Page 1


Η Θ Ρ ΑΥ ΣΗ Τ ΩΝ Ο ΣΤΩΝ

Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ΒΙΒΛΙΟ 1


Επισκεφθείτε το site της σειράς:

www.arpiwriters.gr

Mπείτε στο www.mamaya.gr/newsletter ή σκανάρετε και είστε ένα «κλικ» από: • Τα βιβλία μας • Την επικοινωνία με τους συγγραφείς μας • Τα δώρα μας • Τις εκδηλώσεις μας • Τα νέα για τον χώρο του βιβλίου


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΒΙΒΛΙΟ 1


Στέφανος Κόκκινος Η Θραύση των Οστών Ο Αφανισμός των Μάγων - Βιβλίο 1 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γεωργία Θανοπούλου ΣΥΝΘΕΣΗ ΕξΩΦΥΛΛΟΥ: Αντώνης Αγγελάκης ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕξΩΦΥΛΛΟΥ: Όθων Νικολαΐδης χΑΡΤΗΣ: Γιώργος Βασιλείου ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Έρση Σωτηρίου

Copyright © Στέφανος Κόκκινος, 2016 Copyright © Mamaya Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε., 2016

ISBN: 978-618-5224-12-7

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής αδείας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, διανομή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση, παρουσίαση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρος του έργου.

Mamaya Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε. Κόδρου 19, 152 32 χαλάνδρι Τηλ.: +30 210 68 96 875 Fax: +30 210 68 96 875 www.mamaya.gr e-mail: info@mamaya.gr

Facebook: www.facebook/mamayabooks Twitter: www.twitter.com/Mamayabooks Pinterest: ww.pinterest.com/mamayabooks/ Instagram: instagram.com/mamaya_books/


Άρπη θα πει δρεπάνι. Για τους παλιούς Έλληνες ήταν όπλο: όταν θέριζε εχθρούς, ήταν όπλο του πολέμου. Όταν θέριζε στάχια, ήταν όπλο ενάντια στην πείνα. Όταν θέριζε παλιούς θεούς, όπως ο Ουρανός, ήταν όπλο για να ’ρθουν οι νέοι, όπως ο Κρόνος ή η Αφροδίτη. Άρπη, για μας, θα πει τομή. Τομή στην στείρα αναπαραγωγή κλασσικών και ξεπερασμένων πρωτοτύπων. Τομή στην πείνα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού του φανταστικού για κάτι το πραγματικά δικό του. Τομή στην παλιά, τη χιλιοειπωμένη φανταστική ιστορία, για να έρθει στο φως η νέα, η φρέσκια, η βγαλμένη από την καρδιά και την ψυχή, η γραμμένη από τη δική της κοσμοθεωρία και στη δική της γλώσσα. Η συγγραφική ομάδα Άρπη, υπό την σκέπη των εκδόσεων mamaya, δρέπει τους πιο εύγεστους καρπούς της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Με μια τομή, με ένα όπλο. Με μια Άρπη. Συγγραφική ομάδα Άρπη


Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στους γονείς μου, Ηλία και Σωτηρία


ΠΕΡΙΕχΟΜΕΝΑ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

...........................

Ο χΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΝΗΣΙΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

13

.........................

15

............................................

17

Μ ΕΡΟΣ Π ΡΩΤΟ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Ένα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 35 Δύο . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 63 Τρία . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 83 Τέσσερα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 119 Πέντε . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 125 Έξι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 148 Επτά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 157 Οχτώ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 167 Εννιά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 181 Δέκα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 189 Μ ΕΡΟΣ Δ ΕΥΤΕΡΟ

ΑΛΛΑΓΕΣ

Έντεκα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 225 Δώδεκα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 236 Δεκατρία . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 251


Δεκατέσσερα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεκαπέντε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεκαέξι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεκαεπτά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεκαοχτώ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

266

ΕΠΙΛΟΓΟΣ .

343

............................................

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΩΝ .

.....................

287 305 318 327

357

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΝΗΣΙΩΝ

I. Οι Αρχικές Φυλές [Τα Παιδιά των Δράκων] . . . . . . . . . 377 II. Οι Επόμενες Φυλές [Τα Παιδιά της Γης και του Ουρανού] . . . . . . . . . . . . . . 379 ΙΙΙ. Τα Μονοπάτια του χρώματος (Οι Επτά Ακτίνες) . . 380 ΕΥχΑΡΙΣΤΙΕΣ.

.........................................

381


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ Αγαπητέ αναγνώστη, Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι η αναθεωρημένη Θραύση των Οστών, το Πρώτο Βιβλίο της τετραλογίας Ο Αφανισμός των Μάγων, το οποίο διαφέρει σημαντικά από την προηγούμενη έκδοση του 2013. Ο συγγραφέας, επιθυμώντας να φωτίσει τις όποιες «σκοτεινές» και «δύσβατες» πτυχές της ιστορίας του, επενέβη με την προσθήκη αρκετού νέου υλικού και παράλληλα τη μεταφορά κάποιων Κεφαλαίων στο Δεύτερο Βιβλίο. Σκοπός του είναι να σε κάνει να αισθανθείς ότι αποτελείς κι εσύ κομμάτι του Άφαλ και των Τριών Νησιών και να σε οδηγήσει με σταθερότητα και συνέπεια στα επόμενα Βιβλία της σειράς. Σ.Κ.


Διάβασε στη λεπίδα του σπαθιού που διασχίζει το αίμα Πετρωμένες άλικες σταγόνες – τόσες πολλές ζωές χαμένες! Όταν ο θρύλος της Γενιάς σου ολόκληρος θα ’χει ειπωθεί Τη μέρα εκείνη θα χαμηλώσουνε τα λάβαρα Του κάστρου οι φιλντισένιες πόρτες θα σφαλίσουν Κι ο άσοκ θα τρέξει μες στην παγωνιά να κρύψει το Τραγούδι Στον αμφορέα της σιγής· και θα σβηστούν τα κρίματα στα χιόνια Μονάχα οι φωτιές ανάβουν χαρωπά – στο τέλος του ταξιδιού…

