Issuu on Google+

σχέσεις οργής ρόουαν χάντερ


ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΡΓΗΣ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: THE WOMAN HE HATED COPYRIGHT: ROWAN HUNTER 1 9 9 4 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ COSM OBOOKS ΑΠΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5 1 7 6 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ ΤΗΛ.: 9 5 8 4 5 9 4 - 9 5 9 2 9 1 4 9583913

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση των βιβλίων με το σήμα “COSMOBOOKS LTD” ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του εκ­ δότη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ήταν ένα σκηνικό κόλασης. Ο απόηχος της φοβερής έκρηξης, πλανιόταν ακόμα πάνω απ’ το γυμνό, σκληρό τοπίο. Ο συρμός είχε σκορπιστεί σαν κομματιασμένος γίγαντας, κι απ’ τις δυο πλευρές της σιδηροτροχιάς, σ’ ένα εφιαλτικό συνοθύλευμα από ξύλα, μέταλλα, σπασμένα τζάμια και ανθρώπινες σάρκες* κι οι φλόγες απ’ τα βαγόνια που είχαν πάρει φωτιά, χοροπη­ δούσαν θριαμβευτικά, βάφοντας κόκκινη τη βουνίσια νύχτα. Το χωριό δεν ήταν μακριά* στον τρομαχτικό κρότο της έκρηξης, οι κάτοικοι είχαν τιναχτεί έντρομοι απ’ τα κρεβάτια τους, κι είχαν βγει στη δημοσιά. Τώρα, γυρνούσαν σαν ανίσχυρα κι απελπισμένα φαντά­ σματα γύρω απ’ τα συντρίμμια, ατενίζοντας με φρίκη το θέαμα της καταστροφής, κι ανίκανοι να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Οι πιο θαρραλέοι απ’ αυτούς, προσπαθούσαν να πλησιάσουν όσο γινόταν, φωτίζοντας το δρόμο τους με φακούς και με πρόχειρα φανάρια. Μέσ’ απ’ τους ανατριχιαστικούς κρότους της φωτιάς, που κατάπινε λαίμαργα τα πάντα στο διάβα της, ακούγονταν οι οιμωγές των βαριά τραυματισμένων, και μαζί, αδύναμες κραυγές για βοήθεια* κι από μα­ κριά, πλησίαζε ολοένα ο ήχος μιας σειρήνας. Αλλά τα πυροσβεστικά οχήματα άργησαν πολύ να φτάσουν στον τόπο της καταστροφής* το ίδιο άργησαν και τ ’ ασθενοφόρα. 'Οταν ξημέρωσε η μέρα, οι αρχές είχαν στα χέρια τους τ’ απομεινάρια ενός βαγονιού που είχε διαλυθεί σε μια πύρινη έκρηξη, ένα άλλο καμένο βαγόνι γεμάτο απανθρακωμένα πτώματα, και τριανταδύο ακόμα νε­ κρούς, που είχαν σκοτωθεί ακαριαία, ή που είχαν υποκύψει στα τραύ­ ματά τους, όσο περίμεναν στην παγερή νύχτα να έρθει βοήθεια απ’ την πιο κοντινή πόλη, κι απ’ την πρωτεύουσα. «Τελικά, ήσουν πολύ τυχερή μέσα στην ατυχία σου», αποφάνθηκε η Σάλι Γουόκερ, χαμογελώντας ενθαρρυντικά. «Σώθηκες από ένα φο­ βερό δυστύχημα, με μόνο μια διάσειση κι ένα σπασμένο χέρι. Χωρίς


4

αμφιβολία, ήσουν σε πολύ άσχημη κατάσταση όταν σε βρήκαν. Τώρα όμως είσαι πολύ καλύτερα, και θα βγεις σύντομα απ’ το νοσοκομείο. Όσο για το χέρι σου, θ’ αποκατασταθεί εντελώς, και χωρίς προβλή­ ματα». Η Σάλι Γουόκερ ήταν απ’ το βρετανικό προξενείο, μια καλοβαλμέ­ νη, φιλική γυναίκα γύρω στα σαράντα- κι αυτά που έλεγε, ήταν η α­ πόλυτη αλήθεια. Η κατάξανθη κοπέλα στο κρεβάτι, είχε σταθεί εξαι­ ρετικά τυχερή* σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, ήταν η μόνη που είχε βγει ζωντανή απ’ το φλέγόμενο βαγόνι - κι αυτό μόνο και μόνο επειδή, τη στιγμή της έκρηξης, εκείνη βρισκόταν πιθανότατα στην τουαλέτα. Ήταν το μόνο μέρος του βαγονιού που δεν είχε α­ πανθρακωθεί εντελώς. Έτσι κι αλλιώς, ήταν και πάλι απίστευτο το πώς είχε γλιτώσει. Το βαγόνι όπου βρισκόταν η ισχυρότατη βόμβα, είχε τιναχτεί κυριολεκτι­ κά στον αέρα, κόβοντας στα δύο το συρμό, που είχε εκτροχιαστεί μέ­ σα σε δευτερόλεπτα. Τα υπόλοιπα βαγόνια, είχαν συντρίβει το ένα πάνω στο άλλο, ενώ το πρώτο απ’ αυτά, είχε πάρει αμέσως φωτιά. Κανείς δεν είχε προλάβει να βγει ζωντανός από κει μέσα, εκτός από τούτη δω τη λεπτεπίλεπτη κοπέλα, που μόνο ο Θεός ήξερε πώς είχε επιβιώσει. Είχε γλιτώσει απ’ το πρώτο, φοβερό σοκ της έκρηξης και της ε­ πακόλουθης σύγκρουσης των βαγονιών- πρέπει όμως να ήταν πολύ βαριά τραυματισμένη όταν είχε καταφέρει να συρθεί μέσα από σω­ ρούς φλέγόμενων συντριμμιών, και να μισοβγεί από μια τρύπα στον ξεσκισμένο σκελετό του μοιραίου βαγονιού. Εκεί, πιθανόν, κάτι την είχε χτυπήσει στο κεφάλι, κι είχε χάσει οριστικά τις αισθήσεις τη ς- κι εκεί θα είχε σίγουρα χάσει και τη ζωή της, αν δεν την είχαν αντιληφθεί έγκαιρα κάποιοι απ’ τους χωρικούς που είχαν τρέξει στον τόπο της καταστροφής, και δεν την είχαν τραβήξει μακριά απ’ το φλέγόμε­ νο βαγόνι. Τώρα η κοπελιά την κοιτούσε με τα πελώρια, κατατρομαγμένα της μάτια απ’ το κρεβάτι, προσπαθώντας ίσως να συνειδητοποιήσει κι η ίδια, το μέγεθος του θαύματος που της είχε επιτρέψει να βρίσκε­ ται αυτή τη στιγμή σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, κι όχι στο ψυγείο κά­ ποιου νεκροτομείου. Είχε μείνει μέρες στην εντατική, σε πολύ κρίσι­ μη κατάσταση- τελικά όμως είχε συνέλθει, και σήμερα, επιτέλους, η γιατρός που την παρακολουθούσε, είχε επιτρέψει στη Σάλι Γούοκερ να έχει μια πιο διεξοδική συζήτηση μαζί της. Η δόκτωρ Μουράτ, φαινόταν να ξέρει τι έκανε. Ήταν μια διαπρε­ πής νευροψυχίατρος, ίσως η καλύτερη στην Τουρκία- μια σύγχρονη, χειραφετημένη γυναίκα, που είχε σπουδάσει και εργαστεί επί χρόνια στη Γερμανία. Της είχε συστήσει να είναι προσεχτική, αλλά την είχε διαβεβαιώσει πως η ασθενής δεν κινδύνευε να πάθει τίποτε φοβερό, ακούγοντας μερικές αλήθειες.


*Μα θα υποοτεί σοκ μαθαίνοντας ότι...» είχε πει η Σάλι. «Είναι σε θέση να το αντιμετωπίσει», τη διαβεβαίωσε η γιατρός. «Είναι σχεδόν εντελώς καλά τώρα, κι άλλωστε, αυτά τα μικρά σοκ, μπορεί να τη βοηθήσουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αγω­ γή». Κι είχε επιφορτίσει την κυρία Γουόκερ με τη λεπτή, και μάλλον α­ νησυχητική, αποστολή να μιλήσει στην ασθενή της. Η κοπέλα ήταν Αγγλίδα* μια άλλη Αγγλίδα, που θα μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα της, κι όχι σπασμένα, ανεπαρκή αγγλικά, θα της δημιουργούσε σίγουρα κάποια εντονότερα αισθήματα εμπιστοσύνης, άνεσης και ασφάλειας, απ’ ό,τι μια Τουρκάλα γιατρός, που μιλούσε ένα βαρύ και δυσνόητο μίγμα αγγλικών, με μεγάλη δόση γερμανικών ενδιάμεσα. «Εκπροσωπείτε τις επίσημες αρχές της πατρίδας της», είπε στην κυρία Γουόκερ. «Αυτό θα της εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Είναι το σημα­ ντικότερο απ’ όλα - να βεβαιωθεί πως δε βρίσκεται μόνη κι εγκατα­ λειμμένη, σ’ ένα ολότελα ξένο περιβάλλον». Αυτή ήταν η δεύτερη επίσκεψη της Σάλι Γουόκερ· είχε έρθει και την προηγουμένη, φέρνοντας μαζί της δυο σεμνά φανελένια νυχτικά, μια ρόμπα και πασούμια για την ασθενή, που τόσες μέρες τώρα, φο­ ρούσε τα ευτελή, άβολα νυχτικά του νοσοκομείου. Της είχε φέρει ε­ πίσης και εσώρουχα· μερικά απλά κομμάτια από φίνο βαμβακερό. Σήμερα είχε ξανάρθει, αποφασισμένη να συζητήσει κάτι περισσό­ τερο απ’ το δυστύχημα, τη βόμβα, τους πιθανούς βομβιστές, και τις ανεπαρκείς προόδους των σχετικών ερευνών. «Ναι, ήσουν στ’ αλήθεια πολύ τυχερή, αγαπητή μου», ξανάπε τώ­ ρα, μ’ έναν ενδόμυχο στεναγμό. «Δε θυμάμαι όμως ούτε τ ’ όνομά μου», έκανε με απελπισία η κο­ πέλα. «Δεν ξέρω τίποτε για μένα - δεν ήξερα καν ότι ήμουν Αγγλίδα. Δεν είχα ιδέα ότι βρισκόμουν στην Τουρκία. Ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω. Είναι φοβερό να ξυπνάς μια μέρα σ’ ένα δωμάτιο νοσοκο­ μείου, ανάμεσα σε αγνώστους που δε μιλούν καν τη γλώσσα σου, και να μην έχεις την παραμικρή ιδέα ποια είσαι. Να μην αναγνωρίζεις ού­ τε τ ’ όνομά σου! Όταν πρωτοκοιτάχτηκα στον καθρέφτη», πρόσθεσε ανατριχιάζοντας, «το πρόσωπό μου μου φάνηκε ολότελα ξένο* σαν να με κοιτούσε κάποια άλλη γυναίκα. Το καταλαβαίνετε αστό; Δεν α­ ναγνώρισα καν τον εαυτό μου στον καθρέφτη!» Η φωνή της είχε πά­ ρει μια σαφή απόχρωση πανικού* και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η Σάλι τη δικαιολογούσε απόλυτα. «Η δόκτωρ Μουράτ κάνει ό,τι μπο­ ρεί για να βοηθήσει, αλλά...» «Η δόκτωρ Μουράτ είναι αυθεντία στη νευροψυχιατρική», τη βε­ βαίωσε η Σάλι. «Είναι σίγουρη πως η μνήμη σου θα επανέλθει, είτε μονομιάς, είτε σταδιακά. Δεν υπάρχει καμιά βλάβη στον εγκέφαλο, κι αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό. =έρω ότι περνάς δύσκολες στιγμές, τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο μαύρα όσο φαίνονται, αγαπητή


6

μου. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα, ξέρεις* θα μπορούσαμε άνετα να μην ξέρουμε ούτε εμείς ποια είσαι». Ήταν κι αυτό αλήθεια* στο δεύτερο μοιραίο βαγόνι, απ’ όπου προφανώς είχε βγει η κοπέλα, οι αρχές πάσχιζαν μέρες τώρα να βρουν μιαν άκρη. Τα πάντα είχαν καταστραφεί εκεί μέσα - αποσκευ­ ές, τσάντες, διαβατήρια, ταυτότητες, όλα είχαν μεταβληθεί σ ’ ένα σωρό αποκαΐδια. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, ν’ α­ ναγνωριστούν τελικά όλα τα πτώματα - ή έστω, να διαπιστωθεί πόσοι επιβάτες βρίσκονταν εκεί μέσα τη στιγμή της καταστροφής. Ήταν στ’ αλήθεια ευτύχημα που η κοπέλα φορούσε το τζάκετ της όταν είχε σηκωθεί για να πάει στην τουαλέτα* και που σε μια ασφαλή εσωτερική τσέπη με φερμουάρ, είχε προνοήσει να κρύψει κάποια προσωπικά της χαρτιά, μαζί με μερικά χρήματα. Αλλιώς, θα ψάχνο­ νταν ακόμα όλοι τους για να βρουν ποια ήταν η τυχερή, και τι να κά­ νουν μαζί της. Χαμογέλασε πάλι ενθαρρυντικά, «-έρεις βέβαια πως όλα κατα­ στράφηκαν μέσα σ’ εκείνο το βαγόνι. Δυστυχώς, το διαβατήριό σου έμεινε προφανώς στην τσάντα σου, μαζί με τα άλλα προσωπικά σου αντικείμενα. Το προξενείο ωστόσο θα σου εκδόσει ένα κατάλληλο τα­ ξιδιωτικό έγγραφο, οπότε δε θα έχεις κανένα πρόβλημα απ’ αυτήν την πλευρά. Ευτυχώς, είχες κρύψει στην τσέπη του τζάκετ σου, κά­ ποια χαρτιά που μας βοήθησαν να διαπιστώσουμε την ταυτότητά σου. Ετσι μάθαμε πως ήσουν Αγγλίδα, και πως λεγόσουν Βέρα Λιν Γκάθρι. Τώρα έχουμε όλα τα στοιχεία για σένα* είσαι εικοσιέξι χρό­ νων, Αγγλίδα υπήκοος. Γεννήθηκες στο Μάντσεστερ, αλλά τα τελευ­ ταία χρόνια, ζούσες μόνιμα στο εξωτερικό. Όσο για το επάγγελμά σου... Θα σε ευχαριστήσει φαντάζομαι να μάθεις ότι είσαι χορεύ­ τρια». Τα τεράστια γκριζογάλανα μάτια γέμισαν κατάπληξη. «Χορεύ­ τρια;» έκανε σαστισμένη η κοπέλα. «Μα... μα δε νιώθω καθόλου σαν χορεύτρια!» «Δεν μπορείς να νιώθεις σαν χορεύτρια», γέλασε η Σάλι, «όταν έ­ χεις μόλις βγει απ’ την εντατική, κι έχεις ένα σπασμένο χέρι, και τα υ­ πολείμματα μιας βαριάς διάσεισης. Κατά τα άλλα, όμως, πίστεψέ με, διαθέτεις όλα τα απαραίτητα προσόντα για να είσαι χορεύτρια». Ή­ ταν κι αυτό αλήθεια* η Βέρα Λιν Γκάθρι διέθετε και το κατάλληλο σώ­ μα, και το ανάλογο πρόσωπο για να διαπρέψει σε οποιαδήποτε σκη­ νή. Ποτέ της δεν είχε δει ωραιότερο κορίτσι, σκέφτηκε με κάποια δι­ καιολογημένη ζήλεια η Σάλι Γουόκερ. Είχε ένα καταπληκτικό, ψηλόλι­ γνο, λυγερό σώμα, κι ένα πανέμορφο πρόσωπο, με λεπτά, καλοσμιλεμένα χαρακτηριστικά. Εκπληκτικά μάτια, έντονα ζυγωματικά, κι ένα υπέροχο, σαρκώδες, αισθησιακό στόμα. Κι όλ’ αυτά, πλαισιωμένα α­ πό ένα χείμαρο ανοιχτόξανθα, σχεδόν πλατινέ μαλλιά, που οπωσδή-


7

ποτέ δεν όφειλαν το σπάνιο χρώμα τους σε χημικά μέσα. Αν ήταν βαμμένα, τόσες μέρες στο νοσοκομείο, θα είχαν κιόλας φυτρώσει οι σκούρες ρίζες τους. Έμοιαζε πολύ περισσότερο με Σκανδιναβή, πα­ ρά με Αγγλίδα - όχι μόνο στα χρώματα, αλλά και στην κατατομή. Ακόμα και στα χάλι που είχε, η ομορφιά της ακτινοβολούσε. 'Οταν θα συνερχόταν εντελώς, θα ήταν κυριολεκτικά ακαταμάχητη. «Θα ήθελα να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες», είπε στενάζο­ ντας η κοπέλα. «Δε μου είπαν και πολλά_αυτές τις μέρες». «Δεν είχαν και πολλά να σου πουν, ζέρουμε πως ήρθες πρόσφα­ τα στην Τουρκία, αλλά δεν ξέρουμε πότε έφτασες εδώ, αν ήσουν μό­ νη ή με παρέα, και ποια μέρη επισκέφτηκες. Οι αρχές κάνουν το κατά δύναμη για να βοηθήσουν, αλλά εδώ βρισκόμαστε στην Ανατολή, και τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντα με την επιθυμητή ταχύτητα. Το καλοκαίρι, άλλωστε, ο τόπος είναι γεμάτος τουρίστες· είναι πολύ δύ­ σκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνει σωστός έλεγχος. Δεν ξέρουμε καν αν είχες έρθει για τουρισμό, ή για να βρεις, ας πούμε, δουλειά. Βρισκό­ σουν στο τρένο για την Άγκυρα, κι αστό είναι ίσως ενδεικτικό* οι του­ ρίστες μένουν συνήθως στα παράλια. Ίσως ει)(ες φίλους στην Άγκυ­ ρα, και πήγαινες να τους συναντήσεις* κάνεις ωστόσο δεν εμφανί­ στηκε όταν δημοσιειπηκε η φωτογραφία σου, κι απ' αυτό συμπεραί­ νουμε πως ήσουν μόνη». Ή, το πιθανότερο, πως η οποιαδήποτε πα­ ρέα της, είχε χαθεί στο μοιραίο βαγόνι. Αυτό όμως δεν της το είπε* δεν υπήρχε λόγος να την αγχώσει πε­ ρισσότερο απ’ όσο ήταν απαραίτητο. «Όπως και να ’χει», συνέχισε με φυσικότητα, «όλα αυτά θα ξεκα­ θαρίσουν μόλις ξαναβρείς τη μνήμη σου - γιατί είναι σίγουρο πως θα την ξαναβρείς, ίσως και πολύ σύντομα. Η γιατρός σου είναι κατηγο­ ρηματική σ’ αυτό». Η αμνησία της δεν είχε τόσο τραυματικά αίτια, όσο ψυχολογικά, πίστευε η δόκτωρ Μουράτ. Το υποσυνείδητό της είχε μπλοκάρει κά­ θε θύμηση, μέχρι να μπορέσει να επεξεργαστεί και να ξεπεράσει τη φρίκη, τον τρόμο και τον πανικό που θα είχε νιώσει, συνειδητοποιώ­ ντας πως είχε παγιδευτεί σε μια κόλαση φωτιάς και θανάτου. Στο με­ ταξύ, κάποια μικρά σοκ, ίσως να βοηθούσαν στην αποκατάσταση της μνήμης της. Η Σάλι πήρε βαθιά ανάσα* τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, σκέφτηκε. «Το σημαντικό είναι ότι μπορέσαμε να διαπιστώσουμε ποια ήσουν, και να ειδοποιήσουμε τους δικούς σου». Το πρόσωπο της κοπέλας φάνηκε να ζωντανεύει. Τα μάγουλά της ρόδισαν καθώς ανασηκωνόταν στον αγκώνα της. «Ήρθατε σ’ επαφή με τους συγγενείς μου;» «Φυσικά. Αμέσως μόλις μάθαμε για σένα. Είχες επάνω σου τη δι­ εύθυνση και το τηλέφωνό τους στην Αγγλία, κι έτσι μπορέσαμε να τους ειδοποιήσουμε έγκαιρα». Αυτό ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα, έ­


8

πρεπε όμως να το πει κάπως* δε γινόταν να το καθυστερήσει άλλο. «Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για δικούς σου συγγενείς. Πρόκειται για τους συγγενείς του... άντρα σου». Σιωπή είχε πέσει στο δωμάτιο. Η κοπέλα είχε μείνει να την κοιτά­ ζει, αποσβολωμένη. «Του άντρα μου», επανέλαβε σαν ηχώ. «Του ά­ ντρα μου;» «Του άντρα σου. Του Λουκ Ράσελ». «Του Λουκ Ράσελ». Φαινόταν ανίκανη να κάνει οτιδήποτε, πέρα απ’ το να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις που άκουγε. Τελικά, ρώτησε αχνά: «Μα... είμαι παντρεμένη;» «Δεν το θυμάσαι, βέβαια* αλλά ναι, ήσουν παντρεμένη». Η έμφαση στο “ήσουν”, δεν πέρασε απαρατήρητη. Τα πανέμορ­ φα γκριζογάλανα μάτια ορθάνοιξαν πάλι. «Ήμουν; Εννοείτε... εννοεί­ τε πως έχω χωρίσει;» «Ε... όχι ακριβώς». Ήταν στ’ αλήθεια τόσο δύσκολο... «Δυστυχώς, ο σύζυγός σου πέθανε πριν κοντά τρεις μήνες. Λυπάμαι, Βέρα, αλλά έπρεπε να το μάθεις. Λυπάμαι». «Πέθανε», επανέλαβε άτονα η κοπέλα. «Δεν είναι δυνατόν! Είμαι είμαι χήρα; Και δε θυμάμαι τίποτα;» Εκλεισε αποκαμωμένη τα μάτια, κι όταν τα ξανάνοιξε, η Σάλι είδε πως ήταν γεμάτα δάκρυα. «Λυπάμαι», ξανάπε μαλακά. «Αλλά δε γινόταν διαφορετικά* κάποι­ ος έπρεπε να στο πει. Άλλωστε, η γιατρός σου ελπίζει πως ίσως αυτό σε κάνει να θυμηθείς κάτι». Ήταν φανερό πως η κοπέλα κατέβαλλε προσπάθειες για να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Σκούπισε με το αριστερό της χέρι τα μουσκεμένα της μάτια, κι είπε χαμηλόφωνα: «Όχι, δε θυμάμαι απολύ­ τω ς τίποτα. Είναι σαν να μιλάμε για κάποιαν άλλη. Είστε σίγουρη πως... ήμουν παντρεμένη;» «Ναι. Ήσουν όντως παντρεμένη με τον Λουκ Ράσελ* το διαπιστώ­ σαμε πέρα από κάθε αμφιβολία. Παντρευτήκατε πριν τρία χρόνια, και έκτοτε ζούσατε στο Μαρόκο. Εφυγες από κει μετά το θάνατό του, προφανώς για να έρθεις στην Τουρκία. Είχες ίσως σκοπό να εγκατα­ σταθείς εδώ, ποιος ξέρει* αλλά η οικογένεια του άντρα σου σε θέλει τώρα πίσω στην Αγγλία». «Η οκογένεια του άντρα μου», έκανε πάλι σαν ηχώ η κοπέλα. «Η μητέρα του, κι ένας πρώτος του ξάδερφος, απ’ όσο ξέρω», διευκρίνησε η Σάλι. «Ήρθε αμέσως μόλις τον ειδοποιήσαμε». «Ήρθε; Εδώ - στην Άγκυρα;» «Εδώ, στην Άγκυρα», χαμογέλασε η Σάλι. «Ομολογώ πως οι συγ­ γενείς του άντρα σου έδειξαν συγκινητικό ενδιαφέρον. Ο κύριος Μακλέοντ φρόντισε να έχεις την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Σ’ αυτόν άλλωστε οφείλεις τη δόκτορα Μουράτ, και το κρεβάτι της πρώτης θέσης». «Και είναι τώρα εδώ; Γιατί δεν ήρθε να με δει;»


9

«Δεν ήσουν μέχρι τώρα σε θέση να δεχτείς επισκέψεις. Η δόκτωρ Μουράτ δεν ήθελε να ταραχτείς όσο ήσουν ακόμα τόσο αδύναμη. Θα σου ήταν δύσκολο να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα, σε σχέση με... τον εκλιπόντα σύζυγό σου και την οκογένειά του. Τόσες μέρες, ο κύριος Μακλέοντ περίμενε να του δώσει το οκέι. Τώρα, φαντάζο­ μαι, είσαι πια αρκετά καλά για να μπορέσεις να τον δεις, αν το θέ­ λεις». «Πώς είναι αυτός ο... ξάδερφος του άντρα μου;» Η Σάλι στέναξε άθελά της- το πώς ήταν ο Σόλτο Μακλέοντ, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Αν μπορούσε να απαντήσει ανοι­ χτά, θα έλεγε πως ήταν η απάντηση στα όνειρα της κάθε γυναίκες, απ’ τα ογδόντα και κάτω. Με δυο λόγια, ένας άντρας-όνειρο. Της είχε κοπεί η ανάσα όταν τον είχε πρωτοαντικρίσει· της κοβόταν έκτοτε, κάθε φορά που τον ξανάβλεπε. Παραβλέποντας όμως το καρδιοχτύπι που της προκαλούσε η θύ­ μησή του, είπε ουδέτερα: «Είναι πολύ κύριος. Πολύ ευκατάστατος, ε­ πίσης». Ευκατάστατος, ήταν οπωσδήποτε ένας ήπιος χαρακτηρισμός για τον Σόλτο Μακλέοντ, που κολυμπούσε στο χρήμα. Στ’ αλήθεια, η Βέρα Λιν Γκάθρι είχε κάνει την τύχη της όταν παντρεύτηκε τον ξά­ δερφό του. «Και βιάζεται να του δώσουν το οκέι οι γιατροί, για να μπορέσει να σε πάρει πίσω στην Αγγλία. Απ’ ό,τι φαίνεται, η πεθερά σου σε περιμένει ανυπόμονα». «Η πεθερά μου», επανέλαβε πάλι άτονα η κοπέλα. «Ω, Θεέ μου... Όλα αυτά μου φαίνονται εντελώς εξωπραγματικά. Δεν μπορώ να τα χωνέψω. Θεέ μου, δε θυμόμουν καν το όνομα του άντρα μου! Είναι σαν να ξύπνησα σ’ έναν εφιάλτη...» «Ξέρω, ήταν σοκ για σένα», είπε μαλακά η Σάλι. «Είμαι όμως σί­ γουρη πως θα νιώσεις πολύ καλύτερα όταν δεις τον κύριο Μακλέοντ. Θα σου λύσει όλες σου τις απορίες, και επιπλέον, είναι ένας πολύ δυ­ ναμικός άνθρωπος, που εμπνέει απεριόριστη εμπιστοσύνη». Ο Σόλτο Μακλέοντ σίγουρα θα έλυνε τα προβλήματα, κι όλοι στο προξενείο είχαν νιώσει τεράστια ανακούφιση, όταν είχε εμφανιστεί χωρίς καθυστέρηση, πρόθυμος να αναλάβει τη χήρα του ξαδέρφου του από κει και πέρα. Δε θα ήταν καθόλου ευχάριστο να τους ξεμείνει μια κοπέλα με ολική αμνησία και ελάχιστα βήματα, που δε θα εί­ χε ούτε πού να πάει, ούτε τι να κάνει με τη ζωή της. Ευτυχώς, όμως, όλα είχαν πάει καλά· και τώρα μπορούσαν να μεταθέσουν το πρόβλη­ μα, στους στιβαρούς - και τόσο, τόσο φαρδείς, σκέφτηκε μ’ άλλον έ­ να ενδόμυχο στεναγμό η Σάλι - ώμους του Σόλτο Μακλέοντ. Στις έξι την επομένη, μια νοσοκόμα ήρθε να ξυπνήσει τη Βέρα απ’ τον ανήσυχο απογευματινό της ύπνο. «Ήρθε επισκέπτης», είπε με τα σπασμένα της αγγλικά. «Κύριος Μακλέοντ, ξάδερφος». Την ανασή-


10

κωσε, της έπλυνε το πρόσωπο, της έσιαξε τα σκεπάσματα, και τη βοήθησε να χτενίσει λίγο τα μαλλιά της. Ύστερα βγήκε βιαστικά απ’ το δωμάτιο, κάνοντας χώρο να περάσει ο άντρας που προφανώς περίμενε τόση ώρα στο διάδρομο. Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή κόντρα στην κλειστή πόρτα 1 κι η Βέρα έμεινε να τον κοιτάζει, με την καρδιά να πεταρίζει στο στήθος της. Ήταν πολύ ψηλός, και εξαιρετικά καλοφτιαγμένος1τα μάτια της ανέβηκαν αργά, απ’ τους δυνατούς του μηρούς στη στενή του μέση και στους φαρδείς, γεροδεμένους του ώμους, για να καταλήξουν σ’ ένα εντυπωσιακά αρρενωπό, και εντελώς ανεξιχνίαστο πρόσωπο. Οι σκληρές, κοφτές γραμμές του, δημιουργούσαν ένα εκπληκτικό σύνο­ λο, όπου δε θα μπορούσες να πεις αν αυτό πο�� εντυπώσιαζε πρώτα ήταν η αδρή του ομορφιά, ή η αντρίκεια του δύναμη. Είχε όλα όσα έπρεπε να έχει ένας σταρ του Χόλιγουντ, απ’ το τε­ τράγωνο σαγόνι και τα ψηλά, τονισμένα ζυγωματικά, μέχρι τα βαθυ­ γάλανα μάτια που τα σκίαζαν πυκνές, σκούρες βλεφαρίδες. Τα πλού­ σια ανοιχτοκάστανα μαλλιά του, ήταν υπέροχα σπαστά κι ατίθασα, κι είχαν όμορφες ανοιχτόχρωμες ανταύγειες, που σίγουρα οφείλονταν στον καλοκαιρινό ήλιο, όπως άλλωστε και το σκούρο μελί χρώμα της επιδερμίδας του. Ήταν όλος μαζί τόσο ωραίος, και τόσο μεγαλόπρεπος και επιβλη­ τικός, που για μια στιγμή η Βέρα ξέχασε ν’ ανασάνει. Δε θυμόταν τί­ ποτε απ’ το παρελθόν της· εκείνη τη στιγμή, όμως, ήταν σίγουρη πως αποκλειόταν να είχε ποτέ της συναντήσει άλλον άντρα, με τη συναρ­ παστική εμφάνιση του Σόλτο Μακλέοντ. Ούτε, σίγουρα, με την ίδια παγωνιά στο βλέμμα. «Καλησπέρα. Ελπίζω να μην ενοχλώ», της είπε ήρεμα, κι η αντρίκεια φωνή του, ήταν απόλυτα ταιριαστή με τη βίαια αρρενωπή του εμφάνιση. Προχώρησε νωχελικά και κάθισε στην καρέκλα δίπλα της, προσθέτοντας ουδέτερα: «Είμαι ο Σόλτο Μακλέοντ1ο ξάδερφος του Λουκ». Ήταν ο Σόλτο Μακλέοντ, αλλά θα μπορούσε άνετα να είναι κάποι­ ος αρχαίος ημίθεος, σκέφτηκε μ’ ένα ρίγος η Βέρα, και τα μάγουλά της φλογίστηκαν άθελά της. Η εμφάνισή του, θα έκοβε την ανάσα σε κάθε γυναίκα, ακόμα και στις σεμνότυφες μωαμεθανές νοσοκόμες της. Συνειδητοποίησε πως τόση ώρα τον κοιτούσε σαν χαζή 1και προ­ σπάθησε να πάρει τα μάτια της από πάνω του, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν σαν να μαγνήτιζε το βλέμμα της με το δικό του βαθυγάλα­ νο, κι ολότελα παγερό βλέμμα. Καθόταν κόντρα στο παράθυρο, κι οι αχτίνες του ήλιου που κατέ­ βαινε προς τη δύση, έλουζαν με χρυσάφι τα πλούσια μαλλιά του, σχηματίζοντας ένα φωτοστέφανο γύρω απ’ το εξαίσιο πρόσωπο, με τις κοφτές γραμμές και τα υπέροχα, αισθησιακά χείλια. «Καλησπέρα», του είπε τελικά, ξεροκαταπίνοντας. «Μου είπαν ότι


11

θα ’ρχόσαστε. Λυπάμαι, δε σας θυμάμαι καθόλου. Έχω πάθει ολική αμνησία, και - » «Το έχω υπόψιν μου», τη διαβεβαίωσε ατάραχος. Η φωνή του ή­ ταν όντως εξαίσια, χαμηλή, καλλιεργημένη, ήρεμη, και συγχρόνως βαθιά κι επιβλητική. «Ωστόσο, δε θα με θυμόσουν έτσι κι αλλιώς. Δεν έτυχε να συναντηθούμε ποτέ πριν* αυτή είναι και για τους δυο μας η πρώτη φορά». «Δεν έτυχε;» επανέλαβε χαζά η Βέρα. «Όχι. Χάσαμε ο ένας τον άλλον για δυο-τρεις μέρες. Όταν έμαθα για το θάνατο του Λουκ και ήρθα στην Ταγγέρη, εσύ είχες μόλις φύ­ γει. Λυπάμαι που δε μας δόθηκε τότε η ευκαιρία, κάλλιο αργά όμως, παρά ποτέ». Χαμογέλασε, τόσο ψυχρά, που η Βέρα ανατρίχιασε και πάλι. «Να λοιπόν που σμίξαμε τελικά οι δυο μας. Ποιος θα το φαντα­ ζόταν, ξαδέρφη... Και σε τέτοιες συνθήκες, μάλιστα». Η Βέρα τον κοίταζε σαν χαζή όσο μιλούσε. Τα λόγια του δεν της έλεγαν τίποτα, υπήρχε όμως κάτι στον τόνο του, που δε χρειαζόταν ι­ διαίτερη προσπάθεια για να το πιάσει: μια ψυχρή, σχεδόν θανατερή ειρωνεία. Ήταν όμως πολύ παραζαλισμένη για να επιχειρήσει έστω να μαντέψει από πού πήγαζε* κι εξάλλου, υπήρχε σ’ όλ’ αυτά, κάτι πολύ πιο ανησυχητικό απ’ την ειρωνεία του κύριου Μακλέοντ. Γι’ αυτό, όταν εκείνος σταμάτησε, τον ρώτησε τρεμουλιαστά: «Δηλαδή... δε μ’ έχετε ξαναδεί ποτέ πριν;» Το χαμόγελό του ήταν σκέτος πάγος. «Δεν είχα αυτή τη χαρά». «Μα... νόμιζα πως με είχατε αναγνωρίσει! Νόμιζα πως με ξέρατε ήδη! Πώς είστε σίγουρος ότι είμαι όντως η... η χήρα του ξαδέρφου σας;» Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν ελαφρά. «Γιατί - ποια θα ήθελες να είσαι;» «Δεν ξέρω», του αποκρίθηκε αγκομαχώντας. «Δε θυμάμαι τίποτε για τον εαυτό μου, και νιώθω... νιώθω εντελώς χαμένη. Πίστευα πως είχε βρεθεί κάποιος που με γνώριζε. Κάποιος που θα με ήξερε κι από πριν!» «Ποια θα ήταν η διαφορά;» έκανε ευχάριστα ο Σόλτο. «Όλα τα στοιχεία πιστοποιούν ότι είσαι η Βέρα Λιν Γκάθρι, χήρα του εκλιπόντος Λουκ Ράσελ. Αν εσένα δε σου αρέσει αυτό, λυπάμαι, ξαδέρφη, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτε για να σε βοηθήσω. Έχεις βέβαια πάντα τη δυνατότητα να δηλώσεις υπεύθυνα ότι δεν είσαι η Βέρα Λιν ΓκάθρΓ δεν ξέρω όμως πόσοι θα το πιστέψουν αυτό, ούτε άλλωστε σε τι θα σε εξυπηρετούσε στη δεδομένη στιγμή κάτι τέτοιο». Γέλασε λίγο, κι αν η Βέρα δεν ήταν τόσο αναστατωμένη, θα είχε θαυμάσει ό­ σο τους έπρεπε τα όμορφα, κατάλευκα δόντια του, και το φως που έ­ ριχνε το γέλιο στο αυστηρό πρόσωπό του. «Ωστόσο, δε με έχετε ξαναδεί ποτέ πριν», επέμεινε απελπισμένη. «Δε σε είχα δει από κοντά. Οι φωτογραφίες, όμως, είναι ένας κα­


12

λός τρόπος για ν’ αναγνωρίσεις κάποιον. Ακόμα και στο δικαστήριο τις δέχονται σαν πειστήρια, έτσι δεν είναι; Για παράδειγμα, δες αυτήν εδώ». Με μιαν ηθελημένα νωχελική κίνηση, έβγαλε απ’ την τσέπη του μια φωτογραφία και της την έτεινε, χαμογελώντας συνέχεια με το παγερό του χαμόγελο. «Την είχε στείλει ο Λουκ στη μητέρα του, όταν της έγραψε ότι είχατε παντρευτεί. Μπορείς να διαβάσεις τι λέει από πίσω, αν θέλεις». Το χέρι της έτρεμε καθώς έπαιρνε με την άκρη των δαχτύλων της τη φωτογραφία. Τη γύρισε αυτόματα απ’ την ανάποδη, σαν να φοβό­ ταν ν’ αντικρίσει αυτό το πρώτο, χειροπιαστό κομμάτι απ’ το χαμένο της παρελθόν. Μ’ έναν στρωτό, αντρίκειο χαρακτήρα, κάποιος είχε γράψει στη ράχη της φωτογραφίας: «Η Βέρα Λιν κι εγώ, στο Γιβραλτάρ. Πες τους να στην περιγράφουν με λεπτομέρειες. Είναι σωστή κούκλα, και τη λατρεύω. Αν μπορούσες να τη δεις, θα συμφωνούσες μαζί μου». Όταν η Βέρα ανασήκωσε τα μάτια, εκείνος της είπε ψυχρά: «Η θεία μου είναι μισότυφλη εδώ και χρόνια. Της την περιέγραψα εγώ, αν σ’ ενδιαφέρει αυτή η λεπτομέρεια. Την έκανα να νιώσει πολύ πε­ ρήφανη για το γιο της και τη νύφη της». Αμίλητη, η Βέρα κράτησε για λίγο στο χέρι της τη φωτογραφία, νιώθοντας να την πνίγει η συμπόνια γι’ αυτή την άγνωστη μάνα, που δεν είχε μπορέσει να δει τη νύφη τη ς ούτε σε μια φωτογραφία. Ύστερα πήρε βαθιά ανάσα, γύρισε το γυαλιστερό χαρτί απ’ την άλ­ λη, κι έμεινε να το κοιτάζει. Είχε μια ελπίδα πως, βλέποντας τα πρόσωπα που είχε αποθανατί­ σει ο φακός, κάτι θα σκιρτούσε στα βάθη της μνήμης της. Δεν έγινε όμως τίποτε τέτοιο· η φωτογραφία δεν της έλεγε τίποτα. Τίποτε πά­ νω της δεν της ήταν οικείο. Ήταν ένα ενσταντανέ, τραβηγμένο σε μια μαρίνα. Ένα ζευγάρι στεκόταν αγκαλιασμένο μπροστά σε ένα σκάφος, με την πλάτη στον ήλιο. Ο άντρας χαμογελούσε κατευθείαν στο φακό, και παρά την κα­ κή ποιότητα της φωτογραφίας, διακρινόταν αμέσως η ομοιότητά του με τον άντρα που καθόταν δίπλα της. Κρατούσε σφιχτά την κοπέλα απ’ τη μέση, κι έδειχνε ευτυχισμένος. Εκείνη όμως έγερνε προς το μέρος του, και τα ξανθά της μαλλιά, σπρωγμένα απ’ τον άνεμο, έπεφταν σε πυκνά τσουλούφια πάνω στο πρόσωπό της. Ήταν στραμμένη σχεδόν προφίλ, και γελούσε· δε διακρινόταν παρά μόνο ένα μέρος του προσώπου της, κι αυτό σκιασμένο από ένα χείμαρο μαλλιά. Ακόμα κι έτσι, όμως, φαινόταν η ομοιότητα. Έπιασε ένα τσουλούφι απ’ τα μακριά, κατάξανθα μαλλιά της, και το έφερε μηχανικά μπροστά, σαν να ήθελε να συγκρίνει το χρώμα τους με το χρώμα των μαλλιών στη φωτογραφία. Ύστερα, ξεχνώντας εντελώς την παρουσία ενός άγνωστου άντρα στο δωμάτιό της, πέτα-


13

ξε πέρα τα σκεπάσματα, και πήγε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα. Έμεινε να κοιτάζει το πρόσωπό της, ξέροντας πως της ήταν εξίσου άγνωστο με το πρόσωπο της κοπέλας στη φωτογραφία, κι ας το είχε ήδη δει κάμποσες φορές απ’ τη μέρα που είχε συνέλθει. Εκείνη η φωτογραφία, που κάποιος άγνωστος Λουκ Ράσελ είχε στείλει στην εξίσου άγνωστη μητέρα του, θα μπορούσε μια χαρά να είναι η δική της. Δεν είχε κανέναν τρόπο να το επιβεβαιώσει, ούτε να το διαψεύσει. Δεν είχε άλλωστε ιδέα γιατί επιθυμούσε τώρα δα τόσο πολύ να ή­ ταν σε θέση να το διαψεύσει, και γιατί φοβόταν τόσο πολύ στη σκέ­ ψη, πως μπορεί όντως να ήταν η χήρα του Λουκ Ράσελ. Σίγουρα, αυ­ τό δεν είχε να κάνει με την παγερή παρουσία του Σάλτο Μακλέονπ* ή μήπως είχε; Όταν στράφηκε να τον κοιτάξει, τα χλομά της μάγουλα πήραν φωτιά. Φορούσε μόνο το ένα απ’ τα νυχτικά που της είχε φέρει η Σάλι Γουόκερ* ήταν όμως πολύ σεμνό, όπως ταίριαζε σε ένα μουσουλ­ μανικό νοσοκομείο. Την κάλυπτε από πάνω μέχρι κάτω, κι ήταν αρκε­ τά χυτό, ώστε να μην κολλάει πάνω στις καμπύλες της. Κάτω όμως απ’ το ψυχρό, εξεταστικό βλέμμα του Σόλτο Μακλέοντ, ένιωσε για μια στιγμή σαν να μη φορούσε τίποτα. Τα σκοτεινά του μάτια γλιστρούσαν απ’ τα μαλλιά της μέχρι τα γυμνά της πέλματα, δεν υπήρχε όμως ούτε ενδιαφέρον, ούτε επιδο­ κιμασία, ούτε θαυμασμός στα βάθη τους* υπήρχε μόνο μια σκληρό­ τητα, που την έκανε ν’ ανατριχιάσει και πάλι. Πολύ επιδεικτικά, ο άντρας άφησε το βλέμμα του να σταθεί στο μεστό της στήθος* κι εκείνη μόνο τη στιγμή συνειδητοποίησε η Βέρα πως οι ορθωμένες της ρώγες, ράμφιζαν προκλητικά τη λεπτή φανέλα που τις κάλυπτε. Και μόνο που είχε νιώσει το βλέμμα του πάνω της, είχαν ερεθιστεί κι είχαν σκληρύνει. Ένας χείμαρος από καυτά συναισθήματα την πλημμύρισε, κι απ’ αυτά, η ντροπή και η αμηχανία ήταν σίγουρα τα λιγότερο κυριαρχικά. Αυτός ο άντρας ήταν όμορφος σαν αμαρτία, κι εξίσου αρρενωπός* κάτω απ’ το βλέμμα του, τα γόνατά της λύγιζαν κι ο σφυγμός της πα­ λάβωνε. Η φωνή του, ωστόσο, ήταν φορτωμένη ψυχρή ειρωνεία όταν της μίλησε. «Φυσικά, η φωτογραφία δεν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Για να πω την αλήθεια, βλέποντάς την αναρωτήθηκα πώς τα είχες κατα­ φέρει να ξετρελάνεις τον Λουκ, μέχρι του σημείου να σε παντρευτεί. Τώρα δεν αναρωτιέμαι πια». Κι ��πιτέλους, η Βέρα βγήκε απ’ τη χαύνωσή της* τρέμοντας απ’ την ταραχή και την αμηχανία, έτρεξε να χωθεί στη σχετική ασφάλεια του κρεβατιού της. Το δέρμα της την τσιμπούσε, σαν να είχε περάσει η άκρη μιας φλόγας από πάνω του. Τράβηξε τα σκεπάσματα ως το λαιμό, κι είπε αχνά: «Κι αν δεν είμαι εγώ στη φωτογραφία; Δε φαίνε­


14

ται και πολύ καθαρά το πρόσωπό της. Θα μπορούσε να είναι κάποια γυναίκα που μου μοιάζει». «Οπωσδήποτε», είπε σαρκαστικά ο άντρας, «δεν πρόκειται για κα­ νένα καλλιτεχνικό πορτρέτο· ωστόσο, όλοι εμείς οι υπόλοιποι, τη βρήκαμε αρκετά ικανοποιητική. Και ειλικρινά, ξαδέρφη, δεν καταλα­ βαίνω γιατί δυσκολεύεσαι τόσο να παραδεχτείς ότι είσαι η χήρα του ξαδέρφου μου, τη στιγμή που ανάμεσα στα χαρτιά σου, βρισκόταν το πιστοποιητικό του γάμου σας, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του σπι­ τιού μας στην Αγγλία, κι ένα αντίτυπο αυτής της ίδιας φωτογραφίας, με το όνομά σου και του Λουκ από πίσω, και με την ημερομηνία που τραβήχτηκε». Τον κοίταζε σαστισμένη. «Δεν είδα ακόμα τα χαρτιά μου», είπε τε­ λικά. «Ένα... ένα πιστοποιητικό του γάμου μας, είπατε;» «Ένα πιστοποιητικό του γάμου σας, σίγουρα* απόλυτα νομότυπο, μάλιστα. Οι διατυπώσεις τέλειωσαν, και τα χαρτιά θα είναι σύντομα στη διάθεσή σου, οπότε μπορείς να τα μελετήσεις κι η ίδια, για να διαπιστώσεις ότι σου λέω την αλήθεια», πρόσθεσε καυστικά. «Στο με­ ταξύ, μπορείς φαντάζομαι να βασιστείς στη διαβεβαίωσή μου, ότι δε θα είχα κανένα λόγο ν’ ασχοληθώ μαζί σου, αν δεν ήσουν όντως η χήρα του Λουκ. Πίστεψέ με, κορίτσι μου, έχω πολύ πιο σοβαρά πράγ­ ματα να κάνω, απ’ το να χάνω τις μέρες μου σε μια πόλη τόσο ελάχι­ στα ελκυστική όσο η Άγκυρα, περιμένοντας να συνέλθεις για να μπο­ ρέσω να σε βγάλω απ’ αυτή τη χώρα». «Καλοσύνη σας», είπε πνιχτά η Βέρα, αλλά η ειρωνεία που θα ή­ θελε να βάλει κι αυτή στα λόγια της, βγήκε μόνο σαν θλιβερό παρά­ πονο. «Ειδικά εφόσον δε με είχατε γνωρίσει στο παρελθόν. Υπάρχει τουλάχιστον κανείς στην οικογένειά σας που να με ήξερε από πριν;» «Ό)^ι», είπε άνετα ο Σόλτο. «Εσύ κι ο Λουκ γνωριστήκατε και πα­ ντρευτήκατε στο εξωτερικό - στο Γιβραλτάρ, για την ακρίβεια. Όπως σου είπα, μας ανακοίνωσε το γάμο σας μ’ ένα γράμμα· κι αυτό ήταν όλο. Δεν είχαμε καμιά άλλη επαφή μαζί σας». «Ωστόσο», έκανε σαν χαμένη η Βέρα, «ήσασταν η οικογένειά του! Η μητέρα του, άλλοι συγγενείς, ίσως... Δε γνωριστήκαμε ποτέ;» «Η μητέρα του κι εγώ. Και όχι, δε γνωριστήκαμε ποτέ. Μη σε εκ­ πλήσσει αυτό· ο Λουκ είχε ξεκόψει από μας εδώ και χρόνια. Εμένα προσωπικά, θα μου φαινόταν πολύ παράξενο αν είχε σπεύσει να μας παρουσιάσει με όλους τους τύπους τη σύζυγό του». «Λ», έκανε ανόητα η Βέρα. Η αμνησία δεν είχε επηρεάσει τις δια­ νοητικές της ικανότητες· κι ούτε χίρειαζόταν ιδιαίτερη ευφυΐα για να μαντέψει κανείς, ότι ο Σόλτο Μακλέοντ είχε μεγάλη οικονομική άνε­ ση. Όλα πάνω του απέπνεαν μια αίσθηση πλούτου, κύρους και σιγου­ ριάς. Λίγο-λίγο, μια εικόνα σχηματιζόταν στο μυαλό της. Έτσι είχε γίνει, λοιπόν εκείνη, μια άσημη χορεύτρια, είχε παντρευτεί έναν άντρα από


15

πολύ πλούσια οικογένεια. Οι δικοί του είχαν διαφωνήσει πιθανότατα μ’ αυτόν το γάμο· γι’ αυτό άλλωστε οι δυο τους είχαν παντρευτεί στο εξωτερικό, κι η οικογένειά του δεν είχε γνωρίσει ποτέ την καινούρια κυρία Ράσελ. Αν έκρινε μάλιστα απ’ την εχθρότητα που μάντευε πίσω απ’ την ψυχρή ειρωνεία του Σόλτο Μακλέοντ, θα προτιμούσαν ίσως να μην τη γνωρίσουν ποτέ στο μέλλον. Ύστερα σκέφτηκε με ένα ακόμα πολύ δυσάρεστο ρίγος, πως αν ο άντρας της ήταν όντως από πλούσια οικογένεια, εκείνη σαν χήρα του, θα ήταν πιθανότατα και η μοναδική του κληρονόμος* κι ίσως αυ­ τό ήταν που ενοχλούσε τώρα τόσο τον Σόλτο Μακλέοντ και την οικογένειά του. Με το θάνατο του Λουκ, η τυχάρπαστη που τον είχε τυλί­ ξει, αποκτούσε δικαιώματα στην οικογενειακή περιουσία. Αυτό, ο­ πωσδήποτε, θα τους ήταν δύσκολο να το χωνέψουν. Ένιωσε ξαφνικά πολύ άρρωστη, κι ολότελα αποκαμωμένη. Μάζε­ ψε ωστόσο όλη της την αξιοπρέπεια, κι είπε ξεροκαταπίνοντας: «Δε θυμάμαι απολύτως τίποτε απ’ όλ’ αυτά, σας το είπα. Για ένα πράγμα όμως μπορώ να είμαι σίγουρη - αν παντρεύτηκα τον ξάδερφό σας, ή­ ταν επειδή προφανώς αγαπιόμασταν οι δυο μας. Καταλαβαίνω τις ε­ πιφυλάξεις της οικογένειάς σας, αλλά πιστέψτε με, δεν έχω την πα­ ραμικρή οικονομική απαίτηση από σας. Αν αυτό είναι που σας στεναχωρεί...» Κι εκεί σταμάτησε καταπτοημένη· το καυστικό βλέμμα του Σόλτο, θα έκανε τον καθένα να σταματήσει καταπτοημένος. «Αλήθεια;» έκανε ευγενικά εκείνος. «Είναι πάντα ευχάριστο να α­ ντιμετωπίζεις τέτοιες περιπτώσεις αφιλοκέρδειας». «Ελπίζω», είπε κατασυγχυσμένη η Βέρα, «ελπίζω να μη φαντάζε­ στε, κύριε Μακλέοντ, ότι παντρεύτηκα τον ξάδερφό σας για τα λεφτά του, ή ότι βιάζομαι να επωφεληθώ από... από το θάνατό του. Μπορεί να μη θυμάμαι τίποτα, ξέρω όμως τον εαυτό μου. Ποτέ δε θα μπο­ ρούσα να κάνω ένα γάμο από συμφέρον!» «Αυτά όλα είναι πολύ παρήγορα, ξαδέρφη», είπε μελιστάλαχτα ο άντρας. «Ομολογώ πως έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δε θ’ αλλάξεις γνώμη μόλις ξαναβρείς τη μνήμη σου». «Απ’ ό,τι μου λένε», είπε μισοπνιγμένη η Βέρα, «ο άντρας μου πέθανε πριν κοντά τρεις μήνες, και τότε δεν είχα χάσει ακόμα τη μνήμη μου. Αν ήθελα να επωφεληθώ οικονομικά απ’ το θάνατό του, θα είχα ήδη κάνει κάτι γι’ αυτό, δε νομίζετε; Θα ήμουν τώρα στην Αγγλία, κι όχι στην Τουρκία, ψάχνοντας ίσως για δουλειά!» «Ίσως είχες άλλους, πιο επείγοντες λόγους να βρίσκεσαι στο με­ ταξύ στην Τουρκία», είπε με το ίδιο μελιστάλαχτο ύφος ο Σόλτο. «Όταν με το καλό επανέλθει η μνήμη σου, ελπίζω να διαφωτιστούμε όλοι ως προς αστό το σημείο, ξαδέρφη. Για την ώρα, αυτό που προέχει, είναι να πάρεις το εξιτήριο και να επιστρέφουμε στην Αγγλία».


16

Το κεφάλι της είχε αρχίσει να σφυροκοπάει. Ένας θολός πανικός αναδευόταν μέσα της, απειλώντας να κυριεύσει κάθε γωνιά του μυα­ λού της. Αυτός ο άντρας ήταν ένας εχθρικός άγνωστος, κι ήθελε να την πάρει σ’ ένα εξίσου άγνωστο, κι ίσως εξίσου εχθρικό, περιβάλ­ λον. Κι εκείνη, χωρίς τις αναμνήσεις της, ήταν ευάλωτη σαν απρο­ στάτευτο παιδί. Του είπε αχνά: «Δε με ρωτάτε καν αν θέλω να έρθω μαζί σας». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. «Έχεις τίποτε καλύτερο κατά νου;» Η Βέρα ξεροκατάπιε. «Όχι, για την ώρα. Θα σας ήμουν όμως ευ­ γνώμων, αν φροντίζατε να ειδοποιηθούν οι δικοί μου συγγενείς. Φα­ ντάζομαι, όλο και κάποιος θα υπάρχει να μου προσφέρει φιλοξενία για λίγο καιρό». «Εγώ στη θέση σου δε θα βασιζόμουν και πολύ σ’ αυτό», είπε ευ­ χάριστα ο Σάλτο. «Δυστυχώς, ξαδέρφη, δεν έχουμε την παραμικρή ι­ δέα πού να βρούμε τους πιθανούς συγγενείς σου, αν βέβαια έχεις κανέναν. Γιατί απ’ όσο ξέρουμε, πιθανότατα δεν έχεις ούτε οικογέ­ νεια, ούτε άλλους συγγενείς. Ζούσες χρόνια στο εξωτερικό, και σε διάφορες χώρες, μάλιστα. Φυσικά, θα μπορούσαμε να δώσουμε τη φωτογραφία σου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης καμιά δεκαριά χω­ ρών, και να περιμένουμε υπομονετικά μήπως εμφανιστεί κανένας συγγενής σου· κι αν όμως εμφανιστεί, δεν έπεται ότι θα είναι πρόθυ­ μος να σε αναλάβει κιόλας. Και μέχρι να συμβούν όλα αυτά τα υπο­ θετικά, όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει να μένεις κάπου, και να τρως κιόλας πότε-πότε. Δεν μπορείς δυστυχώς να μείνεις επάπειρον στο νοσοκομείο, και το προξενείο δεν μπορεί να αναλάβει ούτε τη φρο­ ντίδα, ούτε τη συντήρησή σου επ’ αόριστον. Επιπλέον, δεν έχουν ιδεά πού να σε στείλουν - στην Αγγλία, ή πίσω στο Μαρόκο; Για την ώρα, δεν έχεις πού να πας, είσαι ανίκανη να εργαστείς, χρειάζεσαι εξειδικευμένη περίθαλψη, και η περιουσία σου ανέρχεται στο τερά­ στιο ποσό των εξήντα δολαρίων - όσα είχες στην τσέπη σου όταν σε βρήκαν. Ειλικρινά, ξαδέρφη, δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις τη δύσκο­ λη, όταν σου προσφέρουν τη μοναδική εναλλακτική λύση στο πιάτο!» «Επειδή», είπε απελπισμένη η Βέρα, «επειδή αντιλαμβάνομαι ότι εσάς προσωπικά, δε σας ενθουσιάζει και τόσο η ιδέα να με πάρετε μαζί σας». Τα μάτια του την κάρφωσαν αλύπητα. «Η δική μου άποψη δεν έ­ χει σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι πως η θεία μου σε θέλει κοντά της. Δε θα ’ταν δυνατόν να σε αφήσει άρρωστη και αβοήθητη σε μια ξένη χώρα, όπως καταλαβαίνεις. Στο κάτω-κάτω, είσαι η νύφη της. Το σπίτι του Λουκ είναι και δικό σου». Η Βέρα χαμήλωσε τα μάτια. «Ωστόσο, εσείς προσωπικά θα προτι­ μούσατε να με αφήσετε εδώ, έτσι δεν είναι; Γιατί δε με εγκρίνετε; Επειδή ο Λουκ με παντρεύτηκε χωρίς να σας πάρει την άδεια;»


17

Της χαμογέλασε ψυχρά. «Έχεις μεγάλη φαντασία, αγαπητή μου. Ο Αουκ, έτσι κι αλλιώς, δε θα μας έπαιρνε την άδεια ούτε για να πα­ ντρευτεί, ούτε για τίποτ’ άλλο. Κι ούτε κανείς από μας είχε την απαί­ τηση να κάνει ένα γάμο για να μας ευχαριστήσει». «Ίσως δε σας άρεσε που πήρε μια χορεύτρια». «Χορεύτρια;» Το αφόρητα παγερό χαμόγελο έκανε πάλι την εμ­ φάνισή του. «Αν θέλεις να το λες έτσι...» «Δεν καταλαβαίνω τι υπονοείτε», έκανε με αξιοπρέπεια η Βέρα. «Εντάξει, μπορεί να μην πρόκειται για κανένα διακεκριμένο επάγγελ­ μα, αλλά δε νομίζω ότι είναι αναξιοπρεπές για μια γυναίκα, να χορεύ­ ει για να ζήσει!» «Κορίτσι μου, την τελευταία φορά που χόρεψες, το έκανες βγάζο­ ντας τελετουργικά όλα σου τα ρούχα, μέχρι του τελευταίου φύλλου συκής», είπε καυστικά ο Σόλτο. «Και όχι μόνο την τελευταία φορά, αυτό να λέγεται. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω αν χόρεψες ποτέ ντυ­ μένη - εκτός βέβαια απ’ τα δυο-τρία πρώτα λεπτά της παράστασης!» Είχε μείνει να τον κοιτάζει άναυδη, με τα μάτια ορθάνοιχτα και το πρόσωπο πανιασμένο. «Τι... τι εννοείτε; Ότι έκανα... στριπτίζ;» «Αυτό ακριβώς, γλυκιά μου. Έκανες στριπτίζ στο μαγαζί “Το Βαρ­ βάτο Άλογο”, της Ταγγέρης. Κι ο Θεός μόνο ξέρει σε πόσα άλλα πριν απ’ αυτό». «Ε- εγώ;» τραύλισε ξεψυχισμένα η Βέρα. «Δεν μπορεί! Δεν το πι­ στεύω. Αυτό... αυτό αποκλείεται!» «Λες πως δε θυμάσαι τίποτα», της πέταξε περιφρονητικά. «Πώς μπορείς να ξέρεις;» «Δεν είναι στον τύπο μου», επέμεινε με πάθος η Βέρα. «Δεν μπο­ ρώ να διανοηθώ τον εαυτό μου να... Είσαστε σίγουρος γι’ αυτό; Για τ ’ όνομα του Θεού, πείτε μου την αλήθεια!» «Δεν έχω κανένα λόγο να σου πω ψέματα», τη διαβεβαίωσε ψυ­ χρά. «Και θα με υποχρεώσεις αν πάψεις να αμφισβητείς τα όσα σου λέω. Δε συνηθίζω να σπέρνω ανεξακρίβωτες φήμες, ξέρεις». «Και πού το μάθατε; Λέτε πως δεν ξέρατε τίποτε για μένα, ούτε το πού ζούσα με τον άντρα μου! Σας το είπε ο Λουκ;» «Όχι βέβαια. Θα ήταν εντελώς τρελό να πει κάτι τέτοιο ο Λουκ στη μητέρα του, κι ακόμα λιγότερο σ’ εμένα. Εσύ δεν τον θυμάσαι, αλλά μπορώ να σε βεβαιώσω πως τρελαινόταν να κομπάζει, για όλα τα υπαρκτά και ανύπαρκτα επιτεύγματά του. Στο γράμμα που έστειλε στη μητέρα του, έγραφε πως ήσουν μέλος ενός κλασικού μπαλέτου, και πως είχες αφήσει το λαμπρό μέλλον που σε περίμενε, για να γί­ νεις νοικοκυρούλα χαρωπή στο πλευρό του. Η πεθερά σου τα πίστε­ ψε όλ’ αυτά, και τα πιστεύει ακόμα. Εγώ, ας πούμε πως διατηρούσα κάποιες αμφιβολίες. Όταν έμαθα για το θάνατό του και πήγα στην Ταγγέρη, έμαθα αναπόφευκτα και κάποια πράγματα για τη ζωή σας. Έψαξα, όπως καταλαβαίνεις, να βρω τη χήρα του ξαδέρφου μου. Τι


18

το φυσικότερο, απ’ το να απευθυνθώ στο χώρο της δουλειάς σου;» Η Βέρα έφερε το γερό της χέρι μπροστά στα μάτια της, σαν να ’θελε να κρύψει το πρόσωπό της απ’ το βλέμμα του. Τελικά, είπε α­ χνά: «Δεν μπορώ να το καταλάβω... Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν έ­ χω ιδέα πώς κατέληξα να κάνω κάτι τέτοιο. Ίσως... ίσως δεν έβρισκα πουθενά αλλού δουλειά. Ίσως βρισκόμουν σε μεγάλη οικονομική α­ νάγκη...» Δεν μπορεί να είναι έτσι, σκεφτόταν συγχρόνως. Είχα πα­ ντρευτεί έναν κατά τα φαινόμενα πλούσιο άντρα. Πώς ανεχόταν κάτι τέτοιο; «Εγώ κι ο Λουκ...» έκανε αδύναμα. «Είχαμε οικονομική άνεση, δεν είν’ έτσι;» «Δεν ξέρω», είπε αδιάφορα ο Σόλτο. «Ο Λουκ δε μου έδινε λογα­ ριασμό για τα οικονομικά του». «Ωστόσο...» Τα έχασε ολότελα. Το ύφος του Σόλτο Μακλέοντ την πάγωνε, την έκανε να μπερδεύει τα λόγια της. Ένιωθε συνέχεια ένο­ χη, σαν να είχε κάνει κάτι που εκείνος το ήξερε, κι εκείνη ούτε που το φανταζόταν. «Είσαστε - πρέπει να είσαστε πλούσια οικογένεια», είπε ξεροκαταπίνοντας. «Υπέθεσα πως ο άντρας μου θα είχε κάποια σχε­ τική άνεση». «Θα μπορούσε να είχε», είπε στεγνά ο Σόλτο. «Αν είχε μείνει στην Αγγλία, φυσικά. Εκείνος όμως προτίμησε την κακώς εννοούμενη πε­ ριπέτεια. Είχε πάντα τυχοδιωκτικές τάσεις- και κάποιες... ας πούμε, ανορθόδοξες απόψεις για το πώς πρέπει να ζει κανείς», κατέληξε καυστικά. «Μου λέτε πράγματα που δε μου ταιριάζουν», είπε εξουθενωμένη η Βέρα. «Είναι σαν να συζητάμε για κάποιαν ολότελα άγνωστη». Είναι σαν να ξύπνησα σ’ έναν εφιάλτη, σκέφτηκε πάλι ανατριχιάζοντας. «Μου μιλάτε για τον άντρα μου, κι εγώ δεν ξέρω πια τίποτε γι’ αυτόν! Δεν ξέρω καν πώς πέθανε», κατέληξε θλιβερά. «Ήταν ατύχημα, δεν είν’ έτσι;» «Όχι», είπε ξερά ο Σόλτο. «Ήταν πνευμονία». «Πνευμονία;» επανέλαβε ανόητα η Βέρα. «Μα... πώς μπορεί να πέθανε από πνευμονία;» «Είναι κι αυτός ένας πολύ καλός λόγος για να πεθάνεις», της αντι­ γύρισε σαρκαστικά ο Σόλτο. «Ειδικά σ’ ένα μέρος σαν την Ταγγέρη». «Ω, Θεέ μου», έκανε ξέπνοα η Βέρα. «Πίστευα πως ήταν ατύχη­ μα... Ω, Θεέ μου. Και πώς βρεθήκαμε στην Ταγγέρη;» «Φαντάζομαι, όπως θα μπορούσατε να είχατε βρεθεί οπουδήποτε αλλού. Ο Λουκ ήταν εντελώς απρόβλεπτος. Το πιθανότερο, η Ταγγέρη του ταίριαζε. Ή ίσως ταίριαζε περισσότερο σ’ εσένα», κατέληξε ειρωνικά, κάνοντας πάλι το αίμα ν’ ανέβει ορμητικό στα μάγουλά της. «Τι δουλειά έκανε;» τον ρώτησε αδύναμα. «Δήλωνε πάντως συγγραφέας», είπε σαρκαστικά ο Σόλτο. «Το τι έκανε στην πραγματικότητα, σίγουρα εσύ θα το ξέρεις πολύ καλύτε­ ρα από μένα. Όταν ξαναβρείς τη μνήμη σου, θα χαρώ ιδιαίτερα να με


19

διαφωτίσεις και ως προς αυτό το σημείο. Εγώ πάντως τον είχα ικανό για τα πάντα - από εμπόριο ναρκωτικών, μέχρι μαστρωπεία». «Α, για τ ’ όνομα του Θεού», έκανε μισοπνιγμένη η Βέρα. «Πώς μι­ λάτε έτσι; Λέτε πως δεν ξέρατε τίποτε για το πώς ζούσαμε, και μετά κάνετε τέτοιες ελεεινές εικασίες! Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι πως δεν τον συμπαθούσατε καθόλου!» «Τότε πολύ κακώς κατάλαβες, κορίτσι μου. Δεν τίθεται θέμα συ­ μπάθειας ή όχι. Με τον Λουκ μεγαλώσαμε σαν αδέρφια, και πίστεψέ με, εγώ δεν έπαψα ποτέ να τον βλέπω σαν τον μικρότερο μου αδερ­ φό, ακόμα κι όταν σηκώθηκε στα εικοσιτρία του κι έφυγε απ’ το σπίτι. Δεν είχαμε βέβαια καμιά επαφή οι δυο μας από κει και πέρα, όχι ό­ μως επειδή δεν το ήθελα εγώ, αλλά επειδή δεν το ήθελε εκείνος». «Θα είχε σίγουρα κάποιον πολύ σοβαρό λόγο για να μην το θέ­ λει», παρατήρησε τσουχτερά η Βέρα. «Πολύ πιθανό· ήταν εξαιρετικά ευφάνταστος. Εγώ πάντως δεν εί­ χα». Η Βέρα έπνιξε όπως-όπως την αγανάκτησή της. Ο τρόπος που α­ ναφερόταν ο Σόλτο στο νεκρό σύζυγό της, ήταν τουλάχιστον μικρό­ ψυχος. Μόνο η συζήτηση όμως μαζί του, θα μπορούσε να ρίξει κά­ ποιο φως στα σκοτάδια της μνήμης της* γι’ αυτό συγκρατήθηκε, και ρώτησε ήρεμα: «Πώς έγινε και μεγαλώσατε μαζί;» «Η θεία Έλεν ήταν αδερφή της μητέρας μου, και χήρεψε πολύ νωρίς. Ο Λουκ ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερος μου. Έχασα τη μητέ­ ρα μου όταν ήμουν εφτά χρόνων, κι ο πατέρας μου δεν ήθελε να ξα­ ναπαντρευτεί. Πρότεινε λοιπόν στη θεία Έλεν να έρθει να μείνει μαζί μας στο νησί Γουάιτ, κι έτσι κι έγινε. Ο Λουκ μεγάλωσε στο σπίτι μας, σαν αυθεντικός Μακλέοντ. Και εγώ, και ο πατέρας μου όσο ζούσε, τον θεωρούσαμε πάντα ισότιμο μέλος της οικογένειας». «Γιατί έφυγε απ’ το σπίτι;» Ο Σόλτο ανασήκωσε τους ώμους. «Πολύ φοβάμαι, ξαδέρφη, πως κανένας άνθρωπος δεν έμαθε ποτέ γιατί έκανε, ή γιατί δεν έκανε ο Λουκ το κάθε συγκεκριμένο πράγμα. Αν θέλεις πάντως οπωσδήποτε μια απάντηση, εγώ υποπτεύομαι πως ο κυριότερος λόγος, ήταν ότι δεν ήθελε να μείνει να δουλέψει μαζί μου, παρ’ όλα τα πλεονεκτήμα­ τα που θα είχε σ’ αυτήν την περίπτωση». «Με τι αοχολείσθε;» τόλμησε να ρωτήσει η Βέρα. «Η οικογένειά μου διαθέτει καράβια». Έτσι απλά, σαν να έλεγε ό­ τι διέθετε πάγκους στη λαϊκή αγορά. «Δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί, αν ο Λουκ είχε προτιμήσει να μείνει μαζί μου. Οπωσδήποτε, θα είχε ζήσει πολύ πιο άνετα* και το πιθανότερο, θα ζούσε ακόμα. Αν μη τι άλ­ λο, είναι πολύ δύσκολο να πεθάνει κανείς από πνευμονία στο Σαουθάμπτον, και μάλιστα στα τριάντα του χρόνια», κατέληξε σαρκαστικά. «Είσαστε πολύ σκληρός», είπε πνιχτά η Βέρα, σοκαρισμένη όχι τόσο απ’ αυτά που της έλεγε, όσο απ’ την αδιαφορία και τη σκληρό­


20

τητα που χρωμάτιζαν τη φωνή του. Αυτός ο πανέμορφος άντρας, α­ πέπνεε μια παγερότητα που την τρόμαζε πραγματικά. Της έδινε την εντύπωση πως δε διέθετε ίχνος συμπόνιας, ή έστω, ανοχής. Δεν της είχε πει πολλά για τον άντρα της, κι ούτε φαινόταν διατε­ θειμένος να πει περισσότερα. Εκείνη όμως είχε ακούσει αρκετά για να καταλάβει. Στα εικοσιτρία του, ο Λουκ είχε στρέψει την πλάτη στο πλούσιο σπίτι του, στην άνετη ζωή του, στις λαμπρές του προοπτικές, κι είχε φύγει για να μην ξαναγυρίσει ποτέ, επαναστατώντας ενάντια στην ε­ πιβολή μιας ανελέητης προσωπικότητας, που θα είχε σίγουρα επιχει­ ρήσει να τον ισοπεδώσει μέσα στα χ]ρόνια. Σε πολύ τρυφερή ηλικία, είχε βρεθεί να μοιράζεται την αγάπη της μητέρας του μ’ αυτόν τον δεσποτικό, άκαμπτο και άκαρδο ξάδερφο, που προφανώς θα τον καταδυνάστευε απ’ την πρώτη στιγμή. Ο Θεός μόνο ήξερε τι του είχε κάνει ο Σάλτο, για να τον αναγκάσει τελικά να φύγει. Προσπάθησε να κάνει τη φωνή της όσο πιο σταθερή γινόταν. «Μου μιλάτε για πράγματα που δεν είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω. Τα βλέπετε ίσως απ’ τη δική σας σκοπιά, αλλά δεν μπορούμε ν’ ακού­ σουμε και την άποψη του Λουκ για όλ’ αυτά. Εγώ δεν μπορώ να σας αντικρούσω- δεν ξέρω πια τίποτε για τη ζωή που κάναμε, -έρω όμως πως δε δείχνετε την παραμικρή συμπόνια για τον ξάδερφό σας, ούτε βέβαια για μένα. Και συνεχίζω να πιστεύω πως αυτό που σας ενοχλεί, είναι ότι... ότι σαν χήρα του Λουκ, τον κληρονομώ δικαιωματικά». Εκεί, ο Σάλτο γέλασε- και για μια φορά, φά\^κε να γελάει με κέφι, διασκεδάζοντας ολοφάνερα με τα λεγόμενό της. «Καλό μου κορίτσι», έκανε ευχάριστα, «ας μην αφήνουμε τη φαντασία μας να οργιάζει. Αυτό το σενάριο, σου είναι φαίνεται ιδιαίτερα προσφιλές- ανέφερες και προηγουμένως κάποια αόριστα οικονομικά οφέλη. Λυπάμαι που πρέπει να σε βγάλω απ’ την πλάνη σου, αλλά αν περιμένεις να παραλάβεις τα περιουσιακά στοιχεία του Λουκ, θα απογοητευτείς οικτρά. Απ’ όσο ξέρω, ο ξάδερφός μου ήταν εξίσου απένταρος μ’ εσένα. Ού­ τε στην Αγγλία, ούτε στο Μαρόκο, ούτε πουθενά αλλού υπάρχει τίπο­ τε στ’ όνομά του. Όσο για τα λεφτά της πλούσιας οικογένειάς του πολύ λυπάμαι, αλλά τα λεφτά τα έκαναν οι Μακλέοντ, όχι οι Ράσελ. Απ’ τη δική μου περιουσία, αγαπητή μου, ούτε ένα κουπί βάρκας δεν ανήκε ποτέ στον Λουκ. Και λυπάμαι που σου το λέω έτσι ωμά, αλλά όπως παρατήρησες κι εσύ προηγουμένως, είμαι ένας μάλλον σκλη­ ρός τύπος». Τον κοίταζε αμίλητη, μην ξέροντας αν έπρεπε να λυπηθεί που δε θα είχε να περιμένει τίποτε απ’ το νεκρό σύζυγό της, ή να ανακουφι­ στεί, που δε θα χρωστούσε τίποτε στην οικογένειά του. Τελικά, είπε με αξιοπρέπεια: «Νομίζετε με νοιάζει αν ήταν πλού­ σιος ο Λουκ ή όχι; Φαντάζεστε θα με παρηγορούσαν τα λεφτά για το


21

χαμό του; Θα έδινα όλα τα πλούτη του κόσμου για να ξαναβρώ τον άντρα μου, ή έστω τις αναμνήσεις μου, κύριε Μακλέοντ. Κι αν ανέφε­ ρα αυτό το σενάριο, όπως λέτε, είναι επειδή δε βλέπω άλλο λόγο που_να δικαιολογεί την ψυχρότητά σας απέναντι μου». ζαφνικά, το πρόσωπό του ήταν πάλι σκοτεινό και αδιαπέραστο. Της είπε ξερά: «Τότε μάλλον έπεσες έξω, ξαδέρφη. Προσωπικά, δε θα έδινα δεκάρα αν ο Λουκ είχε πεθάνει ζάπλουτος, και σου τα είχε αφήσει όλα εσένα. Πίστεψέ με, έχω αρκετά λεφτά από μόνος μου, ώ­ στε να μην περιμένω μερίδιο κι απ’ τα λεφτά τρίτων». Έριξε μια ματιά στο χρυσό ρολόι στον καρπό του. «Πολύ φοβάμαι πως ξεπέρασα ήδη όλα τα όρια που είχε θέσει η γιατρός σου. Καλή σου νύχτα. Θα τα ξαναπούμε». Πολλή ώρα μετά που είχε φύγει, η Βέρα συνέχισε να νιώθει σαν >/α είχε περάσει από πάνω της ένας τυφώνας. Η φωνή του έμοιαζε ν’ αντηχεί συνέχεια στο δωμάτιο, στοιχειώνοντας την κάθε της σκέψη. Της φαινόταν πως το ψυχρό του βλέμμα έκαιγε ακόμα πάνω της, α­ πειλητικό κι επικίνδυνο σαν ατσάλινη λάμα. Ήταν ο ωραιότερος άντρας που θα είχε δει στη ζωή της, και μαζί ο πιο τρομαχτικός. Θα ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να μην τον ξαναδεί ποτέ της. Αλλά στο βάθος ήξερε κιόλας, πως είχε πάρει την απόφασή της. Δεν είχε, έτσι κι αλλιώς, καμιά άλλη επιλογή. Θα πήγαινε υποχρεωτι­ κά με τον Σόλτο Μακλέοντ στην Αγγλία, επειδή, για την ώρα, δεν είχε πουθενά αλλού να πάει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εκείνη τη νύχτα, είδε ένα όνειρο που την κατατάραξε. Όλο το βράδυ στριφογυρνούσε ανήσυχα, προσπαθώντας απελπι­ σμένα ν’ ανασύρει απ’ τα βάθη της μνήμης της έστω μια θολή εικόνα, που θα συνδεόταν κάπως με τις αποκαλύψεις του Σόλτο για τη ζωή της. Η επίσκεψή του, αντί να την καθησυχάσει, όπως έλπιζε η Σάλι Γουόκερ, την είχε βυθίσει σ’ ένα πέλαγος ανασφάλειας και αβεβαιό­ τητας - κι όχι για έναν, αλλά για πολλούς λόγους. Τι είδους άνθρωπος ήμουν; αναρωτιόταν συνέχεια πυρετικά. Τι είδους γάμο είχα κάνει; Τι είδους ζωή ζούσαμε, εγώ κι ο άντρας μου; Της ήταν αδύνατο να διανοηθεί τον εαυτό της να γδύνεται μπρο­ στά σ’ ένα πλήθος ξαναμμένους άντρες. Της ήταν εξίσου αδύνατο να διανοηθεί ότι ο άντρας που είχε παντρευτεί, της επέτρεπε να κάνει κάτι τέτοιο για να ζήσει. Εκτός βέβαια αν του άρεσε να βλέπει τη γυναίκα του να γδύνεται μπροστά σε τρίτους. Μπορεί το θέαμα να τον ερέθιζε εξίσου κι εκεί­ νον. Υπήρχαν πολλοί βιτσιόζοι άνθρωποι στον κόσμο - της ήταν ό­ μως δύσκολο να χωνέψει, πως ίσως είχε παντρευτεί η ίδια κάποιον με τέτοιο βίτσιο. Εκτός βέβαια, αν ήταν κι εκείνη εξίσου βιτσιόζα. Μπορεί τότε, στην περασμένη της ζωή, να ήταν επιδειξιομανής, και να μην το είχε θυμηθεί ακόμα. Οι σκέψεις χοροπηδούσαν ανήσυχα στο μυαλό της, μέχρι τη στιγμή που την έπιασε το ηρεμιστικό της, και την πήρε ο ύπνος. Κο­ ντά στα χαράματα, όμως, ξύπνησε λαχανιασμένη, από ένα όνειρο τό­ σο ζωντανό, που ήταν σαν να της είχε συμβεί στ’ αλήθεια. Βρισκόταν, λέει, σε μια σκοτεινή αίθουσα, σε κάτι σαν πίστα, και χόρευε ολόγυμνη κάτω απ’ το σκληρό φως ενός προβολέα. Ήξερε πως την παρακολουθούσαν εκατοντάδες βλέμματα, κι ας μην μπο­ ρούσε να τα διακρίνει στο σκοτάδι- κι ήξερε πως ανάμεσα στους αό­ ρατους θεατές της, ήταν κι ο άντρας που αγαπούσε. Ένιωθε πάνω της τα μάτια του, να παρακολουθούν την κάθε κίνησή της- κι εκείνη


