Page 1


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: IF I WERE YOU Aπό τις Εκδόσεις Gallery Books, Νέα Υόρκη 2013 ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Αν ήμουν εσύ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Lisa Renee Jones ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Βάσια Τζανακάρη ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Κατερίνα Δουρίδα ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ελένη Σταυροπούλου

© Lisa Renee Jones, 2012 All rights reserved. Published by arrangement with the original publisher, GALLERY BOOKS, a division of Simon & Schuster, Inc. © Φωτογραφίας εξωφύλλου: Nuno Silva/Getty Images

© EKΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥΛΙΠΑ, Αθήνα 2013 Πρώτη έκδοση: Νοέμβριος 2013 ISBN 978-618-5044-01-5 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥΛΙΠΑ Τ.Θ. 520 81 Τ.Κ. 144 10, Μεταμόρφωση Αττικής Τηλ.: 801-700-7570 www.ekdoseistoulipa.gr e-mail: info@ekdoseistoulipa.gr TOULIPA PUBLICATIONS P.O. Box 520 81 144 10, Metamorfossi, Greece Tel.: 801-700-7570 www.ekdoseistoulipa.gr e-mail: info@ekdoseistoulipa.gr


Στον Ντιέγκο – αυτή η ιστορία είναι για σένα. Χρόνια πολλά!


1 Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012 Επικίνδυνος. Μήνες τώρα βλέπω όνειρα και εφιάλτες όπου εκείνος προσωποποιεί τέλεια αυτή τη λέξη. Εναλλακτικές πραγματικότητες, σαν μέσα σε όραμα, όπου μπο​ρώ να μυρίσω το αρρενωπό άρωμα μόσχου, να νιώσω το σκληρό κορμί του πάνω στο δικό μου. Να γευτώ τη γλυκιά, αισθησιακή γεύση του – σαν σοκολάτα γάλακτος με τη σατινέ απαίτηση να υποκύψω σε άλλη μια δαγκωνιά. Και άλλη μία. Είναι τόσο ωραία που έχω ξε​χάσει ότι υπάρχει τίμημα για την υπερβολική ικανοποίηση. Και υπάρχει τίμημα. Πάντα υπάρχει τίμημα. Θυμήθηκα αυτό το μάθημα ζωής ένα σαββατιάτικο βρά​δυ. Και τώρα πια ξέρω πως ό,τι κι αν πει, ό,τι κι αν κά​νει, δεν μπορώ –δεν πρόκειται– να τον ξαναδώ. Ξεκίνησε σαν άλλη μια ερωτική περιπέτεια μαζί του. Απρόβλεπτη. Συναρπαστική. Ούτε που θυμάμαι τι πήγε λάθος. Πώς πήρε τόσο σκοτεινή τροπή. Με διέταξε να γδυθώ και να καθίσω στο στρώμα, ακουμπώντας στο κεφαλάρι του κρεβατιού, με τα πόδια μου ανοιχτά για να βλέπει. Γυμνή μπροστά του, ανοιχτή, ευάλωτη, έτρεμα από επιθυμία. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δεχτεί διαταγές από άντρα. Και σίγουρα ποτέ δεν πίστευα ότι θα υπήρχε κάτι που να με κάνει να τρέμω. Αλλά έτρεμα για εκείνον. Αν το σαββατόβραδο είχε αποδείξει κάτι, αυτό ήταν ότι, όταν ήμουν μαζί του, υπό την επήρειά του, μπορούσε να απαιτήσει τα πάντα κι εγώ να υπακούσω. Μπορούσε να με φτάσει στα όριά μου, σε απίστευτα σημεία που ποτέ δεν περίμενα να βρεθώ. Ακριβώς γι’ αυ​τόν τον λόγο δεν μπορώ να τον ξαναδώ. Με κάνει να νιώθω ότι του ανήκω, και αυτό που με ανησυχεί είναι ότι μου αρέσει. Δεν μπορώ καν να καταλάβω πώς επιτρέπω κάτι τέτοιο, παρόλο που καίγομαι γι’ αυτό. Αλλά όταν τον είδα να στέκεται στην άκρη του κρεβατιού, το Σάββατο το βράδυ, μεγαλόσωμο και γυμνασμένο, με το πέος του να προεξέχει, το μόνο που υπήρχε ήταν αυτή η ανάγκη. Ήταν εκπληκτικός. Πραγματικά, ο πιο υπέροχος άντρας που έχω γνωρίσει. Με πλημμύρισε αμέσως πόθος. Ήθελα να τον νιώσω κοντά μου, να τον νιώσω να με αγγίζει. Να τον αγγίξω κι εγώ. Αλλά τώρα ξέρω ότι δεν πρέπει να τον αγγίζω χωρίς την άδειά του. Και ξέρω ότι δεν πρέπει να τον ικετεύω να με αφήσει να το κάνω. Έμαθα το μάθημά μου στις προηγούμενες συναντήσεις. Απολαμβάνει υπερβολικά το πόσο ευάλωτη είμαι όταν ικετεύω. Απολαμβάνει να μου στερεί την ικανοποίηση μέχρι να φτάσω να τρέμω από την έξαψη του κορμιού μου. Μέχρι να λιώσω από την ένταση και τα δάκρυα. Του αρέσει η δύναμη που έχει πάνω μου. Του αρέσει να έχει απόλυτο έλεγχο. Θα έπρεπε να τον μισώ. Μερικές φορές νομίζω ότι τον αγαπώ. Το μαντίλι θα έπρεπε να μου έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, ότι όδευα προς ένα μέρος δίχως επιστροφή. Τώρα που το σκέφτομαι, πιστεύω ότι αυ​τό συνέβη. Το πέταξε στο κρεβάτι, μια πρόκληση, και αμέσως μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά μου. Η ιδέα ότι δε θα μπορούσα να δω τι μου συνέβαινε θα έπρεπε να με είχε ερεθίσει – και με ερέθισε.


Αλλά, για λόγους που δεν καταλάβαινα τότε, με τρόμαξε κιόλας. Φοβήθηκα και δίστασα. Αυτό δεν τον ευχαρίστησε. Μου το είπε, με τη βαθιά, πλούσια φωνή του που με κάνει να τρέμω ανεξέλεγκτα. Η ανάγκη να τον ικανοποιήσω ήταν τόσο έντονη. Έδεσα το μαντίλι. Η ανταμοιβή μου ήταν ένα τρίξιμο στο στρώμα. Με πλησίαζε. Ήξερα ότι σύντομα θα τελείωνα. Τα χέρια του γλίστρησαν κτητικά στις γάμπες μου, στους μηρούς μου. Και, πανάθεμά τον, σταμάτησε ακριβώς πριν το σημείο που τον χρειαζόμουν. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια σκοτεινή ανεμοζάλη αισθήσεων. Με ξάπλωσε ανάσκελα στο στρώμα. Ήξερα ότι η ικανοποίηση απείχε μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Σύντομα θα έμπαινε μέσα μου. Σύντομα θα είχα αυτό που χρειαζόμουν. Αλλά, προς απογοήτευσή μου, απομακρύνθηκε. Τότε ήμουν σίγουρη ότι άκουσα το κλικ μιας κλειδαριάς. Τινάχτηκα και ανακάθισα, και φώναξα το όνομά του, φοβούμενη ότι έφευγε, σίγουρη ότι είχα κάνει κάτι λάθος. Ανακουφίστηκα όταν ένιωσα το χέρι του στην κοιλιά μου. Είχα φανταστεί τον ήχο μιας κλειδαριάς. Πρέπει να τον είχα φανταστεί. Αλλά δεν μπορούσα να αποτινάξω την αίσθηση ότι η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει ελαφρά, ούτε την υποψία ενός ζωώδους πόθου και απειλής που γέμιζε τον χώρο και που δε μου έδινε την αίσθηση εκείνου. Ήταν μια σκέψη που την ξέχασα αμέσως όταν γλίστρησε με όλο του το βάρος ανάμεσα στους μηρούς μου, όταν μου σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι, κι ένιωσα την ανάσα του ζεστή στον λαιμό μου και το σώμα του βαρύ, τέλειο. Με κάποιον τρόπο, μια μεταξωτή γραβάτα τυλίχτηκε γύρω από τους καρπούς μου και τα χέρια μου δέθηκαν στα κάγκελα του κρεβατιού. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι δε θα μπορούσε να το έχει κάνει μόνος του. Ότι ήταν από πάνω μου, χωρίς να μπορεί να χειριστεί τα χέρια μου. Αλλά τότε, χειριζόταν το σώμα και το μυαλό μου και εγώ ήμουν το πρόθυμο θύμα του. Σηκώθηκε από πάνω μου κι εγώ κλαψούριζα, μην μπορώντας να τον φτάσω. Και πάλι σιωπή. Και το θρόισμα υφάσματος. Και άλλοι παράξενοι ήχοι. Πέρασαν ατελείωτα δευτερόλεπτα και θυμάμαι να ανατριχιάζω. Το συναίσθημα τρόμου είχε κάνει το στομάχι μου κόμπο. Και έπειτα, η στιγμή που ξέρω ότι θα θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Η στιγμή που η λεπίδα άγγιξε τα χείλη μου. Η στιγμή που υποσχέθηκε ότι ο πόνος έκρυβε ηδονή. Η στιγμή που η λεπίδα διέτρεξε το δέρμα μου, απόδειξη ότι έλεγε αλήθεια. Και ήξερα τότε ότι είχα κάνει λάθος. Δεν ήταν επικίνδυνος. Δεν ήταν εθιστική σοκολάτα. Ήταν θανάσιμος, ήταν ναρκωτικό και φοβόμουν… Ένα χτύπημα στην πόρτα του διαμερίσματός μου ενώ έχω απορροφηθεί από το ημερολόγιο και τις σαγηνευτικές του λέξεις με κάνει να αναπηδήσω, τόσο που παραλίγο να το πετάξω πάνω από τον ώμο μου. Γεμάτη ενοχές, το κλείνω με δύναμη και το βάζω ξανά στο λιτό τραπεζάκι από ξύλο βελανιδιάς όπου το είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ η γειτόνισσα και καλή μου φίλη Έλα Φέργκιουσον. Δεν ήθελα να το διαβάσω. Απλώς ήταν… εκεί. Στο τραπεζάκι μου. Το άνοιξα χωρίς να το συνειδητοποιήσω και σοκαρίστηκα τόσο από αυτό που είδα, που δεν πίστευα ότι μπορεί πράγματι η γλυκιά, καλή μου φίλη Έλα να έγραφε κάτι τέτοιο. Έτσι συνέχισα να διαβάζω. Δεν μπορούσα να σταματήσω και δεν ξέρω γιατί. Δεν έχει λογική. Εγώ, η Σάρα ΜακΜίλαν, είμαι καθηγήτρια σε λύκειο και δεν παραβιάζω τις


προσωπικές σκέψεις των ανθρώπων, ούτε απολαμβάνω τέτοιου είδους αναγνώσματα. Εξακολουθώ να το λέω αυτό στον εαυτό μου καθώς πλησιάζω την πόρτα, αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω το κάψιμο που νιώθω χαμηλά στην κοιλιά μου. Σταματάω μια στιγμή πριν υποδεχτώ τον επισκέπτη μου και βάζω τα χέρια μου στα μάγουλά μου, σίγουρη ότι είναι κόκκινα σαν τη φωτιά, ελπίζοντας ότι όποιος κι αν είναι απλώς θα φύγει. Υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι αν φύγει, δε θα ξαναπιάσω το ημερολόγιο, αλλά βαθιά μέσα μου ξέρω ότι ο πειρασμός θα είναι μεγάλος. Θεέ μου, νιώθω όπως ένιωθε η Έλα όταν ζούσε τη σκηνή από το ημερολόγιο· σαν να είμαι εγώ που περιμένω για μια ακόμα βασανιστική στιγμή κι έπειτα για άλλη μία. Είναι σαφές ότι μια γυναίκα είκοσι οχτώ χρονών δεν πρέπει να περνάει δεκαοχτώ μήνες χωρίς σεξ. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι έχω παραβιάσει τις προσωπικές σκέψεις κάποιας που αγαπώ. Άλλο ένα χτύπημα και καταλαβαίνω ότι ο επισκέπτης μου δεν πρόκειται να φύγει. Τινάζομαι και κατεβάζω το στρίφωμα του απλού γαλάζιου φορέματος που φοράω ακόμα μετά το σημερινό τελευταίο μάθημα Αγγλικών στην πρώτη λυκείου. Εισπνέω και ανοίγω την πόρτα αφήνοντας μια δροσερή ριπή του νυχτερινού αέρα του Σαν Φρανσίσκο, που είναι παγερός όλο τον χρόνο, να παρασύρει τις λίγες τούφες από τα μακριά καστανά μαλλιά μου που έχουν ξεφύγει από τον χαμηλό κότσο μου. Ευτυχώς, το αεράκι δροσίζει και το δέρμα μου που καίει σαν να έχω πυρετό. Τι μου συμβαίνει; Πώς είναι δυνατόν ένα ημερολόγιο να με έχει επηρεάσει τόσο πολύ; Χωρίς να περιμένει να της πω να περάσει, η Έλα με προσπερνάει βιαστικά, ένας σίφουνας από κόκκινες ελαστικές μπούκλες και άρωμα βανίλιας. «Να το», είπε η Έλα, αρπάζοντας το ημερολόγιό της από το τραπεζάκι. «Καλά θυμόμουν ότι το είχα αφήσει εδώ χθες το βράδυ που πέρασα». Κλείνω την πόρτα, σίγουρη ότι τα μάγουλά μου έχουν κοκκινίσει ξανά, αποδεχόμενη το γεγονός ότι τώρα πια γνωρίζω περισσότερα για την ερωτική ζωή της Έλα απ’ όσα θα έπρεπε. Ακόμα δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να ανοίξω το ημερολόγιο, τι με έκανε να συνεχίσω την ανάγνωση. Τι με κάνει, ακόμα και τώρα, να θέλω να διαβάσω κι άλλο. «Δεν το είχα προσέξει», λέω και εύχομαι να μπορούσα να πάρω πίσω το ψέμα τη στιγμή που το ξεφουρνίζω. Δε μου αρέσουν τα ψέματα. Έχω γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους που έλεγαν ψέματα και ξέρω πόσο καταστροφικά μπορεί να είναι. Άλλωστε, πρόκειται για την Έλα, που τον τελευταίο χρόνο από γειτόνισσά μου έγινε έμπιστη φίλη μου, η μικρή αδερφή που ποτέ δεν είχα. Μαζί είμαστε η οικογένεια που καμιά μας δεν είχε, ή μάλλον που καμιά μας δεν ήθελε. Η αμηχανία μου με κάνει να φλυαρώ, μια κακιά συνήθεια που, προφανώς, οφείλεται στο άγχος και την ενοχή. «Είχα πολλά μαθήματα», συμπληρώνω, «και κάμποση χαρτούρα για να τελειώσω και με το θερινό σχολείο. Τυχερή που το απόφυγες φέτος, αν και είχα κάποιους φοβερούς μαθητές που τους κατευχαριστήθηκα». Σουφρώνω τα χείλια μου και λέω στον εαυτό μου ότι είπα αρκετά, μόνο για να διαπιστώσω ότι δεν μπορώ να σταματήσω. «Γύρισα σπίτι μόλις πριν λίγα λεπτά». «Ευτυχώς που έχεις λίγο χρόνο ελεύθερο τώρα», λέει η Έλα σηκώνοντας ψηλά το ημερολόγιο. «Αυτό το έφερα χθες που είχαμε κανονίσει να δούμε κοριτσίστικη ταινία. Ήθελα να σου διαβάσω μερικά σημεία. Αλλά έπειτα τηλεφώνησε ο Ντέιβιντ, και ξέρεις τι έγινε μετά». Κρεμάει τα χείλια της, η φωνή της φανερώνει ενοχή. «Σε εγκατέλειψα. Πολύ κακή φίλη».


Ο Ντέιβιντ είναι το αγόρι της, ένας σέξι γιατρός. Αυτό που ήθελε ο Ντέιβιντ από την Έλα το πήρε. Τώρα ξέρω ότι αυτό είναι αλήθεια. Κοιτάζω διερευνητικά την Έλα για μια στιγμή. Με το δροσερό νεανικό δέρμα της, το ξεθωριασμένο τζιν και το μοβ κοντομάνικο, μοιάζει περισσότερο με μαθήτρια παρά με εικοσιπεντάχρονη καθηγήτρια. «Ήμουν πολύ κουρασμένη ούτως ή άλλως», τη διαβεβαιώ​νω, αλλά ανησυχώ που έχει ξεμυαλιστεί με αυτόν τον άντρα ο οποίος είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. «Έπρεπε να κοιμηθώ γιατί είχα τα μαθήματα σήμερα». «Τώρα όμως τελείωσαν πια, ζήτω». Δείχνει το ημερολόγιο. «Και χαίρομαι πολύ που το πήρα πριν βρεθώ με τον Ντέιβιντ απόψε». Σηκώνει το ένα φρύδι. «Για προκαταρτικά. Ο Ντέιβιντ θα ξετρελαθεί. Αυτό το ημερολόγιο είναι καυτό». Την κοιτάζω έκπληκτη, με ανοιχτό το στόμα. «Του διαβάζεις το ημερολόγιό σου;» Ποτέ δε θα είχα το θάρρος να διαβάσω σε έναν άντρα τόσο προσωπικές σκέψεις – ιδίως αν αφορούσαν τον ίδιο. «Και είναι προκαταρκτικά;» Η Έλα συνοφρυώνεται. «Δεν είναι το ημερολόγιό μου, θυμάσαι; Σου το είπα χθες το βράδυ. Είναι από την αποθήκη που αγόρασα σ’ εκείνη τη δημοπρασία στις αρχές του καλοκαιριού». «Α», λέω, αν και δε θυμάμαι να μου έχει πει κάτι η Έλα για το ημερολόγιο. Για την ακρίβεια, αν το είχε κάνει, είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα το θυμόμουν. «Σωστά. Οι δημοπρασίες αποθηκών που πηγαίνεις από τότε που έπαθες ψύχωση με την εκπομπή Storage Wars. Ακόμα δεν μπο​ρώ να πιστέψω ότι οι άνθρωποι αποθηκεύουν τα πράγματά τους κι έπειτα δεν μπορούν να πληρώσουν και αφήνουν να τα πάρει όποιος κάνει τη μεγαλύτερη προσφορά». «Και όμως το κάνουν», λέει η Έλα. «Και δεν έχω πάθει ψύχωση». Σηκώνω το φρύδι δύσπιστα. «Εντάξει, μπορεί και να έχω πάθει», λέει συγκαταβατικά, «αλλά θα βγάλω τα διπλάσια απ’ όσα αν δούλευα στο θερινό σχολείο. Να έρθεις μαζί μου στην επόμενη δημοπρασία, σκέψου το σοβαρά. Ήδη έχω πουλήσει ακριβά δύο από τις τρεις αποθήκες που αγόρασα». Κρατάει ψηλά το ημερολόγιο. «Αυτό το βρήκα στην τελευταία αποθήκη που είναι και η καλύτερη μέχρι στιγμής. Έχει έργα τέχνης που ξέρω ότι θα τα πουλήσω ακριβά. Και μέχρι στιγμής, ανακάλυψα τρία ημερολόγια που είναι εντελώς σαγηνευτικά. Θεέ μου, δεν μπορώ να σταματήσω να τα διαβάζω. Αυτή η γυναίκα ξεκίνησε όπως εγώ κι εσύ, και με κάποιον τρόπο παρασύρθηκε σ’ αυτή τη σκοτεινή, παθιασμένη κατάσταση που είναι τρομακτική και ταυτόχρονα συναρπαστική». Έχει δίκιο και νιώθω το κάψιμο στην κοιλιά μου καθώς θυμάμαι τις λέξεις στις σελίδες του ημερολογίου. Σχεδόν μπορώ να φανταστώ την απαλή, δελεαστική φωνή της γυναίκας να μου ψιθυρίζει την ιστορία της. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ σε αυτό που λέει η Έλα, αλλά αναρωτιέμαι για τη γυναίκα, πού να είναι, ποια να είναι. «Θεέ μου!» φωνάζει η Έλα. «Κοκκινίζεις. Διάβασες το ημερολόγιο, έτσι δεν είναι;» Χάνω το χρώμα μου. «Τι; Δεν…» Ξαφνικά δεν μπορώ να μιλήσω. Δε νιώθω καθόλου ο εαυτός μου και σωριάζομαι αβοήθητη σε μια παραγεμισμένη καφέ πολυθρόνα απέναντι από την Έλα, παγιδευμένη στο προηγούμενο ψέμα μου. «Ναι… Το διάβασα». Η Έλα πιάνει ένα μαξιλάρι από τον καναπέ και με κοιτάζει καχύποπτα. «Νόμιζες, αλήθεια, ότι εγώ τα έγραψα όλα αυτά;»


Την κοιτάζω διστακτικά. «Ε…» «Ποπό!» λέει εκλαμβάνοντας την απάντησή μου, ή μάλ​λον την απουσία απάντησης, ως επιβεβαίωση. «Νόμισες…» Κουνάει το κεφάλι της. «Δεν έχω λόγια. Δεν μπορεί να διά​βασες τα καλά σημεία, γιατί αποκλείεται να πίστευες ότι τα είχα γράψει εγώ. Αλλά κοκκινίζεις σαν να έχεις διαβάσει τα καλά σημεία». «Διάβασα μερικά σημεία που είχαν… ε, αρκετές λεπτομέρειες». Γελάει ξεφυσώντας. «Και υπέθεσες ότι τα έγραψα εγώ». Κουνάει ξανά το κεφάλι της. «Και νόμιζα ότι με ήξερες. Αλλά, διάολε, μακάρι να μπορούσα να το κάνω έστω και για μια καυτή νύχτα. Η ζωή αυτής της γυναίκας έχει έναν μυστηριώδη ερωτισμό που…» Αναριγεί. «Με στοιχειώνει. Με επηρεάζει, και η όλη κατάσταση και η ίδια». Με παρηγορεί κάπως να ξέρω ότι κι εκείνη επηρεάζεται όπως κι εγώ από τις λέξεις στις σελίδες του ημερολογίου, και δεν ξέρω γιατί. Για ποιον λόγο άραγε χρειάζομαι παρηγοριά; Δεν είναι λογικό. Η αντίδρασή μου απέναντι σ’ αυτή την άγνωστη γυναίκα δεν είναι λογική. «Όταν εγώ κι ο Ντέιβιντ τελειώσουμε με το ημερολόγιο», συνεχίζει η Έλα επαναφέροντάς με στην κουβέντα, «θα βγάλει φωτογραφία μερικές από τις πιο προσωπικές σελίδες για πιθανούς αγοραστές και θα βάλουμε τα ημερολόγια στο eBay. Θα μας φέρουν πολλά χρήματα. Το ξέρω». Την κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα, η ιδέα μού προκαλεί αποστροφή. «Δε σκοπεύεις στα σοβαρά να πουλήσεις τις σκέψεις αυτής της γυναίκας στο eBay;» «Και βέβαια, διάολε», λέει. «Το θέμα είναι να βγάλουμε λεφτά. Άλλωστε, μπορεί και να είναι φαντασίες». Τα λόγια της είναι ψυχρά και με εκπλήσσει. Δεν είναι αυτή η Έλα που ξέρω. «Μιλάμε για τις προσωπικές σκέψεις μιας γυναίκας, Έλα. Σίγουρα δε θέλεις να βγάλεις κέρδος από τον πόνο της». Συνοφρυώνεται. «Ποιον πόνο; Εμένα μου φαίνεται μάλ​λον όλο απόλαυση». «Έχασε όλα της τα υπάρχοντα σε μια δημοπρασία. Αυτό δεν είναι απόλαυση». «Υποθέτω ότι ο πλούσιος τύπος θα την πήγε σε κάποιο εξωτικό μέρος και ότι θα ζει μεγάλη ζωή». Ο τόνος της γίνεται μελαγχολικός. «Πρέπει να σκέφτομαι έτσι για να μπορώ να το κάνω αυτό, Σάρα. Σε παρακαλώ, μη με κάνεις να νιώθω ενοχές. Τα χρειάζομαι αυτά τα χρήματα και αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει κάποιος άλλος αγοραστής». Ανοίγω το στόμα μου έτοιμη να διαφωνήσω, αλλά σταματάω. Η Έλα είναι ολομόναχη στον κόσμο, δεν έχει οικογένεια, εκτός από έναν αλκοολικό πατέρα ο οποίος, τις περισσότερες φορές, δε θυμάται καν το όνομά του, πόσο μάλλον το δικό της. Ξέρω ότι νιώθει πως πρέπει να έχει λεφτά στην άκρη για επείγουσες καταστάσεις. Και εγώ το ξέρω αυτό το συναίσθημα. Και εγώ είμαι μόνη. Σε γενικές γραμμές δηλαδή, αλλά δε θέλω να το σκεφτώ αυτό τώρα. «Λυπάμαι», της λέω και το εννοώ. «Ξέρω ότι σου κάνει καλό. Χαίρομαι που πηγαίνει καλά». Χαμογελάει ανεπαίσθητα και γνέφει θετικά πριν σηκωθεί όρθια. Σηκώνομαι κι εγώ και την αγκαλιάζω. Χαμογελάει, η διάθεσή της έχει ξαναγίνει ηλιόλουστη και φωτεινή, σαν το φως που φέρνει συχνά στη ζωή μου. Την αγαπάω την Έλα. Στ’ αλήθεια. «Ο Ντέιβιντ κι εγώ ανυπομονούμε για λίγη από αυτή τη μαγευτική δράση απόψε», ψιθυρίζει πονηρά. «Πρέπει να φύγω». Γελάει και με χαιρετάει κουνώντας τα δάχτυλα.


«Καλά να περάσεις. Είμαι σίγουρη δηλαδή». Βυθίζομαι στην πολυθρόνα μου και βλέπω την πόρτα να κλείνει. Ένα χτύπημα στην πόρτα με βγάζει ξανά από την ηρεμία μου και με πανικοβάλλει. Ανακάθομαι στο κρεβάτι, αποπροσανατολισμένη και ζαλισμένη, και κοιτάζω το ρολόι. Είναι εφτά το πρωί, την πρώτη μέρα που δεν έχω μαθήματα. «Ποιος στο καλό χτυπάει την πόρτα μου;» μουρμουρίζω, πετάω τις κουβέρτες και φοράω τις ροζ χνουδωτές παντόφλες που μου χάρισε μια μαθήτρια πέρσι τα Χριστούγεννα. Πιάνω τη μακριά ροζ ρόμπα μου που δεν είναι χνουδωτή, αλλά γράφει «ροζ» στην πλάτη. Και άλλα χτυπήματα. «Σάρα, εγώ είμαι, η Έλα!» ακούω καθώς σέρνω τα πόδια μου στο καθιστικό. «Γρήγορα! Γρήγορα!» Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά όχι μόνο επειδή η Έλα προφανώς βρίσκεται σε πανικό, αλλά επειδή, σε αντίθεση μ’ εμένα που δε μου αρέσει να χάνω ούτε λεπτό της μέρας μου, η Έλα δε σηκώνεται πριν το μεσημέρι τις μέρες που δεν είναι υποχρεωμένη. Με το που ανοίγω την πόρτα, η Έλα με αγκαλιάζει και μου ανακοινώνει: «Θα κλεφτώ!» «Θα κλεφτείς;» Μου κόβεται η ανάσα, καθώς αποτραβιέμαι και τραβάω την Έλα μέσα, μακριά από την ψύχρα του ξημερώματος. Ακόμα φοράει τα χθεσινοβραδινά της ρούχα. «Τι είναι αυτά που λες; Τι συμβαίνει;» «Χθες βράδυ ο Ντέιβιντ μου έκανε πρόταση γάμου», λέει όλο ενθουσιασμό. «Ούτε που το πιστεύω. Φεύγουμε για Παρίσι σήμερα το πρωί». Κοιτάζει το ρόλοι της και τσιρίζει. «Σε δυο ώρες δηλαδή». Βάζει κάτι στο χέρι μου. «Αυτά είναι τα κλειδιά του σπιτιού μου. Στο τραπέζι της κουζίνας θα βρεις το ημερολόγιο και το κλειδί της αποθήκης. Αν δεν αδειάσει σε δυο εβδομάδες, πρέπει να νοικιαστεί ή να βγει ξανά σε δημοπρασία. Γι’ αυτό πάρ’ την και πούλα τα πράγματα. Τα λεφτά είναι δικά σου. Ή άσ’ την. Όπως και να ’χει, δεν έχει σημασία». Χαμογελάει. «Γιατί φεύγω για το Παρίσι και μετά πηγαίνω για μήνα του μέλιτος στην Ιταλία!» Είμαι προστατευτική με την Έλα. Δε θέλω να πληγωθεί και δεν την έχω ακούσει ποτέ να λέει ότι αγαπάει τον Ντέιβιντ. «Τον ξέρεις μόνο τρεις μήνες, γλυκιά μου. Εγώ τον έχω συναντήσει μια φορά». Πάντα, κατά πολύ βολικό τρόπο, έπρεπε να φύγει όταν κανονίζαμε να βρεθούμε. «Τον αγαπάω, Σάρα», λέει σαν να διαβάζει τις σκέψεις μου. «Και μου φέρεται καλά. Το ξέρεις». Όχι, δεν το ξέρω, αλλά ενώ προσπαθώ να βρω τον κατάλληλο τρόπο να της το πω, έχει ήδη φτάσει στην πόρτα. «Έλα…» «Θα σε πάρω όταν φτάσω στο Παρίσι, έχε το κινητό σου κοντά». «Στάσου!» λέω τραβώντας την από το χέρι. «Πόσο καιρό θα λείψεις;» Τα μάτια της αστράφτουν από ενθουσιασμό. «Έναν μή​να. Το πιστεύεις; Έναν ολόκληρο μήνα στην Ιταλία. Ζω ένα όνειρο». Με αγκαλιάζει και με φιλάει στο μάγουλο. «Εφό​σον εμείς οι καθηγητές επιστρέφουμε τον Οκτώβρη, χάρη στις περισσότερες ώρες διδασκαλίας κάθε μέρα, μπορώ να λείψω έναν ολόκληρο μήνα! Το πιστεύεις; Δε θα παραπονεθώ ξανά για τις πολλές ώρες. Έναν ολόκληρο μήνα στην Ιταλία – τι όνειρο είναι αυτό! Θα σου


τηλεφωνήσω, και όταν γυρίσουμε θα κάνουμε δεξίωση». Το βλέμμα της μαλακώνει. «Ξέρεις ότι ήθελα να είσαι κι εσύ μαζί μου, έτσι δεν είναι; Αλλά ο Ντέιβιντ ήξερε ότι δεν έχω οικογένεια και ήθελε να με πάρει μακριά ώστε να μην είναι τόσο επώδυνο». Πιέζει το σουφρωμένο σημείο που σχηματίζεται πάντα ανάμεσα στα φρύδια μου όταν κατσουφιάζω. «Μην παίρνεις αυτή την έκφραση. Θα κάνεις ρυτίδες όταν μεγαλώσεις. Και είμαι μια χαρά. Για την ακρίβεια, τέλεια». «Το καλό που σου θέλω», λέω επιχειρώντας να κάνω τη φωνή μου όσο πιο αυστηρή γίνεται, αλλά ο λαιμός μου σαν να έχει κλείσει και ψελλίζω μόνο μια βραχνή προειδοποίηση. «Πάρε με μόλις φτάσετε για να ξέρω ότι είσαι καλά. Και θέλω και φωτογραφίες. Πολλές». Η Έλα χαμογελάει χαρούμενη. «Μάλιστα, κυρία ΜακΜίλαν». Γυρίζει και φεύγει τρέχοντας, χαιρετώντας με ξανά για τελευταία φορά πίσω από τον ώμο της και στρίβει στη γωνία. Φεύγει κι εγώ προσπαθώ να πνίξω τα αναπάντεχα δάκρυα τα οποία δεν κατανοώ καν. Χαίρομαι για την Έλα, αλλά ταυτόχρονα ανησυχώ. Νιώθω… Δεν ξέρω τι νιώθω. Ίσως χαμένη. Χαϊδεύω τα κλειδιά της και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι μόλις κληρονόμησα μια αποθήκη και το ημερολόγιο που είχα ορκιστεί να μην ξαναδιαβάσω.


2 Κι έπειτα, η στιγμή που ξέρω ότι θα θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Η στιγμή που η λεπίδα άγγιξε τα χείλη μου. Η στιγμή που υποσχέθηκε ότι ο πόνος έκρυβε ηδονή. Οι λέξεις που ήταν γραμμένες στο ημερολόγιο στριφογυρίζουν στο μυαλό μου νωρίς το επόμενο βράδυ, τη μέρα που η Έλα έφυγε βιαστικά. Με στοιχειώνουν τόσο που νιώθω ολότελα παγωμένη όταν τις σκέφτομαι. Γι’ αυτό είμαι εδώ, και στέκομαι μέσα σε μια αποθήκη στο μέγεθος ενός μικρού γκαράζ, με ελεγχόμενη θερμοκρασία, που σε κάποια φάση υποθέτω ότι νοίκιασε η συγγραφέας του ημερολογίου. Ευτυχώς, υπάρχει απαλός φωτισμός και είναι σε καλή γειτονιά. Στέκομαι, χωρίς να ξέρω τι να πρωτοκοιτάξω. Νιώθω άβολα να ψαχουλεύω τα πράγματα μιας άγνωστης. Η στιγμή που υποσχέθηκε ότι ο πόνος έκρυβε ηδονή. Οι λέξεις επιστρέφουν απρόσκλητες ξανά στο μυαλό μου. Αναριγώ, και όχι μόνο επειδή το ημερολόγιο είναι σαφώς ερεθιστικό. Δε θα έπρεπε να ερεθίζομαι, τουλάχιστον όχι από δεσίματα και επώδυνη ηδονή. Αρνούμαι να ερεθιστώ. Ανησυχώ γι’ αυτή τη μυστηριώδη γυναίκα. Άλλωστε, είμαι κόρη του πατέρα μου, όπως η μητέρα μου ήταν γυναίκα του, που σήμαινε ότι ήμασταν μαριονέτες του, που δεν τολμούσαμε καν να είμαστε στη σκιά του. Η μητέρα μου, με τον θάνατό της, γλίτωσε από εκείνον και εγώ επέλεξα από τότε να τον αφήσω έξω από τη ζωή μου. Παρόλο που πέρασαν πέντε χρόνια χωρίς εκείνον, έχω συναίσθηση ότι η επίδραση που είχε το βαρύ του χέρι είναι υπερβολικά παρούσα στη ζωή μου. Οι αναμνήσεις με κάνουν να σφίγγω τα δόντια. Δεν έχω ιδέα πώς το μυαλό μου γλιστράει σε σκέψεις που προσπαθώ να μην κάνω ποτέ. Πιέζομαι και συγκεντρώνομαι ξα​νά στα τακτικά στοιβαγμένα έπιπλα και τα κουτιά κατά μήκος των τοίχων, καθώς και σε κάτι που μοιάζει με πίνακα καλά τυλιγμένο. Μια ζωή που έμεινε πίσω, που ξεχάστηκε. Ποια το έκανε αυτό; Ποια άφησε πίσω πράγματα για τα οποία νοιαζόταν τόσο ώστε να τα πακετάρει τακτικά και να τα οργανώσει; Δεν πείθομαι ότι ένας πλούσιος γκόμενος πήρε αυτή τη γυναίκα μακριά, να ζήσουν μια εξωτική ζωή. Αυτό το έκανε κάποια που είχε βρεθεί αντιμέτωπη με κακοτυχίες και τραγωδίες. Δεν πρόκειται να προσθέσω κι άλλα βάρη σ’ αυτή τη γυναίκα ξεπουλώντας τα πράγματά της. Όχι «αυτή τη γυναίκα», με διόρθωσα. Το όνομά της είναι Ρεμπέκα Μέισον. Αυτό έλεγαν τα χαρτιά, και ο ιδιοκτήτης του κτιρίου δεν μπορούσε να μου δώσει το τηλέφωνό της, το οποίο «άλλωστε έχει κοπεί». «Θα βρω έναν τρόπο να έρθω σε επαφή μαζί σου και να σου επιστρέψω τα πράγματά σου», ψιθυρίζω στο δωμάτιο, σαν να μιλάω στη Ρεμπέκα, και νιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου. Νιώθω σαν να είναι εδώ, σαν να με ακούει… είναι τελείως ανατριχιαστικό, αλλά με κάποιον τρόπο με κάνει πιο αποφασισμένη να τη βρω. Αναστενάζω συνειδητοποιώντας τι σημαίνει δυστυχώς αυτός ο όρκος. Πρέπει να


παραβιάσω την ιδιωτική της ζωή και να ψαχουλέψω τα πράγματά της για να βρω τρόπο επικοινωνίας, τρόπο να της επιστρέψω ό,τι απέμεινε από τη ζωή της. Αν είναι ζωντανή, σκέφτομαι δυσοίωνα, και τυλίγω τα χέρια μου γύρω μου. «Σταμάτα», μουρμουρίζω επιπλήττοντάς με. Οι μακάβριες σκέψεις δε μου ταιριάζουν. Δε μου αρέσουν καν οι ταινίες τρόμου. Ο κόσμος έχει αρκετά τέρατα στην πραγματικότητα και χωρίς να δημιουργούμε φανταστικά. Θα μπορούσε να υπάρχει καλός λόγος που η Ρεμπέκα άφησε τη ζωή της πίσω. Να κέρδισε, για παράδειγμα, το λόττο. Ορίστε. Ναι. Υπήρχε καλός λόγος να αφήσεις όλα τα πράγματά σου. Απίθανο αλλά όχι αδύνατο. Μία στα δέκα εκατομμύρια, φαντάζομαι, αλλά δυνατό. Και τότε γιατί η ιδέα αυτή δε με βοηθάει να διώξω το απόκοσμο συναίσθημα κενού που μου αφήνει αυτό το δωμάτιο; Θέλοντας να τελειώνω με όλα αυτά, αφήνω την τσάντα μου να πέσει στο πάτωμα και τρίβω τα χέρια μου στο μαλακό ξεβαμμένο τζιν μου, σαρώνοντας με το βλέμμα τα αντικείμενα ολόγυρα μέχρι που το μάτι μου πέφτει σε ένα κουτί με ετικέτα «προσωπικά έγγραφα». Μου φαίνεται καλό μέρος για να βρω στοιχεία επικοινωνίας, αν υπάρχουν. Δυο ώρες αργότερα, κάθομαι με την πλάτη στον τοίχο, ψάχνοντας για πληροφορίες που δεν έχω καμιά δουλειά να κοιτάζω. Σχολικά αρχεία, λογαριασμοί, νομικά έγγραφα για ψίχουλα κληρονομιάς από τον θάνατο της μητέρας της Ρεμπέκα και τελευταίας εν ζωή συγγενούς της, πριν τρία χρόνια. Σκέφτομαι τη δικιά μου μητέρα, τη γυναίκα που προσπάθησε να με προφυλάξει από τον πατέρα μου, αλλά ποτέ δεν έκανε τίποτα για να προφυλάξει τον εαυτό της. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και αναρωτιέμαι αν θα φύγει ποτέ ο πόνος της απώλειάς της. Αν θα φύγει ποτέ. Ήταν η καλύτερη φίλη μου, η έμπιστή μου. Αναρωτιέμαι αν η Ρεμπέκα ήταν δεμένη με τη μητέρα της όσο εγώ με τη δική μου. Αν η απώλειά της την είχε πονέσει όσο η απώλεια της δικής μου μητέρας, και όσο με πονάει ακόμα. Με πολλή προσπάθεια, συγκεντρώνομαι ξανά στο χαρτομάνι και συνειδητοποιώ ότι δεν πρόκειται να βρω συγγενείς για να εντοπίσω τη Ρεμπέκα. Αλλά, ευτυχώς, το ταχυδρομείο και μερικοί λογαριασμοί τράπεζας μου έχουν δώσει τουλάχιστον τη διεύθυνσή της, αν και δεν ξέρω αν θα ισχύει ακόμη. Χωρίς να νιώθω πιο κοντά στο να βρω τη Ρεμπέκα, ξαναβάζω τα πάντα στο κουτί και σηκώνομαι όρθια, νιώθω λίγο πιασμένη και μουδιασμένη παρά το πρωινό μου τρέξιμο. «Δοκίμασε τη συρταριέρα», λέει μια αντρική φωνή από κάπου πίσω μου. Ξεροκαταπίνω και γυρίζω και βλέπω έναν άντρα με μπλουζάκι προσωπικού να στέκεται στο κατώφλι. Οι τρίχες στον αυχένα μου σηκώνονται όρθιες· τα νεύρα μου ουρλιάζουν προειδοποιήσεις. Είναι ένας ωραίος άντρας γύρω στα τριάντα πέντε – ξανθός, κόντρα ξυρισμένος, με κοντά μαλλιά καρφάκια, αλλά αυτό που με τρομάζει είναι το σκοτεινό ενδιαφέρον στα βυθισμένα μάτια του. Το ήδη μικρό δωμάτιο μοιάζει να συρρικνώνεται και να με πιέζει, το απόκοσμο συναίσθημα που δεν μπορούσα να αποτινάξω δεν είναι πια κενό αλλά επικεντρωμένο σ’ εμένα, σαν ένα αόρατο βάρος στους ώμους και το στήθος μου. «Τη συρταριέρα;» καταφέρνω να ψελλίσω παρόλο που ο λαιμός μου είναι ξερός. «Όλοι έχουν ένα μυστικό συρτάρι στην κρεβατοκάμαρα», λέει. Η φωνή του γίνεται πιο χαμηλή και βραχνή. «Ένα μέρος σχεδόν τόσο κρυφό όσο η ψυχή». Σφίγγομαι, ένα νέο κύμα δυσφορίας με κατακλύζει. Έχει ξανάρθει εδώ. Το ξέρω μέσα


μου, με κάθε εκατοστό της ύπαρξής μου. Έχει ψάξει τα πράγματα της Ρεμπέκα. Ξέρει τι ήταν μες στο συρτάρι. Δε μου αρέσει αυτός ο άντρας και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι είμαι μόνη μαζί του, χιλιόμετρα μακριά από τον αυτοκινητόδρομο, χωρίς να υπάρχει άλλος άνθρωπος κοντά – τουλάχιστον απ’ όσο έχω δει ή έχω ακούσει μέχρι στιγμής. «Δε θέλω να μάθω τα μυστικά της», λέω αυστηρά, κρατώντας τη φωνή μου εντυπωσιακά σταθερή αν σκεφτείς ότι τα γόνατά μου τρέμουν. «Θέλω να τη βρω για να της επιστρέψω τα πράγματά της». Με καλοκοιτάζει για μια στιγμή που κρατάει αιώνες, το βλέμμα του είναι έντονο όπως η δυσφορία που νιώθω. Στο τέλος, ενώ είμαι έτοιμη να πνιγώ από τη σιωπή, λέει: «Όπως είπα και πριν. Κοίταξε στο συρτάρι». Στα χείλια του σχηματίζεται ένα σαρδόνιο χαμόγελο, και απομακρύνεται από τον παραστάτη της πόρτας. «Θα επιστρέψω να κλειδώσω την εξώπορτα στις εννιά. Δε θέλεις να είσαι μέσα όταν θα το κάνω». Και χωρίς άλλη κουβέντα, φεύγει. Δεν κουνιέμαι. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Θέλω να κλείσω με δύναμη την πόρτα αλλά δεν τολμάω, όχι εφόσον κλειδώνει απ’ έξω, μια σκέψη που με τρομοκρατεί. Περνάνε δευτερόλεπτα και περιμένω καθώς τα βήματα του άντρα χάνονται. Μακριά. Ναι. Μακριά. Πρέπει να φύγω μακριά από αυτό το μέρος. Τρέχω προς τη γυαλιστερή συρταριέρα από μαόνι που είναι ακουμπισμένη στον τοίχο και τραβάω το πρώτο συρτάρι στα δεξιά. Θεέ μου, η καρδιά μου έχει φτάσει στον λαιμό, απειλεί να με πνίξει. Πρέπει να σταματήσω και να πιεστώ να εισπνεύσω και να εκπνεύσω αργά. Τρέμω και είμαι παράλογα φοβισμένη. Μετράω ως το τριάντα, και ύστερα μπορώ να ανασάνω ξανά. Είμαι καλά. Όλα καλά. Ανοίγω το αριστερό συρτάρι και η ανάσα που είχα καταφέρει να πάρω κόβεται ξανά μόλις βλέπω τα περιεχόμενα. Ένα μαύρο βελούδινο κουτί τριάντα επί είκοσι με μια κλειδαριά. Ένα κόκκινο μεταξωτό μαντίλι. Τρία κόκκινα δερματόδετα ημερολόγια. Δαγκώνω το κάτω χείλος μου. Ρίχνω ένα βλέμμα προς τον διάδρομο και ξανά πίσω στο συρτάρι. Παρ’ όλο το άγχος μου, μπαίνω σε πειρασμό, αλλά φοβάμαι ότι θα ξανάρθει ο ανατριχιαστικός άντρας. Συγκεντρώνομαι ξανά στο συρτάρι και ψάχνω να βρω κλειδί για να ανοίξω το κουτί, λέγοντας στον εαυτό μου ότι εκεί μέσα μπορεί να υπάρχουν στοιχεία επικοινωνίας, ότι δεν υποκύπτω στην περιέργεια της σάρκας. Ανοίγω ένα ένα τα ημερολόγια, τα ταρακουνάω μήπως πέσει κάποιο χαρτί, κάποιο κλειδί. Ένα φυλλάδιο πέφτει από μέσα και το βάζω στην άκρη, βρίσκοντας κι άλλα φυλλάδια στο μεταξύ. Παίρνω ένα και διαβάζω: Γκαλερί Τέχνης Σαγήνη, Σαν Φρανσίσκο. Είναι όλα φυλλάδια από τη Σαγήνη. Η Σαγήνη είναι η μεγαλύτερη και πιο αναγνωρισμένη γκαλερί ανάμεσα στις πολλές του Σαν Φρανσίσκο. Θυμάμαι ότι η Έλα είχε αναφέρει πως είχε βρει έργα τέχνης στην αποθήκη. Φαίνεται ότι παρά τις εντελώς διαφορετικές ερωτικές ζωές μας, η Ρεμπέκα κι εγώ έχουμε κοινό το ενδιαφέρον μας για την τέχνη. Λατρεύω ό,τι αφορά την τέχνη, από την ιστορία της μέχρι τη δημιουργική διαδικασία. Κάποτε θα έδινα το ένα μου χέρι για να δουλέψω στον κόσμο της τέχνης. Αυτό σπούδασα, αυτό ονειρεύτηκα. Ένα όνειρο που εγκατέλειψα πριν χρόνια όταν η ζωή, οι λογαριασμοί και οι ευθύνες απέκτησαν προτεραιότητα. Απ’ έξω ακούγεται ένας δυνατός ήχος που με κάνει σχεδόν να πηδήξω μέχρι το ταβάνι. Σφίγγω το χέρι μου στο στήθος μου, προσπαθώντας να κρατήσω την καρδιά μου στη θέση


της. Κεραυνός. Ο ήχος ήταν ένας κεραυνός. Έρχεται καταιγίδα. Άλλη μια δυνατή βροντή δονεί τους τοίχους και αντηχεί σαν να βρίσκομαι σε σπηλιά – μοιάζει με οιωνό που με προειδοποιεί να βιαστώ, που να πάρει η ευχή. Μη χειρότερα, η φαντασία μου καλπάζει, αλλά δεν πρόκειται να αγνοήσω αυτή την ανησυχία που με κυριεύει. Πιάνω την τσάντα μου και παίρνω τα ημερολόγια στα χέρια μου – το δικαιολογώ λέγοντας ότι είναι η μόνη μου ελπίδα να βρω κάποια στοιχεία για την πρόσφατη διεύθυνση της Ρεμπέκα. Είμαι έτοιμη να βγω έξω, αλλά διστάζω για μια στιγμή κι έπειτα τρέχω στη συρταριέρα και παίρνω το κουτί. Τα χέρια μου ακόμα τρέμουν καθώς καταφέρνω να ισορροπήσω τα αντικείμενα που κρατάω και να κλειδώσω την αποθήκη. Διασχίζω βιαστικά έναν στενό, κακοφωτισμένο διάδρομο, προσπερνάω κλειδωμένες αποθήκες σαν κι αυτή που μόλις άφησα πίσω. Νιώθω σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, και όπου να ’ναι θα πέσω στην κουνελότρυπα. Βγαίνω από την κεντρική είσοδο που μοιάζει με πόρτα γκαράζ σε ένα σκοτεινό πάρκινγκ που μοιάζει πιο σκοτεινό με την επερχόμενη καταιγίδα. Πώς πέρασε η ώρα τόσο γρήγορα χωρίς να το καταλάβω; Αρχίζω να ψιλοτρέχω μες στην ησυχία χάρη στα γαλάζια Nike αθλητικά μου. Τα κλειδιά μου είναι ακόμα στην τσάντα μου, και δεν ξέρω γιατί δεν τα έχω βγάλει ήδη. Αφήνω τα πράγματα που κρατάω πάνω στο καπό για να ψάξω στην τσάντα και καταφέρνω να ρίξω ένα από τα ημερολόγια. Κάνω να το πιάσω και ρίχνω κι άλλο. «Πανάθεμα», μουρμουρίζω και κάθομαι ανακούρκουδα για να τα μαζέψω αλλά οι τρίχες στο αυχένα μου σηκώνονται ξανά και παρά τις κρύες σταγόνες νερού που χτυπά​νε το μέτωπό μου, δε σηκώνομαι. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια σκιά κοντά στην ανοιχτή γκαραζόπορτα και κοιτάζω μα δε βλέπω κανέναν εκεί. Σηκώνομαι όρθια, το στομάχι μου σφίγγεται. Μπες στο αυτοκίνητο. Μπες στο αυτοκίνητο. Γιατί είσαι έξω από το αυτοκίνητο; Τα χέρια μου τώρα τρέμουν, βρίσκω τα κλειδιά μου και καταριέμαι αυτή την παράλογη παράνοια από την οποία δεν μπορώ να γλιτώσω. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου, πετάω μέσα την τσάντα μου και μπαίνω, με τα ημερολόγια και το κουτί άβολα στην αγκαλιά μου. Βιάζομαι να κλειδώ​σω τις πόρτες. Μόλις ακούω τα κλικ που με κλειδώνουν μέ​σα, ξεφυσάω με δύναμη και στοιβάζω όπως όπως τα ημερολόγια και το κουτί στη θέση του συνοδηγού. Ετοιμάζομαι να βάλω μπροστά όταν το βλέμμα μου πέφτει στο πλάι του κτιρίου απ’ όπου μόλις βγήκα, και μου κόβεται η ανάσα. Στις σκιές, κάτω από ένα λεπτό σκέπαστρο, με το ένα πόδι στηριγμένο στον τοίχο, στέκεται ο άντρας που με είχε επισκεφτεί πριν μερικά λεπτά. Με παρακολουθεί. Γυρίζω το κλειδί και μουρμουρίζω μια σιωπηλή ευχαριστήρια προσευχή όταν η μηχανή παίρνει μπρος. Δε βλέπω την ώρα να φύγω. Είμαι στα μισά της διαδρομής όταν ξεσπάει καταιγίδα στην πόλη, μια καταρρακτώδης βροχή με λαμπερές αστραπές, και γι’ αυτό, παρόλο που είναι Παρασκευή βράδυ, δεν υπάρχει θέση πάρκινγκ στο τετράγωνό μου. Ευτυχώς που είχα αγοράσει μια τσάντα στο μέγεθος μικρής βαλίτσας για να κουβαλάω τις εργασίες που έπρεπε να βαθμολογήσω. Χώνω μέσα το κουτί και τα ημερολόγια για να τα προφυλάξω από το νερό. Τρέχω μες στη βροχή και φτάνω στο διαμέρισμά μου με τα μαλλιά και τα ρούχα μου να στάζουν, και


ανάβω τα φώτα. Ανυπομονώ να κλείσω και να κλειδώσω την πόρτα όπως ανυπομονούσα να φύγω από την αποθήκη. Ίσως το μυστήριο της Ρεμπέκα Μέισον κάνει τη φαντασία μου να καλπάζει, αλλά νιώθω ότι με παρακολουθούν. Εκείνος ο άντρας στην αποθήκη με ανατριχιάζει. Αναριγώ και μόνο που τον σκέφτομαι. Βέβαια, φταίει και το ότι είμαι μούσκεμα και παρόλο που είναι Αύγουστος, οι ειδήσεις λένε ότι έξω έχει δέκα βαθμούς. Το νερό σχηματίζει μια λιμνούλα στα πόδια μου και βγάζω βιαστικά το κουτί και τα ημερολόγια από τη μουσκεμένη τσάντα μου και τ’ αφήνω στη στεγνή μοκέτα πριν γδυθώ μες στη μέση του χολ. Η καφετιά μοκέτα μου είναι σκέτος μαγνήτης για τη βρομιά, αλλά όταν νοικιάζεις δεν έχεις και πολλές επιλογές. Ξεκινάω να πάω στο μπάνιο και διστάζω, επιστρέφω και πιάνω το κινητό μου γιατί με κάνει να νιώθω καλύτερα να το έχω κοντά μου, αλλά λέω στον εαυτό μου ότι το παίρνω για να τηλεφωνήσω στην Έλα. Ανοίγω το ζεστό νερό και καλώ τον αριθμό της, ελπίζοντας να ξέρει πού μπορώ να βρω τη Ρεμπέκα και να ακούσω ότι είναι ασφαλής και χαρούμενη. Το τηλέφωνό της βουίζει και αυτό σημαίνει ότι είναι εκτός δικτύου εξυπηρέτησης αλλά και πάλι ανησυχώ. Είμαι απίστευτα τσιτωμένη και αυτό με τρελαίνει. Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα, έχοντας μόλις βγει από το ντους και έχοντας φορέσει ένα ροζ μποξεράκι και ασορτί μπλουζάκι, με τα μαλλιά μου απαλά και στεγνά να μυρίζουν το αγαπημένο μου σαμπουάν με άρωμα τριαντάφυλλο, με επιπλήττω που ήμουν τόσο παρανοϊκή. Πηγαίνω στο ψυγείο για να βρω τη λύση σε όλα μου τα προβλήματα: ένα μισόκιλο παγωτό με γεύση κέικ Βοστόνης από τα Ben & Jerry’s. Το βλέμμα μου πέφτει στα προσωπικά αντικείμενα της Ρεμπέκα που ακόμα είναι δίπλα στην πόρτα, πλάι στα πεταμένα ρούχα μου. Έπρεπε να είχα μείνει στην αποθήκη μέχρι να βρω τα στοιχεία της. Τώρα δεν έχω άλλη επιλογή από το να ψάξω να βρω αυτό που χρειάζομαι στις σελίδες των ημερολογίων. Ή στο κουτί… που δεν μπορώ να το ανοίξω. Δεν ξέρω καν γιατί το πήρα. Λίγα λεπτά αργότερα, κάθομαι στον καναπέ με τους καλούς μου φίλους, τον Μπεν και τον Τζέρι, ενώ τα ημερολόγια και το κουτί βρίσκονται πάνω στο τραπεζάκι. Το κουτί που ακόμα δε βρίσκω τρόπο να ανοίξω χωρίς να το χαλάσω. Δεν έχω άλλη επιλογή, κι έτσι πιάνω ένα ημερολόγιο και το ανοίγω. Με ντελικάτο γυναικείο γραφικό χαρακτήρα γράφει 2011. Χωρίς μήνα. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι πριν ή μετά το ημερολόγιο που είχε αφήσει η Έλα στο διαμέρισμά μου το προηγούμενο βράδυ. Το ξεφυλλίζω και προσπαθώ να βρω λέξεις που σχετίζονται ίσως με τη δουλειά της και στο μεταξύ βλέπω κομμάτια της ζωής της Ρεμπέκα. Η βραδιά ήταν ζεστή και το κορμί μου διψασμένο. Παίρνω ανάσα και γυρίζω σελίδα, σίγουρη ότι θα βρω κάτι πολύ πιο προσωπικό από το μέρος που δουλεύει. Αυτή η γυναίκα έγραφε με τόσο περίτεχνες, εξωτικές λέξεις. Ποιος γράφει έτσι; Η ζωή μου άλλαξε τη μέρα που μπήκα στην γκαλερί. Εντάξει, έχει την προσοχή μου για τον σωστό λόγο. Στην γκαλερί πρέπει να την αναζητήσω. Αλλά δούλευε εκεί ή αγόραζε πίνακες; Ή μήπως ήταν καλλιτέχνης; Συνεχίζω να διαβάζω ψάχνοντας απαντήσεις. Έχω αλλάξει. Με έχει αλλάξει. Αυτός ο κόσμος με έχει αλλάξει. Λέει ότι απλώς με βοήθησε να ανακαλύψω τον πραγματικό εαυτό μου. Δεν ξέρω καν ποιος είναι πια ο πραγματικός εαυτός μου. «Ποιος;» ψιθυρίζω. Τα μέρη που πηγαίνω τώρα, και συναισθηματικά και σωματικά, είναι σκοτεινά κι επικίνδυνα. Το ξέρω, παρ’ όλα αυτά πηγαίνω όπου με οδηγούν αυτά κι εκείνος.


Συνοφρυώνομαι, καθώς σκέφτομαι το κομμάτι που είχα διαβάσει το προηγούμενο βράδυ, ότι κάποιος είχε μπει στο δωμάτιο όπου η Ρεμπέκα ήταν δεμένη στο κρεβάτι, με τα μάτια επίσης δεμένα. Πώς μπορεί ο φόβος να είναι διεγερτικός; Πώς μπο​ρεί να με κάνει να καίγομαι, να τον θέ​λω; Αλλά έχω ανά​γκη, θέλω και τολμάω πράγματα που ποτέ δεν πίστευα ότι μπορούσα να κάνω. Είναι αυτός ο πραγματικός εαυτός μου; Αυτή η ιδέα με κατατρομάζει. Δεν μπορεί να είμαι εγώ. Αλλά ακόμα πιο πολύ από το να είμαι κάποια που δεν αναγνωρίζω, φοβάμαι την ιδέα να μην είμαι αυτή η γυναίκα. Να επιστρέψω στο παρελθόν, να συμπληρώνω χαρτιά σε μια δουλειά εννιά με πέντε. Ποτέ χαρούμενη, ποτέ ευτυχισμένη. Τουλάχιστον, τώ​ρα νιώθω κάτι. Η αδρεναλίνη του φόβου είναι πολύ κα​λύτερη από την ήττα της πλήξης. Ο εθισμός του να μην ξέρεις τι ακολουθεί είναι πολύ καλύτερος από το να ξέρεις ότι κάθε μέρα θα είναι ίδια με την προηγούμενη, χωρίς προσμονή, χωρίς να νιώθεις τίποτα. Όχι. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Γιατί όμως φοβάμαι τόσο να προχωρήσω μπροστά; Ένας κεραυνός πέφτει, και είμαι τόσο απορροφημένη που με ξαφνιάζει. Κοιτάζω το παράθυρο, η βροχή χτυπάει το τζάμι, και αυθόρμητα κουλουριάζομαι στη γωνία του καναπέ. Είμαι τόσο διαφορετική από αυτή τη γυναίκα που γράφει τα ημερολόγια, και όμως νιώθω σαν να έχω μια παράξενη σχέση με τα λόγια της. Αγαπώ τους μαθητές μου, αλλά πονάω όταν τους ενθαρρύνω να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, ξέροντας ότι εγώ δεν κυνήγησα τα δικά μου. Καταλαβαίνω πώς είναι να περνάνε οι μέρες και να ξέρεις ότι δεν έρχεσαι καθόλου πιο κοντά στα όνειρά σου. Οι δουλειές στον χώρο της τέχνης είναι τόσο ελάχιστες και σποραδικές και πληρώνουν τόσο λίγα, που δεν μπορώ να δικαιολογήσω το πάθος μου ως δουλειά. Βαριανασαίνω μετανιωμένη, και επιστρέφω στο ημερολόγιο. Χάνομαι σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός μου και ποτέ δεν μπορεί να γίνει, και όμως αυτή τη στιγμή είναι δικός μου. Τρεις ώρες αργότερα, η βροχή έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα απαλό ψιλόβροχο και εγώ δεν είμαι πια κουλουριασμένη στον καναπέ. Διάβασα και τα τρία ημερολόγια που ήταν από ερωτικά και συναρπαστικά μέχρι απλώς τρομακτικά. Έχω ανακαθίσει και διαβάζω την τελευταία καταγραφή. Θέλω να σταματήσω. Δεν υπάρχει πια αδρεναλίνη. Δεν είναι πια συναρπαστικό. Αλλά δε μ’ αφήνει. Δε μ’ αφήνει να φύγω. Και δεν ξέρω πώς να ξεφύγω. Ήταν στην έκθεση σήμερα, με παρατηρούσε, με παρακολουθούσε. Ήθελα να το βάλω στα πόδια. Ήθελα να κρυφτώ. Αλλά δεν το έκανα. Δεν μπορούσα. Τη μια στιγμή μιλούσα με έναν πελάτη, και την άλλη βρέθηκα σε μια σκοτεινή γωνία με εκείνον βαθιά μέσα μου. Όταν τελείωσε, μού χάιδεψε τα μαλλιά και υποσχέθηκε ότι θα τα πούμε αργότερα. Μόλις έμεινα μόνη, έτρεξα στην αίθουσα με τις κάμερες για να πάρω την ταινία, να μην αφήσω να γίνει δική του, και κατά συνέπεια κι εγώ η ίδια δική του. Αλλά η ταινία είχε κάνει φτερά. Είχε προλάβει να την πάρει πριν από μένα. Και τώρα… Αυτό ήταν. Τίποτε άλλο. Σαν να τη διέκοψε κάποιος ή κάτι, και να σταμάτησε να γράφει. Κοιτάζω τη λευκή σελίδα, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Αυτά τα ημερολόγια ήταν πριν ή μετά από εκείνο που διάβασα χθες βράδυ; αναρωτιέμαι ξανά. Γιατί αν ήταν πριν, θα ήξερα ότι η Ρεμπέκα είναι καλά. Τηλεφωνώ στην Έλα και για άλλη μια φορά το τηλέφωνό της δίνει το γρήγορο σήμα που δε θέλω ν’ ακούσω.


Απογοητευμένη, σηκώνομαι όρθια και βηματίζω πάνω κάτω, μπλέκοντας τα δάχτυλα στα ήδη μπλεγμένα μαλλιά μου. Η Ρεμπέκα Μέισον πρέπει να έφυγε από την πόλη, γι’ αυτό τα πράγματά της ήταν σ’ εκείνη την αποθήκη. Γιατί όμως δε γύρισε να τα πάρει; Ή γιατί δεν πλήρωσε το ενοίκιο της αποθήκης; Σφίγγω τις γροθιές μου στα πλευρά μου και ύστερα τις ανοίγω σιγά σιγά και πιέζομαι ώστε να χαλαρώσουν οι ώμοι μου. Προστάζω τον εαυτό μου να ηρεμήσει με λογικά επιχειρήματα. Δεν υπάρχει λόγος να βγάζω βιαστικά συμπεράσματα. Απλώς θα τηλεφωνήσω στην γκαλερί και θα βρω τη Ρεμπέκα, θα ανακαλύψω ότι όλα είναι καλά και θα της επιστρέψω τα πράγματά της. Τέλος. Ωραία. Τέλεια. Και μετά θα συνεχίσω τα θερινά ιδιαίτερα μαθήματά μου. Πιάνω το κινητό μου από το τραπεζάκι, έτοιμη να τηλεφωνήσω, αλλά ξαφνικά σταματάω. Είναι περασμένα μεσάνυχτα και έχω ήδη τηλεφωνήσει στην Έλα χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι ώρα είναι στο Παρίσι, και τώρα πάω να τηλεφωνήσω στην γκαλερί. Να χαρώ εγώ ηρεμία και συγκέντρωση. Κάτι που έχει να κάνει με τη Ρεμπέκα Μέισον ξέφυγε από τις σελίδες του ημερολογίου και έγινε προσωπικό. Είχα γίνει η Ρεμπέκα όσο διάβαζα τα ημερολόγια. Νιώθω μια σχέση μ’ αυτή την άγνωστη γυναίκα, τόσο στενή, που είναι τελείως απόκοσμη. Ή ίσως, σκέφτομαι σαρκαστικά, η ζωή μου να είναι τόσο αναθεματισμένα βαρετή, που ψάχνω απεγνωσμένα κάτι να με συναρπάσει. Όπως η Ρεμπέκα, πριν τον γνωρίσει. Με αυτή τη σκέψη τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το κορμί μου και πηγαίνω στο κρεβάτι. Όχι όμως χωρίς να πάρω τα ημερολόγια μαζί μου.


3 «Η Ρεμπέκα δεν είναι εδώ». Ο άντρας που απαντάει πάντα στο τηλέφωνο μου δίνει την ίδια απάντηση που μου είχε δώσει και την προηγούμενη φορά που τηλεφώνησα. Και την πιο προηγούμενη. «Ναι, έχει πάει διακοπές. Μου το λέτε όλη την εβδομάδα. Είναι Παρασκευή. Θα γυρίσει τη Δευτέρα;» Πέφτει σιωπή. «Μπορείτε να αφήσετε μήνυμα αν θέλετε». Έχω ήδη αφήσει αρκετά μηνύματα και δε βλέπω τι νόημα έχει να αφήσω κι άλλα. «Όχι, ευχαριστώ». Το κλείνω και πίνω μια γουλιά από τον λάτε με γεύση βανίλια που έχω πάρει από το καφέ του Barnes & Nobles, όπου μόλις τελείωσα το μάθημα με έναν ποδοσφαιριστή που ελπίζει να εντυπωσιάσει τα κολέγια όχι μόνο με τις αθλητικές του ικανότητες. Η όλη κατάσταση με τη Ρεμπέκα κοντεύει να με τρελάνει. Έχω ήδη διπλοτσεκάρει τον χρόνο που έχω για ν’ αδειάσω την αποθήκη, δεδομένου ότι η Έλα δε μου έδωσε κιόλας πολλές πληροφορίες, και είναι πολύ λίγος χρόνος – άλλη μία εβδομάδα. Μετά, θα χρεωνόταν διακόσια δολάρια για άλλον έναν μήνα, ένα ισχυρό πλήγμα στον ήδη σφιχτό προϋπολογισμό μου. Ο ιδιοκτήτης μού έχει δώσει άλλη μια βδομάδα δωρεάν και είμαι ευγνώμων, αλλά πρέπει να ασχοληθώ με τη Ρεμπέκα και μάλιστα τώρα. Με το λάπτοπ μου ανοιχτό και φορτισμένο, μπαίνω στην ιστοσελίδα της Γκαλερί Τέχνης Σαγήνη, για να ψάξω τη λίστα με το προσωπικό ώστε να βεβαιωθώ ότι υπάρχει ακόμα το όνομα της Ρεμπέκα. Ασφαλώς, η Ρεμπέκα είναι καταγεγραμμένη ως διευθύντρια μάρκετινγκ. Χμμ. Καλό αυ​τό. Μάλλον είναι σημάδι ότι είναι καλά, έτσι δεν είναι; Ένα διαφημιστικό για μια εκδήλωση στο πλάι της σελίδας μού τραβάει την προσοχή και το κλικάρω. Υπάρχει μια έκθεση στην γκαλερί το βράδυ της Τετάρτης και όχι από κάποιον άγνωστο καλλιτέχνη. Μόλις συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για έκθεση του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη Ρίκο Άλβαρες ενθουσιάζομαι. Λατρεύω το πώς ο Ρίκο Άλβαρες έχει απεικονίσει την πατρίδα του, το Μεξικό, και παρόλο που είναι αρκετά γνωστό σε μια καλλιτεχνική πόλη σαν τον Σαν Φρανσίσκο ότι κάποιος του δικού του βεληνεκούς έχει σπίτι εδώ, σπάνια εμφανίζεται. Αλλά και πάλι, αυτό είναι για καλό σκοπό, είναι μια φιλανθρωπική εκδήλωση με επίσημο ένδυμα και εισιτήριο αλλά και με ένα έργο του Άλβαρες που θα δημοπρατηθεί και τα έσοδα θα διατεθούν σε ένα τοπικό νοσοκομείο παίδων. Σίγουρα, σε μια τέτοια εκδήλωση η Ρεμπέκα θα ήταν επικεφαλής. Χτυπάω τα νύχια μου στο ξύλινο τραπέζι και αναλογίζομαι τις επιλογές μου. Αν δεν μπορέσω να βρω τη Ρεμπέκα πριν την έκθεση, θα πάω. Γελάω χαμηλόφωνα. Ποιον κοροϊδεύω; Θα πάω για να δω τον Ρίκο Άλβαρες ακόμα και αν χρειαστεί να τρώω ράμεν νουντλς για δυο εβδομάδες, και εφόσον το εισιτήριο κοστίζει εκατό δολάρια, αυτό πρόκειται να κάνω. Αλλά ποτέ, ποτέ δεν κάνω σπατάλες. Δαγκώνω το κάτω χείλος μου ανήσυχη, κι έπειτα, πριν μπορέσω καν να σταματήσω, πατάω τον σύνδεσμο «αγορά εισιτηρίου». Δε θα μπορέσω να πάρω πίσω τα χρήματά μου αν βρω τη Ρεμπέκα πριν από τότε, αλλά απλώς θα πρέπει να το παλέψω. Δεν μπορώ να σταματήσω να χαμογελάω. Δε θα ’ναι και βασανιστήριο να γνωρίσω τον Ρίκο Άλβαρες. Νιώθω καλύτερα τώρα που έχω


καταστρώσει ένα σχέδιο. Και αν μπορέσω να μιλήσω και με την Έλα, να μάθω ότι είναι καλά, μπορεί και να καταφέρω να κοιμηθώ απόψε. Το βράδυ της Τετάρτης φτάνει, και η Ρεμπέκα ακόμα «δεν είναι εδώ» σύμφωνα με το προσωπικό της Σαγήνης. Έτσι ξεκινάω για την εκδήλωση του Άλβαρες, αλλά ο ενθουσιασμός μου για την έκθεση έχει μειωθεί δραματικά από την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Η όλη κατάσταση μου προκαλεί νευρικότητα, και ενώ θα προτιμούσα να έχω παρέα για ηθική υποστήριξη απόψε, έχω απορρίψει την ιδέα. Δεν είχα διάθεση να εξηγήσω σε κανέναν γιατί έψαχνα τη Ρεμπέκα Μέισον, την οποία δεν ήξερα και για την οποία φοβόμουν ότι είχε βρει πρόωρο… κάτι. Δε θα αφήσω καν το μυαλό μου να ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη. Και δε θα δικαιολογήσω την ανησυχία μου αφήνοντας κάποιον άλλον να διαβάσει τις προσωπικές σκέψεις της Ρεμπέκα. Παρκάρω στο πάρκινγκ που βρίσκεται αρκετά τετράγωνα μακριά από την γκαλερί, και από ανάγκη και γιατί το προτιμώ. Καθώς ανοίγω την πόρτα, ο κρύος νυχτερινός αέρας που έρχεται από τον ωκεανό κάνει μερικές τούφες από τα μαλλιά μου να φύγουν απ’ τη θέση τους. Οι τρίχες στα χέρια μου έχουν σηκωθεί και σφίγγω την εκρού εσάρπα μου πάνω από το απλό αλλά κομψό στενό φόρεμά μου που μου έρχεται στο γόνατο. Εντάξει, το φόρεμα και η εσάρπα είναι της Έλα για να είμαι ειλικρινής, αλλά πάντα δανείζουμε ρούχα η μια στην άλλη. Τυπικά, θα τη ρωτούσα αν είχε αντίρρηση, αλλά ακόμα δεν μπορώ να τη βρω. Κλειδώνω το αυτοκίνητο και ρίχνω τα κλειδιά μου στο κομψό εκρού τσαντάκι που είχα αγοράσει πέρσι το καλοκαίρι στην προκυμαία. Εισπνέω τον αέρα, αφουγκράζομαι τους ήχους και κοιτάζω ολόγυρα, στην καλλιτεχνική περιοχή ΣοΜα, που είναι γεμάτη ανθρώπους που απολαμβάνουν καταστήματα, μουσεία και γκαλερί. Δεν έρχομαι εδώ συχνά. Δεν μπορώ. Μου θυμίζει όλα τα όνειρα που ποτέ δεν κυνήγησα. Έχει περάσει όμως πολύς καιρός, συνειδητοποιώ, κοντά ένας χρόνος από τότε που απόλαυσα αυτό εδώ το σκηνικό. Η αρχιτεκτονική, από ολοκαίνουργιες απαστράπτουσες γυάλινες κατασκευές μέχρι παλιές αποθήκες που μετατράπηκαν σε σπίτια και χώρους εργασίας, ήταν κι αυτή τέχνη όσο και τα γλυπτά και τα σχέδια στους τσιμεντένιους τοίχους τυχαίων κτιρίων. Νιώθω κάτι ιδιαίτερο εδώ. Νιώθω ζωντανή. Αυτό που νιώθω όταν φεύγω από δω είναι που δε μ’ αρέσει. Όταν η γκαλερί μπαίνει στο οπτικό μου πεδίο σταματάω και παρατηρώ μια ομάδα καλοντυμένων επισκεπτών να διασχίζουν τις διπλές γυάλινες πόρτες, που έχουν στολιστεί με γυαλιστερό ασήμι για την επίσημη εκδήλωση. Το όνομα Σαγήνη είναι γραμμένο πάνω από την είσοδο με καλλιτεχνικά στριφογυριστά γράμματα. Το στομάχι μου σφίγγεται, χωρίς να ξέρω το γιατί. Λατρεύω τη σύγχρονη τέχνη στην οποία ειδικεύεται η Σαγήνη, μου αρέσει η ανάμειξη ντόπιων νέων καλλιτεχνών που μπορώ να ανακαλύψω με τα γνωστά ονόματα των οποίων τη δουλειά ήδη θαυμάζω. Η νευρικότητά μου είναι γελοία. Νιώθω άβολα σ’ αυτόν τον κόσμο, μα απ’ την άλλη αυτός είναι ο κόσμος μου. Είναι ο κόσμος της Ρεμπέκα και η Ρεμπέκα είναι ο πραγματικός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Μια ματιά στο κομψό, χειροποίητο χρυσό ρολόι μου, επίσης αγορασμένο στην προκυμαία, επιβεβαιώνει ότι έχω πολύ χρόνο μπροστά μου. Είναι επτά και σαράντα πέντε, απομένουν δεκαπέντε λεπτά μέχρι να αποκαλύψει ο Άλβαρες έναν νέο πίνακα που θα εκτεθεί στην γκαλερί και θα βγει σε σιωπηλή δημοπρασία μέχρι το τέλος της


εβδομάδας. Αχ, πώς θα ήθελα να έχω έναν αυθεντικό Άλβαρες, αλλά είναι ακριβός. Ένα κορίτσι όμως μπορεί να ονειρεύεται κάτι τέτοιο. Ο ενθουσιασμός μου υπερνικά το άγχος μου και πηγαίνω βιαστικά προς την πόρτα. Μια όμορφη καστανή με ένα απλό μαύρο φόρεμα την κρατάει ανοιχτή για να περάσω και μου χαμογελάει. «Καλώς ήρθατε». Της ανταποδίδω το χαμόγελο και μπαίνω στην γκαλερί, παρατηρώντας το άγχος που αποπνέει το εικοσάχρονο κορίτσι καθώς το προσπερνάω, που μοιάζει να φωνάζει «είμαι καινούργια και δεν ξέρω τι κάνω». Δεν είναι η Ρεμπέκα, η οποία ξέρω ότι θα είναι τολμηρή και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Για την ακρίβεια, το κορίτσι στην υποδοχή μού βγάζει τη δασκάλα από μέσα μου, και καταπολεμώ την παρόρμηση να την αγκαλιάσω και να της πω ότι τα πηγαίνει μια χαρά. Είμαι της αγκαλιάς. Το πήρα από τη μητέρα μου, όπως και την αγάπη μου για την τέχνη, μόνο που εγώ δεν ήμουν τόσο ταλαντούχα όσο εκείνη. Το κορίτσι γλιτώνει τη μητρική μου συμπεριφορά όταν από κάπου μακριά στη γωνία φτάνει στ’ αυτιά μου ήχος πιάνου και μου τραβάει την προσοχή στην κυρίως αίθουσα της έκθεσης. Νιώθω δέος. Δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι το θαύμα των τετρακοσίων τετραγωνικών που λέγεται Σαγήνη, αλλά αυτό δε μειώνει τον ενθουσιασμό μου που το ξαναβλέπω. Η είσοδος οδηγεί στην κυρίως αίθουσα που είναι ένα απαστράπτον λευκό θαύμα. Οι τοίχοι είναι κάτασπροι, σαν χιόνι, το πάτωμα γυαλοκοπά σαν λευκό διαμάντι. Οι γυαλιστεροί διαχωριστικοί τοίχοι καμπυλώνουν σαν κύματα και είναι όλοι στολισμένοι με έργα τέχνης πολύχρωμα και χτυπητά, που έρχονται σε αντίθεση με το λευκό. Απομακρύνομαι από τον χώρο της έκθεσης γιατί η δουλειά προηγείται της διασκέδασης, και δείχνω το εισιτήριό μου σε μια οικοδέσποινα πίσω από ένα πόντιουμ. Είναι ψηλή και κομψή με μακριά εβένινα μαλλιά. «Ρεμπέκα;» ρωτάω όλο ελπίδα. «Όχι, λυπάμαι», λέει. «Είμαι η Τέσι». Σηκώνει το δάχτυλό της κάνοντάς μου νόημα να περιμένω μια στιγμή καθώς κοιτάζει πίσω από τις γυάλινες πόρτες έναν πελάτη που πλησιάζει και πρέπει να φροντίσει. Περιμένω υπομονετικά, ελπίζοντας ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να με φέρει σε επαφή με τη Ρεμπέκα. Ακούω με πολλή προσοχή καθώς κατευθύνει τον καινούργιο επισκέπτη σε μια μικρή σκάλα που οδηγεί προς το σημείο από όπου έρχεται η μουσική και προφανώς στο σημείο όπου ο Ρίκο Άλβαρες θα αποκαλύψει το αριστούργημά του. «Λυπάμαι για τη διακοπή», λέει τελικά η Τέσι και μου δίνει την αμέριστη προσοχή της. «Ψάχνετε τη Ρεμπέκα. Δυστυχώς, δε θα παραστεί απόψε. Μπορώ να βοηθήσω εγώ σε κάτι;» Με κυριεύει απογοήτευση. Η Ρεμπέκα πιθανότατα δε θα έχανε μια εκδήλωση με τον Άλβαρες. Απλώς θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι καλά. Και κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί αν παρουσιαστώ ως τελείως άγνωστη. «Η αδερφή μου είναι παλιά φίλη της Ρεμπέκα. Μου είπε να έρθω να τη χαιρετήσω και να της δώσω το καινούργιο της τηλέφωνο. Μάλλον νόμιζε ότι η Ρεμπέκα έκανε μεγάλες εκδηλώσεις, όπως αυτή. Θα απογοητευτεί που δεν τη βρήκα». «Ω, πολύ λυπάμαι που δεν τη βρήκατε», λέει η Τέσι και φαίνεται πραγματικά στεναχωρημένη. «Εγώ είμαι καινούργια και δουλεύω λίγες ώρες, όποτε με χρειάζονται, έτσι δεν μαθαίνω και πολλά απ’ όσα συμβαίνουν, αλλά νομίζω ότι η Ρεμπέκα έχει πάρει άδεια. Ο


κύριος Κόμτον θα ξέρει σίγουρα». «Ο κύριος Κόμτον;» «Ο διευθυντής», λέει. «Θα είναι απασχολημένος με τα αποκαλυπτήρια, αλλά μπορώ να σας τον συστήσω μετά αν θέλετε». Γνέφω καταφατικά. «Ναι, παρακαλώ. Εξαιρετικά». Το πιάνο σταματάει απότομα. «Αρχίζουν όπου να ’ναι», μου λέει η Τέσι. «Καθίστε όσο υπάρχουν ακόμα θέσεις. Εγώ θα φροντίσω να σας φέρω σε επαφή με τον Μαρκ μετά τα αποκαλυπτήρια». Ενθουσιάζομαι. «Ευχαριστώ πολύ», λέω, και πηγαίνω προς τις καρέκλες. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα δω τον ίδιο τον Άλβαρες να παρουσιάζει έναν αυθεντικό πίνακά του. Ένας ταξιθέτης με σμόκιν με καλωσορίζει μόλις κατεβαίνω τα σκαλιά και προσφέρεται να μου βρει θέση. Και πράγματι, χρειαζόμουν βοήθεια. Υπάρχουν τουλάχιστον διακόσιες καρέκλες παραταγμένες μπροστά από μια μίνι σκηνή, μπροστά σε ένα τρίφατσο παράθυρο που καλύπτει στην ουσία ολόκληρο τον τοίχο, και σχεδόν όλες είναι πιασμένες. Στριμώχνομαι σε μια σειρά στο κέντρο, ανάμεσα σε έναν άντρα που φωνάζει επαναστατημένος καλλιτέχνης, από τα μακριά ανοιχτά ξανθά μαλλιά του μέχρι το τζιν και το μπουφάν του, και μια γυναίκα γύρω στα πενήντα-κάτι η οποία εκνευρίζεται που πρέπει να κάνει χώρο για να περάσω. Παρατηρώ ότι ο άντρας είναι απίστευτα ωραίος, παρόλο που συνήθως δεν εντυπωσιάζομαι εύκολα. Ξέρω πολύ καλά ότι η ομορφιά είναι συχνά επιφανειακή. «Άργησες», λέει ο άντρας σαν να με ξέρει, χαμογελώντας φιλικά, τα πράσινα μάτια του σχηματίζουν μικρές ρυτιδούλες στις γωνίες και μέσα τους διακρίνω μια σκανδαλιάρικη διάθεση. Τον υπολογίζω γύρω στα τριάντα πέντε. Όχι. Τριάντα τρία. Είμαι καλή στο να βρίσκω την ηλικία των ανθρώπων και να τους καταλαβαίνω. Τα παιδιά στο σχολείο το διαπίστωναν συχνά όταν ετοιμάζονταν να κάνουν κάποια σκανδαλιά. Του ανταποδίδω το χαμόγελο, νιώθω αμέσως άνετα μαζί του ενώ είμαι γενικά αρκετά μαζεμένη με τους ξένους, με μόνη εξαίρεση τους μαθητές μου. «Και εσύ, απ’ ό,τι βλέπω, ξέχασες να φορέσεις το σμόκιν σου», τον πειράζω. Για την ακρίβεια δεν ξέρω καν πώς κατάφερε να μπει εδώ μέσα ντυμένος έτσι. Χαϊδεύει τα ξανθά του γένια, είναι αξύριστος μία ή δύο μέρες. «Τουλάχιστον ξυρίστηκα». Χαμογελάω πιο πλατιά και είμαι έτοιμη να απαντήσω αλλά με κόβει ο ήχος του μικροφώνου. Ένας άντρας, που αναγνωρίζω από τις φωτογραφίες ως τον Ρίκο Άλβαρες, ανεβαίνει στη σκηνή και στέκεται δίπλα στο σεντόνι που καλύπτει ένα έργο, αναμφίβολα το καινούργιο του αριστούργημα. Γοητευτικός, θυμίζοντας τον Τζέιμς Μποντ με το σμόκιν του, είναι το ακριβώς αντίθετο από τον άντρα που κάθεται δίπλα μου. «Καλωσήρθατε», λέει και η προφορά του, όπως και το έργο του, κουβαλάει τη λατινοαμερικάνικη κληρονομιά του. «Είμαι ο Ρίκο Άλβαρες, και σας ευχαριστώ που μοιράζεστε την αγάπη μου για την τέχνη και τα παιδιά, αυτή τη σπουδαία βραδιά. Σας παρουσιάζω λοιπόν αυτό που αποκαλώ Chiquitos, ή αλλιώς, Μικρούλια». Τραβάει το σεντόνι και όλοι μένουν άναυδοι βλέποντας το αναπάντεχο έργο τέχνης που δε μοιάζει με κανένα από τα προηγούμενά του. Δεν είναι τοπίο, είναι το πορτρέτο τριών παιδιών, διαφορετικών εθνικοτήτων που κρατιούνται από το χέρι. Είναι ένα πολύ καλοφτιαγμένο έργο, κατάλληλο για την περίσταση, αν και μέσα μου ευχόμουν να είχε


κάνει ένα τοπίο όπου θα φαινόταν ξεκάθαρα η ιδιοφυΐα του. Ο άντρας δίπλα μου ακουμπάει τον αγκώνα στο γόνατό του και χαμηλώνει τον τόνο της φωνής του. «Πώς σου φαίνεται;» «Είναι τέλειο γι’ απόψε», λέω προσεκτικά. «Α, πολύ διπλωματικό», λέει και χασκογελάει. «Ήθελες τοπίο». «Φτιάχνει πανέμορφα τοπία», λέω αμυντικά. Χαμογελάει πλατιά. «Έπρεπε να είχε φτιάξει τοπίο». «Και τώρα», λέει ο Ρίκο, «καθώς αρχίζουν οι προσφορές, θα κυκλοφορήσω στον χώρο και θα απαντήσω σε ερωτήσεις για τα έργα μου που εκτίθενται απόψε ελπίζοντας να έχω τη χαρά να γνωρίσω όσο περισσότερους από εσάς γίνεται. Παρακαλώ, αν θέλετε ανεβείτε στη σκηνή να δείτε από πιο κοντά το Chiquitos». Το πλήθος σηκώνεται σχεδόν μονομιάς. «Θα πας να δεις από κοντά;» ρωτάω τον άντρα δίπλα μου. «Δε μου αρέσει η πολυκοσμία», είπε. «Ούτε η απόπειρα του Ρίκο στα πορτρέτα». Μου κλείνει το μάτι. «Μην του παραχαϊδέψεις το εγώ του όταν του μιλήσεις. Είναι ήδη αρκετά μεγάλο». Σηκώνεται και διασχίζει τη σειρά μας και κατευθύνεται προς την έξοδο. Τον ακολουθώ με το βλέμμα μου, νιώθοντας ένα παράξενο σφίξιμο στο στομάχι καθώς φεύγει. Είμαι περίεργη να μάθω ποιος είναι. Συνοφρυώνομαι καθώς μέρος της κουβέντας μας στριφογυρίζει στο μυαλό μου. Ρίκο. Αποκάλεσε τον Ρίκο Άλβαρες, Ρίκο και μίλησε για το εγώ του σαν να τον ήξερε. Είναι πολύ αργά τώρα να μάθω πώς ξέρει τον Ρίκο, και είτε είναι πορτρέτο είτε όχι, θέλω να ρίξω μια ματιά από κοντά στον πίνακα. Δεν έχω μιλήσει ακόμα με τον Ρίκο και απογοητεύομαι, αλλά με ενθουσιάζει η ευκαιρία να δω τη δουλειά του. Κάποια στιγμή αργότερα, ενώ απολαμβάνω μια βόλτα στην γκαλερί, εξερευνώντας ολόκληρη η συλλογή του Άλβαρες, βλέπω ένα έργο του Κρις Μέριτ, τον οποίο είχα μελετήσει στο κολέγιο. Και εκείνος συγκαταλεγόταν κάποτε στους ντόπιους, αλλά, απ’ όσο θυμάμαι, έχει μετακομίσει στο Παρίσι. Γεμάτη ενθουσιασμό πλησιάζω το έργο του. Ειδικεύεται σε αστικά τοπία, κυρίως του Σαν Φρανσίσκο, και παλιά και σύγχρονα, και πορτρέτα πραγματικών ανθρώπων με τόσο βάθος και ψυχή που με αφήνουν άναυδη. Ακολουθώ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σε μια μικρή αίθουσα, όπου διαφωνούν για το ποιο από τα τοπία πρέπει να αγοράσουν. Μην μπορώντας να συγκρατηθώ μπαίνω στην κουβέντα. «Νομίζω ότι πρέπει να τα πάρετε όλα». «Μην της δίνεις ιδέες γιατί θα με στείλετε στο πτωχοκομείο. Θα της πάρω ένα να βάλει πάνω από το τζάκι», λέει ο άντρας χλευαστικά. «Τσιφούτη», λέει η γκριζομάλλα γυναίκα, και σπρώχνει παιχνιδιάρικα το χέρι του ενώ με κοιτάζει. «Πες μου, αγάπη μου», λέει και δείχνει δυο πίνακες. «Ποιος από τους δύο νομίζεις ότι είναι καλύτερο θέμα για συζήτηση;» Κοιτάζω προσεκτικά τις δύο επιλογές, και οι δύο ασπρόμαυρες, παρόλο που ο Μέριτ χρησιμοποιεί συχνά χρώμα. Ο ένας είναι από το κέντρο του Σαν Φρανσίσκο εν μέσω καιρού που μοιάζει με τυφώνα. Ο άλλος απεικονίζει τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ μες στα σύννεφα, με τον ουρανό της πόλης να φαίνεται στο βάθος.


«Δύσκολη επιλογή», λέω προβληματισμένη. «Και οι δυο έχουν μια σκοτεινή, ακραία αίσθηση, και οι δύο είναι εντυπωσιακοί». Δείχνω τον πίνακα με το θυελλώδες κέντρο. «Τυχαίνει να ξέρω ότι αυτός απεικονίζει τον τυφώνα Νόρα που χτύπησε την πόλη το 1997. Για μένα, αυτό είναι θέμα συζήτησης και ιστορίας, μες στη μέση του σαλονιού». «Έχεις τόσο δίκιο, αγάπη μου», λέει η γυναίκα και τα μάτια της φωτίζονται. «Αυτόν λοιπόν». Ρίχνει ένα βλέμμα όλο προσμονή στον άντρα της. «Είναι τέλειος. Πρέπει να γίνει δικός μου». «Και θα γίνει», λέει ο άντρας της. Χαμογελάω βλέποντας τη χαρά της γυναίκας, αλλά νιώθω και μια μικρή ζήλια. Πολύ θα ήθελα να γυρίσω σπίτι με έναν τέτοιο πίνακα, όπως εκείνη, απόψε. «Μου είπαν ότι θέλετε να με ρωτήσετε κάτι», λέει μια αντρική φωνή, τραβώντας την προσοχή μου προς την είσοδο του χώρου της έκθεσης όπου στέκεται ένας άντρας με καλοκουρεμένα ξανθά μαλλιά. Είναι ψηλός και γεμάτος αυτοπεποίθηση, έχει έναν αέρα ιδιοκτησίας. Και στα μάτια του λάμπει το πιο μοναδικά λαμπερό γκρίζο που έχω δει ποτέ μου. «Είμαι ο Μαρκ Κόμτον», λέει, «ο διευθυντής της γκαλερί. Και απ’ ό,τι φαίνεται, σας χρωστάω περισσότερο από μια απάντηση στην ερώτησή σας. Μάλλον πρέπει να σας ευχαριστήσω που βοηθήσατε τους πελάτες μου». Κοιτάζει φευγαλέα το ζευγάρι. «Να υποθέσω ότι έχετε κάνει την επιλογή σας;» «Πράγματι», λέει ο άντρας, σαφώς ευχαριστημένος που η γυναίκα του πήρε μια απόφαση. «Θα θέλαμε να τον πάρουμε απόψε αν είναι δυνατόν». «Έξοχα», λέει. «Δώστε μου μία στιγμή και θα πω να σας τον πακετάρουν». Μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω και κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά. «Δε βιάζομαι. Βοηθήστε τους με την αγορά τους, και με βρίσκετε αργότερα». Με κοιτάζει μια ιδέα πιο έντονα από το κανονικό, τα γκρίζα μάτια του είναι γεμάτα ενδιαφέρον, και ξαφνικά νιώθω άβολα. Είναι αναμφίβολα κλασικά όμορφος, αντικειμενικά, αλλά έχει και κάτι ζωώδες, κάτι σεξουαλικό, κάτι που θυμίζει αρπακτικό. «Εντάξει λοιπόν», λέει απαλά, «θα σας δω σύντομα». Η φράση του δεν έχει διπλό νόημα αλλά παρ’ όλα αυτά αισθάνομαι ότι κρύβει και κάτι άλλο. Κοιτάζει το ζευγάρι. «Πάμε να το χτυπήσουμε στο ταμείο». Το ζευγάρι με ευχαριστεί για τη βοήθειά μου και τρέχει πίσω από τον Μαρκ. Μόλις φεύγουν, και ο Μαρκ Κόμτον χάνεται από το οπτικό μου πεδίο, ξεφυσάω παρόλο που δεν ήξερα ότι κρατούσα την αναπνοή μου, και ανατριχιάζω. Και όχι μόνο επειδή τα μάτια του με κοίταζαν τόσο… τόσο τι; Τόσο οικεία; Σίγουρα όχι. Ακόμα η φαντασία μου καλπάζει από την ανάγνωση των ημερολογίων. Αναρωτιέμαι αν αυτός είναι ο άντρας στα ημερολόγια. Σίγουρα έχει τον ζωώδη μαγνητισμό που περιγράφει η Ρεμπέκα. Αλλά το ίδιο και ο Ρίκο Άλβαρες. Μη χειρότερα, κοντεύω να τρελαθώ. Κάποιος από την γκαλερί με διακόπτει πριν αρχίσω πάλι να σκέφτομαι τρέλες και κατεβάζει τον πίνακα που αγόρασε το ζευγάρι. Πιέζομαι να σταματήσω την υπερβολική ανάλυση, και να χαλαρώσω, να απολαύσω τη μοναξιά καθώς ανακαλύπτω τα νέα έργα του Κρις Μέριτ. «Σου αρέσει ο Μέριτ;» λέει μια άλλη αντρική φωνή. Είναι γνώριμη. Γυρίζω και βλέπω τον άντρα που καθόταν δίπλα μου κατά τα αποκαλυπτήρια. Στέκεται στο κατώφλι της πόρτας. Γνέφω γρήγορα και με ενθουσιασμό.


«Πολύ. Μακάρι να είχαν μερικά πορτρέτα του, αλλά και τα αστικά τοπία του είναι καταπληκτικά. Εσένα;» Ακουμπάει στον τοίχο. «Μαθαίνω ότι δεν έχει παραφουσκωμένο εγώ. Αυτό για μένα του δίνει πόντους». Γέρνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω διερευνητικά, χαλαρώνοντας με την αβίαστη συζήτηση. «Γιατί είσαι εδώ αν δε σου αρέσει ο Ρίκο;» Ο Μαρκ Κόμτον εμφανίζεται στο κατώφλι. «Βλέπω δεν πήγατε μακριά», μου λέει και έπειτα κοιτάζει τον άλλον άντρα. «Μη μου πεις ότι ήρθες να πλασάρεις τη δική σου δουλειά στην εκδήλωση του Ρίκο». Με κοιτάζει. «Σας πλάσαρε τη δουλειά του;» Μένω με ανοιχτό το στόμα. «Για μια στιγμή. Τη δουλειά του;» Κοιτάζω τότε τον ανώνυμο καινούργιο μου φίλο που δε μοιάζει καθόλου με τις φωτογραφίες του Κρις Μέριτ που έχω δει. «Ποιος είσαι;» Χαμογελάει. «Ο άνθρωπος με το κόκκινο παπούτσι». Και με αυτή την κουβέντα γυρίζει και φεύγει. Κουνάω το κεφάλι μου. «Τι; Τι σημαίνει αυτό;» Στρέφομαι στον Μαρκ. «Τι σημαίνει αυτό; Ο άνθρωπος με το κόκκινο παπούτσι;» «Ποιος ξέρει», λέει ο Μαρκ, και τα χείλια του σφίγγουν όλο δυσαρέσκεια. «Ο Κρις έχει διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ. Ευτυχώς, δε φαίνεται στον καμβά». Μένω με ανοιχτό το στόμα. «Για μια στιγμή. Μου λέτε δηλαδή ότι αυτός ήταν ο Κρις Μέριτ;» Προσπαθώ να φέρω στον νου μου φωτογραφίες του που έχω δει, μα τον θυμάμαι διαφορετικό. Μήπως τον μπερδεύω με κάποιον άλλον;» «Ο Κρις είναι», επιβεβαιώνει. «Και, όπως βλέπετε, είναι παράξενος. Στεκόταν στην αίθουσα όπου εκτίθεται η δουλειά του και δε σας είπε καν ποιος είναι». Στηρίζει το χέρι του στη μέση του. «Ακούστε, η Τέσι μου είπε… συγγνώμη, δε θυμάμαι το όνομά σας». «Σάρα», λέω. «Σάρα ΜακΜίλαν». «Σάρα», επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα σαν να το δοκιμάζει στη γλώσσα του, σαν να με δοκιμάζει στη γλώσσα του. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και η μικρή αίθουσα μοιάζει ακόμα πιο μικρή και ύστερα λέει: «Η Τέσι έχει δί​κιο. Η Ρεμπέκα έχει άδεια». Ο τόνος του γίνεται ξανά επαγγελματικός και αναρωτιέμαι αν ο πιο τραχύς τόνος ήταν προϊόν της φαντασίας μου. Άλλωστε, πάντα τα καταφέρνω εξαιρετικά να κάνω σκέψεις που με τρελαίνουν. «Κατάλαβα», λέω. «Υπάρχει τρόπος να επικοινωνήσω μαζί της;» «Αν τα καταφέρετε, να μου το πείτε κι εμένα», λέει. «Έφυγε για μια κρουαζιέρα δύο εβδομάδων με έναν πλούσιο τύπο που έβγαινε και τελικά κατέληξε να λείψει όλο το καλοκαίρι. Συμφώνησα, γιατί είναι καλή στη δουλειά της και οι πελάτες τη λατρεύουν. Αλλά με σκοτώνει το να βασίζομαι σε ασκούμενες που δεν έχουν ιδέα τι κάνουν. Χρειάζομαι κάποιον στη θέση της όσο απουσιάζει, κάποιον που να ξέρει τι να κάνει». «Ολόκληρο το καλοκαίρι», επαναλαμβάνω αμήχανα, εστιάζοντας στο πόσο παράξενο είναι αυτό. Ολόκληρο το καλοκαίρι είναι πολύς καιρός για να αφήσει τη δουλειά της μια εργαζόμενη. Και το σχόλιο του Μαρκ για τον «πλούσιο τύπο» μου φαίνεται λάθος για πολλούς λόγους, παρόλο που θα μπορούσε να οφείλεται στην αγανάκτησή του που η Ρεμπέκα πήρε τόσο μεγάλη άδεια. Ή ίσως… μπορεί να ζήλευε αυτόν τον πλούσιο άντρα; Συνοφρυώνομαι. «Σας κρέμασε απ’ ό,τι φαίνεται – δε μοιάζει και πολύ με την υπεύθυνη Ρεμπέκα που μου περιέγραψε η αδερφή μου».