Σουλάμ Τουχάν

(Βιβλίο Δ’, Στάντζα 11.186)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τρία Νησιά-Βασίλεια ανεξάρτητα το ένα από το άλλο· τρεις ισχυροί άνδρες, ένας για κάθε βασίλειο· δικαιοσύνη για όλους… Πάνω σε αυτά τα θεμέλια θα οικοδομήσουμε το νέο μας κόσμο. Γιατί είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι οι μεγάλοι πόλεμοι έχουν παρέλθει οριστικά και μια νέα εποχή, εποχή ειρήνης και ευημερίας, βρίσκεται μπροστά μας. Είναι σίγουρο ότι η νέα κατάσταση έρχεται για να παραμείνει. ξέρουμε ότι δεν είναι δυνατό όλα ν’ αλλάξουν προς το καλύτερο από τη μια μέρα στην άλλη· θα υπάρξουν παρεκκλίσεις, εστίες βίαιης αναταραχής θα ταλαιπωρούν για καιρό τους λαούς… Όμως το ποτάμι δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω. Αργά ή γρήγορα, ο ζυγός θα γείρει προς τη μεριά της λογικής, της καλής θέλησης, της αδελφοσύνης και της προόδου… Άσελ, Λάσεθ και Τάμελ Η Διακήρυξη για την Ανεξαρτησία των Τριών Νησιών (απόσπασμα) Καράλνια, το Βόρειο Νησί Έτος 1808 από την Ανεξαρτησία των Τριών Νησιών Κείμαι. Πόσον καιρό βρίσκομαι εδώ; Ίσως χρόνια. Ή και αιώνες. Φυλακισμένος σ’ ένα σώμα νεκρό – κι όμως υπάρχω…


18

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Δε γνωρίζω ποιος είμαι. Η μνήμη ένας συρφετός από τυχαίες εικόνες, οράματα παγιδευμένα σε τυφλά μάτια. Κάποιες φορές έρχονται στο νου μου άγνωστα πρόσωπα, ίχνη από ένα μακρινό παρελθόν. Γρήγορα τα πρόσωπα πνίγονται στη λησμονιά, κι είναι της λησμονιάς τα κύματα που σηκώνονται να καταπιούν τις ενοχλητικές αναμνήσεις. Ανάμεσα στα χάσματα του Χρόνου καταφέρνω να οικοδομήσω λογικές σκέψεις. Μεμιάς οι σκέψεις γκρεμίζονται σαν καταρρέοντα κάστρα κάτω από ένα μελανό ουρανό, τα κομμάτια τους σωριάζονται με κρότο στη γη του μη νοητού. Ζω. Ένας και μοναδικός πρίγκιπας από εγρήγορση κουβαλά με κόπο την ύπαρξή μου. Κρούω μέσ’ από το ορυχείο της σκληρής σάρκας· κανείς και τίποτε δεν απαντά. Εγκλωβισμένος στον τάφο μου, ουρλιάζω στα μουδιασμένα νεύρα· καμιά διαταγή δεν εισακούγεται. Πολύ σπάνια, νιώθω κάτι που οι θνητοί εκλαμβάνουν ως πόνο. Ή μήπως δεν πρόκειται για το ίδιο αίσθημα; Κάποτε μίλησα με τους απρόσιτους Δράκους, τους Δράκους του Χρώματος, κι εκείνοι με φοβήθηκαν. Έψαξαν αναρίθμητες κλωστές στο Υφαντό της Μοίρας ελπίζοντας πως θα με νικήσουν· μα δίστασαν να με αντιμετωπίσουν καταπρόσωπο. Προσμένω. Αναλλοίωτος στους αιώνες, βαρέθηκα την αιωνιότητα. Απαρνήθηκα το ένδοξο παρελθόν· ξεφλούδισα υποσχέσεις του πεπρωμένου. Απόμακρος από κάθε αίσθηση, μίλησα τη γλώσσα της σιωπής και ο άνεμος με κατάλαβε. Αφουγκράστηκα το τραγούδι της βροχής και όντα ψέλλισαν προσευχές για την ανάπαυσή μου. Έμαθα ν’ ανοίγω τα μάτια μου στ’ όνειρο για ν’ αποφεύγω τη λάμψη του κόσμου. Είμαι νεκρός· δεν μπορώ να πεθάνω. Είμαι αθάνατος· δεν μπορώ να ζήσω. Και πόσο φθόνησα τη θνητότητα… Το ξημέρωμα βρήκε τους τρεις καβαλάρηδες να διασχίζουν τη Μεγάλη Στέπα. Ήταν η τρίτη ημέρα του μήνα χιράμ, κι ο αναμενόμενος χειμώνας προμηνυόταν βαρύς, αν κάποιος έκρινε από το τσουχτερό κρύο του φθινοπώρου. Οι μεγαλόσωμοι άντρες, φορτωμένοι μέταλλο, σχημάτιζαν μεταξύ τους ευθεία γραμμή κι έτρεχαν να προσπεράσουν τον άνεμο. Ο με-


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

19

σαίος έδινε κάθε τόσο κοφτές διαταγές στους άλλους δυο ιππείς, με φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Αλυσιδωτοί θώρακες και κράνη γυάλιζαν στο χλομό φως του πρωινού και τομάρια αρκούδας προφύλασσαν τα κορμιά τους από το ξεροβόρι της Στέπας. Στις ράχες τους κρέμονταν σπαθιά· λεπίδες από περίφημο καράλνιο ατσάλι μέσα σε θήκες από μπρούντζο και δέρμα αναπηδούσαν με τον καλπασμό· το ακριβό τους μέταλλο κρατούσε ακόμη τη θέρμη της τελευταίας μάχης. Νωρίς εκείνο το πρωί, πριν καν χαράξει, είχαν συναντήσει τη φατρία του Ράμενεθ του Σφυροκόπου –κάπου τριακόσιους σκληροτράχηλους πολεμιστές– κι ενώθηκαν μαζί της για να χτυπήσουν τον Αζελμπάρ το Βωβό και τους άντρες του. Μα με το πρώτο φως της αυγής ξέκοψαν τελικά από τη συμπλοκή, αφήνοντας τον Αζελμπάρ στον Ράμενεθ και τη συντροφιά του. Σαν βρέθηκαν μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, χρησιμοποίησαν μαγεία για να εκμηδενίσουν την απόσταση και να λυγίσουν το χρόνο. Είδαν τη χοάνη ν’ ανοίγει στ’ αριστερά τους, το στόμα γιγάντιου σκουληκιού. Αντίκριζαν μια ρευστή Σήραγγα Μεταφοράς, ένα επίτευγμα του Ντέβαδον του Πράσινου Μονοπατιού, του μοναδικού Δράκου που κατοικούσε στα Τρία Νησιά… Το ρευστό περιστρεφόταν όλο και ταχύτερα, αποκτώντας σταδιακά πυκνότητα και μορφή. «Τούσεκ! Κάαμ!» φώναξε ο μεσαίος καβαλάρης. «Έχετε το νου σας… Τώρα!» Ακριβώς πάνω στο πρόσταγμα, οι τρεις άλλαξαν συγχρονισμένα διεύθυνση κι έστριψαν επί τόπου, σαν ένας. Μόλις μπήκαν στη χοάνη, ο δεξιός αναβάτης ήταν ο πρώτος που έχασε την ψυχραιμία του. «Κάργκα! Τι πράγμα είναι αυτό…» Ο μεσαίος δεν τον άφησε ν’ αποσώσει τη φράση του. «Πάρε ανάσα, βρε ηλίθιε!» βρυχήθηκε. «Αυτό το πράσινο αέριο είναι με το μέρος μας!» «Μοιάζει με κινούμενη μούχλα…» έκανε ο άλλος, εξίσου δισταχτικός. Ο Κάργκα πίεσε εκνευρισμένος το άλογό του και βγήκε μπροστά, εμβολίζοντας το πράσινο νέφος που γέμιζε τη Σήραγγα.


