χορεύτριες είναι δυνατές, αφοσιωμένες στη δουλειά


τους, ακούραστες. Αλλά μου θύμισες και τις νεράιδες και τις πριγκίπισσες των παραμυθιών». Ο Μπράνσον της έδωσε ένα ποτήρι σαμπάνια. «Είναι και αυτές πολύ πιο δυνατές και ανθεκτικές απ’ όσο πιστεύουν οι περισσότεροι. Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να μη θέλεις να σώσεις μια πριγκίπισσα, να μη θέλεις να την αγαπήσεις». «Από τι θα με έσωζες, Μπράνσον;» «Για μια νύχτα, μια μόνο νύχτα, θα σ’ έσωζα από την πραγματικότητα». Τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό του. «Στα παραμύθια και το ευτυχισμένο τέλος τους». «Εντάξει». Η Γκουέν ήπιε μια γουλιά σαμπάνια κι άφησε τις φυσαλίδες να χαϊδέψουν μεθυστικά τη γλώσσα της. «Αλλά αυτή η στιγμή είναι η πραγματικότητα και δε χρειάζεται να με σώσει κανείς από αυτή. Δε θέλω να με σώσει κανείς από αυτή. Δε χρειάζεται να με σαγηνεύσεις, Μπράνσον. Βρίσκομαι εδώ γιατί το θέλω. Γιατί σε θέλω». «Είναι μεγάλη μου χαρά να σε σαγηνεύσω, Γκουέντολιν», της είπε εκείνος και ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Το στόμα του κάλυψε τρυφερά το δικό της. Η Γκουέν δεν ένιωθε νευρική, όχι ακόμα. Κι εκείνος την ήθελε νευρική. Ήθελε να δει εκείνα τα υπέροχα μάτια της να σκουραίνουν από τον εκνευρισμό, από την ανάγκη, από τη γνώση. Αργά, μεθοδικά, θα ξεγύμνωνε την πρακτική πλευρά της μέχρι ν’ αποκαλύψει το ρομαντισμό που έκρυβε μέσα της. Αυτό το ρομαντικό στοιχείο της θα αφύπνιζε και θα ικανοποιούσε. Και θα το λάτρευε. Και όταν θα ολοκληρωνόταν η αποκάλυψη, τότε θα της πρόσφερε ό,τι είχε και δεν είχε, ολόκληρο τον εαυτό του. «Έλα». Πήρε μια φράουλα και την έχωσε μέσα σε λευκή σοκολάτα. «Δοκίμασε». Η Γκουέν άνοιξε το στόμα της όταν της πλησίασε το φρούτο στα χείλη και άφησε το άρωμα και τη γλύκα του να της ποτίσουν τη γλώσσα. «Είναι υπέροχη». «Φάε κι άλλη». Ο Μπράνσον συνέχισε να την ταΐζει με μικρές μπουκίτσες, δίνοντάς της πεταχτά φιλιά ανάμεσα, προκαλώντας της επιτέλους το πρώτο ρίγος. «Το μόνο που θέλω από σένα είναι να μου λες τι σου αρέσει, να μου λες πότε θέλεις κάτι περισσότερο και πότε λιγότερο». Αγγίζοντας μόνο το πρόσωπό της, βάθυνε αργά, βασανιστικά αργά, το φιλί του. «Πότε θα είσαι έτοιμη για όλα».


«Δεν είμαι εύθραυστη», του απάντησε η Γκουέν, αλλά η φωνή της έτρεμε. Ο Μπράνσον την ταξίδευε σε μέρη που δεν είχε πάει ποτέ της και τα πρώτα βήματα τη ζάλισαν. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς». «Μπορεί να μην είσαι εύθραυστη, αλλά είσαι πολύτιμη». Ο Μπράνσον πήρε το ποτήρι από τα δάχτυλά της που έτρεμαν και το ακούμπησε στο πλάι. Τα μάτια του την κοιτούσαν σκοτεινά και επίμονα. «Και απόψε είσαι δική μου». Η καρδιά αναπήδησε στο στήθος της όταν τη σήκωσε στα χέρια του. Μπορεί να ήταν χαζό, αλλά με τη φαντασία της τον είδε σαν τον ιππότη που την άρπαξε και την κάθισε στο κάτασπρο άτι του, ενώ η σιδερένια πανοπλία του άστραφτε κάτω από τον ήλιο. Τα χείλη της χαμογελούσαν όταν τ’ ακούμπησε στο λαιμό του. «Με συναρπάζεις». «Το θέλω. Το έχω ανάγκη». Τα σκεπάσματα ήταν τραβηγμένα και τα ροδοπέταλα στο κρεβάτι έκαναν την καρδιά της κομμάτια. Τα κεριά έλουζαν και τούτο το δωμάτιο με το απαλό τρεμουλιαστό φως τους. «Εδώ δε μετράει ο χρόνος», της είπε ο Μπράνσον όταν την έστησε όρθια δίπλα στο κρεβάτι. «Εδώ δεν υπάρχει άλλος κόσμος εκτός από τον δικό μας. Δεν υπάρχει κανένας άλλος πέρα από εμάς τους δυο. Μόνο εσύ, Γκουέντολιν, κι εγώ». Τον πίστεψε. Αυτός ο κόσμος που είχε φτιάξει για εκείνη ήταν η μόνη πραγματικότητα που ήθελε ή χρειαζόταν απόψε. Σήκωσε τα μπράτσα της, τα τύλιξε γύρω του και αφέθηκε να γλιστρήσει στον κόσμο του. Σ’ εκείνον. Το στόμα του ήταν υπομονετικό, πειστικό, κτητικό τη μια στιγμή, πειρακτικό την άλλη. Η Γκουέν παρέπαιε, ζαλισμένη από την επίθεση, η απαλή μυρωδιά των κεριών και των ρόδων έκανε το κεφάλι της να γυρίζει. Άγγιξε με. Σαν να το είχε προφέρει φωναχτά, τα χέρια του σύρθηκαν πάνω από το βελούδο στα πλευρά της, διαγράφοντας τις καμπύλες της. Kι άλλο. Κι αλλο. Το στόμα του ταξίδεψε στην καμπύλη του λαιμού της ως το σιρίτι με τις πέρλες. Και αργά, πόντο πόντο, τα δάχτυλά του άρχισαν να κατεβάζουν το φερμουάρ στην πλάτη της για ν’ αποκαλύψει επιτέλους τη σάρκα της. Κάτω από το βελούδο το μετάξι, σκέφτηκε. Ζεστό και έτοιμο. Δε χρειάστηκε να καταβάλει καμιά προσπάθεια για να είναι τρυφερός, να μη βιάζεται. Η επιθυμία του για αυτή ήταν αντίστοιχη με την ανάγκη του να προσφέρει. Τη γύρισε έτσι ώστε το στόμα του να μπορέσει να γευτεί


τη βάση του λαιμού της, την καμπύλη του ώμου της. Όταν η Γκουέν σήκωσε το χέρι της και το τύλιξε γύρω του, το αίμα άρχισε να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες του. Το στόμα του όμως παρέμεινε υπομονετικό, τα χέρια του τρυφερά. Η Γκουέν ανατρίχιασε και έγειρε πίσω όταν οι παλάμες του αγκάλιασαν τα στήθη της, όταν έσυρε τους αντίχειρές του στην απαλή καμπύλη τους, όταν τους κατέβασε στην κοιλάδα που σχημάτιζαν ανάμεσά τους. Και τα βογκητά τους έσμιξαν τη στιγμή που ο Μπράνσον κατέβασε το φόρεμα από τους ώμους της και το άφησε να απλωθεί σαν λίμνη στα πόδια της. «Θεέ μου». Δεν περίμενε ποτέ ν’ ανακαλύψει αυτό το φαντασμαγορικό θέαμα από κάτω. Είχε προετοιμαστεί για την αποκάλυψη του κορμιού της και τον πόθο που θα ξυπνούσε μέσα του. Αλλά τα ροζ αραχνοΰφαντα εσώρουχα έκαναν τα δάχτυλά του να τη γραπώσουν άγρια από τους ώμους και να τη γυρίσουν πάλι προς το μέρος του. Η λαγνεία που αντίκρισε η Γκουέν στα θολά μάτια του έκανε την καρδιά της να πεταρίσει άγρια στο στήθος της. Όταν το βλέμμα του έφυγε από το δικό της και άρχισε να ταξιδεύει αργά προς τα κάτω, ένιωσε το δέρμα της να φουντώνει και το μυαλό της να ταξιδεύει. «Ήθελα να σου κάνω... έκπληξη», κατάφερε να ψελλίσει κι έκανε ένα αυθόρμητο βήμα προς τα πίσω όταν τα μάτια του, σχεδόν μαύρα τώρα, αναζήτησαν πάλι τα δικά της. Το βλέμμα τους δεν ήταν πια και τόσο πολιτισμένο. Στα ροζ και τα λευκά, η Γκουέν έμοιαζε μ’ ένα γλυκό, απαγορευμένο καρπό πίσω από ένα διάφανο τζάμι. Και ο Μπράνσον ήθελε να κομματιάσει αυτό το εμπόδιο και να μπήξει τα δόντια του στη ζουμερή σάρκα της, να την καταβροχθίσει. Φρέναρε όμως τον πόθο του και άγγιξε απαλά με τ’ ακροδάχτυλά του την ελαφριά καμπύλη πάνω από το ροζ μεταξωτό. «Με άφησες με το στόμα ανοιχτό». Πώς μπορούσε να την αγγίζει τόσο τρυφερά, ενώ καθρέφτιζε τέτοια βία το βλέμμα του; Η Γκουέν έλυσε τη γραβάτα του με χέρι που έτρεμε, ξεκούμπωσε τα κουμπιά του. «Θέλω να σε δω». Να την η νευρικότητα, σκέφτηκε ο Μπράνσον. Ο φόβος που παιχνίδιζε στο βλέμμα της και ας μην έκανε ούτε ένα βήμα πίσω. Όταν ένιωσε και το τρέμουλο των ικανών εκείνων χεριών της, δε χρειάστηκε τίποτε άλλο για να παραδοθεί στον έρωτα. «Κοίταξέ με», της ψιθύρισε τη στιγμή που τα χέρια της


παραμέριζαν το λευκό, επίσημο πουκάμισό του. «Θέλω να βλέπω τα μάτια σου όταν σε αγγίζω. Θέλω να βλέπω τι νιώθεις όταν τα χέρια μου βρίσκονται πάνω σου. Έτσι». Έσυρε το χέρι του στη σάρκα της πάνω από τη λεπτή κάλτσα. Τα μάτια της έγιναν πελώρια και η ανάσα πιάστηκε στο λαιμό της όταν εκείνος ξεκούμπωσε την μπροστινή ζαρτιέρα. «Τρέμεις. Δεν ξέρεις πόσο το θέλω αυτό». Ο Μπράνσον ξεκούμπωσε και την άλλη ζαρτιέρα. «Αλλά αυτό που θέλω περισσότερο είναι η πλήρης... παράδοση». Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και κάλυψε το κορμί της με το δικό του. Το στόμα του συνέτριψε στην κυριολεξία το δικό της, δίνοντάς της μια γεύση των σκοτεινών επιθυμιών του, του τρόπου που έβραζε το αίμα στις φλέβες του. Ύστερα έγινε πάλι τρυφερό, αφήνοντάς τη σαστισμένη και αβέβαιη. Αν τα πρώτα της βήματα σε τούτο τον κόσμο που είχε δημιουργήσει εκείνος για χάρη της της προκαλούσαν μια μικρή ζάλη, τώρα την έκαναν να παραπαίει. Τα χείλη του συνέχισαν το ταξίδι τους προς τα κάτω, απολαμβάνοντας τη γεύση της σάρκας της, ενώ τα χέρια του ανέβηκαν προς τα πάνω για να τη χαϊδέψουν. Η φωτιά που φούντωσε μέσα της της έκαψε τα σωθικά, αλλά η ηδονή μαλάκωσε τον πόνο όταν της έβγαλε το σουτιέν και τα χείλη του χάιδεψαν το στήθος της. Τότε η φωτιά έσβησε, αφήνοντας μια γλυκιά ζεστασιά. Κανείς δεν την είχε αγγίξει ποτέ έτσι. Κανείς δεν είχε ξυπνήσει μέσα της τόσο αντικρουόμενες και ισχυρές συγκινήσεις. Ροδοπέταλα κολλούσαν στη σάρκα της, γλυκά, ρομαντικά φιλιά, το φως των κεριών παιχνίδιζε πάνω στις κλειστές βλεφαρίδες της. Η φωνή του, ψιθυριστή, της έδινε υποσχέσεις, την επιδοκίμαζε, την υπνώτιζε. Και ταυτόχρονα, τα τρυφερά χέρια του έκαναν το σφυγμό της να χτυπάει σαν ταμπούρλο, ενώ το νωχελικό χάδι των χειλιών του της έκλεβε την ανάσα. Ο Μπράνσον ήθελε να της προσφέρει τα πάντα. Και ήθελε να πάρει όλα όσα είχε να του προσφέρει εκείνη. Κατέβασε τις κάλτσες στους λεπτούς γοφούς της και ενθουσιάστηκε όταν άκουσε την ανάσα της να βαραίνει και είδε τις κινήσεις της να γίνονται ανυπόμονες. Όταν τον άγγιξε μ’ εκείνα τα κομψά και επιδέξια χέρια της, όταν τα δάχτυλά της άρχισαν να εξερευνούν κάθε γωνιά του κορμιού του, ο Μπράνσον αναζήτησε και πάλι το στόμα της, διαφορετικά θα πέθαινε. Όταν έβγαλε το πουκάμισό του και η σάρκα του γλίστρησε πάνω στη δική της, η Γκουέν βόγκηξε. Αυτό ήταν που ήθελε, αυτή την


οικειότητα, το κορμί του πάνω στο κορμί της, το μυαλό του στο ίδιο μήκος κύματος με το δικό της. Ξέχασε την προηγούμενη νευρικότητά της, χαμογέλασε με τα χείλη της πάνω στα δικά του και πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. Η ηδονή ήταν δροσερή, μεταξένια και αφέθηκε να την τυλίξει. Ο Μπράνσον ήξερε ότι η Γκουέν ταξίδευε, πετούσε. Ο νωχελικός στεναγμός της του πρόσφερε καινούριες συγκινήσεις. Αργά, πολύ αργά, βάλθηκε να την ανεβάσει ακόμα πιο ψηλά. Οι στεναγμοί της έγιναν τώρα βογκητά, τα μάτια της άνοιξαν ξαφνικά σοκαρισμένα. Το κορμί της σχημάτισε τόξο κάτω από το δικό του, αποζητώντας περισσότερα. Η μια συγκίνηση διαδεχόταν την άλλη. Η Γκουέν κούνησε μια φορά το κεφάλι της, σαν να ήθελε ν’ αρνηθεί αυτό που συνέβαινε μέσα της. Ο Μπράνσον είχε καρφώσει το βλέμμα του στο πρόσωπό της και κατέγραφε κάθε της έκφραση. Και τα χέρια του... ω, τα χέρια του ήταν αεικίνητα. Η Γκουέν φούντωσε, ένιωσε να βρίσκεται στη δίνη μιας αστραπής. Η ανάσα είχε παγιδευτεί στο λαιμό της. Η ηδονή ήταν ξαφνικά ανείπωτη, συναρπαστική. Άκουσε το βογκητό της, το ένιωσε να σχηματίζεται μέσα της και ν’ αντηχεί στον αέρα που είχε βαρύνει ξαφνικά. Έφτασε στην κορυφή και στη συνέχεια άρχισε να κατρακυλάει. «Μπράνσον». «Ξανά». Ο Μπράνσον δεν ήθελε να την αφήσει να πάρει ανάσα, να της δώσει το περιθώριο να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Κοιτάζοντας την πάντα, θαμπωμένος στην κυριολεξία από εκείνη, την παρότρυνε να ακολουθήσει το επόμενο κύμα. Και όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν έτοιμη, όταν σιγουρεύτηκε ότι η ηδονή της θα ήταν ισχυρότερη από τον πόνο, άφησε κι εκείνος ελεύθερο τον εαυτό του να την κατακτήσει. Τώρα ήταν μέσα της, την είχε γεμίσει, η Γκουέν ακολούθησε το ρυθμό του. Της ήταν κάτι απόλυτα φυσικό, όπως η ανάσα της. Παραδόθηκε ολοκληρωτικά. Και όταν το στόμα του αναζήτησε πάλι το δικό της, του ανταπέδωσε το ίδιο άπληστα το φιλί. Και όταν τα χέρια του κάλυψαν τα δικά της, τα έσφιξε δυνατά για να ολοκληρώσει την ένωση. Αργά, τρυφερά, απόλαυσαν ο ένας τον άλλον. Το σμίξιμό τους ήταν απόλυτα ταιριαστό. Στα μάτια του η Γκουέν διάβαζε το δικό της δέος. Και η καρδιά της φούσκωνε από χαρά με κάθε συγχρονισμένη κίνησή τους. Ο Μπράνσον κόλλησε τα χείλη του στο λαιμό της και


συνειδητοποίησε πως στην ουσία δεν είχε ξανακάνει έρωτα. Ήταν το ίδιο αθώος μ’ εκείνη, γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν ήξερε τι σημαίνει να είσαι ερωτευμένος με την ερωμένη σου. Και αυτό σήμαινε τα πάντα. «Γκουέντολιν. Όμορφη, δυνατή, εξωφρενικά σέξι Γκουέντολιν». Εκείνη ένιωσε την ευτυχία να φουντώνει μέσα της. «Μπράνσον», είπε, στον ίδιο νυσταγμένο τόνο. «Όμορφε, δυνατέ, εξωφρενικά σέξι Μπράνσον». Ο Μπράνσον σήκωσε το κεφάλι της. Τα μάτια της ήταν βαριά και σκούρα, η επιδερμίδα της έλαμπε, τα χείλη της χαμογελούσαν ελαφρά. «Θα δυσκολευτώ πολύ να σε αφήσω να σηκωθείς από αυτό το κρεβάτι». «Γιατί, με βλέπεις να πηγαίνω πουθενά;» «Όχι μακριά, πάντως». Διέγραψε με το δάχτυλό του το περίγραμμα του προσώπου της. «Υπάρχει μια μπανιέρα με τζακούζι στο διπλανό δωμάτιο». «Αλήθεια;» «Λέω να σου επιτρέψω να πας ως εκεί. Πώς θα σου φαινόταν ένα ζεστό αφρόλουτρο, ένα ποτήρι παγωμένη σαμπάνια και ένας άντρας που θέλει να σου κάνει πάλι έρωτα;» «Πολύ ενδιαφέρον. Περίμενε». Η Γκουέν πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε. Το φιλί της ήταν ζεστό, παθιασμένο. «Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η πρώτη φορά. Πώς θα ένιωθα αφού θα είχα μοιραστεί τον εαυτό μου μ’ έναν άντρα. Τίποτε απ’ όσα ευχήθηκα, καμιά τρελή μου προσδοκία δεν ήταν τόσο υπέροχη όσο η αποψινή νύχτα». Ο Μπράνσον ένιωσε να τον πνίγει η συγκίνηση και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Δεν ξέρω τι να σου πω τώρα». «Πες μου ότι η νύχτα δεν τελείωσε». «Θα σου πω ότι μόλις άρχισε». Και θα της έλεγε, όταν θα έφτανε η κατάλληλη στιγμή, ότι ήθελε να μοιραστεί όλες τις νύχτες μαζί της για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αν της το έλεγε τώρα, σκέφτηκε, η ρομαντική πλευρά της θα το πίστευε. Η πρακτική, όμως, θα την έκανε ν’ αμφιβάλλει. Και όταν θα της έλεγε ότι την αγαπούσε, δεν ήθελε καμιά αμφιβολία από μέρους της. Αν της το έλεγε τώρα, όσο ήταν ακόμα ζεστή και επηρεασμένη από τον έρωτά τους, η ρομαντική πλευρά της μπορεί να του έδινε την απάντηση που είχε ανάγκη να ακούσει. Και στη συνέχεια, η πρακτική πλευρά της να έπαιρνε το πάνω χέρι, ν’ άρχιζε τις αμφισβητήσεις και να


του έλεγε ότι την είχε παρασύρει η έξαψη της στιγμής. Όταν θα του έλεγε ότι τον αγαπούσε, δεν ήθελε αμφιβολίες. «Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε. Ο Μπράνσον επέστρεψε στο παρόν και χαμογέλασε. «Σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να κάνω για να σε πείσω να ξαναφορέσεις εκείνη τη μικρή έκπληξη που μου επιφύλασσες». «Τώρα;» «Όχι». Ο Μπράνσον έσυρε το δάχτυλό του στο κάτω χείλι της. «Μετά το μπάνιο. Θα μπορούσες να τη φοράς όσο θ’ απολαμβάνουμε το κρύο γεύμα μας». Η Γκουέν γέλασε. «Θέλεις να φοράω τις ζαρτιέρες όσο θα τρώμε;» Ο Μπράνσον έσκυψε το κεφάλι του και δάγκωσε το χείλι που χάιδευε πριν από λίγο. «Ω, ναι». Εκείνη το σκέφτηκε και θυμήθηκε τον τρόπο που την είχε κοιτάξει όταν ανακάλυψε τι φορούσε κάτω από το βελούδινο φόρεμα. «Θα σου πω τι θα κάνουμε. Θα σου δώσω μια ευκαιρία να με πείσεις όσο θα βρισκόμαστε στην μπανιέρα». «Είμαι πολύ καλός στα υδάτινα σπορ», την προειδοποίησε ο Μπράνσον και η Γκουέν γέλασε. «Σ’ αυτό ποντάρω κι εγώ».


Κεφάλαιο 18 Ξύπνησε βασιλικά, σαν να γλιστρούσε σε φύλλα μεταξιού που στραφτάλιζαν. Γύρισε και άφησε ένα σιγανό αναστεναγμό γεμάτο ικανοποίηση. Άπλωσε το χέρι της, όμως, και αυτή τη φορά αναστέναξε μουτρωμένη, διαπιστώνοντας ότι ήταν μόνη της στο κρεβάτι. Ήθελε τον Μπράνσον δίπλα της, ήθελε ν’ αγγίξει τη ζεστή, σφιχτή σάρκα του. Ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά του. Για έναν ακόμη γύρο, αν μπορούσαν ν’ αντέξουν. Δεν άνοιξε τα μάτια της. Ήταν πολύ όμορφα να πετά και να ονειρεύεται. Να νιώθει το σύστημά της να επανέρχεται αργά στη ζωή. Δεν είχε ιδέα ότι το κορμί είναι τόσο θαυμαστό. Ούτε οι σπουδές, ούτε η πρακτική, ούτε η δουλειά την είχαν διδάξει τις καταπληκτικές αντιδράσεις που μπορεί να έχει το κορμί όταν αφυπνίζονται οι αισθήσεις. Τίποτε δεν την είχε προετοιμάσει για όσα ήταν ικανή να κάνει αν είχε τα σωστά... κίνητρα. Έτριψε το χέρι της στο σεντόνι. Ήταν κρύο. Άραγε, αναρωτήθηκε, εδώ και πόση ώρα είχε σηκωθεί εκείνος; Και πότε θα επέστρεφε; Θυμήθηκε ότι της είχε υποσχεθεί πρόγευμα στο κρεβάτι. Και θα το απαιτούσε. Άνοιξε απρόθυμα τα μάτια της, τ’ ανοιγόκλεισε γιατί ήταν πρησμένα ακόμα από τον ύπνο και κοίταξε το ρολόι. Ε, ίσως να ήταν λίγο αργά για πρόγευμα, αλλά ήταν ό,τι έπρεπε για μπραντς, αποφάσισε. Σηκώθηκε, βρήκε μια μαλακή βαμβακερή ρόμπα στην πόρτα του μπάνιου, τη φόρεσε και πήγε να τον βρει. Δούλευε στο φορητό υπολογιστή του στο τραπέζι του σαλονιού. Είχε σμίξει τα φρύδια του σκεφτικός και τα μάτια του έδειχναν τον εκνευρισμό του. Περίεργο, σκέφτηκε, εκείνη τον φανταζόταν να γράφει χωρίς να χρειάζεται να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια, με τις λέξεις να ρέουν απλά από μέσα του. Ό,τι κι αν έκανε, έδειχνε να πηγάζει απόλυτα φυσικά από μέσα του. Τώρα όμως έμοιαζε να παλεύει με κάτι, χωρίς να


είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Η Γκουέν πέρασε το χέρι στα μαλλιά της για να τα κάνει να καθίσουν. Ένιωσε ένα ρίγος. Ήταν συναρπαστικό, συνειδητοποίησε, να τον παρακολουθεί να δουλεύει, να τον βλέπει να σκέφτεται και να ξέρει ότι εκείνος δεν είχε πάρει είδηση την παρουσία της. Και αυτό που το έκανε ίσως περισσότερο συναρπαστικό ήταν το γεγονός ότι ο Μπράνσον φορούσε μόνο ένα μαύρο μποξεράκι. Και, προς μεγάλη της έκπληξη, είχε βρει ήδη έναν εύκολο τρόπο να του το βγάλει. Ο Μπράνσον σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του. Την κοίταξε σαν να μην την έβλεπε. Ύστερα τα γκρίζα μάτια του καθάρισαν και το βλέμμα του έγινε ζεστό. Της χαμογέλασε. «Καλημέρα. Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω». «Σε αποσπώ από τη δουλειά σου». «Έτσι κι αλλιώς δεν πάει καλά. Στην αρχή κάτι προχώρησα». Ο Μπράνσον της άπλωσε το χέρι και η Γκουέν διέσχισε το δωμάτιο και έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του. «Ξύπνησα νωρίς», της είπε και φίλησε ένα-ένα τα δάχτυλά της. «Σκέφτηκα πως εσύ χρειαζόσουν λίγη ακόμα ξεκούραση». «Δε νομίζω ότι έχω ξανανιώσει τόσο χαλαρωμένη στη ζωή μου», του απάντησε και γέλασε όταν την κάθισε στα πόδια του. «Ή πιο ξεκούραστη», συμπλήρωσε και του πρόσφερε τα χείλη της. «Δε σε άφησα να κοιμηθείς και πολύ». «Και το ευχαριστήθηκα». Ο Μπράνσον έτριψε τη μύτη του στην ευαίσθητη λακκουβίτσα του λαιμού της. «Μπορούμε να ξαναχωθούμε στο κρεβάτι και να παραγγείλουμε πρόγευμα». «Μμμμ. Καλά είναι έτσι για την ώρα». Η Γκουέν ρίγησε όταν ένιωσε τα χέρια του να χώνονται κάτω από τη ρόμπα. «Και έτσι είναι ακόμα καλύτερα». ***

Κόντευε μεσημέρι όταν κατάφερε να σκεφτεί πάλι λογικά. Ήταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σαλονιού και ακουμπούσε το κεφάλι της στο στήθος του. Τα δάχτυλά της ψηλάφισαν τον καρπό του, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει. «Παίρνεις το σφυγμό μου, γιατρέ;» τη ρώτησε. Γελώντας με τον εαυτό της, η Γκουέν τράβηξε το χέρι της. «Μάλλον. Είναι κάπως γρήγορος ακόμα». Ο Μπράνσον ακούμπησε τα δάχτυλά του στο σφυγμό στο λαιμό της. «Το ίδιο και ο δικός σου», της είπε και ανακάθισε, παρασύροντάς τη


μαζί του. «Αν δε σε ταΐσω, δε θα καταφέρουμε να φτάσουμε στο κρεβάτι ούτε ακόμη κι αν συρθούμε». «Μου άρεσε το πάτωμα». Η Γκουέν πήρε τη ρόμπα που φορούσε πριν και τον είδε να σηκώνεται. «Ως γιατρός θα ήθελα να πω ότι βρίσκεσαι σε καταπληκτική φόρμα. Ως γυναίκα», συνέχισε καθώς ο Μπράνσον την τραβούσε κι εκείνη όρθια, «οφείλω να ομολογήσω ότι έχεις υπέροχο πισινό». «Ευχαριστώ. Και για τα δύο». «Όταν ξύπνησα, σε παρακολούθησα να δουλεύεις. Έδειχνες σοβαρός και ενοχλημένος». «Ορισμένα κομμάτια της ιστορίας είναι σκέτη ενόχληση». «Για ποιο κομμάτι μιλάς;» Η Γκουέν μετακινήθηκε για να μπορέσει να διαβάσει την οθόνη, που ο Μπράνσον την είχε παρατήσει αναμμένη όταν τον διέκοψε. «Μπορώ να το διαβάσω;» «Όχι». Απότομα, ο Μπράνσον έγειρε μπροστά, πάτησε μερικά πλήκτρα και η οθόνη μαύρισε. «Πολύ δραστικό αυτό». Η Γκουέν τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Και αγενές». «Ναι. Εσύ θα με ήθελες πάνω από το κεφάλι σου να σου δίνω τη γνώμη μου την επόμενη φορά που θα κάνεις εγχείρηση αφαίρεσης χολής;» τη ρώτησε. Ήταν έτοιμη να του κάνει μούτρα και έφριξε με τον εαυτό της. «Ποιος σου είπε ότι σκόπευα να σου δώσω τη γνώμη μου;» «Θα το έκανες. Δε θα μπορούσες να συγκρατηθείς. Το πρόβλημα στην περίπτωση, αγάπη μου, είναι ότι ενώ είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν εγχείρηση εγκεφάλου, σχεδόν όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να γράψουν. Αρκεί να είχαν το χρόνο και την ευκαιρία». Ο Μπράνσον της έδωσε ένα ανάλαφρο φιλί. «Κανείς, πέρα από τον εκδότη μου, δε διαβάζει τη δουλειά μου αν δεν την έχω τελειώσει. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνω να έχω περισσότερους φίλους». «Αν είναι να είσαι τόσο μυγιάγγιχτος...» «Είμαι. Τι θα ήθελες για πρωινό;» Η Γκουέν ύψωσε τον ώμο της. «Οτιδήποτε. Μου έχεις πει ήδη το θέμα της ιστορίας σου», του θύμισε. «Όχι, σου είπα τη βασική ιδέα και σου έδωσα μια γενική εικόνα της ηρωίδας μου». Ο Μπράνσον το ήξερε ότι δεν έπρεπε να χαμογελάσει, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Θα αρχίσεις τώρα τα μούτρα; Στην πραγματικότητα, είναι πολύ γοητευτικό».


«Δεν κάνο3 μούτρα». Τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Δεν κάνω ποτέ μούτρα». «Κανείς δε με προειδοποίησε γι’ αυτό», μουρμούρισε ο Μπράνσον. «Δεν αρέσει στην Γκουέντολιν να της πηγαίνεις κόντρα. Κάνει μούτρα». «Δεν κάνω. Θα παραγγείλεις πρωινό ή να το κάνω εγώ;» «Με μεγάλη μου χαρά». Ο Μπράνσον είχε μόλις ανακαλύψει άλλη μια διασκεδαστική πλευρά του χαρακτήρα της. Την παράλογη. Χαρούμενος, παρήγγειλε τα διπλά απ’ όσα θα μπορούσαν να φάνε. «Θα νιώσεις καλύτερα όταν πιεις τον καφέ σου». Η Γκουέν έτριξε τα δόντια της. «Νιώθω μια χαρά». «Και νομίζω πως έχω κάτι ακόμα για να σε κάνω να κρύψεις τα νύχια σου». «Δεν τα έβγαλα», του είπε ήρεμα, «άρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα κρύψω». «Όπως και να έχει το πράγμα». Ο Μπράνσον απομακρύνθηκε για λίγο και επέστρεψε μ’ ένα μεγάλο χρυσαφένιο κουτί με κόκκινη κορδέλα. Η Γκουέν ξεφύσηξε. «Μπράνσον, δεν είμαι παιδί που χρειάζεται να το καλοπιάνουν με δώρα. Και αν ήμουν θυμωμένη μαζί σου, ένα δώρο δε θα άλλαζε την κατάσταση». «Αυτό μπορεί να την αλλάξει». Της χαμογέλασε αφοπλιστικά. «Και δε θα το μάθεις αν δεν το ανοίξεις». Δεν ήθελε να τον αφήσει να την καλοπιάσει, αλλά η Γκουέν δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην περιέργειά της. Αυτή θα ήταν η όγδοη μέρα πριν από τα Χριστούγεννα, σύμφωνα με το δικό του, παράδοξο τρόπο μετρήματος. Το κουτί ήταν πιο βαρύ απ’ ό,τι περίμενε, το ακούμπησε λοιπόν στο τραπέζι κι άρχισε να παίζει με την κορδέλα. «Είναι πολύ μικρό για να χωράει οχτώ γυναίκες που αρμέγουν αγελάδες», παρατήρησε. «Μπορεί να άλλαξα θέμα». Η απογοήτευση που καθρεφτίστηκε αμέσως στο βλέμμα της και που δεν κατάφερε εκείνη να την κρύψει τον ενθουσίασε. «Άνοιξε για να δεις». Η Γκουέν τράβηξε την κορδέλα και σήκωσε το καπάκι. Το μπολ ήταν φανταστικό. Εσωτερικά είχε ένα λαμπερό μπλε χρώμα που θύμιζε καλοκαίρι. Στο εξωτερικό τοίχωμά του, οχτώ όμορφες γυναίκες κάθονταν πάνω σε καρδάρες και άρμεγαν αγελάδες βαμμένες σε αστείους χρωματισμούς. Δε χρειάστηκε να δει την υπογραφή στον πάτο για να καταλάβει ποιανού έργο ήταν. «Της θείας Σέλμπι», μουρμούρισε. «Πώς τα κατάφερες;»


«Την παρακάλεσα. Στην πραγματικότητα, παρακάλεσα την Τζούλια, και εκείνη χρησιμοποίησε την επιρροή που έχει στη μητέρα της. Απ’ ό,τι έμαθα, η πρώην Πρώτη Κυρία βρήκε το αίτημά μου διασκεδαστικό». «Βέβαια. Το λατρεύω». Η φωνή της ήταν ήρεμη, ένιωσε όμως την καρδιά της να φουσκώνει. Μα τι της έκανε αυτός ο άνθρωπος; Πώς μπορούσε να την κάνει να νιώθει τόσο διαφορετικά πράγματα μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα; «Δε νομίζω ότι θα καταφέρεις να ξεπεράσεις αυτό σου το δώρο». «Έχω ακόμα ένα δυο άσους κρυμμένους στο μανίκι μου». «Θέλουμε μια βδομάδα ακόμα για τα Χριστούγεννα», είπε και ρίχτηκε μ’ έναν πνιχτό λυγμό στην αγκαλιά του. «Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Γίνονται όλα τόσο γρήγορα που δεν μπορώ να τα παρακολουθήσω». «Απλώς κρατήσου από πάνω μου. Όπου είναι να καταλήξουμε, θα καταλήξουμε μαζί». «Το έχω ανάγκη να ξαναβρώ την ισορροπία μου. Εσύ με εκτροχιάζεις συνέχεια». Η Γκουέν γραπώθηκε από πάνω του. «Λες και ξέρεις τι σκέφτομαι, τι νιώθω, ακόμα και προτού το συνειδητοποιήσω εγώ. Είναι εκνευριστικό». Αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Δεν ήξερε το γιατί και το πώς της ήρθε εκείνη τη στιγμή στο νου κάτι που της είχε πει νωρίτερα. «Τι εννοούσες ότι κανείς δε σε προειδοποίησε;» «Μμμμ;» Η Γκουέν τραβήχτηκε αργά, τα κορμιά τους δεν άγγιζαν πια το ένα το άλλο, και περιεργάστηκε το πρόσωπό του. «Με ποιον μίλησες για μένα;» «Δεν ξέρω τι εννοείς. Αυτό θα πρέπει να είναι το πρωινό μας». Χαρούμενος για τη διακοπή, ο Μπράνσον πήγε στην πόρτα. Η Γκουέν περίμενε ήρεμη όσο το γκαρσόνι σέρβιρε το φαγητό τους. Το μυαλό της όμως δούλευε, γύρισε λίγο πίσω και κατέληξε σε μερικά λογικά συμπεράσματα. «Με μελέτησες, έτσι δεν είναι, Μπράνσον;» τον ρώτησε όταν έμειναν πάλι μόνοι. «Ήμουν για σένα ένα πρότυπο, όπως μου είπες κάποτε». «Και βέβαια σε μελέτησα». Ο Μπράνσον σέρβιρε προσεκτικά τον καφέ. «Σε επαγγελματικό επίπεδο. Το συμφωνήσαμε αυτό από την αρχή».


«Μόνο που εδώ δε βρισκόμαστε σε επαγγελματικό επίπεδο». «Και το ένα δεν έχει καμιά σχέση με το άλλο. Καμία απολύτως». Τα μάτια του άστραψαν θυμωμένα. «Νομίζεις ότι χρησιμοποιώ τη σχέση μας, ότι χρησιμοποιώ αυτό που συνέβη μεταξύ μας, για το βιβλίο; Γι' αυτό με κατηγορείς;» «Δε σε κατηγορώ, σε ρωτάω». «Η απάντηση είναι όχι». Μισόκλεισε τα μάτια του. «Δεν είσαι σίγουρη ότι το πιστεύεις αυτό». «Απλά μου φαίνεται περίεργο να με ξέρεις τόσο καλά, σαν να με έχεις σκιαγραφήσει ως χαρακτήρα». «Έχω σκιαγραφήσει το επάγγελμά σου, το φύλο σου, το αντικείμενο της προσοχής σου. Έχω πάρει στοιχεία και από την Όντρεϊ την ξανθιά φοιτήτρια της ιατρικής-, τη φιλοδοξία και την ανταγωνιστικότητά της, όπως και τη γλώσσα του σώματος της προϊσταμένης στα Επείγοντα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Δεν κρατούσα σημειώσεις για το αναθεματισμένο το βιβλίο όταν ο Ντάνιελ και η Αννα μου μίλησαν για σένα». Η ντροπή που είχε αρχίσει να νιώθει η Γκουέν υποχώρησε αμέσως. «Και τι σου είπαν για μένα;» Ο Μπράνσον θα έκοβε πολύ ευχαρίστως τη γλώσσα του. Ο θυμός υπονομεύει πάντα τον αυτοέλεγχό σου, θύμισε στον εαυτό του. «Απλώς μου μίλησαν για σένα. Το φαγητό θα κρυώσει». «Τους ρώτησες για μένα;» «Και τι το κακό βλέπεις σ’ αυτό;» απαίτησε να μάθει ο Μπράνσον. Ο παγωμένος τόνος της τον έκανε να ισιώσει την πλάτη του, το ήξερε ότι τον είχε στριμώξει στη γωνία. «Ενδιαφερόμουν για σένα. Και ήθελα να μάθω περισσότερα για το άτομό σου». «Πότε;» «Λίγο αφότου γνωριστήκαμε. Για όνομα του Θεού, δεν αποκάλυψαν τίποτε κρατικά μυστικά», της απάντησε ανυπόμονα. «Θα μπορούσες κι εσύ πολύ ωραία να τους είχες ρωτήσει για μένα. Ο Ντάνιελ θα χαιρόταν και με το παραπάνω να σου πει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Φαντάζομαι ότι γνωρίζει ό,τι μπορεί να μάθει κανείς για μένα, διαφορετικά δε θα μου είχε επιτρέψει να σε πλησιάσω ούτε από απόσταση ασφαλείας». Η Γκουέν σήκωσε ψηλά το χέρι της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εκείνος το έστησε, σωστά; Εκείνος τα κανόνισε όλα. Το ήξερες». «Όχι, δεν το ήξερα, το υποπτεύθηκα αφού σε γνώρισα. Και δε σιγουρεύτηκα γι’ αυτό παρά αφού πήγα και μίλησα μαζί του. Τι σημασία


έχει;»

«Δε μου αρέσει να με χειραγωγούν, να με κατευθύνουν, να μ’ εξαπατούν». «Δε σ’ εξαπάτησα, Γκουέντολιν». Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι της. «Με χειραγώγησες όμως και με χρησιμοποίησες, σωστά;» «Όχι. Την κατάσταση μπορεί, αλλά όχι εσένα». Τα μάτια του σκούρυναν από την απόγνωση, η φωνή του βάρυνε. «Μου άρεσες. Έπρεπε να σου γυρίσω την πλάτη απλώς και μόνο επειδή ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ αποφάσισε ότι θα έπρεπε να φλερτάρω την εγγονή του;» Η ταπείνωση και ο θυμός μάχονταν μέσα της. «Δε θα έπρεπε να είχε επέμβει και εσύ θα έπρεπε να μου το είχες πει όταν το ανακάλυψες». «Το μόνο που έκανε εκείνος ήταν να κανονίσει να συναντηθούμε. Αν δε μου είχες κινήσει το ενδιαφέρον, θα ολοκλήρωνα την έρευνα για το βιβλίο μου, θα σε ευχαριστούσα στην εισαγωγή για τη βοήθειά σου και το πράγμα θα έμενε εκεί». Η Γκουέν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και πήγε στο τραπέζι να πάρει τον καφέ της. Θα έπρεπε να το σκεφτεί προσεκτικά αυτό, αποφάσισε. Όταν θα ήταν πιο ήρεμη. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορείς και τον υπερασπίζεσαι. Σε χειραγώγησε με τον ίδιο τρόπο που χειραγώγησε κι εμένα». «Του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Αν δεν το είχε κανονίσει αυτός, δε θα σε είχα γνωρίσει ποτέ. Δε θα σε είχα ερωτευτεί». Η Γκουέν έμεινε εντελώς ακίνητη όταν εκείνος ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και τον κοίταξε. «Σ’ αγαπώ, Γκουέντολιν. Άσχετα με το πώς έγινε αυτό, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Ήσουν αυτή που περίμενα, χωρίς καν να το ξέρω». «Προχωράς πολύ γρήγορα». Η Γκουέν ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι της καθώς τραβιόταν μακριά του. «Μας έσπρωξαν σ’ αυτή την κατάσταση και δεν είχαμε το χρόνο να το σκεφτούμε». «Ξέρω τι νιώθω». «Εγώ δεν ξέρω», του είπε απελπισμένα εκείνη. «Δεν ξέρω. Μόλις τώρα ανακάλυψα το παρασκήνιο. Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ. Πρέπει να μπει ένα φρένο. Πρέπει να ανακόψουμε το ρυθμό μας». «Δε με πιστεύεις». Η αμφιβολία που διάβασε στα μάτια της τον πλήγωσε αφόρητα. «Ξέρεις πόσο προσβλητικό είναι να στέκεσαι εκεί και να αμφισβητείς τα αισθήματά μου; Εγώ να σ’ τα προσφέρω ως ένα ακόμη δώρο κι εσύ να μου το επιστρέφεις;»


«Δεν κάνω κάτι τέτοιο». Η Γκουέν ακούμπησε έντρομη το χέρι πάνω στην καρδιά που σφυροκοπούσε στο στήθος της. «Σου λέω ότι χρειαζόμαστε χρόνο. Και οι δυο μας». «Όσος χρόνος και να περάσει, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει το γεγονός ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Και από τη στιγμή που υπέστης το πρώτο σοκ, σε πληροφορώ επίσης ότι θέλω να σε παντρευτώ. Ότι θέλω να κάνω παιδιά μαζί σου». Ο τόνος του δεν ήταν καθόλου ερωτικός. Δεν ήταν όμως ο θυμός στη φωνή του που την έκανε να χλομιάσει, ήταν τα ίδια τα λόγια του. «Γάμος. Για όνομα του Θεού, Μπράνσον, δεν...» «Επειδή το ξεκίνησε ο παππούς σου;» «Όχι, και βέβαια όχι. Επειδή δεν είχαμε καλά-καλά το χρόνο...» «Γιατί κοιμήθηκες μαζί μου;» «Ε...» Το κεφάλι της γύριζε. Το έπιασε με το χέρι της και ξαφνιάστηκε που βρισκόταν ακόμα στη θέση του. «Γιατί θέλαμε ο ένας τον άλλον». «Και αυτό ήταν όλο; Μια απλή επιθυμία, σκέτο σεξ;» «Το ξέρεις πως ήταν κάτι περισσότερο». «Πώς να το ξέρω τη στιγμή που δε μου το λες;» Η Γκουέν έκανε άλλο ένα βήμα πίσω, πασχίζοντας να μείνει ήρεμη. «Είσαι καλύτερος στα λόγια από μένα, Μπράνσον. Ξέρεις πώς να τα χρησιμοποιείς. Και τώρα με πιέζεις με τα λόγια σου τη στιγμή που χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ». Επειδή ο Μπράνσον δεν μπορούσε να το αρνηθεί αυτό, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Εντάξει. Αλλά δεν μπορώ να πάρω πίσω όσα είπα, ούτε και μπορώ ν’ αλλάξω αυτά που αισθάνομαι. Σε μια ώρα, σ’ ένα χρόνο, σε μια ζωή, πάλι ερωτευμένος θα είμαι μαζί σου. Θα πρέπει να συνηθίσεις να το ακούς». Η Γκουέν δεν ήταν σίγουρη ότι θα το κατάφερνε ποτέ αυτό, έτσι που αναπηδούσε η καρδιά της κάθε φορά που εκείνος το έλεγε. «Το μόνο που ζητάω είναι να προχωράμε ένα βήμα τη φορά». Ο Μπράνσον άλλαξε ξαφνικά διάθεση και της χαμογέλασε. «Εντάξει, αλλά εσύ βρίσκεσαι ήδη κάμποσα βήματα πίσω». Έσκυψε και τη φίλησε ανάλαφρα, αν και το στομάχι του ήταν σφιγμένο και η καρδιά του πονούσε. «Προσπάθησε να με προλάβεις».


