Page 1

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

ΑΡΠΗ


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ


Επισκεφθείτε το site της σειράς:

www.arpiwriters.gr

Mπείτε στο www.mamaya.gr/newsletter ή σκανάρετε και είστε ένα «κλικ» από: • Τα βιβλία μας • Την επικοινωνία με τους συγγραφείς μας • Τα δώρα μας • Τις εκδηλώσεις μας • Τα νέα για τον χώρο του βιβλίου


ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ


Ανδρέας Μιχαηλίδης Το Αμόνι που Τραγουδά ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Γιώργος Βορέας Μελάς, Ελευθέριος Κεραμίδας ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Γιώργος Δημητρίου ΜΑΚΕΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Αντώνης Αγγελάκης ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Βάλια Καπάδαη Copyright © Ανδρέας Μιχαηλίδης, 2016 Copyright © Mamaya Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε., 2016 Έτος 1ης έκδοσης: 2016 ISBN: 978-618-5224-04-2

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής αδείας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, διανομή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση, παρουσίαση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρος του έργου.

Mamaya Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε. Κόδρου 19, 152 32 Χαλάνδρι Τηλ.: +30 210 68 96 875 Fax: +30 210 68 96 875 www.mamaya.gr e-mail: info@mamaya.gr

Facebook: www.facebook/mamayabooks Twitter: www.twitter.com/Mamayabooks Printerest: ww.pinterest.com/mamayabooks/ Instagram: instagram.com/mamaya_books/


Άρπη θα πει δρεπάνι. Για τους παλιούς Έλληνες ήταν όπλο: όταν θέριζε εχθρούς, ήταν όπλο του πολέμου. Όταν θέριζε στάχια, ήταν όπλο ενάντια στην πείνα. Όταν θέριζε παλιούς θεούς, όπως ο Ουρανός, ήταν όπλο για να ’ρθουν οι νέοι, όπως ο Κρόνος ή η Αφροδίτη. Άρπη, για μας, θα πει τομή. Τομή στην στείρα αναπαραγωγή κλασσικών και ξεπερασμένων πρωτοτύπων. Τομή στην πείνα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού του φανταστικού για κάτι το πραγματικά δικό του. Τομή στην παλιά, τη χιλιοειπωμένη φανταστική ιστορία, για να έρθει στο φως η νέα, η φρέσκια, η βγαλμένη από την καρδιά και την ψυχή, η γραμμένη από τη δική της κοσμοθεωρία και στη δική της γλώσσα. Η συγγραφική ομάδα Άρπη, υπό την σκέπη των εκδόσεων mamaya, δρέπει τους πιο εύγεστους καρπούς της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Με μια τομή, με ένα όπλο. Με μια Άρπη. Συγγραφική ομάδα Άρπη


Στους ζωντανούς και τους νεκρούς μου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ. .

..........................

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ – DELIRIUM URBIS. .

13

....................

15

Όλα Αρχίζουν (με μια ξεχασμένη ιστορία…). . . . . . . . . . . . . . Το Εδώ και το Εκεί. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Φαμπούλ-Σα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Τρεις Καλές Κυράδες. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η Αλυσίδα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Κάθοδος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Ψιθυριστής.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Κύρης της Σπηλιάς. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Αλύχτισμα των Σκύλων. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Σφυρήλατη Καρδιά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Άνθρωπος κι ο Χρόνος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Μυθουργός.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Τα Επτά Σφυριά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Σπήλαιο των Δακτύλων (A΄). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Τα Δυο Σπαθιά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Σπήλαιο των Δακτύλων (Β΄). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Γκρελό ο Σιδεράς. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Σπήλαιο των Δακτύλων (Γ΄). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

19

31

39

47

55

61

67

73

85

91

97

101 105

113 115

117 119 123


Τα Περιβραχιόνια του Ήλιου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Σπήλαιο των Δακτύλων (Δ΄). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η Γλώσσα του Βάρδου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η Υπόσχεση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το Γκρίζο Μαχαίρι.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . …Εκεί Που Μοιραία Πρέπει να Τελειώσουν (όπως το θελήσαμε).. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΤΟ ΕΔΩ.

125 133 135 145 153 175

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 391


ΣΗΜΕΊΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΉ

Γνώρισα τον Ανδρέα κατά την διάρκεια ενός διημέρου αφιερωμένου στο φανταστικό... Από την πρώτη μας επαφή, μου έδωσε την εντύπωση ενός αξιοπρεπούς ανθρώπου (πράγμα σπάνιο στις μέρες μας...). Η εντύπωσή μου εξελίχθηκε σε θαυμασμό, όταν τον είδα να παρουσιάζει με εμπνευσμένο τρόπο το κόμικ του οποίου το σενάριο επιμελείται, τη Νέκυια. Μπροστά μου ξεδιπλώθηκαν αφηγηματικές ικανότητες και εργαλεία, ψυχή και μια έντονα πνευματώδης και μορφωμένη προσωπικότητα. Λίγο καιρό μετά, τον συνάντησα να αφηγείται τα παραμύθια του, και από τότε κάθε φορά, όσο η γνωριμία μας εξελισσόταν, είτε διαπίστωνα κάτι το εντυπωσιακό για εκείνον, είτε ανακάλυπτα ένα ακόμα στοιχείο που μας ένωνε δίχως να το γνωρίζουμε... Όταν η Άρπη άρχισε να δημιουργείται, δεν μπορούσα να σκεφτώ τον Ανδρέα εκτός αυτού του εγχειρήματοςκίνησης. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ο Ανδρέας δεν είχε κανένα από τα παραμύθια του γραμμένο. Φυσικά, πολύ πριν την ιδέα της Άρπης, πρέπει να άκουγε συνέχεια εκείνο το βασανιστικό: «Γράψε επιτέλους τις ιστορίες σου!!!» – κάτι το οποίο τον λύγισε τελικά και έτσι δημιουργήθηκε αυτό το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.