20

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

«Βιαστείτε!» φώναξε. «Δεν μπορώ να την κρατήσω μόνος μου!» Οι δυο άντρες μάζεψαν το κουράγιο τους και όρμησαν στο σύννεφο. Με την πρώτη ανάσα, κάτι πνιγηρό πέρασε στα πνευμόνια τους. Άρχισαν να βήχουν, κι από τα μάτια τους κύλησαν δάκρυα. Το βασανιστήριο κράτησε κάμποσο, γρήγορα όμως η δυσάρεστη αίσθηση υποχώρησε. Δίχως ν’ ανακόψουν τον καλπασμό, οι τρεις άφησαν πίσω τους τα Οροπέδια του Κακού Σπόρου, διέσχισαν την πεδιάδα Νταρούφ και, με κατεύθυνση πάντα το Βορρά, προσπέρασαν τα Δόντια του Γκρανθ και την πετρώδη έρημο Ναντούτ, ενώ το έδαφος κάτω απ’ τις οπλές των αλόγων έφευγε προς τα πίσω με ταχύτητα αστραπής. Κάμποση ώρα αργότερα, η πρασινίλα γύρω τους άρχισε να εξασθενεί, ώσπου χάθηκε εντελώς και το φυσικό περιβάλλον εμφανίστηκε ξανά. Έχοντας αναγνωρίσει το σημείο προορισμού, ο Κάργκα σταμάτησε το άλογό του. Οι σύντροφοί του βιάστηκαν να τον μιμηθούν. Τα ζώα τους χλιμίντρισαν ξαφνιασμένα και σήκωσαν τα μπροστινά τους πόδια στον αέρα. Ο Κάργκα χρησιμοποιούσε αρκετά συχνά τέτοια μαγικά τερτίπια, αν και ισχυριζόταν πως ο ίδιος δεν ήταν μάγος. Κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα από πού κρατούσε η σκούφια του. Ο Κάργκα έλεγε πως είχε πρωτοδεί το φως του Άμμωνα στα Καρμάνια Νησιά, μια χούφτα ξερονήσια στη Θάλασσα του Σίδερου. Μάγος ή όχι, ο Καρμάνιος γνώριζε αρκετά για τις απόκρυφες τέχνες και –το σημαντικότερο– είχε ισχυρούς φίλους. Τους συνεργάτες του τους διάλεγε πάντα με μεγάλη προσοχή κι όλες οι φατρίες γνώριζαν για τη σκληράδα και τις υψηλές απαιτήσεις του Καρμάνιου. Ο Τούσεκ και ο Κάαμ έγιναν φίλοι ύστερα από το διάσημο καβγά στον καταυλισμό, κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού με ζάρια. Όταν ο τελευταίος ανέφερε κάτι για «μπράτσα αδύναμα σαν γυναικούλας», ο Τούσεκ χαμογέλασε παγερά και ξεθηκάρωσε το μαχαίρι του. Σίγουρα κάποιος απ’ τους δυο θα ’πεφτε νεκρός κείνη τη μέρα, αν ο Κάργκα δεν είχε μπει στη μέση να τους χωρίσει. Το ίδιο εκείνο βράδυ, σαν δυο μαθητούδια, κάθισαν κοντά του κι άκουσαν για πρώτη φορά για το Όραμα. «Τα Τρία Νησιά-Βασίλεια σύ-


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

21

ντομα θα σβήσουν» έλεγε με σιγουριά ο Κάργκα. «Θα εξελιχθούν σε ένα ενιαίο κράτος, μια πανίσχυρη αυτοκρατορία. Σε αυτή την αυτοκρατορία ένας θα είναι ο ηγέτης. Κι εμείς θα είμαστε οι αμέσως πιο κάτω από αυτόν». Τέτοιο ήταν το Όραμα και οι προοπτικές που έθετε μπροστά τους ο Κάργκα. Αλλά για την επίτευξη του Οράματος χρειάζονταν άντρες ικανοί, διατεθειμένοι να πολεμήσουν γι’ αυτό, όχι για την τιμή της μιας ή της άλλης φατρίας. χρειάζονταν άντρες με πειθαρχία και δύναμη, που με τα σπαθιά τους θ’ άνοιγαν το δρόμο για την ενθρόνιση ενός νέου βασιλιά, ισχυρότερου από αυτούς που κυβερνούσαν τώρα τα Νησιά. Άντρες σαν τον Τούσεκ και τον Κάαμ, δηλαδή. Κι αυτοί δεν άργησαν να χριστούν υπασπιστές του Καρμάνιου. Μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο έφεραν σε πέρας κάμποσες μυστικές αποστολές με απώτερο στόχο Το Όραμα. Το Όραμα εξακολουθούσε να παραμένει για τους ίδιους κάτι περίπλοκο και ακαθόριστο. Μα διόλου δεν αμφέβαλλαν πως στο μυαλό του Αρχηγού όλα ήταν ξεκάθαρα και απλά. Και ορκίζονταν σιωπηλά πως τα θεμέλια της Αυτοκρατορίας θα ξεκινούσαν να χτίζονται προτού φυτρώσει στα κεφάλια τους άσπρη τρίχα. Τους βλέπω. Οι τρεις καβαλάρηδες καλπάζουν τυλιγμένοι σ’ ένα σύννεφο από μαγεία. Θέλουν να φτάσουν ως εδώ, στον Ψυχρότοπο. Έρχονται να γκρεμίσουν τα τείχη του ύπνου μου; Κι αν ο ύπνος είναι θάνατος, τι παράξενα οράματα πηγαινοέρχονται σε τούτη την αίθουσα! Κι αν η απέραντη χώρα του χιονιού και του πάγου δεν είναι παρά μια στενόχωρη λωρίδα γης στον Κόσμο του Πουθενά; Δε θα βιαστώ ν’ απαντήσω. Θ’ αφεθώ απλώς στις διευρυμένες αισθήσεις, τα θαυμάσια τούτα δώρα που μου χάρισαν οι Θεοί. Και νιώθω: εντυπώσεις πρωτόγνωρες τραγουδούν μέσα στο δάσος της περιπλάνησης· αλαφιασμένες και βιαστικές μετακινούνται εδώ κι εκεί, σαν παρέες πουλιών. «Το ποτάμι κυλάει προς την πηγή του» μοιάζουν να λένε. Κι εγώ εισέρχομαι σε μια νέα κατάσταση, όπως ένας ονειρευτής ανοίγει την πόρτα του επόμενου ονείρου, όπως ένας ταξιδευτής πατάει το χώμα καινού-


