Issuu on Google+

Καιροί

και χρόνια έχουν περάσει από τότε που τον Εργοκλή τον κυνηγούσε, λέει, ένας παράξενος γίγαντας. Τόσα πολλά, που κοντεύει πια να ξεχαστεί ολότελα τούτη η ιστορία. Οι γεροντότεροι, δίχως άλλο, θα την έχουν ακουστά. Όμως αν τους ρωτήσεις, άλλοι θα σου πουν πως ψέματα ήταν όλ’αυτά και γίγαντες δεν υπάρχουν, άλλοι πως τον γίγαντα τον νίκησε στο τέλος ο Εργοκλής και γλίτωσε μιά για πάντα, κι άλλοι πως το θεριό έσκασε μοναχό του - απ’το κακό του δηλαδή που δεν κατάφερε να τον πιάσει. Την αλήθεια, ωστόσο, ποιός την ξέρει; Κείνο που όλοι ξέρανε τα χρόνια τα παλιά, στου Εργοκλή το χωριό, ήτανε πως ο γίγαντας τον είχε πάρει στο κατόπι από παιδί, για να τον κάνει σκλάβο του. -Μην τεμπελιάζεις! Απόπαιρνε τον Εργοκλή ο πατέρας του, σαν τύχαινε να τον ιδεί πρωί πρωί να μιλάει στα δέντρα και στα λουλούδια, όταν τον έβλεπε τ’απομεσήμερο να παίζει και να κουβεντιάζει με τα ζωντανά, σαν τον πετύχαινε το βράδυ να κοιτάζει τ’άστρα, θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει. Γιατί όλα τούτα τα’χε συνήθειο ο Εργοκλής. Κι ας μην έβρισκε άκρη με τ’άστρα κι ας μην καταλάβαινε τι έλεγαν τα ζωντανά, κι ας μην του απαντούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια. -Μην τεμπελιάζεις! του φώναζε ο πατέρας του. Μεγάλωσες πια κι ο καιρός περνάει. Μάθε γράμματα, μάθε μια τέχνη να γλιτώσεις από τη φτώχεια, να ξεφύγεις του γίγαντα , μη σε σκλαβώσει σαν και του λόγου μου. Γιατί άμα μείνεις φτωχός, θά’σαι αδύναμος σαν και μένα. Και τότε θά’ρθει μια μέρα το θεριό να σε πιάσει. Σκλάβο του θα σε

κάνει, θα σε βάλει στη δούλεψη του κι από τα νύχια του δεν θα μπορείς να γλυτώσεις - και να το ξέρεις. -Από τα νύχια του δεν μπορώ να γλιτώσω, το ξέρω, μουρμούριζε ο Εργοκλής, σαν άκουγε του πατέρα του τις ορμήνιες. Κι ύστερα ρώταγε φοβισμένα: -Είναι πολύ μεγάλος πατέρα ο γίγαντας; Έχει μεγάλο κορμί; -Και μεγάλο κορμί έχει και δύναμη πολλή έχει, πρόσωπο δεν έχει μονάχα , του αποκρινόταν. Λαχτάριζε ακόμα πιο πολύ ο Εργοκλής με τούτα τα παράξενα που άκουγε, πιότερο γιατί δεν καταλάβαινε: πως γινότανε δηλαδή να μην έχει πρόσωπο το θεριό; Και γιατί τάχα να λέει ο πατέρας του πως ήταν του λόγου του αδύναμος, αφού και το κορμί του και τα μπράτσα του ήταν γερά και δουλειά στο χωριό τους δεν ήταν που να μην μπορεί να την καταφέρει; Κι ύστερα πως γινόταν να’ναι ο πατέρας του σκλάβος του γίγαντα και τον γίγαντα ο Εργοκλής να μην τον έχει ανταμώσει ποτέ; Για να το λέει, όμως, αυτός έτσι θα ήτανε. Και σίγουρα ο Εργοκλής καλά θα έκανε τον γίγαντα να τον φοβάται. Τον φοβόταν λοιπόν κι αυτός, τον φοβόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου σαν πέρασε λίγος καιρός, θαρρούσε πως το πρωί , πίσω απ’του βουνού την κορφή,ξεμύτιζε του γίγαντα το κεφάλι. Τ’απομεσήμερο θαρρούσε πως άκουγε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Και το βράδυ θαρρούσε πως ξεχώριζε στον ουρανό μια μαυριδερή σκιά να πλαταίνει. Παράτησε λοιπόν τα άστρα και τα μετρήματα, σταμάτησε τις κουβέντες με τα ζωντανά, λησμόνησε τα δέντρα και τα λουλούδια , πήρε βιβλία


