Page 1


Τίτλος πρωτοτύπου: Sultry Copyright © 2000 by Mary Lynn Baxter © 2009 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.à.r.l. ISBN 978-960-620-193-6 Μετάφραση: Βάκυ Τόμπρου Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είναι καθαρά συμπτωματική. SILK – ΤΕΥΧΟΣ 44 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218

~2~


Ευχαριστίες Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη φίλη μου δόκτορα Λόρα Χορν, που με βοήθησε αφάνταστα με τις ιατρικές γνώσεις της.

~3~


1 Λονδίνο, 1805 Η ώρα της προκαθορισμένης συνάντησης πλησίαζε. Η αγωνία έκανε την καρδιά της Γκρέις να χτυπά δυνατά και το χέρι της να τρέμει καθώς έμπαινε στην κρεβατοκάμαρά της και έκλεινε αθόρυβα την πόρτα. Η μουσική που έπαιζε το κουαρτέτο ακουγόταν αμυδρά ως εκεί από το σαλόνι του ισογείου. Η γιορτή, μια επίσημη δεξίωση που είχε κοστίσει μια μικρή περιουσία, ήταν μια ακόμα απόπειρα της μητέρας της να την παντρολογήσει με κάποιον ηλικιωμένο αριστοκράτη. Η Γκρέις είχε μείνει όσο ήταν απαραίτητο δίχως να φανεί αγενής, είχε πλήξει αφόρητα κουβεντιάζοντας με τους προσκεκλημένους της μητέρας της κι έπειτα είχε επικαλεστεί πονοκέφαλο και είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Εκείνο το βράδυ είχε να φέρει σε πέρας μια κατεπείγουσα αποστολή. Έξω από το παράθυρο, ο χειμωνιάτικος αέρας χτυπούσε τα γυμνά κλαριά πάνω στο περβάζι καθώς έβγαζε τα μακριά λευκά γάντια της. Οι παλάμες της ήταν ιδρωμένες και η αβεβαιότητα κουλουριαζόταν στο στομάχι της σαν φίδι, αλλά η απόφασή της ήταν αταλάντευτη και δε θα έκανε τώρα πίσω. Πλησιάζοντας βιαστικά στο κουδούνι, πέταξε τα λεπτά γοβάκια από τα πόδια της καθώς προχωρούσε, κάλεσε την καμαριέρα της και ξεκούμπωσε το περιδέραιο με τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια που στόλιζε το λαιμό της. Το χέρι της έμεινε για λίγο εκεί, ψηλαφίζοντας τη λεία επιφάνεια των μαργαριταριών και τις έδρες των διαμαντιών που τα χώριζαν. Το περιδέραιο ήταν δώρο της καλύτερης φίλης της, της Βικτόρια Ίστον, κόμισσας του Μπραντ, και η Γκρέις το λάτρευε. Ήταν το μόνο από τα υπάρχοντά της που είχε πραγματική αξία. «Με καλέσατε, δεσποινίς;» Η καμαριέρα της, η Φοίβη Μπλουμ, μολονότι έξι χρόνια μεγαλύτερή της, ήταν λιγάκι επιπόλαιη μερικές φορές, είχε όμως χρυσή καρδιά. Έχωσε το μαυρομάλλικο κεφάλι της στην πόρτα κι έπειτα μπήκε στο δωμάτιο. «Χρειάζομαι λίγη βοήθεια, Φοίβη, αν έχεις την καλοσύνη». «Αμέσως, δεσποινίς».

~4~


Δεν της πήρε πολλή ώρα να βγάλει την τουαλέτα της. Η Γκρέις χαμογέλασε νευρικά στη Φοίβη, φόρεσε την καπιτονέ ρόμπα της και έδωσε στην κοπέλα άδεια να αποσυρθεί για το υπόλοιπο της βραδιάς. Κάτω η μουσική συνέχιζε να παίζει. Η Γκρέις προσευχήθηκε να ολοκληρώσει την αποστολή της και να επιστρέψει στο σπίτι πριν αντιληφθεί κανείς ότι έλειπε. Αμέσως μόλις η Φοίβη έκλεισε την πόρτα, η Γκρέις πέταξε στην άκρη τη ρόμπα της και φόρεσε βιαστικά ένα απλό, γκρίζο μάλλινο φόρεμα. Έσβησε το λυχνάρι με το λίπος φάλαινας που έκαιγε πάνω στην τουαλέτα της, καθώς και το άλλο που ήταν στο κομοδίνο της, και αμέσως το δωμάτιο σκοτείνιασε. Παραχώνοντας ένα μαξιλάρι κάτω από τα σκεπάσματα για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι κοιμόταν αν έμπαινε η μητέρα της για να κοιτάξει, άρπαξε την κάπα της και την έριξε στους ώμους της. Καθώς πήγαινε προς την πόρτα, έπιασε το τσαντάκι της, που έσφιγγε με κορδόνι. Ήταν βαρύ γιατί περιείχε το πουγκί με τα χρήματα που της είχε στείλει η ηλικιωμένη θεία της, η Ματίλντα Κρένσο, βαρόνη Χάμφρεϊ, μαζί με ένα εισιτήριο για το ποστάλι που σαλπάριζε για το βορρά, στο τέλος της εβδομάδας. Σηκώνοντας την κουκούλα της κάπας της για να κρύψει τα καστανοκόκκινα μαλλιά της, έριξε μια ματιά στο διάδρομο για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν κανείς κι έπειτα κατέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας και βγήκε από το σπίτι μέσω μιας πόρτας που οδηγούσε στον κήπο. Μέχρι να φτάσει στην Μπρουκ Στρητ, να σταματήσει μια αγοραία άμαξα και να καθίσει στη θέση των επιβατών, η καρδιά της βροντοχτυπούσε και τα νεύρα της ήταν τεντωμένα. «Στην ταβέρνα Ο Λαγός και η Αλεπού, σας παρακαλώ», είπε στον αμαξά, ελπίζοντας πως ο άνθρωπος δε θα άκουγε το τρέμουλο στη φωνή της. «Εκείνη στο Κόβεντ Γκάρντεν εννοείτε, δεσποινίς;» «Ακριβώς». Ήταν μια μικρή, απόμερη ταβέρνα και την είχε επιλέξει ο άνθρωπος τις υπηρεσίες του οποίου σκόπευε να αγοράσει. Είχε αποσπάσει το όνομά του από τον αμαξά της έναντι λίγων χρυσών λιρών, δίχως να του αποκαλύψει τι τον ήθελε. Της φάνηκε πως πέρασαν ώρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμό της. Η άμαξα διέσχιζε τους σκοτεινούς λονδρέζικους δρόμους με τους

~5~


ξύλινους τροχούς της να τρίζουν πάνω στις πλάκες, αλλά τελικά η ταμπέλα με την επιγραφή «Ο Λαγός και η Αλεπού» φάνηκε μπροστά της. «Θα ήθελα να περιμένετε», είπε στον αμαξά, βάζοντάς του μερικά νομίσματα στη χούφτα. «Δε θα μείνω για πολύ μέσα». Ο αμαξάς, ένας ηλικιωμένος άντρας που το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του κρυβόταν κάτω από μια πυκνή γκρίζα γενειάδα, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το καλό που σου θέλω». Καθώς προχωρούσε προς το πίσω μέρος της ταβέρνας, όπως της είχαν πει να κάνει, η Γκρέις προσευχόταν να τον έβρισκε εκεί όταν θα επέστρεφε. Κρατώντας σφιχτά την κουκούλα στο κεφάλι της, άνοιξε την ξύλινη πόρτα και μπήκε στο μισοσκότεινο καπηλειό. Ήταν χαμηλοτάβανο και γεμάτο καπνούς, με χοντρά δοκάρια στην οροφή και γδαρμένα ξύλινα τραπέζια. Η φωτιά έκαιγε στο μαυρισμένο από την καπνιά τζάκι και μια παρέα άντρες με αγριωπά πρόσωπα καθόταν σε ένα κοντινό τραπέζι. Στο βάθος της αίθουσας, ένας ψηλός, χοντροκόκαλος άντρας, με πλατύγυρη ρεπούμπλικα και βαρύ πανωφόρι, καθόταν μόνος του σε ένα άλλο τραπέζι. Βλέποντάς τη να μπαίνει, σηκώθηκε και της έκανε νόημα να πλησιάσει. Η Γκρέις ξεροκατάπιε, πήρε μια βαθιά εισπνοή για να μαζέψει το κουράγιο της και προχώρησε προς το μέρος του. Αγνοώντας τα περίεργα βλέμματα των θαμώνων της ταβέρνας, κάθισε στην καρέκλα με την ξύλινη πλάτη που της πρόσφερε εκείνος. «Έφερες τα λεφτά;» τη ρώτησε χωρίς περιστροφές. «Είσαι βέβαιος ότι θα καταφέρεις να κάνεις τη δουλειά;» είπε στο ίδιο ύφος η Γκρέις. Εκείνος τινάχτηκε σαν να τον είχε προσβάλει. «Όταν ο Τζακ Μούντι δίνει το λόγο του, μπορείς να βασιστείς. Θα πάρεις αυτό που αγοράζεις». Το χέρι της Γκρέις έτρεμε καθώς έβγαζε το πουγκί από το τσαντάκι της και το έδινε στον άνθρωπο που λεγόταν Τζακ Μούντι. Εκείνος έριξε μια χούφτα χρυσές γκινέες στην παλάμη του και ένα μοχθηρό, λοξό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα λεπτά του χείλη. «Μέσα είναι όλα», είπε η Γκρέις, προσπαθώντας να μην ακούει τα χυδαία αστεία και το τραχύ γέλιο των αντρών που κάθονταν στο διπλανό τραπέζι. Χαιρόταν που ασχολούνταν περισσότερο με το ποτό τους και τις λάγνες κοπελιές της ταβέρνας που τους έκαναν συντροφιά. Η μυρω-

~6~


διά του λιπαρού αρνιού που ψηνόταν της έφερνε αναγούλα. Δεν είχε ξανακάνει τέτοιο πράγμα στη ζωή της και ευχόταν ολόψυχα να μη χρειαζόταν να το επαναλάβει. Ο Τζακ Μούντι μέτρησε τα νομίσματα και τα έριξε πάλι μέσα στο πουγκί. «Όλα είναι μέσα, όπως το είπες». Σηκώθηκε. Το πρόσωπό του μισοκρυβόταν κάτω από το γείσο του καπέλου του. «Το σχέδιο έχει καταστρωθεί. Μόλις δώσω εντολή, θα μπει σε εφαρμογή. Αύριο το πρωί ο άνθρωπός σου θα έχει φύγει από το Λονδίνο». «Ευχαριστώ». Ο Τζακ πέταξε το πουγκί στον αέρα, κάνοντας τα νομίσματα να κουδουνίσουν. «Αυτό είναι το μόνο ευχαριστώ που χρειάζομαι». Έδειξε με το κεφάλι του προς την πόρτα. «Καλύτερα να πηγαίνεις. Όσο πιο πολύ αργείς, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις». Η Γκρέις δεν είπε τίποτα, απλώς σηκώθηκε από την καρέκλα και έριξε μια επιφυλακτική ματιά προς την πόρτα. «Και καλά θα κάνεις να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, κοπελιά. Όποιος μιλάει όταν δεν πρέπει δε ζει για πολύ». Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ποτέ δε θα ξεστόμιζε το όνομα του Τζακ Μούντι. Κουνώντας το κεφάλι της με κατανόηση, τύλιξε την κάπα γύρω της και προχώρησε αμίλητη προς την πίσω πόρτα. Το δρομάκι ήταν σκοτεινό και μύριζε σαπισμένο ψάρι. Η λάσπη κολλούσε κάτω από τα μποτίνια της. Ανασηκώνοντας το φόρεμα και τον ποδόγυρο της κάπας της, προχώρησε βιαστικά μέσα στο σκοτάδι, κοιτώντας ολόγυρα για να σιγουρευτεί ότι δεν την απειλούσε κανένας κίνδυνος. Μόλις έφτασε στο μπροστινό μέρος της ταβέρνας, είδε την άμαξα και τον ηλικιωμένο αμαξά που καθόταν στη θέση του και ξεφύσηξε με ανακούφιση. Η επιστροφή τής φάνηκε ακόμα μεγαλύτερη σε διάρκεια. Τα φώτα του σπιτιού της ήταν ακόμα αναμμένα καθώς διέσχιζε τον κήπο. Ανεβαίνοντας βιαστικά τη σκάλα υπηρεσίας, προχώρησε αθόρυβα στο διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιό της. Η ορχήστρα είχε σταματήσει να παίζει, αλλά αραιά και πού ακούγονταν ακόμα γέλια καθώς οι τελευταίοι καλεσμένοι αποχωρούσαν. Η Γκρέις αναστέναξε. Έλυσε την κάπα της και την κρέμασε δίπλα στην πόρτα. Στο τέλος της εβδομάδας, θα έφευγε κι εκείνη από το σπίτι, θα πήγαινε στο Σκάρμπορο για να επισκεφθεί τη λαίδη Χάμφρεϊ, παρ’ όλο που οι δυο τους δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Αν η αποψινή απόδραση

~7~


εξελισσόταν σύμφωνα με το σχέδιο, το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε το πρωί θα ήταν τεραστίων διαστάσεων. Οι συνθήκες για το μακρύ ταξίδι της ήταν ευνοϊκές, αν και δε θα έφευγε νωρίτερα από μια δυο μέρες. Συλλογίστηκε τον άντρα στις φυλακές του Νιούγκεϊτ, τον υποκόμη Φορσάιθ, που αργόσβηνε σε ένα υγρό κελί μετρώντας τις ώρες ως την αυγή, όταν θα ανέβαινε τα ξύλινα σκαλιά της αγχόνης. Δεν ήξερε αν ήταν αθώος ή ένοχος, δεν ήξερε αν του άξιζε η ποινή που του είχε επιβληθεί ή όχι. Όμως ο υποκόμης ήταν πατέρας της και παρ’ όλο που κανείς δε γνώριζε τη σχέση τους, το γεγονός δεν άλλαζε. Ήταν πατέρας της και δε γινόταν να τον εγκαταλείψει. Η Γκρέις έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό και προσευχήθηκε πως έκανε το σωστό.

~8~


2 Μια βδομάδα αργότερα Tο βλέπω, καπετάνιε! Το Λαίδη Ανν! Να το... στα δεξιά μας, αριστερά από το τουρκέτο». Όρθιος δίπλα στον ύπαρχό του, τον Άνγκους Μακσέιν, ο πλοίαρχος Ίθαν Σαρπ έστρεψε το κανοκιάλι του προς το σημείο όπου του έδειχνε ο Άνγκους. Μέσα στο σκοτάδι, ο φακός έπιασε τη μακρινή αναλαμπή από κιτρινωπά φώτα στα παράθυρα της πρύμνης. Τα δάχτυλα του Ίθαν σφίχτηκαν γύρω από το κανοκιάλι καθώς παρατηρούσε το θήραμά του. Ο τσουχτερός αέρας σάρωνε το κατάστρωμα, ανακάτευε τα πυκνά μαύρα μαλλιά του και πάγωνε τα μάγουλά του, αλλά εκείνος ούτε που το αντιλαμβανόταν. Επιτέλους το θήραμά του είχε φανεί στον ορίζοντα και τώρα πια δε θα του ξέφευγε με κανέναν τρόπο. «Εμπρός, κύριε Μακσέιν. Αλλάξτε ρότα για να αναχαιτίσουμε το Λαίδη Ανν». «Αμέσως, καπετάνιε». Ο έμπειρος Σκοτσέζος ήταν υπό τις διαταγές του από τότε που ο Ίθαν είχε γίνει καπετάνιος στο πρώτο του σκάφος. Εκτελώντας την εντολή του, ο ατρόμητος θαλασσόλυκος προχώρησε στο κατάστρωμα δίνοντας διαταγές στο πλήρωμα και τα παλικάρια έπιασαν αμέσως δουλειά. Τα πανιά άρχισαν να φτεροκοπάνε, ορτσάροντας και φουσκώνοντας από τον άνεμο. Τα άρμενα κροτάλιζαν και χτυπούσαν καθώς ο Δαίμονας των Θαλασσών άλλαζε πορεία. Τα μαδέρια βόγκηξαν, η γάστρα καταλάγιασε στη σωστή της θέση κι ύστερα το σκάφος άρχισε να σχίζει γοργά τα νερά. Η σκούνα είχε μήκος ογδόντα πόδια, ήταν στενόμακρη, λεπτή και γρήγορη και έσχιζε τα κύματα με την ίδια άνεση όπως και οι θαλάσσιοι λέοντες που την ακολουθούσαν. Ήταν από καλοφουρνισμένη δρυ και είχε ναυπηγηθεί στο καλύτερο ναυπηγείο του Πόρτσμουθ για λογαριασμό ενός πλούσιου εμπόρου, ο οποίος ωστόσο είχε χρεοκοπήσει πριν ολοκληρωθεί η κατασκευή του πλοίου. Ο Ίθαν είχε αγοράσει το σκάφος σε πολύ καλή τιμή, μολονότι γνώριζε ότι δε θα το χρησιμοποιούσε για μεγάλο διάστημα. Μια τελευταία αποστολή, μια τελευταία περιπέτεια προτού αναλάβει τα νέα του καθήκοντα ως μαρκήσιος του Μπέλφορντ.

~9~


Μια τελευταία προσωπική υπόθεση που δε θα τον άφηνε να ησυχάσει αν δεν την έφερνε σε πέρας. Το σαγόνι του σφίχτηκε. Ο Δαίμονας των Θαλασσών ήταν το δεύτερο σκάφος που διοικούσε αφότου είχε παραιτηθεί από αξιωματικός του ναυτικού, οχτώ χρόνια νωρίτερα, για να γίνει ιδιώτης καταδρομέας. Τότε ήταν καπετάνιος στη Μάγισσα της Θάλασσας, ένα εξίσου καλά εξοπλισμένο σκάφος, και είχε το καλύτερο πλήρωμα που θα μπορούσε να επιθυμήσει ένας καπετάνιος. Όμως όλοι οι άντρες του είχαν πια χαθεί, άλλοι στη μάχη κι άλλοι πεθαίνοντας σε μια βρομερή γαλλική φυλακή. Όσο για τη Μάγισσα της Θάλασσας, σάπιζε κάπου στα βάθη της παγωμένης θάλασσας. Ο Ίθαν απόδιωξε αυτή την ανάμνηση. Οι άντρες του είχαν χαθεί, όλοι εκτός από τον Άνγκους, που είχε πάει στη Σκοτία για να φροντίσει την άρρωστη μητέρα του, και τον Λιανό Νεντ, που είχε καταφέρει να δραπετεύσει από τους μισητούς Γάλλους όταν κατέλαβαν το πλοίο και να επιστρέψει στο Πόρτσμουθ. Οι άντρες του είχαν αιχμαλωτιστεί και είχαν σκοτωθεί, το πλοίο του είχε βουλιάξει κι εκείνος, μολονότι είχε επιζήσει, είχε χάσει έντεκα μήνες από τα είκοσι εννέα χρόνια της ζωής του. Από κείνη την περιπέτεια του είχε μείνει μια ελαφριά χωλότητα και τα σημάδια από τους ατελείωτους μήνες του εγκλεισμού. Κάποιος θα πληρώσει γι’ αυτό και μάλιστα ακριβά, ορκίστηκε σιωπηλά, όπως αμέτρητες άλλες φορές. Έσφιξε ασυναίσθητα τη γροθιά του. Κι αυτός ο κάποιος επέβαινε στο Λαίδη Ανν. *** Η Γκρέις Τσέιστεν κάθισε στη σκαλιστή καρέκλα με την ψηλή πλάτη που της κρατούσε ο Μάρτιν Τάλι, κόμης του Κόλινγουντ. Ο κόμης, ένας λεπτός, ελκυστικός άντρας γύρω στα τριάντα, με ανοιχτόχρωμα καστανά μαλλιά και λευκό δέρμα, ήταν συνεπιβάτης της. Η Γκρέις τον είχε γνωρίσει το πρώτο βράδυ της επιβίβασής της στο Λαίδη Ανν, που τη μετέφερε από το Λονδίνο στο Σκάρμπορο, όπου σκόπευε να μείνει για κάμποσο καιρό κοντά στην ηλικιωμένη, χήρα θεία της, βαρόνη Χάμφρεϊ. Η λαίδη Χάμφρεϊ ήταν θεία του πατέρα της και της είχε υποσχεθεί ότι θα της πρόσφερε τη βοήθειά της αν ποτέ τη χρειαζόταν. Η Γκρέις δεν

~ 10 ~


περίμενε ότι θα έφτανε ποτέ μια τέτοια στιγμή, αλλά το ζήτημα της φυλάκισης του πατέρα της είχε ανατρέψει τα δεδομένα κι έτσι είχε δεχτεί την προσφορά της θείας της και ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό που θα τη βοηθούσε να τον ελευθερώσει. Ήλπιζε πως μέχρι να επιστρέψει στο Λονδίνο τα πράγματα θα είχαν ησυχάσει. Ήλπιζε επίσης ότι η ανάμειξή της στη δραπέτευση του πατέρα της, μια βδομάδα νωρίτερα, δε θα γινόταν ποτέ γνωστή και θα ήταν ασφαλής. Η πόρτα του σαλονιού άνοιξε διάπλατα και γυρνώντας η Γκρέις είδε τον πλοίαρχο Τσέιμπερς να μπαίνει στην πολυτελή αίθουσα με την ξυλεπένδυση στους τοίχους. Ήταν ένας άντρας προχωρημένης ηλικίας, κοντός και σωματώδης, με αραιά γκρίζα μαλλιά. Ο πλοίαρχος περίμενε μέχρι να καθίσουν όλοι οι επιβάτες κι έπειτα πήρε τη θέση του στο τραπέζι με το λινό τραπεζομάντιλο. Αμέσως οι ένστολοι σερβιτόροι άρχισαν να σερβίρουν το δείπνο. «Καλησπέρα σε όλους». «Καλησπέρα, καπετάνιε», απάντησαν όλοι εν χορώ. Επειδή η Γκρέις και η καμαριέρα της, η Φοίβη Μπλουμ, ταξίδευαν με το ποστάλι εδώ και κάμποσες μέρες, το πρόγραμμα του πλοίου δεν της προκαλούσε πια άγχος. Και οι επιβάτες, ειδικά ο κόμης Κόλινγουντ, ήταν πολύ ευχάριστη συντροφιά. Η Γκρέις έριξε μια κλεφτή ματιά στον κόμη, που καθόταν δίπλα της στο μακρύ μαονένιο τραπέζι και κουβέντιαζε ευχάριστα με τη γυναίκα στα δεξιά του, την κυρία Κόγκμπερν, μια παχουλή κυρούλα που πήγαινε βόρεια για να επισκεφθεί τον αδελφό της. Η κυρία Κόγκμπερν ήταν χήρα, όπως και η κυρία Φράνκλιν, η σύντροφός της. Στο τραπέζι κάθονταν επίσης ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού από το Μπαθ και ένα ζευγάρι νεόνυμφων που επισκέπτονταν συγγενείς τους στη Σκοτία. Ο κόμης Κόλινγουντ γέλασε με κάτι που είπε η κυρία Κόγκ-μπερν κι έπειτα γύρισε ευγενικά προς την Γκρέις. Το βλέμμα του ταξίδεψε στο γαλάζιο μεταξωτό φόρεμά της, στις χρυσοκάστανες μπούκλες που ήταν μαζεμένες στην κορυφή του κεφαλιού της, κοντοστάθηκε για λίγο στον κόρφο της κι έπειτα επέστρεψε στο πρόσωπό της. «Αν μου επιτρέπετε, απόψε είστε εξαιρετικά όμορφη, δεσποινίς Τσέιστεν». «Σας ευχαριστώ, λόρδε μου».

~ 11 ~


«Κι αυτά τα μαργαριτάρια που φοράτε... τόσο ασυνήθιστα. Δεν έχω ξαναδεί περιδέραιο τόσο τέλεια συναρμολογημένο και με τόσο πλούσιο χρώμα». Ασυναίσθητα, η Γκρέις έφερε το χέρι της στα μαργαριτάρια που στόλιζαν το λαιμό της. Το περιδέραιο άξιζε μια περιουσία και ήταν ένα δώρο που κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε αρνηθεί να πάρει, αλλά η Τόρι επέμενε να της το χαρίσει. Και ήταν τόσο όμορφο. Αμέσως μόλις το είδε πάνω της, της ήταν αδύνατο να του αντισταθεί. «Είναι πολύ παλιό», είπε στον κόμη. «Του δέκατου τρίτου αιώνα. Και έχει μια μάλλον τραγική ιστορία». «Αλήθεια; Ίσως θα είχατε την καλοσύνη να μου την πείτε μια μέρα». «Πολύ ευχαρίστως». Ο καπετάνιος άρχισε εκείνη τη στιγμή να μιλάει, εξηγώντας την πρόοδο που είχαν κάνει μέχρι στιγμής στο ταξίδι τους και κατόπιν απαριθμώντας τα πιάτα που περιλάμβανε το δείπνο. Τα ποτήρια γέμισαν με κρασί και εμφανίστηκαν ασημένιες πιατέλες με λαχανικά, κρεατικά και ψάρια. «Λοιπόν, αγαπητή μου δεσποινίς Τσέιστεν, πώς περάσατε την ημέρα σας;» Ο κόμης Κόλινγουντ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να γεμίσει ο σερβιτόρος το πιάτο του με λαχταριστό λεμονάτο κοτόπουλο. «Αν ο καιρός δεν ήταν τόσο άσχημος, θα ήθελα να κάνω μια βόλτα στο κατάστρωμα». Όμως αυτή η ημέρα του Φεβρουαρίου ήταν συννεφιασμένη και κρύα και η θάλασσα ανταριασμένη. Ευτυχώς ποτέ δεν την έπιανε ναυτία, όπως την καμαριέρα της και κάποιους άλλους από τους επιβάτες του πλοίου. «Κυρίως διαβάζοντας». «Ποιο βιβλίο;» «Ένα αγαπημένο έργο του Σαίξπηρ. Εσάς σας αρέσει το διάβασμα, λόρδε μου;» «Ω, μα φυσικά». Τα δόντια του κόμη ήταν ελαφρώς στραβά, αλλά το χαμόγελό του καθόλου δυσάρεστο. «Κι εγώ αγαπώ το Βάρδο». Άρχισε να απαγγέλλει στίχους από το Βασιλιά Ληρ, το αγαπημένο του έργο. Η Γκρέις συμπλήρωσε μερικές γραμμές και πρόσθεσε ότι εκείνη προτιμούσε το Ρωμαίος και Ιουλιέτα. «Α, ώστε είστε ρομαντική», είπε ο καπετάνιος, μπαίνοντας στη συζήτηση.

~ 12 ~


Η Γκρέις χαμογέλασε. «Για να πω την αλήθεια, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά τώρα που το λέτε, ναι, ίσως είμαι λιγάκι ρομαντική. Κι εσείς, καπετάνιε; Ποιο έργο του Σαίξπηρ προτιμάτε;» Ο καπετάνιος δεν πρόλαβε να απαντήσει, γιατί εκείνη τη στιγμή η πόρτα του σαλονιού άνοιξε και ένας γεροδεμένος ναύτης εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας. Κατέβηκε στο σαλόνι και πλησίασε βιαστικά τον καπετάνιο. Η Γκρέις δεν μπορούσε ν’ ακούσει τι έλεγαν, αλλά ύστερα από ένα λεπτό ο καπετάνιος σηκώθηκε. «Με συγχωρείτε, κυρίες και κύριοι, αλλά όπως φαίνεται το καθήκον με καλεί». Ακούγοντας τα μουρμουρητά ολόγυρα στο τραπέζι, ο Τσέιμπερς χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Είμαι βέβαιος ότι δε συμβαίνει τίποτα το ανησυχητικό. Μέχρι να επιστρέψω, απολαύστε, παρακαλώ, το δείπνο σας». Ο κοντόχοντρος, γκριζομάλλης άντρας έφυγε και οι συζητήσεις ξανάρχισαν. Κανείς δε φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχος, παρ’ όλο που ήταν φανερό ότι οι επιβάτες αναρωτιούνταν τι να είχε συμβεί. «Αν πρόκειται για κάτι σημαντικό», είπε ο κόμης, «είμαι βέβαιος ότι θα το μάθουμε όταν επιστρέψει ο καπετάνιος». Η συντροφιά συνέχισε να συζητά εγκάρδια σε όλη τη διάρκεια του δείπνου και όταν τελείωσαν το επιδόρπιο, ο λόρδος Κόλινγουντ την κάλεσε για μια βόλτα στο κατάστρωμα. «Εκτός, φυσικά, αν κάνει πολύ κρύο για σας». «Θα μου άρεσε πολύ ένας περίπατος. Λίγος καθαρός αέρας είναι ό,τι πρέπει». Καθώς βράδιαζε ο καιρός είχε αρχίσει να μαλακώνει και παρ’ όλο που το κρύο παρέμενε τσουχτερό, η θάλασσα ήταν λιγότερο τρικυμισμένη. Ο λόρδος Κόλινγουντ την οδήγησε στο κατάστρωμα και στάθηκαν μπροστά στην κουπαστή. Η Γκρέις εισέπνευσε βαθιά τον αψύ θαλασσινό αέρα. Είχε ακόμα κύμα, αλλά ο ωκεανός φαινόταν πολύ πιο φιλικός απ’ όσο πριν από μερικές μέρες και μια λεπτή φέτα φεγγαριού υψωνόταν πάνω από το νερό, δημιουργώντας ένα ασημένιο μονοπάτι προς τον ορίζοντα. Η Γκρέις έγειρε το κεφάλι της πίσω για να θαυμάσει τα αστέρια, που έλαμπαν σαν κρύσταλλα με φόντο το μαύρο νυχτερινό ουρανό. «Βλέπετε εκείνη τη συστάδα άστρων από πάνω μας;» Έδειξε προς το σκοτάδι πάνω από το ψηλό κατάρτι του πλοίου. «Είναι ο Ωρίων, ο κυνηγός. Εκείνα τα

~ 13 ~


τρία άστρα σχηματίζουν τη ζώνη του. Δίπλα του, ακριβώς εκεί, είναι ο Ταύρος». Ο κόμης ανασήκωσε τα φρύδια του. «Πολύ εντυπωσιακό, αγαπητή μου. Μελετώ κι εγώ τα άστρα και έχετε απόλυτο δίκιο. Αγαπάτε την αστρονομία, δεσποινίς Τσέιστεν;» «Ω, ναι, πολύ. Ασχολούμαι μ’ αυτή στον ελεύθερο χρόνο μου. Για την ακρίβεια, έχω ένα μικρό τηλεσκόπιο στο μπαούλο μου. Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία για παρατηρήσεις όσο θα βρίσκομαι στο Σκάρμπορο». Ο κόμης της χάρισε ένα ελαφρώς λοξό χαμόγελο. «Πολύ ενδιαφέρον. Θα περάσω από κει κατά την επιστροφή μου. Μου επιτρέπετε να σας επισκεφθώ;» Η Γκρέις του έριξε μια ματιά. Ήταν ωραίος και κομψός, πλούσιος και αριστοκράτης. Είχε διαισθανθεί εξαρχής το ενδιαφέρον του, αλλά την άφηνε αδιάφορη. Παρ’ όλο που απολάμβανε τη συντροφιά των αντρών, ελάχιστοι απ’ αυτούς είχαν τα προσόντα να γίνουν κάτι περισσότερο από φίλοι της. Μερικές φορές αναρωτιόταν μήπως είχε κάποιο πρόβλημα. «Ασφαλώς, είστε ευπρόσδεκτος στο Χάμφρεϊ Χολ. Η επίσκεψή σας θα μου είναι πολύ ευχάριστη». Ευχάριστη, αλλά τίποτα περισσότερο. Συλλογίστηκε το μεγάλο έρωτα ανάμεσα στο Ρωμαίο και την Ιουλιέτα και αναρωτήθηκε αν εκείνη θα γνώριζε ποτέ μια τέτοια αγάπη. Ο αέρας δυνάμωσε και μια τούφα ξέφυγε από τις φουρκέτες που συγκρατούσαν τα μαλλιά της και της μαστίγωσε το μάγουλο. Είχε παγωνιά και, παρ’ όλο που φορούσε την κάπα της με τη γούνινη επένδυση, ένιωσε να ανατριχιάζει. «Κρυώνετε», είπε ο λόρδος Κόλινγουντ. «Καλύτερα να επιστρέψουμε μέσα. Θα θέλατε να παίξουμε μια παρτίδα ουίστ;» Γιατί όχι; Δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. «Πολύ καλή ιδέα...» Ακούγοντας αντρικές φωνές καθώς τα μέλη του πληρώματος έτρεχαν στο κατάστρωμα, σταμάτησε απότομα. Κάτι συνέβαινε στην άλλη πλευρά του πλοίου. Ο κόμης τέντωσε το λαιμό του. «Κοιτάξτε, ένα πλοίο έρχεται προς το μέρος μας!» «Ένα πλοίο;» Ένα ρίγος ανησυχίας τη διαπέρασε. Δεν ξεχνούσε ότι η χώρα ήταν σε πόλεμο. Ένα άγνωστο σκάφος που πλησίαζε μέσα στο

~ 14 ~


σκοτάδι το Λαίδη Ανν θα μπορούσε κάλλιστα να είναι εχθρικό. Ακολούθησε το λόρδο Κόλινγουντ προς την πλώρη για να δουν καλύτερα. «Λέτε να είναι γαλλικό;» «Αμφιβάλλω. Πλέουμε πολύ κοντά στην ακτή». Ο κόμης έριξε μια ματιά προς την κατεύθυνση απ’ όπου είχαν έρθει. «Ίσως όμως θα ήταν καλύτερα να επιστρέψουμε στο σαλόνι». Η Γκρέις τον άφησε να την οδηγήσει προς τα κει, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα δεν ήθελε να φύγει. Στο φως του φεγγαριού έβλεπε τα λευκά πανιά του άλλου σκάφους να φεγγίζουν στ’ αριστερά του πλοίου. Κόντευε να τους φτάσει και η ανησυχία της μεγάλωσε. «Μοιάζει με σκούνα», είπε ο κόμης. Το άγνωστο σκάφος ήταν μακρουλό και χαμηλό και τα ψηλά δίδυμα κατάρτια του υψώνονταν με μεγαλοπρέπεια πάνω από το νερό. Ο κόμης πρόσεξε τη βρετανική σημαία να ανεμίζει στην πρύμνη του λυγερού μαύρου σκαριού την ίδια στιγμή που την είδε και η Γκρέις και τον άκουσε να αναστενάζει με ανακούφιση. «Εν τέλει δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Το σκάφος είναι δικό μας». «Ναι, έτσι φαίνεται...» Όμως η Γκρέις σκέφτηκε για ποιο λόγο ταξίδευε και η ανησυχία της δε μειώθηκε. *** «Λυπάμαι που διακόπτω το ταξίδι σας, καπετάνιε». Ο Ίθαν Σαρπ στεκόταν κοντά στην κουπαστή και μιλούσε με τον Κόλιν Τσέιμπερς, πλοίαρχο του Λαίδη Ανν. «Όμως έχω επιφορτιστεί με μια πολύ σοβαρή αποστολή που αφορά έναν από τους επιβάτες σας». «Αλήθεια; Σαν τι αποστολή θα μπορούσε να είναι;» «Μια επιβάτισσά σας αναζητείται για να δώσει κατάθεση σχετικά με ένα ζήτημα που αφορά την εθνική ασφάλεια. Πρέπει να τη συνοδεύσω επειγόντως πίσω στο Λονδίνο». «Για γυναίκα πρόκειται;» «Μάλιστα». Ο καπετάνιος συνοφρυώθηκε. «Και λέτε ότι αυτή η γυναίκα αναζητείται;» «Δυστυχώς». Δεν ήταν ακριβώς αλήθεια. Οι Αρχές δεν είχαν ιδέα για την ύπαρξη της Γκρέις Τσέιστεν. Ο Ίθαν ήταν ένας από τους λίγους που γνώριζαν ότι αυτή η γυναίκα ήταν υπεύθυνη για την απόδραση του

~ 15 ~


προδότη Χάρμον Τζέφρις, υποκόμη Φορσάιθ, του ανθρώπου που τον είχε προδώσει στους Γάλλους και του είχε κοστίσει το πλοίο και το πλήρωμά του. Όμως οι πηγές του ήταν απολύτως αξιόπιστες. Η Τσέιστεν είχε πληρώσει έναν άνθρωπο του υποκόσμου κι εκείνος είχε κανονίσει να κάνουν τα στραβά μάτια οι δεσμοφύλακες του Νιούγκεϊτ ώστε ο Τζέφρις να αποδράσει. Σύμφωνα με τις πηγές του, η Γκρέις Τσέιστεν ήταν ερωμένη του υποκόμη. Και τον είχε σώσει από την αγχόνη. Όχι, δεν ήθελαν οι Αρχές να την ανακρίνουν. Ο Ίθαν την ήθελε. Ήταν αποφασισμένος να βρει τον Τζέφρις –και αργά ή γρήγορα θα τον έβρισκε. Προς το παρόν, πίστευε ότι ζούσε με πολυτέλεια και άνεση κάπου στη Γαλλία, αλλά ήθελε να βεβαιωθεί. Εκτός αυτού, μέχρι να βρει έναν τρόπο για να τον αιχμαλωτίσει πάλι, κάποιος έπρεπε να πληρώσει για όσα είχε κάνει ο υποκόμης. Κι αυτός ο κάποιος θα ήταν η Γκρέις Τσέιστεν. «Θα πρέπει να ελέγξω τα έγγραφά σας, πλοίαρχε Σαρπ», είπε ο Τσέιμπερς. «Ασφαλώς». Ο Ίθαν ήταν προετοιμασμένος να συνεργαστεί όσο γινόταν. Δεν ήθελε φασαρίες – ήθελε μόνο τη γυναίκα η οποία είχε βοηθήσει έναν προδότη. Έδειξε στον Τσέιμπερς τα έγγραφα που πιστοποιούσαν ότι ήταν Άγγλος ιδιώτης καταδρομέας στην υπηρεσία της χώρας του και ο καπετάνιος φάνηκε να μένει ικανοποιημένος. «Και πώς ονομάζεται αυτή η επιβάτισσα;» ρώτησε καθώς προχωρούσαν προς το σαλόνι. «Γκρέις Τσέιστεν». Ο καπετάνιος σταμάτησε απότομα. «Κάποιο λάθος θα κάνετε. Η δεσποινίς Τσέιστεν είναι μια ευπρεπέστατη νεαρά. Αποκλείεται να έχει ανάμειξη σε κάτι τόσο αποτρόπαιο όσο...» «Η απόδραση ενός προδότη; Η απελευθέρωση ενός ανθρώπου που εξαιτίας του έχασαν τη ζωή τους δεκάδες άλλοι; Ακριβώς σ’ αυτά τα ερωτήματα θέλουμε να απαντήσει. Και τώρα, καπετάνιε, αν έχετε την καλοσύνη να με οδηγήσετε στη δεσποινίδα Τσέιστεν, θα κάνουμε τη δουλειά μας και θα σας αφήσουμε να συνεχίσετε το ταξίδι σας». Ο καπετάνιος εξακολουθούσε να τον κοιτάζει με αμφιβολία. Λίγα μέτρα πιο πίσω του, ο Άνγκους Μακσέιν ακούμπησε το χοντρό του χέρι στη λαβή της πιστόλας που είχε περασμένη στη φαρδιά δερμά-

~ 16 ~


τινη ζώνη του. Ο Ίθαν έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα με το κεφάλι, σινιάλο για τον Άνγκους να ετοιμάσει την ομάδα εφόδου. Η Γκρέις Τσέιστεν θα έφευγε από το Λαίδη Ανν είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο. «Από δω, πλοίαρχε Σαρπ. Ας δούμε τι έχει να πει η κυρία». Ακολουθώντας τον καπετάνιο, ο Ίθαν κατέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στο σαλόνι. Οι επιβάτες κάθονταν στην πολυτελή αίθουσα –τρεις απ’ αυτούς στον καναπέ, δύο μπροστά σε μια σκακιέρα από ελεφαντόδοντο. Άλλοι διάβαζαν ή έπαιζαν χαρτιά. Ένας άντρας σηκώθηκε καθώς ο καπετάνιος πλησίαζε στο τραπέζι του χαρτοπαίγνιου. «Τι συμβαίνει, καπετάνιε;» «Τίποτα που να σας αφορά, λόρδε μου. Αυτός είναι ο πλοίαρχος Ίθαν Σαρπ, του Δαίμονα των Θαλασσών. Αν κατάλαβα καλά, θέλει να μιλήσει στη δεσποινίδα Τσέιστεν». Για πρώτη φορά, η προσοχή του Ίθαν εστιάστηκε στη γυναίκα που καθόταν στο τραπέζι και που στο λεπτό της χέρι κρατούσε μερικά τραπουλόχαρτα ανοιχτά σαν βεντάλια. Δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσο ελκυστική. Τότε όμως σκέφτηκε πως ήταν η ερωμένη ενός πλούσιου άντρα. Όμως η Γκρέις Τσέιστεν ήταν κάτι περισσότερο από χαριτωμένη. Ήταν εκθαμβωτικά ωραία, με μάτια πράσινα σαν σμαράγδια και αλαβάστρινη επιδερμίδα. Τα μαλλιά της ήταν κοκκινοκάστανα, σαν χαλκός με χρυσαφένιες πινελιές, και παρ’ όλο που φορούσε ένα απλό μεταξωτό φόρεμα, η καμπύλη του γεμάτου στήθους της ξεπρόβαλλε ερεθιστικά πάνω από το σεμνό ντεκολτέ. Ήταν νεότερη απ’ όσο είχε φανταστεί, ή τουλάχιστον έδειχνε νεότερη, παρ’ όλο που δεν ήταν παιδούλα. Ωστόσο δεν είχε το κουρασμένο, κυνικό ύφος μιας γυναίκας που πληρωνόταν για να προσφέρει τα θέλγητρά της. Όχι, η Γκρέις Τσέιστεν ήταν όμορφη και γεμάτη χάρη, και το πρόσωπό της ήταν χλομό τώρα καθώς σηκωνόταν από τη θέση της. Ψηλή και λεπτή, κάτω από άλλες συνθήκες σίγουρα θα του είχε τραβήξει το ενδιαφέρον. Όμως το μόνο που ένιωθε γι’ αυτήν ήταν σιχασιά και περιφρόνηση. «Μπορούμε να περάσουμε έξω, δεσποινίς Τσέιστεν;» ρώτησε ο Ίθαν πιέζοντας τον εαυτό του να μιλήσει σε ευγενικό τόνο, αν και η υπόκλιση που έκανε δεν ήταν εντελώς κοροϊδευτική. «Μπορώ να μάθω περί τίνος πρόκειται, πλοίαρχε Σαρπ;» ρώτησε εκείνη.

~ 17 ~


Ο Ίθαν έριξε μια ματιά στον ψηλό αριστοκράτη που στεκόταν απέναντί της και φαινόταν έτοιμος να την υπερασπιστεί. «Όπως είπα, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε αυτή τη συζήτηση ιδιαιτέρως». Το πρόσωπό της έγινε ακόμα πιο χλομό, αλλά δυο ρόδινες κηλίδες φάνηκαν στα μάγουλά της. «Μάλιστα». «Καλύτερα να έρθω μαζί σας, αγαπητή μου», προσφέρθηκε ο σύντροφός της. Εκείνη κατάφερε να χαμογελάσει. «Δεν είναι απαραίτητο. Είμαι βέβαιη ότι δε θα καθυστερήσω πολύ. Θα γυρίσω για να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας». Μην είσαι και τόσο βέβαιη. Η Γκρέις προχώρησε προς τη σκάλα και ο καπετάνιος με τον Ίθαν την ακολούθησαν. Πίσω στο κατάστρωμα, ο πλοίαρχος Τσέιμπερς της εξήγησε με συντομία για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί ο Ίθαν. «Λυπάμαι, δεσποινίς Τσέιστεν, αλλά ο πλοίαρχος Σαρπ ισχυρίζεται ότι σας αναζητούν για να καταθέσετε σχετικά με ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας». Τα κοκκινωπά φρύδια της έσμιξαν και μια έκφραση απορίας απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Δυστυχώς, δεν καταλαβαίνω». Ο Ίθαν προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Εκείνη ήξερε πολύ καλά τι την ήθελε κι όμως φαινόταν αποφασισμένη να συνεχίσει το θέατρο που έπαιζε. Ε, τότε, θα έκανε κι εκείνος το ίδιο. «Είμαι βέβαιος ότι δεν έχετε την παραμικρή ιδέα για όσα συμβαίνουν. Όμως το ζήτημα πρέπει να διευκρινιστεί. Λυπάμαι, αλλά θα χρειαστεί να έρθετε μαζί μου». Και τα τελευταία ίχνη χρώματος έσβησαν από το πρόσωπό της. Φαινόταν έτοιμη να λιποθυμήσει και ο Ίθαν βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του. Μια λιπόθυμη γυναίκα θα τους δυσκόλευε αφάνταστα. Όμως η Γκρέις Τσέιστεν δε λιποθύμησε. Αντίθετα, ίσιωσε τους ώμους της. Είχε αποφασίσει να το αντιμετωπίσει παλικαρίσια, να παραστήσει το αθώο θύμα. Και από μια πλευρά ο Ίθαν θαύμαζε το κουράγιο της. «Είμαι επιβάτισσα αυτού του πλοίου και μου φαίνεται απίστευτο πώς έχετε την απαίτηση να σας ακολουθήσω. Αυτό που ζητάτε απλώς δε

~ 18 ~


γίνεται. Επισκέπτομαι τη θεία μου, λαίδη Χάμφρεϊ, στο Σκάρμπορο. Αν δε φτάσω εκεί, η θεία μου θα πεθάνει από την αγωνία της». «Ο πλοίαρχος Τσέιμπερς θα της εξηγήσει. Όταν θα έχουν δοθεί επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις, θα σας επιτραπεί να συνεχίσετε το ταξίδι σας». Ο Ίθαν την έπιασε από το μπράτσο και την έσπρωξε προς την ανεμόσκαλα που κρεμόταν στο πλευρό του πλοίου. Η ανεμόσκαλα οδηγούσε στη μικρή ξύλινη βάρκα που θα τους έφερνε πίσω στο Δαίμονα των Θαλασσών και ο Ίθαν ανυπομονούσε να τη μεταφέρει εκεί πριν παρουσιαστεί κανένα πραγματικό πρόβλημα. Ο καπετάνιος Τσέιμπερς έκανε ένα βήμα μπροστά και τους έκοψε το δρόμο. «Λυπάμαι, πλοίαρχε Σαρπ. Είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω με τη δεσποινίδα Τσέιστεν. Είμαι βέβαιος ότι έχετε σοβαρό λόγο, αλλά δε γίνεται να σας επιτρέψω να πάρετε τη δεσποινίδα από το πλοίο μου. Όσο ταξιδεύει με το Λαίδη Ανν, η δεσποινίς Τσέιστεν βρίσκεται υπό την προστασία μου». Ένας θόρυβος ακούστηκε από πίσω του, ένα σύρσιμο ποδιών πάνω στο κατάστρωμα. Τρία οπλισμένα μέλη του πληρώματος του Δαίμονα των Θαλασσών ξεπρόβαλαν από τις κρυψώνες τους, με τις πιστόλες να σημαδεύουν τον καπετάνιο κατάστηθα. «Φοβάμαι, πλοίαρχε Τσέιμπερς, ότι δεν έχετε άλλη επιλογή». Ο Ίθαν άρπαξε την Γκρέις από τη μέση και την τράβηξε πάνω του. Τα όπλα έμειναν στραμμένα προς το στήθος του καπετάνιου. «Όπως είπα», συνέχισε απευθυνόμενος στην Γκρέις, «πρέπει να απαντήσετε σε ορισμένα ερωτήματα. Και πιστεύω ότι η αλήθεια θα έρθει πιο εύκολα στην επιφάνεια αν είμαστε στο πλοίο μου». Την τράβηξε προς τα πίσω ώσπου έφτασε στην ανεμόσκαλα. Την ένιωθε να τρέμει, ένιωθε το σώμα της παγωμένο, κι όμως εκείνη δεν έκανε καμιά απόπειρα να του ξεφύγει. Ίσως φοβόταν ότι η ζωή του καπετάνιου θα κινδύνευε αν αντιστεκόταν. Και ίσως είχε δίκιο. Ο Ίθαν ήταν αποφασισμένος να την πάρει μαζί του με κάθε κόστος. «Τι... τι θα γίνουν τα πράγματά μου;» «Δεν έχουμε χρόνο. Θα μείνουν πίσω». Ο Ίθαν την τράβηξε πάλι προς τη σκάλα και η Γκρέις έβγαλε έκπληκτη μια κραυγή όταν εκείνος έσκυψε, ακούμπησε τον ώμο του στη μέση της και την έριξε πάνω του. «Τι κάνετε εκεί; Αφήστε με κάτω!»

~ 19 ~


«Ήρεμα. Απλώς θα σας μεταφέρω στη σκάλα. Μ’ αυτό το φόρεμα δε θα τα καταφέρετε». Η Γκρέις δεν είπε τίποτε άλλο, παρ’ όλο που ο Ίθαν καταλάβαινε ότι θα ήθελε να πει πολλά. Ήταν φανερό ότι φοβόταν για τη ζωή του καπετάνιου κι αυτό τον εξέπληξε, γιατί δεν περίμενε ότι μια γυναίκα με τη δική της ηθική θα νοιαζόταν ποτέ για οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον εαυτό της. Δεν άργησε να κατέβει την ανεμόσκαλα. Την άφησε να καθίσει σε έναν από τους πάγκους της βάρκας, έριξε μια μάλλινη κουβέρτα στους ώμους της και πήρε τη θέση του στην πρύμνη. Οι άντρες του κατέβηκαν σβέλτα από το Λαίδη Ανν, κάθισαν στις θέσεις τους και έπιασαν τα κουπιά. «Βάλτε τα δυνατά σας, παλικάρια μου. Δε θέλουμε φασαρίες, αν μπορούμε να τις αποφύγουμε. Όσο πιο γρήγορα βρεθεί στο πλοίο η κυρία, τόσο το καλύτερο για όλους μας». Της έριξε μια ματιά και είδε ότι κάτω από την κουβέρτα εκείνη έτρεμε από το κρύο και το φόβο, αλλά κοιτούσε προς το πλοίο με μια μοιρολατρική έκφραση. Ήταν φανερό πως ήξερε για ποιο λόγο την είχε απαγάγει. Αν ο Ίθαν είχε την παραμικρή αμφιβολία –που δεν είχε–, η σιωπή της του αποδείκνυε την ενοχή της. Έφτασαν στο πλοίο χωρίς να συμβεί κάτι απρόοπτο. Το Λαίδη Ανν ήταν ένα παλιό τρικάταρτο καράβι της γραμμής, χοντρό και άχαρο σαν σκάφη στο νερό. Όταν ο Δαίμονας των Θαλασσών θα άνοιγε πανιά, δεν υπήρχε περίπτωση να τον προλάβει το δυσκίνητο ποστάλι. Όταν η λάντζα έφτασε δίπλα στο κύτος, ένα μέλος του πληρώματος πέταξε έναν κάβο για να δέσουν γερά τη βάρκα μέχρι να ανεβούν στο κατάστρωμα. «Μπορώ και μόνη μου», είπε η Γκρέις κοιτάζοντας την ψηλή σκάλα. Ο Ίθαν μπήκε στον πειρασμό να την αφήσει να δοκιμάσει. «Θα ανεβείτε με τον ίδιο τρόπο που κατεβήκατε». Εκείνη άνοιξε το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ίθαν δεν της έδωσε την ευκαιρία, απλώς την έριξε πάλι στον ώμο και άρχισε να ανεβαίνει. Αμέσως μόλις τα πόδια της πάτησαν στο πεντακάθαρο κατάστρωμα, η Γκρέις γύρισε προς το μέρος του. «Ωραία λοιπόν, είμαι εδώ όπως διατάξατε. Ψελλίσατε κάτι για λόγους εθνικής ασφάλειας και αν κατάλαβα καλά σχεδιάζετε να με πάτε πίσω στο Λονδίνο».

~ 20 ~


Ο Ίθαν χαμογέλασε μοχθηρά. «Κάποια στιγμή. Για την ώρα, θα κατευθυνθούμε νότια παράλληλα με την ακτή κι έπειτα θα συνεχίσουμε για Γαλλία». Από την έκπληξη, τα πράσινα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Τ-τι;» «Έχω άλλες υποθέσεις να τακτοποιήσω πριν ασχοληθώ μαζί σας». Η Γκρέις ξεροκατάπιε και προσπάθησε να ανακτήσει την ψυχραιμία της. «Απαιτώ να μάθω γιατί με φέρατε εδώ. Τι θέλετε από μένα;» Ακριβώς αυτό αναρωτιόταν κι εκείνος από τη στιγμή που είχε πληροφορηθεί την ταυτότητά της, πίσω στο Λονδίνο. Κι αυτό εξακολουθούσε να τον απασχολεί από τη στιγμή που την αντίκρισε πάνω στο Λαίδη Ανν. «Αυτό είναι το ερώτημα». Αντί για φόβο, τα πράσινα μάτια της άστραψαν από οργή. Τα μάγουλά της ξαναβρήκαν το χρώμα τους και το φως του φεγγαριού έκανε τα μαλλιά της να λάμψουν σαν πύρινες γλώσσες. «Ποιος είστε στ’ αλήθεια, πλοίαρχε Σαρπ;» Ο Ίθαν περιεργάστηκε το πανέμορφο, διπρόσωπο πλάσμα και ένιωσε ένα κύμα πόθου να τον πλημμυρίζει. «Θέλεις να μάθεις ποιος είμαι; Ε, λοιπόν, είμαι ο διάβολος προσωποποιημένος, κι εσύ, ωραία μου κυρία, πολύ σύντομα θα πληρώσεις για τις αμαρτίες σου».

~ 21 ~


3 Η Γκρέις στεκόταν σαν μαρμαρωμένη στο κατάστρωμα του Δαίμονα των Θαλασσών κι ένιωθε το φόβο να της κατατρώει τα σωθικά. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά σαν ταμπούρλο, ένιωθε το σφίξιμο στο στήθος της, που δεν την άφηνε να ανασάνει. Ο πλοίαρχος στεκόταν μπροστά της, με τα πόδια μισάνοιχτα για να κρατάει την ισορροπία του στο κατάστρωμα που σκαμπανέβαζε και ένα μοχθηρό χαμόγελο στα χείλη. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη τη δύναμη της θέλησής της για να μην του δείξει πόσο τρομοκρατημένη ήταν. Μετάνιωνε πικρά που δεν του είχε αντισταθεί. Έπρεπε να αρνηθεί να εγκαταλείψει το πλοίο, έπρεπε να ζητήσει βοήθεια, να παρακαλέσει τους επιβάτες και το πλήρωμα να την υπερασπιστούν. Όμως φοβόταν για τη ζωή του πλοιάρχου Τσέιμπερς· δεν ήθελε να τον βρει κανένα κακό εξαιτίας της, ακόμα και να χάσει τη ζωή του. Ήταν ένοχη ενός σοβαρότατου εγκλήματος κι εκείνη τη σύντομη, τρομαχτική στιγμή όπου ο μαυρομάλλης καπετάνιος είχε μπει στο σαλόνι ήταν φανερό ότι γνώριζε τι είχε κάνει. Ποιος ήταν; Ο διάβολος, της είχε πει, και η Γκρέις τον πίστευε. Αν έκλεινε τα μάτια της, μπορούσε ακόμα να δει την αποστροφή στο πρόσωπό του καθώς την κοιτούσε. Και το μίσος. Πρώτη της φορά έβλεπε μάτια τόσο καταγάλανα που φαίνονταν σχεδόν σαν δυο κομμάτια πάγου κι ένα σαγόνι τόσο σφιγμένο που έμοιαζε σαν σμιλεμένο στην πέτρα. Ήταν ψηλός, με μακριά και γεροδεμένα πόδια και ο ώμος του που της πίεζε το στομάχι καθώς τη μετέφερε στην ανεμόσκαλα ήταν φαρδύς και δυνατός. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος περιττού λίπους στο νευρώδες κορμί του και στη μνήμη της ήταν ακόμα νωπή η ζεστασιά που ανέδιδε η πλάτη του έτσι όπως την κρατούσε σαν σφαχτάρι. Μόλις το σκέφτηκε ένιωσε το πρόσωπό της να φουντώνει. Το δέρμα του ήταν σκουρόχρωμο, το πρόσωπό του ηλιοκαμένο και στις άκρες των ματιών του υπήρχαν λεπτές ρυτίδες. Από τον ήλιο, όχι από το γέλιο –ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Δεν μπορούσε να φανταστεί αυτόν το διαβολικό άνθρωπο να γελάει με κάτι, εκτός, ίσως, με τον πόνο κάποιου άλλου. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σκληρά, αυστηρά και τραχιά.

~ 22 ~


Κι όμως ήταν ωραίος. Με τα κυματιστά μαύρα μαλλιά, τα πυκνά φρύδια και τα καλοσχηματισμένα χείλη, ήταν ένας από τους πιο ωραίους άντρες που είχε δει ποτέ της. «Ακολούθησέ με». Η φωνή του την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Γιατί του είχε επιτρέψει να την απομακρύνει από το Λαίδη Ανν; Είχε κάνει τραγικό λάθος. Η Γκρέις μάζεψε το κουράγιο της. «Πού με πας;» «Κάπου θα πρέπει να κοιμηθείς. Θα μείνεις στην καμπίνα μου». Η Γκρέις σταμάτησε απότομα, αλλά το σκαμπανέβασμα του πλοίου την έκανε να ταλαντευτεί. «Κι εσύ πού θα κοιμηθείς;» Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Το πλοίο δεν είναι και τόσο μεγάλο. Φοβάμαι πως θα πρέπει να μοιραστείς την καμπίνα μαζί μου». Η Γκρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. «Ω, όχι. Αποκλείεται να κοιμηθείς στον ίδιο χώρο μ’ εμένα». Το ένα μαύρο φρύδι του ανασηκώθηκε. «Μήπως προτιμάς να ξαπλώσεις στο κατάστρωμα; Μπορώ να το κανονίσω, αν θέλεις. Ή να πλαγιάσεις με τα μέλη του πληρώματος. Είμαι βέβαιος ότι κανείς τους δε θα είχε αντίρρηση να μοιραστεί το κρεβάτι του μαζί σου. Τι προτιμάς, δεσποινίς Τσέιστεν;» Η Γκρέις κοίταξε το σκληρό πρόσωπό του και ένιωσε ναυτία. Ήταν στο απόλυτο έλεος αυτού του ανθρώπου. Τι μπορούσε να κάνει; Κοίταξε αλαφιασμένη ολόγυρα στο κατάστρωμα. Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτεί, πουθενά δεν μπορούσε να καταφύγει. Μισή ντουζίνα ναύτες στέκονταν σε ημικύκλιο από πίσω της. Ένας απ’ αυτούς χαμογέλασε και η Γκρέις είδε τα σαπισμένα δόντια του. Ένας άλλος είχε ξύλινο πόδι κι ένας τρίτος ήταν τεράστιος, μελαψός και γεμάτος τατουάζ. «Δεσποινίς Τσέιστεν;» Προφανώς ο καπετάνιος ήταν ο λιγότερο επικίνδυνος απ’ όλους, αν και δεν έπαιρνε όρκο γι’ αυτό. Κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι της καταφατικά κι εκείνος έκανε μεταβολή και άρχισε να προχωράει. Η Γκρέις τον ακολούθησε θέλοντας και μη. Τα πόδια της έτρεμαν καθώς κατέβαινε τη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα του, στην πρύμνη του πλοίου. Όταν έφτασε κάτω, στράφηκε και άπλωσε το χέρι του για να τη

~ 23 ~


βοηθήσει, με μια αβρότητα που ήταν περισσότερο εμπαιγμός παρά ιπποτικότητα. Της άνοιξε την πόρτα της καμπίνας για να περάσει και η Γκρέις μπήκε σε ένα δωμάτιο πολύ πιο πολυτελές και εντυπωσιακό από τη μικρή καμπίνα που μοιραζόταν με τη Φοίβη στο Λαίδη Ανν. «Ελπίζω να είναι της αρεσκείας σου». Πώς γινόταν να μην είναι; Οι τοίχοι ήταν από γυαλισμένο μαόνι, όπως και το τραπέζι και οι καρέκλες, το γραφείο και τα ράφια με τα βιβλία. Κάτω από τα μικρά τετράγωνα παράθυρα υπήρχε ένα φαρδύ ενσωματωμένο κάθισμα που έβλεπε προς την πρύμνη και σε ένα μικρό γωνιακό τζάκι έκαιγε μια ζωηρή φωτιά. Το λουστραρισμένο ξύλινο πάτωμα ήταν καλυμμένο με ένα παχύ περσικό χαλί και έλαμπε στο φως των καλογυαλισμένων μπρούντζινων φαναριών. Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Το γούστο σου στην επίπλωση είναι άριστο, πλοίαρχε Σαρπ. Ακόμα και φινετσάτο, θα μπορούσε να πει κανείς», είπε με μια σαρκαστική νότα στη φωνή της. «Αντίθετα από τους τρόπους μου, εννοείς, δεσποινίς Τσέιστεν;» «Εσύ το είπες, καπετάνιε, όχι εγώ». Ο Ίθαν έπιασε έναν ασημένιο χαρτοκόπτη από το γραφείο του και τον στριφογύρισε με τα μακριά, λεπτά δάχτυλά του. «Είμαι περίεργος, δεσποινίς Τσέιστεν. Νωρίτερα, όταν πρωτογνωριστήκαμε, έδειξες να μην ξαφνιάζεσαι και τόσο από την παρουσία μου. Υποθέτω ότι αυτό οφείλεται στο ότι ήξερες πως θα υπήρχαν συνέπειες έπειτα απ’ ό,τι έκανες στο Λονδίνο». Η Γκρέις έμεινε ανέκφραστη και προσευχήθηκε να μην πρόσεχε εκείνος ότι τα χέρια της έτρεμαν. «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μου μιλάς. Σε ακολούθησα γιατί ήταν σαφές ότι οι άντρες σου θα σκότωναν τον πλοίαρχο Τσέιμπερς αν δεν το έκανα». «Δηλαδή φοβήθηκες για τη ζωή του καπετάνιου, όχι για τη δική σου». «Ακριβώς». «Γιατί νομίζεις πως ήρθα να σε πάρω;» «Ιδέα δεν έχω». «Αλήθεια». «Αλήθεια».

~ 24 ~


«Ίσως φαντάστηκες πως σε απήγαγα για να ζητήσω λύτρα». Προχώρησε προς το μέρος της, ψηλός και μελαψός σαν πάνθηρας που αναζητούσε το θήραμά του. «Περί αυτού πρόκειται;» Η Γκρέις σήκωσε το χέρι της και ψηλάφισε το κούμπωμα του περιδέραιου, αλλά τα δάχτυλά της ήταν μουδιασμένα και δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να το ανοίξει. «Αν είναι έτσι, θα μπορούσες να πάρεις αυτό αντί για χρήματα. Σε διαβεβαιώνω ότι έχει πολύ μεγάλη αξία». Και μεγάλο πείσμα, λες και τα μαργαριτάρια είχαν δική τους θέληση, γιατί το κούμπωμα αρνιόταν ν’ ανοίξει. Ο Ίθαν προχώρησε προς το μέρος της. «Επίτρεψέ μου να σε βοηθήσω». Το κούμπωμα άνοιξε σχεδόν αμέσως και το περιδέραιο έπεσε στην παλάμη του. «Εξαίσιο», είπε χαϊδεύοντας τα μαργαριτάρια. «Αναρωτιέμαι πού το βρήκες». «Είναι δώρο. Δέξου το ως πληρωμή και άφησέ με να γυρίσω στο Λαίδη Ανν». Ο Ίθαν γέλασε και το γέλιο του ακούστηκε τραχύ, δυσάρεστο. «Δώρο. Από κάποιον θαυμαστή, χωρίς αμφιβολία». Το έριξε από τη μια χούφτα του στην άλλη, δοκιμάζοντας το βάρος του, νιώθοντας την απαλή υφή του, κι έπειτα το πέταξε αδιάφορα πάνω στο γραφείο. «Δε μ’ ενδιαφέρουν τα χρήματά σου, δεσποινίς Τσέιστεν». Τα παγερά γαλάζια μάτια του τη σάρωσαν από την κορφή ως τα νύχια και ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Υπάρχουν όμως άλλοι τρόποι για να με αποζημιώσεις». Το βλέμμα του στάθηκε στην καμπύλη του στήθους της, που μόλις ξεπρόβαλλε πάνω από το ντεκολτέ του γαλάζιου μεταξωτού φορέματός της. «Θα είμαι απασχολημένος για λίγο. Προσπάθησε να βολευτείς όσο θα λείπω». Σήκωσε το περιδέραιο από το γραφείο και το έκλεισε στην παλάμη του. «Θα τα πούμε αργότερα, δεσποινίς Τσέιστεν». Η Γκρέις τον είδε να διασχίζει την καμπίνα και να κλείνει την πόρτα βγαίνοντας. Ακούγοντας το σύρτη να μπαίνει στη θέση του, άφησε την ανάσα που κρατούσε. Τα δάκρυα που πάσχιζε τόση ώρα να συγκρατήσει ανάβλυσαν από τα μάτια της και άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Τα σκούπισε βιαστικά, αποφασισμένη να μην επιτρέψει σε κανέναν να τα δει –και ειδικά σ’ εκείνον.

~ 25 ~


Νόμιζε ότι εκείνος ήθελε να τη γυρίσει πίσω στο Λονδίνο, να την παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί για την ανάμειξή της στην απόδραση ενός προδότη. Ήξερε ότι υπήρχε πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο, ότι κινδύνευε να φυλακιστεί γι’ αυτό που είχε κάνει. Όμως δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον πατέρα της. Αν και δεν τον είχε γνωρίσει καν και δεν ήξερε αν ήταν αθώος ή ένοχος, δεν ήταν δυνατόν να μείνει αμέτοχη και να τους αφήσει να τον κρεμάσουν. *** Ο Ίθαν στεκόταν με τα πόδια μισάνοιχτα και τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή. Κοιτούσε το μαύρο νερό και το μυαλό του ήταν γεμάτο εικόνες της Γκρέις Τσέιστεν. Οι εικόνες της μπλέκονταν με αναμνήσεις από τους άντρες του πληρώματός του, γενναίους άντρες, που κάποιοι από αυτούς είχαν γυναίκες και παιδιά, άντρες που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του όλα αυτά τα χρόνια. Άκουγε ακόμα τις κραυγές τους μέσα από τους τοίχους της φυλακής. «Η κοπέλα δεν είναι όπως τη φανταζόμουν». Δεν είχε ακούσει τον Άνγκους να πλησιάζει. «Μια σταλιά κοριτσάκι είναι, ούτε είκοσι τριών χρονών, μπορεί και μικρότερη». «Η ηλικία της δεν παίζει κανένα ρόλο. Βοήθησε ένα δολοφόνο να ελευθερωθεί. Μπορεί να ήταν συνεννοημένη μαζί του από την αρχή και ίσως ξέρει πού θα τον βρούμε». Ο Άνγκους συγκατένευσε. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο». Ο Ίθαν κοίταξε πάλι τη θάλασσα. Το φως του φεγγαριού έπεφτε σαν λεπίδι πάνω τους καθώς το πλοίο έσκιζε το νερό. Ένας παγωμένος αέρας σάρωνε το κατάστρωμα, διαπερνώντας τα ρούχα του, το βαρύ μάλλινο πανωφόρι και το πουκάμισο με τα φαρδιά μανίκια που φορούσε από κάτω. «Ίσως τον αγαπούσε». Ο Ίθαν έσφιξε τα δόντια του. «Ο άνθρωπος είχε γυναίκα και παιδιά. Αυτή η κοπέλα είναι πόρνη». Ο Άνγκους ακούμπησε το βαρύ σώμα του στην κουπαστή. «Ναι, και σ’ αυτό μάλλον έχεις δίκιο». Τίναξε ένα χνούδι από την πατατούκα του. «Και τώρα που την κρατάμε, τι θα την κάνεις;» Ο Ίθαν γύρισε προς το μέρος του. «Ήταν η πόρνη του Τζέφρις. Απόψε θα γίνει δική μου».

~ 26 ~


Ο Άνγκους δεν είπε τίποτα, αλλά του Ίθαν δεν του διέφυγε το βλέμμα της αποδοκιμασίας στα μάτια του. «Θα τη βιάσεις;» Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δε θα χρειαστεί. Αφού πουλάει το κορμί της, θα το αγοράσω». Ο Άνγκους τράβηξε το πλεχτό σκουφί του πιο χαμηλά. «Αν πληρώσει για το έγκλημά της, θα την αφήσεις ελεύθερη;» Ο Ίθαν τον κοίταξε λες και ήταν τρελός. «Να την αφήσω ελεύθερη;» επανέλαβε καγχάζοντας. «Όταν τη χορτάσω, όταν βεβαιωθώ ότι δεν ξέρει πού θα τον βρω, τότε θα την πάω πίσω στο Λονδίνο και θα την παραδώσω στις Αρχές. Διέπραξε ένα έγκλημα, Άνγκους. Της αξίζει να πληρώσει για ό,τι έκανε». Ο μεγαλύτερος άντρας μούγκρισε. «Κάτι μου λέει ότι η κοπέλα θα τιμωρηθεί σκληρά προτού πατήσει καν το πόδι της στο Λονδίνο». Έκανε μεταβολή και προχώρησε προς τη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα του. Ο Ίθαν βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του. Ο Άνγκους δεν ήταν μαζί τους σ’ εκείνο το τελευταίο, μοιραίο ταξίδι. Μόνο ο Ίθαν και ο Λιανός Νεντ είχαν πολεμήσει μαζί με το πλήρωμα της Μάγισσας της Θάλασσας ενάντια στη φρεγάτα με τα τριάντα πέντε κανόνια που τους είχε στήσει ενέδρα κάπου στις ομιχλώδεις ακτές της Γαλλίας. Το πλήρωμα του πολεμικού πλοίου ήξερε πού θα τους έβρισκε. Ο καπετάνιος του είχε πάρει πληροφορίες που τον βοήθησαν να αιχμαλωτίσει τον κυβερνήτη και το πλήρωμα της Μάγισσας. Ο Χάρμον Τζέφρις είχε προδώσει τη χώρα του και η ερωμένη του τον είχε βοηθήσει να αποδράσει. Ο Ίθαν σκέφτηκε τη γυναίκα που περίμενε στην καμπίνα του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα· πιθανότατα θα κοιμόταν. Τη φαντάστηκε ξαπλωμένη γυμνή στο κρεβάτι του, στο απόλυτο έλεός του, και το σώμα του ξύπνησε μονομιάς, καθώς ο πόθος απλωνόταν σαν αστραπή μέσα του. Θα την έκανε δική του. Θα παζάρευε για τα θέλγητρά της και θα την έπαιρνε ξανά και ξανά, μέχρι να του ζητήσει έλεος. Ως εκείνη τη νύχτα δεν είχε φερθεί παρά μόνο σαν κύριος απέναντι στις γυναίκες. Οι ερωμένες που είχαν περάσει από τη ζωή του είχαν καλή και δίκαιη αντιμετώπιση. Όμως η Γκρέις Τσέιστεν ήταν άλλη ιστορία. Της άξιζε να πληρώσει και ο Ίθαν θα φρόντιζε γι’ αυτό.

~ 27 ~


*** Τρομαγμένη, αβέβαιη και εξαντλημένη από την κούραση, η Γκρέις αγωνιζόταν να μείνει ξύπνια. Όταν ο Ίθαν έφυγε από την καμπίνα, κουλουριάστηκε σε μια καρέκλα, κοντά στην πόρτα, και αφουγκραζόταν κάθε ήχο, σίγουρη ότι ο εχθρός θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή. Ο διάβολος είχε κάνει σαφείς τις προθέσεις του. Σκόπευε να της κλέψει την αθωότητά της, να τη διακορεύσει σαν βάρβαρος που ήταν. Όμως εκείνη δε θα τον διευκόλυνε. Ήταν ψηλός και δυνατός, αλλά εκείνη ήταν έξυπνη και αποφασισμένη. Θα τον πολεμούσε μέχρι τέλους, θα του αντιστεκόταν μέχρι την τελευταία της ανάσα. Οι ώρες κυλούσαν. Άκουγε το ρολόι του πλοίου να σημαίνει κάθε μισή ώρα, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να μην έρχεται. Ο κυματισμός της θάλασσας τη νανούριζε, ο απαλός παφλασμός του νερού στα πλευρά του πλοίου την υπνώτιζε. Προσπαθούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά, τσιμπιόταν για να μην την πάρει ο ύπνος. Όμως η ώρα περνούσε και ο ύπνος την καλούσε όπως η σειρήνα τον ανύποπτο ναύτη. Τα βλέφαρά της βάρυναν. Δεν άκουσε την πόρτα να ανοίγει αθόρυβα, δεν άκουσε τον ήχο από τις ψηλές μαύρες μπότες του καπετάνιου καθώς εκείνος περνούσε το κατώφλι. *** Ο Ίθαν στάθηκε στο κέντρο της καμπίνας. Αν περίμενε να βρει την Γκρέις Τσέιστεν γυμνή και ξαπλωμένη στο κρεβάτι του, είχε πέσει έξω. Αντί γι’ αυτό, η κοπέλα ήταν κουλουριασμένη πάνω στη σκληρή ξύλινη καρέκλα μπροστά στο γραφείο του και κρατούσε σφιχτά στο χέρι της τον αιχμηρό ασημένιο χαρτοκόπτη. Το κεφάλι της ήταν πεσμένο στο στήθος της και η κουβέρτα που είχε ρίξει στους ώμους της είχε πέσει στο πάτωμα. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα χείλη της μισάνοιχτα. Φαινόταν νέα και αθώα και πιο σαγηνευτική από κάθε άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Σκέφτηκε να την ξυπνήσει και να παζαρέψει μαζί της για τις χάρες του χυμώδους κορμιού της, αλλά κάτι τον εμπόδισε. Η κούραση ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό της και ο φόβος, παρ’ όλο που έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κρύψει, ήταν κάτι περισσότερο από φανερός.

~ 28 ~


Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να χαίρεται για τα δεινά της. Αυτός ήταν ο λόγος που την είχε φέρει στο πλοίο του –για να την κάνει να υποφέρει. Είχε βάλει σκοπό να την κάνει να πληρώσει και δε θα ησύχαζε αν δεν το κατάφερνε. Κι όμως, πήγε κοντά, τράβηξε το χαρτοκόπτη από το χέρι της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Αφού τράβηξε τα σκεπάσματα, την απόθεσε μαλακά στο στρώμα με τα ρούχα της και τη σκέπασε. Ήταν κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Καλύτερα να περιμένω, σκέφτηκε. Αύριο θα κλείσουμε τη συμφωνία και θα πάρω αυτό που θέλω. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, μένοντας μόνο με το εσώρουχο, έσβησε το φανάρι και ξάπλωσε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού, αφρατεύοντας το μαξιλάρι προτού ακουμπήσει το κεφάλι του. Αύριο, σκέφτηκε πάλι και φαντάστηκε το γυμνό κορμί της απλωμένο από κάτω του. Η προσμονή έσμιξε με την κούραση καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. *** Το αύριο έφτασε νωρίτερα απ’ όσο περίμενε. Ο ήλιος δεν είχε σηκωθεί ακόμα όταν τα μάτια του άνοιξαν και η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά έκανε την καρδιά του να φτερουγίσει. Του πήρε μόνο μια στιγμή να θυμηθεί ότι η ωραία αιχμάλωτή του κοιμόταν δίπλα του. Δεν αισθανόταν πολύ συχνά το απαλό, ζεστό κορμί μιας γυναίκας δίπλα στο δικό του. Αν και η Γκρέις εξακολουθούσε να κοιμάται βαθιά, τα οπίσθιά της φώλιαζαν στα λαγόνια του και η ζεστασιά της διαπερνούσε το μεταξωτό γαλάζιο φόρεμά της και το εσώρουχό του. Ο Ίθαν συνειδητοποίησε ότι ήταν ερεθισμένος και η επιθυμία να βρεθεί μέσα της ήταν βασανιστική. Τι θα κάνει άραγε, αναρωτήθηκε, αν σηκώσω το τσαλακωμένο φόρεμά της κι αρχίσω να τη χαϊδεύω; Η γυναίκα είχε ένα ταμπεραμέντο που αντιστοιχούσε στα φλογάτα μαλλιά της. Αναρωτήθηκε αν θα της ξυπνούσε το ίδιο πάθος και στο κρεβάτι. Το παιχνίδι του έρωτα δεν της ήταν άγνωστο, πράγμα που είτε θα τον βοηθούσε στους σκοπούς του είτε θα τον δυσκόλευε, ανάλογα με το τι είδους εραστές τής είχαν τύχει. Ο Ίθαν έσυρε απαλά το χέρι του στο

~ 29 ~


γοφό της, απολαμβάνοντας τις γλυκές, θηλυκές καμπύλες, τη στρογγυλάδα των γλουτών της. Τη χάιδεψε στο μηρό, στη γάμπα, έπιασε τον ποδόγυρο του φορέματός της... Η κραυγή της αγανάκτησης που αντήχησε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού παραλίγο να του σπάσει τα τύμπανα των αυτιών του. Η Γκρέις πετάχτηκε όρθια σαν να είχε τσουρουφλιστεί και γύρισε προς το μέρος του με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια απλωμένα προς το μέρος του λες και είχε αντικρίσει τέρας. Του ήρθε να βάλει τα γέλια. «Μη μ’ αγγίζεις!» «Μπορώ να πω ότι η απέχθειά σου είναι κάτι παραπάνω από σαφής». Ο Ίθαν σηκώθηκε από το κρεβάτι, έπιασε το στενό παντελόνι του, το φόρεσε και άρχισε να κουμπώνει τα κουμπιά. Ο Γκρέις έτρεξε στο γραφείο και άρχισε να ψάχνει σαν τρελή το χαρτοκόπτη. Τον άρπαξε και τον κράτησε αμυντικά μπροστά της. Ο Ίθαν βλαστήμησε σιγανά. «Δεν το χρειάζεσαι αυτό. Δεν πρόκειται να σου κάνω κακό». «Προσπαθούσες... προσπαθούσες να με...» «Ηρέμησε. Έτσι όπως ήσουν κουλουριασμένη πάνω μου, σκέφτηκα ότι θα το απολαμβάναμε και οι δύο». Ήταν πανέμορφη. Με τα φλογάτα μαλλιά της πεσμένα στους ώμους της και τα μάγουλα κατακόκκινα από το θυμό... Και μόνο που την κοιτούσε ερεθιζόταν πάλι. Την πλησίασε, αλλά όχι πολύ, για να μην την τρομάξει. «Για την ακρίβεια, ήλπιζα ότι θα καταλήγαμε σε μια συμφωνία». Εκείνη τον κοίταξε καχύποπτα, σφίγγοντας το χαρτοκόπτη στο χέρι της. «Τι είδους συμφωνία;» «Είμαι άντρας, δεσποινίς Τσέιστεν. Και οι άντρες έχουν συγκεκριμένες ανάγκες. Είμαι βέβαιος πως το γνωρίζεις». Ο χαρτοκόπτης άρχισε να τρέμει μέσα στο χέρι της. «Θες... θες να πεις πως έχεις την απαίτηση να... να ικανοποιήσω τις ανάγκες σου;» Ο Ίθαν χαμογέλασε αχνά. «Δε θα το έθετα ακριβώς έτσι. Όπως είπα, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να προσφέρουμε απόλαυση ο ένας στον άλλο. Και με το αζημίωτο για σένα, φυσικά». Η Γκρέις έσμιξε τα φρύδια της. «Δεν καταλαβαίνω». «Αν μείνω ικανοποιημένος από την απόδοσή σου, ίσως μεσολαβήσω υπέρ σου όταν επιστρέψουμε στο Λονδίνο».

~ 30 ~


Η Γκρέις ξεροκατάπιε. Για πρώτη φορά ο Ίθαν συνειδητοποίησε ότι πάσχιζε να μην κλάψει και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτό τον ενόχλησε. Την είδε να γλείφει τα χείλη της και πρόσεξε ότι έτρεμαν. «Όχι». «Όχι; Έτσι απλά;» Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Φαινόταν νέα και εύθραυστη και βλέποντάς την έτσι, ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. «Αν προσπαθήσεις να με βιάσεις, θα σε πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις». Θα το έκανε. Ήταν ολοφάνερο από την έκφραση στο πρόσωπό της. Παρ’ ότι τα μάτια της γυάλιζαν από τα δάκρυα, το βλέμμα της ήταν γεμάτο αποφασιστικότητα. «Δεν πρόκειται να σε βιάσω», της είπε μαλακά ο Ίθαν. «Ποτέ δεν είχα τέτοια πρόθεση». Αλλά ούτε και θα την άφηνε τόσο εύκολα να ξεφύγει. Ήταν η ερωμένη του Χάρμον Τζέφρις και την ήθελε. Πολύ. Αργά ή γρήγορα, θα την έκανε δική του. «Πώς... πώς ξέρω ότι μου λες την αλήθεια;» «Μπορεί να είμαι πολλά πράγματα, δεσποινίς Τσέιστεν, αλλά ψεύτης δεν υπήρξα ποτέ. Άφησε κάτω το χαρτοκόπτη». Εκείνη απλώς τον έσφιξε πιο δυνατά. «Είπα, άφησέ τον κάτω». Ο Ίθαν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, καθώς είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Δεν ήταν μαθημένος να μην υπακούν στις εντολές του και δε θα ανεχόταν τέτοια συμπεριφορά από την Γκρέις Τσέιστεν. «Μην πλησιάζεις –σε προειδοποιώ». «Κι εγώ σε προειδοποιώ. Άφησε κάτω το χαρτοκόπτη, γιατί αν δεν τον αφήσεις θα υποστείς τις συνέπειες». Εκείνη δάγκωσε το σαρκώδες κάτω χείλι της και ο Ίθαν ένιωσε τη λαχτάρα να τη φιλήσει. Πρώτη φορά αισθανόταν τόσο πόθο για μια γυναίκα και το γεγονός ότι ανήκε στον Χάρμον Τζέφρις τον έκανε να τη θέλει ακόμα περισσότερο. Έκανε ένα βήμα προς τα αριστερά και η Γκρέις μετακινήθηκε προς τα δεξιά, εξακολουθώντας να κραδαίνει το χαρτοκόπτη. «Πας γυρεύοντας για φασαρίες, δεσποινίς Τσέιστεν». «Εσύ πας γυρεύοντας για φασαρίες». Ο Ίθαν δεν μπόρεσε πια να μη χαμογελάσει. Ήταν ένα σπάνιο, αληθινό χαμόγελο, που το ένιωσε σαν ξένο στο πρόσωπό του. Έκανε πως θα

~ 31 ~


ορμούσε από αριστερά, όρμησε όμως από δεξιά και αρπάζοντάς την από τον καρπό, τράβηξε το χαρτοκόπτη από τα δάχτυλά της. Τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου και την ίδια στιγμή την κόλλησε πάνω του, βύθισε τα δάχτυλά του στα φλογάτα μαλλιά της και σφράγισε τα χείλη της, δίνοντάς της ένα βαθύ, γεμάτο πάθος φιλί. Ο πόθος κατέκλυσε το σώμα του σαν καυτό κύμα. Συνέχισε να τη φιλάει για μερικές στιγμές ακόμα κι έπειτα την άφησε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Είδε τα πράσινα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα από κατάπληξη και απορία. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, το κορμί του παλλόταν. Είδε τα στήθη της να ανεβοκατεβαίνουν γοργά, τα μάγουλά της να φλογίζονται και χάρηκε γιατί κατάλαβε ότι δεν ήταν ο μόνος που είχε επηρεαστεί από κείνο το φιλί. «Σκέψου αυτό που σου είπα», της είπε σιγανά. «Ίσως μια συμφωνία με το διάβολο να μην είναι και τόσο κακή». Γυρνώντας της την πλάτη, άρπαξε τα υπόλοιπα ρούχα του, έπιασε το χαρτοκόπτη από κάτω και βγήκε από την καμπίνα, κλείνοντας μαλακά την πόρτα. *** Η Γκρέις κοιτούσε την πόρτα απ’ όπου είχε βγει ο δεσμοφύλακάς της. Ήταν ένας άγριος, ένας βάρβαρος, δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη ότι θα κρατούσε το λόγο του, γιατί δεν της είχε δώσει καμιά ένδειξη για να του έχει εμπιστοσύνη. Πώς θα ήθελε να είναι στο Λαίδη Ανν... Ασυναίσθητα, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη της. Αν και το φιλί του ήταν σύντομο, ήταν γεμάτο πάθος και ορμητικότητα –ένα βάναυσο φιλί που κανονικά θα έπρεπε να την αηδιάσει. Όμως η καρδιά της βροντοχτυπούσε και το κεφάλι της βούιζε, τόσο που φοβόταν ότι θα λιποθυμήσει. Δεν είχε καμιά τρυφερότητα, καμιά γλύκα ή στοργή. Κι όμως, ήταν ένα φιλί που δε θα το ξεχνούσε ποτέ της. Πώς γινόταν αυτό; Σκέφτηκε τη συμφωνία που της είχε προτείνει ο καπετάνιος. Ήταν φανερό ότι γνώριζε το ρόλο που είχε παίξει στην απόδραση του πατέρα της από το Νιούγκεϊτ, κι όμως δεν κατευθύνονταν προς το Λονδίνο αλλά μακριά απ’ αυτό. Ήξερε ότι έπρεπε να φοβάται –και φοβόταν. Αλλά για κάποιο λόγο αρνιόταν να δειλιάσει μπροστά του.

~ 32 ~


Το στομάχι της γουργούρισε. Έσπρωξε πίσω τα αχτένιστα μαλλιά της και πλησίασε στον ολόσωμο καθρέφτη της γωνίας. Οι μπούκλες της κρέμονταν άψυχες στους ώμους της και το γαλάζιο της φόρεμα ήταν κατατσαλακωμένο. Ανασήκωσε τον ποδόγυρο, έκοψε ένα κομμάτι δαντέλα από την άκρη της καμιζόλας της και έδεσε μ’ αυτό τα μαλλιά της. Λαχταρούσε να κάνει ένα μπάνιο και να φάει κάτι και αναρωτήθηκε αν ο πλοίαρχος Σαρπ σκόπευε να την τιμωρήσει, αφήνοντάς τη να πεθάνει από ασιτία. Λες και κάποιος είχε διαβάσει τις σκέψεις της, ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Η Γκρέις συλλογίστηκε την προστασία που της πρόσφερε ο χαρτοκόπτης και κοίταξε με νοσταλγία προς το γραφείο, αλλά το μαχαίρι δεν ήταν πια εκεί. Αναστέναξε και πήγε στην πόρτα. Αν ο πλοίαρχος ή οι ναύτες του είχαν πρόθεση να τη βλάψουν, θα το είχαν κάνει το προηγούμενο βράδυ. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, πήρε βαθιά εισπνοή και άνοιξε την πόρτα. Το τελευταίο που περίμενε να αντικρίσει ήταν ο νεαρός που στεκόταν στο διάδρομο, κρατώντας ένα δίσκο με φαγητό. «Καλημέρα, δεσποινίς. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως θα πεινάτε και σας στέλνει αυτά για πρόγευμα». Η μυρωδιά του φρεσκομαγειρεμένου χυλού από βρόμη στο βαθύ πιάτο στο κέντρο του δίσκου ήταν δελεαστική. Δίπλα υπήρχαν ένα μεγάλο ολοστρόγγυλο πορτοκάλι κομμένο σε μικρές φέτες, μια κούπα αχνιστό τσάι, μια καράφα με γάλα και ένα βάζο με μελάσα για το χυλό. Η Γκρέις δεν πίστευε στα μάτια της. Άρχισαν να της τρέχουν τα σάλια. «Ο καπετάνιος είχε δίκιο –πράγματι πεινάω. Πολύ ευγενικό εκ μέρους του να στείλει το δίσκο». Ευγενικό –εκτός κι αν ήταν απλώς ένα σχέδιο για να την πείσει να δεχτεί τη συμφωνία που της πρότεινε. Αν επρόκειτο γι’ αυτό, η στρατηγική του θα αποτύγχανε. «Πώς σε λένε;» ρώτησε το αγόρι, που δε φαινόταν μεγαλύτερο από δώδεκα χρονών και ήταν μικρόσωμο για την ηλικία του. Τα μάτια του ήταν καταπράσινα, σαν τα δικά της. Και τότε πρόσεξε για πρώτη φορά το ξύλινο δεκανίκι που είχε κάτω από την αριστερή του μασχάλη. «Φρέντι, δεσποινίς. Φρέντι Μπάρτον με λένε». Η Γκρέις αγνόησε το ενοχλητικό δεκανίκι και χαμογέλασε βεβιασμένα. «Λοιπόν, Φρέντι, άφησε το δίσκο εκεί». Του έδειξε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι Σέρατον με τις δυο όμοιες καρέκλες. Της φαινόταν

~ 33 ~


παράξενο που ο διαβολικός καπετάνιος είχε για καμαρότο ένα ανάπηρο παιδί. «Μάλιστα, δεσποινίς». Ο Φρέντι πλησίασε στο τραπέζι και η Γκρέις συνοφρυώθηκε προσέχοντας το λυγισμένο, στραβό αριστερό του πόδι. Ξαφνικά ένας θόρυβος ακούστηκε στο διάδρομο, κάτι πετάχτηκε μέσα στην καμπίνα από τη χαραμάδα που είχε αφήσει ο Φρέντι στην πόρτα και πέρασε ξυστά από το παραμορφωμένο μέλος του παιδιού, που λίγο έλειψε να το ρίξει κάτω. «Ανάθεμά σε, Σκούνα!» Ο Φρέντι άφησε το δίσκο στο τραπέζι κάπως απότομα και, ακολουθώντας το βλέμμα του, η Γκρέις είδε έναν πορτοκαλή κεραμιδόγατο να τρυπώνει κάτω από το τραπέζι. «Σας αρέσουν οι γάτοι;» τη ρώτησε ο Φρέντι, δείχνοντας με το κεφάλι το ζώο που είχε κρυφτεί και δε φαινόταν παρά μόνο η ουρά του. «Ω, ναι, πολύ». Ο Φρέντι φάνηκε να ανακουφίζεται. «Ο Σκούνας δε θα σας ενοχλήσει καθόλου. Και είναι τρομερός κυνηγός ποντικιών». Η Γκρέις προσπάθησε να μη χαμογελάσει. «Άρα δε χρειάζεται να ανησυχώ μήπως μπουν ποντίκια στην καμπίνα». «Όχι, δεσποινίς». Το παιδί κοίταξε τη ριγωτή κίτρινη ουρά που πηγαινοερχόταν κάτω από την καρέκλα. «Ο Σκούνας θα σας ειδοποιήσει όταν θελήσει να βγει πάλι από την καμπίνα». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου!» «Ο καπετάνιος είπε να σας προσέχω. Αν χρειαστείτε κάτι, ειδοποιήστε με». Πολλά χρειαζόταν –και κυρίως να κατέβει απ’ αυτό το πλοίο–, αλλά δεν ήταν βέβαιη ότι ο Φρέντι θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει. Πλησίασε στο τραπέζι, έριξε μια ματιά στο φαγητό και το στομάχι της γουργούρισε πάλι. Πεινούσε, αλλά χρειαζόταν πληροφορίες πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν τροφή και ίσως το παιδί τη διαφώτιζε. «Πόσο καιρό δουλεύεις για τον πλοίαρχο Σαρπ;» «Όχι πολύ, δεσποινίς. Μόλις τώρα απόκτησε κι αυτός καινούριο πλοίο. Ο πατέρας μου ταξίδευε μαζί του, όμως. Σκοτώθηκε με τους υπόλοιπους του πληρώματος πριν από κάμποσο καιρό». «Λυπάμαι, Φρέντι. Τι συνέβη;» «Ε, να, πολεμούσανε τους Γάλλους. Τα αναθεματισμένα καθάρματα πιάσανε το καράβι και ρίξανε τον καπετάνιο, τον πατέρα μου και τους

~ 34 ~


άλλους στη φυλακή». Ο μικρός συνειδητοποίησε ότι είχε χρησιμοποιήσει κακές λέξεις και κοκκίνισε. «Συγνώμη, δεσποινίς». «Δεν πειράζει, Φρέντι. Είναι φανερό πως ήταν πράγματι πολύ κακοί άνθρωποι». Ο Φρέντι έγειρε στο δεκανίκι του. «Ο καπετάνιος έχασε τη Μάγισσα της Θάλασσας και τους άντρες του –όλους εκτός από τον Άνγκους και τον Λιανό Νεντ. Πού ν’ ακούσετε τις ιστορίες που διηγιέται ο Νεντ. Λέει πως ο καπετάνιος Σαρπ πολέμησε σαν δαίμονας. Λέει πως ο καπετάνιος...» «Θαρρώ ότι η κυρία γνωρίζει ό,τι χρειάζεται να ξέρει για τον καπετάνιο», ακούστηκε μια βαθιά φωνή από την πόρτα. «Κουνήσου, Φρέντι. Σε θέλει ο Άνγκους». Ο μικρός κοκκίνισε ένοχα, γύρισε και βγήκε από την καμπίνα στηριγμένος στο δεκανίκι του. Το χειριζόταν τόσο επιδέξια, που θα νόμιζε κανείς ότι ήταν προέκταση του σώματός του. Ο Φρέντι έκλεισε την πόρτα και η Γκρέις γύρισε προς τον ψηλό άντρα που στεκόταν λίγο πιο μέσα από το κατώφλι. «Ο χυλός σου κρυώνει». Η Γκρέις έριξε μια ματιά προς το τραπέζι. «Ναι... σ’ ευχαριστώ που μου τον έστειλες». Το βλοσυρό του ύφος φανέρωνε πως είχε μετανιώσει γι’ αυτό. «Σκέφτηκα ότι θα χρειαστεί να αναπληρώσεις τις δυνάμεις σου. Σε βεβαιώνω εκ πείρας ότι το φαγητό της φυλακής είναι λιγότερο νόστιμο». Το στομάχι της Γκρέις σφίχτηκε. Δεν έπρεπε να ξεχνάει ότι εκείνος ο άνθρωπος ήταν εχθρός της. Είχε διαπράξει ένα έγκλημα, ναι, αλλά ο Ίθαν Σαρπ δεν ήταν δικαστής. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να την κρίνει. Ξαφνικά, ένιωσε να της κόβεται η όρεξη, αλλά παρ’ όλ’ αυτά πλησίασε στο τραπέζι και κάθισε. Αγνοώντας τον ήχο των βημάτων του στην καμπίνα, κατάφερε να τελειώσει το χυλό, αλλά το στομάχι της επαναστατούσε στην ιδέα να φάει το πορτοκάλι. Ο καπετάνιος πλησίασε στο τραπέζι και σταμάτησε δίπλα της. «Φάε το πορτοκάλι. Δε θα ήταν ευχάριστο να πάθεις σκορβούτο και να χάσεις τα ωραία, άσπρα δόντια σου». Η Γκρέις έσφιξε τα χείλη της για να μην του δώσει καμιά πληρωμένη απάντηση. Δεν τον αφορούσε το αν έτρωγε ή όχι. Από την άλλη μεριά όμως, είχε ακούσει για τους κινδύνους του σκορβούτου. Θέλοντας και μη, άρχισε να τρώει το πορτοκάλι.

~ 35 ~


Ήταν γλυκό, ζουμερό και πεντανόστιμο. Αναστενάζοντας ευχαριστημένη, σκούπισε το στόμα της με τη λινή πετσέτα που ήταν στο δίσκο και έσπρωξε πίσω την καρέκλα της. Ο πλοίαρχος καθόταν στο γραφείο του και έγραφε σε ένα χοντρό κατάστιχο. Η Γκρέις πήγε κοντά του. «Θέλω να μάθω γιατί με έφερες εδώ. Θέλω να μάθω τι σκοπεύεις να με κάνεις». Εκείνος στράφηκε, σηκώθηκε από την καρέκλα του και στάθηκε απέναντί της. Η Γκρέις ένιωσε σαν να είχε ερεθίσει έναν πάνθηρα ενώ βρισκόταν μέσα στο κλουβί του. Τα γαλάζια μάτια του καρφώθ ηκαν στα δικά της. «Κι εγώ θέλω να μάθω γιατί βοήθησες έναν προδότη να γλιτώσει από την αγχόνη». Επιτέλους, η ερώτηση είχε τεθεί ανοιχτά. «Πώς είσαι τόσο βέβαιος ότι τον βοήθησα;» «Έχω τις πηγές μου... πολύ αξιόπιστες πηγές. Όπως και ο Χάρμον Τζέφρις είχε τις δικές του». Ακούγοντάς τον να προφέρει το όνομα του πατέρα της με τόσο μίσος, η Γκρέις ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Μόλις πρόσφατα είχε ανακαλύψει την ύπαρξή του και τον είχε γνωρίσει μόνο μέσα από τα γράμματα που της έστελνε κατά καιρούς, γράμματα που η μητέρα της της έκρυβε. Την είχαν συγκινήσει, καθώς αποδείκνυαν ότι δεν την είχε εγκαταλείψει, όπως νόμιζε, αλλά αντίθετα δεν την είχε ξεχάσει ποτέ. Τον είχε βοηθήσει να αποδράσει, διαπράττοντας ένα φρικτό έγκλημα σύμφωνα με το νόμο και θα ήταν επικίνδυνο να παραδεχτεί την ενοχή της. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί της ούτε τι προθέσεις είχε. Αγνόησε την ερώτησή του εξίσου επιδεικτικά όπως είχε αγνοήσει κι εκείνος τη δική της. «Απαιτώ να με μεταφέρεις στο Σκάρμπορο. Εκεί πήγαινα όταν με απήγαγες κι εκεί επιμένω να φτάσω». Εκείνος γέλασε ψυχρά. «Είσαι καταπληκτική κοπέλα, δεσποινίς Τσέιστεν. Απίστευτα επινοητική και ανεξάντλητα διασκεδαστική. Αρχίζω να απολαμβάνω αυτό το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού». «Εγώ όμως δεν το απολαμβάνω καθόλου». «Όχι;» Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της, παγερό σαν τη θάλασσα αλλά την ίδια στιγμή γεμάτο λαγνεία και πάθος. «Ίσως με τον καιρό». Η ανάσα της πιάστηκε. Η Γκρέις του γύρισε την πλάτη γιατί ξαφνικά ντράπηκε για την ατημέλητη εμφάνισή της. Ίσιωσε τα μαλλιά της και ευχήθηκε να είχε λίγο καθαρό νερό να πλυθεί και μια αλλαξιά ρούχα.

~ 36 ~


Η κίνησή της θα πρέπει να πρόδωσε τις σκέψεις της. «Σε μια δυο μέρες θα σταματήσουμε για προμήθειες. Θα δω αν υπάρχει τρόπος να σου βρω κάτι να φορέσεις». Η Γκρέις ανασήκωσε το πιγούνι της και τον κοίταξε κατάματα. «Έχω όσα ρούχα χρειάζομαι... στην καμπίνα μου στο Λαίδη Ανν». Ο καπετάνιος έσφιξε τα δόντια του. «Δυστυχώς για σένα, δε βρίσκεσαι πλέον στο Λαίδη Ανν».

~ 37 ~


4 Πέρασαν άλλες δυο μέρες. Η Γκρέις καθόταν στο φαρδύ κρεβάτι του καπετάνιου, φορώντας το γαλάζιο φόρεμά της και κρατώντας το Σκούνα στα γόνατά της. Ο μεγαλόσωμος πορτοκαλής γάτος γουργούριζε δυνατά και το γουργουρητό του ήταν ένας παράδοξα καθησυχαστικός ήχος. Ήταν παγιδευμένη σε ένα πλοίο που μόνο πειρατικό θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει, κατευθύνονταν ένας Θεός ήξερε πού και η μοίρα της ήταν ακόμα απροσδιόριστη. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δε φοβόταν πιο πολύ. Η Γκρέις αναστέναξε και χάιδεψε αφηρημένα το τρίχωμα του Σκούνα. Ίσως έφταιγε το ότι μέχρι στιγμής είχε επιβιώσει σώα και αβλαβής και δεν την είχαν κακομεταχειριστεί ιδιαίτερα. Φορώντας ένα αντρικό νυχτικό που της είχε φέρει ο Φρέντι, και απρόθυμη ακόμα να εμπιστευτεί το δεσμοφύλακά της, αποκοιμιόταν κάθε βράδυ όπως και το πρώτο, καθισμένη στην καρέκλα με την ίσια πλάτη πίσω από το γραφείο του. Και κάθε πρωί ξυπνούσε στο κρεβάτι, κουλουριασμένη στη μεριά της κάτω από τα σκεπάσματα. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ξυπνούσε μόνη. Ήξερε ότι ο πλοίαρχος Σαρπ είχε κοιμηθεί δίπλα της όπως το πρώτο βράδυ. Έβλεπε το βαθούλωμα από το κεφάλι του στο μαξιλάρι, ένιωθε την αδιόρατη, αρρενωπή μυρωδιά του που της θύμιζε θάλασσα. Ο πραγματικός της φόβος δεν ήταν τι μπορούσε να της κάνει ο καπετάνιος, αλλά τι θα της συνέβαινε αν την επέστρεφε στο Λονδίνο και την παρέδιδε στις Αρχές. Μέχρι στιγμής το πλοίο εξακολουθούσε να απομακρύνεται από την πρωτεύουσα και όσο δεν έπλεαν προς το Λονδίνο, υπήρχε πάντα μια μικρή ελπίδα. Τουλάχιστον είχε την καλοσύνη να της δανείσει μια βούρτσα και μια χτένα. Ήταν ένα εξαίσιο σετ, ασημένιο με μαρκετερί από φίλντισι, πιθανότατα δώρο από κάποια ερωμένη του. Αυτό όμως δεν την απασχολούσε, της αρκούσε που είχε τη δυνατότητα να βουρτσίζει και να πλέκει τα μαλλιά της. Τις τελευταίες δυο μέρες είχε δει ελάχιστα το διαβολικό καπετάνιο και χαιρόταν γι’ αυτό. Με τις λάγνες ματιές του, την ψυχρότητα και την περιφρόνησή του, κάθε άλλο παρά ευχάριστη συντροφιά αποτελούσε.