14

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ

Εδώ είναι που μπαίνουν τα βασανιστικά ερωτήματα που σίγουρα θα κατέτρωγαν και τον Ανδρέα εσωτερικά: «Άραγε, είναι ο γραπτός του λόγος αντάξιος της αφηγηματικής του δεξιοτεχνίας;», «Γίνεται να μεταφερθεί ο προφορικός λόγος στο χαρτί διατηρώντας τη μαγεία του;» Νομίζω ότι, αν και βάσιμες αυτές οι αμφιβολίες, απεδείχθησαν αίολες τελικά, πράγμα το οποίο θα διαπιστώσετε και μόνοι σας σε αυτόν τον μικρό θησαυρό που κρατάτε στα χέρια σας. Με έναν τρόπο όπου η πραγματικότητα του αστικού τοπίου και της καθημερινότητας δένεται με την παραμυθιακή φαντασία, τη ριζωμένη στην ελληνική μα και στην οικουμενική παράδοση (έντεχνη και μη), ο Ανδρέας Μιχαηλίδης δημιουργεί ένα μονοπάτι βιωματικό από και προς το αμόνι, ίσα-ίσα για να διαπιστώσει μαζί μας, πως το δρεπάνι που σφυρηλατήθηκε επάνω του, είναι άθραυστο και κοφτερό. Απολαύστε!!! Γιώργος Βορέας Μελάς, Συγγραφέας, Ανθρωπολόγος, Ιστορικός, Μουσειολόγος, Frontman των Aherusia


ΑΝΤΊ ΠΡΟΛΌΓΟΥ DELIRIUM URBIS

Είναι λυκόφως, λυκαυγές ίσως – δύσκολο να πει κανείς τη μελανιασμένη τούτη ώρα, καθώς αυτό το, δίχως ήλιο, φως πέφτει πάνω σε τοίχους ψηλούς και μονοκόμματους, σαν γκρεμούς. Πάνω τους, τα χρώματα φέρνουν στο νου την ανάμνηση μιας παραλίας σε άλλο τόπο κι ακόμα μακρύτερα στον χρόνο, απλώνοντας ένα στραβό χαμόγελο μέχρι την άκρη του ματιού. Ήταν εκεί που, βράδια το ένα απάνω στο άλλο, για χρόνια στοιβαγμένα ένα σωρό, γλυκά και πικρά σαν χαμόγελο και δάκρυ περγαμόντο, ανοίγαμε διάπλατα τα μάτια μας και βλέπαμε αλήθειες, ζωγραφισμένες ξεκάθαρα με όνειρα και φρίκες – κι ούτε μια θαμπή στιγμή. Μ’ έπιασε όμως πάλι παραλήρημα... Διαβάτη μου, πού πας; Δεν σε πειράζει διαβάτη να σε λέω – γιατί ξέρεις, είτε γοφούς έχεις τορνευτούς, είτε πρόσωπο αξύριστο, είτε είσαι σε ηλικία που αυτά είναι ξένες έγνοιες, διαβάτης είσαι, κι ας έχουμε ξεχάσει ότι στην κακοποιημένη μας γλώσσα πολλές λέξεις έχουν το φύλο των αγγέλων. Ξέρω πως περπατάμε στους ίδιους δρόμους, γεμάτους με ανθρώπους σκυφτούς, που έχουν τα ίδια μελανά σύννεφα μέσα τους, τις ίδιες βαριές σκιές στα πρόσω-


16

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ – DELIRIUM URBIS

πά τους, ότι ζούμε στην ίδια πόλη, με προεστούς και κοτζαμπάσηδες εκείνους που καρτερικά στενάζει να δει η κρεμάλα. Ήσουν μαζί μου εκείνο το βράδυ, στο ίδιο το λεωφορείο 500, περασμένα μεσάνυχτα, μία η ώρα περασμένη, από Πετράλωνα προς τα δικά μου τα λημέρια; Έβλεπες κι εσύ εκείνον τον ψηλόλιγνο γερο-τρελό να λέει άκακες ασυναρτησίες, τους νεαρούς αλήτες να τον κακοποιούν, να τον χτυπούν, να τον ματώνουν και να γελούν σαν παιδιά με το ευφάνταστο παιχνίδι τους; Ένιωσες όπως εγώ κάτι μαύρο να αναβλύζει μέσα σου, το φάντασμα ενός γδικιωμού που δεν ήρθε, που δεν έρχεται ποτέ; Θέλησες να καταλάβει το σώμα σου ή να πεταχτεί μέσα από το κεφάλι σου κάποιος από τη φαντασία σου πλασμένος, που θα έστριβε τα χέρια και τα δάχτυλά τους μέχρι ο ήχος του κόκκαλου που σπάει να καλύψει τα ουρλιαχτά – κάποιος που θα τους έκανε θρύψαλα τα γόνατα, π’ ούτε να περπατούνε θα μπορούν, πόσο μάλλον να κλωτσήσουν; Έμεινες στη θέση σου; Έμεινες μόνο να κοιτάς με χίλια «μπορεί», με τη λογική και το φόβο του ζώου να σε κρατούν σιδηροδέσμιο στο κάθισμα που λέγεται Δειλία; Δεν προδικάζω τίποτα. Να ξέρεις, πάντως, εγώ έμεινα – κι όσο ευχάριστη έκπληξη ήταν η ετοιμότητα του νεαρού οδηγού, που τους παρέδωσε στα ξένια χέρια των τροχήλατων μαυροφορεμένων, κάπου στην Αχαρνών, άλλο τόσο δυσάρεστη και εξηγήσιμη είναι η ανάμνηση ενός λεωφορείου γεμάτου ανθρώπους, με διάχυτη τη μυρωδιά του φόβου από την εύκολη, αδέξια βία τριών υπανθρώπων· κι όμως, φτάναμε και περισσεύαμε για να τους πατήσουμε χάμω σαν σκουλήκια. Αν ήσουν κι εσύ εκεί, διαβάτη μου, μη νιώθεις άσχημα – γιατί ίσως κι εσύ να αναγνωρίζεις τη βία που αναδεύεται μέσα σου, νωχελικά αλυσοδεμένη κάτω από τα