23

άκουγε τη μουσική, και χόρευε μόνο για χάρη του. Ύστερα, αυτός ο άντρας αναδύθηκε απ’ το σκοτάδι της αίθου­ σας, και βρέθηκε δίπλα της στην πίστα, ολόγυμνος όπως κι εκείνη. Την ανάγκασε να πλαγιάσει στο σκληρό, κρύο δάπεδο, και τα μέλη του έμπλεξαν σ’ ένα αφόρητα ηδονικό σμίξιμο με τα δικά της. Καθώς χάνονταν στον οργασμό, η Βέρα άνοιξε τα μάτια και είδε το πρόσω­ πό του, έτσι όπως έγερνε πάνω απ' το δικό της, αλλοιωμένο απ’ τον πόθο και την ένταση της ηδονής. Για μια στιγμή, της φάνηκε ότι ήταν ο Λουκ Ράσελ, όπως τον είχε δει σ’ εκείνη τη φωτογραφία, στη μαρίνα. Κι αμέσως μετά, συνειδη­ τοποίησε πως δεν ήταν ο Λουκ, αλλά ο Σόλτο Μακλέοντ. Τα πυκνά του μαλλιά έπεφταν ατίθασα στο μέτωπό του, και τα μάτια του την τρυπούσαν σαν παγερές λεπίδες, όλη την ώρα που το κορμί του σπαρταρούσε στην αγκαλιά της. Το όνειρο έμεινε ολοζώντανο μέσα της κι όλη την υπόλοιπη μέρα, κάνοντάς την ν’ ανατριχιάζει κάθε που το θυμόταν. Είχε αφήσει μια ανε­ ξίτηλη αίσθηση ηδονής και φόβου μέσα της, και μαζί, μια αίσθηση κατάπληξης· της ήταν αδύνατο να καταλάβει γιατί είχε ονειρευτεί έ­ τσι τον Σόλτο Μακλέοντ, κι αυτό την αναστάτωνε ακόμα περισσότε­ ρο. Η δόκτωρ Μουράτ θεωρούσε πάρα πολύ σημαντικά τα όνειρά της· κι η Βέρα προσπαθούσε ευσυνείδητα κάθε πρωί, να θυμηθεί έ­ στω ένα απ’ τα θολά, απροσδιόριστα όνειρα που έβλεπε τη νύχτα, και που τα είχε ξεχάσει σχεδόν εντελώς όταν ξυπνούσε, για να της το περιγράφει. Αυτή τη φορά, όμως, δεν της είπε τίποτα, κι ας ήταν τούτο το μο­ ναδικό ξεκάθαρο όνειρο που είχε δει σ’ αυτές τις μέρες. Δεν ήθελε να το συζητήσει με κανέναν, και προσπάθησε να το ξεχάσει εντελώς από κει και πέρα. Όταν όμως ο Σόλτο εμφανίστηκε πάλι εκείνο το απόγευμα, η θύ­ μηση του ονείρου ξαναγύρισε ακόμα πιο έντονη, στέλνοντας το αίμα να βάψει άλικα τα μάγουλά της. Γι’ άλλη μια φορά, της είχε κοπεί βλέποντάς τον η ανάσα· ο Σόλτο Μακλέοντ μπορεί να ήταν ο πιο ανυ­ πόφορα σκληρός άντρας που υπήρχε στον κόσμο - αλλά θα ήταν σί­ γουρα κι ο πιο εντυπωσιακός. Ακτινοβολούσε κυριολεκτικά μαγνητι­ σμό και σεξ-απίλ. Το σπορ του ντύσιμο αναδείκνυε τέλεια το ψηλό, λεπτό, και συνά­ μα γεροδεμένο του σώμα. Όπως στο όνειρο, τα πλούσια μαλλιά του τού έπεφταν ατίθασα στο μέτωπο- κι όπως στο όνειρο, τα γαλάζια του μάτια την κάρφωναν σαν λεπίδες, παγερά κι αμέτοχα. «Καλησπέρα», της είπε νωχελικά, κι ύστερα ρώτησε αναπάντεχα: «Γιατί κοκκίνησες;»


24

«Κοκκίνησα;» ρώτησε ανόητα η Βέρα. Εκείνος γέλασε ψυχρά, απαξιώντας να της απαντήσει. Τίποτε δεν είχε αλλάξει απ’ την προηγουμένη, σκέφτηκε απογοητευμένη η Βέρα, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει την αναστάτωση που της είχε προκαλέσει η παρουσία του. Ήταν το ίδιο ψυχρός, το ίδιο σαρκαστικός, το ίδιο κυνικός και αμέτοχος. «Θα μπορέσουμε να φύγουμε πιο σύντομα απ’ όσο έλπιζα», της δήλωσε αδιάφορα. «Μίλησα με τους γιατρούς σου, και φαίνεται ότι έ­ χεις αναρρώσει ικανοποιητικά. Μένει να τακτοποιηθούν κάποιες εκ­ κρεμότητες, και μετά θα είμαστε ελεύθεροι να φύγουμε για την Αγγλία». «Ωστόσο», είπε αδύναμα η Βέρα, ξέροντας πως απλά προσπαθού­ σε να καθυστερήσει τη στιγμή που θα βρισκόταν στο απόλυτο έλεος του, «εδώ με παρακολουθούν απ’ την αρχή, κι ίσως θα ’πρεπε - » «Κορίτσι μου», την έκοψε καυστικά, «είμαι σίγουρος πως εξίσου καλά, αν όχι και καλύτερα, μπορούν να συνεχίσουν να σε παρακο­ λουθούν και οι Άγγλοι γιατροί στην Αγγλία. Ξέρω πως εσύ έχεις αδυ­ ναμία στις χώρες του τρίτου κόσμου, αλλά θα μου επιτρέψεις, φα­ ντάζομαι, να μη συμμερίζομαι τα δικά σου βίτσια - ειδικά εφόσον εί­ μαι αυτός που ταλαιπωρείται, χωρίς να φταίει σε τίποτα!». Η Βέρα ξεροκατάπιε· ο σαρκασμός του έκαιγε σαν φωτιά. Αν μπορεί να γίνεται τόσο καυστικός χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο, σκέφτηκε αποθαρρημένη, τι θα κάνει όταν του δώσω την παραμικρή αφορμή; Έγειρε πίσω στο μαξιλάρι, κι είπε σιγανά: «Αν σ’ ενοχλεί τόσο το καθετί που λέω ή κάνω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις να έρθω μαζί σου». Της αποκρίθηκε ψυχρά: «Νομίζω πως αυτό το εξαντλήσαμε χτες. Το θέμα μας δεν είναι το πόσο και αν ενοχλούμαι εγώ. Είσαι η χήρα του Λουκ, και κάτι πρέπει να κάνω μαζί σου, τουλάχιστον μέχρι να α­ ναρρώσεις εντελώς. Αν μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μόνη σου, να ’σαι σίγουρη, θα σε άφηνα πολύ ευχαρίστως στην τύχη σου. Έτσι ό­ μως όπως έχουν τα πράγματα, είμαι υποχρεωμένος να σε πάρω μαζί μου. Η θεία μου, στο είπα, σε θέλει κοντά της. Θα της ήταν αδιανόη­ το να μη σου προσφέρει φιλοξενία, σε μια τέτοια θλιβερή περίπτω­ ση». «Ωστόσο, δε με γνωρίζει καθόλου». Οι εξηγήσεις του την πλήγω­ ναν σαν μαχαιριές* κι η προοπτική να συναντήσει αυτή την άγνωστη πεθερά της, την τρόμαζε σχεδόν όσο και η προοπτική να υπομένει τη σκληρότητα του Σόλτο σε καθημερινή βάση. Γι’ αυτό πρόσθεσε πι­ κρά: «Ουσιαστικά, δε μας συνδέει πια τίποτα». Τα μάτια του στένεψαν. «Αν έπαθες και δεύτερη απώλεια μνήμης, ξαδέρφη, επίτρεψέ μου να σου θυμήσω πως, είτε το θέλεις είτε όχι, υπήρξες σύζυγος του μοναδικού της γιου, κι αυτό για κείνη μετράει


25

περισσότερο απ’ όσο μπορείς προφανώς να φανταστείς εσύ. Όλον αυτό τον καιρό που είχες εξαφανιστεί, ήταν άρρωστη απ’ τη στενο­ χώρια. Όταν την ειδοποίησαν πως είχες επιζήσει απ’ το δυστύχημα, αναστατώθηκε. Τώρα θέλει να σου προσφέρει τη θαλπωρή και την α­ σφάλεια που υποθέτει ότι έχασες με το θάνατο του άντρα σου. Νιώ­ θει υπεύθυνη για σένα, λες και φταίει αυτή για τις επιλογές και τα λά­ θη του γιου της». Η Βέρα τον άκουγε βουβή. Αυτό που πονούσε περισότερο απ’ ό­ λα, σκεφτόταν, δεν ήταν οι λέξεις· ήταν η ανυπόφορη σκληρότητα στο βλέμμα και στη φωνή του, όσο τις πρόφερε. «Και κάτι άλλο», συνέχισε παγερά ο Σόλτο. «Μη φανταστείς ότι ή­ ταν σφάλμα της θείας Έλεν ποι>δε γνωριστήκατε μέχρι τώρα· ούτε, πολύ περισσότερο, πως δεν ενέκρινε το γάμο του Λουκ. Στην πραγ­ ματικότητα, τον ήθελε όσο τίποτα. Λαχταρούσε να τον δει με δική του οικογένεια, κι έλπιζε πως έτσι θα νοικοκυρευόταν, και θα ξαναγύριζε ίσως στην Αγγλία. Ήταν τρισευτυχισμένη όταν έμαθε ότι είχατε παντρευτεί. Αντιλαμβάνεσαι, φαντάζομαι, πόσα ροζ όνειρα έπλασε με τη φαντασία της γι’ αυτό το γάμο». Και καθώς η Βέρα δε μιλούσε, συνέχισε ακάθεκτος, αγνοώντας ε­ πιδεικτικά τη χλομάδα και τη σιωπή της: «Σε περιμένει λοιπόν ανυπό­ μονα, κι έχει όλη την καλή διάθεση να τα βρείτε οι δυο σας· αν δε συμβεί αυτό, ξέρω ποιος θα φταίει. Γι’ αυτό σε προειδοποιώ, Βέρα· ό­ σο μείνεις μαζί μας, θα είσαι ισότιμο μέλος της οικογένειας, ανεξάρ­ τητα απ’ τις δικές μου επιφυλάξεις, και θα έχεις οτιδήποτε μπορεί να χρειαστείς· αν όμως απογοητεύσεις ή πικράνεις τη θεία μου, θα ξαναγυρίσεις την επόμενη στιγμή στο τίποτα. Και πίστεψέ με, πριν απ’ αυ­ τό, θα βρω κάμποσους τρόπους να σε κάνω να το χιλιομετανιώσεις». Το πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν τον τοίχο. «Πρέπει να πιστεύεις πως είμαι τέρας», τραύλισε πνιχτά. «Πώς φαντά(πηκες ότι - » «Δε φαντάστηκα τίποτα», την έκοψε στεγνά. «Δε χρειάζεται να φανταστώ κάτι, για να σου κάνω μια προειδοποίηση. Θέλω μόνο να θυμάσαι πάντα, πως εγώ είμαι ο Σόλτο Μακλέοντ, όχι ο Λουκ Ράσελ, και πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως πιθανότητα να με ξεγελάσεις με γλυκά βλέμματα, και παρθενικά κοκκινίσματα μαθητριούλας». Τον κοίταζε τρέμοντας, τόσο σοκαρισμένη απ’ την ωμότητά του, που τα λόγια τής αγανάιαησης πνίγονταν στο λαρύγγι της. Την κοίτα­ ζε κι εκείνος, με το πρόσωπό του σφιγμένο και τα μάτια σκοτεινά 1 σαν ν’ αναμετρούσε έναν επικίνδυνο εχθρό, σκέφτηκε ριγώντας η Βέ­ ρα, ανίκανη ακόμα να δεχτεί πως αυτό που έβλεπε στο βλέμμα του, δεν ήταν παγερότητα, δεν ήταν σκληρότητα, αλλά ξεκάθαρο, απρο­ κάλυπτο μίσος. Της πέταξε ξερά: «Ήταν απαραίτητο να σου κάνω αυτή την εξή­ γηση, για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Δεν ξέρω τι προθέσεις έ­ χεις, αλλά ξέρω πως δε θα σου εππρέψω ποτέ να εκμεταλλευτείς τη


26

θεία μου, ούτε συναισθηματικά, ούτε οικονομικά, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Για παράδειγμα, μη διανοηθείς καν να της αναφέ­ ρεις εκείνο το σενάριο σχετικά με το ποιος κληρονομεί τον Λουκ* για­ τί αν το κάνεις, Βέρα, ή αν την αφήσεις να εννοήσει με μια σου μόνο λέξη, πως έχεις απώτερο σκοπό το οικονομικό όφελος, ειλικρινά, δε θα ήθελα να σου πω τώρα τι θα μπορούσες να πάθεις». Κι επιτέλους, η Βέρα κατάφερε να ξαναβρεί τη φωνή της. «Δεν ξέρεις τι λες», είπε τρεμουλιαστά. «Πώς μπορείς και σκέφτεσαι τό­ σο... τόσο νοσηρά; Στο είπα και χτες, κύριε Μακλέοντ, πως αν επεδίωκα οικονομικά οφέλη απ’ την οικογένειά σου, θα σας είχα πλησιά­ σει απ’ τη στιγμή που πέθανε ο Λουκ, πριν κοντά τρεις μήνες! Αυτό όμως δεν το λαμβάνεις υπόψιν σου, έτσι δεν είναι;» «Όχι», της αντιγύρισε καυστικά. «Σίγουρα κάποιους λόγους θα εί­ χες για να επισκεφτείς την Τουρκία πριν κάνεις οτιδήποτε άλλο, αγα­ πητή μου ξαδέρφη. Αυτό που ξέρω εγώ, είναι πως απ’ όλα τα χαρτιά σου, τα μόνα που θεώρησες απαραίτητο να κρατάς σε κάθε στιγμή πάνω σου, τα πιο πολύτιμα, δηλαδή, ήταν το πιστοποιητικό του γά­ μου σου με τον Λουκ, η διεύθυνση του σπιτιού μου στην Αγγλία, και η διαθήκη του άντρα σου!» «Η... διαθήκη του άντρα μου;» «Όπως τ ’ ακούς, ξαδέρφη. Μια καθόλα νόμιμη διαθήκη, που σε κα­ θιστά γενική του κληρονόμο - γι’ αυτό άλλωστε κι εσύ τη φύλαγες σαν κόρη οφθαλμού, γλυκιά μου. Θα είχες ιδρώσει, φαντάζομαι, μέχρι να τον πείσεις να τη συντάξει. Θα τον κληρονομούσες βέβαια έτσι κι αλ­ λιώς, ήθελες όμως να είσαι απόλυτα κατοχυρωμένη, για την ακραία περίπτωση που θα σου προέκυπτε κάτι εντελώς απροσδόκητο - κάποι­ ες πιθανές αμφισβητήσεις απ’ την οικογένειά του, ή και κανένα μπασταρδάκι του άντρα σου. Ο Λουκ δεν ήταν ακριβώς πρότυπο εγκράτει­ ας, κι εσύ ήθελες να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο, έτσι δεν είναι;» Το κεφάλι της γύριζε* και το μόνο που βρήκε να πει, ήταν ένα πα­ θητικό: «Γιατί να με ορίσει γενική του κληρονόμο, αφού δεν είχε τίπο­ τε να μου αφήσει;» Ο Σάλτο γέλασε σκληρά. «Αυτό το ήξερε ο Λουκ* δεν είναι όμως απαραίτητο να το ήξερες κι εσύ, γλυκιά μου. Αν θέλεις την ταπεινή μου άποψη, ο Λουκ σε είχε φλομώσει στο ψέμα. Σου είπα, του άρεσε να κομπάζει* θα σου μίλησε προφανώς για όλη την περιουσία που εί­ χε αφήσει πίσω του, και για τους φανταστικούς λόγους που την είχε αφήσει. Κι επειδή κατά κάποιο τρόπο, όλα αυτά ήταν αλήθεια, θα έγι­ νε εξαιρετικά πειστικός. Αρκετά πάντως για να χάψεις εσύ το παρα­ μύθι του, και να πιστέψεις πως η περίοδος της ανέχειας ήταν κάτι ε­ ντελώς προσωρινό. Αν ξέρω τόσο δα τον Λουκ, αγαπητή μου, να ’σαι σίγουρη πως μ’ αυτό το παραμύθι σε έριξε κι εσένα». Η Βέρα έκρυψε το πρόσωπό της στο γερό της χέρι* της φαινόταν πως δε θ’ άντεχε ούτε για ένα λεπτό παραπάνω αυτή την παρανοϊκή


27

συζήτηση. Τελικά, τα κατάφερε να πει πνιχτά: «Λες δηλαδή ότι με άφη­ σε εσκεμμένα να πιστεύω ότι ήταν πλούσιος, για να με δελεάσει να τον παντρευτώ; Μα αστό - αυτό είναι εντελώς αρρωστημένο! Είναι μόνο δικές σου κακόβουλες εικασίες, τίποτε περισσότερο. Δεν ήσουν εκεί ό­ ταν συνέβησαν όλ’ αυτά, κύριε Μακλέοντ! Πώς μπορείς να ξέρεις; Γιατί σου φαίνεται απίθανο ν’ αγαπηθήκαμε απλά, και να θελήσαμε να πα­ ντρευτούμε; Στο κάτω-κάτω, απ’ όσο είδα στη φωτογραφία, ο ξάδερ­ φός σου ήταν ένας νέος, υγιής, και πολύ ελκυστικός άντρας!» «Σίγουρα», της πέταξε ξερά. «Εσύ όμως είσαι μια εκπληκτικά ό­ μορφη γυναίκα. Κάποιος σαν τον Λουκ, θα σ’ έβρισκε πιθανότατα α­ καταμάχητη. Και είμαι σίγουρος πως όταν τον γνώρισες, εσύ κέρδι­ ζες απ’ το... επάγγελμά σου, πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έλπιζε ποτέ να κερδίσει εκείνος απ’ το δικό του. Γιατί να καταδεχτείς να προσέξεις έναν ασήμαντο κι απένταρο νεαρό; Δε σε είχαν πάρει τα χρόνια, για να φοβάσαι ότι δεν είχες άλλα περιθώρια... επαγγελματι­ κής δραστηριότητας, ας πούμε». Γέλασε πάλι κοφτά. «Φυσικά, μπο­ ρεί και να τον ερωτεύτηκες», πρόσθεσε καυστικά. «Εμένα όμως θα μου φαινόταν λίγο δύσκολο να πιστέψω κάτι τέτοιο, δεδομένης μάλι­ στα και της διαθήκης που φύλαγες τόσο προσεχτικά στο τσεπάκι σου, γλυκιά μου Βέρα». «Ήταν... ήταν κάτι απ’ τον άντρα μου», τραύλισε η Βέρα. «Το μό­ νο ίσως που μου είχε απομείνει από κείνον. Η απόδειξη της αγάπης του!» «Τι ρομαντικά που τα λες, γλυκιά μου», είπε μελιστάλαχτα ο Σάλ­ το, και ξαναγέλασε. «Χαίρεται κανείς να σε ακούει. Επίτρεψέ μου ό­ μως κι εμένα να διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, ειδικά όταν μέσα σ’ ό­ λα, εμπλέκεται και η ψυχική ηρεμία της θείας μου. Της χρωστάω πά­ ρα πολλά, για να την εκθέσω σε καταστάσεις που θα την πλήγωναν χωρίς λόγο». Η θεία του θα ήταν, προφανώς, το μοναδικό πρόσωπο που ενέ­ πνεε τέτοια ευγενικά αισθήματα στον Σόλτο Μακλέοντ, σκέφτηκε πι­ κρά η Βέρα. Για κείνην, δεν είχε παρά μόνο σαρκασμό, περιφρόνηση και σκληρότητα* κι ίσως τελικά να είχε και κάποιο δίκιο. Η ίδια δεν μπορούσε πια να είναι σίγουρη για τίποτα. Ήξερε πώς αισθανόταν, αλλά το ήξερε στ’ αλήθεια, ή νόμιζε ότι το ήξερε; Και ποιος της εγγυόταν πως είχε ζήσει μέχρι τότε με τον τρόπο που αι­ σθανόταν, ή σύμφωνα με τις αρχές που τώρα, σ’ ένα κρεβάτι νοσο­ κομείου, πίστευε ότι είχε; Όλη η προηγούμενη ζωή της ήταν παγιδευμένη σ’ ένα γαλακτερό κενό, όπου δεν ξεχώριζε καν η θολή σκιά μιας θύμησης. Θα μπορού­ σαν όλα να είχαν γίνει όπως πίστευε εκείνη* θα μπορούσαν όμως εξί­ σου καλά, να είχαν γίνει όπως πίστευε ο Σόλτο. Αφού σ’ εκείνη τη ζωή που είχε χάσει, μπορούσε να κάνει στριπτίζ για να ζήσει, θα μπορούσε εξίσου καλά να είχε παντρευτεί έναν ά­


28

ντρα για τα λεφτά που πίστευε ότι είχε. Κι αν ήταν έτσι, είχε ίσως δί­ κιο να την περιφρονεί τόσο ο Σόλτο. Γι’ αυτόν δεν ήταν παρά μια ποταπή γυναίκα, που είχε παρεισφρύσει στην οικογένειά του για να ε­ πωφεληθεί οικονομικά, παγιδεύοντας τον ξάδερφό του με τα πανάρχαια όπλα που διέθετε κάθε θηλυκό. Οπωσδήποτε, δεν έδινε δεκάρα για τον ίδιο τον Λουκ· δεν τον ενδιέφερε καθόλου ποιαν είχε παντρευτεί, αν του ταίριαζε, αν είχε ζήσει καλά μαζί της ή όχι. Τον ενοχλούσε μόνο που αυτή η ακατάλληλη σύζυγος, είχε γίνει μέλος της άμεσης οικογένειάς του. Κι εκείνη ένιωθε συντριμμένη· ολότελα ανίσχυρη μες στην ανημποριά του παρόντος της, με το παρελθόν να καραδοκεί απειλητικά πίσω της, και το μέλλον να ορθώνεται εχθρικό μπροστά της. Καυτά δάκρυα ανέβαιναν ξαφνικά στα μάτια της, αλλά τα πάλεψε όσο γινό­ ταν* δεν ήθελε να τη δει αυτός να κλαίει. Κι έμεινε άναυδη όταν ο Σόλτο έγειρε νωχελικά στην πλάτη της καρέκλας του, κι είπε αδιάφορα: «Αν θέλεις να κλάψεις, κλάψε* δε μ’ ενοχλούν τα γυναικεία δάκρυα». Η Βέρα δεν είχε άλλα περιθώρια να εκπλαγεί απ’ τη σκληρότητά του* αυτή όμως η τελευταία εκδήλωση υπεροψίας και αντρικού σοβι­ νισμού, ήταν σίγουρα το αποκορύφωμα. Οταν κατάφερε να ξαναμι­ λήσει, είπε πνιγμένα: «Τελικά, δεν είναι και τόσο καλή ιδέα να έρθω μαζί σου. Δε νομίζω πως θα μπορέσω ν’ αντέξω κι άλλες τέτοιες συ­ ζητήσεις». «Δε θα υπάρξουν άλλες τέτοιες συζητήσεις», είπε ευχάριστα ο Σόλτο. «Μια φορά νομίζω φτάνει, ακόμα και για τον πιο χοντροκέφα­ λο. Θα πρέπει να αντιληφθείς ότι δεν κάνω ποτέ κενές προειδοποιή­ σεις - ούτε κενές απειλές, άλλωστε». Το βλέμμα του θύμιζε ατσάλι. «Εξάλλου, θέλω ελάχιστα πράγματα από σένα. Θέλω να φερθείς στη θεία μου σαν πραγματική, νορμάλ νύφη - αν βέβαια μπορείς να φα­ νταστείς τι είναι κάτι τέτοιο», πρόσθεσε δηκτικά. «Να μην την αφήσεις ποτέ να υποψιαστεί πως ίσως δεν ήσουν άψογης διαγωγής, πως μπορεί να μη ζούσες και τόσο αρμονικά με τον Λουκ, ή πως μπορεί να είχατε άλλα προβλήματα στη ζωή σας. Δε θα σου ξεφύγει λέξη για το πραγματικό σου επάγγελμα* και φυσικά, ούτε κουβέντα για διαθήκες, κληρονομιές και τα ρέστα. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» «Ναι», ψέλλισε πανιασμένη η Βέρα. «Για την ώρα, βέβαια, δε θυμάσαι τίποτα* και να ’θελες, δε θα μπορούσες να -π^ς πεις κάτι επιλήψιμο. Η μνήμη σου όμως μπορεί να επανάλθει σε κάθε στιγμή, κι η θεία μου ξέρει μόνο όσα της είχε γρά­ ψει ο Λουκ για σένα, κι όσα της είπα αργότερα εγώ ο ίδιος. Μη διανοηθείς καν να τα διαψεύσεις, Βέρα* θα τα μάθεις απέξω, και θα τα έχεις συνέχεια στο νου σου από δω και πέρα». Κατά τη γνώμη του, ο Λουκ είχε γράψει ένα σωρό ψέματα στη μη­ τέρα του, μόνο και μόνο για να την εντυπωσιάσει - και προπαντός,;


29

για να εντυπωσιάσει τον ξάδερφό του. Κι ίσως αυτό να ήταν η αλή­ θεια, σκέφτηκε κουρασμένα η Βέρα· στα εικοσιτρία του, ο Λουκ είχε φύγει απ’ το σπίτι, κι από τότε, οι μόνες του επαφές με τους δικούς του ήταν κάποια, ελάχιστα και πολύ λιγόλογα, τηλεφωνήματα· όταν όμως παντρεύτηκε, τους είχε γράψει ένα εξαιρετικά περιγραφικό γράμμα, για να ξαναβυθιστεί, αμέσως μετά, στην απόλυτη σιωπή. Δεν τους είχε τηλεφωνήσει ούτε μια φορά, σ’ εκείνα τα τρία χρόνια ανάμεσα στο γάμο του και στο θάνατό του. «Ήταν ολοφάνερο», είπε ψυχρά ο Σόλτο, «πως αυτό το γράμμα είχε μόνο ένα σκοπό: να μας αποδείξει ότι τα είχε καταφέρει μια χα­ ρά και χωρίς την παρέμβασή μας. Τα περισσότερα απ’ αυτά που έ­ γραφε, ήταν φυσικά ανόητοι κομπασμοί χωρίς περιεχόμενο. Η θεία μου δεν τα αμφισβήτησε - ίσως επειδή τη βόλευε να τα πιστέψει. Εγώ όμως έκανα κάποιες ανεπίσημες έρευνες, και φυσικά, αποδεί­ χτηκε ότι είχα δίκιο. Για παράδειγμα, δεν υπήρξε ποτέ στα αρχεία του Φόρειν Όφις, κάποιος διπλωμάτης, οποιοσδήποτε σειράς, με το επώνυμο Γκάθρι». Ο Λουκ ωστόσο είχε γράψει στη μητέρα του, πως ο πεθερός του ήταν διπλωμάτης καριέρας, και γι’ αυτό η Βέρα Λιν είχε μεγαλώσει, απ’ την ηλικία των δέκα χρόνων, μακριά απ’ την Αγγλία. Είχε προτιμή­ σει να παραμείνει στο εξωτερικό και μετά το θάνατο των γονιών της, αφού δεν είχε καθόλου συγγενείς ή φίλους στην Αγγλία. Εκείνος την είχε γνωρίσει στην Κύπρο, όπου έκαναν υποτίθεται και οι δυο διακο­ πές. Ήταν μια πολύ όμορφη, πολύ εκλεπτυσμένη και καλλιεργημένη κοπέλα, που είχε περάσει ως τότε τη ζωή της μέσα κι έξω από πρε­ σβείες και μπαλέτα υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου. Είχε επίσης α­ φήσει να εννοηθεί, πως ήταν και πολύ εύπορη. «Φυσικά, όλα αυτά ήταν αρλούμπες», διευκρίνησε ξερά ο Σόλτο. «Το τι έκανες κι από πού είχες ξεφυτρώσει, μόνο εσείς οι δυο το ξέ­ ρατε. Το μόνο σίγουρο είναι πως παντρευτήκατε στο Γιβραλτάρ, και πως βρεθήκατε μετά στο Μαρόκο. Εκ των υστέρων έμαθα πως ήσουν Αγγλίδα υπήκοος, γεννημένη στο Μάντσεστερ, εικοσιέξι χρόνων, ό­ πως προκύπτει κι απ’ το πιστοποιητικό του γάμου σου. Τα μόνα άλλα πράγματα που ήξερα για σένα, ήταν όσα είχα μάθει στην Ταγγέρη* αλλά φυσικά, δε γινόταν να τα πω και στη θεία μου. Γυρίζοντας λοι­ πόν πίσω, επιβεβαίωσα αναγκαστικά τα λεγάμενα του Λουκ, και πρόσθεσα ό,τι θεώρησα πως θα την παρηγορούσε κάπως». Βάλθηκε να της αναφέρει με λεπτομέρειες, τι είχε πει στη μητέρα του Λουκ, μετά την επιστροφή του απ’ το Μαρόκο. Ο Λουκ, υποτίθεται, δούλευε σε μια αγγλική τράπεζα· οι δυο τους ζούσαν σ’ ένα εξίσου υ­ ποθετικό διαμέρισμα, κάπου στα προάστια της πόλης. Δεν κολυμπού­ σαν ακριβώς στο χρήμα, είχαν όμως οικονομική άνεση. Είχαν φίλους απ’ την τοπική ευρωπαϊκή παροικία, και σκόπευαν να επισκεφτούν την Αγγλία σε δυο-τρία χρόνια. Σκόπευαν επίσης να κάνουν και παιδιά.


30

«Αυτά υποτίθεται τα έμαθα απ’ τους ευυπόληπτους φίλους σας στο Μαρόκο», της είπε καυστικά. «Εσύ βέβαια είχες εξαφανιστεί, και δε γινόταν να της πω ότι σε είχα συναντήσει, και μου τα είχες πει η ί­ δια- θα της φαινόταν τουλάχιστον παράξενο, που δεν ήθελες να της δώσεις κανένα σημείο ζωής. Έτσι αναγκάστηκα να σε καλύψω με μια, ας πούμε, εκδοχή της αλήθειας: είχες πάθει υποτίθεται τόσο βα­ ρύ κλονισμό απ’ το θάνατο του άντρα σου, που είχες θελήσει να φύ­ γεις μακριά απ’ όλα όσα σου τον θύμιζαν. Θα έμενες λίγο καιρό με φίλους, μέχρι να συνέλθεις. Αυτό υποτίθεται μου είπε μια κολλητη σου στην Ταγγέρη. Θα της έστελνες τη διεύθυνσή σου αργότερα, ό­ ταν θα είχες τακτοποιηθεί κάπου. Το σενάριο παρουσίαζε κάποια κε­ νά, η θεία μου όμως το έχαψε το παραμύθι». «Γιατί πρέπει να είναι απαραίτητα παραμύθι;» διαμαρτυρήθηκε α­ δύναμα η Βέρα. «Μπορεί να έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα!» «Μπορεί», είπε σαρκαστικά ο Σόλτο. «Όλα είναι πιθανά σ’ αυτόν τον κόσμο». «Μπορεί να είχα φίλους στην Τουρκία». «Αναμφίβολα». Τα μάτια του την έσκιζαν σαν λεπίδες. «Και φυσι­ κά, αυτό θα πεις στη θεία μου όταν ξαναβρείς τη μνήμη σου, και χρειαστεί να δώσεις κάποιες εξηγήσεις». Η Βέρα πήρε βαθιά ανάσα. «Τελικά, μέσα σ’ όλ’ αυτά, ποια είναι η αλήθεια;» Για μια στιγμή, στο δωμάτιο έπεσε σιωπή- κι όταν σήκωσε τα μά­ τια να τον κοιτάξει, το βλέμμα του την πάγωσε. Ήταν σκληρό, σκοτει­ νό, αλλά ολότελα ανεξιχνίαστο. «Δεν ξέρω», είπε τελικά, κι η φωνή του είχε μια παράδοξη, σχεδόν μεταλλική σκληρότητα. «Θα μπορού­ σε να είναι οποιαδήποτε. Ζούσατε σ’ ένα επιπλωμένο διαμέρισμα χω­ ρίς αξιώσεις, σε μια, ας πούμε, όχι και τόσο εκλεκτή περιοχή της Ταγγέρης. Είχατε μετακομίσει εκεί πριν μόνο λίγους μήνες. Κανείς δεν ήξερε πολλά για σας- εσύ δούλευες στο “Βαρβάτο Άλογο”, κι ο Λουκ, κατά την προσφιλή του συνήθεια, δεν έκανε τίποτε το συγκε­ κριμένο. Εκτός απ’ τα έπιπλα, που ανήκαν στη σπιτονοικοκυρά σου, στο σπίτι δεν υπήρχε τίποτε αξιόλογο* φεύγοντας, είχες πάρει προ­ φανώς μαζί σου οτιδήποτε είχε κάποια αξία». Μια σκιά πέρασε απ’ το βλέμμα του. «Βρήκα μόνο κάτι ασήμαντα χειρόγραφα του Λουκ, και τα έφερα πίσω στη θεία μου, μαζί με κάποια άλλα ανώδυνα αναμνη­ στικά. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ποτέ κανείς από κείνο το διαμέ­ ρισμα», κατέληξε με την ίδια παράδοξη σκληρότητα στη φωνή. Σηκώ­ θηκε απότομα, και πρόσθεσε ξερά: «Αν δεν έρθω αύριο, μην ανησυ­ χήσεις. Ίσως χρειαστεί να πεταχτώ για δυο-τρεις μέρες στη Γαλλία». Όπως και την πρώτη φορά, για πολλή ώρα μετά που αυτός είχε φύγει, η Βέρα συνέχισε να νιώθει παραζαλισμένη, σαν να την είχε λυπήσει τυφώνας. Ο Σόλτο Μακλέοντ έμπαινε κι έβγαινε απ’ τις μέρες της, με τη


31

σφοδρότητα μιας φυσικής καταστροφής·* και κάθε φορά, άφηνε πίσω του μερικά επιπλέον ερείπια. Η ίδια ήταν ανίκανη να τον αντιμετωπί­ σει- ο μόνος τρόπος να συνυπάρξει μαζί του, ήταν η παθητική ανοχή, και δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι διέθετε αυτού του είδους το ψυχι­ κό σθένος. Όλο εκείνο το βράδυ, μεταπηδούσε απ’ την απόλυτη σύγχυση στην έξαλλη αγανάκτηση, μέχρι που πια κατέληξε σε μια κρίση κατά­ θλιψης και αποπροσανατολισμού. Αυτός ο αλαζονικός, άκαρδος και εμπαθής άνθρωπος, σκεφτόταν πικρά, θα τη συνέτριβε χωρίς κανέναν οίκτο, όπως είχε προφανώς συ­ ντρίψει και τον δύσμοιρο τον ξάδερφό του. Ακόμα και τώρα, που ο Λουκ ήταν νεκρός κι όλα είχαν τελειώσει, ο Σόλτο συνέχιζε να τον πο­ δοπατάει. Είχαν περάσει εφτά ολόκληρα χρόνια που δεν είχε καμιά ε­ παφή μαζί του- κι ωστόσο δε δίσταζε να του καταλογίζει τα πιο τερατώ­ δη πράγματα, κρίνοντας ίσως απ’ τα νεανικά λάθη του ξαδέρφου του. Όλα όσα της είχε πει, ήταν αυθαίρετα δικά του συμπεράσματαγεννήματα της νοσηρής του φαντασίας, και της εμπάθειάς του. Ακόμα όμως κι αν είχε δίκιο, κι εκείνη ήταν τόσο τιποτένια όσο ή­ θελε να την παραστήσει, πάλι δεν είχε κανένα λόγο να της φέρεται έ­ τσι- στο κάτω-κάτω, δεν του είχε φορτωθεί από μόνη της. Αν δεν του άρεσε η καινούρια του “ξαδέρφη”, μπορούσε να γυρίσει σπίτι του. Ας έβρισκε κάποια δικαιολογία για τη θεία του- ας της έλεγε πως η ίδια η Βέρα είχε αρνηθεί να πάει μαζί του. Όταν αυτός θα γύριζε απ’ το ταξίδι του, θα του το έλεγε κατά­ μουτρα- ήθελε στ’ αλήθεια να δει την έκφρασή του, τη στιγμή που θ’ αντιλαμβανόταν πως η Βέρα Λιν Γκάθρι, είχε περισσότερη υπερηφά­ νεια απ’ όση φανταζόταν εκείνος. Το πρωί, εμφανίστηκε η Σάλι Γουόκερ, για να της πάρει μέτρα για ρούχα και παπούτσια. Ο κύριος Μακλέοντ, είπε στη Βέρα, την είχε παρακαλέσει να φροντίσει την γκαρνταρόμπα της, μιας και σύντομα θα έπρεπε να βγει απ’ το νοσοκομείο. «Φαντάζομαι, θα σε βολέψουν καλύτερα οι φούστες κι οι μπλού­ ζες», είπε η Σάλι. «Είναι δύσκολο να φορέσεις παντελόνι με το ένα χέρι στο γύψο». «Μια φούστα και μια μπλούζα θα είναι εντάξει», συμφώνησε κι η Βέρα. Σκέφτηκε μάλιστα να δώσει στη Σάλι τα εξήντα της δολάρια για να ψωνίσει- δεν ήθελε να έχει καμιά υποχρέωση στον Σόλτο. Τη συγκρότησε όμως η σκέψη πως μετά, δε θα της έμενε δεκάρα. Για την ώρα, ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί την ελεημοσύνη του κύριου Μακλέοντ. Δεν είχε αρκετά χρήματα για να ντυθεί από μόνη της, και δεν είχε ούτε τα στοιχειώδη ρούχα για να βγει απ’ το νοσο­ κομείο. Το παντελόνι, το μπλουζάκι και το τζάκετ που φορούσε στο


32

τρένο, είχαν καταστραφεί εντελώς· και βέβαια, δεν μπορούσε να κυ­ κλοφορήσει με το φανελένιο της νυχτικό και τα χνουδωτά πασούμια. Μια φούστα και μια μπλούζα, θα ήταν τα απολύτως απαραίτητα. Όταν όμως ξανάρθε η Σάλι, την επομένη το μεσημέρι, δεν έφερε μαζί της μια φούστα και μια μπλούζα, αλλά έναν νεαρό φορτωμένο με τσάντες και πακέτα, θάλθηκε να τ ’ ανοίγει μπροστά στα σαστισμέ­ να μάτ��α της Βέρας, απλώνοντάς τα περήφανα στο κρεβάτι. Της είχε αγοράσει από ρούχα, μέχρι όλα τα πιθανά αξεσουάρ που θα μπο­ ρούσε να χρειαστεί μια γυναίκα - μέχρι και ένα μπουκαλάκι άρωμα* “Φίτζι”, του Λαρός. Τα πανέμορφα ρούχα ήταν όλα σινιέ - πασίγνωστες γαλλικές και ιταλικές μάρκες· τα γυαλιά του ήλιου ήταν Φερέ, η δερμάτινη τσάντα Γκούτσι, τα καλλυντικά της Λανκόμ. «Για τ ’ όνομα του Θεού», ψέλλισε τελικά η Βέρα. «Τι πήγες κι αγόρασες; Θα πρέπει να κόστισαν μια πε­ ριουσία όλ’ αυτά!» «Ε, ναι», συμφώνησε η Σάλι. «Δεν ήταν και φτηνά, αλλά ο κύριος Μακλέοντ μου είπε να πάρω ό,τι νομίζω, χωρίς να λογαριάζω τα έξο­ δα. Δε χάλασα καν όλο το ποσό της επιταγής που μου άφησε», κατέ­ ληξε ικανοποιημένη. «Θα πάρει και ρέστα». Νιώθοντας πολύ κοντά στα όρια της υστερίας, η Βέρα προσπάθη­ σε να υπολογίσει χοντρικά πόσο είχε κοστίσει στον Σόλτο Μακλέοντ η καινούρια της γκαρνταρόμπα· και φυσικά, δεν τα κατάφερε. Ανοίγοντας μια τελευταία, πολυτελή τσάντα, ανακάλυψε πως περιείχε ε­ σώρουχα - πανέμορφα, μεταξωτά, δαντελένια, ανάερα κορμάκια, σλιπάκια, σουτιέν και νυχτικά. Κυλούσαν στα χέρια της σαν αφρός, ό­ ταν τ ’ ανασήκωσε για να τα κοιτάξει. «Για τ ’ όνομα του Θεού», έκανε μ’ ένα βογκητό. «Ήταν ανάγκη να μου πάρεις και νυχτικά; Αφού είχα!» Η Σάλι γέλασε. «Αυτό ήταν ειδική απαίτηση του κυρίου Μακλέοντ. Μου ζήτησε επί τούτου να σου πάρω κάτι της προκοπής, γιατί θίγεται λέει η αισθητική του, όταν σε βλέπει μ’ αυτά τα εξαμβλώματα που φοράς συνήθως». Η Βέρα έμεινε να την κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό, κρατώντας α­ κόμα στο χέρι το τελευταίο κομμάτι που είχε τραβήξει απ’ την τσά­ ντα: μια ολομέταξη, αραχνοΰφαντη ρόμπα, στην εξαίσια απόχρωση της σαμπάνιας. Είχε πείσει τον εαυτό της πως ο Σόλτο δε θα ’ρχόταν ούτε εκείνο το απόγευμα- της είχε πει άλλωστε πως θα έλειπε για δυο-τρεις μέρες. Κι όταν τον είδε να μπαίνει νωχελικά στο δωμάτιό της γύρω στις έξι το βράδυ, της κόπηκε γι’ άλλη μια φορά η ανάσα. Η καρδιά της φτε­ ροκόπησε στο στήθος της, κι ένα ατέλειωτο ρίγος ανεβοκατέβηκε βασανιστικά στη ραχοκοκαλιά της.


33

Η παρουσία του γέμιζε ασφυκτικά το μικρό, άχρωμο δωμάτιο· κι όχι μόνο επειδή ήταν τόσο ψηλός και μεγαλόσωμος. Ήταν απίστευτο το πόσο αισθησιασμό μπορούσε να εκπέμπει, ένας τόσο ψυχρός και αρνητικός άντρας. Τα γόνατά της λύνονταν κάτω απ’ το βλέμμα του· κι οι προδοτικές της ρώγες σκλήραιναν κι ορθώνονταν προκλητικά, σαν να τις είχαν αγγίξει τα δάχτυλά του. Και που να την έπαιρνε, είχε αποφασίσει να φορέσει ένα απ’ τα καινούρια της νυχτικά εκείνο το βράδυ· αν ήξερε ότι εκείνος θα ’ρχόταν, θα είχε βάλει χωρίς συζήτηση το φανελένιο. Αλλά δεν τον περίμενε- κι είχε μαγευτεί απ’ αυτά τα φίνα, ανάερα πραγματάκια... Τώρα, ένιωθε στ’ αλήθεια ολότελα γυμνή κάτω απ’ το βλέμμα του. Τα μάγουλά της έκαιγαν πάλι σαν φωτιά όταν είπε αδύναμα, «δε σε περίμενα απόψε», τραβώντας συγχρόνως την ιβουάρ ρόμπα, για να τη φορέσει βιαστικά πάνω απ’ το σχεδόν διάφανο νυχτικό της. Ύστερα συνειδητοποίησε γι’ άλλη μια φορά, πως το βλέμμα του Σόλτο δεν έκρυβε το παραμικρό ενδιαφέρον, και την παραμική επιδο­ κιμασία- περνούσε από πάνω της χωρίς καμιά θέρμη, όπως θα περ­ νούσε πάνω απ’ το γυμνό τοίχο. Κι αυτό την έκανε να τα χάσει ακόμα περισσότερο, και να κοκκινίσει ολόκληρη σαν παπαρούνα. «Αυτό δεν είναι λόγος για να ταράζεσαι τόσο εμφανώς, ξαδέρφη», της είπε σαρκαστικά, καθώς στρωνόταν νωχελικά στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. «Δεν... δεν ταράζομαι», τραύλισε η Βέρα. «Και βέβαια δεν ταράζο­ μαι! Απλά, αν το ’ξέρα ότι θα ερχόσουν, θα φρόντιζα να φοράω κάτι πιο ευπρεπές. Η Σάλι μου έφερε ένα σωρό ρούχα σήμερα». «Ελπίζω να βολεύτηκες για την ώρα», παρατήρησε αδιάφορα ε­ κείνος. «Αν χρειάζεσαι οτιδήποτε άλλο...» «Ω, όχι», έκανε νευρικά η Βέρα. «Η Σάλι μου έφερε εδώ ολόκληρο πολυκατάστημα! Ειλικρινά, δεν τα χρειαζόμουν όλα αυτά τα πράγμα­ τα. Μια φούστα και μια μπλούζα θα αρκούσαν μια χαρά. Κι ούτε ήταν ανάγκη να ψωνίσει τόσο ακριβά ρούχα. Στ’ αλήθεια, δεν ξέρω πώς να τα δεχτώ. Νιώθω πολύ άσχημα. Σ’ ευχαριστώ μ’ όλη μου την καρδιά, αλλά δεν ξέρω πώς θα μπορέσω να το ανταποδώσω». Στα λόγια της, εκείνος γέλασε κυνικά. «Μπράβο, ξαδέρφη», είπε δηκτικά. «Ομολογώ ότι με εντυπώσιασες, αλλά μπορείς να ηρεμήσεις τώρα. Δεν περιμένω να μου το ανταποδώσεις με οποιονδήποτε τρό­ πο, να ’σαι σίγουρη γι’ αυτό. Δεν το έκανα ούτε για να πάρω αμφίβο­ λα ανταλλάγματα, ούτε καν για να σ’ ευχαριστήσω. Αλλά όπως κατα­ λαβαίνεις, δε γίνεται να έρθεις σαν γύφτισσα μαζί μου. Θα πρέπει να είσαι ευπρεπώς ντυμένη, και δεν μπορεί να είναι κανείς ευπρεπώς ντυμένος, με ρούχα που αγόρασε στα παζάρια της Άγκυρας. Θα χρειαστείς φυσικά πολύ περισσότερα πράγματα, αυτό όμως θα το τακτοποιήσουμε μόλις φτάσουμε στο Λονδίνο». «Δε νομίζω πως θα χρειαστώ περισσότερα ρούχα», διαμαρτυρή-


34

θηκε άτονα η Βέρα, ζεματισμένη, και ανάλογα πληγωμένη απ’ τις ε­ ξηγήσεις του. Και πάνω που πήγαινα να βρω μια στοιχειώδη γέφυρα επαφής, σκέφτηκε πικρά, αηδιασμένη με τον εαυτό της και την αδυ­ ναμία της ν’ αντιδράσει πιο ουσιαστικά. «Αυτά είναι υπεραρκετά». «Κορίτσι μου», της ανπγύρισε καυστικά, «ίσως δεν αντιλήφθηκες ακόμα, ότι διαθέτω κάποια οικονομική επιφάνεια, και ανάλογο επίπε­ δο κοινωνικών σχέσεων. Θα πρέπει συνεπώς να σε κάνουμε να ταιριάξεις μ’ αυτό το πλαίσιο, έστω και μόνο εμφανισιακά, και δε με νοι­ άζει πόσα θα ξοδέψω για να το πετύχω. Ευτυχώς, φαίνεσαι με την πρώτη ματιά αρκετά αξιοπρεπής, κι έχεις καταφέρει να μιλάς σαν καλλιεργημένο άτομο. Ελπίζω βάσιμα πως με κάποια μικρή προσπά­ θεια από μέρους σου, όλα θα πάνε καλά, και δε θα μας εκθέσεις στον υπόλοιπο κόσμο». Ένα κύμα αγανάκτησης ανέβηκε και την έπνιξε στα λόγια του. «Συγνώμη», έκανε αγριεμένη, «αλλά δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς εν­ νοείς. Τι φοβάσαι, δηλαδή - πως θα βγω με φτερά και δικτυωτές κάλ­ τσες στο σαλόνι σου, και θα κάνω στριπτίζ μπροστά στους αξιοσέβαστους καλεσμένους της οικογένειάς σου;» «Σαν να μου φαίνεται πως τα μπέρδεψες λιγάκι, ξαδέρφη», είπε σαρκαστικά ο Σάλτο. «Φτερά και δικτυωτές κάλτσες φοράνε παραδο­ σιακά οι καμπαρετζούδες, όχι οι στριπτιζούδες. Η συνήθης αμφίεση στο επάγγελμά σου είναι γούνινα παλτά, καπέλα, γάντια, στρετς φούστες, κι από μέσα μαύρες κάλτσες και δαντελένιες ζαρτιέρες. Και όχι - δε φαντάστηκα ότι θα έπαιρνες την πρωτοβουλία να προ­ σφέρεις δωρεάν ένα τέτοιο θέαμα στους καλεσμένους μου. Με μια καλή αμοιβή, ωστόσο, φαντάζομαι θα το έκανες κι αυτό, κι ίσως και άλλα, πιο ενδιαφέροντα πράγματα· για να μην πω και πιο επικερδή». «Δεν καταλαβαίνω τι υπονοείς», έκανε κάτωχρη η Βέρα. «Ω, ναι, καταλαβαίνεις πολύ καλά, ξαδέρφη· εκτός αν θέλεις να ε­ πεκταθούμε σε πιο σκανδαλιστικές λεπτομέρειες». «Ω, για τ ’ όνομα του Θεού, σταμάτα», ξέσπασε έξαλλη η Βέρα.ι «Φτάνει ως εδώ, εντάξει; Ποιος νομίζεις ότι είσαι, για να με καταρρα­ κώνεις έτσι; Με ποιο δικαίωμα βγάζεις τέτοια συμπεράσματα; Μπορεί να έκανα στριπτίζ, αλλά δεν είμαι πόρνη!» «Αξιοθαύμαστη πεποίθηση», έκανε καυστικά ο Σάλτο. «Αλλά εσύ πώς είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό, αγαπητή μου;» «Κι εσύ πώς δέχεσαι να υπονοείς ότι ο ξάδερφός σου παντρεύτη­ κε μια κοινή πόρνη; Και μόνο για λόγους αξιοπρέπειας, δε θα ’πρεπε ούτε να σου περνάει απ’ το μυαλό κάτι τέτοιο!» «Εσένα δηλαδή δε σου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό κάτι τέτοιο», της αντιγύρισε μελιστάλαχτα. «Όχι βέβαια!» Ακόμα και μέσα στην οργή της, ήξερε πως το επό­ μενο επιχείρημά της ήταν τουλάχιστον σαθρό, «-έρω τον εαυτό μου. =έρω πως, ό,τι κι αν έκανα, δεν μπορεί να το έκανα από βίτσιο!»


35

«Ποιος είπε ότι οι πόρνες γίνονται πόρνες από βίτσιο;» αναρωτήθηκε γλυκά ο Σόλτο. «Οι περισσότερες γίνονται επειδή, απλά, η πορ­ νεία αποφέρει περισσότερα απ’ όσα η φάμπρικα!» Ξαφνικά, η Βέρα είχε την ξεκάθαρη αίσθηση ότι πνιγόταν το κε­ φάλι της κουδούνιζε, και δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει. Σηκώθηκε α­ πότομα, και τράβηξε στα τυφλά για το νιπτήρα, με την αόριστη ιδέα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της· αλλά δεν είχε κάνει ούτε δυο βήματα, όταν ένιωσε το δωμάτιο να σκοτεινιάζει γύρω της. Έκανε ν’ αρπαχτεί από κάπου, με μια μόνο θολή σκέψη στο μυαλό της: όχι, Θεέ μου, όχι τώρα... Θα λέει ότι το έκανα επίτηδες, για να τον συγκινήσω.

Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια, συνειδητοποίησε ότι εκείνος είχε προ­ λάβει να την αρπάξει στα μισά, κι ότι τώρα έγερνε ανίσχυρη στην α­ γκαλιά του. Το πρόσωπό του βρισκόταν επικίνδυνα κοντά στο δικό της, έτσι όπως έσκυβε από πάνω της, σκληρό και αδιάφορο. «Αισθά­ νεσαι καλύτερα τώρα; Έλα να ξαπλώσεις, και θα φωνάξω το γιατρό». Η Βέρα πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες, προσπαθώντας απεγνω­ σμένα να σταθεί στα πόδια της, και να πάψει να γέρνει σαν άδειο σα­ κί κόντρα στο σκληρό, ζεστό σώμα που τη στήριζε τόση ώρα. Οι μυώ­ νες του πάλλονταν ελαφρά, καθώς τα γερά του μπράτσα υποβάστα­ ζαν το βάρος της· κι ο ένας του μηρός κόλλαγε στον δικό της, στην προσπάθειά του να την κρατήσει όρθια. Κι απρόσμενα, η αίσθηση που της είχε άφήσει εκείνο το όνειρο, ξαναγύρισε τόσο έντονη, που τα σωθικά της συσπάστηκαν οδυνηρά. «Είμαι εντάξει τώρα», πρόφερε πνιγμένα. «Θα ξαπλώσω λίγο...» Σάλεψε ανήσυχα στην αγκαλιά του, αλλά εκείνος δεν την άφησε. Ήταν αρκετά ψηλή για γυναίκα, ο Σόλτο όμως ήταν πολύ ψηλότε­ ρος· κοντά στο ένα κι ενενήντα, αν όχι και παραπάνω. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν είχε κανένα λόγο να γέρνει μ’ αυτόν τον τρόπ�� από πάνω της. Για μια στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε· τα μάτια του έμοιαζαν με σκοτεινές φλόγες, που πυράκτωναν και την τελευταία ίνα του κορμι­ ού της. Ο σφυγμός της επιταχυνόταν, οι παλάμες της ίδρωναν, τα χείλια της μισάνοιγαν σαν από μόνα τους, καθώς το σώμα της ανταποκρινόταν με απίστευτη σφοδρότητα στο αγκάλιασμά του. Τώρα θα με φιλήσει, σκέφτηκε σ’ εκείνο το εκστασιακό κλάσμα του χρόνου, και μέσα στην παραζάλη της, σήκωσε σαν αυτόματο το γερό της μπράτσο, και το πέρασε γύρω απ’ τον αυχένα του. Ο Σόλτο, ωστόσο, δεν τη φίλησε* το να τη φιλήσει, ήταν προφα­ νώς το τελευταίο πράγμα που είχε στο μυαλό του, σκέφτηκε η Βέρα, ερμηνεύοντας επιτέλους το βλέμμα του γι’ αυτό που ήταν, κι όχι γι’ αυτό που θα ήθελε εκείνη να είναι. Η παγερή λάμψη στα μάτια του, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για φαντασιώσεις. Τα μπράτσα του πέρασαν ατσάλινα γύρω απ’ την πλάτη της και κάτω απ’ τα γόνατά της, κι ανασηκώνοντάς την σαν φτερό, την έφερε


36

στο κρεβάτι. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό καθώς τραβούσε το σε­ ντόνι να τη σκεπάσει, αλλά της είπε ουδέτερα: «Καλύτερα να φωνά­ ξω κάποιο γιατρό». Ήταν σαν να της είχαν ρίξει έναν κουβά παγωμένο νερό στην πλάτη. Κλείνοντας εξουθενωμένη τα μάτια, αναρωτήθηκε τι ακριβώς τον είχε αφήσει να μαντέψει, τη στιγμή που είχε εγκαταλειφθεί παθη­ τικά στο αγκάλιασμά του, με το μπράτσο της γύρω απ’ τον αυχένα του, και τα χείλια της να προσδοκούν μισάνοιχτα το φιλί, που εκείνος δεν είχε καμιά διάθεση να της δώσει· και τι τον είχε αφήσει να διαβά­ σει στα μισόκλειστα, χαυνωμένα της μάτια. Θα ’θελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Κατάφερε ωστόσο ν’ αρ­ θρώσει πνιγμένα: «Είμαι εντάξει τώρα. Δεν ήταν τίποτα... Μια ζαλάδα μόνο. Το παθαίνω πότε-πότε αυτές τις μέρες. Η δόκτωρ Μουράτ λέει πως είναι φυσικό, και θα περάσει σύντομα». «Όπως και να ’χει, καλύτερα να φωνάξω το γιατρό», είπε στεγνά ο Σόλτο. Έμοιαζε απλά να βιάζεται να βγει απ’ το δωμάτιό της, σκά­ φτηκε αποκαμωμένη η Βέρα* και τη στιγμή που το βλέμμα της συνά­ ντησε τυχαία το δικό του, καθώς αυτός στρεφόταν για να πάει προς την πόρτα, ένιωσε να παγώνει ως τα κατάβαθα της ψυχής της. Καμιά λέξη δε θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια αυτό που πρόδινε το βαθυγάλανο, σκοτεινό βλέμμα του Σόλτο Μακλέοντ. Αλλά αν έπρεπε οπωσδήποτε να βρει μια λέξη, η μόνη που θα έπεφτε κο­ ντά, θα ήταν η λέξη “σιχασιά”, και μάλιστα υπογραμμισμένη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Βέρα θα Όελε να εξαφανιστεί - ή να γινόταν να εξαφανιστεί ο Σάλ­ το· ή τουλάχιστον, να γινόταν να μην τον ξανασυναντήσει ποτέ στη ζωή της. Μετά από εκείνο το μικροεπεισόδιο, ένιωθε εξευτελισμένη ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο. Τον είχε αφήσει να μαντέψει πάρα πολλά. Τη στιγμή που είχε βρε­ θεί στην αγκαλιά του, του είχε προσφερθεί τόσο απροκάλυπτα, που κι ένας ηλίθιος θα είχε μαντέψει την παράδοση της. Ο Σόλτο Μακλέοντ σίγουρα δεν ήταν ηλίθιος· κι ούτε χρειαζόταν τίποτε περισσότε­ ρο απ’ αυτό, για να επιβεβαιωθεί η γνώμη του για τη Βέρα Λιν Γκάθρι. Της το είχε δείξει άλλωστε με μόνο ένα του βλέμμα - για κείνον, δεν ήταν παρά μια γυναίκα ελαφρών ηθών, και το μόνο που ένιωθε στις προκλήσεις της, ήταν αηδία. Η Βέρα είχε υποστεί κάμποσο σοκ απ’ τη στιγμή που είχε συνέλθει κι είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τι της γινόταν όλες αυτές τις μέ­ ρες, βρισκόταν συνέχεια σε μια απερίγραπτη κατάσταση ανασφάλει­ ας, κατάθλιψης, άγχους και καταπιεσμένου πανικού. Δεν είχε πια τί­ ποτε στον κόσμο, ούτε σπίτι, ούτε δουλειά, ούτε χρήματα, ούτε καν προσωπικά αντικείμενα· κι ο μοναδικός δικός της άνθρωπος, είχε πεθάνει στα τριάντα του, αφήνοντάς τη χήρα. Δεν είχε χάσει μόνο το σύζυγό της - είχε χάσει και την ανάμνησή του* έτσι όπως ήταν τα πράγματα, δεν μπορούσε ούτε να τον κλάψει. Δεν μπορείς να κλάψεις για ένα άγνωστο όνομα, ούτε για το θολό πρόσωπο σε μια φω­ τογραφία· κι ο Λουκ, για κείνην, δεν ήταν τίποτε περισσότερο απ’ αυ­ τά. Και σαν να μην έφταναν όλα της τα δεινά, η μοίρα τής είχε στείλει και τον Σόλτο Μακλέοντ, που είχε ενσκήψει σαν σίφουνας στα συ­ ντρίμμια της ζωής της, για να τους δώσει τη χαριστική βολή. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν αστός ο σκληρός, εχθρικός ξένος, που είχε έρθει να τη βρει με βαριά καρδιά, και μόνο επειδή, προφανώς, ήταν υποχρεωμένος να το κάνει. Είχε έρθει προκατειλημ­


38

μένος, ολοφάνερα αποφασισμένος να διατηρήσει τη χειρότερη γνώ­ μη για κείνη. Δεν ήξερε τίποτε για τη ζωή της, πέρα απ’ τη δουλειά που έκανε, κι απ’ την ύπαρξη μιας διαθήκης· κι ωστόσο, δεν είχε δι­ στάσει να την κατηγορηήσει για τα πιο απίθανα πράγματα. Κι εκείνη, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να ενισχύσει τις προκατα­ λήψεις του. Η έλξη που ασκούσε πάνω της αυτός ο απαγορευτικός άντρας, ήταν κάτι το ολότελα αφύσικο και νοσηρό. Της ήταν αδύνατο να την καταλάβει· και το χειρότερο, δεν είχε καταφέρει καν να του την κρύψει. Οι σκέψεις βούιζαν σαν θυμωμένες μέλισσες στο μυαλό της, όλο εκείνο το βράδυ. Τι είδους γυναίκα ήμουν; αναρωτιόταν πυρετικά. Τι ρόλο έπαιζε το σεξ στη ζωή μου; Γιατί έγινα στριπτιζέζ - από ανάγκη, ή από επιλογή; Ποιος μου εγγυάται ότι δεν ήμουν όντως μια γυναίκα ελαφρών ηθών, που είχε πάρει έναν υποθετικά πλούσιο σύζυγο για τα λεφτά του ; Είχε χίλια δυο προβλήματα να τη βασανίζουν εκείνες τις μέρες* το σεξ θα έπρεπε να είναι το τελευταίο. Βρισκόταν ανήμπορη σ’ ένα νοσοκομείο, κι ήταν μόλις λίγων μηνών χήρα· αυτό όμως δεν την είχε εμποδίσει να γείρει σαν ξελιγωμένη στην αγκαλιά του ξαδέρφου του άντρα της, εκλιπαρώντας το φιλί του. Αν ο Σόλτο είχε επιχειρήσει να τη ρίξει στο κρεβάτι, η ίδια δε θα είχε κάνει τίποτε για να τον σταμα­ τήσει. Κι εκείνος το ήξερε. Δε θα μπορούσε ποτέ να τον. ξανακοιτάξει στα μάτια. Κι έτρεμε τη στιγμή που θα ξαναρχόταν και θ’ άρχιζε, αναπόφευκτα, να πετάει τα καρφιά του. Ο σαρκασμός του ήταν ανυπόφορος σε κάθε περίπτω­ ση· δεν ήθελε ούτε να φανταστεί πώς θα γινόταν από κει και πέρα. Όταν όμως ο Σόλτο ξανάρθε, την επομένη, δεν αναφέρθηκε ούτε α­ όριστα σ’ αυτό που είχε πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στο μυαλό της. Δεν ήταν καν σαρκαστικός εκείνη τη μέρα* έδειχνε μόνο κουρασμέ­ νος και κακόκεφος. Ήταν λιγομίλητος, κατηφής, ολοφάνερα βαριεστημένος. Φυσικά, σκέφτηκε πικρά η Βέρα- τώρα που της είχε πει ό­ σα είχε να της πει, δεν έμενε τίποτ’ άλλο να συζητήσουν οι δυο τους. Τουλάχιστον όμως, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε δει τίποτε το μεμπτό στη συμπεριφορά της τής προηγουμένης. Το μόνο που έμοιαζε να τον απασχολεί, ήταν το πότε θα έφευγαν για την Αγγλία. Δεν του ά­ ρεσε η Τουρκία, κι ακόμα λιγότερο η Άγκυρα· προπαντός, δεν του ά­ ρεσε να παριστάνει τον αργόσχολο. «Σε δυο μέρες, ευτυχώς, φεύγουμε οριστικά», της είπε στεγνά. «Η δόκτωρ Μουράτ λέει πως οργανικά είσαι εντάξει· οι εξετάσεις σου είναι καλές, και δεν έχεις ούτε Έιτζ, ούτε τίποτε παρόμοιο. Όλες


39

οι εκκρεμότητες τακτοποιήθηκαν, και με το προξενείο, και με τις τούρκικες αρχές. Εδώ είναι τα χαρτιά σου- μπορείς να τα κοιτάξεις με την ησυχία σου». «Εντάξει», είπε άχρωμα η Βέρα. Η αναφορά του στο Έιτζ, ακόμα και με τον αδιάφορο τρόπο που είχε γίνει, είχε μπηχτεί μέσα της σαν μαχαιριά. «Αύριο θα σου φέρω μια ταξιδιωτική τσάντα· ελπίζω να χωρέσει τα πράγματά σου. Αν χρειάζεσαι οτιδήποτε άλλο...» «Όχι, ευχαριστώ», είπε άτονα η Βέρα. «Έχω πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειάζομαι». «Υπάρχουν γυναικεία πράγματα που... που δεν τα σκέφτεται εύ­ κολα ένας άντρας». «Η κυρία Γουόκερ μου πήρε τα πάντα». Ήταν αλήθεια' ακόμα και σερβιέτες της είχε πάρει, και χαρτομάντιλα. «Έχω κλείσει μια νοσοκόμα για το ταξίδι. Θα έρθει μαζί μας ως το Λονδίνο, κι από κει θα τη στείλω πίσω με το επόμενο αεροπλάνο. Αν χρειαστείς άλλη, θα πάρουμε μιαν Αγγλίδα». «Όχι δα», έκανε ενοχλημένη η Βέρα. Της ήταν πολύ δύσκολο να δέχεται όλες αυτές τις φροντίδες απ’ τον Σόλτον Μακλέοντ* προπα­ ντός επειδή ήξερε πως γίνονταν από ψυχρή υποχρέωση. «Δεν είμαι ολότελα ανάπηρη! Στ’ αλήθεια, δε χρειάζεται να κάνεις τόσα έξοδα για μένα. Θα τα καταφέρω μια χαρά μόνη μου». «Αν όμως δεν τα καταφέρεις», της αντιγύρισε στεγνά, «ποιος φα­ ντάζεσαι να σε βοηθήσει στη διάρκεια του ταξιδιού; Μη βασίζεσαι σε κάποια πρόθυμη αεροσυνοδό, γιατί θα πάμε με δικό μου μέσο, όχι με το αεροπλάνο της γραμμής. Ο μόνος που θα ταξιδεύει μαζί μας, θα είναι ο βοηθός μου. Έχεις το ένα χέρι στο γύψο, ζαλίζεσαι ακόμα, κι έχεις λιποθυμικές τάσεις. Ενδεχομένως να μην μπορείς να πας μόνη σου ούτε στο μπάνιο, και δεν πιστεύω να περιμένεις από μένα να σε συνοδεύσω στην τουαλέτα!» Τα μάγουλά της φλογίστηκαν πάλι. Του είπε πνιχτά: «Δεν έχω τέ­ τοια απαίτηση. Απλά, δε μ’ αρέσει να καταξοδεύεσαι για χάρη μου». «Δεν το κάνω για χάρη σου», της αντιγύρισε κοφτά. «Το κάνω για δική μου διευκόλυνση. Κι αν δεν το έχεις προσέξει ως τώρα, ξαδέρφη, να σου τονίσω ότι είμαι αρκετά πλούσιος, ώστε να μπορώ να α­ ποφεύγω διάφορες δυσάρεστες καταστάσεις». Σηκώθηκε απότομα, δίνοντας τέλος στην ανούσια συζήτησή τους. «Αν τα καταφέρω, θα σε βγάλω αύριο κιόλας από δω μέσα. Θα σου κάνει καλό να περά­ σεις μια μέρα μακριά απ’ το νοσοκομείο. Το περιβάλλον εδώ είναι μάλλον καταθλιπτικό», παρατήρησε περιφρονητικά, ρίχνοντας μια ματιά στο σκυθρωπό δωμάτιο. «Με ενοχλεί να σε επισκέπτομαι εδώ πέρα». Αυτό ήταν, βέβαια· όχι η δική της καλοπέραση. Δεκάρα δεν έδινε ο Σόλτο αν θα της έκανε καλό να περάσει μια μέρα έξω απ’ το νοσο­


40

κομείο. Το μόνο που τον απασχολούσε, ήταν να ενοχλείται όσο λιγό­ τερο γινόταν ο ίδιος. Αν επρόκειτο μόνο για κείνη, δε θα κούναγε ούτε το δαχτυλάκι του για να της κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Η εξέλιξη της υγείας της, τον αφορούσε μόνο σε συνάρτηση με την αναχώρησή τους· τα τρελά πο­ σά που είχε ξοδέψει για να την ντύσει, εξυπηρετούσαν μόνο το δικό του κοινωνικό ίματζ, κι η νοσοκόμα, την άνεσή του στο ταξίδι. Η Βέρα ήταν σίγουρη πως αν μια μέρα ερχόταν, κι οι γιατροί του έλεγαν πως η ασθενής είχε πεθάνει μες στη νύχτα, ο Σόλτο Μακλέοντ θα ένιωθε μόνο ανακούφιση που θα την είχε ξεφορτωθεί, με μονα­ δική υποχρέωση να της κάνει μια αξιοπρεπή κηδεία. Ήταν, στ’ αλήθεια, σκληρός σαν πέτρα, κι εξίσου άκαρδος* και αρκετά κυνικός, για να μη σκοτίζεται καν να το κρύψει. Την επομένη, πήγε να την πάρει με μια πανάκριβη δερμάτινη ταξιδιω­ τική τσάντα, και μια λιμουζίνα με σοφέρ και φιμέ τζάμια. Με βαριά καρδιά, η Βέρα αποχαιρέτισε τη γιατρό της, κι όλους τους ανθρώ­ πους που της είχαν συμπαρασταθεί σ’ εκείνες τις θλιβερές μέρες· και μετά, ακολούθησε παθητικά τον Σόλτο Μακλέοντ, σ’ αυτό που ή­ ταν ουσιαστικά, η αρχή της αναγκαστικής της συμβίωσης μαζί του. Προορισμός τους ήταν η σουίτα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου έ­ ξω απ’ την Άγκυρα, όπου περίμενε ήδη και η Τουρκάλα νοσοκόμα που είχαν κλείσει για το ταξίδι. Ο Σόλτο ανέβηκε μαζί της μέχρι τον έ­ κτο όροφο. «Τακτοποιήσου λίγο», της είπε ξερά. «Κάνε ένα ζεστό α­ φρόλουτρο, και περιποιήσου τα μαλλιά σου. Αν χρειαστείς τίποτε, ζή­ τα το απ’ το προσωπικό, ή πες τους να με ειδοποιήσουν. Και κοίτα να πέσεις νωρίς για ύπνο· θα φύγουμε πολύ πρωί αύριο». Και μ’ αυτά τα λόγια έφυγε, αφήνοντάς την στα έμπειρα χέρια της νοσοκόμας της. Η Βέρα, που είχε μείνει με την εντύπωση ότι θα περνούσε τη μέρα στη δική του σουίτα, δεν ήξερε αν έπρεπε να λυ­ πηθεί που εκείνος την είχε παρατήσει μόνη, ή να ανακουφιστεί που δε θα χρειαζόταν να συμβιώσει, τουλάχιστον γι’ απόψε, μαζί του. Εκείνη τη νύχτα, πήρε ηρεμιστικό για να κοιμηθεί· και το πρωί, ήρθε πάλι η λιμουζίνα με τον σοφέρ και τα φιμέ τζάμια, για να την πάει στο αεροδρόμιο. Ο άντρας όμως που ανέβηκε στη σουίτα της, δεν ήταν ο Σόλτο, αλλά κάποιος Τζον Ντέσμοντ, που της συστήθηκε σαν βοηθός του. Ο κύριος Μακλέοντ, της είπε, θα τους περίμενε στο αεροδρόμιο. Ήταν ένας συμπαθητικός, και πολύ φιλικός άντρας, γύρω στα σα­ ράντα* κι αυτό που πραγματικά ξάφνιασε τη Βέρα, ήταν η προσοχή κι ο σεβασμός που της έδειχνε. Μετά την απαράδεκτη συμπεριφορά του Σόλτο, είχε μείνει με την εντύπωση πως από κει και πέρα, θα α­ ντιμετώπιζε την ίδια περιφρόνηση και εχθρότητα απ’ όλους τους αν­


41

θρώπους του περιβάλλοντος του. Ο Τζον Ντέσμοντ, όμως, της φερό­ ταν σαν να ήταν κάποια διακεκριμένη προσωπικότητα, κι ο ίδιος απο­ φασισμένος να την κάνει να αισθανθεί όσο γινόταν πιο άνετα. Ήταν πραγματικά πολύ φιλικός μαζί της· της μιλούσε συνέχεια σ’ όλη τη διαδρομή ως το αεροδρόμιο. Της είπε πως είχε συνοδεύσει τον κύριο Μακλέοντ στην Άγκυρα, για να διευθετεί ό,τι προέκυπτε* τη ρώτησε όλος ενδιαφέρον για την εξέλιξη της υγείας της, και τη βε­ βαίωσε πως στην Αγγλία θα συνερχόταν εντελώς. «Το νησί Γουάιτ θα σας αρέσει πολύ, κυρία Ράσελ. Εχετε πάει ποτέ;» «Δε νομίζω. Απ’ ό,τι μου λένε, έχω ζήσει ελάχιστα στην Αγγλία. Κι αν είχα πάει, θα το θυμόμουν. Θυμάμαι οτιδήποτε δεν έχει σχέση μ’ εμένα προσωπικά, ξέρετε. Είναι παράξενο, δεν είναι;» Ο Τζον Ντέσμοντ βάλθηκε να της περιγράφει το νησί, και το σπίτι του Σόλτο. Η έδρα των επιχειρήσεων Μακλέοντ ήταν απέναντι, στο Σαουθάμπτον, της εξήγησε· κι ακούγοντάς τον, η Βέρα αναρωτήθηκε αν ο Σόλτο έμενε συνέχεια στο νησί Γουάιτ, ή αν είχε σαν κύρια δια­ μονή το Σαουθάμπτον. Δεν τόλμησε όμως να ρωτήσει τον Ντέσμοντ γι’ αυτό- δεν ήθελε να καταλάβει εκείνος, ότι ο Σόλτο δεν της είχε μι­ λήσει καθόλου για τη ζωή του. Η κουβέντα ζεστάθηκε, κι ο συνοδός της βάλθηκε να της μιλάει για τον παππού του Σόλτο, και μετά για τον πατέρα του, και για το πώς είχαν στήσει την αυτοκρατορία*τους. «Όλοι οι Μακλέοντ ήταν γερά κεφάλια, κυρία Ράσελ. Ο Σόλτο όμως είναι κατά πολύ ο καλύτε­ ρος. Σωστή διάνοια. Το μυαλό του δουλεύει με εκπληκτικό τρόπο. Αλλά έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ ξεχωριστός άνθρωπος, σε όλα». Η Βέρα αναρωτήθηκε αν όντως μιλούσαν για το ίδιο πρόσωπο. Ο Τζον Ντέσμοντ αναφερόταν στον εργοδότη του με θαυμασμό και με βαθιά συμπάθεια· κι η ίδια, μετά τη δική της εμπειρία με τον Σόλτο Μακλέοντ, θα το καταλάβαινε περισσότερο αν κάποιος υφιστάμενός του μιλούσε γι’ αυτόν με φόβο, αντιπάθεια, ή και απέχθεια ακόμα. Εκείνη, έτρεμε κιόλας στη σκέψη πως από κει και πέρα θα ήταν στο έλεος του. Όταν όμως έφτασαν στον προορισμό τους, και τον είδε να στέκε­ ται δίπλα στο λίαρ τζετ που τους περίμενε, με το ένα χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, και τα μαλλιά ελεύθερα στον άνεμο, της κόπη­ κε πάλι η ανάσα. Αυτή η τέλεια αντρική σιλουέτα, σκέφτηκε, θα ταί­ ριαζε περισσότερο σ’ ένα τοπ-μόντελ, ή σ’ έναν διακεκριμένο αθλητή. Ήταν πιο ψηλός απ’ όλους τους άντρες γύρω του, κι οι πλάτες του έ­ δειχναν ακόμα πιο φαρδιές, σε σχέση με τους στενούς γοφούς του. Φορούσε ένα μπεζ παντελόνι, που τόνιζε εντυπωσιακά τη γραμμή των μακριών ποδιών του, κι ένα άσπρο πουκάμισο, ανοιχτό στο λαι­ μό. Κρατούσε το σακάκι του κρεμασμένο χαλαρά πίσω απ’ τον ένα ώ­ μο, και θύμιζε ρομαντικό ήρωα του κινηματογράφου.