~ 38 ~


Όμως, παρά την παρουσία του Φρέντι και του Σκούνα, αισθανόταν ανήσυχη και περιορισμένη. Άρχισε να βολτάρει στην καμπίνα, νιώθοντας τους τοίχους να την πνίγουν και τον εκνευρισμό της να μεγαλώνει. Δεν ήταν φυλακισμένη, αλλά έτσι ένιωθε. Την επόμενη φορά που θα έβλεπε τον καπετάνιο θα απαιτούσε να την ανεβάσει στο κατάστρωμα. Ήταν μαθημένη να ασκείται, περπατώντας μπροστά από τα καταστήματα της Μποντ Στρητ ή κάνοντας περίπατο στο πάρκο. Στη διάρκεια της ημέρας, άνοιγε λιγάκι ένα από τα φινιστρίνια πάνω από το κρεβάτι, αλλά δεν ήταν το ίδιο με το να είναι έξω, να νιώθει την αλισάχνη στο πρόσωπό της και να γεμίζει τα πνευμόνια της με τον καθαρό θαλασσινό αέρα. Αν δε φοβόταν το ετερόκλητο πλήρωμα, θα ανέβαινε μόνη της. Μπροστά στα πόδια του κρεβατιού έκανε μεταβολή και άρχισε να βηματίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν άκουσε το σιγανό χτύπημα, αναγνώρισε το ελαφρύ χέρι του Φρέντι και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά έμεινε κατάπληκτη όταν είδε δύο μέλη του πληρώματος να βαστούν μια χάλκινη σκάφη γεμάτη καυτό νερό. Ο ένας ήταν ο μελαψός με τα πολλά τατουάζ. «Είναι νερό της βροχής, δεσποινίς». Ο Φρέντι παραμέρισε για να περάσουν και να αφήσουν τη σκάφη στην καμπίνα. «Πέσαμε σε μπουρίνι χθες βράδυ και γεμίσαμε τις δεξαμενές. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως θα σας άρεσε να κάνετε ένα μπάνιο». Η Γκρέις παραλίγο να αναστενάξει από χαρά. «Πού να την αφήσουμε, δεσποινίς;» «Μπροστά στη φωτιά είναι μια χαρά». Η Γκρέις πλησίασε βιαστικά στο τζάκι και στάθηκε παράμερα όσο οι άντρες άφηναν τη σκάφη στο πάτωμα μπροστά στη φωτιά που σιγόκαιγε. «Σ’ εκείνο το ντουλάπι έχει λινές πετσέτες», είπε ο Φρέντι δείχνοντάς της. «Να σας φέρω μία;» «Θα την πάρω εγώ. Σ’ ευχαριστώ, Φρέντι». Το παιδί και οι ναύτες βγήκαν από την καμπίνα και η Γκρέις έστρεψε την προσοχή της στη σκάφη. Αποβραδίς αναγκαστικά είχε βγάλει τα ρούχα της για να φορέσει το νυχτικό και το πρωί είχε κάνει το αντίστροφο. Αλλά το να κάθεται γυμνή μέσα σε μια σκάφη καταμεσής της καμπίνας του καπετάνιου απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη τόλμη. Έριξε μια ματιά στη μικρή χάλκινη σκάφη. Ένιωσε τη θερμότητα του νερού να εκπέμπεται, τους ατμούς να υγραίνουν το δέρμα της. Πήρε

~ 39 ~


την απόφασή της. Φέρνοντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη της, προσπάθησε να ξεκουμπώσει το φόρεμα, αλλά τα κουμπιά ήταν μικρά και τα έφτανε δύσκολα. «Αναθεματισμένο πράγμα», μουρμούρισε και ευχήθηκε να ήταν εκεί η Φοίβη για να τη βοηθήσει. Παραλίγο να δεθεί κόμπος στην προσπάθειά της να ανοίξει τα τελευταία κουμπιά. «Επίτρεψέ μου να σε βοηθήσω». Η βαθιά φωνή ακούστηκε από την άλλη άκρη της καμπίνας. Ήταν τόσο αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να ξεκουμπώσει το φόρεμα που δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει. Ο Ίθαν δεν περίμενε να του δώσει την άδεια. Προχώρησε προς το μέρος της και οι ψηλές μαύρες μπότες του γυάλιζαν στο φως. Η Γκρέις πρόσεξε έναν ελαφρύ δισταγμό στο βήμα του, που τον είχε αντιληφθεί και νωρίτερα. Ίσως οφειλόταν σε κάποιο παλιό τραύμα. Και παρ’ όλο που έκρυβε καλά τη χωλότητά του, όταν θύμωνε ή ταραζόταν γινόταν πιο έντονη. Ωστόσο δε φάνηκε να τον εμποδίζει σε τίποτα τώρα, καθώς έβγαζε το μάλλινο πανωφόρι του και το πετούσε στο κρεβάτι, μένοντας με το εφαρμοστό παντελόνι του και το φαρδομάνικο πουκάμισο. Έμοιαζε με πειρατή, ο Μπλακ Μπαρτ ή ο Κάπτεν Κιντ, και ίσως να ήταν. Άλλωστε δεν την είχε απαγάγει διά της βίας; Δεν την είχε απομακρύνει παρά τη θέλησή της από το Λαίδη Ανν; Η Γκρέις ένιωσε τα δάχτυλά του πάνω από το φόρεμά της καθώς της ξεκούμπωνε τα κουμπιά με μεγάλη επιδεξιότητα, που έδειχνε ολοφάνερα ότι ήταν εξοικειωμένος με τη γυναικεία γκαρνταρόμπα. Μόλις το φόρεμα άνοιξε, η Γκρέις απομακρύνθηκε βιαστικά, κρατώντας το σφιχτά πάνω στο στήθος της. «Ευχαριστώ», είπε ψυχρά. «Τώρα, θα σε παρακαλούσα να με αφήσεις να απολαύσω το λουτρό μου, μια και είχες την ευγενική καλοσύνη να το στείλεις». Εκείνος της χαμογέλασε μοχθηρά. «Ασφαλώς. Θα σταθώ εδώ παράμερα και δε θα σ’ εμποδίζω». Η Γκρέις έμεινε εμβρόντητη. «Εννοείς ότι σκοπεύεις να μείνεις εδώ ενώ θα γδύνομαι;» Όμως ένα βλέμμα στα λάγνα γαλανά μάτια του ήταν αρκετό για να καταλάβει ότι ακριβώς αυτή ήταν η πρόθεσή του. «Σου παραχώρησα το λουτρό. Θέλω κάτι σε αντάλλαγμα. Ως άντρας που εκτιμά τη γυναικεία καλλονή, θα ήθελα να σε βλέπω να πλένεσαι». «Είσαι τρελός».

~ 40 ~


«Αντίθετα, νομίζω πως είμαι απολύτως λογικός. Μοιραζόμαστε αυτή την καμπίνα. Αργά ή γρήγορα, και οι δυο θα χρησιμοποιήσουμε τη σκάφη». Η Γκρέις σκέφτηκε πως η ίδια είχε απόλυτη ανάγκη να πλυθεί αμέσως και κοκκίνισε. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε παρουσιαστεί τόσο ατημέλητη μπροστά σε έναν κύριο. Βέβαια, ο καπετάνιος κάθε άλλο παρά κύριος ήταν... «Και μη μου πεις ότι δεν έχεις γδυθεί ποτέ μπροστά σε έναν άντρα». Το κοκκίνισμά της βάθυνε. Πώς τολμούσε να της λέει τέτοια πράγματα! Δυο άντρες όλοι κι όλοι την είχαν φιλήσει –τρεις μαζί μ’ αυτόν. Επειδή ήθελε να μάθει πώς ήταν το φιλί. Όμως όλη της η πείρα σταματούσε εκεί. Θα μπορούσε να του το πει, αν και πιθανότατα δε θα την πίστευε. Μέχρι στιγμής είχε κρατήσει κλειστά τα χαρτιά της και κάτι της έλεγε ότι ο Ίθαν Σαρπ γνώριζε πολύ λιγότερα πράγματα για κείνη απ’ όσα είχε νομίσει η ίδια αρχικά. Και προς το παρόν, τη συνέφερε να παραμείνουν τα πράγματα έτσι. «Το βέβαιο είναι ότι δεν έχω γδυθεί μπροστά σου και δε σκοπεύω να το αλλάξω αυτό». Εκείνος ανασήκωσε τους φαρδιούς του ώμους. «Όπως αγαπάς. Θα πω στους άντρες να πάρουν τη σκάφη». Κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Στάσου!» Η Γκρέις κοίταξε το ζεστό νερό, δαγκώνοντας το χείλι της. Λαχταρούσε να πλυθεί και να φρεσκαριστεί. «Θα μπορούσαμε να συμβιβαστούμε». Το μαύρο του φρύδι ανασηκώθηκε. «Με τι τρόπο;» «Να... αν γυρνούσες την πλάτη σου μέχρι να μπω στη σκάφη, ίσως δε θα αισθανόμουν τόσο εκτεθειμένη». Ο Ίθαν της έριξε μια ματιά και μετά κοίταξε τη σκάφη και χαμογέλασε. «Εντάξει. Αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, θα γυρίσω την πλάτη μου μέχρι να μπεις στο νερό». Και το έκανε, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος. Η Γκρέις έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να μαζέψει το κουράγιο της. Είχε απόλυτη ανάγκη να πλυθεί και δε θα επέτρεπε στο διαβολικό καπετάνιο να της στερήσει το λουτρό της. Βγάζοντας βιαστικά τα ρούχα της, μπήκε στη μικρή χάλκινη σκάφη και μάζεψε τα γόνατά της κάτω από το σαγόνι της. Το πάφλασμα του νερού τον έκανε να καταλάβει. Περίμενε ένα δευτερόλεπτο ακόμα, δίνοντάς της χρόνο να βολευτεί, κι έπειτα γύρισε.

~ 41 ~


Ο τρόπος που την περιεργάστηκε από την κορφή ως τα νύχια ήταν τόσο επίμονος που τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Έπειτα πλησίασε στο ντουλάπι και έβγαλε την πετσέτα που η Γκρέις είχε ξεχάσει να πάρει, μαζί με μια πλάκα σαπούνι. Μοσχομύριζε λεβάντα και ήταν ολοφάνερο ότι δεν προοριζόταν γι’ αυτόν. «Θα τη χρειαστείς όταν τελειώσεις». Έριξε την πετσέτα στην πλάτη μιας καρέκλας. «Και λίγο σαπούνι θα σου φανεί χρήσιμο». Η Γκρέις άπλωσε το χέρι για να πιάσει την πλάκα που της πέταξε και είδε τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Τα μάγουλά της έγιναν ακόμα πιο κόκκινα όταν συνειδητοποίησε ότι, σηκώνοντας το χέρι της, του είχε προσφέρει απρόσκοπτη θέα στα γυμνά της στήθη. «Είσαι στ’ αλήθεια πολύ απολαυστικό θέαμα, δεσποινίς Τσέιστεν». Η Γκρέις τον κοίταξε καχύποπτα καθώς πλησίαζε στη σκάφη και γονάτιζε δίπλα της. «Ασφαλώς θα θέλεις να λούσεις τα μαλλιά σου», πρόσθεσε εκείνος και η φωνή του ήταν κάπως βραχνή. Η Γκρέις έμεινε εντελώς ακίνητη όταν εκείνος τράβηξε την άκρη της σκισμένης δαντέλας που έδενε τη βαριά πλεξούδα της. Χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά του για να ξεχωρίσει τα μαλλιά της, τα άπλωσε στους ώμους της. «Έχεις πολύ ωραία μαλλιά», της είπε σιγανά. «Στο χρώμα της φωτιάς και απαλά σαν μετάξι». Εκείνη δεν είπε τίποτα, αλλά μια γλυκιά ζεστασιά την πλημμύρισε. Ένιωσε τα μακριά, λεπτά δάχτυλά του να αγγίζουν τον αυχένα της καθώς της παραμέριζε μια καστανοκόκκινη τούφα και ρίγησε σύγκορμη. Η ζεστασιά απλώθηκε σε όλα της τα μέλη. «Δώσε μου το σαπούνι», είπε ο Ίθαν, παίρνοντάς το από τα τρεμάμενα δάχτυλά της πριν προλάβει εκείνη να τον εμποδίσει. «Θα σου σαπουνίσω την πλάτη». «Δε... δεν είναι δυνατόν να το εννοείς!» Η Γκρέις ήθελε να διαμαρτυρηθεί ακόμα πιο έντονα, αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα της. Και αν προσπαθούσε να τραβηχτεί πιο μακριά του, θα έμενε ακόμα πιο εκτεθειμένη. Ένιωσε το χέρι του να της σαπουνίζει την πλάτη με αργές κυκλικές κινήσεις και έμεινε εντελώς ακίνητη. «Ηρέμησε, Γκρέις. Δεν πρόκειται να κάνω κάτι που δε θέλεις...» «Δεν θέλω να με αγγίζεις».

~ 42 ~


«...πέρα από το να σε βοηθήσω να πλυθείς». Έτριψε πάλι το σαπούνι στο λινό πανί και η ευωδιά της λεβάντας την τύλιξε. Η ζεστασιά του νερού διαπότισε τους μουδιασμένους μυς της και δίχως να το θέλει άρχισε να χαλαρώνει. Έκλεισε τα μάτια της σαν υπνωτισμένη και σιγά σιγά η ένταση άρχισε να υποχωρεί. Το πανί κυλούσε απαλά στον αυχένα και την πλάτη της. Ο Ίθαν της σαπούνισε τους ώμους και τα μπράτσα, έριξε νερό στην πλάτη της για να φύγει η σαπουνάδα και μετά άρχισε να σαπουνίζει προσεκτικά το λαιμό και τον κόρφο της. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα όταν το πανί κατέβηκε χαμηλότερα, διέγραψε κύκλο γύρω από το στήθος της και μετά έτριψε τις θηλές της, κάνοντάς τες να ορθωθούν κάτω από το νερό και το κορμί της να φουντώσει. «Σταμάτα! Σταμάτα αμέσως!» Η Γκρέις έτρεμε. Σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, ντροπιασμένη από την απροσδόκητη αντίδρασή της και θυμωμένη με το θράσος του. «Αυτό δεν ήταν μέρος της συμφωνίας μας. Δε σου έδωσα την άδεια να πάρεις θάρρος». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Απλώς ήθελα να φανώ χρήσιμος». Όμως ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιζε στις άκρες των χειλιών του και τα γαλανά του μάτια ήταν πιο σκοτεινά από ποτέ. Καθώς τον κοιτούσε καχύποπτα, το βλέμμα της έπεσε στο εξόγκωμα που είχε εμφανιστεί εκεί όπου ενώνονταν οι μηροί του. Η Γκρέις ήξερε ότι αυτό συνέβαινε όταν ένας άντρας ήταν ερεθισμένος και ξαφνικά την έπιασε φόβος. «Σε παρακαλώ, άφησέ με να τελειώσω το λουτρό μου με ηρεμία». Το μακρύ του δάχτυλο σύρθηκε στο μάγουλό της. «Είσαι βέβαιη ότι αυτό θέλεις;» Η Γκρέις ύγρανε τα χείλη της που έτρεμαν. «Ναι. Απολύτως». Εκείνος δεν κινήθηκε για κάμποσες στιγμές, μένοντας γονατισμένος δίπλα στη σκάφη. Έπειτα σηκώθηκε με έναν αναστεναγμό. «Θα φροντίσω να μη σ’ ενοχλήσει κανείς». «Ευχαριστώ», κατάφερε να ψελλίσει η Γκρέις. Τον παρακολουθούσε καθώς απομακρυνόταν και την πλημμύρισε ανακούφιση όταν εκείνος βγήκε από την καμπίνα και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Κάτω από το νερό, οι θηλές της ήταν ακόμα σκληρές σαν διαμάντια και το στομάχι της εξακολουθούσε να τρεμουλιάζει. Ήταν τρομαχτικό πόσο την είχε επηρεάσει ένα απλό άγγιγμά του.

~ 43 ~


Το νερό κόντευε να κρυώσει όταν βγήκε επιτέλους από την ονειροπόληση και κατάφερε να τελειώσει το λουτρό της και να λούσει τα μαλλιά της. Και σε όλο αυτό το διάστημα αναρωτιόταν πώς είχε επιτρέψει να συμβεί τέτοιο πράγμα. Και απάντηση δεν έβρισκε. *** Ο Ίθαν δεν μπορούσε να την καταλάβει. Ως εκείνη τη στιγμή περηφανευόταν ότι γνώριζε καλά τις γυναίκες. Ο μεγάλος του αδελφός, ο Τσαρλς, του είχε εξηγήσει τα μυστήρια της ζωής όταν ήταν μια σταλιά παιδί και η συναναστροφή με την αδελφή του τον είχε μυήσει στον τρόπο που λειτουργούσε το γυναικείο μυαλό. Όταν ήταν μικρός περνούσε πολλές ώρες με τη Σάρα και τις φίλες της και αισθανόταν άνετα με τις γυναίκες. Άλλωστε μέχρι τώρα είχε αρκετές ερωμένες. Η Γκρέις Τσέιστεν, όμως, τον μπέρδευε. Εκείνος πίστευε ότι ήταν πόρνη, εκείνη όμως παρίστανε την αθώα. Οι λεονταρισμοί της έρχονταν σε έντονη αντίθεση με το φόβο που καθρεφτιζόταν συχνά στα μάτια της, όπως και με τη λάμψη των δακρύων που προσπαθούσε να κρύψει. Τον έφερνε σε δύσκολη θέση κι αυτό δεν του άρεσε. Δεν του άρεσε καθόλου. Το προηγούμενο βράδυ, έπειτα από το επεισόδιο με την Γκρέις στη σκάφη, είχε κοιμηθεί στην καμπίνα του υπάρχου αντί να γυρίσει στη δική του. Ευτυχώς ο Άνγκους ήταν διακριτικός και δεν είχε κάνει ερωτήσεις. Αλλά ακόμα κι αν του έκανε, ο Ίθαν δε θα ήξερε τι να του απαντήσει. Ίσως φοβόταν πως αν πλάγιαζε δίπλα στην Γκρέις Τσέιστεν όπως τα προηγούμενα βράδια, δε θα κατάφερνε να αντισταθεί στον πειρασμό να την κάνει δική του. Τώρα πια ήξερε τι κρυβόταν κάτω από το δανεικό νυχτικό, ήξερε πόσο λείο και απαλό ήταν το δέρμα της, πόσο γεμάτα τα στήθη της. Ήξερε το σχήμα και το βάρος τους, το ροδαλό χρώμα των θηλών τους. Είχε επιστρατεύσει όλη τη δύναμη της θέλησής του για να μην τη σηκώσει από τη σκάφη και κλείσει εκείνες τις θηλές στο στόμα του. Ήθελε να σύρει το χέρι του στην κοιλιά της, στους γοφούς της, στους μηρούς της, ήθελε ν’ ανοίξει εκείνα τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια και να βυθιστεί μέσα της.

~ 44 ~


Ο Ίθαν πήρε βαθιά εισπνοή. Αρκετό μαρτύριο ήταν εκείνο το φιλί που της είχε κλέψει την πρώτη μέρα. Τώρα ερεθιζόταν και μόνο που σκεφτόταν τις χυμώδεις καμπύλες της –κι αυτό ήταν το τελευταίο που ήθελε. Όρθιος στο κατάστρωμα των αξιωματικών πίσω από το μεγάλο ξύλινο τιμόνι, κοίταξε τη θάλασσα. Αν πλάγιαζε δίπλα της μπορεί να μην κατάφερνε να αντισταθεί στον πειρασμό. Ίσως να μην μπορούσε να ελέγξει τον πόθο του και τον θύμωνε η επίδραση που είχε πάνω του αυτή η γυναίκα. Δεν ήταν κάτι που είχε προβλέψει. Και ήταν αποφασισμένος να ανακτήσει τον έλεγχο. Την επομένη θα έφταναν στο Οντς Λάντινγκ, το μικρό παραθαλάσσιο χωριό στα νοτιοανατολικά του Ντόβερ. Θα της αγόραζε μερικά ρούχα και θα τα χρησιμοποιούσε για να διαπραγματευτεί μαζί της αυτό που σχεδίαζε εξαρχής. Και ήλπιζε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα καταλάγιαζε η ενοχλητική ανάγκη του. Του ήρθε να χαμογελάσει. Ως το επόμενο βράδυ, η Γκρέις Τσέιστεν θα του πρόσφερε το χυμώδες κορμί της. «Καπετάνιε;» Ο Ίθαν γύρισε και είδε τον τρίτο καπετάνιο, τον Γουίλιαμ Κοξ, να ανεβαίνει στο κατάστρωμα. Ο Κοξ ήταν γύρω στα σαράντα, ένας σωματώδης ναυτικός με μυώδες στέρνο και γεροδεμένους ώμους. Είχε κάποια μόρφωση και ήξερε να διαβάζει, να γράφει και να μετρά. Ο Κοξ είχε μια ουλή στο μάγουλο και άλλη μια στην ανάστροφη του χεριού του, κατά τα άλλα όμως ήταν ευπαρουσίαστος άντρας. Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε μαζί του και μολονότι μέχρι στιγμής ήταν άψογος στα καθήκοντά του, ο Ίθαν δε βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα για το ποιόν του. «Λάβαμε το σινιάλο, κύριε. Βλέπετε το φανάρι εκεί κάτω, στα δεξιά της πλώρης;» Ήταν αρκετά κοντά στην ακτή ώστε να διακρίνουν την κιτρινωπή αναλαμπή του φαναριού. Ο Ίθαν περίμενε εκείνο το σινιάλο. Την επομένη, στο Οντς Λάντινγκ, είχε ραντεβού με έναν άνθρωπο ονόματι Μαξ Μπράντλι. Ο Μπράντλι δούλευε για το βρετανικό υπουργείο Πολέμου. Μαζί με τον ξάδερφο του Ίθαν, τον Κορντ Ίστον, κόμη του Μπραντ, και έναν άλλο καλό του φίλο, το δούκα του Σέφιλντ, ο Μπράντλι ήταν υπεύθυνος για την περιπετειώδη απόδραση του Ίθαν από τη βρομερή γαλλική φυλακή όπου ήταν κλεισμένος σχεδόν ένα χρόνο. «Απαντήστε στο σινιάλο, κύριε Κοξ. Πείτε τους ότι η συνάντηση θα γίνει σύμφωνα με το πρόγραμμα».

~ 45 ~


«Μάλιστα, κύριε». Ο Κοξ επέστρεψε στο πόστο του και ο Ίθαν συλλογίστηκε το αυριανό ραντεβού. Είχε δεχτεί να αναλάβει μια τελευταία αποστολή για τη βρετανική κυβέρνηση. Επί χρόνια υπήρχε ανησυχία για την ισχύ των ναυτικών δυνάμεων του Ναπολέοντα, αλλά το τελευταίο διάστημα αυτή η ανησυχία είχε ενταθεί. Οι στρατιωτικοί πίστευαν ότι ο Μικρός Δεκανέας συγκέντρωνε ακόμα μεγαλύτερη αρμάδα και πως όταν ο στόλος του θα ήταν έτοιμος θα εισέβαλλε στις αγγλικές ακτές. Η δουλειά του Ίθαν ήταν να περιπολεί κατά μήκος των ακτών, αναζητώντας πληροφορίες που θα έδιναν απάντηση στο ερώτημα είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο. Έριξε μια ματιά προς την ακτή, είδε τα φώτα να τρεμοσβήνουν στα παράθυρα του μακρινού Οντς Λάντινγκ και σκέφτηκε την Γκρέις Τσέιστεν. Για δεύτερη νύχτα στη σειρά, θα κοιμόταν στην καμπίνα του υπάρχου του. Έπειτα σκέφτηκε τα πράγματα που θα της αγόραζε το επόμενο πρωί, τη χάρη που σκόπευε να της αποσπάσει σαν αντάλλαγμα γι’ αυτά και ορκίστηκε πως ήταν η τελευταία φορά που κοιμόταν σε ξένη καμπίνα. *** «Θέλω να έρθω μαζί σου». Η Γκρέις στάθηκε μπροστά στον καπετάνιο που μάζευε τα πράγματά του και ετοιμαζόταν να κατεβεί από το πλοίο. «Δεν αντέχω άλλη μέρα κλεισμένη εδώ μέσα». Ο Ίθαν της έριξε μια ματιά. «Μήπως θα προτιμούσες ένα κελί;» Η Γκρέις χλόμιασε, αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία της ούτε κατέθεσε τα όπλα. «Χρειάζομαι λίγη άσκηση. Δεν είμαι μαθημένη σε τόσο περιορισμό». «Νόμιζα πως οι περισσότερες γυναίκες αποφεύγουν τον ήλιο». «Ε, εγώ δεν είμαι σαν τις περισσότερες γυναίκες». Το μαύρο φρύδι του ανασηκώθηκε. «Αυτό το έχω καταλάβει». Η Γκρέις αγνόησε το σαρκασμό. «Αν υποσχεθώ ότι δε θα προσπαθήσω να δραπετεύσω, θα μ’ αφήσεις να έρθω μαζί σου;» Ο Ίθαν κάγχασε. «Πόση αξία έχει η υπόσχεση μιας προδότριας;» Η καρδιά της Γκρέις άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. «Μιας προδότριας; Αυτό πιστεύεις; Ότι είμαι προδότρια;» Ποτέ δεν της είχε περάσει

~ 46 ~


από το μυαλό ότι μ’ αυτό που είχε κάνει θα μπορούσε να θεωρηθεί προδότρια! Τους προδότες τους κρεμούσαν! Κι εκείνη το γνώριζε πολύ καλά. Ο Ίθαν συνοφρυώθηκε. «Χλόμιασες. Δεν ήξερες ότι βοηθώντας έναν προδότη να δραπετεύσει θα μπορούσες να χαρακτηριστείς κι εσύ προδότρια;» Η Γκρέις ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι... δεν... Ήταν...» Δεν μπορούσε να του αποκαλύψει ότι ο Χάρμον Τζέφρις ήταν ο πατέρας της, ο άνθρωπος που της είχε δώσει τη ζωή, αλλά δεν την είχε μεγαλώσει. Ο υποκόμης, ο βιολογικός της πατέρας, είχε σύζυγο και παιδιά κι εκείνη είχε να σκεφτεί τη μητέρα της και το σύζυγό της. Το σκάνδαλο θα ήταν αβάσταχτο για όλους τους. Είχε ορκιστεί να πάρει το μυστικό μαζί της στον τάφο και ήταν αποφασισμένη να τηρήσει το λόγο της. «Ήταν φίλος», είπε. «Δεν μπορούσα να μείνω άπραγη και να τους αφήσω να τον απαγχονίσουν». «Θα πρέπει να ήταν πολύ στενός φίλος για να διακινδυνεύσεις τόσο πολύ για χάρη του». Ο περιφρονητικός του τόνος δεν της διέφυγε. Για πρώτη φορά, της πέρασε από το μυαλό ότι μόλις είχε ομολογήσει εμμέσως το έγκλημά της. Πώς είχε κάνει τέτοιο λάθος; Ο Ίθαν Σαρπ δεν ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης. Πλησίασε στη σειρά των παραθύρων πάνω από το κρεβάτι, προσπαθώντας να καταλαγιάσει το φόβο της. Το πλοίο είχε αγκυροβολήσει σε απόσταση από την ακτή, αλλά μπορούσε να διακρίνει τα σπίτια του μικρού χωριού στην πλαγιά πάνω από τον όρμο. «Πάντως θα ήθελα να έρθω μαζί σου. Λαχταρώ απεγνωσμένα λίγο καθαρό αέρα και μια ευκαιρία να ξεμουδιάσω τα πόδια μου». «Δεν το διακινδυνεύω να σε πάρω μαζί μου. Άκου όμως τι θα γίνει. Από σήμερα, θα σε ανεβάζω στο κατάστρωμα τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Σου φτάνει αυτό;» Η Γκρέις δεν περίμενε φυσικά ότι θα την έπαιρνε μαζί του έπειτα από τόση φασαρία που είχε κάνει για να τη μεταφέρει στο πλοίο του. Έτσι ο συμβιβασμός δεν τη δυσαρέστησε καθόλου. «Υποθέτω πως είναι καλύτερο από το τίποτα». Ο Ίθαν μάζεψε τα υπόλοιπα πράγματα που ήθελε να πάρει και βγήκε από την καμπίνα. Η Γκρέις πλησίασε πάλι στο παράθυρο. Μερικοί ναύτες επιβιβάστηκαν σε δυο λάντζες και άρχισαν να κωπηλατούν προς την

~ 47 ~


ακτή, ασφαλώς για να αναπληρώσουν τις προμήθειες του πλοίου. Ο καπετάνιος καθόταν στην πλώρη της μιας και η Γκρέις ένιωσε πάλι τη λαχτάρα να είχε πάει μαζί τους. Από την άλλη μεριά, το ότι το πλοίο είχε πιάσει λιμάνι της έδινε μια ελπίδα. Ο Δαίμονας των Θαλασσών είχε αγκυροβολήσει στον όρμο για να ξαναγεμίσει τ’ αμπάρια του και ασφαλώς θα έκανε κι άλλες στάσεις στη διάρκεια του ταξιδιού του. Μοιραία κάποια στιγμή ο καπετάνιος θα δεχόταν να τη βγάλει στην ακτή. Και τότε ίσως της δινόταν η ευκαιρία να δραπετεύσει. Ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Λονδίνο, αλλά η λαίδη Χάμφρεϊ γνώριζε την κατάστασή της και είχε συμφωνήσει να τη βοηθήσει. Ίσως η βαρόνη έβρισκε έναν τρόπο να τη φυγαδεύσει από τη χώρα. Η μητέρα της της είχε πει ότι η λαίδη Χάμφρεϊ, η χήρα θεία του Χάρμον Τζέφρις, είχε μεγαλώσει τον πατέρα της όταν έχασε τους γονείς του. Τον αγαπούσε σαν γιο της και παρ’ όλο που ο υποκόμης δεν είχε αναγνωρίσει ποτέ την Γκρέις ως θυγατέρα του, είχε μιλήσει γι’ αυτήν στη θεία του. Η Γκρέις αναρωτιόταν τι θα έκανε η βαρόνη όταν μάθαινε ότι την είχαν απαγάγει από το Λαίδη Ανν. Κάθισε στον πάγκο του παραθύρου. Ό,τι κι αν γινόταν, μέχρι στιγμής είχε επιβιώσει και δεν έχανε τις ελπίδες της. Δεν ήταν του χαρακτήρα της. *** Ένας υγρός, παγωμένος αέρας φυσούσε από τη θάλασσα καθώς οι μικρές βάρκες έδεναν στην αποβάθρα όπου κατέληγε ο κεντρικός δρόμος του χωριού. Ένας συννεφιασμένος, γκρίζος και βαρύς ουρανός πλάκωνε το χωριουδάκι, κρατώντας τους ανθρώπους στα σπίτια τους, μακριά από την κακοκαιρία. Σηκώνοντας το γιακά του μάλλινου πανωφοριού του, ο Ίθαν βγήκε από τη βάρκα και άφησε τους άντρες να ολοκληρώσουν τα καθήκοντα που είχε αναλάβει ο καθένας. Το πρώτιστο μέλημά του ήταν η προκαθορισμένη συνάντηση με τον Μαξ Μπράντλι κι έτσι προχώρησε προς την κορυφή του λόφου και το σημείο της συνάντησης, μια ταβέρνα στο τέρμα του κεντρικού δρόμου. Αμέσως μόλις έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στη χαμηλοτάβανη αίθουσα με τους μαυρισμένους από την καπνιά τοίχους, είδε τον Μπράντλι

~ 48 ~


να τρώει το πρόγευμά του καθισμένος σε ένα σαραβαλιασμένο ξύλινο τραπέζι, σε μια γωνιά κοντά στο τζάκι. Πλησίασε, έβγαλε την πατατούκα του και την πέταξε στην πλάτη μιας καρέκλας δίπλα σ’ εκείνη που τράβηξε για να καθίσει. «Χαίρομαι που σε βλέπω, Μαξ». «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, φίλε μου. Επιτέλους, έβαλες λίγο κρέας πάνω σου. Έχεις φάει πρωινό; Η κρεατόπιτα με τα νεφρά είναι πολύ νόστιμη». Ο Μαξ ήταν ψηλός σαν τον Ίθαν και είχε τα ίδια μαύρα μαλλιά, αν και τα δικά του ήταν ίσια, όχι σπαστά, και κάλυπταν το κολάρο του. Τον περνούσε κάπου δέκα χρόνια, πλησίαζε τα σαράντα, και το πρόσωπό του ήταν ταλαιπωρημένο, τραχύ και αποστεωμένο. «Όχι, ευχαριστώ, έφαγα στο πλοίο πριν φύγω. Τι νέα μου φέρνεις;» «Όχι πολλά πράγματα. Τίποτα σχετικά με τον Τζέφρις, αν αυτό με ρωτάς». Ο Μαξ δούλευε κυρίως στην ηπειρωτική Ευρώπη. Τα γαλλικά του ήταν άψογα και κινούνταν σαν φάντασμα στις ταβέρνες, τις χαρτοπαικτικές λέσχες και τους οίκους ανοχής του γαλλικού υποκόσμου, συγκεντρώνοντας πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν εναντίον του στρατού του Ναπολέοντα. «Ο άνθρωπος είναι πανέξυπνος και αδίστακτος», είπε ο Ίθαν. «Σίγουρα κρύβεται σε κάποιο σατό και ζει με άνεση και πολυτέλεια». Σκέφτηκε να αναφέρει την ερωμένη του Τζέφρις που ήταν αιχμάλωτη στο πλοίο του, αλλά ο Μπράντλι ήταν άνθρωπος της κυβέρνησης και το ζήτημα της Γκρέις Τσέιστεν ήταν προσωπικό. Και ακόμα δεν είχε λυθεί με τρόπο που τον ικανοποιούσε. «Εσύ τι κάνεις;» ρώτησε ο Μαξ. «Έμαθες τίποτα καινούριο σχετικά με τον υπό ναυπήγηση γαλλικό στόλο;» «Μέχρι στιγμής τίποτα. Πλέουμε προς Βρέστη γιατί οι φήμες λένε ότι εκεί ναυπηγούνται πλοία». «Επίσης υπάρχουν πληροφορίες ότι άλλα πλοία κατευθύνονται προς νότο, ίσως με προορισμό το Κάδιθ». «Θα δω αν μπορώ να μάθω κάτι». «Να προσέχεις, Ίθαν. Ο Τζέφρις μπορεί να μην αποτελεί πια απειλή, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι Γάλλοι είναι απληροφόρητοι. Έχουν τους κατασκόπους τους, όπως κι εμείς τους δικούς μας. Έχεις εχθρούς στη Γαλλία. Η απόδρασή σου τους γελοιοποίησε. Αν σε πιάσουν για δεύτερη φορά, η επόμενη μέρα δε θα σε βρει ζωντανό».

~ 49 ~


«Ο Δαίμονας των Θαλασσών είναι το ταχύτερο πλοίο που έχω κυβερνήσει. Ελαφρύ και ευέλικτο. Ωστόσο δε θα αγνοήσω τη συμβουλή σου». Ο Μαξ σηκώθηκε και χτύπησε τον Ίθαν στον ώμο. «Αν με χρειαστείς, άφησε μήνυμα εδώ. Ο ιδιοκτήτης είναι φίλος και απόλυτα αξιόπιστος. Ρωτάω αν έχω μηνύματα όσο πιο συχνά μπορώ». Ο Ίθαν απλώς κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ακολούθησε τον Μαξ Μπράντλι με το βλέμμα και τον είδε να ξεγλιστρά αθόρυβα από την πόρτα και να χάνεται στο δρόμο σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Μολονότι ήταν αποφασισμένος να ακούσει την προειδοποίηση του φίλου του, ήθελε να ανακαλύψει πόσα πλοία ναυπηγούνταν και προς τα πού κατευθύνονταν. Όταν η αποστολή του θα είχε ολοκληρωθεί, θα επέστρεφε στο Λονδίνο για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως μαρκήσιος του Μπέλφορντ και η Γκρέις Τσέιστεν θα δικαζόταν για τις πράξεις της. Στο μεταξύ, είχε τους προσωπικούς του λογαριασμούς να τακτοποιήσει μαζί της κι αυτό απαιτούσε μια εντελώς άλλου είδους αποστολή απ’ αυτή που είχε αναλάβει από κοινού με τον Μαξ. Καθώς προχωρούσε στον κεντρικό δρόμο περιεργαζόταν τα καταστήματα κατά μήκος του –το κρεοπωλείο του Ντάλτον, το αρτοποιείο του Έμορι, ένα πιλοποιείο που η ταμπέλα του έγραφε «Ο Γαλάζιος Σκούφος», στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τελικά εντόπισε το μοδιστράδικο, με την ταμπέλα «Γυναικείοι Νεωτερισμοί», και προχώρησε προς τα κει. Το κουδουνάκι πάνω από την πόρτα κουδούνισε όταν μπήκε και κατευθύνθηκε προς τον πάγκο και τη μικρή αίθουσα υποδοχής. Μια γυναίκα με πλούσιο στήθος και υπερβολικό ρουζ στα μάγουλα βγήκε για να τον υποδεχτεί. «Καλημέρα, κύριε. Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» «Χρειάζομαι φορέματα για μια κυρία. Το μπαούλο της χάθηκε και έχει μόνο το φόρεμα που φοράει. Ήλπιζα πως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε». «Μα και βέβαια. Αν φέρετε την κυρία, θα της ράψουμε αμέσως καινούρια. Σε μια δυο εβδομάδες...» «Δυστυχώς δεν προλαβαίνουμε. Το πλοίο μας φεύγει το απόγευμα και χρειάζομαι τα ρούχα μέχρι τότε».

~ 50 ~


Οι ροζ κύκλοι στα μάγουλά της έγιναν κόκκινοι. «Μα αυτό είναι αδύνατον! Ούτε ένα φόρεμα δε θα μπορούσα να ετοιμάσω μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα». «Καταλαβαίνω ότι σας ζητώ πολλά, αλλά είμαι διατεθειμένος να σας πληρώσω αδρά για τον κόπο σας. Σας δίνω τα διπλά απ’ όσα χρεώνετε». «Δεν είναι θέμα χρημάτων, κύριε...» «Πλοίαρχος Σαρπ. Το πλοίο μου, ο Δαίμονας των Θαλασσών είναι αγκυροβολημένο στα ανοιχτά». Ακόμα δεν είχε συνηθίσει τον τίτλο του –μαρκήσιος του Μπέλφορντ–, αν και του πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να του φανεί πολύ εξυπηρετικός στη συγκεκριμένη περίσταση. «Να σας πω, πλοίαρχε Σαρπ... το ποσό που προτείνετε ασφαλώς θα φαινόταν πολύ χρήσιμο...» Η μοδίστρα έριξε μια ματιά προς το δωμάτιο που βρισκόταν πίσω από την κουρτίνα. «Καταλαβαίνω πως η κυρία θα πρέπει να είναι έξαλλη, αφού δεν έχει ούτε μια αλλαξιά». «Είναι πολύ δυσαρεστημένη, όπως καταλαβαίνετε». Ο Ίθαν σήκωσε το χέρι του για να δείξει το ύψος της Γκρέις. «Είναι αρκετά ψηλή, τόσο περίπου, και λεπτή, εκτός από το στήθος». Η μοδίστρα κοκκίνισε και οι ροζ κύκλοι έγιναν πάλι πιο έντονοι. Χαμογέλασε πονηρά. «Α, μάλιστα. Ε, λοιπόν, υποθέτω ότι οποιοδήποτε ρούχο είναι καλύτερο από το τίποτα». Έσκυψε πάνω από τον πάγκο και το πλούσιο στήθος της λίγο έλειψε να πεταχτεί έξω από το ντεκολτέ του φορέματός της. «Ράβω σύμφωνα με πολλά πατρόν», είπε με αυτοπεποίθηση. «Μια κυρία της νύχτας μου παρήγγειλε ένα σωρό κομμάτια πριν από αρκετούς μήνες, αλλά δυστυχώς ξέμεινε από χρήματα και δεν κατάφερε να τα αγοράσει». Κυρία της νύχτας. Ο Ίθαν χαμογέλασε. Η Γκρέις ήταν ερωμένη του Τζέφρις. Του φάνηκε απόλυτα ταιριαστό. «Τα φορέματα δεν είναι ακριβώς στο μέγεθός της, αλλά με μερικές αλλαγές θα της κάνουν». «Τα αγοράζω». Ο Ίθαν κάθισε στο μικρό καναπέ με τη δαμασκηνή ταπετσαρία για να περιμένει να ετοιμάσουν τις αγορές του και μερικά λεπτά αργότερα η μοδίστρα παραμέρισε πάλι την κουρτίνα και βγήκε, κρατώντας μια στοίβα κουτιά. Ο Ίθαν πλήρωσε το λογαριασμό, διπλασιάζοντας το ποσό, και στήριξε τα κουτιά στο στέρνο του.

~ 51 ~


«Χάρηκα πολύ για τη συνεργασία μας», του είπε η γυναίκα χαμογελώντας πλατιά. «Να μας ξανάρθετε γρήγορα, καπετάνιε». «Ασφαλώς». Αν και αμφέβαλλε πως θα χρειαζόταν ρούχα πόρνης άλλη φορά. Κόντευε να σουρουπώσει όταν το πλήρωμα ολοκλήρωσε τη μεταφορά του φρέσκου νερού, της παστής ρέγκας, της μπίρας και των διαφόρων άλλων τροφίμων στο πλοίο. Ο Ίθαν ήταν κουρασμένος, αλλά ανυπομονούσε να φύγει. Ανυπομονούσε να δει ποια θα ήταν η αντίδραση της Γκρέις όταν θα της έδινε τα ρούχα που της είχε αγοράσει. Σκέφτηκε την κόκκινη σατέν τουαλέτα με τη μαύρη δαντέλα που είχε δει φευγαλέα σε ένα από τα κουτιά. Κάτι του έλεγε ότι η συμφωνία που είχε κατά νου δε θα ήταν τόσο εύκολο να επιτευχθεί όσο είχε φανταστεί αρχικά.

~ 52 ~


5 Η Γκρέις βημάτιζε πέρα δώθε στην καμπίνα. Δυο φορές είχε βγει από το δωμάτιο και είχε ανέβει στο κατάστρωμα μόνο για να βρει το θαλασσόλυκο Άνγκους Μακσέιν, τον ύπαρχο του πλοίου, να στέκεται στην κουπαστή. Κάθε φορά εκείνος την κοίταζε και κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του. «Λυπάμαι, κοπελιά μου. Ο καπετάνιος είπε να μείνεις κάτω, στην καμπίνα του». «Και κανείς δεν τολμά να παρακούσει τις διαταγές του καπετάνιου, σωστά;» «Σωστά. Εκτός αν θέλει να γεμίσει η πλάτη του καμτσικιές». Η Γκρέις έκανε μεταβολή και κατέβηκε πάλι στην καμπίνα. Βρόντηξε την πόρτα και κάθισε, βράζοντας στο ζουμί της χωρίς να μιλάει. Αυτός ο διαρκής περιορισμός είχε αρχίσει να την τρελαίνει. Αν δεν έβγαινε σύντομα από την καμπίνα, δε θα ήταν υπεύθυνη για τις πράξεις της. Μια ώρα αργότερα, την ώρα που το απογευματινό φως έσβηνε, η πόρτα της καμπίνας άνοιξε διάπλατα και μπήκε ο καπετάνιος. Η Γκρέις προσπάθησε να αγνοήσει την παρουσία του που γέμισε το χώρο, καθώς επίσης και το τρελό καρδιοχτύπι της από τη στιγμή που τον αντίκρισε. Ο Ίθαν άφησε τα κουτιά που κρατούσε στην άκρη του κρεβατιού. «Ήταν τα καλύτερα που βρήκα. Ίσως χρειαστούν ορισμένες αλλαγές, αλλά φαντάζομαι πως θα τα καταφέρεις». «Μου έφερες ρούχα;» ρώτησε η Γκρέις με ενθουσιασμό. «Αχ, δόξα τω Θεώ!» «Έχω μερικές δουλειές. Θα επιστρέψω αργότερα». Την άφησε με τα ρούχα κι εκείνη έτρεξε βιαστικά να ανοίξει τα κουτιά. Το πρώτο περιείχε κάμποσες άσπρες καμιζόλες. Η γυναίκα για την οποία προορίζονταν θα πρέπει να ήταν πολύ ψηλή, γιατί όταν τις κράτησε πάνω της, το ντεκολτέ ίσα που κάλυψε το στήθος της. Όμως θα μπορούσε να μαζέψει τις τιράντες, οπότε δε θα υπήρχε πρόβλημα. Αλλά παραδόξως, όταν δοκίμασε μία, ο ποδόγυρος με δυσκολία κάλυψε τα οπίσθιά της. Εκτός από τις καμιζόλες, μέσα στο κουτί υπήρχαν μακριά

~ 53 ~


μαύρα γάντια, ένα μποά από κόκκινα φτερά και δυο ζευγάρια δαντελένιες ζαρτιέρες. Το ένα ήταν μαύρο, το άλλο κόκκινο. Η Γκρέις έσμιξε απορημένη τα φρύδια της. Δεν είχε δει άλλη φορά ζαρτιέρες σε τέτοια χρώματα. Άνοιξε το καπάκι του δεύτερου κουτιού και είδε ένα κομμάτι κατακόκκινο σατέν να λαμπυρίζει από μέσα. Έπιασε το ύφασμα, το τράβηξε έξω και διαπίστωσε ότι ήταν ένα φόρεμα από κόκκινο σατέν με κοντά μανίκια από μαύρο σατέν και μαύρα κορδόνια. Ήταν το πιο άσχημο ρούχο που είχε δει στη ζωή της. Το πέταξε στο κρεβάτι και άνοιξε το επόμενο κουτί. Μέσα υπήρχαν δυο φορέματα, το ένα μεταξωτό στο χρώμα του ζαφειριού με μαύρη δαντελένια μπορντούρα και το άλλο από πορτοκαλί κρεπ, επίσης με μπορντούρα από δαντέλα. Είχε κάτι απαίσια φουσκωτά μανίκια και όταν το σήκωσε, είδε ότι το ντεκολτέ του ήταν τόσο χαμηλό που, αν το φορούσε, θα άφηνε εκτεθειμένες τις θηλές της. Η Γκρέις τσίριξε αγανακτισμένη. Πώς τολμούσε να την προσβάλλει έτσι! Πέταξε το πορτοκαλί φόρεμα στο πάτωμα και το ποδοπάτησε, στριφογυρίζοντάς το κάτω από τα πόδια της. Έπειτα το ξανάπιασε και άρχισε να ξηλώνει τα κακόγουστα φουσκωτά μανίκια και η καρδιά της γέμισε άγρια ικανοποίηση όταν άκουσε το ύφασμα να σκίζεται. Ο Ίθαν Σαρπ της είχε φέρει φορέματα για πόρνες! Προτιμούσε να πεθάνει παρά να τα φορέσει! «Τι στην οργή κάνεις εκεί;» Η Γκρέις πήγε φουρκισμένη κοντά του και του έβαλε το πορτοκαλί φόρεμα κάτω από τη μύτη. «Μπορεί οι γυναίκες που γνωρίζεις να φοράνε τέτοια φορέματα, αλλά εμένα δε μου ταιριάζουν!» Πιάνοντας το άλλο μανίκι, το ξήλωσε με μανία από τη μασχάλη και του το πέταξε στο πρόσωπο. Όταν πήγε να ξηλώσει και το ντεκολτέ, ο Ίθαν της άρπαξε το χέρι. «Σου είπα ότι ήταν τα καλύτερα που μπόρεσα να βρω. Μου κόστισαν μια περιουσία, που να πάρει η οργή!» «Αυτά τα ρούχα είναι για πόρνες. Βρες κάποια που της ταιριάζουν και δώσ’ της τα». Η Γκρέις έπιασε το ντεκολτέ και άρχισε να το σκίζει στα δυο. «Άσ’ το κάτω».

~ 54 ~


«Πολύ ευχαρίστως». Η Γκρέις το πέταξε στο πάτωμα, το ποδοπάτησε κάμποσες φορές κι έπειτα πλησίασε στο κρεβάτι και έπιασε το κόκκινο σατέν με τα μαύρα μανίκια. «Αν σκίσεις αυτό το φόρεμα, σου ορκίζομαι πως θα το μετανιώσεις». Η Γκρέις χαμογέλασε μοχθηρά. «Δε νομίζω. Αντίθετα, θα χαρώ πολύ να το ξεφορτωθώ!» Σήκωσε κοροϊδευτικά το μανίκι και ετοιμάστηκε να ξηλώσει το κακόγουστο μαύρο σατέν. «Μην το κάνεις», την προειδοποίησε ήρεμα ο Ίθαν. Η Γκρέις ανασήκωσε προκλητικά το πιγούνι της και έπιασε πιο γερά το ύφασμα. Το τράβηξε με δύναμη και ένα ακανόνιστο σχίσιμο φάνηκε στο σημείο όπου κάποτε ήταν το μανίκι. «Ανάθεμά σε!» Ο Ίθαν προχώρησε βιαστικά προς το μέρος της και την άρπαξε από το μπράτσο. Η Γκρέις έβγαλε μια κραυγή και πισωπάτησε προς το κρεβάτι. Τραβώντας το χέρι της από το δικό του, έκανε λίγο πίσω και τον χαστούκισε με όλη της τη δύναμη. Αντί για φόβο, ένιωσε ένα κύμα απέραντης ικανοποίησης να την πλημμυρίζει. Ο καπετάνιος την κοίταξε εμβρόντητος. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε έτσι, με το στόμα ανοιχτό. Έπειτα έσφιξε τα δόντια του και τα μάτια του έγιναν σαν παγωμένη θάλασσα. «Θα μετανιώσεις πολύ πικρά γι’ αυτό που έκανες, Γκρέις». Βλέποντας την οργή στο πρόσωπό του, η Γκρέις γούρλωσε τα μάτια της φοβισμένη και έτρεξε στην πόρτα. Ο Ίθαν βρέθηκε δίπλα της με μια δρασκελιά και, τραβώντας την πάλι προς τα πίσω, την πέταξε στο κρεβάτι. Κάθισε στην άκρη και την έριξε στα γόνατά του. Ήταν ψηλή και αρκετά δυνατή, αλλά δε δυσκολεύτηκε να την τιθασεύσει. Η Γκρέις τσίριξε αγανακτισμένη όταν ένιωσε την παλάμη του να κατεβαίνει με δύναμη στα οπίσθιά της και το χτύπημα να την τσούζει πάνω από το λεπτό, μεταξωτό γαλάζιο φόρεμά της. «Άφησέ με!» φώναξε τυφλωμένη από την οργή. Για δεύτερη φορά η παλάμη του προσγειώθηκε στα οπίσθιά της, προτού εκείνη έρθει στα συγκαλά της και τον εκδικηθεί, βυθίζοντας με λύσσα τα δόντια της στη γάμπα του. «Ανάθεμά σε, τρελή!» Ο Ίθαν πετάχτηκε όρθιος, τραβώντας τη μαζί του. Κοντανάσαινε και τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Η Γκρέις τον κοίταξε καταπρόσωπο, λαχανιασμένη και εξίσου θυμωμένη μ’ εκείνον. Γύρευε αφορμή για καβγά από το βράδυ που την είχε

~ 55 ~


σύρει διά της βίας από το Λαίδη Ανν και δε σκόπευε να υποχωρήσει τώρα. «Μα το Θεό, είσαι η πιο αναθεματισμένη γυναίκα που γνώρισα ποτέ μου! Είμαι ο διπλός από σένα και είσαι αιχμάλωτή μου! Δεν καταλαβαίνεις πότε πρέπει να φοβηθείς;» «Φοβάμαι! Όμως έχω βαρεθεί και τον αυταρχισμό σου! Έχω μπουχτίσει να είμαι κλειδωμένη μέσα στην καταραμένη καμπίνα σου! Θα μου στρίψει!» *** Ο Ίθαν την κοιτούσε κατάπληκτος. Το μάγουλό του έτσουζε ακόμα εκεί όπου τον είχε χτυπήσει και ένιωθε τα σημάδια από τα δόντια της στο πόδι του. Δεν υπήρχε ούτε ένας άντρας πάνω στο πλοίο που θα είχε το κουράγιο να τον αντιπαλέψει όπως εκείνη. Ξαφνικά, του φάνηκε πολύ αστείο και χαμογέλασε αυθόρμητα. Την κοίταξε έτσι αναμαλλιασμένη, με ελαφρώς αλλοπαρμένο αλλά απόλυτα αποφασιστικό βλέμμα, και σκέφτηκε ότι δεν είχε ξαναδεί πιο όμορφο πλάσμα. Θυμόταν ακόμα τις πλούσιες καμπύλες της όταν την έριξε στα γόνατά του, τα ζεστά οπίσθιά της κάτω από την παλάμη του. Ήταν ερεθισμένος και την ήθελε. Πρώτη του φορά ποθούσε τόσο πολύ μια γυναίκα. «Δεν ξέρω αν είσαι η πιο γενναία γυναίκα που έχω γνωρίσει ή η πιο ανόητη. Κάνε ό,τι θέλεις με τα ρούχα. Ίσως μπορέσεις να τα μεταποιήσεις για να έχεις έστω μια αλλαξιά. Θα πω να σου φέρουν βελόνα και κλωστή, αν ενδιαφέρεσαι». Πάνω στην πάλη τους, τα μαλλιά της είχαν λυθεί και τώρα κρέμονταν σε πυκνές μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της. Το φόρεμά της ήταν τσαλακωμένο και λερωμένο κι όμως τον κοιτούσε αγέρωχα, με το κεφάλι ψηλά, μοιάζοντας περισσότερο με δούκισσα παρά με εγκληματία. Ο Ίθαν ξερόβηξε, πασχίζοντας να αποκαταστήσει το κύρος του. «Αργότερα ίσως, αν το επιθυμείς, μπορώ να έρθω και να σε συνοδεύσω στο κατάστρωμα». Οι ώμοι της παρέμειναν άκαμπτοι, αλλά ο Ίθαν είδε την ανακούφιση στα μάτια της. Εκείνη έκανε ένα ανεπαίσθητο καταφατικό νεύμα με το κεφάλι. «Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα».

~ 56 ~


Ο Ίθαν υποκλίθηκε ελαφρά, κι ύστερα γύρισε και βγήκε από την καμπίνα. Μόλις βρέθηκε έξω, πήρε μια βαθιά εισπνοή για να συνέλθει. Αν η Γκρέις Τσέιστεν τον έκανε να απορεί ως εκείνη τη στιγμή, τώρα τον είχε μπερδέψει εντελώς. Τον είχε πολεμήσει σαν τίγρη, όπως ελάχιστοι άντρες θα τολμούσαν, κι όμως την ίδια στιγμή είχε καταφέρει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της. Άθελά του χαμογέλασε μ’ ένα από κείνα τα σπάνια, αληθινά χαμόγελά του. Δε γινόταν να μη θαυμάζει το κουράγιο της. Ή να μην απολαμβάνει τις γεμάτες πάθος αντιδράσεις της. Τι καλά που θα ήταν αν μπορούσε να τιθασεύσει το πάθος της, να το στρέψει σε πιο ευχάριστες διεξόδους. Αυτό του φαινόταν ολοένα και πιο πιεστικό. Η ιδέα που αναμασούσε τις τελευταίες νύχτες επανήλθε με ακόμα μεγαλύτερη διαύγεια. Όσο κι αν την ποθούσε, δεν ήταν από τους άντρες που επιβάλλονταν σε μια γυναίκα με τη βία. Και όσο καλύτερα τη γνώριζε, όσο περισσότερο εκτιμούσε το θάρρος της, τόσο λιγότερο του άρεσε αυτή η ιδέα. Η αποπλάνηση, όμως, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είχε ξεχάσει την αντίδρασή της όταν την είχε φιλήσει ούτε το θέαμα των θηλών που ορθώθηκαν κάτω από το πανί καθώς τη χάιδευε στη σκάφη. Όσο το σκεφτόταν τόσο η ιδέα της αποπλάνησης του φαινόταν πιο αποτελεσματική. Στο τέλος, η κυρία θα ζέσταινε το κρεβάτι του με τη θέλησή της κι αυτό θα έκανε τη νίκη του ακόμα πιο γλυκιά. Επιπλέον, όταν θα είχε κερδίσει κάπως την εμπιστοσύνη της, ήταν πολύ πιθανό να του αποκάλυπτε πού βρισκόταν ο υποκόμης. Ο Ίθαν πήρε την απόφασή του. Της είχε υποσχεθεί έναν περίπατο στο κατάστρωμα και σκόπευε να κρατήσει το λόγο του. Θα ήταν η ιδανική ευκαιρία να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του. *** Ακούγοντας το χτύπημα στην πόρτα, η Γκρέις ανακάθισε στην καρέκλα της. Μεταποιούσε το ζαφειρένιο μεταξωτό φόρεμα, χρησιμοποιώντας τη μαύρη δαντέλα από το πορτοκαλί κρεπ που ήταν όμοια με τούτου εδώ για να κλείσει κάπως το ντεκολτέ. Επίσης είχε προσθέσει μια μικρή εσάρπα και είχε στενέψει τα κακόγουστα φουσκωτά μανίκια για να μη φαίνονται τόσο γελοία.

~ 57 ~


Ωστόσο, το φόρεμα εξακολουθούσε να είναι βραδινό και επίσημο, και όχι καθημερινό. Ευτυχώς, στον πάτο του τελευταίου κουτιού είχε ανακαλύψει μια απλή γκρίζα φούστα από μουσελίνα και μια λευκή, βαμβακερή μπλούζα, ρούχα που η άγνωστη ευεργέτιδά της προφανώς τα προόριζε για το σπίτι όταν δε θα εργαζόταν. Θα έπρεπε να μακρύνει τον ποδόγυρο, αλλά η μέση τής ερχόταν γάντι. Και η μπλούζα είχε κορδόνι που τη βοηθούσε να προσαρμόζεται. Είχε φορέσει τα καινούρια ρούχα με μεγάλη ανακούφιση και είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της για να φρεσκάρει το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμά της. Φορώντας την καθαρή φούστα και την μπλούζα, άφησε κάτω το ράψιμό της και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα. Αναρωτιόταν ποιος να ήταν. Γνώριζε το σιγανό χτύπημα του Φρέντι και όσο για τον πλοίαρχο, απλώς δεν έκανε καν τον κόπο να χτυπήσει. Ξαφνιάστηκε βλέποντας τον τιμωρό της να περιμένει υπομονετικά στο διάδρομο σαν να ήταν επισκέπτης αντί δεσμοφύλακας. «Σου υποσχέθηκα έναν περίπατο. Τα σύννεφα αραίωσαν και φάνηκαν τα άστρα... αν εξακολουθείς να ενδιαφέρεσαι». Μόλις πριν από λίγο είχε τελειώσει το βαρύ της δείπνο –ψητό αρνί, λάχανο, πουτίγκα με σάλτσα και μπίρα. Δεν έβλεπε την ώρα να βγει για λίγο από την καμπίνα. «Σ’ ευχαριστώ, θα το ήθελα πάρα πολύ». Αφού ήθελε να της φέρεται με επισημότητα, θα του φερόταν κι εκείνη. Όταν της πρόσφερε το μπράτσο του, ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του και του επέτρεψε να την οδηγήσει στη σκάλα που έβγαζε στο κατάστρωμα. «Βλέπω πως εν τέλει βρήκες κάτι να φορέσεις». Η Γκρέις ίσιωσε το μπροστινό μέρος της φούστας και υπενθύμισε στον εαυτό της ότι δεν είχε κανένα λόγο να αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Αν ο πλοίαρχος Σαρπ είχε φέρει τα μπαούλα της, δε θα είχε μείνει χωρίς ρούχα. «Δεν είναι ακριβώς η τελευταία λέξη της μόδας, αλλά καλύτερα από το τίποτα». Επίσης υπήρχε μια πρακτική μάλλινη κάπα που δεν είχε δει αρχικά. Ο Ίθαν την πήρε από το χέρι της και την έριξε στους ώμους της. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να σ’ ευχαριστήσω τελικά». Εκείνος χαμογέλασε, και σκύβοντας έτριψε το πόδι του στο σημείο όπου τον είχε δαγκώσει. «Μακάρι να είχες ανοίξει πρώτα αυτό το κουτί». Άθελά της, η Γκρέις χαμογέλασε. Την πείραζε –και της φαινόταν απίστευτο– και δε γινόταν να μη χαμογελάσει. «Δεν έχεις άδικο. Για να

~ 58 ~


είμαι ειλικρινής, αυτό που με εκνεύρισε περισσότερο ήταν η κλεισούρα, όχι τα ρούχα». «Τότε χαίρομαι που είμαι σε θέση να κάνω κάτι γι’ αυτό». Περπάτησαν στο κατάστρωμα, μ’ εκείνη να τον κρατά αγκαζέ, κάνοντας τον κύκλο της περιμέτρου τουλάχιστον τρεις φορές. Η Γκρέις ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να ξεμουδιάζει τα πόδια της, να νιώθει την αλμύρα στο πρόσωπό της, να ανασαίνει τον καθαρό θαλασσινό αέρα. Κοίταξε τον άντρα δίπλα της· ήταν ψηλότερος απ’ όλους όσους γνώριζε. Με τα καλογραμμένα μαύρα φρύδια του, την ίσια μύτη του και τα σαρκώδη χείλη του, όφειλε να παραδεχτεί ότι επίσης ήταν εξαιρετικά ωραίος άντρας. Κούτσαινε ανεπαίσθητα καθώς περπατούσαν πλάι πλάι κι εκείνη αναρωτήθηκε πώς είχε τραυματιστεί. Ήθελε να του κάνει δεκάδες ερωτήσεις. Ποιος ήταν; Πώς είχε ανακαλύψει την ανάμειξή της στην απόδραση; Τι σκόπευε να κάνει μαζί της; Όμως φοβόταν πως αν τον ρωτούσε, θα άρχιζαν να μαλώνουν και δεν ήθελε να καταλήξει στην καμπίνα του. Δεν ήταν ακόμα έτοιμη να κλειστεί μέσα. «Ο Φρέντι λέει ότι είσαι ιδιώτης καταδρομέας». Σταμάτησαν μπροστά στην κουπαστή. «Ο Φρέντι λέει πολλά». «Ιδιώτης καταδρομέας ονομάζεται κάποιος που έχει άδεια από την κυβέρνηση να κάνει πειρατεία εναντίον εχθρικών πλοίων. Σωστά;» «Δουλεύω για λογαριασμό της Βρετανίας. Ναι». «Άρα είσαι πειρατής». Ο Ίθαν χαμογέλασε λοξά. «Κατά κάποιον τρόπο». «Ο Φρέντι σε λατρεύει. Πιστεύει ότι είσαι πολύ γενναίος». «Ο Φρέντι είναι παιδί». «Ξαφνιάστηκα όταν τον πρωτοείδα, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είχες ένα ανάπηρο παιδί στο πλοίο». Ο Ίθαν ανασήκωσε τους φαρδιούς του ώμους. «Το παιδί κάνει τη δουλειά του. Αυτό μόνο έχει σημασία». Όμως η Γκρέις σκέφτηκε ότι ελάχιστοι θα έπαιρναν υπό την προστασία τους ένα ανήμπορο παιδί και αναρωτήθηκε μήπως ο καπετάνιος είχε μια άγνωστη, αθέατη πλευρά. Κοίταξε τα αστέρια, αποφασισμένη να κρατήσει τη συζήτηση σε ακίνδυνα θέματα, ελπίζοντας έτσι να παραμείνει στο κατάστρωμα όσο περισσότερο γινόταν. «Τι όμορφη νύχτα. Βλέπεις εκείνον εκεί τον αστερισμό;» Έδειξε προς τα δεξιά. «Είναι ο Ταύρος. Σύμφωνα με την ελληνική

~ 59 ~


μυθολογία, ο ταύρος είναι ο μεταμορφωμένος Δίας που διασχίζει τον Ελλήσποντο για να αρπάξει την Ευρώπη, την αγαπημένη του». Το μαύρο του φρύδι ανασηκώθηκε. «Σου αρέσει η ελληνική μυθολογία;» «Μόνο σε ό,τι αφορά τα άστρα. Το στερέωμα με σαγήνευσε από πολύ νωρίς. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, μπορώ να κυβερνήσω ένα πλοίο με τη βοήθεια του εξάντα». «Και πώς έγινε αυτό;» «Ο αδελφός του πατέρα μου ήταν πλοηγός σε ένα πλοίο που ονομαζόταν Ρόδο της Ιρλανδίας». Όχι του βιολογικού της πατέρα αλλά του δόκτορος Τσέιστεν, του γιατρού που είχε παντρευτεί τη μητέρα της και την είχε μεγαλώσει. «Το πλοίο μετέφερε επιβάτες κατά μήκος της ιρλανδικής ακτής. Τέλος πάντων, ο θείος Φίλιπ με δίδαξε όταν ήμουν μικρή». Ο θείος της είχε σταθεί πολύ πιο στοργικός απέναντί της απ’ όσο ο πατέρας της, αλλά μόλις πριν από μερικούς μήνες η Γκρέις είχε καταλάβει το γιατί. Είχε ανακαλύψει ότι ο άνθρωπος που την είχε μεγαλώσει δεν ήταν και γεννήτοράς της κι αυτός ήταν ο λόγος που ο σύζυγος της μητέρας της την αντιπαθούσε. «Αν γνωρίζεις τα άστρα, τότε θα ξέρεις ποιος είναι εκείνος ο αστερισμός». Ο Ίθαν έσκυψε προς το μέρος της και το βλέμμα της ακολούθησε την κατεύθυνση που της έδειχνε. «Ο Περσέας». «Ναι...» απάντησε εκείνος σιγανά. «Δίπλα στην πεθερά του, την Κασσιόπη». Η Γκρέις χαμογέλασε, παραδόξως ευχαριστημένη από το γεγονός ότι ο Ίθαν γνώριζε τέτοια πράγματα. «Αλλά και την Ανδρομέδα, τη σύζυγό του». Τον ένιωθε δίπλα της, ψηλό, λεπτό και νευρώδη, να εκπέμπει δύναμη και ενέργεια. Στεκόταν τόσο κοντά της, που μπορούσε να νιώσει τη θέρμη του κορμιού του, να διακρίνει τη λάμψη του φεγγαριού στις κατάμαυρες φαβορίτες του. Περιεργαζόταν το προφίλ του όταν εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Για μια στιγμή, τα μάτια τους συναντήθηκαν και έμειναν έτσι. Η Γκρέις απόρησε με την ένταση που διάβασε στο βλέμμα του ένα δευτερόλεπτο προτού τα χείλη του ακουμπήσουν απαλά πάνω στα δικά της. Όλο της το σώμα έμεινε άκαμπτο. Ετοιμάστηκε να τραβηχτεί μακριά του, αλλά αντί για το βάναυσο, κτητικό φιλί που είχε φανταστεί, δεν

~ 60 ~


ένιωσε παρά ένα φευγαλέο, τρυφερό άγγιγμα πριν διακόψει ο ίδιος την επαφή. Ο Ίθαν πήρε μια βαθιά εισπνοή και άφησε τον αέρα να βγει αργά. «Είναι ώρα να γυρίσεις στην καμπίνα», είπε. Η Γκρέις δεν είχε αντιληφθεί πόσο κρύο έκανε, δεν είχε νιώσει το τσουχτερό μαστίγωμα του ανέμου που είχε αρχίσει να δυναμώνει όσο σκοτείνιαζε. «Σ’ ευχαριστώ που με έφερες στο κατάστρωμα». «Πάντα κρατάω το λόγο μου, δεσποινίς Τσέιστεν. Θα το δεις. Από τώρα και στο εξής μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις, αρκεί να σε συνοδεύει ο κύριος Μακσέιν ή εγώ». Ένα κύμα ανακούφισης την πλημμύρισε. Ο εγκλεισμός της, τουλάχιστον στα βάθη του πλοίου, είχε λήξει. Του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ». Ήταν μεγάλη παραχώρηση εκ μέρους του, αφού στο κάτω κάτω τη θεωρούσε εγκληματία. Αν ήθελε, θα μπορούσε να την κλειδώσει στο αμπάρι του πλοίου. Εκείνος δεν είπε τίποτα περισσότερο, αλλά ούτε και η Γκρέις μίλησε. Στηρίχτηκε στο βραχίονά του καθώς την οδηγούσε προς τη σκάλα κι από κει στην καμπίνα που μοιράζονταν. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα όταν τον άκουσε να μπαίνει. Φορούσε το δανεικό νυχτικό και ήταν ξαπλωμένη στη μια πλευρά του κρεβατιού. Τον άκουσε να γδύνεται και η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπάει από φόβο και αγωνία. Όμως εκείνος έβγαλε απλώς τα ρούχα του και ξάπλωσε στην άλλη άκρη του κρεβατιού όπως όλες τις άλλες φορές. Η Γκρέις προσπαθούσε να μη σκέφτεται το απαλό φιλί του και να μην αναρωτιέται τι σήμαινε. Και όταν επιτέλους βυθίστηκε σε έναν ανήσυχο ύπνο, κόντευε πια να ξημερώσει και ο καπετάνιος είχε πάλι ντυθεί και είχε φύγει. *** Ο Άνγκους Μακσέιν ανέβηκε στο κατάστρωμα των αξιωματικών για να μιλήσει στον καπετάνιο, που στεκόταν πίσω από το μεγάλο ξύλινο τιμόνι. Γνώριζε τον Ίθαν από χρόνια, είχε υπηρετήσει κοντά του από το πρώτο του πλοίο. Οχτώ χρόνια αργότερα ήταν ακόμα μαζί, παρ’ όλο που ο καπετάνιος είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Οι μήνες που είχε περάσει στη Γαλλία, κλεισμένος σε μια τρισάθλια φυλακή, και τα βασανιστήρια που είχε υποστεί τον είχαν αλλάξει, τον

~ 61 ~


είχαν σκληρύνει και τον είχαν μεταμορφώσει στον άνθρωπο που ήταν σήμερα. Τον είχαν γεράσει πριν την ώρα του. Κάτι τον βασάνιζε τώρα. Ο Άνγκους το καταλάβαινε από την έκφρασή του. Έτσι ήταν από την ημέρα που είχε φέρει στο πλοίο εκείνη την κοπέλα. Ο Άνγκους αναστέναξε ενδόμυχα. Η μανία της εκδίκησης έτρωγε έναν άνθρωπο σαν σαράκι και ποτέ δεν του ήταν τόσο ικανοποιητική όσο φανταζόταν. «Με ζήτησες, καπετάνιε;» «Ναι. Ήθελα να σου πω ότι η κοπέλα είναι ελεύθερη να ανεβαίνει στο κατάστρωμα όποτε θέλει, αρκεί να τη συνοδεύουμε είτε εσύ είτε εγώ». Ο Άνγκους ανασήκωσε το ένα από τα γκριζωπά φουντωτά φρύδια του. «Μα νόμιζα ότι ήθελες να την τιμωρήσεις». Ο Ίθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν αντέχει να μένει κλειδωμένη μέσα. Και την καταλαβαίνω καλύτερα από τον καθένα». Και το να φέρεσαι άσχημα σε μια γυναίκα, όσο κι αν της αξίζει, δεν είναι του χαρακτήρα σου, σκέφτηκε ο Άνγκους. «Καλά έκανες, παλικάρι μου», είπε και γυρίζοντας, ατένισε τη θάλασσα. Ένα κοπάδι άλμπατρος πετούσε πάνω από τα κεφάλια τους, κατευθυνόμενο προς την ακτή. Το φως του ήλιου λαμπύριζε λες και στην επιφάνεια του νερού ήταν σκορπισμένα διαμάντια και ο ουρανός ήταν καταγάλανος σαν τις καμπανούλες που άνθιζαν στους αγρούς την άνοιξη. «Είσαι πολύ κακόκεφος τον τελευταίο καιρό», συνέχισε. «Κάτι μου λέει πως ακόμα δεν έριξες την κοπελιά στο κρεβάτι σου». Ο καπετάνιος έστρωσε νευρικά τα μαύρα μαλλιά του. «Κάποτε είπες ότι δεν είναι όπως την είχες φανταστεί. Ε, ούτε και όπως την είχα φανταστεί εγώ είναι, Άνγκους. Φαίνεται πως ο Τζέφρις την ξελόγιασε. Πάω στοίχημα πως είναι ο μόνος που την άγγιξε ποτέ κι ακόμα κι αυτός όχι πολύ συχνά». «Δηλαδή σκοπεύεις να την αφήσεις στην ησυχία της;» Ο Ίθαν έσφιξε τα δόντια του. «Μου χρωστάει. Είναι υπεύθυνη για τους νεκρούς συντρόφους μου, επειδή βοήθησε τον προδότη που εξαιτίας του σκοτώθηκαν. Δεν είναι πια αγνή και δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να την πάρω. Είναι απλώς ζήτημα χρόνου». «Και τι θα κάνεις;»

~ 62 ~


Ο Ίθαν κοίταξε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο ασημί ψάρι πετάχτηκε στον αέρα και ξανάπεσε με έναν παφλασμό στο νερό. «Πρέπει να μάθω αν ξέρει πού βρίσκεται ο Τζέφρις. Και να γνωρίσω καλύτερα την ίδια. Τότε θα αποφασίσω». Ο Άνγκους απλώς κούνησε το κεφάλι του. Ο Ίθαν Σαρπ ήταν καλός άνθρωπος. Όταν θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή θα έπαιρνε τη σωστή απόφαση. Όμως ο Άνγκους δεν ήξερε ακόμα ποια θα ήταν αυτή η απόφαση. *** Μια βδομάδα πέρασε αργά. Όπως είχε υποσχεθεί ο καπετάνιος, η Γκρέις μπορούσε να ανεβαίνει ελεύθερα στο κατάστρωμα αρκεί να τη συνόδευε ο ύπαρχος, ο κύριος Μακσέιν, ή ο ίδιος. Ο ρωμαλέος γερο-Σκοτσέζος, όπως ανακάλυψε, ήταν πολύ γλυκός, παλιός φίλος του καπετάνιου που δε φοβόταν να πει τη γνώμη του. Ή να κάνει αδιάκριτες ερωτήσεις. «Γιατί το έκανες, κορίτσι μου; Δεν ήξερες τι θα γινόταν, αν τον βοηθούσες να δραπετεύσει;» Η Γκρέις αναστέναξε και στάθηκε μπροστά στην κουπαστή. «Δε γινόταν να μην τον βοηθήσω. Ήταν... φίλος. Δεν μπορούσα να τους αφήσω να τον κρεμάσουν». «Τον αγαπούσες, λοιπόν;» Η Γκρέις ήξερε για τι είδους αγάπη τη ρωτούσε, αλλά η απάντηση παρέμενε ίδια. «Υποθέτω ότι κατά κάποιον τρόπο τον αγαπούσα». Φαινόταν απίθανο να αγαπά έναν πατέρα που είχε γνωρίσει μόλις πριν από μερικές βδομάδες. Όμως της έγραφε ένα γράμμα κάθε χρόνο, της μιλούσε για τη ζωή του, της έλεγε πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν μαζί. Αν και η μητέρα της είχε κρύψει αυτά τα γράμματα, πριν από τρεις μήνες η αλήθεια είχε βγει τελικά στην επιφάνεια. Ο αληθινός της πατέρας νοιαζόταν γι’ αυτήν, έστελνε χρήματα για να μορφωθεί. Ήθελε να την αναθρέψει ο ίδιος και παρ’ όλο που δεν είχε συμμετάσχει ποτέ στη ζωή της, δεν την είχε ξεχάσει. Πώς ήταν δυνατόν να του γυρίσει την πλάτη; Και ο πλοίαρχος Σαρπ της έκανε ερωτήσεις, αν και συνήθως φρόντιζε να αποφεύγει αυτό το ευαίσθητο θέμα. «Οι γονείς σου ζουν στο Λονδίνο;»

~ 63 ~


«Ναι. Ο πατέρας μου είναι γιατρός. Δεν τα πάμε πολύ καλά». «Γιατί;» Γιατί δεν είμαι κόρη του και με μισεί. «Δεν εγκρίνει το χαρακτήρα μου. Με θεωρεί πολύ ελευθερόστομη». Και όχι μόνο. «Είσαι ελευθερόστομη. Περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα που έχω γνωρίσει». Η Γκρέις έγινε κατακόκκινη σαν παπαρούνα. «Είναι μεγάλο ελάττωμα, φαντάζομαι». «Όχι πάντα». Ο Ίθαν της ανασήκωσε το πιγούνι με το δάχτυλό του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Έχω αρχίσει να διαπιστώνω ότι μου αρέσουν οι γυναίκες που δε διστάζουν να πουν τη γνώμη τους». Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και αναρωτήθηκε αν της έλεγε την αλήθεια ή αν προσπαθούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της για να της αποσπάσει πληροφορίες. «Κι εσύ δε συνηθίζεις να μασάς τα λόγια σου», απάντησε, και ο Ίθαν χαμογέλασε. Η Γκρέις σκέφτηκε ότι χαμογελούσε όλο και πιο συχνά και αναρωτήθηκε γιατί. «Δεν έχεις άδικο». Όμως το επόμενο απόγευμα, ο Ίθαν αποφάσισε πια να θίξει το θέμα της απόδρασης. «Ξέρουμε και οι δυο ότι είσαι ένοχη. Ουσιαστικά το παραδέχτηκες. Αν πεις στις Αρχές πού θα βρουν τον Τζέφρις πιστεύω ότι θα σε αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιείκεια». Η Γκρέις ανασήκωσε το φρύδι της. Επιτέλους της έκανε την ερώτηση που περίμενε τόσο καιρό. «Γι’ αυτό μου επέτρεψες να ανεβαίνω στο κατάστρωμα, γι’ αυτό είσαι τόσο περιποιητικός τις τελευταίες μέρες; Επειδή θέλεις να σου πω πού κρύβεται ο υποκόμης;» Ο Ίθαν απέστρεψε το βλέμμα του. «Εν μέρει, ναι». «Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής». «Ξέρεις πού είναι; Αν ναι, θα σε συμβούλευα για το καλό σου να αποκαλύψεις αυτή την πληροφορία». «Δεν ξέρω πού είναι, αλλά ακόμα κι αν ήξερα, δε θα σου έλεγα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ιδέα πού βρίσκεται». Εκείνος την κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποφανθεί αν του έλεγε αλήθεια ή όχι. Ύστερα η έκφρασή του άλλαξε ανεπαίσθητα. «Φαίνεται πως λες την αλήθεια. Δεν έχεις ιδέα πού είναι ο Τζέφρις».

~ 64 ~


«Δεν έχω μιλήσει καθόλου μαζί του από τότε που τον συνέλαβαν. Πιθανότατα έχει φύγει από τη χώρα. Εγώ αυτό θα έκανα στη θέση του. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα να τον βρεις; Πιστεύεις ότι είναι προδότης. Καταλαβαίνω το ενδιαφέρον της κυβέρνησης, αλλά για κάποιο λόγο μου δίνεις την αίσθηση ότι έχεις προσωπικά μαζί του. Τι σου έκανε ο υποκόμης;» Το σαγόνι του σφίχτηκε τόσο δυνατά που η Γκρέις τρόμαξε. Ο Ίθαν πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει και την άφησε αργά. «Πριν απ’ αυτό το πλοίο, είχα ένα άλλο. Τη Μάγισσα της Θάλασσας. Ήμασταν σε αποστολή για λογαριασμό του υπουργείου Πολέμου. Ο Τζέφρις είχε πρόσβαση σε πληροφορίες που αποκάλυπταν τον προορισμό του πλοίου. Πούλησε αυτές τις πληροφορίες στους Γάλλους». Η μομφή του της έκοψε την ανάσα. «Δεν μπορείς να είσαι βέβαιος γι’ αυτό!» «Ήταν ο μόνος που γνώριζε, ο μόνος που θα μπορούσε να μας προδώσει. Η Μάγισσα της Θάλασσας κατελήφθη και βυθίστηκε, οι άντρες μου σκοτώθηκαν ή πέθαναν στη φυλακή. Μόνο ένας σώθηκε». «Ο Λιανός Νεντ. Κι εσύ». «Ακριβώς. Οι Γάλλοι με κράτησαν ζωντανό. Θεώρησαν ότι η φυλακή ήταν χειρότερη από το θάνατο και είχαν δίκιο. Ευτυχώς είχα φίλους που δεν το έβαλαν κάτω. Με ελευθέρωσαν και με έφεραν πίσω στην πατρίδα. Οι υπόλοιποι άντρες μου δεν ήταν τόσο τυχεροί». Η Γκρέις δεν είπε τίποτε άλλο. Ένιωθε το θυμό να βράζει κάτω από την επιφανειακή ηρεμία του, έβλεπε την οργή στα βάθη των γαλανών ματιών του. «Είμαι σίγουρη ότι πέφτεις έξω για τον υποκόμη. Λυπάμαι για το πλήρωμά σου, αλλά...» Ο Ίθαν γύρισε απότομα προς το μέρος της, κόβοντας τη φράση της στη μέση με ένα παγερό βλέμμα. «Αλήθεια; Αν λυπάσαι, πες μου πού θα βρω τον Χάρμον Τζέφρις». «Σου είπα, δεν έχω ιδέα πού είναι». Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο, όχι μαλακά όμως. «Έλα, είναι καιρός να επιστρέψεις μέσα. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, έχω δουλειές να κάνω, έχω να ασχοληθώ με πιο σημαντικά ζητήματα από το να ψυχαγωγώ τη φιλοξενούμενή μου». Η Γκρέις αγνόησε το σαρκασμό στον τόνο της φωνής του. Ο καπετάνιος είχε θυμώσει επειδή δεν τον βοηθούσε. Όμως τα ελάχιστα που γνώριζε για τον υποκόμη δε θα είχαν καμιά αξία, ακόμα κι αν του τα

~ 65 ~


έλεγε. Που δε σκόπευε να του τα πει. Ο Χάρμον Τζέφρις ήταν πατέρας της. Είχε αποφασίσει να τον βοηθήσει και δε θα άλλαζε την απόφασή της. Τίποτα δε θα άλλαζε τα αποτελέσματα της πράξης της ούτε την περιφρόνηση του καπετάνιου απέναντί της. Από μια άποψη δεν τον αδικούσε.

~ 66 ~


6 Η καταιγίδα λυσσομανούσε. Τεράστια κύματα χτυπούσαν την πλώρη και το σκάφος σκαμπανέβαζε, βουτούσε στο νερό και ξανασηκωνόταν από την άλλη πλευρά. Καταρράκτες νερού σάρωναν το κατάστρωμα και κυλούσαν από τα μπούνια. Ο ουρανός ήταν τόσο σκοτεινός που δεν ξεχώριζες αν ήταν μέρα ή νύχτα. Η κοσμοχαλασιά κρατούσε τρεις ολόκληρες μέρες τώρα και η σκούνα κλυδωνιζόταν σαν καρυδότσουφλο, αναγκάζοντας την Γκρέις να μένει κλεισμένη στην καμπίνα. Την είχε πιάσει αρκετές φορές ναυτία, αλλά μέχρι στιγμής τα παξιμάδια και ο ζωμός από βοδινό κρέας που της έφερνε ο Φρέντι τη βοηθούσαν να την αντιμετωπίσει. Ωστόσο λαχταρούσε να κινηθεί και να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα. Όταν ο καιρός μαλάκωσε κάπως, άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα στην καμπίνα, περιμένοντας τον πλοίαρχο Σαρπ ή τον Άνγκους Μακσέιν να τη συνοδεύσουν έξω, αλλά οι ώρες περνούσαν και κανένας από τους δυο δεν εμφανιζόταν. Εκνευρισμένη και έχοντας πλήξει στο έπακρο από την κλεισούρα, άρπαξε την κάπα της από το μπρούντζινο κρεμαστάρι, δίπλα στην πόρτα, και την έριξε στους ώμους της. Σίγουρα θα έβρισκε κάποιον από τους δυο για να του ζητήσει να τη συνοδεύσει. Αν και ο άνεμος είχε κοπάσει, το κρύο ήταν ακόμα τσουχτερό, όπως ανακάλυψε όταν ανέβηκε τη σκάλα και ξεπρόβαλε το κεφάλι της από το άνοιγμα της καταπακτής. Το κατάστρωμα ήταν υγρό και γλιστρούσε. Είχε δέσει τα μαλλιά της με το κομμάτι της δαντέλας, αλλά το τσουχτερό αεράκι έριχνε μακριές τούφες στο πρόσωπό της. Σταμάτησε τον τρίτο καπετάνιο, ένα μυώδη άντρα ονόματι Γουίλαρντ Κοξ. «Συγνώμη που σας ενοχλώ, κύριε Κοξ. Ξέρετε πού θα βρω τον κύριο Μακσέιν;» «Μάλιστα, δεσποινίς. Είναι κάτω». Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της με αυθάδεια. Αν εξαιρούσε κανείς την ουλή στο μάγουλό του, δεν ήταν άσχημος άντρας. Της έδωσε την εντύπωση ότι θεωρούσε τον εαυτό του γόη κι αυτό της φάνηκε πολύ αστείο. «Δεν πρέπει να κυκλοφορείτε εδώ πάνω, δεσποινίς. Καλύτερα να γυρίσετε στην καμπίνα σας».

~ 67 ~


Η Γκρέις ανασήκωσε αγέρωχα το κεφάλι της. Ποιος ήταν αυτός που της έδινε διαταγές; «Ξέρετε πού είναι ο κύριος Σαρπ;» «Εκεί πέρα, δεσποινίς. Μόλις ανεβαίνει από το αμπάρι». Η Γκρέις τον είδε να έρχεται προς το μέρος της σκυθρωπός και με τα χείλη σφιγμένα. Βλέποντας τη θυμωμένη του έκφραση, έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω. «Ανάθεμα!» φώναξε ο Ίθαν πλησιάζοντάς την, κι εκείνη πισωπάτησε πάλι. Την ίδια στιγμή το πλοίο έπεσε σε κοίλο κύματος, έγειρε στο πλάι και η Γκρέις έχασε την ισορροπία της. Το παπούτσι της σκάλωσε σε μια κουλούρα σκοινί και το πόδι της γλίστρησε. Ανεμίζοντας τα χέρια της, έπεσε προς τα πίσω και το κύμα που σάρωσε το κατάστρωμα την παρέσυρε μακριά. «Γκρέις!» άκουσε τον καπετάνιο να φωνάζει, αλλά την επόμενη στιγμή το νερό την τράβηξε στην άκρη του πλοίου και την έριξε στη θάλασσα. Έβγαλε μια κραυγή όταν ένιωσε το παγωμένο νερό να την καταπίνει και άρχισε να βυθίζεται. Η μύτη της γέμισε αλάτι, τα πνευμόνια της άρχισαν και καίνε και κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μην ανοίξει το στόμα της και εισπνεύσει. Κράτησε την αναπνοή της και πάλεψε να βγει στην επιφάνεια, αλλά τα μαλλιά της είχαν λυθεί και τυλίγονταν γύρω από το πρόσωπό της. Η γκρίζα φούστα φαινόταν να ζυγίζει τόνους και όσο δυνατά κι αν κολυμπούσε, η επιφάνεια του νερού όλο και απομακρυνόταν. Κατάλαβε πως θα πνιγόταν και άρχισε να κλοτσά με όλη της τη δύναμη. Αντίθετα από τις περισσότερες γυναίκες ήταν πολύ καλή κολυμβήτρια γιατί είχε μάθει κρυφά κολύμπι από μικρή μαζί με τη φίλη της τη Βικτόρια όταν ήταν εσωτερικές στο οικοτροφείο. Έβλεπε ένα αμυδρό φως στην επιφάνεια του νερού. Μακάρι να μπορούσε να φτάσει εκεί. Όμως τα ρούχα την τραβούσαν προς τα κάτω και ακύρωναν κάθε μικρή πρόοδο που έκανε. Τα πνευμόνια της έκαιγαν. Δε θα κατάφερνε να κρατήσει για πολύ ακόμα την αναπνοή της. Δεν ήθελε να πεθάνει! Άρχισε πάλι να χτυπάει τα πόδια της με μανία και για μια στιγμή το κεφάλι της βγήκε έξω από την επιφάνεια. Πήρε μια βαθιά εισπνοή πριν βουλιάξει πάλι και της φάνηκε πως κάποιος κολυμπούσε εκεί κοντά της, αλλά το οξυγόνο στα πνευμόνια της είχε αρχίσει να εξαντλείται και την έπιασε ζάλη.

~ 68 ~


Αγωνίστηκε λυσσαλέα να ξαναβγεί στην επιφάνεια για μια τελευταία φορά, αλλά δεν κατάφερε να αναδυθεί και οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Κάτι τρίφτηκε πάνω της. Την επόμενη στιγμή, ένιωσε ένα δυνατό χέρι να τυλίγεται στη μέση της και να την τραβάει προς τα πάνω. Άρχισε πάλι να κλοτσά με όλη της τη δύναμη και πετάχτηκαν μαζί έξω από το νερό. Ένα φελλένιο σωσίβιο του πλοίου επέπλεε εκεί κοντά και ο καπετάνιος το άρπαξε και στερέωσε το χέρι της πάνω του. «Κρατήσου!» της φώναξε. «Πρέπει να κάνουμε υπομονή μέχρι να μας περιμαζέψουν!» Βήχοντας και φτύνοντας νερό, η Γκρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι και κρατήθηκε από το σωσίβιο με όλη της τη δύναμη. Έβλεπε το πλοίο στο βάθος και μια από τις ξύλινες βάρκες του να κατεβαίνει καθώς το πλοίο άλλαζε ρότα, προσπαθώντας να συγκρατήσει την κεκτημένη ταχύτητά του μέσα στην ταραγμένη θάλασσα. Είδε τη βαρκούλα να απομακρύνεται από το πλοίο και να έρχεται προς το μέρος τους. Οι άντρες κωπηλατούσαν με όλη τους τη δύναμη, αλλά ακόμα κι έτσι πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουν κοντά τους, αψηφώντας την αφρισμένη θάλασσα, βουλιάζοντας και βγαίνοντας πάλι στις κορυφές των κυμάτων. Ο σωματώδης τρίτος καπετάνιος, ο Γουίλαρντ Κοξ, ένας ναύτης ονόματι Ρεντ Τίνσλι και ο Λιανός Νεντ κρατούσαν τα κουπιά. Εντόπισαν την Γκρέις και τον καπετάνιο που κρατιόνταν από το σωσίβιο και έφεραν τη βάρκα δίπλα τους. Με κοινή προσπάθεια, οι τρεις άντρες τράβηξαν την Γκρέις μέσα στη βάρκα κι έπειτα τον καπετάνιο. Ο Ίθαν σωριάστηκε δίπλα της, στον πάτο της βάρκας, και άρχισαν να τρέμουν και οι δυο ασυγκράτητα. Ο Νεντ τους έριξε μια κουβέρτα. «Θα σας πάμε στο καράβι όσο πιο γρήγορα γίνεται», της είπε. «Ο γερο-Άνγκους κατέβασε τα πανιά και έκανε πίσω. Το καράβι θα κόψει ταχύτητα και θα μας περιμένει να το προλάβουμε». Η Γκρέις ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι της. Ο τρόμος που συγκρατούσε τόση ώρα άρχισε να την κυριεύει ύπουλα και ο λαιμός της έφραξε από τα δάκρυα. Τα λεπτά που είχε περάσει μέσα στο νερό είχαν εξαντλήσει τις δυνάμεις της και ήταν τόσο παγωμένη που τα χείλη της δε σάλευαν. Όμως ευχαριστούσε το Θεό που ήταν ζωντανή.

~ 69 ~


Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρει η βάρκα, μέσα από τα μανιασμένα κύματα, να φτάσει στο πλοίο. Ο Άνγκους βημάτιζε δίπλα στην κουπαστή και το ανεμοδαρμένο πρόσωπό του ήταν ρυτιδωμένο από την αγωνία όσο οι άντρες τη βοηθούσαν να ανεβεί στο κατάστρωμα. Σταμάτησε μπροστά της, άπλωσε το χέρι του και τη χάιδεψε στο μάγουλο. «Τα κατάφερες τελικά, κοπελιά μου». Τα μάτια της Γκρέις βούρκωσαν καθώς συλλογίστηκε πόσο κοντά στο θάνατο είχε φτάσει, πώς ο Ίθαν Σαρπ είχε διακινδυνεύσει τη ζωή του για να σώσει τη δική της. «Ναι, το παλικάρι σού έσωσε τη ζωή. Θα μπορούσατε να είχατε πνιγεί και οι δυο». Η Γκρέις ξεροκατάπιε για να διώξει τον κόμπο που της έφραζε το λαιμό. «Λυπάμαι. Δεν ήξερα ότι η θάλασσα ήταν ακόμα τόσο φουρτουνιασμένη ούτε ότι το κατάστρωμα γλιστρούσε τόσο πολύ». «Πρέπει να βγάλεις αυτά τα μουσκεμένα ρούχα», είπε ο Άνγκους, οδηγώντας την προς τη σκάλα που έβγαζε στην καμπίνα. Η Γκρέις έψαξε να βρει τον Ίθαν και τον είδε ακριβώς πίσω της. «Θα την αναλάβω εγώ», είπε, ακολουθώντας τη στο δωμάτιο. «Στείλε κάτω λίγο ζεστό νερό. Πρέπει να ζεσταθεί». «Κι εσύ, παλικάρι μου». «Αργότερα», είπε ο Ίθαν. Έκλεισε την πόρτα και γύρισε προς το μέρος της. «Συγνώμη», είπε η Γκρέις και ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν. Αντί να ξεσπάσει το θυμό του πάνω της, όπως περίμενε, ο Ίθαν άπλωσε τα χέρια του και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Θεέ μου», ψιθύρισε, «νόμιζα πως σ’ έχασα». Η Γκρέις αρπάχτηκε από πάνω του, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τη ζεστασιά του, για την αίσθηση της ασφάλειας που της πρόσφερε το κορμί του, για το σταθερό χτύπο της καρδιάς του, έτσι όπως την κρατούσε σφιχτά πάνω του. «Λυπάμαι πολύ, Ίθαν. Εξαιτίας μου κόντεψες να χάσεις τη ζωή σου». Εκείνος της ανασήκωσε το πιγούνι και είδε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. «Χριστέ μου...» Την επόμενη στιγμή είχε καλύψει τα χείλη της με τα δικά του, σφίγγοντάς τη με απελπισία στην αγκαλιά του. Ρούφηξε με λαχτάρα το στόμα της, γεύτηκε τη γλύκα του, πιπίλισε τα χείλη της, πρώτα το ένα και μετά το άλλο, και η Γκρέις ένιωσε να την πλημμυρίζει ένα καυτό κύμα. Η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο στόμα

~ 70 ~


της και η φωτιά απλώθηκε ακόμα πιο δυνατή στις φλέβες της. Κρεμάστηκε ασυναίσθητα από το λαιμό του και του ανταπέδωσε το φιλί με το ίδιο πάθος. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αντιδρούσε έτσι επειδή απλώς χαιρόταν που ήταν ζωντανή. Ότι ήταν γυναίκα κι εκείνος άντρας και είχαν γλιτώσει και οι δυο από του Χάρου τα δόντια. Ό,τι κι αν έφταιγε, η αλήθεια ήταν πως η έξαψη και η επιθυμία που την είχαν κυριέψει δεν έμοιαζαν με τίποτα απ’ ό,τι είχε νιώσει ως τότε στη ζωή της. Ο Ίθαν ήταν ψηλός, αλλά το ίδιο ήταν κι εκείνη, κι έτσι τα κορμιά τους έδειχναν να ταιριάζουν απόλυτα. Το στέρνο του ήταν ένας σκληρός τοίχος που πίεζε τα στήθη της και κάτω από τα βρεγμένα ρούχα της οι θηλές της ορθώθηκαν και άρχισαν να πάλλονται. Της ήρθε ζάλη, λιποθυμία σχεδόν. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και τόσο δυνατά, που αναρωτήθηκε αν εκείνος την άκουγε. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στα υγρά μαύρα μαλλιά του και ένιωσε τη μεταξένια υφή τους, τις απαλές τούφες που κατσάρωναν στον αυχένα του. Συνέχισε να τη φιλάει και να τη φιλάει, και όσο τρελό κι αν φαινόταν, εκείνη δεν ήθελε να σταματήσει. «Θεέ μου... Ίθαν...» Ένας θόρυβος την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Ο Ίθαν γύρισε και η Γκρέις είδε πως τα γαλανά του μάτια ήταν φουρτουνιασμένα. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως ήταν έτοιμος να διώξει τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Μόλις έχασε τη ζεστασιά του κορμιού του άρχισε να τρέμει. Βλαστημώντας, ο Ίθαν πήγε στην πόρτα και την άνοιξε απότομα. «Το λουτρό της κυρίας», είπε ο ένας από τα δύο μέλη του πληρώματος. Ο Ίθαν της έριξε μια ματιά, την είδε που έτρεμε, είδε πόσο χλομό ήταν το πρόσωπό της. «Αφήστε το μπροστά στο τζάκι». Οι δυο άντρες άφησαν τη σκάφη με το αχνιστό νερό στο χαλί και βγήκαν αθόρυβα από το δωμάτιο. Ο Ίθαν πλησίασε εκεί όπου η Γκρέις στεκόταν τρέμοντας και τράβηξε το κορδόνι που έκλεινε την μπλούζα της μπροστά. «Το μπάνιο θα σε ζεστάνει», της είπε μαλακά κι εκείνη θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε γδυθεί μ’ εκείνον παρόντα στην καμπίνα. Ο Ίθαν θα πρέπει να διάβασε τις σκέψεις της, γιατί αναστέναξε. «Εντάξει, θα γυρίσω από την άλλη μεριά, αν έτσι αισθάνεσαι πιο άνετα».

~ 71 ~


Τα δάχτυλά της ήταν παγωμένα και αδέξια. Όταν δεν κατάφερε να λύσει το κορδόνι, εκείνος πήγε πάλι κοντά της, το τράβηξε και της έβγαλε την μπλούζα, αφήνοντάς τη μόνο με τη φούστα και το μεσοφόρι. Η Γκρέις κάλυψε τα στήθη της με τα χέρια της, καθώς εκείνος άνοιγε το κουμπί που έκλεινε τη φούστα της στη μέση και τραβούσε το μουσκεμένο ύφασμα στους γοφούς της, αφήνοντάς τη με το μεσοφόρι, που είχε γίνει διαφανές από το νερό και ήταν τόσο κοντό ώστε με δυσκολία κάλυπτε τα οπίσθιά της. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά και πετούσαν φωτιές. Ανέκαθεν της φαίνονταν ψυχρά σαν πάγος, αλλά τώρα δεν είχαν καμιά ψυχρότητα. «Θα σε συμβούλευα να μπεις στη σκάφη πριν κάνω αυτό που σκέφτομαι». Με το μουσκεμένο παντελόνι που είχε κολλήσει στο σώμα του, ήταν αδύνατον να μην προσέξει το εξόγκωμα που μαρτυρούσε τον πόθο του. Τα μάγουλά της έκαιγαν από ντροπή και αμηχανία καθώς περνούσε το πόδι της πάνω από τη σκάφη και έμπαινε βιαστικά στο νερό, αφήνοντας το μεσοφόρι στη θέση του ακόμα κι όταν βρέθηκε πια καθισμένη μέσα. Ανασήκωσε το κεφάλι της και είδε τον Ίθαν να βγάζει στεγνά ρούχα από την ντουλάπα του και να προχωρά προς την πόρτα. «Αν δεν υπολόγιζα τίποτα, θα σε πήγαινα στο κρεβάτι και δε θα σε άφηνα μόνη σου μέχρι το πρωί. Αλλά πέρασες μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία και χρειάζεσαι ξεκούραση. Κοιμήσου λίγο και όταν αισθανθείς καλύτερα, έλα να δειπνήσουμε μαζί αν θέλεις». Η Γκρέις τον κοίταξε σκεφτική. Ένιωθε ακόμα τη λυγεράδα και τη δύναμη του κορμιού του, τη ζεστασιά των χειλιών του πάνω στα δικά της. Ο Ίθαν την ήθελε. Δεν το είχε κρύψει. Κανονικά, θα έπρεπε να φοβάται, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο δε φοβόταν. «Πολύ ευχαρίστως». Η απάντησή της τον ικανοποίησε. Έκανε μια μικρή υπόκλιση και βγήκε από το δωμάτιο. Η Γκρέις έμεινε στη σκάφη ώσπου το νερό κρύωσε, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί πριν από λίγο. *** Ο Ίθαν στεκόταν στο διάδρομο, φρεσκοπλυμένος, με τα μαλλιά λουσμένα και χτενισμένα, όταν η Γκρέις του άνοιξε την πόρτα λίγες ώρες αργότερα.

~ 72 ~


Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της καθώς περιεργαζόταν το ζαφειρένιο φόρεμα που εκείνη είχε μεταποιήσει για να της ταιριάζει. Είχε καταφέρει να το κάνει να δείχνει σχεδόν σεμνό, μολονότι, ακόμα και με τη μαύρη δαντελένια τραχηλιά, το ντεκολτέ εξακολουθούσε να είναι πολύ βαθύ. Είχε ψηλή μέση, με ένα φεστόνι από μαύρη δαντέλα κάτω από το στήθος και ένα λεπτό κάθετο σκίσιμο στο πλάι, χάρη στην ικανότητά της στο ράψιμο. «Είσαι πολύ ωραία. Να που τα ρούχα δεν πήγαν εντελώς χαμένα, τελικά». Η Γκρέις χαμογέλασε αχνά. «Έτσι φαίνεται. Ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση». Είχε λούσει και είχε στεγνώσει τα μαλλιά της, αλλά η φωτιά είχε σβήσει στο μεταξύ και στις άκρες ήταν ακόμα νωπά. Είχε χρησιμοποιήσει τα ίδια φιλντισένια χτενάκια που φορούσε όταν την είχε αρπάξει από το Λαίδη Ανν για να στερεώσει την πυκνή χαίτη σε μπούκλες στην κορυφή του κεφαλιού της και το βλέμμα του στάθηκε για λίγο εκεί, πριν επιστρέψει στο πρόσωπό της. «Συνήθως δειπνώ στο σαλόνι». Της πρόσφερε το μπράτσο του και η Γκρέις ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του σκούρου μπλε σακακιού του. «Απόψε, ο μάγειρας κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια για να ικανοποιήσει τη φιλοξενούμενή μου». Ήταν ντυμένος σαν τζέντλεμαν, με ένα λευκό λαιμοδέτη άψογα δεμένο κάτω από το πιγούνι του και το ακριβό χειροποίητο σακάκι του έστρωνε τέλεια στους φαρδιούς του ώμους. Το γιλέκο του με τις λεπτές ασημένιες κλωστές στην ύφανση γυάλιζε και το εφαρμοστό μαύρο παντελόνι του διέγραφε τα μακριά του πόδια και το επίπεδο στομάχι του. Ήταν απίστευτα ωραίος κι όμως δεν έπαυε ούτε στιγμή να φαίνεται ότι ήταν πειρατής. Ένα αμυδρό ρίγος τη διαπέρασε όταν ένιωσε την παλάμη του στη μέση της καθώς την οδηγούσε προς τη σκάλα που έβγαζε στο κατάστρωμα. Δεν την είχε καλέσει ποτέ στο επίσημο σαλόνι, ένα χώρο που όπως φαινόταν ανήκε αποκλειστικά σ’ εκείνον. Η Γκρέις το βρήκε ακόμα πιο κομψό από την καμπίνα του. Επίχρυσες απλίκες με κρυστάλλινα αμπαζούρ προσαρμοσμένες στους τοίχους έριχναν ένα απαλό φως τριγύρω, οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με λείο σκούρο ξύλο μέχρι τη μέση και από κει κι επάνω καλυμμένοι με μεταξωτή ταπετσαρία. Υπήρχαν ένας μπουφές με μαρμάρινη επιφάνεια, ένα

~ 73 ~


κομψό οβάλ τραπέζι σε στυλ Κουίν Ανν και όμοιες καρέκλες. Ένας καναπές με σκούρο πράσινο μπροκάρ κάλυμμα ήταν τοποθετημένος μπροστά στο αναμμένο τζάκι που προστατευόταν από μεταλλική σήτα. «Για πειρατής έχεις πολύ ακριβά γούστα». Του έριξε μια λοξή ματιά. «Αλλά μάλλον γι’ αυτό έγινες πειρατής». Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Δεν κουρσεύω τα εχθρικά πλοία, αν αυτό υπαινίσσεσαι. Συλλέγω πληροφορίες. Από μια άποψη κάνω την ίδια δουλειά με το φίλο σου, το λόρδο Φορσάιθ. Μόνο που εγώ είμαι πιστός στην πατρίδα μου». Το φαρμάκι που έκρυβε η φωνή του την έκανε να χλομιάσει. «Είτε το πιστεύεις είτε όχι, κι εγώ είμαι πιστή Αγγλίδα. Το λόρδο Φορσάιθ τον βοήθησα για προσωπικούς λόγους». Ένας μυς τινάχτηκε στο σαγόνι του. «Σε παρακαλώ, με κάλεσες εδώ για να απολαύσουμε τη βραδιά. Δεν έχω καμιά επιθυμία να τη χαλάσω, μιλώντας για δυσάρεστα πράγματα. Μπορούμε να κάνουμε ανακωχή, πλοίαρχε Σαρπ, έστω γι’ απόψε;» Ο Ίθαν κατάλαβε ότι του μιλούσε ειλικρινά· δεν ήθελε να μαλώσει μαζί του. Του χρωστούσε τη ζωή της. Αν δεν είχε ορκιστεί μυστικότητα στο ζήτημα του πατέρα της, η Γκρέις θα του έλεγε για ποιο λόγο είχε οργανώσει την απόδραση του υποκόμη. Αν μη τι άλλο, εκείνος θα κατανοούσε τα κίνητρά της. Όμως δεν ήταν δυνατόν να αθετήσει το λόγο της. Η ένταση υποχώρησε κάπως από το πρόσωπό του. «Ανακωχή. Ναι, καλή ιδέα. Υπό έναν όρο, όμως». Η Γκρέις ανασήκωσε το φρύδι της. «Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» «Από τώρα και στο εξής θα αφήσουμε κατά μέρος τις τυπικότητες, τουλάχιστον όταν είμαστε μόνοι. Θα με φωνάζεις Ίθαν, όπως έκανες σήμερα το απόγευμα. Κι εγώ θα σε φωνάζω Γκρέις». Όπως είχε κάνει κι εκείνος το απόγευμα. Η ανάμνηση του φιλιού του την έκανε να ριγήσει. Ακόμα και τώρα είχε τη δύναμη να την αναστατώνει. Ο Ίθαν Σαρπ είχε κάτι που τη συνάρπαζε όπως δεν την είχε συναρπάσει κανένας άλλος άντρας ως τότε. Αυτή η σκέψη δεν ήταν μόνο ερεθιστική, ήταν και επικίνδυνη. Αλλά η Γκρέις δε φοβόταν τους κινδύνους. «Εφόσον αυτή τη στιγμή είμαι ζωντανή και στέκομαι μπροστά σου χάρη στο ότι μου έσωσες τη ζωή, φαντάζομαι πως οι τυπικότητες μεταξύ

~ 74 ~


μας περιττεύουν». Και, πράγματι, είχε αρχίσει να τον σκέφτεται ως Ίθαν και όχι ως πλοίαρχο Σαρπ. Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά και το βλέμμα του σταμάτησε για λίγο στις απαλές καμπύλες του στήθους της πάνω από το ντεκολτέ του ζαφειρένιου φορέματος. Κάτω από το ύφασμα, οι θηλές της ορθώθηκαν. Είδε μια λάμψη πόθου στα μάτια του προτού το βλέμμα του γίνει πάλι αδιάφορο. «Θα ήθελες λίγο σέρι;» «Ναι, ευχαριστώ». Οτιδήποτε θα βοηθούσε να εκτονωθεί αυτή η παράξενη ένταση που την κυρίευε κάθε φορά που το βλέμμα του ταξίδευε στο κορμί της. Ο Ίθαν πλησίασε στον μπουφέ, έβαλε λίγο κεχριμπαρένιο υγρό στο ποτήρι που προοριζόταν για κείνη κι έπειτα σέρβιρε λίγο μπράντι στον εαυτό του. Οι μανσέτες του πουκαμίσου του φάνηκαν κάτω από τα μανίκια του σακακιού του καθώς της έδινε το ποτό της. Η Γκρέις ήπιε μια γουλιά, ελπίζοντας πως θα έσβηνε τη νευρικότητά της. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά είχε την υποψία ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν σαρκική επιθυμία για έναν άντρα. «Όπως είπα και πριν, είσαι εξαιρετικά όμορφη απόψε. Όμως κάτι λείπει». Ο Ίθαν άφησε κάτω το ποτήρι του με το μπράντι και πηγαίνοντας στο τραπέζι, άνοιξε το καπάκι ενός περίτεχνου ασημένιου κουτιού που βρισκόταν εκεί. Όταν γύρισε προς το μέρος της, το πανέμορφο περιδέραιο με τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια κρεμόταν από τα ηλιοκαμένα του δάχτυλα. «Το φόρεμα χρειάζεται κάτι. Νομίζω πως αυτό είναι ό,τι πρέπει». Στάθηκε από πίσω της, πέρασε το περιδέραιο στο λαιμό της και έκλεισε το κούμπωμα. Τα δάχτυλά του άγγιξαν απαλά τον αυχένα της, μένοντας εκεί για μια στιγμή και κάνοντας το δέρμα της να μυρμηγκιάσει. Καθώς πισωπατούσε για να την κοιτάξει, η Γκρέις ψηλάφισε τα μαργαριτάρια, δοκιμάζοντας τη στιλπνότητά τους και τη γνώριμη ζεστασιά που έπαιρναν καθώς απορροφούσαν τη θερμότητα του σώματός της. «Ναι...» μουρμούρισε ο Ίθαν. «Πολύ καλύτερα τώρα». Τα δάχτυλά της άγγιξαν τις έδρες των διαμαντιών που βρίσκονταν ανάμεσα στα μαργαριτάρια. Η αίσθηση του περιδέραιου στο λαιμό της είχε κάτι το περίεργα καθησυχαστικό, παρά το θρύλο που συνόδευε αυτό το εξαίσιο κόσμημα.