μολύβια και χαρτιά κι έτρεξε με τ’άλλα παιδιά στο σχολείο, για να μάθει γράμματα. Γραφτό του ήταν, ωστόσο, του Εργοκλή γράμματα πολλά να μη μάθει. -Χάνει την ώρα του ο γιος σου με το σχολείο και το δάσκαλο, είπε μια μέρα στον πατέρα του ένας τρανός πραματευτής που’χε φτάσει στο χωριό με την φανταχτερή του πραμάτεια. Τα πολλά γράμματα τι να τα κάνει; Πλούσιος γίνεται και με τα λίγα που ξέρει. Δώς’μου τον για παραγιό κι αν μάθει τη δουλεία καλά κι καταπώς πρέπει, σα μεγαλώσει, θά’χει βιός πιότερο απ’το δικό μου. Ο πατέρας του Εργοκλή δεν ήθελε να τον δώσει. Τον πονούσε το γιο του, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Έβαλε ύστερα και τα κλάματα η γυναίκα του, σαν άκουσε πως θα ‘φευγε το παιδί τους, κι ο πραματευτής έτοιμος ήταν να ξεκινήσει μονάχος. Όμως ο Εργοκλής, που πες πες για τον γίγαντα φοβότανε τώρα πιότερο το θεριό απ’ότι αγαπούσε τα γονικά του, ήθελε και καλά να φύγει από το χωριό. Αν πήγαινε μακριά, σκάφτηκε, που ξέρεις; Μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον βρει. -Αν θέλεις να μη με σκλαβώσει και μένα ο γίγαντας, άσε με, πατέρα, κι ας πάω, του είπε. Προκοπή στο χωριό δε θα δω. Φτωχός θα μείνω, αδύναμος θα’μαι, και το θεριό θα με πιάσει, δεν θα γλιτώσω. Ο πατέρας του το σκέφτηκε από εδώ, το ξανασκέφτηκε από κει και τέλος είπε το ναι κι ας μη τό’θελε, ας έκλεγε κι η γυναίκα του.

Έδωσε την ευχή του στον Εργοκλή με σφιγμένη καρδιά , θες για να μη του χαλάσει χατίρι, θες γιατί καταλάβαινε πως ζήγωνε η ώρα που θα ερχόταν το θεριό, την αλήθεια ποίος την ξέρει; Ξεκίνησε λοιπόν ο Εργοκλής με το καινούριο αφεντικό, να δουλέψει παραγιός, να μάθει του πραματευτή τη δουλειά, να γίνει πλούσιος και δυνατός, να μην μπορεί μήτε γίγαντας, μήδε κανένας και τίποτα σε τούτο τον κόσμο να τον σκλαβώσει. Δεν ήταν όμως κι εύκολη η δουλειά που του λάχε να κάνει. Στιγμή δε στεκόταν, λεφτό δε του περίσσευε να αναπαυτεί. Χωριό και κεφαλοχώρι δεν άφηναν με τον πραματευτή που να μη σταματήσουν, να μην ξεφορτώσουν, να μην απλώσουν την πραμάτεια τους και να μην αρχίσουν το πούλημα. Και μόλις τέλειωναν τα καλά που κουβαλούσαν μαζί τους, πήγαιναν στη μεγάλη πόλη με τη μεγάλη αγορά και γέμιζαν τη μεγάλη καρότσα του αφεντικού μ’άλλα καινούρια. Τάιζαν ύστερα καλά τ’άλογο τους, έπινε το αφεντικό κρασί μπόλικο, καλότρωγε και ο Εργοκλής κι άρχιζαν πάλι να τριγυρνάνε σε χωριά και κεφαλοχώρια. -Κουράστηκα, έλεγε ο παραγιός κάθε τόσο , σαν πλήθαιναν οι δουλειές, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα. Όμως το αφεντικό δεν τον λυπότανε καθόλου. -Η δουλειά έχει κούραση, του αποκρινόταν. Αν δεν δουλέψεις, προκοπή δεν θα δεις. Όσο κι’αν δούλευε όμως ο Εργοκλής , την προκοπή δεν την έβλεπε. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος , πέρασε δεύτερος , πέρασε τρίτος, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, μα φτωχός ήτανε και φτωχός έμεινε. Παραγιός ήταν και παραγιός έμεινε. Να τρέχει να βοηθάει τ’αφεντικό , να φορτώνει και να ξεφορτώνει την πραμάτεια στη μεγάλη καρότσα, να φροντίζει το άλογο, κι’όλο