42

Ήταν πανέμορφος, μεγαλόπρεπος, αισθησιακός σαν αμαρτία· κι αυτός εδώ ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο ζωτικός του χώρος - ο κόσμος των δυναμικών επιχειρήσεων, των μεγάλων ταχυτήτων, των πολυτε­ λών ιδιωτικών αεροπλάνων. Ένας κόσμος πλούτου και κύρους, όπου οι ισχυροί άντρες έπαιζαν μεταξύ τους το παιχνίδι της δύναμης. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Η αρρενωπότητά του θα χτύπαγε σαν γροθιά, ακόμα και γυναίκες πολύ λιγότερο ευάλωτες απ’ την ίδια. Την παρατηρούσε κι εκείνος όσο τον πλησίαζε με τη νοσοκόμα πί­ σω της, και τον Τζον Ντέσμοντ δίπλα της, να της εξηγεί τα πάντα χα­ μογελώντας της θερμά. Πέρα από ένα τυπικό “καλημέρα”, δεν έκανε καμιά παρατήρηση. 'Οταν όμως επιβιβάστηκαν, και ο Ντέσμοντ αποσύρθηκε διακριτι­ κά, παίρνοντας μαζί του τη νοσοκόμα για να τους αφήσει μόνους στο πολυτελές σαλόνι του αεροσκάφους, ο Σόλτο στράφηκε και της είπε καυστικά: «Δε χάνεις βλέπω το >ρόνο σου, ξαδέρφη. Γιατί όμως ειδι­ κά τον Τζον Ντέσμοντ; Μπορεί βέβαια να μη σε συγκινεί το γεγονός ότι είναι παντρεμένος κι έχει δύο παιδιά, αλλά δε βλέπω να παρου­ σιάζει και κανένα οικονομικό ενδιαφέρον. Δεν είναι παρά ένας υψηλόμισθος υπάλληλος, γλυκιά μου· περίμενα πως θα χτύπαγες πιο ψη­ λά, σε κάθε περίπτωση». Η Βέρα ένιωσε το αίμα να φεύγει ορμητικό απ’ τα μάγουλά της. «Τι - τι είναι αυτά που λες;» «Σου ανοίγω τα μάτια, κορίτσι μου», της αποκρίθηκε σαρκαστικά. «Γιατί να χάνεις την ώρα σου με τόσο μικρά ψάρια; Δεν αξίζει τον κό­ πο, στ’ αλήθεια». «Τολμάς... τολμάς να υπονοήσεις ότι έκανα καμάκι στον κύριο Ντέσμοντ;» έφριξε η Βέρα. «Όχι βέβαια· δεν υπονοώ τίποτε το τόσο χυδαίο, γλυκιά μου. Πώς θα μπορούσα; Υπονόησα απλά ότι έπαιξες λιγάκι μαζί του, ίσως μόνο για να περάσει η ώρα ευχάριστα». «Είσαι... είσαι εντελώς άρρωστος», έκανε κοντανασαίνοντας η Βέ­ ρα. «Πώς είναι δυνατόν να λες τέτοια πράγματα; Δεν σου έδωσα κα­ νένα δικαίωμα να...» Το βλέμμα του πάγωσε τις υπόλοιπες λέξεις στο λαρύγγι της. «Άσε τα παραμύθια, Βέρα», της πέταξε σκληρά. «Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί έτσι παραζαλισμένο τον άνθρωπο. Αναψοκοκκίνιζε κάθε που τον κοίταζες, οαν ερωτοχτυπημένο μαθητούδι. Καλά θα κάνεις πά­ ντως να πάψεις να τον φλερτάρεις. Αν δεν μπορείς να συγκρατηθείς, βρες κανέναν περισσότερο του χεριού σου». «Πώς τολμάς να λές κάτι τέτοιο», ξέσπασε με αγανάκτηση η Βέ­ ρα. Δεν ήξερε τι άλλο να πει· η κατηγορία ήταν τόσο παράλογη, που της ήταν αδύνατο να την αντικρούσει. Δεν είχε φλερτάρει τον Τζον Ντέσμοντ - δεν είχε διάθεση να φλερτάρει κανέναν άντρα. Δεν είχε


43

κάνει τίποτε για να τον προκαλέσει. Αν εκείνος την είχε βρει του γού­ στου του, η ίδια δεν το είχε αντιληφθεί, κι ούτε τον είχε ενθαρρύνει. Ήταν απλά ευγενική και φιλική μαζί του, επειδή την είχε κάνει να νιώσει πάλι σαν ανθρώπινο ον, κι όχι σαν ανεπιθύμητο βάρος, που κάποιος το είχε φορτωθεί χωρίς να το θέλει. «Αρνείσαι ότι τον φλερτάρισες;» «Δεν τον φλερτάρισα! Και βέβαια δεν τον φλερτάρισα! Ήμουν α­ πλά ευγενική μαζί του. Μετά από σένα, ήταν σκέτη ανακούφιση να έ­ χω κάποιον φιλικό άνθρωπο στο πλάι μου», κατέληξε καυστικά. «Χωρίς αμφιβολία, ξαδέρφη», συμφώνησε μελιστάλαχτα ο Σάλτο. «Υποθέτω, θα σε θλίβει κατάκαρδα που δεν είμαι τόσο επιρρεπής στα θέλγητρά σου, όσο τα λιγότερο ανθεκτικά αρσενικά. Τι να γίνει, γλυκιά μου· θα πρέπει να το πάρεις απόφαση. Εγώ, βλέπεις, έχω το πλεονέκτημα να σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο ο Τζον Ντέσμοντ». Το αίμα έβαψε πάλι κατακόκκινα τα μάγςυλά της, κι οι λέξεις τής αγανάκτησης πνίγηκαν οριστικά στο λαρύγγι της. Για μια φορά, ήξε­ ρε ακριβώς τι ήθελε να της υπενθυμίσει ο Σόλτο Μακλέοντ κι η αί­ σθηση της ταπείνωσης ήταν ανυπόφορη. Μετά απ’ αυτό, δεν τόλμησε να συνεχίσει τη συζήτηση· κι ένιωσε βαθιά ανακούφιση όταν διαπίστωσε πως ούτε εκείνος ήταν διατεθει­ μένος να τη συνεχίσει. Τα μάτια του ήταν παγερά, το πρόσωπό του σκοτεινό κι αδιαπέραστο· κι όταν η Βέρα έγειρε πίσω στην πολυθρό­ να της, και προσποιήθηκε ότι την είχε πάρει ο ύπνος, προσποιήθηκε κι εκείνο�� ότι τον είχε ξεγελάσει με την προσποίησή της. Η Βέρα περίμενε ότι το ταξίδι τους θα συνεχιζόταν ως το Σαουθάμπτον στο Λονδίνο όμως αποβιβάστηκαν, κι ο Τζον Ντέσμοντ τους α­ ποχαιρέτισε θερμά, πριν φύγει παίρνοντας μαζί του και την Τουρκάλα νοσοκόμα. Κι ύστερα, η Βέρα βρέθηκε να διασχίζει τη μεγαλούπολη, μέσα σε μια αστραφτερή Τζάγκουαρ, που οδηγούσε ο ίδιος ο Σόλτο. Παρόλο που η παρουσία του στο στενό χώρο του αυτοκινήτου γι­ νόταν πραγματικά ασφυκτική, η Βέρα προσπάθησε να στρέψει ολο­ κληρωτικά την προσοχή της στην πόλη που ξετυλιγόταν γύρω της. Της φαινόταν αόριστα γνωστή, σαν να την είχε δει κάμποσες φορές στον κινηματογράφο, ή σε καρτ-ποστάλ. Αναγνώριζε απλά την ατμό­ σφαιρα, τους ήχους και τις μυρωδιές της μεγαλούπολης* αλλά δεν είχε την παραμικρή αίσθηση ότι επέστρεφε στην πατρίδα της. Το Λονδίνο που διέσχιζαν, μακριά απ’ τα πασίγνωστα μνημεία του και τα αξιοθέατά του, δεν της έλεγε απολύτως τίποτα. Δεν της ξύ­ πναγε ούτε μια σπίθα μνήμης, ούτε την υποψία μιας πιο προσωπικής εικόνας. Ήταν όμως φυσικό αυτό' προφανώς, δεν είχε ζήσει ποτέ της σε τούτη την πόλη. Και το μόνο που ένιωθε τώρα, στο πλάι αυτού του


44

σιωπηλού, αμέτοχου άντρα, που την αγνοούσε επιδεικτικά όλη την ώ­ ρα, ήταν μια φοβερή αίσθηση αποπροσανατολισμού. Δεν πρόκειται να ξαναθυμηθώ τίποτε εδώ πέρα, σκέφτηκε απο­ θαρρημένη. Θα έπρεπε να είχε πάει στην Ταγγέρη- εκεί σίγουρα θα έβρισκε κάτι να κεντρίσει τη μνήμη της. Απέφυγε όμως να πει τη σκέψη της στον Σόλτο. Δεν είχε καμιά διάθεση ν’ ακούσει κι άλλη μια απ’ τις καυστικές του παρατηρήσεις. Έκλεισε αποκαμωμένη τα μάτια. Το ταξίδι την είχε εξουθενώσει, και παρόλο που ο Σόλτο οδηγούσε πολύ προσεχτικά, είχε αρχίσει να νιώθει μια ελαφριά ναυτία. Σίγουρα, δε θα είχε αντέξει και μέχρι το νησί Γουάιτ· αν και βέβαια, ο Σόλτο δεν την είχε κατεβάσει στο Λονδί­ νο από ενδιαφέρον για την άνεσή της. Πολύ ψυχρά, της είχε δηλώσει ότι θα έπρεπε να τη δουν πρώτα οι Λονδρέζοι ειδικοί. Της είχε ήδη κλείσει τα απαραίτητα ραντεβού, κι έλπιζε να έχει ξεμπερδέψει με τις εξετάσεις σε καμιά βδομάδα. Κάτι ήταν κι αυτό, σκεφτόταν τώρα η Βέρα. Τουλάχιστον θα είχε κάποιο χρόνο να προετοιμαστεί ψυχικά, για τη συνάντηση με την πε­ θερά της. Όσο πιο κοντά ερχόταν αυτή η προοπτική, τόσο περισσότερο την τρόμαζε. Στο μυαλό της, είχε κιόλας μια ξεκάθαρη εικόνα της μητέ­ ρας του Λουκ· θα έμοιαζε χωρίς αμφιβολία στον ανιψιό της. Έτσι ψυ­ χρή και αυστηρή θα ήταν κι εκείνη, μια συντηρητική Αγγλίδα της α­ νώτερης τάξης, με πολύ μικρά περιθώρια ανοχής και συμπόνιας. Μια δεσποτική ίσως γυναίκα, που θα καταδυνάστευε τους πάντες γύρω της. Ο ίδιος ο γιος της είχε φύγει απ’ το σπίτι του, και δεν είχε θελήσει να την ξαναδεί σ’ όλα εκείνα τα χρόνια. Πόσο καταπιεστική έπρεπε να είναι μια μητέρα, για ν’ αποδιώξει τόσο τελεσίδικα το παιδί της; Το μεγάλο αυτοκίνητο σταμάτησε μαλακά, κι ο Σόλτο είπε αδιά­ φορα: «Φτάσαμε. Θα τα καταφέρεις να βγεις μόνη σου, ή πρέπει να σε κουβαλήσω;» «Θα... θα τα καταφέρω», ψέλλισε η Βέρα, βγαίνοντας απ’ τη χαύ­ νωσή της. Κοίταξε σαν χαμένη γύρω της. «Πού βρισκόμαστε;» «Στη Μπελγκρέβια. Πίσω απ’ το Μπάκιγχαμ». Και καθώς εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάζει σαν χαζή, πρόσθεσε ξερά: «Στο σπίτι μου». «Δεν ήξερα ότι είχες σπίτι στο Λονδίνο», είπε ανόητα η Βέρα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή, πίστευε πως θα κατέληγαν πάλι σε κάποιο ξε­ νοδοχείο. «Να που το έμαθες τώρα». Ένας θυρωρός είχε εμφανιστεί στο μεταξύ, για να τους ανοίξει όλο σεβασμό την πόρτα. «Φέρε την καφέ τσάντα πάνω, Χόθορν», είπε αδιάφορα ο Σόλτο, δίνοντάς του τα κλει­ διά της Τζάγκουαρ· κι ύστερα προχώρησε προς την υπερπολυτελή είσοδο της αρχοντικής πολυκατοικίας, ρίχνοντας μόνο ένα ψυχρό βλέμμα πίσω του, για να δει αν η Βέρα τον ακολουθούσε.


45

Θα μπορούσε να την είχε βοηθήσει κάπως πιο ουσιαστικά, σκά­ φτηκε πικρά η Βέρα, που έτρεμε κιόλας σύγκορμη στη σκέψη πως ό­ που να ’ταν, θα βρισκόταν ολομόναχη μαζί του, στον αυστηρά προ­ σωπικό του χώρο. Δεν μπορεί να μην είχε προσέξει τη χλομάδα της και την αστάθεια στο βάδισμά της. Δε θα μολυνόταν αν την έπιανε απ’ το μπράτσο για να τη στηρίξει. Και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως εκείνος δεν την άγγιζε ποτέ· για την ακρίβεια, πως απέφευγε συνειδητά κάθε άγγιγμα, ηθε­ λημένο ή αθέλητο. Και τη μία φορά που την είχε κρατήσει στην αγκα­ λιά του, ήταν επειδή ούτε ο Σάλτο Μακλέοντ μπορούσε ν’ αφήσει, έ­ τσι εν ψυχρώ, μια άρρωστη γυναίκα να σωριαστεί σαν σακί στο δάπε­ δο του νοσοκομείου· ή, το πιθανότερο, επειδή δε θα είχε πώς να το δικαιολογήσει αργότερα, σ’ αυτούς που θα έρχονταν αναγκαστικά για να τη μαζέψουν. Μπαίνοντας σ’ ένα διαμέρισμα που της φάνηκε ολότελα παραμυθέ­ νιο, ανακάλυψε, πριν ακόμα προσέξει οτιδήποτε άλλο, πως τελικά δε θα περνούσε ούτε εκείνη τη νύχτα ολομόναχη με τον Σάλτο. Μια γυναίκα είχε σπεύσει να τους προϋπαντήσει, χαμογελώντας. «Φτάσατε επιτέλους! Αυτή θα πρέπει να είναι η Βέρα. Καλωσόρισες, αγαπητή μου. Ελπίζω να είχες καλό ταξίδι». «Από δω η Λίλι Χάρντινγκ», τη σύστησε ο Σάλτο. «Ήρθε στο Λον­ δίνο ειδικά για σένα. Θα σε αναλάβει από δω και πέρα». «Κι εσύ;» έκανε αλαφιασμένη η Βέρα. Θα έπρεπε να νιώθει ανα­ κούφιση που, απ’ ό,τι φαινόταν, θα έμενε μ’ αυτή τη συμπαθητική γυ­ ναίκα, κι όχι μαζί του. Αλλά δεν ένιωθε ανακούφιση· ένιωθε μόνο πα­ νικό, βλέποντάς τον έτοιμο να ξαναφύγει. «Εγώ θα επιστρέφω στο Σαουθάμπτον», είπε κοφτά ο Σόλτο. «Η Λίλι θα φροντίσει για όλα. Θέλεις τίποτ’ άλλο;» «Θα είμαστε εντάξει οι δυο μας», παρενέβη καθησυχαστικά η Λίλι, κι ύστερα είπε στον Σόλτο: «Ίσως θα έπρεπε να μείνεις εδώ απόψε. Φαίνεσαι κουρασμένος». «Είμαι μια χαρά», δήλωσε αδιάφορα εκείνος, και στράφηκε ν’ α­ νοίξει πάλι την πόρτα. «Αν χρειαστείτε τίποτα...» Εκείνη τη στιγμή, η Βέρα κάτι έπαθε. Δε θα ’ξερε να πει τι, ούτε πώς βρήκε το κουράγιο ν’ απλώσει το χέρι, και να τον πιάσει απ’ τε μπράτσο. «Μη φύγεις», είπε αδύναμα. «Σε παρακαλώ, Σόλτο, μείνε α­ πόψε...» Ο Σόλτο στράφηκε απότομα προς το μέρος της, σαν να τον είχε τσιμπήσει σφήκα. Η Λίλι δεν μπορούσε να δει την έκφρασή του από κει που στεκόταν, αλλά η Βέρα την είδε, κι έκανε αυτόματα ένα βήμε πίσω· το χέρι της έπεσε σαν παράλυτο απ’ το μπράτσο του, κι έμεινα να τον κοιτάζει σαστισμένη, ανίκανη να κατειλάβει τι είχε κάνει, κα


46

τον είχε εξοργίσει τόσο. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν μια απέχθεια, που συνόρευε πια με το ξεκάθαρο μίσος. Της είπε όμως ήρεμα: «Δεν μπορώ να μείνω. Θα είσαι εντάξει με τη Αίλι, μην ανησυχείς. Θα τα ξαναπούμε». Και το επόμενο δευτερό­ λεπτο, είχε βγει απ’ το διαμέρισμα, κι έκλεινε πίσω του την πόρτα. Η Αίλι Χάρντινγκ ήταν μια πολύ συμπαθητική γυναίκα κοντά στα σα­ ράντα. Δεν ήταν απλά μια απ’ τις γραμματείς του Σόλτο, αλλά περισ­ σότερο η προσωπική του βοηθός, που αναλάμβανε τις πιο λεπτές υ­ ποθέσεις των Μακλέοντ. Άλλωστε, όπως εξήγησε στη Βέρα, με τον Σόλτο ήταν περισσότερο φίλοι, παρά συνεργάτες. Ήταν κι εκείνη απ’ το νησί Γουάιτ, και τον γνώριζε από μικρό παιδί. Τις επόμενες μέρες πηγαινόφερνε τη Βέρα στους γιατρούς, αλλά και σε πολύ πιο ευχάριστα μέρη· στα πιο “ιν” καταστήματα του Νάιτσμπριτζ, στο κομμωτήριο, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, ακόμα και στα λονδρέζικα αξιοθέατα. Έτρωγαν μαζί στα πιο φίνα εστιατό­ ρια, και σε όλες τις διαμαρτυρίες της Βέρας, είχε έτοιμη την απάντη­ ση: ο Σόλτο της είχε πει να μη λυπηθεί τα έξοδα, προκειμένου να πε­ ράσουν καλά οι δυο τους στο Λονδίνο. Και πραγματικά, περνούσαν τόσο καλά, που η Βέρα είχε σχεδόν ξεχάσει τη θλιβερή πραγματικότητα της ζωής της. Η Αίλι ήταν θερμή και απροσποίητη, και την είχε συμπαθήσει ειλικρινά* όπως κι ο Τζον Ντέσμοντ, δεν είχε την παραμικρή επιφύλαξη απέναντι της. Κι η Βέρα αναρωτιόταν συνέχεια πώς τα κατάφερνε ο Σόλτο, να μην περνάει την αντιπάθειά του γι’ αυτήν και στους τρίτους. Μέσα στις πρώτες δυο μέρες, εκείνη κι η Αίλι άρχισαν να νιώθουν σαν παλιές φίλες. Συζητούσαν με τις ώρες, κι η Αίλι έκανε ό,τι μπο­ ρούσε για να της αναπτερώσει το ηθικό. «Η μνήμη σου θα επανέλθει οπωσδήποτε* είδες τι είπε ο γιατρός. Δεν έχεις τίποτε το παθολογικό. Όλα θα πάνε καλά* κι αφού σε ανέ­ λαβε ο Σόλτο, δεν έχεις να φοβάσαι πια τίποτα. Πίστεψέ με, είναι ο μόνος άνθρω πος που μπορείς να βασιστείς ανεπιφύλακτα πάνω του». «Δεν τον ξέρω και τόσο καλά», είπε η Βέρα, κι αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά, αν όντως συζητούσαν για τον ίδιο άνθρωπο. Όπως κι ο Τζον Ντέσμοντ, έτσι κι η Αίλι αναφερόταν στον εργοδότη της, με κάτι σαν βαθιά αγάπη. «Εγώ όμως τον ξέρω», της αποκρίθηκε μ’ ένα χαμόγελο. «Α, ο Σόλτο είναι το κάτι άλλο». Χρησιμοποίησε χωρίς να το ξέρει, τα ίδια λόγια με τον Ντέσμοντ. «Είναι πολύ ξεχωριστός άνθρωπος, στ’ αλή­ θεια. Δυναμικός και αποφασιστικός εκεί που πρέπει, και συνάμα τρυ­ φερός, πονετικός και γενναιόδωρος. Απόλυτα αφοσιωμένος στους δικούς του ανθρώπους. Είναι πάντα στο πλευρό σου όταν τον χρειά­


47

ζεσαι - ακόμα κι όταν σου βγάζει το λάδι όλο τον υπόλοιπο καιρό», κατέληξε γελώντας με κέφι. Της είπε πόσο της είχε σταθεί ο Σόλτο πριν λίγα χρόνια, όταν είχε χωρίσει με τον άντρα της. Ανέφερε και κάμποσες άλλες περιπτώσεις, δικές της και τρίτων. «Εγώ τον αγαπώ πολύ», κατέληξε, λες και χρει­ αζόταν να το διευκρινίσει. «Αλλά είναι γενικά πολύ αγαπητός σε ό­ λους - στους φίλους του, στους συνεργάτες, στους υπαλλήλους του, ακόμα και στον Τύπο. Και φυσικά, στις γ��ναίκες», κατέληξε γε­ λώντας και πάλι. «Πώς και δεν παντρεύτηκε ακόμα;» ρώτησε η Βέρα, παριστάνοντας όσο καλύτερα γινόταν την αδιάφορη. «Φαντάζομαι, επειδή η προσφορά ήταν πάντα δυσανάλογα μεγά­ λη», παρατήρησε διασκεδάζοντας η Λίλι. «Νομίζω πως αυτό δα είναι πασιφανές - δεν έχεις παρά να τον κοιτάξεις, για να αντιληφθείς τι κοσμοσυρροή θηλυκών πρέπει να προκαλεί η παρουσία του. Από νε­ αρός έφηβος έκανε θραύση στις γυναίκες - τον είδες πώς είναι», πρόσθεσε με νόημα. «Α, στ’ αλήθεια τον έχουν κακομάθει οι γυναίκες τον Σόλτο μας - νομίζω όμως πως η τελευταία στη σειρά, έχει πολύ κακές προθέσεις». «Πώς έτσι;» ρώτησε, λίγο τρεμουλιαστά, η Βέρα. «Δε θα τον αφήσει να της ξεφύγει τόσο εύκολα. Φτάνει να τη δεις, για να καταλάβεις ότι είναι αποφασισμένη για όλα. Είναι πολύ σκληρό καρύδι η Ναντίν Μπλάιθ». «Πώς είναι;» «Όπως θα ήθελε να είναι κάθε γυναίκα», έκανε καυστικά η Λίλι. «Όμορφη, φανταχτερή και σέξι, σαν εξώφυλλο της Βογκ - κι εξίσου επίπεδη. Πολύ πλούσια, επίσης. Αν ήσουν απ’ τα μέρη μας, θα την ή­ ξερες. Είναι, ας πούμε, η πιο πολύφερνη νύφη σε ακτίνα εκατό μιλίων απ’ το Σαουθάμπτον. Ο πατέρας της έχει κι αυτός καράβια». Κι εσύ, σκέφτηκε η Βέρα, δεν τη συμπαθείς καθόλου- αλλά δεν της το είπε. Ούτε εκείνη συμπαθούσε τη Ναντίν Μπλάιθ, κι ας μην την είχε δει ποτέ τη ς- για την ακρίβεια, την αντιπαθούσε βαθύτατα, για διάφορους λόγους που δεν είχε καμιά διάθεση να τους αναλύσει. Για την Έλεν Ράσελ, πάντως, η Λίλι δεν είχε παρά μόνο τα καλύ­ τερα λόγια- όταν όμως η κουβέντα έφτασε και στον Λουκ, έγινε αμέ­ σως επιφυλακτική. «Η αλήθεια είναι πως δεν τον ήξερα και πολύ κα­ λά». «Έλα τώρα», είπε η Βέρα. «Αφού είσαι απ’ τα μέρη τους, και γνώ­ ριζες τον Σόλτο από παιδί!» «Δεν έκανα ποτέ παρέα με τον Λουκ. 'Ηταν άλλωστε πολύ μικρό­ τερος μου». «Δε θέλεις να μου πεις», την κατηγόρησε η Βέρα. «Γιατί; Τι το τό­ σο στραβό είχε ο Λουκ; Εκτός αν είσαι κι εσύ προκατειλημμένη!» «Γιατί, ποιος άλλος είναι;» ρώτησε μ’ ενδιαφέρον η Λίλι.


48

«Ο Σόλτο, νομίζω», είπε διατακτικά η Βέρα, κι εκεί η Λίλι έβαλε τα γέλια. «Θ’ αστειεύεσαι, βέβαια. Ο Σόλτο λάτρευε τον ξάδερφό του. Σ’ ό­ λη τους την κοινή ζωή, τον προστάτευε και τον βοηθούσε. Τον κάλυ­ πτε σε όλα, μέχρι του σημείου να παίρνει αυτός την ευθύνη για τα λάθη του Λουκ. Τον υπερασπιζόταν με ομολογουμένως αξιοθαύμα­ στη επιμονή», πρόσθεσε δηκτικά. «Δεν υπήρχε τίποτε που δε θα έκα­ νε για τον Λουκ, κι ο θάνατός του τον συνέτριψε. Δεν το έχει ξεπεράσει ακόμα. Νομίζω πως πάντα έλπιζε στο βάθος ότι ο Λουκ θα ξαναγύριζε, και θα συμφιλιώνονταν οι δυο τους. Αλλά βλέπεις, αυτός πέθανε, και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ πια». Η Βέρα την άκουγε κατάπληκτη, απορώντας πώς κατάφερνε ο Σόλτο να κρύβει τόσο καλά απ’ τους τρίτους, την αντιπάθειά του για τον ξάδερφό του. Η Λίλι βέβαια του ήταν απόλυτα αφοσιωμένη· κι ό­ λη αυτή την ώρα, προφανώς, επαναλάμβανε τη δική του εκδοχή για τις σχέσεις του με τον ξάδερφό του. Η ίδια όμως τον είχε ακούσει να μιλάει για τον Λουκ- κι είχε δει το βλέμμα του, όταν αναφερόταν στο νεκρό της άντρα. «Γιατί είχαν ψυχρανθεί;» ρώτησε, ελπίζοντας πως για μια φορά, θα έπαιρνε κάποια συγκεκριμένη απάντηση. «Δεν ξέρω», είπε η Λίλι. «Θα πρέπει να ρωτήσεις τον Σόλτο γι’ αυ­ τό. Υποθέτω όμως πως ο Λουκ το έφερε βαρέως που έπρεπε να ζει απ’ τη γενναιοδωρία των Μακλέοντ. Όταν πέθανε ο πατέρας του, τους άφησε εντελώς απένταρους. Ήταν ολότελα άσωτος, απ’ όσο ξέρω. Μέθυσος, γυναικάς και τζογαδόρος. Εφαγε στον ιππόδρομο όλη την περιουσία της γυναίκας του, και μετά πήγε και σκοτώθηκε σ’ έναν καβγά, σ’ ένα καταγώγιο. Τότε ο Ρόμπερτ Μακλέοντ περιμάζεψε τη χήρα του και το γιο του. Ίσως ο Λουκ να μην ήθελε να ζει άλλο σε βάρος των Μακλέοντ· ίσως θέλησε να φτιάξει τη ζωή του κάπου μα­ κριά, χωρίς τη βοήθεια ή τη συμπαράσταση του Σάλτο». Φαινόταν λογικό- όχι όμως αρκετά λογικό, για να πείσει και τη Βέρα. Κατά τα άλλα, η Λίλι δεν είχε να της πει πολλά για τον άντρα της - ή, το πιθανότερο, δεν ήθελε να της πει. Ήταν ένας γοητευτικός νε­ αρός, λίγο ατίθασος, λίγο επαναστάτης, πολύ αντικομφορμιστής, και εξίσου ανυπότακτος. Το εντελώς αντίθετο απ’ τον Σάλτο Μακλέοντ, εκτός βέβαια σε ό,τι αφορούσε τις γυναίκες. «Λυπάμαι που το λέω», είπε αμήχανα η Λίλι, «αλλά πού τον έχα­ νες, πού τον έβρισκες, κάποια φούστα θα κυνηγούσε. Ήταν βέβαια πολύ νέος τότε* είμαι σίγουρη πως θα άλλαξε εντελώς όταν σε γνώ­ ρισε. Είσαι τόσο όμορφη και τόσο γλυκιά, που κανένας άντρας δε θα σκεφτόταν καν να πάει με άλλη γυναίκα, όσο θα είχε εσένα», κατέλη­ ξε με απροσποίητη θέρμη. «Οι άντρες αλλάζουν όταν ωριμάσουν, και είμαι σίγουρη πως θα είχε γίνει πολύ καλός σύζυγος στο τέλος». ★


49

Όλη τη βδομάδα, η Λίλι δεν την άφησε λεπτό μόνη- για το βράδυ της Παρασκευής, όμως, είχε δεχτεί μια πρόσκληση από φίλους, με την προϋπόθεσή ότι θα έπαιρνε και τη Βέρα μαζί της. Εκείνη όμως αρνήθηκε ευγενικά. Δεν ένιωθε ακόμα έτοιμη να συ­ ναντήσει αγνώστους, και δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν θα τα κατάφερνε ν’ αντέξει στο ξενύχη. Ένιωθε ήδη πολύ καλύτερα, αλλά δεν είχε ξαναβρεί εντελώς τις δυνάμεις της. Επιπλέον, θα καλοδεχόταν κάποιες ώρες απομόνωσης- είχε απόλυτη ανάγκη να μείνει για λίγο μόνη με τον εαυτό της. Η Λίλι δήλωσε πως δε θα πήγαινε πουθενά μόνη της- τελικά όμως πείσθηκε πως η Βέρα δε θα κινδύνευε από τίποτα, αν έμενε για ένα βράδυ χωρίς παρέα. Όταν επιτέλους η Λίλι έφυγε, η Βέρα έκανε ένα μπάνιο, στέγνωσε τα μαλλιά της, έφαγε κάτι πρόχειρο, και πήγε να εγκατασταθεί στο τεράστιο, εντυπωσιακό λίβινγκ-ρουμ του σπιτιού. Ήταν ακόμα κατα­ καλόκαιρο, κι έκανε ζέστη- είχε βάλει μόνο μια φαρδιά, ριχτή μπλού­ ζα, με αραιή πλέξη και μεγάλο άνοιγμα στους ώμους. Της κάλυπτε ίσα-ίσα τους γλουτούς όταν στεκόταν όρθια, αλλά ήταν αεράτη, κι ό,τι^πρεπε για κείνο το ζεστό βράδυ. ζάπλωσε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, απολαμβάνοντας την πολυτέλεια γύρω της- και για να μην αρχίσει να σκέφτεται τίποτ’ άλ­ λο, άναψε την τηλεόραση και το 'ρίξε στο ζάπινγκ, μέχρι που βρήκε κάτι που της κίνησε το ενδιαφέρον. Κάμποση ώρα αργότερα, κι ενώ είχε απορροφηθεί απ’ την ταινία που έβλεπε, άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει πίσω της. Γύρισε κιόλας η Λίλι; αναρωτήθηκε αυτόματα, αλλά η απορία ίσα που πρόλαβε να ε­ ντυπωθεί στο μυαλό της* γιατί καθώς στρεφόταν νωχελικά να κοιτά­ ξει, είδε πως δεν ήταν η Λίλι, αλλά ο Σόλτο. Τα γόνατά της λύθηκαν δεν τον περίμενε, δεν είχε ιδέα ότι θα ’ρχόταν εκείνο το βράδυ. Ούτε η Λίλι το ’ξερε, αλλιώς θα της το είχε πει. Κι εκείνη φορούσε μόνο μια τρυπητή μπλούζα που δεν άφηνε τί­ ποτε στη φαντασία, που δεν της κάλυπτε καν την κιλότα όταν στεκό­ ταν όρθια, και που τώρα γλιστρούσε συνέχεια πότε απ’ τον ένα ώμο, πότε απ’ τον άλλον, ξεγυμνώνοντας σχεδόν τους μαστούς της καθώς την τραβούσε σπασμωδικά, για να καλύψει τουλάχιστον το σλιπάκι της-

,

,

,

,

Τα μαγούλα της πήραν φωτιά* κι η μπλούζα γλίστρησε απ τον έ­ να ώμο και κατέβηκε ως τα μισά του μπράτσου της, αποκαλύπτο­ ντας σχεδόν ολοκληρωτικά τον αριστερό της μαστό. Κι ενώ συνέβαινε αυτό, ο Σόλτο την πλησίαζε νωχελικά, με το πιο αξεδιάλυτο βλέμ­ μα στα μάτια* καρφωμένο σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο, μάλι­ στα. «Καλησπέρα», της είπε ουδέτερα, κι ύστερα πρόσθεσε καυστικά:


50

«Άδικα κάνεις τον κόπο. Δεν πρόκειται να κατέβει χαμηλότερα, και στο μεταξύ, κάνεις αποκαλύψεις απ’ τη μέση και πάνω». «Δε - δε σε περίμενα», τραύλισε αλαφιασμένη η Βέρα. «Ήμουν μόνη, και...» «Πού είναι η Λίλι;» « Εχει... έχει βγει με φίλους. Τώρα πάω ν’ αλλάξω», πρόσθεσε πα­ θητικά, τραβώντας συνέχεια την μπλούζα πότε προς τα κάτω, και πό­ τε προς τα πάνω. «Μισό λεπ- » «Ποιος ο λόγος;» την έκοψε δηκτικά. «Κανείς μας δεν είναι αρχά­ ριος σ’ αυτό το παιχνίδι. Εγώ το έχω απολαύσει κάμποσες φορές, κι εσύ το έχεις κάνει πολύ περισσότερες!» «Ποιο - ποιο παιχνίδι;» έκανε τρέμοντας η Βέρα. «Το στριπτίζ, γλυκιά μου, τι άλλο», της αποκρίθηκε καυστικά. «Δεν επρόκειτο για στριπτίζ», ξέσπασε αγανακτισμένη η Βέρα, «και το ξέρεις! Εξάλλου, δε σε περίμενα - σου είπα, δεν είχαμε ιδέα ότι θα ’ρχόσουν απόψε!» Τα μάτια του άστραψαν. «Για μισό λεπτό - να καταλάβω κι εγώ, ξαδέρφη. Εννοείς δηλαδή πως, αν ήξερες ότι θα ερχόμουν, μπορεί και να έκανες στριπτίζ για χάρη μου;» Τα μάτια του περνούσαν α­ προσχημάτιστα, επιδεικτικά, απ’ το ξαναμμένο της πρόσωπο στους γυμνούς της μηρούς, και πάλι πίσω, στο στήθος της που διαγραφό­ ταν προκλητικά μέσ’ απ’ την πλεχτή μπλούζα. «Και βέβαια όχι», έκανε βραχνά η Βέρα. «Για τ ’ όνομα του Θεού, πώς καταφέρνεις πάντα να διαστρεβλώνεις ό,τι - » «Απ’ την άλλη, όμως», την έκοψε σαρκαστικά, «εγώ τείνω να πι­ στέψω πως το ήξερες ότι θα ’ρχόμουν, και έμεινες επί τούτου να με περιμένεις μ’ αυτό το σκανδαλιστικό πραγματάκι που φοράς, γλυκιά μου. Απ’ ό,τι φαίνεται, δε χάνεις ευκαιρία να δοκιμάσεις την τύχη σου». «Α, μα εσύ είσαι εντελώς τρελός», ξέσπασε η Βέρα. «Αφού σου είπα, δεν ήξερα ότι θα ’ρχόσουν! Πώς στην οργή ήθελες να το ξέρω; Η Λίλι δε μου είπε τίποτα. Αν δε με πιστεύεις, ρώτα την όταν έρθει!» Ο Σόλτο προχώρησε νωχελικά ως τον αυτόματο τηλεφωνητή, στην άλλη άκρη του δωματίου. Με το που πάτησε το πλήκτρο, το μή­ νυμα βγήκε πεντακάθαρο: «Θα είμαι εκεί κατά τις εννιά το βράδυ». Η αδιαμφισβήτητη φωνή του Σόλτο, η ώρα, και η ημερομηνία: έντεκα και δεκατέσσερα, Παρασκευή. Η Βέρα έχασε το χρώμα της. «Δεν - δεν τον ακούσαμε. Ήμασταν έξω εκείνη την ώρα... Μετά, η Λίλι είχε αργήσει, και βιαζόταν να ετοι­ μαστεί». «Κι εσύ δεν είδες το φωτάκι που αναβόσβηνε», παρατήρησε μελι­ στάλαχτα ο Σόλτο. «Όχι βέβαια! Ούτε καν πλησίασα κατά κει». «Καλά, αυτό δεν είναι λόγος ν’ αναστατώνεσαι, ξαδέρφη», της εί­


51

πε όλο γλύκα. «Πάμε λοιπόν πάλι πίσω, στην πρώτη υπόθεση: αν ήξε­ ρες πως θα ’ρχόμουγ, θα έκανες στριπτίζ για χάρη μου; Ή δεν το κά­ νεις ποτέ δωρεάν - ούτε προς τέρψιν των συγγενών σου;» «Σταμάτα», έκανε μισοπνιγμένη η Βέρα. «Κι αν στο ζητούσα πολύ ευγενικά, δε θα το έκανες μια φορά, για χάρη μου και μόνο;» Η Βέρα έμεινε να τον κοιτάζει άναυδη* δεν καταλάβαινε καν τι της έλεγε. Το μυαλό της είχε σταματήσει. «Απάντησέ μου», είπε επιτακτικά ο Σόλτο. «Αν σου ζητούσα να γδυθείς για χάρη μου, εδώ και τώρα, θα το έκανες;» Της ήταν αδύνατο να μιλήσει* η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, η ανάσα της κοβόταν. Είχε την τρελή αίσθηση ότι ξέφευγε απ’ την πραγματικότητα, για να επιστρέφει στη γλύκα του ονείρου: μια πί­ στα, μουσική, ο άντρας που ήθελε... Κι εκείνη να χορεύει ολόγυμνη μπροστά του. Ενιωσε τα χείλια της να σαλεύουν σαν από μόνα τους. «Γιατί θα το ζητούσες;» «Ίσως», είπε αργόσυρτα ο Σόλτο, «ίσως επειδή θα μου άρεσε να σε δω να το κάνεις μόνο για μένα. Εσένα δε θα σου άρεσε;» Κι η χα­ μηλή, βραχνή φωνή του, έστειλε ένα ατέλειωτο ρίγος να τη διαπεράσει. Ήταν σαν να της είχε κάνει μάγια. Δεν ήθελε να του απαντήσει, αλλά το ’νιώθε πως τα ^είλια της σάλευαν πάλι από μόνα τους, για να του πουν αυτό που περιμενε ν’ ακούσει. Ένας πνιχτός λυγμός της ξέφυγε* και σπάζοντας με τα τελευταία ίχνη της θέλησής της τη μαγεία, όρμησε στα τυφλά για την πόρτα. Τόση ώρα, είχε την αόριστη εντύπωση πως ο Σόλτο πρέπει να ή­ ταν πιωμένος* ακόμα κι αν ήταν, όμως, διέθετε πολύ καλύτερα αντα­ νακλαστικά απ’ τα δικά της. Την πρόλαβε πριν βγει απ’ το δωμάτιο, την άρπαξε απ’ τη μέση, και την έστρεψε απότομα προς το μέρος του. «Γιατί φεύγεις;» τη ρώτησε κοφτά. «Άφησέ με, σε παρακαλώ», έκανε ξεψυχισμένα η Βέρα. «Σε παρα­ καλώ, Σόλτο...» «Το έκανες για ένα σμάρι βρομερούς Άραβες στην Ταγγέρη», της πέταξε βάναυσα. «Γιατί όχι και για μένα; Ή μήπως βρίσκεις τα χρώ­ ματά μου πολύ ανοιχτά για τα γούστα σου;» «Για τ ’ όνομα του Θεού, άφησέ με! Είσαι... είσαι μεθυσμένος!» «Μπορεί. Αλλά δεν πιστεύω να ήταν πιο ξεμέθυστοι οι υπόλοιποι πελάτες σου, στο καταγώγιο όπου δούλευες». Ξαφνικά, έδειχνε να βράζει απ’ την οργή* τα δάχτυλά του μπήγονταν άγρια στην τρυφερή σάρκα του μπράτσου της. «Μπρος, γδύσου. Τι κάθεσαι; Δεν είσαι δα και τόσο ντυμένη τώρα!» «Ό- όχι», τραύλισε πανικόβλητη η Βέρα. «Ναι, που να σε πάρει, ναι. Το επιδιώκεις αυτό απ’ την πρώτη μέ­


52

ρα. Σ’ αρέσει να παίζεις με τη φωτιά, έτσι δεν είναι, γλύκα; Λοιπόν, μπορώ κι εγώ να το παίξω αυτό το παιχνίδι!» «Δεν... δεν ξέρεις τι λες!» «Αν ξέρω; Απ’ την πρώτη στιγμή μου τα ρίχνεις, κούκλα, και μην τολμήσεις να το αρνηθείς. Όλα αυτά τα παθιασμένα βλέμματα, η επί­ δειξη θηλυκότητας, τα αθέλητα ξεγυμνώματα - στο είπα, δεν είμαι πρωτάρης σ’ αυτά τα κόλπα. Τα αναγνωρίζω με κλειστά τα μάτια. Δεν έχω δίκιο; Αυτό μόνο θέλεις, και το δείχνεις ξεδιάντροπα. Τι προσπα­ θείς να κάνεις, γλυκιά μου; Να με τυλίξεις όπως τύλιξες τον Λουκ, ή απλά να εξασφαλίσεις τη γενναιόδωρη εύνοιά μου;» «Μη, Σάλτο, μη...» «Ωραία, λοιπόν, είσαι σε καλό δρόμο. Συνέχισε τις προσπάθειες, και πού ξέρεις τι μπορεί να γίνει; Θα ’χει πλάκα να ρίξεις και τον πιο πλούσιο της οικογένειας, δε θα ’χει;» «Είσαι... είσαι εντελώς τρελός», έκανε ασθμαίνοντας η Βέρα. «Πώς - πώς τολμάς να με κατηγορείς για όλα αυτά τα ελεεινά πράγ­ ματα; Α, πρέπει να είσαι στ’ αλήθεια τρελός - δεν εξηγείται αλλιώς!» «Κι εσύ είσαι εντελώς αναίσχυντη», της πέταξε βίαια. «Αλλά για έ­ να πράγμα να είσαι σίγουρη, ξαδέρφη - δε φτάνει να μου δείχνεις τα μπούτια σου για να με τυλίξεις, όπως τύλιξες τον μεγάλο μαλάκα της ιστορίας!» Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν χαστούκι. Ένιωσε σαν να άδειαζε ολόκληρη· σαν να έφευγε η ζωή από μέσα της. Ανάμεσα από κύματα σκοτοδίνης, άκουσε τη φωνή τής να λέει ξεψυχισμένα: «Γιατί με μι­ σείς τόσο πολύ, Σάλτο; Τι σου έχω κάνει;» Την άφησε τότε, κι εκείνη οπισθοχώρησε μέχρι την πλησιέστερη πολυθρόνα. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν άλλο. Αφέθηκε να πέσει στο κάθισμα πίσω της, κι έκρυψε το πρόσωπό της στο γερό της χέρι. Ένιωθε ολότελα εξευτελισμένη, και περισσότερο επειδή, το ήξερε, ο Σάλτο είχε δίκιο· απ’ την πρώτη στιγμή, του έστελνε ξεκάθαρα μηνύ­ ματα, που εκείνος ούτε τα είχε επιδιώξει, ούτε τα ήθελε. 'Οταν ξανασήκωσε τα μάτια, τον είδε να στέκεται στην άλλη άκρη του δωματίου, με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος της, και ν’ α­ τενίζει τη νύχτα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε τα χέρια στις τσέπες, κι υπήρχε μια παράδοξη ακαμψία στον τρόπο που στεκόταν εντελώς α­ κίνητος, με την εξαίσια σιλουέτα του να διαγράφεται κοφτή κόντρα στο σκοτεινό τζάμι. «Λυπάμαι», της είπε ξερά, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε απόψε. Δε συνηθίζω να παραφέρομαι έτσι. Ήμουν κάπως στρεσαρισμένος... και ναι,* είχες δίκιο· ήπια φαίνεται λίγο πα­ ραπάνω απ’ όσο θα ’πρεπε». Έλεγε ψέματα, φυσικά· το πιθανότερο ήταν πως δεν είχε πιει ού­ τε σταγόνα. Είχε αφεθεί απλά να παρασυρθεί γι’ άλλη μια φορά, απ’ την αντιπάθειά του για κείνη. Θα έπρεπε να είναι κι ευχαριστημένη,


53

που είχε την ευαισθησία να βρει μια δικαιολογία για το φέρσιμό του. Δεν του είπε απολύτως τίποτα. Σιωπή έπεσε στο δωμάτιο, μέχρι που εκείνος στράφηκε πάλι προς το μέρος της, αδημονώντας φανε­ ρά να βάλει τέλος σ’ αυτήν την αλλοπρόσαλλη σκηνή, που τον είχε φέρει ίσως και τον ίδιο σε αφόρητη αμηχανία. Το πρόσωπό του έδειχνε χλομό στο χαμηλό φως, κι η φωνή του ακούστηκε αλλοιωμένη. «Καλύτερα να πας να κοιμηθείς τώρα», της είπε στεγνά. «Αύριο θα φύγουμε για το σπίτι, και το ταξίδι θα είναι μάλλον κουραστικό για σένα». «Εντάξει», είπε αποκαμωμένη η Βέρα. «Λοιπόν, καληνύχτα». Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο να πουν. Η Βέρα σηκώθηκε με κόπο, και τραβώντας συνέχεια σπασμωδικά την μπλούζα της προς τα κάτω, τράβηξε για το δωμάτιό της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Λίλι πήγε μαζί τους μέχρι το Σαουθάμπτον. Από κει, της είχε πει ο Σόλτο, θα συνέχιζαν με ελικόπτερο ως το νησί Γουάιτ* κι η Βέρα δεν ήταν καθόλου σίγουρη εκείνο το πρωί, αν θα είχε ποτέ ξανά το σθέ­ νος να μείνει μόνη μαζί του. Εκείνη η εντελώς παράλογη, και κατάφωρα εξευτελιστική χτεσινή σκηνή, είχε γκρεμίσει και την τελευταία επίφαση τυπικότητας στη σχέση τους· κι είχε καταστρέψει κάθε πιθανότητα να νιώσουν ποτέ ά­ νετα ο ένας με τον άλλον. Φυσικά, όμως, το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε τον Σόλ­ το, ήταν αν θα ένιωθαν άνετα μαζί οι δυο τους. Απ’ την πρώτη στιγμή, την ξεκουρέλιαζε με τα λόγια· κι όσα δεν της έλεγε αναφανδόν, της τα έλεγε με ξεκάθαρα υπονοούμενα. Οι προθέσεις του δεν είχαν αλ­ λάξει· απλά, χτες το βράδυ, είχε ξεφύγει κάπως απ’ τα συνηθισμένα του όρια. Ή ίσως και να μην είχε ξεφύγει καθόλου* ο ίδιος, πάντως, δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται κάτι τέτοιο. Το επόμενο πρωί, συμπεριφερόταν σαν να μην είχε συμβεί απο­ λύτως τίποτα. Ήταν εξίσου ψυχρός, εξίσου απόμακρος, κι εξίσου λιγομίλητος όπως πάντα. Βλέποντάς τον, η Βέρα αναρωτήθηκε με αυ­ θεντική απορία, αν εκείνος είχε όντως ξεχάσει εντελώς το εξευτελι­ στικό επεισόδιο της προηγουμένης, ή αν απλά το είχε κατατάξει στα εντελώς ασήμαντα και επουσιώδη, και το είχε βγάλει οριστικά απ’ το μυαλό του. Θα έδινε οτιδήποτε για να μπορούσε να το παραμερίσει κι εκείνη με την ίδια άνεση· αλλά η ταπείνωσή της, την έκαιγε σαν καυτό σίδε­ ρο, κι ακόμα περισσότερο, επειδή ήξερε πως δεν είχε συμβεί τυχαία. Ο Σόλτο είχε επιχειρήσει να την εξευτελίσει, συνειδητά και σκόπι­ μα. Δεν είχε απλά παρασυρθεί από μια περαστική έκρηξη οργής ή α­ ντιπάθειας· το πιο τρομαχτικό απ’ όλα, ήταν πως οι πράξεις του φαί­ νονταν να υπαγορεύονται από κάτι σαν ψυχρό σαδισμό. Ήταν σαν να περίμενε κάθε φορά την κατάλληλη ευκαιρία, για να τη συντρίψει κα­ τόπιν σχεδίου. Κι εκείνη ήταν ανίκανη να καταλάβει το γιατί. Τώρα, έτρεμε στην προοπτική να βρεθεί πάλι μόνη μαζί του. Φτά­ νοντας όμως στο χώρο του ελικοδρομίου, ανακάλυψε πως τελικά δε θα ήταν μόνοι οι δυο τους, ούτε στο δεύτερο κομμάτι της διαδρομής* γιατί εκεί τους περίμενε μια απρόβλεπτη συνεπιβάτιδα, που η Βέρα δε δυσκολεύτηκε καθόλου να μαντέψει ποια ήταν. Οι περιγραφές της Λίλι, την είχαν προετοιμάσει ανάλογα.


55

Η Ναντίν Μπλάιθ, θα μπορούσε πραγματικά να είχε βγει από εξώ­ φυλλο της Βογκ. Ήταν λίγο πιο ψηλή απ’ τη Βέρα, κι εξίσου λεπτή· ωστόσο, τα ξανθά της μαλλιά όφειλαν ολοφάνερα το χρώμα τους σε κάποια βαφή κάμποσους τόνους ανοιχτότερη απ’ το φυσικό τους, και στον αυθεντικά σκανδιναβικό τύπο της άλλης κοπέλας, είχε ν’ αντιπαρατάξει τον δικό της φανταχτερό, κάπως έΤτιθετικό τύπο, και μια κραυγαλέα αυτοπεποίθηση, που άγγιζε την αλαζονεία. Τους περίμενε προφανώς με μεγάλη αδημονία, γιατί μόλις είδε α­ πό μακριά τον Σάλτο, ξέχασε την πόζα της, κι έτρεξε σχεδόν να πέσει στην αγκαλιά του. Έκαναν σαν να είχαν να ειδωθούν χρόνια, σκέφτηκε η Βέρα, νιώ­ θοντας αφόρητα μόνη και αποκομμένη όσο παρακολουθούσε, βουβή και ξεχασμένη, τις διαχύσεις τους. Όταν τελικά οι δυο τους σταμάτη­ σαν να φιλιώνται με πάθος στο στόμα, ο Σάλτο έσπρωξε λίγο πίσω τη Ναντίν, κι έκανε ψυ)ςρά τις συστάσεις. «Από δω η Ναντίν Μπλάιθ. Μια... φίλη. Ναντίν, αυτή είναι η Βέρα Λιν Ράσελ, η χήρα του Λουκ». «Χάρηκα πολύ», είπε παγερά η Ναντίν, αλλά δε φαινόταν να χαί­ ρεται καθόλου. Τα μάτια της περιεργάζονταν ψυχρά τη Βέρα, από πάνω μέχρι κάτω. «Λυπάμαι για τον άντρα σας», πρόσθεσε συγκατα­ βατικά. «Πρέπει να ήταν σοκ για σας. Είχατε έμαθα και ένα ατύχημα· φαίνεστε πάντως μια χαρά τώρα». «Ναι, είμαι καλύτερα, ευχαριστώ», είπε η Βέρα, κι αυτές ήταν οι μόνες κουβέντες που αντάλλαξε εκείνη τη μέρα με τη Ναντίν. Από κει και πέρα, και σ’ όλη τη διαδρομή ως το νησί Γουάιτ, η άλλη κοπέλα δεν είχε μάτια παρά μόνο για τον Σάλτο* κι εκείνος, φυσικά, της αντα­ πέδινε όλη αυτή π ιν προσοχή στο ακέραιο, αγνοώντας επιδεικτικά τη Βέρα, που είχε μαζευτεί στη γωνιά της, και προσπαθούσε απεγνω­ σμένα να τους αγνοήσει κι εκείνη. Αν ήταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση, το σπίτι του Σάλτο θα την είχε θαμπώσει με το μέγεθος, την ομορφιά και την πολυτέλειά του· αισθανόταν όμως άθλια όταν έφτασαν εκεί, μέσα στη μεγάλη Ρολς-Ρόις με τον σοφέρ, που τους είχε πάρει απ’ το ελικοδρόμιο. Ή­ ταν κατάκοπη, αποκαρδιωμένη, και ταραγμένη όσο δεν έπαιρνε άλλο. Η σκέψη πως σύντομα θα είχε ν’ αντιμετωπίσει και την πεθερά της, την τρομοκρατούσε. Προσπαθούσε να ξαναφέρει στο νου της όσα της είχε πει η Λίλι για την Έλεν Ράσελ, και ν’ αρπαχτεί απ’ αυτά τα λόγια για να πάρει λίγο θάρρος. «Είναι μια καταπληκτική γυναίκα, Θα δεις... Δε βλέπει πια σχεδόν καθόλου, αλλά συμπεριφέρεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα... Έχει φοβερό κουράγιο. Το απέδειξε άλλωστε κι όταν χάθηκε τόσο α­ πρόσμενα ο γιος της. Φυσικά, λατρεύει τον Σόλτο...»


56

Αιττά μόνο της είχε πει η Λίλι, ίσως επειδή δεν ήθελε να την προϊ­ δεάσει περισσότερο. Δεν ήταν αρκετά για να της δώσουν κουράγιο. Καθώς έφταναν στο σπίπ, ένιωθε το μυαλό της μουδιασμένο, παρά­ δοξα θολό. Το μόνο που πρόσεξε, ήταν το πολυεπίπεδο, ελάχιστα αγ­ γλικό, αρχιτεκτονικό του σχέδιο* αγκάλιαζε ανισόπεδα μια πλαγιά που κατέβαινε απότομα προς τη θάλασσα, και το ίδιο πολυεπίπεδοι ήταν και οι κήποι του, που εκτείνονταν ονειρεμένοι σε μια απέραντη έκταση γύ­ ρω απ’ το σπίτι, μέχρι που χάνονταν σ’ ένα βαθύσκιωτο πάρκο. Μέσα, το σπίτι ήταν εκθαμβωτικό* και καθώς εκείνη κοιτούσε σαν χαμένη γύρω της, ένιωσε τον Σόλτο να έρχεται κοντά της. «Τι τρέ­ χει;» τη ρώτησε στεγνά. «Δείξεις έτοιμη να λιποθυμήσεις». «Είμαι εντάξει», είπε με κόπο η Βέρα. «Με κούρασε μόνο λίγο το ταξίδι». «Η κυρία Πρέστον θα σε πάει στο δωμάτιό σου. Ξεκουράσου λί­ γο, και κατεβαίνεις μετά να δεις τη θεία μου. Και μην ξεχνάς τι είπα­ με, Βέρα», πρόσθεσε σκληρά. «Θα προσέχεις και την αναπνοή σου α­ κόμα μαζί της». Δεν είχε το κουράγιο ούτε να του κουνήσει καταφατικά το κεφάλι. Το στομάχι της σφιγγόταν οδυνηρά απ’ την υπερένταση και την αγω­ νία. Όλα γύρω της φαίνονταν θολά, σαν να μην ήταν απόλυτα συντο­ νισμένα με τη δική της αίσθηση του χρόνου. Συνήλθε κάπως όταν η χαμογελαστή οικονόμος του Σόλτο την α­ νέβασε στο δωμάτιο που της είχαν ετοιμάσει, και τη βοήθησε να ξα­ πλώσει στο τεράστιο, υπέρδιπλο κρεβάτι. Ήταν φιλική, περιποιητική, και γεμάτη σεβασμό απέναντι της. Της είπε πως ο Σόλτο είχε δώσει εντολή να ανακαινίσουν και να ξαναδιακοσμήσουν αυτό το δωμάτιο, που κάποτε ανήκε στον Λουκ. «Είναι απ’ τα ωραιότερα του σπιτιού», εξήγησε η κυρία Πρέστον. Για την ακρίβεια, δεν ήταν ένα απλό δωμάτιο, αλλά μια ολόκληρη σουίτα, με καθιστικό, υπνοδωμάτιο, πολυτελές μπάνιο, κι ακόμα ένα δωμάτιο-τουαλέτα και μαζί γκαρνταρόμπα. Τεράστιες τζαμαρίες έδι­ ναν σε μια βεράντα που έβλεπε στην κατάφυτη έκταση πίσω απ’ το σπίτι. Βρισκόταν στον πρώτο όροφο, αλλά λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους, που ήταν υπερυψωμένο από εκείνη την πλευρά, ελάχιστα μόνο σκαλιά χώριζαν τη βεράντα απ’ ττ] φαντασμαγορική πισίνα, που άστραφτε καταγάλανη, σχεδόν στα πόδια της. «Και ο κύριος Σόλτο, και ο κύριος Λουκ όσο ζούσε εδώ, ήθελαν να μένουν πάνω απ’ την πισίνα», της εξήγησε η οικονόμος. «Τους άρεσε να ξυπνάν το πρωί, και να κάνουν μια βουτιά στα γρήγορα». Το δωμάτιο της πεθεράς της, της είπε, βρισκόταν στην πρόσοψη* το δωμάπο (ή, τελοσπάντων, η σούπα) του κύριου Σόλτο, γεπόνευε με το δικό της. «Το πρωί θα σας ξυπνάει με τις βουτιές του», είπε πρόσχαρα η κυρία Πρέστον. «Μην ανησυχήσετε αν ακούσετε πλαφ-πλαφ στις έξι τα ξημερώματα. Ο κύριος Σόλτο είναι μανιακός με τα σπορ - όπως


57

άλλωστε ήταν κι ο καημένος ο άντρας σας», πρόσθεσε με θλίψη. «Κι όταν βρίσκεται στο σπίτι, δε χάνει την ευκαιρία». Στο μεταξύ είχαν ανεβάσει τις αποσκευές της, και μια καμαριέρα τακτοποιούσε τα ρούχα της στις τεράστιες ντουλάπες του μικρότε­ ρου δωματίου. Ύστερα της ανέβασαν το τσάι της, σε ένα πανέμορφο πορσελάνινο σερβίτσιο* η καμαριέρα τής ετοίμασε το μπάνιο, και τη βοήθησε να πλυθεί και να φτιάξει τα μαλλιά της. Η κυρία Πρέστον ξανάρθε, για να ελέγξει αν όλα είχαν γίνει σωστά, κι αν η νεαρή κυ­ ρία Ράσελ ήταν ευχαριστημένη απ’ την περιποίηση. Ήταν σαν να είχε μεταφερθεί σε κάποια σαπουνόπερα της τηλεό­ ρασης* σίγουρα, ποτέ δε θα της είχε ξανατύχει να ζήσει σε τέτοια χλιδή, σκεφτόταν η Βέρα, αλλά τίποτε δε φαινόταν ικανό να αντι­ σταθμίσει το άγχος που την είχε καταλάβει. Κι ύστερα, φυσικά, ήρθε η αναπόφευκτη στιγμή που θα έπρεπε να συναντήσει την Έλεν Ράσελ. Η κυρία Πρέστον τη συνοδέυσε μέχρι το ισόγειο, από την επιβλη­ τική εσωτερική σκάλα του σπιτιού* και στη βάση της σκάλας, παρα­ κολουθώντας την με το αξεδιάλυτο βλέμμα του, την περίμενε ο Σόλτο, φορώντας μόνο ένα στενό τζιν κι ένα μακό μπλουζάκι, που τον έ­ καναν να δείχνει πολύ πιο νέος και πιο ανέμελος, παρά την αυστηρή, κλειστή έκφρασή του. Τα μάτια του ήταν το ίδιο παγερά καθώς γλιστρούσαν πάνω της, αποτιμώντας την εμφάνισή της. « Ελα από δω, Βέρα», είπε ουδέτερα, κι εκείνη τον ακολούθησε με όχι και τόσο σταθερό βήμα, μέχρι ένα δωμάτιο στην άλλη άκρη του χολ. Μπήκαν σ’ ένα χώρο που τον έλουζε το φως. Ο ήλιος κατέβαινε να δύσει, αλλά οι τελευταίες του ακτίνες χόρευαν θριαμβευτικά μέσ’ απ’ τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, σμίγοντας με τις μεθυστικές ευω­ διές του ανθισμένου κήπου. Η Βέρα έκανε δυο βήματα στο δωμάτιο, με την καρδιά να σφυροκοπάει στο στήθος της* της ερχόταν λιποθυμιά απ’ την ταραχή. Όρθια δίπλα σε μια κονσόλα, με το ένα χέρι πάνω στο έπιπλο, στεκόταν μια γυναίκα γύρω στα πενηνταπέντε, και χαμογελούσε αμυδρά. «Σου έφερα τη Βέρα, θεία Έλεν», είπε μαλακά ο Σόλτο, κι ύστερα στράφηκε στη Βέρα. «Αυτή είναι η μητέρα του Λουκ. Σε περίμενε α­ νυπόμονα». «Καλώς ήρθες, παιδί μου», είπε η Έλεν Ράσελ, απλώνοντας το έ­ να χέρι* και η Βέρα έκανε σαν αυτόματο δυο βήματα μπροστά, και το πήρε στο δικό της. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω», είπε χαμηλόφωνα. «Κι εγώ, παιδί μου, κι εγώ. Σε περίμενα πολύ καιρό», είπε η Έλεν, και της ξέφυγε ένας στεναγμός. 'Ηταν ολοφάνερα πολύ συγκινημένη* τα χείλια της έτρεμαν λίγο, πρόσεξε η Βέρα, κι ένιωσε να την τυλίγει μια αλλόκοτη αίσθηση ζεστασιάς και τρυφερότητας.


58

«Ας καθίσουμε κάπου», είπε η Έλεν, κι ύστερα ρώτησε: «Σάλτο, είσαι εδώ;» «Ναι, θεία». «Σ’ ευχαριστώ που την έφερες. Θα ’θελα να μείνω για λίγο μόνη μαζί της, εντάξει;» «Να σε βοηθήσω να καθίσεις πρώτα». «Θα με βοηθήσει η Βέρα», είπε μ’ ένα χαμόγελο η θεία του, κι ε­ κείνος στράφηκε χωρίς αντίρρηση και βγήκε απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τις μόνες. Η Έλεν άπλωσε το χέρι της προς το μέρος της Βέ­ ρας. «Συγχώρα με, παιδί μου, αλλά δε βλέπω πια σχεδόν καθόλου. Μόνο σκιές ξεχωρίζω». Της έσφιξε τρυφερά το χέρι. «Είμαι τόσο ευ­ τυχισμένη που ήρθες... Είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι θα σε βρίσκαμε. Έλα, ας καθίσουμε κάπου να τα πούμε». Με το λαιμό σφιγμένο απ’ τη συγκίνηση, η Βέρα την οδήγησε μέ­ χρι έναν καναπέ, κι έκατσε δίπλα της. Η Έλεν την κοίταζε έντονα, σαν να μπορούσε να τη δει καθαρά. Ήταν μια πολύ όμορφη κι επιβλητική γυναίκα, αλλά αυτό που χτύπαγε πάνω της, ήταν προπαντός η θέρμη κι η γλύκα που απέπνεε το γαλήνιο πρόσωπό της. «Θα ’θελα να μπο­ ρούσα να σε δω καλά* είσαι πολύ όμορφη, λέει ο Σάλτο. Αλλά δεν έ­ χει σημασία. Μπορώ να σε δω με τα μάτια της καρδιάς. Φτωχό μου παιδί, πόσο πρέπει να ταλαιπωρήθηκες! Ευτυχώς όμως, όλα πήγαν τελικά καλά. Τώρα τέλειωσαν τα βάσανά σου. Θα φροντίσω να μην ξαναστεναχωρηθείς για τίποτε από δω και πέρα». Η Βέρα έχασε ολότελα τη μιλιά της. Ένας κόμπος της στάθηκε στο λαιμό, και δεν έλεγε να φύγει. Η υπερένταση, η αγωνία και τα α­ πανωτά σοκ των τελευταίων ημερών, βάραιναν πάνω της ασήκωτα. Κι όταν άνοιξε το στόμα για να πιέσει τον εαυτό της να πει κάτι, τα μά­ τια της πλημμύρισαν δάκρυα, που βάλθηκαν να τρέχουν ασυγκράτη­ τα στα μάγουλά της. «Κλαις», είπε ξαφνιασμένη η Έλεν, κι αυθόρμητα, πέρασε το μπράτσο της γύρω απ’ τους ντελικάτους ώμους της κοπέλας, και την έσφιξε πάνω της παρηγορητικά. «Λυ- λυπάμαι», τραύλισε η Βέρα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Λυ- λυπάμαι τόσο... Συγχωρήστε με, αλλά...» «-έρω. Καταλαβαίνω. Ήταν όλα πάρα πολλά, και ήρθαν μαζεμέ­ να. Κλάψε, παιδί μου. Θα ξαλαφρώσεις». «Λυπάμαι τόσο», ξανάπε σπασμένα η Βέρα. «Για όλα... Δε θυμά­ μαι τίποτα - δεν ξέρω τι συνέβη. Θα έπρεπε να είχα επικοινωνήσει μαζί σας μετά... μετά το θάνατο του Λουκ. Θα έπρεπε να σας είχα ει­ δοποιήσει, έστω μ’ ένα τηλεφώνημα... Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Μη μου κρατάτε κακία...» Η Έλεν την έσφιγγε πάνω π ις, όπως θα έσφιγγε ένα παραπονε­ μένο μωρό. «Καημένο μου παιδί... Όχι, ησύχασε, δε σου κρατώ κακία.


59

Εσύ δε θυμάσαι, αλλά εγώ μαντεύω τι συνέβη, και γιατί ένιωθες τόσο αποξενωμένη από μας». Η Βέρα σήκωσε τα μουσκεμένα της μάτια, και την κοίταξε ξαφνια­ σμένη. «ζέρετε; Σας είχε μιλήσει ο Λουκ;» «Όχι», στέναξε η Έλεν, και το πρόσωπό της συσπάστηκε φευγα­ λέα. «Δε μου είχε μιλήσει ο Λουκ - ποτέ δε μου μιλούσε. Μου είχε γράψει βέβαια όταν παντρευτήκατε. Μου είπε πόσο εξαιρετική κοπέ­ λα ήσουν - θα έπρεπε άλλωστε να ήσουν εξαιρετική, για να πείσεις τον Λουκ ν’ αφήσει την εργένικη ζωή για χάρη σου». Χαμογέλασε μελαγχολικά. «Ο Λουκ δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για γάμο, μέχρι που γνώρισε εσένα». «Αλήθεια;» ψέλλισε η Βέρα, ρουφώντας λίγο τη μύτη της. «Αλήθεια. Ένιωσα τόση χαρά διαβάζοντας εκείνο το γράμμα... Εί­ χα χάσει πια κάθε ελπίδα ότι θα νοικοκυρευόταν. Δε μου άρεσε που γύριζε σαν αλήτης, στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου. Ήθελα να πα­ ντρευτεί, να κάνει οικογένεια... Έλπιζα πως αργά ή γρήγορα, θα σ’ έ­ φερνε πίσω στην Αγγλία. Δεν ήταν τυχερό, αλλά δεν έχει πια σημα­ σία... Ήμουν στ’ αλήθεια ευτυχισμένη τότε. Αυτό όμως ο Λουκ δε θα το πίστευε ποτέ». «Γιατί;» ρώτησε δειλά η Βέρα, κι η Έλεν στέναξε βαθιά. «Ξέρω πως δε θυμάσαι τίποτα, κι ίσως δεν είναι σωστό να μιλάω για πράγματα που δεν μπορείς να επαληθεύσεις. Αλλά πίστεψέ με, παιδί μου, δεν είχα καμιά αντίρρηση για το γάμο σας. Κι αν ήξερα τη διεύθυνσή σας, θα σας το είχα γράψει έγκαιρα. Ο Λουκ, όμως, δε με ενημέρωνε ποτέ για το πού βρισκόταν». Σταμάτησε, ολοφάνερα δι­ στάζοντας να συνεχίσει. «Πρέπει να σου πω», είπε τελικά, «πως δεν ήταν ο πιο απλός άν­ θρωπος του κόσμου. Ήταν ο μοναχογιός μου, και τον λάτρευα. Δεν ξέρω αν θα ξεπεράσω ποτέ το χαμό του... Αλλά δεν μπορώ να αγνοή­ σω και τα ελαττώματά του. 'Ηταν ατίθασος και πεισματάρης, κι όταν του έμπαινε μια ιδέα στο μυαλό, δεν του την έβγαζες με τίποτα. Είχε μια προκατάληψη απέναντι μου, και απέναντι στον Σόλτο. Είμαι σί­ γουρη πως πίστευε ότι δε θα εγκρίναμε την επιλογή του. Δεν είχε κα­ νένα λόγο να φαντάζεται κάτι τέτοιο, πίστεψέ με. Είναι αλήθεια πως δεν εγκρίναμε πολλά απ’ όσα έκανε. Διαφωνούσαμε με τον τρόπο που ζούσε, αλλά στο θέμα του γάμου του, θα μας έβρισκε απόλυτα σύμφωνους, πόσο μάλλον που είχε βρει κάτι τόσο ξεχωριστό - μια κοπέλα που τα είχε αφήσει όλα, για ν’ ακολουθήσει τον δικό του τρό­ πο ζωής, σε μια ξένη χώρα, ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους». «Δεν... δεν έκανα δα και τίποτε σπουδαίο», είπε δυστυχισμένα η Βέρα. Δεν είχε φανταστεί πως θα ήταν τόσο ασήκωτο το βάρος όλων αυτών των ψεμάτων. Ήταν στ’ αλήθεια αφόρητο να πρέπει να υπο­ κρίνεται σ’ αιπην την ανυποψίαστη γυναίκα. «Έκανες ευτυχισμένο το γιο μου», είπε τρυφερά η Έλεν, «κι αυτό,


60

για μένα, είναι το πιο σπουδαίο απ’ όλα. Μη νομίζεις πως δεν καταλα­ βαίνω. Η ζωή με τον Λουκ δεν πρέπει να ήταν εύκολη. Ήταν απόλιπα αξιαγάπητος όταν το ήθελε, αλλά ήταν επίσης και ιδιόρρυθμος, και το ίδιο ιδιόρρυθμες ήταν και πολλές απ’ τις επιλογές του. Κι ήταν για μένα μια παρηγοριά στο πένθος μου, όταν ο Σόλτο ήρθε και μου είπε πόσο νοικοκυρεμένα-και φυσιολογικά ζούσατε στην Ταγγέρη. Αυτό, είμαι σίγουρη, το χρωστάμε μόνο στη δική σου επιρροή, καλή μου. Κι είμαι ευτυχισμένη που σε είχε στο πλάι του μέχρι το τέλος», κατέλη­ ξε, ξεροκαταπίνοντας λίγο για να πνίξει τη συγκίνησή της. «Πρέπει... πρέπει να τον αγαπούσα», ψέλλισε αδύναμα η Βέρα. Δεν ήταν καν σίγουρη γι’ αυτό το απλό πράγμα, τώρα πια. Αν είχε α­ γαπήσει τον άντρα της, πώς γινόταν να νιώθει αυτή την παράλογη έλ­ ξη για κάποιον άλλον άντρα; Ακόμα κι αν του έμοιαζε φυσιογνωμικά, όπως του έμοιαζε ο Σόλτο. Δε θα έπρεπε να την είχε σταματήσει το υποσυνείδητό της; Δε θα έπρεπε να την είχε μπλοκάρει, όπως είχε μπλοκάρει και τη μνήμη της; «Αλλά δε θυμάμαι πια τίποτα», πρόσθεσε δυστυχισμένα. «Ελπίζω μόνο να τον έκανα στ’ αλήθεια ευτυχισμέ­ νο». «Είσαι τρυφερή και συναισθηματική», είπε η Ελεν. «Πραγματικά αξιαγάπητη. Δε βλέπω πια, αλλά νιώθω τους ανθρώπους. Εχεις μια θέρμη, Βέρα μου, που μου ζεσταίνει την καρδιά. Δεν πέφτω ποτέ έ­ ξω, να το ξέρεις. Το νιώθω - ήσουν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να βρει ο γιος μου. Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να του το πω ποτέ μου... Ίσως τότε να είχαμε γνωριστεί πολύ νωρίτερα οι δυο μας. Θα είχες έρθει χωρίς ενδοιασμούς να με βρεις μετά το θάνατό του. Έτσι όμως όπως ήρθαν τα πράγματα... Όχι, δεν ήταν δικό σου το λάθος, καλή μου. Ήταν λάθος του Λουκ πέρα ως πέρα. Σε άφησε προφανώς να πιστέψεις πως δε σε θέλαμε, πως ήμασταν αντίθετοι μ’ αυτόν το γά­ μο. Σε γέμισε προκαταλήψεις και φοβίες. Ήταν φυσικό να μη θέλεις καμιά σχέση μαζί μας». «Λυπάμαι τόσο», ξανάπε σβησμένα η Βέρα. «Μη λυπάσαι πια. Τώρα είσαι εδώ, και όλα είναι εντάξει. Είσαι η χήρα του Λουκ, κι η θέση σου είναι στο σπίτι του, μαζί μου». «Είσαστε πολύ καλή», τραύλισε η Βέρα. «Δεν το λέω από καλοσύνη. Λαχταρούσα πάντα να είχα και μια κόρη, αλλά χήρεψα πολύ νωρίς, και δεν έτυχε να ξαναπαντρευτώ. Θ’ αγαπούσα σαν κόρη μου τη γυναίκα του Λουκ, όποια κι αν ήταν. Ή­ μουν απλά τυχερή που παντρεύτηκε ένα τόσο γλυκό πλάσμα σαν ε­ σένα. Ξέρω ότι δεν έχεις πια δική σου οικογένεια, και θα ’θελα να νιώσεις ότι εμείς είμαστε τώρα η οικογένειά σου. Θα είμαι πολύ ευτυ­ χισμένη αν θελήσεις να μείνεις μαζί μας, Βέρα. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να νιώσεις ότι ήρθες στο σπίτι σου». «Με συγκινείτε βαθιά», είπε πνιχτά η Βέρα, και τα μάτια της βούρ­ κωσαν πάλι. Η Έλεν Ράσελ είχε αυτή τη σπάνια ιδιότητα, να τυλίγει


61

τον άλλον με θαλπωρή. 'Ηταν απόλυτα ειλικρινής, ζεστή, γεμάτη τρυ­ φερότητα* ήταν επίσης μια πολύ πληγωμένη γυναίκα. Είχε παντρευ­ τεί κάποιον ανάξιο, που τον είχε χάσει κι αυτόν πρόωρα. Ο γιος της την είχε πικράνει όσο ζούσε, και μετά είχε χαθεί κι εκείνος πάνω στο άνθος της ηλικίας του. Τώρα δεν της έμενε παρά μια νύφη που ως τότε την είχε αγνοήσει ολότελα - και φυσικά, ο σκληρός, κυνικός, σχεδόν απάνθρωπος Σόλτο Μακλέοντ. Σαν να επικοινωνούσαν με τη σκέψη, εκείνη τη στιγμή η Έλεν εί­ πε: «Ο Σόλτο, φυσικά, συμφωνεί μαζί μου. Θα σε φροντίσουμε όσο καλύτερα γίνεται, κι όταν ξαναβρείς τον εαυτό σου, θ’ αποφασίσεις εσύ τι θέλεις να κάνεις. Αν διαλόξεις όμως να μείνεις, θα μου δώσεις μεγάλη χαρά. Το ίδιο ισχύει και για τον Σόλτο, να ’σαι σίγουρη. Είναι τόσο μεγαλόψυχος, και τόσο αφοσιωμένος στην οικογένεια... Μου στάθηκε καλύτερα κι από γιος σ ’ αυτά τα χρόνια. Το λίγο που του πρόσφερα, μου το ανταπέδωσε στο πολλαπλάσιο. Κι αν χάθηκε ο Λουκ, τουλάχιστον μου έμεινε ο Σόλτο», κατέληξε χαμολόφωνα. Η Βέρα δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος», συνέχισε η Έλεν. «Τον αγαπώ σαν πραγματικό μου γιο, και ξέρω πω ς κι εκείνος με βλέπει σαν πραγματική του μητέρα. Με τον Λουκ, είχαν μεγαλώσει σαν αδέρ­ φια». Η Βέρα την είχε ξανακούσει αυτή την ιστορία, και δεν την πίστευε* ήθελε όμως να μάθει και την άποψη της Έλεν. «Αγαπιόντουσαν σαν αδέρφια. Κι ίσως, αν ο Λουκ είχε μείνει στην Αγγλία... Ίσως όλα να ήταν τώρα διαφορετικά. Ο Σόλτο είναι σταθε­ ρός σαν βράχος* κι ήταν πάντα εκεί, κάθε φορά που ο Λουκ τον χρει­ αζόταν. Ο γιος μου το ήξερε, και το εκμεταλλευόταν ασύστολα», πρόσθεσε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. «Ήταν φοβερός καταφερτζής, κι ο Σόλτο του είχε αδυναμία. Μεγαλώνοντας όμως άλλαξαν τα πράγμα­ τα...» Δίστασε πάλι, ύστερα συνέχισε σταθερά: «Εσύ όμως δε θυμά­ σαι τίποτε απ’ όλ’ αυτά, κι αν σου είχε μιλήσει κάποτε ο Λουκ, σίγου­ ρα σου είπε τη δική του εκδοχή. Ωστόσο, δε θα ήθελα να έχεις αμφι­ βολίες για τον Σόλτο, Βέρα. Ό,τι κι αν σου είπε ο Λουκ, ό,τι κι αν θυ­ μηθείς στο μέλλον, θέλω να πιστέψεις ένα πράγμα: ο Σόλτο δεν έ­ φταιγε σε τίποτα. Ήμουν εκεί, και ξέρω». «Δε... δε θυμάμαι τίποτα», είπε αμήχανα η Βέρα. «Θα θυμηθείς, όμως, και τότε ίσως να μη θελήσεις να μου μιλή­ σεις γι’ αυτό. Φαίνεσαι πολύ διακριτικός άνθρωπος, καλή μου. Και θέλω να ξέρεις πως ο Σόλτο δεν έφταιξε σε τίποτα. Ο Λουκ τον απο­ ξένωσε με τις ανόητες ζήλιες και τον εγωισμό του. Κι ωστόσο, στο βάθος τον λάτρευε πάντα... Πρέπει όμως να καταλάβεις - ο Σόλτο ή­ ταν μεγαλύτερος, κι είχε μια πολύ έντονη προσωπικότητα. Για τον Λουκ ήταν πάντα ο ήρωάς του, με κεφαλαία. Μεγαλώνοντας, όμως, άρχισε να επαναστατεί. Υπήρχε μια αντιζηλία... Μια διάθεση να απο­