Κεφάλαιο 19 Η Γκουέν μπήκε σχεδόν κουτσαίνοντας στο σπίτι. Είχε χάσει το βραδινό διάλειμμα για φαγητό και είχε δουλέψει σχεδόν τρεις ώρες περισσότερες απ’ όσες ήταν η βάρδια της. Ήθελε να πιστέψει ότι η κακοκεφιά της οφειλόταν σ’ αυτό, και όχι στο ότι ο Μπράνσον είχε δυο μέρες να περάσει από το νοσοκομείο. Αν ήταν θυμωμένος μαζί της, εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Το είχε θυμίσει αυτό δεκάδες φορές τον εαυτό της από τη στιγμή που είχε φύγει από το ξενοδοχείο του την Κυριακή. Έκανε το σωστό, το μόνο που μπορούσε να κάνει. Ν’ αντιμετωπίσει τα πράγματα λογικά, χωρίς βιασύνη και με πολλή σκέψη. Είχε αντισταθεί ακόμα και στον πειρασμό να πάρει τον παππού της και να του τα ψάλει για τις μηχανορραφίες του. Και αυτό, σκέφτηκε, απαιτούσε μεγάλη θέληση. Εξάλλου, θα πήγαινε στο Χαϊάνις Πορτ την παραμονή των Χριστουγέννων. Η ικανοποίησή της θα ήταν μεγαλύτερη όταν θα του έλεγε τη γνώμη της κατάμουτρα. Ανακουφισμένη που δεν ήταν πια έξω στο τσουχτερό κρύο, έβγαλε τα γάντια, το κασκόλ και το μάλλινο σκουφάκι της. «Τζούλια; Τζουλς; Είσαι σπίτι;» φώναξε και αναστέναξε όταν δεν πήρε απάντηση. Με την ξαδέρφη της συναντιόνταν πια σπάνια, και αυτό στην πόρτα, την ώρα που η μία έμπαινε και η άλλη έβγαινε. Η Γκουέν είχε ανάγκη να μιλήσει με κάποιον, παραδέχτηκε, σκύβοντας να βγάλει τις μπότες της. Κάποιον που θα την άκουγε όσο εκείνη θα ξαλάφρωνε από τους προβληματισμούς της, κάποιον που θα της έλεγε ότι είχε δίκιο που ήταν θυμωμένη, ότι είχε δίκιο που ήταν επιφυλακτική, ότι είχε δίκιο που είχε κάνει πίσω για να αναλύσει την κατάσταση στην οποία την είχαν σπρώξει να μπλέξει. «Ενενήντα χρονών άντρας και το παίζει προξενήτρα», μουρμούρισε, πηγαίνοντας προς την κουζίνα. «Και ο άλλος, τριάντα χρονών άντρας, συντάσσεται μαζί του. Είναι υπολογιστικό,


είναι προσβλητικό και απαράδεκτο. Κάποιος πρέπει να τους δώσει να καταλάβουν ότι η ζωή δεν είναι παιχνίδι». Πιστεύοντας απόλυτα στο δίκιο της, μπήκε στην κουζίνα. Όταν είδε το μεγάλο χρωματιστό κουτί στο τραπέζι, η καρδιά της βούλιαξε. «Ω Μπράνσον». Συγκρατήθηκε όμως έγκαιρα και κατάπιε τον ονειροπόλο αναστεναγμό που ανέβηκε στα χείλη της. Δε θα τον άφηνε να την καλοπιάσει μ’ ένα χαζοδώρο. Γύρισε την πλάτη στο κουτί και πήγε στο ψυγείο. Το σημείωμα της Τζούλιας ήταν με μεγάλα κατακόκκινα γράμματα. Νομίζω ότι μπορείς να μαντέψεις ποιος έστειλε το κουτί. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, έχουμε φτάσει στις εννιά κυρίες που χορεύουν. Κέρδισα πολλούς πόντους αφού αντιστάθηκα στον πειρασμό και δεν το άνοιξα να ρίξω μια ματιά πρώτη. Πεθαίνω από την περιέργεια να το δω, αλλά θα γυρίσω σπίτι πολύ αργά. Δόξα τω Θεώ που θα φύγουμε σε δυο μέρες για το οικογενειακό πανηγύρι των Χριστουγέννων. Τζουλς Υ.Γ. Ο Μπραν είναι ένας στο εκατομμύριο. Η Γκουέν διάβασε το υστερόγραφο και έχωσε θυμωμένη τα χέρια στις τσέπες της. «Να πάρει η οργή, υποτίθεται ότι εσύ θα ήσουν με το μέρος μου. Ε, λοιπόν, κι εγώ δε θα το ανοίξω. Αυτό πρέπει να σταματήσει, πρέπει να επανεκτιμήσω την κατάσταση. Μετά τις διακοπές θα μπορέσουμε να σκεφτούμε και οι δυο πιο καθαρά τα πράγματα». Προτίμησε να πιει λίγο κρασί παρά να φάει και άρπαξε ένα ποτήρι από το ντουλάπι. Έμεινε εκεί, με το ποτήρι στο χέρι, να κοιτάζει το κουτί. «Δε θα το ανοίξω», επανέλαβε. «Αν είναι να θέσουμε τη σχέση μας σε μια πιο λογική και ρεαλιστική βάση, τότε πρέπει... πρέπει να σταματήσω να μιλάω μόνη μου», αποφάσισε και έτριψε το πρόσωπο με το χέρι της. «Διαφορετικά θα καταλήξω στην ψυχιατρική πτέρυγα». Έβγαλε το κρασί και σέρβιρε ένα ποτήρι. Θα έπαιρνε όρκο ότι το κουτί πίσω της τραγουδούσε τ’ όνομά της. Ήπιε μια γουλιά κρασί, αλλά συνειδητοποίησε πως τελικά ούτε κρασί ήθελε. Αυτό που ήθελε ήταν ν’ ανέβει πάνω, να φορέσει κάτι άνετο και να... «Καλά, καλά, θα το ανοίξω». Γύρισε και κοίταξε συνοφρυωμένη το κουτί, ενώ τραβούσε τη ζωηρή κοκκινοπράσινη κορδέλα. «Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται ν’ αλλάξει κάτι», μουρμούρισε. «Δε θα το αφήσω να με μαγέψει, δε θα το αφήσω να με μεταπείσει». Ανοιξε το καπάκι. «Δε θα... Ω». Εννιά μουσικά κουτιά ήταν φωλιασμένα μέσα στο μαλακό χαρτί. Το ένα είχε πάνω μια μπαλαρίνα, το άλλο μια σκιέρ, το τρίτο μια Μπέλα


του Νότου, το τέταρτο μια γελαστή πιτσιρίκα, το πέμπτο μια Ιρλανδέζα, το έκτο μια Σκοτσέζα χωριατοπούλα, το έβδομο μια τσιγγάνα που έπαιζε ταμπούρλο, το όγδοο μια υπέρκομψη κυρία έτοιμη για ένα μινουέτο και το ένατο μια ονειροπόλα σενιορίτα. Εννιά κυρίες που περίμεναν να τους δώσει εκείνη το ρυθμό για να χορέψουν. Η Γκουέν δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Τις έβγαλε μία μία, τις θαύμασε και τις αράδιασε στο τραπέζι. Τελικά υποχώρησε, τις κούρδισε, έκανε λίγο πίσω και έμεινε να τις κοιτάζει χαμογελώντας σαν χαζή. «Ω, αυτό πρέπει να σταματήσει. Πώς θα μπορέσω να σκεφτώ όταν εκείνος παίζει συνέχεια έτσι με το μυαλό μου;» Όταν η μουσική έφτασε στο τέλος της, η Γκουέν σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Αυτό πρέπει να σταματήσει», επανέλαβε πιο αποφασιστικά και βγήκε από την κουζίνα. ***

Ο Μπράνσον άφησε τη σκηνή να διοχετευθεί από το μυαλό στα δάχτυλά του και από εκεί στην οθόνη. Ο σκληρός ντετέκτιβ Σκάλι θα καιγόταν από τη σεξουαλική φλόγα που είχε φουντώσει ανάμεσα σ’ εκείνον και τη δόκτορα Μιράντα Κέιτς. Θα έχανε εντελώς την αντικειμενικότητά του για ένα διάστημα, θα έβαζε σε κίνδυνο την καριέρα του, θα μάτωνε την καρδιά του προτού φτάσει στη λύση. Καλό θα του έκανε, σκέφτηκε ο Μπράνσον. Θα τον έκανε πιο ανθρώπινο. Στα τρία προηγούμενα βιβλία του ο Σκάλι παραήταν κυρίαρχος του εαυτού του. Αυτή τη φορά θα ερωτευόταν, και θα ερωτευόταν άγρια. Και για κακή του τύχη, η γυναίκα την οποία θα ερωτευόταν θα ήταν μια ψυχρή δολοφόνος. Θα υπέφερε, συνέχισε τις σκέψεις του ο Μπράνσον, και αυτό θα τον έκανε καλύτερο άνθρωπο. Σταμάτησε να δακτυλογραφεί και πίεσε τα δάχτυλά του στα μάτια του, που τον έτσουζαν. Αυτόν που είχε πει ότι ο πόνος σφυρηλατεί χαρακτήρες θα έπρεπε να τον είχαν σύρει στο δρόμο και να τον είχαν εκτελέσει, αποφάσισε. Και ποιος στο διάβολο χρειαζόταν χαρακτήρα; Αυτό που χρειαζόταν εκείνος ήταν την Γκουέντολιν. Είχε παίξει το παιχνίδι του λάθος. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο ακίνητος, σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να πηγαινοέρχεται στη σουίτα που είχε κάνει σπίτι του. Θα έπρεπε να της είχε μιλήσει για την πλεκτάνη του παππού της από την πρώτη στιγμή που την κατάλαβε. Τότε θα μπορούσαν να γελάσουν


και να την παραβλέψουν. Όμως δεν του είχε φανεί ούτε σημαντικό ούτε αναγκαίο. Και δεν του είχε φανεί καθόλου καλή στρατηγική, παραδέχτηκε. Δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει να τη δει να πεισμώνει λόγω αρχής προτού προλάβει να τη σαγηνεύσει. Ύστερα την είχε πατήσει για τα καλά και είχε σχεδόν ξεχάσει τον τρόπο που είχαν ξεκινήσει όλα, γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν εκείνη. Κι όμως είχε καταλήξει να της το ξεφουρνίσει, σκέφτηκε αηδιασμένος. Το ήξερε ότι δεν ήταν έτοιμη να ακούσει ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Αλλά, να πάρει η οργή, εκείνος ήταν. Αυτό δε μετρούσε καθόλου; Ήταν στ’ αλήθεια τόσο πεισματάρα, τόσο ξεροκέφαλη, ώστε ν’ αφήσει κάτι ασήμαντο, όπως η παρέμβαση του παππού της, να την εμποδίσει να του ανταποδώσει τον έρωτά του; Έχωσε τα χέρια στις τσέπες και πήγε στο παράθυρο. Αλλά και αυτός τι ήθελε με μια τέτοια γυναίκα; Κοίταξε τα φώτα της πόλης που άστραφταν στους χιονισμένους δρόμους και στα σκούρα νερά του λιμανιού. Το πνεύμα των Χριστουγέννων είχε τυλίξει ολόκληρη τη Βοστόνη. Συγγενείς και φίλοι ήταν μαζεμένοι παρέες στα σπίτια, μακριά από το κρύο και τον αέρα. Και εκείνος ήταν μόνος, επειδή η γυναίκα που ήθελε δεν έλεγε να παραδεχτεί πως τον ήθελε κι εκείνη. Θα έπρεπε να είχε αγοράσει και ένα τρίτο εισιτήριο, σκέφτηκε, και να είχε πάει μαζί με τους γονείς του στην κρουαζιέρα που τους είχε κάνει δώρο για τα Χριστούγεννα. Θα μπορούσε να δουλέψει στο πλοίο, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα ελληνικά νησιά. Θα μπορούσε να δώσει στην Γκουέντολιν το χρόνο και την απόσταση που χρειαζόταν. Ο Μπράνσον συνοφρυώθηκε όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα. Δεν είχε παραγγείλει ακόμα το δείπνο του και η καφετιέρα που του είχαν ανεβάσει νωρίτερα δε χρειαζόταν ακόμα ανανέωση. Όποιος και αν ήταν μπορούσε να πάει στο διάβολο, σκέφτηκε, πλησιάζοντας την πόρτα. Κοίταξε από το ματάκι, είδε την Γκουέν και έκλεισε τα μάτια του. Θαύμα, σκέφτηκε. Τέλεια. Είχε να ξυριστεί δυο μέρες και έμοιαζε με αρκούδα που μόλις είχε ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη. Η γιατρός ήξερε να διαλέγει την ώρα. Άφησε να περάσουν μερικά λεπτά για να μπορέσει ν’ ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του, χτένισε με τα δάχτυλα τα μπερδεμένα μαλλιά του και άνοιξε την πόρτα. «Τώρα κάνεις και επισκέψεις στο σπίτι, γιατρέ;» είπε και


κατάφερε να της χαμογελάσει. «Δείχνεις να τη χρειάζεσαι. Φαίνεσαι εξαντλημένος. Σε ξύπνησα; Ήρθα σε άσχημη ώρα;» «Όχι, δε με ξύπνησες». Ο Μπράνσον έκανε ένα βήμα πίσω και έγειρε το κεφάλι του όταν την είδε να διστάζει. «Θα μπεις;» «Ναι, εντάξει», του απάντησε και γούρλωσε τα μάτια της όταν αντίκρισε την ακαταστασία που βασίλευε στο κομψό σαλόνι. Φλιτζάνια, ποτήρια, μπουκάλια ήταν παρατημένα παντού. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν γεμάτο βιβλία, χαρτιά κι άλλα φλιτζάνια. «Έχω κλείσει την καμαριέρα δυο μέρες απέξω», της είπε ο Μπράνσον, αντιλαμβανόμένος για πρώτη φορά την ακαταστασία. «Υποθέτω πως είναι καλύτερα να της ανοίξω πάλι την πόρτα. Έχω καφέ, μπορούμε να πλύνουμε ένα φλιτζάνι». «Όχι, δε θέλω να πιω τίποτα». Η αποστολή της μπήκε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανησυχία της. «Δείχνεις εντελώς πτώμα». «Δε μ’ άφησε να κοιμηθώ», της είπε δείχνοντας τον υπολογιστή του. «Ή να κάνω οτιδήποτε άλλο». «Εννοείς να φας, να κάνεις γυμναστική, να πάρεις λίγο αέρα». Η γιατρός βγήκε στην επιφάνεια. «Μπράνσον, έτσι όπως πας θα αρρωστήσεις. Λυπάμαι αν το βιβλίο σου δεν πάει καλά, αλλά...» «Δεν πάει καλά. Πάει υπέροχα. Το αφήνω και με παρασύρει». «Ώστε αυτό συμβαίνει κάθε φορά που έχεις έμπνευση». «Αν δεν πήγαινε καλά, θα έλεγα στον εαυτό μου: Σου χρειάζεται να κάνεις μια βόλτα, σου χρειάζεται ένα καλό κούρεμα, ή να αρχίσεις να μαθαίνεις γιαπωνέζικα. Είσαι σίγουρη πως δε θέλεις καφέ;» τη ρώτησε, πλησιάζοντας την καφετιέρα. «Ναι, είμαι σίγουρη, κι εσύ θα έπρεπε να παραγγείλεις φαγητό, καμιά σούπα». «Θα το φροντίσω, γιατρέ». Τα νεύρα μου, έτσι κι αλλιώς, είναι τεντωμένα, σκέφτηκε ο Μπράνσον. Σε τι θα με βλάψει λίγη ακόμα καφεΐνη; «Δείχνεις κι εσύ κάπως κουρασμένη». «Σήμερα το απόγευμα μας έφεραν στα Επείγοντα τα περισσότερα από τα θύματα του λεωφορείου». «Ποιου λεωφορείου;» Η Γκουέν ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Στη γέφυρα Λονγκφέλοου. Γλίστρησε λόγω του πάγου. Τριάντα πέντε τραυματίες. Το είπαν σε όλες τις ειδήσεις». «Οι ειδήσεις δεν αποτελούσαν μέρος του μικρόκοσμού μου σήμερα». Ο Μπράνσον την κοίταξε πάνω από το φλιτζάνι του. Δείχνει


λίγο χλομή, σκέφτηκε, αλλά ισορροπημένη όπως πάντα. Και δεν έχει βγάλει ακόμα το παλτό της. «Γιατί δεν κάθεσαι; Θα παραγγείλω να μας φέρουν κάτι να τσιμπήσουμε». «Όχι, όχι για μένα. Δεν μπορώ να μείνω πολύ. Έχω διπλή βάρδια αύριο για να καλύψω τις τρεις μέρες που θα πάρω άδεια τα Χριστούγεννα». «Η υπερευσυνείδητη δόκτωρ Μπλέιντ». Επειδή της το είπε αυτό με χαμόγελο, η Γκουέν χαλάρωσε. «Ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για τα μουσικά κουτιά. Υπέροχο δώρο. Και ανέλπιστο. Νόμιζα ότι ήσουν θυμωμένος μαζί μου». «Αλήθεια;» «Το ξέρω ότι ήσουν. Χαίρομαι που δεν είσαι πια. Τώρα που η σκόνη κατακάθισε, ελπίζω να το κουβεντιάσουμε· μετά τις διακοπές, που τα πράγματα ηρεμούν». «Θέλεις να είσαι ήρεμη», της είπε. «Θέλεις να είσαι λογική». «Ναι». Η ανακούφιση την πλημμύρισε. Προχώρησε προς το μέρος του και πήρε τα χέρια του στα δικά της. «Θα είμαι πίσω στις είκοσι εφτά. Αν είσαι ελεύθερος...» «Ω, είμαι ελεύθερος. Αύριο θα βάλω τους γονείς μου στο αεροπλάνο για την Αθήνα». «Οι δικοί σου θα φύγουν;» «Ήθελαν πάντα να πάνε στην Ελλάδα, έτσι τους στέλνω κρουαζιέρα». «Πολύ ωραία σκέψη, αλλά δε θα έπρεπε να περάσεις τα Χριστούγεννα μόνος. To ξέρεις ότι είσαι ευπρόσδεκτος στο Χαϊάνις. Ο παππούς και η γιαγιά θα χαρούν πολύ να έρθεις». Την κοίταξε τόσο επίμονα που η καρδιά της άρχισε να σφυροκοπά στο στήθος της. «Δεν έχεις ιδέα, έτσι;» μουρμούρισε. «Νομίζεις ότι όλα ξανάγιναν όπως παλιά». «Όχι, απλώς σκέφτηκα πως αφού δεν ήσουν πια θυμωμένος...» «Είμαι θυμωμένος». Ο Μπράνσον δεν ύψωσε τη φωνή του, δεν πέταξε, δεν έσπασε κάτι, δεν απείλησε να τη χτυπήσει. Αυτό όμως την τάραξε περισσότερο. Η Γκουέν είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια που εξέφραζαν όλοι τα συναισθήματά τους στη διαπασών. «Πρέπει να σ’ τα κάνω όλα λιανά, σωστά; Αν φώναζα, αν αναποδογύριζα το τραπέζι, αν έσπαγα γυαλικά, τότε θα μπορούσες να συμπεράνεις λογικά ότι είμαι θυμωμένος. Ε, λοιπόν, εγώ δε λειτουργώ έτσι. Οι πράξεις μου δεν είναι πάντα απλές και λογικές. Το ίδιο ισχύει


και για τα αισθήματά μου». «Εντάξει». Την Γκουέν τη σάστιζε, τη φόβιζε πιο πολύ αυτή η συγκρατημένη συμπεριφορά παρά μια βίαιη εκδήλωση. «Εξακολουθείς να είσαι θυμωμένος, άρα είναι φανερό ότι πρέπει να μιλήσουμε». «Με πλήγωσες». Η απλή αυτή δήλωσή του έκανε τα μάτια της να βουρκώσουν, την καρδιά της να ματώσει. «Ω Μπράνσον. Λυπάμαι πολύ. Δεν ήθελα ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο. Θέλω...» «Αυτό σε άγγιξε». Ο Μπράνσον έκλεισε τα μάτια του και της γύρισε την πλάτη, έξαλλος με τον εαυτό του που το είχε παραδεχτεί. «Η συμπόνια σου πήρε το πάνω χέρι. Δε θέλω τη συμπόνια σου, ούτε τη συμπάθειά σου, ούτε τις τύψεις σου». Γύρισε πάλι προς το μέρος της και το πάθος στα μάτια του φάνταζε ακόμη πιο συγκλονιστικό στο άκουσμα του ήρεμου τόνου της φωνής του. «Θέλω να μου πεις ότι μ’ αγαπάς, γιατί μ’ αγαπάς. Αν δεν το ήξερα, αν δεν το είχα δει στο πρόσωπό σου, αν δεν το είχα νιώσει όταν σε άγγιζα, θα είχα φύγει. Νομίζεις ότι μου αρέσει να ταπεινώνομαι έτσι;» «Όχι, δεν το νομίζω καθόλου. Σε παρακαλώ, έλα να καθίσουμε να το κουβεντιάσουμε...» «Μα δε σου έχω πει ήδη τα πάντα; Είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Θέλω να σε παντρευτώ και να κάνω οικογένεια μαζί σου. Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνεις;» «Το να καταλάβεις κάτι και το να το αποδεχτείς δεν είναι πάντα το ίδιο». Δεν μπορούσε να δει ότι της χρειαζόταν να απόφασή σει, και να αποφασίσει με απόλυτη διαύγεια πνεύματος, τι ήταν σωστό και λογικό και απαραίτητο και για τους δυο τους; «Μπορεί να πιστεύεις ότι με αγαπάς, και μπορεί κι εγώ...» Κούνησε το κεφάλι της και έκανε αμέσως πίσω. «Ήρθα εδώ απόψε για να σου πω ότι δε θα επιτρέψω να με ζορίσεις, να με πιέσεις». Ο Μπράνσον κινήθηκε γρήγορα, μέσα σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου την είχε κλείσει στην αγκαλιά του και αμέσως το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Τα πρακτικά λόγια της αντήχησαν κούφια στ’ αυτιά της καθώς η καρδιά της έλιωσε. «Πες μου τι νιώθεις τώρα», τη ρώτησε με τα χείλη του πάνω στα δικά της. «Πες μου τι νιώθεις τώρα, αυτή τη στιγμή». «Πάρα πολλά. Μου είναι αδύνατον να σκεφτώ. Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό». Ο Μπράνσον ήξερε ότι θα μπορούσε να την κάνει δική του, ότι θα μπορούσε να την κάνει να λυγίσει. Ήξερε όμως πως στη συνέχεια θα


ένιωθε άδειος. Τραβήχτηκε. «Καλύτερα να πηγαίνεις. Δε νιώθω και πολύ λογικός». Η Γκουέν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Τα πόδια της έτρεμαν, αλλά τα ανάγκασε να προχωρήσουν προς την πόρτα. Εκεί, με το χέρι στο πόμολο, ένιωσε ντροπή που δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής μαζί του, που του είχε δώσει λιγότερα από αυτά που της είχε ζητήσει. «Νιώθω εντελώς έξω από τα νερά μου μαζί σου, Μπράνσον», του είπε ήρεμα. «Νιώθω εκτός ελέγχου. Δεν ξέρω πώς να λειτουργήσω έτσι και πρέπει να πάρω μια απόφαση ως προς το τι σημαίνει αυτό για μένα». Άνοιξε την πόρτα, αλλά πίεσε τον εαυτό της να γυρίσει προς το μέρος του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Πρέπει να αποφασίσω πώς θα διαχειριστώ το γεγονός ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου». Και λέγοντας αυτά, έφυγε βιαστικά. Ο Μπράνσον βρισκόταν στη μέση του δωματίου όταν σταμάτησε. Όχι, τώρα δεν υπάρχει περίπτωση να σε ακούσει, είπε στον εαυτό του, και πάσχισε να ηρεμήσει το σφυγμό του που χτυπούσε ξέφρενα. Θα τον πολεμούσε με νύχια και με δόντια αν επιχειρούσε να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα που του είχε δώσει. Είχε κάνει αρκετά λάθος βήματα, δε χρειαζόταν ένα ακόμη. Έτριψε αργά με το χέρι του την καρδιά του. Ο πόνος είχε φύγει, δεν ένιωθε πια εκείνο το βαρύ, απαίσιο μούδιασμα. Η γιατρός τον είχε κάνει καλά, σκέφτηκε μ’ ένα αργό χαμόγελο. Και έπρεπε να ενεργήσει πολύ γρήγορα για να ολοκληρώσει τα σχέδιά του, ώστε να την πληρώσει έγκαιρα. Θα παράγγελνε ένα πλούσιο, ένα μεγαλοπρεπές γεύμα. Μα το Θεό, ένιωθε ξελιγωμένος. Και του χρειαζόταν ένα ντους, ένα ξύρισμα και μια βόλτα. Στη συνέχεια έπρεπε να στρωθεί στη δουλειά. Έμεναν μόνο λίγες μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα. «Με αγαπά», είπε και γέλασε δυνατά. Είπες πως βρίσκεσαι έξω από να νερά σου, γιατρέ, σκέφτηκε. Πίστεψέ με, δεν έχεις δει τίποτε ακόμα.


Κεφάλαιο 20 Ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ συνοφρυώθηκε άγρια, ξεφυσώντας. «Ε, τι στραβό έχει το παιδί;» απαίτησε να μάθει. «Εκείνος, τίποτε». Η Γκουέν με δυσκολία αντιστάθηκε να μη σηκώσει τα χέρια ψηλά. Είχε φροντίσει να πάει νωρίς στο Χαϊά-νις, ώστε να στριμώξει τον ανακατωσούρα παππού της, προτού φτάσει η υπόλοιπη οικογένεια και της αποσπάσει την προσοχή. «Δεν είναι αυτό το θέμα». «Τότε θα ήθελα να μάθω, ποιο είναι το θέμα; Θα σου πω εγώ ποιο είναι», συνέχισε ο Ντάνιελ, κουνώντας το δάχτυλό του, προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει. «Το θέμα είναι ότι γνώρισες ένα καλό παλικάρι από καλή οικογένεια. Έναν ωραίο, νέο και έξυπνο άντρα με καλή καρδιά. Σε σαγήνευσε, γιατί παραπονιέσαι;» «Αν με σαγήνευσε», του είπε ήρεμα η Γκουέν, «το έκανε επειδή φρόντισες εσύ να ρίξεις τον ένα στο δρόμο του άλλου, και μάλιστα με ψεύτικα προσχήματα». «Ψεύτικα προσχήματα». Ο Ντάνιελ έπαιξε τα ζωηρά γαλανά μάτια του. «Ήθελε να κάνει έρευνα για το βιβλίο του, ναι ή όχι;» «Ναι, αλλά...» «Είσαι γιατρός με γνώσεις πάνω στο ιατρικό γίγνεσθαι;» «Παππού...» «Και τη στιγμή που είστε δυο νέοι, υγιείς και αδέσμευτοι, ποιο το κακό να φροντίσω να συναντηθείτε; Αν δε σου άρεσε, θα τον έφτυνες». «Δεν είναι τσίχλα να τον φτύσω», είπε η Γκουέν με σφιγμένα δόντια. «Ώστε σου αρέσει, έτσι δεν είναι, Γκουένι;» Η Γκουέν έκλεισε τα μάτια της. Αλήθεια, γιατί είχε σκεφτεί έστω και για ένα λεπτό ότι θα κατάφερνε να βγάλει κάτι με τον Μακ Γκρέγκορ; «Τα αισθήματά μου για τον Μπράνσον δεν έχουν καμιά σχέση με τη συζήτηση». «Έχουν και πολλή μάλιστα». Ο Ντάνιελ την κοίταξε, λάμποντας. «Σου ζήτησε να τον παντρευτείς;»


«Δεν πρόκειται να το κουβεντιάσω». «Σου ζήτησε», αποφάνθηκε και χτύπησε θριαμβευτικά τη γροθιά του στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Το ήξερα ότι ο νεαρός Μπράνσον είναι μυαλωμένο παιδί, ένας άντρας με γούστο και χαρακτήρα». «Και γι’ αυτό τον διάλεξες για μένα;» «Ακριβώς. Ε...» Ο Ντάνιελ σταμάτησε και σφύριξε μέσα από τα δόντια του. Στο σημείο αυτό τον είχε τσακώσει. «Γκουένι, η γιαγιά σου ανησυχεί που ζεις μόνη στην πόλη». «Δε ζω μόνη». «Και φοβάται ότι μπορεί να μπλέξεις με λάθος άνθρωπο. Για παράδειγμα, εκείνον το γιατρό Γκίλμπερτ». «Τον λένε Γκρεγκ», είπε κουρασμένα η Γκουέν. «Και είναι μια χαρά άνθρωπος». «Αλλά δεν είναι ο Μπραν Μαγκουάιρ, είναι; Την αλήθεια, μην ντρέπεσαι». Η Γκουέν έσφιξε τα χείλη της για να μη χαμογελάσει. «Μπορεί να προτιμώ τους σοβαρούς και διακριτικούς τύπους». «Χα. Θα πετάξει ο γάιδαρος τη μέρα που κάποιος δικός μου θα προτιμήσει ένα κουτάβι από ένα καθαρόαιμο. Ο Τζορτζ θα σ’ έκανε να πλήξεις μέχρι θανάτου από τον πρώτο χρόνο». «Ο Γκρεγκ. Και δεν πρόκειται να σε αφήσω να γυρίσεις την κουβέντα. Ανακατεύτηκες τόσο στη δική μου ζωή όσο και στη ζωή του Μπράνσον και αν νομίζεις ότι θα βρεθεί κάποιος από τους δυο μας να σ’ ευχαριστήσει...» Η Γκουέν έβρισε όταν άκουσε την εξώπορτα να κλείνει και φωνές ν’ αντηχούν στο χολ. «Αυτή είναι η Ρένα μου». Χαρούμενος από τη διακοπή, ο Ντάνιελ σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Ρένα!» φώναξε. «Είναι εδώ η κόρη σου». «Η Γκουέν;» Η Σερένα Μακ Γκρέγκορ Μπλέιντ μπήκε βιαστική στο δωμάτιο, τινάζοντας ακόμα το χιόνι από τα κοκκινόξανθα μαλλιά της. Τα μάτια της φωτίστηκαν και το πανέμορφο πρόσωπό της έλαμψε από χαρά. «Ήρθες νωρίς». Γέλασε και άνοιξε διάπλατη την αγκαλιά της. «Ω, σε πεθύμησα». Η Γκουέν χώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας της και την έσφιξε με τέτοια απόγνωση, που η Σερένα ύψωσε αμέσως το φρύδι της και κοίταξε τον πατέρα της. «Τι σκάρωσες πάλι;» τον ρώτησε.


«Εγώ είχα απλώς μια όμορφη κουβέντα με την εγγονή μου». Κανένας άλλος δεν μπορούσε να τον καταλάβει τόσο γρήγορα και τόσο εύστοχα όσο η κόρη του. Τη θαύμαζε γι’ αυτό και ανακουφίστηκε όταν είδε τον Τζάστιν Μπλέιντ να μπαίνει στο δωμάτιο. «Μπαμπά». Η Γκουέν γύρισε και αγκάλιασε σφιχτά κι εκείνον. Ήταν ψηλός και απίστευτα γοητευτικός. Τα πυκνά μαύρα μαλλιά του είχαν αρχίσει ν’ ασημίζουν στους κροτάφους και τα πράσινα μάτια του έλαμπαν σαν πετράδια. Αυτά τα μάτια συνάντησαν τώρα της γυναίκας του πάνω από το κεφάλι της κόρης τους. Ύστερα, και οι δυο μαζί, σαν ένας άνθρωπος, κάρφωσαν το βλέμμα τους στον Ντάνιελ. «Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ζεστό φαγητό και ποτά», υποχώρησε στα γρήγορα εκείνος. «Θα πάω να το φροντίσω. Σε λίγο θα φτάσει και η υπόλοιπη οικογένεια. Δεν ξέρω τι σκαρώνει η μητέρα σου, Ρένα», είπε και βγήκε. «Όλο συγχύζεται, όλο ανησυχεί». «Δεν αλλάζει ποτέ», παρατήρησε ο Τζάστιν και γέλασε. «Δόξα τω Θεώ γι’ αυτό». Ύστερα έπιασε την Γκουέν από το πιγούνι. «Γεια σου, όμορφη», της ψιθύρισε, όπως και τη μέρα που την πρωτόβαλαν στην αγκαλιά του όταν γεννήθηκε. «Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που σας βλέπω και τους δύο. Πού είναι ο Μακ, ο Ντάνκαν, η Μελ;» «Ο Μακ θα έρθει αεροπορικώς από το Λας Βέγκας. Θα πρέπει να είναι εδώ σε δυο ώρες. Ο Ντάνκαν και η Μελ έρχονται οδικώς από το Ατλάντικ Σίτι. Θα πρέπει να ξεκίνησαν κάπου μια ώρα μετά από εμάς». «Γιατί να μη σας βοηθήσω ν’ ανεβάσετε τις βαλίτσες σας πάνω;» «Έχουμε χρόνο γι’ αυτό», είπε η Σερένα και παρέσυρε την Γκουέν στον καναπέ. Την έβαλε να καθίσει. «Αλήθεια, πόσο θυμωμένη είσαι με τον παππού σου για τον Μπράνσον Μαγκουάιρ;» Η Γκουέν ξεφύσηξε τη στιγμή που ο πατέρας της καθόταν δίπλα της από την άλλη μεριά του καναπέ. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι το νέο θα είχε κυκλοφορήσει». «Αυτό γίνεται πάντα. Αυτή τη φορά ακολούθησε τον εξής δρόμο: από την Τζούλια στη Σέλμπι, από τη Σέλμπι σ’ εμένα και από εμένα στον πατέρα σου. Σου έκανε δύσκολη τη ζωή;» «Αρκετά», μουρμούρισε η Γκουέν. Ο Τζάστιν χάιδεψε τα μαλλιά της. «Αν δεν ενδιαφέρεσαι γι’ αυτόν τον Μαγκουάιρ, το πράγμα τελειώνει εδώ». «Ενδιαφέρομαι». Το χέρι του Τζάστιν έμεινε ξαφνικά ακίνητο. «Κατάλαβα. Πόσο;» «Τζάστιν». Η Σερένα κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Πώς


είναι;» ρώτησε την Γκουέν. «Μίλησέ μας γι’ αυτόν». «Είναι συγγραφέας. Υποθέτω ότι το ξέρετε αυτό». «Και είναι καλός», παραδέχτηκε ο Τζάστιν. «Έχω να τον δω από μωρό». Η Σερένα αναστέναξε με το πόσο γρήγορα είχαν περάσει τα χρόνια. «Έχασα την επαφή μου με τη μητέρα του. Κρίμα. Θα πρέπει να της τηλεφωνήσω». «Είχε πάει στο καζίνο στο Λας Βέγκας», είπε ο Τζάστιν, που έβγαλε ένα πουράκι και το κοίταξε. «Ο Μακ τον ξέρει λίγο». «Για φαντάσου. Ε, λοιπόν, είναι περίεργος ο τρόπος που έρχονται τα πράγματα». Η Σερένα χαμογέλασε στην κόρη της. «Αλλά δε μας είπες πώς είναι». «Είναι γοητευτικός και τρυφερός. Αγαπάει πολύ τη δουλειά του. Του αρέσει το γαλλικό φαγητό και οι ιταλικές όπερες. Έχει ένα υπέροχο χαμόγελο και τα γκρίζα μάτια του λες και διαβάζουν μέχρι τα κατάβαθα του είναι σου». «Είσαι ερωτευμένη μαζί του». Η Σερένα ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν. Έπιασε το χέρι του άντρα της. «Είναι ερωτευμένη μαζί του». «Μπορεί και να είμαι». Η Γκουέν πετάχτηκε όρθια, πολύ νευρική για να καθίσει. «Πού να ξέρω; Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ μου έτσι. Πώς μπορώ να είμαι σίγουρη; Θέλει να με παντρευτεί. Επιμένει σαν να είναι κάτι δεδομένο, σαν να είναι κάτι που θα συμβεί αργά ή γρήγορα, γιατί λοιπόν όχι γρήγορα; Και για όλα ευθύνεται ο παππούς, που έστησε το κόλπο». Ο Τζάστιν αποφάσισε πως θα ξεδιάλυνε τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα του αργότερα. Αυτή τη στιγμή έφερε απλώς το χέρι της γυναίκας του στα χείλη του. «Το έχει ξανακάνει αυτό, με καταπληκτικά αποτελέσματα». «Δηλαδή πρέπει απλώς να συμμορφωθώ;» «Και βέβαια όχι». Ο Τζάστιν σηκώθηκε και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της Γκουέν. «Διαθέτεις μυαλό και καρδιά. Θα ακολουθήσεις τις δικές τους επιταγές». «Άλλα μου λέει το μυαλό και άλλα η καρδιά μου. Και γίνονται όλα πολύ γρήγορα. Το να σε σαγηνεύουν με την πρώτη ματιά είναι ωραίο στα βιβλία, στην πραγματικότητα όμως είναι τρομακτικό. Πώς μπορώ να τον παντρευτώ;» ρώτησε η Γκουέν και στράφηκε στη μητέρα της. «Πώς μπορώ να ξέρω ότι θα είμαι καλή σύζυγος; Ότι θα μπορέσω να χειριστώ όλες τις απαιτήσεις και τις ευθύνες; Την καριέρα μου, τον άντρα μου, τα παιδιά; Πώς μπορώ να ξέρω ότι θα κάνω το ίδιο καλή δουλειά με αυτή που έκανες εσύ και η γιαγιά;»


«Δεν μπορείς. Εσύ απλώς αποφασίζεις αν είσαι πρόθυμη να το παλέψεις για όλη την υπόλοιπη ζωή σου. Αγάπη μου, τα έχεις καταφέρει σε ό,τι έχεις επιχειρήσει μέχρι τώρα. Ίσως αυτό να είναι το πρόβλημα για σένα τώρα». Η Σερένα χτύπησε το μαξιλάρι δίπλα της. «Ήσουν πάντα πολύ σοβαρό παιδί. Δε λέω ότι δεν είχες χιούμορ ή την αίσθηση του γελοίου, αλλά ήσουν πάντα υπεύθυνη, είχες πάντα στόχους». «Τον πλήγωσα», μουρμούρισε η Γκουέν. «Και φοβάμαι ότι, αν δεν είμαι προσεκτική, μετρημένη, θα τον πληγώσω πάλι». «Με το να τον παντρευτείς;» «Ναι, και ν’ αποτύχω στη συνέχεια στο γάμο μας». «Τότε θα πρέπει να πάρεις όσο χρόνο χρειάζεσαι. Αλλά άσε με να κάνω μια υπόθεση, χρησιμοποιώντας ιατρικούς όρους, μια και διαθέτεις το αντικειμενικό μυαλό της γιατρού. Ας πούμε ότι είχες μια ασθενή η οποία είχε δύο επιλογές μπροστά της. Αν ακολουθούσε την πρώτη, θα συνέχιζε τη ζωή της όπως ακριβώς ήταν. Θα ήταν ευχαριστημένη, επιτυχημένη, ακόμα και ευτυχισμένη. Τίποτε δε θα άλλαζε για εκείνη. Η δεύτερη επιλογή έκρυβε ένα μικρό ρίσκο, μια προσαρμογή στον τρόπο ζωής της. Αν ακολουθούσε όμως αυτή την επιλογή, αν το διακινδύνευε, μπορεί να κέρδιζε πολλά. Δε θα ζούσε περισσότερο, αλλά η ζωή της θα ήταν πιο γεμάτη. Δε θα αποκτούσε πιο γερό κορμί, αλλά πιο γεμάτη καρδιά. Τι θα της σύστηνες;» «Είσαι πολύ σοφή», μουρμούρισε η Γκουέν. «Οι Μακ Γκρέγκορ είναι πολύ σοφοί». Η Σερένα έγειρε και τη φίλησε. «Δεν μπορω να σου πω εγώ τι θ’ αποφασίσεις. Αυτό θα πρέπει να το κάνεις μόνη σου. Και δε θα σε συμβουλεύσω αν πρέπει να ακολουθήσεις την καρδιά ή το μυαλό σου. Στο τέλος, αν η απόφαση που θα πάρεις είναι για το καλό σου, θα ακολουθήσεις και τα δύο». «Έχεις δίκιο, απόλυτο δίκιο. Πρέπει να αποφασίσω». Η Γκουέν σηκώθηκε πάλι. «Σας αγαπώ και τους δύο. Θα πάω μια βόλτα να σκεφτώ προτού καταφθάσουν οι ορδές, οπότε κάτι τέτοιο θα είναι αδύνατον». Ο Τζάστιν περίμενε μέχρι που έμειναν μόνοι και πλησίασε τη γυναίκα του. Πήρε τα χέρια της στα δικά του και τη σήκωσε όρθια. «Υπάρχουν δυο πράγματα που πρέπει να κάνω». «Και ποια είναι αυτά;» «Πρώτον, πρέπει να βρω μια ευκαιρία να δώσω στα κρυφά στον Ντάνιελ τα πούρα που έχω στη βαλίτσα μου για να τον ευχαριστήσω για την κόρη του, που είναι η πιο απίθανη γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Και ύστερα...» Έσκυψε το κεφάλι του και χάιδεψε με τα χείλη του τα δικά της. «...θέλω να πάρω την κόρη του, τη γυναίκα μου και τη


μητέρα των παιδιών μου, πάνω και να κάνω έρωτα μαζί της». Η Σερένα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. «Γιατί λοιπόν η κόρη του, η γυναίκα σου και η μητέρα των παιδιών σου, να μην ανέβει πάνω να σε περιμένει;» Ο Τζάστιν τη φίλησε πάλι, αυτή τη φορά πιο αργά. «Αλήθεια, γιατί;» ***

Η Γκουέν κοιμήθηκε ελάχιστα. Ήταν περασμένες τρεις τα ξημερώματα όταν έπεσαν επιτέλους για ύπνο. Αλλά και τότε εκείνη έμεινε ξύπνια, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, προσπαθώντας να βρει τη σωστή απάντηση. Το μόνο που έβλεπε όμως ήταν το πρόσωπο του Μπράνσον. Και τον λαχταρούσε. Λίγο προτού χαράξει την πήρε επιτέλους ο ύπνος, αλλά ήταν γεμάτος ταραγμένα όνειρα. Ο Μπράνσον στεκόταν στο διάδρομο του νοσοκομείου, την κοιτούσε στα μάτια και της εξηγούσε ποιος ήταν και τι ήθελε. Της χαμογελούσε μ’ εκείνο το αβίαστο γοητευτικό χαμόγελό του, πηγαίνοντας μαζί της για ψώνια στην πόλη. Την κρατούσε στην αγκαλιά του επειδή είχε πεθάνει κάποιος ασθενής της. Της έκοβε την ανάσα με το φιλί του στο κατώφλι του σπιτιού της. Τη μετέφερε στην αγκαλιά του στο στρωμένο με ροδοπέταλα κρεβάτι. Και την κοιτούσε μ’ εκείνο το γεμάτο απελπισία βλέμμα τη στιγμή που της έλεγε ότι την αγαπούσε. Στη συνέχεια στο όνειρο δεν κυριαρχούσαν πια οι αναμνήσεις, αλλά οι ευσεβείς πόθοι. Η Γκουέν χαμογελούσε, απλώνοντας τα χέρια προς το μέρος του. Δεχόταν, πρόσφερε, αγκάλιαζε. Οι γκάιντες έπαιζαν τη στιγμή που ο Μπράνσον τη σήκωνε για να την ανεβάσει στο άσπρο άτι του. Η Γκουέν δεν ένιωθε αδύναμη, αλλά ισχυρή. Το γέλιο της μπερδεύτηκε με το δικό του καθώς άρχιζαν να καλπάζουν, ενώ οι γκάιντες έπαιζαν όλο και πιο δυνατά. Η Γκουέν αναδεύτηκε στον ύπνο της, αναστενάζοντας με την ομορφιά του ονείρου, και ξύπνησε μουρμουρίζοντας τ’ όνομά του. Οι γκάιντες εξακολουθούσαν να παίζουν. Ανακάθισε και έτριψε τα μάτια της. Γκάιντες, σκέφτηκε σαστισμένη, αλλά και ταμπούρλα. Χασμουρήθηκε, γέλασε και κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι. Ο παππούς, σκέφτηκε, οργάνωσε κάτι ιδιαίτερο για το χριστουγεννιάτικο πρωινό. Και μάλιστα από τα χαράματα, συμπλήρωσε τις σκέψεις της, κοιτάζοντας το ρολόι.


Δεν ήταν ούτε οχτώ. Φόρεσε τη ρόμπα της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε απότομα η πόρτα της κρεβατοκάμαράς της και μπήκε η Τζούλια, αναμαλλιασμένη, ξυπόλυτη και με τα μάτια της γουρλωμένα. «Κοίτα έξω από το παράθυρο. Δεν πρόκειται να το πιστέψεις αν δεν το δεις». «Το ακούω», είπε η Γκουέν. Στο διάδρομο ακούστηκαν κι άλλες φωνές, βήματα, πόρτες που ανοιγόκλειναν. «Από ό,τι φαίνεται, το ίδιο και όλοι οι άλλοι. Τι έκανε ο παππούς;» «Όχι ο παππούς». Η Τζούλια πήρε την κατάσταση στα χέρια της, άρπαξε την Γκουέν από το μπράτσο και την τράβηξε στο παράθυρο. «Ο Μπραν». Έκπληκτη, η Γκουέν κοίταξε έξω. Εκεί, στη μεγάλη κατηφορική πελούζα, δέκα ρωμαλέοι άντρες με κιλτ χόρευαν τον παραδοσιακό σκοτσέζικο χορό. «Δέκα λόρδοι χορεύουν», ψέλλισε. «Γαιοκτήμονες», τη διόρθωσε η Τζούλια, χαμογελώντας σαν χαζή. «Υπάρχουν και έντεκα μουσικοί που παίζουν γκάιντα και άλλοι δώδεκα που παίζουν ταμπούρλο. Θα έλεγα πως αυτό λέει τα πάντα, γλυκιά μου. Ο έρωτάς σου δεν παρέλειψε τίποτε». «Τα...» Η Γκουέν κοίταξε τον Μπράνσον, που στεκόταν στη μέση του σκηνικού. Ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά του. «Τα έκανε όλα αυτά για μένα». «Είναι τρελός», της είπε η Τζούλια. «Είναι ερωτευμένος. Είναι απίθανος». «Ναι. Ναι». Η Γκουέν γέλασε και έκλεισε το στόμα της με το χέρι. Ο έρο3τάς της, σκέφτηκε, ο μεγάλος της έρωτας, δεν είχε κουκούτσι μυαλό. Δεν ήταν υπέροχο; «Είναι όλα αυτά. Με αγαπάει. Με αγαπάει στ’ αλήθεια. Δεν είναι λάθος, δεν έγινε γρήγορα, δεν είναι ένα περαστικό ξελόγιασμα. Είναι τέλειο. Εκείνος είναι τέλειος». «Τότε τι κάνεις εδώ τη στιγμή που εκείνος βρίσκεται εκεί έξω;» «Πάω». Η Γκουέν φόρεσε ένα ζευγάρι μπότες και έτρεξε προς τις σκάλες με τη ρόμπα να ανεμίζει πίσω της. Οι δικοί της την είχαν προλάβει, είχαν φορέσει στα γρήγορα μπότες, είχαν ρίξει πάνω τους παλτά, ή είχαν βγει απλώς με τις ρόμπες τους. Είδε τον παππού και τη γιαγιά της δίπλα στην πόρτα. Η Άννα κούμπωνε ήρεμα το πανωφόρι του Ντάνιελ. «Δεν το χρειάζομαι». «Το χρειάζεσαι, κάνει κρύο. Δε θέλω να πουντιάσεις. Οι μουσικοί με τις γκάιντες δεν πρόκειται να φύγουν». «Και τι ωραία που παίζουν». Το μάτι του πήρε την Γκουέν που


έτρεχε προς τις σκάλες και της χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Αυτό είναι παλικάρι, δε συμφωνείς;» «Ναι». Η Γκουέν πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και φίλησε τα κάτασπρα γένια του. «Αλλά θα κάνω τουλάχιστον μια βδομάδα να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτό». Και λέγοντας αυτά, βγήκε έξω στο κρύο. Άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους διάφορους συγγενείς της για να μπορέσει να θαυμάσει την όλη εικόνα. «Ησυχία», φώναξε. «Δεν μπορώ ν’ ακούσω». Ήταν όμως σαν να μιλούσε στον αέρα. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Μπορούσαν να φωνάζουν και να γελάνε όσο ήθελαν. Εκείνη άκουγε μόνο τις γκάιντες και τα ταμπούρλα, καθώς ο Μπράνσον άρχισε ν’ ανεβαίνει τη χιονισμένη αλέα προς το μέρος της. Η Γκουέν δεν είχε προσέξει ότι τώρα οι δικοί της είχαν σωπάσει εντελώς. Δεν είχε προσέξει τα δάκρυα που κυλούσαν στα παγωμένα μάγουλά της. Εκείνη έβλεπε μόνο το πρόσωπο του Μπράνσον, που καθρέφτιζε την καρδιά του. «Καλά Χριστούγεννα, Γκουέντολιν». «Μπράνσον...» «Σ’ αγαπώ», της είπε, σήκωσε το χέρι του και σκούπισε ένα δάκρυ από τις βλεφαρίδες της. «Είσαι τα πάντα για μένα. Θαυμάζω τη δύναμη, την ειλικρίνεια, τη συμπόνια και τη λογική σου. Σ’ έχω ανάγκη στη ζωή μου. Σου υπόσχομαι εδώ, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους που μετράνε στη ζωή σου, ότι δε θα σε απογοητεύσω ποτέ». «Είναι λεβέντης!» ακούστηκε η βροντερή φωνή του Ντάνιελ, στην οποία διέκρινες τη συγκίνηση. «Μα το Θεό, είναι λεβέντης!» Όταν ο Μπράνσον χαμογέλασε, η Γκουέν ένιωσε τη μητέρα της να της πιάνει το χέρι και να της το σφίγγει. Ένδειξη συμπαράστασης, επιδοκιμασίας, αγάπης. Ύστερα η Σερένα την άφησε. «Δεν ολοκληρώθηκαν και οι δώδεκα μέρες των Χριστουγέννων», της είπε ο Μπράνσον. «Είναι όμως μια αρχή. Θα με παντρευτείς, Γκουέντολιν;» Η καρδιά της φούσκωνε από τη συγκίνηση. Η Γκουέν έκανε μερικά βήματα, στάθηκε ανάμεσα στην οικογένειά της και σ’ εκείνον και πήρε τα χέρια του στα δικά της. «Σου είπα ότι δε θέλω να με πιέσεις, ότι δε θέλω να με ζορίσεις». «Ω, λυπήσου τον, Γκουέν». Η Γκουέν αγνόησε την προτροπή της μικρότερης αδερφής της, της Μελ, και συνέχισε να κοιτάζει τον Μπράνσον στα μάτια. «Και αυτό


δε θα σε αφήσω να το κάνεις. Αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ την αγάπη σου, όπως δεν μπορώ να αρνηθώ και τη δική μου αγάπη για σένα. Έτσι θα σου απαντήσω εδώ, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους που μετράνε για μένα. Ναι, θα σε παντρευτώ, Μπράνσον, κι εσύ θα παντρευτείς εμένα». «Άντε, φίλα το κορίτσι», απαίτησε ο Ντάνιελ. Ο Μπράνσον τον κοίταξε πάνω από το κεφάλι της Γκουέν και είδε τα μάτια του να λάμπουν. «Νομίζω ότι από δω κι εμπρός μπορώ να τα καταφέρω και μόνος μου», του είπε. Και φίλησε το κορίτσι.