να γυρίζει από χωριό σε κεφαλοχώρι, κι’όλο τα ίδια και τα ίδια και τίποτα μα τίποτα να μην αλλάζει. Κι’ούτε μια νύχτα να μην πέφτει στο στρώμα και να μην είναι ξεθεωμένος από την κούραση και κακιωμένος με τη μαύρη του μοίρα. Μια τέτοια νύκτα, μια νύχτα που ήταν πιότερο κουρασμένος και κακιωμένος από τις άλλες, είδε ένα άσχημο όνειρο. Ξάφνου, λέει, εκεί που φόρτωνε, άρχισε η πραμάτεια να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, ώσπου γίγαντας έγινε ολάκερος και με μιά φωνή βροντερή του φωνάζει: ~.~.~.~.~.~.~.~ -Χα, Χα! Να ο καλός μου φίλος, ο Εργοκλής! Αλλού τον γύρευα κι εδώ τον βρίσκω. Να που τον έπιασα τώρα για τα καλά και σκλάβο μου θα τον κάνω για πάντα χωρίς να το καταλάβει! Ο Εργοκλής σκιάχτηκε τόσο που πέτρωσε και δεν ήξερε τι να κάνει. Έπειτα , όμως, μάζεψε το κουράγιο του και φώναξε στο θεριό: - Ψέματα λες Δεν με έχεις πιάσει και σκλάβο σου δεν θα με κάνεις. Εγώ δουλεύω παραγιός στον πραματευτή. Nύχτα και μέρα τις δικές του δουλειές φροντίζω και μια μέρα θα γίνω πλούσιος και δυνατός και ποτέ δεν θα μπορείς να με πιάσεις. Ο γίγαντας τότε γέλασε ακόμα πιο βροντερά, τόσο που ο Εργοκλής ξύπνησε και πετάχτηκε από το στρώμα. Κι από την τρομάρα του δε γινόταν άλλο να κοιμηθεί και βάλθηκε να σκέφτεται το όνειρο του. Κοίταξε τότε ψηλά , κατά τον ουρανό, και του φάνηκε πως είδε στ’αλήθεια του γίγαντα την σκιά να πλαταίνει.

Όταν ξημέρωσε, πίσω από την κορυφή του βουνού του φάνηκε σαν να ξεχώριζε του γίγαντα το κεφάλι. Και σαν μεσημέριασε , του φάνηκε πως άκουσε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Τότε ήταν που το αποφάσισε: Θα’ φεύγε από τη δούλεψη του πραματευτή. Θα’στρωνε δική του δουλειά, να μην είναι με την μοίρα του κακιωμένος, να γίνει γρήγορα πλούσιος, να γίνει γρήγορα δυνατός και να γλιτώσει από το γίγαντα που τον είχε πάρει ξανά στο κατόπι. Το είπε, λοιπόν , στο αφεντικό του το άλλο πρωί και του ζήτησε να τον πληρώσει για τα χρόνια που είχε δουλέψει. -Να σε πληρώσω του αποκρίθηκε εκείνος , και να φύγεις άμα το θες. Μα δύσκολα θα τα βγάλεις πέρα μονάχος. Θέλει κόπο πολύ και το ξέρεις! -Δύσκολα θα’ναι, θέλει κόπο πολύ και το ξέρω, αποκρίθηκε ο Εργοκλής. Μα το’βαλα πείσμα και γι’αυτό θα τα καταφέρω. ~.~.~.~.~.~.~.~ Πήρε, λοιπόν, τα χρήματα κι’ύστερα πήγε κι’αυτός στη μεγάλη πόλη με την μεγάλη αγορά κι αγόρασε κι αυτός μια μικρή πραμάτεια. Τη φορτώθηκε με κόπο στον ώμο του κι άρχισε ποδαρόδρομο να γυρίζει, καταπώς ήξερε, από χωριό σε κεφαλο-χώρι, να την πουλήσει. Ο κόπος του δεν πήγε χαμένος, γιατί την δουλειά την είχε μάθει καλά. Ξεπούλησε γρήγορα τα καλά που είχε μαζί του, κέρδισε κάμποσα χρήματα, γύρισε πάλι στην πόλη, πήρε καινούργια πραμάτεια και ξανάρχισε τον ποδαρόδρομο. Πριν περάσει πολύς καιρός, κέρδισε τόσα χρήματα, που κατάφερε να αγοράσει ένα άλογο. Και σε λίγο είχε κι’αυτός μια δική του καρότσα φορτωμένη με πράματα, που θα τα ζήλευε ακόμα κι ο πιο μεγάλος πραματευτής εκείνου του τόπου. Και το