22

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

ριας γης. Ποθώ να περπατήσω τις νέες οδούς, όλους αυτούς τους άγνωστους δρόμους. Γραμμές ευθείες και καμπύλες, γραμμές ακαθόριστες, πολύπλοκα σχήματα γεννιούνται από ακατανόητες γεωμετρίες. Ακούω συγχορδίες νεφών κι η θέλησή μου κάμπτεται απ’ το ουράνιο ασήμι. Μα πώς εγώ, ο μη θνητός, ο αθάνατος, σκέφτομαι να προδώσω την άγνοιά μου; Τα πράγματα λάμπουν τώρα τόσο απρόσμενα καθαρά – εκτός κι αν δεν είναι παρά η πλάνη μιας καταδίκης που η Παλιά Θεά αποφάσισε για μένα… Όμως όχι. Δεν επιθυμώ να κατέβω ξανά ούτε ένα σκαλοπάτι οδύνης! Γιατί; Γιατί ν’ αφήσω τούτη την ομορφιά; Και, ναι· μια υπέρτατη ομορφιά τρέχει παράλληλα με τα βέλη των καινούριων αισθήσεων. Και τα προσπερνά, ξεπερνώντας τα δεσμά της αιώνιας μέρας, ζητά να καρφωθεί κατάκεντρα στην αγκαλιά του Άφατου. Κι ίσως, αν την ακολουθήσω, να βυθιστώ σε βαθύτερη άγνοια για το αν είμαι ζωντανός ή νεκρός. Ναι· προτιμώ να ζήσω το πανηγύρι του άμορφου κόσμου. Να ονειρευτώ το νέο μου όνειρο. Δε θέλω να γυρίσω πίσω… Τα άλογα κινούνταν με δυσκολία. Ίσια μπροστά, στα τρία χιλιόμετρα, ένα βουνό όρθωνε το ανάστημά του, η κορφή του χαμένη στα σύννεφα. Από κει ψηλά κατέβαινε ο άνεμος, εφορμούσε παγερός, μούδιαζε τη σάρκα, δάγκωνε το κόκαλο. Ο Τούσεκ και ο Κάαμ κοίταξαν γύρω τους. Η Σήραγγα τους είχε φέρει βορειότερα απ’ όσο φαντάζονταν. Ο Καρμάνιος άνοιγε με το άλογό του ένα μονοπάτι στο χιόνι, ψάχνοντας με προσήλωση γύρω του για τα σημάδια. Είχαν φτάσει πια στους πρόποδες όταν, εξετάζοντας προσεκτικά ένα σχηματισμό από γιγάντια βράχια, σήκωσε συνθηματικά το χέρι του. «Θ’ αφήσουμε τ’ άλογα εδώ» τους είπε. Οι δυο άντρες υπάκουσαν δίχως δεύτερη κουβέντα. Σιγούρεψαν τ’ άλογα και ακολούθησαν τον αρχηγό τους, που έσκυψε κι εξαφανίστηκε σε μια εσοχή ανάμεσα στα βράχια. Μια στιγμή πριν βγουν από την άλλη μεριά του περάσματος, ένιωσαν κάτι άμορφο να τους αγγίζει. Ήταν αόρατο κι ενοχλητικό. Οι τρίχες από τ’ αρκουδοτόμαρα τσιτσίρισαν κι


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

23

ορθώθηκαν· τα στομάχια τους ανακατεύτηκαν. Τρόμαξαν λίγο, αλλά ο Κάργκα είχε μόλις διαβεί το σημείο δίχως να πάθει το παραμικρό, γι’ αυτό και ντράπηκαν να γκρινιάξουν. Αμέσως μετά, το ψύχος έγινε μια πανίσχυρη μέγγενη· τους γράπωσε κι έκανε τις καρδιές τους να φτάσουν στα δόντια. Μα τους Θεούς, συνειδητοποίησε ο Τούσεκ, τούτος δω είναι ένας άλλος κόσμος! Ο άντρας κοίταξε με απελπισία ψηλά, προς το αρρωστημένο λυκόφως, κι έσφιξε τους μυς του κορμιού του για ν’ αντέξει. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και μια θολούρα σκέπαζε τα πάντα στα δέκα βήματα. Σαν άγγιζαν το δέρμα οι νιφάδες το έκαναν να καίει. Το βάδισμα εξελίχθηκε σε βασανιστήριο. Οχτακόσια βήματα αργότερα συνάντησαν την αψίδα. Ήταν τεράστια και φτιαγμένη από τραχείς ογκόλιθους. Παρατήρησαν πως το λαμπερό πέτρωμα έλιωνε τις νιφάδες του χιονιού γι’ αυτό και παρέμενε καθαρό. Κρατώντας την ανάσα τους, πέρασαν κάτω από το κτίσμα για να βρουν στη συνέχεια τα ερείπια μιας νεκρόπολης ή ενός τόπου τέλεσης θυσιών. Παίρνοντας σιγά-σιγά μορφή μέσ’ από το λυκόφως, το μεγαλύτερο από τα ερείπια αποκαλύφθηκε. Ένα γιγάντιο δάχτυλο αφημένο να δείχνει τον ουρανό, ο πύργος ήταν κι αυτός καμωμένος από τους ίδιους λαμπερούς ογκόλιθους, όπως και όλα τα υπόλοιπα ερείπια. Όμως η αίσθηση της παλαιότητας δεν ήταν πουθενά τόσο έντονη όσο πάνω σε κείνο το χάλασμα. Το ύψος του πύργου έφτανε οπωσδήποτε τα εκατό μέτρα. Σύντομα όμως τα «εκατό μέτρα» απέκτησαν άλλη σημασία – μόλις οι τρεις άντρες συνειδητοποίησαν ότι δεν έβλεπαν παρά το κορυφαίο τμήμα του κεντρικού πυργίσκου. «Δε μ’ αρέσει καθόλου τούτο το πράγμα!» γκάριξε ο Τούσεκ δείχνοντας το ερείπιο. «Μείνετε κοντά μου!» φώναξε πίσω του ο Καρμάνιος δίχως να σταματήσει να προχωρά. Γύρω από το ελλειψοειδές άνοιγμα –ένα παράθυρο;– οι άντρες διέκριναν σκαλίσματα σε μια άγνωστη γλώσσα. Η διάμετρος του ανοίγματος ξεπερνούσε τα είκοσι μέτρα· το κατώτατο σημείο του έφτανε λίγο πάνω από το ύψος του χιονιού, έτσι ώστε ν’ αποτελεί ένα καλό σημείο εισόδου. Όμως το σχή-