«Οι άνθρωποι δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται», λέει και μου δείχνει τα έργα του Κρις Μέριτ. «Η τέχνη δε μιμείται πάντα τον καλλιτέχνη. Ποτέ δεν ξέρεις τον πραγματικό άνθρωπο μέχρι να γλιστρήσεις κάτω από την επιφάνεια». Ή πριν κοιτάξεις το συρτάρι τους, σκέφτομαι γεμάτη ενοχές. Αλλά η Ρεμπέκα δεν έμοιαζε με κάποια που θα παρατούσε τη δουλειά της. Λάτρευε τη δουλειά της. Και πάλι, όμως, μπορεί να έκανα λάθος. Όσο κι αν τη γοήτευε τη Ρεμπέκα αυτός ο κόσμος στον οποίο είχε μπει, τη φόβιζε εξίσου. Και θέλω να μάθω το γιατί πιο πολύ παρά ποτέ. Τι προκάλεσε αυτή την εμμονή; Αυτόν τον φόβο; Ξαφνικά νιώθω μια διακαή επιθυμία για απαντήσεις, με συνεπαίρνει η ανάγκη να φύγω απόψε από δω με περισσότερα απ’ όσα ήρθα και πριν προλάβω να συγκρατηθώ, ξεστομίζω: «Μπορώ εγώ να καλύψω τη θέση της Ρεμπέκα για το υπόλοιπο καλοκαίρι. Είμαι καθηγήτρια, έτσι έχω διακοπές. Έχω μεταπτυχιακό στις τέχνες από το Ινστιτούτο Τέχνης και προπτυχιακό τίτλο στις επιχειρήσεις. Έκανα πρακτική τρία χρόνια στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και ξέρω από τέχνη. Τα πάντα. Δοκιμάστε με αν θέλετε». Μισοκλείνει τα μάτια ελαφρώς και με κοιτάζει, η σιωπή μεταξύ μας κρατάει κάμποσα δευτερόλεπτα. «Προσλαμβάνεστε, Σάρα ΜακΜίλαν. Αρχίζετε τη Δευτέρα. Θα σας αφήσω να απολαύσετε το υπόλοιπο της βραδιάς». Χαμηλώνει τον τόνο της φωνής του. «Μετά θα είστε όλη δική μου». Γυρίζει και φεύγει. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου έκπληκτη. Μόλις με προσέλαβε, αλλά δε μου έχει κάνει ούτε μια ερώτηση. Και εγώ δε ρώτησα ούτε για το ωράριο ούτε για τον μισθό. Παίρνω βαθιά ανάσα. Είχα έρθει εδώ για να βρω τη Ρεμπέκα για να βεβαιωθώ ότι είναι σώα και αβλαβής. Αντί γι’ αυτό, θα γίνω η Ρεμπέκα, ή μάλλον, η διευθύντρια μάρκετινγκ της γκαλερί. Έτσι, μπορώ να βρω τη Ρεμπέκα, λέω στον εαυτό μου. Κάτι της συνέβη και πρέπει να το αποδείξω. Γι’ αυτό είμαι εδώ. Για κανέναν άλλο λόγο.


4 Ακόμα στέκομαι ανάμεσα στα έργα του Κρις Μέριτ, έκπληκτη και δύσπιστη, όταν ξαφνικά κάτι σπάει μέσα μου. Ζεσταίνομαι και είμαι μπερδεμένη και νιώθω ότι ο κόσμος γυρίζει γύρω μου. Έχω ξοδέψει λεφτά που δε μου περισσεύουν για ένα εισιτήριο γι’ απόψε, αλλά δε βλέπω την ώρα να φύγω από την γκαλερί. Τρέχω στην πόρτα – όχι κυριολεκτικά βέβαια, αλλά θα μπορούσα κιόλας. Η ζέστη που νιώθω είναι ανεξήγητη, δεδομένου ότι η γκαλερί είναι παγωμένη, και χρειάζομαι απεγνωσμένα αέρα. Πρέπει να σκεφτώ. Πρέπει να καταλάβω τι συμβαίνει μέσα μου, γιατί μου είναι άγνωστο. Καθώς βγαίνω στον δρόμο, καλωσορίζω τον κρύο νυχτερινό αέρα που με περιλούζει. Στρίβω βιαστικά προς τ’ αριστερά και πηγαίνω προς το αυτοκίνητό μου όταν το λουρί της τσάντας μου πιάνεται σε μια εξοχή του τοίχου και η τσάντα ανοίγει. Τα περιεχόμενα πέφτουν στο έδαφος. Σκύβω αγανακτισμένη προσπαθώντας να μαζέψω τα πράγματά μου. Έτσι είναι η ζωή μου, και ένα μικρό κομμάτι μου παρηγοριέται από τη γνωστή αδεξιότητά μου, από κάτι που θυμίζει τον εαυτό μου. Θέλω να πω, ποιος άλλος μπορεί να καταφέρει να του πιαστεί η τσάντα στον τοίχο; «Χρειάζεσαι βοήθεια;» Σηκώνω το κεφάλι και συναντώ το βλέμμα του Κρις Μέριτ. Δε βρίσκω καν τα λόγια να αρχίσω να φλυαρώ από νευρικότητα, πράγμα σπάνιο για μένα. Ενώ ένιωθα άνετα μαζί του μέσα στην γκαλερί, τώρα που ξέρω ποιος είναι, έχω χάσει τη μιλιά μου από το σοκ. Είναι ιδιοφυής. Επίσης είναι πολύ γοητευτικός και σκύβει κοντά μου, πράγμα που για κάποιον λόγο μου φαίνεται λάθος. Απόψε νιώθω λες και βρίσκομαι στη ζώνη του λυκόφωτος. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το πόσο παράξενη είναι η αποψινή βραδιά. «Ε… εγώ… όχι», ψελλίζω. «Ευχαριστώ, τα καταφέρνω. Είναι μικρό τσαντάκι, δε χωράει πολλά». Μαζεύω το κραγιόν μου και ένα μικροσκοπικό πορτοφολάκι, τα βάζω ξανά μες στην τσάντα, κι έπειτα σηκώνομαι όρθια. Πιάνει τα κλειδιά μου και σηκώνεται, ορθώνεται τριάντα πόντους ψηλότερος από εμένα και το ένα εξήντα δύο μου. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ψηλός είναι όταν καθόταν δίπλα μου στην εκδήλωση του Ρίκο, ή πόσο γήινα και δελεαστικά αρρενωπά μυρίζει, αλλά ο αέρας μου φέρνει τη μυρωδιά του στη μύτη. Είναι διαφορετικός από τον Μαρκ, δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένος και ευγενής, είναι πιο ζωώδης, όπως και η μυρωδιά του, πιο γήινος. Μου σκάει άλλο ένα μοιραίο χαμόγελο, σαν εκείνα που μου έσκαγε στην γκαλε​ρί και κουνάει τα κλειδιά μου στον αέρα. «Μπορεί να τα χρειαστείς για να πας εκεί που πηγαίνεις τόσο βιαστικά». «Σ’ ευχαριστώ», λέω και τα παίρνω. Το δάχτυλό του αγγίζει το δικό μου και ηλεκτρισμός διαπερνά το χέρι μου και το στήθος μου και μου κόβεται η ανάσα. Τα μάτια μου συναντούν τα δικά του, και στα πράσινα βάθη τους διακρίνω το σημάδι κάποιου είδους συνειδητοποίησης. Μόνο που δεν ξέρω αν αφορά το ίδιο πράγμα που συνειδητοποιώ κι εγώ. Ίσως είναι που δεν καταφέρνω να κρύψω τα συναισθήματά μου και καταλαβαίνει την επίδραση που έχει πάνω μου και αυτό τον διασκεδάζει. «Νωρίς φεύγεις», σχολιάζει, τα χέρια του κατεβαίνουν στους γοφούς του,


παραμερίζοντας το μπουφάν του, τόσο που βλέπω ένα κομμάτι του μαύρου t-shirt που φοράει, καθώς και το εντυπωσιακό του στέρνο. Τον εγκρίνω, και είμαι σίγουρη ότι όλος ο γυναικείος πληθυσμός τον εγκρίνει. «Ναι», λέω, και στρέφω την προσοχή μου στο πρόσωπό του – τα σαρκώδη χείλια του μου κόβουν ελαφρώς την ανάσα, αλλά πάλι, όπως φαίνεται, όλα μου κόβουν την ανάσα απόψε. «Πρέπει να πάω σπίτι». «Να σε πάω ως το αυτοκίνητό σου;» Θέλει να με πάει ως το αυτοκίνητό μου. Δεν ξέρω για ποιον λόγο θέλει να κάνει κάτι τέτοιο. Δε με ξέρει καν. Είναι πιθανό να αισθάνθηκε τον ίδιο ηλεκτρισμό μ’ εμένα, ή μήπως τον διασκεδάζω και θέλει να συνεχίσει να διασκεδάζει; Ο Μαρκ είπε ότι ο Κρις έχει παράξενη αίσθηση του χιούμορ. «Γιατί δε μου είπες ποιος είσαι;» λέω καθώς δε μου αρέσει η ιδέα ότι κάνει πλάκα. Χαμογελάει. «Επειδή, αν το είχα κάνει, θα μου έλεγες ότι σου αρέσει η δουλειά μου ακόμα κι αν τη σιχαινόσουν». Συνοφρυώνομαι. Δεν ξέρω πώς νιώθω γι’ αυτό. «Πανούργο», λέω. «Σε γλίτωσα από την αμηχανία του να προσποιείσαι ότι σου αρέσει η δουλειά μου». «Δε θα υπήρχε αμηχανία. Μου αρέσει η δουλειά σου». «Και εμένα μ’ αρέσει που σ’ αρέσει η δουλειά μου», λέει με μια ζεστή λάμψη στα μάτια του. «Λοιπόν… να σε πάω ως το αυτοκίνητό σου;» Η απόδρασή μου καθυστερεί για άλλη μια φορά, αλλά δεν ξέρω πια αν αυτό είναι κακό. «Εντάξει», ψελλίζω, και σοκάρομαι που δε μου βγαίνει η φωνή. Υπάρχει λόγος που δε βγαίνω και τόσα ραντεβού: είμαι φρικτή στα ραντεβού. Αφενός με πιάνουν ντροπές, αφετέρου διαλέγω λάθος άντρες, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα δύο αυτά πράγ​μα​τα εναντίον μου. Οι αυταρχικοί άντρες που θέλουν να έχουν τον έλεγχο παντού με ανάβουν στο κρεβάτι, αλλά με ξε​νε​ρώ​νουν στην πραγματική ζωή. Είναι μάλλον γενετικό το θέ​μα. Είμαι σίγουρη ότι αν είχα αδερφή θα ήταν τόσο ανόη​τη με τους άντρες όσο κι εγώ και όσο η μητέρα μου. Και ενώ ο Κρις, εκ πρώτης όψεως, δε μου φαίνεται σνομπ και αυταρ​χικός, το ότι δε μου είπε ποιος είναι νωρίτερα ήταν σαφώς ένας τρόπος να ελέγξει την αντίδρασή μου. Όχι ότι πιστεύω πως ενδιαφέρεται για μένα. Υπεραναλύω και το ξέρω. Ο Κρις Μέριτ θα μπορούσε να έχει όσες γυναίκες θέλει, και προφανώς έχει. Δε χρειάζεται να προσθέσει κι εμένα στη μακριά λίστα του. «Ξέρεις το όνομά μου», λέει βγάζοντάς με από την ονειροπόλησή μου. «Το σωστό είναι να μάθω κι εγώ το δικό σου». «Σάρα. Σάρα ΜακΜίλαν». «Χάρηκα, Σάρα». «Εγώ θα έπρεπε να το λέω αυτό», λέω. «Δεν αστειευόμουν όταν είπα ότι λατρεύω την τέχνη σου. Μελέτησα το έργο σου στο κολέγιο». «Τώρα με κάνεις και αισθάνομαι γέρος». «Ούτε κατά διάνοια», λέω. «Άρχισες να ζωγραφίζεις ενώ ήσουν έφηβος ακόμα». Μου ρίχνει ένα πλάγιο βλέμμα. «Δεν αστειευόσουν όταν είπες ότι μελέτησες τη δουλειά μου». «Ειδίκευση στην τέχνη». «Και με τι ασχολείσαι τώρα;»


Νιώθω σαν να έχω φάει γροθιά στο στομάχι. «Διδάσκω σε σχολείο». «Τέχνη;» «Όχι», λέω. «Αγγλικά, σε λύκειο». «Και γιατί σπούδασες τέχνη;» «Γιατί τη λατρεύω». «Αλλά παρ’ όλα αυτά είσαι καθηγήτρια Αγγλικών;» «Τι κακό έχει αυτό;» ρωτάω, μην μπορώντας να τιθασεύσω τον αμυντικό μου τόνο. Σταματάει και στρέφεται προς το μέρος μου. «Τίποτα, απλώς δε νομίζω ότι αυτό θες να κάνεις». «Δε με ξέρεις αρκετά καλά ώστε να λες κάτι τέτοιο. Δε με ξέρεις καθόλου». «Ξέρω ότι είδα ενθουσιασμό στα μάτια σου όταν ήσουν μέσα στην γκαλερί». «Δεν το αρνούμαι». Μια ριπή ανέμου μας τραντάζει και το δέρμα μου ανατριχιάζει. Δε θέλω να με περιεργάζονται. Αυτός ο άντρας με καταλαβαίνει υπερβολικά καλά. «Ας συνεχίσουμε». Βγάζει το μπουφάν του και πριν καλά καλά καταλάβω τι συμβαίνει το ’χει βάλει στους ώμους μου και η γήινη, ζωώδης μυρωδιά με κατακλύζει. Φοράω το μπουφάν του Κρις Μέριτ και για άλλη μια φορά μου ’χει κοπεί η μιλιά από το σοκ. Με πιάνει από τα πέτα και με κοιτάζει. Το μάτι μου πέφτει στο υπέροχο πολύχρωμο τατουάζ που καλύπτει ολόκληρο το δεξί του χέρι. Ποτέ δεν έχω πάει με άντρα που είχε τατουάζ και δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου άρεσαν, αλλά αναρωτιέμαι πού αλλού μπορεί να έχει. «Σε είδα που μιλούσες με τον Μαρκ», λέει. «Αγόρασες κάτι απόψε;» «Μακάρι», λέω και γελάω ρουθουνίζοντας και η ντροπή που νιώθω για τον καθόλου γυναικείο ήχο που μου βγαίνει τόσο φυσικά με κάνει να συνειδητοποιώ την πραγματικότητα. Είμαστε από διαφορετικούς κόσμους αυτός ο άντρας κι εγώ. Ο δικός του είναι ένας κόσμος με όνειρα που έγιναν πραγματικότητα και ο δικός μου ένας κόσμος με ανεκπλήρωτα όνειρα. «Πολύ αμφιβάλλω ότι θα είχα λεφτά έστω για ένα πινέλο σου, πόσο μάλλον ένα ολοκληρωμένο έργο». Με κοιτάζει καχύποπτα. «Δε θα έπρεπε να γυρνάς την πλάτη σε κάτι που σε ιντριγκάρει». Η φωνή του ακούγεται τραχιά και απαλή ταυτόχρονα, σαν βελούδινο γυαλόχαρτο στις νευρικές μου απολήξεις. Ξαφνικά, δεν είμαι σίγουρη ότι μιλάμε για τέχνη, και ο λαιμός μου στεγνώνει. Καταπίνω με δυσκολία και παρόλο που δεν είχα αποφασίσει ότι θα το κάνω, λέω: «Θα δουλέψω το καλοκαίρι στην γκαλερί». Σηκώνει τα ξανθά φρύδια του. «Σοβαρά;» «Ναι». Ξέρω ότι είναι αλήθεια τη στιγμή που το ξεστομίζω. Ξέρω ότι ήδη έχω αποφασίσει να πάρω τη δουλειά. «Θα αντικαταστήσω τη Ρεμπέκα μέχρι να επιστρέψει». Προσπαθώ να διακρίνω κάποια αντίδραση στο πρόσωπό του αλ​λά δε βλέπω καμία. Είναι αινιγματικός ή μπορεί εγώ να έχω επηρεαστεί από την εγγύτητά του και να μην μπορώ να καταλάβω; Ακόμα με κρατάει από τα πέτα και δεν κινείται για αρκετή ώρα. Δε θέλω να κινηθεί. Θέλω να… δεν ξέρω… αλλά και πάλι, ναι. Θέλω να με φιλήσει. Είναι μια ανόητη στιγμή φαντασίωσης, που την έχουν προκαλέσει σίγουρα τα ημερολόγια, που με κάνει να κοκκινίζω. Χαμηλώνω το βλέμμα μου νιώθοντας ότι η θερμότητα στο δικό του θα με κάψει μέσα έξω. Κάνω να πάω προς το αυτοκίνητό μου και σοκάρομαι όταν συνειδητοποιώ ότι


είναι μόλις ένα παρκόμετρο πιο πέρα. «Εδώ είναι». Αφήνει αργά το μπουφάν μου – ή μάλλον το δικό του. Πηγαίνω αμέσως προς το αυτοκίνητό μου, προσέχοντας να μη μου πέσει ξανά η τσάντα. Ξεκλειδώνω και σταματάω στο ρείθρο πριν ανοίξω την πόρτα. Γυρίζω και διαπιστώνω ότι είναι κοντά μου, τόσο υπέροχα κοντά μου. Και η μυρωδιά του με τρελαίνει, νιώθω ένα κάψιμο χαμηλά στην κοιλιά μου. «Ευχαριστώ που με συνόδεψες, όπως και για το μπουφάν». Το βγάζω. Το παίρνει και το κρατάει και ελπίζω να με αγ​γίξει, ενώ ταυτόχρονα φοβάμαι ότι θα το κάνει. Έχω χάσει τελείως τον έλεγχο και είμαι μπερδεμένη. Τα πράσινα μάτια του καίνε σαν φωτιά πριν πει απαλά «Ευχαρίστησή μου… Σάρα». Κι έπειτα γυρίζει και φεύγει χωρίς να πει κουβέντα. Ώρες αργότερα, κάθομαι στο κρεβάτι μου μ’ ένα μποξεράκι κι ένα φανελάκι, τα πόδια οκλαδόν, το κουτί κι ένα κατσαβίδι μπροστά μου. Δεν έχω ιδέα για ποιον λόγο, αλλά τώρα που πήρα τη δουλειά στην γκαλερί το να ανοίξω το κουτί μοιάζει επιτακτική ανάγκη. Τρελή ανάγκη. Το καπάκι είναι διακοσμημένο με ρουμπίνια και στο κέντρο έχει χαραγμένο ένα αφηρημένο σχέδιο. Η κλειδαριά φαίνεται παλιά και σαν να σπάει εύκολα, και είναι τόσο όμορφη όσο το υπόλοιπο κουτί. «Τι περίτεχνο», μουρμουρίζω χαϊδεύοντας το σχέδιο με τα δάχτυλά μου. Μου κακοφαίνεται να καταστρέψω το κουτί, όπως και το να παραβιάσω την ιδιωτική ζωή της Ρεμπέκα. Και τότε γιατί, γιατί, γιατί ξέρω ότι θα ανοίξω αυτό το κουτί; Γιατί πρέπει να μάθω τι έχει μέσα; «Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, Σάρα». Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχει σημασία. Τα χέρια μου, παρά τη θέλησή μου, πιάνουν δουλειά. Γλιστράω την επίπεδη μύτη του κατσαβιδιού κάτω από το καπάκι και ασκώ πίεση. Η κλειδαριά ανοίγει αμέσως. Η αδρεναλίνη μου χτυπάει κόκκινο και η καρδιά μου σαν τρελή. Δεν έχω ιδέα γιατί νιώθω σαν να κρέμομαι από μια κλωστή, γιατί νιώθω ότι αυτό το κουτί είναι τόσο σημαντικό, γιατί νιώθω πως καθετί απ’ όλα αυτά είναι σημαντικό. Ανασηκώνω αργά το καπάκι, και το πρώτο πράγμα που βλέπω είναι ότι είναι ντυμένο με πολυτελές κόκκινο βελούδο. Μόλις βλέπω τι υπάρχει πάνω στο βελούδο κρατάω την αναπνοή μου κι έπειτα η καρδιά μου ξαναρχίζει να χτυπά σαν τρελή.


5 Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου κοιτάζοντας τα αναπάντεχα περιεχόμενα του κουτιού. Ένα πινέλο και μια φωτογραφία σκισμένη στα δύο, ώστε να φαίνεται μόνο η γυναίκα. Η Ρεμπέκα. Δεν ξέρω γιατί δε μου φάνηκε παράξενο που δεν είχα δει φωτογραφίες της στα πολλά προσωπικά πράγματά της που έψαξα στην αποθήκη. Ούτε στην ιστοσελίδα της γκαλερί υπήρχε φωτογραφία της. Ίσως μέχρι τώρα δεν τα είχα προσέξει αυτά τα πράγματα, επειδή δεν ήθελα να μάθω πώς έμοιαζε η Ρεμπέκα. Παίρνω τη φωτογραφία και την κρατάω ανάμεσα στα δάχτυλά μου και την περιεργάζομαι, περιεργάζομαι τη Ρεμπέκα. Είναι όμορφη και μικροκαμωμένη, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά και αστραφτερό χαμόγελο που μαρτυρά ότι τη στιγμή που τραβήχτηκε η φωτογραφία ήταν τρομερά χαρούμενη. Δεν μπορώ να καταλάβω τι χρώμα μάτια έχει, νομίζω πράσινα, ενώ τα δικά μου είναι καστανά. Η εικόνα της με μαγεύει, και αναρωτιέμαι γιατί έσκισε τη φωτογραφία. Αναρωτιέμαι με ποιον να ήταν και ποιος να τράβηξε τη φωτογραφία. Και ακόμα πιο πολύ αναρωτιέμαι γιατί την κράτησε αφότου την έσκισε. Συνοφρυώνομαι καθώς η προσοχή μου στρέφεται στο πινέλο. Πολύ παράξενο πράγμα για να κρατήσει κανείς, όπως άλλωστε και η μισή φωτογραφία. Πιάνω το πινέλο και χαϊδεύω την τρίχα που έχει μια υποψία κίτρινης μπογιάς στην άκρη. Στο ξύλινο στέλεχος δεν υπάρχει σημάδι ή λογότυπο. Σίγουρα έχει συναισθηματική αξία – διόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι δούλευε σε γκαλερί. Άρα ο άντρας στο ημερολόγιο ήταν καλλιτέχνης; Υπάρχουν πολλοί που θα μπορούσαν να είναι αυτός ο άντρας. Το στομάχι μου γίνεται κόμπος καθώς σκέφτομαι τον Κρις. Σκέφτομαι συνέχεια τον Κρις και τα καταπράσινα μάτια του. Κλείνω τη φωτογραφία και το πινέλο στο κουτί και το αφήνω στο κομοδίνο μου. Έχω επίσης το λάπτοπ μου στο κρεβάτι μαζί μου και το βάζω στην πρίζα κι έπειτα πληκτρολογώ «Κρις Μέριτ» στη μηχανή αναζήτησης και ανοίγω τις εικόνες. Σχεδόν αμέσως βλέπω δυο διαφορετικούς ανθρώπους και συνειδητοποιώ ότι ο ένας είναι μια παλιότερη εκδοχή του Κρις: ο πατέρας του, διάσημος κλασικός πιανίστας που ζούσε στο Παρίσι. Δεν ξέρω πώς ξέχασα κάτι τέτοιο ή πώς μπέρδεψα την εικόνα του πατέρα με του γιου, αν και η ομοιότητα είναι εκπληκτική. Γκουγκλάρω τον Κρις και εμφανίζεται το αντίστοιχο λήμμα στην Wikipedia. Είναι τριάντα πέντε, όχι τριάντα τριών και τα είχε με δύο μοντέλα και με μία ηθοποιό. Μάλιστα. Σίγουρα δεν είναι για τα δόντια μου, έτσι δεν έχω ιδέα γιατί ερμηνεύω διαφορετικά οτιδήποτε συνέβη απόψε μαζί του. Σφίγγω τα χείλια μου μόλις διαβάζω ότι δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Τα λόγια της μητέρας μου στριφογυρίζουν στο μυαλό μου. Όποιος άντρας δεν έχει παντρευτεί ως τα τριάντα πέντε είτε είναι γκέι είτε έχει μυστικά. Ένας κόμπος στον λαιμό μου. Θεέ μου, πόσο μου λείπει η μητέρα μου, πόσο θα ’θελα να ήταν ακόμα εδώ ώστε να της τηλεφωνήσω. Εντάξει, ίσως να μην της τηλεφωνούσα τώρα για να της εξηγήσω την εμμονή μου με την ερωτική ζωή μιας άλλης γυναίκας. Δαγκώνω τα χείλια μου. Έχω όντως πάθει εμμονή με την ερωτική ζωή μιας άλλης γυναίκας; Όχι, λέω αμέσως στον εαυτό μου,


απορρίπτοντας την ιδέα. Αν με κάτι έχω πάθει εμμονή, αυτό είναι η ασφάλειά της. Και αν ο Κρις έχει μυστικά, μήπως η Ρεμπέκα τα ανακάλυψε και αυτό αποτελούσε πρόβλημα; Όλο αυτό μου φαίνεται τόσο πολύ σαν μυθιστόρημα, που μου ξεφεύγει ένα γελάκι. Άλλωστε, διαβάζοντας παρακάτω συνειδητοποιώ ότι ο Κρις ζει στο Παρίσι. Μάλλον έχει έρθει ταξίδι και μάλλον θα ’χει ήδη φύγει. Η απογοήτευση έρχεται απρόσκλητη και με κυριεύει. Ο Κρις είναι ο πρώτος άντρας που ενδιαφέρθηκε για μένα εδώ και δύο χρόνια, μετά τον Μάικλ Νάιτ, τον διευθύνοντα σύμβουλο μιας μεγάλης εταιρείας υπολογιστών, τον οποίο είχα γνωρίσει σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι ήταν από αυτούς τους άντρες που έβρισκα γοητευτικούς για τους λάθους λόγους. Από τους άντρες που είναι αυταρχικοί και σε ελέγχουν και σε κάνουν να νιώθεις θηλυκή και απροστάτευτη. Τουλάχιστον, μέχρι να διαλύσει ό,τι ξέρεις για τον εαυτό σου. Ακόμα δεν ξέρω τι με τράβηξε σ’ εκείνον ή γιατί ακόμα με ελκύουν άντρες σαν τον Μαρκ, που ξεχειλίζουν εξουσία. Ξέ​ρω μόνο ότι το να βγαίνω με άντρες που εξαρχής φαίνονται ευαίσθητοι και τρυφεροί, όπως έκανα στο παρελθόν, δε μου κάνει. Ο Κρις δε φαίνεται να είναι από αυτούς τους τρελαμένους με την εξουσία και τον έλεγχο όπως ο Μαρκ, αλλά, από την άλλη, αμφιβάλλω για το αν θα τον ξαναδώ. Πιάνω ένα από τα ημερολόγια και αρχίζω να διαβάζω. Του είπα ότι δεν ήθελα να τον ξαναδώ. Μου είπε ότι εκείνος θα αποφάσιζε πότε θα τον έβλεπα και πότε όχι. Έπρεπε να το ξέρω. Δεν μπορούσα απλώς να φύγω. Έπρεπε να το ξέρω ότι είχε έρθει για μένα και ότι, έτσι όπως είμαι αδύναμη, δε θα μπορούσα να του αντισταθώ. Πριν καταλάβω τι συνέβαινε, βρέθηκα στην αποθήκη, μεσημεριάτικα, με ανθρώπους να περνάνε απ’ έξω. Με κόλλησε στον τοίχο κι έσκισε το εσώρουχό μου. Τα χείλια του κολλημένα στο αυτί μου, η ανάσα του καυτή στον λαιμό μου ενώ λέει: «Ξέρεις τους κανόνες· ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω». Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου γιατί ξέρω. Ξέρω και όχι μόνο ξέρω, αλλά το θέλω κιόλας. Αυτό έχω γίνει, αυτό με έχει κάνει. Ήμουν υγρή και υπέφερα και ήμουν έτοιμη να ικετεύσω για το μόνο πράγμα που ποθούσα… την τιμωρία. Το πρώτο χτύπημα στα οπίσθιά μου ήταν σκέτος πόνος αλλά δεν ούρλιαξα. Δεν μπορούσα. Θα με άκουγαν. Αλλά με κάποιον τρόπο, όπως συμβαίνει πάντα, ο πόνος μετατράπηκε σε ηδονή. Τον ήθελα πολύ, ολοκληρωτικά. Μπήκε μέσα μου και μετά βίας έπνιξα τη φω​νή μου. Όσο βάναυσα και αν με πηδούσε δε μου έφτανε. Ήμουν ανήμπορη μπροστά στην ηδονή που μου πρό​σφερε αυτός ο άνθρωπος. Όταν τελείωσε, με γύρισε, κατέβασε το φόρεμά μου και το σουτιέν μου και έβαλε δυο μανταλάκια στις ρώγες μου, και με διέταξε να αντέξω τον πόνο δεκαπέντε λεπτά. Με διαβεβαίωσε ότι θα το καταλάβαινε αν τα έβγαζα νωρίτερα. Και μετά έφυγε, κι εγώ έμεινα να κοιτάζω την πόρτα, ο οργασμός που κανονικά δε θα έπρεπε να μου προκαλεί έκανε το φύλο μου να συσπάται. Κάθε νευρική απόληξή μου νιώθει τον πόνο στον πισινό μου και τον πόνο από τα μανταλάκια στις ρώγες μου. Δεν μπορώ να σταματήσω τον πόνο, δεν μπορώ να νικήσω την επιθυμία μου γι’ αυτόν. Είμαι αβοήθητη. Είμαι τρομακτικά ερεθισμένη.


Το πρωί της Δευτέρας, στέκομαι στο μπάνιο μου, με το δεύτερο φλιτζάνι καφέ στον πάγκο δίπλα μου, βουρτσίζοντας τα μακριά καστανά μαλλιά μου μέχρι να γίνουν μεταξένια. Είναι οχτώ το πρωί και όπου να ’ναι θα φύγω για την γκαλερί. Το «Αρχίζετε τη Δευτέρα» θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί από την ερώτησή μου «Τι ώρα;». Εφόσον δεν είχα φανεί αρκετά λογική ώστε να κάνω αυτή την ερώτηση, είχα αποφασίσει πριν πέσω για ύπνο να σηκωθώ αρκετά νωρίς ώστε να φτάσω μισή ώρα πριν ανοίξει η γκαλερί. Ολοκλήρωσα το μακιγιάζ μου με λίγη πούδρα και φόρεσα ένα πράσινο στενό φόρεμα, ένα μαύρο σακάκι και μαύρες γόβες, που είναι το σύνολο που φοράω σε ειδικές περιστάσεις. Το ίδιο που φορούσα κάθε φορά που πήγαινα σε κάποια συνέντευξη χρόνια πριν, όπως σήμερα, όπου το ζήτημα ήταν να φαίνομαι επαγγελματίας. Άλλωστε, θα πρέπει να ανταποκρίνομαι σε απαιτήσεις ενηλίκων και όχι λυκειόπαιδων που φοράνε τζιν και κοντομάνικα. Εγώ ποτέ δεν επέλεγα τζιν, παρόλο που κάποιοι καθηγητές το έκαναν. Η νεανική μου εμφάνιση απαιτούσε ψηλά τακούνια και φούστες ώστε να επιβάλλομαι στους μαθητές. Με τους μαθητές ο σεβασμός είναι πολύ σημαντικός. Επιθεωρώ την εμφάνισή μου στον ολόσωμο καθρέφτη πίσω από την πόρτα και την εγκρίνω. Δεν είναι Chanel ή Dior όπως θα προτιμούν πολλοί πελάτες της γκαλερί, αλλά με τον δικό μου προϋπολογισμό, κι αυτά που φοράω καλά είναι. Αφού τελειώνω τον καφέ μου, πηγαίνω ως το αυτοκίνητο και έχω τόσο άγχος όσο οι μαθητές μου την πρώτη μέρα του σχολείου. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχω δεχτεί αυτή τη δουλειά και νιώθω τρομοκρατημένη και ενθουσιασμένη ταυτόχρονα. «Μάλιστα», μονολογώ. «Λες και υπήρχε αμφιβολία». Το στομάχι μου σφίγγεται από ενοχές καθώς σκέφτομαι ότι η πιθανή ατυχία της Ρεμπέκα να είναι δική μου καλοτυχία. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να ζήσω με αυτή την ιδέα. Κανείς δεν έχει σταθεί άτυχος, λέω στον εαυτό μου. Θα ανακαλύψω ότι η Ρεμπέκα είναι μια χαρά, ευτυχισμένη, και θα μπορέσω να ζήσω στον κόσμο που αγαπώ έστω και για λίγο. Όταν φτάνω στην γκαλερί δεκαπέντε λεπτά αργότερα, έχω πάλι αμφιβολίες για την ασφάλεια της Ρεμπέκα. Αναρωτιέμαι… εφόσον είναι μια χαρά και ευτυχισμένη, σε κάποιο εξωτικό καταφύγιο και όλο αυτό είναι τόσο μόνιμο, που έχει αφήσει οριστικά τα πράγματά της, γιατί από την γκαλερί μου λένε ότι θα επιστρέψει; Περίμενα μια ζωή να περάσω τις μέρες μου ασχολούμενη με την τέχνη, και ξέρω ότι η μέρα που θα αφήσω πίσω μου αυτόν τον κόσμο για να επιστρέψω στον δικό μου θα είναι επώδυνη. Αλλά τώρα έχω πάρει αυτό το μονοπάτι και το ένστικτό μου μου λέει ότι κάνω αυτό που πρέπει να κάνω. Ακόμα και όταν παρκάρω στο πίσω μέρος της γκαλερί και βγαίνω από το αυτοκίνητό μου, νιώθω ότι η καρδιά μου θα εκραγεί μες στο στήθος μου. Διασχίζω το μικρό πάρκινγκ των υπαλλήλων, και αφού δοκιμάζω την πόρτα και τη βρίσκω κλειδωμένη, χτυπάω. Εμφανίζεται το νεαρό κορίτσι που ήθελα να αγκαλιάσω εκείνο το βράδυ και χαμογελάει ζεστά καλωσορίζοντάς με κι έπειτα ανοίγει τη γυάλινη πόρτα. «Πρέπει να είσαι η Σάρα». «Εγώ είμαι αυτή», λέω ανταποδίδοντας το χαμόγελό της. «Μάλλον σου είπαν ότι θα έρθω;» «Ναι, και χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ». Φοράει ένα ανοιχτόχρωμο ροζ φόρεμα και τα μαλλιά της είναι πιασμένα με ένα πιαστράκι που την κάνει να μοιάζει ακόμα πιο μικρή απ’


όσο όταν την πρωτοείδα. «Πραγματικά δεν έχουμε αρκετό προσωπικό, οπότε αυτό είναι μεγάλη τύχη». Μπαίνω και αφήνω την πόρτα να κλείσει πίσω μου. Η γυναίκα, ή μάλλον το κορίτσι, δε φαίνεται να ανησυχεί να την κλειδώσει πάλι, πράγμα που με απασχολεί. Μπορεί να είναι μικρή γκαλερί αλλά θεωρείται από τις πιο αναγνωρισμένες, με περιζήτητα έργα τέχνης και πολύ χρήμα να κυκλοφορεί. «Με λένε Αμάντα», λέει. «Κάνω την πρακτική μου εδώ για τον επόμενο χρόνο, δουλεύω στην υποδοχή». «Χαίρω πολύ, Αμάντα», λέω. «Ο Μαρκ παίρνει το πρωινό του με τον Ρίκο σήμερα για να συζητήσουν την έκθεση της προηγούμενης εβδομάδας». Κάνει μια κίνηση με το χέρι της. «Να σε πάω στο καινούργιο σου γραφείο». Διστάζω πριν την ακολουθήσω και, με κίνδυνο να την προσβάλω, γυρίζω και κλειδώνω την πόρτα. Της χαμογελάω απολογητικά. «Συγγνώμη. Είμαι φανατική της τέχνης και η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να μπει και να κλέψει κάποιον πίνακα μου φέρνει ναυτία κανονικά». Χλομιάζει. «Σ’ ευχαριστώ. Ο Μαρκ θα γινόταν έξαλλος αν την έβρισκε ξεκλείδωτη». Η αμηχανία της και ο πραγματικός φόβος που φαίνεται να αποτινάσσει από πάνω της μου προκαλεί ανησυχία. Κα​ταλαβαίνω τώρα ότι η διάθεση που είχα να την προστατέψω τις προάλλες θα γινόταν μόνιμη. Ακολουθώ την Αμά​ντα και διασχίζουμε τον στενό διάδρομο πίσω από τα εκ​θέματα. «Ο Μαρκ είναι σκληρό αφεντικό, να υποθέσω;» Μου ρίχνει μια φευγαλέα ματιά. «Είναι πλούσιος, όμορφος και σχεδόν τέλειος. Κάτι τέτοιο περιμένει κι εδώ. Εγώ δεν τα καταφέρνω πάντα να είμαι τέλεια». «Η τελειότητα των άλλων είναι μια βιτρίνα που δημιουργούμε όταν αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας», της λέω, αλλά κατά βάθος, ακόμα και βασισμένη στη σύντομη συνάντηση που είχα με τον Μαρκ, συμφωνώ με την εκτίμησή της. Εκτός, βέβαια, από το ότι είναι πλούσιος. Δεν έχω ιδέα αν έχει λεφτά, αλλά αν έχει, δεν μπορεί να είναι απλώς από τη διευθυντική του θέση στην γκαλερί. «Χμμμ», μουρμουρίζει η Αμάντα σκεπτική, «μάλλον όντως αμφιβάλλω για τον εαυτό μου όταν είμαι κοντά του, αλλά μόνο επειδή είναι τόσο τρομακτικός. Όταν με κοιτάζει αυτός ο άντρας, νιώθω ότι διαλύομαι». Φέρνω στο μυαλό μου τα έντονα γκρίζα μάτια του, και μόνο η ιδέα ότι θα ξαναδώ τον Μαρκ ανεβάζει την αδρεναλίνη μου και δεν έχω απόλυτη συναίσθηση του εαυτού μου αυτή τη στιγμή ώστε να καταλάβω τον λόγο. Εφόσον δεν έχω πρόθεση να το μοιραστώ αυτό με την Αμάντα, χαμογελάω ενθαρρυντικά. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να τον κάνουμε λιγότερο τρομακτικό αν μείνουμε ενωμένες». Μου σκάει ένα φωτεινό χαμόγελο. «Ωραία ιδέα». Η αντίδρασή της με κάνει να νιώσω ζεστασιά. Η έμφυτη διάθεση φροντίδας που έχω αλλά και η εμπειρία της καθηγήτριας με κάνουν να πιστεύω ότι θα γίνω η μαμά-κλώσα της. Μπαίνουμε σε έναν άλλο διάδρομο όπου δεξιά και αριστερά υπάρχουν διάφορα έργα τέχνης και μετά βίας κρατιέμαι να μην τα κοιτάξω προσεκτικά. Θα έχω χρόνο αργότερα. «Θα σε συστήσω στο υπόλοιπο προσωπικό όταν έρθει», λέει η Αμάντα. «Είμαστε εφτά στο σύνολο, χωρίς εσένα, οι δύο είναι ασκούμενες μερικής απασχόλησης. Μετά τη


χθεσινοβραδινή εκδήλωση, όλοι θα έρθουν αργά». «Εσύ πώς και ήσουν τυχερή και ήρθες νωρίς;» τη ρωτάω καθώς σταματάμε σε ένα κατώφλι που υποθέτω ότι οδηγεί στα γραφεία. Μου ρίχνει άλλη μια πλάγια ματιά. «Έχυσα κρασί πάνω σε έναν πολύ σημαντικό πελάτη στη μικρή μας οινογνωσία. Είναι η τιμωρία μου». Συνοφρυώνομαι και μια ανατριχίλα διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου. «Τιμωρία;» Πληκτρολογεί έναν κωδικό σε έναν πίνακα στην είσοδο κι έπειτα στρέφει την προσοχή της ξανά σ’ εμένα. Το χαμόγελό της έχει εξαφανιστεί. «Ο Μαρκ είναι φανατικός της τιμωρίας». Αρχίζει να περπατάει και με αναγκάζει να την ακολουθήσω, και έχω την ξεκάθαρη εντύπωση ότι θέλει να αποφύγει να μου δώσει την ευκαιρία να ρωτήσω λεπτομέρειες. Προσπερνάμε αρκετά σκοτεινά γραφεία κι έπειτα σταματάει μπροστά σε μια πόρτα και ανάβει το φως. «Θα εργάζεσαι στο γραφείο της Ρεμπέκα». Μένω ακίνητη. Στέκομαι εκεί, παγωμένη, καθώς θυμάμαι το κομμάτι που διάβασα χθες βράδυ στο ημερολόγιο. Ξέρεις τους κανόνες· ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω.


6 Μπαίνω στο γραφείο της Ρεμπέκα και με συνεπαίρνει ένα άρωμα από τριαντάφυλλα. Ψάχνω και βλέπω ένα μικρό κεράκι πάνω στο γραφείο από γυαλιστερό ξύλο κερασιάς, που ενώ δεν καίει, είναι μάλλον η πηγή του γλυκού λουλουδάτου αρώματος. Η προσωπική αυτή πινελιά, που υποθέτω ότι είναι της Ρεμπέκα, μου υπενθυμίζει ότι είμαι εδώ για να τη βρω και κάνει το στομάχι μου να σφίγγεται, παρόλο που θα έπρεπε να είναι ενθαρρυντικό σημάδι της επιστροφής της. Ψάχνοντας για περαιτέρω ενθάρρυνση, κοιτάζω τα δυο ράφια στα δεξιά μου όπου υπάρχουν διάφορα βιβλία τέχνης στις προθήκες και μια ντουζίνα άλλα στη σειρά, και δε βρίσκω τίποτα να πιαστώ. «Αν πατήσεις το κόκκινο κουμπί στο τηλέφωνό σου, θα συνδεθείς με το εσωτερικό στο γραφείο μου», μουρμουρίζει η Αμάντα. «Τέλεια», λέω. Μπαίνω πίσω από το γραφείο και χώνω την τσάντα μου σε ένα συρτάρι. Δεν μπορώ να καθίσω στην κόκκινη δερμάτινη καρέκλα. Στην καρέκλα της. «Ποιο είναι το δικό μου εσωτερικό;» ρωτάω προσπαθώντας να κερδίσω λίγο χρόνο για να διώξω αυτή την άβολη αίσθηση που διαπερνά τις νευρικές μου απολήξεις. «Τέσσερα», απαντά η Αμάντα. Το βλέμμα μου σηκώνεται και μου κόβεται η ανάσα μόλις βλέπω τον πίνακα στον τοίχο ακριβώς απέναντι μου. Νομίζω ότι η Αμάντα λέει κάτι αλλά δεν την προσέχω. Είμαι καθηλωμένη από τις τελευταίες πινελιές ιδιοφυΐας της διάσημης Αμερικανίδας ζωγράφου Τζόρτζια Ο’Νέι. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μπαίνεις με κωδικό στα γραφεία. Ξαφνικά το κερί αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή αυτός ο εκπληκτικός πίνακας, λάδι σε καμβά, απεικονίζει κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα. Πρέπει να αξίζει τριάντα χιλιάδες μες στο νερό και για να είναι μες στην γκαλερί, δε φαντάζομαι να μην είναι αυθεντικός. Είναι εντυπωσια​κός και βρίσκεται στον τοίχο που θα κοιτάζω κάθε μέρα. Τον ίδιο τοίχο που η Ρεμπέκα κοίταζε κάθε μέρα που ήταν εδώ. «Από την προσωπική συλλογή του Μαρκ», με πληροφορεί η Αμάντα, έχοντας σαφώς παρατηρήσει ότι κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. «Έχει έναν πίνακα σε κάθε γραφείο». Γυρίζω την προσοχή μου προς το μέρος της και τη βλέπω να ακουμπάει στην κάσα της πόρτας. «Την προσωπική του συλλογή;» Γνέφει καταφατικά. «Η οικογένειά του έχει πολλές γκαλερί τέχνης και έναν οίκο δημοπρασιών στη Νέα Υόρκη που λέγεται Ρεύμα», μου εξηγεί. «Αλλάζει τα κομμάτια κάθε λίγους μήνες απ’ όσο καταλαβαίνω. Μάλιστα, έχουμε πελάτες που κανονίζουν ραντεβού για να δουν τι θα φέρει κάθε φορά». Έκπληκτη από αυτή την πληροφορία, βρίσκομαι πάλι στη σπάνια κατάσταση όπου δεν μπορώ να σταυρώσω κουβέντα μόλις γίνεται αναφορά σε έναν από τους πιο ελίτ οίκους δημοπρασιών, που δημοπρατεί τα πάντα, από αντικείμενα διασημοτήτων μέχρι έργα τέχνης. Γελάει άκεφα, σημάδι ότι κατά βάθος νιώθει άβολα. «Όλοι θέλουν ένα κομμάτι του». Γέρνω το κεφάλι μου για να την κοιτάξω καλύτερα, προσέχοντας ότι τόνισε το «όλοι». «Και εσύ, Αμάντα;»


Με μια κίνηση του χεριού της απορρίπτει την ιδέα. «Εγώ είμαι τόσο κατώτερή του όπως και των περισσοτέρων πελατών που έρχονται εδώ». Η ανασφάλειά της με παρασύρει, ξυπνάει παλιά συναισθήματα που δε μου αρέσουν αλλά μπορώ να ταυτιστώ μα​ζί της. «Δεν είναι αλήθεια αυτό. Δεν είσαι κατώτερή του, ούτε κατώτερη από τον οποιονδήποτε για να είμαστε ειλικρινείς». «Το εκτιμώ αυτό, αλλά έχω αποφασίσει ότι, μετά από αυτό το καλοκαίρι, ανήκω στη γεωλογία και στις ανασκαφές. Λίγη σκόνη και λίγος ήλιος θα μου κάνουν περισσότερο καλό απ’ ό,τι η σαμπάνια και η τέχνη». «Μην πάρεις αυτή την απόφαση επειδή νιώθεις κατώτερη του Μαρκ». Η έκφρασή της σοβαρεύει. «Όχι. Εγώ…» Φαίνεται να σκέφτεται τις λέξεις της και αποφασίζει να μη μιλήσει τελικά, απλώς δείχνει πίσω από τον ώμο της. «Πάμε να σου δείξω τον χώρο όπου κάνουμε διάλειμμα. Πρέπει να βάλω να γίνεται καφές κι εσύ πρέπει να συμπληρώσεις μερικά χαρτιά. Θα σου εξηγήσω ενώ ετοιμάζω τον καφέ». Λίγα λεπτά αργότερα, η Αμάντα μου έχει δείξει την ακριβή μεζούρα καφέ που ο Μαρκ θέλει να χρησιμοποιούμε, σε περίπτωση που κάποια μέρα φτάσω πρώτη, και κάθομαι σε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι απέναντί της καθώς γεμίζει δυο κεραμικές κούπες. Εδώ δεν έχει πλαστικά και χάρτινα ποτηράκια όπως στο σαλόνι των καθηγητών. «Πόσο καιρό λείπει η Ρεμπέκα;» ρωτάω. Η Αμάντα κάθεται απέναντί μου. «Λοιπόν», συλλογίζεται, ενώ βάζει ζάχαρη στον καφέ της και εγώ επιλέγω γάλα σε σκόνη. «Εγώ έπιασα δουλειά πριν δυο μήνες και ήδη είχε φύγει, οπότε, τουλάχιστον από τότε». «Μάλλον θα συμβαίνει κάτι σοβαρό». «Κανείς δεν έχει πει κάτι, σ’ εμένα τουλάχιστον, κι απλώς χαίρομαι που ο Μαρκ κοίταξε το καλοκαιρινό πρόγραμμα κι αποφάσισε να κάνει προσλήψεις». Γλιστράει ένα χαρτί προς το μέρος μου. «Αυτό είναι το καλοκαιρινό πρόγραμμα». Ρίχνω μια ματιά στο ημερολόγιο με ολοένα αυξανόμενο ενθουσιασμό καθώς βλέπω εβδομαδιαίες βραδιές οινογνωσίας, πολλούς συναρπαστικούς καλλιτέχνες που θα επισκεφτούν την γκαλερί και πολλά πριβέ πάρτι. Σε έναν τέτοιο κόσμο ποθούσα να ζήσω από… από πάντα. «Φορτωμένο πρόγραμμα, ε;» κάνει η Αμάντα περιμένοντας να συμφωνήσω. «Πολύ, αλλά καλό είναι αυτό». «Όχι όταν η Ρεμπέκα ήταν υπεύθυνη για τις περισσότερες εκδηλώσεις. Και παρόλο που το ήξερε αυτό ο Μαρκ, έκανε συνεντεύξεις με τουλάχιστον δεκαπέντε ανθρώπους πριν προσλάβει εσένα. Ευτυχώς που έκανες ό,τι έκανες και τον κέρδισες, επειδή μου πέφτει πολλή δουλειά και έχω πήξει». Ό,τι έκανα και τον κέρδισα, επαναλαμβάνω από μέσα μου. Δεν έκανα τίποτα, με προσέλαβε χωρίς να με ρωτήσει και πολλά. Γιατί; Επειδή ρώτησα για τη Ρεμπέκα; Επειδή προσποιήθηκα πως την ήξερα. Να πάρει. Είπα στον Μαρκ ότι είχα αδερφή. Γι’ αυτό μισώ τα ψέματα. Πάντα επιστρέφουν και σε στοιχειώνουν. Η καρδιά μου πάει να σπάσει στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να με στριμώξει και να με τσακώσει. Ακόμα σκέφτομαι πώς να το κάνω όσο καλύτερα γίνεται, ποια να είναι η ιστορία μου, όταν η Αμάντα αφήνει έναν φάκελο στο τραπέζι.


«Αυτά είναι τα χαρτιά για την πρόσληψη και μερικά τεστ που είπε ο Μαρκ ότι πρέπει να περάσεις». «Τεστ;» «Ναι. Αυτό που ακούτε. Έχετε πρόβλημα με αυτό, κυ​ρία ΜακΜίλαν;» Η φωνή του Μαρκ, σκοτεινή και αυταρχική, με κάνει να γυρίσω προς το μέρος του και παραλίγο να μου κοπεί η ανάσα βλέποντας πόσο ωραίο είναι το καινούργιο μου αφεντικό. Φοράει ένα ανοιχτόχρωμο γκρίζο κοστούμι που τονίζει τα μοναδικά λαμπερά μάτια του, τα οποία σ’ αυτό το φως φαίνονται περισσότερο ανοιχτογάλαζα και όχι γκρίζα που είχα νομίσει αρχικά. Τα χαρακτηριστικά του είναι καλοσχηματισμένα, το κάτω χείλος του σαρκώδες, το σαγόνι του δυνατό. Είναι ψηλός και γυμνασμένος, τα ξανθά του μαλλιά προσεκτικά στιλιζαρισμένα. Είναι… πανέμορφος. «Είμαι καθηγήτρια, κύριε Κόμτον», καταφέρνω τελικά να πω. «Πάντα απολαμβάνω ένα καλό τεστ. Απλώς είμαι περίεργη να δω τι είδους τεστ είναι αυτά». «Θα ξεκινήσουμε με τα βασικά κι έπειτα θα αποφασίσω πώς θα συνεχίσουμε από κει και πέρα», λέει ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στην Αμάντα. «Θα τελειώσω εγώ τα χαρτιά με την κυρία ΜακΜίλαν, Αμάντα». Είναι απότομος, αυταρχικός. Τρομακτικός. Τόσο τρομακτικός που είναι σέξι. «Α, ναι», λέει και πετάγεται όρθια σαν κούκλα με ελατήριο μέσα σε κουτί που μόλις άνοιξαν το καπάκι. Δεν αστειευόταν όταν έλεγε ότι την τρόμαζε αυτός ο άντρας και τώρα, μπροστά του, καταλαβαίνω κι εγώ πώς αισθάνεται. «Παρεμπιπτόντως, ο καφές είναι έτοιμος», του λέει και νιώθω την αγωνία της, την ανάγκη για την έγκρισή του, έγκριση που δεν έρχεται. Παίρνει την κούπα της και πηγαίνει προς το μέρος του κι εκείνος παραμερίζει για να την αφήσει να περάσει αλλά το βλέμμα του είναι καρφωμένο πάνω μου, απαθές, αινιγματικό. Το ανασφαλές κομμάτι μου, το κομμάτι που ο Μάικλ εκμεταλλευόταν, σηκώνει το άσχημο κεφάλι του, και είναι ένα κομμάτι μου που μοιάζει τόσο πολύ με την Αμάντα. Νιώθω μια έξαψη στις φλέβες μου και την αποδιώχνω. Πολύ άνετα θα ήθελα να ικανοποιήσω αυτόν τον άντρα, και με τρομάζει που το έχω ακόμα μέσα μου. Δεν είσαι το ίδιο άτομο που ήσουν όταν ήσουν με τον Μάικλ, λέω στον εαυτό μου. Δεν είμαι αφελής. Δεν είμαι άπειρη. Δε θα με αιχμαλωτίσει η δύναμη και η παρουσία αυτού του άντρα, ακόμα και αν η γοητεία του δε με αφήνει αδιάφορη. Έχω τον έλεγχο. Άλλωστε, είναι το αφεντικό μου, όχι ο εραστής μου. Πηγαίνει με αργά βήματα ως την καφετιέρα, γεμίζει μια κούπα και χωρίς να ρωτήσει γεμίζει και τη δική μου. Τα βλέμματά μας συναντιούνται πριν απομακρυνθεί, και βλέ​πω ότι το βλέμμα του είναι σκληρό, διακρίνω τον αυταρχισμό στην ευγενική κατά τ’ άλλα συμπεριφορά του. Δε ρώτησε αν ήθελα άλλο καφέ. Απλώς αποφάσισε ότι ήθελα κι έτσι… θέλω. Πρέπει να θέσω όρια με αυτόν τον άντρα και να το κάνω τώρα. Δεν πρόκειται ν’ αγγίξω αυτή την κούπα. Μέσα σε μια στιγμή, έχει καθίσει στην πολυθρόνα απέναντί μου κάνοντάς τη δική του, όπως και όλο το δωμάτιο, και κοιτάζω τα ασημόγκριζα μάτια του μην τολμώντας να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του. Λέω στον εαυτό μου ότι είναι επίδειξη ισχύος αλλά κατά βάθος ξέρω ότι με έχει αιχμαλωτίσει, ότι με έχει διατάξει να τον κοιτάζω. «Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα εμφανιζόσασταν σήμερα», λέει τελικά.


«Γιατί να μην εμφανιστώ;» Περνάνε αρκετά δευτερόλεπτα κι έπειτα χαμογελάει ανεπαίσθητα και ψάχνει στον φάκελο και μου δίνει ένα χαρτί και ένα μολύβι. «Σας προσέλαβα χωρίς καν συστατικές επιστολές, βασισμένος στο ένστικτό μου. Το ένστικτό μου, κυρία ΜακΜίλαν, συνήθως είναι πολύ σωστό. Θα ήθελα να επιβεβαιώσετε αυτή την πρόταση». Πιάνει το γάλα σε σκόνη. Κοιτάζω το χαρτί και βλέπω δέκα ερωτήσεις, καταλαβαίνοντας αμέσως ότι όλες σχετίζονται με τη μεσαιωνική τέχνη. «Αρχίστε», με διατάζει τρυφερά. Τον κοιτάζω και τον βλέπω να ακουμπάει πίσω, στην πλάτη της πολυθρόνας. Προφανώς σκοπεύει να με παρατηρεί όσο θα απαντάω στο τεστ. Θέλει να με εκφοβίσει, κι εγώ δε θέλω να τον αφήσω. Αποφασισμένη, πιάνω το μολύβι. Τον νιώθω που με παρατηρεί και σαστίζω μόλις συνειδητοποιώ ότι το χέρι μου τρέμει ελαφρώς. Άντρες σαν εκείνον προσέχουν τέτοιες λεπτομέρειες. Ξέρει ότι τρέμω. Ξέρει ότι με επηρεάζει. Πιέζω τον εαυτό μου και διώχνω τη θολούρα από το μυαλό μου και συγκεντρώνομαι στις ερωτήσεις που είναι αρκετά δύσκολες, αλλά τις κατέχω. Τελειώνω γρήγορα και γυρίζω το χαρτί από την άλλη για την αξιολόγησή του. Ακόμα ακουμπάει στην πλάτη της πολυθρόνας, το παίζει άνετος, με παρατηρεί, τα μάτια του μισόκλειστα, η έκφρασή του πάλι απαθής. Δεν παίρνει το τεστ, η προσοχή του στρέφεται στην κούπα μου. «Δεν πίνετε τον καφέ σας, κυρία ΜακΜίλαν». «Έχω ξεπεράσει το όριό μου για σήμερα». «Τα όρια είναι για να ξεπερνιούνται». «Η πολλή καφεΐνη μου φέρνει τρεμούλα». Οι λέξεις –το ψέμα– βγαίνουν πριν προλάβω να με σταματήσω. Από πού έρχονται όλα αυτά τα ψέματα; Σκύβει μπροστά και μυρίζω το άρωμά του, καθαρό, πικάντικο, αρρενωπό. «Το να πίνεις καφέ με τον άλλον», λέει, «είναι σαν να γιορτάζεις μια νέα συνεργασία, δε νομίζετε;» Η πρόκληση που μου θέτει ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα, όπως και ένας άλλος, ακατονόμαστος ηλεκτρισμός που κάνει τον λαιμό μου να κλείνει και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Δεν είναι παρά μια κούπα καφέ αλλά και πάλι αισθάνομαι ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο, ότι αυτό είναι ακόμα ένα τεστ που δεν έχει καμία σχέση με τις ικανότητές μου αλλά με εκείνον. Κι εμένα. Και δεν ξέρω γιατί θέλω να συμμορφωθώ, να τον ευχαριστήσω. Φυσικά και θέλω, σκέφτομαι. Είναι από τους άντρες που περιμένουν να τους υπακούνε όσοι τους περιτριγυρίζουν. Δεν μπορώ να αντισταθώ στη θέλησή του ενώ βρίσκομαι εδώ. Λέω στον εαυτό μου ότι γι’ αυτό υπακούω, γι’ αυτό κάνω αυτό που θέλει. Λέω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι αδύναμη, και ότι ελέγχει μόνο ό,τι αφορά τη δουλειά και όχι εμένα. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω την κούπα του καφέ.


7 Πίνω μια γουλιά από το ρόφημα που έχει σχεδόν κρυώσει, κοιτάζοντας το καινούργιο μου αφεντικό κάτω από τις βλεφαρίδες μου καθώς εκείνος μελετά το τεστ μου. Είναι δυνατός αυτός ο άντρας, αυταρχικός, σνομπ, όλα όσα ορκίζομαι κάθε μέρα ότι δε θέλω στη ζωή μου κι όμως, να με που πίνω καφέ για να τον ευχαριστήσω. Κάτι τέτοιο θα ήταν αποδεκτό αν το έκανα απλώς επειδή είναι το καινούργιο μου αφεντικό. Αλλά δεν το κάνω γι’ αυτό. Κατά βάθος, ξέρω ότι με ξελογιάζει και ο ίδιος και αυτό το μέρος. Μου φαίνεται ενδιαφέρων με τρόπους που δε θέλω, με τρόπους που φέρνουν μπελάδες. Πίνω ξανά μια γουλιά και προσπαθώ να γευτώ την πικράδα του καφέ για να θυμάμαι τι μου κάνει ένας τέτοιος άντρας. Πικρίζει υπερβολικά στη γλώσσα μου και δεν το αντέχω. Κατεβάζω γρήγορα τον υπόλοιπο καφέ. Αμέσως, σηκώνει το βλέμμα του και με κοιτάζει, και μετά βίας καταφέρνω να πνίξω έναν μορφασμό. Στο δυνατό του στόμα υπάρχει μια υποψία χαμόγελου, στα μάτια του αστράφτει κάτι που δεν μπορώ να αναγνωρίσω και εύχομαι να μην το ήθελα τόσο πολύ όσο το θέλω. «Συγχαρητήρια, κυρία ΜακΜίλαν. Περάσατε το πρώτο τεστ». Έχω τη σαφέστατη εντύπωση ότι δε μιλάει για το τεστ στο χαρτί αλλά για κάτι τελείως διαφορετικό – για τη συμμόρφωσή μου με την «απαίτησή» του να πιω καφέ παρόλο που δεν ήθελα. «Αμφιβάλλατε;» τον προκαλώ, λέγοντας στον εαυτό μου ότι μιλάω για το ερωτηματολόγιο και όχι για τον καφέ. «Σας προσέλαβα χωρίς συνέντευξη». «Ναι», λέω και φοβάμαι ότι το έκανε επειδή ρώτησα για τη Ρεμπέκα, ότι με βλέπει ως την επόμενη Ρεμπέκα – και δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι καλό· για την ακρίβεια, είμαι πολύ σίγουρη ότι δεν είναι καλό – μου δημιουργεί έναν κόμπο στο στομάχι. Απαντάω προσποιούμενη τη θαρραλέα: «Για ποιον λόγο; Δε μου φαίνεστε άνθρωπος που παίρνει βιαστικές αποφάσεις». «Γιατί δεχτήκατε τη θέση χωρίς να ρωτήσετε πόσα θα πληρώνεστε ή τι ώρα πρέπει να έρχεστε, κυρία ΜακΜίλαν;» Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, αλλά αρνούμαι να υποχωρήσω μπροστά σ’ αυτόν τον άντρα ή σε οποιονδήποτε άλλον, ποτέ ξανά. Είχα πολλές τέτοιες εμπειρίες στη ζωή μου. «Επειδή αγαπώ την τέχνη και δε δουλεύω το καλοκαίρι. Και εφόσον ξέρω πολλά περισσότερα για την γκαλερί απ’ ό,τι εσείς για μένα, η απόφασή μου δεν ήταν ασύνετη. Η μπάλα στην περιοχή σας πάλι, κύριε Κόμτον. Γιατί με προσλάβατε χωρίς συνέντευξη;» Δε φαίνεται ευχαριστημένος από την απάντησή μου. Για την ακρίβεια, δεν είμαι σίγουρη ότι δεν έχει εκνευριστεί λιγάκι. Με κοιτάζει διερευνητικά για μια στιγμή που μοιάζει αιώνια. Τα ασημένια μάτια του τόσο έντονα που με κάνουν να παγώνω και να καίγομαι ταυτόχρονα. Με ταράζει. Δε θέλω αυτός ο άντρας να μπορεί να με ταράξει. «Θέλετε να μάθετε γιατί σας προσέλαβα;» «Δεν ήταν κάτι που το περίμενα». «Τότε γιατί προσφέρατε τις υπηρεσίες σας αν περιμένατε ότι δε θα τις δεχόμουν;»


«Μια στιγμή πάθους», παραδέχομαι. «Και ένα καλοκαίρι ελευθερίας». Χαμηλώνει ελαφρώς το πιγούνι του, σαν να δέχεται την απάντηση. «Το αισθάνθηκα το πάθος σας. Μου μίλησε». Ο λαιμός μου στεγνώνει αμέσως καθώς οι λέξεις του πέφτουν βαριές ανάμεσά μας, όλο υπονοούμενα, ο αέρας βαρύς από μια έντονη συναίσθηση που λέω στον εαυτό μου ότι τη φαντάζομαι, που την απορρίπτω. Δεν είναι για μένα. Ού​τε καν αυτό το μέρος είναι για μένα. Είναι για τη Ρεμπέκα. «Με εντυπωσιάσατε, κυρία ΜακΜίλαν», συμπληρώνει απαλά, «και αυτό δε συμβαίνει εύκολα». Τα λόγια του σχεδόν μου κόβουν την ανάσα και συνειδητοποιώ έκπληκτη, παρά τις σκέψεις που έκανα μόλις πριν λίγο, πόσο πολύ αποζητώ την έγκριση αυτού του άντρα, πόσο θέλω να μου επιβεβαιώσει ότι όλο αυτό συμβαίνει στ’ αλήθεια. Δε θέλω να το θέλω. Δε θέλω να το χρειάζομαι. Και όμως… το θέλω. Περιμένω λίγο για να ηρεμήσει η καρδιά μου που πάει να σπάσει και μετά ρωτάω κάτι που πρέπει να μάθω. «Πώς ακριβώς το έκανα αυτό σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;» Η φωνή μου δεν είναι τόσο σταθερή όσο πριν και μάλλον το αντιλαμβάνεται. Είναι υπερβολικά οξυδερκής για να μην το αντιληφθεί. «Πιστεύω ότι ξέρετε πως υπάρχουν κάμερες στις περισσότερες γκαλερί, κι αυτή εδώ δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρακολουθούσα όταν μαγέψατε το ζευγάρι που αγόραζε τον πίνακα του Μέριτ, με το τεράστιο πάθος σας για την τέχνη. Αν δεν τους είχατε καθοδηγήσει, μπορεί να είχαν πάει σπίτι για να το σκεφτούν αν θα αγοράσουν». Παρόλο που η ιδέα ότι με έβλεπε από την κάμερα είναι ενοχλητική, νιώθω μια θερμότητα να απλώνεται μέσα μου μόλις ξεστομίζει τη φιλοφρόνησή του. Είναι ακριβώς όπως είχε πει η Αμάντα, και ακόμα περισσότερα. Είναι πετυχημένος, και ανήκει σε έναν κόσμο που έχω πάρει δανεικό, αλλά ανυπομονώ να κατακτήσω. Ω, ναι. Θέλω τόσο πολύ την έγκρισή του και μισώ τον εαυτό μου γι’ αυτό. Τον μισώ. Είναι δυνατή λέξη, αλλά το δικό μου ιστορικό την καθιστά σωστή για την περίσταση. «Η γνώση και η ικανότητα είναι πιο εύκολο να βρεθούν απ’ ό,τι το πάθος», συμπληρώνει και κάθε λέξη με μαγεύει όλο και πιο πολύ. «Πιστεύω ότι εσείς έχετε πάθος, και γι’ αυτό δεν μπορώ να σας καταλάβω πλήρως». «Να με καταλάβετε;» ρωτάω και ανακάθομαι καθώς ανησυχώ ότι αυτή η συζήτηση μπορεί να γυρίσει στον ισχυρισμό μου ότι ξέρω τη Ρεμπέκα. Ή στην αδερφή που δεν έχω. Και δεν έχω σκεφτεί πώς να το χειριστώ. Βουλιάζει ξανά στην πολυθρόνα και με κοιτάζει επίμονα, οι αγκώνες του ακουμπισμένοι στα μπράτσα της πολυθρόνας, τα δάχτυλά του ενωμένα μπροστά του σχηματίζουν μια μικρή σκεπή. «Γιατί κάποια σαν κι εσάς διδάσκει σε σχολείο;» «Τι κακό έχει το να διδάσκεις σε σχολείο;» ρωτάω όπως έκανα και με τον Κρις Μέριτ όταν με ρώτησε πρώτος. «Απολύτως τίποτα». Περιμένω να συνεχίσει μα παραμένει σιωπηλός. Απλώς με κοιτάζει διερευνητικά τόσο, που νιώθω την ανάγκη να αναδευτώ στην πολυθρόνα. «Μου αρέσει να διδάσκω», λέω. Σηκώνει σκεπτικός το φρύδι του μόλις ακούει την απάντησή μου. «Αλήθεια», επιμένω, αλλά προσθέτω γρήγορα και διστακτικά, «αλλά όχι, δεν είναι το


πραγματικό μου πάθος». Δεν απαντάει αμέσως. Με αφήνει να υποφέρω κάτω από το ανακριτικό του βλέμμα. «Σας ξαναρωτάω λοιπόν», λέει τελικά. «Γιατί διδάσκετε σε σχολείο;» Για μια στιγμή, σκέφτομαι κάποια ανάλαφρη απάντηση που είναι σχεδιασμένη να αποφεύγει την ερώτηση, αλ​λά είμαι σίγουρη ότι δε θα το αφήσει να περάσει έτσι. Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος καθώς παραδέχομαι κάτι που έχω καταχωνιάσει κάπου όπου δε χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί του. Κάτι που δεν έχω πει σε κανέναν, αλλά σκοπεύω να το πω σ’ αυτόν. Ίσως να είναι απελευθερωτικό. Ίσως πρέπει να το πω δυνατά μια και καλή. Νιώθω ένοχη που η διδασκαλία δε με γεμίζει. Θα έπρεπε να με γεμίζει. «Επειδή», λέω με μια φωνή που, προς απογοήτευσή μου, σπάει ελαφρώς, «η αγάπη για την τέχνη δεν πληρώνει τους λογαριασμούς». Αν έχει προσέξει πόσο άβολα νιώθω, τουλάχιστον δεν το δείχνει. Και πάλι, η έκφρασή του είναι απαθής, αινιγματική. «Κι έτσι επανερχόμαστε στην ερώτηση που σας έκανα νωρίτερα. Γιατί δε ρωτήσατε τι μισθό θα παίρνετε;» «Έχω μια ιδέα περί μισθών ώστε να ξέρω ότι πρόκειται απλώς για μια καλοκαιρινή δουλειά που δεν την κάνω ως κανονική απασχόληση». Αισθάνομαι ένα τσίμπημα εκ​νευ​ρισμού και μια παρόρμηση να αμυνθώ. «Και επίσης φύγατε πριν προλάβω να ρωτήσω». Γελάει και με εκπλήσσει περισσότερο απ’ οτιδήποτε έχει κάνει μέχρι τώρα. «Υποθέτω πως ναι». Γρήγορα η έκφρασή του σοβαρεύει και με κοιτάζει τόσο πολλή ώρα και τόσο επίμονα που νιώθω ότι θα χάσω το μυαλό μου. Τι σκέφτεται; Τι θα πει; Με ζυγίζει και το ξέρω. Λέω στον εαυτό μου ότι δεν τον ξέρω και τόσο καλά ώστε να έχει σημασία η γνώμη του αλλά, όπως και η έγκρισή του, έχει τελικά σημασία. Ανήκει στον κόσμο όπου επιθυμώ διακαώς να διεισδύσω. «Ίσως», λέει, «να μην ήθελα να σας δώσω την ευκαιρία να αρνηθείτε». «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, είστε από τους άντρες που προτιμούν εκείνοι να λένε τα όχι», λέω πριν προλάβω να συγκρατηθώ. Γελάει ξανά και ανακάθεται, τρίβοντας το κόντρα ξυρισμένο σαγόνι του. «Δεν αφήνετε τίποτα να πέσει κάτω, έτσι;» Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά. «Όχι σήμερα». Το χαμόγελό του γίνεται πιο πλατύ, και είναι ένα υπέροχο, γοητευτικό χαμόγελο που θα έλιωνε ακόμα και σοκολάτα. «Για να δούμε πόσο αλήθεια είναι αυτό. Ποιοι είναι οι τρεις αγαπημένοι σας Ιταλοί ζωγράφοι;» Ανακάθομαι, το αίμα σφυροκοπάει μέσα μου, αμέσως είμαι σε εγρήγορση. Απαντώ ακαριαία. «Σύγχρονοι: ο ζωγράφος και γλύπτης Μάρκο Περέγκο. Ο Πίνο Ντένι για τους απαλούς, ρομαντικούς του χαρακτήρες. Ο σύγχρονος Ιταλός μεγάλος καλλιτέχνης Φραντσέσκο Κλεμέντε, που είναι ένας από τους πιο επιφανείς ευρωπαίους transavantgarde καλλιτέχνες σήμερα». Σηκώνει το φρύδι του. «Ο Ντα Βίντσι δε σας αρέσει;» «Είναι μια κατηγορία από μόνος του και είναι μια αναμενόμενη απάντηση που δε λέει τίποτα για τις προσωπικές μου προτιμήσεις». Το βλέμμα του φωτίζεται και νομίζω ότι μπορεί και να είναι ευχαριστημένος με την απάντησή μου.


«Ντέιμιαν Χιρστ», λέει, πετώντας το όνομα ενός διάσημου καλλιτέχνη. Είμαι στο στοιχείο μου και απαντάω εύκολα. «Σαραντάρης και ήδη ένας από τους πιο αναγνωρισμένους σύγχρονους εν ζωή καλλιτέχνες. Αξίζει περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Το 2008 πούλησε μέσω του οίκου δη​μοπρασιών Ρεύμα, που ανήκει στην οικογένειά σας, την πλήρη έκθεση Beautiful Inside My Head Forever, με 223 έργα, για 198 εκατομμύρια δολάρια, σπάζοντας το ρεκόρ της πιο ακριβής δημοπρασίας με έναν μόνο καλλιτέχνη». Συνεχίζει να χαμογελάει κι εγώ να κοιτάζω τα χείλια του με γελοία εμμονή και αυτή τη φορά βλέπω στα μάτια του μια λάμψη που σημαίνει ότι με εγκρίνει. Πάλι αισθάνομαι μια ζεστασιά, σαν να ’χω γεμίσει ξανά ενέργεια. Νιώθω άνετα, κάτι που μέχρις στιγμής δεν είχα αισθανθεί μ’ αυ​τόν τον άντρα. «Εντυπωσιακό, κυρία ΜακΜίλαν». Χαμογελάω, δεν προσπαθώ καν να κρύψω την περηφάνια που αισθάνομαι ακούγοντας τα λόγια του. «Χαίρομαι να σας ικανοποιώ». «Πρέπει να πω ότι το ’χω καταλάβει και μου αρέσει». Η φωνή του είναι χαμηλή, απαλή. «Μου αρέσει τρομερά». Χωρίς προειδοποίηση, ο αέρας ηλεκτρίζεται και μου κόβει την ανάσα. Κάτι που μοιάζει με αρπακτική διάθεση κάνει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Το κορμί μου ανταποκρίνεται χωρίς να του το επιτρέψω, αναριγώ και συνειδητοποιώ ότι δε θέλω να νιώθω έτσι. Εκνευρίζομαι με τον εαυτό μου που επηρεάζεται έτσι από έναν άντρα με τον οποίο δε θα τολμήσω να περάσω τα όρια. Έναν άντρα που είναι επικίνδυνος για μένα, που μπορεί να ήταν επικίνδυνος και για τη Ρεμπέκα. «Συγγνώμη, κύριε Κόμτον», λέει η Αμάντα από το κατώφλι. «Έχετε ένα τηλεφώνημα». «Ας αφήσουν μήνυμα», απαντάει, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από πάνω μου. Και παρά την υπόσχεσή μου, το χρώμα των ματιών του και η ένταση του βλέμματός του με καθηλώνουν. Η Αμάντα καθαρίζει διακριτικά τον λαιμό της. «Είναι η κυρία Κόμτον, σχετικά με τη δημοπρασία που αρχίζει σε μια ώρα στο Ρεύμα». Η κυρία Κόμτον; Τα μάγια λύνονται και τον κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Το ξέρω ότι το κάνω. Δεν μπορώ να κρατηθώ. Αναστενάζει και ρίχνει ένα βλέμμα στην Αμάντα. «Θα της τηλεφωνήσω σε πέντε λεπτά». «Ήταν σαφής ότι θέλει να μιλήσετε τώρα». Ο τόνος του γίνεται πιο απότομος. «Θα της τηλεφωνήσω εγώ». «Μάλιστα», λέει η Αμάντα και φαίνεται σαστισμένη. «Θα της το πω». Το καινούργιο μου αφεντικό στρέφει ξανά την προσοχή του σ’ εμένα καθώς η Αμάντα εξαφανίζεται. «Η κυρία Κόμτον είναι η μητέρα μου», μου εξηγεί. Το βλέπω στο μάτια του ότι το διασκεδάζει. «Και για να είμαι ξε​κάθαρος, είναι η μόνη γυναίκα που αφήνω να με δια​τάζει. Δυστυχώς, ως διευθύντρια του Ρεύματος, διαπρέπει σ’ αυτό». «Ω», λέω έκπληκτη και ξαφνικά δε μου φαίνεται ούτε κατά διάνοια τόσο τρομακτικός όσο πριν. «Η μητέρα σας». Χαμογελάω πάλι. Έχει πάθος με τον έλεγχο. Το ξέρω ήδη, αλλά νομίζω ότι μπορεί να μην είναι τόσο κακός όσο φοβόμουν. Πρόσεξα ότι ο τόνος της φωνής του έγινε τρυφερός, κάτι που μου λέει ότι αγαπάει τη μητέρα του. Πάντα πίστευα ότι αυτό


λέει κάτι για τους άντρες. «Άρα το ότι σας διατάζει δεν έχει να κάνει με τον δεσμό μητέραςγιου;» Τον πειράζω και απλώς συμβαίνει, δεν μπορώ να συγκρα​τηθώ. «Μπορεί και να έχει», παραδέχεται και με εκπλήσσει ευχάριστα αυτή η ανθρώπινη παραδοχή, αυτή η ελάχιστη ευαισθησία που με αφήνει να δω. Χτυπάει τα δάχτυλά του στον φάκελο. «Υπάρχουν πολλά ακόμα να διαβάσετε στον φάκελο. Η Αμάντα θα σας ρυθμίσει τον υπολογιστή σας και μετά θα κάνουμε το δια​δικτυακό τεστ. Αν το περάσετε, θα μιλήσουμε για τον ρόλο σας εδώ. Αν μπορείτε να κάνετε παιχνίδι με τα μεγάλα κεφάλια και να φέρετε εις πέρας τις ποιοτικές συναλλαγές του Ρεύματος, σας διαβεβαιώνω πως τα χρήματα δε θα αποτελούν θέμα». Η καρδιά μου πάει να σπάσει μόλις ακούω αυτά τα νέα. Συμβαίνει στ’ αλήθεια όλο αυτό; Έχω αλήθεια την ευκαιρία να γίνει η τέχνη η ζωή μου; «Θα ξεκινήσω αμέσως τα τεστ». Σκύβει πιο κοντά. «Βλέπω κάτι ξεχωριστό σε σας, κυρία ΜακΜίλαν. Ελπίζω να μην κάνω λάθος». Χωρίς άλλη λέξη, σηκώνεται και φεύγει. Τον ακολουθώ με το βλέμμα μου, δαγκώνοντας το κάτω χείλος μου και νιώθοντας ένα σφίξιμο στην καρδιά. Δεν τον κατάφερα να μου δώσει απά​ντηση για τον μισθό μου, αλλά λέω στον εαυτό μου ότι μάλλον αναφέρεται σε ένα αρκετά μεγάλο πακέτο. Κυρίως, όμως, είμαι θυμωμένη με τον εαυτό μου επειδή δε ρώτησα για τη Ρεμπέκα. Θα ρωτήσεις, υπόσχομαι στον εαυτό μου. Όταν έρθει η ώρα, θα ρωτήσεις.


8 Τριάντα λεπτά αργότερα, βρίσκομαι στο καινούργιο μου γραφείο, δανεικό από τη Ρεμπέκα, φυσικά, κάτι το οποίο αρνούμαι να ξεχάσω. Η Αμάντα ήδη μου έχει συνδέσει τον υπολογιστή και έχει επιστρέψει στο γραφείο της. Τώρα είμαι μόνη, με την πόρτα κλειστή, έτοιμη να πιάσω δουλειά. Ανοίγω το καινούργιο μου e-mail και ένα μήνυμα με περιμένει από τον Μαρκ, ή μάλλον από τον κύριο Κόμτον. Αναρωτιέμαι αν σκοπεύει να παραμείνει τόσο επίσημος απέναντί μου, όταν τον έχω ήδη ακούσει να φωνάζει την Αμάντα με το μικρό της όνομα. Κάνω κλικ στο e-mail του. Καλώς ήρθατε, κυρία ΜακΜίλαν: Παρακάτω θα βρείτε έναν σύνδεσμο για μια σειρά τεστ. Το κάθε τεστ είναι χρονομετρημένο ώστε να βεβαιωθούμε ότι δε θα χρησιμοποιήσετε το διαδίκτυο για βοήθεια, αν και είμαι σίγουρος ότι ποτέ δε θα σκεφτόσασταν να κάνετε κάτι τέτοιο. Είθε οι πιθανότητες να είναι πάντοτε υπέρ σας, και υπέρ μου. Μαρκ Κόμτον Γελάω με την αναφορά του στους Αγώνες Πείνας και σοκάρομαι αλλά είμαι ευχαριστημένη που το καινούργιο μου αφεντικό έχει αίσθηση του χιούμορ. Νιώθω ανόητη που είχα φοβηθεί και είχα ταραχτεί τόσο πολύ από εκείνον κατά τη συνάντησή μας. Λογικά, ξέρω ότι ήταν μια αντίδραση στη γοητεία που μου ασκεί αυτός ο κόσμος, σ’ αυτή τη βαθιά επιθυμία να ανήκω εδώ, και ότι δεν είχε καμία σχέση μαζί του. Είχε να κάνει και εξακολουθεί να έχει να κάνει μ’ εμένα, με το παρελθόν μου, με τα φαντάσματα και τα μυστικά που αναγκάζομαι να αντιμετωπίσω και μόνο που κάθομαι σε αυτό το γραφείο. Και με τα ημερολόγια, βέβαια, υπενθυμίζω στον εαυτό μου, καθώς το απαλό άρωμα από τριαντάφυλλα, που πλέον συσχετίζω με τη Ρεμπέκα, μου γαργαλάει τα ρουθούνια. Ανοίγω το συρτάρι στα δεξιά μου και βρίσκω έναν ανα​πτήρα και ανάβω το κερί. Η φλόγα τρεμοπαίζει και το βλέμμα μου πέφτει στα υπέροχα ροδαλά χρώματα στον τοίχο. Φαντάζομαι τη Ρεμπέκα να κάθεται εδώ και με κάποιον τρόπο νιώθω σαν να στέκεται πίσω μου, αλλά δε με τρομάζει. Για την ακρίβεια, σχεδόν με παρηγορεί, λες και η φωτιά στο κερί είναι σημάδι ότι είναι σώα και αβλαβής. Είμαι αισιόδοξη ότι θα επιστρέψει, και ίσως να έχω κι εγώ μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο μετά την επιστροφή της. Τολμάω άραγε να πιστέψω ότι μπορώ να κυνηγήσω αυτό το όνειρο και να βιοποριστώ απ’ αυτό; Κυριεύομαι από ενθουσιασμό και ελπίδα. Το θέλω τόσο πολύ που υποφέρω και με τρομάζει. Ξέρω γιατί δεν έχω προσπαθήσει ποτέ, και μία από αυτές τις αιτίες, τα χρήματα, φαίνεται να έχει εξαλειφθεί με τον υπαινιγμό ότι θα παίρνω προμήθεια από τις πωλήσεις μου. Η άλλη αιτία, όμως, είναι τρομερά σημαντική. Αν αποτύχω, θα πρέπει να επιστρέψω στην παλιά μου ζωή


κι αυτό θα με καταστρέψει. «Πρέπει να προσπαθήσεις», ψιθυρίζω στο άδειο δωμάτιο. «Πρέπει». Αποφασισμένη, διώχνω τους φόβους μου. Αν πρόκειται να μείνω εδώ, αν μπορώ να αποδείξω ότι αξίζει να με κρατήσουν, τότε πρέπει να πιάσω δουλειά. Πέφτω με τα μούτρα στα τεστ και παρόλο που οι ερωτήσεις είναι δύσκολες, είμαι ικανοποιημένη με την ευκολία με την οποία ολοκληρώνω τα πρώτα τεστ. Τελειώνω το τέταρτο και τεντώνομαι, σκέφτομαι να βγω για έναν καφέ, αυτή τη φορά για έναν καφέ που είναι κρύος κανονικά, όχι για έναν καφέ που θα έχει κρυώσει, όταν ακούω ένα χτύπημα στην πόρτα. «Περάστε», φωνάζω, χωρίς να ξέρω για ποιον λόγο η προσμονή που νιώθω για τον επισκέπτη μου κάνει το στομάχι μου να σφίγγεται, αλλά δε θα έλεγα πως το συναίσθημα αυτό δεν είναι καλοδεχούμενο. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ολόκληρη η μέρα μου ήταν μια περιπέτεια. Ένας Ασιάτης, λίγο νεότερος από τριάντα, εμφανίζεται στο κατώφλι. «Είμαι ο Ρέιφ, ο τυπάς που κάνει τα λογιστικά». «Ρέιφ», λέω γνέφοντας και μετά βίας κρύβω το χαμόγελό μου τόσο για τη χρήση της λέξης «τυπάς» όσο και για το κόκκινο παπιγιόν και το κολλαριστό λευκό πουκάμισο που φοράει. Είναι φιλικός και αυτό μου αρέσει αμέσως. «Ναι, ναι, ξέρω», λέει, ερμηνεύοντας το χαμόγελό μου. «Δε μοιάζω με Ρέιφ. Οι γονείς μου ήθελαν να ταιριάζω στο αμερικανικό καλούπι, αλλά δεν ήταν αρκετά Αμερικανοί ώστε να ξέρουν ότι το Ρέιφ δεν το λες και κουλ όνομα. Αλλά μου αρέσει που είναι ασυνήθιστο. Αφοπλίζει τους ανθρώπους με το καλημέρα και, όπως συνέβη μ’ εσένα, τους κάνει να χαμογελούν». «Μ’ αρέσει αυτό», λέω, χαμογελώντας ακόμα πιο πλατιά τώρα. «Νομίζω ότι θα έπρεπε να κάνεις πωλήσεις. Θα τα πήγαινες καλά». Γελάει ρουθουνίζοντας. «Και να έχω να κάνω με όλους τους σνομπ πλούσιους που έρχονται εδώ; Όχι, ευχαριστώ». Μαλακώνει τη φωνή του. «Μόνο τον Μαρκ μπορώ να διαχειριστώ». Μου ξεφεύγει ένα γέλιο. «Θα πρέπει να μου πεις το μυστικό πώς το κάνεις». «Θα σε κεράσω καφέ κάποια στιγμή σύντομα και θα σου πω όλα τα μυστικά του». «Σύμφωνοι». Χαιρετάει και φεύγει, κλείνοντας την πόρτα πίσω του και επιστρέφω στα τεστ μου. Μια ώρα αργότερα, το υλικό έχει γίνει αποκαρδιωτικό, και ενώ ήμουν γεμάτη ενέργεια, έχω εξουθενωθεί. Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να μου κάνει ερωτήσεις σχετικά με τυχαία συλλεκτικά αντικείμενα αν πρόκειται να δουλέψω στο Ρεύμα, αλλά γιατί να με ρωτάει για κρασιά, όπερα, και κλασική μουσική; Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτά τα θέματα που δεν αφορούν τη ζωγραφική, και αποφασίζω ότι ίσως είναι καλή ώρα να ανακαλύψω τι συμβαίνει εδώ την ώρα του γεύματος. Πηγαίνω προς το λόμπι και βρίσκω την Αμάντα πίσω από το γραφείο της με μια όμορφη, αρκετά νέα Αφροαμερικανίδα, περίπου στην ηλικία της. «Γεια σου, Σάρα», με χαιρετάει η καινούργια κοπέλα. «Είμαι η Λιν και κάνω την άσκησή μου εδώ αυτό το καλοκαίρι». Η Λιν φοράει ένα εκρού ταγιέρ και τα μαλλιά και το μακιγιάζ της είναι άψογα, αλλά η προσωπικότητά της είναι άνετη και ζεστή. Μιλάω μαζί της και η Τέσι, επίσης ασκούμενη, που εκτελούσε χρέη οικοδέσποινας τη βραδιά της εκδήλωσης, έρχεται κοντά μας. Χαίρομαι


που συμπαθώ όλους όσους έχω γνωρίσει. Νιώθω καλά με αυτούς τους ανθρώπους. Δυστυχώς, η Μαίρη, μια όμορφη και εύσωμη ξανθιά πωλήτρια, κοντά στην ηλικία μου, είναι τόσο απασχολημένη που μόνο με χαιρετάει βιαστικά. «Λοιπόν, Αμάντα», λέω όταν τελικά μένω ξανά μόνη μαζί της. «Είναι συνηθισμένο να περνάει κανείς τεστ για κρασιά και μουσική για να δουλέψει εδώ;» Γνέφει καταφατικά. «Έχουμε τόσο πολλές εκδηλώσεις που ο Μαρκ χρησιμοποιεί τα τεστ για να αποφασίσει σε ποιον τομέα μπορούμε να εξυπηρετήσουμε καλύτερα. Μά​λιστα, έχουμε βραδιά οινογνωσίας την επόμενη Παρασκευή». Το στομάχι μου γίνεται κόμπος. Μήπως το κρασί θα ήταν η καταστροφή μου; «Συγγνώμη», μια γυναίκα με γυαλιά με μαύρο σκελετό πλησιάζει το γραφείο. «Μπορεί κάποιος να με βοηθήσει για ένα έργο του Κρις Μέριτ, παρακαλώ;» Η εικόνα του Κρις να στέκεται μπροστά μου, τυλίγοντάς με με το μπουφάν του, κάνει το στομάχι μου κόμπο. «Μετά χαράς», λέω, πολύ πρόθυμη ξαφνικά να επισκεφτώ τον χώ​ρο όπου εκτίθενται τα έργα του. Η Αμάντα δείχνει σοκαρισμένη και υποθέτω ότι αυτό σημαίνει ότι δε μου επιτρέπεται να πάω ακόμα στον όροφο των πωλήσεων. Κάνω πως δεν το προσέχω και ξεκινάω. Μια ώρα αργότερα η γυναίκα φεύγει, έχοντας πραγματοποιήσει μια αγορά που έφτασε σε εξαψήφιο νούμερο, πράγμα που με κάνει να λάμπω από τον ενθουσιασμό και την έξαψη που έχω κάνει μια πώληση. Ο Ρέιφ μου κλείνει το μάτι καθώς περνάω μπροστά από το γραφείο του, το οποίο ανακάλυψα ότι είναι δίπλα στο δικό μου, δηλαδή στης Ρεμπέκα. Το στομάχι μου γουργουρίζει και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω φάει τίποτα και με μια ματιά στο εξωφρενικά ακριβό, εκπληκτικό ρολόι αντίκα στον διάδρομο βλέπω ότι είναι δύο η ώρα. Χριστέ μου, πώς έγινε αυτό; Επιστρέφω στην υποδοχή για να ρωτήσω την Αμάντα αν μπορώ να πεταχτώ έξω και πέφτω πάνω στον Μαρκ. Μου φαίνεται πιο ψηλός απ’ όσο νόμιζα, και τεντώνω τον λαιμό μου για να τον κοιτάξω στα μάτια. «Κυρία ΜακΜίλαν;» λέει αυστηρά και αμέσως συνειδητοποιώ τη δυσαρέσκειά του. Γιατί είναι δυσαρεστημένος; Μόλις έφερα ένα τεράστιο ποσό στην γκαλερί. «Κύριε Κόμτον», λέω. «Γιατί δεν έχετε ολοκληρώσει τα τεστ σας;» «Βοηθούσα τους πελάτες». «Σας είπα να βοηθήσετε τους πελάτες;» Γλείφω νευρικά τα χείλια μου και το βλέμμα του πιάνει την κίνησή μου. Είναι τρομακτικό. Με τρομάζει πάλι. «Απλώς νόμιζα–» «Να μη νομίζετε, κυρία ΜακΜίλαν», λέει αυστηρά. «Να κάνετε αυτό που λέω». Παλιά, γνώριμα συναισθήματα με πλημμυρίζουν, συναισθήματα ανεπάρκειας, συναισθήματα όπου κυριαρχούσε η ανάγκη να ικανοποιήσω με τραβάνε σαν μαγνήτης. Τα αποδιώχνω και ανασκουμπώνομαι. «Έκανα όσα τεστ μπορούσα. Δεν ξέρω από κρασιά ή από όπερα ή από κλασική μουσική. Είμαι σίγουρη ότι όσα συμπλήρωσα θα τα βρείτε υποδειγματικά». «Όλα τα τεστ έχουν σχέση με τη δουλειά», με διορθώνει, «αν θέλετε να λειτουργείτε σε υψηλότερο επίπεδο, κάτι που νομίζω ότι είπατε ότι θέλατε. Κατάλαβα λάθος, κυρία


ΜακΜίλαν;» Το όνομά μου το λέει κοφτά, κάτι που δεν έκανε πριν και ίσα που προσέχω ότι βρίσκομαι μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του Ρέιφ που μπορεί να ακούσει και να δει τα πάντα. «Όχι», απαντάω απαλά αλλά σταθερά. «Δεν κάνετε λάθος, κύριε Κόμτον», και σοκάρομαι που συνειδητοποιώ ότι έχω τονίσει το όνομά του όπως εκείνος το δικό μου. Μέσα μου κάτι επαναστατεί, αρνείται να παρασυρθεί στις παλιές συνήθειες, και ξαφνικά είμαι περήφανη για τον εαυτό μου. «Αλλά δεν μπορώ να απαντήσω σε τεστ για κάτι που δεν ξέρω». «Τα τεστ μού επιτρέπουν να αποφασίσω από πού πρέπει να αρχίσω να σας διδάσκω», ανταπαντά. «Από την αρχή», λέω. «Αφού το μόνο που ξέρω για το κρασί, για παράδειγμα, είναι το χρώμα του στο ποτήρι μου». Σηκώνει το ξανθό του φρύδι. «Αλήθεια; Τόσο πολλά;» «Τόσο πολλά», επιβεβαιώνω. Με κοιτάζει για μια στιγμή. Είναι καλός σ’ αυτό, στο να με κοιτάζει, να με φέρνει στα όριά μου, αναμφίβολα επίτηδες. «Έχετε λάπτοπ;» με ρωτάει τελικά. Συνοφρυώνομαι, δεν ξέρω πού το πάει. «Ναι». «Το έχετε μαζί σας;» «Ναι». «Ξέρετε να το χρησιμοποιείτε λοιπόν;» Δε μου αρέσει και τόσο η σαρκαστική του ερώτηση. Χαμηλώνω τη φωνή μου και δεν μπορώ να συγκρατήσω την απάντησή μου. «Είναι σαν να ρωτάς τον πλούσιο σνομπ ιδιοκτήτη γκαλερί αν ξέρει ότι είναι πλούσιος σνομπ ιδιοκτήτης γκαλερί». Τα μάτια του φωτίζονται, φαίνεται να το διασκεδάζει. «Είμαι πλούσιος και σνομπ, κυρία ΜακΜίλαν. Μου αρέσει να είμαι πλούσιος και σνομπ. Νόμιζα ότι κι εσείς θέλατε να γίνετε πλούσια. Ή έκανα λάθος;» Ο λαιμός μου στεγνώνει. Πλούσια; Κάνει πλάκα; «Δε θυμάμαι να είχα τέτοια ευκαιρία». «Και ούτε πρόκειται να έχετε μέχρι να μάθετε ό,τι χρειάζομαι να μάθετε. Εφόσον δεν μπορώ να σας εμπιστευτώ ότι θα μείνετε στον όροφο, πηγαίνετε με το λάπτοπ σας στην καφετέρια δίπλα. Η Αμάντα θα σας δώσει ένα εγχειρίδιο ώστε να καλύψετε… τις ελλείψεις σας». Τον κοιτάζω απειλητικά, ξέροντας ότι προσπαθεί να μου ρίξει δόλωμα. Δεν πρόκειται να τσιμπήσω. Γνέφω καταφατικά. «Ασφαλώς, κύριε Κόμτον. Αμέσως». Σουφρώνει τα χείλια του. «Περάστε να με δείτε πριν φύγετε το βράδυ. Θα σας εξετάσω». ••• Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, μπαίνω στο Cup O’Café δίπλα από την γκαλερί και η πλούσια μυρωδιά του καφέ που βράζει και κάτι σίγουρα σοκολατένιου μου σπάει τη μύτη. Αν ο καφές είναι τόσο ωραίος όσο ωραία μυρίζει, θα το λατρέψω αυτό το μέρος. Για να μη μιλήσω για τη διακόσμηση, όλο ζεστά καφέ χρώματα, δερμάτινα έπιπλα και ξύλινο πάτωμα. Είναι όλα κατευναστικά και έρχονται σε αντίθεση με την ένταση της καφεΐνης για την οποία έρχονται εδώ οι άνθρωποι. Κοιτάζω ολόγυρα και βλέπω πολλά όμορφα στρογγυλά ξύλινα τραπέζια, άδεια, και


καταλαβαίνω ότι φτάνουν μέχρι την άλλη πλευρά της βιτρίνας με τα γλυκά. Μου αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους, έτσι διαλέγω να καθίσω στη μέση του καφέ για να βλέπω τι γίνεται γύρω μου. Όχι ότι θα έπρεπε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Απ’ ό,τι φαίνεται, έχω διάβασμα. Τι ειρωνεία για μια καθηγήτρια, σκέφτομαι ρουθουνίζοντας και με επιπλήττω για την έλλειψη τρόπων που πλέον δε με παίρνει να επιδεικνύω. Σύντομα το κολεγιόπαιδο πίσω από το ταμείο μου χτυπάει έναν μόκα με λευκή σοκολάτα στο ταμείο και χρησιμοποιώ το ότι είναι περασμένες δύο και δεν έχω φάει σαν δικαιολογία για ένα μάφιν σοκολάτας στο μέγεθος του Τέξας, ενώ δίνω την αξιοθρήνητη υπόσχεση στον εαυτό μου να φάω ποπκόρν με χαμηλά λιπαρά –η δίαιτα στην οποία καταφεύγω– για βραδινό. Τελικά, κάθομαι στο τραπέζι μου, περιμένοντας να ετοιμαστεί ο καφές μου και τσιμπολογώντας τη σοκολατένια λιχουδιά μου. Μετά λύπης, βγάζω το νέτμπουκ μου, ευχόμενη να ήταν άλλος υπολογιστής, μιας μάρκας που δεν μπορώ καν να προφέρω, αλλά νιώθω αισιόδοξη ότι σύντομα θα μπορώ να αποκτήσω έναν. Μόλις το ανοίγω, ακουμπάω τον οδηγό του οινογνώστη στο τραπέζι. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, και βλέπω ότι απευθύνεται σε όσους ξέρουν από κρασιά. Βρίσκω το Amazon στη γραμμή αναζήτησης και πληκτρολογώ «Κρασί για Βλάκες» και έχω πολλές επιλογές. Όταν πια διαλέγω μια διεύθυνση και είμαι έτοιμη να διαβάσω, φτάνει ο καφές μου και πίνω μια γουλιά από το καυτό γλυκό ρόφημα. Είναι θεϊκό και νοερά σηκώνω τα μανίκια και αρχίζω να διαβάζω. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα διαβάζω, αλλά έχω διαβάσει το μισό βιβλίο για Βλάκες και ακόμα νιώθω σαν βλάκας όταν ακούω κάποια να λέει «Πρέπει να είσαι η Σάρα». Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω μια όμορφη Λατινοα​μερικάνα γύρω στα τριάντα πέντε με μεγάλα εντυπωσιακά καστανά μάτια. Φοράει ποδιά, έτσι υποθέτω ότι δουλεύει εδώ. «Ναι», απαντώ. «Είμαι η Σάρα». «Είμαι η Άβα, η ιδιοκτήτρια». Αφήνει μπροστά μου μια κούπα. «Μόκα με λευκή σοκολάτα. Ο Κόρι στο ταμείο μου είπε τι παρήγγειλες. Ο Μαρκ τηλεφώνησε και είπε να σε κεράσω ό,τι πάρεις ως ανταμοιβή για το τέλειο σκορ σου». Γελάει και πλαταγίζει τη γλώσσα της κάνοντας έναν προκλητικό ήχο. «Σέξι μου ακούγεται αυτό». Γυρίζω τα μάτια μου προς τα πάνω. «Αν είναι σέξι να σε εξετάζουν στα πάντα από την τέχνη μέχρι την όπερα, σκότωσέ με τώρα». Γελάει. «Έπρεπε να το ’χω φανταστεί. Ξέρω το προσωπικό δίπλα αρκετά καλά για να ξέρω ότι ο Μαρκ τους βασανίζει». «Πόσο καιρό τους ξέρεις;» ρωτάω, αναλογιζόμενη τη Ρεμπέκα. «Έχω ανοίξει εδώ και πέντε χρόνια και ξέρω τον Μαρκ από τότε». Σηκώνει το φρύδι της. «Γιατί; Θέλεις κουτσομπολιά;» Ζωντανεύω μόλις το ακούω. «Έχεις κουτσομπολιά;» «Αγάπη μου, πάντα έχω κουτσομπολιά». Χτυπάει το τηλέφωνο και ρίχνει μια ματιά πίσω από τον ώμο της. «Ο Κόρι έχει βγει διάλειμμα, επιστρέφω». Φεύγει βιαστικά και ξαφνικά νιώθω μια γαρλαλιστική αίσθηση στον λαιμό μου και μου τραβάει την προσοχή στην άκρη της βιτρίνας με τα γλυκά, στ’ αριστερά μου. Μισανοίγω έκπληκτη το στόμα μου μόλις βλέπω έναν απίστευτα σέξι άντρα να κάθεται μόλις μερικά μέτρα μακριά και δεν είναι απλώς ένας απίστευτα σέξι άντρας, αλλά ο ίδιος άντρας που


στοιχειώνει τις σκέψεις μου όσο και η Ρεμπέκα τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Κρις Μέριτ είναι εδώ. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Το στομάχι μου γίνεται κόμπος. Το βλέμμα μου συναντάει το δικό του και βλέπω στην έκφρασή του ότι το διασκεδάζει. Δεν είναι απλώς εδώ, αλλά με παρακολουθεί κιόλας, και δεν έχω ιδέα πόση ώρα. Γιατί δεν ήρθε να μου μιλήσει; Γιατί δεν έρχεται τώρα; Να πάω εγώ να του μιλήσω; «Ήρθα», λέει η Άβα πριν μπορέσω να αποφασίσω τι να κάνω μετά, αλλά μετά βίας μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από τον Κρις. Όταν τελικά τα καταφέρνω, ακόμα με παρατηρεί. Το νιώθω σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου. Αυτός ο άντρας μού προκαλεί τέτοια υπερευαισθησία που δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε αυτά που λέει η Άβα. Υπάρχει μόνο ο Κρις.