πιο παράξενο ήταν πως, μ’όλο που έκανε ολημερίς την ίδια δουλειά, η κάθε μέρα του φαινόταν αλλιώτικη κι’όλα θαρρούσε πως κάθε τόσο αλλά-ζουν. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασε δεύτερος , πέρασε τρίτος, πέρασαν κι’άλλοι πολλοί, κι ο Εργοκλής έγινε πλούσιος. Πολύ πλούσιος. Λίγα του φαινόταν όμως τα όσα κέρδιζε κι όλο δούλευε πιο σκληρά, για να κερδίσει περισσότερα ακόμα. Κουραζόταν πολύ, αυτό ειν’αλήθεια, μα δε λυπόταν τον εαυτό του. -Η δουλ��ιά έχει κούραση, έλεγε μέσα του. Αν δε δουλέψεις σκληρά, προκοπή δεν θα δεις. Κι όλο δούλευε, κι ούτε μια μέρα δεν σταματούσε να ξαποστάσει, κι ούτε μια νύχτα δεν έπεφτε να κοιμηθεί, που να μην ήταν ξεθεωμένος από την κούραση και θλιμμένος χωρίς να ξέρει το γιατί. ~.~.~.~.~.~.~.~ Μια τέτοια νύχτα, μια νύχτα που ήταν θλιμμένος και κουρασμένος πιότερο από τις άλλες, είδε ένα άσχημο όνειρο. Το σακούλι λέει, όπου έβαζε τα λεφτά του, άρχισε να μεγαλώνει , να μεγαλώνει, γίγαντας έγινε ολάκερος και με μιά φωνή βροντερή ακούστηκε να του λέει: -Χα ,χα! Καλώς τον παλιό μου φίλο τον Εργοκλή! Αλλού τον γύρευα κι αλλού τον βρίσκω. Να που τον έχω πιάσει τώρα για τα καλά και σκλάβο μου θα τον κάνω για πάντα χωρίς να το καταλάβει! Μαρμάρωσε ο Εργοκλής απ’το φόβο του , μα όταν συνήλθε , φώναξε στο θεριό μ’όση δύναμη του είχε απομείνει: -Ψέματα λες! Δεν μ’έπιασες και σκλάβο εμένα κανένας δεν θα με κάνει. Δουλεύω μονάχος μου, έγινα πλούσιος και για τα πλούτη κοπιάζω μονάχα.

Κι όσο κοπιάζω, τόσο το βιός μου θα μεγαλώνει. Για να γίνουν μια μέρα τόσα τα πλούτη μου κι εγώ τόσο πολύ δυνατός , που να μην μπορείς ποτέ να με πιάσεις. Όμως ο γίγαντας γέλαγε , γέλαγε με το βροντερό του γέλιο τόσο πολύ, που ο Εργοκλής πετάχτηκε τρομαγμένος από το κρεβάτι του κι άλλο δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Βγήκε να περπατήσει, να τον χτυπήσει ο αέρας και να ξεχάσει τ’όνειρο το κακό, μα στον ουρανό σαν κάποια μεγάλη σκιά του φάνηκε να μαυρίζει. Κι όταν ξημέρωσε, πίσω από του βουνού την κορφή σαν ένα μεγάλο κεφάλι του φάνηκε να ξεμυτίζει. Και σαν μεσημέριασε, βαριά βήματα του φάνηκε να σιμώνουν. ~.~.~.~.~.~.~.~ Τότε ήταν που τ’αποφάσισε. Θα’βρισκε μιαν άλλη δουλειά να κάνει, κι’ας μην μεγάλωναν άλλο τα πλούτη του. Όσα είχε τώρα του έφταναν. Απο’δω κι ύστερα θα δούλευε για το κέφι του, θα κοίταγε να χαρεί λιγάκι και τη ζωή του, για να μην είναι θλιμμένος δίχως να ξέρει το γιατί. Έτσι , που ξέρεις; , μπορεί να τον έχανε και ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον ξαναβρεί. Ως να σκεφτεί τι δουλειά θα’βρισκε και για που θα τραβούσε, μπήκε σε μια ταβέρνα να φάει καλά και να ξαποστάσει. Και δεν έφαγε μονάχα καλά και δεν ξαπόστασε μόνο, μα χάρηκαν και τ’αυτιά του, χόρτασαν μουσική και ξέχασε το γίγαντα και το κυνηγητό του. Γιατί στην ταβέρνα εκείνη έπαιζε λύρα ένας γέροντας με τόση μαστοριά, που σ’έκανε να ξεχνάς ότι καημό και να είχες. -Αν σε πληρώσω καλά, μου μαθαίνεις και μένα να παίζω; , τον ρώτησε μαγεμένος ο Εργοκλής.