24

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

μα της σκοτεινής κοιλότητας και τα μπερδεμένα σύμβολα έφεραν στην ψυχή του Τούσεκ περισσότερο πάγο απ’ όσο έφερνε η χιονοθύελλα. Ο Καρμάνιος κοίταξε ψηλά και σταμάτησε. Ο Τούσεκ και ο Κάαμ ακολούθησαν το βλέμμα του. Είδαν μια φωτεινή σφαίρα να κατεβαίνει από τον ουρανό και να πέφτει μ’ έναν απαλό γδούπο πάνω στο χιόνι. Η σφαίρα πρόλαβε ν’ αλλάξει δεκάδες χρώματα μέσα σε μια στιγμή κι έκλεινε μέσα της ένα ζωντανό πλάσμα. Ήταν δίποδο, μα το κεφάλι του θύμιζε σκύλο ή τσακάλι. Ο ασημένιος μανδύας που φορούσε κάλυπτε ολόκληρο το σώμα εκτός από τα πόδια, που ήταν κι αυτά ένα κράμα από πέλμα δίποδου και τετράποδου όντος. Το ον πέρασε δίχως την παραμικρή αντίσταση μέσ’ από τη φωτεινή σφαίρα, γλίστρησε πάνω στο χιόνι και κοντοζύγωσε τους τρεις άντρες. «Κάργκα! Πού ήσασταν τόσην ώρα;» φώναξε ο Κυνοκέφαλος σαν να τους μάλωνε. «Στο δικό μας κόσμο οι καθυστερήσεις στοιχίζουν, ξέρετε». Ο Τούσεκ και ο Κάαμ ξαφνιάστηκαν σαν άκουσαν την Ακμπάριε την Κοινή, την πιο γνωστή λαλιά των Τριών Νησιών. Και παρά τον επιτακτικό της τόνο, η φωνή του ομιλητή ήταν παράξενα ευδιάκριτη κι εύηχη, σχεδόν μεταξένια. «Είχαμε θέματα να φροντίσουμε, Μουμπάμπου» απάντησε κοφτά ο Κάργκα. «Θα μας οδηγήσεις στο Ατάλ;» «Στο εσωτερικό του Ατάλ, εννοείς;» έκανε ο Μουμπάμπου. «Όχι βέβαια! Είπαμε ότι θα σας βοηθήσω αλλά… Τούτο το πράγμα, ξέρεις, δεν το φτιάξαμε εμείς. Και δεν είμαστε φτιαγμένοι για ν’ αντέχουμε όλες τις… εκπορεύσεις του. Στο Ατάλ λοιπόν θα μπείτε μόνοι σας». «Δεν μπορούμε μόνοι. χρειαζόμαστε οδηγό». «Ανοησίες. χρειάζεστε απλά ένα χάρτη». «Τότε δώσε μας το χάρτη». «Όχι πριν μου δώσεις ένα δείγμα από αυτό που μου υποσχέθηκε ο αφέντης σου». Ο Κάργκα έβγαλε μέσ’ από την αρματωσιά του ένα μεγάλο πουγκί και το πέταξε στο Φύλακα. Ο Μουμπάμπου το γράπωσε στον αέρα. «Είναι… καλό;» ρώτησε τον Καρμάνιο με δυσπιστία.


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

25

«Δες μονάχος σου» τον παρότρυνε ο Κάργκα. Ο Μουμπάμπου έλυσε τον κόμπο κι έχωσε ένα χέρι μέσα στο πουγκί. Ο Τούσεκ πρόλαβε να μετρήσει πέντε αφύσικα μακριά δάχτυλα με τέσσερις αρθρώσεις στο καθένα, που κατέληγαν σε γαμψώνυχα. Το χέρι ξαναφάνηκε μαζί μ’ ένα λαμπερό παγοκρύσταλλο. Ο παγοκρύσταλλος προκάλεσε ένα αθέλητο επιφώνημα θαυμασμού από τον Κυνοκέφαλο. «Ένα πολύ μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης του Ντέβαδον του Πράσινου Μονοπατιού» δήλωσε χωρίς το παραμικρό συναίσθημα ο Κάργκα. «Τα φορτία που θα λάβεις στο άμεσο μέλλον θα είναι… όπως τα συμφωνήσατε με το Δράκο». Ο Φύλακας εξαφάνισε τον παγοκρύσταλλο μέσα στο σκυλίσιο του στόμα. Κάμποσες στιγμές πέρασαν με τον Μουμπάμπου να τραγανίζει το δώρο του. «Εξαιρετική χμ… ποιότητα…» παραδέχτηκε τελικά. «Λοιπόν καλά, νομίζω ότι μπορούμε να προχωρήσουμε». Ο Φύλακας έκανε μια ταχυδακτυλουργική κίνηση με το χέρι του. Από το φαρδύ μανίκι της φορεσιάς του γλίστρησε κάτι κυλινδρικό στο σχήμα. Ήταν πράγματι ένα είδος σχεδιαγράμματος ή χάρτη, φιλοτεχνημένο πάνω σ’ ένα λεπτό φύλλο από κόκκινο μέταλλο. Ο Μουμπάμπου το τσίμπησε με δυο δάχτυλα, το κούνησε με νόημα μπροστά στον Κάργκα, το ξετύλιξε για μια στιγμή και τελικά το άφησε να ξαναπάρει το κυλινδρικό του σχήμα. «Μελετήστε το προσεκτικά» είπε στον Καρμάνιο καθώς του έδινε το χάρτη. «Μην επιχειρήσετε να κάνετε βήμα στο εσωτερικό του Ατάλ δίχως να έχετε απομνημονεύσει τα βασικά κομμάτια. Να θυμάστε πάντα ότι οι άμυνες του Ατάλ δεν έχουν εξουδετερωθεί εντελώς – έχουν απλώς χαλαρώσει. Με την πάροδο του χρόνου επανέρχονται, άρα δεν έχετε περιθώρια για καθυστερήσεις. Και κάτι τελευταίο: όπως με διαβεβαίωσε ο Ντέβαδον, ο λόγος για τον οποίο βρίσκεστε εδώ είναι η Καρδιά – και μόνο η Καρδιά. Αυτό είναι τρομερά σημαντικό – γιατί από το Ατάλ δεν μπορούν να αφαιρεθούν περισσότερα από ένα αντικείμενα δίχως οι άμυνες του Πύργου να επανέλθουν αυτόματα στην υψηλή τους ένταση. Και σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότη-