62

δεσμευτεί απ’ τις παιδιάστικες λατρείες του. Ήθελε ίσως να δείξει πως ήταν κι αυτός αρκετά άντρας, ώστε να μη χρειάζεται πια τα πρό­ τυπα της παιδικής του ηλικίας. Κι από κει που ο Σάλτο ήταν ο θεός του, έγινε το παράδειγμα προς αποφυγή». «Ίσως ήταν φυσικό αυτό», τόλμησε η Βέρα. «Ο Σόλτο έχει μια πο­ λύ... κυριαρχική προσωπικότητα». Αυτό πρέπει να είναι ο ευφημισμός της δεκαετίας, σκέφτηκε συγχρόνως σαρκαστικά. Η Έλεν γέλασε. «Α, όχι, μη φανταστείς ότι τον καταπίεζε! Ήταν σαν ζυμάρι με τον Λουκ. Ο μικρός τον έπαιζε στα δάχτυλα όταν ήθε­ λε. Αν πήγαινε με τα νερά του, ο Σόλτο δε θα του έλεγε ποτέ όχι. Ο Λουκ όμως, στο είπα, ήταν αντάρτης. Έκανε θαρρείς ό,τι μπορούσε για να του πάει κόντρα. Είχε πολύ αντισυγκρουόμενα αισθήματα για τον Σόλτο. Απ’ τη μια τον λάτρευε και τον θαύμαζε τυφλά, κι απ’ την άλλη τον ζήλευε και τον απέρριπτε χωρίς συζήτηση». «Ίσως ένιωθε πως ο Σόλτο τον καταδυνάστευε». «Ίσως», είπε η Έλεν. «Κι αν όντως συνέβαινε κι αυτό πότε-πότε, πάλι για το καλό του θα το έκανε ο Σόλτο. Ο Λουκ όμως είχε τη δική του άποψη για τη ζωή. Οταν ο Σόλτο τον στρίμωξε και προσπάθησε να τον στρώσει στη δουλειά, εκείνος σηκώθηκε, έτσι απλά, κι έφυγε απ’ το σπίτι. Είχα μάθει βέβαια να περιμένω τα πάντα απ’ τον Λουκ. Ήξερα πως κάτι τέτοιο θα έκανε στο τέλος. Του άρεσε η περιπέτεια* ήταν απρόβλεπτος, γεμάτος τρελές ιδέες. Και προπαντός, αποφασι­ σμένος να μη μοιάσει σε τίποτα στον Σόλτο. Ένιωθε πάντα ανταγωνι­ στικά απέναντι του, κι ακόμα περισσότερο, όσο έβλεπε πως ο Σόλτο δεν είχε καμιά τάση ν’ ανταγωνίζεται κανέναν. Αν ο Λουκ είχε κάπως περισσότερη αυτοπεποίθηση... Αλλά δεν έχει πια σημασία. Ό,τι έγινε, έγινε* τίποτε δε διορθώνεται πια με τα λόγια». Ο ήλιος είχε δύσει* το τελευταίο φως του δειλινού πλανιόταν μελαγχολικά στο δωμάτιο. Η Έλεν φαινόταν ξαφνικά χαμένη στις θλιβε­ ρές της σκέψεις, κι η Βέρα δεν τόλμησε να σπάσει τη σιωπή. Έμεινε κι εκείνη να σκέφτεται όσα είχε ακούσει. Μέσα απ’ τις εκ­ μυστηρεύσεις της Έλεν, έβγαινε μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα του τι εί­ χε συμβεί* ο Λουκ είχε φύγει απ’ το σπίτι του εξαιτίας του Σόλτο Μακλέοντ. Μόνο ο Θεός κι ο ίδιος ο Σόλτο ήξεραν πια τι είχε κάνει στον ξάδερφό του και τον είχε αναγκάσει να φύγει μακριά, και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Ο Λουκ δεν είχε μιλήσει στη μητέρα του για όλ’ αυτά, κι η Έλεν ήξερε προφανώς μόνο όσα της είχε πει εκ των υστέρων ο ανιψιός της. Ακόμα κι αν της τα έλεγε τώρα με κάθε λεπτομέρεια, τη διαστρεβλωμένη άποψη του Σόλτο θα επαναλάμβανε, όχι τα πραγμα­ τικά γεγονότα. Κι εκείνη, που κάποτε τα είχε ακούσει_ίσως α π’ το στόμα του Λουκ, τώρα δε θυμόταν ούτε μια του λέξη, ζέροντας όμως τον Σόλ­ το, μπορούσε τουλάχιστον να φανταστεί με τι τρόπο θα είχε φερθεί στον ξάδερφό του* με την ίδια απονιά, την ίδια σκληρότητα, την ίδια


63

έλλειψη ανοχής που έδειχνε και στη χήρα του. Η Έλεν Ράσελ δεν το ήξερε, κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι* κι η. Βέ­ ρα βέβαια δεν επρόκειτο να της πει πώς αναφερόταν ο Σόλτο στο νε­ κρό σύζυγό της, ούτε τι είχε αραδιάσει σε βάρος του. Δεν μπορούσε όμως να ξεχάσει, ή να παραβλέψει εκείνη τη σκοτεινιά στο βλέμμα του, κι εκείνη τη σκληρότητα που συνόρευε με το μίσος. Ήταν στ’ α­ λήθεια απορίας άξιο, πώς κατάφερνε ο Σόλτο να ξεγελάει έτσι τους άλλους. Το σκεφτόταν ακόμα, όταν η πόρτα άνοιξε, και στο δωμάτιο μπή­ κε ο ίδιος ο Σόλτο, ανάβοντας καθώς έμπαινε και το φως. Τα μάτια του στάθηκαν, ψυχρά κι εξεταστικά, πάνω τους· κι ήταν τόση η καχυ­ ποψία στο βλέμμα του, που η Βέρα αισθάνθηκε σαν να την είχε φτύ­ σει. Αυτό που είδε, ωστόσο, φάνηκε να τον καθησυχάζει. Το πρόσωπό του μαλάκωσε, και τις πλησίασε χαμογελώντας. «Λοιπόν;» ρώτησε α­ παλά. «Τέλειωσαν οι εκμυστηρεύσεις;» Το πρόσωπο της Έλεν έλαμψε. «Πώς να σ’ ευχαριστήσω που μου την έφερες;» είπε συγκινημένη. «Είναι στ’ αλήθεια αξιολάτρευτη!» Τα μάτια του στάθηκαν, γι’ άλλη μια φορά σκοτεινά και καχύποπτα, πάνω στη Βέρα. Είπε όμως αβίαστα: «Αυτό είναι πολύ ευχάρι­ στο. Μη μείνετε όμως ως αργά να τα λέτε. Η Βέρα είναι ακόμα στην ανάρρωση, και πρέπει να κοιμάται νωρίς. Εγώ θα βγω με τη Ναντίν», πρόσθεσε. «Θα φάμε έξω, και μάλλον θ’ αργήσουμε». Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε κι η Ναντίν, εκτυφλωτική μέσα σ’ έ­ να φλογάτο, μίνι και στράπλες, φόρεμα. Αγνοώντας επιδεικτικά τη Βέρα, έσπευσε να φιλήσει την Έλεν σε μια επίδειξη ολότελα υποκρι­ τικής, κατά τη γνώμη της Βέρας, στοργής. Υπήρχε κάτι το έντονα ε­ πίπλαστο πάνω σ’ αυτή την κοπέλα. Μπροστά στη θεία του Σόλτο, φερόταν με προσποιητή γλυκύτητα και άφθονο νάζι· αλλά τα μάτια της συνέχιζαν να είναι σκληρά και άπληστα, κι όταν στρεφόταν στη Βέρα, γίνονταν σαν δυο κομμάτια πάγος. Ξαφνιασμένη, η Βέρα συνειδητοποίησε πως ίσως τα αισθήματα α­ ντιπάθειας, να ήταν σ’ αυτή την περίπτωση απόλυτα αμοιβαία. Δεν της άρεσε καθόλου η Ναντίν Μπλάιθ, κι απ’ ό,τι φαινόταν, ούτε εκεί­ νη άρεσε στη φίλη του Σόλτο. Το έδειχναν πεντακάθαρα τα ψυχρά της βλέμματα, κι ο τρόπος που τη σνομπάριζε. Θυμήθηκε τα λόγια της Λίλι, και συμφώνησε ενδόμυχα πως η Να­ ντίν Μπλάιθ ήταν όντως πολύ σκληρό καρύδι. Αυτό ακριβώς που άξι­ ζε στον Σόλτο Μακλέοντ, σκέφτηκε πικρά* αλλά η καρδιά της βούλιαξε όταν εκείνος πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της φανταχτερής του φίλης, και βγήκαν έτσι αγκαλιασμένοι απ’ το δωμά­ τιο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το νησί Γουάιτ θα ήταν ο Παράδεισος, κι εκείνες οι ράθυμες καλοκαι­ ρινές μέρες, οι πιο γλυκές της ζωής της, αν δεν υπήρχε ο Σάλτο, οι νοσηρές της αντιδράσεις απέναντι του, και αναπόφευκτα, η Ναντίν Μπλάιθ. Η Βέρα δεν είχε κανένα συγκεκριμένο λόγο να το πιστεύει, αλλά ήταν σίγουρη πως η πεθερά της αντιπαθούσε τη Ναντίν όσο την αντι­ παθούσε και η ίδια. Δεν ήταν καθόλου ανόητη η Έλεν Ράσελ* κι η Βέ­ ρα ένιωθε ενδόμυχα, πως δεν έβλεπε με καλό μάτι ούτε τη Ναντίν, ούτε τα νάζια της. Μαζί της όμως, η Ελεν ήταν ανεπιφύλακτα ζεστή και στοργική. Ήταν απίστευτο πόσο γρήγορα είχαν δεθεί οι δυο τους· κι ήταν εύ­ κολο για τη Βέρα να παραμερίζει τις ενοχές της για όλα τα ψέματα που έπρεπε να συντηρεί, και ν’ απολαμβάνει τη ζεστή τους σχέση. Με κάθε μέρα που περνούσε, τα αισθηματά της για τη μητέρα του Λουκ, βάθαιναν και γίνονταν πραγματική, ατόφια αγάπη. Αν μπορού­ σε να διαλέξει, έτσι θα ήθελε να ήταν η μητέρα που είχε χάσει, μαζί με τις υπόλοιπες αναμνήσεις της. Κοντά στην Έλεν, ένιωθε προστατευμένη και ασφαλής- κι ακόμα περισσότερο, επειδή είχε αντιληφθεί ότι η πεθερά της ήταν η μοναδι­ κή της προστασία απέναντι στη σκληρότητα του Σόλτο. Όσο ήταν μπροστά η θεία του, εκείνος της φερόταν με το γάντι. Έπαιζε τόσο καλά το ρόλο του, που η Έλεν, παρά την οξυδέρκειά της, δεν είχε την παραμικρή υποψία για τα πραγματικά του αισθήματα απέναντι στη Βέρα. Αυτό βέβαια δεν τον είχε εμποδίσει, την επομένη κιόλας της άφι­ ξής της στο σπίτι του, να της κάνει την επίθεσή του. Ήταν Κυριακή, κι είχε περάσει όλο το πρωί κάνοντας ιστιοπλοΐα με τη Ναντίν το α­ πόγευμα όμως, είχε πετύχει τη Βέρα μόνη της, την ώρα που πήγαινε για το δωμάτιό της. Στάθηκε μπροστά της, φράζοντάς της το δρόμο με τον όγκο του. Της είπε ξερά: «Τα πας μια χαρά για την ώρα. Δεν ξέρω πώς τα κατά-


65

φερες* η θεία μου είναι πολύ έξυπνη, κι έχει φοβερή διαίσθηση. Πρέ­ πει να διαθέτεις πραγματικά μεγάλο υποκριτικό ταλέντο, για να την ξεγελάσεις έτσι. Συνέχισε μ’ αυτόν τον τρόπο, εντάξει;» Μια απειλητι­ κή λάμψη είχε φανεί στα μάτια του. «Θα... θα τα καταφέρω», ψέλλισε η Βέρα, με το πρόσωπο φλογι­ σμένο. «Αυτό λέω κι εγώ», της αποκρίθηκε στεγνά. «Θα φύγω απόψε, και ξέρεις τι θέλω να βρω όταν γυρίσω». «Ναι», πρόφερε με κόπο η Βέρα. Την άφησε τότε χωρίς ούτε ένα γεια, και μπήκε στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε η Ναντίν, όταν έμενε στο σπίτι. Η Έλεν της είχε πει πως ο Σόλτο ερχόταν στο νησί μόνο τα Σαβ­ βατοκύριακα, και όχι πάντα. Είχε μια καταπληκτική έπαυλη έξω απ’ το Σαουθάμπτον, κι εκεί έμενε όλη τη βδομάδα, εκτός αν έλειπε στο εξωτερικό. Εργαζόταν σκληρά, κι ήταν υποχρεωμένος να ταξιδεύει πολύ- είχε επίσης κι ένα πανέμορφο εξοχικό στην Τενερίφη, όπου μπορούσε ν’ απομονώνεται πού και πού, και ν’ αποτοξινώνεται απ’ την ένταση και το άγχος της δουλειάς. Τα περισσότερα όμως Σαββατοκύριακα, φρόντιζε να τα περνάει στο πατρικό του σπίτι. «Δε με παραμέλησε ποτέ», της είχε πει συγκινημένη η πεθερά της. «Ποτέ δεν ένιωσα μόνη σ’ αυτά τα χρόνια». Εκείνη τη βδομάδα, όμως, ο Σόλτο δεν περίμενε να έρθει το Σαβ­ βατοκύριακο για να κατέβει στο νησί Γουάιτ· την Τετάρτη, εντελώς α­ πρόσμενα, ήταν πάλι εκεί. Κι είχε έρθει, χωρίς αμφιβολία, για να ε ­ λέγξει αυτοπροσώπως την κατάσταση. Έμεινε μαζί τους όλο το απόγευμα, κι ήταν ευχάριστος και ομιλη­ τικός· έκανε ό,τι μπορούσε για να διασκεδάσει τη θεία του, που έλα­ μπε ολόκληρη κάθε που τον έβλεπε. Ήταν ολοφάνερη η αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλον. Όταν όμως τα μάτια του στρέφονταν στη Βέρα, ήταν βαριά από καχυποψία και περιφρόνηση. Η Έλεν δεν μπορούσε να τον δει, κι έ­ τσι εκείνος δεν είχε κανένα λόγο να προσέχει και τα βλέμματά του. Το βράδυ τις άφησε, κι έφυγε μόνος· το άλλο πρωί, όμως, η Βέρα τον άκουσε να βουτάει στην πισίνα από κάτω. Σηκώθηκε στο λεπτό απ’ το κρεβάτι, και βγήκε στη φαρδιά βεράντα· από κει, κρυμμένη πί­ σω απ’ τις ζαρντινιέρες με τα γιασεμιά, τον παρακολούθησε που διέ­ σχιζε σαν δελφίνι το νερό, απ’ τη μια άκρη της τεράστιας πισίνας ως την άλλη. Κολύμπησε έτσι για κάμποση ώρα, κι ύστερα βγήκε στο μαρμάρι­ νο πεζούλι, τινάζοντας τα πλούσια μαλλιά του. Το κορμί του γυάλιζε, ίδιο μπρούτζινο άγαλμα στο πρωινό φως* όμορφο σαν αρχαίου θεού. Η Βέρα έμεινε να τον παρακολουθεί σαν υπνωτισμένη. Τα μάτια της γλιστρούσαν μαγεμένα απ’ τις φαρδιές του πλάτες ως τα εντυ­ πωσιακά, ατέλειωτα πόδια του, περνώντας ενδιάμεσα απ’ το μυώδες


66

του στέρνο και το σκληρό, επίπεδο στομάχι του. Όλος μαζί εξέπεμπε μια τόσο έντονη αίσθηση δύναμης, σφρίγους και ζωντάνιας, που η ει­ κόνα του θα μπορούσε μια χαρά να χρησιμεύσει σαν σύμβολο αντρίκειας τελειότητας και μεγαλοπρέπειας. Δυσκολεύτηκε πολύ να πάρει τα μάτια της από πάνω του, και να πάει να κλειστεί και πάλι στο μοναχικό της δωμάτιο. Και το επόμενο Σαββατοκύριακο, όταν άκουσε πάλι παφλασμούς στην πισίνα, απέ­ φυγε να βγει να κοιτάξει. Ετσι κι αλλιώς, ο Σόλτο δεν κολυμπούσε ε­ κείνο το πρωί μόνος- ακόμα και μέσ’ απ’ τα κλειστά της τζάμια, μπο­ ρούσε ν’ ακούσει τα γέλια και τα ξεφωνητά της Ναντίν, καθώς έπαι­ ζαν οι δυο τους στο νερό της πισίνας. Απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες, η ζωή της μπήκε σε μια ήρεμη, καθησυχαστική ρουτίνα* τόσο, που στιγμές-στιγμές ξεχνιόταν, κι αφηνόταν να πιστέψει πως αυτή ήταν η κανονική της ζωή, και πως δεν είχε υ­ πάρξει τίποτε διαφορετικό, πριν απ’ τη γαλήν��α καθημερινότητα στο σπίτι του Σόλτο. Την ξάφνιαζε και την ίδια το πόσο σύντομα είχε συνηθίσει στην πολυτέλεια και την άνεση, και το πόσο φυσικό της φαινόταν τώρα πια να μένει σε μια σουίτα με κλιματισμό, προσωπικό τηλέφωνο, και γιγαντιαία οθόνη τηλεόρασης- να κάνει μπάνιο σε μια τεράστια, στρογγυ­ λή μπανιέρα με υδρομασάζ, να κυκλοφορεί με μια Ρολς-Ρόις με σο­ φέρ, και να έχει μια καμαριέρα στην απόλυτη διάθεσή της. Το σπίτι ήταν στ’ αλήθεια σωστό ανάκτορο, και περιβαλλόταν από απέραντες, κατάφυτες εκτάσεις, όπου έβρισκες από γήπεδα του τέ­ νις, μέχρι μίνι γκολφ. Στην ακροθαλασσιά, είχαν κατασκευάσει μια πλήρη μαρίνα, όπου λικνίζονταν τα σκάφη αναψυχής του Σόλτο- και στο αχανές γκαράζ κάτω απ’ το σπίτι, υπήρχαν ανάμεσα στ’ άλλα, και τρία αυτοκίνητα που δεν τα άγγιζε κανείς εκτός απ’ τον κύριο του σπιτιού- το λιγότερο εντυπωσιακό απ’ αυτά, ήταν μια ασημένια Πόρσε. «'Οταν βγάλεις το γύψο», της είχε πει η Έλεν, «θα πρέπει να δοκι­ μάσεις να οδηγήσεις. Αν έχεις μάθει, θα το θυμηθείς αμέσως. Ο Σόλ­ το δε θα έχει αντίρρηση να χρησιμοποιήσεις όποιο αυτοκίνητο θέ­ λεις. Όχι την Λαμποργκίνι του, βέβαια», πρόσθεσε γελώντας, «γιατί θα μας γδάρει και τις δυο». Αν δεν ήταν αυτές οι συνεχείς αναφορές στον Σόλτο, η Βέρα θα ένιωθε στ’ αλήθεια πολύ καλύτερα. Η ίδια προσπαθούσε απεγνωσμέ­ να να τον βγάζει εντελώς απ’ τη σκέψη της, όσο τουλάχιστον εκείνος δε βρισκόταν στο σπίτι- η Έλεν όμως δεν έχανε ποτέ ευκαιρία να φέ­ ρει την κουβέντα στον πολυαγαπημένο της ανιψιό. Φυσικά, την έφερνε εξίσου συχνά και στο γιο της, παρόλη τη θλί­ ψη που της προκαλούσε η θύμησή του. Κι ενώ η Βέρα μπορούσε να


67

συζητάει άνετα μαζί της για τον Λουκ, της ήταν αντίθετα πολύ δύσκο­ λο να διατηρεί τη φυσικότητά της, όταν άκουγε έστω το όνομα του Σάλτο. Κι έτρεμε μήπως μάντευε η Έλεν τι κρυβόταν πίσω απ’ την επί­ πλαστη αδιαφορία της· καλύτερα ν’ άνοιγε η γη να την καταπιεί, πα­ ρά να υποψιαζόταν η πεθερά της πως η σεμνή της νύφη, αντί να νο­ σταλγεί το χαμένο της σύζυγο, λαχταρούσε με κάποια σκοτεινή, ολότελα διεστραμμένη πτυχή του εαυτού της, τον εχθρικό, προσβλητικό, άκαμπτο ξάδερφό του. Στο βάθος, ζούσε συνέχεια με το φόβο πως θα προδινόταν άθελά της, και θα άφηνε την Έλεν να μαντέψει κάτι απ’ αυτά που δεν έπρε­ πε να μαντέψει ποτέ. Δεν την ένοιαζε για τον εαυτό της, ούτε καν για τις αντιδράσεις του Σάλτο* αλλά δεν ήθελε για κανένα λόγο να πλη­ γωθεί η πεθερά της. Δεν ήθελε να γκρεμιστούν αυτές οι αυταπάτες, που την είχαν βοηθήσει να ξεπεράσει τη συντριβή της για το θάνατο του γιου της. Πέρα απ’ αυτό, όμως, η παρέα της Έλεν της ήταν εξαιρετικά ευ­ χάριστη. Περνούσαν μαζί τις περισσότερες ώρες της ημέρας* η Βέρα της διάβαζε, έβλεπε μαζί της τηλεόραση για να της περιγράφει τι διαδραματιζόταν στην οθόνη, τη βοηθούσε σε δεκάδες μικροπράγ­ ματα, που μέχρι τότε τα διεκπεραίωνε η κυρία Πρέστον. . Η Έλεν, παρά την αναπηρία της, είχε πολλές κοινωνικές υποχρε­ ώσεις. Ήταν μέλος σε κάμποσους συλλόγους και επιτροπές, κι ασχολιόταν ενεργά με τα θέματα της ενορίας. Το πένθος της ήταν πολύ πρόσφατο, και δεν είχε μεγάλη διάθεση για κοινωνικές εκδηλώσεις* η παρουσία όμως της Βέρας, την είχε βοηθήσει να ξαναβρεί κάπως την αλλοτινή της ζωντάνια και ενεργητικότητα. Όσο περνούσαν οι μέρες, κι η Βέρα δυνάμωνε όλο και περισσό­ τερο, έπαψε να περιορίζεται σε περιπάτους στους κήπους ή στην α­ κροθαλασσιά, κι άρχισε να συνοδεύει όλο και πιο συχνά την πεθερά της στις εξόδους της. Η Έλεν χαιρόταν σαν παιδί όταν την είχε μαζί της* κι άκουγε με καμάρι τους γνωστούς της να της λένε πόσο όμορ­ φη και γλυκιά ήταν η νύφη της, και πόσο τυχερή ήταν που την είχε ε­ πιτέλους κοντά της. «Πρέπει να γνωρίσεις κόσμο», έλεγε στη Βέρα. «Να κάνεις δικές σου παρέες. Όχι, δε σκοπεύω να σου επιβάλω κάτι αταίριαστο με το πένθος μας. Ξέρω πως νιώθεις ακόμα ολότελα χαμένη. Θα περάσει όμως ο καιρός, θα γίνεις εντελώς καλά, θα ξαναβρείς τη μνήμη σου... Θα κλείσουν όλες οι πληγές, και τότε θα πρέπει να ξαναρχίσεις να ζεις κανονικά». «Ζω κανονικά και τώρα», διαμαρτυρήθηκε η Βέρα. «Δε θέλω τίπο­ τε περισσότερο. Είμαι πολύ καλά έτσι». «Είσαι πολύ γλυκό παιδί», είπε η Έλεν. «Κι εγώ θα ήμουν μια γριά εγωίστρια, αν δεχόμουν να θαφτείς μαζί μου εδώ μέσα. Ξέρω, είναι


68

νωρίς ακόμα για κάτι τέτοιο, αλλά είσαι πολύ νέα και πολύ όμορφη για να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με την πεθερά σου. Το ίδιο θα 1 έλεγε κι ο Λουκ, είμαι σίγουρη. Αργά ή γρήγορα, θα γνωρίσεις κάποι­ ον που θα σου ταιριάζει, και θα θελήσεις να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου». «Δε σκοπεύω να ξαναπαντρευτώ», είπε πνιχτά η Βέρα. «Σε λίγο καιρό θα σκέφτεσαι διαφορετικά. Πίστεψέ με, τίποτα δε θα μου δώσει μεγαλύτερη χαρά, απ’ το να ξέρω πως είσαι πάλι ευτυ­ χισμένη, με τη δική σου οικογένεια, τα παιδιά σου... Αλλά δε θέλω να φύγεις μακριά και να σε χάσω», πρόσθεσε τρυφερά. «Γι’ αυτό, κοίτα να βρεις κάποιον απ’ το νησί μας. Υπάρχουν ένα σωρό καταπληκτικοί εργένηδες στο νησί Γουάιτ!» Εκεί πάνω, τα μάγουλα της Βέρας είχαν γίνει πάλι κατακόκκινα. «Αυτό το σπίτι πρέπει να ξαναζωντανέψει», είπε η Έλεν. «Από τό­ τε που πέθανε ο Ρόμπερτ, κι ο Σόλτο εγκαταστάθηκε λίγο-πολύ στο Σαουθάμπτον, έχει καταντήσει σωστό γηροκομείο. Χρειαζόμαστε ε­ πειγόντως νέους ανθρώπους εδώ μέσα, κόσμο, κίνηση, παιδιά... Πα­ λιά είχαμε συνέχεια καλεσμένους, κι ο Σόλτο έδινε ονειρικά πάρτι. Τώρα, είμαστε σαν επαρχιακό αναρρωτήριο. Εγώ, η κυρία Πρέστον, η μαγείρισσα... Σύνολο ηλικίας, κοντά εκατόν ογδόντα χρόνια. Κι ο Σόλτο δε λέει να παντρευτεί. Κοντεύει πια να πατήσει τα τριανταπέντε. Κάποτε θα πρέπει να το αποφασίσει. Μόνο να μην είναι μ’ αυτήν την τελευταία», κατέληξε στεγνά. «Δεν την εγκρίνετε;» τόλμησε να ρωτήσει η Βέρα. «Δεν την ξέρω αρκετά καλά για να την κρίνω». Το ύφος της όμως έλεγε ακριβώς το αντίθετο. «Κι ούτε μπορώ ν’ αναμιχθώ σ’ ένα καθα­ ρά προσωπικό του θέμα. Ο Σόλτο έφερνε πάντα κορίτσια στο σπίτι’ δε θυμάμαι όμως να έφερε ποτέ καμία, για περισσότερο από δυο Σαββατοκύριακα. Ετούτη δω, τη φέρνει συνέχεια μαζί του, εδώ και τρεις μήνες». «Φαίνονται όντως πολύ ερωτευμένοι», είπε άχρωμα η Βέρα. «Κι ε­ κείνη τον κοιτάζει στα μάτια». «Ίσως», είπε η Έλεν. «Δεν την ξέρω καλά την κοπέλα* μπορεί να είναι εξαιρετική στο βάθος. Εμένα όμως μου φαίνεται... κάπως σκλη­ ρή. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουν να ταιριάξουν οι δυο τους. Ο Σόλτο είναι ένας πολύ τρυφερός άνθρωπος». Αυτή η παρατήρηση, έκανε τη Βέρα να τα χάσει. Τρυφερός ο Σόλτο! Αν υπήρχε κάποιος άνθρωπος στον κόσμο χωρίς ίχνος τρυφε­ ρότητας, αυτός σίγουρα ήταν ο Σόλτο Μακλέοντ - εκτός βέβαια σε ό,τι αφορούσε τη θεία του. Αλλά φυσικά, η Έλεν τον είχε μεγαλώσει από μικρό, και τον λάτρευε· ουσιαστικά, ήταν η μόνη μητέρα που είχε γνωρίσει. Ακόμα και κάποιος σαν αυτόν, δε θα μπορούσε παρά να νιώθει κάποια τρυφερότητα για μια τόσο υπέροχη γυναίκα. «Αν όμως εκείνος είναι ευχαριστημένος μαζί της», συνέχισε η


69

Έλεν, «εμένα μου περισσεύει. Εξάλλου, στο είπα, δεν την ξέρω την κοπέλα. Μπορεί να πέφτω εντελώς έξω. Τα φαινόμενα απατούν πολύ συχνά, ξέρεις». Όσο γι’ αυτό, είχε απόλυτα δίκιο η Ελεν Ράσελ. Τα φαινόμενα απατούσαν πιο συχνά απ’ όσο πίστευε εκείνη· κι η Βέρα έγινε άθελά της κατακόκκινη σαν παπαρούνα. Α, ήταν τελικά ευτύχημα από μια άποψη, που η πεθερά της δε διέκρινε παρά μόνο φως και σκοτάδι. Πέρα όμως απ’ αυτές τις αναπόφευκτες στιγμές αμηχανίας, θα ή­ ταν ήρεμη και τρισευτυχισμένη, αν δεν την απασχολούσε τόσο η σκέ­ ψη του Σόλτο, κι αν είχε έστω μια τόση δα ένδειξη ότι ξανάβρισκε τη μνήμη της. Αλλά δε συνέβαινε τίποτε τέτοιο· τίποτε δε σκιρτούσε στα βάθη του συνειδητού της. Το κενό που είχε αφήσει το παρελθόν της, κατα­ λαμβανόταν ορμητικά απ’ τις ζωηρές εντυπώσεις που αποτύπωνε στο μυαλό της το παρόν. Κάθε μέρα εντεινόταν η ψευδαίσθηση πως δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλη ζωή, πέρα απ’ αυτήν που ζούσε τώρα· ενδόμυχα, η Βέρα φοβόταν πως αυτή η ψευδαίσθηση θα έθαβε ορι­ στικά το παρελθόν της, και πως δε θα μπορούσε να το ξαναβρεί ποτέ πια, ό,τι κι αν γινόταν. Θα έπρεπε όντως να είχε πάει στην Ταγγέρη· όχι εδώ, σ’ αυτό το περιβάλλον που δεν είχε τίποτε το κοινό με ό,τι της ήταν οικείο πριν χάσει τη μνήμη της. Αυτό, ωστόσο, δεν το συζήτησε με το γιατρό, που τον επισκεπτό­ ταν σταθερά κάθε βδομάδα στο Κάουζ. Στο βάθος, φοβόταν μήπως αποφαινόταν κι εκείνος ότι αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση. Και δεν ήθελε να φύγει απ’ το νησί Γουάιτ, ούτε καν για λίγες μέ­ ρες. Δεν ήταν πια καθόλου σίγουρη ότι θα ’θελε να γυρίσει στο πα­ ρελθόν. Στο βάθος, δεν ήθελε να θυμηθεί τίποτα- ήθελε μόνο ν αφεθεί σ’ αυτή την καινούρια ζωή που ζούσε, ασφαλής και προστατευμένη σαν σ’ ένα ζεστό, μετάξινο κουκούλι. Το κουκούλι σκιζόταν, κάθε φορά που έκανε την εμφάνισή του ο Σάλ­ το- κάτω απ’ το βλέμμα του, ξαναθυμόταν αυτόματα πως δεν ήταν παρά η Βέρα Λιν Γκάθρι με το ύποπτο παρελθόν και το αβέβαιο μέλ­ λον, που ζούσε πριν ελάχιστους μήνες σε μια κακόφημη γειτονιά της Ταγγέρης, και χόρευε γυμνή σε πορνομάγαζα. Ο Σόλτο δε θα την άφηνε ποτέ να ξεχάσει πως δε ζούσε δικαιω­ ματικά σ’ αυτό το ονειρεμένο περιβάλλον, αλλά μόνο από δική του α­ νοχή, και μόνο για χάρη της θείας του. Η Βέρα έπρεπε βέβαια να παραδεχτεί ότι ήταν πολύ προσεχτικόςαποφασισμένος να μην αφήσει κανέναν άλλον να μαντέψει, πως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς ρόδινα μεταξύ τους. Δε θα το διακινδύ-


70

νεύε ποτέ να φτάσει στ’ αφτιά της Έλεν κάποιο σχετικό σχόλιο. Όταν όμως οι άλλοι δεν μπορούσαν να τον δουν, κάθε του βλέμ­ μα πλήγωνε σαν μαχαιριά. Δεν της μιλούσε σχεδόν ποτέ απ’ ευθείας, και καθόταν πάντα όσο πιο μακριά της γινόταν, σαν να μην ανεχόταν ούτε τη σχετική εγγύτητά της. Απέφευγε άλλωστε και να την κοιτά­ ζει· το έδειχνε ξεκάθαρα, πως ακόμα και η θέα της τον ενοχλούσε. Φρόντιζε άλλωστε να μη βρίσκονται ποτέ μόνοι, και σ’ εκείνο το τεράστιο σπίτι, δεν ήταν δύσκολο να το πετυχαίνει. Δεν την είχε ξαναπλησιάσει ποτέ μετά από την πρώτη Κυριακή, όταν της είχε κάνει τις τελευταίες του υποδείξεις, κι ούτε της είχε ξαναμιλήσει κατ’ ιδίαν. Τις ελάχιστες ώρες που έμενε στο σπίτι, κυκλοφορούσε μόνιμα με τη Ναντίν κολλημένη στο πλευρό του· κι ήταν ολοφάνερο, πως απέφευ­ γε συνειδητά να τη συναντάει μόνη. Είχε έρθει πάλι μεσοβδόμαδα, φέρνοντας μαζί του και τον Τζον Ντέσμοντ κι είχαν περάσει όλο το απόγευμα και το βράδυ, κλεισμέ­ νοι στο γραφείο του, δουλεύοντας προφανώς αδιάκοπα. Η Βέρα δεν αναρωτήθηκε γιατί ο Σάλτο είχε κρίνει απαραίτητο να έρθει να τελει­ ώσει τη δουλειά της ημέρας στο νησί Γουάιτ· ήταν πασιφανές, από τα γεμάτα καχυποψία βλέμματά του, πως είχε βγει απ’ τη συνηθισμέ­ νη του ρουτίνα, μόνο και μόνο για να ελέγξει την κατάσταση στο σπί­ τι. Την ίδια ακριβώς εντύπωση της έδωσε και την Παρασκευή, όταν ήρθε πάλι, αυτή τη φορά με τη Ναντίν. Έκανε πρώτα μια σύντομη ε­ πισκόπηση της κατάστασης, ανακρίνοντας με μεγάλη μαεστρία τη θεία του, για να διαπιστώσει μήπως η Βέρα είχε υποπέσει σε κανένα θανάσιμο σφάλμα· κι όταν βεβαιώθηκε πως η Έλεν βρισκόταν ακόμα στην ίδια κατάσταση ευφορίας και αγαλλίασης, κι ότι οι σχέσεις της με τη νύφη της δε θα μπορούσαν να είναι καλύτερες, πήρε την καλή του, κι έφυγαν για τη βραδινή τους διασκέδαση, αφού πρώτα φρόνη­ σε να ρίξει ένα βλέμμα σαφούς προειδοποίησης στη Βέρα. Όλη του η συμπεριφορά απέναντι της ήταν αφόρητα, και σκόπι­ μα, προσβλητική. Κι η Βέρα αναρωτήθηκε με βαριά καρδιά, και κά­ μποση ανίσχυρη αγανάκτηση, τι στο καλό περίμενε εκείνος ότι θα εί­ χε κάνει στην απουσία του η ανεπιθύμητη “ξαδέρφη” - στριπτίζ προς όφελος του σοφέρ, ή κανένα όργιο αλά λαίδη Τσάτερλι με τον κη­ πουρό; Το βράδυ, φυσικά, ήταν τόσο εκνευρισμένη, που της ήταν αδύνα­ το να κοιμηθεί. Ο γιατρός τής είχε κόψει τα ηρεμιστικά, και τώρα στριφογύριζε απελπισμένη, πιο ξύπνια παρά ποτέ, κι ας ήταν κιόλας μία το πρωί. Το ίδιο της συνέβαινε κάθε φορά που βρισκόταν ο Σόλτο στο σπί­ τι* περνούσε τη μισή νύχτα παλεύοντας με τον ύπνο που δεν ερχό­ ταν, και με τη σκέψη όλη αποκλειστικά και μόνο σ’ εκείνον. Έτσι κι α­ πόψε. τα λεπτά περνούσαν αλύπητα, κουρελιάζοντας τα νεύρα της*


71

μέχρι που τελικά παραιτήθηκε, και σηκώθηκε μ’ ένα βαθύ στεναγμό. Το μόνο που θα τη βοηθούσε ίσως να νυστάξει και να κοιμηθεί, θα ή­ ταν μια βόλτα στη γαλήνη της νύχτας. Φόρεσε την ελαφριά ρόμπα της, και βγήκε στη φαρδιά βεράντα. Προχώρησε ως την άλλη άκρη, απ’ όπου μια σειρά κομψά, μαρμάρι­ να σκαλοπάτια, έδιναν κατευθείαν στον κατάφυτο κήπο. Μια φέτα φεγγάρι αρμένιζε στον ουρανό, φωτίζοντας γλυκά το ήμερο τοπίο γύρω της. Το σπίτι ήταν σιωπηλό, κοιμισμένο. Η σιωπή όμως και το σκοτάδι δεν τη φόβιζαν ιην πλημμύριζαν μόνο με γαλήνη. Περπάτησε για λίγο άσκοπα ανάμεσα στα παρτέρια, ανασαίνοντας βαθιά τον καθαρό αέρα της νύχτας. Καθώς όμως τα βήματά της την έφερναν προς τη μεριά της πισίνας, συνειδητοποίησε μ’ ένα μι­ κρό σοκ, πως δεν ήταν μόνη στον κήπο· κάποιοι πνιχτοί ήχοι είχαν φτάσει στ’ αφτιά της, κάνοντας την καρδιά της να φτεροκοπήσει τρο­ μαγμένη στο στήθος της. Κοκάλωσε εκεί που βρισκόταν, προσπαθώ­ ντας ν’ αφουγκραστεί. Οι ήχοι, κάτι σαν στεναγμοί ή βογκητά, έρχο­ νταν απ’ την πλευρά της πισίνας· κι η πρώτη της σκέψη ήταν πως κά­ ποιος είχε χτυπήσει, και χρειαζόταν βοήθεια. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, προχώρησε αλαφροπατώντας μέχρι το σημείο που τέλειωνε η πυκνή βλάστηση, λίγα μέτρα μακριά απ’ την πισίνα· ακόμα όμως και πριν φτάσει ως εκεί, είχε συνειδητοποιήσει πως αυτό που άκουγε, δεν ήταν στεναγμοί πόνου. Οι ήχοι καταγρά­ φονταν τώρα πιο καθαρά, κι όταν έφτασε πίσω απ’ τον τελευταίο θά­ μνο, δε χρειαζόταν καν να κοιτάξει, για να δει τι συνέβαινε. Θα έπρεπε εκείνη τη στιγμή να στραφεί και να φύγει όσο πιο γρή­ γορα και πιο διακριτικά γινόταν* τα πόδια της όμως δεν την υπάκου­ γαν. Με την καρδιά να σφυροκοπάει στο στήθος της, κρυμμένη όσο καλύτερα γινόταν πίσω από έναν φαρδύ, καλλωπιστικό θάμνο, έμεινε να κοιτάζει σαν υπνωτισμένη το ζευγάρι που έκανε έρωτα, στο μαρ­ μάρινο πεζούλι της πισίνας, πάνω σ’ ένα απ’ τα φουσκωτά στρώματα. Εκείνη καθόταν από πάνω, και τα ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν κα­ θώς ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, με μικρά, κοφτά βογκητά* κι εκείνος την κρατούσε γερά απ’ τους γοφούς, καθοδηγώντας την σ’ ένα ρυθ­ μό που γινόταν όλο και πιο γρήγορος, όσο η Βέρα τους κοιτούσε σαν υπνωτισμένη, ανίκανη να γυρίσει και να φύγει. Ο Σόλτο και η Ναντίν αποτελούσαν οπωσδήποτε ένα εντυπωσια­ κό ζευγάρι, κι όχι μόνο από μια άποψη· αυτό όμως ήταν το τελευταίο πράγμα που θα συγκινούσε εκείνη τη στιγμή τη Βέρα. Κι αν είχε μεί­ νει να τους κοιτάζει σαν πετρωμένη, δεν ήταν επειδή την είχε συναρ­ πάσει το ερεθιστικό θέαμα. Το κυρίαρχο συναίσθημά της, ήταν μια τυφλή, ανεξέλεγκτη, κι ολότελα καταστροφική ζήλεια· παράλογη, ε­ πίσης, γιατί δεν είχε κανένα δικαίωμα να ζηλεύει, και το ’ξερε αυτό καλά. Άλλωστε, το θέαμα δεν της είχε αποκαλύψει και τίποτε καινούριο.


72

Οι σχέσεις του Σόλτο με τη Ναντίν ήταν οφθαλμοφανώς ερωτικές, και κανείς ποτέ δε θα σκεφτόταν, ότι οι δυο τους έπαιζαν πασιέντζες όταν έμεναν μόνοι. Ήταν όμως άλλο πράγμα να φαντάζεται κανείς τι έκαναν, κι εντελώς διαφορετικό να τους βλέπει να το κάνουν, και μά­ λιστα με τόσο πάθος. Το σώμα της είχε παγώσει, κι ένιωθε ξαφνικά κυριολεκτικά άρρω­ στη. Στο βάθος, ήξερε ότι θα έδινε οτιδήποτε για να ήταν εκείνη στη θέση της Ναντίν, και να της έκανε έρωτα ο Σόλτο Μακλέοντ κι αυτό που την πονούσε περισσότερο, ήταν η απόλυτη επίγνωση ότι δεν υ­ πήρχε καμιά πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο. Τα σωθικά της σφίγγονταν απ’ τη λαχτάρα όσο τους παρακολου­ θούσε, κρυμμένη πίσω απ’ την πικροδάφνη. Τώρα ο Σόλτο είχε φέρει τη Ναντίν από κάτω, και της το έκανε παθιασμένα, με το τέλειο σώμα του ακούραστο κι αχόρταγο, σαν να ζητούσε να στραγγίζει και την τελευταία σταγόνα ηδονής που είχε να του προσφέρει η νύχτα. Και μόνο όταν τέλειωσαν κι οι δυο μαζί, σ’ ένα βίαιο, πρωτόγονο κρεσέντο, βγήκε κι η Βέρα απ’ τη νάρκη της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι έκανε τόση ώρα, και το αίμα ανέβηκε ορμητικό στα μάγουλά της. Συγκρότησε όπως-όπως την παρόρμησή της να φύγει τρέχοντος σαν κυνηγημένη, κι απομακρύνθηκε όσο πιο αθόρυβα γινόταν, τρέμοντας μην την αντιληφθούν εκείνοι, τώρα που είχαν χαλαρώσει. Καλύτερα να άνοιγε η γη να την καταπιεί, παρά να υποψιαζόταν ο Σόλτο τι είχε συμβεί. Όσο βρισκόταν στον κήπο, θα ή­ ταν καλά κρυμμένη- απ’ τη στιγμή όμως που θ’ ανέβαινε στα σκαλιά, δε θα είχε καμιά κάλυψη. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει απ’ την α­ γωνία. Δεν έγινε όμως τίποτε απ’ όσα φοβόταν- έφτασε τελικά στο δω­ μάτιό της, κι έτρεξε να χωθεί στο κρεβάτι της. Έτρεμε σύγκορμη απ’ την ταραχή και την αναστάτωση, και της ερχόταν να κρύψει το πρό­ σωπό της στο μαξιλάρι, και ν’ αρχίσει να κλαίει ατέλειωτα. Ήταν μόνο εικοσιέξι χρόνων, νέα και σχετικά υγιής, και δεν είχε πια ούτε ίχνος σεξουαλικής ζωής. Ίσως αυτός να ήταν ο μόνος λόγος που ένιωθε τώρα αυτήν τή βασανιστική ανάγκη, για το σώμα ενός ά­ ντρα που ήθελε κάποιαν άλλη, και που εκείνη δε θα τον είχε ποτέ, α­ κόμα κι αν εξαφανιζόταν εντελώς απ’ τη ζωή του η Ναντίν Μπλάιθ. Μισή ώρα αργότερα, συνέβη αυτό που φοβόταν περισσότερο απ’ ό­ λα. Στο μεταξύ είχε πάρει ένα περιοδικό, και το ξεφύλλιζε νευρικά, προσπαθώντας να βγάλει απ’ το νου της τις σκηνές δίπλα στην πισί­ να, μπας και μπορέσει τελικά να κοιμηθεί. Όταν άκουσε το ανάλαφρο χτύπημα στην πόρτα της, τινάχτηκε τρομαγμένη, και το περιοδικό τής έπεσε απ’ τα χέρια. «Ποιος είναι;» ρώτησε ξεψυχισμένα, κι ας ή­ ξερε πολύ καλά ποιος πρέπει να ήταν, αυτή την ώρα, στο κατά τα άλ­ λα σιωπηλό σπίτι.


73

«Εγώ. Ο Σόλτο». «Μισό λεπτό», τραύλισε η Βέρα, ψάχνοντας απεγνωσμένα για τη ρόμπα της. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. «Εντάξει, μπες», είπε τε­ λικά, πολύ κοντά στη λιποθυμία απ’ το φόβο και την ντροπή. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο, έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω του, κι έγειρε κόντρα στο ξύλο. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, τα χείλια του σφιγμένα· κι η Βέρα του αντιγύρισε τρέμοντας το βλέμμα. «Θέ­ λεις τίποτα;» τραύλισε τελικά, όταν η σιωπή είχε αρχίσει πια να γίνε­ ται ανυπόφορη. «Εσύ τι φαντάστηκες;» της πέταξε σκληρά. «Πως ήρθα μόνο για να σου πω καληνύχτα;» «Δε... δε φαντάστηκα τίποτα», ψέλλισε η Βέρα. «Φυσικά. Γιατί να φανταστείς», παρατήρησε καυστικά ο Σόλτο. «Όλα αυτά θα πρέπει να σου φαίνονται πολύ φυσιολογικά εσένα. Μέ­ ρος της επαγγελματικής σου εξειδίκευσης, το δίχως άλλο». «Για... για ποιο πράγμα μιλάς;» έκανε κάτωχρη η Βέρα. «Ελπίζω τουλάχιστον να το βρήκες του γούστου σου», της πέταξε σαρκαστικά. «Είσαι σίγουρα εξπέρ σ’ αυτού του είδους τα θεάματα. Αν όντως σου άρεσε το αποψινό, θα περιμένεις ίσως να νιώσω και κολακευμένος!» Το μυαλό της παρέλυσε απ’ τη σύγχυση και την ταραχή. Δεν υ­ πήρχε άλλωστε καμιά ��ικαιολογία* κι έτσι είπε μόνο με κόπο: «Δεν το έκανα επίτηδες. Βγήκα απλά να πάρω λίγο αέρα, και...» Το φουρτου­ νιασμένο βλέμμα που της έριξε, την έκανε να κάταπιεί τα υπόλοιπα. «Και αφού έπεσες πάνω στην περίπτωση, είπες να μείνεις να δεις και το σόου», συμπλήρωσε εκείνος, οργισμένος. «Απλά πράγματα. Θα πρέπει ίσως να αισθάνομαι και υποχρεωμένος, που έμεινες πίσω απ’ την πικροδάφνη, και δεν πλησίασες για να ζητήσεις να συμμετάσχεις κιόλας!» «Ω, για τ ’ όνομα του Θεού, σταμάτα», έκανε μισοπνιγμένη η Βέρα. «Δεν έγινε επίτηδες, στο είπα! Επεσα εντελώς τυχαία πάνω σας, και - » Εκείνος γέλασε σκληρά. «Το θράσος σου, ξαδέρφη, είναι πραγ­ ματικά αξιοθαύμαστο. Όπου να ’ναι, θα μου πεις πως πέρασες, έρι­ ξες μια ματιά, κι αμέσως μετά έσπευσες να εξαφανιστείς. Θαρρείς δε σε έβλεπα όλη την ώρα; Αν θέλεις την αλήθεια, σε είδα απ’ τη στιγμή που κατέβαινες στον κήπο* αλλά ειλικρινά, δε φαντάστηκα ότι θα είχες την ξετσιπωσιά να έρθεις να μου κάνεις μάτι!» Στα λόγια του, όλη της η ταραχή έγινε αγανάκτηση. «Αν δεν ήθε­ λες να σου κάνουν μάτι», του πέταξε φουρκισμένη, «ας διάλεγες για τις επιδόσεις σου κάποιον πιο κατάλληλο χώρο!» Με δυο βήματα βρέθηκε δίπλα της, και την άρπαξε απότομα απ’ το γερό της μπράτσο. Τα μάτια του έλαμπαν τόσο απειλητικά, που τα πόδια της λύθηκαν απ’ το φόβο. Τα δάχτυλά του μπήγονταν σαν τανάλιες στην τρυφερή της σάρ­


74

κα. Της είπε ξερά: «Θα πρέπει ίσως να σου υπενθυμίσω πως αυτό εί­ ναι το σπίτι μου, και πως έχω δικαίωμα να κάνω ό,τι μου αρέσει, όποτε μου αρέσει, και όπου μου αρέσει. Αν γουστάρω να το κάνω στην πισίνα μου, θα το κάνω, και δε νιώθω καθόλου υποχρεωμένος να σταματήσω στα μισά, και να τρέχω με τα παντελόνια κατεβασμένα να βρω κλειστό χώρο για να συνεχίσω, μόνο και μόνο επειδή μια ξεδιά­ ντροπη γυναίκα τη βρίσκει, παρακολουθώντας τρίτους να κάνουν έ­ ρωτα!» «Σου είπα, δεν το έκανα επίτηδες», ξέσπασε απελπισμένη η Βέρα, με τα μάγουλα κόκκινα σαν φωτιά. «Κατέβηκα εντελώς ανυποψίαστη στον κήπο, κι ήρθα προς την πισίνα επειδή άκουσα κάτι σαν βογκητό, και ανησύχησα. Φοβήθηκα πως κάποιος είχε χτυπήσει, και ίσως είχε ανάγκη από βοήθεια!» «Σου πήρε πάντως κάμποση ώρα μέχρι να διαπιστώσεις πως εί­ χες πέσει έξω, ξαδέρφη», της αντιγύρισε σαρκαστικά. «Σε κάθε άλ­ λον, είμαι σίγουρος, μια και μόνη ματιά θα έφτανε για να καθησυχά­ σει τους φόβους του. Κι αν είχες λίγη τσίπα πάνω σου, θα είχες φύ­ γει αμέσως, και οπωσδήποτε, δε θα έμενες μέχρι το τέλος του σόου!» Η Βέρα ήξερε πως σ’ όλη αστή την ιστορία, εκείνη είχε το άδικο* κανονικά, θα έπρεπε να του ζητήσει συγνώμη, και να δώσει τέλος στο επεισόδιο. Τα λόγια του όμως την έτσουζαν σαν καμτσικιές. «Η διάρ­ κεια σε πείραξε;» τον ρώτησε φουρκισμένη. «Αν είχες κι εσύ λίγη τσί­ πα πάνω σου, θα ’χες πάρει τα μέτρα σου απ’ τη στιγμή που με είδες να κατεβαίνω στον κήπο. Ήταν πολύ πιθανό να πέσω πάνω σας και να σας δω, και δεν έ^ει καμιά σημασία αν θα ήταν για μισό λεπτό, ή για μισή ώρα. Σημασία έχει πως έτσι κι αλλιώς θα σας έβλεπα, και πως αυτό εσένα σου ήταν εντελώς αδιάφορο!» «Ε, μεταξύ μας τώρα, ξαδέρφη, δε φοβήθηκα μήπως σε σοκά­ ρω». Ο σαρκασμός του ήταν ανυπόφορος. «Είμαι σίγουρος πως θα ’χεις δει κάμποσα ανάλογα σόου στη διάρκεια της καριέρας σου χωρίς να υπολογίσουμε, βέβαια, σε πόσα έχεις πάρει μέρος!» «Κι εγώ είμαι σίγουρη πως το έκανες επίτηδες», του πέταξε έξαλ­ λη η Βέρα, σε μια τυφλή προσπάθεια ν’ ανταποδώσει τα χτυπήματα. «Συνέχισες με όλη σου την απάθεια, για να μου δώσεις την ευκαιρία να θαυμάσω τις επιδόσεις σου. Τη βρίσκεις προφανώς όταν σου κά­ νουν μάτι, δεν εξηγείται αλλιώς. Εκτός αν όντως περίμενες να έρθω να πάρω κι εγώ μέρος στην επίδειξη!» Εκεί σταμάτησε, συνειδητοποι­ ώντας άξαφνα, πως με κάθε της κουβέντα, κατέβαινε στο επίπεδο ό­ που επεδίωκε να την τοποθετήσει κι εκείνος. Στη σιωπή που έπεσε, άκουσε την ανάσα της να βγαίνει σχεδόν λαχανιαστή. Ο Σόλτο είχε μείνει να την κοιτάζει, κρατώντας τη συνέ­ χεια απ’ το μπράτσο* και κάτω απ’ το σκοτεινό του βλέμμα, ένα ατέ­ λειωτο ρίγος διέτρεξε το σώμα της.


75

Όταν εκείνος ξαναμίλησε, είπε αργόσυρτα: «Κι αν ήταν έτσι, εσύ θα έλεγες όχι;» Για μια στιγμή, η Βέρα δεν ήταν σίγουρη πως είχε πιάσει σωστά τα λόγια του. Απόμεινε να τον κοιτάζει αναποφάσιστη, και μαζί σαστι­ σμένη, νιώθοντας πως γύρω τους, η ατμόσφαιρα φορτιζόταν ξαφνικά με ηλεκτρισμό. Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν στο μπράτσο της, κι ύστερα σύρθη­ καν απαλά ως τον αγκώνα της. «Πες μου», την παρότρυνε χαμηλό­ φωνα. «Δεν... δεν ξέρω», τραύλισε σαν χαμένη η Βέρα. Δεν ήταν αυτό που ήθελε να πει· αλλά δεν είχε τι άλλο να πει εκείνη τη στιγμή. Είχε την εντύπωση πως ο αέρας γύρω τους πετούσε σπίθες* κι εκεί που την άγγιζαν τα δάχτυλά του, το δέρμα της έκαιγε σαν να το άγγιζε φλόγα. «Και βέβαια ξέρεις. Γιατί δεν το παραδέχεσαι;» Η βαθιά, αργό­ συρτη φωνή του, είχε μια σχεδόν υπνωτιστικη επίδραση πάνω της· η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. «Γιατί να το παραδεχτώ;» «Ας πούμε... για να παραδεχτώ κι εγώ ότι θα το ήθελα». Το βλέμ­ μα του κρατούσε αβίαστα το δικό της, κάνοντας το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες της. Ήταν σαν να είχε μεταφερθεί σ’ ένα ακόμη αισθη­ σιακό όνειρο· και μέσα στο όνειρο, άνοιξε το στόμα και είπε ξέπνοα: «Ναι. Αν το θέλεις». Της άφησε τότε το μπράτσο, κι απρόσμενα, βάλθηκε να γελάει σι­ γανά, σπάζοντας σε χίλια κομμάτια τη μαγεία που είχε υφάνει τόσο αβίαστα, με μόνο λίγες λέξεις. «Βλέπω δεν ξεχνάς την τέχνη σου, ξαδέρφη», είπε μελιστάλαχτα. «Σίγουρα, θα σου έκανε καλό να προω­ θήσεις την καριέρα σου όσο βρίσκεσαι στην ανάρρωση. Ποιος ξέρει, κιόλας, μια τέτοια ενασχόληση, μπορεί να σου θύμιζε τις παλιές σου δόξες. Δε θα ’ταν ωραίο να επανέλθει η μνήμη σου με τόσο ευχάρι­ στο τρόπο;» Η Βέρα έκανε μηχανικά ένα βήμα πίσω, προσπαθώντας μέσα από ένα κύμα σκοτοδίνης, να καταλάβει πώς είχε καταφέρει να πέσει σαν τυφλή στην παγίδα του. «Απ’ ό,τι βλέπω», συνέχισε αλύπητα ο Σόλτο, «δε θα ’χες κανένα πρόβλημα να μεταφέρεις στο σπίτι μου την πρακτική των πορνομάγαζων της Ταγγέρης. Εγώ όμως δεν μπορώ να πω ότι φλέγομαι απ’ την ανυπομονησία να κάνω παρτούζες μαζί σου, ξαδέρφη. Αν ήμουν στερημένος από σεξ, μπορεί και να με δελέαζε αυτή η προοπτική. Όπως διαπίστωσες όμως και μόνη σου, δεν πάσχω από τέτοια έλλει­ ψη. Δε νομίζω λοιπόν ότι θα σου δοθεί η ευκαιρία να μου προσφέρεις πιο... εξειδικευμένες, ας πούμε, υπηρεσίες, γλυκιά μου». Η Βέρα κάθισε βαριά στην άκρη του κρεβατιού, κρύβοντας με το αριστερό της χέρι το πρόσωπό της. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να


76

συγκροτήσει τα δάκρυά της, είπε αχνά: «Ωραία· και τώρα που απέ­ δειξες πως είμαι μια του δρόμου, μπορείς να με αφήσεις στην ησυχία μου;» Στη σιωπή, δεν ακουγόταν παρά μόνο η γοργή, κοφτή του ανάσα. Κι όταν εκείνη σήκωσε τα βουρκωμένα της μάτια για να τον κοιτάξει, η έκφρασή του της έκοψε στιγμιαία την ανάσα. Δε θα μπορούσε να την αναλύσει, αλλά σίγουρα έκρυβε κάτι πολύ περισσότερο από πε­ ριφρόνηση και απέχθεια. Η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της, κι είπε απελπισμένη: «Απ’ την πρώτη στιγμή που με είδες, κάνεις ό,τι μπορείς για να με πληγώσεις». Για λίγα ατέλειωτα δευτερόλεπτα, τα μάτια της έδεσαν με τα δικά του. Η οργή έφυγε απ’ το βλέμμα του, κι έμεινε μόνο κάτι σαν βαθιά κούραση. «Βγάζεις πάντα στην επιφάνεια τον χειρότερό μου εαυτό», της είπε στεγνά. «Γι’ αυτό προσπάθησε τουλάχιστον να μη μου δίνεις αφορμές. Κρατήσου μακριά μου, κι όλα θα είναι εντάξει». Κι ύστερα πρόσθεσε ξερά: «Και για τ ’ όνομα του Θεού, μην αρχίζεις τα κλάματα πάλι!» «Είχες πει... είχες πει πως δε σ’ ενοχλούν τα γυναικεία δάκρυα», τραύλισε ανόητα η Βέρα, πνίγοντας όπως-όπως ένα λυγμό. Το πρόσωπό του σφίχτηκε αλλόκοτα. «Τα δικά σου μ’ ενοχλούν», της πέταξε κοφτά, και στρέφοντάς της απότομα την πλάτη, βγήκε χωρίς άλλη κουβέντα απ’ το δωμάτιο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Μέσα στη βδομάδα, η Βέρα πήγε με την Έλεν στο νοσοκομείο, κι ε­ κεί, επιτέλους, της έβγαλαν το γύψο. Το χέρι της ήταν σε καλή κατά­ σταση, και δε θα χρειαζόταν παρά μόνο κάποιες καθημερινές ασκή­ σεις, μέχρι να αποκατασταθεί εντελώς. Μετά απ’ αυτό, η Έλεν παρέσυρε τη νύφη της σ’ ένα κοσμηματο­ πωλείο, και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο, και πολύ ακριβό, ρολόι Πιαζέ. Όλες οι διαμαρτυρίες της Βέρας, στάθηκαν ανώφελες* η Έλεν τρελαινόταν έτσι κι αλλιώς να τη γεμίζει δώρα. Κάθε φορά που έβγαι­ ναν μαζί έξω, της ψώνιζε κι από κάτι. Απ’ ό,τι της είχε πει, ο Σάλτο είχε κανονίσει να παίρνει η θεία του ένα εντυπωσιακό επίδομα. Επιπλέον, η Έλεν διαχειριζόταν εν λευκώ κι όλα τα κονδύλια που απαιτούσε η συντήρηση του σπιτιού του στο νησί. «Στ’ αλήθεια, έχω πάντα πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα μπορούσα να ξοδέψω», διαβεβαίωσε τη Βέρα, που ένιωθε απαίσια, ό­ χι μόνο επειδή δεν ήθελε να ξοδεύεται για χάρη Όης η πεθερά της, αλλά κι επειδή ήξερε τι θα σκεφτόταν ο Σόλτο για όλα αυτά τα δώρα. Δε χρειαζόταν δα τίποτε περισσότερο, για να την κατηγορήσει ότι εκ­ μεταλλευόταν τη θεία του για οικονομικά οφέλη. Δεν έχανε άλλωστε ευκαιρία να την κατηγορεί, άμεσα ή έμμεσα, για τα πιο παράλογα πράγματα. Όλη εκείνη τη βδομάδα, η Βέρα έβραζε απ’ την αγανάκτηση για την άδικη, παράλογη, και ολότελα σαδιστική συμπεριφορά του απέ­ ναντι της. Δεν είχε κανένα λόγο να την αντιμετωπίζει έτσι. Εκείνη δεν του έδινε καμία αφορμή. Είχε τηρήσει τη συμφωνία τους, δεν είχε κά­ νει κανένα λάθος, κι η θεία του ήταν ευχαριστημ��νη - και κάτι περισ­ σότερο* ήταν ευτυχισμένη. Ό,τι κι αν είχε κάνει στο παρελθόν της, τώρα φερόταν άψογα, κι εκείνος το ήξερε. Αν δεν μπορούσε να της δείξει συμπάθεια, θα μπο­ ρούσε τουλάχιστον να της δείξει κάποια ανοχή, κι όχι να της καταλο­ γίζει τα πιο απίθανα κίνητρα, η να προσπαθεί να την παγιδεύσει, με


78

τον ελεεινό τρόπο που την είχε παγιδεύσει την Παρασκευή το βράδυ. Κι αν πίστευε ότι ήταν πόρνη, αυτό δεν του έδινε το δικαίωμα να προ­ σπαθεί σε κάθε περίπτωση ν’ αποδείξει ότι είχε δίκιο. Ήταν στ’ αλήθεια εξοργισμένη μ’ όλα αυτά* όταν πέρασε η Τε­ τάρτη, κι εκείνος δεν εμφανίστηκε, ένιωσε βαθιά ανακούφιση. Ο Σάλ­ το όμως δεν ήρθε ούτε το Σαββατοκύριακο· τηλεφώνησε μόνο για να πει ότι βρισκόταν στη Ρώμη, με τη Ναντίν. Απ’ το ύφος της Έλεν όταν της το μετέφερε, η Βέρα δε δυσκο­ λεύτηκε να μαντέψει πόσο είχε ενοχληθεί η πεθερά της. Είχαν πια αρκετή οικειότητα οι δυο τους, ώστε ν’ αναφέρονται ανοιχτά και σε τέτοια λεπτά θέματα. «Δεν ξεκολλάει από κοντά της», είπε η Έλεν. «Και τώρα θα σκεφτείς ότι κάνω σαν κακιά πεθερά, αλλά πίστεψέ με, δεν είναι ιδιοτρο­ πία μου. Απλά, αυτή η κοπέλα δε με πείθει». «Του είναι όμως πολύ αφοσιωμένη», αντέταξε με βαριά καρδιά η Βέρα. «Φυσικά και του είναι αφοσιωμένη. Αν δεν ήταν, δε θα την κρα­ τούσε τόσον καιρό. Ο Σόλτο είναι ο τελευταίος άντρας στη γη, που θα έτρεχε πίσω από μια χλιαρή γυναίκα. Εμένα όμως η Ναντίν συνε­ χίζει να μη με πείθει. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι της βρίσκει». Η Έλεν, βέβαια, δεν τους είχε δει να κάνουν έρωτα, σκέφτηκε πι­ κρά η Βέρα, ξαναφέρνοντας στο νου της εκείνες τις όλο πάθος σκη­ νές στην πισίνα. Αν τους είχε δει, ίσως να καταλάβαινε καλύτερα τι της έβρισκε ο Σόλτο. «Είναι πολύ όμορφη», είπε συγκροτημένα, προ­ σπαθώντας να βγάλει κάθε ίχνος θλίψης απ’ τη φωνή της. «Δεν αμφιβάλλω. Όλες έτσι όμορφες ήταν», παρατήρησε δηκτικά η Έλεν. Ήταν μια πολύ γλυκιά και μειλίχια γυναίκα, που ποτέ δεν έλε­ γε κακιά κουβέντα για κανέναν αντίθετα, προσπαθούσε πάντα να εί­ ναι ακριβοδίκαιη στις κρίσεις της, και να βρίσκει όλα τα πιθανά ελαφρυντικά. Είχε ψυχολογήσει όμως πολύ σωστά τη Ναντίν, και την αναστά­ τωνε η σκέψη πως μπορεί ο λατρευτός της Σόλτο να έπεφτε θύμα της. «Όλα πάνω της είναι προσποιητά κι επίπλαστα», είπε στη Βέρα. «Δεν είναι παρά μια υπερφίαλη, υπεροπτική και άπληστη γυναίκα, που προσπαθεί να με καλοπιάσει με ανόητα καμώματα, επειδή πι­ στεύει πως όποιος δε βλέπει καλά, είναι και βλάκας!» Ενδόμυχα, η Βέρα συμφωνούσε απόλυτα μαζί της· προτίμησε ό­ μως να μην κάνει κανένα σχόλιο. Πέρασε κι η επόμενη βδομάδα, κι ο Σόλτο δεν ήρθε στο σπίτι· εί­ πε μάλιστα στη θεία του, πως δεν ήταν καθόλου σίγουρο αν θα τα κατάφερνε και το Σαββατοκύριακο. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκε η Βέρα- κάθε Σαββατοκύριακο χω­ ρίς αυτόν, ήταν μια ευπρόσδεκτη αλλαγή. Κι έπεισε πάλι τον εαυτό της, πως αυτή η προοπτική τη γέμιζε βαθιά ανακούφιση.


79

Το Σάββατο το πρωί, όμως, άκουσε πάλι παφλασμούς στην πισί­ να* ο Σάλτο ήταν εκεί, και για μια φορά, είχε έρθει μόνος. Η Ναντίν, είπε στη θεία του, βρισκόταν για λίγες μέρες στη Νέα Υόρκη. Πήρε μαζί τους το πρωινό, κι ύστερα ασχολήθηκε αποκλειστικά με μια παρέα φίλων του, που τους είχε καλέσει για να παίξουν τένις. Το μεσημέρι έφαγαν όλοι μαζί, στη σκιερή πλευρά του κήπου* και με­ τά, ο Σάλτο έφυγε με την παρέα του. Θ’ αργούσε να γυρίσει, είπε στη θεία του, και πραγματικά, ως την ώρα που η Βέρα ανέβηκε για ύ­ πνο, δεν είχε επιστρέφει ακόμα. Η εμφάνιση του στο σπίτι, την είχε ταράξει πάλι επικίνδυνα. Γι’ άλλη μια φορά, δυσκολευόταν ν’ αποκοιμηθεί, κι όσο περνούσε η ώ­ ρα, τόσο μεγάλωνε ο εκνευρισμός της. Τα παράτησε τελικά, πήγε στο καθιστικό της, κι άναψε την τηλεόραση. Η σκέψη του ωστόσο συνέχισε να κυριαρχεί στο μυαλό της, επι­ καλύπτοντας όλες τις εικόνες της μικρής οθόνης. Τελικά έκλεισε την τηλεόραση, και στο απόλυτο σχεδόν σκοτάδι, κατευθύνθηκε προς το αμυδρά φωτισμένο καρέ της μπαλκονόπορτας* θα της έκανε καλό να περπατήσει λίγο στον κήπο, κι απόψε, σίγουρα, δεν κινδύνευε να πέ­ σει πάνω σε αποκαλυπτικά συμπλέγματα. Βγήκε στη μοσχομυριστή βεράντα, ανασαίνοντας βαθιά τον καθά­ ριο αέρα της νύχτας* αλλά δεν πρόλαβε να κάνει ούτε δυο βήματα, όταν ξαφνικά κοκάλωσε πανικόβλητη εκεί που βρισκόταν. Δεν είχε φεγγάρι, αλλά ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια* και στο φως τους διέκρινε ολοκάθαρα τη σκοτεινή σιλουέτα του Σόλτο, σε μια απ’ τις σεζ-λονγκ, λίγα μέτρα πιο πέρα. Η καρδιά της βάλθηκε να σφυροκοπάει στο στήθος της, κι η πρώ­ τη της ενστικτωδικη αντίδραση, ήταν να στραφεί και να φύγει τρέχο­ ντος, πριν την αντιληφθεί εκείνος. Ήταν όμως πολύ αργά πια γι’ αυ­ τό* ο Σόλτο την είχε δει. «Μπα, μπα», έκανε αργόσυρτα, αφήνοντας το ποτήρι που κρατού­ σε στο μαρμάρινο τραπέζι δίπλα του. Υπήρχε κι ένα μπουκάλι πάνω στο τραπέζι* η Βέρα δεν μπορούσε να δει τι περιείχε, σίγουρα όμως δε θα ήταν μεταλλικό νερό. Και κάτι στην απόχρωση της φωνής του Σόλτο, την προειδοποίησε πως είχε ήδη καταναλώσει κάμποσο απ’ το περιεχόμενο της μπουκάλας. «Για δες ποιος βγήκε να μου κάνει παρέα», συνέχισε εκείνος, με κάτι σαν κρυμμένο γέλιο στη φωνή. «Δυο μοναχικές ψυχές μες στη νύχτα, ξαδέρφη; Ακούγεται πολύ ρομαντικό για να είναι αληθινό», κα­ τέληξε σαρκαστικά. Η Βέρα έκανε αθέλητα ένα βήμα πίσω. Κρατήσου μακριά μου , της είχε πει, και τα λόγια του ηχούσαν ακόμα απειλητικά στο μυαλό της. «Συγνώμη», πρόφερε απολογητικά. «Δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ. Βγήκα μόνο να πάρω λίγο αέρα, και...» Σταμάτησε, ξαφνικά έξαλλη με τον ε­ αυτό της, που έπρεπε σώνει και καλά να απολογείται, επειδή είχε πέ­


80

σει εντελώς τυχαία πάνω του. Γιατί έπρεπε να νιώθει συνέχεια ένοχη και τρομοκρατημένη, ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα; Τι είδους δύναμη τον είχε αφήσει ν’ αποκτήσει πάνω της; Πριν προλάβει όμως να προσθέσει οτιδήποτε άλλο, εκείνος γέλα­ σε κοφτά. «Σίγουρα. Και με την ευκαιρία, δεν αμφιβάλλω, είχες σκο­ πό να ρίξεις μια ματιά και στο υπνοδωμάτιό μου, για να δεις τα πιθα­ νά αξιοθέατα* ή για να διαπιστώσεις μήπως υπήρχε καμιά δυνατότη­ τα εκμετάλλευσής τους, ίσως». Ήταν τόσος ο παραλογισμός του συλλογισμού του, που για μια στιγμή, η Βέρα τα έχασε ολότελα. Ύστερα την έπνιξε μια αφόρητη αίσθηση αδικίας, και μαζί ένα κύμα ανίσχυρης οργής. «Μα πώς στην οργή δουλεύει το μυαλό σου;» του πέταξε σφυριχτά. «Πρέπει να εί­ σαι τύφλα στο μεθύσι, για να τολμάς να λες τέτοιες αθλιότητες! Για­ τί, που να πάρει...» Εκεί η φωνή της πνίγηκε. Ήταν τόση η αγανάκτη­ ση και η ταραχή της, που ο λαιμός της έκλεισε ολότελα. «Δε χρειάζεται να είμαι τύφλα στο μεθύσι, καρδιά μου, για να υ­ ποψιάζομαι τις κινήσεις σου», της αντιγύρισε καυστικά. «Ούτε για να υποπτεύομαι τα κίνητρά σου, ειδικά όταν μου βγαίνεις μ’ αυτό το σκανδαλιστικό τίποτα που φοράς απόψε. Είμαι έτσι κι αλλιώς σίγου­ ρος, πως θα έκανες οτιδήποτε για να με βάλεις στη λίστα σου. Δε θα σου έχει ξανατύχει άλλωστε πελάτης με τις δικές μου προδιαγραφές, παραδέξου το. Οι πλούσιοι εφοπλιστές, δεν πάνε κατά κανόνα με πουτάνες της Ταγγέρης. Έχουν σαφώς πιο εκλεπτυσμένα γούστα!» Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν χαστούκι. Για μια στιγμή, παρέλυ­ σε απ’ το σοκ* ύστερα στράφηκε απότομα κι έτρεξε, τυφλωμένη απ’ τα δάκρυα, να χωθεί πάλι στο καθιστικό της. Με τις λέξεις του ν’ α­ ντηχούν σαν ισάριθμα ραπίσματα στο μυαλό της, όρμησε αλαφια­ σμένη να βρει καταφύγιο στο ροδαλό μισόφωτο της κρεβατοκάμα­ ράς της. Άρπαξε ασθμαίνοντας την πόρτα, κι επιχείρησε να την κλεί­ σει πίσω της* αλλά δεν πρόλαβε. Ο Σάλτο βρέθηκε δίπλα της με δυο δρασκελιές, τινάζοντας πέρα την πόρτα στην ορμή του. «Όταν σου μιλάω, δε θα φεύγεις», της πέ­ ταξε βίαια. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν σαν τανάλιες γύρω α π’ το μπράτσο της, ακινητοποιώντας την. «Φύ- φύγε από δω μέσα», τραύλισε η Βέρα, πολύ κοντά στην υ­ στερία. «Φύγε απ’ το δωμάτιό μου!» Την τράνταξε άγρια. «Δε θα υψώνεις τη φωνή σ’ αυτό το σπίτι. Κι ούτε θα μου λες εμένα από ποιο δωμάτιο να φύγω, κι από ποιο όχι!» «Α, μα δεν εξηγείται αλλιώς», έκανε έξαλλη η Βέρα, προσπαθώ­ ντας να του ξεφύγει. «Πρέπει να είσαι όντως τύφλα στο μεθύσι - ε­ κτός αν είσαι εντελώς ανισόρροπος!» Το πρώτο σοκ είχε δώσει τη θέση του σε μια αγανάκτηση, που συνόρευε με την πιο ασυγκράτητη οργή. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλά, κι αυτό το αποψινό ήταν το αποκο­ ρύφωμα. Ήταν τόσο εξοργισμένη, που δεν τον φοβόταν πια. Αν μπο­


81

ρούσε, θα του ριχνόταν και θα τον ξέσκιζε με τα νύχια της. Αλλά δεν εί­ χε ούτε τη μισή του δύναμη. Ακόμα κι οι λυσσασμένες της προσπάθει­ ες να ελευθερώσει το μπράτσο της, κατέληγαν τόση ώρα στο μηδέν. Κι εκείνος την κρατούσε χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, και συνέχιζε να την τραντάζει. «Σταμάτα», της πέταξε βάναυσα. «Σταμάτα, πριν ακούσεις κι άλλα!» «Κι άλλα;» έκανε μπουρινιασμένη η Βέρα. «Μα δεν έχει άλλα!» Ακόμα και καθώς το έλεγε, ήξερε πως άδικα χάλαγε τα λόγια της· ε­ κείνος ήταν όντως πολύ μεθυσμένος για να τα καταλάβει. «Τα είπες όλα, κύριε Μακλέοντ! Όλα τα αισχρά και χυδαία υπονοούμενα που μπόρεσες να εφεύρεις. Γιατί να μην τα πεις, άλλωστε; Έτσι κι αλ­ λιώς, εγώ δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να ανακρούσω τα ψέματά σου. Δεν μπορώ καν να σου δώσω μια γροθιά στο σαγόνι! Ξέρεις τι είσαι, Σάλτο; Ένας άθλιος σαδιστής, και θρα­ σύδειλος από πάνω!» Ο ψυχρός, συγκροτημένος του τόνος την ξεγέλασε. «Κι εσύ», της είπε παγερά, «είσαι μια κοινή ��όρνη. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και δε θα καταλάβω ποτέ πώς έπεισες τον Λουκ να σε παντρευτεί». Η φωνή του έσταζε θαρρείς δηλητήριο. «Μπορεί να ήταν ό,τι θες, αλλά ήξερε πως τις γυναίκες του είδους σου, μπορούσε να τις έχει και χω­ ρίς γάμο. Εκτός αν σε πήρε επί τούτου, με σκοπό να εκμεταλλευτεί την... ειδικότητά σου, ας πούμε. Διόλου απίθανο κι αυτό· με την εμ­ φάνιση και το ταμπεραμέντο σου, θα πρέπει να ήσουν σωστό χρυσω­ ρυχείο!» Η Βέρα ένιωσε να χάνει τον κόσμο· το μυαλό της θόλωσε, το αίμα βάλθηκε να σφυροκοπάει στους κροτάφους της. Του είπε κοντανασαίνοντας: «Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Το έψαξα πολύ αυτές τις μέρες. Για­ τί να με μισείς έτσι; Δε σου έχω κάνει τίποτα, κι ό,τι κι αν έκανα στο παρελθόν μου, σίγουρα δεν αφορά εσένα. Τελικά όμως, τη βρήκα την απάντηση. Δε μισείς εμένα, Σόλτο- τον Λουκ μισούσες. Τον Λουκ μισείς ακόμα, κι επειδή αυτός δεν υπάρχει πια, κι εγώ είμαι η χήρα του, μεταφέρεις πάνω μου όλο σου το μίσος!» Το πρόσωπό του ήταν ξαφνικά κατάχλομο· τα μάτια του όμως έ­ λαμπαν σαν πυρωμένα κάρβουνα, όταν τη ρώτησε πνιχτά: «Τι είν’ αυ­ τά που λες;» Η Βέρα τίναξε τόσο απότομα το μπράτσο της, που τελικά τα κατάφερε να το ελευθερώσει. Στάθηκε μπροστά του τρέμοντας σύ­ γκορμη, όχι τόσο απ’ την οργή, όσο απ’ την οδύνη. Αυτή η αίσθηση της απόρριψης, ήταν σκέτη αγωνία· το χάσμα ανάμεσά τους ήταν τό­ σο βαθύ, που δε θα γεφυρωνόταν ποτέ, ό,τι κι αν έκανε εκείνη. Του είπε απελπισμένη: «Αρνιέσαι ότι αυτή είναι η αλήθεια; Τον μι­ σούσες, παραδόξου το! Πρέπει να τον μισούσες θανάσιμα. Νόμιζες δε θα το καταλάβαινα; Μα φτάνει να σ’ ακούσει κανείς ν’ αναφέρεσαι σ’ αυτόν, για να καταλά- »


82

«Σταμάτα», την έκοψε τραχιά. Ήταν κάτωχρος, και μια φλέβα είχε αρχίσει να πάλλεται στον κρόταφό του. «Δεν έχεις ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς!» Περισσότερο κι από τα λόγια του, ο τόνος του θα έπρεπε να είναι αρκετή προειδοποίηση- αλλά η Βέρα τον αγνόησε. Τώρα που είχε αρχίσει, δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν την ένοιαζε πια τίποτα- έ­ νιωθε πω ς είχε φτάσει στα όριά της. Δεν το άντεχε άλλο αυτό το μαρτύριο. Δεν άντεχε να την ποδοπατάει ο Σόλτο Μακλέοντ, να της φέρεται σαν να ήταν σκουπίδι, να τη σκοτώνει κάθε φορά με τα λό­ για. «Μπορεί να έχασα τη μνήμη μου», του είπε αγριεμένη, «αλλά δεν είμαι και ηλίθια, κύριε Μακλέοντ. Μπορώ ακόμη να βγάζω στοιχειώδη συμπεράσματα. Ναι, τον μισούσες. Τη ζωή κόλαση πρέπει να του εί­ χες κάνει όσα χρόνια ήσασταν μαζί. Γι’ αυτό έφυγε ο Λουκ απ’ το σπί­ τι σου - για να γλιτώσει από σένα! Όταν συζήτησα με τη θεία σου - » Την άρπαξε απ’ τους ώμους και την ταρακούνησε άγρια. «Σου εί­ πε η θεία μου τέτοιο πράγμα;» Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο, σκο­ τεινό, αγνώριστο. Τα μάτια του συνέχιζαν να πετάνε φλόγες. «Όχι βέβαια! Η θεία σου λατρεύει και το χώμα που πατάς. Έκανε ό,τι μπορούσε για να με πείσει ότι δεν ήταν δικό σου το φταίξιμο. Αλλά ξέρεις τι κατάλαβα εγώ; Πως δε θα έμπαινε σ’ όλον αυτό τον κόπο, αν δεν ήσουν όντως εσύ ο φταίχτης. Εσύ έδιωξες τον Λουκ, ά­ μεσα ή έμμεσα, δεν έχει σημασία. Εσύ ήσουν υπεύθυνος για ό,τι συ­ νέβη στη συνέχεια. Εσύ φταις αν χαράμισε τη ζωή του σε μέρη όπως η Ταγγέρη. Εσύ - » «Σκάσε», της πέταξε άγρια, μισοπνιγμένος. «Σκάσε αμέσως τώρα. Μην πεις λέξη παραπάνω!» «Σε πονάει βλέπω η αλήθεια», έκανε σχεδόν υστερικά η Βέρα. «Αλλά για μια φορά, θα την ακούσεις, κύριε Μακλέοντ! Είναι εύκολο να κακίζεις τον ξάδερφό σου που με παντρεύτηκε», συνέχισε πνιχτά, καταπίνοντας όπως-όπως ένα λυγμό. «Με θεωρείς ίσως υπεύθυνη για όλα του τα δεινά. Μα δεν τον εξώθησα εγώ στις επιλογές του! Έτσι τον βρήκα, δεν τον έφτιαξα- και μοιράστηκα μαζί του ό,τι είχε να προσφέρει. Δεν του κατέστρεψα εγώ τη ζωή - εσύ του την κατέ­ στρεψες!» Το πρόσωπό του φάνταζε ξαφνικά πιο άσπρο κι απ’ τον τοίχο. Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, σχεδόν λαχανιασμένη. Η οργή ξεχυνόταν γύρω του σαν καυτό κύμα. Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, η Βέρα ήξερε ενδόμυχα πως ξεπερνούσε όλα τα όρια. Αυτά δεν ήταν φραστικοί διαξιφισμοί, ήταν χτυπή­ ματα στα τυφλά, και πονούσαν άσχημα. Ήξερε πως τραβούσε πολύ το σκοινί, αλλά δεν την ένοιαζε πια καθόλου. «Κάποτε», συνέχισε ασυγκράτητη, «κάποτε μου είπες πως αν ο Λουκ είχε μείνει στην Αγγλία, πιθανότατα θα ζούσε ακόμη. Ε ναι, λοι­


83

πόν, είχες δίκιο. Αν τον είχες αφήσει να μείνει στην Αγγλία, δε θα είχε πεθάνει από πνευμονία στην Ταγγέρη. Εξαιτίας σου χαντακώθηκε η ζωή του, όχι εξαιτίας μου- κι εξαιτίας σου χάθηκε στα τριάντα του, πριν προλάβει καλά-καλά να ζήσει!» Εκεί σταμάτησε απότομα, συνειδητοποιώντας επιτέλους πόσο έ­ ξαλλος ήταν ο Σόλτο. «Πώς τολμάς», της πέταξε σφυριχτά, αρπάζοντάς την πάλι α π’ τους ώμους, και τραντάζοντάς την βίαια. «Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι, παλιοθήλυκο; Δεν είσαι παρά μια βρόμα - μια ελεεινή πόρνη! Σ’ έβαλα στο σπίτι μου παραβλέποντάς τα όλα* και τολμάς να κατηγο­ ρείς εμένα για το θάνατο του άντρα σου;» «Δεν... δεν είμαι πόρνη», τραύλισε η Βέρα, παλεύοντας απελπι­ σμένα να ξεφύγει απ’ τα χέρια του. «Πώς... πώς τολμάς να με λες έ­ τσι!» Είχε ξαφνικά την εντύπωση ότι ο κόσμος σκοτείνιαζε γύρω της. Η φωνή της ερχόταν σαν από πολύ μακριά, πνιχτή και ραγισμένη. «Αλλά εσύ θα έλεγες οποιοδήποτε ψέμα για να με πληγώσεις... Γιατί μου το κάνεις αυτό, Σόλτο; Τι προσπαθείς να αποδείξεις;» «Δεν προσπαθώ να αποδείξω τίποτα», της πέταξε άγρια, τραντά­ ζοντάς την γι’ άλλη μια φορά. «Δε χρειάζεται απόδειξη κάτι που το ή­ ξεραν όλοι στην Ταγγέρη, ακόμα και η αστυνομία! Όχι, ησύχασε», πρόσθεσε σκληρά. «Δεν έκανες πεζοδρόμιο. Ήσουν πολύ όμορφη, πολύ ξανθιά και πολύ περιζήτητη για κάτι τέτοιο. Είχες όμως κάμπο­ σους ταχτικούς πελάτες, που τους εξυπηρετούσες κανονικότατα!» «Λες ψέματα», έκανε υστερικά η Βέρα. «Λες ψέματα - παλιάνθρω­ πε, ελεινέ, πώς τολμάς!» «Ω, πήγαινε στο διάβολο επιτέλους», της πέταξε βίαια, σπρώχνοντάς την απότομα πέρα. Η Βέρα παραπάτησε, σκόνταψε στο κρεβάτι, κι αφέθηκε να σωριαστεί σαν σπασμένη κούκλα πάνω στο μεταξωτό κάλυμμα. Τα μαλλιά της σκέπασαν μ’ ένα χρυσαφένιο πέπλο το πρό­ σωπό της, κι έμεινε εκεί που είχε πέσει, με την κάθε της ανάσα να βγαίνει σαν λυγμός. «Τσούλα», ξανάπε ο Σόλτο, κι η λέξη έπεσε πάνω της σαν φτυσιά. Για λίγο ακόμα, έμεινε να την κοιτάζει βαριανασαίνοντας, με το πρό­ σωπο αλλοιωμένο απ’ το μίσος και την αηδία· ύστερα στράφηκε από­ τομα, και βγήκε ορμητικά απ’ την μπαλκονόπορτα. Η σιωπή έπεσε βαριά στο δωμάτιο· τα λεπτά περνούσαν ένα-ένα, κυ­ λούσαν και χάνονταν στο πηγάδι του χρόνου, κι εκείνη δεν μπορούσε να σαλέψει, κι ούτε καλά-καλά να σκεφτεί. Το μόνο που ένιωθε, ήταν μίσος για τον Σόλτο· βαθύ κι ασήκωτο μίσος. Στο μυαλό της δε χώ­ ραγε τίποτ’ άλλο. Μόνο ο Σόλτο, τα λόγια του που πλήγωναν σαν μα­ χαιριές, το βλέμμα του που έκαιγε συνέχεια μέσα της σαν ανοιχτή πληγή, και το άγριο, ανεξέλεγκτο μίσος της για κείνον.