-Όσο κι αν με πληρώσεις, δε θα σε μάθω , παρά μόνο αν αγαπάς τη λύρα πραγματικά και παίζεις μονάχα όταν το θέλει η καρδιά σου, αποκρίθηκε ο γέροντας. -Αγαπώ τη λύρα πραγματικά και θα παίζω μονάχα όταν το λέει η καρδιά μου , αποκρίθηκε ο Εργοκλής. - Θέλει όμως και πολύ κόπο, να το ξέρεις, ξανάπε ο γέροντας. -Θέλει κόπο πολύ και το ξέρω, αποκρίθηκε ο Εργοκλής. Μα το’χω μεράκι και να δεις που θα μάθω. Έτσι, από το άλλο κι’όλας πρωί, αγόρασε μια λύρα δικιά του κι αρχίσανε τα μαθήματα. Κι επειδή την αγαπούσε στ’αλήθεια τη λύρα κι επειδή στον κόπο ήτανε μαθημένος, σε λίγο καιρό έμαθε να παίζει τόσο καλά, όσο και ο δάσκαλός του. Τον έπαιρνε, λοιπόν, μαζί του ο γέροντας όπου κι’αν πήγαινε κι έπαιζαν λύρα οι δύο τους ωραία και μαζευότανε κόσμος πολύς για να τους ακούσει και μάζευαν κι εκείνοι χρήματα κάμποσα για να ζήσουν. Ώσπου μια μέρα ο δάσκαλός του αρρώστησε βαριά και γέροντας καθώς ήταν δεν άντεξε και πριν βγει ο μήνας ξεψύχησε. Κι έμεινε ο Εργοκλής μονάχος του. Άρχισαν τότε παντού να φωνάζουν εκείνον να παίζει λύρα στους γάμους και στις πλατείες, στις γιορτές και στα πανηγύρια. Κι ο Εργοκλής, μ’όλο που ήτανε βαθιά λυπημένος, πήγαινε. Κι η λύπη του γινόταν μουσική κι ο κόσμος του’ λέγε ‘γειά στα χέρια σου’ κι όλο και πιο πολύ τον χειροκροτούσε. Χαιρότανε τότε ο Εργοκλής, ως της ψυχής του τα βάθη, έσμιγε η λύπη με τη χαρά του κι έπαιζε ακόμα πιο όμορφα, κάθε φορά και πιο όμορφα, τόσο που στο τέλος η φήμη του απλώθηκε σ’όλη τη χώρα. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασαν δύο, πέρασαν τρεις, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, κι ο Εργοκλής δε σταματούσε

να τρέχει από γιορτή σε πλατεία και από γάμο σε πανηγύρι. Και όσο του έλεγαν ‘γεια στα χέρια σου’ κι όσο πιο πολύ τον χειροκροτούσαν, τόσο χαιρόταν εκείνος, κι ας κουραζόταν. Γιατί κουραζόταν πολύ, αυτό είναι αλήθεια. Ποτέ δεν έλεγε όχι, όπου κι αν τον καλούσαν να παίξει λύρα. Του άρεσε, βλέπεις, ν’ακούει να του φωνάζουνε ‘γεία στα χέρια σου’. Του άρεσε να τον χειροκροτάνε. Κι έπαιζε ακόμα κι όταν δε το’χε κέφι, ακόμα κι όταν η καρδιά του δεν το’θελε. οβότανε, ύστερα, μην τύχει και πάψουν οι άνθρωποι σε κείνο το τόπο να λένε πως άλλος, που να παίζει τη λύρα καλύτερα του, δεν ήταν. έπαιζε, λοιπόν, ασταμάτητα κάθε βράδυ και νύχτα δεν ήταν που να μην πέσει να κοιμηθεί ξεθεωμένος από την κούραση και νύχτα που μέσα του να μην τον τρώει κάτι σαν αγωνία. Μια τέτοια νύχτα, μια νύχτα που ήτανε πιότερο από τις άλλες κουρασμένος κι ανήσυχος, είδε ένα όνειρο άσχημο. Η λύρα του, λέει, άρχισε ξάφνου να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, γίγαντας έγινε κι άρχισε να γελάει και να τραντάζεται ο τόπος. ~.~.~.~.~.~.~.~ -Χα ,χα! έλεγε με φωνή βροντερή. Να πάλι ο παλιός μου φίλος ο Εργοκλής. Αλλού τον γύρευα και κοίταξε που τον βρίσκω! Τον έπιασα γερά τον κρατώ και σκλάβο μου θα τον κάνω για πάντα χωρίς να το καταλάβει! Κέρωσε από το φόβο του ο Εργοκλής, μα γρήγορα μάζεψε το κουράγιο του και φώναξε μ’όλη τη δύναμη του: -Ψέματα ! Δε μ’έχεις πιάσει, δε με κρατάς και σκλάβο σου δε θα με κάνεις. Εγώ για τη λύρα μου ζω μονάχα. Ξέρω να παίζω τόσο καλά , που καλύτερος μου κανένας δεν είναι σε τούτο τον τόπο. Παντού εμένα φωνάζουνε όποτε γίνει γιορτή και μια μέρα θα με ξέρουνε σ’όλο τον κόσμο, θα είμαι παντού