~ 75 ~


«Είναι πραγματικό αριστούργημα», συνέχισε εκείνος. «Δώρο, είπες;» Ο τόνος του έγινε κάπως πιο αιχμηρός. «Από τον Φορσάιθ;» Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Από την καλύτερή μου φίλη. Ήμαστε συμμαθήτριες στην ακαδημία. Ήλπιζε πως θα μου έφερνε καλοτυχία. Ξέρεις, υπάρχει ένας θρύλος. Θα σε ενδιέφερε να τον ακούσεις;» «Και βέβαια θα με ενδιέφερε». Ο Ίθαν ήπιε μια γουλιά μπράντι και φάνηκε να χαλαρώνει πάλι. Την οδήγησε στο σκουροπράσινο μπροκάρ καναπέ και κάθισαν. Η Γκρέις ψηλάφισε τα μαργαριτάρια. «Το περιδέραιο –το Περιδέραιο της Νύφης, όπως ονομάζεται– κατασκευάστηκε το δέκατο τρίτο αιώνα κατόπιν παραγγελίας ενός πλούσιου γαιοκτήμονα ονόματι Φάλον. Ήταν δώρο για τη γυναίκα που αγαπούσε. Τα μαργαριτάρια στάλθηκαν στη μέλλουσα σύζυγό του με σκοπό να τα φορέσει την ημέρα του γάμου τους. Όμως εκείνη τη μοιραία μέρα, καθώς ο λόρδος Φάλον πήγαινε στην εκκλησία, δέχτηκε επίθεση από ληστές, με αποτέλεσμα ο ίδιος και οι άντρες της συνοδείας του να σκοτωθούν. Όταν η λαίδη Αριάνα, η μνηστή του, έμαθε τα νέα, παραφρόνησε. Σκαρφάλωσε στην πολεμίστρα του κάστρου και ρίχτηκε στο κενό». «Πολύ θλιβερή ιστορία». «Πέθανε φορώντας τα μαργαριτάρια. Αργότερα ανακάλυψαν πως ήταν έγκυος». Ο Ίθαν ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. «Και ο θρύλος που τα συνοδεύει;» «Λέει ότι όποιος έχει στην κατοχή του το περιδέραιο θα είναι πολύ ευτυχισμένος, αλλά μόνο αν η ψυχή του είναι αγνή. Αν όχι, τον περιμένει μεγάλη δυστυχία». Ο Ίθαν ανασήκωσε το φρύδι του. «Έχεις το περιδέραιο στην κατοχή σου. Πιστεύεις ότι η ψυχή σου είναι αγνή;» Εκτός από μερικές βδελυρές σκέψεις που είχε κάνει εκείνο το βράδυ... «Ελπίζω πως είναι. Αν και είμαι βέβαιη πως εσύ έχεις άλλη άποψη». Ο Ίθαν την περιεργάστηκε για μερικές στιγμές σκεφτικός, αλλά δεν έκανε κανένα άλλο σχόλιο. «Η ώρα περνά. Καλύτερα ας καθίσουμε στο τραπέζι».

~ 76 ~


Διατηρώντας το ευγενικό του προσωπείο, τη βοήθησε να σηκωθεί από τον καναπέ. Η Γκρέις αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμά του και του επέτρεψε να την οδηγήσει στο τραπέζι. Δείπνησαν σε ένα τραπέζι στρωμένο με φίνο λινό τραπεζομάντιλο, έφαγαν από πορσελάνινα πιάτα με χρυσή μπορντούρα και ήπιαν ακριβή σαμπάνια. Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από λιγότερο επικίνδυνα θέματα και, σιγά σιγά, χαλάρωσαν και οι δυο. Μίλησαν για το πλοίο, που κατά τα φαινόμενα ήταν το πιο πολύτιμο απόκτημά του, και για το ενδιαφέρον της γύρω από την αστρονομία. «Έχω μια φίλη, τη Μαίρη, που συμμερίζεται το πάθος μου», του είπε η Γκρέις. «Γνωριστήκαμε στο σχολείο. Ένας από τους δασκάλους μας μας εξήψε την περιέργεια για τους αστερισμούς και μας βοήθησε να μάθουμε γι’ αυτούς. Η Μαίρη ζει στην επαρχία. Από το σπίτι της είναι ευκολότερο να παρατηρείς το νυχτερινό ουρανό απ’ όσο στην πόλη. Φυσικά, εκεί στην ύπαιθρο, ο ουρανός φαίνεται απέραντος και τα αστέρια λάμπουν σαν διαμάντια διάσπαρτα σε ένα μανδύα από μαύρο βελούδο». «Είναι πραγματικά υπέροχα, έτσι δεν είναι;» Όμως την κοιτούσε λες και τα άστρα βρίσκονταν στα μάτια της και όχι στον ουρανό, και η Γκρέις ένιωσε ένα φτερούγισμα στο στομάχι. Οι ώρες κύλησαν γρήγορα και κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι περνούσε πολύ ευχάριστα. Ο Ίθαν Σαρπ ήταν πολύ γοητευτικός άντρας όταν ήθελε. Η Γκρέις χαμογέλασε αυθόρμητα με κάτι που της είπε και ήπιε άλλη μια γουλιά σαμπάνια. «Να υποθέσω ότι είναι από πλιάτσικο;» Ανασήκωσε το κρυστάλλινο ποτήρι της και κοίταξε τις φυσαλίδες που ανέβαιναν από τον πυθμένα. «Για να πω την αλήθεια, ναι». Ο Ίθαν ύψωσε το ποτήρι του και της χάρισε ένα από κείνα τα σπάνια, εγκάρδια χαμόγελά του. Ήταν τόσο γλυκό, που την άφησε άφωνη. «Την άρπαξα από μια γαλλική μπρατσέρα και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μου φαίνεται ακόμα πιο γευστική». Τα μάτια του κατέβηκαν στο στήθος της και δεν της διέφυγε το γεμάτο λαγνεία βλέμμα του. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα, το στομάχι της φτερούγισε και σκέφτηκε πως είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πώς ακριβώς ένιωθε εκείνος. «Στην απόλαυση», είπε σιγανά ο Ίθαν. Η Γκρέις αισθάνθηκε το βλέμμα του να την αγγίζει σαν χάδι. «Στη ζωή... Σ’ ευχαριστώ που έσωσες τη δική μου».

~ 77 ~


Ο Ίθαν χαμογέλασε, τσούγκρισε απαλά το ποτήρι της με το δικό του, και ήπιαν μερικές γουλιές. Ένας βοηθός του μάγειρα, καλοντυμένος με σκούρο εφαρμοστό παντελόνι, λευκό πουκάμισο και σκούρο καφέ σακάκι, ήρθε για να μαζέψει τα πιάτα τους με τα υπολείμματα του εκλεπτυσμένου γεύματος από φιλέτο φρέσκου ψαριού σοταρισμένο με βούτυρο και σβησμένο με κρασί, ψητές πατάτες και ανάμεικτα λαχανικά, καθώς και ό,τι είχε απομείνει από το καμαμπέρ και τις τάρτες λεμονιού που τους είχε σερβίρει ως επιδόρπιο. Η Γκρέις είχε απολαύσει την κάθε πιρουνιά. Τα φίνα γούστα του οικοδεσπότη της την είχαν κάνει να απορήσει και αναρωτιόταν τι είδους άνθρωπος ήταν στ’ αλήθεια ο Ίθαν Σαρπ. Κάθε άλλο παρά ένας απλός πειρατής. Ήταν ένας άνθρωπος με ευφυΐα και γοητεία, που ντυνόταν σαν αριστοκράτης και με την ίδια ευκολία έπαιζε το ρόλο του καπετάνιου. Ποιος ήταν; Αναρωτήθηκε αν θα το μάθαινε ποτέ. «Είναι αργά», είπε ο Ίθαν. «Θα σε συνοδεύσω στην καμπίνα». Η Γκρέις ένευσε καταφατικά. Η βραδιά είχε κρατήσει πολύ, κάποιες στιγμές ήταν γεμάτη ένταση και κάποιες άλλες ακόμα και κουραστική. Αισθανόταν την ανάγκη να απομακρυνθεί από την επιβλητική παρουσία του Ίθαν και τα ανάμεικτα συναισθήματα που ξεσήκωνε μέσα της. Προχώρησαν αργά στο κατάστρωμα, μ’ εκείνη να τον κρατάει αγκαζέ, ώσπου κάποιος από το πλήρωμα βγήκε από την κεντρική καταπακτή μπροστά τους. «Καλησπέρα, πλοίαρχε Σαρπ... Δεσποινίς». «Κύριε Κοξ», ανταπέδωσε το χαιρετισμό ο Ίθαν. Ο τρίτος καπετάνιος παραμέρισε για να περάσουν. Αν και ο Κοξ ήταν πάντοτε ευγενικός, κάτι πάνω του δεν άρεσε στην Γκρέις. Της έριξε μια φευγαλέα ματιά, περιεργάστηκε το φόρεμα και τα μαργαριτάρια στο λαιμό της κι έπειτα έσκυψε το κεφάλι του, έκανε μια ευγενική υπόκλιση και έφυγε. Ο Ίθαν δεν έδωσε καμιά σημασία στον άνθρωπο. Η προσοχή του παρέμεινε αποκλειστικά στραμμένη πάνω της καθώς πλησίαζαν στη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα του. Στο μισοσκότεινο διάδρομο, κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. «Πέρασα μια υπέροχη βραδιά απόψε, Γκρέις. Ελπίζω να ήταν και για σένα ευχάριστη».

~ 78 ~


Η Γκρέις δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πιο απολαυστική βραδιά από κείνη που είχε περάσει μαζί του. «Ναι... Σ’ ευχαριστώ που με κάλεσες». Τη χάιδεψε στο μάγουλο κι ύστερα έσκυψε και τη φίλησε απαλά. Εκείνη σήκωσε ασυναίσθητα τα χέρια της, αφήνοντάς τα για μια στιγμή μετέωρα, κι έπειτα τα ακούμπησε στο στήθος του. Κάτω από το σακάκι, ένιωσε τους μυς του στήθους του να σφίγγονται. Τραβώντας την πιο κοντά του, τη φίλησε με περισσότερο πάθος, και η Γκρέις ένιωσε το μέγεθος του ερεθισμού του. Κανονικά θα έπρεπε να τρομάξει και πράγματι τρόμαξε λιγάκι. Ο Ίθαν δεν έπαυε να είναι εχθρός της, ένας άνθρωπος αποφασισμένος να τη δει κλεισμένη στη φυλακή. Όμως το πιο έντονο συναίσθημα ήταν η έξαψη, γιατί τέτοια επιθυμία δεν είχε αισθανθεί ποτέ για έναν άντρα. «Κάλεσέ με μέσα», της ψιθύρισε απαλά, προκλητικά. «Άφησέ με να σου κάνω έρωτα». Το στομάχι της Γκρέις συσπάστηκε. Άλλο πράγμα ήταν να νιώθει σαρκική επιθυμία και άλλο να του παραδώσει την αγνότητά της, να του επιτρέψει να της κάνει έρωτα. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, νιώθοντας τα μάτια της να τσούζουν από τα δάκρυα και την καρδιά της να σφίγγεται από θλίψη. «Δεν μπορώ. Σε παρακαλώ, Ίθαν. Δεν είμαι ακόμα έτοιμη γι’ αυτό». Γιατί δεν του έλεγε απλώς όχι; Ότι δεν είχε καμιά επιθυμία να κάνει έρωτα μαζί του; Δεν ήταν σύζυγός της και δεν είχε καμιά θέση στο κρεβάτι του. Αντίθετα, όταν τη φίλησε πάλι, για μια στιγμή κόλλησε πάνω του. Ανάσανε την αρμύρα και την αντρίκεια μυρωδιά του, γεύτηκε την ένταση του πάθους του. Το κορμί της ανταποκρίθηκε και η έλξη ήταν τόσο έντονη που κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια για να τραβηχτεί μακριά του. «Ευχαριστώ και πάλι... πλοίαρχε Σαρπ». Το χαμόγελό του πάγωσε όταν είδε την επιδεικτική προσπάθειά της να βάλει πάλι απόσταση ανάμεσά τους. «Ευχαρίστησή μου... δεσποινίς Τσέιστεν». Η Γκρέις ετοιμάστηκε να κάνει μεταβολή και να μπει στην καμπίνα, αλλά ο Ίθαν την έπιασε από τον καρπό. Γυρνώντας την προς το μέρος του, έπιασε το κούμπωμα του περιδέραιου. «Αυτό θα το πάρω». Άνοιξε το κλιπ και τα μαργαριτάρια γλίστρησαν στην παλάμη του. «Προς το παρόν... για να το φυλάξω». Το έβαλε

~ 79 ~


στην τσέπη του γιλέκου του με τις ασημοκλωστές, γύρισε και απομακρύνθηκε. Η Γκρέις μπήκε στην καμπίνα και έκλεισε την πόρτα, διερωτώμενη αν ο Ίθαν θα γυρνούσε αργότερα για να ξαπλώσει στη μεριά του. Διερωτώμενη αν θα προσπαθούσε να της κάνει έρωτα. Και πώς θα αντιδρούσε σε μια τέτοια περίπτωση. *** Ο Ίθαν πέρασε τη νύχτα στον καναπέ του σαλονιού· το αυτοσχέδιο κρεβάτι του ήταν σαράντα πόντους πιο κοντό από κείνον, χειρότερο κι από την κουκέτα του Άνγκους. Παρ’ όλα αυτά, δεν τολμούσε να γυρίσει στην καμπίνα του. Εκείνη την ημέρα είχε σώσει τη ζωή της Γκρέις και κάτι είχε αλλάξει αμετάκλητα ανάμεσά τους. Τις τελευταίες νύχτες, όταν ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, βασανιζόταν νιώθοντάς την τόσο κοντά του, υπέφερε από τον πόθο του γι’ αυτήν. Απόψε, όμως, πίστευε πως αν πλάγιαζε μαζί της, ίσως και να κατάφερνε να την κάνει δική του, αλλά κάτι τον εμπόδιζε. Ξαπλωμένος στον άβολο καναπέ, έκλεινε τα μάτια του και την έβλεπε να στέκεται στην κουπαστή, όμορφη και αγέρωχη, με τα κόκκινα μαλλιά της να ανεμίζουν γύρω από το πρόσωπό της. Επειδή είχε διαισθανθεί το θυμό του, είχε προσπαθήσει να απομακρυνθεί, κάνοντας ασυναίσθητα μερικά βήματα, και είχε πέσει στη θάλασσα. Εκείνη η στιγμή είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη του –ο φρικτός φόβος, ο απόλυτος τρόμος πως θα την έχανε στην ανταριασμένη θάλασσα. Τίποτα δε θα μπορούσε να τον εμποδίσει να πέσει στη θάλασσα ξοπίσω της. Είναι δική μου, ήταν η τρελή σκέψη που είχε κάνει. Δε θα την αφήσω να χαθεί. Έπειτα, όταν η Γκρέις ήταν σώα και ασφαλής στο πλοίο, είχε ευχαριστήσει νοερά το Θεό που τον είχε βοηθήσει να τη σώσει. Ακόμα και τότε δεν του είχε περάσει από το μυαλό να τη φέρει στο άδυτό του –σε τελική ανάλυση δεν έπαυε να είναι μια εγκληματίας– κι όμως να που αργότερα την είχε καλέσει σε δείπνο. Οι ώρες είχαν περάσει πολύ πιο ευχάριστα απ’ όσο είχε φανταστεί, με την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή τους για τη θάλασσα και τα καράβια και την αστρονομία. Ήταν έξυπνη και γεμάτη ζωντάνια και την ήθελε με ένα πάθος που του ήταν πρωτόγνωρο.

~ 80 ~


Είπε στον εαυτό του ότι εκείνο το βράδυ θα την έκανε δική του. Θα τη συνόδευε μέχρι την καμπίνα, θα τη φιλούσε μέχρι να την υποτάξει και θα την ανάγκαζε να υποκύψει στις επιθυμίες του. Επειδή θυμόταν τις προηγούμενες αντιδράσεις της, είχε πιστέψει ότι δε θα του αντιστεκόταν. Σύμφωνα με το σχέδιό του, την είχε φιλήσει στο διάδρομο έξω από την καμπίνα και της είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του. Όμως το βλέμμα στα μάτια της, η γλυκιά αθωότητα της άρνησής της, τον είχε υποχρεώσει να υποκύψει εκείνος στις επιθυμίες της. Ανακάθισε στον καναπέ, βλαστημώντας τον εαυτό του και όλες τις γυναίκες του κόσμου. Δεν την είχε πιέσει, επειδή δεν ήθελε να καταστρέψει την εμπιστοσύνη της. Γιατί η εμπιστοσύνη της ήταν τόσο σημαντική γι’ αυτόν, δεν μπορούσε να καταλάβει. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι δεν ήθελε να της κάνει έρωτα αν δεν τον καλούσε η ίδια στο κρεβάτι της. Η γυναίκα είχε βοηθήσει έναν προδότη να αποδράσει. Τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για την απώλεια του σκάφους του, των συντρόφων του και ενός χρόνου από τη ζωή του. Την είχε φέρει στο πλοίο του για να την εκδικηθεί. Δεν πρέπει να ήταν στα καλά του!

~ 81 ~


7 Κανένα νέο από τον ξάδερφό σου;» Η Βικτόρια Ίστον, κόμισσα του Μπραντ, στάθηκε δίπλα στον άντρα της, που καθόταν πίσω από το μεγάλο, μαονένιο γραφείο του. Ο Κορντ μισογύρισε, κοίταξε πάνω από τον ώμο του και χαμογέλασε. «Ο συνταγματάρχης Πέντλτον λέει πως η αποστολή του δε θα κρατήσει πολύ. Πιστεύει ότι ο Ίθαν θα βρίσκεται πάλι στο Λονδίνο μέχρι το τέλος του μηνός». Η Τόρι κοκκίνισε. Ο Κορντ ήταν ψηλός και όμορφος, με φαρδιούς ώμους και τετράγωνο πιγούνι, μυώδης και γεροδεμένος. Αρκούσε να τον κοιτάξει και οι σκέψεις της πετούσαν αμέσως στην κρεβατοκάμαρα. Πίεσε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί στο θέμα που συζητούσαν. «Σύμφωνα με το συνταγματάρχη, αυτή θα είναι η τελευταία αποστολή του ξαδέρφου σου. Πιστεύεις πως ο πλοίαρχος Σαρπ θα νοσταλγήσει τη θάλασσα;» Η Τόρι γνώριζε ελάχιστα τον Ίθαν Σαρπ, μολονότι επέβαινε κι εκείνη στο πλοίο που είχε πάει στη Γαλλία για να τον σώσει από τη φυλακή. Στη διάρκεια της μίας και μοναδικής περίστασης κατά την οποία η οικογένεια του Κορντ είχε συγκεντρωθεί για να γιορτάσει την επιστροφή του, της είχε φανεί ψυχρός και απόμακρος, αλλά ο Κορντ της είχε πει ότι δεν ήταν πάντοτε έτσι. «Η θάλασσα ήταν ανέκαθεν η ζωή του Ίθαν», απάντησε ο Κορντ, «αλλά θα την αφήσει για να αφοσιωθεί στα καθήκοντά του του μαρκήσιου. Πιστεύω ότι κατά βάθος ανυπομονεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση». «Πιστεύεις ότι θα αναζητήσει σύζυγο; Γιατί μην ξεχνάς ότι ένα από τα καθήκοντά του είναι και να εξασφαλίσει διάδοχο». «Κάποια στιγμή θα το κάνει κι αυτό, αλλά όχι αμέσως». Ο Κορντ άπλωσε το χέρι του και τράβηξε μια τούφα από τα καστανά μαλλιά της. Η Τόρι ήταν μικρόσωμη αλλά λιγότερο λεπτή τώρα που βρισκόταν στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Γύρισε την καρέκλα του στο πλάι, την κάθισε στην ποδιά του και τη φίλησε. «Πού οφείλεται αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον για τον Ίθαν;»

~ 82 ~


«Πέρασε η Σάρα πριν από λίγο. Έχει αρχίσει να ανησυχεί. Την ξέρεις, δα...» Η Σάρα ήταν η αδελφή του Ίθαν, η υποκόμισσα Έιμς. Μαζί με τον Κορντ, ήταν ο κινητήριος μοχλός της επιχείρησης διάσωσης του Ίθαν και της επιστροφής του από τη Γαλλία. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχεί. Ο Χάρμον Τζέφρις διέφυγε. Δεν είναι πια σε θέση να προδίδει μυστικά –ή, πιο σωστά, να τα πουλάει. Ο Ίθαν θα ολοκληρώσει την αποστολή του και θα γυρίσει στην πατρίδα με το καλό». «Τώρα που ο υποκόμης δεν υπηρετεί πλέον στην κυβέρνηση, φαντάζομαι πως το ταξίδι του θα είναι λιγότερο επικίνδυνο». «Πράγμα που μου θυμίζει κάτι το οποίο με προβληματίζει εδώ και μερικές μέρες. Μου φάνηκε πολύ μεγάλη σύμπτωση το ότι η φίλη σου, η Γκρέις, αποφάσισε να επισκεφθεί τους συγγενείς της στο βορρά τόσο σύντομα μετά την απόδραση του Φορσάιθ». Η Τόρι τον κοίταξε με μάτια γεμάτα αθωότητα. «Αγάπη μου, δεν πιστεύω να υπαινίσσεσαι ότι η Γκρέις είχε κάποια σχέση μ’ αυτό;» «Μη με κοιτάς έτσι. Πες μου ότι η Γκρέις Τσέιστεν δεν είναι με κανέναν τρόπο αναμεμειγμένη στην απόδραση του υποκόμη». «Μα πώς μπόρεσες καν να σκεφτείς ότι θα μπορούσε να είναι;» «Επειδή, όπως γνωρίζουμε και οι δύο πολύ καλά, ο άνθρωπος είναι πατέρας της. Ίσως...» «Αυτό είναι μυστικό, Κορντ! Μου υποσχέθηκες πως δε θα το αναφέρεις ποτέ». «Λέω απλώς ότι...» «Κατηγορείς την Γκρέις ότι βοήθησε έναν άνθρωπο καταδικασμένο για προδοσία –έστω κι αν ο ίδιος εξακολουθούσε να ισχυρίζεται ότι είναι αθώος μέχρι την τελευταία στιγμή». «Ναι, και που θα ήταν ήδη νεκρός –κρεμασμένος, για την ακρίβεια– αν κάποιος δεν τον βοηθούσε να παραβιάσει τα τείχη της φυλακής του Νιούγκεϊτ. Και γνωρίζουμε πόσο παράτολμη μπορεί να γίνει μερικές φορές η Γκρέις». «Ε, πάντως δε θα έφτανε ποτέ σε τέτοιο σημείο...» «Δε θα έφτανε; Αν ήσουν στη θέση της, ασφαλώς θα το σκεφτόσουν σοβαρά». Τρομαγμένη από την τροπή που έπαιρνε η συζήτηση, η Τόρι τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του, έγειρε πάνω του και πίεσε τα στήθη της στο στέρνο του.

~ 83 ~


«Προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή, μικρή μάγισσα». «Τα καταφέρνω;» Η Τόρι δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό· καθώς άλλαζε θέση για να βολευτεί καλύτερα στην αγκαλιά του, ένιωσε τον ερεθισμό του. «Ναι, που να πάρει η οργή, τα καταφέρνεις!» Η Τόρι γέλασε και ο Κορντ σηκώθηκε, κρατώντας τη στην αγκαλιά του. «Ένας μικρός αντιπερισπασμός ίσως μας ωφελούσε και τους δυο. Σε λίγους μήνες θα έχουμε να σκεφτούμε το μωρό». «Ο γιατρός λέει ότι μπορούμε να κάνουμε έρωτα μέχρι λίγο πριν από τον τοκετό». «Ναι, μόνο που οι γιατροί δεν έχουν πάντα δίκιο και δεν έχω καμιά όρεξη να το διακινδυνεύσω». Ο Κορντ έσκυψε και τη φίλησε με πάθος. «Μέχρι τότε, όμως, σκοπεύω να απολαύσω κάθε ευκαιρία που μου προσφέρεται». Η Τόρι απλώς χαμογέλασε. Είχε καταφέρει να αποσπάσει την προσοχή του άντρα της από ένα ζήτημα που δεν ήθελε να το εξετάσει εκείνος πολύ σχολαστικά. Από τη στιγμή που είχε μαθευτεί η απόδραση του λόρδου Φορσάιθ, ήταν βέβαιη ότι η Γκρέις είχε βάλει το χεράκι της. Για το καλό της φίλης της, ήλπιζε ότι η Γκρέις είχε εγκατασταθεί ήδη στην απομακρυσμένη κατοικία της λαίδης Χάμφρεϊ και πως, όταν θα επέστρεφε στο Λονδίνο, το περιστατικό θα είχε πια λίγο πολύ ξεχαστεί. Συλλογίστηκε το περιδέραιο, το δώρο που της είχε χαρίσει. Ήταν βέβαιη ότι θα έφερνε καλοτυχία στην Γκρέις, όπως είχε φέρει και σ’ εκείνη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν ανησυχούσε καθόλου. Η Γκρέις ήταν μαχητική και ήξερε να επιβιώνει. Ωστόσο οι έρευνες για την ανακάλυψη του λόρδου Φορσάιθ συνεχίζονταν και οι Αρχές χρησιμοποιούσαν κάθε διαθέσιμη πηγή για να μάθουν πού βρισκόταν και ποιος ευθυνόταν για την απόδρασή του. Η Τόρι ρίγησε στην αγκαλιά του άντρα της καθώς τη μετέφερε στη σκάλα και προσευχήθηκε σιωπηρά για την Γκρέις. *** Η Ματίλντα Κρένσο, βαρόνη Χάμφρεϊ, καθόταν στο σαλόνι της σουίτας της στο Χάμφρεϊ Χολ. Όπως και το υπόλοιπο σπίτι, έτσι κι ε-

~ 84 ~


κείνο το δωμάτιο ήταν κάπως φθαρμένο, οι δαμασκηνές κουρτίνες ελαφρώς ξεθωριασμένες, όπως και τα κρόσσια του καναπέ. Όμως της λαίδης Χάμφρεϊ της άρεσε έτσι. Συχνά αισθανόταν και η ίδια κάπως φθαρμένη. Μερικά μέτρα πιο πέρα, η παιδική της φίλη, η Ελβίρα Τουίντ, χήρα του μακαρίτη σερ Χένρι Τουίντ, καθόταν σε μια πολυθρόνα με υφαντή ταπετσαρία, με το κέντημά της ακουμπισμένο στα στρουμπουλά της γόνατα. Το ζήτημα που τις βασάνιζε εκείνη την ημέρα ήταν η ανιψιά της λαίδης Χάμφρεϊ, η Γκρέις Τσέιστεν. «Τι δυσάρεστη ιστορία», είπε η λαίδη Τουίντ, πλαταγίζοντας αποδοκιμαστικά τη γλώσσα της και κουνώντας το γκριζόμαλλο κεφάλι της. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι εκείνοι οι ανόητοι στο Λονδίνο θεωρούν προδότη το λόρδο Φορσάιθ. Μα ο ανιψιός σου ήταν ανέκαθεν φανατικός πατριώτης». «Και πιστός μέχρις αηδίας», πρόσθεσε κοφτά η λαίδη Χάμφρεϊ, φέρνοντας στο νου της το δεκάχρονο αγόρι που είχε πάρει υπό την προστασία της όταν πέθαναν οι γονείς του και το είχε μεγαλώσει σαν να ήταν δικό της παιδί. «Βέβαια, όχι πάντα πιστός στη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, την καημενούλα, αλλά έτσι είναι οι άντρες, σωστά;» «Ο Χένρι μου παραστράτησε μόνο μία φορά. Τον άφηνα να κοιμάται στο διάδρομο επί έναν ολόκληρο χρόνο, αλλά πήρε το μάθημά του. Δεν πιστεύω ότι με απάτησε από τότε». «Αυτή η κόρη του Χάρμον, η Γκρέις Τσέιστεν... Αν και νόθα, ο Χάρμον την υπεραγαπούσε. Παρακολουθούσε την πορεία της όλα τα χρόνια και μου έγραφε συχνά γι’ αυτήν. Νομίζω πως του άρεσε το θάρρος της». Ανασήκωσε το φρύδι της και κοίταξε τη φίλη της. «Τα άλλα του παιδιά είναι λίγο χοντροκέφαλα, δε βρίσκεις; Αν και δεν πρόκειται να παραδεχτώ ποτέ ότι είπα κάτι τέτοιο». «Τα άλλα παιδιά του λόρδου Φορσάιθ έμοιασαν στη μητέρα τους, τα κακόμοιρα». Η λαίδη Ελβίρα έπιασε πάλι το κέντημά της, αλλά δεν έβαλε ούτε μια βελονιά. «Ελπίζω να είναι καλά το κορίτσι». Οι δυο γυναίκες δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Ήταν φίλες πάνω από πενήντα χρόνια και είχαν μοιραστεί χαρές και λύπες. Η φιλία τους ήταν ακλόνητη και τίποτε απ’ ό,τι συνέβαινε στον τρελό κόσμο που τις περιέβαλλε δεν μπορούσε πια να τις ταράξει. Η Ματίλντα αναστέναξε. «Ένας Θεός ξέρει τι απέγινε». Την προηγούμενη βδομάδα, ένας θαλασσινός που είχε συστηθεί ως πλοίαρχος

~ 85 ~


Τσέιμπερς είχε εμφανιστεί στην πόρτα της με τα μπαούλα της Γκρέις και την υπηρέτριά της, μια κοπέλα ονόματι Φοίβη Μπλουμ. Είπε ότι λυπόταν που η Γκρέις δεν ήταν μαζί τους και της εξήγησε ότι είχε απαχθεί από το Λαίδη Ανν. Κάποιος Ίθαν Σαρπ, καπετάνιος του Δαίμονα των Θαλασσών, του είχε πει ότι την αναζητούσαν οι Αρχές για να την ανακρίνουν σχετικά με ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Πράγμα που μπορούσε να σημαίνει μόνο ότι ήταν αναμεμειγμένη με κάποιο τρόπο στην απόδραση του Χάρμον. «Αναρωτιέμαι μήπως γύρισε στο Λονδίνο», είπε η Ελβίρα. Ακριβώς την ίδια ανησυχία είχε και η Ματίλντα. «Ο Θεός να βάλει το χέρι Του! Ακόμα κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η ανιψιά μου μπορεί να σαπίζει στη φυλακή για τη γενναία πράξη της». «Μην τολμήσεις να ρωτήσεις κανέναν, Ματίλντα», την προειδοποίησε η Ελβίρα. «Αν το κάνεις, θα βάλεις σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο και την Γκρέις και τον Χάρμον. Πιθανότατα η κοπέλα αναζήτησε βοήθεια κάπου αλλού. Τώρα ο πλοίαρχος Τσέιμπερς ξέρει ποιος ήταν ο προορισμός της και αν κάποιος προσθέσει ένα κι ένα... Αν συνδέσουν την Γκρέις με το λόρδο Φορσάιθ...» Πλατάγισε πάλι τη γλώσσα της και κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της. «Ζω ήσυχα και διακριτικά, χιλιόμετρα μακριά από το Λονδίνο. Ο Χάρμον έχει φύγει απ’ αυτό το σπίτι πάνω από είκοσι χρόνια και ελάχιστοι γνωρίζουν τη συγγένειά μας. Κανείς δεν πρόκειται να τον συνδέσει με κανέναν. Και η Γκρέις δεν είχε πού αλλού να πάει». Η Ελβίρα μετακίνησε αφηρημένα το κέντημα πάνω στα γόνατά της. «Ας ελπίσουμε πως έχεις δίκιο». «Πάντα έχω δίκιο». Η Ματίλντα δεν είχε ακόμα καμιά είδηση από τον αγαπημένο της ανιψιό, αλλά ήταν βέβαιη ότι δε θα αργούσε. Ο Χάρμον δεν ήταν προδότης. Ποτέ δε θα κατέφευγε στη Γαλλία. Όπου κι αν βρισκόταν, εκείνη προσευχόταν να είναι σώος και αβλαβής. Όπως επίσης προσευχόταν να έπειθε η Γκρέις τον άνθρωπο που την είχε απαγάγει, τον πλοίαρχο Σαρπ, να πάψει την άδικη καταδίωξή του, να τη φέρει στο Σκάρμπορο και να την παραδώσει στη φροντίδα της. Εκεί όπου θα ήταν ασφαλής. *** Κατευθύνονταν προς κάποιο λιμάνι, ή τουλάχιστον προς τον όρμο που προστάτευε το μικρό παραθαλάσσιο χωριό, το Φένινγκ-ον-Κι, στο

~ 86 ~


ανατολικό άκρο της Αγγλίας κοντά στο Πενζάνς. Το δυτικότερο άκρο της Γαλλίας βρισκόταν ακριβώς απέναντι, από την άλλη πλευρά του πορθμού. Τα απογεύματα, και μερικές φορές τη νύχτα, ο Ίθαν επέτρεπε στην Γκρέις να χρησιμοποιεί τον εξάντα του πλοίου για να ικανοποιήσει το πάθος του ερασιτέχνη πλοηγού. Από τους χονδρικούς υπολογισμούς της, είχε καταλάβει ότι για ένα διάστημα ταξίδευαν κοντά στις ακτές της Γαλλίας. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είδους πληροφορίες συνέλλεγε ο πλοίαρχος, αλλά υποψιαζόταν ότι, όταν θα ανανέωναν τις προμήθειές τους, θα συνέχιζαν ακόμα πιο νότια, θα παρέπλεαν την ακτογραμμή στο ύψος της Βρέστης και θα περιπολούσαν κατά μήκος της γαλλικής ακτής. Και ήλπιζε ότι το ταξίδι θα συνεχιζόταν μ’ αυτή τη ρότα, μακριά από το Λονδίνο. Ωστόσο υπήρχαν κι εκεί κίνδυνοι. Αναστέναξε και κάθισε στην κουκέτα της καμπίνας. Δεν είχε ξεχάσει το δείπνο που είχε μοιραστεί με τον καπετάνιο, στο ιδιωτικό σαλόνι του, ούτε τα γεμάτα πάθος φιλιά του. Δεν είχε ξεχάσει πόσο είχε δυσκολευτεί να αντισταθεί στις κρούσεις του να τον καλέσει μέσα και να τον αφήσει να της κάνει έρωτα. Αν έμενε στο πλοίο, κατά πάσα πιθανότητα ο Ίθαν θα τη γυρνούσε πίσω στο Λονδίνο. Αν έμενε στο πλοίο, κατά πάσα πιθανότητα θα κατέληγε στο κρεβάτι του. Έριξε μια ματιά στην αποβάθρα από το φινιστρίνι. Το Φένινγκ-ονΚι ήταν το τελευταίο κομμάτι της Αγγλίας που θα έβλεπε μέχρι να αλλάξει πάλι ρότα ο Ίθαν και να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, η τελευταία της ευκαιρία να δραπετεύσει, να γλιτώσει από τα σχέδια που είχε ο καπετάνιος για κείνη –όποια κι αν ήταν– και παράλληλα να παραμείνει σε βρετανικό έδαφος. Έπρεπε να φύγει. Δε γινόταν να κάθεται με σταυρωμένα χέρια και να υποκύπτει στις επιθυμίες του. Το ερώτημα ήταν... πώς θα έβγαινε από το πλοίο; Ρίχνοντας μια ματιά από τα παραθυράκια πάνω από την κουκέτα της καμπίνας, είδε τον Ίθαν και τον Άνγκους Μακσέιν να επιβιβάζονται στη μια από τις δύο ξύλινες βάρκες του πλοίου και να κατευθύνονται προς την ακτή. Ο τρίτος καπετάνιος, ο Γουίλαρντ Κοξ, θα ήταν υπεύθυνος για το πλοίο μέχρι να επιστρέψουν και ελάχιστα μέλη του πληρώματος παρέμεναν μαζί του.

~ 87 ~


Μόνη στην καμπίνα, η Γκρέις παρακολούθησε τις βάρκες να μικραίνουν καθώς απομακρύνονταν. Ο όρμος του Φένινγκ-ον-Κι ήταν βαθύς και το πλοίο είχε αγκυροβολήσει αρκετά κοντά στη στεριά. Χαμογέλασε ασυναίσθητα. Η σωτηρία της δεν απείχε πολύ και είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι ήταν γυναίκα. Ο Ίθαν Σαρπ δεν είχε ιδέα ότι ήξερε να κολυμπάει –δεν είχε φανεί και τόσο δεινή κολυμβήτρια την τελευταία φορά που είχε πέσει στη θάλασσα. Όμως όσα χρόνια σπούδαζε στην Ιδιωτική Ακαδημία της Κυρίας Θόρνχιλ, αυτή και η φίλη της, η Βικτόρια Τεμπλ, κατέβαιναν κρυφά στο ποτάμι συχνά, όπου, έπειτα από πολλά παρακάλια, είχαν πείσει δυο νεαρούς ντόπιους να τις μάθουν κολύμπι. Υπολόγισε την απόσταση από την ακτή. Αν έμπαινε στο νερό μόνο με το μεσοφόρι και ένα πουκάμισο του καπετάνιου θα τα κατάφερνε. Αλλά τι θα έκανε όταν θα έφτανε στη στεριά; Θα χρειαζόταν ρούχα και χρήματα για να επιζήσει μέχρι να βρει ένα ασφαλές μέρος για να μείνει και να δουλέψει. Τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά ερεύνησε εξονυχιστικά την καμπίνα, ελπίζοντας ότι ο καπετάνιος θα είχε ξεχάσει κάπου λίγα χρήματα, αλλά δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα φαρδίνι. Ίσως στο σαλόνι θα έβρισκε αυτό που ζητούσε. Έριξε μια ματιά στο διάδρομο, είδε ότι δεν ήταν κανείς και προχώρησε προς τη σκάλα. Στο κατάστρωμα, είδε το ναύτη που τον φώναζαν Λιανό Νεντ να μπαλώνει απορροφημένος ένα πανί, κι έτσι δε δυσκολεύτηκε να ξεγλιστρήσει απαρατήρητη. Η πόρτα του σαλονιού ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκε χωρίς να την αντιληφθεί κανείς και άρχισε να ψάχνει αθόρυβα. Επάνω στο γραφείο του Ίθαν ήταν ανοιχτοί χάρτες των γαλλικών και των ισπανικών ακτών, δίπλα σε μια πυξίδα και μια κλεψύδρα. Μέσα σε ένα ωραίο κουτί από ξύλο καρυδιάς υπήρχαν δυο πιστόλια. Έκλεισε το καπάκι και ξαφνικά θυμήθηκε ένα άλλο σκαλιστό κουτί. Πλησίασε στο οβάλ τραπέζι και άνοιξε το ασημένιο κουτί που βρισκόταν εκεί. Επάνω στο σκούρο μπλε βελούδινο υπόστρωμα, το μαργαριταρένιο περιδέραιο αντιφέγγισε σαν να της χαμογελούσε. Η Γκρέις το έπιασε και το έκρυψε στην τσέπη της γκρίζας φούστας της. Κάποτε η Τόρι είχε αναγκασ τεί να πουλήσει το περιδέραιο για να γλιτώσουν αυτή και η αδελφή της από τη σκληρότητα του πατριού τους. Αν αναγκαζόταν να το πουλήσει κι εκείνη, θα το έκανε.

~ 88 ~


Επιστρέφοντας στην καμπίνα, έβγαλε το γαλάζιο μεταξωτό της φόρεμα από την ντουλάπα, την γκρίζα φούστα και το πουκάμισο και τα τύλιξε μέσα στο μανδύα της, κι έπειτα τα δίπλωσε όλα μαζί και τα τύλιξε στη νιτσεράδα του καπετάνιου, ελπίζοντας πως έτσι θα έμεναν στεγνά και θα επέπλεαν. Το περιδέραιο το πέρασε στο λαιμό της, το μόνο σημείο που μπόρεσε να σκεφτεί. Εξέτασε τα φινιστρίνια πάνω από το κρεβάτι, αλλά ήταν πολύ μικρά για να χωρέσει. Περνώντας ένα πουκάμισο του Ίθαν πάνω από το μεσοφόρι της, πήγε στην πόρτα, παρακαλώντας νοερά να μην τη δει κανείς, και προχώρησε αθόρυβα στο διάδρομο. Τα άρμενα χτυπούσαν και κροτάλιζαν καθώς το πλοίο λικνιζόταν απαλά στο νερό και από την πλώρη ακούγονταν οι φωνές των αντρών που τραγουδούσαν ένα σκαμπρόζικο ναυτικό τραγούδι. Κανείς δε φαινόταν τριγύρω. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά και βγήκε στο κατάστρωμα. «Βρε, βρε, βρε, για δες ποια είναι». Ο Γουίλαρντ Κοξ έστριψε από τη γωνία τη χειρότερη στιγμή. Είδε πώς ήταν ντυμένη –ή μάλλον πώς δεν ήταν– και τα χοντρά του δάχτυλα τυλίχτηκαν στον καρπό της. Την τράβηξε προς το μέρος του και τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν στο περιδέραιο που στόλιζε το λαιμό της. «Για πού το έβαλες; Και μάλιστα φορώντας μόνο ένα πουκάμισο και τα χρυσαφικά σου. Μη μου πεις ότι ήθελες να βγεις στη στεριά;» «Άφησέ με». «Λυπάμαι, δεσποινίς, αλλά αυτό δε γίνεται. Δε θα ήταν σωστό, ξέρεις». Έπιασε το περιδέραιο, περιέστρεψε τα μαργαριτάρια στα δάχτυλά του και τα μάτια του άστραψαν σαν τα διαμάντια που τα χώριζαν. «Πες μου την αλήθεια. Τραβούσες κατά τη στεριά;» Η Γκρέις σήκωσε αγέρωχα το κεφάλι της. «Και τι μ’ αυτό;» «Ίσως θα μπορούσα να σε βοηθήσω... με το αζημίωτο, φυσικά». «Τι... τι εννοείς;» «Τα μαργαριτάρια, δεσποινίς. Δώσε μου τα μαργαριτάρια και θα σ’ αφήσω να φύγεις. Την ελευθερία σου για το κολιέ. Αλλιώς θα σε παραδώσω στον καπετάνιο. Είμαι σίγουρος πως εκείνος θα ξέρει τι τιμωρία σου αξίζει».

~ 89 ~


Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Αν ο Ίθαν μάθαινε ότι είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει, θα την κλείδωνε πάλι στην καμπίνα. Ίσως σαλπάριζε αμέσως για το Λονδίνο και την παρέδιδε στις Αρχές. Και τότε θα την έριχναν στη φυλακή, μπορεί ακόμα και να την έστελναν στην αγχόνη. Δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Κοιτάζοντας τον Γουίλαρντ Κοξ, βλέποντας το αποφασιστικό του βλέμμα έτσι όπως τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο περιδέραιο, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα δεν είχε επιλογή. Φέρνοντας τα χέρια της στον αυχένα, προσπάθησε να ανοίξει το κούμπωμα, αλλά εκείνο δεν έλεγε να ανοίξει. «Κάτσε, άσε να προσπαθήσω εγώ». Πηγαίνοντας από πίσω της, ο Κοξ ξεκούμπωσε το περιδέραιο και έριξε τα μαργαριτάρια στη ροζιασμένη παλάμη του. «Μπορείς να πηγαίνεις τώρα». Τα μαύρα μάτια του άστραψαν θριαμβευτικά και η Γκρέις συνειδητοποίησε ότι η πρόθεσή του ήταν να κάνει τον Ίθαν να πιστέψει ότι το είχε σκάσει με το περιδέραιο. «Ο καπετάνιος θα γυρίσει από στιγμή σε στιγμή». Ο Κοξ έριξε μια ματιά ολόγυρα για να βεβαιωθεί ότι δεν τους έβλεπε κανείς καθώς την έσπρωχνε προς την κουπαστή. «Βούτα αμέσως, αλλιώς θα σε πετάξω εγώ στη θάλασσα». Έπιασε τον αυτοσχέδιο μπόγο της και τον έριξε στο νερό. Και για πρώτη φορά η Γκρέις κατάλαβε πως ο Γουίλαρντ Κοξ δεν πίστευε πως θα έφτανε ζωντανή στην ξηρά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Καθώς καβαλίκευε την κουπαστή και έπεφτε στο νερό, σκέφτηκε πως η ακτή ήταν πιο μακριά απ’ όσο της είχε φανεί νωρίτερα. Ίσως ο Κοξ είχε δίκιο –ίσως πνιγόταν πριν προλάβει να φτάσει εκεί. Όμως ήταν αποφασισμένη να επιβιώσει. Με μεγάλες απλωτές, άρχισε να κολυμπάει προς τη στεριά τραβώντας τον μπόγο πίσω της.

~ 90 ~


8 Ο Μπάκι Γκριν και ο Σόρτι Φίτζχιου, δύο από τους ναύτες του Δαίμονα των Θαλασσών, τραβούσαν τα κουπιά της βάρκας. Ο Ίθαν καθόταν στην πρύμνη και ο Άνγκους στην κουπαστή μπροστά του. Ο ύπαρχος δοκίμαζε το γυαλιστερό καινούριο κανοκιάλι που είχε αγοράσει πριν από λίγο στο χωριό. «Σπουδαίο κομμάτι», είπε ο Άνγκους, στρέφοντας το κανοκιάλι προς την ακτή κι έπειτα προς το πλοίο που λικνιζόταν στα ανοιχτά. «Ο γερο-Μπιγκς είναι πραγματικός μάστορας», πρόσθεσε με τη βαριά σκοτσέζικη προφορά του. Ο Ίθαν πήρε το κανοκιάλι από το χέρι του και το περιεργάστηκε. Το έφερε στο μάτι του κι έπειτα το έδωσε πάλι στον Άνγκους. «Έκανες καλή επιλογή. Είναι πράγματι σπουδαίο κομμάτι». Ο Άνγκους κοίταξε πάλι προς την ακτογραμμή και μετά γύρισε προς τα ανοιχτά και ο Ίθαν τον είδε να συνοφρυώνεται. «Τι τρέχει;» «Δεν μπορώ να δω καθαρά. Κάτι ασπριδερό κινείται στο νερό προς την ακτή. Κολυμπάει κυρίως στην επιφάνεια. Δε μου μοιάζει για ψάρι». «Δώσε μου να ρίξω μια ματιά». Ο Ίθαν πήρε το κανοκιάλι, εστίασε στο νερό και άρχισε να κινεί το φακό μπρος πίσω ώσπου διέκρινε το λευκό αντικείμενο που έσκιζε την επιφάνεια της θάλασσας με κατεύθυνση προς τη στεριά. «Κάποιος κολυμπάει. Και τραβάει κάτι πίσω του». Έδωσε πάλι το κανοκιάλι στον Άνγκους. «Ναι, σωστά. Από πού να έρχεται, άραγε;» Οι δυο άντρες κοίταξαν ταυτόχρονα προς το πλοίο. «Από το Δαίμονα των Θαλασσών; Ποιος μπορεί να...» Ο ύπαρχος κοίταξε τον Ίθαν και τον είδε να σφίγγει τα δόντια του. «Γυρίστε τη βάρκα. Θα της κόψουμε το δρόμο. Αρχίστε να κωπηλατείτε ευθεία σε σαράντα μοίρες από τη δεξιά μπάντα του πλοίου». «Τι τρέχει, καπετάνιε;» ρώτησε ο Σόρτι Φίτζχιου καθώς χρησιμοποιούσε το κουπί του με μαστοριά για να στρέψει τη βάρκα προς τη σωστή κατεύθυνση. «Νομίζω ότι η αιχμάλωτή μας προσπαθεί να δραπετεύσει».

~ 91 ~


Ο Άνγκους έξυσε το γκριζόμαλλο κεφάλι του. «Μα πώς είναι δυνατόν; Αφού δεν ξέρει κολύμπι». Ο Ίθαν κοίταξε τον κολυμβητή που έσκιζε το νερό. «Μάλλον ξέρει. Ίσως όταν δε φοράει ένα βαρύ φόρεμα, κολυμπάει σαν ψάρι η αναθεματισμένη!» Άρχισαν να κωπηλατούν και ο Άνγκους με τον Ίθαν έπιασαν κι εκείνοι τα κουπιά για να βοηθήσουν τους ναύτες. Τους πήρε κάμποσο χρόνο να τη φτάσουν. Όταν τους είδε, η Γκρέις άφησε τον μπόγο που έσερνε και βούτηξε κάτω από την επιφάνεια. «Δε θα πέσεις να τη βγάλεις;» Ο Ίθαν χαμογέλασε παγερά. «Αν θυμάμαι καλά, το έχω ξανακάνει. Αυτή τη φορά απλώς θα περιμένω». Η Γκρέις αναδύθηκε λίγο πιο μακριά, τους είδε και βούτηξε πάλι. Ο Σόρτι ψάρεψε τον μπόγο της από το νερό και τον έριξε στον πάτο της βάρκας. Ο Ίθαν αναγνώρισε τη νιτσεράδα του και βλαστήμησε. Κωπηλάτησαν προς την κατεύθυνση που κολυμπούσε και περίμεναν να αναδυθεί πάλι. Όταν τους είδε να κάθονται αμέριμνοι στη βάρκα και να την περιμένουν, γύρισε ανάσκελα αποκαμωμένη. «Χόρτασες επιτέλους κολύμπι;» της φώναξε ο Ίθαν. Είδε τα χείλη της να κινούνται, κατάλαβε ότι είπε κάτι και χάρηκε που δεν μπορούσε να το ακούσει από κείνη την απόσταση. Η Γκρέις έψαξε με το βλέμμα ολόγυρα για να βρει τον μπόγο της. «Εδώ είναι», της φώναξε. Η Γκρέις αναστέναξε μοιρολατρικά και άρχισε να κολυμπάει προς τη βάρκα. «Φαντάζομαι πως αν συνεχίσω να κολυμπάω, απλώς θα με ακολουθήσετε». «Σε διαβεβαιώνω, δεσποινίς Τσέιστεν, ότι θα κουραστείς πολύ πιο γρήγορα από μας». Ο Ίθαν έσκυψε και την έπιασε γερά από το χέρι. Τραβώντας τη στη βάρκα, έβγαλε το μάλλινο πανωφόρι του και το έριξε στους ώμους της. «Ώρα να γυρίσουμε στο καράβι, παλικάρια», είπε στους άντρες, ρίχνοντάς της μια επιτιμητική ματιά. Καθώς οι ναύτες τραβούσαν κουπί προς το Δαίμονα των Θαλασσών, ο Ίθαν κάθισε δίπλα της. «Έπρεπε να προσπαθήσω», του είπε σιγανά. «Δε θέλω να πάω φυλακή». Ο Ίθαν ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Ήξερε πώς ήταν στη φυλακή, γνώριζε τη βία, την απόλυτη ταπείνωση, τα βασανιστήρια που

~ 92 ~


την περίμεναν. Του φαινόταν αδιανόητο να τη στείλει σε ένα τέτοιο μέρος. «Θα το συζητήσουμε αργότερα, όταν θα είσαι ζεστή και στεγνή». Ανασήκωσε ειρωνικά το φρύδι του. «Σου έχει γίνει συνήθεια να πέφτεις στη θάλασσα, Γκρέις. Μήπως προσπαθείς να πνιγείς;» Εκείνη έσκυψε, σήκωσε τον μπόγο της από κάτω και τον ακούμπησε στα γόνατά της. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να πνιγώ και θα τα κατάφερνα αν δε με βλέπατε». «Απλώς σταθήκαμε τυχεροί, χάρη στο καινούριο κανοκιάλι του Άνγκους. Έχει εξαιρετική ευκρίνεια». Η Γκρέις δεν είπε τίποτα. Ο Ίθαν διαισθάνθηκε την απόγνωσή της από τον τρόπο που έσκυψε το κεφάλι της. Ένα κομμάτι της ψυχής του επιθυμούσε να την παρηγορήσει, να της πει πως όλα θα πήγαιναν καλά, αλλά ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να της δώσει υποσχέσεις. Έφτασαν στο πλοίο, έπιασαν την ανεμόσκαλα και ανέβηκαν στο κατάστρωμα, που αμέσως έγινε μούσκεμα από τα νερά που έσταζε η Γκρέις. Ο Λιανός Νεντ ήταν ο πρώτος που τους υποδέχτηκε. Ο Φρέντι στεκόταν ταραγμένος λίγο πιο πέρα. «Είναι καλά;» ρώτησε ο Νεντ με φανερή ανησυχία. «Δεν έπαθε τίποτα σοβαρό». «Έχουμε ένα πρόβλημα, κύριε». «Τι συμβαίνει, Νεντ;» «Ο κύριος Κοξ, κύριε. Τον πιάσαμε να κατεβάζει την εφεδρική βάρκα. Όταν ένας από τους άντρες τον ρώτησε τι πάει να κάνει, του έδωσε μια γροθιά που λίγο έλειψε να τον αφήσει στον τόπο, τον κακομοίρη. Χρειάστηκε να τον αρπάξουμε τρεις για να τον κρατήσουμε. Και πάνω του βρήκαμε αυτό». Έδειξε το περιδέραιο. Ο Ίθαν το πήρε από τα κοκαλιάρικα δάχτυλα του Νεντ και στράφηκε προς την Γκρέις. «Ο Κοξ δεν ήξερε πού το φύλαγα. Πώς το βρήκε;» Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της. «Εγώ του το έδωσα. Κάναμε μια ανταλλαγή. Του έδωσα τα μαργαριτάρια και με άφησε να φύγω. Και μην τολμήσεις να με κατηγορήσεις ότι το έκλεψα. Το περιδέραιο είναι δικό μου, αν θυμάσαι. Απλώς το πήρα από κει όπου το είχες κρύψει». Κάτω από άλλες συνθήκες, οι τεντωμένοι ώμοι της και το αγέρωχο ύφος της θα τον έκαναν να χαμογελάσει. Αντί γι’ αυτό, γύρισε πάλι προς τον Νεντ. «Πού είναι ο Κοξ;»

~ 93 ~


«Δεμένος στην κουκέτα της καμπίνας του, κύριε. Χρειάστηκε να πέσουμε όλοι πάνω του για να καταφέρουμε να τον πάμε ως εκεί». «Φέρτε τον στο κατάστρωμα. Θα σε συνοδεύσει ο κύριος Μακσέιν». Ο Άνγκους εμφανίστηκε από πίσω και στάθηκε μπροστά τους. «Με μεγάλη μου χαρά». Τράβηξε το πιστόλι που είχε περασμένο στη ζώνη του. «Για να δούμε αν θα τολμήσει να τα βάλει μ’ αυτό», είπε κραδαίνοντάς το. Παίρνοντας μαζί του τον Νεντ και άλλους δυο ναύτες, πήγε να φέρει τον Γουίλαρντ Κοξ. Ο Ίθαν γύρισε πάλι προς την Γκρέις, που στεκόταν εκεί, σφίγγοντας τον μπόγο στο στήθος της. «Ας ελπίσουμε πως τα ρούχα είναι στεγνά και μπορείς να τα φορέσεις. Θα σε συμβούλευα να πας κάτω ν’ αλλάξεις». Εκείνη έσφιξε τη νιτσεράδα. «Μακάρι να μπορούσα να σου πω ότι λυπάμαι. Πιστεύω όμως ότι κάτω από ανάλογες συνθήκες κι εσύ με τον ίδιο τρόπο θα φερόσουν». Ο Ίθαν την κοίταξε έτσι όπως ήταν τυλιγμένη στο πανωφόρι του, με τα καστανοκόκκινα μαλλιά πατικωμένα στο κρανίο της, στάζοντας νερά στο κατάστρωμα, και άθελά του θαύμασε το κουράγιο της. «Πιθανότατα». Κρατώντας το κεφάλι της ψηλά, η Γκρέις γύρισε να φύγει. «Σε συγχαίρω για τις κολυμβητικές σου ικανότητες, Γκρέις. Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα όμως. Το νερό είναι κρύο και η ακτή απέχει αρκετά. Ούτε ο Κοξ δεν είχε το κουράγιο να κολυμπήσει». Για μια στιγμή, εκείνη κοκάλωσε κι έπειτα συνέχισε να προχωράει. Ο Ίθαν την ακολούθησε με το βλέμμα του ώσπου χάθηκε κάτω στη σκάλα. Αυτή η γυναίκα μόνο προβλήματα του είχε δημιουργήσει από την πρώτη στιγμή που την είχε φέρει στο πλοίο. Και δεν ήξερε τι να κάνει μαζί της. *** Η Γκρέις έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα από πάνω της. Απογοητευμένη και αποκαρδιωμένη, σκουπίστηκε με μια λινή πετσέτα και έλυσε τον μπόγο. Η φούστα και η μπλούζα της ήταν υγρές σε πολλά σημεία κι έτσι προτίμησε να φορέσει το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα, που ήταν σχετικά στεγνό. Ξέπλεξε τα μαλλιά της, βούρτσισε τις μπλεγμένες τούφες και τα

~ 94 ~


στέγνωσε όσο καλύτερα μπορούσε μπροστά στο μικρό τζάκι της καμπίνας. Όταν το χαρακτηριστικό, απαλό χτύπημα του Φρέντι ακούστηκε στην πόρτα, πήγε να του ανοίξει. «Καλησπέρα, δεσποινίς». Ο Σκούνας τρύπωσε ανάμεσα στα πόδια του και πήγε τρέχοντας στο κρεβάτι. Σαν να ήταν στο σπίτι του άρχισε να πλένεται, στρώνοντας το πυκνό τρίχωμά του με τη μακριά, τραχιά του γλώσσα. «Ο καπετάνιος με έστειλε κάτω για να δω αν χρειάζεστε τίποτα. Δυστυχώς, το βρόχινο νερό δε φτάνει για να κάνετε το μπάνιο σας». Η Γκρέις χαμογέλασε αχνά. «Δεν πειράζει, Φρέντι, θα μείνω έτσι. Πού είναι τώρα ο καπετάνιος;» «Στο κατάστρωμα με τον κύριο Κοξ». Ένα παγωμένο ρίγος τη διαπέρασε. «Τι θα του κάνει;» «Μα αυτό που του αξίζει, δεσποινίς. Ο Κοξ θα μαστιγωθεί. Ο καπετάνιος πρόσταξε πενήντα βουρδουλιές». Το στομάχι της Γκρέις δέθηκε κόμπος. Το μαστίγωμα ήταν βάρβαρο πράγμα, μεσαιωνικό. Αλλά στο κάτω κάτω και ο Ίθαν Σαρπ βάρβαρος δεν ήταν; Είχε πάρει πίσω το περιδέραιο, είχε πιάσει πάλι την αιχμάλωτή του. Εκείνη είχε φανταστεί ότι θα μετέφερε τον Κοξ στην ακτή και θα τον παρέδιδε στις Αρχές. Παρακάμπτοντας τον Φρέντι, βγήκε φουριόζα από την καμπίνα. Καθώς ανέβαινε τη σκάλα, είδε τον Ίθαν στο κατάστρωμα των αξιωματικών κοντά στο μεγάλο ξύλινο τιμόνι. Όλα τα μέλη του πληρώματος είχαν συγκεντρωθεί εκεί και οι άντρες στέκονταν σε ημικύκλιο γύρω από το κατάρτι, κρατώντας τα κασκέτα τους στο χέρι. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Καθώς προχωρούσε προς τα κει, είδε τον Γουίλαρντ Κοξ δεμένο στο τουρκέτο, γυμνό από τη μέση και πάνω, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο κατάρτι. Η ουλή που είχε στο μάγουλό του ξεχώριζε έντονα καθώς περίμενε τον Άνγκους Μακσέιν να υψώσει το βούρδουλα που κρατούσε στο χοντρό, ροζιασμένο χέρι του. Η Γκρέις πήρε βαθιά εισπνοή και πλησίασε τον Ίθαν. Μόλις εκείνος την είδε, έσφιξε τα δόντια του. «Γύρνα στην καμπίνα». «Πρέπει να σου μιλήσω», του είπε και στάθηκε ακριβώς μπροστά του. «Όχι τώρα».

~ 95 ~


Η Γκρέις έριξε μια ματιά στον Κοξ. «Τι έγκλημα διέπραξε; Σου είπα ότι δεν έκλεψε το περιδέραιο». «Ο κύριος Κοξ επέδειξε απαράδεκτη αμέλεια ως προς τα καθήκοντά του». «Ακόμα κι έτσι, δεν του αξίζει μια τόσο βάρβαρη τιμωρία», αντιγύρισε η Γκρέις, δείχνοντας τον αποκρουστικό βούρδουλα. Ο Ίθαν την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε προς την κουπαστή, εκεί όπου δεν μπορούσε να τους ακούσει κανείς από το πλήρωμα. «Το ζήτημα δε σε αφορά, Γκρέις. Ο άνθρωπος διέπραξε έγκλημα. Ως πλοίαρχος αυτού του σκάφους, έδωσα εντολή να τιμωρηθεί». «Έδωσες εντολή να μαστιγωθεί». «Ακριβώς. Πενήντα φορές». «Θεέ και Κύριε!» Το στομάχι της έγινε βαρύ σαν μολύβι. Σαν να έβλεπε κιόλας μπροστά της τη σάρκα του Γουίλαρντ Κοξ να ξεσκίζεται. Μάζεψε όλο της το κουράγιο. «Σε εκλιπαρώ, πλοίαρχε Σαρπ, στείλε τον άνθρωπο στην ακτή. Άφησε τις Αρχές να λογαριαστούν μαζί του». «Σου πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι ο Κοξ δεν πίστεψε ούτε στιγμή πως θα κατάφερνες να φτάσεις στη στεριά; Θα μπορούσες να πνιγείς, Γκρέις!» «Μ’ αυτόν τα έχεις, πλοίαρχε, ή μ’ εμένα;» Ένας μυς άρχισε να πάλλεται στο σαγόνι του Ίθαν. Πήρε βαθιά εισπνοή, πασχίζοντας να κρατήσει την ψυχραιμία του. «Αυτό που πρόκειται να συμβεί δε μου αρέσει όπως δεν αρέσει και σ’ εσένα. Ξέρω πώς αισθάνεται κανείς όταν του κομματιάζουν την πλάτη. Όμως σε ένα πλοίο υπάρχουν κανόνες. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν υποστεί την τιμωρία που του αξίζει, τότε και οι άλλοι θα αρχίσουν να απειθαρχούν. Τόσο απλά είναι τα πράγματα». «Μα...» «Κύριε Φίτζχιου!» Ο ναύτης που ήταν στη βάρκα βγήκε μπροστά. «Μάλιστα, καπετάνιε». «Πήγαινε την κυρία πίσω στην καμπίνα της και φρόντισε να μείνει εκεί μέχρι να τελειώσει αυτή η υπόθεση». «Μάλιστα, κύριε». Ο Φίτζχιου γύρισε και την κοίταξε παρακλητικά. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει βία, αλλά θα το έκανε αν ήταν ανάγκη.

~ 96 ~


Η Γκρέις ανασήκωσε τη φούστα του γαλάζιου μεταξωτού φορέματος για να μην την εμποδίζει και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα με τον Φίτζχιου να την ακολουθεί. Όταν έφτασαν στο διάδρομο, της άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε πάλι σταθερά πίσω της. Η Γκρέις υποψιάστηκε ότι θα στεκόταν φρουρός έξω στο διάδρομο. Κάθισε στο κρεβάτι αποκαμωμένη. Στο πλοίο επικρατούσε απόλυτη ησυχία, μόνο ο αχνός θόρυβος του ανέμου στα ξάρτια και το απαλό τρίξιμο του ξύλινου κύτους του καραβιού ακούγονταν. Και τότε άρχισαν οι βουρδουλιές. Η Γκρέις τις ξεχώριζε πεντακάθαρα, μία προς μία. Άρχισε σιωπηλά να μετράει. Δεν ήθελε ούτε να φανταστεί σε τι κατάσταση θα ήταν η πλάτη του ανθρώπου, αλλά όσο κι αν προσπαθούσε η εικόνα επανερχόταν επίμονα –λεπτές κόκκινες γραμμές που όσο το μαστίγωμα συνεχιζόταν γίνονταν όλο και πιο βαθιές και το αίμα ανάβλυζε και έβαφε τη μελαψή του επιδερμίδα. Το ότι του άξιζε δεν είχε καμιά σημασία· εκείνο που την απέλπιζε ήταν ότι ένας άνθρωπος υπέφερε αφάνταστα για κάτι που δε θα είχε συμβεί αν δεν ήταν εκείνη. Δεκαοχτώ. Δεκαεννιά. Είκοσι. Τα δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της και άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Είκοσι ένα. Είκοσι δύο. Είκοσι τρία. Είκοσι τέσσερα. Είκοσι πέντε. Κράτησε την ανάσα της, περιμένοντας την επόμενη βουρδουλιά, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Αντί γι’ αυτό, άκουσε συρσίματα ποδιών καθώς οι άντρες του πληρώματος διαλύονταν και σκόρπιζαν στο κατάστρωμα. Κάποιος χτύπησε μαλακά κι έπειτα η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Ίθαν. Η Γκρέις του γύρισε την πλάτη και σκούπισε βιαστικά τα δάκρυα από τα μάτια της. Άκουσε τις μπότες του στο πάτωμα καθώς πλησίαζε από πίσω της, ένιωσε τα χέρια του να ακουμπούν απαλά στους ώμους της και να τη γυρίζουν προς το μέρος του. «Λυπάμαι γι’ αυτό που έγινε. Μακάρι να μην είχε συμβεί». «Μετρούσα. Άκουσα μόνο είκοσι πέντε βουρδουλιές». «Είπα στον Κοξ ότι μεσολάβησες υπέρ του, αν και δε μου φάνηκε ιδιαίτερα ευγνώμων. Μείωσα την ποινή στο μισό και τον έστειλα στη στεριά. Δε νομίζω ότι υπάρχει έστω κι ένας από το πλήρωμα που να μη σ’ ερωτεύτηκε σήμερα. Εκτός, ίσως, από τον κύριο Κοξ».

~ 97 ~


Η Γκρέις τον κοίταξε κατάματα και κατάλαβε ότι κι εκείνος είχε επηρεαστεί εξίσου, ότι δεν είχε δώσει με χαρά την εντολή της τιμωρίας. «Ίθαν...» Έπεσε στην αγκαλιά του και ένιωσε τα χέρια του να τυλίγονται γύρω της. «Δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν εσένα», είπε εκείνος με τα χείλη του στο μάγουλό της. «Και δεν πιστεύω ότι θα γνωρίσω ποτέ». Τότε την έπιασαν τα κλάματα. Δεν ήξερε γιατί, μόνο πως ένιωθε ασφαλής στην αγκαλιά του, ικανή να αφήσει κατά μέρος, έστω και για λίγες στιγμές, το βάρος που κουβαλούσε μέσα της –το φόβο για τη ζωή του πατέρα της, το φόβο για το ενδεχόμενο να φυλακιστεί, τις ενοχές και την αμφιβολία μήπως είχε πάρει λανθασμένη απόφαση όταν κανόνιζε να δραπετεύσει ο υποκόμης. «Ησύχασε», της είπε μαλακά ο Ίθαν, στερεώνοντας μια τούφα πίσω από το αυτί της. «Δεν υπάρχει λόγος να κλαις. Όλα θα πάνε καλά». Στάθηκαν έτσι για κάμποση ώρα, μ’ εκείνη αρπαγμένη από πάνω του, έχοντας το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του, κι εκείνον να έχει τα χέρια του τυλιγμένα προστατευτικά γύρω της. Δεν ήταν σίγουρη πώς ακριβώς συνέβη, πώς ανασήκωσε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει και τα βλέφαρά της έκλεισαν αργά και ξαφνικά βρέθηκε να τη φιλάει. Σιγά σιγά, το φιλί του έγινε πιο φλογερό, η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της και η ηδονή απλώθηκε σε όλο της το είναι. Τα χέρια του κάλυψαν στήθη της πάνω από το φόρεμα και χάιδεψαν τις θηλές της. Νιώθοντάς τες να σκληραίνουν κάτω από το μετάξι, να ορθώνονται και να πάλλονται, η Γκρέις τις πίεσε πιο δυνατά μέσα στις παλάμες του. Ο Ίθαν τη φίλησε πάλι και η Γκρέις ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Γι’ αυτό ξαφνιάστηκε και απογοητεύτηκε όταν εκείνος τραβήχτηκε πίσω. Το βλέμμα του έκαιγε, τα χείλη του ήταν γεμάτα αισθησιασμό. Της ήταν πολύ εύκολο να διακρίνει τη λαχτάρα του, τον πόθο που αγωνιζόταν να συγκρατήσει. Η Γκρέις ξεροκατάπιε, ελπίζοντας πως ο Ίθαν δε θα έβλεπε ότι έτρεμε. «Σ’ ευχαριστώ... που ήρθες. Σ’ ευχαριστώ που μείωσες την ποινή του Κοξ». «Για σένα το έκανα, όχι για κείνον». Άπλωσε το χέρι του και της χάιδεψε το μάγουλο. «Κι αυτό που είπα το εννοούσα. Όλα θα πάνε καλά».

~ 98 ~


Δεν ήταν σίγουρη τι προσπαθούσε να της πει, αλλά για κάποιον παράδοξο λόγο είχε αρχίσει να τον εμπιστεύεται. Απλώς κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, ελπίζοντας ότι τα λόγια του θα έβγαιναν αληθινά και όλα θα πήγαιναν καλά. Όταν ο Ίθαν έφυγε για να επιστρέψει στα καθήκοντά του, ξαφνικά ένιωσε μόνη κι έρημη. Με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην τρέξει πίσω του και τον παρακαλέσει να γυρίσει πίσω. Να του ζητήσει να της κάνει έρωτα. Η σκέψη ξεπήδησε από το πουθενά. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι λαχταρούσε το χάδι του Ίθαν Σαρπ, το φιλί του, τον έρωτά του. Ήταν τρελό, αλλά όσο περισσότερο το σκεφτόταν τόσο πιο λογικό της φαινόταν. Από τη στιγμή που την είχε απαγάγει, η υπόληψή της είχε καταστραφεί. Κανείς δε θα δεχόταν να κάνει γυναίκα του μια γυναίκα αμφίβολης ηθικής. Σκέφτηκε τις νύχτες που είχε κοιμηθεί δίπλα του, κουλουριασμένη μέσα στον ύπνο της κοντά στο λυγερό κορμί του για να παίρνει τη ζεστασιά του. Ήταν νύχτες που έμενε ξάγρυπνη και σκεφτόταν πως τον άγγιζε, πως έσερνε τα χέρια της στη ζεστή, σφιχτή του σάρκα, πως ένιωθε τους μυς του να αλλάζουν σχήμα κάτω από τα δάχτυλά της. Τον ήθελε, τον ποθούσε, με την ίδια ένταση που κι εκείνος την ποθούσε. Κι όμως, από την ημέρα που της είχε σώσει τη ζωή, δεν την είχε πιέσει. Δεν ήταν ανόητη. Ήξερε ότι δεν υπήρχε μέλλον με έναν αχρείο σαν τον Ίθαν Σαρπ, έναν πειρατή –έναν ιδιώτη καταδρομέα, διόρθωσε νοερά τον εαυτό της. Από την άλλη μεριά όμως, δεν είχε κανένα νόημα να φυλάει την αγνότητά της για το σύζυγο που δε θα αποκτούσε ποτέ. Και ήθελε –έστω κι αν δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ– να νιώσει την ολοκλήρωση με έναν άντρα τον οποίο ποθούσε. Αυτή η αίσθηση του απόλυτα ορθού την κατακυρίευσε. Ήθελε να της κάνει έρωτα ο Ίθαν Σαρπ. Το ήθελε πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο μπορούσε να θυμηθεί. Αλλά πώς θα το έκανε να συμβεί; Δεν ήταν τόσο ξεδιάντροπη ώστε να του το ζητήσει. Ή μήπως ήταν; Καθώς η μέρα προχωρούσε, η Γκρέις βημάτιζε στην καμπίνα, περιμένοντας το μήνυμα του Ίθαν που θα την καλούσε να δειπνήσουν μαζί. Εκείνη την ημέρα είχαν περάσει μια ακαθόριστη διαχωριστική γραμμή στη σχέση τους, είχαν μοιραστεί κάτι ξεχωριστό, κάτι πραγματικά υπέροχο. Ήταν σίγουρη ότι θα αποζητούσε την παρουσία της.

~ 99 ~


Όμως κανένα μήνυμα δεν ήρθε. Όταν εμφανίστηκε ο Φρέντι, κρατώντας το δίσκο με το βραδινό της, την έπνιξε η απογοήτευση. Είχε παρερμηνεύσει εντελώς τις διαθέσεις του; Είχε ξεθωριάσει ο πόθος του για κείνη; Ή μήπως το ότι την απέφευγε ήταν ενθαρρυντικό; Μήπως επιτέλους είχε αποφασίσει να φερθεί σαν κύριος; Μήπως την αντιμετώπιζε με το σεβασμό που άρμοζε σε μια κυρία; Κάτι της έλεγε ότι ίσχυε το δεύτερο, ότι δεν ήθελε πια να παζαρεύει το αν θα πλάγιαζε μαζί της, ούτε να προσπαθεί να την αποπλανήσει. Εκείνος δε θα ξαναγύριζε στο κρεβάτι της –εκτός αν τον καλούσε εκείνη.

~ 100 ~


9 Θάρρος. Αυτή η λέξη δέσποζε στις σκέψεις της. Όμως διέθετε το απαιτούμενο θάρρος για να καλέσει τον Ίθαν Σαρπ στο κρεβάτι της; Αυτό το ερώτημα τη βασάνιζε επί ώρες και όσο ο χρόνος κυλούσε τόσο η πεποίθησή της μεγάλωνε. Δεν είχε ιδέα τι της επιφύλασσε το μέλλον, δεν είχε ιδέα αν υπήρχε καν μέλλον για κείνη. Το μόνο βέβαιο ήταν το παρόν. Η αποφασιστικότητα επικράτησε τελικά και δίχως να το καλοσκεφτεί διέσχισε την καμπίνα και πλησίασε στο μικρό γραφείο, στη γωνία. Παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει, τράβηξε ένα φύλλο χαρτί αλληλογραφίας και το έβαλε μπροστά της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς έβγαζε την πένα από το μελανοδοχείο και μερικές σταγόνες μελάνι έπεσαν στο χαρτί. Μουρμουρίζοντας, το πέταξε στην άκρη. Η δεύτερη απόπειρά της δεν ήταν πολύ καλύτερη. Αγαπητέ Ίθαν, Τσαλάκωσε το χαρτί, δυσαρεστημένη με την εισαγωγή, και πήρε πάλι να γράφει από την αρχή. Πλοίαρχε Σαρπ, Αναρωτιόμουν αν θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα τελευταίο ποτό πριν πέσουμε για ύπνο. Γκρέις Δεν έγραψε τίποτα περισσότερο. Δεν ήθελε να προχωρήσει πιο πολύ. Όταν εκείνος ερχόταν –αν ερχόταν– θα έκανε το επόμενο βήμα. Με την προϋπόθεση ότι θα έβρισκε το κουράγιο. Όταν ήρθε ο Φρέντι για να πάρει το δίσκο του βραδινού της, του ζήτησε να παραδώσει το μήνυμα. «Θα φροντίσω να φτάσει στα χέρια του, δεσποινίς». «Ευχαριστώ, Φρέντι». Ο νεαρός έφυγε και μόλις έκλεισε η πόρτα η Γκρέις βιάστηκε να φορέσει το ζαφειρένιο φόρεμα με τη μαύρη δαντελένια μπορντούρα. Μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά, αλλά τα στερέωσε με ελάχιστες φουρκέτες έτσι ώστε να είναι εύκολο για τον Ίθαν να τα λύσει αν ήθελε. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Οι παλάμες της ήταν ιδρωμένες. Ετοιμαζόταν να κάνει ένα τεράστιο βήμα προς τον άγνωστο κόσμο της

~ 101 ~


θηλυκότητας. Ήταν κυριευμένη από μια πρωτόγνωρη έξαψη και ένα τόσο δα ίχνος φόβου. Ήθελε πολύ αυτό που επρόκειτο να συμβεί, ήθελε τον Ίθαν. Σκεφτόταν τα παθιασμένα τους φιλιά, την ευχαρίστηση που πλημμύριζε το κορμί της κάθε φορά που την άγγιζε. Τα συγκλονιστικά συναισθήματα που την κατέκλυζαν όταν απλώς και μόνο τον έβλεπε να μπαίνει στο δωμάτιο. Ήταν αργά όταν τελικά ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα. Ήταν πια σχεδόν σίγουρη ότι δεν επρόκειτο να έρθει. Όμως όταν άνοιξε την πόρτα, ο Ίθαν στεκόταν στο διάδρομο ντυμένος με ένα καθαρό, κατάλευκο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και μαύρο, εφαρμοστό παντελόνι. Οι μπότες του ήταν γυαλισμένες και τα μαλλιά του καλοχτενισμένα. «Νομίζω ότι με κάλεσες». «Ναι...» Η ανάσα της κόπηκε και ξαφνικά ένιωσε ντροπή. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που ήταν σίγουρη ότι ο Ίθαν την άκουγε. «Για ένα τελευταίο ποτό, αν δεν απατώμαι». «Ναι...» Φερόταν σαν ηλίθια, έτσι όπως στεκόταν και τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, μη ξέροντας τι να πει. Ο Ίθαν μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε μαλακά την πόρτα. Το βλέμμα του σάρωσε το ζαφειρένιο φόρεμα. «Αν ήξερα ότι η περίσταση είναι επίσημη, θα είχα ντυθεί αναλόγως». Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της αρνητικά· από τη μια μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει κάτι πιο απλό και από την άλλη χαιρόταν. Ήθελε να είναι όμορφη για χάρη του κι αυτό το φόρεμα ήταν η καλύτερη επιλογή. «Δεν υπάρχει λόγος για επισημότητες». Ήταν υπέροχος ακόμα κι έτσι, τόσο ωραίος που έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει. «Ο μόνος λόγος που σε κάλεσα ήταν για να σε ευχαριστήσω για όσα έκανες σήμερα το απόγευμα». Εκείνος χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Τότε ας σερβίρω εκείνο το ποτό που λέγαμε». Πλησιάζοντας στον μπουφέ, έβαλε ένα σέρι για κείνη και ένα μπράντι για τον εαυτό του. «Θα με ενδιέφερε πολύ να διαπιστώσω με ποιον τρόπο σκέφτεσαι να με ευχαριστήσεις». Γύρισε κοντά της και της έδωσε το σέρι. «Από πού θ’ αρχίσουμε;» Το στομάχι της συσπάστηκε. Το πράγμα ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο είχε φανταστεί. Η αλήθεια ήταν πως δεν τον είχε καλέσει εκεί για να τον ευχαριστήσει –ο λόγος που του είχε στείλει εκείνο το μήνυμα ήταν εντελώς διαφορετικός και πολύ πιο ενδιαφέρων.

~ 102 ~


«Φοβάμαι πως... δεν είμαι απολύτως βέβαιη». Ο Ίθαν την κοίταξε παραξενεμένος. «Είσαι νευρική». Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και άφησε το ποτήρι στο τραπέζι. «Δε σ’ έχω ξαναδεί έτσι. Τι συμβαίνει, Γκρέις; Τι έγινε; Γιατί με κάλεσες εδώ;» Το χέρι της έτρεμε και μια σταγόνα σέρι χύθηκε έξω από το ποτήρι. Ο Ίθαν το πρόσεξε και πήρε το ποτό από το χέρι της. «Πες μου, Γκρέις. Τι συμβαίνει;» Εκείνη ύγρανε τα χείλη με τη γλώσσα της, προσπαθώντας να πάρει κουράγιο. Πες το, πρόσταξε το μυαλό της. Πες του την αλήθεια. «Σου ζήτησα να έρθεις επειδή... επειδή θέλω να μου κάνεις έρωτα.... αν, δηλαδή, εξακολουθείς να το θέλεις κι εσύ». Ο Ίθαν έμεινε αμίλητος για κάμποσες στιγμές, κοιτάζοντάς τη με μάτια γεμάτα έκπληξη. «Χριστέ μου, τι ανόητη που είμαι...» Πριν προλάβει να συμπληρώσει τη φράση της, εκείνος είχε κλείσει το πρόσωπό της στις παλάμες του και τα χείλη του είχαν φυλακίσει τα δικά της. Τη φίλησε με πάθος, βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της, ρίχνοντας τις λογιστές φουρκέτες που τα συγκρατούσαν και αφήνοντάς τα να κυλήσουν ελεύθερα στους ώμους της. «Αν εξακολουθώ να τ ο θέλω;» ψιθύρισε με τα χείλη του κολλημένα στο λαιμό της. «Δε σκέφτομαι τίποτ’ άλλο από τη στιγμή που σε είδα πάνω στο Λαίδη Ανν». Συνέχισε να τη φιλάει με ασυγκράτητο πάθος ώσπου της κόπηκε η ανάσα. Η Γκρέις τον είχε σφιχταγκαλιάσει, με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Όλες οι αισθήσεις της είχαν μεθύσει, το σώμα της είχε πάρει φωτιά. Οι θηλές της σκλήρυναν κάτω από το σατέν μπούστο του ζαφειρένιου φορέματος. Τα χείλη της μυρμήγκιαζαν και η υγρή του γλώσσα στο στόμα της έκανε την καρδιά της να σπαρταράει. Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από τις τούφες στον αυχένα του και η μεταξένια τους αίσθηση πάνω στο δέρμα της την έκανε να ριγήσει. Όλο της το είναι παλλόταν από έξαψη. Χωρίς να σταματήσει να τη φιλάει, ο Ίθαν άνοιξε τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματος και το μπούστο άνοιξε και έπεσε. Κατέβασε το μπλε σατέν και τις τιράντες της καμιζόλας από τους ώμους της, αφήνοντάς τη γυμνή ως τη μέση, και τα χέρια του κάλυψαν τα στήθη της. Τα χάιδεψε και τα μάλαξε, δοκιμάζοντας τρυφερά το σχήμα και το βάρος τους, και η ηδονή που την κυρίεψε ήταν απερίγραπτη.

~ 103 ~


«Ίθαν...» ψιθύρισε, όταν το στόμα του αντικατέστησε τα χέρια του και άρχισε να ρουφά με απληστία. Τα πόδια της λύθηκαν. Δε γνώριζε τίποτα από έρωτα, ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ένας άντρας θα μπορούσε να φέρει μια γυναίκα σε τέτοια κατάσταση, ότι θα ήξερε να χρησιμοποιεί τα χείλη και τη γλώσσα του με τόση μαεστρία που θα την έφερνε στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Το κεφάλι της έπεσε προς τα πίσω και ο Ίθαν επιτέθηκε τρυφερά στο λυγερό λαιμό της, δάγκωσε το λοβό του αυτιού της, διεκδίκησε το στόμα της για μια ακόμα φορά. Κατέβασε το φόρεμα στους γοφούς της, παίρνοντας μαζί του και το λεπτό μεσοφόρι, αφήνοντάς τη γυμνή και τρεμάμενη. Τα χέρια του χάιδεψαν απαλά την πλάτη της, κατέβηκαν στους γλουτούς της και την τράβηξαν προς το μέρος του. Η Γκρέις τον ένιωσε, ερεθισμένο, καυτό, να πάλλεται από πόθο για κείνη. Θα έπρεπε να είναι τρομαγμένη, αλλά δεν ήταν. Αισθανόταν γυναίκα όσο ποτέ άλλοτε, ένιωθε τη δύναμη της θηλυκότητάς της και καταλάβαινε για πρώτη φορά πόσο ισχυρή ήταν αυτή η δύναμη. Κι όμως την ίδια στιγμή βρισκόταν κι εκείνη στην εξουσία του Ίθαν, σκλάβα των φιλιών του, της απόλαυσης που της χάριζε με κάθε άγγιγμα, με κάθε επαφή των χειλιών του με τα δικά της. Το χέρι του σύρθηκε στο στομάχι της, πάνω από την τρυφερή της ήβη, ανάμεσα στους μηρούς της και η Γκρέις ένιωσε την ανάσα της να κόβεται όταν βρήκε την τρυφερή της σάρκα. Συνειδητοποίησε ότι ήταν υγρή και αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να ντραπεί γι’ αυτό. «Ησύχασε, γλυκιά μου», της είπε σιγανά ο Ίθαν, όταν ένιωσε το σώμα της να σφίγγεται καθώς τα δάχτυλά του χάιδευαν τις πτυχές της. «Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο. Δε θα σου κάνω κακό». Αυτό που της συνέβαινε, ό,τι κι αν ήταν, φαινόταν φυσικό στον Ίθαν κι έτσι έκανε όπως την πρόσταζε –αφέθηκε στα χάδια του και του επέτρεψε να την οδηγήσει στο ταξίδι. «Θέλω να σε αγγίξω», του είπε, και ξαφνιάστηκε και η ίδια με την τολμηρότητά της. «Θέλω να μάθω την υφή του δέρματός σου, να νιώσω το σώμα σου να ζωντανεύει». Ήταν σαν να μιλούσε μια άλλη Γκρέις, μια άγνωστη σ’ αυτήν γυναίκα. Αυτό το πλάσμα ήταν τολμηρό και άφοβο, εξωπραγματικό όπως και η νύχτα, που έμοιαζε περισσότερο με όνειρο παρά με πραγματικότητα. Έτσι, τουλάχιστον, είπε στον εαυτό της ότι ήταν.

~ 104 ~


Ο Ίθαν την κοίταξε κατάματα, με βλέμμα γεμάτο ένταση και αδημονία. Τράβηξε το λευκό πουκάμισο πάνω από το κεφάλι του και το πέταξε στην άκρη. Έπειτα έπιασε το χέρι της και το ακούμπησε πάνω στο στέρνο του. Η Γκρέις περιεργάστηκε τις σγουρές μαύρες τρίχες που το κάλυπταν, ένιωσε την τραχύτητα, έσυρε το δάχτυλό της γύρω από την επίπεδη θηλή του που είχε το χρώμα του χαλκού και ένιωσε τους μυς του να συσπώνται. Η αναπνοή του έγινε πιο γρήγορη. Το ίδιο και η δική της. Τον κοίταξε και ζύγιασε την ένταση του πόθου του από τον τρόπο που έσφιγγε τα δόντια του για να συγκρατηθεί. «Σε θέλω τόσο πολύ...» ψιθύρισε εκείνος, όμως φαινόταν αποφασισμένος να μη βιαστεί, να την αφήσει να δώσει εκείνη το ρυθμό. Η Γκρέις έσυρε το δάχτυλό της στα πλευρά του, και μετά την παλάμη της στο στομάχι του και τον είδε να κρατάει την ανάσα του. Ήταν γυμνή. Ξαφνικά ήθελε να τον δει κι εκείνον γυμνό. Τον κοίταξε στα μάτια και ο Ίθαν μάντεψε την επιθυμία της· τη σήκωσε αμέσως στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Την απόθεσε στο στρώμα και τη φίλησε πάλι. Έπειτα την άφησε για μια στιγμή για να βγάλει τις μπότες, το παντελόνι και το εσώρουχό του. Όταν γύρισε, η Γκρέις έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης και η καρδιά της φτερούγισε με τρόμο. Δεν είχε δει γυμνό άντρα άλλη φορά και σαφώς όχι έναν ερεθισμένο άντρα. Η φύση τον είχε προικίσει πλουσιοπάροχα και το φύλο του προεξείχε βαρύ και επιβλητικό. Θα πρέπει να χλόμιασε λιγάκι, γιατί ο Ίθαν σταμάτησε δίπλα στο κρεβάτι, και σκύβοντας τη φίλησε τρυφερά. «Θα προχωρήσουμε αργά, δε θα βιαστούμε καθόλου. Έχε μου εμπιστοσύνη, Γκρέις. Σου υπόσχομαι πως θα το απολαύσεις». Του είχε εμπιστοσύνη –τουλάχιστον στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Ίθαν ξάπλωσε δίπλα της και τα φιλιά συνεχίστηκαν. Αργά, αισθησιακά φιλιά, παθιασμένα και γεμάτα δίψα, βαθιά και σαγηνευτικά, το ένα μετά το άλλο, ώσπου το κορμί της έπιασε φωτιά κι άρχισε να λιώνει. Η υγρή φλόγα μαζεύτηκε σαν λίμνη στην κοιλιά της και μια πρωτόγνωρη αίσθηση ανάμεσα στα πόδια της απαιτούσε τη λύτρωση. Το χέρι του βρήκε εκείνο το σημείο και άρχισε να το χαϊδεύει ώσπου η Γκρέις άρχισε να συστρέφεται πάνω στο κρεβάτι και να τον ικετεύει για κάτι που δεν ήξερε τι ήταν. Δεν κατάλαβε πότε ο Ίθαν μετακινήθηκε και πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της, μέχρι τη στιγμή που ένιωσε κάτι σκληρό να την πιέζει, απαιτώντας να του επιτραπεί η είσοδος. Οι μύες

~ 105 ~


των ώμων του τεντώθηκαν από την προσπάθεια να συγκρατηθεί και η Γκρέις αισθάνθηκε και το δικό της σώμα να γεμίζει ένταση. «Ήρεμα, αγάπη μου, προσπάθησε να χαλαρώσεις. Δε θέλω να σε πονέσω». Η Γκρέις ήξερε ότι θα μπορούσε να την πονέσει, γνώριζε αρκετές λεπτομέρειες για την πράξη ώστε να ξέρει ότι η πρώτη φορά ήταν πάντα οδυνηρή και με έναν άντρα τόσο προικισμένο όσο ήταν ο Ίθαν ακόμα περισσότερο. Προσπάθησε να τον βοηθήσει, προσπάθησε να χαλαρώσει όπως της είχε υποδείξει, πράγμα που δεν ήταν καθόλου δύσκολο όταν εκείνος άρχισε πάλι να τη φιλάει. Αργά, προσεκτικά, μπήκε μέσα της και τη γέμισε, ψιθυρίζοντας τρυφερά και καθησυχαστικά λόγια στο αυτί της. «Ήρεμα», της είπε απαλά, φιλώντας την πάλι και μετά, με μια τελευταία ώθηση, βρήκε το δρόμο του. Η Γκρέις έβγαλε μια κραυγή πόνου παρ’ όλο που προσπάθησε να το κρύψει. «Να πάρει!» Ο Ίθαν ανασηκώθηκε από πάνω της. «Δεν ήθελα να σε πονέσω. Μάλλον έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που... Με συγχωρείς, δεν έπρεπε να βιαστώ». Η Γκρέις δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ο πόνος είχε αρχίσει να υποχωρεί και δεν ήθελε να σταματήσει ο Ίθαν. Τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμό του, τράβηξε το κεφάλι του προς τα κάτω και τον φίλησε. Αυτό ήταν η τελευταία σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αυτοσυγκράτησής του. Σιγά σιγά, ο Ίθαν άρχισε να κινείται, στην αρχή χωρίς να βιάζεται, κατόπιν όλο και πιο γρήγορα. Ο πόνος επέστρεψε για μια στιγμή, αλλά πολύ σύντομα έσβησε και τη θέση του πήρε η απόλαυση. Το κορμί της μαλάκωσε γύρω του, επιτρέποντάς του να εισχωρήσει πιο βαθιά, και τον άκουσε να βογκάει. Ο ρυθμός του επιταχύνθηκε και μαζί του πολλαπλασιάστηκε και η εξαίσια κάψα και η Γκρέις αισθάνθηκε το κορμί της να ανταποκρίνεται. Ο πόνος είχε σβήσει πια εντελώς και το σώμα της παλλόταν από την ίδια λαχτάρα και την ίδια δίψα που είχε κυριέψει και τον Ίθαν. «Μη σταματάς», άκουσε τον εαυτό της να λέει, παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει, κι εκείνος εξακολούθησε να κινείται ρυθμικά, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο βαθιά μέσα της, ώσπου το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί η Γκρέις ήταν ο Ίθαν. Το μόνο που μπορούσε να νιώσει

~ 106 ~


ήταν το κορμί του που γέμιζε το δικό της, η απίστευτη ζεστασιά του που την τύλιγε. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της. Όλο της το είναι είχε προσανατολιστεί σ’ εκείνον, είχε προσαρμοστεί για να ταιριάζει σ’ εκείνον, όλο της το σώμα είχε αλλάξει σχήμα για να τον χωρέσει, ώσπου στο τέλος έφτασαν μαζί στην κορύφωση. Πίσω από τα βλέφαρά της είδε αστέρια να εκρήγνυνται, ένας ολόκληρος γαλαξίας, και μια πρωτόγνωρη γλύκα απλώθηκε μέσα της σαν μέλι που κυλούσε στη γλώσσα της. Φώναξε το όνομά του και όλος ο κόσμος έγινε θρύψαλα γύρω της. Δεν ήξερε πόση ώρα έμειναν έτσι εκεί. Δεν έκανε καμιά απόπειρα να σαλέψει, ώσπου ένιωσε το χέρι του Ίθαν να σπρώχνει απαλά τα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Είσαι καλά;» Η Γκρέις γύρισε το κεφάλι της και τον είδε ξαπλωμένο δίπλα της, να την παρατηρεί στηριγμένος στον αγκώνα του. «Τι... τι έγινε;» Εκείνος γέλασε σιγανά· φαινόταν απίστευτα ικανοποιημένος. «Ο μικρός θάνατος. Έτσι το λένε οι Γάλλοι. Ό,τι πλησιέστερο στον παράδεισο μπορεί να βιώσει κάποιος πάνω στη γη». Η Γκρέις χαμογέλασε, ακούγοντας την περιγραφή. «Ναι... ήταν κάπως σαν να έπεφτα από τα άστρα». «Συγνώμη που σε πόνεσα. Δεν το ήθελα». Η Γκρέις κοίταξε αλλού. «Μόνο για μια στιγμή πόνεσα. Και άξιζε τον κόπο». «Την επόμενη φορά θα είναι καλύτερα. Όσο το σώμα σου μαθαίνει να προσαρμόζεται στο δικό μου, η απόλαυση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη». «Αμφιβάλλω αν είναι δυνατόν». Εκείνος της χάρισε ένα από τα σπάνια, πανέμορφα χαμόγελά του. «Θέλεις να το διαπιστώσουμε;» Και βρέθηκε πάλι από πάνω της, φιλώντας την και χαϊδεύοντας το στήθος της. Τούτη τη φορά γλίστρησε μέσα της πιο εύκολα και η Γκρέις ένιωσε δέος και ευχαρίστηση που έσμιγε μαζί του. Κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι ήταν ερωτευμένη. Ότι ίσως να τον είχε ερωτευτεί την ημέρα που την είχε αρπάξει από τα ανταριασμένα κύματα και είχε βάλει τη ζωή του σε κίνδυνο για να σώσει τη δική της.

~ 107 ~


Τον αγαπούσε, και γι’ αυτόν το λόγο το κορμί της άνθισε για χάρη του, του ανοίχτηκε, και όταν έφτασε στην κορύφωση, άνοιξαν μαζί του και τα ουράνια κι εκείνη εξακοντίστηκε στα βάθη τους. *** Ήταν σχεδόν ξημερώματα όταν ξύπνησε από ένα γαλήνιο ύπνο. Στο αχνό φως της αυγής που έμπαινε από τα παράθυρα της πρύμνης είδε τον Ίθαν να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι, με τη φαρδιά του πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της, μόνο με το παντελόνι του, να φοράει τις μπότες του με το κεφάλι σκυφτό. Είχε υπέροχο σώμα, φαρδιούς ώμους, στενή μέση, λεπτούς γοφούς και μακριά, μυώδη πόδια. Η ανάσα της όμως πιάστηκε όταν είδε στην πλάτη του τις ουλές που δεν είχε προσέξει όταν πλάγιασε δίπλα της, γιατί ήταν σκοτεινά. Ο Ίθαν είχε αναφερθεί υπαινικτικά σ’ αυτές κι εκείνη είχε υποψιαστεί ότι του είχαν φερθεί με κτηνώδη τρόπο όταν βρισκόταν στη φυλακή. Άραγε ο υπαίτιος γι’ αυτό ήταν ο πατέρας της; Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο στομάχι της. Δεν μπορούσε να ξέρει με σιγουριά. Δεν ήξερε καν αν ο πατέρας της ήταν άνθρωπος που θα μπορούσε να προδώσει την πατρίδα του. Εκείνη τη στιγμή, ο Ίθαν γύρισε, είδε ότι ήταν ξύπνια και χαμογέλασε. Το χαμόγελο έκανε το γαλάζιο χρώμα των ματιών του να σκουρύνει και τα μήλα του προσώπου του να φανούν πιο έντονα. Ήταν ένα υπέροχο χαμόγελο που τον έκανε να φαίνεται δέκα χρόνια νεότερος. «Ήθελα να σε ξυπνήσω, να σου κάνω πάλι έρωτα το πρωί, αλλά ξέρω ότι σε πόνεσα χθες το βράδυ. Φαίνεται πως έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που... που... βρέθηκες με τον Τζέφρις». Η Γκρέις ένιωσε ντροπή για πρώτη φορά. Το να μιλάει για τον έρωτά τους στο φως της ημέρας ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο στην ονειρική ατμόσφαιρα της νύχτας. «Ποτέ δεν πλάγιασα με τον υποκόμη ούτε με κανέναν άλλο. Ήσουν ο πρώτος, Ίθαν». Εκείνος έσμιξε τα πυκνά μαύρα φρύδια του. «Τι είναι αυτά που λες; Αφού ήσουν ερωμένη του Τζέφρις».

~ 108 ~


Κάποια κομμάτια του γρίφου άρχισαν να βρίσκουν την απάντησή τους. Ώστε αυτό νόμιζε, γι’ αυτό είχε προσπαθήσει να παζαρέψει τα θέλγητρά της. «Ποτέ δεν υπήρξα ερωμένη του». Η Γκρέις κόμπιασε για μια στιγμή, αλλά είχε φτάσει πια πάρα πολύ μακριά για να σταματήσει τώρα και ήταν καιρός να μάθει ο Ίθαν την αλήθεια. «Ο Χάρμον Τζέφρις... ο υποκόμης Φορσάιθ... είναι πατέρας μου». Εκείνος κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. «Αποκλείεται. Δε σε πιστεύω». «Δεν παντρεύτηκε ποτέ τη μητέρα μου. Ποτέ δε με αναγνώρισε, αλλά δεν παύει να είναι πατέρας μου». «Θες να πεις... προσπαθείς να με πείσεις ότι ήσουν παρθένα;» «Νόμιζα ότι ένας άντρας μπορεί να το καταλάβει». Ο Ίθαν κοντανάσαινε και τα χείλη του ήταν σφιγμένα. Σκύβοντας, έπιασε τα σκεπάσματα και τα τράβηξε απότομα. Η Γκρέις τράβηξε τα γόνατά της κάτω από το σαγόνι της και τύλιξε τα χέρια της γύρω τους, προσπαθώντας να κρύψει τη γύμνια της, τρομαγμένη από την έκφραση του προσώπου του. Ο Ίθαν κοίταξε το σεντόνι και τότε το είδε... το αλάθητο, ματωμένο σημάδι της χαμένης παρθενιάς της. «Όχι. Δεν είναι δυνατόν!» «Νόμιζα ότι αυτό θα σε χαροποιούσε». Εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει το σεντόνι κι εκείνη κατάλαβε ότι προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Τελικά ο Ίθαν θυμήθηκε την κραυγή του πόνου της όταν διαπέρασε τον υμένα της. «Θεέ μου, αλήθεια λες! Είσαι κόρη του Τζέφρις, όχι παλλακίδα του! Γι’ αυτό τον βοήθησες να αποδράσει από τη φυλακή!» Η Γκρέις δεν είχε φανταστεί ότι θα ταραζόταν τόσο πολύ. «Ελάχιστοι άνθρωποι το ξέρουν. Φυσικά, ο υποκόμης και η μητέρα μου. Η οικογένειά του θα καταστρεφόταν από το σκάνδαλο αν γινόταν γνωστό, όπως και η δική μου άλλωστε. Ορκίστηκα ότι θα πάρω το μυστικό στον τάφο μου. Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δε θα το πεις ποτέ σε κανέναν, Ίθαν». Εκείνος κούνησε το κεφάλι και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. «Έπειτα από τη χθεσινή νύχτα, πίστευα ότι ίσως υπήρχε τρόπος να καταλήξουμε σε μια συμφωνία. Σκέφτηκα πως θα εξακολουθούσαμε να

~ 109 ~


προσφέρουμε απόλαυση ο ένας στον άλλον και πως, όταν θα φτάναμε στο Λονδίνο, θα σε βοηθούσα να επανορθώσεις». «Και γιατί πρέπει να αλλάξει αυτό;» «Επειδή είσαι δική του. Επειδή το αίμα του κυλάει στις φλέβες σου. Επειδή από τώρα και στο εξής, όποτε σε κοιτάζω, θα σκέφτομαι τους άντρες που βρήκαν το θάνατο εξαιτίας του». Γυρνώντας, άρπαξε το πουκάμισό του από το πάτωμα και προχώρησε προς την πόρτα. Η Γκρέις τον έβλεπε να απομακρύνεται και η καρδιά της κόντευε να σπάσει. «Ίθαν, σε παρακαλώ, μη φεύγεις». Εκείνος κοντοστάθηκε μόνο για μια στιγμή. Έπειτα σήκωσε το μάνταλο και βγήκε στο διάδρομο. Η πόρτα έκλεισε με θόρυβο πίσω του καθώς ξεμάκραινε. Η Γκρέις κοίταξε το σημείο όπου στεκόταν πριν από λίγο και μια σουβλιά πόνου τη διαπέρασε. Τα μάτια της έτσουζαν από τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να αναβλύζουν. Είχε δώσει στον Ίθαν το κορμί της. Αλλά με κάποιο τρόπο της είχε κλέψει την καρδιά και την ψυχή της. Για πρώτη φορά κατάλαβε την τρέλα που είχε κάνει. *** Ο Ίθαν στεκόταν στο τιμόνι, στο ψυχρό γκρίζο φως της αυγής, και σκεφτόταν την προηγούμενη νύχτα. Η Γκρέις δεν ήταν πόρνη αλλά παρθένα. Πώς δεν το είχε αντιληφθεί; Επειδή, όπως είχε πει και στην ίδια, δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν την Γκρέις Τσέιστεν. Δεν είχε γνωρίσει αγνή κοπέλα με το δικό της κουράγιο, με τη δική της δύναμη, με τη δική της ανεξάντλητη αποφασιστικότητα. Είχε φτάσει στο σημείο να τη σέβεται, ακόμα και να τη θαυμάζει. Και εξαιτίας αυτού, ο πόθος του για κείνη είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. Τώρα που την είχε κάνει δική του, ο πόθος του δεν είχε μειωθεί. Αντίθετα, την ήθελε περισσότερο από ποτέ. Αλλά ποτέ πια δε θα την είχε. «Ζήτησες να με δεις, καπετάνιε;» Ο Άνγκους πλησίασε και στάθηκε δίπλα στον Ίθαν, ξύνοντας την πυκνή γκρίζα γενειάδα του. «Ναι. Αλλαγή σχεδίων. Θα κάνουμε μεταβολή και θα πλεύσουμε προς βορρά ως το Σκάρμπορο. Αν τραβήξουμε ευθεία, σε λίγες μέρες θα είμαστε εκεί. Μόλις απαλλαγούμε από την επιβάτισσά μας, θα γυρίσουμε

~ 110 ~


πάλι νότια, θα ολοκληρώσουμε την αποστολή μας και θα γυρίσουμε στην πατρίδα». Ο Άνγκους τον άκουγε συνοφρυωμένος. «Αποφάσισες ν’ αφήσεις ελεύθερη την κοπελιά;» Ο Ίθαν κοίταξε πέρα από τον Άνγκους, προς τη θάλασσα. «Δεν είναι ερωμένη του Τζέφρις. Είναι κόρη του». «Τι; Είσαι σίγουρος;» Ο Ίθαν τον κοίταξε, προσπαθώντας να αγνοήσει τη θλίψη που βάραινε την καρδιά του. Και τις ενοχές. «Μέχρι χθες βράδυ ήταν αγνή. Εγώ της πήρα την παρθενιά. Είναι νόθα κόρη του». Ο Άνγκους τον περιεργάστηκε για μια στιγμή, κατάλαβε τι σκεφτόταν και διαισθάνθηκε τη στενοχώρια που πάσχιζε να κρύψει. «Δεν το ήξερες, παλικάρι μου». «Όχι, δεν το ήξερα, και την ήθελα τόσο πολύ, που απέφευγα να σκεφτώ οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα». «Δε φταις εσύ. Θα μπορούσε να σ’ το πει». Ο Ίθαν δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε γιατί τον βοήθησε να αποδράσει. Όχι πως αν ήμουν στη θέση της θα έκανα το ίδιο. Αν έστελναν τον άθλιο τον πατέρα μου στην κρεμάλα, δε θα κουνούσα ούτε το δαχτυλάκι μου για να τον σώσω». «Κανείς δεν ξέρει ότι η Γκρέις αναμείχθηκε στην απόδρασή του εκτός από μας τους δυο και τον άνθρωπο που πλήρωσα για να μου βρει την πληροφορία. Ο Μακφί δεν πρόκειται να μιλήσει. Αν κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό, η κοπέλα δεν κινδυνεύει». Ο Άνγκους χάιδεψε τη γενειάδα του. «Η κοπέλα είναι πιο νέα απ’ όσο νομίζαμε. Ο Φρέντι λέει πως του είπε ότι είναι σκάρτα είκοσι». Το στομάχι του Ίθαν σφίχτηκε. Κάθε φορά που σκεφτόταν την Γκρέις τον έπνιγαν οι τύψεις. Κι όμως ήξερε ότι το σφάλμα δεν ήταν εξ ολοκλήρου δικό του. Θα μπορούσε να ήταν ειλικρινής απέναντί του, θα μπορούσε να του είχε πει εξαρχής την αλήθεια, έστω κι αν το πιθανότερο ήταν ότι δε θα την πίστευε. Και εν τέλει εκείνη τον είχε προκαλέσει να της κάνει έρωτα, εκείνη τον είχε καλέσει στην καμπίνα και του είχε προσφέρει τα θέλγητρα του υπέροχου κορμιού της.