84

Αυτό δε θα του το συγχωρούσε ποτέ* ούτε μπορούσε να το αφή­ σει να περάσει έτσι. Έπρεπε να κάνει κάτι - να φύγει, ίσως. Πρωίπρωί την επομένη... Με τα εξήντα της δολάρια δε θα πήγαινε πολύ μακριά, αλλά δεν μπορούσε πια ούτε να μείνει. Δε θ’ άντεχε ούτε μια μέρα παραπάνω στο ίδιο σπίτι μαζί του- δε θ’ άντεχε να τον ξαναντικρίσει, μ’ όλο αυτό το μίσος που κουβαλούσε μέσα της. Τα λεπτά συνέχιζαν να κυλούν αλύπητα, κι εκείνη συνέχιζε να κείτεται σωριασμένη στο κρεβάτι, βαριανασαίνοντας, ανίκανη ακόμα και να κλάψει. Κι ύστερα, ο Σάλτο ήταν πάλι στην μπαλκονόπορτα, μια ψηλή, πα­ νέμορφη σιλουέτα κόντρα στη νύχτα· το πρόσωπό του ήταν χλομό και τραβηγμένο, και πάνω του, τα μάτια του έμοιαζαν με φουρτουνια­ σμένες θάλασσες, έτσι που καρφώνονταν στα δικά της. Προχώρησε αργά προς το μέρος της- και σαν αυτόματο, η Βέρα ανασηκώθηκε κοντανασαίνοντας στον αγκώνα της. Το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη και κάθε συναίσθημα* έμεινε μόνο να τον κοι­ τάζει, προσέχοντας τη χλομάδα του, το νεύρο που τρεμούλιαζε στο σαγόνι του, τους κόμπους του ιδρώτα που είχαν σχηματιστεί στο μέ­ τωπό του. Και μόνο όταν εκείνος στάθηκε με σφιγμένα τα χείλια μπροστά της, το στόμα της άνοιξε εντελώς μηχανικά, για να προφέ­ ρει ένα ανίσχυρο, «τι θέλεις πάλι;» Δεν πρόλαβε καν να ολοκληρώσει την ερώτηση· δεν της έδωσε το χρόνο ούτε να καταλάβει, ούτε ν’ ανπδράσει. « Μη μιλάς», της εί­ πε βραχνά, και με μια απότομη κίνηση, την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την τράβηξε βίαια προς το μέρος του, ανασηκώνοντάς την σαν φτερό απ’ το κρεβάτι. Το επόμενο δευτερόλεπτο, την είχε στην αγκαλιά του, σφιγμένη μέσα στα ατσάλινα μπράτσα του, κόντρα στο σκληρό, ξαναμμένο κορμί του, με τη βασανισμένη του ανάσα να της καίει το πρόσωπο, καθώς έγερνε αγκομαχώντας για ν’ αρπάξει τα χείλια της με τα δικά του. Κάτι σαν πηχτή ομίχλη κατάπιε το μυαλό της, παραλύοντας κάθε ίχνος συναίσθησης ή θέλησης· η στιγμή στάθηκε πετρωμένη στο χρόνο, ολότελα εξωπραγματική, σαν κομμάτι ονείρου που είχε κατα­ φέρει να τρυπώσει με το έτσι θέλω, σ’ έναν κόσμο χωρίς όνειρα, και χωρίς ελπίδα. Δεν υπήρχε άλλη πραγματικότητα, πέρα απ’ αυτήν την αλήθεια που βίωνε το σώμα της, καθώς παραδινόταν ασυγκράτητο στην α­ γκαλιά του Σόλτο - τα χείλια του που καταβρόχθιζαν τα δικά της, λά­ γνα και άπληστα μες στην παραφορά τους* οι σκληροί του μυώνες, που πάλλονταν απ’ τη βιασύνη του πόθου του· η κοφτή, επίπονη ανά­ σα του, που γινόταν βογκητό καθώς την έφερνε να κολλήσει βίαια κόντρα στον μεγάλο, σκληρό φαλλό του· η γλώσσα του που ξεσήκω­ νε και λαμπάδιαζε το κορμί της, καθώς βυθιζόταν κτητικά στο στόμα


85

της, κατακτώντας το άγρια με τη βασανιστικά ηδονική της διείσδυση. Τη φιλούσε σ’ έναν πυρετό πάθους, λαχανιάζοντας, σφίγγοντάς την απ’ τους γλουτούς κόντρα στην αντρίκεια του δύναμη. «Ω, Θεέ μου, ω, Θεέ μου», έλεγε πνιχτά μέσα σ’ αυτήν την παθιασμένη καται­ γίδα από καυτά, άγρια, αχόρταγα φιλιά. Όταν σταμάτησε για μια στιγμή να πάρει ανάσα, είπε σπασμένα: «Θεέ μου, δεν άντεχα άλλο... Που να σε πάρει, τι μου έχεις κάνει;» Κι ύστερα πρόσθεσε τραχιά: «Βγάλ’ το αυτό το πράγμα. Βγάλ’ το!» Αλλά δεν μπορούσε καν να περιμένει να βγάλει εκείνη το λεπτεπί­ λεπτο νυχτικό μόνη της. Τρέμοντας απ’ την ανυπομονησία, προσπά­ θησε να της το βγάλει ο ίδιος· και τελικά, με μια βίαιη κίνηση, το ξέ­ σκισε από πάνω μέχρι κάτω. Συνειδητοποιώντας ξαφνικά τι συνέβαινε, η Βέρα έκανε πίσω με μια μικρή κραυγή αγωνίας. Προσπάθησε αλαφιασμένη να του ξεφύγει, τραβώντας όπως-όπως τα μεταξωτά κουρέλια γύρω της, όσο ε­ κείνος πάλευε πυρετικά να την ξεγυμνώσει εντελώς. Τα μάτια της γέ­ μισαν δάκρυα απελπισίας* ήξερε πως θα έχανε τη μάχη, όχι επειδή ε­ κείνος ήταν σωματικά δυνατότερος, αλλά επειδή η ίδια δεν ήθελε να του ξεφύγει. Το μόνο που ήθελε, ήταν αυτό που συνέβαινε τώρα, τόσο απρό­ σμενα, που καλά-καλά, δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει. Το ή­ θελε απ’ την πρώτη στιγμή, και με την ίδια αμείωτη ένταση· ο Σάλτο την είχε κάνει σκλάβα του, απ’ το πρώτο βλέμμα που της είχε ρίξει. Κι αυτό δε θ’ άλλαζε, ό,τι κι αν της έκανε από κει και πέρα. Τώρα είχε έρθει να την πάρει - ίσως μόνο και μόνο επειδή ήταν πιωμένος, κι επειδή τη θεωρούσε αρκετά πόρνη για να το κάνει και μαζί του. Κι εκείνη δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει· το μόνο που έκανε για να αποτρέψει το αναπόφευκτο, ήταν να ψελλίζει ένα ανίσχυρο, «μη, Σάλτο, μη... μη μου το κάνεις αυτό», που το επαναλάμβανε τόση ώρα μηχανικά, σαν ξόρκι. «Μη λες μη», της είπε βαριά, σκύβοντας να φιλήσει πυρετικά το γυμνό της λαιμό, τους ώμους, την αρχή του στητού της στήθους. «Μη λες μη... Το έκανες με τόσους άλλους - γιατί όχι και μ’ εμένα;» Την τραβούσε βίαια πάνω του, κάθε που εκείνη πάσχιζε απελπισμένα να κάνει πίσω. Οι φράσεις έβγαιναν κοφτές, σχεδόν ασύνδετες ανά­ μεσα απ’ τ ’ αγκομαχητά του, καθώς τη χάιδευε παθιασμένα, φιλώ­ ντας την πότε στο στόμα, πότε στο λαιμό, και πότε στις ορθωμένες της ρώγες. «Ήμουν άρρωστος απ’ την επιθυμία... Δεν ξέρω τι έχω πάθει μαζί σου. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα - κι ας ήξερα... Μισούσα τον εαυτό μου γι’ αυτό, αλλά τι σημασία έχει; Μη λες όχι... Φίλησέ με. Χάιδεψέ με... Δείξε μου πόσο το θέλεις. Που να πάρει, αυτή είναι η δουλειά σου!» Τα χείλια του έπνιξαν σ’ ένα σκληρό φιλί το βογκητό της αγωνίας


86

που ανέβαινε στο στόμα της. Της πήρε το χέρι, και το ανάγκασε να κλείσει γύρω απ’ τον αντρισμό του* στο άγγιγμά της, του ξέφυγε μια πνιχτή κραυγή απόλαυσης. «Δες πώς μ’ έχεις κάνει», βόγκηξε σπρώ­ χνοντας σπασμωδικά τους λαγόνες του προς το μέρος της. «Ω, για τ ’ όνομα του Θεού...» Την πέταξε βαριανασαίνοντας στο κρεβάτι, και στάθηκε πανύψη­ λος, τεράστιος, απειλητικός από πάνω της, όση ώρα πάλευε σπα­ σμωδικά με το φερμουάρ του παντελονιού του. Το πρόσωπό του ή­ ταν σκοτεινό σαν χειμωνιάτικη καταιγίδα* όχι το πρόσωπο ενός ερα­ στή, αλλά το πρόσωπο ενός άγριου, εξοργισμένου κατακτητή, που αδημονούσε ν’ αρπάξει τα λάφυρα, και να φύγει πάλι. Και μέσα στα μάτια του, λυσσομανούσαν τα πιο αντιφατικά, τα πιο μαύρα και επικίνδυνα συναισθήματα - πόθος, μίσος, λαγνεία, α­ συγκράτητη ανάγκη, αηδία και ενοχή. Το βλέμμα του την κάρφωνε α­ λύπητα, καθηλώνοντάς την, ανίσχυρη κι ευάλωτη μέσα στη γύμνια της, πάνω στο κρεβάτι. Ένας σπασμός αναστάτωσε τα σωθικά της, καθώς εκείνος έγερ­ νε μ’ ένα βογκητό από πάνω της, σκεπάζοντας το ανίσχυρο σώμα τής με τον όγκο του. Η φωνή του ακούστηκε τραχιά και πνιγμένη, όταν της είπε επιτακτικά: «Μην τραβιέσαι... Θα σε πάρω έτσι κι αλλιώς. Θαρρείς μπορώ να σταματήσω τώρα;» Μ’ ένα λυγμό απελπισίας, η Βέρα εγκαταλείφθηκε οριστικά. Τα χέρια του σέρνονταν καυτά σ’ όλο της το σώμα, σταματώντας στους μαστούς της, και μετά πιο χαμηλά, ανάμεσα στους σφιγμένους της μηρούς. «Άνοιξε τα πόδια», την πρόσταξε βραχνά, κι ύστερα είπε πνιγμένα, «Θεέ μου, το θέλεις κι εσύ το ίδιο...» Αν το ήθελε; Μα αυτή η επιθυμία ήταν αφόρητη* καταγραφόταν στα σπλάχνα της με τη σφοδρότητα του πόνου. Τα πόδια της άνοι­ γαν από μόνα τους στο πρόσταγμά του, αποκαλύπτοντάς του όλα τα μυστικά περάσματα του κορμιού της. Τα μακριά του δάχτυλα γλί­ στρησαν απ’ το κατάξανθο τρίχωμά της, στις ροδαλές, μουσκεμένες πτυχές της τρυφερής της σάρκας, κάνοντάς την να σπαρταρήσει απ’ την ηδονή. Με μια πνιχτή κραυγή απόλαυσης, η Βέρα γαντζώθηκε απ’ τους ώμους του, σπρώχνοντας προς το μέρος του τους γοφούς της* εκείνος όμως ήταν πολύ ερεθισμένος για να καταπιαστεί με τέ­ τοια παιχνίδια. Το πρόσωπό του ήταν αγνώριστο καθώς έγερνε πάλι από πάνω της, αφήνοντας το φαλλό του να κουρνιάσει κόντρα στη σάρκα της. Ήταν απαλός σαν μετάξι, και μαζί σκληρός σαν πέτρα, καυτός, πανέ­ μορφος* και γλίστρησε βασανιστικά πάνω στη μουσκεμένη της ήβη, κι από κει απαλά-απαλά μέχρι το πέρασμα που αποζητούσε. Η Βέρα φώναξε βραχνά* ολόκληρο το σώμα της σπαρταρούσε, πιασμένο στη δίνη μιας επιθυμίας που ξέφευγε απ’ οτιδήποτε είχε φανταστεί μέχρι τότε. Δεν ήξερα πως θα ήταν έτσ ι , σκέφτηκε πυρετι­


87

κά, καθώς εκείνος της έπιανε τους μηρούς για να τους σπρώξει προς τα πάνω, αφήνοντάς την ολότελα εκτεθειμένη κι ανοιχτή στην εισβο­ λή του. «Το θέλεις», ξανάπε σπασμένα ο Σάλτο, σαν να τον ξάφνιαζε πραγματικά αυτή η διαπίστωση. «Δεν το κάνεις από συνήθεια... Το θέλεις, παραδέξου του!» Η σκληράδα του την πίεζε βαι^ανιστικά, χω­ ρίς να προχωράει πέρα απ’ την είσοδο του κορμιού της. «Παραδέξου πως το θέλεις, αλλιώς θα σ’ αφήσω έτσι και θα φύγω». Η φωνή της βγήκε σαν λυγμός. «Σόλτο, αχ, Σάλτο...» «Πες μου πως δεν το ήθελες ποτέ, με κανέναν άλλον πριν από μέ­ να», της πέταξε άγρια, κοντανασαίνοντας στην προσπάθειά του να κρατηθεί. «Πες μου πως είμαι ο πρώτος που θέλεις στ’ αλήθεια... Πες το, που να σε πάρει, κι ας είναι ψέμα!» «Σταμάτα, Σόλτο, σταμάτα...» «Πες το, βρόμα. Πες μου όλα τα ψέματά σου, όπως τα λες πάντα. Έτσι δεν κάνεις με τους άλλους σου πελάτες; Το ίδιο παραμύθι δεν πουλάς σε όλους; Εμένα όμως με θέλεις, παλιοθήλυκο. Με θέλεις στ’ αλήθεια. Ψοφάς για να στο βάλω, παραδέξου το. Παραδέξου το, που να σε πάρει!» Μέσα από ένα κύμα λυγμών, κατάφερε να ψελλίσει ξεψυχισμένα: «Ναι, ναι, Σόλτο, σε θέλω... Περισσότερο απ’ οποιονδήποτε. Είμαι τρελή για σένα. Εσύ είσαι ο μόνος, ο μόνος... Πάρε με, σε παρακαλώ, πάρε με τώρα...» «Παλιοβρόμα», της πέταξε σπασμένα, και με μια βίαιη κίνηση, χώ­ θηκε μέσα της μέχρι βαθιά, κάνοντάς την να ξεφωνίσει απ’ τον απρό­ σμενο πόνο. 'Ηταν στ’ αλήθεια πολύ μεγάλος, και πολύ ερεθισμένος· και δεν έδινε δεκάρα αν θα την πλήγωνε παίρνοντάς την. Για μια στιγμή, η Βέρα ήταν σίγουρη πως την είχε σκίσει στα δύο. Ο πόνος όμως μετατράπηκε σύντομα σε θριαμβευτική ηδονή, που έσκαγε σαν φωτοβολίδα στα βάθη του κορμιού της. Με τα κο­ φτά, εναγώνια βογκητά του στ’ αφτιά της, βάλθηκε να σαλεύει έντο­ να από κάτω του, ακολουθώντας τον βαθύ, γρήγορο, βίαιο ρυθμό που της επέβαλλε η δύναμή του. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ τον αυχένα του, κι όταν εκείνος της άνοιξε εντελώς τα πόδια για να κολλήσει πάνω της, τύλιξε και τους μηρούς της γύρω απ’ την πλάτη του, σπρώχνοντας με το σώμα της για να τον ρουφήξει όσο πιο βα­ θιά γινόταν. Με τα δάχτυλά του να σφίγγουν τις ρώγες της, τη φιλούσε παρά­ φορα, δαγκώνοντάς την στα χείλια, στο λαιμό, στους ώμους. Της το έκανε με φοβερή βιαιότητα, με μια οργή και μια λαγνεία, που δεν έ­ κρυβε ίχνος τρυφερότητας στα σκοτεινά της βάθη. Της το έκανε μι­ σώντας την, και εκείνην, και τον εαυτό του- και συγχρόνως, ποθώ­ ντας την με μια ένταση που θα έπρεπε να την τρομάζει. Αλλά δεν είχε περιθώρια να τρομάξει μέσα στην πυρκαγιά που έ-


88

λιώνε το κορμί της. Η ηδονή ερχόταν σε κύματα, πνίγοντάς την κι αφέθηκε σ’ αυτή τη θάλασσα της απόλαυαης, κραυγάζοντας βραχνά καθώς το σώμα της ανέβαινε με μια σειρά από δυνατούς σπασμούς στο αποκορύφωμα. Η ανάσα της έγινε λυγμός, κι ύστερα κόπηκε ολότελα. Η ηδονή ήταν αβάσταχτη- το κορμί της σχεδόν δεν την άντεχε τόση γλύκα. «Έτσι, ναι, έτσι», της ψιθύριζε βραχνά στο αφτί.«Δώσ’ τα μου ό­ λα... Μικρή βρόμα, δεν κρατιόσουνα... Ούτ’ εγώ, όμως. Αυτό, αυτό ή­ θελα - να σε δω να λιώνεις... Μικρή όμορφη πόρνη, στο έκανε ποτέ έτσι κανένας άλλος πριν από μένα; Λέγε. Λέγε, που να σε πάρει! Ετσι το φχαριστιόσουνα πάντα; Έτσι ξεφώνιζες και με τους άλλους;» Με κάθε του φράση ξαναχωνόταν βίαια μέσα της, σφυροκοπώντας αλύ­ πητα τα σωθικά της- μέχρι που πια κόπασαν και τα τελευταία ρίγη της ηδονής στο κορμί της, κι η Βέρα έμεινε ολότελα εξουθενωμένη, τρέμοντας σαν φύλλο στην αγκαλιά του. Το σφυροκόπημα σταμάτησε προσωρινά- έμεινε ακίνητος, να πα­ ρατηρεί τα τραβηγμένα της χαρακτηριστικά, τη χλομάδα της, τα δά­ κρυα που κατρακυλούσαν απ’ τους κροτάφους της κι έβρεχαν τα ξε­ χτένιστα, μπερδεμένα μαλλιά της. Ο πανίσχυρος φαλλός του σάλευε ανυπόμονα μέσα της, γεμίζοντας ασφυκτικά την κορεσμένη της σάρ­ κα. Τον τιθάσσευε μόνο με μια τρομαχτική άσκηση θέλησης. Τα μάτια της μισάνοιξαν για ν’ ανταμώσουν τα δικά του. «Σε ήθε­ λα απ’ την πρώτη στιγμή», της είπε πνι��τά, κι η φωνή του έτρεμε από κάτι σαν κρυμμένη λύσσα. «Είσαι τόσο όμορφη, τόσο διαβολεμένα ε­ πιθυμητή... Καμιά γυναίκα του φυράματος σου δε θα ’πρεπε να είναι σαν εσένα». Κι ύστερα ρώτησε πάλι άγρια: «Πες μου - έτσι ήταν και με τους άλλους; Τα ίδια έκανες και σ’ εκείνους;» Δεν του απάντησε- ένιωθε ολότελα αποκαμωμένη, επικίνδυνα κο­ ντά στα όρια της κατάρρευσης. Κοίταξε τα γαλάζια του μάτια που ξε­ χείλιζαν από οργή, κι η πίκρα της έγινε αβάσταχτη οδύνη. Αυτό λοι­ πόν είναι ο έρωτας, σκέφτηκε- αυτή η ασήκωτη απελπισία... Θεέ μου, πώ ς θα το αντέξω; «Πες μου», ξανάπε βίαια ο Σόλτο, μπήγοντας πάλι την καυτερή του δύναμη βαθιά μέσα της. «Γιατί δε μου λες; Δε θες ν’ αποκαλύ­ ψεις τα μυστικά του επαγγέλματος;» =αφνικά, έμοιαζε να βράζει απ’ την οργή. «Βρόμα», ξανάπε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα του δόντια. Κρατώ­ ντας την με δύναμη απ’ τα μαλλιά, πονώντας την έτσι που της τα τρά­ βαγε ασυναίσθητα μες στη μανία του, βάλθηκε να μπαινοβγαίνει με λύσσα μέσα της, σαν να ’θελε κυριολεκτικά αυτή τη φορά να την ξε­ σκίσει. «Δεν είσαι παρά μια πόρνη... Δε θα έπρεπε να σε πλησιάζω ούτε στα δύο μέτρα. Θεέ μου, τι έχω πάθει μαζί σου; Έλα, έλα πάλι - έλα μαζί μου..^ Κάν’ το μου πάλι, μικρή βρόμα... Την ξέρεις καλά την τέ­ χνη σου. ζέρεις πώς να τρελαίνεις έναν άντρα... Κάν’ το μου πάλι -


89

κουνήσου, μωρό μου, κουνήσου... Πιο πολύ, πιο πολύ τώρα... Έτσι. Έτσι, μωρό μου... Το θέλεις πάλι, το θέλεις... Έλα μαζί μου. Τώρα... Δεν αντέχω άλλο. Ω, Θεέ μου...» Ήταν μια θύελλα, μια έκρηξη αισθήσεων, ένα μεγάλο παλιρροϊκό κύμα, που τίποτε δεν μπορούσε να το σταματήσει* με τα μέλη τους μπλεγμένα αξεχώριστα πάνω στο κρεβάτι, με τον ιδρώτα να κυλάει ποτάμι και την ανάσα κομμένη, τέλειωσαν μαζί, σ’ ένα κρεσέντο από βογκητά και κραυγές απόλαυσης. Κι ήταν εκστατικό, απ’ άκρη σ’ ά­ κρη. Ύστερα το κύμα κόπασε, και δεν έμεινε παρά η σιωπή, οι κοφτές τους ανάσες, ο ιδρώτας του που έσμιγε με τον δικό της* η μυρωδιά του σεξ στο δωμάτιο, η θύμηση των ήχων και των στεναγμών της η­ δονής. Τίποτ’ άλλο* ούτε μια λέξη τρυφερότητας, ούτε μια κίνηση συ­ ντροφικότητας, ούτε ένα χάδι. Ο Σόλτο τραβήχτηκε από μέσα της, κι έγειρε στο πλάι* και το μό­ νο που είπε όταν ξαναβρήκε την ανάσα του, ήταν ένα πνιγμένο, «τι στο διάβολο έκανα απόψε;» Σηκώθηκε αργά, τεντώνοντας το μουδια­ σμένο του σώμα. Ανακάθισε βγάζοντας τα πόδια του απ’ την άλλη πλευρά του κρεβατιού, κι έμεινε για λίγο ακίνητος, ν’ ατενίζει τον τοί­ χο απέναντι του. Ύστερα σηκώθηκε μ’ ένα βαθύ στεναγμό, και τράβηξε το παντε­ λόνι του από κει που το είχε πετάξει. Κάτι έπεσε απ’ την τσέπη καθώς το ανασήκωνε· το μάζεψε μηχανικά, κι είπε άτονα: «Που να πάρει, - έ ­ χασα εντελώς το προφυλακτικό». Στράφηκε προς τη Βέρα, που κειτόταν ακόμα σαν άψυ>η κούκλα πάνω στο τσαλακωμένο και καταλεκιασμένο κάλυμμα, κι είπε παγερά: «Λυπάμαι. Ελπίζω να μη σου δημι­ ούργησα πρόβλημα». «Όχι», είπε ξεψυχισμένα η Βέρα. «Δεν είμαι στις επικίνδυνες μέ­ ρες». Της είπε σκληρά: «Μην έρθεις μετά να μου πεις ότι είσαι έγκυος, γιατί το μόνο που θα συμβεί, θα είναι να πας για έκτρωση». «Μη φοβάσαι», του αντιγύρισε σβησμένα. «Δε θα ’ρχόμουν έτσι κι αλλιώς. Όπως είπες κι εσύ, είμαι μια επαγγελματίας. Κι αυτό θα πρέ­ πει προφανώς να συγκαταλέγεται στα ρίσκα του επαγγέλματος. Δεν πας σε μια τέτοια περίπτωση να παραπονεθείς στον πελάτη». Η φωνή της ράγισε ολότελα, και της ξέφυγε ένας λυγμός. Την κοίταζε αμίλητος, όρθιος από πάνω της, με το πρόσωπο ξαφ­ νικά σταχτί, σαν να είχε μόλις συνειδητοποιήσει κι εκείνος τι είχε κά­ νει. Ένα νεύρο έπαιζε σπασμωδικά στο σαγόνι του. Ύστερα είπε χα­ μηλόφωνα: «Αστό το αποψινό, δεν έπρεπε να είχε συμβεί για κανένα λόγο. Δεν ξέρω τι έπαθα - ειλικρινά δεν ξέρω... Είχα πιει πολύ, φα­ ντάζομαι, κι είχα κάψες. Που να πάρει, δεν έχω ιδέα πώς συνέβη! Έπρεπε ίσως να σε πάρω μια φορά, για να μου φύγει η ιδέα. Δε θα ξανασυμβεί πάντως, να ’σαι σίγουρη». Η φωνή του έτρεμε πάλι απ’


90

την ίδια κρυμμένη, ανίσχυρη οργή. Της έστρεψε απότομα την πλάτη, και βάλθηκε να ντύνεται με νευρικές κινήσεις. «Μην τολμήσεις να κάνεις καμιά νύξη γι’ αυτό στη θεία μου», είπε μετά, γυρνώντας να της ρίξει ένα βλέμμα σκέτη φωτιά. Το πρόσωπό του συσπάστηκε από κάτι σαν μαχαιριά πόνου* πρ ό φ ερ ε βαριά: «Πρέπει να είχα χάσει το μυαλό μου* δεν εξηγείται αλλιώς». Κι ύστερα, πρόσθεσε το πιο απρόσμενο πράγμα απ’ όλα. «Αν το ήξερε ο Λουκ», είπε πνιγμένα, «δε θα το δικαιολογούσε με τίποτα». Χωρίς να πει τίποτ’ άλλο, βγήκε ορμητικά απ’ το δωμάτιο* και το πρωί, όταν ξύπνησαν οι υπόλοιποι στο σπίτι, εκείνος είχε φύγει, αφή­ νοντας μόνο ένα μήνυμα για τη θεία του, ότι είχε προκύψει κάτι επεί­ γον, κι έπρεπε να πάει στο Λονδίνο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Κι όμως, είμαι σίγουρη πως κάτι σε βασανίζει», επέμεινε μαλακά η Έλεν. «Σε νιώθω μελαγχολική και κακόκεφη. Αν υπάρχει κάποιο πρό­ βλημα, και μπορώ να βοηθήσω...» Ήταν φυσικό να πιάνει ή πεθερά της την καταθλιπτική της διάθε­ ση* πόσο μάλλον, που η Βέρα δεν ήταν απλά μελαγχολική και κακό­ κεφη, αλλά ολοκληρωτικά δυστυχισμένη. Όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, θα ήταν θέμα χρόνου να καταλήξει η Έλεν στα σωστά συ­ μπεράσματα. Κι ένα ρίγος φόβου διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της, όταν την άκουσε να ρωτάει: « Εχει μήπως σχέση με τον Σόλτο;» Η Βέρα τα έχασε εντελώς, και για μια στιγμή, δεν είχε ιδέα τι να πει ή τι να κάνει. Τελικά, κατάφερε ν’ αρθρώσει με κάποια επίφαση φυσικότητας: «Και βέβαια όχι! Γιατί το λέτε αυτό;» «Δεν ξέρω», στέναξε η Έλεν. «Είχα μια εντύπωση...» Απρόσμενα, τα μάγουλά της ρόδισαν. «Σκέφτηκα μήπως είχε συμβεί κάποια μικροπαρεξήγηση. Καμιά φορά, ο Σόλτο γίνεται... δύσκολος. Και σκέ­ φτηκα... Ω, ξέχασέ το. Γίνομαι ανόητη». Δε γινόταν ανόητη, και το ’ξέραν καλά κι οι δυο αυτό. Με το να υ­ πεκφεύγει, η Βέρα δεν πετύχαινε τίποτα - μόνο να ενισχύει τις πιθα­ νές υποψίες της Έλεν. Το αιμα ανέβαινε ορμητικό στα μάγουλά της, όταν είπε αποφασι­ στικά: «Η αλήθεια είναι πως... πως είχα μια μικρή διένεξη μαζί του». «Για ποιο πράγμα;» «Για τον Λουκ», είπε ζεματισμένη η Βέρα. Τουλάχιστον, ήταν κι αυτό μέρος της αλήθειας, ίσως μάλιστα και καθοριστικό* γιατί ήξερε πως τίποτε δε θα είχε συμβεί μεταξύ τους, αν ο Σόλτο δεν είχε εξα­ γριωθεί τόσο απ’ τις κατηγορίες που είχε εκτοξεύσει εναντίον του, σχετικά με τον ξάδερφό του. Είχαν συμβεί πάρα πολλά εκείνη τη νύχτα* κι είχε χίλια δυο άλλα πράγματα να τη βασανίσουν - ακόμα και το γεγονός πως είχαν περά­ σει ήδη δέκα μέρες, κι ο Σόλτο δεν είχε ξανάρθει έκτοτε στο σπίτι. Αλλά μέσα σ’ όλη της τη μαυρίλα και την απελπισία, την απασχο­ λούσε κι αυτό. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την αντίδρασή του στις κα­ τηγορίες της, την αφύσικη χλομάδα του, την οδύνη στα μάτια του, τη


92

λύσσα στη φωνή του... Κι εκείνα τα παράλογα λόγια του, που είχαν σφραγίσει σαν επικήδειος, μια ολότελα καταστροφική νύχτα: «Αν το ήξερε ο Λουκ, δε θα το δικαιολογούσε με τίποτα...»

Και χωρίς να το καλοσκεφτεί, ρώτησε σταθερά: «Γιατί έφυγε ο Λουκ απ’ το σπίτι; 'Ηταν εξαιτίας του Σάλτο;» Η Έλεν έκλεισε στιγμιαία τα μάτια· είχε καταλάβει. Είπε ήσυχα: «Αντί να θυμώνει, ο Σάλτο θα μπορούσε να σου είχε πει το γιατί». «Δε μου το είπε, όμω<^. Θα μου το πείτε εσείς;» Η Έλεν στέναξε βαθια. «Θα σου πω», είπε μετά. «Θα έπρεπε ίσως να στο είχα πει απ’ την αρχή... Δεν ήθελα όμως να σου δημιουργήσω ερωτηματικά και αμφιβολίες, με εντυπώσεις που θα ήσουν ανίκανη να ανασκευάσεις. Περίμενα να ξαναβρείς τη μνήμη σου, για να μπο­ ρείς ν’ αξιολογήσεις σωστά όλες αυτές τις παλιές ιστορίες. Πέρασαν τόσα χρόνια στο μεταξύ, κι ο Λουκ θα είχε αλλάξει κι αυτός. Είμαι σί­ γουρη πως σε έκανε ευτυχισμένη, κι ας μην το θυμάσαι πια. Αφού το θέλεις, όμως, θα σου πω. Ίσως είναι καλύτερα να ξέρεις». Δεν ήταν μια ευχάριστη ιστορία* αλλά η Ελεν της τη διηγήθηκε με την αντικειμενικότητα του ψυχρού παρατηρητή, αφήνοντάς την να μαντέψει κι όσα δεν της ανέφερε ξεκάθαρα. Ήταν αυτό που η Βέρα αρνιόταν τόσον καιρό να παραδεχτεί* ο άντρας που είχε διαλέξει να παντρευτεί, ήταν μια σκοτεινή, αντιφατι­ κή προσωπικότητα - ικανός για όλα, όπως είχε πει κι ο Σόλτο. Τε­ μπέλης ίσως κι ανεπρόκοπος, όπως θα έλεγαν οι περισσότεροι* αλή­ της, ίσως, όπως θα έλεγαν κάποιοι άλλοι. Γνήσιος γιος του πατέρα του, όπως θα της είχε πει η Λίλι, αν είχε θελήσει να επεκταθεί στο θέμα. Όπως ο μακαρίτης ο Έντμοντ Ράσελ, είχε μια σαφή κλίση στις γυναίκες, στο πιοτό, στον τζόγο, και σε κάθε είδους καταχρήσεις. Δεν είχε καταφέρει να τελειώσει τις σπουδές του* αρνιόταν να βρει μια σταθερή δουλειά, κι είχε την τάση να κάνει παρέα με τους πιο α­ κατάλληλους ανθρώπους. «Ήταν πολύ ατίθασος», είπε άχρωμα η Έλεν. «Είχε συνέχεια μπλεξίματα, κι ο Σόλτο έτρεχε κάθε φορά να τον ξεμπλέκει. Πρέπει να ξέρεις πως είναι υπερπροστατευτικός μ’ αυτούς που αγαπάει* κι είχε αδυναμία στον Λουκ - ακόμα περισσότερο, επειδή ο γιος μου έ­ δειχνε πάντα να τον έχει τόσο ανάγκη». Κι απ’ ό,τι φαινόταν, ο Λουκ είχε στ’ αλήθεια ανάγκη τον μεγάλο, δυνατό Σόλτο, για να τα βγάζει πέρα στη ζωή του* τα κατάφερνε να μπλέκει σε όλων των ειδών τις βρομοδουλειές - από αποπλάνηση α­ νηλίκου, μέχρι κατοχή ναρκωτικών. Δεν ήταν δύσκολο να σχηματίσει κανείς σαφή εικόνα των “νεανικών του ανοησιών”, παρόλο που η Έλεν απέφυγε να μπει σε λςιττομέρειες. Στο κάτω-κάτω, επρόκειτο


93

για το γιο της, που τον αγαπούσε όσο κι αν της είχε ραγίσει την καρδιά. Επρόκειτο όμως και για τον ανιψιό της, που τον αγαπούσε εξίσου, και τον εκτιμούσε απεριόριστα. Δεν ήθελε ν’ αφήσει καμιά σκιά να πλανιέται πάνω στην ακεραιότητα του Σόλτο - ούτε καν για να εξωράίσει τη μνήμη του γιου της. «Ο Σόλτο έκανε ό,τι μπορούσε για να τον συμμαζέψει. Εκείνος ή­ ταν ώριμος, θετικός, σταθερός σε όλα· είχε πετύχει σε ό,τι είχε κατα­ πιαστεί. Ο Λουκ ήταν το εντελώς αντίθετο, και φρόντιζε μάλιστα να τονίζει αυτή τη διαφορά τους όσο πιο πολύ γινόταν». Στα εικοσιτρία του, είχε καταφέρει να μπλέξει γι’ άλλη μια φορά άσχημα. Είχε χάσει ένα υπέρογκο ποσόν, παίζοντας σε μια ύποπτη χαρτοπαικτική λέσχη, με μούτρα του υποκόσμου. Ήταν αδύνατο να δώσει τα λεφτά που χρωστούσε, κι οι τύποι που τον είχαν βάλει στο χέρι, δεν αστειεύονταν ο Λουκ ήξερε πως αν δεν τακτοποιούσε εμπρό­ θεσμα το χρέος του, δε θα κινδύνευε απλά η αρτιμέλειά του, αλλά και η ίδια του η ζωή. Και για μια φορά, ήταν τρομοκρατημένος. Το ποσό ήταν πολύ μεγάλο, και δεν τολμούσε ν’ απευθυνθεί στον ξάδερφό του. Την τελευταία φορά που ο Σόλτο του είχε πληρώσει τα χρέη του στα χαρτιά, του είχε δηλώσει πως θα ήταν όντως και η τε­ λευταία. Δε θα του ξαναέδινε δεκάρα για τέτοιο σκοπό, δε θα σκοτι­ ζόταν καν να τον βγάλει απ’ τη φυλακή, όπου θα κατέληγε αναπό­ φευκτα, είτε λόγω χρεών, είτε λόγω πλαστογραφίας και υπεξαίρε­ σης· γιατί ακόμα κι αυτό ήταν στο ενεργητικό του Λουκ Ράσελ. Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είχε το σθένος ν’ αντιμετωπίσει το θυ­ μό του Σόλτο. Κι έτσι απελπισμένος όπως ήταν, κατέφυγε στη μητέ­ ρα του· ήθελε να του δώσει η Ελεν τα κοσμήματα της μακαρίτισας της αδερφής της, κι εκείνος θα τα πουλούσε, αφού προηγουμένως θα φρόντιζε να τα αντικαταστήσει με τέλειες απομιμήσεις. «Ο συγχωρεμένος ο Ρόμπερτ λάτρευε την αδερφή μου», είπε θλιμμένα η Έλεν. «Τίποτε δεν ήταν αρκετά καλό για κείνη* επειδή της άρεσε το ιταλικό στιλ, είχε φέρει αρχιτέκτονες απ’ την Ιταλία, για να χτίσουν αυτό το σπίτι όπως το ήθελε η ίδια. Τη φόρτωνε με δώρα* της είχε χαρίσει πανάκριβα κοσμήματα. Όταν πέθανε η Φελίσια κι ήρ­ θα να μείνω εδώ, ο Ρόμπερτ μου είπε πως μπορούσα να τα φοράω όποτε ήθελα. Ήταν τόσο καλός ο μακαρίτης... Ακούγοντας το γιο μου να μου κάνει αυτή την εξωφρενική πρόταση, έπαθα το σοκ της ζωής μου. Τα κοσμήματα δεν ήταν δικά μας· ανήκαν στον Ρόμπερτ, και στον Σόλτο. Δεν ήταν βέβαια δυνατό να συνεργήσω σε μια τόσο απε­ χθή κλοπή και απάτη, σε βάρος των ανθρώπων που μας είχαν ευερ­ γετήσει χωρίς όρους· ούτε καν για χάρη του Λουκ». Ο Λουκ εκλιπάρησε, φώναξε, απείλησε· αλλά δεν κατάφερε να πείσει τη μητέρα του. Και τελικά έφυγε μπουρινιασμένος, κατηγορώ­ ντας την πως ο Σόλτο σήμαινε για κείνην, πολύ περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος της ο γιος.


94

«Αυτό ήταν πάντα ένα μικρό αγκάθι στις σχέσεις μας», παραδέ­ χτηκε άτονα η Έλεν. «Μου το χτύπαγε με κάθε ευκαιρία, κι ας ήξερε πως ποτέ δεν έκανα διακρίσεις ανάμεσά τους, ακόμα κι όταν είχα κά­ θε λόγο να κάνω. Ο Σόλτο δε με είχε πικράνει ποτέ· μου ανταπέδινε την αγάπη και τη φροντίδα μου στο δεκαπλάσιο. Ενώ ο Λουκ έβαζε θαρρείς τα δυνατά του για να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Έτσι κι ε­ κείνη τη φορά. Το ποσό που χρώσταγε ήταν πολύ μεγάλο, δε θα μπο­ ρούσε να το βρει από πουθενά αλλού, εκτός απ’ τον Σόλτο· κι ήμουν αναστατωμένη. Δεν ήξερα τι άλλο θα σκαρφιζόταν να κάνει για να βγει απ’ το αδιέξοδο, μπορούσα όμως να φανταστώ το χειρότερο. Κι εκείνος φοβόταν να μιλήσει στον ξάδερφό του». Έτσι, στην απελπισία της, είχε μιλήσει η ίδια στον Σόλτο. Του ζίγε πει τα πάντα, ακόμα και την πρόταση του Λουκ σχετικά με τα κοσμή­ ματα. Ο Σόλτο, φυσικά, είχε βγει απ’ τα ρούχα του ακούγοντας τα τε­ λευταία κατορθώματα του ξαδέρφου του. Ήταν εξοργισμένος, κι α­ κόμα περισσότερο, επειδή την τελευταία φορά, ο Λουκ του είχε ορκι­ στεί πως δε θα ξανάπιανε τράπουλα στα χέρια του. Όταν όμως τον φώναξε στο γραφείο του για να του μιλήσει, το ίδιο εκείνο βράδυ, ή­ ταν συγκροτημένος, και τον αντιμετώπισε με αξιοθαύμαστη αυτοκυ­ ριαρχία. Ήθελε, του είπε, να του δώσει ακόμα μια ευκαιρία, ελπίζοντας πως αυτή τη φορά ο Λουκ θα έμπαινε, και θα έμενε, στον ίσιο δρόμο. Θα του δάνειζε τα λεφτά που χρειαζόταν για να ξελασπώσει* κι ο Λουκ θα πήγαινε να δουλέψει στα γραφεία των Μακλέοντ. Θα έπαιρ­ νε έναν καλό μισθό, κι απ’ αυτόν το μισθό, ο Σόλτο θα του κρατούσε κάθε μήνα ένα ποσό, μέχρι να τον ξεχρεώσει. «Αυτό το ποσό ήταν σχετικά ασήμαντο», είπε η Έλεν, που ήταν μπροστά στη συζήτηση, και τα είχε ακούσει όλα με τ ’ αφτιά της. «Θα του έπαιρνε χρόνια να ξεχρεώσει τον ξάδερφό του, αλλά αυτό επεδίωκε κι ο Σόλτο. Δεν ενδιαφερόταν τόσο για τα χρήματα που θα έδι­ νε- ήθελε μόνο να τον στρώσει στη δουλειά, και σ’ έναν φυσιολογικό τρόπο ζωής. Για μια φορά τον είχε γερά στο χέρι, κι ήθελε να το εκ­ μεταλλευτεί». Στην πρότασή του, όμως, ο Λουκ είχε αντιδράσει σχεδόν υστερι­ κά. Ήταν ήδη σε κατάσταση πανικού, κι η “προδοσία” της μητέρας του, δεν είχε βελτιώσει βέβαια τα πράγματα. Είχε εκλάβει την παρέμ­ βαση του Σόλτο σαν ψυχρό εκβιασμό, και σαν προσπάθεια καταρρά­ κωσής του. «Δεν ήταν και πολύ στα καλά του εκείνο το βράδυ», είπε μ’ ένα στεναγμό η Έλεν. Είχε εκτοξεύσει ενάντια στον ξάδερφό του, ένα ποτάμι ύβρεις, κατηγορίες και παράπονα για φανταστικές αδικίες και προσβολές. Εί­ χε βγάλει όλη του την εχθρότητα, κι όλα τα απωθημένα είκοσι χρό­ νων.


95

«Δεν είχα υποψιαστεί ποτέ», είπε η Έλεν, «ότι του κόστιζε τόσο που ήταν κατά κάποιον τρόπο ο φτωχός συγγενής· ούτε πως φθο­ νούσε τόσο τον ξάδερφό του για όσα είχε. Ήξερα πως στο βάθος λάτρευε τον Σόλτο· όσο ήταν πιο μικρός, του έτρεχε από πίσω σαν σκυλάκι. Κι οι Μακλέοντ δεν τον είχαν θεωρήσει ποτέ ξένο ή παρείσακτο. Είχε πάντα τις ίδιες ευκαιρίες με τον Σόλτο, κι ας μην είχε θε­ λήσει ποτέ να επωφεληθεί. Κανείς δεν τον είχε αφήσει ποτέ να νιώσει ότι ήταν κατώτερος, και πολύ λιγότερο ο ίδιος ο Σόλτο. Εκείνη η επί­ θεση ήταν εντελώς αδικαιολόγητη, και μάλιστα τη στιγμή που ο Σόλ­ το έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει». Αντί όμως για ευχαριστώ, ο Λουκ είχε πέσει να τον φάει, κατηγο­ ρώντας τον για τα πιο απίθανα πράγματα. Κι ύστερα είχε φύγει, ουρλιάζοντα πως δεν ήθελε να έχει πια καμιά σχέση, ούτε με τον Σόλτο, που μια ζωή τον ταπείνωνε και τον εξευτέλιζε, επιδεικνύοντάς του τη δήθεν ανωτερότητά του, ούτε με τη μητέρα του, που τον είχε αφήσει εκτεθειμένο, όταν θα μπορούσε να τον είχε βοηθήσει τόσο εύκολα να ξελασπώσει. Κανείς απ’ τους δυο τους δεν τον είχε ξαναδεί από τότε* ο Λουκ είχε φύγει, άγνωστο για πού, κι είχε μόνο τηλεφωνήσει κάποια μέρα, για να πει ξερά-ξερά στη μητέρα του πως ήταν καλά, και πως δεν εί­ χε πια ανάγκη ούτε τους Μακλέοντ, ούτε τους Ράσελ για να επιζήσει. «Ο Σόλτο είχε πάντα ενοχές για ό,τι συνέβη τότε», της είπε στο τέλος η Έλεν. «Θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο που ο Λουκ είχε φύγει απ’ το σπίτι. Ένιωθε πως του είχε φερθεί σκληρά και υπεροπτικά, ό­ ταν θα μπορούσε να τον είχε χειριστεί πιο λεπτά, φέρνοντάς τον στο φιλότιμο. Τον είχαν κλονίσει οι κατηγορίες του Λουκ* ψαχνόταν για καιρό μετά, να δει πού είχε φταίξει. Ο θάνατός του τον συνέτριψε σχεδόν όσο κι εμένα. Έλπιζε πάντα πως θα ξαναβρίσκονταν οι δυο τους, αργά ή γρήγορα- και τότε που θα είχαν σβήσει οι μνησικακίες του παρελθόντος, θα μπορούσαν ίσως να ξαναβρούν την αλλοτινή τους σχέση. Τον αγαπούσε πολύ, στο είπα...Το μόνο που ήξερε, ήταν πως τον είχε διώξει με την αλαζονική του συμπεριφορά απ’ το σπίτι, κι ο Λουκ είχε πεθάνει τελικά σ’ ένα μακρινό, ξένο μέρος. Καταλαβαί­ νεις τώρα γιατί είναι τόσο υπερευαίσθητος σ’ αυτό το θέμα». Η Βέρα καταλάβαινε· αλλά ήταν πια πολύ αργά για να μετανιώνει. Είχε κατηγορήσει τον Σόλτο για τα πιο τρελά πράγματα, χωρίς να έ­ χει ιδέα τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Τον είχε επίσης κατηγο­ ρήσει ότι ήταν ένας ελεεινός ψεύτης. Ο Σόλτο όμως δεν της είχε πει ψέματα, ούτε σχετικά με τον Λουκ, ούτε σχετικά με π]ν ίδια. Εκείνη ήταν μια πόρνη, που είχε παντρευτεί κάποιον για τα δήθεν πλούτη της οικογένειάς του. Ο άντρας της ήταν μια σκοτεινή προσωπικότητα, που μόνο ο Θεός ήξερε τι έκανε για να


96

ζήσει. Μπορεί άλλωστε να ήταν κι αυτό αλήθεια, και η μόνη του α­ σχολία να ήταν η μαστρωπεία, σε βάρος της ίδιας του της γυναίκας. Ήξερε οπωσδήποτε τις δραστηριότητες της συζύγου του* αν τις είχε πληροφορηθεί τόσο εύκολα ο Σόλτο, με μόνο μια σύντομη επί­ σκεψή του στην Ταγγέρη, θα ήταν αστείο να τις αγνοεί ο ίδιος της ο άντρας. Δε φαινόταν ο τύπος του κέρατά που το μαθαίνει πάντα τε­ λευταίος. Ήταν παιδί της πιάτσας, χωρίς αμφιβολία* και πιθανότατα, νταβατζης της ίδιας του της γυναίκας. Κι εκείνη, παγιδευμένη στην αμνησία της, δέσμια ενός παρελθό­ ντος με απειλητικά εφιαλτικές αποχρώσεις, ήταν τώρα ερωτευμένη* τρελά, αγιάτρευτα ερωτευμένη - γιατί ακόμα και οι πόρνες ερωτεύο­ νταν κάπου-κάπου όσο και οι υπόλοιπες γυναίκες. Ερωτευμένη | ϊ έ­ ναν άντρα που τη σιχαινόταν, και που είχε πάει να πλαγιάσει μαζί της ένα βράδυ, επειδή είχε κάψες, κι επειδή εκείνη ήταν η μόνη διαθέσι­ μη πόρνη ένα γύρω. Πέρασε το Σαββατοκύριακο, πέρασε κι η επόμενη βδομάδα, κι εκεί­ νος δεν είχε φανεί ακόμα. Την Παρασκευή, όμως, άραξε στη μαρίνα μια μεγαλόπρεπη θαλαμηγός, με το όνομα “Φελίσια” στα πλευρά της* ο Σόλτο είχε επιστρέφει, φέρνοντας γι’ άλλη μια φορά μαζί του και τη Ναντίν. Κι ήταν σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό* σαν να μην είχε υ­ πάρξει ποτέ εκείνη η νύχτα της δικής του αδυναμίας, και του ��ικού της εξευτελισμού. Σαν να μην είχε πάει ποτέ, οργισμένος και μισομεθυσμένος στο δωμάτιό της, με το ξεχασμένο προφυλακτικό στην τσέπη, για να χρησιμοποιήσει το άβουλο κορμί της σαν ευτελές δο­ χείο ηδονής. Η Βέρα δεν ήξερε τι περίμενε να συμβεί σ’ αυτή τους τη συνάντη­ ση, μετά δυο βδομάδες* σίγουρα, όμως, δεν περίμενε τόση απάθεια από μέρους του. Ακόμα και μια σκιά αμηχανίας στα μάτια του, θα ή­ ταν καλύτερη απ’ αυτήν την απόλυτη, παγερή αδιαφορία. Στις σπάνιες στιγμές που το βλέμμα του περνούσε από πάνω της, είχε την παγερότητα του πολικού χειμώνα* κι ήταν ζήτημα αν αντάλ­ λαξαν οι δυο τους πάνω από δέκα τυπικές λέξεις, κι αυτό μόνο όσο ήταν μπροστά η θεία του. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν υπήρχε η Έλεν, δε θα τους δινόταν η ευκαιρία ν’ ανταλλάξουν ούτε αυτές τις ελάχιστες τυπικές λέξεις. Εκείνη δε χρειαζόταν να κάνει καμιά προσπάθεια για να κρατηθεί μακριά του* ο Σόλτο θα φρόντιζε σε κάθε περίπτωση, να μη μείνουν ποτέ οι δυο τους για πάνω από μισό λεπτό στον ίδιο χώρο. Το Σάββατο όμως το απόγευμα, έπεσε πάνω του την ώρα που κατέ­ βαινε να κάνει μια βουτιά στην πισίνα* και σίγουρα, ούτε που θα το εί-


97

χε σκεφτεί να κατέβει, αν είχε την παραμικρή υποψία ότι θα έπεφτε πάνω του. Είχε δει όμως τη θαλαμηγό του να φεύγει από νωρίς, κι είχε μεί­ νει με την εντύπωση ότι δεν είχε επιστρέφει ακόμα. Απ’ το δωμάτιό της, δεν είχε θέα στη μαρίνα· κι άλλωστε, αν ο Σόλτο είχε θελήσει να πάει μια σύντομη βόλτα, θα είχε χρησιμοποιήσει κάποιο απ’ τα μικρό­ τερα σκάφη του, όχι εκείνο το μεγαθήριο. Κι ήταν σίγουρη ότι θα έ­ λειπε όλη εκείνη τη μέρα, αν όχι και την επομένη. Έτσι είχε πάρει το θάρρος να κατέβει για μια βουτιά. Ο καιρός ή­ ταν ακόμα καλός, το καλοκαίρι όμως ξεψυχούσε ήδη, και δεν ήξερε αν θα της δινόταν άλλη ευκαιρία. Έβγαζε κιόλας το μπουρνούζι της, όταν η καρδιά της σπαρτάρησε στο στήθος της, κι όλο το αίμα έφυγε απ’ τα μάγουλά της. Με την άκρη του ματιού της, είχε δει τον Σόλτο, μισοξαπλωμένο πίσω-πίσω, σε μια ξαπλώστρα τραβηγμένη στη σκιά. Πάνω απ’ τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν, τα βαθυγάλανα, σκο­ τεινά του μάτια, την κάρφωναν αλύπητα. Η έκφρασή του ήταν εντε­ λώς αξεδιάλυτη, κι ούτε ένας τόσος δα μυς δεν είχε σαλέψει στο πρόσωπό του. Για κάμποσο δευτερόλεπτα, έμειναν να κοιτάζονται, εκείνος σαν παγερό άγαλμα, κι εκείνη κατάχλομη, με την καρδιά να φτερουγίζει ξετρελαμένη στο στήθος της. Τα χείλια της βάλθηκαν να τρέμουν, τα μάτια της έτσουζαν απ’ τα δάκρυα. Έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πί­ σω· και μετά, κάτω απ’ το ολότελα αξεδιάλυτο βλέμμα που συνέχιζε να την καρφώνει αλύπητα, άρπαξε το μπουρνούζι της, κι έφυγε τρέ­ χοντος για το σπίτι. Το βράδυ, φυσικά, ήταν αδύνατο να κοιμηθεί. Η ατέλειωτη νύχτα σερνόταν βασανιστικά, κι εκείνη στριφογύριζε απελπισμένη, με τη σκέψη όλη στον Σόλτο και στη Ναντίν, που θα μοιράζονταν τώρα το μεγάλο κρεβάτι στο διπλανό δωμάτιο. Ήταν πολύ αργά’ τώρα πια θα είχαν αποκοιμηθεί, αποκαμωμένοι. Και το πρωί, όταν ξυπνούσαν, θα χαμογελούσαν ευτυχισμένοι ο ένας στον άλλον, και θα ξαναέκαναν έρωτα. Ήταν αδύνατο να κλείσει μάτι. Και στριφογύριζε ακόμα πυρετικά στο κρεβάτι, όταν ο ελαφρύς θόρυβός απ’ την πόρτα, την έκανε να· τιναχτεί αλαφιασμένη, ανάβοντας το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι. Το πόμολο στρεφόταν, η πόρτα άνοιγε* ο Σόλτο μπήκε στο δωμά­ τιο, κι έμεινε να την κοιτάζει ανέκφραστος. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό, σαν λαξεμένο σε πέτρα* οι φωτο­ σκιάσεις απ’ το πορτατίφ, αναδείκνυαν έντονα τις κοφτές, αντρίκειες γραμμές του - τα λεπτά μάγουλα, τα τονισμένα ζυγωματικά, την ίσια μύτη, το τετράγωνο, θεληματικό σαγόνι. Θα μπορούσε να είναι το πρόσωπο ενός αγάλματος, σκέφτηκε τρέμοντας η Βέρα, καθώς ανα­


98

σηκωνόταν μηχανικά για να καθίσει στο κρεβάτι· άδειο από κάθε έκ­ φραση, κι εξίσου χλομό, σαν γλυτττό από μάρμαρο. Τα μάτια του έμοιαζαν να καίνε πάνω σ’ αυτό το ανέκφραστο, ω­ χρό πρόσωπο* και καθώς εκείνη τον κοίταζε σαν χαζή, ανίκανη να πι­ στέψει πως ο Σόλτο, αντί να είναι με τη Ναντίν, βρισκόταν γι’ άλλη μια φορά στο δωμάτιό της, τη ρώτησε βραχνά: «Δεν κοιμάσαι;» Οι σκέψεις έτρεχαν ασύνδετες στο κεφάλι της, αφήνοντάς την με την αίσθηση πω ς ξέφευγε ολότελα απ’ την πραγματικότητα. Πριν δυο βδομάδες, ο Σόλτο της είχε επιβάλλει μια επιθετικά κατακτητική νύχτα- κι ύστερα είχε φύγει, λέγοντάς της πως θα φρόντιζε να μην επαναληφθεί ποτέ πια κάτι τέτοιο. Αν εκείνη ήταν μια νύχτα έσχατης ταπείνωσης για την ίδια, ήταν και μια νύχτα έσχατης ντροπής για τον Σόλτο Μακλέοντ. Είχε νικηθεί απ’τα ένστικτά του, και είχε αφεθει να κάνει κάτι που τον αήδιαζε ολοφάνερα: να πλαγιάσει με μια γυναίκα που απεχθανσταν. Δεν ήταν μόνο θέμα ου­ σίας για κείνον ήταν προπαντός θέμα καταρρακωμένου εγωισμού. Τώρα είχε έρθει, αναπάντεχα, να τη ρωτήσει αν κοιμόταν αλλά η χλομάδα στο πρόσωπό του, η βαθιά, σκοτεινή φλόγα στα μάτια του, έλεγαν τη δική τους ιστορία. Τα χείλια της ίσα που σάλεψαν. «Αυτό ήρθες να διαπιστώσεις;» τον ρώτησε τρεμουλιαστά. «Όχι βέβαια», της αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, κάνοντας δυο βήμα­ τα προς το μέρος της. Με μια μηχανική κίνηση, έσπρωξε πίσω τα ατί­ θασα τσουλούφια που του έπεφταν στο μέτωπο. «Ήθελα να σου πω ότι...» Εκεί ξεροκατάπιε. Έμεινε στα μισά, να την κοιτάζει βαριανασαίνοντας· κι εκείνη σηκώθηκε σαν αυτόματο απ’ το κρεβάτι, τρέμοντας ασυγκράτητα. Ο σφυγμός χτυπούσε άγρια στους κροτάφους της, στον ίδιο ρυθμό με την ξετρελαμένη καρδιά της. «Αυτό που ήθελα...» ξανάρχισε ο Σόλτο, και κόπηκε πάλι στα μι­ σά. Μια σύσπαση αλλοίωσε στιγμιαία το πρόσωπό του. «Ω, που να πάρει», έκανε τραχιά. «Το ξέρεις γιατί ήρθα, δεν το ξέρεις; Τι χρειά­ ζονται τα λόγια;» Πριν ακόμα σταματήσει να μιλάει, είχε καλύψει με δυο δρασκελιές την απόσταση που τους χώριζε, και την είχε αρπάξει κοντανασαίνοντας στην αγκαλιά του. «Είμαι ολότελα άρρωστος για σένα», είπε πνιχτά, και τη φίλησε με κάτι σαν απελπισία, συνθλίβοντας τα χείλια της με το απαιτητικό, λαί­ μαργο, παθιασμένο του στόμα. Κι ήταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτε, σαν να συνεχιζόταν εκείνη η νύχτα του ξέφρενου πάθους, πριν δυο βδομάδες. Όλες οι μέρες και οι νύχτες ενδιάμεσα είχαν χαθεί, μαζί με τη δυστυχία, την ταπείνωση και την αποστέρηση που τις είχαν σφραγίσει. Τώρα, ο Σόλτο ήταν πάλι μαζί της, κι όχι με τη Ναντίν το ξαναμμένο του σώ­ μα αποζητούσε το δικό της, τα χείλια του καταβρόχθιζαν αχόρταγα τα δικά της χείλια, όχι κάποιας άλλης.


99

Ρουφώντας διψασμένα τη γλώσσα του, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ τη δυνατή του πλάτη, κι εγκαταλείφθηκε στην έκσταση της αγκαλιάς του. Το σώμα της ανταποκρινόταν στο δικό του με την ίδια σφοδρότητα. Την ένιωθε σαν πόνο βαθιά στη σάρκα της- σαν ανοιχπί πληγή που έσφυζε οδυνηρά στα σωθικά της. Κι εκείνος έμοιαζε ανίκανος να σταματήσει να τη φιλάει. Την έ­ σφιγγε πυρετικά πάνω του, βογκώντας πνιχτά κάθε φορά που την έ­ φερνε να τριφτεί ηδονικά κόντρα στη σκληράδα του. «Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι», της έλεγε βραχνά, ανάμεσα σ’ ένα χείμαρο από φι­ λιά. «Δεν ήθελα να έρθω. Θα έδινα οτιδήποτε για να μην έρθω... Απλά, δεν άντεχα άλλο. Το ξέρεις τι μου έχεις κάνει, δεν το ξέρεις; Δεν το περίμενες ότι θα ξαναρχόμουν μια απ’ αυτές τις νύχτες;» «Ό- όχι», τραύλισε η Βέρα, ανάμεσα σε δυο πνιγμένες ανάσες. «Δεν ήξερα... Δεν είχα ιδέα... Ω, Θεέ μου, δεν το περίμενα!» Ένα ακό­ μα παθιασμένο, βαθύ φιλί της σφράγισε το στόμα, κόβοντάς την στα μισά. Η γλώσσα του γευόταν κάθε γωνιά του στόματός της, έμπλεκε με τη δική της σ’ έναν βασανιστικά ηδονικό χορό, τραβιόταν πίσω, για να ξαναμπηχτεί πάλι κτητικά μέσα της. Κι οι παλάμες του πηγαινοέρ­ χονταν πεινασμένα πάνω στο σώμα της, απ’ τους σφιχτούς της μα­ στούς μέχρι τους γλουτούς της, που τους χούφτιαζαν για να τη φέ­ ρουν να κολλήσει αξεχώριστα πάνω στη σκληράδα του. «Το ήθελες όμως», της είπε ασθμαινοντας, αφήνοντας τα χείλια της για να φιλήσει παθιασμένα το λαιμό της, κι από κει την αρχή του στήθους της. «Το ήθελες, έτσι δεν είναι; Το λαχταρούσες κι εσύ το ί­ διο, παραδόξου το!» «Ναι, Σόλτο, ναι, ναι, ναι... Ήταν μαρτύριο όλες αυτές τις μέρες μακριά σου. Νόμιζα... νόμιζα πως δε με ήθελες άλλο». «Δε θα μπορούσες ούτε να φανταστείς πόσο σε θέλω», της είπε μ’ ένα βογκητό απελπισίας, τραβώντας πυρετικά το νυχτικό της προς τα κάτω, για να ξεγυμνώσει το στήθος της. Την ανασήκωσε συγχρό­ νως στα μπράτσα του, κι εκείνη κραύγασε βραχνά όταν ένιωσε τα χείλια του να κλείνουν, καυτά και υγρά, γύρω απ’ τη ρώγα της. Την έφερε έτσι ως το κρεβάτι, την απόθεσε στό στρώμα, κι έγειρε λαχανιάζοντας από πάνω της. «Δε θα μπορούσες ούτε να φαντα­ στείς», ξανάπε τρέμοντας. Της πήρε το πρόσωπο στις παλάμες του, κι έμεινε να την κοιτάζει στα μάτια, με τη σκληράδα του να σφύζει α­ νυπόμονα κόντρα στην ήβη της. «Αν δε σε ήθελα έτσι όπως σε θέλω, δε θα ήμουν πάλι εδώ τώρα», ξανάπε με κάτι σαν απόγνωση, και κρα­ τώντας της ακίνητο το πρόσωπο, έσκυψε και τη φίλησε με τόση βιαι­ ότητα, που της πλήγωσε τα χείλια. «Με θέλεις όμως κι εσύ... Πες το». «Ναι, Σόλτο, ναι. Δεν έχεις ιδέα πόσο σε’θέλω». Γι’ άλλη μια φο­ ρά, τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, που βάλθηκαν ν’ αργοκυλάνε στα μάγουλά της. «Δεν έχεις ιδέα πόσο σέ χρειάζομαι...»


100

«Κι εσύ δεν έχεις ιδέα τι μου κάνεις», της αποκρίθηκε σπασμένα, κι από κει και πέρα, έχασε πάλι κάθε έλεγχο. Μέσα σε μια ασυγκράτητη έκρηξη πάθους, όπου τα χέρια και τα χείλια πλήγωναν περισσότερο απ’ όσο χάιδευαν, κι οι λέξεις πλανιό­ νταν κοφτές, λάγνες, ασύνδετες στον πυρετό τους, κατάφεραν να γδυθούν και να σμίξουν αξεχώριστα σώμα με σώμα. Η καυτερή του δύναμη μπήχτηκε βαθιά μέσα της, κι η σάρκα της τη δέχτηκε μ’ έναν ατέλειωτο σπασμό αγαλλίασης. Τα μακριά της πό­ δια ήρθαν και τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω απ’ όγ| μέση του, το σώμα της όλο ανασηκώθηκε για να κολλήσει στο δικό του* κι εκείνος, αγκομαχώντας μέσα από έναν ποταμό παράφορα φιλιά, πήρε το δυνατό, βα­ θύ ρυθμό του ως την κορύφωση της ηδονής. Ήρθε τόσο γρήγορα, που την άφησε μετά σαστισμένη, με τις βραχνές της κραυγές ακόμα στ’ αφτιά της, ν’ αναρωτιέται πώς είχε συμβεί. Τη μια στιγμή εκείνος μπηγόταν βαθιά μέσα της, βάζοντας φωτιά σε κάθε νεύρο του κορμιού της* και σχεδόν την επόμενη, μια σειρά έντονοι, αφόρητα απολαυστικοί σπασμοί, συντάραζαν τη σάρ­ κα της, φέρνοντάς την μέσα σε δευτερόλεπτα στο ζενίθ, σαν να μην είχε περάσει από κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Ήταν απρόοπτο, υπέροχο, τέλεια λυτρωτικό. Άφησε το κεφάλι της να πέσει πίσω, κι έκλεισε εξουθενωμένη τα μάτια. Τον αισθανό­ ταν ακόμα, σκληρό, τεράστιο, να γεμίζει σφάζοντας τα σωθικά της* γι’ άλλη μια φορά όμως, εκείνος είχε σταματήσει στα μισά, για ν’ α­ πολαύσει όσο περισσότερο γινόταν τη δική της απόλαυση, κι ας αγκομαχούσε τώρα στην προσπάθειά του να συγκρατηθεί, και να μην τελειώσει κι εκείνος. 'Οταν ξανάνοιξε τα μάτια της, το βλέμμα του την έκαψε σαν υγρή λάβα. Της είπε βραχνά: «Με τρελαίνει να σε βλέπω να τελειώνεις. Με τρελαίνει να ξέρω πως στο κάνω εγώ αυτό...» Κι ύστερα ρώτησε πάλι σκληρά: «Έτσι τέλειωνες και με τους άλλους; Ή υποκρινόσουν απλά για να τους ευχαριστήσεις;» Μια μαχαιριά πόνου της ξέσκισε την καρδιά. Τόση ώρα, είχε πα­ ραδοθεί σε μια έκσταση εντελώς έξω απ’ τη χυδαία, απαγορευτική πραγματικότητα. Τα λόγια που περίμενε ν’ ακούσει, ήταν σίγουρα πο­ λύ διαφορετικά απ’ αυτά. «Μη, Σόλτο», έκανε σβησμένα. «Μην αρχί­ ζεις πάλι... Δεν το αντέχω». «Άντεχες μια χαρά να το κάνεις, πάντως», της πέταξε σκληρά, μπήγοντας άγρια το φαλλό του μέσα της. Η ίδια, γνωστή οργή έσμι­ γε με τον πόθο του, δίνοντάς του πάλι μια ξεκάθαρα σαδιστική διά­ σταση. Τα χέρια του της καθήλωναν τα μτΐράτσα πάνω στο στρώμα. Την κράτησε εντελώς ακίνητη, παγιδευμένη απ’ το βάρος του, καρ­ φωμένη στο κρεβάτι απ’ τη δύναμη του φαλλού του· ανοιχτή, παραδομένη, ανίσχυρη κι εξουθενωμένη. «Πες μου», της ξενάπε βίαια.'«Θέλω να μάθω. Απλά υποκρινό-


101

σουν, ή μήπως δε χρειαζόταν καν να υποκριθείς;» Μπήχτηκε πάλι ά­ γρια μέσα της, κάνοντάς την να φωνάξει απ’ τον πόνο. «Τι περίμεναν από σένα οι πελάτες σου; Μια απρόσωπη εξυπηρέτηση - ή μια ολο­ κληρωμένη παράσταση πάθους; Ή μήπως τους έκανες όλους κέφι, τον καθένα ξεχωριστά; Που να σε πάρει, λέγε! Αυτό είναι; Γουστάρι­ ζες να το κάνεις με τον κάθε βρομερό Άραβα που σε πλήρωνε για λί­ γες ώρες; Αυτό ήταν το μυστικό της επιτυχίας σου;» Μπηγόταν μέσα της με κάτι σαν λύσσα, όχι για να βρει την ηδονή, αλλά για να την πο­ νέσει- κι ήταν τρομαχτική αμτή η τυφλή οργή, που αντί να ρίχνει την ένταση του πόθου του, έμοιαζε αντίθετα να την ανεβάζει σε επικίνδυ­ να, ανεξέλεγκτα ύψη. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν δύναμη γύρω απ’ τις τρυφερές της ρώγες, κάνοντάς την να ξεφωνίσει απ’ τον πόνο- και σκύβοντας κτητι­ κά από πάνω της, τη φίλησε άγρια, δαγκώνοντάς της χωρίς οίκτο τα χείλια. «Πες μου, πόρνη... Αυτό ήταν το κόλπο σου; Ετσι ξετρέλαινες κι όλους τους άλλους, ή το φύλαξες μόνο για μένα; Ή ξερες τι θα μου έκανες, ή συνέβη έτσι, τυχαία; Λέγε. Λέγε, βρόμα!» Μέσα από ένα κύμα λυγμών, βρήκε ίσα-ίσα λίγη δύναμη για να τον ικετεύσει απελπισμένα: «Όχι, Σόλτο, όχι... Μη μου το κάνεις αυτό, αγάπη μου, σε παρακαλώ!» Τώρα την πόναγε συνειδητά και σκόπιμα· της φαινόταν πως ο φαλλός του θα κομμάτιαζε τα σωθικά της, έτσι που μπηγόταν μανιασμένα μέσα της. «Λέγε! Το κάνεις επίτηδες, δεν είν’ έτσι;» «Όχι, Σόλτο, όχι... Αφού το ξέρεις ότι σε θέλω. Εσένα, μόνο εσέ­ να, δεν το καταλαβαίνεις;» «Πόσο; Πόσο πολύ; Πες μου ότι λιώνεις - πες μου πως αν το βγά­ λω θα πεθάνεις...» «Όχι, μη - μην τραβιέσαι... Ω, Θεέ μου, δε βλέπεις; Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ... Δεν - » «Σκάσε», της πέταξε άγρια. «Σκάσε, βρόμα. Ω, θα μπορούσα να σε σκοτώσω γι’ αυτό...» Την έσφιξε πυρετικά, κρατώντας τη φυλακι­ σμένη στην αγκαλιά του. Τα μάτια του έκλεισαν και μια πνιχτή κραυ­ γή του ξέφυγε, καθώς το σώμα του τρανταζόταν απ’ τους σπασμούς, παρασέρνοντάς την μαζί του στο φουρτουνιασμένο κύμα της ηδο­ νής. Έμεινε μετά έτσι, απόλυτα εξουθενωμένος, με τα μπράτσα του α­ κόμα σφιχτά γύρω της, και το κορμί να τρέμει πάνω στο δικό της. Το κεφάλι του ήταν γερμένο στον ώμο της, και πάνω στη σάρκα της που ριγούσε, ένιωθε τα χείλια του ν’ αργοσαλεύουν καυτά, σαν στην αρ­ χή μιας ύστατης κραυγής απόλαυσης και αγωνίας. Είμαι άρρωστος για σένα , της είχε πει πριν λίγο. Το ίδιο άρρω­ στη ένιωθε τώρα κι εκείνη. Μέσα από κύματα ναυτίας, συνέχισε να τον κρατάει σφιχταγκαλιασμένο απ’ την πλάτη, ξέροντας πως ό,τι κι αν της έκανε, ο Σόλτο Μακλέοντ θα ήταν η μοίρα της, η ζωή της, ο


102

κόσμος ολόκληρος για κείνην. Ποτέ δε θα μπορούσε να το ξεπεράσει. Τον αγαπούσε - παράφορα, απόλυτα, τρομαχτικά. Δεν ήξερε πώς είχε συμβεί κι είχε ταυτιστεί τόσο μαζί του. Είχε αρκέσει ίσως το πρώτο βλέμμα· ίσως τον κουβαλούσε πάντα μέσα της, σαν πνιγμένη, ανίσχυρη λαχτάρα, κι είχε αρκέσει να τον δει, για να τον αναγνωρί­ σει. Και δε θα τον είχε ποτέ για τίποτε περισσότερο από μια-δυο σπο­ ραδικές ώρες, σε περιπτώσεις που εκείνος θα είχε τις κάψες του, και θα έψαχνε στα τυφλά να βρει κάπου να το βάλει· ίσως μάλιστα ούτε καν γι’ αυτό. Μπορεί να μην της ξαναρχόταν ποτέ πια. Είχε ανάψει απόψε κι εί­ χε έρθει, επειδή προφανώς η Ναντίν δεν ήταν διαθέσιμη, κι εκείνος έ­ νιωθε ερεθισμένος. Ο Σόλτο Μακλέοντ δεν είχε προφανώς πολλές α­ ναστολές· δε θα έβλεπε τίποτε το ανάρμοστο, στο να πεταχτεί μια στιγμή στην πόρνη του για να τον ξεπετάξει στα γρήγορα, αφού η κοπέλα του δεν μπορούσε να το κάνει. Τώρα σάλευε ελαφρά στην αγκαλιά της, μετατοπίζοντας το βά­ ρος του στο πλευρό. Ανασήκωσε λίγο το κεφάλι για να την κοιτάξει, με το πρόσωπο χλομό και κομμένο· κι ήταν σαν να έκαιγε το βλέμμα του βαθιά στην ψυχή της. Ύστερα γέλασε πικρά, κι είπε χαμηλόφωνα: «Αυτό ήταν, λοιπόν. Εφτά δευτερόλεπτα - ίσως και λιγότερο...» Αποτραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά της, και πρόσθεσε στεγνά: «Ο άντρας δεν είναι παρά ένα σε­ ξουαλικό ζώο, αγαπητή μου. Αλλά φαντάζομαι, αυτό θα το ξέρεις ε­ σύ πολύ καλύτερα από μένα». Έγειρε στο πλάι, κι έμεινε να βαριανασαίνει. «Είχες πει πως δε θα επαναλαμβανόταν κάτι τέτοιο», είπε πνιχτά η Βέρα, προσπαθώντας να ελέγξει στα τυφλά τα δάκρυά της. «Τι σημασία έχει;» της αποκρίθηκε κουρασμένα. «Να που επαναλήφθηκε· ίσως επαναληφθεί και στο μέλλον. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ολότελα ανίσχυρος». Γύρισε μπρούμυτα, σαν για να κρύψει το πρόσωπό του στο μαξιλάρι. Ήταν κι αυτή η βραδιά πιστό αντίγρα­ φο της προηγούμενης, σκέφτηκε αποκαμωμένη η Βέρα. Σχεδόν οι ί­ διες κινήσεις, τα ίδια λόγια· η ίδια προσέγγιση, η ίδια οργή, το ίδιο α­ χαλίνωτο πάθος· και μετά, η αηδία, οι ενοχές, η ντροπή της παράδο­ σης. «Συγνώμη αν σε πόνεσα», της είπε με κόπο μεσ’ απ’ το μαξιλάρι. «Δεν ξέρω τι στην οργή παθαίνω μαζί σου... ζυπνάς τα χειρότερα έν­ στικτά μου, που να σε πάρει!» «Μα γι’ αυτό ήρθες», του αποκρίθηκε κουρασμένα. «Όχι για να μου κάνεις έρωτα. Το μόνο που ήθελες, ήταν να με πληγώσεις, με ό­ λους τους πιθανούς τρόπους. Δε νομίζω πως με ποθείς καν, Σόλτο· μόνο για ένα πράγμα με θέλεις!»