Φ


ξακουστός και τόσο πολύ δυνατός, που ποτέ σου δε θα μπορείς να με πιάσεις. Όμως ο γίγαντας γέλαγε, όλο γέλαγε με το βροντερό του γέλιο, τόσο που ο Εργοκλής πετάχτηκε από το κρεβάτι του τρομαγμένος κι άλλο δεν μπόρεσε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Κι όταν ξημέρωσε, πίσω απ’του βουνού τη κορφή ένα μεγάλο κεφάλι θαρρούσε πως έβλεπε να ξεμυτίζει. Όταν έγινε μεσημέρι, βήματα όλο και πιο βαριά άκουγε να σιμώνουν. Κι όταν εβράδιασε, στον ουρανό μια μεγάλη σκιά θαρρούσε πως έβλεπε να πλαταίνει. Τρόμαξε, λοιπόν, τόσο πολύ που τ’άλλο πρωί το αποφάσισε: Θα πουλούσε τη λύρα του και θα κοίταζε να βρει άλλη δουλειά. Κι ας έλεγαν οι άνθρωποι εκείνου του τόπου πώς άλλος είναι τώρα στην λύρα καλύτερος του. Θά’βρισκε κάτι να κάνει που πάντα να το θέλει η καρδιά του και τη νύχτα να μην τον τρώει κάτι σαν αγωνία. Κι έτσι -που ξέρεις;- μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον ξαναβρεί. Όταν πούλησε όμως τη λύρα που στ’αλήθεια την αγαπούσε, έπεσε σε στεναχώρια βαθιά. Ύστερα δεν ήταν εύκολο να βρει γρήγορα κάτι άλλο να κάνει και τα χρήματα που είχε μαζέψει όλο και λιγόστευαν. Σκεφτικός καθώς περπατούσε μια μέρα, στάθηκε σε μια βρύση να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ακούει τότε από μακριά μια κοπέλα να τραγουδάει τόσο γλυκά, που λησμόνησε μεμιάς τη βαθιά στενοχώρια του και το γίγαντα και το κυνηγητό του. Και τα λησμόνησε πιότερο ακόμα, σαν η κοπέλα σίμωσε κι είδε ο Εργοκλής τα μαύρα της μάτια, τα μαλλιά της τα μεταξένια και το κορμί της το λυγερό. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει παράξενα , όπως ποτέ της δεν είχε ξαναχτυπήσει. Και πριν καλά καλά το σκεφτεί, τη ρώτησε πως τη λένε κι αν ήθελε να γίνει γυναίκα του.

~.~.~.~.~.~.~.~ -Λυγερή με φωνάζουν και θέλω να γίνω γυναίκα σου, αποκρίθηκε η κοπέλα. Μα βίος δεν έχω, φτωχιά είμαι και θά’ναι δύσκολο να στήσουμε σπιτικό, -να το ξέρεις! -Κι οι δικοί μου παράδες δεν είναι πολλοί, θά’ναι δύσκολο να στήσουμε σπιτικό και το ξέρω, αποκρίθηκε ο Εργοκλής. Μα σ’αγαπώ και για αυτό θα τα καταφέρουμε. Και πραγματικά τα κατάφερε ο Εργοκλής. Παντρεύτηκε τη Λυγερή που αγαπούσε και γύρισε στο χωριό του. Οι γονείς του είχαν πεθάνει από καιρό και το σπιτικό του είχε ρημάξει. Το ξανάφτιαξε όμως με τα ίδια του τα χέρια ο Εργοκλής. Έπειτα με τα χρήματα που του είχαν απομείνει, αγόρασε μια βάρκα για να ψαρεύει. Πήρε και κάμποσα ζωντανά, για νά’χει γάλα και συντροφιά, φύτεψε στην αυλή του λίγα δέντρα και λίγα λουλούδια κι άλλο τίποτα πια δεν επιθυμούσε παρά να ζήσει με τη γυναίκα του ήσυχα και να κάνει τρία παιδιά. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασαν δύο, πέρασαν τρεις, πέρασαν κι άλλοι, κι απόχτησε δύο γιους και μια κόρη ο Εργοκλής με τη Λυγερή. Και για να ζήσει τη φαμέλια του, ψάρευε, όλο ψάρευε με τη βάρκα του και πήγαινε τα ψάρια στην πόλη να τα πουλήσει. Τον χειμώνα όταν φουρτούνιαζε η θάλασσα και η βάρκα δεν μπορούσε να ξεμυτίσει, κεντούσε η γυναίκα του, ύφαινε και πουλούσε ο Εργοκλής στην πόλη τα υφαντά και τα κεντήματα για να ζήσουν. Εύκολα δεν τα’βγαζαν, βέβαια, πέρα. Γιατί όσο τα χρόνια περνούσαν, όσα μεγάλωναν τα παιδιά, τόσο μεγάλωναν και των γονιών τους οι έγνοιες και οι σκοτούρες. Κι έτρεχε ο Εργοκλής πότε για ψάρεμα, πότε για πούλημα, πότε για τούτο και πότε για κείνο, για νά’ναι όλοι ευχαριστημένοι στη φαμέλια του και να μη λείψει τίποτα, ποτέ, σε κανέναν. Κι ότι κι’αν