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ – DELIRIUM URBIS 17

εύθραυστα φτιασίδια του πολιτισμού, που προσποιούμαστε ότι μας έβγαλαν από τις σπηλιές. Ίσως κι εσύ να βρέθηκες κυνηγημένος στα Εξάρχεια, από μια φυλή που θυμάται τη γενεσιουργό βία των μακρινών προγόνων μας, δίχως να μπορεί να κατανοήσει την αληθινή της χρησιμότητα – κι η ανάμνηση μιας μάχης που δεν είχες ελπίδα να κερδίσεις, απέναντι σε εκείνους που δεν ήταν καν εχθροί σου, να κάνει τα μέλη σου βαριά. Ίσως αυτή η πόλη να μην είναι ο δικός σου κόσμος και ίσως μια μέρα να δεις τις λεπτές ραφές που τη συγκρατούν – και τότε θ’ ανοίξουν, χύνοντας παντού άπλετη σκόνη και θα δεις ότι όλα δεν είναι τίποτε περισσότερο από σχήματα στην άμμο. Πες μου, μήπως κι εσύ βλέπεις την πόλη με τα δικά μου μάτια, όπως ο γέρος τη γριά του σ’ εκείνο το παλιό παραμύθι από την Κίμωλο; Σου έτυχε ποτέ να περπατάς από το σταθμό του Μεταξουργείου στην Αχιλλέως κι η πράσινη πορτούλα στο 48 να είναι μισάνοιχτη, τα κόκκινα φωτάκια αναμμένα; Έριξες μια κλεφτή ματιά; Θυμάσαι τι είδες ή νόμισες πως είδες, ή είναι η ανάμνησή σου ένα αυθόρμητο χαμόγελο, όταν διάβασες στην τελευταία κάθετο το όνομα του Αντιλόχου, γιατί ήξερες πως, όπου ο γοργόφτερος Αχιλλέας, από κοντά κι ο άψεγος Αντίλοχος, είτε μπροστά στης Τροίας τα τείχη, είτε στον άχαρο τον Άδη; Γέλασες όταν βρήκες μια παραμυθού να μένει στη Μενελάου κι άλλη μια στη Διοχάρους, αρχινώντας ύστερα να ψάχνεις αν κάθε αφηγητής μένει σε δρόμο που ‘ναι σημάδι για την τέχνη του; Μην κουράζεσαι, ξέρω πως δεν είναι έτσι – ακόμα κι εγώ, που κάποτε ήμουν καλύτερος άνθρωπος κι η αθώα τρέλα δεν δίσταζε να ζωγραφίζει θαύματα έξω από το κοιμισμένο μου μυαλό, μπροστά στα ξύπνια μάτια μου. Μα δεν πειράζει – άλλωστε, όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα


18

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ – DELIRIUM URBIS

περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Ξέρεις, όλες οι ιστορίες είναι ψέματα και όλες λένε την αλήθεια – αυτό τώρα δα δεν είναι δικό μου, από αλλού το έκλεψα, μα κι εκείνη από αλλού το έχει κλέψει. Τέτοιοι κλέφτες να ήμασταν όλοι – κι εγώ κι εσύ κι η ανθρωπότητα ολάκερη, διαβάτη μου – γιατί ούτε μια ιστορία δεν μας ανήκει κι έτσι είναι όλες δικές μας.


ΌΛΑ ΑΡΧΊΖΟΥΝ

(ΜΕ ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΈΝΗ ΙΣΤΟΡΊΑ…)

Σε κάθε αρχή υπάρχει κάτι μυστικό, κάτι μυστηριακό, σαν εκείνο το βήμα που αρχινά ένα ταξίδι χιλίων μιλίων, σαν τις χίλιες λέξεις που αρχινούν με μια εικόνα. Τις ιστορίες που θέλω να σου πω, διαβάτη μου, μια φορά τις έχω ακούσει και χίλιες φορές τις έχω πει. Ποτέ όμως δε χρειάστηκε να τις βάλω όλες σε μια σειρά, ποτέ δε χρειάστηκε να δείξω σε κάποιον το πού αρχινά το δαχτυλίδι, πού είναι το σημείο όπου ο χρόνος διπλώνει και δαγκώνει την ουρά του. Το σημείο αυτό δεν είναι το ίδιο, σχεδόν ποτέ, για δυο ανθρώπους... Έτσι κι εγώ, σαν τον ακόλουθο του Καλού Βασιλιά, θα βαδίσω πάνω στις πατημασιές που άφησαν στη μνήμη των ανθρώπων, θεοί και άνδρες πολύ σπουδαιότεροι από μένα. Όπως παρότρυνε ο Θεϊκός Γραφέας τον Σοφό, έτσι κι εγώ θα ξεκινήσω με τη δική μου ιστορία. Πάρε το χέρι μου, διαβάτη κι έλα μαζί, να πάμε στην αρχή – κι αν ήσουνα εκεί, το δίχως άλλο θα το θυμάσαι... * * *