9 Το καμπανάκι στην πόρτα του καφέ χτυπάει αλλά σχεδόν δεν το ακούω. Ακόμα κοιτάζω τον Κρις κι εκείνος εμένα. Το βλέμμα του είναι ζεστό και νιώθω ακόμα μεγαλύτερη θερμότητα να με κατακλύζει. Έχω γνωρίσει πολλούς ωραίους άντρες αλλά αυτός εδώ με αναστατώνει, όχι μόνο με την εμφάνισή του, και κάνει όλα τα νεύρα μου να μουδιάζουν. «Έρχεται εδώ σχεδόν κάθε μέρα», ψιθυρίζει η Άβα και στρέφω το βλέμμα μου προς το μέρος της. Κοιτάζω πίσω από τον ώμο της και βλέπω ότι ο υπάλληλός της έχει επιστρέψει. «Εννοείς ο Κρις Μέριτ;» ρωτάω, ανυπόμονη να δω τι πληροφορίες μπορεί να μου δώσει. Γνέφει καταφατικά. «Έχει κάτι, ε;» «Ναι», συμφωνώ με όλη μου την καρδιά. «Νομίζω είναι το μυστήριο που αποπνέει. Δεν μπορώ να τον παρασύρω σε καμία συζήτηση. Αυτό και, ας είμαστε ειλικρινείς, αυτός ο άντρας κάνει τα τζιν και τα δερμάτινα να δείχνουν τόσο νόστιμα όσο η σοκολάτα». Το καμπανάκι χτυπάει ξανά και μια παρέα μπαίνει στο καφέ. Η Άβα αναστενάζει. «Δυστυχώς πρέπει να πάω στο ταμείο. Θα τα πούμε αργότερα». Καταφέρνω να χαμογελάσω ενώ νιώθω συνεχώς το βλέμμα του Κρις πάνω μου και είμαι ακόμα μουδιασμένη. «Μάλλον τώρα δεν έχω πια δικαιολογία να αναβάλω το διάβασμά μου». «Διάβασμα…» λέει και γυρίζει τα μάτια της προς τα πάνω. «Ο Μαρκ είναι στ’ αλήθεια ο αρχετυπικός διευθυντής με τον χάρακα στο χέρι. Λυπάμαι τους υπαλλήλους του. Τι θα έλεγες να πηγαίναμε για φαγητό μες στην εβδομάδα; Μπορούμε να το κανονίσουμε πριν φύγεις». «Ναι, τέλεια», συμφωνώ χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Άβα φαίνεται πολύ καλή και σίγουρα ήξερε τη Ρεμπέκα. Ξέρει, με διορθώνω. Όχι παρελθοντικός χρόνος. Η Ρεμπέκα είναι μια χαρά. «Θα το ήθελα πολύ». Χτυπάει το κινητό μου και η Άβα φεύγει για να εξυπηρετήσει τους πελάτες της. Βγάζω το κινητό από την τσάντα και μόλις βλέπω τον αριθμό της Έλα ξεχνάω τα πάντα. «Έλα;» κάνω όλο ενθουσιασμό. Η γραμμή κάνει παράσιτα. «Σάρα!» «Έλα;» Και άλλα παράσιτα. «Είμαι καλά. Ταξιδεύω…» παράσιτα «… είμαι… με αυτοκίνητο… υπέροχα…» Και άλλα παράσιτα κι έπειτα τίποτα. Η γραμμή πέφτει. Αναστενάζω και αφήνω το κινητό δίπλα στο λάπτοπ μου, κοιτάζοντάς το. Γιατί η φωνή της Έλα που μου επιβεβαίω​σε ότι είναι καλά δε μου έφερε την ηρεμία που θα έπρεπε; Ανησυχώ για εκείνη πέρα από κάθε λογική. Όλα μου φαίνονται τελείως… λάθος. «Όλα καλά;» Σηκώνω το βλέμμα μου έκπληκτη και βλέπω τον Κρις να στέκεται μπροστά από το τραπέζι μου, και η ανησυχία που ένιωθα μέχρι πρότινος προσωρινά υποχωρεί. Τα ανοιχτά ξανθά μαλλιά του είναι ανακατεμένα, σαν να είχε περάσει τα δάχτυλά του από μέσα, και φοράει ένα στενό σκούρο μπλε t-shirt και σκούρο μπλε τζιν. Αντίθετα με τον Μαρκ, δεν


έχει κλασική ομορφιά αλλά περισσότερο μια ζωώδη αρρενωπή γοητεία. Είναι ελκυστικός και βρίσκω και το ταλέντο του πολύ σέξι και ξαφνικά νιώθω πιο αμήχανα παρά ποτέ. Προσπαθώ να με καθησυχάσω ότι δεν έκανα κάτι γελοίο ή ανόητο που μπορεί να είδε. Αν και είμαι αρκετά σίγουρη ότι το τεράστιο μάφιν σχεδόν το κατάπια με πλήρη έλλειψη κομψότητας και όχι όπως άρμοζε σε μια κυρία. «Καλά;» ρωτάω. Η φωνή μου ακούγεται τραχιά, ταραγμένη. Δεν μπορώ καθόλου να το παίζω κουλ μπροστά του ή, για την ακρίβεια, μπροστά σε όλους τους άντρες, αλλά σ’ αυτόν εδώ ακόμα περισσότερο. «Φαίνεσαι αναστατωμένη από το τηλεφώνημα». «Ω, όχι», τον διαβεβαιώνω βιαστικά και σκέφτομαι ότι όχι μόνο με παρακολουθεί αλλά επίσης δεν ντρέπεται να το παραδεχτεί. «Η φίλη μου με πήρε από το Παρίσι και ήταν κακή η γραμμή. Ήθελα πολύ να μάθω τι κάνει». Δράττομαι της ευ​καιρίας να μάθω πόσο καιρό είναι ο Κρις στην πόλη. «Κάπου διάβασα ότι ζεις στο Παρίσι, έτσι δεν είναι;» Δείχνει την καρέκλα. «Μπορώ να καθίσω;» «Ναι, φυσικά. Έπρεπε να σου το έχω προτείνει». «Και ναι», λέει καθώς κάθεται απέναντί μου. «Έχω ένα σπίτι στο Παρίσι αλλά μοιράζω τον χρόνο μου μεταξύ Σαν Φρανσίσκο και Παρισιού. Το Σαν Φρανσίσκο με εμπνέει. Δεν μπορώ να μείνω πολύ καιρό μακριά του». Ενθουσιάζομαι που μαθαίνω ότι μένει εδώ, και με ιντρι​γκάρει η δημιουργική διαδικασία. Θέλω να του κάνω ερω​τήσεις για τη δουλειά του αλλά διστάζω, αφού η Άβα είπε ότι δε μιλάει πολύ. Άλλωστε, το τραπέζι είναι μικρό και μυρίζω την ίδια γήινη αρρενωπή μυρωδιά που μύριζα και χθες και με ναρκώνει. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να κάνω έξυπνες ερωτήσεις, έτσι συμβιβάζομαι με ψιλοκουβέντα. «Δεν είχα ιδέα ότι ήσουν ντόπιος, από την άλλη, όμως, τα τελευταία χρόνια έχω απομακρυνθεί αρκετά από την καλ​λιτεχνική σκηνή». «Επέστρεψες όμως». «Μέχρι να βγει το καλοκαίρι», λέω και τον παρατηρώ προσεκτικά καθώς λέω, «ή μέχρι να επιστρέψει η Ρεμπέκα». Συνοφρυώνεται. «Θα επιστρέψει;» «Δεν το πιστεύεις;» Ανασηκώνει τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα, δεν την ξέρω σχεδόν καθόλου, αλλά λείπει τόσον καιρό που υπέθεσα ότι βρήκε αλλού δουλειά». «Ο Μαρκ λέει ότι έχει άδεια. Απ’ ό,τι κατάλαβα, κάποιος πλούσιος την πήρε μαζί του για να γυρίσουν τον κόσμο». «Και δεν έχεις ιδέα πότε θα επιστρέψει;» «Συνόψισες το νόημα της κατάστασης. Εγώ είμαι εδώ μέχρι να επιστρέψει». Ή μέχρι να αποδείξω ότι αξίζω να μείνω ακόμα κι αφότου επιστρέψει, μου υπενθυμίζω. «Χμμμμ», μουρμουρίζει. «Αυτές οι διακοπές χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής είναι μάλλον… παράξενες». «Πρέπει να είναι εξαιρετική υπάλληλος». «Σωστά. Πρέπει». Πιάνω το σαρδόνιο υπονοούμενο στον τόνο του και είμαι σίγουρη ότι δε συμπαθεί τον Μαρκ όπως ούτε ο Μαρκ τον συμπαθεί.


«Κρασιά;» κάνει δείχνοντας το βιβλίο στο τραπέζι και ανασηκώνοντας το πιγούνι του. «Προφανώς δεν αρκεί να ξέρεις από τέχνη για να μπορείς να την πουλήσεις. Πρέπει να μάθω να μιλάω για το καλό κρασί, την όπερα και την κλασική μουσική, πράγματα με τα οποία είμαι άσχετη. Πρέπει να περάσω διάφορα τεστ και εφόσον μια στο τόσο απολαμβάνω ένα ποτήρι κρασί, μου φάνηκε το λιγότερο τρομακτικό». Σφίγγει τα χείλια του δυσαρεστημένος. «Δε χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα για να πουλάς τέχνη». «Όσο κι αν συμφωνώ, πρέπει να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις του Μαρκ». Τα λόγια της Ρεμπέκα στριφογυρίζουν στο μυαλό μου και με πιάνουν απροετοίμαστη. Ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω. Αμέσως νιώθω άβολα και η τάση μου να φλυαρώ όταν νιώθω νευρικότητα επιστρέφει. «Οι γνώσεις μου στην όπερα και την κλασική μουσική είναι μη​δενικές και, για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει ούτε η όπερα ούτε η κλασική μουσική». Συνειδητοποιώ αμέσως το σφάλμα μου. Ο πατέρας του ήταν διάσημος πιανίστας. «Ω, Θεέ μου. Συγγνώμη. Ο πατέρας σου–» «Ήταν ευφυέστατος», λέει και η έκφρασή του είναι μυστήρια, ο τόνος του ατάραχος. «Αλλά όπως και με όλα τα πράγματα, η μουσική είναι κάτι που μπορείς να εκπαιδευτείς να σου αρέσει. Πόσο άσχετη είσαι όσον αφορά τα κρασιά;» Η απότομη αλλαγή θέματος με κάνει να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και είμαι τόσο αποπροσανατολισμένη που μάλλον δεν μπορώ να φιλτράρω αυτά που λέω. «Ξέρω να δείχνω ένα κρασί στον κατάλογο και ο σερβιτόρος να μου το φέρνει». Βλέπω στα πράσινα μάτια του ότι το διασκεδάζει και η διάθεσή του ξαφνικά γίνεται χαλαρή. «Και πώς διαλέγεις το κρασί που του δείχνεις;» «Είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη μέθοδος», του εξηγώ. «Πρώτα, έχει να κάνει με την όρεξή μου. Θέλω κόκκινο ή λευκό; Μόλις αποφασίσω, περνάω στη δεύτερη επιλογή που έχει να κάνει με το κρύο ή ζεστό. Και τέλος, το τρίτο βήμα, ποιο είναι το πιο φτηνό ποτήρι που πληροί τις παραπάνω προδιαγραφές». Χαμογελάει αλλά όχι με κοροϊδευτική διάθεση, και αυτό με γοητεύει και με ευχαριστεί. «Ξέρεις ότι ζεις στη γη του κρασιού, έτσι;» με πειράζει. Στη φωνή του διακρίνω μια ηδυπαθή διάθεση για φλερτ, η οποία ελπίζω να μην είναι μόνο προϊόν της φαντασίας μου. «Ούτε το διαμέρισμά μου ούτε το σχολείο που διδάσκω έχει αμπέλια στην πίσω αυλή. Υποθέτω ότι δεν έχω καθόλου κουλτούρα». Σοβαρεύει. «Δεν είναι αλήθεια αυτό, κάθε άλλο, αλλά υποθέτω ότι νιώθεις έτσι λόγω της όλης ιδέας. Ο Μαρκ ψάχνει να βρει αδυναμίες και τις χρησιμοποιεί για να αφοπλίζει τους ανθρώπους. Όχι ότι η έλλειψη γνώσεων σε αυτούς τους τομείς είναι αδυναμία – εκτός κι αν την αφήσεις να γίνει». Γέρνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω διερευνητικά. «Δε συμπαθείς τον Μαρκ, έτσι;» «Η συμπάθεια δεν έχει καμία σχέση. Τη δουλειά του την κάνει». Με άλλα λόγια, δεν τον συμπαθεί. «Έχει προσπαθήσει να βρει την αδυναμία σου;» «Προσπαθεί να βρει την αδυναμία όλων». Αποφεύγει να απαντήσει άμεσα και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο να ρωτήσω. «Φοβάμαι ότι έχει βρει τη δική μου αδυναμία, ή μάλλον τις αδυναμίες μου, σχετικά εύκολα». «Καλύτερα να αφήνεις τους πελάτες σου να είναι ειδικοί σε όλα τ’ άλλα, ενώ εσύ θα


κάνεις ερωτήσεις και θα τρέφεις το εγώ τους. Ασχολήσου μόνο με την τέχνη και θα πετύχεις». «Το πιο ιδιοφυές σχέδιο που έχω ακούσει». Χαμογελάει. «Ιδιοφυές; Ενδιαφέρουσα λέξη». Σουφρώνω τα χείλια μου. «Λες και δεν την ακούς συνέχεια όσον αφορά την τέχνη σου». «Δεν ακούω αυτά που λέγονται για μένα. Άλλωστε, για κάθε “ιδιοφυές” που θα ακούσεις υπάρχει κι ένας κριτικός». Τον κοιτάζω διερευνητικά για μια στιγμή, το δυνατό του σαγόνι, τα έξυπνα πράσινα μάτια του, και συνειδητοποιώ ότι έχω πάψει να είμαι αγχωμένη και φοβισμένη. Είμαι εντυπωσιακά άνετη τώρα, δεδομένου ότι ο Κρις έχει καταφέρει να ξυπνήσει όλες τις ορμόνες μου, ακόμα και κάποιες που δεν ήξερα ότι είχα. «Πούλησα δυο πίνακές σου σήμερα». Το βλέμμα του μαλακώνει και γίνεται πιο ζεστό. «Και το έκανες χωρίς να ξέρεις από κρασιά και όπερα. Πώς γίνεται αυτό;» Γελάω αβίαστα και νιώθω ωραία. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σφιγμένη ήμουν, πόσο στην τσίτα, και με εκπλήσσει που αυτός ο άντρας, ο οποίος σχεδόν δε με ξέρει, με έχει αφοπλίσει. Το γέλιο μας γίνεται ξαφνικά ηλεκτρισμένο και μου κόβει την ανάσα. Τα βλέμματά μας συναντιούνται, και νιώθω μια θερμότητα να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά μου. Τον θέλω αυτόν τον άντρα, αλλά δεν είναι για τα δόντια μου. Το ξέρω, αλλά το κορμί μου δε φαίνεται να νοιάζεται. Είμαι απλώς περαστική, μια καθηγήτρια που θα επιστρέψει στην τάξη της, κι εκείνος είναι απίστευτα ταλαντούχος, ένας άντρας που αξίζει εκατομμύρια και που έχει δει πράγματα για τα οποία εγώ μόνο έχω διαβάσει. «Είσαι από εκείνους τους τύπους που είναι φανατικοί με τα κρασιά;» ρωτάω αδημονώντας να μάθω τι είναι αυτό που πυροδοτεί το ταλέντο του. Αμέσως η διάθεσή του αλλάζει, τσιτώνει, κλείνει τα μάτια του, κι επικρατεί τόση ένταση που είναι σχεδόν απτή. Μετανιώνω που έκανα αυτή την ερώτηση, αν και δεν ξέρω τι κακό έχει. «Ξέρω από κρασιά», λέει, η φωνή του ατάραχη καθώς κοιτάζει το ογκώδες δερμάτινο ρολόι που φοράει, που πιο πολύ μοιάζει με ρολόι μηχανόβιου παρά με ρολόι εκατομμυριούχου, κι ύστερα κοιτάζει εμένα. «Έχω ραντεβού με το αφεντικό σου και πρέπει να φύγω». Με κοιτάζει για μια στιγμή γεμάτη ένταση και το βλέμμα του γίνεται ξανά ζεστό και σχεδόν βλέπω τον πάγο να λιώνει μπροστά μου. «Μην παίξεις το παιχνίδι του, Σάρα, και δε θα μπορέσει να σε νικήσει». Σηκώνεται όρθιος. «Τα ξαναλέμε». «Τα ξαναλέμε», επαναλαμβάνω χαμηλόφωνα και αναρωτιέμαι αν όντως θα τα ξαναπούμε. Πηγαίνει αργά ως το τραπέζι του και παίρνει ένα δερμάτινο σακίδιο πλάτης και ένα δερμάτινο μπουφάν. Φοράει μπότες μηχανής μαύρες, δερμάτινες, με ασημένιες αγκράφες. Πάντα προτιμούσα τους άντρες με κοστούμια που ήταν εκλεπτυσμένοι και σαν… σαν τον Μαρκ. Ο Κρις δεν είναι τίποτα από αυτά κι όμως με ιντριγκάρει με κάθε πιθανό τρόπο. Περιμένω να περάσει από το τραπέζι μου κρατώντας την ανάσα μου, προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι πνευματώδες, κάτι κουλ να του πω, ενώ αναρωτιέμαι τι θα μου πει. Αυτός όμως εξαφανίζεται σε έναν διάδρομο στο πίσω μέρος που υποθέτω ότι οδηγεί σε έξοδο. Φεύγει κι εγώ μένω να αναρωτιέμαι αν αυτό είναι για καλό και αν θα τον ξαναδώ. Μια ώρα μετά τη συνάντησή μου με τον Κρις, χτυπάει το κινητό μου και ο Μαρκ μου λέει


να γυρίσω στην γκαλερί. Σαν καλό στρατιωτάκι, μαζεύω τα πράγματά μου και ετοιμάζομαι να υπακούσω. «Εντάξει», λέει η Άβα καθώς εμφανίζεται δίπλα μου, «πρέπει να βγούμε για φαγητό. Ποτέ δεν έχω δει τον Κρις Μέριτ να μιλάει με κάποιον τόση ώρα όση μιλούσε μαζί σου. Θέλω να μάθω τα πάντα». Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. Τα πάντα; Δεν έχω να πω τίποτε, αλλά ακόμα κι αν είχα, η συνάντησή μου με τον Κρις είναι ιδιωτική και προσωπική, δε θα ήθελα να τη μοιραστώ. «Δεν έχω να πω κάτι. Πούλησα κάποιους πίνακές του και με ευχαριστούσε». Σηκώνει το σκούρο φρύδι της. «Τον έκανες πιο πλούσιο απ’ όσο είναι. Καλός τρόπος να τραβήξεις την προσοχή ενός άντρα. Και την τράβηξες για τα καλά. Φαινόταν σαν να ήθελε να σε καταβροχθίσει. Θα σε πάρω αύριο να κανονίσουμε για φαγητό, εκτός αν σε δω πρώτα εδώ». Φεύγει βιαστικά και την ακολουθώ με το βλέμμα μου. Να με καταβροχθίσει; Ο Κρις φαινόταν σα να ήθελε να με καταβροχθίσει; Ξαναφέρνω τη συνάντηση με τον Κρις στο μυαλό μου και προσπαθώ να σκεφτώ μια καυτή στιγμή που μπορεί να είδε. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα μια σπίθα μεταξύ μας αλλά δεν τολμούσα να πιστέψω ότι ήταν κάτι παραπάνω από ευσεβείς πόθοι. Το τηλέφωνό μου χτυπάει. Μήνυμα από τον Μαρκ. Περιμένω. Κάνω έναν μορφασμό. Είναι τόσο παθιασμένος με τον έλεγχο που άνετα τον φαντάζομαι ως τον αυταρχικό άντρα στο ημερολόγιο. Αυτή την ιδέα μπορεί να τη βρίσκω ερωτική, ταυτόχρονα όμως με τρομάζει επειδή δεν ξέρω πού είναι η Ρεμπέκα. Κατά βάθος είμαι πεπεισμένη ότι έχει χαθεί για πάντα, έχει καταστραφεί αμετάκλητα. Διώχνω τις σκοτεινές μου σκέψεις και επιστρέφω στην γκαλερί όπου βρίσκω την Αμάντα στην υποδοχή να μαζεύει τα πράγματά της. «Ο Μαρκ σε περιμένει στο γραφείο του», λέει. «Το οποίο είναι πού;» Χαμογελάει αυτάρεσκα. «Η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου σου. Καλή τύχη και πραγματικά ελπίζω να σε δω αύριο». Χλομιάζω. «Ελπίζεις;» Σηκώνει το χέρι της. «Ω, όχι, μην το παίρνεις έτσι. Δεν εννοούσα ότι θα απολυθείς. Εννοούσα ότι εσύ μπορεί να μη θέλεις να ξανάρθεις. Ξέρω ότι δε σου αρέσουν όλα αυτά τα τεστ». Χαλαρώνω λιγάκι. «Θα ξανάρθω». Χαμογελάει και κρεμάει την τσάντα της στον ώμο της. «Ωραία. Τέλεια. Και ξέρεις, ευχαρίστως να σε εξετάσω αν νομίζεις ότι θα βοηθούσε». «Ξέρεις από κρασιά, όπερα και κλασική μουσική;» «Όχι», λέει, «και ούτε θέλω να μάθω. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να σε βοηθήσω να διαβάσεις. Τυχαίνει να πιστεύω ότι θα είναι πολύ ωραία να σε έχουμε εδώ. Πες ότι είναι προαίσθημα». Χαμογελάω. «Σ’ ευχαριστώ, Αμάντα. Εκτιμώ την προσφορά σου και μπορεί να τη δεχτώ». «Ελπίζω να το κάνεις. Τα λέμε το πρωί». Χαμηλώνει το φωνή της. «Καλή τύχη με το κτήνος. Έτσι τον αποκαλούμε. Του ταιριάζει γάντι». Γελάω με το παρατσούκλι του –ένα γέλιο που το χρειαζόμουν πολύ– και διασχίζω διστακτικά την πόρτα στα δεξιά της υποδοχής που οδηγεί στα γραφεία. Με κυριεύει η αίσθηση ότι περπατάω σε τεντωμένο σχοινί και είμαι έτοιμη να πέσω. Χτυπάω την πόρτα


στο βάθος και ακούω τη βαθιά φωνή του Μαρκ που μου λέει να περάσω. Αυτή η μία του λέξη ακούγεται περισσότερο σαν διαταγή απ’ όσο μπορεί να ακουστεί μια ολόκληρη πρόταση από τους περισσότερους. Ο άνθρωπος είναι τελείως αυταρχικός. Κρεμάω καλύτερα τον χαρτοφύλακα και την τσάντα στον ώμο μου και ανοίγω την πόρτα, ευχόμενη να είχα αφήσει τα πράγματά μου στο γραφείο μου. Τη στιγμή που βλέπω το γραφείο του Μαρκ, ξεχνάω το βάρος που κουβαλάω καθώς βρίσκομαι μπροστά στο εντυπωσιακό θέαμα ενός οβάλ δωματίου, με ένα πελώριο γυάλινο γραφείο στο κέντρο. Με συνεπαίρνουν οι εκπληκτικοί πίνακες στους τοίχους, δεξιά κι αριστερά μου. Σε κάποιο επίπεδο, είμαι σίγουρη ότι ο Μαρκ ήθελε να δω το γραφείο του, να τον δω ισχυρό, περισσότερο σαν βασιλιά παρά σαν άνθρωπο, στο κέντρο όλων αυτών. Αλλά αυτό που με μαγεύει τελείως είναι η εντυπωσιακή τοιχογραφία που καλύπτει ολόκληρο τον τοίχο σε σχήμα ημισέληνου που περιβάλλει «τον βασιλιά». Το βλέμμα μου πλανιέται στο έξοχο σχέδιο του Πύργου του Άιφελ και αμέσως καταλαβαίνω την τεχνική και ποιος είναι ο καλλιτέχνης. Είναι η μαεστρία του Κρις. Αυτοί οι δύο άντρες κάποτε ήταν φίλοι. Πρέπει να ήταν, κι όμως τώρα μετά βίας ανέχεται ο ένας τον άλλον. «Πώς ήταν ο καφές σας, κυρία ΜακΜίλαν;» Στρέφω την προσοχή μου από τον πίνακα στον Μαρκ, διερωτώμενη πώς καταφέρνει να κάνει μια ερώτηση να ακούγεται σαν απαίτηση. Μην παίξεις το παιχνίδι του, Σάρα, και δε θα μπορέσει να σε νικήσει. Τα λόγια του Κρις στριφογυρίζουν στο μυαλό μου και αντηχούν μέσα μου αλλά νιώθω παγιδευμένη. Δε γίνεται να με απολύσουν πριν καν μάθω τι συνέβη με τη Ρεμπέκα. «Ο καφές μου ήταν τέλειος, κι ευχαριστώ για το δεύτερο φλιτζάνι. Σίγουρα βοήθησε να ξεκαθαρίσει το μπέρδεμα που δημιούργησαν τόσο πολλά κρασιά σε τόσο λίγη ώρα». «Καθίστε και πείτε μου τι διαβάσατε και τι μάθατε». Δείχνει τις καφετιές δερμάτινες πολυθρόνες μπροστά στο γραφείο του, υποδεικνύοντας ότι θέλει να καθίσω στη δεξιά. Έχω μια παρόρμηση να κάτσω στην αριστερή, ξέροντας ότι κάτι τέτοιο θα τον δυσαρεστούσε. Αυτός ο άντρας μου προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα. Θέλω να τον ευχαριστήσω. Δε θέλω να τον ευχαριστήσω. Αλλά η εμπειρία με αυταρχικούς άντρες όπως ο Μαρκ υπερισχύει και αποφασίζω να μην κάνω τίποτα από τα δύο. Το κατά πόσο θα τον υπακούσω τώρα θα καθορίσει σε ποιο βαθμό θα τον υπακούω αργότερα. Όταν δεν κινούμαι, σηκώνει το φρύδι του. «Είμαι τόσο τρομακτικός, κυρία ΜακΜίλαν, που δε θέλετε να καθίσετε;» Σηκώνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω ίσια στα παγερά γκρίζα μάτια του. «Όσο κι αν προσπαθείτε να με τρομάξετε, κύριε Κόμτον, δε με τρομάζετε. Τα τεστ σας όμως με τρομάζουν. Θα προτιμούσα να περιμένω να με ξετινάξετε σε πράγματα που ξέρω, μέχρι να σας εντυπωσιάσω αρκετά. Δε θέλω όμως να περιμένω μέχρι τότε για να δουλέψω στις πωλήσεις». «Δεν έχουμε πάντα αυτό που θέλουμε, κυρία ΜακΜίλαν». Δεν μπορώ να ερμηνεύσω την έκφρασή του, αλλά η φωνή του είναι πιο χαμηλή, βελούδινη, και δεν είναι η πρώτη φορά σήμερα που δεν ξέρω αν μιλάμε για τη δουλειά μου. «Ό,τι κάνω είναι υπολογισμένο και έχει έναν σκοπό. Θα το διαπιστώσετε αργά ή γρήγορα. Την Παρασκευή είναι βραδιά οινογνωσίας. Οι παρευρισκόμενοι δεν είναι μαθητές λυκείου. Είναι πλούσιοι, εκλεπτυσμένοι


πελάτες, με εκλεπτυσμένα γούστα. Θέλω να είστε έτοιμη γι’ αυτούς. Θέλω να συγκεντρωθείτε στην προετοιμασία γι’ αυτή την εκδήλωση». Εκλεπτυσμένοι. Η λέξη ακούγεται σαν προσβολή· είτε είναι αληθινό είτε το φαντάζομαι, έχει την ίδια επίδραση. Με κυριεύει ένα αίσθημα ανεπάρκειας, ένας παλιός εχθρός που απειλεί να με νικήσει. Ο θυμός δείχνει αναπάντεχα το άσχημο πρόσωπό του και είναι πιο εύκολο να νιώσω θυμό. «Τότε υποθέτω ότι καλύτερα να πάω σπίτι να διαβάσω». Η φωνή μου με κάποιον τρόπο παραμένει σταθερή. Μισοκλείνει τα μάτια του που έχουν σκοτεινιάσει και είμαι σίγουρη πως ξέρει ότι έχει χτυπήσει ευαίσθητη χορδή. Πρέπει να μάθω να ελέγχω τις αντιδράσεις μου και να φοράω ένα προσωπείο για το παιχνίδι. «Γνωρίζετε ότι το Ρεύμα φιλοξενεί πολλές εκδηλώσεις οινογνωσίας σε συνεργασία με μερικούς από τους κορυφαίους παραγωγούς κρασιού παγκοσμίως;» Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. «Όχι, δεν το γνωρίζω». «Γνωρίζετε ότι διεξάγουμε μια ετήσια φιλανθρωπική εκ​δήλωση σε συνεργασία με την Trans-Siberian Orchestra;» Μου κόβονται τα ήπατα. Γιατί δεν έκανα έρευνα; «Όχι. Όχι, δεν το γνωρίζω». «Τότε είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνετε ότι απλώς προσπαθώ να σας βοηθήσω. Οραματίζομαι για σας κάτι πολύ πιο σπουδαίο από ένα καλοκαίρι στις πωλήσεις της έκθεσης. Αν δεν το θέλετε, τότε οπωσδήποτε θα σας αφήσω ελεύθερη αύριο στην γκαλερί να πουλήσετε με την ψυχή σας». Ο θυμός μου μετατρέπεται σχεδόν σε πανικό. «Όχι, δεν το θέλω. Θέλω να κάνω περισσότερα. Μπορώ να κάνω περισσότερα». «Τότε εμπιστευτείτε με». Καταπίνω με δυσκολία, έκπληκτη από τα λόγια του. «Ναι. Θα… εντάξει. Θα μάθω ό,τι θέλετε να μάθω». Τα μάτια του φωτίζονται καθώς εγκρίνει αυτό που του λέω. «Ωραία. Απόψε σας δίνω άδεια. Πηγαίνετε σπίτι να μελετήσετε. Αύριο πρωί πρωί θα σας εξετάσω για να δω πόσο απέχουμε από τον στόχο μας». Πιάνει το κινητό του κι αυτό σηματοδοτεί το τέλος της συνάντησής μας. «Ευχαριστώ», μουρμουρίζω, και πηγαίνω προς τον διά​δρομο καταμπερδεμένη. Έχω σαστίσει που έχω αφήσει μια καλοκαιρινή δουλειά να γίνει αφορμή για μια νέα ζωή, και δεν υπάρχει επιστροφή. Το να δουλέψω για το Ρεύμα, έστω και μέσω αυτής της γκαλερί, θα ήταν ένα όνειρο που θα έβγαινε αληθινό. Το θέλω όσο δεν έχω θελήσει τίποτα στη ζωή μου. Περνάω μπροστά από την πόρτα μου και από τον διάδρομο ακόμα φτάνει στη μύτη μου μυρωδιά τριαντάφυλλου. Κάνω ένα βήμα πίσω και συνειδητοποιώ ότι έχω αφήσει το κερί να καίει όλες αυτές τις ώρες. Δε βλέπω την ώρα να φύγω από αυτό το μέρος, να γυρίσω σπίτι και να προσπαθήσω να αναλύσω τι μου συνέβη σήμερα, τι μου συνέβη από τότε που άρχισα να διαβάζω το ημερολόγιο της Ρεμπέκα. Σβήνω το κερί βιαστικά και τότε προσέχω έναν φάκελο στην καρέκλα μου με το όνομά μου. Αναγνωρίζω τον γραφικό χαρακτήρα. Έχω μελετήσει την υπογραφή του, τα γράμματά του. Κάνω τον γύρο του γραφείου, αρπάζω τον φάκελο και τρέχω προς την πόρτα. Δε θέλω να τον ανοίξω εδώ. Θέλω να είμαι μόνη πριν τολμήσω να κοιτάξω. Τελικά, όταν βρίσκομαι πια κλειδωμένη μες στο αυτοκίνητό μου, με τη μηχανή στο


ρελαντί, κοιτάζω το όνομά μου στο κίτρινο χαρτί, χωρίς να είμαι σίγουρη τι ακριβώς περιμένω. Με μια παρορμητική κίνηση ανοίγω τον φάκελο και βγάζω ένα χαρτί σχεδίου και το κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Μέσα στον φάκελο υπάρχει ένα σχέδιο που απεικονίζει εμένα να κάθομαι συγκεντρωμένη στο τραπέζι της καφετέριας και είναι υπογεγραμμένο από τον καλλιτέχνη που το έχει φτιάξει. Έχω γίνει αυθεντικό έργο του Κρις Μέριτ.


10 Δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι όλα ανήκουν στη Ρεμπέκα γιατί θα τρελαθείς, λέω στον εαυτό μου καθώς κάθομαι στην πολυθρόνα του γραφείου τη δεύτερη μέρα μου στην γκαλερί. Είναι μια δύσκολη απόφαση στην οποία κατέληξα το προηγούμενο βράδυ ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, μες στο σκοτάδι. Γι’ αυτό σήμερα είμαι πτώμα αλλά τουλάχιστον έχω αποφασίσει να κάνω αυτό το μέρος δικό μου. Πρέπει, αλλιώς πώς θα ανταποκριθώ στην πρόκληση που μου έχει θέσει το καινούργιο μου αφεντικό; Πώς θα πραγματοποιήσω το όνειρο μιας επιτυχημένης καριέρας στην τέχνη, μετά από τόσα χρόνια που είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δεν μπορούσα; Με την υπόσχεση να αποκτήσω δική μου ταυτότητα στην γκαλερί, βουλιάζω στη δερμάτινη πολυθρόνα πίσω από το γραφείο μου. Μπροστά μου έχω μια παρορμητική αγορά που έκανα, ένα καινούργιο, όμορφα στολισμένο κόκκινο δερμάτινο ημερολόγιο που πήρα από το καφέ της Άβα πριν λίγα λεπτά. Ελπίζω ότι, αν καταγράψω τις σκέψεις μου, θα πάψω να σκέφτομαι εμμονικά τις δικές της ή, τουλάχιστον, θα μπορέσω να καταλάβω γιατί είμαι διαρκώς μπερδεμένη. Πιάνω το κόκκινο στιλό που επίσης αγόρασα και ανοίγω το ημερολόγιο στην πρώτη λευκή σελίδα, όπου γράφω: «21 Αυγούστου, ημέρα δύο στην γκαλερί». Νιώθω να πνίγομαι από την ενοχή και αφήνω κάτω το στιλό. Δεν ξεχνάς τη Ρεμπέκα. Απλώς ανοίγεις δρόμο να τη βρεις. Εισπνέω, ξαναπιάνω το στιλό και κοιτάζω το ημερολόγιο, μα το μόνο που βλέπω είναι η νοερή εικόνα του σχεδίου που μου άφησε χθες το βράδυ ο Κρις και απεικονίζει εμένα. Ή μάλλον μια γυναίκα που μοιάζει μ’ εμένα αλλά είναι διαφορετική. Δεν είμαι το είδος του κοριτσιού που εμπνέει έναν διάσημο ζωγράφο, κι όμως να που είμαι, ή τουλάχιστον ήμουν χθες. Το τηλέφωνό μου δονείται και με βγάζει απότομα από τις σκέψεις μου. Απαντάω αμέσως. «Εδώ Σάρα ΜακΜίλαν». «Καλημέρα, κυρία ΜακΜίλαν». Ο τόνος του καινούργιου μου αφεντικού κρύβει ένα αναπάντεχο χαμόγελο και χαλαρώνω αν και ελάχιστα. «Καλημέρα, κύριε Κόμτον». «Πρέπει να πάω στη Νέα Υόρκη για μια δουλειά του Ρεύματος μέχρι την Πέμπτη». Ο κόμπος στο στομάχι μου λύνεται και η ραχοκοκαλιά μου χαλαρώνει. Χώρος να αναπνεύσω. Ναι. Ναι. Ναι. «Αυτό δε σημαίνει ότι μπορείτε να τρυπώσετε στον όροφο των πωλήσεων», με επιπλήττει σαν να έβγαλε τη σκέψη από το μυαλό μου πριν καλά καλά την κάνω. Που δεν την είχα κάνει, αλλά, εντάξει, σίγουρα θα την έκανα. «Την Παρασκευή, κυρία ΜακΜίλαν. Στόχος σας είναι να είστε όσο πιο έτοιμη μπορείτε για να με εντυπωσιάσετε. Να υποθέσω ότι μελετήσατε χθες βράδυ;» «Βεβαίως». Τη θέλω αυτή την ευκαιρία. Δε θα επιτρέψω να με νικήσει αυτό το εμπόδιο. «Έξοχα. Τότε μπορείτε να μπείτε στο λογαριασμό e-mail σας και να ακολουθήσετε τον σύνδεσμο που σας έστειλα για να ξεκινήσετε το τεστ. Δε θα βαθμολογήσω το τεστ, τουλάχιστον προς το παρόν. Είναι απλώς ένα εργαλείο που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε


για να βλέπετε την πρόοδό σας». Διαρκώς άκουγα καλά νέα και ξέρω ότι μπορεί κάποιος να καταλάβει από τη φωνή μου αν χαμογελάω. «Τέλεια». «Κυρία ΜακΜίλαν», λέει απότομα προκαλώντας μια απάντηση που δίνω υπάκουα. «Μάλιστα, κύριε Κόμτον;» «Καλή σας μέρα». Ακούγεται ένα κλικ και η γραμμή πέφτει. Δυο ώρες αργότερα, έχει σχεδόν μεσημεριάσει, και κοντεύω να τρελαθώ. Τα ονόματα, οι περιοχές των κρασιών και οι παραγωγοί έχουν γίνει ένα μπερδεμένο κουβάρι και αποφασίζω να στραφώ στην παλιά καλή λύση για όλα όσα πηγαίνουν άσχημα στη ζωή. Στον καφέ. Είναι η μοναδική μου αδυναμία, έτσι σκέφτομαι γιατί να μην υποκύψω με απόλυτη αφοσίωση; Άλλωστε, η Άβα είπε να φάμε μαζί. Δεν ήταν στο καφέ όταν αγόρασα το ημερολόγιο και δεν έχω νέα της. Υποθέτω ότι δεν είναι κακό να προσπαθήσω να τη βρω τώρα. Με τρώει η περιέργεια για το τι μπορεί να μου πει για τον παράξενο καινούργιο κόσμο που έχω βρεθεί. Και παρά τη μεγάλη μου δήλωση ότι το καινούργιο μου γραφείο και η καινούργια μου δουλειά είναι δικά μου, σε κάποιο βαθμό ξέρω ότι ποτέ δε θα αισθανθώ έτσι στην πραγματικότητα, τουλάχιστον όχι μέχρι να λύσω το μυστήριο της εξαφάνισης της Ρεμπέκα. Αφότου πηγαίνω στην υποδοχή και πιάνω ψιλοκουβέντα με την Αμάντα και άλλα μέλη του προσωπικού, μετά βίας καταπνίγω την παρόρμηση να βοηθήσω κάποιον πελάτη. Η Αμάντα με προειδοποιεί να μην το κάνω, βεβαιώνοντάς με για την οργή του Μαρκ και σύντομα επιστρέφω στο καφέ. Σαρώνω τα άδεια τραπέζια με το βλέμμα μου και δεν κρύβω την απογοήτευσή μου που δε βλέπω πουθενά τον Κρις. Διαλέγω το ίδιο τραπέζι όπου είχα δουλέψει χθες – εύκολη απόφαση. Συνήθειες, πράγματα που μοιάζουν φυσιο​λογικά – τέτοια πράγματα θέλω, όπως τον καφέ που είμαι έτοιμη να παραγγείλω. Μέχρι τις δύο ούτε η Άβα ούτε ο Κρις έχουν εμφανιστεί στο μαγαζί. Έχω κατεβάσει λαίμαργα δύο καφέδες μόκα με λευκή σοκολάτα και το ’χω γυρίσει τώρα σε σκέτο καφέ. Δεν αρνούμαι ότι έχω μια τρεμούλα και χρειάζομαι φαγητό. Περίμενα την Άβα με την ελπίδα να φάμε παρέα αλλά μάταια. Το καλό όμως είναι ότι με όλη αυτή την ένταση της καφεΐνης, οι γνώσεις που αποκτώ για τα κρασιά για τη βραδιά οινογνωσίας την Παρασκευή εμπλουτίζονται γρήγορα. Το παιδί πίσω από το ταμείο πλησιάζει το τραπέζι μου και γεμίζει τον καφέ μου χωρίς να με ρωτήσει και χαμογελάει. «Ο κύριος Κόμτον λέει να σας γεμίζω το φλιτζάνι διαρκώς». Μάλιστα. Ο κύριος Κόμτον λέει. Καταφέρνω να χαμογελάσω βεβιασμένα και να πω ένα «ευχαριστώ», αλλά νιώθω άβολα που το καινούργιο μου αφεντικό ελέγχει τι θα πιω. Σα να προσπαθεί να… χμμμ, να κάνει τι; Η απάντηση μου έρχεται αμέσως. Να με ελέγξει. Με κατακλύζουν πολλά και διάφορα συναισθήματα που σιγά σιγά γιγαντώνονται. Ένας άντρας σαν τον Μαρκ Κόμτον που έχει τον έλεγχο είναι πολύ σέξι, παρ’ όλα αυτά με κάνει να νιώθω πολύ άβολα για λόγους που προτιμώ να μην τους σκαλίσω. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου μια φωνή ουρλιάζει ότι το να νιώθεις άνετα δεν είναι το παν και ξέρω ότι αυτή η φωνή είναι το υποσυνείδητό μου που απαιτεί να ακουστεί. Η


αλήθεια είναι ότι κάθε μέρα μετά την αποφοίτησή μου από το κολέγιο ήταν βαρετή και προβλέψιμη. Εκτός απ’ όταν ήμουν με τον Μάικλ. Σφίγγω τα δόντια μου. Πολύ καλύτερα να είμαι προβλέψιμη παρά να είμαι όπως ήμουν μαζί του. Υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι υπάρχουν τρόποι να βγεις από το τέλμα του προβλέψιμου, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν άντρες σαν τον Μάικλ… ή τον Μαρκ. Μάλιστα. Άλλοι τρόποι. Χρειάστηκε να διαβάσω τα λόγια κάποιας άλλης, να μπω στη ζωή της για να βρω κάτι να με συναρπάσει. Πόσο αξιοθρήνητη είμαι; Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και με επιπλήττω. Δεν είναι η δική της ζωή. Η δική σου είναι. Το παίρνω απόφαση. Θα πέσω με τα μούτρα στη δουλειά, ώστε να είναι η σημερινή μέρα ένα βήμα πιο κοντά σε μια καινούργια καριέρα. Ανοίγω τα μάτια μου και πιάνω το βιβλίο μου, ρίχνοντας κατά λάθος τον καφέ από το τραπέζι. Τέλεια. Απλώς τέλεια. Έχει πέσει καφές στο τραπέζι, στο πάτωμα και, ναι, στο μοναδικό ζευγάρι μαύρες γόβες που ταιριάζουν με τη στενή μαύρη φούστα μου. Τα μάγουλά μου έχουν γίνει σίγουρα κατακόκκινα σαν τη μεταξωτή μου μπλούζα. Πιάνω τις λίγες χαρτοπετσέτες που έχω δίπλα μου και σκουπίζω το τραπέζι για να σώσω το λάπτοπ μου πριν πέσει θύμα των τρεμάμενων χεριών μου. Αποστολή εξετελέσθη και σκύβω για να ασχοληθώ με το μουσκεμένο μου παπούτσι και το πάτωμα. «Μάλλον χρειάζεσαι αυτές». Η γνώριμη φωνή διαπερνά τα νεύρα μου και νιώθω τα μάγουλά μου να παίρνουν φωτιά. Όχι, Θεέ μου. Ας μη συμβαίνει αυτό. Σκύβει μπροστά μου και το βλέμμα μου πέφτει στους δυνατούς μηρούς του όπου ακουμπάει τα χέρια του. Δυνατά χέρια, χέρια καλλιτέχνη που κρατάνε χαρτοπετσέτες. Αργά, σηκώνω το βλέμμα μου και αντικρίζω δυο γοητευτικά πράσινα μάτια, τα μάτια του Κρις Μέριτ να κοιτάζουν τα δικά μου. Για άλλη μια φορά, αυτός ο διάσημος, υπέροχος άντρας σκύβει στο έδαφος προσπαθώντας να με βοηθήσει να συμμαζέψω το χάλι μου. «Έχεις μεγάλο ταλέντο να εμφανίζεσαι τη στιγμή που κάνω κάτι αδέξιο», τον κατηγορώ. Χαμογελάει· στα πράσινα μάτια του αστράφτουν κίτρινοι κόκκοι. Όχι. Μάλλον χρυσαφένιοι κόκκοι. «Προτιμώ να πιστεύω ότι έχω ταλέντο στο να έρχομαι προς διάσωσή σου», λέει βραχνά, και μου κλείνει το μάτι πριν αρ​χίσει να μαζεύει τον χυμένο καφέ μου. Αχ, Θεέ μου. Έχω κάνει τον Κρις Μέριτ προσωπικό μου προστάτη. Και μου έκλεισε και το μάτι. Σχεδόν δεν μπορώ ν’ ανασάνω. Σηκώνεται και πηγαίνει προς τον σκουπιδοτενεκέ. Κινείται με αρρενωπή χάρη, όλο αυτοπεποίθηση, και για μια στιγμή με μαγεύει. Έχω κοκαλώσει, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τον κοιτάζω με απορία, κάτι που, καθώς συνέρχομαι, συνειδητοποιώ ότι δεν είναι καλό όταν φοράω φούστα και κάθομαι ανακούρκουδα στο πάτωμα. Σηκώνομαι όρθια και μετά σηκώνω το πόδι μου και σκουπίζω το βρεγμένο παπούτσι μου. Μόλις έχω ρίξει τις λερωμένες χαρτοπετσέτες μέσα στην άδεια κούπα όταν επιστρέφει και στέκεται δίπλα στο τραπέζι μου. Κοντά μου. Πολύ κοντά μου. Μια υπέροχη γήινη μυρωδιά μού γαργαλάει τα ρουθούνια και ξυπνάει τον πόθο μέσα μου. Λατρεύω τη μυρωδιά αυτού του άντρα και πλέον μου αρέσουν τα ξεβαμμένα τζιν και οι μπότες μηχανής και αμφιβάλλω ότι θα αλλάξω ποτέ γούστα. Και όσο κι αν προσπαθώ, διαρκώς τον θυμάμαι, τις προάλλες, να με τυλίγει στο δερμάτινο μπουφάν που φοράει σήμερα. «Α, ευχαριστώ», καταφέρνω να πω και ακούγομαι τόσο κουρασμένη όσο νιώθω.


«Ντρέπομαι». «Μην ντρέπεσαι». Τα μάτια του είναι ζεστά και μου θυμίζει πράσινο καλοκαιρινό γρασίδι, η φωνή του ειλικρινής. «Σε βρίσκω αξιολάτρευτη». «Αξιολάτρευτη», επαναλαμβάνω ανέκφραστα. «Ένα κορίτσι δε θέλει να είναι αξιολάτρευτο». Αξιολάτρευτη αποκαλεί ένας άντρας τη μικρή του αδερφή ή το κορίτσι που δε θέλει να βγει ραντεβού μαζί της. Όχι ότι πίστευα ότι ο Κρις ήθελε να βγει μαζί μου. Δεν ξέρω τι πίστευα, τι πιστεύω τώρα. «Και τότε τι θες να είσαι;» Ο τόνος του είναι περιπαικτικός, ασορτί με την έκφρασή του. Όμορφη. Σέξι. Θέλω να με βρίσκει ένα από τα δύο ή και τα δύο, αλλά δε θα τολμούσα ποτέ να του πω κάτι τέτοιο οπότε συμβιβάζομαι λέγοντας «Όχι αδέξια». «Είσαι ενδιαφέρουσα». «Ενδιαφέρουσα;» ρωτάω. Τι κόλλημα έχουν αυτός και ο κύριος Κόμτον με το «ενδιαφέρουσα»; Πρέπει να είναι κάτι καλλιτεχνικό το οποίο δεν ξέρω. «Ε… λοιπόν, νομίζω ότι είναι καλύτερο από το αδέξια». Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι καλύτερο από το αξιολάτρευτη. Απλώς δεν ξέρω. «Πάλι δε σου αρέσει η λέξη». «Μια χαρά είναι». «Με ενέπνευσες να σε ζωγραφίσω». «Η αξιολάτρευτα ενδιαφέρουσα και αδέξια έμπνευση», λέω, νιώθοντας αμήχανα αλλά αμέσως μετά νιώθω άσχημα για το σχόλιο. Μαλακώνω τη φωνή μου και συμπληρώνω: «Ευχαριστώ όμως. Με κολακεύεις που με ζωγράφισες και πραγματικά μου κόπηκε η ανάσα όταν άνοιξα τον φάκελο». Δεν μπορώ να κρύψω το ανόητο χαμόγελό μου. «Τώρα έχω έναν αυθεντικό Κρις Μέριτ». Συνοφρυώνομαι. «Εκτός κι αν το θέλεις πίσω». Γελάει. «Φυσικά και δεν το θέλω πίσω». Διστάζει. «Σου αρέσει;» Υπάρχει μια υποψία αμφιβολίας στη φωνή του, μες στα υπέροχα μάτια του; Ασφαλώς όχι. Έχει βγάλει εκατομμύρια από τη δουλειά του. Δεν μπορεί να υπάρχει ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω του. Αγγίζω το στήθος μου στο σημείο της καρδιάς, που χτυπάει σαν τρελή, και το χτυπάω απαλά. «Το λατρεύω». Δυστυχώς η καρδιά μου δεν είναι το μόνο όργανό μου που δουλεύει σε υψηλές ταχύτητες. Το στομάχι μου γουργουρίζει και όχι σιγανά. Για την ακρίβεια, γουργουρίζει δυνατά. Πολύ δυνατά. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου και αγγίζω τα μάγουλά μου που έχουν κοκκινίσει πάλι. Ένα χαμηλόφωνο, σέξι γέλιο ξεφεύγει από τα χείλια του. «Πεινάς;» Τολμάω να τον κοιτάξω και να προσποιηθώ ότι δεν καταλαβαίνω. «Τι σε κάνει να το πιστεύεις;» «Μια υπόθεση κάνω», με πειράζει. «Αλλά εφόσον εγώ πεθαίνω της πείνας, ήλπιζα να πεινάς κι εσύ». Μου χαμογελάει και το χαμόγελό του κρύβει μια ελπίδα που τη νιώθω ξεκάθαρα. Μου χαμογελάει αλλά δε με κοροϊδεύει. Μου αρέσει αυτό σ’ εκείνον, ο τρόπος που με κάνει να ξέρω πολύ καλά ποιον έχω απέναντί μου αλλά και να νιώθω άνετα. Το στομάχι μου γουργουρίζει ξανά και γελάω. «Αχ, Χριστέ μου, μάλλον όντως πεινάω». Κουνάω το κεφάλι μου. «Έχεις τον τρόπο σου να εντοπίζεις όλες τις αδυναμίες μου».


«Αν το φαγητό αποτελεί αδυναμία, τότε νομίζω την έχω κι εγώ. Σου αρέσει το Μεξικάνικο; Το Diego Maria’s είναι λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Είναι ένα μικροσκοπικό μεξικάνικο μαγαζάκι αλλά έχει καλό φαγητό. Αράζω στην αυλή τους και σχεδιάζω μερικά απογεύματα». «Σερβίρουν κρασί;» ρωτάω. «Πιο πολύ μπίρα και τεκίλα». «Ωραία, γιατί δε θέλω καν να δω κατάλογο κρασιών για την επόμενη ώρα». «Να υποθέσω ότι ο Μαρκ ακόμα σε πιέζει με τα κρασιά». «Αν εννοείς τον κύριο Κόμτον, τότε ναι». Γυρίζει τα μάτια του προς τα πάνω. «Κύριος Κόμτον και κουραφέξαλα». Σηκώνει το πιγούνι του προς το μέρος μου. «Είσαι μέσα για το Diego Maria’s;» Γνέφω και χαμογελάω και δείχνει ευχαριστημένος· ακόμα και ικανοποιημένος; Όχι. Ανοησίες. Διώχνω τις ανόητες σκέψεις και προσπαθώ να μη χαμογελάω σαν σχολιαρόπαιδο. Θα πάω για φαγητό με τον Κρις Μέριτ και θα έχω την ευκαιρία να του μιλήσω για τη δουλειά του. Πηγαίνει προς το τραπέζι που καθόταν χθες κρεμώντας ένα σακίδιο στον ώμο του που δεν είχε προλάβει να το ανοίξει. Ανακουφίζομαι. Δεν ήθελα να ανακαλύψω ότι με παρακολουθούσε πάλι και δεν το είχα πάρει είδηση. Μαζεύω βιαστικά την κόκκινη δερμάτινη τσάντα μου και είμαι έτοιμη να την κρεμάσω στον ώμο μου όταν την πιάνει εκείνος. «Θα την κουβαλήσω εγώ». Σουφρώνω τα χείλια μου. «Στ’ αλήθεια νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να την κουβαλήσω εγώ. Φοβάμαι ότι η χαριτωμένη κοριτσίστικη τσάντα θα σου χαλάσει την εικόνα του κουλ καλλιτέχνη με τα δερμάτινα. Άλλωστε, είναι ελαφριά, δεν έχω πρόβλημα. Σ’ ευχαριστώ πάντως». Με φανερό δισταγμό, κατεβάζει το χέρι του. «Αν αλλάξεις γνώμη, ευχαρίστως να ρισκάρω την εικόνα του κουλ καλλιτέχνη με τα δερμάτινα που δεν ήξερα ότι είχα». Χαμογελάω αβίαστα. «Και εγώ θα έχω έτοιμη την κάμερα του κινητού μου». Χασκογελάει και ο ήχος από το τραχύ, αρρενωπό του γέλιο με κάνει να νιώθω περίεργα μες στο στήθος μου, για την ακρίβεια σε όλο μου το κορμί. Βγαίνουμε έξω και ο δροσερός αέρας του ωκεανού μοιάζει να μας καλωσορίζει και νιώθω τυχερή που φοράω μακρυμάνικη μπλούζα. Κρύβω την ανατριχίλα που με δια​περνά γιατί φοβάμαι ότι ο Κρις θα μου δώσει πάλι το πα​νωφόρι του, παρόλο που μια τέτοια ιδέα δεν είναι δυσάρεστη. Απλώς δεν καταλαβαίνω τη δυναμική ανάμεσά μας και δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να σκεφτώ καθαρά αν με αγγίζει κάτι που πρώτα άγγιζε το σώμα αυτού του άντρα. Αρχίζουμε να περπατάμε ως το εστιατόριο και έχω τρομερή συναίσθηση του πόσο κοντά μου είναι, πόσο μεγαλόσωμος είναι. Με μπερδεύει τόσο πολύ αυτός ο άντρας. Κάνει κάθε νευρική μου απόληξη να δονείται και όμως ταυτόχρονα και κατά έναν παράξενο τρόπο νιώθω πολύ άνετα μαζί του. Υπάρχει κάτι κάτω από την επιφάνεια που δεν μπορώ να αγγίξω, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την άνεση που φαίνεται να δείχνει εξωτερικά, και καίγομαι να καταλάβω τι μπορεί να είναι. Μου ρίχνει ένα πλάγιο βλέμμα. «Πώς σου φαίνεται η γκαλερί σε σχέση με τη διδασκαλία στο σχολείο μέχρι στιγμής;» «Από καθηγήτρια έχω γίνει μαθήτρια και είναι το τελευταίο πράγμα που περίμενα όταν


ξεκίνησα γι’ αυτή την περιπέτεια». «Είσαι τόσο σίγουρη ότι ξέρεις από τέχνη;» «Ναι. Είμαι. Ξέρω. Ξέρω από καλλιτέχνες. Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Για κάποιον λόγο σε είχα στο μυαλό μου σαν τον μπαμπά σου». Χαμογελάει αυτάρεσκα και έχω την αίσθηση ότι χαμογελάει με κάποιο μυστικό αστείο. «Σοβαρά ε;» ρωτάει και μου δείχνει το άνοιγμα στην περιφραγμένη με μαύρα κάγκελα αυλή του εστιατορίου. «Μπορούμε να κάτσουμε εδώ έξω και θα στείλουν κάποιον να πάρει την παραγγελία μας». Εφόσον είναι απομεσήμερο, δεν έχει κόσμο και μπορούμε να διαλέξουμε όποιο από τα έξι τραπέζια θέλουμε. Πηγαίνω προς αυτό που ακουμπά στην κουπαστή ώστε να ακουμπάω πάνω της και να βλέπω τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ και απέραντα χιλιόμετρα γαλάζια νερά. Είναι μια θέα που ποτέ δε βαριέμαι και όσο κι αν είναι δύσκολο σε μια τόσο μικρή πόλη, καταφέρνω να την αποφεύγω υπερβολικά συχνά. Βολεύομαι στην καρέκλα μου και με φυσάει αέρας, κάνοντάς με να αναριγήσω πριν προλάβω να το κρύψω. Σηκώνω το βλέμμα και βλέπω τον Κρις να στέκεται από πάνω μου. Όχι. Πιο πολύ θα έλεγα ότι υψώνεται από πάνω μου. «Κρυώνεις». Δε ρωτάει. «Όχι», τον διαβεβαιώνω. «Λατρεύω τη θέα. Δεν–» Μια ριπή δυνατού αέρα κάνει τα δόντια μου να χτυπάνε. «Εντάξει». Σηκώνω τα χέρια μου ψηλά σαν να παραδίνομαι. «Κρυώνω». Ξαφνικά, με πιάνει τρυφερά από τον καρπό, και με σηκώνει όρθια. Είμαστε κοντά, πρόσωπό με πρόσωπο, και δεν μπορώ να ανασάνω. Παρόλο που το δέρμα μου είναι κρύο, το άγγιγμά του με κάνει να αισθάνομαι μια θερμότητα που ανεβαίνει στο χέρι μου και φτάνει στο στήθος μου. Με κοιτάζει από ψηλά και παρόλο που δεν μπορώ να ερμηνεύσω την έκφρασή του, νιώθω την ένταση που υπάρχει ανάμεσά μας. Ο αέρας φέρνει τα μαλλιά μου στα μάτια μου, και ο Κρις αφήνει το χέρι μου και τα παραμερίζει απαλά, τα δάχτυλά του μένουν για λίγο στο μάγουλό μου. «Πάμε μέσα που έχει ζέστη». Η φωνή του τρυφερή, σαν τα δάχτυλά του που γλιστράνε στο πρόσωπό μου. Μου ανοίγει την πόρτα και περνάω, αποφεύγοντας αγ​χωμένη να τον κοιτάξω στα μάτια, προστάζοντας την καρδιά μου να σταματήσει να χτυπάει τόσο απίστευτα γρήγορα. Απαλή μεξικάνικη μουσική μού χαϊδεύει τ’ αυτιά και δε βλέπω περισσότερα από δέκα τραπέζια, από τα οποία μόνο το ένα είναι πιασμένο. Δείχνει με ένα νεύμα το μικρό τραπέζι με τις δύο καρέκλες δίπλα σ’ ένα τρίφατσο παράθυρο. Και δεν το πιάνει ο αέρας και είναι, για τα δικά μου δεδομένα, απομονωμένο. «Μου φαίνεται ότι είναι το καλύτερο τραπέζι, εσένα πώς σου φαίνεται;» Γνέφω καταφατικά. «Αν συνοδεύεται από καυτερές πι​περιές που θα με ζεστάνουν, νομίζω ότι είναι τέλειο». «Τολμηρή στο φαγητό;» ρωτάει καθώς πηγαίνουμε προς το τραπέζι. «Το φαγητό είναι το μοναδικό πράγμα που μπορώ να πω ότι απολαμβάνω χωρίς αναστολές». Τραβάει την καρέκλα για να καθίσω και τα μάτια του αστράφτουν όλο σκανδαλιά. «Το φαγητό είναι ένα από τα πολλά πράγματα που απολαμβάνω χωρίς αναστολές». Πριν μπορέσω να συγκρατηθώ, γουρλώνω τα μάτια μου κι εκείνος γελάει και λέει: «Μην


ανησυχείς. Δε θα σου πω ποια είναι τα άλλα, εκτός κι αν με ρωτήσεις ευγενικά». Κάθομαι πριν τολμήσω να ρωτήσω για τι πράγμα μιλάει, έκπληκτη από το πόσο κοντά βρίσκομαι στο να τσιμπήσω. «Μου φαίνεται ότι τέτοιες ερωτήσεις γίνονται πίνοντας τεκίλα, κάτι που δε θα είχε νόημα. Θα ήμουν πολύ μεθυσμένη για να θυμάμαι τι απάντησες». Κρεμάει τον χαρτοφύλακά μου που περιέχει και την τσάντα μου στην πλάτη της καρέκλας και τα δάχτυλά του αγγίζουν το μπράτσο μου. Το μεταξένιο ύφασμα δεν εμποδίζει τη γλυκιά αίσθηση που μου αφήνει το άγγιγμα αυτού του άντρα. Μου κόβει την ανάσα και το βλέμμα μου αιχμαλωτίζεται από το δικό του για αρκετά δευτερόλεπτα γεμάτα ένταση. «Τότε δεν επιτρέπεται η τεκίλα», λέει μαλακά, κι έπειτα κάθεται και παίρνει τον πλαστικοποιημένο κατάλογο δίπλα από τις χαρτοπετσέτες και μου τον δίνει. Τον δέχομαι με ενθουσιασμό, κοιτάζω τι επιλογές έχω, το κεφάλι μου γυρίζει από την τρελή ένταση που μου προκαλεί αυτός ο άντρας. «Αν είσαι τόσο τολμηρή όσο λες στο φαγητό, συστήνω ανεπιφύλακτα τα τάκος φαχίτα με κοτόπουλο και καυτερή σος». «Δέχομαι την πρόκληση», λέω αμέσως. Μια πενηντάρα μεγαλόσωμη Λατινοαμερικάνα σερβιτόρα πλησιάζει το τραπέζι μας βιαστικά και χαιρετάει τον Κρις στα ισπανικά, και ακόμα κι αν δεν ήξερα τα βασικά της γλώσσας –δηλαδή μετά βίας και τα βασικά– ο τρόπος που το πρόσωπό της φωτίζεται όταν του μιλάει μου λέει ότι συμπαθεί αρκετά τον Κρις. Επίσης είναι σαφές ότι ο Κρις όχι μόνο τη συμπαθεί εξίσου αλλά και ότι τα ισπανικά του είναι πολύ άνω του βασικού επιπέδου. Οι δυο τους κουβεντιάζουν για λίγο και ο Κρις βγάζει το μπουφάν του. Το βλέμμα μου πέφτει στο τατουάζ του και δεν μπορώ να το δω ολόκληρο, γιατί το κρύβει το μανίκι του. Με ιντριγκάρει το σχέδιο και τα πλούσια χρώματα. Είναι… θα μπορούσε να είναι… Ναι. Νομίζω ότι είναι δράκος. «Σάρα», λέει ο Κρις γυρίζοντάς το ξανά στα αγγλικά και τραβώντας την προσοχή μου από το περίτεχνο σχέδιο, «από δω η Μαρία που έχει δώσει το όνομά της στο εστιατόριο. Ο γιος της ο Ντιέγκο είναι ο βασικός σεφ». Η Μαρία γελάει και το γέλιο της είναι φιλικό, μεταδοτικό. Τη συμπαθώ και μου αρέσει και αυτό το μέρος. «Σεφ;» λέει. «Χα. Ο μάγειρας είναι. Μην του μπαίνουν μεγάλες ιδέες. Θα πάρουν τα μυαλά του αέρα και θα μας βάλει να επεκταθούμε σε όλη τη χώρα ενώ εμένα μου αρέσει εδώ». Μου κάνει μια μικρή υπόκλιση. «Χαίρω πολύ, Σάρα». «Επίσης, Μαρία». Ο Κρις κρατάει τον κατάλογο που είναι ίδιος με τον δικό μου που δεν έχω κοιτάξει ακόμα. «Είσαι μέσα για τα τάκος που σου προτείνω;» Γνέφω πρόθυμα. «Si, dame el fuego». Ή: «Ναι, δώσ’ μου τη φωτιά». Και οι δυο γελάνε. «Μιλάτε ισπανικά, señora;» ρωτάει η Μαρία όλο ελπίδα. «Λίγο», τη διαβεβαιώνω και χαμογελάει πλατιά. «Να έρχεστε συχνά και θα το αλλάξουμε αυτό». «Θα το ήθελα», λέω και το εννοώ. Συμπαθώ πραγματικά αυτή τη γυναίκα και το ξέρω επειδή έχει το στιλ της μαμάς, όπως και η μαμά μου. «Εγώ θέλω μια Corona, Μαρία», λέει ο Κρις και με κοιτάζει. «Θέλεις;» «Ω, όχι», λέω αμέσως. «Είμαι ελαφρών βαρών και έχω δουλειά μετά».


Ρίχνω ένα βλέμμα στη Μαρία. «Τσάι. Όχι, μια στιγμή. Έχω πιει πολλούς καφέδες και πρέπει να συνέλθω. Νερό». «Η Corona θα σε κάνει να συνέλθεις», λέει ο Κρις. «Ναι, αντί να χύνω καφέδες θα πέφτω κάτω», λέω. «Δεν ξέρεις πόσο εύκολα μεθάω. Καλύτερα να το αποφύγω». Η Μαρία φεύγει για να φέρει την παραγγελία μας και ένας άλλος άντρας αφήνει πατατάκια και σος μπροστά μας πριν γεμίσει τα ποτήρια μας νερό. Ανυπομονώ να μάθω κι άλλα για τον Κρις, και ως άντρα και ως καλλιτέχνη και μόλις μένουμε μόνοι αρπάζω την ευκαιρία. «Ώστε μιλάς τρεις γλώσσες; Υποθέτω ότι μιλάς και γαλλικά για να μένεις μεγάλο μέρος του χρόνου στο Παρίσι». «Je parle espagnol, français, italien, et j’aimerait beaucoup dessiner vous à nouveau. Modèle pour moi, Sara». Τα γαλλικά του ακούγονται τόσο σέξι, που ο λαιμός μου στεγνώνει και ανατριχιάζω ολόκληρη. «Δεν έχω ιδέα τι είπες». «Είπα ότι μιλάω ισπανικά, γαλλικά και ιταλικά». Σκύβει προς το μέρος μου και με κοιτάζει στα μάτια. «Και μετά είπα ότι θα ήθελα πολύ να σε ξαναζωγραφίσω. Θα μου ποζάρεις, Σάρα;»


11 Ο Κρις θέλει να με ζωγραφίσει ξανά; Και όχι απλώς να με ζωγραφίσει. Θέλει να με ζωγραφίσει στο στούντιό του. Μένω άναυδη. Ο λαιμός μου είναι στεγνός και δεν μπορώ να μιλήσω. Η σιωπή ως αντίδραση στο άγχος είναι κάτι καινούργιο για μένα, αλλά και πάλι, πάντα είμαι των άκρων. Είτε εκκωφαντικές σιωπές είτε ακατάπαυστες φλυαρίες, δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο, καθώς φαίνεται. Ακόμα δεν μπορώ να μιλήσω και ανοιγοκλείνω τα μάτια μου κοιτάζοντας τον Κρις, ο οποίος με κοιτάζει επίμονα, και το μόνο που διακρίνω στην έκφρασή του είναι προσμονή. Περιμένει να του απαντήσω. Πες κάτι, διατάζω αθόρυβα τον εαυτό μου. Οτιδήποτε. Όχι. Όχι οτιδήποτε. Κάτι πνευματώδες και χαριτωμένο. Ευτυχώς με σώζει από την αναζήτηση της τέλειας απάντησης η μπίρα του Κρις που τη φέρνουν και την τοποθετούν μπροστά του. Ξεφυσάω απαλά καθώς ο Κρις ξεκινάει μια κουβέντα στα ισπανικά με τον άντρα που στέκεται δί​πλα στο τραπέζι μας. Προσπαθώ να σκεφτώ τι να πω όταν επιστρέψουμε στο θέμα μας, αλλά με βάζει στην κουβέντα πριν προλάβω να σκεφτώ. «Σάρα, από δω ο Ντιέγκο», λέει ο Κρις, «το άλλο μισό του Diego Maria’s». Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στη συζήτηση με τον Ντιέγκο που είναι περίπου στην ηλικία του Κρις και έχει περιποιημένο μουσάκι και ζεστά καστανά μάτια, αλλά προσέχω υπερβολικά τα μακριά δάχτυλα του Κρις καθώς στύβει το μοσχολέμονό του στην μπίρα του. Είναι τρέλα να σε τραβάνε τόσο πολύ τα χέρια κάποιου, αλλά φυσικά, υπενθυμίζω στον εαυτό μου, τα χέρια του είναι τόσο προικισμένα όσο λίγα. Με έχει κάνει να ζαλίζομαι και να χρειάζομαι πραγματικά φαγητό, έτσι, καθώς μιλάνε, εγώ αρ​κούμαι να ακούω ενώ τσιμπολογάω νόστιμα, ζεστά αλατισμένα τσιπς με σος. Ο Ντιέγκο, φαίνεται, ότι σχεδιάζει ένα ταξίδι στο Παρίσι και θέλει συμβουλές για το πού να μείνει και τι να κάνει, και ο Κρις του τις δίνει απλόχερα. Με εκπλήσσει το ότι ο Κρις, ένας διάσημος εκατομμυριούχος καλλιτέχνης, κάνει λες και δεν είναι τίποτε απ’ αυτά. Ο σερβιτόρος μας, ο κανονικός, όχι ο Ντιέγκο, έρχεται με το φαγητό μας και ο Ντιέγκο φεύγει για να τον αφήσει να μας σερβίρει. «Συγγνώμη γι’ αυτό», λέει ο Κρις. «Όσες φορές ήρθα αφότου επέστρεψα από το Παρίσι πριν τρεις εβδομάδες έλειπε». Δείχνει το πιάτο μου. «Πώς σου φαίνεται;» Εισπνέω το πικάντικό άρωμά του και το στομάχι μου ανυπομονεί. «Φαίνεται θεϊκό και μυρίζει θεϊκά». Πιάνει το μοσχολέμονο και δείχνει τη μια πλευρά του πιάτου μου. «Δεν είναι το ίδιο αν δε βάλεις απ’ αυτό». Στύβει το μοσχολέμονο στο φαγητό του. «Ποτέ δεν έχω βάλει μοσχολέμονο στα τάκος μου αλλά ψήνομαι να δοκιμάσω». Τον μιμούμαι γρήγορα, ανακουφισμένη που έχουμε στρέψει την προσοχή μας στο φαγητό και δεν ασχολούμαστε με το αν θα του ποζάρω. «Πριν αρχίσεις, πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι καυτερό σημαίνει καυτερό. Πολύ καυτερό. Οπότε αν νομίζεις ότι δεν το αντέχεις…» Πεινάω υπερβολικά για να προσέχω. Παίρνω το τάκος μου και ανοίγω το στόμα μου ενώ


το στομάχι μου κάνει πάρτι έτοιμο να καλωσορίσει την τροφή. «Στάσου» λέει, αλλά είναι πολύ αργά για να σταματήσω ακόμα κι αν το σκεφτόμουν, που δεν το σκέφτομαι. Φωτιά μου καίει το στόμα και το λαρύγγι. Μου κόβεται η ανάσα και σχεδόν πνίγομαι. Ω Θεέ μου, είπα δώσ’ μου τη φωτιά, αλλά δεν το εννοούσα κυριολεκτικά. Αφήνω το τάκος και σφίγγω την πετσέτα που έχω στα πόδια μου, ενώ με το άλλο μου χέρι πιάνω τον λαιμό μου. Ο Κρις μου δίνει την μπίρα του και δεν το σκέφτομαι καν. Την αρπάζω και πίνω πολλές μεγάλες παγωμένες γουλιές και πάλι δεν μπορώ να ανασάνω. Όταν τελικά το κάψιμο υποχωρεί, βαριανασαίνω. «Δεν έπρεπε να πω δώσ’ μου τη φωτιά». Πίνω άλλη μια γουλιά από την μπίρα του και το πικρό υγρό κατευνάζει το κάψιμο. Βρίσκω ξανά τα λογικά μου και κοιτάζω το μισοάδειο μπουκάλι κι έπειτα τον Κρις. Πρώτα γελοιοποιήθηκα, μετά ήπια την μπίρα του και μόνο που δεν πνίγηκα. Τη σπρώχνω προς το μέρος του. «Συγγνώμη. Ξεχάστηκα». Γιατί συνέχεια γίνομαι ρεζίλι μπροστά σ’ αυτόν τον άντρα; Χαμογελάει και πίνει μια γουλιά. Μισανοίγω τα χείλια μου και σφίγγω τις δύο άκρες του τραπεζιού καθώς βλέπω τους μυς στον λαιμό του να πάλλονται. Αντιλαμβάνομαι πλήρως την οικειότητα του να μοιράζομαι το ποτό του. Το στόμα μου ήταν ακριβώς εκεί που είναι το δικό του τώρα. Αφήνει το σχεδόν άδειο μπουκάλι κάτω, και με κοιτάζει κατάματα, το καυτό βλέμμα του μου λέει ότι δεν το σκέφτομαι μόνο εγώ. «Πράγματι έχεις ταλέντο να με βλέπεις να γίνομαι ρεζίλι», λέω. Η φωνή μου είναι βραχνή από το φαγητό που με έκαψε ή ίσως επειδή αυτός ο άντρας υπάρχει στον πλανήτη Γη. «Σου είπα, θα προτιμούσα να το λες ταλέντο στη διάσωση». Διάσωση. Είναι η δεύτερη φορά που το λέει. Διαπερνά το κορμί μου, φτάνει στην ψυχή μου και κάτι που ήταν πολύ καιρό καταπιεσμένο ξυπνά και δείχνει το άσχημο πρόσωπό του. Δε χρειάζομαι διάσωση. Χρειάζομαι; Σε εκείνο το σημείο που είναι κρυμμένο βαθιά μέσα μου και που έχει αγγίξει η λέξη διάσωση, ένα αλλοτινό κομμάτι του εαυτού μου φωνάζει ναι, ναι, ναι. Χρειάζεσαι διάσωση. Θέλεις να σε σώσουν. Θέλεις να σε φροντίσουν. Κάθομαι ίσια και πλέκω τα δάχτυλά μου στην αγκαλιά μου. Σιωπηλά, παλεύω με τον εαυτό μου. Όχι. Όχι. Όχι. Δε θέλω να με σώσουν. Δε χρειάζομαι διάσωση. Όχι πια. Εδώ και πολύ καιρό. Ποτέ ξανά. Ο Κρις κάνει νόημα προς την κουζίνα. «Ντιέγκο», φωνάζει. «Μπορούμε να έχουμε μια παραγγελία για τη Σάρα χωρίς την καυτερή σος;» Λένε κάτι στα ισπανικά κι έπειτα ο Κρις εστιάζει ξανά την προσοχή του σ’ εμένα. Με κοιτάζει επίμονα και καταλαβαίνω ότι προσπαθεί να διακρίνει τα συναισθήματα που είναι αποτυπωμένα στο πρόσωπό μου. Καλή τύχη, σκέφτομαι, γιατί ούτε εγώ μπορώ να καταλάβω τι νιώθω. «Πώς είναι το στόμα σου;» Γλείφω τα χείλια μου που καίνε και ακολουθεί με το βλέμμα του την κίνησή μου, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει και κάθε κύτταρο του κορμιού μου μουδιάζει. «Μια χα​ρά», λέω, «αλλά όχι χάρη σ’ εσένα. Έπρεπε να με είχες προειδο​ποιήσει πόσο έκαιγε». «Θυμάμαι πολύ καλά ότι σε προειδοποίησα». «Έπρεπε να είχες προσπαθήσει περισσότερο. Ήξερες ότι πεινούσα πολύ». «Το λες σε παρελθοντικό χρόνο. Δεν πεινάς πια;» «Η γλώσσα μου έχει καεί και μάλιστα μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ ξανά στην αρχική


της κατάσταση, αλλά πεινάω ακόμα». «Κι εγώ», λέει μαλακά. «Σαν λύκος, για την ακρίβεια». Ο λαιμός μου στεγνώνει. Πολύ. Πιο πολύ κι από τις άλλες δέκα φορές που έχει στεγνώσει εξαιτίας του. Η ατμόσφαιρα γύρω μας είναι ηλεκτρισμένη, σε σημείο που να πιστεύω ότι οι σπίθες πρέπει να φαίνονται. Τον νιώθω σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου και δε με έχει καν αγγίξει. Δε θυμάμαι καν να είχα ποτέ ξανά τόσο μεγάλη συναίσθηση της παρουσίας ενός άντρα. Δε θέλω να είναι στη φαντασία μου όλο αυτό, από την άλλη όμως δεν είμαι σίγουρη ότι έχω αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να είμαι με αυτόν τον άντρα. Νόμιζα ότι είχα ξεπεράσει τις αμφιβολίες που είχα για τον εαυτό μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Αποζητώντας απεγνωσμένα μια ανάπαυλα από αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας και που απειλεί να με καταβροχθίσει, ψάχνω κάτι να λειτουργήσει σαν περισπασμός. «Πρέπει να φας πριν κρυώσει το φαγητό». «Señora». Ο Ντιέγκο εμφανίζεται στο πλάι μου και παίρνει το πιάτο μου. «Είστε καλά; Η φωτιά μας είναι στ’ αλήθεια φωτιά». Ρίχνει ένα δυσαρεστημένο βλέμμα στον Κρις. «Νόμιζα ότι ο señor θα σας είχε προειδοποιήσει». Ο Κρις σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Έι, έι, την προειδοποίησα». «Αφού έφαγα την πρώτη μπουκιά», λέω, απολαμβάνοντας την ευκαιρία να τον ζορίσω μαζί με τον Ντιέγκο. Κάνει την αμηχανία μου να υποχωρήσει λιγάκι. «Πριν φας», με διορθώνει. Ο Ντιέγκο λέει κάτι στα ισπανικά και μοιάζει να εκ​νευ​ρίζεται με τον Κρις κι έπειτα με κοιτάζει. «Έπρεπε να σας το είχε πει πριν φάτε. Λυπάμαι, señora». «Μην ανησυχείς και μη ζητάς συγγνώμη. Σοβαρά. Είμαι μια χαρά ή μάλλον θα είμαι όταν σταματήσεις να με κοιτάζεις σαν να πρόκειται να πάρω φωτιά». Ένας σερβιτόρος εμφανίζεται και αφήνει ένα καινούργιο πιάτο μπροστά μου κι έπειτα παίρνει το παλιό από τον Ντιέγκο και εξαφανίζεται. «Τους έβαλα να βάλουν δυο σος για να δοκιμάσετε», μου εξηγεί. «Η πράσινη είναι απαλή. Η κόκκινη είναι μεσαία. Καμία από τις δύο δε θα σας κάψει». Τον κοιτάζω με ευγνωμοσύνη. «Gracias, Ντιέγκο. Έπρεπε να είχα δοκιμάσει τη σος πριν φάω τόσο μεγάλη μπουκιά, αλλά το φαγητό φαινόταν τόσο καλό και μύριζε τόσο ωραία που δεν μπορούσα να αντισταθώ». Το πρόσωπό του κοκκινίζει από τη φιλοφρόνησή μου, αλλά δε σταματάει να ανησυχεί υπερβολικά για μένα, τουλάχιστον για άλλο ένα λεπτό πριν φύγει Τώρα έχω μείνει να με κοιτάζει με το εύθυμο, διερευνητικό του βλέμμα αυτός ο καταπληκτικός, υπερβολικά σέξι καλλιτέχνης που δεν έχει βάλει μπουκιά στο στόμα του εξαιτίας μου. «Φάε, σε παρακαλώ», τον προτρέπω μαλακά. «Το φαγητό σου είναι ακόμα πιο κρύο από πριν». «Δοκίμασε πρώτα το δικό σου να βεβαιωθείς ότι είναι εντάξει». «Α, όχι», τον πειράζω. «Δε θα το δοκιμάσω ενώ εσύ θα με παρατηρείς να κάνω κάτι εξωφρενικά γελοίο». Στο πρόσωπό του ζωγραφίζεται μια σκανδαλιάρικη έκφραση. «Μου αρέσει να σε παρατηρώ. Ξυπνάς τη δημιουργική μου πλευρά». Το στομάχι μου γίνεται κόμπος καθώς αναφέρεται στο ότι θέλει να με ζωγραφίσει. «Δεν μπορείς να με βλέπεις και να τρως ταυτόχρονα».


«Θα μπορούσα να διαφωνήσω αλλά για να φας κι εσύ ας αρχίσουμε μαζί». Η τελευταία λέξη έχει κάποιο λανθάνον νόημα, ή ίσως απλώς θέλω να έχει. «Ωραία», λέω. «Μαζί». Χαμογελάει όπως κι εγώ. Χωρίς να χάσουμε οπτική επαφή, πιάνουμε και οι δύο από ένα τάκος και κοιτάζουμε αλ​λού μόνο όταν δαγκώνουμε την πρώτη μπουκιά. Αυτή τη φορά, πικάντικες, νόστιμες γεύσεις εκρήγνυνται στο στόμα μου και βογκάω από ευχαρίστηση. Είτε αυτό είναι καταπληκτικό φαγητό είτε εγώ πεινάω τόσο που δεν καταλαβαίνω. Ο Κρις καταπίνει μια μπουκιά φωτιά χωρίς να ανοιγοκλείσει καν τα μάτια του και με κοιτάζει με ένα βλέμμα που μόνο πεινασμένο μπορώ να το χαρακτηρίσω. «Να υποθέσω ότι αυτός ο ήχος σημαίνει ότι είσαι ικανοποιημένη;» Η δική μου φωτιά ξαναρχίζει να με καίει, αλλά αυτή τη φορά είναι στο αίμα μου, που συγκεντρώνεται σε ανάρμοστα μέρη του κορμιού μου, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο. «Τι να πω;» ψελλίζω. «Το τέλος της πείνας είναι πολύ νόστιμο». Με το κουτάλι δίπλα από το πιάτο μου δοκιμάζω την πράσινη σος. «Το ίδιο κι αυτό. Μ’ αρέσει». Τείνει την μπίρα του προς το μέρος μου για να πιω άλλη μια γουλιά και είμαι σίγουρη ότι επίτηδες μου υπενθυμίζει ότι μοιραστήκαμε το ίδιο μπουκάλι. Κοιτάζω την μπίρα, θυμάμαι το στόμα του, εκεί που ήταν το στόμα μου, κι έπειτα τον κοιτάζω στα μάτια. «Όχι, ευχαριστώ». Με κοιτάζει για λίγο, η έκφρασή του αινιγματική, και μετά φέρνει αργά το μπουκάλι στα χείλια του και πίνει μια μεγάλη γουλιά. Και πάλι, βλέπω τους δυνατούς μυς στον λαιμό του να πάλλονται, και αισθάνομαι τους μυς στην κοιλιά μου να σφίγγονται. Τι μου κάνει αυτός ο άντρας; Αφήνει κάτω την μπίρα κι εγώ γεμάτη ενοχές πιάνω βιαστικά το τάκος μου και αρχίζω να τρώω. Ο Κρις με μιμείται και σκέφτομαι όλες τις ερωτήσεις που θέλω να του κάνω. Πότε ζωγραφίζει; Πού ζωγραφίζει; Τι τον εμπνέει; Ποιο είναι το αγαπημένο του πινέλο; Ερωτήσεις που ξέρω ότι έχει ακούσει ένα εκατομμύριο φορές και πιθανόν δε θέλει να απαντήσει· έτσι, συγκρατιέμαι. «Είναι το τέλειο σημείο για να παρατηρείς τους ανθρώπους», λέει. Ακολουθώ το βλέμμα του και κοιτάζω από το τζάμι τον δρόμο, σκεφτόμενη πόσο ασπρόμαυρη έχω αφήσει να γίνει η ζωή μου τη στιγμή που λαχταράω μια ζωή γε​μάτη χρώμα. Πέφτει μια σιωπή που παραδόξως δε μας κάνει να νιώθουμε άβολα· και οι δυο μας παρατηρούμε τους ανθρώπους να περνάνε στον δρόμο. Ένας άντρας και μια γυναίκα που κρατιούνται από το χέρι. Μια γυναίκα που προσπαθεί να πείσει ένα αγοράκι να φορέσει το παλτό του. Μια άλλη γυναίκα που σφίγγει το παλτό της γύρω της και φαίνεται να κλαίει. Ο Κρις με κοιτάζει σκεπτικός. «Όλοι έχουν μια ιστορία. Ποια είναι η δική σου, Σάρα ΜακΜίλαν;» Η ερώτηση με πιάνει απροετοίμαστη και προσπαθώ να διώξω την απάντηση που επιμένει στο μυαλό μου. Δεν έχω ιστορία, όχι τουλάχιστον κάποια ιστορία που θα ήθελα να πω. «Είμαι ένα απλό κορίτσι που ζω το καλοκαιρινό όνειρο να είμαι κοντά στην τέχνη, που τόσο αγαπώ». «Πες μου κάτι που να μην ξέρω για σένα». «Δεν έχω καθόλου καλλιτεχνική κλίση, έτσι πρέπει να ζω την τέχνη μέσα από σένα». «Άσε με να σε ζωγραφίσω και θα τα καταφέρεις».


Δαγκώνω το κάτω χείλος μου αγχωμένη. «Δεν ξέρω». «Τι να ξέρεις;» «Είναι τρομακτικό να σε ζωγραφίσει κάποιος σαν εσένα, Κρις. Σίγουρα, το ξέρεις». «Εγώ είμαι απλώς ένας άνθρωπος με ένα πινέλο, Σάρα. Τίποτα παραπάνω». «Δεν είναι αλήθεια». Χαμηλώνω το βλέμμα μου σε μια ουλή εφτά πόντων στο σαγόνι του, την οποία δεν είχα προσέξει ως τώρα και αναρωτιέμαι από τι να είναι. Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο άντρας πίσω από τον καλλιτέχνη. Το βλέμμα μου συναντάει το δικό του, ψάχνει στο πράσινο των ματιών του, των ματιών που μου έχουν κόψει την ανάσα δέκα φορές ως τώρα. «Εσένα ποια είναι η ιστορία σου, Κρις;» «Η δική μου ιστορία είναι στον καμβά, εκεί όπου θέλω να βρεθείς κι εσύ». Γιατί επιμένει τόσο; «Μπορώ… να το σκεφτώ;» «Αρκεί να μπορώ να συνεχίσω την προσπάθεια να σε πείσω όσο εσύ θα το σκέφτεσαι». Δράττομαι της ευκαιρίας να κάνω μια ερώτηση που με καίει. «Μέχρι πότε θα μείνεις στην πόλη;» «Μέχρι να νιώσω ότι θέλω να φύγω». «Άρα δεν έχεις σταθερές περιόδους μες στον χρόνο που είσαι εδώ και που είσαι στο Παρίσι;» «Πάω όπου αισθάνομαι καλά τη δεδομένη στιγμή με μια εξαίρεση. Κάθε Οκτώβρη βρίσκομαι στο Παρίσι για να συμμετέχω στην ετήσια διάσημη φιλανθρωπική εκδήλωση στο Λούβρο». «Εκεί όπου εκτίθεται η Μόνα Λίζα». Η φωνή μου έχει κάτι το νοσταλγικό που δεν προσπαθώ καν να το κρύψω. Θα πέθαινα να δω τη Μόνα Λίζα. «Ναι. Την έχεις δει πότε;» «Δεν έχω πάει πουθενά εκτός ΗΠΑ, πόσο μάλλον σε ένα διάσημο μουσείο στο Παρίσι. Για την ακρίβεια, δεν έχω πάει πουθενά εκτός από δω και τη Νεβάδα όπου ήταν το πατρικό μου». «Αυτό είναι απαράδεκτο. Η ζωή είναι πολύ μικρή και ο κόσμος πολύ μεγάλος και υπερβολικά γεμάτος από την τέχνη που τόσο αγαπάς, για να μη δεις όσο περισσότερη μπορείς». «Το καλό με την τέχνη είναι ότι επιτρέπει στον θεατή να βιώσει ένα κομμάτι του κόσμου ή μια ιστορία που δεν μπορεί ποτέ να είναι δική του μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Εγώ πάντως σίγουρα έχω δει το Παρίσι μέσα από τα δικά σου μάτια». Σκέφτομαι φευγαλέα την τοιχογραφία πί​σω από το γραφείο του Μαρκ αλλά διώχνω αυτή τη σκέψη. Δε θέλω ν’ αλλάξω τον τόνο αυτής της ανάλαφρης κουβέντας. «Μου φαίνεται σαν να πείθεις τον εαυτό σου ότι δε θέλεις να ταξιδέψεις ενώ θέλεις». Άουτς. Σχεδόν τινάζομαι. Χτύπησε ευαίσθητη χορδή, κανονικά. Πρώτα είπε ότι διδάσκω αντί να δουλεύω στον χώρο της τέχνης και τώρα αυτό. «Δεν είμαστε όλοι πλούσιοι και διάσημοι ώστε να γυρίζουμε τον κόσμο κατά βούληση». «Άουτς», λέει επαναλαμβάνοντας τη λέξη που είχα τολμήσει να πω μόνο από μέσα μου. «Αυτό πόνεσε». «Ωραία, γιατί το να μου επισημαίνεις ότι εσύ μπορείς να δεις τον κόσμο και εγώ όχι ήταν σκληρό, κύριε Πλούσιε και Διάσημε Καλλιτέχνη». Σηκώνει το φρύδι του. «Που φαίνεσαι κουλ με τα δερμάτινα».


«Και αυτό που λες πώς ακριβώς σε βοηθάει αυτή τη στιγμή;» «Προσφέρομαι να σε ξεναγήσω στο Παρίσι». Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. Μου πρότεινε μόλις να πάω στο Παρίσι μαζί του; Όχι. Όχι. Είναι στη φαντασία μου όλα αυτά. «Το Παρίσι είναι μεγάλη πρόκληση. Έχω αποφασίσει να ξεκινήσω τα ταξίδια με τη Νέα Υόρκη». «Για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;» «Έχω την ευκαιρία. Ο Μαρκ θεωρεί ότι είμαι καλή για το Ρεύμα. Γι’ αυτό με πιέζει να μάθω από κρασιά, όπερα και κλασική μουσική». Η έκφρασή του δεν αλλάζει αλλά ο αέρας ηλεκτρίζεται από την ένταση. «Ο Μαρκ σου είπε ότι θα σου δώσει δουλειά στο Ρεύμα;» «Θα έλεγα ότι πιο πολύ το υπονόησε». «Πώς το υπονόησε;» «Το γενικότερο νόημα ήταν ότι βλέπει για μένα πιο σπουδαία πράγματα από το να δουλεύω στην γκαλερί αλλά για να τα πετύχω πρέπει να είμαι έτοιμη να συνδιαλεχτώ με το είδος των πελατών που προσελκύουν οι εκδηλώσεις στο Ρεύμα». Συνοφρυώνομαι όταν συνειδητοποιώ ότι χτυπάει το δάχτυλό του στο τραπέζι. «Τι; Τι είναι;» Τη χειρότερη στιγμή χτυπάει το κινητό μου και χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από τον Κρις, το βγάζω από την τσάντα μου. Κοιτάζω και κάνω έναν μορφασμό μόλις βλέπω τον αριθμό του Μαρκ κι έπειτα ξανακοιτάζω τον Κρις. «Είναι…» Η φωνή μου σβήνει. Δε νομίζω ότι το όνομα του Μαρκ θα ακουστεί καλά τώρα. «Πρέπει να το σηκώσω». Απαντάω και αμέσως ακούω τη φωνή του Μαρκ. «Έχετε παραιτηθεί χωρίς να με ειδοποιήσετε, κυρία ΜακΜίλαν;» Κοιτάζω το πιάτο μου, προσπαθώντας να κρύψω από τον Κρις το άγχος που μου προκαλεί ο εκνευρισμός που κρύβει η ερώτηση του αφεντικού μου, ενώ ταυτόχρονα προστάζω την καρδιά μου να σταματήσει να χτυπάει σαν τρελή. «Έχω βγει για αργοπορημένο μεσημεριανό. Ήταν περασμένες δύο και δεν είχα φάει όλη μέρα». «Τώρα είναι περασμένες τρεις». Δαγκώνω τα χείλια μου. Σκατά. Πώς άφησα την ώρα να περάσει έτσι; «Επιστρέφω τώρα». «Καλό θα ήταν, κυρία ΜακΜίλαν. Η Αμάντα θέλει να δείτε μαζί τις λεπτομέρειες για την εκδήλωση της Παρασκευής. Τηλεφωνήστε μου όταν φτάσετε στην γκαλερί». «Ναι. Φυσικά, δεν–» Η γραμμή πέφτει. Σηκώνω το βλέμμα μου και κοιτάζω τον Κρις. «Ο Μαρκ ήταν», λέει. Γνέφω αμήχανα. «Έχω αργήσει». Βγάζει το πορτοφόλι του από την τσέπη του και πετάει ένα χαρτονόμισμα των εκατό δολαρίων στο τραπέζι για έναν λογαριασμό που εγώ τον υπολογίζω στα σαράντα δολάρια. Φοράει το μπουφάν του, ξεκάθαρα έτοιμος να φύγει, κι εγώ πιάνω την τσάντα μου για να πληρώσω το μέρος που μου αναλογεί. «Ούτε να το σκέφτεσαι», λέει και ο άνετος και χαλαρός τρόπος του έχει πάει περίπατο. Το χέρι μου κοκαλώνει στο πορτοφόλι μου και ανοίγω το στόμα μου να διαφωνήσω αλλά αποφασίζω να μην το κάνω. Είναι νευρικός και… θυμωμένος; Αποκλείεται. Γιατί να είναι θυμωμένος; «Ευχαριστώ». Κρεμάω την τσάντα μου στον ώμο μου.


