Issuu on Google+


...ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Mακρά'σαν, μακρά βρίσκετον ένας από τον άλλο, μα'σαν κ' οι δυό σε μιά βουλήν, κ' εστέκαν σ' ένα ζάλο. Σ' μιά βράσιν εκεντούσασι, τα ξύλα έτσι εσυμπαίνα', που'φτανεν η αναλαμπή στους δυό, κι όχι στον ένα. Έχει περάσει ένας μήνας από τη συνάντηση. Καιρός ατελείωτος!! Η Κρινιώ μαραίνεται κάθε μέρα πιο πολύ, γράφει στο ημερολόγιο τζη, μπας και ξεθυμάνει ο πόνος της, μα πράμα…

Μαζώνω τα κομμάτια μου και συναρμολογόντα, μα ως και να τα βάλω, δεν μπορώ να γίνω σαν και πρώτα. Δεν περνά μέρα, να μη κλάψει. Δεν το παίρνει απόφαση, ότι τελείωσε τόσο γρήγορα αυτός ο μεγάλος έρωτας. Δεν ξεχνά… ούτε με τις παρηγορίες των φιλενάδων που της συμπαραστέκονται, ουτε με τον καιρό… που λένε. Όσο περνά ο καιρός, πονεί πιο πολύ.


Ο Μάρκος στο Ηράκλειο κάνει μηχανικά, ότι δουλειά του αναθέτει ο μπάρμπας του, χωρίς χαρά, χωρίς γέλιο, χωρίς μιλιά. Κοιμάται και ξυπνά μουδιασμένος , χαμένος και το μυαλό δεν ξεκουνεί από την συνάντηση στο μύλο.

Λένε στη φεύγα του ο καιρός είναι γιατρός του πόνου, Μα εγώ πονώ, για δε κλουθά η σκέψη μου του χρόνου.

Ο μπάρμπας του, που ξέρει από την αδερφή του, τι του συμβαίνει, προσπαθεί να τον σπρώξει να βγαίνει, να διασκεδάζει. Του γνωρίζει φίλους, μπας και ξεκολλήσει ο νους του από την κοπελιά, αλλά μάταια. Δύο μήνες έκανε ο Μάρκος στο Μεγάλο Κάστρο χωρίς νέα της Κρινιώς, αλλά τώρα όπου να'ναι άρχιζε η σοδειά της σταφίδας και πρέπει να γυρίσει να βοηθήσει τον πατέρα του.

Έτσι λοιπόν, τέλος Ιουλίου, επιστρέφει στου Λασιθιού τη στράτα. Τη μέρα της Αγιάς Παρασκευής πηγαίνει στον Πλατυγιάννο με τσι γονέους του, την καθιερωμένη αρτοπλασία πριν τον τρύγο. Εκεί μέσα στον κόσμο, θωρεί την Κρινιώ. Συναντιούνται τα μάτια τους και καταλαβαίνουν, πως και για τους δύο είναι σαν να μη πέρασε μια Ώρα.


Mε τη ζωή σου είχα ζωήν, και με το φως σου εθώρου', τα Πάθη μου, θυμώντας σου, επέρνου' σαν ημπόρου'. Tον εαυτό μου αρνήθηκα, και μετά σένα-ν ήμου', στο θέλημά σου ευρίσκετο Θάνατος και ζωή μου. Ξύπνου μου σ' είχα μες στο νουν, κοιμώντας, στ' όνειρό μου, κ' ετούτη η θύμηση ήτονε πάντα το γιατρικό μου. Με προσοχή και φρόνηση, δίχως να δίνουν στόχο, και με τσοι παραφατόρους να βοηθούνε, εκανονίσανε αύριο στο πανηγύρι του διπλανού χωριού να συναντηθούνε να μιλήσουνε. Η νύχτα αυτή έμοιαζε με αιώνα, αλλά είχε ελπίδα, όχι πίκρα και απόγνωση σαν τσι προηγούμενες.


Ο Μάρκος όλο το βράδυ δε μπορούσε να κοιμηθεί. Το βάρος τσι ευθύνης ήταν δικό του. Πώς θα καταφέρουν να είναι μαζί και πώς θα καντίσει τους γονέους του να δώσουν την ευκή τους;; Ξημερώματα τον παίρνει ο ύπνος και βλέπει όνειρο την Αρετούσα να λέει:

Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν, κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν. Ίντά'ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει; Πού τα'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει; Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη, και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις, ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις, κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν' ανοίξει, και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει. Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' άνθη, μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη; Σγουραφιστή σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου, και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου. Xίλιοι σγουράφοι να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι, να θέ' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη, τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως, γιατί κάλλιά'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.


Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου. Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει, κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει. Πάντά'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει, και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει; Tα μάτια, ο νους μου, κ' η καρδιά, κ' η όρεξη εθελήσαν, κ' εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν. Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι, κ' εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε, η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε. Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ' έτοια δουλειά, να ζήσεις, δε σ' απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ' εσύ μ' αφήσεις. Kι ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θέ' να με παντρέψει, και δω πως γάμο 'κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει, κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει, άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει. Mα για να πάψει ο λογισμός αυτόνος που σε κρίνει, κι ολπίδα μιά παντοτινή στους δυό μας ν' απομείνει, την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψει η έγνοια η τόση, πράμα-ν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει.


Και για να ζήσετε και 'σείς, σε τουτηνιέ τη ζήση, το ημερολόγιο βρείτε το, να σας καθοδηγήσει. Οι φίλοι σας, οι μπιστικοί, βοήθεια να σας δώσουν, να βρείτε τούτη τη γραφή, τα πάθη να τελειώσουν.

Το βράδυ στο πανηγύρι συναντιούνται πίσω από την εκκλησία με τη βοήθεια του Λευτέρη, του Μανωλιού, της Βαγγελιώς και της Μαρίας. Ο Μάρκος τως εξιστορεί το όνειρό του με την Αρετούσα κι ότι πρέπει να βρουν το ημερόλογιο τση, για να 'ναι μαζί. Αυτή είναι επιφυλακτική και φοβισμένη, μα την καθησυχάζει λέγοντάς τση, ότι με την βοήθεια των φίλων θα τα καταφέρουν.

Tα μάτια τση από τη χαράν ποτάμι εκατεβάζαν, και με τα δάκρυα οπού'βγανε την πρώτη, δεν εμοιάζαν. Eπάψασι τα κλάηματα, και τση χαράς η ζάλη, τσι πρώτες τως αθιβολές ξαναμιλούσι πάλι.


Θησαυροκυνηγοί ισάτε μάνι- μάνι! Βρείτε το ημερολόγιο, μονιάσετε το ζευγάρι!!!!!!!!!!!!

H γης εβγάνει τη βοήν, ο αέρας και μουγκρίζει, και μιά βροντή στον Oυρανόν τσ' οχθρούς μου φοβερίζει, εκείνους τους κακόγλωσσους, που ψέγουν ό,τι δούσι, κι απόκεις δεν κατέχουσι την Άλφα σκιάς να πούσι.


Αμέσως μετά τη λήξη του Παιχνιδιού Συναυλία για τη στήριξη του Κοινωνικού Παντοπωλείου

Ψαραντώνης

Ψαρογιώργης

Αντί εισιτηρίου θα μαζευτούν τρόφιμα μακράς διάρκειας



6ο Κυνηγι Θησαυρού Σητείας - Τευχός 4ο