103

« Ετσι λες;» ήρθε η πνιχτή ερώτηση μεσ’ απ’ το μαξιλάρι. «Έτσι είναι, και το ξέρεις. Ανάβεις και έρχεσαι να με βρεις, επειδή είμαι η εύκολη λύση. Κι επειδή μισείς το κάθε λεπτό μαζί μου, μετα­ φέρεις όλο αυτό το μίσος πάνω μου* όλη σου την αηδία και τη σιχα­ μάρα γι’ αυτό που χρειάστηκε να κάνεις. Αυτό είν’ όλο. Μου ρίχνεις μόνιμα την ευθύνη. Τι φταίω όμως εγώ; Γιατί ήρθες να με βρεις από­ ψε; Γιατί δεν έμεινες με τη Ναντίν, στο κάτω-κάτω;» Της είπε σκληρά, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι: «Επειδή ήταν αδιάθετη, και δεν το κάνει ποτέ όταν έχει περίοδο. Αν το έκανε, να ’σαι σίγουρη, δε θα ήμουν εδώ να το συζητάμε. Ικανο­ ποιήθηκες τώρα;» Τα λόγια του έπεσαν σαν απανωτά χαστούκια πάνω της· το σώμα της όλο συσπάστηκε απ’ τον ξαφνικό πόνο. Του είπε με κόπο: «Κι ε­ σύ, φυσικά, δεν μπορούσες να μείνεις χωρίς σεξ ούτε για μια νύχτα. Ούτε για χάρη της. Ακόμα και με την κοπέλα σου μέσα στο σπίτι - » «Άσε ησυχη τη Ναντίν», της πέταξε κοφτά. «Αυτό δεν την αφορά ούτε τόσο δα. Αφορά μόνο εμάς τους δυο, και κανέναν άλλον!» Γύρι­ σε ανάσκελα, κι είπε πικρά: «Πρέπει να έχω χάσει εντελώς το μυαλό μου. Πάλι ξέχασα το προφυλακτικό. Θα είμαστε πολύ τυχεροί αν τη γλιτώσουμε κι αυτή τη φορά». «Όχι», είπε κουρασμένα η Βέρα. «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Πή­ γα τις προάλλες στο γυναικολόγο, για ένα προληπτικό τσεκ-απ». Δεν είχε πάει γι’ αυτό· είχε πάει για να της δώσει αντισυλληπτικά, για την περίπτωση που ο Σάλτο θα ξαναρχόταν να τη βρει, κάποια νύχτα. «Μου είπε πως έχω βάλει σπιράλ. Δεν το ήξερα, δεν το θυμόμουν κα­ θόλου... Αλλά είναι εκεί, και είναι πολύ αποτελεσματική προστασία, μου είπε». Εκείνος γέλασε στεγνά. «Φυσικά. Θα έπρεπε να το είχα φαντα­ στεί. Με τη δουλειά που έκανες, θα είχες πάρει όλα τα μέτρα. Σπι­ ράλ, διαφράγματα, σπερμοκτόνα, χάπια... Όλα μαζί και συγχρόνως, φαντάζομαι. Απορώ πώς δεν έκανες και ολοκληρωτική στείρωση, ε­ δώ που τα λέμε». Της έστρεψε την πλάτη, κι έμεινε γερμένος στο πλευρό, βαριανασαίνοντας· κι από κάθε πόρο του κορμιού του, έμοι­ αζε να ξεχύνεται μια ολότελα τυφλή οργή. Οι μυώνες του πάλλονταν σχεδόν, στην προσπάθειά του να την ελέγξει. Η Βέρα δεν είπε λέξη. Έμεινε στη δική της πλευρά του κρεβατι­ ού, καταπίνοντας σπασμωδικά τα δάκρυά της. Η φωνή του ήρθε να σπάσει πάλι τη σιωπή, ολότελα αλλοιωμένηπικρή, παραιτημένη, αηδιασμένη, και συνάμα σαν απορημένη. «Κι ε­ γώ να σε θέλω έτσι», είπε πνιχτά. «Να μην μπορώ καν να πω όχι στον εαυτό μου... Αυτή για τον αυτοσεβασμό μου, κυρία Ράσελ. Και για τη δύναμη της θέλησής μου, επίσης», πρόσθεσε μ’ ένα πικρό γέλιο. «Σε μισώ, είπες; Δεν ξέρεις τίποτα, κορίτσι μου. Δεν έχεις ιδέα πόσο σε μισώ γι’ αυτό που μου κάνεις». Στράφηκε απότομα προς το μέρος


104

της, κι είπε σκληρά: «Ναι, έχεις δίκιο. Σιχαίνομαι οτιδήποτε κάνω μαζί σου. Έρχονται όμως στιγμές που σε θέλω σαν κολασμένος... Εσένα, όχι την οποιαδήποτε διαθέσιμη γυναίκα. Όχι επειδή μ’ αρέσει να κε­ ρατώνω τις φιλενάδες μου, ούτε επειδή είμαι ένα φρενιασμένο κτή­ νος, που έρχεται να κάνει σε σένα, ό,τι δεν τολμάει να κάνει στις άλ­ λες. Αλλά επειδή στιγμές-σηγμές σε θέλω τόσο, που μου φαίνεται ό­ τι θα τρελαθώ αν δε σε πάρω. Το καταλαβαίνεις αυτό;» Ξαφνικά, έμοιαζε να κοχλάζει απ’ την οργή. Την άρπαξε απότομα απ’ το μπράτσο, και την τράνταξε άγρια. «Δεν ξέρω γιατί θέλω ειδικά εσένα. Ίσως επειδή το θέλεις κι εσύ τόσο. Δε με βλέπεις σαν πιθανό πελάτη, έτσι δεν είναι; Ή κι αν με βλέπεις, ξέρεις να το κρύβεις τέλει­ α», κατέληξε πικρά. «Όχι, Σόλτο, όχι», έκανε απελπισμένη η Βέρα, κρύβοντας το πρό­ σωπό της στις παλάμες της. «Δεν είναι μόνο επειδή είμαι πλούσιος και παρουσιάζω δυνατότη­ τες... Με γουστάρεις σαν άντρα. Με γουστάριζες απ’ την πρώτη στιγ­ μή, το ξέρω. Μου το έδειχνες με κάθε ξελιγωμένο βλέμμα, με κάθε κοκκίνισμα... Θεέ μου, τι εύκολα που μπορείς να κοκκινίζεις! Σε κοίτα­ ζα εκείνη την πρώτη μέρα στο νοσοκομείο, και φαινόσουν τόσο γλυκιά και αθώα· σχεδόν ανέγγιχτη. Ήταν αδύνατο να πιστέψω πω ς ή­ σουν εκείνη η ελεεινή βρόμα!» Τρέμοντας σύγκορμη, η Βέρα κουβαριάστηκε ενστικτώδικα στο κρεβάτι. Μέσ’ απ’ τα παγωμένα της δάχτυλα, καυτά δάκρυα κυλού­ σαν κι έσταζαν στο μαξιλάρι. Της άφησε επιτέλους το μπράτσο, κι έγειρε πάλι πίσω. «Δεν ξέρω γιατί σε πόθησα από εκείνη την πρώτη στιγμή* ίσως επειδή δεν είχα ξαναπάει με πουτάνα», είπε σκληρά. «Ίσως να ήθελα υποσυνείδητα ν’ αποδείξω, πως μπορούσα να συγκινήσω σαν άντρας, ακόμα και μια γυναίκα του δρόμου». Η φωνή του παλλόταν τώρα απ’ το σαρκασμό. «Αλαζονεία και αντρικός σοβινισμός, θα πεις* μπορεί όμως να μην ή­ ταν καν αυτό. Μπορεί να ήταν μόνο επειδή σε μισούσα τόσο». Θέλησε εκείνη τη στιγμή να τον ρωτήσει ξανά γιατί τη μισούσε* αλλά δεν τα κατάφερε να μιλήσει. Ένιωθε γι’ άλλη μια φορά πολύ κο­ ντά στα όριά της. Ολότελα ξεγυμνωμένη, νικημένη, συντριμμένη απ’ το ασήκωτο βάρος μιας ολόκληρης ζωής, που η ίδια ούτε τη θυμό­ ταν, ούτε μπορούσε να την αποδεχτεί. «Σ’ επιθύμησα απ’ την πρώτη ματιά», συνέχισε πικρά ο Σόλτο. «Ήσουν άρρωστη, αδύναμη, κακοπαθημένη και τρισάθλια... Αλλά ή ­ σουν το πιο επιθυμητό πλάσμα που είχα αντικρίσει π ο τέ μου. Θα μπορούσα να σε είχα πάρει σε κάθε στιγμή σ’ εκείνο το άθλιο κρεβά­ τι, έτσι όπως ήσουν, με το πρόσωπο κομμένο και τα μαλλιά θαμπά κι αχτένιστα, μ’ εκείνο το θλιβερό φανελένιο νυχτικό, και με το γύψ ο στο χέρι. Ήσουν, έτσι κι αλλιώς, το ωραιότερο πλάσμα που είχα δει στη ζωή μου. Κι έπρεπε να κάνω προσπάθειες για να im ~~ —


105

Σταμάτησε για λίγο, και στη σύντομη σιωπή, άκουσε τον παθητικό λυγμό που της ξέφυγε. «Δεν ήθελα να σ’ αγγίζω», συνέχισε σκληρά, αγνοώντας ολότελα την απελπισία της. «Ήταν ένας κανόνας που επέβαλα στον εαυτό μου - μην την αγγίζεις ποτέ , ούτε καν για να της πιάσεις το χέρι. Απέφευγο έστω και να σε κοιτάζω. Το πάλεψα, δεν μπορείς να πεις. Το πάλεψα ηρωικά όλον αυτό τον καιρό, μ’ εσένα να με ικετεύεις στο κάθε λεπτό με τα μάτια. Έλα πάρε μ ε , μου έλεγες με κάθε βλέμμα, κι έπρεπε στ’ αλήθεια να κάνω προσπάθειες για να μη σε πάρω. Και τώ­ ρα, αυτό...» Γέλασε πάλι σκληρά. «Καλύτερα όμως να το πάρω απόφαση. Στο κάτω-κάτω, αργά ή γρήγορα θα μου περάσει. Θα στο κάνω μερικές φορές, μέχρι να εκτονωθώ. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει άλλος τρό­ πος· ούτε άλλη γυναίκα. Μ’ όσες κι αν πάω στο μεταξύ, θα μου μείνει το απωθημένο για σένα. Γι’ αυτό ας το πάρουμε απόφαση κι οι δυο. Το πιθανότερο είναι πως κάποια νύχτα θα σου ξανάρθω - αύριο, ή σ’ ένα μήνα. Εξαρτάται απ’ το πόσο θα καταφέρω ν’ αντέξω πάλι στη στέρησή σου». Αυτή τη φορά, η Βέρα τα κατάφερε να μιλήσει. «Δε θέλω να ξανάρθεις», είπε σβησμένα. «Δε σε θέλω άλλο... Δε σε θέλω έτσι». Την άρπαξε απ’ τους ώμους, για να την αναγκάσει να στραφεί να τον κοιτάξει, «καναπές το αυτό». «Δε σε θέλω έτσι», έκανε μ’ ένα λυγμό η Βέρα. Η καρδιά της σκι­ ζόταν, αλλά ήξερε πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Κάπου μέσα σ’ όλ’ αυτά, έχαναν κι οι δυο επικίνδυνα τον έλεγχο'. Αυτό δε θα είχε προ­ φανώς καμιά επίπτωση στον Σόλτο, που έκανε, έτσι απλά, το κέφι του, μέχρι να του περάσει ο σεξουαλικός παροξυσμός· για κείνην, ό­ μως, ήταν ένας καταστροφικός δρόμος, που θα οδηγούσε κατευθεί­ αν στο χάος. Δε θα ξέφευγε ποτέ απ’ αυτή την ολέθρια παγίδα, αν δεν έβρισκε τη δύναμη να σταματήσει σ’ εκείνο το σημείο. «Α, μάλιστα», είπε κυνικά ο Σόλτο. «Τώρα κατάλαβα. Θέλεις ίσως να σε πληρώνω για να μου κάθεσαι. Αυτό είναι; Λέγε!» «Δεν ξέρεις τι λες», του φώναξε απελπισμένη. «Σόλτο, σε παρα­ καλώ...» «Δεν πρόκειται να πάρεις δεκάρα από μένα, να ’σαι σίγουρη γι’ αυτό. Δεν έχω πληρώσει ποτέ γυναίκα για να το κάνει μαζί μου, και δε σκοπεύω ν’ αρχίσω στα τριανταπέντε μου. Γλυκιά μου, μπορεί να σε θέλω αρρωστημένα, αλλά δεν είμαι δα και τόσο μαλάκας!» «Για τ ’ όνομα του Θεού, ό,τι και να πω - » «Μη χάνεις τα λόγια σου», της πέταξε σαρκαστικά. «Δε θα βρεις δεύτερο Λουκ στην οικογένεια, ξαδέρφη. Θα σου ’ρχομαι για κανένα σποραδικό πήδημα, και τίποτε περισσότερο. Θα σ’ αρέσει τρελά κι ε­ σένα, είμαι βέβαιος. Όπως όλες οι γυναίκες του συναφιού σου, ψο­ φάς κι εσύ για τέτοιες σκληρές εμπειρίες. Έχετε όλες τον μαζοχισμό


106

στο αίμα σας' το καθεαυτό βίτσιο της πουτάνας», κατέληξε περιφρο­ νητικά. «Μη με λες έτσι», έκανε τρέμοντας η Βέρα. «Για τ ’ όνομα του Θε­ ού, μη με λες έτσι!» «Γιατί, δεν είσαι πουτάνα;» τη ρώτησε προκλητικά. «Δεν ξέρω», έκανε σχεδόν υστερικά η Βέρα. «Πού θέλεις να ξέ­ ρω; Δε θυμάμαι τίποτα! Αλλά δεν μπορεί να ήμουν αυτό... αυτό που λες. Το ξέρω, το νιώθω! Δεν ξέρω τι σου είπαν, δεν ξέρω γιατί τα πί­ στεψες... Δεν μπορεί όμως να ήταν έτσι. Κάποιος σου είπε ψέματα. Κάποιος προσπάθησε να σε παραπλανήσει!» Έκρυψε πάλι το πρόσω­ πό της στα χέρια της, αγκομαχώντας απ’ την απελπισία. «Κανείς δε με παραπλάνησε», είπε πικρά ο Σόλτο. «Κανείς δε θα είχε λόγο να μου πει ψέματα. Εγώ δεν επεδίωκα ν’ αποδείξω ότι ή­ σουν πόρνη - το αντίθετο, μάλιστα. Αν ήθελαν να μ’ ευχαριστήσουν, θα κοίταζαν να το κρύψουν. Έσπευδαν όμως όλοι να μου πουν το ί­ διο πράγμα, μόλις έβλεπαν το πρώτο δεκαδόλαρο πάνω στον π ά ­ γκο». Η ανάσα του βάρυνε. «Γνώρισα κι έναν πελάτη σου στο “Βαρ­ βάτο Άλογο”. Έναν Μαροκινό δερματέμπορα, αν αυτό σου λέει τίπο­ τα». Τον κοίταζε, χλομή σαν πεθαμένη. «Ακούσε που ρώταγα για σένα, και με πλησίασε για να δει μήπως μάθαινε κάτι. Σε είχε χάσει, κι ήταν απαρηγόρητος. Έδινε όσα-όσα για να μάθει πού βρισκόσουν. Ήσουν η καλύτερη στην πιάτσα, μου είπε. Μανουλομάνουλο, κι η πιο σεξουλιάρα γυναίκα που είχε γνωρί­ σει ποτέ του. Πρόθυμη για όλα. Θες να σου πω λεπτομέρειες;» «Ω, σταμάτα - σταμάτα, για τ ’ όνομα του Θεού!» «Τα έκανες όλα, μου είπε, και τα φχαριστιόσουνα κιόλας* από παρτούζες και λεσβιακά, μέχρι τα πιο απίθανα πράγματα που θα ζη­ τούσε ο πελάτης. Διόλου περίεργο που θρηνούσε την απώλειά σου, κι ας ήξερε πως δεν ήσουν παρά μια επαγγελματίας βιζιτού. Παντρε­ μένη, επίσης, και με εραστή». Εκεί, της κόπηκε ολότελα η ανάσα* στη σιωπή, άκουσε τη φωνή της σαν να ερχόταν από κάπου μακριά. «Με... με εραστή;» Ο Σόλτο γέλασε κοφτά. «Με εραστή, μάλιστα, κυρία Ράσελ. Με αγαπητικό, πώς το λένε* ή να το πω καλύτερα, νταβατζή; Δεν ξέρω α­ κριβώς την ορολογία του συνδικάτου σας, πολύ φοβάμαι». Τον κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα, το πρόσωπο άσπρο σαν κι­ μωλία* και βλέποντας την έκφρασή της, εκείνος γέλασε πάλι. «Σαν να μη σου έφτανε ο άντρας σου κι όλοι οι άλλοι, γλυκιά μου, είχες και εραστή. Ήσουν μάλιστα τρελή γι’ αυτόν, απ’ ό,τι με πληρο­ φόρησαν. Θα έκανες τα πάντα για χάρη του - θα έκλεβες, θα σκότω­ νες, θα πούλαγες και την ψυχή σου στο διάβολο για να τον ευχαρι­ στήσεις. Τελικά, δεν ξέρω ποιος στα μάσσαγε κανονικά - ο Λουκ ή ε­ κείνος. Μπορεί άλλωστε να τα μοίραζες ανάμεσα στους δυο τουο·


107

κέρδιζες προφανώς αρκετά για να συντηρείς και τους δύο άντρες της ζωής σου στο ανάλογο στιλ - τον έναν από αγάπη, τον άλλον α­ πό ψυχρό υπολογισμό και συμφέρον». «Δεν είναι δυνατόν», ψέλλισε η Βέρα. «Δεν το πιστεύω!» Το σκληρό του γέλιο της ξέσκιζε την καρδιά. «Κάνε μια βόλτα κα­ τά την Ταγγέρη, και θα δεις αν θα το πιστέψεις ή όχι. Απ’ ό,τι έμαθα, τα είχες με τον μάγκα, κάμποσους μήνες πριν απ’ τον τόσο βολικό θά­ νατο του Λουκ. Σε κάποια φάση, όμως, εκείνος εξαφανίστηκε- κι εσύ παλάβωσες ολότελα. Είχες βάλει λυτούς και δεμένους να το�� βρουν. Απειλούσες πως αν τον πετύχαινες πουθενά, θα του έκοβες το... το πέος, τέλος πάντων. Μόνο που εσύ δεν το έλεγες ακριβώς έτσι». «Δε σε πιστεύω. Δε σε πιστεύω», έκανε υστερικά η Βέρα, βουλώ­ νοντας με τις παλάμες της τ ’ αφτιά της. «Σταμάτα, για τ ’ όνομα του Θεού, σταμάτα!» Όπου να ’ναι θα ξεράσω, σκεφτόταν αλαφιασμένη, πολεμώντας με τα απανωτά κύματα ναυτίας που της-αναποδογύρι­ ζαν το στομάχι. «Δεν είναι δυνατόν. Λες ψέματα. Είναι όλα ψέματα!» «Όπως προτιμάς», της είπε μελιστάλαχτα. «Και κάτι τελευταίο, γλυκιά μου* αν αυτό σου λέει τίποτα, ο μάγκας ήταν Τούρκος. Τ’ όνο­ μά του ήταν Μουσταφά Γκιουρσέλ. Να ελπίσω ότι σου θυμίζει κάτι;» Εκεί πάνω η Βέρα τινάχτηκε όρθια, κι έτρεξε να χωθεί στο μπάνιο. Εγειρε μισολιπόθυμη πάνω απ’ τη λεκάνη, σίγουρη πως ίσα που είχε προλάβει, πριν βγάλει πάνω στη μοκέτα οτιδήποτε περιείχε το στο­ μάχι της. Δεν έκανε όμως εμετό* κι η ζαλάδα της υποχώρησε όταν έριξε λί­ γο κρύο νερό στο πρόσωπό της. Εμεινε να κοιτάζει την κατάχλομη α­ ντανάκλαση της πάνω στον καθρέφτη του νιπτήρα, και για λίγο, το μυαλό της έμοιαζε να είναι εντελώς άδειο. Ύστερα, οι σκέψεις όρμησαν να την πνίξουν. Δε θυμόταν τίποτα, απολύτως τίποτα- τα γεγονότα, τα μέρη, τα ο­ νόματα, δεν είχαν ακόμα την παραμικρή σχέση μ’ εκείνη. Αλλά ξαφνι­ κά, έμοιαζαν με τις ψηφίδες ενός μωσαϊκού, που έμπαιναν λίγο-λίγο στις σωστές τους θέσεις. Έτσι είχε γίνει, λοιπόν είχε ερωτευτεί έναν Τούρκο, που είχε εξα­ φανιστεί κάποια στιγμή απ’ τη ζωή της. Και τότε εκείνη τα είχε αφή­ σει όλα, και είχε σπεύσει στην Τουρκία, προφανώς για να τον ξαναβρεί* εκτός av jo v είχε ξαναβρεί στο μεταξύ, και ταξίδευε μαζί του. Ίσως ο Μουσταφά Γκιουρσέλ να είχε χαθεί οριστικά σ’ εκείνο το μοι­ ραίο τρένο, σ’ εκείνο το μοιραίο βαγόνι. Κι εκείνη τα είχε αφήσει όλα για χάρη του - όλα, ακόμα και την υ­ ποτιθέμενη περιουσία του συζύγου της. Ο Λουκ Ράσελ είχε πεθάνει στην πιο κατάλληλη στιγμή, αφήνοντάς την ελεύθερη να διεκδικήσει και τα λεφτά του, και τον εραστή της- κι απ’ τα δύο, η χήρα του είχε δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτά πις. Τώρα κοιτούσε σαν χαμένη το πρόσωπό της, κι αναρωτιόταν αν


108

αυτός ο εφιάλτης μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια αλήθεια, κι όχι ένα ακόμα φριχτό όνειρο* κι αν μπορούσε αυτό το πανιασμένο πρόσωπο ν’ ανήκει σε μια γυναίκα σαν τη Βέρα Λι Γκάθρι. Κι έτσι όπως κοιτούσε μ’ ορθάνοιχτα μάτια το πρόσωπό της, βάλθηκε να κλαίει, σιγανά κι απαρηγόρητα. Τα δάκρυα κυλούσαν ασταματητα στα μάγουλά της, πριν πέσουν στο λευκό νιπτήρα* κι έκλαιγε ακόμα όταν ο Σόλτο ήρθε και στάθηκε πίσω της, με το πρόσωπό του χλομό και τραβηγμένο όσο και το δικό της. Μέσ’ απ’ τον καθρέφτη, τα μάτια του έκαιγαν σαν πυρωμένα κάρ­ βουνα, καθώς την έπιανε απ’ τους ώμους για να τη στρέψει προς το μέρος του. Τη ρώτησε κοφτά: «Θυμήθηκες τίποτα;» «Όχι», πρόφερε σπασμένα η Βέρα. «Ποτέ δε θα θυμηθώ, ποτέ...» Κι ύστερα πρόσθεσε με μια σαφή νότα υστερίας στη φωνή: «Ω, Θεέ μου, μη μ’ αγγίζεις! Πώς μπορείς και μ’ αγγίζεις;» «Γιατί;» τη ρώτησε σκληρά. «Σε άγγιζα τόση ώρα, κι ήξερα πολύ καλά τι άγγιζα. Άλλαξε τίποτα στο μεταξύ;» «Φύγε, Σόλτο», του είπε ξεψυχισμένα. «Φύγε και μην ξανάρθεις ποτέ πια... Δεν το αντέχω. Δε θέλω να ξανάρθεις!» Της είπε βραχνά: «Πώς φαντάζεσαι θα μ’ εμποδίσεις; Δε μ’ εμπόδι­ σαν τόσα άλλα... Τίποτα δεν μπορεί να με κάνει να σε θέλω λιγότερο. Αυτό είναι σωστή αρρώστια, στ’ αλήθεια». Και σκύβοντας, τη φίλησε α­ τέλειωτα στα σκασμένα της χείλια, τραβώντας την να χωθεί ολόκληρη στην αγκαλιά του, σφιχτά-σφιχτά κόντρα στο μεγάλο, σκληρό του σώμα. Η Βέρα κόλλησε ξέπνοη πάνω του, αρπαγμένη στη ζαλάδα της απ’ τους γερούς του ώμους* και με κάτι σαν σοκ συνειδητοποίησε πως εκείνος ήταν και πάλι ερεθισμένος, τόσο πολύ, σαν να μην είχαν κάνει έρωτα πριν μόλις μίση ώρα. Την έσφιγγε τώρα κοντανασαίνοντας πάνω στη σκληράδα του, κι οι παλάμες του έτρεχαν πυρετικά απ’ τους μαστούς της ως ανάμεσα στους γλουτούς της, κάνοντας τον πόθο του να φουντώνει ακόμα περισσότερο. «Κοίτα τι μου κά­ νεις», είπε βραχνά, και την ξαναφίλησε λαίμαργα στα χείλια. Του ανταπόδωσε το φιλί με βουβή απελπισία* στο μυαλό της κυ­ ριαρχούσε η φοβερή σκέψη, πως η μοναδική αιτία της παράλογης διέγερσής του; ήταν αποκλειστικά και μόνο η δική της συντριβή, κι ο δικός της πόνος. Την είχε δει να κλαίει, κι είχε ανάψει* ο σαδισμός του τρεφόταν κυριολεκτικά απ’ την οδύνη της. Κι εκείνη ήταν τόσο αξιοθρήνητη, που δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί ν’ αντιδράσει σ’ αυτόν τον εξευτελισμό* τον ήθελε με την ίδια παράλογη σφοδρότητα, με την ίδια ένταση, την ίδια αγωνία, την ίδια αφόρητη ανάγκη. «Το δέρμα σου είναι σαν βελούδο», της ψιθύριζε πνιχτά. «Θεέ μου, σε θέλω τόσο... Πώς διάβολο ν’ αντιδράσω;» Την ανασήκωσε στα μπράτσα του, την έβαλε να καθίσει πάνω στο νιπτήρα, την τρά­ βηξε έξω-έξω, και μπήκε μ’ ένα βαθύ βογκητό μέσα της.


109

Στο υπερπολυτελές λουτρό, ολόκληρος ο απέναντι τοίχος ήταν καλυμμένος με καθρέφτη- και μέσα στο καθάριο του κρύσταλλο, η α­ ντανάκλαση του έρωτά τους εξελισσόταν σαν σκηνή ταινίας. Τον είχε μέσα της, και συγχρόνως τον παρακολουθούσε να της το κάνει, μ’ ό­ λο του το πάθος και μ’ όλη τη δύναμη του μεγαλόπρεπου κορμιού του, όρθιος μπροστά στο νιπτήρα, με τα χέρια του να καρφώνουν τ ’ ανοιχτά της μπράτσα στον καθρέφτη πίσω της, και τα χείλια του να πηγαινοέρχονται παθιασμένα απ’ τον ένα της μαστό στον άλλον. «Είσαι τόσο διαβολεμένα όμορφη...» Της πιπίλιζε τις ρώγες, σαν να ήταν φτιαγμένες από ζάχαρη. Της άφησε τα μπράτσα, για να την πιάσει απ’ τους γλουτούς και να την τραβήξει βίαια προς το μέρος του. «Σ’ αρέσει; Πες μου...» «Με πεθαίνεις», ψιθύρισε η Βέρα, κι ήταν αλήθεια- σχεδόν δεν το άντεχε. Η διέγερσή της κορυφωνόταν σ’ ένα εξοντωτικό κρεσέντο. «Είσαι... ω, Θεέ μου, είσαι υπέροχος...» «Έτσι. Ναι, έτσι...» Μπαινόβγαινε μ’ όλη του τη δύναμη μέσα της, ανασηκώνοντάς την κάθε φορά για να την φέρνει με τον ίδιο άγριο ρυθμό προς το μέρος του. 'Οταν αισθάνθηκε τα πρώτα ρίγη του κορ­ μιού της, η κίνησή του έγινε σωστό σφυροκόπημα* κι εκείνη γαντζώ­ θηκε από πάνω του, σφαδάζοντας στην έκσταση του οργασμού. Αλλά ο Σόλτο δεν παραιτήθηκε, παρά μόνο όταν την είχε ξαναφέρει γι’ άλλη μια φορά στην ολοκλήρωση. Κλαίγοντας απ’ την ένταση, η Βέρα έμπηξε αλύπητα τα νύχια της στην πλάτη του, κι εκείνος ήπιε με τα χείλια του τις κραυγές που ανέβαιναν στό στόμα της. «Ω, Θεέ μου», της ψιθύριζε βραχνά. «Μίλα μου... Πες μου τα όλα. Πες μου πώς νιώθεις. Θέλω να ξέρω...» «Δεν... δεν μπορώ να σου πω», τραύλισε ξεψυχισμένα η Βέρα. «Δεν περιγράφεται... Ω, Θεέ μου...» Ατέλειωτες συσπάσεις συντάρα­ ζαν τα σωθικά της, σαν συνεχόμενος, αστέρευτος οργασμός. Βαθιά στα σπλάχνα της, ο πανίσχυρος φαλλός του ριγούσε ασυγκράτητακαι στον καθρέφτη απέναντι της, έβλεπε τα πόδια της να τινάζονται σπασμωδικά, καθώς ολόκληρο το σώμα της τύλιγε το δικό του, σαν για να το ρουφήξει ολοκληρωτικά στα βάθη του. Κι έτσι κολλημένη πάνω του, με την ανάσα της να βγαίνει σαν λυγμός, και με το σώμα της να συσπάται ακόμα ανεξέλεγκτα σ’ αυ­ τόν τον εξουθενωτικό, παρατεταμένο ύστατο οργασμό, τον παρακο­ λούθησε μέσ’ απ’ τον καθρέφτη, να τελειώνει χωμένος στην αγκαλιά της·

,

,

«Τώρα... Πάρ’ το τώρα. Πάρ’ το όλο», της είπε ασθμαινοντας, και μετά του ξέφυγε μια κραυγή, καθώς το ατσάλινο σώμα του τιναζόταν σπασμωδικά, στέλνοντας στα βάθη των σπλάχνων της τους καυτούς χυμούς του- κι αυτή τη φορά, κράτησε πολύ περισσότερο από εφτά δευτερόλεπτα. Ύστερα έγειρε εξουθενωμένος πάνω της, κρατώντας την σφιχτά


110

στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του, τρέμοντας σύγκορμος απ’ την ένταση της προσπάθειας, κι απ’ τη σφοδρότητα εκείνου του τελευταίου, θριαμβευτικού οργασμού. Όρθωσε τελικά το κορμί του, ανασηκώνοντάς την για να την κα­ τεβάσει απ’ τον νιπτήρα, και να την καθίσει πάνω στο κάλυμμα τη ς λεκάνης. Οι μυώνες του έτρεμαν, κι ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.; Έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάζει, με τα μάτια ακόμα θολά απ* την απόλαυση που είχαν μόλις μοιραστεί. Κι ύστερα είπε με κόπο: «Τελικά, είχε δίκιο ο δερματέμπορας* πρέπει να ήσουν όντως η καλύ­ τερη στην πιάτσα. Κι η πιο σφιχτή, επίσης», πρόσθεσε δηκτικά. «Πώς στο καλό τα καταφέρνεις να το δουλεύεις έτσι; Γυμνάζεις καθημερι­ νά τους μυώνες σου, ή είναι φυσικό χάρισμα;» Η Βέρα δε βρήκε το κουράγιο να πει λέξη.^Εμεινε εκεί που την εί­ χε αφήσει, με το σπέρμα του να στραγγίζει στάλα-στάλα από μέσα της, και με την αίσθηση πως έτσι ακριβώς στράγγιζε και το αίμα απ’ την καρδιά της. Εκείνος της έστρεψε αδιάφορα την πλάτη και μπήκε στη ντουσιέρα, γι’ άλλη μια φορά χορτασμένος - και ικανοποιημένος που την είχε συντρίψει, και με το σεξ, και με τα λόγια. Όταν ξαναβγήκε, εκείνη καθόταν ακόμα πάνω στη λεκάνη, με το πρόσωπο κάτωχρο, και τα μάγουλα μουσκεμένα απ’ τα δάκρυα. Τη ρώτησε ψυχρά: «Εδώ θα περάσεις τη νύχτα;» «Άφησέ με, Σόλτο», του είπε ξεψυχισμένα. «Άφησέ με, σε παρ α ­ καλώ...» Και ξαφνικά την έπνιξαν οι λυγμοί. «Δεν... δεν το αντέχω, στ’ αλήθεια δεν το αντέχω!» Της είπε στεγνά: «Μην τα παίρνεις και πολύ επί πόνου όλ’ αυτά. Στο κάτω-κάτω, όπως θα έλεγαν οι πιο προχωρημένοι, δεν έκανες παρά μόνο ένα επάγγελμα σαν όλα τ ’ άλλα». «Εσύ όμως», του είπε ραγισμένα, «εσύ με μισείς γι’ αυτό!» Το πρόσωπό του σφίχτηκε παράδοξα* ύστερα ανασήκωσε το υς ώμους. «Όχι», είπε ουδέτερα. «Όχι, δε σε μισώ γι’ αυτό». Κα�� χωρίς να προσθέσει τίποτ’ άλλο, πήγε στην κρεβατοκάμαρά, μάζεψε τα ρούχα του απ’ το πάτωμα, κι έφυγε χωρίς καν να νοιαστεί να τα φο­ ρέσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Την επομένη έφυγε πρωί-πρωί, παίρνοντας μαζί του και τη Ναντίν δυο μέρες όμως αργότερα, ξανάρθε ολότελα απρόσμενα. Η Βέρα ή­ ταν έξω εκείνη την ώρα, με την πεθερά της* και μόνο όταν γύρισαν, τις πληροφόρησε η κυρία Πρέστον, πως ο κύριος Σόλτο είχε έρθει ε­ ντελώς απρόοπτα, και πως θα έτρωγε εκείνο το βράδυ μαζί τους. Τα γόνατα της Βέρας λύθηκαν ακούγοντας το νέο. Εκείνη η νύ­ χτα, πριν δυο μέρες, ήταν μια ολότελα τραυματική εμπειρία, κα πά­ ρα πολύ πρόσφατη- έκαιγε ακόμα μέσα της σαν ζωντανός εφιάλ­ της. Χρειαζόταν όλη της τη δύναμη για να μπορεί να κρύβει τη συ­ ντριβή της απ’ την Έλεν, και δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι θα μπο­ ρούσε ν’ αντιμετωπίσει τον Σόλτο, με έστω κάποιο ίχνος αυτοκυ­ ριαρχίας. Ελπιζε ότι εκείνος θα έκανε πάλι μέρες να εμφανιστεί- οπωσδή­ ποτε, δεν περίμενε ότι θα ξαναρχόταν τόσο σύντομα. Τώρα μέσα της φουρτούνιαζαν τα πιο αντιφατικά συναισθήματα. Φόβος και άγχος, α­ μηχανία και οδύνη- μια πανίσχυρη λαχτάρα να τον ξαναδεί, και συνά­ μα, η επίγνωση του πόσο μάταιη, επώδυνη και καταστροφική ήταν αυτή η λαχτάρα. Κάθε της επαφή με τον Σόλτο, τη βύθιζε όλο και περισσότερο στη δυστυχία. Στ’ αλήθεια, δεν ήξερε πώς θα τα κατάφερνε να τον αντι­ μετωπίσει κι εκείνο το βράδυ, με την καρδιά να σκίζεται απ’ τον πόνο και την αγωνία, και με τη θύμηση εκείνης της τελευταίας νύχτας να την καίει σαν φωτιά. Για την ώρα, πάντως, εκείνος είχε φύγει μόνος με την αστραφτε­ ρή του Χάρλεϊ, κι έτσι θα της δινόταν κάποιος χρόνος να προετοιμα­ στεί ψυχικά για το μαρτυρικό βράδυ που την περίμενε. Καθώς όμως έβγαινε αργότερα απ’ το δωμάτιό της, για να κατέβει να βρει την Έλεν στο καθιστικό, η καρδιά της σπαρτάρησε στο στήθος της, χάνοντας απανωτούς χτύπους. Ο Σόλτο ερχόταν από κάτω, ντυμένος στα μαύρα, μ’ ένα επίσης κατάμαυρο δερμάτινο μπουφάν ριγμένο ανέμελα στον έναν ώμο. Τα μαλλιά του ήταν ανα-


112

κατεμένα απ’ τον άνεμο, και τα μάτια του άστραφταν με την ίδια σκο­ τεινή, βαθυγάλανη φλόγα στα βάθη τους. Η ανάσα της κόπηκε- δυνατότερη απ’ οτιδήποτε άλλο, η λαχτάρα να ξαναβρεθεί στην αγκαλιά του πλημμύρισε κάθε ίνα του κορμιού της, κάνοντας τα σωθικά της να συσπαστούν οδυνηρά. Κάθε φορά ξεχνούσε, σκέφτηκε παραζαλισμένη, πόσο εντυπωσιακή ήταν η αντρίκεια του παρουσία. Μ’ αυτά τα ρούχα, θύμιζε αρχαίο θεό του πο­ λέμου- κάποιον ξεχασμένο, μυθικό ήρωα του σκότους. Κι εκείνη, κα­ θώς τον έβλεπε να την πλησιάζει με το αργό, νωχελικό του βάδισμα, και με το αξεδιάλυτο βλέμμα του στα μάτια, το μόνο που ήθελε, ήταν να τον αφήσει να την κατακτήσει, ολοκληρωτικά και για πάντα. Την πλησίαζε αμίλητος, μέχρι που στάθηκε στους τριάντα πό­ ντους απ’ αυτήν, κι έμεινε να την κοιτάζει, καρφώνοντάς την αλύπητα με τα μάτια. Της είπε αργόσυρτα: «Θα έρθω απόψε. Μην κλειδώσεις την πόρτα σου, γιατί θα τη σπάσω». Και χωρίς δεύτερη κουβέντα, στράφηκε και μπήκε με το πάσο του στο δωμάτιό του. Όπως το είχε φανταστεί, το δείπνο ήταν μαρτυρικό. Ο Σόλτο καθό­ ταν απέναντι της, κι όλη την ώρα, η Βέρα ένιωθε τα μάτια του καρ­ φωμένα πάνω της, με το ίδιο σκοτεινό βλέμμα που δεν έλεγε τίποτα, κι έλεγε τα πάντα. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος απ’ την ταραχή και την αβάσταχτη προσμονή. Κι η Έλεν είχε πιάσει αυτό το απροσ­ διόριστο κάτι που πλανιόταν όλο το βράδυ στην ατμόσφαιρα* κάρ­ φωνε συνέχεια τα ανήμπορα μάτια της πότε σ’ εκείνην, και πότε στον ανιψιό της, προσπαθώντας να μαντέψει τι συνέβαινε. Όταν τελικά η Βέρα ανέβηκε στο δωμάτιό της, βάλθηκε να γυρί­ ζει σαν θηρίο στο κλουβί, μην ξέροντας τι να κάνει για να περάσει η ώρα, λαχταρώντας τον με την πιο έξαλλη και αρρωσΐημένη επιθυμία, τρέμοντας τη στιγμή που θα ’ρχόταν, κι ακόμα περισσότερο τη στιγ­ μή που θα την άφηνε πάλι χορτασμένος και θα ξανάφευγε, χωρίς μια λέξη ή ένα βλέμμα τρυφερότητας για κείνη. Η ώρα πήγε έντεκα, μετά εντεκάμιση, κι εκείνος δεν ερχόταν. Στις δώδεκα παρά δέκα, η αρχή ενός φοβερού πονοκέφαλου της σούβλι­ ζε τους κροτάφους. Έψαχνε κιόλας για ένα αναλγητικό, όταν ο Σόλ­ το άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει προηγουμένως, και μπήκε α­ μίλητος στο δωμάτιο. Έμεινε να τον κοιτάζει, κι η καρδιά της έκανε τούμπες στο στή­ θος της. Την κοίταζε κι εκείνος- κι ύστερα ρώτησε βραχνά, «σου έλειψα καθόλου;» Και ξεκολλώντας απ’ την πόρτα, βάλθηκε να την πλη­ σιάζει με το απατηλά νωχελικό*του βάδισμα. Μ’ έναν πνιχτό λυγμό, η Βέρα έκανε παραπατώντας ένα βήμα προς το μέρος του, κι εκείνος την άρπαξε στα μισά, την ανασήκωσε


113

στα μπράτσα του, και την έσφιξε τρέμοντας στην αγκαλιά του. «Πες μου», της ψιθύρισε βραχνά, με τα χείλια του μόνο εκατοστά απ’ τα δι­ κά της. «Ω, Θεέ μου, μη ρωτάς», έκανε σπασμένα η Βέρα. «Μη ρωτάς... Πάρε με μόνο». Τη φίλησε, κόβοντάς της τα λόγια στα μισά, ρουφώντας τα χείλια της σαν να μην είχε ξαναφιλήσει ποτέ γυναίκα. Η ανάσα της κόπηκε ολότελα, *αθώς αφηνόταν σαν μεθυσμένη στα παράφορα φιλιά του. Την έφερε φιλώντας την ασταμάτητα ως το κρεβάτι, κι εκεί βάλθηκε να τη γδύνει πυρετικά, αγκομαχώντας απ’ την επιθυμία. Ήταν ο ίδιος παροξυσμός πάθους, η ίδια ασυγκράτητη ανάγκη, η ίδια τυφλή, ανεξέλεγκτη παρόρμηση για κατάκτηση* μόνο που αυτή τη φορά, κατάφερε να τιθασσεύσει τον πόθο του αρκετά, για να γευτεί προηγου­ μένως ολόκληρο το σώμα της με τα χείλια του, κάνοντάς την να πα­ ραληρεί απ’ την αγωνία. Ύστερα της άνοιξε τα πόδια, κι έμπηξε αλύπητα τη δύναμή του στα σωθικά της. Μετά απ’ όλ’ αυτά, θα ’ταν υπεράνθρωπο ν’ αντέξει πάνω από λί­ γα λεπτά στο ρυθμό που της είχε επιβάλλει. Με την ανάσα να βγαίνει κομματιαστή απ’ τα χείλια του, της είπε πνιχτά, «μην αργείς, δε θα τα καταφέρω άλλο», και πριν καλά-καλά αποσώσει τα λόγια του, τέλειωσε με μια κραυγή αγωνίας, σφαδάζοντας στην αγκαλιά της. Η Βέρα τον κράτησε σφιχτά πάνω της, τρέμοντας απ’ την υπερ­ διέγερση. Αν ο Σάλτο είχε κρατήσει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω, θα τον είχε προλάβει άνετα· το σώμα της πονούσε τώρα απ’ τη στέ­ ρηση, αλλά και πάλι, δεν την ένοιαζε. Αφού το είχε απολαύσει εκεί­ νος, ήταν σαν να το είχε απολαύσει κι η ίδια μαζί του. Βαθιά μέσα της, αισθανόταν τα τελευταία, αδύναμα ρίγη της σάρ­ κας του* την πιο γλυκιά, έσχατη παράδοση, μετά την έκρηξη της ηδο­ νής. Κι άθελά της, του χαμογέλασε αχνά, όταν εκείνος ανασήκωσε με κόπο το κεφάλι για να την κοιτάξει θολά στα μάτια. «Δεν πρόλαβες», της ψιθύρισε. «Αλλά δε θα σ’ αφήσω έτσι. Δώσ’ μου μόνο λίγη ώρα να συνέλθω... Ήταν φοβερά έντονο». Κόλλησε τα χείλια του στα δικά της, σ’ ένα κουρασμένο, γλυκό φιλί υπόσχεσης. Δε βγήκε από μέσα της, κι ούτε έκανε στο πλάι. Συνέχισε να τη σκε­ πάζει με το δυνατό του σώμα, και να χαϊδεύει με τα δάχτυλά του τις τρυφερές πλευρές των μαστών της, τους γλουτούς, τους ώμους, τα μαλλιά της που απλώνονταν σαν χυτό χρυσάφι στο μαξιλάρι. «Συγνώ­ μη», είπε σιγανά. «Το είχα τόσο ανάγκη... Δεν κατάλαβα πώς μου ξέφυγε». Του κράτησε το πρόσωπο στις παλάμες της, και βάλθηκε να τον φιλάει παθιασμένα, σφίγγοντας μ’ όλη τη δύναμη των μυώνων της το φαλλό που αναπαυόταν χαλαρωμένος μέσα της. Οταν τον άφησε να πάρει ανάσα, εκείνος, απρόσμενα, χαμογέλασε- το χαμόγελό του έ-


114

λαμψε σαν εκτυφλωτικός ήλιος μες στη νύχτα. Δεν της είχε ξαναχαμογελάσει ποτέ έτσι· κι αυτό το μοναδικό, φευγαλέο χαμόγελο ευφορίας, έκανε το σώμα της να συσπαστεί και να λιώσει σαν πάγος στη ζεστασιά του καλοκαιριού. Τον ένιωσε να σαλεύει ελαφρά μέσα της, καθώς ξανάβρισκε μια υποψία της δύνα­ μής του. Της είπε βραχνά: «Με φτιάχνεις πάλι, το ξέρεις; Πώς τα κα­ ταφέρνεις, μικρή μάγισσα;» «Δεν ξέρω», πρόφερε α>γά η Βέρα. Η καρδιά της έκανε τούμπες στο στήθος της. Μια πρωτόγνωρη ζεστασιά πλημμύριζε όλο Της το είναι, γλυκιά σαν μεθυστικό κρασί. Το “μάγισσα”, σίγουρα απείχε πο­ λύ από χαρακτηρισμούς όπως “βρόμα”, “τσούλα” και “πουτάνα”. Τώρα εκείνος σάλευε όλο και πιο κυριαρχικά μέσα της, με την α­ νάσα πάλι βαριά και καυτή στο πρόσωπό της. Και καθώς σκλήραινε βαθιά στα σωθικά της, το σώμα του βάλθηκε ν’ ανασηκώνεται σ’ έναν όλο και πιο καθοριστικό ρυθμό. «Γιατί να σε θέλω τόσο;» ρώτησε πνι­ χτά. «Για τ ’ όνομα του Θεού, δεν μπορώ να σε χορτάσω...» Η ένταση ανέβαινε κατακόρυφα, και μαζί μ’ αυτήν, μια σπίθα από εκείνη την α­ νεξέλεγκτη οργή, που πρέπει να έβραζε συνέχεια στα βάθή του μυα­ λού του. «Κάποτε θα μου περάσει, φαντάζομαι... Πρέπει να μου περά­ σει. Μα μέχρι τότε, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δε με νοιάζει τίποτα, μόνο να με θέλεις κι εσύ το ίδιο...» «Σε θέλω. Δε θέλησα ποτέ κανέναν πριν από σένα. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να ήταν σαν αυτό εδώ...» Και μ’ ένα λυγμό, πρόσθεσε α­ πελπισμένα: «Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου... Δεν το βλέπεις;» «Δε θέλω να μ’ αγαπάς», της πέταξε σκληρά, σηκώνοντας το κε­ φάλι για να την κοιτάξει με τα φουρτουνιασμένα του μάτια. «Θέλω μόνο να το γουστάρεις μαζί μου. Θέλω να με βλέπεις και ν’ ανάβεις. Να ξαγρυπνάς τις νύχτες, όπως ξαγρυπνώ κι εγώ εξαιτίας σου. Τί­ ποτ’ άλλο. Το κατάλαβες;» «Ναι, Σόλτο. Ναι». «Έτσι. Έτσι, έτσι, έτσι...» Και καθώς μπαινόβγαινε τώρα ξέφρενα μέσα της, το σώμα της τον ακολούθησε σ’ έναν παροξυσμό πάθους, αγνοώντας ολότελα τα λόγια που πλήγωναν σαν καμτσικιές, στην ε­ ναγώνια αναζήτηση της ηδονής. Την έφερε άκοπα στον πρώτο οργασμό, κι ύστερα γύρισε ανά­ σκελα, τραβώ��τας την από πάνω του. «Θέλω να σε κοιτάζω», της είπε βραχνά. «Είσαι τόσο όμορφη, που να πάρει... Το στήθος σου είναι υ­ πέροχο», μουρμούρισε μ’ ένα βογκητό, παίρνοντας στις παλάμες του τους μαστούς της, και πιέζοντάς τους ηδονικά. «Κουνήσου, μωρό μου... Έτσι». Με τα χέρια του στους γοφούς της, την ανάγκασε να ε­ πιταχύνει το ρυθμό της. «Έλα, βαθιά, έτσι... Ναι, κούκλα μου, ναι... Τώρα έρχεται, το νιώθω. Νιώθω κάθε σου σπασμό, μωρό μου, κάθε ρίγος... Τώρα τελειώνεις, τώρα, τώρα...» Με το που τα χείλια του άγ­


115

γιξαν τη ρώγα της, η Βέρα τελείωσε με μια σειρά-βασανιστικούς σπα­ σμούς, μπήγοντας στην παραφορά της τα νύχια της στους σκληρούς του ώμους. Τον είδε να σφίγγει τα δόντια, στην προσπάθειά του να κρατηθεί κι άλλο· και σκέφτηκε ότι ποτέ δε θα μπορούσε ν’ αγαπήσει τίποτε περισσότερο, απ’ όσο αγαπούσε εκείνη τη στιγμή τον Σάλτο Μακλέοντ. Εσκυψε μπροστά και τον φίλησε αχόρταγα, μπήγοντας τη γλώσ­ σα της βαθιά ανάμεσα στα υγρά του χείλια, και σφίγγοντας συγχρό­ νως σπασμωδικά τους μυώνες της γύρω απ’ τον αντρισμό του. Ήξε­ ρε τι του έκανε, και το στόμα της έπνιξε την αδύναμη διαμαρτυρία του, καθώς τα σωθικά της παγίδευαν τον πανίσχυρο φαλλό ανάμεσά τους, προκαλώντας τον να της δώσει την ικμάδα του. «Έλα τώρα», του ψιθύρισε βραχνά. «Άσε με να σε αισθανθώ, αγάπη μου... Τώρα». Και τον ξαναφίλησε, χώνοντας τη γλώσσα της όσο πιο βαθιά γινόταν στη σκοτεινιά του στόματός του. Τα μπράτσα του τυλίχτηκαν σαν μέγκενη γύρω της, καθώς το α­ τσάλινο σώμα στεκόταν, για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, μετέωρο στο κατώφλι του οργασμού. Κι ύστερα, οι σπασμοί του συγκλόνισαν με απίστευτη σφοδρότητα τα σπλάχνα της, καθώς έστελναν τους χυ­ μούς του στα βάθη του κορμιού της. Ένα αργόσυρτο βογγητό ξέφυγε απ’ τα χείλια του, που τα σφράγιζε το φιλί της· και για έντεκα ολό­ κληρα δευτερόλεπτα, που η Βέρα τα μέτρησε ένα προς ένα, το κορμί του τιναζόταν σπασμωδικά κάτω απ’ το δικό της, πριν χαλαρώσει σε μια σειρά από βαθιά, αργά ρίγη, που πέρασαν κι αυτά άκοπα απ’ τη σάρκα του στη σάρκα της, σαν τελευταίο ηδονικό χάδι. Αφέθηκε σαν μεθυσμένη στην αίσθηση πως εκείνος είχε τελειώ­ σει γι’ άλλη μια φορά στην αγκαλιά της, δικός της για μια στιγμή στο χρόνο - για λίγα μόνο δευτερόλεπτα έκστασης, αλλά τι σημασία μπο­ ρούσε να έχει; Για κείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, ήταν δικός της, ολο­ κληρωτικά δικός της, και κανείς δεν μπορούσε να της πάρει αυτό που της έδινε, καθώς σπαρταρούσε στην απόλαυσή του. Για μια στιγμή, μετάνιωσε πικρά που δεν είχε πει στο γιατρό να της βγάλει το σπιράλ απ’ τη μήτρα. Ύστερα, ξαναγύρισε σιγά-σιγά στη στεγνή πραγματικότητα· έγει­ ρε τότε στο πλάι, κι εκείνος πέρασε άτονα το μπράτσο του γύρω απ’ τη μέση της. Για λίγο, έδειχνε ανίκανος ν’ ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο πέρα απ’ τη βασανισμένη του ανάσα. Ύστερα είπε αχνά: «Ω, Θεέ μου... Ω, Θεέ μου, είσαι στ’ αλήθεια τόσο καλή σ’ αυτό, ή είναι μόνο που σε θέλω έτσι εγώ ο ίδιος;» «Ίσως», του είπε σιγανά, «ίσως να είναι μόνο που σε θέλω έτσι κι εγώ η ίδια». Άνοιξε τα ζαφειρένια του μάτια, και την κοίταξε θολά. Ένας βα­ θύς στεναγμός του ξέφυγε. «Θεέ μου, εσύ θα γίνεις η καταστροφή


116

μου αν δεν προσέξω», είπε πικρά, κι έκλεισε πάλι τα μάτια. Έμεινε γι’ αρκετή ώρα εντελώς αμίλητος, φανερά εξουθενωμένος, με το πανέ­ μορφο σώμα του χαλαρό κι ανίσχυρο δίπλα στο δικό της. Μετά όμως, τσ χέρι του βάλθηκε να σεργιανάει απ’ τη μέση της στις ρώγες της, κι από κει χαμηλότερα, μέχρι ανάμεσα στα πόδια της. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν με το μετάξινο τρίχωμά της, για να γλιστρήσουν στο μουσκεμένο κέντρο τής θηλυκότητάς της, φέρνοντάς της άλλη μια σειρά ασυγκράτητα ρίγη. Το πρόσωπό του συσπάστηκε πάλι. «Είναι δυνατόν να σ’ αγγίζω και ν’ ανάβεις έτσι; Να το θέ­ λεις στ’ αλήθεια τόσο;» Αυτή ήταν η μόνιμη απορία του, σκέφτηκε πικρά η Βέρα. Είχε και κάποιο δίκιο, βέβαια· δύσκολο να πιστέψει ένας άντρας, πως μια πόρνη μπορούσε να το θέλει όσο και μια οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Του είπε κουρασμένα: «Ό,τι κι αν έκανα κάποτε, μαζί σου ναι, το θέλω στ’ αλήθεια. Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δείξω πόσο... Αλλά μπορείς να το ανακαλύψεις μόνος σου». Κι εκείνος της είπε μ’ ένα στεναγμό: «Αν είχα λίγο μυαλό στο κε­ φάλι μου, θα το είχα δέσει κόμπο πριν σκεφτώ έστω να έρθω στο κρεβάτι σου». Ένα πικρό γέλιο του ξέφυγε. «Είναι βέβαια αργά για να το μετανιώνω τώρα», κατέληξε κουρασμένα, και δεν ξαναμίλησε, πα­ ρά μόνο όταν εκείνη έκανε να σηκωθεί από δίπλα του. Την κράτησε τότε απ’ τη μέση, κι είπε πνιχτά: «Μείνε εδώ... Μη φεύγεις τώρα». «Θέλω μόνο να πάω στο μπάνιό». «Είναι... πιεστική ανάγκη;» «Όχι. Θέλω μόνο να πλυθώ λίγο». «Γιατί;» τη ρώτησε σκληρά. «Επειδή έτσι κάνεις πάντα όταν ξεπετάξεις τον πελάτη, ή επειδή σιχαίνεσαι να έχεις πάνω σου τα υγρά μου;» Στράφηκε και τον κοίταξε, απελπισμένη. Τα βαθυγάλανα μάτια αιχμαλώτισαν με απίστευτη ένταση τα δικά της. «Δε σε σιχαίνομαι», του είπε με πάθος. «Το ξέρεις, δεν το ξέρεις; Αγαπώ το σώμα σου. Αγαπώ οτιδήποτε είναι δικό σου. Θα ’θελα να μπορούσα να σε κρα­ τήσω για πάντα μέσα μου* να πασαλειφτώ με τη μυρωδιά σου, και να μην ξαναπλυθώ ποτέ πια. Πώς θα μπορούσα να σε σιχαίνομαι;» Μια σύσπαση έσφιξε πάλι τα χαρακτηριστικά του. Για μια στιγμή, το βλέμμα του έμοιαζε να μπήγεται σαν λεπίδα στα βάθη της ψυχής της. «Απόδειξέ μου το», της είπε βραχνά, τραβώντας τη να γείρει πά­ λι πάνω του. «Απόδειξέ μου το. Τώρα». Η Βέρα έσπρωξε απαλά πίσω τα μουσκεμένα τσουλούφια απ’ το μέτωπό του. Τα χείλια της άγγιξαν τρυφερά το δέρμα του, κι η γλώσ­ σα της μάζεψε κάθε σταγόνα ιδρώτα από πάνω του. Το στόμα της γλίστρησε σ’ όλο του το πρόσωπο, πίνοντας την αλμύρα του σαν να ήταν πολύτιμο νέκταρ. Κι από κει του έγλειψε το λαιμό, και μετά το στέρνο.


117

Η ανάσα του έγινε βογκητό όταν η γλώσσα της πέρασε πάνω απ’ τις μικρές θηλές του· κι ακόμα περισσότερο, όταν βάλθηκε να του στεγνώνει το σκληρό του στομάχι, κατεβαίνοντας όλο και χαμηλότε­ ρα, μέχρι το πυκνό σκουροκάστανο τρίχωμα ανάμεσα στα πόδια του. Το ανάδευσε για λίγο ηδονικά, σε μια κυκλωτική κίνηση γύρω απ’ τον αντρισμό του, κι ύστερα κατέβηκε χαμηλότερα, για να του γλείψει τους μηρούς.' Το δωμάτιο ήταν ζεστό, και μετά από όλη εκείνη την ένταση, ήταν μουσκεμένος στον ιδρώτα· κι όσο τον στέγνωνε με τα χείλια της, οι παλάμες της γλιστρούσαν λαίμαργα πάνω στους σκληρούς, λείους του μυώνες, στο μετάξινο δέρμα του που γυάλιζε ακόμα με το μπρούτζινο χρώμα του καλοκαιροιύ. Ήταν υπέροχος απ’ άκρη σ’ ά­ κρη, σαν λαξεμένο κομμάτι μάρμαρο* και μαζί, αφοπλιστικά ανθρώπι­ νος, έτσι που ανατρίχιαζε ασταμάτητα στο άγγιγμά της, πασχίζοντας μάταια να πνίξει τα βογκητά της διέγερσής του. Όταν έσκυψε ανάμεσα στα πόδια του, ανακάλυψε μ’ ένα μικρό σπασμό έκστασης, πως εκείνος ήταν πάλι φτιαγμένος· κι όλο του το σώμα σπαρτάρησε όταν άνοιξε το στόμα της, και το έκλεισε γύρω απ’ τον αντρισμό του. Ένα αργόσυρτο βογκητό του ξέφυγε. «Ω, Θεέ μου... Έτσι. Ναι, έ­ τσι...» Μέσα στο στόμα της, ξαναβρήκε όλη τη δύναμή του. Βάλθηκε να κινεί τους γοφούς του προς το μέρος της, στην αρχή αργά, κι ύστερα όλο και πιο γρήγορα* κι η Βέρα τον κράτησε λαίμαργα με τα δυο της χέρια, και βάλθηκε να τον ρουφάει παθιασμένα, προτρέποντάς τον με κάθε σύσπαση των χειλιών της, να της παραδοθεί ολοκληρωτικά. Τώρα το σώμα του ανασηκωνόταν σπασμωδικά, όλο και πιο γρή­ γορα, προς το μέρος της. Οι παλάμες του ήρθαν και στάθηκαν πάνω στα μαλλιά της, πιέζοντας το κεφάλι της πάνω του. «Ω, Θεέ μου», της ψιθύριζε. «Το κάνεις υπέροχα... Μη σταματήσεις. Ω, Θεέ μου...» Η Βέρα δεν είχε κανένα σκοπό να σταματήσει- και συνέχισε έτσι όσο τα ρίγη στη σάρκα του γίνονταν όλο και πιο έντονα, και μέχρι που αυτός είπε βραχνά, προσπαθώντας να της σπρώξει πίσω το κε­ φάλι: «Σταμάτα τώρα. Δεν πάει άλλο... Σταμάτα». Τον αγνόησε εντελώς. Ήξερε τι θα συνέβαινε, και το ήθελε πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο. Τα χέρια του έπεσαν πάλι στο πλάι, νικημένα, τα μακριά του δάχτυλα γαντζώθηκαν στο κάλυμμα του κρεβατιού· ολό­ κληρο το μεγαλόπρεπο σώμα του τεντώθηκε σαν χορδή, πριν παρα­ δοθεί στην απόλυτη ηδονή. Κι εκείνη ήπιε με βαθιά απόλαυση κάθε σπασμό, και κάθε ρίγος που συντάραζε τη σάρκα του, ευτυχισμένη γι’ αυτό που του είχε αποδείξει - κι ας ήξερε πως εκείνος δε θα έ­ παιρνε ποτέ την απόδειξή της για απόδειξη αγάπης.


118

'Οταν ο Σόλτο ξαναβρήκε τη φωνή του, είπε ξέπνοα: «Έλα δω* η σει­ ρά μου τώρα». Θα ήταν ολότελα αδύνατο να της ξανακάνει έρωτα για την ώρα· δεν πρέπει να είχε μείνει ούτε μια διαθέσιμη σταγόνα στο κορμί του. Έδειχνε τόσο εξουθενωμένος, που η Βέρα απόρησε πώς κατάφερνε να κινεί ακόμα τα μέλη του. Κανονικά, θα έπρεπε να κλείσει τα μάτια, και να το ρίξει στον ύπνο. Και τη συγκίνησε βαθιά η προθυμία του να της ανταποδώσει την περιποίηση. Σύρθηκε αργά προς το μέρος του, και του πήρε το πρόσωπο στις παλάμες της. Τα χείλια του έτρεμαν ανεπαίσθητα, πρόσεξε καθώς τον κοιτούσε, πίνοντας με τα μάτια την ομορφιά των αντρίκειων χα­ ρακτηριστικών του· κι απρόσμενα, τη διαπέρασε με τη δύναμη της μαχαιριάς, κάτι πιο ισχυρό από κάθε ανάγκη και κάθε επιθυμία - μια έκλυση τρυφερότητας, που έκαιγε και πλήγωνε σαν αναμμένος πυρ­ σός στο πέρασμά της. Τον φίλησε τρυφερά, ατέλειωτα, στα ερεθισμένα του χείλια· κι ε­ κείνος την τύλιξε με τα μπράτσα του, σφίγγοντάς την μ’ όση δύναμη * του είχε απομείνει, πάνω στο ζεστό του σώμα. Του είπε σιγανά, γεμί­ ζοντας όλο του το π��όσωπο με φιλιά: «Όχι. Όχι απόψε... Ξεκουρά­ σου τώρα. Εγώ είμαι εντάξει. Δε θέλω τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια. Ήταν υπέροχο κι έτσι. Κοιμήσου, αγάπη μου, κοιμήσου... Θα σε ξυπνήσω όταν θα ’ναι ώρα». Τα μάτια του έκλεισαν, οι πυκνές του βλεφαρίδες έγειραν, βαριές σαν κουρασμένες πεταλούδες, πάνω απ’ το θολό του βλέμμα. Την έ­ σφιγγε ακόμα πάνω του, και βαριανάσαινε. Ύστερα είπε αχνά: «Είχε όντως δίκιο ο δερματέμπορας... Δεν πρέπει να ξανάρθω. Ό,τι και να γίνει, δεν πρέπει να ξανάρθω... Θα με διώξεις την επόμενη φορά που θα σου χτυπήσω την πόρτα;» «Θα σε διώξω αν το θέλεις», του υποσχέθηκε πνιγμένα, φιλώντας τον πάλι στα χείλια. «Σ’ αγαπώ. Θα κάνω ό,τι κι αν μου ζητήσεις». Κι εκείνος είπε άτονα, δευτερόλεπτα πριν βυθιστεί στον βαρύ του ύπνο: «Θα σε μισώ γι’ αυτό που μου έχεις κάνει μέχρι να πεθάνω».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή πως ο Σάλτο το είχε πει στα σοβα­ ρά· ούτε εκείνη, άλλωστε, του είχε υποσχεθεί στα σοβαρά να τον διώξει όταν θα ξαναρχόταν. Σε τέτοιες στιγμές, τα λόγια δεν είχαν κανένα βάρος. Ήταν μόνο κουβέντες που επέπλεαν στο κενό, ανάμε­ σα στην ένταση και τη χαλάρωση- δεν εκφράζαν απόψεις, μόνο αόρι­ στες σκέψεις για το τι θα έπρεπε να γινόταν, και δε θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Εκείνη τη νύχτα είχε συμβεί κάτι, που δεν είχε συμβεί σε καμιά απ’ τις άλλες. Δε θα ’ξερε να πει τι ακριβώς ήταν είχε δώσει όμως μια εντελώς διαφορετική διάσταση σ’ αυτό που μοιράζονταν οι δυο τους. Έκανε τώρα την καρδιά της να λιώνει στο στήθος της, κάθε που ξαναθυμόταν τις ώρες του έρωτά τους - γιατί ξαφνικά, δεν μπο­ ρούσε να τις σκεφτεί σαν ώρες σεξ, αλλά σαν ώρες έρωτα, μ’ όλη τη σημασία της λέξης. Ήταν βέβαιη πως κάπως έτσι ένιωθε κι ο Σόλτο. Είχαν βιώσει οι δυο τους στιγμές απερίγραπτης έντασης· κι ύστερα εκείνος είχε α­ ποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. Στριμωγμένη πάνω του, με τα χείλια της στο στέρνο του, μεθυσμένη απ' την εγγύτητά του, η Βέρα δεν εί­ χε καταφέρει να κοιμηθεί κι εκείνη. Είχε αφήσει να τη συνεπάρει μια πρωτόγνωρη αίσθηση πληρότητας και ευφορίας, που άγγιζε την ατό­ φια ευτυχία. Κι έτσι είχε μείνει με τις ώρες, αφήνοντας τα κύματα του πιο γλυ­ κού ύπνου να περνάνε από πάνω της, χωρίς να την παρασέρνουν στ’ αλήθεια. Άκουγε την ανάσα του, κι ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του να τη διαπερνάει σαν χάδι- μέχρι που χάραξε η αυγή, και τον ξύ­ πνησε φιλώντας τον τρυφερά σ’ όλο το κομμένο, πανέμορφο πρόσω­ πό του, στα κλειστά του μάτια και στα μισάνοιχτα χείλια του. Έτσι μισοκοιμισμένος που ήταν ακόμα, την είχε τραβήξει να φω­ λιάσει στην αγκαλιά του, φιλώντας την στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στο λαιμό. Την ήθελε πάλι, με την ίδια παράλογη, βασανιστική έντα­ ση· και της ξαναέκανε έρωτα, με το πρώτο φως της μέρα να μπαίνει απ’ τις μπαλκονόπορτες, αργά αυτή τη φορά κι αισθησιακά, σαν να συνέχιζαν στην προέκταση ενός ονείρου. Κι ύστερα είχε φύγει μ’ ένα τελευταίο, ατέλειωτο φιλί στα ερεθι-


120

σμένα της χείλια. Δεν της είχε πει πως δε θα ξαναρχόταν δεν είχε πει τίποτε πέρα από ένα πνιχτό, ανήμπορο, «δεν ήταν ποτέ έτσι, με καμιά άλλη- θέλω να το ξέρεις». Η Βέρα το ήξερε· το ένιωθε μ’ όλο της το είναι, με κάθε πτυχή της ύπαρξής της. Εκείνη τη νύχτα είχε συμβεί κάτι το ολότελα μαγικό - κάτι που δεν μπορούσε να της έχει ξανασυμβεί ποτέ στο παρελθόν. Κάτι που δε συνέβαινε παρά μόνο μια φορά στη ζωή μιας γυναίκας, αν συνέβαινε και ποτέ, δηλαδή. Και περίμενε εναγώνια την επόμενη νύχτα που εκείνος θα ’ρχόταν για να την ξαναπάρει μαζί του στην έκ­ σταση. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές νύχτες, μέχρι να καταφέρει να δεχτεί πως ο Σόλτο δε θα ξαναρχόταν πως σ’ εκείνες τις ονειρικές ώρες, όσο της έκανε έρωτα κι όσο κοιμόταν στην αγκαλιά της, είχε κιόλας πάρει την τελεσίδικη απόφαση, να διακόψει μαζί της μια για πάντα. Εκείνος, φυσικά, δεν είχε πάψει να έρχεται στο σπίτι* έφερνε όμως πάντα μαζί του και τη Ναντίν, που τώρα τελευταία το ύφος της, ακό­ μα και απέναντι στην 'Ελεν, γινόταν όλο και πιο απροκάλυπτα θριαμ­ βευτικό. Με τη Βέρα, έτσι κι αλλιώς, δεν τα πήγαινε ποτέ καλά* σπά­ νια της απεύθυνε το λόγο, και μόνο όταν ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Την κοιτούσε πάντα αφ’ υψηλού, και τον περισσότερο καιρό, την αγνοούσε επιδεικτικά. Ακόμα κι απέναντι της, όμως, η συμπεριφορά της άλλαζε ανεπαί­ σθητα. Υπήρχε τώρα κάτι στη στάση της, που η Βέρα δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει* μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησε, πως στο βλέμμα της Ναντίν διάβαζε μια πολύ κακοκρυμμένη ικανοποίηση. Ο Σόλτο, όμως, φαινόταν ίδιος όπως πάντα* και μπροστά στους τρίτους, φερόταν στη Βέρα με την ίδια τυπική ευγένεια, και με την ί­ δια άνεση. Τα μάτια του όμως δε σταματούσαν ποτέ πάνω της, σαν να μην είχε εκείνη καμιά υλική υπόσταση. Κι αν καμιά φορά διασταυρώνο­ νταν τυχαία με τα δικά της, το βλέμμα του την πάγωνε. Δεν έκρυβε την παραμικρή ζεστασιά στα βάθη του, την παραμικρή θύμηση των ό­ σων είχαν μοιραστεί οι δυο τους, κάποιες αλλοτινές νύχτες στο κρε­ βάτι. Καθαρά και ξάστερα, της έλεγε πως του ήταν ολότελα ξένη. Καθώς οι μέρες περνούσαν και γίνονταν βδομάδες, η πικρή πραγ­ ματικότητα υποκατέστησε και τις τελευταίες της αυταπάτες. Ήταν τελικά εντελώς ηλίθια* είχε αφεθεί να πιστέψει πράγματα που υπήρ­ χαν μόνο στη δική της φαντασία. Είχε αφεθεί να κάνει ακόμα και ό­ νειρα. Είχε ξεχάσει πως δεν ήταν παρά η τιποτένια, ποταπή Βέρα Λιν Γκάθρι, με το άθλιο παρελθόν και το σκοτεινό μέλλον* κι είχε τολμή­


121

σει να σηκώσει τα μάτια στον Σάλτο Μακλέοντ, επειδή εκείνος την εί­ χε βρει του γούστου του, για μερικές νύχτες αχαλίνωτου σεξ. Ήταν τόσο απλό, τελικά* του είχαν αρκέσει τρεις νύχτες για να τη χορτάσει. Προφανώς, οι γυναίκες του είδους της, δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο το ενδιαφέρον ενός άντρα σαν αυτόν, που οπωσδήποτε δεν είχε έλλειψη από γυναίκες πρόθυμες να του πέσουν στα πόδια. Και που, επίσης, ήταν ολοφάνερα ερωτευμένος με κάποιαν άλλη. Την είχε ποθήσει, χωρίς αμφιβολία, ίσως για όλους τους λόγους που της είχε αναπτύξει κάποτε κι ο ίδιος. Είχε θελήσει να δοκιμάσει κι αυτήν την εμπειρία* να βεβαιωθεί πως^ μπορούσε να επηρεάσει σαν άντρας, ακόμα και μια γυναίκα του δρόμου. Τώρα δεν τη χρειαζόταν άλλο. Είχε ικανοποιήσει τον ναρκισσισμό του* ίσως-ίσως και την περιέργειά του, για το αν ήταν όντως η Βέρα Λιν Γκάθρι η καλύτερη στην πιάτσα, όπως είχε πει κι ο Μαροκινός δερματέμπορος. «Κάτι δεν πάει καθόλου καλά», της είπε ένα βράδυ η Έλεν. Κι η Βέρα, που έκανε ηρωικές προσπάθειες για να μην αφήσει την πεθερά της να μαντέψει πόσο συντριμμένη αισθανόταν, ένιωσε να την κόβει κρύος ιδρώτας. Είχε μάθει τόσον καιρό να ζει με τα ψέματα και τις ενοχές της* πάντα όμως έτρεμε ενδόμυχα, τη στιγμή που η Έλεν θα μάντευε κάτι περισσότερο απ’ όσα έπρεπε να ξέρει - είτε για την ίδια τη νύφη της, είτε για τις ταραγμένες της σχέσεις με τον Σόλτο. Και συχνά απορού­ σε πώς η πεθερά της, που διέθετε τέτοια διαίσθηση, δε φαινόταν να έχει καμιά αμφιβολία για κείνην, και καμιά υποψία για οτιδήποτε άλ­ λο. Εκτός αν είχε, και το έκρυβε με επιμέλεια* κι αν απόψε είχε απο­ φασίσει επιτέλους να θίξει το θέμα. «Το ξέρω», συνέχισε η Έλεν. «Κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Νιώ­ θω πολύ ανήσυχη τώρα τελευταία... Θα το πρόσεξες ίσως κι εσύ. Κά­ τι έχει ο Σόλτο». Η Βέρα έμεινε να την κοιτάζει χαζά, ξαφνιασμένη, και συνάμα βα­ θιά ανακουφισμένη. Δεν ήθελε να συζητάει για τον Σόλτο* πονούσε η καρδιά της, και μόνο που άκουγε το όνομά του. Αλλά τουλάχιστον, η Έλεν δεν είχε υποψιαστεί τίποτε απ’ όσα προσπαθούσε να της κρύ­ ψει. Ύστερα αναρωτήθηκε γιατί η πεθερά της πίστευε πως κάτι είχε ο Σόλτο. Απ’ όσο έβλεπε εκείνη, δεν είχε απολύτως τίποτα* ήταν ολόι­ διος όπως πάντα, εξίσου ζεστός με τη θεία του, εξίσου εκδηλωτικός με τη Ναντίν - αν όχι και περισσότερο τώρα - κι εξίσου απόμακρος με την πρώην περιστασιακή του ερωμένη. «Γιατί το λέτε αυτό;» ρώτη­


122

σε σιγανά, ελπίζοντας πως η φωνή της δε θα πρόδινε τη φουρτούνα που ξεσηκωνόταν μέσα της. Η Έλεν κάρφωσε τα ανήμπορα μάτια της σε κάποιο σημείο του α­ ντικρινού τοίχου. Είπε ήσυχα: «Δεν ξεγελιέμαι, ξέρεις* ό,τι και να κά­ νει, δεν μπορεί να κρυφτεί από μένα. Τον ξέρω καλύτερα κι απ’ την παλάμη μου. Και νομίζω πως είναι... δυστυχισμένος». Η Βέρα ήταν σίγουρη πως οι χτύποι της καρδιάς της θ’ ακούγονταν εκκωφαντικοί στη σιωπή, ζαφνικά, τα μάτια της έτσουζαν άσχη­ μα. Δυστυχισμένος! Ο μόνος δυστυχισμένος εκεί μέσα, ήταν η ίδια. Η καταιγίδα που είχε περάσει από πάνω της, την είχε συντρίψει* κι αν είχε περάσει ποτέ και πάνω απ’ τον Σάλτο, πράγμα που ήταν εξαιρε­ τικά αμφίβολο, τον είχε αφήσει εντελώς αλώβητο, να χαίρεται τη ζωή στην αγκαλιά της Ναντίν του. «Έχει αλλάξει», συνέχισε η Έλεν. «Κάτι δεν πάει καλά, το ξέρω. Είναι κακόκεφος, κι ας προσπαθεί να μην το δείχνει. Τον νιώθω... αγ­ χωμένο. Σαν να έχει κάποιο πρόβλημα που δε θέλει να το μαντέψει κανείς. Είναι συνέχεια σε ένταση. Εσύ μπορεί να μην το έχεις προσέ­ ξει, εγώ όμως το νιώθω σε κάθε στιγμή». «Ίσως κάνετε λάθος», είπε με κόπο η Βέρα. Η Έλεν γέλασε άκεφα. «Όχι, γλυκιά μου, δεν κάνω λάθος. Δεν ήρθε ακόμα η μέρα που θα με ξεγελάσει ο Σάλτο, με τους άνετους τρόπους του και τη δήθεν ξενοιασιά του». Σταμάτησε για λίγο, κι ύ­ στερα πρόσθεσε: «Είναι κι* αυτή η κοπέλα... Δεν μπορώ να καταλάβω πού το πάει. Τη σέρνει μαζί του τόσον καιρό τώρα, κι εκείνη δείχνει ό­ λο και πιο σίγουρη ότι θα γίνει η επόμενη κυρία Μακλέοντ. Δεν το βλέπει πως δημιουργεί καταστάσεις;» «Μπορεί να θέλει να τις δημιουργήσει», είπε αδύναμα η Βέρα* έ­ νιωθε την καρδιά της να σκίζεται στα δύο. «Είναι ολοφάνερο πως την αγαπάει». «Δεν την αγαπάει», της αποκρίθηκε με βεβαιότητα η Έλεν. «Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Εκείνη μπορεί να ξεγελιέται, εγώ όμως όχι. Δεν την αγαπάει, κι αυτό είναι το πιο παράλογο σ’ όλη την ιστορία. Γιατί μπλέκεται μαζί της, αφού δεν τη θέλει στ’ αλήθεια; Γιατί την α­ φήνει να πιστεύει πως τον έχει στο τσεπάκι της;» Στράφηκε απότομα να κοιτάξει τη Βέρα, κι εκείνη ανατρίχιασε* το βλέμμα της Έλεν ήταν τόσο έντονο, που για μια στιγμή πίστεψε πως η πεθερά της μπορού­ σε να δει το πανιασμένο της πρόσωπο, και τα χείλια της που έτρεμαν ολοφάνερα. Για λίγο, τα μάτια της Έλεν στέκονταν πάνω της μ’ όλη εκείνη την αδικαιολόγητη ένταση, κι η Βέρα της αντιγύριζε τρέμοντας το βλέμ­ μα. Ύστερα η πεθερά της στέναξε, κι είπε κάτι ολότελα άσχετο: «Πο­ τέ δε θα μπορέσω να σου πω πόσο με στήριξε η παρουσία σου εδώ. Απ’ την πρώτη στιγμή, σ’ ένιωσα σαν απόλυτα δικό μου άνθρωπο, το ξέρεις. Ήσουν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη σ’ αυτά τα τε­


123

λευταία χρόνια, Βέρα. Θέλω να το πιοτέψεις αυτό. Θα έδινα οτιδήπο­ τε για να σε νιώσω να χαμογελάς και πάλι». «Εσείς ήσασταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη ποτέ», είπε αχνά η Βέρα, και τα δάκρυα που προσπαθούσε τόση ώρα να συγκρο­ τήσει, βάλθηκαν να κυλάνε ασυγκράτητα στα μάγουλά της. Πήρε το χέρι της πεθερά ς της, και το έσφιξε στα παγωμένα της δάχτυλα. Ήθελε να της πει τόσα πολλά, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο· μια λέξη ακόμα, και θα ξέσπαγε σε λυγμούς. Η Έλεν ήξερε σίγουρα ότι έκλαιγε· δεν της είπε όμως τίποτε σχε­ τικά, κι ούτε συνέχισε τη συζήτηση. Κι η Βέρα πέρασε όλο το υπόλοι­ πο βράδυ ν’ αναρωτιέται τι είχε μαντέψει μέσα σ’ όλ’ αυτά η πεθερά της. Ν’ αναρωτιέται επίσης, αν ο Σόλτο ήταν όντως κακόκεφος και αγχωμένος, κι αν είχε δίκιο η Έλεν, που πίστευε πως δεν αγαπούσε τη Ναντίν Μπλάιθ. Όσο κι αν το έψαχνε όμως, δεν μπορούσε να βρει κανένα στοι­ χείο που να στήριζε την άποψη της πεθεράς της. Η Έλεν είχε κάνει λάθος· είχε άλλωστε τέτοια αδυναμία στον Σόλτο, που έφτανε να διακρίνει την τόση δα δυσθυμία πάνω του, για να καταλήξει αμέσως στα πιο τρελά συμπεράσματα. Δεν της είχε δοθεί καμιά ευκαιρία να μείνει μόνη με τον Σόλτο εκεί­ νες τις μέρες* σπάνια άλλωστε ττ|ς δινόταν και στο παρελθόν. Τώρα όμως, ήταν ολοφάνερο πως εκείνος απέφευγε μ’ επιμέλεια κάθε τέ­ τοιο ενδεχόμενο. Πέρα απ’ το να τον ξεμοναχιάσει σκόπιμα η ίδια, που κι αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο, δεν υπήρχε κανένας τρόπος να τον πετύχει μόνο του. Όχι πως το επεδίωκε βέβαια· έτσι κι αλλιώς, δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Δε θα τα κατάφερνε καν να του μιλήσει. Θα έχανε κυριολεκτι­ κά τη μιλιά της, ήταν σίγουρη γι ’αυτό. Δεν είχαν τίποτε να πουν οι δυο τους. Δεν τους συνέδεε πια το παραμικρό, ούτε καν εκείνες οι ξέφρενες νύχτες που είχαν περάσει μαζί, και που ο Σόλτο τις είχε διαγράψει με τόση άνεση. Κι ήταν εντελώς απροετοίμαστη, τη μέρα που έπεσε τυχαία πάνω του, στο γκαράζ. Η Έλεν είχε επιμείνει τόσο πολύ, που για να της κάνει το χατίρι, η Βέρα είχε δοκιμάσει να οδηγήσει. Τη στιγμή που κάθισε μπροστά στο τιμόνι, συνειδητοποίησε πως η οδήγηση της ήταν κάτι οικείο· δεν της θύμιζε καμιά συγκεκριμένη στιγμή της ζωής της, αλλά το σίγουρο ή­ ταν πως κάποτε είχε μάθει να οδηγεί, και φυσικά, το θυμόταν ακόμα. Με τη μόνη διαφορά, πως πήγαινε αυτόματα να οδηγήσει απ’ τη δε­ ξιά πλευρά του δρόμου. «Δεν πρέπει να είχες μάθει στην Αγγλία», είπε η Έλεν. Και την εί­ χε πιέσει να εξασκηθεί λίγο στην οδήγηση απ’ τ ’ αριστερά.