~ 111 ~


Ο Ίθαν έσφιξε δυνατά το ξύλινο τιμόνι. «Δώσε τις διαταγές, κύριε Μακσέιν. Ας αλλάξουμε πορεία και ας παραδώσουμε την επιβάτισσά μας». «Μάλιστα, καπετάνιε». Ο Άνγκους άρχισε να φωνάζει στα μέλη του πληρώματος και οι ναύτες σκαρφάλωσαν στα πανιά και ετοιμάστηκαν να στρέψουν το πλοίο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έπλεαν παράλληλα προς τη γαλλική ακτογραμμή, αναζητώντας οποιοδήποτε στοιχείο που θα τους έλεγε αν ο Ναπολέων συγκέντρωνε στόλο αρκετά μεγάλο ώστε να πλήξει τα παράλια της Αγγλίας. Τόσο γρήγορος που ήταν ο Δαίμονας των Θαλασσών, αν ταξίδευαν χωρίς να πιάσουν πουθενά λιμάνι, σε τρεις μέρες θα έφταναν στο Σκάρμπορο. Και σε άλλες τρεις θα επέστρεφαν και θα συνέχιζαν την αποστολή τους. Μέχρι τη στιγμή που θα παρέδιδε την Γκρέις με ασφάλεια στη θεία της, όπως ήταν το αρχικό της σχέδιο, ο Ίθαν είχε αποφασίσει να μείνει μακριά της. Θα κοιμόταν στον άβολο καναπέ του σαλονιού. Ο Άνγκους θα τη συνόδευε στο κατάστρωμα αν ένιωθε την ανάγκη να πάρει καθαρό αέρα και ο Φρέντι θα συνέχιζε να την εξυπηρετεί. Την επόμενη φορά που θα αντίκριζε την Γκρέις Τσέιστεν, θα ήταν τη στιγμή που θα αποβιβαζόταν από το πλοίο του. *** Η Γκρέις πέρασε μια απαίσια μέρα στην καμπίνα. Εκατό φορές αποκάλεσε τον εαυτό της ηλίθιο. Εκατό φορές κατάπιε τα δάκρυά της και καταράστηκε τον Ίθαν Σαρπ να καεί στην κόλαση. Την υπόλοιπη ώρα πάσχιζε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, αποφασισμένη να μην του δείξει το παραμικρό ίχνος από τη δυστυχία που ένιωθε, να μην τον αφήσει να μαντέψει πόσο πολύ την είχε πληγώσει. Νωρίτερα είχε αντιληφθεί το πλοίο να αλλάζει ρότα και είχε δει τον ήλιο να αλλάζει θέση στα παράθυρα πάνω από το κρεβάτι. Έπλεαν προς την αντίθετη κατεύθυνση και η μόνη εξήγηση που μπορούσε να δώσει γι’ αυτό ήταν πως ο Ίθαν είχε αποφασίσει να τη μεταφέρει στο Λονδίνο. Το στήθος της σφίχτηκε. Του είχε δώσει αυτό που ήθελε, του είχε παραδώσει το κορμί της. Κι εκείνος είχε χορτάσει τον πόθο του γι’ αυτήν και τώρα που γνώριζε την πραγματική της ταυτότητα, πήγαινε να την παραδώσει στις Αρχές.

~ 112 ~


Ω, Θεέ μου, τι ανόητη που είμαι! Γιατί είχε πιστέψει ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί; Κι ακόμα χειρότερα, πώς είχε κάνει την τρέλα να τον ερωτευτεί; Πλήρωνε ήδη για την αποκοτιά της και πολύ σύντομα θα πλήρωνε ακόμα χειρότερα. Ίσως ακόμα και με την ίδια της τη ζωή. Επιτέλους έπεσε η νύχτα, αλλά παρ’ όλο που ξάπλωσε και σκεπάστηκε δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όλη την επόμενη μέρα, το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του προς βορρά και η αγωνία της Γκρέις όλο και αυξανόταν. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος και βημάτιζε νευρικά στην καμπίνα. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια, έπρεπε να μάθει τι σχεδίαζε ο Ίθαν. Αφού φόρεσε το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμά της, έπλεξε τα μαλλιά της και τα μάζεψε με προσοχή σαν στεφάνι στην κορυφή του κεφαλιού. Βγήκε από την καμπίνα και αναζήτησε τον άνθρωπο που κρατούσε τη μοίρα της στα χέρια του. Όταν δεν τον βρήκε στο κατάστρωμα, κατέβηκε πάλι τη σκάλα και χτύπησε την πόρτα του ιδιωτικού σαλονιού του. Για κάμποση ώρα δεν έγινε τίποτα, αλλά στο τέλος η πόρτα άνοιξε διάπλατα και ο Ίθαν εμφανίστηκε τρεκλίζοντας στο κατώφλι. Όταν είδε ποιος ήταν, ένα βλοσυρό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Τι έκπληξη». Έκανε ένα ασταθές βήμα και η Γκρέις είδε το σχεδόν άδειο μπουκάλι του μπράντι στον μπουφέ. «Είσαι μεθυσμένος!» «Πράγματι, αλλά δε νομίζω πως σε αφορά». «Θέλω να μιλήσουμε». Εκείνος έκανε μια επιδεικτική υπόκλιση. «Παρακαλώ, πέρασε. Θα σου βάλω να πιεις κάτι και θα συνεχίσουμε από κει που σταματήσαμε την τελευταία φορά που ήμαστε μαζί». Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Αν νομίζεις πως είμαι τόσο τρελή ώστε να σου επιτρέψω να με αγγίξεις άλλη φορά, πλανιέσαι οικτρά. Ήρθα να μάθω τι σκοπεύεις να κάνεις. Με... με μεταφέρεις στο Λονδίνο;» Τα λόγια της τον συνέφεραν κάπως. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Σε πηγαίνω στο Σκάρμπορο. Εκεί δεν ήθελες να πας;» Η ανακούφιση της έφερε ζάλη και η ευγνωμοσύνη που ένιωσε την έκανε να θυμώσει. «Αλήθεια λες; Δε... δεν έχεις βάλει πλώρη για το Λονδίνο; Θα με πας στη θεία μου;»

~ 113 ~


«Πήρα την αγνότητά σου. Σε αντάλλαγμα σου χαρίζω την ελευθερία σου». Της χαμογέλασε μοχθηρά. «Βλέπεις, Γκρέις, τελικά έκανες συμφωνία με το διάβολο». Ξαφνικά ένιωσε το λαιμό της να κλείνει. Η οικειότητα και το πάθος που είχαν μοιραστεί την προηγούμενη νύχτα δεν υπήρχε πια. Το χάσμα που ανοιγόταν ανάμεσά τους τώρα έκανε την καρδιά της να σπαράζει. «Ήθελα να μου κάνεις έρωτα, Ίθαν. Δεν περίμενα τίποτα σε αντάλλαγμα». Γύρισε να φύγει, αλλά εκείνος την έπιασε από το χέρι. «Λυπάμαι, Γκρέις, που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Λυπάμαι γιατί είμαι αυτός που είμαι και είσαι αυτή που είσαι. Μακάρι να είχαμε γνωριστεί κάτω από άλλες συνθήκες». Εκείνη χαμογέλασε πικρόχολα. «Τουλάχιστον πήρες αυτό που ήθελες. Ο στόχος σου ήταν η εκδίκηση εξαρχής. Ελπίζω να χαίρεσαι τώρα, Ίθαν». Έκανε μεταβολή και τον άφησε να στέκεται στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Καθώς γύριζε στην καμπίνα, συνέχισε να τον βλέπει με τα μάτια της φαντασίας της –τα ανακατεμένα του μαλλιά, τα τσαλακωμένα του ρούχα, τη μυρωδιά του ποτού στην ανάσα του, την πικρία στο πρόσωπό του, την ανάγκη του για εκδίκηση που θα τον έτρωγε σαν σαράκι μέχρι να τον αφανίσει. Καθώς έμπαινε στην καμπίνα και καθόταν βαριά στην άκρη του κρεβατιού, σκέφτηκε πόσο ανόητη ήταν που εξακολουθούσε να νοιάζεται γι’ αυτόν.

~ 114 ~


10 Πυκνά γκρίζα σύννεφα κρέμονταν πάνω από το λιμάνι του Σκάρμπορο. Όρθια μπροστά στην κουπαστή πλάι στον Άνγκους Μακσέιν, η Γκρέις ένιωθε τον τσουχτερό αέρα να κολλάει το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα πάνω στα πόδια της και να τραβάει τα μαλλιά της, που ήταν μαζεμένα στην κορυφή του κεφαλιού. «Πόσο μακριά από δω είναι το σπίτι της θείας σου;» «Εκεί στην κορυφή του λόφου, προς τα ανατολικά. Στο γράμμα της η θεία μου έλεγε πως από το λιμάνι μπορεί κανείς να πάει ως εκεί με τα πόδια ή να πάρει μια αγοραία άμαξα, αλλά πως αν την ειδοποιήσω θα στείλει τη δική της να με παραλάβει». «Κατά πάσα πιθανότητα, τα μπαούλα σου είναι ήδη εκεί. Ο πλοίαρχος Τσέιμπερς θα φρόντισε θα φτάσουν άθικτα». «Ναι, ίσως μάλιστα να είναι και η καμαριέρα μου εκεί». «Πολύ πιθανό». Ο Φρέντι εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή, στηριγμένος στο δεκανίκι του και κρατώντας το Σκούνα υπό μάλης. «Ήρθαμε να σας πούμε αντίο, δεσποινίς. Ο Σκούνας κι εγώ». Η Γκρέις χάιδεψε το πυκνό τρίχωμα του κεραμιδόγατου κι εκείνος άρχισε αμέσως να γουργουρίζει. Άθελά της την έκανε να χαμογελάσει. «Θα μου λείψεις, Φρέντι. Και οι δυο θα μου λείψετε». Ο μικρός χαμογέλασε. «Ίσως συναντηθούμε πάλι μια μέρα». Μάλλον απίθανο, σκέφτηκε η Γκρέις, παρ’ όλο που θα το ήθελε πολύ. Όπως είχε πει, θα της έλειπε και το παιδί και ο μεγάλος πορτοκαλής γάτος του. «Ίσως μια μέρα». «Άντε, παλικάρι μου, μην καθυστερείς». Ο Άνγκους τον έσπρωξε προς το μαγειρείο. «Ο μάγειρας θα χρειάζεται βοήθεια». Ο Φρέντι της κούνησε το χέρι και απομακρύνθηκε, ενώ ο Άνγκους άρχισε να δίνει εντολές στους άντρες. Το πλοίο άλλαξε ελαφρά κατεύθυνση και η Γκρέις είδε το μικρό παραθαλάσσιο χωριό να εμφανίζεται στη λοφοπλαγιά, πέρα στο βάθος, και να μεγαλώνει καθώς η απόσταση μίκραινε. Σε ένα ακρωτήριο που σχηματιζόταν ανάμεσα σε δυο αμμώδεις παραλίες, δέσποζαν τα απομεινάρια ενός μεσαιωνικού κάστρου, με τις πολεμίστρες του γκρεμισμένες πια και την τάφρο του χωρίς νερό.

~ 115 ~


Ασυναίσθητα, η Γκρέις έφερε το χέρι στο λαιμό της. Ο Ίθαν της είχε πάρει το παλιό περιδέραιο. Αναρωτήθηκε αν θα της το επέστρεφε. Είχε μέρες να το δει. Ήξερε ότι την απέφευγε και ίσως αυτό να ήταν το καλύτερο. Λες και η σκέψη της τον είχε καλέσει, τον είδε να έρχεται προς το μέρος της με μεγάλες δρασκελιές και ένας κόμπος τής έκλεισε το λαιμό. Ήταν ντυμένος όπως συνήθως, με σκούρο, στενό παντελόνι χωμένο στις ψηλές μαύρες μπότες του και ένα μάλλινο πανωφόρι που ανέμιζε. Φαινόταν να κουτσαίνει πιο έντονα, αλλά ίσως ήταν της φαντασίας της. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά της και παρ’ όλο που η έκφρασή του ήταν επιφυλακτική, το ταραγμένο βλέμμα του φανέρωνε πολλά. Η Γκρέις αναρωτήθηκε τι σκεφτόταν. Και οι δικές της σκέψεις ήταν ταραγμένες. Αισθανόταν οργή απέναντι στον Ίθαν για τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο της είχε φερθεί, και απέναντι στον εαυτό της για την ανοησία που είχε κάνει. Μεταμέλεια. Αβεβαιότητα. Πόνο. Αυτό το τελευταίο δεν ήθελε να το σκέφτεται. Έπρεπε να είχε συνειδητοποιήσει εξαρχής τον κίνδυνο, έπρεπε να είχε καταλάβει πώς θα ένιωθε όταν θα τον άφηνε. Έπρεπε να είχε καταλάβει ότι δε θα έπαυε να τον αγαπά. Γύρω της, οι ναύτες σκαρφάλωναν σαν μαϊμούδες στα άρμενα, μαζεύοντας τα πανιά, δένοντας τα ξάρτια, καθώς το πλοίο πλησίαζε στην αποβάθρα, αλλά εκείνη ούτε που το πρόσεχε. Όλη της η προσοχή ήταν επικεντρωμένη στον άντρα που στεκόταν μπροστά της, ψηλός και επιβλητικός –έναν άντρα που δε θα ξεχνούσε ποτέ. Τα γαλανά του μάτια ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό της. Μόλις τώρα έβλεπε πόσο όμορφα ήταν εκείνα τα μάτια και πόσο γεμάτα πόνο. «Όταν θα δέσουμε, ο Άνγκους θα σε βγάλει στη στεριά και θα φροντίσει να φτάσεις με ασφάλεια στο σπίτι της θείας σου». Η Γκρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Φαντάζομαι ότι το Χάμφρεϊ Χολ δεν είναι πολύ μακριά». Ο Ίθαν έβγαλε κάτι από την εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του και η Γκρέις είδε τα διαμάντια να λαμπυρίζουν. «Αν δεν κάνω λάθος, αυτό είναι δικό σου». Πέρασε το περιδέραιο γύρω από το λαιμό της και έκλεισε το κούμπωμα. Η αίσθηση των δαχτύλων του πάνω στον αυχένα της την έκανε να ριγήσει σύγκορμη. «Σ’ ευχαριστώ».

~ 116 ~


Εκείνος της έπιασε το χέρι, της έστρεψε την παλάμη προς τα πάνω και απόθεσε ένα πουγκί με νομίσματα. «Θέλω να πάρεις κι αυτό...» «Χρήματα; Δεν πιστεύω να θέλεις να με πληρώσεις για...» «Προς Θεού, Γκρέις! Τα χρήματα δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτό που έγινε μεταξύ μας. Απλώς θέλω να έχεις ένα ποσό σε περίπτωση που κάτι χρειαστείς». Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και του επέστρεψε το πουγκί. «Δε θέλω τα χρήματά σου, Ίθαν. Δε θέλω απολύτως τίποτα από σένα». Εκείνος ίσιωσε το κορμί του και φάνηκε να ψηλώνει ακόμα περισσότερο, να γίνεται ακόμα πιο απόμακρος. «Τότε δεν έχουμε παρά να πούμε αντίο. Να προσέχεις τον εαυτό σου, Γκρέις». «Κι εσύ, πλοίαρχε Σαρπ». Για μερικές ατελείωτες στιγμές στάθηκαν έτσι, κοιτώντας αμίλητοι ο ένας τον άλλο. Η Γκρέις δεν κατάλαβε ποτέ τι της ήρθε να γείρει προς το μέρος του, να ανασηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και να τον φιλήσει απαλά στα χείλη. Κάτι πέρασε φευγαλέα από τα μάτια του. Ύστερα την έπιασε από τους ώμους, τη φίλησε άγρια, με πάθος, κι έκανε μεταβολή και έφυγε. Προχώρησε στο κατάστρωμα με τις ίδιες μεγάλες δρασκελιές και η Γκρέις ένιωσε τα μάτια της να πλημμυρίζουν δάκρυα. Ήταν γελοίο. Εκείνος ο άνθρωπος ήταν ένας αχρείος που δε νοιαζόταν ούτε στο ελάχιστο για κείνη. Ήταν τρελό να λυπάται επειδή δε θα τον ξανάβλεπε. Ακούγοντας μια τραχιά φωνή πίσω της, γύρισε και είδε τον Άνγκους Μακσέιν. «Ώρα να πηγαίνουμε, κοπελιά μου». Κρατούσε το μικρό μπόγο με τα ρούχα της, τα μόνα πράγματα που της ανήκαν πάνω στο πλοίο. Η Γκρέις προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Ναι... είναι πια καιρός να φύγω». Καταπίνοντας τον κόμπο που της έκλεινε το λαιμό, ακολούθησε το μεγαλόσωμο Σκοτσέζο με την γκρίζα γενειάδα στη σκάλα που οδηγούσε από το πλοίο στην αποβάθρα. Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Γιατί ήξερε ότι ο Ίθαν δε θα ήταν εκεί. ***

~ 117 ~


Ακούγοντας τον μπάτλερ να αναγγέλλει την άφιξη επισκεπτών, η βαρόνη Χάμφρεϊ άφησε το φασαμέν της που κρεμόταν από μια ασημένια αλυσίδα γύρω από το λαιμό της να πέσει στον κόρφο της και αφήνοντας στην άκρη την εφημερίδα που διάβαζε, σηκώθηκε από τον καναπέ του σαλονιού. «Έφτασε η δεσποινίς Γκρέις Τσέιστεν, λαίδη μου. Συνοδευόμενη από κάποιον κύριο Άνγκους Μακσέιν». «Ω Θεέ μου!» Η βαρόνη έριξε μια ματιά στη φίλη της, την Ελβίρα Τουίντ, που καθόταν λίγο πιο πέρα. «Ήρθε η Γκρέις. Δεν το πιστεύω!» «Εμπρός, λοιπόν, πάμε να την υποδεχτούμε», είπε η Ελβίρα, σηκώνοντας με κόπο το σεβαστό όγκο της. «Θα την αφήσεις να περιμένει στην είσοδο;» Οι δυο γυναίκες βγήκαν από το σαλόνι και προχώρησαν προς το χολ, ακολουθώντας τον ψηλό, αδύνατο Χάρισον Πάρκερ, μπάτλερ της Ματίλντα επί μια τριακονταετία. Καθώς έφτανε στο τέλος του αψιδωτού διαδρόμου, η Ματίλντα αντίκρισε για πρώτη φορά τη νεαρή ανιψιά της και κοντοστάθηκε για μια στιγμή, θαμπωμένη από την ομορφιά της. Ο Χάρμον ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας και παρ’ όλο που η κόρη του φορούσε ένα τσαλακωμένο μεταξωτό φόρεμα, ήταν ψηλή και λεπτοκαμωμένη σαν κι εκείνον, με τα ίδια φωτεινά πράσινα μάτια και τα πιο εντυπωσιακά χαλκόχρωμα μαλλιά που είχε δει ποτέ της η Ματίλντα. «Θεέ μου! Χρυσό μου κορίτσι, είσαι το πιο ευπρόσδεκτο θέαμα για τα γέρικά μου μάτια. Γκρέις, καλή μου, πόσο χαίρομαι που ήρθες επιτέλους σώα και αβλαβής». Η Ματίλντα την έκλεισε στην αγκαλιά της και ένιωσε την ένταση στο λυγερό της κορμί. Αυτή η ένταση μειώθηκε αισθητά χάρη στο θερμό αγκάλιασμά της και η ηλικιωμένη γυναίκα είδε ξαφνιασμένη τα μάτια της να βουρκώνουν. «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Τώρα που είσαι εδώ, όλα θα πάνε καλά». Γύρισε προς το σωματώδη άντρα με την γκρίζα γενειάδα που τη συνόδευε. «Σ’ εσάς οφείλουμε το ότι η Γκρέις έφτασε κοντά μας, κύριε Μακσέιν;» «Καλύτερα να ευχαριστήσετε τον καπετάνιο του Δαίμονα των Θαλασσών, λαίδη μου. Τον πλοίαρχο Σαρπ». «Και πού βρίσκεται ο πλοίαρχος Σαρπ τώρα; Αν δεν απατώμαι, είναι υπεύθυνος για την απαγωγή της Γκρέις, σωστά; Θα ήθελα να πω δυο λογάκια μαζί του».

~ 118 ~


Είδε την Γκρέις να δαγκώνεται. «Ο πλοίαρχος Σαρπ είναι πολυάσχολος άνθρωπος, λαίδη μου. Φοβάμαι πως πρόκειται για μια πολύ μεγάλη ιστορία, αλλά ελπίζω πως θα μας δοθεί η ευκαιρία να σας τη διηγηθώ όταν θα έχει φύγει ο κύριος Μακσέιν». Η Ματίλντα χαμογέλασε. «Να με λες θεία Ματίλντα. Και να σου συστήσω την καλή μου φίλη, λαίδη Τουίντ». Η Γκρέις έκανε μια χαριτωμένη υπόκλιση. «Χαίρω πολύ, λαίδη μου». Η Ματίλντα έστρεψε πάλι την προσοχή της στο σωματώδη Σκοτσέζο. «Σας ευχαριστώ που μου φέρατε την ανιψιά μου. Σας είμαι υπόχρεη, κύριε». Ο Άνγκους έκλινε το κεφάλι και κοίταξε την Γκρέις. «Να προσέχεις, κορίτσι μου». «Κι εσύ, Άνγκους». «Δεν είναι κακός άνθρωπος», είπε ο Άνγκους. Όχι, δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλώς παγιδευμένος στο βάλτο του παρελθόντος του. Βέβαια κάτι ανάλογο δε συνέβαινε και σ’ εκείνη; Το παρελθόν της δεν έφταιγε για το ότι είχε αισθανθεί υποχρεωμένη να βοηθήσει έναν πατέρα που της ήταν άγνωστος; «Να τον φυλάς, Άνγκους». «Μείνε ήσυχη», απάντησε εκείνος χαμογελώντας. «Είσαι καλή κοπέλα, Γκρέις Τσέιστεν. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ». Γυρνώντας, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στις κυρίες, έσκυψε το κεφάλι του και βγήκε από την πόρτα. «Λοιπόν...» Η Ματίλντα πήγε κοντά στην Γκρέις και την έπιασε από το χέρι. «Πρώτα θα πάμε επάνω και θα σε τακτοποιήσουμε. Τα μπαούλα σου έφτασαν πριν από σένα, μαζί με την καμαριέρα σου. Είμαι σίγουρη πως θα λαχταράς ένα μπάνιο ύστερα από τόσες μέρες στη θάλασσα». «Όσο τίποτ’ άλλο... θεία Ματίλντα». «Έπειτα θα έρθεις πάλι κάτω και θα μιλήσουμε για όσα συνέβησαν». Το πρόσωπο της Γκρέις χλόμιασε λιγάκι και η Ματίλντα αναρωτήθηκε με ανησυχία τι είχε συμβεί στη διάρκεια των ημερών που είχε περάσει ως αιχμάλωτη στο πλοίο του Ίθαν Σαρπ. «Μην ανησυχείς, καλή μου. Είσαι πολύ γενναία κοπέλα και όλοι είμαστε περήφανοι για σένα». Κοίταξε τη φίλη της. «Έτσι δεν είναι, Ελβίρα;» «Ασφαλώς. Πάρα πολύ περήφανοι».

~ 119 ~


Η Γκρέις ταλαντεύτηκε και η Ματίλντα κατάλαβε ότι στεκόταν όρθια από πείσμα και μόνο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που της είχε συμβεί στο πλοίο την είχε επηρεάσει αφάνταστα. Και δεν ήξερε αν ήθελε να το μάθει. *** Η Γκρέις άφησε τη θεία της να την οδηγήσει στη σκάλα κι από κει στην κρεβατοκάμαρά της, ένα ευρύχωρο, ευήλιο και ευάερο δωμάτιο με μεγάλες πόρτες που έβγαζαν σε ένα μπαλκόνι με θέα στη θάλασσα. Είχε ένα μεγάλο κρεβάτι με ουρανό και παρ’ όλο που το αχνογάλανο σατέν κάλυμμα και οι ασορτί κουρτίνες φαίνονταν κάπως ξεθωριασμένα και το ανατολίτικο χαλί ήταν τριμμένο σε μερικά σημεία, ήταν ένα ζεστό, χαρούμενο δωμάτιο που την έκανε να νιώσει ευπρόσδεκτη. Εμφανίστηκε και η Φοίβη, με τα σκούρα της μαλλιά χτενισμένα και μαζεμένα κότσο στον αυχένα της και το απλό γκρίζο φόρεμά της φρεσκοπλυμένο. Μόλις είδε την Γκρέις, έτρεξε και της έπιασε το χέρι, σφίγγοντάς το δυνατά. Ήταν φανερό πως πίστευε ότι δε θα την ξανάβλεπε ποτέ. «Δόξα τω Θεώ, είστε καλά, δεσποινίς! Τα έμαθα όλα. Είπαν πως ο πλοίαρχος Σαρπ ήταν ένας πειρατής που σας άρπαξε από το πλοίο!» Η Γκρέις κατάφερε να χαμογελάσει. «Απλώς έγινε ένα μπέρδεμα, αυτό είναι όλο. Τελικά ο καπετάνιος κατάλαβε πως επρόκειτο για ένα τρομερό λάθος και με έφερε εδώ. Αυτό συνέβη μόνο, τίποτ’ άλλο». «Δε... δε σας έκανε κακό, δεσποινίς; Η κυρία Κόγκμπερν είπε ότι τον είδε εκείνο το βράδυ, είπε πως ήταν ένας πανέμορφος σατανάς και πως τόσο ψυχρά μάτια δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της». Η Γκρέις ξεροκατάπιε καθώς θυμήθηκε εκείνα τα γαλάζια σαν τον πάγο μάτια να γεμίζουν φλόγα και να την καίνε ως τα κατάβαθα της ψυχής της. «Ο πλοίαρχος φέρθηκε σαν πραγματικός τζέντλεμαν». Αυτό κι αν ήταν ψέμα! Ήταν ένας πειρατής, ένας αχρείος. Και της είχε κάνει την καρδιά κομμάτια. Εκείνη τη στιγμή έφτασε το νερό για το μπάνιο της και η Φοίβη άρχισε να πηγαινοέρχεται με βιάση στο δωμάτιο, απλώνοντας πετσέτες και φέρνοντας ένα σαπούνι αρωματισμένο με λεβάντα. Η μυρωδιά του θύμισε στην Γκρέις μια άλλη, πολύ πιο ιδιωτική περίσταση, αλλά απόδιωξε αποφασιστικά αυτή την ανάμνηση.

~ 120 ~


Η Φοίβη τη βοήθησε να πλυθεί και να λούσει τα μαλλιά της, κι ύστερα της τα ξέμπλεξε, χτενίζοντάς τα μπροστά στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι, και τα έπλεξε κοτσίδα. «Σ’ ευχαριστώ, Φοίβη. Και τώρα, αν έχεις την καλοσύνη, άσε με να ξεκουραστώ λιγάκι. Είμαι τρομερά κουρασμένη. Θα σε φωνάξω όταν θα είμαι έτοιμη να ντυθώ και να κατέβω κάτω». «Μάλιστα, δεσποινίς, φυσικά». Η κοπέλα βγήκε από το δωμάτιο και αμέσως μόλις η πόρτα έκλεισε, η Γκρέις έπεσε στο κρεβάτι και άρχισε να κλαίει. Έκρυψε το πρόσωπό της στο κάλυμμα καθώς έκλαιγε με λυγμούς, ελπίζοντας ότι δε θα την άκουγε κανείς. *** Δεν ξύπνησε όταν η θεία της χτύπησε την πόρτα και έριξε μέσα μια ματιά για να δει τι κάνει. «Είναι εξαντλημένο, το πουλάκι μου». Η Ματίλντα την άφησε να κοιμάται και κατέβηκε πάλι για να δειπνήσει με τη φίλη της. «Ελπίζω να συνέλθει, η καημενούλα». Η Ελβίρα πήρε μια κουταλιά σούπα από στρείδια. «Είναι εδώ, είναι ασφαλής, και έχει εσένα να τη φροντίζεις. Τα υπόλοιπα θα λυθούν μόνα τους». Η Ματίλντα άφησε το κουτάλι της δίπλα στο πιάτο, γιατί της είχε κοπεί η όρεξη. Ήταν πια πολύ μεγάλη για τέτοιου είδους σκοτούρες, αλλά χαιρόταν που η Γκρέις βρισκόταν κοντά της. «Θα ήθελα πολύ να μιλήσω με τον καπετάνιο. Αναρωτιέμαι τι έχει να μου πει η Γκρέις γι’ αυτόν». «Δεν μπορώ να φανταστώ. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που τον έπεισε να τη φέρει εδώ και όχι να την πάει πίσω στο Λονδίνο». «Ναι, κάτι είναι κι αυτό». Όμως η Ματίλντα δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται τι είχε ζητήσει ο πλοίαρχος Σαρπ από την Γκρέις σε αντάλλαγμα για το ότι την είχε μεταφέρει στο Σκάρμπορο. *** Ο Ίθαν στεκόταν στο τιμόνι. Η θάλασσα είχε αγριέψει αφότου είχαν αφήσει το ασφαλές αγκυροβόλιο στο λιμάνι του Σκάρμπορο και τα πα-

~ 121 ~


γωμένα κύματα σάρωναν το κατάστρωμα. Ένας τσουχτερός άνεμος φυσούσε από τα βόρεια σηκώνοντας σύννεφα αφρού και η νιτσεράδα του δεν τον προστάτευε σχεδόν καθόλου από τον υγρό αέρα που διαπερνούσε τα ρούχα του. Ήταν εκεί έξω εδώ και ώρες. Ο Άνγκους είχε πάει δυο φορές να αναλάβει το τιμόνι, αλλά ο Ίθαν είχε αρνηθεί και τις δύο. Προτιμούσε να υπομένει τον αέρα και την παγωνιά παρά την άδεια καμπίνα του, στην οποία η παρουσία της Γκρέις τον περιέβαλλε όπου κι αν κοιτούσε. Της είχε πει την αλήθεια –δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν αυτή. Και ήδη του έλειπε φρικτά. Ήταν αδύνατον. Ήταν γελοίο. Η Γκρέις δεν ήταν παρά μια γυναίκα κι εκείνος είχε γνωρίσει δεκάδες γυναίκες στη ζωή του. «Ο Λιανός Νεντ έρχεται να αναλάβει το τιμόνι», είπε ο Άνγκους, σταματώντας δίπλα του. «Οι φωτιές έσβησαν, αλλά στο μαγειρείο είναι ζεστά και στεγνά». Ο Ίθαν πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Άνγκους τον τραβούσε ήδη από το μπράτσο. Ο Λιανός Νεντ έπιασε το τιμόνι και ο ύπαρχος κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Ξέρω τι σκέφτεσαι, παλικάρι μου», είπε ο Άνγκους καθώς απομάκρυνε τον Ίθαν. «Είναι καλή κοπέλα και μου λείπει κι εμένα. Ίσως με τον καιρό γαληνέψει η καρδιά σου και την αναζητήσεις πάλι». Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Είμαι αυτός που είμαι κι εκείνη είναι κόρη του Τζέφρις. Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα». Ο Άνγκους αναστέναξε. «Έστω κι έτσι, δεν παύει να είναι καλή κοπέλα». Ο Ίθαν χαμογέλασε μελαγχολικά. «Σ’ αυτό δε διαφωνώ καθόλου, φίλε μου». *** Η Γκρέις κοιμήθηκε όλη την ημέρα και ξύπνησε αργά το πρωί της επομένης. Ακόμα κι έτσι, τα μέλη της ήταν βαριά από την κούραση. Ήξερε ότι έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι, ήξερε ότι έπρεπε να μιλήσει με τη θεία της, αλλά δεν είχε το κουράγιο. Όταν εμφανίστηκε η Φοίβη, κουβαλώντας ένα δίσκο με ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα και ένα πιάτο φρεσκοψημένα μελόψωμα, η Γκρέις πίεσε τον εαυτό της να φάει, παρ’ όλο που δεν πεινούσε καθόλου.

~ 122 ~


«Φρεσκάρισα τα ρούχα που ήταν στα μπαούλα σας, δεσποινίς. Σκέφτηκα μήπως σήμερα θα θέλατε να φορέσετε το μάλλινο ροδί με τις σκούρες μπλε κορδέλες. Σας πάει τόσο πολύ...» «Σ’ ευχαριστώ, Φοίβη. Ναι, το μάλλινο φόρεμα είναι μια χαρά». Είχε ένα μπαούλο γεμάτο ωραία ρούχα. Η μητέρα της επέμενε πάντοτε να ντύνεται με την τελευταία λέξη της μόδας, όσο δαπανηρό κι αν ήταν. Επί χρόνια πάσχιζε να την παντρέψει με αριστοκράτη. Και μόνο όταν διάβασε τα γράμματα του πατέρα της που τόσο καιρό ήταν κλειδωμένα σε ένα μπαούλο της μητέρας της έμαθε ότι αυτά τα έξοδα τα κάλυπτε ο υποκόμης, ο αληθινός της πατέρας. Τώρα της φαινόταν τόσο γελοίο. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια της μητέρας της να την παντρέψει με αριστοκράτη είχαν ναυαγήσει. Τώρα ούτε ο πιο ταπεινός γιος του πιο ταπεινού μεροκαματιάρη δε θα καταδεχόταν να την παντρευτεί. Η απαγωγή της από τον Ίθαν Σαρπ την είχε καταστρέψει οριστικά και αμετάκλητα. Κι αυτό χωρίς να συνυπολογίζει και το γεγονός ότι του είχε χαρίσει την παρθενιά της. Με τη βοήθεια της Φοίβης, φόρεσε το ροδί μάλλινο φόρεμα με την ψηλή μέση και γοβάκια στο ίδιο χρώμα. Όσο η Φοίβη έπλεκε τα μαλλιά της κοτσίδα και τα τύλιγε σαν στεφάνι στην κορυφή του κεφαλιού της, εκείνη καθόταν απαθής μπροστά στον καθρέφτη. Όταν ετοιμάστηκε, κατέβηκε στο σαλόνι και ετοιμάστηκε να έρθει αντιμέτωπη με τη θεία της. «Σηκώθηκες επιτέλους!» Η Ματίλντα την πλησίασε φουριόζα. Ήταν μια κοντή, γεροδεμένη γυναίκα με γκρίζα μαλλιά και ροδαλά μάγουλα. Στο λαιμό της κρεμόταν ένα φασαμέν περασμένο σε ασημένια αλυσίδα. «Πώς αισθάνεσαι, χρυσό μου παιδί; Καλύτερα, ελπίζω». «Πολύ καλύτερα, θεία Ματίλντα, σ’ ευχαριστώ». «Έλα λοιπόν. Θα πω στον Πάρκερ να μας φέρει το τσάι στο σαλόνι». Η Γκρέις την ακολούθησε, ξέροντας ότι η θεία της είχε χιλιάδες ερωτήσεις να της κάνει. Δυστυχώς, δεν ήξερε με βεβαιότητα τι να της απαντήσει. «Διάβαζα την Ποστ», είπε η Ματίλντα όταν κάθισαν σε ένα ζευγάρι αντικριστούς καναπέδες με ελαφρώς φθαρμένη ταπετσαρία μπροστά στο τζάκι. Η φωτιά που έκαιγε εκεί έδιωχνε την ψύχρα του Φεβρουαρίου. «Οι αναφορές στην απόδραση του πατέρα σου γίνονται όλο και πιο σπάνιες. Φαίνεται πως το σχέδιό μας προχώρησε ακριβώς όπως ελπίζαμε».

~ 123 ~


Μόνο αυτό προχώρησε όπως ελπίζαμε, σκέφτηκε με βαριά καρδιά η Γκρέις, φέρνοντας στο μυαλό της τη νύχτα που την απήγαγαν από το Λαίδη Ανν και τα όσα είχαν μεσολαβήσει από τότε. «Τουλάχιστον έχουμε κι ένα λόγο να χαιρόμαστε». Ο υποκόμης δεν είχε βρεθεί, αλλά εκείνη ακόμα δεν είχε ιδέα αν ο πατέρας της ήταν αθώος ή ένοχος. Κοίταξε εξεταστικά τη θεία της. «Πιστεύεις ότι ο λόρδος Φορσάιθ... ο πατέρας μου, θέλω να πω... είναι προδότης της πατρίδας του;» «Όχι βέβαια, παιδί μου. Αν τον ήξερες καλύτερα θα καταλάβαινες ότι ο Χάρμον δε θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα. Θυμάμαι τότε που...» Την επόμενη μισή ώρα, η Γκρέις άκουγε ιστορίες από τα παιδικά χρόνια του πατέρα της, για το πόσο απαρηγόρητος ήταν όταν έχασε τους γονείς του, πόσο τρομαγμένος όταν πρωτοήρθε να μείνει στο Χάμφρεϊ Χολ. «Ήταν στρατιώτης, ξέρεις, κατατάχτηκε στο στρατό στα δεκαεννιά του. Προσπάθησα να τον μεταπείσω, το ίδιο και ο μακαρίτης ο άντρας μου, ο Στάνλεϊ –ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του. Όμως ο Χάρμον επέμενε. Ήταν χρέος του, έλεγε. Έπρεπε να το κάνει». Μέχρι να τελειώσουν το τσάι τους και να ετοιμαστούν για το δεκατιανό, η Γκρέις είχε σχηματίσει μια πληρέστερη εικόνα για το χαρακτήρα του πατέρα της και είχε αρχίσει να νιώθει πολύ πιο κοντά στη θεία της. Αργότερα το απόγευμα βρήκε το κουράγιο και της μίλησε για τον Ίθαν. Αλλά, ακόμα και τότε, αυτά που της είπε δεν ήταν ακριβώς αυτά που ήθελε να της πει. «Ο πλοίαρχος πιστεύει ότι ο πατέρας μου είναι ένοχος. Ότι ο Χάρμον Τζέφρις τον πρόδωσε στους Γάλλους και γι’ αυτόν το λόγο είναι υπεύθυνος για το θάνατο των αντρών του και τη βύθιση του πλοίου του». Της είπε ότι ο Ίθαν είχε συλληφθεί και φυλακιστεί, ότι είχε υποστεί βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς και πως ακόμα είχε τις ουλές, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή του. Και κάτι στον τόνο της φωνής της θα πρέπει να παραξένεψε τη θεία της και να την υποψίασε ως προς τα αισθήματά της απέναντι στον Ίθαν. «Αυτός ο πλοίαρχος... φαίνεται πως σε εντυπωσίασε πολύ. Το βλέπω στα μάτια σου όταν μιλάς για κείνον». «Ο πλοίαρχος Σαρπ... δε μοιάζει με κανέναν άλλο. Είναι φορές που φέρεται με καλοσύνη και ευγένεια, κι άλλες με απίστευτη βαναυσότητα.

~ 124 ~


Από μια άποψη τον καταλαβαίνω». Σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τη θεία της. «Τον ερωτεύτηκα, θεία Ματίλντα. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά τον ερωτεύτηκα. Ξέρω ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ, αλλά δε θα τον ξεχάσω ποτέ». «Αχ, καλό μου παιδί». Η θεία της την αγκάλιασε και η Γκρέις ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. Τα δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της, ο κόμπος έγινε αβάσταχτος και τελικά δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα. «Μη στενοχωριέσαι, κορίτσι μου. Συχνά στη ζωή μας συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Με τον καιρό θα τον ξεχάσεις». Η Γκρέις ξεροκατάπιε. «Το ξέρω». Ήταν όμως ολοφάνερο ότι αυτό δε θα συνέβαινε πολύ σύντομα. *** Ο Ίθαν ολοκλήρωσε την αποστολή του, που ήταν η έρευνα της γαλλικής ακτογραμμής και της ισπανικής μέχρι το Κάδιθ. Ήταν φανερό ότι η ναυπήγηση καινούριων σκαφών προχωρούσε με ραγδαίο ρυθμό, αλλά δεν υπήρχαν σαφείς πληροφορίες ως προς τις προθέσεις των Γάλλων. Μέχρι στιγμής ο αποκλεισμός των Άγγλων είχε καταφέρει να τους κρατήσει περιορισμένους και ο Ίθαν προσευχόταν να συνεχιστεί αυτό. Είχε γυρίσει πια στο Λονδίνο και ζούσε στο σπίτι του. Είχε φέρει σε πέρας την αποστολή του για λογαριασμό του υπουργείου Πολέμου και είχε αναλάβει τα καθήκοντά του ως μαρκήσιος του Μπέλφορντ. Βρισκόταν πια στην πατρίδα του και από μια άποψη είχε αρχίσει καινούρια ζωή. Είχε αποδεχτεί την αλλαγή και ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει, αλλά κατά βάθος το παρελθόν τον κατέτρυχε ακόμα. Κάθε μέρα ξεκοκάλιζε τις λονδρέζικες εφημερίδες –την Κρόνικλ, τη Γουάιτχολ Ποστ, την Ντέιλι Γκαζέτ– αναζητώντας νεότερα για τον Χάρμον Τζέφρις, οποιαδήποτε πληροφορία θα του αποκάλυπτε πού βρισκόταν ο υποκόμης. Ο Τζόνας Μακφί παρέμενε συνεργάτης του. Ο ερευνητής της Μπόου Στρητ ήταν απόλυτα διακριτικός και σχεδόν εξίσου αποφασισμένος με τον Ίθαν να φέρει πίσω τον προδότη για να σταθεί μπροστά στο δήμιο από τον οποίο διέφευγε ως εκείνη τη στιγμή.

~ 125 ~


Δυστυχώς, κάθε φορά που σκεφτόταν τον Φορσάιθ αναπόφευκτα σκεφτόταν και την Γκρέις, και τότε ένα παγωμένο χέρι έσφιγγε την καρδιά του. Από τη μια, θύμωνε με τον εαυτό του επειδή είχε αφήσει μια προδότρια ελεύθερη, αλλά από την άλλη μπορούσε να την καταλάβει. Ο ίδιος είχε χάσει τον πατέρα του όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί και παρ’ όλο που ο θείος και η θεία του, ο κόμης και η κόμισσα Μπραντ, τον είχαν μεγαλώσει με αγάπη και στοργή, η απουσία των γονιών του τον βασάνιζε κάθε μέρα. Ο Ίθαν, ο αδελφός του ο Τσαρλς και η αδελφή του η Σάρα είχαν ζήσει στο Ρίβεργουντς με τον ξάδερφό τους τον Κορντ Ίστον, νυν κόμη Μπραντ, και όλα τα παιδιά ήταν δεμένα μεταξύ τους. Όμως ο Ίθαν δεν είχε ξεχάσει ποτέ τον πατέρα που του είχε δώσει τη ζωή και τη μητέρα που τον λάτρευε και πάντοτε ένιωθε σαν να του έλειπε ένα ζωτικό κομμάτι του εαυτού του. Όμως ο δικός του πατέρας δεν ήταν προδότης και μολονότι καταλάβαινε τα κίνητρα της Γκρέις, δεν μπορούσε να της δώσει άφεση αμαρτιών. Παρ’ όλα αυτά όμως, του έλειπε. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα του συνέβαινε κάτι τέτοιο, ποτέ δεν περίμενε ότι θα τη σκεφτόταν εκατό φορές την ημέρα. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα θυμόταν τη γενναιότητα και το σθένος της, ότι η νύχτα του έρωτα που είχαν ζήσει θα παρέμενε ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του, σβήνοντας τον πόθο για κάθε άλλη γυναίκα και κρατώντας τον φυλακισμένο στην ανάμνηση μιας γυναίκας που ποτέ δε θα γινόταν δική του. Ο ξάδερφός του πέρασε να τον δει. Ο Κορντ είχε αρχίσει να ανησυχεί όταν ο Ίθαν συνέχισε να αρνείται τις προσκλήσεις του να τον επισκεφθεί και απέφευγε κάθε είδους κοινωνική συναναστροφή, οποιαδήποτε κοσμική συγκέντρωση, όπως απαιτούσε ο ρόλος του ως μαρκησίου του Μπέλφορντ. Ο λόγος ήταν απλός –αν και ο Ίθαν είχε κληρονομήσει τον τίτλο έπειτα από το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του, δεν αισθανόταν ότι ταίριαζε σ’ αυτό τον κόσμο και δεν είχε καμιά απολύτως επιθυμία να ανήκει σ’ αυτόν. Έτσι είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, ασχολούμενος με τις υποθέσεις των κτημάτων του και λύνοντας τα οικογενειακά προβλήματα των Μπέλφορντ. Αυτό μου αρκεί, σκέφτηκε τώρα, προσπαθώντας να βγάλει από το μυαλό του την εικόνα της Γκρέις. Ή θα πρέπει να μου αρκεί.

~ 126 ~


Ο Κορντ χρειάστηκε να χτυπήσει και δεύτερη φορά την πόρτα για να το αντιληφθεί ο Ίθαν. Ετοιμάστηκε να φωνάξει, «Περάστε», αλλά δεν πρόλαβε· η πόρτα άνοιξε διάπλατα χωρίς άδεια και μπήκε ο Κορντ. «Φοβήθηκα πως σε διακόπτω από κάτι», είπε, κοιτάζοντας γύρω του σαν να περίμενε να δει και κάποιον άλλο στο γραφείο, «αλλά βλέπω πως όχι». Ήταν Παρασκευή βράδυ. Ο Κορντ είχε καλέσει τον Ίθαν να δειπνήσει μαζί μ’ εκείνον και τη σύζυγό του, αλλά ο Ίθαν είχε αρνηθεί. «Ετοιμαζόμουν να ρίξω μια ματιά στα βιβλία εσόδων και εξόδων του Μπέλφορντ Παρκ. Η χήρα του Τσαρλς μένει ακόμα εκεί και λέει ότι το σπίτι χρειάζεται επειγόντως επισκευές». «Συναρπαστικό», είπε ειρωνικά ο Κορντ. «Κι αυτή η τόσο επείγουσα δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι αύριο;» «Μου αρέσει να μην αφήνω καμία εκκρεμότητα». Ο Κορντ γέλασε κοφτά. «Πράγματι. Αυτό το λάθος έκανα κάποτε κι εγώ. Αλλά η ζωή, ξάδερφε, δεν είναι μόνο δουλειά και τίποτ’ άλλο». Ακούστηκε πάλι ένα χτύπημα στην πόρτα και τούτη τη φορά ήταν ο Ράφαελ Σόντερς, δούκας του Σέφιλντ, που μπήκε στο γραφείο. «Ακριβώς όπως το πρόβλεψες», είπε ο Ρέιφ στον Κορντ. «Κάθεται κλεισμένος εδώ μέσα σαν τον φυλακισμένο. Κακώς, φίλε μου. Αλλά μην ανησυχείς, ήρθαμε να σε σώσουμε». «Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω, αλλά δε χρειάζεται να με σώσετε από τίποτα». «Έτσι λες εσύ». Ο Ρέιφ πήγε κοντά του πίσω από το γραφείο. «Ήρθαμε να σε πάρουμε από δω. Θα πάμε στη λέσχη και θα παίξουμε μερικές παρτίδες χαρτιά». Ο Ίθαν το σκέφτηκε. Γιατί όχι; Δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και τον είχε πιάσει κατάθλιψη έτσι όπως ήταν όλη μέρα κλεισμένος στο γραφείο. «Εντάξει, με πείσατε». Σηκώθηκε και τέντωσε τα πόδια του, κάνοντας τη σκέψη ότι ένας μικρός περισπασμός θα ήταν ευπρόσδεκτος. Ο Ρέιφ χαμογέλασε. «Κατόπιν, εμείς οι δυο θα περάσουμε από της Μαντάμ Φοντανό και θα βρούμε όμορφη γυναικεία συντροφιά. Ο Κορντ δε θα έρθει μαζί μας, φυσικά. Οι ανάγκες του ικανοποιούνται κατ’ οίκον, αλλά εμείς οι εργένηδες πρέπει να φροντίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας».

~ 127 ~


Τα χαρτιά ήταν καλή ιδέα. Αλλά η σκέψη να πλαγιάσει με γυναίκα τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Με τον καιρό, θα του περνούσε, ήταν σίγουρος. Κάποια στιγμή θα έπαυε να σκέφτεται φλογάτα μαλλιά και πράσινα μάτια. Η εικόνα δυο κοραλλένιων χειλιών κι ενός λυγερού κορμιού που φαινόταν να ταιριάζει απόλυτα στο δικό του θα ξεθώριαζε. Αλλά όχι ετούτο το βράδυ. «Εντάξει για τα χαρτιά», είπε. «Για τα άλλα, βλέποντας και κάνοντας». Όμως, καθώς ανέβαινε στο δωμάτιό του για να φορέσει βραδινά ρούχα, ήξερε ότι εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχε περίπτωση να επισκεφθεί τον κομψό οίκο των απολαύσεων της Μαντάμ Φοντανό.

~ 128 ~


11 H Γκρέις βημάτιζε πάνω στο ξεθωριασμένο ανατολίτικο χαλί του δωματίου της, προσπαθώντας να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Η θεία της είχε πλαγιάσει ήδη, αλλά εκείνη δεν αισθανόταν καθόλου κουρασμένη. Ήταν ανήσυχη. Και τρομαγμένη. Είχαν περάσει δυο μήνες και κάτι αφότου είχε φύγει από το πλοίο. Ήταν μέσα Απριλίου και ήξερε πια ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το είχε καταλάβει μερικές βδομάδες έπειτα από την άφιξή της στο Σκάρμπορο. Το σώμα της άλλαζε, το ένιωθε περίεργα πρησμένο, τα στήθη της ήταν ευαίσθητα. Είχε χάσει το μηνιαίο κύκλο της κι αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε. Τα πρωινά αισθανόταν ναυτία. Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν είχε φανταστεί ότι θα έμενε έγκυος έπειτα από μία και μοναδική νύχτα πάθους. Ήταν βέβαιη ότι έπρεπε να συμβεί περισσότερες φορές. Τώρα ήξερε πόσο έξω είχε πέσει. Το παιδί του Ίθαν μεγάλωνε μέσα της και αργά ή γρήγορα θα γινόταν φανερό. Αναγκαστικά θα έπρεπε να το πει στη θεία της, φυσικά, αλλά δεν έβρισκε το κουράγιο. Η Ματίλντα ήταν ο σωτήρας της. Όπως της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της στα γράμματά του, η θεία της την είχε βοηθήσει στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της. Της φαινόταν αδύνατον να ζητήσει περισσότερα, γιατί δεν είχε την απαίτηση από μια ηλικιωμένη γυναίκα να επιτρέψει σε μια ανύπαντρη γυναίκα να μείνει στο σπίτι της, να της δώσει την άδεια να κατοικήσει εκεί μαζί με το παιδί της μετά τη γέννησή του. Η βαρόνη θα γινόταν ο αποδιοπομπαίος τράγος της κοινότητας, η υπόληψή της θα αμαυρωνόταν. Και η Γκρέις ήταν αποφασισμένη να μη συμβεί αυτό. Αλλά ούτε και τη βοήθεια της μητέρας της μπορούσε να ζητήσει. Η Αμάντα Τσέιστεν φοβόταν τα σχόλια του κόσμου περισσότερο από καθετί. Και μόνο η σκέψη ενός σκανδάλου τής έφερνε λιποθυμία. Άσε πια ο πατριός της, που τίποτα δε θα του έδινε μεγαλύτερη χαρά από το να μάθει για το παραστράτημά της, απόδειξη ότι είχε δίκιο γι’ αυτήν εξαρχής.

~ 129 ~


Η αλήθεια ήταν ότι η μητέρα της είχε ανακουφιστεί όταν η Γκρέις της ανακοίνωσε την απόφασή της να επισκεφθεί τη θεία της και να μείνει κοντά της για ένα μεγάλο διάστημα. Φεύγοντας εκείνη από το σπίτι, θα έφευγε μαζί της και η ζωντανή υπενθύμιση της παλιάς απιστίας της μητέρας της. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η Αμάντα Τσέιστεν την πίεζε τόσο αφόρητα να παντρευτεί. Ήταν ειρωνεία της τύχης το ότι τα σχέδιά της είχαν αποτύχει παταγωδώς. Νιώθοντας την απόγνωσή της να μεγαλώνει όλο και περισσότερο, η Γκρέις συνέχιζε να βηματίζει πέρα δώθε. Έριχνε μια ματιά από το παράθυρο και μη βλέποντας παρά σκοτάδι, γυρνούσε πάλι προς το τζάκι. Κάτι πάνω στην τουαλέτα τράβηξε την προσοχή της και κοντοστάθηκε. Η χαριτωμένη κοσμηματοθήκη με τη μαρκετερί από ελεφαντόδοντο που της είχε χαρίσει η θεία της για να φυλάει το Περιδέραιο της Νύφης βρισκόταν πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια του επίπλου. Η Γκρέις άνοιξε το καπάκι και είδε το κομψό κόσμημα που ήταν φωλιασμένο σε ένα υπόστρωμα από μπλε βελούδο. Τα διαμάντια λαμπύρισαν, προκαλώντας τη να τα αγγίξει. Τα δάχτυλά της διέτρεξαν τα μαργαριτάρια, δοκιμάζοντας τη στιλπνή στρογγυλάδα τους, την απαλή υφή τους, τις έδρες των υπέροχων λευκών διαμαντιών. Το περιδέραιο είχε φέρει στη φίλη της, την Τόρι, μεγάλη ευτυχία, αλλά σ’ εκείνη είχε φέρει μόνο πόνο. Το χέρι της κατέβηκε στην κοιλιά της, που είχε αρχίσει να φουσκώνει ανεπαίσθητα, και θυμήθηκε το θρύλο. Κατά τα φαινόμενα, η καρδιά της δεν ήταν τόσο αγνή όσο πίστευε κάποτε. Έκλεισε το καπάκι της κοσμηματοθήκης· το κόσμημα της είχε θυμίσει τη φίλη που της το είχε χαρίσει, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που ήταν βέβαιη ότι μπορούσε να εμπιστευτεί. Η Τόρι της είχε γράψει αρκετές φορές από τότε που είχε έρθει στο Χάμφρεϊ Χολ και στα απαντητικά της γράμματα η Γκρέις της είχε αναφέρει περιληπτικά τα όσα είχαν συμβεί στη διάρκεια του ταξιδιού της προς βορρά. Δεν είχε πει συγκεκριμένες λεπτομέρειες στη φίλη της, μόνο της είχε εξιστορήσει σε γενικές γραμμές ότι είχε γίνει κάποιο μπλέξιμο και είχε φτάσει στο Σκάρμπορο με άλλο πλοίο. Όπως φαινόταν, η είδηση της απαγωγής της δεν είχε φτάσει ποτέ στα αυτιά της φίλης της. Οι περισσότεροι επιβάτες του Λαίδη Ανν κατευθύνονταν προς διαφορετικούς προορισμούς και η Γκρέις αμφέβαλλε πως

~ 130 ~


ο πλοίαρχος Τσέιμπερς θα διέδιδε δεξιά κι αριστερά την ιστορία. Ο Άνγκους της είχε υποσχεθεί να ενημερώσει τον καπετάνιο για την ασφαλή άφιξή της στο σπίτι της θείας της, αλλά αργά ή γρήγορα το νέο ότι είχε ταξιδέψει ασυνόδευτη με τον Ίθαν Σαρπ θα γινόταν γνωστό. Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί τι θα έλεγαν η μητέρα της και ο δόκτωρ Τσέιστεν όταν θα το μάθαιναν. Φέρνοντας πάλι στο μυαλό της την Τόρι, πλησίασε στο φορητό γραφείο που βρισκόταν στη γωνία. Μετέφερε το μικρό ξύλινο κουτί στο τραπέζι και κάθισε μπροστά του. Δεν ήξερε πού βρήκε τις λέξεις για να εξηγήσει στη φίλη της τι είχε συμβεί πραγματικά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της προς το Σκάρμπορο. Το πώς την είχε απαγάγει από το Λαίδη Ανν ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ίθαν Σαρπ και ήταν κυβερνήτης ενός πλοίου με το όνομα Δαίμονας των Θαλασσών. Και επίσης το ότι ο πλοίαρχος Σαρπ είχε θελήσει να την ανακρίνει σχετικά με την απόδραση του υποκόμη Φορσάιθ, αλλά εν τέλει την είχε παραδώσει στη θεία της. Ήταν απίστευτα ωραίος και επιβλητικός. Άλλες φορές φερόταν με σκληρότητα, ακόμα και βαναυσότητα, θα μπορούσε να πει κανείς, άλλες πάλι ήταν ευγενικός και καλότροπος. Είχε κάτι που με γοήτευσε όσο κανένας άλλος. Τον ερωτεύτηκα, Τόρι. Και τώρα έχω μέσα μου το παιδί του. Της εξήγησε ακόμα μερικά γεγονότα και έκλεισε το γράμμα με τη φράση Θεέ μου, μακάρι να ήξερα τι πρέπει να κάνω. Υπέγραψε Η καλύτερή σου φίλη, Γκρέις, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της και άφησε πάλι το ξύλινο κουτί στη θέση του. Το γράμμα ταχυδρομήθηκε την επόμενη μέρα. Προσευχήθηκε πως, όταν η Τόρι θα το διάβαζε, θα καταλάβαινε τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει και θα έβρισκε έναν τρόπο να τη βοηθήσει. *** Ήταν αργά το απόγευμα. Ο Κορντ μόλις είχε τελειώσει κάποιες δουλειές που είχε αναβάλει για να περάσει μερικές μέρες με την Τόρι στο Γουίντμιρ, το πατρογονικό της γυναίκας του, στην ύπαιθρο. Το σκέφτηκε και χαμογέλασε, καθώς θυμήθηκε τις ώρες που είχαν περάσει μαζί, μπροστά στο αναμμένο τζάκι του σαλονιού, στο υπέροχο παλιό αρχοντικό. Ακόμα δυσκολευόταν να πιστέψει πόσο κοντά είχε

~ 131 ~


φτάσει να χάσει την Τόρι για πάντα εξαιτίας της γελοίας προσπάθειάς του να την κρατήσει σε απόσταση, επειδή φοβόταν πως, αν δεν προστάτευε τον εαυτό του, εκείνη θα του έκλεβε την καρδιά. Πράγμα που ακριβώς είχε κάνει! Γέλασε σιγανά. Το αστείο ήταν πως δεν το μετάνιωνε ούτε στιγμή. Καθισμένος πίσω από το μαονένιο γραφείο του, σκέφτηκε την Τόρι και το παιδί που μεγάλωνε μέσα της. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να μπαίνει σαν σίφουνας από την πόρτα. Μερικές τούφες από τα πυκνά καστανά μαλλιά της είχαν ξεφύγει από τις φουρκέτες και το χέρι της έτρεμε καθώς ανέμιζε ένα φύλλο χαρτί αλληλογραφίας μπροστά της. «Κορντ! Θεέ μου, δεν μπορείς να φανταστείς τι έχει συμβεί!» Ο Κορντ σηκώθηκε και την κοίταξε, σμίγοντας τα φρύδια του ανήσυχος. Η Τόρι ήταν έξι μηνών έγκυος στο παιδί του και δεν του άρεσε να τη βλέπει τόσο αναστατωμένη. «Τι τρέχει; Πες μου τι συνέβη». Εκείνη έτρεξε προς το μέρος του. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, αλλά γεμάτη ζωντάνια και χάρη, ακόμα κι όταν ήταν ταραγμένη. Και η κοιλιά της ήταν ολοστρόγγυλη από το παιδί του, που μεγάλωνε μέσα της. «Πήρα γράμμα από την Γκρέις. Έχει μεγάλο πρόβλημα. Θυμάσαι τις φήμες που ακούσαμε, ότι κάποιος την πήρε διά της βίας από το Λαίδη Ανν, ενώ ταξίδευε προς το Σκάρμπορο; Στα γράμματά της έλεγε ότι ήταν ένα απλό λάθος που διορθώθηκε γρήγορα και πως τώρα ζούσε ήσυχα στο Σκάρμπορο με τη θεία της. Πως απλώς έφτασε ως εκεί με άλλο σκάφος». Ανέμισε πάλι το γράμμα. «Και τώρα διάβασε αυτό! Επιτέλους, μου γράφει την αλήθεια για όσα συνέβησαν. Μπορείς να μαντέψεις το όνομα του πλοίου που τη μετέφερε στο Σκάρμπορο;» Ο Κορντ πήγε να πιάσει το γράμμα, αλλά εκείνη το τράβηξε μακριά. «Δαίμονας των Θαλασσών! Έτσι λεγόταν το πλοίο. Και ξέρεις τίνος είναι;» Το συνοφρύωμα του Κορντ έγινε πιο έντονο. «Και βέβαια ξέρω. Του Ίθαν. Πώς στην οργή βρέθηκε η Γκρέις πάνω στο Δαίμονα των Θαλασσών;» «Θα σου πω εγώ πώς βρέθηκε. Την απήγαγε ο ξάδερφός σου. Την έκλεψε και κατέστρεψε την υπόληψή της και την έκανε να τον ερωτευτεί. Και τώρα είναι έγκυος στο παιδί του!»

~ 132 ~


«Τι!» Ο Κορντ άρπαξε το γράμμα από το χέρι της και το διάβασε στα γρήγορα. «Θεέ και Κύριε!» «Η Γκρέις δεν ξέρει τι να κάνει. Είναι φανερό ότι δεν το έχει πει στον Ίθαν ούτε σε κανέναν άλλο. Πρέπει να του μιλήσεις, Κορντ. Εξέθεσε μια αθώα κοπέλα. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να την παντρευτεί». Η έκφραση της Τόρι ήταν τέτοια που θα νόμιζε κανείς ότι θεωρούσε μια τέτοια μοίρα χειρότερη κι από το θάνατο. «Είναι καλός άνθρωπος, θα κάνει το σωστό». «Πρέπει να πάω κοντά της», είπε η Τόρι, γυρνώντας προς την πόρτα. «Με χρειάζεται». Ο Κορντ την έπιασε από τον καρπό και τη γύρισε προς το μέρος του. «Αυτό να το ξεχάσεις. Έχεις μέσα σου το παιδί μου και δε σου επιτρέπω να κάνεις τόσο μακρύ ταξίδι. Άφησέ με να μιλήσω στον Ίθαν, να δω τι έχει να πει». «Έχω ακόμα μπροστά μου αρκετό καιρό μέχρι να γεννήσω το παιδί σου. Το ταξίδι δεν πρόκειται να...» «Ούτε να το σκέφτεσαι. Δε φεύγεις από την πόλη. Θα μείνεις εδώ, έστω κι αν με εξαναγκάσεις να σε κλειδώσω στο δωμάτιό σου». Η Τόρι τον κοίταξε αγριωπά. «Εμένα μην τολμάς να με απειλείς, Κορντ Ίστον!» «Είμαι άντρας σου και θέλω να είσαι ασφαλής». Η φωνή του Κορντ μαλάκωσε και η λαβή του χαλάρωσε. «Η Γκρέις είναι και δική μου φίλη, Βικτόρια. Δε θα την αφήσουμε αβοήθητη, ούτε και ο Ίθαν. Δώσε μου την ευκαιρία να του μιλήσω». Εκείνη αναστέναξε και οι σφιγμένοι ώμοι της χαλάρωσαν λιγάκι. «Έχεις δίκιο, φυσικά. Συγνώμη, αγάπη μου. Απλώς σκέφτομαι ότι το περιδέραιο που της χάρισα...» Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της. «Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Είμαι σίγουρη ότι ο Ίθαν θα κάνει το καθήκον του». «Και βέβαια θα το κάνει». Ο Κορντ έπιασε το σακάκι του, που κρεμόταν στην πλάτη της καρέκλας, πίσω από το γραφείο, και το φόρεσε πάνω από το καφέ βελούδινο γιλέκο του. Εξακολουθώντας να κρατάει το γράμμα, έσκυψε και τη φίλησε. «Δε θ’ αργήσω. Εσύ προσπάθησε να μην ανησυχείς. Άλλωστε με την αδελφή σου όλα πήγαν καλά, έτσι δεν είναι;»

~ 133 ~


Η Τόρι χαμογέλασε αχνά. «Χάρη σ’ εσένα, η Κλερ είναι τρισευτυχισμένη». «Και με την Γκρέις όλα θα πάνε καλά». Έτσι ήλπιζε, τουλάχιστον. Δεν ήταν βέβαιος αν ο Ίθαν θα αντιμετώπιζε με χαρά τον αναπόφευκτο γάμο του με την Γκρέις. Δεν είχε ιδέα τι αισθανόταν για κείνη. Όμως ο Ίθαν ήταν έντιμος άνθρωπος. Και ο Κορντ δεν αμφέβαλλε πως θα έκανε το σωστό. *** «Λυπάμαι, Κορντ, αλλά αυτό που λες δε γίνεται. Δεν πρόκειται να παντρευτώ την Γκρέις Τσέιστεν». Ο Κορντ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι εκείνος ο ψηλός, μαυρομάλλης άντρας που στεκόταν στο σαλόνι του Μπέλφορντ ήταν ο ξάδερφός του. «Τι είναι αυτά που λες; Εξέθεσες την κοπέλα. Ήταν παρθένα μέχρι που την άγγιξες. Εσύ ο ίδιος μου το είπες». «Επίσης είναι η κόρη ενός προδότη». «Εκείνη σ’ το είπε αυτό; Σου είπε ότι ο Φορσάιθ είναι πατέρας της;» «Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν άλλο. Όμως παραμένει γεγονός ότι ο πατέρας της ευθύνεται για το θάνατο ολόκληρου του πληρώματος της Μάγισσας της Θάλασσας. Αυτός ο άνθρωπος πούλησε πληροφορίες στους εχθρούς που κατέστρεψαν το πλοίο μου, το πλήρωμά μου, και με κράτησαν κλειδωμένο σε μια τρισάθλια φυλακή για ένα σχεδόν χρόνο». «Η Γκρέις δεν είναι ο Χάρμον Τζέφρις». «Αλήθεια; Το αίμα του Χάρμον Τζέφρις κυλάει στις φλέβες της. Βοήθησε το κάθαρμα να γλιτώσει από την κρεμάλα. Του επέτρεψε να μείνει ατιμώρητος για το θάνατο είκοσι τεσσάρων ανθρώπων. Αρνούμαι να την κάνω μαρκησία του Μπέλφορντ». «Και το παιδί που έχει στα σπλάχνα της, Ίθαν; Το παιδί σου; Δε σε νοιάζει τι θα απογίνει;» Ο Ίθαν ανασήκωσε τους ώμους του, αλλά η κίνησή του κάθε άλλο παρά αδιαφορία φανέρωνε. «Το παιδί δε θα στερηθεί τίποτα. Θα της στέλνω χρήματα, θα φροντίσω να μεγαλώσει με όλα τα καλά του κόσμου». «Με όλα τα καλά του κόσμου εκτός από τον πατέρα του».

~ 134 ~


Ο Ίθαν του γύρισε την πλάτη και πηγαίνοντας στον μπουφέ, γέμισε με μπράντι το ποτήρι που είχε αδειάσει ήδη μία φορά και ήπιε μια γερή γουλιά. «Δεν ήξερα ότι η Γκρέις ήταν φίλη της γυναίκας σου. Λυπάμαι πολύ για ό,τι συνέβη». «Η Γκρέις είναι μια κοπέλα με καλή ανατροφή. Είναι κόρη ευυπόληπτων ανθρώπων, Ίθαν. Θα γίνει απόβλητη. Θα εξευτελιστεί. Τόσο πολύ τη μισείς, αλήθεια;» Το ηλιοκαμένο πρόσωπο του Ίθαν χλόμιασε. «Δεν τη μισώ. Μισώ αυτό που είναι... αυτό που έκανε. Δε θα την παντρευτώ, Κορντ». Ο Κορντ κοίταξε το ποτήρι που κρατούσε, κι ύστερα το έφερε στα χείλη του και ήπιε μια γουλιά. «Και να μου το έλεγαν δε θα το πίστευα. Ήξερα ότι ο πόλεμος σε άλλαξε, Ίθαν. Αλλά όχι τόσο πολύ». Γυρνώντας, άφησε το ποτήρι με το μπράντι στον μπουφέ και βγήκε από το σαλόνι. Έτρεμε τη στιγμή που θα έπρεπε να μιλήσει με τη Βικτόρια, να της πει τη φρικτή αλήθεια, ότι η φίλη της θα αντιμετώπιζε τη δοκιμασία της ολομόναχη. Αποφάσισε να μην της το πει ακόμα. Ήθελε να μιλήσει πρώτα με τον Ρέιφ. Ο Ρέιφ ήταν ο πιο στενός του φίλος αλλά και φίλος της Γκρέις. Ίσως ο δούκας κατάφερνε να βάλει μυαλό στον Ίθαν. Ο Κορντ το ευχόταν ολόψυχα. *** Ο Ίθαν κοιτούσε το σημείο που μέχρι πριν από λίγο στεκόταν ο Κορντ. Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η Γκρέις ήταν έγκυος στο παιδί του. Γέλασε πικρόχολα. Τι ειρωνεία. Ο άνθρωπος που μισούσε περισσότερο στον κόσμο θα γινόταν παππούς του παιδιού του. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται την Γκρέις, ανύπαντρη, ατιμασμένη, αποδιωγμένη από την κοινωνία. Ήθελε και τα έπαθε, σκέφτηκε με θυμό. Τιμωρήθηκε επειδή βοήθησε να ελευθερωθεί ένας άνθρωπος που έπρεπε να πάει στην κρεμάλα. Όμως με τα μάτια της φαντασίας του την έβλεπε να χαμογελάει, έβλεπε τα μάγουλά της να φουντώνουν από το πάθος του έρωτά τους. Είδε

~ 135 ~


την κοιλιά της να φουσκώνει καθώς το παιδί του μεγάλωνε μέσα της, την είδε να το κρατάει στην αγκαλιά της, να το αγαπάει τόσο πολύ όσο θα μπορούσε, με τον καιρό, να αγαπήσει κι εκείνον. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του, προσπαθώντας να αποδιώξει εκείνες τις εικόνες, να φέρει στην επιφάνεια μια άλλη. Αίμα στο κατάστρωμα της Μάγισσας της Θάλασσας, τον ήχο των κανονιών και των μουσκέτων, τις κραυγές των αντρών που πέθαιναν. Οι άντρες του πληρώματός του είχαν πολεμήσει με ανδρεία και αυταπάρνηση, όλοι τους είχαν παλέψει σαν ήρωες, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Και όλοι ήταν νεκροί, και γι’ αυτό έφταιγε ο Χάρμον Τζέφρις. Μολονότι στο κελί της φυλακής είχαν έρθει στιγμές που ευχόταν να είχε σκοτωθεί κι αυτός μαζί τους, είχε επιζήσει. Όμως αυτό τον κατέτρωγε μέρα και νύχτα, σαν αχόρταγο θηρίο. Αρνιόταν να προδώσει τους άντρες που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του, κάνοντας γυναίκα του την Γκρέις Τσέιστεν. *** Ο Ίθαν μέθυσε. Έμεινε έτσι την υπόλοιπη μέρα και όλη την επόμενη. Την τρίτη ημέρα, κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι και ξύπνησε με έναν αφόρητο πονοκέφαλο. Για μερικές στιγμές μπέρδεψε το σφυροκόπημα του κεφαλιού του με τα βαριά χτυπήματα στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Μετά η πόρτα άνοιξε και ο Ράφαελ Σόντερς, δούκας του Σέφιλντ, μπήκε βιαστικός. «Ντύσου, πρέπει να μιλήσουμε». Ο καμαριέρης του Ίθαν, ο Σάμιουελ Σμαρτς, ακολούθησε αλαφιασμένος το δούκα. «Χρειάζεται μπάνιο», είπε ο Ρέιφ στο λεπτό, ελαφρώς καμπουριασμένο άντρα, παίρνοντας τα ηνία λες και ήταν ο κύριος του σπιτιού. «Μάλιστα, εξοχότατε», είπε ο Σάμιουελ. Ο Ρέιφ κοίταξε τον Ίθαν, είδε τα αχτένιστα μαλλιά του, τα γένια των τριών ημερών που είχαν θεριέψει στο σαγόνι του. «Θα σε περιμένω στο γραφείο». Ο Ίθαν δεν είχε ξαναδεί άλλη φορά το φίλο του τόσο αυστηρό και αυταρχικό. Το ότι ο Ρέιφ ήταν θυμωμένος για κάποιο λόγο δε χωρούσε αμφισβήτηση. Και κάτι του έλεγε πως γνώριζε το λόγο. Δεν ήθελε να

~ 136 ~


συζητήσει για την Γκρέις Τσέιστεν με το δούκα του Σέφιλντ, αλλά όπως έδειχναν τα πράγματα δε θα μπορούσε να το αποφύγει. Ο Ρέιφ τον περίμενε όταν ο Ίθαν μπήκε στο γραφείο με τα γεμάτα βιβλία ράφια και την ξυλεπένδυση στους τοίχους. Ήταν ένας ψηλός άντρας με σκούρα καστανά, σχεδόν μαύρα μαλλιά και γαλανά μάτια έναν τόνο πιο σκούρα από του Ίθαν. Το πρόσωπό του είχε μια αυστηρότητα που δεν υπήρχε όταν ήταν νεότερος, αλλά τώρα δεν έφευγε σχεδόν καθόλου. «Θα βρεις καφέ και γλυκά παξιμάδια στον μπουφέ», είπε ο Ρέιφ. «Ο μάγειρας θα μας σερβίρει το πρόγευμα στην πρόχειρη τραπεζαρία μόλις τελειώσουμε». «Δεν πεινάω». «Το φαντάζομαι. Και το δικό μου στομάχι θα ανακατευόταν αν είχα κάνει κάτι τόσο ποταπό σαν αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις στην Γκρέις Τσέιστεν». Ο Ίθαν οργίστηκε. «Αυτά τα έχω συζητήσει ήδη με τον Κορντ. Η κοπέλα είναι κόρη του Χάρμον Τζέφρις. Δεν πρόκειται να την παντρευτώ». «Αυτό δε σε εμπόδισε να τη ρίξεις στο κρεβάτι σου». «Δεν το ήξερα! Αν το ήξερα, τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν δε θα είχε συμβεί». «Δηλαδή θέλεις να πεις ότι δεν την πήρες παρά τη θέλησή της». «Όχι βέβαια!» Ο Ρέιφ αγνόησε τον καφέ που είχε αφήσει στην άκρη του γραφείου. «Η Γκρέις είναι νέα και αφελής, αλλά όχι ανόητη. Κάτι θα σου βρήκε, Ίθαν. Κάτι που ίσως κι εσύ ακόμα δεν μπορείς να αντιληφθείς. Διαφορετικά, δε θα σου είχε δοθεί. Μην την απογοητεύσεις. Δείξε της ότι είσαι ο άντρας που πίστευε ότι ήσουν όταν σου επέτρεψε να πλαγιάσεις μαζί της». «Η άρνησή μου δεν έχει να κάνει με την Γκρέις... ούτε μ’ εμένα. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι είναι η κόρη ενός προδότη. Αυτό δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο. Όπως δεν μπορώ να αλλάξω και όσα έκανε αυτός ο προδότης σ’ εμένα και τους άντρες μου». Το σαγόνι του Ρέιφ σφίχτηκε. «Η μανία σου για εκδίκηση σε τυφλώνει. Αν συνεχίσεις να επιμένεις, στο τέλος θα σε καταστρέψει. Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα ντρεπόμουν να λέω ότι είσαι φίλος μου, αλλά να που ήρθε. Αν αρνηθείς να δώσεις στο παιδί το όνομα

~ 137 ~


που του ανήκει δικαιωματικά, αν κάνεις την κοπέλα να υποστεί όλη αυτή την περιπέτεια μόνη της, τότε δεν είσαι ο άνθρωπος που πίστευα και η φιλία μας έληξε». Ο Ίθαν κοίταξε εμβρόντητος τον Ρέιφ να βγαίνει από το γραφείο. Ακούγοντας την πόρτα να κλείνει με πάταγο, κάθισε βαριά στη δερμάτινη πολυθρόνα, μπροστά στο τζάκι. Δύο από τους ανθρώπους που σεβόταν περισσότερο από κάθε άλλον στον κόσμο πίστευαν ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος. Με τον Κορντ είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια. Η οικογένεια του Ρέιφ είχε ένα κτήμα όχι μακριά από το Ρίβεργουντς. Ο Ρέιφ τους επισκεπτόταν τακτικά, ήταν κι εκείνος σχεδόν σαν αδελφός του. Και να που τώρα, τόσο αυτός όσο και ο Κορντ, του έλεγαν ότι φερόταν ανέντιμα. Όμως οι φίλοι του δεν ήταν πάνω στο καράβι όταν αυτός και το πλήρωμά του έδωσαν μια καταδικασμένη μάχη απέναντι σε μια γαλλική κανονιοφόρο με τριάντα πέντε κανόνια, όταν οι άντρες του σφαγιάστηκαν με κτηνώδη τρόπο, όταν εκείνοι που επέζησαν πιάστηκαν αιχμάλωτοι, ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Ο Ίθαν πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα και μια ατελείωτη νύχτα σκεπτόμενος ξανά και ξανά όσα είχαν πει οι φίλοι του. Κατά βάθος ήξερε ότι είχαν δίκιο –ο τρόπος που φερόταν σε ό,τι αφορούσε την Γκρέις ήταν πέρα για πέρα ανέντιμος. Από μια πλευρά, δε φερόταν κι εκείνος με τον ίδιο αισχρό και απαράδεκτο τρόπο που είχε φερθεί ο λόρδος Φορσάιθ; Ακόμα δεν είχε ξημερώσει όταν σηκώθηκε. Στη διάρκεια της νύχτας είχε κοιμηθεί ανήσυχα και ένιωθε σαν να μην είχε κλείσει μάτι. Όταν ένας χλομός ήλιος ξεπρόβαλε στον ορίζοντα, πέταξε από πάνω του τα σκεπάσματα, σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο, μη μπορώντας ακόμα να μείνει στο κρεβάτι μέχρι αργά, όπως ήταν η συνήθεια στην πόλη. Καθώς πλησίαζε στο κορδόνι για να καλέσει τον καμαριέρη του –κάτι άλλο επίσης που δεν είχε συνηθίσει ακόμα–, η σκέψη του πέταξε πάλι στην Γκρέις. Επειδή δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα τους τελευταίους δύο μήνες που να μην τη σκεφτεί, όσο κι αν προσπαθούσε. Η Γκρέις είχε καταφέρει ολομόναχη να ελευθερώσει τον πατέρα της. Και το είχε κάνει απλώς και μόνο επειδή αισθανόταν ότι αυτό ήταν το χρέος της. Ήταν μια ανόητη, παράτολμη, αλλά πολύ γενναία πράξη.

~ 138 ~


Τώρα αντιμετώπιζε μια ακόμα μεγαλύτερη δοκιμασία, και ήταν βέβαιος ότι κι αυτή θα την έφερνε σε πέρας με την ίδια γενναιότητα. Και μόνη. Το ερώτημα που τον βασάνιζε ήταν αν θα έκανε στ’ αλήθεια την αχρειότητα να μείνει με σταυρωμένα χέρια και να μην τη βοηθήσει. Θα την άφηνε να φέρει στον κόσμο ένα νόθο παιδί, ενώ ήξερε ότι ήταν δικό του; Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να καθαρίσει το μυαλό του. Απλώνοντας πάλι το χέρι του, τράβηξε το κορδόνι με περισσότερη δύναμη απ’ όσο σκόπευε· μια παράξενη γαλήνη είχε αρχίσει να απλώνεται μέσα του και για πρώτη φορά από τότε που είχε εγκαταλείψει το Δαίμονα των Θαλασσών αισθανόταν γεμάτος αποφασιστικότητα. Είχε πράγματα να κάνει, ένα ταξίδι να οργανώσει. Παρ’ όλο που μέχρι πριν από λίγες ώρες δε θα το πίστευε, είχε πάρει την απόφαση να παντρευτεί την Γκρέις Τσέιστεν.

~ 139 ~


12 Tο δείπνο, ένα εξαίσιο γεύμα από χελωνόσουπα, ψητή πέρδικα, καραμελωμένα καρότα, μπιζέλια με κρέμα, και κέικ με κομμάτια φρούτων για επιδόρπιο, είχε τελειώσει. Η Ματίλντα προτιμούσε να δειπνεί νωρίτερα απ’ όσο συνηθιζόταν κι αυτό βόλευε μια χαρά την Γκρέις τον τελευταίο καιρό. Φιλοξενούσαν έναν απρόσμενο επισκέπτη. Ο Μάρτιν Τάλι, κόμης του Κόλινγουντ, είχε στείλει μήνυμα στην αρχή της εβδομάδας, ζητώντας την άδεια να επισκεφθεί το Χάμφρεϊ Χολ κατά την επιστροφή του στο Λονδίνο. Η Γκρέις είχε εξηγήσει στη θεία της τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε γνωριστεί με τον κόμη στο πλοίο και παρ’ όλο που δεν είχε καμία διάθεση για κοινωνικές συναναστροφές, η Ματίλντα επέμενε να τον δεχτεί. «Το ενδιαφέρον ενός κυρίου θα σου κάνει καλό», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Το ηθικό σου είναι πολύ πεσμένο τον τελευταίο καιρό, παιδί μου. Ίσως η επίσκεψη του κόμη το αναπτερώσει». Η Γκρέις αμφέβαλλε γι’ αυτό. Αν ξανάβλεπε τον κόμη, απλώς θα ξαναθυμόταν τη νύχτα που την είχαν αρπάξει από το Λαίδη Ανν και τα όσα είχαν συμβεί κατόπιν. Θα θυμόταν τον Ίθαν, που δεν τον σκεφτόταν πια ως τον άντρα που αγαπούσε αλλά σαν τον αλητήριο που την είχε καταστρέψει. Τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα τον καταριόταν να καεί στην κόλαση. Παρ’ όλα αυτά, απάντησε στο μήνυμα του κόμη όπως τη συμβούλεψε η θεία της, καλώντας τον να τις επισκεφθεί αν ο δρόμος του τον έφερνε τελικά προς το Σκάρμπορο. Όπως και έγινε το ίδιο απόγευμα. Ο κόμης ήταν πολύ πιο συμπαθητικός απ’ όσο τον θυμόταν, με τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά του κομμένα κοντά στο στυλ του Βρούτου και τη φράντζα χτενισμένη χαμηλά στο μέτωπο. Τα μάτια του είχαν το χρώμα του φουντουκιού και τα δόντια του ήταν ελαφρώς στραβά όπως τα θυμόταν. Της είπε ότι τη σκεφτόταν συχνά από τότε που την είχαν πάρει από το πλοίο, αλλά ότι είχε μάθει πως ο καπετάνιος είχε κάνει κάποιο λάθος και την είχε παραδώσει πολύ σύντομα στη θεία της.

~ 140 ~


Και οι δυο γνώριζαν ότι αυτό δεν είχε καμία σημασία. Η υπόληψή της είχε κηλιδωθεί ανεπανόρθωτα από τη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι της στο κατάστρωμα του Δαίμονα των Θαλασσών και είχε ταξιδέψει χωρίς επίβλεψη, συντροφιά με τον πλοίαρχο Σαρπ. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο ο κόμης είχε ενδιαφερθεί τόσο πολύ για την τύχη της και αποφάνθηκε ότι αυτό τον τιμούσε και έδειχνε το χαρακτήρα του. Οι τρεις τους κουβέντιασαν για λίγο περί ανέμων και υδάτων στο σαλόνι κι έπειτα η Ματίλντα την αιφνιδίασε, καλώντας το λόρδο Τάλι να δειπνήσει μαζί τους και να περάσει τη νύχτα του στο Χάμφρεϊ Χολ, πριν συνεχίσει το ταξίδι του προς Λονδίνο το επόμενο πρωί. «Σας διαβεβαιώνω ότι τα γεύματα που ετοιμάζει η μαγείρισσά μας είναι απείρως ανώτερα απ’ αυτά που θα τρώγατε στο πανδοχείο», είπε η Ματίλντα. «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να μείνω», απάντησε ο κόμης κοιτάζοντας την Γκρέις. Το ενδιαφέρον του δεν της είχε διαφύγει ούτε και όταν συνταξίδευαν. Το είδε πάλι στα μάτια του καθώς την κοιτούσε και αναρωτήθηκε αν θα εξακολουθούσε να τη βλέπει με το ίδιο μάτι αν ήξερε ότι κυοφορούσε το παιδί ενός άλλου. Μετά το δείπνο, η Ματίλντα εγκατέστησε τον κόμη σε έναν από τους ξενώνες, όπως του είχε υποσχεθεί, και η Γκρέις έφερε το μικρό φορητό τηλεσκόπιο που είχε στο μπαούλο της και το έστησε στη βεράντα πάνω από τον κήπο. Ήταν ένα εκπληκτικό όργανο, ένα τηλεσκόπιο Χέρσελ που της είχε χαρίσει η μητέρα της –δίχως αμφιβολία πληρωμένο με χρήματα του πατέρα της– στα δέκατα έκτα γενέθλιά της. «Κοιτάξτε εκεί! Θα δείτε τον Ηρακλή και το Δράκοντα». Έριξε μια τελευταία ματιά και παραμέρισε για να κοιτάξει και ο κόμης μέσα από το φακό. «Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να του φέρει τα χρυσά μήλα, αλλά για να τα πάρει έπρεπε να σκοτώσει το δράκο Λάδωνα που τα φύλαγε. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες, έγιναν και οι δυο αστερισμοί και λάμπουν στο στερέωμα». Ο Τάλι χαμογέλασε. «Δυστυχώς δε γνωρίζω πολλά πράγματα από ελληνική μυθολογία. Όταν επιστρέψω στο Λονδίνο, θα φροντίσω να μελετήσω λιγάκι και τότε θα μπορούμε να συζητήσουμε ευκολότερα». Η Γκρέις κοίταξε αλλού, ανακουφισμένη που ήταν σκοτεινά στη βεράντα. Δεν ήξερε τι θα έκανε τους επόμενους μήνες, αλλά το να επιστρέψει στο Λονδίνο ήταν μάλλον απίθανο.

~ 141 ~


«Θα το ήθελα πολύ», κατάφερε να απαντήσει. Παρ’ ότι ήταν Μάιος, εκεί ψηλά στο βορρά έκανε ακόμα ψύχρα, αλλά η Ματίλντα είχε αφήσει ανοιχτές τις κουρτίνες και τις πόρτες της βεράντας. Για λόγους ευπρέπειας, είχε καθίσει σε μια καρέκλα μπροστά στο τζάκι και κεντούσε, γυρισμένη προς το μέρος τους έτσι ώστε να τους επιβλέπει. Αν λάμβανε κανείς υπόψη την κατάσταση της Γκρέις, η ανησυχία της θείας της για την τιμή της ήταν σχεδόν για γέλια. Μελέτησαν τα άστρα για λίγη ώρα ακόμα, αλλά δεν ήταν σωστό να κρατούν την ηλικιωμένη γυναίκα στο πόδι τόσο αργά κι έτσι ο κόμης τη βοήθησε να κλείσει το τηλεσκόπιο και να το μεταφέρει στο σπίτι. «Πέρασα υπέροχα απόψε, Γκρέις. Ελπίζω να μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι ότι γνωριζόμαστε από παλιά». «Κι εγώ πέρασα πολύ ωραία, λόρδε μου». «Σε παρακαλώ, θα ήθελα να με λες Μάρτιν, τουλάχιστον όταν είμαστε μόνοι». Η Γκρέις δάγκωσε το χείλι της. Για λόγους που δεν μπορούσε να καταλάβει, ο κόμης επιδίωκε μια σχέση μαζί της που ήταν εντελώς ανέφικτη. «Λυπάμαι, λόρδε μου. Ελπίζω να μην το πάρετε προσωπικά, αλλά προς το παρόν δε γνωρίζω ποια θα είναι τα μελλοντικά σχέδιά μου. Δε θα ήθελα να σας δώσω αφορμές να θεωρήσετε ότι... ότι...» «Καταλαβαίνω ότι το ενδιαφέρον μου φαίνεται κάπως ξαφνικό, αλλά η αλήθεια είναι ότι σε σκεφτόμουν πολύ από την ημέρα που γνωριστήκαμε. Ήλπιζα ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη σχέση μας από κει που σταμάτησε». «Αυτό με κολακεύει πολύ, λόρδε μου, αλλά, όπως σας είπα, δεν είμαι βέβαιη για τα σχέδιά μου». Ο κόμης της έπιασε το χέρι. «Πότε υπολογίζεις να γυρίσεις στο Λονδίνο;» «Δε... δεν ξέρω». «Τέλος πάντων, όταν επιστρέψεις, θα μπορούσαμε ίσως να ξανασυναντηθούμε». Ήταν πιο εύκολο να συμφωνήσει. Χωρίς να το θέλει, η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Ασφαλώς». Μπήκαν μέσα και, μαζί με τη θεία της, ανέβηκαν ο καθένας στο δωμάτιό του. Ελπίζοντας να αποφύγει μια δεύτερη συνάντηση με τον κόμη, η Γκρέις, το επόμενο πρωί, έμεινε στο κρεβάτι πολύ πιο αργά απ’ όσο συνήθιζε. Επειδή της είχε ανοίξει η όρεξη και έτρωγε για δύο, φόρεσε ένα

~ 142 ~


φόρεμα από βερικοκί μουσελίνα και μια μακριά τουνίκ από πράσινο μετάξι και βγήκε από το δωμάτιο. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται πόσο ακόμα θα μπορούσε να φοράει αυτό το φόρεμα χωρίς να τη στενεύει και τι θα έκανε όταν η μέση της θα άρχιζε να φαρδαίνει. Όπως ήλπιζε, το σπίτι ήταν ήσυχο και ο λόρδος Τάλι είχε φύγει. Όμως κάποιος χτυπούσε την εξώπορτα και ο Πάρκερ πήγαινε βιαστικός να ανοίξει. Η Ματίλντα τον ακολούθησε. «Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Είναι ακόμα νωρίς για επισκέψεις και η Ελβίρα μου είπε ότι δε θα ερχόταν πριν από το δεκατιανό». Ο Πάρκερ άνοιξε την πόρτα και η Γκρέις έμεινε εκεί που στεκόταν, με το πόδι μετέωρο στο τελευταίο σκαλοπάτι. Παρ’ όλο που είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες και ήταν ντυμένος σαν τζέντλεμαν, με σκούρο μπλε φράκο, εφαρμοστό γκρι παντελόνι και κατάλευκο ψηλό κολάρο, δεν είχε ξεχάσει ποτέ εκείνα τα καταγάλανα μάτια και το όμορφο πρόσωπο του αχρείου που της είχε φερθεί με τόση περιφρόνηση. Αγνοώντας τον μπάτλερ, ο Ίθαν μπήκε και μίλησε απευθείας στη μεγαλύτερη από τις δύο γυναίκες που στέκονταν και τον κοιτούσαν εμβρόντητες. «Υποθέτω ότι είστε η λαίδη Χάμφρεϊ». «Όντως. Κι εσείς ποιος είστε;...» «Ίθαν Σαρπ, μαρκήσιος του Μπέλφορντ, λαίδη μου. Ήρθα για να μιλήσω στην ανιψιά σας». Η Γκρέις απλώς παρακολουθούσε αμίλητη. «Είστε ο πλοίαρχος Σαρπ;» ρώτησε η Ματίλντα με ένα ίχνος έκπληξης στη φωνή της. «Στις διαταγές σας, κυρία μου». Η Ματίλντα πήρε βαθιά εισπνοή και άφησε τον αέρα να βγει αργά. «Μα τότε περάστε, λόρδε μου». Γύρισε προς τον μπάτλερ. «Πάρκερ, θα πάρουμε το τσάι μας στο σαλόνι, σε παρακαλώ». Ο αδύνατος άντρας έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Μάλιστα, λαίδη μου». Η Γκρέις δε σάλεψε από τη θέση της. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε, το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος. Ο Ίθαν ήταν εκεί. Πραγματικά, νόμιζε ότι δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ασυναίσθητα, ακούμπησε το χέρι της στην κοιλιά της. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα έλεγε ο Ίθαν αν μάθαινε ότι είχε μέσα της το παιδί του.

~ 143 ~


Ξαφνικά θυμήθηκε τον τίτλο που είχε αναφέρει. Σίγουρα δεν είχε ακούσει καλά. Ο άνθρωπος ήταν πειρατής, όχι μαρκήσιος. Τι παιχνίδι έπαιζε; Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε. Ήταν ακόμα πιο όμορφος απ’ όσο τον θυμόταν, πιο ψηλός, πιο ευθυτενής, πιο σοβαρός. Ένιωσε το βλέμμα του πάνω της και της κόπηκε η ανάσα. Θυμήθηκε πως ήταν ικανός να το κάνει αυτό με μια του ματιά και θύμωσε. «Αν δεν έχεις αντίρρηση, θεία, μια και με τον πλοίαρχο είμαστε παλιοί γνώριμοι, θα ήθελα να του μιλήσω ιδιαιτέρως για λίγα λεπτά πριν πάρουμε το τσάι μας». Η Ματίλντα περιέφερε το βλέμμα της από τον ένα στην άλλη. «Μπορείτε να μιλήσετε ιδιαιτέρως στο τριανταφυλλί σαλόνι». «Ευχαριστώ». Η Γκρέις γύρισε και προχώρησε χωρίς να περιμένει για να δει αν ο Ίθαν θα την ακολουθούσε, αλλά όταν άκουσε τα βήματά του –κάπως διστακτικά στην αρχή–, κατάλαβε ότι ερχόταν ξοπίσω της. Τον οδήγησε στο σαλόνι και μισόκλεισε πίσω τους την πόρτα. «Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε απερίφραστα, γυρνώντας προς το μέρος του. «Τι θέλεις;» Ο Ίθαν χαμογέλασε σφιγμένα. «Ήλπιζα πως θα μου επιφύλασσες κάπως πιο θερμή υποδοχή. Φαίνεται όμως πως έπεσα έξω και δε με νοστάλγησες καθόλου». Η Γκρέις πήρε μια βαθιά ανάσα, πασχίζοντας να κρατήσει την ψυχραιμία της και ελπίζοντας πως ο Ίθαν δε θα καταλάβαινε πόσο ταραγμένη ήταν. «Τι κάνεις εδώ, πλοίαρχε Σαρπ;» Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της, περιεργάστηκε το βερικοκί φόρεμα και την πράσινη τουνίκ, την καμπύλη του στήθους της, τα μαζεμένα της μαλλιά. Για μια στιγμή της φάνηκε πως είδε κάτι στα μάτια του, αλλά η έκφρασή του δεν είχε αλλάξει. «Θα μπορούσες να πεις ότι έχουμε έναν κοινό φίλο. Η Βικτόρια Ίστον είναι σύζυγος του ξαδέρφου μου». Η Γκρέις ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. Θα πρέπει να ταλαντεύτηκε, γιατί ένιωσε το χέρι του στον αγκώνα της. Ο Ίθαν την κράτησε και τη βοήθησε να καθίσει σε μια καρέκλα. «Κάθισε, που να πάρει η οργή! Δεν ήρθα για να σε αναστατώσω». Η Γκρέις ξεροκατάπιε, πάλεψε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της και πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει. «Τότε γιατί ήρθες;» «Ο Κορντ μου είπε για το παιδί. Ήρθα γιατί θέλω να παντρευτούμε».

~ 144 ~


Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Η πιο έμπιστη φίλη της είχε προδώσει το μυστικό της! Η Βικτόρια την είχε προδώσει και τώρα ο καπετάνιος του διαβόλου είχε έρθει για να την κάνει γυναίκα του. Της ήταν αδύνατον να το πιστέψει. Ανασήκωσε αγέρωχα το κεφάλι της και τον κοίταξε κατάματα. «Βλέπω πως δεν έπαψες να δίνεις διαταγές. Ωστόσο, φαίνεται να σου διαφεύγει πως ο άντρας δεν προστάζει μια γυναίκα να τον παντρευτεί. Της κάνει πρόταση γάμου». «Υπό τις παρούσες συνθήκες κάτι τέτοιο μου φαίνεται περιττό. Είσαι ήδη δύο μηνών έγκυος, είμαι ο πατέρας του παιδιού. Τι άλλο μας μένει να κάνουμε;» Ένα πικρόχολο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της. «Ό,τι πρέπει να γίνει θα το αποφασίσω εγώ. Και η απόφασή μου δεν είναι να σε παντρευτώ». Το σαγόνι του σφίχτηκε. Η Γκρέις θυμόταν πολύ καλά αυτή τη σκληρή έκφραση. «Μην είσαι ανόητη». «Φύγε, Ίθαν. Και οι δυο ξέρουμε ότι δε θέλεις να με παντρευτείς. Φύγε και μην ξαναγυρίσεις». Κάτι άστραψε στα μάτια του και για πρώτη φορά η Γκρέις αντιλήφθηκε ότι κι εκείνος ήταν εξίσου ταραγμένος. Κάποτε είχε πιστέψει ότι τη νοιαζόταν με το δικό του τρόπο. Αλλά είχε κάνει λάθος. Ή μήπως όχι; Ο Ίθαν της έριξε μια τελευταία αγριωπή ματιά, γύρισε και βγήκε από το σαλόνι. Η Γκρέις συνειδητοποίησε ότι πήγαινε να βρει τη θεία της και να της πει την αλήθεια και κόντεψε να λιποθυμήσει. Σηκώνοντας τις φούστες της για να μην την εμποδίζουν, έτρεξε ξοπίσω του. Αλλά προς μεγάλη της απόγνωση, όταν έφτασε στην πόρτα του μεγάλου σαλονιού τη βρήκε κλειδωμένη. *** «Είναι στ’ αλήθεια απαραίτητο, λόρδε μου;» Η θεία της Γκρέις καθόταν σε έναν ελαφρώς φθαρμένο καναπέ, μπροστά στο αναμμένο τζάκι. «Η Γκρέις δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη. Χρειάζομαι τη βοήθειά σας για να την κάνω να λογικευτεί». «Συνεχίστε». Ο Ίθαν δεν προχώρησε από το σημείο όπου στεκόταν, μόλις μέσα από την πόρτα. Αισθανόταν ακόμα τις επιπτώσεις της συνάντησής του

~ 145 ~


με την Γκρέις. Είχε στ’ αλήθεια ξεχάσει την επίδραση που είχε πάνω του; Το πόσο τον έκαναν να υποφέρει από πόθο εκείνα τα καταπράσινα μάτια της; Το πόσο τον έκαναν να την ποθεί, παρ’ όλο που ήξερε ότι ήταν λάθος; «Όπως ασφαλώς γνωρίζετε, η Γκρέις έμεινε τρεις εβδομάδες στο πλοίο μου, το Δαίμονα των Θαλασσών. Σ’ αυτό το διάστημα... σχετιστήκαμε. Για να το θέσω ωμά, η Γκρέις κυοφορεί το παιδί μου. Και ήρθα για να την παντρευτώ». Η ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν και τον κοιτούσε εντελώς ανέκφραστη. «Έτσι, ε;» «Δε φαίνεστε ιδιαίτερα έκπληκτη». «Για την κατάστασή της; Όχι, καθόλου. Εκείνο που με εκπλήσσει πολύ είναι το ότι βρίσκεστε εδώ, γιατί θέλετε να κάνετε το καθήκον σας». «Αν έχετε την καλοσύνη να μου εξηγήσετε τι εννοείτε...» «Γνωρίζω εδώ και αρκετές εβδομάδες ότι η Γκρέις είναι σε ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν σημάδια που μια γυναίκα τα γνωρίζει, βλέπετε. Στην αρχή, είχε πρωινές αδιαθεσίες. Το τελευταίο διάστημα είναι μελαγχολική και αφηρημένη. Ανησυχεί τρομερά. Ήλπιζα, περίμενα, ότι με τον καιρό θα με εμπιστευόταν αρκετά ώστε να ζητήσει τη βοήθειά μου». Το στήθος του Ίθαν σφίχτηκε. Η Γκρέις αγωνιούσε, σίγουρα ήταν τρομαγμένη, κι όμως δε μιλούσε σε κανέναν. «Δε χρειάζεται πλέον τη βοήθειά σας. Σύντομα θα έχει σύζυγο και θα φροντίζει αυτός για τις ανάγκες της». Το σερβίτσιο του τσαγιού βρισκόταν δίπλα της και από το στόμιο της τσαγιέρας έβγαινε ατμός, αλλά η Ματίλντα δεν του πρόσφερε τσάι. «Είστε στ’ αλήθεια μαρκήσιος; Η Γκρέις μου είπε ότι είστε πειρατής». «Ήμουν ιδιώτης καταδρομέας στην υπηρεσία της πατρίδας μου. Όταν πέθανε ο μεγάλος μου αδελφός, έγινα μαρκήσιος του Μπέλφορντ». «Άρα θα είστε σε θέση να προσφέρετε στην Γκρέις τη ζωή που της αξίζει». «Ούτε στην Γκρέις ούτε στο παιδί θα λείψει ποτέ τίποτα». «Η Γκρέις είναι εξαιρετικά ισχυρογνώμων. Έστω κι αν εγώ πιστεύω ότι ο γάμος με τον πατέρα του παιδιού της είναι προς το συμφέρον της, εκείνη θα πρέπει να πείσετε». Η λαίδη Χάμφρεϊ σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Ήταν φανερό ότι η Γκρέις κρυφάκουγε, γερμένη στην

~ 146 ~


πόρτα, γιατί όταν η Ματίλντα την άνοιξε απότομα, λίγο έλειψε να πέσει κάτω. Ο Ίθαν συγκρατήθηκε να μη χαμογελάσει και σκέφτηκε ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε συμβεί αυτό. Και για την ακρίβεια, από τότε που η Γκρέις είχε φύγει από το πλοίο του. Την κοίταξε. Ήταν ψηλή για γυναίκα, πανέμορφη στο πρωινό φως, με τη λάμψη της επερχόμενης μητρότητας να την ομορφαίνει ακόμα περισσότερο. Κι όμως, το ψυχικό της σθένος ήταν ολοφάνερο στην έκφραση του προσώπου της, στην αγέρωχη στάση του σώματός της. Ακριβώς αυτή η δύναμη ήταν που τον είχε τραβήξει κοντά της, το θάρρος της μπροστά στον κίνδυνο. Από τότε που την είχε γνωρίσει δεν είχε μπορέσει να τη βγάλει από το μυαλό του. Και τώρα ένιωθε την ίδια επίδραση, την ίδια ανεπιθύμητη, μαγνητική έλξη που είχε αισθανθεί και τότε. Ακόμα και τώρα, η σκέψη και μόνο να τη ρίξει στο κρεβάτι του τον ερέθιζε, και χαιρόταν που το φράκο του ήταν αρκετά μακρύ ώστε να το κρύβει. Βλαστημώντας νοερά, γύρισε προς την Γκρέις, που τον κοιτούσε αγριωπά από μερικά μέτρα πιο πέρα. «Η θεία σου λέει ότι πρέπει να σε πείσω να με παντρευτείς. Κατά τη γνώμη σου, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχω;» Εκείνη ανασήκωσε το κοκκινωπό φρύδι της. «Δεν είναι δυνατόν να σοβαρολογείς». «Σοβαρολογώ απολύτως. Είσαι εξαιρετικά ευφυής κοπέλα. Τι πρέπει να πω για να σε κάνω να λογικευτείς;» «Δεν το πιστεύω! Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να με πείσει. Εσύ δε μου είπες ότι κάθε φορά που θα με κοιτάζεις θα θυμάσαι τους ανθρώπους που έστειλε ο πατέρας μου στον τάφο; Πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι καν να παντρευτείς μια γυναίκα που σε κάνει να αισθάνεσαι έτσι;» Αλήθεια, πώς ήταν δυνατόν; Και ο ίδιος είχε κάνει αυτή την ερώτηση αμέτρητες φορές στον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο Σκάρμπορο. «Συμβαίνουν πολλά. Οι συνθήκες αλλάζουν. Το παιδί που έχεις μέσα σου είναι δικό μου. Θέλω να του δώσω το όνομά μου». «Είσαι όντως μαρκήσιος;» Ο Ίθαν χαμογέλασε λοξά. «Τόσο δύσκολο σου είναι να το πιστέψεις;»

~ 147 ~


Η Γκρέις του γύρισε την πλάτη. «Σε παρακαλώ, Ίθαν, γύρνα στο Λονδίνο. Έκανες το χρέος σου κι εγώ αρνήθηκα την πρόταση. Είσαι ελεύθερος να συνεχίσεις τη ζωή σου όπως και πριν». Θα μπορούσε να το κάνει, μολονότι οι φίλοι του δε θα το επιδοκίμαζαν. Θα μπορούσε να είναι πάλι ελεύθερος –εκτός από ένα ακόμα βάρος στους ώμους του. Όμως, καθώς κοιτούσε την Γκρέις, ξαφνικά η ζωή που έκανε στο Λονδίνο του φάνηκε ανούσια. Ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και τη γύρισε μαλακά προς το μέρος του. «Δε θέλεις να γεννηθεί νόθο το παιδί σου. Ειδικά εσύ θα έπρεπε να καταλαβαίνεις πόσο σκληρό είναι αυτό. Είμαι μαρκήσιος του Μπέλφορντ. Παντρέψου με και το παιδί θα μεγαλώσει με όλα τα προνόμια που του εξασφαλίζει αυτός ο τίτλος». Εκείνη τον κοίταξε ερευνητικά για κάμποση ώρα, προσπαθώντας να μαντέψει τις σκέψεις του, αλλά δεν ήταν εύκολο, αφού και ο ίδιος δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς σκεφτόταν. «Κι αν το παιδί είναι αγόρι; Αν παντρευτούμε, θα γίνει διάδοχός σου. Είσαι διατεθειμένος να επιτρέψεις στον εγγονό ενός προδότη να κληρονομήσει τον τίτλο των Μπέλφορντ;» Το στομάχι του Ίθαν σφίχτηκε. Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αντιδρούσε τόσο πεισματικά σ’ αυτόν το γάμο. Όμως είχε πάψει πια να του φαίνεται τόσο σημαντικός. Ήταν αποφασισμένος να παντρευτεί την Γκρέις και θα το επιδίωκε με κάθε τρόπο. «Ποτέ δε με ενδιέφερε ο τίτλος. Χαιρόμουν που τον είχε κληρονομήσει ο αδελφός μου, ο Τσαρλς, και όχι εγώ. Ό,τι κι αν έχει κάνει ο πατέρας σου, δεν παύει να είναι μέλος της αριστοκρατίας. Αν το παιδί είναι αγόρι, θα με κληρονομήσει». Η αβεβαιότητα σκοτείνιασε το πρόσωπό της. Ο Ίθαν ήξερε ότι σκεφτόταν το αγέννητο παιδί και το συμφέρον του. Δεν ξεχνούσε την καλοσύνη που είχε δείξει στον μικρό Φρέντι Μπάρτον και δεν αμφέβαλλε ότι θα γινόταν καλή μητέρα. «Ξέρεις ποιο πρέπει να είναι το πρώτιστο μέλημά σου», επέμεινε. «Πες μου ότι θα με παντρευτείς». Ήταν η μόνη λύση και το ήξεραν και οι δυο. Ωστόσο η Γκρέις καθυστέρησε τόσο πολύ να του απαντήσει, που ο Ίθαν άρχισε να εκνευρίζεται. «Εντάξει, θα σε παντρευτώ».