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ Με χαρά μου σας ανακοινώνω ότι η επιλογή του Μπράνσον αποδείχτηκε ακόμα καλύτερη απ’ ό,τι περίμενα. Είναι πανέξυπνος ο Ιρλανδός. Και είμαστε περήφανοι που τον έχουμε στην οικογένειά μας. Παρακολουθούσα την Γκουέν την ώρα που προχωρούσε προς το βωμό, φορώντας το παραμυθένιο νυφικό της και το πέπλο που είναι οικογενειακό κειμήλιο. Το πρόσωπό της καθρέφτιζε παντοτινή αγάπη. Πιασμένοι χέρι-χέρι με την Άννα, τους ακούσαμε να ανταλλάσσουν τους όρκους τους. Η ζωή είναι ένας κύκλος που λάμπει όταν υπάρχει αγάπη. Στην εκκλησία, όπου το φως περνούσε μέσα από τα βιτρό, δημιουργώντας ουράνια τόξα, η Γκουέν και ο Μπράνσον της ξεκίνησαν το δικό τους κύκλο μέσα στους αλλεπάλληλους κύκλους που έχουν σφυρηλατήσει οι προηγούμενες γενιές. Δε χρεώνομαι την επιτυχία, γιατί αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα. Απλώς την απολαμβάνω. Ζούμε λοιπόν μια καινούρια άνοιξη. Η Γκουέν μας αρχίζει τη νέα ζωή της. Η Λόρα μας είναι υγιής και η κοιλιά της έχει φουσκώσει από το μωρό που κουβαλάει μέσα της. Η Τζούλια τώρα δουλεύει σαν τρελή. Είναι έξυπνη, έχει μοιάσει στον... παππού της. Είναι το καμάρι μου και, μην απατάστε, είχα αρχίσει να καταστρώνω τη στρατηγική μου σε ό,τι την αφορά απ’ όταν ακόμα τακτοποιούσα τις ξαδέρφες της. Θα αποδειχτεί σκληρό καρύδι. Χα! Δεν υπάρχει πιο σκληρό καρύδι από τον Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ. Στην προκειμένη περίπτωση έχω σχεδιάσει να επιστρατεύσω και τη βοήθεια ενός τρίτου. Έχω στο μάτι αυτό το παλικάρι εδώ και χρόνια... Το ίδιο και η Τζούλια, αν και θα προτιμήσει να περάσει τα μαρτύρια της κόλασης προτού το παραδεχτεί. Ξεροκέφαλη πιτσιρίκα, ο Θεός να την έχει καλά. Οι δυο τους είναι τέλειοι ο ένας για τον άλλον. Ισχυρογνώμονες και καβγατζήδες, αρπάζονται σε κάθε ευκαιρία. Θα γεννήσουν όμορφα, δυνατά μωρά για μένα -για την Άννα, εννοώ. Η κακομοίρα τα λαχταράει τα μωρά. Η Άννα έχει κρύψει πάλι το πέπλο των Μακ Γκρέγκορ. Δεν ήθελα να της πω ότι θα το ξαναβγάλει προτού περάσει ένας χρόνος. Σας δίνω το λόγο μου γι’ αυτό.


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Τζούλια


Κεφάλαιο 21 Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία στο μυαλό της Τζούλιας- αλλά, πάλι, σπάνια συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ο τοίχος έπρεπε να φύγει. Πέρασε από το μικρό σαλόνι στη μικρή βιβλιοθήκη από την άλλη μεριά. Σίγουρα. Όταν θα γκρεμιζόταν ο τοίχος, θα είχε ένα μεγάλο, ευάερο δωμάτιο, αντί δυο μικρά και στριμωγμένα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και συνέχισε το γύρο. Τα μάτια της παρατηρούσαν και κατέγραφαν τα πάντα. Θα έπρεπε ν’ αντικαταστήσει όλα τα τζάμια με θερμομονωτικά και θα έπρεπε να ξύσουν την μπογιά από όλα τα ξύλα ώστε να αποκαλυφθεί το αρχικό χρώμα της καρυδιάς. Θα έπρεπε να τον κρεμάσουν αυτόν που τα είχε βάψει μπλε. Το είπε αυτό και στο μικρό μαγνητόφωνο που κρατούσε. Κατέγραφε πάντα με αυτό τον τρόπο τις σημειώσεις της και οι παρατηρήσεις της ήταν μεστές. Η Τζούλια Μακ Γκρέγκορ δεν είχε μόνο απόλυτες απόψεις, αλλά πίστευε απόλυτα ότι έπρεπε και να τις εκφράζει. Είχε γεμίσει ήδη δύο κασέτες για το σπίτι στο Μπίκον Χιλ και τις είχε χαρακτηρίσει με τις ανάλογες ετικέτες· σ’ αυτό το σπίτι είχε αποφασίσει να στήσει το σπιτικό της. Θα ήταν αποκλειστικά δικό της. Θ’ αποφάσιζε και την παραμικρή λεπτομέρεια εκείνη, μέχρι και το χρώμα των αρμών στο βεσεδάκι των ξένων στον πρώτο όροφο, και θα επέβλεπε ώστε να εκτελεστούν πιστά οι επιθυμίες της. Τον υπεργολάβο και τους υπόλοιπους τεχνίτες θα τους γοήτευε ή θα τους ανάγκαζε με το άγριο -και μπορούσε να κάνει και τα δύο- ώστε να έχει ακριβώς το αποτέλεσμα που ήθελε. Δεν είχε μείνει ποτέ ικανοποιημένη με κάτι λιγότερο. Η Τζούλια δε θα σκεφτόταν ποτέ ότι ήταν κακομαθημένη. Είχε δουλέψει για να αποκτήσει αυτά που ήθελε. Σχεδίαζε και εκτελούσε. Στην ανάγκη, μπορούσε να τοποθετήσει και η ίδια γυψοσανίδες, ν’ αλλάξει κάσες και παραθυρόφυλλα. Ήταν όμως της άποψης ότι ήταν προτιμότερο να προσλαμβάνει τους ειδικούς και να τους πληρώνει αδρά ώστε να κάνουν αυτοί τις δουλειές.


Δεχόταν υποδείξεις, ιδιαίτερα όταν συνέπιπταν με τις απόψεις της. Και όταν ξεκινούσε να ανακαινίσει κάτι, δεν το άφηνε ποτέ στη μέση. Είχε μάθει της αξία της δουλειάς, του σχεδιασμού και της ολοκλήρωσής της από τους γονείς της. Ο Άλαν Μακ Γκρέγκορ είχε χρηματίσει δύο φορές Πρόεδρος στο Λευκό Οίκο, έχοντας δίπλα του τη Σέλμπι Κάμπελ Μακ Γκρέγκορ, η οποία ως Πρώτη Κυρία έκανε πολύ περισσότερα από το να διοργανώνει πάρτι και να υποδέχεται επισήμους. Οι γυναίκες στην οικογένεια των Μακ Γκρέγκορ δεν ήταν ποτέ φερέφωνα των συζύγων τους. Μια Μακ Γκρέγκορ ήταν κυρία του εαυτού της. Αυτό ίσχυε και για την Τζούλια. Ανέβηκε την ελαφρά στριφογυριστή σκάλα. Μια γυναίκα με τριανταφυλλένιο δέρμα και σγουρά, πυρρόξανθα μαλλιά. Τα μάτια της είχαν το καφέ χρώμα της σοκολάτας και αυτή τη στιγμή το κοφτερό βλέμμα τους προσπαθούσε να εντοπίσει κάθε ατέλεια την οποία πιθανόν να είχε παραβλέψει. Το στόμα της ήταν μεγάλο και άλλαζε συχνά έκφραση, τα χέρια της ήταν λεπτά και σπάνια έμεναν ακίνητα. Το χυμώδες κορμί της έκρυβε μια ανεξάντλητη εσωτερική ενέργεια. Μόνο αν ήταν κανείς τσιμπημένος μαζί της θα τη χαρακτήριζε όμορφη, αλλά ακόμα και οι εχθροί της -και μια γυναίκα με ισχυρή γνώμη που την εκφράζει έχει πολλούς- παραδέχονταν τη μοναδική γοητεία της. Κάποιος πρώην φίλος της την είχε αποκαλέσει «βασίλισσα των Αμαζόνων». Μολονότι δεν της το είχε πει σαν κομπλιμέντο, ήταν ένας χαρακτηρισμός που της ταίριαζε. Ήταν δυναμική, αυτάρκης και σέξι. Και ανυποχώρητη. Η Τζούλια χτύπησε το δάχτυλό της στο ελαφρά μυτερό πιγούνι της και κοίταξε την κρεβατοκάμαρα που χρησιμοποιούσε τον τελευταίο μήνα. Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες είχαν κλείσει το υπέροχο τζάκι Άνταμ και τώρα θα έπρεπε να το επιδιορθώσει -ένας ακόμη λόγος που είχαν πέσει χαμηλά στην εκτίμησή της. Η Τζούλια φαντάστηκε τον εαυτό της κουλουριασμένο στο υπέροχο κρεβάτι από τικ σε σχήμα έλκηθρου που είχε στην αποθήκη. Γύρω της υπήρχαν πολλά μαξιλάρια, μια τσαγιέρα γεμάτη τσάι γιασεμί δίπλα της και ένα καλό βιβλίο στο χέρι. Και τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι... Ήταν Αύγουστος ακόμα και οι Βοστονέζοι έσταζαν κυριολεκτικά στον ιδρώτα, αλλά η προηγούμενη εικόνα τής άρεσε. Και μέχρι των Ευχαριστιών θα γινόταν πραγματικότητα, αποφάσισε. Έως τα Χριστούγεννα το σπίτι θα ήταν έτοιμο και θα το


εγκαινίαζε μ’ ένα μεγάλο, φαντασμαγορικό πάρτι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο καινούριος χρόνος θα της χτυπούσε εκεί το κουδούνι, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Το κουδούνι της χτύπησε και τώρα. Θα ήταν ο κύριος Μέρντοκ, ακριβής, όπως πάντα στην ώρα του. Έξι χρόνια χρησιμοποιούσε η Τζούλια την εταιρεία του, αναθέτοντάς του όλες τις υπεργολαβίες της. Αυτό δεν ήταν το πρώτο σπίτι που αγόραζε, το πρώτο που θα ανακαίνιζε ή το πρώτο στο οποίο θα έμενε. Ο κτηματομεσιτικός κλάδος ήταν το πάθος της. Και η ικανότητα να κλείνει συμφωνίες ήταν κληρονομική, κυλούσε στο αίμα της. Ο παππούς της είχε γίνει από πάμπτωχος εκατομμυριούχος, με όπλα το δαιμόνιο μυαλό του, το κοφτερό μάτι του και την καρδιά του τζογαδόρου. Από όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του, η Τζούλια ήταν αυτή που είχε ακολουθήσει πιο πιστά τ’ αχνάρια του μεγάλου άντρα. Η Τζούλια κατέβηκε βιαστικά κάτω, ανυπομονώντας να κουβεντιάσει τα σχέδια και να παζαρέψει τις τιμές με τον έμπειρο Σκοτσέζο. Ο ίδιος ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ της είχε συστήσει εδώ και χρόνια τον Μάικλ Μέρντοκ και την εταιρεία του και η Τζούλια τον ευγνωμονούσε γι’ αυτό. Ένιωθε πως είχε βρει μια αδελφή ψυχή στα λαμπερά γαλανά μάτια του Σκοτσέζου και στα ικανά χέρια του. Άνοιξε χαμογελαστή την πόρτα, αλλά αμέσως συνοφρυώθηκε. Δεν ήταν ο Μάικλ Μέρντοκ, αλλά ο γιος του. Η Τζούλια θεωρούσε τον Κάλαμ Μέρντοκ το μοναδικό μελανό σημείο στην εκπληκτική συνεργασία της με τη συγκεκριμένη κατασκευαστική εταιρεία. «Πού είναι ο πατέρας σου;» τον ρώτησε. «Δε νιώθει καλά». Ο Κάλαμ δε σπαταλούσε χαμόγελα σε εκνευριστικές γυναίκες. Έτσι τα ψυχρά πράσινα μάτια του και τα μεγάλα καλογραμμένα χείλη του παρέμειναν αγέλαστα. «Θα κάνω εγώ την εκτίμηση». «Είναι άρρωστος;» Η ανησυχία της ήταν άμεση και ειλικρινής και την ώθησε να πιάσει τον Κάλαμ από το χέρι. «Τι έχει; Είδε γιατρό;» «Δεν είναι τίποτε σοβαρό, ένα καλοκαιρινό κρύωμα», της απάντησε ο Κάλαμ, αλλά ο τόνος του είχε μαλακώσει λίγο. Τα μάτια της τον κοιτούσαν ανήσυχα και η αγάπη της για τον πατέρα του ήταν φανερή. «Απλώς πρέπει να μείνει μερικές μέρες στο κρεβάτι και να ξεκουραστεί». «Ω». Στέκονταν στο κατώφλι, ο ένας από τη μια και ο άλλος από


την άλλη, και ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα. Η Τζούλια άφησε το χέρι του και έκανε μερικούς υπολογισμούς στα γρήγορα. Δεν ήθελε να συνεργαστεί με τον Κάλαμ, αλλά δεν ήθελε και να καθυστερήσει το έργο. Εκείνος διάβασε τις σκέψεις της και ύψωσε τα σκούρα φρύδια του, ενώ τα πράσινα μάτια του την κοιτούσαν διασκεδάζοντας. «Μπορώ να το αντέξω, αν μπορείς κι εσύ, Μακ Γκρέγκορ». Η Τζούλια τον περιεργάστηκε συνοφρυωμένη. Άντρες γοητευτικοί σαν το διάβολο σπάνια την εκνεύριζαν. Και ο Κάλαμ, με τα αδρά χαρακτηριστικά, ταίριαζε σίγουρα στην περιγραφή. Βέβαια, αυτός διέθετε και άλλα ατού, την μπρούντζινη χαίτη λιονταριού, ένα γρήγορο, στραβό χαμόγελο -όχι πως το επιστράτευε ποτέ για χάρη της- κι ένα λεπτό, σφριγηλό κορμί, στο οποίο ταίριαζαν γάντι τα τζιν. Την εκνεύριζε διαρκώς. Οι προσωπικότητές τους βρίσκονταν συνέχεια σε σύγκρουση όπως τα σπαθιά στο πεδίο της μάχης. Πάντως, είτε την εκνεύριζε είτε όχι, ήταν καλός στη δουλειά του. Για την ώρα, θα έκανε μόνο την εκτίμηση του έργου. «Εντάξει, Μέρντοκ, ας ξεκινήσουμε». Ο Κάλαμ μπήκε στο φουαγιέ με τα μεγάλα πλακάκια σε ροζ αποχρώσεις, έριξε μια ματιά στη σκάλα και πρόσεξε το σκαλιστό, θολωτό ταβάνι. «Πώς είναι τα θεμέλια;» «Γερά σαν βράχος». «Θα τα ελέγξω». Αρχίσαμε, σκέφτηκε η Τζούλια και έσφιξε τα δόντια της. Αυτό γινόταν πάντα. Ο άνθρωπος αυτός αμφισβητούσε την κρίση της, αντέκρουε τις απόψεις της, χλεύαζε το γούστο της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έχω κρατήσει σημειώσεις», του είπε και έβγαλε τις μικρές κασέτες από την τσέπη του κομψού ναυτικού παντελονιού της. «Ναι, οι περίφημες κασέτες Μακ Γκρέγκορ». Ο σαρκασμός ήταν εμφανής στη φωνή του καθώς τις έπαιρνε και τις έχωνε στην κωλότσεπη του τζιν του. «Είναι πιο πρακτικό από το να γράφω ορνιθοσκαλίσματα σ’ ένα χαρτί. Και έτσι δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν κατανόησε τις επιθυμίες μου». «Εσύ είσαι το αφεντικό...» «Είναι το σπίτι μου», του πέταξε. Ο Κάλαμ της έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα. «Και ποιος είπε ότι δεν είναι;»


Την προσπέρασε και μπήκε στο μικρό μπροστινό σαλόνι. Η πρώτη του σκέψη ήταν πως όποιος είχε βάψει εκείνα τα ξύλα ήθελε σκότωμα. «Βολικό». «Στριμωγμένο», τον διόρθωσε. «Θέλω να γκρεμιστεί ο τοίχος στα δεξιά. Το δωμάτιο που βρίσκεται από πίσω είναι εξίσου στριμωγμένο. Κατά τη γνώμη μου, με αυτό τον τρόπο πάνε χαμένοι δύο χώροι». Σωστή κίνηση, αλλά δε χρειαζόταν να της το επιβεβαιώσει και εκείνος, έτσι και αλλιώς έδειχνε να μην έχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Αντίθετα, ένιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να την προκαλέσει. «Στα παλιά, παραδοσιακά σπίτια όπως αυτό, δεν αρέσουν οι αλλαγές». «Αυτός ο τοίχος θα φύγει». Με μεγάλα, αργά βήματα, ο Κάλαμ έκανε το γύρο, μελέτησε το θέμα. «Αν γίνει αυτό, είναι πολύ πιθανό να πάθει ζημιά το όμορφο ξύλινο πάτωμα». «Και εσύ δε θα έχεις παρά να το φτιάξεις». Η Τζούλια προχώρησε στο άδειο δωμάτιο και τα βήματά της αντήχησαν κούφια. «Θέλω να ξυστούν τα ξύλα και να γυαλιστούν στο φυσικό τους χρώμα. Πρέπει επίσης να γίνουν και κάποιες μικροεπισκευές στο σοβά, που τις βλέπεις και μόνος σου. Η επένδυση με πέτρα πρέπει να ξαναγίνει στο τζάκι, αλλά το περβάζι είναι σε άριστη κατάσταση. Και εδώ...» Η Τζούλια πέρασε στο επόμενο δωμάτιο και τον περίμενε να την ακολουθήσει. «Η πόρτα που βγάζει στην αυλή είναι πολύ μικρή. Θέλω να φαρδύνει το άνοιγμά της και να φτιάξεις ένα αίθριο από ξύλο καρυδιάς, μπιζοταρισμένα τζάμια και μπρούντζινα πόμολα». Ο Κάλαμ είδε με τη φαντασία του το αποτέλεσμα και το ενέκρινε, αλλά ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να τρυπήσουμε στα τούβλα». «Το ξέρω αυτό, Μέρντοκ». «Θα σου στοιχίσει». Ο χλευασμός φάνηκε τώρα στα δικά της μάτια. «Θα κουβεντιάσουμε τον προϋπολογισμό σου αφού τον φτιάξεις. Για να συνεχίσουμε όμως, όλοι οι τοίχοι θα ξαναβαφτούν φυσικά, θα κολληθούν καινούριες ταπετσαρίες, και το τζάκι εδώ...» Έγειρε το κεφάλι της, υπολογίζοντας τη γραμμή και την απόσταση που υπήρχε από το τζάκι στο άλλο δωμάτιο. «Θέλω ν’ αλλάξεις τούτο το περβάζι, ώστε να ταιριάζει με το άλλο. Και να ξανανθίζεις την καμινάδα· την έχουν κλείσει. Και φυσικά, μονωτικά τζάμια σε όλα τα παράθυρα». «Φυσικά».


Η Τζούλια αγνόησε το σαρκασμό του, τον προσπέρασε και συνέχισε στα άλλα δωμάτια. Αν είχε να κάνει με τον πατέρα του, θα του είχε ζητήσει τη γνώμη του, θα είχε κουβεντιάσει τη στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Αυτή τη στιγμή θα γελούσαν για κάτι, ή θα βρίσκονταν πεσμένοι στα γόνατα και θα εξέταζαν το ξύλινο πάτωμα. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτε από αυτά με το γιο. Η φωνή της είναι το ίδιο σφιγμένη με την πλάτη της, σκέφτηκε ο Κάλαμ. Αλλά, μα το Θεό, μακάρι να μην ήταν τόσο μεθυστικό το άρωμά της. Το άρωμα αυτής της θεάς του πολέμου του αποσπούσε την προσοχή κάθε φορά που την πλησίαζε στο ενάμισι μέτρο. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να κρατηθεί σε απόσταση. Τη θεωρούσε μια ξιπασμένη, ψυχρή, αυταρχική και αλαζονική γυναίκα. Δεν ήταν καθόλου ο τύπος του. Το γεγονός ότι υπήρχαν φορές που αναρωτιόταν τι γεύση να είχαν τα χείλη της ήταν, κατά τη γνώμη του, μια αντανακλαστική αντίδραση και τίποτε περισσότερο. Περπάτησαν τον πρώτο όροφο, δωμάτιο-δωμάτιο. Ήταν φανταστικό σπίτι, σκέφτηκε ο Κάλαμ, η Τζούλια Μακ Γκρέγκορ όμως δεν αγόραζε ποτέ φόλες. Το μάτι της έκοβε τα κτίρια από μακριά, μπορούσε να το σεβαστεί αυτό. Όπως μπορούσε να σεβαστεί και το ότι κάθε κτίριο που αγόραζε το ανακαίνιζε σωστά. Αλλά δεν έλεγε να κλείσει λιγάκι το στόμα της και του φερόταν σαν να ήταν κουφιοκέφαλος, εξηγώντας του με λεπτομέρειες το κάθε πράγμα, την κάθε αλλαγή. Αλλαγή στα πλακάκια στο βεσεδάκι. Ναι, ναι. Καινούριες βρύσες στο νιπτήρα με το πόδι. Μα καλά, δεν τον θεωρούσε ικανό να δει ότι οι τωρινές βρύσες ήταν σκουριασμένες και έσταζαν; Είχε μάτια, δεν είχε; Πέρασαν σχεδόν μια ώρα στην κουζίνα. Η Τζούλια ήθελε γενική αναμόρφωση του χώρου γύρω από δύο βασικούς άξονες· το παλιό τζάκι που ήθελε να μπει και πάλι σε λειτουργία και τα ντουλάπια από ξύλο καστανιάς στους τοίχους. Ο Κάλαμ χάρηκε που απέρριψε μια δυο ιδέες της ως ανεφάρμοστες, και χάρηκε ακόμα περισσότερο που τις αντικατέστησε με αντίστοιχες δικές του. «Έχεις πολύ χώρο». Στάθηκε στο κέντρο της κουζίνας με το γυαλιστερό πλαστικό πάτωμα. «Γιατί θέλεις να τον χαραμίσεις;» «Δε θέλω...» «Είναι εντελώς χαζό να βάλεις την κουζίνα τόσο μακριά από το ψυγείο. Ο χώρος πρέπει να είναι λειτουργικός, να διευκολύνει την


κίνηση. Δεν κοιτάς μόνο την αισθητική, αλλά και την πρακτική άποψη. Είναι ολοφάνερο ότι δε μαγειρεύεις». Η Τζούλια έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Και στο δικό σου κόσμο, οι γυναίκες μαγειρεύουν κάθε βράδυ ζεστό φαγητό για τους κουρασμένους συζύγους τους». «Στο δικό μου κόσμο, οι άνθρωποι που μαγειρεύουν τρώνε καλύτερα. Μπορείς να αφήσεις το νεροχύτη κάτω από το διπλό παράθυρο και να φέρεις τον πάγκο από δω, δημιουργώντας μια όμορφη καμπύλη». Οι κοφτές, μετρημένες κινήσεις του φανέρωναν άνθρωπο που ήταν συνηθισμένος να έχει το πάνω χέρι· και να σέβονται οι άλλοι τις απόψεις του. «Το πλυντήριο εδώ, ο φούρνος εκεί, το ψυγείο παραδίπλα. Αφησε το κελάρι κάτω από τη σκάλα. Ξεφορτώσου μόνο την απαίσια πόρτα του. Τώρα, αν ήμουν στη θέση σου...» «Δεν είσαι». «Θα έβαζα άλλον έναν πάγκο εδώ. Θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν μπαρ για να τσιμπήσεις κάτι κουβεντιάζοντας. Θα έσπαγα στα δύο το χώρο. Θα τον έκανα πιο πρακτικό. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις και τη βεραντούλα, ενσωματώνοντας τη στο χώρο. Ρίξε εκείνο τον τοίχο». Η Τζούλια έπαιξε το φρύδι της. «Νόμιζα ότι στα παλιά σπίτια δεν αρέσουν οι δομικές αλλαγές». Είναι καλή, σκέφτηκε ο Κάλαμ, αλλά ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Είναι πλέον πολύ αργά για να μας προβληματίσει αυτό. Από τη στιγμή που έχεις να μελετήσεις τι πρέπει να κάνεις για να γκρεμίσεις έναν τοίχο, μπορείς να γκρεμίσεις και δεύτερο. Καταργείς τις σήτες και τοποθετείς παράθυρα και χρησιμοποιείς το γάμα που σχηματίζεται για καθιστικό. Θα μπορούσα να χτίσω ένα παγκάκι κάτω από τα παράθυρα». Ω, η Τζούλια μπορούσε να φανταστεί πολύ όμορφα την εικόνα. «Είδα ένα καταπληκτικό παλιό εκκλησιαστικό στασίδι την περασμένη βδομάδα». «Ακόμα καλύτερα. Αυτή τη βεραντούλα όπως είναι τώρα δεν πρόκειται να τη χρησιμοποιήσεις για τίποτε άλλο παρά για να βγάζεις τα σκουπίδια. Με τον τρόπο που σου λέω θα είναι σαν να φέρνεις τον κήπο μέσα -όχι πως δε θέλει και ο κήπος δουλειά-και προσθέτεις μπόλικο φως». Η Τζούλια ήθελε να το κάνει, οπωσδήποτε. «Ε, θα το σκεφτώ». «Ωραία, και θα πρέπει να ξεφορτωθείς τούτο το πλαστικό πάτωμα». «Είναι ολοκαίνουριο». «Κάτι μου λέει ότι από κάτω υπάρχει και εδώ παρκέ πεύκου».


«Κανείς δεν είναι τόσο ηλίθιος». Ο Κάλαμ έβγαλε ένα σουγιά από την τσέπη του και τον άνοιξε. Τα πράσινα μάτια του άστραψαν προκλητικά. «Βάζουμε στοίχημα;» Η Τζούλια αμφιταλαντεύτηκε, από τη μια ήθελε να είχε εκείνος δίκιο, από την άλλη όμως δεν της άρεσε να έχει αυτή άδικο. «Εντάξει, σήκωσε μια γωνιά. Αλλά αν κάνεις λάθος, θα μου κόψεις το πέντε τοις εκατό του προϋπολογισμού σου». «Και αν έχω δίκιο, θα κάνεις την κουζίνα όπως λέω εγώ». Η Τζούλια κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Σύμφωνοι». Ο Κάλαμ πήγε στη γωνία που βρισκόταν κοντά στην πίσω πόρτα και γονάτισε. Δε χρειάστηκε πάνω από δυο λεπτά. «Θα νιώσεις πανευτυχής». «Απλό τσιμέντο, σωστά;» Η Τζούλια πλησίασε χαμογελώντας αυτάρεσκα να ρίξει κι αυτή μια ματιά. «Ω». Έπεσε στα τέσσερα, ενθουσιασμένη από το ξύλινο πάτωμα. «Τι χαζοί. Σήκωσε και άλλο κομμάτι». «Είναι πολύ πιθανό το ξύλο να είναι γρατσουνισμένο και λεκιασμένο», είπε ο Κάλαμ, ανασηκώνοντας και άλλο κομμάτι του πλαστικού. «Έτσι κατέφυγαν στην εύκολη λύση και το κάλυψαν». Η Τζούλια είχε την εντύπωση ότι είχε ανακαλύψει κρυμμένο θησαυρό και με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη σηκώσει όλο το πλαστικό η ίδια, με γυμνά χέρια. Έτσι όπως ήταν σκυμμένοι οι δυο τους στα τέσσερα, τα μαλλιά της χάιδεψαν το μάγουλό του. Το άρωμά τους τον μέθυσε και ασυναίσθητα γύρισε το κεφάλι του και το ρούφηξε. Η Τζούλια ένιωσε αμέσως ένα πετάρισμα στο στομάχι της. Σηκώθηκε τόσο απότομα που παραλίγο να κουτουλήσει τη μύτη του με το κεφάλι της. «Τι κάνεις;» «Τίποτε», της απάντησε ο Κάλαμ ενώ αναρωτιόταν: Μα τι μ’ έπιασε; Είμαι εντελώς τρελός; «Με μυρίζεις». «Σύνελθε. Μια ανάσα πήρα. Ξέρεις, πρέπει να το κάνω για να καταφέρω να βγάλω τη μέρα». Ο ξέφρενος ρυθμός του σφυγμού της την εξόργισε. Το στόμα της ήταν ξερό, η σάρκα της ξαναμμένη. «Ε, λοιπόν, να μην το κάνεις όταν είσαι μαζί μου», του πέταξε και σηκώθηκε στα γρήγορα όρθια. «Πάμε να δούμε και το δεύτερο όροφο, να τελειώνουμε». «Πολύ καλά». Ο Κάλαμ έκλεισε το σουγιά και τον έβαλε στην τσέπη του, γιατί ήταν μεγάλος ο πειρασμός να χώσει τη λεπίδα του στην


καρδιά του ως τιμωρία για τη στιγμιαία αδυναμία του. «Και μην ανησυχείς, Μακ Γκρέγκορ, θα φροντίσω από δω κι εμπρός να κρατώ την ανάσα μου». «Ηλίθιε», μουρμούρισε η Τζούλια μέσα από τα δόντια της και βγήκε από το δωμάτιο. Δεν ήταν όμως σίγουρη αν αυτός ο χαρακτηρισμός ταίριαζε περισσότερο σ’ εκείνον ή στην ίδια. ***

Ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ κάπνιζε ένα φανταστικό πούρο. Ξαπλωμένος πίσω στην πελώρια δερμάτινη πολυθρόνα του, στο πελώριο γραφείο, στο πελώριο σπίτι του, φυσούσε φανταστικά δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι και άκουγε όσα του έλεγε ο καλός φίλος του Μάικλ Μέρντοκ στο τηλέφωνο. «Ώστε ο νεαρός το έχαψε». «Πράγματι», του είπε ο Μάικλ. «Φρόντισα να βήχω και να ρουφάω τη μύτη μου όταν του τηλεφώνησα». Το έκανε και τώρα, δίνοντας ένα βραχνό, μπουκωμένο τόνο στη φωνή του. «“Θα πρέπει να δεις εσύ την Τζούλια σήμερα”, του είπα, “νιώθω χάλια”. Δεν του άρεσε η ιδέα», συνέχισε ο Μάικλ και τώρα η φωνή του ήταν καθαρή σαν καμπάνα της εκκλησίας. «Αλλά είναι καλό παιδί και πολύ περήφανος για την εταιρεία μας». «Είναι σπουδαίο παιδί ο Κάλαμ σου». Ο Ντάνιελ χαμογέλασε στο ταβάνι και έφερε το ακουστικό στο άλλο αυτί του. Γνώριζε δεκαπέντε χρόνια τον Μάικλ Μέρντοκ. Τον συμπαθούσε ως άνθρωπο και τον σεβόταν ως επιχειρηματία. Είχε πενθήσει μαζί του όταν ο Μάικλ είχε χάσει τη γυναίκα του πριν από δέκα χρόνια. Και τώρα το είχε ρίξει στις μηχανορραφίες μαζί του. «Λοιπόν, είναι μεγάλη δουλειά», συνέχισε ο Ντάνιελ. «Θα πάρει κάμποσους μήνες να τελειώσει και θα είναι συνέχεια ο ένας μέσα στα πόδια του άλλου». «Θα συνεχίσω να κάνω τον άρρωστο για μια δυο βδομάδες ακόμα. Αυτό θα μου δώσει την ευκαιρία να διαβάσω και τα βιβλία που δεν έχω προλάβει. Στη συνέχεια θα νιώθω κάπως αδύναμος για άλλες μια δυο βδομάδες. Μέχρι τότε, ο Κάλαμ θα έχει ξεκινήσει για τα καλά το έργο και δε θα δυσκολευτώ να τον πείσω ότι θα πρέπει να το ολοκληρώσει εκείνος. Έτσι κι αλλιώς, μέχρι τότε θα το θέλει και ο ίδιος». «Μου είναι αδύνατον να καταλάβω γιατί ο νεαρός δεν της τα έχει ρίξει ήδη. Γνωρίζονται χρόνια. Δυο γεροί, γοητευτικοί νέοι, γεμάτοι υγεία». Κούνησε λυπημένος το κεφάλι του και χάιδεψε την απαλή λευκή γενειάδα του. «Άκου με που σου λέω, Μάικλ, τα παιδιά σήμερα θέλουν


να τα οδηγήσεις από το χέρι, διαφορετικά δεν κάνουν τίποτε σπουδαίο». «Υπάρχει η σπίθα μεταξύ τους, Ντάνιελ. Εμείς οι δυο απλώς τη φυσάμε για να φουντώσει. Είναι καιρός πια να νοικοκυρευτεί ο Κάλαμ μου, να βρει την ευτυχία». «Συμφωνώ». Και για μεγαλύτερη έμφαση, ο Ντάνιελ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Το ίδιο ισχύει και για την Τζούλια. Είναι πια είκοσι πέντε χρονών. Τι περιμένει;» Ύστερα χαμογέλασε και ξάπλωσε πάλι πίσω. «Θα μας κάνουν όμορφα μωρά, Μάικλ».


Κεφάλαιο 22 Περιχαρής και χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα ότι άλλοι είχαν προγραμματίσει τη ζωή της για εκείνη, η Τζούλια ήταν καθισμένη στη μέση του κρεβατιού της και ξεφύλλιζε διάφορα βιβλία και δειγματολόγια. Ταπετσαρίες, χρώματα, πλακάκια. Είχε βουνά καταλόγους με μεντεσέδες, πόμολα και αξεσουάρ για την κουζίνα και το μπάνιο. Κατέγραφε τις πιθανές επιλογές της και μαγνητοφωνούσε τις τελικές αποφάσεις της. Είχαν χρειαστεί δυο βδομάδες με συναντήσεις, διαπραγματεύσεις και διαπληκτισμούς ώστε να συμφωνήσουν με τον Κάλαμ για τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν, τις προθεσμίες και τον προϋπολογισμό του έργου. Η Τζούλια δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί ότι θα ήταν εκείνος υπεργολάβος στο συγκεκριμένο έργο. Είχε πεταχτεί μέχρι τα γραφεία της εταιρείας και όταν είχε δει πόσο κουρασμένος και καταβεβλημένος έδειχνε ο Μάικλ, είχε καταπνίξει κάθε διαμαρτυρία. Μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του, ο Μάικλ θα έκανε μόνο δουλειά γραφείου. Δεν ήθελε να την κατηγορήσουν ότι με τη στάση της τον είχε κάνει να νιώσει ότι όφειλε να πάει στην οικοδομή για να επιβλέψει ο ίδιος το έργο. Η Τζούλια άλλαξε θέση, γύρισε τα πόδια της δεξιά και βολεύτηκε καλύτερα. Το πρωί είχε πάει για τα τελικά συμβόλαια ενός σπιτιού που είχε πουλήσει και δεν είχε βγάλει ακόμα την κοντή μπλε φούστα και το σακάκι που φορούσε για τη συνάντηση. Χτύπησε αφηρημένα τα δάχτυλά της σ’ ένα δείγμα λουλουδάτης ταπετσαρίας, κάνοντας τα τρία δαχτυλίδια που φορούσε ν' αστράψουν. Είχε αδυναμία στις πολύχρωμες πέτρες, που στόλιζαν επίσης τ’ αυτιά και τον καρπό της. Είχε καταπιαστεί με τα δείγματα με το που μπήκε στο σπίτι και τα μαλλιά έπεφταν ατίθασα στους ώμους της. Άρχισε να σιγοτραγουδά, απολαμβάνοντας τη φασαρία από τα σφυριά και τα πριόνια στον πρώτο


όροφο.

Άντρες εν δράσει, σκέφτηκε. Καταπληκτική μουσική. Ο Κάλαμ ευχαρίστησε την τύχη του που η Τζούλια δε σήκωσε αμέσως το κεφάλι της με το που μπήκε εκείνος στο δωμάτιο. Γιατί θα τον έβλεπε να του τρέχουν τα σάλια. Μα το Θεό, τι πόδια ήταν αυτά. Κι εκείνη η φουστίτσα δεν έκρυβε τίποτα. Αυτή τη στιγμή, η Τζούλια δε θύμιζε καθόλου επιχειρηματία. Έμοιαζε περισσότερο με αρχαία θεά. Μπορούσε να σε κάνει να ξεχάσεις ακόμα και την κοφτερή γλώσσα και το διαβολικό χαρακτήρα της. Όταν την είδε να ξύνει αφηρημένα το γοφό της, ο Κάλαμ ύψωσε τα μάτια στο ταβάνι και ζήτησε από το Θεό να τον λυπηθεί. Χρειάστηκε να πάρει δύο πολύ αργές ανάσες για να συνέλθει. «Έχεις ένα λεπτό, Μακ Γκρέγκορ;» «Μμμμ;» Τα άγρια τριαντάφυλλα πάνω στο μπλε φόντο ή τις κομψές παραδοσιακές ρίγες; Τα τριαντάφυλλα, αποφάσισε η Τζούλια. Γιατί να υιοθετήσω διακριτικό στυλ; «Μακ Γκρέγκορ; Τζουλς;» Ο Κάλαμ πλησίασε, έκανε στράκα τα δάχτυλά του κάτω από τη μύτη της και είχε την ευχαρίστηση να τη δει να σηκώνει σοκαρισμένη το κεφάλι της. «Τι είναι;» Το ξάφνιασμα ήταν αυτό που έκανε την καρδιά της να χτυπάει τόσο γρήγορα, είπε στον εαυτό της. «Γκρεμίσαμε τον τοίχο. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήθελες να το δεις». «Α. Βέβαια. Σ’ ένα λεπτό». Το μισούσε όταν την έπιαναν απροετοίμαστη, προτού προλάβει να επιστρατεύσει τον αυτοέλεγχό της. «Θα κατέβω αμέσως». Ένας άντρας θα έπρεπε να είναι τρελός για να φύγει μακριά από εκείνα τα πόδια τη στιγμή που θα μπορούσε να τ’ απολαύσει περισσότερο. Ο Κάλαμ κάθισε, λοιπόν, στο κρεβάτι και το διασκέδασε όταν είδε τα μάτια της να στενεύουν. «Προτρέχεις, σωστά;» «Το ίδιο ετοιμαζόμουν να πω και για σένα», του είπε η Τζούλια σφιγμένα. «Θα περάσει κάμποσος καιρός μέχρι να χρειαστείς ταπετσαρίες για τους τοίχους». «Έχει τα πλεονεκτήματά του το να παίρνεις νωρίς τις αποφάσεις σου». Ο Κάλαμ έγειρε μπροστά και κοίταξε την ταπετσαρία με τις ρίγες που μόλις είχε απορρίψει εκείνη. «Βαρετή». Το βλέμμα του ταξίδεψε στα


πόδια της. «Και αυτό είναι ίσως το μόνο πράγμα που δεν είσαι». «Για να δούμε τι ήταν αυτό, προσβολή ή κομπλιμέντο;» είπε η Τζούλια και κρατήθηκε να μην τραβήξει τη φούστα της να κατέβει. Δε θα του έδινε αυτή την ευχαρίστηση. «Προσβολή», αποφάσισε. «Άντε χάσου». «Πώς και είσαι ντυμένη επίσημα;» Χάιδεψε με το δάχτυλό του το πέτο του σακακιού της, περιμένοντας να τον χτυπήσει. Η Τζούλια δεν τον απογοήτευσε. «Έκανα τα συμβόλαια. Για το σπίτι της Κορτ Στρητ». «Α, ναι, ωραίο σπίτι, αλλά πολύ κεντρικό». Ο Κάλαμ άνοιξε το βιβλίο με τα δείγματα για να δει τις διάφορες επιλογές. «Κάτι τέτοιο θα ήθελες σε τούτο το δωμάτιο. Βαθύ πράσινο. Πλούσιο χρώμα και ξεκούραστο». Κι εκείνη κάτι τέτοιο σκεφτόταν. «Αποφάσισες να το ρίξεις στην εσωτερική διακόσμηση, Μέρντοκ;» «Όταν έχεις χτίσει πολλά σπίτια, αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι χρειάζεται το καθένα». Τα μάτια του την κοίταξαν και είχαν το ίδιο βαθύ και πλούσιο πράσινο χρώμα με την ταπετσαρία που είχε διαλέξει. «Και όταν εσύ βάζεις κόπο και χρόνο για να χτίσεις ένα σπίτι και στη συνέχεια οι ιδιοκτήτες του σ’ το χαλάνε με τις ταπετσαρίες και τα χρώματα που διαλέγουν, τότε σ’ τη δίνει». Να πάρει η οργή, συμφωνούσε και πάλι μαζί του. Αυτό γινόταν επικίνδυνο. «Πώς είναι ο πατέρας σου;» «Αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του», της απάντησε, αλλά τα μάτια του σκοτείνιασαν ανήσυχα. «Δεν έχει ξανατύχει να του πάρει τόσον καιρό να ξεπεράσει ένα κρύωμα. Μου είπε ότι πήγε στο γιατρό. Του έδωσε κάτι φάρμακα και τον συμβούλευσε να μη ζοριστεί μια δυο βδομάδες ακόμα». «Λογικό». Η Τζούλια ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να αγαπάς και να ανησυχείς για την οικογένειά σου, γι’ αυτό ακούμπησε το χέρι της στο γόνατό του. «Ω, θα γίνει καλά. Είναι σκληρό καρύδι». «Όλο μου λέει ότι γέρασε. Να πάρει η οργή, είναι μόλις εξήντα χρονών». «Τον έχει πιάσει η αυτολύπηση. Έτσι είμαι κι εγώ όταν αρρωσταίνω». Η Τζούλια έσφιξε παρηγορητικά το γόνατό του. «Μην ανησυχείς». «Με ρώτησε τι κάνεις και πώς πάει το έργο». Η Τζούλια του χαμογελούσε, κάτι σπάνιο, και ο Κάλαμ ανακάλυψε πως ήθελε να παρατείνει τη στιγμή. «Κάτι είπε να το αναλάβει πια εκείνος για να


με απαλλάξει από την ευθύνη, αλλά απλά δεν είναι σε θέση να το κάνει». «Ας μην τον σκοτίσουμε με αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να ολοκληρώσουμε μια ανακαίνιση οι δυο μας χωρίς να αλληλοσκοτωθούμε». «Μπορούμε να δοκιμάσουμε». Ο Κάλαμ έσυρε το δάχτυλό του στην κνήμη της και την είδε να γουρλώνει τα μάτια της. Χαμογέλασε. «Κοντά τα χέρια σου, κύριος». «Εσύ έχεις το δικό σου χέρι στο γόνατό μου», την αντέκρουσε εκείνος και το χτύπησε χαϊδευτικά. Η Τζούλια το τράβηξε έξαλλη. «Καλά να πάθω που θέλω να είμαι φιλική. Ξεκουμπίσου από το κρεβάτι μου». «Δεν είμαι στο κρεβάτι σου», τη διόρθωσε εκείνος. «Απλά κάθομαι σ’ αυτό. Και για να είμαι ειλικρινής, ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα σκεφτεί να χωθώ σ’ αυτό. Αλλά τώρα μου παρουσίασες ένα σωρό καινούριες δυνατότητες». «Μέρντοκ, τη μέρα που θα χωθείς εσύ στο κρεβάτι μου, θα έχει παγώσει η κόλαση». Δεν ήξερε αν ήταν ο εγωισμός ή ο πόθος που τον ώθησε -μπορεί και τα δύο-, αλλά έγειρε προς το μέρος της. Τα πρόσωπά τους ήταν τώρα πολύ κοντά, κοιτάζονταν ίσια στα μάτια, και τα στόματά τους απείχαν μόνο μια ανάσα. «Στοίχημα;» Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες της και η περηφάνια της έγινε συντρίμμια επειδή έστω και για μια φευγαλέα στιγμή ένιωσε την επιθυμία να φουντώνει μέσα της. Μπήκε στον πειρασμό. «Αντίθετα μ’ εσένα, εγώ δε βάζω στοίχημα για το σεξ. Και αντίθετα μ’ εσένα, εγώ δε θα σκεφτόμουν ποτέ να κοιμηθώ με κάποιον που μου είναι αδύνατον να τον ανεχτώ ξύπνια». Ο Κάλαμ είχε διακρίνει εκείνο το φευγαλέο ενδιαφέρον που σπίθισε στα μάτια της και χάρηκε. Ύψωσε τους ώμους και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Εξακολουθούν να μου αρέσουν τα πόδια σου, Μακ Γκρέγκορ. Είναι σίγουρα αχτύπητα», της είπε και έφυγε. Η Τζούλια ορκίστηκε αμέσως στον εαυτό της να καλύπτει και το τελευταίο εκατοστό τους κάθε φορά που θα βρίσκονταν μαζί. ***

«Και ύστερα προσπάθησε να με κάνει να βάλω στοίχημα ότι θα κοιμηθεί μαζί μου». Είχαν περάσει δυο μέρες και η Τζούλια εξακολουθούσε να βράζει. Πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο, ενώ η ξαδέρφη της η Λόρα κρατούσε τον τρίμηνο γιο της κουρνιασμένο στον ώμο της.