Σηκώνεται και δείχνει προς την πόρτα. Σηκώνομαι και κρεμάω τον χαρτοφύλακα πάνω στον ίδιο ώμο με την τσάντα μου. «Δε χρειάζεται να με πας ως την γκαλερί». Τα μάτια του αστράφτουν, το βλέμμα του σκληρό, το σαγόνι του σφιγμένο . «Θα σε πάω, Σάρα». Ο τόνος του είναι απότομος, σχεδόν το ίδιο αυστηρός με του Μαρκ. Νιώθω άβολα καθώς πηγαίνω προς την έξοδο, δεν έχω καλή ισορροπία πάνω στα τακούνια μου ενώ εκείνος κρατάει την πόρτα για να περάσω. Τι έχει πάθει; Γιατί από φωτιά έχει γίνει πάγος; Αρχίζουμε να περπατάμε, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, και ο κρύος αέρας δεν είναι τίποτα μπροστά στην παγωμάρα που υπάρχει ανάμεσά μας. Δε μιλάμε καθόλου και δεν έχω ιδέα πώς να σπάσω τη σιωπή ή αν θα έπρεπε καν να προσπαθήσω. Τολμάω να γυρίσω να τον κοιτάξω μερικές φορές, διώχνοντας τα μαλλιά που φέρνει ο αέρας στα μάτια μου, αλλά δε μου δίνει σημασία. Γιατί δε με κοιτάζει; Πολλές φορές ανοίγω το στόμα μου για να πω κάτι αλλά οι λέξεις δε βγαίνουν. Έχουμε φτάσει σχεδόν στην γκαλερί και η προοπτική του αποχαιρετισμού μού δημιουργεί έναν κόμπο στο στομάχι, όταν ξαφνικά με αρπάζει και με τραβάει σε ένα μικρό απομονωμένο σημείο, σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο με γραφεία. Πριν προλάβω καν να καταλάβω τι συμ​​βαίνει, με έχει κολλήσει στον τοίχο, όπου δε φαίνομαι από τον δρόμο, και στέκεται μπροστά μου, κλείνοντάς με στον μικροσκοπικό χώρο. Κοιτάζω τα μάτια του που καίνε και νομίζω ότι θα πάρω φωτιά. Η μυρωδιά του, η ζεστασιά του, το γυμνασμένο κορμί του είναι σε απόσταση αναπνοής αλλά δε με αγγίζει. Θέλω να με αγγίξει. Στηρίζεται με το χέρι του στον τσιμεντένιο τοίχο πάνω από το κεφάλι μου ενώ εγώ θέλω αυτό το χέρι στο κορμί μου. «Δεν ανήκεις εδώ, Σάρα». Οι λέξεις του είναι αναπάντεχες, μια δυνατή γροθιά στο στήθος μου. «Τι; Δεν καταλαβαίνω». «Αυτή η δουλειά δεν είναι για σένα». Κουνάω το κεφάλι μου πέρα-δώθε. Δεν ανήκω; Ακούγοντας κάτι τέτοιο από τον Κρις, έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη, νιώθω κατώτερη, νιώθω ότι με έχουν απορρίψει. «Με ρώτησες γιατί δεν ακολούθησα την καρδιά μου. Γιατί δεν κυνήγησα αυτό που αγαπώ. Αυτό κάνω. Αυτό κάνω εδώ». «Δεν πίστευα ότι θα το έκανες σ’ αυτό το μέρος». Αυτό το μέρος. Δεν καταλαβαίνω τι μου λέει. Εννοεί αυτή την γκαλερί; Αυτή την πόλη; Μήπως έχει αποφασίσει ότι είμαι ανάξια να μπω στον στενό κύκλο του; «Κοίτα, Σάρα». Διστάζει και σηκώνει το κεφάλι του στον ουρανό, σαν να ψάχνει τις σωστές λέξεις, κι έπειτα με καρφώνει με το ταραγμένο βλέμμα του. «Είμαι εδώ για να σε προστατεύσω. Αυτός ο κόσμος που έχεις μπει είναι γεμάτος σκοτεινούς, μπερδεμένους, σνομπ μαλάκες που παίζουν με το μυαλό σου και θα σε χρησιμοποιήσουν μέχρι που δε θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου». «Είσαι κι εσύ ένας από τους σκοτεινούς, μπερδεμένους, σνομπ μαλάκες;» Με κοιτάζει από ψηλά, και μετά βίας αναγνωρίζω ότι αυτό το σκληρό πρόσωπο και αυτή η λάμψη στα μάτια ανήκουν στον άντρα με τον οποίο μόλις έφαγα. Κοιτάζει τα χείλια μου, το βλέμμα του καρφώνεται εκεί και με κυριεύει πόθος. Σηκώνει το χέρι του και χαϊδεύει με τον αντίχειρά του το κάτω χείλος μου. Κάθε νευρική απόληξη στο κορμί μου ανταποκρίνεται και μετά βίας κρατιέμαι να μην τον αγγίξω, να πιάσω το χέρι του, αλλά κάτι με κρατάει.


Χάνομαι μέσα του, στο βλέμμα του, σε μια μαγευτική, σκοτεινή δίνη από… τι; Από πόθο, επιθυμία, μαρτύριο; Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν να διαρκούν αιώνια, το ίδιο και η σιωπή. Θέλω να τον αγκαλιάσω, να σταματήσω αυτό που έρχεται μα δεν μπορώ. «Εγώ είμαι χειρότερος». Σπρώχνει με το χέρι του τον τοίχο και φεύγει. Εξαφανίζεται. Μένω μόνη, ακουμπισμένη στον τοίχο, υποφέροντας από μια φωτιά που δεν έχει να κάνει με το γεύμα που μοιραστήκαμε. Οι βλεφαρίδες μου τρεμοπαίζουν, τα δάχτυλά μου αγγίζουν τα χείλια μου εκεί που με άγγιξε. Με έχει προειδοποιήσει να μείνω μακριά από τον Μαρκ, από την γκαλερί, από τον ίδιο, μα έχει αποτύχει. Δεν μπορώ να φύγω. Είμαι εδώ και δεν πρόκειται να πάω πουθενά.


12 Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012 Το δωμάτιο είναι γεμάτο με τριαντάφυλλα και νιώθω σαν πριγκίπισσα που έχει βρει τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Εντάξει, ίσως όχι ακριβώς την παιδική εκδοχή του πρίγκιπα του παραμυθιού, αλλά η ζωή αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Μόλις μέτρησα ξανά όλα τα βάζα και δεν μπορώ να κρατηθώ. Είναι δώδεκα, και το καθένα περιέχει δώδεκα όμορφα μπουμπούκια που γλυκομυρίζουν. Φρέσκα μπουμπούκια που όπου να ’ναι θα ανθίσουν. Και η κάρτα. Φαντάσου ότι αναστενάζω τώρα. Η κάρτα είναι τόσο τέλεια. Δεν μπορώ να σταματήσω να κοιτάζω τις λέξεις. Είναι κομψά και έτοιμα να ανθίσουν όπως κι εσύ, μικρή. Όπως εγώ. Νιώθω ότι τα τριαντάφυλλα είναι σαν εμένα. Νιώθω έτοιμη να ανθίσω, έτοιμη να πάω όπου με οδηγεί. Μερικές φορές είναι σκληρός, απαιτητικός αλλά με κάνει να νιώθω προστατευμένη. Με κάνει να νιώθω ξεχωριστή. Νομίζω ότι είμαι έτοιμη να παραμερίσω τον φόβο μου γι’ αυτά που θέλει να κάνει μαζί μου και να κάνω το επόμενο βήμα. Η ιδέα να είναι ο «αφέντης» μου είναι απίστευτα διεγερτική. Είναι τόσο… ισχυρός. Ξέρω ότι έχω αφήσει τον φόβο να με κρατήσει πί​σω. Δεν είμαι σίγουρη τι ακριβώς φοβάμαι. Πρωτόγνωρα συναισθήματα; Τι θα μου κάνει αν του δώσω τον πλήρη έλεγχο; Έχει διεστραμμένες επιθυμίες και τρομάζω όταν σκέφτομαι ότι συμμετέχω σε τέτοια πράγ​ματα. Και αν με δέσει και μου κάνει κάτι που δε μου αρέσει; Και γιατί η ιδέα του να υποταχθώ σε εκείνον με ανάβει; Το ότι επιθυμώ κάτι τέτοιο είναι ένα κομμάτι μου που δεν το καταλαβαίνω, αλλά ξέρω ότι πλέον δεν μπορώ να ξεφύγω από τον εαυτό μου, όπως δεν μπορώ να ξεφύγω και από εκείνον. Τον χρειάζομαι. Τον χρειάζομαι τόσο πολύ που ο πόνος που μου προκαλεί η ιδέα να τον χάσω είναι πολύ χειρότερος από τον πόνο που μπορεί να μου προκαλέσει ο ίδιος στα παιχνίδια μας. Μπορώ–» «Να υποθέσω ότι είστε έτοιμη για την αποψινή μας εκδήλωση, κυρία ΜακΜίλαν;» Μου κόβονται τα ήπατα και σηκώνω το βλέμμα μου από αυτό που διαβάζω, ένα από τα πρώτα κείμενα που έχει γράψει στα ημερολόγια η Ρεμπέκα – τουλάχιστον σ’ αυτά που έχω. Κοιτάζω το κατώφλι όπου στέκεται ο Μαρκ. Φοράει ένα μαύρο κοστούμι με ρίγες, το γυμνασμένο κορμί του και οι φαρδιές πλάτες του γεμίζουν τον χώρο και μοιάζει σαν να κλέβει τον αέρα από το δωμάτιο. Είναι Παρασκευή απόγευμα και είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω από τότε που έφυγε από την πόλη. Υποψιά​ζομαι ότι η αντίδρασή μου είναι πολύ πιο έντονη για διάφορους λόγους. Λόγω της σιωπής του Κρις. Λόγω του ότι η Έλα εξακολουθεί να μην επικοινωνεί. Ακόμα και η Άβα από το καφέ, που με πείραζε με τα κουτσομπολιά της γκαλερί, έχει εξαφανιστεί. Κολυμπάω μόνη μου ανάμεσα σε καρχαρίες και επανέρχομαι στην αντίδραση που είχα βλέ​ποντας ξαφνικά τον Μαρκ, τον απόλυτο καρχαρία. Είναι πιο σίγουρο παρά ποτέ ότι ο Μαρκ είναι ο άντρας στα ημερολόγια. Οι αποδείξεις είναι συντριπτικές. Τα τριαντάφυλλα και ο συσχετισμός τους με τη συλλογή του Μαρκ. Η


αυταρχική προσωπικότητά του και τα χρήματα που η Ρεμπέκα αναφέρει σε πολλά σημεία ότι έχει ο εραστής της. Ο «αφέντης» πρέπει να είναι ο Μαρκ και μετά βίας δεν κοκκινίζω καθώς θυμάμαι τις προσωπικές περιγραφές που διάβασα όπου αυτός είναι ο «αφέντης». Όχι. Δε με ταράζει το ότι ξέρω ότι αυτός ο άντρας είναι ο αφέντης. Με ταράζει το ότι καταλαβαίνω πολύ καλά τι του έβρισκε η Ρεμπέκα. Η ανάγκη της να παραδώσει τα πάντα σε κάποιον άλλον, ακόμα και την ευχαρίστησή της και, ναι, ακόμα και τον πόνο της. Να εμπιστευτεί κάποιον τόσο πολύ. «Η σιωπή σας μου προκαλεί νευρικότητα, κυρία ΜακΜίλαν», με επιπλήττει ο Μαρκ και η φωνή του γίνεται πιο βαθιά, όλο απαίτηση. «Είστε έτοιμη γι’ απόψε;» Τα μάγουλά μου παίρνουν φωτιά καθώς συνειδητοποιώ ότι τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό. «Η σωστή απάντηση είναι ναι, σωστά;» ρωτάω μην μπορώντας να κρύψω τον φόβο στη φωνή μου, οπότε σίγουρα θα φαίνεται και στο πρόσωπό μου. Είμαι εξωφρενικά αγχωμένη για την οινογνωσία και φοβάμαι ότι θα φανώ ανόητη στους ειδήμονες με τους οποίους θα έρθω σε επαφή. «Ναι, είναι η σωστή απάντηση, κυρία ΜακΜίλαν, ιδίως εφόσον η οινογνωσία ξεκινά σε μια ώρα». Γλείφω τα χείλια μου και ακολουθεί με το βλέμμα του την κίνησή μου, και ενώ όταν ο Κρις είχε κάνει το ίδιο, αισθάνθηκα να με κατακλύζει μια θερμότητα, η προσοχή του Μαρκ με ταράζει. «Τότε ναι». «Δε με πείθετε». Απλώνω τα χέρια μου πάνω στο γραφείο και πιέζομαι να υπερασπιστώ αυτά που πιστεύω, να κρατήσω τον έλεγχό μου και να μην τον παραδώσω σ’ εκείνον. Δεν είμαι η Ρεμπέκα. «Μαρκ», κάνω, και συνοφρυώνεται αμέσως εκνευρισμένος αναγκάζοντάς με να διορθώσω την προσφώνησή μου. «Με συγχωρείτε. Κύριε Κόμτον. Πρέπει να είμαι ειλικρινής. Δε μου αρέσει να προσποιούμαι ότι είμαι ειδήμων ενώ δεν είμαι. Και δεν είμαι». Πρέπει να το αναγνωρίσει. Με βομβαρδίζει με e-mail, τηλεφωνήματα και ηλεκτρονικά τεστ εδώ και μέρες, αλλά δε λέει τίποτα. «Ανησυχώ μήπως χάσω την αξιοπιστία μου όσον αφορά αυτά που ξέ​ρω, δηλαδή την τέχνη». Με κοιτάζει διερευνητικά, με μια αινιγματική έκφραση στο υπερβολικά όμορφο πρόσωπό του και το σαγόνι του είναι σφιγμένο. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σκέφτεται και μοιάζει να έχει περάσει μια αιωνιότητα όταν τελικά μιλάει. «Θέλετε να σας πω ένα μυστικό, κυρία ΜακΜίλαν;» Η λέξη μυστικό μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα όταν μιλάμε για τον Μαρκ, αλλά αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι τον Μαρκ να ρίχνει ξυλιές στη Ρεμπέκα στην αποθήκη και να βάζει μανταλάκια στις ρώγες της. Να την τιμωρεί, να θέλει να τιμωρήσει κι εμένα. Βλέπω τον εαυτό μου στη θέση της Ρεμπέκα, κολλημένη στον τοίχο, μ’ εκείνον πάνω μου, και δεν είναι η πρώτη φορά. Είναι παράλογο, γιατί δε θέλω τον Μαρκ αλλά χάνω τον έλεγχο, κατεβαίνω σε μια σκοτεινή σπηλιά, σε ένα ακατανόητο μέρος. «Τι μυστικό;» καταφέρνω να πω τελικά. Το βλέμμα του που γίνεται πιο έντονο φανερώνει ότι έχει προσέξει τη μακριά παύση πριν κάνω την ερώτηση και τη βραχνάδα στη φωνή μου που προδίδει πολλά. Η αντίδρασή μου τον ικανοποιεί και ξαφνικά συνειδητοποιώ τι συμβαίνει, και νιώθω σαν να έχω φάει χαστούκι στο πρόσωπο: το ημερολόγιο είναι ανοιχτό πάνω στο γραφείο. Πώς δε σκέφτηκα


την πιθανότητα να αναγνωρίσει ότι είναι της Ρεμπέκα, ότι μπορεί να ξέρει ότι διαβάζω για εκείνη κι εκείνον; Νομίζω… νομίζω ότι το ξέρει. Νομίζω ότι θέλει να ξέρω. «Είσαι έτοιμη για το μυστικό, Σάρα;» Σάρα. Με είπε Σάρα. Ενστικτωδώς, ξέρω ότι αυτό σημαίνει ότι η σχέση μας έχει αλλάξει. Αυτός είναι ο τρόπος του να μου πει ότι μπορεί να με αποκαλεί όπως θέλει, εγώ όμως μπορώ να χρησιμοποιώ μόνο το επίθετό του, να του απευθύνομαι επίσημα και τυπικά. Μου υπενθυμίζει ότι εί​ναι το αφεντικό κι εγώ υποτακτική του. Ξεροκαταπίνω, ο λαιμός μου είναι στεγνός, και γνέφω καταφατικά. «Ναι», ψελλίζω και παρόλο που η απάντησή μου είναι λακωνική νιώθω ότι η φωνή μου μου δίνει δύναμη. Τουλάχιστον δε μ’ έχει κάνει να χάσω τη φωνή μου. Δεν του ανήκω για να με ελέγχει. Αλλά τα όνειρά σου να δουλέψεις σε αυτόν τον χώρο τού ανήκουν, μου υπενθυμίζει το υποσυνείδητό μου και η αλήθεια αυτής της ανεπιθύμητης σκέψης μου προκαλεί μια πικρία που μου καίει τα σωθικά. «Δεν περίμενα απόψε να είστε έτοιμη να μιλήσετε σε ειδήμονες σαν να είστε και εσείς ειδήμων», λέει ο Μαρκ. Ανοιγοκλείνω σαστισμένη τα μάτια μου. «Δεν καταλαβαίνω. Είπατε ότι έπρεπε να μελετήσω και να είμαι έτοιμη για απόψε». «Ήταν μια πρόκληση για να δω αν το λέει η καρδιά σας. Αν δεν κάνατε γενναία προσπάθεια για να ανταποκριθείτε στην πρόκληση, γιατί να σας σκεφτόμουν για κάτι παραπάνω από τη θέση της πωλήτριας;» Θυμάμαι πώς είχε αντιδράσει ο Κρις στο καρότο που κρατάει ο Μαρκ μπροστά μου, δηλαδή στην ευκαιρία να δουλέψω στο Ρεύμα. Στ’ αλήθεια ο Μαρκ σκοπεύει να με βοηθήσει να κάνω κάτι παραπάνω από πωλήσεις σε μια τοπική γκαλερί ή απλώς με χειρίζεται όπως θέλει; Μήπως… παίζει με τα όνειρά μου; Ή μήπως απλώς ο Κρις μου έβαλε την ιδέα στο μυαλό και τρελαίνομαι εξαιτίας του; «Τα πήγατε καλά αυτή την εβδομάδα», συνεχίζει. «Απόψε έχετε την άδειά μου να ομολογήσετε την άγνοιά σας στους πελάτες. Απλώς αφήστε τους να σας διδάξουν. Θα κρέμονται από τα χείλια σας κι εσείς αναμφίβολα θα με ικανοποιήσετε με τις άριστες πωλήσεις σας». Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου λέει να κάνω ακριβώς αυτό που μου πρότεινε ο Κρις πριν κάποιες μέρες. Τα συναισθήματά μου είναι ένα κουβάρι. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω και βάζω μπρος τον αυτόματο πιλότο, ένας στρατιώτης που προσπαθεί να ευχαριστήσει τον καινούργιο λοχαγό. «Θα… βάλω τα δυνατά μου». Τα χαρακτηριστικά του φωτίζονται από ικανοποίηση. «Ανυπομονώ, κυρία ΜακΜίλαν, να δω τι μπορείτε πραγματικά να κάνετε». Σουφρώνει τα χείλια του. «Έχω ένα προαίσθημα ότι αύριο θα συζητάμε για την ανταμοιβή σας, για μια βραδιά που πήγε καλά». «Και αν αποτύχω;» ρωτάω. «Θα τιμωρηθώ;» Δεν έχω ιδέα από πού ήρθε αυτή η τόλμη, αλλά έχω ξεφουρνίσει την ερώτηση πριν προλάβω να τη σκεφτώ. Μισοκλείνει τα μάτια του και με κοιτάζει. «Θέλετε να τιμωρηθείτε;» Η φωνή του χαμηλή, βραχνή, και αντί να είναι θυμωμένος με την ερώτηση, διακρίνω ένα σεξουαλικό υπονοούμενο στην απάντησή του. Ή μπορεί και να έχω παραισθήσεις που προκάλεσαν οι προειδοποιήσεις του Κρις και η εμμονή μου με τα ημερολόγια. «Όχι», απαντώ και αυτή τη φορά χωρίς δισταγμό. «Δε θέλω να τιμωρηθώ».


«Τότε συνέχισε να με ευχαριστείς, Σάρα», λέει απαλά, και ο τόνος κρύβει και ικανοποίηση και επίπληξη. Αυτή η στιγμή προοιωνίζεται μια άλλη, όπου θα πει: «Σε προειδοποίησα. Ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω». Απομακρύνε​ται από τον παραστάτη της πόρτας. «Σε περίπτωση που δεν έχετε ενημερωθεί, ως μέτρο ασφάλειας απόψε παρέχονται λιμουζίνες και ταξί για το προσωπικό και τους πελάτες. Θα πρέπει να αφήσετε το κλειδί του αυτοκινήτου στη ρεσεψιόν». «Μα πώς θα πάρω το αυτοκίνητό μου αύριο;» «Μπορείτε να πάρετε ένα ταξί». Τα λαμπερά μάτια του σκοτεινιάζουν, γίνονται σκούρα γκρίζα. «Είναι ένα μικρό τίμημα για να είστε ασφαλής. Φροντίζω όσους έχω υπό την προστασία μου, κυρία ΜακΜίλαν». Φεύγει χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα βρίσκομαι στον κεντρικό όροφο της γκαλερί και ασχολούμαι με την ακριβή ευθυγράμμιση των πετσετών και των πιρουνιών σε ένα από τα πολλά τραπέζια που έχουν στηθεί μπροστά σε ένα μεγάλο οβάλ παράθυρο που βλέπει στην αυλή. Το φως πάνω από το κεφάλι μου είναι χαμηλό, η μουσική ανύπαρκτη μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες οπότε και θα παίξει ένας βιολιστής. Κάπου εκεί κοντά, η Μαίρη, η βασική πωλήτρια της γκαλερί και η μοναδική από το προσωπικό που δεν είναι πολύ φιλική μαζί μου, κουβεντιάζει με κάποιες ασκούμενες. Δε φαίνονται να έχουν άγχος ούτε την ίδια επιθυμία μ’ εμένα να παραμείνουν απασχολημένες. Νιώθω τα μηνίγγια μου να χτυπάνε σαν τα καμπανάκια των τρόλεϊ του Σαν Φρανσίσκο. Ακόμα και χωρίς την πίεση να είμαι ειδήμων στα κρασιά, τουλάχιστον απόψε, έχω καταλάβει τι εννοεί ο Μαρκ. Περνάω μια μεγάλη δοκιμασία στην οποία δεν μπορώ να αποτύχω. Κοιτάζω ξανά τα κορίτσια, όλες φοράνε αστραφτερά κοκτέιλ φορέματα που κάνουν την απλή μαύρη φούστα μου και την γαλάζια μεταξωτή μπλούζα να φαίνονται εκτός τόπου και χρόνου. «Μοιάζεις έτοιμη να πηδήξεις από την Γκόλντεν Γκέιτ». Ο Ρέιφ εμφανίζεται δίπλα μου και εγώ βάζω ένα τελευταίο πιρούνι στη θέση του και γυρίζω και βλέπω ότι το μαύρο παπιγιόν που φορούσε νωρίτερα έχει αντικατασταθεί από ένα κόκκινο. «Οι φιλοφρονήσεις πάντα με βοηθάνε να ηρεμήσω», λέω ειρωνικά, αλλά από την άλλη μου αρέσει το πνεύμα και η ειλικρίνειά του. «Νόμιζα ότι θα έμενες στο γραφείο σου». «Αν το αφεντικό θέλει να με ποτίσει ακριβά ποτά και να μου πληρώσει το ταξί, ποιος είμαι εγώ να του φέρω αντιρρήσεις; Θα μάθεις να σου αρέσουν αυτές οι εκδηλώσεις. Λίγο αλκοόλ και οι άνθρωποι ανοίγουν τα πορτοφόλια τους και φτιάχνουν τη διάθεση του κτήνους». Με κοιτάζει επίμονα. «Λοιπόν. Πες μου. Τι σε έχει τσιτώσει τόσο πολύ;» Ισιώνω επίτηδες το παπιγιόν του. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ενημερώθηκα για τον σικ ενδυματολογικό κώδικα». Κοιτάζει αρκετά μέτρα πιο πέρα όπου η Μαίρη κάνει μια πολύ ζωηρή κουβέντα με τον Μαρκ κι έπειτα γυρίζει την προσοχή του σ’ εμένα. «Είναι υπεύθυνη για το προσωπικό από τότε που η Ρεμπέκα εξαφανίστηκε». «Εξαφανίστηκε;» ρωτάω ανήσυχη. «Η Μαίρη νόμιζε ότι μετά την αποχώρηση της Ρεμπέκα θα είχε την ευκαιρία να τραβήξει την προσοχή του αφεντικού, αλλά δεν τα έχει καταφέρει». Ανασηκώνει τους ώμους. «Είναι απογοητευμένη και δε θέλει ανταγωνισμό», λέει δείχνοντάς με. «Εσένα δηλαδή, αγάπη μου».


«Λες ότι είναι ερωτευμένη με τον Μαρκ ή ότι θέλει μια καλή θέση στην γκαλερί;» «Είναι ερωτευμένη μαζί του, με τα λεφτά του και με τη δουλειά. Ο Μαρκ ούτε καν της δίνει σημασία, ενώ η Ρεμπέκα ήταν αστέρι και τον βοήθησε με το Ρεύμα». Με πλημμυρίζει απογοήτευση. Όσο κι αν ανταποκρίνομαι στα καθήκοντά μου, δεν είμαι παρά μια αντικαταστάτρια για το καλοκαίρι. «Γιατί τη Ρεμπέκα και όχι τη Μαίρη για το Ρεύμα;» Γιατί εμένα και όχι τη Μαίρη; «Έχω την εντύπωση ότι η Μαίρη τα πηγαίνει καλά στις πωλήσεις». «Καλοί πωλητές υπάρχουν άπειροι, αντικαθίστανται εύ​κολα από ασκούμενες που ψοφάνε να μπούνε στον χώρο και είναι πρόθυμες να δουλέψουν για πενταροδεκάρες. Για τον Μαρκ η Μαίρη ταιριάζει εκεί». Πιέζει το πιγούνι του με το δάχτυλό του και με κοιτάζει καλά καλά. «Εσύ, όμως, είσαι διαφορετική. Ο Μαρκ βλέπει κάτι σ’ εσένα». Κάνει έναν μορφασμό. «Και η Μαίρη το ξέρει. Πιστεύω ότι είναι έτοιμη να σε πατήσει σαν αποτσίγαρο». Γουρλώνω τα μάτια μου. «Να με πατήσει σαν αποτσίγαρο;» ρωτάω, ανησυχώντας για μένα αλλά περισσότερο για τη Ρεμπέκα. Γυρίζει τα μάτια του προς τα πάνω. «Σου έχει πει κανείς ότι είσαι μελοδραματική σήμερα;» «Όχι», λέω, αλλά πρώτη φορά ζω τη ζωή κάποιας άλλης. «Εσένα σου έχει πει κανείς ότι είσαι μελοδραματικός;» Μου κλείνει το μάτι. «Συνέχεια. Και για να σε καθησυχάσω, το πιο σκληρό πράγμα που μπορεί να κάνει η Μαίρη είναι να σε άφησε να καταλάβεις λάθος όσον αφορά τον ενδυματολογικό κώδικα. Κατά βάθος, δεν είναι παρά ένα υποτακτικό κατοικίδιο». «Κι εγώ τι είμαι;» ρωτάω σκεφτόμενη ότι αυτό ταιριάζει με τα γούστα του Μαρκ. Ένα υποτακτικό κατοικίδιο. «Μια τολμηρή, πανέμορφη πεταλούδα», λέει και κάνει μια κίνηση φτερουγίσματος με τα δάχτυλά του. «Δεν είμαι πεταλούδα», λέω γελώντας με την ανόητη μίμησή του. «Και από πότε οι πεταλούδες είναι τολμηρές;» Ένας σερβιτόρος περνάει με έναν δίσκο με κρασιά και κατευθύνεται προς τους σερβιτόρους που περιμένουν παραταγμένοι δίπλα στην πόρτα έτοιμοι για το άνοιγμα, και ο Ρέιφ παίρνει δύο ποτήρια. «Από τότε που είσαι εσύ», λέει και βάζει το ποτήρι στο χέρι μου. «Πιες το. Παραείσαι τσιτωμένη απόψε. Πρέπει να χαλαρώσεις». Νιώθω ένα τσίμπημα μόλις το συνειδητοποιώ και το βλέμμα μου πέφτει στον Μαρκ και αμέσως από πεταλούδα μεταμορφώνομαι σε ελάφι μπροστά σε προβολείς αυτοκινήτου. Κοιτάζει με υψωμένο φρύδι το ποτήρι που κρατάω και χαμογελάει, δείχνοντάς μου έτσι την έγκρισή του. Με εγκρίνει. Πρέπει να τον ικανοποιώ. Δε θα με τιμωρήσει. Δε μου αρέσουν οι σκέψεις που κάνω, όπως δε μου αρέσει και το ότι σίγουρα αντιλαμβάνεται την αντίδρασή μου και απολαμβάνει τον έλεγχο που μου ασκεί. Ο Ρέιφ σφυρίζει σιγανά. «Τον κρατάς από τα καρύδια όσο λίγες, αγάπη μου». Χλομιάζω. «Είναι τρελό, δεν τον κρατάω από τα… όχι. Εγώ–» «Οι πόρτες ανοίγουν!» φωνάζει η Αμάντα από την υποδοχή. Κατεβάζω το κρασί μου και δίνω το άδειο μου ποτήρι στον Ρέιφ. Μια ώρα αργότερα, στέκομαι παρέα με έναν εξηντάρη κύριο ο οποίος, μεταξύ άλλων, είναι και πρώην διευθύ​νων σύμβουλος σε μια μεγάλη τράπεζα και συζητώ μαζί του για την έκθεση του Ρίκο Άλβαρες στην οποία είχε παραβρεθεί. Η αίθουσα έχει τουλάχιστον


πενήντα ανθρώπους, ανάμεσά τους και σερβιτόρους που πηγαινοέρχονται κουβαλώντας δείγματα κρασιών, μέσα σε μια θά​λασ​σα από κομψά φορέματα, ακριβά κοστούμια και μεγάλα πορ​τοφόλια. Έχω πουλήσει δύο ακριβούς πίνακες, κανένας εκ των οποίων δεν είναι του Κρις, κυρίως επειδή αποφεύγω την έκθεσή του για λόγους που προσπαθώ να μη σκέφτομαι. Επίσης, είμαι λίγο ζαλισμένη από τα δείγματα κρασιών που έχω καταναλώσει και τώρα σέβομαι περισσότερο τον Μαρκ για την πρότερη επιμονή του να αφήσουμε όλοι τα κλειδιά μας στην υποδοχή. «Λοιπόν, αγαπητή μου», συνεχίζει ο κύριος Ράιντερ, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος, «με ενδιαφέρει ένας πίνακας του Άλβαρες, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι τον βλέπω στην έκθεση. Υπάρχει τρόπος να κανονιστεί μια ιδιωτική παρουσίαση των πιο πολύτιμων έργων του;» «Βεβαίως, θα δω τι μπορώ να κάνω», τον διαβεβαιώνω, αν και δεν έχω ιδέα τι μπορώ ή τι δεν μπορώ να κάνω. «Είμαι σίγουρη ότι ξέρετε πως η γκαλερί έχει πολλά ατού». «Και εσείς, κυρία ΜακΜίλαν, είστε το πιο καινούργιο». Βγάζει μια επαγγελματική κάρτα από την τσέπη του. «Τηλεφωνήστε μου τη Δευτέρα, αγαπητή μου». Ακτινοβολώ καθώς απομακρύνεται, σκεφτόμενη ότι θα δω κι εγώ μαζί του την ιδιωτική συλλογή του Άλβαρες. «Να υποθέσω ότι το χαμόγελο σημαίνει ότι τα πήγες καλά;» Η γνώριμη αντρική φωνή με διαπερνά και σχεδόν νιώθω το κορμί μου να τρέμει ολόκληρο. Γυρίζω και βλέπω τον Κρις να στέκεται πίσω μου, ένας επαναστάτης με τζιν και δερμάτινα ανάμεσα στα ακριβά κοστούμια, και η ξα​φνική εμφάνισή του με ταράζει περισσότερο από την ξα​φνική εμφάνιση του Μαρκ νωρίτερα. Όλοι μου οι μύες σφίγ​γονται από επιθυμία μόλις τον βλέπω και δεν είμαι η μόνη που αντιδρά έτσι στην αδρή γοητεία του. Δυο γυναίκες περνάνε και τον κοιτάζουν αχόρταγα, όλο θαυμασμό, σκύβοντας η μία προς την άλλη για να σχολιάσουν. «Τι κάνεις εδώ;» ρωτάω και, ναι, η φωνή μου κρύβει ένα κατηγορώ. Είμαι παράλογα θυμωμένη με τον Κρις και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Α, ναι, μου είπε ότι δεν ανήκω εδώ και παρ’ όλα αυτά κατάφερε να με κάνει να ελπίζω όλη την εβδομάδα ότι θα εμφανιστεί απόψε. Το βλέμμα του συναντάει το δικό μου και μένει εκεί. Αν έχει αντιληφθεί τον θυμό μου, δεν το δείχνει. «Ήρθα για ηθική υποστήριξη». «Γιατί θέλεις να με στηρίξεις;» τον προκαλώ, καταπολεμώντας τον ενθουσιασμό που με συνεπαίρνει στην ιδέα ότι ήρθε εδώ για μένα. «Είπες–» «Ξέρω τι είπα». Με πλησιάζει, τα δάχτυλά του αγγίζουν τον αγκώνα μου, το άγγιγμά του αναπάντεχο, ηλεκτρισμένο. Το κορμί μου ανταποκρίνεται και καταπολεμώ τον σαγηνευτικό λήθαργο που με κυριεύει, και πνίγει τον θυμό μου και την ικανότητά μου να σκεφτώ λογικά. Μου είπε να φύγω. Μου είπε ότι δεν ανήκω εδώ. Ο θυμός μου φουντώνει ξανά. «Είπες–» «Πίστεψέ με, ξέρω τι είπα και προσπαθούσα να σε προστατεύσω». Η φωνή του, μαλακιά και τραχιά συνάμα, σαν μεταξένιο γυαλόχαρτο που με χαϊδεύει τρυφερά από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Το στομάχι μου γίνεται κόμπος και διώχνω την αμηχανία που μου προκαλεί. Έχω


υπερβολική συναίσθηση του αγγίγματός του για να σκεφτώ τι νιώθω. Η φωνή μου γίνεται ψίθυρος. «Δε με ξέρεις καν». Τα μάτια του σκοτεινιάζουν, το ημίφως τονίζει τους χρυσαφένιους κόκκους στο βάθος τους. «Και αν σου έλεγα ότι θέλω να το αλλάξω αυτό;» Τα λόγια του είναι αναπάντεχα και, κατά βάθος, αυτά που ήλπιζα. Έχω σοκαριστεί και είμαι ευχαριστημένη και δεν το πιστεύω. Και περισσότερο, είμαι μπερδεμένη. Το πλήθος, οι φωνές που γίνονται όλο και πιο δυνατές, τα ποτήρια που τσουγκρίζουν – όλα σαν να εξαφανίζονται, η ερώτησή του τα κάνει όλα να χαθούν. Σηκώνω το βλέμμα και τον κοιτάζω, και τα μάτια του με αιχμαλωτίζουν. Όχι, αυτός με κρατάει αιχμάλωτη, αυτός ο άντρας, ο καλλιτέχνης, ο άγνωστος που λέει ότι θέλει να με μάθει. Και εγώ θέλω να τον μάθω. Όσον αφορά τον Κρις, μόνο αυτό θέλω. «Ξέρεις ότι είναι εκδήλωση με επίσημο ένδυμα, έτσι;» η φωνή του Μαρκ ακούγεται λες και κάποιος αδειάζει πά​νω μας έναν κουβά παγωμένο νερό. Γυρίζω και τον βλέπω να έχει καρφώσει το βλέμμα του, αυστηρό, λαμπερό και ασημί, στον Κρις και σε κανέναν άλλον. Αποπνέει εξουσία και φαίνεται τρομερά εκνευρισμένος, ενώ ο Κρις φαίνεται τελείως αδιάφορος ή ίσως και ευχαριστημένος με την υπεροψία του Μαρκ. Γυρίζει και κοιτάζει τον Μαρκ, με τα χέρια στη μέση. «Καλλιτεχνική έκφραση. Αυτό δε σου αρέσει σ’ εμένα;» Ο Μαρκ σφίγγει τα χείλια του ώσπου γίνονται μια λεπτή γραμμή. «Προτιμώ να περιορίζεις την έκφρασή σου στον καμβά». «Ή στον τραπεζικό σου λογαριασμό», λέει ο Κρις, και ενώ ο τόνος του φανερώνει διάθεση για αστεϊσμούς, υπάρχει ένας αυστηρός υπαινιγμός στα λόγια του που ταιριάζει με το παγερό βλέμμα του Μαρκ. «Με συγχωρείτε». Μια σαραντάρα και ο άντρας της που τους αναγνωρίζω από μια πρωτύτερη, μάλλον όχι και τόσο φιλική κουβέντα, μας διακόπτουν και το έντονο ενδιαφέρον της γυναίκας για τον Κρις είναι προφανές. Έχει σχεδόν μεθύσει από ενθουσιασμό. «Είστε ο Κρις Μέριτ;» ρωτάει και, μα το Θεό, της έχει κοπεί η ανάσα, ενώ, πριν δεκαπέντε μόλις λεπτά, φερόταν όλο προσποίηση και στα όρια της αγένειας μαζί μου. Ο Κρις κοιτάζει τον Μαρκ για μερικά ηλεκτρισμένα δευτερόλεπτα που το ζευγάρι δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται, κι έπειτα γυρίζει την προσοχή του στους θαυμαστές του. «Ακούω σε αυτό το όνομα», απαντάει και τους χαρίζει ένα από τα γοητευτικά του χαμόγελα που ξέρω καλά τι επίδραση έχει. «Ω Θεέ μου!» Η γυναίκα ενθουσιάζεται, απομακρύνει μια κόκκινη μπούκλα από τα μάτια της και δίνει το χέρι της στον Κρις. «Λατρεύω τη δουλειά σας». Αποφεύγοντας το βλέμμα του Μαρκ, νιώθοντας ότι θα με κατηγορήσει για… κάτι, παρακολουθώ τον Κρις με το ζευγάρι. Ο άντρας, τελικά, απομακρύνει το χέρι του Κρις από της γυναίκας του, για να του κάνει κι αυτός χειραψία, κι έπειτα ανταλλάσσει χειραψία και με τον Μαρκ. «Ξέρετε πώς να εκπλήσσετε τους προσκεκλημένους σας με όλους τους σωστούς τρόπους, έτσι, κύριε Κόμτον; Να ’στε σίγουρος ότι μας κερδίσατε απόψε». Το βλέμμα του Κρις συναντάει το βλέμμα του Μαρκ και ακόμα κι αν τους βλέπω προφίλ, καταλαβαίνω ότι ο Κρις μετά βίας πνίγει το χαμόγελό του. «Ήταν χαρά μου να έρθω», λέει ο Κρις, «αλλά είχα έναν όρο για να έρθω». Το ζευγάρι κρέμεται απ’ τα χείλια του Κρις όλο αγωνία και παρόλο που ο Μαρκ δεν αντιδρά, είμαι σίγουρη ότι κι εκείνος κρέμεται απ’ τα


χείλια του. «Υποτίθεται ότι με περιμένει μια Corona». Βγάζει το δερμάτινο μπουφάν του, για να δείξει στον Μαρκ ότι θα μείνει, κι ένας σερβιτόρος το παίρνει γρήγορα. «Ο Μαρκ ξέρει ότι μου αρέσει η μπίρα». Το ζευγάρι ξεσπάει σε γέλια και εγώ δεν τολμάω να συμμετάσχω στη συζήτηση και κοιτάζω όλο προσμονή τον Μαρκ. Αναρωτιέμαι τι είναι χειρότερο για τον Μαρκ – η χρήση του μικρού του ονόματος ή το ότι του ζήτησε μπίρα. «Α, σας παρακαλώ», λέει η γυναίκα, «φέρτε μας και μας Corona. Τι διασκεδαστικό να πούμε στους φίλους μας ότι ήπιαμε μπίρα σε μια βραδιά οινογνωσίας με τον Κρις Μέριτ». «Δυστυχώς», απαντάει ο Μαρκ, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να αποκρούσει βασικά χτυπήματα, «η μπίρα δεν ήρθε, όπως περιμέναμε». Κάνει ένα νόημα στον σερβιτόρο που έρχεται γρήγορα. «Αλλά μπορώ σίγουρα να σας προσφέρω κρασί». Ο Κρις δεν πιέζει άλλο για την μπίρα, που πολύ αμφιβάλλω ότι ήθελε, και σύντομα υψώνουμε όλοι τα ποτήρια μας για μια πρόποση. «Στον πίνακα του Κρις Μέριτ με τον οποίο θα φύγω από δω», λέει η γυναίκα. «Δεν το πιστεύω ότι ζήτησες μπίρα», ψιθυρίζω όταν παίρνει το ποτήρι μου. Τα μάτια του αστράφτουν όλο σκανδαλιά. «Πίστεψέ το, μωρό μου. Είμαι επαναστάτης με αιτία». Δίνει τα ποτήρια μας σε έναν σερβιτόρο. «Και ποια είναι η αιτία;» ρωτάω, ενώ ο Μαρκ και το ζευγάρι συνεχίζουν να μιλάνε. «Αυτή τη στιγμή, εσύ». Μισανοίγω τα χείλια μου έκπληκτη, αλλά δεν υπάρχει χρόνος να αντιδράσω κανονικά. Η φασαρία έχει τραβήξει την προσοχή και ξαφνικά μας περικυκλώνουν άνθρωποι που θέλουν να γνωρίσουν τον Κρις. Συζητά, όλο γοητεία, με διάφορους πελάτες και εκπλήσσομαι και χαίρομαι που με συστήνει σε όλους. Περνάει μια ώρα μες στο νερό και ο Κρις με προσέχει όσο και τους πελάτες. Σε αυτή τη φάση αυτός κάνει πωλήσεις, αλλά η οινογνωσία συνεχίζεται. Όσο τραβάει η εκδήλωση, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι πρέπει να μάθω πώς να αποφεύγω το ποτό σε τέτοιες εκδηλώσεις. Ζαλίζομαι και πρέπει να φάω κάτι. Ο Μαρκ έρχεται στη μικρή παρέα όπου κουβεντιάζουμε και ο Κρις τον κοιτάζει λέγοντάς του: «Έχεις ένα λεπτό;» Ο Μαρκ γέρνει το κεφάλι του. «Ό,τι θέλει ο καλλιτέχνης της βραδιάς». Και ενώ αυτή η φράση είναι αλήθεια, ο Κρις είναι πράγματι ο καλλιτέχνης της βραδιάς, ο τόνος του Μαρκ είναι ψεύτικος, γλυκερός. Ο Μαρκ γυρίζει και φεύγει και περιμένω ότι ο Κρις θα τον ακολουθήσει. Εκείνος όμως πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και με τραβάει πίσω του.


13 Έχω υπερβολική συναίσθηση του χεριού του Κρις που κρατάει το δικό μου με οικειότητα καθώς ακολουθούμε τον Μαρκ ή, μάλλον, καθώς με σέρνει μαζί του. Το άγγιγμά του φανερώνει κτητικότητα και έχω την αίσθηση ότι είμαι το τρόπαιο στον διαγωνισμό τους με τίτλο «ποιος έχει το μεγαλύτερο πουλί» και τώρα δεν είμαι ευχαριστημένη. Για την ακρίβεια, φρικάρω και η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. «Τι κάνεις;» ρωτάω τραβώντας απαλά τον Κρις από το χέρι. Χωρίς να σταματήσει, μου ρίχνει ένα πλάγιο βλέμμα. «Αυτό που ήρθα να κάνω. Σε προστατεύω». Τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα όταν ξεστομίζει αυτή την ανόητη ιδέα. Τι κόλλημα έχει φάει με αυτή την «προστασία»; Καταπνίγω την παρόρμηση να τον τραβήξω δυνατά και να απαιτήσω να σταματήσει και να εξηγηθεί απλώς επειδή είμαστε σε δημόσιο χώρο. Το μυαλό μου ψάχνει απεγνωσμένα ένα πιο διακριτικό σχέδιο απόδρασης πριν καταλήξω παγιδευμένη σε κάποιο από τα γραφεία στη μέση του ολοφάνερου πολέμου μεταξύ τους. Ο Μαρκ με εκπλήσσει καθώς σταματάει στη μέση της γκαλερί, μακριά από τους δεκαπέντε ή κάπου τόσους καλεσμένους που ακόμα συνομιλούν μεταξύ τους, όπου οι χαμηλές φωνές σημαίνουν διακριτικότητα. Ο Κρις σταματάει κι εκείνος και δεν έχω άλλη επιλογή από το να σταματήσω κι εγώ εφόσον με κρατάει ακόμα σφιχτά από το χέρι. «Ήρθα απόψε για να στηρίξω τη Σάρα», λέει στον Μαρκ χωρίς περιστροφές. «Περιμένω να πάρει προμήθεια από τις πωλήσεις μου». Τι; φωνάζω νοερά. Ω Θεέ μου. Δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Η κυρία ΜακΜίλαν κι εγώ θα συζητήσουμε την αμοιβή της μεταξύ μας», απαντάει ο Μαρκ και ο τόνος του είναι παγερός, η άρνησή του να με κοιτάξει με γεμίζει ενοχές. Η καρδιά μου γίνεται κομμάτια. Πολύ πιθανό να με απολύσει. «Εντάξει», λέει ο Κρις, «αρκεί η συζήτηση να καταλήξει σε ένα είκοσι πέντε τοις εκατό των αποψινών μου πωλήσεων». Το στομάχι μου γίνεται κόμπος τόσο λόγω του πολύ υψηλού ποσοστού όσο και της απαίτησης του Κρις. Με κυριεύει τρόμος καθώς συνειδητοποιώ περί τίνος πρόκειται. Ο Κρις ήθελε να φύγω από δω. Μου είπε να φύγω. Δεν τον άκουσα, έτσι με απομακρύνει με το ζόρι. Γιατί; Γιατί τον νοιάζει; Το βλέμμα του Μαρκ αστράφτει παγερό και καρφώνεται στο πρόσωπό μου, και είμαι σίγουρη ότι είτε θα με απολύσει εδώ και τώρα είτε σκοπεύει να με απολύσει στο κοντινό μέλλον. Εκείνος όμως με ξαφνιάζει με ένα κοφτό «Είκοσι πέντε τοις εκατό, κυρία ΜακΜίλαν. Αλλά είναι σαφές ότι τις μελλοντικές αμοιβές ή θα τις διαπραγματευό​μαστε μεταξύ μας ή καθόλου. Κατανοητό;» Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου άφωνη, αλλά και πάλι καταφέρνω να υπολογίσω το είκοσι πέντε τοις εκατό από τις περίπου τριακόσιες χιλιάδες δολάρια που έπιασε απόψε ο Κρις. Αποκλείεται ο Μαρκ να συμφώνησε να μου δώσει εβδομήντα πέντε χιλιάδες δολάρια. «Κυρία ΜακΜίλαν», λέει απότομα. «Είναι σαφές;» «Ναι», απαντώ με βραχνή φωνή. «Ναι… φυσικά. Εντελώς κατανοητό».


Ο Μαρκ στρέφει το βλέμμα του στον Κρις. «Αν δεν υπάρχει κάτι άλλο, πρέπει να πάω στους καλεσμένους μου, το ίδιο και η κυρία ΜακΜίλαν». Δεν περιμένει να μάθει αν υπάρχει κάτι άλλο. Γυρίζει και φεύγει, αφήνοντάς με ζαλισμένη απ’ όσα συνέβησαν μόλις. Η αδρεναλίνη μου χτυπάει κόκκινο και ο θυμός φουντώνει μέσα μου. Γυρίζω στον Κρις, μετά βίας καταφέρνω να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή, και βάζω τα δυνατά μου για να μην ξεχάσω ότι υπάρχουν πελάτες που μπορεί να παρακολουθούν. «Τι έκανες;» Η ερώτηση ακούγεται σαν συριγμός κα προσπαθώ να τραβήξω το χέρι μου όσο πιο διακριτικά μπο​ρώ, δεδομένου ότι τρέμω, αλλά εκείνος το κρατάει στη θέ​ση του. «Βεβαιώθηκα ότι δεν είσαι σκλάβα κανενός». «Πώς; Με το να καταφέρεις να με απολύσει;» τραβάω ξανά το χέρι μου. «Άσε με, Κρις». «Δε θα απολυθείς, Σάρα». «Άσε το χέρι μου», γρυλίζω ανάμεσα από τα δόντια μου. Σφίγγει τα χείλια του και με προφανή δισταγμό, το αφήνει. «Δε θα–» Απομακρύνομαι, στρίβω αριστερά, προς τον διάδρομο απέναντι από το γραφείο, που οδηγεί στις πολυτελείς τουαλέτες των πελατών, φοβούμενη ότι θα κάνω κάτι τελείως απαράδεκτο: θα κλάψω δημοσίως. Δεν κλαίω εύκολα. Ποτέ δεν έκλαιγα, αλλά τώρα πρόκειται για το όνειρό μου και ο Κρις το έχει καταστρέψει. Νόμιζα ότι μπορούσα να είμαι εδώ, να ανήκω εδώ. Ότι ένας διάσημος, υπέροχος καλλιτέχνης με ήθελε, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσε να με καταστρέψει. Ντρέπομαι και είμαι πληγωμένη. Έχω πληγωθεί. Πονάω. Ο Κρις με πλήγωσε. Στρίβω τη γωνία και μπαίνω στον διάδρομο, και ο Κρις ξαφνικά εμφανίζεται δίπλα μου στον στενό διάδρομο, με κολλάει στον τοίχο, οι δυνατοί μηροί του πάνω στους δικούς μου. Το χέρι μου πηγαίνει ενστικτωδώς στο στήθος του που κρύβεται κάτω από το t-shirt. Αμέσως καταλαβαίνω την οικειότητα του αγγίγματος, της αντίδρασης του κορμιού μου στον άντρα που με έχει προδώσει. «Μη με κολλάς στον τοίχο προσπαθώντας να με τρομάξεις, Κρις». «Δεν προσπαθώ να σε τρομάξω. Σε προστατεύω, Σάρα». Βάζει τα χέρια του στη μέση μου, νιώθω να με καίνε, και η αντίδρασή μου στο καυτό του άγγιγμα είναι άμεση. Πιάνω το χέρι του προσπαθώντας να ελέγξω την επόμενη κίνησή του αλλά δε βοηθάει. Τώρα τα χέρια μου είναι πάνω στα δικά του, που είναι πάνω στο κορμί μου. «Λέγε ό,τι θες», γρυλίζω, «αλλά δεν είχες δικαίωμα να κάνεις αυτό που έκανες». «Έπρεπε να καταλάβει ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται ανενδοίαστα το όνειρό σου κι αυτό μπορεί να γίνει με τα λεφτά και τις πολλές διασυνδέσεις μου που είναι στη διάθεσή σου». Τα λόγια του διώχνουν τον θυμό μου και μου κόβουν την ανάσα και νιώθω πολύ μπερδεμένη. Οι πράξεις και τα λόγια του φάσκουν κι αντιφάσκουν. «Γιατί θες να με βοη​θήσεις; Είπες ότι δεν ανήκω σε αυτόν τον κόσμο». «Επειδή δε σκοπεύω να τον δω να σε καταβροχθίζει και να σε καταστρέφει». Θυμάμαι τα λόγια του και καταλαβαίνω ότι ήθελε να φύγω από την γκαλερί, όχι από το επάγγελμα. «Επειδή είναι σκοτεινός, μπερδεμένος, σνομπ μαλάκας που παίζει με το μυαλό μου και θα με χρησιμοποιήσει μέχρι που να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου». «Ακριβώς».


«Και εσύ λες ότι είσαι χειρότερος». Τσιτώνει και με κοιτάζει, μοιάζει να παλεύει με τον εαυτό του, κι έπειτα με καρφώνει με το ταραγμένο βλέμμα του. «Είμαι, Σάρα, γι’ αυτό πρέπει να φύγεις όσο πιο μακριά μου γίνεται. Και εγώ θα έπρεπε να κάνω πίσω και να σε αφήσω». «Τότε γιατί δεν το κάνεις;» ψιθυρίζω. Με κοιτάζει στα μάτια, κι αυτό που βλέπω εκεί, η ένταση της επιθυμίας του, με παρασέρνει. Αγγίζει με το χέρι του την κοιλιά μου και τρέμω κάτω από το άγγιγμά του και πρέπει να το νιώθει κι αυτός. «Επειδή», η φωνή του χαμηλή, σαγηνευτική, το χέρι του ανεβαίνει προς το κέντρο του κορμιού μου, «δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι και όλα όσα θέλω να σου κάνω, όλα τα σημεία που θέλω να σε αγγίξω». Το χέρι του πιέζει το σημείο ανάμεσα στα στήθη μου και οι ρώγες μου πονάνε από την επιθυμία να τις αγγίξει. Η τόλμη του ξυπνάει κάτι ηδυπαθές και σκοτεινό μέσα μου, μια πλευρά μου που αψηφά το καλό κορίτσι, τη δασκαλίτσα που φρίττει επειδή δεν το σταματάω. Τον θέλω. Τον θέλω εδώ και τώρα, και με όλους τους τρόπους. Και όταν χαμηλώνει το βλέμμα του στο στόμα μου και το κρατάει εκεί, ξέρω ότι σκέφτεται να με φιλήσει και ποτέ ξανά στη ζωή μου δεν ήθελα τόσο πολύ να με φιλήσουν. «Έχεις τόσο ωραία γεύση όσο νομίζω;» ρωτάει, αλλά δεν περιμένει την απάντησή μου. Ξαφνικά, τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μαλλιά μου και φέρνει το στόμα μου στο δικό του. Υποτάσσομαι όλο γλυκύτητα, υποκύπτω στη στιγμή, στον άντρα. Λιώνω πάνω του, καλοδέχομαι τη σκληράδα του κορμιού του πάνω στο δικό μου. Γεύομαι την πείνα του, την ανάγκη του. Το φιλί του φανερώνει κτητικότητα, όπως και το χέρι του στην πλάτη μου που με φέρνει πιο κοντά του. Χάνομαι στον πόνο που μου προκαλεί η επιθυμία γι’ αυτόν τον άντρα, αυτόν τον άγνωστο στον οποίο δεν μπορώ να αντισταθώ. Λέει ότι με προστατεύει· λέει ότι είναι επικίνδυνος. Είμαι μπερδεμένη και σίγουρα θα έπρεπε να του έχω θυμώσει αλλά αδυνατώ να σκεφτώ το γιατί. Στο βάθος, ακούγονται φωνές από κάπου κοντά, και ένα κομμάτι του μυαλού μου συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσαν να μας πιάσουν στα πράσα, αλλά είμαι υπερβολικά μπερδεμένη για να με νοιάζει. Δε θέλω να σταματήσει να με φιλάει και όταν απομακρύνει το στόμα του από το δικό μου και με φιλάει στο αυτί, μου ’χει κοπεί η ανάσα και ασθμαίνω. Χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά μου, η ανάσα του ζεστή στο μάγουλό μου. «Πήγαινε στην τουαλέτα, μωρό μου, πριν μας δει κανείς». Τα γλυκόλογά του ηχούν περίεργα και μου προξενούν αντιφατικά συναισθήματα. Με γυρίζει ώστε να αντικρίζω την πόρτα, τα χέρια του στη μέση του, το κορμί του καλύπτει το δικό μου, και τον νιώθω ζεστό και σκληρό πάνω στους γλουτούς μου. Μετά βίας κρατιέμαι να μη γείρω πάνω του. Με φιλάει στον λαιμό. «Δε με νοιάζει ποιος ξέρει τι κάνουμε, αλλά δε θέλω να έρθεις σε δύσκολη θέση». Οι φωνές δυναμώνουν, ψηλοτάκουνα χτυπάνε στα πλακάκια και επανέρχομαι απότομα στην πραγματικότητα. Τρέχω προς την πόρτα της τουαλέτας χωρίς να κοιτάξω πίσω, τον Κρις. Μπαίνω βιαστικά μέσα σε ένα κουβούκλιο, μέχρι να φύγουν οι κυρίες που με έχουν ακολουθήσει. Κάθομαι στη λεκάνη, και ξέρω ότι θα έπρεπε να με επιπλήττω για την έκλυτη


συμπεριφορά μου και να ανησυχώ για τη δουλειά μου. Αντίθετα, σφίγγω τους μηρούς μου, έχοντας πλήρη συναίσθηση της υγρασίας στο εσώρουχό μου και σκέφτομαι ξανά κάθε άγγιγμα της γλώσσας του Κρις στη δική μου. Είναι απόδειξη του πόσο με ταράζει. Σε προστατεύω, λέει ξανά και ξανά. Αυτό που έκανε δείχνει περισσότερο σαν να με διεκδικεί. Μου κρατούσε το χέρι μπροστά στον Μαρκ, απαίτησε να φροντίσει για μένα. Το ότι με ακολούθησε ως την τουαλέτα και με κόλλησε στον τοίχο. Το στόμα του στο δικό μου. Περνάνε πέντε ολόκληρα λεπτά και οι γυναίκες κουβεντιάζουν και τελικά φεύγουν. Βγαίνω από το κουβούκλιο και κοιτάζω στον καθρέφτη, μετά βίας αναγνωρίζω το είδωλό μου. Τα μαλλιά μου είναι ανακατεμένα, μια σκούρα καφέ μάζα, και τα χείλια μου πρησμένα. Το βλέμμα μου σκοτεινό, γεμάτο ανολοκλήρωτη επιθυμία. Ακούω ήχο από ψηλοτάκουνα έξω από την πόρτα και η νέα αυτή άφιξη κάνει την καρδιά μου να χτυπάει. Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τι θα κάνω με τον Κρις, τι θα κάνω όταν θα βγω από την τουαλέτα, αλλά δε θέλω να με ανακρίνουν από το πουθενά. Ισιώνω τα μαλλιά μου, τρέχω προς την πόρτα και σοκάρομαι όταν βλέπω ποια βρίσκεται στην άλλη πλευρά. «Άβα», λέω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μου. «Σάρα!» φωνάζει και βγαίνω μαζί της στον διάδρομο όπου με αγκαλιάζει και λέει, «έλπιζα ότι θα έρθω εγκαίρως για να σε πετύχω». Κοιτάζω πίσω από τον ώμο της, ψάχνω τον Κρις, αλλά είναι άφαντος. Η απουσία του μου κατατρώει τα σωθικά, αλλά λέω στον εαυτό μου ότι είναι ακόμα εδώ. Απλώς φέ​ρεται διακριτικά. Η Άβα με αφήνει, και κάνοντας ένα βήμα πίσω προσέχω ότι τα μακριά, μεταξένια μαύρα μαλλιά της τα έχει κάνει μπούκλες που πλαισιώνουν το πρόσωπό της και φοράει ένα κόκκινο γοργονέ φόρεμα. «Είσαι πανέμορφη». «Σ’ ευχαριστώ. Μου αρέσει η ευκαιρία που μου δίνει η γκαλερί να ντύνομαι καλά αλλά ίσα που πρόλαβα. Σήμερα επέστρεψα». «Α, ναι; Πού είχες πάει;» Σουφρώνει παιχνιδιάρικα τα χείλια της. «Μια ρομαντι​κή απόδραση της τελευταίας στιγμής. Άκου, δε θέλω να σου θυμώσει ο Μαρκ. Ξέρω ότι είσαι απασχολημένη τώρα, αλ​λά τι λες να φάμε παρέα το μεσημέρι της Δευτέρας;» Μαρκ. Τον αποκάλεσε Μαρκ, ενώ κανείς άλλος δεν τον αποκαλούσε έτσι. «Θα το ’θελα πολύ», λέω και μου υπενθυμίζω ότι δε δουλεύει στην γκαλερί, οπότε γιατί να χρησιμοποιήσει το επίθετό του; Λίγα λεπτά αργότερα έχουμε κανονίσει το σημείο που θα συναντηθούμε και επιστρέφω στην γκαλερί. Ψάχνω, αγχωμένη, να βρω τον Κρις και δεν τον βλέπω. Η Μαίρη ασχολείται με έναν πελάτη και η Αμάντα και οι υπόλοιποι στέκονται κοντά στην εξώπορτα ξεπροβοδίζοντας τους πελάτες. Πλησιάζω γρήγορα τους λίγους πελάτες που έχουν μείνει και προσπαθώ να μην επιτρέψω στον εαυτό μου να τρελαθεί για τον Κρις. Αλλά τρελαίνομαι. Έχει φύγει. Με χρησιμοποίησε για να τσαντίσει τον Μαρκ, με φίλησε και ύστερα έφυγε. Με πλήγωσε, και, ναι, έχω θυμώσει πάλι. Ο τελευταίος μου πελάτης θέλει να δοκιμάσουμε κρασιά και αυτή τη φορά του δίνω και καταλαβαίνει. Θα με απολύσουν. Με έχουν χρησιμοποιήσει και κακομεταχειριστεί, και με έχουν ανάψει στον διάδρομο, ένα μέρος όπου δε θα έπρεπε να κάνω πονηρά πράγματα. Μπορώ να γυρίσω τσάμπα στο σπίτι. Θα πιω λίγο καταραμένο κρασί.


Όταν έχουν φύγει και οι τελευταίοι πελάτες και πάω να πάρω το σακάκι και την τσάντα μου, το προσωπικό έχει σχηματίσει μια ουρά στην έξοδο για να πάρει ταξί. Σε αυτή τη φάση το κεφάλι μου κουδουνίζει και ανακατεύομαι. Δε θέλω να μιλήσω με κανέναν, και σίγουρα δε θέλω να δω τον Κρις ή τον Μαρκ. Όχι ότι έχω την επιλογή να δω τον Κρις, αλλά τον Μαρκ δεν μπορώ να τον αποφύγω εφόσον στέκεται στην πόρτα, κάνοντας μια έντονη απ’ ό,τι φαίνεται συζήτηση με την Άβα – ή το κρασί παραμορφώνει τις εντυπώσεις μου, πράγμα αρκετά πιθανό, και οι δυο τους απλώς κουβεντιάζουν χαρούμενα. Μπα. Ο Μαρκ δεν κάνει χαρούμενες κουβεντούλες. Είναι πιο πολύ τύπος για μαστίγια και αλυσίδες και έχει το στιλ «ικανοποίησέ με, μωρό μου». Αχ, Θεέ μου, το κρασί με έχει ισοπεδώσει και το μυαλό μου τρέχει σε μαραθώνιο γελοιότητας. Νιώθοντας δυνατή από το κρασί και ως τολμηρή πεταλούδα, αποφασίζω ότι είναι ώρα να γυρίσω σπίτι και να γυρίσω με στοιχειώδεις τουλάχιστον απαντήσεις. Περπατώντας με αστάθεια, αλλά μην έχοντας τίποτα να χάσω που να μην έχω ήδη χάσει, πλησιάζω τον Μαρκ. Ρίχνει μια ματιά στην Άβα, το βλέμμα του κρύβει μια σιωπηρή διαταγή, και ακόμα κι εκείνη υπακούει και με χαιρετάει καθώς φεύγει. Ο κόσμος κάνει ό,τι θέλει αυτός ο άντρας. Με εξαίρεση τον Κρις. «Απολύομαι;» ρωτάω, σχετικά σίγουρη ότι δεν είναι κανείς άλλος κοντά, κάτι που δε θα μου ήταν αρκετό μια βραδιά που δε θα είχα πιει κρασί. Τώρα όμως δεν έχω πρόβλημα. Σταυρώνει τα χέρια του μπροστά στο φαρδύ στήθος του και με κοιτάζει με… με τι; Με ενδιαφέρον; Με εκνευρισμό; Είναι αδύνατον να καταλάβεις τι σκέφτεται. «Γιατί να απολυθείτε, κυρία ΜακΜίλαν;» «Εξαιτίας του Κρις». «Ο Κρις μας απέφερε πολλά χρήματα απόψε. Το να βγάζεις χρήματα δεν είναι παράπτωμα που επισύρει απόλυση. Από την άλλη, το να χρησιμοποιήσετε τον Κρις για να με εκμεταλλευτείτε ώστε να κερδίσετε χρήματα θα ήταν, αλλά εσείς δε θα κάνατε κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;» «Όχι», λέω και τολμάω να πω κάτι που κανονικά δε θα έλεγα, αλλά και πάλι τίποτα δεν είναι κανονικό τις τελευταίες μέρες. «Και δε θέλω να είμαι μέρος του διαγωνισμού “ποιος έχει το μεγαλύτερο ‘ξίφος’ που κάνατε. Δεν μπλέκω σε κοκορομαχίες. Απλώς θέλω να κάνω τη δουλειά μου και να την κάνω καλά». Χασκογελάει και νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που τον ακούω να γελάει. Δεν είμαι σίγουρη πώς αισθάνομαι που το θάρρος που μου έδωσε το κρασί διασκεδάζει έναν άντρα ο οποίος δε διασκεδάζει εύκολα. «Έξυπνη απόφαση, κυρία ΜακΜίλαν. Αφού κοιμηθείτε και συνέλθετε από το κρασί, προτείνω να συνεχίσετε τη μελέτη σας. Θα σας εξετάσω τη Δευτέρα». Ανοίγω το στόμα μου για να διαμαρτυρηθώ και σηκώνει το φρύδι του. Το ότι έχω ήδη καταλάβει ότι αυτό το σηκωμένο φρύδι αποτελεί προειδοποίηση είναι μια απόδειξη ότι είναι γεννημένος κυρίαρχος. «Θα είμαι έτοιμη», λέω και χάρη στην ελάχιστη επαναστατικότητα που μου έχει απομείνει δεν μπαίνω στον κόπο να πω «καληνύχτα». Πηγαίνω προς την πόρτα. «Κυρία ΜακΜίλαν». Σταματάω μόλις με φωνάζει και κοιτάζω πίσω από τον ώμο μου, φοβούμενη ότι η απόδρασή μου δεν είναι τόσο κοντά όσο έλπιζα.


«Παυσίπονα και ένα μπουκάλι νερό πριν κοιμηθείτε». Το αφεντικό μου μου υπαγορεύει προληπτική θεραπεία για το χανγκόβερ και έχω μόλις χρησιμοποιήσει τη λέξη «ξίφη» με υπονοούμενο, αναφερόμενη στην προφανή κοκορομαχία με έναν άντρα με τον οποίο φασώθηκα σε έναν δημόσιο διάδρομο. Πραγματικά βρίσκομαι σε ένα εναλλακτικό σύμπαν. «Μάλιστα, κύριε Κόμτον», λέω και συνεχίζω τον δρόμο μου. Βγαίνω στην αστερόφωτη, κρύα νύχτα και βλέπω τον Ρέιφ και κάποιες από τις ασκούμενες να στριμώχνονται σε ένα ταξί. Κρατάω την αναπνοή μου, ελπίζω να μη με προσέξουν. Τώρα που απ’ ό,τι φαίνεται δε θα απολυθώ, η απόφασή μου να πιω ανεξέλεγκτα βάζει σε κίνδυνο την επαγγελματική εικόνα μου. Η πόρτα κλείνει πίσω από τον Ρέιφ και αναστενάζω ανακουφισμένη, αλλά μια ξαφνική συνειδητοποίηση με κάνει να στρέψω την προσοχή μου προς τα αριστερά. Μου κόβεται η ανάσα μόλις βλέπω τον Κρις. Φοράει πάλι το δερμάτινο μπουφάν του και ακουμπάει σε ένα πολυτελές μαύρο σπορ αυτοκίνητο, μια Porsche 911. Ξέρω ότι είναι 911 γιατί κατά ειρωνικό τρόπο ο πατέρας μου δεν οδηγεί τίποτε άλλο. Ο Κρις κάνει την Porsche να δείχνει σέξι με έναν τρόπο που δεν πίστευα ότι ήταν δυνατόν. Τουλάχιστον, όχι με την προηγούμενη εικόνα που έχω με αυτό το αυτοκίνητο. Χαμογελάει και το βλέμμα του μου καίει το κορμί, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει έρθει εδώ για μένα. Είχε έρθει εδώ για μένα απόψε, με είχε διεκδικήσει, αλλά εκείνος και ο Μαρκ προφανώς παίζουν ένα παιχνίδι εξουσίας και εγώ έγινα το τρόπαιο του παιχνιδιού. Τον πλησιάζω, βάζοντας τα δυνατά μου να φαίνομαι ότι δεν τρεκλίζω. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί νόμιζα ότι το κρασί ήταν καλή ιδέα ενώ δεν πίνω ποτέ. Παρατηρεί το κάθε μου βήμα και το βλέμμα του είναι σαν ένα καυτό χάδι σε όλο μου το κορμί. Θυμάμαι τα χέρια του να με αγγίζουν, το στόμα του στο στόμα μου, και μια αίσθηση δημιουργείται στην κοιλιά μου, που κάνει τους μηρούς μου να μουδιάζουν. Τον θέλω. Και το ξέρει, αλλά αρκετά έπαιξαν μαζί μου για ένα βράδυ. Διόρθωση. Αρκετά για μια ολόκληρη ζωή. «Έφυγες», του λέω κατηγορώντας τον μόλις σταματάω μπροστά του. Ο αέρας φέρνει στη μύτη μου την αρρενωπή μυρωδιά καθαριότητας που αποπνέει και κάνει τα πόδια μου να τρέμουν ακόμα περισσότερο. Λικνίζομαι προς το μέρος του και βάζει τα χέρια του στη μέση μου, ο γοφός και το πόδι μου πιέζονται στα δικά του. Κοιταζόμαστε στα μάτια και ο ηλεκτρισμός που δημιουργείται ανάμεσά μας σχεδόν πετάει σπίθες στον αέρα. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Να χαρώ εγώ ψευτοπαλικαριά ότι δήθεν αρκετά έπαιξαν μαζί μου. «Είμαι εδώ τώρα», λέει μαλακά, και τα δάχτυλά του ανοίγουν ελαφρώς και απλώνονται πάνω στη μέση μου. Θα έπρεπε να φύγω μακριά του, αλλά θέλω να τον αγγίξω. Σφίγγω την τσάντα μου για να συγκρατηθώ κι ακόμα νιώθω το τσίμπημα που ένιωσα όταν συνειδητοποίησα ότι είχε εξαφανιστεί από την γκαλερί. «Νόμισα ότι είχες φύγει». «Φαντάστηκα ότι δε θα ήθελες να καβαλήσεις μηχανή μιας και φοράς φούστα». «Δεν είπαμε ότι θα έφευγα μαζί σου. Δεν είπαμε τίποτα». «Σκόπευα να σε πείσω, και θα είχα επιστρέψει εδώ και πολλή ώρα αλλά ανυπομονούσα τόσο να γυρίσω που έπεσα πάνω σε έναν αστυνομικό που δεν του άρεσε το πόσο έτρεχα. Δε με συγχώρεσε, αλλά ελπίζω ότι εσύ θα με συγχωρέσεις». Ο θυμός μου εξατμίζεται αμέσως. Όχι μόνο πήγε να φέρει αυτοκίνητο για χάρη μου, αλλά


κατάφερε να πάρει και κλήση. Ζαλίζομαι ξαφνικά και πιέζω το μέτωπό μου με το χέρι μου. «Δεδομένου του πώς νιώθω αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι θα πρέπει να σε ευχαριστήσω που άφησες τη μηχανή». Αφήνω το χέρι μου να πέσει και καταλήγει στο στήθος του. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά στο άγγιγμά μου. Χάρη στο άγγιγμά μου; Έχω την ίδια επίδραση πάνω σ’ αυτόν τον άντρα που έχει κι εκείνος σ’ εμένα; Σηκώνω το βλέμμα μου και η ένταση στο δικό του φανερώνει ότι έχω δίκιο. Έχω πάνω του την ίδια επίδραση που έχει κι εκείνος σ’ εμένα. Προκαλώ διάφορες αντιδράσεις σ’ αυτόν τον κουλ διάσημο και γεμάτο αυτοπεποίθηση καλλιτέχνη. «Υποθέτω ότι τώρα συνειδητοποιείς ότι ήπια λίγο παραπάνω αφότου έφυγες;» «Το κατάλαβα, θα έλεγα». Ξεκολλάει από το αυτοκίνητο, τυλίγει το χέρι του στη μέση μου για να με κρατήσει σταθερά και νιώθω κάθε εκατοστό του σφιχτού κορμιού του δίπλα μου. «Πάμε να σου πάρουμε κάτι να φας; Ξέρω μια ωραία πιτσαρία αν σ’ αρέσει η πίτσα». Η απλότητα της πίτσας με ανακουφίζει. «Χωρίς κυριλέ καταλόγους. Χωρίς λίστα κρασιών. Με έψησες». «Πίτσα λοιπόν», λέει και ξεκλειδώνει την πόρτα. Μόλις βολεύομαι στο κάθισμα του συνοδηγού με το μαλακό δέρμα, ο Κρις κάθεται ανακούρκουδα δίπλα μου και με ξαφνιάζει. Ακουμπάει το χέρι του στο πόδι μου. «Η ζώνη μπορεί να είναι ζόρικη καμιά φορά». Σκύβει από πάνω μου για να την τραβήξει, το κορμί του αγγίζει το δικό μου, και την ασφαλίζει. Κοιταζόμαστε, οι σκιές χορεύουν στα πρόσωπά μας. «Δε θέλουμε να πάθεις τίποτα». Όχι, αλλά πιστεύω ότι αυτός ο άντρας θα με πληγώσει και θυμάμαι ότι με προειδοποίησε να μείνω μακριά του. Νομίζω ότι κι αυτός πιστεύει ότι θα με πληγώσει, αλλά ανάμεσά μας υπάρχει ηλεκτρισμός, μια κατανόηση ότι έχουμε περάσει ένα όριο και ότι είναι πολύ αργά για να γυρίσουμε πίσω. Χαϊδεύει το μάγουλό μου με τα δάχτυλά του και σηκώνεται και με κλείνει μες στο αυτοκίνητο. Το σκοτάδι με καταπίνει. Γέρνω πίσω, πάνω στο πολυτελές δέρμα, προστάζοντας το κεφάλι και το στομάχι μου να μην καταστρέψουν τη βραδιά. Ο Κρις γλιστράει στο κάθισμα δίπλα μου. Τον κοιτάζω και αναρωτιέμαι τι πιστεύει για μένα και την κρασοκατάνυξή μου. «Συνήθως δεν είμαι έτσι. Δεν πέφτω με τα μούτρα». «Ποτέ μη λες ποτέ, μωρό μου», απαντάει ο Κρις και ύστερα γυρίζει το κλειδί και η ακριβή μηχανή ζωντανεύει με ένα απαλό γουργουρητό. Σκέφτομαι τα λόγια του κοιτάζοντας από το παράθυρο χωρίς να εστιάζω πουθενά στην πραγματικότητα. Η Ρεμπέκα είχε κάνει πράγματα που είχε ορκιστεί ότι δε θα έκανε ποτέ για τον αφέντη της. Αναρωτιέμαι, αν μπορούσα να της μιλήσω τώρα, θα συμφωνούσε άραγε με τον Κρις; Θα έλεγε ποτέ μη λες ποτέ;


14 Ο Κρις παρκάρει την 911 στην είσοδο ενός πολυτελούς ουρανοξύστη που βρίσκεται λιγότερα από τέσσερα τετράγωνα από την γκαλερί. Πριν προλάβω να αμφισβητήσω το ότι στο πολυτελές αυτό κτίριο υπάρχει πιτσαρία, όπως είπε, ένας παρκαδόρος μου ανοίγει ήδη την πόρτα. «Έρχομαι από την άλλη να σε πάρω», λέει ο Κρις αγγίζοντάς με στο μπράτσο. Δεν περιμένει απάντηση, βγαίνει από το αυτοκίνητο και εξαφανίζεται από τα μάτια μου. Η ιδέα ότι πιστεύει πως το έξτρα κρασί με έχει μετατρέψει σε μια αβοήθητη μπεκρού με γοητεύει, αλλά ταυτόχρονα με κάνει να ντρέπομαι. Το χειρότερο όμως είναι ότι η εικασία του δεν είναι τελείως αβάσιμη και αυτό που συνέβη απόψε είναι ο λόγος που δεν αφήνω τον εαυτό μου να χάσει τον έλεγχο. Πάντα γυρίζει μπούμερανγκ. Βγάζω τη ζώνη ενώ ο Κρις εμφανίζεται στην πόρτα μου. Κατεβάζοντας τη φούστα μου, γλιστράω τα πόδια μου στο έδαφος, έχοντας υπερβολική συναίσθηση του βλέμματός του εκεί, ενός βλέμματος που το νιώθω να καίει. Βλέπω το χέρι του μπροστά μου και κρατάω την αναπνοή μου, έτοιμη για το άγγιγμά του, καθώς πιάνω την παλάμη του στη δική μου. Με σηκώνει όρθια, στο πεζοδρόμιο, κάτω από μια τέντα, και βάζει το χέρι του, όλο κτητικότητα, στη μέση μου. Η έντονη αίσθηση της επιθυμίας απλώνεται μέχρι τα άκρα μου. Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου ένας άντρας δε μου είχε προκαλέσει τόσο έντονη αντίδραση. Πίσω μου ακούω την πόρτα του αυτοκινήτου να κλείνει, και τη μηχανή να μαρσάρει κι έπειτα η 911 απομακρύνεται. «Δε μου μοιάζει με μέρος που σερβίρει πίτσα», σχολιά​ζω, αλλά δεν κοιτάζω το κτίριο. Ο Κρις έχει την αμέριστη προσοχή μου. «Δυο τετράγωνα παρακάτω», μου εξηγεί. «Μπορούμε να περπατήσουμε αν θέλεις ή μπορούμε να ανεβούμε πάνω, στο διαμέρισμά μου». Εδώ μένει λοιπόν ο Κρις, τουλάχιστον όταν είναι στις ΗΠΑ. Οι υπαινιγμοί της τοποθεσίας μάς είναι ξεκάθαροι. Τυλίγει τα μακριά του δάχτυλα γύρω από τον αυχένα μου, κάτω από τα μαλλιά μου και πλησιάζει το στόμα του στο αυτί μου. «Σε προειδοποιώ, Σάρα. Δεν είμαι άγιος. Αν ανέβουμε πάνω θα σε γδύσω και θα σε πηδήξω όπως θέλω από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε». Οι τολμηρές του λέξεις με σοκάρουν, διαπερνούν το κορμί μου και αυτόματα διεγείρομαι και σφίγγω τους μηρούς μου. Ήθελε να με πηδήξει από τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Θέλω να με πηδήξει. Θέλω να τον πηδήξω. Ναι. Να πηδηχτούμε. Θέλω να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να ξεχάσει την καλή, καθωσπρέπει συμπεριφορά και να πηδηχτεί. Άγριο, καυτό, ακυβέρνητο πάθος, χωρίς άγχος κατά τη διάρκεια και μετάνοιες μετά. Ποτέ δεν έχω αφήσει τον εαυτό μου να νιώσει αυτά τα πράγματα. Πότε άραγε στη ζωή μου έχω βιώσει κάτι τέτοιο; Πότε άραγε κάποιος άντρας με έκανε να πιστέψω ότι μπορούσα; Σπρώχνω το στήθος του και κάνω πίσω, τα μάτια μου αναζητούν τα δικά του. «Αν προσπαθείς να με τρομάξεις, δεν πιάνει». «Όχι ακόμα», λέει· ο τόνος του κρύβει μια σκοτεινή βε​βαιότητα όπως και το όμορφο


πρόσωπό του. Είναι λες και όλο αυτό είναι απλώς ένας σπόρος που έχει ήδη φυτευτεί και δεν μπορεί να σταματήσει να μεγαλώνει. «Καθόλου», λέω. Δεν απαντάει αμέσως και το πρόσωπό του είναι μια αδρή μάσκα, το σαγόνι του σφιγμένο. Αργά, τα δάχτυλά του γλιστράνε από τον αυχένα μου και κατεβαίνουν χαϊδεύοντας το μπράτσο μου ώσπου φτάνουν στο χέρι μου και μπλέκονται με τα δάχτυλά μου. «Ποτέ μη λες ποτέ, Σάρα», μουρμουρίζει και αρχίζει να περπατάει τραβώντας με πίσω του. Η προσμονή με κάνει να παίρνω φωτιά καθώς πηγαίνουμε προς τις αυτόματες πόρτες όπου μας χαιρετάει ένας άντρας με μαύρο κοστούμι, ακουστικό και κοντοκουρεμένα μαλλιά. «Καλησπέρα, κύριε Μέριτ», λέει και μου ρίχνει μια ματιά. «Καλησπέρα, κυρία». «Καλησπέρα, Τζέικομπ», απαντάει ο Κρις. «Περιμένουμε πίτσα. Μην κάνεις σωματική έρευνα στον άνθρωπο που θα τη φέρει». «Εκτός κι αν είναι γυναίκα, κύριε», λέει ο Τζέικομπ και έχω την αίσθηση ότι αυτοί οι δύο δεν έχουν μόνο τυπική σχέση. Σηκώνω διστακτικά το χέρι μου στον Τζέικομπ. «Γεια». «Κυρία μου», απαντάει, το βλέμμα του αλλάζει ελαφρώς και είμαι σίγουρη ότι δε θέλει να το προσέξω αλλά το προσέχω. Το ερμηνεύω ως έκπληξη για την παρουσία μου και υποθέτω ότι δε μοιάζω και πολύ με τις γυναίκες που συνήθως επιλέγει ο Κρις. Δε μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι ο Κρις είναι ο τύπος που του αρέσουν οι ξανθιές σεξοβόμβες και ενώ μόλις πριν λίγο δεν ένιωθα καθόλου ανασφάλεια, τώρα νιώθω. Θυμώνω με τον εαυτό μου που νιώθω έτσι, ενώ έχω υποσχεθεί να μη με αμφισβητώ πια. Επιθυμώ διακαώς να αποδράσω, να απελευθερωθώ, κάτι που ήμουν έτοιμη να κάνω μόλις πριν λίγο. Το ασανσέρ είναι δεξιά από το πολυτελές λόμπι και το θυρωρείο. Ο Κρις πατάει το κουμπί και οι πόρτες ανοίγουν αμέσως. Τον ακολουθώ και τον παρακολουθώ ενώ πληκτρολογεί τον κωδικό. Οι πόρτες κλείνουν και με τραβάει με δύναμη πάνω του. Ακουμπάω το χέρι μου στο σκληρό στήθος του, μέσα από το μπουφάν του και με τυλίγει μια ζέστη. «Τι συνέβη τώρα;» Το χέρι του αφήνει καυτά σημάδια στη μέση μου. Τα στήθη μου τα νιώθω βαριά, οι ρώγες μου πονάνε. «Δεν ξέ​ρω τι εννοείς». «Ξέρεις. Έχεις αμφιβολίες, Σάρα;» Επιπλήττω τον εαυτό μου που ήταν τόσο διαφανής. «Θέλεις να έχω;» «Όχι. Θέλω να σε πάρω στο διαμέρισμά μου και να σε κάνω να χύσεις και μετά να το ξανακάνω». Αχ… ναι, σε παρακαλώ. «Εντάξει», ψιθυρίζω, «αλλά νομίζω ότι πρώτα θα έπρεπε να με ταΐσεις». Χαμογελάει, στο βλέμμα του χορεύουν χρυσαφένιοι κόκκοι φωτιάς. «Και μετά θα με ταΐσεις εσύ». Ακούγεται το καμπανάκι και οι πόρτες ανοίγουν. Ο Κρις δε χάνει τον χρόνο του, με τραβάει προς την έξοδο, και αντί για διάδρομο, βλέπω έκπληκτη μπροστά μου ένα υπέροχο σαλόνι. Ο Κρις έχει ιδιωτικό ασανσέρ και μπαίνω στον κόσμο του, έναν κόσμο που δε


μοιάζει καθόλου με τον δι​κό μου. Ο Κρις αφήνει το χέρι μου, τα βλέμματά μας συναντιούνται και καταλαβαίνω τι μου λέει σιωπηλά. Μπες επειδή το θέλεις, χωρίς πίεση. Σε κάποιον βαθμό αισθάνομαι ότι από τη στιγμή που θα μπω στο διαμέρισμά του, θ’ αλλάξω διά παντός. Θα αλλάξω τόσο ριζικά που ακόμα δεν μπορώ να το αντιληφθώ πλήρως. Νομίζω ότι μπορεί να το ξέρει και αναρωτιέμαι γιατί να είναι τόσο σίγουρος και τι να υπάρχει άραγε –τόσο ξεκάθαρα– κάτω από την επιφάνεια. Έχει λανθασμένες αμφιβολίες για μένα αυτή τη στιγμή, όπως είχε και στην γκαλερί. Το βλέπω στα μάτια του, το αισθάνομαι στον αέρα. Αρνούμαι να επιτρέψω σε αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντί μου από πλευράς του Κρις ή οποιουδήποτε άλλου να υπαγορεύσει τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω. Ποτέ ξανά. Το ’χω περάσει και κατέληξα στην απότομη άκρη ενός βράχου, λίγο πριν τη συντριβή. Συνήλθα όμως και πλέον βλέπω ότι το να κλείνομαι μέσα σε ένα κέλυφος δεν είναι τρόπος να θεραπευτώ. Είναι τρόπος να κρυφτώ. Ασχέτως με το τι θα συμβεί στην γκαλερί, δεν κρύβομαι πια. Σηκώνω το πιγούνι μου, απομακρύνω το βλέμμα μου από τον Κρις και βγαίνω από το ασανσέρ. Τα τακούνια μου χτυπάνε πάνω στο τέλειο, αστραφτερό, ανοιχτόχρωμο ξύλινο πάτωμα και δεν μπορώ να σταματήσω να κοιτάζω τη συναρπαστική θέα μπροστά μου. Πέρα από τα ακριβά δερμάτινα έπιπλα που διακοσμούν ένα βυθισμένο καθιστικό με ένα πελώριο τζάκι στην αριστερή γωνία, η θέα είναι εντυπωσιακή. Υπάρχει μια τζαμαρία από το πάτωμα ως το ταβάνι και ένας ζωντανός πίνακας της πόλης μας, που πιάνει όλο το μήκος του δωματίου. Προχωρώ προς τα μπρος σαν μαγεμένη, γοητευμένη από τα αστραφτερά φώτα και την καταχνιά που τυλίγει τη μακρινή γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ. Ίσα που θυμάμαι να κατεβαίνω τα λίγα σκαλιά που οδηγούν στο καθιστικό ή πώς είναι τα έπιπλα που αφήνω πίσω μου. Αφήνω την τσάντα μου στο τραπεζάκι και σταματάω μπροστά στο παράθυρο, ακουμπώντας τα χέρια μου στην κρύα επιφάνεια. Είμαστε πάνω από την πόλη, άπιαστοι, σε ένα παλάτι στον ουρανό. Πόσο εκπληκτικό πρέπει να είναι να ζεις εδώ και να ξυπνάς και να αντικρίζεις αυτή τη θέα κάθε μέρα. Τα φώτα αστράφτουν λες και συνομιλούν μεταξύ τους, σαν να γελάνε μαζί μου καθώς ανοίγουν μια πόρτα στο κενό μέσα μου, το οποίο απέρριψα μόλις πριν λίγο στο ασανσέρ. Καταπίνω με δυσκολία καθώς το «Broken» των Lifehouse πλημμυρίζει το δωμάτιο. Ο Κρις δεν ξέρει τι σημαίνει για μένα αυτό το τραγούδι. Καταρρέω. Με το ζόρι αναπνέω. Με το ζόρι κρατιέμαι πάνω σου. Αυτό το τραγούδι, αυτό το μέρος και αυτά τα λόγια, κι εγώ ερεθισμένη και εκτεθειμένη, σαν να έχω κοπεί και να αιμορραγώ. Ποιον κορόιδευα όταν έλεγα ότι αρνούμαι να κρύβομαι πια; Γι’ αυτό κρυβόμουν. Το παρελθόν αρχίζει να ζωντανεύει μέσα μου, και σε λίγα δευτερόλεπτα θα θυμηθώ γιατί νιώθω έτσι. Αρνούμαι να σκεφτώ τους στίχους και δεν τους δίνω σημασία. Δε θέλω να θυμάμαι. Δεν μπορώ να κάνω τέτοιες σκέψεις. Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου προσπαθώντας να κλεί​σω παλιές πληγές, προσπαθώντας απεγνωσμένα να νιώσω κάτι άλλο εκτός από αυτές. Ξαφνικά, ο Κρις είναι πίσω μου, μου βγάζει το μπουφάν. Το άγγιγμά του είναι μια ευπρόσδεκτη αίσθηση και όταν γλιστράει το χέρι του γύρω μου και το κορμί του καλύπτει το δικό μου, θέλω απεγνωσμένα να νιώσω οτιδήποτε εκτός από αυτό που ξυπνάει μέσα μου αυτό το τραγούδι με τη βοήθεια του κρασιού.


Γέρνω με την πλάτη πάνω του και βουλιάζω κυριολεκτικά στους σκληρούς μυς του. Ο Κρις είναι δυνατός, έχει μια σιωπηλή αυτοπεποίθηση που ζηλεύω και ξυπνάει τη γυναίκα μέσα μου. Τα δάχτυλά του, αυτά τα γεμάτα ταλέντο, διάσημα δάχτυλα, απομακρύνουν τα μαλλιά μου από τον αυχένα μου, και με τα χείλια του πιέζει την ευαίσθητη περιοχή στον σβέρκο μου, κάνοντάς με να ανατριχιάσω. Και πάλι, μετά βίας μπορώ να διώξω από το μυαλό μου τα λόγια του τραγουδιού και το νόημα που έχουν για μένα. Λες και αισθάνεται την ανάγκη μου για κάτι παραπάνω –οτιδήποτε– με γυρίζει να τον αντικρίσω και τα δάχτυλά του μπλέκονται σχεδόν βίαια μες στα μαλλιά μου. Η σφιχτή του αγκαλιά είναι γλυκιά, με απομακρύνει από άλλα συναισθήματα, με κάνει να εστιάσω σε κάτι άλλο. «Δεν είμαι ο τύπος που θα γνωρίσεις στη μαμά και στον μπαμπά, Σάρα». Το στόμα του δίπλα στο δικό μου, η αρρενωπή μυρωδιά καθαριότητας με συνεπαίρνει. «Πρέπει να το ξέρεις αυτό από τώρα. Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει». Το τραγούδι όμως αλλάζει και αυτή τη φορά είναι ένα άλλο κομμάτι από το σιντί των Lifehouse, απ’ ό,τι φαίνεται. Το «Nerve Damage» αρχίζει να παίζει. Βλέπω μέσα από τα ρούχα σου, τα κατεστραμμένα νεύρα σου φαίνονται. Προσπαθώντας να μη νιώσω… οτιδήποτε αληθινό. Γελάω με πικρία ακούγοντας τα λόγια και ο Κρις αποτραβιέται να με κοιτάξει. Και ξέρω τι βλέπω στο βάθος των πράσινων ματιών του, κάτι που δεν έβλεπα μέχρι τώρα αλλά το διαισθανόμουν. Είναι κι αυτός τόσο κατεστραμμένος όσο κι εγώ. Έχουμε πολλά λάθος κοινά για να είναι όλο αυτό κάτι παραπάνω από σεξ, και αυτή η συνειδητοποίηση είναι απελευθερωτική. Αγγίζω το αξύριστο σαγόνι και τα ανοιχτόχρωμα γένια του, νιώθω την αγριάδα τους ευχάριστη στο δέρμα μου και δεν έχω ιδέα γιατί παραδέχομαι κάτι που ποτέ δεν έχω πει φωναχτά. «Η μητέρα μου έχει πεθάνει και τον πατέρα μου τον σιχαίνομαι, οπότε μην ανησυχείς. Δεν κινδυνεύεις από την οικογένειά μου – ούτε κι εγώ. Το μόνο που θέλω είναι αυτό εδώ, εδώ και τώρα, αυτό το κομμάτι του χρόνου. Και σε παρακαλώ, άσε τα γλυκόλογα για κάποια που τα θέλει. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεις, δεν είμαι κανένα εύθραυστο τριαντάφυλλο». Στο πρόσωπό του σχηματίζεται στιγμιαία μια έκπληκτη έκφραση κι έπειτα πιέζω τα χείλια μου στα δικά του. Με ανταμείβει με ένα βογκητό που καίει σαν φωτιά στο αίμα μου, στην οποία απαντά με ένα βαθύ, καυτό χάδι της γλώσσας του. Κολλάει το στόμα του στο δικό μου, βαθαίνοντας το φιλί του, με φιλάει με μια αγριάδα που κανένας άλλος δε με έχει φιλήσει, αλλά, από την άλλη, ο Κρις δε μοιάζει με κανέναν που να έχω γνωρίσει. Η γλώσσα του παιχνιδίζει πονηρά με τη δική μου, και ανταποκρίνομαι σε κάθε της κίνηση με μία αντίστοιχη, τεντώνομαι πάνω του, σαν να του λέω ότι είμαι εδώ και δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Ως απάντηση στη σιωπηλή μου δήλωση, χουφτώνει τον κώλο μου και με τραβάει με δύναμη πάνω στη στύση του. Τεντώνομαι πάνω του, απολαμβάνω αυτή τη στενή επαφή, καίγομαι για τη στιγμή που θα μπει μέσα μου. Βάζω το χέρι μου ανάμεσά μας και χαϊδεύω το δυνατό κοντάρι του. Ο Κρις απομακρύνει το στόμα του από το δικό μου, με κολλάει στο παράθυρο και ξέρω ότι έχω απειλήσει τον έλεγχό του. Εγώ. Η ασήμαντα δασκαλίτσα Σάρα ΜακΜίλαν. Τα


βλέμματά μας συναντιούνται, φλόγες χορεύουν ανάμεσά μας καθώς και μια απροσδιόριστη πρόκληση. Ένα κομμάτι μου συνειδητοποιεί ότι το παράθυρο πίσω μου είναι γυαλί, και το γυαλί σπάει. Το ξέρει κι αυτός, φαίνεται στη σκοτεινή λάμψη των ματιών του και θέλει να ανησυχώ. Με πιέζει, με δοκιμάζει, προσπαθεί να με κάνει να σπάσω. Επειδή ταράζω την ηρεμία του; Επειδή πραγματικά πιστεύει ότι είμαι έξω απ’ τα νερά μου; Και μπορεί να είμαι, αλλά όχι απόψε. Απόψε, όπως είπε το τραγούδι, είμαι τσακισμένη και ίσως για πρώτη φορά δεν αρνούμαι ότι όλες μου οι πληγές είναι αληθινές. Τις νιώθω. Σηκώνω το πιγούνι μου και τον αφήνω να δει την απείθειά μου. Κρατάει σφιχτά τη μεταξωτή μπλούζα μου και με ένα απότομο τράβηγμα σκίζει το ύφασμα και τα κουμπιά σπάνε και πετάγονται με θόρυβο προς όλες τις κατευθύνσεις. Μου κόβεται η ανάσα καθώς βρίσκομαι σε άγνω​στη περιοχή και καίγομαι από την κορυφή ως τα νύχια από αδά​μαστο πόθο γι’ αυτόν. Με γυρίζει προς το παράθυρο και ακουμπάω τα χέρια μου στο τζάμι. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Κρις ξεκουμπώνει το σουτιέν μου και με μία κίνηση μου το βγάζει μαζί με την μπλούζα. Είναι πίσω μου πάλι, η πελώρια στύση του στη μέση μου. «Τα χέρια πάνω από το κεφάλι», με προστάζει, πιέζοντας τις παλάμες μου στο τζάμι από πάνω μου, το σώμα του καλύπτει το δικό μου. «Μείνε έτσι». Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή και η αδρεναλίνη μου χτυπάει κόκκινο. Με έχουν διατάξει στο παρελθόν κατά τη διάρκεια του σεξ, αλλά με έναν αποστειρωμένο τρόπο του στιλ «σκύψε και δώσε μου αυτό που θέλω», κάτι που προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν διεγερτικό. Δεν ήταν. Σιχαινόμουν κάθε δευτερόλεπτο, κάθε στιγμή, και απλώς το υπέμενα. Αυτό όμως είναι διαφορετικό, ερωτικό με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, δελεαστικό και πολλά υποσχόμενο. Το κορμί μου έχει γίνει πολύ ευαίσθητο, πάλλεται από διέγερση. Καίω όπου με αγγίζει ο Κρις και είμαι κρύα όπου δε με αγγίζει. Όταν φαίνεται πια ικανοποιημένος ότι θα υπακούσω στις εντολές του, ο Κρις μου χαϊδεύει απαλά τα μπράτσα και μετά τα πλευρά και τα στήθη μου. Δε βιάζεται, εγώ όμως βιάζομαι. Κυριολεκτικά τρέμω όταν πιάνει τα στήθη μου, απολαμβάνω το πώς τα σφίγγει βίαια κι έπειτα τραβάει τις ρώγες μου. Τις τρίβει ξανά και ξανά και μου κόβει την ανάσα, δημιουργώντας κύματα ηδονής στα όρια του πόνου ενώ η μουσική στο βάθος ξεθωριάζει όπως και το παρελθόν. Ο πόνος κρύβει ηδονή. Θυμάμαι τις λέξεις, και αυτή τη φορά έχουν νόημα. Ξαφνικά τα χέρια του εξαφανίζονται και εγώ ασθμαίνω απεγνωσμένη, ψάχνω με τα χέρια μου να τα ξαναβρώ. Ο Κρις πιάνει τα χέρια μου και τα ξαναβάζει στο τζάμι από πάνω μου, η ανάσα του ζεστή στο αυτί μου, το σκληρό κορμί του πάνω στο δικό μου. «Κατέβασέ τα ξανά και θα σταματήσω αυτό που κάνω, όσο κι αν μ’ αρέσει». Η ερωτική εντολή του με κάνει να τρέμω, και για άλλη μια φορά εκπλήσσομαι από το πόσο πολύ με δελεάζει το παιχνίδι που παίζουμε. «Να θυμάσαι μόνο», τον προειδοποιώ, ασθμαίνοντας ακόμα και ενώ καίγομαι για το άγγιγμά του, «η εκδίκηση είναι ζόρικη». Μου γδέρνει τον ώμο με τα δόντια του. «Ανυπομονώ, μωρό μου», λέει με τραχιά φωνή. «Περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι».