124

«Θα πρέπει να ξαναβγάλεις άδεια, υποθέτω», είπε η πεθερά της. «Ως τότε, μπορείς να κάνεις λίγη εξάσκηση με τον Τιμ». Ο Τίμοθι Μπαρνς ήταν κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο για όλες τις δουλειές, βοηθό κηπουρού, και θυρωρό. Έμενε άλλωστε στο μικρό κτίσμα στην είσο­ δο του πάρκου· καθώς όμως στο νησί Γουάιτ δεν υπήρχε καμιά ανά­ γκη να κλείνει η βαριά πύλη, τουλάχιστον στη διάρκεια της μέρας, τα καθήκοντά του ως θυρωρού ήταν εξαιρετικά περιορισμένα, και τις περισσότερες ώρες τον έβλεπε κανείς να κουρεύει το γκαζόν, ή να κλαδεύει τις αζαλέες. Προσφέρθηκε όλος προθυμία να συνοδεύει τη Βέρα στις εξό­ δους της με το αυτοκίνητο. «Όσο έχεις κάποιον με άδεια δίπλα σου», της είχε πει η Έλεν, «μπορείς να οδηγείς και χωρίς δίπλωμα. Ο νόμος το επιτρέπει στην Αγγλία». Περιέργως, αυτό ήταν κάτι που η Βέρα το θυμόταν πολύ καλά, ό­ πως θυμόταν κι ένα σωρό άλλα άσχετα πράγματα, τη στιγμή που είχε ξεχάσει ακόμα και το όνομα της ίδιας της της μητέρας. Ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα του σπιτιού, υπήρχε κι ένα Φορντ Φιέστα, που η Έλεν επέμεινε να το χρησιμοποιήσει για την εξάσκησή της. Κι η Βέρα είχε βγει δυο-τρεις φορές στους δρόμους του νησιού Γουάιτ, με τον Τιμ δίπλα της, και με την ψυχή στο στόμα απ’ την αγω­ νία μη συμβεί τίποτα, και κάνει ζημιά σε κάποιο απ’ τα αυτοκίνητα που ανήκαν, όπως και καθετί άλλο εκεί γύρω, στον Σόλτο Μακλέοντ. Έτσι κι εκείνο το μεσημέρι, είχε κατέβει στο γκαράζ για να πάρει το Φορντ. Το έβγαζε μόνη της ως την πύλη, κι από κει συνέχιζε με τον Τιμ, που την περίμενε στην έξοδο. Τη στιγμή όμως που μπήκε στο γκαράζ, η καρδιά της σπαρτάρησε στο στήθος της- τα πόδια της ρίζωσαν στο έδαφος, κι έμεινε να κοιτάζει σαν πετρωμένη τον Σόλτο, που ξεδίπλωνε το ατέλειωτο σώ­ μα του, μέσα από ένα χαμηλό σπορ αμάξι σε <τκούρο ανθρακί χρώμα. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να στραφεί και να φύγει τρέχοντος. Ήταν σίγουρη πως αν έμενε μισό λεπτό ακόμα μαζί του στο έρημο γκαράζ, θα ξέσπαγε σε λυγμούς. Τα πόδια της όμως δεν την υπάκουγαν* κι έμεινε έτσι, να τον κοι­ τάζει σαν ηλίθια, όσο εκείνος έκλεινε μαλακά την πόρτα του αυτοκι­ νήτου, κι ερχόταν ανέκφραστος προς το μέρος της. Δε θα μπορούσε άλλωστε να πάει και πουθενά αλλού* η Βέρα είχε πετρώσει μπροστά στη μοναδική είσοδο προς το εσωτερικό του σπιτιού, φράζοντάς την με τη λετττή της σιλουέτα. Της είπε ουδέτερα: «Μπορώ να περάσω;» Τα μάτια του στέκονταν και πάλι πάνω της σαν να μην την έβλε­ παν καθόλου* η φωνή του ήταν απρόσωπη, απαγορευτική. Ολόκληρο το σώμα του, της έστελνε το μήνυμα με ξεκάθαρη σαφήνεια. Κι ωστόσο, αυτό το σώμα το είχε κρατήσει στην αγκαλιά της, το είχε χαϊδέψει, του είχε χαρίσει την απόλαυση. Είχε ακούσει τη φωνή


125

του να σβήνει και να πνίγεται στα βογκητά του πάθους· είχε δει τα μάτια του να θολώνουν απ’ την επιθυμία, κι απ’ την ηδονή. Κι εκείνη τη στιγμή, κάτι κατέρρευσε μέσα της. Το μόνο που ήξερε, ήταν πως τον χρειαζόταν όσο και τον αέρα που ανάσαινε, και πως δεν τον εί­ χε. Τα χείλια της σάλεψαν σαν από μόνα τους, και του είπε ξεψυχισμένα: «Γιατί μου το κάνεις αυτό, Σάλτο; Γιατί με απορρίπτεις έτσι;» Το πρόσωπό του έμοιαζε ξαφνικά με πέτρινη μάσκα. Τής είπε στεγνά: «Δε θέλω να το συζητήσω». Η Βέρα έκλεισε μ’ απόγνωση τα μάτια. Έγερνε τώρα ασυναίσθη­ τα κόντρα στην πόρτα· τα πόδια της δε θα βαστούσαν μόνα τους το βάρος της. Είπε πάλι, κι ήταν σαν να μιλούσε κάποια άλλη με το στό­ μα της: «Νόμιζα... νόμιζα πως κάτι είχε συμβεί μεταξύ μας εκείνη τη νύχτα». Μακριά σιωπή ακολούθησε τα λόγια της. Ο Σάλτο την κοιτούσε α­ μίλητος, με τα χείλια σφιγμένα και το πρόσωπο αφύσικα χλομό. Τελι­ κά, της είπε ξερά: «Κάτι συνέβη, σίγουρα. Δε θα ’θελα να ξανασυμβεί, αυτό είν’ όλο». «Μα γιατί;» έκανε σβησμένα η Βέρα. «Γιατί; Το ήθελες κι εσύ το ί­ διο, δεν είν’ έτσι;» Ένας λυγμός της έπνιξε τη φωνή, συνέχισε όμως με πείσμα, ξέροντας πως δεν αγωνιζόταν μόνο για λίγες νύχτες έρω­ τα, αλλά για τη ζωή της ολόκληρη, για κάθε της πιθανότητα στην ευ­ τυχία. «Δε σου ζήτησα τίποτε περισσότερο, το ξέρεις. Δε θα ζητούσα ποτέ... Μου αρκούσε αυτό που είχαμε. Εσύ όμως με ξέγραψες ολότελα, και δεν το αντέχω. Γιατί μου το έκανες αυτό, Σάλτο; Μπορού­ σες τουλάχιστον να με είχες αφήσει απ’ την αρχή στην ησυχία μου. Δεν το βλέπεις πως με σκοτώνεις έτσι;» Της είπε πνιχτά: «Φύγε, Βέρα. Φύγε από μπροστά μου». «Το έκανες από μίσος», του είπε ραγισμένα, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. «Το έκανες επίτηδες, έτσι δεν είναι; Το μόνο που επεδίωκες, ήταν να με πληγώσεις, και βρήκες τον καλύτερο τρόπο για να το πετύχεις. Το ήξερες ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου, και το καλλιέργη­ σες συνειδήτά, για να με κάνεις να υποφέρω μετά. Ήξερες πως δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι, και το απολάμβανες. Θεέ μου, γιατί να μην μπορώ να σε μισήσω με τον ίδιο τρόπο;» «Σταμάτα», της πέταξε βραχνά. «Σταμάτα! Δε θέλω ν’ ακούσω τί­ ποτε περισσότερο». Η ανάσα του έβγαινε λαχανιαστή, καθώς έψαχνε να πει και κάτι άλλο. Ύστερα παραιτήθηκε οριστικά* και μ’ ένα βαθύ, αργόσυρτο βο­ γκητό, άπλωσε τα χέρια και την τράβηξε βίαια στην αγκαλιά του. Έτρεμε σύγκορμος καθώς την έκλεινε στα μπράτσα του. Το σώ­ μα του παλλόταν ολόκληρο, η καρδιά του βροντοχτυπούσε. «Θεέ μου», είπε πνιχτά, «είναι τόσο ανώφελο...» Δεν της εξήγησε τι εννοού­ σε- πήρε μόνο το πρόσωπό της στις παλάμες του, και τη φίλησε ό­


126 πως δεν την είχε ξαναφιλήσει ποτέ μέχρι τότε, μ’ ένα άγριο μίγμα π6 θου, λύσσας και απελπισίας. Την άφησε μετά το ίδιο απότομα, και για λίγο, στο γκαράζ δεν 4 κουγόταν παρά μόνο η κοφτή, λαχανιασμένη του ανάσα. Ύ στεροί Βέρα ψέλλισε αδύναμα: «Με θέλεις ακόμα». 9 «Ναι», της αποκρίθηκε βαριά. «Από μια άποψη, ναι, σε θέλω α κ · μα». 1 Τα μουσκεμένα της μάτια συνάντησαν θολά τα δικά του. «Δε ζήτα τίποτε περισσότερο απ’ αυτό», του είπε πνιγμ��να. «Κάποιες ώρες μα ζί σου, τίποτ’ άλλο... Θα μου αρκούσαν για να ζήσω». 1 Το πρόσωπό του συσπάστηκε. «Εμένα όμως όχι», της πέταξε τρ<| χιά, και παραμερίζοντάς την με το ένα χέρι, άνοιξε την πόρτα π ίσ ΐ της, και βγήκε απ’ το γκαράζ χωρίς να προσθέσει ούτε μια λέξη. 1 Η υπόλοιπη μέρα κύλησε σαν εφιάλτης. Φυσικά, στην ψυχική κατά! στάση που βρισκόταν, η Βέρα δεν τόλμησε να βγει να οδηγήσει. Δεν) είχε καμιά εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να ελέγξει το αυτοκίνητο: Ειδοποίησε τον Τιμ να μην την περιμένει, και πέρασε το απόγευμα κλεισμένη στο δωμάτιό της, με την πρόφαση ότι είχε πονοκέφαλο. Όταν ξαναπήγε κάτω, ο Σόλτο δε φαινόταν πουθενά* κι ούτε είχε επι­ στρέφει, όταν η Βέρα καληνύχτισε την πεθερά της, κι ανέβηκε να κλειστεί στο δωμάτιό της, με την εναγώνια προοπτική της εφιαλτικής νύχτας που την περίμενε από κει και πέρα. Ούτε που της περνούσε απ’ το μυαλό πως ο Σόλτο μπορεί να την επισκεπτόταν και πάλι* η ξαφνική του εμφάνιση, μισή ώρα αργότερα, ήρθε με τη σφοδρότατα του απόλυτου σοκ. Μπήκε στο δωμάτιό της, χωρίς να σκοτιστεί να χτυπήσει πρώτα, και χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο, το βλέμμα του θύμιζε μαινόμενη καταιγίδα. Δεν της άφησε καν το περι­ θώριο να περάσει απ’ την κατάπληξη στην αποδοχή. Βρέθηκε δίπλα της με δυο δρασκελιές, την άρπαξε στην αγκαλιά του, και βάλθηκε να τη φιλάει όπως την είχε φιλήσει και στο γκαράζ, το μεσημέρι - άγρια, παθιασμένα, ασυγκράτητα κι απελπισμένα. Όταν εκείνη προσπάθησε να πει κάτι, της πέταξε βραχνά ένα κοφτό, «μη μιλάς, για τ ’ όνομα του Θεού», και ξεσκίζοντας γι’ άλλη μια φορά το νυχτικό της, την πέταξε στο κρεβάτι, και την πήρε με πρωτόγνωρη μανία* σαν να ήθελε να τη σκοτώσει παίρνοντάς την. Δεν την περίμενε να τελειώσει, κάθε άλλο, μάλιστα. Έδειχνε να βιάζεται να ξεμπερδεύει, πριν τον προλάβει εκείνη* σαν να το έκανε επίτηδες, για να την αφήσει ανικανοποίητη. Απόψε, δεν επεδίωκε πα­ ρά μόνο τη δική του εκτόνωση. Το έκανε όπως θα το έκανε σ’ ένα ά­ ψυχο σώμα, αδιαφορώντας για την ανταπόκρισή της. Γι’ αυτόν, η Βέρα Λιν Γκάθρι, δεν ήταν πια ούτε καν η καλύτερη


127

πόρνη στην πιάτσα της Ταγγέρης. Απόψε, δεν ήθελε να απολαύσει την επιτηδειότητά της στο σεξ· ήθελε μόνο να βγάλει το μίσος και την οργή που φουρτούνιαζαν μέσα του - και να προλάβει να τελειώ­ σει πριν από κείνη. Κι όταν τελείωσε, δεν έμεινε μετά να χαλαρώσει στη ζεστασιά του κορμιού της. Τραβήχτηκε απότομα έξω, την άφησε, κι έγειρε στο πλάι. Όταν ξαναβρήκε την ανάσα του, είπε ξερά: «Αυτό δεν ήταν που ήθελες; Θα πρέπει να είσαι ευχαριστημένη τώρα που το πήρες». «Δεν το ήθελα μόνο εγώ», είπε αχνά η Βέρα, παλεύοντας όπως-όπως με τα δάκρυά της. «Αν το ήθελα μόνο εγώ, σίγουρα δε θα είχε συμβεί τίποτα». Της έριξε ένα βλέμμα σκέτη φωτιά. Με μια μόνο ρευστή κίνηση, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, και βάλθηκε να ντύνεται. Με τα μάτια καρ­ φωμένα στο υπέροχο, αγαλματένιο του σώμα, και με τον πόνο να της ξεσκίζει την καρδιά, η Βέρα ξανάπε αχνά: «Αλλά βλέπεις, το ήθελες κι εσύ το ίδιο». «Ναι», της είπε σκληρά. «Έχεις δίκιο. Μου χρειαζόταν μια φορά α­ κόμα, για να σε βγάλω ολότελα απ’ το νου μου. Δεν πρόκειται να επαναληφθεί, να ’σαι σίγουρη. Ως εδώ ήταν η ιστορία μας, γλυκιά μου· κι αν ήρθα απόψε, ήταν κυρίως για να σου αποδείξω, πως το μό­ νο που θα μπορούσαμε να έχουμε οι δυο μας, είναι κάτι που ειλικρινά, δεν αξίζει τον κόπο». Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν γροθιά στο στομάχι. Έκλεισε ασυ­ ναίσθητα τα μάτια, κι είπε σβησμένα: «Για μένα αξίζει τα πάντα. Σ’ α­ γαπώ τόσο, που - » Στράφηκε απότομα προς το μέρος της, με τα μάτια να πετάνε φλόγες. «Μη μιλάς γι’ αγάπη», της είπε άγρια. «Μην ξαναπείς αυτή τη λέξη, τ ’ ακούς; Μίλα για σεξ, αν γουστάρεις· μίλα για πηδήματα με τους επιβήτορες που κάνεις κέφι. Αλλά μη μιλάς γι’ αγάπη, γιατί αυτή η λέξη απ’ το στόμα σου, μου φέρνει αναγούλα!» Τον κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα και το πρόσωπο πανιασμένο. Κάθε του λέξη έμπαινε σαν μαχαιριά στην καρδιά της* κι ο πόνος ή­ ταν ανυπόφορος. «Εντάξει», είπε τελικά. «Ας μιλήσουμε για σεξ. Εσύ με κάνεις κέφι, κι εγώ δε ζητάω τίποτε περισσότερο, στο είπα. Δε θα ζητήσω ποτέ τί­ ποτε περισσότερο», πρόσθεσε με απελπισία, ξέροντας πως όταν αυ­ τός θα έφευγε, δε θα ξαναρχόταν πιθανότατα ποτέ πια. «Θα γίνει ό­ πως το θέλεις εσύ... Δε θα σε πιέσω ποτέ, δε θα σου δημιουργήσω το παραμικρό πρόβλημα. Φτάνει να συνεχίσουμε να βλεπόμαστε μια στις τόσες. Ακόμα κι έτσι, όπως απόψε», κατέληξε μ’ έναν πνιχτό λυγ­ μό. Εκείνος γέλασε σκληρά. «Αυτό θα σε βόλευε, χωρίς αμφιβολία. Όχι όμως κι εμένα, γλυκιά μου. Μπορεί να κερατώνω κάπου-κάπου τις γκόμενές μου, αλλά ακόμα κι εγώ, ακόμα και μ’ εσένα μέσα στα


128 πόδια μου, θα το έβρισκα κάπως δύσκολο να παρασυρθώ και να κε­ ρατώσω την ίδια τη σύζυγό μου. Είναι κι αυτός ένας πολύ καλός λό­ γος για να τελειώσει κάπου εδώ η ιστορία μας, δε νομίζεις;» Με την ψυχή στο στόμα, τον ρώτησε μισολιπόθυμη: «Τη... τη σύ­ ζυγό σου;» «Αυτό ακριβώς», της αποκρίθηκε ξερά. «Αποφάσισα να παντρευ­ τώ τη Ναντίν. Πειράζει;» Τον κοίταζε κάτωχρη, ανίκανη να προφέρει έστω μια λέξη. Είχε την εντύπωση πως πνιγόταν* πως ο κόσμος τέλειωνε εκεί πέρα. « Ετσι λοιπόν», συνέχισε σκληρά ο Σόλτο, «δε νομίζω ότι θα μας δοθεί η ευκαιρία να το ξανακάνουμε, όμορφή μου Βέρα. Αυτό ήταν το τελειωτικό αντίο, γλυκιά μου. Πολύ ταιριαστό, άλλωστε* δεν μπο­ ρείς να πεις. Απόλυτα αντάξιο κι όλης της υπόλοιπης σχέσης μας». Τα χείλια της σάλεψαν σαν στη μέση ενός εφιάλτη. Για μια στιγ­ μή, είχε την εντύπωση πως η φωνή της δεν είχε ακουστεί καθόλου* και μόνο αφού τα είχε πει, συνειδητοποίησε πως τα λόγια στέκονταν μετέωρα ανάμεσά τους, περιμένοντας μιαν απάντηση. «Αναρωτιέμαι ακόμα για ποιο πράγμα με τιμωρείς έτσι, Σόλτο. Μόνο και μόνο επει­ δή ήμουν μια πόρνη, κι έκανα το ατόπημα να σ’ αγαπήσω;» «Μη ρωτάς», της πέταξε βίαια. «Μη με ξαναρωτήσεις ποτέ γι’ αυ­ τό! Η απάντηση δε θα σ’ αρέσει». Η Βέρα ανακάθισε σαν αυτόματο στο κρεβάτι. Είχε απόλυτη επί­ γνωση της μειονεκτικής της θέσης - εκείνος ήταν πια εντελώς ντυμέ­ νος, κι εκείνη ακόμα ολόγυμνη* κι απέναντι στη δική του σκληρή ορ­ γή, δεν είχε ν’ αντιπαρατάξει παρά μόνο τη συντριβή της. Είπε ωστό­ σο σταθερά: «Θέλω να μάθω. Απαιτώ να μάθω!» «Δεν είσαι σε θέση ν’ απαιτείς τίποτα, Βέρα», της αντιγύρισε στε­ γνά. «Κι άλλωστε, τι σημασία έχει; Θα το καταλάβεις κι από μόνη σου, όταν ξαναβρείς την καταραμένη σου τη μνήμη!» Η Βέρα τινάχτηκε όρθια, και τον άρπαξε απ’ το μπράτσο. «Πες μου τώρα! Τι είναι αυτό που μου κρύβεις; Τι έχω κάνει και με μισείς έ­ τσι; Για τ ’ όνομα του Θεού, μπορεί να μην ξαναβρώ ποτέ τη μνήμη μου! Δεν πρέπει να ξέρω;» Μια άσχημη χλομάδα είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Προσπάθη­ σε να την κάνει πέρα, αλλά εκείνη είχε γαντζωθεί από πάνω του μ’ ό­ λη τη δύναμη της απελπισίας της. Της είπε ξερά: «Άφησέ με, Βέρα. Δε θέλω να μ’ αγγίζεις». «Το θέλεις αρρωστημένα», του είπε κοντανασαίνοντας, πνιγμένη απ’ αυτήν την οδύνη που δεν είχε τέλος. «Το θέλεις όσο κι εγώ, το ξέρεις. Αυτό που συνέβη μεταξύ μας, δεν ήταν αυτό που δήθεν επι­ χείρησες να μου αποδείξεις απόψε. Δεν ήταν μια ελεεινή πράξη σε­ ξουαλικής εκτόνωσης, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, και το ξέρουμε κι οι δυο αυτό. Κάθε φορά που ερχόσουν να με βρεις, ήσουν δικός μου, κι ήθελες να είμαι απόλυτα δική σου. Ακόμα και μισώντας με,


129

αυτό ήθελες στο βάθος. Δεν κάνουν έτσι έρωτα οι άντρες σε μια τυ­ χαία πόρνη! Λοιπόν, εντάξει, ας τελειώσουν όλα εδώ* αλλά πριν φύ­ γεις, θέλω να μάθω τον πραγματικό λόγο που τελειώνουν!» «Θέλεις στ’ αλήθεια να το μάθεις;» τη ρώτησε πικρά. «Σου είπα, δε θα σ’ αρέσει». «Δε με νοιάζει. Θέλω να ξέρω». Έτρεμε τώρα σπασμωδικά· και το μόνο που την κρατούσε ακόμη όρθια, γαντζωμένη από πάνω του, ή­ ταν η δύναμη της απόγνωσής της. Ο Σόλτο ελευθέρωσε το μπράτσο του, κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Μην το μετανιώσεις μετά». «Δε θα το μετανιώσω». Εκείνος γέλασε λίγο. «Εντάξει, λοιπόν. Είχες δίκιο σε όλα· περισ­ σότερο ίσως κι απ’ όσο νομίζεις. Είναι όπως ακριβώς το είπες - σε θέλω τόσο, που όταν καμιά φορά τύχει να συλλάβω το πόσο, τρομά­ ζω κι εγώ ο ίδιος. Είμαι τρελός, ολότελα τρελός για σένα· άρρωστος από επιθυμία. Απόψε δεν ήρθα για να σου αποδείξω τίποτα· ήρθα ε­ πειδή θα πέθαινα αν δεν ερχόμουν..Πέθαινα όλον αυτό τον καιρό που κρατιόμουν μακριά σου, αν θέλεις να μάθεις, κι ας πάσχιζα με νύχια και με δόντια να μην έρθω. Ευχαριστήθηκες τώρα;» Τα μάτια του γυάλιζαν πυρετικά πάνω στο κατάχλομο πρόσωπό του. Η Βέρα έκανε παραπατώντας ένα βήμα πίσω, κι εκείνος ένα βήμα μπροστά, συνεχίζοντας να την καρφώνει αλύπητα με τα μάτια. «Άκου και τη συνέχεια. Ναι, είχες και σ’ αυτό δίκιο* κάτι συνέβη μεταξύ μας, και ξέρουμε κι οι δυο πολύ καλά τι ήταν. Τι άλλο θα μπορούσε να εί­ ναι, άλλωστε; Δεν μπορείς να θέλεις έτσι μια γυναίκα, χωρίς να συμ­ μετέχει και κάτι άλλο πέρα απ’ τον κτηνώδη πόθο. Δεν μπορείς να ξαγρυπνάς με τη σκέψη της, να τη βλέπεις και να παλαβώνει η καρδιά σου, να νιώθεις πως θα πεθάνεις αν δεν την πάρεις, επειδή απλά σε ενοχλούν οι ορμόνες σου. Δε γίνεται να λαχταράς τόσο να αποκτή­ σεις το σώμα της και την ψυχή πης και την κάθε σκέψη που περνάει απ’ το νου της, ούτε να νιώθεις ότι είναι φτιαγμένη για σένα και μόνο για σένα, αν δεν είσαι τρελός γι’ αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα. Αυτό δα είναι αυτονόητο. Αλλά έπρεπε να έρθω εκείνη την τελευταία φορά στο κρεβάτι σου, για να μου φύγει κάθε αμφιβολία. Όταν γύρισα το πρωί στο δωμάτιό μου, ήξερα γιατί έπρεπε να διακόψω μαζί σου με κάθε θυσία* επειδή είχες μπει κυριολεκτικά σαν δηλητήριο στο αίμα μου. Θέλεις κι άλλα;» Η Βέρα έκανε άλλο ένα βήμα πίσω, κι εκείνος άλλο ένα βήμα μπροστά, παγιδεύοντάς την ανάμεσα στο σώμα του και στο κρεβάτι. «Εντάξει, λοιπόν, άκουσέ τα όλα- απ’ τη στιγμή που σε γνώρισα, έπαψα να σκέφτομαι κάθε άλλη γυναίκα. Δε δίνω δεκάρα για τη Ναντίν, ούτε για οποιαδήποτε Ναντίν αυτού του κόσμου. Μου είναι τόσο α­ διάφορη, που θα μπορούσα να πεθάνω από ανία με το πέος μου μέ­ σα της. Δε θα μπορούσα καν να της το βάλω, αν δεν έκλεινα κάθε


130

φορά τα μάτια για να φαντάζομαι ότι το κάνω μαζί σου. Έπρεπε ό­ μως να το κάνω μ’ εκείνη, γιατί ήταν η μόνη μου άμυνα απέναντι σου. Αν δεν πήγαινα κάθε τόσο να βγάλω τ ’ απωθημένα μου πάνω της, δε θα ξεκολλούσα απ’ το δικό σου κρεβάτι· κι αυτό θα ήταν σκέτη κατα­ στροφή, γιατί κάθε φορά που σ’ άγγιζα, γινόμουν όλο και πιο τρελός για σένα. Όχι, γλυκιά μου, δεν έπαιζες εσύ την πόρνη σ’ αυτή την ι­ στορία. Τη Ναντίν χρησιμοποιούσα σαν πόρνη, κάθε φορά που ένιω­ θα πως δε γινόταν ν’ αντέξω άλλο τη στέρησή σου. Και τώρα θα την παντρευτώ, επειδή αυτή τη στιγμή είναι η μόνη διαθέσιμη στη ζωή μου, κι επειδή επείγει να παντρευτώ κάποιαν, πριν χάσω ολότελα το μυαλό μου, και παντρευτώ εσένα!» Τον κοίταζε ασθμαίνοντας όσο της μιλούσε, και τα μάτια της εί­ χαν ορθανοίξει απ’ το σοκ. Είχε χάσει ολότελα τη μιλιά της· έχανε γοργά και κάθε ειρμό στις σκέψεις της τώρα. Το πρόσωπό του ήταν αγνώριστο όταν της ξαναμίλησε. «Και ξέ­ ρεις γιατί; Όχι, όχι επειδή ήσουν πόρνη· δεκάρα δε δίνω τι ήσουνα. Ό,τι κι αν είχες κάνει στο παρελθόν θα το δεχόμουν, φτάνει να ήξερα ότι τώρα θέλεις εμένα και μόνο εμένα. Δε θα μ’ ένοιαζε κι αν είχες πάει μ’ ένα εκατομμύριο άντρες στο παρελθόν, για λεφτά ή από σκέ­ το βίτσιο- τόσο τρελός ήμουν για σένα. Αλλά υπάρχει κάτι που δε γί­ νεται να το ξεπεράσω. Δε θα το ξεπεράσω ποτέ όσο ζω, κι ό,τι κι αν κάνεις εσύ, θα είναι πάντα εκεί, και θα μας χωρίζει τελεσίδικα». Στα­ μάτησε για μια στιγμή, κι ύστερα ρώτησε στεγνά: «Θέλεις ακόμα να μάθεις τι είναι;» Του κούνησε αδύναμα το κεφάλι. Δεν υπήρχε πια φωνή στο λα­ ρύγγι της. Δεν υπήρχε καθόλου ζωή μέσα της. Ήταν σαν να είχε α­ νοίξει ο κόσμος, κι εκείνη να έπεφτε στο κενό, κραυγάζοντας σιωπη­ λά απ’ τον τρόμο και την αγωνία. «Ωραία, λοιπόν μην πεις ότι δε σε προειδοποίησα». Της έστρεψε απότομα την πλάτη, σαν να τον πονούσε ακόμα και η θέα της. «Αυ­ τό», είπε στεγνά, «αυτό που δε θα σου συγχωρήσω ποτέ όσο ζω, εί­ ναι πως σκότωσες τον άνθρωπο που αγαπούσα σαν αδερφό μου. Τον σκότωσες τόσο καλά, σαν να του είχες φυτέψει μια σφαίρα στην καρ­ διά. Από μια άποψη, άλλωστε, θα ’ταν καλύτερα να τον είχες ξεκάνει με μια σφαίρα· αυτό ίσως θα το καταλάβαινα. Μπορεί με τον καιρό και να το συγχωρούσα. Δεν είχες όμως καν αυτή τη μεγαλοψυχία. Ναι, γλυκιά μου, είναι έτσι όπως στο λέω· ο Λουκ πέθανε απ’ το χέρι σου, κι εγώ, αντί να σου στρίψω τον όμορφο λαιμό σου, κατέληξα να κυλιέμαι σαν αφηνιασμένος στο κρεβάτι σου. Αυτό μου έκανες, Βέ­ ρα· και γι’ αυτό θα σε μισώ μέχρι να πεθάνω, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα ποτέ να σε ποθήσω».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Δεν είναι α λή θεια ’ δεν μπ ορεί να είναι αλήθεια. Η πυρετική σκέψη

βροντοχτυπούσε στο κεφάλι της, παγιδευμένη στην ίδια της την ηχώ, σχεδόν ανήμπορη να καταγραφτεί με λέξεις. Πάνω απ’ όλα όσα της είχε πει ο Σόλτο, πριν φύγει και την αφήσει μόνη της μ’ αυτόν τον ατέλειωτο, απόλυτο εφιάλτη, το μυαλό της α­ ποτύπωνε την ίδια έσχατη άμυνα: δεν είναι αλήθεια· τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να αφορά εμένα. Ήταν σαν να σκιζόταν στα δύο η πραγματικότητα - απ’ τη μια η Βέρα Λιν Γκάθρι, κι απ’ την άλλη εκείνη, ή έστω, τα σαθρά υπολείμ­ ματα του εαυτού της, έτσι όπως ακροβατούσαν πάνω από μια θολή θάλασσα φρίκης, πασχίζοντας απελπισμένα να μην πέσουν μέσα. Πολλή ώρα αργότερα, συνέχιζε να κείτεται κουβαριασμένη στο κρεβάτι, με μόνο μια αραχνοΰφαντη ρόμπα πάνω της, και ν’ αφουγκράζεται την ίδια αλαφιασμένη σκέψη: δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Δεν μπορεί.

Κι ας ήξερε πως ο Σόλτο δεν είχε κανένα λόγο να της πει ψέματα. Δεν της είχε πει ποτέ ψέματα μέχρι τότε* της είχε μόνο αποκρύψει κάποιες αλήθειες, από οίκτο, ίσως, ή από μελετημένη στρατηγική. Εφόσον η ίδια δε θυμόταν πια, όσο λιγότερα ήξερε για το παρελθόν της, τόσο πιο φυσικά και άνετα θα έπαιζε τον προσωρινό ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου, της θλιμμένης χήρας, και της στοργικής νύφης απέναντι στην Έλεν. Όχι, δεν είχε κανένα λόγο να της πει ένα τόσο τερατώδες ψέμα, ενώ θα είχε κάθε λόγο να της αποκρύψει αυτήν ειδικά την αλήθεια. Της την είχε αποκαλύψει τελικά, επειδή οι σχέσεις τους είχαν φτάσει πια σε οριακό σημείο* κι ας ήξερε κι ο ίδιος την ένταση που θα έφερ­ νε αυτή η αποκάλυψη, στις σχέσεις της με την πεθερά της. Μετά απ’ αυτό, δε θα μπορούσε ποτέ να ξανακοιτάξει την Έλεν στα μάτια* θα ήταν αδύνατο να συνεχίσει να ζει μ’ αυτήν την ανύπο­ πτη γυναίκα, να δένεται την αγάπη και την εμπιστοσύνη της, να υπο­ κρίνεται πως δεν είχε αλλάξει τίποτα. Του το είχε φωνάξει αυτό σε μια στιγμή, κι εκείνος της είχε αποκριθεί σκληρά: «Δε δίνω δεκάρα πόσο δύσκολα θα είναι τα πράγματα για σένα, Βέρα. Αν όμως αφήσεις τη θεία μου να μαντέψει τίποτα τέ-


132

τοιο, στ’ ορκίζομαι, δε θα διστάσω να σε βγάλω ολότελα απ’ τη μέση Υπάρχουν άνθρωποι που θ’ αναλάμβαναν οτιδήποτε για τη σωστή τι μή, ξέρεις. Γι’ αυτό, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Χρησιμοποίησε την υπο­ κριτική σου τέχνη, όπως τη χρησιμοποιείς τόσον καιρό τώρα. Στο κά· τω-κάτω», κατέληξε σαρκαστικά, «οι τύψεις δεν είναι παρά συνάρτη­ ση της αμνησίας σου. Δεν είχες και τόσες πολλές από δαύτες, όταν έκανες αυτά που δε θυμάσαι τώρα». Αν όσα της είχε πει είχαν συμβεί όντως στην πραγματικότητα, κι όχι στα έγκατα κάποιου σκοτεινού εφιάλτη, τότε ναι, είχε δίκιο. Η Βέ­ ρα Λιν Γκάθρι, είχε προκαλέσει το θάνατο του άντρα της, χωρίς την παραμικρή τύψη συνείδησης. Τυφλωμένη, πιθανότατα, απ’ τη δελεα­ στική προοπτική να τον κληρονομήσει πρόωρα, και μετά να φάει τα λεφτά του παρέα με τον Μουσταφά Γκιουρσέλ - αν βέβαια κατάφερνε να τον ξαναβρεί στο μεταξύ, και να τον ξαναφέρει κοντά της μ’ αυ­ τό το δόλωμα. «Βλέπεις, ήταν κοινό μυστικό στην Ταγγέρη», της είχε πει σαρκα^ στικά ο Σάλτο, «πως ο αξιότιμος κύριος Γκιουρσέλ στα είχε φάει όλα, μέχρι τελευταία δεκάρα. Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, είχες γερό κομπόδεμα· την πάτησες όμως όπως και τόσες άλλες του είδους σου, γλυκιά μου. Ο μεγάλος σου έρωτας σε έπεισε να του εμπιστευ­ τείς τις οικονομίες σου, προφανώς για να τις “επενδύσει”. Κι όταν σ’ εγκατέλειψε κι εξαφανίστηκε, μαζί με τα χρήματά σου, εσύ τρελάθη­ κες ολότελα. Το τραγικό είναι πως δεν ήθελες μόνο τα λεφτά σου πί­ σω1ήθελες και τον ίδιο. Ήσουν ακόμα μαζοχιστικά ερωτευμένη μαζί του, κι είχες χάσει το μυαλό σου». Σίγουρα θα το είχε χάσει. Αν είχε νιώσει για κείνον τον άγνωστο Μουσταφά Γκιουρσέλ ό,τι ένιωθε τώρα για τον Σάλτο, θα είχε τρελα­ θεί ανακαλύπτοντας την προδοσία του. Ίσως αυτό να ήταν κι η μονα­ δική εξήγηση για το τι είχε κάνει στη συνέχεια στον Λουκ Ράσελ. Όχι η δικαιολογία, όχι- δεν υπήρχε καμιά δικαιολογία για κάτι τέτοιο. Μό­ νο η ποταπή εξήγηση. Δεν μπορούσε ν’ απαιτήσει ούτε κατανόηση, ούτε ανοχή, ούτε καν έλεος για τις πράξεις της - μόνο τη δυνατότητα να ελπίζει, σε κάποια γωνιά του μυαλού της, πως τα πράγματα μπορεί να μην είχαν γίνει έτσι όπως πίστευε ο Σάλτο. Εκείνος όμως δεν της άφηνε ούτε καν αυτή την ανώφελη ελπίδα. Είχε ψάξει την υπόθεση σε βάθος, της είπε, κι όχι μόνος του· είχε προσλάβει και ειδικευμένους επαγγελματίες γι’ αυτή τη δουλειά, και τώρα είχε μια ολοκληρωμένη εικόνα του τι είχε συμβεί, και πώς είχε πεθάνει ο ξάδερφός του. Είχε φτάσει στην Ταγγέρη, δυο μέρες μετά τη φτωχική κηδεία του Λουκ· οι αρχές είχαν βρει στα χαρτιά του νεκρού, τη διεύθυνση της οικογένειάς του στην Αγγλία, και είχαν ειδοποιήσει τον ξάδερφό του, με την αναμενόμενη καθυστέρηση της ολοκληρωτικής τους α­


133

διαφορίας απέναντι σ ’ έναν ασήμαντο, ύποπτο, ή και ενοχλητικό Εγγλέζο, πως ο συγγενής του είχε αποβιώσει. Κι ο Σόλτο είχε φύγει σαν τρελός για το Μαρόκο. «Ήταν βέβαια πια πολύ αργά», της είπε πικρά. «Δεν πρόλαβα καν να πάρω το σώμα του πίσω στην Αγγλία. Τον είχαν θάψει πριν δυο μέρες, και μου ήταν εξαιρετικά απωθητική η ιδέα να τον ξεθάψω, και να τον κουβαλήσω στην άλλη άκρη του κόσμου. Θα ήταν άλλωστε φοβερό σοκ για τη θεία μου, να με δει να επιστρέφω με το φέρετρο του γιου της. Δεν είχε ακόμα ιδέα τι συνέβαινε· έφυγα χωρίς να την ενημερώσω. Δε θα είχα καν το χρόνο να της συμπαρασταθώ, και τί­ ποτε δε θα την έπειθε να μην έρθει μαζί μου, αν ήξερε πού πήγαινα και γιατί. Έτσι προτίμησα να τ ’ αφήσω για όταν θα επέστρεφα, γνω­ ρίζοντας όλες τις λεπτομέρειες, και με την ευχέρεια να τις εξωράίσω, αν χρειαζόταν». Είχε απ’ την αρχή την αίσθηση, πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου κα­ λά μ’ όλα αυτά. Το γεγονός ότι ο Λουκ είχε πεθάνει από πνευμονία, τον είχε καταπλήξει. Ήταν ένας νέος άντρας, γερός παρά την κάποια φθορά απ’ τις καταχρήσεις, και με καλό ιατρικό ιστορικό. Κι ήταν στ’ αλήθεια πολύ δύσκολο να πεθάνει κανείς από πνευμονία, στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των αντιβιοτικών. Το γεγονός ότι τον είχε ειδοποιήσει κάποιος άσχετος, κι όχι η χή­ ρα του Λουκ, ήταν επίσης πολ�� παράξενο. Το γεγονός και μόνο πως είχαν κάνει τον κόπο να ειδοποιήσουν την οικογένεια του Λουκ στην Αγγλία, τη στιγμή που υπήρχε κάποια σύζυγος στο ίδιο το Μαρόκο, ήταν τουλάχιστον μυστήριο. Όλα αυτά είχαν σημάνει συναγερμό στο μυαλό του* κι είχε προτι­ μήσει να μην πει τίποτε στη θεία του, μέχρι να διαπιστώσει ο ίδιος τι συνέβαινε. Φτάνοντας στην Ταγγέρη, ανακάλυψε πως οι αρχές δεν ήξεραν σχεδόν τίποτε, κι ούτε βέβαια είχαν ξεσκιστεί να μάθουν κάτι περισ­ σότερο. Η σπιτονοικοκυρά του φτηνιάρικου σπιτιού που νοίκιαζε το ζεύγος Ράσελ, είχε μπει ένα πρωί στο διαμέρισμά τους, ανησυχώ­ ντας επειδή είχε μέρες να δει ή ν’ ακούσει τους νοικάρηδές της. Της χρώσταγαν το νοίκι που έτρεχε, δικαιολογήθηκε στους αστυνομι­ κούς, και υποψιάστηκε πως είχαν φύγει κρυφά, σηκώνοντας ίσως και τα έπιπλα και τις ηλεκτρικές συσκευές, που ήταν δικές της. Ήθελε μόνο να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Κι είχε βρει τον νοικάρη της, μόνο και εμφανώς ετοιμοθάνατο. Εί­ χε φωνάξει ένα ασθενοφόρο να τον πάρει· αλλά εκείνος δεν είχε προλάβει καν να φτάσει ζωντανός στο νοσοκομείο. Όσο για τη σύζυγο, είχε εξαφανιστεί εντελώς· κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν, κανείς δεν την είχε δει εδώ και καιρό. Δεν υπήρχε άλ­ λωστε κανένα προσωπικό της αντικείμενο στο σπίτι* κι είχε μέρες να πάει στη δουλειά της. Ήταν φανερό πως δε ζούσε πια με τον άντρα


134

της - πως δε βρισκόταν καν στην Ταγγέρη. Οι γείτονες συμφώνησαν πως το ζευγάρι πρέπει να ήταν σε διάσταση από καιρό, κι η αστυνο. μία, που γνώριζε το ποιόν της Βέρας Ράσελ, δεν είχε κανένα λόγο vq την ψάξει περισσότερο, ούτε ν’ ασχοληθεί σε βάθος με τις συνθήκες θανάτου του άντρα της. Ήταν άλλωστε φανερό τι είχε συμβεί· η σύζυγός του τον είχε εγκαταλείψει, φεύγοντας ίσως με κάποιον εραστή. Εκείνος είχε αρρωστήσει, αλλά δεν είχε νοιαστεί να πάει στο νοσοκομείο, ή έστω, να φωνάξει ένα γιατρό. Ήταν γνωστό ότι μπεκρούλιαζε, και στη νεκρο­ ψία, είχαν βρει μέσα του υπολείμματα αλκοόλ και υπνωτικών χαπιών. Ο Λουκ Ράσελ φτιαχνόταν προφανώς μ’ αυτόν το συνδυασμό. Έτσι χαπακωμένος, είχε μείνει στο σπίτι, στην αρχή αδιαφορώντας εντε­ λώς για τον πυρετό του, και στη συνέχεια προφανώς ανήμπορος να κάνει κάτι γι ’αυτό, ακόμα κι αν είχε συναίσθηση του πόσο σοβαρή ή­ ταν η κατάστασή του. «Γι’ αυτούς, ή υπόθεση είχε κλείσει», είπε ξερά ο Σόλτο. «Για μέ­ να όμως, μόλις άνοιγε. Βλέπεις, είχα διαπιστώσει πως η σύζυγος του Λουκ, η υποτιθέμενη μπαλαρίνα και κόρη του διπλωμάτη, δεν ήταν παρά μια κοινή βιζιτού, που χόρευε κάθε βράδυ γυμνή, μαζί μ’ ένα κοπάδι από άλλα δέκα κορίτσια, στο σεξ σόου ενός πορνομάγαζου. Μου ήταν αδύνατο να πάρω την εξαφάνισή της τόσο φυσικά, όσο την είχε πάρει η τοπική αστυνομία, που στο κάτω-κάτω, είχε μια σχετική ανοσία απέναντι στους ανθρώπους του φυράματος σου». Είχε ξεκινήσει απ’ το “Βαρβάτο Άλογο”* κι από κει είχε προχωρή­ σει μεθοδικά, μέχρι να φτάσει στην άκρη. «Οι άνθρωποι σ’ εκείνα τα μέρη, δεν ανοίγουν εύκολα το στόμα τους», είπε ψυχρά στη Βέρα. «Δεν ανακατεύονται στις βρομοδουλει­ ές του διπλανού τους - και προπαντός, δε μιλάνε ποτέ στην αστυνο­ μία, αν μπορούν να το αποφύγουν. Υπάρχει ανάμεσά τους μια αλλη­ λεγγύη, ανάλογη μ’ αυτήν των μαφιόζων. Όλοι έχουν μυστικά, κι ο μόνος ίσως νόμος που σέβονται, είναι ο νόμος της σιωπής. Αν μίλη­ σαν σ’ εμένα, είναι επειδή πλήρωσα μια περιουσία, για να μάθω τι εί­ χε συμβεί στ’ αλήθεια». Κι είχε μάθει αρκετά - απ’ τη σπιτονοικοκυρά της, που έμενε στο πίσω μέρος της αυλής και παρακολουθούσε άγρυπνα κάθε κίνηση στο σπίτι, απ’ τους γείτονες, από διάφορους άλλους ανθρώπους της πιάτσας. Όσοι δεν είχαν κρίνει σκόπιμο να μιλήσουν στον βαριεστημένο αστυνομικό που τους είχε κάνει ερωτήσεις, και είχαν δηλώσει α­ πόλυτη άγνοια, έδειξαν οπωσδήποτε μεγάλη προθυμία να μιλήσουν στα λαχταριστά δολάρια που έβγαιναν απ’ το πορτοφόλι του Σόλτο Μακλέοντ. «Κι εσύ τους πίστεψες;» του είχε πει απελπισμένη η Βέρα, παλεύ­ οντας στα τυφλά, μέσα από κύματα ναυτίας, πανικού και υστερίας, να ψαρέψει έστω μια θολή ανάμνηση απ’ όλα αυτά στα βάθη του


135

μυαλού της. «Δε σκέφτηκες καν πως το μόνο που τους ενδιέφερε, ή­ ταν να σου πουν μια ιστορία για να κερδίσουν την ανταμοιβή τους;» Στα λόγια της, ο Σάλτο είχε γελάσει σκληρά. «Δεν αμφέβαλλα πως κάτι τέτοιο θα έλεγες για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, γλυκιά μου. Ο λόγος τους για τον δικό σου- και μάλιστα, ειπωμένο με τό­ ση ιερή αγανάκτηση. Γιατί να πιστέψω τους ύποπτους και άπληστους πληροφοριοδότες μου, και όχι εσένα, την ίδια την πεμπτουσία της α­ ρετής και της ειλικρίνειας;» «Δε μου αφήνεις καν τα περιθώρια της αμφιβολίας», του είχε πει αγκομαχώντας. «Δε δέχεσαι καν τη μία πιθανότητα να σου είπαν κα­ κόβουλα ψέματα!» «Θα τη δεχόμουν άνετα, γλυκιά μου», της είχε αποκριθεί με απα­ τηλή γλυκύτητα. «Ναι, θα μπορούσε να πρόκειται για μια καλοστημέ­ νη συνωμοσία σε βάρος σου. Θα μπορούσε άνετα να είναι ψέμα ότι μπαινόβγαινες στο σπίτι, όσο ο Λουκ βρισκόταν σε κρίσιμη κατάστα­ ση, κάνοντας μάλιστα ό,τι μπορούσες για να περάσεις απαρατήρητη. Θα μπορούσε να είναι νοσηρή εικασία ότι καθόσουν μαζί του, ποτίζοντάς τον ίσως με αλκοόλ και χάπια, για να είναι ανίκανος ν’ αντιδράσει, μέχρι που πια θα ήταν πολύ αργά για να σωθεί· ή ότι έφυγες μες στη νύχτα, κουβαλώντας δυο βαλίτσες, όταν βεβαιώθηκες ότι ήταν στα τελευταία του. Ναι, θα μπορούσαν να είναι όλα κακόβουλα ψέμα­ τα. Θα μπορούσες ίσως και να με πείσεις ότι δε ζούσες πια μαζί του, κι ότι δεν εί^ες ιδέα πως ήταν άρρωστος. Βλέπεις όμως, γλυκιά μου Βέρα, δεν είμαι τόσο αφελής όσο φαντάζεσαι· και δε μίλησα μόνο με την κουτσομπόλα τη σπιτονοικοκυρά σου, ούτε μόνο με τους κακό­ βουλους γείτονες, ή τα αποβράσματα που συχνάζαν στο “Βαρβάτο Άλογο”. Μίλησα και με το γιατρό που είχες φωνάξει να δει τον Λουκ». «Τον... το γιατρό;» Η φωνή ίσα που είχε βγει απ’ τα χείλια της. «Ήταν κι αυτός στη συνωμοσία εναντίον σου, φαντάζομαι», έκανε σαρκαστικά ο Σόλτο. «Δεν ήταν ωστόσο κανένας απ’ τους γιατρούς της γειτονιάς. Όχι, μωρό μου* τα είχες προμελετήσει όλα, απ’ ό,τι φαίνεται. Με το που κατάλαβες πως η κατάσταση του Λουκ παρου­ σίαζε ορισμένες... ας πούμε, δυνατότητες, το μυαλουδάκι σου πήρε χίλιες στροφές. Άνοιξες πιθανότατα τον τηλεφωνικό κατάλογο, και κάλεσες έναν εντελώς άγνωστο γιατρό, απ’ την άλλη άκρη της πό­ λης. Κάποιον που θα ήταν απίθανο να ξανασχοληθεί μαζί σας, ή να χρειαστεί να απαντήσει σε επικίνδυνες ερωτήσεις της αστυνομίας. Αν μπορούσες, άλλωστε, δε θα καλούσες κανένα γιατρό. Αλλά ήθελες να διαπιστώσεις περί τίνος επρόκειτο* να βεβαιωθείς αν άξιζε τον κό­ πο να κάνεις την προσπάθεια». Του είχε βγει η πίστη, της είπε, να τον εντοπίσει· είχε εξαντλήσει σχεδόν όλους τους γιατρούς της Ταγγέρης, πριν ανακαλύψει αυτόν που τον ενδιέφερε. Κι επειδή η υπόθεση ήταν πρόσφατη, και αφο­ ρούσε κάποιον απρόσμενο ασθενή, ο γιατρός τη θυμόταν πολύ καλά.


136

«Είχε διαγνώσει πνευμονία, μου είπε, και σου είχε συστήσει να πας τον άντρα σου αμέσως στο νοσοκομείο. Θυμόταν τον Λουκ, και θυμόταν ακόμα καλύτερα εσένα· μια πολύ όμορφη ξανθιά Αγγλίδα, μου είπε, γύρω στα εικοσιπέντε. Σας περιέγραψε και τους δυο με α­ κρίβεια. Θυμόταν άλλωστε και το σπίτι, αν και του διέφευγε η ακρι­ βής διεύθυνση. Και φυσικά, θυμόταν το όνομα». Γέλασε πάλι. «Όχι, δεν ήταν ούτε Ράσελ, ούτε Γκάθρι. Σου είπα, είχες προμελετήσει την κάθε σου κίνηση. Του έδωσες βέβαια την πραγματική σου διεύθυνση - δεν μπορούσες άλλωστε να κάνεις και διαφορετικά* του συστήθηκες όμως σαν κυρία Εντουαρντ Πρίτσαρντ». «Κι εσύ», του είπε ασθμαίνοντας η Βέρα, «δε σκέφτηκες καν πως μπορεί όντως να τον είχε καλέσει κάποια κυρία Πρίτσαρντ. Μόνος σου μου είπες τώρα δα, πως δε θυμόταν καν τη διεύθυνση του σπιτι­ ού! Νοιάστηκες καθόλου να διαπιστώσεις αν υπήρχε και κανένας Εντουαρντ Πρίτσαρντ εκεί γύρω;» Εκείνος γέλασε σκληρά. «Λες να μη νοιάστηκα, ξαδέρφη; Ακόμα κι αυτό το έψαξα, με την ελπίδα πως μπορεί να ήταν όλα κάποια σα­ τανική συρροή συμπτώσεων, κι ας ήμουν βέβαιος πως δεν ήταν. Για­ τί ξέρεις τι είχε παραξενέψει τον καημένο το γιατρό; Το γεγονός πως σε κάποια στιγμή, αντί να αποκαλέσεις τον άντρα σου Εντουαρντ, ή Τεντ, ή Νεντ ή Έντι, τον είχες αποκαλέσει “Λουκ”, και δεν είχες αντιληφθεί καν την παραδρομή. Αυτό, και κάτι αόριστο στην ατμόσφαι­ ρα, τον είχαν αφήσει με την εντύπωση πως κάτι παράξενο συνέβαινε* και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βρισκόσασταν λαθραία στη χώρα». Τον κοίταζε κατάχλομη όσο της μιλούσε, ξέροντας πως δεν είχε πια να πιαστεί από πουθενά, ούτε καν για να αμφιβάλλει. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να αντικρούσει τη μαρτυρία αυτού του άγνωστου γιατρού απ’ την Ταγγέρη. Το πιθανότερο, τα πράγματα είχαν γίνει α­ κριβώς έτσι: αντί να μεταφέρει τον άντρα της στο νοσοκομείο, ή έ­ στω, να του χορηγήσει τα φάρμακα που θα τον έσωζαν, τον είχε κρα­ τήσει κλεισμένο σ’ εκείνο το άθλιο διαμέρισμά τους, σε μια εξίσου ά­ θλια γειτονιά της Ταγγέρης, όπου κανένας δε νοιαζόταν ποιος ζούσε ή ποιος πέθαινε στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί τον είχε αφήσει αβοήθητο, παρακολουθώντας τον ανυπόμο­ να να χειροτερεύει όλη την ώρα. Κι όταν πια βεβαιώθηκε πως εκείνος ήταν ετοιμοθάνατος, είχε πάρει τις βαλίτσες της, τα χαρτιά της, κι ό­ σα χρήματα της είχαν απομείνει μετά την επιδρομή του Μουσταφά Γκιουρσέλ, κι είχε φύγει σαν κλέφτρα μες στη νύχτα, με προορισμό προφανώς την Τουρκία. Πριν φύγει, βέβαια, είχε φροντίσει ν’ αφήσει σε περίοπτη θέση, ό­ λα όσα θα πιστοποιούσαν την ταυτότητα του νεκρού· ο θάνατος του Λουκ Ράσελ έπρεπε να διαπιστωθεί πέρα από κάθε αμφιβολία, έτσι που να μπορέσει η χήρα του να τον κληρονομήσει χωρίς προβλήμα­ τα.


137

Κι ύστερα είχε φύγει για να πάει να βρει τον εραστή της· αλλά δεν είχε καταφέρει να περάσει εντελώς απαρατήρητη. Την είχε δει η σπιτονοικοκυρά της, που σηκωνόταν αξημέρωτα, και που τόσες μέ­ ρες την κατασκόπευε προφανώς ασταμάτητα, παραξενεμένη απ’ τις ύποπτες κινήσεις στο σπίτι - ή από την εξίσου ύποπτη έλλειψη κάθε κίνησης. Και που είχε δεχτεί τελικά ν’ ανοίξει το στόμα της στον Σάλ­ το Μακλέοντ. «Δε χρειάζεται φαντάζομαι να σου πω, ότι αυτό που έκανες τιμω­ ρείται απ’ το νόμο», της είχε πει ψυχρά ο Σάλτο. «Θεώρησα ωστόσο καλύτερο να μην ανακατέψω τις αρχές στα οικογενειακά μας. Υπήρ­ χε πάντα η πιθανότητα να μάθει η θεία μου τι είχε συμβεί, αν το πράγμα κατέληγε σε ποινική δίωξη και σε ενδεχόμενη δίκη· κι αυτό θα τη σκότωνε, χωρίς να ξαναφέρει βέβαια τον Λουκ πίσω». Έτσι είχε περιοριστεί να φτιάξει έναν όμορφο τάφο στον ξάδερ­ φό του, να μαζέψει τα ελάχιστα υπάρχοντά του που δε θα πρόδιναν στη μητέρα του τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής του, και να επιστρέψει για να αναγγείλει το θλιβερό νέο στην Έλεν Ράσελ. Ωστόσο, δεν είχε παραιτηθεί απ’ την προσπάθεια να εντοπίσει τη χήρα του ξαδέρφου του. «Δεν ξέρω τι θα έκανα τότε αν σ’ έπιανα στα χέρια μου», είπε σκληρά στη Βέρα. «Ίσως και να σε σκότωνα εν ψυχρώ. Δεν μπορούσα καν να σε σκεφτώ σαν ανθρώπινο ον. Μόνο έ­ να τέρας θα φερόταν με τόση απανθρωπιά και κτηνωδία. Κι ήθελα να σε ξαναβρώ, για να δω πώς μπορούσε να είναι στ' αλήθεια μια γυναί­ κα σαν εσένα - και για να σε κάνω να .πληρώσεις για όλα». Είχε βάλει να την ψάχνουν, αλλά οι σχετικές έρευνες δεν απέφε­ ραν τίποτα, κι ούτε προχωρούσαν με ικανοποιητικό ρυθμό. «Είχα αρχίσει να χάνω κάθε ελπίδα, όταν εντελώς απρόσμενα, μά­ θαμε πως βρισκόσουν ανήμπορη σ’ ένα νοσοκομείο της Τουρκίας. Και ειλικρινά, δεν μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις πώς αισθάνθηκα μαθαίνοντάς το», κατέληξε πικρά, σταματώντας για λίγο, σαν να δυσκολευόταν να συνεχίσει. Το τραβηγμένο του πρόσωπο ήταν τόσο χλομό, που ακόμα και τα χείλια του είχαν ασπρίσει. Όταν ξαναμίλη­ σε, η φωνή του ακούστηκε σχεδόν πνιγμένη. «Από μια παραξενιά της τύχης, σε είχα ξαναβρεί, κι ήσουν στο α­ πόλυτο έλεος μου* αλλά δεν μπορούσα πια να κάνω τίποτε απ’ όσα θα ήθελα να κάνω. Βλέπεις, δεν είχαν ειδοποιήσει εμένα, αλλά τη θεία μου. Η είδηση την είχε αναστατώσει, κι ήταν σε άθλια ψυχολογι­ κή κατάσταση εκείνο τον καιρό. Σε ήθελε μαζί της, κι αν δε σε έφερ­ να πίσω, φοβόμουν πως θα κατέρρεε ολότελα. Δεν μπορούσα στ’ α­ λήθεια να κάνω τίποτε. Είχα παγιδευτεί στα ψέματα που της είχα πει, και θα ήταν αδύνατο να βρω κάποια πειστική δικαιολογία για να μη σε φέρω στην Αγγλία. Ήξερε με λεπτομέρειες την κατάστασή σου. Ήξερε ότι έπασχες από αμνησία, ότι δεν είχες πού να πας, ότι ήσουν εντελώς αδέκαρη. Τηλεφωνιόταν κάθε μέρα με τους υπεύθυνους του


138

προξενείου, για να μαθαίνει την εξέλιξη της κατάστασής σου. Κι εγώ ήμουν υποχρεωμένος να φέρω τη Βέρα Λιν Γκάθρι στο ίδιο μου το σπίτι· να την ανέχομαι, έστω και για κάποιο σύντομο χρονικό διάστη­ μα. Να είμαι ευγενικός, ίσως-ίσως και στοργικός μαζί της· να τη συ­ ντηρώ, να τη φροντίζω, να της εξασφαλίσω την καλύτερη δυνατή πε­ ρίθαλψη». Εκεί γέλασε πάλι, και το γέλιο του ακούστηκε αφόρητα ά­ δειο, και μαζί σκληρό σαν ατσάλινη λεπίδα. «Ήρθα λοιπόν στην Άγκυρα να βρω τη φόνισσα του Λουκ», συνέ­ χισε πνιγμένα. «Κι όταν άνοιξα την πόρτα και σε είδα στο κρεβάτι, να με κοιτάς μ’ εκείνο το ολότελα αθώο βλέμμα, και με τα μάγουλα φλο­ γισμένα... Θεέ μου, ήταν αδύνατο να πιστέψω πως ήσουν εκείνο το τέρας. Ήξερα πω ς σε απεχθανόμουν, κι ωστόσο έπρεπε να κάνω προσπάθειες για να συνεχίσω να το θυμάμαι. Ήξερα πως έπρεπε να σε μισώ, αλλά το μόνο που ένιωθα, ήταν η επιθυμία να σε πάρω α­ γκαλιά και να σου κάνω έρωτα. Ακόμα και τώρα, δεν ξέρω τι έχεις ε­ πάνω σου και μπορεί να τρελάνει τόσο έναν άντρα. Πιθανότατα δε θα το μάθω ποτέ· θα μείνω πάντα μ’ αυτήν την απορία». Ανασήκωσε κουρασμένα τους ώμους, και πήγε να σταθεί μπροστά στην μπαλκονόπορτα. «Δεν έμοιαζες μ’ αυτό που είχα φανταστεί», είπε σιγανά. «Αντί για τη στυγνή, πορωμένη γυναίκα του δρόμου που περίμενα να δω, έβλε­ πα ένα φρέσκο, δροσερό, γλυκό κορίτσι. Μιλούσες όμορφα, συγκρα­ τημένα, χωρίς υπερβολές η χυδαιότητες. Προπαντός, έδειχνες από­ λυτα ειλικρινής και απροσποίητη. Κι ήσουν, φυσικά, το ομορφότερο πλάσμα που είχα δει ποτέ μου». Ένας βαθύς στεναγμός του ξέφυγε, καθώς στρεφόταν αργά να την κοιτάξει. «Δεν πίστευα στα μάτια μου· για μια στιγμή, ήμουν σίγουρος πως με είχαν στείλει σε λάθος δωμάτιο. Πώς μπορούσες να ήσουν εκείνη η βρόμα, και να δείχνεις τόσο αξιαγάπητη; Αν δεν είχα εξακριβώσει ο ίδιος όλ’ αυτά που ήξερα για σένα, αν μου τα είχε πει κάποιος τρίτος, θα τα απέρριπτα χωρίς συζήτηση. Κι αυτό», πρόσθεσε πικρά, «δείχνει πόσο ευάλωτοι είμαστε εμείς οι άντρες στο γυναικείο σεξ-απίλ. Ενα όμορφο πρόσωπο, ένα αισθησιακό σώμα, μια κοπέλα που δείχνει α­ νήμπορη κι αβοήθητη, και σε εκλιπαρεί με τα μάτια... κι αμέσως ξυ­ πνάνε όλα μας τα ένστικτα. Ο άντρας, στο είπα κι άλλοτε, γλυκιά μου, είναι ένα καθεαυτό σεξουαλικό ζώο. Μόνος του παγιδεύεται απ’ τις ίδιες τις ορμές του». Σταμάτησε, σαν να περίμενε απ’ αυτήν να κάνει κάποιο σχόλιο· αλλά στη σιωπή που ακολούθησε, δεν ακουγόταν παρά μόνο η βαριά του ανάσα. Έριξε ένα βλέμμα στο κάτωχρο, παγωμένο πρόσωπό της, κι ανασήκωσε πάλι τους ώμους. «Σε πόθησα από εκείνη την πρώτη μέρα, κι ας προσπαθούσα α­ πελπισμένα να το αγνοήσω. Με ήθελες άλλωστε κι εσύ το ίδιο· υπήρ­ χε ανάμεσά μας μια φοβερή έλξη, απ’ την πρώτη στιγμή. Έπρεπε να


139

επιστρατεύω όλη μου την αυτοπειθαρχία, για να μη σ’ αφήσω να μαντέψεις ότι ανταποκρινόμουν. Ήξερα ότι τα πράγματα θα γίνο­ νταν δύσκολα όταν θα σ’ έφερνα να μείνεις μαζί μας* κι αν περνού­ σε απ’ το χέρι μου, θα σε είχα αφήσει στην τύχη σου, και θα είχα φύγει όσο πιο μακριά σου γινόταν. Έτσι όμως όπως είχε η κατάστα­ ση, έπρεπε να σε πάρω μαζί μου, έστω για κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα. Έστω μέχρι να σου βγάλουν το γύψο απ’ το καλό σου χέ­ ρι. Είχα σκοπό να σε διώξω αμέσως μετά* θα σ’ έβαζα να πεις μια πειστική δικαιολογία στη θεία μου, και να φύγεις. Θα σου έδινα ί­ σως κάποια χρήματα για τις πρώτες σου ανάγκες... Κι η θεία μου θα έμενε ήσυχη ότι θα ήσουν εντάξει από κει και πέρα». Ανασήκωσε πάλι τους ώμους, μ’ εκείνη την παθητική κίνηση της απόλυτης ανημποριάς του. «Πώς μπορούσα να φανταστώ ότι θα δενόταν τόσο μαζί σου; Περίμενα να σε συμπονέσει - να σε συμπαθήσει, έστω· σίγουρα όμως, δεν περίμενα ότι θα της γινόσουν τόσο απαραίτητη. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες να την ξεγελάσεις έτσι. Φαίνεται πως ασκείς και στις γυ­ ναίκες, την ίδια γοητεία που ασκείς και στους άντρες. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς κατάφερες να εμπνεύσεις τόσο αγάπη και εμπιστοσύνη, σε μια γυναίκα με τη διαίσθηση και την οξυδέρκεια της θείας μου. Εδώ που τα λέμε», πρόσθεσε πικρά, «δεν εξηγούνται άλλα, ακόμη χειρότερα· για παράδειγμα, πώς με κατάφερες να πάρω τη θέση του Μουσταφά Γκιουρσέλ στη ζωή σου», κατέληξε καυστικά, και γέλασε πάλι κοφτά, κάνοντάς την ν’ ανατριχιάσει σύγκορμη. «Κι ωστόσο», συνέχισε σκληρά ο Σόλτο, «εγώ ήξερα ποια ήσουν και τι είχες κάνει. Κι αντί να θέλω να σε σκοτώσω γι’ αυτό, ήθελα μό­ νο να σε ρίξω στο κρεβάτι. Ήθελα να σου κάνω έρωτα, να ξέρω ότι με ποθούσες κι εσύ το ίδιο αρρωστημένα, να σ’ έχω ολοκληρωτικά δική μου... Ήταν σαν να έφτυνα στη μνήμη του Λουκ· σαν να τον πρόδινα οριστικά και αμετάκλητα. Ποτέ δε σιχάθηκα τον Σόλτο Μακλέοντ, όσο τον σιχάθηκα σ’ αυτούς τους μήνες απ’ τη μέρα που σε συνά­ ντησα. Ποτέ δε μίσησα τίποτε, όσο μίσησα τον εαυτό μου τη νύχτα που υπέκυψα κι ήρθα στο κρεβάτι σου· τον μίσησα ακόμα περισσότε­ ρο κι απ’ όσο μισούσα εσένα. Δεν ξέρω καν τι συνέβη εκείνο το βρά­ δυ. Το πολεμούσα τόσον καιρό, κι είχα κάνει τα πάντα για να το απο­ φύγω· και ξαφνικά, χωρίς να ξέρω πώς, βρισκόμουν στο κρεβάτι σου, με το μυαλό ολότελα θολωμένο. Ήμουν βέβαια έξαλλος απ’ την ορ­ γή. Με είχες κατηγορήσει, με όλο το θράσος της άγνοιάς σου, ότι ή­ μουν εγώ υπαίτιος για το θάνατο του Λουκ· κι είχα χάσει και το τε­ λευταίο ίχνος αυτοσυγκράτησης. Αυτό όμως δεν είναι αρκετή δικαιο­ λογία. Δε μου αρκεί για να συγχωρήσω τον εαυτό μου* κι ούτε θα το ξεπεράσω ποτέ, το ξέρω. Σ’ όλη μου τη ζωή θα νιώθω ένοχος για ό,τι έγινε, κι ας ξέρω πως ήταν πιο δυνατό από μένα. ΓΓ αυτό πρέπει να σταματήσω εδώ· γι’ αυτό πρέπει να παντρευτώ τη Ναντίν - επειδή,


140

αν υποκύψω άλλη μια φορά στις παρορμήσεις μου, δε θα ξαναβγώ ποτέ απ’ αυτόν τον εφιάλτη». Ήταν τα τελευταία λόγια που της είχε πει πριν φύγει. Μετά απ’ αυτό, στο δωμάτιο είχε πέσει νεκρική σιωπή- μέσα στο κεφάλι της, ό­ μως, οι σκέψεις αντηχούσαν σαν συγχορδία θανάτου, κι ας έμοιαζε το μυαλό της με πηχτό ζελέ, που τίποτα πια δεν μπορούσε να το διαπεράσει. Σαν αυτόματο, είχε αφεθεί να γείρει και να κουβαριαστεί στο κρεβάτι. Το σώμα της ήταν ολότελα παγωμένο, κι ας δούλευε ο κλιματισμός στο δωμάτιο. Α, ο Σόλτο δεν ξέρει καν τι σημαίνει να μισείς και να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου, σκέφτηκε τρέμοντας σπασμωδικά, όταν ��ελικά ανα­ σηκώθηκε σαν μεθυσμένη, προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια της. Ποτέ δε θα έφτανε να μισήσει τον εαυτό του, όσο μισούσε τώρα εκεί­ νη τη Βέρα Λιν Γκάθρι. Πήγε παραπατώντας προς το μπάνιο, χωρίς να έχει απόλυτη συ­ ναίσθηση του τι έκανε. Οι κινήσεις της ήταν αργές, μηχανικές, επιφα­ νειακά χωρίς νόημα και σκοπό' για την ακρίβεια, δεν κατάλαβε καν τι συνέβαινε, μέχρι που είδε το νερό της μπανιέρας ν’ αλλάζει χρώμα, και συνειδητοποίησε χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον, ότι είχε πάρει τη μο­ ναδική απόφαση που της έμενε να πάρει. Μια πράξη εξιλέωσης, και μαζί, μια πράξη απόδρασης, από μια πραγματικότητα που δεν της ά­ φηνε πια κανένα περιθώριο να την αντιμετωπίσει. Έγειρε πίσω παθητικά, κι έκλεισε τα μάτια. Μέσα από μια θάλασ­ σα θολές εικόνες, η μορφή του Σόλτο αναδύθηκε και θρονιάστηκε στο ζαλισμένο μυαλό της, που άδειαζε σιγά-σιγά από κάθε άλλη ε­ ντύπωση. Κι έμεινε εκεί ως το τέλος, γλυκιά και βασανιστική, σαν ύ­ στατη, οδυνηρή λαχτάρα στο σκοτάδι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το δωμάτιο ήταν φωτεινό* υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο στον ένα τοίχο, κι από κει έμπαινε η χλομή λιακάδα μιας ασυννέφιαστης φθινο­ πωρινής μέρας. Ήταν παράξενο που ήξερε ότι ήταν στο φθινόπωρο* γιατί όταν άνοιξε τα μάτια, δεν ήξερε τίποτ’ άλλο. Δεν ήξερε πού βρι­ σκόταν, ούτε γιατί. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς είχε φτάσει ως εκεί, τη στιγμή που μόλις πριν λίγα λεπτά, βρισκόταν μέσα στο Ένα κύμα φρίκης και πανικού, την έκανε να βογκήσει πνιχτά, κλεί­ νοντας έντρομη τα μάτια. Οι εικόνες πλημμύριζαν το νου της σαν πο­ τάμι* εικόνες θανάτου, τρόμου και απελπισίας. Δεν μπορούσε να τις διώξει, ούτε να τις αντέξει* το σκοτισμένο της μυαλό δεν είχε άλλη ά­ μυνα, πέρα απ’ το κλάμα. Έτσι, κλαίγοντας πνιχτά, βυθίστηκε σ’ έναν βαρύ, ανήσυχο ύπνο* κι όταν ξαναξύπνησε, η λιακάδα είχε χαθεί, και δίπλα στο κρεβάτι της καθόταν μια γυναίκα που της μιλούσε γλυκά, καθησυχαστικά. Κάπου την ήξερε, σκέφτηκε. Αυτό το όμορφο πρόσωπο που έγερ­ νε ανήσυχα από πάνω της, της ήταν οικείο* αλλά δεν μπορούσε να του δώσει ένα όνομα. Δεν μπορούσε να το τοποθετήσει πουθενά μέ­ σα στις αναμνήσεις της. Η σκέψη αυτή της έφερε τόση απελπισία, που ξέσπασε πάλι σε α­ συγκράτητους λυγμούς. Κάποιος άλλος μπήκε στο δωμάτιο, και στά­ θηκε δίπλα στο κρεβάτι της. Άκουγε συζητήσεις, χωρίς να καταλα­ βαίνει το νόημά τους. Είμαι πολύ άρρωστη, σκέφτηκε θολά* έχω γρί­ πη και υψηλό πυρετό. Και κλαίγοντας ακόμα με λυγμούς, ξαναβυθίστηκε σ’ εκείνον το λήθαργο, που ήταν γεμάτος εφιαλτικές εικόνες, τρόμο και απελπισία. Τρεις μέρες αργότερα, ξαναείδε τη γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά. Είχε ξυπνήσει κι είχε ξαναβυθιστεί στο λήθαργο της κάμποσες φορές στο μεταξύ* σε κάποια στιγμή, είχε συνειδητοποιήσει πως της έδιναν κάτι για να κοιμάται σχεδόν αδιάκοπα. Στα σύντομα διαστήματα που έμενε ξύπνια, ερχόταν ένας για­ τρός που της φαινόταν αόριστα γνωστός, και συζητούσε μαζί της,