~ 148 ~


Ήταν παράλογο να αισθάνεται ανακούφιση. Είχε δεχτεί να γίνει γυναίκα του, αλλά δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε. «Κανόνισα να βγει ειδική άδεια. Έχω μιλήσει ήδη με τον εφημέριο. Μπορούμε να παντρευτούμε αύριο το απόγευμα». Η βαρόνη, η λαίδη Χάμφρεϊ, σηκώθηκε από τον καναπέ όπου καθόταν και πηγαίνοντας χαμογελαστή κοντά στην ανιψιά της, την αγκάλιασε ζεστά. «Χαίρομαι για σένα, καλό μου παιδί. Πιστεύω ότι πήρες τη σωστή απόφαση». Στράφηκε προς τον Ίθαν. «Καλώς ήρθες στην οικογένειά μας, λόρδε μου». Εκείνος κοίταξε τη μέλλουσα σύζυγό του και κάτι έκανε την καρδιά του να σφιχτεί. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πόσο του είχε λείψει, πόσο πολύ την ήθελε ακόμα. Για μια στιγμή, το πρόσωπο του Χάρμον Τζέφρις πέρασε μπροστά από τα μάτια του και το σαγόνι του σφίχτηκε καθώς προσπαθούσε να βγάλει αυτή την εικόνα από το μυαλό του. Είπε στον εαυτό του ότι δεν είχε καμιά σημασία τίνος κόρη ήταν η Γκρέις –εκείνος είχε κάνει το σωστό. *** Την ημέρα του γάμου η Γκρέις φορούσε το περιδέραιο –το Περιδέραιο της Νύφης, όπως ήταν το απόλυτα ταιριαστό όνομά του. Φώλιαζε στη βάση του λαιμού της, απορροφώντας τη ζεστασιά του δέρματός της και προσφέροντάς της μια παράξενη παρηγοριά εκείνη τη μελαγχολική, συννεφιασμένη μέρα του γάμου της. Είχε επιλέξει ένα φόρεμα από ανοιχτόχρωμο πράσινο μετάξι με μπορντούρα από εκρού δαντέλα στον ποδόγυρο, στα πλαϊνά και κάτω από την ψηλή μέση. Τα στιλπνά μαργαριτάρια ταίριαζαν υπέροχα με την απόχρωση του φορέματος. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι με τη θεία της και τη λαίδη Τουίντ, η Φοίβη της έριξε στον ώμο την κάπα της με τη γούνινη επένδυση. Βγήκαν από την πόρτα και ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν για την εκκλησία του Αγίου Θωμά, στο κέντρο του χωριού. Η άμαξα της Ματίλντα τις περίμενε μπροστά στο σπίτι. Το μαύρο χρώμα της ήταν ξεθωριασμένο και η χρυσή μπογιά των τροχών είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει. Η Γκρέις δεν ξαφνιάστηκε όταν είδε το μολυβένιο

~ 149 ~


ουρανό ούτε όταν ένιωσε τον παγωμένο αέρα που φυσούσε από τη θάλασσα –έφτιαχναν το τέλειο φόντο για τη φάρσα που θα παιζόταν σε λίγο. Τουλάχιστον η μητέρα της θα ήταν ευτυχισμένη. Η Γκρέις της είχε στείλει ένα γράμμα εκείνο το πρωί με το οποίο την πληροφορούσε ότι παντρευόταν το μαρκήσιο του Μπέλφορντ. Παρά τη βιασύνη με την οποία γινόταν ο γάμος και την απουσία μιας πολυάνθρωπης, επιδεικτικής τελετής, η μητέρα της θα εκστασιαζόταν. Ανέκαθεν ονειρευόταν να παντρευτεί η κόρη της αριστοκράτη. Η Γκρέις δεν είχε την ίδια άποψη. Ασυναίσθητα, έφερε το χέρι της στο περιδέραιο. Καθώς η άμαξα κατευθυνόταν προς την εκκλησία, εκείνη σκεφτόταν το θρύλο που συνόδευε τα παμπάλαια μαργαριτάρια και αναρωτιόταν αν ο γάμος της με τον Ίθαν ήταν ένα είδος τιμωρίας για το έγκλημα που είχε διαπράξει, βοηθώντας τον πατέρα της να αποδράσει από τη φυλακή. Ίσως ο υποκόμης ήταν πράγματι προδότης και υπεύθυνος για το θάνατο δεκάδων ανθρώπων. Έτσι ο γάμος της με τον Ίθαν, έναν άνθρωπο που δεν την αγαπούσε καθόλου και περιφρονούσε το αγέννητο παιδί της, ασφαλώς ισοδυναμούσε με ισόβια ποινή. Τα δικά της αισθήματα ήταν ανάμεικτα. Είχε κάνει το λάθος να πιστέψει ότι ο Ίθαν δεν την ενδιέφερε πια. Δεν είχε φανταστεί ότι τη στιγμή που θα τον έβλεπε να στέκεται στο κατώφλι της θείας της η καρδιά της θα σκιρτούσε όπως και πρώτα και ένα σμάρι πεταλούδες θα φτερούγιζαν στο στομάχι της. Επί μήνες έλεγε ψέματα στον εαυτό της, προσπαθώντας να τον πείσει ότι η έλξη που είχε αισθανθεί γι’ αυτόν ήταν ένα παροδικό καπρίτσιο που την είχε οδηγήσει στην καταστροφή. Τώρα συνειδητοποιούσε ότι ένιωθε τον ίδιο μαγνητισμό όπως και τις μέρες που βρισκόταν πάνω στο πλοίο. Και μόνο που τον κοιτούσε, ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται, λαχταρούσε να τον αγγίξει, λαχταρούσε να την αγγίξει εκείνος. Ήταν παράλογο. Γελοίο. Ο άνθρωπος ήταν η χειρότερη επιλογή για σύζυγο που θα μπορούσε να κάνει. Είχαν συμβεί τόσα πολλά, είχαν μεσολαβήσει τόσα γεγονότα, που ήταν σίγουρη ότι δε θα μπορούσε να βρει κανενός είδους ευτυχία κοντά του. Ο Ίθαν ήταν ένας άνθρωπος που η μανία της εκδίκησης τον κατέτρωγε κι εκείνη δεν αμφέβαλλε ούτε

~ 150 ~


στιγμή ότι ήταν αποφασισμένος να στείλει με κάθε τρόπο τον πατέρα της στην κρεμάλα. «Να τη, μετά απ’ αυτή τη γωνία». Καθισμένη απέναντι από την Γκρέις και τη θεία της, η Ελβίρα Τουίντ έδειξε το ψηλό τετράγωνο καμπαναριό της παμπάλαιας εκκλησίας. Ήταν τουλάχιστον τριακοσίων ετών και όλα αυτά τα χρόνια στεκόταν σαν φύλακας στο χωριό, σαν βοσκός που προστάτευε το κοπάδι του. Η Γκρέις είχε παρακολουθήσει λειτουργίες εκεί, μαζί με τη θεία της και τη λαίδη Τουίντ. Γνώριζε τον εφημέριο Πόλσον, τη γυναίκα του και τους δυο γιους τους. Ένας τόσο εσπευσμένος γάμος σίγουρα θα έκανε τον εφημέριο να απογοητευτεί. Τα δύο άλογα που έσερναν την άμαξα σταμάτησαν μπροστά στην εκκλησία, που ήταν πνιγμένη στον κισσό. Το τρίχωμα των ζώων ήταν ελαφρώς απεριποίητο, οι κοιλιές τους κάπως χοντρές – ακόμα κι αυτά είχαν αρχίσει να δείχνουν την ηλικία τους, όπως και ό,τι άλλο ανήκε στη θεία της. Οι τροχοί σταμάτησαν και η νευρικότητά της μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Ένιωθε σαν υπνοβάτης, λες και ζούσε τη ζωή κάποιας άλλης. Γιατί η Γκρέις Τσέιστεν δεν ήταν δυνατόν να παντρεύεται έναν άνθρωπο που της ήταν ουσιαστικά άγνωστος. Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να στυλωθεί και γύρισε για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Ξαφνιάστηκε όταν είδε το μεγαλόσωμο Σκοτσέζο, τον Άνγκους Μακσέιν, να περιμένει στο χαλικοστρωμένο μονοπάτι της εκκλησίας. Φορούσε ένα σκούρο πράσινο κιλτ, την επίσημη ενδυμασία της πατρίδας του. Προχωρώντας μπροστά, άνοιξε την πόρτα της άμαξας πριν προλάβει να την ανοίξει ο υπηρέτης και άπλωσε ιπποτικά το χέρι του προς τις κυρίες που κάθονταν μέσα. «Λαίδη μου», είπε στη Ματίλντα, κάνοντας μια υπόκλιση. «Ω κύριε Μακσέιν! Τι χαρά που σας ξαναβλέπουμε». Η Ματίλντα στράφηκε στη φίλη της. «Λαίδη Τουίντ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω έναν καλό φίλο της ανιψιάς μου, τον κύριο Μακσέιν». «Χαίρω πολύ», απάντησε η στρουμπουλή γυναίκα. «Παρομοίως», αποκρίθηκε ο Άνγκους. Χαμογέλασε στην Γκρέις. «Λοιπόν, κοπελιά μου, τα κατάφερες αυτή τη φορά», είπε γελώντας. «Καιρός ήταν να νοικοκυρευτεί το παλικάρι μας».

~ 151 ~


Η Γκρέις δεν ήξερε τι να απαντήσει σ’ αυτό, αλλά στο τέλος δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, Άνγκους». Οι δυο ηλικιωμένες γυναίκες κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία, αφήνοντας την Γκρέις στη φροντίδα του Άνγκους. Εκείνος της πρόσφερε το μπράτσο του. «Ας πηγαίνουμε, κορίτσι μου. Ο καπετάνιος θα με γδάρει ζωντανό αν δεν του παραδώσω τη νυφούλα του». Η Γκρέις του έσφιξε για μια στιγμή το μπράτσο. «Χαίρομαι που είσαι εδώ, Άνγκους». «Ούτε ένα σύνταγμα Βρετανών γρεναδιέρων δε θα μπορούσε να με κρατήσει μακριά, κορίτσι μου». Η Γκρέις χαμογέλασε πάλι και η έντασή της μετριάστηκε κάπως. Ο Άνγκους ήταν καλός μαζί της από την πρώτη στιγμή και ήξερε ότι μπορούσε να βασίζεται πάνω του. Η εκκλησία ήταν μικρή αλλά πανέμορφη, με χοντρούς πέτρινους τοίχους, ψηλά παράθυρα με βιτρό και χοντρά ξύλινα δοκάρια στην οροφή. Ένα τμήμα του εσωτερικού της ήταν ντυμένο με ζεστό, βερνικωμένο ξύλο και δεκάδες κεριά φώτιζαν το κεντρικό κλίτος. Η Γκρέις σταμάτησε για μια στιγμή μέσα από την πόρτα για να δεχτεί τις ευχές της θείας της και της λαίδης Τουίντ κι έπειτα οι δυο γυναίκες προχώρησαν και κάθισαν στα στασίδια τους. Η Γκρέις ξαφνιάστηκε και χάρηκε όταν είδε τον νεαρό Φρέντι Μπάρτον να κάθεται σε ένα στασίδι και να κρατάει το διπλανό για τον Άνγκους. Το ξανθό αγόρι τής έγνεψε και η Γκρέις του χαμογέλασε. Δίπλα του, η Φοίβη Μπλουμ, συγκινημένη, πίεζε το μαντιλάκι στη μύτη της, κλαίγοντας σιγανά. Ήταν μια περίεργη συνάθροιση, αλλά όλοι τους ήταν φίλοι της και χαιρόταν που τους είχε κοντά της. Το βλέμμα της στράφηκε προς το βωμό, όπου στεκόταν και περίμενε ο εφημέριος Πόλσον. Ήταν ένας αδύνατος άντρας γύρω στα σαράντα με αραιά καστανά μαλλιά και γλυκά μάτια. Μπροστά του στεκόταν ο Ίθαν και κοιτούσε προς το διάδρομο, ψηλός και απίστευτα ωραίος, με τα μαύρα του μαλλιά χτενισμένα άψογα, φορώντας ένα μπορντό φράκο τόσο σκούρο που φαινόταν σχεδόν σαν μαύρο, ένα ασημί γιλέκο και ένα σκούρο γκρίζο παντελόνι. Στην απαλή αναλαμπή των κεριών, η Γκρέις είδε πως το σαγόνι του ήταν σφιγμένο, η έκφρασή του επιφυλακτική. Αλλά καθώς πλησίαζε,

~ 152 ~


στηριγμένη στο μπράτσο του Άνγκους, πρόσεξε επίσης ότι τα ανοιχτογάλανα μάτια του ήταν γεμάτα ταραχή, και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Το χέρι της έτρεμε ελαφρά όταν ο Άνγκους το απόθεσε στο χέρι του Ίθαν και στράφηκαν προς τον εφημέριο. Η Γκρέις προσπάθησε να συγκεντρωθεί σ’ αυτά που έλεγε ο εφημέριος Πόλσον, προσπάθησε να δώσει τις σωστές απαντήσεις όταν έπρεπε, αλλά οι σκέψεις της κάθε τόσο γυρνούσαν στον Ίθαν και σ’ αυτό που είχε διακρίνει στο βλέμμα του. Όταν η τελετή πλησίαζε στο τέλος της, γύρισε προς το μέρος του και είδε πάλι την ίδια έκφραση στο πρόσωπό του καθώς την κοιτούσε. «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σας ονομάζω συζύγους. Ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω». Ο εφημέριος χαμογέλασε. «Μπορείτε να φιλήσετε τη σύζυγό σας, λόρδε μου». Για μια στιγμή ο Ίθαν δεν κουνήθηκε από τη θέση του και η Γκρέις σκέφτηκε ότι η εχθρότητά του απέναντί της ήταν πολύ βαθύτερη απ’ όσο νόμιζε. Τότε όμως έσκυψε προς το μέρος της και ακούμπησε τα χείλη του πολύ απαλά στα δικά της. Η Γκρέις έκλεισε τα μάτια της και ανάσανε τη γνώριμη μυρωδιά του, ένιωσε την υφή του φράκου του κάτω από τα δάχτυλά της. Και τα χείλη του της ήταν γνώριμα –απαλά και σταθερά, αρρενωπά και μεθυστικά. Όταν μισάνοιξε τα δικά της, το φιλί του βάθυνε και τα στόματά τους έσμιξαν και έλιωσαν. Ένιωσε τα χέρια του στους ώμους της και το φιλί τους έγινε ακόμα πιο φλογερό. Ασυναίσθητα έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω και επέτρεψε στη γλώσσα του να βυθιστεί στο στόμα της. Ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά να την τυλίγει και ο Ίθαν θα πρέπει να αισθάνθηκε κάτι παρόμοιο, γιατί προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά της. «Ίθαν...» ψιθύρισε κι εκείνος διεκδίκησε για μια ακόμα φορά τα χείλη της. Κάποιος έκανε ένα θόρυβο που αντήχησε στους πέτρινους τοίχους της εκκλησίας και η Γκρέις συνειδητοποίησε ότι ο Άνγκους ξερόβηχε επιδεικτικά, προσπαθώντας να τους θυμίσει πού βρίσκονταν. Τραβήχτηκαν προς τα πίσω ταυτόχρονα. Το πρόσωπο της Γκρέις έγινε κατακόκκινο από ντροπή, ενώ τα μάγουλα του Ίθαν αναψοκοκκίνισαν. Εκείνος κοίταξε αλλού κι έπειτα πάλι εκείνη, και η Γκρέις κατάλαβε πως είχε θυμώσει με τον

~ 153 ~


εαυτό του γι’ αυτή τη στιγμιαία απώλεια αυτοελέγχου. «Νομίζω πως είναι ώρα να φύγουμε», της είπε και το πρόσωπό του έγινε πάλι μια ανέκφραστη μάσκα. Η Γκρέις τον έπιασε αγκαζέ με χέρι που έτρεμε. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος. Ήταν παντρεμένη, αλλά ο γάμος είχε γίνει από ανάγκη και δεν είχε ούτε ίχνος χαράς. «Νομίζω ότι η λαίδη Τουίντ έχει ετοιμάσει ένα γαμήλιο γεύμα προς τιμήν μας», είπε ο Ίθαν. «Πολύ σωστά». Η στρουμπουλή γυναίκα προχώρησε και στάθηκε δίπλα τους. «Το προσωπικό μου μοχθούσε όλο το πρωί. Κι εκτός απ’ αυτό, έχω ετοιμάσει μια ειδική σουίτα. Θα ήταν τιμή μου αν μένατε στο Σίκλιφ απόψε». Για μια στιγμή η Γκρέις είχε την εντύπωση ότι ο Ίθαν θα αρνιόταν. Της είχε πει ότι είχε έρθει με το Δαίμονα των Θαλασσών για να γλιτώσει χρόνο και πίστευε ότι θα ήθελε να φύγουν αμέσως μετά το γάμο. Τότε όμως το βλέμμα του στράφηκε στο νυφικό της, θυμήθηκε ότι τώρα πια ήταν παντρεμένος και κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Η τιμή είναι δική μας». Η Γκρέις ένιωσε ένα απρόσμενο κύμα ανακούφισης. Άλλη μια νύχτα πριν αναχωρήσουν για το Λονδίνο και τη ζωή για την οποία ήταν εντελώς απροετοίμαστη. «Ευχαριστώ», του είπε και χαμογέλασε με δυσκολία. «Σήμερα είναι η πρώτη ημέρα του γάμου μας. Θέλω να δω τη γυναίκα μου ευτυχισμένη». Όμως το ύφος του έλεγε κάτι εντελώς διαφορετικό. Το βλέμμα του είχε γίνει φλογερό και έντονο και η Γκρέις ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί, όταν η πόρτα της σουίτας τους θα έκλεινε. Η καρδιά της φτερούγισε. Τώρα του ανήκε· θα μπορούσε να διεκδικήσει τα συζυγικά του δικαιώματα όποτε του έκανε κέφι. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Και δεν ήξερε αν ήταν από φόβο ή αδημονία.

~ 154 ~


13 Tο σπίτι της λαίδης Τουίντ ήταν στ’ αλήθεια υπέροχο. Η Γκρέις το είχε επισκεφθεί και άλλες φορές, φυσικά, μαζί με τη θεία της. Την πρώτη φορά είχε εκπλαγεί από το μέγεθος του πλούτου της λαίδης Τουίντ. Το Σίκλιφ ήταν το πιο μεγαλόπρεπο αρχοντικό σε όλο το Βόρειο Γιόρκσαϊρ, με πενήντα τόσες κρεβατοκάμαρες, μια τεράστια αίθουσα χορού, μια βιβλιοθήκη με πλήθος βιβλία, πολλά δωμάτια μουσικής και αμέτρητα σαλόνια, επίσημα και ανεπίσημα. Το γαμήλιο γεύμα δινόταν στο χρυσό σαλόνι, ένα μεγαλειώδες δωμάτιο με μαύρες μαρμάρινες κολόνες και γυαλιστερά μαρμάρινα πατώματα, μαύρα και χρυσά έπιπλα, βάζα και χαλιά από την Ανατολή. Είχε μια σειρά από ψηλά παράθυρα με θέα στη θάλασσα και όσο η θεία της και η λαίδη Τουίντ κουβέντιαζαν εγκάρδια με τον Άνγκους, και ο Ίθαν μιλούσε με τον εφημέριο και τη γυναίκα του, η Γκρέις αναζήτησε τον μικρό Φρέντι, που στεκόταν και θαύμαζε την απίστευτη θέα από το παράθυρο. Ο ωκεανός απλωνόταν επί μίλια ολόκληρα, γκρίζος εκείνη τη βροχερή μέρα, και τα κύματα άφριζαν στον ορίζοντα και πυκνά μαύρα σύννεφα κυλούσαν πάνω από το νερό. Ήταν μια σκυθρωπή, ανήλιαγη μέρα που ταίριαζε στη διάθεσή της. Γυρνώντας από το παράθυρο, προσπάθησε να σκεφτεί κάτι πιο χαρούμενο και χαμογέλασε στον μικρό Φρέντι. «Χαίρομαι τόσο πολύ που σε έφερε μαζί του ο καπετάνιος». Ο μικρός χαμογέλασε πλατιά. «Τώρα μένω μαζί του –κι εγώ και ο Σκούνας. Εκπαιδεύομαι για σταβλίτης». «Αυτό είναι υπέροχο, Φρέντι. Ώστε δουλεύεις στους στάβλους; Στο σπίτι του πλοιάρχου στο Λονδίνο;» Δε γνώριζε και πολλά πράγματα για τον άνθρωπο που ήταν πια σύζυγός της, ούτε καν πού ζούσε. Όποτε τον σκεφτόταν, τον φανταζόταν στην καμπίνα του πλοίου του. «Μάλιστα, στο Λονδίνο, δεσποινίς... θέλω να πω, λαίδη μου. Εγώ κι ο Σκούνας έχουμε ένα ωραίο δωμάτιο πάνω από το αμαξοστάσιο». «Άρα θα βλεπόμαστε συχνά, όπως είπες και κάποτε».

~ 155 ~


«Φοβάμαι πως όχι, λαίδη μου. Ο καπετάνιος δε θα σας πάει στο Λονδίνο, θα σας πάει στο Μπέλφορντ Παρκ –στο σπίτι του στην εξοχή. Φαντάζομαι πως είναι πολύ ωραίο μέρος». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου». Βλέποντας τον Ίθαν να έρχεται προς το μέρος τους, ο Φρέντι ζήτησε συγνώμη, στηρίχτηκε στην πατερίτσα του και προχώρησε προς το τραπέζι με τα εδέσματα που ήταν στρωμένο με λευκό λινό τραπεζομάντιλο και τοποθετημένο σε έναν τοίχο. Ο Ίθαν σταμάτησε δίπλα της. «Είσαι καλά; Μου φαίνεσαι κάπως χλομή». «Απλώς λίγο κουρασμένη. Ήταν μια κοπιαστική μέρα». «Ναι, το καταλαβαίνω». «Ο Φρέντι λέει ότι δε θα γυρίσουμε στο Λονδίνο». «Όχι. Θα αφήσουμε το πλοίο στη Βοστόνη, ένα λιμάνι εδώ πιο κάτω στην ακτή. Από κει θα πάρουμε άμαξα και θα μας μεταφέρει στο Μπέλφορντ Παρκ. Είναι νοτιοδυτικά του Νορθάμπτον. Έτσι το ταξίδι θα είναι πιο σύντομο παρά να πάμε στο Μπέλφορντ μέσω Λονδίνου. Άλλωστε μάλλον θα χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να συνηθίσεις στην ιδέα ότι είσαι παντρεμένη γυναίκα». «Ναι, δεν έχεις άδικο». «Η χήρα του Τσαρλς μένει εκεί. Πιστεύω ότι θα τη συμπαθήσεις». Η Γκρέις θυμόταν ότι ο Τσαρλς ήταν ο αδελφός από τον οποίο ο Ίθαν είχε κληρονομήσει τον τίτλο. «Είμαι βέβαιη ότι θα τη συμπαθήσω». Δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει από τις αποφάσεις του Ίθαν, ειδικά τη στιγμή που δεν είχε μπει καν στον κόπο να συζητήσει μαζί της πριν καταλήξει. Βέβαια, στην παρούσα κατάστασή της δεν ανυπομονούσε καθόλου να επιστρέψει στο Λονδίνο, αφού ακόμα και η Τόρι φαινόταν πως την είχε εγκαταλείψει. Από την άλλη μεριά, επειδή γνώριζε καλά τη φίλη της, υποψιαζόταν πως η Τόρι θεωρούσε ότι αυτό ήταν το καλύτερο για κείνη. Προφανώς δεν ήξερε τον Ίθαν Σαρπ τόσο καλά, διαφορετικά θα είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό. *** Η ώρα πέρασε και ήρθε η στιγμή οι νεόνυμφοι να αποσυρθούν. Νωρίτερα η οικοδέσποινά τους, η λαίδη Τουίντ, τους είχε δείξει τη σουίτα

~ 156 ~


τους, ένα εξαίσιο δωμάτιο με ροδί βελούδο και χρυσό. Ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό και ροδί βελούδινες κουρτίνες βρισκόταν σε ένα υπερυψωμένο βάθρο και μια γλυκιά φωτιά έκαιγε σε ένα εντυπωσιακό μαρμάρινο τζάκι. Ένα καθιστικό με επίχρυσα έπιπλα ταπετσαρισμένα με ιβουάρ ύφασμα επικοινωνούσε με το υπνοδωμάτιο και στο πλάι υπήρχε ένα μπουντουάρ. Ο Ίθαν έκλεισε την πόρτα του δωματίου και ακούγοντας τον ήχο, η Γκρέις γύρισε αλαφιασμένη. Ήταν παντρεμένη, ο Ίθαν ήταν άντρας της. Σίγουρα θα είχε απαιτήσεις. Αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς περίμενε από κείνη. «Έδωσα στη Φοίβη άδεια για απόψε», της είπε. «Αν θυμάσαι, έχω παίξει κι άλλη φορά την καμαριέρα σου. Υποθέτω ότι απόψε δε θα είναι δυσκολότερο». «Ναι... όχι... θέλω να πω...» «Έλα εδώ, Γκρέις». Η Γκρέις πήγε προς το μέρος του με πόδια που τα ένιωθε ξύλινα. Είχαν περάσει μήνες από την τελευταία φορά που τον είχε δει, μήνες από την τελευταία φορά που ήταν μαζί της. Της φαινόταν ξένος και άγνωστος κι όμως ήταν υποχρεωμένη να τον υπακούσει. Μια αστραπή φώτισε το παράθυρο καθώς η καταιγίδα πλησίαζε και αμέσως ακολούθησε μια δυνατή βροντή. Η Γκρέις ένιωθε τα ίδια ταραγμένα συναισθήματα να βράζουν μέσα της. Τον πλησίασε και του γύρισε την πλάτη, κι εκείνος, αφού ξεκούμπωσε το περιδέραιό της, το έριξε στην παλάμη του και το άφησε στην τουαλέτα με τη μαρμάρινη επιφάνεια. Η Γκρέις ένιωσε γυμνή χωρίς αυτό. Τα κουμπιά που έκλειναν το φόρεμά της τράβηξαν κατόπιν την προσοχή του και τα λεπτά, μακριά δάχτυλά του τα άνοιξαν με ευκολία. Το ντεκολτέ χαμήλωσε και η Γκρέις προσπάθησε να απομακρυνθεί. «Μείνε εκεί που είσαι. Άσε με να σου λύσω τα μαλλιά». Η Γκρέις στάθηκε άκαμπτη, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του, όσο εκείνος τραβούσε τις φουρκέτες μία μία και τις άφηνε στην τουαλέτα δίπλα στο κολιέ. Μία μία, οι βαριές μπούκλες άρχισαν να πέφτουν σαν καταρράκτης στους ώμους και την πλάτη της. Ένιωσε τα χέρια του να ανασηκώνουν τη βαριά τους μάζα κι έπειτα τη γύρισε προς το μέρος του.

~ 157 ~


Τη φίλησε απαλά στα χείλη, αλλά δεν επέμεινε. «Ποτέ δεν έπαψα να σε θέλω, Γκρέις. Ούτε μετά που κάναμε έρωτα, ούτε όλους αυτούς τους μήνες που ήμουν μακριά». «Όλα ήταν τόσο διαφορετικά εκείνη τη νύχτα. Τώρα δε μου φαίνεται αληθινό». Εκείνος της χάιδεψε το μάγουλο με το δάχτυλό του. «Σου υπόσχομαι ότι σε λίγα λεπτά θα σου φαίνεται πολύ αληθινό». Το στομάχι της τρεμούλιασε. Θυμόταν το χάδι του, τον τρόπο που είχε γεμίσει το κορμί της εκείνη τη νύχτα. Θυμόταν την ευχαρίστηση. Προσπάθησε να μη θυμηθεί τι είχε γίνει μετά, τον τρόπο που την είχε αποδιώξει, κοιτάζοντάς τη με τόση περιφρόνηση. Τώρα ήταν γυναίκα του. Ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Αφήνοντάς τον στην κρεβατοκάμαρα, πήγε στο μπουντουάρ κι εκείνος πλησίασε στον μπουφέ και έβαλε ένα σέρι για κείνη και ένα μπράντι για τον εαυτό του. Στο μικρό δωμάτιο με το μαρμάρινο πάτωμα, η Γκρέις βρήκε ένα μεταξωτό σμαραγδί νυχτικό, ριγμένο στην πλάτη μιας βελούδινης πολυθρόνας. Πάνω του ήταν αφημένο ένα σημείωμα από τη θεία της τη Ματίλντα. Για την πρώτη νύχτα του γάμου σου, καλή μου. Η γυναίκα πρέπει να είναι όμορφη για τον άντρα της. Με πολλή αγάπη, η θεία σου. Η Γκρέις έπιασε το νυχτικό με την ψηλή μέση. Το κορσάζ ήταν από λεπτή δαντέλα στο ίδιο χρώμα με το μεταξωτό ύφασμα, τόσο αραχνοΰφαντη που ήταν διάφανη. Το νυχτικό ήταν σχεδόν ξεδιάντροπο και όταν σκέφτηκε τη σεμνή και καθώς πρέπει θεία της, της ήρθε να χαμογελάσει. Έβγαλε το νυφικό της και την κεντητή καμιζόλα, τα ανοιχτοπράσινα γοβάκια, τις ζαρτιέρες και τις κάλτσες της. Περνώντας το νυχτικό από το κεφάλι της, το τράβηξε προς τα κάτω και διαπίστωσε ότι της ερχόταν γάντι. Τόνιζε διακριτικά τους γοφούς της και έφτανε μέχρι το πάτωμα, ενώ το αποκαλυπτικό ντεκολτέ αγκάλιαζε απαλά τα στήθη της, κρύβοντας μόλις και μετά βίας τις θηλές της. Γυρνώντας προς τον καθρέφτη, είδε τον εαυτό της όπως θα την έβλεπε ο Ίθαν –θηλυκή και σαγηνευτική, ένα εντελώς διαφορετικό πλάσμα από κείνο που είχε μπει στην κρεβατοκάμαρα– και ξαναβρήκε ένα μέρος της αυτοπεποίθησής της. Κάποτε τον είχε ποθήσει, τον ήθελε στο κρεβάτι της, για την ακρίβεια η ίδια τον είχε καλέσει εκεί.

~ 158 ~


Ρίχνοντας πίσω τα μαλλιά της, με το κεφάλι ψηλά, βγήκε από το μπουντουάρ. Ο Ίθαν την είδε και το χέρι του που κρατούσε το ποτήρι με το μπράντι έμεινε μετέωρο. «Θεέ Μεγαλοδύναμε...» Άφησε το ποτήρι στο τραπέζι και πήγε προς το μέρος της. Είχε αλλάξει και φορούσε μια μπορντό μεταξωτή ρόμπα που άνοιγε όταν περπατούσε και η Γκρέις είδε το πλατύ του στήθος και το σκούρο τρίχωμα που το κάλυπτε. Το στομάχι της συσπάστηκε και στάθηκε μπροστά του με πόδια που έτρεμαν. Το βλέμμα του ήταν φλογερό και γεμάτο πάθος καθώς πλανιόταν πάνω της, σταματώντας για κάμποσες στιγμές στα στήθη της. Μετά τα μάτια του βρήκαν τα δικά της και η Γκρέις διάβασε εκεί τη λαχτάρα και την ανάγκη που δεν έκανε πια τον κόπο να της κρύβει. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε, και ο χρόνος σταμάτησε. Η Γκρέις ξαναβρέθηκε στο πλοίο του, στην καμπίνα του, αδημονώντας να της κάνει έρωτα. Τα χείλη της άνοιξαν κάτω από τα δικά του και τον γεύτηκε, γεύτηκε την αρρενωπότητα και τη δύναμη που την είχαν τραβήξει κοντά του εξαρχής. Η γλώσσα του γλίστρησε στο στόμα της και η γνώριμη κάψα, γλυκιά και σαγηνευτική, την τύλιξε. Ο Ίθαν τη φιλούσε ξανά και ξανά, φιλούσε το λαιμό της, το λοβό του αυτιού της. «Θεέ μου, πόσο μου έλειψες...» Τα λόγια του τη συγκλόνισαν, της έδωσαν ελπίδα. Δεν ήξερε τι της επιφύλασσε το μέλλον, αλλά ετούτη τη νύχτα ο Ίθαν ήταν δικός της και τον ήθελε ακόμα περισσότερο απ’ όσο πριν. «Ίθαν...» Η Γκρέις έγειρε προς το μέρος του, ανταποδίδοντάς του τα φιλιά με όλη της την αγάπη, κι εκείνος τη φίλησε με ακόμα μεγαλύτερο πάθος. Καυτά, ατελείωτα φιλιά, μεθυστικά φιλιά, που την έκαναν να ψιθυρίζει βραχνά το όνομά του. Ένιωσε τα χέρια του στο στήθος της, τα δάχτυλά του να τρίβουν τις θηλές της πάνω από την πράσινη δαντέλα. Το ύφασμα τις ερέθισε, κάνοντάς τες να σφιχτούν σε σημείο που καταντούσε σχεδόν οδυνηρό. Το στόμα του αντικατέστησε τα χέρια του και τη φίλησε πάνω από τη δαντέλα, υγραίνοντας το ύφασμα με τη γλώσσα του καθώς διέγραφε κύκλους γύρω από τις θηλές της. Τα γόνατά της λύθηκαν και όλο της το είναι έπιασε φωτιά. Το χέρι του σκέπασε την απαλή καμπύλη της κοιλιάς της, σταμάτησε εκεί για μια στιγμή κι έπειτα κατέβηκε χαμηλότερα, χαϊδεύοντάς την πάνω από

~ 159 ~


το μετάξι και υγραίνοντας το ύφασμα καθώς πίεζε την παλάμη του ανάμεσα στα πόδια της. Μετά κατέβασε τις τιράντες του νυχτικού από τους ώμους της και το τράβηξε ως τη μέση της, αφήνοντας τα στήθη της γυμνά. Το νυχτικό γλίστρησε από τους γοφούς της και έπεσε στο πάτωμα, γύρω από τα πόδια της. Ο Ίθαν φίλησε το λαιμό και την κλείδα της, κι έπειτα κατέβηκε προς τα στήθη της. Τα πήρε στο στόμα του, τα γεύτηκε και τα ερέθισε ώσπου η Γκρέις άρχισε να βογκάει. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στο μαύρο μετάξι των μαλλιών του, καθώς εκείνος προχωρούσε χαμηλότερα, σέρνοντας τη γλώσσα του γύρω από τον αφαλό της, φιλώντας την ελαφρώς φουσκωμένη κοιλιά της. Η Γκρέις έβγαλε ένα επιφώνημα όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να εισβάλλουν μέσα της και μετά τη ζεστασιά του στόματός του στο ερεθισμένο κορμί της. «Ίθαν... Ω Θεέ μου...» Η ηδονή την πλημμύρισε. Σκέφτηκε να τραβηχτεί μακριά του, γιατί δεν άντεχε αυτή την ξαφνική οικειότητα, αλλά εκείνος την άδραξε από τους γλουτούς, την κράτησε στη θέση της και συνέχισε την επίθεσή του. Το στόμα και η γλώσσα του έκαναν τα μαγικά τους και τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Το κεφάλι της έπεσε προς τα πίσω και έφτασε στην κορύφωση μέσα από αλλεπάλληλα αισθησιακά κύματα που έσπαζαν μέσα της ξανά και ξανά. Σωριάστηκε στην αγκαλιά του κι εκείνος την κράτησε στο στήθος του και τη μετέφερε στο κρεβάτι με τα βελούδινα παραπετάσματα. Ακουμπώντας τη στο κέντρο του, ήρθε από πάνω της, ρίχνοντας το βάρος του στους αγκώνες του, και οι κουρτίνες τούς έκλεισαν σε ένα δικό τους κόσμο. Συνέχισε να τη φιλάει ξανά και ξανά σαν να μην μπορούσε να τη χορτάσει. Η Γκρέις λάτρευε τη γεύση του, την αίσθηση του δυνατού, λυγερού κορμιού του που την πίεζε πάνω στο στρώμα. Λάτρευε την καθαρή, φρέσκια μυρωδιά του δέρματός του που για κάποιο λόγο της θύμιζε τη θάλασσα. Ο Ίθαν άνοιξε τα πόδια της και πήρε θέση ανάμεσά τους, εξακολουθώντας να τη φιλάει με πάθος καθώς βρήκε την τρυφερή της σάρκα και άρχισε να γλιστράει αργά μέσα. Ήταν υγρή και σφιχτή κι εκείνος ήταν σκληρός και έτοιμος. «Ω Θεέ μου, δε θέλω να σε πονέσω πάλι». Η Γκρέις βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. «Δε θα με πονέσεις. Έλα μέσα μου, Ίθαν, θέλω τόσο πολύ να σε νιώσω μέσα μου».

~ 160 ~


Κάτι άστραψε στο βάθος των ματιών του, κάτι που έμοιαζε πολύ με λαχτάρα. Τα λόγια της του έδωσαν θάρρος και λικνίστηκε πιο βαθιά, πιέζοντας σταθερά προς τα μπρος ώσπου τη γέμισε εντελώς. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε και οι μύες του σφίχτηκαν από την προσπάθεια να συγκρατηθεί. Η Γκρέις ξεροκατάπιε και συγκράτησε τα δάκρυα που είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της. Ποτέ δεν είχε νιώσει μεγαλύτερη ευδαιμονία από τις στιγμές που ήταν ενωμένη μαζί του. «Λατρεύω την αίσθηση του κορμιού σου. Φίλησέ με...» Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Έσκυψε το κεφάλι του και τη γεύτηκε. Φιλώντας την, βυθίστηκε μέσα της και το σώμα της τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο ρυθμός του επιταχύνθηκε και κάθε ώθηση την έφερνε όλο και πιο ψηλά. Απανωτά κύματα καυτής ηδονής απλώνονταν μέσα της και ξαφνικά πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα ανοίχτηκε ένας γαλαξίας και το κορμί της έπιασε φωτιά. Ένα τελευταίο κύμα την παρέσυρε και ένας λυγμός πνίγηκε στο λαρύγγι της. Ο Ίθαν την ακολούθησε μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, βογκώντας δυνατά καθώς σκόρπιζε τους χυμούς του κορμιού του μέσα της. Η Γκρέις σκέφτηκε ότι ο σπόρος του μεγάλωνε ήδη στο κορμί της και για πρώτη φορά αυτή η γνώση τής έδωσε χαρά. Ήταν παντρεμένη με τον πατέρα του παιδιού της. Θα γίνονταν οικογένεια. Θα έβρισκε τρόπο να βοηθήσει τον Ίθαν να ξεπεράσει το παρελθόν, θα έβρισκε έναν τρόπο να γίνουν ευτυχισμένοι. Επέστρεψαν στην πραγματικότητα μαζί, μένοντας αγκαλιασμένοι να ακούν τη θύελλα να λυσσομανάει έξω από το παράθυρο και τα κύματα να σπάνε στην ακτή, στα ριζά του γκρεμού. Ο Ίθαν της έκανε πάλι έρωτα λίγο αργότερα και ξανά πριν από τα ξημερώματα. Ύστερα η Γκρέις βυθίστηκε σε ένα βαθύ, γαλήνιο ύπνο. Όταν ξύπνησε, ο Ίθαν δεν ήταν εκεί. *** Η Φοίβη εμφανίστηκε με το δίσκο του πρωινού της. Η κοπέλα χαμογελούσε αναψοκοκκινισμένη και το πρόσωπό της έγινε ακόμα πιο κόκκινο όταν έσκυψε για να σηκώσει από το πάτωμα το πράσινο μεταξωτό νυχτικό.

~ 161 ~


«Καλημέρα, λαίδη μου». Τα σκούρα μαλλιά της γυάλιζαν στο φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο καθώς άφηνε το δίσκο με τη σοκολάτα και τα κέικ στο κρεβάτι. «Ο κύριος περιμένει κάτω. Ήρθα να μαζέψω τα πράγματά σας και να σας βοηθήσω να ντυθείτε για το ταξίδι. Ο κύριος λέει πως το πλοίο θα σαλπάρει αμέσως μόλις φτάσουμε». Η Γκρέις είχε ξεχάσει ότι η Φοίβη θα ταξίδευε μαζί τους κι αυτό της πρόσφερε μια κάποια ανακούφιση. Ήπιε τη σοκολάτα και έφαγε με το ζόρι ένα κέικ, αλλά τα νεύρα της ήταν τόσο τεντωμένα, που δεν μπόρεσε να τα απολαύσει. Ανυπομονούσε να δει τον Ίθαν, να δει τι υποδοχή της επιφύλασσε εκείνο το πρωί. Η Φοίβη τη βοήθησε να φορέσει ένα ανοιχτόχρωμο γκρι φόρεμα με κόκκινη μπορντούρα. Η Γκρέις ντύθηκε γρήγορα, κι έπειτα άφησε τη Φοίβη να της χτενίσει τα μαλλιά σε μια απλή κοτσίδα γύρω από το κεφάλι. Μετά έπιασε βιαστικά το ασορτί γκρι μπονεδάκι της με τις κόκκινες κορδέλες και προχώρησε προς την πόρτα. Φτάνοντας στην κορυφή της σκάλας, πήρε βαθιά εισπνοή και κοίταξε κάτω. Ο Ίθαν εμφανίστηκε στο πλατύσκαλο και η Γκρέις μαρμάρωσε στη θέση της. «Η Φοίβη θα φροντίσει να φορτωθούν τα πράγματά σου στην άμαξα. Χαιρέτησε τη λαίδη Τουίντ κι έπειτα θα περάσουμε από τη θεία σου για να πάρουμε τα μπαούλα σου». Η Γκρέις συγκατένευσε μουδιασμένα, αναζητώντας μια ζεστή ματιά, ένα σημάδι της οικειότητας που είχαν μοιραστεί το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή ένδειξη ότι ήταν κάτι περισσότερο από απλοί γνώριμοι. Ο Ίθαν φαινόταν εντελώς διαφορετικός από τον άνθρωπο που της είχε κάνει έρωτα πριν από μερικές ώρες, και η καρδιά της μάτωσε. Ήταν σίγουρη ότι την ποθούσε. Έπειτα από τον τρόπο που της είχε κάνει έρωτα είχε πιστέψει ότι ίσως να ήταν πιο σημαντική γι’ αυτόν από ένα σκεύος ηδονής. Όμως, βλέποντας τα σφιγμένα του χείλη, την απόμακρη, βλοσυρή του έκφραση, κάθε ελπίδα μαράθηκε και έσβησε. Ήξερε τους δαίμονες με τους οποίους πολεμούσε εκείνος, ήξερε πόσο δύσκολο ήταν να πετύχει ο γάμος τους. Ήταν ανόητο να πιστέψει ότι θα συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Για άλλη μια φορά είχε κάνει λάθος.

~ 162 ~


«Θα μου λείψεις, καλή μου». Τα μάτια της Ματίλντα ήταν βουρκωμένα και ένα δάκρυ έπεσε στο φακό του φασαμέν που κρεμόταν στο λαιμό της. «Θα μου λείψεις πολύ». Και η Γκρέις όμως ήταν δακρυσμένη. Είχαν ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή τους για να αποχαιρετιστούν πριν ξεκινήσει για το λιμάνι της Βοστόνης. «Κι εμένα θα μου λείψεις, θεία Ματίλντα. Όταν θα έχουμε εγκατασταθεί, ίσως...» Η θεία της κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Να μου γράφεις συχνά, παιδί μου». «Θα σου γράφω, σ’ το υπόσχομαι». Άλλη μια σύντομη αγκαλιά και η Γκρέις έκανε μεταβολή. Το χέρι του Ίθαν ακουμπούσε απαλά στη μέση της καθώς την οδηγούσε έξω από το σπίτι και πίσω στην άμαξα της λαίδης Τουίντ. Στο λιμάνι του Σκάρμπορο, ο Δαίμονας των Θαλασσών λικνιζόταν στην άκρη της αποβάθρας. Η Γκρέις δεν πίστευε ότι θα ξανάβλεπε ποτέ το στιλπνό μαύρο σκάφος με τα λευκά πανιά. Τώρα, ξαναγυρνούσε εκεί σαν να μην είχε φύγει ποτέ. Την οδήγησαν στην καμπίνα του καπετάνιου, ενώ η Φοίβη εγκαταστάθηκε στην καμπίνα του Άνγκους. Το ταξίδι μέχρι τη Βοστόνη θα διαρκούσε μόλις δυο μέρες. Καθώς το πλοίο άφηνε το λιμάνι, έβγαλε τα λιγοστά πράγματα που θα χρειαζόταν: την ασημένια χτένα και τη βούρτσα των μαλλιών, μια καθαρή καμιζόλα, ένα φόρεμα για τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού και ένα ζευγάρι παπούτσια στο ίδιο χρώμα. Αναρωτήθηκε πότε θα έβλεπε τον άντρα της· ήξερε βέβαια ότι ήταν απασχολημένος και ότι δε θα εμφανιζόταν στη διάρκεια της ημέρας. Ο Φρέντι της έφερε το δείπνο της, λέγοντας ότι ο πλοίαρχος της ζητούσε συγνώμη, αλλά δε θα μπορούσε να της κάνει συντροφιά. Η Γκρέις δεν ξαφνιάστηκε ιδιαίτερα. Ο Ίθαν είχε ξαναγυρίσει στο πλοίο του και είχε βυθιστεί πάλι στις οδυνηρές μνήμες, αλλά και στις τύψεις που ένιωθε τώρα επειδή την είχε κάνει γυναίκα του. Ξάπλωσε νωρίς, αλλά δεν κατάφερε να κοιμηθεί και έμεινε ξαπλωμένη, περιμένοντας ν’ ακούσει τα βήματά του. Όμως ο Ίθαν δεν ήρθε. ***

~ 163 ~


Ο Ίθαν στεκόταν στην κουπαστή και κοιτούσε την κατασκότεινη θάλασσα. Ήταν παντρεμένος με την Γκρέις Τσέιστεν. Το προηγούμενο βράδυ, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, είχε κάνει παθιασμένο έρωτα μαζί της. Στη ζωή του είχε πλαγιάσει με δεκάδες γυναίκες, αλλά καμιά τους δεν τον ερέθιζε όσο η Γκρέις. Καμιά τους δεν τον ικανοποιούσε όπως εκείνη. Κι αυτό τον εξόργιζε. Η επιστροφή του στο πλοίο είχε αναζωπυρώσει όλες τις αμφιβολίες του. Η Γκρέις ήταν κόρη του Χάρμον Τζέφρις. Είχε καταστρώσει την απόδρασή του από τη φυλακή. Ίσως μάλιστα συνεργαζόταν μαζί του όταν πουλούσε μυστικά στους Γάλλους. Τι φρικτό λάθος είχε κάνει να την παντρευτεί! Ανάσανε βαθιά κι άφησε τον αέρα να βγει αργά. Η ψυχή του ήταν ταραγμένη, όμως κατά βάθος δεν αμφέβαλλε για την εντιμότητα της Γκρέις, μόνο για την κρίση της. Είχε βοηθήσει έναν προδότη να δραπετεύσει, αλλά μόνο επειδή αυτός ο άνθρωπος ήταν πατέρας της. Παρ’ όλο που ο υποκόμης ήταν τώρα πεθερός του, ο Ίθαν ήταν αποφασισμένος να μην ησυχάσει μέχρι να τον βρει και να τον κάνει να πληρώσει. Με την άκρη του ματιού του, είδε τον Λιανό Νεντ να έρχεται προς το μέρος του. Το μακρουλό του πρόσωπο ήταν σκυθρωπό. Σταμάτησε μπροστά του και στάθηκε με τα πόδια μισάνοιχτα για να ισορροπεί. «Ώστε παντρεύτηκες την κοπέλα. Δεν το περίμενα». «Την έφερα στο πλοίο, Νεντ. Η κοπέλα ήταν αθώα. Δεν είχα άλλη επιλογή». «Όλοι ξέρουμε ποια είναι». «Τι εννοείς;» Μόνο ο Άνγκους ήξερε γιατί είχε αρπάξει την Γκρέις από το Λαίδη Ανν εκείνη τη νύχτα. Μόνο ο Άνγκους ήξερε ότι ήταν κόρη του υποκόμη Φορσάιθ. «Ένας από τους άντρες σε άκουσε να μιλάς στον Μακσέιν. Είναι σπορά του διαβόλου αυτή η κοπέλα –κόρη ενός προδότη. Γι’ αυτό την πήρες, έτσι δεν είναι; Εγώ και οι άλλοι τα βάλαμε κάτω και καταλάβαμε πως αυτή τον βοήθησε να γλιτώσει από την κρεμάλα. Την άρπαξες, γιατί σκέφτηκες πως θα σου έλεγε όσα ξέρει». Ο Ίθαν ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, όχι ο μοναδικός.

~ 164 ~


«Δεν ξέρει πού βρίσκεται ο Φορσάιθ. Ποτέ δεν ήξερε». Δεν του άρεσε καθόλου το ύφος του Νεντ. Ήταν ο μόνος που είχε επιζήσει από την επίθεση των Γάλλων εκτός από τον ίδιο. «Όποια κι αν είναι η αλήθεια σ’ αυτή την ιστορία, Νεντ, η Γκρέις είναι πια γυναίκα μου. Και απαιτώ να της φέρεστε με σεβασμό». Ο Νεντ γύρισε αλλού και ο Ίθαν είχε την εντύπωση ότι είδε οίκτο στα μάτια του ναύτη. «Είσαι καλός άνθρωπος, καπετάνιε. Δε σου άξιζε να γίνει αυτό το πράγμα». «Ίσως και να μου άξιζε. Η μοίρα έχει τον τρόπο της να μας κάνει να πληρώνουμε τα χρέη μας». «Ελπίζω να κάνεις λάθος, καπετάνιε. Είμαι κι εγώ ζωντανός. Δε γίνεται να τιμωρούμε τον εαυτό μας για πάντα». Ο Ίθαν δεν απάντησε και ο Νεντ απομακρύνθηκε. Η ψιλόλιγνη σιλουέτα του χάθηκε στο σκοτάδι. Παρ’ ότι έκανε παγωνιά, ο Ίθαν έμεινε εκεί που στεκόταν, σκεπτόμενος την Γκρέις και τα χρόνια που ανοίγονταν μπροστά του. Αναρωτιόταν πόσο θα του έπαιρνε μέχρι να ξεθωριάσουν τα αισθήματά του για κείνη. Αναρωτιόταν αν οι ενοχές που αισθανόταν επειδή την είχε παντρευτεί θα έσβηναν μαζί τους. *** Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και η Γκρέις κοιμόταν ανήσυχα όταν η πόρτα που έκλεινε μαλακά την ξύπνησε. Προσποιήθηκε ότι ήταν κοιμισμένη όσο ο Ίθαν έβγαζε τα ρούχα του πριν ξαπλώσει δίπλα της. Τραβήχτηκε μακριά της, στη δική του πλευρά του κρεβατιού, και έμεινε ακίνητος για λίγο, αλλά η Γκρέις καταλάβαινε ότι δεν κοιμόταν. Τα λεπτά περνούσαν. Ο Ίθαν άλλαξε πλευρό και τελικά κόλλησε πάνω της και την αγκάλιασε. «Ξέρω ότι είσαι ξύπνια», είπε σιγανά, δίνοντάς της ένα φιλί στο λαιμό. Η ανάσα της κόπηκε όταν το χέρι του γλίστρησε στο γοφό της και άρχισε να ανασηκώνει το λευκό βαμβακερό νυχτικό. «Σκοπεύεις να μου αρνηθείς τα συζυγικά μου δικαιώματα;» Από τη μια μεριά ήθελε να του πει ναι, να του πει ότι το να κάνει έρωτα δε σήμαινε τίποτα για κείνη, αφού δεν την αγαπούσε. Ένα άλλο κομμάτι της όμως είχε αρχίσει ήδη να ανταποκρίνεται. Το σώμα της ζεσταινόταν στο άγγιγμά του, υγραινόταν από πόθο.

~ 165 ~


«Δε θα σε αρνηθώ». Ένιωθε κιόλας το ερεθισμένο φύλο του στους γλουτούς της και ο σφυγμός της επιταχύνθηκε. Ο Ίθαν ξεκούμπωσε το νυχτικό της και το κατέβασε από τον έναν ώμο της. Η Γκρέις ένιωσε τα χείλη του να ταξιδεύουν στη γυμνή της σάρκα και τον ποδόγυρο του νυχτικού να γλιστράει στους γοφούς της. Τα δάχτυλά του έσφιξαν μαλακά τα οπίσθιά της, μαλάζοντάς τα, κι ύστερα βρήκαν την τρυφερή της σάρκα και τη χάιδεψαν ώσπου η Γκρέις άρχισε να τρέμει. «Είσαι έτοιμη να με δεχτείς», της είπε. Της άνοιξε τα πόδια, της ανασήκωσε τη λεκάνη και γλίστρησε μέσα της αργά, γεμίζοντάς την όλο και πιο εύκολα κάθε φορά που έσμιγαν. «Με θέλεις κι εσύ». Ήταν αλήθεια. Τον ήθελε, λαχταρούσε την ηδονή που ήξερε ότι μπορούσε να της προσφέρει. «Τουλάχιστον έχουμε αυτό». «Ναι, τουλάχιστον έχουμε αυτό», συμφώνησε εκείνος και άρχισε να λικνίζεται. Ποτέ δεν είχαν κάνει έρωτα με τέτοιο τρόπο και οι αισθήσεις που την πλημμύριζαν τώρα ήταν πρωτόγνωρες. Ένιωσε την κάψα, γεύτηκε τη γλύκα, τους παραδόθηκε. Αν μη τι άλλο, αυτό μπορούσαν να το μοιραστούν. Ίσως είναι αρκετό, σκέφτηκε καθώς έφτανε στην κορύφωση και τα ουράνια άνοιγαν μπροστά της. Στο βάθος όμως ήξερε ότι η καρδιά της λαχταρούσε περισσότερα.

~ 166 ~


14 Aποβιβάστηκαν από το πλοίο στη Βοστόνη, μια μέτρια σε μέγεθος εμπορική πόλη που κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι της Αγγλίας. Ο Ίθαν κανόνισε να μεταφερθούν με άμαξες οι τρεις τους –εκείνος, η Γκρέις και η Φοίβη– μαζί με τις αποσκευές τους στο Μπέλφορντ Παρκ, την κατοικία του στο Γκλόστερσιρ. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το κτήμα εκτεινόταν σε δύο χιλιάδες στρέμματα ανάμεσα στις πόλεις Μπρόντ-γουεϊ και Γουίντσκομπ και το σπίτι βρισκόταν κοντά στο χωριό του Μπέλφορντ Εντ. Ο Άνγκους και ο Φρέντι θα επέστρεφαν στο Λονδίνο με το πλοίο. Η ομάδα δεν άργησε να ξεκινήσει. Η Γκρέις αποχαιρέτησε το Σκοτσέζο και το αγόρι, τους δύο φίλους που είχε κάνει στο καράβι, και το ταξίδι τους διά ξηράς άρχισε. Ο Ίθαν επιβιβάστηκε στην ίδια άμαξα με την Γκρέις και η Φοίβη στη δεύτερη άμαξα με τις αποσκευές. «Η διαδρομή είναι μεγάλη», είπε ο Ίθαν. «Καλό θα ήταν να έπαιρνες έναν υπνάκο». Η αλήθεια ήταν ότι η Γκρέις κουραζόταν όλο και πιο εύκολα το τελευταίο διάστημα. «Θα προσπαθήσω». Αν και δεν ήταν καθόλου εύκολο να την πάρει ο ύπνος κάτω από το βαρύ, επίμονο βλέμμα του Ίθαν. Ωστόσο, το λίκνισμα της άμαξας τη νανούρισε και τελικά κατάφερε να αποκοιμηθεί. Την πρώτη νύχτα έμειναν στο πανδοχείο Κινγκ Τζέιμς στο Όουκαμ και τη δεύτερη στο Γουόρικ, σε ένα μέρος που ονομαζόταν απλά Η Χήνα. Στη διάρκεια της ημέρας ο Ίθαν μιλούσε ελάχιστα, παρ’ όλο που κάθε τόσο το βλέμμα του γυρνούσε σ’ εκείνη. Η Γκρέις ένιωθε την ένταση στην ατμόσφαιρα, τις καυτές, λάγνες ματιές που της έριχνε. Όταν αυτή η ένταση γινόταν αφόρητη, ο Ίθαν έβγαινε από την άμαξα και καθόταν δίπλα στον αμαξά. Τη νύχτα μοιραζόταν το κρεβάτι της. Η Γκρέις σκεφτόταν τις γεμάτες πάθος νύχτες τους καθώς η άμαξα τραμπαλιζόταν στους αυλακωμένους δρόμους πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο στο Μπέλφορντ. Παρ’ όλο που ο Ίθαν της έκανε έρωτα πολύ συχνά, φαινόταν να κρατάει κάτι, ένα κομμάτι του εαυτού του που αρνιόταν να μοιραστεί μαζί της. Και η Γκρέις ήξερε ότι το ίδιο έκανε κι εκείνη.

~ 167 ~


Το απόγευμα της τρίτης μέρας πήραν την τελευταία στροφή του δρόμου και σταμάτησαν έξω από τη σιδερένια πύλη του Μπέλφορντ Παρκ. Κοιτάζοντας από το παράθυρο της άμαξας, η Γκρέις δεν μπόρεσε να μην εντυπωσιαστεί από το επιβλητικό τοπίο και τις καταπράσινες πλαγιές των λόφων που ήταν διάστικτες από γέρικες βαλανιδιές. Καθώς η άμαξα προχωρούσε στο χαλικοστρωμένο δρομάκι, ανηφορίζοντας προς το σπίτι, είδε το αρχοντικό να υψώνεται μπροστά της. Χτισμένο από κιτρινωπή πέτρα του Κότσγουολντ, αποτελούνταν από τρία πατώματα με αψιδωτά παράθυρα και σχημάτιζε ένα Π γύρω από έναν εσωτερικό κήπο. «Χτίστηκε στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα», της είπε ο Ίθαν, ακολουθώντας το βλέμμα της. «Ζούσα εδώ με την οικογένειά μου μέχρι την ημέρα που σκοτώθηκαν οι γονείς μου. Έπειτα εγώ και τα δυο αδέλφια μου πήγαμε να μείνουμε με τον κόμη και την κόμισσα του Μπραντ». «Τους γονείς του Κορντ;» «Ακριβώς. Η κόμισσα ήταν αδελφή του πατέρα μου». «Πώς... πώς σκοτώθηκαν οι γονείς σου;» Ο Ίθαν κοίταξε έξω από το παράθυρο και η οδυνηρή ανάμνηση έκανε το πρόσωπό του να σκοτεινιάσει. «Είχαν ένα δυστύχημα με την άμαξα, ενώ κατευθύνονταν προς το Λονδίνο. Ο πατέρας μου έζησε αρκετές μέρες, αλλά τελικά τα τραύματά του ήταν τόσο βαριά που δεν άντεξε». «Πόσο ήσουν τότε;» «Μόλις οχτώ χρονών, αλλά τους θυμάμαι ολοζώντανα». Και τους νοσταλγούσε, ήταν ολοφάνερο. Δεν τους είχε ξεχάσει ποτέ. Όπως κι εκείνη νοσταλγούσε την αγάπη ενός πατέρα. Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Ήταν σύζυγός της, αλλά γνώριζε πολύ λίγα πράγματα για κείνον. Ίσως, όταν θα είχαν κατασταλάξει σε έναν καθημερινό ρυθμό, να της μιλούσε πιο διεξοδικά για το παρελθόν του. Η μισθωμένη άμαξα σταμάτησε μπροστά στο σπίτι και δυο ξανθοί υπηρέτες με γαλάζια στολή κατέβηκαν τρέχοντας για να τους βοηθήσουν. Καθώς η Γκρέις κατέβαινε από την άμαξα, πρόσεξε ότι εξωτερικά το σπίτι ήταν σε άριστη κατάσταση, οι κήποι άψογα περιποιημένοι και στη λιμνούλα επέπλεαν νούφαρα, αλλά όταν μπήκε στην εντυπωσιακή είσοδο με τον τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο που κρεμόταν από το ταβάνι διαπίστωσε ότι οι τοίχοι χρειάζονταν βάψιμο και τα χαλιά φαίνονταν εξίσου φθαρμένα με της θείας της.

~ 168 ~


Έριξε μια ματιά στον Ίθαν και είδε ότι το είχε προσέξει κι εκείνος και είχε σκυθρωπιάσει. «Η Χάριετ είπε πως το σπίτι χρειαζόταν επισκευές και βλέπω ότι είναι αλήθεια. Θα το τακτοποιήσω αμέσως μόλις επιστρέψω στην πόλη». Αμέσως μόλις επιστρέψω στην πόλη. Όχι μόλις επιστρέψουμε, σκέφτηκε η Γκρέις και ένιωσε ένα ρίγος ανησυχίας. Δεν ήταν δυνατόν να την αφήσει εκεί και να επιστρέψει στην πόλη μόνος! Δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει, γιατί μια μικροκαμωμένη ξανθή γυναίκα ντυμένη στα μαύρα από πάνω μέχρι κάτω εμφανίστηκε βιαστική στο χολ. «Ίθαν! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Πάει τόσος καιρός». Είχαν ειδοποιήσει για τον ερχομό τους έτσι ώστε να μην αιφνιδιαστεί η οικοδέσποινα, και η λαίδη Μπέλφορντ, μια γυναίκα περίπου πέντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερη από την Γκρέις, φαινόταν πραγματικά χαρούμενη που τους έβλεπε. «Δυστυχώς δεν μπορούσα να έρθω νωρίτερα». Ο Ίθαν έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Το ξέρω, αλλά τώρα είσαι εδώ και σε συγχωρώ». Η νεαρή χήρα γύρισε χαμογελαστή. «Κι εσύ θα πρέπει να είσαι η Γκρέις. Χαίρομαι που γνωρίζω τη σύζυγο του Ίθαν». «Σ’ ευχαριστώ. Κι εγώ χαίρομαι που σε γνωρίζω». Ο Ίθαν της είχε πει ελάχιστα πράγματα για τη γυναίκα του αδελφού του, μόνο ότι ο Τσαρλς είχε πεθάνει από γρίπη όταν εκείνος ήταν στη φυλακή και πως η Χάριετ πενθούσε ακόμα για το θάνατό του. Παρ’ όλο που η κοντή, μικροκαμωμένη γυναίκα χαμογελούσε, οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της ξεχώριζαν έντονα και το βλέμμα της είχε μια θλίψη που δεν μπορούσε να κρυφτεί. «Η οικονόμος ετοίμασε την κεντρική σουίτα. Έχω μεταφέρει τα πράγματά μου στο δεύτερο σπίτι στην κορφή του λόφου», είπε η Χάριετ. «Δεν υπήρχε λόγος να το κάνεις αυτό», είπε ο Ίθαν, σμίγοντας τα φρύδια του. «Δεν ήρθα για να σου στερήσω το σπίτι σου». «Το σπίτι είναι δικό σου τώρα, Ίθαν. Άλλωστε το δεύτερο είναι πανέμορφο. Αν θυμάσαι, η μητέρα σου το είχε ανακαινίσει εξ ολοκλήρου λίγο πριν από το ατύχημα. Όταν έγινε μαρκήσιος ο Τσαρλς, το διατήρησε σε άριστη κατάσταση. Νομίζω ότι ήταν συναισθηματικά δεμένος μ’ αυτό το σπίτι».

~ 169 ~


«Δε θα με παραξένευε καθόλου. Όπως θυμάμαι, σχεδίαζε να ξεκινήσει επισκευές και στο κυρίως σπίτι». Ο Ίθαν περιεργάστηκε την ξεθωριασμένη ταπετσαρία, τα ξεφλουδισμένα μαρμάρινα πατώματα. «Φαίνεται όμως ότι δεν πρόλαβε». «Όχι...» Η Χάριετ κοίταξε στο κενό. «Μόλις είχαμε αρχίσει να συζητάμε τι έπρεπε να γίνει όταν αρρώστησε». Ο Ίθαν γύρισε στην Γκρέις. «Τώρα είσαι μαρκησία. Αν θέλεις, μπορείς να ασχοληθείς με τις επισκευές». Να τος πάλι ο υπαινιγμός ότι εκείνος δε θα έμενε στο σπίτι. Η Γκρέις τον κοίταξε και προσπάθησε να ερμηνεύσει την έκφρασή του, αλλά εκείνος ήταν πιο απόμακρος παρά ποτέ και η καρδιά της σφίχτηκε. Κάποτε τον είχε αγαπήσει και της φαινόταν σαν να είχαν περάσει αιώνες από τότε. Ήθελε να τον ρωτήσει ποια ήταν τα σχέδιά του για το μέλλον, αλλά η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη. «Να δείξω στην Γκρέις το δωμάτιό της;» πρότεινε η Χάριετ. «Είμαι βέβαιη ότι θα χρειάζεται λίγη ξεκούραση ύστερα από ένα τόσο μεγάλο ταξίδι». «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Γκρέις, συγκρατώντας έναν αναστεναγμό. «Θα σε ευγνωμονούσα». «Ανεβαίνω κι εγώ σε λίγο», είπε ο Ίθαν. «Έχω καιρό να έρθω στο Μπέλφορντ και θέλω να ρίξω μια ματιά ολόγυρα, να το ξαναθυμηθώ». «Φυσικά». Η Γκρέις τον ακολούθησε με το βλέμμα, προσέχοντας τους σφιγμένους ώμους του, τον τρόπο που κούτσαινε, και αναρωτήθηκε τι είδους οδυνηρές μνήμες είχε ετούτο το μέρος γι’ αυτόν. Καθώς εκείνος έμπαινε σε ένα από τα σαλόνια, η Χάριετ την οδήγησε στην κεντρική σουίτα του πρώτου ορόφου. Ήταν ένα υπέροχο διαμέρισμα με χωριστά δωμάτια για τη μαρκησία, που περιλάμβαναν μια κρεβατοκάμαρα και ένα ιδιωτικό σαλόνι. Τα ιδιαίτερα δωμάτια του μαρκησίου ήταν μεγαλύτερα και πιο εντυπωσιακά. Της ήταν εύκολο να φανταστεί πόσο εντυπωσιακή θα ήταν εκείνη η σουίτα πριν αρχίσουν να ξεθωριάζουν τα μεταξωτά υφάσματα. Τουλάχιστον τα έπιπλα από λουστραρισμένο ροδόξυλο ήταν στην ίδια άριστη κατάσταση όσο και την ημέρα που τα είχαν εγκαταστήσει. «Τώρα που είσαι μαρκησία», είπε η Χάριετ, «μπορείς να κάνεις ό,τι σου αρέσει στο σπίτι. Εγώ ποτέ δεν είχα ιδιαίτερο ταλέντο σ’ αυτά τα πράγματα, αλλά θα ήταν υπέροχο να ξαναβρεί τις παλιές του δόξες».

~ 170 ~


Η Γκρέις σκέφτηκε ότι αν αυτή και ο Ίθαν είχαν ένα διαφορετικό γάμο, ένα γάμο από αγάπη, τίποτα δε θα της άρεσε περισσότερο από το να κάνει δικό της εκείνο το σπίτι. Όπως είχαν τα πράγματα, ένιωθε εξίσου εκτός τόπου εκεί όπως και στο σπίτι των γονιών της, όπου ο δόκτωρ Τσέιστεν, επειδή δεν ήταν ο αληθινός της πατέρας και εξαιτίας της απιστίας της γυναίκας του, της έκανε το βίο αβίωτο από τότε που ήταν μια σταλιά κοριτσάκι. «Θα δώσω εντολή να σου φέρουν ζεστό νερό για να πλυθείς και η καμαριέρα σου μπορεί να ανοίξει τα μπαούλα. Μετά, αν θέλεις, θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε λιγάκι». Η Χάριετ άνοιξε την πόρτα. «Θα σε περιμένω με ανυπομονησία να δειπνήσουμε μαζί». Η πόρτα έκλεισε και μερικά λεπτά αργότερα εμφανίστηκε η Φοίβη, μαζί με δυο υπηρέτες που κουβαλούσαν ένα λουτήρα γεμάτο αχνιστό νερό. Η Γκρέις απόλαυσε το λουτρό της όσο η Φοίβη τακτοποιούσε τα πράγματά της κι έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί λιγάκι πριν από το βραδινό φαγητό. Δεν είδε καθόλου τον Ίθαν μέχρι τη στιγμή που ήταν έτοιμη να κατέβει στην τραπεζαρία και ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα ανήγγειλε την άφιξή του. Η Γκρέις σκέφτηκε ότι ποτέ δε χτυπούσε πριν μπει στην καμπίνα του πλοίου του, γι’ αυτό η τωρινή τυπικότητά του την έκανε να χαμογελάσει. «Φαίνεσαι ανανεωμένη», της είπε με επισημότητα όταν του άνοιξε και το χαμόγελό της έσβησε. «Ναι, αισθάνομαι άλλος άνθρωπος μετά το ωραίο, αναζωογονητικό λουτρό μου». Του έριξε μια λοξή ματιά. «Βέβαια, θα ήταν ακόμα καλύτερα αν είχα κάποιον να μου τρίψει την πλάτη...» «Θα το έχω υπόψη μου», απάντησε εκείνος προσφέροντάς της το μπράτσο του για να τη συνοδέψει κάτω. Το δείπνο στην πρόχειρη τραπεζαρία, στο πίσω μέρος του σπιτιού, κύλησε ομαλά, παρ’ όλο που κανείς τους δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός. Η Γκρέις αγωνιούσε για τα σχέδια του Ίθαν και η Χάριετ νοσταλγούσε τον άντρα της, μολονότι είχε περάσει πάνω από ένας χρόνος από το θάνατό του. Ίσως η παρουσία του Ίθαν της τον θύμιζε. Η Γκρέις ζήλευε τη γυναίκα για τα όσα είχε ζήσει κοντά στον άντρα της, γιατί ήταν φανερό ότι ο γάμος τους ήταν από έρωτα. «Επισκέφθηκες τους στάβλους;» ρώτησε η Χάριετ τον Ίθαν. «Ναι. Ο Γουίλις, ο σταβλάρχης σου, έχει κάνει θαυμάσια δουλειά».

~ 171 ~


«Ο Γουίλις είναι θησαυρός. Και πάλι όμως, ο Τσαρλς θα χαιρόταν αν ήξερε ότι τώρα υπάρχει κάποιος που θα φροντίζει πραγματικά τα άλογά του. Ξέρεις πόσο πολύ τα αγαπούσε». Ο Ίθαν συγκατένευσε. «Ο Τσαρλς λάτρευε τα άλογα», εξήγησε στην Γκρέις. «Εγώ ανέκαθεν αγαπούσα τη θάλασσα». «Θα σου λείπει», είπε εκείνη. «Η οικογένεια ασχολείται και με τη ναυτιλία εκτός των άλλων. Θα επισκέπτομαι συχνά τις αποβάθρες». «Άρα θα κρατήσεις το Δαίμονα των Θαλασσών». Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της και στάθηκε για λίγο στο στήθος της. «Και βέβαια θα τον κρατήσω. Αυτό το πλοίο έχει κάποιες πολύ ευχάριστες αναμνήσεις που δε θέλω να ξεχάσω». Από το ύφος του ήταν φανερό ότι θυμόταν τις ερωτικές στιγμές που είχαν μοιραστεί –και το ευχάριστο αποτέλεσμά τους– και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Η Γκρέις ένιωσε τις θηλές της να ορθώνονται κάτω από το φόρεμα και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ο Ίθαν την περιεργάστηκε για μερικές στιγμές ακόμα και τελικά η εύθυμη έκφραση έσβησε από το πρόσωπό του. Ύστερα από το δείπνο, ανέβηκαν στα δωμάτιά τους. Ο Ίθαν κλείστηκε στη σουίτα του και η Γκρέις στη δική της. Κάθε φορά που θυμόταν το βλέμμα του κατά τη διάρκεια του δείπνου πίστευε ότι θα ερχόταν στο κρεβάτι της, αλλά δεν ήρθε. Ούτε και το επόμενο βράδυ. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατήσει αποστάσεις από κείνη και οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν γύρω από καθαρά τυπικά ζητήματα. Ποτέ δε μιλούσε για το μέλλον, ποτέ δε μιλούσε για το παιδί τους, ούτε καν όταν ήταν μόνοι. Δεν πήγε κοντά της ούτε την τρίτη νύχτα. Η Γκρέις προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν της έλειπε. *** Ο Ίθαν ήθελε να φύγει. Κάθε στιγμή που περνούσε κοντά στην Γκρέις ένιωθε να γίνεται όλο και περισσότερο έρμαιο στα χέρια της. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί τόση έλξη για μια γυναίκα, ποτέ δεν είχε ποθήσει κάποια τόσο πολύ. Τις τελευταίες νύχτες είχε κρατηθεί εσκεμ-

~ 172 ~


μένα μακριά της, εξαναγκάζοντας τον εαυτό του να κοιμηθεί στο μοναχικό του κρεβάτι αντί να περάσει την πόρτα και να πλαγιάσει στο δικό της, αντί να της κάνει έρωτα όπως λαχταρούσε. Είχε συνηθίσει πια να κοιμάται δίπλα της, να νιώθει το ζεστό κορμί της κουρνιασμένο πάνω του. Καλά καλά δεν τον έπαιρνε ο ύπνος μακριά της! Την είχε παντρευτεί από χρέος, για λόγους καθήκοντος απέναντι στο παιδί του. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ο γάμος του μαζί της θα τον έκανε να αισθάνεται σαν να του ανήκε, σαν να είχε θέση στη ζωή του, και μάλιστα στο μέλλον του αντί στο παρελθόν του. Ήταν απόλυτη ανάγκη να γυρίσει στο Λονδίνο, να ελευθερώσει το μυαλό του από τη σκέψη της, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Όταν θα έφτανε στην πρωτεύουσα, θα ξαναγυρνούσε στη ζωή που έκανε πριν, θα απαλλασσόταν από την ανάγκη που ένιωθε ακατάπαυστα για κείνη. Και θα συνέχιζε να αναζητά τον Φορσάιθ, θα ρωτούσε αν υπήρχε κάτι νεότερο. Αν και αμφέβαλλε γι’ αυτό. Τώρα πια ο υποκόμης θα ζούσε με ασφάλεια και πολυτέλεια στη Γαλλία. Και η Γκρέις θα χαιρόταν αν το μάθαινε. Μόνο που εκείνος ήθελε να τον δει κρεμασμένο. Η εκ διαμέτρου αντίθετη στάση τους στο συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ένας ακόμα λόγος που τον έκανε να θέλει να φύγει μακριά της. Άσχετα από το αν ήταν πια σύζυγοι, αυτό δε θα άλλαζε ποτέ. Το επόμενο πρωί, έστειλε ένα σημείωμα στο δωμάτιο της Γκρέις, ζητώντας της να τον συναντήσει στη βιβλιοθήκη. Μισή ώρα αργότερα, η Γκρέις χτύπησε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Φορούσε ένα φόρεμα από μουσελίνα στο κίτρινο του λεμονιού που τόνιζε ακόμα περισσότερο τα πράσινα μάτια της, ενώ τα υπέροχα χαλκόχρωμα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε χαλαρές μπούκλες. Φαινόταν γλυκιά κι αθώα και την ίδια στιγμή απίστευτα σαγηνευτική. Όταν του χαμογέλασε δειλά, ο Ίθαν ένιωσε σαν να είχε φάει γροθιά στο στομάχι. Ο πόθος του για κείνη δεν είχε τέλος. Αν διατηρούσε και τον παραμικρό ενδοιασμό ως προς το αν έπρεπε να φύγει, μόλις είχε πάρει την απάντησή του. Την πλησίασε, σταματώντας ακριβώς μπροστά της, κοντά στο μακρύ μαονένιο τραπέζι. «Σου ζήτησα να έρθεις, γιατί θέλω να συζητήσουμε για το μέλλον».

~ 173 ~


Η αβεβαιότητα που καθρεφτίστηκε στα καταπράσινα μάτια της δεν του διέφυγε. «Περίμενα πως θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα». «Θα ήθελες να καθίσεις;» «Προτιμώ να μείνω όρθια». Δεν της έφερε αντίρρηση. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα. «Το σκέφτηκα πολύ καλά, Γκρέις, και πιστεύω ότι το καλύτερο και για τους δυο μας είναι να παραμείνεις στο Μπέλφορντ Παρκ κι εγώ να επιστρέψω στο Λονδίνο». Εκείνη έσφιξε τα δόντια της. «Για ποιο λόγο;» «Κατ’ αρχάς επειδή, αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί, έχεις περάσει τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης σου. Η κύηση θα είναι πολύ πιο ευχάριστη εδώ στην εξοχή παρά στην πόλη». «Κατάλαβα. Με άλλα λόγια μου λες ότι με χόρτασες και τώρα θα επιστρέψεις στη ζωή που έκανες πριν». Την είχε χορτάσει; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, έφευγε μακριά της ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να τη χορτάσει. «Γιατί με παντρεύτηκες, Ίθαν;» «Ξέρεις γιατί, Γκρέις. Γιατί έχεις μέσα σου το παιδί μου. Κι αυτό το παιδί χρειαζόταν ένα όνομα». Η Γκρέις κοίταξε αλλού. Δεν ήταν τα λόγια που θα ήθελε να ακούσει μια γυναίκα, αλλά ήταν τα μόνα που ήθελε να της πει εκείνος. «Το μωρό είναι δικό σου, Ίθαν. Δε σε ενδιαφέρει καθόλου;» «Το παιδί, είτε αγόρι είναι είτε κορίτσι, δε θα στερηθεί τίποτα. Αυτό σ’ το ξαναείπα». «Ναι, μου το ξαναείπες. Και είμαι βέβαιη ότι κρατάς το λόγο σου». Τα ζυγωματικά του κοκκίνισαν ανεπαίσθητα. «Ποτέ δε σου είπα ψέματα, Γκρέις. Ποτέ δε σου υποσχέθηκα τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι παίρνεις. Πάρα πολλά ζευγάρια ζουν χωριστά. Κατά πάσα πιθανότητα, ακόμα κι αν είχες παντρευτεί κάποιον άλλο, το μέλλον σου θα ήταν πάνω κάτω το ίδιο». Η Γκρέις έσφιξε τα χείλη της. «Κάνεις λάθος, Ίθαν. Δε θα ήταν το ίδιο, γιατί ποτέ δε θα παντρευόμουν έναν άνθρωπο που δε θα νοιαζόταν καθόλου για μένα». Εκείνος δεν απάντησε σ’ αυτό. Δεν ήθελε να της αποκαλύψει το βάθος των αισθημάτων του. «Από την άλλη μεριά», συνέχισε η Γκρέις, διατρέχοντας με το δάχτυλό της τη γυαλισμένη επιφάνεια του τραπεζιού, «ίσως να έχεις δίκιο.

~ 174 ~


Ανέκαθεν ήμουν ανεξάρτητη γυναίκα. Μ’ αυτό τον τρόπο, εσύ θα κάνεις τη ζωή σου κι εγώ τη δική μου. Στο τέλος, και οι δυο θα είμαστε ευχαριστημένοι». Ο Ίθαν έσμιξε τα φρύδια του. «Τι εννοείς;» «Απλώς συμφωνώ μαζί σου ότι από μία άποψη το να ζούμε χωριστά δε θα είναι και τόσο δυσάρεστο. Ο καθένας μας θα αντλεί ευχαρίστηση απ’ όπου μπορεί και...» Ο Ίθαν την τράβηξε απότομα πάνω του και η Γκρέις έβγαλε μια κραυγή. «Μην τολμήσεις να με απατήσεις, Γκρέις. Είσαι γυναίκα μου. Μου ανήκεις κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει». Εκείνη τον κοίταξε και κάτι άστραψε στα μάτια της, κάτι γεμάτο γυναικεία πονηριά που του γέννησε την επιθυμία να κάνει μεταβολή και να φύγει. Το κοκκινωπό φρύδι της ανασηκώθηκε. «Απλώς σου ζητάω να είσαι δίκαιος. Αν δε θέλεις να αναζητήσω ευχαρίστηση μακριά από τη συζυγική μας παστάδα, τότε θα πρέπει να φροντίσεις εσύ γι’ αυτό». Ο Ίθαν έσφιξε το σαγόνι του. Μα το Θεό, η γυναίκα ήταν ανυπόφορη. Την κόλλησε πάνω του και η επαφή των σωμάτων τους του προκάλεσε έναν απίστευτο, αστραπιαίο ερεθισμό. «Μικρή μάγισσα, τολμάς να με απειλείς;» «Απλώς λέω πως ό,τι ισχύει για τον ένα θα πρέπει να ισχύει και για τον...» Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, τα χείλη του κούρσεψαν τα δικά της. Την ήθελε εδώ και μέρες, ένιωθε αυτή την ακόρεστη πείνα κάθε φορά που την έβλεπε να μπαίνει σε ένα δωμάτιο. Τύλιξε τα χέρια του στη μέση της, την κάθισε πάνω στο τραπέζι και έπεσε από πάνω της. «Ικανοποίηση θέλεις; Θα την έχεις, λοιπόν». Η Γκρέις έβγαλε μια κραυγή όταν της ανασήκωσε την κίτρινη μουσελίνα και πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά, απαλή και υγρή, όπως διαπίστωσε όταν βρήκε την τρυφερή σάρκα της και άρχισε να τη χαϊδεύει. Ξεκουμπώνοντας το παντελόνι του, ελευθέρωσε το ερεθισμένο του φύλο που παλλόταν από ανικανοποίητη ανάγκη. Ήταν έτοιμη να τον δεχτεί. Μια γυναίκα που τα πάθη της ταίριαζαν με τα δικά του. Γέρνοντας πάνω της, τη φίλησε και βυθίστηκε μέσα της και η σάρκα της τον δέχτηκε ώσπου τη γέμισε εντελώς.

~ 175 ~


«Αυτό θέλεις, Γκρέις;» τη ρώτησε με μια δυνατή ώθηση και την άκουσε να βογκάει σιγανά από ηδονή. «Είσαι δική μου». Και βυθίστηκε πάλι μέσα της. «Θα δίνεσαι μόνο σ’ εμένα, σε κανέναν άλλο». Ένιωσε τα πόδια της να τυλίγονται γύρω του, ένιωσε το σώμα της να κυρτώνει από κάτω του καθώς ακολουθούσε το δικό του ρυθμό, παίρνοντάς τον ακόμα πιο βαθιά. Καμιά γυναίκα δεν είχε ταιριάξει ποτέ τόσο απόλυτα μαζί του, με καμία δεν είχε νιώσει αυτή την αίσθηση της ολοκλήρωσης. Την έκανε δική του ξανά και ξανά, και η Γκρέις αντλούσε απ’ αυτόν την απόλαυση που αναζητούσε. Όταν έφτασαν μαζί στην κορύφωση, οι μύες του σφίχτηκαν και η Γκρέις συγκράτησε την κραυγή που ανέβηκε στα χείλη της. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ξαναγύρισαν στην πραγματικότητα. Για πρώτη φορά, του πέρασε από το μυαλό ότι είχε πάρει τη γυναίκα του πάνω στο τραπέζι της βιβλιοθήκης! Πώς είχε χάσει έτσι τον έλεγχο του εαυτού του; Τη βοήθησε να κατέβει από το τραπέζι, ίσιωσε το φόρεμα στους γοφούς της και προσπάθησε να μη δώσει σημασία στο πρόσωπό της που έλαμπε, στα μάγουλά της που είχαν ροδίσει. «Θα ξαναγυρίσω», άκουσε τον εαυτό του να λέει καθώς έστρωνε τα ρούχα του. «Σε κανέναν άλλο, Γκρέις». Εκείνη τον κοίταξε κατάματα. «Σε καμία άλλη, Ίθαν». Και λέγοντας αυτά, του γύρισε την πλάτη και έφυγε. *** Η Γκρέις στεκόταν στο παράθυρο του δωματίου της και κοιτούσε τον Ίθαν που ετοιμαζόταν να φύγει. Ήταν ντυμένος όπως και στο πλοίο, με φαρδομάνικο πουκάμισο, εφαρμοστό, μαύρο παντελόνι και μπότες ψηλές μέχρι το γόνατο. Στο χέρι του είχε ριγμένο ένα ταξιδιωτικό πανωφόρι. Ένας σταβλίτης οδήγησε το μαύρο άλογο που κρατούσε από τα γκέμια και έδεσε το πανωφόρι πίσω από την επίπεδη δερμάτινη σέλα. Ο Ίθαν έσυρε το χέρι του στο λαιμό του αλόγου και ανέβηκε στη ράχη του με την ίδια άνεση που έκανε το καθετί. Για μια στιγμή, κοίταξε προς το παράθυρο όπου στεκόταν εκείνη και τα μάτια τους συναντήθηκαν –τα δικά του στο χρώμα του ουρανού μια κρύα φθινοπωρινή μέρα, τα δικά της γεμάτα με μια αγωνία που ήλπιζε ότι ο Ίθαν δεν μπορούσε

~ 176 ~


να διακρίνει. Έφευγε, ακριβώς όπως είχε φοβηθεί εκείνη, και έπαιρνε μαζί του κάθε ελπίδα ευτυχίας. Τον είδε να απομακρύνεται, ψηλός και λυγερός, ευρύστερνος και ευθυτενής πάνω στη σέλα, καλπάζοντας με την ίδια σιγουριά που κυβερνούσε και το πλοίο του. Άλογο και καβαλάρης χάθηκαν στο βάθος του δρόμου και κρύφτηκαν πίσω από τα δέντρα και η καρδιά της σφίχτηκε με πόνο. Είχε προσπαθήσει να κάνει την καρδιά της πέτρα, να πνίξει τα αισθήματά της. Άλλωστε ο Ίθαν ήταν πάντα ο καπετάνιος του διαβόλου. Όμως είχε κάτι που την τραβούσε όσο κανένας άλλος άντρας. Πέρα από την επιβλητική παρουσία του, το γεροδεμένο του κορμί και τη μαεστρία του στον έρωτα, υπήρχε κάτι στα μάτια του όταν την κοιτούσε, κάτι σαν μοναξιά, που τη συγκινούσε και άγγιζε μια ανάλογη χορδή μέσα της. Κάτι που της γεννούσε την επιθυμία να δει εκείνα τα όμορφα γαλάζια μάτια να γεμίζουν με ευτυχία και αγάπη. Όμως αυτό ήταν κάτι που δεν επρόκειτο να συμβεί και αν έπειθε τον εαυτό της ότι θα τα κατάφερνε, το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να πληγωθεί για μια ακόμα φορά. Κοίταξε πάλι από το παράθυρο. Ο δρόμος ήταν άδειος. Ο Ίθαν είχε φύγει. Ήταν πια παντρεμένοι, αλλά τίποτα δεν είχε αλλάξει.

~ 177 ~


15 Eίχαν περάσει σχεδόν δυο ώρες όταν επιτέλους η Γκρέις αισθάνθηκε έτοιμη να αντιμετωπίσει την ημέρα που την περίμενε. Βγήκε από το δωμάτιό της και κατέβηκε τη σκάλα, αποφασισμένη να αποδεχτεί την κατάσταση. Όπως το φοβόταν, ο άντρας της την είχε εγκαταλείψει. Όμως στη ζωή της είχε μάθει να βασίζεται μόνο στον εαυτό της και σε κανέναν άλλο. Και εξάλλου έπρεπε να σκεφτεί και το παιδί της. Βγαίνοντας από τις μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στον κήπο, με το μυαλό της στη συζήτηση που είχε να κάνει με τη λαίδη Μπέλφορντ, έφυγε από το σπίτι και ανέβηκε το μικρό ύψωμα που οδηγούσε στο μικρότερο σπίτι και χτύπησε τη σκαλιστή, ξύλινη πόρτα. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που έπρεπε να συζητηθούν και ήταν της άποψης ότι η ειλικρίνεια ήταν η καλύτερη τακτική. «Καλημέρα, λαίδη μου», είπε ένας γκριζομάλλης μπάτλερ που η Γκρέις δεν είχε ξαναδεί. «Θα πρέπει να είστε η νέα λαίδη Μπέλφορντ». «Ναι. Ήρθα για να μιλήσω με τη...» «Πέρασε μέσα, καλή μου Γκρέις». Η Χάριετ ήρθε προς το μέρος της, κοντούλα και στρογγυλοπρόσωπη, με κοκκινισμένα αλλά χαμογελαστά μάτια. «Τώρα λεγόμαστε και οι δυο λαίδη Μπέλφορντ, σωστά; Μερικές φορές αυτοί οι τίτλοι είναι τόσο βαρετοί». Όμως ήταν φανερό ότι η Χάριετ Σαρπ αισθανόταν πολύ πιο άνετα στο ρόλο της αριστοκράτισσας απ’ όσο θα αισθανόταν ποτέ η Γκρέις. Η μικρόσωμη ξανθή γυναίκα την οδήγησε σε ένα φιλόξενο σαλόνι διακοσμημένο σε απαλούς τόνους του γαλαζοπράσινου και του ιβουάρ. Γαλαζοπράσινες κουρτίνες από δαμασκηνό κρέμονταν στα παράθυρα, ενώ ένα βαθυπράσινο χαλί Ομπισόν με λουλουδάτα μοτίβα ζέσταινε το πάτωμα. Όπως είχε πει η νεαρή χήρα, το μικρότερο σπίτι ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το αρχοντικό. Κάθισαν στον αναπαυτικό καναπέ και η Χάριετ έδωσε εντολή στον ηλικιωμένο μπάτλερ, που λεγόταν Κόλσον, να τους φέρει τσάι και γλυκίσματα. Καθώς ο άντρας απομακρυνόταν αθόρυβα κλείνοντας πίσω του τις συρόμενες μαονένιες πόρτες, η Χάριετ γύρισε προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που είσαι εδώ στο Μπέλφορντ.

~ 178 ~


Από τότε που έφυγε ο Τσαρλς, μου λείπει τρομερά. Η μοναξιά μου είναι αφόρητη χωρίς αυτόν». «Θα πρέπει να ήταν φρικτό για σένα να χάσεις τον άντρα σου τόσο ξαφνικά». Η Χάριετ αναστέναξε. «Έγινα κομμάτια. Τη μια μέρα ήταν ζωντανός και γελαστός και την επόμενη είχε χαθεί». Για μια στιγμή τα μάτια της βούρκωσαν και η Γκρέις κατάλαβε πως συγκρατιόταν με κόπο να μην κλάψει. «Τον αγαπούσα πάρα πολύ. Προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί, αλλά δεν ήταν γραφτό». Η Γκρέις κατέβασε τα μάτια της και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Μην αισθάνεσαι άσχημα, καλή μου. Είσαι έγκυος, σωστά;» Η Γκρέις σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της. «Πώς το ξέρεις;» «Βλέπω τη λάμψη στο πρόσωπό σου. Άλλωστε δε θα υπήρχε άλλος τρόπος για να πείσεις τον κουνιάδο μου να νοικοκυρευτεί. Όμως χαίρομαι που παντρεύτηκε. Ο Ίθαν είναι δύσκολος άνθρωπος. Στο παρελθόν, υπέφερε πολύ κι αυτό τον έχει κάνει πικρόχολο και δύσπιστο. Πιστεύω ότι θα βρεις τον τρόπο να τον βγάλεις από τη μιζέρια του». Ο λαιμός της Γκρέις έφραξε. Έσκυψε το κεφάλι της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Το να βάλει τα κλάματα μπροστά σε μια γυναίκα την οποία δε γνώριζε δε συμπεριλαμβανόταν στα σχέδιά της, αλλά τα λόγια της Χάριετ είχαν ελευθερώσει τα συναισθήματα που κρατούσε κλειδωμένα μέσα της. Η λαίδη Μπέλφορντ εξαφανίστηκε για λίγο και επέστρεψε με ένα χαριτωμένο κεντητό μαντιλάκι. «Μην κλαις, καλή μου. Θα με κάνεις να θυμηθώ τον Τσαρλς και θα βάλω κι εγώ τα κλάματα». Έδωσε το μαντιλάκι στην Γκρέις κι εκείνη σκούπισε τα μάτια της. «Συγνώμη, δεν το ήθελα. Απλώς...» «Απλώς, τι, καλή μου;» «Κάποτε ήμουν τρελά ερωτευμένη με τον Ίθαν. Τον αγάπησα όπως εσύ αγαπούσες τον Τσαρλς». «Και τώρα δεν τον αγαπάς;» Η Γκρέις πίεσε το μαντίλι κάτω από τη μύτη της. «Αρνούμαι να αγαπώ έναν άντρα που δε μ’ αγαπάει». Η λαίδη Μπέλφορντ της έπιασε το χέρι και το έσφιξε μαλακά. Την ίδια στιγμή οι πόρτες του σαλονιού άνοιξαν και ακούστηκε ο θόρυβος

~ 179 ~


του καροτσιού με το σερβίτσιο του τσαγιού. Οι δυο γυναίκες γύρισαν προς τα κει. «Βλέπω πως ήρθε ο Κόλσον με το τσάι μας. Νομίζω πως ένα φλιτζάνι θα ήταν ό,τι πρέπει αυτή τη στιγμή». Ο μικρόσωμος, γκριζομάλλης μπάτλερ έσπρωξε το καροτσάκι κοντά στον καναπέ και αποσύρθηκε, κλείνοντας τις βαριές ξύλινες πόρτες. Η λαίδη Μπέλφορντ σέρβιρε με επιδεξιότητα το τσάι σε δυο πορσελάνινα φλιτζάνια με χρυσό χείλος και πρόσθεσε έναν κύβο ζάχαρης στο τσάι της Γκρέις πριν της το δώσει. «Και τώρα πες μου... τι συμβαίνει μ’ εσένα και τον Ίθαν; Λες ότι έφυγε επειδή δε σ’ αγαπάει;» Το φλιτζάνι κροτάλισε πάνω στο πιατάκι του. «Πέρα από τη σαρκική έλξη που κάθε άντρας αισθάνεται, δε θέλει να με βλέπει». Η Γκρέις κοίταξε τη Χάριετ και η καρδιά της σφίχτηκε από τον πόνο που της προκαλούσαν αυτά τα πικρά λόγια. Λαχταρούσε να της πει όλη την αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει δίχως να προδώσει το μυστικό της καταγωγής της. «Είναι πολύ μεγάλη ιστορία», πρόσθεσε. «Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως είμαι η τελευταία γυναίκα πάνω στη Γη που θα ήθελε να παντρευτεί». «Και τότε γιατί σε παντρεύτηκε;» Η Γκρέις ανασήκωσε τους ώμους της. «Ο Ίθαν είναι έντιμος άνθρωπος. Ένιωσε υπεύθυνος επειδή με άφησε έγκυο». Η Χάριετ χαμογέλασε αχνά. «Φαίνεται πως δεν ξέρεις τόσο καλά τον κουνιάδο μου όσο νομίζεις». «Τι εννοείς;» «Αν ο Ίθαν Σαρπ δεν ήθελε να σε παντρευτεί, τότε καμία δύναμη δε θα ήταν ικανή να τον εξαναγκάσει».

~ 180 ~


16 Πέρασαν κάμποσες βδομάδες, ο Μάιος έδωσε τη θέση του στον Ιούνιο, οι κήποι ξεχείλιζαν από ροζ, κίτρινα και κόκκινα λουλούδια και μαζί τους άνθιζε και η φιλία ανάμεσα στη Χάριετ και την Γκρέις. Η νεαρή χήρα ήταν τόσο γλυκιά και καλή όσο και στην αρχή της γνωριμίας τους και η Γκρέις ένιωθε απέραντη ευγνωμοσύνη για τη φιλία τους. Με τόσο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους, οι δυο γυναίκες αποφάσισαν να ανακαινίσουν το Μπέλφορντ Παρκ. Τη βδομάδα που ακολούθησε μετά την αποχώρηση του Ίθαν, στρώθηκαν στη δουλειά και αφοσιώθηκαν στο έργο που είχαν αναλάβει, ξοδεύοντας τεράστια ποσά από τα κεφάλαια του Ίθαν, τα οποία φαίνονταν ανεξάντλητα. Σαν ένα λουλούδι την άνοιξη, το μεγαλόπρεπο αρχοντικό άρχισε να ζωντανεύει και οι κάποτε άδειες αίθουσές του αντηχούσαν από τις φωνές. Ξυλουργοί, τεχνίτες που επισκεύαζαν μαρμάρινα πατώματα και στέγες, που έφτιαχναν κουρτίνες και υφάσματα επιπλώσεων καθώς και ταπετσιέρηδες εργάζονταν ολημερίς. Η δουλειά απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της Γκρέις και τη βοηθούσε να ξεχνά τον άνθρωπο που μονοπωλούσε τις σκέψεις της. Τα βράδια μοιραζόταν το ενδιαφέρον της για τα άστρα με τη Χάριετ και οι δυο τους περνούσαν τις μοναχικές ώρες μετά το δείπνο συζητώντας για τους αστερισμούς και τους ελληνικούς και ρωμαϊκούς μύθους που τους συνόδευαν. «Έχω αρχίσει να μας βλέπω σαν τους Διδύμους», είπε η Χάριετ, σκύβοντας για να κοιτάξει από το μικρό μπρούντζινο τηλεσκόπιο της Γκρέις που ήταν στημένο στη φαρδιά πέτρινη βεράντα. «Μέσα σε μερικές βδομάδες έχουμε γίνει σαν αδελφές». «Εννοείς σαν τους Διόσκουρους». Τους αφοσιωμένους δίδυμους αδελφούς της ελληνικής μυθολογίας. «Ακριβώς. Δε μαλώνουμε ποτέ και συμφωνούμε σχεδόν στα πάντα». «Κι αυτός ήταν ο λόγος που, σύμφωνα με το μύθο, ο Δίας τοποθέτησε τους δίδυμους στο ίδιο σημείο στον ουρανό». Η Χάριετ χαμογέλασε, πράγμα που έκανε όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό. «Ακριβώς».

~ 181 ~


Οι εργασίες στο σπίτι συνεχίζονταν και ακόμα και το προσωπικό φαινόταν πιο κεφάτο χάρη στη δραστηριότητα που επικρατούσε. Την ημέρα που η Χάριετ γιόρταζε τα εικοστά έβδομα γενέθλιά της, η μαγείρισσα επέμεινε να ετοιμάσει ένα ξεχωριστό δείπνο και προς τιμήν της συννυφάδας της η Γκρέις φόρεσε το μαργαριταρένιο κολιέ της. Εκείνο το κόσμημα είχε κάτι το παράξενο. Όποτε το φορούσε, ένιωθε μια παρηγοριά, το ηθικό της αναπτερωνόταν και η θλίψη που τη βασάνιζε τόσο συχνά έσβηνε. Επειδή φοβόταν ότι στη Χάριετ θα έλειπε ο άντρας της εκείνη την ξεχωριστή μέρα, ήθελε να είναι ακόμα πιο κεφάτη για χάρη της. Κατεβαίνοντας τη φαρδιά μαρμάρινη σκάλα, προχώρησε προς την τραπεζαρία, που ήταν το επόμενο δωμάτιο στον κατάλογο αυτών που θα ανακαινίζονταν. Αν και η ταπετσαρία στις είκοσι τέσσερις καρέκλες γύρω από το μακρύ μαονένιο τραπέζι ήταν κάπως φθαρμένη και ξεθωριασμένη, τα κρυστάλλινα πρίσματα των περίτεχνων πολυελαίων που κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια τους είχαν καθαριστεί πρόσφατα, όπως και οι βαριές χρυσές απλίκες στους τοίχους. Φορώντας ένα τουρκουάζ φόρεμα που η φούστα του είχε πρόσθετα φύλλα από ροδί μετάξι κεντημένο με αρχαιοελληνικά μοτίβα, η Γκρέις έφτασε στην τραπεζαρία την ίδια στιγμή με τη Χάριετ, που κι εκείνη ήταν πολύ ωραία ντυμένη αυτή τη βραδιά, με ένα αχνογάλανο φόρεμα με μπορντούρα από ροζ δαντέλα. «Χρόνια πολλά», είπε η Γκρέις, δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο. «Ευχαριστώ. Παραδόξως δεν αισθάνομαι ούτε μέρα μεγαλύτερη». «Και ασφαλώς ούτε φαίνεσαι!» Η Χάριετ χαμογέλασε. Φαινόταν πιο χαρούμενη τον τελευταίο καιρό και είχε αρχίσει να βλέπει πάλι τον κόσμο με ελπίδα. Τα καστανά μάτια της καρφώθηκαν στο περιδέραιο. «Θεέ μου, τι όμορφο κόσμημα». Η Γκρέις άγγιξε απαλά τα μαργαριτάρια, που έλαμπαν στο φως των κεριών που βρίσκονταν στα ασημένια κηροπήγια πάνω στο τραπέζι. «Είναι δώρο από τη φίλη μου, τη Βικτόρια Ίστον. Ήλπιζε πως θα μου έφερνε καλοτυχία». Προσπάθησε να μη σκεφτεί τον Ίθαν· στη δική τους περίπτωση, το περιδέραιο δεν είχε κάνει το θαύμα του. Καθώς έπαιρναν τις θέσεις τους στην πέρα άκρη του τραπεζιού, η Γκρέις άρχισε να της διηγείται την ιστορία του περιδέραιου, αναφέροντας τη μεγάλη αγάπη του λόρδου Φάλον προς τη λαίδη Αριάνα του Μέρικ και το θρύλο που συνόδευε αυτό το πολύτιμο κόσμημα.