έκανε, πάντα με τη καρδιά του το έκανε, πάντα γιατί πραγματικά το ήθελε η καρδιά του. Κουραζόταν όμως πολύ, αυτό είναι αλήθεια. Κι όσο περνούσε ο καιρός κι άσπριζαν τα μαλλιά του, κουραζόταν όλο και περισσότερο, όλο και περισσότερο. Μέρα δεν ήτα�� που να μη γυρίσει στο σπιτικό του κατάκοπος. Και νύχτα δεν ήταν που να μην πέσει να κοιμηθεί ξεθεωμένος από τη κούραση και βαρύς από τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη. Μια τέτοια νύχτα, μια νύχτα που ήτανε πιότερο από τις άλλες κουρασμένος και γερασμένος, είδε ένα άσχημο όνειρο. Το σπίτι του, λέει, άρχισε ξάφνου να μεγαλώνει, να μεγαλώνει τόσο πολύ που έγινε ίδιος γίγαντας. Κι ο γίγαντας τώρα πια δε γελούσε, μόνο κουνούσε το μεγάλο κεφάλι του κι έλεγε: -Να’μαστε πάλι με τον παλιό μου φίλο τον Εργοκλή. Αλλού τον γύρευα και δες που τον βρήκα! Τώρα πια τον κρατάω καλά και δε θα μου φύγει. Δικός μου έγινε πια κι ας μη το καταλαβαίνει. Δε θα ξεφύγει ποτέ από τη δούλεψη μου! Λαχτάρισε πάλι ο Εργοκλής, μα δεν τα’χασε. - Ψέματα! Φώναξε μ’όλη τη δύναμη του. Ψέματα λες και δικός σου δεν είμαι. Εγώ δουλεύω για τη φαμέλια μου. Δουλεύω με την καρδιά μου για τα παιδιά μου, που τ’αγαπώ και μ’άγαπάνε κι εκείνα.

Κι

όσο θα μεγαλώνουν, τόσο θα δυναμώνουν και τόσο θα δυναμώνω κι εγώ μαζί τους. Και ποτέ σου δε θα μπορείς να με πιάσεις. Ο γίγαντας όμως κούναγε το κεφάλι του , το κούναγε τόσο πολύ, που σεισμός θαρρείς έγινε και πετάχτηκε από τον

ύπνο του ο Εργοκλής κι άλλο πια δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Κι όταν ξημέρωσε το άλλο πρωί, τι να ήτανε τάχα εκείνο που έμοιαζε με κεφάλι μεγάλο πίσω από το βουνό; Τ’απομεσήμερο, τίνος να ήτανε τάχα εκείνα τα βήματα τα βαριά που άκουγε να σιμώνουν; Και το βράδυ, στον ουρανό, τι να ήτανε τάχα κείνη η σκιά η μεγάλη που όλο και πλάταινε; Δεν πρόφτασε να καλοσκεφτεί και να καταλάβει ο Εργοκλής, γιατί εκείνο το ίδιο βράδυ ένα καλό παλικάρι ζήτησε να πάρει γυναίκα τη θυγατέρα του. Κι ώσπου να γίνει ο γάμος, έφερε κι ο μεγάλος του γιος μια κοπέλα κι είπε πως θέλει κι εκείνος να παντρευτεί και ν’ανοίξει το δικό του το σπίτι. Κι ως να γίνει κι αυτό, του ζήτησε την ευχή του ο μικρό του ο γιος, να φύγει στα ξένα για να βρει καλύτερη τύχη από τον πατέρα του. Κι ο Εργοκλής μ’όλο που δεν ήθελε να τον χάσει, μ’όλο που έκλεγε κι η Λυγερή και δεν ήθελε ούτε εκείνη, του την έδωσε την ευχή του, θες για να μην του χαλάσει χατίρι, θες για να μη σταθεί εμπόδιο στη προκοπή του παιδιού του, θες γιατί σκιάχτηκε μην είναι κανένας γίγαντας που θέλει να τον σκλαβώσει, την αλήθεια ποιός να την ξέρει; Έφυγαν από το σπίτι και τα τρία παιδιά, λοιπόν, κι έμειναν μονάχοι τους ο Εργοκλής με τη Λυγερή τη γυναίκα του, που’χε τώρα κι εκείνη άσπρα μαλλιά. Τώρα πια δεν είχε λόγο να τρέχει ο Εργοκλής κι ολημερίς να κουράζεται. Με το λιγοστό βιός που του’χε απομείνει μπορούσε να ζήσει κι αυτός κι η γριά του. Φρόντιζε λοιπόν τα δέντρα, τάιζε και πότιζε τα ζωντανά του και το βράδυ κοίταζε τ’άστρα θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει. Κι όταν πέρασε χρόνος, όταν πέρασαν δύο και τρεις κι άλλοι πολλοί, πλήθυναν τα ζωντανά του, φούντωσαν κι άλλο τα