«Απλά ήθελε να σε τσαντίσει», της είπε, χαρούμενη που ο νεαρός Ντάνιελ είχε φάει, ήταν αλλαγμένος και κοιμόταν. Τον έβαλε στο πορτ μπεμπέ που η Τζούλια είχε τοποθετήσει ήδη κοντά στο παράθυρο. «Το ξέρει ότι είναι εύκολο να το κάνει». «Δεν τσαντίζομαι εύκολα», τη διόρθωσε η Τζούλια. «Ο μόνος που καταφέρνει να με τσαντίζει είναι ο Κάλαμ Μέρντοκ». «Ακριβώς. Απλά, αγνόησέ τον, Τζούλια. Είπες και μόνη σου ότι κάνει καταπληκτική δουλειά. Εκμεταλλεύσου το και ξέχνα τα υπόλοιπα». «Έχεις δίκιο, έχεις δίκιο». Η Τζούλια έκλεισε τα μάτια της και πίεσε τον εαυτό της να ηρεμήσει. Ο θόρυβος από τα μαστορέματα έφτανε πνιχτός πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Τώρα πια την είχε συνέχεια κλειστή. «Ο άνθρωπος αυτός δεν υπάρχει καν για μένα. Ορίστε». Άνοιξε πάλι τα μάτια της και χαμογέλασε. «Έφυγε. Τον έριξα στην αφάνεια». «Ωραία». Η Λόρα δάγκωσε το χείλι της και κοίταξε το γιο της που κοιμόταν γαλήνια. «Είσαι σίγουρη ότι μπορείς να το κάνεις; Θα λείψω δυο ώρες. Το πολύ τρεις, αλλά...» «Και βέβαια μπορώ. Ανυπομονώ να τον έχω όλο δικό μου». Η Τζούλια χάιδεψε τα απαλά, μαύρα μαλλάκια του Ντάνιελ. «Είναι πολύ όμορφος, Λόρα. Και έχει μεγαλώσει ήδη πάρα πολύ». «Το ξέρω. Δε θέλω να χάνω ούτε λεπτό μακριά του. Το ξέρω ότι πρέπει να βρω νταντά, αλλά μου είναι δύσκολο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μου ήταν τόσο δύσκολο». «Είσαι υπέροχη μαμά και ο Ρόις καταπληκτικός μπαμπάς». «Ο Ντάνιελ είναι αυτός που κάνει τα πάντα πιο εύκολα. Είναι το καλύτερο μωρό». Η Λόρα αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι της. «Εντάξει, εντάξει, θα είναι μια χαρά με τη θεία Τζουλς. Έφερα ό,τι μπορεί να χρειαστεί. Κανονικά δε θα πρέπει να πεινάσει, αλλά αν πεινάσει, έχω μητρικό γάλα στο μπιμπερό. Το πιο πιθανό είναι να κοιμάται όσο θα λείπω. Εδώ είναι οι πάνες, το αρκουδάκι του και το τηλέφωνο του δικαστηρίου». Η Λόρα με δυσκολία συγκρατήθηκε και δεν άρχισε να τρώει τα νύχια της. «Σου έχω φέρει δυο αλλαξιές ρούχα και σου έχω γράψει το νούμερο του βομβητή του Ρόις και του δικού μου. Το ξέρεις ότι του αρέσει να τον κουνάνε όταν...» «Λόρα». Η Τζούλια γέλασε. «Σου υπόσχομαι ότι δε θα τον πουλήσω στους γύφτους όσο θα λείπεις». «Είμαι υπερπροστατευτική». Η Λόρα κατάφερε να χαμογελάσει. «Θα σταματήσω. Το εκτιμώ που θα μου τον κρατήσεις σήμερα το πρωί».


«Χαρά μου. Δεν έχω κανένα ραντεβού, έτσι ο Ντάνιελ κι εγώ θα καθίσουμε εδώ και θα θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον μέχρι να γυρίσεις». Χρειάστηκαν άλλα δέκα λεπτά, αλλά η Τζούλια κατάφερε τελικά να βγάλει τη Λόρα από την πόρτα. Ύστερα έτριψε τα χέρια της και ξαναγύρισε στο πορτ μπεμπέ. «Επιτέλους μόνοι μας, αγγελούδι μου. Ειλικρινά ελπίζω να μην κοιμηθείς ολόκληρο το πρωί». ***

Δυο ώρες αργότερα, μετάνιωσε πικρά γι’ αυτά τα λόγια. Το αγγελούδι ούρλιαζε σαν δαιμονισμένο. Η Τζούλια δοκίμασε να του δώσει το μπιμπερό, το αρκουδάκι, να το κουνήσει, να το πάρει στα χέρια της και να το πάει βόλτα, να του τραγουδήσει. Δεν έπιασε τίποτε. Το αξιαγάπητο μουτράκι του παρέμενε θυμωμένο και κατακόκκινο και συνέχιζε να τσιρίζει με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του. «Μα τι κάνεις, τον δέρνεις;» Όταν άνοιξε η πόρτα, η Τζούλια γύρισε με τον Ντάνιελ στην αγκαλιά της και έδειξε τα δόντια της στον Κάλαμ. «Ναι, είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά είναι μικρά και ανυπεράσπιστα. Πάρε δρόμο. Έλα, γλυκούλι μου εσύ, σώπα». «Μήπως έχει βραχεί;» «Όχι, δεν έχει βραχεί. Σου φαίνομαι για ηλίθια;» Η Τζούλια απομάκρυνε τα μαλλιά της από τα μάτια με το ελεύθερο χέρι της. «Δε θέλει το μπουκάλι του, δε θέλει κούνια και πρέπει να διήνυσα μια απόσταση από δω ως την Οκλαχόμα πέρα δώθε με το μωρό στην αγκαλιά, αλλά δεν ωφέλησε σε τίποτα». «Για να δω κι εγώ». Ο Κάλαμ ύψωσε τα μάτια του στο ταβάνι όταν η Τζούλια τράβηξε το μωρό μακριά του. «Έλα τώρα, Τζουλς, δεν έχω ρίξει μωρό τους τελευταίους δύο μήνες. Έλα εδώ, μεγάλε», είπε και πήρε το μωρό που ξεφώνιζε από τα εξαντλημένα χέρια της. «Τι έχεις, πιτσιρίκο;» Η Τζούλια ανοιγόκλεισε τα μάτια της, αντικρίζοντας την εικόνα. Ο λεπτός άντρας με τα μπερδεμένα χρυσαφιά μαλλιά και τη ζώνη με τα εργαλεία στη μέση είχε γυρίσει τα μανίκια του ξεθωριασμένου τζιν πουκαμίσου του πάνω από τους αγκώνες, αποκαλύπτοντας τα γυμνασμένα μπράτσα του, στα οποία είχε κουρνιάσει τώρα απόλυτα φυσικά το μωράκι. «Μάλλον βγάζει δόντια». «Πού το ξέρεις;» «Γιατί έχω τρεις ανιψιές από την αδερφή μου, και έχουν και οι τρεις δόντια. Μήπως η ξαδέρφη σου του έφερε κάτι για να δαγκώνει;»


«Έφερε όλα τ’ άλλα. Θα κοιτάξω». Μέχρι να ψάξει η Τζούλια, ο Κάλαμ πρόσφερε στον Ντάνιελ τον κόμπο του δαχτύλου του και ο μπέμπης άρχισε αμέσως να τον δαγκώνει. «Αν τα ούλα σου ήταν τόσο πρησμένα όσο τα δικά του», της είπε, «θα έκλαιγες κι εσύ». «Ορίστε». Αναστατωμένη, η Τζούλια του έδωσε έναν μπλε πλαστικό κρίκο. Με το που τον έχωσε ο Κάλαμ στο στόμα του μωρού, το κλάμα σταμάτησε. Το μουσκεμένο προσωπάκι του συνέχισε να τους κοιτάζει παραπονιάρικα για λίγο. «Τώρα είναι καλύτερα, έτσι;» του ψιθύρισε ο Κάλαμ και έσυρε το δάχτυλό του στο μαγουλάκι του Ντάνιελ. Τα μάτια του είχαν ένα βαθύ, ζεστό πράσινο χρώμα όταν του χαμογέλασε. «Είναι τρισχαριτωμένος». «Σου αρέσουν τα μωρά;» «Γιατί να μη μου αρέσουν;» Ο Κάλαμ πέταξε ψηλά το μωρό, κάνοντας την καρδιά της Τζούλιας να σταματήσει, ο Ντάνιελ όμως έβγαλε από το στόμα του έναν ήχο που έμοιαζε με γελάκι. «Απλά πρέπει να τον κάνεις να ξεχάσει τα ούλα του». Ο μικρός ξαναγέλασε όταν τον σήκωσε ψηλά πάνω από το κεφάλι του. «Θέλεις να κατέβουμε κάτω με τους άντρες, φιλαράκο;» «Δεν μπορείς να τον κατεβάσεις κάτω. Έχει σκόνη, φασαρία». Χαμογελώντας πάντα στον Ντάνιελ, ο Κάλαμ κούνησε το κεφάλι του. «Γυναίκες. Ανησυχούν συνέχεια για τη σκόνη. Θα του αρέσει. Στα μωρά αρέσει η φασαρία και η δράση. Τα ξυπνάει», της είπε και στερέωσε στο γοφό του τον μπέμπη, που μασουλούσε τον κρίκο του. «Και μετά θα πάμε στην κουζίνα για μια μπίρα κι ένα ωραίο σάντουιτς με κεφτεδάκια». Το χαμόγελο της Τζούλιας ήταν εντελώς αυθόρμητο, έτσι όπως την κοιτούσαν και οι δύο. Το μωρό είχε γουρλωμένα τα ματάκια του και ο άντρας ήταν απόλυτα ήρεμος. «Ε, ίσως για λίγο. Αλλά απαγορεύεται να πιάσει το ηλεκτρικό πριόνι». «Μας την έσπασες». Ο Κάλαμ φίλησε τον Ντάνιελ στο κεφαλάκι. «Θα έρθεις κι εσύ, ή μου τον εμπιστεύεσαι;» «Είναι περίεργο, αλλά σ’ τον εμπιστεύομαι, παρ’ όλα αυτά θα έρθω κι εγώ». Η Τζούλια πήρε ένα πετσετάκι. «Φτύνει πολύ», του εξήγησε. «Και τι είναι ένα φτυσιματάκι μεταξύ αντρών;» «Κάλαμ, εγώ...» Η Τζούλια δίστασε και δεν πρόσεξε τη χαρούμενη έκπληξή του. Δεν τον φώναζε ποτέ με το μικρό του όνομα. «Το εκτιμώ ειλικρινά. Ήμουν έτοιμη να ξεριζώσω τα μαλλιά μου».


«Όμορφα μαλλιά», της είπε εκείνος, χαϊδεύοντάς τα με το βλέμμα του. «Θα ήταν κρίμα. Έλα». Της άπλωσε το χέρι. «Πάμε να δούμε τι γνώμη έχει ο μικρός για τη δουλειά που κάναμε ως τώρα». Η Τζούλια του έδωσε το χέρι προτού προλάβει να το σκεφτεί και στη συνέχεια της φάνηκε αγένεια να το τραβήξει. «Την έχεις προχωρήσει πολύ. Τι λες, θα μπορέσεις να ξεκινήσεις τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα την ερχόμενη βδομάδα;» «Έτσι σχεδιάζω». Ο θόρυβος αυξήθηκε καθώς πλησίασαν στις σκάλες. «Θα βγάλω τα έπιπλα το Σαββατοκύριακο και θα μεταφερθώ στην κρεβατοκάμαρα στο τέλος του διαδρόμου». «Θα το κάνουμε εμείς. Κοντεύουν να τελειώσουν και με τα πλακάκια στο βεσεδάκι. Το ξέρω πως δεν ήταν προτεραιότητα, αλλά σου άρεσε η δουλειά του συγκεκριμένου τεχνίτη και ήθελα να τον προλάβω προτού ξεκινήσει κάτι άλλο». «Θαύμα. Θα φροντίσω να ρίξω μια ματιά». «Έχεις αποφασίσει για το χρώμα και το υλικό στους πάγκους της κουζίνας;» «Ναι, χτες. Έχω την κασέτα πάνω». «Όσο γι’ αυτό, βάζω και στοίχημα. Τι αποφάσισες;» «Γκρι-μπλε κεραμικά πλακάκια τεσσάρων ιντσών, μπλε μαρέν αρμοί». «Καθόλου άσχημο». Θα ήταν φανταστικό. «Έι, Κάλαμ», φώναξε ένας ξυλουργός από το σαλόνι. «Θα ήθελες να ρίξεις μια ματιά εδώ, προτού το καρφώσουμε;» «Ναι, έρχομαι αμέσως». «Έλα, δώσε μού τον». Τα μπράτσα τους άγγιξαν καθώς της έδινε το μωρό. «Πήγαινε εσύ, εμείς θα παρακολουθούμε από απόσταση ασφαλείας». Ο Κάλαμ χτύπησε χαϊδευτικά τη μυτούλα του Ντάνιελ. «Μην ξεχάσεις την μπίρα και τα κεφτεδάκια», του είπε και έφυγε. «Ε, λοιπόν, αυτό ήταν εντελώς απροσδόκητο, δε συμφωνείς;» μουρμούρισε η Τζούλια και βόλεψε τον Ντάνιελ στον ώμο της. «Ποιος θα το φανταζόταν ότι ένας τόσο ενοχλητικός άντρας θα μπορούσε να είναι τόσο γλυκός μ’ ένα μωρό;» Χάιδεψε την πλατούλα του Ντάνιελ και προχώρησε προς την είσοδο του σαλονιού. Ο τοίχος είχε πέσει, έτσι το δωμάτιο είχε ανοίξει και ήταν γεμάτο φως. Και γεμάτο άντρες, φασαρία και εργαλεία. Τίποτε δεν την ευχαριστούσε περισσότερο από το να


παρακολουθεί τα διάφορα στάδια των εργασιών. Δεν της αρκούσε να μπει μέσα σ’ ένα τελειωμένο σπίτι. Την ικανοποιούσε πολύ περισσότερο να δει το χώρο, να σχεδιάσει τις βελτιώσεις που επιδεχόταν και στη συνέχεια να τις παρακολουθήσει βήμα βήμα να πραγματώνονται. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο με λινάτσες και πάνω στα στρίποδα ήταν τοποθετημένες διάφορες σανίδες που περίμεναν να κοπούν στο σωστό μέγεθος. Ένας τεχνίτης ήταν γονατιστός μέσα στο τζάκι και έφτιαχνε νέους αρμούς στις πέτρες. Ο Κάλαμ στεκόταν στο καινούριο άνοιγμα μαζί με άλλους δυο άντρες. Είχε τα χέρια περασμένα στις κωλότσεπες καθώς συζητούσαν για την επένδυση της αψίδας που θα ένωνε τα δυο δωμάτια. Γέλασε και ο ήχος του γέλιου του ήταν καθαρά αρρενωπός. Η Τζούλια ένιωσε ένα ρίγος. Καθαρά αρρενωπό θα χαρακτήριζε και τον ίδιο. Το χέρι του ήταν τραχύ, γεμάτο κάλους όταν έπιασε το δικό της. Το κορμί του μύριζε ροκανίδι και ιδρώτα. Οι μύες στα χέρια του ήταν σκληροί από την άσκηση. Και ο τρόπος που κολλούσε το τζιν στους γοφούς του ήταν... μεθυστικός. «Ω Θεέ μου», σφύριξε μέσα από τα δόντια της. Τι δουλειά είχε αυτή να θαυμάζει τον τρόπο που ταίριαζε το τζιν στο κορμί του; Και τι την ένοιαζε αν υπήρχε ένα χρυσό δαχτυλίδι γύρω από τις μυστηριώδεις, βαθυπράσινες κόρες των ματιών του; Αφού δεν την ενδιέφερε καθόλου ως άντρας. Ήταν απλώς κάποιος που τον πλήρωνε για να της κάνει τη δουλειά της. Ύστερα ο Κάλαμ γύρισε και της χάρισε ένα από εκείνα τα στραβά του χαμόγελα, κλείνοντας το μάτι του στο μωρό. Η καρδιά αναπήδησε τόσο δυνατά στο στήθος της, που κόλλησε στα πλευρά της. Ευτυχώς που δε δέχτηκα να βάλω το τελευταίο στοίχημα μαζί του, σκέφτηκε.


Κεφάλαιο 23 Η Τζούλια είχε ξεκινήσει τη μέρα της μ’ ένα λόγο που είχε βγάλει στο πρόγευμα της Ένωσης Επιχειρηματιών Γυναικών της Βοστόνης. Στη μία την είχαν καλέσει να δώσει μια διάλεξη σε ένα φόρουμ Πολιτικής Οικονομίας στο Χάρβαρντ. Και το βράδυ θα ήταν ομιλήτρια στο δείπνο ενός κτηματομεσιτικού συνεδρίου. Δεν την προβλημάτιζαν οι λόγοι. Δεν ήταν άλλο από μια ομιλία, μια απλή έκφραση γνώμης, και πάντα θεωρούσε ότι ήταν πολύ καλή και στα δύο. Για οχτώ χρόνια ήταν η μεγάλη κόρη του Προέδρου, πράγμα που της είχε προσφέρει την πείρα να χειρίζεται τον κόσμο, τις μάζες, τον Τύπο. Έπαιρνε μέρος σε αρκετές τέτοιες εκδηλώσεις το χρόνο, αλλά προσπαθούσε να τις συγκεντρώσει σε μια δυο μέρες. Το πρόγραμμά της ήταν φορτωμένο, αλλά αργά το απόγευμα κατάφερε να πεταχτεί και σε μερικά παλαιοπωλεία για να βρει πόμολα. Δεν είχε μείνει ικανοποιημένη με αυτά που είχε βρει στο εμπόριο και είχε αποφασίσει να καταφύγει στην ποικιλία. Όταν θα τελείωνε το σπίτι, κάθε πόρτα του θα είχε ένα διαφορετικό και πρωτότυπο ύφος. Διάλεξε λοιπόν διάφορα πόμολα: οβάλ μπρούντζινα, πολυεδρικά γυάλινα, λουστραρισμένα ξύλινα, γυαλιστερά με σμάλτο. Βρήκε χούφτες και ρόπτρα σε υπέροχα σχήματα και υλικά. Όταν τελείωσε, είχε πάνω από τρεις ντουζίνες διαφορετικά σετ στο κουτί της και είχε σημειώσει ήδη πού θα έμπαιναν κάποια από αυτά. Στο δρόμο της επιστροφής έκανε έναν κύκλο για να περάσει από τα γραφεία της Μέρντοκ και Υιοί. Ήξερε ότι ο Μάικλ Μέρντοκ ενθουσιαζόταν με τα παλιά κομμάτια. Θα μπορούσε λοιπόν να δει με τα ίδια της τα μάτια πώς πήγαινε η υγεία του και να του φτιάξει λιγάκι το κέφι δείχνοντάς του τα πόμολα, και να του τ’ αφήσει ταυτόχρονα. Η Τζούλια διέσχισε το βιομηχανικό κέντρο. Ένιωθε το ίδιο άνετα ανάμεσα στα χαμηλά κτίρια και τα πελώρια φορτηγά όσο και στο Μπίκον Χιλ. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον γνωστό, χτυπούσε κόρνα και


του κουνούσε το χέρι. Μπήκε στο πάρκινγκ των Μέρντοκ και χάρηκε όταν είδε παρκαρισμένο το παλιό Σεβρολέ φορτηγάκι του Μάικλ. Πήρε το κουτί της, λυγίζοντας λιγάκι κάτω από το βάρος του. Φορούσε ακόμα το καλό ταγέρ της και οι άντρες της γειτονιάς την υποδέχτηκαν με κάμποσα σφυρίγματα. Εκείνη τα αντιμετώπισε καλοπροαίρετα, με ένα αδιάφορο χαμόγελο κι ένα κούνημα του χεριού της. Τους περισσότερους τους γνώριζε με τα ονόματά τους και είχε συνεργαστεί μαζί τους. Στο μικρό προθάλαμο της εταιρείας επικρατούσε μια ευχάριστη ακαταστασία. Πίσω από το παλιό μεταλλικό γραφείο καθόταν μια γυναίκα που είχε στερεώσει ψηλά τα μαλλιά της με τρία στυλό. Φορούσε ένα μπλουζάκι με τη φίρμα Μέρντοκ και Υιοί και είχε ένα κάπως ταλαιπωρημένο χαμόγελο στα χείλη. «Τζούλια. Δείχνεις πολύ δροσερή και χαρούμενη». «Γεια σου, Μεγκ. Κουραστική μέρα;» Η Μεγκ ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανό και σήκωσε το τηλέφωνο. «Μέρντοκ και Υιοί, παρακαλώ, περιμένετε». Αναστέναξε και πάτησε το κουμπί της αναμονής. «Η δουλειά πάει καλά, πράγμα που σημαίνει ότι ακούω τηλέφωνα να χτυπάνε ακόμα και στον ύπνο μου. Τι μπορούμε να κάνουμε για σένα;» «Έχω εδώ κάτι πράγματα που θα ήθελα να δείξω στο αφεντικό». Η Τζούλια κουδούνισε το περιεχόμενο του κουτιού. «Είναι ελεύθερος;» «Για σένα; Αστειεύεσαι; Προχώρα κατευθείαν στο πίσω γραφείο». «Ευχαριστώ. Πώς τα πάει;» «Είναι ακόμα λιγάκι πεσμένος, αλλά θα συνέλθει. Με το που θα σε δει, θα του φτιάξει αμέσως το κέφι. Θα τον ειδοποιήσω να σε περιμένει». «Θαύμα. Δεν πρόκειται να τον κουράσω», υποσχέθηκε η Τζούλια, πήρε πάλι το κουτί και διέσχισε το μικρό διάδρομο για τα γραφεία. Ξαφνιάστηκε όταν βρήκε την πόρτα του Μάικλ κλειστή. Οι Μέρντοκ συνήθιζαν ν’ αφήνουν όλες τις πόρτες τους ανοιχτές. Ανήσυχη, ελευθέρωσε το ένα χέρι της και χτύπησε. Και η ανησυχία της ενισχύθηκε περισσότερο όταν άνοιξε την πόρτα. Ο Μάικλ ήταν αναψοκοκκινισμένος και κάπως ιδρωμένος. Είχε αναγκαστεί να κινηθεί σαν αστραπή όταν τον ειδοποίησε η Μεγκ. Το πελώριο χοτ ντογκ που είχε βάλει κρυφά στο γραφείο και ήταν έτοιμος να το απολαύσει βρισκόταν τώρα στο συρτάρι της αρχειοθήκης μαζί με


το αναψυκτικό Δρ. Πέπεp. Εκεί βρισκόταν και το φορητό ηλεκτρονικό παιχνίδι που είχε δανειστεί από την εγγονή του, όπως και ένα μεγάλο κομμάτι κέικ σοκολάτα. Όλα αυτά, το ήξερε, δεν ταίριαζαν στην εικόνα του άρρωστου γέρου. «Τζούλια». Δε χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να ακουστεί η φωνή του ξέπνοη και αδύναμη. Ας ήταν καλά η νευρικότητα. «Καλοσύνη σου να περάσεις να με δεις». «Κύριε Μέρντοκ». Ανήσυχη, η Τζούλια βιάστηκε να αφήσει το κουτί στο γραφείο και έπιασε τα χέρια του. Ήταν ζεστά και έτρεμαν. «Θα έπρεπε να ήσαστε στο σπίτι σας, στο κρεβάτι». «Ω, είμαι καλά. Μια χαρά», της είπε εκείνος με ένα σφυριχτό βήχα, έμπνευση της στιγμής. «Φροντίζω να μην κουράζομαι, γλυκιά μου. Μια εποχή, ένα τέτοιο ηλίθιο κρύωμα δε θα με έριχνε έτσι». «Εγώ νόμιζα ότι είχατε ψύξη στο κεφάλι». Να πάρει, σκέφτηκε ο Μάικλ. «Εξελίχτηκε σε κρύωμα. Καλύτερα να καθίσουμε». Η Τζούλια τον έπιασε από το μπράτσο και τον οδήγησε σε μια καρέκλα. Για μια στιγμή είχε την εντύπωση πως μύρισε κρεμμύδια, αλλά έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Ο Μάικλ αναστέναξε βαριά. «Πες μου, πώς τα πάει ο γιος μου με την ανακαίνιση του σπιτιού σου;» Η Τζούλια είχε μερικά παράπονα και το κυριότερο ήταν ότι ο Κάλαμ εξακολουθούσε να αμφισβητεί κάθε ιδέα της, αλλά χαμογέλασε. «Η δουλειά πάει μια χαρά. Βέβαια, θα σας προτιμούσα από τον οποιονδήποτε. Κανείς δεν μπορεί να σας παραβγεί στη γοητεία». Ο Μάικλ γέλασε και της έσφιξε το χέρι. Δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη νύφη ακόμα και να τη διάλεγε. Και βέβαια, αυτό ακριβώς είχε κάνει. «Ο Κάλαμ είναι ο καλύτερος στη δουλειά του». «Το σίγουρο είναι ότι έχει διδαχτεί από τον καλύτερο». Ο Μάικλ χαμογέλασε, υποβαθμίζοντας το κομπλιμέντο της. «Θα μου πάρεις τα μυαλά. Πες μου τώρα, τι μου έφερες μέσα σ’ αυτό το κουτί;» «Θησαυρούς. Ω, είμαι ενθουσιασμένη, κύριε Μέρντοκ. Βγήκα σαφάρι για πόμολα». Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Για να τα δούμε». Για είκοσι λεπτά έπαιξαν με τα καινούρια παιχνίδια της. Έκαναν διάφορες υποθέσεις για την ηλικία και την ιστορία που έκρυβε το καθένα, κουβέντιασαν σε ποια πόρτα θα πήγαινε καλύτερα. Η Τζούλια άλλαζε ευχαρίστως τις ετικέτες, πρόσθετε άλλες.


«Η πόρτα του υπνοδωματίου μου είναι φανταστική, παλιά, δρύινη, σε βιβλικές διαστάσεις. Ένα από τα λίγα αυθεντικά κομμάτια που είχαν αφήσει στο σπίτι οι τελευταίοι αγροίκοι ιδιοκτήτες. Είδατε πώς είχαν βάψει τα ξύλα». Ο Μάικλ κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του. «Έγκλημα, αμαρτία». «Σας είπε ο Κάλαμ ότι είχαν κολλήσει πλαστικό δάπεδο πάνω από το αρχικό παρκέ της κουζίνας;» Η Τζούλια φούντωσε μόνο που το σκέφτηκε. «Εντάξει, ήταν σε φρικτή κατάσταση, αλλά φτιάχνεται. Θα γίνει φανταστικό». Κούνησε το χέρι της. «Όπως και να έχει το πράγμα, δε νομίζετε ότι αυτό το στρογγυλό γυάλινο πόμολο με τις κάθετες εγκοπές θα ήταν τέλειο για την πόρτα της κρεβατοκάμαρας;» «Απόλυτα». Του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Μου αρέσει να συναναστρέφομαι ανθρώπους που συμφωνούν μαζί μου. Ω Θεέ μου, κοιτάξτε τι ώρα πήγε. Πρέπει να πάω σπίτι ν’ αλλάξω». «Θα βγεις απόψε;» Λίγη περιέργεια δε βλάπτει, σκέφτηκε ο Μάικλ. «Έχεις καινούριο αγαπημένο;» «Δεν έχω καινούριο αγαπημένο, αλλά έχω να παραστώ σ’ ένα δείπνο στις εφτάμισι». «Γιατί δεν αφήνεις εδώ τα πόμολα να τα δώσω εγώ στον Κάλαμ να τα βάλει;» «Θαύμα. Ανυπομονώ να δω πώς θα δείχνουν». Η Τζούλια έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Και εσείς να φροντίσετε τον εαυτό σας, κύριε Μέρντοκ. Θέλω να σας δω να χορεύετε στα εγκαίνια του σπιτιού μου». «Εκεί θα είμαι». Όταν η Τζούλια έφυγε, ο Μάικλ έγειρε πίσω και χαμογέλασε μόνος του. Κάτι μαγείρευε ήδη στο μυαλό του ο παμπόνηρος. Σηκώθηκε αργά και έκλεισε την πόρτα του. Ύστερα πλησίασε με ζωηρό βήμα την αρχειοθήκη και έβγαλε το δείπνο του. Θα το έτρωγε μιλώντας στο τηλέφωνο με τον Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ και καταστρώνοντας τις λεπτομέρειες του τελευταίου σχεδίου. ***

«Ανάθεμά τη, δεν έχω δει πιο σχολαστική, ανυπόμονη και εκνευριστική γυναίκα», μουρμούρισε ο Κάλαμ, καθώς ευθυγράμμιζε το γυάλινο πόμολο στην πόρτα. Ω, η δεσποινίς το είχε παίξει έξυπνα, είχε πλησιάσει τον πατέρα του γιατί, αν είχε πάει σ’ εκείνον, θα την είχε προσγειώσει στα γρήγορα. Τι στην ευχή της είχε έρθει να προγραμματίσει πάρτι τη στιγμή


που το σπίτι ήταν ακόμα γιαπί; Μπορεί να είχε σκεφτεί πως θα είχε πλάκα να περιφέρονται οι αριστοκράτες φίλοι της πάνω στις λινάτσες που κάλυπταν τα πατώματα, να τσιμπολογούν καναπεδάκια και να κάνουν σχόλια για τα μισοσοβαντισμένα ταβάνια. Και ήθελε τ’ αναθεματισμένα τα πόμολα στη θέση τους. Ο Κάλαμ δεν είχε αντίρρηση να δουλέψει υπερωρίες. Δεν είχε αντίρρηση να κάνει τη χαμαλοδουλειά ο ίδιος -αν ήταν ανάγκη-, είχε αντίρρηση όμως όταν τον στρίμωχναν στη γωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είχε άλλη επιλογή από το να πάρει το κουτί και να έρθει να βάλει τα πόμολα όσο η Τζούλια ξεφάντωνε έξω. Γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει όταν ο πατέρας του, κουρασμένος και αδύναμος, του το είχε ζητήσει σαν προσωπική χάρη σε μία από τις καλύτερες πελάτισσές τους; Μπορώ να πάω και να τα βάλω εγώ, Κάλαμ, αν είσαι απασχολημένος. «Τώρα μάλιστα», μουρμούρισε ο Κάλαμ μέσα από τα δόντια του. «Λες και θα τον άφηνα να έρθει εδώ στις εννιά το βράδυ, για να μου πέσει λιπόθυμος στο πάτωμα». Πλησίαζαν έντεκα πια και κόντευε να ολοκληρώσει τη δουλειά. Η τσαντίλα του όμως φούντωνε σταθερά με κάθε πόρτα που τελείωνε. Δεν είχε καμιά σημασία ότι είχε βρει εμπνευσμένη την ιδέα της κάθε πόρτα να έχει κι ένα διαφορετικό πόμολο-αντίκα. Τον τσάντιζε η μέθοδος που είχε χρησιμοποιήσει για να γίνει η δουλειά της. Ήταν μια κακομαθημένη, αλαζονική, εγωκεντρική γυναίκα, σκέφτηκε για πολλοστή φορά. Εξάλλου, αυτή δεν ήταν πάντα η γνώμη του για εκείνη; Ήταν ηλίθιος που είχε σκεφτεί ότι μπορεί να έκρυβε κάτι περισσότερο κάτω από την επιφάνεια. Τον είχαν ξεγελάσει ο τρόπος που κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά της, ο τρόπος που γελούσε με τους εργάτες, τα κουτιά με τα ντόνατς και οι κανάτες του καφέ που κουβαλούσε για να τους κεράσει. Είχε φροντίσει να μάθει τα ονόματά τους και κάποιες προσωπικές λεπτομέρειες για τον καθένα και έβρισκε πάντα μια ευκαιρία να τους επαινέσει για τη δουλειά τους. Απλή πολιτική, σκέφτηκε τώρα. Άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και χαμογέλασε βλοσυρά. Ώστε η δεσποινίς είχε γυρίσει από το πάρτι της. Ήλπιζε να είχε διασκεδάσει; γιατί τώρα θα άκουγε τον εξάψαλμο του Κάλαμ Μέρντοκ. Είχε φτάσει στην κορυφή της σκάλας όταν άκουσε φωνές από


κάτω. Ήταν η φωνή της Τζούλιας και ενός άντρα. Ξεφύσηξε. Θα πρέπει να είχε φέρει κάποιον από τους καβαλιέρους της σπίτι. Υπέκυψε στον πειρασμό και έσκυψε πάνω από το κάγκελο μέχρι που τους είδε. «Τοντ, είμαι πραγματικά κουρασμένη. Η μέρα μου ήταν ατέλειωτη». «Δε θα μ’ έδιωχνες χωρίς να μου προσφέρεις ένα ποτό». Η Τζούλια αναστέναξε και έκανε προσπάθεια να μην τσαντιστεί. Έβγαινε μία στις τόσες με τον Τοντ κάπου έξι μήνες τώρα. Ντρεπόταν να το παραδεχτεί, αλλά το κύριο προσόν του ήταν ότι έδειχνε φανταστικός με σμόκιν και έβρισκε τρόπο να σε κάνει να γελάς ακόμα και στο πιο ανιαρό πάρτι. Και μόνο γι’ αυτό του χρωστάω ένα ποτό, σκέφτηκε. «Εντάξει». Έβγαλε την εσάρπα της, αποκαλύπτοντας το κομψό μαύρο φόρεμα που φορούσε από κάτω. «Τι θα ήθελες;» «Αυτό που θα ήθελα πραγματικά...» Ο Τοντ κινήθηκε αβίαστα, τύλιξε τα μπράτσα του στη μέση της και το στόμα του κάλυψε το δικό της, προτού καν προλάβει εκείνη να νευριάσει. Η Τζούλια ούτε τον έσπρωξε ούτε ανταποκρίθηκε. Είχε ανακαλύψει ήδη, προς μικρή της απογοήτευση, ότι το φιλί του Τοντ δεν έκανε το σφυγμό της να χτυπάει πιο γρήγορα, δεν έκανε το αίμα της να βράζει. Ήταν απλώς ευχάριστο, αλλά ευχάριστο είναι κι ένα καλό βιβλίο. «Τοντ, είμαι κουρασμένη». «Και λοιπόν, εγώ θα σε ξυπνήσω λιγάκι». Τα χέρια του χάιδεψαν την πλάτη της στο σημείο όπου σταύρωναν οι δύο λεπτές τιράντες. «Το θέλω. Σε θέλω, Τζούλια». «Λυπάμαι. Απλά δεν...» Η Τζούλια ξαφνικά τσαντίστηκε και άρχισαν να χτυπάνε προειδοποιητικά καμπανάκια στο μυαλό της. Ο Τοντ την έσφιξε πιο δυνατά πάνω του και το στόμα του έγινε σκληρό, απαιτητικό. Σήκωσε τα μπράτσα της για να τον απομακρύνει μαλακά και τότε ένιωσε τα χέρια του να χουφτώνουν τον πισινό της. Το σπρώξιμό της δεν ήταν καθόλου μαλακό. «Όχι». «Τζούλια». Χαμογελαστός πάντα, ο Τοντ άπλωσε το χέρι του να παίξει με τη λεπτή τιράντα της. «Ας σταματήσουμε τα παιχνίδια». Εκείνη έσφιξε τα δόντια της όταν ένιωσε το δάχτυλό του να κατεβαίνει προς το στήθος της. «Τι δεν καταλαβαίνεις στη λέξη όχι;» Ο Τοντ έπαψε να χαμογελάει. «Κοίτα, μήνες τώρα παίζεις μαζί μου. Ήμουν υπομονετικός, αλλά βαρέθηκα να περιμένω».


Τα μάτια της στένεψαν, πέταξαν φλόγες. «Α, και τώρα εγώ πρέπει να σ’ αφήσω να κάνεις το κέφι σου. Πολύ γελοίο από μέρους μου να πιστεύω ότι για να κάνουν σεξ δύο άνθρωποι πρέπει να το θέλουν και οι δύο». «Το ξέρεις πολύ καλά ότι το θέλεις. Μη μου πεις ότι φόρεσες τούτο το φόρεμα απόψε για να εντυπωσιάσεις ένα μάτσο κτηματομεσίτες». Αυτό ήταν. Η Τζούλια πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. «Όχι, δε θα σου πω κάτι τέτοιο. Το φόρεσα γιατί μου αρέσει. Και απ’ όσο ξέρω, μια γυναίκα είναι ελεύθερη να φοράει ό,τι θέλει. Τώρα, θα σε συμβούλευα να φύγεις προτού φας καμιά κλοτσιά στ’ αχαμνά». «Μα την αλήθεια, είσαι σκέτο παγόβουνο», της πέταξε εκείνος και βγήκε. Η Τζούλια βρόντησε την πόρτα και έκλεισε τα μάτια της. Η ανάσα της έβγαινε τώρα κοφτή. «Τον αλήτη». «Και εγώ τον είχα για εντάξει τύπο». Η Τζούλια άνοιξε απότομα τα μάτια της και η τσαντίλα συνδυάστηκε με την ντροπή όταν είδε τον Κάλαμ να κατεβαίνει τις σκάλες. «Τι στο διάολο κάνεις στο σπίτι μου;» «Τη δουλειά μου», της απάντησε και όταν συνειδητοποίησε πως είχε ακόμα σφιγμένη τη γροθιά που σκόπευε να προσγειώσει στο όμορφο πρόσωπο του Τοντ, την άφησε να χαλαρώσει. Η Τζούλια τα είχε βγάλει πέρα μόνη της σαν πρωταθλήτρια και βλέποντας τώρα την ταραχή της, εκτίμησε ακόμα περισσότερο το στυλ της. «Πάντως το φόρεμά σου είναι αχτύπητο», της είπε, ελπίζοντας να την ηρεμήσει. Η Τζούλια όρθωσε το παράστημά της. «Δεν πας στο διάολο;» «Έι». Άγγιξε απαλά το μπράτσο της με το χέρι του προτού προλάβει να τον προσπεράσει. Η ανησυχία έκανε τη φωνή του να ακουστεί πιο βαθιά και τα μάτια του να σκουρύνουν. «Συγνώμη, το πήρες στραβά. Πρέπει να καθίσεις, Τζουλς. Τρέμεις». «Είμαι θυμωμένη». «Και με το δίκιο σου. Ήταν αλήτης, αλλά τον έβαλες στη θέση του». Η ταπείνωση συγκρούστηκε με το θυμό της. «Είχες ωραία θέα, έτσι, Μέρντοκ;» «Κοίτα, λυπάμαι που είχες ακροατήριο στη μικρή αυτή παράσταση, αλλά το λάθος είναι δικό σου». «Ω, αλήθεια;» Η Τζούλια δε χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για


να μεταφέρει το θυμό της από τον Τοντ στον Κάλαμ. Προσγείωσε το δάχτυλό της στο στήθος του αρκετά δυνατά ώστε να τον ρίξει πίσω στις φτέρνες του. «Και υποθέτω ότι κάθε γυναίκα που φροντίζει να είναι γοητευτική απλώς πάει γυρεύοντας. Έτσι και βάλει δυο σταγόνες άρωμα είναι σαν να λέει: “Παίδαρε, πάρε με”». «Δε μιλάω για το αναθεματισμένο το φόρεμα, μιλάω για τα αναθεματισμένα τα πόμολα». «Τα πόμολα». Το μυαλό της είχε πάψει να λειτουργεί. Πέρασε το χέρι στα μαλλιά της. «Εγώ έχω παλαβώσει ή εσύ;» «Εσύ είσαι αυτή που ήθελες να μπουν τα πόμολα απόψε». Τα μάτια του άστραψαν τώρα θυμωμένα. «Εσύ είσαι που πέρασες από το γραφείο κι άρχισες να κλαίγεσαι στον πατέρα μου για το ηλίθιο το πάρτι σου. Νομίζεις πως είχα καμιά διάθεση να δουλέψω σχεδόν μέχρι τα μεσάνυχτα;» Η Τζούλια πίεσε τα δάχτυλα στους κροτάφους της. Είχε πονοκέφαλο, αλλά αυτό δεν την ξάφνιασε. Άπλωσε τα χέρια της. «Περίμενε. Πέρασα πράγματι να δω τον πατέρα σου. Ήθελα να μάθω τι κάνει. Προηγουμένως, είχα βγει σαφάρι στα παλαιοπωλεία. Πήρα, λοιπόν, μαζί μου τα πόμολα για να τα κοιτάξουμε παρέα». «Ώστε να τον πείσεις να σπρώξει τη δουλειά σύμφωνα με το πάρτι σου». «Ποιο πάρτι;» Αυτή τη φορά η Τζούλια σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Δε θα κάνω πάρτι. Πώς μπορώ να κάνω πάρτι ενώ βρίσκομαι στη μέση της ανακαίνισης; Δεν ξέρω τι...» Έκοψε στη μέση τα λόγια της και έκλεισε τα μάτια της. «Α, κατάλαβα. Κοίτα, χρειάζομαι μια ασπιρίνη». Χωρίς να περιμένει να δει αν εκείνος θα την ακολουθούσε, έκανε μεταβολή και πήγε στην κουζίνα, προσφέροντάς του μια υπέροχη εικόνα της γυμνής πλάτης και των γοφών της. Ναι, αυτό το φόρεμα ήταν αχτύπητο. Εκείνον, όμως, τον είχε χτυπήσει κατακούτελα. Η Τζούλια βρήκε ένα κουτί ασπιρίνες σε ένα ντουλάπι, γέμισε ένα ποτήρι νερό και ήπιε τρεις μονοκόμματα. «Εντάξει, έγινε μια παρεξήγηση. Του πήγα τα πόμολα και θυμάμαι ότι του είπα πως ανυπομονώ να τα δω στις πόρτες. Δεν του είπα όμως σήμερα. Ξέρεις τι εννοώ». Ο Κάλαμ συνοφρυώθηκε ελαφρά και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Μάλιστα». «Και ανέφερα κάτι για πάρτι. Σκοπεύω να διοργανώσω ένα πάρτι για να κάνω τα εγκαίνια του σπιτιού. Αλλά το πάρτι θα γίνει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Δεν του ανέφερα


συγκεκριμένη ημερομηνία, του είπα απλώς να φροντίσει να γίνει καλά για να χορέψει στο πάρτι μου. Θα πρέπει να τα μπέρδεψε». Ο πατέρας του δεν μπέρδευε συνήθως λεπτομέρειες. Από την άλλη όμως, ο πατέρας του δεν ήταν ο εαυτός του ένα μήνα τώρα, σκέφτηκε ο Κάλαμ. «Εντάξει, κατάλαβα. Μια απλή παρεξήγηση». «Λυπάμαι που αναγκάστηκες να κουβαληθείς εδώ πέρα νυχτιάτικα». «Δεν ήταν κόπος. Τοποθέτησα μερικά από τα πόμολα. Θέλεις να ρίξεις μια ματιά;» «Βέβαια», είπε η Τζούλια και κατάφερε να χαμογελάσει. «Αυτό πώς σου φαίνεται;» τη ρώτησε ο Κάλαμ και της έδειξε με το δάχτυλό του την πόρτα της κουζίνας. Το επιφώνημα χαράς που ξέφυγε από τα χείλη της τον έκανε να χαμογελάσει. «Ω, είναι τέλειο. Ήμουν σίγουρη ότι τα πόμολα με το σμάλτο ήταν φτιαγμένα για τούτη την πόρτα», του είπε και πλησίασε βιαστικά να θαυμάσει από κοντά τις μικροσκοπικές καμπανούλες που ήταν ζωγραφισμένες πάνω στο λευκό σμάλτο. «Μου αρέσουν κάτι τέτοιες μικρές λεπτομέρειες. Δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στο σπίτι». «Ναι, οφείλω να παραδεχτώ ότι η ιδέα σου έχει λογική». Ο Κάλαμ είχε γείρει πάνω από τον ώμο της να δει κι αυτός το πόμολο. Ξαφνικά η Τζούλια σήκωσε το κεφάλι της και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, να κοιτάζονται στα μάτια. Βρίσκονταν τόσο κοντά, που η Τζούλια μπορούσε να διακρίνει το μαγευτικό χρυσαφένιο δαχτυλίδι γύρω από τις μυστηριώδεις πράσινες ίριδες των ματιών του. Τόσο κοντά που ένιωσε το αίμα της να κοχλάζει. Η καρδιά αναπήδησε στο στήθος της. «Ε... ευχαριστώ που τα έβαλες». Το άρωμά της θόλωσε το μυαλό του. «Όπως είπα, δεν ήταν κόπος». Ήθελε το στόμα της -και πολλά άλλα. Προσπάθησε να θυμίσει στον εαυτό του πόσο τον είχε αηδιάσει ο αλήτης ο Τοντ. Αλλά το στόμα της έδειχνε τόσο απαλό, τόσο γενναιόδωρο. Τόσο προκλητικό. «Καλύτερα να πηγαίνω». «Ναι». Ο λαιμός της έκαιγε και είχε στεγνώσει από τον πόθο. Μα τι την είχε πιάσει, τέλος πάντων; Η ένταση μεταξύ τους μεγάλωνε έτσι όπως στέκονταν εκεί αμίλητοι, αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να πάρει ούτε ανάσα. «Θα σε πάω μέχρι την πόρτα». «Ξέρω το δρόμο». «Ωραία». Ξαφνικά κινήθηκαν και οι δύο και τα χείλη τους έσμιξαν. Η


φλόγα φούντωσε ανάμεσά τους καθώς δεν άργησαν να μπουν στο παιχνίδι τα δόντια, οι γλώσσες τους. Ο Κάλαμ πίεσε το σκληρό ψηλόλιγνο κορμί του στις πλούσιες καμπύλες της και την κόλλησε στην πόρτα. Η Τζούλια έκανε τόξο το σώμα της για να βρεθεί ακόμα πιο κοντά του. Τα χέρια του χάιδεψαν τα πλευρά της, οι παλάμες του άγγιξαν το στήθος της στο πλάι, κάνοντάς τη να αποζητήσει ένα πιο ολοκληρωμένο χάδι. Τα δάχτυλά της πλέχτηκαν μέσα στα μακριά μαλλιά του με τις χρυσαφένιες ανταύγειες. «Αυτό είναι τρέλα», είπε ξέπνοη η Τζούλια. «Παράνοια». Ο Κάλαμ ρούφηξε με τα χείλη του το λαιμό της, λαχταρώντας απελπισμένα να γευτεί τη σάρκα της. Μυρίζει καυτό ήλιο, σκέφτηκε. «Κάλαμ, δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό». «Το ξέρω». Το χέρι της σφίχτηκε γροθιά στα μαλλιά του και τράβηξε το κεφάλι του προς τα πάνω, απαιτώντας πάλι τα χείλη του. Το φιλί τους ήταν άπληστο. Χώρισαν ξέπνοοι. «Αυτό δε γίνεται, δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά». Η Τζούλια αναγκάστηκε να στηριχτεί στην πόρτα, διαφορετικά θα σωριαζόταν παράλυτη στο πάτωμα. «Δεν υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει πουθενά». Ο Κάλαμ ήθελε σαν τρελός ν’ αποκαλύψει το κορμί που κρυβόταν κάτω από το μετάξι. «Αυτό είναι ένα στιγμιαίο παραστράτημα». «Σωστά». Έπρεπε να κάνει ένα βήμα πίσω, αλλά του ήταν αδύνατον να τραβήξει το βλέμμα του από το πρόσωπό της. «Σε θέλω πραγματικά, Τζουλς». «Ω, να πάρει». Η Τζούλια ακούμπησε το χέρι της πάνω από την καρδιά της, που βροντοχτυπούσε στο στήθος της. «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι άλλο. Οτιδήποτε άλλο». Μα γιατί δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει; «Άκου, Κάλαμ, ούτε καν συμπαθούμε ο ένας τον άλλον». «Αυτή τη στιγμή, δε μ’ απασχολεί καθόλου, αλλά ναι, έχεις δίκιο». Το πρόσωπό της ήταν αναψοκοκκινισμένο, τα μάτια της θολά. Και ο Κάλαμ συνειδητοποίησε σοκαρισμένος και αμήχανος ότι τα πόδια του έτρεμαν. «Αν κάνουμε αυτό που σκεφτόμαστε και οι δυο αυτή τη στιγμή, το πρωί θα μισούμε τον εαυτό μας, και θα μισούμε και ο ένας τον άλλον. Βέβαια, είμαι υποχρεωμένος να σου θυμίσω ότι έχουμε καιρό μέχρι το πρωί». Η Τζούλια χάρηκε που μπορούσε ακόμα να χαμογελάει.


«Καλύτερα να το ξεχάσουμε. Να το αποδώσουμε στο στρες, στις ορμόνες, σε οτιδήποτε». Χωρίς να σταματήσει να τον κοιτάζει, απομακρύνθηκε από την πόρτα για να του δώσει τη δυνατότητα να φύγει. «Και μπορεί να μας περάσει». «Ας το ελπίσουμε». Ο Κάλαμ έκανε να ανοίξει την πόρτα. Μα το Θεό, του χρειαζόταν καθαρός αέρας, χώρος. «Και αν δε μας περάσει, Τζούλια;» «Δεν ξέρω». Την κοίταξε μερικά ακόμα δευτερόλεπτα, ενώ αναρωτιόταν αν ήταν δυνατόν να ένιωθε το ίδιο φουντωμένη και σαστισμένη μ’ εκείνον. «Ούτε κι εγώ», αποφάσισε και έφυγε στα γρήγορα.