~ 182 ~


«Βέβαια όλα αυτά δεν είναι παρά ανοησίες», κατέληξε. «Δεν πιστεύω σε θρύλους, έστω κι αν τα μαργαριτάρια φαίνεται να έφεραν μεγάλη τύχη στη φίλη μου». «Εντούτοις, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ειδικά επειδή το Κάστρο του Μέρικ είναι μόλις μερικά χιλιόμετρα μακριά από δω. Τι μικρός που είναι ο κόσμος!» Η Γκρέις ανασήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της. «Το Κάστρο του Μέρικ βρίσκεται κοντά στο Μπέλφορντ;» «Μα ναι. Πολύ κοντά στο Όλτερτον. Είναι ερειπωμένο, φυσικά, αλλά έχει μια περίεργη μαγεία. Ίσως θα ήθελες να το επισκεφθούμε κάποια στιγμή». «Ω, ναι, θα το ήθελα πάρα πολύ». Η Γκρέις άγγιξε τα μαργαριτάρια και τα ένιωσε να εκπέμπουν μια παράξενη ζεστασιά κάτω από τα δάχτυλά της. «Μιλούσα με έναν από τους ξυλουργούς, τον κύριο Μπλένι, και μου είπε ότι τον πονούσαν τα δάχτυλα των ποδιών του. Πιστεύει ότι θα βρέξει σε μια δυο μέρες, αλλά πως ο καιρός θα βελτιωθεί πάλι κατά το τέλος της εβδομάδας. Θα μπορούσαμε να πάμε τότε». «Ω, ναι. Θα το κάνουμε σαν εκδρομή. Θέλω πάρα πολύ να σου δείξω το κάστρο». *** Αν και ο καιρός παρέμεινε άσχημος –τα δάχτυλα των ποδιών του κυρίου Μπλένι μάλλον δεν είχαν σταματήσει να πονούν–, το σύντομο ταξίδι μέχρι το Κάστρο του Μέρικ πήγε ακριβώς όπως το είχαν προγραμματίσει. Ένας κρύος αέρας φυσούσε στο δρόμο, αναδεύοντας τα κλαδιά των δέντρων καθώς η άμαξα περνούσε ανάμεσά τους, αλλά η Γκρέις ήταν τόσο ενθουσιασμένη που δεν το πρόσεχε καν. Τι εξαιρετική εύνοια της τύχης τα είχε φέρει να μένει τόσο κοντά στο κάστρο! «Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα;» ρώτησε τη Χάριετ, ανυπομονώντας σαν παιδί να φτάσουν εκεί. «Ένα, ενάμισι χιλιόμετρο το πολύ. Μόλις περάσουμε αυτή τη στροφή, θα το δεις πάνω στο λόφο». Αψηφώντας το κρύο, η Γκρέις άνοιξε το παράθυρο από μαρμαρυγία στην οροφή της άμαξας και το στερέωσε στη θέση του, έπειτα έβγαλε το

~ 183 ~


κεφάλι της από το άνοιγμα. Η γούνινη μπορντούρα του μανδύα της φτερούγιζε στον άνεμο και ο κρύος αέρας της μαστίγωνε τα μάγουλα, αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στα ερείπια του κάστρου. Βρισκόταν στην κορυφή ενός υψώματος και το μόνο που είχε απομείνει στη θέση αυτού που κάποτε ήταν ένα πολύ μεγάλο πέτρινο φρούριο ήταν ο κεντρικός πύργος. Αν και μια πλευρά του είχε γκρεμιστεί, οι επάλξεις του εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά το μεγαλύτερο μέρος. Σκούρα σύννεφα αιωρούνταν από πάνω του λες και ήταν μόνιμοι κάτοικοι και σύντροφοί του. Της φαινόταν δύσκολο να φανταστεί εκείνο το μέρος λουσμένο στο φως του ήλιου. «Η τάφρος δεν υπάρχει πια», είπε η Χάριετ, «αλλά διακρίνεται η εσοχή στο έδαφος εκεί που ήταν κάποτε». Πράγματι, η Γκρέις μπορούσε να ξεχωρίσει το βαθούλωμα στο σημείο που κάποτε υπήρχε ένα βαθύ χαντάκι στρωμένο με πέτρες, που περιέβαλλε το κάστρο για λόγους προστασίας από τους εισβολείς. Κοίταξε τον πύργο και ένα ρίγος τη διαπέρασε. Η λαίδη Αριάνα είχε ανέβει στο στηθαίο, στην κορυφή εκείνου του πύργου, και είχε σκοτωθεί πέφτοντας στις πέτρες της τάφρου κάτω χαμηλά. «Σταμάτα, αμαξά!» φώναξε, κι εκείνος υπάκουσε τραβώντας τα γκέμια των αλόγων και σταματώντας την άμαξα στην άκρη του δρόμου. Η Γκρέις στράφηκε προς τη Χάριετ, που καθόταν στο απέναντι κάθισμα. «Θα πάω να ρίξω μια ματιά από κοντά. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;» Η Χάριετ ανατρίχιασε και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, τραβώντας πιο ψηλά τη γούνινη κουβέρτα που της ζέσταινε τα γόνατα. «Θα ήθελα να είχαμε έρθει μια καλύτερη μέρα. Προτιμώ να μείνω εδώ, αν δε σε πειράζει». «Καθόλου», απάντησε η Γκρέις, ευχαριστημένη κατά βάθος που θα εξερευνούσε μόνη της το κάστρο. Κατέβηκε από την κομψή, μαύρη άμαξα των Μπέλφορντ, ανέβασε την κουκούλα της κάπας της για να προστατευτεί από τον αέρα και άρχισε να ανηφορίζει το λόφο. Όταν έφτασε στο χείλος της τάφρου, σταμάτησε για να κοιτάξει προς τα πάνω. Το στηθαίο υψωνόταν πάνωθέ της και ο άνεμος που φυσούσε μέσα από τις πολεμίστρες έκανε έναν παράξενα θρηνητικό ήχο. Πέρασε την τάφρο που τώρα ήταν γεμάτη χώμα αντί για νερό και κοντοστάθηκε πάλι από την άλλη πλευρά. Οι τοίχοι του κάστρου ήταν από τραχιά γκρίζα πέτρα, κρύα και υγρή στην αφή, και ήταν καλυμμένοι με γλιτσερά πράσινα βρύα.

~ 184 ~


Στο παρελθόν, η πόρτα του πύργου βρισκόταν ένα ολόκληρο πάτωμα ψηλότερα από το έδαφος για να κρατά απέξω τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στη μεγάλη αίθουσα, καθώς και η πόρτα της είχαν σαπίσει εδώ και πολύ καιρό. Η Γκρέις προχώρησε προς το πίσω μέρος του πύργου, βρήκε ένα σημείο όπου οι τοίχοι είχαν γκρεμιστεί σχεδόν εντελώς, πέρασε πάνω από τις πεσμένες πέτρες και μπήκε στο κάστρο. Οι εναπομείναντες πέτρινοι τοίχοι σχημάτιζαν ένα φράγμα ενάντια στον άνεμο και μέσα στη μεγάλη αίθουσα ο αέρας φαινόταν παράξενα ακίνητος. Το μόνο που ακουγόταν ήταν εκείνο το σιγανό βογκητό από ψηλά και το τρίξιμο κάποιων παμπάλαιων ξύλων. Το τεράστιο πέτρινο τζάκι υπήρχε ακόμα στο βάθος του δωματίου, αλλά τα ξύλα που κάποτε ζέσταιναν το χώρο είχαν χαθεί προ πολλού, σαρωμένα από το χρόνο και την κακοτυχία. Η Γκρέις στάθηκε εκεί για κάμποση ώρα, αμίλητη. Τότε ένας άλλος ήχος έφτασε στ’ αυτιά της, ένα σύρσιμο που φαινόταν να πλησιάζει. Γύρισε απότομα προς τα κει. «Καλώς ήρθες στο Κάστρο του Μέρικ». Ήταν μια γυναίκα υπέργηρη, ρυτιδιασμένη, κάτισχνη και καμπουριασμένη. Στο ροζιασμένο χέρι της κρατούσε ένα στραβό ξύλινο μπαστούνι. Έτσι όπως ήταν ντυμένη στα μαύρα από την κορφή ως τα νύχια, με την κουκούλα του χοντρού πανωφοριού της να κρύβει το μεγαλύτερο μέρος του ρυτιδωμένου προσώπου της, έμοιαζε με ηρωίδα βγαλμένη από μεσαιωνικό θρύλο. «Συγνώμη», είπε η Γκρέις, «δεν ήθελα να ενοχλήσω». «Δεν ενοχλείς καθόλου, καλή μου». Η Γκρέις κοίταξε ολόγυρα, αλλά είδε μόνο τους γυμνούς τοίχους, μια στοίβα σαπισμένα δοκάρια οροφής και μια στενή πέτρινη σκάλα που ανέβαινε στριφογυριστά προς την κορυφή του πύργου. «Είμαι... είμαι η λαίδη Μπέλφορντ. Κι εσείς;...» «Η Μαμπίνα Μέρικ. Η οικογένειά μου ζούσε εδώ πριν από πολλά χρόνια». Μέρικ. Η γυναίκα θα έπρεπε να ήταν απόγονος της λαίδης Αριάνα. «Ναι... γνωρίζω την ιστορία». «Το κατάλαβα. Φοράς τα μαργαριτάρια».

~ 185 ~


Της είχε φανεί σωστό να φορέσει το περιδέραιο όταν θα επισκεπτόταν το μέρος απ’ όπου προερχόταν, αλλά τώρα αναρωτιόταν μήπως είχε κάνει λάθος. «Κάποτε ανήκαν στην οικογένειά σας», είπε στη γυναίκα. «Πολύ παλιά... πριν από πολλά χρόνια...» «Ανήκαν στη λαίδη Αριάνα». Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Ήταν δώρο του εραστή της, του λόρδου Φάλον. Το είχε παραγγείλει ειδικά για κείνη. Ο κόμης διάλεξε ο ίδιος τα μαργαριτάρια ένα προς ένα –ένα δώρο αγάπης για τη μέλλουσα σύζυγό του. Η Αριάνα το φορούσε την ημέρα που πέθανε». Η Γκρέις κοίταξε την απότομη, στριφογυριστή πέτρινη σκάλα που ακολουθούσε την καμπύλη του τοίχου ως την πολεμίστρα. «Σκοτώθηκε όταν έμαθε ότι ο λόρδος Φάλον είχε δολοφονηθεί από ληστές, ενώ ερχόταν για το γάμο. Θα πρέπει να τον αγαπούσε πάρα πολύ». «Ναι. Για την Αριάνα δε θα μπορούσε να υπάρξει άλλος. Όπως και για κείνον δε θα μπορούσε να υπάρξει άλλη γυναίκα». Κάτι σφίχτηκε μέσα στο στήθος της. «Η ιστορία λέει... ότι κυοφορούσε το παιδί του». Η ηλικιωμένη γυναίκα συγκατένευσε μελαγχολικά. «Και ήταν αλήθεια. Είχαν γίνει εραστές, βλέπεις, πριν ακόμα αρραβωνιαστούν. Τον αγάπησε από την πρώτη στιγμή που τον είδε». «Κι εκείνος;» ρώτησε η Γκρέις. «Ο λόρδος Φάλον ένιωθε την ίδια αγάπη για τη λαίδη Αριάνα;» Η Μαμπίνα Μέρικ κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Στην αρχή, απλώς την ποθούσε. Έτσι συμβαίνει με τους περισσότερους άντρες. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, εκτίμησε το χαρακτήρα της και άρχισε να θαυμάζει το κουράγιο και την καλοσύνη της. Η αγάπη του για κείνη μεγάλωνε κάθε μέρα που περνούσε και τελικά κατάλαβε ότι τη λάτρευε, ότι με καμιά άλλη δε θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος». Τα σκεβρωμένα δάχτυλα της γυναίκας απλώθηκαν προς τα μαργαριτάρια. Τα χάιδεψε με τρυφερότητα. «Αυτά προορίζονταν για σένα. Είναι γραφτό σου να τα φοράς, όπως ήταν και για κείνη». Η Γκρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Είχε μια περίεργη αίσθηση ότι αυτά που συνέβαιναν ήταν εξωπραγματικά. «Δώρο είναι, τίποτα περισσότερο. Και τυχαία ήρθα εδώ σήμερα. Τυχαία τα φόρεσα».

~ 186 ~


Η γυναίκα χαμογέλασε και η Γκρέις είδε τα μαυρισμένα της δόντια. «Πίστευε ό,τι θέλεις». «Η φίλη μου ήλπιζε ότι θα μου έφερναν ευτυχία, όπως έφεραν σ’ εκείνη». «Ευτυχία... ή τραγωδία. Ακόμα δεν έχει αποφασιστεί». Η Γκρέις άρχισε να πισωπατάει. Δε γίνονταν αυτά τα πράγματα. Κατά τύχη είχε ανακαλύψει ότι το κάστρο βρισκόταν εκεί και μόνο από περιέργεια είχε έρθει για να το δει. «Δυστυχώς, πρέπει να πηγαίνω. Η συννυφάδα μου με περιμένει στην άμαξα. Θα είναι χαρά μας να σας μεταφέρουμε ως το σπίτι σας». Η ηλικιωμένη γυναίκα γέλασε και το γέλιο της ακούστηκε βραχνό και τραχύ. «Δε νομίζω πως γίνεται αυτό». «Τι εννοείτε;» «Πήγαινε, παιδί μου. Εμπιστέψου τα μαργαριτάρια... και την καρδιά σου. Κάνε αυτό που σου λέει και αν συμφωνούν οι Μοίρες όλα θα πάνε καλά». Γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται με ασταθές βήμα, στηριγμένη βαριά στο στραβό μπαστούνι της. Καθώς έβγαινε από τον πύργο, ο αέρας ανέμισε τα βαριά μαύρα ρούχα της, κολλώντας το ύφασμα πάνω στα αδύνατα πόδια της. Σκύβοντας το κεφάλι της για να προστατευτεί από τον τσουχτερό άνεμο, η Μαμπίνα Μέρικ συνέχισε να προχωράει. Η Γκρέις την είδε να χάνεται πίσω από ένα ύψωμα και συνειδητοποίησε ότι η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Οι παλάμες της ήταν υγρές και τα χέρια της έτρεμαν. Τι στην ευχή είχε συμβεί πριν από λίγο; Μια παράξενη συνάντηση με μια παράξενη ηλικιωμένη γυναίκα, τίποτ’ άλλο. Κι όμως, μια περίεργη αίσθηση βαθιά στο στήθος της απλωνόταν και δυνάμωνε με κάθε στιγμή που περνούσε, μια ανεξήγητη αίσθηση γνώσης αλλιώτικη από καθετί άλλο που είχε βιώσει ως τότε. Κοίταξε τον ουρανό, που είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει πάνω από τους ερειπωμένους τοίχους του πύργου, και το βλέμμα της σάρωσε το στερέωμα. Ανασηκώνοντας λίγο τη φούστα της για να μην την εμποδίζει, γύρισε και έτρεξε έξω από το γκρεμισμένο κάστρο. Η κουκούλα της κάπας της έπεσε πίσω και ο άνεμος μαστίγωνε τα μαλλιά της καθώς έτρεχε στην κατηφοριά προς την άμαξα. Ήταν παγωμένη ως το κόκαλο, τα δάχτυλά της είχαν μουδιάσει από το κρύο, αλλά δεν την ένοιαζε.

~ 187 ~


Σκέφτηκε τον Ίθαν, σκέφτηκε το παιδί που είχε μέσα της, και η καρδιά της σφίχτηκε. Για πρώτη φορά εδώ και βδομάδες ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Θα πήγαινε στο Λονδίνο και τίποτα δεν μπορούσε να την εμποδίσει. Ρίγησε σύγκορμη. Προσευχόταν μόνο οι Μοίρες να φαίνονταν πιο ευσπλαχνικές μαζί της απ’ όσο μέχρι τώρα.

~ 188 ~


17 H συνάντηση του Ίθαν με το συνταγματάρχη Πέντλτον από το υπουργείο Πολέμου είχε φτάσει στο τέλος της. Βγήκε από το κτίριο και επέστρεψε στην άμαξα που τον περίμενε μπροστά. Σύμφωνα με το συνταγματάρχη, δεν υπήρχε κανένα νέο για τον Χάρμον Τζέφρις, η παραμικρή πληροφορία σχετικά με τις κινήσεις του υποκόμη. Ο Ίθαν είχε μάθει μόνο ότι η κατάσταση με τους Γάλλους πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ο πρωθυπουργός και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου ανησυχούσαν σοβαρά. Πριν από δύο εβδομάδες είχαν ζητήσει τη βοήθειά του. «Σε χρειαζόμαστε, πλοίαρχε», του είχε πει ο συνταγματάρχης. «Στο παρελθόν, η βοήθειά σου φάνηκε ανεκτίμητη και ελπίζουμε πως θα δεχτείς να αναλάβεις μια αποστολή ακόμα». Ο Ίθαν είχε δεχτεί αν και απρόθυμα, αλλά για την ώρα δεν είχε οριστεί η ημερομηνία που θα σαλπάριζαν ο Δαίμονας των Θαλασσών και το πλήρωμά του. «Ίσως περάσουν αρκετές εβδομάδες ακόμα», του είπε ο Πέντλτον στη διάρκεια της συνάντησής τους, εκείνη την ημέρα. «Ο Μαξ Μπράντλι είναι ακόμα στην Ευρώπη και θέλω να συνεργαστείτε σ’ αυτή την αποστολή. Ο Μπράντλι έχει την ικανότητα να περνιέται για ντόπιος και θα σου φανεί ανεκτίμητος στη συλλογή πληροφοριών. Μέχρι να ολοκληρώσει την τωρινή αποστολή του και να επιστρέψει στο Λονδίνο, θα ήταν άσκοπο να φύγεις». Τώρα, καθώς η άμαξα κατευθυνόταν προς το σπίτι του, ο Ίθαν ακούμπησε στο δερμάτινο κάθισμα και βλαστήμησε σιγανά. Δεν ήθελε να αναμειχθεί και πάλι στις πολεμικές επιχειρήσεις. Είχε κάνει το χρέος του απέναντι στην πατρίδα και με το παραπάνω. Και αδημονούσε να αναλάβει τα απαιτητικά καθήκοντα του μαρκησίου. Η εικόνα της Γκρέις –με τα στήθη της κάπως πιο γεμάτα, την κοιλιά στρογγυλή από την εγκυμοσύνη– ξεπήδησε στο μυαλό του. Είχε υπάρξει μια εποχή που ονειρευόταν να παντρευτεί, φανταζόταν ότι κάπου στο μέλλον θα γνώριζε μια γλυκιά, καλότροπη κοπέλα και θα την έκανε γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του.

~ 189 ~


Η Γκρέις δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που σκόπευε να παντρευτεί –εντελώς το αντίθετο, για την ακρίβεια. Κι όμως, από τη στιγμή που την είχε γνωρίσει δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του με κανέναν τρόπο. Την ήθελε συνεχώς, φανταζόταν πως έκανε έρωτα μαζί της, θυμόταν ολοζώντανα κάθε φορά που την είχε κάνει δική του. Ακόμα και τώρα, που ήταν χιλιόμετρα μακριά του, στην επαρχία, δεν μπορούσε να πάψει να τη σκέφτεται. Ίσως η μόνη λύση ήταν να γυρίσει στη θάλασσα. Το ήλπιζε, γιατί τίποτε άλλο δεν είχε αποτέλεσμα. Η άμαξα έπεσε σε μια λακκούβα και ο Ίθαν αναπήδησε στο κάθισμα. Έξω από το παράθυρο, δυο θεληματάρηδες που μετέφεραν μηνύματα για τα αφεντικά τους περνούσαν τρέχοντας, ένας ρακένδυτος ζητιάνος προχωρούσε κουτσαίνοντας, με το βρόμικο χέρι του απλωμένο. Ο Ίθαν έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη του γιλέκου του και το πέταξε στον άνθρωπο. Δέκα λεπτά αργότερα, η άμαξα έφτασε στην αριστοκρατική γειτονιά του Μέιφερ και σταμάτησε έξω από το σπίτι της Μπρουκ Στρητ. Με το μυαλό του στο επικείμενο ταξίδι, ο Ίθαν κατέβηκε από την άμαξα, ανέβηκε τα απότομα πέτρινα σκαλοπάτια και μπήκε στο χολ. «Καλησπέρα, λόρδε μου». Ο μπάτλερ του, ένας άντρας ονόματι Μπέινς που παλιότερα δούλευε για τον Τσαρλς, με μαύρα μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους και εξαιρετικά σνομπ, παραμέρισε για να περάσει. «Φοβούμαι ότι μετά από την αναχώρησή σας μεσολάβησε μια μικρή αναταραχή». Ο Ίθαν έστρεψε την προσοχή του στον μπάτλερ. «Τι είδους αναταραχή;» «Κατά τα φαινόμενα, κατέφθασε η σύζυγός σας». Το νέο τον χτύπησε σαν κεραυνός. Και τα συναισθήματα που το ακολούθησαν δεν ήθελε καν να τα κατονομάσει. Κοίταξε ερευνητικά το αυστηρό πρόσωπο του μπάτλερ· μια και δεν είχε μπει στον κόπο να ανακοινώσει το γάμο του, κατανοούσε πως το προσωπικό του είχε αιφνιδιαστεί κάπως. «Πού είναι;» «Στο δωμάτιό της, κύριε. Τακτοποιεί τα πράγματά της με τη βοήθεια της καμαριέρας της. Ελπίζω πως έπραξα σωστά εγκαθιστώντας τη στη σουίτα της μαρκησίας».

~ 190 ~


Η Γκρέις ήταν εκεί. Στον επάνω όροφο, στην κρεβατοκάμαρα δίπλα στη δική του. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει, το αίμα του έβραζε. Και μόνο στην ιδέα ότι θα την έβλεπε φερόταν σαν σχολιαρόπαιδο. «Πολύ καλά έκανες. Η κυρία είναι σύζυγός μου, στο κάτω κάτω». «Συγχαρητήρια, λόρδε μου». Ο ελαφρώς αποδοκιμαστικός τόνος του μπάτλερ δεν του διέφυγε. «Θα φροντίσω να τη γνωρίσει το προσωπικό πριν φύγει». Γιατί το μόνο βέβαιο ήταν ότι δε θα της επέτρεπε να μείνει. Όχι για μεγάλο διάστημα, τουλάχιστον. Καθώς ο Ίθαν ανέβαινε τη σκάλα, όσο το σκεφτόταν τόσο περισσότερο θύμωνε. Το θράσος της δεν είχε όρια! Ήταν σύζυγός της! Ήταν ο μαρκήσιος του Μπέλφορντ! Η Γκρέις ήταν γυναίκα του και όφειλε να υπακούει στις εντολές του. Και αν θυμόταν καλά, της είχε δώσει εντολή να μείνει στο Μπέλφορντ Παρκ. Σταματώντας μπροστά στην πόρτα του δωματίου της, χτύπησε μερικές φορές και μετά γύρισε το πόμολο και μπήκε χωρίς να περιμένει άδεια. Η Γκρέις έβγαζε εκείνη τη στιγμή τα ταξιδιωτικά της ρούχα. Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, φορώντας ένα εφαρμοστό μεσοφόρι, δαντελένιες ζαρτιέρες και κάλτσες και ήταν τόσο ψηλή, αριστοκρατική και πανέμορφη όσο τη θυμόταν. Το στήθος της ήταν πιο γεμάτο, πιο φουσκωμένο και βαρύ, οι ροδαλές της θηλές μεγαλύτερες, στρογγυλότερες, ακόμα πιο ερεθιστικές απ’ όσο πριν. Η καμιζόλα έπεφτε απαλά πάνω από την ελαφρώς φουσκωμένη κοιλιά της. Κατά τους υπολογισμούς του ήταν σχεδόν τεσσάρων μηνών έγκυος κι όμως φαινόταν πιο λαμπερή, πιο υπέροχη απ’ όσο την είχε δει ποτέ. Το στόμα του στέγνωσε. Οι μύες του συσπάστηκαν και το σώμα του σφίχτηκε. Είπε στον εαυτό του ότι ήταν απλός πόθος, όχι νοσταλγία. Τα φωτεινά πράσινα μάτια της έγιναν ολοστρόγγυλα όταν τον είδε. Άπλωσε στα τυφλά το χέρι της για να πιάσει την πράσινη βελούδινη ρόμπα της και η καμαριέρα της την άρπαξε βιαστικά από τον καπιτοναρισμένο πάγκο στα πόδια του κρεβατιού και τη βοήθησε να τη φορέσει. «Θα ήθελα να μιλήσω με τη σύζυγό μου, Φοίβη, αν έχεις την καλοσύνη». «Ασφαλώς, λόρδε μου». Βλέποντας το βλοσυρό ύφος του, η καμαριέρα βγήκε τρομαγμένη από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα.

~ 191 ~


Ο Ίθαν έστρεψε την προσοχή του στην Γκρέις. «Σου είπα να μείνεις στο Μπέλφορντ. Τι κάνεις στο Λονδίνο;» Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της με έναν τρόπο που του ήταν πολύ γνώριμος. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δε χαιρόταν καθόλου που την έβλεπε. «Ήρθα να δω τον άντρα μου. Και φυσικά να επισκεφθώ την οικογένεια και τους φίλους μου. Το ότι είμαι παντρεμένη μαζί σου δε σου δίνει το δικαίωμα να με κρατάς εξόριστη αιωνίως, μακριά απ’ όσους αγαπώ». Για μια στιγμή τον έπνιξαν οι τύψεις. Η Γκρέις δεν είχε άδικο. Κι ωστόσο η παρουσία της εκεί στο σπίτι του, στο διπλανό δωμάτιο από το δικό του, δεν τον ευχαριστούσε καθόλου. Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της, άγγιξε σαν χάδι τον κατάλευκο λυγερό λαιμό της, τη μικρή φλέβα που χτυπούσε σαν τρελή στη βάση του και του γεννούσε την επιθυμία να κολλήσει τα χείλη του πάνω της, την αισθησιακή καμπύλη του στήθους της που κρυβόταν κάτω από τη ρόμπα, τα μικρά πέλματα και τους λεπτούς αστραγάλους που ξεπρόβαλλαν κάτω από τον ποδόγυρο. Το σώμα του ζωντάνεψε, αναδεύτηκε. Ο πόθος βάρυνε στα λαγόνια του και για πρώτη φορά από τότε που είχε επιστρέψει στο Λονδίνο ένιωσε ερεθισμένος. Όχι αυτή τη φορά, είπε στον εαυτό του, ξέροντας πολύ καλά την επιρροή που είχε πάνω του το εξαίσιο κορμί της. Μπορεί να την ήθελε, αλλά η Γκρέις θα έφευγε σε μερικές μέρες –θα φρόντιζε ο ίδιος γι’ αυτό– και ήταν αποφασισμένος να κρατηθεί μακριά της μέχρι τότε. «Είσαι βέβαιη ότι πρέπει να ταξιδεύεις στην κατάστασή σου;» τη ρώτησε, παρ’ όλο που δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα, αφού η κράση της ήταν σιδερένια. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω, υποθέτω ότι θα έπρεπε να λάβω υπόψη μου τους κινδύνους πριν επιχειρήσω ένα δεύτερο ταξίδι σε σύντομο χρονικό διάστημα». Ο Ίθαν βλαστήμησε από μέσα του. Δίχως να το θέλει είχε στήσει μόνος του την παγίδα και η Γκρέις τον είχε ρίξει με μεγάλη μαεστρία μέσα. Εντούτοις ήταν αποφασισμένος να την υποχρεώσει να φύγει προτού το ταξίδι γίνει πραγματικά επικίνδυνο –πριν προλάβει να τρυπώσει στην καρδιά του, γιατί ήξερε ότι αυτό θα γινόταν αν της έδινε την παραμικρή ευκαιρία. Έπρεπε να ζήσουν χωριστά.

~ 192 ~


Έτσι είχαν συμφωνήσει και θα φρόντιζε να τηρήσει και η Γκρέις τη συμφωνία τους. *** Η Γκρέις είδε τον άντρα της να βγαίνει από το δωμάτιο και άφησε τον αέρα που κρατούσε στα πνευμόνια της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, σαν πουλί παγιδευμένο μέσα στο στήθος της. Πώς είχε ξεχάσει πόσο την επηρέαζε η παρουσία του; Κάθισε βαριά στον πάγκο, στα πόδια του κρεβατιού. Η ψηλή, επιβλητική φιγούρα του, το μελαχρινό, αρρενωπό του πρόσωπο ήταν ολοζώντανα χαραγμένα στη μνήμη της. Ο δυναμισμός και ο αισθησιασμός τον περιέβαλλαν σαν μανδύας, σαν μια αύρα που της ήταν αδύνατον να της αντισταθεί. Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει. Από τη στιγμή που τον είδε ήταν σίγουρη ότι είχε κάνει το σωστό. Βρισκόταν στο Λονδίνο. Στο σπίτι του άντρα της. Πάλι καλά που δεν την είχε πετάξει στο δρόμο! Δεν ήταν απολύτως βέβαιη ότι δε θα το έκανε. Δεν την ήθελε εκεί, αυτό ήταν σαφέστατο. Από την άλλη μεριά, δεν είχε καταφέρει να κρύψει εντελώς την επιθυμία του για κείνη, την έλξη που τους έφερνε τον έναν κοντά στον άλλον από κείνη τη νύχτα που την είχε αρπάξει από το Λαίδη Ανν. Η Γκρέις ανησυχούσε ότι ο Ίθαν είχε πάψει να τη βρίσκει ελκυστική. Το σώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει, γινόταν πιο ώριμο και γεμάτο. Καθώς το μωρό μεγάλωνε μέσα της, μοιραία θα πάχαινε και θα γινόταν άχαρη. Με τον καιρό θα έχανε εντελώς τη γυναικεία γοητεία της. Γι’ αυτό έπρεπε να δράσει τώρα, να τον κερδίσει όσο είχε ακόμα τα περιθώρια. Συλλογίστηκε την περίεργη συνάντησή της με την ηλικιωμένη γυναίκα στο Κάστρο του Μέρικ. Από τη στιγμή που είχε δει τη Μαμπίνα Μέρικ να φεύγει, ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Στην άμαξα, κατά την επιστροφή τους στο Μπέλφορντ, εξήγησε στη Χάριετ το σχέδιό της. «Έλεγα ψέματα στον εαυτό μου, Χάριετ. Είμαι ερωτευμένη με τον Ίθαν. Προσπάθησα να σταματήσω να τον αγαπώ, αλλά δεν μπορώ. Θέλω να τον κάνω να μ’ αγαπήσει κι εκείνος, αλλά αυτό δεν πρόκειται να συμβεί όσο βρίσκομαι εδώ στην επαρχία».

~ 193 ~


Η Χάριετ χαμογέλασε, και σκύβοντας μπροστά, την αγκάλιασε. «Το ήξερα ότι κάποτε θα το καταλάβαινες. Πρέπει να πας κοντά του, όπως είπες. Να τον αναγκάσεις να ομολογήσει τι αισθάνεται για σένα». «Θα τα καταφέρεις μόνη σου όσο λείπω;» «Θα είμαι μια χαρά. Ο χρόνος που περάσαμε μαζί μου έδωσε πάλι όρεξη για ζωή. Θα ασχοληθώ με το σπίτι και όταν τελειώσουν οι επισκευές, ίσως έρθω κι εγώ στο Λονδίνο». Η Γκρέις γέλασε χαρούμενα και την αγκάλιασε. «Αυτό θα μου έδινε τη μεγαλύτερη χαρά». Αμέσως μόλις έφτασαν στο Μπέλφορντ, έτρεξε στο σπίτι, πρόσταξε να ανεβάσουν τα μπαούλα της από το υπόγειο και βοήθησε τη Φοίβη να ετοιμάσουν τα πράγματά της. Και όλη εκείνη την ώρα τα λόγια της Χάριετ αντηχούσαν ξανά και ξανά στο μυαλό της. Αν ο Ίθαν δεν ήθελε να σε παντρευτεί, καμία δύναμη δε θα ήταν ικανή να τον εξαναγκάσει. Προσευχόταν με όλη της την ψυχή να είχε δίκιο η συννυφάδα της. Προσευχόταν αυτό που είχε δει στα μάτια του Ίθαν την ημέρα του γάμου τους να ήταν αυτό που ποθούσε η καρδιά της. Αγάπη. Έστω κι αν το μόνο που ένιωθε για κείνη ήταν λίγη στοργή, ίσως υπήρχε ελπίδα γι’ αυτούς. Ή τουλάχιστον έτσι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της στη διάρκεια του ταξιδιού μέχρι το Λονδίνο. Εκείνη την ημέρα, όταν ο Ίθαν μπήκε σαν σίφουνας στο δωμάτιο, για μια στιγμή της φάνηκε ότι είχε δει πάλι το ίδιο βλέμμα στα μάτια του. Ο πόθος του γι’ αυτήν ήταν αναμφισβήτητος, όμως υπήρχε έστω και ένα ίχνος αγάπης; Ίσως να ήταν ακόμα νωρίς. Αλλά αυτό που είχε δει είχε αναπτερώσει τις ελπίδες της. Και τούτη τη φορά ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει αυτό το συναίσθημα ανεκμετάλλευτο. *** Ο Ίθαν στεκόταν μπροστά στο τζάκι του γραφείου του και κοιτούσε την άδεια εστία. Σκεφτόταν τη γυναίκα που ήταν επάνω, τη γυναίκα που είχε παντρευτεί. Από τότε που είχε γυρίσει στο Λονδίνο έκανε τα πάντα για να την ξεχάσει. Και τώρα εκείνη βρισκόταν εκεί. Ανάθεμα.

~ 194 ~


Ένα χτύπημα στην πόρτα τράβηξε την προσοχή του. Γυρνώντας προς τα κει, είδε τον Ράφαελ Σόντερς να μπαίνει στο δωμάτιο. Ψηλός και επιβλητικός, ο δούκας σταμάτησε ένα βήμα μέσα από την πόρτα. «Θαρρώ πως δεν έχω ξαναδεί αυτή την έκφραση στο πρόσωπό σου». Ο Ίθαν γρύλισε. «Ήρθε η γυναίκα μου». «Α, έτσι εξηγείται». «Προσπαθώ να σκεφτώ τι πρέπει να κάνω». Το σκούρο φρύδι του Ρέιφ ανασηκώθηκε. «Τι πρέπει να κάνεις; Η Γκρέις είναι μια πανέμορφη, ποθητή γυναίκα και είναι σύζυγός σου. Εγώ πιστεύω ότι οι επόμενες μέρες θα είναι πολύ ευχάριστες». «Θα τη στείλω πίσω με την πρώτη ευκαιρία». «Έτσι, ε;» «Θέλει να δει τη μητέρα της, φυσικά, και να περάσει λίγο χρόνο με τους φίλους της. Και δεν μπορώ να της το αρνηθώ». «Ασφαλώς όχι». Ο Ρέιφ χαμογέλασε πονηρά. «Και όσο βρίσκεται εδώ, θα έχετε την ευκαιρία να γνωριστείτε καλύτερα». Ο Ίθαν ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε εκείνο το χαμόγελο. Δεν είπε όμως στο φίλο του ότι δε σκόπευε να περάσει ούτε μια νύχτα στο κρεβάτι της Γκρέις, όσο δελεαστική κι αν του φαινόταν αυτή η προοπτική. «Για να πω την αλήθεια, θα μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή», είπε ο Ρέιφ και το χαμόγελό του έσβησε. «Έχω νέα για τον Φορσάιθ». Οι ώμοι του Ίθαν σφίχτηκαν. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο όπου στεκόταν και πλησίασε τον Ρέιφ. «Τον βρήκαν;» «Όχι. Αλλά το γραφείο του αρχηγού της αστυνομίας έλαβε την ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι ο υποκόμης βρίσκεται στο Γιορκ». «Στο Γιορκ; Είσαι βέβαιος; Μου φαίνεται απίθανο να έμεινε στην Αγγλία τη στιγμή που όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς στη χώρα τον αναζητά για να εισπράξει την αμοιβή». «Όπως είπα, η πληροφορία είναι ανεπιβεβαίωτη, αλλά οι Αρχές έχουν στείλει μεγάλη δύναμη στην περιοχή, ελπίζοντας να τον βρουν». Ο Ίθαν το σκέφτηκε για λίγο. Το Γιορκ δε βρισκόταν πολύ μακριά από το Σκάρμπορο. Η Γκρέις είχε πάει στο Σκάρμπορο για να επισκεφθεί τη θεία της. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποια σχέση και κράτησε νοερά σημείωση να αναθέσει στον Τζόνας Μακφί την έρευνα της υπόθεσης.

~ 195 ~


Από την ημέρα που ο Χάρμον Τζέφρις είχε καταδικαστεί για προδοσία, ο Ίθαν ήταν αποφασισμένος να τον στείλει στην κρεμάλα. Και παρ’ όλο που τώρα ήταν παντρεμένος με την κόρη του, πρόσφατα είχε εντείνει τις προσπάθειές του σ’ αυτό το ζήτημα, προσλαμβάνοντας άλλους δυο πληροφοριοδότες της Μπόου Στρητ. Ωστόσο, ως εκείνη την ημέρα δεν είχαν ανακαλύψει τίποτα σχετικό με τον υποκόμη και γι’ αυτό εκείνος πειθόταν όλο και περισσότερο ότι ο άνθρωπος ήταν στη Γαλλία. «Φαντάζομαι πως θα με κρατάς ενήμερο». «Ασφαλώς». Ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα και ο Ίθαν φώναξε στον επισκέπτη να περάσει. Όταν η πόρτα άνοιξε, η Γκρέις μπήκε στο γραφείο φορώντας ένα φόρεμα από μουσελίνα στο χρώμα της μέντας που φώτιζε τα μάτια της και ο Ίθαν σκέφτηκε πόσο υπέροχη έδειχνε ακόμα και με την έκφραση της αβεβαιότητας στο πρόσωπο. «Ελπίζω να μην ενοχλώ». «Κάθε άλλο», είπε ο Ρέιφ πριν προλάβει να απαντήσει ο Ίθαν και η Γκρέις έστρεψε την προσοχή της στο δούκα. «Ο Μπέινς μου είπε ότι είσαι εδώ. Ήλπιζα να σε δω πριν φύγεις». Ο Ρέιφ έπιασε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, λαίδη μου». Η Γκρέις του χαμογέλασε. Ο Ίθαν είχε δει ελάχιστες φορές εκείνο το χαμόγελο από τότε που την είχε γνωρίσει. Ήταν εκθαμβωτικό. « Το λαίδη μου ακούγεται πολύ τυπικό και επίσημο, ειδικά για δυο ανθρώπους που γνωρίζονται από τόσο παλιά». «Τότε, απλώς θα σε συγχαρώ, Γκρέις. Εύχομαι σ’ εσένα και τον Ίθαν κάθε ευτυχία». Το πλατύ της χαμόγελο ξεθώριασε. «Ευχαριστώ». Ο Ίθαν κοίταξε αλλού και η καρδιά του σφίχτηκε ξαφνικά. Ο Ρέιφ έστρεψε πάλι την προσοχή του σ’ εκείνον. «Δυστυχώς, πρέπει να φύγω. Έχω μια επείγουσα εργασία στη Θρεντνίντλ Στρητ. Λυπάμαι που σας στερώ τη συναρπαστική παρουσία μου, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα βρείτε έναν τρόπο να ψυχαγωγήσετε ο ένας τον άλλον». Ο Ίθαν δεν επέτρεψε στις σκέψεις του να πάρουν την κατεύθυνση στην οποία οδηγούσαν αυτά τα λόγια. Αντί γι’ αυτό, πρόσταξε τον εαυτό του να σκεφτεί την πιθανότητα ο Φορσάιθ να βρισκόταν ακόμα στην Αγγλία, να σκεφτεί ότι ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για τη σφαγή του πληρώματός του παρέμενε ακόμη ασύλληπτος. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι η γυναίκα που στεκόταν μπροστά του ήταν κόρη του προδότη.

~ 196 ~


«Αν είχες την καλοσύνη να με αφήσεις στο γραφείο του δικηγόρου μου καθ’ οδόν...» είπε στον Ρέιφ. «Έχω κανονίσει μια συνάντηση εκεί, σήμερα το πρωί». Ο Ρέιφ έριξε μια ματιά στην Γκρέις. «Πολύ ευχαρίστως». «Μας επιτρέπεις...» είπε ο Ίθαν. Εκείνη συγκατένευσε, καταφέρνοντας να χαμογελάσει. «Φυσικά. Έχω... έχω κι εγώ μερικές δουλειές να κάνω». Δεν είπε τίποτα περισσότερο, ούτε κι εκείνος. Ο Ίθαν απλώς προχώρησε προς την πόρτα, ακολουθώντας τον Ρέιφ και προσπαθώντας να μη σκέφτεται πόσο θα προτιμούσε να μείνει σπίτι με την Γκρέις. *** Τη δεύτερη μέρα μετά την άφιξή της, η Γκρέις έστειλε ένα σημείωμα στη μητέρα της, λέγοντάς της ότι είχε επιστρέψει στην πόλη. Ύστερα από τον εσπευσμένο γάμο της, είχε γράψει στην Αμάντα Τσέιστεν για να της ανακοινώσει ότι τώρα ήταν μαρκησία του Μπέλφορντ. Είχε πάρει αρκετά απαντητικά σημειώματα και το καθένα τους ήταν πιο ενθουσιώδες από το προηγούμενο. Δεν μπορώ να το πιστέψω! Και ανησυχούσαμε τόσο πολύ ότι θα μας απογοήτευες. Ο πληθυντικός αφορούσε τη μητέρα της και τον πατριό της. Έπρεπε να το ξέρω ότι η έξυπνη, αγαπημένη μου κόρη δε θα έκανε ποτέ την ανοησία να αρκεστεί σε κάτι κατώτερο από έναν αριστοκράτη. Και μαρκήσιο, μάλιστα! Το ότι ήταν δείγμα ευφυΐας να παντρευτεί τον Ίθαν δε θα μπορούσε να απέχει πιο πολύ από την αλήθεια. Ήταν ανόητο και παράτολμο και αν ο Ίθαν δεν ήταν έντιμος άνθρωπος, θα είχε καταλήξει με ένα νόθο παιδί στην αγκαλιά. Δυστυχώς, αυτή η εντιμότητά του ήταν που τον κρατούσε μακριά της τώρα. Όμως η Αμάντα Τσέιστεν νοιαζόταν μόνο για το τελικό αποτέλεσμα. Ο γάμος της κόρης της με ένα μαρκήσιο ήταν ο μεγαλύτερος θρίαμβος της ζωής της. Η Γκρέις ήταν μαρκησία του Μπέλφορντ και στα μάτια της μητέρας της μόνο αυτό μετρούσε. Εκείνο το απόγευμα, όταν η Αμάντα Τσέιστεν έφτασε στο σπίτι του Ίθαν, η Γκρέις δεν ήταν απολύτως σίγουρη για το τι θα έλεγε η μητέρα της. Ήλπιζε ότι θα απέφευγαν να συζητήσουν για το σύζυγό της, αλλά αυτό, φυσικά, δεν ήταν δυνατόν.

~ 197 ~


«Ο δόκτωρ Τσέιστεν κι εγώ σκεφτόμαστε να δώσουμε μια μικρή δεξίωση για το γάμο σου», είπε η μητέρα της, όταν κάθισαν στον κήπο για να πάρουν το τσάι τους. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά ο μαρκήσιος επέδειξε σοβαρή αμέλεια ως προς τα κοινωνικά του καθήκοντα και ειδικά απέναντί μας. Τώρα πια είναι γαμπρός μας». «Νομίζω πως το καλύτερο θα ήταν να περιμένετε, μητέρα. Δεν έχω ιδέα πώς θα αντιδράσει σε μια τέτοια πρόταση. Ο Ίθαν είναι εξαιρετικά εσωστρεφής άνθρωπος». «Σύμφωνοι, αλλά είναι καιρός να μάθει το Λονδίνο ότι υπάρχει μια νέα μαρκησία του Μπέλφορντ». Η Γκρέις έσκυψε και έπιασε το χέρι της μητέρας της. «Όχι ακόμα, μητέρα, σε παρακαλώ. Δώσε μας λίγο χρόνο». Τα φρύδια της Αμάντα, που είχαν το ίδιο κοκκινωπό χρώμα με της κόρης της, ανασηκώθηκαν καθώς την κοίταζε αποδοκιμαστικά. «Τέλος πάντων, υποθέτω ότι μπορούμε να περιμένουμε λιγάκι ακόμα», απάντησε απρόθυμα. Η απάντησή της ήταν διφορούμενη και η Γκρέις ευχήθηκε να έπαυε η μητέρα της να ασχολείται με το γάμο της. Ήταν ολοφάνερο ότι ο Ίθαν δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μ’ εκείνη και την οικογένειά της. Αλλά ούτε και με το παιδί που είχε σπείρει. Θα βρω τρόπο να το αλλάξω αυτό, ορκίστηκε. *** Δεν είδε καθόλου τον Ίθαν μέχρι το βράδυ. Αποφασισμένη να αδιαφορήσει για την απουσία του, το πρωί επισκέφθηκε τον Φρέντι Μπάρτον και τον βρήκε να δουλεύει χαρούμενος στους στάβλους. Το ξανθό αγόρι χαμογέλασε όταν την είδε και άφησε το δικράνι του στην άκρη. «Χαίρομαι που σε βλέπω, κυρά μου». Η Γκρέις αντιστάθηκε στην παρόρμηση να απλώσει τα χέρια της και να τον αγκαλιάσει, γιατί ήξερε ότι θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, όμως ήταν απίστευτα χαρούμενη που τον έβλεπε. Πραγματικά τον ένιωθε φίλο της. «Κι εγώ εσένα, Φρέντι». Μίλησαν για τη δουλειά του στους στάβλους και η Γκρέις έμαθε ότι του άρεσε πολύ να ασχολείται με τα άλογα.

~ 198 ~


Την ξενάγησε στους στάβλους και της ανέφερε με καμάρι όλα τα ονόματα των αλόγων. «Δεν είναι σαν το καράβι, κυρά μου, αλλά είναι ό,τι καλύτερο μετά απ’ αυτό». «Ώστε σου λείπει η θάλασσα, Φρέντι;» Πριν ο μικρός προλάβει να απαντήσει, ο Σκούνας εμφανίστηκε και άρχισε να τρίβει το παχύ πορτοκαλί κορμί του στο χωλό πόδι του Φρέντι. Ο μικρός έσκυψε αφηρημένα και τον έπιασε από κάτω. Κρατώντας το γάτο κάτω από τη μασχάλη του, του χάιδεψε τη γούνα. «Ναι, κυρά μου, μερικές φορές μου λείπει». Η Γκρέις ήξερε ότι εκεί ήταν πιο ασφαλής, δεν κινδύνευε, αλλά και πάλι... Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. «Ίσως θα μπορούσα να σε βοηθήσω σ’ αυτό. Αν θέλεις , μπορώ να σου μάθω να χρησιμοποιείς τον εξάντα. Θα σου δείξω πώς να καθορίζεις το στίγμα και να χαράζεις την πορεία σου, χρησιμοποιώντας τον ήλιο και τ’ αστέρια». Το πρόσωπο του παιδιού φωτίστηκε. «Αλήθεια, κυρά μου; Θα το έκανες αυτό;» «Θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε από αύριο κιόλας, αν θέλεις». «Τι θ’ αρχίσετε από αύριο;» ρώτησε μια βαθιά φωνή από την πόρτα. Ο Ίθαν στεκόταν άκαμπτος, με μια σκοτεινή έκφραση στο πρόσωπο. Η καρδιά της Γκρέις άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα όταν τον είδε. «Είπα... είπα στον Φρέντι ότι θα του μάθω να χρησιμοποιεί τον εξάντα. Σκόπευα να ζητήσω την άδειά σου, φυσικά, αλλά δε φαντάστηκα ότι θα είχες αντίρρηση». Τουλάχιστον έτσι πίστευε όταν έκανε την πρόταση στον Φρέντι. Ο Ίθαν ήταν πάντοτε καλός απέναντι στο παιδί. Τώρα, βλέποντας τη βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια του, αναρωτήθηκε αν είχε πέσει έξω. «Αμφιβάλλω αν θα προλάβεις να το διδάξεις. Δε θα μείνεις τόσο πολύ». Η Γκρέις κατάφερε να διατηρήσει το χαμόγελό της. «Τουλάχιστον θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε... Αν, δηλαδή, δεν έχεις αντίρρηση». «Σε παρακαλώ, καπετάνιε. Θέλω τόσο πολύ να μάθω». Ο Ίθαν ξερόβηξε. «Κατά σύμπτωση, για τον ίδιο λόγο ήρθα κι εγώ εδώ. Σου βρήκα δάσκαλο, Φρέντι. Θα σε μάθει να διαβάζεις». Ο Φρέντι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δεν αστειεύεσαι, καπετάνιε μου; Θα μάθω στ’ αλήθεια να διαβάζω;» «Δεν αστειεύομαι». «Πιστεύεις πως θα τα καταφέρω;»

~ 199 ~


Το πρόσωπο του Ίθαν μαλάκωσε. «Είσαι έξυπνο παιδί, Φρέντι. Από μικρός ήσουν έξυπνος. Ναι, πιστεύω ότι θα μάθεις να διαβάζεις, και πολλά άλλα πράγματα επίσης». Κοίταξε την Γκρέις πάνω από το κεφάλι του παιδιού. «Μάθε τον να πλοηγεί, αν θέλεις. Καλό είναι να μορφώνεται κανείς. Ίσως προλάβεις να του δείξεις τουλάχιστον τα βασικά». Η Γκρέις χαμογέλασε πλατιά. «Ευχαριστώ, λόρδε μου». Ο Ίθαν γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται. Η Γκρέις είδε την ψηλή φιγούρα του να χάνεται πίσω από ένα κλαδεμένο πυξάρι κοντά στο μπροστινό μέρος του κήπου και ένιωσε ένα κενό να ανοίγεται μέσα της. «Πότε θ’ αρχίσουμε;» ρώτησε ο Φρέντι. Η Γκρέις κατάφερε να χαμογελάσει. «Τι θα έλεγες για σήμερα το απόγευμα;» Έριξε μια ματιά προς το σπίτι και αναρωτήθηκε αν υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να τους κάνει συντροφιά ο Ίθαν.

~ 200 ~


18 Ο ουρανός ήταν καταγάλανος εκείνο το πρωί του Ιουνίου. Στη διάρκεια της νύχτας, το ψιλόβροχο είχε καθαρίσει την ατμόσφαιρα του Λονδίνου, αφήνοντας τους δρόμους καθαρούς και τα πλακόστρωτα υγρά. Η Γκρέις είχε μόλις τελειώσει το πρωινό της, όταν εμφανίστηκε στο σπίτι η Βικτόρια Ίστον. Η Τόρι βρισκόταν σχεδόν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε καταφέρει να επισκεφθεί την Γκρέις στο Μπέλφορντ Παρκ. Ωστόσο, της είχε στείλει πολλά γράμματα και σε ένα απ’ αυτά της εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους είχε αποκαλύψει την κατάστασή της. Απαντώντας της, η Γκρέις της είχε ομολογήσει τη συμμετοχή της στην απόδραση του πατέρα της από τη φυλακή και την άποψη του άντρα της ότι ο υποκόμης ήταν υπεύθυνος για το θάνατο των μελών του πληρώματός του. Δεν υπήρχαν πλέον μυστικά μεταξύ τους. Η Γκρέις σήκωσε το κεφάλι της όταν η παλιά της φίλη μπήκε φουριόζα από την πόρτα του σαλονιού, σαν μικρός ανεμοστρόβιλος γεμάτος ζωντάνια και ενεργητικότητα, ολοστρόγγυλη και παχουλή, στενοχωρημένη και χαμογελαστή ταυτόχρονα. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» Η Τόρι αγκάλιασε την Γκρέις και το μικροκαμωμένο σώμα της με τη μεγάλη κοιλιά έκανε την κίνησή της αδέξια. Έβαλαν και οι δυο τα γέλια. «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω». «Για σκέψου», είπε η Τόρι, κοιτάζοντάς την από την κορφή ως τα νύχια, παρ’ όλο που η εγκυμοσύνη της Γκρέις μόλις που είχε αρχίσει να φαίνεται, «θα μεγαλώσουμε τα μωρά μας μαζί. Τι καλά που θα περάσουμε!» Μέχρι στιγμής η Γκρέις είχε σκεφτεί ελάχιστα το παιδί που είχε μέσα της. Κυρίως ανησυχούσε για τον Ίθαν και το φαινομενικά μάταιο γάμο τους. Τώρα, καθώς κοιτούσε τη φίλη της, ασυναίσθητα ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της. «Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω. Σχεδόν σαν ψέματα μου φαίνεται». «Με τον καιρό θα το πιστέψεις».

~ 201 ~


«Εσύ ανέκαθεν τα πήγαινες καλά με τα παιδιά. Θα γίνεις υπέροχη μητέρα. Δες πόσο καλά φρόντισες την Κλερ». «Ναι, αλλά χάρη στον Κορντ η αδελφή μου τώρα έχει ένα σύζυγο για να τη φροντίζει». «Πώς είναι;» «Τρισευτυχισμένη». Η Τόρι την έδειξε με το δάχτυλό της. «Για σένα ανησυχώ». Η Γκρέις αναστέναξε. «Ο Ίθαν δε με θέλει εδώ. Μακάρι να ήξερα τι να κάνω». Πήγαν και κάθισαν στον καναπέ, αλλά καμιά τους δεν είχε όρεξη για τσάι. «Τον αγαπάς;» ρώτησε χωρίς περιστροφές η Τόρι. Τον αγαπούσε; Η Γκρέις είχε γράψει στη φίλη της ότι τον αγαπούσε, αλλά από τότε είχε περάσει κάμποσος καιρός και είχαν μεσολαβήσει πολλά. Η αλήθεια ήταν πως αμφέβαλλε αν η Τόρι θα μπορούσε να καταλάβει πώς γινόταν να την ελκύει ένας άνθρωπος τόσο ψυχρός όσο ο Ίθαν. Ήταν φορές που ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή την έλξη. «Αν τον αγαπώ; Η αλήθεια είναι πως τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Έχει κάτι, Τόρι. Κάτι αλλιώτικο και υπέροχο, κάτι που με τραβάει σαν μαγνήτης, αλλά δεν μπορώ να το αγγίξω. Για ένα διάστημα κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου ότι είχα πάψει να τον αγαπώ, ότι τον παντρεύτηκα απλώς και μόνο για να δώσει ένα όνομα στο παιδί μου, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Δεν πιστεύω ότι θα τον παντρευόμουν ποτέ αν δεν τον αγαπούσα βαθιά, αν δεν πίστευα ότι με τον καιρό θα τον έκανα να μ’ αγαπήσει κι εκείνος». «Πιστεύεις ότι μπορεί να σ’ αγαπάει;» «Δεν ξέρω. Όταν με κοιτάζει... όταν νιώθω τα όμορφα μάτια του πάνω μου...» Η Γκρέις έφερε το χέρι της στο στήθος. «Νιώθω την καρδιά μου να λιώνει. Εκείνες τις στιγμές πιστεύω ότι κατά βάθος μ’ αγαπάει. Είμαι αποφασισμένη να βρω έναν τρόπο για να τον κάνω να με αγαπήσει». Η Τόρι το συλλογίστηκε για λίγο και ξαφνικά τα μάτια της άστραψαν μ’ εκείνο το κατεργάρικο βλέμμα που η Γκρέις θυμόταν από τότε που ήταν μαθήτριες στην Ιδιωτική Ακαδημία της Κυρίας Θόρνχιλ. «Σήκω». «Τι;» «Σήκω, είπα!» Η Γκρέις σηκώθηκε αργά από τον καναπέ.

~ 202 ~


«Τώρα κάνε μια στροφή». «Γιατί;» «Κάνε αυτό που σου λέω». Η Γκρέις υπάκουσε και όταν κοίταξε πάλι τη φίλη της, εκείνη η λάμψη στο βλέμμα της ήταν πιο έντονη παρά ποτέ. «Οι γυναίκες συχνά είναι στο αποκορύφωμα της ομορφιάς τους αυτούς τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης. Με την ψηλή μέση που έχουν τα φορέματα, κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει ότι είσαι σε ενδιαφέρουσα. Υπολογίζω ότι έχεις ακόμα ένα μήνα μέχρι να αρχίσει να φαίνεται. Θα χρησιμοποιήσουμε αυτό το διάστημα προς όφελός μας». «Τι είναι αυτά που λες;» «Λέω ότι είναι καιρός να κάνεις τον Ίθαν να δει πόσο όμορφη είσαι πραγματικά. Και ξέρω από πού θα ξεκινήσουμε. Ο Κορντ κι εγώ θα δώσουμε χοροεσπερίδα προς τιμήν του γάμου σας». «Όχι, Τόρι, σε παρακαλώ. Ο Ίθαν θα γίνει έξω φρενών. Η μητέρα μου ήθελε να οργανώσει μια πολύ μικρή δεξίωση και την απέτρεψα. Ένας χορός θα ήταν ακόμα χειρότερος». «Έχε μου εμπιστοσύνη. Ο Κορντ μου είπε ότι ακόμα και πριν να παντρευτείτε, ο Ίθαν είχε μήνες ολόκληρους να πλησιάσει άλλη γυναίκα. Υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να έχεις δίκιο, Γκρέις. Ίσως ο Ίθαν είναι ερωτευμένος μαζί σου και απλώς δεν το ξέρει». Η Τόρι χαμογέλασε. «Η δουλειά μας είναι να τον κάνουμε να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ τον ενδιαφέρεις». «Μα...» «Θα φορέσεις μια υπέροχη τουαλέτα χορού και θα είσαι η τέλεια μαρκησία. Οι γυναίκες θα γίνουν πράσινες από φθόνο και οι άντρες θα μαζευτούν γύρω σου σαν τις μέλισσες πάνω από το μέλι. Ο Ίθαν θα σκάσει από τη ζήλια του». «Δεν ξέρω, Τόρι. Είσαι σίγουρη πως είναι καλή ιδέα; Αν δεν απατώμαι, είχες μια δυσάρεστη εμπειρία με τον Κορντ σε μια ανάλογη περίπτωση». Η Τόρι ανέμισε αδιάφορα το χέρι της. «Άλλο αυτό. Κι εξάλλου στο τέλος όλα πήγαν καλά. Είναι πολύ ωφέλιμο να βλέπει ένας άντρας πόσο επιθυμητή είναι η γυναίκα του στους άλλους». Η Γκρέις δάγκωσε το χείλι της. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είναι καλή ιδέα». «Έχε μου εμπιστοσύνη, Γκρέις. Ξέρω τι κάνω».

~ 203 ~


Η Γκρέις το ήλπιζε ολόψυχα. Γιατί μέχρι τώρα καμία από τις δικές της ιδέες δεν είχε φέρει αποτέλεσμα. *** Πέρασαν τρεις μέρες. Τρεις μέρες και τρεις ατελείωτες νύχτες. Ο Ίθαν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, με το ζόρι έτρωγε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν η Γκρέις. Και μόνο βλέποντάς τη να μιλάει με τον Φρέντι στους στάβλους, ένιωσε να κατακλύζεται από πόθο! Ακόμα και στην κατάστασή της, την ήθελε. Ίσως περισσότερο από πριν. Την τρίτη ημέρα, έχοντας φτάσει σε σημείο απόγνωσης, την κάλεσε στο γραφείο του. Στεκόταν και κοιτούσε σκεφτικός και ταραγμένος το σβηστό τζάκι όταν άκουσε τη φωνή της. «Ζήτησες να με δεις, λόρδε μου;» Ακόμα δεν είχε συνηθίσει να του απευθύνεται μ’ αυτό τον τρόπο. Του άρεσε περισσότερο όταν τον φώναζε Ίθαν, αλλά δεν τολμούσε να της το πει. «Ήθελα να συνεννοηθούμε για την επιστροφή σου στο Μπέλφορντ». Εκείνη ανασήκωσε το φρύδι της. «Για την επιστροφή μου; Μα μόλις ήρθα». «Έχεις δίκιο, αλλά ήρθες παρά τις σαφείς εντολές μου. Παραμένεις εδώ με την ανοχή μου. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο». Η Γκρέις σήκωσε το κεφάλι της αγέρωχα. «Σκοπεύεις να με πετάξεις στο δρόμο;» «Κάθε άλλο. Σκοπεύω να σε στείλω πίσω στο Μπέλφορντ Παρκ. Εκεί θα έχεις τη συννυφάδα σου και θα σε βοηθήσει να αντεπεξέλθεις στους μήνες που ακολουθούν». «Δε φεύγω, Ίθαν. Θα μείνω εδώ». Έπρεπε να το φανταστεί ότι δε θα ήταν τόσο εύκολο. Τίποτα δεν ήταν εύκολο με την Γκρέις. «Σκοπεύεις να αψηφήσεις τις εντολές μου;» «Σκοπεύω να κρατήσω τη θέση που μου αρμόζει ως σύζυγός σου». Το πρόσωπό της πήρε μια πεισμωμένη έκφραση και ο Ίθαν τη θυμήθηκε να στέκεται στο κέντρο της καμπίνας του και να κομματιάζει τα φορέματα που της είχε αγοράσει, κοιτάζοντάς τον σαν να τον προκαλούσε να τη σταματήσει.

~ 204 ~


Του φάνηκε πολύ αστείο, αλλά κατάφερε να μην το δείξει. «Και κατά σύμπτωση», συνέχισε η Γκρέις, «ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο ετοιμαζόμουν να σε ενημερώσω για το χορό που θα δώσουν ο λόρδος και η λαίδη Μπραντ σε δυο εβδομάδες από σήμερα προς τιμήν των γάμων μας». Ο Ίθαν βλαστήμησε σιγανά. «Μου φαίνεται απίστευτο που ο Κορντ επέτρεψε στη Βικτόρια να αναμειχθεί σε κάτι τόσο επίπονο, ενώ βρίσκεται στο τέλος της εγκυμοσύνης της». «Για την ακρίβεια, η Κλερ και ο λόρδος Πέρσι θα αναλάβουν το ρόλο των οικοδεσποτών στη θέση της Τόρι, από κοινού με το λόρδο Μπραντ, φυσικά». Ο Ίθαν κοίταξε αλλού. Ήξερε ότι δεν της φερόταν σωστά. Ο γάμος τους είχε αρχίσει να μαθεύεται και ο κόσμος κουτσομπόλευε, αναρωτιόταν γιατί είχε κρύψει τη γυναίκα του στην επαρχία τόσο σύντομα. Τελικά θα μετρούσαν τους μήνες και θα συμπέραιναν την αλήθεια για την εγκυμοσύνη της. Όμως το να είναι παντρεμένη μια γυναίκα με μαρκήσιο είχε τα πλεονεκτήματά του και σύντομα τα σχόλια θα καταλάγιαζαν. Αρκεί να μην έριχνε λάδι στη φωτιά, αναγκάζοντάς τη να επιστρέψει στο Μπέλφορντ τόσο γρήγορα μετά τον ερχομό της στην πόλη. Γιατί έπρεπε να είναι τόσο περίπλοκα όλα; «Ίθαν;...» Η έκφραση του προσώπου της, κάτι ανάμεσα σε αποφασιστικότητα και αβεβαιότητα, τον συγκίνησε. «Εντάξει, μπορείς να μείνεις μερικές εβδομάδες ακόμα. Έπειτα θα επιστρέψεις στο Μπέλφορντ Παρκ». Δεν του διέφυγε το βλέμμα του θριάμβου στα μάτια της. Που να πάρει! Η γυναίκα γινόταν τρομερά ραδιούργα όταν ήθελε! Για μια στιγμή η κατάσταση του φάνηκε πάλι πολύ διασκεδαστική, αλλά αμέσως έπνιξε την ευθυμία του μαζί με τον πόθο που τη συνόδευε. Αναστέναξε σιγανά. Σε δυο βδομάδες θα την έστελνε πάλι μακριά από την πόλη. Για δύο ακόμα βδομάδες θα έπρεπε να αντιπαλεύει την επιθυμία του. Δε θα υπέκυπτε. Δε θα της έδινε τέτοια δύναμη. Και όταν η Γκρέις θα γυρνούσε στο Μπέλφορντ, εκείνος θα έβρισκε μια ερωμένη, όπως έπρεπε να είχε κάνει από καιρό, μια γυναίκα που θα ικανοποιούσε τις ανάγκες του χωρίς να του γίνεται βάρος. Δυστυχώς, η ιδέα δεν τον ενθουσίαζε καθόλου.

~ 205 ~


Έστρεψε πάλι την προσοχή του στην Γκρέις. «Αν δεν έχουμε να συζητήσουμε κάτι άλλο, μπορείς να πηγαίνεις». Από την έκφρασή της ήταν φανερό ότι είχε κάτι ακόμα να του πει, αλλά στο τέλος έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο. Ο ήχος της πόρτας που έκλεινε έμοιαζε να αντηχεί στα κενά δώματα της καρδιάς του. *** Η Γκρέις έπρεπε να κάνει κάτι. Οι ετοιμασίες για το χορό προχωρούσαν, αλλά απείχαν αρκετές μέρες ακόμα. Στο μεταξύ, αρνιόταν να μένει άπραγη και να βλέπει το γάμο της να καταρρέει. Βέβαια, με δυσκολία θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς γάμο. Απλώς μερικές φράσεις του εφημέριου και μερικές νύχτες στο ίδιο κρεβάτι, κι αυτό ήταν όλο. Τα μάγουλά της φούντωσαν όταν το σκέφτηκε. Πόσο της έλειπε το να κοιμάται δίπλα στον Ίθαν, πόσο της έλειπε το να τον φιλάει, να κάνει έρωτα μαζί του. Δυστυχώς, εκείνος φαινόταν αποφασισμένος να μην ξανασυμβεί αυτό ποτέ. Αναστέναξε μέσα στη σιγαλιά του δωματίου της. Ήταν παντρεμένοι, αλλά ο Ίθαν πίστευε ακράδαντα ότι δεν υπήρχε μέλλον γι’ αυτούς. Θεωρούσε πως αν έβρισκε την ευτυχία κοντά της, θα ήταν σαν να πρόδιδε τους άντρες που είχαν σκοτωθεί στο πλευρό του. Εξαιτίας, όπως υποστήριζε πεισματικά, του πατέρα της. Ίσως είχε δίκιο και το παρελθόν να στεκόταν ανάμεσά τους σαν ακατάλυτο τείχος που θα τους χώριζε για πάντα. Μόνο ένα πράγμα ήταν σαφές: όσο ο άντρας της εξακολουθούσε να την αποφεύγει, ποτέ δε θα κατάφερνε να τον κάνει να την ερωτευτεί, ποτέ δε θα τους δινόταν η ευκαιρία να γίνουν ευτυχισμένοι. Νωρίς το επόμενο πρωί, με τη βοήθεια της Φοίβης, η Γκρέις φόρεσε ένα αέρινο φόρεμα από κίτρινη μουσελίνα κεντημένο με ροζ τριαντάφυλλα. Ήταν ένα από τα πιο κομψά της φορέματα, κολακεύοντας την επιδερμίδα της και τονίζοντας τις χρυσαφένιες ανταύγειες των μαλλιών της. Βρήκε τον Ίθαν στο πρωινό δωμάτιο να διαβάζει την Κρόνικλ έχοντας μπροστά του ένα πιάτο

~ 206 ~


αβγά με μπέικον, αλλά απ’ ό,τι μπορούσε να διαπιστώσει απλώς τσιμπολογούσε ανόρεχτα το φαγητό του. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα νωπά και γυάλιζαν σαν μαύρο μετάξι, τα χείλη του είχαν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, αλλά μόλις την είδε σηκώθηκε και το πρόσωπό του πήρε πάλι εκείνη τη γνώριμη απόμακρη έκφραση. «Νωρίς σηκώθηκες σήμερα». «Πάντα σηκώνομαι νωρίς, όπως ξέρεις». Όσο όμως το μωρό μεγάλωνε μέσα της, αισθανόταν όλο και περισσότερο την ανάγκη του ύπνου. «Ήρθα για να σου ζητήσω μια χάρη». Εκείνος έσμιξε ελαφρά τα φρύδια του. «Τι είδους χάρη;» «Όπως ξέρεις, οι προετοιμασίες για το χορό έχουν προχωρήσει. Η Βικτόρια θα με συνόδευε για να αγοράσω φόρεμα σήμερα, αλλά επειδή όπου να ’ναι έρχεται το μωρό, το πρωί ξύπνησε κάπως αδιάθετη. Και επειδή ο χρόνος πιέζει, ήλπιζα ότι θα μπορούσες να με συνοδεύσεις εσύ». Εκείνος περιεργάστηκε καχύποπτα το πρόσωπό της. «Δεν έχω ιδέα από γυναικεία ένδυση». Η Γκρέις χαμογέλασε. «Αν θυμάμαι καλά, δε δυσκολεύτηκες να μου αγοράσεις ρούχα κάποια άλλη φορά... έστω κι αν αυτό το φόρεμα θα είναι κάπως διαφορετικό». Ο Ίθαν χαμογέλασε αχνά και η Γκρέις ένιωσε σαν να είχε σημειώσει μια νίκη τεραστίων διαστάσεων. Το χαμόγελό του όμως έσβησε αμέσως. «Ίσως θα μπορούσε να σε συνοδεύσει η λαίδη Πέρσι». «Η Κλερ είναι απασχολημένη γιατί βοηθά στις ετοιμασίες του χορού. Μου έδωσε το όνομα μιας μοδίστρας και μου είπε ότι είναι η πιο δημοφιλής αυτή τη στιγμή. Δε θα μας πάρει πολύ». Φαινόταν έτοιμος να της αρνηθεί. «Όπως είπες και ο ίδιος», πρόσθεσε η Γκρέις πριν ο Ίθαν προλάβει να μιλήσει, «σε λίγες εβδομάδες θα φύγω. Θα μπορούσες να ασχοληθείς έστω και λίγο μαζί μου ως τότε». Το επιφυλακτικό του ύφος παρέμεινε, αλλά θα ήταν πολύ μεγάλη αγένεια να στείλει την έγκυο γυναίκα του να διαλέξει φόρεμα με μοναδική συνοδεία την καμαριέρα της. «Εντάξει, θα σε πάω. Μέχρι να φύγουμε, κάθισε να φας κάτι. Τώρα υποτίθεται ότι τρως για δύο, έτσι δεν είναι;»

~ 207 ~


Ήταν η πρώτη φορά που αναφερόταν στο μωρό και τα λόγια του έκαναν την καρδιά της να φτερουγίσει. «Ναι, έτσι είναι». Και ξαφνικά η Γκρέις συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πάρα πολύ. Βάζοντάς τη να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα στη δική του, ο Ίθαν πλησίασε στον μπουφέ και άρχισε να της γεμίζει ένα πιάτο από τις θερμαινόμενες ασημένιες πιατέλες, προσθέτοντας μια φέτα ψωμί στα φαγητά που μοσχομύριζαν, ενώ ο υπηρέτης γέμισε το φλιτζάνι της με ζεστή σοκολάτα. Ο υπηρέτης αποσύρθηκε, αφήνοντάς τους μόνους, αλλά κανείς από τους δύο δεν προσπάθησε ν’ ανοίξει συζήτηση. Επειδή δεν ήθελε να θίξει το δυσάρεστο ζήτημα του πατέρα της, η Γκρέις δε ρώτησε τον Ίθαν τι ενδιαφέροντα θέματα είχε διαβάσει στην εφημερίδα. Οι Αρχές καταζητούσαν ακόμα τον υποκόμη, αλλά απ’ όσο γνώριζε δεν είχαν εντοπίσει τα ίχνη του. Όταν τελείωσε το φαγητό της, μάζεψε με μια μπουκιά ψωμί το λίπος από το πιάτο της και όταν σήκωσε το κεφάλι της, είδε τον Ίθαν να την κοιτάζει εύθυμα. «Βλέπω ότι πραγματικά τρως για δύο». Η Γκρέις κοίταξε το άδειο πιάτο της και τα μάγουλά της φλογίστηκαν. «Μου έχει ανοίξει η όρεξη». «Αυτό είναι μάλλον καλό. Έλα, ας ξεκινήσουμε. Επειδή είσαι γυναίκα, κάτι μου λέει ότι αυτή η ιστορία θα μας πάρει περισσότερο χρόνο απ’ όσο νομίζεις». Ω, σίγουρα θα μας πάρει περισσότερο χρόνο, ορκίστηκε νοερά η Γκρέις. Όλο το απόγευμα, για την ακρίβεια. *** Ο Ίθαν δεν μπορούσε να το χωνέψει. Με κάποιο τρόπο, η πανούργα γυναικούλα του τον είχε πείσει να τη συνοδεύσει στις αγορές της. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι το απολάμβανε με όλη του την ψυχή. Όπως είχε προτείνει η αδελφή της Βικτόρια, η Κλερ, το πρώτο τους ραντεβού ήταν με τη μοδίστρα σε ένα κομψό κατάστημα της Μποντ Στρητ. «Σας περιμέναμε, λαίδη μου», είπε η Μαντάμ Όσγκουντ, η ιδιοκτήτρια, όταν το κουδουνάκι ανήγγειλε την άφιξή τους. Ήταν μια αδύνατη

~ 208 ~


γυναίκα με ασημόγκριζα μαλλιά και μικρά ασημένια ματογυάλια στερεωμένα στη λεπτή, αλλά σεβαστών διαστάσεων μύτη της. «Κι εσείς θα πρέπει να είστε ο μαρκήσιος. Ω, μα τι εκθαμβωτικά ωραίο ζευγάρι αποτελείτε, είστε και οι δυο τόσο ψηλοί και ελκυστικοί». Τον περιεργάστηκε πάνω από τα γυαλιά της. «Και η κυρία σας θα γίνει ακόμα πιο εκθαμβωτική όταν θα φοράει τα όμορφα φορέματα που θα της ετοιμάσω». «Μόνο ένα χρειάζομαι», είπε η Γκρέις. «Μια τουαλέτα για το χορό που δίνουν ο λόρδος και η λαίδη Μπραντ για το γάμο μας». Η Μαντάμ Όσγκουντ συνοφρυώθηκε. «Ανοησίες! Τώρα είστε η νέα μαρκησία του Μπέλφορντ και πρέπει να ντύνεστε όπως αρμόζει στη θέση σας». Έριξε μια ματιά στον Ίθαν. «Ασφαλώς συμφωνείτε, λόρδε μου». Τι μπορούσε να πει; Πως η Γκρέις θα περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της χιλιόμετρα μακριά από την πόλη; Ότι τα φορέματα δε θα της χρησίμευαν σε τίποτα; «Ασφαλώς έχετε δίκιο. Η σύζυγός μου θα φτιάξει όσα φορέματα χρειάζεται. Απλώς στείλτε μου το λογαριασμό». «Βλέπω ότι εκτός από ωραίος άντρας είστε και σοφός». Η Μαντάμ Όσγκουντ χαμογέλασε. «Ας αρχίσουμε». Εξαφανίστηκε πίσω από μια κουρτίνα και επέστρεψε μερικά λεπτά αργότερα μαζί με δυο νεαρές μοδιστρούλες που κρατούσαν στα χέρια τους μισή ντουζίνα τόπια με υφάσματα η καθεμιά. «Από δω, παρακαλώ». Η Μαντάμ Όσγκουντ τους οδήγησε πίσω από μια άλλη κουρτίνα και βρέθηκαν σε ένα κομψό ιδιωτικό σαλόνι. Έβαλε τον Ίθαν να καθίσει σε έναν καναπέ που βρισκόταν σε μια υπερυψωμένη εξέδρα, τον ρώτησε τι θα ήθελε να πιει κι έπειτα έφυγε παίρνοντας μαζί της την Γκρέις και τις δυο βοηθούς της. Για αρκετές ώρες ύστερα απ’ αυτό, η Μαντάμ Όσγκουντ έβαλε την Γκρέις να παρελαύνει από μπροστά του με ένα σωρό διαφορετικά υφάσματα ριγμένα πάνω της κάθε φορά –μετάξια και σατέν, μουσελίνες και δαντέλες. Ο Ίθαν δεν άργησε να αντιληφθεί ποια χρώματα της ταίριαζαν περισσότερο, ποια υφάσματα κολάκευαν την αλαβάστρινη επιδερμίδα της και τις χρυσαφιές ανταύγειες των χαλκοκόκκινων μαλλιών της. «Πώς σου φαίνεται αυτό εδώ;» ρώτησε η Γκρέις για πολλοστή φορά, κάνοντας μια στροφή για να δει ο Ίθαν καλύτερα και δίνοντάς του μια φευγαλέα εικόνα των γυμνών της ώμων, της γυμνής της πλάτης και των γυμνών της μπράτσων.

~ 209 ~


Εκείνος ανακάθισε στον καναπέ, προσπαθώντας να βολευτεί καλύτερα. «Το γαλάζιο είναι πολύ ανοιχτό. Τα έντονα χρώματα σου πηγαίνουν καλύτερα». Η Γκρέις χαμογέλασε· συμφωνούσε απόλυτα μαζί του. Καθώς κατέβαινε από την εξέδρα, το ύφασμα άνοιξε και ο Ίθαν είδε φευγαλέα τα πόδια της, που τα αγκάλιαζαν απαλά οι λεπτές κάλτσες και μια δαντελένια ζαρτιέρα. Το σώμα του σφίχτηκε. Ήταν ερεθισμένος από ώρα. Τώρα ανακάθισε πάλι και βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του. Αν δεν ήξερε ότι κάπως έτσι διάλεγαν συνήθως οι γυναίκες υφάσματα για τα φορέματά τους, θα αναρωτιόταν αν η Γκρέις τον βασάνιζε επίτηδες. Τον είχε αποπλανήσει πάνω στο πλοίο κι αυτό δεν το ξεχνούσε. Και το μετάνιωνε πικρά. «Στη Μαντάμ αρέσει αυτό εδώ», είπε η Γκρέις. Το ύφασμα που είχε ριγμένο στους ώμους της τύλιγε σαγηνευτικά τους γοφούς της και από το άνοιγμα φαινόταν το στήθος της σχεδόν μέχρι τις θηλές. «Το ύφασμα είναι υπέροχο, αλλά δεν ταιριάζει με το χρώμα των μαλλιών σου». Η Γκρέις συνοφρυώθηκε. «Κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα». Ο Ίθαν την είδε να απομακρύνεται λικνίζοντας τους γοφούς της και προσευχήθηκε να τελείωναν σύντομα. Δεν ήξερε πόσο ακόμα θα άντεχε αυτό το μαρτύριο χωρίς να τον κόψει κρύος ιδρώτας. «Αυτό πώς σου φαίνεται;» Σκούρο σμαραγδί μετάξι τύλιγε το σώμα της από την κορφή ως τα νύχια. Τα μάτια της φαίνονταν πιο φωτεινά, τονισμένα από το βαθύτερο χρώμα του υφάσματος. Η Μαντάμ Όσγκουντ πλησίασε βιαστικά, κρατώντας ένα τόπι από βαρύ χρυσαφί μπροκάρ, και τύλιξε την άκρη του στον ώμο της Γκρέις. «Νομίζω πως το βρήκες», είπε εκείνος και ευχαρίστησε νοερά το Θεό. «Δεν είναι τέλειο;» είπε η Μαντάμ Όσγκουντ. «Η μαρκησία σας θα κάνει πάταγο στο χορό». Ο Ίθαν δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Όλη η καλή κοινωνία συζητούσε για το βιαστικό τους γάμο. Ίσως ο Κορντ και η Βικτόρια είχαν δίκιο για κείνον το χορό. Τουλάχιστον οι άντρες, όταν θα έβλεπαν τη γυναίκα του, θα καταλάβαιναν ότι τα κίνητρά του ήταν καθαρά σαρκικά.

~ 210 ~


Και κάποτε ήταν. Τώρα είχαν επισκιαστεί από συναισθήματα που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Δεν ήταν πια σίγουρος αν ο πόθος είχε δώσει τη θέση του σε κάτι βαθύτερο. Και δεν ήθελε να το μάθει. Σηκώθηκε από τον καναπέ νιώθοντας ευγνωμοσύνη που το μακρύ πανωφόρι κάλυπτε τον καβάλο του και προχώρησε προς τη Μαντάμ Όσγκουντ. «Ειδοποιήστε μας όταν τα φορέματα θα είναι έτοιμα για πρόβα και θα φροντίσω να έρθει η σύζυγός μου». «Μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα έχω ετοιμάσει την τουαλέτα και τουλάχιστον άλλα δυο φορέματα». Ο Ίθαν δεν τη ρώτησε πόσα ακόμα υπήρχαν. Ήξερε ότι καθώς το μωρό μεγάλωνε μέσα της, η Γκρέις θα χρειαζόταν κατάλληλα ρούχα για να ακολουθούν τις αλλαγές του σώματός της. Τη φαντάστηκε σε μερικούς μήνες από τότε, όταν θα ήταν ολοστρόγγυλη και άχαρη από την εγκυμοσύνη. Κάποιοι άντρες έβρισκαν την ιδέα απωθητική. Εκείνος την έβρισκε σχεδόν συγκινητική. Γύρισε και την είδε να έρχεται προς το μέρος του, ψηλή και αριστοκρατική. Η λυγερή της κορμοστασιά είχε αλλάξει ελάχιστα από την τελευταία φορά που είχαν κάνει έρωτα. Ο ερεθισμός του έγινε αφόρητος και απόδιωξε βιαστικά αυτή τη σκέψη. «Θα πρέπει να κουράστηκες. Ας γυρίσουμε σπίτι». «Εδώ πιο κάτω υπάρχει ένα κατάστημα που η Μαντάμ Όσγκουντ λέει ότι διαθέτει τα καλύτερα αξεσουάρ για το φόρεμα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ’ αργήσουμε πολύ». Δε θ’ αργήσουμε πολύ . Του ήρθε να βάλει τα γέλια. Όλη μέρα άκουγε αυτή τη φράση. Ωστόσο, της πρόσφερε το μπράτσο του και βγήκαν από το μοδιστράδικο, προχωρώντας στο πεζοδρόμιο με τα καταστήματα. Προσπέρασαν τον Λιντς, τον υφασματέμπορο, τον ωρολογοποιό του Μέιφερ, ένα κατάστημα που πουλούσε οινοπνευματώδη και το κατάστημα με τις πορσελάνες Γουέτζγουντ. Καθώς περνούσαν από μια στενή προθήκη στη μέση του τετραγώνου, το βήμα της Γκρέις επιβραδύνθηκε ασυναίσθητα. Σταμάτησαν για να ρίξει μια ματιά στα μικρά πλεχτά παπουτσάκια, τις κομψές μπλε και ροζ κουβερτούλες και τα μικροσκοπικά παπλώματα, και όταν το βλέμμα του Ίθαν έπεσε στο λευκό βαφτιστικό φόρεμα με τις δαντέλες, η καρδιά του σταμάτησε.

~ 211 ~


Η Γκρέις κοίταξε με λαχτάρα τα γαλάζια παπουτσάκια που κρέμονταν από ένα γάντζο στο μπροστινό μέρος της προθήκης. «Μπορεί να είναι κορίτσι, ξέρεις», είπε μαλακά ο Ίθαν, χαϊδεύοντάς τη με το ακροδάχτυλό του στο μάγουλο. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε και ο Ίθαν είδε τα μάτια της να γυαλίζουν από τα δάκρυα. Η θέα τους έκανε το στήθος του να σφιχτεί. Η Γκρέις χαμογέλασε και τα δάκρυα εξαφανίστηκαν. «Το ξέρω», είπε. «Δε θα με πείραζε να κάνω κόρη, αλλά ελπίζω... ελπίζω να κάνω γιο». Ο Ίθαν είχε προσπαθήσει να μην το σκέφτεται, να μη σκέφτεται ότι το μωρό που μεγάλωνε μέσα της είχε το αίμα του αλλά και το αίμα ενός προδότη. Αντίθετα από την Γκρέις, ήλπιζε ότι θα ήταν κορίτσι. Ένα κοριτσάκι πανέμορφο σαν τη μητέρα του. «Έλα», της είπε μαλακά, πιάνοντάς την από το μπράτσο καθώς έσπρωχνε την πόρτα. «Μη στέκεσαι εδώ, ας μπούμε μέσα». Η Γκρέις τον κοίταξε σαν να μην πίστευε ότι είχε ακούσει καλά. Η έκπληξή της τον έκανε να ντραπεί, να αναρωτηθεί μήπως με το να την παντρευτεί της είχε κάνει μεγαλύτερο κακό απ’ όσο όταν την έριξε στο κρεβάτι του. Βγήκαν από το κατάστημα αρκετή ώρα αργότερα. Τα χέρια του ήταν φορτωμένα με δέματα και κουτιά. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι περιείχαν εκείνα τα κουτιά, δεν ήθελε να σκέφτεται τα χαριτωμένα πραγματάκια για ένα μωρό στο οποίο είχε αναγκαστεί να δώσει το όνομά του, αλλά που στην πραγματικότητα δεν το ήθελε. Η διάθεσή του άρχισε να χαλάει. Όσο η Γκρέις αγόραζε τα αξεσουάρ για την τουαλέτα της, εκείνος περίμενε έξω από το κατάστημα κι έπειτα την πήρε και γύρισαν σπίτι. Παραλείποντας το δείπνο, άλλαξε ρούχα και έφυγε για τη λέσχη του. Ήλπιζε πως ούτε ο Κορντ ούτε ο Ρέιφ θα ήταν εκεί, γιατί δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει για την Γκρέις. Έμεινε έξω όλη νύχτα και δεν επέστρεψε παρά σχεδόν ξημερώματα. Δεν ήθελε να γυρίσει στο άδειο κρεβάτι του, γιατί φοβόταν πως αν το έκανε, θα έμπαινε στον πειρασμό να επισκεφθεί τη γυναίκα που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Φοβόταν αυτό που θα ένιωθε αν ξυπνούσε μ’ εκείνη στην αγκαλιά του. ***

~ 212 ~


Η Γκρέις περιεργαζόταν τα πανέμορφα βρεφικά ρουχαλάκια που της είχε αγοράσει ο Ίθαν. Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Όλη μέρα της είχε φερθεί με μια αβρότητα που δεν περίμενε ποτέ. Στο μοδιστράδικο ήταν υπομονετικός και οι επιλογές του επιβεβαίωναν την εντύπωσή της ότι διέθετε λεπτό γούστο. Βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό της, τον άφηνε να βλέπει φευγαλέα τους ώμους της, τα πόδια της, τις κορυφές του στήθους της που όλο και μεγάλωνε. Καθώς οι ώρες κυλούσαν, διαισθανόταν την αυξανόμενη επιθυμία του για κείνη, τον ανικανοποίητο πόθο του. Ο Ίθαν την ήθελε. Σαν τρελός. Αυτό, τουλάχιστον, δεν είχε αλλάξει. Κάτι άλλο όμως είχε αλλάξει. Θυμόταν την έκφρασή του στο κατάστημα με τα βρεφικά είδη, έτσι όπως στεκόταν πίσω από τον πάγκο, πασχίζοντας με κάθε τρόπο να διατηρήσει την απόστασή του. Όμως αρκετές φορές τον είχε πιάσει να την κοιτάζει όταν νόμιζε ότι εκείνη δεν τον έβλεπε και τότε το βλέμμα του ήταν γεμάτο λαχτάρα. Δεν μπορούσε να το περιγράψει αλλιώς. Ο Ίθαν ήθελε κάτι περισσότερο από το κορμί της. Τι κρίμα που το μίσος του για τον πατέρα της ήταν τόσο δυνατό. Αν και είχαν θίξει ελάχιστα το θέμα του υποκόμη από την ημέρα του γάμου τους, η ανάγκη του για εκδίκηση παρέμενε άσβεστη στην ψυχή του. Αν εκείνος δεν έβρισκε έναν τρόπο να την κατευνάσει, τελικά θα τον κατέστρεφε. Έπειτα από την επιστροφή τους, ο Ίθαν την είχε αφήσει στο σπίτι και δεν είχε επιστρέψει παρά τα ξημερώματα, αλλά η Γκρέις δεν έχανε τις ελπίδες της. Αν δε νοιαζόταν γι’ αυτή, γιατί το έβαζε στα πόδια; Την επόμενη μέρα, ο Ίθαν την ξάφνιασε ζητώντας της να κατεβεί στο γραφείο του. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει μέχρι να φτάσει εκεί γιατί δεν ήξερε τι θα της έλεγε. Δεν πρόκειται να φύγω, είπε πεισματικά μέσα της, ισιώνοντας τους ώμους, όσο κι αν με απειλήσει. «Ζήτησες να με δεις;» ρώτησε καθώς πλησίαζε. Ο Ίθαν στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της, με τα πόδια μισάνοιχτα, και κοιτούσε από το παράθυρο τον κήπο. Γύρισε αργά. «Ήθελα να σου πω ότι κάλεσα τους γονείς σου για δείπνο το Σάββατο. Η μέρα του χορού πλησιάζει και δε θέλω να γίνει εκεί η πρώτη μας συνάντηση. Είναι πια καιρός να γνωρίσουν το γαμπρό τους».

~ 213 ~


«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε κάπως ξέπνοα η Γκρέις, αιφνιδιασμένη από τα λόγια του. «Κάθε άλλο. Είμαστε παντρεμένοι. Δε γίνεται να παριστάνουμε κάτι άλλο». «Ναι, έχεις δίκιο». Ωστόσο δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται τι τον είχε κάνει να πάρει αυτή την απόφαση. Ίσως, όπως και με το ζήτημα του χορού, προσπαθούσε να γλιτώσει την ίδια και την οικογένειά της από τα κουτσομπολιά. «Ζήτησα από την αδελφή μου και το σύζυγό της, το λόρδο και τη λαίδη Έιμς, να δειπνήσουν μαζί μας. Γνώρισες τη Σάρα και τον Τζόναθαν στο γάμο της Βικτόρια και του Κορντ». «Ναι. Η αδελφή σου είναι αξιαγάπητη γυναίκα». «Δυστυχώς, βρίσκονται στην εξοχή και ένα από τα παιδιά τους είναι άρρωστο. Η Σάρα στενοχωρήθηκε πολύ επειδή δεν την ενημέρωσα νωρίτερα για το γάμο. Αντιλαμβάνομαι ότι ήταν παράλειψή μου. Και σκοπεύω ν’ αρχίσω να επανορθώνω την κατάσταση από το Σάββατο». Η Γκρέις είχε προσπαθήσει να μην πληγωθεί από το γεγονός ότι ο Ίθαν είχε μιλήσει για το γάμο τους μόνο σε μερικούς στενούς φίλους του. Το δικαιολογούσε με το επιχείρημα ότι χρειαζόταν χρόνο για να συνηθίσει στην ιδέα. «Θα συνεννοηθείς με το προσωπικό για το μενού;» τη ρώτησε. «Φυσικά». Είχε γνωριστεί με τους υπηρέτες την ημέρα της άφιξής της. Την είχαν υποδεχτεί με ένα παράξενο δέος, σαν να πίστευαν ότι ήταν πολύ γενναία γυναίκα για να παντρευτεί τον καπετάνιο του διαβόλου. «Θα είναι χαρά μου να φροντίσω τις λεπτομέρειες». «Πολύ ωραία, τότε δε χρειάζεται να ανησυχώ». Μη ξέροντας τι άλλο να της πει, κάθισε στο γραφείο του και άρχισε να διαβάζει τα χαρτιά που είχε μπροστά του. «Ίθαν;» Εκείνος σήκωσε το κεφάλι. «Ναι;» «Σ’ ευχαριστώ». Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στα μάτια της για κάμποσες στιγμές και η Γκρέις είδε πόσο αναστατωμένος ήταν. Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι του και η Γκρέις βγήκε από το γραφείο. Μια ακόμα αμυδρή ακτίνα ελπίδας ανέτειλε μέσα της.

~ 214 ~


19 Έφτασε το Σάββατο, η μέρα του δείπνου που είχε προγραμματίσει ο Ίθαν. Κατόπιν, όταν η Γκρέις αναθυμόταν εκείνη τη βραδιά, σκεφτόταν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάει και χειρότερα –αλλά όχι πολύ. Ήταν κουρασμένη και άτονη το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, επειδή το σώμα της προσαρμοζόταν στις αλλαγές που γίνονταν μέσα της. Καθώς το βράδυ πλησίαζε και μαζί του η ώρα που θα έρχονταν οι γονείς της, η νευρικότητά της αυξανόταν. Ανησυχούσε για το τι θα σκεφτόταν ο Ίθαν για τη μητέρα της και το γιατρό Τσέιστεν. Και τι άποψη θα σχημάτιζαν εκείνοι για το σύζυγό της. Η βραδιά ξεκίνησε αρκετά καλά. Η μητέρα της ήταν ιδιαίτερα διαχυτική απέναντι στον Ίθαν, ο οποίος, στο κάτω κάτω, ήταν ένας μαρκήσιος. Εκείνος παρέμενε ευγενικός αλλά απόμακρος, συζητώντας ευγενικά τόσο με τη μητέρα της όσο και με το δόκτορα Τσέιστεν. Όμως, μετά το δείπνο, όταν οι δυο γυναίκες αποσύρθηκαν στο σαλόνι και οι άντρες απόλαυσαν τα πούρα και το μπράντι τους πριν πάνε πάλι κοντά τους, άρχισαν τα προβλήματα. Ήταν φανερό ότι ο γιατρός είχε πιει περισσότερο απ’ όσο άντεχε, πράγμα που εξηγούσε τη δυσάρεστη στάση του απέναντι στην Γκρέις. Καθισμένος σε μια αφράτη πολυθρόνα έριξε μια ματιά γύρω του, παρατήρησε τις κομψές κουρτίνες από χρυσαφί δαμασκηνό και τα παχιά περσικά χαλιά, το άγαλμα από κιννάβαρι πάνω στο μαρμάρινο παραπέτο του τζακιού. «Τι να πω, έβγαλες τη μητέρα σου ασπροπρόσωπη», είπε. «Εγώ, πάντως, δεν το περίμενα. Βέβαια, δεν υποψιαζόμουν ως πού ήσουν διατεθειμένη να φτάσεις προκειμένου να εξασφαλίσεις τίτλο ευγενείας». Η Γκρέις σήκωσε απότομα το κεφάλι της και κοίταξε αλαφιασμένη τον Ίθαν. «Έλα τώρα, Τζέφρι», είπε νευρικά η μητέρα της, «θυμήσου τους καλούς σου τρόπους». «Δε λέω τίποτα που δεν το ξέρουν ήδη όλοι εδώ μέσα». Ο γιατρός ήπιε μια γουλιά μπράντι. «Ο Μπέλφορντ δεν είναι ανόητος. Η Γκρέις

~ 215 ~


έχει ένα πρόσωπο και ένα σώμα που θα μπορούσαν πολύ εύκολα να σαγηνεύσουν έναν άντρα με τα δικά του πλούτη και την κοινωνική θέση. Κι εκείνη είχε την πονηριά να χρησιμοποιήσει τις χάρες της για να τον ξελογιάσει. Κατάφερε να μείνει έγκυος και τον ανάγκασε να κάνει το χρέος του. Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Δεν υπάρχει άντρας που να μην το ξέρει». Το φαρμάκι που έσταζαν τα λόγια του έκανε την Γκρέις να αηδιάσει. Είχε ρίξει το φαρμάκι του αμέτρητες φορές στη διάρκεια της ζωής της, αλλά ποτέ μπροστά σε άλλους. Τι θα έλεγε ο Ίθαν; Ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να συγκρατήσει τα δάκρυά της και τον είδε να πλησιάζει απειλητικά στο σημείο όπου καθόταν ο πατριός της. Ο Ίθαν πήρε το ποτήρι με το μπράντι από το χέρι του και το άφησε στο τραπεζάκι. «Νομίζω πως είναι ώρα να φύγεις». «Μισό λεπτό!» Ο γιατρός πετάχτηκε όρθιος. «Μη μου πεις πως παίρνεις το μέρος της, έπειτα από τον τρόπο που σε παγίδεψε...» «Η Γκρέις δε μου έκανε ποτέ τίποτε. Εγώ είμαι αυτός που κατέστρεψε την αγνότητά της. Εγώ την άφησα έγκυο. Εκείνη δεν είχε ποτέ την πρόθεση να μου αποκαλύψει την ύπαρξη του παιδιού. Σ’ αυτό το ζήτημα δε φταίει καθόλου, όπως δεν έφταιξε σε τίποτε από την ημέρα που γεννήθηκε. Φύγε από το σπίτι μου, Τσέιστεν. Η γυναίκα σου είναι ευπρόσδεκτη να έρχεται όποτε θέλει. Εσύ όχι!» Ο γιατρός τέντωσε τους ώμους του. Δεν ήταν τόσο ψηλός όσο ο Ίθαν, αλλά είχε ευρύ στέρνο και φαρδιούς ώμους. «Ώστε σε εξαπάτησε, όπως η μητέρα της εξαπάτησε εμένα. Σου εύχομαι καλή τύχη, λόρδε μου. Γιατί να είσαι βέβαιος ότι θα τη χρειαστείς». Καθώς έβγαινε από το σαλόνι, η μητέρα της πήγε κοντά στον Ίθαν. «Συγχωρήστε τον Τζέφρι, λόρδε μου. Μερικές φορές λέει πράγματα για τα οποία αργότερα μετανιώνει». «Ας ελπίσουμε ότι θα μετανιώσει», είπε ο Ίθαν. Η Γκρέις στεκόταν άκαμπτη και παγωμένη, ενώ η μητέρα της ακολουθούσε τον πατριό της. Στην άλλη άκρη του δωματίου, ο Ίθαν στεκόταν με τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά του, το ένα σφιγμένο σε γροθιά. Γυρνώντας προς το μέρος της, πήρε μια βαθιά εισπνοή και προσπάθησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. Ύστερα έκλεισε την απόσταση που τους χώριζε με μεγάλες δρασκελιές και στάθηκε μπροστά της. «Ο άνθρωπος είναι ηλίθιος».

~ 216 ~


Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και προσπάθησε να μην κλάψει. «Πάντα σου φερόταν τόσο άσχημα;» Η Γκρέις ξεροκατάπιε, και νιώθοντας τα δάκρυα να αναβλύζουν, ντράπηκε. «Με μισεί. Πριν ακόμα γεννηθώ, ήξερε ότι η μητέρα μου τον είχε απατήσει. Όταν ήμουν μικρή, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με απεχθανόταν τόσο πολύ. Έκανα ό,τι μπορούσα για να κερδίσω την αγάπη του, αλλά μόνο όταν ανακάλυψα ότι δεν ήταν ο πραγματικός πατέρας μου κατάλαβα το λόγο». Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Χριστέ μου...» Ο Ίθαν άπλωσε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Ησύχασε, δεν πρόκειται να σου κάνει κακό άλλη φορά». Η Γκρέις αρπάχτηκε από πάνω του. Ήταν τόσο υπέροχο να βρίσκεται πάλι στην αγκαλιά του. Έκρυψε το πρόσωπό της στο πέτο του σακακιού του και ανάσανε τη μυρωδιά του. Θα έπαιρνε όρκο ότι ευωδίαζε θάλασσα. Τραβήχτηκε λιγάκι μακριά του και τον κοίταξε. «Ποτέ δε θέλησα να σε παγιδέψω, Ίθαν. Σου τ’ ορκίζομαι. Δεν ήξερα καν ότι μια γυναίκα μπορεί να μείνει έγκυος από την πρώτη κιόλας φορά». Εκείνος τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο. «Δεν έφταιγες εσύ. Σε ήθελα. Ακόμα σε θέλω». Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Ήταν το πιο γλυκό, το πιο τρυφερό, το πιο ευγενικό φιλί που της είχε δώσει ποτέ και η καρδιά της ξεχείλισε από αγάπη. Έγειρε προς το μέρος του και ένιωσε τα χέρια του να σφίγγονται γύρω της. Έλιωσε πάνω στο κορμί του, ρουφώντας τη ζεστασιά και τη δύναμή του. Όταν μισάνοιξε τα χείλη της, ο Ίθαν βόγκηξε και τη φίλησε με μεγαλύτερο πάθος. Η γλώσσα του γλίστρησε πάνω από τη δική της και τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα μαλλιά της. Μία μία, οι φουρκέτες που τα κρατούσαν στη θέση τους έπεσαν στο χαλί και η πυκνή χαίτη κύλησε στην πλάτη και τους ώμους της. Τη φίλησε ακόμα πιο φλογερά και τα χέρια του σκέπασαν τα στήθη της. Έτριψε ερεθιστικά τις θηλές της και η επιθυμία ξεχύθηκε σαν καυτή λάβα στις φλέβες της. Τη φίλησε στο λαιμό κι ύστερα αιχμαλώτισε πάλι το στόμα της και η λάβα κύλησε χαμηλά στην κοιλιά της. «Ίθαν...» Τα φιλιά του έγιναν πιο καυτά, πιο παθιασμένα και η Γκρέις του παραδόθηκε ολότελα, λαχταρώντας απεγνωσμένα περισσότερα. Ένας

~ 217 ~


θόρυβος που ακούστηκε από το χολ απέσπασε την προσοχή του Ίθαν και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Μόνο τότε θυμήθηκαν και οι δυο ότι η πόρτα του σαλονιού ήταν ανοιχτή. Την κοίταξε και τα γαλανά του μάτια ήταν γεμάτα πάθος και ένταση. Η Γκρέις άπλωσε το χέρι της και τράβηξε το κεφάλι του προς τα κάτω, φιλώντας τον πάλι. Για μερικές στιγμές εκείνος της ανταπέδωσε το φιλί, αλλά όταν προσπάθησε να τραβηχτεί ξανά προς τα πίσω η Γκρέις κόλλησε στο κορμί του και, νιώθοντας τον ερεθισμό του, τρίφτηκε πάνω του. Θυμόταν την ηδονή που της χάριζε και ήθελε να την αισθανθεί ξανά και ξανά. Από το χολ ακούστηκε πάλι ένας θόρυβος. Ένας υπηρέτης περνούσε απέξω. Ο Ίθαν ήρθε απότομα στα συγκαλά του και την άφησε με απροθυμία. Ανασαίνοντας βαριά, την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο λαχτάρα. Αλλά σιγά σιγά η λαχτάρα έδωσε τη θέση της στη θλίψη και τη μεταμέλεια και γύρισε από την άλλη. «Θα πρέπει να είσαι κουρασμένη», είπε μ’ εκείνο τον απόμακρο τρόπο που την εξόργιζε. «Είναι ώρα να πας για ύπνο». «Δε νυστάζω καθόλου». Εκείνος σούφρωσε τα χείλη του αισθησιακά και το βλέμμα του έγινε ακόμα πιο φλογερό, αλλά την επόμενη στιγμή η προσωπίδα ξανάπεσε στη θέση της για μια ακόμα φορά. «Ούτε εγώ νυστάζω. Λέω να πεταχτώ για μερικές ώρες στη λέσχη. Καληνύχτα, Γκρέις». «Σε παρακαλώ, Ίθαν... είσαι άντρας μου. Δεν μπορείς να ξεχάσεις το παρελθόν και να κάνεις μια προσπάθεια να ζήσουμε ευτυχισμένοι;» Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της και ένας μυς πετάρισε στο μάγουλό του. «Δεν καταλαβαίνεις, Γκρέις; Δε θέλω να ξεχάσω το παρελθόν! Σ’ αυτούς τους άντρες χρωστάω τη ζωή μου! Είναι νεκροί και τους δολοφόνησε ο πατέρας σου! Όποτε σε κοιτάζω, βλέπω εκείνον. Πώς μου ζητάς λοιπόν να ξεχάσω;» Η Γκρέις του γύρισε την πλάτη και βγήκε τρέχοντας από το σαλόνι, πνίγοντας ένα λυγμό. Άκουσε τα βήματά του στην είσοδο καθώς εκείνος έπαιρνε το πανωφόρι του και έδινε εντολή να του φέρουν την άμαξά του. Ασυναίσθητα, πίεσε με τα δάχτυλα τα χείλη της, που ήταν ακόμα υγρά και πρησμένα από τα φιλιά του. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο γρήγορα που νόμιζε πως θα σπάσει και ήξερε ότι και η καρδιά του Ίθαν χτυπούσε με τον ίδιο τρόπο.