δέντρα και τα λουλούδια του κι απόχτησε ένα τσούρμο εγγόνια. Τα βράδια, λοιπόν, μάζευε κοντά του τα εγγόνια και τ’άλλα παιδιά του χωριού και τους έλεγε παραμύθια, τους έλεγε και την ιστορία του με το θεριό που το’χε βάλει πείσμα να τον σκλαβώσει. ~.~.~.~.~.~.~.~ Τα παιδιά τον αγαπούσαν τον παππού Εργοκλή και τον βοηθούσαν και στις λίγες δουλειές του με τα ζωντανά, τα δέντρα και τα λουλούδια. Και σαν πέρασε λίγος καιρός, έπαιρναν όρκο πως δεν τα φρόντιζε μοναχά τα φυτά του, μα τους μιλούσε και κείνα του απαντούσαν. Και τα ζωντανά δεν τα τάιζε και τα πότιζε, λέγανε, μοναχά, μα τους κουβέντιαζε κιόλας και καταλάβαινε τη γλώσσα που τους μιλούσαν κι εκείνα. Λέγανε, ακόμα, πως τα βράδια, όταν σταματούσε τα παραμύθια ο παππούς Εργοκλής, μέτραγε τ’άστρα κι έβγαζε κάποιο λογαριασμό, μπορούσε να τα διαβάσει. Οι μεγάλοι δεν τα πίστευαν όλ’ αυτά. Μόνο που αναρωτιόταν τι να’γίνε το θεριό που τον κυνηγούσε. ~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~ Πολλοί έλεγαν πως ο γίγαντας ερχόταν ακόμη και φοβέριζε τον παππού Εργοκλή, όμως εκείνος δεν τον έπαιρνε είδηση, γιατί τόσο που είχε γεράσει, μήτε που έβλεπε, μήτε που άκουγε καλά. Άλλοι έλεγαν πως μια μέρα που τον σίμωσε ο γίγαντας, ο Εργοκλής δεν τον φοβήθηκε, μόνο του έριξε το μεγάλο του δίχτυ και τότε ο γίγαντας έγινε ψάρι μικρό που ξέφυγε, πήδηξε μέσα στη θάλασσα και χάθηκε μια για πάντα. Κι ήτανε κι’άλλοι που έλεγαν πως το θεριό είχε σκάσει από

μονάχο του, από το κακό του, δηλαδή, που δεν κατάφερε ποτέ να σκλαβώσει τον Εργοκλή. Τα παιδιά, πάλι, έπαιρναν όρκο πως ήξεραν εκείνα καλύτερα: Τούτη η ιστορία ήτανε κι αυτή παραμύθι και θεριό δεν υπήρχε - το φαντάστηκε μονάχα ο παππούς Εργοκλής. Μα κι αν υπήρχε, ποτέ πια δεν θα πείραζε τον παππού. Γιατί γίγαντες σαν του λόγου του ποτέ τους δε σίμωναν όποιον ήξερα να μιλάει με τα δέντρα και τα λουλούδια, να κουβεντιάζει με τα ζωντανά του Θεού, να μετράει το βράδυ τα άστρα και - πάνω απ’όλα - να λέει παραμύθια και ν’αγαπάει μ’όλη του τη καρδιά τα παιδιά. Πέρασαν όμως τόσα χρόνια και τόσοι καιροί από τότε, που την αλήθεια άραγε ποιός να την ξέρει...;


τέλος


O Εργοκλής και ο Γίγαντας