Κεφάλαιο 24 Τις επόμενες βδομάδες, η Τζούλια βρήκε να ασχοληθεί με ένα σωρό πράγματα ώστε να μην μπλέκεται στα πόδια του Κάλαμ. Το φθινόπωρο είχε αγκαλιάσει τη Νέα Αγγλία με το δικό του, ιδιαίτερο στυλ. Τα φύλλα των δέντρων ξεχείλιζαν αποχρώσεις και μέρα με τη μέρα το αεράκι γινόταν πιο τσουχτερό, θυμίζοντας χειμώνα. Η Τζούλια έψαχνε για σπίτια, έκλεινε συμφωνίες, περνούσε από το γραφείο της Λόρας για να κουβεντιάσει με την ξαδέρφη, τη θεία και το θείο της, έβγαινε βόλτα στα μαγαζιά ψάχνοντας για χριστουγεννιάτικα δώρα και μωρουδιακά. Η ξαδέρφη της η Γκουέν ήταν τριών μηνών έγκυος. Ένα πελώριο λούτρινο σκυλί Αγίου Βερνάρδου ήταν η τέλεια δικαιολογία για να περάσει από το σπίτι που μοιραζόταν κάποτε με την Γκουέν και τη Λόρα. Βρήκε την Γκουέν σκυμμένη πάνω από κάτι βιβλία μαγειρικής. «Τι κάνεις;» Η Γκουέν χαμογέλασε αδύναμα και πέρασε νευρικά το χέρι στα κοντά ξανθοκόκκινα μαλλιά της. «Ειλικρινά πιστεύω πως είναι πια καιρός να μάθω να μαγειρεύω. Τουλάχιστον ένα δυο απλά φαγητά». «Δόκτορ Μπλέιντ -ουπς. Δόκτορ Μαγκουάιρ». Η Τζούλια θρονιάστηκε στο τραπέζι της κουζίνας. «Γιατί;» «Ε, θα έχω τρεις μήνες άδεια τοκετού. Θα είμαι σπίτι. Θα έπρεπε...» Έκανε μια αόριστη κίνηση, «...να ασχοληθώ με το νοικοκυριό». «Γιατί, τον νοιάζει τον Μπράνσον αν ξέρεις να φτιάχνεις ρολό;» «Όχι, και βέβαια όχι. Νοιάζει όμως εμένα. Είναι περίεργο». Έτριψε την κοιλιά της, που ήταν ακόμα επίπεδη. «Υποθέτω πως φταίει η εγκυμοσύνη. Όπως και να έχει το πράγμα, είμαι χειρουργός, είμαι επιστήμονας, σίγουρα θα μπορώ να καταφέρω μια βασική] συνταγή όπως το ρολό, για παράδειγμα, και να φτιάξω ένα φαγητό που να τρώγεται». Η Γκουέν ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι, έπιασε με


τα χέρια το πιγούνι της και χαμογέλασε στο τεράστιο λούτρινο σκυλί. «Μου αρέσει το καινούριο σου κατοικίδιο». «Κι εμένα το ίδιο. Σκέφτηκα πως ο καινούριος μου ανιψιός ή η ανιψούλα μου θα χαρεί να μου το φροντίζει». «Είναι πολύ γλυκό, Τζούλια. Σου είπα ότι σχεδιάζουμε να διακοσμήσουμε το παιδικό δωμάτιο με ζώα;» «Τουλάχιστον δέκα με δεκαπέντε φορές. Δεν υπάρχει λόγος να σε ρωτήσω πώς νιώθεις», πρόσθεσε η Τζούλια. «Δείχνεις θαύμα». «Νιώθω θαύμα. Δεν έχω υπάρξει πιο ευτυχισμένη στη ζωή μου και είχα ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή». «Η δουλειά στο νοσοκομείο δε σε κουράζει;» «Μου αρέσει. Μου γεμίζει τις μπαταρίες, με ικανοποιεί. Θέλεις έναν καφέ; Εγώ απέχω από την καφεΐνη, αλλά...» «Όχι, δε θέλω τίποτα». «Εσύ τι κάνεις; Πώς πάει το σπίτι;» «Καλά. Η κρεβατοκάμαρά μου τελείωσε και είναι φανταστική. Το υπόλοιπο θέλει πολύ ακόμα, αλλά προχωράει. Τώρα δουλεύουν στην κουζίνα». Η Γκουέν έγειρε το κεφάλι της και περιεργάστηκε το πρόσωπο της Τζούλιας. «Τι τρέχει;» «Τι πράγμα;» «Τι σε βασανίζει; Έχεις κάτι στο μυαλό σου, το βλέπω». «Δεν είναι τίποτα», είπε η Τζούλια, αλλά σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Είναι χαζό». «Όχι αν σε προβληματίζει». «Δε θα έλεγα ότι με προβληματίζει. Μάλλον με... ξαφνιάζει». Στο κάτω κάτω γι’ αυτό είχε έρθει, παραδέχτηκε στον εαυτό της η Τζούλια, και κάθισε πάλι στην καρέκλα. «Γνωρίζεις τον Κάλαμ Μέρντοκ». «Ναι, βέβαια. Είναι ο γιος του παλιού φίλου του παππού. Κατασκευαστής. Η εταιρεία τους έκανε κάποιες βελτιώσεις σε τούτο το σπίτι όταν το πρωτοαγοράσαμε». «Ακριβώς. Ε, λοιπόν, τώρα είναι ο υπεργολάβος στην ανακαίνιση που κάνω στο σπίτι μου. Δεν τα πηγαίνω καλά μαζί του. Σύγκρουση προσωπικοτήτων, υποθέτω». «Τότε γιατί δουλεύει στο σπίτι σου;» «Μεγάλη ιστορία, και δεν είναι αυτό το θέμα». Η Τζούλια έκανε μια απαξιωτική κίνηση με το χέρι της. «Πριν από δυο βδομάδες ήμασταν μόνοι στο σπίτι, και ήταν αργά, και...» «Ω». Η Γκουέν δάγκωσε το εσωτερικό των χειλιών της.


«Κατάλαβα». «Όχι, δεν κατάλαβες». Η Τζούλια ξεφύσηξε. «Ηταν μια ξαφνική ζωώδης έλξη -και δεν υποκύψαμε. Συμφωνήσαμε ότι θα ήταν λάθος». «Επειδή δεν τα πηγαίνετε καλά». «Αυτό, αλλά και λόγω της επαγγελματικής μας σχέσης. Λατρεύω τον πατέρα του. Είναι κι αυτός ένας επιπλέον λόγος. Αν κατέληγα στο κρεβάτι με τον Κάλαμ, απλώς για να ξεθυμάνουν οι ορμές μας, δεν ξέρω με τι μούτρα θα ξαναντίκριζα τον κύριο Μέρντοκ». «Απ’ ό,τι θυμάμαι, ο κύριος Μέρντοκ είναι ένας λογικός άνθρωπος που αγαπά το γιο του. Δε νομίζω να σοκαριστεί επειδή εσείς οι δυο βρίσκετε γοητευτικό ο ένας τον άλλον». «Άλλο να βρίσκεις γοητευτικό κάποιον και άλλο να βγάλεις τα μάτια σου μαζί του». Η Τζούλια ξεφύσηξε. «Κι εγώ, Γκουέν, θέλω να βγάλω τα μάτια μου με τον Κάλαμ». «Είναι αξιοπρεπής άνθρωπος;» «Αξιοπρεπής; Ε, ναι, υποθέτω πως είναι». «Διαθέτει χιούμορ, εξυπνάδα, καλοσύνη;» «Είναι...» Η Τζούλια θυμήθηκε τον τρόπο που είχε κρατήσει στην αγκαλιά του τον μικρό Ντάνιελ. «Ναι. Απλά είμαστε σε κόντρα συνέχεια. Είναι πολύ πεισματάρης και ξεροκέφαλος». «Ω». Η Γκουέν δεν έκανε τον κόπο να πνίξει το γέλιο της, αφέθηκε να το απολαύσει. «Ενώ εσύ, βέβαια, είσαι πολύ προσαρμοστική και ανοιχτόμυαλη». «Σε σύγκριση μαζί του, είμαι», υπερασπίστηκε η Τζούλια τον εαυτό της, ύστερα γέλασε κι εκείνη. «Εντάξει, ίσως να είναι αυτή η ρίζα του προβλήματος. Έχουμε και οι δυο ισχυρές απόψεις και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να τις επιβάλουμε στους άλλους. Είναι φορές που έχει δίκιο. Τις περισσότερες φορές, όμως, έχω δίκιο εγώ». Έγειρε μπροστά. «Έχει απίθανα χέρια. Μεγάλα, δουλεμένα και πολύ δυνατά. Τα έχω συνέχεια στο μυαλό μου». «Και εύχεσαι να τα είχε ένας άντρας που θα μπορούσες να τον κουμαντάρεις πιο εύκολα». Η Τζούλια πήγε να συμφωνήσει, αλλά σταμάτησε. «Δεν είμαι σίγουρη. Πριν από ένα μήνα θα έλεγα ναι. Τώρα αρχίζω να βρίσκω γοητευτική ακόμα και την τραχύτητά του. Σέξι. Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να φύγω για λίγες μέρες». «Ε, αυτό δε θα σ’ έβλαπτε. Όμως δεν ξέρω άλλον άνθρωπο που να είναι πιο σίγουρος για την καρδιά και τα θέλω του από σένα. Ή πιο πρόθυμος να ρισκάρει γι’ αυτό που επιθυμεί. Αν τελικά καταλήξεις ότι


θέλεις τον Κάλαμ, θα σου έλεγα να είσαι προσεκτική, να προστατέψεις τον εαυτό σου, αλλά και να του έχεις εμπιστοσύνη». «Καλή συμβουλή». Η Τζούλια παραμέρισε τα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Ίσως είναι βολική περίοδος να πάω μια επίσκεψη στους γονείς μου στην Ουάσινγκτον για λίγες μέρες. Λίγη απόσταση δε θα βλάψει. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει και κάποιο σπίτι που θέλω να δω εκεί πέρα». «Φρόντισε να τους μεταφέρεις την αγάπη μου. Και...» Η Γκουέν γέλασε πονηρά, «...φρόντισε να με κρατάς ενήμερη για το σχέδιο Μέρντοκ». ***

Ήταν ένας ωραίος τρόπος να το σκέφτεται, αποφάσισε η Τζούλια, παρκάροντας έξω από το σπίτι της. Το σχέδιο Μέρντοκ. Ήταν εξπέρ στα σχέδια, θα μπορούσε να το εξετάσει από κάθε πλευρά, να υπολογίσει τη ζημία ή το κέρδος και την επίδραση που μπορούσε να έχει ο Μέρντοκ στη ζωή της. Και θα το έκανε από μια ωραία και ασφαλή απόσταση. Μπήκε μέσα, χαιρέτησε αφηρημένα κάποιους εργάτες και ανέβηκε πάνω να φτιάξει τη βαλίτσα της. Θα ήταν τέλειο να κάνει έκπληξη στους γονείς της με μια απρόοπτη, ολιγοήμερη επίσκεψη. Είχε σχεδόν ένα χρόνο να περάσει λίγες μέρες μόνη μαζί τους. Τις περισσότερες φορές συναντιόνταν μαζί και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Και τότε δεν ήταν επίσκεψη, ήταν χαλασμός Κυρίου. Χτύπησε ρυθμικά το πόδι της και έριξε μια ματιά στα ρούχα γύρω της. Λάτρευε αυτή την ντουλάπα-δωμάτιο, το χώρο και την οργάνωσή της. Τη βόλευε πολύ περισσότερο έτσι παρά σαν μπουντουάρ. Διάλεξε σπορ ρούχα, μπλέιζερ, παντελόνια, ένα απλό βραδινό φόρεμα και τα πήγαινε στο κρεβάτι όπου είχε ανοίξει τη βαλίτσα της, όταν έκανε την εμφάνισή του ο Κάλαμ. Ύψωσε το φρύδι του. «Φεύγεις;» «Ναι. Και δε νομίζω ότι σε άκουσα να χτυπάς». «Αυτή τη φορά ξέχασες να κλείσεις την πόρτα». «Ω». Η Τζούλια άπλωσε τα ρούχα στο κρεβάτι και ξαναγύρισε στην ντουλάπα. Ο Κάλαμ δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα που να είχε τόσα ρούχα. Άσε πια τα παπούτσια. Μα καλά, δεν είχε κι αυτή μόνο δυο πόδια όπως όλοι; Της είχε πει όμως ήδη μια δυο φορές τη γνώμη του γι’ αυτό το θέμα, άρα δε θα ωφελούσε να της την επαναλάβει.


«Πού πας;» Τώρα ήταν η σειρά της να υψώσει το φρύδι. «Εκτός πόλης». «Για πόσον καιρό;» Η Τζούλια τον προσπέρασε για ν’ αφήσει τις μπλούζες και τα πουλόβερ της στο κρεβάτι. «Συγνώμη, αλλά γιατί πιστεύεις ότι αυτό είναι κάτι που σε αφορά;» «Γιατί βρισκόμαστε στη μέση μιας σημαντικής ανακαίνισης. Δε θέλω να γυρίσεις και να αρχίσεις τις τσιρίδες ότι δεν ακολουθήσαμε τις επιθυμίες σου». «Δεν τσιρίζω». Πώς ήταν δυνατόν, αναρωτήθηκε η Τζούλια, να την ελκύει ένας τόσο εκνευριστικός άντρας; Πήγε στο κομό Ντάνκαν Φάιφ για να πάρει εσώρουχα. «Πού θα μπορώ να σε βρω;» .«Θα φροντίζω να τηλεφωνώ τακτικά». «Κοίτα, Μακ Γκρέγκορ...» Ο Κάλαμ έπρεπε να συγκρατηθεί, να κάνει ένα βήμα πίσω. Δεν ήξερε γιατί τον είχε πιάσει πανικός βλέποντάς τη να ετοιμάζει μια βαλίτσα. Βδομάδες τώρα ήθελε να την ξεφορτωθεί. «Τα ντουλάπια της κουζίνας θα έρθουν την ερχόμενη βδομάδα. Αν δεν είσαι εδώ για να εγκρίνεις την παραλαβή...» «Θα έχω γυρίσει μέχρι τότε». Χωρίς καθόλου ντροπή, η Τζούλια δίπλωσε αραχνοΰφαντα σουτιέν και κιλοτάκια μέσα σε μια μεταξωτή θήκη. «Αν θέλεις να μάθεις, θα πεταχτώ μέχρι την Ουάσινγκτον για λίγες μέρες». «Έχουν κάτι οι γονείς σου;» Η Τζούλια μαλάκωσε. Η ανησυχία στη φωνή του ήταν γνήσια. «Όχι, είναι μια χαρά. Δεν ξέρουν καν ότι πάω». «Τότε γιατί δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι να τελειώσει η κουζίνα; Είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της ανακαίνισης. Αν στη συνέχεια αρχίσεις να μας βάζεις να ξηλώνουμε...» «Έχεις τις κασέτες μου. Σου έχω ξεκαθαρίσει τι θέλω και, σε περίπτωση που το ξέχασες, τις περισσότερες αλλαγές στην κουζίνα εσύ τις σχεδίασες». «Και γι’ αυτό ακριβώς δε θέλω να φορτωθώ την ευθύνη έτσι και αλλάξεις γνώμη». «Όταν πάρω μια απόφαση, δεν την αλλάζω». Η Τζούλια πέταξε τη μεταξωτή θήκη μέσα στη βαλίτσα. «Παράτα με, Μέρντοκ. Πάω όπου και όποτε θέλω». Ο Κάλαμ ένιωσε το γνώριμο πια ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα. Αργά, γύρισε και έκλεισε την πόρτα.


«Τι κάνεις;» «Φροντίζω να μη μας ενοχλήσει κανείς», της απάντησε και την περιεργάστηκε, αντικειμενικά, όπως είπε στον εαυτό του. Ήταν κατακόκκινη από το θυμό. Αλλά γιατί αυτό το ύφος τής ταίριαζε τόσο, γιατί έκανε το αίμα να τρέχει γρήγορα στις φλέβες του; Δεν είχε ιδέα. Απλώς συνέβαινε. Είχε το χέρι της σφιγμένο στη μέση σαν να ήταν έτοιμη να δώσει μάχη. Όμορφα, χρωματιστά δαχτυλίδια άστραφταν στα χέρια της. Τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους του σκουροπράσινου σακακιού της που αναδείκνυε τις καμπύλες της. Πάντα φορούσε μαλακά ρούχα, σκέφτηκε. Ρούχα που τρέλαιναν έναν άντρα και τον έκαναν να θέλει να της τα βγάλει. «Αυτό το απρόοπτο ταξίδι είναι ένας τρόπος να το βάλεις στα πόδια για να μην αντιμετωπίσεις αυτό που συνέβη πριν από μερικές βδομάδες;» Η Τζούλια έγειρε το κεφάλι της και η φωνή της ακούστηκε παγερά ψυχρή. «Δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι». «Στο ότι παραλίγο να καταλήξουμε γυμνοί στο πάτωμα της κουζίνας σου». «Αυτό ήταν ένα παραστράτημα», του πέταξε, μισώντας τον εαυτό της επειδή βαθιά μέσα της ευχόταν να το είχαν κάνει, ώστε να είχε σβήσει αυτή η ένταση ανάμεσά τους. «Συμφωνήσαμε σ’ αυτό». «Συμφωνήσαμε. Αλλά ήταν;» «Συμφωνήσαμε», του επανέλαβε πεισματάρικα και ξαφνιάστηκε με το αυθόρμητο βήμα της πίσω όταν εκείνος πλησίασε. «Μείνε μακριά μου». Για πρώτη φορά εδώ και μερικές βδομάδες, ο Κάλαμ ένιωσε ένα αβίαστο χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα χείλη του. «Γιατί; Νιώθεις νευρική;» «Δε θέλω να με αγγίξεις». «Ποιος είπε ότι θα σε αγγίξω; Απλά σου κάνω μια ερώτηση. Και για ένα πράγμα δεν μπόρεσα να σε κατηγορήσω ποτέ, ότι δεν είσαι ειλικρινής. Λες πάντα τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Σε ρωτάω, λοιπόν. Ήταν ένα παραστράτημα για σένα;» «Δεν ξέρω», του φώναξε σχεδόν, ύστερα έκανε μεταβολή και άρχισε να βάζει τα ρούχα στη βαλίτσα της. «Θα έπρεπε να ήταν. Δεν το βάζω στα πόδια για να ξεφύγω από τίποτα. Απλά θέλω να εξετάσω το θέμα από κάποια απόσταση, να δω τους γονείς μου και να βρεθώ όσο γίνεται πιο μακριά σου προτού κάνουμε κάτι ηλίθιο». «Εντάξει, εσύ ήσουν ειλικρινής. Γι’ αυτό θα είμαι κι εγώ το ίδιο


ειλικρινής. Ούτε κι εμένα με πειράζει να βρεθώ μακριά σου για λίγο. Το να σε βλέπω κάθε μέρα μου είναι δύσκολο». Τα χέρια της ίσιωσαν ήρεμα μια τσαλακωμένη μπλούζα. «Αλήθεια;» «Πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι περίμενα. Φαντάζομαι συνέχεια τι θα γινόταν έτσι και είχαμε ένα ακόμη παραστράτημα». Επειδή η Τζούλια δεν ήταν ούτε δειλή ούτε ψεύτρα, γύρισε πάλι προς το μέρος του. Κοίταξε το πρόσωπό του. Ήταν δυνατό, γεμάτο γωνίες. Το αποφασιστικό στόμα και τα γοητευτικά μάτια του κυριαρχούσαν στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά. «Υποθέτω ότι κι εγώ αναρωτιόμουν το ίδιο». Χαμογέλασε. «Τι στο διάβολο έχουμε πάθει οι δυο μας;» «Ανάθεμα κι αν ξέρω». Αυτή τη φορά, όταν ο Κάλαμ την πλησίασε, η Τζούλια έμεινε ακίνητη στη θέση της. «Εξακολουθείς να μη θέλεις να σε αγγίξω;» Η ανάσα της βγήκε τρεμουλιαστή. «Είναι μέρα μεσημέρι, σε τι θα μπορούσε να μας βλάψει;» «Έλα να το ανακαλύψουμε». Τα χέρια του σύρθηκαν στο μαλακό σαν πούπουλο σακάκι, ύστερα χώθηκαν από κάτω και χάιδεψαν την πλάτη της. Την τράβηξε πάνω του. «Με τα μάτια ανοιχτά αυτή τη φορά, Τζουλς». Μολονότι δεν το εννοούσε κυριολεκτικά, τη στιγμή που έσμιγαν τα χείλη τους, κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Η Τζούλια είδε τα μάτια του να σκουραίνουν κι έπιασε τον εαυτό της να παγιδεύεται στα καταπράσινα βάθη τους. Πειραματίστηκε, άλλαξε γωνία στο φιλί τους. Τα χείλη τους εξερευνούσαν τώρα, γεύονταν, και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα. Ο Κάλαμ πονούσε και η γεύση της έκανε τον πόνο που του έσφιγγε τα σωθικά να περνάει στα δάχτυλά του. Έπαιξε με το στόμα της χωρίς να βιάζεται, αν και το αίμα χτυπούσε στα μηνίγγια του. Αργά, πολύ αργά, είδε τα μάτια της να θολώνουν, τις βλεφαρίδες της να πεταρίζουν. Και ρούφηξε τον πνιχτό στεναγμό που ξέφυγε από τα χείλη της. «Θέλω να σ’ αγγίξω». Προτού ολοκληρώσει τη φράση του, τα χέρια του χούφτωσαν τα στήθη της απαιτητικά. Και δεν είχε νιώσει πιο ερωτικό συναίσθημα από αυτό που αισθάνθηκε όταν οι ρώγες της ορθώθηκαν κάτω από το λεπτό μετάξι και σκλήρυναν μέσα στις παλάμες του. Η ανάγκη της ξεχείλισε μ’ ένα πνιχτό βογκητό. Η Τζούλια άφησε το κεφάλι της να πέσει πίσω και αυτή η αδύναμη παραίτησή της


συγκλόνισε και τους δύο. «Πρέπει να... Αχ, Κάλαμ... Έχεις φανταστικά χέρια». Και αυτή τη στιγμή χάιδευαν τη σάρκα της. Είχε ξεκουμπώσει την μπλούζα της και δεν άργησε να ξεκουμπώσει και την μπροστινή αγκράφα του σουτιέν της. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε πάνω στην παλάμη του και η Τζούλια ξέχασε τους άντρες που δούλευαν κάτω, ξέχασε τα πρέπει, ξέχασε τις συνέπειες αυτού που εκείνος ήθελε τόσο απελπισμένα να κάνει. «Τώρα». Το στόμα του ρούφηξε άγρια το λαιμό, τα χείλη της. «Εδώ και τώρα». «Ναι... Όχι». Πανικός, συγκίνηση, επιθυμία, συγκρούονταν όλα μέσα της. «Περίμενε. Τι κάνουμε;» Τραβήχτηκε ριγώντας και έκλεισε την ανοιχτή μπλούζα της. «Δεν μπορούμε εδώ, έτσι. Απλά δεν μπορούμε». Ο Κάλαμ φαντάστηκε να του ρίχνουν έναν κουβά παγωμένο νερό στα μούτρα, είδε έναν παγωμένο καταρράκτη να τον χτυπά στο κεφάλι, έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να σβήσει τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Τελικά έχωσε τα χέρια στις τσέπες του προτού της ξεσκίσουν τα ρούχα. «Εντάξει», είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Αλλά, Τζουλς, οφείλεις να παραδεχτείς ότι αυτό ήταν κάτι περισσότερο από παραστράτημα». «Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι πρέπει να κρατηθώ μακριά σου», του απάντησε εκείνη και έσφιξε περισσότερο την μπλούζα της. Τα στήθη της από κάτω μυρμήγκιαζαν ακόμα από το άγγιγμά του. «Χρειαζόμαστε μια ανάπαυλα και στη συνέχεια θα πρέπει ν’ αποφασίσουμε αν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι...» «Νομίζω πως έχουμε απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση», είπε ξερά ο Κάλαμ. «Εντάξει, θα συμβεί, πρέπει λοιπόν να βρούμε έναν τρόπο να το χειριστούμε. Θα αποσυρθεί ο καθένας στη γωνιά του -που λένε- για λίγες μέρες. Και θ’ αναλύσουμε το θέμα εσύ από τη μεριά σου κι εγώ από τη δική μου. Όταν επιστρέφω, μπορούμε...» «Να κουβεντιάσουμε τους κανόνες;» ολοκλήρωσε για λογαριασμό της εκείνος. «Κατά κάποιον τρόπο. Θα πρέπει σίγουρα να βάλουμε μια βάση ώστε να ξέρουμε τι θα κάνουμε όταν... μετά». Αυτό που του έλεγε ήταν λογικό, αλλά τον εκνεύριζε. «Εντάξει, Μακ Γκρέγκορ, θα συντάξεις εσύ την πρότασή σου και θα συντάξω κι


εγώ τη δική μου. Και θα βρεθούμε να τις κουβεντιάσουμε όταν γυρίσεις». «Δεν υπάρχει λόγος να τσαντίζεσαι». Ο Κάλαμ την κοίταξε. Ορίστε, σκέφτηκε, στέκεται εδώ αναμαλλιασμένη, με την μπλούζα της ξεκούμπωτη και το στόμα της πρησμένο από το δικό μου, και δε βρίσκει το λόγο να τσαντίζομαι που μετατρέπει το όλο θέμα σε εμπορική συμφωνία. «Καλό ταξίδι, Μακ Γκρέγκορ». «Κάλαμ». Η Τζούλια αναστέναξε όταν εκείνος σταμάτησε με το χέρι στο πόμολο και την κοίταξε άγρια. «Έχω μια σχέση επαγγελματική αλλά και προσωπική τόσο με τον πατέρα σου όσο και μ’ εσένα. Και είναι σημαντικό για μένα να μην τη χαλάσω». Ο Κάλαμ δε βρήκε τίποτε να πει σ’ αυτό, έτσι κούνησε κοφτά το κεφάλι του και βγήκε. Όταν έμεινε μόνη, η Τζούλια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και περίμενε να ηρεμήσει το σύστημά της. Αν δεν έπεφτε εντελώς έξω, το σχέδιο Μέρντοκ είχε πάρει μια αναπάντεχη τροπή και ίσως να διέτρεχε ήδη μεγάλο κίνδυνο.


Κεφάλαιο 25 Η Τζούλια αγαπούσε το κομψό σπίτι σε διάφορα επίπεδα στην Τζόρτζταουν. Εκεί είχε γεννηθεί και αφού είχαν μεσολαβήσει οχτώ χρόνια σε μια άλλη διεύθυνση στην Ουάσινγκτον, εκεί είχε περάσει και τα τελευταία χρόνια της εφηβείας της, μέσα στα ευάερα δωμάτιά του με τις κωνικές κεραμοσκεπές. Δεν είχε κανένα παράπονο από την εποχή που μπορούσε να παίζει στον κήπο με τις τριανταφυλλιές του Λευκού Οίκου ή να διασκεδάζει τα ξαδέρφια της στο ιδιωτικό του θέατρο. Οι γονείς της είχαν καταφέρει, ενάντια σε όλους, να κάνουν εκείνο το επιβλητικό οικοδόμημα στην Πενσιλβάνια Αβενιου ένα ζεστό σπιτικό για τα παιδιά τους. Της είχε δοθεί επίσης η ευκαιρία να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να μάθει να νιώθει υπεύθυνη για τους γείτονές της είτε αυτοί ζούσαν στη διπλανή πόρτα είτε στην απέναντι πλευρά του ωκεανού. Θυμόταν ακόμα την περηφάνια που είχε νιώσει όταν είχε δει τον πατέρα της κυρίαρχο στο Οβάλ Γραφείο, ή όταν παρακολουθούσε τη μητέρα της να ξεσηκώνει θύελλα χειροκροτημάτων, εκφωνώντας έναν από τους πολλούς λόγους της για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είχε ανεχτεί τη διαρκή παρουσία της Μυστικής Υπηρεσίας, στην εφηβεία της, όμως, είχε αρχίσει να την πνίγει. Είχε δεχτεί τους περιορισμούς, το γεγονός ότι της ήταν αδύνατον να βγει, σε μια παρόρμηση της στιγμής, μια βόλτα στα μαγαζιά με τις φίλες της ή για να φάει μια πίτσα και να χαζολογήσει σε κάποιο τοπικό εστιατόριο. Οι γονείς της είχαν κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική ζωή στον αδερφό της και σ’ εκείνη. Η Τζούλια όμως ήξερε πάντα πως καταγόταν από μεγάλη οικογένεια. Και τέτοια θαύματα είχαν το τίμημά τους. Θυμήθηκε τη μέρα που είχαν επιστρέψει στο σπίτι των πρώτων παιδικών της χρόνων. Η μητέρα της τους είχε αγκαλιάσει όλους χαμογελώντας και τους είχε αναγγείλει ότι θα έβγαιναν όλοι μαζί για πίτσα και σινεμά.


Ήταν μία από τις πιο όμορφες βραδιές της ζωής της. Τώρα στάθηκε στο πεζοδρόμιο και άφησε το ταξί να απομακρυνθεί. Αυτό το σπίτι εξακολουθούσε να την τραβάει, να την παρηγορεί. Αγόραζε και πουλούσε σπίτια για να προσφέρει στον εαυτό της αυτό ακριβώς το συναίσθημα ξανά και ξανά και στη συνέχεια να το μεταβιβάσει και σε άλλους. Η αγάπη χρειαζόταν ένα σπίτι να τη στεγάσεις και η ίδια είχε σταθεί πολύ τυχερή. Σήκωσε τη βαλίτσα της και ανέβηκε τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια. Στη συνέχεια την τσούλησε πίσω της στη μικρή αλέα. Τα λουλούδια του φθινοπώρου είχαν αρχίσει να μαραίνονται και τα έντονα χρώματά τους να ξεθωριάζουν καθώς πλησίαζε ο χειμώνας. Σε ένα μήνα και κάτι το σπίτι θα άστραφτε από πολύχρωμα φωτάκια, μια γιρλάντα θα στόλιζε την ψηλή εξώπορτα κι ένα αληθινό έλατο, φορτωμένο με τα στολίδια που είχε φτιάξει η ίδια η οικογένειά της, θα έλαμπε πίσω από το κομψό μπροστινό παράθυρο. Της άρεσαν αυτές οι αναμνήσεις. Χτύπησε, χρησιμοποιώντας το μπρούντζινο ρόπτρο με το οικόσημο των Μακ Γκρέγκορ. Το λιοντάρι με την κορόνα την κοιτούσε αγριεμένο, θυμίζοντάς της τον παππού της. Όταν η πόρτα άνοιξε, η Τζούλια χαμογέλασε πλατιά στη μικρόσωμη και περιποιημένη γυναίκα που στεκόταν στο άνοιγμα. «Μπόξι, εσύ δεν αλλάζεις ποτέ;» «Μις Τζούλια!» Η Ελίζαμπεθ Μπόξλιτερ τύλιξε τα κοντά μπράτσα της γύρω από την Τζούλια και την έσφιξε στην αγκαλιά της. Η Μπόξι είχε υπηρετήσει από διάφορα πόστα τους Μακ Γκρέγκορ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Όταν έμεναν στο Λευκό Οίκο, είχε τον τίτλο της Διοικητικής Βοηθού της κυρίας Μακ Γκρέγκορ. Αλλά αυτό που έκανε ήταν να διευθύνει. Τα πάντα. Η Μπόξι τραβήχτηκε πίσω, το βλέμμα της ήταν γεμάτο χαρά, αλλά της κούνησε επιτιμητικά το δάχτυλο. «Δεν ειδοποίησες κανέναν ότι έρχεσαι, ούτε καν την τελευταία στιγμή. Κι αν λείπαμε;» «Τότε θα έμπαινα με το κλειδί μου και θα μ’ έπιανε αυτολύπηση». Η Τζούλια γέλασε και φίλησε την Μπόξι στο μάγουλο. «Ήθελα να κάνω έκπληξη σε όλους. Η μαμά και ο μπαμπάς είναι σπίτι, έτσι δεν είναι;» «Είσαι τυχερή». Η Μπόξι έκλεισε την εξώπορτα. «Ο πατέρας σου μόλις γύρισε από το Καμπ Ντέιβιντ. Μα το Θεό, δε λένε να τον αφήσουν στιγμή ήσυχο, τη μια του ζητάνε να διαπραγματευτεί αυτό, την άλλη να τους συμβουλεύσει για το άλλο».


«Ε, κάποιος πρέπει να φροντίζει για την ασφάλεια του ελεύθερου κόσμου, δεν πρέπει;» «Εκείνος έκανε το καθήκον του και με το παραπάνω. Τώρα θα έπρεπε να μπορεί να φύγει ένα μήνα για ψάρεμα». «Ο μπαμπάς δεν ψαρεύει». «Και τι σημασία έχει αυτό; Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο γραφείο του πάνω και κάνει ένα υπερατλαντικό τηλεφώνημα. Η μητέρα σου είναι στο εργαστήριό της πίσω». «Θα διακόψω τη μαμά», αποφάσισε η Τζούλια, «και ύστερα θα πάμε μαζί να διακοψου με τον μπαμπά. Μην ανεβάσεις τη βαλίτσα πάνω, Μπόξι», είπε προχωρώντας στο διάδρομο, «θα την ανεβάσω μόνη μου σε λίγα λεπτά». Η Μπόξι ξεφύσηξε. Λες και θα άφηνε ποτέ αποσκευές παρατημένες στο φουαγιέ. Πήρε, λοιπόν, τη βαλίτσα και ανέβηκε πάνω. Η Σέλμπι Μακ Γκρέγκορ είχε μετατρέψει σε εργαστήριο την υπαίθρια κουζίνα, έτσι είχε άφθονο χώρο για τον τροχό των κεραμικών της, τον πάγκο εργασίας της και τα υλικά της. Καθ’ όλη τη θητεία του άντρα της στο Λευκό Οίκο είχε συνεχίσει την ενεργή καλλιτεχνική της δραστηριότητα, τόσο για να ικανοποιήσει την ανάγκη της για δημιουργία όσο και για να δηλώσει έμπρακτα την πεποίθησή της ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ακολουθήσει τη δική του καριέρα. Τώρα, η πρώην Πρώτη Κυρία ήταν καθισμένη στο σκαμνάκι του τροχού της κι έφτιαχνε ένα μπολ. Τα χέρια της ήταν γεμάτα πηλό μέχρι τους καρπούς, τα μπράτσα της ήταν πιτσιλισμένα. Είχε μαζέψει βιαστικά τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της στην κορυφή του κεφαλιού και τα μάτια της είχαν πάρει ένα βαθύ γκρίζο χρώμα από τη συγκέντρωση. Από κάπου στο βάθος ακουγόταν μουσική, ένα κονσέρτο για βιολί. Η Τζούλια έγειρε στην παραστάδα της πόρτας και έμεινε να παρακολουθεί τον πηλό να μεταμορφώνεται κάτω από τα επιδέξια χέρια της μητέρας της και από άμορφη μάζα να γίνεται ένα κομψό σκεύος. «Καθόλου άσχημο», μουρμούρισε η Σέλμπι, κουνώντας το κεφάλι της για να ξεμουδιάσει ο σβέρκος της που είχε πιαστεί, και έσβησε τον τροχό. «Θα γίνει όμορφο. Όλα γίνονται όμορφα». «Τζούλια!» Η Σέλμπι πετάχτηκε όρθια. Είχε καλύψει τη μισή απόσταση προς την κόρη της όταν σταμάτησε. «Αχ, είμαι χάλια», είπε και άπλωσε τα χέρια της, που ήταν γεμάτα πηλό. «Έλα να με φιλήσεις εσύ».


Η Τζούλια υπάκουσε και φίλησε τη μητέρα της και στα δυο μάγουλα. «Αυτή κι αν είναι έκπληξη». «Ευχάριστη, ελπίζω». «Η καλύτερη. Ασε με να πλυθώ για να μπορέσω να σ’ αγκαλιάσω. Είδες τον πατέρα σου;» τη ρωτησε η Σέλμπι και πήγε βιαστικά στο νεροχύτη να πλύνει τον πηλό από τα χέρια και τα μπράτσα της. «Όχι, η Μπόξι μου είπε ότι μιλούσε στο τηλέφωνο, έτσι ήρθα να διακόψω πρώτα εσένα». «Ε, του χρειάζεται να κάνει ένα διάλειμμα, θα πάμε, λοιπόν, να τον διακόψουμε παρέα». Η Σέλμπι σκούπισε βιαστικά τα χέρια της, γύρισε και έσφιξε την Τζούλια στην αγκαλιά της. «Αχ, σε πεθύμησα. Θέλω να μάθω όλα τα νέα σου. Τι κάνουν οι ξαδέρφες σου, ο μικρός Ντάνιελ, πώς τα πας με το σπίτι; Πόσο μπορείς να μείνεις; Πεινάς; Μπορείς ν’ απαντήσεις σε όσες ερωτήσεις θέλεις και με όποια σειρά προτιμάς». Η Τζούλια γέλασε, έπιασε αγκαζέ τη μητέρα της και ανέβηκαν τις πίσω σκάλες. «Για να δούμε, οι ξαδέρφες μου είναι μια χαρά. Η Λόρα μοιάζει με Μαντόνα με τον μικρό Ντάνιελ στην αγκαλιά και η Γκουέν λάμπει σαν άγγελος. Έφαγα κάτι που έμοιαζε με φαγητό στο αεροπλάνο και μπορώ να μείνω μόνο δυο μέρες. Το σπίτι... πάει πολύ καλά». Η Σέλμπι παρατήρησε το δισταγμό και αποφάσισε να μάθει την αιτία του σύντομα. Για την ώρα όμως, έστριψε προς το γραφείο του άντρα της, χτύπησε κοφτά και άνοιξε την πόρτα. Ο Άλαν Μακ Γκρέγκορ καθόταν πίσω από το γραφείο του. Με τα χρόνια, τα μαλλιά του είχαν αποκτήσει ένα πλούσιο ασημί χρώμα και ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο τα έκανε να αστράφτουν. Είναι ο πιο γοητευτικός άντρας στον κόσμο, σκέφτηκε για μια ακόμη φορά η Τζούλια, παρατηρώντας τις ρυτίδες που είχαν σχηματίσει οι έγνοιες γύρω από τα μάτια του να μετατρέπονται σε ρυτίδες χαράς. Ο πατέρας της σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι του, με το ακουστικό ακόμα στο αυτί του. «Θα το σκεφτώ. Ναι, θα το σκεφτώ σοβαρά». Τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε δίπλα του. «Λυπάμαι, γερουσιαστά, θα χρειαστεί να σας ξαναπάρω. Κάτι προέκυψε ξαφνικά. Ναι, θα το κάνω». Έκλεισε το τηλέφωνο, γύρισε και έσφιξε την Τζούλια στην αγκαλιά του. «Κάτι ακαταμάχητο», μουρμούρισε και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της. ***


Σε λιγότερο από μια ώρα, η Τζούλια ξάπλωσε μπροστά στο τζάκι του καθιστικού, απολαμβάνοντας ένα υπέροχο λευκό κρασί. Είχε βδομάδες να νιώσει τόσο χαλαρωμένη. Τελικά το ένστικτό της να γυρίσει στο πατρικό της ήταν σωστό, αποφάσισε. «Υπέροχα». Ακούμπησε το κεφάλι της στο μπράτσο της πολυθρόνας του πατέρα της και μόνο που δε γουργούρισε όταν εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά. «Η Μπόξι πασχίζει σαν τρελή ν’ ακυρώσει τις βραδινές υποχρεώσεις σας;» «Είχαμε να πάμε μόνο σ’ ένα δείπνο», της απάντησε η Σέλμπι. «Ένα πολύ βαρετό δείπνο. Είμαι ενθουσιασμένη που μπορώ να μείνω σπίτι». Σταύρωσε τα γυμνά πόδια της στους αστραγάλους. Το γρήγορο βλέμμα που έριξε στον Άλαν ήταν σινιάλο. Εκείνος το έπιασε και ανακάτεψε τα μαλλιά της Τζούλιας. «Το συνήθισες πια να μένεις μόνη σου;» «Μου λείπουν», παραδέχτηκε η Τζούλια. «Με τη Λόρα και την Γκουέν ήμαστε τρίο για πάρα πολύ καιρό. Αλλά και τώρα τις βλέπω συνέχεια». «Δεν είναι όμως το ίδιο», ολοκλήρωσε ο Άλαν για λογαριασμό της. «Όχι, δεν είναι. Από μερικές απόψεις είναι καλύτερα. Είναι τόσο ευτυχισμένες, που είναι σκέτη απόλαυση να τις βλέπεις». «Εσύ είσαι ευτυχισμένη;» «Ναι». Η Τζούλια γύρισε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Ναι, είμαι ευτυχισμένη. Μου αρέσει το σημείο που έχω φτάσει, μου αρέσει αυτό που κάνω, αλλά και το πώς το κάνω. Αυτή τη στιγμή το απολαμβάνω, παρακολουθώντας το σπίτι να παίρνει μορφή». Ορίστε το άνοιγμα για να μπω κι εγώ στη συζήτηση, σκέφτηκε η Σέλμπι. «Δε βλέπω την ώρα να το δω», είπε και χαμογέλασε στον άντρα της. Η αλλαγή σκυτάλης στην κουβέντα είχε γίνει αβίαστα. «Πόσο έχετε προχωρήσει;» «Η κρεβατοκάμαρά μου έχει τελειώσει. Ήταν η πρώτη μου προτεραιότητα. Βέβαια, χρειάστηκε ν’ αρπαχτώ με τον Μέρντοκ ως προς τα χρώματα και τις ταπετσαρίες, αλλά εγώ είμαι αυτή που υπογράφει την επιταγή». «Ασφαλώς». Όχι τον κύριο Μέρντοκ, σκέφτηκε η Σέλμπι, αλλά σκέτα τον Μέρντοκ. Θα πρέπει να ήταν ο γιος. «Έχεις προβλήματα με τον υπεργολάβο σου;» «Λίγα. Στην προκειμένη περίπτωση συνεργάζομαι με τον Κάλαμ Μέρντοκ. Ο πατέρας του δεν είναι πολύ καλά».


«Ο Μάικλ;» Ο Αλαν τεντώθηκε ανήσυχος στην πολυθρόνα του. «Τι έχει;» «Έπαθε ένα άσχημο καλοκαιρινό κρυολόγημα και του πήρε κάμποσο καιρό να το ξεπεράσει. Τώρα είναι καλύτερα, αλλά ο Κάλαμ έχει προχωρήσει ήδη το έργο, έτσι...» Έκοψε στη μέση τη φράση της και ύψωσε τους ώμους. «Κάνει καταπληκτική δουλειά. Μόνο που έχουμε άλλα γούστα... υποθέτω. Εκείνος θέλει να κάνει τα πράγματα με το δικό του τρόπο κι εγώ με τον δικό μου. Αυτό είναι όλο». Η Τζούλια ήπιε το κρασί της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σκέφτομαι να κάνω σχέση μαζί του». «Ω». Η Σέλμπι είχε δεχτεί μια γρήγορη, μικρή μαχαιριά ακριβώς κάτω από την καρδιά. Αυθόρμητα, έτριψε το σημείο με το χέρι της για να απαλύνει τον πόνο. «Μα αν δεν τα πηγαίνετε καλά;...» «Στον έναν τομέα». Η Τζούλια αναστέναξε σιγανά και τέντωσε τα πόδια της. «Στον άλλο τομέα τα πάμε περίφημα». «Η φυσική έλξη δεν είναι αρκετή», είπε η Σέλμπι και προσπάθησε να πνίξει τον πανικό της όταν είδε τον Αλαν να της ρίχνει ένα βλέμμα, διασκεδάζοντας. «Φαίνεται πως η μαμά σου σκέφτεται μια άλλη όμορφη κοπέλα που προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν μπορούσε να τα πάει καλά μ’ έναν κάποιο νεαρό σ’ ένα συγκεκριμένο τομέα». Τα μάτια του λαμπύρισαν όταν χαμογέλασε. «Έτσι κι εγώ την ξελόγιασα». «Αλαν». Η Σέλμπι κούνησε το κεφάλι της, παγιδευμένη ανάμεσα στο γέλιο και την ανησυχία. «Εδώ μιλάμε για το κοριτσάκι μας και δε νομίζω ότι κανείς από τους δυο μας θέλει να την ξελογιάσει ένας Μέρντοκ». «Είναι δογματικότερη και από τον ίδιο τον Μακ Γκρέγκορ», μουρμούρισε ο Άλαν στην κόρη του και είδε στα μάτια της γυναίκας του εκείνο το μαχητικό βλέμμα που τόσο αγαπούσε. «Εγώ θα έλεγα ότι αυτό εξαρτάται από τον Μέρντοκ», συνέχισε. «Και την Τζούλια. Είσαι έξυπνη γυναίκα, Τζούλια. Ξέρεις να ξεχωρίζεις το σωστό από το λάθος, όπως ξέρεις και τι είναι σωστό για σένα». «Αυτό που μου φάνηκε σωστό τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν να δω τα πράγματα από κάποια απόσταση και να έρθω να κουβεντιάσω μαζί σας. Μην ανησυχείς για μένα, μαμά», είπε και ακούμπησε το χέρι της στο γόνατο της Σέλμπι. «Δε θα πρόκειται για ξελόγιασμα. Έτσι και μπλεχτώ με τον Μέρντοκ, θα το κάνω με τα μάτια ορθάνοιχτα». Μίλησαν λίγο ακόμα οι τρεις τους και στη συνέχεια, όταν η Τζούλια ανέβηκε πάνω για να ανοίξει τη βαλίτσα της και να αλλάξει, η


Σέλμπι στράφηκε στον άντρα της. «Αλαν, το θέμα είναι σοβαρό». «Μμμ», έκανε εκείνος, σηκώθηκε και ξαναγέμισε με κρασί το ποτήρι της γυναίκας του. «Μη χρησιμοποιείς αυτό το διπλωματικό “μμμ” σ’ εμένα», τον αντέκρουσε εκείνη και τον κοίταξε συνοφρυωμένη πάνω από το ποτήρι της. «Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να πιστεύω ότι η Τζούλια δεν έχει ξαναμπλέξει με άντρα. Αλλά κανείς μέχρι τώρα δεν την ενδιέφερε αρκετά ώστε ν’ ανησυχήσει και να έρθει τρέχοντας ως εδώ για να μας μιλήσει». Ο Άλαν κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας της και έσυρε το δάχτυλό του στις αφέλειές της. «Ανησυχείς μήπως είναι ερωτευμένη ή μήπως παρασυρθεί από τον πόθο της;» «Και για τα δύο». Η Σέλμπι αναστέναξε. Το κοριτσάκι της, σκέφτηκε. Το μωρό της. Δεν είχε αρκετό χρόνο να προετοιμαστεί γι’ αυτή τη στιγμή. «Απλώς νομίζω ότι θα ήταν καλό να γνωρίζαμε λίγο περισσότερα γι’ αυτόν». «Ο πατέρας μου γνωρίζει τους Μέρντοκ εδώ και χρόνια». Ο Αλαν χαμογέλασε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Φαντάζομαι ότι θα ενθουσιαστεί όταν το μάθει». Η Σέλμπι δε χρειάστηκε πάνω από ένα λεπτό. Χτύπησε το χέρι της πάνω ατού Αλαν. «Μη μου πεις ότι πιστεύεις ότι κατά κάποιον τρόπο το κανόνισε εκείνος, έτσι;» «Όχι». Ο Αλαν έσκυψε και φίλησε το βλοσυρό στόμα της γυναίκας του μέχρι που το ένιωσε να χαλαρώνει. Και τότε πρόσθεσε: «Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το έκανε».