~ 218 ~


Ήλπιζε πως δεν τον είχε σπρώξει στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας. *** Ο Ίθαν βλαστήμησε νοερά. Τι αποκοτιά ήταν αυτή που είχε κάνει; Όμως η Γκρέις φαινόταν τόσο πανέμορφη εκείνη τη βραδιά, και τόσο αβέβαιη. Είχε νιώσει τον πόθο του να φουντώνει από την πρώτη στιγμή που την είδε να μπαίνει μ’ εκείνη την έκφραση της αγωνίας στο πρόσωπό της. Ποτέ δεν την είχε ξαναδεί έτσι και ήξερε ότι έφταιγε ο πατριός της γι’ αυτό. Ήταν ολοφάνερο ότι εκείνος ο άνθρωπος την τιμωρούσε σε όλη της τη ζωή επειδή ήταν η κόρη ενός άλλου. Όμως ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Η Γκρέις ήταν γυναίκα του και θα φρόντιζε να έχει το σεβασμό που της αναλογούσε από όλους. Δυστυχώς, εκείνο το βράδυ είχε βεβαιωθεί για πολλοστή φορά πόσο εύκολα τον επηρέαζε η παρουσία της. Συλλογίστηκε τη σκηνή στο σαλόνι. Η Γκρέις του είχε ζητήσει –όχι, τον είχε παρακαλέσει– να ξεχάσει το παρελθόν, να δώσει μια ευκαιρία και στους δυο τους να ζήσουν ευτυχισμένοι. Τώρα που η Γκρέις ήταν εκεί, που ζούσε στο σπίτι του, αυτή η σκέψη τυραννούσε και τον ίδιο, τον σαγήνευε με τις ανεξάντλητες προοπτικές της. Όμως, ακόμα κι αν προσπαθούσε να ξεχάσει, δεν ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε, δεν ήταν καν βέβαιος ότι ήθελε να προσπαθήσει. Ωστόσο η Γκρέις δεν έπαυε να είναι γυναίκα του και ό,τι κι αν είχε κάνει, το μέλλον της ήταν αξεδιάλυτα δεμένο με το δικό του. Αποφάσισε να το σκεφτεί, να δει αν υπήρχε κάποιος τρόπος για ν’ αρχίσει να βλέπει μπροστά και να πάψει να σκέφτεται το παρελθόν. Δε θα ήταν εύκολο. Χρειαζόταν χρόνο. Και μέχρι να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, έπρεπε να κρατηθεί μακριά από την Γκρέις. *** Ύστερα από τη φλογερ ή τους συνάντηση στο σαλόνι, η Γκρέις είδε ελάχιστα τον Ίθαν. Τώρα που η ναυτία των πρώτων ημερών της εγκυμοσύνης είχε υποχωρήσει, περνούσε τα πρωινά της διαβάζοντας ή περπατώντας στον κήπο. Το απόγευμα, δίδασκε τον Φρέντι. Ο δάσκαλος που

~ 219 ~


του είχε βρει ο Ίθαν τον απασχολούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, αλλά το παιδί κατάφερνε πάντα να βρίσκει λίγο ελεύθερο χρόνο και για τα μαθήματά του με την Γκρέις. Η βδομάδα πέρασε και η βραδιά του χορού πλησίαζε. Οι ζέστες του Ιουνίου τύλιξαν την πόλη. Αρχίζοντας να νιώθει αισθητά τις επιπτώσεις της εγκυμοσύνης, η Τόρι αναγκαστικά έμενε στο σπίτι και η αδελφή της, η Κλερ, ανέλαβε το καθήκον να βοηθήσει την Γκρέις στις ετοιμασίες της για το χορό. «Η Μαντάμ Όσγκουντ θα σε βγάλει ασπροπρόσωπη», είπε η Κλερ μ’ εκείνο το γλυκό χαμόγελό της. «Θα σου φτιάξει μια τόσο όμορφη τουαλέτα, που θα σε ζηλεύουν όλες οι κυρίες». Η μητέρα της Γκρέις επέμενε πάντοτε η Γκρέις να ντύνεται με την τελευταία λέξη της μόδας, αλλά ο ρόλος της μαρκησίας απαιτούσε ακόμα μεγαλύτερη προσοχή στο θέμα του στυλ και της κομψότητας. Η Κλερ Τσέζικ, ξανθή και γαλανομάτα, με πρόσωπο και κορμί αγγέλου, είχε παντρευτεί γιο μαρκησίου και ήταν το ιδανικό παράδειγμα. Έπειτα από μερικές πρόβες της τελευταίας στιγμής, έφτασε η τουαλέτα –ένα εξαίσιο φόρεμα με ψηλή μέση από σκουροπράσινο μετάξι με φύλλα από χρυσό μπροκάρ κεντημένο με πετράδια. Ένα μεγάλο άνοιγμα από τον ποδόγυρο μέχρι το γόνατο άφηνε να φαίνεται η γάμπα της όποτε έκανε κάποια κίνηση. Η Γκρέις θα φορούσε πετράδια στα μαλλιά, φωλιασμένα ανάμεσα στις μπούκλες της που θα ήταν μαζεμένες στην κορυφή του κεφαλιού. «Περίμενε και θα δεις», είπε με ενθουσιασμό η Κλερ. «Ο άντρας σου δε θα μπορεί να σου αντισταθεί». Η Γκρέις ήλπιζε να επαληθευτούν τα λόγια της. Γιατί από το βράδυ που την είχε φιλήσει στο σαλόνι έπειτα από το καταστροφικό δείπνο τους, ο Ίθαν την απέφευγε με κάθε τρόπο. *** Έφτασε η μέρα του χορού. Επειδή η Βικτόρια Ίστον εξακολουθούσε να είναι αδιάθετη, η Κλερ Τσέζικ είχε ζητήσει τη βοήθεια του Ρέιφ Σόντερς και τελικά ο χορός δόθηκε όχι στην κατοικία του λόρδου Μπραντ, αλλά στο μεγαλοπρεπές αρχοντικό του δούκα του Σέφιλντ.

~ 220 ~


«Ήταν καλή ιδέα», είπε ο Ρέιφ στον Κορντ, που στεκόταν δίπλα στον Ίθαν, στην άκρη της αίθουσας. Γύρω τους, μια θάλασσα κομψοντυμένων ανθρώπων, κύριοι και κυρίες, γελούσε και χόρευε υπό τους ήχους της οκταμελούς ορχήστρας που ήταν ντυμένη στα χρώματα του οίκου του δούκα. «Σου είμαι υποχρεωμένος που έσωσες την κατάσταση», απάντησε ο Κορντ. «Το σπίτι σου είναι πολύ μεγαλύτερο και το κύρος που προσδίδει το όνομά σου στη γιορτή θα βοηθήσει να σταματήσουν τα σχόλια». Ο Ίθαν ήλπιζε πως οι φίλοι του είχαν δίκιο. Έριξε μια ματιά προς τα ζευγάρια που χόρευαν. Η αίθουσα του χορού καταλάμβανε το μισό τρίτο πάτωμα του Σέφιλντ Χάουζ. Οι τοίχοι ήταν στολισμένοι από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με χρυσοποίκιλτους καθρέφτες και βαριοί, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν πάνω από τα ξύλινα πατώματα με τα περίτεχνα γεωμετρικά σχέδια. Για την περίσταση, τεράστια μπουκέτα από λευκά χρυσάνθεμα ήταν τοποθετημένα σε ψηλές ανθοστήλες, μπροστά από τους τοίχους. «Η γυναίκα σου είναι εξαιρετικά γοητευτική απόψε», είπε ο Ρέιφ, κοιτάζοντας την Γκρέις που χόρευε ανάμεσα στα άλλα ζευγάρια. «Κάθε αρσενικός εδώ μέσα τη λιμπίζεται». Ήταν αλήθεια. Και δεν του άρεσε καθόλου αυτό. Πριν φύγουν από το σπίτι, είχαν λογομαχήσει για την αμφίεσή της. Φτάνοντας στο τελευταίο σκαλοπάτι, η Γκρέις είχε κάνει μια στροφή μπροστά του για να του δείξει την τουαλέτα με τη χαμηλή πλάτη και το σκίσιμο στο πλάι. Το περιδέραιο με τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια στόλιζε το λαιμό της, τραβώντας το βλέμμα στο βαθύ ντεκολτέ, και ο Ίθαν ένιωσε το σώμα του να φουντώνει από τον πόθο. Του χαμογέλασε μ’ εκείνον το σαγηνευτικό τρόπο που έκανε την επιθυμία του γι’ αυτήν να εκτοξεύεται στα ύψη. «Λοιπόν, πώς σου φαίνεται η δημιουργία της Μαντάμ Όσγκουντ;» «Είσαι πολύ όμορφη απόψε, Γκρέις. Υπέροχη, για την ακρίβεια. Αλλά θα προτιμούσα να φορέσεις κάτι άλλο». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Γιατί;» «Το φόρεμα είναι εξαίσιο, αλλά σχεδόν άσεμνο». Η Γκρέις έβαλε τα χέρια της στη μέση. «Τι είναι αυτά που λες; Δεν είναι άσεμνο, είναι η τελευταία λέξη της μόδας. Εκεί ήσουν την ημέρα που το διάλεξα. Εσύ ο ίδιος με βοήθησες να το διαλέξω, για όνομα του Θεού!»

~ 221 ~


«Πράγματι, αλλά δεν είχα καταλάβει ότι θα αποκάλυπτε τόσο πολύ το στήθος σου. Δε θέλω ο κάθε αρσενικός να τρώει με τα μάτια του τη γυναίκα μου». «Μόνο εσύ έχεις δικαίωμα να με κοιτάζεις, σωστά;» Ο Ίθαν δεν απάντησε. Ήταν αφόρητα ερεθισμένος, σκληρός σαν πέτρα, και η Γκρέις είχε την απαίτηση να μην την κοιτάζει; «Εντάξει, φόρεσέ το το αναθεματισμένο αν σου αρέσει τόσο πολύ. Όμως την τελευταία φορά που σου αγόρασα ένα φόρεμα με τόσο βαθύ ντεκολτέ το έκανες κομμάτια και μου το πέταξες στα μούτρα». Αυτό την έκανε να χαμογελάσει. «Σε βεβαιώνω, λόρδε μου, ότι αυτό το φόρεμα είναι πολύ σεμνότερο από εκείνο που μου αγόρασες». Ο Ίθαν θυμήθηκε τη λογομαχία τους και χαμογέλασε. Είχε χάσει τη μάχη των επιχειρημάτων και κάτι του έλεγε ότι θα έχανε κι αυτή. «Εντάξει, φόρεσέ το λοιπόν», γρύλισε προσφέροντάς της το μπράτσο του. «Άλλωστε είναι ώρα να πηγαίνουμε». Βγήκαν από το σπίτι και η άμαξα τους μετέφερε στο χορό και ως εκείνη τη στιγμή όλα είχαν κυλήσει ομαλά. «Βλέπεις εκείνη την κοπέλα εκεί πέρα;» Η βαθιά φωνή του Ρέιφ απέσπασε τον Ίθαν από τους ρεμβασμούς του. «Τη μικροκαμωμένη ξανθιά με το στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι;» «Ναι. Αλλά γιατί ρωτάς;» «Τώρα που εσύ και ο Κορντ νοικοκυρευτήκατε, σκέφτομαι να παντρευτώ κι εγώ». «Εσύ; Νόμιζα ότι μετά από την Ντανιέλ είχες ορκιστεί να μην παντρευτείς ποτέ». Ο Ρέιφ ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του. «Δε γίνεται να μαραζώνεις αιωνίως για έναν άτυχο έρωτα. Είναι καιρός να κάνω κι εγώ οικογένεια, όπως μου επισημαίνουν οι συγγενείς μου σε κάθε ευκαιρία. Πώς σου φαίνεται η μικρή ξανθιά;» «Ποια είναι;» «Ονομάζεται Μαίρη Ρόουζ Μόνταγκιου. Είναι κόρη του κόμη Θροκμόρτον, καλοαναθρεμμένη και εκπαιδευμένη, διακριτικά όμορφη και εξαιρετικά πειθήνια». «Γυναίκα ψάχνεις να βρεις ή άλογο;» «Μμμ... Πολύ αστείο. Επειδή εσύ βρήκες μια γυναίκα με φλογερή ιδιοσυγκρασία σαν την Γκρέις...»

~ 222 ~


«Δε μου αρέσουν οι γυναίκες με φλογερή ιδιοσυγκρασία. Τώρα που το λες, θα προτιμούσα να είχα παντρευτεί κι εγώ ένα υπάκουο πλάσμα». Ο Ρέιφ γέλασε κοφτά. «Ψεύτη». Ο Ίθαν δεν είπε τίποτε άλλο. Η αλήθεια ήταν πως κατά βάθος του άρεσε η σπιρτάδα της Γκρέις. Μακάρι να μην ήταν αυτή που ήταν... Βέβαια, αυτό δεν άλλαζε με κανέναν τρόπο. «Έχει κάνει ντεμπούτο η Γκρέις;» ρώτησε έξαφνα, έχοντας περιέργεια να μάθει για το παρελθόν της. «Ναι, όταν ήταν δεκαεφτά. Η μητέρα της είχε βάλει σκοπό να την παντρέψει με αριστοκράτη». Ο Ρέιφ χαμογέλασε. «Η Αμάντα Τσέιστεν θα πρέπει να πλέει σε πελάγη ευτυχίας». Ο Ίθαν γρύλισε. «Και τότε γιατί δεν παντρεύτηκε η Γκρέις; Ασφαλώς θα υπήρχαν πολλοί επίδοξοι μνηστήρες». «Η Γκρέις είναι πολύ ρομαντική. Ήθελε να παντρευτεί από έρωτα». Ο Ίθαν κοίταξε πάλι προς το μέρος της και το στομάχι του σφίχτηκε. «Υποθέτω ότι κάποια όνειρα δε γίνονται ποτέ πραγματικότητα». Ο Ρέιφ τον περιεργάστηκε. «Ή απλώς αργούν λιγάκι». Η μουσική άρχισε πάλι πριν ο Ίθαν προλάβει να απαντήσει και η προσοχή του στράφηκε προς τα ζευγάρια που χόρευαν. Η μουσική δυνάμωσε, πνίγοντας το θόρυβο από τις συζητήσεις. Τα ζευγάρια στροβιλίζονταν με χάρη στην αίθουσα. «Η γυναίκα σου φαίνεται πως απέκτησε θαυμαστή», είπε ο Κορντ, πίνοντας μια γουλιά σαμπάνια. «Αυτό βλέπω κι εγώ». Ο Ίθαν έριξε μια βλοσυρή ματιά στον ψηλό άντρα με τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά που χόρευε με τη γυναίκα του μια καντρίλια. «Είναι η τρίτη φορά που χορεύει μαζί της». Περιεργάστηκε τον άντρα και συνοφρυώθηκε. «Κάτι μου θυμίζει. Ποιος είναι;» «Ο Μάρτιν Τάλι, κόμης του Κόλινγουντ», απάντησε ο Κορντ, που θα έμενε στο χορό όσο χρειαζόταν για να γίνει φανερή η υποστήριξή του προς το ζευγάρι των νεονύμφων και μετά θα αποχωρούσε, επειδή η Βικτόρια ήταν αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι. «Ο Τάλι περνάει τον περισσότερο χρόνο στο κτήμα του, κοντά στο Φόκστοουν», πρόσθεσε ο Ρέιφ. «Σπάνια έρχεται στην πόλη». Ο Ίθαν συνέχισε να τον παρατηρεί. Εκείνη τη στιγμή ο Τάλι έκανε μια κομψή στροφή, εξακολουθώντας να χαμογελάει στην Γκρέις. Του χαμογελούσε κι εκείνη.

~ 223 ~


Αυτή η εικόνα ξύπνησε μια ανάμνηση στο μυαλό του Ίθαν. «Τώρα θυμήθηκα πού τον έχω ξαναδεί. Ήταν εκείνος στο πλοίο, ο τύπος που μιλούσε μαζί της τη βραδιά που την άρπαξα από το Λαίδη Ανν». Το φρύδι του Ρέιφ ανασηκώθηκε. «Ο Κόλινγουντ;» «Δεν ήξερα ότι η Γκρέις τον γνώριζε», είπε ο Κορντ. «Πάντως εκείνος είναι φανερό ότι τη γνωρίζει». Ο Ρέιφ του έριξε μια λοξή ματιά. «Ίσως αν αποφάσιζες να ασχοληθείς λίγο περισσότερο με τη γυναίκα σου...» «Καλή ιδέα. Με συγχωρείτε...» Ο χορός τέλειωσε ακριβώς τη στιγμή που ο Ίθαν έφτανε δίπλα στην Γκρέις. Δεν του άρεσε ο τρόπος που γελούσε, κοιτάζοντας στα μάτια τον κόμη, ο οποίος της κρατούσε ακόμα το χέρι. Δεν του άρεσε καθόλου. «Σας ευχαριστώ που κρατήσατε τόσο ωραία συντροφιά στη σύζυγό μου», είπε, τονίζοντας τη λέξη με νόημα. «Δυστυχώς αμέλησα τα καθήκοντά μου και την άφησα παραπονεμένη». «Δε νομίζω πως έχουμε γνωριστεί», απάντησε ο κόμης με ένα ελαφρώς βεβιασμένο χαμόγελο. «Μάρτιν Τάλι, κόμης του Κόλινγουντ». Έκανε μια πολύ επίσημη υπόκλιση. «Για την ακρίβεια, έχουμε γνωριστεί. Ίθαν Σαρπ, μαρκήσιος του Μπέλφορντ, κυβερνήτης του πλοίου Δαίμονας των Θαλασσών. Ίσως θυμάστε τη συνάντησή μας...» Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπο του λόρδου Κόλινγουντ. Περιέφερε το βλέμμα του από την Γκρέις στον Ίθαν σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. «Εσείς... εσείς είστε αυτός που την απήγαγε;» Ο Ίθαν έριξε μια ματιά στην Γκρέις, η οποία τον κοιτούσε σαν να είχαν φυτρώσει κέρατα στο κεφάλι του, με πρόσωπο κατάχλομο. «Αυτό που συνέβη ήταν ένα απλό λάθος», εξήγησε, «το οποίο διορθώθηκε αμέσως και η κυρία μεταφέρθηκε σώα και αβλαβής στον προορισμό της». Χαμογέλασε μοχθηρά στον κόμη. «Ένα απλό λάθος για το οποίο, όμως, δε μετανιώνω καθόλου». Αγκάλιασε κτητικά την Γκρέις από τη μέση και την τράβηξε πάνω του. «Βλέπετε, έτσι γνωρίστηκα με τη λατρευτή μου σύζυγο». Έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα. «Στην πραγματικότητα, ήταν ένα πολύ ευχάριστο καπρίτσιο της μοίρας».

~ 224 ~


Τα ανοιχτόχρωμα φρύδια του κόμη έσμιξαν. «Ναι, αυτό βλέπω κι εγώ». Στράφηκε προς την Γκρέις. «Είμαι βέβαιος ότι θα ξανασυναντηθούμε. Σου εύχομαι καλή διασκέδαση απόψε, αγαπητή μου». Και έφυγε. «Τι στην ευχή σε έπιασε;» ρώτησε η Γκρέις τον Ίθαν και το χρώμα ξαναγύρισε στα μάγουλά της. «Δεν είχα ιδέα ότι εσύ και ο κόμης γνωρίζεστε τόσο καλά». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Τον γνώρισα στο Λαίδη Ανν. Αργότερα με επισκέφθηκε στο Σκάρμπορο, μια μέρα πριν έρθεις εσύ». «Ώστε έτσι; Είναι φανερό ότι ο άνθρωπος είναι τσιμπημένος μαζί σου. Θα προτιμούσα να μην τον ενθαρρύνεις». «Ο κόμης ήταν απλώς ευγενικός μαζί μου». «Ωραία, λοιπόν, τώρα θα είμαι εγώ ευγενικός μαζί σου. Χορεύουμε, αγάπη μου;» Τα χείλη της σφίχτηκαν και για μια στιγμή του φάνηκε ότι ήταν έτοιμη να αρνηθεί. «Θυμήσου πού είμαστε, Γκρέις. Και γιατί ήρθαμε. Να αποστομώσουμε τις κακές γλώσσες... Ασφαλώς δε θέλεις να τους δώσεις τροφή για περισσότερα σχόλια αρνούμενη να χορέψεις με τον άντρα σου». Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της, έκανε μεταβολή και προχώρησε άκαμπτη προς το κέντρο της αίθουσας. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα βαλς. Η Γκρέις ένιωσε την ανάσα της να κόβεται όταν εκείνος την τράβηξε κοντά του, κάπως πιο κοντά απ’ όσο θα έπρεπε. Την οδήγησε στα πρώτα βήματα του χορού και ύστερα από λίγο, εκείνη άρχισε να χαλαρώνει. Το δικό του σώμα, αντίθετα, είχε σφιχτεί. Το άρωμα της λεβάντας που ανέδιδαν οι γυμνοί της ώμοι, η λάμψη των φωλιασμένων ανάμεσα στις μεταξένιες, χαλκοκόκκινες μπούκλες της πολύτιμων λίθων που συναγωνιζόταν τη λάμψη των ματιών της, το μαργαριταρένιο περιδέραιο που στραφτάλιζε στο λαιμό της, όλα αυτά του γεννούσαν την επιθυμία να σκύψει και να κολλήσει τα χείλη του στο σφυγμό της, στη βάση του λαιμού της, που παλλόταν στο ρυθμό της καρδιάς της. Την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του ώσπου το στήθος της ακούμπησε στο στέρνο του. Ήθελε να την πάρει σηκωτή από κει μέσα, να την κατεβάσει στον κήπο και να την ξαπλώσει ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια. Ήθελε να της σκίσει το κεντημένο μεταξωτό φόρεμα, να της ανοίξει τα πόδια και να χαθεί μέσα της. Η Γκρέις τον κοίταξε ερωτηματικά. «Δεν ήξερα ότι χορεύεις βαλς, και μάλιστα τόσο καλά».

~ 225 ~


Για κάποιον περίεργο λόγο, όταν ακολουθούσε το ρυθμό της μουσικής δεν κούτσαινε τόσο αισθητά. «Νόμιζες ότι επειδή είμαι ναυτικός δε θα ήξερα να σταθώ σε μια αίθουσα χορού;» Εκείνη χαμογέλασε και η καρδιά του σταμάτησε. «Απλώς νόμιζα ότι δε θα ήθελες να χορέψεις μαζί μου». «Γιατί να μη θέλω;» «Επειδή θα έπρεπε να με κρατάς στην αγκαλιά σου όπως τώρα». Το γόνατό της τρίφτηκε απαλά ανάμεσα στα πόδια του και ο ερεθισμός του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. «Εκτός από το να κάνω έρωτα μαζί σου, τίποτα δε θα με ευχαριστούσε περισσότερο από το να χορεύω βαλς μαζί σου, αγάπη μου». Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Αν με θέλεις, Ίθαν, γιατί δε με κάνεις δική σου;» Η ίδια ερώτηση τον βασάνιζε εδώ και μέρες. Την ήθελε. Ήταν γυναίκα του. Το να κάνει έρωτα μαζί της ήταν στ’ αλήθεια προδοσία ή απλώς ένας τρόπος για να ικανοποιήσει τις φυσικές ανάγκες του σώματός του; Κάποτε νόμιζε ότι η Γκρέις ήταν ερωμένη του Φορσάιθ. Και τότε δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να την κάνει δική του. Τι σημασία θα είχε αν το έκανε τώρα; «Ίσως έχεις δίκιο». Για μια στιγμή συλλογίστηκε στ’ αλήθεια να τη ρίξει στον ώμο του, όπως τότε στο Λαίδη Ανν, αλλά σκέφτηκε το μωρό που είχε μέσα της. Και, φυσικά, τα σχόλια που θα προκαλούσε μια τέτοια πράξη. Έτσι, όταν το βαλς έφτασε στο τέλος του, απλώς τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Ίθαν! Τι στο καλό κάνεις;» «Μας συγχωρείτε, παρακαλώ. Έχει πολλή ζέστη εδώ μέσα και η σύζυγός μου αισθάνεται λιποθυμία». Κολλώντας ένα χαμόγελο στα χείλη του και μοιράζοντας δεξιά και αριστερά την ίδια δικαιολογία, τη μετέφερε μέσα από τον κόσμο στην εξώπορτα του αρχοντικού και κατέβηκε στο χαλικοστρωμένο δρόμο όπου ήταν σταθμευμένη η άμαξά του. «Σπίτι, Τζένινγκς», είπε στον αμαξά, όταν ο υπηρέτης τού άνοιξε την πόρτα. «Και μη λυπηθείς τα άλογα». Αφήνοντάς τη βιαστικά στο κάθισμα, μπήκε κι εκείνος και κάθισε δίπλα της.

~ 226 ~


«Είσαι τρελός;» Η Γκρέις τον κοίταξε με κατάπληξη καθώς τα γκρίζα άλογα ξεκινούσαν με ορμή και η άμαξα τιναζόταν προς τα εμπρός. «Δε γίνεται να φύγουμε έτσι, στα καλά καθούμενα! Είμαστε τα τιμώμενα πρόσωπα! Τι θα πει ο κόσμος;» «Ότι δεν έβλεπα την ώρα να απολαύσω το θεϊκό κορμί της γυναίκας μου, και θα έχουν απόλυτο δίκιο». «Μα...» «Αν πεις έστω και μια λέξη ακόμα, Γκρέις, σου ορκίζομαι ότι θα σε πάρω επιτόπου». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα για μια στιγμή κι έπειτα ακούμπησε στην πλάτη του καθίσματος και κοίταξε ίσια μπροστά της, αλλά κάθε τόσο του έριχνε μια κλεφτή ματιά. Αν ο Ίθαν δεν υπέφερε από την προσπάθεια να συγκρατήσει τον αφόρητο πόθο του, θα έβαζε τα γέλια. Δεν έκαναν πολλή ώρα να φτάσουν στο σπίτι του, που δεν απείχε παρά μερικά τετράγωνα. Καθώς ανέβαιναν προς την εξώπορτα, τη σήκωσε πάλι στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στα υπόλοιπα σκαλοπάτια, απολαμβάνοντας την αίσθηση των χεριών της γύρω από το λαιμό του. Το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες του. Την ήθελε τόσο πολύ που πονούσε. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έκλεισε με το πόδι την πόρτα πίσω τους και την άφησε να πατήσει κάτω. «Δεν το πιστεύω!» Βράζοντας ακόμα από θυμό, η Γκρέις έβαλε τα χέρια στη μέση της. «Επί βδομάδες ολόκληρες ονειρεύομαι να μου κάνεις έρωτα. Μέχρι που προσπάθησα να σε ξελογιάσω». Ο Ίθαν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε πέσει έξω σ’ αυτό. «Και τώρα... τώρα που είμαστε στο χορό του δούκα του Σέφιλντ... αποφασίζεις ότι με θέλεις;» «Ποτέ δεν έπαψα να σε θέλω, Γκρέις». Εκείνη έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. «Με γελοιοποίησες». Ο Ίθαν την ακολούθησε, απαντώντας σε κάθε βήμα της με ένα δικό του. «Δε σε γελοιοποίησα καθόλου. Απλώς τους έδωσα να καταλάβουν ότι είσαι μια γυναίκα που ο άντρας της την ποθεί». Η πλάτη της ακούμπησε στον τοίχο. «Είσαι... είσαι ο ίδιος πειρατής που ήσουν πάνω στο πλοίο σου!» «Ακριβώς. Και σκοπεύω να διαγουμίσω το θησαυρό που απέκτησα την ημέρα που παντρευτήκαμε».

~ 227 ~


20 H Γκρέις έπνιξε μια κραυγή όταν ο Ίθαν την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος. Τα χείλη του είχαν μια ανεπαίσθητη γεύση από μπράντι και ήταν λαίμαργα και σκληρά, αλλά όσο το φιλί συνεχιζόταν τόσο μαλάκωναν πάνω στα δικά της. Για μια στιγμή του αντιστάθηκε, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι τους είχε εξευτελίσει και τους δυο με την πράξη του, όμως οι αντιστάσεις της είχαν αρχίσει ήδη να κάμπτονται. Τον ήθελε τόσο πολύ που δεν την ένοιαζε. Ο Ίθαν τη φίλησε στο λαιμό, στο σαγόνι, στον αυχένα και στους ώμους. «Θέλω να βρεθώ μέσα σου, Γκρέις. Ποτέ στη ζωή μου δεν επιθύμησα κάτι τόσο πολύ». Η Γκρέις ένιωσε τα χέρια του να πιάνουν τα κουμπιά στην πλάτη της τουαλέτας της και να τα ανοίγουν το ένα μετά το άλλο. Ελευθερωμένο από τα δεσμά που το περιόριζαν, το κορσάζ άνοιξε και έπεσε προς τα κάτω, αφήνοντας εκτεθειμένο το στήθος της. Ο Ίθαν το έκλεισε στις παλάμες του και το μάλαξε, κι ύστερα έσκυψε το μαυρομάλλικο κεφάλι του και πήρε τη γεμάτη θηλή της στο στόμα του. Τη ρούφηξε δυνατά, τη δάγκωσε τρυφερά, κάνοντας τα γόνατά της να λυθούν. Η Γκρέις ένιωσε την τουαλέτα να γλιστρά από τα μπράτσα της στους γλουτούς της και να πέφτει γύρω από τα πόδια της. Η καμιζόλα την ακολούθησε, αφήνοντάς τη γυμνή εκτός από τις κάλτσες, τις ζαρτιέρες και το κολιέ που στόλιζε το λαιμό της, ενώ εκείνος ήταν ακόμα εντελώς ντυμένος. «Πέρασε πολύς καιρός», είπε, καλύπτοντας τα χείλη της με μια βροχή από φιλιά που την έκαναν να αρπαχτεί από τους ώμους του. «Δε θέλω να περιμένω άλλο». Ακουμπώντας την πάνω στην πόρτα, πλησίασε, έβαλε το πόδι του ανάμεσα στα δικά της και την ανασήκωσε ελαφρά. Η Γκρέις τρίφτηκε πάνω του και το παντελόνι του χάιδεψε την υγρή, ευαίσθητη σάρκα της. Ένα γουργουρητό ευχαρίστησης ξέφυγε από το λαιμό της και κατεβάζοντας το χέρι της ανάμεσά τους, έτριψε τη σκληρή προεξοχή που έκανε το παντελόνι του να φουσκώνει. Παίρνοντας μια κοφτή ανάσα, ο Ίθαν έπιασε το χέρι

~ 228 ~


της και το απομάκρυνε, κι έπειτα άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του παντελονιού του αποφασισμένος να την πάρει εκεί, στα όρθια. Η Γκρέις έπνιξε μια κραυγή όταν τα δάχτυλά του βρήκαν την τρυφερή σάρκα της, γλίστρησαν μέσα και άρχισαν να τη χαϊδεύουν. Μια καυτή αίσθηση την πλημμύρισε –επιθυμία και αφόρητη ανάγκη. Ήταν έτοιμη να τον δεχτεί και ούτε εκείνη ήθελε να περιμένει. «Είσαι γυναίκα μου», ψιθύρισε ο Ίθαν καθώς την ανασήκωνε για να μπει μέσα της. «Μου ανήκεις». Και με μια κοφτή, μονοκόμματη κίνηση τη γέμισε και η Γκρέις λίγο έλειψε να λιποθυμήσει από την αβάσταχτη απόλαυση. «Ίθαν...» Τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμό του, τράβηξε το κεφάλι του προς τα κάτω για να τον φιλήσει. Η επαφή των χειλιών τους ήταν γεμάτη δίψα και λαχτάρα, καθώς η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της και άρχισε να κινείται μέσα έξω ρυθμικά, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό που δονούσε τα κορμιά τους. Ξανά και ξανά μπήκε μέσα της και συνέχισε να της κάνει έρωτα ώσπου η Γκρέις δεν είχε πια τη δύναμη να σταθεί όρθια και τότε της τύλιξε τα πόδια γύρω από τη μέση του και συνέχισε την ερωτική του επίθεση. Η Γκρέις ήταν παραδομένη, εκτεθειμένη, γεμάτη από κείνον, το κεφάλι της γύριζε, το κορμί της είχε πιάσει φωτιά. Αρπάχτηκε από τους ώμους του καθώς ο κόσμος χανόταν γύρω της και μυριάδες αστράκια άστραφταν πάνω από τα κλειστά της βλέφαρα. Φώναξε το όνομά του και την ίδια στιγμή ένιωσε τους γλυκούς σπασμούς να συνταράζουν και το δικό του σώμα, καθώς οι χυμοί του σκορπίζονταν μέσα της. Για κάμποσα δευτερόλεπτα κανείς από τους δυο δε σάλεψε από τη θέση του. Ο Ίθαν την κρατούσε, με τα πόδια της τυλιγμένα ακόμα γύρω από τη μέση του, και η Γκρέις ένιωσε τον κολλαριστό του λαιμοδέτη να της ξύνει το μάγουλο. Βγήκε αργά από μέσα της και την άφησε να πατήσει στο πάτωμα, αλλά δεν τραβήχτηκε μακριά της, συνέχισε να την κρατάει στην αγκαλιά του, ακουμπώντας το σκληρό ακόμα φύλο του στην κοιλιά της. Έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της, χαϊδεύοντας απαλά το γοφό της. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε σιγανά κι εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Είσαι έγκυος. Έπρεπε να ήμουν πιο προσεκτικός. Δε σκεφτόμουν, είχα...» «Το μωρό είναι μια χαρά. Έχουμε ακόμα μήνες μπροστά μας».

~ 229 ~


Το χαμόγελό του ήταν πλατύ και υπέροχο στο φως του φεγγαριού που έπεφτε από το παράθυρο, και η Γκρέις ένιωσε την καρδιά της να σκιρτάει. Βάζοντας το χέρι του κάτω από τα γόνατά της, ο Ίθαν τη σήκωσε και τη μετέφερε δίπλα στο κρεβάτι. Ύστερα τη γύρισε με την πλάτη προς το μέρος του, ξεκούμπωσε το περιδέραιο και το άφησε προσεκτικά στο κομοδίνο. Στη συνέχεια, της έβγαλε τις κάλτσες και τις ζαρτιέρες, και μετά την απόθεσε μαλακά στο κέντρο του κρεβατιού. Την άφησε μόνο όσο χρειαζόταν για να βγάλει τα ρούχα του κι έπειτα πλάγιασε δίπλα της στο αφράτο πουπουλένιο στρώμα. Για λίγη ώρα έμειναν έτσι ξαπλωμένοι, με τα χέρια ενωμένα, το πόδι του περασμένο κτητικά πάνω από το δικό της. Τα σκεπάσματα ανασηκώθηκαν όταν έγειρε από πάνω της και τη φίλησε, και ο πόθος φούντωσε πάλι και τους τύλιξε στα μαγικά του πλοκάμια. Αυτή τη φορά την πήρε πιο αργά και μετά την τράβηξε στην αγκαλιά του. Χορτασμένη από έρωτα, ικανοποιημένη και εξαντλημένη, η Γκρέις έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη. Όμως στα βάθη του μυαλού της ήξερε ότι ο Ίθαν έμενε ξύπνιος στο σκοτάδι και αγωνιζόταν να συνθηκολογήσει με τη συνείδησή του. *** Καθισμένος στο γραφείο του το επόμενο πρωί, ο Ίθαν προσπαθούσε να αποσπάσει τη σκέψη του από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας, μελετώντας τις επενδύσεις και τις υποθέσεις των κτημάτων του. «Με συγχωρείτε, κύριε». Σήκωσε το κεφάλι του από τα έγγραφα που μελετούσε. «Τι είναι, Μπέινς;» «Ένας κύριος ζητά να σας δει, λόρδε μου. Κάποιος Τζόνας Μακφί. Λέει ότι τον περιμένετε». Ο Ίθαν σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Στείλ’ τον μέσα». Είχε λάβει ένα σημείωμα από τον Μακφί αργά το προηγούμενο απόγευμα, με το οποίο του ζητούσε να συναντηθούν το πρωί, αλλά, ύστερα απ’ όσα είχαν συμβεί, το είχε ξεχάσει τελείως. Ο Μακφί μπήκε με το καπέλο στο χέρι και ο Ίθαν του έδειξε να καθίσει στην πολυθρόνα, μπροστά από το γραφείο του. Αν και μόλις τριάντα χρονών, ο Τζόνας ήταν φαλακρός, με μερικά μόνο τσουλούφια γύρω από τα αυτιά του και μερικές τούφες στην κορυφή του κρανίου του. Ο

~ 230 ~


ερευνητής της Μπόου Στρητ ήταν μετρίου ύψους και φορούσε μικρά γυαλιά με συρμάτινο σκελετό. Δεν ήταν η εμφάνισή του αλλά τα γεμάτα ουλές χέρια του και οι μυώδεις ώμοι του που μαρτυρούσαν το είδος της δουλειάς που έκανε. «Έχεις νέα, αν κατάλαβα». «Μάλιστα, λόρδε μου». Ο Μακφί κάθισε στην καφέ δερμάτινη πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του Ίθαν. «Σχετικά με τον Φορσάιθ;» «Κατά μία έννοια. Μου ζητήσατε να μάθω αν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στον υποκόμη και τη θεία της συζύγου σας, τη χήρα βαρόνη Χάμφρεϊ. Πράγματι, υπάρχει». Ο Ίθαν τέντωσε τα αυτιά του. «Τι είδους σχέση;» «Όταν ο Χάρμον Τζέφρις ήταν δέκα χρονών, οι γονείς του πέθαναν από μεταδοτική ασθένεια με διαφορά λίγων ημερών. Ο λόρδος Φορσάιθ μεγάλωσε κοντά στη θεία του από τη μεριά της μητέρας του, της λαίδης Χάμφρεϊ, και του συζύγου της, του βαρόνου». «Τι άλλο;» «Απ’ ό,τι κατάφερα να μάθω, ο Τζέφρις και η λαίδη Χάμφρεϊ διατήρησαν στενή επαφή με τα χρόνια, αλλά η λαίδη έρχεται σπάνια στο Λονδίνο και το γεγονός ότι υποκατέστησε τη μητέρα του δεν είναι ευρέως γνωστό». Η Γκρέις όμως το ήξερε. Είχε μείνει με τη θεία του υποκόμη. Αν πράγματι ο Φορσάιθ είχε εντοπιστεί στο Γιορκ, όπως έλεγαν οι πληροφορίες, δε γινόταν να μην αναρωτηθεί ο Ίθαν αν είχε προγραμματιστεί συνάντηση μεταξύ πατέρα και κόρης. «Κάτι άλλο;» «Προς το παρόν όχι, λόρδε μου». «Όλα αυτά θα μείνουν μεταξύ μας». «Ασφαλώς, λόρδε μου». Ο Μακφί πληρωνόταν για τις υπηρεσίες του και ένα μεγάλο μέρος της αμοιβής του αφορούσε την εχεμύθειά του. «Ενημέρωσέ με αν μάθεις κάτι περισσότερο». Ο Μακφί σηκώθηκε. «Οπωσδήποτε, λόρδε μου». Ο Ίθαν τον περίμενε μέχρι να βγει από το σπίτι κι έπειτα κάλεσε την Γκρέις στο γραφείο του. Δεν την είχε δει από την ώρα που την είχε αφήσει στο κρεβάτι να κοιμάται, χαλαρή και γαλήνια, έπειτα από το μεταμεσονύκτιο έρωτά τους.

~ 231 ~


Για μια στιγμή, οι σκέψεις του πέταξαν εκεί και ο πόθος φτερούγισε μέσα του. Αυτό τον έκανε έξω φρενών. Πρώτη φορά αισθανόταν τόση λαγνεία για μια γυναίκα. Η Γκρέις χτύπησε απαλά την πόρτα και ο Ίθαν της είπε να περάσει. Όταν τον είδε να στέκεται πίσω από το γραφείο του, τα μάγουλά της πήραν ένα ρόδινο χρώμα κι εκείνος κατάλαβε ότι κι αυτή σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. «Ζήτησες να με δεις;» Ο λόγος που την είχε καλέσει ήρθε πάλι στο προσκήνιο του μυαλού του. «Η θεία σου... η βαρόνη Χάμφρεϊ... όπως έμαθα είναι επίσης θεία του λόρδου Φορσάιθ από τη μεριά της μητέρας του». Το πρόσωπό της χλόμιασε λιγάκι. «Πώς... πώς το έμαθες;» «Με τον ίδιο τρόπο που έμαθα για την ανάμειξή σου στην απόδρασή του. Το ερώτημα είναι, ο πατέρας σου σχεδίαζε να σε συναντήσει στο Σκάρμπορο; Και αν ήταν πράγματι αυτή η πρόθεσή του, σκοπεύατε να εγκαταλείψετε μαζί τη χώρα;» Η Γκρέις ίσιωσε τους ώμους της. «Η θεία Ματίλντα μεγάλωσε τον πατέρα μου όταν πέθαναν οι γονείς του και τον αγαπά πάρα πολύ. Της μίλησε για μένα όταν γεννήθηκα κι εκείνη προσφέρθηκε να βοηθήσει αν παρουσιαζόταν ποτέ ανάγκη. Όπως σου έχω πει κι άλλη φορά, δεν έχω ιδέα πού έχει καταφύγει ο πατέρας μου και ασφαλώς δεν έχω καμία πρόθεση να τον συναντήσω ή να εγκαταλείψω μαζί του τη χώρα». Εκείνος περιεργάστηκε το πρόσωπό της. Η Γκρέις δεν μπορούσε να πει ψέματα με πειστικό τρόπο γιατί απλούστατα ήταν πολύ ειλικρινής. «Υπάρχει ένα πρόβλημα μ’ αυτή την πληροφορία». «Τι εννοείς;» «Αφού ανακάλυψα εγώ τη σχέση ανάμεσα στη θεία σου και τον Φορσάιθ, είναι πιθανό να την ανακαλύψει κι άλλος. Και αν μάθουν ότι πήγες να μείνεις μαζί της λίγο μετά την απόδρασή του, ίσως αναρωτηθούν γιατί το έκανες. Αν σκαλίσουν λίγο βαθύτερα, θα ανακαλύψουν ότι είσαι κόρη του. Αυτό αποτελεί σοβαρό κίνητρο για να τον βοηθήσεις να αποδράσει και σε καθιστά ύποπτη». Το πρόσωπό της χλόμιασε ακόμα περισσότερο. «Ελπίζω να μη συμβεί κάτι τέτοιο». Κι όμως, μπορεί να συμβεί, σκέφτηκε ο Ίθαν. Δεν είχε ξεχάσει ότι κάποιοι άντρες του πληρώματός του τον είχαν ακούσει να μιλάει γι’ αυτό με τον Άνγκους Μακσέιν και ήξεραν ότι ήταν κόρη του Φορσάιθ. Μέχρι

~ 232 ~


στιγμής είχαν σταθεί πιστοί σ’ εκείνον, αλλά δεν είχαν ταξιδέψει πολύ καιρό μαζί του και δεν ήξερε αν μπορούσε να τους εμπιστεύεται απόλυτα. Για πρώτη φορά χαιρόταν ειλικρινά που είχε παντρευτεί την Γκρέις. Ως σύζυγος μαρκησίου, ήταν λιγότερο πιθανό να θεωρηθεί ύποπτη. «Θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα εάν και εφόσον προκύψει. Αν είμαστε τυχεροί, δε θα γίνει τίποτε. Αυτά ήθελα να σου πω, μπορείς να πηγαίνεις». Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του, αλλά η Γκρέις δεν έκανε καμιά κίνηση να φύγει και σήκωσε πάλι το κεφάλι του. «Τι συμβαίνει;» «Αυτό που έγινε μεταξύ μας χθες το βράδυ... το ότι κάναμε έρωτα, εννοώ. Ήταν υπέροχο, Ίθαν». Το χρώμα επέστρεψε στα μάγουλά της και την επόμενη στιγμή έκανε μεταβολή και βγήκε βιαστικά από το γραφείο. Ο Ίθαν την ακολούθησε με το βλέμμα του και άθελά του χαμογέλασε. Τότε σκέφτηκε την απόφασή του να βρει με κάθε τρόπο τον υποκόμη και τον πόνο που θα προκαλούσε αυτό στην Γκρέις, και το χαμόγελό του έσβησε. *** Η εβδομάδα πέρασε αργά. Τη Δευτέρα, η αδελφή της Βικτόρια, η Κλερ Τσέζικ, πέρασε για να τη δει, λάμποντας όπως πάντα. Υπήρχε κάτι το σχεδόν απόκοσμο στην ασυνήθιστη ομορφιά αυτής της κοπέλας, παρ’ όλο που η ίδια δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει. «Συγνώμη που πέρασα απρόσκλητη, αλλά ήθελα να σε καλέσω σε ένα σουαρέ στην κατοικία του κόμη του Λάουντεν». «Του μεγάλου αδελφού του λόρδου Πέρσι;» Η Κλερ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Γνώρισες αυτόν και τη γυναίκα του την περασμένη βδομάδα στο χορό. Η Κριστίνα μου ζήτησε να σε καλέσω προσωπικά». Η Κλερ χαμογέλασε. «Η συννυφάδα μου είναι πολύ ρομαντική. Νομίζω πως εντυπωσιάστηκε πολύ όταν ο μαρκήσιος σε σήκωσε στην αγκαλιά του και σε πήρε από το σπίτι». Τα μάγουλα της Γκρέις βάφτηκαν κόκκινα. «Ο Ίθαν φέρθηκε σαν αγροίκος». Η Κλερ έστρεψε τα καταγάλανα μάτια της, που ξετρέλαιναν όποιον άντρα τα έβλεπε, προς τα ουράνια. «Δεν αντιλέγω, αλλά ήταν υπέροχο,

~ 233 ~


δεν ήταν; Αν κι εγώ θα πέθαινα από την ντροπή μου αν ο Πέρσι έκανε κάτι τέτοιο». Η Γκρέις γέλασε. Ο Πέρσιβαλ Τσέζικ ήταν ο νεότερος γιος του μαρκησίου του Κέρσι. Είχε τα ίδια ξανθά μαλλιά και τα ίδια γαλανά μάτια με την Κλερ, γλυκός και λιγάκι ντροπαλός, ο ιδανικός άντρας για την Κλερ, και ήταν κάπως δύσκολο να τον φανταστεί κανείς να φέρεται όπως ο Ίθαν. Ο Ίθαν ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που είχε γοητεύσει την Γκρέις. Δεν έμοιαζε σε κανέναν άλλο άντρα απ’ όσους γνώριζε. Απλούστατα δεν υπήρχε δεύτερος σαν κι αυτόν στον κόσμο. «Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να έρθουμε», είπε στην Κλερ. «Ο Ίθαν δε συμπαθεί αυτού του είδους τις εκδηλώσεις». Η Κλερ έγειρε προς το μέρος της και της έπιασε το χέρι. «Μα δεν καταλαβαίνεις, Γκρέις, πρέπει να έρθετε. Ο χορός ήταν η αρχή. Αν σκεφτείς τι έγινε εκείνο το βράδυ, θα καταλάβεις ότι το σχέδιο της Τόρι είναι σωστό. Πρέπει να έρθεις, να είσαι στις ομορφιές σου, να χορέψεις με όλους τους κυρίους, και στο τέλος ο άντρας σου θα καταλάβει πόσο σε λατρεύει». Η Γκρέις το σκέφτηκε για λίγο, καθώς αναλογιζόταν πόσο κτητικός ήταν εκείνο το βράδυ ο Ίθαν. «Κι αν δε δεχτεί να έρθει;» «Τότε θα έρθεις με τον Πέρσι κι εμένα. Θα παραβρίσκεται και ο δούκας του Σέφιλντ. Αποφάσισε και η υψηλότητά του να μπει στη χορεία των παντρεμένων, ξέρεις. Όλη η καλή κοινωνία γι’ αυτό συζητάει». «Ελπίζω ο Ρέιφ να παντρευτεί από έρωτα». «Οι φήμες λένε ότι κάποτε ο δούκας ήταν πολύ ερωτευμένος με κάποια Ντανιέλ Ντιβάλ, αλλά κάτι πήγε στραβά και ματαίωσε το γάμο. Νομίζω ότι αυτή τη φορά τον ενδιαφέρει περισσότερο να βρει μια καλόβολη κοπέλα για να παντρευτεί και να κάνει μεγάλη οικογένεια». Η Γκρέις είχε ακούσει κάποια μισόλογα για το σκάνδαλο που είχε σχέση με τη μνηστή του Ρέιφ και έναν από τους φίλους του και θλιβόταν όταν σκεφτόταν ότι ο δούκας είχε διαγράψει τον έρωτα από τη ζωή του. Βέβαια, ούτε κι εκείνη τα είχε καταφέρει καλύτερα σ’ αυτό τον τομέα. «Λοιπόν, τι σκέφτεσαι για το σουαρέ;» ρώτησε η Κλερ.

~ 234 ~


«Ίσως έχεις δίκιο». Ασφαλώς το σχέδιο είχε μεγάλη επιτυχία την πρώτη φορά. Σκέφτηκε τον τρόπο που ο Ίθαν της είχε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα και προσπάθησε να μην κοκκινίσει. «Θα του το προτείνω απόψε. Αν αρνηθεί την πρόσκληση, θα είναι χαρά μου να συνοδεύσω εσένα και το λόρδο Πέρσι». *** Η μουσική ενός κουαρτέτου εγχόρδων αντηχούσε στο σαλόνι του κόμη του Λάουντεν. Η μυρωδιά των λουλουδιών στα κρυστάλλινα ανθοδοχεία αναμειγνυόταν με τη μυρωδιά των λευκών κεριών που έκαιγαν στα ασημένια κηροπήγια πάνω στον μπουφέ. Ο Ίθαν στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού και περιεργαζόταν τα πρόσωπα των καλεσμένων. Κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Είχε αρνηθεί την πρόσκληση του κόμη, παρ’ όλο που ήταν φανερό ότι η Γκρέις ήθελε να πάει. Έλεγε στον εαυτό του ότι όσο λιγότερο χρόνο περνούσε μαζί της τόσο το καλύτερο, μολονότι παραδεχόταν ότι είχε απολαύσει τις βραδιές που είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι της. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αρνιόταν στον εαυτό του αυτή την απόλαυση τόσο καιρό. Η Γκρέις ήταν γυναίκα του. Ήταν υποχρέωσή της να ικανοποιεί τις φυσικές του ανάγκες και σε τελική ανάλυση ήταν φανερό ότι και η ίδια απολάμβανε τη διαδικασία. Στη διάρκεια της ημέρας, φρόντιζε να είναι απασχολημένος. Της φερόταν με ευγένεια και εγκαρδιότητα, αλλά κρατούσε τις αποστάσεις του. Όσο δεν άφηνε την έλξη να τον παρασύρει, θα άντεχε. Όμως, από την ώρα που η Γκρέις είχε φύγει για το σουαρέ, το σπίτι τού φαινόταν άδειο. Βρέθηκε να βηματίζει πέρα δώθε στο γραφείο του κι έπειτα να πηγαίνει από το ένα δωμάτιο στο άλλο αναζητώντας την. Ήταν γελοίο, αλλά όσο προχωρούσε η βραδιά τόσο κορυφωνόταν η νευρικότητά του. Όταν ο Ρέιφ πέρασε να τον δει καθ’ οδόν προς το σουαρέ και τον παρότρυνε να τον συνοδεύσει, δε χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Ο Ίθαν ανέβηκε στο δωμάτιό του, φώναξε τον καμαριέρη του, φόρεσε βραδινό ένδυμα και έφυγε με τον Ρέιφ. Σκεφτόταν ότι η αδελφή του, η Σάρα, και ο άντρας της μπορεί να ήταν επίσης εκεί. Το ζευγάρι βρισκόταν στο Λονδίνο εκείνη τη βδομάδα, γιατί ο γιος τους είχε αναρρώσει επιτέλους. Η Σάρα και ο Τζόναθαν είχαν περάσει εκείνο το απόγευμα για να συγχαρούν τους νεόνυμφους και η

~ 235 ~


Σάρα είχε πιάσει αμέσως φιλίες με την Γκρέις, επειδή ήξερε καλά τον αδελφό της ώστε να μαντέψει το λόγο του τόσο εσπευσμένου γάμου. Καθώς έφευγαν, επαναλαμβάνοντας τις ολόθερμες ευχές τους, η Σάρα πήρε τον Ίθαν παράμερα. «Παντρεύτηκες μια θαυμάσια κοπέλα, Ίθαν. Δεν καταλαβαίνω γιατί έσπευσες να την κρύψεις στην επαρχία αμέσως μετά το γάμο σας». «Είναι μεγάλη ιστορία», απάντησε βλοσυρά εκείνος, εκνευρισμένος από το αυστηρό της ύφος. «Και να σου πω, δεν πρόκειται να καταλάβεις». Η αδελφή του έσμιξε τα ξανθά φρύδια της. Ήταν ψηλή, λεπτή και ανοιχτόχρωμη, με ξανθά μαλλιά και φωτεινά γαλάζια μάτια, δυνατή γυναίκα αλλά και πολύ ευαίσθητη. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που ο Ίθαν και ο Κορντ ήταν πάντοτε τόσο προστατευτικοί απέναντί της. «Η Γκρέις περιμένει παιδί», είπε η Σάρα. «Δεν είναι δυνατόν να μη χαίρεσαι γι’ αυτό». «Δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να γίνω πατέρας». «Κανείς μας δεν είναι ποτέ έτοιμος να γίνει γονέας, Ίθαν, κι όμως είναι η μεγαλύτερη χαρά που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος». Εκείνος δεν απάντησε. Το παιδί ακόμα δεν του φαινόταν αληθινό. Μόνο οι ανεπαίσθητες αλλαγές που έβλεπε στο σώμα της Γκρέις όταν της έκανε έρωτα του υπενθύμιζαν τι επιφύλασσε το μέλλον. Ακόμα δεν ήταν βέβαιος για το πώς θα αντιμετώπιζε ένα παιδί με το αίμα ενός προδότη στις φλέβες του. Οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν μια ροντέλ και ο Ρέιφ πλησίασε και στάθηκε δίπλα του, στρέφοντας τις σκέψεις του στο παρόν. «Η γυναίκα σου φαίνεται να διασκεδάζει πολύ. Ξέρει ότι είσαι εδώ;» Το βλέμμα του Ίθαν στράφηκε προς την Γκρέις. Ήταν πολύ όμορφη εκείνη τη βραδιά, με μια τουαλέτα στο μπλε του ζαφειριού. Του θύμιζε το φόρεμα που της είχε βγάλει τη νύχτα που είχαν κάνει για πρώτη φορά έρωτα στο πλοίο του. Η θύμηση έκανε πάλι τον πόθο του να ζωντανέψει και βλαστήμησε νοερά. «Δεν πρόσεξε ότι ήρθα». Ούτε φαινόταν να σκοτίζεται για την απουσία του –χόρευε, γελούσε και ήταν ολοφάνερο ότι διασκέδαζε με την ψυχή της. Ο Ίθαν συνοφρυώθηκε όταν ο καβαλιέρος της γύρισε προς το μέρος του και αναγνώρισε τον Μάρτιν Τάλι, κόμη του Κόλινγουντ. Ο Ρέιφ ήπιε μια γουλιά μπράντι. «Φαίνεται πως ο Κόλινγουντ της έγινε πάλι κολλιτσίδα».

~ 236 ~


«Έτσι βλέπω». «Προσπάθησε να συγκρατηθείς αυτή τη φορά και να μην πάρεις σηκωτή τη γυναίκα σου από το χορό. Αρκετά σας κουτσομπολεύουν ήδη». Ο Ίθαν γρύλισε, αλλά φυσικά ήξερε ότι ο φίλος του είχε δίκιο. Ο ίδιος δεν έδινε πεντάρα για το τι έλεγαν οι σκανδαλοθήρες, αλλά δεν ήταν σωστό για την Γκρέις. Ή έτσι τουλάχιστον έλεγε στον εαυτό του καθώς κατευθυνόταν προς το μέρος της, σφίγγοντας ασυναίσθητα τις γροθιές του. Ο χορός τελείωσε και ο κόμης συνόδευσε την Γκρέις από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες στη βεράντα. Ο Ίθαν τους ακολούθησε και τους είδε να στέκονται κοντά στην κουπαστή, δίπλα σε έναν από τους πυρσούς που φώτιζαν τον κήπο. Ήταν φανερό ότι έκαναν μια απολύτως αθώα συζήτηση, κι όμως του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Κατάφερε να χαμογελάσει και καθώς προχωρούσε προς το μέρος τους, κούτσαινε πιο έντονα. «Α, εδώ είσαι, αγάπη μου». Γύρισε προς τον κόμη. «Λόρδε Κόλινγουντ. Δεν περίμενα να σας δω πάλι τόσο σύντομα». «Είχε πολλή ζέστη μέσα και η Γκρέις ήθελε να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Ελπίζω να μη σας πειράζει». Η Γκρέις. Δεν του άρεσε καθόλου ν’ ακούει το όνομα της γυναίκας του από τα χείλη του κόμη. «Γιατί να με πειράξει;» Έριξε μια ματιά στην Γκρέις. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα και το πιγούνι της ανασηκωμένο σαν να τον προκαλούσε να την πάρει πάλι σηκωτή από κει. Δε θα πήγαινε τόσο εύκολα μαζί του τούτη τη φορά, ήταν ολοφάνερο. Όμως, βλέποντας το απροκάλυπτο ενδιαφέρον του κόμη για κείνη και φέρνοντας στο μυαλό του το παθιασμένο σμίξιμό τους στο οποίο είχε καταλήξει εκείνη η επεισοδιακή βραδιά, για μια στιγμή μπήκε σε μεγάλο πειρασμό. «Ο λόρδος Κόλινγουντ ζήτησε να μας φέρουν λίγο ποντς». Η Γκρέις κοίταξε πάνω από τον ώμο του Ίθαν προς τις μπαλκονόπορτες. «Α, να το». Ένας υπηρέτης με λιβρέα που κρατούσε έναν ασημένιο δίσκο τούς πλησίασε και η Γκρέις με τον κόμη πήραν τα κρυστάλλινα κύπελλα με το κόκκινο, δροσερό ποτό. «Να σας φέρω κάτι, λόρδε μου;» ρώτησε ο υπηρέτης, ένας νεαρός άντρας με σκούρα μαλλιά και μαύρα μάτια.

~ 237 ~


«Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα για να παραλάβω τη σύζυγό μου και να επιστρέψουμε σπίτι». Η Γκρέις του χαμογέλασε γλυκά. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, χρυσέ μου, αλλά δεν είμαι ακόμα έτοιμη να φύγω». «Θα ήταν χαρά μου να σε συνοδεύσω μετά το τέλος του χορού», είχε το θράσος να προτείνει ο Κόλινγουντ. Η Γκρέις γύρισε χαμογελαστή προς το μέρος του. «Θα με συνοδεύσουν σπίτι οι φίλοι μου, ο λόρδος και η λαίδη Πέρσι», είχε την εξυπνάδα να απαντήσει. «Όμως σας ευχαριστώ, λόρδε μου, για το ενδιαφέρον σας». «Τότε θα κρατήσεις έναν ακόμα χορό για μένα». Ο κόμης έριξε στον Ίθαν μια προκλητική ματιά καθώς έσκυβε πάνω από το χέρι της και ο Ίθαν έτριξε τα δόντια του. Το αλαζονικό κάθαρμα είχε περισσότερο θράσος απ’ όσο νόμιζε. Η πείρα του τον είχε διδάξει να μην υποτιμά ποτέ τον αντίπαλο και δε σκόπευε να το κάνει τώρα. Χαμογέλασε απειλητικά. «Δυστυχώς η κάρτα της λαίδης είναι γεμάτη. Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, λέω να μείνω στο χορό». Η Γκρέις τον κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά της. Ο Ίθαν βλαστήμησε μέσα του, γιατί ούτε κι αυτός πίστευε πως το είχε ξεστομίσει. *** Η Γκρέις δέχτηκε το μπράτσο που της πρόφερε ο άντρας της και του επέτρεψε να την οδηγήσει πάλι στο εσωτερικό του σπιτιού. Είδε την Κλερ να της χαμογελάει από το βάθος της αίθουσας και χαμογέλασε κι εκείνη. Ο Ίθαν είχε έρθει στο σουαρέ. Ζήλευε το λόρδο Κόλινγουντ. Είχε μείνει στη δεξίωση για να την προσέχει. Θα το έκανε αυτό αν δε νοιαζόταν; «Παίζουν βαλς», της είπε σιγανά. «Θέλεις να χορέψουμε;» Η Γκρέις χαμογέλασε αχνά. «Θα μου υποσχεθείς ότι δε θα με σύρεις πάλι στη φωλιά σου;» Εκείνος της χάρισε ένα από τα χαμόγελα που έκαναν την καρδιά της να σταματάει. «Φοβάμαι πως θα πρέπει να το διακινδυνεύσεις». Χόρεψαν και μίλησαν και η βραδιά πέρασε χωρίς να το καταλάβουν. Όταν γύρισαν στο σπίτι, ο Ίθαν της έκανε φλογερό έρωτα ξανά και ξανά.

~ 238 ~


Για πρώτη φορά ήταν δίπλα της όταν εκείνη ξύπνησε και της έκανε πάλι έρωτα στο φως του ήλιου που έμπαινε από τις κουρτίνες. Οι ελπίδες της άρχισαν να αναπτερώνονται και επέτρεψε στον εαυτό της να πιστέψει ότι ίσως υπήρχε τελικά μέλλον για τους δυο τους. Και ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο όσο μοιράζονταν ένα νωχελικό πρόγευμα, κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων μέχρι που μεσημέριασε. «Σκέφτηκα πως θα σου άρεσε να κάνουμε μια βόλτα στο πάρκο με την άμαξα σήμερα το απόγευμα», είπε ο Ίθαν, ξαφνιάζοντάς τη με την πρότασή του. «Θα το ήθελα πάρα πολύ, λόρδε μου». «Ίθαν», τη διόρθωσε μαλακά εκείνος, πιάνοντας το χέρι της και φέρνοντάς το στα χείλη του. «Μου αρέσει πολύ όταν με λες Ίθαν». Η Γκρέις κοίταξε το όμορφο πρόσωπό του και η καρδιά της σφίχτηκε δυνατά. «Θα το ήθελα πάρα πολύ, Ίθαν». Για μερικά δευτερόλεπτα κάθονταν εκεί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια, αλλά τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και ο Μπέινς μπήκε στην πρόχειρη τραπεζαρία. «Έχετε επισκέψεις, λόρδε μου». Ο Ίθαν της έριξε μια ματιά και άφησε τη λινή πετσέτα του δίπλα στο άδειο πιάτο του. «Είναι πολύ νωρίς ακόμα για επισκέψεις». «Αυτό του είπα κι εγώ», είπε ο Μπέινς. «Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ ύποπτος. Προσπάθησα να τον διώξω, αλλά επέμενε να σας μιλήσει κι έτσι τον έβαλα στο γραφείο σας. Λέει ότι ήταν μέλος του πληρώματος της Μάγισσας της Θάλασσας». Ο Ίθαν πετάχτηκε όρθιος. «Είσαι σίγουρος; Σου είπε το όνομά του;» «Φίλιξ Όνστερ, αν δεν απατώμαι, κύριε. Λέει πως ήταν ο τρίτος καπετάνιος σας». Ο Ίθαν έσπρωξε την καρέκλα του τόσο απότομα που αναποδογύρισε και έπεσε στο χαλί. Βγήκε σχεδόν τρέχοντας από το δωμάτιο, με τον Μπέινς να τον ακολουθεί κατά πόδας, και προχώρησε προς το γραφείο. Ανήσυχη από την αναστάτωσή του, η Γκρέις έτρεξε ξοπίσω τους. Όταν έφτασε στο γραφείο, βρήκε την πόρτα ανοιχτή και τον Ίθαν απέναντι σε ένα μεγαλόσωμο, γεροδεμένο ναυτικό που φορούσε φαρδύ παντελόνι και ριγέ μπλούζα. Το πρόσωπό του είχε μια σκληρή έκφραση.

~ 239 ~


Η Γκρέις μαρμάρωσε στο κατώφλι της πόρτας, ενώ ο Ίθαν πλησίασε το ναυτικό. «Θεέ μου, νόμιζα πως ήσουν νεκρός!» Το πρόσωπό του φωτίστηκε από το πιο πλατύ χαμόγελο που είχε δει ποτέ της. «Πώς κατάφερες να το σκάσεις από τη φυλακή; Πώς κατάφερες να γυρίσεις στην Αγγλία;» Ο Φίλιξ Όνστερ δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Σκότωσα ένα φύλακα. Είχα σιχαθεί το βούρδουλα του αχρείου. Γλίτωσα από τύχη περισσότερο». «Πώς έφυγες από τη Γαλλία;» «Έφτασα μέχρι την ακτή, πλήρωσα ένα λαθρέμπορο να με φέρει στην πατρίδα και όταν έφτασα εδώ έμαθα ότι είχες γλιτώσει κι εσύ από του Χάρου τα δόντια». «Γλίτωσε κανένας άλλος;» ρώτησε ο Ίθαν με την ίδια λαχτάρα. «Ούτε ψυχή... μόνο ο Λιανός Νεντ». «Ο Νεντ υπηρετεί στο καινούριο σκάφος μου, το Δαίμονα των Θαλασσών, μαζί με τον Άνγκους Μακσέιν. Θα χαρούν όταν σε δουν, Φίλιξ». «Τους έχω δει κιόλας. Ο Νεντ μου είπε τα νέα». «Ποια νέα εννοείς;» Το πρόσωπο του Ίθαν πήρε μια επιφυλακτική έκφραση. «Πως παντρεύτηκες την κόρη εκείνου του σιχαμερού προδότη. Εκείνου που έγινε η αιτία να σκοτωθούν οι άντρες σου από τους μισητούς Γάλλους. Παντρεύτηκες τη μικρή πόρνη». Έφτυσε μπροστά στα πόδια του Ίθαν. «Δεν είσαι καλύτερος από κείνη. Δεν είσαι καλύτερος από το σιχαμένο τον Φορσάιθ. Αν δεν είχαμε ταξιδέψει τόσα χρόνια μαζί, θα σε σκότωνα γι’ αυτό που έκανες». Στο κατώφλι της πόρτας του γραφείου, η Γκρέις ταλαντεύτηκε, έτοιμη να λιποθυμήσει. Ακόμα κι από κείνη την απόσταση είδε το πρόσωπο του Ίθαν να χλομιάζει. «Φύγε από δω», είπε σιγανά, με έναν απειλητικό τόνο που της θύμισε τον ήχο της φωνής του εκείνη τη βραδιά που την είχε απαγάγει από το Λαίδη Ανν. «Φύγε και μην ξαναπατήσεις. Και μην πιάσεις άλλη φορά στο στόμα σου τη γυναίκα μου, γιατί θα εύχεσαι να είχες πεθάνει σ’ εκείνη τη φυλακή». Το σαγόνι του ρωμαλέου άντρα σφίχτηκε σαν σιδερένια μέγκενη. Η Γκρέις κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο καθώς ο ναυτικός έβγαινε με

~ 240 ~


μεγάλες δρασκελιές από το γραφείο χωρίς καν να αντιληφθεί την παρουσία της. Η Γκρέις ευχήθηκε να μην είχε ακούσει ποτέ εκείνα τα τρομερά λόγια που είχε πει στον Ίθαν ο τρίτος καπετάνιος του. Για πρώτη φορά άρχιζε να καταλαβαίνει τι είχε κάνει ο Ίθαν με το να την παντρευτεί. Είχε παραβιάσει τον κώδικα της τιμής του, είχε παραβεί τους άγραφους κανόνες που είχε θέσει στον εαυτό του και τους άντρες του. Τα μέλη του πληρώματος της Μάγισσας της Θάλασσας ήταν δεμένα με όρκους αίματος. Ο θάνατός τους ήταν και δικός του. Ένα κομμάτι του εαυτού του είχε πεθάνει εκείνη την ημέρα στο πλοίο. Και κάνοντάς τη γυναίκα του, τους είχε προδώσει. Πέρασε την πόρτα του γραφείου και πήγε κοντά του· η καρδιά της πονούσε γι’ αυτόν. «Άφησέ με μόνο», της είπε ο Ίθαν και η έκφραση του προσώπου του την έκανε να καταλάβει ότι η αχνή ελπίδα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ανάμεσά τους είχε πεθάνει όπως οι άντρες του.

~ 241 ~


21 Κύμα καύσωνα έπληξε την πόλη. Ο αέρας ήταν αποπνικτικός και γεμάτος σκόνη που δυσκόλευε την αναπνοή. Το καλοκαίρι απλώθηκε στο Λονδίνο και οι ρυθμοί της πόλης επιβραδύνθηκαν. Την εβδομάδα της εικοστής δευτέρας Ιουλίου συνέβησαν δύο γεγονότα. Η Βικτόρια χάρισε στον άντρα της ένα υγιέστατο αγοράκι. Και ο Ίθαν κλήθηκε να επιστρέψει στη θάλασσα. Βλέποντας τον Κορντ να μπαίνει στο γραφείο του, ο Ίθαν σηκώθηκε. «Έμαθα ότι φεύγεις», είπε ο Κορντ χωρίς περιστροφές. «Και σκέφτηκα να περάσω να σε δω πριν σαλπάρετε». «Υποθέτω ότι σου το είπε ο Πέντλτον». «Ναι, ο Χαλ μου το είπε. Είπε επίσης ότι λυπήθηκε πολύ που ήταν αναγκασμένος να σου το ζητήσει, αλλά πως κάτι δεν πάει καλά με τους Γάλλους. Ο στόλος τους έχει κινητοποιηθεί. Και πως ο Μαξ Μπράντλι θα έρθει μαζί σου». «Πολύ σωστά. Μόλις πήρα εντολές. Αποπλέουμε στο τέλος της εβδομάδας». Σύμφωνα με τον Μαξ, οι Γάλλοι είχαν αρχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Δαίμονας των Θαλασσών και το πλήρωμά του έπρεπε να συμμετάσχουν και ο Ίθαν δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί την αποστολή. Και από μια άποψη χαιρόταν που θα έφευγε. Αφότου είχε κάνει την εμφάνισή του ο Φίλιξ Όνστερ, απέφευγε να συναντά την Γκρέις, κι όμως η παρουσία της ήταν παντού αισθητή ακόμα κι όταν δεν την έβλεπε. Στις σπάνιες περιπτώσεις που τύχαινε να συναντηθούν, η καρδιά του κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Όταν την έβλεπε στη βεράντα με τον Φρέντι, με δυσκολία κρατιόταν να μην πάει κοντά της, να μην την αρπάξει και τη σφίξει στην αγκαλιά του. Την ήθελε τόσο πολύ που καταντούσε μαρτύριο, αλλά δεν μπορούσε να την έχει. Κοίταξε τον Κορντ. «Ο Δαίμονας των Θαλασσών είναι απαραίτητος. Το πλοίο και το πλήρωμά μου μπορούν να φέρουν σε πέρας αποστολές που δεν μπορεί ένα πολεμικό». Ο Κορντ έσφιξε τα χείλη του. «Πάντα ήσουν καλός στη δουλειά σου. Σ’ αυτό δε χωράει αμφιβολία».

~ 242 ~


Ο Ίθαν αγνόησε την αιχμή του. «Για την ακρίβεια, σκόπευα να περάσω από το σπίτι σου πριν φύγω. Απ’ ό,τι έμαθα, πρέπει να σε συγχαρώ». Η έκφραση του Κορντ μαλάκωσε. «Η Βικτόρια μου έκανε γιο. Δεν ξέρεις πόσο χαρούμενοι είμαστε και οι δυο». Ο Ίθαν κοίταξε αλλού. Δεν ήθελε να σκέφτεται το παιδί που κυοφορούσε η Γκρέις. Δεν ήθελε να σκέφτεται καθόλου την Γκρέις, αλλά του ήταν αδύνατον να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. «Ελπίζω να είναι καλά η γυναίκα σου». «Πολύ καλά, σ’ ευχαριστώ». Τα χρυσοκάστανα μάτια του Κορντ καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. «Και η δική σου;» Ο Ίθαν έσκυψε το κεφάλι. «Μια χαρά». «Πώς το ξέρεις; Απ’ ό,τι μου λέει η Βικτόρια, σχεδόν δε μιλάτε». «Έχω ζητήσει από την καμαριέρα της να με ενημερώνει. Το σώμα της αλλάζει, φυσικά, αλλά εκείνη δείχνει να προσαρμόζεται καλά στην επικείμενη μητρότητα. Με ενθουσιασμό, θα έλεγα». Θέλοντας να στρέψει τη συζήτηση αλλού, πλησίασε στον μπουφέ και τράβηξε το πώμα της κρυστάλλινης καράφας με το μπράντι. «Θα πιεις κάτι; Εγώ σίγουρα χρειάζομαι ένα ποτό». «Όχι, ευχαριστώ». Ο Ίθαν πρόσεξε ότι ο τόνος της φωνής του ξαδέρφου του είχε μια περίεργη ένταση. «Αν έχεις να μου πεις κάτι, πες το». Ο Κορντ ίσιωσε τους ώμους του. «Εντάξει, λοιπόν. Όταν επέστρεψες από τη Γαλλία, μου είπες ότι δε θα ξαναγυρνούσες στη θάλασσα. Μου είπες ότι ανυπομονούσες να αναλάβεις τα καθήκοντα του μαρκησίου». «Ναι, το είπα. Αλλά μερικές φορές τα πράγματα αλλάζουν». «Τώρα είσαι παντρεμένος, Ίθαν, θα γίνεις πατέρας. Δε σε ενδιαφέρει αυτό;» «Έχω χρέος απέναντι στην πατρίδα μου. Δε γίνεται να το αγνοήσω». Ο Κορντ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Να πάρει η οργή, άνθρωπέ μου, τώρα έχεις χρέος απέναντι στη γυναίκα σου και το παιδί που μεγαλώνει μέσα της!» Ο Ίθαν οργίστηκε. «Μπορεί να είσαι μερικά χρόνια μεγαλύτερός μου, Κορντ, αλλά δεν παύεις να είσαι ξάδερφός μου, όχι πατέρας μου».

~ 243 ~


«Ο πατέρας σου θα στριφογυρνούσε στον τάφο του, αν ήξερε πώς φέρεσαι σ’ αυτή την κοπέλα. Ξέρω ότι η Γκρέις είναι ισχυρογνώμων, ίσως όχι η γυναίκα που θα διάλεγες να παντρευτείς. Ξέρω πως στο παρελθόν έκανε παράτολμα πράγματα που δεν εγκρίνεις, αλλά...» «Η Γκρέις δεν είναι ισχυρογνώμων. Και έχει περισσότερο θάρρος από κάθε γυναίκα που έχω γνωρίσει. Για την ακρίβεια, το κουράγιο της καταντάει παράλογο. Και είναι εξαιρετικά παράτολμη. Δε διστάζει να βάζει τον εαυτό της σε κίνδυνο για χάρη των άλλων, όπως έκανε όταν βοήθησε τον πατέρα της, τον προδότη. Είναι έξυπνη και γενναία και ειλικρινής. Και όμορφη και γενναιόδωρη και...» Ο Ίθαν σταμάτησε απότομα και το πρόσωπό του κοκκίνισε όταν συνειδητοποίησε πως είχε προδοθεί. Ο Κορντ τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Θεέ μου, είσαι ερωτευμένος μαζί της!» Ο Ίθαν ήπιε μονορούφι το μπράντι του. «Μη λες ανοησίες». Όμως το χέρι του έτρεμε καθώς άφηνε το ποτήρι στο στρογγυλό τραπέζι. «Αρνήσου την αποστολή, Ίθαν. Έκανες το χρέος σου και με το παραπάνω. Μείνε εδώ με την Γκρέις. Σε λίγο θα γίνει μητέρα. Θα σε χρειαστεί κοντά της όταν έρθει εκείνη η ώρα». Ο Ίθαν το είχε σκεφτεί, για την ακρίβεια είχε την ιδέα να στείλει κάποιον άλλο στη θέση του. Αρρώσταινε και μόνο που σκεφτόταν πόσο πολύ ήθελε να μείνει κοντά στην Γκρέις. Όμως το να εγκαταλείψει την πατρίδα του την ώρα που τον χρειαζόταν δεν ήταν κάτι που μπορούσε να κάνει. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν μπορώ. Έδωσα το λόγο μου και δε σκοπεύω να τον αθετήσω». «Αν γυρίσεις στη θάλασσα, αυτή τη φορά διακινδυνεύεις κάτι περισσότερο από τη ζωή σου, διακινδυνεύεις το μέλλον σου με την Γκρέις. Είναι γυναίκα σου, Ίθαν. Αν δεν είσαι εδώ όταν σε χρειαστεί, πώς θα έχεις την απαίτηση να ευτυχήσετε αύριο;» «Όποια κι αν είναι τα αισθήματά μου για την Γκρέις, η χώρα μου με χρειάζεται περισσότερο. Αν είμαι τυχερός, η αποστολή δε θα διαρκέσει πολύ και θα έχω γυρίσει στο Λονδίνο πριν έρθει το μωρό». «Είσαι βέβαιος ότι δεν το κάνεις αυτό επειδή αποφεύγεις να αντιμετωπίσεις το γεγονός ότι η Γκρέις είναι κόρη του Χάρμον Τζέφρις;» Αυτό έκανε; Όχι απολύτως.

~ 244 ~


Όταν δεν απάντησε, ο Κορντ αναστέναξε. «Επί χρόνια, η Γκρέις δεν ήξερε καν ποιος ήταν ο πραγματικός πατέρας της. Τι κρίμα που το έμαθε τελικά». Ο Ίθαν δε διαφωνούσε. Ίσως αν δεν το είχε μάθει εκείνος, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Είδε τον Κορντ να φεύγει με τους ώμους κυρτωμένους σαν να κουβαλούσε στην πλάτη του το βάρος του κόσμου. Ο Κορντ ανησυχούσε γι’ αυτόν. Ο Ίθαν όμως σκέφτηκε ότι ο ξάδερφός του είχε περισσότερους λόγους ν’ ανησυχεί για την Γκρέις. *** Ο Ιούλιος έδωσε τη θέση του στον Αύγουστο. Η Γκρέις ένιωθε το μωρό να κινείται τώρα, αισθανόταν εκείνα τα μικρά φτερουγίσματα και τις κλοτσιές που τη συνάρπαζαν. Τις βδομάδες που έλειπε ο Ίθαν είχε στραφεί στο μωρό που είχε μέσα της για παρηγοριά, προετοιμάζοντας τον εαυτό της για όσα θα ακολουθούσαν τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της, διακοσμώντας το παιδικό δωμάτιο, αγοράζοντας μια κούνια, κουρτίνες και παιχνίδια. Περνούσε πολλές ώρες με την Τόρι και το νεογέννητο γιο της, τον Τζέρεμι Κορντέλ, και συχνά τους έκανε παρέα και η Κλερ. Η συννυφάδα της, η Χάριετ Σαρπ, ήρθε για μια επίσκεψη που θα διαρκούσε ένα μήνα και η φιλία των δύο γυναικών ανανεώθηκε. Η Χάριετ έβλεπε συχνά έναν εύπορο γαιοκτήμονα ονόματι Γουίλιαμ Γουέντγουορθ, που ζούσε κοντά στο Μπέλφορντ Παρκ. «Είμαστε απλώς φίλοι», της είχε πει η Χάριετ, αλλά είχε κοκκινίσει καθώς το έλεγε. Η Γκρέις χαιρόταν που έβλεπε ότι η συννυφάδα της έβγαινε πάλι στον κόσμο. Και άλλοι φίλοι την επισκέπτονταν. Η αδελφή του Ίθαν, η Σάρα, περνούσε όποτε με την οικογένειά της βρίσκονταν στην πόλη. Ακόμα και ο Μάρτιν Τάλι είχε περάσει κάμποσες φορές για να υποβάλει τα σέβη του, αλλά η Γκρέις φρόντιζε να μην του δίνει θάρρος και όταν η εγκυμοσύνη της άρχισε να γίνεται εμφανής δεν τον ξαναείδε. Αισθανόταν τις επιπτώσεις της ζέστης όταν η Τόρι πέρασε απρόσμενα ένα πρωί, κρατώντας αγκαλιά το μωρό της. Ήταν ένα αξιολάτρευτο αγοράκι με μαύρα μαλλιά και φωτεινά γαλάζια μάτια που η Τόρι

~ 245 ~


ήταν βέβαιη ότι σύντομα θα έπαιρναν το χρυσοκάστανο χρώμα των ματιών του πατέρα του. Δεν ήταν η απροσδόκητη επίσκεψη της Τόρι αλλά η έκφραση στο πρόσωπό της που έκανε την Γκρέις να αλαφιαστεί. «Τι συμβαίνει; Τι έγινε;» Η Τόρι έσφιξε τα χείλη της. «Κάτι δυσάρεστο, πάμε στο σαλόνι όπου μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας». Η καρδιά της Γκρέις γέμισε τρόμο καθώς ακολουθούσε τη Βικτόρια στο πράσινο σαλόνι και έκλεινε την πόρτα. «Έπαθε κάτι ο Ίθαν; Συνέβη κάτι στον άντρα μου;» Η Τόρι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Καθόλου». Άφησε το μωρό στον καναπέ δίπλα της και σκέπασε τα στρουμπουλά του ποδαράκια με την κουβερτούλα. «Δεν πρόκειται για τον Ίθαν, για τον πατέρα σου πρόκειται». «Για τον πατέρα μου; Εννοείς τον πραγματικό μου πατέρα;» «Ναι». Η Γκρέις κάθισε βαριά στον καναπέ, δίπλα στη φίλη της. «Τι έπαθε;» «Χθες το βράδυ, ο συνταγματάρχης Πέντλτον επισκέφθηκε το σπίτι μας. Αυτός και ο Κορντ είναι φίλοι από παλιά». «Ναι, το ξέρω, βοήθησε εσένα και τον Κορντ να σώσετε τον Ίθαν από τη φυλακή». «Ακριβώς. Χθες το βράδυ, άφησα τους άντρες για να ρίξω μια ματιά στο μωρό και όταν γύρισα τους άκουσα να μιλούν. Αν κατάλαβα καλά, ο πατέρας σου θεάθηκε στο Γιορκ πριν από λίγο καιρό. Πρόσφατα τον είδαν στο Λέστερ. Οι Αρχές πιστεύουν ότι προσπαθεί να επιστρέψει στο Λονδίνο». Το στομάχι της Γκρέις σφίχτηκε. «Σίγουρα κάνουν λάθος. Για ποιο λόγο να βάλει τη ζωή του σε κίνδυνο, προσπαθώντας να γυρίσει στην πόλη;» «Ξέρω ότι ακούγεται παράλογο, αλλά ο συνταγματάρχης πιστεύει ότι αυτό συμβαίνει και έκρινα ότι έπρεπε να το μάθεις». Η Τόρι έσκυψε και της έπιασε το χέρι. «Άκουσέ με, Γκρέις. Αν ο πατέρας σου προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί σου, θα αρνηθείς να τον δεις. Αν ανακαλύψουν ότι εσύ τον βοήθησες να δραπετεύσει, θα σε ρίξουν στη φυλακή. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Σκέψου το μωρό σου».

~ 246 ~


«Δεν πιστεύω ότι θα γυρίσει. Αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε, ακόμα και στο εξωτερικό. Ίσως έχει καταφύγει σε κάποια από τις αποικίες». «Αυτό μου φαίνεται πιο πιθανό. Ας ελπίσουμε πως έχεις δίκιο». Η Γκρέις προσευχόταν να είχε δίκιο. Όπως είχε πει και η Τόρι, έπρεπε να σκεφτεί το μωρό της. «Καλύτερα που λείπει ο Ίθαν», συνέχισε η Τόρι. Η Γκρέις ήξερε τι εννοούσε. Κανείς δεν ήταν πιο αποφασισμένος να στείλει τον πατέρα της στην κρεμάλα από τον άντρα της. «Μπορεί, αλλά...» «Αλλά σου λείπει τρομερά και ανησυχείς γι’ αυτόν». «Τον αγαπώ, Τόρι». Η Γκρέις αναστέναξε. «Την ημέρα που ήρθε στο σπίτι ο Φίλιξ Όνστερ, κατάλαβα το φρικτό δίλημμα που αντιμετωπίζει ο Ίθαν. Αισθάνεται τύψεις επειδή εκείνος γλίτωσε, ενώ οι άντρες του σκοτώθηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αναγκάστηκε να παντρευτεί την κόρη του ανθρώπου που ευθύνεται για το θάνατό τους. Ο Ίθαν αισθάνεται πως αν επιτρέψει στον εαυτό του να με αγαπήσει θα διαπράξει την υπέρτατη προδοσία». Η Τόρι της έσφιξε το χέρι. «Ο άντρας σου είναι δύσκολος άνθρωπος. Ίσως τώρα που είναι μακριά καταφέρει να συμβιβαστεί με το παρελθόν και αντιληφθεί τι είναι αυτό που έχει στ’ αλήθεια αξία». Ένας κόμπος τής έφραξε το λαιμό και προσευχήθηκε με όλη της την ψυχή να συνέβαινε αυτό. Τώρα ακούγονταν φήμες για τον πατέρα της. Ευχήθηκε να ήταν ψέματα και να γυρνούσε ο άντρας της σώος και αβλαβής στο σπίτι τους. *** Οι βδομάδες περνούσαν αργά, οι μέρες του Αυγούστου κυλούσαν ζεστές και υγρές. Η Γκρέις προσπαθούσε να μην ανησυχεί για τον Ίθαν, αλλά τα νέα για τον πόλεμο δεν ήταν ευχάριστα. Μια γαλλική αρμάδα είχε σπάσει τον αποκλεισμό των ισπανικών ακτών και ένα τμήμα του βρετανικού στόλου είχε πάει να την αντιμετωπίσει. Ο συνταγματάρχης Πέντλτον την είχε επισκεφθεί αυτοπροσώπως για να την ενημερώσει για τον Ίθαν, λέγοντάς της ότι μέχρι στιγμής αυτός και το πλήρωμά του ήταν ασφαλείς.

~ 247 ~


Όμως, στο τέλος του μήνα, οι εφημερίδες ήταν γεμάτες άρθρα σχετικά με τη μεγάλη ναυμαχία που είχε δοθεί έξω από το Κάδιθ και είχε στοιχίσει τη ζωή του αγαπημένου της Αγγλίας λόρδου ναυάρχου Νέλσον. Οι κατάλογοι των πεσόντων δημοσιεύονταν στην Κρόνικλ και η Γκρέις διάβαζε κάθε όνομα με τρόμο. Σύμφωνα με τις αναφορές, η ναυμαχία του Τραφάλγκαρ ήταν περίτρανη νίκη για την Αγγλία. Μόνο πεντακόσιοι Βρετανοί είχαν σκοτωθεί, ενώ αντίθετα οι Γάλλοι είχαν πέντε χιλιάδες νεκρούς. Ωστόσο, η Γκρέις ήξερε ότι ο Ίθαν θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται ανάμεσα στους αγνοούμενους και μέχρι να μάθει με σιγουριά, δε θα μπορούσε να ησυχάσει. Ο Φρέντι ήταν μια παρηγοριά. Με την επιμονή του Ίθαν, το παιδί είχε μείνει στο σπίτι για να συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Μαγεμένος από τα αστέρια, συχνά στηνόταν μπροστά στο τηλεσκόπιό της τα βράδια για να μελετήσει το στερέωμα. Ωστόσο ανησυχούσε αδιάκοπα για τους φίλους του και της ζητούσε να του διαβάζει κάθε αναφορά σχετικά με τον πόλεμο. «Ο καπετάνιος είναι μια χαρά», της έλεγε με σιγουριά. «Είναι σκληρό καρύδι αυτός! Οι Γάλλοι δεν πρόκειται να τον πιάσουν δεύτερη φορά». Η Γκρέις προσευχόταν να βγει αληθινός. Αν πάθαινε κάτι ο Ίθαν... Η καρδιά της σφίχτηκε. Δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται αυτή την πιθανότητα. *** Ένας παγωμένος άνεμος φυσούσε από τα βόρεια, ανταριάζοντας τη θάλασσα που άφριζε. Το κατάστρωμα του Δαίμονα των Θαλασσών σκαμπανέβαζε κάτω από τα πόδια του. Ο Ίθαν κρατήθηκε από την κουπαστή για να μη χάσει την ισορροπία του, καθώς τα ρεύματα του ωκεανού έκαναν το πλοίο μια να βυθίζεται και μια να ανασηκώνεται. Τα πανιά φούσκωναν πάνω από το κεφάλι του, αλλά δεν άκουγε τον κρότο τους. Σκεφτόταν το σπίτι του, λαχταρούσε να γυρίσει στο Λονδίνο –να γυρίσει στην Γκρέις. «Τι συμβαίνει, παλικάρι μου; Κοιτάς τη θάλασσα και δε λες κουβέντα εδώ και μισή ώρα». Χαμένος στις σκέψεις του, δεν είχε ακούσει τον Άνγκους να πλησιάζει. «Ανησυχώ για την Γκρέις και το παιδί».

~ 248 ~


Ο Άνγκους κάγχασε. «Οι γυναίκες γεννάνε εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η κοπελιά είναι γερή και το παιδί θα είναι κι αυτό γερό». «Μακάρι να ήμουν εκεί. Ο Κορντ είχε δίκιο, δεν έπρεπε να την αφήσω». «Δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Αν δεν έφευγες, δε θα συγχωρούσες τον εαυτό σου». «Και τι θα γίνει αν δεν προλάβω να γυρίσω έγκαιρα; Αν συμβεί κάτι, θα φταίω εγώ, Άνγκους». Ο Άνγκους του έριξε μια ματιά. «Είναι φανερό ότι νοιάζεσαι για την κοπέλα από την ημέρα που τη φέραμε στο πλοίο. Κατάφερες λοιπόν να ξεχάσεις το παρελθόν; Θα γίνεις επιτέλους ο σύζυγος που της αξίζει;» Ο Ίθαν κοίταξε τη θάλασσα. «Της φέρθηκα άδικα από την αρχή. Χρειάστηκε να περάσω τόσες βδομάδες μακριά της για να καταλάβω επιτέλους την αλήθεια». «Ότι την αγαπάς;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν την κουπαστή. «Ναι». «Εκείνη το ξέρει;» Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Εδώ δεν το ήξερα ούτε εγώ». «Τότε πρέπει να της το πεις». Ο Ίθαν αναστέναξε. «Δεν μπορώ». «Γιατί όχι;» «Επειδή ορκίστηκα να φέρω τον πατέρα της ενώπιον της δικαιοσύνης. Και δεν μπορώ να πατήσω τον όρκο μου». Ο Άνγκους δεν είπε τίποτα. Καταλάβαινε ότι ορισμένα πράγματα ήταν ιερά και το χρέος που είχε ένας άντρας ήταν ένα απ’ αυτά. «Ίσως με τον καιρό όλα βρουν τη λύση τους». «Μακάρι», είπε ο Ίθαν και αναρωτήθηκε αν θα συνέβαινε ποτέ. *** «Με συγχωρείς, κυρά μου». Η Φοίβη εμφανίστηκε στην ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. «Αυτό ήρθε για σένα». Της έδωσε ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί αλληλογραφίας σφραγισμένο με κόκκινο βουλοκέρι. Η Γκρέις έσμιξε τα φρύδια απορημένη. Ήταν μέσα Οκτωβρίου και βρισκόταν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της. Η κοιλιά της ήταν

~ 249 ~


πολύ φουσκωμένη και μυτερή –σίγουρο σημάδι, όπως τη διαβεβαίωνε η Τόρι, ότι το μωρό ήταν αγόρι. «Πού το βρήκες αυτό;» «Η μαγείρισσα είπε ότι ένας άντρας χτύπησε την πίσω πόρτα και της ζήτησε να σου το παραδώσουμε». Η Φοίβη άφησε το χαρτί και κοντοστάθηκε δίπλα της, περίεργη να δει τι έγραφε. «Ευχαριστώ, Φοίβη, δε σε χρειάζομαι άλλο». Μη μπορώντας να ικανοποιήσει την περιέργειά της, η Φοίβη κατσούφιασε. «Μάλιστα, κυρά μου». Η Γκρέις περίμενε μέχρι να φύγει η υπηρέτρια κι έπειτα άνοιξε το μήνυμα. Αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα από τα άλλα γράμματα που είχε διαβάσει και το στομάχι της σφίχτηκε. Πολυαγαπημένη μου Γκρέις, Περίμενα τόσο καιρό να επικοινωνήσω μαζί σου γιατί δεν ήθελα να σε μπλέξω άλλο στα προβλήματά μου. Δυστυχώς, από την ημέρα που απέδρασα, κάθε προσπάθεια να αποδείξω την αθωότητά μου κατέληξε σε αδιέξοδο κι έτσι τώρα είμαι αναγκασμένος να σου ζητήσω να με βοηθήσεις και πάλι. Μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκα το γάμο σου με έναν πολύ ισχυρό άντρα. Ελπίζω πως θα καταφέρεις να εξασφαλίσεις τη βοήθειά του για χάρη μου. Σε πέντε μέρες από σήμερα θα έχω φτάσει στο Λονδίνο. Συνάντησέ με στην ταβέρνα Το Ρόδο, στη Ράσελ Στρητ, στο Κόβεντ Γκάρντεν. Θα σε περιμένω εκεί στις δύο το μεσημέρι. Αν δεν έρθεις, θα καταλάβω ότι έκρινες πως έχεις κάνει ήδη αρκετά για μένα κι αυτή είναι, φυσικά, η αλήθεια. Ωστόσο, ελπίζω απεγνωσμένα να σε δω. Με απέραντο θαυμασμό για το κουράγιο σου και πολλή αγάπη, Ο πατέρας σου Το χαρτί έτρεμε στο χέρι της. Ο πατέρας της βρισκόταν στην Αγγλία, όπως πίστευαν οι Αρχές. Στο γράμμα, υποστήριζε ότι ήταν αθώος και προσπαθούσε να το αποδείξει. Και όπως την είχε προειδοποιήσει η Τόρι, ζητούσε τη βοήθειά της. Θεέ μου! Όπου κι αν βρισκόταν ο πατέρας της αυτούς τους τελευταίους μήνες, ήταν φανερό ότι είχε μάθει ελάχιστα πράγματα για την κόρη του. Μολονότι είχε ακούσει κάπου για το γάμο της με κάποιον μαρκήσιο, ήταν πασιφανές ότι δε γνώριζε πως ο Ίθαν ήταν κάποτε καπετάνιος στη Μάγισσα της Θάλασσας, πως ο άντρας της πίστευε ότι εκείνος ήταν υπεύθυνος για

~ 250 ~


τη φυλάκισή του και το θάνατο του πληρώματός του. Δεν ήξερε ότι ο Ίθαν ήταν αποφασισμένος να τον στείλει στην κρεμάλα. Και πιθανότατα αγνοούσε ότι η κόρη του ήταν έγκυος. Ω Θεέ μου! Μακάρι να ήταν εκεί η θεία της η Ματίλντα. Τότε θα μπορούσε να συναντήσει εκείνη τον υποκόμη, να μάθει τι ζητούσε, να τον βοηθήσει με κάποιον τρόπο. Όμως, σύμφωνα με τα τελευταία της γράμματα, η λαίδη Χάμφρεϊ ήταν άρρωστη τους τελευταίους μήνες και δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Γι’ αυτόν το λόγο δεν είχε έρθει στο Λονδίνο. Η Γκρέις θα μπορούσε φυσικά να ζητήσει τη βοήθεια της Βικτόρια, αλλά δεν ήθελε να βάλει σε κίνδυνο κανέναν άλλο. Από την άλλη μεριά ούτε ήθελε να εγκαταλείψει τον πατέρα της τη στιγμή που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Εκείνος ισχυριζόταν ότι ήταν αθώος. Πριν από τη δίκη του, η Γκρέις είχε διαβάσει ό,τι μπορούσε να βρει σχετικά με την υπόθεση, αλλά κανένα στοιχείο δε φαινόταν απόλυτα πειστικό και αδιάσειστο. Στη διάρκεια της δίκης, ο πατέρας της είχε υποστηρίξει την αθωότητά του, αλλά τον είχαν κρίνει ένοχο και τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Η Γκρέις όμως είχε φροντίσει να μη συμβεί αυτό. Για μια ακόμα φορά, προσευχήθηκε να βρει το κουράγιο να κάνει αυτό που έπρεπε.

~ 251 ~


22 Στο Λονδίνο ξημέρωσε μια κρύα αλλά ασυννέφιαστη ημέρα. Ο άνεμος παρέσυρε τα πεσμένα φύλλα στα ρείθρα των πεζοδρομίων και οι άνθρωποι που περπατούσαν τους δρόμους ήταν τυλιγμένοι με βαριά μάλλινα παλτά. Καθώς η νοικιασμένη άμαξα μετέφερε τον Ίθαν σπίτι από τις αποβάθρες, ο ψυχρός αέρας φαινόταν να εντείνει την ανυπομονησία του. Βδομάδες ολόκληρες σκεφτόταν αυτή την ημέρα, την είχε φανταστεί χιλιάδες φορές. Από τότε που είχε σαλπάρει με το Δαίμονα των Θαλασσών, τίποτα δεν επιθυμούσε περισσότερο από το να αφήσει τον πόλεμο πίσω του και να γυρίσει στο σπίτι. Να γυρίσει στην Γκρέις. Την αγαπούσε, τώρα το ήξερε. Οι μήνες που πέρασε νοσταλγώντας την τον είχαν κάνει να το καταλάβει ολοκάθαρα, όμως τα προβλήματα που τους χώριζαν δεν είχαν λυθεί. Είχε ορκιστεί να στείλει τον πατέρα της στην κρεμάλα και τώρα που βρισκόταν πάλι στην πόλη δεσμευόταν από το λόγο της τιμής του να συνεχίσει την αναζήτηση. Απλώς, δε θα το έκανε από την πρώτη ημέρα. Επέστρεφε σπίτι του και οι σκέψεις του γύρισαν πάλι εκεί όταν η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην εξώπορτά του. Ο Ίθαν πλήρωσε τον αμαξά, κατέβηκε τη σιδερένια σκαλίτσα και για μια στιγμή στάθηκε και κοίταξε το τριώροφο τούβλινο κτίριο που αντιπροσώπευε όλα όσα επιθυμούσε από τη ζωή, όλα όσα τον είχαν βοηθήσει να αντέξει εκείνους τους μήνες στη θάλασσα. Ανέβηκε τα μπροστινά σκαλοπάτια και άπλωσε το χέρι για να χτυπήσει το βαρύ μπρούντζινο ρόπτρο που είχε το σχήμα της άγκυρας, αλλά η πόρτα άνοιξε διάπλατα πριν προλάβει να το πιάσει. «Λόρδε Μπέλφορντ! Τι υπέροχη έκπληξη. Καλώς ήρθατε, λόρδε μου». Ο Μπέινς χαμογελούσε. Ήταν ένα σπάνιο θέαμα και ο Ίθαν χαμογέλασε κι αυτός αυθόρμητα. «Χαίρομαι που σε βλέπω, Μπέινς». «Δεν είχαμε ιδέα ότι θα ερχόσαστε. Να ειδοποιήσω την κυρία για την άφιξή σας;» «Πού είναι;»

~ 252 ~


«Στο πράσινο σαλόνι, κύριε». «Ευχαριστώ, θα της το ανακοινώσω ο ίδιος». Ο Ίθαν κατευθύνθηκε προς τα κει, προχωρώντας στο διάδρομο. Είχε αγωνία και κούτσαινε πιο αισθητά. Όταν έφτασε στην πόρτα του σαλονιού, σταμάτησε στο κατώφλι και κοίταξε τη γυναίκα που καθόταν στον καναπέ και διάβαζε. Ήταν πιο όμορφη απ’ όσο τη θυμόταν· το δέρμα της ήταν λείο σαν πορσελάνη και λαμπερό σαν μαργαριτάρι, τα υπέροχα χαλκοκόκκινα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά σε απαλές μπούκλες και γυάλιζαν στο απογευματινό φως. Δεν είχε καμιά σημασία αν η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη από την εγκυμοσύνη. Ήταν η ωραιότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Στάθηκε για μερικές στιγμές ακόμα, απολαμβάνοντας το θέαμα, λαχταρώντας να πάει κοντά της. Όμως δεν ήξερε τι να της πει, δεν ήξερε καν αν η Γκρέις θα χαιρόταν βλέποντάς τον. Προσευχήθηκε να διατηρούσε ακόμα κάποια αισθήματα γι’ αυτόν, κάποια αισθήματα που θα τον βοηθούσαν να γεφυρώσει το χάσμα που τους χώριζε. Ήταν έτοιμος γι’ αυτό τώρα, ήταν έτοιμος ν’ αφήσει πίσω το παρελθόν και να προχωρήσει, όπως τον είχε παρακαλέσει κάποτε εκείνη. Και τότε η Γκρέις σήκωσε το κεφάλι της. Για μια στιγμή, το έκπληκτο βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό του και τα πράσινα μάτια της δάκρυσαν. Το στήθος του σφίχτηκε καθώς τον κατέκλυζαν ένα σωρό συναισθήματα, που όλα συνενώθηκαν σε ένα κυρίαρχο συναίσθημα που μόλις τώρα άρχιζε να κατανοεί. «Γεια σου, Γκρέις». *** Είχε μείνει σύξυλη. Για κάμποσες στιγμές της ήταν αδύνατον να σαλέψει. Το τελευταίο ημίωρο που καθόταν στον καναπέ, η πλάτη της πονούσε και ένιωθε τα πλευρά της έτοιμα να σπάσουν από την ένταση. Και όλη αυτή την ώρα δε σκεφτόταν παρά μόνο τον Ίθαν, αναρωτιόταν πού βρισκόταν και ανησυχούσε για τη ζωή του. Και να που τώρα εκείνος ήταν εδώ, λες και είχε ακούσει τις σκέψεις της και είχε έρθει, και η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την ταραχή. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, ανήμπορη να πιστέψει ότι τον έβλεπε στ’ αλήθεια, νιώθοντας τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. Ένας κόμπος τής έφραξε το λαιμό και σηκώθηκε από τον καναπέ με το βλέμμα

~ 253 ~


της καρφωμένο στο πρόσωπό του. Φαινόταν πιο αδύνατος αλλά όχι και λιγότερο ωραίος, με το φρεσκοπλυμένο πουκάμισο και το στενό παντελόνι, με τα μαλλιά του ακόμα υγρά και κάπως πιο μακριά. Εξέπεμπε την ίδια δύναμη και τον ίδιο αισθησιασμό που θυμόταν και όταν σκέφτηκε το πόσο άχαρο φαινόταν το δικό της σώμα, έχασε για μια στιγμή το κουράγιο της. «Ίθαν...» Προχώρησε πάλι προς το μέρος του, περπατώντας με δυσκολία. Τα χέρια και τα πόδια της έτρεμαν κάτω από το φόρεμα. Το βλέμμα του κατέβηκε στην κοιλιά της και η Γκρέις φοβήθηκε ότι θα έβλεπε αποστροφή στα μάτια του, αλλά αυτό που είδε ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Με δυο μεγάλες δρασκελιές ο Ίθαν βρέθηκε κοντά της και την έκλεισε στην αγκαλιά του όσο πιο σφιχτά του επέτρεπε η φουσκωμένη κοιλιά της. «Γκρέις... Θεέ μου, πόσο μου έλειψες». Εκείνη αρπάχτηκε από πάνω του και τα δάκρυα κύλησαν ποτάμι. «Κι εσύ μου έλειψες». Ένιωσε να τη σφίγγει πιο δυνατά στην αγκαλιά του και ξαφνιάστηκε από το τρέμουλο που διαπέρασε το σώμα του. «Φοβόμουν μήπως είχες σκοτωθεί». Ο Ίθαν ξεροκατάπιε και κοίταξε το ανασηκωμένο της πρόσωπο. «Ήμαστε στην Ισπανία για ένα διάστημα. Δεν μπορούσα να σου γράψω. Όμως σε σκεφτόμουν κάθε μέρα, κάθε ώρα και λεπτό. Μου έλειψες τόσο πολύ». Η Γκρέις τραβήχτηκε λιγάκι προς τα πίσω και ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του. Φαινόταν αλλαγμένος με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Εκείνος έστρεψε το κεφάλι και φίλησε την παλάμη της. «Γκρέις... αγάπη μου». Πνίγοντας ένα λυγμό, η Γκρέις έγειρε πάνω του και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε ο Ίθαν, εκείνος όμως απλώς της ανταπέδωσε το φιλί, απαλά και τρυφερά σαν να φοβόταν μήπως της κάνει κακό αν τη φιλούσε έτσι όπως ήθελε. Τραβήχτηκε λιγάκι μακριά της και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω της. «Είσαι καλά;» Αν ήταν καλά; Όλα πήγαιναν στραβά εκτός από το ότι ο άντρας της βρισκόταν πάλι σπίτι. Κατάφερε να χαμογελάσει αχνά. «Είμαι χοντρή και άσχημη και πονάω παντού. Και απέραντα ευτυχισμένη που σε λίγο θα γίνω μητέρα».