15 Ξεκουμπώνει τη φούστα μου, την κατεβάζει μέχρι το πάτωμα. «Βγάλ’ τη», με διατάζει και η εντολή του κάνει το φύλο μου να σφιχτεί. Υπάκουα, βγάζω τα πόδια μου από τα ρούχα στο πάτωμα και τώρα είμαι απλωμένη πάνω στο παράθυρο για να κάνω ό,τι θέλει∙ φοράω μόνο το εσώρουχό μου, μαύρες κάλτσες και τακούνια. Με τρελαίνει το πού μπορεί να οδηγήσει όλο αυτό. Ποτέ δεν έχω ερεθιστεί τόσο πολύ στη ζωή μου, ποτέ δεν ανυπομονούσα να με αγγίξουν τόσο πο​λύ. Είναι παράλογο. Αντιπαθώ τρομερά τις εντολές, παρόλο που το παρελθόν μου μπορεί να λέει κάτι άλλο, με μό​νη εξαίρεση, απ’ ό,τι φαίνεται, τις εντολές του Κρις. Μέ​σα μου όμως ξέρω ότι αυτά τα ημερολόγια μου κάνουν κάτι για λόγους που προτιμούσα να αγνοώ. Μέχρι αυτή τη στιγμή. Μέχρι που ο Κρις άνοιξε μια πόρτα που είχα αφήσει κλειδωμένη. «Υπέροχα», μουρμουρίζει, η φωνή του τραχιά, βαριά από επιθυμία. Με πιάνει από τους γοφούς, τα χέρια του εξερευνούν τους γλουτούς μου και κατεβάζει το μεταξωτό εσώρουχό μου. Γλιστράει το χέρι του μέχρι που φτάνει ανάμεσα στους μηρούς μου και πιάνει το ύφασμα και το σκίζει. Μισανοίγω έκπληκτη τα χείλια μου ασθμαίνοντας. Τεντώνομαι προς τα μπροστά και οι ρώγες μου πιέζονται πάνω στο κρύο τζάμι, μια γλυκόπιρκη τριβή, εν μέρει ανακούφιση και εν μέρει βασανιστήριο. Με τα χέρια του στην πλάτη μου με ακινητοποιεί, και, ω, Θεέ μου, τα δάχτυλα του άλλου χεριού του γλιστράνε ανάμεσα στα πόδια μου, χουφτώνει το φύλο μου και χαϊδεύει την κλειτορίδα μου ταυτόχρονα. «Αυτό είναι μωρό μου», μουρμουρίζει, ανοίγοντας τα πόδια μου και χαϊδεύοντας την ευαίσθητη, πρησμένη σάρκα μου. «Καυτή και υγρή και έτοιμη για μένα. Όπως σε θέλω». Γλιστράει το χέρι από την πλάτη μου και χαϊδεύει τα πλευρά μου, ανεβάζει την παλάμη του στο στήθος μου και χτυπάει απαλά τη ρώγα μου. Είμαι ακόμα χαμένη σε έναν κυκεώνα αισθήσεων όταν πιέζει το στόμα του στον αυχένα μου, η ανάσα του με γαργαλάει ζεστή και τα χέρια του, αχ, τα χέρια του και τα δάχτυλά του κάνουν τόσο υπέροχα πράγματα στην κλειτορίδα και στις ρώγες μου που είμαι στα όρια κάτι απίστευτα υπέροχου κι εκείνος δεν έχει καν γδυθεί ακόμα. Τα δόντια του γρατζουνάνε τον λοβό μου και το νιώθω στο φύλο μου, εκεί που τον θέλω. Εκεί που τον θέλω απεγνωσμένα. «Θα σε γλείψω ολόκληρη πριν τελειώσει η αποψινή βραδιά, Σάρα», μουρμουρίζει, όλο σαγήνη. «Θα πιπιλίσω τις ρώγες σου μέχρι να τρελαθείς, μετά θα σου ανοίξω τα πόδια διάπλατα και θα σε γλείψω μέχρι να χύσεις και μετά θα το ξανακάνω. Θα φροντίσω να σε γαμήσω τόσο καλά που το γαμήσι θα αποκτήσει καινούργιο νόημα». Οι λέξεις του, η τόλμη του, η ευκολία με την οποία μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω στον κόσμο μου και να με τρελάνει με κάνουν να βογκάω. Κοντεύω να τελειώσω, τρίβομαι πάνω στο χέρι του, τεντώνομαι με το άγγιγμά του, και τότε έρχεται στο πλάι μου και γονατίζει στο ένα γόνατο. Γλιστράει δυο δάχτυλα μέσα μου, με γεμίζει, με τεντώνει, σαν να ήξερε ότι αυτό χρειαζόμουν. Ένα κύμα επιθυμίας με κάνει να ανοίξω τα πόδια μου, να κινηθώ στον γλυκό


ρυθμό από τα χάδια του. Ασθμαίνω, και καθόλου χα​μη​λό​φω​να μάλιστα, αλλά δε με νοιάζει. Νιώθω μια ένταση μέσα μου και ο οργασμός μου έρχεται με δυνατούς σπασμούς γύρω από τα δάχτυλά του και τελειώνω τόσο ηδονικά που το κορμί μου τραντάζεται ολόκληρο. Ο Κρις τυλίγει το χέρι του γύρω μου, με κρατάει, και είμαι σίγουρη ότι είναι ο μόνος λόγος που τα γόνατά μου δε με προδίδουν. Ο χρόνος σταματάει καθώς ένα σωρό αισθήσεις διαπερνούν το κορμί μου και ο Κρις με οδηγεί στην άλλη πλευρά της ηδονής, το άγγιγμά του γίνεται σιγά σιγά πιο τρυφερό. Όταν τελικά το σώμα μου χαλαρώνει, γλείφει απαλά το κόκαλο της λεκάνης μου, το μάγουλό του αγγίζει το δέρμα μου και προκαλεί μια απαλή, ερωτική τριβή που κάνει το φύλο μου να σφιχτεί ξανά. Η ικανότητά του να είναι απαιτητικός και σκληρός τη μια στιγμή και τρυφερός την άλλη με αφήνει άναυδη. «Μην κουνηθείς», με διατάζει και σηκώνεται όρθιος, καλύπτοντας πάλι το σώμα μου με το δικό του, τα χέρια του ανεβαίνουν στην πλάτη μου, τα χείλια του αγγίζουν το αυτί μου. «Θα σε γαμήσω τώρα, Σάρα, σκληρά και γρήγορα, κι εσύ θα μείνεις όπως είσαι τώρα, και θα μείνεις εδώ που είσαι και θα με αφήσεις να το κάνω». «Καιρός ήταν να πάρει ο διάολος», ψιθυρίζω ανάμεσα στα δόντια μου. Το γέλιο του, χαμηλό και υπόκωφο, αντηχεί ολόγυρα, κάνοντάς με να μουδιάσω από τα αυτιά μέχρι χαμηλά στην κοιλιά μου. Αλλά δε μου αρέσει που με σπρώχνει μακριά και δε με αγγίζει πια, σχεδόν σαν να με αψηφά, σαν να με βασανίζει επίτηδες. Είμαι έτοιμη να γυρίσω, να αναλάβω δράση, να απαιτήσω κι εγώ, αλλά πιστεύω την υπόσχεση που έδωσε να σταματήσει ό,τι κάνει αν κατεβάσω τα χέρια μου. Με πλημμυρίζει ανακούφιση όταν τον ακούω να βγάζει τα ρούχα του και να σκίζει ένα χαρτάκι – προφυλακτικό, είμαι σίγουρη. Σύντομα. Σύντομα θα είναι μέσα μου. Τα χέρια του κατεβαίνουν στους γοφούς μου και πιέζει το κοντάρι του ανάμεσα στα πόδια μου. Επιδέξια δάχτυλα βουτάνε στη ζεστή υγρασία του κορμιού μου για να με προετοιμάσουν ενώ είμαι έτοιμη εδώ και ώρα. «Σε παρακαλώ, Κρις», βογκάω αποζητώντας απεγνωσμένα την ολοκλήρωση. «Ήρεμα, μωρό μου», απαντάει, και ω ναι, τον νιώθω ανάμεσα στα πόδια μου, μεγάλο και σκληρό, ακριβώς εκεί που θέλω να είναι. Και πάλι όμως είναι συγκρατημένος, με βασανίζει, γλιστρώντας τη στύση του μέσα έξω στην υγρή και καυτή πρησμένη σάρκα μου. Δεν μπορεί να το θέλει όπως κι εγώ, αλλιώς δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό και υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα το διορθώσω αυτό και μάλιστα σύντομα. «Η εκδίκηση–» Μπαίνει με δύναμη βαθιά μέσα μου, όσο πιο βαθιά γίνεται, και βογκάει. Βογκάω κι εγώ και μου κόβεται η ανάσα όταν σηκώνει τους γοφούς μου, φτάνοντας πιο βαθιά. Δεν υπάρχει χρόνος να απολαύσω την πληρότητα που νιώθω έχοντάς τον μέσα μου, την ολοκλήρωση που το κορμί μου χρειάζεται. Άλλη μία σπρωξιά και το άγριο, βρόμικο, σκληρό σφυροκόπημα των κορμιών μας γίνεται ένας ξέφρενος χορός. Τα χέρια του με αγγίζουν παντού, το πέος του μέσα μου, με γεμίζει, με τεντώνει. Με ευχαριστεί. Κάπου στην άκρη του μυαλού υπάρχει μια σκέψη για το τζάμι, και τους δυο μας που είμαστε κολλημένοι πάνω του. Για την πιθανότητα να σπάσει, αλλά δε με νοιάζει. Αν είναι να πεθάνω, θέλω να πεθάνω με αυτόν τον άντρα μέσα μου. Σιγά σιγά νιώθω τον οργασμό να έρχεται και προσπαθώ να αντισταθώ, καθώς δε θέλω να τελειώσει η γλύκα που έχει το να κοντεύεις. Αλλά με σφυροκοπάει, με αγγίζει, με πιέζει, και


είμαι αδύναμη. Το κορμί μου γίνεται άκαμπτο, για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορώ να κουνηθώ κι έπειτα ξεσπάω, σφίγγομαι πάνω στη σκληράδα του και κάθε εκατοστό του κορμιού μου πλημμυρίζει καυτή ηδονή. Ένας λαρυγγικός ήχος ξεφεύγει από τα χείλια μου κι εκείνος χώνεται στα βάθη του φύλου μου που ταλανίζεται από σπασμούς, και τρέμει καθώς τελειώνει. Θέλω να πιεστώ πάνω του, να συμμετάσχω στην ηδονή του όπως εκείνος στη δική μου, αλλά ακόμα τρέμω και είμαι αδύναμη από το γλυκόπικρο τέλος του οργασμού μου. Για μερικές στιγμές, ο κόσμος γυρίζει και είμαστε πιο πολύ ζώα παρά άνθρωποι, ζώα σε μια πρωτόγονη πράξη, όπου δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ικανοποίηση. Όταν τελικά ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και ξαναβλέπω τον κόσμο, τα λαμπερά φώτα της πόλης είναι διάσπαρτα στον μπλε καμβά της νύχτας. Ο Κρις είναι ακόμα μέσα μου, πεσμένος πάνω μου, στηρίζεται με τα χέρια του στο παράθυρο δίπλα στα δικά μου. Χώνει τη μουσούδα του στον λαιμό μου. «Τι λες για εκείνη την πίτσα;» Χαμογελάω. «Κάν’ τες δύο». «Αν είναι να έχεις την ενέργεια να με πηδάς όπως τώρα, θα σου πάρω μια ντουζίνα να πάρει ο διάολος». Βγαίνει από μέσα μου και τα λόγια του με κάνουν να λάμπω από ικανοποίηση. Έχοντας ξεπεράσει τον φόβο μου ότι θα πέσω από το παράθυρο, γυρίζω και στηρίζομαι στον τζάμι ενώ τον παρακολουθώ να βγάζει το προφυλακτικό και να το πετάει στο καλάθι των αχρήστων δίπλα στον καναπέ. Το τζιν του είναι ξεκούμπωτο, χαμηλά στους γοφούς του και φοράει ακόμα και τις μπότες. Η λάμψη μου χάνεται. Ξαφνικά συνειδητοποιώ τη γύμνια μου. «Δε γδύθηκες καν». Επιστρέφει και στέκεται μπροστά μου, με αγκαλιάζει και απομακρύνει τα μαλλιά μου από τα μάτια μου. «Επειδή μου πήρες τον έλεγχο, Σάρα, κι αυτό δε συμβαίνει ποτέ». Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος καθώς διακρίνω στον τόνο του ότι υποφέρει και νομίζω… νομίζω ότι για μια πολύ ελάχιστη χρονική στιγμή με χρειάζεται. Ίσως τον χρειάζομαι κι εγώ. Χαϊδεύω το μάγουλό του με τα δάχτυλά μου. «Εγώ είχα τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου, πάνω σε ένα τζάμι που μπορεί να έσπαγε. Για την ακρίβεια, ακόμα έτσι είμαι». «Και οι δύο έτσι είμαστε», λέει. «Και είναι ενισχυμένα ακόμα και για τυφώνες. Δεν έχουμε πρόβλημα». Ακουμπάω το χέρι μου στο στήθος του, ο σταθερός χτύπος της καρδιάς του κάτω από την παλάμη μου με κάποιο τρόπο με κάνει να νιώθω πιο ζωντανή. Ο Κρις με κάνει να νιώθω πιο ζωντανή. Θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτόν, να διώξω την ξαφνικά συννεφιασμένη του διάθεση, όπως εκείνος έχει διώξει τη δική μου. «Ξέρεις, Κρις, έχω μερικά όρια». Σηκώνει το φρύδι του, με κοιτάζει περίεργος. «Σε τι είδους όρια αναφέρεσαι;» «Δεν μπορώ να πάω σπίτι με το σουτιέν να φαίνεται απ’ την μπλούζα μου. Την έσκισες». Με ανταμείβει με ένα σέξι λοξό χαμόγελο, σαν εκείνο που μου είχε σκάσει έξω από την γκαλερί, δίπλα στην Porsche. «Δε σε άκουσα να παραπονιέσαι εκείνη την ώρα». «Η μπλούζα μου είχε καταστραφεί. Τουλάχιστον έπρεπε να είναι για ευχάριστο λόγο». Τα μάτια του φωτίζονται από μια διάθεση σκανδαλιάς και δαγκώνει το κάτω χείλος μου. «Ευχαρίστως να σου αγοράσω μια καινούργια αν είναι να το ξανακάνουμε». «Προς το παρόν, θα δανειστώ μία από σένα. Δεν πρόκειται να φάω με ψηλοτάκουνα και


κάλτσες». Σηκώνει το φρύδι του. «Πολύ θα μου άρεσε αν το έκανες». «Α, όχι», λέω και χαμογελάω βγάζοντας τα παπούτσια μου για να τονίσω αυτό που λέω. «Δεν πρόκειται να συμβεί». «Την άλλη φορά», λέει και μου κλείνει το μάτι και η υπόνοια ότι θα υπάρξει κι άλλη φορά δε θα έπρεπε να με ευχαριστεί για λόγους που ήδη έχω αποφασίσει, και δεν έχουν να κάνουν μόνο με το γεγονός ότι θα γυρίσει στο Παρίσι. Χωρίς να ξέρω το γιατί, ο Κρις είναι κατεστραμμένος. Είναι, και είμαι κι εγώ, και δεν κάνουμε καλό ο ένας στον άλλον. Μια δεύτερη φορά δε θα κάνει καλό σε κανέναν από τους δυο μας εκτός κι αν…. εκτός κι αν θέλουμε κάτι παραπάνω από το αποψινό. Ο Κρις απομακρύνεται από το παράθυρο, και εκπλήσσομαι όταν τον βλέπω να βγάζει την μπλούζα του. Και, ω ναι, οι κοιλιακοί του είναι άψογοι. Ήξερα ότι ήταν ωραίος, ήξερα ότι ήταν γυμνασμένος, αλλά κάθε εκατοστό του κορμιού του είναι σκληρό σαν πέτρα και σμιλεμένο με τέτοιον τρόπο, που μόνο αν έχεις τη γενετική προδιάθεση και περνάς πολλές ώρες στο γυμναστήριο μπορείς να το αποκτήσεις. Το περίτεχνο τατουάζ που καλύπτει ολόκληρο τον δεξή του ώμο και φτάνει μέχρι το μπράτσο του, εκείνο που καιγόμουν να δω πιο καθαρά, με έχει μαγέψει. Ο δράκος είναι επιβλητικός, σχεδιασμένος με τέτοια λεπτομέρεια και επιδεξιότητα που θα μπορούσε να τον έχει ζωγραφίσει ο ίδιος. «Περνάω την επιθεώρηση;» ρωτάει μαλακά. Απλώνω το χέρι μου να αγγίξω το σχέδιο στο μπράτσο του μα εκείνος το πιάνει. «Αν με αγγίξεις ενώ με κοιτάζεις έτσι, δε θα φας πίτσα». Πλησιάζει και μου φοράει την μπλούζα. Εισπνέω το σέξι άρωμα που είναι ποτισμένη και ποτίζει κι εμένα και την αγκαλιάζω, όπως θα ήθελα να κάνω μ’ εκείνον. «Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θέλω πίτσα». «Δε θα σε αφήσω να μου λιποθυμήσεις». Με πιάνει από το πιγούνι, ανασηκώνει πρόσωπό μου και με κοιτάζει στα μάτια. «Τώρα είμαστε και οι δύο ημίγυμνοι». Χαμηλώνει τη φωνή του και συμπληρώνει «Επί ίσοις όροις». Επί ίσοις όροις. Είναι το τελευταίο πράγμα που περίμενα ν’ ακούσω από έναν άντρα που είχε τον έλεγχό μου μέχρι πριν λίγα λεπτά. Δε βγάζει νόημα. Εξουσία σημαίνει να παίρνεις, όχι να δίνεις. Αυτός πώς μπορεί να κάνει και τα δύο; Έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν που μπορούσε να το κάνει; «Ίσοι όροι θα σήμαινε ότι κι εγώ θα μπορούσα να σε κολλήσω στο παράθυρο και να σου απαγορεύσω να κουνηθείς ενώ θα σε βασανίζω δίχως έλεος». Τα μάτια του σκοτεινιάζουν και μέσα στις πράσινες λίμνες τους, ανάμεσα στους χρυσαφένιους κόκκους, εμφανίζονται σκιές. «Αν πίστευα ότι ήσουν έτοιμη γι’ αυτό που θα ακολουθούσε μετά από κάτι τέτοιο, θα σε άφηνα». Θα με άφηνε; Θα με άφηνε; «Τι σημαίνει αυτό, Κρις;» Σηκώνει το χέρι του και μου χαϊδεύει το κάτω χείλος και το άγγιγμά του είναι τρυφερό, αλλά υπάρχει μια ένταση που μετά βίας μπορεί να κρύψει κάτω από την ήρεμη όψη του. Μου λέει. «Υπάρχουν τόσο πολλά που θα μπορούσα να σου δείξω, Σάρα, αλλά δεν είμαι έτοιμος να το βάλεις στα πόδια». Τα λόγια του φανερώνουν μια αίσθηση αναπόφευκτης μεταμέλειας. Αντιδρώ στην αίσθηση που έχω ότι απομακρύνεται χωρίς καν να κινείται –με πονάει


ανεξήγητα– και τον αρπάζω από το μπράτσο και τον πλησιάζω. «Ποιος λέει ότι θα το βάλω στα πόδια;» «Θα το κάνεις», λέει. Νομίζει ότι δεν μπορώ να αντέξω περισσότερα από τα αποψινά; Δε βλέπει ότι χρειάζομαι περισσότερα; Χρειάζομαι τη διαφυγή. «Κάνεις λάθος». Κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε. «Όχι, δεν κάνω λάθος». Ανοίγω το στόμα μου έτοιμη να διαφωνήσω αλλά χτυπάει το κινητό του στην τσέπη του τζιν του. Το ringtone του είναι ένα κομμάτι στο πιάνο και βάζω στοίχημα το αμάξι μου ότι εκτελεστής είναι ο πατέρας του. Του είπα ότι σιχαίνομαι τον πατέρα μου. Τι με έπιασε; Και προφανώς, παρόλο που ο πατέρας του έχει φύγει, τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Βγάζει το κινητό από το παντελόνι του που του σταματάει χαμηλά στη μέση και εγώ είμαι αρκετά σίγουρη ότι το σηκώνει για να λήξει την κουβέντα μας. «Σωστά», λέει. «Τη συνηθισμένη και… μισό λεπτό». Με κοιτάζει. «Τι πίτσα θέλεις;» Του τηλεφώνησαν από την πιτσαρία; Έχω μπερδευτεί. «Με τυρί». «Η δική μου να είναι έξτρα λαρτζ», λέει στο τηλέφωνο. «Ωραία. Ευχαριστώ». Κλείνει το τηλέφωνο. «Έρχεται η πίτσα». «Αυτό θα πει εξυπηρέτηση». «Κλείνουν σε λίγο και ο Τζέικομπ ήθελε να παραγγείλει πίτσα και ρώτησε αν είχαν τηλεφωνήσει». «Όπως είπα, αυτό θα πει εξυπηρέτηση». «Ξέρω τον ιδιοκτήτη δέκα χρόνια και εφόσον έχει και το μαγαζί με τις μηχανές που συχνάζω, με συμπαθεί. Του στέλνω πολλούς πελάτες». Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί στον καναπέ. «Βολέψου. Θα μας φέρω ποτά και πιάτα και θα φάμε εδώ». Χαμογελάει. «Εκτός κι αν βαρέθηκες να κοιτάζεις από το παράθυρο». Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά και κάθομαι. Ο καφέ δερμάτινος καναπές είναι μαλακός και λίγο κρύος και αναριγώ. «Πολύ κακό αστείο». Πιάνει ένα τηλεχειριστήριο και το τζάκι αερίου στα δεξιά μου στη γωνία ανάβει. «Είμαι καλός στο να λέω κακά αστεία». «Ναι», λέω συμφωνώντας και τραβάω ένα καφέ ριχτάρι πάνω μου. «Το ξέρω. Ο άνθρωπος με το κόκκινο παπούτσι;» «Δε σου αρέσει ο Τομ Χανκς;» «Είναι παλιά ταινία». «Μου αρέσουν οι κλασικές ταινίες». Κάθεται δίπλα μου και πιάνει ένα άλλο τηλεχειριστήριο και πατάει ένα κουμπί. Μια τεράστια τηλεόραση με επίπεδη οθόνη κατεβαίνει από το ταβάνι πάνω από το τζάκι. Μου δίνει το τηλεχειριστήριο. «Το κλειδί του κάστρου μου, στη διάθεσή σου». Αυτός ο άντρας με γοητεύει και με κάνει να νιώθω άνετα όπως δεν έχω νιώσει ποτέ με κανέναν. Παίρνω το τηλεχειριστήριο. «Και Ο άνθρωπος με το κόκκινο παπούτσι είναι κλασική;» «Όπως και ο Όστιν Πάουερς». «Όστιν Πάουερς;» κάνω. «Πες μου ότι δεν είσαι φαν των ταινιών με τον Όστιν Πάουερς». «Τις έχεις δει;»


«Όχι», ομολογώ, «αλλά μου φαίνονται πολύ χαζές». «Αυτό είναι το νόημα, γλυκιά μου. Είναι μια διαφυγή από την πραγματικότητα». Σηκώνεται όρθιος. «Πάω να φέρω ποτά και πιάτα». Σουφρώνει τα χείλια του. «Κρασί;» «Όχι», λέω με έμφαση. «Δε θέλω κρασί». «Corona;» «Όχι. Δε θέλω αλκοόλ». «Άρα οι επιλογές σου είναι οι εξής: εμφιαλωμένο νερό ή Gatorade». «Νερό», λέω. «Ποτέ δεν πίνω θερμίδες που μπορώ να τις φάω. Μπορώ έτσι να φάω περισσότερη πίτσα». «Κατάλαβα», απαντάει και δείχνει να το διασκεδάζει. «Περισσότερη πίτσα, αυτό είναι πάντα καλό. Επιστρέφω αμέσως». Βουλιάζω πιο βαθιά στον καναπέ και τον παρακολουθώ να πηγαίνει προς την τεράστια ανοιχτή κουζίνα που βλέπει στο καθιστικό, και είναι όλο αρρενωπή γοητεία με τα ψηλά του πόδια και τους μυς του που τεντώνουν. Επίσης, είναι μια τεράστια αντίφαση μόνος του. Αστείος, γοη​τευτικός, χωρίς το εγώ που έχει κάθε δικαίωμα να έχει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ο άντρας που αντιμετώπισε και κέρδισε τον βασιλιά των εγωκεντρικών, τον Μαρκ Κόμτον. Ο άντρας που με κόλλησε στο παράθυρο και με πήρε με ένα σκοτεινό πάθος που ένιωθα ότι ερχόταν από ένα μέρος βαθιά κρυμμένο, ένα μέρος βασανισμένο. Ο άντρας που μου είπε ότι θα μου έδειχνε πράγματα αλλά δεν ήταν έτοιμος να το βάλω στα πόδια. Καίγομαι να μά​θω τι εννοεί, τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια. Και για δεύτερη φορά απόψε, νομίζω ότι είμαστε δυο άνθρωποι μπερδεμένοι, προορισμένοι να καταστρέψουμε ο ένας τον άλλον, αλλά δεν μπορώ να φύγω. Όχι… Το θέμα δεν είναι ότι δεν μπορώ. Το θέμα είναι ότι δε θέλω.


16 Ο Κρις μόλις έχει αφήσει πιάτα και δυο μπουκάλια νερό στο τραπέζι, όταν ένα περίεργο κουδούνισμα αντηχεί στο δωμάτιο. «Τι ήταν αυτό;» «Το κουδούνι μου», λέει με ένα αγορίστικο χαμόγελο που έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον γεμάτο ένταση άντρα που μόλις μου έκανε υπέροχα, βρόμικα πράγματα. «Ακόμα κι αν κάποιος καταφέρει να περάσει από τον κωδικό του ασανσέρ, πάλι πρέπει να περιμένει να του ανοίξω». «Αποκλείεται να είναι η πίτσα, ε; Πήραν πριν καμιά δεκαριά λεπτά». Ρίχνει μια ματιά στο μεγάλο ασημένιο και μαύρο ρολόι του που με κάποιο τρόπο μου φαίνεται ερωτικό. «Ακριβώς δέκα λεπτά», λέει. «Αλλά υποθέτω ότι το ’παιξαν στην τύχη και μου είχαν ετοιμάσει τη συνηθισμένη μου πριν μου τηλεφωνήσουν». Σηκώνεται όρθιος, και τρίβει τα δυνατά του χέρια στα πόδια του. «Πού είναι το μπάνιο;» ρωτάω και σηκώνομαι. Μου δείχνει μια πόρτα δίπλα στο τζάκι και πηγαίνει προς το ασανσέρ. Τον παρατηρώ και προσπαθώ να φανταστώ πώς θα αντιδρούσα αν ήμουν γυναίκα κι έφερνα την παραγγελία και άνοιγε ο Κρις την πόρτα ή το ασανσέρ χωρίς την μπλούζα του. Και έβλεπα το τατουάζ. Ποτέ δεν πίστευα ότι ήμουν από αυτές που τους άρεσαν τα τατουάζ αλλά το δικό του είναι σέξι, ίσως ό,τι πιο σέξι έχω δει ποτέ. Ή ίσως ο Κρις να είναι απλώς ο άντρας που βρήκε τα κουμπιά μου. Πληκτρολογεί έναν κωδικό στον πίνακα δίπλα στο ασανσέρ και δεν μπορώ να δω αν μαζί του είναι τώρα κάποια γυναίκα που σίγουρα θα κοκκινίζει, αλλά ακούω τη φωνή του Τζέικομπ και το υπόκωφο γέλιο του Κρις. Ο ήχος αυτός μου προξενεί ένα παράξενο συναίσθημα, ένα παράξενο, ανεπιθύμητο συναίσθημα. Ω Θεέ μου. Μην το κάνεις αυτό, Σάρα. Μην ερωτευτείς τον Κρις. Όλο αυτό είναι απλώς μια διαφυγή από την πραγματικότητα. Επιστρέφει και έρχεται προς το μέρος μου, κρατώντας δυο κουτιά πίτσα και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι να με έχει κολλημένη στο παράθυρο και να μου κάνει βρόμικα πράγματα. Διορθώνω την προηγούμενη σκέψη μου. Σίγουρα βρίσκει όλα τα κουμπιά που με ερεθίζουν επί δέ​κα. Αρνούμαι να χαλάσω κάτι καλό με συναισθήματα και σκέψεις για το μέλλον. Όταν ήμουν στην αγκαλιά του, με έσπρωξε στα όριά μου και δεν άφησε χώρο για οτιδήποτε άλλο παρά μόνο γι’ αυτό που με έκανε να αισθανθώ. Αμέσως νιώθω μια πείνα αλλά όχι για πίτσα. Θέλω αυτόν και θέλω να νιώσω αυτό που με έκανε να νιώσω πριν λίγο. Σηκώνει τα κουτιά. «Μας έφεραν δύο. Αν είναι να πας στο μπάνιο, πήγαινε τώρα. Έχε μου εμπιστοσύνη, είναι η καλύτερη πίτσα στον κόσμο όταν είναι καυτή». Χαμογελάω πλατιά. «Στον κόσμο;» «Να ’σαι σίγουρη, γλυκιά μου. Έχω φάει πολλή πίτσα στην Ιταλία». Γελάω και τρέχω γρήγορα στο δεύτερο μπάνιο, όπου ανάβω το φως και βλέπω έναν χώρο τόσο πολυτελή που κάνει το μεγάλο μου μπάνιο να μοιάζει με χημική τουαλέτα. Έχει ακόμα και βυθισμένη μπανιέρα. Ξαφνικά, νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος και ακουμπάω στην πόρτα, ξεχνώντας την πείνα μου και την ανάγκη μου. Αυτή η ζωή, η ζωή του Κρις, όλα τα ακριβά πράγματα γύρω μου, ήταν η ζωή μου όταν μεγάλωνα, και προφανώς έχω


ένα φλασμπάκ στο παρελθόν. Ένα κομμάτι μου έχει επιθυμήσει τα όμορφα κοριτσίστικα πράγματα, όπως τις πολυτελείς μπανιέρες, τα σαπούνια και τα αρώματα, αλλά αμέσως υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι αυτά τα πράγματα έχουν ένα τίμημα. Ο Κρις είναι άλλη ιστορία. Αυτή τη ζωή την κέρδισε, και ξέρω ότι η επιθυμία μου να κάνω το ίδιο, να κερδίσω ένα μικρό κομμάτι αυτής της ζωής, με γοητεύει. Διώχνω τις σκέψεις μου και χρησιμοποιώ αμέσως την τουαλέτα κι έπειτα πλένομαι ενώ με κοιτάζω στον καθρέφτη. Τα χείλια μου είναι άχρωμα και πρησμένα και τα καστανά μου μαλλιά ανακατεμένα. Δεν είναι καθόλου παράξενο που φαίνομαι σαν να με έχουν γαμήσει για τα καλά, αλλά δείχνω πολύ καλύτερα από όσο θυμάμαι να δείχνω εδώ και πολύ καιρό. Με έχουν γαμήσει. Δε μου έχουν κά​νει έρωτα. Χαμογελάω στον καθρέφτη. Μου αρέσει η ελευθερία που βιώνει ο νέος μου εαυτός. Είναι σέξι. Ο Κρις εί​ναι σέξι. Νιώθω πιο σέξι από ποτέ. «Κάνε γρήγορα, γυναίκα!» φωνάζει και γελάω καθώς βγαίνω από το μπάνιο. «Γιατί οι γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν γρήγορα;» ρωτάει ενώ κάθομαι στον καναπέ. «Γιατί οι άντρες είναι τόσο ανυπόμονοι;» του απαντάω και η υπέροχη μυρωδιά ψημένου ψωμιού, μπαχαρικών και σάλτσας ντομάτας μου σπάει τη μύτη. «Επειδή μας μαθαίνετε να είμαστε ανυπόμονοι». Γελάω ρουθουνίζοντας. «Λες και μπορεί κανείς να μάθει τίποτα στους άντρες. Δε νομίζω». Ανοίγει το καπάκι ενός από τα κουτιά και το τυρί είναι ξεροψημένο και φαίνεται πεντανόστιμο. «Φαίνεται και μυρίζει τέλεια. Δε θα ντραπώ καν που θα σε αφήσω να δεις πόση πίτσα μπορώ να φάω». Μου δίνει ένα πιάτο και βάζω ενθουσιασμένη ένα μεγάλο κομμάτι. «Δε φαίνεσαι να μπορείς να φας πάνω από ένα δυο κομμάτια». «Ξέρεις τι να πεις σε ένα κορίτσι, ιδίως αφού, εεε, την έχεις δει γυμνή». Χαμογελάω, νιώθω πολύ λιγότερο αμήχα​να με αυτόν τον άντρα απ’ όσο θα έπρεπε κανονικά, δεδο​μένης της φήμης του και του πόσο ερωτικός είναι. «Σε διαβεβαιώνω ότι μπορώ». Παίρνω μια μπουκιά και βογκάω. «Μμμμ». «Καλή, ε;» με ρωτάει και δαγκώνει κι αυτός το δικό του κομμάτι. «Πολύ καλή», συμφωνώ και παίρνω μια χαρτοπετσέτα από τη στοίβα που έχει αφήσει στο τραπεζάκι. «Αυτή την εβδομάδα θα τρέξω μερικά χιλιόμετρα παραπάνω αλλά θα αξίζει τον κόπο». «Τρέχεις;» «Αυτή την αερόβια άσκηση προτιμώ και μπορώ να την κάνω και στο σπίτι. Δε μου αρέσουν πολύ οι ομαδικές δραστηριότητες και σιχαίνομαι τον κόσμο στα γυμναστήρια». «Υπάρχει ιδιωτικό γυμναστήριο στον τέταρτο όροφο. Είναι ένας από τους λόγους που διάλεξα αυτό το κτίριο». «Έχεις ολόκληρο όροφο. Εκπλήσσομαι που δεν έχεις κι εδώ γυμναστήριο». «Χρησιμοποιώ τον χώρο για στούντιο, θα σου το δείξω αφού φάμε». Θα δω το στούντιο του Κρις Μέριτ και μόνο τότε θυμάμαι ότι είναι σούπερ σταρ. «Δε φέρεσαι σαν διάσημος». «Δε με θεωρώ διάσημο».


Τελειώνω την πίτσα μου και αφήνω το πιάτο μου, και τώρα που έχω κατευνάσει την πείνα μου, τον βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέροντα. Ανεβάζω το ένα μου πόδι στον καναπέ. «Είσαι όμως. Δεν μπορεί να μην το ξέρεις». Ανασηκώνει τους ώμους και παίρνει πίτσα και για τους δυο μας. «Είμαι απλώς αυτός που είμαι». Μου δίνει το πιάτο μου. Αφηρημένη, δέχομαι την πίτσα. «Είσαι ένας από τους νεότερους, πιο πετυχημένους καλλιτέχνες εν ζωή στον κόσμο. Είσαι ιδιοφυής, Κρις». «Και επειδή ξέρω ότι στ’ αλήθεια θαυμάζεις τη δουλειά μου, αυτό που λες έχει σημασία. Πίστεψέ με, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θέλουν να είναι κοντά σου για τους λάθος λόγους όταν είσαι στα φώτα της δημοσιότητας». Δαγκώνω την πίτσα μου και τον κοιτάζω. Ήδη παίρνει κι άλλο κομμάτι. Ακόμα τον κοιτάζω όταν δαγκώνει την πρώτη μπουκιά. Σηκώνει το φρύδι του βλέποντας ότι τον παρατηρώ. «Τι με κοιτάς έτσι;» «Δε σου αρέσει να ξέρουν οι άνθρωποι ότι είσαι διάσημος». «Δε βγάζω και ανακοίνωση». Σμίγω τα φρύδια καθώς αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι. Ή νομίζω ότι καταλαβαίνω. «Στάσου. Επίτηδες χρησιμοποιείς τη φωτογραφία του πατέρα σου;» Ένα χαμόγελο σχηματίζεται αργά αργά στα χείλια του και αφήνει το πιάτο του και δείχνει το κουτί. «Θέλεις άλλο;» Αφήνω το πιάτο μου στο τραπέζι. «Όχι ακόμα. Δεν απάντησες στην ερώτησή μου». Γυρίζει να με κοιτάξει, έχει κι αυτός το πόδι του πάνω στον καναπέ, και τρίβει το σαγόνι του. Μάλλον τον τσάκωσα. «Ναι. Βάζω τη φωτογραφία του εδώ κι εκεί». Μου κλείνει το μάτι. «Σε ξεγέλασα, έτσι δεν είναι;» «Ο πατέρας σου μοιάζει να είναι γύρω στα σαράντα στη φωτογραφία. Υπέθεσα ότι είχες γεράσει άσχημα». «Με άλλα λόγια, σε κορόιδεψα». Σουφρώνω τα χείλια μου και το παραδέχομαι. «Με κορόιδεψες». Κοιταζόμαστε και η ανάλαφρη διάθεσή μας αλλάζει, ο αέρας γίνεται πιο βαρύς με την έλξη και την επιθυμία που νιώθουμε και οι δύο και την οποία η συνεύρεσή μας στο παράθυρο δεν έχει κάνει τίποτα για να σβήσει, ίσα ίσα την έχει φουντώσει. Έτσι πως κάθομαι εδώ και τον παρατηρώ, έχω επισήμως επιβεβαιώσει στο μυαλό μου αυτό που πίστευα νωρίτερα. Ενώ δεν αμφιβάλλω ότι ο Κρις είναι πραγματικά εύθυμος και διασκεδαστικός, καταλαβαίνω ότι καταβάλλει προσπάθεια για να είναι έτσι. Θάβει βαθιά μέσα του ό,τι δε θέλει να μάθω. Αυτός ο άντρας είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα αφήνει να φανούν και αυτό που μπορώ να διακρίνω από κάτω με ιντριγκάρει. Το βλέμμα μου πέφτει στο μπράτσο του, στον κόκκινο, μπλε και κίτρινο δράκο. Κάθομαι πιο κοντά του και το πόδι μου ακουμπά το δικό του, ηλεκτρίζοντας αμέσως το δέρμα μου. Καταπίνω με δυσκολία και απλώνω το χέρι μου, αφήνω τα δάχτυλά μου να χαϊδέψουν τον δράκο. Οι μύες του σφίγγονται στο άγγιγμά μου και η σκέψη ότι έχω αυτή την επίδραση πάνω του είναι πολύ προκλητική. Αργά, το βλέμμα μου συναντά το δικό του που είναι σαν καυτό κάρβουνο που λαμπυρίζει. «Είναι πολύ… σέξι». Εκπλήσσομαι που ξεστομίζω τόσο εύκολα αυτές τις λέξεις. Είμαι φρικτή στο φλερτ, μαζί του όμως είμαι διαφορετική.


«Χαίρομαι που το βλέπεις έτσι». Αγγίζω τον πήχη του χεριού του, και σφίγγει το χέρι μου σαν να μη θέλει να χάσει την επαφή. «Γιατί έκανες δράκο;» «Είναι σύμβολο της δύναμης και του πλούτου, δύο πράγματα που όταν ήμουν νέος ήξερα ότι τα ήθελα». «Και ήθελες χρήματα και εξουσία σε τόσο νεαρή ηλικία;» «Ναι». Θέλω να ρωτήσω γιατί, αλλά μου φαίνεται πολύ αδιάκριτο. «Και τώρα;» «Τα έχω και με κάνουν να νιώθω ασφαλής». Σκέφτομαι ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία με τον Μαρκ, μια πιο σκοτεινή του πλευρά που είδα απόψε. Του αρέσει η εξουσία, όχι με τον αφηρημένο τρόπο που αρέσει στον Μαρκ, αλλά την έχει επειδή την κερδίζει. «Οι πρώτοι μου πίνακες απεικόνιζαν δράκους. Είναι η προσωπική μου συλλογή. Ποτέ δεν έχω πουλήσει κανέναν ούτε καν έχω προσπαθήσει». «Τους έχεις εδώ; Πολύ θα ήθελα να τους δω». «Στο Παρίσι». «Ω!» Φυσικά. Το Παρίσι είναι το αληθινό του σπίτι. Ρίχνω άλλη μια ματιά στο μπράτσο του. «Η καλλιτέχνιδα είναι πολύ ταλαντούχα». «Πράγματι». Νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μια γυναίκα που την άφησε να φιλοτεχνήσει το κορμί του, που φαίνεται να τον ενέπνευσε τόσο που να κάνει δική του τέχνη. Με μια απαλή κίνηση βάζει τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου και μετά βίας κρύβω την ανατριχίλα που με διαπερνά. «Τι θες να μάθεις;» με ρωτάει. Για εκείνη. Θέλω να μάθω για εκείνη. «Θα μου πεις αυ​τά που θέλεις να ξέρω». Στα μάτια του διακρίνω έκπληξη. «Σχεδόν ποτέ δεν είσαι αυτό που περιμένω, Σάρα ΜακΜίλαν». «Ούτε εσύ». Η φωνή του γίνεται πιο απαλή. «Η γυναίκα που μου έκανε το τατουάζ με βοήθησε να περάσω μια δύσκολη φάση». Κρατάω την αναπνοή μου και δεν ξέρω γιατί. «Είναι παρελθόν», συμπληρώνει. «Εσύ είσαι παρόν». Ξεφυσάω αργά. Νομίζω ότι το λέει για καλό αλλά η λέξη «παρόν» δε μου κάθεται πολύ καλά. Δεν έχω ιδέα γιατί με ενοχλεί ή γιατί το στομάχι μου έχει γίνει κόμπος. Το παρόν είναι το μόνο που έχει σημασία. Σκέφτομαι υπερβολικά. Δε θέλω να σκέφτομαι. Σκαρφαλώνω στην αγκαλιά του και εκείνος γυρίζει και κάθεται με την πλάτη στον καναπέ. Τον καβαλάω με τόλμη και τον πιάνω από τους ώμους. «Είμαι εδώ τώρα. Τι θα κάνεις μαζί μου;» Για αρκετά δευτερόλεπτα απλώς κάθεται εκεί. Δε με αγγίζει. Αποπνέει ένταση, που με διαποτίζει. Δεν αντιδρά και αρχίζω να αγχώνομαι για πρώτη φορά απόψε. Ξαφνικά τα δάχτυλά του τυλίγονται γύρω από τον αυχένα μου και φέρνει το στόμα μου κοντά στο δικό του. «Ξέρεις τι γίνεται όταν ζορίζεις έναν δράκο; Σε καίει ζωντανή, μωρό μου. Παίζεις με τη φωτιά».


Αγγίζω το μάγουλό του και όλο το άγχος μου εξαφανίζεται, το ξεχνάω. «Δε φοβάμαι ό,τι κι αν λες. Νομίζω ότι με προειδοποιείς διαρκώς να απομακρυνθώ επειδή εσύ φοβάσαι». Τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μαλλιά μου και η αναπάντεχη λαβή του που με κρατάει σταθερά μου κόβει την ανάσα. «Μόνο αυτό μπορείς να κάνεις;» ρωτάω, σοκαρισμένη από το πόσο πολύ θέλω περισσότερα. Πόσο πολύ θέλω αυ​τό που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Δε φοβάμαι. Έχω ερεθιστεί. Είμαι έτοιμη. Το βλέμμα του ψάχνει το δικό μου. «Νόμιζα ότι ήσουν μια καλή δασκαλίτσα». «Με διαφθείρεις», ψιθυρίζω, «και, απ’ ό,τι φαίνεται, μου αρέσει». Με το που προφέρω αυτές τις προκλητικές λέξεις με τραβάει κοντά του, με φιλάει με ασυγκράτητο, καυτό πάθος. Γεύομαι το κομμάτι του που θέλω να γνωρίσω, το κομμάτι που φοβάται, και καίγομαι να μάθω περισσότερα. Ίσως έχει δίκιο. Μπορεί να παίζω με τη φωτιά, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Πέρα από κάθε λογική, θα τον πιέσω μέχρι που θα αποκαλύψει τα πάντα.


17 Χάνομαι στο φιλί του, η γλώσσα του στη δική μου με κάνει να βογκάω, με τρελαίνει. Μου χαϊδεύει την πλάτη και ανασηκώνει την μπλούζα μου, εγώ σηκώνω το χέρια μου μετά χαράς και τον αφήνω να μου τη βγάλει. Πιάνει τα στήθη μου πριν προλάβω καν να κατεβάσω τα χέρια μου. Και, ω Θεέ μου, το στόμα του είναι στη ρώγα μου, την πιπιλάει και τη γλείφει. Περνάω τα χέρια μου ανάμεσα στα μαλλιά του και σηκώνει το βλέμμα του και με κοιτάζει στα μάτια. Με κοιτάζει καθώς σχηματίζει μικρό κύκλο με τη γλώσσα του γύρω από τη ρώγα μου. Δαγκώνω τα χείλια μου από την ηδονή και ανασηκώνεται και με φιλάει εκεί που τα δαγκώνω, πιέζοντας τα γυμνά μου στήθη πάνω του. Το χέρι του γλιστράει πάλι πίσω από τον αυχένα μου. Του αρέσει να με κρατάει αιχμάλωτη. Νομίζω ότι του αρέσει πολύ. Νομίζω ότι μου αρέσει κι εμένα. «Δεν ξέρεις τι κάνεις μαζί μου, Σάρα», μουγκρίζει. «Το θέλω όμως», ψιθυρίζω και έχω πολύ καιρό να πω κάτι και να το εννοώ. Γλιστράω τα χέρια μου στα πλευρά του, το δέρμα του ζεστό, πάνω από σκληρούς, σφιχτούς μυς. Το στόμα του αναζητά ξανά το δικό μου, όλο απαιτήσεις και… με μια προειδοποίηση; Ίσως. Πιθανόν. Με κάνει να καίγομαι ακόμα πιο πολύ, να θέλω να τον καταβροχθίσω. Αντιστέκομαι στην παρόρμηση να τον τραβήξω από τα μαλλιά. Τα χέρια του κινούνται πάνω στο κορμί μου, του ανήκω και, ω ναι, θέλω να ανήκω σε αυτόν τον άντρα. «Γείρε πίσω», με προστάζει, το χέρι του στη μέση μου, με σπρώχνει προς τα πίσω, μέχρι που τα χέρια μου φτάνουν στο τραπεζάκι πίσω μου. Τα στήθη μου είναι εκτεθειμένα και το βλέμμα του αχόρταγο καθώς με κοιτάζει. Γλιστράει τα δάχτυλά του ανάμεσα στα πόδια μου και με χαϊδεύει κι εγώ αναστενάζω. «Είσαι τόσο υγρή». Η φωνή του είναι όλο γρέζι, βραχνή από επιθυμία. «Τόσο ζεστή». Με εξερευνά, με βασανίζει, το δάχτυλό του γλιστράει μέσα μου και μετά βίας μπορώ να πάρω ανάσα. Δεν είναι όπως πριν που δεν μπορούσα να τον δω. Με κοιτάζει και τον βλέπω κι εγώ καθαρά, το πάθος, τη λάμψη της σεξουαλικής μαεστρίας στα μάτια του που μου λέει ότι είμαι έξω απ’ τα νερά μου, αλλά δε θέλω να είμαι. Σκύβει μπροστά και δαγκώνει τη ρώγα μου και συνειδητοποιώ ότι όλο αυτό μοιάζει περισσότερο με το προηγούμενο σκηνικό απ’ ό,τι νόμιζα. Για άλλη μια φορά είμαι αιχμάλωτη. Δεν μπορώ να τον αγγίξω, γιατί αν κουνηθώ θα πέσω. Γλιστράει άλλο ένα δάχτυλο μέσα μου και πιπιλάει τις ρώγες μου μέχρι που σχεδόν νιώθω πόνο, ερωτικό, υπέροχο πόνο. «Κρις», ψελλίζω και δεν ξέρω τι ζητάω. «Θυμάσαι όταν είπα ότι θα σε γλείψω ολόκληρη, Σάρα;» ρωτάει, δαγκώνοντάς με ανάμεσα στα στήθη και κατεβαίνοντας προς τα κάτω αφήνοντας τις υγρές, πονεμένες ρώγες μου να πάλλονται αποζητώντας το στόμα του. «Ναι», ψιθυρίζω. «Ναι». Χτυπάει απαλά την κλειτορίδα μου με τον αντίχειρά του, και με το δάχτυλό του απλώνει την υγρασία μου στην υπερευαίσθητη σάρκα μου. «Θέλεις να σε γλείψω εδώ;» ρωτάει, και γλιστράει το ένα του χέρι πάνω στο στομάχι μου ενώ το άλλο του χέρι μπαινοβγαίνει διαρκώς μέσα μου. Οι βλεφαρίδες μου πεταρίζουν και αφήνω το κεφάλι μου να πέσει προς


τα πίσω. «Κοίταξέ με, Σάρα», με προστάζει τόσο απότομα που ανασηκώνω το κεφάλι μου. «Θέλεις να σε γλείψω εκεί;» Κοντεύω. Ο οργασμός πλησιάζει. «Ναι, αλλά… δε… νομίζω ότι θα το αντέξω. Όχι τώρα». Μου κόβεται η ανάσα καθώς απομακρύνει τα δάχτυλά του και με σηκώνει. Πριν προλάβω να καταλάβω τι μου γίνεται, βρίσκομαι στον καναπέ με τα πόδια μου πάνω στους ώμους του. Το στόμα του με αγγίζει και μια ζεστή πίεση με συνεπαίρνει. Η μια αίσθηση διαδέχεται την άλλη και έχω ήδη χαθεί, στροβιλίζομαι στον οργασμό. Προσπαθώ να το σταματήσω αλλά είναι αδύνατον. Αυτός ο άντρας, αυτός ο υπέροχος, σέξι, σκοτεινός άντρας έχει το στόμα του στο κορμί μου με τον πιο οικείο τρόπο που γίνεται, και όλο μου το σώμα σφίγγεται και έπειτα τινάζομαι από την ένταση του κορμιού μου. Τα δάχτυλά του γλιστράνε μέσα μου και απαντάει στην ανάγκη του κορμιού μου να με γεμίσει. Ένα ρίγος με διαπερνά τη στιγμή που ξαναβρίσκω την ανάσα μου, σβήνοντας τη φωτιά που καίει το δέρμα μου. Ο Κρις καλύπτει το σώμα μου με το δικό του κι έπειτα με φιλάει. Νιώθω τη γεύση μου στα χείλια του, αλμυρή και γλυκιά, και ξέρω πως αυτό ήθελε. Και ξέρω πως δεν τον πιέζω καθόλου. Πηγαίνω μόνο όπου με αφήνει να πάω. Σαν να επιβεβαιώνει τις σκέψεις μου, σηκώνεται και εξαφανίζεται, με αφήνει να θέλω κι άλλο. Ελέγχει τα πάντα, ελέγχει εμένα. Στέκεται από πάνω μου, βγάζει τις μπότες του και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή μόλις συνειδητοποιώ ότι γδύνεται. Ανακάθομαι και τον παρατηρώ, το στόμα μου στεγνώνει από την προσμονή. Βγάζει το τζιν του σε χρόνο dt, μαζί και το εσώρουχό του, εκτός κι αν δε φόραγε καθόλου. Δε με νοιάζει. Είναι γυμνός και ερεθισμένος και καυτός, το πέος του προεξέχει, μεγάλο και όλο φλέβες από τη διέγερση. Για μένα. Θέλω να τον αγγίξω, αλλά πριν μπορέσω να κουνηθώ, γυρίζει και αρπάζει το τζιν του, ψάχνει στην τσέπη και ακούω θρόισμα χαρτιού αλλά ίσα που δί​νω σημασία. Τα οπίσθιά του με έχουν μαγέψει και ακόμα τον κοιτάζω όταν αφήνει το παντελόνι του και κάθεται δίπλα μου. Μου δίνει το προφυλακτικό, στα μάτια του διακρίνω μια σιωπηλή πρόκληση. «Τώρα είμαι εδώ. Τι θα μου κάνεις;» Στηρίζομαι στα γόνατά μου, πιάνω το προφυλακτικό και τον κοιτάζω. Ο τρόπος που με διατάζει όσον αφορά τη δική μου ηδονή με μπερδεύει. Όσον αφορά τον ίδιο, δε με διατάζει να κάνω τίποτα. Με έχουν διατάξει στο παρελθόν, με έχουν προστάξει να γονατίσω, με έχουν προστάξει να κάνω πράγματα που δεν ήθελα. Μισούσα εκείνες τις στιγμές και δεν τις έβρισκα καθόλου ερεθιστικές. Αλλά ο Κρις μπορούσε να με προστάξει να κάνω σχεδόν τα πάντα και πιστεύω ότι θα έλιωνα από ηδονή. Θέλω να κάνω πολλά πράγματα σ’ αυτόν τον άντρα, και όταν τα φαντασιώνομαι, υγραίνομαι και υποφέρω. Το μυαλό μου ξυπνάει με βρόμικες διαθέσεις. Νιώθω δυνατή. Σέξι. Μου αρέσει αυτό το συναίσθημα. Χαμηλώνω το βλέμμα μου στο πέος του και το σηκώνω ξανά. «Θέλεις να σου το φορέσω τώρα ή θέλεις να σε γλείψω πρώτα;» Το βλέμμα του σκοτεινιάζει. «Α, μικρή μου όμορφη δασκαλίτσα. Αρχίζω να αναρωτιέμαι ποιος διαφθείρει ποιον;» Ούτε τον διαφθείρω ούτε είναι στο έλεός μου, ενώ εγώ σίγουρα είμαι στο δικό του. Για την ακρίβεια, δεν είμαι καν σίγουρη ότι θα μπορούσε να είναι ποτέ στο έλεός μου και


υπάρχει κι ένα κομμάτι μου που νιώθει ότι ποτέ δε θα μάθω αυτόν τον άντρα μέχρι όντως να βρεθεί στο έλεός μου. Η επιθυμία να του δείξω ότι μπορώ να διαχειριστώ ό,τι μου λέει να κάνω είναι ένας σπόρος που αρχίζει να φυτρώνει. Αφήνω το προφυλακτικό να πέσει στον καναπέ, και με το ένα χέρι αγγίζω τον μηρό του, οι σγουρές τρίχες γαργαλάνε την παλάμη μου με έναν παραδόξως ερωτικό τρόπο αλλά και πάλι, είμαι υπερευαίσθητη αυτή τη στιγμή, όλο μου το κορμί μουδιασμένο. Τυλίγω το ελεύθερο χέρι μου γύρω από τη βάση της στύσης του – η σάρκα του απαλή πάνω σε σκληρό ατσάλι. Σκύβω από πάνω του και γλείφω την αλμυρή και γλυκιά σταγόνα διέγερσης που υπάρχει στην άκρη της. Η γεύση εκρήγνυται στο στόμα μου και εκείνος βογκάει. Ακούγοντάς τον ερεθισμένο, η επιθυμία μου παίρνει φωτιά. Σχηματίζω έναν κύκλο με τη γλώσσα μου γύρω του και τον πιπιλάω. Νιώθω τον μηρό του να σφίγγεται κάτω από την παλάμη του και η ικανότητά μου να τον ικανοποιώ με μαγεύει, αλλά θέλω να κατεβάσει το χέρι του και να πιέσει το κεφάλι μου, να το θέλει τόσο πολύ, που να μην αντέχει στην ιδέα ότι θα σταματήσω. Παρασυρμένη από αυτόν τον σκοπό, αρχίζω να βάζω και να βγάζω αργά το πέος του στο στόμα μου και ανασηκώνει τους γοφούς του ακολουθώντας την κίνησή μου. Σχεδόν νιώθω την ανάγκη του να με κρατήσει εκεί που είμαι, αλλά δεν το κάνει. Αυξάνω την ικανοποίησή του και τον πλησιάζω, ακουμπώντας επίτηδες το στήθος μου στο πόδι του. Ένα σιγανό βογκητό ξεφεύγει από τα χείλια του. «Φτάνει», με προστάζει, και με τραβάει στην αγκαλιά του. Όχι, φωνάζω μες στο κεφάλι μου, αποφασισμένη να το φτάσω μέχρι τέλους, αλλά είναι πολύ αργά. Είναι πολύ δυνατός για να αντισταθώ. Ήδη βρίσκομαι πάνω στο στήθος του, τα χέρια του στα μαλλιά μου, το στόμα του στο δικό μου. Ήταν θανατηφόρος, ναρκωτικό… κάποιο μέρος του μυαλού μου έχει θολώσει από τον πόθο και θυμάμαι τις λέξεις σ’ εκείνο το πρώτο απόσπασμα που διάβασα στο ημερολόγιο. Ο Κρις γρήγορα μου γίνεται εθισμός, ένα ναρκωτικό που ποτέ δε θα μου είναι αρκετό. Νιώθω τη στύση του στα οπίσθιά μου και απλώνω το χέρι μου προς τα πίσω για να τον χαϊδέψω. Χαϊδεύει τα στήθη μου, πειράζει τη ρώγα μου. «Φέρε το προφυλακτικό, μωρό μου». «Δεν το χρειαζόμαστε», ψιθυρίζω, τόσο έτοιμη για εκείνον που υποφέρω από επιθυμία. «Παίρνω αντισυλληπτικά». Σταματάει να με φιλάει και κοκαλώνει. Αγγίζω με τις παλάμες μου το στήθος του και δεν ξέρω ποιανού η καρδιά χτυπάει γρηγορότερα, η δικιά του ή η δικιά μου. Η αντίδρασή του μου προκαλεί τρόμο και ενστικτωδώς ξέρω τι σκέφτεται. Κάνω προς τα πίσω και τον κοιτάζω. Μέσα μου συγκρούονται ο θυμός και ο πόνος. «Νομίζεις ότι παίρνω αντισυλληπτικά επειδή κοιμάμαι με διάφορους. Δε σε πιστεύω. Για να ξέρεις λοιπόν, έχω να κοιμηθώ με κάποιον… πολύ καιρό… και ούτε θα κοιμηθώ κι απόψε με κανέναν». Προσπαθώ να σηκωθώ από πάνω του αλλά με κρατάει. «Άσε με, Κρις». «Δεν υπάρχει περίπτωση». Γλιστράει το χέρι του στην πλάτη μου και στον αυχένα μου και με αναγκάζει να υποκύψω και αυτή τη φορά δε μου αρέσει. «Σου είπα ότι δεν ήμουν έτοιμος να σε αφήσω να το βάλεις στα πόδια και το εννοούσα». «Άσε με», λέω επιτακτικά. Έχω πάρει φωτιά και όχι μόνο από θυμό, κι αυτό με κάνει να


νευριάζω με τον εαυτό μου. «Δεν είμαι τόσο περίπλοκος, Σάρα. Φοράω προφυλακτικό για να προστατεύομαι. Γαμάω και γαμιέμαι, Σάρα. Αυτός είμαι, αυτό είμαι. Σου το είπα». Τα λόγια του είναι σκληρά και με χτυπάνε παγερά και ξεκάθαρα. Χαμηλώνω τα μάτια μου και νιώθω ότι θα γίνω κομμάτια. Έχει δίκιο. Με πιάνουν συναισθηματισμοί. Το προφυλακτικό δεν είναι χαζομάρα. Πώς άφησα να παρασυρθώ έτσι; Όλο αυτό δεν είναι παρά μια απλή διαφυγή. Σκέτο σεξ. Τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μαλλιά μου, οι παλάμες του στο πρόσωπό μου, καθώς με κοιτάζει στα μάτια. Το ταραγμένο βλέμμα του, σε αντίφαση με τα παγερά του λόγια, μου κόβει την ανάσα. «Να πάρει, γυναίκα», ψιθυρίζει. «Τι μου κάνεις;» Πιέζει το μέτωπό του στο δικό μου και η φωνή του είναι βραχνή σαν από μια αέναη πάλη. «Δεν είχα σκεφτεί τις προφυλάξεις μέχρι που είπες ότι παίρνεις αντισυλληπτικά. Ήθελα να ’ξερα ποιος σε είχε και σε έχα​σε, ενώ δεν έχω κανένα δικαίωμα να νοιάζομαι. Δε θέλω να νοιάζομαι. Δε θέλω να θέλω να ξέρω». Νοιάζεται όμως, αυτό μου λέει δηλαδή, και ξαφνικά η ανάσα μου επανέρχεται στο κανονικό. «Είναι παρελθόν», απαντάω όπως μου είχε πει εκείνος για τη γυναίκα που του έκανε το τατουάζ. «Πόσο παρελθόν, Σάρα; Πότε πήγες τελευταία φορά με άντρα;» «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μάθεις;» Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. «Γιατί, αν σου πω, νομίζω ότι–» «Πότε;» Νιώθω τον λαιμό μου να κλείνει. «Πριν πέντε χρόνια. Συνέχισα να παίρνω αντισυλληπτικά… έτσι». Κάνει προς τα πίσω και με κοιτάζει διερευνητικά. «Με κανέναν εδώ και πέντε χρόνια;» Αποστρέφω το βλέμμα μου. «Δε νομίζω ότι θέλω να το συζητήσω». Επαναλαμβάνω ό,τι έχω ήδη πει. «Είναι το πα​ρελθόν κι εσύ είσαι το παρόν». Αγγίζει το πρόσωπό μου, με κοιτάζει διερευνητικά, και τα δευτερόλεπτα μοιάζουν με ώρες. Φοβάμαι ότι θα νομίζει ότι δεν μπορώ να χειριστώ μια σχέση χωρίς δεσμεύσεις. «Ακριβώς, μωρό μου», ψιθυρίζει τελικά. «Είμαι το παρόν». Με φιλάει, η γλώσσα του γλιστράει πάνω στη δική μου, με χαϊδεύει και με κάνει να μαλακώνω, να τον έχω ανάγκη, και δεν έχω πια την επιλογή να σκεφτώ. Κατεβάζει τα χέρια του στη μέση μου και το άγγιγμά του στο κορμί μου έχει πρωτόγνωρη επίδραση πάνω μου. Κάθε εκατοστό της σάρκας μου αναριγεί και ζωντανεύει. «Θέλω να μπω μέσα σου», γρυλίζει στο αυτί μου, η ανάσα του ζεστή στον λαιμό μου, κι έπειτα τα χείλια του αγγίζουν το ευαίσθητο σημείο μου. Το κορμί μου σφίγγεται στο άκουσμα αυτών των λέξεων. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, δεδομένου του ότι με έχει ανάψει πολλές φορές αυτός ο άντρας, ποτέ δεν έχω ερεθιστεί τόσο όσο αυτή τη στιγμή. «Ναι», ψιθυρίζω. «Σε παρακαλώ». Με ανασηκώνει και μπαίνει με δύναμη μέσα μου και μου κόβεται η ανάσα. Με τεντώνει, φτάνει όσο πιο βαθιά γίνεται, και όχι μόνο σωματικά. Ο Κρις με αγγίζει βαθιά, έντονα, ολοκληρωτικά. «Να πάρει… τι ωραία αίσθηση, μωρό μου». Η φωνή του είναι τραχιά, μεθυστικά ερεθισμένη. Και πάλι εξαιτίας μου, σκέφτομαι. Η ιδέα με ικανοποιεί τρομερά.


Το ένα χέρι του γλιστράει στην πλάτη, το άγγιγμά του έχει μια κτητικότητα που μοιάζει να με καίει καθώς με πιέζει πάνω του. Ακολουθώ την κίνησή του, το πέος του μέσα μου ένα ηδυπαθές παιχνίδι στην ευαίσθητη σάρκα μου. Δαγκώνει το κάτω χείλος μου και γλείφει το ίδιο σημείο. «Έχεις γεύση από μέλι και λιακάδα», μουρμουρίζει και μετά με εκπλήσσει καθώς σε μια τέτοια έντονη στιγμή χαμογελάει και συμπληρώνει, «και πίτσα». Γελάω και γλείφω το κάτω χείλος του. «Εσύ έχεις γεύση από–» «Εσένα», τελειώνει την πρόταση για λογαριασμό μου και το στομάχι μου σφίγγεται καθώς λέει πιο σιγανά: «Έχω γεύση από εσένα, Σάρα». Ο αέρας γύρω μας γίνεται πιο βαρύς και το δέσιμο που ένιωθα με τον Κρις από τη στιγμή που γνωριστήκαμε παίρνει ζωή. Μας ελέγχει. Μας διεκδικεί. Δεν είμαστε πια οι εαυτοί μας, δεν είμαστε πια τα κατεστραμμένα πλάσματα που σκέφτονται, που μπορούν να συγκρατηθούν και να ελέγξουν τι λένε και τι κάνουν. Είμαστε απλώς δυο άνθρωποι που έχουν χάσει τον κόσμο γύρω τους και βρήκαν αυ​τή τη δυνατή, παθιασμένη στιγμή. Τα στόματά μας ενώνονται, οι γλώσσες μας μπλέκονται σε ένα βρόμικο, συναισθηματικά φορτισμένο φιλί που δε μοιάζει με κανένα που έχουμε δώσει ως τώρα. Νιώθω το φιλί του σε κάθε μέρος του κορμιού μου και ένα άγνωστο συναίσθημα στο στήθος μου. Σε κάποιον βαθμό ξέρω ότι αυτό είναι επικίνδυνο με αυτόν τον άντρα. Το να τον ερωτευτώ είναι ένα λάθος που δε σκοπεύω να κάνω και δε θέλω να κάνω, αλλά δεν μπορώ να καταπολεμήσω τα συναισθήματα που με πλημμυρίζουν. Δεν μπορώ να ξεφύγω από τον τρόπο που κατακλύζει τις αισθήσεις μου, αν και δεν μπορώ να πω ότι έχω προσπαθήσει κιόλας. Κινούμαστε μαζί, σε έναν ηδυπαθή χορό ανεξέλεγκτου πάθους, αγγίζουμε ο ένας τον άλλον με ζεστά, διψασμένα χάδια και θέλω να μπω κάτω από το δέρμα του. Έτσι όπως τον αγγίζω, έτσι όπως τον φιλάω, μέσα μου γεννιέται μια απόγνωση. Το φύλο μου κατακλύζεται από αισθήσεις που απλώνονται σε όλες μου τις νευρικές απολήξεις. Αποζητώ με γλυκόπικρο πόθο αυτό στο οποίο με οδηγούν, ενώ ταυτόχρονα ποθώ να απολαύσω αυτή την εμπειρία όσο μπορώ, όχι να την τελειώσω. Ο οργασμός έρχεται πολύ γρήγορα και απροειδοποίητα και γαντζώνομαι στον Κρις χώνοντας το πρόσωπό μου στον λαιμό του. Μουγκρίζει καθώς το σώμα μου κατεβαίνει με δύναμη πάνω στο κοντάρι του και με πιέζει δυνατά και σπρώχνει. Τα χέρια του τυλιγμένα γύρω μου, με κρατάει σφιχτά ενώ κουνιέται τελειώνοντας. Όταν και οι δύο έχουμε χαλαρώσει, το κρασί και η ευχαρίστηση έχουν ανακατευτεί και έχουν μουδιάσει τα κορμιά μας, τόσο πολύ που εγώ δεν κουνιέμαι καθόλου και ο Κρις ασχολείται με το να μας σκουπίσει και μετά ξαπλώνει στον καναπέ και με παίρνει στην αγκαλιά του. Η καρδιά του χτυπάει κάτω από το αυτί μου και με το τζάκι να μας ζεσταίνει, τα βλέφαρά μου γίνονται όλο και πιο βαριά.


18 Απόψε ένιωθα ότι τελικά τον βρήκα ξανά. Ήταν διαφορετικός. Ήμασταν διαφορετικοί. Ήμασταν μόνο αυτός κι εγώ, μόνοι στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Τι ανακούφιση! Είχα βαρεθεί να με μοιράζεται. Με πονάει όταν με μοιράζεται, όταν με κάνει να νιώθω ότι δεν είμαι αρκετή γι’ αυτόν. Λέει ότι δεν είναι έτσι. Λέει ότι εκπληρώνω κάθε φαντασίωσή του. Ότι είμαι η τέλεια υποτακτική. Θα θυμάμαι για πάντα την αποψινή βραδιά. Μόνο τα χέρια μου ήταν δεμένα και στεκόμουν στο κέντρο του δωματίου. Ήταν γυμνός και με πρόσταζε και εκείνες τις στιγμές θα έκανα τα πάντα για να τον ευχαριστήσω. Ήμουν υγρή και σφάδαζα από επιθυμία να με αγγίξει και τελικά, χάιδεψε τα μάγουλά μου με τα δάχτυλά του και μετά κατέβηκε στον λαιμό μου, το στήθος και τη ρώγα μου. Το χάδι του με έκανε να αναριγήσω και να ανατριχιάσω ολόκληρη. Τόσο πολύ ελέγχει το κορμί μου. Τα δάχτυλά του επέστρεψαν στο πρόσωπό μου, χάιδεψαν τα χείλια μου. «Πιπίλισέ τα», με πρόσταξε και έβαλα τα δάχτυλά του στο στόμα μου και τα έγλειψα. Το βλέμμα του πήρε φωτιά και… Τα μάτια μου ανοίγουν απότομα, μια ηλιαχτίδα με κάνει να τα ανοιγοκλείσω. Ονειρεύομαι. Νομίζω… Ονειρευόμουν πάλι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο. Καταπίνω, ο λαιμός μου στεγνός και νιώθω έναν υγρό πόνο ανάμεσα στα πόδια μου. Συνειδητοποιώ ξαφνικά την αλήθεια. Ω Θεέ μου! Δεν είμαι σπίτι. Είμαι στο διαμέρισμα του Κρις, κατάφερα μάλιστα να δω ένα ερωτικό όνειρο και μπορεί να ήταν μάρτυρας των βογκητών μου ή του παραμιλητού μου, μπορεί και όχι… ανακάθομαι βιαστικά. Μια κουβέρτα που δε θυμόμουν να με είχε σκεπάσει πέφτει στη μέση μου τη στιγμή που βλέπω τον Κρις, με την πλάτη γυρισμένη, και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι είναι ντυμένος, φοράει ένα φθαρμένο τζιν και ένα καφέ κοντομάνικο, ενώ εγώ είμαι ολόγυμνη. Στηρίζεται με το χέρι του στο παράθυρο του καθιστικού κοιτάζοντας το υπέροχο καινούργιο πρωινό ουράνιο τόξο από κόκκινο, κίτρινο και πορτοκαλί στον ουρανό – αλλά δεν μπορώ να το εκτιμήσω αυτή τη στιγμή. Όχι εφόσον το φρικτό πρωινό έχει έρθει, λάμποντας με τη δική του πολύχρωμη δόξα, και ολοκληρώνεται με το πονηρό μου όνειρο, που ελπίζω να μη μοιράστηκα εν αγνοία μου. Ο Κρις, σαν να διαισθάνεται ότι ξύπνησα, γυρίζει προς το μέρος μου. Αντανακλαστικά, καθώς νιώθω ολότελα εκτεθειμένη, μαζεύω τα γόνατά μου στο στήθος μου και τραβάω την κουβέρτα ως το πιγούνι μου. Όσο άβολα κι αν νιώθω, οι αντιδράσεις που μου προκαλεί αυτός ο άντρας δεν επηρεάζονται. Είναι πραγματικά υπέροχος. Τον πίνω σαν φίνο κρασί, γεύομαι κάθε λεπτομέρεια. Φοράει τις μπότες μηχανής που φορούσε στην καφετέρια και το μπλουζάκι του έχει πάνω τον λογότυπο της Harley. Το πρόσωπό του είναι αξύριστο, τα σέξι γένια του δημιουργούν μια σκιά στο σαγόνι του, τα σχεδόν μακριά ξανθά μαλλιά του ελαφρώς βρεγμένα, πλαισιώνουν το όμορφο πρόσωπό του. Και τα μάτια του, αυτά τα πανέξυπνα


μάτια, αστράφτουν χρυσοπράσινα στον ήλιο. Με κοιτάζει κι αυτός, η έκφρασή του σκληρή και αινιγματική. Θέλω να μιλήσει, να κάνει ένα από αυτά τα έξυπνα, ανάλαφρα σχόλιά του, που με καθησυχάζουν τόσο πολύ. Δεν το κάνει και είμαι έτοιμη να αρχίσω να φλυαρώ, μια συνήθεια που είμαι αποφασισμένη να αφήσω πίσω μου, ξεκινώντας τη νέα μου ζωή. «Γεια», λέω τελικά όταν η σιωπή κοντεύει να με τρελάνει, αλλά τουλάχιστον έχω περιοριστεί στη μία λέξη. Σημειώνω πρόοδο. Ακουμπάει στο παράθυρο χωρίς να ανησυχεί ότι θα σπάσει όπως ανησυχούσα εγώ το προηγούμενο βράδυ – έστω και για λίγο, καθώς ξέχασα τους φόβους μου αρκετά γρήγορα όταν άρχισε να με αγγίζει. Μια έξαψη διαπερνά το κορμί μου όταν τον φέρνω στον νου μου να με κολλάει στο τζάμι και θυμάμαι τη χθεσινή νύχτα με τρομακτική διαύγεια – τα χέρια του, τα δάχτυλά του, το στόμα του. Τα στήθη μου ξαφνικά βαραίνουν, οι ρώγες μου πονάνε. Οι σκέψεις μου κάνουν τα μάγουλά μου να καίνε. Ο Κρις, από την άλλη, παραμένει ανέκφραστος σαν πέτρα, παρά την ένταση γύρω του. Η ένταση αυτή πλημμυρίζει το δωμάτιο και καθώς αρχίζει να με πνίγει, η παλιά καλή μου συνήθεια γίνεται η μοναδική μου άμυνα. Αρχίζω τη φλυαρία που τόσο φοβόμουν. «Εγώ, ε, ξημέρωσε, αλλά το ξέρεις μιας και έχει φως και απ’ ό,τι φαίνεται… δεν… δεν πήγα σπίτι». Περνάνε μερικά ασήκωτα δευτερόλεπτα και ορκίζομαι ότι ακούω τον δείκτη στο ρολόι του να κουνιέται κι έπειτα ρωτάει: «Ήθελες να πας σπίτι, Σάρα;» Η ερώτησή του με πιάνει απροετοίμαστη και δεν έχω ιδέα πώς να απαντήσω. Είμαι ακόμη ζαλισμένη. Ήθελα; Όχι. Είχα ικανοποιηθεί πλήρως και κόντευα να λιποθυμήσω από την ηδονή. Θα ήθελα να είχα ξυπνήσει νωρίτερα; Όχι. Δε βιαζόμουν να αφήσω τον Κρις αλλά φοβάμαι ότι ο κύριος «Δεν είμαι ο τύπος που θα γνωρίσεις στη μαμά και στον μπαμπά» θα αντιδράσει υπερβολικά αν του εξομολογηθώ κάτι τέτοιο. «Δεν… δεν ξέρω». «Εγώ δεν ήθελα». Η φωνή του είναι απαλή. Τρίβει το πρόσωπό του και φαίνεται αναστατωμένος από την ίδια του τη δήλωση, κι έπειτα έρχεται σε αντίφαση με αυτή την αντίδρασή του και με κοιτάζει στα μάτια λέγοντας ξεκάθαρα: «Δεν ήθελα να πας σπίτι, Σάρα». Με μπερδεύει και με κάνει να χαίρομαι ταυτόχρονα, αλλά… μια στιγμή. Κανονικά δε θα έπρεπε να με χαροποιεί, έτσι δεν είναι; Είναι μια περιπετειούλα, κάτι περιστασιακό. Ο Κρις θα φύγει για το Παρίσι και θα αποτελούμε παρελθόν. Υποτίθεται ότι πρέπει να ζω τη στιγμή, να απολαμβάνω ό,τι μπορώ, να κρατάω την όλη ιστορία ανάλαφρη. «Δεν ήθελες να φύγω;» ρωτάω, μην μπορώντας να σταματήσω να ζητάω επιβεβαίωση, να αποζητώ περισσότερα απ’ αυτόν τον άντρα – το ερώτημα είναι… τι περισσότερο; Περισσότερη ηδονή, υπόσχομαι στον εαυτό μου. Όλο αυτό έχει να κάνει με την ηδονή. Με κοιτάζει για πολλή ώρα. Φοβάμαι ότι μπορεί να φλυαρήσω πάλι, αλλά, ευτυχώς, μας γλιτώνει και τους δύο από την καταστροφή. «Δε φέρνω γυναίκες στο διαμέρισμά μου, Σάρα», μου λέει, η φωνή του σκληρή, όλο γρέζι, σχεδόν θυμωμένη. «Δεν κάνω σεξ χωρίς προφυλακτικό και δε ρωτάω για το παρελθόν τους. Και οπωσδήποτε, δε μιλάω για το δικό μου». Απ’ όλα όσα είπε, εστιάζω σ’ αυτό με τις μικρότερες συνέπειες, δεδομένου ότι υποτίθεται πως θέλω όλο αυτό μεταξύ μας να μην είναι παρά μια σέξι περιπετειούλα. Παρ’ όλα αυτά,


το κάνω ούτως ή άλλως. Συνοφρυώνομαι. Αλήθεια υπαινίσσεται ότι μου μίλησε για το παρελθόν; Γιατί αν αυτό υπαινίσσεται, και σκέφτεται αυτά που μου είπε, τότε υποθέτω ότι οποιαδήποτε αληθινή πληροφορία θα μπορούσα να του αποσπάσω θα ήταν εντελώς εγκληματική. Τον κοιτάζω διερευνητικά και νιώθω μια αμηχανία να με κυριεύει. Φαίνεται πραγματικά αναστατωμένος, σαν να… με κατηγορεί πως τον προκάλεσα να κάνει πράγματα που δε θέλει να κάνει; Αυτό συμβαίνει. Το βλέπω στο πρόσωπό του. Αχ, Θεέ μου. Κατηγορεί εμένα. Νιώθω ένα κάψιμο στο κέντρο του στήθους μου. Κατεβάζω τα πόδια μου και σφίγγω την κουβέρτα. «Πρέπει να πηγαίνω». «Όχι, σε παρακαλώ». Η φωνή του απαλή, αλλά με σταματάει με την κρυμμένη, τραχιά ευαισθησία της. Στο όμορφο πρόσωπό του είναι χαραγμένη πραγματική δυσφορία, όπως φαντάζομαι ότι είναι και στο δικό μου. «Με μπερδεύεις, Κρις». «Άρα είμαστε δύο, μωρό μου», λέει και απομακρύνεται από το παράθυρο. «Δώσε μου ένα λεπτό». Και έτσι απλά με προσπερνάει ανεβαίνει τις σκάλες του καθιστικού και με αφήνει εκεί που κάθομαι. Τι; Τι κάνει; Γυρίζω και τον βλέπω να εξαφανίζεται σε έναν διάδρομο. Συνοφρυώνομαι ξανά, γυρίζω ίσια μπροστά και αναζητώ τα ρούχα μου αλλά δεν τα βρίσκω. Η μπλούζα του δεν είναι πουθενά εκεί κοντά. Είμαι αιχμάλωτη. Δεν μπορώ να φύγω. Θέλω να φύγω; Σκέφτομαι ότι θα ’πρεπε. Ή ίσως να μην έπρεπε. Αυτός ο άντρας με έχει ρίξει σε μια θύελλα… συναισθημάτων; Πάθους. Αυτή είναι μια ασφαλής λέξη. Ή μήπως όχι; Ακούω βήματα πίσω μου και ο Κρις κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά και αμέσως βρίσκεται μπροστά μου. Κάθεται ανακούρκουδα και μυρίζει ξύλο και φρεσκάδα, και, προς τρομερή έκπληξή μου, με τυλίγει με μια σκούρα μπλε βαμβακερή ρόμπα, τρία νούμερα μεγαλύτερη από το νούμερό μου. Οι πράξεις του έχουν κάτι το προστατευτικό και δεν είμαι σίγουρη ότι έχω νιώσει ποτέ πιο θηλυκή από αυτή τη στιγμή. Ποτέ πιο προστατευμένη απ’ όσο νιώθω με έναν άντρα που είναι σχεδόν άγνωστος, ποτέ με τον άντρα που παραλίγο να αποκαλώ σύζυγο. Η σκέψη του πόσο σωστός είναι αυτός ο άντρας και πόσο απομακρύνομαι από το παρελθόν αντηχεί μέσα μου. Αυτή η απόφαση με έφερε εδώ. Ακόμα σφίγγω την κουβέρτα μου και ο Κρις κοιτάζει τα χέρια μου και σηκώνει ξανά το βλέμμα του, παρακινώντας με, χωρίς να πει κουβέντα, να την αφήσω. Μια θερμότητα απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά μου, γλιστράει στα άκρα μου. Τον θέλω. Τον θέλω με έναν τρόπο που μετά βίας αναγνωρίζω στη σφαίρα των δυνατοτήτων μου. Κοιταζόμαστε για πολλή ώρα και βλέπω τις σκιές στα βάθη των ματιών του και σκέφτομαι… σκέφτομαι ότι με αφήνει. Αυτή η συνειδητοποίηση, αυτή η βεβαιότητα μου φέρνει ένα σφίξιμο στο στήθος. Αφήνω την κουβέρτα να πέσει στα χέρια του και είμαι γυμνή αλλά νιώθω σαν να είναι κι αυτός γυμνός. Ποτέ δε φέρνει γυναίκες στο διαμέρισμά του. Κάτι συμβαίνει μεταξύ μας και προσεύχομαι να έκανα λάθος χθες το βράδυ. Προσεύχομαι να μην είναι η αρχή δυο κατεστραμμένων ανθρώπων που θα κομματιάσουν ο ένας τον άλλον. Ένα κομμάτι μου χρειάζεται τον Κρις. Ίσως χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα που μοιάζουν αιώνια και δεν κουνιόμαστε, δε μιλάμε. Χαμηλώνει το βλέμμα του που γλιστράει αργά, καυτά, πάνω στα στήθη μου. «Θεέ μου,


είσαι πανέμορφη», μουρμουρίζει· η φωνή του τραχιά, βασανισμένη, κρύβει πολλά περισσότερα από μια απλή φιλοφρόνηση. Με ταράζουν τα συναισθήματα που μου προκαλούν τα λόγια του. Ναι. Ω, ναι. Σίγουρα κάτι συμβαίνει μεταξύ μας, κάτι όλο υποσχέσεις, που μπορεί να κάνει την καρδιά μου να υποφέρει, αλλά δε με νοιάζει. Αγγίζω τα μαλλιά του, τα χαϊδεύω, τον παρακινώ να έρθει κοντά μου, να είναι μαζί μου. «Φόρεσέ τη, μωρό μου», με προστάζει και διαισθάνομαι την πάλη του, κάποια εσωτερική διαμάχη που του λέει να μη με αγγίξει. Κάνω αυτό που με προστάζει και κλείνει τη ρόμπα και τη σφίγγει. Έπειτα με κοιτάζει και έχει βρει ένα μέρος να θάψει ό,τι ένιωθε. Τα μάτια του είναι πιο φωτεινά, η διάθεσή του πιο κουλ. «Κάνω φοβερή ομελέτα. Πεινάς;» Η αλλαγή στη διάθεσή του με διαπερνά χωρίς να προβάλω αντίσταση. Το ’χω δει να του συμβαίνει πολλές φορές στο παρελθόν και αρχίζω να το περιμένω. Μου αρέσει όλο και περισσότερο να μπορώ να τον κάνω να χαμογελάει. Χαμογελάω. «Συνέχεια με ταΐζεις». «Και ποτέ δεν ολοκληρώνουμε το γεύμα». Γυρίζει λίγο και μου δείχνει τα κουτιά της πίτσας στο τραπέζι πίσω του. «Την αδικήσαμε την πίτσα». «Ναι, και είχες δίκιο, ήταν πολύ καλή». Χαμογελάει. «Προς υπεράσπισή μας, είχαμε άλλα πράγματα στο μυαλό μας». Δεν προλαβαίνω να κοκκινίσω, και φυσικά, δεδομένου τι έχω κάνει μόλις μαζί του, θα όφειλα να κοκκινίσω. Σηκώνεται και με τραβάει κι εμένα μαζί του, ορθώνεται από πάνω μου και μου θυμίζει πόσο μεγαλόσωμος είναι και γιατί τα χέρια μου εξαφανίζονται στα μανίκια της ρόμπας του. «Θα μαγειρέψω αν φτιάξεις καφέ», λέει. «Θα δεχτώ τη συμφωνία αν μπορέσω να βρω τα χέρια μου». Τα σηκώνω και σχεδόν χάνονται μέσα στο μπλε βαμβακερό ύφασμα. Γελάει και αρχίζει να γυρίζει το ένα μανίκι. «Εξαφανίζεσαι σιγά σιγά. Άλλος ένας λόγος να σε ταΐσω. Πώς είναι το κεφάλι σου;» «Αν εννοείς από το κρασί, απ’ ό,τι φαίνεται, είμαι μια χα​ρά». Δεν μπορώ να κρατηθώ και τον πειράζω. «Και να υπο​θέσω ότι δεν ανησυχούσες μη με εκμεταλλευτείς ενώ ήμουν μεθυσμένη;» Δε γελάει όπως έλπιζα. Το χέρι του κοκαλώνει στο μανίκι μου και απομακρύνει το βλέμμα του. «Δεν είμαι άγιος, Σάρα, σου το ’χω πει». «Ναι», συμφωνώ ανόρεχτα. «Μου το ’χεις πει. Επανειλημμένα». «Αλλά δεν ακούς». «Έχω ακούσει την κάθε σου λέξη». «Μπορεί να μην έχω πει αρκετά». Ακριβώς, σκέφτομαι. «Δεν έχεις πει τίποτα εκτός από το να μείνω μακριά σου και να μη φύγω». Συνοφρυώνεται για μια στιγμή κι έπειτα χαμογελάει. «Δε μασάς τα λόγια σου, ε;» «Μ’ εσένα φαίνεται πως όχι. Ή… χμμμ… Όταν πίνω». Η ανάμνηση της χθεσινής νύχτας με κάνει να μορφάσω. «Το κρασί με κατέβαλε αφού


έφυγες χθες το βράδυ. Πήγα στον Μαρκ και του είπα ότι δεν ήθελα να μπλεχτώ σ’ αυτό που… ε…» Πιέζω με το δάχτυλό μου το μέτωπό μου. «Δεν πιστεύω ότι είπα κάτι τέτοιο». «Τώρα μου έχεις εξάψει την περιέργεια». Κατεβάζω το χέρι μου και τολμάω να επαναλάβω τις λέξεις που δε μου ταιριάζουν καθόλου και που είχα ξεστομίσει. «Του είπα ότι δε θέλω να μπλεχτώ ανάμεσά σας, στις κοκορομαχίες σας». Ο Κρις ξεσπάει σε γέλια. «Πολύ θα ήθελα να δω τις φάτσες σας όταν του το είπες». Δείχνει προς την κουζίνα. «Έλα. Πρέπει να σε ταΐσω, γυναίκα». Πιάνει το κουτί της πίτσας, προφανώς χωρίς να σκοπεύει να εξηγήσει τα περί κοκορομαχιών ή να τα αρνηθεί. Γιατί; Τι συμβαίνει μεταξύ τους; «Πρέπει να πάω στο μπάνιο», λέω και δείχνω προς την κατεύθυνση του δωματίου που είχα χρησιμοποιήσει το προηγούμενο βράδυ. «Θα σε βρω στην κουζίνα». Με πιάνει και με τραβάει προς το μέρος του, η ανάσα του ζεστή στη δική μου. «Για να είμαστε ξεκάθαροι, Σάρα. Δεν υπάρχει ανάμεσα». Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και είμαι σίγουρη ότι θα με φιλήσει και καίγομαι να τον γευτώ. Τρέμω σύγκορμη. Σε παρακαλώ. Τώρα. Φίλησέ με. Κρέμομαι από μία κλωστή όταν με γυρίζει προς το μπάνιο και με χτυπάει στον ποπό. Το αναπάντεχο χτύπημα αλλά και η θύμηση της ίδιας κίνησης χθες το βράδυ στα γυμνά μου οπίσθια με κάνει να τσιρίξω. Πιέζει τα χείλια του στο αυτί μου. «Πήγαινε. Δεν είναι καλή ιδέα να αφήνεις έναν πεινασμένο άντρα να περιμένει. Να το θυμάσαι αυτό». Μου κόβεται η ανάσα και δεν έχω ιδέα γιατί, αλλά ξεκινάω, σαν να πρέπει να ακολουθήσω την εντολή του και σταματάω μόνο για να πάρω την τσάντα μου όταν τη βλέπω στο πάτωμα. Ο Κρις είναι ακόμα πίσω μου, με παρατηρεί, παρατηρεί κάθε μου κίνηση. Κάθε εκατοστό του κορμιού μου αναριγεί και καίει γνωρίζοντάς το, αντα​ποκρί​νεται στο καυτό του βλέμμα, στα λόγια του, στο άγγιγμά του. Γιατί το χέρι του στα οπίσθιά μου είναι τόσο ερωτικό να πάρει η ευχή; Πώς γίνεται ο Κρις, μέσα σε λίγες μέρες, να έχει ορίσει απ’ την αρχή ό,τι ξέρω για τον εαυτό μου; Και τι στο καλό εννοούσε όταν είπε «Δεν υπάρχει ανάμεσα»;


19 Κλείνομαι μες στο μπάνιο, ακουμπάω στην πόρτα και ξεφυσάω βαριά, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου την ψιθυριστή προειδοποίηση του Κρις. «Δεν είναι καλή ιδέα να αφήνεις έναν πεινασμένο άντρα να περιμένει, Σάρα». Άλλη μια προειδοποίησή του παραμονεύει στα βάθη της αισθησιακής υπόσχεσης κάποιου είδους ερωτικής τιμωρίας αν δε βιαστώ και… δεν ξέρω τι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θέλω να τον κάνω να περιμένει και να το ανακαλύψω. Χαμογελάω. Στ’ αλήθεια δεν τα καταφέρνει και πολύ να με τρομάξει τόσο, ώστε να το βάλω στα πόδια. Ο Μαρκ είναι φανατικός της τιμωρίας. Τα λόγια της Αμάντα έρχονται στο μυαλό μου απρόσκλητα, και κάνουν το στομάχι μου να σφιχτεί. Για πρώτη φορά από τότε που το κρασί ενίσχυσε την τόλμη μου απέναντι στο καινούργιο μου αφεντικό, νιώθω λες και ένα ισχυρό ρεύμα παγωμένου νερού σβήνει τη ζέστη που διαπερνά το κορμί μου λόγω Κρις. Ενώ ο Μαρκ είχε συμφωνήσει ότι τα λεφτά θα ήταν πολλά και εγώ ήμουν ασφαλής, ανησυχώ. Θα με τιμωρήσει; Έχω καταστρέψει την ευκαιρία μου στο Ρεύμα; Τη μελλοντική μου ευκαιρία όταν θα έχει τελειώσει αυτή η περιπετειούλα με τον Κρις; Νιώθω μπερδεμένη. Ο Κρις με έχει φροντίσει, μου έχει εξασφαλίσει ένα ποσό που μπορώ να το χρησιμοποιήσω για να φτιάξω το μέλλον μου στον τομέα που αγαπώ, αλλά επίσης έχει πιθανόν θέσει σε κίνδυνο την ευκαιρία που ήδη υπήρχε μπροστά μου. Πώς να τον ευχαριστήσω –και θέλω– ενώ ταυτόχρονα θα βεβαιωθώ ότι δε θα περάσει πάλι τα όρια; Αλήθεια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα και μου φαίνεται μια πολύ δύσκολη άσκηση ισορροπίας, ενώ βρίσκομαι στο διαμέρισμα του Κρις, φοράω τη ρόμπα του και εύ​χομαι να ήμασταν ξανά γυμνοί. Έχω μόνο μία επιλογή στην πραγματικότητα. Να απολαύσω το πρωινό που μου μαγειρεύει αυτός ο σέξι, ιδιοφυής ζωγράφος και να βρω την κατάλληλη ευκαιρία να τα αναφέρω όλα αυτά. Πρέπει να βρω μια ευκαιρία να τον ευχαριστήσω για την προμήθεια που φρόντισε να λάβω. Εισπνέω και εκπνέω, αντιμέτωπη με την αλήθεια μέσα μου που την καταπιέζω υπερβολικά συχνά. Ενώ έχω δεχτεί μια ζωή με περιορισμένους πόρους, η ευκαιρία να αποκτήσω χρήματα, να κυνηγήσω το όνειρό μου, είναι συ​ναρπαστική. Σχεδόν φοβάμαι να πιστέψω ότι είναι αληθινή, μέχρι να πάρω τα χρήματα. Και ο Κρις… ο Κρις το έκανε αυτό για μένα. Του χρωστάω περισσότερα από ένα απλό ευχαριστώ και μπορώ να σκεφτώ πολλούς και διάφορους τρόπους να τον ευχαριστήσω. Αν με αφήσει. Ενώ δίνει την εντύπωση του πολύ φιλικού και ζεστού, ο πραγματικός Κρις είναι επιφυλακτικός και προσεκτικός. Ξαφνικά, ανυπομονώ να επιστρέψω σ’ αυτόν τον πολύπλοκο καλλιτέχνη μου –δηλαδή είναι δικός μου για λίγο– και ξεκολλάω από την πόρτα. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη μου. Θεούλη μου, μοιάζω να χω βγει από τη Νύχτα Τρόμου. Τα μαλλιά μου είναι ανακατεμένα και το μακιγιάζ μου ανύπαρκτο, με εξαίρεση τη μουντζουρωμένη μά​​σκαρα κάτω από τα μάτια μου. Και έχω περάσει τόσο πο​λύ χρόνο να σκέφτομαι, που ο Κρις θα έρθει να με ψάχνει όπου να ’ναι. Ψαχουλεύω στην τσάντα μου, ψάχνω τη βούρτσα μου και παγώνω μόλις βλέπω ένα από τα ημερολόγια της Ρεμπέκα. Ξεροκαταπίνω καθώς θυμάμαι το απόσπασμα που ονειρεύτηκα χθες το βράδυ. Όχι, δεν το ονειρεύτηκα, μάλ​λον το ξαναζούσα. Καταπίνω με δυσκολία


σκεφτόμενη πό​σο ζωντανή φαντασίωση είχαν γίνει τα λόγια μιας άγνωστης γυναίκας, ενώ ο Κρις βρισκόταν δίπλα μου, άκουγε πιθανόν τους αναστεναγμούς μου, τα βογκητά μου και ποιος ξέρει τι άλλο. Με μια βαθιά ανάσα, αρπάζω το ημερολόγιο και το αφήνω στον πάγκο, το κοιτάζω, μετά βίας καταπολεμώ την παρόρμηση να διαβάσω το συγκεκριμένο απόσπασμα. Κάθε φορά που ξαναδιαβάζω μια σελίδα, το περιεχόμενο αποκτά νόημα, και τα κομμάτια του παζλ Ρεμπέκα μπαίνουν στη θέση τους. Αγνοώ αυτή την ιδέα, και πιάνω τη βούρτσα μου. Χτενίζομαι βιαστικά και σκέφτομαι να βάλω μέικαπ, στο τέλος όμως ξεπλένομαι και βάζω λίγη ενυδατική. Με το μέικαπ θα φαινόμουν σαν να προσπαθούσα υπερβολικά. Σκέφτομαι το φιλί που ήθελα να μου δώσει ο Κρις και αρνήθηκε, και έχω μια έντονη επιθυμία να βουρτσίσω τα δόντια μου. Σε πλήρη απόγνωση, αποφασίζω να χρησιμοποιήσω το δάχτυλό μου και νερό. Τι έκπληξη. Χαμένος κόπος. Δεν έχω οδοντόπαστα. Παίρνω λίγο χαρτί και τρίβω τα δόντια μου και ξεπλένω ξανά. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, εγκαταλείπω την προσπάθεια και βγαίνω από το μπάνιο. Σταματάω δίπλα στο τραπεζάκι, αφήνω την τσάντα μου και πιάνω τα πιάτα και τα ποτήρια που είχαμε αφήσει εκεί. Πηγαίνω φορτωμένη προς την κουζίνα απ’ όπου μέχρι στιγμής δεν έρχονται υποσχόμενες μυρωδιές φαγητού. Περνάω από την καμάρα που χωρίζει το καθιστικό από την κουζίνα και δε βλέπω τον Κρις αλλά βλέπω έναν πελώριο ορθογώνιο πάγκο από γκριζόμαυρο μάρμαρο στη μέση της κουζίνας, με υπέροχα γκρίζα ξύλινα ράφια από πάνω κι από κάτω του. Ακολουθώ τον ήχο που έρχεται από μια γωνία στα δεξιά, που είναι μάλλον μέρος ενός δωματίου σε σχήμα Γ, αλλά μου αποσπά την προσοχή μια οβάλ εσοχή για φαγητό με ένα παράθυρο που φτάνει από το πάτωμα ως το ταβάνι κι απ’ όπου η θέα της πόλης είναι επίσης συγκλονιστική. Τη λατρεύω αυτή την κουζίνα. Λατρεύω γενικά όλο το διαμέρισμα μέχρι στιγμής. Μπαίνω στο δωμάτιο σε σχήμα Γ. Ένας πάγκος από ανοξείδωτο ατσάλι απλώνεται στη μια πλευρά. Απέναντι είναι άλλος ένας πάγκος με φούρνο, ψυγείο και τον σέξι ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, που παίρνει το αλάτι, το πιπέρι, πιάτα και διάφορα άλλα αντικείμενα που χρειάζεται και τα αφήνει στη γωνία, δίπλα στον φούρνο. «Αυτή η κουζίνα είναι το όνειρο κάθε σεφ», λέω, αφήνοντας τα πιάτα στον νεροχύτη απέναντί του. «Την είχε το διαμέρισμα, γι’ αυτό μη σου μπαίνουν ιδέες ότι είμαι κανένας μάστερ σεφ». Ανοίγει το ακριβό δίπορτο ψυγείο και αφήνει αυγά και τυρί στον πάγκο. «Υπάρχει λόγος που ξέρω το προσωπικό σε όλα τα εστιατόρια της πόλης». Πηγαίνω στην άκρη του πάγκου απέναντι από τον φούρνο όπου μαγειρεύει και τον παρατηρώ να σπάει μερικά αυγά σε ένα μπολ. Το βλέμμα μου καρφώνεται στα χέρια του και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι με τι μαεστρία άγγιζε το κορμί μου, με τι μαεστρία χειρίζεται το πινέλο. Με τι μαεστρία ήξερε πώς να με φέρει στα όριά μου και μετά να με κυριεύσει. Με κοιτάζει και νιώθω σαν να διαβάζει τις σκέψεις μου. Ένα μέρος μου καίγεται να δεχτεί με τόλμη τα συναισθήματα που μου προκαλεί, αλλά ο παλιός εαυτός μου –ο αληθινός εαυτός μου;– βιάζεται να διώξει αυτά που σκέφτομαι χωρίς προφανή αιτία. «Εγώ ξέρω να ψωνίζω στον διάδρομο με τα κατεψυγμένα στο μπακάλικο αλλά τίποτα παραπάνω. Η μαμά μου… δε… δε μαγειρεύαμε».