26

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

τα να βγείτε από κει μέσα ζωντανοί». «Μας ενδιαφέρει μονάχα η Καρδιά» είπε ο Κάργκα στο γνωστό του ψυχρό τόνο. Η μελέτη του χάρτη δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Φως δεν υπήρχε μέσα στο Ατάλ, κι έπειτα από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να κρατήσει ζωντανές τις φωτόσφαιρες, ο Κάργκα αναγκάστηκε ν’ ανάψει δαυλούς. Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, ένιωσαν και οι τρεις πως γνώριζαν κάποια στοιχειώδη πράγματα για το εσωτερικό του κτίσματος όπου βρίσκονταν, ο Κάργκα σηκώθηκε δίνοντας το σήμα της εκκίνησης. «χάσαμε πολύτιμο χρόνο με τούτο δω» παρατήρησε ο αρχηγός εννοώντας το χάρτη κι ο Τούσεκ πρόλαβε να δει στα σκοτεινά μάτια του Καρμάνιου μια αδιόρατη ανησυχία. «Ο Τσακαλοκέφαλος είπε πως, ώρα με την ώρα, οι άμυνες του Πύργου σφίγγουν όλο και περισσότερο». Το φτερούγισμα ήρθε να επιβεβαιώσει τα λόγια του. Ο Τούσεκ πρόλαβε μονάχα να δει μια μάζα από σκοτάδι να γλιστρά προς το μέρος του, κι αμέσως το σφοδρό χτύπημα στο στήθος τον ξάπλωσε χάμω. Το πλάσμα έσκισε τον αέρα της αίθουσας και πέταξε ίσια κατά τον Κάαμ. Σηκώνοντας ενστικτωδώς τα χέρια του για να το αποφύγει, ο άλλος άντρας έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε στο πέτρινο δάπεδο, όπως ο Τούσεκ. Το ον στρίγκλισε φρενιασμένα και τελικά εξαφανίστηκε μέσ’ από το άνοιγμα του Ατάλ. Ο Κάργκα γρύλισε από θυμό. Ανήσυχος, ζύγωσε τον άντρα που βογκούσε και του έδωσε το χέρι του. «Μα τους Δαίμονες της Μαύρης Γης…» έκανε ο Τούσεκ με το που στάθηκε ξανά στα πόδια του. «Τι ήταν αυτό το πράγμα;» «Σκραλ» απάντησε ο Κάργκα. «Πλάσμα του δικού μας κόσμου, μα ζει κι εδώ, γιατί αποζητά το ψύχος. Τα σκραλ γνωρίζουν την Πύλη για τον Ψυχρότοπο και καταφέρνουν να περνούν από τον έναν κόσμο στον άλλο». Ύστερα στράφηκε προς τον Κάαμ που είχε στο μεταξύ σηκωθεί και κοιτούσε επιφυλακτικά την αρρωστημένη ασπρίλα έξω από το άνοιγμα.


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

27

«Σε πλήγωσε;» τον ρώτησε. «Όχι… Δεν έχω ούτε γρατσουνιά». «Τόσο το καλύτερο. Τα σκραλ είναι… βρικόλακες». Ο Καρμάνιος έβγαλε από το σακίδιό του ένα κομμάτι κάρβουνο. Άρχισε να ζωγραφίζει στο μέτωπο και τις ράχες των χεριών του ορισμένα σύμβολα ενώ την ίδια στιγμή μουρμούριζε ακατανόητα λόγια. Αφού η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε άλλες δύο φορές, οι τρεις τους συνέχισαν την πορεία τους. Κανένα σκραλ δεν ξαναφάνηκε στο δρόμο τους. Το εσωτερικό του Ατάλ ήταν ένας λαβύρινθος από στοές. Οι στοές διακλαδίζονταν σε ελάχιστες διόδους και αναρίθμητα αδιέξοδα. Τα πάντα ήταν καμωμένα με λεπτομέρεια και ικανότητα, αν και στα μάτια των νεοφερμένων φάνταζαν φρικτά και αλλόκοτα. Τα πλάσματα που είχαν κάποτε ανοίξει τούτες τις στοές, σκαλίζοντας τη γραφή τους πάνω στα τοιχώματα, σίγουρα δεν κρατούσαν από τα τρίκεντρα όντα· το κίνητρο όλων αυτών των επιτευγμάτων δεν έδειχνε ευγενές. Με τι να έμοιαζαν άραγε οι θεμελιωτές του Πύργου; Έπειτα από αρκετή ώρα σ’ εκείνα τα φοβερά λαγούμια, ο Κάργκα έσπασε τη σιωπή. «Έχετε τα σπαθιά σας έτοιμα. Έρχονται». «Ποιοι έρχονται;» ρώτησε ο Κάαμ. Ο Κάργκα άνοιξε το στόμα του για ν’ απαντήσει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή το πάτωμα κινήθηκε. Τα πάντα γύρω τους ζωντάνεψαν ξαφνικά: το οριζόντιο δάπεδο έγινε επικλινές, η τραχιά πέτρα απέκτησε την ολισθηρότητα του πάγου. Ο Κάργκα βλαστήμησε. Μουρμούριζε κάτι σχετικό με τις «… άμυνες του Πύργου» καθώς οι τρεις τους κυλούσαν αδέξια όπως-όπως. Δεν άργησαν να βρεθούν σε μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα. Το πάτωμα –ξανά οριζόντιο και σταθερό– παρουσιάστηκε στρωμένο με άσπρα και μαύρα πλακάκια· οι τοίχοι επενδυμένοι με καθρέφτες. «Κρατήστε τους δαυλούς πάνω από τα κεφάλια σας» διέταξε ο Καρμάνιος. «Να ελέγχετε όλο το οπτικό σας πεδίο. Δεν ξέρω από πού θα έρθουν». «Να έρθουν ποιοι;» ξαναρώτησε με ύφος βλαμμένου ο Κάαμ. Δε χρειάστηκε να πάρει απάντηση. Είδαν τα πλάσμα-