Κεφάλαιο 26 Ο Κάλαμ κοιτούσε κακόκεφος την μπίρα του, ακούγοντας στο τζουκμπόξ ένα ερωτικό τραγούδι για μια αγάπη που έσβησε. Αυτό δε συμβαίνει πάντα; Τίποτε δεν κρατά αιώνια· αν κρατούσε, αυτός θα έμενε από δουλειά. Το σαράκι, ο χρόνος, η μονοτονία κατατρώνε τα πάντα. Τα κτίρια δε διέφεραν τελικά και τόσο από τους ανθρώπους. Απαιτούσαν πολλά για να τα συντηρήσεις. Αλλά και η Τζούλια Μακ Γκρέγκορ απαιτούσε πολλά. Ευτυχώς που ο Κάλαμ είχε δυο μέρες να δει τα πράγματα από κάποια απόσταση, να ηρεμήσει, να ξαναβρεί τα λογικά του. Μια σχέση μαζί της θα κόστιζε πολλά σ’ έναν άντρα, κι εκείνος ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στις επενδύσεις του. Για όνομα του Θεού, η γυναίκα αυτή ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί του το σεξ. Προοπτικές εξέλιξης, όρους, με τραπέζι διαπραγματεύσεων το κρεβάτι. Δεν πήγαινε στο διάβολο, σκέφτηκε κι έφερε το μπουκάλι της μπίρας στο στόμα του. Κατά τη γνώμη του, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα ήταν αδέσμευτοι, υγιείς και ήθελαν ο ένας τον άλλον, οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν καμιά θέση. Η κυρία, λοιπόν, δεν είχε παρά να βρει άλλον να κάνει τη δουλειά της. Μάλλον το ίδιο θα έκανε κι εκείνος. Τα χείλη του παραμορφώθηκαν από μια απειλητική γκριμάτσα. Μια τέτοια γυναίκα δε θα έπρεπε να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα να βρει πρόθυμο παρτενέρ. Αλήθεια, αναρωτήθηκε και δεν άκουσε καν το στεναγμό που ξέφυγε από τα χείλη του, τι εννοούσε με εκείνο το μια τέτοια γυναίκα; Αν εξέταζες ένα-ένα τα χαρακτηριστικά της, δεν ήταν καν όμορφη. Το σύνολο, όμως, σου έκοβε την ανάσα. Εκείνη το ήξερε και το εκμεταλλευόταν. Ε, λοιπόν, σ’ εκείνον δε θα έπιανε το κόλπο. Είχε ξεπεράσει την παρόρμηση της στιγμής και τώρα είχε επανελθεί στα συγκαλά του.


Ένας άντρας πλησίασε στο μπαρ και παρήγγειλε και αυτός ένα ποτό. Χτύπησε φιλικά τον Κάλαμ στην πλάτη. «Πώς πάει, αφεντικό;» Ο Κάλαμ αρκέστηκε απλώς να γρυλίσει. Δεν ήξερε γιατί είχε αφήσει τους άντρες του συνεργείου του να τον πείσουν να βγουν για μπίρα μετά τη δουλειά. Δεν είχε καμιά διάθεση να είναι κοινωνικός. Αλλά δεν είχε και καμιά διάθεση να γυρίσει σπίτι του. Το γεγονός ήταν πως δεν είχε διάθεση για τίποτε παρά μόνο για μούτρα. «Ελπίζω η δεσποινίς Μακ Γκρέγκορ να επιστρέφει σύντομα». Ο μαραγκός σήκωσε ψηλά το γείσο από το κασκέτο του μπέιζ-μπολ που φορούσε και χαμογέλασε. «Έχει λείψει στα παιδιά, τους άρεσε να τη βλέπουν να περιφέρεται, ιδιαίτερα όταν φορούσε μια από εκείνες τις ανύπαρκτες φουστίτσες. Η γυναίκα έχει απίθανα πόδια». Ο ξυλουργός δεν είχε ιδέα ότι τα λόγια του είχαν κάνει την όραση του αφεντικού του να θολώσει. Έγειρε μπροστά και ήπιε μια γουλιά από την παγωμένη μπίρα του. «Και το άρωμά της σε μεθάει». Ο Κάλαμ ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να σπάσει το μπουκάλι της μπίρας του στο μπαρ και να χώσει τη μυτερή άκρη του στο λαιμό του συνομιλητή του. Γι' αυτό το άφησε προσεκτικά στον πάγκο. «Κοίτα να συγκεντρωθείς στη δουλειά σου, Τζέιμσον, και άσε τα πόδια της πελάτισσας». «Να πάρει η οργή, Κάλαμ...» άρχισε να λέει ο Τζέιμσον, αλλά βιάστηκε να ξεροβήξει όταν είδε τη βιαιότητα που σπίθισε στο βλέμμα του Κάλαμ. «Εντάξει, αφεντικό, απλά κουβέντα έκανα». Αμίλητος, ο Κάλαμ πέταξε μερικά χαρτονομίσματα στο μπαρ και σηκώθηκε. Έφυγε προτού δείρει κάποιον από το συνεργείο του. Ο Τζέιμσον ξεφύσηξε, ύστερα γέλασε και φώναξε στο φίλο του: «Έι, Τζο, φαίνεται ότι το αφεντικό έχει βάλει στο μάτι τη δεσποινίδα Μακ Γκρέγκορ». Ο Τζο τον πλησίασε αμέσως και κάθισε στην καρέκλα που μόλις είχε αδειάσει για να κουβεντιάσει την καινούρια πληροφορία. ***

Ο Κάλαμ θα γινόταν έξαλλος αν ήξερε ότι οι υπάλληλοί του είχαν περάσει πάνω από μια ώρα γελώντας και κουτσομπολεύοντας εκείνον και την Τζούλια. Και θα ένιωθε μεγάλο εξευτελισμό αν ήξερε ότι τα κουτσομπολιά και τα χαμόγελα είχαν διαδοθεί σαν αλυσιδωτή αντίδραση σε όλα τα συνεργεία. Μέχρι το μεσημέρι της επομένης δεν υπήρχε ούτε ένας άντρας ή μια γυναίκα που να δούλευε στο σπίτι της Μακ Γκρέγκορ και να μην αναρωτιόταν τι έτρεχε ανάμεσα στο αφεντικό και την πελάτισσα. Αναπόφευκτα, τα στοιχήματα άρχισαν να δίνουν και να


παίρνουν. Ο Κάλαμ μπήκε τη στιγμή που ένα εικοσαδόλαρο άλλαζε χέρια ανάμεσα σε δυο από τους άντρες του. Αλλά η εταιρεία Μέρντοκ και Υιοί δεν προσλάμβανε χαζούς υπαλλήλους. «Σ’ ευχαριστώ για το δάνειο, Μάικ», είπε ο ένας από τους άντρες και τσέπωσε το χαρτονόμισμα με ένα αβίαστο χαμόγελο. «Μόλις πληρωθώ, θα σ’ το επιστρέφω. Γεια σου, αφεντικό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να τοποθετήσουμε το προστατευτικό για τις καρέκλες στους τοίχους». «Τότε ας το κάνουμε». Η τραπεζαρία θα ήταν το πιο επίσημο δωμάτιο στο σπίτι. Η ξυλεπένδυση, το σκαλιστό προστατευτικό στους τοίχους, τα τρία στενόμακρα παράθυρα και τα ταβάνια με τα όμορφα κοίλα φατνώματα άξιζαν το καλύτερο. Ο Κάλαμ ευχήθηκε να μην το επίπλωνε η Τζούλια με λεπτεπίλεπτα κομμάτια. Το δωμάτιο αυτό χρειαζόταν μεγάλα, βαριά έπιπλα: καρέκλες με ψηλές πλάτες, ένα τραπέζι-αντίκα με το ανάλογο βάρος. Υπήρχε το μικρό καθιστικό πίσω από το πάνω σαλόνι για λεπτά, περίτεχνα επιπλάκια. Αυτό το δωμάτιο έπρεπε να αντανακλά δύναμη. «Εκείνη όμως μπορεί ν’ αποφασίσει να στολίσει με πανσέδες τους τοίχους», μουρμούρισε και αφού επέβλεψε την τοποθέτηση του πρώτου προστατευτικού, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η δουλειά εδώ προχωρούσε καλά. Ο Κάλαμ πρόσεξε να μην του ξεφύγει καμιά λεπτομέρεια, έτσι δεν πήρε είδηση τα πονηρά βλέμματα και τα χαμόγελα των άλλων μόλις τον είδαν. Το πλαστικό δάπεδο είχε αφαιρεθεί και το ξύλινο πάτωμα από κάτω είχε καλυφθεί με λινάτσες. Η αποκατάστασή του θα ήταν ένα από τα τελευταία στάδια. Οι τοίχοι είχαν βαφτεί και ήταν έτοιμοι για να τοποθετηθούν τα ντουλάπια. Του άρεσε το κίτρινο χρώμα που είχε διαλέξει η Τζούλια. Είχε μια ζεστή, ενδιαφέρουσα απόχρωση και θα ταίριαζε με το ξύλο. Ο τοίχος είχε πέσει και η πλαϊνή βεραντούλα είχε ενωθεί με το δωμάτιο. Τα παράθυρα είχαν τοποθετηθεί ήδη. Ο χώρος θα γινόταν πολύ όμορφος, σκέφτηκε, κουβεντιάζοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες με τους εργάτες του. Το σχέδιό του έπαιρνε ζωή και αυτό του πρόσφερε πάντα ικανοποίηση. Αυτή τη φορά όμως ήταν πιο βαθιά, πιο έντονη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως ένιωθε πιο κτητικά απλώς και μόνο επειδή θεωρούσε το συγκεκριμένο σπίτι ιδιαίτερο. Και αυτό δεν είχε καμιά σχέση με την ιδιοκτήτριά του.


Παρ’ όλα αυτά, μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να μπαίνει στην ολοκληρωμένη κουζίνα νωρίς το πρωί. Κάτω από το νότιο παράθυρο θα υπήρχαν γλαστράκια με διάφορα βότανα. Θα τα έβλεπε καλά ο ήλιος εκεί και του άρεσε να έχει τα δικά του φρέσκα μυρωδικά όταν μαγείρευε. Θα έφτιαχνε τον καφέ του στον πάγκο που είχε κατασκευάσει ο ίδιος. Θα άλεθε τους κόκκους του για να είναι φρέσκος. Και τότε το δωμάτιο, εκτός από δεντρολίβανο, θα μύριζε και καφέ, αλλά και λουλούδια από το βάζο στο παλιό τραπέζι του καθιστικού. Θα έπινε το πρώτο φλιτζάνι καφέ όρθιος, ύστερα θα έπαιρνε το δεύτερο και θα καθόταν στο σιδερένιο τραπέζι που είχε τη θέση του ακριβώς εδώ, σε τούτη τη γωνιά. Για τα οικογενειακά γεύματα. Ο ήλιος θα τρύπωνε από το παράθυρο τη στιγμή που θα εμφανιζόταν η Τζούλια, αναμαλλιασμένη και σέξι από τον ύπνο. Θα του χαμογελούσε, θα τον πλησίαζε και θα έγερνε πάνω από τον ώμο του για να τρίψει το μάγουλό της στο δικό του. Και να του κλέψει τον καφέ. Ήταν τόσο συνεπαρμένος από τη σκηνή ώστε, όταν μπήκε η Τζούλια, αναμαλλιασμένη και σέξι από το ταξίδι, έμεινε να την κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Τι; Πού;» «Ποιος, γιατί;» ολοκλήρωσε εκείνη και γέλασε. «Θα πρέπει να ταξίδευες πολύ μακριά, Μέρντοκ». Η Τζούλια έχωσε τα χέρια στις τσέπες του κασμιρένιου μπλέιζερ που φορούσε και κοίταξε το δωμάτιο γύρω της. «Ουάου, μεγάλη πρόοδος. Θα πρέπει να φεύγω τακτικά για μια δυο μέρες. Φαίνεται ότι τότε σε πιάνει ο οίστρος. Είναι φανταστική. Το ήξερα ότι θα της ταίριαζε αυτό το χρώμα. Ω, και τα παράθυρα είναι θαύμα. Εδώ κερδίζεις όλους τους πόντους. Μόλις έλεγξα τις συρόμενες πόρτες της πλαϊνής βεράντας. Είναι τέλειες. Απλά τέλειες». Ο Κάλαμ χάρηκε που την είχε πιάσει λογοδιάρροια, γιατί του χρειαζόταν πάνω από ένα λεπτό για να ξαναβρεί την ισορροπία του. Είχε ψηφίσει εναντίον της, δεν είχε; Τότε γιατί πολεμούσε την παρόρμησή του να τη γραπώσει και να τη φιλήσει μέχρι να την κάνει να λιώσει στην αγκαλιά του; Με κοιτάζει σαν να ξεπήδησα ξαφνικά μέσα από τον τοίχο, σκέφτηκε η Τζούλια και ένιωσε το σφυγμό της να χτυπάει πιο γρήγορα και ακανόνιστα. Είχε σκεφτεί πολύ σοβαρά το θέμα της σχέσης τους όσο ήταν στην Τζόρτζταουν. Είχε απαριθμήσει στο μυαλό της όλες τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες, όλες τις απαιτήσεις και τους κανόνες. Τώρα όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί το παραμικρό. «Νομίζω ότι...» Θα αρχίσω να τραυλίζω αν συνεχίσεις να με


κοιτάζεις έτσι, σκέφτηκε. «Θ’ ανεβάσω τα πράγματά μου πάνω και ύστερα θα ρίξω μια ματιά να δω τι κάνατε. Τα... ε, τα ντουλάπια ήρθαν;» «Θα έρθουν μεθαύριο». «Ωραία. Ανυπομονώ να τα δω. Θα...» Κούνησε το χέρι της αόριστα. «Πηγαίνω τώρα». Γύρισε και βγήκε βιαστικά, αλλά ο Κάλαμ την άρπαξε από το μπράτσο, αναγκάζοντάς τη να πνίξει μια ξαφνιασμένη κραυγή. Προχώρησε μαζί της. «Θα σε βοηθήσω ν’ ανεβάσεις τα πράγματά σου. Πρέπει να κουβεντιάσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη σουίτα των ξένων». Όχι τώρα, αποφάσισε η Τζούλια. Σίγουρα όχι τώρα, που δεν μπορούσε να κάνει ούτε μια λογική σκέψη. «Δε θέλω να διακόψω τη δουλειά σου. Έχω να κάνω και μερικά τηλεφωνήματα και να...» «Δε θα μας πάρει πολύ», είπε ο Κάλαμ και ύψωσε το φρύδι του όταν είδε το σωρό τα μπαγκάζια στη βάση της σκάλας. «Έλειψες μόνο τρεις μέρες». «Ήξερα ότι θα έκανα ψώνια, έτσι πήρα μαζί μου έξτρα βαλίτσες», του είπε και άρπαξε μία για να απασχολήσει με κάτι τα χέρια της. «Έχω τελειώσει πάνω από τα μισά δώρα μου για τα Χριστούγεννα». «Μπράβο σου». Ο Κάλαμ πήγε να πιάσει τις άλλες δυο βαλίτσες και κούνησε το κεφάλι του όταν ένιωσε το βάρος τους. Χρειάστηκε να βάλει όλη του τη δύναμη. «Πού να σ’ τις βάλω, Άγιε Βασίλη;» «Στο δωμάτιό μου. Πρέπει να ξεχωρίσω τα δώρα προτού αρχίσω να τα πακετάρω. Πώς είναι ο πατέρας σου;» «Είναι πολύ καλύτερα, νομίζω», της απάντησε ο Κάλαμ και κοίταξε σαστισμένος τους έξι εργάτες που είχαν προβάλει στο φουαγιέ και τον χάζευαν να ανεβαίνει πάνω με την Τζούλια. «Τι είναι; Μη μου πείτε πως τελειώσατε το σπίτι όσο εγώ δεν κοιτούσα;» Τα λόγια του τους έκαναν να σκορπίσουν. Ο Κάλαμ αγνόησε με ένα ανασήκώμα' των ώμων τα γέλια που τον ακολούθησαν πάνω. «Θα πρέπει να θυμούνται ν’ αφήνουν ανοιχτά τα παράθυρα όταν περνάνε την κόλλα. Οι αναθυμιάσεις τούς έκαναν να χαζέψουν». «Ακούμπησέ τες απλά στο κρεβάτι», του είπε η Τζούλια. Έτσι το κρεβάτι θα ήταν γεμάτο ώστε να μη λειτουργήσει σαν πειρασμός για κανέναν από τους δυο τους. «Ειλικρινά ανυπομονώ να...» Η πρότασή της πνίγηκε μέσα στο στόμα του. Ο Κάλαμ την άρπαξε από τα μαλλιά και την κόλλησε πάνω του. Τα χείλη του αιχμαλώτισαν τα δικά της και το άπληστο φιλί του της έκοψε την ανάσα. Αυτό όμως δεν είχε πια καμιά σημασία. Η βαλίτσα που κρατούσε


στα χέρια της σωριάστηκε με γδούπο στο πάτωμα. «Πρέπει να το κουβεντιάσουμε αυτό», κατάφερε να ψελλίσει η Τζούλια. «Πάψε, Τζουλς». «Καλά, εντάξει». Μ’ ένα πνιχτό βογκητό, έσυρε τα χέρια της στην πλάτη του, τον έπιασε από τους ώμους και κόλλησε πιο σφιχτά πάνω του. Κάτι χώθηκε στο μηρό της, κάτι σκληρό πίεσε το γοφό της. «Άουτς, να πάρει η ευχή». «Η ζώνη με τα εργαλεία», γρύλισε ο Κάλαμ και χαλάρωσε τη λαβή του προτού την πληγώσει. «Συγνώμη». «Δεν πειράζει». Με χέρι που έτρεμε, η Τζούλια έτριψε το πονεμένο μέρος. «Διαλέγουμε τις πιο ακατάλληλες ώρες. Κοίτα, δεν ξέρω κατά πόσο σκέφτηκες εσύ το θέμα, αλλά εγώ το σκέφτηκα πολύ. Πρέπει να το κουβεντιάσουμε». «Σε θέλω. Αυτή είναι η δική μου συνεισφορά στη συζήτηση». Η Τζούλια γέλασε αμήχανα και έκανε στο πλάι, βάζοντας το κομό στα πόδια του κρεβατιού ανάμεσά τους. «Εγώ έχω να πω λίγο περισσότερα». «Τι έκπληξη. Σχολάμε από δω στις τέσσερις και μισή. Θα επιστρέφω στις έξι. Αν θέλεις, θα φέρω φαγητό για το δείπνο». «Φαγητό». Λογικό, αποφάσισε. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να βγούμε». Τα πράσινα μάτια του την κοίταξαν φλογερά. «Κάποια άλλη φορά, Τζουλς. Απόψε δεν έχω καμιά διάθεση για ρομαντικά ραντεβού με μενού, σερβιτόρους και ψιλοκουβεντούλα». Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι της. «Εντάξει, θα φάμε μέσα, αλλά θα κουβεντιάσουμε». Τώρα ο Κάλαμ χαμογέλασε, τα χείλη του παιχνίδισαν αργά, αισθησιακά, προκαλώντας μια ηδονική ανατριχίλα στη ράχη της. «Θέλεις να βάλουμε στοίχημα;» «Μιλάω σοβαρά, Μέρντοκ». «Κι εγώ το ίδιο, Μακ Γκρέγκορ. Στις έξι», της επανέλαβε και πήγε στην πόρτα. «Στις έξι και μισή», είπε η Τζούλια. Ήταν αυταρχική, το ήξερε, αλλά της ήταν απαραίτητο να έχει και αυτή ένα λόγο στην ιστορία. Ο Κάλαμ την καταλάβαινε απόλυτα και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Πολύ καλά», είπε και στη συνέχεια ύψωσε το φρύδι του. «Θα έρθεις;» «Πού;»


«Στη σουίτα των ξένων, το ξέχασες;» «Ω». Αναψοκοκκινισμένη, έσπρωξε πίσω τα ανακατεμένα μαλλιά της. «Νόμιζα πως το είπες απλά για να τ’ ακούσει το συνεργείο». «Όταν λέω κάτι, το εννοώ. Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Σε γενικές γραμμές έχω δει και έχω εγκρίνει τις εργασίες». Η Τζούλια έκανε ό,τι μπορούσε για να περάσει από το ρόλο της μελλοντικής ερωμένης σ’ αυτόν της πελάτισσας. Την εξόργιζε που εκείνος έδειχνε να τα καταφέρνει καλύτερα από την ίδια σ’ αυτή την αλλαγή ρόλων. «Εντάξει. Στη συνέχεια θα ήθελα να δω και τις υπόλοιπες εργασίες που έγιναν όσο έλειπα, αν έχεις το χρόνο». Ο Κάλαμ της άνοιξε την πόρτα να περάσει. «Ο χρόνος μου είναι δικός σου. Τουλάχιστον, μέχρι τις τέσσερις και μισή». Η Τζούλια τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια καθώς τον προσπερνούσε. «Γιατί αυτό ακούγεται σαν απειλή, Μέρντοκ;» Της χαμογέλασε ωμά. «Δε θα μπορούσα να σου πω. Αυτό που μπορώ να σου πω, Μακ Γκρέγκορ, είναι ότι είναι γεγονός». Στις τέσσερις και σαράντα πέντε, η Τζούλια είδε το τελευταίο φορτηγάκι -του Κάλαμ φυσικά- να φεύγει. Σε λιγότερο από δυο ώρες, σκέφτηκε, μόνο που αυτή τη φορά θα ήταν έτοιμη. Αυτή τη φορά δε θα τον άφηνε να φουντώσει τον πόθο της και να θολώσει το μυαλό της προτού του μιλήσει. Θα κουβέντιαζαν λογικά την κατάσταση, τους όρους τους οποίους θα μπορούσαν να δεχτούν και οι δύο. Όταν θα τελείωνε η σχέση τους, πράγμα που θα συνέβαινε αναπόφευκτα, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ο καθένας το δρόμο του με τη λιγότερη φασαρία και το λιγότερο πόνο. Γιατί είχε αποφασίσει ήδη ότι ήταν πολύ ίδιοι ώστε να μπορέσουν να ταιριάζουν. Και η ζωώδης λαγνεία που ένιωθαν αυτή τη στιγμή ήταν πολύ δυνατή για να διαρκέσει. Η Τζούλια δεν ήθελε να πληγωθεί στο τέλος, όπως δεν ήθελε να πληγώσει κι εκείνον. Θα έβαζαν λοιπόν κανόνες και θα τους τηρούσαν. Θα χαίρονταν ο ένας τον άλλον για όσο διάστημα θα κρατούσε η σχέση τους. Η Τζούλια απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Γιατί, αναρωτήθηκε, νιώθω ξαφνικά τέτοια κατάθλιψη; Ίσως γιατί ήμουν πολύ συνδεδεμένη με τη Λόρα και την Γκουέν και τις είδα να ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Χωρίς να έχουν ούτε ένα λεπτό περιθώριο να σκεφτούν ή να ανησυχήσουν για κανόνες. Μόνο που στη δική της περίπτωση δεν ήταν έρωτας. Ήταν απλή χημεία. Και θυμόταν αρκετά καλά τη συγκεκριμένη επιστήμη ώστε να ξέρει ότι τα πειράματα χωρίς προσεκτικό σχεδίασμά και ανάλογη


εκτέλεση μπορούσαν να οδηγήσουν σε έκρηξη. Και εκείνη δεν ήθελε να καψαλιστεί. Στο μεταξύ όμως, δεν έβλεπε για ποιο λόγο να μην τρελάνει τον Κάλαμ. Της έμεναν σχεδόν δυο ώρες, σκέφτηκε. Της αρκούσαν και με το παραπάνω για να ολοκληρώσει το τυπικό της προετοιμασίας της ερωμένης για τον εραστή της. Όταν θα τελείωνε, ο σκληροτράχηλος Μέρντοκ θα έλιωνε σαν βούτυρο στα χέρια της.


Κεφάλαιο 27 Η Τζούλια θα έλιωνε σαν βούτυρο στα χέρια του, θα φρόντιζε εκείνος γι’ αυτό. Αν και ήταν μεγάλος ο πειρασμός να χρησιμοποιήσει το κλειδί του για να την τσαντίσει, ο Κάλαμ χτύπησε το κουδούνι στις εξίμισι ακριβώς. Είχε αλλάξει ρούχα και είχε φορέσει μια σκούρα μπλε μπλούζα και ένα καθαρό τζιν· δεν ήθελε με τίποτε να της δώσει την εντύπωση ότι είχε επιμεληθεί ιδιαίτερα την εμφάνισή του για απόψε. Αν εκείνη καταλάβαινε πως ήταν έστω και ελάχιστα νευρικός, έστω και ελάχιστα ανήσυχος, θα αποκτούσε τρομακτικό πλεονέκτημα. Του άρεσε που η Τζούλια ήξερε να χρησιμοποιεί κάθε πλεονέκτημα, μπορούσε να πει ότι τη σεβόταν γι’ αυτό. Δε σκόπευε όμως να της δώσει το παραμικρό προβάδισμα. Μετέφερε τη σακούλα που κουβαλούσε από το ένα μπράτσο στο άλλο και άρχισε να ξανασκέφτεται να χρησιμοποιήσει το κλειδί του, όταν του άνοιξε την πόρτα. Ούτε κι εκείνη έδειχνε να είχε προσέξει ιδιαίτερα την εμφάνισή της, προς τι λοιπόν ο ξέφρενος ρυθμός του σφυγμού του; Η Τζούλια είχε αφήσει τ’ ατίθασα μαλλιά της να πέφτουν ελεύθερα, έτσι όπως του άρεσαν, στους ώμους της εφαρμοστής, ολόσωμης μαύρης φόρμας που αναδείκνυε προκλητικά και την παραμικρή καμπύλη της. Στη μέση της είχε φορέσει μια χαλαρή ασημένια ζώνη με μεγάλους κρίκους και ήταν ξυπόλυτη. Έμοιαζε με μποέμ αριστοκράτισσα έτσι όπως τον κοιτούσε με τα σοκολατιά μάτια της με τις πυκνές βλεφαρίδες. Το απαλό, γενναιόδωρο στόμα της ήταν άβαφο. «Είσαι ακριβής». Τα χείλη της του χαμογέλασαν αργά. «Μου αρέσει αυτό στον άντρα». «Είσαι χυμώδης». Της χαμογέλασε το ίδιο νωχελικά. «Μου αρέσει αυτό στη γυναίκα». «Δεν είμαστε τυχεροί; Πέρασε μέσα». Η Τζούλια έκλεισε την


πόρτα πίσω του και διέταξε τον εαυτό της ν’ αγνοήσει το σφίξιμο στο στομάχι της. «Λοιπόν, τι έφερες για το δείπνο;» «Κάτι πολύ τραγανό». Τα μάτια της άστραψαν αμέσως από το χιούμορ, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει κι εκείνος. «Κι ένα ωραίο λευκό Μπορντό που θα αναδείξει αντί να πνίξει όλα εκείνα τα περίφημα μυστικά καρυκεύματα». «Ποιος θα το έλεγε ότι έχουμε ανάλογα γούστα στο φαγητό; Ας τα ανεβάσουμε πάνω», πρότεινε και έγειρε το κεφάλι της προτού του μπει η ιδέα ότι θα μπορούσε να βιάσει τα πράγματα. «Αυτή τη στιγμή, το δωμάτιό μου είναι το μόνο μέρος του σπιτιού που διαθέτει την κατάλληλη ατμόσφαιρα για δείπνο. Εκτός κι αν θέλεις να καθίσεις σε τίποτε αναποδογυρισμένους τενεκέδες από μπογιά και να φας πάνω στον πάγκο εργασίας». «Το δωμάτιό σου είναι μια χαρά». «Ανέβα εσύ πρώτος. Εγώ θα κοιτάξω μήπως καταφέρω να βρω κανένα κρασοπότηρο». «Ό,τι χρειαζόμαστε βρίσκεται εδώ μέσα», της είπε ο Κάλαμ και χτύπησε τη σακούλα. «Πλαστικά και χάρτινα. Δεν υπάρχει λόγος να λερώσουμε πιατικά τη στιγμή που η κουζίνα σου είναι σκαμμένη». «Καλή ιδέα». Και μεγάλη καλοσύνη από μέρους σου, σκέφτηκε η Τζούλια, που έκανε μεταβολή και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. «Η δουλειά προχωράει ομαλά». «Χρειάζεται σχεδιασμός. Και λίγη τύχη». «Αυτή τη στιγμή διαπραγματεύομαι ένα κτίριο στο κέντρο της πόλης. Με λίγη τύχη και πολύ σχεδιασμό, μπορεί να μετατραπεί σε έξι πολύ όμορφα διαμερίσματα με δύο υπνοδωμάτια το καθένα». Η Τζούλια σταμάτησε στην πόρτα του δωματίου της και τον κοίταξε. «Τι λες, μια τέτοια δουλειά θα ενδιέφερε εσένα και τον πατέρα σου;» «Αν δε βιάζεσαι. Αν σκέφτεσαι να την ξεκινήσεις μετά την αρχή του επόμενου έτους». «Δεν έχω αγοράσει ακόμα το κτίριο. Οπότε θα μου πάρει τουλάχιστον μέχρι τότε». Η Τζούλια είχε ανάψει το τζάκι για ζεστασιά και για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα. Η φωτιά τριζοβολούσε πίσω από τη σκαλιστή, μπρούντζινη σήτα. Το περβάζι του ήταν γεμάτο κεριά σε διάφορα σχήματα και μεγέθη. Αλλά δεν τα είχε ανάψει. Αντίθετα είχε ανάψει ένα μεγάλο λευκό κερί στο μικρό τραπέζι στη μεριά του καθιστικού. «Πολύ όμορφο». Το δωμάτιο είχε ένα σαγηνευτικό άρωμα, το


ίδιο κι εκείνη. Ο Κάλαμ ακούμπησε την κοκκινόασπρη σακούλα στο τραπέζι και αναρωτήθηκε αν το σχέδιό της ήταν να τον σαγηνεύσει προτού προλάβει να πάρει αυτός το πάνω χέρι. Θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα νύχτα. Ο Κάλαμ έβγαλε το κρασί και το ανοιχτήρι και δεν τράβηξε στιγμή το βλέμμα του από το δικό της όσο άνοιγε το μπουκάλι. «Μια και το ρίξαμε στις ευγένειες απόψε, οφείλω να ομολογήσω πως είσαι εκπληκτική στην ανακαίνιση αυτού του σπιτιού. Λειτουργείς γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά. Το σκέφτεσαι προτού διαλέξεις κάτι. Αν και στυλάτο, το σπίτι διατηρεί τη φιλικότητά του. Δε θα μπορούσαν να το πετύχουν πολλοί αυτό». Την είχε αφήσει με το στόμα ανοιχτό και έκανε προσπάθεια να μην του το δείξει. Το κομπλιμέντο του είχε αγγίξει την καρδιά και το μυαλό της. «Σ’ ευχαριστώ, αυτό σημαίνει πολλά για μένα. Μεγάλωσα σ’ ένα στυλάτο και φιλικό σπίτι». «Μεγάλωσες στο Λευκό Οίκο», της θύμισε ο Κάλαμ και της πρόσφερε ένα πλαστικό ποτήρι γεμάτο με το χρυσαφένιο κρασί. «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά εγώ αναφερόμουν στο σπίτι μας στην Τζόρτζταουν. Παρ’ όλα αυτά, οι γονείς μου έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους ώστε να μετατρέψουν και το Λευκό Οίκο σε δικό μας σπίτι». «Θα πρέπει να ένιωθες σαν χρυσόψαρο σε γυάλα». «Ορισμένες φορές. Συχνά όμως ήταν απίστευτα άνετα και οικεία. Αν ξαναζήσω εκεί, θα φροντίσω να προσφέρω στην οικογένειά μου το ίδιο». Ο Κάλαμ ύψωσε τα φρύδια του. «Σκέφτεσαι να παντρευτείς κάποιον που φιλοδοξεί να γίνει Πρόεδρος στο μέλλον;» «Όχι, σκέφτομαι να γίνω εγώ Πρόεδρος στο μέλλον». Η Τζούλια περίμενε ότι ο Κάλαμ θα πνιγόταν με το κρασί του, ότι θα γελούσε και θα έκανε κάποιο σαρκαστικό σχόλιο. Αντίθετα, τον είδε να στενεύει σκεφτικά τα μάτια του και να κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Αν η διακυβέρνησή σου αποδειχτεί έστω και κατά το ήμισυ καλή σε σύγκριση με αυτή του πατέρα σου, τότε θα γίνεις πετυχημένη Πρόεδρος». «Με ξαφνιάζεις και πάλι». «Γιατί; Περίμενες να ξεραθώ στα γέλια;» «Κάτι τέτοιο». Η Τζούλια κάθισε, άνοιξε τη σακούλα και μύρισε το περιεχόμενο. «Είμαι έτοιμη, αν είσαι κι εσύ». Αυτή τη φορά ο Κάλαμ γέλασε. «Για να φάμε», του προσδιόρισε ήρεμα. «Και να μιλήσουμε για τα υπόλοιπα».


«Δεν έχω αντίρρηση για λίγη κουβεντούλα την ώρα του φαγητού». Μοίρασαν το κοτόπουλο και τις τηγανητές πατάτες στα χάρτινα πιάτα και ο Κάλαμ έκανε ένα μορφασμό όταν την είδε να πασπαλίζει και τα δυο πιάτα με μπόλικο αλάτι. «Το ξέρω», του είπε η Τζούλια και γέλασε. «Είναι αηδιαστικό. Η Γκουέν κλείνει απλά τα μάτια της όταν τρώμε μαζί». Δάγκωσε μια γερή μπουκιά από το μπούτι και αναστέναξε ευχαριστημένη. «Αλλά είναι τόσο νόστιμο. Αυτό συμβαίνει συχνά με τα πράγματα που μας κάνουν κακό. Κάλαμ, εμείς θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ κακοί ο ένας για τον άλλον;» «Θα μπορούσαμε. Η ζωή είναι τζόγος». «Συμφωνώ. Μου αρέσει ο τζόγος, αλλά φροντίζω να γνωρίζω τις επιλογές μου· και ξέρω πάντα προτού ξεκινήσω το παιχνίδι πόσα μπορώ να χάσω και να μη με πειράξει. Λοιπόν, εμείς οι δυο, για έναν περίεργο και μάλλον τρελό λόγο, νιώθουμε έλξη ο ένας για τον άλλον». Ο Κάλαμ πήρε το κρασί του και απόλαυσε την απαλή, ξερή γεύση του όσο απολάμβανε κι εκείνη. «Συμφωνώ». «Πάντως εμένα, για ν’ αποκτήσω εραστή, δε μου αρκεί μόνο η έλξη. Πρέπει να υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Αμοιβαίος σεβασμός, κατανόηση, τρυφερότητα. Επίσης προτιμώ προτού ξεκινήσω μια σχέση να έχω ξεκαθαρίσει ότι, αν στην πορεία δε βγάλει πουθενά, θα το δεχτούν αυτό και οι δύο και θα κάνουν πίσω. Και η σχέση για όσο κρατήσει πρέπει να είναι μονογαμική. Αν οποιοσδήποτε από τους δυο νιώσει ότι δεν τον ικανοποιεί αυτό, η σχέση τελειώνει. Χωρίς φασαρία, χωρίς βαριές κουβέντες». Ο Κάλαμ χαμογέλασε, διασκεδάζοντας. «Δηλαδή αν αποφασίσω ότι θέλω λίγη ποικιλία -ή αν αποφασίσεις εσύ κάτι τέτοιο- το συμβόλαιο ακυρώνεται». «Ακριβώς. Χωρίς κακίες. Έτσι δεν μπαίνεις στον πειρασμό να πεις ψέματα ή ν’ απατήσεις τον άλλον. Δε θ’ ανεχόμουν κάτι τέτοιο σε καμιά πτυχή της ζωής μου, ιδιαίτερα στο κρεβάτι μου». «Δε λέω ψέματα». Αυτή τη φορά τα μάτια του άστραψαν ενοχλημένα. «Και δε συνηθίζω ν’ απατώ κανέναν». «Δεν είπα ότι το κάνεις», τον αντέκρουσε ήρεμα η Τζούλια. «Υπάρχουν άνθρωποι όμως που το κάνουν συχνά· και η δικαιολογία είναι πάντα ότι το κάνουν για να μην πληγώσουν τα αισθήματα του άλλου. Εγώ δε θέλω, δεν έχω ανάγκη να προστατέψει κανείς τα αισθήματά μου». «Ωραία. Την πρώτη φορά που θα θελήσω να δοκιμάσω την τύχη


μου με κάποια σεξοβόμβα, θα σε ενημερώσω», της είπε ο Κάλαμ και σκούπισε προσεκτικά τα δάχτυλά του με τη χαρτοπετσέτα. «Και την πρώτη φορά που θα θελήσεις εσύ να δοκιμάσεις την τύχη σου με κάποιον γλοιώδη λιμοκοντόρο με σμόκιν... Ε, θα του σπάσω τα μούτρα». Ο σφυγμός της άρχισε ξαφνικά να χτυπάει πιο γρήγορα, πράγμα που την εξόργισε. «Αυτή ακριβώς η συμπεριφορά είναι που δεν οδηγεί πουθενά». «Για μένα οδηγεί. Έχω πιάσει το κεντρικό νόημα, Τζουλς. Θέλεις σεβασμό. Σε σέβομαι· σέβομαι το μυαλό και την ακεραιότητά σου. Σε καταλαβαίνω αρκετά καλά. Έχεις συνηθίσει να γίνεται το δικό σου και θέλεις να κινείς εσύ τα νήματα. Και είσαι πολύ καλή σ’ αυτό. Επίσης σε συμπαθώ αρκετά -τις περισσότερες φορές. Ιδού τα θεμέλια που θέλεις. Τώρα άφησέ με να προσθέσω κι εγώ μερικές φιοριτούρες». Ο Κάλαμ γέμισε πάλι τα ποτήρια τους και ξάπλωσε πίσω, κρατώντας το δικό του. «Αν θέλεις συμφωνίες και συμβόλαια, δοκίμασε να τα κάνεις με κάποιον σαν τον Τοντ που πέταξες έξω τις προάλλες. Στην προκειμένη περίπτωση δε μιλάμε για δουλειά και κανείς από τους δυο μας δεν μπορεί να προβλέψει εκ των προτέρων τις αντιδράσεις του. Θέλουμε ο ένας τον άλλον. Μπορεί όταν τελειώσει η αποψινή νύχτα να μη θέλουμε πια ο ένας τον άλλον, οπότε δεν το ξανασυζητάμε». «Και αν ο ένας θα θέλει και ο άλλος όχι;» «Τόσο το χειρότερο για τον έναν». Ο Κάλαμ σηκώθηκε, την έπιασε από το χέρι και την παρέσυρε μαζί του. «Έλα να το ανακαλύψουμε». Η Τζούλια δεν είχε τελειώσει ακόμα ούτε κατά διάνοια αυτά που ήθελε να του πει, αλλά εκείνος είχε κλέψει ήδη τον έλεγχο από τα χέρια της. Το στόμα του ήταν αποφασιστικό, κτητικό, δεν της άφησε άλλη επιλογή από το ν’ ανοίξει το δικό της, και ένας ηδονικός στεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Η Τζούλια θα ήθελε να ανάψει τα κεριά και να τον ξεμυαλίσει σιγά σιγά μέχρι να συμφωνήσει στα πάντα. Μια ανάγκη όμως ωμή και πρωτόγονη φούντωσε μέσα της. Το ξελόγιασμα θα έπρεπε να περιμένει. Έχωσε τα χέρια της κάτω από την μπλούζα του, απολαμβάνοντας τους σκληρούς μυς της πλάτης του. Η δύναμή του την προκαλούσε, τη συνάρπαζε. Σήκωσε ψηλά την μπλούζα, την έβγαλε από το κεφάλι του και την πέταξε αδιάφορα στο πλάι. Λαχταρούσε απεγνωσμένα κάτι περισσότερο. «Λατρεύω πραγματικά το κορμί σου», κατάφερε να ψελλίσει.


Ο Κάλαμ τράβηξε χαμηλά τους ώμους της στενής φόρμας και το στόμα του εξερεύνησε το λαιμό της. «Κι εγώ το δικό σου». Έλυσε την πόρπη της ζώνης της και την άφησε να πέσει στο πάτωμα με πάταγο. Τα χέρια του σύρθηκαν πάνω στο στιλπνό ύφασμα, βασανίζοντας και τους δυο τους, ύστερα βρήκαν τη σάρκα της, τα ροζιασμένα δάχτυλα άγγιξαν το απαλό, καλομαθημένο δέρμα της. Τα χείλη τους έσμιξαν πάλι καυτά, οι γλώσσες τους παιχνίδισαν υγρές, ηδονικά βογκητά αντήχησαν στο χώρο. Ο Κάλαμ τη σήκωσε στα χέρια του και η ανάσα της κόπηκε. Για μια στιγμή, η Τζούλια ένιωσε εντελώς ανίσχυρη. Η δύναμή του την είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά. Ρίγησε πανικόβλητη, συγκινημένη. Ύστερα ο Κάλαμ την ξάπλωσε στο παχύ πάπλωμα και την κοίταξε στα μάτια καθώς κατέβαζε τη φόρμα. Το ρίγος που τη συντάραξε την ξάφνιασε. Είχε προετοιμαστεί γι' αυτόν, το ήξερε πως η βραδιά τους θα τελείωνε μ’ αυτό τον τρόπο. Όμως δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει ότι και μόνο ένα βλέμμα των φλογερών ματιών του θα την έκανε να χάσει κάθε έλεγχο αμέσως. Με ένα άπληστο βογκητό, τύλιξε τα χέρια και τα πόδια της γύρω του, αναζητώντας παθιασμένα τα χείλη του. Ήταν φοβερά ερωτική, ένας θηλυκός πειρασμός, μια επικίνδυνη σειρήνα. Το αίμα έτρεχε γρήγορα στις φλέβες του, ποτισμένο με το άρωμά της που δρούσε σαν ναρκωτικό. Η συμπεριφορά του ήταν άγρια, αλλά του ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί. Τον είχε κάνει να χάσει κάθε επαφή με τον πολιτισμό. Τα δάχτυλά του θα άφηναν σημάδια στους γλουτούς της, το βάναυσο στόμα του την έκανε να κλαψουρίσει εκστατικά, ξαφνιασμένη. Ύστερα, τη γράπωσε από τα μαλλιά, τράβηξε πίσω το κεφάλι της και επιτέθηκε στο λαιμό της. Η σάρκα της ήταν ήδη ξαναμμένη όταν την ξάπλωσε πίσω, όταν τα χέρια και τα χείλη του κατέκτησαν τα στήθη της. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά, η Τζούλια ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει με κάθε ανάσα που έπαιρνε. Οι φλόγες που είχαν φουντώσει μέσα της την είχαν ανάψει πέρα από κάθε προσδοκία. Η λαχτάρα της να αγγίξει, να γευτεί συναγωνιζόταν τη δική του καθώς άρχισαν να κυλιούνται στο κρεβάτι. Προσπάθησε να του βγάλει το τζιν και τα πόδια τους μπερδεύτηκαν. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ήταν ένα ηδονικό βασανιστήριο, κάθε κίνηση μια άγρια ανατριχίλα. Ο Κάλαμ ένιωσε τους μυς του να πάλλονται καθώς το ιδρωμένο κορμί του σύρθηκε πάνω στο δικό της. Ποτέ του δεν είχε λαχταρήσει


κάτι ή κάποιον όσο εκείνη. Λαχταρούσε κάθε εκατοστό, κάθε καμπύλη του κορμιού της, κάθε τρέμουλο και κάθε βογκητό της. Η ανάγκη του γι’ αυτή λες και τον είχε γραπώσει από το λαιμό, από την καρδιά, από τα λαγόνια. Μπήκε μέσα της άγρια, στα τυφλά, και ένιωσε το κορμί της να τον σφίγγει σαν γροθιά. Η κραυγή της έκανε το θρίαμβό του ακόμα πιο γλυκό, ακόμα πιο μεθυστικό. Ύστερα η Τζούλια τύλιξε εκείνα τ’ ατελείωτα πόδια της γύρω του και τον έσφιξε, τον έσφιξε δυνατά. Τα χέρια της γράπωσαν σε γροθιές το κάλυμμα του κρεβατιού καθώς την παρέσερνε το πρώτο κύμα του οργασμού. Η πίεση μέσα της απελευθερώθηκε, αλλά συσσωρεύτηκε πάλι γρήγορα, προκαλώντας της λυγμούς. Τα νύχια της έγδαραν ασυναίσθητα την πλάτη του καθώς έκανε τόξο το κορμί της για να φτάσει στην επόμενη κορύφωση. Ο Κάλαμ προσπάθησε να διώξει τη θολούρα από τα μάτια του. Ήθελε να τη βλέπει, έπρεπε να τη βλέπει καθώς τα κορμιά τους κατρακυλούσαν προς την άβυσσο. Το πρόσωπό της ήταν αναψοκοκκινισμένο και μουσκεμένο από τον ιδρώτα, τα μάτια της ήταν κλειστά, τα χείλη της έτρεμαν και τα ανάκατα μαλλιά της μια φλόγα πάνω στα μπερδεμένα σκεπάσματα. Κάτι μέσα του πάσχιζε να ελευθερωθεί, κάτι πιο σύνθετο και πιο απαιτητικό από τον πόθο. Ο Κάλαμ το πολέμησε και άφησε το αισθησιακό κύμα να τον παρασύρει. Το όνομά της όμως βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του τη στιγμή της λύτρωσης. ***

Δε μίλησαν. Μήπως η φλόγα που τους είχε πυρπολήσει είχε καψαλίσει τις χορδές τους; Η Τζούλια δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι, τόσο χορτάτη, τόσο αδύναμη και τόσο απίστευτα θηλυκή. Δε θα είχε καμιά αντίρρηση να αποκοιμηθεί έτσι ολόγυμνη με το κορμί του Κάλαμ να καλύπτει βαρύ το δικό της. Όταν εκείνος μετακινήθηκε λίγο, η Τζούλια αναστέναξε. Άραγε, αναρωτήθηκε, αυτός θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα κατάφερνε να αρθρώσει τα επόμενα δέκα χρόνια; Δείχνει... αυτάρεσκη, σκέφτηκε ο Κάλαμ όταν κατάφερε να σηκώσει το κεφάλι του και να κοιτάξει το πρόσωπό της. Μήπως την είχε πονέσει; Αυτό ήταν το πρώτο που αναρωτήθηκε μόλις άρχισε το μυαλό του να ξεθολώνει. Ήξερε ότι τα χέρια του ήταν μεγάλα και άγρια και, εντάξει, δεν είχε τη φήμη του τρυφερού εραστή, αλλά δε θυμόταν να είχε φερθεί άλλη φορά τόσο ξέφρενα, τόσο άγρια, θα έλεγε στη συγκεκριμένη


περίπτωση. Αν έκρινε όμως από εκείνη την ικανοποιημένη έκφραση της γατούλας στο πρόσωπό της, δεν υπήρχε κανένας λόγος να απολογηθεί. Και χαιρόταν γι' αυτό. Μισούσε τις συγνώμες. Εκείνη τη στιγμή τα βλέφαρά της πετάρισαν και το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. «Μμμ», μουρμούρισε. «Το λιγότερο που μπορείς να πεις». Τον ξάφνιασε που ήθελε, που το είχε ανάγκη να σύρει το ακροδάχτυλό του στο πιγούνι της. Μπορεί το σχήμα του να έκρυβε αλαζονεία, η επιδερμίδα του όμως ήταν απαλή. Σε μια παρόρμηση της στιγμής, έσκυψε το κεφάλι του και έσυρε τα χείλη του ακριβώς κάτω από το πιγούνι της. Η Τζούλια ένιωσε την καρδιά της να πεταρίζει. Αυτό είναι χαζό, ακόμα και επικίνδυνο, είπε στον εαυτό της. Η καρδιά της έπρεπε να μείνει ανεπηρέαστη. Και παρ’ όλη τη θέρμη του κορμιού του, ανατρίχιασε. «Κρυώνεις;» Ο Κάλαμ ήθελε να την κλείσει στην αγκαλιά του, να τη ζεστάνει. Να την κρατήσει εκεί για πάντα. Αυτή η αλλοπρόσαλλη σκέψη έκανε το στομάχι του να δεθεί κόμπο. Η ανατριχίλα της δεν είχε καμιά σχέση με το κρύο, αλλά η Τζούλια άδραξε τη δικαιολογία. «Λιγάκι», είπε, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, σήκωσε το χέρι της και το έχωσε στα μαλλιά του. «Μάλλον θα πρέπει να ρίξουμε ένα κούτσουρο ακόμα στη φωτιά». «Θα το φέρω εγώ». Ο Κάλαμ έσκυψε για να της δώσει ένα ανάλαφρο φιλί, τα χείλη του όμως συνέχισαν να τρυγούν τα δικά της μέχρι που ξέχασαν τα πάντα. Ο πόθος τους φούντωσε γρήγορα, προτού προλάβουν να αμυνθούν. Άπλωσαν τα χέρια τους ταυτόχρονα, σκεπάστηκαν με το πάπλωμα και υπέκυψαν στη σαγήνη του.