142

παρόλο που εκείνη ξέχναγε στα ενδιάμεσα τι της έλεγε. Το μόνο που θυμόταν, ήταν πως η ίδια δεν του έλεγε τίποτε συγκεκριμένο· δεν υ­ πήρχε παρά μόνο ένας άνθρωπος στον κόσμο που θα ’θελε να συζη­ τήσει μαζί του, αλλά το μυαλό της ήταν πάρα πολύ σκοτισμένο, και δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν. Την τέταρτη μέρα, όμως, άνοιξε τα μάτια, κι η γυναίκα που καθό­ ταν στο πλάι της τής χαμογέλασε γλυκά, παρόλο που το πρόσωπό της ήταν τραβηγμένο απ’ την ταλαιπωρία. Την ήξερε τώρα· την είχε ξαναθυμηθεί. 'Ηταν μέρος μιας ζωής, που έμοιαζε ξαφνικά να έχει υ­ πάρξει μόνο σ’ ένα όνειρο. Ήταν η Έλεν Ράσελ, η μητέρα του Λουκ. Η θεία του Σόλτο. Της χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά, βάζοντας στο χάδι της όλη την αγάπη κι όλη την αγωνία που είχε στην καρδιά της. «Καλημέρα, γλυκιά μου... Είσαι καλύτερα σήμερα, δεν είν’ έτσι; Μας καρδιοχτύπησε< , αλλά τώρα, δόξα τω Θεώ, είσαι πάλι εντάξει, κι ο γιατρός σου φαίνεται ευχαριατημένος. Όλα θα πάνε καλά... Δε θέλω ν’ ανησυχείς για τίποτα. Κανείς δε θα σ’ ενοχλήσει για το θέμα της... της απόπει­ ρας. Ο δόκτωρ Μόρισον εξήγησε πώς είχαν τα πράγματα. Πως βρι­ σκόσουν σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και ανασφαλειας. Η αμνη­ σία σου, τα σοκ που είχες υποστεί...» Κι ύστερα ρώτησε πνιχτά: «Για­ τί το έκανες αυτό; Πήγαμε να τρελαθούμε απ’ την αγωνία. Αν μόνο μου είχες μιλήσει πρώτα...» Η Βέρα πήρε το χέρι της Έλεν, και το κράτησε αδύναμα στο δικό της. «Συγχωρήστε με», είπε αχνά. «Ήταν μια τρέλα. Δεν ξέρω πώς έ­ γινε... Δεν ήθελα να σας δώσω αυτή τη στενοχώρια». «Αν πέθαινες...» είπε πνιχτά η Έλεν, κι έκλεισε στιγμιαία τα μάτια. «Δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου. Υποσχέσου μου πως δε θα το ξανακάνεις, και πως θα συνεργαστείς με το γιατρό σου, εντάξει; Πρέπει να του μιλήσεις, καλή μου. Πρέπει να τον αφήσεις να σε βοη­ θήσει. Δε θ’ άντεχα να χάσω κι εσένα...» «Θα του μιλήσω, σας το υπόσχομαι», είπε σβησμένα η Βέρα. «Αλλά πρώτα πρέπει να μιλήσω στον Σόλτο... Πρέπει να του μιλήσω αμέσως, σας παρακαλώ!» «Θα του μιλήσεις οπωσδήποτε», την καθησύχασε η Έλεν. «Θέλει κι εκείνος να σου μιλήσει, φαντάζομαι. Τόσες μέρες τώρα, γύριζε απ’ έξω σαν θηρίο στο κλουβί, περιμένοντας να συνέλθεις αρκετά για να μπορέσεις να τον δεις». «Πρέπει να του μιλήσω», ξανάπε αγκομαχώντας ξαφνικά η Βέρα. «Πείτε του να έρθει, σας παρακαλώ...» «Θα έρθει, γλυκιά μου, ησύχασε. Χρειάστηκε να πεταχτεί για λίγο στη Λισαβόνα. Δε θα έφευγε αν δεν ήταν απόλυτη ανάγκη, πίστεψέ με. Ήταν άρρωστος απ’ την αγωνία... Ποτέ δεν τον έχω ξαναδεί σε τέτοια χάλια. Ήταν φοβερό σοκ γι’ αυτόν να σε βρει... έτσι».* «Εκείνος... εκείνος με βρήκε;»

5


143

«Ναι». Δίστασε για μια στιγμή, φανερά αμήχανη. «Μπήκε σε κά­ ποια στιγμή στο δωμάτιό σου, αλλά δεν ήσουν εκεί. Είχες όμως φως στο μπάνιο, κι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μπήκε μέσα και... και σε βρήκε στην μπανιέρα. Σου έδεσε τους καρπούς, κι ύστερα ξύπνησε τον σοφέρ, και σ’ έφεραν εδώ με τη Ρολς. Ίσα που σε πρόλαβε, εί­ παν οι γιατροί. Γιατί, αχ, γιατί το έκανες αυτό; Εκείνος έφταιγε, δεν είν* έτσι; Θα έπρεπε να το είχα προβλέψει. Όταν ήρθε και μου είπε ό­ τι θα παντρευόταν τη Ναντίν, αναστατώθηκα τόσο, που δε σκέφτηκα πώς θ’ αντιδρούσες εσύ αν το μάθαινες. Ναι», πρόσθεσε βλέποντας την έκφραση της κοπέλας. «Το ήξερα πόσο ερωτευμένη ήσουν μαζί του. Κι έλπιζα πως κάπου θα τα βρίσκατε οι δυο σας... Θα ήταν για μένα μεγάλη χαρά κάτι τέτοιο. Δεν ήξερα - δε φανταζόμουν... Έπρε­ πε να έρθεις να μου μιλήσεις πρώτα. Εγώ δεν μπορούσα να επέμβω από μόνη μου σ’ ένα τόσο λεπτό θέμα». «Μην κλαίτε», την παρακάλεσε σπασμένα η κοπέλα, βλέποντας τα ανήμπορα μάτια της να πλημμυρίζουν δάκρυα. «Σας παρακαλώ, μην κλαίτε...» «Όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα», είπε η Έλεν, σκουπίζοντας τα μάτια της με το λεπτό, βατιστένιο της μαντιλάκι. «Το ξέρω, το νιώ­ θω... Αν είχες έρθει να μου μιλήσεις πρώτα, θα σου είχα πει πως όλη αυτή η ιστορία με τη Ναντίν, ήταν ένα φιάσκο. Δεν έχει όμως σημα­ σία. Θα τον δεις, θα του μιλήσεις... 'Ηταν άρρωστος απ’ την αγωνία. Ισως κατάλαβε κι ο ίδιος, πως δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αφήσει τη σκιά του Λουκ να σας χωρίζει για πάντα». Την επομένη, οι γιατροί επέτρεψαν στην Έλεν να την πάρει στο σπίτι, με την προϋπόθεση πως θα συνέχιζε τις συναντήσεις με το γιατρό Μόρισον. Η ασθενής χρειαζόταν άμεση ψυχοθεραπεία, και συνεχή ε­ πιτήρηση, της είπαν εμπιστευτικά, κι η Έλεν τους βεβαίωσε πως δεν είχε σκοπό να την αφήσει απ’ τα μάτια της. Η Βέρα ήταν τόσο εξαντλημένη, που όταν επιτέλους βρέθηκε στο κρεβάτι της, με την κυρία Πρέστον και τη Μεγκ, την καμαριέρα της, να γυρνάνε ανήσυχες γύρω της, έτοιμες να ικανοποιήσουν την κάθε της επιθυμία πριν ακόμα την εκφράσει, έκλεισε τα μάτια, κι αφέθηκε να βυθιστεί σ’ έναν βαθύ, ευεργετικό ύπνο. Όταν τα ξανάνοιξε, αργά το βράδυ, ο Σόλτο καθόταν δίπλα της, στην άκρη του κρεβατιού. Ήταν ωχρός και κομμένος, σαν να είχε μέ­ ρες να κοιμηθεί' έδειχνε άρρωστος και καταβεβλημένος, κι η καρδιά της σφίχπηκε απ’ την ανείπωτη τρυφερότητα που ένιωσε, βλέποντας το τραβηγμένο, βασανισμένο πρόσωπό του. Πριν προλάβει όμως να του πει οτιδήποτε, εκείνος τη ρώτησε ξε­ ρά: «Πού στην οργή βρήκες το κοπίδι;» Η Βέρα τα έχασε. «Το... το είχα αγοράσει μια μέρα», είπε σαστι­


144

σμένη. «Είναι ο πιο εύκολος τρόπος ν’ ανοίγεις τις ζελατίνες απ’ τα σι ντι και τις κασέτες· αλλιώς, μπορεί να παιδεύεσαι ώρες». «Που να σε πάρει, ανόητη», της πέταξε άγρια, βράζοντας ολοφά­ νερα απ’ την πιο τυφλή οργή. «Αν δεν είχα ξανάρθει στο δωμάτιό σου εκείνο το βράδυ, ξέρεις πού θα ήσουν τώρα;» Έγερνε απειλητικά α­ πό πάνω της, με τα μάτια να πετάνε φλόγες θυμού. «Δεν είχα άλλω­ στε κανένα λόγο να ξανάρθω. Ήσουν βέβαια σε άθλια κατάσταση ό­ ταν σε άφησα, αλλά δεν έδινα δεκάρα, αν θέλεις να μάθεις. Σου άξι­ ζε, στο κάτω-κάτω. Σκεφτόμουν πως ήταν καιρός να πληρώσεις εν μέρει για ό,τι είχες κάνει. Έπεσα να κοιμηθώ, αλλά δε μου κόλλαγε ύπνος... Που να πάρει, δε γινόταν να σ’ αφήσω έτσι! Κι ήρθα να σου πω... Αλλά δεν έχει σημασία. Η ουσία είναι πως έπαθα το σοκ της ζω­ ής μου. Έχεις ιδέα πόσο εύκολα θα μπορούσες να είχες πεθάνει ε­ κείνο το βράδυ;» «Ναι», του είπε απελπισμένη. «Αυτό άλλωστε επεδίωκα κι εγώ. Δεν περίμενα να έρθει κάνεις να με σώσει! Όμως, Σόλτο, πρέπει να σου μιλήσω... Σε παρακαλώ, άκουσέ με!» «Θα μ’ ακούσεις εσύ πρώτα», της πέταξε φουρκισμένος. «Δεν έ­ χω δα να σου πω και πολλά. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα έκανες κά­ τι τόσο ηλίθιο και παιδαριώδες. Τι διάβολο, δεν έχεις την παραμικρή αίσθηση ευθύνη�� απέναντι στους τρίτους; Δε σκέφτηκες καν πώς θα ένιωθε η θεία μου μετά απ’ αυτό; Κι αφού ήθελες ντε και καλά ν’ αυτοκτονήσεις, γιατί δεν το έκανες τουλάχιστον με κάπως πιο ευπρό­ σωπο τρόπο; Έχεις ιδέα πώς ένιωσα, όταν μπήκα στο καταραμένο σου το μπάνιο, και σε βρήκα αναίσθητη, να επιπλέεις μέσα στο ίδιο σου το αίμα;» «Σε παρακαλώ, σταμάτα», του είπε ξεψυχισμένα. «Έχεις δίκιο σε όλα, αλλά πρέπει να- » «Δε θέλω ν’ ακούσω κουβέντα», της πέταξε οργισμένα. «Που να σε πάρει, έπρεπε να σε είχα αφήσει με τις φλέβες κομμένες μέσα στην μπανιέρα! Ίσως έτσι να λυνόταν οριστικά το πρόβλημά μου», πρόσθεσε πικρά. «Ίσως έτσι να ησύχαζα, ξέροντας πως είχε αποδο­ θεί δικαιοσύνη!» Σηκώθηκε απότομα, και βάλθηκε να πηγαινοέρχεται νευρικά στο δωμάτιο. Ύστερα ήρθε να καθίσει πάλι δίπλα της, με το πρόσωπο τόσο σφιγμένο, που η όψη του την τρόμαξε. Τα μάτια του έλαμπαν πυρετικά καθώς έγερνε από πάνω της. «Αν είχες πεθάνει εκείνο το βράδυ», είπε στεγνά, «θα κουβαλούσα σ’ όλη μου τη ζωή και αυτή την ενοχή, που να σε πάρει!» Του είπε πνιχτά: «Γιατί να έχεις εσύ ενοχές; Η ευθύνη θα ήταν ο­ λοκληρωτικά δική μου. Και θα ήταν δίκαιο, τελικά. Μια ζωή για μια ζωή... Όπως είπες κι εσύ, απόδοση δικαιοσύνης». Τα μάτια του στένεψαν. «Γι’ αυτό το έκανες; Για να εξιλεωθείς με τον πιο εύκολο τρόπο - ή επειδή δεν είναι τελικά και τόσο εύκολο να ζει κανείς με τέτοιες τύψεις;»


145

Η κοπέλα έκλεισε εξουθενωμένη τα μάτια. «Και γι’ αυτό», είπε σβησμένα. «Προπαντός όμως, επειδή έχανα εσένα. Επειδή δε θα μπορούσα ποτέ να σε έχω... Μέχρι τότε, πίστευα πως είχα κάποιες ελπίδες. Με ήθελες όσο σε ήθελα κι εγώ· κι έλπιζα πως αυτό θα ήταν αρκετό. Ακόμα κι η πιο τιποτένια γυναίκα, έχει το δικαίωμα να ελπίζει, ξέρεις. Κι ύστερα συνειδητοποίησα πως αυτό που μας χώριζε, δεν ή­ ταν απ’ τα πράγματα που εξαγοράζονται με την αγάπη* ούτε καν με μια ζωή αφοσίωσης και θυσίας. Δε θα μπορούσα ποτέ να σε έχω... και δεν υπήρχε ζωή χωρίς εσένα». Βαριά σιωπή έπεσε στο δωμάτιο- και μόνο μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα, τον άκουσε να παίρνει βαθιά ανάσα. Απρόσμενα, της είπε χαμηλόφωνα: «Δε θα υπήρχε ούτε για μένα». Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, καθώς άνοιγε αργά τα μάτια για να τον κοιτάξει. Το κατάχλομο πρόσωπό του, έμοιαζε με μάσκα απελ­ πισίας. Της ξανάπε με την ίδια χαμηλή φωνή, που έτρεμε απ’ την έ­ νταση: «Ποιος σου είπε ότι εγώ θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα;» «Δε... δε θα μπορούσες;» Δεν της απάντησε* σηκώθηκε πάλι, και βάλθηκε να πηγαινοέρχε­ ται στο δωμάτιο, σφίγγοντας ασυναίσθητα τις γροθιές του. «Όχι, δε θα μπορούσα», είπε τελικά. «Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, και το κατά­ λαβα μια χαρά όταν σε είδα μέσα σ’ εκείνη την μπανιέρα». Γέλασε πι­ κρά, καθώς στρεφόταν πάλι να καρφώσει τα πυρετικά του μάτια στα δικά της. «Είμαι τόσο τιποτένιος, τελικά* και τόσο αξιοθρήνητος. Δεν μπο­ ρώ καν να τα βγάλω πέρα με τα ένστικτά μου. Σε θέλω, και θα συνεχίσω ίσως να θέλω για πολύ καιρό... Ό,τι και να κάνω εγώ, αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Δεν το ελέγχω!» «Είπες... είπες πως θα παντρευτείς τη Ναντίν», τραύλισε η κοπέ­ λα. «Και τι μ’ αυτό; Και να την παντρευτώ, δε θα περάσω ούτε την πρώτη νύχτα του γάμου μαζί της. Θα την αφήσω να περιμένει στο κρεβάτι, και θα ’ρθω να βρω εσένα» κατέληξε βίαια. «Δεν ξέρω γιατί* που να σε πάρει, είσαι σαν αρρώστια!» «Ίσως επειδή είμαι η καλύτερη στην πιάτσα», του είπε ραγισμένα. «Ίσως», της πέταξε πικρόχολα. «Παρόλο που μπορώ να σε διαβε­ βαιώσω πως έχω γνωρίσει κι άλλες π ]ς δικής σου κλάσης* άσχετα αν δεν παλάβωσα με καμιά, όπως παλάβωσα μαζί σου. Γιατί, που να με πάρει, πρέπει να σε θέλω έτσι ειδικά εσένα; Γιατί έπρεπε να μου τύχει κάτι τέτοιο; Γιατί έκανες αυτό που έκανες; Οτιδήποτε άλλο», κα­ τέληξε με απελπισία, σφίγγοντας συγχρόνως με λύσσα τις γροθιές του, «οτιδήποτε άλλο θα στο συγχωρούσα. Το ξέρεις πως θα στο συγχωρούσα. Όχι όμως αυτό* αυτό δε θα το ξεπεράσω ποτέ. Θα σε κρατήσω εδώ, πιθανότατα* θα έρχομαι να πλαγιάζω μαζί σου κάθε βράδυ, και θα σε μισώ όλο και περισσότερο για ό,τι μου έχεις κάνει.


146

Και θα νιώθω όλο και πιο ένοχος, κι όλο και πιο τιποτένιος, που σε α­ φήνω να έχεις τόση δύναμη πάνω μου. Εκτός βέβαια αν μου τη βιδώ­ σει καμιά μέρα», κατέληξε σκληρά, «και σε πνίξω μέσα σ’ εκείνη την ί­ δια την» μπανιέρα!» Τον άκουγε σιωπηλή, με την καρδιά να βουλιάζει στο στήθος της* όχι απ’ τη σκληρότητα των λόγων του, αλλά απ’ την αβάσταχτη τρυ­ φερότητα που την πλημμύριζε. Τον αγαπούσε τόσο, που ένιωθε την οδύνη του σαν δική της. Την ενοχή, την πίκρα, την απογοήτευσή του- το κενό που είχε αφήσει μέ­ σα του η χαμένη μάχη. Τον αγαπούσε τώρα ακόμη περισσότερο, επειδή για μια φορά, ε­ κείνος έδειχνε πιο τρωτός και πιο ευάλωτος απ’ την ίδια. Του είπε σιγανά: «Αν δεν είχε συμβεί ό,τι συνέβη... θα με ήθελες τότε;» Της έριξε ένα βλέμμα σκέτη φωτιά. «Εσύ τι λες;» της πέταξε σαρ­ καστικά. «Αν μπορώ να σε θέλω τώρα, μ’ όλα όσα έχεις κάνει, πόσο φαντάζεσαι θα σε ήθελα σε άλλες συνθήκες;» Του ξέφυγε ένα βο­ γκητό. «Θεέ μου, κάτι ερωτήσεις που κάνεις... Αν άφηνα έστω για μια στιγμή ελεύθερο τον εαυτό μου μαζί σου, θα ήμουν χαμένος. Ακόμα και τώρα, που να σε πάρει, ακόμα και τώρα... Ερχονται στιγμές, που πρέπει να παλεύω μ’ όλη μου τη δύναμη, για να μην αφεθώ να πιστέ­ ψω πως είσαι η μοίρα μου, ανάθεμά σε!» «Εσύ ήσουν σίγουρα η μοίρα μου, Σόλτο», του ψιθύρισε αποκαμωμένη. «Αν μ’ αφησεις μόνο να σου πω - » «Να μη μου πεις τίποτα», την έκοψε εξοργισμένος. «Δε μου χρειά­ ζονται τέτοιου είδους εικασίες. Είναι που είναι μαύρα τα πράγματα* μην τα κάνεις χειρότερα, με το να αναρωτιέσαι τι θα συνέβαινε, αν δεν είχε συμβεί αυτό που συνέβη!» «Πρέπει όμως να σου μιλήσω», έκανε ολότελα απελπισμένη η κο­ πέλα. «Πρέπει να σου πω κάτι... κάτι που δεν το φαντάζεσαι. Θα είναι ίσως σοκ για σένα... Ήταν και για μένα, ξέρεις», κατέληξε παθητικά, κοιτάζοντάς τον ικετευτικά στα μάτια* και κάτι στον τόνο της, φάνηκε να διαπερνάει επιτέλους την οργή και την απελπισία του. Με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό της, πλησίασε αργά το κρεβάτι. Είχε όλη την ευχέρεια να διαβάσει την έκρασή της, κι ήταν πολύ έξυπνος για να μην καταλάβει αμέσως. Στάθηκε από πάνω της, και ρώτησε άχρωμα: «-αναβρήκες τη μνήμη σου; Αυτό είναι;» Του κούνησε βουβή το κεφάλι. «Πότε; Πώς» τη ρώτησε κοφτά. «Όταν ξύπνησα στο νοσοκομείο. Δεν μπορώ να περιγράφω πώς έγινε... Ήταν σαν να αναδυόμουν από μια θάλασσα εικόνες. Βρίσκο­ νταν εκεί όσο ήμουν σε λήθαργο, σαν θολό όνειρο* κι όταν συνήλθα, όλα είχαν μπει στη θέση τους, κι ήταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Τη μια στιγμή ήμουν στο τρένο, και την άλλη σ’ ένα κρεβάτι


147

νοσοκομείου... Δε θυμόμουν τίποτε ενδιάμεσα· δεν αναγνώρισα καν τη θεία σου, την πρώτη φορά που μπήκε στο δωμάτιο. Θυμόμουν ό­ μως όλα τ ’ άλλα, σαν να είχαν συμβεί την προηγούμενη. Σαν να μην τα είχα ξεχάσει ποτέ. Ήξερα πως κάτι είχε συμβεί στο μεταξύ, αλλά δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Το ένιωθα μόνο σαν όνειρο μέσα στο όνειρο... Ύστερα, όλες εκείνες τις ώρες που κοιμόμουν, μπήκαν σε κάποια τάξη και τα υπόλοιπα. Ακόμα και χτες, όμως, δεν ήμουν σί­ γουρη ότι δεν είχα ονειρευτεί... αυτά εδώ. Είχα ακόμα μια εντύπωση πως τα είχα δει απλά στον ύπνο μου. Μόνο όταν αντίκρισα τη θεία σου, άρχισα να πιστεύω πως τα είχα ζήσει στ’ αλήθεια». Τη ρώτησε ουδέτερα: «Τι λέει ο δόκτωρ Μόρισον γι’ αυτό;» «Δεν ξέρω. Δεν του μίλησα ακόμα... Δεν το είπα σε κανέναν. Ήθε­ λα να μιλήσω πρώτα μαζί σου». «Να μου πεις τι;» τη ρώτησε κουρασμένα, και του ξέφυγε άλλο έ­ να πικρό γέλιο. «Θα προτιμούσα να μην ακούσω τίποτα, ξέρεις. Δε μου χρειάζονται ψεύτικες δικαιολογίες. Ας αφήσουμε καλύτερα τα πράγματα όπως είναι, εντάξει; Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να με πείσεις για την αθωότητά σου, ό,τι και να πεις!» «Δε χρειάζεται να σε πείσω για τίποτε», είπε εξουθενωμένη η κο­ πέλα. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εφεύρω ψεύτικες δικαιολογίες για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου». Πήρε βαθιά ανάσα πριν συνεχί­ σει· έτρεμε τώρα. Κι εκείνος την κοιτούσε με το σκοτεινό, αξεδιάλυτο βλέμμα του, για μια φορά χωρίς να βιάζεται να τη διακόψει. «Δεν έχω κανένα λόγο να υπερασπίσω τον εαστό μου», του ξανάπε τρέμοντας. «Δεν έκανα τίποτε, άλλωστε· δεν άφησα τον Λουκ να πεθάνει από πνευμονία· δεν έκανα στριπτίζ στην Ταγγέρη, ούτε βίζιτες· δεν πήρα τον ξάδερφό σου για τα λεφτά του - για την ακρίβεια, δεν τον πήρα ποτέ. Δεν τον γνώριζα καν!» Σταμάτησε πάλι, τρέμοντας τώρα τόσο πολύ, που τα δόντια της κροτάλιζαν. Το πρόσωπό του έδειχνε ξαφνικά σταχτί. Την κοιτούσε παγωμέ­ νος, κι όταν τα κατάφερε να μιλήσει, τη ρώτησε μόνο κοφτά: «Ποια είσαι;» Ένα νευρικό γέλιο την έπνιξε. «Οπωσδήποτε όχι η Βέρα Λιν Γκάθρι», είπε με κόπο. «Αυτό ήθελα να σου πω τόση ώρα. Με λένε Ελοΐζ Ντόναχιου, είμαι εικοσιπέντε χρόνων, και ανύπαντρη. Γεννήθηκα στο Μπέλφαστ, αλλά σπούδασα στο Εδιμβούργο. Είμαι φιλόλογος, όχι στριπτιζού», κατέληξε μ’ ένα λυγμό, κι έγειρε αποκαμωμένη πίσω, κλείνοντας τα μάτια, γιατί δεν άντεχε να βλέπει την έκφραση τού α­ πόλυτου σοκ στο πρόσωπό του. Εκείνος την κοιτούσε ακόμη εμβρόντητος* ύστερα είπε πνιχτά, «ω, Θεέ μου», και καθώς, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν έβρισκε να πει τίποτ’ άλλο, το επανέλαβε μετά δυο φορές, με την ίδια απόλιπη κατάπληξη στον τόνο της φωνής του. Στη σιωπή που ακολούθησε, του είπε σβησμένα: «Δεν είμαι η Βέ­


148

ρα Λιν Γκάθρι* αλλά σ’ αγαπώ πάντα περισσότερο κι απ’ τη ζωή μου. Για μένα, δεν άλλαξε ��ίποτα». Βρέθηκε πάλι δίπλα της, μισογονατισμένος πλάι στο κρεβάτι. «Για μένα άλλαξαν όλα», της είπε πνιχτά. «Αν είναι αλήθεια αυτό που λες... Δε θα μπορούσα ποτέ να σου πω - δεν... Ω, Θεέ μου, μα κατα­ λαβαίνεις τι μου είπες τώρα;» Έμοιαζε να τα έχει ακόμα ολότελα χα­ μένα· όμως το γρήγορο μυαλό του, ακόμα και μέσα στο σοκ, είχε πιάσει σφαιρικά την κατάσταση. «Εντάξει, δεν είσαι η Βέρα Λιν Γκάθρί' προφανώς, έγινε κάποιο τραγικό λάθος στην αναγνώρισή σου. Θα έρθουμε και σ’ αυτό - αλλά αν δεν είσαι εσύ η Βέρα Λιν Γκάθρι, πού βρίσκεται η Βέρα Λιν Γκάθρι;» «Εκεί... εκεί που φαντάζεσαι», του είπε μ’ έναν ακόμη λυγμό. «Στο τρένο». Για λίγο, την κοίταζε κάτωχρος, κι εκείνη πρόσθεσε αδύναμα: «Έμεινε στο βαγόνι με τη βόμβα... Κανείς δε θα έβγαινε ζωντανός α­ πό κει μέσα. Η Βέρα Λιν δεν υπάρχει πια. Αν το θέλεις έτσι, ας πούμε πως αποδόθηκε όντως δικαιοσύνη. Δεν έχεις πια κανένα λόγο να τη μισείς, Σόλτο. Μπορείς να την ξεχάσεις τώρα». Τον είδε να κρύβει το πρόσωπό του στις παλάμες του- κι όταν της ξαναμίλησε, η φωνή του έτρεμε. «Δε θα το ήθελα έτσι», είπε με κόπο, και για κάμποση ώρα μετά, δεν ξαναμίλησε. Ύστερα σήκωσε το ωχρό του πρόσωπο, και ρώτησε κουρασμένα: «Πώς έγινε αυτό το μπέρδεμα;» «Είχα πάει στην Τουρκία για τουρισμό», είπε άτονα εκείνη. «Γνώ­ ρισα τη Βέρα Λιν στην Κωνσταντινούπολη, στο παζάρι* μιλούσε λίγο τη γλώσσα, και προσφέρθηκε να με βοηθήσει να συνεννοηθώ μ’ έναν έμπορο. Πιάσαμε έτσι την κουβέντα, κι ύστερα πήγαμε για καφέ. Εγώ είχα κάνει την απρονοησία να πάω μόνη μου στην Τουρκία, και το εί­ χα ήδη μετανιώσει* δεν είναι εύκολο για μια γυναίκα να τριγυρνάει ασυνόδευτη σε τέτοια μέρη. Εκείνη ήταν επίσης Αγγλίδα, περίπου στην ηλικία μου, και μόνη όπως εγώ. Επιπλέον, γνώριζε την πόλη σαν την παλάμη της· βρισκόταν ήδη δυο μήνες εκεί πέρα, μου είχε πει. Ήξερε όλες τις κακοτοπιές, κι όλες τις παγίδες. Ήταν φυσικό να κά­ νουμε παρέα· εγώ ήθελα συντροφιά, κι εκείνη, απ’ ό,τι κατάλαβα αρ­ γότερα, ήθελε κάποιον με λεφτά στην τσέπη. Ήταν ολότελα απένταρη· χρώσταγε ήδη μια βδομάδα στη φτηνο-πανσιόν όπου έμενε, και αμφιβάλλω αν είχε πια αρκετά για να τρώει. Μου είπε πως έψαχνε να βρει τον αρραβωνιαστικό της, που την είχε εγκαταλείψει, και της είχε φάει κι όλα τα λεφτά. Έψαχνε συγχρόνως και για κάποια δουλειά, μου είπε, δεν είχε όμως άδεια εργασίας, κι η προσφορά για περιστασιακές δουλειές, ήταν πολύ αυξημένη το καλοκαίρι· είχε ξεμείνει, και βρισκόταν σε απόγνωση». «Σίγουρα», είπε σκυθρωπά ο Σόλτο. «Δεν είναι καθόλου εύκολο για μια καινούρια, να μπει στις καθιερωμένες πιάτσες, και μάλιστα σε


149

μια ξένη χώρα, και χωρίς “προστάτη”. Αλλά εσύ, φυσικά», πρόσθεσε τρυφερά, «δε θα μπορούσες καν να υποψιαστείς κάτι τέτοιο». «Όχι βέβαια! Τη συμπόνεσα- έδειχνε στ’ αλήθεια αξιολύπητη. Ήταν πολύ πιο αδύνατη απ’ όσο στη φωτογραφία, και τα μαλλιά της ήταν καστανά και κοντοκομμένα. Μου είπε πως κάποτε τα είχε ξανθά σαν τα δικά μου. Της άρεσε να τους αλλάζει χρώμα, αλλά το φυσικό της ήταν το καστανό». Τη ρώτησε μαλακά: «Δεν πρόσεξες την ομοιότητα μεταξύ σας;» «Όχι. Τώρα μόνο που το σκέφτομαι, βλέπω πως είχαμε την ίδια κοψιά, το ίδιο σουλούπι... Αν άφηνε τα μαλλιά της μακριά και ξανθά σαν τα δικά μου, θα μοιάζαμε αρκετά, υποθέτω. Προπαντός σε ένα τυχαίο ενσταντανέ του δρόμου... Θα μπορούσε να ξεγελαστεί ο κα­ θένας. Ξεγελάστηκα ακόμα κι εγώ. Δεν έμοιαζε πάντως με καμιά του δρόμου», συνέχισε μ’ ένα στεναγμό. «Υπήρχε σίγουρα κάτι παράξενο πάνω της - μια επιφυλακτικότητα, μια μυστικότητα... Μια ασάφεια σε πολλά πράγματα. Και βέβαια, ήταν ολοφάνερα πιο περπατημένη από μένα. Δεν ήταν ακριβώς ο τύπος που θα διάλεγα σε άλλες συνθήκες για κολλητή μου. Έτσι όμως όπως είχαν τα πράγματα, χαιρόμουν που την είχα μαζί μου. Ήταν πρόθυμη να εξυπηρετήσει σε κάθε περί­ πτωση, και μου έδειχνε μεγάλη συμπάθεια. Την έβρισκα στ’ αλήθεια αξιολύπητη. Δεν είχε λεφτά, δεν είχε πού να πάει, δεν είχε πια σπίτι, ούτε κανέναν στον κόσμο. Είχε μόνο κάτι γνωστούς στην Άγκυρα, μου είπε, κι είχε σκοπό να πάει να τους βρει. Θα τη βοηθούσαν ίσως να εντοπίσει το φίλο της, και να βρει μια δουλειά. Κι ήθελε να πάω μαζί της». «Α, τώρα μάλιστα», είπε βλοσυρά ο Σόλτο. «Εγώ σκόπευα να κατέβω προς τη Σμύρνη' δε μου πήγαινε όμως να φύγω και να την αφήσω στην τύχη της. Προσφέρθηκα να της δανείσω κάποια χρήματα, για να πληρώσει το δωμάτιό της, και να φτά­ σει ως την Άγκυρα' και τότε εκείνη μου πρότεινε να πάω μαζί της. Θα ήταν μια ευκαιρία για μένα να δω την κεντρική Τουρκία. Ήταν μια συ­ ναρπαστική περιοχή, έλεγε' ένα εξωτικό μίγμα ανατολής και δύσης. Άξιζε να την επισκεφτώ τώρα που είχα παρέα, κι έτσι κι εκείνη δε θα ταξίδευε ολομόναχη με το τρένο. Δεν της άρεσε να κυκλοφορεί μόνη σ’ αυτά τα μέρη, η τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν». «Έκανε δηλαδή ό,τι μπορούσε για να σε παρασύρει στα λημέρια της», είπε ξερά ο Σόλτο. «Αν θέλεις τη γνώμη μου, έλπιζε όντως να βρει δουλειά εκεί πέρα - κάποιες ύποπτες διασυνδέσεις θα είχε, ο­ πωσδήποτε. Στην καλύτερη περίπτωση, σε ήθελε μαζί της για να συ­ νεχίσει να σε εκμεταλλεύεται οικονομικά. Αλλά πολύ φοβάμαι πως ο απώτερος σκοπός της ήταν να σε βγάλει στο κλαρί' ο Θεός μόνο ξέ­ ρει με τι θα έμπλεκες φτάνοντας μαζί της στην Άγκυρα. Δε θα της εί­ χε διαφύγει βέβαια το γεγονός ότι ήσουν πανέμορφη* σωστό εύρημα για τους εμπόρους λευκής σαρκός».


150

«Δε... δε σκέφτηκα τίποτε τέτοιο», είπε κατακόκκινη η κοπέλα. «Δεν μπορώ να πω ότι με δελέαζε ιδιαίτερα η προοπτική να πάω στην Άγκυρα· υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέροντα μέρη να δω στην Τουρκία. Αλλά τελικά σκέφτηκα, γιατί όχι; Αν δεν πήγαινα μαζί της, δε θα πή­ γαινα ποτέ - κι εξάλλου, λυπόμουν να την αφήσω ολομόναχη σ’ ένα τέτοιο ταξίδι. Ετσι βρεθήκαμε μαζί στο τρένο. Αν ήμουν μόνη, θα έ­ παιρνα το αεροπλάνο- αλλά δεν μπορούσα να πληρώσω δύο αεροπο­ ρικά εισιτήρια. Είχα ξοδέψει ήδη αρκετά για τη Βέρα Λιν, και θα γύρι­ ζα έτσι κι αλλιώς αεροπορικώς». Σταμάτησε, ξεροκαταπίνοντας σπασμωδικά· κι εκείνος είπε απα­ λά: «Μην πεις άλλα, αν δε θέλεις». «Είναι... είναι ακόμα τόσο νωπό», άρθρωσε με κόπο η Ελοΐζ. «Θυ­ μάμαι όλες τις λεπτομέρειες, σαν να έγιναν χτες... Στο ταξίδι μ’ έπιασαν ρίγη· κοιμόμουν, θυμάμαι, και ξύπνησα απ’ το κρύο. Πρέπει να είχα κρυολογήσει, ή να είχα αρπάξει καμιά γρίπη. Φορούσα ένα μακό μπλουζάκι, κι είχα πρόχειρη μόνο μια λεπτή ζακέτα. Η Βέρα Λιν όμως είχε μαζί της ένα τζάκετ από χοντρό τζιν - εκείνη, μου είπε, ήξερε α­ πό νυχτερινά ταξίδια με το τρένο, στα βουνά. Κι όταν είδε πως έτρε­ μα απ’ τα ρίγη, μου το έδωσε να το φορέσω, κι εκείνη έβαλε τη ζακέ­ τα μου. Ήμουν στ’ αλήθεια χάλια- πρέπει να είχα πολύ πυρετό. Κοι­ μόμουν συνέχεια, κι όταν σε μια στιγμή σηκώθηκα για να πάω στην τουαλέτα, κυριολεκτικά παραπατούσα. Η Βέρα Λιν μου είπε, πρόσεχε το τζάκετ ■είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω. Και γέλασε... Το θυμάμαι πολύ καλά αυτό, παρόλο που ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο απ’ τον πυ­ ρετό. Τράβηξα λοιπόν για την τουαλέτα, αλλά ήταν πιασμένη. Κι έτσι, παρ’ όλα τα χάλια μου, πέρασα στο επόμενο βαγόνι, και... και μετά - » «Σταμάτα» είπε κοφτά ο Σόλτο. «Φτάνει ως εδώ». Την τράβηξε στην αγκαλιά του, και την κράτησε σφιγμένη πάνω του, όσο εκείνη έ­ τρεμε σπασμωδικά, παλεύοντας με τους λυγμούς της. «Μωρό μου, φτάνει τώρα...» «Ήταν μια κόλαση», ψέλλισε η κοπέλα. «Δεν κατάλαβα και πολλά εκείνη τη στιγμή - μόνο το φοβερό κρότο, και το σοκ. Απ’ αυτά όμως που έμαθα μετά, μαντεύω τι έγινε. Οι δυο μας καθόμασταν στο βαγό­ νι όπου βρισκόταν η βόμβα. Μου είπαν πως διαλύθηκε ολότελα... Αν - αν δεν ήταν πιασμένη η τουαλέτα, αν είχα μείνει εκεί... Είχα περά­ σει όμως στο επόμενο. Ήταν κι αυτό διαλυμένο, κι είχε πιάσει φω­ τιά...» Σταμάτησε, ανίκανη να πει οτιδήποτε άλλο. Τα δόντια της χτυ­ πούσαν σαν καστανιέτες, κι όλο της το σώμα τρανταζόταν απ’ τα ρί­ γη, όσο εκείνος την κρατούσε σφιχτά στη δυνατή, ζεστή αγκαλιά του, σαν να ήθελε να κλείσει απ’ έξω τις φρικιαστικές αναμνήσεις. Της φίλαγε τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα μουσκεμένα της μάγουλα. «Ήρεμα, μωρό μου, ήρεμα... Πάει, πέρασε πια. Όλα πέρασαν. Είσαι απόλυτα ασφαλής τώρα. Προσπάθησε να το ξεχάσεις, αγάπη μου...» Την κράτησε έτσι για πολλή ώρα, μέχρι που τελικά τα ρίγη της


151

κόπασαν, και σήκωσε τα κλαμένα της μάτια για να συναντήσει τα δι­ κά του. Της ψιθύρισε αχνά, «μην κλαις άλλο... Δεν το αντέχω». Του είπε, γελώντας αδύναμα μέσ’ απ’ τα δάκρυά της, «αφού δε σ’ ενοχλούν τα γυναικεία δάκρυα», κι εκείνος της αποκρίθηκε πνιχτά, «τα δικά σου με σκοτώνουν», και τη φίλησε σαν να τέλειωνε ο κό­ σμος. Τίποτε δε θ’ άντεχε στη φωτιά της αγκαλιάς του· κι οι φριχτές θύ­ μησες κάηκαν και σκορπίστηκαν, σαν νεκρές σπίθες στο πηγάδι του χρόνου. Όταν σταμάτησε για να πάρει ανάσα, της είπε σιγανά: «Το έχεις συνειδητοποιήσει πως τόσον καιρό τώρα θα θεωρείσαι προφανώς α­ γνοούμενη; Το πρώτο που πρέπει να γίνει, είναι να ειδοποιηθούν οι δικοί σου». «Δε νομίζω πως υπάρχει κανείς να με θεωρεί αγνοούμενη», είπε η Ελοΐζ. «Αλλιώς, θα με είχαν εντοπίσει πολύ εύκολα, φαντάζομαι. Βλέ­ πεις, όμως, όπως και η Βέρα Λιν, δεν είχα κι εγώ κανέναν να με ψά­ ξει». «Πες μου», της είπε τρυφερά. «Θέλω να ξέρω». «Δεν έχω κανένα στενό συγγενή», του εξήγησε μ’ ένα στεναγμό. «Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σ’ ένα δυστύχημα, την εποχή που έπαιρ­ να το πτυχίο μου. Τους υπεραγαπούσα, κι ο χαμός τους ήταν φοβερό σοκ για μένα. Σκόπευα τότε να γυρίσω να δουλέψω στην Ιρ��ανδία, αλλά μετά απ’ αυτό, το μόνο που ήθελα, ήταν να πάω κάπου όπου δε θα είχα θλιβερές αναμνήσεις. Είχα μια φίλη απ’ την Αγγλία, που δίδα­ σκε στην Ελλάδα· έτσι βρέθηκα κι εγώ εκεί. Βρήκα δουλειά σ’ ένα σχολείο, κι έμεινα, ακόμα και μετά που η Σάρον έφυγε για να γυρίσει στη Βρετανία. Μου άρεσε η ζωή στην Αθήνα- είχα τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου... Είχα», πρόσθεσε κοκκινίζοντας λίγο, «κι ένα δεσμό. Ήταν Έλληνας, και το πράγμα ήταν σοβαρό... Μέχρι που εκείνος γνώρισε κάποιαν άλλη, και χωρίσαμε. Τότε αποφάσισα να γυ­ ρίσω κι εγώ πίσω. Ήμουν όμως πολύ πληγωμένη από κείνη την ιστο­ ρία, κι ήθελα να μείνω για λίγο μόνη, να ταξιδέψω, να ξεχαστώ...» Την άκουγε σιωπηλός, αλλά σ’ εκείνο το σημείο της αφήγησης, τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει ολοφάνερα· κι όταν εκείνη σταμάτη­ σε, αβέβαιη, της είπε ουδέτερα: «Μη δίνεις σημασία· έχω κι εγώ τις μικρές ανθρώπινες αδυναμίες μου, κοντά σε όλες τις μεγάλες. Πες μου τη συνέχεια». «Σκέφτηκα τότε να δω λίγο τη Μέση Ανατολή», συνέχισε με τα μά­ γουλα φλογισμένα η Ελοΐζ. «Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτο ίσως... Παραι­ τήθηκα λοιπόν απ’ το σχολείο, πούλησα ό,τι είχα και δεν είχα, ακόμα και το αυτοκίνητό μου, αποχαιρέτισα τους φίλους μου, κι έφυγα για την Κωνσταντινούπολη. Δε νομίζω ότι κανείς θ’ ανησυχούσε ιδιαίτε­ ρα, αν δεν έδινα σύντομα σημεία ζωής. Οι φίλοι μου στην Ελλάδα θα πίστευαν πως είχα γυρίσει ήδη στην Αγγλία, και απλά δεν είχα βρει α­


152

κόμα το χρόνο να τους γράψω. Η Σάρον είχε παντρευτεί στο μεταξύ, και ζούσε με τον άντρα της στη Νότια Αφρική* κι όσο για κάτι θείες μου στην Ιρλανδία, μπορεί να άρχιζαν ν’ αναρωτιούνται τα Χριστού­ γεννα, όταν δε θα έπαιρναν την καθιερωμένη κάρτα. Κανείς δεν ήξε­ ρε ουσιαστικά πού βρισκόμουν* κανείς δε θα ήξερε πού να με ψάξει, ακόμα κι αν άρχιζε ν’ ανησυχεί για την εξαφάνισή μου». Τη ρώτησε κοφτά: «Ούτε εκείνος ο Έλληνας;» «Εκείνος θα είναι κιόλας παντρεμένος», του είπε μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο. «Όταν έφυγα απ’ την Αθήνα, δεν είχαμε πια καμιά σχέση». «Σε είχε πληγώσει όμως άσχημα», της είπε αργόσυρτα, με το πρόσωπο παράδοξα σφιγμένο. «Και τώρα τον ξαναθυμήθηκες». «Ναι», είπε σιγανά η Ελοΐζ. «Τον είχα αγαπήσει πολύ, και πληγώ­ θηκα όταν χωρίσαμε* τον ξαναθυμήθηκα τώρα, αλλά δεν είναι παρά μια ανίσχυρη ανάμνηση. Βλέπεις, απ’ τη στιγμή που σ’ αντίκρισα, δε θα μπορούσε να υπάρξει άλλος άντρας για μένα* ούτε στο παρόν που ζούσα, ούτε στο παρελθόν που είχα χάσει. Ήταν σαν να σε περίμενα σ’ όλη μου τη ζωή* σαν να είχα γεννηθεί για ν’ αγαπήσω κάποτε εσένα». Τη ρώτησε πνιχτά: «Θα με συγχωρήσεις ποτέ για όσα έγιναν; Θα μπορέσεις ποτέ να τα ξεχάσεις;» «Μα δε θέλω να ξεχάσω τίποτα», του είπε τρυφερά. «Θέλω να συνεχίσω να θυμάμαι εκείνες τις νύχτες, την ευτυχία της αγκαλιάς σου, την έκσταση να βρίσκομαι μαζί σου... Δεν ήθελα τίποτ’ άλλο, το ξέ­ ρεις* μόνο να σε έχω, έστω κι έτσι». «Δεν έχω καμιά δικαιολογία», της ψιθύρισε σπασμένα. «Μόνο ότι ζούσα κι εγώ έναν εφιάλτη... Όλα πιστοποιούσαν πως ήσουν η Βέρα Λιν Γκάθρι - ακόμα κι εκείνη η καταραμένη φωτογραφία. Κανείς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για την ταυτότητά σου. Κανείς δεν ή­ ταν διατεθειμένος να το ψάξει περισσότερο. Βιάζονταν όλοι να μετα­ θέσουν την ευθύνη σου πάνω μου. Εσύ δε θυμόσουν τίποτα - δεν μπορούσες να δώσεις ούτε ένα δείγμα υπογραφής, αφού το δεξί σου χέρι ήταν άχρηστο* κι οι μόνοι άνθρωποι που γνώριζαν τη Βέρα Λιν, βρίσκονταν στο Μαρόκο». Έκρυψε το πρόσωπό του στις παλά­ μες του, κι είπε βαριά: «Ήταν δικό μου το λάθος, απ’ άκρη σ’ άκρη... Δεν έπρεπε να το είχα δεχτεί χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη. Έπρε­ πε να είχα ερευνήσει περισσότερο την υπόθεση. Να σε είχα πάει πρώτα στην Ταγγέρη, ας πούμε». «Πώς θα μπορούσες να το φανταστείς;» τον ρώτησε τρυφερά. «Είχα πάνω μου τα χαρτιά της Βέρα Λιν, και της έμοιαζα κιόλας. Ο καθένας θα ξεγελιόταν». «Εγώ δεν έπρεπε να ξεγελαστώ. Αν ήμουν λιγότερο τυφλωμένος απ’ την εμπάθεια, θα το είχα μαντέψει. Που να πάρει, αφού το έβλε­ πα πως δεν έμοιαζες σε τίποτα μ’ αυτό που θα ’πρεπε να είναι η Βέ­ ρα Λιν! Είχα πειστεί πως υποκρινόσουν τέλεια* πάρε όμως τις αντί-


153

δράσεις της θείας μου. Καμιά βρομιάρα Βέρα Λιν δε θα μπορούσε να την εξαπατήσει για καιρό, όσο κι αν υποκρινόταν. Κι όσο για μένα... Είχα κάνει έρωτα μαζί σου· και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να γνωρίσεις μια γυναίκα. Αυτό που έπαιρνα από σένα, ήταν κάτι ολότελα καθάριο - μαγικό και πανέμορφο. Μου έδινες την ψυχή σου ολό­ κληρη σ’ εκείνες τις ώρες. Κι ωστόσο, αρνιόμουν ν’ αναρωτηθώ... Δεν ξέρω πώς τυφλώθηκα έτσι. Ίσως επειδή μισούσα τόσο τη Βέρα Λιν, και τρελαινόμουν σίη σκέψη ότι την είχα αφήσει να με κυριεύσει σε τέτοιο σημείο. Ήταν σωστή κόλαση, μωρό μου...» Έκρυψε το πρό­ σωπό του στα μαλλιά της, κι είπε πνιχτά: «ζέρεις πως έπαψα κιόλας να σε σκέφτομαι σαν Βέρα; Αγάπη μου, Ελο'ίζ... Σου ταιριάζει αυτό το όνομα. Είναι τόσο τρυφερό, τόσο θηλυκό... Και γλυκό. Γλυκό σαν το τέλος του εφιάλτη», κατέληξε-μ’ ένα βαθύ στεναγμό. «Με θέλεις το ίδιο σαν Ελοίζ;» τον ρώτησε δειλά, κι εκείνος γέλασε. «Μπορούσα να σε θέλω σαν Βέρα Λιν Γκάθρι* πόσο περισσότερο φαντάζεσαι σε θέλω τώρα;» Το χαμόγελό του τη μεθούσε* ήταν ένα χαμόγελο ξεκάθαρης, ανόθειπης ευτυχίας. «Άσε», της είπε τρυφερά. «Μην προσπαθείς να υπολογίσεις* δε θα τα καταφέρεις. Δεν πιστεύω να θέλησε ποτέ άντρας γυναίκα, όσο θέλω εγώ την Ελοΐζ Ντόναχιου». Και σκύβοντας, την ξαναφίλησε με άγριο πάθος. «Σ’ αγαπώ», της είπε μετά. «Σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσες ποτέ να διανοηθείς. Σ’ αγαπούσα όλον αυτόν τον καιρό, το ξέρεις... Το ξέραμε κι οι δυο, έτσι δεν είναι; Ό,τι κι αν έκανα, δεν μπορούσα να το κρύψω. Αυτό δεν ήταν απλός πόθος· ήταν τόσο βα­ θύ, που με πανικόβαλλε. Αρνιόμουν όμως να το παραδεχτώ, μέχρι τη στιγμή που σε βρήκα αναίσθητη μέσα στην μπανιέρα. Και τότε κατά­ λαβα... Ό,τι κι αν ήσουν, ό,τι κι αν είχες κάνει, δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα. Αν σε έχανα, θα έχανα τα πάντα. Και δε σε ήθελα α­ πλά για λίγες ώρες στο κρεβάτι· σε ήθελα για όλη μου τη ζωή. Τώρα σε θέλω ακόμα περισσότερο...» Γέλασε λίγο αβέβαια, σπρώχνοντας πίσω τα ατίθασα τσουλούφια που επέμεναν να πέφτουν στο μέτωπό του. «Δε σου έχω αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις, το ξέρω», είπε με­ τά. «Ίσως σκέφτεσαι πως θα γίνω ένας ολότελα απαράδεκτος σύζυ­ γος. Δεν είμαι όμως πάντα τόσο κακός... Συνήθως, φέρομαι σαν πολι­ τισμένος άνθρωπος, όχι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Και σε χρειάζο­ μαι περισσότερο κι απ’ τον αέρα που ανασαίνω». «Με... με ζητάς σε γάμο;» τον ρώτησε παραζαλισμένη. «Ναι. Κατεπειγόντως». «Δε... δε χρειάζεται να με παντρευτείς για να με έχεις, ξέρεις... Θα με είχες έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν ήταν για κάποιες νύχτες το μήνα μόνο», του είπε τρέμοντας λίγο. Τώρα κάτι θα συμβεί, σκεφτό­ ταν τρομαγμένη, κι όλα θα χαλάσουν. Ή απλά, θα χτυπήσει το ξυπνη­ τήρι, και θα τελειώσει το όνειρο.


154

«Δε σε θέλω για κάποιες νύχτες το μήνα», της αποκρίθηκε χαμο­ γελώντας αχνά. «Σε θέλω για κάθε λεπτό της ζωής μου. Θέλω να ζω μαζί σου, να σ’ αγαπώ, να σε φροντίζω... Θέλω να σου κάνω έρωτα στην κάθε στιγμή που θα μας δίνεται η ευκαιρία. Θέλω να κάνουμε παιδιά, και να τα μεγαλώσουμε μαζί οι δυο μας. Είναι τόσο απλό· θέ­ λω να είμαι ευτυχισμένος, κι η ευτυχία μου εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από σένα. Αν όμως εσύ έχεις αμφιβολίες...» «Σόλτο», του είπε τρέμοντας σύγκορμη τώρα, «ξέρεις πως δεν έ­ χω καμιά αμφιβολία. Είναι μόνο που φοβάμαι... Δεν ξέρω πώς να τα βγάλω πέρα με τόση ευτυχία». Ένας κόμπος της στάθηκε στο λαιμό. «Φοβάμαι μη συμβεί κάτι και χαλάσουν όλα... Φοβάμαι μήπως το μετανιώσεις. Δεν ξέρεις τίποτε για μένα. Δεν είμαι πια η Βέρα Λιν - εί­ μαι μια άγνωστη, που σου συστήθηκε πριν μόλις μισή ώρα!» Της έκλεισε απαλά το πρόσωπο στις παλάμες του, κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια. Δε χρειαζόταν να του πει τίποτε περισσότερο* είχε νιώσει τον πανικό της, τα κύματα της αβεβαιότητας που σκίαζαν την έκστασή της. Της είπε αργόσυρτα, βάζοντας στη φωνή του όλη την αγάπη που πλημμύριζε την καρδιά του: «Σε ξέρω- σε ξέρω απόλυτα. Όλον αυτό τον καιρό, εσένα μάθαινα, όχι τη Βέρα Αιν. Για κείνη ήξερα πέ­ ντε τυπικά πράγματα. Τις νύχτες όμως στο κρεβάτι σου, εξερευνού­ σα την Ελοΐζ Ντόναχιου. Τις μέρες που σε παρακολουθούσα, έβλε­ πα εσένα, όχι τη Βέρα. Στα μάτια των άλλων, εσύ καθρεφτιζόσουν, όχι εκείνη η ελεεινή γυναίκα. Εσένα γνώριζα, εσένα ήθελα... Εσένα πόθησα* εκείνο το αισθησιακό πλάσμα που μ’ έκανε να χάνω το μυαλό μου, ήσουν εσύ, όχι η πόρνη απ’ την Ταγγέρη. Γι’ αυτό πή­ γαινα να τρελαθώ* μου ήταν αδιανόητο πώς μπορούσε να με τρα­ βάει τόσο, μια τιποτένια γυναίκα του δρόμου. Εγώ ωστόσο πλάγια­ ζα με μια ζεστή, παθιασμένη, υπέροχη γυναίκα* και ξαναγύριζα συ­ νέχεια κοντά της, όχι γι’ αυτό που πίστευα πως ήταν, αλλά γι’ αυτό που ήταν στην πραγματικότητα... Κάνεις μεγάλο λάθος, Ελοΐζ* ξέρω τα πάντα για σένα. Πάνω απ’ όλα, ξέρω το μόνο που μου χρειάζεται να ξέρω: ότι είσαι φτιαγμένη για μένα. Εσύ τι ξέρεις;» κατέληξε τρυφερά. «Ότι είμαι φτιαγμένη για σένα», του αποκρίθηκε κοντανασαίνοντας. «Ότι είσαι ο μοναδικός άντρας για μένα... Ο άντρας μου». Της χαμογέλασε μεθυστικά. «Τότε ξέρουμε κι οι δυο όλα όσα χρειάζεται για να πετύχει ο γάμος μας». Την έσφιξε ξαφνικά παράφο­ ρα πάνω του. «Χριστέ μου, όσο σκέφτομαι πως θα μπορούσες να μην είσαι εδώ τώρα... Αν δεν είχα προλάβει εκείνο το βράδυ... Τι θα έκα­ να χωρίς εσ��να;» Μ’ ένα βογκητό, έσκυψε και τρύγησε αχόρταγα τα χείλια της με τα δικά του. Ύστερα τραβήχτηκε πίσω, κοντανασαίνοντας. «Ο γιατρός είπε να σ’ αφήσουμε να κοιμηθείς και να ηρεμήσεις. Ας προσπαθήσω να επι­


155

δείξω λίγη αυτοσυγκράτηση για μια φορά... Δε θα με βλάψει, υποθέ­ τω». Της χαμογέλασε με κόπο, ξεκουμπώνοντας μηχανικά το γιακά του πουκαμίσου του. «Θα φωνάξω την κυρία Πρέστον να σου φέρει κάτι να φας, και μετά θα πιεις το ηρεμιστικό σου, και θα κοιμηθείς. Το πρώτο που θα κάνουμε το πρωί, φυσικά, θα είναι να δούμε τον δόκτορα Μόρισον* ίσως μάλιστα θα ήταν καλύτερα να πάμε στο Λονδί­ νο, στον καθηγητή Χάουαρντ». «Όχι δα», διαμαρτυρήθηκε γελώντας η Ελοίζ. «Δεν είμαι σε κατά­ σταση τόσο έκτακτης ανάγκης! Για να πω την αλήθεια, τώρα νιώθ(ο πιο καλά παρά ποτέ. Φαντάζομαι, όλες εκείνες οι ατέλειωτες ώ ρες που κοιμόμουν στο νοσοκομείο, έδρασαν θεραπευτικά. Με βοήθησαν προφανώς να περάσω απ’ τη μια κατάσταση στην άλλη, χωρίς επώδυνους κραδασμούς. Όλα είναι ξεκάθαρα στο μυαλό μου, κι ό,τι κι αν συνέβη, το έχω αποδεχτεί. Αισθάνομαι υπέροχα, πίστεψέ με. Ή ρε­ μη και ασφαλής». «Μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας, και μια τραυματική επι­ στροφή μνήμης; Θα αστειεύεσαι, βέβαια!» Η Ελοΐζ χαμογέλασε αχνά. «Αν επανήλθε η μνήμη μου, είναι επει­ δή θεραπεύτηκα εντελώς από εκείνη την τραυματική εμπειρία. Μου το εξήγησαν όλοι οι γιατροί αυτό· θα ξαναθυμόμουν, όταν το υποσυ­ νείδητό μου θα έκρινε ότι ξεπέρασα ικανοποιητικά το σοκ. ΓΓ αυτά άλλωστε δε μου εφάρμοσαν καμιά ιδιαίτερη αγωγή, και μου συνιστούσαν να μην πιέζω τον εαυτό μου. Η μνήμη μου επανήλθε επειδή ήταν η ώρα της να επανέλθει· στην κατάλληλη στιγμή, ίσως, για να α­ ποτρέψει κάποιον πολύ χειρότερο τραυματισμό», κατέληξε σιγανά. Την έσφιξε μ’ ένα βογκητό απελπισίας στην αγκαλιά του. «Και vq σκεφτείς ότι ήμουν χίλια τα εκατό υπεύθυνος για την απόπειρά σου... Πώς μπόρεσα να σε πληγώσω τόσο, όταν το ήξερα πως μου ήσουν α­ πόλυτα απαραίτητη για να ζήσω; Πώς μπόρεσα να το διακινδυνεύσω;» «ζέχασέ το, καρδιά μου», του μουρμούρισε πνιχτά. «Είμαι μια χα­ ρά τώρα. Δε χρειάζομαι ούτε άλλους γιατρούς, ούτε ηρεμιστικά, ού­ τε ψυχοθεραπεία. Το μόνο που χρειάζομαι, είναι να είμαι μαζί σου. Έλα, ξάπλωσε δίπλα μου...» «Αυτό δα έλειψε», της είπε βραχνά, πασχίζοντας με μια νευρική κίνηση να στρώσει τα ατίθασα μαλλιά του. «Το θέμα δεν είναι καθό­ λου απλό, κι εσύ προσπαθείς να το κάνεις ακόμα πιο περίπλοκο», πρόσθεσε μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Θέλω να σε νιώσω κοντά μου», του ψιθύρισε ξέπνοα, τυλίγο­ ντας τα μπράτσα της γύρω απ’ την πλάτη του, και τραβώντας τον προς το μέρος της. Ο Σόλτο αντιστάθηκε όσο γινόταν κι ύστερα πα­ ραδόθηκε μ’ ένα ακόμα βογκητό απελπισίας. «Ο δόκτωρ Μόρισον θα έβγαινε απ’ τα ρούχα του, αν ήξερε τι κάνω τώρα», είπε βαριανασαίνοντας. «Μόλις σήμερα βγήκες απ’ το νοσοκομείο, κι είσαι ακόμα χάλια...»


156

«Κι εσύ είσαι χάλια», του μουρμούρισε στ’ αφτί, κι η παλάμη της σύρθηκε πάνω στην αδιάψευστη μαρτυρία των λόγων της. «Μη βάζεις το χέρι σου εκεί», της ψιθύρισε κοντανασαίνοντας. «Μικρή μάγισσα... Πώς μπορείς και μου το κάνεις αυτό; Που να πά­ ρει, πόση αυτοσυγκράτηση θαρρείς διαθέτω; Εντάξει», είπε μετά, ολότελα νικημένος. «Θα ξαπλώσω μόνο λίγο δίπλα σου - έτσι, για να σου δείξω πως σ’ αγαπώ τόσο, που μπορώ να κάνω και χωρίς σεξ για μια νύχτα». Το μεγάλο, δυνατό του σώμα, γλίστρησε κάτω απ’ τα ελαφρά σκεπάσματα. «Εντάξει έτσι;» Την τράβηξε στην αγκαλιά του, αλλά στην επαφή τους, του ξέφυγε ένα βογκητό. Όλοι του οι μυώνες ρίγη­ σαν, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει τη διέγερσή του. Η Ελοΐζ κόλλησε με άφατη απόλαυση πάνω στη σκληρή, ξαναμ­ μένη του σάρκα. «Σάλτο, στ’ αλήθεια, αγαπημένε μου, αν θέλεις...» «Δεν πρόκειται να σου κάνω έρωτα απόψε», της δήλωσε με ηρωι­ κή αποφασιστικότητα. «Αύριο που θα σε δει ο γιατρός, αν μας δώσει το οκέι, στο υπόσχομαι, θα σε κλείσω σ’ ένα δωμάτιο, και δε θα ξαναβγούμε από κει μέσα πριν περάσουν δέκα μέρες- θα στο κάνω αστα­ μάτητα, με κάθε τρόπο και κάθε παραλλαγή, μέχρι να πέσουμε λιπό­ θυμοι απ’ την εξάντληση. Όχι απόψε, όμως. Δεν τολμώ να το διακιν­ δυνεύσω, μωρό μου, δεν το βλέπεις;» «Είσαι όμως αναμμένος», του ψιθύρισε μ’ ένα πονηρό γελάκι. «Δεν είσαι;» «Και βέβαια είμαι· χρειάζεται επιβεβαίωση αυτό;» Της χαμογέλα­ σε αχνά, με τα μάτια θολωμένα απ’ την επιθυμία. «Πώς θα ήταν δυνα­ τόν να βρίσκομαι δίπλα σου, και να μην είμαι αναμμένος;» «Είσαι πάρα πολύ αναμμένος». «Ναι- τόσο πολύ, που πονάω. Αλλά για τ ’ όνομα του Θεού, λες να μην μπορώ να συγκρατηθώ για μια νύχτα; Μείνε έτσι, αγάπη μου... Δε θέλω τίποτ’ άλλο. Μόνο να σε κρατάω αγκαλιά, να σε κοιτάζω, ν’ ακούω την ανάσα σου... Να σου μιλάω. Ας ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή, μακριά απ’ τα φαντάσματα του παρελθόντος. Μίλα μου για σέ­ να· πες μου τα όλα». Και ξαφνικά, μέσα στα κύματα της ευτυχίας που τη ζάλιζε σαν δυ­ νατό κρασί, η Ελοΐζ κατάλαβε γιατί όλοι μέχρι τότε, χαρακτήριζαν τον Σόλτο Μακλέοντ σαν έναν πολύ ξεχωριστό άνθρωπο* ήταν στ’ αλή­ θεια ολότελα ξεχωριστός αυτός ο άντρας που είχε αγαπήσει μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της. Τελικά, το ένστικτό της δεν την είχε ξεγε­ λάσει. Ήταν μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, δυνατός κι αποφασιστι­ κός, και μαζί τρυφ ερός, προστατευτικός κι ανθρώπινος. Ένας ά­ ντρας που μπορούσε ν’ αγαπάει και να πληγώνεται, να σφάλλει και να ζητάει συγνώμη- να μισεί, και συγχρόνως να έχει τη δύναμη να συγχωρήσει.


157

Τώρα μόνο μπορούσε να τον δει κάτω απ’ αυτό το Πρίσμα* τώρα που, όπως είχε πει κι αυτός, είχαν πεθάνει τα φαντάσματα του πα­ ρελθόντος, και μπορούσαν να ξεκινήσουν απ’ την αρχή. Την κρατού­ σε στην αγκαλιά του, σφιχτά πάνω του, κι ήταν πιο ξαναμμένος απ’ ό­ σο τον είχε δει ποτέ* ακόμα και το δέρμα του ριγούσε όπου τον άγγι­ ζε. Κι ωστόσο, κατάφερνε να ελέγχει μέχρι και τις ενστικτώδικες, α­ θέλητες κινήσεις που θα έκανε κάθε άλλος άντρας στη θέση του. Έμειναν έτσι στο μισοσκόταδο, σφιχταγκαλιασμένοι, να συζητάνε για όλα όσα δεν είχαν πει ποτέ μέχρι τότε* για το παρελθόν, για το παρόν, για κείνους τους δυο, και για τους τρίτους* για τα αισθηματά τους, τους φόβους και τις ελπίδες τους* και προπαντός, για το μέλ­ λον. Σε μια στιγμή που εκείνη κινήθηκε ανήσυχα στην αγκαλιά του, την έσφιξε πάνω του, κι είπε βραχνά: «Μη φεύγεις... Όταν δε σε κρατώ κοντά μου, νιώθω σαν να φεύγει η ζωή μου». «Δε θα ’φεύγα», είπε τρυφερά η Ελοιζ. «Δε θα είχα έτσι κι αλλιώς πού να πάω... Εσύ είσαι όλος μου ο κόσμος, Σόλτο* το ξέρεις. Αλλά... αλλά, Θεέ μου, πώς θα τα πούμε όλ’ αυτά στη θεία σου; Θα είναι φο­ βερό σοκ για κείνη να μάθει ότι δεν είμαι η Βέρα Λιν - να μαντέψει τι απογίνε η νύφη της... Κι αν παντρευτούμε, θα πρέπει να το μάθει α­ ναγκαστικά, έτσι δεν είναι; Δε γίνεται βέβαια να σε παντρευτώ σαν Βέρα Λιν Γκάθρι!» «Αυτό να λέγεται* θα με παντρευτείς σαν Ελοιζ Ντόναχιου, κι η θεία Έλεν θα είναι εκεί, μαζί με όλες τις θείες απ’ την Ιρλανδία, και θα κλαίει απ’ τη χαρά της». Της χάιδεψε καθησυχαστικά τα μαλλιά. «Ναι, φαντάζομαι, θα είναι σοκ για κείνην* αλλά θα το αντέξει μια χα­ ρά. Έχει τεράστια αποθέματα κουράγιου, κι άλλωστε, εσένα ξέρει, ε­ σένα αγαπάει, όχι τη Βέρα Λιν. Μην ανησυχείς για τη θεία Έλεν, καρ­ διά μου* θα το ξεπεράσει πολύ εύκολα. Θα έχει άλλωστε δυο πολύ σοβαρούς λόγους για να το ξεπεράσει - το ότι δε θα παντρευτώ τη Ναντίν, και το ότι θα παντρευτώ εσένα». Γέλασε βλέποντας την έκ­ φρασή της, και τη φίλησε ευτυχισμένος στα τρυφερά, μισάνοιχτα χεί­ λια της. «Δεν το ήξερες; Ανόητο μωρό, απ’ την πρώτη στιγμή που πάτη­ σες το πόδι σου εδώ μέσα, η θεία Έλεν σε προόριζε για μένα. Σαν γριά προξενήτρα έκανε όλο αυτό τον καιρό. Μου το είχε υποδείξει με όλους τους τρόπους, έμμεσα πλην σαφέστατα. Σήμερα πια, ήταν πιο σαφής κι από σαφής. Με περίμενε σχεδόν πίσω απ’ την πόρτα, και με άρπαξε απ’ τα μούτρα πριν ακόμα προλάβω να μπω στο σπίτι». «Ω, Θεέ μου», έκανε κατακόκκινη η Ελοΐζ. «Μου είπε κι εμένα κάτι που με άφησε άναυδη. Ήξερε τα πάντα, έτσι δεν είναι; Είχε μαντέψει τι συνέβαινε μεταξύ μας, κι ας μην έκανε καμιά νύξη* κι έδωσε τη δι­ κή της ερμηνεία στα γεγονότα. Πίστευε πως άφηνες να μας χωρίζει η σκιά του Λουκ».


158

«Ας την αφήσουμε να το πιστεύει και στο μέλλον», στέναξε ο Σάλ­ το. «Δεν υπάρχει λόγος να μάθει την αλήθεια* θα τη σκότωνε κάτι τέ­ τοιο. Αύριο θα φτιάξουμε μια καλή ιστορία, σχετικά μ’ εσένα και τη Βέρα Λιν... Θα δούμε τι θα της πεις. Κάτι πολύ κολακευτικό για τη νύ­ φη της, όπως καταλαβαίνεις. Ας vr\c; αφήσουμε αυτή την τελευταία αυταπάτη* δεν της έμεινε δα και τίποτ’ άλλο απ’ τον Λουκ». Κινήθηκε άβολα, βογκώντας πάλι πνιχτά όταν τρίφτηκε αναπόφευκτα πάνω της· κι εκείνη του ψιθύρισε, «είσαι στ’ αλήθεια χάλια... Δεν μπορώ να σε νιώθω έτσι». «Μην το σκέφτεσαι* δε θα πάθω τίποτε απ’ αυτό». «Και βέβαια θα πάθεις. Θα πρηστείς, και μετά θα πονάς». «Και τι μ’ αυτό; Θα μου περάσει πάλι». «Εγώ όμως δεν αντέχω να σε νιώθω να υποφέρεις». Στριφογύρισε στην αγκαλιά του, βάζοντας την παλάμη της πάνω στη σκληράδα του. «Φίλησέ με...» «Μη», την παρακάλεσε ξέπνοα. «Μην το κάνεις αυτό, καρδιά μου... Τώρα στ’ αλήθεια θ’ αρχίσει να πονάει». «Δε θα το αφήσω να πονάει», του ψιθύρισε κλείνοντάς του το στόμα με το δικό ΌΤ)ς. Του άνοιγε κιόλας το φερμουάρ, απελευθερώ­ νοντας τον μεγαλόπρεπο φαλλό που σπαρταρούσε στο άγγιγμά της. Προσπάθησε να διώξει το χέρι της από πάνω του. «Μην τολμή­ σεις, Ελοΐζ... Αγάπη μου, σταμάτα. Δεν πρόκειται να σου κάνω έρωτα απόψε, τελεία και παύλα!» «Δε θέλω να μου κάνεις έρωτα», του είπε κοντανασαίνοντας. «Απόψε θα σου κάνω έρωτα μόνο εγώ». Τον άκουσε να βογκάει ασυ­ γκράτητα, ξετρελαμένος απ’ το ερεθιστικό της χάδι. «Σταμάτα, για τ ’ όνομα του Θεού... Δε θέλω να κουραστείς, μωρό μου, δεν το καταλαβαίνεις; Πριν μόλις πέντε μέρες, κόντεψες να πεθάνεις από αιμορραγία. Είσαι ακόμα εξαντλημένη, και δεν - » «Σσσς... Δεν πρόκειται να κουραστώ. Δε θα κάνω τίποτε περισσό­ τερο απ’ αυτό... Κανείς δεν κουράστηκε ποτέ από ένα χάδι. Και το θέλεις τόσο... Δεν το θέλεις;» «Ω, Θεέ μου! Μα είναι τόσο ανόητο...» «Μπορεί», του ψιθύρισε γλυκά. «Αλλά το θέλουμε κι οι δυο σαν τρε­ λοί, έτσι δεν είναι;» Κόλλησε τα χείλια της στα δικά του, πίνοντας αχόρ­ ταγα την ανάσα του· κι εκείνος παραδόθηκε, ανίσχυρος και νικημένος. Ήταν σκέτη έκσταση να τον έχει πάλι απόλυτα δικό της, να μπο­ ρεί να χαϊδεύει το υπέροχο σώμα του, να τον φιλάει παθιασμένα στα χείλια του που αποζητούσαν αχόρταγα τα δικά της, να βλέπει τις συ­ σπάσεις της επιθυμίας στο πρόσωπό του, να τον ακούει να βογκάει πνιχτά απ’ την απόλαυση. Και για μια φορά, ήταν δικός της όχι μόνο με το κορμί και τα έν­ στικτά του, αλλά με όλο του το είναι. Για μια φορά της παραδινόταν, χωρίς να αγωνίζεται απελπισμένα να μην της δοθεί.


159

Ήταν πάρα πολύ ερεθισμένος, και παρόλο που προσπαθούσε φα­ νερά να συγκρατηθεί, για ν’ απολαύσει όσο γινόταν περισσότερο το παθιασμένο, ρυθμικό της χάδι, έφτασαν λίγες της κινήσεις για να τε­ λειώσει, σπαρταρώντας στο κορύφωμα της ηδονής, πνίγοντας όπωςόπως τις βραχνές κραυγές που του ξέφευγαν, στο καυτό, γλυκό της στόμα. Ύστερα της είπε αχνά: «Σ’ αγαπώ... Ω, Θεέ μου, σ’ αγαπώ... Δεν ξέρεις πόσο». Έμειναν να φιλιούνται ξέπνοα, κολλημένοι ο ένας πά­ νω στον άλλον, με τα μουσκεμένα ρούχα ανάμεσά τους, και με το χέ­ ρι της ακόμα εκεί που βρισκόταν τόση ώρα. «Θα μ’ αφήσεις να πάω στο μπάνιο;» τη ρώτησε μετά. «Όχι ακόμα. Μείνε λίγο έτσι...» «Να μην πλυθώ πρώτα; Έχουμε κι οι δυο τα κακά μας χάλια». «Μ’ αρέσει έτσι... Μ’ αρέσει να τ ’ αγγίζω. Στο κάτω-κάτω, είναι μέ­ ρος του έρωτά μας... Ζεστό, δικό σου. Τα μωρά που θα κάνουμε μό­ λις βγάλω εκείνο το τρισάθλιο σπιράλ από μέσα μου. Γιατί να βιάζο­ μαι να το ξεπλύνεις;» Την έσφιξε παράφορα πάνω του, ξεσπώντας σ’ ένα λαμπερό γέ­ λιο ξεκάθαρης ευτυχίας. «Σου έχω πει ποτέ πόσο σ’ αγαπώ; Όχι, μάλ­ λον όχι... Δεν υπάρχουν λόγια για να στο πω, έτσι κι αλλιώς. Δεν υ­ πάρχουν καν λόγια για να σου πω πόσο ευτυχισμένο με κάνεις». Τον φίλησε γλυκά στην άκρη της μύτης του. «Τότε άσε να το ανακαλύψω μόνη μου», του ψιθύρισε πειραχτικά. Τον φίλησε μετά στο τετράγωνο σαγόνι του, κι από κει στο λαιμό του* κι εκείνος την κρά­ τησε σφιχτά κόντρα στην καρδιά του, κλείνοντας τα μάτια μ’ ένα στε­ ναγμό βαθιάς, ανείπωτης ευτυχίας. Κι έτσι ευτυχισμένοι, μουσκεμένοι και κατάκοποι, αποκοιμήθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, με το χέρι της ακόμα ανάμεσά τους, τυλιγμένο γλυκά γύρω απ’ την υγρή, βελούδινη σάρκα του, που και στον ύπνο ακόμα αναριγούσε, αποζητώντας τη δική της. ΤΕΛΟΣ


____ cJango____ Η ένταση της επ ιθ υ μ ία ς , ο ίλιγγο ς τω ν αισθήσεω ν , η έ κ ­ σταση του έρω τα , σε μ ια σύγχρονη , συναρπαστική σειρά yia σας σου έχ ετε β α ρ εθ εί τις α νού σ ιες ισ το ρ ίες αγαπης.

Το πάθος στη ζωή σας σχέσεις οργής Εκείνη δεν ήξερε τίποτα για το παρελθόν της. Εκείνος ήξερε όσα χρειάζονταν για να απεχθάνεται ακόμα και τη θέα της. Η αναγκαστική τους συμβίωση θα έφερνε στην επιφάνεια σκοτεινά, επικίνδυνα πάθη, παγιδεύοντάς τους σε μια σχέση χωρίς διέξοδο και χωρίς διαφυγή... Όταν η Βέρα Λιν Γκάθρι άνοιξε τά μάτια της, στο νοσοκο­ μείο, ανακάλυψε πως δε θυμόταν πια τίποτα, ούτε καν το όνομά της. Ήξερε για τον εαυτό της μόνο όσα της έλεγαν οι άλλοι: βρισκόταν στην Τουρκία, είχε επιβιώσει από ένα φοβερό δυστύχημα, ήταν Αγγλίδα, χορεύτρια, εικοσιέξι χρόνων, και χήρα. Πριν λίγους μήνες είχε χάσει το μοναδι­ κό άνθρωπο που είχε στον κόσμο - τον σύζυγό της, που τον είχε ξεχάσει κι αυτόν εντελώς μαζί με όλα τ’ άλλα. Ήταν ανήμπορη, απένταρη και κατατρομαγμένη, μόνη σε μια ξένη χώρα· αλλά τουλάχιστον είχαν ενδιαφερθεί για κείνην οι συγγενείς του άντρα της, κι ο ξάδερφός του είχε έρθει για να την πάρει μαζί του, πίσω στην Αγγλία. Η Βέρα θα έπρεπε να ευγνωμονεί την τύχη γ ι’ αυτό· γιατί ο Σόλτο Μακλέοντ δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικά ωραίος άντρας. Ήταν επίσης ισχυρός, δυναμικός, πλού­ σιος, και διατεθειμένος να της προσφέρει στέγη, περίθαλ­ ψη και φροντίδα. Ωστόσο, δεν έμπαινε καν στον κόπο να κρύψει την απέχθειά του για τη χήρα του ξαδέρφου του. Η συμπεριφορά του απέναντι της δεν ήταν απλά προσβλητι­ κή - ήταν ξεκάθαρα σαδιστική. Ηδονιζόταν θαρρείς να την ταπεινώνει, τυφλωμένος από ένα μίσος που η Βέρα, χαμέ­ νη στην αμνησία της, δεν μπορούσε καν να φανταστεί από πού πήγαζε. Η τυχαία συγκυρία που τους είχε φέρει κο­ ντά, τους παγίδευε τώρα σε μια σχέση οργής - και συνά­ μα τυφλού, βασανιστικού, ανεξέλεγκτου πάθους... δ ρ χ . 600


ROWAN HUNTER - ΣΧΕΣΗΣ ΟΡΓΗΣ