20

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

Άνοιξε τα μάτια, διαβάτη μου και μη φοβηθείς. Όσο κρατιόμαστε, κανείς απ’ τους δυο μας δε θα πέσει. Κοίτα κάτω. Τι βλέπεις; Κοίτα καλύτερα – δεν είναι μια έκταση μαύρη κι άγονη αυτή που βλέπεις. Είναι ένα παιχνίδισμα του νου μες στο σκοτάδι. Όλα στο σκοτάδι αρχίζουν∙ κι ό,τι αγγίζει το φως, το σκοτάδι το ‘χει αγγίξει πρώτο. Δεν είναι κακό το σκοτάδι, μήτε καλό. Όπως κι ο Θάνατος – ήταν μαζί μας από την αρχή, όπως είναι και στο τέλος. Εμείς τον πλάσαμε μαύρο καβαλάρη να μας κυβερνά – εμείς οι ζωντανοί, για ν’ αντέξουμε την απώλεια, για να ‘ναι οχτρός και να παλεύουν μαζί του οι ήρωες σε μαρμαρένια αλώνια, μήπως βρεθεί κάποιος να τον νικήσει. Δεν αναρωτήθηκες ποτέ, διαβάτη μου, σε τόσες δεκάδες χιλιάδες χρόνια ανθρωπότητας, γιατί δεν πλάσαμε ούτε έναν ήρωα που να τον νίκησε; Κοίτα ψηλά. Τι βλέπεις; Αστέρια, το χλωμό φεγγάρι κι η καρδιά σου αγαλλιάζει. Τι θα ‘ταν τούτα τα ασημένια φώτα δίχως το σκοτάδι; Αόρατες καρφίτσες και μια άγουρη φέτα πεπόνι στον γαλανό ουρανό. Τι θα ‘ταν η ζεστασιά του ήλιου δίχως τη δροσιά της νύχτας; Καμίνι που καίει άσκοπα. Κοίτα κάτω πάλι. Δες πώς στ’ ασημένιο φως αναδεύονται τα κύματα, σαν κορμιά ερπετών με λευκές χαίτες εκεί που αφρίζει το νερό, σαν αδηφάγα στόματα καθώς ο καιρός μανιάζει, σαν μορφές αλλόκοσμες που διαγράφονται ασπρόμαυρες και φρικαλέες στο φως της αστραπής, μουγκρίζοντας με τη φωνή της βροντής και το βρυχηθμό της θάλασσας – όλα χάρη στο σκοτάδι, που σκεπάζει το μυαλό σου κι αφήνει τις πιο ανήλιαγες γωνιές του υγρές σαν γόνιμη μήτρα, να γεννήσουν τέρατα. Και σαν γεμίσουμε τον κόσμο τέρατα, διαβάτη μου, η ροδοδάχτυλη αυγούλα με τις όμορφες πλεξούδες ξυπνά τον ήλιο, πέρα από τον ορίζοντα, βάφοντας τον κόσμο με


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

21

πορφύρα, πυρώνοντας το καμίνι της φαντασίας μας για να σφυρηλατήσουμε ήρωες, να σφάξουν τα τέρατα που γέννησε ο νους μας στο σκοτάδι κι έτσι ν’ αγαλλιάσουμε. Σαν γέρνει ξανά ο ήλιος πέρα απ’ τον ορίζοντα, ο κύκλος αρχινά και πάλι, όπως συνέβη απ’ την πρώτη στιγμή που οι μακρινοί μας πρόγονοι σήκωσαν τα μάτια στον έναστρο ουρανό και είπαν: «Το όνομά μου είναι Άνθρωπος». Όλα αρχίζουν εκεί που πρέπει μοιραία να τελειώσουν, όμως είναι νωρίς γι’ αυτό κι εσύ ακόμα δεν ξέρεις τίποτα για μένα. * * *

Δεν θα σου δώσω τ’ όνομά μου, μήτε κι εσύ να μου δώσεις το δικό σου. Τα ονόματα είναι πολύτιμα, ας το ‘χουμε ξεχάσει οι άνθρωποι κι είναι η άγνοιά μας μοναδική προστασία ενάντια σ’ εκείνους που κατέχουν τις Παλιές Τέχνες. Για τους περισσότερους, έχει χαθεί στ’ όνομα το νόημα κι είναι απλά ένα σημάδι για να ξεχωρίζονται όσοι νιώθουν οικείοι μεταξύ τους μες στη μάζα. Σαν το θελήσεις, σαν νοιώσεις πως έχει σημασία, δώσε μου εσύ ένα όνομα κι εγώ σ’ εκείνο θ’ αποκρίνομαι. Άλλωστε, διαβάτη μου, μονάχα εμείς οι δυο είμαστε εδώ. Ξέρεις πως είμαι εδώ γιατί μιλάω και ξέρω πως είσαι εδώ γιατί μ’ ακούς. Άκου λοιπόν… Η ιστορία μου δεν ξεκινά παλιά, πολύ παλιά. Δεν ξεκινά καν τη μέρα που γεννήθηκα. Μερικές φορές σκέφτομαι πως ξεκινά όταν ήμουν εννιά χρονών μονάχα και βρήκα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου ένα βιβλίο – ένα βιβλίο που αφηγούταν πώς ένα μικρό ανθρωπάκι πήγε Εκεί και Πάλι Πίσω, γυρνώντας εκεί ακριβώς απ’ όπου ξεκίνησε, αλλαγμένο για πάντα από τα θαύματα