Κεφάλαιο 28 Ο Νοέμβρης, αποφάσισε η Τζούλια, ήταν ο πιο ενδιαφέρων μήνας του χρόνου. Ήταν μια εντελώς μεταβατική περίοδος, ο αέρας από τη μια ήταν βαρύς και από την άλλη αναζωογονητικός. Έκρυβε κάτι από την αγριάδα του χειμώνα και όλες τις περιπέτειες και τις εκπλήξεις που υπόσχεται η περίοδος των γιορτών. Σχεδόν λυπήθηκε όταν τελείωσε. Δεν είχε περάσει πιο συναρπαστικό μήνα στη ζωή της. Πίστευε πως τόσο εκείνη όσο και ο Κάλαμ ήταν πολύ διακριτικοί. Τις εργάσιμες ώρες κρατούσαν μια επαγγελματική απόσταση μεταξύ τους. Τις περισσότερες φορές, παραδέχτηκε η Τζούλια, καθώς θυμήθηκε μια φλογερή συνεύρεσή τους στο ανακαινισμένο κελάρι. Και η ευθύνη γι’ αυτή τη συνεύρεση ήταν όλη δική της. Κάτι στη στάση του μέσα σ’ εκείνο το μικρό, νοικοκυρεμένο δωμάτιο, έτσι όπως στεκόταν με τη ζώνη των εργαλείων δεμένη χαλαρά στους γοφούς του και τη σάρκα του να μυρίζει πριονίδι, είχε πυροδοτήσει τις αισθήσεις της, με αποτέλεσμα να τον κολλήσει πάνω στην πόρτα και να του επιτεθεί. Όχι πως εκείνος είχε αντισταθεί. Η βασική αλήθεια ήταν πως δύσκολα μπορούσε να κρατήσει ο ένας τα χέρια του μακριά από τον άλλον. Και επειδή πάσχιζαν να το κάνουν αυτό για οχτώ ώρες, πέντε μέρες τη βδομάδα, στη συνέχεια οι συνευρέσεις τους έκρυβαν κάποια απελπισία. Η κρεβατοκάμαρά της και το κελάρι δεν ήταν τα μόνα δωμάτια που είχαν εγκαινιάσει. Θυμήθηκε τον τρόπο που είχαν κυλιστεί μισόγυμνοι στις λινάτσες του πατώματος της μισοτελειωμένης βιβλιοθήκης. Γελούσαν σαν χαζοί, πασχίζοντας να ξεκουμπώσουν τα φερμουάρ και τα κουμπιά τους. Τους ήταν αδύνατον να χορτάσουν ο ένας τον άλλον. «Δείχνεις σίγουρα... ικανοποιημένη», παρατήρησε η Λόρα. Τόσο εκείνη όσο και η Γκουέν είχαν φροντίσει να είναι ελεύθερες το απόγευμα του πρώτου Σαββάτου του Δεκέμβρη για να βοηθήσουν την Τζούλια να


στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αν και τώρα πια είχε η καθεμιά το δικό της σπίτι, δεν είχαν ξεχάσει τα χρόνια που είχαν ζήσει μαζί και τη σχέση που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους. «Γιατί να μην είμαι;» Η Τζούλια αναζήτησε το τέλειο κλαδί για να κρεμάσει τον ξύλινο Αγιοβασίλη που πετούσε με το έλκηθρό του πάνω από την ημισέληνο. «Το σπίτι κοντεύει να τελειώσει και γίνεται όπως ακριβώς το ήθελα». Γύρισε με τα χέρια στη μέση και κοίταξε το ολοκληρωμένο πλέον σαλόνι που ήταν λουσμένο στον ήλιο. Το καλογυαλισμένο παρκέ άστραφτε, η φωτιά τριζοβολούσε στο πέτρινο τζάκι, οι σκούρες, ξύλινες κάσες αγκάλιαζαν τις πόρτες και τα παράθυρα. Και τα γύψινα ήταν εκπληκτικά. Τα δυο μικρά σκοτεινά δωμάτια αποτελούσαν παρελθόν. Στη θέση τους υπήρχε τώρα ένας μεγάλος, ευάερος χώρος, τον οποίο είχε στολίσει με τα αγαπημένα της έπιπλα. Ένα καναπεδάκι με σκαλιστή πλάτη και μπροκάρ καθίσματα, ένας φαρδύς, μακρύς καναπές, τέλειος για έναν υπνάκο τη μέρα. Δυο πρωτότυπες ακουαρέλες του αδερφού της που απεικόνιζαν το λιμάνι της Βοστόνης στόλιζαν τον τοίχο πάνω από το τραπεζάκι όπου φιγούραρε ένα από τα έργα της μητέρας της, ένα μεγάλο ρηχό πιάτο σε παστέλ χρώματα. Ένα κρεβατάκι-αντίκα για κούκλες χρησίμευε για θήκη περιοδικών, ενώ δύο φίκοι πλαισίωναν την αψίδα που ένωνε τα δυο δωμάτια. Κάθε κομμάτι, κάθε λεπτομέρεια αντανακλούσε την προσωπικότητά της. «Αυτό το δωμάτιο είναι υπέροχο», της είπε η Γκουέν. «Το ήξερα ότι θα γινόταν ωραίο, αλλά είναι καλύτερο απ’ ό,τι το φαντάστηκα. Χαίρομαι που ο Κάλαμ με έπεισε να κάνω αυτή τη μεγάλη αψίδα αντί να αφήσω εντελώς ενιαίο το χώρο. Του προσθέτει χαρακτήρα». Η Γκουέν και η Λόρα αντάλλαξαν ένα βλέμμα όλο νόημα πίσω από την πλάτη της. Κούνησαν τα κεφάλια τους και έστρεψαν τα μάτια τους προς το ταβάνι. Τελικά η Λόρα ύψωσε τους ώμους της. «Μάλιστα...» είπε και διάλεξε μια ασημένια καμπανούλα για να την κρεμάσει σ’ ένα από τα κλαδιά. «Υποθέτω πως σε μια δυο βδομάδες το σπίτι θα έχει τελειώσει». «Θα πρέπει. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει φτιάξει ο Κάλαμ, δεν απομένουν παρά κάτι ψιλοδουλειές». «Ώστε αυτό κάνετε εσείς οι δυο -μελετάτε τα χρονοδιαγράμματα


στο κρεβάτι;» «Μερικές φορές, αλλά...» Η Τζούλια ανοιγόκλεισε τα μάτια της και στράφηκε προς την ξαδέρφη της. «Τι είπες;» «Για όνομα του Θεού, Τζούλια. Είναι ολοφάνερο πως εσείς οι δυο έχετε σχέση», είπε η Γκουέν και πήγε να ξαναγεμίσει το φλιτζάνι της με σοκολάτα από μια κανάτα που είχε το σχήμα χαμογελαστού ελέφαντα. «Αλήθεια;» «Κάθε φορά που περνάμε από εδώ, στη συνέχεια χρειαζόμαστε αποφόρτιση». Η Λόρα γέλασε και κρέμασε ένα δαντελένιο αγγελάκι. «Η ατμόσφαιρα εδώ ηλεκτρίζει. Εντάξει, είμαστε περίεργες». Γύρισε και την κοίταξε. «Αλλά ανησυχούμε. Εμείς τα κουβεντιάζαμε πάντα αυτά, αλλά σε ό,τι έχει σχέση με τον Κάλαμ είσαι ασυνήθιστα σιωπηλή». «Δεν ξέρω τι να πω. Υποθέτω πως συνειδητοποιήσαμε ότι ένα μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού μας οφειλόταν στην καταπιεσμένη σεξουαλική έλξη που νιώθαμε. Όταν αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε στενά...» Η Τζούλια ύψωσε τους ώμους της. «Απλά συνέβη». Κοίταξε τις ξαδέρφες της χαμογελώντας πλατιά. «Είναι υπέροχο. Ο Κάλαμ είναι υπέροχος. Δεν είχα ιδέα ότι θα μπορούσαμε να περνάμε τόσο καλά μαζί -και δεν εννοώ μόνο στο κρεβάτι. Το περασμένο Σαββατοκύριακο πήγαμε στο Κέιπ και κάναμε πικνίκ στην παραλία. Είχε παγωνιά». Γέλασε. «Ήταν τέλεια. Και του αρέσει να τριγυρίζει στα παλαιοπωλεία. Μπορείτε να το φανταστείτε αυτό; Ανακαλύπτει καταπληκτικούς θησαυρούς και είναι πρωταθλητής στα παζάρια. Κοιτάξτε». Η Τζούλια πλησίασε σ’ ένα ράφι και πήρε κάτι. «Μου το αγόρασε πριν από δυο βδομάδες. Ο πωλητής μόνο που δεν του το χάρισε στο τέλος». Η Γκουέν έσμιξε τα φρύδια της καθώς κοιτούσε το μεταλλικό κόμπο πάνω σε ένα μηχανισμό που ήταν προσαρμοσμένος σε ένα παλιό τετράγωνο ξύλο. «Τι είναι;» «Ένα παλιό τηλεγραφικό κλειδί». Η Τζούλια το γύρισε και τους το έδειξε, χωρίς να έχει ιδέα ότι η καρδιά της καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. «Τρελαίνομαι για τέτοια αντικείμενα. Δεν περίμενα όμως από εκείνον να το προσέξει. Και φτιάχνει εκπληκτικά μακαρόνια. Ποιος θα το έλεγε ότι ένας τέτοιος άντρας θα μαγείρευε; Με βοηθάει επίσης να διαλέξω τα διάφορα παιχνίδια που θα βάλω στο δωμάτιο που ετοιμάζω για τον μικρό Ντάνιελ και όλους τους ανιψιούς και τις ανιψιές που θα αποκτήσω στο μέλλον. Είδαμε κάτι παλιά φλιπεράκια. Πιάνουν τα χέρια του και σκέφτηκε πως θα είχε πλάκα να επισκευάσει ένα. Και εγώ...»


Η ανάσα της έγινε ξαφνικά σφυριχτή και πίεσε το χέρι στην καρδιά της. «Αχ, Θεέ μου. Αχ, όχι». Με πόδια που έτρεμαν, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και κοίταξε έντρομη τις ξαδέρφες της. «Τι έκανα;» «Ερωτεύτηκες μέχρι τα μπούνια, απ’ ό,τι φαίνεται». Η Γκουέν γέμισε άλλο ένα φλιτζάνι με σοκολάτα και το έδωσε στην Τζούλια. «Με την ησυχία σου. Πάρε μια ανάσα». «Δεν ήταν αυτό το σχέδιο, δεν ήταν αυτή η ιδέα. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία», είπε η Τζούλια και η φωνή της ανέβηκε μια οκτάβα. «Επίτρεψέ μου να είμαι η πρώτη που θα σου πω ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα σχεδιάσεις». «Μα δεν τον συμπαθώ καν», είπε η Τζούλια και έκλεισε τα μάτια της όταν είδε την Γκουέν να της χαμογελάει. «Ε, δεν τον συμπαθούσα. Νόμιζα ότι δεν τον συμπαθούσα». «Αν σε βοηθάει αυτό, πιστεύω ότι είστε τέλειοι ο ένας για τον άλλον». «Δε βοηθάει». Η Τζούλια έπιασε το φλιτζάνι και με τα δυο χέρια και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Δε βοηθάει καθόλου. Τι θα κάνω; Θα γινόταν έξαλλος -θα τον έπιανε υστερία- αν το μάθαινε». Η Λόρα κάθισε στο χέρι της πολυθρόνας. «Αν θέλεις τη γνώμη μου, ένας άντρας που σου μαγειρεύει μακαρόνια, σου κάνει αλλόκοτα δώρα και θέλει να επισκευάσει ένα φλιπεράκι για χάρη σου είναι το ίδιο ερωτευμένος μ’ εσένα». «Όχι, δεν είναι. Λες να είναι; Όχι». Αηδιασμένη με τον εαυτό της, η Τζούλια πετάχτηκε όρθια. «Αχ, πώς συνέβη αυτό σ’ εμένα; Πριν από δέκα λεπτά βρισκόμουν στην κορυφή του κόσμου. Σε δυο ώρες θα έρθει εδώ. Θέλει να περάσει καινούρια καλώδια σ’ εκείνη τη λάμπα αρ ντεκό που βρήκαμε χτες βράδυ». «Βάζει καινούρια καλώδια σε λάμπες», είπε η Γκουέν και αναστέναξε. «Τι γλυκό». «Δεν είναι γλυκό, είναι αδύνατον. Δε θέλω να είμαι ερωτευμένη μαζί του». «Γιατί;» Η Λόρα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Γιατί είναι... Γιατί εκείνος είναι...» «Απ’ ό,τι βλέπω, η μάρτυρας έχει πρόβλημα να απαντήσει στην ερώτηση», είπε σοβαρά η Λόρα. «Επιτρέψτε μου να την επαναδιατυπώσω... Ω, να πάρει», πρόσθεσε ακούγοντας το κλάμα του μωρού από το ίντερκομ. «Το δικαστήριο θα κάνει μια σύντομη διακοπή. Επιστρέφω αμέσως». «Τζούλια», άρχισε να λέει η Γκουέν, ενώ η Λόρα ανέβαινε


τρέχοντας τη σκάλα. «Θα ήθελα να σου πω κάτι». «Σε ακούω». «Δε σ’ έχω ξαναδεί τόσο ευτυχισμένη όσο όταν μιλούσες για τον Κάλαμ και για τα πράγματα που κάνετε οι δυο σας. Και έχω έρθει αρκετές φορές εδώ ώστε να προσέξω τον τρόπο που σε κοιτάζει και εκείνος. Τον τρόπο που σε παρακολουθεί. Πιστεύω ότι ο έρωτάς του για σένα είναι το ίδιο μεγάλος με αυτόν που νιώθεις εσύ για εκείνον». «Αν αυτό είναι αλήθεια...» Η Τζούλια πήρε τρεις βαθιές, προσεκτικές ανάσες. «Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Τι λες κι εσύ;» «Δε σ’ έχω δει ποτέ να κάνεις πίσω όταν θέλεις κάτι. Το ξέρω ότι είναι τρομακτικό. Είναι φορές που αυτό που νιώθω για τον Μπράνσον, και τώρα για το μωρό», μουρμούρισε η Γκουέν και χάιδεψε την κοιλιά της, «είναι τόσο μεγάλο που εξακολουθεί να με τρομάζει. Αλλά δε θα το άλλαζα με τίποτε». «Άρα, δεν έχω παρά να τον πείσω ότι είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου». «Θα έλεγα πως θα πρέπει μάλλον να τον πείσεις να το παραδεχτεί ανοιχτά, όπως το έκανες εσύ». «Ανοιχτά». Η Τζούλια γέλασε σχεδόν. Εκείνη την ώρα επέστρεψε και η Λόρα στο δωμάτιο, με τον Ντάνιελ στην αγκαλιά της. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον Μέρντοκ να το παραδέχεται ανοιχτά». Τώρα η Τζούλια δάγκωσε σκεφτική τα χείλη της. «Εκτός κι αν του το αποσπάσω κατεργάρικα». «Η παλιά καλή Τζούλια», παρατήρησε η Λόρα. Κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα και ξεκούμπωσε την μπλούζα της για να θηλάσει το μωρό. «Δεν εννοώ ακριβώς κατεργάρικα. Μάλλον με... κόλπο». ***

Ήταν πανέτοιμη. Η Τζούλια άνοιξε την πόρτα στον Κάλαμ με ένα ζεστό χαμόγελο, τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του και του έδωσε ένα αργό, παθιασμένο φιλί. «Και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω». Ο Κάλαμ την έσπρωξε μέσα στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα με μια κλοτσιά, κρατώντας έξω το κρύο και το ψιλόβροχο. «Τι διάθεση είναι αυτή που έχεις σήμερα, Μακ Γκρέγκορ;» «Χαρούμενη», του απάντησε εκείνη και δάγκωσε παιχνιδιάρικα το πιγούνι του. «Τρυφερή. Εσύ, Μέρντοκ;» «Απολαυστική».


«Δεν έχεις δει τίποτε ακόμα». Η Τζούλια τραβήχτηκε και του χαμογέλασε. «Μαγείρεψα για το δείπνο». «Αυτό δεν είναι λίγο επικίνδυνο;» «Τυχαίνει να είμαι πολύ καλή μαγείρισσα». Στο περίπου, παραδέχτηκε σιωπηλά. «Τι θα έλεγες για γεμιστές χοιρινές κοτολέτες και πουρέ;» «Καλή ιδέα». «Ωραία». Η Τζούλια τον έπιασε αγκαζέ και τον οδήγησε στην κουζίνα, πετώντας στα αστέρια. Είχε στρώσει το τραπέζι με πολύχρωμα πιάτα και κεριά. Μουσική ακουγόταν σιγανά από τα κρυμμένα ηχεία και μια μπουκάλα σαμπάνια κρύωνε σε μια παγωνιέρα-αντίκα. Ο Κάλαμ κούνησε σαστισμένος το κεφάλι του. «Γιορτάζουμε κάτι;» «Όχι. Απλά θ’ απολαύσουμε ένα σπιτικό γεύμα, στυλ Μακ Γκρέγκορ. Γιατί δεν ανοίγεις το κρασί; Το δείπνο μας θα είναι έτοιμο σε είκοσι λεπτά περίπου». «Μυρίζει φανταστικά». Ο Κάλαμ πήρε το μπουκάλι, ενώ αναρωτιόταν τι στην ευχή τού σκάρωνε. Το όλο σκηνικό φώναζε από μακριά ότι τούτη η γυναίκα κάτι ήθελε από αυτόν και θα ξαφνιαζόταν αν δεν ήταν έτσι. «Μήπως θέλεις να γκρεμίσω κάποιον τοίχο που μόλις έχτισα; Μήπως άλλαξες γνώμη για τα πλακάκια στη σουίτα των ξένων;» «Όχι. Απλά ένιωσα τη διάθεση να μαγειρέψω. Μπορεί να φταίει το εορταστικό πνεύμα. Ω, θα έπρεπε να σ’ το είχα δείξει. Στολίσαμε το δέντρο σήμερα». «Το είδα από το παράθυρο καθώς ερχόμουν. Δείχνει υπέροχο». «Μπορούμε να φάμε αργότερα το γλυκό μας στο σαλόνι και να το απολαύσουμε». Επιφυλακτικός τώρα, ο Κάλαμ σέρβιρε τη σαμπάνια σε δυο ποτήρια φλογέρες. «Έφτιαξες γλυκό;» «Κεκάκια με κρέμα. Παλιά οικογενειακή συνταγή». Η Τζούλια πήρε το ποτήρι που της πρόσφερε και του χαμογέλασε. «Το καταδιασκέδασα όσο τα έφτιαχνα». Χρειάστηκαν τρεις δοκιμές, σκέφτηκε και έπνιξε έναν αναστεναγμό. Οι δύο πρώτες απόπειρες ήταν θαμμένες στο σκουπιδοτενεκέ. «Λοιπόν, πώς ήταν η μέρα σου;» «Παραγωγική. Σχεδόν τελείωσα το ξύλινο τρενάκι που φτιάχνω για τις ανιψιές μου». «Θα ήθελα να το δω. Μπορώ να σε βοηθήσω να το βάψεις. Δεν είμαι βέβαια η Σέλμπι ή ο Ντι-Σι Μακ Γκρέγκορ, αλλά τα καταφέρνω».


«Ασφαλώς». Ο Κάλαμ την κοίταξε. «Θα ήταν ωραίο». «Ε, θα ρίξω μια ματιά στις κοτολέτες και θα φτιάξω τη σαλάτα». «Θα σε βοηθήσω». «Όχι, αυτή η παραγωγή είναι δική μου. Εσύ κάθισε και χαλάρωσε». Όταν η Τζούλια φόρεσε ποδιά, ο Κάλαμ αποφάσισε πως ήταν πολύ καλή η ιδέα της να καθίσει. Τι στην ευχή την είχε πιάσει; Ήταν πρόσχαρη, εξυπηρετική, λίγο ακόμα και θα γινόταν δουλική -και φορούσε ποδιά. Αυτή δεν ήταν η Τζούλια του. Η Τζούλια του; Ο Κάλαμ ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί, προσπαθώντας να χωνέψει τις συνέπειες αυτής της σκέψης. Από πότε τη θεωρούσε δική του; Από... πάντα, συνειδητοποίησε. Την ήθελε χρόνια, γεγονός που προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από το σαρκασμό και τον εκνευρισμό. Ο σπόρος όμως υπήρχε βαθιά μέσα του και είχε ριζώσει. Τώρα που είχαν γίνει εραστές, του ήταν αδύνατον να αρνηθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Αλλά και να κατάφερνε να πείσει τον εαυτό του να της το εξομολογηθεί, εκείνη θα τον πετούσε έξω προτού ολοκληρώσει τη φράση του. Να πάρει η οργή, σκέφτηκε, ενώ εκείνη συνέχιζε να περιφέρεται στην κουζίνα φλυαρώντας, ήταν ερωτευμένος μαζί της. Θα φρόντιζε λοιπόν να τον ερωτευτεί κι εκείνη. Και μάλιστα θα ήταν εκείνη η πρώτη που θα το ομολογούσε. Αφησε το ποτήρι του, σηκώθηκε και την πλησίασε από πίσω. Τύλιξε τα μπράτσα του στη μέση της και χάιδεψε τον αυχένα της με τα χείλη του. «Εσύ μυρίζεις ακόμα ωραιότερα από το φαγητό». Το γόνατά της λύγισαν. «Αλήθεια;» «Και προτιμώ να τσιμπολογήσω εσένα». Άπλωσε το χέρι του και χαμήλωσε τη θερμοκρασία της κουζίνας ώστε να διατηρηθεί ζεστό το φαγητό. «Και εγώ προτιμώ να τσιμπολογήσεις εμένα». Η Τζούλια χαμογελούσε όταν ο Κάλαμ τη γύρισε προς το μέρος του. Το χαμόγελό της όμως ξεθώριασε και η νευρικότητά της βγήκε στην επιφάνεια όταν εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει σαν να ήθελε να αφομοιώσει την όψη της. «Τι συμβαίνει;» «Είναι φορές», της απάντησε αργά καθώς τον κατέκλυζε η καινούρια πραγματικότητα του έρωτά του γι’ αυτή, «που είσαι πάρα πολύ


όμορφη. Και τούτη είναι μία από αυτές». Δεν της είχε πει ποτέ ότι ήταν όμορφη, δεν είχε πάρει ποτέ τόσο τρυφερά το πρόσωπό της στα χέρια του και δεν την είχε φιλήσει ποτέ τόσο βαθιά και επίμονα. Όλα τα συναισθήματα που έκρυβε μέσα της βγήκαν στην επιφάνεια, πλημμύρισαν την καρδιά και καθρεφτίστηκαν στα μάτια της. «Κάλαμ». «Γιατί είσαι πάντα τόσο βιαστική;» της ψιθύρισε εκείνος, χαϊδεύοντας με τα χείλη του τα δικά της. Θα μπορούσε να το κάνει αυτό αιώνια. «Δεν ξέρω». Η Τζούλια ήξερε όμως ότι δεν ήθελε να σταματήσει ο Κάλαμ να τη φιλάει όπως τη φιλούσε τώρα, να την αγγίζει όπως την άγγιζε τώρα. «Ας μη βιαστούμε αυτή τη φορά». Τη σήκωσε στα χέρια του. «Και να δούμε το αποτέλεσμα».


Κεφάλαιο 29 Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της, αποφάσισε ο Κάλαμ. Η Τζούλια δεν ήταν ο εαυτός της και αυτό συνέβαινε εδώ και μέρες. Χαμογελούσε συνέχεια, ζητούσε τη γνώμη του και τη συμβουλή του για τα πάντα, από τα καπέλα για τις λάμπες μέχρι τις σχάρες για τα τζάκια. Και δεν έκανε ούτε ένα σαρκαστικό ή υποτιμητικό σχόλιο. Του είχε φτιάξει κέικ. Ο Κάλαμ κατάλαβε ότι την είχε πατήσει για τα καλά, όταν έπεισε τον εαυτό του να φάει δύο κομμάτια. Το γλάσο που είχε χρησιμοποιήσει η Τζούλια θύμιζε κόλλα. Έφτασε μάλιστα να αναρωτιέται μήπως κάποιος εξωγήινος είχε κάνει κατάληψη στο κορμί της. Πάντως πήγαινε με τα νερά της, σκέφτηκε την ώρα που πάρκαρε μετά το σχόλασμα έξω από τα γραφεία της εταιρείας τους. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Πώς μπορούσε ένας άντρας να τσακωθεί με μια γυναίκα που συμφωνούσε μαζί του στα πάντα; Του έλειπαν οι καβγάδες τους. Ο Κάλαμ πρόσεξε ότι το φορτηγάκι του πατέρα του ήταν παρκαρισμένο δίπλα στην είσοδο. Αυτό θα τους έδινε την ευκαιρία, τώρα που είχαν σχολάσει όλοι οι άλλοι, να κουβεντιάσουν τα διάφορα έργα που βρίσκονταν σε εξέλιξη και να κανονίσουν το πρόγραμμα των γιορτών. Στη συνέχεια, ο Κάλαμ θα έκανε ένα γρήγορο ντους και θα πήγαινε στο σπίτι της Τζούλιας για άλλο ένα σπιτικό δείπνο. Έτριψε το κάπως αναστατωμένο στομάχι του. Ο Θεός να τον βοηθούσε. Με το που θα κατάφερνε να τη σαγηνεύσει ώστε να του ομολογήσει ότι τον αγαπούσε, θα της έκανε και πρόταση γάμου. Ο συγχρονισμός ήταν το παν. Εκείνος είχε το πλεονέκτημα, θα την ξελόγιαζε και θα της περνούσε το δαχτυλίδι του στο χέρι προτού προλάβει εκείνη να καταλάβει ότι το είχε σχεδιάσει. Και μόλις παντρεύονταν, θα έβρισκε ένα διακριτικό τρόπο να την εξορίσει διά παντός από την κουζίνα για τα επόμενα πενήντα χρόνια.


Στο μεταξύ, ο κίνδυνος μιας μικρής τροφικής δηλητηρίασης δεν ήταν και τόσο μεγάλο τίμημα. Όχι τη στιγμή που το έπαθλο ήταν η Τζούλια. Και ήταν πράγματι έπαθλο, σκέφτηκε καθώς έβγαινε από το φορτηγάκι στην παγωνιά της νύχτας. Μπορεί να είχε χρειαστεί πέντε χρόνια για να συνειδητοποιήσει ότι η Τζούλια ήταν η μοναδική γυναίκα στον κόσμο γι’ αυτόν, αλλά τώρα το ήξερε. Τίποτε, ούτε καν το κοτόπουλο Κέιτζουν που του μαγείρευε για απόψε, δε θα τον εμπόδιζε να την κάνει δική του. Την ώρα που ξεκλείδωνε την πόρτα της εισόδου, του ήρθε η έμπνευση . Θα της τηλεφωνούσε και θα της έλεγε πως είχε κλείσει τραπέζι για να γιορτάσουν έστω και πρόωρα τα Χριστούγεννα, μια που εκείνη θα έφευγε σύντομα για το Χάιάνις για να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά της. Θα την έβγαζε καθαρή, και ας είχε αλλάξει τα σχέδιά τους κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, χάρη στην ευχάριστη διάθεση που είχε η Τζούλια τελευταία. Μπήκε στο κτίριο χαρούμενος. Δεν είχε παρά να πει στον πατέρα του ότι έπρεπε να κάνει δυο τηλεφωνήματα προτού καταπιαστούν με τις δουλειές τους. Καθώς διέσχιζε το μικρό διάδρομο, άκουσε το γέλιο του πατέρα του να αντηχεί στο χώρο. Χαμογέλασε. Ανησυχούσε για το γέρο του μήνες τώρα. Τελευταία, όμως, ο Μάικλ Μέρντοκ έδειχνε να έχει ξαναβρεί τον παλιό εαυτό του. Διέκρινες πάλι τη σπίθα στα μάτια του, τη ζωντάνια στο βάδισμά του. Δε ζοριζόταν ακόμα, φρόντιζε να ξεκουράζεται, πάντως είχε ξεπεράσει τα δύσκολα. Ο Κάλαμ πήγε να μπει στο γραφείο του πατέρα του, άκουσε όμως αυτό που έλεγε ο Μάικλ σκασμένος στα γέλια και έμεινε κόκαλο. «Άκου που σου λέω, Ντάνιελ, ο Κάλαμ θα της κάνει πρόταση γάμου πριν από το τέλος του χρόνου. Δεν υπάρχει άλλο σχέδιο που να γνώρισε τέτοια επιτυχία». Στο πάτωμα δίπλα στο γραφείο, ο Μάικλ συνέχισε τα πουσάπς στηριγμένος στο ένα χέρι. Από το μικρόφωνο της ανοιχτής ακρόασης αντήχησε η φωνή του Ντάνιελ. «Μα γιατί καθυστερούν τόσο αυτοί οι δυο;» ρώτησε. «Είναι ο ένας στα πόδια του άλλου πάνω από τρεις μήνες τώρα». «Ε, ένας Θεός ξέρει. Μπορεί να είναι και οι δυο τους πιο αργοκίνητοι και από χελώνες, αλλά φτάνουν πια στο τέρμα». Σε μεγάλη φόρμα, ο Μάικλ άλλαξε χέρι για να κάνει άλλα είκοσι πουσάπς. «Οι πηγές μου με πληροφορούν ότι του μαγειρεύει».


«Η Τζούλια; Μαγειρεύει; Ο Θεός να μας βοηθήσει, Μάικλ. Μη μου πεις ότι ο γιος σου τρώει τα φαγητά της;» Ελάχιστα λαχανιασμένος, ο Μάικλ γέλασε πάλι. «Και όμως τα τρώει, και επειδή δοκίμασα ένα κομμάτι από το κέικ που του έφτιαξε, πίστεψέ με, όποιος άντρας μπορεί να καταπιεί πάνω από μια μπουκιά από αυτά που φτιάχνει η εγγονή σου στην κουζίνα της είναι ερωτευμένος μέχρι τα μπούνια μαζί της». «Α, τι ζευγάρι κι αυτό. Είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, αν και δεν πρόκειται να ευχαριστήσουν κανέναν από τους δυο μας που τους κάναμε να το καταλάβουν. Θα τους οργανώσουμε ένα σπουδαίο γάμο, Μάικλ». «Αυτό σίγουρα, Ντάνιελ, και θα είναι μεγάλη ανακούφιση για μένα να ξαναβρώ πλήρως την υγεία μου». «Απλά φρόντισε να μην την ξαναβρείς πολύ γρήγορα. Αν αυτοί οι δυο μουλαρώσουν, μπορεί να χρειαστεί να πάθεις καμιά υποτροπή. Η Τζούλια θα έρθει εδώ για τα Χριστούγεννα. Αν δε φοράει ακόμα το δαχτυλίδι του στο χέρι της, θα φροντίσω να σπρώξω λιγάκι τα πράγματα από αυτή την κατεύθυνση». «Και εγώ θα έχω το νου μου εδώ». «Καλά Χριστούγεννα, Μάικλ». «Καλά Χριστούγεννα, Ντάνιελ». Ο Μάικλ σηκώθηκε σβέλτα στις φτέρνες του για να κλείσει τη σύνδεση. Το χαμόγελο στο πρόσωπό του πάγωσε και το υγιές κοκκίνισμα στα μάγουλά του έσβησε. Ο γιος του στεκόταν στην πόρτα. Τα μάτια του έλαμπαν επικίνδυνα και η γκριμάτσα στο στόμα του ήταν απειλητική. «Κάλαμ». Η φωνή του ακούστηκε τσιριχτή και τα γόνατά του λύγισαν από μόνα τους· δεν είχε κανένα λόγο να προσποιηθεί τον αδύναμο. «Εγώ, ε, δε σε άκουσα να μπαίνεις. Πόση ώρα στέκεσαι εκεί πέρα;» «Αρκετή». Η οργή και η ταπείνωση μπερδεύτηκαν μέσα του, του ήταν αδύνατον να τις διαχωρίσει. «Δεν ήσουν άρρωστος ούτε μια μέρα». «Άρρωστος; Και βέβαια ήμουν άρρωστος», είπε ο Μάικλ, προσπαθώντας να σκεφτεί γρήγορα. «Είχα κρυώσει στο στήθος». Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να κάνει την ανάσα του σφυριχτή και σωριάστηκε στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του. «Νιώθω αρκετά καλύτερα. Αρκετά. Ο γιατρός μού σύστησε γυμναστική για να...» «Άσ’ τα αυτά», τον έκοψε ο Κάλαμ και πλησίασε στο γραφείο. «Είσαι υγιής και γερός σαν βόδι. Μου είπες ψέματα». Χτύπησε τις παλάμες του στο γραφείο και έγειρε μπροστά. «Κόντεψα να πεθάνω


από την ανησυχία μου για σένα. Οι άντρες μάζεψαν χρήματα και σου έστειλαν ένα καλάθι με φρούτα». «Πολύ ευγενικό από μέρους τους. Τους ευχαρίστησα. Τα φρούτα...» «Άσ’ τα αυτά!» Αυτή τη φορά ο Μάικλ μισόκλεισε τα μάτια του και σηκώθηκε. Το πρόσωπό του ήταν τώρα πολύ κοντά στου γιου του. «Πρόσεξε τον τόνο σου μαζί μου, Κάλαμ Μέρντοκ. Εξακολουθώ να είμαι ο πατέρας σου». «Και αυτό είναι το μόνο που σε σώζει, διαφορετικά θα σε είχα πετάξει από το παράθυρο. Εσύ και ο Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ το στήσατε όλο αυτό για να φέρετε κοντά την Τζούλια κι εμένα. Σκεφτήκατε πως, αν αναλάμβανα εγώ την ανακαίνιση και ήμαστε όλη μέρα ο ένας μέσα στα πόδια του άλλου, θα συνειδητοποιούσαμε ότι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον και θα το παραδεχόμασταν». Ο Μάικλ πρότεινε το πιγούνι του. «Το συνόψισες σωστά. Και από τη στιγμή που το κόλπο μας έπιασε, ποιο το πρόβλημα;» «Ποιο το...» Ο Κάλαμ έκανε ένα βήμα πίσω και του γύρισε την πλάτη. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει την επιθυμία να γρονθοκοπήσει τον ίδιο τον πατέρα του. «Θα ήθελα να σας σπάσω τα κεφάλια». «Είχες βάλει στο μάτι την Τζούλια Μακ Γκρέγκορ εδώ και χρόνια, Κάλαμ, και μην τολμήσεις να το αρνηθείς». «Δικό μου το μάτι, δική μου και η επιλογή», γρύλισε ο Κάλαμ. «Και το ίδιο ίσχυε και για εκείνη. Το μόνο που κάναμε ο Ντάνιελ κι εγώ ήταν να σας δώσουμε μια μικρή ώθηση προς τη σωστή κατεύθυνση». «Τη δική σας κατεύθυνση. Περιμένεις να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτό;» «Ε, θα έπρεπε». Ο Μάικλ αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει το θυμό του γιου του με θυμό. Ποτέ δεν έπιανε όταν πήγαινε να τον καλοπιάσει. «Και τυφλός να ήμουν, θα έβλεπα ότι εσείς οι δυο είστε ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Η Τζούλια σε κάνει ευτυχισμένο, εσύ κάνεις ευτυχισμένη την Τζούλια. Και άσχετα με το αν το συνειδητοποιείς ή όχι -μια και είσαι ξεροκέφαλος σαν μουλάρι-, εσείς οι δυο έχετε χτίσει ήδη ένα σπίτι μαζί». «Το σπίτι είναι δικό της». «Εμένα μου λες. Όσο είναι δικό της, άλλο τόσο είναι και δικό σου. Έχεις βάλει την ψυχή σου σ’ αυτό». Ο Κάλαμ δεν μπορούσε να το αρνηθεί, όμως δεν ήταν αυτό το


θέμα. «Με την Τζούλια κάναμε μια συμφωνία προτού αρχίσουμε να βγαίνουμε». Δεν είχε καμιά σημασία που εκείνος δεν είχε συμφωνήσει με τους όρους της, που τους είχε θεωρήσει ηλίθιους. «Η σχέση μας δεν είναι μόνιμη. Δεν είναι μόνιμη», επανέλαβε με σφιγμένα δόντια όταν άκουσε τον πατέρα του να ξεφυσά ειρωνικά. «Και αν νομίζεις ότι θα της κάνω πρόταση γάμου, απατάσαι». «Είσαι ερωτευμένος μαζί της, έτσι δεν είναι;» Ο Κάλαμ άνοιξε το στόμα του να το αρνηθεί, τελικά όμως έβαλε τα χέρια στις τσέπες του κι έμεινε να βράζει σιωπηλός στο ζουμί του. «Ορίστε, μόλις το ομολόγησες κι ας μη θέλεις να το ξεστομίσεις. Άμυαλε». Ο Μάικλ αναστέναξε και κάθισε πάλι στην καρέκλα του. «Η Τζούλια είναι μια κεφάτη, όμορφη γυναίκα που σου ταιριάζει και στη δύναμη και στο χαρακτήρα. Έχει εξυπνάδα, χιούμορ και κατάγεται από καλή οικογένεια». «Τότε παντρέψου την εσύ». Ο Μάικλ χαμογέλασε. «Αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος, αγόρι μου, θα σου την είχα κλέψει κάτω από τη μύτη εδώ και καιρό. Και αν δε βιαστείς, μπορεί να το κάνει κάποιος άλλος». «Δε βγαίνει με κανέναν άλλον». «Και βέβαια όχι», είπε ήρεμα ο Μάικλ. «Γιατί να το κάνει τη στιγμή που είναι ερωτευμένη μαζί σου;» Νικημένος, ο Κάλαμ έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες και πίεσε τα μάτια του με τα δάχτυλά του. «Αυτή η κουβέντα δε βγάζει πουθενά. Εσύ και ο Μακ Γκρέγκορ αποφασίσατε να μας κατευθύνετε σαν μαριονέτες και υποτίθεται πως η Τζουλς κι εγώ πρέπει να χορέψουμε στο δικό σας ρυθμό. Άφησέ με λοιπόν να σου πω το εξής». Κατέβασε τα χέρια του. «Αν εκείνη ανακαλύψει αυτό που σκαρώσατε οι δυο σας, θα με διώξει από τη ζωή της απλά και μόνο για να σας μπει στο μάτι». «Εσύ όμως δεν πρόκειται να της το πεις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Μάικλ με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Όχι, δε θα της το πω. Αλλά από δω και στο εξής εσείς οι δυο να κρατηθείτε μακριά». Κούνησε αυστηρά το δάχτυλο στον πατέρα του. «Εντελώς μακριά. Η Τζούλια κι εγώ θα τα βρούμε μόνοι μας. Αν και όταν αποφασίσουμε να παντρευτούμε, θα είναι γιατί το αποφασίσαμε εμείς, και όχι γιατί ο πατέρας μου και ο παππούς της πιστεύουν ότι πρέπει να το κάνουμε». «Και βέβαια η απόφαση θα είναι δική σας». Το χαμόγελο δεν έσβησε στιγμή από τα χείλη του Μάικλ. Αχ, ο γιος του είχε πιαστεί για τα καλά στα δίχτυα της και δεν το ήξερε ακόμα. «Αυτή είναι η πιο


σημαντική απόφαση στη ζωή ενός άντρα. Η ευτυχία σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο για μένα, Κάλαμ». Ο Κάλαμ ένιωσε να κλονίζεται. «Κοίτα, το ξέρω πως είχες καλές προθέσεις, αλλά...» «Τις καλύτερες», είπε ο Μάικλ και άνοιξε το μεσαίο συρτάρι του γραφείου του. «Θα ήθελα να πάρεις αυτό. Αν αποφασίσεις πως η Τζούλια είναι η γυναίκα με την οποία θέλεις να μοιραστείς , τη ζωή σου και να κάνεις οικογένεια μαζί της, ελπίζω να της το δώσεις». Ανοιξε το μικρό λευκό σατινένιο κουτί. «Ήταν της μητέρας σου». Η συγκίνηση και οι αναμνήσεις τον έπνιξαν καθώς έδινε το κουτάκι στο γιο του. «Δεν είχα την οικονομική άνεση να της αγοράσω διαμάντι όταν της ζήτησα να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου. Έτσι της πήρα ένα τοπάζι. Πάντα έλεγε ότι της θύμιζε ηλιαχτίδα και δε θέλησε να το αντικαταστήσει ποτέ, ακόμα και όταν είχαμε τα χρήματα για να το κάνει». «Μπαμπά...» «Δε σε πιέζω. Πάντα είχα σκοπό να σ’ το δώσω, όταν θα ερχόταν η ώρα. Ήταν επιθυμία της μητέρας σου. Θ’ αγαπούσε πολύ την Τζούλια σου, Κάλαμ». «Ναι». Ανήμπορος, ο Κάλαμ πήρε το κουτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. «Θα την αγαπούσε». ***

Μα τι τον είχε πιάσει ξαφνικά; Η Τζούλια τράβηξε απότομα τη βαλίτσα της. Έπρεπε να μαζέψει τα πράγματά της για το ταξίδι στο Χαϊάνις. Και έπρεπε ν’ απασχοληθεί με κάτι ώστε να σταματήσει να σκέφτεται τον Κάλαμ και την αλλόκοτη συμπεριφορά του. Μια βδομάδα τώρα επέμενε να τη βγάζει κάθε βράδυ έξω. Μια για δείπνο, μια για χορό, μια στο θέατρο, μια σε πάρτι. Εκείνη ήξερε ότι κατά βάση ο Κάλαμ προτιμούσε μια ήσυχη βραδιά στο σπίτι, ξαφνικά όμως είχε γίνει πολύ κοινωνικός. Και η προσπάθεια να εναρμονιστεί με τις ευμετάβλητες διαθέσεις του κόντευε να την τρελάνει. Αναστέναξε, δίπλωσε τα πουλόβερ της και τα έβαλε στη βαλίτσα. Δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα μπορούσε να συνεχίσει να το παίζει καλόβολη. Το μόνο πραγματικό όφελος μέχρι στιγμής ήταν ότι είχε γλιτώσει από την κουζίνα. Σίγουρα η μαγειρική δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Και η ατυχία ήταν ότι ο Κάλαμ λάτρευε τη μαγειρική της. Κατά τα φαινόμενα, ο άνθρωπος πρέπει να είχε σιδερένιο στομάχι. Εκείνη έβαζε με το ζόρι στο στόμα τα φαγητά της, αλλά αυτός άδειαζε πάντα το πιάτο του. Είχε υπολογίσει λάθος. Και τώρα εκείνος θα περίμενε να του


μαγειρεύει σε τακτική βάση. Εκείνη, όμως, όσο τον αγαπούσε άλλο τόσο μισούσε τις συνταγές. Η αγάπη, συνειδητοποίησε, την είχε κάνει ηλίθια. Ο Κάλαμ ήταν τόσο ευγενικός, τόσο τρυφερός. Αυτός ο καινούριος ρυθμός στον έρωτά τους την έκανε να παραλύει, της έπαιρνε το μυαλό. Την έκανε να βασανίζεται να ακούσει τις λέξεις. Κάθε φορά που την έπαιρνε στην αγκαλιά του, πίστευε πως είχε έρθει η ώρα. Πως θα της έλεγε επιτέλους ότι την αγαπούσε. Αλλά δεν το έκανε ποτέ. Δε θα το έλεγε πρώτη εκείνη, αποφάσισε, βάζοντας και άλλα ρούχα στη βαλίτσα. Δεν μπορούσε. Είχε ήδη κάνει δεκάδες συμβιβασμούς, του είχε παραχωρήσει μεγάλο έλεγχο. Σ’ αυτό το σημείο έπρεπε να μείνει ακλόνητη στη θέση της. Και πού στην ευχή ήταν ο Κάλαμ τώρα; Κοίταξε συνοφρυωμένη το ρολόι και πέταξε και άλλα ρούχα στη βαλίτσα. Το ήξερε ότι εκείνη θα έφευγε σήμερα, το ήξερε ότι αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία τους να συναντηθούν, ότι θα ξαναβλέπονταν πια μετά τα Χριστούγεννα. Η Τζούλια έπρεπε να ξεκινήσει σε μια ώρα αν ήθελε να φτάσει στο σπίτι των παππούδων της προτού σκοτεινιάσει. Τι στην ευχή κάνω; αναρωτήθηκε. Προσαρμόζω το πρόγραμμά μου στο δικό του σαν ερωτοχτυπημένη έφηβη. Για μια ακόμη φορά. Αυτό έπρεπε να σταματήσει. Κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι και έκλεισε τη βαλίτσα. Το να είσαι ερωτευμένη δε σημαίνει ότι πρέπει να γίνεσαι χαλί να σε πατήσουν. Θα έφευγε στην ώρα της, πιστή στο πρόγραμμά της. Και αν αυτό δεν άρεσε στον Κάλαμ Μέρντοκ, τόσο το χειρότερο για εκείνον. Μετέφερε τη βαλίτσα της στο αμάξι και ύστερα άρχισε το επίπονο έργο της μεταφοράς των δώρων. Το κέφι της δεν ήταν καθόλου εορταστικό όταν ο Κάλαμ πάρκαρε το φορτηγάκι του πίσω από το αμάξι της. Το ίδιο ίσχυε και για το δικό του κέφι. Είχε σπαταλήσει το μεγαλύτερο μέρος του πρωινού του για να λύσει ένα πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί σε μια από τις δουλειές τους στο κέντρο. Και θα έπρεπε να ξαναγυρίσει εκεί και να το τελειώσει απόψε, και ας ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Η κίνηση ήταν τρελή, ακόμα και για τη Βοστόνη, και είχε πάρει κλήση επειδή είχε περάσει με κόκκινο -αν και στην ουσία ήταν πορτοκαλί-, καθώς βιαζόταν να φτάσει στο σπίτι της Τζούλιας. Και εκείνη έφευγε.