Χτυπάει τα αυγά σε ένα μπολ και προσθέτει γάλα, αλάτι και πιπέρι. «Ήταν πολύ απασχολημένη για να μαγειρέψει η μαμά σου ή δεν της άρεσε;» Πώς άφησα να αρχίσει τέτοια κουβέντα; «Ο πατέρας μου δεν ήθελε να μαγειρεύει κι έτσι δε μαγείρευε». Ακουμπάει το χέρι του στον πάγκο. «Μαγείρευε εκείνος;» «Α, όχι. Ο πατέρας μου δεν κάνει οικιακές εργασίες». Ανάβει το μάτι και ρίχνει λίγο λάδι στο τηγάνι. «Και ποιος μαγείρευε δηλαδή; Εσύ ή κάποιος αδερφός σου ή αδερφή σου;» «Είμαι μοναχοπαίδι και δε μαγειρεύω». Με κοιτάζει με μια παραξενεμένη έκφραση στο πρόσωπό του και ξέρω γιατί. Κάνω μια απλή ερώτηση να φαντάζει περίπλοκη γιατί πάντα ό,τι αφορά τον πατέρα μου είναι περίπλοκο. «Είχαμε μάγειρα». Το έκπληκτο ύφος του με κάνει να μετανιώνω που έθιξα ένα τέτοιο θέμα και δείχνω την καφετιέρα μπροστά μου. «Έχω μείνει πίσω στη δουλειά μου». Διστάζει για μια στιγμή και νομίζω ότι θέλει να με πιέσει και για άλλες πληροφορίες, αλλά ευτυχώς φαίνεται να αλλάζει γνώμη. «Αυτή ήταν η συμφωνία. Εγώ μαγειρεύω. Εσύ φτιάχνεις καφέ». «Μάλιστα, λοχαγέ μου», λέω μιμούμενη έναν στρατιωτικό χαιρετισμό και πιάνω το μεταλλικό κουτί, προσέχοντας την ώρα που φέγγει πράσινη στη βάση της ακριβής ασημί και μαύρης καφετιέρας. Λέει ότι είναι εφτά και μισή. Πολύ νωρίς για να έχω κόμπο στο στομάχι μου, επειδή έχω κάνει δραματικές οικογενειακές εξομολογήσεις που δε σκόπευα να κάνω. Αφήνω το καπάκι στην άκρη και εισπνέω τη μυρωδιά του καφέ και για μια στιγμή σκέφτομαι την Άβα. Μύριζε καφέ όταν την αγκάλιασα στην γκαλερί. Ή ήμουν μεθυσμένη και η μύτη μου είχε τρελαθεί όπως το στόμα μου που ξεφούρνισε αυτό που είπα για τις κοκορομαχίες. «Μυρίζει σαν το… Cup O’Cafe». «Όχι δα», λέει ο Κρις, και με πλησιάζει, ο ώμος του χαϊδεύει τον δικό μου και η αίσθηση που δημιουργεί το άγγιγμά του με συνεπαίρνει, και είμαι ευγνώμων που λύνει αμέσως τον κόμπο στο στομάχι μου. Παρόλο που το δέρμα του δεν αγγίζει το δικό μου, πάλι τα καταφέρνει. Εισπνέει το άρωμα των κόκκων και μετά φέρνει το κουτί μπροστά στη μύτη μου για να κάνω το ίδιο. «Είναι ένα γαλλικό χαρμάνι από το Malongo στο Παρίσι. Το φέρνω μαζί μου όταν έρχομαι στο Σαν Φρανσίσκο. Το λατρεύω». «Ανυπομονώ να το δοκιμάσω», λέω και το εννοώ. Λατρεύει τον καφέ, την πίτσα και τον Τομ Χανκς. Κι εγώ λα​τρεύω που είναι παθιασμένος με τόσο πολλά πράγματα. Και μ’ εμένα; Τουλάχιστον προς το παρόν; Δέχομαι το προς το παρόν. Το πάθος του είναι μεταδοτικό. «Τέσσερις κουταλιές για μια κούπα», μου λέει. Γνέφω καταφατικά και πιάνω δουλειά, με τα δυο τηγάνια να τσιτσιρίζουν δίπλα μου. Βάζω το νερό στην καφετιέρα όταν συνειδητοποιώ πόσο απίστευτα αναπάντεχη και γλυκιά είναι αυτή η οικιακή εμπειρία με τον Κρις. Οι πρωτύτερες εξομολογήσεις του, ότι δε φέρνει καμία γυναίκα στο σπίτι του, με κάνουν να εικάσω ότι βρίσκεται σε άγνωστο έδαφος. Ποτέ δε φέρνει γυναίκες στο σπίτι; Σίγουρα θα εννοεί σπάνια. Έτσι δεν είναι; Κοιτάζω τις καλοσχηματισμένες ομελέτες που ακόμα δεν τις έχει γεμίσει ούτε διπλώσει. «Εμένα μου φαίνονται αρκετά κατηγορίας μάστερ σεφ». Με κοιτάζει, τα μάτια του φωτίζονται από καλή διάθεση. «Τώρα με αγχώνεις».


Γελάω ρουθουνίζοντας. «Εσύ και το άγχος δεν πάτε πακέτο». Χαμογελάει αλλά δεν το αρνείται. Έχει αυτοπεποίθηση. Ό,τι κι αν κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, ό,τι ζημιά κι αν έχει υποστεί, δεν τον έχει κάνει ανασφαλή. Μου δείχνει μερικά λαχανικά πριν τα ρίξει στην ομελέτα. «Κρεμμύδια και πιπεριές;» «Γιατί όχι; Ήδη δεν έχω οδοντόβουρτσα. Είμαι θανατηφόρα». Γελάει, ένα βαθύ βροντερό γέλιο, αρρενωπό και σέξι, που μου προξενεί παράξενα συναισθήματα. Θέλω να καταβροχθίσω αυτόν, όχι την ομελέτα. «Αν θέλεις, πάρε τη ρεσεψιόν», λέει. «Λειτουργεί όπως σ’ ένα ξενοδοχείο. Αν θέλεις κάτι, σου το φέρνουν». Εκπλήσσομαι αλλά ευχάριστα. «Πώς τους τηλεφωνώ;» Δείχνει στ’ αριστερά του. «Το τηλέφωνο στον τοίχο πίσω από το ψυγείο συνδέεται απευθείας με τη ρεσεψιόν». Κατενθουσιασμένη από την ιδέα της οδοντόβουρτσας, πηγαίνω στο τηλέφωνο και σκύβω πάνω από έναν άλλο μι​κρό πάγκο, έτοιμη να σηκώσω το ακουστικό, αλλά διστάζω. «Ποια να τους πω ότι είμαι;» Ο Κρις αφήνει το φαγητό, και στέκεται μπροστά μου, με το υπέροχο, πελώριο σώμα του, τους γοφούς του πάνω στους δικούς μου. Αμέσως ερεθίζομαι αλλά είμαι αρκετά σίγουρη ότι μαζί του θα είναι συνέχεια έτσι. «Ποια θέλεις να τους πω ότι είσαι;» Η πρόκληση που κρύβουν τα λόγια του είναι ξεκάθαρη. Να πάρει, έχει πάλι αλλαγή διάθεσης και πηγαίνουμε προς τη σκοτεινή πλευρά. Με αυτόν τον ρυθμό θα τρελαθώ. Σφίγγω τα δάχτυλά μου πάνω στο σκληρό, ζεστό στέρνο του που μοιάζει με τοίχο. Με δοκιμάζει, και δεν παίζω το παιχνίδι του. Ένα πράγμα που έμαθα από τότε που άφησα τον πατέρα μου και τον Μάικλ είναι ότι είμαι εγώ. Δεν μπορώ να γίνω κάποια άλλη, ούτε σκοπεύω να προσπαθήσω για τον Κρις, όσο σέξι κι αν είναι; «Δε θέλω να τους πεις τίποτα», λέω. «Δεν τους αφορά». Με κοιτάζει διερευνητικά, η έκφρασή του είναι αινιγματική, αλλά έχω συναίσθηση ότι είμαι στην τρύπα του κυ​κλώνα. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω την αντίδρασή του στην απάντησή μου. «Όταν είπα ότι δε φέρνω γυναίκες εδώ, Σάρα, εννοώ δε φέρνω ποτέ. Καμία». Αυτή είναι άλλη μια απρόσμενη δήλωση. Φαντάζομαι ότι έχει σχέση με το τηλεφώνημα στη ρεσεψιόν με κάποιον τρόπο που πρέπει να μου τον εξηγήσει. Βουτάω σε τρικυμιώδη νερά και αναρωτιέμαι αν πρέπει να επιστρέψω στην ακτή, δηλαδή στο διαμέρισμά μου. «Ναι», απαντώ. «Μου το είπες αυτό, και αν συνεχίσεις να το λες, θα καταλήξω στο ότι είναι ο δικός σου τρόπος να μου πεις να φύγω». «Σου το λέω γιατί θέλω να καταλάβεις πόσο πολύ σε θέλω εδώ». «Α». Με θέλει εδώ. Σε κάποιο επίπεδο το ξέρω, αλλά, όταν μου το λέει, με εκπλήσσει και με ευχαριστεί περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. «Θέλω να θέλεις να είσαι εδώ», συμπληρώνει. Εκπλήσσομαι και πάλι και διακρίνω μια υποψία ευαισθησίας στη φωνή του. Γέρνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω διερευνητικά. Ναι. Δεν είναι σίγουρος, και έχω την αίσθηση ότι δεν είναι συνηθισμένος σε τέτοια συναισθήματα. «Ναι», ψιθυρίζω. «Θέλω να είμαι εδώ». «Ωραία». Μου χαϊδεύει το μάγουλο με δυο δάχτυλα, και βάζει τα μαλλιά μου πίσω από τ’


αυτιά μου, κάνοντας τον αυχένα και τη ραχοκοκαλιά μου να ανατριχιάσουν. Κυριεύει τις αισθήσεις μου και το κορμί μου τρέμει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα τέτοια αντίδραση σε κάποιον άντρα, και προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό πάνω του που με αγγίζει τόσο βαθιά. Έχω γνωρίσει ωραίους άντρες. Έχω γνωρίσει ταλαντούχους, προικισμένους, ισχυρούς άντρες. Κανέναν όμως σαν αυτόν. Κανέναν τόσο περίπλοκο, κανέναν τόσο επιβλητικό πέρα από κάθε λογική. «Δε θα σου αρέσουν όλα όσα είμαι, Σάρα», μουρμουρίζει απειλητικά. «Και άλλη προειδοποίηση;» τον επιπλήττω. «Έχεις ξεπεράσει τα όρια, και σ’ αυτή τη φάση οι προειδοποιήσεις δεν έχουν αποτέλεσμα». «Δεν είναι προειδοποίηση. Μου τελείωσαν οι προειδοποιήσεις, αλλιώς δε θα ήσουν εδώ». «Από χθες το βράδυ που ήρθαμε εδώ δεν έχεις πάψει να με απειλείς με προειδοποιήσεις». «Ναι», συμφωνεί. «Υποθέτω πως ναι. Οπότε μπορεί να το κάνω άλλη μια φορά». «Τελευταία;» «Μάλλον όχι». «Τελευταία για σήμερα;» Αγνοεί τη γεμάτη ελπίδα ερώτησή μου. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει, Σάρα. Ακόμα δεν είμαι ο τύπος που θα σου προσφέρει ένα τέλειο σπίτι με λευκό φράχτη». «Δόξα τω Θεώ». «Απέχω όσο γίνεται από αυτό το πρότυπο. Αργά ή γρήγορα, ή μάλλον γρήγορα, δε θα σου αρέσουν αυτά που θα μάθεις για μένα». Τα δάχτυλά μου ανοίγουν και απλώνονται πάνω στους σφιχτούς μυς του. «Αυτό σημαίνει ότι με προσκαλείς να τα ανακαλύψω μόνη μου;» Κλείνει σφιχτά τα μάτια του και φαίνεται να παλεύει να βρει την απάντηση πριν με κοιτάξει στα μάτια. «Ναι, παρόλο που πιστεύω πως δεν πρέπει, και επειδή, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχω τη δύναμη να μείνω μακριά σου». Ο Κρις Μέριτ δεν έχει τη δύναμη να μείνει μακριά μου; «Ό,τι συμβαίνει μεταξύ μας μένει μεταξύ μας, Σάρα», λέει πριν προλάβω να απαντήσω. «Θέλω να ξέρω ότι το καταλαβαίνεις αυτό. Είμαι από τη φύση μου κλειστός άνθρωπος και έχω τους λόγους μου και δεν πρόκειται να αλλάξουν. Μην αφήνεις τις τυχαίες φιλίες μου στη γειτονιά και στον ουρανοξύστη με την υπηρεσία δωματίου να σου δώσουν άλλη εντύπωση. Επιλέγω ποιος θα μάθει τι για μένα και το προσωπικό εδώ με βοηθάει να διατηρώ αυτή την κατάσταση». Αναρωτιέμαι αν έχει καεί κι αυτός όπως εγώ αφήνοντας να μπουν στη ζωή του οι λάθος άνθρωποι ή αν έχει φανεί πιο έξυπνος απ’ όσο έχω υπάρξει εγώ. Μήπως απλώς δεν τους δίνει την ευκαιρία; «Μου αρέσει που θέλεις την ησυχία σου. Για την ακρίβεια, αν δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, δε θα ήμουν εδώ, Κρις». Κοιταζόμαστε και το βλέμμα του είναι τόσο έντονο που νιώθω ότι με διαπερνά και ψάχνει στην ψυχή μου να δει αν αυτά που είπα ήταν η αλήθεια. Ποιος ή τι τον έχει κάνει να μην εμπιστεύεται τους ανθρώπους; Ποιος ή τι τον έχει καταστρέψει; Και έχει στ’ αλήθεια σημασία; Τον καταλαβαίνω πολύ περισσότερο απ’ όσο νόμιζα ότι μπορούσα. Τον καταλαβαίνω πέρα από γεγονότα, ονόματα και μέρη. Σηκώνω το χέρι μου και χαϊδεύω το μάγουλό του. «Ό,τι συμβαίνει μεταξύ μας μένει μεταξύ μας». Η φωνή μου είναι απαλή, βραχνή. Αυτός ο άντρας έχει τρομερή επίδραση


πάνω μου σε τόσο πολλά επίπεδα που δυσκολεύομαι να αντιληφθώ ακριβώς. Με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια, το βλέμμα του μαλακώνει, και βλέπω την ένταση να φεύγει από το πρόσωπό του, τους χρυσαφένιους κόκκους να λάμπουν μες στα μάτια του. Η ατμόσφαιρα γύρω μας αλλάζει, και νιώθω τη γνώριμη πια επιθυμία στο στομάχι μου να φουντώνει και να απειλεί να με καταβροχθίσει. Νιώθω έναν αναπάντεχο, έντονο πανικό. Δε θέλω πρωινό, αυτά τα λίγα λεπτά κανονικότητας. Η πιθανή απώλειά τους όμως με κάνει να συνειδητοποιώ ότι θέλω κάτι ακατονόμαστο, κάτι που δεν αναγνωρίζω. Ακουμπάει το χέρι του στη μέση μου και με καίει πάνω από το λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Η έκφρασή του δείχνει ότι σκέφτεται πως είμαι σχεδόν γυμνή. Στρέφει την προσοχή του στο άνοιγμα της ρόμπας και οι ρώγες μου σκληραίνουν και αρχίζουν αμέσως να πονάνε. «Ξέρεις πόσο σε θέλω τώρα;» ρωτάει, τα δάχτυλά του γλιστράνε στο V της ρόμπας και αρχίζει να το τραβάει πιο χαμηλά. Τον θέλω – τον θέλω όσο και τον αέρα που αναπνέω, αλλά μια φωνή στο κεφάλι μου ουρλιάζει «Όχι ακόμα». Μετά το πρωινό. Πιάνω τη ρόμπα και την κλείνω κι έπειτα πιέζω με το χέρι μου το στήθος του για να τον κρατήσω πίσω. «Ω, όχι. Όχι τέτοια ή ό,τι είναι αυτό που θες να κάνουμε. Όχι μέχρι να μου δώσεις τη δόση καφεΐνης που χρειά​ζομαι, να με ταΐσεις, και να με αφήσεις να βουρτσίσω τα δόντια μου». Πιάνω το τηλέφωνο στον τοίχο. «Και μήπως καίγονται τ’ αυγά;» «Έχω σβήσει τα μάτια της κουζίνας», λέει και γελάει: ένα χαμηλό ηδυπαθές γέλιο που μπλέκεται με το χτύπημα του τηλεφώνου. Σκύβει και με φιλάει στο αυτί, η ανάσα του ζεστή στον λαιμό μου. «Επειδή ήλπιζα να ανάψω εσένα. Μάλλον θα πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο αφότου φάμε». Απομακρύνεται ενώ μια γυναίκα απαντάει στο τηλέφωνο. «Μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε Μέριτ;» Κοιτάζω τις φαρδιές πλάτες του Κρις ενώ προσέχει το φαγητό. Με έχει αφήσει με κομμένη την ανάσα, να υποφέρω και να αναρωτιέμαι γιατί στο καλό θεωρούσα το πρωινό σημαντικό. «Κύριε Μέριτ;» ρωτάει η γυναίκα στο τηλέφωνο, βγάζοντάς με απότομα από την ονειροπόληση. «Ναι, χαίρετε. Ο κύριος Μέριτ θα ήθελε μια οδοντόβουρτσα και μια οδοντόπαστα, παρακαλώ». «Ασφαλώς», απαντάει η γυναίκα. «Θα στείλω αμέσως». Κατεβάζω το ακουστικό και πηγαίνω προς την καφετιέρα, βγάζω δυο κούπες από το ντουλάπι. Κοιτάζω τον Κρις καθώς γεμίζει δυο πιάτα με το φαγητό που έχει φτιάξει και μου χαμογελάει· τα μάτια του έχουν μια έκφραση σκανδαλιάρικη. Ξέρει πολύ καλά ότι με έχει αφήσει να καίγομαι και το διασκεδάζει. «Μ’ αρέσεις με τη ρόμπα». Σηκώνει ένα φρύδι. «Μου αρέσεις ακόμα περισσότερο χωρίς τη ρόμπα». Μια ζέστη με κυριεύει και δεν είναι από την κουζίνα. Είναι τόσο γοητευτικός και σέξι. «Θα ήμουν καλύτερη αν είχα κάνει ντους και είχα ντυθεί όπως εσύ». «Υποθέτω πως το θέμα είναι υποκειμενικό». Η προσοχή που μου δείχνει με κάνει να λάμπω. Πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να μη λάμπει όταν της κάνει φιλοφρονήσεις ο Κρις Μέριτ;


«Πώς τον πίνεις τον καφέ σου;» «Με πολύ γάλα. Στο ψυγείο». Γελάω μ’ αυτό που είπε. Με κοιτάζει συνοφρυωμένος. «Είναι παράξενο να είναι το γάλα στο ψυγείο;» «Περίμενα ότι θα τον έπινες σκέτο. Ξέρεις. Όλη αυτή η περσόνα του κουλ μηχανόβιου καλλιτέχνη. Νόμιζα ότι θα έπινες δυνατό καφέ για να είσαι δυνατός». «Είμαι αρκετά δυνατός, όπως πιστεύω ότι πρόσεξες κι εσύ, και μου αρέσει να βάζω ζάχαρη στο δηλητήριό μου». Παράξενο σχόλιο, και, όπως τόσα άλλα που λέει ο Κρις, υποψιάζομαι ότι έχει και κρυφό νόημα. Αναρωτιέμαι αν θα μείνει μαζί μου αρκετά ώστε να τον καταλάβω και συνειδητοποιώ ότι ελπίζω να μείνει. Ήδη η υπόσχεσή μου να ζή​σω τη στιγμή με τον Κρις μετατρέπεται σε επιθυμία να ζή​σω και επόμενες στιγμές. Είχε δίκιο. Είναι επικίνδυνος. Ή ίσως να μην είπε επικίνδυνος. Δεν είμαι σίγουρη για ποιον λόγο με έχει προειδοποιήσει τόσο έντονα να μείνω μακριά του, αλλά το επαναλαμβάνω κι εγώ στον εαυτό μου. Είναι επικίνδυνος και ποτέ στη ζωή μου δεν έχω θελήσει περισσότερο να ζήσω στα όρια.


20 Λίγα λεπτά αργότερα, η οδοντόβουρτσα και η οδοντόπαστα μας έχουν σταλεί μέσω ενός φρεάτιου στον τοίχο δίπλα στο ψυγείο, που μοιάζει με μηχάνημα τράπεζας απ’ όπου περνάς με το αυτοκίνητο. Έτρεξα να βουρτσίσω τα δόντια μου πριν φάμε, πράγμα που ο Κρις βρήκε διασκεδαστικό, και επέστρεψα. Τώρα κάθομαι με τον Κρις στο τραπέζι της κουζίνας, και οι δύο πίνουμε καφέ γλυκό από το γάλα φουντουκιού, που προφανώς δεν είναι εύκολο να το βρεις στο Παρίσι και είναι το αγαπημένο του. «Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ γεύση φουντούκι», ομολογώ. «Μ’ αρέσουν τα συνηθισμένα». Αυτή η χαζή δήλωση βγαίνει πριν προλάβω να με συγκρατήσω. Ο Κρις χαμογελάει. «Λοιπόν, ελπίζω να το ανατρέψω αυτό». Δείχνει την κούπα μου με το πιγούνι του. «Δοκίμασε». Αχ, Θεούλη μου, έπρεπε να το πάει εκεί, από την άλλη όμως, εγώ το προκάλεσα. Αναρωτιέμαι τι ορίζει ως συνηθισμένο. Εμένα πάνω στο παράθυρο; Ήταν αυτό συνηθισμένο; Για μένα όχι, αλλά υπήρξα συνηθισμένη τόσο πολύ καιρό και τελικά επιτρέπω στον εαυτό μου να ζητάει περισσότερα από τη ζωή. «Ή μπορείς να μου πεις τι σκέφτεσαι», λέει ο Κρις. «Α». Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και συνειδητοποιώ ότι εμβαθύνω υπερβολικά στο σχόλιο περί συνηθισμένων. «Όχι, δε νομίζω ότι θα μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σου». Έχει ένα βλέμμα ερωτηματικό, αλλά το αγνοώ και αντί να του απαντήσω, πίνω τον καφέ μου με γεύση φουντούκι. «Είναι καλό. Πολύ καλό». Η έκφρασή του φανερώνει ότι εγκρίνει και ο τόνος του στάζει υπονοούμενα. «Ήξερα ότι το μέλλον σού επιφύλασσε κάτι παραπάνω από συνηθισμένα πράγματα». Τα μάγουλά μου παίρνουν φωτιά με αυτό το πονηρό του σχόλιο. «Και κοκκινίζεις σαν καλή δασκαλίτσα». Λέει. «Είσαι ολόκληρη μια αντίφαση, έτσι, Σάρα;» Φυσικά έχει δίκιο. Νιώθω σαν να κολυμπάω ανάμεσα σε δύο όχθες∙ στη μία, η βαρετή, απλή ζωή∙ στην άλλη, η σκοτεινή και ερωτική, και δεν μπορώ να φτάσω σε καμία. Ανασηκώνω τους ώμους. «Μάλλον ναι». «Μάλλον ναι». Υπάρχει μια σεξουαλική έλξη ανάμεσά μας που αντιλαμβανόμαστε και οι δύο καθώς αρχίζουμε να τρώμε. Αλλά πεινάω πιο πολύ απ’ όσο νόμιζα, καθώς η πρώτη μπουκιά ξυπνάει το στομάχι μου και με κάνει να μου τρέχουν τα σάλια. «Λέω ότι παίρνεις βαθμούς τοπ σεφ. Η ομελέτα σου είναι εκπληκτική». «Είναι εύκολο να κάνεις μια ομελέτα καλή και δύσκολο να την κάνεις χάλια». «Δεν έχεις δοκιμάσει τις δικές μου ομελέτες», του λέω γελώντας. Αναστενάζω και κοιτάζω από το παράθυρο. Η πόλη είναι ένας καμβάς· είναι νωρίς το πρωί, ο ουρανός υπέροχος, πεντακάθαρος και γαλανός, το νερό εκτείνεται για πολλά χιλιόμετρα και οι κορυφές των λόφων και τον κτιρίων εδώ κι εκεί συμπληρώνουν την τέλεια εικόνα. «Είναι σαν να είσαι στην κορυφή του κόσμου εδώ, σαν να μην μπορεί να σε αγγίξει τίποτα».


Ακουμπάω τον αγκώνα στο τραπέζι και το πιγούνι στο χέρι μου, και συμπληρώνω με λαχτάρα: «Σίγουρα είναι καλύτερη θέα από τη θέα του σπιτιού μου που βλέπει σε ένα πάρκινγκ». Ρίχνω ένα βλέμμα στον Κρις. «Και στο στούντιο αυτή τη θέα έχεις;» «Ναι. Θα σου δείξω αργότερα αν θέλεις». «Θα το ήθελα πολύ», λέω ενθουσιασμένη. «Η θέα που έχει το στούντιο είναι ο λόγος που αγόρασα αυτό το σπίτι. Με εμπνέει πολύ για τη δουλειά μου, μιας και τη λατρεύω αυτή την πόλη. Είναι το σπίτι μου και πάντα θα είναι». «Πότε μετακόμισες στο Παρίσι;» «Ο πατέρας μου μας πήγε όταν ήμουν δεκατριών». Συνοφρυώνομαι προσπαθώντας να θυμηθώ κάτι που να έχω διαβάσει για την οικογένειά του εκτός από τον πατέρα του, μα δε θυμάμαι τίποτα. «Και η μητέρα σου…» «Έχει πεθάνει». «Ω». Αφήνω τον αγκώνα μου να πέσει κάτω και κάθομαι ίσια. Αυτή η σύντομη απάντησή του μου λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα ολόκληρες ιστορίες. «Λυπάμαι». «Κι εγώ για τη δική σου». Η φωνή του έχει μαλακώσει και ακούγεται μελαγχολική. Τον κοιτάζω διερευνητικά, προσπαθώντας να ερμηνεύσω την απαθή έκφρασή του, και θέλω τόσο πολύ να τον καταλάβω, που τολμάω να ρωτήσω πράγματα που μάλλον δε θα έπρεπε. «Πόσων χρονών ήσουν όταν πέθανε;» Κρατάω την αναπνοή μου, περιμένοντας μια απάντηση που δεν είμαι σίγουρη ότι θα μου δώσει. Άλλωστε, έχει δηλώσει απροθυμία να μοιράζεται προσωπικές πληροφορίες με τις γυναίκες που… βγαίνει; Που πηδάει; Δεν είμαι σίγουρη. Για την ακρίβεια, υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία δεν είμαι σίγουρη σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου. «Αυτοκινητικό, όταν ήμουν πέντε». Ξεφουρνίζει την πληροφορία χωρίς να διστάζει, σχεδόν σαν να αφηγείται την ιστορία κάποιου άλλου, αλλά βλέπω τι συμβαίνει στην πραγματικότητα – είναι ένας μηχανισμός για να το ξεπεράσει. Τον ξέρω πολύ καλά αυτόν τον μηχανισμό. Βρίσκεις ένα μέρος όπου καταχωνιάζεις κάποια πράγματα για να τα αντιμετωπίσεις, αλλιώς διαλύεσαι. «Εγώ ήμουν είκοσι δύο όταν έχασα τη μητέρα μου», λέω, χωρίς να του πω λόγια παρηγοριάς. Τα έχω ακούσει κι εγώ. Ξέρω ότι δε βοηθάνε. «Έπαθε οξύ έμφραγμα τη μέρα που αποφοίτησα από το κολέγιο». Με κοιτάζει και μοιραζόμαστε μια στιγμή κατανόησης, απώλειας, μια στιγμή που ξέρουμε ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί. Και στους δύο συνέβη κάτι άσχημο. Και οι δύο σιχαινόμαστε τη συμπονετική φλυαρία όσων ανακαλύπτουν την απώλειά μας. Και οι δύο το καταλαβαίνουμε και καταλαβαίνουμε και ο ένας τον άλλον. Απλώς… καταλαβαίνουμε. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και νομίζω ότι έχω μοιραστεί περισσότερα σε αυτές τις στιγμές με αυτόν τον άντρα που ξέρω μόλις λίγες μέρες παρά με οποιονδήποτε άλλον – εκτός ίσως από τη μητέρα μου. Υπάρχει μια αμοιβαία κατανόηση, μάλλον σπάνια. Ο Κρις σπάει τη σιωπή πιάνοντας το πιρούνι του και δείχνοντας το πιάτο μου. «Φάε πριν κρυώσει το αριστούργημά μου». Γνέφω καταφατικά, και ταυτόχρονα πιάνουμε τα πιρούνια μας και αρχίζουμε να τρώμε σιωπηλοί ξανά, βυθισμένοι στις σκέψεις μας. Υπάρχουν τόσο πολλές ερωτήσεις να του κάνω, αλλά δεν τολμώ. Προσωπικές ερωτήσεις για την


οικογένειά του, που ξέρω ότι δεν μπορώ να τις κάνω τώρα, αν μπορέσω κιόλας να τις κάνω ποτέ. Ήδη έχει μοι​ραστεί μαζί μου περισσότερα απ’ όσα περίμενα, όπως κι εγώ μαζί του. Και πάλι όμως, αυτή η νέα αποκάλυψη σχετικά με τη μητέρα του με κάνει να θέλω να τον γνωρίσω περισσότερο από ποτέ. «Γιατί ζωγραφίζεις;» ρωτάω. «Γιατί δεν κάνεις κάποιο άθλημα ή δεν παίζεις πιάνο, όπως ο πατέρας σου;» Το σαγόνι του σφίγγεται, ανεπαίσθητα δηλαδή, αλλά εγώ το προσέχω και αναρωτιέμαι γιατί. Χτύπησα ευαίσθητη χορδή; «Ο πατέρας μου έβγαινε με μια διάσημη καλλιτέχνιδα που αποφάσισε ότι χρειαζόμουν έναν τρόπο να ξεδίνω πέρα από τους καβγάδες που έμπλεκα στην αυλή του σχολείου εξαιτίας του θυμού μου». «Στάσου. Τσακωνόσουν; Δε φαίνεσαι τέτοιος τύπος». Αλλά και πάλι, μόνο που δεν ισοπέδωσε τον Μαρκ, ο οποίος έδινε την εντύπωση ότι τίποτα δεν τον αγγίζει. «Ήμουν έφηβος. Βρισκόμουν σε καινούργιο μέρος και δε μιλούσα τη γλώσσα, και για τους άλλους ήμουν ένας παρείσακτος. Ή θα τσακωνόμουν ή θα τις έτρωγα. Δε μου αρέσει να τις τρώω. Το πρόβλημα ήταν ότι άπαξ και άρχισα να τσακώνομαι, έψαχνα λόγους να το κάνω συνέχεια. Ήμουν τσαντισμένος που ήμουν στο Παρίσι και ήθελα να γυρίσω πίσω. Το αποτέλεσμα ήταν να με διώξουν απ’ το σχολείο». «Άουτς. Ο πατέρας σου τι έκανε;» «Δεν το ήξερε καν. Η γυναίκα που έβγαινε τότε, η καλλιτέχνιδα που ανέφερα, παρενέβη και με δέχτηκαν πίσω. Έπειτα κάθισε και μου είπε ότι είχα πρόβλημα διαχείρισης θυμού και έπρεπε να βρω μια διέξοδο. Έβαλε ένα πινέλο στο χέρι μου και μου είπε να φτιάξω κάτι που θα άξιζε να το δεις». «Και τι ζωγράφισες;» Γελάει. «Τον Φρέντι Κρούγκερ από τον Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες. Ένα από τα καλύτερα έργα μου μέχρι σήμερα, πρέπει να πω. Έκανα τον εξυπνάκια». Γελάω. «Εσύ; Εξυπνάκιας; Ποτέ». «Με θεωρείς εξυπνάκια;» «Παρήγγειλες μπίρα σε βραδιά οινογνωσίας». «Πρέπει να παραδεχτείς ότι η εμφανής αμηχανία του Μαρκ ήταν ανεκτίμητη». Όσο κι αν θέλω να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτά που έγιναν χθες το βράδυ, προτιμώ να συνεχίσει να μιλάει για τον εαυτό του. «Δεν πρόκειται να συνεχίσω να τρέφω αυτή τη διαμάχη ανάμεσα σ’ εσένα και τον Μαρκ. Τι συνέβη όταν αποκάλυψες τον πίνακα του Φρέντι;» «Είπε ότι ακόμα έχω πρόβλημα διαχείρισης θυμού, αλ​λά επίσης ότι είχα τρελό ταλέντο και αν δεν το εκμεταλλευόμουν θα γινόταν Φρέντι Κρούγκερ η ίδια». «Κι έτσι άρχισε», είπα απαλά. Η ιστορία του με πλημμυρίζει ζεστασιά, και αναρωτιέμαι ποια να ήταν η καλλιτέχνιδα που τον βοήθησε, αλλά ήδη έχω καταλάβει πως ό,τι κάνει ο Κρις το κάνει για κάποιον λόγο, όπως και το ότι αποφεύγει να πει το όνομά της. «Κι έτσι άρχισε». Με κοιτάζει με ενδιαφέρον και βλέπω ότι το μυαλό του δουλεύει και το δέρμα μου ανατριχιάζει περιμένοντας όλες τις ερωτήσεις που θα μου κάνει σαν αντίποινα για τις δικές μου.


«Λοιπόν, Σάρα», κάνει αργά. «Πες μου. Πόσο πλούσιος είναι ο πατέρας σου;» Παίρνω ανάσα και παραμερίζω το πιάτο μου. Μου είπε περισσότερα απ’ όσα περίμενα να μου πει, περισσότερα απ’ όσα ισχυρίζεται ότι έχει πει σε οποιονδήποτε. Δεν μπορώ να τον αφήσω έξω απ’ τη ζωή μου και ξέρω ότι δεν ενδιαφέρεται για τα ίδια τα χρήματα όσο για τον λόγο που τα άφησα πίσω μου. Μαζεύω τα πόδια μου στην καρέκλα και αγκαλιάζω τα γόνατά μου, η μεγάλη ρόμπα είναι ένας μανδύας, ενός είδους καταφύγιο. «Είναι Διευθύνων Σύμβουλος στις Τεχνολογίες Neptune». Σηκώνει το φρύδι του. «Στο δίκτυο καλωδιακής τηλεόρασης;» «Ναι». Γέρνει πίσω στην καρέκλα του και με κοιτάζει διερευνητικά. «Κι εσύ ζεις σε ένα μέτριο διαμερισματάκι με το μισθό της καθηγήτριας;» «Ναι». «Τόσο πολύ τον μισείς». Δεν είναι ερώτηση, έτσι δεν απαντώ. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην καφετιέρα και επιστρέφω στο τραπέζι με την κανάτα γεμάτη καφέ. Τείνει την κούπα του προς το μέρος μου και τη γεμίζω. Σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει διερευνητικά. «Ευχαριστώ». Γνέφω και γεμίζω και τη δική μου κούπα, βάζω την κανάτα στη θέση της και κάθομαι. Βάζω γάλα στον καφέ μου και ανακατεύω, αποφεύγοντας το ανακριτικό βλέμμα του Κρις. «Του μιλάς;» με κεντρίζει· προφανώς δεν τον πειράζει να με πιέσει όσο τον πίεσα εγώ. Πίνω αργά τον καφέ μου, χωρίς να βιάζομαι να απαντήσω, αλλά τελικά ομολογώ: «Ποτέ, και δε μιλάω γι’ αυτόν, Κρις». Χρησιμοποιώ τη λέξη που χρησιμοποίησε για έμφαση. «Ποτέ». Αγνοεί την προφανή μου έκκληση να αλλάξουμε θέμα. «Πότε τον είδες ή του μίλησες τελευταία φορά;» «Τους αποχαιρέτησα και τους δύο στην κηδεία». Πίνω τον καφέ μου και εύχομαι να ήταν σοκολάτα ώστε να λειτουργήσει ανακουφιστικά. Ο Κρις ακόμα με κοιτάζει όταν αφήνω την κούπα μου στο τραπέζι. Μοιάζει μπερδεμένος. «Πέθανε από έμφραγμα, σωστά;» Γνέφω καταφατικά. «Και γιατί έχω την αίσθηση ότι κατηγορείς τον πατέρα σου για τον θάνατό της;» Σφίγγω τα χείλια μου. «Τον κατηγορώ για τη δυστυχισμένη ζωή της». Τότε καταλαβαίνει. «Δεν πήρες δεκάρα. Απλώς έφυγες». «Ναι». Ένας κόμπος στον λαιμό μου. «Κι έτσι ερχόμαστε στα χθεσινοβραδινά. Δεν ξέρω τι συμβαίνει μ’ εσένα και τον Μαρκ αλλά…» «Δεν είναι κοκορομαχία», με πειράζει και δεν μπορώ να καταλάβω αν προσπαθεί να ελαφρύνει το κλίμα. Η ανάμνηση που δεν μπορώ να αποφύγω με κάνει να μορφάζω. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είπα κάτι τέτοιο». «Δεν είμαστε εχθροί», συμπληρώνει, δίνοντας μια απάντηση σε μια ερώτηση που ακόμα δεν είχα κάνει. «Απλώς τον ξέρω και ξέρω πώς δουλεύει. Δεν τον άφησα, ούτε θα τον αφήσω, να σε εκμεταλλευτεί». «Είμαι υπάλληλος και προσπαθώ να καταφέρω να μπω μόνιμα σε μία δουλειά και μάλιστα μία δουλειά που πληρώνει περισσότερα απ’ όσα παίρνει μια ασκούμενη».


«Και η απόγνωσή σου να το πετύχεις είναι ολοφάνερη. Δεν μπορεί να σε εκμεταλλευτεί. Αν νομίζει ότι έχεις κάτι να προσφέρεις, θα σου δώσει την ευκαιρία στο Ρεύμα, χωρίς να παίζει παιχνίδια με το μυαλό σου όπως κάνει». «Ο πατέρας μου είναι ο βασιλιάς των εκμεταλλευτών και τον χειρίζομαι μια χαρά. Μπορώ να χειριστώ τον Μαρκ, Κρις». «Δεν πήρες ούτε σεντς από τον πατέρα σου, Σάρα. Δεν τον χειρίστηκες μια χαρά. Οποιοσδήποτε πατέρας που αξίζει έστω και λίγο φροντίζει την κόρη του, γαμώτο, όσο ξεροκέφαλη κι αν είναι, όσο κι αν δεν τον αφήνει. Σου αξίζει να σε φροντίσει». Με κυριεύει θυμός και σηκώνομαι όρθια. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα–» Σηκώνεται κι εκείνος, υψώνεται ψηλός εμπρός μου. «Και αν θέλω να έχω δικαίωμα;» «Δεν είσαι για σχέσεις, Κρις, και γι’ αυτό είμαι εδώ. Ού​τε κι εγώ είμαι για σχέσεις. Δε θέλουμε τέλεια σπίτια με λευκούς φράχτες, θυμάσαι; Και οι δυο συμφωνήσαμε σ’ αυ​τό. Εσύ σχεδόν επέμενες. Μπορείς, λοιπόν, να με πηδάς, αλλά δεν μπορείς να μου πηδήξεις τη ζωή. Αυτή είναι η ευκαιρία μου να αποδείξω ότι μπορώ να πραγματοποιήσω το όνειρό μου όπως εσύ το δικό σου. Εκτιμώ την προμήθεια, αλήθεια, περισσότερο απ’ όσο νομίζεις, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Εξακολουθώ να θέλω κάτι περισσότερο από χρήματα, αλλιώς τώρα θα κλαιγόμουν στον πατέρα μου και θα τον άρμεγα». Η καρδιά μου κοντεύει να εκραγεί. «Πρέπει να ντυθώ και να πάω σπίτι». Απομακρύνομαι. «Ήδη το βάζεις στα πόδια; Τόσο εύκολα σε τρομάζω;» Κοκαλώνω και νιώθω ένα κάψιμο στο στήθος. «Δεν το βάζω στα πόδια», ψιθυρίζω, και γυρίζω να τον αντικρίσω. «Εμένα μου φαίνεται ότι το βάζεις στα πόδια. Με το που αγγίζω ευαίσθητη χορδή, λακίζεις». «Μερικοί οργασμοί δε σου δίνουν δικαίωμα να ελέγχεις τη ζωή μου». «Ξέρεις, γλυκιά μου, το ξέρω ότι τα ’χω χαμένα. Αλλά αν νομίζεις ότι ο τύπος που προσπαθεί να σε προστατεύσει αντί να σε ποδοπατήσει θέλει να ελέγξει τη ζωή σου, τα ’χεις εξίσου χαμένα μ’ εμένα. Το ότι έφυγες από τον πατέρα σου δε σημαίνει ότι τον χειρίστηκες. Το έβαλες στα πόδια». Έχει χτυπήσει όλα τα ευαίσθητα σημεία μου, τα έχει σαρώσει. «Αλλά θέλεις να φύγω από την γκαλερί και τον Μαρκ… Αυτό δε θα σημαίνει ότι το βάζω στα πόδια;» Το πρόσωπό του συννεφιάζει, καθώς κάνει να με πιάσει και με τραβάει με δύναμη πάνω του, το χέρι του χώνεται μες στα μαλλιά μου. «Ο Μαρκ θέλει να σε πηδήξει, Σάρα, κι εγώ δε μοιράζομαι τις γυναίκες μου. Ή είσαι μαζί μου ή όχι. Αποφάσισε τώρα». Μετά βίας μπορώ να ανασάνω. Ζηλεύει. Ο Κρις ζηλεύει. Σχεδόν δεν μπορώ να το διανοηθώ και με κάνει να τον θέλω ακόμα περισσότερο, πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι έχω δίκιο. Τα ’χω χαμένα. Αλλά και πάλι, το ξέρω ήδη. Κάνει λάθος όμως όταν λέει ότι είμαι θύμα. Έχω υπάρξει θύμα, το έχω κάνει και δεν το ξανακάνω. «Αν με θέλεις, Κρις, θα αποδεχτείς τη δουλειά μου και θα με στηρίξεις». «Τι νομίζεις ότι έκανα χθες το βράδυ που πήρα τον έλεγχο που ασκεί πάνω σου ο Μαρκ; Αλλά να πάρει, Σάρα, πες μου αυτό που θέλω ν’ ακούσω. Πες μου ότι δεν τον θέλεις». «Δεν τον θέλω. Μόνο εσένα θέλω». Και ξαφνικά το στόμα του βρίσκει το δικό μου, η γλώσσα του γλιστράει ανάμεσα στα χείλια μου και χαϊδεύει τη δική μου μέχρι που χάνω το μυαλό μου. Έχουμε πέσει ο ένας πάνω στον άλλον ξανά, αγγιζόμαστε, φιλιόμαστε και ούτε


που προσέχω τη ρόμπα μου που πέφτει. «Να πάρει, γυναίκα, με τρελαίνεις», βογκάει και με κολλάει στον τοίχο, χαϊδεύει τα στήθη μου με τα δάχτυλά του, πειράζει τις ρώγες μου, το στόμα του ήδη καταβροχθίζει το δικό μου. Τον νιώθω να κατεβάζει το παντελόνι του. «Γρήγορα», τον παρακαλώ. «Θέλω…» Με φιλάει. «Κι εγώ, μωρό μου. Κι εγώ». Κι έπειτα, ξαφνικά, βρίσκεται μέσα μου. Ω Θεέ μου! Ναι! Είναι μέσα μου, μεγάλος και σκληρός και πλέον δεν πατάω στο πάτωμα ούτε είμαι κολλημένη στον τοίχο. Με έχει σηκώσει και έχω τυλίξει τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Σπρώχνει, με σφίγγει πάνω του, με πιέζει τόσο, που γέρνω προς τα πίσω και νιώθω ότι θα πέσω. Μόνο που με κρατάει. Το χέρι του γύρω από τη μέση μου, το δυνατό σώμα του πιέζει το δικό μου, το καυτό βλέμμα του σαρώνει τα στήθη μου, και με κρατάει, δε με αφήνει να πέσω και αυτή η γνώση, αυτή η βεβαιότητα που έρχεται από κάπου βαθιά μέσα μου, μου επιτρέπει να αφεθώ. Αφήνω τον εαυτό μου να νιώσει και όχι να σκεφτεί. Χάνομαι στο πάθος της στιγμής και η ένταση που προκαλεί μέσα μου, η ηδονή που νιώθω όταν με τεντώνει, είναι πιο έντονη απ’ όσο μπορώ ν’ αντέξω. Ο οργασμός με χτυπάει σαν ξαφνικό, δυνατό κύμα, το κορμί μου σφίγγεται γύρω από το δικό του. Βογκάει και, μα το Θεό, αυτό το βογκητό είναι η σεξουαλικότητα προσωποποιημένη. Νιώθω την υγρή, καυτή λάβα του και η επίδραση του οργασμού έχει περάσει και το μυαλό μου έχει ξεθολώσει αρκετά ώστε να απολαύσω την ομορφιά του προσώπου του στο οποίο βλέπω χαραγμένη την ικανοποίηση που του προσφέρω. Η εικόνα του με μαγεύει, παρατηρώ κάθε στιγμή του οργασμού του, προσέχω ότι η ένταση στα χαρακτηριστικά του δίνει σιγά σιγά τη θέση της στη χαλάρωση. Με τραβάει κοντά του και θάβει το πρόσωπό του στον λαιμό μου και με κρατάει για μερικά δευτερόλεπτα που διαρκούν αιώνια, ενώ ακόμα στέκεται όρθιος σηκώνοντας το βάρος μου και το δικό του. Το βλέμμα μου πέφτει στο παράθυρο και βλέπω τη γαλάζια θάλασσα και την υπέροχη πόλη που εκτείνεται από κάτω μας, έχοντας την αίσθηση ότι βρήκα ένα καταφύγιο εδώ και πουθενά αλλού, έστω και για λίγο. Αργά αργά, ο Κρις με αφήνει κάτω και μου δίνει μια χαρτοπετσέτα που δέχομαι συνεσταλμένα, νιώθοντας ξα​φνικά ντροπές. Ναι, πράγματι, είμαι ολόκληρη μια αντί​φα​ση αυτές τις μέρες. Ο Κρις μαζεύει το παντελόνι του και μετά πιάνει τη ρόμπα και με τυλίγει. «Θα ήθελα να σε πάω κάπου που νομίζω ότι θα σου αρέσει», λέει. «Και να μείνουμε το βράδυ, αν μπορείς;» Ένα ολόκληρο βράδυ με τον Κρις; Η ιδέα με ενθουσιά​ζει περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε και θυμίζω στον εαυτό μου ότι πρόκειται για μια σεξουαλική περιπετειούλα. Από​λαυσέ το όσο μπορείς. Μη δένεσαι. Μην τον ερωτευτείς. «Πού;» ρωτάω. «Δηλαδή δέχεσαι;» Γνέφω καταφατικά. «Ναι». «Τότε θα είναι έκπληξη, αλλά θα σου αρέσει, το υπόσχομαι». Κοιτάζει το ρολόι. «Αν είναι όμως να κάνουμε όσα θέλω, πρέπει να πηγαίνουμε». «Πρέπει να πάω σπίτι να κάνω ένα ντους και να ντυθώ. Δεν έχω καν μια μπλούζα για να φύγω από δω». «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το ντους μου και να αφήσεις το θέμα των ρούχων επάνω


μου». «Κρις…» Με σηκώνει και τσιρίζω. «Τι κάνεις;» «Σε πηγαίνω στο ντους. Εγώ Τάρζαν, εσύ Τζέιν. Κάνε αυτό που λέω». Γελάω με τη χαζομάρα του και σκέφτομαι ότι κι αυτός είναι ολόκληρος μια αντίφαση. Άγριος και σκληρός, πολύ άντρας, και, από την άλλη, ένα τρυφερό αρκουδάκι. Περνάμε δίπλα από το τραπεζάκι του σαλονιού. «Στάσου! Χρειάζομαι την τσάντα μου». Κάνει πίσω και σκύβει αρκετά ώστε να την πιάσω. Την πιάνω. «Η φούστα μου…» «Θα σου φέρω εγώ ρούχα», λέει και ανεβαίνει τις σκάλες από το καθιστικό προς το χολ δίπλα στο ασανσέρ και μπαίνει σε έναν άλλο διάδρομο που δεν είχα καν προσέξει και μετά ανεβαίνουμε μια στριφογυριστή σκάλα που οδηγεί στο υπνοδωμάτιό του το οποίο είναι εντυπωσιακό. Το βλέπω μόνο περνώντας και έπειτα με αποθέτει στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα ενός μπάνιου που είναι όσο το υπνοδωμάτιό μου. «Σ’ αφήνω εδώ και σε κλείνω μέσα γιατί αν μπω κι εγώ, δεν πρόκειται να φύγουμε σύντομα». Ανοίγω το στόμα μου για να διαμαρτυρηθώ αλλά είναι πολύ αργά. Με φιλάει βιαστικά και δυνατά και βγαίνει κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Είμαι μόνη στο μπάνιο του Κρις Μέριτ και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χαμογελάσω.


21 Χρησιμοποιώ το σαπούνι και το σαμπουάν του Κρις. Μυρίζει σανδαλόξυλο και μου θυμίζει εκείνον και εύχομαι να ήταν στο ντους μαζί μου. Εικόνες όσων έχουμε κάνει μαζί και κουβέντες που έχουμε ανταλλάξει με κατακλύζουν, ενώ το ζεστό νερό τρέχει πάνω μου. Ο Κρις με μπερδεύει απ’ όλες τις απόψεις. Ή ίσως να είμαι ούτως ή άλλως μπερδεμένη. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι τα είχα ξεκαθαρισμένα. Μήπως, όμως, όντως επέτρεψα στον πατέρα μου να με νικήσει αφήνοντας τα πάντα πίσω μου; Ένα κομμάτι μου λέει όχι. Έφυγα με δική μου ταυτότητα. Υπερασπίστηκα τα πιστεύω μου. Η αγάπη μου για την τέχνη ήταν ό,τι και για τη μητέρα μου, ένα επιπόλαιο χόμπι, όχι καριέρα. Ο ρόλος μου θα ήταν ο ρόλος της μητέρας μου, θα υπηρετούσα τον πατέρα μου, και στην περίπτωσή μου, και τον Μάικλ. Ένα άλλο κομμάτι μού λέει αυστηρά πως το έβαλα στα πόδια και δεν ύψωσα το ανάστημά μου στον πατέρα μου ούτε απαίτησα να με δεχτεί όπως ήμουν και όχι όπως θα ήθελε να είμαι. Πάντα ευχόμουν η μητέρα μου να υπερασπιζόταν τον εαυτό της και εγώ τι είχα κάνει; Απλώς είχα φύγει. Το ’χα βάλει στα πόδια. Ο Κρις έχει δίκιο. Δεν είναι άξιο απορίας που ήθελα να τον χτυπήσω. Με έκανε να δω την πικρή, σκληρή αλήθεια των πράξεών μου. Με έκανε να εύχομαι να είχα φανεί πιο γενναία, με έκανε να δω ότι είχα χάσει πέντε χρόνια από τη ζωή μου που δεν μπορώ να ξαναπάρω πίσω. Και πάλι, δε θέλω να δω τον πατέρα μου. Δε θέλω τα καταραμένα τα λεφτά του. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη ότι θα είχα τη συνείδηση που έχω τώρα, αλλά θα είχα παλέψει για το όνειρό μου αντί να κρύβομαι από τα πάντα. Αυτός δεν ήταν ο λόγος που έφυγα; Για να γίνω ο εαυτός μου; Εισπνέω και εκπνέω. Ο εαυτός μου. Δεν ξέρω καν ποια είμαι. Το στομάχι μου έχει δεθεί κόμπος και κλείνω το νερό. Το έβαλα στα πόδια. Δεν μπορώ να το αρνηθώ. Να πάρει! Είμαι έξαλλη με τον εαυτό μου. Αλλά, τώρα που αποφάσισα να βάλω τα δυνατά μου, μπορώ να φτιάξω τη δική μου ζωή και να πετύχω. Νιώθω μια αποφασιστικότητα στην ψυχή μου, εκεί που δεν είχα νιώσει τίποτα εδώ και καιρό… μέχρι που γνώρισα τον Κρις. Θα δεχτώ ό,τι μου προσφέρεται, ακόμα και αυτό το Σαββατοκύριακο με τον Κρις. Ο Κρις είναι η διαφυγή μου. Η καινούργια δουλειά είναι η ελπίδα μου. Ανοίγω τις γυάλινες πόρτες και τυλίγομαι σε μια αφράτη λευκή πετσέτα που βρήκα στο ντουλάπι και εύχομαι να είχα τα ρούχα μου. Ο Κρις μπορεί να ξεθάψει κανένα μπλουζάκι για μένα αλλά είμαι σίγουρη πως ξέρει ότι χρειάζομαι περισσότερα ρούχα για ένα Σαββατοκύριακο. Θα πρέπει να βρούμε χρόνο να περάσουμε από το σπίτι μου, και η ιδέα με ενοχλεί. Το σπίτι μου. Μια τρύπα. Όλο το διαμέρισμα είναι όσο το μπάνιο και το υπνοδωμάτιο του Κρις μαζί. Δε θα έπρεπε να με πειράζει, αλλά για κάποιον λόγο με πειράζει. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, βρίσκω εύκολα το πιστολάκι καθώς είναι πάνω στα αστραφτερά λευκά πλακάκια του πάγκου. Είναι όμως σημαντικό να βρω και προϊόντα για τα μαλλιά κι έτσι ανοίγω το ευρύχωρο ντουλαπάκι. Βλέπω την ηλεκτρική ξυριστική μηχανή του Κρις και διάφορα καλλυντικά, ανάμεσά τους μια κολόνια και λοσιόν. Τίποτα για μαλλιά.


Ο Κρις έχει τόσο ωραία μαλλιά που του φτάνουν στο πιγούνι κι έτσι σίγουρα θα χρειάζεται τζελ ή κάτι αντίστοιχο. Κάνω να κλείσω το ντουλαπάκι μα διστάζω, παίρνω την κολόνια και ψεκάζω στον αέρα, εισπνέω το γνώριμο άρωμα του Κρις, ζεστό και υπέροχο με έναν δυνατό πρωτόγνωρο τρόπο. Αν νομίζεις ότι ο τύπος που προσπαθεί να σε προστατεύσει αντί να σε ποδοπατήσει θέλει να ελέγξει τη ζωή σου, είσαι τόσο χαμένη όσο κι εγώ. Α, ναι, σκέφτομαι. Ακρι​βώς. Είμαι. Όπως κι αυτός. Εμείς οι δυο είμαστε, ο ένας για τον άλλον, μια προδιαγεγραμμένη καταστροφή. Είναι ναρκωτικό, όπως αποκαλούσε η Ρεμπέκα τον άντρα στο ημερολόγιό της, ένα ναρκωτικό στο οποίο έχω προ πολλού εθιστεί. Διώχνω τη σκέψη και ξαναβάζω την κολόνια στο ντουλαπάκι. Χωρίς να έχω βρει προϊόντα για τα μαλλιά, αποφασίζω να εστιάσω στο μακιγιάζ μου. Πιάνω την τσάντα μου, βγάζω το ημερολόγιο για να βρω τα καλλυντικά μου και το αφήνω στον πάγκο, το κοιτάζω σαν να είναι εκρηκτικός μηχανισμός. «Πού είσαι;» ψιθυρίζω απαλά, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν μιλάω σ’ εκείνη ή σ’ εμένα. Έχω χαθεί μες στη ζωή της και αναρωτιέμαι αν θέλω να με βρουν. Εκείνη θέλει να τη βρουν όπου κι αν είναι; Μήπως έχει βρει διαφυγή σε μια καινούργια ζωή όπως κι εγώ; Με τη Ρεμπέκα στο μυαλό μου, επικεντρώνομαι στο να δημιουργήσω ένα απαλό φυσικό λουκ με το μακιγιάζ μου και το ολοκληρώνω με λίγο λιπ γκλος. Αφού δεν έχω προϊό​ντα για τα μαλλιά, ανοίγω το πιστολάκι και ελπίζω να βρω κάποιο ισιωτικό σέρουμ για μετά το στέγνωμα. Δέκα λεπτά αργότερα τα μαλλιά μου είναι στεγνά και λίγο ατίθασα. Και τι δε θα ’δινα για ένα σίδερο ισιώματος τώρα. Αφήνω την πετσέτα και πιάνω τη ρόμπα, την τυλίγω γύρω μου έτοιμη να βρω τα ρούχα μου. Σταματάω μπροστά στο ντουλαπάκι και το ανοίγω ξανά, πιάνω την κολόνια του Κρις και ψεκάζω γύρω μου. Εισπνέω τη γήινη μυρωδιά και χαμογελάω. Μου αρέσει να μυρίζω σαν τον Κρις. Ανοίγω διστακτικά την πόρτα και ο Κρις δεν είναι πουθενά, αλλά η πόρτα του υπνοδωματίου είναι ανοιχτή. Τα γυμνά μου πέλματα πατάνε πάνω στο ξύλινο πάτωμα, το βλέμμα μου καρφώνεται στο τεράστιο κρεβάτι. Επάνω υπάρχουν εφτά οχτώ σακούλες, όλες από μαγαζιά με ακριβές μάρκες που ξέρω ότι είναι στο διπλανό κτίριο. Στο πάτωμα υπάρχει μια βαλίτσα Louis Vuitton που αν είχε ταμπελάκι με την τιμή θα έγραφε 2.500 δολάρια. Ο λαιμός μου στεγνώνει, το στήθος μου πονάει. Πλησιάζω το κρεβάτι και όταν φτάνω μπροστά στις σακούλες βλέπω ότι είναι γεμάτες ρούχα, παπούτσια και, ναι, ακόμα και καλλυντικά και ένα σίδερο ισιώματος. Ένα πολύ ακριβό σίδερο ισιώματος που μπροστά του το δικό μου φτηνιάρικο, που είχα αγοράσει σε προσφορά, ωχριά. Ήμουν στο ντους περίπου σαράντα πέντε λεπτά και κατάφερε να κάνει ολόκληρο μαραθώνιο με ψώνια. Ή μάλλον, θα τηλεφώνησε κάτω και το προσωπικό άρχισε να εκτελεί εντολές. Είναι όλα ακριβά πράγματα, αξίας χιλιάδων δολαρίων. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει δυνατά. Κάποτε ψώνιζα σε όλα αυτά τα μαγαζιά. Μου άρεσαν. Άφησα τα λεφτά πίσω μου, αλλά η ταπεινή ζωή δεν ήταν εύκολη. Έχω βρει ένα μέρος να καταχωνιάζω την επιθυμία μου για περισσότερα μαζί με όλα όσα σχετίζονται με το παρελθόν μου. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι ήμουν μια χαρά, ότι δε χρειαζόμουν αυτά τα πράγματα. Ότι δε με ένοιαζε. Αλλά τώρα που κοιτάζω αυτές τις σακούλες, πονάω μέσα


μου και ξέρω ότι δεν έχει να κάνει μόνο με τα όμορφα πράγματα. Έχει να κάνει με όλα όσα άφησα πίσω μου, με το πόσο γρήγορα με ξέχασε η παλιά μου ζωή, ακόμα κι αν εγώ δεν την ξέχασα. «Ό,τι δε σου αρέσει μπορούμε να το επιστρέψουμε όταν γυρίσουμε στην πόλη». Γυρίζω και βλέπω τον Κρις στο κατώφλι, με τον έναν ώμο στον παραστάτη της πόρτας, σέξι, και πολύ αρρενωπό. «Δεν μπορώ να δεχτώ αυτά τα ρούχα, Κρις». Απομακρύνεται από την πόρτα. «Ασφαλώς μπορείς». «Όχι. Όχι, δεν μπορώ». Νιώθω να με κυριεύει πανικός. «Στέκεται μπροστά μου. «Σάρα…» «Απλώς θέλω να πάω από το σπίτι μου να πάρω τα πράγματά μου». «Έχω κάνει κρατήσεις σε ένα πολύ ξεχωριστό μέρος. Έχουμε μπροστά μας πάνω από μια ώρα οδήγησης. Πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως». «Κρις». Η φωνή μου φανερώνει μια απόγνωση που δεν μπορώ να κρύψω. «Δεν μπορώ να πάρω αυτά τα πράγματα». «Σάρα, μωρό μου, αν πρόκειται για τα χρήματα, δεν είναι θέμα. Θέλω να τα ξοδέψω για σένα». Πιάνει το πρόσωπό μου στα χέρια του. «Πέρασες πέντε χρόνια χωρίς τα πράγματα που είχες μεγαλώνοντας. Άσε με να το κάνω αυτό για σένα. Θέλω να το κάνω για σένα». «Κρις…» «Μη μου πεις ότι δε σου έλειψαν αυτά τα πράγματα». «Τα καταφέρνω και με την απλή ζωή». «Δεν είναι αυτό το θέμα. Λογικά, σου λείπουν αυτά τα πράγματα». Η άρνηση είναι στα χείλια μου αλλά με παρατηρεί προσεκτικά και είναι πολύ έξυπνος για να μη δει την αλήθεια. «Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται· και μ’ αυτόν τον τρόπο τα καταφέρνω, όχι έτσι». Περνάει το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά μου. Είναι τρυφερός και καταπολεμώ την παρόρμηση να γείρω πάνω του, ξέροντας ότι θα επιβαρύνω τη θέση μου. «Νομίζεις ότι θα σε συνηθίσω στα ωραία πράγματα και μετά θα το βάλω στα πόδια». «Ξέρω ότι θα το κάνεις, Κρις». Πιέζει το μέτωπό του στο δικό μου, μου χαϊδεύει το μάγουλο. «Σου είπα. Εσύ θα το βάλεις στα πόδια, όχι εγώ». Εγώ; Να φύγω από αυτόν; Όλο αυτό λέει και τώρα περισσότερο από ποτέ με μπερδεύει. Ο κύριος «δεν είμαι για τέλεια σπίτια με λευκούς φράχτες» και «δεν κάνω σχέσεις» ακούγεται λες και έχει έρθει για να μείνει ενώ εγώ όχι. Οι πράξεις και τα λόγια του είναι αντιφατικά, και μέσα μου γεννιέται μια βαθιά ανάγκη που παίρνει μορφή. Μια σχέση με τον Κρις, πέρα από το σεξ, γίνεται υπερβολικά δελεαστική για να είναι ασφαλής. Δε θέλω να τον ερωτευτώ. Δε θέλω να πείσω τον εαυτό μου ότι μεταξύ μας υπάρχουν περισσότερα απ’ όσα υπάρχουν. «Κρις…» Με φιλάει∙ ένα βαθύ, μακρόσυρτο φιλί που με ναρκώνει και με αφήνει να ασθμαίνω. «Ντύσου, μωρό μου». Χώνει τη μουσούδα του στον λαιμό μου και αποτραβιέται με μια έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπό του. «Φοράς την κολόνια μου;» Και η ερωτική ένταση στα μάτια του καίει τις όποιες αντιρρήσεις μου για τα δώρα. «Ναι», ψιθυρίζω. «Μ’ αρέσει να μυρίζω όπως εσύ». Οι κίτρινοι κόκκοι που τόσο λατρεύω στα πράσινα μάτια του γίνονται σχεδόν πορτοκαλί.


«Μου αρέσει να μυρίζεις σαν εμένα». Με φιλάει ξανά, η γλώσσα του χαϊδεύει τη δική μου – ένα βαθύ, σαγηνευτικό χάδι– και ύστερα απομακρύνεται. «Ντύσου, προτού δε σ’ αφήσω να ντυθείς». Γυρίζει και πηγαίνει προς την πόρτα, κλείνοντάς την πίσω του. Κοιτάζω προς την πόρτα, μπερδεμένη, όπως είμαι διαρ​κώς. Συνειδητοποιώ ότι θέλει πραγματικά να πάρω αυτά τα ρούχα. Και ακόμα περισσότερο, μοιάζει σαν να θέλει να τα πάρω για να ευχαριστηθώ εγώ, όχι αυτός. Αν και δεν είχα αφήσει τον εαυτό μου να κάνει αυτή τη σκέψη όταν είδα τις σακούλες, κατά βάθος φοβόμουν ότι προσπαθούσε να με κάνει να αποκτήσω μια συγκεκριμένη εμφάνιση πριν με πάει σε κάποιον δημόσιο χώρο που γνωρίζει καλά. Έχω βρεθεί στο παρελθόν σ’ αυτή τη θέση, όπου έπρεπε να πληρώ κάποιες προϋποθέσεις για να εμφανιστώ δημοσίως. Αλλά όχι. Δεν πιστεύω ότι ο Κρις θέλει να ταιριάξω με κάποια συγκεκριμένη εικόνα για να είμαι στο πλευρό του. Την ειλικρινή επιθυμία του να το κάνει αυτό για μένα την αισθάνθηκα. Με κατακλύζουν λογής λογής συναισθήματα. Είναι η πρώτη φορά από τότε που πέθανε η μητέρα μου που πραγματικά νιώθω ότι κάποιος με νοιάζεται. Και έχει μεγάλη σημασία. Ο Κρις αρχίζει να έχει σημασία για μένα. Πρέπει να δεχτώ τα δώρα. Το βλέμμα μου πέφτει στις σακούλες. Ίσως όντως τα χρειάζομαι αυτά τα πράγματα. Θα με παρακινήσουν να μελετήσω και να κερδίσω μια θέση στο Ρεύμα. Δεν είναι όπως πριν, όταν δεν είχα καμία ελπίδα για έξτρα εισόδημα. Ναι. Είναι εντάξει. Ο Κρις μου δίνει κίνητρο. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι καθώς κοιτάζω τα πράγματα και φτιάχνω τη βαλίτσα, βρίσκοντας πολλά φορέματα, ένα ζευγάρι μπότες, γόβες, εσώρουχα και καλλυντικά. Τα εσώρουχα είναι πανέμορφα και ακριβά, και όταν σκέφτομαι να τα φοράω για χατίρι του Κρις ανεβαίνει η θερμοκρασία μου. Εφόσον θα ταξιδέψουμε και δεν έχω ιδέα πού θα πάμε, αποφασίζω να πάρω απλά ρούχα μαζί μου για να ταιριάζουν με τα συνηθισμένα ρούχα μηχανής του Κρις. Αφού δοκιμάζω μερικά και ξεδιαλέγω τα αγαπημένα μου, αποφασίζω να φορέσω ένα στενό μαύρο τζιν κολάν και μια μπεζ μπλούζα με παγιέτες. Ολοκληρώνω το σύνολο με ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες μπότες που δένουν με κορδόνια ως τους αστραγάλους. Από κάτω, φοράω ένα εκρού σουτιέν στολισμένο με χρυσά, κι ένα στρινγκ από το οποίο έβγαλα την εξωφρενική τιμή του. Ανακουφίζομαι που υπάρχει και σίδερο ισιώματος και το βάζω αμέσως σε λειτουργία, παρατηρώντας ότι έχει και σίδερο για μπούκλες, γι’ αργότερα. Προς το παρόν, χάρη στην υψηλή του ποιότητα και στα προϊόντα στάιλινγκ που υπάρχουν στις σακούλες, τα μαλλιά μου πέφτουν λεία, αστραφτερά, καστανά κύματα στους ώμους μου. Ρίχνω μια ματιά στα δύο αρώματα στις σακούλες, αλλά επιλέγω να με ψεκάσω άλλη μια φορά με την κολόνια του Κρις. Όταν επιτέλους είμαι έτοιμη, πηγαίνω στο καθιστικό σέρνοντας την καινούργια Louis Vuitton βαλίτσα μου. Ο Κρις κάθεται σε μια δερμάτινη πολυθρόνα, με τα πόδια απλωμένα πάνω σε ένα υποπόδιο και ένα μπλοκ στο χέρι του. Αφήνει το μπλοκ μόλις με βλέπει και σηκώνεται αμέσως. «Είσαι πανέμορφη, Σάρα». «Ευχαριστώ. Δεν ήξερα πώς να ντυθώ». Με πλησιάζει, χαλαρός, κορδωμένος και σέξι. «Θα ήσουν τέλεια ό,τι κι αν διάλεγες. Είσαι


τέλεια». Ποτέ κανείς στη ζωή μου δε μου έχει πει κάτι τέτοιο εκτός από τη μητέρα μου. Το ότι το λέει ο Κρις τώρα, το ότι το λέει και στο καυτό βλέμμα του διακρίνω εκτίμηση, με κάνει να νιώθω μια ζεστασιά πέρα από τις λέξεις. Βάζει μια μπούκλα πίσω από τα αυτιά μου, κάτι που έχω συνηθίσει να το κάνει αλλά και πάλι το τρυφερό του άγγιγμα με κάνει να αναριγώ. «Έτοιμη να φύγουμε;» «Ναι. Πού πάμε;» Νιώθω ξανά αυτό που ένιωσα στο υπνοδωμάτιο. «Κρις…» «Μη με ευχαριστείς. Αρκεί να είσαι μαζί μου, Σάρα». «Είμαι. Θέλω να είμαι». Χαμογελάει. «Ωραία». Δείχνει προς την έξοδο. «Ας την κάνουμε τότε, ναι;» Γελάω. «Ναι». Πηγαίνουμε στο ασανσέρ, εγώ σέρνω τη Vuitton με τα ροδάκια κι εκείνος παίρνει μια μαύρη δερμάτινη τσάντα που την κρεμάει στον ώμο του. Η ατμόσφαιρα σφύζει από ωμή ενέργεια και ενθουσιασμό, και κοιταζόμαστε και χαμογελάμε. Ποτέ δεν είχα τέτοια ενέργεια με κανέναν. Ξαφνικά νιώθω ανάλαφρη, ελεύθερη. Όλο αυτό είναι μια περιπέτεια. Ο Κρις είναι μια περιπέτεια. Βγαίνουμε σε ένα γκαράζ και αμέσως βλέπω όχι μία, ούτε δύο αλλά τρεις Harley και μένω ξερή. «Πού να με πάρει, είναι όλες δικές σου, έτσι δεν είναι;» Χαμογελάει πλατιά. «Ναι. Έχεις ανέβει ποτέ σε Harley;» Κουνάω το κεφάλι μου πέρα-δώθε. «Θα το διορθώσουμε σύντομα». Πατάει ένα κουμπάκι στο μπρελόκ της Porsche και τα φώτα της αναβοσβήνουν. Πλησιάζουμε το αυτοκίνητο και δίπλα του θαυμάζω μια γαλάζια κλασική Mustang, φτιαγμένη. «Και αυτή δικιά σου είναι;» ρωτάω και σταματάω δίπλα της. «Μου αρέσει να φτιάχνω παλιές Mustang». «Πόσες έχεις;» «Πέντε». Τον κοιτάζω και ανοιγοκλείνω τα μάτια. Ξέρω ότι έχει λεφτά. Ξέρω ότι έχει πουλήσει πολλά έργα. Αλλά και πάλι. «Πόσο πλούσιος είσαι, Κρις;» Ξεσπάει σε γέλια, τα μάτια του αστράφτουν. Ξέρει ότι χρησιμοποιώ τα λόγια που χρησιμοποίησε ο ίδιος για να με ρωτήσει για τον πατέρα μου. «Ο πατέρας μου ήταν πετυχημένος μουσικός και πληρωνόταν καλά. Η μητέρα μου ήταν η Ντανιέλ Ράιτ – η ιδρύτρια της σειράς καλλυντικών που υπάρχει ακόμα και σήμερα». Που να με πάρει. Κληρονόμησε και μια ολόκληρη περιουσία πέρα από αυτά που βγάζει μόνος του. «Τα Καλλυντικά Ντανιέλ Ράιτ είναι δικά σου;» «Δεν είμαι τύπος που πηγαίνει σε μίτινγκ. Τα πούλησα πριν χρόνια και επένδυσα τα χρήματα σε πράγματα που με ενδιαφέρουν πιο πολύ». Η λέξη έκπληκτη δεν μπορεί να περιγράψει το πώς νιώθω. «Είσαι τρελά πλούσιος, έτσι;» Γελάει. «Εξαρτάται από το πώς ορίζεις το τρελά, γλυκιά μου». Σηκώνει το φρύδι του και ανοίγει την πόρτα της Porsche. «Δε φαίνεσαι και τόσο πλούσιος. Θέλω να πω, σαφώς έχεις λεφτά, αλλά δε φέρεσαι σαν να έχεις». «Δεν ξέρω αν αυτό είναι φιλοφρόνηση ή προσβολή». Όμως δε φαίνεται προσβεβλημένος,


πιο πολύ σαν να το διασκεδάζει. Τον κοιτάζω για μια ατελείωτη στιγμή, προσπαθώντας να διακρίνω κάτι που να μην έχω προσέξει. Κάποιο στοιχείο που να λέει ότι είναι σαν τον πατέρα μου ή τον Μάικλ, που έχει βγάλει λεφτά χάρη στον πατέρα του και κάνει λες και έχει πετύχει μόνος του, αλλά δε βλέπω τίποτα. Δε φέρεται στους ανθρώπους σαν να είναι κατώτεροί του. Για την ακρίβεια, όταν μου έδωσε τα ρούχα έκανε λες και θα του έκανα χάρη αν τα φορούσα, και όχι σαν να μου έκανε εμένα την τιμή. Σκύβω προς τα μπρος, ανασηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και τον φιλάω στο σέξι, τέλειο στόμα του. «Είναι φιλοφρόνηση, Κρις. Όπως και να το δεις». Κάνω πίσω και βλέπω ότι το πρόσωπό του είναι έκπληκτο κι έπειτα μπαίνω στο αυτοκίνητο, αφήνοντας το μαλακό δέρμα να απορροφήσει το βάρος μου. Είπε ότι ποτέ δεν είμαι αυτό που περιμένει. Ποτέ δεν είναι αυτό που περιμένω. Όταν ο Κρις μπαίνει πίσω από το τιμόνι και μαρσάρει και η μηχανή της 911 ζωντανεύει με ένα απαλό γουργούρισμα, δε σκέφτομαι τη σχέση που έχει το αυτοκίνητο με τον πατέρα μου. Απολαμβάνω το πόσο αρρενωπός και ερωτικός δείχνει ο Κρις καθώς μανουβράρει το κομψό όχημα και βγαίνει στον αυτοκινητόδρομο. Ελισσόμαστε σε διάφορους παράδρομους και ο Κρις δυναμώνει το ραδιόφωνο που παίζει το παλιό τραγούδι των AC/DC «Back in Black» και γελάω. «Παλιοροκιές; Μάλλον είναι ασορτί με την εμμονή με τις Mustang». «Ακούω μουσική όταν ζωγραφίζω. Αυτό το τραγούδι μου θυμίζει έναν πίνακα που έφτιαξα όχι και πολύ παλιά». «Κάθε πίνακας συνδέεται με κάποιο τραγούδι;» Με εν​θουσιάζει που βλέπω επιτέλους τη δημιουργική διαδικασία από μέσα. «Για κάποιους πίνακες ακούω το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά. Για κάποιους έχω μια συλλογή τραγουδιών που ακούω». «Και αυτό το τραγούδι ποιον πίνακα συνοδεύει;» «Έναν με τίτλο Θυελλώδης νύχτα στο Σαν Φρανσίσκο, που πουλήθηκε πέρυσι σε δημοπρασία». Αρχίζουμε να διασχίζουμε τη γέφυρα Μπέι, και γίνομαι ολοένα πιο περίεργη για τον προορισμό μας, αλλά δεν έχω τόση περιέργεια όση έχω για τον Κρις. «Μια σκοτεινή θάλασσα», λέω, ξέροντας ακριβώς ποιον πίνακα εννοεί. Μου ρίχνει ένα πλάγιο βλέμμα. «Ξέρεις από τέχνη και καλλιτέχνες, έτσι;» Χαμογελάω και βουλιάζω στη θέση μου ενώ αναρωτιέμαι αν ξέρω στ’ αλήθεια αυτόν τον καλλιτέχνη. «Πουλήθηκε σε αστρονομικό ποσό, Κρις». Επταψήφιο νούμερο. «Ναι», συμφωνεί. «Πράγματι». Γυρίζω να τον κοιτάξω και τον βλέπω προφίλ. «Πώς νιώθεις που υπάρχει κόσμος που πληρώνει επταψήφια νούμερα για ένα έργο σου;» «Καταξίωση». Δεν είναι η απάντηση που περιμένω. «Είμαι σίγουρη ότι δεν έχεις ανάγκη από καταξίωση». Το αμάξι βγαίνει από την πόλη και μπαίνει σε έναν μεγάλο αυτοκινητόδρομο. «Δημιουργώ μες στη μοναξιά και μετά ό,τι έχω βάλει στον καμβά το παρουσιάζω στον κόσμο. Και δεν πουλιούνται όλα τα έργα μου ακριβά. Πολλά δεν πουλιούνται καθόλου ακριβά». «Βγάζεις εκατομμύρια τον χρόνο από την τέχνη σου, Κρις. Είναι πολλά λεφτά».


«Δεν έχει να κάνει με τα λεφτά. Τα περισσότερα τα κάνω δωρεές». «Κάνεις δωρεές τα κέρδη από την τέχνη σου;» «Ακριβώς». «Σε ποιον;» «Πριν μερικά χρόνια, με είχαν πείσει να πάω σε μια εκδήλωση στο νοσοκομείο παίδων του Λος Άντζελες και είχα συγκλονιστεί. Όλα εκείνα τα γενναία παιδιά… και στο πλευρό τους, οι γονείς τους, που μέσα τους αργοπέθαιναν. Ήξερα ότι έπρεπε να κάνω ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να βοηθήσω και, έκτοτε, το κάνω». Δίνει τα χρήματά του για να σώσει παιδιά που πεθαίνουν. Αυτός ο άντρας έχει τόσα επίπεδα – βαθιά, σκοτεινά, υπέροχα επίπεδα. Ξέρω ότι νιώθει χαμένος. Ξέρω ότι είναι κατεστραμμένος. Ξέρω ότι αυτή η ανάγκη του να βοηθάει παιδιά αγγίζει κάποιο κομμάτι μέσα του που πονάει και αιμορραγεί. Ποιο κομμάτι; «Έχεις μαντέψει πού πηγαίνουμε;» ρωτάει πριν προλάβω να βρω τα λόγια να εκφράσω πόσο πολύ θαυμάζω αυτό που κάνει. Κοιτάζω ολόγυρα και βλέπω ότι είμαστε στον Αυτοκινητόδρομο 29 προς Βορρά. «Στη Νάπα Βάλεϊ;» Και τότε καταλαβαίνω: με πηγαίνει σε οινοποιείο για να δείξει πόσο στηρίζει την καριέρα μου. «Έχεις πάει ποτέ;» Γελάω. «Όχι. Δεν αστειευόμουν όταν σου είπα ότι δεν ξέρω τίποτα από κρασιά. Υποθέτω, τώρα, ότι μπορώ να πω πως έχω κάποιες γνώσεις αλλά όχι πολλές». «Θα το διορθώσουμε», μου υπόσχεται. Χαμογελάω. Πηγαίνω στο πρώτο μου οινοποιείο. Πάντα πίστευα ότι θα ήταν πολύ καλή φάση. «Έχω ενθουσια​στεί, Κρις. Σ’ ευχαριστώ». Πιάνει το χέρι μου και το φιλάει, ρίχνοντάς μου ένα σκανδαλιάρικο βλέμμα. «Ανυπομονώ να σε έχω όλη δική μου και ποτισμένη με κρασί». Δαγκώνω τα χείλια μου. «Αν φέρεσαι ιπποτικά θα φτά​σεις ψηλά». «Ελπίζω. Δεν κοιμήθηκες πολύ», λέει. «Ίσως θα έπρεπε να ξεκουράσεις τα μάτια σου και να απολαύσεις την απόδρασή μας». «Κι εσύ; Κοιμήθηκες λιγότερο από μένα». «Κοιμήθηκα αρκετά. Ξεκουράσου, μωρό μου. Να ’σαι σίγουρη ότι μόνο εδώ θα σε αφήσω να κοιμηθείς όλο το Σαββατοκύριακο». Χαμογελάω. «Μάλλον πρέπει να πάρω έναν υπνάκο». Αφήνω τα μάτια μου να κλείσουν, ενώ στ’ αυτιά μου φτάνει το απαλό βουητό του αυτοκινήτου που δονεί το κορμί μου. Και με τον Κρις στο τιμόνι, διαπιστώνω ότι είμαι πιο χαλαρή απ’ όσο έχω υπάρξει εδώ και πολύ καιρό.


22 «Ξύπνα, μωρό μου, σχεδόν φτάσαμε». Ανοίγω τα μάτια μου και νιώθω το τρυφερό χέρι του Κρις στο μπράτσο μου. «Πού;» «Στο ξενοδοχείο». «Ούτε που θυμάμαι πότε έκλεισα τα μάτια μου», παραδέχομαι. «Πόση ώρα κοιμόμουν;» «Μισή ώρα, έπεσες ξερή». Αναστενάζω και ανακάθομαι, έχοντας συναίσθηση του κούφιου ήχου που βγάζει το στομάχι μου καθώς τεντώνομαι και βλέπω το τοπίο. Μένω με το στόμα ανοιχτό μπροστά στα ατελείωτα χιλιόμετρα από καταπράσινα βουνά και αμπελώνες. «Είναι πανέμορφα. Απίστευτα εντυπωσιακά». «Είναι τα βουνά Μαγιακάμα. Και ναι, είναι». «Μου κάνει εντύπωση που δεν τα έχεις αποτυπώσει στα έργα σου». «Δεν είμαι του τοπίου. Το ξέρεις αυτό. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Ζεις στο Σαν Φρανσίσκο από το κολέγιο, σωστά;» Γνέφω καταφατικά. «Ναι, απλώς… έχει να κάνει με το “μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται”». Και με τον μισθό της καθηγήτριας, συμπληρώνω από μέσα μου, ενώ τα μάτια μου φωτίζονται μόλις βλέπω το υπέροχο ξενοδοχείο και το όνομα στην ταμπέλα. Auberge de Nuit, ένα ξενοδοχείο για πλούσιους και διάσημους όπως ο Κρις. Θυμάμαι ότι διάβαζα γι’ αυτό σ’ ένα περιοδικό που είχα πετάξει στα σκουπίδια επειδή με βασάνιζε με όσα δεν μπορούσα να κάνω. «Αυτό το “μάτια που δε βλέπονται” θα λάβει τέλος, μωρό μου. Περίμενε και θα δεις». Φέρνει το αυτοκίνητο στον ιδιωτικό δρόμο του ξενοδοχείου και διώχνω την ένταση που μου δημιουργούν τα λόγια του. Δεν πρόκειται να σκεφτώ ότι θα πρέπει να συνηθίσω την ιδέα ότι θα φύγει. Μόλις η Porsche σταματάει κάτω από μια τέντα στην κεντρική είσοδο, ένας θυρωρός με κομψό μαύρο κοστούμι μου ανοίγει την πόρτα. Βγαίνω από το αυτοκίνητο και ο Κρις με ακολουθεί. «Καλώς ήρθατε, κύριε Μέριτ», λέει ο θυρωρός εν είδει χαιρετισμού. Ο Κρις κάνει τον γύρο του καπό και του πετάει τα κλειδιά. «Μην πας βολτούλες, Ριτς». «Όχι, κύριε», λέει ο Ριτς χαμογελώντας πλατιά και ο Κρις του δίνει φιλοδώρημα που είμαι σίγουρη ότι είναι ένα χαρτονόμισμα των εκατό δολαρίων. Το ένα έκτο του βδομαδιάτικού μου για να παρκάρει το αυτοκίνητο. «Οι βαλίτσες είναι στο πορτμπαγκάζ». «Θα τις ανεβάσουμε αμέσως, κύριε», τον διαβεβαιώνει ο Ριτς. «Θα κάνετε κάποια έκθεση στην γκαλερί την οποία δεν έχω υπόψη;» «Όχι αυτή τη φορά», απαντάει ο Κρις. «Αυτή τη φορά έχω έρθει για διασκέδαση». Πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και χαιρετάει τον Ριτς. Πηγαίνουμε προς τη ρεσεψιόν. «Έκθεση;» ρωτάω, μην μπορώντας να τιθασεύσω την περιέργειά μου. «Έχουν γκαλερί στο ξενοδοχείο».


Τα μάτια μου φωτίζονται. «Μου φαίνεται ότι κρασί και τέχνη πάνε παρέα». «Παραείναι για τα γούστα μου», μουρμουρίζει μέσα απ’ τα δόντια του και δεν είναι η πρώτη φορά που πιάνω κάτι αρνητικό στον αέρα όταν γίνεται αυτός ο συσχετισμός. Μας φέρονται σαν βασιλιάδες στη ρεσεψιόν, ή μάλλον στον Κρις. Ο τρόπος που με κρατάει κοντά του, που με αγγίζει πάντα, σαν να μην αντέχει μακριά μου, με κάνει να νιώθω ζεστασιά. Όταν πια μπαίνουμε στο ασανσέρ και πηγαίνουμε προς τη σουίτα στο ρετιρέ, γέρνει στον τοίχο τραβώντας με πάνω του, οι γοφοί μου πάνω στους δικούς του, και λιώνω σαν βούτυρο και σοκολάτα. Ναι, αυτή τη χαζομάρα την έλεγε η Έλα όταν είχε πρωτογνωρίσει τον γιατρό της, αλλά ταιριάζει. Η Έλα. Μου λείπει. Μακάρι να είχα νέα της, αλλά ο Κρις μου χαϊδεύει την πλάτη, με φέρνει πιο κοντά και το μυαλό μου γίνεται πουρές. Χώνει τη μουσούδα του στον λαιμό μου. «Δε βλέπω την ώρα να βρεθούμε μόνοι». Αγγίζω με το χέρι μου το σκληρό στήθος του και σηκώνω το βλέμμα να τον κοιτάξω. «Νόμιζα ότι είχαμε κάνει κράτηση για φαγητό». «Έχουμε». Φέρνει ξανά το αυτί μου στα χείλια του, και ξέρω ότι πρέπει να υπάρχουν κάμερες και σύστημα ηχογράφησης. Φυσικά υπάρχουν. «Και γι’ αυτό θα σε γαμήσω σκληρά και γρήγορα. Θα το πάμε πιο αργά αργότερα». Οι βρόμικες λέξεις του μου κόβουν την ανάσα και το φύλο μου σφίγγεται, το εσώρουχό μου υγραίνεται. Σκληρά και γρήγορα. Ω, ναι, παρακαλώ. Ακούγεται ένα καμπανάκι και οι πόρτες ανοίγουν. Ο Κρις με πιάνει από το χέρι και μόνο που δε με σέρνει στον διάδρομο. Η διαδρομή μοιάζει αιώνια, η ατελείωτη σήραγγα της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, κι έπειτα βάζει την κάρτα στην πόρτα και μπαίνουμε μέσα. Πριν το καταλάβω, με έχει κολλήσει στον τοίχο, πιέζει το κορμί του υπέροχα πάνω στο δικό μου, η χοντρή του στύση πιέζει την κοιλιά μου, το στόμα του καταβροχθίζει το δικό μου. Βογκάω μες στο στόμα του, η γεύση του φανερώνει επιθυμία, διψάει για μένα. Για μένα. Αυτό με ανάβει περισσότερο απ’ όλα, περισσότερο από τα χέρια του που χαϊδεύουν το κορμί μου, χουφτώνουν τα στήθη και τις ρώγες μου. Πόσο πολύ νιώθω την επιθυμία του για μένα. Πόσο πολύ νιώθω την ανάγκη του. «Κανείς δε με έχει κάνει να χάσω τον έλεγχο όπως εσύ, Σάρα». Αυτή η εξομολόγηση σφραγίζεται με άλλο ένα καυτό φιλί, και ναι, λιώνω. Ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα. «Θυρωρός». «Διάολε», ψιθυρίζει ο Κρις πιέζοντας το χέρι του στον τοίχο και καταλαβαίνω ότι προσπαθεί να ξαναβρεί τον έλεγχο και έχω μια ξαφνική, απεγνωσμένη παρόρμηση να τον εμποδίσω. Μια ξαφνική βεβαιότητα ότι ο μόνος τρόπος να γνωρίσω αυτόν τον άντρα όπως θέλω είναι να πάρω τον έλεγχό του. «Έλα αργότερα», φωνάζω και πιέζω τα χείλια μου στα χείλια του Κρις, το χέρι μου γλιστράει στον γοφό του και πιάνω το κοντάρι του, χαϊδεύοντας τη χοντρή του ράχη πάνω από το τζιν. Γρυλίζει σιγανά και απομακρύνει το στόμα του, τα μάτια του είναι σκοτεινές ταραγμένες λίμνες γεμάτες πάθος. Έχει θυμώσει. Να πάρει. Είναι έξαλλος. «Το να χάνω τον έλεγχο και το να παίρνεις εσύ τον έλεγχο είναι δύο διαφορετικά πράγματα, Σάρα. Δε θα τον πάρεις ποτέ από μένα». Απομακρύνεται και πηγαίνει ως την πόρτα, την ανοίγει και σφυρίζει για να


τραβήξει την προσοχή του θυρωρού. Κοκαλωμένη στον τοίχο, νιώθω σαν να μου ’χει έρθει κεραμίδα. Ο σκοτεινός Κρις, ο επικίνδυνος κατεστραμμένος Κρις που συνέχεια ξεχνάω ότι υπάρχει, έχει επιστρέψει. Τι ήταν αυτό που τον ξύπνησε; Και να πάρει ο διάολος, γιατί με ανάβει ενώ δε θα έπρεπε; Ο θυρωρός είναι στην πόρτα με τις βαλίτσες μας και δεν έχω κουνηθεί. Νιώθω τα μάτια του πάνω μου, και ξέρω ότι πρέπει να δείχνω χάλια. Ωστόσο, εστιάζω στο δωμάτιο, προσέχοντας τις εκπληκτικές λεπτομέρειες. Ένα θολωτό ταβάνι από πάνω μου και στα δεξιά μου είναι το σαλόνι και μια κανονική κουζίνα. Ένα king size κρεβάτι στα αριστερά, ένα τζάκι με γύψινα στη γωνία μπροστά από το κρεβάτι, και πιο πίσω μια ιδιωτική βεράντα που βλέπει στα βουνά. Η πόρτα κλείνει και ο Κρις την κλειδώνει. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, δεν μπορώ να τον κοιτάξω, δε νομίζω ότι θέλει να τον κοιτάξω. Δεν ξέρω γιατί. Είναι απλώς μια αίσθηση που έχω. Σέρνει τη βαλίτσα μου στο κέντρο του δωματίου, την ανοίγει, βγάζει ένα ζευγάρι εκρού ψηλοτάκουνα με λουράκια και τα αφήνει στο πάτωμα, καθώς και ένα ανοιχτό κίτρινο φόρεμα από σιφόν και το αφήνει πάνω στη βαλίτσα αφού την κλείσει. «Φόρεσέ τα». Τον κοιτάζω στα μάτια. «Θέλεις να…» «Ναι». Γλείφω τα χείλια μου. Εντάξει. Θέλει να ντυθώ. Καλή δικαιολογία να ξεφύγω και να μαζέψω λίγο τις σκέψεις και ένας θεός ξέρει πόσο θέλω να το κάνω αυτό. Πηγαίνω να πάρω το φόρεμα για να πάω στο μπάνιο, όπου είναι τέλος πάντων το μπάνιο. «Εδώ», λέει ο Κρις. «Να σε βλέπω». Τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα καθώς προσπαθώ να καταλάβω. «Θέλεις να…» «Ναι, θέλω». Κάθεται στο κρεβάτι και συνειδητοποιώ ότι σκοπεύει να με παρακολουθήσει να γδύνομαι και να ντύνομαι. Έχει να κάνει με τον έλεγχο, με το να μου δείξει ότι εκείνος έχει τον έλεγχο και όχι εγώ. Το έχει ανάγκη. Το έχει ανάγκη βαθιά μέσα του και δε θα του αρνηθώ. Για λόγους που ακόμα δεν έχω καταλάβει, δε με ενοχλεί να παραχωρώ τον έλεγχο στον Κρις, αλλά ξέρω ότι με κρατάει σε απόσταση. Αυτός είναι ο τοίχος του, το φράγμα που υψώνει, η μεγάλη τάφρος. Αρχίζω να αναρωτιέμαι αν μπορώ να καταρρίψω όλα αυτά τα εμπόδια. Αυτή τη στιγμή, όμως, μετά χαράς τον αφήνω να με κατακτήσει. Με ανάβει αυτό, όπως και όλα όσα κάνει ο Κρις. Κάνω να πιάσω το φόρεμα. «Όχι, γδύσου πρώτα», με προστάζει. Γνέφω καταφατικά και ακουμπάω στον τοίχο για να λύσω τις μπότες μου και τις βγάζω όπως και τις κάλτσες μου. Κοιτάζει τα ροζ νύχια μου, Θεέ μου, ακόμα κι αυτό το κάνει να είναι σέξι. Πιάνω το εσώρουχό μου και λύνω τα κορδονάκια κι έπειτα γλιστράω το χέρι στους γοφούς μου και στα πόδια μου, αφήνοντας το ακριβό εσώρουχο με τα χρυσά στολίδια στη θέση του. Ακολουθεί η μπλούζα μου και τη βγάζω πάνω από το κεφάλι μου και την πετάω στο πάτωμα. Στέκομαι μπροστά στον Κρις μόνο με το σουτιέν και το κιλοτάκι μου. Το βλέμμα του με σαρώνει, σέξι, βαρύ και σκοτεινό. «Όλα». Χλομιάζω. «Μα…» «Όλα. Θέλω να μπορώ να σε έχω όταν θέλω. Και θα ξέρουμε και οι δύο ότι μπορώ να το κάνω παντού και πάντα».


Ένα κύμα θερμότητας διαπερνάει το κορμί μου μόλις καταλαβαίνω τον υπαινιγμό του. Θέλει να με πάρει δημοσίως. Θα έπρεπε να φρίττω. Θα έπρεπε να πω όχι. Αντίθετα, τα γόνατά μου τρέμουν από επιθυμία. Γλιστράω τα δάχτυλά μου στα λεπτά κορδονάκια του στρινγκ μου και το κατεβάζω στους αστραγάλους μου. Ο Κρις το ακολουθεί με το βλέμμα του κι έπειτα κοιτάζει το δέρμα μου, το βλέμμα του με αγγίζει με τόση ένταση που θα μπορούσε να είναι το χέρι του. Βγάζω το κιλοτάκι και δε σκοπεύω να μείνω εκεί για την επόμενη εντολή του. Ξεκουμπώνω το σουτιέν μου και του το πετάω. «Ικανοποιημένος;» τον προκαλώ. Σηκώνει το φρύδι του και νομίζω ότι βλέπω μια υποψία χαμόγελου στα χείλια του∙ ίσως. Ίσως όχι. «Μη με δοκιμάζεις, Σάρα. Δε θα σου αρέσει το αποτέλεσμα». «Μπορεί και να μ’ αρέσει». Μπορεί να ασκήσω πίεση στον έλεγχό του. Μπορεί να καταφέρω να μπω μέσα του και να γκρεμίσω τον τοίχο. «Δε θα σου αρέσει». Τα λόγια του είναι σκληρά και πολύ σίγουρα για να με κάνουν να νιώθω άνετα. Σηκώνεται, όμως, όρθιος και το μυαλό μου ξεφωνίζει από χαρά. Άγγιξέ με. Δεν ξέρω πώς θα το κάνεις, απλώς κάν’ το. Με πλησιάζει αργά και σταματάει σε ένα σημείο όπου δεν τον φτάνω. Παίρνει το φόρεμα, και με το βλέμμα του σαρώνει το κορμί μου. Οι ρώγες μου σκληραίνουν κάτω από το βλέμμα του, από την επιθυμία που μου φέρνει πόνο και εύχομαι το στόμα του να βρεθεί στο δικό μου γρήγορα όχι αργά. Μου δίνει το φόρεμα. «Φόρεσέ το». Φόρεσέ το; Χωρίς να με αγγίζει; Θ’ αστειεύεται. «Τώρα;» «Τώρα». Ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω. Τα λόγια της Ρεμπέκα έρχονται ξανά στο μυαλό μου. Με τιμωρεί, με βασανίζει. Με κάνει να πληρώσω που τόλμησα να του πάρω τον έλεγχο. Αλλά, βαθιά μέσα μου, συμπεραίνω κάτι. Παραλίγο να γκρεμίσω τον τοίχο του, αλλιώς δε θα το έκανε αυτό. Αυτή η σκέψη κάνει το βασανιστήριό μου ανεκτό. Παίρνω το φόρεμα και παρατηρώ ότι προσέχει να μη με αγγίξει. Το περνάω από το κεφάλι μου και το μετάξι σκαλώνει στις ρώγες και στο δέρμα μου. Είμαι υπερευαίσθητη αυτή τη στιγμή. Νομίζω ότι αν το στόμα του βρισκόταν στο κατάλληλο σημείο θα μπορούσα να χύσω. Και πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά κατάλληλα σημεία σ’ αυτή τη φάση. Το φόρεμα κάθεται όπως πρέπει, και ο Κρις δεν παίρνει το βλέμμα του από το δικό μου. «Τα παπούτσια». Τα φοράω και κάνει έναν κύκλο γύρω μου, με επιθεωρεί λεπτομερώς κι έπειτα σταματάει μπροστά μου. «Πανέμορφη, μωρό μου. Είσαι εκπληκτική». Σηκώνω το πιγούνι μου. «Όχι αρκετά όμως ώστε να με πηδήξεις τώρα». «Περισσότερο από αρκετά, απλώς όχι ακόμα». Σκύβει, τα χείλια του στο αυτί μου, αλλά προσέχει να μη με αγγίξει οπουδήποτε αλλού. «Επειδή όταν σε πηδήξω θα είσαι τόσο υγρή, θα είσαι δική μου να σε κάνω ό,τι θέλω. Και πίστεψέ με, μωρό μου, θέλω να σου κάνω πολλά». «Με τιμωρείς». Με κοιτάζει και το βλέμμα του μαλακώνει καθώς αγγίζει με τις αρθρώσεις των χεριών του τον ώμο μου. Ανατριχιάζω ολόκληρη. «Αυτό σου μοιάζει με τιμωρία;»


Περισσότερο με απόλυτη ευτυχία. «Όχι». «Ορίστε λοιπόν η απάντησή σου». Βγαίνουμε στον διάδρομο και ο Κρις πιάνει το χέρι μου, το βλέμμα του συναντάει το δικό μου και ξέρω ότι βλέπει τη γλυκιά ανακούφιση που με κυριεύει μόλις με αγγίζει. Στα πράσινα μάτια του χορεύει μια κεχριμπαρένια φωτιά, και με οδηγεί στον διάδρομο, με αρρενωπό αισθησιασμό και ζωώδη δύναμη. Τον γουστάρω τρελά. Βρίσκει τα κουμπιά μου, και τα πατάει με τον σωστό τρόπο. Κάθε δευτερόλεπτο που είμαι μαζί του, νιώθω πιο ζωντανή. Άλλο ένα ζευγάρι περιμένει στο ασανσέρ και μπαίνουμε μέσα πίσω τους. Ο Κρις ακουμπάει στον τοίχο και με τραβάει πάνω του. Χαλαρώνω πάνω στη σκληράδα του κορμιού του και τα δάχτυλά του σφίγγουν τη μέση μου και αρχίζουν να με χαϊδεύουν αργά. Οι ρώγες μου σκληραίνουν κάτω από το λεπτό ύφασμα και συνειδητοποιώ πλήρως πόσο γυμνή είμαι κάτω από το φόρεμα. Ο άντρας απέναντί μου κοιτάζει χαμηλά, και με το βλέμμα του χαϊδεύει το στήθος μου κάνοντάς με να θέλω να τον χτυπήσω για χάρη της γυναίκας που είναι μαζί του. Στρέφομαι προς το μέρος του Κρις, γυρίζοντας την πλάτη μου στον άντρα. «Πού θα πάμε;» «Δεδομένων των πρόσφατων γεγονότων, έλεγα πως είναι καλή ιδέα να φάμε πριν πιούμε κρασί». «Ναι, παρακαλώ». Το καμπανάκι του ασανσέρ χτυπάει και αφήνουμε το άλλο ζευγάρι να βγει πρώτο. Ο Κρις με πιάνει από το χέρι και πατάει το κουμπί για να κρατήσει ανοιχτή την πόρτα του ασανσέρ. «Πρέπει να πάω πάνω». Κοιτάζω το φόρεμά μου, οι ρώγες μου φαίνονται πολύ. Χαμογελάει. «Ήδη έχω κανονίσει να σου φέρουν μία εσάρπα και ένα παλτό που ταιριάζουν με το φόρεμα μήπως κάνει κρύο απόψε». Ανακουφίζομαι. «Ευχαριστώ». «Άσε με να τα φροντίσω όλα εγώ απόψε». Με τραβάει στην αγκαλιά του και αφήνω το κουμπί του ασανσέρ καθώς βγαίνουμε στο λόμπι. Να αφήσω τον Κρις να τα φροντίσει όλα. Είναι μια συναρπαστική, επικίνδυνη ιδέα. Το θέλω όμως σαν τρελή.