22

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

και τους τρόμους που αντίκρισε. Μες στο μυαλό μου, τη στιγμή που έπιασα εκείνο το βιβλίο στα χέρια, το μονοπάτι χώρισε στα δύο και ξαφνικά υπήρξαν δυο παιδιά: το ένα, άφησε το βιβλίο εκεί που το βρήκε και το ξέχασε. Εκείνο το παιδί δεν ξέρω τι απέγινε. Το άλλο, έπιασε το βιβλίο και δεν το άφησε κάτω μέχρι που γύρισε την τελευταία του σελίδα… Όμως ούτε εκεί ξεκινά η ιστορία μου. Η ιστορία μου ξεκινά με μια ιστορία. Κοίτα μπροστά. Βλέπεις τα φώτα, εκεί που τελειώνει το νερό; Αυτή είναι η Χίος. Κλείσε τα μάτια σου, πάρε βαθιά ανάσα. Μυρίζεις τη μαστίχα; Απόλαυσέ το, δεν βιαζόμαστε… Και σαν τ’ ανοίξεις πάλι… να, φτάσαμε. Τούτο το μικρό, κοιμισμένο χωριό, που η αντάρα της θάλασσας κάνει στον ύπνο του τις πέτρες και τα ξύλα να σαλεύουν, όπου κάθε κόκκος άμμου γίνεται ένας μικροσκοπικός δερβίσης και μόνος ήχος είναι το ουρλιαχτό του ανέμου, λέγεται Κώμη. Να, βλέπεις εκείνο το μακρινό φως, που μοιάζει με μικρό μάτι στη ράχη μιας πελώριας χελώνας; Είναι ο φάρος πάνω στο Βενέτικο, λίγο έξω από τη νότια μύτη του νησιού. Τέτοια εποχή, όμως, δεν έχει σημασία. Ο Κύρης του Χειμώνα αναδύεται πελώριος μέσα από τη θάλασσα που ζώνει το νησί, εισπνέει βαθιά το άρωμα μαστίχας με στόμα σπηλαιώδες κι η παγερή πνοή του φουσκώνει άγρια τα νερά, που τινάζονται σαν γιγάντια δάχτυλα, δαγκώνουν τη στεριά σαν αφρισμένα δόντια κι ύστερα γυρνούν στη θάλασσα σαν υγρές γλώσσες, που σέρνονται στην αμμουδιά και το χαλίκι. Σε βλέπω που τουρτουρίζεις. Το κρύο είναι τσουχτερό, το ξέρω, μα κάνε λίγη μονάχα υπομονή. Σαν περάσουμε τούτον τον σανιδένιο διάδρομο, απλωμένο στην ακρογιαλιά για τους ταξιδιώτες του καλοκαιριού, που τα ξύλα του τρίζουν ακόμα όπως τα θυμάμαι από την


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

23

πρώτη μέρα, θέλω να κάνεις μερικά βήματα στην άμμο. Θέλω τα γυμνά σου πόδια να χωθούν στους κρύους, νοτισμένους κόκκους της, τα δάχτυλά σου να συναντήσουν τα ψυχρά χαλίκια μέσα της, μικρά και στρογγυλεμένα, για να νοιώσεις τη διαφορά. Εγώ θα συνεχίσω να σου μιλώ για να ξεχαστείς. Δε γεννήθηκα σε τούτο το νησί, μήτε πέρασα εδώ τα παιδικά μου χρόνια – κι όμως θα μπορούσες να πεις πως εδώ μεγάλωσα, από πολλές σκοπιές. Καλοκαίρια μονάχα, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο για είκοσι ολόκληρα χρόνια, μια αδιάκοπη γραμμή μέχρι που… Όχι, αυτό είναι ιστορία γι’ αργότερα. Αρκεί να ξέρεις πως επιστρέφω εδώ, σαν προσκύνημα, για να θυμηθώ και να μιλήσω με το γελαστό αγόρι, τον κεφάτο έφηβο και τον παλαβό είκοσι-κάτι που ήμουν κάποτε. Έτσι δίνω και την ευκαιρία στο καπέλο να ξαναδεί κάποιους παλιούς φίλους. Μη δείχνεις τόση έκπληξη. Ένα καπέλο που εμφανίστηκε από το πουθενά στο κεφάλι μου δεν είναι το πιο παράξενο που έχεις δει απόψε, μήτε το πιο παράξενο που ‘ναι να δεις… Μοιάζουμε, το καπέλο μου κι εγώ. Όσο καλά γνωρίζουν εμένα, άλλο τόσο γνωρίζουν κι αυτό. Δεν έρχομαι εδώ ποτέ χωρίς αυτό, μήτε κι αυτό δίχως εμένα. Είναι από βοϊδόδερμα, χοντρόπετσο και μ’ όσα έχει δει, με όσα έχει υποστεί και σ’ όσες αποκοτιές μ’ έχει συντροφέψει, καλά κρατιέται ακόμα. Ας άφησαν ο χρόνος κι όλα τούτα πάνω του σημάδια – και σ’ αυτό μοιάζουμε. Εδώ είμαστε. Βλέπεις εκεί που το κύμα μπαίνει ορμητικά μέσα στο βάλτο κι ύστερα τραβιέται, σαν τα δυο νερά να κάνουν έρωτα; Εκεί, στην όχθη του βάλτου ξεκίνησαν όλα, κάτω από τ’ αρμυρίκια σ’ εκείνον τον αμμόλοφο, που ‘ναι τώρα κρουσταλλιασμένα από το κρύο. Ξέρω, τίποτα απ’ αυτά δεν βλέπεις μες στο νερό και την