Ο Κάλαμ κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα νεύρα του, θυμίζοντας στον εαυτό του ότι ήταν Χριστούγεννα και ότι αυτή ήταν η γυναίκα που αγαπούσε· και θα της το έλεγε αυτό, αρκεί να είχε την εξυπνάδα να του το πει πρώτη εκείνη. «Άργησα», της είπε και πήρε από τα χέρια της μια σακούλα για να τη βάλει στο πίσω κάθισμα του αμαξιού της μαζί με τις υπόλοιπες. «Και εγώ το ίδιο». «Έχει πολλή κίνηση. Αν περιμένεις καμιά ώρα ακόμα, μπορεί στην ουσία να κερδίσεις χρόνο». «Ευχαριστώ για την ενημέρωση», του απάντησε μελιστάλαχτα η Τζούλια, «αλλά θα τα καταφέρω. Βέβαια, αν είχες έρθει στην ώρα σου, θα είχα φύγει ήδη». «Προέκυψε κάτι». Ο Κάλαμ προσπάθησε να διατηρήσει ήρεμη τη φωνή του, αλλά δεν κατάφερε να ελέγξει το θυμό που καθρεφτίστηκε στα μάτια του. «Έχεις κι άλλες τσάντες;» «Ναι». Η Τζούλια έκανε μεταβολή και ξαναμπήκε στο σπίτι, έξαλλη. Ο Κάλαμ την ακολούθησε, το ίδιο έξαλλος. «Αυτές είναι οι τρεις τελευταίες». «Δε νομίζεις πως το παράκανες λιγάκι;» «Μου αρέσει να κάνω δώρα». Η Τζούλια άρπαξε το μόνο κουτί που είχε μείνει κάτω από το δέντρο και το έβαλε στο χέρι του. «Ορίστε το δικό σου». Ο Κάλαμ την κοίταξε και το έβαλε στην τσέπη του για να μπορέσει να πάρει τις σακούλες. «Ποιο είναι το πρόβλημά σου, Μακ Γκρέγκορ;» «Αν δε μαντεύεις μόνος σου, δεν πρόκειται να σου πω εγώ», του απάντησε και βγήκε πρώτη από το σπίτι. «Κοίτα, δε διέσχισα όλη την πόλη μέσα στην κίνηση, παίρνοντας μάλιστα κλήση, για να έρθω εδώ και να μου βάλεις πάγο». «Σίγουρα δεν είναι δικό μου το λάθος αν οδηγούσες απρόσεκτα και πήρες κλήση, αν και αυτό εξηγεί τα νευράκια σου». «Τα δικά μου νευράκια; Εσύ μου έδειξες τα δόντια σου προτού βγω καλά-καλά από το φορτηγάκι μου». Η Τζούλια ύψωσε το πιγούνι της. «Δεν έχω χρόνο να τσακωθώ μαζί σου. Με έκανες ήδη ν’ αργήσω». «Ωραία. Θαύμα». Ο Κάλαμ έβγαλε ένα μακρύ λεπτό κουτί με τσαλακωμένο φιόγκο από την τσέπη του παλτού του. «Ορίστε το δώρο σου. Τα λέμε». Πήγε στο φορτηγάκι του βρίζοντας, αλλά ξαναγύρισε κοντά της.


Την τράβηξε απότομα στην αγκαλιά του και το στόμα του συνέτριψε στην κυριολεξία το δικό της. «Καλά Χριστούγεννα!» γρύλισε και της γύρισε την πλάτη. «Επίσης!» του φώναξε η Τζούλια, που μπήκε στο αμάξι της και βρόντησε την πόρτα. Τον περίμενε να φύγει και ύστερα άφησε τα δάκρυα θυμού να κυλήσουν ελεύθερα.


Κεφάλαιο 30 Είχε ξοφλήσει μαζί του. Είχε τελειώσει. Το λάθος ήταν δικό της, αποφάσισε η Τζούλια. Είχε δεχτεί την ψευδαίσθηση ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του και ότι ο έρωτας σήμαινε ότι θα έπρεπε να προσαρμοστεί στις δικές του ανάγκες και τα θέλω του. Γι’ αυτόν το λόγο είχε περάσει τις λίγες τελευταίες βδομάδες να μαζεύει συνταγές και να περπατάει στις μύτες των ποδιών της σαν να φοβόταν μη σπάσει τ’ αβγά. Ήταν εξωφρενικό. Δόξα τω Θεώ, είχε ξαναβρεί τα λογικά της. Ήταν μια ανεξάρτητη γυναίκα, που έπαιρνε μόνη τις αποφάσεις της, που ζούσε τη ζωή της όπως της έκανε κέφι και που έβαζε τους δικούς της στόχους. Όταν θα ξαναμιλούσε με τον Κάλαμ, θα του εξηγούσε καθαρά και ήρεμα ότι η σχέση τους δεν της ταίριαζε πλέον -και θα τελείωναν όλα. Δεν είχε ξανανιώσει πιο δυστυχισμένη στη ζωή της. Είχε βάλει τα δυνατά της να παραστήσει την εύθυμη για χάρη της οικογένειάς της. Και αν δεν τα κατάφερνε πάντα, έβρισκε άφθονες δικαιολογίες. Είχε ένα μικρό πονοκέφαλο, είχε αφαιρεθεί λιγάκι, την απασχολούσε μια καινούρια αγοραπωλησία. Όχι πως πίστεψε έστω και για μια στιγμή ότι τους είχε ξεγελάσει. Είχε καταφέρει όμως να περάσουν οι μέρες και τώρα είχε επιστρέφει και βρισκόταν πάλι στο σπίτι της μόνη. Τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου ήταν πολύ φωτεινά, πολύ έντονα, την πείραζαν στα μάτια. Παρ’ όλα αυτά αρνήθηκε να τα σβήσει. Ο Κάλαμ Μέρντοκ δε θα χαλούσε τις γιορτές της. Είχε να φροντίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες για το πάρτι της, έτσι ήταν απασχολημένη. Όταν θα τα είχε όλα έτοιμα, θα ερχόταν σε επαφή μαζί του. Σίγουρα θα το έκανε αυτό πριν από το τέλος του χρόνου. Βάζεις ένα τέλος στα παλιά και κάνεις μια νέα αρχή, είπε στον εαυτό της και κοίταξε πάλι το τηλέφωνο. Μα γιατί δεν της είχε τηλεφωνήσει; Ασυναίσθητα, σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το περιδέραιο-α-


ντίκα που φορούσε στο λαιμό της. Το χριστουγεννιάτικο δώρο που της είχε κάνει ο Κάλαμ ήταν ένα όμορφο κολιέ με μικροσκοπικές πέρλες, γρανάτες και κίτρινες. Η Τζούλια τα είχε χάσει όταν το είδε, όταν θυμήθηκε πως το είχε βάλει στο μάτι σε ένα από τα αγαπημένα της μαγαζιά. Θα το είχε αγοράσει αμέσως, αλλά είχε επικεντρωθεί στα χριστουγεννιάτικα ψώνια της. Εξάλλου, δεν του είχε ρίξει παρά μια φευγαλέα, άπληστη ματιά. Εκείνος όμως την είχε προσέξει και το θυμήθηκε· και το αγόρασε για εκείνη. Αυτό την έκανε να θέλει να βάλει πάλι τα κλάματα. Παραμέρισε την κατάθλιψη που ένιωθε και κάθισε στο γραφειάκι της να ξαναδεί τη λίστα των καλεσμένων για το πάρτι της. Είχε κλείσει το κέτερινγκ, είχε εγκρίνει το μενού. Είχε επιλέξει τα λουλούδια και τη μουσική. Δεν είχε κυριολεκτικά τίποτε άλλο να κάνει, συνειδητοποίησε και ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Έξαλλη με τον εαυτό της, σηκώθηκε από το γραφειάκι. Έπρεπε να βγει από το σπίτι. Να πάει κάπου, οπουδήποτε. ***

Ο Κάλαμ τα είχε με τον εαυτό του όσο οδηγούσε προς το σπίτι της Τζούλιας. Φερόταν σαν δαρμένο σκυλί που πήγαινε γυρεύοντας να τις ξαναφάει. Μισούσε τον εαυτό του γι’ αυτό. Θα μπορούσε να του είχε τηλεφωνήσει όταν είχε επιστρέφει στη Βοστόνη. Της είχε αφήσει περιθώριο δυο μέρες για να το κάνει, δεν της είχε αφήσει; Εκείνη είχε φύγει από την πόλη, άρα εκείνη ήταν που θα έπρεπε και να του είχε τηλεφωνήσει. Σκόπευε να της το επισημάνει αυτό με πολύ κοφτό τρόπο. Ύστερα θα της έλεγε ότι έπρεπε να κάνουν κάποιες αλλαγές. Τα πράγματα έπρεπε να ξαναγίνουν όπως ήταν ένα μήνα πριν, διαφορετικά να το ξεχνούσε. Όταν πάρκαρε έξω από το σπίτι της και είδε ότι το αμάξι της έλειπε, του ήρθε να μασήσει σίδερα. Ο θυμός του, όσο μεγάλος και αν ήταν, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην ανάγκη του γι’ αυτή. Στην ανάγκη του να τη δει, να της μιλήσει, να την αγγίξει. «Τυπικό», γρύλισε και κοίταξε συνοφρυωμένος τα πολύχρωμα φωτάκια του δέντρου πίσω από το παράθυρο. «Μπορεί να με κάνει να υποφέρω χωρίς να είναι καν εδώ». Νικημένος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε το χρυσό ρολόιαντίκα που του είχε χαρίσει η Τζούλια για τα Χριστούγεννα. Πώς στην


ευχή γινόταν να τον γνωρίζει τόσο καλά ώστε να διαλέξει το τέλειο δώρο και να μην μπορεί να μαντέψει πότε τον έκανε να πονάει; Και τι θα έκανε εκείνος για αυτό; Έκλεισε τα μάτια του και άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει στο κάθισμα πίσω. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Νόμιζε ότι θα μπορούσε, είχε προσπαθήσει μέρες να πείσει τον εαυτό του. Όμως, με το που ήρθε εδώ, με το που είδε το σπίτι που είχαν ανακαινίσει μαζί άδειο, χωρίς να είναι εκείνη μέσα, κατάλαβε πως αυτό ήταν αδύνατο. Δεν ήθελε μια ζωή άδεια χωρίς την Τζούλια. Τελικά, είχε δεν είχε, το είχε φάει πάλι το ξύλο του. ***

«Λοιπόν, πώς σου φαίνεται. Όλα δείχνουν υπέροχα, δε συμφωνείς;» Η Τζούλια πήρε το κραγιόν της και συνέχισε χωρίς να δώσει στη γιαγιά της το περιθώριο να μιλήσει. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που εσύ κι ο παππούς ήρθατε νωρίτερα. Δεν υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, αλλά νιώθω λίγο νευρική, το πιστεύεις; Είναι το πρώτο μου πάρτι στο σπίτι». «Τζούλια...» «Και θέλω πραγματικά να είναι τέλειο. Πώς σου φαίνομαι; Είμαι εντάξει;» Η Άννα κοίταξε την εγγονή της ήρεμα. Η Τζούλια είχε διαλέξει ένα πράσινο βελούδινο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Τα μανίκια του ήταν στενά, η φούστα του κοντή. Είχε σηκώσει τα μαλλιά της ψηλά, αφήνοντας μερικές μόνο μπουκλίτσες ελεύθερες. Και τα μάτια της έλαμπαν υπερβολικά ζωηρά. «Είσαι πανέμορφη, γλυκιά μου. Γιατί δεν καθόμαστε λιγάκι;» «Ειλικρινά, δεν μπορώ. Πρέπει να πάω να ελέγξω τον μπουφέ. Ο κόσμος θα έρθει σε λίγο και...» «Τζούλια». Η Αννα την έπιασε από το χέρι ήρεμα, αλλά αποφασιστικά. «Κάθισε κάτι» και πες μου τι σε βασανίζει». «Δεν ξέρω», της απάντησε εκείνη και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται προτού προλάβει να την ελέγξει. «Δεν ξέρω τι να κάνω, τι να νιώσω. Όλα μπερδεύτηκαν, χάλασαν. Είμαι ερωτευμένη με τον Κάλαμ Μέρντοκ και δε λέει να μου περάσει». «Μάλιστα». Η Αννα την οδήγησε στο καναπεδάκι της κρεβατοκάμαρας. «Και γιατί θέλεις να σου περάσει;» «Γιατί εκείνος δε μ’ αγαπά. Δε με συμπαθεί καν πλέον. Κατέστρεψα τα πάντα και δεν ξέρω πώς το έκανα. Προσπάθησα... σταμάτησα να τσακώνομαι μαζί του ακόμα και όταν είχε άδικο, του


μαγείρευα... και ξαφνικά όλα έγιναν αλλόκοτα. Έφυγε. Έφυγα. Δεν ξέρω. Δεν έκανε καν τον κόπο να μου τηλεφωνήσει από τη μέρα που γύρισα σπίτι». «Εσύ του τηλεφώνησες;» «Όχι. Δεν πρόκειται να του τηλεφωνήσω αν δε μου τηλεφωνήσει εκείνος πρώτα. Εκείνος ήταν που έφτασε αργοπορημένος κι όλο μούτρα. Να πάρει η οργή». Η Τζούλια σκούπισε τα μάτια της με τα δάχτυλά της. «Θα χαλάσω τη μάσκαρά μου». «Θα την ξαναφτιάξεις. Δηλαδή μου λες ότι τσακωθήκατε με τον Κάλαμ και δε συμφιλιωθήκατε ακόμα». «Όχι ακριβώς». Η Τζούλια ρούφηξε τη μύτη της. «Εμείς οι δυο τσακωνόμαστε πάντα, μας αρέσει». Νιώθοντας εντελώς χαζή, αναστέναξε δυνατά. «Ύστερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί του, δεν ήθελα να συμβεί αυτό, αλλά συνέβη, σκέφτηκα λοιπόν πως αν προσπαθούσα να είμαι κάπως λιγότερο... ο εαυτός μου, υποθέτω, αν γινόμουν πιο ευχάριστη, αν του μαγείρευα μερικά σπιτικά γεύματα, θα με ερωτευόταν και αυτός και θα μου το έλεγε, ώστε να μπορέσω να του το πω κι εγώ. Τελικά αυτό ακούγεται τόσο αξιοθρήνητο που δεν πιστεύω ότι βγήκε από το δικό μου στόμα». «Ούτε κι εγώ. Αλλά ο έρωτας καμιά φορά μας χαζεύει. Ήταν λάθος να προσπαθήσεις να είσαι λιγότερο ο εαυτός σου». «Μπορεί. Απλά τον ήθελα πολύ, ήθελα να μ’ αγαπήσει. Σκέφτηκα πως, αφού θα γινόταν αυτό, θα μπορούσαμε ν’ ασχοληθούμε και με τα υπόλοιπα. Αλλά δε μ’ αγαπάει -και δε θέλω να μ’ αγαπήσει. Είναι αλαζόνας, καβγατζής και υπερόπτης». Η Αννα άνοιξε υπομονετικά την τσάντα της και έβγαλε ένα μαντίλι για να σκουπίσει τα μάτια της Τζούλιας, που έτρεχαν τώρα ποτάμι. «Και βέβαια είναι. Διαφορετικά θα τον έκανες ό,τι ήθελες· και δε θα εκτιμούσες ποτέ έναν άντρα που θα τον είχες του χεριού σου. Εσύ θέλεις κάποιον που να ορθώνει το παράστημά του, που να στέκεται δίπλα σου». «Νόμιζα ότι θα μπορούσα να τα καταφέρω. Αλλά δεν μπορείς να ξυπνήσεις τα αισθήματα κάποιου, όπως δεν μπορείς να κοιμίσεις και τα δικά σου. Απλά υπάρχουν». «Τότε πήρες ένα καλό μάθημα. Θα ομολογήσεις τα αισθήματά σου στον Κάλαμ;» «Για να με χλευάσει;» «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα έκανε κάτι τέτοιο;» «Μπορεί να μην το έκανε, αλλά μπορεί να με λυπόταν. Και αυτό


θα ήταν χειρότερο». Η Τζούλια κούνησε το κεφάλι της και σηκώθηκε. «Θα το ξεπεράσω, αλήθεια. Υποθέτω ότι το είχα ανάγκη να μιλήσω, να τα βγάλω όλα αυτά από μέσα μου. Συγνώμη για τα μυξοκλάματα». «Αγάπη μου, δε σ’ έχω δει ποτέ να μυξοκλαίς, ούτε καν όταν ήσουν μωρό». «Και δε θ’ αρχίσω τώρα». Η Τζούλια πλησίασε αποφασιστικά στον καθρέφτη να διορθώσει το μακιγιάζ της. «Θέλω αυτό το πάρτι να είναι ξεχωριστό, μια και θα σημάνει την αρχή του καινούριου μου σπιτικού, του καινούριου χρόνου, της καινούριας μου ζωής». «Πού είναι τα κορίτσια μου;» ακούστηκε η φωνή του Ντάνιελ, που μπήκε με ένα δίσκο πάνω στον οποίο υπήρχαν τρία ποτήρια φλογέρες γεμάτα σαμπάνια. «Να τα, και είναι πιο όμορφα από ποτέ. Θα πιούμε στην υγειά τους». Ακούμπησε κάτω το δίσκο και το πλατύ χαμόγελό του ξεθώριασε όταν αντίκρισε το μουσκεμένο από τα δάκρυα πρόσωπο της Τζούλιας. «Τι συμβαίνει, κοριτσάκι μου; Τι γίνεται εδώ;» «Τίποτε. Μ’ έπιασε λίγη μελαγχολία», του απάντησε η Τζούλια και σκούπισε προσεκτικά το πρόσωπό της. «Αντρες. Γιατί δεν μπορούν να είναι όλοι τους σαν κι εσένα, παππού;» «Τι σου έκανε το παιδί;» τη ρώτησε εκείνος. «Γιατί, αν σου έκανε κάτι και κλαις, θα λογοδοτήσει σ’ εμένα». Η Τζούλια έκανε να γελάσει, αλλά ύστερα μια τρελή, αλλοπρόσαλλη σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό της. «Ποιο παιδί;» «Ο Μέρντοκ, βέβαια». Τα δάκρυα των γυναικών τον τρόμαζαν πάντα. Ο Ντάνιελ άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, κουνώ ντας τα χέρια του. «Είναι καλό παιδί, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά δε θα του επιτρέψω να σε κάνει δυστυχισμένη ούτε για ένα λεπτό. Πες μου τι έκανε και θα το φροντίσω». Η Τζούλια γύρισε αργά από τον καθρέφτη. «Πόσα έχεις φροντίσει ήδη;» «Ακούς να κάνει το κοριτσάκι μου να κλαίει ενώ θα έπρεπε να πετάει τρισευτυχισμένο στα σύννεφα. Θα φροντίσω να τα πω ένα χεράκι με τον Κάλαμ Μέρντοκ, αυτό είναι σίγουρο. Και όταν τε-λειώσω...» Ο Ντάνιελ έκοψε στη μέση τη φράση του, βλέποντας τη λάμψη στα μάτια της Τζούλιας. «Τι είπες;» «Πώς ήξερες ότι έκλαιγα για τον Κάλαμ;» «Ε, εσύ το είπες». Δεν το είχε πει εκείνη; Ο Ντάνιελ γύρισε για υποστήριξη στη γυναίκα του, αλλά η Αννα τον κοίταξε ανέκφραστη. «Δε θα ξανακουβεντιάσουμε γι’ αυτό», είπε βιαστικά. «Ελάτε να κάνουμε


εκείνη την πρόποση». «Πώς γίνεται να κρύβεσαι εσύ πίσω απ’ όλα αυτά;» αναρωτήθηκε η Τζούλια. «Δεν ήσουν εδώ -δεν κανόνισες εσύ ν’ αγοράσω το σπίτι, ούτε ν’ αναλάβει εκείνος την ανακαίνιση». «Όχι, πράγματι». Ο Ντάνιελ γραπώθηκε από αυτή τη λογική, πήρε ένα ποτήρι και της το έδωσε. Τα γαλανά μάτια του έλαμπαν αθώα. «Έλα να πιούμε για να γιορτάσουμε το όμορφο καινούριο σπίτι σου. Το παιδί έκανε καλή δουλειά». «Υποτίθεται όμως ότι εργολάβος θα ήταν ο κύριος Μέρντοκ», μουρμούρισε η Τζούλια. «Κι εσύ είσαι πολύ στενός φίλος με τον κύριο Μέρντοκ, έτσι δεν είναι, παππού;» «Τον ξέρω χρόνια. Καλή οικογένεια. Γερό σόι». Η Τζούλια κράτησε την ανάσα της, έτοιμη να εκραγεί. Ο Ντάνιελ όμως, κοτσονάτος ακόμα και στα ενενήντα του, φρόντισε να το σκάσει με το που χτύπησε το ρόπτρο της εξώπορτας. «Ήρθαν οι καλεσμένοι. Μην ανησυχείς, θα τους υποδεχτώ εγώ. Άννα, εσύ βοήθησε το κορίτσι να διορθώσει το μακιγιάζ του. Θα φροντίσω εγώ για τα πάντα», είπε και εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης όσο είχε ακόμα το κεφάλι του στους ώμους του. «Δεν ξέρω πώς το έκανε», είπε η Τζούλια, «αλλά το έκανε». «Συμφωνώ μαζί σου». Η Άννα έπνιξε το χαμόγελο επιείκειας που ανέβηκε στα χείλη της. «Αλλά δεν μπορεί να τον σταματήσει κανείς». ***

Δεν είχε σημασία, είπε η Τζούλια στον εαυτό της. Το κόλπο του παππού της δεν είχε πιάσει. Είχαν φροντίσει γι’ αυτό εκείνη και ο Κάλαμ. Το σπίτι είχε τελειώσει, το ίδιο και η σχέση τους. Τα δωμάτια αντηχούσαν από τη μουσική, τις φωνές και τα γέλια. Συγγενείς και φίλοι περιφέρονταν σε όλα τα δωμάτια, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, όπως ακριβώς το ήθελε. Η φωτιά τριζο-βολούσε στα τζάκια, τα φώτα έλαμπαν. «Πολύ όμορφο το σπίτι σου», της είπε η Σέλμπι και την αγκάλιασε από τους ώμους. «Είναι τέλειο για σένα». «Ναι, είναι. Θα το βάλω για πούλημα την επόμενη βδομάδα». «Τι είπες;» «Είναι ένα σπίτι στο οποίο δε θέλω να ζήσω μόνη μου». Το βλέμμα της ταξίδεψε στο ανοιχτό σαλόνι, στις όμορφες λεπτομέρειες, στα καλογυαλισμένα ξύλα. «Υπάρχει μεγάλο μέρος του Κάλαμ εδώ μέσα». «Καλή μου, μην κάνεις κάτι βιαστικό».


«Δεν είναι βιαστικό. Είναι απαραίτητο. Θα τα καταφέρω», είπε η Τζούλια και έγειρε το κεφάλι στον ώμο της μητέρας της. «Πάντα το κάνω. Σκέφτομαι να έρθω για λίγο στην Ουάσινγκτον. Μπορεί και να μετακομίσω εκεί». «Το ξέρεις πως ο πατέρας σου κι εγώ θα χαρούμε να σ’ έχουμε κοντά μας, αλλά...» «Μην ανησυχείς για μένα. Θα φροντίσω να ξεκαθαρίσω τα πάντα προτού πάρω μια απόφαση. Τώρα πες μου, ποια είναι αυτή η γυναίκα που έχει κολλήσει σαν βδέλλα στον Ντι-Σι;» «Ο αδερφός σου τη γνώρισε στο Μέιν. Είναι ποιήτρια. Δεν κάνει τίποτε άλλο από το ν’ απαγγέλλει στίχους της Ελίζαμπεθ Μπά-ρετ Μπράουνινγκ. Και μέχρι τώρα μου άρεσε η Μπράουνινγκ». Η Τζούλια γέλασε και ήπιε μια γουλιά από τη σαμπάνια της. «Είναι τόσο ενοχλητική;» «Δε θα πει τίποτε», της απάντησε η μητέρα της με πάθος. «Πίστεψέ με. Αν μου περνούσε έστω και για μια στιγμή από το μυαλό ότι πρόκειται για κάτι σοβαρό, θα...» Η Σέλμπι έκοψε στη μέση τη φράση της και ένιωσε αμέσως ξαλαφρωμένη. «Ηρθε ένας ακόμη επισκέπτης, Τζούλια». «Ω; Ποιος;» Η Τζούλια γύρισε και είδε τον Κάλαμ να μπαίνει στο δωμάτιο. Ο Κάλαμ είχε φορέσει κουστούμι και η αναθεματισμένη γραβάτα κόντευε να τον πνίξει. Είχε σκεφτεί όμως ότι θα έπρεπε να ντυθεί ανάλογα για την περίσταση. Δεν μπορούσε να πάει σ’ ένα αριστοκρατικό πρωτοχρονιάτικο πάρτι φορώντας τζιν και φανελένιο πουκάμισο. Και το πάρτι ήταν σίγουρα αριστοκρατικό: μεταξωτά και βελούδα, αστραφτερά κοσμήματα, εξωτικά ορεκτικά και κρασί σε βαριά, κρυστάλλινα ποτήρια. Η Τζούλια τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια, σκέφτηκε. Όπως θα τα είχε οργανώσει και ο ίδιος. Και τότε την είδε και η καρδιά του αναπήδησε στο στήθος του. Κατάλαβε πως εκείνη θα τα κατάφερνε να δημιουργήσει γιορτινή ατμόσφαιρα ακόμα και αν σέρβιρε πίτσα με μπίρα. Η Τζούλια επιστράτευσε τη χαμογελαστή μάσκα της οικοδέσποινας και πήγε να τον χαιρετήσει. «Χαίρομαι πολύ που ήρθες. Τι μπορώ να σου προσφέρω;» Ακου πώς του μιλούσε, σαν να ήταν κανένας απλός γνωστός και όχι ο εραστής της. «Έχεις μπίρα;» «Ασφαλώς». Η Τζούλια έκανε νόημα σ’ ένα σερβιτόρο. «Ο κύριος Μέρντοκ θα ήθελε μια μπίρα. Το πιθανότερο είναι να γνωρίζεις


τους περισσότερους, αλλά θα χαρώ ιδιαίτερα να σε συστήσω στους υπόλοιπους». «Μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου». «Αναμφίβολα. Αλήθεια, πώς πέρασες τα Χριστούγεννα;» «Καλά. Εσύ;» «Υπέροχα. Την παραμονή των Χριστουγέννων έριξε ένα όμορφο χιονάκι». «Εδώ έριξε χαλάζι». «Α». Ο Κάλαμ πήρε την μπίρα που του έφερε ο σερβιτόρος, τον ευχαρίστησε και ήπιε μια γουλιά. Πρόσεξε ότι η Τζούλια φορούσε το κολιέ που της είχε κάνει δώρο. Έκανε ωραία αντίθεση πάνω στον κατάλευκο λαιμό της που τονιζόταν από το βαθύ ντεκολτέ του φουστανιού της. «Σου πάει». «Τι; Α». Μόνο που δεν αναθεμάτισε τον εαυτό της που είχε υποκύψει στη συναισθηματική παρόρμηση να φορέσει το δώρο του. «Ναι, είναι φτιαγμένο γι’ αυτό το φουστάνι. Είναι πανέμορφο, Κάλαμ. Σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες. Ελπίζω να σου άρεσε το ρολόι σου». «Δε χάνει λεπτό. Σ’ ευχαριστώ», της απάντησε, νιώθοντάς το να βαραίνει την τσέπη του. «Παρακαλώ. Ε, λοιπόν, φρόντισε να δοκιμάσεις τα φαγητά του μπουφέ, αλλά και τα καναπεδάκια που περιφέρουν οι σερβιτόροι. Με συγχωρείς τώρα». Το χέρι του γράπωσε άγρια τον καρπό της. «Πώς σου ήρθε και μου μιλάς έτσι;» «Δεν έχω ιδέα τι λες». «Άσε αυτό τον υπεροπτικό τόνο μαζί μου, Μακ Γκρέγκορ, δε σου ταιριάζει». «Καλύτερα ν’ αφήσεις το χέρι μου, Μέρντοκ». «Με τίποτε. Θέλω κάποιες απαντήσεις. Σε περίμενα να έρθεις να μου τις δώσεις, αλλά αφού δεν έκανες τον κόπο, ήρθα εδώ για να τις πάρω». «Θέλεις απαντήσεις». Ο θυμός είχε αρχίσει να θολώνει την όρασή της. «Εσύ περίμενες απαντήσεις. Ωραία λοιπόν, αυτή πώς σου φαίνεται;» Η Τζούλια σήκωσε το χέρι της και αναποδογύρισε το ποτήρι με την μπίρα στο κουστούμι του. Το μετάνιωσε αμέσως. Ήταν μια κίνηση μικροπρεπής και χαζή. Και την είχε κάνει δημόσια. Οι συζητήσεις γύρω τους είχαν σταματήσει απότομα και από το βλέμμα του Κάλαμ κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να


κάνει πίσω. «Τώρα που πήρες την απάντησή σου, μπορείς να φύγεις». Η Τζούλια σκόπευε να γυρίσει και ν’ απομακρυνθεί με αξιοπρέπεια, να γελάσει με το περιστατικό. Αργότερα, θα μπορούσε να λουφάξει στη γωνιά της, αλλά αυτή τη στιγμή έπρεπε να διατηρήσει την πόζα της. Μια στριγκλιά ξέφυγε από τα χείλη της όταν ο Κάλαμ τη σήκωσε ξαφνικά και την έριξε στον ώμο του. Τον έβρισε χωρίς καμιά ντροπή όταν άρχισε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες, κουβαλώντας την. Κάτω, ο Ντάνιελ τύλιξε συγκινημένος το μπράτσο του στους ώμους του Μάικλ. Αναστέναξε και ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να διώξει τα δάκρυά του. «Αχ, θα μας κάνουν όμορφα μωρά, Μάικλ». «Ας πιούμε σ’ αυτό». Ο Ντάνιελ γέλασε, βλέποντας την εγγονή του να εξαφανίζεται στον πάνω όροφο. «Κερνάω εγώ τον πρώτο γύρο». ***

Ο Κάλαμ πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα της Τζούλιας, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στις μπουνιές και στις κλοτσιές της. Δεν τον προβλημάτιζε το βρεγμένο σακάκι του, ούτε η μπόχα της χυμένης μπίρας. Όταν μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα με μια κλοτσιά, την κλείδωσε και πέταξε την Τζούλια στο κρεβάτι χωρίς πολλά πολλά. Εκείνη συνέχισε να τον βρίζει όσο αυτός έβγαζε το λεκιασμένο σακάκι του. Τόσα χρόνια που τσακώνονταν οι δυο τους, δεν την είχε ακούσει να χρησιμοποιεί τόσο ευφάνταστη γλώσσα. Την είδε που πήγε να σηκωθεί από το κρεβάτι, ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της και την έσπρο3ξε πάλι πίσω. «Μείνε ακίνητη και κλείσε το στόμα σου». «Νομίζεις πως μπορείς να με διατάζεις ύστερα από αυτή την απαίσια, από αυτή την αποκρουστική σκηνή;» «Εσύ την ξεκίνησες». Τουλάχιστον τώρα ο Κάλαμ είχε μια δικαιολογία να βγάλει τη γραβάτα του. «Δεν ξέρω τι σ’ έχει πιάσει. Τη μια μέρα είσαι στα πάνω σου, την άλλη στα κάτω σου. Τη μια μέρα δε με χορταίνεις και την άλλη μου μιλάς σαν να με γνωρίζεις ελάχιστα. Μια βδομάδα τώρα και δεν έκανες τον κόπο να έρθεις σ’ επαφή μαζί μου». «Εγώ δεν έκανα τον κόπο; Εγώ; Γιατί, εσύ έχεις σπάσει το δάχτυλό σου και δεν μπορείς να πάρεις ένα καταραμένο τηλέφωνο;» Στο σημείο αυτό η Τζούλια ένιωσε τέτοια φρίκη, τέτοια ταπείνωση, που έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της και ξέσπασε σε λυγμούς. «Μην το κάνεις αυτό. Το εννοώ, κόφ’ το αμέσως». Ο Κάλαμ


πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του εντελώς χαμένος. «Εντάξει, λυπάμαι. Λυπάμαι πραγματικά». «Για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε η Τζούλια, κλαψουρίζοντας ακόμα. «Για ό,τι θέλεις, αρκεί να σταματήσεις να κλαις». «Ούτε καν ξέρεις». Η Τζούλια ήθελε να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά, γι’ αυτό σκούπισε τα δάκρυά της, αλλά αυτά συνέχισαν να τρέχουν. «Ούτε καν ξέρεις. Ω, φύγε. Δε θέλω να με βλέπεις να γελοιοποιώ τον εαυτό μου». «Σ’ έχω ξαναδεί να γελοιοποιείς τον εαυτό σου. Και συνήθως δε με πειράζει. Έλα τώρα, Τζουλς». Ο Κάλαμ έσκυψε για να χαϊδέψει το κεφάλι, τον ώμο της, αλλά αντί γι’ αυτό, τα χείλη του αιχμαλώτισαν τα δικά της. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, κάθισε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Θεέ μου, μου έλειψες. Μου έλειψες πολύ». Τα χέρια της πλέχτηκαν στα μαλλιά του. «Αλήθεια;» «Ναι, αλήθεια». Ο Κάλαμ ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Τέλειωσες;» «Σχεδόν. Υποθέτω ότι λυπάμαι που έχυσα την μπίρα πάνω σου». Μα τι συνέβαινε με τους δυο τους; Πώς ήταν δυνατόν εκείνη να μπορεί να τον κάνει να χαμογελάει ακόμα και μια τέτοια στιγμή; «Υποθέτεις;» «Ε, με θύμωσες. Άρα ήταν και δικό σου το λάθος». Η Τζούλια του ανταπέδωσε το χαμόγελο με χείλη που έτρεμαν. «Θα πάω όμως το κουστούμι σου στο καθαριστήριο». «Μήπως θέλεις να βγάλω και το παντελόνι μου τώρα;» Προς μεγάλη του έκπληξη είδε τα χείλη της να τρέμουν πάλι και τα μάτια της να βουρκώνουν. «Απλά αστειεύτηκα». «Το ξέρω. Δεν πειράζει. Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει». Η Τζούλια σκούπισε τα δάκρυα με τις παλάμες της, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στον καθρέφτη. «Οι δημόσιες σκηνές και τα δάκρυα δεν ήταν στη συμφωνία μας», είπε κοφτά και άρχισε για μια ακόμη φορά να διορθώνει το μακιγιάζ της. «Έχουμε μια σεξουαλική σχέση που ικανοποιεί και τους δυο μας και μας συνδέει και μια φιλία. Δεν υπάρχει λόγος να γίνουμε μελοδραματικοί και να χαλάσουμε τα πάντα». Ο Κάλαμ έβαλε τα χέρια στις τσέπες του και την παρακολούθησε ν’ απλώνει ρουζ στα μάγουλά της. «Τι εννοείς, “μελοδραματικοί”;» «Υπεραισθηματικοί, υποθέτω. Θα πρέπει να φταίνε οι γιορτές, νιώθω κάπως ταραγμένη τελευταία». «Αυτό μπορείς να το ξαναπείς», μουρμούρισε ο Κάλαμ και την


είδε να μισοκλείνει τα μάτια της. «Πράγμα που σημαίνει;» «Κοίτα, είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Δε θέλω να τελειώσει ο χρόνος κι εγώ να μαλώνω μαζί σου». «Γιατί όχι; Είναι κάτι που κάνουμε καλά οι δυο μας». «Τότε γιατί το σταμάτησες; Τις τελευταίες βδομάδες -με εξαίρεση τη μέρα που έφυγες για το Χαϊάνις- ό,τι και να έκανα, δεν ύψωνες ποτέ τη φωνή σου. Ξαφνικά άρχισες να συμφωνείς μαζί μου στα πάντα, να μου μαγειρεύεις -λίγο ακόμα και θα μου έφερνες την πίπα και τις παντόφλες μου». «Και έχεις αντίρρηση ως προς αυτό;» Η Τζούλια γύρισε προς το μέρος του θιγμένη. «Έκανα μεγάλο κόπο για να είμαι ευγενικη μαζί σου, και τώρα εσύ μου το πετάς στα μούτρα. Ε, λοιπόν, μην ανησυχείς, γιατί δεν πρόκειται να ξανασυμβεί αυτό». «Δόξα τω Θεώ». «Ετσι κι αλλιώς δε θα βρίσκομαι εδώ», βιάστηκε να προσθέσει, «γιατί θα πουλήσω το σπίτι και θα μετακομίσω στην Ουάσινγκτον». «Με τίποτα». «Δεν μπορείς να με σταματήσεις. Δε θέλω να ζήσω εδώ. Δεν ξέρω γιατί σε άφησα να με πείσεις να κάνω τόσο πολλές από τις αλλαγές που πρότεινες. Δεν ξέρω γιατί σε άφησα να κάνεις τα πράγματα με το δικό σου τρόπο». «Γιατί ήταν ο σωστός τρόπος, και γιατί σου άρεσε κι εσένα, και θα με πάρει και θα με σηκώσει αν σε αφήσω να πουλήσεις το σπίτι». «Μπορείς να το αγοράσεις εσύ, αν σημαίνει τόσο πολλά για σένα». «Ωραία, όρισε την τιμή. Αν σκεφτείς όμως, έστω και για ένα λεπτό, ότι εσύ θα φύγεις...» «Δε θα μείνω. Δεν μπορώ». «Δε θα φύγεις». Άρχισαν να φωνάζουν έξαλλοι, πανικόβλητοι, αλλά, έτσι όπως μιλούσαν ταυτόχρονα, χρειάστηκε να περάσουν αρκετά λεπτά μέχρι ν’ ακούσουν, να συνειδητοποιήσουν αυτά που έλεγαν... «Σ’ αγαπώ και δεν πρόκειται να μείνω εδώ και να είμαι δυστυχισμένη». «Σ’ αγαπώ και δεν πρόκειται να πας πουθενά χωρίς εμένα». Η Τζούλια ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Ο Κάλαμ έκανε ένα βήμα πίσω. «Τι είπες;» τη ρώτησε.


«Εγώ δεν είπα τίποτε. Εσύ τι είπες;» «Είπες ότι μ’ αγαπάς». Η Τζούλια προσπάθησε να καταπιεί, αλλά η καρδιά της είχε ανέβει και της έφραζε το λαιμό. «Αυτό νόμιζα ότι το είπες εσύ. Το εννοούσες;» «Και τι θα γίνει αν το εννοούσα;» Ο Κάλαμ έκανε μεταβολή και άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Ανάθεμα τις γυναίκες, μιλάνε τόσο πολύ που σε κάνουν να μην ξέρεις τι έχεις πει και αν το έχεις πει. Και τι θα γίνει αν σ’ αγαπώ;» της πέταξε γεμάτος απόγνωση. «Τι σκοπεύεις να κάνεις γι’ αυτό;» Μα την αλήθεια, είναι τέλειος, σκέφτηκε η Τζούλια. Απόλυτα τέλειος για μένα. «Θα σου ζητήσω να με παντρευτείς». Ο Κάλαμ σταμάτησε το πήγαιν’ έλα και την κοίταξε. Φαινομενικά έδειχνε απόλυτα ψύχραιμη και ανεπηρέαστη. Αλλά εκείνος την ήξερε, ήξερε πού να κοιτάξει, και τα μάτια της ήταν σκοτεινά και υγρά. «Τι είπες;» «Με άκουσες, Μέρντοκ. Ναι ή όχι;» Ο Κάλαμ πλησίασε πάλι προς το μέρος της. Για λίγο δε μίλησε κανείς, αλλά άρχισαν να χαμογελούν. «Έχω το δαχτυλίδι στην τσέπη μου». «Δεν το έχεις». «Θέλεις να βάλουμε στοίχημα;» Η Τζούλια έγειρε το κεφάλι της. «Δείξ’ το μου». «Ήταν της μητέρας μου». Ο Κάλαμ έβγαλε το κουτάκι και το άνοιξε. «Δεν είναι διαμάντι, αλλά έτσι κι αλλιώς εσένα σου αρέσουν περισσότερο οι πολύχρωμες πέτρες». «Ω Κάλαμ». Η Τζούλια κάρφωσε το βλέμμα της στο δικό του. «Μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια». «Σ’ το είπα αυτό. Αν το είχες πει εσύ πρώτη εδώ και βδομάδες, όπως ήθελα, θα είχαμε γλιτώσει πολύ χρόνο». «Υποτίθεται ότι έπρεπε να το πεις εσύ πρώτος. Γιατί νομίζεις ότι καθόμουν και σου μαγείρευα τόσα βράδια;» «Τζουλς, πίστεψέ με, κανένας άντρας, αν δεν ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί σου, δε θα μπορούσε να φάει τα φαγητά σου». Η Τζούλια προσπάθησε να νιώσει θιγμένη, αλλά τελικά ξέσπασε σε γέλια. «Αν μου ζητήσεις να σε παντρευτώ, σου υπόσχομαι να μην ξαναβάλω κατσαρόλα στη φωτιά». «Μου το ζήτησες ήδη εσύ, αλλά αν είναι έτσι, η συμφωνία έκλεισε», της είπε και έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του. Η Τζούλια


άλλαξε θέση ανυπόμονα. «Μα τι κάνεις; Ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις σωστά;» «Σωστά το κάνω. Είναι έντεκα και σαράντα πέντε. Θέλουμε άλλα δεκαπέντε λεπτά μέχρι τα μεσάνυχτα. Σκοπεύω λοιπόν να το διορθώσω», της είπε και γύρισε τους δείκτες να δείξουν δώδεκα. Ύστερα πήρε το χέρι της. «Αυτό είναι κλεψιά». Η Τζούλια τον κοίταξε λάμποντας. «Σ’ αγαπώ στ’ αλήθεια, Κάλαμ». «Είσαι αυτή που γύρευα πάντα χωρίς καν να το ξέρω», της είπε εκείνος και άγγιξε μία από τις ελεύθερες μπουκλίτσες της. «Φτιάξαμε τούτο το σπίτι μαζί». «Όχι». Η Τζούλια έκλεισε το χέρι του μέσα στο δικό της. «Φτιάξαμε τούτο το σπιτικό μαζί. Δε θα μπορούσα να ζήσω εδώ χωρίς εσένα». «Θέλω να φύγει αυτός ο χρόνος και να μπει ο επόμενος εδώ μαζί σου». Ο Κάλαμ έφερε τα ενωμένα δάχτυλά τους στα χείλη του. «Είμαστε καταπληκτικό ζευγάρι». «Σ’ αυτό στηρίζομαι». «Παντρέψου με, Τζούλια». «Νόμιζα ότι δε θα μου το ζητούσες ποτέ», του απάντησε μ’ ένα φιλί.


Από τα Απομνημονεύματα του Ντάνιελ Ντάνκαν Μακ Γκρέγκορ Διαθέτω μυαλό για επιχειρήσεις, ταλέντο για συμφωνίες. Έζησα μια πλούσια ζωή. Δούλεψα σκληρά και έπαιξα πολλές φορές κορόνα γράμματα. Άλλοτε κέρδισα και άλλοτε έχασα. Η δουλειά -το να βγάζω χρήματα- είναι ευχαρίστηση για μένα. Αλλά η οικογένεια είναι η ευλογία του Θεού. Πάρε και την τελευταία δεκάρα από την τσέπη μου, αλλά άφησέ μου την οικογένειά μου, και θα πεθάνω πάμπλουτος. Όταν ξεκίνησα αυτά τα απομνημονεύματα, είχα ελπίδες και σχέδια στο μυαλό μου για την οικογένειά μου. Έκανα δολοπλοκίες, μπορεί να πει κάποιος, αλλά τι στο διάβολο με νοιάζει εμένα τι λένε οι άλλοι; Ε, λοιπόν, έκανα αυτό που είχα σχεδιάσει να κάνω. Η Λόρα είναι μια ευτυχισμένη σύζυγος, μια όμορφη μητέρα. Με τον Ρόις έχουν φτιάξει μια ωραία ζωή για εκείνους και για τον δισέγγονο μου, τον Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ Κάμερον. Του έδωσαν τ’ όνομά μου. Ω, είναι καλό παιδί, ζωηρό και χαρούμενο. Καλό αίμα. Γερό σόι. Τίποτε δε μ’ ευχαριστεί περισσότερο από το να βλέπω την αδυναμία που έχει ο Ρόις στο γιο του· ή τον ενθουσιασμό του Κέιν που έγινε παππούς. Ο γιος μου έχει αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση με τον Ρόις. Μια όμορφη φιλία που πηγάζει από την αγάπη τους για τη Λόρα. Βέβαια, δεν είχα καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Η Γκουέν και ο Μπράνσον της περιμένουν το πρώτο τους παιδί από μέρα σε μέρα. Εκείνη γκρινιάζει λίγο, το ξέρω, επειδή πήρε άδεια και παραμέλησε τα καθήκοντά της στο νοσοκομείο. Αλλά η Άννα είναι η πρώτη που θα της πει ότι μπορεί να τα έχει όλα, και την καριέρα και την οικογένειά της, και να τα καταφέρει υπέροχα και στα δύο. Ο Μπράνσον είναι υπερπροστατευτικός απέναντι της· δεν έφυγε στιγμή από κοντά της, ακύρωσε την περιοδεία για την προώθηση του καινούριου βιβλίου του. Αν είχε φύγει, θα είχα μπει στον πειρασμό να του δώσω κανένα χαστούκι. Και μήπως είχε καμιά σημασία που ακύρωσε την περιοδεία; Έτσι κι αλλιώς το βιβλίο του έγινε μπεστ σέλερ με το που βγήκε από το τυπογραφείο. Το παιδί είναι γεννημένος παραμυθάς. Με κράτησε τη μισή νύχτα ξάγρυπνο για να διαβάσω την ιστορία της γιατρού δολοφόνου που έπαιζε τη γάτα με το ποντίκι με τον εσωστρεφή ντετέκτιβ που ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της. Ποιος θα το περίμενε ότι στο τέλος εκείνη θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να πάρει τη ζωή του μοναδικού άντρα που είχε καταφέρει να αγγίξει τη


σκοτεινή καρδιά της. Α, να πάρει η οργή, η αγάπη είναι αυτή που μετράει τελικά περισσότερο. Τώρα η Τζούλια μου και ο Κάλαμ της στήνουν τη ζωή τους στο σπίτι που έχτισαν μαζί στο Μπίκον Χιλ. Εξακολουθούν να τρώγονται σαν τα σκυλιά -αλλά θα ανησυχούσα αν δεν το έκαναν. Υπάρχει τόσο πάθος ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο. Είναι το ιδανικό ζευγάρι, δε διστάζω καθόλου να το πω. Περιμένω σύντομα να μου ανακοινώσουν ότι περιμένουν παιδί. Και αν δεν το κάνουν, θα τους ζητήσω το λόγο. Η Τζούλια ήταν υπέροχη νύφη: ψηλή, λεπτή, κομψή. Μόλις στάθηκε δίπλα στον Κάλαμ και έπιασε το χέρι του, γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια· ήταν μοναδική στιγμή, χαμογέλασαν τόσο πλατιά και ευτυχισμένα ο ένας στον άλλον, που ένιωθες να ξεχειλίζει μέσα τους το γέλιο. Ήταν μια στιγμή που η καρδιά μου φούσκωσε από χαρά -και περηφάνια γιατί τους είχα σμίξει εγώ. Τώρα το πέπλο των Μακ Γκρέγκορ είναι διπλωμένο στο κουτί του και περιμένει. Αλλά δε σκοπεύω να το αφήσω για πολύ εκεί. Είναι καιρός να κάνουν και οι εγγονοί μου το καθήκον τους. Τους έδωσα το χρόνο να ωριμάσουν λίγο. Ο άντρας χρειάζεται κάποια χρόνια και κάποια πείρα προτού παντρευτεί και κάνει οικογένεια. Αλλά ας το παραδεχτούμε, δεν πρόκειται να ζήσω για πάντα. Μέχρι τώρα ήμουν διακριτικός με τον Μακ· είναι ο μεγαλύτερος εγγονός μου. Εκείνος όμως έπιασε το νόημα; Αχ. Πρέπει να τον σπρώξω πιο δυναμικά. Τα πήγα καλά με τις τρεις εγγονές μου, αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που κάθονται και αναπαύονται για πολύ καιρό πάνω στις δάφνες τους. Θα δω και τα υπόλοιπα εγγόνια μου να παντρεύονται, θα δω τον κύκλο να ολοκληρώνεται, προτού έρθει η ώρα μου να αποχωρήσω. Έχετε το λόγο του Ντάνιελ Μακ Γκρέγκορ. ~Τέλος~


...Κι επειδή ένας Μακ Γκρέγκορ κρατάει πάντα το λόγο του, οι εγγονοί του Ντάνιελ δεν έχουν καμιά ελπίδα να ξεφύγουν από τα προξενιά του παππού τους! Διαβάστε πώς ο πολυμήχανος και πεισματάρης πατριάρχης της οικογένειας καταφέρνει να οδηγήσει στην εκκλησία αυτούς τους τρεις φανατικούς εργένηδες, στο νέο βιβλίο της εκπληκτικής Nora Roberts Οι Μακ Γκρέγκορ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Κυκλοφορεί στις 2 Ιουνίου