23 Μας συνοδεύουν σε μια στρογγυλή ιδιωτική τραπεζαρία. Ο Κρις μου τραβάει την καρέκλα και κάθομαι δίπλα σε ένα οβάλ παράθυρο που βλέπει στα καταπράσινα βουνά και στον υπέροχο γαλάζιο ουρανό. Κρεμάω την τσάντα μου στην καρέκλα μου και νιώθω δέος μπροστά στη θέα. «Συναρπαστική θέα». Ο Κρις κάθεται δίπλα στο παράθυρο απέναντί μου και βγάζει το δερμάτινο μπουφάν που είχε φορέσει πριν φύγουμε. «Και το φαγητό είναι εξίσου συναρπαστικό αλλά εφόσον μετά θα πάμε σε έναν ξεχωριστό οινοποιό που θα σερβίρει παλιό κρασί με φρούτα και τυριά, προτείνω να φάμε σχετικά ελαφρά. Σκέφτηκα να έρθουμε στο εστιατόριο για πρωινό αύριο πριν φύγουμε, αν θα ήθελες». «Ναι, πολύ. Τέλεια». Ο ρομαντισμός αυτού του μέρους και οι πράξεις του Κρις με κάνουν να νιώθω ζεστασιά, αλλά λέω στον εαυτό να μην παρασύρεται. Δεν είναι ρομάντζο. Είναι μια σέξι περιπέτεια. Άλλωστε, δε φοράω ούτε κιλοτάκι ούτε σουτιέν. «Βρήκες κάτι να σου αρέσει;» ρωτάει ο Κρις αφού έχω κοιτάξει τον κατάλογο για μια στιγμή. «Όλα. Πεθαίνω της πείνας». Είναι σχεδόν τρεις και δεν έχουμε φάει από νωρίς το πρωί. Ένας σερβιτόρος εμφανίζεται και ο Κρις σηκώνει το φρύδι του. «Έτοιμη;» «Έτοιμη. Μια σαλάτα Cobb». Ο Κρις δίνει και τους δύο καταλόγους στον σερβιτόρο. «Εγώ ένα μπέργκερ θα ήθελα. Καλοψημένο. Και ένα μπουκάλι κρασί – ένα από τα Ζίν​φαντελ Ρόμπερτ Κρεγκ». Ο σερβιτόρος κάνει μια ανεπαίσθητη υπόκλιση. «Αμέσως, κύριε Μέριτ». «Δε θέλεις μπίρα;» ρωτάω όταν φεύγει ο σερβιτόρος. «Δεν είναι καλό να μπερδεύεις τα ποτά, και έχω μερικούς φίλους σ’ αυτά τα μέρη που θα με μάλωναν που πίνω μπίρα αντί για κρασί». Συνειδητοποιώ πόσο γνωστός είναι ο Κρις εδώ, πως ο σερβιτόρος και ο θυρωρός ήξεραν το όνομά του. Νιώθω να ανακατεύομαι. Ποτέ δε φέρνω γυναίκες στο σπίτι. Μήπως τις φέρνει εδώ; Όπου τις ποτίζει κρασί και τις ταΐζει, ενώ εκείνες υπακούνε χωρίς να φοράνε εσώρουχα; «Πόσο συχνά έρχεσαι εδώ;» «Δυο φορές το χρόνο». Μου ρίχνει ένα πονηρό, καχύποπτο βλέμμα και είμαι σίγουρη ότι με διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο. Τσαντίζομαι που είμαι διάφανη, που έχω έναν κόμπο στο στομάχι μου και αντιδρώ έτσι. Ανησυχώ ότι δένομαι συναισθηματικά με τον Κρις και δε θέλω να πληγωθώ. Ο Κρις παίρνει ένα φυλλάδιο από την άκρη του τραπεζιού και το σπρώχνει προς το μέρος μου. «Γι’ αυτό έρχομαι». Κοιτάζω αυτό που είναι μάλλον μια διαφήμιση για μια γκαλερί που βρίσκεται εδώ και καταπίνω με δυσκολία βλέποντας τη λίστα με τους καλλιτέχνες, που περιλαμβάνει τον Κρις. Έβγαλα βιαστικά συμπεράσματα και φάνηκε. «Και για να είμαι ξεκάθαρος, Σάρα, μέχρι τώρα, δεν έχω φέρει γυναίκα εδώ». Τον κοιτάζω στα μάτια. «Ποτέ;»


«Ποτέ». «Κι εγώ γιατί είμαι εδώ;» «Εσύ να μου πεις. Γιατί ήρθες;» «Γιατί μου το ζήτησες». «Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλοί άντρες που θέλησαν να σου προσφέρουν διαφυγή, ακόμα και να σε φροντίσουν, και τους οποίους εσύ απέρριψες». Είναι αλήθεια. Από το κολέγιο και μετά έχω βγει ελάχιστα ραντεβού και ήταν όλα σκέτη καταστροφή. «Και είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές γυναίκες που θα ήθελαν πε​ρισσότερα μαζί σου». Με κοιτάζει για μια ατελείωτη στιγμή. «Γιατί πέντε χρό​νια, Σάρα;» Η αναπάντεχη ερώτηση κάνει την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. «Νόμιζα ότι δεν κάνεις προσωπικές ερωτήσεις». «Έχω κάνει πολλά πράγματα που δε συνηθίζω μαζί σου». «Γιατί;» «Επειδή είσαι εσύ». «Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό». «Ούτε κι εγώ, αλλά ελπίζω να μάθω». Νιώθω ένα παράξενο σφίξιμο στο στήθος. Ένα συναίσθημα. Δε θέλω να έχω συναισθήματα αλλά μου τα προκαλεί ούτως ή άλλως. «Μπορείς να μου πεις όταν το μάθεις;» Χαμογελάει με ένα υπέροχο χαμόγελο που διώχνει την ένταση που έχει μαζευτεί στις νευρικές απολήξεις μου. «Θα είσαι η πρώτη που θα το μάθει». Ξαφνικά σοβαρεύει. «Ποιος ήταν, Σάρα;» «Ποιος;» ρωτάω, αλλά ξέρω πού το πάει. «Ο άντρας που σου γάμησε το μυαλό τόσο ώστε να κάνεις αποχή για πέντε χρόνια». Εμφανίζεται ο σερβιτόρος και με γλιτώνει από την απά​ντηση. Δε θέλω να μιλήσω για τον Μάικλ. Δε θέλω να τον θυμάμαι. Είναι το παρελθόν. Ο σερβιτόρος αφήνει δυο πο​τήρια μπροστά μας και μετά βγάζει ένα μπουκάλι παγωμένο κρασί από μια ασημένια παγωνιέρα. Ο σερβιτόρος βγάζει τον φελλό, αλλά ο Κρις τον αγνοεί. Γέρνει προς τα πίσω και με κοιτάζει, ένα βλέμμα διερευνητικό, όλο ένταση. Το κρασί έχει ανοίξει και ο σερβιτόρος σερβίρει στον Κρις να δοκιμάσει. Το μυρίζει και το γεύεται. «Εξαιρετική επιλογή», λέει στον σερβιτόρο. «Μετάφερε τον σεβασμό μου στον σομελιέ». Ο σερβιτόρος γεμίζει τα ποτήρια μας, υποκλίνεται ανε​παίσθητα και φεύγει. «Μάλιστα, κύριε Μέριτ. Βεβαίως». Πίνω μια γουλιά και η πικάντικη φρουτώδης γεύση με μια υποψία βελανιδιάς εκρήγνυται στο στόμα μου και μου αρέσει αρκετά. Ο Κρις με κοιτάζει. «Ποιος ήταν;» η φωνή του χαμηλή, ακούγεται σφιγμένος. Εισπνέω βαθιά και αφήνω κάτω το κρασί. «Το παρελθόν. Άφησε το εκεί». «Όχι». «Κρις…» «Ποιος ήταν, Σάρα;» «Ήταν το παιδί-θαύμα του πατέρα μου, ο γιος που πο​τέ δεν είχε». Η εξομολόγηση


ξεφεύγει από τα χείλια μου χωρίς να το ’χω αποφασίσει συνειδητά. «Πόσον καιρό ήσουν μαζί του;» «Έξι μήνες». «Πόσο σοβαρό ήταν;» «Μέχρι δαχτυλίδι αρραβώνων». Διακρίνω μια έκπληξη στο βλέμμα του. «Αυτό είναι πο​λύ σοβαρό». Αγγίζω με το χέρι μου το σφιγμένο μέτωπό μου και για πρώτη φορά δεν έχω τι να πω. «Τον αγαπούσες;» «Όχι», λέω αμέσως και κατεβάζω το χέρι μου. «Απλώς είχα ξεμυαλιστεί. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος – επιτυχημένος και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ήταν… όλα όσα ήθελε ο πατέρας μου για μένα». «Και η μητέρα σου;» «Ήθελε ό,τι ήθελε ο πατέρας μου. Ούτε καν με αναγνωρίζω ως τη γυναίκα που θα έκανε τα πάντα για να τον ικα​νοποιήσει… εκείνον». Δεν μπορώ καν να πω το όνομα του Μάικλ, και όχι επειδή έχω κάποια συναισθηματική εμπλοκή. Απλώς δε μου αρέσει να θυμάμαι τι άνθρωπο με έκανε ή τι άνθρωπο τον άφησα να με κάνει. «Τα πάντα;» Γνέφω με δυσκολία. «Ακόμα κι όταν τον μισούσα γι’ αυτό». «Μιλάμε για σεξ, Σάρα;» Αφήνω τα μάτια μου να κλείσουν, προσπαθώ να αναπνεύσω καθώς η αναπνοή μου έχει ξαφνικά γίνει βαριά. «Τα πάντα». «Άρα η απάντηση είναι ναι. Σε έβαζε να κάνεις πράγματα που δεν ήθελες». Δε ρωτάει. Ανοίγω τα μάτια μου. «Επειδή ήταν εκείνος και μου φερόταν σαν να του ανήκα, σαν κάποιος να με είχε φέρει σε αυτή τη γη για την ικανοποίησή του». Με κοιτάζει διερευνητικά, ανέκφραστος, τα χαρακτηριστικά του σχεδόν πέτρινα. «Και εγώ πώς σε κάνω να νιώθεις;» «Ζωντανή», ψιθυρίζω δίχως δισταγμό. «Με κάνεις να νιώθω ζωντανή». Η συνειδητοποίηση με τυλίγει σαν ζεστή κουβέρτα. «Κι εσύ το ίδιο, Σάρα». Η αναπάντεχη εξομολόγηση του Κρις κάνει το στομάχι μου να αντιδρά περίεργα. Τον κάνω να νιώθει ζωντανός; «Έφτασε το φαγητό σας», ανακοινώνει ο σερβιτόρος σε μια υπερβολικά αποτελεσματική επίδειξη καλής εξυπηρέτησης τη χειρότερη στιγμή. Η σαλάτα μου είναι τεράστια, την τοποθετεί μπροστά μου και μετά αφήνει το μπέργκερ του Κρις. Πίνω το κρασί μου και η δροσιά του βοηθάει να πέσει η θερμοκρασία μου. «Έχουν μια εντυπωσιακή λίστα κρασιών», λέει ο Κρις. «Και έχουν και άνθρωπο που επιμορφώνει σχετικά το προσωπικό. Αν θέλεις, μπορώ να κανονίσω μια συνάντηση μαζί της το πρωί». «Θα το ’θελα», λέω συνειδητοποιώντας πόσο πολύ προσπαθεί να με στηρίξει στη δουλειά μου. Έχει σημασία, ξα​νασκέφτομαι. Ο Κρις κάνει διαρκώς πράγματα που έχουν σημασία. Αρχίζουμε να τρώμε κι εκείνος μου αφηγείται κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για το κρασί της περιοχής, και μου κινεί το ενδιαφέρον περισσότερο από πριν που μάθαινα απλώς ονόματα κρασιών και οινοποιεία. «Μέρος της κατανόησης του κρασιού είναι να κατανοή​σεις τις περιοχές όπου παράγεται.


Το ιταλικό κρασί το έχουν όλοι σε υπόληψη εξαιτίας του εδάφους και του κλίματος. Η Νάπα είναι ένα από τα λίγα μέρη που μπορεί να το συναγωνιστεί απ’ αυτή την άποψη, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Το κλίμα εδώ θεωρείται “μεσογειακό”. Μόνο δύο τοις εκατό της επιφάνειας της γης έχουν μεσογειακό κλίμα. Βάλε τα καλοκαίρια και τους μαλακούς χειμώνες, και έχεις σταφύλια όλο τον χρόνο». «Τα σταφύλια ωριμάζουν αλλά αλλάζει και η γεύση;» «Βέβαια. Πριν δέκα εκατομμύρια χρόνια, η σύγκρουση των τεκτονικών πλακών δημιούργησε τα βουνά και το έδαφος εδώ, μαζί με μια σειρά ηφαιστειακών εκρήξεων. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερες από εκατό ποικιλίες εδάφους και η καθεμία δίνει διαφορετική γεύση και υφή στο παραγόμενο προϊόν». Οι γνώσεις του με εντυπωσιάζουν και του κάνω πολλές ερωτήσεις καθώς τρώμε. «Πώς ξέρεις τόσο πολλά για το κρασί;» Υπάρχει ένας ελαφρύς ηλεκτρισμός στον αέρα, μια ανεπαίσθητη ένταση. «Ο πατέρας μου ήταν τρομερός γνώ​στης του κρασιού και όπως θα έχεις παρατηρήσει, παρόλο που εγώ έχω άλλες προτιμήσεις, το κρασί και η τέχνη συναντιούνται πολύ συχνά». Ο πατέρας του. Διαισθάνομαι μια ένταση μέσα του όπο​τε γίνεται αναφορά στον πατέρα του, και είμαι αρκετά σίγουρη ότι αυτός είναι ο λόγος που ο Κρις προτιμάει την μπίρα από το κρασί. «Το αυτοκίνητό σας είναι εδώ, κύριε Μέριτ», λέει ο σερ​βιτόρος καθώς εμφανίζεται στο τραπέζι μας. «Ερχόμαστε αμέσως», απαντάει ο Κρις. «Χρέωσε τον λογαριασμό στο δωμάτιο». Τα νέα με εκπλήσσουν. «Δε θα οδηγήσεις;» «Θα μπορέσουμε να απολαύσουμε καλύτερα το κρασί με έναν νηφάλιο οδηγό να μας γυρίσει στο ξενοδοχείο». Ο Κρις σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος μου, τραβάει την καρέκλα μου και με βοηθάει να σηκωθώ. Ξαφνικά, με τραβάει πάνω του, με κρατάει σφιχτά πάνω στο κορμί του, και συμπληρώνει απαλά: «Θα είναι πιο εύκολο να απολαύσω εσένα». Βγαίνουμε έξω και θυμάμαι ξαφνικά πώς με δυο ώρες ταξίδι ο καιρός μπορεί να αλλάξει δραστικά. Ενώ στο Σαν Φρανσίσκο, στα τέλη του Αυγούστου, φυσάει ένας κρύος αέρας που έρχεται από τον ωκεανό, στην Καλιστόγκα, στην περιοχή της Νάπα που βρισκόμαστε τώρα, δε φυσάει καθόλου. Μια λιμουζίνα είναι παρκαρισμένη μπροστά στην έξοδο και δε με εκπλήσσει που μαθαίνω ότι είναι για μας. Ενώ ποτέ δεν έχω πάει σε ξενάγηση οινοποιείου, ξέρω ότι η βόλτα με λιμουζίνα στα διάφορα οινοποιεία είναι αρκετά συνηθισμένη. Αυτό που είναι ασυνήθιστο είναι το ότι ο θυρωρός μού δίνει μια τακτικά διπλωμένη εσάρπα με κομψές χάντρες. «Σε περίπτωση που κρυώσετε, κυρία. Απ’ όσο ξέρω, χρειάζεστε και παλτό για την επιστροφή σας. Θα σας περιμένει στο δωμάτιό σας. Πιάνει αρκετό κρύο στην πόλη». «Ευχαριστώ». Νιώθω ανακούφιση μόλις βλέπω την εσάρπα, παρόλο που πρέπει να έχει είκοσι επτά βαθμούς. Φοβάμαι ότι μέσα στο οινοποιείο θα έχει κλιματισμό και καθώς δε φοράω σουτιέν, θα προσελκύσω ανεπιθύμητη προ​σοχή. Ο Κρις χαμογελάει βλέποντας την έκφρασή μου. Σηκώνω το πιγούνι μου αψηφώντας τον και τυλίγω την εσάρπα γύρω μου πριν μπω σε ένα αυτοκίνητο γεμάτο αγνώστους. «Έτοιμη;» με ρωτάει τρυφερά όταν έχω κουκουλωθεί για τα καλά.


«Έτοιμη». Ο θυρωρός ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και γλιστράω στην ακριανή θέση, πλάι στο παράθυρο και διαπιστώνω ότι είμαστε μόνοι με τον Κρις. Κάθεται δίπλα μου και η πόρτα κλείνει πίσω του. «Θα έρθουν κι άλλοι;» ρωτάω. «Οι δυο μας θα είμαστε», λέει ο Κρις και αναρωτιέμαι γιατί περίμενα κάτι διαφορετικό. Έχει λεφτά και, όπως λέει, θέλει την ησυχία του. Το διαχωριστικό παράθυρο ανάμεσα σ’ εμάς και τον οδηγό κατεβαίνει αργά αλλά είμαι πίσω του και δεν μπορώ να δω το πρόσωπό του, εκτός αν γυρίσω και κοιτάξω. Κρατάω την αναπνοή μου καθώς ο Κρις γλιστράει τα χέρια του κάτω από το φόρεμά μου, στον γυμνό μηρό μου, τα δάχτυλά του απλώνονται όλο οικειότητα γύρω από το πόδι μου. «Είμαι ο Έρικ, κύριε Μέριτ», λέει ο οδηγός. «Θα είμαι ο ξεναγός σας σήμερα. Θα κάνουμε την περιοδεία στον αμπελώνα, κύριε;» «Ναι», απαντάει ο Κρις. «Ανυπομονώ να δείξω στην κυρία ΜακΜίλαν πώς ο Πύργος Σέλαρ παράγει κρασί που ανταγωνίζεται το καλύτερο της Γαλλίας». Μου ρίχνει μια ματιά, στα πράσινα μάτια του υπάρχει τόσο πάθος, ικανό να βάλει φωτιά στο κάθισμα, ενώ η απάντησή του δεν είναι καθόλου συναισθηματική. «Η Νάπα Βάλει έγινε η βιομηχανία κρασιού που είναι σήμερα χάρη στον Πύργο. Σε μια τυφλή δοκιμή στο Παρίσι, το 1976, οι κριτές, αν και προκατειλημμένοι με την ανωτερότητα των οινοποιείων τους, διάλεξαν ένα κρασί του Πύργου». Μπροστά μας κατεβαίνει ένας δίσκος, αλλά το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι τα δάχτυλα του Κρις που με χαϊδεύουν νωχελικά κάτω από τη φούστα μου. Ένα μπουκάλι κρασί και δύο ποτήρια εμφανίζονται και ο Έρικ αμέσως μας εξηγεί. «Είναι ένα καμπερνέ σοβινιόν του Πύργου Σέλαρ του 2002, ένα από τα πιο γνωστά κρασιά μας και δώρο από τους ιδιοκτήτες για εσάς και την κυρία ΜακΜί​λαν, κύριε Μέριτ, για την πολύχρονη στήριξή σας». Ο Κρις σκύβει μπροστά και γεμίζει τα δυο ποτήρια, χωρίς να πάρει το χέρι του από το πόδι μου. «Θα τους ευχαριστήσω καταλλήλως». Σηκώνει το ποτήρι του και γεύεται το κρασί κι έπειτα το φέρνει στα χείλια μου. «Δοκίμασέ το». Ανοίγει απαλά τα πόδια μου και δεν έχω καθόλου στο μυαλό μου το κρασί. Η μηχανή της λιμουζίνας μουγκρίζει και ξεκινάμε. Η καρδιά μου χτυπάει στα μηνίγγια μου. «Κρις», τον ικετεύω, και δεν είμαι σίγουρη αν του ζητάω να με αγγίξει ή να σταματήσει. Νομίζω και τα δύο. «Πιες, Σάρα», με διατάζει απαλά, ο τόνος του φανερώνει ότι δε σηκώνει όχι. Έχει τον έλεγχο, ακόμα μου μαθαίνει το μάθημά μου. Ο οδηγός είναι κοντά, πολύ κοντά, και ο Κρις σκοπεύει να το προχωρήσει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Με βγάζει από την περιοχή που αισθάνομαι άνετα, νομίζω ότι με δοκιμάζει ξανά. Με δοκιμάζει. Πάντα με δοκιμάζει και δεν ξέρω πώς τα έχω πάει ή τι προσπαθώ να πετύχω. Πίνω από το ίδιο ποτήρι που ήπιε ο Κρις και γεύομαι τη γλυκιά γεύση δαμάσκηνου. Τα δάχτυλα του Κρις χαϊδέυουν το φύλο μου και μετά βίας καταφέρνω να καταπιώ το κρασί. «Πώς ήταν;» με ρωτάει. «Καλό», ψιθυρίζω. «Μόνο καλό;» με προκαλεί και χαϊδεύει την ευαίσθητη σάρκα μου. «Δοκίμασε να πιεις άλλη μια γουλιά».


Στην ατμόσφαιρα υπάρχει μια αίσθηση κινδύνου – ο κίνδυνος να μας πιάσει ο οδηγός είναι προφανής. Ποτέ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο δημόσια και με τρομάζει, αλλά αυτό που είναι ακόμα πιο σοκαριστικό είναι ότι ταυτόχρονα με συναρπάζει. Πίνω το κατακόκκινο υγρό που μοιάζει με αίμα και ο Κρις γλιστράει το δάχτυλό του μέσα μου. Κοιτάζω το κάθισμα μπροστά μου, αλλά δεν μπορώ να δω τον οδηγό και εκείνος δεν μπορεί να με δει. Αν και νιώθω σαν να μπορεί. Ο Κρις πίνει ξανά και το φέρνει στα χείλια μου. «Άλλη μία», με προστάζει απαλά, κοφτά. Δεν πρόκειται να με αφήσει να βγω από αυτό το αυτοκίνητο αν δε μου κάνει ό,τι θέλει. Είμαι σίγουρη ότι δε θέλω να σταματήσει. Δε θέλω να είμαι το κορίτσι που δε ζει τη στιγμή. Του είπα ότι με κάνει να νιώθω ζωντανή και είναι αλήθεια. Παίρνω το ποτήρι και το στραγγίζω. Γελάει σιγανά. «Λίγο θάρρος σε υγρή μορφή;» «Ναι», ομολογώ. «Είναι ικανοποιητικό το κρασί;» ρωτάει ο Έρικ. Ο Κρις αφήνει το ποτήρι κάτω, εξακολουθώντας να με χαϊδεύει δίχως έλεος. «Είναι το κρασί ικανοποιητικό, κυρία ΜακΜίλαν;» Τον αγριοκοιτάζω βασανισμένη από μια κατάσταση σχεδόν οργασμική, η φωνή μου βραχνή και ταραγμένη. «Είναι… εξαιρετικό». «Έξοχα», λέει ο Έρικ πρόσχαρα. «Πλησιάζουμε τώρα στην είσοδο των αμπελώνων». Ξεκινάει να μας αφηγείται την ιστορία της περιοχής, αλλά τα λόγια του μου φαίνονται ακατανόητα. Μετά βίας κρατιέμαι να μη βογκήξω καθώς ο αντίχειρας του Κρις τρίβει την κλειτορίδα μου κι έπειτα γλιστράει και ένα δεύτερο δάχτυλο μέσα μου. Ο πόνος απλώνεται μέσα μου και ανθίζει. Θα έχω οργασμό μέσα σε λιμουζίνα με τον οδηγό σχεδόν να παρακολουθεί. Δεν μπορεί να συμβαίνει. «Αν κοιτάξετε δεξιά σας, θα δείτε ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του Πύργου, κυρία ΜακΜίλαν», λέει ο Έρικ. «Βλέπετε τη λιμνούλα;» «Ναι», ψελλίζω με πνιχτή φωνή χωρίς να κοιτάζω. Το σώμα μου σφίγγεται γύρω από τα δάχτυλα του Κρις και αρχίζει να συσπάται. Δαγκώνω τα χείλια μου και γυρίζω προς το παράθυρο για να κρύψω το πρόσωπό μου, από φό​βο μήπως ο Έρικ ρίξει καμιά ματιά στο καθρεφτάκι. Εξα​κολουθεί να μιλάει, αφηγείται την ιστορία. Δεν προσέχω τίποτε άλλο παρά μόνο το τράνταγμα του κορμιού μου. «Δεν είναι υπέροχη ιστορία;» ρωτάει ο Έρικ, τελειώνοντας ό,τι έλεγε. «Ναι», ψελλίζω ξανά. Μπορώ να μιλήσω αλλά μόλις και μετά βίας. «Είναι υπέροχη». «Ναι, δεν είναι;» ρωτάει ο Κρις με μια σκοτεινή, σέξι σκανδαλιάρικη διάθεση στα πράσινα μάτια του, καθώς χαϊδεύει τις γλιστερές πτυχές της ευαίσθητης σάρκας μου και βγάζει αργά τα δάχτυλά του. Το βλέμμα του συναντά το δικό μου. Με κοιτάζει στα μάτια κι έπειτα βάζει τα δάχτυλά του στο στόμα του και τα γλείφει. «Πεντανόστιμο», μουρμουρίζει και το κορμί μου σφίγγεται μια τελευταία φορά με αυτή την ξεδιάντροπα αισθησιακή κίνηση. «Χαίρομαι που απολαμβάνετε το κρασί», λέει ο Έρικ. Ο Κρις κι εγώ κοιταζόμαστε και σκάμε στα γέλια. Δεν ξέρω πώς περάσαμε από το σκοτεινό απαγορευμένο πάθος σε αυτή την πιο ανάλαφρη στιγμή που μοιραζόμαστε τώρα, αλλά ξέρω ένα πράγμα στα σίγουρα. Ποτέ δεν


έχω νιώσει πιο ζωντανή.


24 Μετά από μια ξενάγηση σαράντα πέντε λεπτών στους αμπελώνες, έχω πιει ένα ποτήρι κρασί και νιώθω λίγο χαλαρή και όλο το κορμί μου ζεστό για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τις πονηριές του Κρις. Έχω απολαύσει την ξενάγηση και έχω μάθει περισσότερα για το κρασί σε αυτή τη βόλτα παρά μελετώντας μόνη μου. Η λιμουζίνα φτάνει στον πύργο και είναι ένα πραγματικό κάστρο του δέκατου ένατου αιώνα, με πράσινα κλήματα που σκαρφαλώνουν στους πέτρινους τοίχους και πε​λώριες τοξωτές ξύλινες πόρτες, τόσο ψηλές όσο το ίδιο το κτίριο. «Το ανακαίνισαν τη δεκαετία του εβδομήντα», λέει ο Έρικ, «και όλη η έκταση χιλίων στρεμμάτων μετατράπηκε σε μια σύγχρονη εγκατάσταση παραγωγής κρασιού». Ακολουθώ τον Κρις καθώς γλιστράει στο κάθισμα και σταματάω μόλις ο Έρικ γυρίζει προς το μέρος μου. Είναι γύρω στα πενήντα πέντε, με μαλλιά που γκριζάρουν και έντονα μπλε μάτια που δεν τους ξεφεύγει τίποτα. «Σ’ ευχαριστώ για την υπέροχη ξενάγηση, Έρικ». Σκύβει το κεφάλι του. «Ευχαρίστησή μου». Η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης με κάνει να μορφάζω, καθώς, παρόλο που το καλά εκπαιδευμένο πρόσωπό του δεν προδίδει τίποτα, αυτός ο άντρας παραείναι έξυπνος για να μην κατάλαβε τι γινόταν στο πίσω κάθισμα. «Απολαύστε τον πύργο, κυρία ΜακΜίλαν». Ο Κρις έχει βγάλει εδώ και ώρα το μπουφάν του και το πετάει στο πίσω κάθισμα πριν βγει από το αυτοκίνητο. Τον ακολουθώ και καταλαβαίνω γιατί έχει αφήσει το μπουφάν. Η μέρα είναι ακόμα ζεστή, παρόλο που η ώρα είναι πέντε και ο απογευματινός ήλιος χαμηλώνει στον ουρανό· τρομερή αλλαγή από την κρύα πόλη δίπλα στον ωκεανό που τόσο έχω αγαπήσει. Δίνω το χέρι μου στον Κρις και τον αφήνω να με βοηθήσει να βγω από το αυτοκίνητο. Εκπλήσσομαι που μια τόσο απλή επαφή στέλνει κύματα ηλεκτρισμού στο κορμί μου. Το βλέμμα μου συναντά το δικό του και ξέρω ότι το νιώθει και αυτός, και είμαι σχεδόν σίγουρη ότι κι αυτός εκπλήσσεται από το πόσο άμεσα επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον. Από την άλλη, δυο χαμένες ψυχές που ψάχνουν για διαφυγή λογικό είναι να έχουν επαφή. Κατεβάζοντας προσεκτικά το φόρεμά μου, σηκώνομαι και ο Κρις χαμογελάει με έναν τρόπο που μου λέει ότι σκέφτεται τι κάναμε στο αυτοκίνητο. Κι εγώ το σκέφτομαι. Με αγκαλιάζει από τους ώμους και διασχίζουμε την πελώρια ξύλινη είσοδο που μοιάζει περισσότερο να έχει βγει από ταινία φαντασίας παρά πραγματική. Μπαίνουμε στο παγωμένο φουαγιέ με το ψηλό ταβάνι και τους πέτρινους τοίχους. Μια υπάλληλος μας χαιρετάει, μια όμορφη γυναίκα γύρω στα είκοσι, με ξανθά μακριά μαλλιά, μικροκαμωμένη μα με καμπύλες που αναδεικνύονται από το απαλό ροζ ταγιέρ της. Το βλέμμα της κολλάει στον Κρις γεμάτο θαυμασμό. Έχω θέμα με τις ξανθιές. Πάντα είχα. Από το λύκειο τουλάχιστον, που η κολλητή μου ήταν σουη​δικής καταγωγής, και τραβούσε όλα τα βλέμματα με τα μακριά, φυσικά κατάξανθα μαλλιά της και τις καμπύλες της σε όλα τα σωστά σημεία. Εγώ ήμουν γλυκούλα, εκείνη ήταν όμορφη. Αυτή η ξεναγός με κάνει να νιώθω γλυκούλα.


«Λέγομαι Άλισον, κύριε Μέριτ», λέει και του δίνει το χέρι της. Ο Κρις της δίνει το δικό του. «Τιμή μας. Θα σας ξεναγήσω στον πύργο». Μου ρίχνει ένα βλέμμα αλλά δε μου δίνει το χέρι της. «Καλώς ήρθατε». Ο Κρις με πιάνει από τη μέση σαν να διαισθάνεται την ξαφνική μου ανασφάλεια. «Σ’ ευχαριστώ, Άλισον. Από δω η Σάρα, και είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ σήμερα. Θέ​λω να μάθει γιατί αυτό το μέρος είναι τόσο ξεχωριστό». Το χέρι του στη μέση μου είναι κτητικό, προστατευτικό. Ο λαιμός μου στεγνώνει. Νιώθω σαν να μην υπάρχει κανένας άλλος όταν είμαι με τον Κρις και κανείς δε με έχει κάνει να νιώσω έτσι. Ο φόβος μου για την αντίθεση «γλυκιάς» και «όμορφης» ξεθωριάζει. Ξεκινάμε την ξενάγηση και σταματάμε σε διάφορα δω​μάτια δοκιμής με γύψινα και πέτρινους τοίχους, και από παντού αναδίδεται πλούσια κουλτούρα. Τελειώνουμε την ξενάγηση στο κελάρι όπου έχει κρύο και ξαφνικά συ​νει​δη​​το​ποιώ το σχεδόν ανύπαρκτο φόρεμά μου και ότι δε φοράω εσώρουχα. Η Άλισον μας οδηγεί προς μια σκάλα και πριν την ακο​λουθήσουμε, ο Κρις με τραβάει κοντά του, κρύβοντας τη θέα με την πλάτη του. «Κρυώνεις;» ρωτάει, κρατώντας με κοντά του, και το χέρι του γλιστράει στα πλευρά μου κάτω από την εσάρπα, για να χαϊδέψει το στήθος μου και την ήδη σκληρή ρώγα μου. «Όχι πια», λέω ξέπνοη. «Είσαι πανέμορφη απόψε, Σάρα. Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι όλα τα πράγματα που θα σου κάνω με την πρώτη ευκαιρία». Όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, όχι όταν θα γυρίσουμε στο δωμάτιο. Έλεγχος. Όλα έχουν να κάνουν με τον έλεγχο, και σχεδόν του πήρα τον έλεγχο νωρίτερα απόψε. Δεν του άρεσε και θα φροντίσει να μάθω ότι βρίσκομαι στο έλεός του. Ενώ διαισθάνομαι πόσο πολύ χρειάζεται τον έλεγχο και με διεγείρει αυτή η πλευρά του, ένα κομμάτι μου, βαθιά μέσα μου, διαμαρτύρεται, δε λέει να εγκαταλείψει αυτό για το οποίο πάλευα επί πέντε ολόκληρα χρόνια – τον δικό μου έλεγχο. «Ίσως θα έπρεπε να σκεφτείς τι θα σου κάνω εγώ», τον προκαλώ. Τα μάτια του σκοτεινιάζουν, όλο έξαψη, και με εκπλήσσει καθώς σκύβει στο αυτί μου και μου ψιθυρίζει: «Το σκέφτομαι από τη μέρα που σε γνώρισα». Περίμενα να γίνει ένα παιχνίδι εξουσίας, και ίσως να είναι αυτό και κάτι παραπάνω, γιατί διεγείρομαι τρομερά. Η καρδιά μου χτυπάει ξέφρενα και θερμότητα διαπερνά το κορμί μου. Όταν αποτραβιέται και με πιάνει από το χέρι οδηγώντας με προς τις σκάλες, έχω συναίσθηση της ζωώδους αρρενωπής δύναμης που αποπνέει, του πόσο καί​γομαι γι’ αυτόν τον άντρα. Ναι. Έχει τον έλεγχο και ανυπομονώ να του δώσω κι άλλο. Είναι ένα παιχνίδι εξουσίας και έχει κερδίσει. Φτάνουμε στην κορυφή της σκάλας όπου μας χαιρετάει ένα ζευγάρι ηλικιωμένων· φαίνονται να είναι γύρω στα εξήντα πέντε. Η γυναίκα φορά ένα απλό μπλε στενό φόρεμα και ο άντρας μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο. «Κρις! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, παιδί μου», λέει η γυναίκα. «Έχει περάσει τόσος καιρός από τότε που είδα το βαφτιστήρι μου τελευταία φορά». Αγκαλιάζει τον Κρις σαν μητέρα που αγκαλιάζει το παιδί της για πρώτη φορά μετά από χρόνια και χωρίς να ρωτήσω καταλαβαίνω ότι υπάρχουν δυνατοί δεσμοί. Έπειτα ο άντρας αγκαλιάζει τον Κρις. «Δε σε βλέπουμε αρκετά, αγόρι μου».


Ο Κρις τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και μετά τον αφήνει. «Ξέρω. Θα το διορθώσω». Τυλίγει το χέρι του γύρω από τη μέση μου. «Μάικ και Κέιτι Γουίκερμαν, από δω η Σάρα ΜακΜίλαν». «Χαίρω πολύ, Σάρα». Η Κέιτι ακτινοβολεί και μου δίνει το χέρι της. Είναι όμορφη, με ίσια γκρίζα μαλλιά και φιλικό χαμόγελο. «Ευχαριστώ», λέω και της δίνω το δικό μου. Η χειραψία της είναι ζεστή όπως και η ίδια. Τη συμπαθώ. «Χαίρομαι που είμαι εδώ». «Καλώς ήρθες, Σάρα», λέει ο Μάικ πρόσχαρα. «Καιρός ήταν να φέρει μια γυναίκα». Κοκκινίζω και του δίνω το χέρι μου, αλλά εκείνος με τραβάει κοντά του και με αγκαλιάζει. Κάνει πίσω και με επιθεωρεί. «Για να σε δω. Όχι. Όχι, δε μου μοιάζεις πρωτάρα στα κρασιά». Τα μάγουλά μου κοκκινίζουν και γελάω. «Μάλλον με έσωσε το εξαιρετικό καμπερνέ που ήπια στη λιμουζίνα». «Σου πήρε την παρθενιά, ε;» Γελάω, όπως και ο Κρις που με τραβάει στην αγκαλιά του και σκύβει στο αυτί του. «Νόμιζα ότι εγώ το είχα κάνει αυτό». «Μάικ!» τον μαλώνει η Κέιτι. «Δε σε ξέρει τόσο καλά για να πιάσει το χιούμορ σου». Κάνει μια κίνηση να προχωρήσουμε. «Έχω ζητήσει ένα ειδικό δωμάτιο δοκιμών, αλλά δε θα αφήσουμε τον Μάικ να πάρει μέρος στους εορ​τασμούς». Ακολουθούμε την Κέιτι και τον Μάικ. «Σε συμπαθούν», ψιθυρίζει ο Κρις. «Βαφτιστήρι;» «Ήταν καλοί φίλοι των γονιών μου και δεν έκαναν δικά τους παιδιά». Παίρνω βαθιά ανάσα ακούγοντας τα λόγια του, καθώς συνειδητοποιώ έκπληκτη ότι ο Κρις δε με έχει φέρει απλώς σε ένα μέρος που δε φέρνει άλλες. Αυτό είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος του που δεν πίστευα ότι θα με άφηνε να δω, αλλά με έχει βάλει στον κόσμο του, τουλάχιστον σ’ αυ​τό το μικρό κομμάτι. Βαδίζω με αυξανόμενη αγωνία καθώς μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο με ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι αρκετών μέτρων και μια ντουζίνα καρέκλες από κάθε πλευρά. Δίσκοι με φρούτα και τυριά είναι τοποθετημένοι στο κέντρο της μιας πλευράς του τραπεζιού. Ο Κρις κι εγώ καθόμαστε δίπλα δίπλα, και η Κέιτι και ο Μάικ κάθονται απέναντί μας. Η Κέιτι με περιεργάζεται με ενδιαφέρον και σφίγγω την εσάρπα γύρω από τους ώμους μου, φοβούμενη ότι θα καταστρέψω την εικόνα του αθώου κοριτσιού που τους έδωσα, αν δουν τις ρώγες μου. «Ο Κρις λέει ότι πρόσφατα έπιασες δουλειά σε γκαλερί στην πό​λη;» ρωτάει η Κέιτι. «Ναι. Στη Σαγήνη, στο κέντρο, όπου ο Κρις εκθέτει μια συλλογή προς πώληση. Έτσι τον γνώρισα». «Τα ξέρω αυτά», λέει η Κέιτι. «Και ήσουν καθηγήτρια πριν από αυτό;» Εκπλήσσομαι που ο Κρις της έχει πει τόσο πολλά. «Ήμουν. Είμαι. Έχω πτυχίο στις τέχνες, αυτή είναι η πραγματική μου αγάπη. Θα δούμε πώς θα πάει το καλοκαίρι. Το αφεντικό μου λέει ότι έχει μεγάλες προσδοκίες για μένα, αλλά πι​στεύει ότι πρέπει να μάθω από κρασιά για να τα καταφέρω στον κόσμο της τέχνης». Η Μάικ χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι. «Έχει δίκιο. Όλοι πρέπει να ξέρουν από κρασιά». «Ο Κρις δεν το πιστεύει αυτό», τολμώ να σχολιάσω.


Το βλέμμα της Κέιτι πέφτει στο βαφτιστήρι της. «Τότε γιατί στην τοπική γκαλερί σερβίρουν κρασί;» «Γιατί είμαστε στη Νάπα Βάλεϊ». «Ακριβώς. Κρασί και τέχνη πάνε μαζί». Ο Μάικ κάνει νόημα σε έναν σερβιτόρο. «Μου φαίνεται ότι είναι ώρα να αρχίσουμε την οινογνωσία. Θα χαλαρώσουμε». Μου κλείνει το μάτι. «Έτσι γνωρίζεις κάποιον πραγματικά». Ο Κρις φαίνεται να το διασκεδάζει. «Ευτυχώς δηλαδή που δε χαλαρώνω εύκολα». Με σπρώχνει απαλά. «Εσύ όμως χαλαρώνεις. Θα μας πεις όλα τα μυστικά σου πίνοντας καμπερνέ». «Περίμενε μια καλή χρονιά, αγάπη μου», ψιθυρίζει συ​νωμοτικά η Κέιτι. «Να τον κάνεις να πληρώσει για τις εξο​μολογήσεις σου». Κοιτάζω φευγαλέα τον Κρις που χαμογελάει αυτάρεσκα. «Διάλεξε χρονιά και θα πληρώσω ευχαρίστως το τίμημα». «Δεν είμαι εγώ αυτή που δεν εξομολογείται πράγματα», του υπενθυμίζω. «Ίσως πρέπει να σου φέρουμε μια κάσα μπίρες». «Δεν υπάρχει περίπτωση όσο βρισκόμαστε στον πύργο», μας διαβεβαιώνει η Κέιτι. Ο Κρις σκύβει στο αυτί μου. «Θα χρειαστεί κάτι περισσότερα από μια κάσα μπίρες». Ναι, έτσι νομίζω. Εγώ του ανοίχτηκα, αλλά εκείνος δεν έχει ανοιχτεί σ’ εμένα, κι όμως βρίσκομαι εδώ, με τη μοναδική του οικογένεια, και πάλι νομίζω ότι έχει σημασία. Δεν αφήνω τον εαυτό μου να σκεφτεί πώς από μια απλή διαφυγή έφτασα να ψάχνω πράγματα που να έχουν σημασία ή πού μπορεί να με οδηγήσει όλο αυτό. Ο χρόνος δεν έχει πια σημασία, καθώς δοκιμάζω το ένα κρασί μετά το άλλο, τσιμπολογώ τυρί και ακούω τον Μάικ και την Κέιτι να μου λένε ιστορίες για το πώς ξεκίνησαν. Με ξαφνιάζει λίγο που ακούω ότι γνώρισαν τον πατέρα του στη μεγάλη οινογνωσία στο Παρίσι το 1976 που έβαλε αυτούς και τη Νάπα Βάλει στο χάρτη του κρασιού. «Οι γονείς του Κρις ταξίδευαν μαζί μας για ηθική υποστήριξη», εξηγεί η Κέιτ. «Η Ντανιέλ, η μητέρα του Κρις, ήταν φύλακας άγγελός μας. Το ορκίζομαι, αυτή η γυναίκα είχε τον τρόπο της να κάνει τους ανθρώπους να χαμογελάνε. Ακόμα και οι Παριζιάνοι, που δεν ήθελαν εμάς τους Αμερικάνους να τους συναγωνιζόμαστε, δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη γοητεία της». Είναι δύσκολο να καταλάβω πώς αντιδρά ο Κρις στις αναμνήσεις που έχει η Κέιτι από τη μητέρα του, καθώς κάθεται δίπλα μου και δεν έχω οπτική επαφή, αλλά μακάρι να μπορούσα. Υπερβολικά σύντομα καταφτάνουν και άλλα δείγματα κρασιού και η συζήτηση παίρνει άλλον δρόμο. Το παράθυρο στην οικογενειακή ζωή του Κρις έχει κλείσει, τουλάχιστον προς το παρόν. Με κάθε κρασί που γευόμαστε, ακούω ιστορίες για το πώς η Κέιτι και ο Μάικ έφτιαξαν τις γεύσεις, από το έδαφος και το κλίμα μέχρι την επεξεργασία. Αφηγούνται ιστο​ρίες για τους πλούσιους και διάσημους που έχουν επισκεφτεί τον πύργο και αγόρασαν όλες τις ποικιλίες. «Ο Κρις είναι πάντα το νούμερο ένα αστέρι μας όμως», λέει η Κέιτι. Ο Κρις χασκογελάει και πίνει μια γουλιά. «Είμαι απλώς…» «Ένας διάσημος καλλιτέχνης», τελειώνω την πρόταση για λογαριασμό του και τον φιλάω στο μάγουλο.


Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με φιλάει στο μέτωπο. «Εγώ», λέει και με κοιτάζει, «είμαι απλώς ο εαυτός μου». Χαμογελάω και νιώθω την επίδραση του μπόλικου κρασιού που ήπια. «Χμμμ. Ναι. Απλώς ο εαυτός σου». Σηκώνει το φρύδι του. «Τι σημαίνει αυτό;» Πλησιάζει ένας σερβιτόρος, και η Κέιτι και ο Μάικ πιά​νουν κουβέντα μαζί του. Χαμηλώνω τη φωνή μου. «Μου αρέσει ο εαυτός σου». Τα μάτια του Κρις σκοτεινιάζουν. «Αλήθεια, ε;» Χαμογελάω. «Ναι». «Είναι σαν τη μάνα του», σχολιάζει η Κέιτι, παρασέρνοντάς μας ξανά στη συζήτηση και γυρίζουμε να την κοιτάξουμε καθώς λέει: «Ήταν πολύ ταπεινή αυτή η γυναίκα. Δεν το ’βαζε ο νους σου ότι ήταν κληρονόμος μιας αυτοκρατορίας, όπως δε φαντάζεσαι και ότι ο Κρις είναι αναγνωρισμένος καλλιτέχνης». «Και ο πατέρας του ήταν ένας σνομπ γάιδαρος», μουρμουρίζει ο Μάικ, «αλλά τον αγαπούσα». Σηκώνεται. «Παιδί μου, τώρα το θυμήθηκα, θέλω να σου δώσω κάτι πριν το ξεχάσω». Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω τον Κρις, και προσπαθώ να διακρίνω μια αντίδραση στο σχόλιο για τον πατέρα του. Απαντάει στην ερώτηση που δεν έκανα ποτέ. «Ήταν πράγματι ένας σνομπ γάιδαρος, μωρό μου». Μου χαϊδεύει το μάγουλο. «Να ’σαι φρόνιμη, επιστρέφω». «Φυσικά», τον καθησυχάζω. «Θα ζητήσω απλώς από την Κέιτι να μου πει τα μεγαλύτερα, σκοτεινά μυστικά σου». Το πρόσωπό του σκληραίνει. «Δε θα έχει τις απαντήσεις». «Ω, μπορεί κάτι να έχω να πω κι εγώ», λέει η Κέιτι παιχνιδιάρικα. Ο Κρις δε φαίνεται ευχαριστημένος, αλλά σηκώνεται ούτως ή άλλως μουρμουρίζοντας κάτι καλοπροαίρετα που ταιριάζει με το σχόλιο περί γυναικών που έκανε πριν ο Μάικ και απομακρύνεται παρέα με τον νονό του. Η Κέιτι ακουμπάει τον αγκώνα της στο τραπέζι, και το πιγούνι της στην παλάμη. «Του κάνεις καλό». «Α… αλήθεια;» «Ναι, αλήθεια. Αυτό το αγόρι είναι τόσο επιφυλακτικό που με ανησυχεί, αλλά μαζί σου είναι διαφορετικός. Χαλαρός. Η καρδιά μου ευφραίνεται να βλέπω τελικά κάποιον να γκρεμίζει τα τείχη του. Πέρασε δύσκολα μικρός, αλλά είμαι σίγουρη ότι το ξέρεις». Αυτή η πολύτιμη πληροφορία με κάνει να θέλω κι άλλες. Ανοίγω το στόμα μου για να ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά η Άλισον έρχεται βιαστικά προς το μέρος μας και ψιθυρίζει κάτι στο αυτί της Κέιτι. «Ω, Θεέ μου. Σάρα, καλή μου, υπάρχει ένα πρόβλημα. Επιστρέφω αμέσως». Με πλημμυρίζει απογοήτευση. Η Κέιτι είναι το μόνο άτομο που μπορεί να γνωρίσω ποτέ που να ξέρει τα μυστικά του Κρις, εκτός από τον Μάικ, και δε βλέπω να γίνεται τίποτα. Ξαφνικά μένω μόνη με έναν δίσκο με τυριά και φρούτα και πολλά ποτήρια κρασί. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα έχω στραγγίσει τα ποτήρια και ξέρω ότι ήταν λάθος. Το κεφάλι μου γυρίζει και αρχίζω να τσιμπολογάω τυριά γιατί προφανώς το ποτό μού ανοίγει την όρεξη και οι θερμίδες δεν έχουν σημασία. Για την ακρίβεια, είμαι σί​γουρη ότι το κρασί αυτή


τη στιγμή σβήνει θερμίδες. Διαισθάνομαι τον Κρις να επιστρέφει πριν τον δω, καθώς νιώθω ένα μούδιασμα που ούτε το κρασί δεν μπορεί να δαμάσει. Σηκώνω το βλέμμα μου στο κατώφλι καθώς μπαίνει με τον Μάικ ξοπίσω του, που δείχνει μπερδεμένος. «Πού είναι η Κέιτι;» «Είχε κάτι επείγον με έναν πελάτη, νομίζω». Ο Μάικ συνοφρυώνεται. «Πόση ώρα λείπει;» «Έφυγε λίγο αφότου φύγατε». «Να πάρει», μουρμουρίζει. «Πάω να δω τι κάνει». Ο Κρις δεν έχει μιλήσει και δεν μπορώ να καταλάβω τι σκέφτεται. Είμαι ζαλισμένη. Πλησιάζει αργά προς το μέρος μου και κάθεται ανακούρκουδα μπροστά μου, γυρίζοντας την καρέκλα μου έτσι ώστε να τον αντικρίζω. Ακουμπάει το χέρι του στο πόδι μου. «Θέλεις να πάρεις λίγο αέρα;» «Καλά θα ήταν», του λέω και με βοηθάει να σηκωθώ όρθια. Περιεργάζομαι το πρόσωπό του και καταριέμαι το κρασί που έχω πιει. Η καλή του διάθεση έχει γίνει καπνός και για πρώτη φορά απόψε διακρίνω μια ένταση. Ό,τι κι αν του είπε ο Μάικ έκλεψε τον ευδιάθετο καλλιτέχνη μου. Τον αγγίζω στο μάγουλο. «Τι συμβαίνει;» Με τραβάει κοντά του και το χέρι του γλιστράει στον αυχένα μου και σημαίνει συναγερμός. Η σκοτεινή πλευρά έχει επιστρέψει σε πλήρη ισχύ. «Βλέπεις υπερβολικά πολλά, Σάρα». «Ενώ εσύ, Κρις, κάνεις ό,τι μπορείς για να με αποτρέψεις». Δεν απαντάει, δεν κουνιέται. Έχουμε μείνει ακίνητοι στη θέση μας και χάνομαι στο θυελλώδες βλέμμα του, η ταραγμένη διάθεσή του μεταδίδεται και σ’ εμένα. Όταν με πιάνει από το χέρι για να με οδηγήσει προς την πίσω πόρτα του δωματίου, το βήμα μου είναι ασταθές. Κρασί και Κρις είναι άσχημος συνδυασμός, νομίζω, και είναι μια σκέψη που κολλάει στο μυαλό μου καθώς βγαίνουμε στον κήπο. Κρασί και Κρις δεν πάνε μαζί. Γιατί; Σκοπεύω να μάθω.


25 Ακόμα και με τόσο κρασί στον οργανισμό μου και με το χέρι του να κρατάει σφιχτά το δικό μου, νιώθω τον Κρις να κλείνεται στον εαυτό του, να υψώνει τείχη γύρω του καθώς βγαίνουμε από μια πλαϊνή πόρτα του πύργου. Διασχίζουμε ένα μικρό πέτρινο δρομάκι που οδηγεί σε μια ξύλινη γέφυρα πάνω από μια λιμνούλα. Έχει νυχτώσει και λαμπερά πορτοκαλιά φαναράκια κρέμονται από στύλους στις κουπαστές της γέφυρας, ενώ τα αστέρια από πάνω μας στολίζουν τον μαύρο, ανέφελο ουρανό. Εισπνέω τον ζεστό αέρα. Δεν υπάρχει δροσερό αεράκι που έλπιζα να καθαρίσει το μυαλό μου. Η βραδιά είναι αποπνικτική, όπως και η ένταση που αποπνέει ο Κρις. Με οδηγεί πάνω στην ξύλινη γέφυρα, προς ένα κιόσκι και στη μύτη μου φτάνει μυρωδιά από τριαντάφυλλα. Αυτά τα λουλούδια με στοιχειώνουν όπου κι αν πάω. Βλέπω τη θαλερή τριανταφυλλιά που πλέκεται στην ξύλινη προεξοχή από πάνω μας, τρυφερά μπουμπούκια που σκαλώνουν στα φύλλα. Νιώθω έτοιμη ν’ ανθίσω, έτοιμη να πάω όπου με οδηγεί. Έτσι ένιωθε η Ρεμπέκα για τον άντρα για τον οποίο γράφει. Έτσι με κάνει να νιώθω ο Κρις. Στα μισά του δρόμου σκοντάφτω και ο Κρις γυρίζει και με πιάνει, τα δυνατά του μπράτσα σφίγγουν τη μέση μου, το χέρι μου αγγίζει το στήθος του. «Είσαι καλά;» «Ναι, μια χαρά». Δεν τον κοιτάζω. Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε δύο βράδια που αναγκάστηκε να με σώσει από το μεθυσμένο μου παραπάτημα και είναι ντροπιαστικό. Έχω να πιω τόσο από την κηδεία της μάνας μου. Όταν φτάνουμε κάτω από το κιόσκι, σκύβει στην κουπαστή και σχεδόν περιμένω να τον δω να με απομακρύνει. Ανακουφίζομαι όταν με τραβάει κοντά του και με αγκαλιάζει. Ακουμπάω το χέρι μου στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, που χτυπάει απαλά κάτω από την παλάμη μου. Το βουητό στο κεφάλι μου με εκνευρίζει, θολώνει την ικανότητά μου να καταλάβω επακριβώς τη διάθεση του Κρις. «Τι σε αναστάτωσε;» «Ποιος λέει ότι είμαι αναστατωμένος;» «Εγώ το λέω». «Όπως είπα και πριν, βλέπεις πολλά». Αγνοώ το σχόλιο. «Ο Μάικ φαινόταν να ανυπομονεί να σου δώσει ό,τι ήθελε να σου δώσει. Περίμενα να γυρίσεις ικανοποιημένος, όχι γκρινιάρης σαν στρουμφάκι». «Γκρινιάρης σαν στρουμφάκι;» Χαμογελάω. «Ναι. Γκρινιάρης σαν στρουμφάκι». Με περιεργάζεται με μισόκλειστα μάτια, οι βλεφαρίδες του πυκνά πέπλα που κρύβουν τα μάτια του από το περίερ​γο βλέμμα μου. Είναι όμορφος στο φως των αστεριών και οι αναστολές μου έχουν γίνει καπνός χάρη στο κρασί ή ίσως χάρη στον ίδιο τον Κρις. Σηκώνω το χέρι μου και αγγίζω το σαρκώδες αισθησια​κό στόμα που ξέρω ότι μπορεί και να τιμωρεί και να ικανοποιεί, και τον κοιτάζω διερευνητικά. Τα δάχτυλά μου διατρέχουν το πρόσωπό του, αγγίζουν τα ψηλά, έντονα ζυγωματικά του, και φτάνω στα γένια του, στο αξύριστο, γωνιώδες σαγόνι του. Φαντάζομαι τα γένια του να γρατζουνάνε το γυμνό μου


δέρμα. Η ομορφιά του με ξεμυαλίζει, το ταλέντο του, η εξυπνάδα του… το σώμα του. Αλλά θέλω να τον μάθω. «Μίλησέ μου, Κρις», τον ικετεύω, όταν η σιωπή μοιάζει ατελείωτη. Παίρνει το χέρι μου και το φιλάει. «Δεν είναι εύκολο όταν με αγγίζεις». Βάζει τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου. «Ειδικά όταν έχεις πιει, και δεν μπορώ να σου κάνω τίποτα απ’ όσα σχεδίαζα μιας και δε θα φορούσες εσώρουχο». Χαμογελάω. «Ούτε σουτιέν». «Ευχαριστώ που μου το θύμισες, μα δεν πρόκειται να σε πιέσω από τη στιγμή που έχεις πιει τόσο πολύ». Να με πιέσει; Έλα τώρα. Θέλω να μάθω τι εννοεί. «Τι απέγινε ο κύριος Δεν είμαι άγιος;» «Προφανώς έχει και όρια, δηλαδή τα δικά σου». Είμαι σίγουρη ότι δε μιλάει πια για το κρασί που έχω πιει και το συνοφρυωμένο πρόσωπό του μου λέει ότι έχω δίκιο. «Τα όριά μου δεν είναι τόσο περιορισμένα όσο νομίζεις». «Υποθέτω ότι αυτό μένει να αποφασιστεί». Συνοφρυώνομαι. Ενώ είναι παιχνιδιάρης όπως πάντα, υπάρχει μια υποβόσκουσα ένταση μέσα του που δε λέει να φύγει. «Τι έγινε με τον Μάικ;» «Σκοτσέζικο ντους, ρε μωρό μου. Πολύ ξαφνική αλλαγή θέματος». «Και αποφεύγεις να μου απαντήσεις». «Αν σκεφτείς πόσο μεθυσμένη είσαι, μάλλον γίνεσαι πολύ πιεστική». «Την τελευταία φορά που ήπια χρησιμοποίησα τη λέξη κοκορομαχία», του υπενθυμίζω. «Οπότε, ναι». Χαμογελάει. «Α, ναι, ξεχνιέται;» «Τι έγινε με τον Μάικ;» επαναλαμβάνω. «Μου έδωσε κάτι που ανήκε στον πατέρα μου. Σκέφτηκε ότι θα ήθελα να το έχω». Σοκάρομαι που μου απαντάει. Διστακτικά, πιέζω παραπάνω. «Το ήθελες όμως;» «Όχι, δεν το ήθελα». «Του το είπες;» «Όχι». «Τι ήταν;» Βάζει το χέρι του στην τσέπη και βγάζει μια μικρή πλαστικοποιημένη κάρτα και μου τη δίνει. Κοιτάζω κάτι που μοιάζει να είναι μια κάρτα οινοκριτικού με το όνομα του πατέρα του. Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω τον Κρις, το αδρό σαγόνι του, και νιώθω τον πόνο του, την ταραχή και τον θυμό του. «Γιατί δεν το ήθελες;» «Γιατί ο Μάικ και η Κέιτι δεν ξέρουν ότι το κρασί ήταν το αγαπημένο ναρκωτικό του πατέρα μου. Ο τρόπος του να ξεχάσει τη μέρα που ήταν πίσω από το τιμόνι όταν σκο​τώθηκε η μητέρα μου». Μου κόβεται η ανάσα. «Εκείνος οδηγούσε;» «Ναι. Οδηγούσε και ποτέ δε συγχώρεσε τον εαυτό του που την άφησε να πεθάνει. Κρύφτηκε πίσω από τις οινογνωσίες και τα τραπέζια των κριτών και σιγά σιγά το ποτό τον σκότωσε». Νιώθω σαν να έχω φάει γροθιά στο στήθος. Ο Κρις δεν έχασε μόνο τη μητέρα του εκείνη την τραγική μέρα αλλά και τον πατέρα του. «Αχ Θεέ μου. Κρις, λυπάμαι τόσο». Πετάει σπίθες από τον θυμό του. «Έλα τώρα, Σάρα, εσύ τουλάχιστον πρέπει να ξέρεις ότι


δε θέλω ν’ ακούω “λυπά​μαι” και τέτοια». «Το ξέρω. Έχεις δίκιο». Καταραμένη ζάλη που δε μ’ αφή​νει να επικοινωνήσω σαν άνθρωπος. Είναι τεράστιο βήμα που μοιράζεται κάτι τέτοιο μαζί μου. Παλεύω απεγνωσμένα με τη ζάλη. Προσπαθώ να του δώσω να καταλάβει ότι είμαι εδώ για εκείνον. «Αν είναι αυτό το βαθύ, σκοτεινό μυστικό που νομίζεις ότι θα με κάνει να το βάλω στα πόδια, δεν πρόκειται. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Ξεσπάει σε ένα πικρό γέλιο και με γυρίζει ώστε να ακουμπάω στην κουπαστή, με πιάνει από τους ώμους, το κορμί του δεν αγγίζει πια το δικό μου. Ο σκοτεινός Κρις έχει επιστρέψει και είναι πιο σκληρός και πιο έντονος απ’ όσο τον έχω δει ποτέ. Η φωνή του χαμηλώνει και με χτυπάει σαν μαστίγιο. «Αν νομίζεις ότι αυτό είναι το πιο σκοτεινό μου μυστικό, τότε καταλαβαίνω ότι δεν έχεις ιδέα πόσο σκοτεινή μπορεί να γίνει η ζωή». «Πώς το ξέρεις αν δε με δοκιμάσεις;» «Δε θα το αντέξεις», γρυλίζει. «Έληξε. Και δε θα έχεις την ευκαιρία να αποδείξεις ότι έχω δίκιο. Μαζί σου έχω παραβεί τους κανόνες, σημαντικούς κανόνες που όριζαν τη ζωή μου και εσύ στο τέλος θα πληρώσεις το τίμημα. Δε θα το αφήσω να συμβεί. Δεν έπρεπε να σε φέρω εδώ». Απο​μακρύνεται από την κουπαστή. «Φεύγουμε». Με αρπάζει από το χέρι και όταν βλέπει ότι ακόμα κρατάω την κάρτα, την πετάει στο νερό. Το στομάχι μου γίνεται κόμπος καθώς ανοίγω το βήμα για να τον προλάβω και βλέπω το μικρό κομματάκι του πατέρα του να επιπλέει στο νερό. Το τακούνι μου σκαλώνει στα σανίδια και σκοντάφτω ξανά. Ο Κρις γυρίζει και με πιάνει. «Και σταμάτα να πίνεις τόσο κρασί να πάρει η οργή». Η επίπληξή του με αποκαρδιώνει, και η άμυνά μου ανταποκρίνεται στην πρόκληση. «Εσύ μου έδωσες το κρασί, εσύ… βλάκα!» Με πιάνει σφιχτά από το μπράτσο και με τραβάει πιο κοντά. «Επιτέλους κατάλαβες τι σου έλεγα. Ναι. Είμαι βλά​κας. Ένας βλάκας που δε σου αξίζει». Πιάνει το χέρι μου και αρχίζει να περπατάει, και σαν βλάκας που λέει ότι εί​ναι, τα βήματά του είναι γρήγορα ενώ τα δικά μου βασανιστικά ασταθή. Κάνουμε τον κύκλο του κτιρίου χωρίς καν να μπούμε μέσα και πηγαίνουμε προς τη λιμουζίνα που είναι παρκαρισμένη στο πλάι του ιδιωτικού δρόμου. Ανοίγει διάπλατα την πόρτα. «Μπες μέσα». «Και η Κέιτι; Ο Μάικ;» «Μπες μέσα, Σάρα». Με κατακλύζουν τόσα συναισθήματα που νιώθω τον λαιμό μου να κλείνει και σκέφτομαι να αρνηθώ, αλλά όλα γυρίζουν γύρω μου και όχι ακριβώς λόγω του κρασιού. Γλι​στράω μες στο αυτοκίνητο και κάθομαι δίπλα στο ακριανό παράθυρο. Βλέπω τον Έρικ να πετάγεται – προφανώς είχε πάρει έναν υπνάκο– και να ανακάθεται. «Όλα καλά, κύριε;» ρωτάει καθώς ο Κρις μπαίνει στο αυτοκίνητο. «Είμαστε έτοιμοι να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο», είναι η μοναδική απάντηση του Κρις. Βροντάει την πόρτα και αυτή τη φορά δεν έρχεται να καθίσει δίπλα μου. Είμαστε πιο μακριά από ποτέ. Η επιστροφή είναι σύντομη και γεμάτη ένταση, αλλά αρκεί για να φτάσει ο θυμός μου σε τέτοια επίπεδα που να είμαι έτοιμη να εκραγώ. Έχω αφήσει τον Κρις να φέρει τα πάνω


κάτω στη ζωή μου μέσα σε μια εβδομάδα. Είναι τρελό. Είναι όλα όσα είπα ότι δε θα άφηνα κανέναν άντρα να κάνει ξανά. Όταν το αυτοκίνητο σταματάει, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Ο Έρικ βγαίνει κι αυτός γρήγορα. «Σ’ ευχαριστώ, Έρικ, για την ξενάγηση». Γυρίζω και τον αφήνω να κλείσει την πόρτα πίσω μου. Ο Κρις με περιμένει καθώς κάνω τον κύκλο του αυτοκινήτου· με κοιτάζει με βλέμμα αρπακτικού, καυτό και γε​μάτο επιθυμία. Με τσαντίζει. Δεν είμαι λεία. Δεν είμαι παι​χνίδι να με χρησιμοποιεί και να παίζει μαζί μου. Σφίγγω την εσάρπα γύρω μου και σταυρώνω τα χέρια, ώστε να μην μπορεί να πιάσει το χέρι μου και μπαίνουμε στο ξενοδοχείο. Με ακολουθεί, λέγοντας απαλά το προφανές. «Μας κοιτάζει ο κόσμος. Καταλαβαίνουν ότι έχεις τσαντιστεί». «Πολύ παρατηρητικοί». Εξακολουθώ να περπατάω προς το ασανσέρ και ξέρω ότι παραπατάω. Είμαι μεθυσμένη να πάρει, και αυτό με τσαντίζει ακόμα περισσότερο. Σημαίνει ότι εμπιστεύτηκα τον Κρις να με φροντίσει. Δε χρειάζομαι φροντίδα. Δε θέλω φροντίδα. Μπαίνουμε στο ασανσέρ και ακουμπάει απέναντι, κοι​τάζοντάς με. Γυρίζω και τον κοιτάζω κι εγώ. Το βλέμμα του κατεβαίνει στο σώμα μου, ένα ζεστό χάδι και, να πάρει η ευχή, τσαντίζομαι που θέλω το άγγιγμά του τόσο πολύ. Μισώ τη δύναμη που έχει πάνω μου. Δε μιλάει. Δε μιλάω. Η ατμόσφαιρα βαριά, φορτωμένη σεξουαλική ένταση, εγώ όμως εξακολουθώ να είμαι θυμωμένη. Δε θα το αντέξεις. Έχω κουραστεί να μου λένε οι άντρες τι μπορώ ν’ αντέξω και τι όχι. Οι πόρτες ανοίγουν και κατευθύνομαι προς τον διάδρομο λικνιζόμενη. Ο Κρις με πιάνει από τη μέση στέλνοντας κύματα θερμότητας σε όλο μου το κορμί. «Μη», ψιθυρίζω χωρίς να τον κοιτάζω. «Μη με βοηθάς και μη με ακουμπάς». Απομακρύνει το χέρι του και αρχίζω να περπατάω. Ο διάδρομος είναι μακρύς και μου φαίνεται ότι περνάει μια αιωνιότητα μέχρι να βάλει την κάρτα στην πόρτα. Όλος ο θυμός που έχω μαζέψει την τελευταία μισή ώρα ξεσπάει μόλις μπαίνω στο δωμάτιο. Βγάζω τα παπούτσια μου για να περπατάω σταθερά και πετάω την τσάντα μου, που δε θυμόμουν καν ότι την κρατούσα, στο πάτωμα. Στρέφομαι στον Κρις πριν καν κλείσει η πόρτα πίσω του και ξεσπάω πάνω του. «Με τρελαίνεις, Κρις. Δεν είσαι για τέλεια σπίτια με λευκούς φράχτες, δε μιλάμε για το παρελθόν, εσύ ρωτάς όμως για το δικό μου και μετά με πηγαίνεις να γνωρίσω τους νονούς σου, που ξέρεις ότι θα μου μιλήσουν για το παρελθόν σου. Δεν είχα άλλες προσδοκίες από σένα παρά μόνο να μπεις σαν σίφουνας στη ζωή μου και να με γαμήσεις ωραία και καλά πριν φύγεις για Παρίσι. Δεν είχα πρόβλημα με αυτό. Είχαν περάσει πέντε χρόνια. Χρειαζόμουν σεξ, όχι αυτό… αυτό το πράγμα που κάνεις και με τρελαίνεις». Πριν το καταλάβω, με τραβάει πάνω του, το χέρι του μπλέκεται στα μαλλιά μου, στρέφει το πρόσωπό μου προς το μέρος του και με το άλλο χέρι χαϊδεύει το στήθος μου, τη ρώγα μου. «Θέλεις να σε γαμήσω; Αυτό θέλεις από μέ​να, Σάρα;» «Ναι», ψιθυρίζω, αλλά ξέρω ότι δεν είναι αρκετό πια, όχι με τον Κρις. «Θέλω….» Ένα κύμα ναυτίας με χτυπάει και πιέζω το χέρι μου στο στήθος του. «Ω, Θεέ μου». Απομακρύνομαι και με αφήνει και ψάχνω απεγνωσμένα το μπάνιο που δεν έχω ιδέα πού είναι. Ο Κρις με οδηγεί πίσω από το κρεβάτι και ίσα που καταλαβαίνω ότι μπαίνω σε ένα μικρότερο δωμάτιο και ανάβει ένα φως. Το μόνο που βλέπω είναι η λεκάνη. Πέφτω στα


γόνατα μπροστά της και αυτό που ακολουθεί αμέσως δεν είναι όμορφο. Ο Κρις πλησιάζει και τον διώχνω. «Φύγε», λέω πνιγμένα. «Δε θέ​λω να με δεις έτσι». «Ξέχνα το». Γονατίζει δίπλα μου. «Εγώ σε έκανα έτσι και θα σε φροντίσω όσο διαρκέσει». Μου δίνει μια πετσέτα που την παίρνω βιαστικά και δεν μπορώ να διαφωνήσω άλλο. Με πιάνουν σπασμοί που μοιάζουν να κρατάνε αιώνια, και μου κρατάει τα μαλλιά, μου χαϊδεύει την πλάτη, μέχρι που καταρρέω σε μια αστραφτερή λευκή επιφάνεια που νομίζω ότι είναι το πλαϊνό μέρος της μπανιέρας. Ο Κρις με σηκώνει από την μπανιέρα και με κρατάει στην αγκαλιά του. «Πρέπει να σου βγάλουμε αυτό το φόρεμα. Είναι χάλια». Το τραβάει προς τα πάνω, είμαι αδύναμη και με το ζόρι σηκώνω τα χέρια μου για να το περάσει πάνω από το κεφάλι μου. Είμαι γυμνή στο πάτωμα του μπάνιου και ο Κρις γλιστράει τα χέρια του κάτω από τους μηρούς μου και πίσω από την πλάτη μου και με σηκώνει. Η διαύγεια αρχίζει να επιστρέφει. Εμπιστεύομαι τον Κρις να με φροντίσει και με φροντίζει, αλλά η ειρωνεία αυτού που συνέβη μόλις με κάνει να θέλω ξανά να κάνω εμετό. Τραβάει τα σεντόνια και με αποθέτει στο κρεβάτι, με σκεπάζει και γονατίζει μπροστά μου. «Να σου φέρω λίγο νερό». Πιάνω το χέρι του πριν φύγει. «Κρις… το ότι μέθυσα μετά απ’ ό,τι μου είπες–» «Δεν έκανες τίποτα κακό απόψε, εγώ έκανα». «Όχι», διαμαρτύρομαι, σίγουρη ότι δεν είναι σωστό να το πάρει όλο πάνω του, για λόγους που δεν είμαι αρκετά διαυγής ώστε να αναλύσω. «Κρις». Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Είμαι πολύ αδύναμη και ανακατεύομαι ακόμη. «Εγώ… εμείς…» «Ξεκουράσου, Σάρα. Θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς». Το ερώτημα είναι θα είναι εδώ αύριο. Και θα έπρεπε να θέλω να είναι; Αλλά δε φαίνεται να έχει σημασία τι πρέπει ή δεν πρέπει. Θέλω μόνο να είμαι με τον Κρις.


26 Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου στον πρωινό ήλιο και ξεροκαταπίνω. Συνειδητοποιώ τι συμβαίνει πρώτα επειδή το κεφάλι μου πονάει, έπειτα από τη φρικτή γεύση στο στόμα μου και, τέλος, καθώς νιώθω ένα ζεστό βάρος πάνω μου. Είμαι γυμνή, κάτω από την κουβέρτα, και το χέρι του Κρις είναι απλωμένο πάνω στο σώμα μου. Για μια στιγμή, μένω εκεί, ξαπλωμένη, και σκέφτομαι τι σημαίνουν όλα αυτά και πόσο περίπλοκη έχει γίνει η σχέση μας, καθώς θυμάμαι τον εκρηκτικό καβγά μας. Η ένταση της μάχης ξεθωριάζει στην αγκαλιά του Κρις. Επειδή ο Μάικ και η Κέιτι δεν ξέρουν ότι το κρασί ήταν το αγαπημένο ναρκωτικό του πατέρα μου. Ο καημένος, κατεστραμμένος μου καλλιτέχνης. Έχει περάσει τόσο πολλά, και παρόλο που ο Μάικ είχε καλή πρόθεση με το δώρο του, κα​τάφερε ένα χτύπημα στον Κρις και τον άφησε να τρεκλίζει. Εγώ ήμουν εκεί και υπέστην τις συνέπειες, και χάρη στο κρασί, το χειρίστηκα φρικτά. Η ενοχή δημιουργεί έναν κόμπο στο άδειο στομάχι μου που πονάει και θυμάμαι να έχω τη λεκάνη αγκαλιά και ο Κρις να με βλέπει να ξερνάω το ποτό που κατέστρεψε τον πατέρα του. Και πάλι, με φρόντισε με τρυφερότητα και ήταν ο ήρωάς μου. «Ξύπνησες». Η πρωινή φωνή του, ένα βαθύ και τραχύ γρύλισμα με καίει και η επίδραση που έχει πάνω μου μου προκαλεί έκπληξη. «Και ντρέπομαι». Χώνει τη μουσούδα του στον λαιμό μου. «Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι». «Ναι, υπάρχει». Προσπαθεί να με γυρίσει κι εγώ σηκώνομαι, τραβώντας το σεντόνι και ακουμπάω στο κεφαλάρι. «Είμαι ραδιενεργή. Μη ασφαλής μέχρι να κάνω ντους και να πλύνω τα δό​ντια μου». Συνοφρυώνομαι προσέχοντας ότι φοράει τα ρούχα που φόραγε χθες το βράδυ και ξανθά γένια ξεμυτίζουν στο σαγόνι του. Δείχνει ατημέλητος και ερωτικός, τα ξανθά του μαλλιά είναι ανακατεμένα και πολύ σέξι. «Εσύ φοράς όλα σου τα ρούχα». «Επειδή εσύ δεν τα φοράς και δεν ήθελα να φανώ αναίσθητος ενώ ήσουν σε τόσο άσχημη κατάσταση». «Α». Στ’ αλήθεια θα μπορούσε να με θέλει ενώ είχα μόλις ξεράσει; Δεν μπορεί. «Α», με μιμείται και χαμογελάει. Γλείφω τα σκασμένα χείλια μου και το κεφάλι μου σφυροκοπάει σαν να αντιδρά. Πιέζω με δύο δάχτυλα τον κρόταφό μου, και ένα βογκητό ξεφεύγει από τα χείλια μου. «Χριστέ μου, έχω χανγκόβερ. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό;» Ο Κρις σκαρφαλώνει πάνω από τα πόδια μου και πιάνει ένα μπουκάλι νερό και μερικά χάπια. «Τηλεφώνησα στη ρεσεψιόν χθες βράδυ και τους είπα να φέρουν μερικά παυσίπονα. Αποκοιμήθηκες πριν καν προλάβω να σου τα δώσω». Η προνοητικότητά του με συνεπαίρνει. Αγγίζω το σαγόνι του, αφήνω τα γένια του να γρατζουνίσουν τα δάχτυλά μου. «Ευχαριστώ». Κατεβάζω το χέρι μου και πλημμυρίζω τρυφερότητα. «Υποθέτω ότι δεν είσαι συνέχεια βλάκας. Έχεις και στιγμές διαύγειας». Δαγκώνει τα δάχτυλά μου και μου σκάει ένα από εκείνα τα γοητευτικά του χαμόγελα που με κάνουν να λιώνω σαν βούτυρο. «Θα το αφήσω πάνω σου να μου λες πότε γίνομαι


βλάκας». Καταπίνω τα χάπια. «Να ’σαι σίγουρος». Το στομάχι μου καίει και φαντάζομαι ότι πρέπει να έχω κιτρινίσει και να έχω αρρωστημένη όψη. «Έχω να πάθω χανγκόβερ…» σταματάω πριν πω πέντε χρόνια που θα με πρόδιδε εντελώς, «πολλά χρόνια. Αν ο κόσμος της τέχνης απαιτεί να πίνω, ίσως δεν είμαι φτιαγμένη γι’ αυτή τη δουλειά». Συνοφρυώνεται δυσαρεστημένος, και ακουμπάει στον αγκώνα του, γυρισμένος στο πλάι. «Ο κόσμος της τέχνης δεν απαιτεί να πίνεις ή να ξέρεις από κρασί. Ωστόσο, χρειάζεται παθιασμένους ανθρώπους όπως εσύ. Τρελαίνομαι που ο Μαρκ σε κάνει να πιστεύεις κάτι διαφορετικό, και είναι ένας από τους λόγους που θα προτιμούσα να σε βοηθήσω να βρεις άλλες ευκαιρίες». «Στο Ρεύμα θα παίρνω καλό μισθό, Κρις. Το χρειάζομαι αυτό αν πρόκειται να κάνω καριέρα στην τέχνη». «Μπορώ να σου βρω καλό μισθό αλλού». Έχω ανάμεικτα συναισθήματα. Αν εξαρτηθώ τώρα από τον Κρις, τι θα γίνει αργότερα όταν δε θα είναι πια εδώ; «Εκτιμώ τη βοήθεια. Αλήθεια. Αλλά πρέπει να το κάνω μόνη μου». «Μόνη σου το κάνεις, Σάρα. Δε θα σε βοηθούσα αν δεν πίστευα σ’ εσένα». «Το ότι πιστεύεις σ’ εμένα σημαίνει περισσότερα απ’ όσα φαντάζεσαι, αλλά είναι σαν να κάνεις τα αποκαλυπτήρια ενός νέου πίνακα. Το να το κάνω μόνη μου μου δίνει τη βεβαιότητα ότι μπορώ να συνεχίσω να τα καταφέρνω και στο μέλλον». «Όταν θα ’χω φύγει». Νιώθω έναν πόνο στο στήθος και μετά βίας κρατιέμαι να μη σφίξω τη γροθιά μου πάνω στο στέρνο μου. «Δεν είπα αυτό». «Το σκέφτηκες όμως». Συμφωνώ διστακτικά. «Είμαι μόνη, Κρις, και ήταν επιλογή μου, αλλά αυτή η επιλογή σημαίνει ότι πρέπει να παίρνω έξυπνες αποφάσεις». «Ξέρεις πόσοι άνθρωποι θα πέταγαν τη σκούφια τους να χρησιμοποιήσουν τα λεφτά και τις διασυνδέσεις μου;» «Θες να πεις πόσοι άνθρωποι θα σε χρησιμοποιούσαν;» Δεν περιμένω να απαντήσει. Δε χρειάζεται. Ο Μάικλ ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους. «Ναι, ξέρω». «Συνεχίζεις να με εκπλήσσεις, Σάρα». Διστάζει και νομίζω ότι θα πει κάτι ακόμα αλλά τελικά ρωτάει: «Πώς είναι το στομάχι σου;» «Ανακατεμένο». «Το φαντάστηκα». Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι στο κομοδίνο. «Είναι κιόλας έντεκα. Πρέπει να σηκωθούμε και να σου παραγγείλω τσάι και μπισκότα για να στρώσει το στομάχι σου». «Έντεκα;» γυρίζω για να δω την ώρα, απογοητευμένη που είναι τόσο αργά. «Δεν το πιστεύω ότι κοιμηθήκαμε μέχρι τέτοια ώρα». Μετανιώνω για τον χαμένο χρόνο με τον Κρις σε αυτό το υπέροχο μέρος… κι όλα αυτά εξαιτίας του κρασιού. «Δεν έπρεπε να συναντήσω την επιμορφώτρια; Την έστησα;» «Τη λένε Μέρεντιθ, την ξέρω πολλά χρόνια. Ξύπνησα γύρω στις οχτώ και το ακύρωσα, αλλά λέει ότι μπορεί να σε δει στις δώδεκα και τέταρτο αν θέλεις». «Θέλω αλλά… θα πρέπει να δοκιμάσω κιόλας; Δε νομίζω ότι μπορώ». «Όχι», γελάει και κυλάει μακριά μου, σηκώνεται στην άκρη του κρεβατιού και τεντώνει το


ψηλό, μυώδες σώμα του και, Θεέ μου, δεν πάει να ’μαι χάλια, βλέπω ξεκάθαρα την αρρενωπή του ομορφιά. «Δεν περιλαμβάνει ποτό». «Δεν είμαι σίγουρη ότι εξακολουθώ να θέλω να μάθω για το κρασί». «Επειδή έχεις χανγκόβερ. Θα το μετανιώσεις αν χάσεις αυτή την ευκαιρία όταν συνέλθεις. Άλλωστε, η Μέρεντιθ είναι ειδική στο κρασί, αλλά δεν την έχω δει ποτέ σε καμιά εκδήλωση σε ξενοδοχείο ή γκαλερί με ποτήρι στο χέρι της. Μπορείς να τη ρωτήσεις πώς το καταφέρνει». «Δεν πίνει το κρασί για το οποίο μιλάει;» Σταυρώνει τα χέρια του πάνω στο φαρδύ εξαίσιο στέρνο του. «Της το ρώτησα πριν κλείσω την εκπαίδευση και η απάντησή της ήταν ότι δε γίνεται να πίνει στη δουλειά και να διατηρεί τον επαγγελματισμό της». Ξαφνικά αυτή η συνάντηση λειτουργεί ενθαρρυντικά. «Ακούγεται σαν κάποια που θα έπρεπε να μιλήσω». Μια θύμηση από χθες το βράδυ έρχεται απρόσκλητη και παρά τις τωρινές συνθήκες, με πονάει. «Χθες βράδυ… είπες ότι δεν έπρεπε να με φέρεις εδώ». Η έκφρασή του δεν αλλάζει, αλλά η απάντησή του είναι αργή, η φωνή του μαλακώνει. «Λέω και κάνω πολλά πράγματα που δε θα έπρεπε μαζί σου, Σάρα». «Τότε να ακυρώσεις τη συνάντηση και να με πας σπίτι». «Δε σε πάω σπίτι». Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι. «Και αν θες να προλάβεις να κάνεις ντους και να φας πριν τη συνάντηση, πρέπει να σηκωθείς». «Δηλαδή, δε θα το συζητήσουμε;» «Γιατί δεν το συζητάμε στον δρόμο της επιστροφής για να μη χάσεις το μάθημά σου;» «Προτιμώ να μιλήσουμε τώρα». Δεν είναι το στιλ μου ν’ αφήνω τα πράγματα να αιωρούνται, να αναρωτιέμαι αν σήμερα θα είναι η τελευταία φορά που θα τον δω. Ο Κρις χαλαρώνει και κάθεται δίπλα μου, παίρνοντας το χέρι μου στο δικό του. «Κοίτα, μωρό μου, και οι δυο ήμασταν τσιτωμένοι χθες το βράδυ. Αλκοόλ και συναισθήματα δεν πάνε μαζί». Θυμάμαι την εικόνα της κάρτας του πατέρα του να πετάει προς τη λιμνούλα και τα σφιγμένα χαρακτηριστικά του καθώς μου είπε να μην πίνω τόσο καταραμένο κρασί. Συναισθήματα. Τον είχαν κατακλύσει εξαιτίας της κάρτας και ενώ το έχω ήδη συνειδητοποιήσει, έχω μια καινούργια ανησυχία. Μετανιώνει που ήμουν εκεί τη στιγμή της αδυναμίας του; «Μου είπες ότι σε τρελαίνω χθες το βράδυ», μου υπενθυμίζει, βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου και επαναφέροντάς με σε ένα παρόν για το οποίο δεν είμαι σίγουρη. «Ναι, Κρις». «Ε, λοιπόν, κι εσύ με τρελαίνεις». «Υποτίθεται ότι το λες για να νιώσω καλύτερα;» «Δεν έχει να κάνει με το να νιώσεις καλύτερα. Έχει να κάνει με την αλήθεια. Σάρα, μωρό μου», χαϊδεύει το μάγουλό μου, «ο τρόπος που με τρελαίνεις είναι η καλύτερη τρέλα που έχω νιώσει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είμαι έτοιμος να σε αφήσω. Δεν ξέρω τι μου κάνεις, Σάρα, αλλά σε παρακαλώ… μη σταματήσεις». Δεν είναι έτοιμος να με αφήσει. Σ’ αυτές τις λέξεις κολλάω, στο υπονοούμενο ότι θα είναι μαζί μου στο μέλλον. «Με μπερδεύεις ξανά, Κρις», ψιθυρίζω. «Αν έχει να κάνει με το καυτό σεξ, τότε ας κάνουμε καυτό σεξ και ας αφήσουμε όλα τ’ άλλα απ’ έξω».


«Γιατί να μην το πάμε μέρα με τη μέρα και να απολαμβάνουμε ο ένας τον άλλον, Σάρα; Θα βρούμε άκρη μαζί». Μέρα με τη μέρα. Γιατί κάτι τέτοιο μου φαίνεται αδύνατο τώρα; Ωστόσο, θέλω άλλη μια μέρα μαζί του. Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνη μου, λίγο χρόνο στο σπίτι μου, ώστε να σκεφτώ καθαρά. Ίσως τότε να συγκεντρωθώ και να αποφασίσω τι χρειάζομαι. «Ναι, εντάξει», λέω συγκατανεύοντας. «Ωραία». Χαμογελάει και κοιτάζει το ρολόι του. «Πρέπει να ετοιμαστείς αν θες να προλάβεις το μάθημα. Μια στιγμή». Πηγαίνει στο μπάνιο και επιστρέφει μ’ ένα μπουρνούζι του ξενοδοχείου και μου το δίνει. «Αν σε δω να διασχίζεις γυμνή το δωμάτιο, δε θα πας στο μάθημα». Η αρχέγονη έξαψη στο βλέμμα του αψηφά τη χάλια κατάστασή μου και φοράω αμέσως το μπουρνούζι. Δεν αστειευόμουν όταν έλεγα ότι ήμουν τοξική. Τώρα δεν είναι ώρα για καυτό έρωτα, όσο δελεαστικό και αν ακούγεται. Ανασηκώνομαι και το βλέμμα μου καρφώνεται στα παπούτσια και στην τσάντα μου που είναι πεταμένα καταμεσής στο πάτωμα. Δίπλα τους είναι το ημερολόγιο που έχει πέσει από την ξεκούμπωτη τσάντα μου. Ξαφνικά με κυριεύει πανικός, σηκώνομαι από το κρεβάτι, μαζεύω την τσάντα και χώνω το ημερολόγιο μέσα. Ακούω τον Κρις να σηκώνει το τηλέφωνο και καταλαβαίνω ότι δε με προσέχει αυτή τη στιγμή και δεν ενδιαφέρεται για το ημερολόγιο. Μόνο εγώ έχω πάθει εμμονή μαζί του, και η Ρεμπέκα, αλλά η αδρεναλίνη εξακολουθεί να κυλάει στο αίμα μου. Η βαλίτσα μου είναι λίγα μέτρα πιο πέρα και ανεβάζω το φερμουάρ και τη σέρνω στο δωμάτιο, ενώ ο Κρις καλεί την υπηρεσία δωματίου. Μόλις βρίσκω την πόρτα του μπάνιου, την κλείνω πίσω μου και ακουμπάω πάνω της. Τι θα σκεφτόταν ο Κρις αν ήξερε ότι διάβαζα το ημερολόγιο της Ρεμπέκα; Θα καταλάβαινε; Θα με πίστευε αν του έλεγα ότι φοβόμουν για τη Ρεμπέκα; Και να πάρει, στ’ αλήθεια φοβάμαι για εκείνη, γιατί δεν έκανα κάτι παραπάνω για να τη βρω; Παρασύρθηκα τόσο πολύ ζώντας τη ζωή της που ξέχασα τους φόβους μου ότι μπορεί να μην είναι ζωντανή. Σιωπηλά, ορκίζομαι να κάνω κάτι για τη Ρεμπέκα, να ανακαλύψω πού είναι, ανεξάρτητα από τις συνέπειες. Και βαθιά μέσα μου, ξέρω ότι θα υπάρξουν συνέπειες γι’ αυτό που θ’ ανακαλύψω. Ώρες αργότερα, έχω κάνει ντους και φοράω ένα μαύρο τζιν και ένα κόκκινο μπλουζάκι με παγιέτες, μια λεπτομέρεια που μάλλον αρέσει σε όποιον έκανε τα ψώνια μου – και μ’ αρέσει νομίζω κι εμένα. Περνάω ώρες στην τραπεζαρία που βλέπει τα υπέροχα βουνά Μαγιακάμα, ενώ η Μέρεντιθ, μια πολύ συμπαθητική γυναίκα γύρω στα τριάντα, κατάφερε να κάνει τον απέραντο κόσμο του κρασιού ενδιαφέροντα και αρκετά απλό. Και, ευτυχώς, είχα συνέλθει από το χανγκόβερ τελείως κι έτσι ο Κρις ήρθε και μας βρήκε και κάναμε ένα από τα πιο καταπληκτικά γεύματα που έχω κάνει ποτέ. Τώρα όμως, καθώς κοντεύει πέντε, ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σπίτι. Ο Κρις με βοηθάει να καθίσω στη θέση του συνοδηγού της Porsche και όταν κάθεται κι αυτός πίσω από το τιμόνι, δεν μπορώ να διώξω μια αίσθηση θλίψης που το Σαββατοκύριακό μας τελειώνει. Βουλιάζω στο κάθισμά μου, το βαρύ φαγητό και το χανγκόβερ βαραίνουν το μυαλό και το


κορμί μου. Ο Κρις ελίσσεται στους επαρχιακούς δρόμους κι έπειτα βγαίνει στον αυτοκινητόδρομο και βυθιζόμαστε σε μια σιωπή που παραδόξως δεν είναι καθόλου αμήχανη. «Πρέπει να πάω στο Λος Άντζελες την Τρίτη το πρωί», λέει, δεκαπέντε λεπτά αργότερα. Τα λόγια του με χτυπάνε σαν γροθιά στο στήθος. Ο Κρις φεύγει και ήξερα ότι θα φύγει, αλλά όχι τόσο σύντομα. Αλ​λά δεν πηγαίνει στο Παρίσι, μου υπενθυμίζω. «Έχω μια φιλανθρωπική εκδήλωση για το νοσοκομείο παίδων το Σαββατοκύριακο και έχω δεσμευτεί για μια σειρά εκδηλώσεων μέχρι τότε. Θα γυρίσω τη Δευτέρα». Η ένταση μέσα μου διαλύεται σιγά σιγά. Θα επιστρέψει. «Έλα μαζί μου, Σάρα» Ο Κρις θέλει να πάω μαζί του; Η πρότασή του με εκπλήσσει και με ευχαριστεί. «Θα το ’θελα, αλλά ξέρεις ότι δεν μπορώ. Έχω δουλειά». «Μπορώ να πείσω τον Μαρκ–» «Όχι». Ανακάθομαι. «Κρις, το έχουμε συζητήσει. Ό,τι κι αν συμβαίνει ανάμεσα σ’ εσένα και τον Μαρκ δεν μπορεί να επηρεάσει τη δουλειά μου». «Θα του διαφημίσω την γκαλερί». «Όχι», επαναλαμβάνω. «Σε παρακαλώ, Κρις. Μη μιλήσεις στον Μαρκ. Σου είπα, θέλω να ξέρω ότι μπορώ να κερδίσω αυτή τη δουλειά μόνη μου». Ένας μυς στο σαγόνι του σφίγγεται και καταλαβαίνω ότι παλεύει με τον εαυτό του. «Δε θα του μιλήσω». Μου ρίχνει ένα πλάγιο βλέμμα. «Το αυτοκίνητό σου είναι στην γκαλερί κι εγώ μένω δίπλα. Αν δεν έρθεις μαζί μου, μείνε τουλάχιστον μαζί μου απόψε. Μπορούμε να σταματήσουμε στο διαμέρισμά σου πριν πάμε σπίτι μου, για να πάρεις τα πράγματα σου». Έλπιζα ότι θα μείνω λίγο μόνη μου για να σκεφτώ τι συμβαίνει μεταξύ μας, αλλά η ιδέα να μη δω τον Κρις για μέρες κάνει το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Πώς έγινε τόσο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου σε τόσο λίγο χρόνο; «Ναι, θα ήθελα να μείνω μαζί σου». Δε θέλω, όμως, να πάμε στο σπίτι μου και εν μέρει επειδή δε θέλω να δει ο Κρις πόσο ταπεινά ζω. Όχι, με διορθώνω. Δεν είναι μόνο αυτό. Το διαμέρισμά μου είναι η παλιά ζωή μου και έχω καταφέρει να της ξεφύγω για μέρες και κάπου μέσα μου φοβάμαι ότι δε θα καταφέρω ποτέ να ξεφύγω τελείως. Ρίχνω ένα βλέμμα στον Κρις, θαυμάζω την αρρενωπή ομορφιά του, και ένας βαθύτερος φόβος γεννιέται, ένας φόβος ότι ποτέ πραγματικά δε θα γίνω μέρος αυτής της ζωής, της ζωής του. Αλλά αυτό υποτίθεται πως δεν έχει να κάνει μ’ εμένα. Έχει να κάνει με τη Ρεμπέκα. Θυμίσου πώς άρχισαν όλα. Χρειάζομαι τις πληροφορίες που βρήκα στην αποθήκη της για να μάθω πού βρίσκεται. Πρέπει να περάσω από το διαμέρισμά μου.


27 Ο ήλιος δύει όταν φτάνουμε στην πολυκατοικία μου και ο Κρις παρκάρει την 911 ανάμεσα σε πολύ πιο ταπεινά οχήματα, κάτι που είμαι σίγουρη ότι πρόσεξε. «Θα κάνω δυο λεπτά», λέω και βγαίνω βιαστικά από το αυτοκίνητο. Ο Κρις ήδη έχει σηκωθεί και έχει κάνει τον γύρο του αυτοκινήτου όταν σηκώνομαι. Ωραία στρατηγική διαφυγής. «Δε χρειάζεται να έρθεις μέσα». «Μα θέλω». Ο τόνος του δε σηκώνει όχι και πλέκει τα δάχτυλά του με τα δικά μου και μου κάνει νόημα να προχωρήσω. «Οδήγησέ μας». Έχοντας παραδοθεί στην ιδέα ότι είναι μια μάχη που δεν μπορώ να κερδίσω, κατευθύνομαι προς την πολυκατοικία μου με τα κόκκινα τούβλα, με τον Κρις στο πλευρό μου. Γρήγορα βρισκόμαστε μπροστά στην πόρτα μου. Βγάζω τα κλειδιά από την τσάντα μου και διστάζω. Τα ημερολόγια είναι απλωμένα πάνω στο τραπεζάκι. Δεν μπορώ να τα κρύψω από τον Κρις. Δε γίνεται. Ο Κρις σκύβει μπροστά μου, το πελώριο σώμα του καλύπτει το δικό μου, και παίρνει τα κλειδιά. Γυρίζει το κλειδί στην κλειδαριά και ανοίγει την πόρτα. Η αδρεναλίνη μου χτυπάει κόκκινο και τρέχω γρήγορα μέσα, προς το τραπεζάκι. Αρχίζω να μαζεύω τα ημερολόγια και το μόνο θετικό του ότι βρίσκονται εκεί και έχω πάθει πανικό να τα μαζέψω είναι ότι ανησυχώ για κάτι άλλο πέρα από τον απλό καφέ καναπέ μου και την τραπεζαρία των πεντακοσίων δολαρίων. Η πόρτα κλείνει πίσω μου με δύναμη και ο ήχος ταράζει τα ευαίσθητα νεύρα μου τόσο πολύ που δυο ημερολόγια μου πέφτουν στο πάτωμα. Ο Κρις είναι εκεί, όπως πά​ντα όταν μου πέφτουν πράγματα, και τα σηκώνει. Βουλιάζω στον καναπέ και αφήνω τα τρία ημερολόγια που κρατάω στο τραπεζάκι κι έπειτα παίρνω αυτά που μου δίνει. Κάθεται δίπλα μου, με περιεργάζεται αγνοώντας τα ημερολόγια, που είναι το μόνο που σκέφτομαι. «Τι τρέχει, μωρό μου; Γιατί έχεις ταραχτεί τόσο που ήρθα μαζί σου; Δε με νοιάζει το διαμέρισμά σου. Εσύ με νοιάζεις». Γουρλώνω τα μάτια μου. Νοιάζεται για μένα. Είναι ό,τι πιο κοντινό στο να παραδεχτεί ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι απλώς σεξ – και απλώς αποφεύγει να χρησιμοποιήσει κάποιον άλλον, καλύτερο όρο. «Για πολλά πράγματα, αλλά κατά βάση δεν ήθελα να δεις το μικροσκοπικό διαμέρισμά μου». Εξακολουθεί να με περιεργάζεται υπερβολικά διερευνητικά. «Τι άλλο; Και μην πεις τίποτα. Ήδη είπες ότι δεν είναι απλώς το διαμέρισμα». Το βλέμμα μου πέφτει στα ημερολόγια στο τραπεζάκι και ξαφνικά θέλω απεγνωσμένα να μιλήσω στον Κρις γι’ αυτά. «Αν σου πω, δεν ξέρω πώς θ’ αντιδράσεις». Σηκώνω το βλέμμα μου και τον κοιτάζω. «Ας πούμε ότι η απο​κάλυψη του σκοτεινού μυστικού μου θα σε κάνει να το βάλεις στα πόδια». «Δεν πρόκειται, Σάρα». Ανεβάζει τα πόδια του στα δι​κά μου, με κρατάει αιχμάλωτη και αναρωτιέμαι αν το ξέρει. Υποψιάζομαι πως το ξέρει. Ο Κρις έχει έναν τρόπο να ελέγχει τα πράγματα, να ελέγχει εμένα. «Πες μου».