24

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

παγωμένη λάσπη κι από τον ήχο που κάνουν τα δόντια σου, θαρρώ αρκετά υπέφερες στο κρύο. Ο τόπος είναι σωστός και τώρα αρκεί να περπατήσουμε το δαχτυλίδι του χρόνου ανάποδα, απ’ την ουρά προς το κεφάλι. Κλείσε τα μάτια. Άκου… Φαντάσματά μου αγαπημένα στην αμμουδιά θαμμένα Μέσα σε μνήματα ρηχά που μόνο χρόνος τα βαραίνει και σαν η θύμηση αρχινά καθένα σας γελώντας βγαίνει Αναπολούν οι φίλοι και γνώριμη παίζει μουσική γίναμε μεταξύ μας θρύλοι και τα κομμάτια μας ακόμα εκεί. Μην ανοίγεις ακόμα τα μάτια σου. Πρώτα τέντωσε τ’ αυτιά σου. Άκου την κιθάρα του καλοκαιριού και τις φωνές να τραγουδούν, λιγότερο ή περισσότερο παράφωνες, τα ίδια τραγούδια που ακούγονταν γύρω απ’ τις φωτιές εδώ και χρόνια – ίδια κι απαράλλαχτα. Κούνα τα δάχτυλα των ποδιών σου. Νιώθεις τη διαφορά τώρα; Δεν είναι ζεστή η άμμος, ούτε καν τις νύχτες του καλοκαιριού, δεν είναι όμως πια υγρή και παγωμένη κι η διαφορά γεννά τη μόνη ψευδαίσθηση που έχεις ανάγκη. Ούτε είναι ζεστή η θαλασσινή αύρα, για σένα όμως που μόλις άφησες πίσω τους ανέμους του χειμώνα, φαντάζει σκέτο βάλσαμο. Βλέπεις; Σταμάτησαν να χτυπούν τα δόντια σου. Άνοιξε τώρα τα μάτια. Κοίτα… Είναι μια βραδιά πριν από δεκατρία χρόνια. Μια παρέα παιδιών έχει μαζευτεί στην παραλία του μικρού, κοιμισμένου χωριού. Άναψαν φωτιά, κάθισαν γύρω της κι


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

25

έχουν τώρα ανοίξει μπουκάλια γεμάτα κόκκινο, γλυκό κρασί. Όλο το βράδυ πίνουν και γελούν, παίζουν με το κρασί παιχνίδια. Οι φίλοι ανταλλάζουν χωρατά, τα ζευγαράκια κρυφά φιλιά, αγκαλιές και χάδια. Μερικές τολμηρές ψυχές βουτούν στα κρύα, σκοτεινά νερά που φωτίζει μονάχα η σελήνη κι ύστερα τρέχουν τουρτουρίζοντας πλάι στη φωτιά να ζεσταθούν. Είμαι κι εγώ εκεί – γελώ και πίνω και τραγουδώ μαζί τους, όπως τόσα χρόνια… Εκείνες τις βραδιές στην παραλία, ερχόταν μια στιγμή που όλοι σώπαιναν. Ήταν λες και η ψύχρα της νύχτας γύρω μας, η ζέστη της φωτιάς ανάμεσά μας και το κρασί στις φλέβες μας ξαφνικά μας βούβαιναν, στραγγίζοντας από μέσα μας τις λέξεις – αφήνοντας μόνο το τριζοβόλημα των ξύλων, το κύμα που έσκαγε στην άμμο και τις μακρινές, μονότονες κραυγές από κάποιο νυχτοπούλι. Έτσι θα γίνει κι απόψε, διαβάτη μου, γιατί έτσι έγινε τότε, κι έτσι το θυμάμαι… Δεν ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί σου: όταν είπα πως θα περπατούσαμε το δαχτυλίδι του χρόνου ανάποδα, απ’ την ουρά προς το κεφάλι, όταν άνοιξες τα μάτια σου και βρέθηκες μαζί μου από το χειμώνα του σήμερα, σ’ ένα καλοκαίρι του χθες, ίσως να πίστεψες πως ταξιδέψαμε στο παρελθόν. Άκου προσεκτικά, και τούτο φρόντισε καλά να το θυμάσαι: ο αληθινός παραμυθάς μπορεί να μη λέει πάντα την αλήθεια, όμως ποτέ δε λέει ψέματα – το ίδιο κι οι ιστορίες του. Απ’ την πρώτη στιγμή που αναδυόμαστε μέσα από τη σιωπηλή καρδιά του κενού, μέχρι και τη στερνή στιγμή που επιστρέφουμε σ’ αυτό, είμαστε όλοι ταξιδιώτες μες στο χρόνο. Τα κορμιά μας, φτιαγμένα από τον ίδιο κονιορτό που γέννησε τ’ αστέρια, ταξιδεύουν πάντα προς το μέλλον, μια ανάσα κι ένα χτυποκάρδι τη φορά, ώσπου κονιορτός να γίνουν πάλι. Ο νους μας, όμως, γεμάτος


26

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

όνειρα κι εφιάλτες, προικισμένος με αυτή την ανεξιχνίαστη ποιότητα, που στο διάβα της ιστορίας γέννησε θεούς, τέρατα και ήρωες, ταξιδεύει στη διάσταση του χρόνου τόσο μπρος, όσο και πίσω. Στην πράξη, τα ταξίδια στο μέλλον είναι για το νου μας πιο δύσκολα, διότι αντί για μια ανάσα κι ένα χτυποκάρδι τη φορά, κάνουμε άλματα, τρέχουμε και παίζουμε κυνηγητό με το ίδιο το φως για να φτάσουμε σε μέρη ανύπαρκτα – γιατί το μέλλον δεν υπάρχει παρά μόνο εκείνη τη φευγαλέα στιγμή, ακριβώς πριν το αγγίξουμε, ακριβώς πριν πέσει πάνω του το βλέμμα μας. Τότε, άξαφνα υπάρχει, παύει να ‘ναι μέλλον και γίνεται παρόν. Το μέλλον δεν υπάρχει, διαβάτη μου, γιατί δε γράφτηκε ποτέ σε λίθο και σε δέρμα, σε πάπυρο και σε καυκί, σε λαλιά και μνήμη, μόν’ είναι σταυροδρόμια, τρίστρατα και δρόμοι που χωρίζουν – όλα όσα μπορεί να συμβούν, μέχρι να συμβούν. Είναι σπουδαίο, όσο και τρομώδες, το χάρισμα εκείνων που ταξιδεύουν στα απόμακρα τοπία, για να δουν τεχνουργήματα θαυμαστά και ν’ αποκτήσουν ενόραση για κινδύνους ανείπωτους, φέροντας ύστερα μια ευθύνη αδιανόητη: ποιες ιστορίες θα πουν και σε ποιο μέλλον θα οδηγήσουν, έστω άθελά τους, το γένος των ανθρώπων; Το παρελθόν όμως, διαβάτη μου, αυτό καλύτερα μ’ αρέσει, γραμμένο σε λίθο και σε δέρμα, σε πάπυρο και σε καυκί, σε λαλιά και μνήμη. Είναι όλα όσα είδα κι όσα άκουσα, όλα όσα είδαν και άκουσαν εκείνοι που ήρθαν πριν από μένα. Είναι η γνώση μας, είναι η αρματωσιά και η λόγχη μας, είναι τα φάσματα που περπατούν δίπλα μας στην αμμουδιά, όταν οι σύντροφοι έχουν χαθεί, όταν έχει σωθεί πια το κρασί τους κι η δική μας κούπα δεν είν’ ακόμα αδειανή. Είναι οι αναμνήσεις μας και το δίχως άλλο θα το ξέρεις, πως οι πιο όμορφες ανάμε-