28

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

τα –σώματα μαυριδερά, μεγάλα σαν κυνηγόσκυλα– να παρατάσσονται στο άλλο άκρο της αίθουσας, ένας πειθαρχημένος στρατός. Αράχνες; Όχι… όμως και ναι. Στα κεφάλια τους είχαν κεραίες και δαγκάνες κι απ’ τα πλαϊνά των κορμιών τους ξεφύτρωναν αρθρωτά πόδια. Κάθε πόδι κατέληγε σε μια αιχμηρή απόληξη σαν λόγχη, ένα όπλο ικανό να ακρωτηριάσει ή να σκοτώσει μ’ ένα και μόνο χτύπημα. Μια αφόρητη μυρωδιά σαπίλας γέμισε τον αέρα. Με μια πολεμική κραυγή, ο Κάργκα όρμησε στην αράχνηαρχηγό. Τα πλάσματα έσπευσαν να την καλύψουν, αλλά ο άντρας μεταμορφώθηκε σε θύελλα κι αμέσως η αίθουσα γέμισε με τους ήχους του σπαθιού του και τα στριγκλίσματα οδύνης των αραχνών. Το καράλνιο ατσάλι θέρισε άκρα κι άνοιξε κοιλιές. Ένα παχύρρευστο φαιοκίτρινο υγρό, ποσότητες από γλιτσιασμένα εντόσθια κι ένα δάσος από ακρωτηριασμένα μέλη σκόρπισαν στο πάτωμα. Οι δυο υπασπιστές πήραν κουράγιο απ’ την ορμή του Κάργκα και ρίχτηκαν αλαλάζοντας στη μάχη. Το μοίρασμα του θανάτου δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το αίμα των αραχνών κατέτρωγε δέρμα κι αρματωσιές κι άφηνε κηλίδες στο ατσάλι. Ήταν αφόρητα κουραστικό να στριφογυρίζουν τα βαριά όπλα με το ένα χέρι. Κι ενώ η ώρα περνούσε, οι αράχνες δεν έλεγαν να λιγοστέψουν. «Νομίζω πως μπαίνουν από κάπου, τα άτιμα» γρύλισε ο Τούσεκ τραβώντας το σπαθί του από το σώμα μιας αράχνης. «Από κάποια μυστική κρύπτη ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να εντοπίσουμε και να σφραγίσουμε το σημείο». «Όχι» απάντησε ο Κάαμ, καρφώνοντας ένα από τα πλάσματα ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά ενώ έπειτα, με μια χορευτική κίνηση, το έκοψε στα δυο. «Αυτά τα τέρατα δεν μπαίνουν από κάπου… Απλώς, γίνονται περισσότερα!» Ο Κάργκα άλλαξε χέρια στο σπαθί και το δαυλό κι ύστερα αποκεφάλισε άλλο ένα από τα πλάσματα με μια κίνηση ακριβείας. «Τι εννοείς;» ρώτησε. Ο Κάαμ παραλίγο να χάσει την ισορροπία του με τις χορευτικές κινήσεις του στο γλιστερό πάτωμα. Απέφυγε την τελευταία στιγμή τις δαγκάνες μιας αράχνης, θέρισε τις δυο κε-


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

29

ραίες κι ύστερα κατάφερε ένα παράδοξα αποτελεσματικό χτύπημα στα σαγόνια του πλάσματος. Η αιχμή της λεπίδας μπήκε από χαμηλά και ξεπρόβαλε απ’ την κορφή του κρανίου. «Εννοώ πως πολλαπλασιάζονται». Ο Καρμάνιος μαχόταν σαν δαίμονας και μιλούσε δίχως να τον κοιτάζει. «Ναι· αλλά πώς;» «Έχω μια ιδέα» είπε ο Κάαμ. Και αφού ξεσφήνωσε το σπαθί του από το κεφάλι της νεκρής αράχνης, το πέταξε με όλη του τη δύναμη προς έναν τοίχο της αίθουσας. Το σπαθί χτύπησε τον καθρέφτη που κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο. Το γυαλί έγινε θρύψαλα. Ταυτόχρονα, πολλές από τις αράχνες εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. «Ναι, μα τους Θεούς!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Κάργκα και πέταξε το σπαθί του προς τον απέναντι τοίχο. «Μα τα γαμψώνυχα του Δράκοντα… Τα πλάσματα τα γεννούσαν οι καθρέφτες!» θαύμασε ο Τούσεκ δίχως να πιστεύει στα μάτια του. Ο Κάαμ έδειχνε ευχαριστημένος που είχε ανακαλύψει το μυστικό. Ο Τούσεκ εξακολουθούσε να έχει την ίδια έκφραση δυσπιστίας στο πρόσωπό του. «Πώς σκέφτηκες κάτι τόσο έξυπνο;» πείραξε το φίλο του μόνο και μόνο για να εισπράξει ένα μορφασμό απαξίωσης. Σαν κομματιάστηκαν οι καθρέφτες, κάθε ίχνος από τη μάχη με τα τέρατα χάθηκε από την αίθουσα. Πάνω στα άσπρα και μαύρα πλακάκια υπήρχαν τώρα μονάχα θραύσματα γυαλιού. Ο Τούσεκ πέταξε το δαυλό στο πάτωμα και σωριάστηκε χάμω. Όμως ο Κάργκα έσκυψε από πάνω του και τον γράπωσε απ’ τον αλυσιδωτό θώρακα. «Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τώρα» έτριξε τα δόντια του ο Καρμάνιος. «Είναι επικίνδυνο. Οι άμυνες…» «Να τις πάρουν οι χίλιοι Δαίμονες τις άμυνες… Είμαι εξουθενωμένος!» Ασθμαίνοντας, ο Κάαμ έσκυψε κι αυτός πάνω από το συμπολεμιστή του.


30

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

«Έλα» του είπε. «Καλύτερα να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα». «Εντάξει, εντάξει» είπε θυμωμένα ο Τούσεκ, που καθώς σηκωνόταν μπορούσε ν’ ακούσει τις κλειδώσεις του να τρίζουν. «Ελπίζω τουλάχιστον να μην αντικρίσω ξανά αράχνη ώσπου να πεθάνω…» Προχωρώντας βαθύτερα, προς τα έγκατα του Πύργου, συνάντησαν τον παλμό. Ήταν σαν κάποιος κωφάλαλος τυμπανιστής να έπαιζε για αιώνες τον ίδιο παρανοϊκό σκοπό πάνω στο δέρμα ενός ταμπούρλου. Στην αρχή αμυδρός κι ακαθόριστος, ο ήχος γινόταν δυνατότερος, όλο και πιο ενοχλητικός… Ώσπου ο Τούσεκ και ο Κάαμ κόντευαν να παρατήσουν τους δαυλούς για να κλείσουν με τις παλάμες τους τ’ αφτιά τους. Ο Κάργκα έβγαλε κάτι μέσ’ από ένα σακούλι προσαρμοσμένο στη ζώνη του. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τούσεκ τον Καρμάνιο. «Κερί. Αλλιώς θα κουφαθείτε». «Εννοώ τον ήχο». Ο Κάργκα δεν απάντησε. «Αισθάνομαι ήδη κουφός» παραπονέθηκε ο Κάαμ. «Να δούμε τι άλλο μας περιμένει σήμερα» γκρίνιαξε ο Τούσεκ. Παρά την αρχική ανακούφιση, το κερί δεν κατάφερε να σταματήσει εντελώς τον πόνο. Όσο προχωρούσαν, ο παλμός εξακολουθούσε να δυναμώνει· με κάθε βήμα τους έρχονταν πλησιέστερα στην πηγή του. Κατέβηκαν κάμποσες ακόμη στριφογυριστές σκάλες. Ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκαν σε μια αίθουσα αληθινά αλλόκοτη. Η αίθουσα είχε καμπύλους τοίχους και μια οροφή καμωμένη από σύνθετα γεωμετρικά σχήματα. Εδώ, ακόμη και ο πάντα ψύχραιμος Κάργκα έδειχνε να δειλιάζει. Μα τους σαρκοβόρους θεούς, σκέφτηκε ο Τούσεκ, ποια τρέλα αναζητάμε εδώ πέρα; Τα μάτια του πονούσαν αν κοιτούσε την οροφή για περισσότερο από μερικούς χτύπους. Κι έτσι ο Τούσεκ βύθισε το βλέμμα του στα βιολετί πέπλα που αιωρούνταν στον αέρα, στο βάθος της αίθουσας. Τα πέπλα έδειχναν να είναι το μονα-


Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

31

δικό ευχάριστο πράγμα εκεί μέσα. Παρατηρώντας τα ανακουφιζόταν από τη διαστροφή της οροφής και ο φρικτός πόνος στ’ αφτιά του μετριαζόταν. Αν και είχαν γδυθεί έπειτα από διαταγή του Καρμάνιου, δεν κρύωναν πια. Εκεί, στα έγκατα του Πύργου και πίσω από τα πέπλα, φαινόταν να κατοικεί μια ανέλπιστη θαλπωρή. Είχαν αλειφτεί μ’ ένα λάδι που η μυρωδιά του συναγωνιζόταν τη δυσοσμία των αραχνών. Ο Καρμάνιος είχε γδυθεί κι αυτός. Τους φάνηκε πιο μυώδης και πιο μαυρισμένος από την τελευταία φορά που τον είχαν δει να πλένεται στο ποτάμι, μα τώρα υπήρχαν σοβαρότερες λεπτομέρειες ν’ απασχολήσουν τα κεφάλια τους. Ο αρχηγός προχώρησε προς το φως, γνέφοντας στους δυο συντρόφους του να τον ακολουθήσουν. Τα πέπλα τρεμούλιασαν σαν ζωντανά. Εξαιρετικά λεπτά και ημιδιάφανα, σίγουρα ταίριαζαν για την κάμαρα μιας όμορφης παρθένας. Αλίμονο. Γιατί πίσω τους, και μέσα στην πέτρινη σαρκοφάγο, το πλάσμα που κειτόταν εδώ και αναρίθμητους αιώνες δεν ήταν κάποιο αγνό θηλυκό. Ο Κάργκα παραμέρισε τα πέπλα. Τα μάτια τους πλημμύρισαν φως. Εκτυφλωτικό βιολετί φως. Και δεν είμαστε φτιαγμένοι για ν’ αντέχουμε όλες τις… εκπορεύσεις του. Τότε μονάχα οι δύο άντρες συνειδητοποίησαν ότι τα πέπλα ήταν στ’ αλήθεια ζωντανά... Μέσα στη λεπτή τους ύλη παγίδευαν έναν παλμό καταστροφικό, ένα φως αδηφάγο, τέτοιο ώστε ακόμη και τα μέταλλα δυσκολεύονταν να συγκρατήσουν. Εκτεθειμένοι στον παλμό και το φως, ο Τούσεκ και ο Κάαμ άλλαξαν, άλλαξαν οριστικά. Και αμετάκλητα. Η αλλαγή, βέβαια, δεν ήρθε αμέσως μα κάμποσες μέρες αργότερα. Σφαδάζοντας απ’ τους πόνους, οι δυο άντρες κλειδώθηκαν βιαστικά σ’ ένα δωμάτιο θεραπείας. Αλλά καμιά θεραπεία δε θα ερχόταν. Πίσω από τ’ αχρηστεμένα μάτια τους τα όνειρα σέρνονταν σαν κύματα σε χάλκινη θάλασσα. Κι ο χρό-


32

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

νος, ένας διεστραμμένος γελωτοποιός κάτω απ’ το παραλήρημα του πυρετού, ξέθαβε μορφάζοντας ασύνδετες εικόνες από το παρελθόν: στιγμιότυπα από την παιδική ηλικία, από μάχες, από κραιπάλες, από φευγαλέους έρωτες. Σαν έπεφτε το σκοτάδι, ο ύπνος τους γινόταν όλο και πιο ανήσυχος· ανάμεσα στ’ ακαταλαβίστικα μουρμουρητά τους, ξεπηδούσαν, εδώ κι εκεί, φράσεις με νόημα. Οι φράσεις συνήθως αναφέρονταν σε κάποιο Όραμα, σε χοάνες και γρήγορα ταξίδια στο Βορρά. Επίσης σ’ ένα αλλόκοτο Ατάλ, κάπου σ’ έναν παγωμένο τόπο. Κάποιες φορές το παραλήρημα έδινε τη θέση του σε άναρθρες κραυγές. Ήταν τότε που οι δυο άντρες ονειρεύονταν κείνο το πολύ ιδιαίτερο αντικείμενο που βρισκόταν τοποθετημένο μες στο φθαρμένο μπρούτζινο κουβούκλιο, ακριβώς δίπλα στην πέτρινη σαρκοφάγο: τον κρύσταλλο που γεννούσε τον παλμό και το βιολετί φως, αυτό το δαιμονικό πράγμα που είχε κλέψει ο Καρμάνιος μέσ’ από τα έγκατα του χαλάσματος και συνθηματικά αποκαλούσε Η Καρδιά. Δε θέλω να γυρίσω…


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Η ΘΡΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ΒΙΒΛΙΟ 1

Σχεδόν δέκα χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που τα Τρία Νησιά χωρίστηκαν σε ανεξάρτητα βασίλεια. Τραυματισμένες στο σώμα και την ψυχή, οι Φυλές προτίμησαν τελικά την αναγκαστική συμβίωση απ’ τους αιματηρούς, ασταμάτητους πολέμους. Ώσπου η αόρατη δύναμη στο κατώφλι του κόσμου ξυπνά, κι έπειτα από αδράνεια χιλιετηρίδων απειλεί τώρα να ερημώσει τα Νησιά από κάθε έλλογη μορφή ζωής. Στη δίνη των γεγονότων παρασέρνονται δυο νεαροί άντρες, τόσο ίδιοι όσο και διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο ένας γίνεται θύμα του πανούργου Ντέβαδον, γνώστη της Μαγείας του Χάους. Ο άλλος ξανοίγεται στην έρημο αναζητώντας το Ουράνιο Τραγούδι – ένα μισοξεχασμένο θρύλο που ίσως αποτρέψει την καταστροφή. Αλλά στο Υφαντό της Μοίρας, το ένα μετά το άλλο, τα νήματα αρχίζουν να σπάνε. Κι ελάχιστοι γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από το πέπλο της Ομίχλης…

www.arpiwriters.gr www.mamaya.gr e-mail: info@mamaya.gr

ISBN 978-618-5224-12-7

ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ: 10030

Η θραύση των οστών - Απόσπασμα -  
Advertisement