«Τα ημερολόγια στο τραπέζι είναι της Ρεμπέκα». Οι λέξεις βγαίνουν απ’ το στόμα μου και ανακουφίζομαι που τις ξεστομίζω. «Τα προσωπικά της ημερολόγια με τις πιο προσωπικές τις σκέψεις». «Τα ημερολόγια της Ρεμπέκα», επαναλαμβάνει ατάραχος, η έκφραση στο πρόσωπό του αινιγματική όπως και η φωνή του. «Τα πήρες από την γκαλερί;» «Η γειτόνισσά μου αγόρασε μια αποθήκη σε μια δημοπρασία – υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν αυτές που δεν έχουν εξοφληθεί και μετά πουλάνε τα πράγματα που βρίσκουν μέσα. Σχεδίαζε να την πουλήσει, αλλά ο αρραβωνιαστικός της, ένας πλούσιος γιατρός που ούτε καν ήξε​ρε, την πήρε και πήγανε στο Παρίσι. Άφησε την αποθήκη σ’ εμένα για να την τακτοποιήσω». «Έχεις μια αποθήκη γεμάτη με τα πράγματα της Ρεμπέκα;» «Ακριβώς. Δεν άντεχα να τα ξεφορτωθώ. Ήθελα να τη βρω και να της τα επιστρέψω. Έτσι άρχισα να διαβάζω τα ημερολόγιά της και υπήρχαν τόσες ομοιότητες στις ζωές μας που έπρεπε να τη βρω». «Έτσι πήγες στην γκαλερί». Η φωνή του δεν είναι πια ατάραχη. Είναι κοφτερή σαν ατσάλι, και η έκφρασή του πέτρινη, το σαγόνι του σφιγμένο, και το στομάχι μου γίνεται κόμπος. Δεν του αρέσουν αυτά που του λέω. Ήταν λάθος που το μοιράστηκα. «Ανησύχησα για εκείνη», λέω αμυνόμενη. «Ακόμα ανησυχώ και… οι καλές μου προθέσεις έχουν βγει εκτός ελέγχου». Αφήνει τα πόδια μου κάτω και ανακάθεται, κοιτάζοντας τα ημερολόγια. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα, η ένταση στο δωμάτιο είναι εκρηκτική, γίνεται ολοένα μεγαλύτερη, σαν λαστιχάκι έτοιμο να σπάσει. Το στομάχι μου σφίγγεται όταν πιάνει ένα από τα ημερολόγια και δεν μπορώ να αναπνεύσω όταν το ανοίγει σε μια τυχαία σελίδα. Τον παρατηρώ καθώς αρχίζει να το διαβάζει και το κορμί του είναι άκαμπτο, ο μυς στο σαγόνι του σφίγγει και χαλαρώνει διαρκώς. Δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να σκεφτώ τι να κάνω για να εμποδίσω την έκρηξη που έρχεται. Τα δευτερόλεπτα περνάνε τόσο αργά μέχρι που σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει. «Αυτά διαβάζεις;» «Δεν ξέρω σε ποιο κομμάτι αναφέρεσαι, αλλά έχω δια​βάσει το μεγαλύτερο μέρος. Ανησυχούσα και έψαχνα στοι​χεία για να τη βρω». Χώνει βίαια το ημερολόγιο στο χέρι μου. «Διάβασέ το φωναχτά». «Τι πράγμα;» «Διάβασε το κωλοαπόσπασμα, Σάρα, γιατί θέλω να ξέρω ότι καταλαβαίνεις τι γράφουν αυτές οι σελίδες». «Καταλαβαίνω», ψιθυρίζω. Τα χέρια μου τρέμουν. Η φωνή του είναι χαμηλή, θανατηφόρα. «Διάβασε». Ανοίγω το στόμα μου για να φέρω αντιρρήσεις, αλλά η έκφρασή του, η λάμψη στα μάτια του, κάνουν τις λέξεις να μη μου βγαίνουν. Δεν καταλαβαίνω την αντίδρασή του ή γιατί θέλω να υπακούσω στην εντολή του, αλλά θέλω. Γυρίζω αργά την προσοχή μου στο κείμενο και αρχίζω να διαβάζω. «Απόψε με τιμώρησε. Ήταν αναπόφευκτο. Το ήξερα. Εκ των υστέρων, αναρωτιέμαι αν δεν τον προκάλεσα επίτηδες φλερτάροντας με έναν άλλον άντρα. Απλώς… δεν


καταλαβαίνω πώς με μοιράζεται και παρ’ όλα αυτά του ανήκω. Όταν ήμουν στα γόνατα, με τα χέρια μου δεμένα στους στύλους της εξέδρας, περιμένοντας το πρώτο χτύπημα του μαστιγίου στο γυμνό μου δέρμα, ήξερα τότε, περισσότερο από ποτέ, ότι ήμουν ο κόσμος του. Δεν υπήρχε τίποτα έξω από αυτό το δωμάτιο, τίποτα εκτός από αυτά που ήθελε να μου κάνει. Αυτά που ήθελα να μου κάνει. Επιθυμούσα διακαώς τον πόνο που ήξερα ότι θα μου προκαλούσε, κάτι που δεν πίστευα ποτέ. Πόνος. Ο πόνος είναι μια διαφυγή. Όταν νιώθω το μαστίγιο στο δέρμα μου, δε νιώθω τίποτε άλλο. Ο πόνος του παρελθόντος δεν υπάρχει. Υπάρχει–» Ο Κρις παίρνει το ημερολόγιο απ’ τα χέρια μου, το πετάει στο τραπέζι και με τραβάει προς το μέρος του, τυλίγει τα δάχτυλά του γύρω από το αυχένα μου, όπως κάνει όταν έχει τον έλεγχο. «Αυτά φαντασιώνεσαι, Σάρα». «Όχι, εγώ–» «Μη μου λες ψέματα». «Είναι… Δεν ξέρω τι θέλεις να πω». «Δεν έχεις ιδέα πού πας να μπλέξεις». Εκείνος όμως ξέρει. Το νιώθω. «Δεν–» Το στόμα του κλείνει πάνω στο δικό μου, βίαιο και τιμωρητικό, καυτό και δελεαστικό, η γλώσσα του χαϊδεύει τη δική μου και μετά βίας μπορώ να ανασάνω. Όταν τελικά χαλαρώνει, το χέρι του κινείται άγρια πάνω στο στήθος μου, τα χείλια του μένουν πάνω στα δικά μου, η ανάσα του ζεστή, και η φωνή του ένα γρύλισμα. «Δεν έχεις ιδέα πόσο μπαίνω στον πειρασμό να σου δώσω ένα μάθημα που δε θα το ξεχάσεις». Ναι. Ναι, σε παρακαλώ. Δώσε μου ένα μάθημα. Ολόκληρο το κορμί τον ποθεί, ποθεί αυτά με τα οποία με απειλεί. Δεν υπάρχει φόβος. Μόνο μια τρομερή έξαψη και απόγνωση. «Κάν’ το», τον προκαλώ. «Κάν’ το, Κρις». Με ξαπλώνει στον καναπέ, καλύπτοντας το σώμα του με το δικό μου. «Δεν ξέρεις πού πας να μπλέξεις, Σάρα». «Δείξε μου», λέω ασθμαίνοντας. «Κάνε με να καταλάβω». Μου σηκώνει τα χέρια πάνω από το κεφάλι. «Να πάρει, Σάρα. Θα έπρεπε. Θα έπρεπε να σε κατατρομάξω και να πετάξω αυτά τα καταραμένα τα ημερολόγια». Χώνει το πρόσωπό του στον λαιμό μου και μετά απομακρύνεται, με αφήνει να ασθμαίνω μ’ ένα κενό μέσα μου. Ανακάθομαι, το φύλο μου πονάει και έχει υγρανθεί, το κορμί μου αποζητά κάποια άγνωστη ηδονή που του την αρνούνται. Ο Κρις στέκεται με την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος μου και περνάει το χέρι του ανάμεσα στα μακριά μαλλιά του. «Διάολε», κάνει και γυρίζει προς το μέρος μου. «Τι μου κάνεις, γυναίκα;» Είναι στα όριά του, και διψάω γι’ αυτό που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του ελέγχου του. Το θέλω με έναν τρόπο που ποτέ δεν περίμενα. Σηκώνομαι, πηγαίνω κοντά του και δεν του δίνω χρόνο να αντιδράσει. Πέφτω στα γόνατα και χαϊδεύω τη ράχη της χοντρής στύσης του. Με θέλει. Τον διεγείρει η ιδέα να μου δώσει το μάθημα που είπε. Κι εμένα με διεγείρει η ιδέα. «Τι κάνεις, Σάρα;» «Σε ικανοποιώ όπως με ικανοποιείς κι εσύ». Σηκώνω την μπλούζα του και πιέζω τα χείλια μου στην κοιλιά του, ξεκουμπώνοντας ταυτόχρονα το παντελόνι του.


«Σάρα», ψιθυρίζει και λατρεύω τη βραχνάδα της φωνής του. Μου αρέσει που ξέρω ότι έχω κι εγώ επίδραση πάνω του όπως κι εκείνος σ’ εμένα. Κατεβάζω το φερμουάρ του τζιν και το μποξεράκι του, τυλίγοντας το χέρι μου γύ​ρω από τη σκληρή, ζεστή σάρκα του κονταριού του, προσεκτικά τον ελευθερώνω από τα ρούχα του. Με κοιτάζει∙ το βλέμμα του δεν είναι τίποτα λιγότερο από αχόρταγο και μου αρέσει. Ω, ναι, μου αρέσει. Είναι καυτός και σκληρός στο χέρι μου και στην άκρη της στύσης του μαζεύεται υγρό, περαιτέρω απόδειξη του πόσο στα όριά του είναι. Τον κοιτάζω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και εκείνος δεν παίρνει το βλέμμα του από πάνω μου κι έπειτα βγάζω τη γλώσσα μου και το γλείφω. Κλείνει τα μάτια του, το κορμί του σφίγγεται, αλλά τα χέρια του είναι στα πλευρά μου. Εκείνος έχει τον έλεγχο, όχι εγώ. Η γλώσσα μου στριφογυρίζει γύρω από το πέος του και μια απαλή μα βαθιά ανάσα ξεφεύγει από τα χείλια του. Ενθαρρύνομαι και τον πιπιλάω, παίρνοντας μόνο το κεφάλι του κονταριού του στο στόμα μου, ξέροντας ότι θα θέλει κι άλλο. Η γλώσσα μου ανεβοκατεβαίνει στο πετσάκι του και… μπίνγκο! Μου σπρώχνει το κεφάλι. «Σταμάτα να με βασανίζεις», με διατάζει αγριεμένος. «Πιο βαθιά». Το φύλο μου σφίγγεται. Μου αρέσει να με διατάζει αυτός ο άντρας. Ποθώ να έχω κι εγώ τον έλεγχο, αλλά όταν τον παίρνει αυτός, ανάβω και είμαι έτοιμη για όλα. Τον παίρνω πιο βαθιά στο υγρό μου στόμα, αδημονώντας για τη στιγμή που θα μπει μέσα μου. «Έτσι, μωρό μου, πάρ’ το όλο». Τον παίρνω στο στόμα μου μέχρι τη βάση όπου έχω τυλίξει το χέρι μου και αρχίζω να πιπιλάω και να κουνιέμαι μπρος πίσω. Οι μύες στα πόδια του σφίγγονται και τεντώνεται προς το μέρος μου, τραβώντας τα μαλλιά μου πιο δυνατά. Έχω πάρει πίπες στη ζωή μου, ένας Θεός ξέρει πόσο με ήθελε ο Μάικλ στα γόνατα, αλλά ποτέ δεν έχω ερεθιστεί όταν το έκανα. Στάζω, οι ρώγες μου είναι σκληρές και πονάνε, τα στήθη μου τόσο βαριά και ευαίσθητα που τα χαϊδεύω για να βρω λίγη ανακούφιση. «Πιο δυνατά», με προστάζει. «Πιο βαθιά». Αυξάνω την πίεση και χύνει στο στόμα μου, η αλμυρή γεύση του χυμού του ξεχύνεται στο στόμα μου δευτερόλεπτα πριν ξεφύγει ένα απαλό γρύλισμα από τα χείλια του και το σώμα του αρχίσει να τραντάζεται. Αυτό το γρύλισμα διαπερνά το κορμί μου και παραδόξως με φτάνει τόσο κοντά στον οργασμό καθώς ανάβω αμέσως όταν καταλαβαίνω την επίδρασή μου πάνω του. Γεύομαι τους χυμούς του και για πρώτη φορά καταπίνω με τη θέλησή μου, πίνω τους χυμούς του και την ηδονή του. Τον θέλω… τον θέλω τόσο πολύ που πονάω. Το κορμί του μένει ακίνητο, τα πόδια του χαλαρώνουν και πριν καταλάβω ακριβώς τι συμβαίνει με σηκώνει όρθια και μου ανασηκώνει την μπλούζα και το σουτιέν. Αμέ​σως μετά, βρίσκομαι στον καναπέ, μπρούμυτα, και μου κατεβάζει το τζιν αλλά φοράω ακόμα τις μπότες. Με τραβάει κοντά του, πάνω στο στήθος του, το ένα χέρι στο στήθος μου το άλλο στο ζεστό υγρό σημείο ανάμεσα στα πόδια μου. «Σου άρεσε αυτό που μου έκανες». «Ναι». Η λέξη ακούγεται σαν συριγμός. «Σκεφτόσουν ότι ήμουν μέσα σου, Σάρα;» Τα δάχτυλά του παντού, τρίβει την κλειτορίδα μου και, ω Θεέ μου, βρίσκομαι τόσο κοντά στον οργασμό που ντρέπομαι. «Ναι», λέω μην μπορώντας να πω κάτι άλλο. Είμαι… το σώμα μου σφίγγεται και αμέσως


μετά συσπάται. Τα γόνατά μου λυγίζουν και με στηρίζει το χέρι του Κρις στο στήθος μου. Όλα μαυρίζουν γύρω μου και βλέπω αστράκια. Χάνομαι στη γλυκιά έξαψη του κορμιού μου, χωρίς να έχω συναίσθηση του χρόνου, χαλαρώνω πάνω στον Κρις, και σιγά σιγά συνειδητοποιώ βασανιστικά ότι το παντελόνι μου είναι στους αστραγάλους μου. Μου χαϊδεύει τα μπράτσα, με βάζει να ακουμπήσω στον καναπέ, και μου σηκώνει το παντελόνι. Τα μάγουλά μου καίνε καθώς αποτραβιέται αλλά επιστρέφει και μου κατεβάζει την μπλούζα. Με καθίζει στον καναπέ, με παίρνει στην αγκαλιά του και ακουμπάει το κεφάλι του στο δικό μου. Δεν ξέρω πό​ση ώρα καθόμαστε έτσι, αλλά θα μπορούσα να κάθομαι μαζί του εδώ για πάντα. «Ξέρεις ότι σ’ αυτό το απόσπασμα που διάβασες η Ρεμπέκα βασανιζόταν και τα ’χε χαμένα, έτσι;» Όπως κι εγώ, σκέφτομαι, αλλά δεν το λέω. Γέρνω πίσω και τον κοιτάζω. «Ναι. Ακριβώς αυτό μ’ ενοχλεί, Κρις. Τα ημερολόγια δεν έχουν να κάνουν μόνο με το σεξ. Έχουν κάτι απόκοσμο. Και στην γκαλερί μού λένε ότι έχει πάει διακοπές, ενώ όλη της η ζωή βρίσκεται μέσα σε μια αποθήκη. Δε βγάζει νόη​μα. Κάτι της συνέβη και δε φαίνεται να λείπει σε κανέναν». «Ανησυχείς πολύ για τη Ρεμπέκα». Δε ρωτάει. «Ναι. Αν κάτι συνέβαινε σ’ εμένα θα ήθελα να ξέρω ότι κάποιος νοιάζεται». Σφίγγει τη μέση μου. «Τότε θα μάθουμε τι της συνέβη». «Μαζί;» «Μαζί, μωρό μου. Θα προσλάβω έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ». Δεν το πιστεύω. «Αλήθεια;» «Αν πράγματι πιστεύεις ότι της συνέβη κάτι, τότε πρέπει να το μάθουμε». Τον φιλάω. «Σ’ ευχαριστώ». «Αν θέλεις να μ’ ευχαριστήσεις, άσε με να μείνω εδώ απόψε. Θα παραγγείλουμε κινέζικο ή ό,τι σ’ αρέσει και θα δούμε ταινία». «Νόμιζα ότι θα πηγαίναμε στο σπίτι σου». «Νομίζω ότι θα σου έκανε καλό απόψε να θυμηθείς ότι αυτός είναι ο κόσμος σου. Και σ’ εμένα». «Το διαμέρισμά μου δεν έχει τις πολυτέλειες που έχεις συνηθίσει». «Έχει εσένα, Σάρα, και μόνο αυτό έχει σημασία».


28 Τη Δευτέρα το πρωί μπαίνω βιαστικά στην γκαλερί ένα δευτερόλεπτο πριν την ώρα που υποτίθεται ότι πιάνω δουλειά και μετά βίας συγκρατώ το χαμόγελό μου καθώς μου υπενθυμίζω ότι δεν πρέπει να ξανακάνω ντους με τον Κρις πριν πάω στη δουλειά. «Καλημέρα, Σάρα», λέει η Αμάντα και μου ρίχνει ένα διερευνητικό βλέμμα πίσω από το γραφείο της. «Είσαι φοβερή σήμερα. Άνοιξε το μπουφάν να δω τι φοράς». Ανοίγω το ακριβό δερμάτινο μπουφάν που μου έδωσε ο Κρις στη Νάπα Βάλεϊ και της δείχνω το απλό Chanel φό​ρεμά μου σε ανοιχτό ροζ χρώμα, ένα από τα πολλά πράγματα που υπήρχαν μέσα στις σακούλες του Κρις, κομψό μέσα στην απλότητά του. Το λατρεύω. Σταματάω στο διάδρομο, μπροστά από το γραφείο της. «Τέλειο φόρεμα. Το χρώμα είναι υπέροχο». «Ευχαριστώ». Ακτινοβολώ. «Είναι πάντα ωραία να ξεκινάς τη μέρα με μια φιλοφρόνηση». «Είστε υπέροχη, κυρία ΜακΜίλαν». Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω τον Μαρκ να στέκεται πίσω από την Αμάντα, φορώντας ένα σκούρο ριγέ κου​στούμι, πιο ωραίος και ισχυρός από ποτέ. «Ευχαριστώ», ψελλίζω και αναρωτιέμαι γιατί παίρνω αμυντική στάση. Τελευταία νιώθω συνέχεια έτσι. Στα μάτια του Μαρκ αστράφτει μια υποψία ότι διασκεδάζει εις βάρος μου. «Τώρα μπορείτε να ξεκινήσετε τη μέρα σας με δύο φιλοφρονήσεις». «Ελπίζω αυτό να σημαίνει ότι θα είναι η τυχερή μου μέρα στις πωλήσεις», τολμάω να πω. Χαμογελάει. «Είμαι σίγουρος ότι θα είναι. Υπήρξε ένας συγκεκριμένος πελάτης την Παρασκευή που λέει ότι του υποσχεθήκατε μια ιδιωτική παρουσίαση της συλλογής του Ρίκο. Οι μεγάλες υποσχέσεις, κυρία ΜακΜίλαν, κάνουν εσάς και εμένα να δείχνουμε αφερέγγυοι αν δεν μπορού​με να τις κρατήσουμε». Να πάρει. «Νόμιζα ότι εφόσον ξέρετε τον Ρίκο και εκθέτει τα έργα του εδώ, θα μπορούσαμε να τον πείσουμε να επιτρέψει μια επίσκεψη». «Καλή τύχη, κυρία ΜακΜίλαν». Κοιτάζει την Αμάντα. «Δώσ’ της το τηλέφωνο του Ρίκο και, κυρία ΜακΜίλαν, έχετε έγκριση για τον όροφο των πωλήσεων, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι απαλλάσσεστε από τα τεστ που θα βρείτε στο e-mail σας». Κάνει να φύγει μα σταματάει. «Αν πετύχετε τη συνάντηση με τον Ρίκο, θα με εντυπωσιάσετε». Τον κοιτάζω να απομακρύνεται και η Αμάντα ρίχνει μια ματιά πίσω από τον ώμο της. «Τον Ρίκο, Σάρα; Τον έχεις γνωρίσει;» Νιώθω να χλομιάζω. «Όχι». Σφυρίζει. «Φαντάσου έναν Μαρκ που έχει πάρει LSD. Είναι σνομπ και πολύ έντονος και–» «Κατάλαβα». Πηγαίνω αργά προς το γραφείο της και μπαίνω μέσα. Η Αμάντα στριφογυρίζει την καρέκλα της. «Ορίστε η κάρτα του Ρίκο». Την παίρνω καθώς χαμηλώνει τη φωνή της. «Ο Ρίκο είχε αδυναμία στη Ρεμπέκα. Εκείνη είχε διοργανώσει τη φιλανθρωπική εκδήλωση αλλά από τότε που έφυγε δεν έχει δώσει άλλο πίνακα στον Μαρκ να εκθέσει. Αν τον κερ​δίσεις, θα εντυπωσιάσεις πραγματικά τον Μαρκ». Η Ρεμπέκα είναι όπου κι αν στραφώ, αλλά βλέπω μια ελπίδα σε αυτή τη δύσκολη


κατάσταση. «Σ’ ευχαριστώ, Αμά​ντα. Θα βάλω τα δυνατά μου». Χαμογελάει. «Εμπρός, Σάρα, Εμπρός, Σάρα». Ίσα που πρόλαβα να καθίσω στο γραφείο μου και ο Ρέιφ εμφανίζεται στο κατώφλι κρατώντας ένα χαρτί που γράφει Εμπρός, Σάρα, με μια γελαστή φατσούλα και μετά εξαφανίζεται. Γελάω και αποφασίζω ότι πρέπει να πέσω στα βαθιά και να τηλεφωνήσω στον Ρίκο πριν προλάβω να αλλάξω γνώμη. Είμαι έτοιμη να τηλεφωνήσω και χτυπάει το κινητό μου. Το βγάζω από την τσάντα μου και χαμογελάω όταν βλέπω ότι είναι μήνυμα από τον Κρις, και τον θυμάμαι να αποθηκεύει τον αριθμό μου στο κινητό του το προηγούμενο βράδυ. Κατεβάζω το ακουστικό του σταθερού τηλεφώνου και ανοίγω το μήνυμα. Το καυτό ντους έχει άλλο νόημα σήμερα. Γελάω και γράφω. Όπως και το κρύο ντους. Πράγματι. Μεγάλη αλήθεια. Μπορείς να φάμε μαζί; Πάω να πω ναι, αλλά θυμάμαι την Άβα. Έχω ραντεβού για φαγητό. Ακύρωσέ το. Δελεάζομαι, αλλά το βλέμμα μου πέφτει στο κερί που μυρίζει τριαντάφυλλο και σκέφτομαι τη Ρεμπέκα. Ελπίζω η Άβα να μπορεί να μου πει περισσότερα. Δεν μπορώ. Θα πεθάνω στην πείνα μέχρι την ώρα του δείπνου. Γυρίζω τα μάτια μου προς τα πάνω γελώντας με το χιούμορ του. Μ’ αρέσει όταν πεινάς. Τότε θα προσπαθήσω να μη σε απογοητεύσω. Θα περάσω να σε πάρω στις οχτώ. Ξαναβάζω το κινητό στην τσάντα μου και σηκώνω το ακουστικό. Βγαίνει ο τηλεφωνητής του Ρίκο. Το κλείνω κα​θώς ξέρω ότι ένα μήνυμα θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να περιμένω αρκετή ώρα μέχρι να μου τηλεφωνήσει. Χτυπάει το εσωτερικό στο γραφείο μου και απαντάω. «Έχετε τον πρώτο σας πελάτη, κυρία ΜακΜίλαν», λέει ο Μάρκ. «Κάντε με υπερήφανο». Η πρόκληση με συναρπάζει. «Μάλιστα». Μένει σιωπηλός για λίγο. «Ανυπομονώ να αποδειχτεί ότι δεν έκανα λάθος για σας». Η γραμμή νεκρώνει και ση​κώνομαι όρθια. Μέχρι στιγμής, η μέρα εξελίσσεται καλά. Μέχρι το μεσημέρι έχω κάνει ήδη μια πώληση και έχω άλλη μια πιθανή πώληση και νιώθω καλά. Η Άβα μου τηλεφώνησε και, κατά ειρωνικό τρόπο, διάλεξε το Diego Maria’s για να συναντηθούμε. Μπαίνω στο εστιατόριο και τη βρίσκω στο ίδιο τραπέζι που καθόμασταν με τον Κρις την προηγούμενη εβδομάδα. «Σάρα!» Σηκώνεται όρθια, δείχνει μικροκαμωμένη και υπέροχη με το μαύρο σύνολο σακάκι-παντελόνι που φοράει. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της πέφτουν σαν καταρράκτες στους ώμους της. Με αγκαλιάζει και υποθέτω ότι κι αυτή είναι της αγκαλιάς όπως εγώ. Τη νιώθω φίλη μου, παρόλο που δεν την ξέρω σχεδόν καθόλου. Καθόμαστε και η Μαρία εμφανίζεται στο τραπέζι μας. «Καλώς ήρθατε ξανά, señora Σάρα. Βλέπω ότι δε σας τρομάξαμε με τις καυτερές πιπεριές». «Όχι, ο Κρις έφταιγε άλλωστε, όχι εσείς».


«Υποθέτω ότι τον κάνατε να πληρώσει που σας έκαψε το στόμα». Γελάω. «Να ’στε σίγουρη». Χτυπάει παλαμάκια. «Έξοχα. Σ’ αυτή την περίπτωση, εσείς, υπέροχες κυρίες μου, θα πάρετε τάκος κερασμένα, με σος στο πλάι». Η Άβα σηκώνει το φρύδι της ερωτηματικά. «Μυρίζομαι μια καλή ιστορία». Της αφηγούμαι συνοπτικά τα γεγονότα της προηγούμενης επίσκεψής μου εδώ και πιάνουμε την ψιλοκουβέντα. Μου λέει όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς και ψάχνω πληροφορίες για τη Ρεμπέκα, προσπαθώντας να στρέ​ψω την κουβέντα προς τα εκεί. Η Άβα χαμηλώνει τη φωνή της. «Ο Ντιέγκο θα πάει στο Παρίσι, ξέρεις». «Ναι, μου το είπε ο Κρις τη μέρα που ήρθαμε εδώ». «Πάει να βρει μια γυναίκα, μια φοιτήτρια που είχε έρθει με πρόγραμμα ανταλλαγών και που ερχόταν στο εστια​τόριο. Αλλά εκείνη απλώς περνούσε την ώρα της, Σάρα. Τη γνώρισα. Της μίλησα. Εκείνος σκοπεύει να της κάνει πρόταση γάμου. Σου ραγίζει την καρδιά. Το Παρίσι κάνει τους ανθρώπους τόσο ρομαντικούς και ανόητους». Σκέφτομαι την Έλα, που προσπάθησα να της τηλεφωνήσω το προηγούμενο βράδυ, δίχως επιτυχία. «Θα πρέπει να του το πεις, Άβα». «Θα με πετάξει έξω από το εστιατόριο και λατρεύω αυτό το μέρος». Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. Σοβαρολογεί. Θα τον αφή​σει να πληγωθεί για μερικά τάκος. Πρέπει να μιλήσω στον Κρις να δω αν μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη στον Ντιέγκο. «Άλλωστε», συμπληρώνει η Άβα, «ποια είμαι εγώ να τον κατακρίνω; Εγώ νόμιζα ότι ο σέξι πλούσιος που έβγαινε η Ρεμπέκα έπαιζε μαζί της και θα την παρατούσε αμέσως. Την προειδοποίησα να μείνει μακριά του και εκείνη θύμωσε. Και ύστερα έφυγε μαζί του και ζει την καλή ζωή, ενώ εσύ κάνεις τη δουλειά της. Ποτέ δεν κερδίζεις όταν λες στους ανθρώπους να μείνουν μακριά από τον άνθρωπο που είναι μαζί. Δε γίνεται». Μένω άναυδη. Ποτέ δεν πίστεψα ότι υπήρχε πλούσιος τύπος. Θέλω να πω, ο άντρας στο ημερολόγιο είναι ο Μαρκ, έτσι δεν είναι; «Τον γνώρισες τον τύπο που έφυγε μαζί του;» «Μια φορά τον είδα και ήταν αρκετή για να καταλάβω ότι ήταν σέξι. Ήταν… παίκτης και είχε και λόγο να είναι. Θα σκότωνα για μια βραδιά μαζί του. Δεν ξέρω αν υπάρχει γυναίκα σ’ αυτή τη γη που δε θα το έκανε». «Είναι καλλιτέχνης;» Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. «Αναλυτής επενδύσεων στη Νέα Υόρκη που τον γνώρισε όταν δούλευε για τον Μαρκ. Είναι φίλος του Μαρκ. Και μόνο αυτό είναι προειδοποιητικό σημάδι. Ο Μαρκ είναι από τη μια πάγος και από την άλλη καυτός σαν τον καφέ μου. Όσοι παίζουν μαζί, μένουν και μαζί, και ως εργένηδες. Ή σε αυτή την περίπτωση, όσοι βγάζουν λεφτά μαζί…» Γελάει. «Δεν ξέ​ρω. Δε μου έρχεται κάτι έξυπνο αλλά και οι δύο ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα. Ίδια φάρα». Παίζουν μαζί; Της ξέφυγε; Ήταν αναφορά στο σεξ; Αυ​τό σημαίνει ότι ο άντρας στο ημερολόγιο είναι ο άντρας που μοιραζόταν τη Ρεμπέκα με τον Μαρκ; Μας φέρνουν τον λογαριασμό και αφήνουμε ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα αναλογικά με το πόσο που πληρώνουμε, ενώ το θέμα της Ρεμπέκα ατονεί. Κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν έμα​θα το όνομα του άντρα. Συζητάμε γυ​ρί​ζοντας στην γκαλερί αλλά είναι ψιλοκουβέντα και τί​ποτα παραπάνω. Συμφωνώ να περάσω για καφέ την επόμενη μέρα και


επι​στρέφω στο γραφείο μου. «Υπάρχει μια έκπληξη για σένα στο γραφείο σου», λέει η Αμάντα ακτινοβολώντας. «Τι είναι;» «Έκπληξη», ξαναλέει. «Πήγαινε να δεις». Φτάνω στην πόρτα του γραφείου και κοκαλώνω μόλις βλέπω ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Υπάρχουν παντού τρια​ντάφυλλα και νιώθω σαν πριγκίπισσα που βρήκε τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Η γλυκιά μυρωδιά των λουλουδιών μού ανακατεύει το στομάχι και πηγαίνω ως το γραφείο μου με τρεμάμενα πόδια. Δεν μπορώ να διαβάσω την κάρτα και κάθομαι στην πολυθρόνα κοιτάζοντας τα δώδεκα κλειστά μπουμπούκια. Έτοιμα να ανθίσουν. Πρέπει οπωσ​δήποτε να μάθω ποιος τα έστειλε. Πιάνω τον φάκελο και με τρεμάμενο χέρι βγάζω την κάρτα. Επειδή κάτω από τις τριανταφυλλιές ήμουν βλάκας, αλλά αρκετά τυχερός να σε έχω εκεί μαζί μου. Κρις Δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Η κάρτα και όσα γράφει είναι τέλεια. Σηκώνω το βλέμμα μου στον πίνακα με τα τριαντάφυλλα και η σχέση με τη Ρεμπέκα με στοιχειώνει. Πιάνω το κινητό μου για να στείλω μήνυμα στον Κρις, αλλά ξαφνικά σκέφτομαι ένα άλλο απόσπασμα από το ημερολόγιο. Μερικές φορές είναι σκληρός, απαιτητικός αλλά με κάνει να νιώθει προστατευμένη, με κάνει να νιώθω ξεχωριστή. Νομίζω ότι είμαι έτοιμη να παραμερίσω τον φόβο μου για τα πράγματα που θέλει να κάνω μαζί του και να κάνω το επόμενο βήμα. Με στοιχειώνουν περισσότερα πράγματα από τα τριαντάφυλλα. Με στοιχειώνουν οι ομοιότητες αυτού που ένιωθε για τον άντρα στο ημερολόγιο με αυτό που νιώθω για τον Κρις. Αλλά δεν είμαστε ίδιες. Δεν είναι ο άντρας στο ημερολόγιο. Τίποτα δε φανερώνει ότι είναι ο Κρις. Το πινέλο. Όχι. Όχι. Δεν είναι ο Κρις. Η Άβα είπε ότι τον έχει γνωρίσει. Ξέρει ποιος είναι. Το τηλέφωνο του γραφείου μου χτυπάει και αναπηδώ. «Ο πρωινός πελάτης έχει επιστρέψει να κάνει μια αγορά», μου λέει η Αμάντα. Χώνω το κινητό στο συρτάρι μου και σηκώνομαι, υποδέχομαι με ικανοποίηση την ευκαιρία δια​φυγής από αυτό που νομίζω ότι νιώθω. Ίσα που έχω προλάβει να τελειώσω την πώλησή μου, όταν η Αμάντα μου λέει ότι ο Μαρκ θέλει να με δει στο γραφείο του. Έχοντας κά​νει ήδη μια δεύτερη πώληση, η πρότασή του με τρομάζει λιγότερο. «Κλείστε την πόρτα», με προστάζει όταν μπαίνω. «Και καθίστε, κυρία ΜακΜίλαν». Εντάξει, δεν είναι εύκολο να είσαι άνετη με τον Μαρκ. Υποθέτω ότι η καλή μου τύχη με το καινούργιο αφεντικό τελείωσε όταν χρησιμοποίησα τη λέξη κοκορομαχία και με την τελευταία μου άρνηση να κάτσω· έτσι, υπακούω και κάθομαι μπροστά του. Α ναι, και όταν ο εραστής μου, που δεν είναι το αγόρι μου, ό,τι είναι ο Κρις τέλος πάντων, διαπραγματεύτηκε για μένα μια πληρωμή εβδομήντα πέντε χιλιάδων δολαρίων. Νομίζω ότι


σήμερα είναι καλή μέρα να κάνω ό,τι μου λέει. Με κοιτάζει πολλή ώρα με τα παγερά του μάτια και εί​μαι έτοιμη να αρχίσω να φλυαρώ όταν ο Μαρκ λέει: «Βλέπω ότι λάβατε λουλούδια σήμερα». Εντάξει, τι στο καλό συμβαίνει; «Ναι». Λέω στον εαυτό μου να μην πει τίποτε άλλο αλλά δεν μπορώ. «Ωραίος τρόπος να ξεκινήσει η εβδομάδα και τα τριαντάφυλλα ταιριάζουν με τον υπέροχο πίνακα που βάλατε στον τοίχο μου». Α, πάψε και μην την πηγαίνεις την κουβέντα προς τα κει. «Υποθέτω ότι αυτό σημαίνει πως συνεχίζετε τη σχέση σας με τον Κρις». Παρόλο που έχω ορκιστεί να φερθώ κόσμια, αμύνομαι. «Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτό με τη δουλειά μου;» «Αλήθεια;» «Αλήθεια». «Αυτός ο άντρας διαπραγματεύτηκε μια προμήθεια για λογαριασμό σας και δεν καταλαβαίνετε τι σχέση έχει;» Μ’ αρέσει που νόμιζα ότι την είχα γλιτώσει. «Αν έχει να κάνει με τα χρήματα–» «Όλα έχουν να κάνουν με τα χρήματα, κυρία ΜακΜίλαν, και ενώ δεν έχω πρόβλημα να σας πληρώνω καλά, περιμένω να είστε δική μου όταν είστε στην περιοχή μου». «Τι;» Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. «Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό». Γυρίζει την οθόνη του υπολογιστή προς το μέρος μου, πατάει το play και η καρδιά μου σχεδόν εκρήγνυται μες στο στήθος μου όταν βλέπω το βίντεο από την κάμερα. Εγώ και ο Κρις στην τουαλέτα. Ο Κρις με αγγίζει. Ο Κρις με φιλάει. «Αρκετά!» λέω και σηκώνομαι. Πατάει ένα πλήκτρο. «Αρκετά, όντως». «Ήταν ανάρμοστο και δε θα ξανασυμβεί», υπόσχομαι βιαστικά. «Έχετε δίκιο. Δε θα ξανασυμβεί. Και για να το ξεκαθαρίσουμε, Σάρα: Αυτή η γκαλερί είναι δική μου και όταν είσαι εδώ ή κάνεις δική μου δουλειά, ανήκεις σ’ εμένα και όχι στον Κρις Μέριτ». «Σας ανήκω;» επαναλαμβάνω. «Μου ανήκεις. Να ’σαι σίγουρη γι’ αυτό, και για μένα, όχι όμως για τον Κρις. Και αν νομίζεις ότι δεν ήξερε ότι υπάρχει κάμερα, ότι δεν προσπαθούσε να παίξει παιχνίδια εξουσίας μαζί μου, ξανασκέψου το». Ο Κρις ήξερε ότι υπήρχαν κάμερες; Αυτή η ανακάλυψη κάνει την καρδιά μου κομμάτια. Φυσικά ο Κρις ήξερε. Αυτή είναι η ζωή του, ο κόσμος του, έπρεπε να το ξέρω. Το ήξερα. «Λυπάμαι». Θέλω να του πω ότι το κρασί με είχε καταβάλει, αλλά φοβάμαι ότι θα σκεφτεί μόνο ότι είναι άλλο ένα πρόβλημα που έχω. «Δε θα σας απογοητεύσω ξανά». Με κοιτάζει με τα σκληρά, υπολογιστικά του μάτια τόση ώρα που μοιάζει με αιωνιότητα. «Κυρία ΜακΜίλαν. Χαλαρώστε. Μαζί σας είμαι. Δε θα απολυθείτε». Δε θα απολυθώ. Καλό αυτό. Αυτό θέλω. Γνέφω καταφατικά αλλά ακόμα είμαι ταραγμένη. «Χαλάρωσε, Σάρα». Με διατάζει. Θέλω να κάνω αυτό που λέει. Θέλω να του δείξω ότι αξίζω να διακινδυνεύει για μένα, είμαι καλή υπάλληλος, αλλά η αδρεναλίνη μου βάζει φωτιά. Εισπνέω και εκπνέω, και αργά, διώχνω την ένταση από το κορμί μου και γέρνω πίσω στην καρέκλα μου. «Είμαστε εντάξει», λέει ο Μαρκ και η φωνή του έχει μια τρυφερότητα που δεν είχα


διακρίνει ξανά. «Έχουμε λαμπρό μέλλον μαζί». «Αλήθεια;» «Ναι. Πιστεύω σ’ εσάς, αλλιώς δε θα ήσασταν εδώ, αλ​λά είναι και δουλειά μου να προστατεύω εσένα και αυτή την γκαλερί. Πρέπει να καταλάβεις ότι αυτοί οι καλλιτέχνες μπορούν να σε εκμεταλλευτούν. Μπορεί να χρησιμοποιήσουν την πιθανότητα μια ιδιωτικής επίσκεψης, όπως αυτή που θέλεις από τον Ρίκο, εναντίον σου. Πρέπει να βε​βαιωθώ τώρα ότι ξέρεις πως δε χρειάζεται να κάνεις τί​ποτα γι’ αυτή την γκαλερί που να μην είναι επαγγελματικό. Δεν παρακαλάμε, και δεν αφήνεις να σε εκμε​ταλλεύονται. Τελεία. Αυτοί οι καλλιτέχνες ξέρουν ότι δε σηκώνω τέτοιες αηδίες και όσο πιστεύουν ότι μου ανήκεις, θα πιστεύουν ότι ούτε εσύ τις σηκώνεις. Έτσι, όταν λέω ότι μου ανήκεις, Σάρα, το εννοώ». Του ανήκω. Δε νιώθω άνετα με τις συγκεκριμένες λέξεις, αλλά αμφιβάλλω για την ικανότητά μου να με κρίνω αυτή τη στιγμή. Σηκώνω το βλέμμα μου στην τοιχογραφία πίσω του που είμαι σίγουρη ότι ζωγράφισε ο Κρις. Εμπιστεύτηκα τον Κρις. Με εκμεταλλεύτηκε; Με χρησιμοποίη​σε εναντίον του Μαρκ; Δεν είναι η πρώτη φορά που έκανα αυτή τη σκέψη. «Είναι ξεκάθαρο, Σάρα;» ρωτάει ο Μαρκ. Η προσοχή μου στρέφεται στον Μαρκ, στα παγερά, αυστηρά μάτια του που μου προσφέρουν προστασία, μια καλή δουλειά, ένα μέλλον. «Ναι, ξεκάθαρο». Ίσα που θυμάμαι την υπόλοιπη συζήτηση. Μόλις γυρίζω στο γραφείο, πιάνω το κινητό μου και στέλνω μήνυμα στον Κρις. Πρέπει να ακυρώσω το δείπνο. Κλείνω το κινητό μου.


29 Η υπόλοιπη μέρα κυλάει και έχω νεύρα με τον Κρις∙ είμαι πληγωμένη, θυμωμένη, μπερδεμένη, νιώθω όλα αυτά τα πράγματα και ακόμα περισσότερα. Καθώς η μέρα τελειώνει, είμαι στο γραφείο μου και προσπαθώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά, αλλά δεν τα καταφέρνω. Ακόμα χειρότερα, περιμένω να μου τηλεφωνήσει ο Κρις στο γραφείο για να με βρει, αλλά δεν το κάνει. Προφανώς και δεν έχει στενοχωρηθεί που το δείπνο ακυρώθηκε, και πιστεύω πως ήξερε ότι η ταπείνωσή μου ερχόταν και ότι πλέον έχω ταπεινωθεί. Δε θα με πείραζε αν ο Μαρκ ερχόταν σε αντι​παράθεση μαζί του. Πώς θα μπορούσε ο Κρις να μου τη στήσει έτσι από πρόθεση; Και το έκανε. Ο Κρις είναι πολύ έξυπνος για να μην ήξερε τι έκανε και η ένταση ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Μαρκ είναι υπερβολικά προφανής. Είμαι τρόπαιο σε ένα παιχνίδι και δε μου αρέσει το πόσο με πόνεσε. Δε μου αρέσει που άφησα αυτή την περιπετειούλα να κάνει την καρδιά μου να υποφέρει. Όταν πια η ώρα πάει οχτώ, οι κόμποι στο στομάχι μου έχουν πολλαπλασιαστεί και μένω στο γραφείο μου. Και αν ο Κρις είναι έξω και με περιμένει; Και αν δεν είναι; τολμάει να ψιθυρίσει μια άλλη φωνή μες στο κεφάλι μου. Έχω αμφιβολίες για την απόφασή μου να κλείσω το κινητό μου, να μιλήσω στον Κρις και να του ξεκαθαρίσω ότι τελειώσαμε. Μάλιστα. Ένα απλό φτύσιμο. Εύκολο. Όμως είμαι δειλή και δεν μπορώ να του μιλήσω, είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνήσω σε ό,τι μου ζητήσει. Έχω παρασυρθεί από το πάθος που νιώθω γι’ αυτόν. Και αυτό είναι. Ένα πάθος. Αφού με ταπείνωσε με το βίντεο, αρνούμαι να είναι οτιδήποτε άλλο. Στις οχτώ και τέταρτο ο Μαρκ εμφανίζεται στο κατώφλι μου, δε φοράει σακάκι και τα δυο πάνω κουμπιά είναι ανοιγμένα. Και πάλι μοιάζει αφεντικό, ένας βασιλιάς της σαγήνης, ένας άντρας στον οποίον οι άντρες θέλουν να μοιάσουν, ένας άντρας που τον θέλουν όλες οι γυναίκες. Όλες οι γυναίκες εκτός από μένα, δηλαδή. Στηρίζεται στον παραστάτη της πόρτας. «Δεν είναι ώρα να πάτε σπίτι, κυρία ΜακΜίλαν;» «Για λόγους που προτιμώ να μη συζητήσω, έχω πολλή όρεξη για δουλειά απόψε». Αγνοεί την αναφορά μου σ’ αυτό που συνέβη νωρίτερα. «Δε μου αρέσει να σας αφήνω εδώ μόνη σας». «Έχει κάμερες». Γελάει, πράγμα σπάνιο, και παραδόξως, δεδομένης της συμπεριφοράς μου, φαίνεται πιο χαλαρός μαζί μου. «Δεν έχετε άδικο», λέει και απομακρύνεται από τον τοίχο. «Είστε έξυπνη, κυρία ΜακΜίλαν, και βλέπω ότι οι πελάτες ανταποκρίνονται καλά. Θα σας αφήσω να δουλέψετε, αλ​λά γιατί δε φέρνετε το αυτοκίνητό σας μπροστά ώστε να μη χρειάζεται να διασχίζετε το πάρκινγκ μόνη σας;» Καλεί ταξί μετά την οινογνωσία, ανησυχεί για την ασφάλειά μου, ανησυχεί να μη με εκμεταλλευτούν. Ο Μαρκ είναι σκληρός και απαιτητικός, αλλά αρχίζω να τον βλέπω σαν καλό αφεντικό, σαν κάποιον που προσπαθεί να με βοηθήσει να προχωρήσω σ’ αυτόν τον κόσμο. «Μετακίνησα το αυτοκίνητο πριν φύγει η Αμάντα, πριν μια ώρα». Και επειδή ήξερα ότι εκεί θα το έψαχνε ο Κρις. «Τότε μάλλον θα αναχωρήσω. Να θυμάστε όμως ότι άπαξ και βγείτε από την γκαλερί, οι


κλειδαριές ασφαλείας είναι αυτόματες. Δεν μπορείτε να ξαναμπείτε μέσα». «Ναι, το ξέρω. Θα βεβαιωθώ ότι είμαι έτοιμη να φύγω όταν βγω». «Ωραία. Τότε είμαστε εντάξει. Τα πήγατε εξαιρετικά στα τεστ περί κρασιών, παρεμπιπτόντως. Με εντυπωσιάσατε». «Πέρασα το Σαββατοκύριακο με ένα βιβλίο αγκαλιά». Και έναν καλλιτέχνη που τον ερωτεύτηκα και μου ’χει κάνει το στομάχι κόμπο. «Φαίνεται». Δείχνει τα λουλούδια, και στο πρόσωπό του είναι χαραγμένο το μοναδικό χαμόγελο που έχω δει. «Τουλάχιστον, έχει ωραίο γούστο στα λουλούδια». Δε μου δίνει χρόνο να απαντήσω. «Καληνύχτα, κυρία ΜακΜίλαν». «Καληνύχτα, κύριε Κόμτον». Μένω ακίνητη, καθώς ακούω τα βήματά του να χάνονται και κοιτάζω τα λουλούδια που ξυπνούσαν τις αισθήσεις μου και μου θύμιζαν τον Κρις όλη μέρα. Κάνω να πιάσω την κάρτα μα τραβάω το χέρι μου. Δυο ρομαντικά λόγια σε μια λευκή κάρτα δε σβήνουν αυτό που έκανε. Για την ακρίβεια, το Σαββατοκύριακο και τα λουλούδια μού φαίνονται περισσότερο σαν τρόπος να κρύψει τα κίνητρά του. Η φωνή της λογικής και η φωνή της καρδιάς μου αρχίζουν να κονταροχτυπιούνται σαν πραγματικοί μονομάχοι. Σε άφησε όμως να μπεις στον κόσμο του. Σου είπε πράγματα που δε λέει σε άλλους. Σφίγγω τα δόντια και μου υπενθυμίζω ότι η αποκάλυψη προέκυψε όταν ο Μάικ τον έπιασε απροετοίμαστο. Απλώς εγώ βρέθηκα εκεί τη σωστή ή –υποψιάζομαι, για τον Κρις– τη λάθος στιγμή. Σε πήγε όμως να γνωρίσεις τους νονούς του. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθομαι εδώ και παλεύω με τον εαυτό μου αλλά νιώθω πληγωμένη, με κάθε νευρική απόληξή μου ερεθισμένη και εκτεθειμένη. Με κάποιον τρόπο συνέρχομαι και πιάνω το τηλέφωνο, προσπαθώ να είμαι παραγωγική. Καλώ τον Ρίκο για δέκατη φορά, ελπίζοντας ότι η βραδινή ώρα θα λειτουργήσει υπέρ μου. Πάλι τηλεφωνητής. Χμμμ. Αναρωτιέμαι αν έχει αναγνώριση. Πιάνω το κινητό μου και κοιτάζω τη μαύρη οθόνη. Καίγομαι να το ανοίξω, να δω αν ο Κρις έχει απαντήσει. Τι με νοιάζει αν έχει απαντήσει; Παίζει με τη ζωή και την καριέρα μου. Η λογική φανερώνει το άσχημο, πρακτικό πρόσωπό της και μου λέει ότι τα ’χω ξαναπεράσει όλα αυτά. Δεν μπορώ να τα ξαναπεράσω. Δεν πρόκειται. Ξαναβάζω το κινητό μου στην τσάντα μου, και μαζεύω διάφορα χαρτιά με σημειώσεις που έκανα για τη Ρεμπέκα και τα καταχώνιασα σε ένα συρτάρι νωρίτερα. Σε ένα χαρτί γράφω τον αριθμό του ιδιοκτήτη του κτιρίου της. Ή του κτιρίου που υποθέτω ότι είναι η παλιά πολυκατοικία της. Κοιτάζω το τηλέφωνο και σκέφτομαι να τηλεφωνήσω, αλλά αλλάζω γνώμη. Έχω μάθει το μάθημά μου με την κάμερα. Μην ξεχνάς ότι ο Μαρκ είναι ο άντρας στο ημερολόγιο. Μην ξεχνάς ότι η Ρεμπέκα αγνοείται και μην τον κάνεις ήρωα επειδή ο Κρις σε πλήγωσε. Η έρευνά μου για τη Ρε​μπέκα πρέπει να γίνει εκτός. Το κτίριο της δεν είναι μακριά και θα περάσω από εκεί αύριο την ώρα του μεσημεριανού. Ακόμα δεν είμαι έτοιμη να πάω σπίτι, να γυρίσω στο άδειο διαμέρισμά μου και τις βασανιστικές σκέψεις μου, κι έτσι κοιτάζω μια στοίβα φακέλους που μου έδωσαν νωρίτερα και περιέχουν πληροφορίες για ανθρώπους που έχουν αγοράσει έργα από την γκαλερί τα προηγούμενα χρόνια. Τριάντα λεπτά αργότερα, τους έχω τακτοποιήσει με βάση τις καλύτερες προοπτικές και έχω κρατήσει σημειώσεις για όλους. Η ώρα πάει εννιά, και δεν μπορώ να αποφεύγω άλλο τη διαδρομή που πρέπει να κάνω ως


το αυτοκίνητό μου όπως και την επιστροφή στο διαμέρισμά μου που είναι γεμάτο αναμνήσεις από τον Κρις. Με την τσάντα και τον χαρτοφύλακα στον ώμο, και φορώντας το δερμάτινο μπουφάν που μου έδωσε ο Κρις, σταματώ στην είσοδο της γκαλερί. Κλείνω σφιχτά τα μάτια, δεν ξέρω αν ανησυχώ περισσότερο ότι ο Κρις θα είναι έξω ή ότι δε θα είναι. Ίσως δεν το έκανε επίτηδες. Ίσως έβγαλα βιαστικά συμπεράσματα. Γυρίζω τα μάτια μου προς τα πάνω αηδιασμένη από τις σκέψεις μου. Είμαι τόσο αδύναμη και ανίκανη να αποφασίσω για οτιδήποτε έχει σχέση με αυτόν τον άντρα. Ισιώνω τη ραχοκοκαλιά μου, βγαίνω στο κρύο νυχτερινό αεράκι, και βεβαιώνομαι ότι η πόρτα κλείνει πίσω μου. Σαρώνω με το βλέμμα μου τον δρόμο όλο νευρικότητα, παρατηρώ τα αυτοκίνητα στα παρκόμετρα και τους περαστικούς που περνάνε ψάχνοντας τον Κρις, αλλά μάταια. Με πλημμυρίζει απογοήτευση, και γελάω πικρά με την ψεύτικη ελπίδα μου ότι θα ήταν εκεί, θα πάλευε για μένα, θα αποδείκνυε ότι είχα κάνει λάθος. Κοιτάζω αριστερά και ανεβαίνω τον λόφο προς το κρυμμένο σημείο που στρίμωξα το αυτοκίνητό μου, επιπλήττοντας τον εαυτό μου όλη την ώρα. Το ’χεις χάσει, Σάρα. Τον θέλεις αφότου σε έκανε σταρ σε ένα σχεδόν ακατάλληλο βίντεο. Δυο τετράγωνα πιο κάτω, στρίβω τη γωνία ενός πολυσύχναστου δρόμου που τώρα είναι απόκοσμα βυθισμένος στην ησυχία, κάτι που δεν το σχεδίαζα. Ταχύνω το βήμα μου, βγάζω τα κλειδιά. Στα μισά του τετραγώνου βλέπω το αυτοκίνητό μου και κοκαλώνω, η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Δίπλα στο αυτοκίνητό μου είναι μια αστραφτερή Porsche 911. Με κατακλύζουν λογής λογής συναισθήματα. Αν πω ότι έχω αντιφατικά συναισθήματα, θα πω λίγα. Το φτερούγισμα στο στήθος μου μετατρέπεται σε σφυροκόπημα, δυνατό και έντονο, αντηχεί στ’ αυτιά μου. Με κάποιον τρόπο, αναγκάζω τα πόδια μου να κινηθούν, προετοιμάζομαι ώστε να είμαι δυνατή, να μη λυγίσω με τον Κρις. Δεν επιτρέπονται αδυναμίες. Ο Κρις κάνει τον γύρο του αυτοκινήτου και έρχεται προς το μέρος μου, τα βήματά του βήματα αρπακτικού. Είναι πανέμορφος, τα ξανθά μαλλιά του είναι λίγο άνω κάτω όπως και ο ίδιος. Το τζιν και οι μπότες μηχανής που φοράει είναι τόσο σέξι, τα ρούχα του αγκαλιάζουν το λυγερό κορμί του. Τσαντίζομαι με τον εαυτό μου που τον θέλω τόσο πολύ. Καίγομαι από θυμό που νιώθω έτσι. Δεν του δίνω την ευκαιρία να μου μιλήσει, πηγαίνω προς το μέρος του βιαστικά και ξεσπάω πάνω του. «Ήξερες ότι υπήρχαν κάμερες στην γκαλερί και όμως με κόλλησες στον τοίχο και με φίλησες. Με ανάγκασε να δω το βίντεο, Κρις. Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» Βρίζει και τρίβει το σαγόνι του. «Σου έδειξε το βίντεο, γαμώτο;» Δεν το αρνείται, όπως έλπιζα, και το στήθος μου καίει και πονάει. «Ναι. Με ανάγκασε να το δω. Έχω δίκιο; Ήξερες ότι υπήρχαν κάμερες στην γκαλερί;» Περνάει το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του, το φως από πάνω τονίζει το όμορφο, βασανισμένο πρόσωπό του. Υπερβολικά βασανισμένο. Ήξερε. Το βλέπω στα μάτια του. «Δε σκεφτόμουν την κάμερα όταν σε φιλούσα, αν το πας εκεί, Σάρα». Δεν είναι αρκετό. «Ήξερες όμως». Δε ρωτάω. Είναι γεγονός. «Το σκέφτηκα αργότερα, ναι». «Και δε μου το είπες;» «Ανησυχούσες ήδη αρκετά για τη δουλειά σου». «Αυτό δεν είναι απάντηση. Πες μου ότι δεν το έκανες επίτηδες. Πες μου, Κρις, θέλω να


το ακούσω». «Δεν το έκανα επίτηδες, Σάρα». Η φωνή του είναι χαμηλή, ζορισμένη, γεμάτη με την πεποίθηση που έλπιζα τόσο πολύ να έχει. «Εκείνη τη στιγμή», συνεχίζει, «δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, παρά μόνο πόσο πολύ σε ήθελα. Αυτό μου κάνεις». Σφίγγει τα χείλια του. «Αλλά δε θα σου πω ψέματα ότι λυπήθηκα που μπορεί να το έβλεπε. Για την ακρίβεια, ευχόμουν σαν τρελός να το δει». Καλύτερα να με μαχαίρωνε στο στήθος. «Επειδή παίζετε ένα παιχνίδι εξουσίας με τον Μαρκ;» Νιώθω τον λαιμό μου να έχει κλείσει, η φωνή μου πνιγμένη. «Αυτό είναι, Κρις; Ή μήπως ήθελες να απολυθώ;» «Γιατί να σε πάω στη Νάπα και να σε βοηθήσω να ανταποκριθείς όσο καλύτερα γίνεται στις ανόητες απαιτήσεις του αν είχα τέτοιο σκοπό;» «Είχες λεφτά για ξόδεμα; Ανταγωνιζόσουν τον Μαρκ;» Ακούγομαι θρασεία και γεμάτη πικρία. Είμαι. «Δε μου αξίζει αυτό, Σάρα, και το ξέρεις». Η φωνή του είναι ένας ψίθυρος όλο θυμό εξαιτίας των κατηγοριών μου. Βαθιά μέσα μου, θέλω αυτός ο θυμός να σημαίνει κάτι, θέλω να τον πιστέψω, αλλά δεν πιστεύω καν στον εαυτό μου. Δεν εμπιστεύομαι την κρίση μου. «Αν ήθελες να απολυθώ, δεν έπιασε. Ο Μαρκ ορκίστηκε να με προστατεύσει και να μου μάθει τη δουλειά». «Να σε προστατεύσει». Ο τόνος του είναι σκληρός και η φωνή του ανέκφραστη, μια ξαφνική ένταση διαπερνά το κορμί μου. «Θέλεις να σε προστατεύσει ο Μαρκ ενώ εμένα μου λες ότι δε χρειάζεσαι προστασία;» «Απλώς θέλω να κάνω τη δουλειά μου». «Δεν έχει να κάνει με τη δουλειά με τον Μαρκ. Όχι μ’ εσένα». «Δεν το ξέρεις». «Έχεις διαβάσει τα ημερολόγια, Σάρα. Με ποιον στο καλό νομίζεις ότι η Ρεμπέκα έπαιζε παιχνίδια όπου την έδεναν; Σίγουρα δεν ήταν ο Ρέιφ». «Με τον άντρα που έχει πάει διακοπές». «Α, τώρα έχει πάει διακοπές, ενώ χθες το βράδυ ανησυχούσες ότι είναι νεκρή;» «Δεν είπα αυτό». «Το υπονόησες». Παίρνει βαθιά ανάσα και ξεφυσάει δυνατά. «Ξέρεις τι; Ώρα να δεις την πραγματικότητα, μωρό μου». Με πιάνει από το χέρι. «Έλα μαζί μου». Πεισμώνω και μένω ακίνητη. Ανοίγει τις κλειδαριές του αυτοκινήτου. «Μπες στο γαμημένο το αμάξι, Σάρα, αλλιώς, τ’ ορκίζομαι, θα σε σηκώσω και θα σε βάλω μόνος μου. Θα δεις και μόνη σου ποιος και τι είναι ο Μαρκ και σταμάτα να προσποιείσαι ότι δεν ξέρεις ήδη». «Και εφόσον έχεις πει ότι είσαι χειρότερος από τον Μαρκ, υποθέτω ότι τώρα θα μάθω τα βαθιά, σκοτεινά μυστικά σου;» «Ναι», λέει με σφιγμένο σαγόνι. Τα συναισθήματά μου αλλάζουν, ο θυμός μου εξατμίζεται. Ένας φόβος κάνει το στομάχι μου να σφίγγεται. Αυτή είναι η μεγάλη αποκάλυψη που πιστεύει ότι θα με κάνει να το βάλω στα πόδια. Πλησιάζω το αυτοκίνητο και μπαίνω μέσα.


30 Πέντε λεπτά αργότερα, η σιωπή που επικρατεί μέσα στο αυτοκίνητο με πνίγει περισσότερο από το σκοτάδι. Δεν έχουμε ανταλλάξει λέξη, και αυτό με σκοτώνει. Νιώθω φρικτές ενοχές που έκρινα τον Κρις τόσο σκληρά. Ήταν αρκετά ειλικρινής ώστε να μου πει ότι δε μετανιώνει που ο Μαρκ είδε το βίντεο. Σίγουρα ήταν ειλικρινής όταν μου είπε ότι δε με εκμεταλλεύτηκε για να φτιάξει αυτό το βίντεο. Κοιτάζω από το παράθυρο χωρίς να βλέπω τίποτα στην πραγματικότητα, νιώθω τον Κρις δίπλα μου απόμακρο, αλλά αρκετά κοντά ώστε να τον αγγίξω. Αυτή η συνειδητοποίηση με κάνει να αναριγώ. Στο μυαλό μου στριφογυρίζει η αίσθηση των χειλιών του στα δικά μου, και στα πιο απόκρυφα σημεία του κορμιού μου· το χάδι του χεριού του στο στήθος μου, τα δάχτυλά του που παιχνίδιζαν ανάμεσα στα πόδια μου. Η σιωπή συνεχίζεται και γίνεται σαφές ότι κατευθυνόμαστε προς τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ, σε μια ακριβή γειτονιά όπου κυριαρχούν δέντρα, πράσινο και επαύλεις με απίστευτες τιμές και συγκλονιστική θέα, αντί για τρόλεϊ και στέγες. Ο προορισμός μας είναι στην ακριβή γειτονιά Κάου Χόλοου, για την οποία έχω ακούσει αλλά δεν έχω επισκεφτεί ποτέ. Ο Κρις σταματάει μπροστά στην πύλη ενός τεράστιου κήπου και πληκτρολογεί έναν κωδικό. Είναι κι αυτό το σπίτι δικό του; Τον κοιτάζω, ανοίγω το στόμα μου για να ρωτήσω, αλλά το ύφος του είναι αυστηρό, η στάση του απρόσιτη, έτσι ξανακλείνω το στόμα μου. Η πύλη ανοίγει και διασχίζουμε έναν μακρύ δρόμο κι έναν κήπο που εκτείνεται για αρκετά χιλιόμετρα. «Τι είναι αυτό το μέρος;» ρωτάω κοιτάζοντας το σπίτι, μην μπορώντας να καταπολεμήσω άλλο την περιέργειά μου. «Πριβέ κλαμπ», απαντάει χωρίς να με κοιτάζει, κάνοντας τον κύκλο μιας αλέας και σταματώντας μπροστά στην πόρτα. Ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και ακουστικό μού ανοίγει την πόρτα. Ο Κρις κάνει τον γύρο της 911 και πετάει τα κλειδιά στον άντρα. «Καλώς ήρθατε, κύριε Μέριτ», λέει ο άντρας. «Καιρό έχω να σας δω». Ο Κρις δε δείχνει πολύ φιλικός. «Κράτησε το αυτοκίνητο μπροστά. Δε θα μείνω πολύ». Σταματάει δίπλα μου και ξεκρεμάει την τσάντα μου από τον ώμο μου. «Άφησέ τη στο αυτοκίνητο». Τη δίνει στον θυρωρό και κάνω να διαμαρτυρηθώ, αλλά χάνω τον ειρμό της σκέψης μου όταν ο άντρας μού ρίχνει ένα έντονο βλέμμα γεμάτο δυσφορία. Χαμογελάει αυτάρεσκα σαν να ξέρει κάτι που δεν ξέρω. Φυσικά ξέρει, και η ανησυχία μου αλώνει τα πάντα. «Άσε και το πανωφόρι σου», συμπληρώνει ο Κρις, και τρα​βάει το δερμάτινο μπουφάν από τους ώμους μου. Σ’ αυ​τό το σημείο δεν μπορώ καν να αντιδράσω και τον αφήνω να το δώσει στον άντρα που πήρε και την τσάντα μου. Ο Κρις πιάνει το χέρι μου και το άγγιγμα καίει το δέρμα μου. Τον νιώθω γεμάτο ένταση και νομίζω πως νιώθει ό,τι κι εγώ, αλλά δε με κοιτάζει, και μέσα μου τρέμω, η προσμονή μού προκαλεί νευρικότητα. Ανεβαίνουμε μια ντουζίνα σκαλιά προς μια διπλή κόκκινη πόρτα. Στα μισά, ο Κρις λέει: «Δεν είσαι μέλος, που σημαίνει ότι δε μιλάς με κανέναν και


μένεις στο πλευρό μου». Μου ρίχνει ένα αυστηρό βλέμμα για πρώτη φορά αφότου φτάσαμε. «Και εν​νοώ κανέναν, Σάρα». «Ε… εντάξει». Χριστέ μου, τι είναι αυτό το μέρος; Φτάνουμε στο τελευταίο σκαλοπάτι και η πόρτα ανοίγει. Άλλος ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και ακουστικό εμφανίζεται στην είσοδο και ο Κρις δεν κάνει τον κόπο να τον χαιρετήσει. «Πριβέ δωμάτιο». «Η Φωλιά του Λιονταριού είναι διαθέσιμη». Φωλιά του Λιονταριού; Γιατί δε μου ακούγεται καλό αυτό; Ο Κρις γνέφει καταφατικά και μπαίνουμε στο οίκημα. Παρατηρώ τα ψηλά ταβάνια, τους ακριβούς πίνακες στους τοίχους και μια στριφογυριστή σκάλα με ένα ανατολίτικο χαλί. Νιώθω μια κάποια ανακούφιση. Αυτό το μέρος είναι κομψό, μέρος για τους ελίτ, όπως θα περίμενε κανείς σε αυτή τη γειτονιά. Δεν είναι καθόλου τρομακτικό. Στρίβουμε σε έναν μακρύ διάδρομο στα δεξιά μας και αρχίζω πάλι να ανησυχώ καθώς έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε ξενοδοχείο. Πολυτελής μοκέτα κάτω από τα πόδια μου καθώς προσπερνάμε τη μια πόρτα μετά την άλλη. Ο Κρις σταματάει σε ένα κατώφλι στο βάθος του διαδρόμου και πληκτρολογεί έναν κωδικό σε έναν πίνακα στον τοίχο. Το γνωρίζει αυτό το μέρος και τον γνωρίζει κι αυτό. Ανοίγει την πόρτα και μου κάνει νόημα να προχωρήσω, αλ​λά με πιάνει από το μπράτσο μου πριν μπω. Το βλέμμα του είναι σκληρό, το σαγόνι του σφιγμένο. «Δυο πράγματα πρέπει να ξέρεις, Σάρα. Θα φύγουμε όταν θέλεις να φύγουμε, και αυτό το σπίτι είναι του Μαρκ». Γι’ αυτό μισιούνται. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Ξεροκαταπίνω. «Καταλαβαίνω». «Δε θα σου αρέσει αυτό που θα ανακαλύψεις». Έχω ακούσει τέτοια λόγια από τον Κρις και τώρα που τα ξανακούω βεβαιώνομαι. Αυτό είναι το μυστικό του και αυτή η γνώση με γεμίζει κουράγιο. «Υποθέτω θα μάθουμε σύντομα». Με κοιτάζει επίμονα, χωρίς να κουνιέται, το χέρι του κρατάει ακόμα σφιχτά το μπράτσο μου, σαν να μη θέλει να με αφήσει. «Πρέπει να με αφήσεις για να μπω μέσα, Κρις». Χαλαρώνει αργά τη λαβή του και μπαίνω μέσα. Νιώθω τη δροσερή ατμόσφαιρα να με συνεπαίρνει καθώς μπαίνω στο δωμάτιο όπου απλίκες με χαμηλό φωτισμό δίνουν στο εσωτερικό μια σαγηνευτική κεχριμπαρένια λάμψη. Μόλις αντικρίζω αυτό που βρίσκεται μπροστά μου, οι αισθήσεις μου υπερφορτώνονται και το χέρι μου ανεβαίνει στον λαιμό μου. Στα δεξιά μου είναι ένα βάθρο και πάνω του ένα μεγάλο ξύλινο κρεβάτι με δυο μεγάλες ασημένιες χειροπέδες προσαρτημένες στο κεφαλάρι. Στον τοίχο δίπλα του είναι ένας πίνακας με μαστίγια, αλυσίδες και διάφορα αντικείμενα που δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Στα αριστερά μου, άλλη μια εξέδρα με μια αψίδα κάποιου είδους, κι άλλες χειροπέδες. Ο Κρις με πλησιάζει από πίσω, νιώθω τη ζεστή ανάσα του στον λαιμό μου αλλά δε με αγγίζει. Μου δείχνει έναν καναπέ μπροστά από μια τεράστια οθόνη. «Σήμερα θα παρατηρούμε. Γιατί δεν κάθεσαι;» Πλησιάζω την πλάτη του καναπέ αλλά δεν πάω μπροστά για να καθίσω. Βυθίζω τα δάχτυλά μου στο μαλακό ύφασμα για να στηριχτώ καθώς νιώθω τα γόνατά μου αδύναμα. «Θα μείνω όρθια».


Ο Κρις στέκεται δίπλα μου. «Όπως θέλεις. Θα παρακολουθήσεις ζωντανά τι συμβαίνει σε ένα δωμάτιο ομαδικών παιχνιδιών σε ένα άλλο σημείο του σπιτιού». Παίρνει το τηλεκοντρόλ και ανοίγει την οθόνη. Αυτό που βλέπω μου κόβει την ανάσα. Μια γυναίκα γυ​μνή, με μάσκα, είναι δεμένη σε ένα βάθρο στη μέση μιας σκηνής, ενώ το κοινό, όλοι επίσης με μάσκες, κάθονται και παρατηρούν. Ένας άντρας με δερμάτινο παντελόνι κάνει έναν κύκλο γύρω της και νομίζω ότι κρατάει ένα καμτσίκι. Ταιριάζει με μια περιγραφή που θυμάμαι από τα ημερολόγια της Ρεμπέκα, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Τη βασανίζει, χτυπώντας τις ρώγες της με τη δερμάτινη άκρη του καμτσικιού, ξανά και ξανά. Εκείνη βογκάει και στο πρόσωπό της διακρίνω πάθος, ηδονή. Νιώθει ηδονή, και προς απογοήτευσή μου, νιώθω το σώμα μου να ανταποκρίνεται, μια ζεστασιά απλώνεται στην κοιλιά μου. Το καμτσίκι κατεβαίνει πιο χαμηλά βλέπω ότι είναι επίπεδο με μερικά δερμάτινα κορδόνια. Ο άντρας τη χαϊδεύει στην κοιλιά της και ανάμεσα στα πόδια της. Στέκεται κοντά της, τρίβοντας το δέρμα ανάμεσα στα πόδια της και τραβώντας τη ρώγα της. Ξαφνικά υγραίνομαι και πονάω και ντρέπομαι. Η γυναίκα βογκάει και ο άντρας τσιτώνει, δε φαίνεται ευχαριστημένος. Απομακρύνεται, δεν την αγγίζει πια ούτε με το χέρι του ούτε με το καμτσίκι. Κά​νει τον γύρο της και σταματάει πίσω της. Και μετά, τη χτυπάει δυνατά με το καμτσίκι. Αναστατώνομαι. Αναπηδάω ασθμαίνοντας. Εξακολουθεί να τη χτυπάει γρήγορα, και, Θεέ μου, πολύ δυνατά απ’ ό,τι φαίνεται. Στρέφομαι στον Κρις. «Την πονάει». «Αυτό θέλει εκείνη και εκείνος ξέρει τα όριά της. Αν είναι πολύ, λέει μια λέξη ασφαλείας και σταματάει». Νιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου που ξέρει τόσο καλά τι συμβαίνει εδώ. «Κοίτα καλά, Σάρα». Είναι διαταγή, χαμηλόφωνη και αυστηρή, σημάδι ότι δε συγχωρεί. «Πρέπει να καταλάβεις ότι ο Μαρκ σε θέλει εδώ». Μα αυτό δεν έχει να κάνει με τον Μαρκ. Έχει να κάνει με τον Κρις και αυτή η γνώση με κάνει να ξαναστραφώ στην οθόνη. Ένας άλλος άντρας ανεβαίνει στη σκηνή τώ​ρα, και κρατάει ενός είδους μπαστούνι. Κρατάω την ανάσα μου καθώς χτυπάει τη γυναίκα και το κορμί της τεντώνεται σαν τόξο προς τα μπρος. «Σταμάτα!» φωνάζω και στριφογυρίζω και ο Κρις με αγκαλιάζει. «Αρκετά. Είδα αρκετά». Αυ​τό ήταν πολύ πιο έντονο, υπερβολικά πιο έντο​νο από τα ημερολόγια. «Θέλω να φύγω. Θέλω να φύ​γω τώρα». Ο Κρις με κοιτάζει, αλλά δεν κλείνει την οθόνη. Ακούω ακόμα τη γυναίκα να ουρλιάζει. Η έκφρασή του είναι σκληρή, τα μάτια του παγερά – δεν τα έχω ξαναδεί έτσι. «Τώρα καταλαβαίνεις γιατί ήθελα να ξέρει ο Μαρκ ότι ήσουν εκτός ορίων; Γιατί είπα ότι σε προστατεύω;» Τον κοιτάζω, τις γραμμές του όμορφου προσώπου του, ψάχνοντας τον τρυφερό γελαστό άντρα που ξέρω καλά ότι δεν μπορώ να τον βρω. «Το κλαμπ είναι του Μαρκ, αλλά είσαι μέλος». «Σωστά». «Και… δέρνεις γυναίκες;» «Δεν είναι ξύλο, Σάρα. Είναι μια μορφή ικανοποίησης. Βοηθάει κάποιον να φτιαχτεί όσο χρειάζεται για να ικανοποιηθεί». Το στομάχι μου γίνεται κόμπος. «Και ξέρεις πώς να το κάνεις αυτό;»


«Ναι». «Και σου αρέσει να το κάνεις;» «Κατανοώ την ανάγκη». «Ποια ανάγκη; Πώς μπορεί να έχεις την ανάγκη να νιώσεις πόνο;» «Είναι ναρκωτικό. Ένας τρόπος να μη νιώθεις τίποτε άλλο». «Λες ότι σου αρέσει να νιώθεις πόνο;» «Έχω ανάγκη, Σάρα, δε μου αρέσει, και όχι όπως στο παρελθόν». «Τι σημαίνει αυτό;» «Υπήρχε μια εποχή που ήταν το μόνο που με έκανε να αντέχω ως την επόμενη μέρα». «Και τώρα;» «Όχι τόσο συχνά». «Αφήνεις μια γυναίκα να σε δένει και να σου κάνει κάτι τέτοιο δημόσια». «Όχι. Πηγαίνω σε πριβέ δωμάτια». Η ηρεμία που έχω καταφέρει να διατηρήσω γίνεται κα​πνός. Τον σπρώχνω μακριά μου. «Θέλω να φύγω». Με κρατάει σφιχτά. «Εννοείς να το βάλεις στα πόδια;» «Είπες ότι μπορούσα να φύγω όποτε ήθελα, Κρις». Γλιστράει το χέρι του στον αυχένα μου, με τραβάει μέχρι που το στόμα μου είναι κοντά στο δικό του. «Κι εσύ είπες ότι δε θα το έβαζες στα πόδια». «Απλώς… πρέπει να φύγω από αυτό το μέρος, Κρις. Θέλω να φύγω τώρα». Κάνει πίσω απότομα, και διακρίνω τον πόνο του και ένα κομμάτι μου που θέλει να πάει κοντά του και να τον αγκαλιάσει. Θέλω να του πω πως νομίζω ότι τον αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς ο άντρας που έχω γνωρίσει ανήκει σε αυτό το μέρος. «Σε παρακαλώ, πήγαινέ με στο αυτοκίνητό μου». Τον παρατηρώ, η έκφρασή του ψυχρή, τα μάτια του ακόμα παγερά, και τον νιώθω να κλείνεται στον εαυτό του. Ή ίσως αυτή τη φορά να απομακρύνομαι εγώ. Τα ’χω χάσει, τρέμω σύγκορμη. Πατάει ένα κουμπί στο τηλεχειριστήριο και κλείνει την οθόνη, το πετάει κάτω και δείχνει την πόρτα. Δε με αγγίζει, και ο χρόνος που μας παίρνει να διασχίσουμε τον διάδρομο μοιάζει ατελείωτος. Δεν κοιτάζω τους άντρες με τα κοστούμια, δε θέλω να δω τον χλευασμό στα μάτια τους. Σύντομα, βρισκόμαστε ξανά στο σκοτάδι του αυτοκινήτου, και η σιωπή πέφτει πηχτή και βαριά ανάμεσά μας. Έχω μουδιάσει, δεν μπορώ να σκεφτώ λογικά. Όταν πλέον ο Κρις παρκάρει πίσω από το αυτοκίνητό μου είμαι ζαλισμένη. «Έλα σπίτι μαζί μου», λέει και με εκπλήσσει. «Έλα σπίτι μαζί μου και δώσε μου μια ευκαιρία να σου εξηγήσω, Σάρα». Το στήθος μου ποτέ δεν έχει πονέσει όπως τώρα. «Δεν μπορεί να είμαι αυτό που χρειάζεσαι». Γυρίζει προς το μέρος μου και κάνει να με αγγίξει αλ​λά διστάζει και αφήνει το χέρι του να πέσει κάτω. «Είσαι αυτό που χρειάζομαι. Με κάνεις να νιώθω ζωντανός, Σάρα». Ακούγοντάς τον να χρησιμοποιεί τις λέξεις που είχα χρησιμοποιήσει, νιώθω ένα σφίξιμο στον λαιμό και ένα κάψιμο πίσω από τα μάτια μου. Τον περιεργάζομαι, κοιτάζω διερευνητικά το πρόσωπό του. «Μπορείς να μου πεις ειλικρινά ότι δε θα χρειαστείς ξανά πόνο;»


«Όλο αυτό είναι καινούργιο για μένα, Σάρα. Αυτός ο τρόπος ζωής ήταν το ναρκωτικό μου. Ο τρόπος μου να μη νιώθω τίποτα. Τώρα όμως νιώθω. Νιώθω μαζί σου και για σένα. Δεν μπορεί να μου δώσει πια αυτό που μου έδινε». Αυτό θέλω ν’ ακούσω κι όμως δεν είναι αρκετό. «Αλλά δεν μπορείς να ξέρεις ότι δε θα χρειαστείς ξανά αυτό το… μέρος». «Ό,τι χρειάζομαι μπορείς να μου το δώσεις εσύ». Κουνάω το κεφάλι μου πέρα-δώθε. «Όχι. Όχι, δεν μπο​ρώ». Πάω προς την πόρτα και με πιάνει από το μπράτσο. Με διαπερνά μια θερμότητα και έχω μια ξαφνική παρόρμηση να τον αγγίξω, να τον νιώσω κοντά μου. Με συνεπαίρνει, με μπερδεύει. «Σε παρακαλώ, Σάρα, μην το βάλεις στα πόδια». Κοιταζόμαστε και κάτι συμβαίνει αστραπιαία μεταξύ μας. Δεν ξέρω ποιος κάνει την πρώτη κίνηση, αλλά βρισκόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον και ανταλλάσσουμε ένα καυτό φιλί, και το άγγιγμα των χεριών του στα μαλλιά μου είναι ό,τι χρειάζομαι αλλά δεν είναι αρκετό. Βαριανασαίνω όταν πιέζει το μέτωπό του στο δικό μου. «Έλα σπίτι μαζί μου». Θα ήταν τόσο εύκολο να πω ναι, αλλά είμαι μπερδεμένη και καθόλου σίγουρη. «Δεν μπορώ να σκεφτώ όταν είμαι μαζί σου, Κρις. Δεν μπορώ να σκεφτώ και πρέπει να σκεφτώ». «Φεύγω το πρωί». «Το ξέρω». Και δε θέλω να φύγει, που είναι απόδειξη του πόσο τα ’χω χαμένα αυτή τη στιγμή. Χρειάζομαι χώρο και χρόνο, αλλά θέλω και τον Κρις μαζί μου. «Νομίζω… ότι αυτό θα μου δώσει λίγο χρόνο να σκεφτώ. Χρειάζομαι… χρόνο». Αποτραβιέται, προσπαθεί να διακρίνει το πρόσωπό μου μέσα στις σκιές του σκοτεινού αυτοκινήτου. «Εντάξει». Κατεβάζει το χέρι του. Κρυώνω και είμαι χαμένη χωρίς το άγγιγμά του. Εντάξει. Με αφήνει να φύγω και ξέρω ότι αυτό ζήτησα, αλλά και πάλι με πονάει. Ψάχνω να βρω την τσάντα και τον χαρτοφύλακά μου που έχουν μπλεχτεί στα πόδια μου. Ο Κρις με βοηθάει και καταφέρνω να περάσω και τα δυο λουριά στον ώμο μου. Κάνει να πιάσει το μπουφάν αλλά δεν το θέλω. Θέλω να βγω από το αυτοκίνητο πριν αλλάξω γνώμη. Ανοίγω την πόρτα και στέκομαι όρθια ενώ τα γόνατά μου τρέμουν, και κλείνω την πόρτα αφήνοντας τον Κρις πίσω μου. Πηγαίνω στο αυτοκίνητό μου σχεδόν τρέχοντας, ξεκλειδώνω και μπαίνω μέσα. Μόλις κάθομαι, βάζω μπροστά και ξεπαρκάρω. Με το που βγαίνω στον δρόμο, καθώς απομακρύνομαι από τον Κρις, τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Τα σκουπίζω, προσπαθώντας να δω μπροστά μου. Όταν φτάνω στο διαμέρισμά μου, είμαι χάλια. Κλειδώνω την πόρτα, γλιστράω πάνω της και ξεσπάω σε κλάματα. Το τηλέφωνό μου χτυπάει, έχω μήνυμα και δεν το κοιτάζω. Στα τυφλά σηκώνομαι και πηγαίνω στο μπάνιο για να κάνω ένα ζεστό ντους. Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει όταν πιάνω το κινητό μου και κουλουριάζομαι μια μπάλα στο κρεβάτι. Προετοιμάζομαι ψυχολογικά για το μήνυμα που είμαι σίγουρη ότι είναι του Κρις και κοιτάζω την οθόνη. Σε παρακαλώ, πες μου ότι έφτασες καλά. Και μετά, δέκα λεπτά αργότερα: Σάρα. Πες μου ότι είσαι καλά.


Τα μηνύματα συνεχίζουν μέχρι το τελευταίο, πέντε λεπτά αργότερα. Αν δεν έχω νέα σου, σύντομα θα έρθω να δω αν είσαι καλά. Καλά είμαι, γράφω και αφήνω το κινητό στο κρεβάτι, αλλά δεν είμαι καθόλου καλά. Την Τρίτη το πρωί, μετά βίας καταφέρνω να σηκωθώ από το κρεβάτι και όταν κοιτάζω το ρολόι, ξέρω ότι ο Κρις έχει φύγει, είναι στο αεροπλάνο και πηγαίνει σε άλλη πόλη. Έχω μια βδομάδα να σκεφτώ, μια βδομάδα να μου λείψει. Μια βδομάδα να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Πίνω καφέ όταν αρχίζω να σκέφτομαι τι μου είπε. Δώσε μου μια ευκαιρία να σου εξηγήσω. Η ανάμνηση με χτυπάει σαν κεραυνός, και με ταρακουνάει. Αποζητά τον πόνο για να μη νιώθει άλλα πράγματα. Τι άλλα πράγματα; Βαθιά μέσα μου υπάρχει μια βεβαιότητα, που ολοένα μεγαλώνει, ότι στο παρελθόν του Κρις υπάρχουν περισσότερα πράγματα απ’ όσα ξέρω. Τι έχει περάσει και πώς μπορώ εγώ να τον κρίνω αν δεν ξέρω πόσο φρικτά μπορεί να είναι; Πηγαίνω στο κρεβάτι μου όπου έχω απλώσει τη μαύρη φούστα και την μπεζ μπλούζα μου, αλλά μια ξαφνική ανάγκη να νιώσω κοντά στον Κρις με οδηγεί στην καινούργια μου βαλίτσα, απ’ όπου βγάζω το τελευταίο φόρεμα από τις σακούλες με τα δώρα μου, ένα εκρού φόρεμα με εβαζέ φούστα. Όταν ανοίγω την εξώπορτα για να φύγω, κοκαλώνω στη θέα ενός μεγάλου κίτρινου φακέλου με το όνομά μου γραμμένο με τον γραφικό χαρακτήρα του Κρις. Νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά και τον σηκώνω ανυπόμονα, με τρεμάμενα χέρια. Κοιτάζω το σχέδιο μέσα και μου κόβεται η ανάσα. Είναι ένα ασπρόμαυρο σχέδιο, εγώ γυμνή στο παράθυρο του διαμερίσματός του, με τα υπέροχα φώτα της πόλης πίσω μου. Πάνω στο σχέδιο υπάρχει ένα χαρτί που λέει: «Είσαι ό,τι χρειάζομαι». Αφήνω το κεφάλι μου να πέσει και προσπαθώ να διώξω το κάψιμο που νιώθω στα μάτια. «Ω, Κρις», ψιθυρίζω. Τον αγαπώ αυτόν τον άντρα. Η λογική μου λέει ότι είναι πολύ νωρίς για να νιώθω κάτι τέτοιο, αλλά η καρδιά μου έχει κερδίσει τη μονομαχία. Και είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ο Κρις θα μου κάνει την καρδιά κομμάτια πριν τελειώσει όλο αυτό, αλλά και πάλι, δεν μπορώ να ευχηθώ να φύγει. Φτάνω στη δουλειά, και για πρώτη φορά μετά τη νύχτα στο κλαμπ, ανησυχώ που θα αντικρίσω τον Μαρκ. Ωστόσο, η Αμάντα μου λέει ότι ο Μαρκ θα είναι εκτός γκαλερί το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Είναι τα καλύτερα νέα που μπορώ ν’ ακούσω. Χρειάζομαι χώρο για να συνέλθω. Καθώς έχω ανάγκη να σκεφτώ κάτι άλλο εκτός από τον Κρις και τον Μαρκ, πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά, ξεκινώντας με ένα τηλεφώνημα στον Ρίκο από το κινητό μου. Απαντάει αμέσως. «Είμαι η Σάρα ΜακΜίλαν από την γκαλερί Σαγήνη». Μουρμουρίζει κάτι στα ισπανικά και είμαι σίγουρη πως δεν είναι όλες οι λέξεις του καλές. «Δεν έχω χρόνο γι’ αυ​τό το τηλεφώνημα, κυρία ΜακΜίλαν». «Έχω έναν πελάτη που θέλει να παρακολουθήσει μια ιδιωτική παρουσίαση της συλλογής σας. Λατρεύει τη δουλειά σας όπως πολλοί από μας». Σιωπή. «Θαυμάζετε τη δουλειά μου;» «Τρομερά. Είχα παραβρεθεί στη φιλανθρωπική εκδήλωση και έλπιζα να σας γνωρίσω. Θα ήταν τιμή μου. Θα χαιρόμουν να γίνει κάτι τέτοιο τώρα».


Και άλλη σιωπή. «Ελάτε στην ιδιωτική μου γκαλερί αύ​ριο το απόγευμα στις εφτά. Αν νιώσω ότι είστε ικανή, τό​τε θα καλέσω τον πελάτη σας την επόμενη φορά». «Έξοχα. Ναι. Ευχαριστώ». «Και, κυρία ΜακΜίλαν, μη φέρετε τον Μαρκ». Κλείνει το τηλέφωνο. Τον Μαρκ. Όχι τον κύριο Κόμτον. Νιώθω μια ενοχλητική ανατριχίλα στην πλάτη και αναρωτιέμαι με φόβο μήπως εκείνος και ο Μαρκ έχουν κάποια σχέση λόγω του πριβέ κλαμπ. Το τηλέφωνό μου δονείται με ένα μήνυμα την ώρα που το κρατάω και το ανοίγω και διαβάζω: Δε θέλω να μου λείπεις, αλλά, να πάρει ο διάολος, ήδη μου λείπεις. Μην το βάλεις στα πόδια, Σάρα. Εισπνέω καθώς διάφορα συναισθήματα με κατακλύζουν και ξέρω ότι δεν μπορώ να του υποσχεθώ ότι δε θα φύγω. Μου λείπεις, γράφω, και, Θεέ μου, είναι αλήθεια. Τότε έλα εδώ μαζί μου. Δεν μπορώ. Το ξέρεις. Περιμένω να μου απαντήσει. Περιμένω και περιμένω. Στο τέλος μου στέλνει ένα απλό Το ξέρω. Το ξέρω; Τι σημαίνει αυτό; Μου φαίνεται σημαντικό να επικοινωνήσω μαζί του με κάποιον τρόπο, να του δώσω το μήνυμα ότι είμαι εδώ, ότι προσπαθώ να καταλάβω. Γλείφω τα χείλια μου και γράφω: Μακάρι να μπορούσα όμως. Δεν απαντάει και δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Φτάνει η ώρα του μεσημεριανού και πηγαίνω βιαστικά στο κτίριο όπου έμενε η Ρεμπέκα, αλλά μου λένε ότι δεν μπορούν να δώσουν προσωπικές πληροφορίες και ότι η Ρεμπέκα δεν μένει πια εκεί. Δε θα αφήσω κάτι τέτοιο να με αποθαρρύνει. Θα βρω άλλον τρόπο να τη βρω. Πηγαίνοντας στο κλαμπ με τον Κρις σκέφτηκα πόσο εύκολα θα μπορούσε η Ρεμπέκα να μπλεχτεί σε κάτι τόσο βαθύ, τόσο έντονο, και να έπαθε κακό. Η αποφασιστικότητά μου να τη βρω ενισχύεται από μια καινούργια, ατρόμητη διάθεση εκδίκησης. Περνάω από το καφέ, ελπίζοντας να βρω την Άβα ώστε να ρωτήσω ευθέως πώς λέγεται ο φίλος της Ρεμπέκα. Είναι εκτός πόλης πάλι. Περνάω την υπόλοιπη ώρα του μεσημεριανού καλώντας τυχαία νούμερα που βρήκα στην ατζέντα της Ρεμπέκα, αλλά δε βγάζω άκρη. Αποφασίζω να πάω στην αποθήκη μετά τη δουλειά και να ψάξω εφόσον θα σχολάσω νωρίς. Αργά το απόγευμα, δεν έχω νέα του Κρις και τρελαίνομαι. Δεν έχω πάρει είδηση ότι έχει έρθει ο Μαρκ μέχρι που σκύβει το κεφάλι του από την πόρτα μου. «Η Μαίρη είναι στην τουαλέτα και κάνει εμετό κι εγώ έχω άλλη μια συνάντηση. Θα σας χρειαστώ ως αργά». «Ναι. Εντάξει». «Ωραία». Φεύγει βιαστικά. Τσεκάρω τις ώρες που είναι ανοιχτή η αποθήκη. Αν φύγω ακριβώς στις οχτώ θα έχω μπροστά μου μια ώρα να ψάξω. Φτάνω στην αποθήκη στις οχτώ και τέταρτο και ακόμα δεν έχω νέα από τον Κρις. Τρελαίνομαι. Με τρελαίνει και είμαι έτοιμη να αρχίσω το ψάξιμο για να βρω απαντήσεις, ελπίζοντας ότι αυτό θα με κάνει να νιώσω πως κάνω κάτι που αξίζει τον κόπο. Τη στιγμή που παρκάρω και κοιτάζω το τσιμεντένιο κτίριο με τις πορτοκαλί πόρτες, θυμάμαι πόσο σιχαίνομαι αυτό το μέρος, αλλά μου υπενθυμίζω ότι όλο αυτό δεν έχει να


κάνει μ’ εμένα. Ποτέ δεν είχε να κάνει μ’ εμένα. Η Ρεμπέκα έχει εξαφανιστεί. Δεν πιστεύω ούτε για μια στιγμή ότι είναι διακοπές, ότι παράτησε το διαμέρισμά της και όλα της τα πράγματα. Δε βγάζει νόημα. Γιατί να τα βάλει σε μια αποθήκη; Και πάλι, από το γεγονός αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι πήρε συνειδητή απόφαση να φύγει. Αλλά γιατί δεν το πιστεύω ακόμα; Θυμάμαι την τελευταία μου επίσκεψη και τα ζογκλερικά που έκανα, έτσι αποφασίζω να αφήσω την τσάντα μου στο αυτοκίνητο για να έχω λιγότερα να κουβαλάω όταν θα φύγω. Με το κλειδί στο χέρι, βγαίνω από το αυτοκίνητο και κάτω από ένα τρεμάμενο φως παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω. «Τώρα μπαίνει τρομακτική μουσική», μουρ​μουρίζω καθώς αρχίζω να περπατώ, κοροϊδεύοντάς με που νιώθω τέτοια νευρικότητα. Οι εξώπορτες είναι ανοιχτές. Πηγαίνω προς την αποθήκη της Ρεμπέκα και την ξεκλειδώνω, βάζω το χέρι μου μέσα και ανάβω το φως. Ανατριχιάζω καθώς κοιτάζω τα τακτικά πακεταρισμένα προσωπικά της αντικείμενα. Όλα είναι στη θέση τους, όπως τα άφησα. Σκέφτομαι προς στιγμήν να κλείσω την πόρτα, αλλάζω όμως γνώμη καθώς φαντάζομαι την ανατριχιαστική εικόνα του να βρεθώ κλειδωμένη εδώ μέσα. Μην έχοντας χρόνο για χάσιμο, κάθομαι πάνω σε ένα κουτί, ευχόμενη να φορούσα τζιν. Ψαχουλεύω κάτι χαρτιά όταν ακούω ένα δυνατό μπαμ. Συνοφρυώνομαι και μένω ακίνητη, αφουγκράζομαι. Μια ξαφνική ψύχρα πέφτει στο δωμάτιο, και σηκώνομαι, κάθε νευρική απόληξη του κορμιού μου είναι στην τσίτα. Άλλο ένα μπαμ και τα φώτα σβήνουν. Έχει πίσσα σκοτάδι και ανοίγω το στόμα μου για να ουρλιάξω αλλά από ένστικτο πνίγω το ουρλιαχτό μου. Και άλλο μπαμ. Ένα βήμα. Κάποιος είναι εδώ μαζί μου.


Ευχαριστίες Χρόνια πολλά στην Τίνα, που είναι ο τυχερός μου άγγελος και καλή φίλη. Χωρίς την αγάπη και την υποστήριξή της δε θα είχα επιβιώσει από τα νεύρα μου κατά τη διάρκεια αυτού του ξεχωριστού πρότζεκτ. Και ευχαριστώ όλες τις Underground Angels που με έχουν στηρίξει τόσο πολύ. Κυρίες μου, είστε στ’ αλήθεια τα φτερά μου. Ευχαριστώ τους αναγνώστες μου που καθιστούν δυνατό να κάνω αυτό που μου αρέσει και πολλούς από σας που με βοηθήσατε να διαδώσω την ιστορία. Και ευχαριστώ τους πολλούς μπλόγκερ που με βοήθησαν να διαδοθεί η ιστορία! ΤΕΛΟΣ Eπισκεφθείτε τις Εκδόσεις ΤΟΥΛΙΠΑ στις διευθύνσεις: http://ekdoseistoulipa.gr και http://www.facebook.com/EkdoseisToulipa


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΑΣΑ ΓΚΡΕΪ ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μετάφραση: Χρήστος Καψάλης Πριν προχωρήσετε, ας ξεμπερδέψουμε πρώτα με κάτι. Θέλω να σας ζητήσω τρία πράγματα. Πρώτον: Μην προσβληθείτε από οτιδήποτε διαβάσετε από εδώ και πέρα. Δεύτερον: Αφήστε τις αναστολές σας κατά μέρος. Τρίτον και σημαντικότερο: Ό,τι δείτε και ακούσετε στη συνέχεια πρέπει να μείνει μεταξύ μας. Εντάξει. Προχωράμε τώρα στο ζουμί. Η Κάθριν, φοιτήτρια σε σχολή κινηματογράφου, βιώνει ένα ασυγκράτητο ξύπνημα σεξουαλικότητας και ερωτικού πάθους, κάτι σαν οίστρο που, σιγά σιγά, αρχίζει να ελέγχει τις κινήσεις της. Χωρίς ούτε η ίδια να το καταλάβει, τα βήματά της οδηγούν στην καρδιά μιας μυστικής λέσχης, εκεί όπου οι πιο ισχυροί άνθρωποι του κόσμου συναντιούνται και βυθίζονται στις πιο προσωπικές, τις πιο βαθιές και, συχνά, τις πιο σκοτεινές σεξουαλικές τους φαντασιώσεις. Αυτές οι ακραίες και συναρπαστικές εμπειρίες προσφέρουν στην Κάθριν απολαύσεις πιο έντονες απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί αλλά, την ίδια στιγμή, αυτός ο καινούργιος, ιδιαίτερος τρόπος ζωής απειλεί να της στερήσει όλα όσα αγαπά. Το βιβλίο θα το βρείτε εδώ: http://www.ekdoseistoulipa.gr/index.php/ta-vivlia-mas1.html


ΣΙΛΒΕΝ ΡΕΪΝΑΡ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ – Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ (Βιβλίο 1) Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη Αινιγματικός και μυστήριος, ο καθηγητής Γκάμπριελ Έμερσον έχει μια διπλή ζωή. Το πρωί, είναι ένας παγκοσμίου φήμης ειδικός μελετητής του Δάντη. Το βράδυ, είναι ένας αφοσιωμένος κυνηγός των ηδονών και των κάθε λογής απολαύσεων. Εκμεταλλεύεται τη γοητεία του, περιβόητη σε όλο το πανεπιστήμιο, καθώς και τους εκλεπτυσμένους του τρόπους προκειμένου να στραγγίξει κάθε απαγορευμένο καρπό. Ωστόσο, ο Γκάμπριελ βασανίζεται κρυφά από το σκοτεινό παρελθόν του και, βαθιά μέσα του, τον κατατρώει η υποψία ότι γι’ αυτόν δεν υπάρχει πια ελπίδα ή λύτρωση. Όταν η αθώα, γλυκιά Τζούλια Μίτσελ γίνεται δεκτή από τη σχολή για να κάνει το μεταπτυχιακό της πάνω στον Δάντη, ο Γκάμπριελ δεν αργεί να την ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους καθώς υπάρχει ανάμεσά τους ένας ακαθόριστος δεσμός, μια μυστήρια σχέση που θα θέσει σε κίνδυνο την καριέρα του και θα φέρει απρόσμενες ανατροπές στην ύπαρξή του. Μια σαγηνευτική, όλο ένταση περιπλάνηση στους μηχανισμούς της αποπλάνησης, στον απαγορευμένο έρωτα, στην αμαρτία αλλά και στη δυνατότητα της σωτηρίας. Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ είναι η ιστορία ενός άγριου, παράφορου πάθους, είναι το χρονικό της απόδρασης ενός άντρα από την προσωπική του Κόλαση καθώς επιχειρεί να κερδίσει το απόλυτο που είναι η συγχώρεση και, φυσικά, ο έρωτας μιας γυναίκας. Το βιβλίο θα το βρείτε εδώ: http://www.ekdoseistoulipa.gr/index.php/ta-vivlia-mas1.html


Η ΛΙΣΑ ΡΕΝΕ ΤΖΟΟΥΝΣ είναι η συγγραφέας της ευπώλητης τριλογίας Inside Out, που έχει πουληθεί σε περισσότερες από δέκα χώρες. Ξεκίνησε τη συγγραφική της καριέρα το 2007 και από τότε έχει εκδώσει παραπάνω από τριάντα βιβλία, που κατέκτησαν κατά καιρούς τις λίστες των μπεστ σέλερ των New York Times. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της συγγραφέως: www.lisareneejones.com

Αν ημουν εσυ λισα ρενε τζοουνσ (1)  
Αν ημουν εσυ λισα ρενε τζοουνσ (1)  
Advertisement