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

27

σά τους αποκτούν με τα χρόνια αυτό το φέγγος, αυτό το ζεστό φως που εξαφανίζει κάθε ατέλεια, που κάνει κάθε ψεγάδι τους ασήμαντο. Όταν μια τέτοια ανάμνηση, ένα τέτοιο θραύσμα αγαπημένο, στέκεται αντίκρυ στο παρόν και τα δυο τους δε μαλώνουν, μον’ αγκαλιάζονται και δίνουν το ένα στ’ άλλο, τότε το φως δυναμώνει τόσο που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Αυτές οι στιγμές είναι, διαβάτη μου, οι πιο σπάνιοι, οι πιο πολύτιμοί μας θησαυροί κι αυτές κάνουμε φυλαχτά ενάντια στο σκοτάδι – εκείνο που μας τυλίγει κι εκείνο που μέσα μας φωλιάζει. Πώς μπορώ να πάψω να ζω στο παρελθόν, τη στιγμή που οι αναμνήσεις αγκαλιάζουν το παρόν μου σαν τα μυριάδες νήματα ενός υφαντού, με τα χρώματά τους ζωντανά και ζωηρά σαν τη μέρα που πλέχτηκαν; Όλα όσα έχω ζήσει δε συνέβησαν κάποτε. Συμβαίνουν τώρα και για πάντα – μέχρι να σωθεί κι εμένα το κρασί μου… Γι’ αυτό η νύχτα τούτη, από χρόνια περασμένη, αγγίζει έτσι τις αισθήσεις σου, διαβάτη μου. Είναι κι αυτή μέρος του υφαντού και να τη μοιραστώ μπορώ μαζί σου, όπως την έζησα κι όπως τη θυμάμαι – σε αυτή την ομορφιά κρύβεται και το ψεγάδι της. Είναι ώρα. Ακούς άξαφνα πώς έγινε σιωπή; Κοίτα: τίποτα και κανένας δεν κουνιέται, εξόν από τις φλόγες, όπου έχουμε όλοι το βλέμμα καρφωμένο, καθώς εκείνες χορεύουν κι αλλάζουν θέση στις σκιές μας. Χρόνια αργότερα, ένας φίλος θα το κάνει συνήθεια, να λέμε πως τη σιωπή αυτή απλώνουν τα φτερά ενός αγγέλου που περνάει από πάνω μας κι εμείς δεν θ’ αναρωτηθούμε ποτέ τι είδους άγγελος μπορεί να είναι: από ‘κείνους που στάθηκαν μπρος στον ήλιο και μετρήθηκαν, από ‘κείνους που έπεσαν μες στης γης τα σπλάχνα, ή από ‘κείνους που στάθηκαν στην άκρη και κοιτούσαν και την ιστορία χάραζαν στη μνήμη τους;


28

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

Μέσα σ’ αυτή τη μυστική σιωπή θ’ ανοίξω κι εγώ το στόμα κι από μέσα μου θα βγει μια ιστορία – κι αυτό δεν είναι ανάμνηση δική μου, μόν’ ένα θραύσμα που μου χάρισε ένας άλλος φίλος, ίσως ο παλιότερός μου φίλος, απ’ τη δική του μνήμη. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί ξεκίνησα τότε να μιλάω. Ίσως να ήταν το γλυκό κρασί που κυλούσε άφθονο στις φλέβες μου. Ίσως να ήταν η καρδιά μου, που την ένιωθα ξέχειλη από τους φίλους και το κορίτσι που αγαπούσα. Ίσως απλά η δύναμη του παραμυθά να ξυπνά όταν βρίσκει μέσα σε μια τέτοια μυστική σιωπή πρόθυμα αυτιά και φαντασία γόνιμη για να φυτέψει το σπόρο της. Κοίτα. Η ιστορία αρχίζει – κι αυτό είναι το ψεγάδι της μνήμης, γιατί αν προσπαθήσεις, διαβάτη μου, να πλησιάσεις, μέχρι εκεί που θα φτάνουν στ’ αυτιά σου η φωνή μου κι οι παφλασμοί του βάλτου, που γεννούν στη φαντασία πλάσματα ανείπωτα μες στα θολά νερά, θ’ ανακαλύψεις πως να ζυγώσεις δεν μπορείς. Μήτε εγώ μπορώ, μήτε άλλος κανείς που ‘ταν εκεί το βράδυ εκείνο – γιατί την ιστορία αυτή, διαβάτη μου, κανείς δεν τη θυμάται. Θυμούνται μονάχα ένα όνομα, μια γκρίζα σκιά μ’ ένα ισχνό μαχαίρι κρυμμένο μες στο στόμα της, που έξω δεν την κρατούσαν μήτε πόρτες, μήτε σφαλιστά παράθυρα, μήτε κλειδωνιές. Θυμούνται εκείνον τον θρυλικό Ψιθυριστή που τρεφόταν απ’ το φόνο και τα μυστικά μες στις καρδιές των ανθρώπων. Θυμούνται το φόβο που ένιωσαν σαν τέλεψε η ιστορία, κι έμοιαζε ξαφνικά κάθε κλαδί σαν οστεώδες χέρι με δάχτυλα απλωμένα, κάθε σκιά γεμάτη κίνδυνο, κάθε μικρός ήχος σαν ψίθυρος φρικτός. Εσύ όμως, διαβάτη μου, μπορείς να δεις κι άλλα. Κοίτα εκεί που χάνεται το φέγγος της φωτιάς και οι σκιές πυκνώνουν. Τον βλέπεις με τ’ ωραίο του κοστούμι και το ημίψηλο καπέλο, γκρίζα σαν το δέρμα του; Δεν έχω παι-


ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ

29

διά, διαβάτη μου, μήτε ξέρω αν θ’ αποκτήσω, όμως τούτο το φοβερό πλάσμα είναι ο πρωτογέννητός μου. Βλέπεις πώς σέρνεται γύρω μας, σαν ψίθυρος, κι όλοι τυλίγονται και ζυγώνουν τα κορμιά τους, στη φωτιά και μεταξύ τους, ενάντια σ’ ένα ψύχος ξαφνικό; Δες πώς πατά με τα αιχμηρά, τ’ ανάλαφρά του βήματα μες στη φαρδιά σκιά μου, πώς βγάζει με λεπτά δάχτυλα απ’ το στόμα το Γκρίζο του Μαχαίρι και το φέρνει δίπλα στο λαιμό μου… μα δεν τολμά να τον χαράξει. Το αίμα του γονιού βάφει απρόβλεπτα τα χέρια του παιδιού. Έτσι με καταριέται – καταριέται το κρασί στις φλέβες μου να γίνει ξύδι, καταριέται την καρδιά μου ν’ αδειάσει, καταριέται τις λέξεις να γεμίσουν το στόμα μου με στάχτη. Έτσι κι έγινε· και για χρόνους επτά, έπαιρνα το ένα στρεβλό μονοπάτι μετά το άλλο. Έγιναν οι μέρες μου στυφές. Έντυσα το μέσα μου με μαύρο σίδερο και κλείστηκα στη βαθιά του ησυχία. Πνίγηκα από τις στάχτες κι οι λέξεις μου βουβάθηκαν. Ήταν δικό μου το φταίξιμο ή της κατάρας ο ζυγός – κι αλήθεια, πού σταματάει το ένα και πού αρχίζει τ’ άλλο; Δεν έχω απάντηση σ’ αυτό, διαβάτη μου. Κανένας παραμυθάς δε γνωρίζει την αλήθεια της δικής του ιστορίας κι όλα όσα σου είπα μέχρι τώρα, όμοια τα διηγούνται στόματα πολλά κι ούτε είναι βγαλμένα μονάχα απ’ τη δική μου μνήμη. Ένα τελευταίο θα σου πω: σε όσα έχω ζήσει κι όσα έχω κάνει, έχω χορτάσει την ίδια μου την ανοησία, έχω ικανοποιήσει την ανθρώπινη όρεξη για λάθη κι απ’ αυτά, τίποτα δε μετανιώνω· εξόν από ένα – όπως ξεμάκρυνε η νύχτα αυτή μέσα στο χρόνο, άφησα να ξεμακρύνει και το κορίτσι που αγαπούσα κι όπως δεν ξέρω τι απέγινε τ’ αγόρι που άφησε κάτω το βιβλίο, έτσι έρχονται εκείνες οι απόκρυφες ώρες τη νύχτας που αναρωτιέμαι,


30

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧ ΑΗΛΙΔΗΣ

σ’ έναν άλλο κόσμο, τι σόι άνθρωπος έγινε το αγόρι που την κράτησε κοντά του. Αρκετά μ’ εμένα, όμως. Έμαθες πώς ξεκινά η δική μου ιστορία κι είναι ώρα ν’ ακούσεις τις ιστορίες που σου έταξα, να μάθεις πώς τις βρήκα κι ίσως να βρεις κάτι που δεν ήξερες πως έψαχνες. Όποτε θέλεις φεύγεις, όποτε θες γυρνάς και τούτο μόνο σε ξορκίζω: ιστορία στη μέση μην αφήσεις, γιατί όπου βρεθεί κενό, το πρώτο που μπαίνει μέσα είναι το σκοτάδι. Δεν είναι κακό το σκοτάδι, μήτε καλό. Όπως κι ο Θάνατος, όμως, είναι άπονο. Πάρε το χέρι μου. Ξεκινάμε.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ Όλα αρχίζουν ένα καλοκαίρι περασµένο. Σ’ ένα ακρογιάλι της Χίου, γύρω από µια φωτιά, ακούγεται µια ιστορία. Ένας εφιάλτης γεννιέται, ένας παραµυθάς ξυπνά και παίρνει το µακρύ δρόµο προς τις ιστορίες. Από τις κρυφές γωνιές της πόλης, µέσα από τη Γη του Ονείρου, φτάνει στη βαθιά σπηλιά. Εκεί ένα αµόνι τραγουδά το τότε και το τώρα, σαν το πλησιάζουν µε πρόθεση τα χέρια του τεχνίτη. Μια ιστορία θα µείνει ξεχασµένη κι από ένα γκρίζο µαχαίρι θα φιλιώσουν το παρελθόν µε το παρόν. Ο παραµυθάς πατά εκεί που ο χρόνος δαγκώνει την ουρά του, το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε κι όλα έχουν αλλάξει, σαν τις ιστορίες από στόµα σε στόµα... «Όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο».

www.arpiwriters.gr www.mamaya.gr e-mail: info@mamaya.gr

ISBN 978-618-5224-04-2

ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ: 10023

Το αμόνι που τραγουδά - Απόσπασμα -