~ 254 ~


Ο Ίθαν τη χάιδεψε στο μάγουλο. «Δεν είσαι άσχημη. Είσαι πιο όμορφη από ποτέ». Το χαμόγελό της τρεμούλιασε. «Φαίνεται πως κάτι έπαθαν τα μάτια σου όσο ήσουν στη θάλασσα». Εκείνος κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του. «Το εννοώ». Η Γκρέις απέστρεψε το βλέμμα και ο λαιμός της έφραξε πάλι. «Σύντομα θα γεννηθεί ο γιος σου και το σώμα μου θα ξαναγίνει κανονικό». Φοβήθηκε ότι ο Ίθαν θα τραβιόταν μακριά της όταν θα άκουγε για το παιδί, αντί γι’ αυτό όμως, εκείνος χαμογέλασε. «Μπορεί και να είναι κορίτσι». Η Γκρέις τον κοίταξε στα μάτια και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αγόρι θα είναι. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Το βλέμμα του γέμισε τρυφερότητα. «Πάντα πεισματάρα». Η Γκρέις έπεσε πάλι στην αγκαλιά του. «Πόσο χαίρομαι που γύρισες». «Δε θα ξαναφύγω ποτέ», της ψιθύρισε ο Ίθαν στο αυτί. «Σ’ το υπόσχομαι». Η καρδιά της Γκρέις σφίχτηκε. Ο Ίθαν δεν ήταν από τους ανθρώπους που αθετούσαν το λόγο τους. Είχε γυρίσει για πάντα και την είχε πεθυμήσει. Είχε φανταστεί πολλές φορές την επιστροφή του, αλλά αυτό που συνέβαινε δεν το είχε προβλέψει ούτε στα πιο τρελά της όνειρα. Χαμογέλασε. Ο Ίθαν ήταν κοντά της και η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την ευτυχία. Τότε όμως θυμήθηκε το γράμμα που είχε πάρει από τον πατέρα της και την επικείμενη συνάντησή τους και το χαμόγελό της έσβησε, αφήνοντας στη θέση του ένα πολύ άσχημο προαίσθημα που έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. *** Ο Ίθαν άφησε την έγκυο γυναίκα του να κοιμάται στο δωμάτιό της. Ένιωθε υπέροχα που βρισκόταν πάλι στο σπίτι του. Το υπουργείο Πολέμου του είχε ζητήσει να αναλάβει ακόμα μία αποστολή, αλλά αυτή τη φορά είχε αρνηθεί. Η μεγάλη ναυμαχία στο Τραφάλγκαρ είχε καταστήσει τη Βρετανία θαλασσοκράτειρα κι εκείνος ήταν βέβαιος ότι αυτό μοιραία θα οδηγούσε στην πτώση του Ναπολέοντα. Ο ίδιος είχε κάνει το

~ 255 ~


καθήκον του στο ακέραιο. Τώρα είχε ένα άλλο καθήκον, το οποίο είχε αμελήσει ασυγχώρητα. Καθώς πήγαινε στο γραφείο του για να αρχίσει να ασχολείται πάλι με τις υποθέσεις του, το μυαλό του γύρισε ξανά στην Γκρέις και το μέλλον που ανοιγόταν μπροστά του. Κατά τους μήνες που έλειπε, ακόμα κι όταν το πλοίο και το πλήρωμά του πολεμούσε, η Γκρέις δεν έβγαινε ποτέ από τη σκέψη του. Και τη στιγμή που την είδε, ολοστρόγγυλη από την εγκυμοσύνη, με πρόσωπο που η επικείμενη μητρότητα το έκανε να λάμπει, κατάλαβε ότι δεν είχε πέσει έξω. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Δεν μπορούσε πια να το αρνείται. Ήταν ερωτευμένος με την Γκρέις, κι όμως τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν δεν είχαν λυθεί. Ο πατέρας της καταζητούνταν για προδοσία και ο όρκος που είχε δώσει εκείνος, να τον κυνηγήσει ως το τέλος, δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Παρά τον έρωτά του για κείνη, δεν ήξερε αν το μέλλον τούς επιφύλασσε κάτι καλό. *** Την άλλη μέρα η Γκρέις άρχισε να κοιλοπονάει. Ο Ίθαν έστειλε αμέσως να φέρουν το γιατρό και μια μαία, αλλά η ώρα του τοκετού δεν είχε φτάσει ακόμα. «Είναι καλό που την παρακολουθείς προσεκτικά», είπε ο δόκτωρ Μακόλι, που ήταν φίλος του Ίθαν. «Όμως είναι ακόμα νωρίς. Το μωρό δε θα έρθει σήμερα». Ακούγοντας τους δυο άντρες που στέκονταν δίπλα στο κρεβάτι της να μιλούν, η Γκρέις προσευχήθηκε να περίμενε μερικές μέρες ακόμα το μωρό. Η συνάντηση με τον πατέρα της ήταν κανονισμένη για το επόμενο απόγευμα. Δεν είχε ιδέα με τι τρόπο θα κατάφερνε να ξεγλιστρήσει από το σπίτι χωρίς να το μάθει ο Ίθαν, δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να πάει στην ταβέρνα Το Ρόδο και να γυρίσει σπίτι στην κατάστασή της, αλλά έπρεπε να το κάνει. Στο μεταξύ, αισθανόταν τις επιπτώσεις της εγκυμοσύνης όλο και πιο έντονα. Το στομάχι της έκαιγε αν έτρωγε λιγάκι παραπάνω, η λεκάνη και τα πλευρά της πονούσαν, η πλάτη της ήταν συνεχώς μουδιασμένη και επισκεπτόταν το δοχείο κάθε τρεις και λίγο.

~ 256 ~


Καθισμένη στο σαλονάκι της σουίτας της, αργά το απόγευμα, πίεσε τις παλάμες χαμηλά στην πλάτη της, προσπαθώντας να ανακουφίσει τον πόνο. «Πονάει η πλάτη σου;» Ένα γλυκό ρίγος τη διαπέρασε ακούγοντας τη φωνή του Ίθαν. Γύρισε και τον είδε να στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας, ψηλός και απίστευτα αρρενωπός. Από πρώτη ημέρα της επιστροφής του είχε αναλάβει τα ηνία του σπιτιού σαν να κυβερνούσε το σκάφος του και η πρώτη εντολή που είχε δώσει ήταν να μένει πάντα ανοιχτή η πόρτα που συνέδεε τα δωμάτιά τους. «Αν σε πιάσουν οι πόνοι;» της είχε πει με πάθος. «Αν χρειαστείς κάτι στη μέση της νύχτας;» Δεν του υπενθύμισε ότι είχε μια καμαριέρα που φρόντιζε για τις ανάγκες της. Ο Ίθαν είχε λείψει τόσο πολύ και τον είχε πεθυμήσει τόσο απεγνωσμένα, ώστε τώρα απολάμβανε με όλο της το είναι την προσοχή που της έδειχνε. «Η πλάτη μου πονάει διαρκώς», του απάντησε χαμογελώντας θλιμμένα. «Όπως και όλα τ’ άλλα». «Έλα, ξάπλωσε. Θα σε τρίψω». Η Γκρέις τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Μια εντριβή θα ήταν πολύ ευπρόσδεκτη. «Είσαι σίγουρος;» «Η προχωρημένη εγκυμοσύνη σου δε μας επιτρέπει να κάνουμε έρωτα. Άφησέ με τουλάχιστον να σε ανακουφίσω λιγάκι». Είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που της είχε κάνει έρωτα, ώστε η Γκρέις κοκκίνισε από αμηχανία ακούγοντας το σχόλιό του. Δεν ήταν δυνατόν να τη βρίσκει ελκυστική στην κατάσταση που ήταν, αλλά σύντομα θα γεννούσε κι εκείνη θα ξανάβρισκε τον παλιό, καλό εαυτό της. Μακάρι μόνο να την ήθελε και τότε όσο πριν. Εκείνος πλησίασε με αποφασιστικό βήμα, άναψε το τζάκι για να σπάσει την οκτωβριάτικη ψύχρα, και αφού τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμά της, μένοντας μόνο με την καμιζόλα, την ξάπλωσε στο πλευρό. Η Γκρέις έκλεισε τα μάτια και άφησε τα χέρια του να ταξιδέψουν στο σώμα της, μαλάζοντας απαλά τους πονεμένους μυς της, τις γάμπες, τους μηρούς, τα πέλματά της. Δεν άγγιξε καθόλου το στήθος της, αλλά εκείνη ήξερε ότι θα του άρεσε πολύ να το κάνει και τα ένιωσε να ερεθίζονται σαν να τα είχε χαϊδέψει στ’ αλήθεια.

~ 257 ~


Είδε τον καβάλο του παντελονιού του να φουσκώνει και κοκκίνισε. «Δεν είναι δυνατόν να με ποθείς». Εκείνος χαμογέλασε. «Έτσι λες; Ομολογώ ότι κι εγώ δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα με ερέθιζε μια γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, αλλά διαπιστώνω πως στην περίπτωσή μας η επιθυμία μου για σένα δεν έχει μειωθεί καθόλου». Μια γλυκιά ζεστασιά την πλημμύρισε. Ο Ίθαν ήταν θερμόαιμος άντρας, αλλά αυτό που άκουγε ήταν εντελώς απροσδόκητο. «Σ’ ευχαριστώ». «Για το τρίψιμο της πλάτης;» «Για το ότι με κάνεις να αισθάνομαι γυναίκα». Εκείνος άρχισε να τραβά τις φουρκέτες από τα μαλλιά της, αφήνοντάς τα να πέσουν στους ώμους της. «Είσαι πιο γυναίκα από κάθε άλλη που ξέρω». Ξεδίπλωσε μια κουβέρτα και την έριξε πάνω της. «Κοιμήσου λίγο. Θα πω στη Φοίβη να σε ξυπνήσει για το δείπνο». Η Γκρέις δεν έφερε αντίρρηση. Όσο πλησίαζαν οι μέρες της, τόσο δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Τη νύχτα έμενε ξάγρυπνη, νιώθοντας όλο της το σώμα να πονάει και λαχταρώντας λίγη ξεκούραση, αλλά ο ύπνος δεν έλεγε να την πάρει. Την επομένη θα συναντούσε τον πατέρα της κι αυτή η αγωνία από μόνη της αρκούσε για να μην μπορεί να κλείσει μάτι. *** Ο Ίθαν έμεινε ξύπνιος μέχρι μετά τα μεσάνυχτα. Από την πρώτη ημέρα της επιστροφής του είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Τόσο πολλά είχαν μεσολαβήσει, τόσο πολλά είχαν αλλάξει τους μήνες που έλειπε. Σχεδόν δεν είχε αναγνωρίσει τη γυναίκα που τον είχε υποδεχτεί στο σαλόνι κι όμως, ακόμα και στην κατάστασή της, εκείνος δεν είχε πάψει να την ποθεί, να νιώθει την ίδια έλξη που τον είχε τραβήξει κοντά της από την πρώτη στιγμή που την είχε δει στο Λαίδη Ανν. Την άκουσε να αλλάζει πλευρό, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο, και κατάλαβε ότι ήταν ξύπνια. Κάθε πρωί έβλεπε τους αχνούς μοβ κύκλους κάτω από τα μάτια της και τις λεπτές γραμμές της κούρασης γύρω από το στόμα της. Πετώντας από πάνω του τα σκεπά-

~ 258 ~


σματα, έπιασε τη μεταξωτή μπορντό ρόμπα του από τα πόδια του κρεβατιού, τη φόρεσε και προχώρησε προς την ανοιχτή πόρτα που ένωνε τα δωμάτιά τους. «Ίθαν;...» Ο ήχος της φωνής της ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι. «Ελπίζω να μη σε ξύπνησα». «Ήμουν ήδη ξύπνιος. Πρόσεξα ότι δυσκολεύεσαι να κοιμηθείς». Στις απαλές ακτίνες του φεγγαριού που έμπαιναν στο δωμάτιο είδε τα όμορφα πράσινα μάτια της. Το βλέμμα της ήταν ανήσυχο όπως και το δικό του. «Σκέφτηκα μήπως...» «Τι;» «Σκέφτηκα μήπως θα μπορούσα να βοηθήσω σε κάτι». Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα. «Η φωτιά έχει σβήσει», είπε τελικά εκείνη, «και το δωμάτιο είναι κρύο. Αν ξαπλώσεις κοντά μου, ίσως η ζεστασιά σου με βοηθήσει να αποκοιμηθώ». Παραμέρισε τα σκεπάσματα. Έπειτα από τόσες βδομάδες που βασανιζόταν από ανικανοποίητο πόθο για κείνη, το να κοιμηθεί πλάι της χωρίς να της κάνει έρωτα θα ήταν το χειρότερο βασανιστήριο. Και η απόλυτη ευδαιμονία. Πετώντας στην άκρη της ρόμπα του, περίμενε να τραβηχτεί η Γκρέις πιο πέρα για να του κάνει χώρο κι έπειτα πλάγιασε δίπλα της γυμνόστηθος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του. Η Γκρέις φορούσε ένα απλό, λευκό βαμβακερό νυχτικό και η κοιλιά της προεξείχε έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στο πλάι. Ο Ίθαν ακούμπησε μαλακά τα χέρια του στους ώμους της και άρχισε να της τρίβει την πλάτη, τους γλουτούς και τα πόδια, ακούγοντάς τη να αναστενάζει από ανακούφιση. Όταν έμεινε ικανοποιημένος από τη δουλειά που έκανε, όταν η στύση του έγινε σχεδόν οδυνηρή, κουλουριάστηκε δίπλα της, την πήρε στην αγκαλιά του και την κράτησε ώσπου εκείνη αποκοιμήθηκε. Καθώς ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, προσπαθούσε να μη σκέφτεται τη συνάντηση που είχε το πρωί με τον Τζόνας Μακφί. Ο ερευνητής είχε να του πει καινούρια στοιχεία για τον υποκόμη. Οι φήμες έλεγαν ότι ο Χάρμον Τζέφρις βρισκόταν κάπου στην πόλη. ***

~ 259 ~


Η Γκρέις αγωνιούσε όλη μέρα, προσπαθώντας να αποφασίσει ποιο από τα πολλά σχέδια που είχε καταστρώσει προκειμένου να το σκάσει από το σπίτι –και το άγρυπνο βλέμμα του Ίθαν– θα μπορούσε να πετύχει. Ο καλύτερος τρόπος, αποφάνθηκε, θα ήταν να διώξει τον Ίθαν. Όσο εκείνος θα έλειπε, θα πήγαινε στο Κόβεντ Γκάρντεν, αφήνοντάς του ένα μήνυμα για την περίπτωση που θα γυρνούσε πριν από κείνη, όπου θα του έλεγε ότι είχε πάει να επισκεφθεί τη Βικτόρια και τον μικρό Τζέρεμι και θα επέστρεφε σύντομα. Ήξερε όμως ότι δε θα ήταν εύκολο να τον διώξει. Τώρα που η μέρα του τοκετού ήταν τόσο κοντά, εκείνος την παρακολουθούσε σαν το λύκο που φύλαγε το ταίρι του. Δε νοιαζόταν απλώς για κείνη, αλλά αγωνιούσε και οι πρόσφατες πράξεις του την είχαν πείσει γι’ αυτό. Στο τέλος, πλήρωσε ένα θεληματάρη για να παραδώσει στον Ίθαν ένα δήθεν σημείωμα από το γραμματέα του συνταγματάρχη Πέντλτον με το οποίο του ζητούσε επείγουσα συνάντηση στη μία το μεσημέρι στο γραφείο του συνταγματάρχη στο Γουάιτχολ, επειδή είχαν προκύψει νέα στοιχεία για τον υποκόμη Φορσάιθ. Τι ειρωνεία, σκεφτόταν, που ο μόνος τρόπος για να βοηθήσω τον πατέρα μου είναι να παρασύρω τον άντρα μου μακριά με την υπόσχεση της σύλληψής του. Αγνοώντας τους πόνους στην πλάτη της, κάθισε στον καναπέ του σαλονιού και έπιασε το κέντημά της, προσπαθώντας να μην κοιτάζει κάθε τόσο το επίχρυσο ρολόι του τοίχου. Άκουσε το βαρύ, μπρούντζινο ρόπτρο της εξώπορτας και κατάλαβε ότι ο αγγελιαφόρος είχε φτάσει. Έπειτα τα βήματα του Μπέινς καθώς μετέφερε το μήνυμα στον κύριό του. Μερικά λεπτά αργότερα, ο Ίθαν εμφανίστηκε στην πόρτα. «Δυστυχώς, πρέπει να λείψω για λίγο. Θα είσαι καλά μέχρι να γυρίσω;» «Έγκυος είμαι, Ίθαν, δεν πάσχω από χολέρα. Θα είμαι μια χαρά μέχρι να γυρίσεις». Εκείνος δεν εκτίμησε το χιούμορ της. «Είσαι βέβαιη;» «Για να πω την αλήθεια, θα μου κάνει καλό να μείνω λίγο μόνη. Από την πρώτη ημέρα που γύρισες με παρακολουθείς όπως η κλώσα το κλωσοπουλάκι της». Ο Ίθαν χαμογέλασε. «Και θα συνεχίσω να σε παρακολουθώ μέχρι να γεννηθεί το μωρό σου». Το μωρό σου. Η Γκρέις αγνόησε τον τρόπο που αναφερόταν στο παιδί, λες και δεν ήταν και δικό του. Μολονότι ο Ίθαν είχε αρχίσει να

~ 260 ~


αποδέχεται τα αισθήματά του για κείνη, δεν είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ενός παιδιού που είχε το αίμα ενός ανθρώπου τον οποίο εκείνος μισούσε. «Ο Πέντλτον ζήτησε να με δει. Δε θ’ αργήσω πολύ. Ζήτησα από τον Μπέινς να σε προσέχει. Αν συμβεί κάτι...» «Τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί τη λίγη ώρα που θα λείπεις. Πήγαινε στη δουλειά σου. Θα σε δω όταν γυρίσεις». Αντί να φύγει, ο Ίθαν πήγε κοντά της, έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες του κι ύστερα έσκυψε και τη φίλησε με λαχτάρα. «Θα τα πούμε σε λίγο». Η Γκρέις τον ακολούθησε με το βλέμμα καθώς απομακρυνόταν. Η ανάσα της είχε κοπεί κι αυτή τη φορά δεν έφταιγε ο πόνος στη μέση της. Τον άκουσε να ζητά να φέρουν το μόνιππό του μπροστά στην είσοδο και περίμενε μέχρι να εκτελέσει ο σταβλίτης την εντολή του. Αμέσως μόλις εκείνος έφυγε, είπε σε έναν υπηρέτη να φέρουν και τη δική της άμαξα. Θα προτιμούσε να την οδηγήσει η ίδια, αλλά δεν ήταν σε θέση. Ήλπιζε πως αν ο Ίθαν επέστρεφε πριν από κείνη, θα έπαιρνε το σημείωμά της τοις μετρητοίς και δε θα ρωτούσε τον αμαξά πού την είχε μεταφέρει. Ο Μπέινς τη σταμάτησε τη στιγμή που έβγαινε από την πόρτα. «Πού πηγαίνετε, λαίδη μου;» «Μια βόλτα. Ίσως περάσω από τη λαίδη Μπραντ για να δω το γιο της για λίγο». «Είστε βέβαιη ότι μπορείτε να βγείτε... εννοώ στην κατάστασή σας;» «Ξέρω τι εννοείς, Μπέινς. Και, ναι, είμαι απολύτως βέβαιη». Η Γκρέις πέρασε φουριόζα από μπροστά του πριν εκείνος προλάβει να τη σταματήσει πάλι, αν και η λέξη φουριόζα δεν ήταν απολύτως ακριβής, αφού οι κινήσεις της ήταν δύσκολες και άχαρες, και χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να μη βογκήξει καθώς κατέβαινε με δυσκολία τα σκαλοπάτια της εισόδου. Της φάνηκε πως πέρασε ένας αιώνας μέχρι να φτάσει στο Κόβεντ Γκάρντεν και την ταβέρνα Το Ρόδο. Ήξερε πού βρισκόταν· ήταν δίπλα στο Θέατρο Ντρούρι Λέιν και η πελατεία της ήταν κυρίως θεατρόφιλοι, αν και το τελευταίο διάστημα είχε αρχίσει να παρακμάζει. Όμως δεν ήταν βράδυ αλλά καταμεσήμερο, κι εκείνη ήταν σίγουρη ότι ο πατέρας της δε θα της ζητούσε να τον συναντήσει εκεί αν υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος.

~ 261 ~


Ανέβασε την κουκούλα της κάπας της με τη γούνινη επένδυση και την έσφιξε γύρω της, προσπαθώντας να κρύψει την ογκώδη σιλουέτα της. Μπαίνοντας στην ταβέρνα, στην αρχή δεν τον είδε, αλλά ξαφνικά ο υποκόμης στεκόταν δίπλα της. «Γκρέισι... χρυσό μου παιδί. Ήξερα ότι δε θα με εγκαταλείψεις». Με τη μακριά γενειάδα και τα ματογυάλια, δυσκολεύτηκε πολύ να τον αναγνωρίσει, αλλά κατάλαβε ότι ακριβώς αυτός ήταν ο σκοπός του. Πιάνοντάς την από τον αγκώνα, την οδήγησε σε ένα τραπέζι κοντά στον τοίχο, αλλά όταν είδε τις αδέξιες κινήσεις της κοίταξε προς τα κάτω και μαρμάρωσε αντικρίζοντας τη στρογγυλή, προτεταμένη κοιλιά της. «Θεέ μου!» Η Γκρέις χαμογέλασε. «Όχι, ο άντρας μου το έκανε». «Έλα να καθίσεις, παιδί μου». Ο πατέρας της τη βοήθησε να καθίσει σε μια καρέκλα. «Περίμενε να σου παραγγείλω ένα τσάι». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και κάθισε ανακουφισμένη, αλλά η μέση και τα πλευρά της άρχισαν πάλι να πονούν. «Δεν έπρεπε να έρθεις», είπε ο πατέρας της. «Δε θα σ’ το ζητούσα αν ήξερα την κατάστασή σου». «Όμως το ζήτησες και να με. Στο γράμμα σου έλεγες ότι προσπαθείς να αποδείξεις την αθωότητά σου. Πώς μπορώ να βοηθήσω;» *** Μέχρι να γυρίσει στο σπίτι, ήταν εξαντλημένη. Σχεδόν δεν είχε το κουράγιο ν’ ανέβει τα σκαλοπάτια της εισόδου. Η πόρτα άνοιξε απότομα πριν καν φτάσει μπροστά της και ο Ίθαν βγήκε στο κατώφλι. Για μια στιγμή στάθηκε με τα πόδια ανοιχτά σαν να βρισκόταν στο κατάστρωμα του πλοίου του και τα γαλανά του μάτια άστραψαν από θυμό και ανησυχία. «Έχεις τρελαθεί;» Η Γκρέις έβγαλε μια κραυγή όταν τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στα υπόλοιπα σκαλοπάτια, απορώντας πώς άντεχε το βάρος της. «Είμαι μια χαρά, Ίθαν. Άφησέ με κάτω». Φυσικά εκείνος δεν την άφησε, αλλά συνέχισε το δρόμο του και, προχωρώντας στο διάδρομο, έφτασε στο σαλόνι και την απόθεσε στον καναπέ. «Τι στην οργή σ’ έπιασε και βγήκες από το σπίτι;» Η Γκρέις

~ 262 ~


ίσιωσε τους ώμους της και τον κοίταξε. «Δεν είμαι φυλακισμένη σ’ αυτό το σπίτι, Ίθαν». «Είσαι στις μέρες σου». «Λες να μην το ξέρω; Να σου υπενθυμίσω όμως ότι εσύ έλειπες τους τελευταίους μήνες και τα κατάφερα μια χαρά χωρίς εσένα;» Εκείνος χαμήλωσε ένοχα για μια στιγμή τα μάτια του κι έπειτα την κοίταξε πάλι. «Τώρα όμως είμαι εδώ και μέχρι να γεννηθεί το μωρό, θα κάνεις αυτό που σου λέω». Η Γκρέις βολεύτηκε καλύτερα στον καναπέ και του χαμογέλασε μελιστάλαχτα. «Ό,τι πεις, αγάπη μου». Ο Ίθαν περιεργάστηκε το πρόσωπό της και τα μαύρα φρύδια του έσμιξαν. «Λαχταρούσες τόσο απεγνωσμένα να βγεις από το σπίτι που έφτασες στο σημείο να μου στείλεις ψεύτικο μήνυμα;» Η Γκρέις τον κοίταξε αθώα. «Τι είναι αυτά που λες;» «Λέω ότι το μήνυμα που πήρα ήταν ψεύτικο. Δεν το έστειλε ο συνταγματάρχης Πέντλτον. Δεν υπήρχε καμιά συνάντηση στο γραφείο του». «Λυπάμαι, αλλά δεν καταλαβαίνω». «Εσύ το έκανες, έτσι δεν είναι; Εσύ το έγραψες, επειδή ήξερες ότι δε θα σε άφηνα να πας πουθενά στην κατάστασή σου». Μερικές φορές η αλήθεια ήταν το καλύτερο ψέμα. «Αφού θες σώνει και καλά να μάθεις, ναι. Σε παρακαλώ μη θυμώσεις, αλλά πνιγόμουν κλεισμένη μέσα». «Μικρή μάγισσα. Αν ήμαστε ακόμη στο πλοίο, θα σε κλείδωνα στην καμπίνα και θα πετούσα το κλειδί». Η Γκρέις γέλασε. «Σου υπόσχομαι να μη χρησιμοποιήσω τέτοιο τέχνασμα άλλη φορά». Τουλάχιστον όχι ακριβώς το ίδιο. Είχε υποσχεθεί να βοηθήσει τον πατέρα της και όταν θα γεννιόταν το παιδί, θα προσπαθούσε να κάνει κάποια από τα πράγματα που της είχε ζητήσει. *** Το μωρό, ο Άντριου Ίθαν Σαρπ, που πήρε τα ονόματα του πατέρα και του παππού του, γεννήθηκε στις τέσσερις Νοεμβρίου, ένα κρύο φθινοπωριάτικο πρωινό με ένα λεπτό στρώμα πάγου να καλύπτει το έδαφος και πυκνά μαύρα σύννεφα να πλακώνουν τον ουρανό.

~ 263 ~


Στη διάρκεια των ατέλειωτων ωρών του τοκετού, ο πατέρας του μωρού, που ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τη μητέρα του, καθόταν σε ένα σαλόνι του ισογείου συντροφιά με τους δύο καλύτερους φίλους του, τον Κορντέλ Ίστον, κόμη του Μπραντ, και τον Ράφαελ Σόντερς, δούκα του Σέφιλντ. Ο ένας είχε γίνει πρόσφατα πατέρας και είχε περάσει μια ανάλογη δοκιμασία· ο άλλος ήταν αποφασισμένος να παντρευτεί και κάποια στιγμή να υποστεί τα ίδια. Βλέποντας τη Φοίβη να έρχεται από το βάθος του διαδρόμου κρατώντας μια στοίβα καθαρές πετσέτες, ο Ίθαν πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στην πόρτα του σαλονιού. «Πώς είναι η γυναίκα μου; Ήρθε επιτέλους το μωρό;» Ήταν οι ερωτήσεις που είχε κάνει τουλάχιστον εκατό φορές. «Η γυναίκα σας είναι πολύ καλά. Όπου να ’ναι έρχεται και το μωρό». «Επιτέλους, δε βλέπω την ώρα να έρθει», μουρμούρισε ο δούκας, που φαινόταν σχεδόν εξίσου καταβεβλημένος με τον Ίθαν. «Δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο», είπε ο Κορντ, ισιώνοντας νευρικά τα πυκνά καστανά μαλλιά του, «να γεννάς ή να κάθεσαι εδώ και να περιμένεις να γεννηθεί το μωρό». «Συμφωνώ και επαυξάνω», είπε ο Ρέιφ, υψώνοντας το ποτήρι με το μπράντι και πίνοντας μια γερή γουλιά –μια από τις πολλές που είχαν πιει οι τρεις άντρες στη διάρκεια των ατελείωτων ωρών της νύχτας καθώς περίμεναν την ευλογημένη στιγμή. «Είναι αγόρι!» Η Βικτόρια Ίστον εμφανίστηκε στην πόρτα χαμογελαστή και οι τρεις άντρες πετάχτηκαν όρθιοι. «Είναι καλά η Γκρέις;» ρώτησε με αγωνία ο Ίθαν. «Πολύ καλά. Όπως και το μωρό. Σου μοιάζει». Ο Ίθαν αμφέβαλλε αν σ’ αυτό το στάδιο το νεογέννητο έμοιαζε με κάτι άλλο πέρα από ένα σάρκινο μπαλάκι. Ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει στην ιδέα ενός παιδιού. Κατά βάθος, έπρεπε να παραδεχτεί ότι την Γκρέις ήθελε, την Γκρέις αγαπούσε. Όμως η Γκρέις αγαπούσε το παιδί, το είχε αγαπήσει προτού ακόμα γεννηθεί. Είχε δει την αγάπη της γι’ αυτό στο πρόσωπό της, στο εκστασιασμένο ύφος της όποτε κοιτούσε τη φουσκωμένη κοιλιά της. «Μπορώ να τη δω;» ρώτησε τη Βικτόρια. «Περίμενε μερικά λεπτά να καθαρίσουμε τη μητέρα και το μωρό και μετά μπορείς ν’ ανέβεις για λίγο».

~ 264 ~


Τα μερικά λεπτά του φάνηκαν αιώνες. Άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε στη βάση της σκάλας, ώσπου η Βικτόρια εμφανίστηκε πάλι και του έκανε νόημα να ανέβει. Ο Ίθαν πήρε βαθιά εισπνοή και ανέβηκε τρέχοντας. Κατά την άποψή του, η αναμονή μέχρι να γεννήσει η γυναίκα του ήταν το χειρότερο μαρτύριο για έναν άντρα.

~ 265 ~


23 Ορίστε ο γιος σας, λαίδη μου». Η παραμάνα του, μια μεγαλόσωμη, τροφαντή κοκκινομάλλα που ονομαζόταν Σέιντι Σουόν, είχε τη λονδρέζικη προφορά των λαϊκών τάξεων και ροδοκόκκινα μάγουλα. «Είναι στεγνός και ταϊσμένος. Τι γλυκό παιδάκι!» «Σας ευχαριστώ, κυρία Σουόν». Η Γκρέις στάθηκε στο κέντρο του άνετου σαλονιού, στο πίσω μέρος του σπιτιού που προοριζόταν για την αποκλειστική χρήση της οικογένειας, και παίρνοντας από τα χέρια της παραμάνας το τυλιγμένο στην κουβερτούλα μπογαλάκι, το κράτησε πάνω στο στήθος της. Ήταν πρώτη Δεκεμβρίου και το μωρό μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Η Σέιντι κοίταξε το βρέφος και χαμογέλασε. «Φτυστός ο πατέρας του τούτος δω!» Και πράγματι ήταν, με τα μαύρα μαλλιά, τα γαλανά μάτια και τα λεπτά χαρακτηριστικά. Η Γκρέις ήταν σίγουρη ότι ο μικρός Άντριου θα έμοιαζε πολύ στον Ίθαν όταν θα μεγάλωνε, θα γινόταν ένα όμορφο διαβολάκι και καμιά κοπέλα δε θα μπορούσε να του αντισταθεί. Τα μάτια του όμως μπορεί να άλλαζαν χρώμα, να έπαιρναν το φωτεινό πράσινο της μητέρας του – και του παππού του. Η Γκρέις προσευχόταν να μη γίνει κάτι τέτοιο. Ακόμα και τώρα, ο άντρας της σπάνια έδινε προσοχή στο γιο του. Δεν αισθανόταν άνετα με το μωρό, κι εκείνη δεν ήξερε αν έφταιγε η συγγένειά του με τον υποκόμη ή αν απλώς ο Ίθαν δεν είχε ιδέα πώς να φερθεί ως πατέρας. Η Γκρέις θυμόταν πως ο Ίθαν είχε χάσει νωρίς το δικό του πατέρα. Ίσως αυτός ο ρόλος να του ήταν τόσο άγνωστος, που δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει. Ό,τι κι αν έφταιγε, ήταν αποφασισμένη να κάνει κάτι γι’ αυτό. Απλώς δεν ήξερε τι θα ήταν αυτό το κάτι. Εν τω μεταξύ, είχε υποσχεθεί ότι θα βοηθούσε τον υποκόμη, το δικό της πατέρα, και γι’ αυτόν το σκοπό, αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, είχε αρχίσει τις έρευνες, κάνοντας διακριτικά ερωτήσεις που ίσως απέφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Ο πατέρας της της είχε ζητήσει συγκεκριμένα να ψάξει να βρει έναν νεαρό ονόματι Πίτερ Ο’Ντέιλι.

~ 266 ~


«Ήμουν πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων», της είχε πει την ημέρα της συνάντησής τους. «Έτσι είχα πρόσβαση σε πολλές απόρρητες πληροφορίες, που ελάχιστοι γνώριζαν. Γι’ αυτό όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία οδηγούσαν σ’ εμένα, παρ’ όλο που δεν ήταν αδιάσειστα, και φυσικά ήταν χαλκευμένα από τον πραγματικό ένοχο. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι υπήρχε και κάποιος άλλος που θα μπορούσε να είχε διαβάσει αυτά τα έγγραφα, ο νεαρός που καθάριζε μερικές φορές το γραφείο». «Μιλάς γι’ αυτόν το νεαρό, τον Πίτερ Ο’Ντέιλι;» «Ναι. Στη διάρκεια της δίκης, κανείς δεν τον σκέφτηκε. Όλοι πίστευαν ότι ήταν αγράμματος, αλλά ο Πίτερ εξαφανίστηκε λίγο μετά την καταδικαστική απόφαση και κανείς δεν τον έχει δει από τότε. Αν καταφέρω να τον βρω, ίσως ανακαλύψω ποιος τον πλήρωνε για να του δίνει τις πληροφορίες, επειδή έτσι πιστεύω ότι έγινε». Από κείνη την ημέρα η Γκρέις είχε αρχίσει να ψάχνει διακριτικά για τον Πίτερ Ο’Ντέιλι· μέχρι στιγμής είχε ρωτήσει μόνο τους υπηρέτες. Το προσωπικό ενός σπιτιού της ανώτερης τάξης ήταν αστείρευτη πηγή πληροφοριών, μια μυστική αλυσίδα προσώπων που μπορούσαν να συλλέξουν ανεκτίμητα κουτσομπολιά από κάθε γωνιά του Λονδίνου. Τους είχε αναφέρει το όνομα του νεαρού και την περιγραφή που της είχε δώσει ο πατέρας της και τους είχε ζητήσει να είναι εχέμυθοι, με την υπόσχεση ότι θα έπαιρναν αμοιβή για τη βοήθειά τους και ένα δώρο αν βρισκόταν ο νεαρός. Μέχρι στιγμής δεν είχε μάθει τίποτε, αλλά ευελπιστούσε ότι κάποια στιγμή θα προέκυπτε κάτι. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν την επίσκεψη στην ταβέρνα Το Ρόδο, πήρε μόνο ένα ακόμα σημείωμα από τον πατέρα της. Της ευχόταν υγεία και εξέφραζε τη χαρά του για τη γέννηση του εγγονού του, κάτι που ασφαλώς θα είχε διαβάσει στις εφημερίδες. Η Γκρέις είχε στείλει απάντηση στην ταβέρνα με παραλήπτη κάποιον ανύπαρκτο Χένρι Τζένινγκς, όπως της είχε ζητήσει ο πατέρας της, και τον διαβεβαίωνε πως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να ανακαλύψει κάποια χρήσιμη πληροφορία. Σφίγγοντας το μωρό στην αγκαλιά της, βγήκε από το σαλόνι. Οι σκέψεις της στράφηκαν από τον πατέρα της στον Ίθαν και το γιο τους, και αναστέναξε βαριά. Μακάρι να ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

~ 267 ~


*** «Λοιπόν, σου αρέσει που είσαι πια πατέρας;» Ο Ρέιφ στάθηκε απέναντι από τον Ίθαν, στην αίθουσα χορού του Σέφιλντ Χάουζ. Οι δυο άντρες εξασκούνταν στην ξιφασκία. Ο Ίθαν δοκίμασε το ξίφος του, τινάζοντάς το απαλά στον αέρα. «Καλά είναι μέχρι στιγμής». Ο Ρέιφ γρύλισε. «Πράγμα που σημαίνει ότι σπάνια βλέπεις το παιδί». Άγγιξε το ξίφος του Ίθαν με την άκρη του δικού του, πήραν πάλι θέσεις όπως έκαναν την τελευταία ώρα και ο αγώνας συνεχίστηκε. Ο Ίθαν ήταν πάντα ένας δραστήριος άντρας. Επειδή δεν κυβερνούσε πια το πλοίο του, δε σήμαινε ότι έμενε άπραγος. Ο ήχος του ατσαλιού αντήχησε στην αίθουσα καθώς οι δυο άντρες κινούνταν μπρος και πίσω, πιέζοντας, υποχωρώντας, εξαπολύοντας επίθεση και κρατώντας άμυνα. Ο Ίθαν απέκρουσε μια γρήγορη επίθεση του Ρέιφ, κύκλωσε το ξίφος του με το δικό του, γλίστρησε τη λαβή κάτω από τη λάμα του αντιπάλου του και τίναξε το ξίφος του προς το στήθος του Ρέιφ. Ο Ρέιφ συνοφρυώθηκε. Σε κανέναν από τους δύο δεν άρεσε να χάνει. «Ένας βαθμός υπέρ σου. Τώρα προηγείσαι». Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος γιατί και οι δύο ήταν εξίσου επιδέξιοι, παρ’ όλο που ο Ρέιφ δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ το σπαθί του στη μάχη, αντίθετα από τον Ίθαν. «Η Γκρέις είναι καλή μητέρα», είπε ο Ρέιφ, όταν έκαναν ένα διάλειμμα. «Αλλά βέβαια ανέκαθεν ήξερα ότι θα γινόταν». «Την έβλεπα πώς φερόταν στον μικρό Φρέντι Μπάρτον όταν ήμαστε στο πλοίο και κατάλαβα ότι αγαπάει τα παιδιά». «Όμως το μωρό χρειάζεται και πατέρα». Ο Ίθαν δεν απάντησε. Όπως είχε πει ο Ρέιφ, περνούσε ελάχιστο χρόνο με το μωρό. Δεν ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας και δεν είχε ιδέα πώς να φερθεί. Ο δικός του πατέρας είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν οχτώ χρονών και παρ’ όλο που ο θείος του είχε κάνει τα πάντα για να αναπληρώσει αυτόν το ρόλο, δεν ήταν το ίδιο. «Ίσως με τον καιρό...» παρατήρησε ο Ρέιφ, βλέποντας τη σκεφτική έκφρασή του καθώς έπαιρνε πάλι θέση, γυρνώντας στο πλάι, λυγίζοντας τα γόνατα και υψώνοντας το ξίφος.

~ 268 ~


Ίσως... σκέφτηκε ο Ίθαν καθώς ανασήκωνε κι εκείνος το δικό του, αλλά δεν ήταν απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό. Θα προσπαθούσε, πάντως. Για χάρη της Γκρέις. Συνέχισαν να εξασκούνται για μισή ώρα περίπου, ώσπου ίδρωσαν και αποφάσισαν να κηρύξουν ισοπαλία, βγάζοντας τις στολές τους. «Εσύ τι κάνεις;» ρώτησε ο Ίθαν τον Ρέιφ καθώς έβαζε το ξίφος πίσω στο θηκάρι του. «Καμιά πρόοδος στην αναζήτηση συζύγου;» Ο Ρέιφ χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας μια σειρά κατάλευκα δόντια. «Αν θες να ξέρεις, ναι. Αποφάσισα να κάνω πρόταση γάμου στη δεσποινίδα Μόνταγκιου. Σκοπεύω να τη ζητήσω από τον πατέρα της αύριο το βράδυ». Αντί να ανταποδώσει το χαμόγελο του Ρέιφ, ο Ίθαν συνοφρυώθηκε. «Την αγαπάς;» Ο Ρέιφ ανασήκωσε τους ώμους. «Τι σχέση έχει η αγάπη; Το στοιχείο του έρωτα είναι υπερτιμημένο κι εγώ το γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα». «Μήπως θα ήταν καλύτερα να περιμένεις; Ο γάμος είναι μεγάλο βήμα, Ρέιφ». «Αρκετά περίμενα. Αντίθετα από σένα, εγώ θέλω παιδιά. Θέλω ν’ ακούσω το γέλιο του γιου και της κόρης μου σ’ αυτό το σπίτι». Ο Ίθαν σκέφτηκε το γιο που του είχε χαρίσει η Γκρέις, τον Άντριου Ίθαν, το παιδί που είχε το όνομά του, και στενοχωρήθηκε που δεν μπορούσε να νιώσει έτσι. Όμως, ανεξάρτητα από τα αισθήματά του για το παιδί, ήξερε τι ένιωθε για την Γκρέις. Την ήθελε. Ασταμάτητα. Δεν έβλεπε την ώρα να της κάνει πάλι έρωτα. Τις νύχτες κοιμόταν ανήσυχα, ξέροντας ότι εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο. Ονειρευόταν διαρκώς ότι χάιδευε το στήθος της, ότι ήταν μέσα της, και ξυπνούσε ερεθισμένος και απελπισμένος. Σύντομα θα της κάνω έρωτα, υποσχέθηκε στον εαυτό του. Ήταν παντρεμένοι. Η Γκρέις ήταν γυναίκα του. Ήταν πια καιρός να φερθεί σαν σύζυγός της. *** Η Γκρέις προχωρούσε στο διάδρομο με το μωρό στην αγκαλιά της. Γύρω της οι υπηρέτες καθάριζαν το σπίτι για τις γιορτές των Χριστουγέννων, αλλά εκείνη δεν κατάφερνε να μπει καθόλου στο εορταστικό

~ 269 ~


πνεύμα. Κοίταξε το γιο της. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και την παρατηρούσε, όπως έκανε πολύ συχνά. Είδε κάτι από το βλέμμα του Ίθαν στην έκφρασή του, σαν να τη μελετούσε, σαν να αναρωτιόταν τι σκεφτόταν η μητέρα του. Με τη σκέψη της στον ακριβοθώρητο πατέρα του, συνέχισε να προχωράει. Ο Ίθαν δεν είχε πλαγιάσει στο κρεβάτι της από την ημέρα που γεννήθηκε το μωρό. Δεν είχε κάνει έρωτα μαζί της, παρά τον πόθο που έβλεπε στα μάτια του όποτε την κοιτούσε. Ήταν απίστευτα ωραίος και αρρενωπός, και κάθε φορά που εμφανιζόταν μπροστά της, εκείνη διαισθανόταν την έντονη επιθυμία του και μια ανάλογη επιθυμία ξυπνούσε μέσα της. Ε, λοιπόν, ήταν καιρός να κάνει κάτι γι’ αυτό. Για την ώρα όμως, το πρόβλημά της ήταν το μωρό. Σταματώντας στην πόρτα του γραφείου, έσκυψε και έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο του βρέφους κι έπειτα μπήκε στο δωμάτιο. Ο Ίθαν σήκωσε το κεφάλι του καθώς εκείνη πλησίαζε και για μια στιγμή τα γαλανά του μάτια γλύκαναν. Τότε όμως το βλέμμα του έπεσε στο παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά της και το πρόσωπό του έγινε πάλι μια ανέκφραστη μάσκα. Η Γκρέις χαμογέλασε βεβιασμένα. «Το ξέρω ότι είσαι απασχολημένος, αλλά αναρωτιόμουν μήπως θα μπορούσες να κρατήσεις τον Άντι για λίγο. Η παραμάνα λείπει και η Φοίβη έχει πάει σε μια δουλειά. Η Βικτόρια κι εγώ πρέπει να αγοράσουμε μερικά πράγματα για τις γιορτές και δε θέλω να τον αφήσω σε κάποιον άλλο». Ο Ίθαν έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε, και η Γκρέις προχώρησε προς το μέρος του. «Δεν έχω ιδέα από παιδιά». Εκείνη συνέχισε να χαμογελάει. «Κανείς δεν ξέρει στην αρχή». Του έβαλε το μωρό στα χέρια κι εκείνος το κράτησε αδέξια. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το κρατούσε, φυσικά, αλλά πάντοτε το έπαιρνε έπειτα από δική της επιμονή. Και η Γκρέις ήταν αποφασισμένη να το αλλάξει αυτό. «Δε θ’ αργήσω πολύ». Έδωσε ένα φιλί στο μαγουλάκι του γιου της κι έπειτα φίλησε τον πατέρα του στα χείλη. Το στόμα του Ίθαν ήταν τόσο ζεστό και αισθησιακό, που το φιλί της κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο σκόπευε, αλλά μετά τραβήχτηκε μακριά του, ελπίζοντας πως εκείνος δε θα πρόσεχε το κοκκίνισμα στα μάγουλά της. «Σ’ ευχαριστώ. Εκτιμώ ιδιαίτερα τη βοήθειά σου». Κάνοντας μεταβολή, προχώρησε προς την πόρτα, ανυπομονώντας να φύγει προτού ο Ίθαν αλλάξει γνώμη.

~ 270 ~


Εκείνος την ακολούθησε. «Στάσου! Τι θα κάνω αν κλάψει;» Η Γκρέις γύρισε και του χαμογέλασε πλατιά. «Ψυχαγώγησέ τον. Λίκνισέ τον λιγάκι, τραγούδησέ του. Του αρέσει πολύ να του τραγουδούν». «Να του τραγουδήσω; Μα έχω απαίσια φωνή». Η Γκρέις γέλασε ακούγοντάς τον και βλέποντας τον τρόμο στο πρόσωπό του. «Θα τα καταφέρεις. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο». Όμως ήταν φανερό ότι ο Ίθαν δεν την πίστευε. Κρατούσε ακόμα το παιδί όταν εκείνη βγήκε βιαστική από το δωμάτιο και προχώρησε στο διάδρομο. Η άμαξά της την περίμενε στην είσοδο και παρ’ όλο που δεν ήθελε να φύγει, η Γκρέις πίεσε τον εαυτό της. Ήθελε να αγαπήσει ο Ίθαν το γιο του όσο τον αγαπούσε κι εκείνη. Και ήξερε ότι αυτό θα συνέβαινε όταν θα έβλεπε πόσο γλυκό και αθώο και αξιολάτρευτο ήταν το μωρό τους. Μολονότι δεν έπαψε να ανησυχεί ούτε για μια στιγμή όσο ήταν με την Τόρι και αγόρασε ελάχιστα πράγματα, επέστρεψε στο σπίτι τρεις ώρες αργότερα. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει καθώς έμπαινε και προχωρούσε βιαστικά στο διάδρομο μέχρι το γραφείο. Μέσα, ο Ίθαν στεκόταν πάνω από την κούνια που είχε κατεβάσει από το παιδικό δωμάτιο και είχε τοποθετήσει δίπλα στο γραφείο του. Κοιτούσε το πλασματάκι που ήταν ξαπλωμένο μέσα και το πρόσωπό του είχε μια έκφραση που η Γκρέις δεν είχε δει άλλη φορά. Το στήθος της σφίχτηκε. Κατάπιε τον κόμπο που της έφραξε το λαιμό και προχώρησε αθόρυβα. Ο Ίθαν γύρισε προς το μέρος της, αλλά η Γκρέις δεν μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν. «Γύρισα», είπε αμήχανα. Εκείνος χαμογέλασε. «Το βλέπω». «Όλα καλά με τον Άντι;» Ο Ίθαν γύρισε πάλι προς την κούνια. «Έκλαψε μόνο μια φορά. Εδώ και λίγη ώρα κοιμάται». Η Γκρέις πήγε κοντά του και τον χάιδεψε στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ». «Επειδή κράτησα το μωρό;» «Επειδή μου δίνεις ελπίδες». Κάτι πέρασε φευγαλέα από το πρόσωπό του. Κι ύστερα άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε. «Όλα θα πάνε καλά», της ψιθύρισε στο μάγουλο κι εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα ήταν πιο αβέβαιη από ποτέ.

~ 271 ~


Την προηγούμενη μέρα, καθώς κατέβαινε τις σκάλες, ο Μπέινς την περίμενε στο ισόγειο, κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο με ένα μήνυμα σφραγισμένο με βουλοκέρι. «Μόλις έφτασε. Για σας είναι, λαίδη μου». Η Γκρέις είδε το όνομά της γραμμένο με μπλε μελάνι στο πίσω μέρος του μηνύματος και κατάλαβε αμέσως από ποιον ήταν. Το χέρι της έτρεμε καθώς έπαιρνε το μήνυμα από το δίσκο και απομακρυνόταν για να το διαβάσει. Το βουλοκέρι θρυμματίστηκε κάτω από τα δάχτυλά της και βλέποντας το γραφικό χαρακτήρα του πατέρα της απομακρύνθηκε ακόμα πιο πολύ. Πολυαγαπημένη μου Γκρέισι, Ελπίζω να είστε καλά εσύ και το παιδί. Αν και δε χαίρομαι καθόλου που αναγκάζομαι να σου γράψω πάλι, ανακάλυψα σημαντικά στοιχεία. Αν θέλεις ακόμα να με βοηθήσεις, έλα να με βρεις στο ίδιο μέρος μεθαύριο στις δύο το μεσημέρι. Δε θα σε κατηγορήσω καθόλου αν δεν έρθεις. Είχε περάσει στ’ αλήθεια μόνο μια μέρα από τότε; Με πολλή αγάπη και ευγνωμοσύνη, Ο πατέρας σου Το μωρό άρχισε να γκρινιάζει και η Γκρέις ξέχασε το σημείωμα. Τραβήχτηκε απρόθυμα από την αγκαλιά του Ίθαν, γύρισε προς το κρεβατάκι και έσκυψε για να σηκώσει το γιο της. «Μην κλαις, αγάπη μου». Τον φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και γέλασε όταν τα πουπουλένια μαλλάκια του χάιδεψαν το μάγουλό της. «Θα τον πάω επάνω», είπε στον Ίθαν κι εκείνος συγκατένευσε. Καθώς προχωρούσε στο διάδρομο με το μωρό στην αγκαλιά, θυμήθηκε πάλι το σημείωμα και η καρδιά της σφίχτηκε. Κάθε λεπτό που ο πατέρας της έμενε στο Λονδίνο, κινδύνευε. Κυρίως από τον άνθρωπο που ήταν σύζυγός της. Ωστόσο, ήξερε ότι την επομένη θα έβρισκε έναν τρόπο να πάει στην ταβέρνα. Όπως και πριν, θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να βοηθήσει τον υποκόμη και θα προσευχόταν να μην το ανακαλύψει ο Ίθαν. *** Ο Ίθαν είδε την έκφραση της γυναίκας του καθώς έβγαινε από το γραφείο και κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Από την πρώτη ημέρα

~ 272 ~


της επιστροφής του είχε αρχίσει να κατανοεί τις αντιδράσεις της, να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις της, τις ανάγκες της. Κάτι είχε συμβεί και η Γκρέις ήταν ανήσυχη. Δυστυχώς δεν ήξερε τι. Όμως αυτό δεν άλλαζε τα σχέδιά του. Ήταν αποφασισμένος να της κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ. Το είχαν ανάγκη και οι δυο και σκόπευε να την ικανοποιήσει με την πρώτη ευκαιρία. Το κορμί του ζωντάνεψε και ο πόθος του φούντωσε, όταν θυμήθηκε τις στιγμές που την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του εκεί στο γραφείο, όταν θυμήθηκε την τρυφερή αίσθηση του σώματός της μέσα στα χέρια του. Είχαν περάσει βδομάδες από τη γέννηση του μωρού. Ο φίλος του, ο δόκτωρ Μακόλι, τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν πλέον ασφαλές για την Γκρέις να κάνουν έρωτα. Ήταν η μεγαλύτερη επιθυμία του, και όταν την έβλεπε να τον κοιτάζει, νομίζοντας ότι εκείνος ήταν απασχολημένος με κάτι άλλο, καταλάβαινε ότι κι εκείνη το ήθελε. Εκείνο το βράδυ θα πήγαινε στο κρεβάτι της. Η σκέψη και μόνο τον ερέθισε, και σηκώθηκε από το γραφείο. Θα την έκανε δική του ήρεμα και μαλακά, θα της έδινε χρόνο να συνηθίσει πάλι στην ένωσή τους. Ήξερε ότι θα του ήταν δύσκολο να συγκρατηθεί, αλλά ήλπιζε πως θα έβρισκε τη δύναμη. Όσο αυτοέλεγχο κι αν έπρεπε να επιστρατεύσει, θα φρόντιζε να το απολαύσει και η Γκρέις όσο θα το απολάμβανε κι ο ίδιος. *** Ένας τσουχτερός δεκεμβριάτικος άνεμος φυσούσε μέσα από τα κλαριά των δέντρων. Στο σκοτάδι που επικρατούσε έξω από το δωμάτιό της, ένα φεγγάρι λεπτό σαν νύχι αρμένιζε μπροστά στο παράθυρο. Φορώντας το πράσινο μεταξωτό νυχτικό που είχε βάλει τη νύχτα του γάμου τους, η Γκρέις περίμενε με αγωνία ώσπου έκρινε ότι ο Ίθαν είχε ξαπλώσει κι έπειτα πήγε στην πόρτα. Παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή για να πάρει κουράγιο, έπιασε το πόμολο και την άνοιξε. Βλέποντας τον Ίθαν να στέκεται από την άλλη πλευρά με το χέρι απλωμένο προς το πόμολο, τσίριξε ξαφνιασμένη. «Τι... τι κάνεις εδώ;» Για μια στιγμή, εκείνος την κοίταξε αμήχανα κι έπειτα έσφιξε αποφασιστικά το σαγόνι του.

~ 273 ~


«Καταλαβαίνω πως σου φαίνεται νωρίς ακόμα, αλλά ο γιατρός με διαβεβαίωσε ότι δεν είναι. Είσαι γυναίκα μου, Γκρέις. Σκοπεύω να πλαγιάσω μαζί σου απόψε. Και σε συμβουλεύω να το πάρεις απόφαση ότι θα σου κάνω έρωτα». Της ήρθε να βάλει τα γέλια. Ήταν έτοιμη να του πει τα ίδια πράγματα, να προβάλει τις ίδιες απαιτήσεις. Αντί γι’ αυτό, τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και τον φίλησε. Τον άκουσε να βογκάει βαθιά και την επόμενη στιγμή τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω του. «Ερχόσουν σ’ εμένα», της είπε, συνειδητοποιώντας ότι εκείνη φορούσε το μεταξωτό νυχτικό της και όχι το άσπρο βαμβακερό. Έρανε το πρόσωπό της με φιλιά. «Ναι». «Θεέ μου, είμαι ηλίθιος». Η Γκρέις συγκράτησε το χαμόγελό της και τον φίλησε πάλι, κι ύστερα ένιωσε τα χείλη του να γλιστρούν στο λαιμό της. «Σε ποθώ, Γκρέις. Θέλω να βρεθώ μέσα σου πιο πολύ απ’ όσο θέλω τη ζωή μου». «Κάνε μου έρωτα, Ίθαν». Εκείνος βόγκηξε πάλι καθώς τη μετέφερε στο μεγάλο κρεβάτι του με τον ουρανό. Αφήνοντάς τη να πατήσει κάτω, κατέβασε τις τιράντες από τους ώμους της και το νυχτικό γλίστρησε και έπεσε γύρω από τα πόδια της, αφήνοντάς τη γυμνή. Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της καθώς έβγαζε τη ρόμπα του και την άφηνε να πέσει στο πάτωμα δίπλα στο νυχτικό. Τη φίλησε στο λαιμό, στο λοβό του αυτιού, στους ώμους. Η Γκρέις αναστέναξε όταν ένιωσε τα χέρια του στο στήθος της, την υγρή του γλώσσα να χαϊδεύει τη θηλή της, το απαλό δάγκωμα των δοντιών του. Μια απερίγραπτη ζεστασιά την τύλιξε. Είχε ξεχάσει πόσο υπέροχα την έκανε να νιώθει, πόσο ποθητή, πώς η κάψα των χειλιών του την άφηνε ξέπνοη από ηδονή. Έγειρε προς τα πίσω, πιέζοντας το στρογγυλό της στήθος πιο βαθιά στο στόμα του, σέρνοντας τα χέρια της στο στέρνο του, νιώθοντας τους μυς του να σκιρτούν, τις σγουρές μαύρες τρίχες του στήθους του να χαϊδεύουν τις παλάμες της. Ο Ίθαν την ξάπλωσε αργά στο κρεβάτι και την ακολούθησε, φιλώντας την παντού. Η Γκρέις ένιωθε το ερεθισμένο του κορμί ανάμεσα στα πόδια της και αδημονούσε να τον δεχτεί βαθιά μέσα της.

~ 274 ~


«Δε θέλω να σε πονέσω», της ψιθύρισε. «Δε θέλω να βιαστούμε. Αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ». Η Γκρέις βόγκηξε. «Ούτε εγώ μπορώ. Έλα μέσα μου, Ίθαν». Όμως εκείνος απλώς συνέχισε να τη φιλάει. Η Γκρέις ένιωσε την ένταση στο σώμα του όταν το χέρι του γλίστρησε στην κοιλιά της και άρχισε να τη χαϊδεύει, προετοιμάζοντάς τη για να τον δεχτεί. Το αίμα της πήρε πάλι φωτιά και γέρνοντας πίσω την πλάτη της, τον ένιωσε να τη γεμίζει αργά. Ήταν πιο μεγάλος απ’ όσο τον θυμόταν, πιο σκληρός, πιο βαρύς. Και τον ήθελε όλο, ήθελε να γίνει ένα μαζί του –απόλυτα. Ανασηκώθηκε προς το μέρος του και τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα καθώς πάσχιζε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του. «Ήσυχα», της ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ, Γκρέις...» Η αίσθηση της γυναικείας της δύναμης τη μέθυσε. Τον άδραξε από τους ώμους και ανασηκώθηκε πάλι προς το μέρος του, παίρνοντάς τον ακόμα πιο βαθιά. «Θεέ μου! Γκρέισι...» Και τότε άρχισε να κινείται, όλο και πιο βαθιά, και η Γκρέις χάθηκε στο ρυθμό του, στη φλόγα και την ηδονή. Πρωτόγνωρες αισθήσεις την κατέκλυσαν, κάνοντας όλο της το κορμί να δονείται. Φώναξε το όνομά του καθώς έφτανε στην κορύφωση και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα την ακολούθησε κι εκείνος. Τα λεπτά περνούσαν. Ο Ίθαν τη φίλησε τρυφερά στο στόμα, κι ύστερα ανασηκώθηκε και ξάπλωσε δίπλα της, τραβώντας τη στην αγκαλιά του. Για κάμποση ώρα κανείς δε μιλούσε. «Είχα ονειρευτεί αυτή τη στιγμή», είπε τελικά ο Ίθαν. «Είχα ονειρευτεί να σου κάνω έρωτα. Να σε κρατάω έτσι. Σε έβλεπα στον ύπνο μου κάθε νύχτα όταν ήμουν στη θάλασσα». Τα μάτια της Γκρέις βούρκωσαν. Ήθελε να του πει ότι κι εκείνη τον ονειρευόταν, ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του, αλλά φοβόταν μήπως τον απομακρύνει. «Μου έλειψες, Ίθαν. Μου έλειψες πάρα πολύ». Αποκοιμήθηκαν για λίγο κι έπειτα έκαναν πάλι έρωτα. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια της νύχτας, η Γκρέις τον άφησε για να ρίξει μια ματιά στο μωρό και το βρήκε να κοιμάται βαθιά, με την παραμάνα του να το προσέχει. Γύρισε στο κρεβάτι του Ίθαν και προσπάθησε να κοιμηθεί πάλι, αλλά η μέρα της συνάντησης με τον πατέρα της ξημέρωνε σε λίγο και οι σκέψεις δεν την άφηναν να ησυχάσει. Τι πληροφορίες είχε

~ 275 ~


βρει εκείνος; Πόσο ακόμα θα κατάφερνε να μείνει στο Λονδίνο χωρίς να τον συλλάβουν; Τι θα έκανε ο Ίθαν αν ανακάλυπτε ότι τον βοηθούσε; *** Ο Ίθαν άφησε την Γκρέις να κοιμάται στο κρεβάτι του. Στο εξής, ήταν αποφασισμένος να κοιμάται εκεί κάθε βράδυ. Και ίσως, με τον καιρό, να τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του εκμυστηρευτεί τι τη στενοχωρούσε. Γιατί ήταν βέβαιος πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ίσως η Γκρέις ανησυχούσε για το ότι δε φερόταν σαν καλός πατέρας και απ’ αυτή την άποψη είχε απόλυτο δίκιο. Το μωρό τον τρόμαζε. Ήταν τόσο μικροσκοπικό, τόσο ανίσχυρο. Και δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς να του φερθεί. Και παρ’ όλ’ αυτά, καθώς κοιτούσε εκείνο το βρέφος που ήταν γιος του να κοιμάται κουκουλωμένο με την κουβερτούλα, κάτι είχε σκιρτήσει μέσα του. Ο γιος του. Στην αρχή είχε αντισταθεί με απέχθεια σ’ αυτή την ιδέα, υπενθυμίζοντας διαρκώς στον εαυτό του ότι το μωρό είχε μέσα του το αίμα του Χάρμον Τζέφρις. Όμως ο Άντριου είχε στις φλέβες του και το δικό του αίμα. Και κάθε μέρα που περνούσε γινόταν όλο και πιο δύσκολο γι’ αυτόν να αγνοήσει το γεγονός ότι το παιδί ανήκε τόσο σ’ εκείνον όσο και στην Γκρέις. «Με συγχωρείτε, λόρδε μου». Ο Ίθαν γύρισε και είδε τον Μπέινς να στέκεται στην πόρτα του γραφείου. «Τι συμβαίνει;» «Έχει έρθει ο συνταγματάρχης Πέντλτον και ρωτά αν μπορεί να σας απασχολήσει για λίγο. Λέει ότι είναι επείγον». Ο Ίθαν σηκώθηκε. «Πες του να περάσει». Στο διάδρομο ακούστηκαν βαριά βήματα από μπότες και την επόμενη στιγμή εμφανίστηκε ο συνταγματάρχης. Τα ασημένια του μαλλιά έλαμπαν και τα καλογυαλισμένα χάλκινα κουμπιά στο άλικο χιτώνιό του άστραφταν. «Συγνώμη που έρχομαι απρόσκλητος». «Έλα μέσα, Χαλ. Χαίρομαι που σε βλέπω. Είναι νωρίς ακόμα για μπράντι, αλλά μήπως θα ήθελες λίγο καφέ ή ένα φλιτζάνι τσάι;» Ο συνταγματάρχης κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Μακάρι να είχα χρόνο. Σου φέρνω νέα για τον Φορσάιθ».

~ 276 ~


Ο Ίθαν τινάχτηκε. «Τι έμαθες;» «Ο υποκόμης θεάθηκε πριν από δύο μέρες». «Πού;» «Σε ένα πανδοχείο στο Κόβεντ Γκάρντεν. Μέχρι να φτάσει η πληροφορία ως εμάς, είχε δραπετεύσει». Ένα ρίγος διαπέρασε τον Ίθαν. Η παγίδα έκλεινε. Ο υποκόμης είχε κάνει το τραγικό λάθος να γυρίσει στο Λονδίνο και αν έμενε λίγο παραπάνω, ήταν βέβαιο ότι θα τον έπιαναν. Εκείνο που τον ανησυχούσε ήταν τι επιπτώσεις θα είχε η σύλληψή του στην Γκρέις. «Πιστεύεις ότι βρίσκεται ακόμα στην πόλη;» ρώτησε. «Δε θα ήταν έξυπνη κίνηση, αλλά ναι, πιστεύουμε ότι το πιθανότερο είναι να βρίσκεται εδώ. Υποψιάζομαι πως έχει σοβαρό λόγο, αν και δεν μπορώ να φανταστώ ποιος είναι». «Να με κρατάς ενήμερο, σε παρακαλώ, Χαλ». «Φυσικά». Ο Πέντλτον έφυγε και ο Ίθαν αναρωτήθηκε αν υπήρχε πιθανότητα να έρθει σε επαφή ο υποκόμης με την κόρη του. Ήλπιζε πως όχι. Δεν ήθελε να αναμειχθεί η Γκρέις περισσότερο απ’ όσο ήταν ήδη αναμεμειγμένη. Αν ανακάλυπταν τη συγγένειά της με τον Τζέφρις, αν οι Αρχές μάθαιναν με κάποιο τρόπο ότι εκείνη είχε βοηθήσει τον προδότη να αποδράσει... Δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται τι αποτέλεσμα θα είχε αυτό. Ήταν αργά το απόγευμα όταν η γυναίκα του μπήκε στο γραφείο, όπου ο Ίθαν μελετούσε τα βιβλία εσόδων και εξόδων των κτημάτων του. Φορούσε ένα ζεστό μάλλινο βυσσινί φόρεμα, κάπα με γούνινη επένδυση, και κρατούσε ένα ασορτί μανσόν. «Θα βγω έξω για λίγο», είπε με ένα πλατύ, φωτεινό χαμόγελο. «Η Κλερ, η Βικτόρια κι εγώ θα πάμε για ψώνια». Πλησίασε στο γραφείο, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Δε θ’ αργήσουμε πολύ». Ο Ίθαν συνοφρυώθηκε. Η Γκρέις δεν ήταν καλή στα ψέματα και το χαμόγελό της παραήταν χαρωπό. «Θα μπορούσα να σας συνοδέψω», είπε, για να δει τι θα του απαντούσε. «Για να μη σας ενοχλήσει κανείς», πρόσθεσε χαμογελώντας. Η Γκρέις γέλασε, αλλά το γέλιο της ακούστηκε ψεύτικο. «Δεν πρόκειται να πάθουμε τίποτε, αλλά σ’ ευχαριστώ για την προσφορά». Ο Ίθαν ανασήκωσε το φρύδι του. «Είσαι σίγουρη;»

~ 277 ~


«Απολύτως. Θα γυρίσω σε μια δυο ώρες». Βγήκε από το γραφείο το ίδιο βιαστική όπως είχε μπει και τον Ίθαν τον έζωσαν τα φίδια. Σηκώθηκε από το γραφείο του, φώναξε τον Φρέντι, που είχε ψηλώσει δεκαπέντε πόντους τις τελευταίες βδομάδες, και του ζήτησε να φέρει το άλογό του. «Καθυστέρησε την άμαξα της λαίδης Μπέλφορντ μέχρι να μου σελώσουν το μαύρο, κι έπειτα φέρε την άμαξά της στην πόρτα». «Μάλιστα, καπετάνιε». Το παιδί συχνά τον φώναζε έτσι και επειδή του Ίθαν του άρεσε, δεν έκανε τον κόπο να το διορθώσει. Ο Φρέντι γύρισε στους στάβλους και ο Ίθαν περίμενε ώσπου είδε την άμαξα να σταματάει έξω από το σπίτι. Βγαίνοντας από μια πίσω πόρτα, κατέβηκε στους στάβλους. Η άμαξα είχε μόλις στρίψει στη γωνία και σε λίγο θα την έχανε από τα μάτια του. Πήδηξε στη σέλα, σπιρούνισε τα πλευρά του αλόγου και το ζώο ξεκίνησε καλπάζοντας.

~ 278 ~


24 H ταβέρνα Το Ρόδο φάνηκε στο τέλος του πλακοστρωμένου δρόμου, ένα διώροφο κτίσμα από τούβλο με μια κόκκινη επιγραφή πάνω από την πόρτα. «Σταμάτα εδώ», είπε η Γκρέις στον αμαξά, έναν άντρα ονόματι Τζέιμς Ντόρι που ήταν στην υπηρεσία του προηγούμενου μαρκησίου και τώρα εργαζόταν για κείνη. Ο άνθρωπος τράβηξε το όχημα στην άκρη του δρόμου και πήδηξε κάτω για να τη βοηθήσει να κατεβεί. «Δε θ’ αργήσω», του είπε καθώς κατέβαινε τα σκαλοπάτια της άμαξας. Την τελευταία φορά που την είχε μεταφέρει εκεί του είχε δώσει επιπλέον χρήματα για να κρατήσει μυστικό τον προορισμό της και το ίδιο θα έκανε και σήμερα. Παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή, ανασήκωσε τη φούστα του φορέματός της για να μην την εμποδίζει και προχώρησε προς την ταβέρνα. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε μπροστά στη διπλή πόρτα με το τζάμι μέχρι τη μέση κι έπειτα την έσπρωξε αποφασιστικά και μπήκε. Επειδή το φως της ημέρας ήταν έντονο έξω και στο εσωτερικό της ταβέρνας επικρατούσε μισοσκόταδο, τα μάτια της δεν προσαρμόστηκαν αμέσως. Τότε όμως είδε τον πατέρα της να την περιμένει σε έναν πάγκο ακριβώς μέσα από την πόρτα. Είχε ακόμα την γκρίζα γενειάδα και φορούσε τα μικρά ασημένια ματογυάλια που άλλαζαν την εμφάνισή του. «Δεν ήμουν βέβαιος αν θα έρθεις», της είπε και σηκώθηκε. Η Γκρέις χαμογέλασε με δυσκολία. «Θέλω να σε βοηθήσω, πατέρα». Εκείνος τη χάιδεψε στο μάγουλο και την οδήγησε σε ένα απομονωμένο γωνιακό τραπέζι. Οι πελάτες ήταν ελάχιστοι εκείνη την ώρα και όσοι υπήρχαν κάθονταν μακριά τους. Κλαδιά πεύκου στόλιζαν το γείσο του τζακιού και από τα δοκάρια της οροφής κρέμονταν μερικά στολίδια. Η Γκρέις σκέφτηκε πως ακόμα δεν είχε αγοράσει δώρα, αλλά αυτό το πρόβλημα ωχριούσε μπροστά σ’ εκείνο που στεκόταν μπροστά της. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω», είπε ο υποκόμης, κοιτάζοντάς την επιδοκιμαστικά από την κορφή ως τα νύχια. «Ξαναβρήκες τον εαυτό σου. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες».

~ 279 ~


«Είναι επικίνδυνο για σένα να μένεις στο Λονδίνο, πατέρα. Τι θα γίνει αν ανακαλύψει κάποιος ποιος είσαι;» «Ήρθα για να αποδείξω την αθωότητά μου, Γκρέις. Πρέπει να μείνω μέχρι να βρω έναν τρόπο να το κάνω». Η Γκρέις πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Εγώ τι μπορώ να κάνω;» «Από τότε που απέδρασα, παίρνω σταθερά πληροφορίες από διάφορες πηγές. Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους βρήκε τον νεαρό, τον Πίτερ Ο’Ντέιλι». Η καρδιά της Γκρέις φτερούγισε. «Τον βρήκες; Τι είπε;» «Ο συνεργάτης μου ξέρει να γίνεται πολύ πειστικός. Στην αρχή, ο νεαρός αρνήθηκε να πει την αλήθεια, αλλά όταν τον απείλησε ότι θα τον παραδώσει στις Αρχές, δέχτηκε να αποκαλύψει το όνομα του ανθρώπου που τον πλήρωνε για να κλέβει κρατικά μυστικά». «Πώς... πώς τον λένε;» «Μάρτιν Τάλι. Είναι ο κόμης του Κόλινγουντ». Η Γκρέις ταλαντεύτηκε και ο πατέρας της άπλωσε το χέρι του για να την κρατήσει. «Τον γνωρίζεις;» «Ναι. Τον γνώρισα όταν ταξίδευα με το Λαίδη Ανν για να πάω στη θεία Ματίλντα. Μου φάνηκε απολύτως έντιμος κύριος και έδειξε μεγάλη προθυμία να γίνουμε φίλοι. Αργότερα, ήρθε και με επισκέφθηκε στο Σκάρμπορο. Μέχρι και στο σπίτι μου ερχόταν». «Πιστεύω ότι ο Κόλινγουντ έμαθε για τη συγγένειά μας και ανησυχεί μήπως ανακαλύψω ότι είναι ο προδότης». «Άρα γι’ αυτό με αναζήτησε. Ήλπιζε πως θα τον οδηγούσα σ’ εσένα». «Πράγματι. Θα τον εξυπηρετούσε πολύ αν ήμουν νεκρός». «Θεέ μου! Πατέρα...» Η Γκρέις κοίταξε ολόγυρα. «Κι αν με παρακολουθούν; Αν με ακολούθησε κάποιος; Ήμουν πολύ προσεκτική, αλλά...» «Το ότι σε είδα άξιζε τον κόπο. Είσαι το φως μου, Γκρέις, η μόνη μου ελπίδα από την πρώτη στιγμή». «Μα η γυναίκα σου...» «Η γυναίκα μου είναι εύθραυστη, ανίκανη να τα βγάλει πέρα σε τέτοιες καταστάσεις. Έχω λίγους καλούς φίλους που με βοηθούν, αλλά οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είμαι ένοχος». «Αν ο λόρδος Κόλινγουντ είναι ο υπεύθυνος, θα πρέπει να βρούμε αποδείξεις».

~ 280 ~


«Ακριβώς. Ήλπιζα πως θα ζητο ύσες από τον άντρα σου να βοηθήσει σ’ αυτό το ζήτημα. Μου έχεις πει τι άποψη έχει για μένα, ότι με θεωρεί υπεύθυνο για το θάνατο των αντρών του, αλλά βλέπω επίσης πόσο νοιάζεσαι γι’ αυτόν, οπότε θα πρέπει να είναι αξιόλογος άνθρωπος. Πες του για τον κόμη του Κόλινγουντ. Ζήτησέ του να ερευνήσει. Είμαι βέβαιος ότι θα το κάνει για χάρη σου». Η Γκρέις έτρεμε στη σκέψη και μόνο να μιλήσει στον Ίθαν. Ο πατέρας της δεν είχε ιδέα πόσο πολύ τον μισούσε. «Μα τι λόγο θα είχε ο κόμης να πουλήσει μυστικά στους Γάλλους;» «Για τα χρήματα, καλή μου. Οι φήμες λένε ότι μέχρι πρόσφατα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα, αλλά τώρα φαίνεται πως η περιουσία του αποκαταστάθηκε. Ζήτησε από το σύζυγό σου να ερευνήσει το ζήτημα. Ο μαρκήσιος ήταν ο πιο φανατικός εχθρός μου. Αν πειστεί ότι λέω την αλήθεια, ασφαλώς θα μεσολαβήσει υπέρ μου». Η πόρτα της ταβέρνας άνοιξε απότομα και μια ψηλή, γνώριμη φιγούρα μπήκε στη μισοσκότεινη αίθουσα. Η Γκρέις αναγνώρισε τον άντρα της και κράτησε την ανάσα της. «Φύγε!» είπε, σφίγγοντας το χέρι του πατέρα της. «Θα τον απασχολήσω μέχρι να απομακρυνθείς». Ο υποκόμης είχε πεταχτεί ήδη όρθιος και έτρεχε προς το πίσω μέρος της ταβέρνας. Ήταν φανερό ότι είχε οργανώσει εκ των προτέρων μια οδό διαφυγής και η Γκρέις προχώρησε προς τον Ίθαν, ευγνωμονώντας το μισοσκόταδο που δεν του επέτρεπε ακόμα να δει καθαρά. Στάθηκε μπροστά του και χαμογέλασε. «Ίθαν. Πώς στο καλό βρέθηκες εδώ;» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Κανονικά αυτή την ερώτηση θα έπρεπε να την κάνω εγώ». Την έπιασε από τους ώμους και κοίταξε προς το βάθος, στις σκιές. «Εδώ είναι, ε; Ήρθες να δεις τον αναθεματισμένο τον πατέρα σου». Χωρίς να περιμένει απάντηση, την παραμέρισε και προχώρησε προς το πίσω μέρος της αίθουσας. Η Γκρέις έτρεξε ξοπίσω του. «Δεν είναι εδώ!» Τον άρπαξε από την ουρά του πανωφοριού του. «Έφυγε πριν έρθεις!» Εκείνος την έσπρωξε από πάνω του και συνέχισε να προχωράει. Βγήκε από την πίσω πόρτα, κι έπειτα επέστρεψε και έτρεξε επάνω. Ύστερα κατέβηκε στο υπόγειο και ξαναγύρισε μερικά λεπτά αργότερα, βλαστημώντας. Την άρπαξε αγριεμένα από τους ώμους. «Θέλω να μάθω πού στην οργή πήγε».

~ 281 ~


«Δεν ξέρω, Ίθαν. Αλλά ακόμα κι αν ήξερα, δε θα σου έλεγα». Την κοίταξε ερευνητικά και η Γκρέις είδε την οργή να λάμπει στα μάτια του. «Θα τον βρω, Γκρέις. Πάρ’ το απόφαση. Θα τον βρω και θα τον στείλω στην αγχόνη». Η Γκρέις δάγκωσε τα χείλη της που έτρεμαν και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Είναι αθώος, Ίθαν. Σε παρακαλώ... τουλάχιστον άσε με να σου πω τι ανακάλυψε». Όμως ήταν φανερό ότι εκείνος δεν ήθελε να την ακούσει. Ήταν έξω φρενών και η οργή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του σώματός του. Ό,τι κι αν του έλεγε, θα πήγαινε στο βρόντο. «Έλα. Θα σε πάω σπίτι». Πιάνοντάς την από τη μέση, την έσπρωξε προς την πόρτα. Η Γκρέις αγνόησε τον πόνο στο στήθος της και τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της και τον άφησε να την οδηγήσει στην άμαξα. *** Καθώς η άμαξα πλησίαζε στο σπίτι, ο Ίθαν έβραζε από θυμό. Είχε ακολουθήσει την Γκρέις από την πρώτη στιγμή που έφυγε, αλλά εκείνη δεν είχε πάει αμέσως στο σημείο της συνάντησης. Είχε οδηγήσει την άμαξα σε μια κυκλική διαδρομή, αλλάζοντας κάθε τόσο κατεύθυνση μέσα από την πόλη και μπλέκοντάς τη στη φρικτή κίνηση των λονδρέζικων δρόμων. Για μια στιγμή, καθώς το όχημα πλησίαζε στο Κόβεντ Γκάρντεν, ο Ίθαν το είχε χάσει από τα μάτια του. Έψαξε για λίγο να το βρει, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε εξαφανιστεί. Και τότε έστριψε σε μια γωνία και το είδε απέναντι από την ταβέρνα Το Ρόδο, που, όπως έδειχναν τα πράγματα, ήταν ο προορισμός της επιβάτισσάς του. Μακάρι να είχε φτάσει λίγα λεπτά νωρίτερα! Κάθε φορά που το σκεφτόταν, η οργή του φούντωνε πάλι. Η άμαξα έφτασε μπροστά στο σπίτι και ο Ίθαν κατέβηκε προτού σταματήσει εντελώς. «Φρόντισε το άλογό μου», είπε στον υπηρέτη που κατέβαινε τρεχάτος τα σκαλοπάτια, δείχνοντας με το κεφάλι το ζώο που ήταν δεμένο στο πίσω μέρος της άμαξας.

~ 282 ~


Ύστερα βοήθησε την Γκρέις να κατέβει και ανέβηκαν αμίλητοι τα σκαλιά της εισόδου, μπαίνοντας στο χολ. «Θα ήθελα να πω δυο λόγια μαζί σου στο γραφείο μου», της είπε ξερά. Η Γκρέις ανασήκωσε το πιγούνι της και προχώρησε προς το γραφείο, προσπερνώντας τον και μπαίνοντας στο δωμάτιο με την ξυλεπένδυση στους τοίχους. Ο Ίθαν έκλεισε την πόρτα για να μπορούν να μιλήσουν με την ησυχία τους και προσπάθησε να συγκρατήσει το θυμό του. Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει και γύρισε προς το μέρος της. «Πόσο καιρό βρίσκεσαι σε επικοινωνία με τον πατέρα σου;» «Μου έστειλε ένα μήνυμα λίγες μέρες πριν γεννηθεί το μωρό». Τα μάγουλά του φούντωσαν από την οργή. «Τη μέρα που μου έστειλες το ψεύτικο σημείωμα και είπες ότι θα πήγαινες να δεις τη Βικτόρια». «Επειδή ήξερα ότι δε θα ενέκρινες τη συνάντησή μου με έναν άνθρωπο που θεωρούσες προδότη». «Δικάστηκε και καταδικάστηκε, Γκρέις. Τα στοιχεία τον κήρυξαν ένοχο και τιμωρήθηκε με την ποινή του απαγχονισμού. Κι αν δεν παρενέβαινες εσύ, η δικαιοσύνη θα είχε αποδοθεί προ πολλού». Εκείνη τον κοίταξε κατάματα. «Κι αν είναι αθώος όπως ισχυρίζεται; Τότε πού είναι η δικαιοσύνη σου, Ίθαν;» «Ο άνθρωπος είναι ένοχος». «Γύρισε στο Λονδίνο για να αποδείξει την αθωότητά του. Αν είχε συμμαχήσει στ’ αλήθεια με τους Γάλλους, δε νομίζεις ότι τώρα θα ζούσε σώος και ασφαλής στη Γαλλία;» «Κάποιο λόγο θα έχει. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, αυτός ο άνθρωπος πρόδωσε την πατρίδα του». «Ο πατέρας μου έχει πληροφορίες που δείχνουν...» «Δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα, Γκρέις! Ό,τι κι αν πει αυτός ο αχρείος, δεν τον πιστεύω!» «Σε παρακαλώ, Ίθαν. Ο πατέρας μου λέει ότι αν ερευνήσεις το ζήτημα θα δεις...» «Σταμάτα!» Ο Ίθαν έσφιξε ασυναίσθητα τη γροθιά του. «Ο πατέρας σου είναι τρελός αν πιστεύει ότι θα κάνω το παραμικρό για να τον βοηθήσω. Είναι υπεύθυνος για τους μήνες που πέρασα σε μια βρομερή γαλλική φυλακή και για τον απάνθρωπο θάνατο των αντρών μου».

~ 283 ~


«Το ήξερα ότι δε θα άκουγες! Το μίσος σου σε τυφλώνει τόσο πολύ που αρνείσαι ακόμα και να σκεφτείς ότι η αλήθεια μπορεί να είναι διαφορετική». Γυρνώντας του την πλάτη, η Γκρέις βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. «Δεν τελείωσα ακόμα μαζί σου, Γκρέις. Δε σου έδωσα την άδεια να φύγεις». Εκείνη στράφηκε απότομα προς το μέρος του και τα πράσινα μάτια της πετούσαν φωτιές. «Δε χρειάζομαι την άδειά σου, Ίθαν. Αν και θα ήθελες πολύ να ήταν αλλιώς, αυτό το σπίτι είναι και δικό μου!» Και μ’ αυτό βγήκε σαν σίφουνας από το γραφείο, βροντώντας πίσω της την πόρτα. Ο Ίθαν κάθισε στον καφέ δερμάτινο καναπέ, με το κεφάλι στα χέρια του. Πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαύρα μαλλιά του. Δεν είχε φερθεί καλά στη γυναίκα του, αλλά ήταν πολύ θυμωμένος, επειδή η Γκρέις του έλεγε ψέματα τόσο καιρό. Ο αναστεναγμός του αντήχησε στη σιγαλιά του γραφείου. Από μια άποψη, την καταλάβαινε. Η Γκρέις πίστευε ότι ο πατέρας της ήταν αθώος. Με κάποιο τρόπο το κάθαρμα την είχε πείσει για την αθωότητά του, αλλά εκείνος ήξερε πως δεν ήταν έτσι. Τα στοιχεία που είχαν βρεθεί εναντίον του ήταν αρκετά για να πείσουν το δικαστήριο και κάθε άλλον για την ενοχή του. Αν όμως κάνεις λάθος; Τα λόγια γλίστρησαν σαν ερπετό στο μυαλό του. Αν είναι αθώος όπως ισχυρίζεται; Για πρώτη φορά από την ημέρα της δίκης, ένιωσε την ανεπιθύμητη αλήθεια να βγαίνει στην επιφάνεια. Αν ο πατέρας της Γκρέις δεν είναι ο προδότης που πιστεύεις και στείλεις έναν αθώο άνθρωπο στην κρεμάλα; Σηκώθηκε από τον καναπέ, έξω φρενών πάλι. Έξω φρενών με τον εαυτό του, επειδή είχε επιτρέψει στα λόγια της γυναίκας του να τον προβληματίσουν, έξω φρενών με την Γκρέις, επειδή του είχε πει ψέματα. Βγαίνοντας από το γραφείο, φώναξε σε έναν υπηρέτη να φέρουν την άμαξά του στην είσοδο. Αισθανόταν την ανάγκη να βγει από το σπίτι, ήθελε να σκεφτεί. Και σκεφτόταν πιο καθαρά όταν ήταν μακριά από την Γκρέις. ***

~ 284 ~


Η Γκρέις άκουσε την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο και το στήθος της σφίχτηκε. Ο Ίθαν ήταν κάτι παραπάνω από θυμωμένος. Τον είχε εξαπατήσει, τον εξαπατούσε επί βδομάδες. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έπρεπε να βοηθήσει τον πατέρα της. Τώρα φοβόταν ότι τον είχε εκθέσει σε χειρότερο κίνδυνο απ’ όσο πριν. Καλέ μου Θεέ! Και ο Ίθαν; Ο δεσμός που είχε αρχίσει να σφυρηλατείται αργά αλλά σταθερά ανάμεσά τους είχε καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Ποτέ δε θα τη συγχωρούσε γι’ αυτό που κατά τη γνώμη του ήταν η υπέρτατη προδοσία. Είχε πάρει το μέρος του πατέρα της και όχι το δικό του. Παίρνοντας μια τρεμουλιαστή ανάσα, προχώρησε προς το παιδικό δωμάτιο. Το να κρατάει το μωρό στην αγκαλιά της πάντοτε την ηρεμούσε, τη βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό της. Λαχταρούσε να το πάρει στα χέρια της, είχε ανάγκη την παρηγοριά που της πρόσφερε ο γιος της. Η αγάπη που της έδινε το βρέφος ήταν ανεπιφύλακτη. Το έβλεπε κάθε φορά που κοιτούσε το λατρεμένο προσωπάκι του. Όχι σαν τον Ίθαν, που την ήθελε στο κρεβάτι του, ίσως ακόμα και να νοιαζόταν για κείνη με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο, αλλά μόνο όταν υπάκουε στις εντολές του. Τα μάτια της έτσουζαν. Ήταν ερωτευμένη με τον Ίθαν, αλλά ήταν φανερό ότι εκείνος δεν την αγαπούσε. Αν την αγαπούσε, τουλάχιστον θα άκουγε όσα είχε να του πει. Δεν την αγαπούσε και τα όνειρά της δε θα γίνονταν ποτέ αληθινά. Δεν έχει σημασία, είπε στον εαυτό της. Έχω το μωρό μου για να αγαπάω. Πολλές γυναίκες δεν είχαν ούτε αυτό. Συνέχισε να προχωράει στο διάδρομο, προσπαθώντας να ξεχάσει το σφίξιμο στο στήθος της. Σκεφτόταν τον Ίθαν και ευχόταν να υπήρχε ένας τρόπος για να τον κάνει να την αγαπήσει. Οι γιορτινές μέρες ανέκαθεν της προκαλούσαν θλίψη. Όταν ζούσε με τους γονείς της, ο πατέρας της ήταν πάντα κακόκεφος και η μητέρα της περιφερόταν άσκοπα. Και με την κατάσταση που επικρατούσε στο δικό της γάμο, όπως έδειχναν τα πράγματα, η παράδοση θα συνεχιζόταν. Αναστέναξε και συνέχισε το δρόμο της. Κόντευε να φτάσει στο δωμάτιο του γιου της όταν είδε την κυρία Σουόν να βγαίνει αλαφιασμένη από την πόρτα.

~ 285 ~


«Χάθηκε, κυρά μου! Ο Θεός να βάλει το χέρι Του. Το γλυκό σας αγοράκι χάθηκε!» Η Γκρέις άρπαξε τη μεγαλόσωμη, κοκκινομάλλα γυναίκα από το μπράτσο και ασυναίσθητα έμπηξε τα νύχια της στη σάρκα της. «Τι είναι αυτά που λες;» Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν. «Ο μικρός Άντριου. Δεν είναι στο κρεβατάκι του. Βγήκα μόνο για μια στιγμή από το δωμάτιο και όταν γύρισα είχε γίνει άφαντος!» Τρέμοντας σύγκορμη, η Γκρέις όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Έτρεξε στην κούνια, αλλά το μωρό δεν ήταν εκεί. «Κάποιο λάθος θα πρέπει να έγινε. Ίσως τον έχει πάρει η Φοίβη. Ή... ή κάποιος άλλος από το προσωπικό». «Τους ρώτησα. Κανείς δεν τον έχει πάρει». Κάνοντας μεταβολή, η Γκρέις έτρεξε πάλι στο διάδρομο φωνάζοντας την καμαριέρα της και η λεπτή, μελαχρινή κοπέλα βγήκε από το δωμάτιο της Γκρέις, όπου μαντάριζε ρούχα. «Τι συμβαίνει, κυρά μου; Τι έγινε;» «Ο... ο Άντριου. Δεν τον βρίσκουμε. Η κυρία Σουόν... η κυρία Σουόν πιστεύει ότι κάποιος τον πήρε». «Ω, όχι!» Η Γκρέις προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, να σκεφτεί καθαρά. «Πρέπει να σκορπιστούμε και να ψάξουμε. Φώναξε τους άλλους υπηρέτες να μας βοηθήσουν. Αν δεν τον βρούμε στο σπίτι, θα ψάξουμε στη γειτονιά. Πρέπει να τον βρούμε!» Οι τρεις γυναίκες έτρεξαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, φωνάζοντας για βοήθεια. Από κάθε πόρτα άρχισαν να βγαίνουν υπηρέτες. Η μαγείρισσα ανέβηκε τρέχοντας από την κουζίνα του υπογείου. «Τι συμφορά ήταν αυτή που μας βρήκε, κυρά μου! Τι μπορούμε να κάνουμε;» «Βοηθήστε μας να τον βρούμε, κυρία Λάρσεν. Βοηθήστε με να βρω το αγοράκι μου». Οι άντρες έφυγαν για να χτενίσουν την περιοχή γύρω από το σπίτι, ενώ οι γυναίκες χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να ψάχνουν σε όλους τους ορόφους του σπιτιού από το υπόγειο μέχρι τη σοφίτα, αλλά ο Άντριου δε βρέθηκε πουθενά. Η Γκρέις λαχταρούσε απεγνωσμένα να ήταν

~ 286 ~


εκεί ο Ίθαν. Όμως ο Ίθαν δε νοιαζόταν καθόλου για το μωρό. Δεν μπορούσε να αγαπήσει το παιδί μιας προδότριας. Ίσως ακόμα και να χαιρόταν που είχε χαθεί ο Άντριου. Τρελή από φόβο, έδωσε εντολή σε έναν υπηρέτη να φέρει έναν αστυφύλακα. Καθώς στεκόταν στην είσοδο, προσπαθώντας να σκεφτεί τι άλλο μπορούσε να κάνει, οι υπηρέτριες έτρεχαν γύρω της ψάχνοντας σε κάθε γωνία και εσοχή, ενώ οι άντρες συνέχιζαν να χτενίζουν την περιοχή έξω από το σπίτι. Ήθελε να πάει μαζί τους, να οργώσει κι εκείνη τους δρόμους, αλλά φοβόταν να φύγει, μήπως και γυρνούσε κάποιος με νέα για το μωρό. Τρέμοντας ολόκληρη, βημάτιζε πέρα δώθε και πάλευε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, γι’ αυτό δεν αντιλήφθηκε αμέσως τα βήματα που έρχονταν από το πίσω μέρος του σπιτιού. Γυρνώντας προς τα κει, είδε τον Ίθαν να έρχεται από το βάθος του διαδρόμου και έτρεξε προς το μέρος του. «Ίθαν!» Εκείνος κοίταξε με απορία τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν αλαφιασμένοι. Οι άντρες που είχαν σταλεί για να ψάξουν έξω επέστρεφαν βλοσυροί και στενοχωρημένοι. «Τι στην οργή συμβαίνει;» Η Γκρέις τον κοίταξε και ξέσπασε σε κλάματα. «Ω Ίθαν!» Την έπιασε από τους ώμους. «Τι έγινε, Γκρέις; Πες μου τι συμβαίνει». «Ο Άντριου. Κάποιος πήρε... κάποιος πήρε το μωρό μου». Ξεροκατάπιε για να διώξει τον κόμπο που της έφραζε το λαιμό. «Κάποιος έκλεψε το αγοράκι μου». Δεν κατάλαβε τι έγινε, αλλά ξαφνικά βρέθηκε στην αγκαλιά του και ο Ίθαν την έσφιγγε με μανία πάνω του. Ένιωσε τη δύναμή του να την τυλίγει και κόλλησε στο κορμί του, προσπαθώντας να απορροφήσει λίγη απ’ αυτή τη δύναμη. «Όλα θα πάνε καλά», είπε ο Ίθαν. «Θα τον βρούμε. Δε θα σταματήσουμε να ψάχνουμε μέχρι να τον βρούμε». Η Γκρέις σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Ξέρω πόσο θυμωμένος ήσουν όταν έφυγες. Ξέρω πως με μισείς επειδή βοήθησα τον πατέρα μου. Μήπως... μήπως τον πήρες εσύ για να με τιμωρήσεις;»

~ 287 ~


Εκείνος την κοίταξε εμβρόντητος. Το χέρι του έτρεμε καθώς έκλεινε το μάγουλό της στην παλάμη του. «Δεν τον πήρα εγώ, αγάπη μου. Ποτέ δε θα σου έκανα τέτοιο πράγμα, όσο θυμωμένος κι αν ήμουν». Ο λαιμός της σφίχτηκε. «Είσαι σίγουρη ότι δεν τον έχει πάρει κάποια υπηρέτρια για να τον προσέχει;» Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Κοιτάξαμε παντού». «Πρέπει να μάθω τι ακριβώς συνέβη». Η Γκρέις κατάφερε να κρατήσει την ψυχραιμία της και να του εξηγήσει ότι πήγαινε στο δωμάτιο του μωρού λίγη ώρα αφότου είχε φύγει εκείνος και πως η κυρία Σουόν είχε λείψει μόνο λίγα λεπτά. Όταν τελείωσε, τα δάκρυα ανάβλυσαν πάλι. «Σε παρακαλώ, Ίθαν. Ξέρω πώς νιώθεις για το μωρό. Ξέρω ότι από την αρχή δεν το ήθελες, ξέρω ότι δε θα με παντρευόσουν αν δεν είχα μείνει έγκυος. Όμως ο Άντριου είναι παιδί μου και είναι το παν για μένα. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, αρκεί να με βοηθήσεις να τον βρω». Κατάπιε τα δάκρυά της, νιώθοντας την καρδιά της τόσο σφιγμένη που με δυσκολία κατάφερνε να αναπνέει. «Θα τον πάρω και θα γυρίσω στην εξοχή. Θα είσαι ελεύθερος να ζεις όπως και πριν με γνωρίσεις. Μπορείς να πάρεις διαζύγιο, να παντρευτείς άλλη. Κάποια πιο καλόβολη από μένα». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. «Θα κάνω τα πάντα... μόνο βοήθησέ με να βρω το γιο μου». Ο Ίθαν ξεροκατάπιε και τα ανοιχτογάλανα μάτια του βούρκωσαν. «Αχ, Γκρέισι...» Την έσφιξε πάλι πάνω του και τύλιξε τα χέρια του γύρω της. Ήταν τόσο υπέροχο να την κρατάει στην αγκαλιά του. Η Γκρέις τον αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να τον χάσει, κι όμως ήταν αποφασισμένη να πληρώσει οποιοδήποτε τίμημα προκειμένου να βρει το παιδί της. Για μερικές στιγμές συνέχισε απλώς να την κρατάει. Στο τέλος, την απομάκρυνε λιγάκι από κοντά του και την κοίταξε στα μάτια. «Ο Άντριου είναι και δικός μου γιος, Γκρέις. Είναι ο γιος μας. Θα σ’ τον βρω, σου τ’ ορκίζομαι». Έσκυψε και τη φίλησε πολύ απαλά. «Σ’ αγαπώ, Γκρέις. Έπρεπε να σ’ το είχα πει νωρίτερα, αλλά ανησυχούσα για το τι μας επιφύλασσε το μέλλον. Αγαπώ κι εσένα και τον Άντριου. Θα βρω το γιο μας. Θα βρω το αγοράκι μας».

~ 288 ~


Ένα τελευταίο τρυφερό φιλί και ο Ίθαν άφησε απρόθυμα την Γκρέις από την αγκαλιά του. Αυτή η γυναίκα ήταν το παν για κείνον. Το παν. Και όταν σκέφτηκε το γιο του, όταν σκέφτηκε ότι το νεογέννητο μωρό του μπορεί να πέθαινε, συνειδητοποίησε πως εννοούσε απόλυτα αυτό που της είχε πει. Αγαπούσε το παιδί τους όσο αγαπούσε κι εκείνη. Και θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να ξαναφέρει το γιο τους στο σπίτι. Εκείνη τη στιγμή ο υπηρέτης επέστρεψε φέρνοντας μαζί του έναν αστυφύλακα και ο Ίθαν του εξήγησε περιληπτικά την κατάσταση. Μερικά λεπτά αργότερα, έφυγε μαζί με τον αστυφύλακα, με δύο υπηρέτες, τους δύο αμαξάδες και δύο σταβλίτες. Οι άντρες απλώθηκαν αμέσως στη γειτονιά όπως και προηγουμένως και κάποιοι άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών, ελπίζοντας πως κάποιος θα είχε δει κάτι που ίσως μπορούσε να τους βοηθήσει. Σε μια ώρα θα σκοτείνιαζε. Έπρεπε να βρουν αυτόν που είχε αρπάξει το παιδί, πριν εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα. Ο Φρέντι έμεινε στο σπίτι με την Γκρέις, παρ’ όλο που ήταν φανερό ότι θα προτιμούσε να πάει μαζί τους. «Είναι τρομαγμένη, Φρέντι», του είπε ο Ίθαν. «Χρειάζεται κάποιον να την προσέχει μέχρι να γυρίσω. Σου την εμπιστεύομαι, παλικάρι μου». «Ναι, καπετάνιε. Θα την προσέχω εγώ». Έψαχναν όλο το βράδυ και μέχρι αργά τη νύχτα, αλλά κανείς δεν είχε δει τίποτα το ασυνήθιστο. Το μωρό είχε γίνει άφαντο. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, ο Ίθαν ήταν εξαντλημένος. Η Γκρέις τον περίμενε στην πόρτα, χλομή και τρέμοντας από την αγωνία. «Δε... δεν τον βρήκατε;» Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και απλώνοντας τα χέρια του, την έπιασε από τους ώμους. «Άκουσέ με, Γκρέις. Όποιος το έκανε πιθανότατα θα θέλει χρήματα. Σίγουρα θα στείλουν σημείωμα για λύτρα. Θα τους δώσουμε ό,τι μας ζητήσουν και θα πάρουμε πίσω τον Άντριου». Εκείνη τον κοίταξε με μάτια γεμάτα ελπίδα. Ο Ίθαν το είδε κι ένιωσε την καρδιά του να λιώνει. «Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;» «Και βέβαια το πιστεύω».

~ 289 ~


«Και ποιος θα τον ταΐζει; Ποιος θα τον φροντίζει μέχρι να τον πάρουμε πίσω;» Το στομάχι του σφίχτηκε. Τις ίδιες ερωτήσεις είχε κάνει κι εκείνος στον εαυτό του εκατό φορές. «Όποιος τον πήρε σίγουρα έχει προνοήσει γι’ αυτό. Πρέπει να διατηρήσουμε την πίστη μας, Γκρέις. Πρέπει να φανούμε δυνατοί για χάρη του Άντριου». Εκείνη ίσιωσε τους ώμους της και το σθένος που ο Ίθαν είχε δει στο πρόσωπό της όταν ήταν στο πλοίο επέστρεψε. «Έχεις δίκιο. Έπρεπε να το σκεφτώ. Σίγουρα θα έχουν μια γυναίκα για να τον ταΐζει και να τον φροντίζει. Συγνώμη. Δεν ήθελα να...» «Μη ζητάς συγνώμη». Ο Ίθαν την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Είσαι μητέρα του Άντριου, είναι φυσικό να αγωνιάς γι’ αυτόν». «Θα τον πάρουμε πίσω», είπε η Γκρέις και η φωνή της ακούστηκε πιο δυνατή. «Ναι, θα τον πάρουμε πίσω. Έστειλα μήνυμα στον Τζόνας Μακφί. Θα βρίσκεται εδώ από στιγμή σε στιγμή. Ο Τζόνας ξέρει να κινείται στον υπόκοσμο. Ίσως μάθει πού έχουν πάει τον Άντριου». Η Γκρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Είναι πολύ καλός ερευνητής». Ο Ίθαν ήξερε τι σκεφτόταν· ότι ο Μακφί είχε ανακαλύψει πως εκείνη είχε βοηθήσει τον πατέρα της να αποδράσει από τη φυλακή. «Είναι πολύ καλός στη δουλειά του και θα μας βοηθήσει να βρούμε τον Άντι». Ο Ίθαν την έσφιξε πάλι στην αγκαλιά του. «Πολύ σωστά. Αύριο ο γιος μας θα είναι εδώ». Η Γκρέις πίεσε το πρόσωπό της στον ώμο του και κρατήθηκε από πάνω του. Ο Ίθαν άκουσε τους πνιχτούς λυγμούς της και κατάλαβε ότι δεν είχε πειστεί εντελώς. Δυστυχώς ούτε κι εκείνος ήταν απόλυτα πεισμένος γι’ αυτό.

~ 290 ~


25 Ήταν δύο τα ξημερώματα όταν έφτασε ο Τζόνας Μακφί. Η Γκρέις καθόταν στον καναπέ ενώ ο Ίθαν βημάτιζε πέρα δώθε. Αν και έκανε ό,τι μπορούσε για να μην το δείχνει, η Γκρέις ήξερε ότι αγωνιούσε όσο κι εκείνη. Δεν της διέφυγε η ανακούφισή του όταν ο μπάτλερ έφερε τον Μακφί στο γραφείο. Αν και η ώρα ήταν περασμένη, το μισό προσωπικό είχε μείνει στο πόδι από την αγωνία για το παιδί. «Συγνώμη που σε ενόχλησα τέτοια ώρα», είπε ο Ίθαν στον ερευνητή της Μπόου Στρητ. «Χάθηκε το παιδί σας. Χαίρομαι που με καλέσατε. Πείτε μου τι έχει γίνει μέχρι στιγμής, ακόμα και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια». Ο Ίθαν και η Γκρέις τον ενημέρωσαν, επαναλαμβάνοντας τα γεγονότα της βραδιάς, αρχίζοντας από την εμφάνιση της έντρομης κυρίας Σουόν στο διάδρομο και τη μυστηριώδη εξαφάνιση του μικρού Άντριου. Ο Μακφί έσπρωξε τα ματογυάλια στη μύτη του. «Πρέπει να ρίξω μια ματιά στο παιδικό δωμάτιο». «Ασφαλώς». Ο Ίθαν τον οδήγησε επάνω και η Γκρέις ακολούθησε τους δύο άντρες. Ο Μακφί εξέτασε το δωμάτιο, αναζητώντας στοιχεία που θα τον έκαναν να καταλάβει ποιος είχε απαγάγει το μωρό και πού το είχε πάει. Μίλησε με την κυρία Σουόν, που κοιμόταν κοντά στο μωρό κάθε βράδυ. Ήταν ακόμα ξύπνια, αλλά δεν κατάφερε να του δώσει καμιά χρήσιμη πληροφορία. «Δε μου αρέσει καθόλου που ρωτάω», είπε ο Ίθαν στον Μακφί όταν η γυναίκα έφυγε, «αλλά υπάρχει περίπτωση να είναι αναμεμειγμένη με κάποιο τρόπο η κυρία Σουόν;» Ο Μακφί έξυσε το σχεδόν φαλακρό κρανίο του. «Δε νομίζω. Φαίνεται πραγματικά αναστατωμένη. Όμως νομίζω ότι κάποιος άλλος από το προσωπικό σας έδινε πληροφορίες στον απαγωγέα. Προφανώς με το αζημίωτο». Πλησίασε στο παράθυρο. «Κοιτάξτε εδώ. Κάποιος το άνοιξε απέξω. Αυτό το δέντρο είναι αρκετά κοντά ώστε να σκαρφαλώσει κάποιος και να φτάσει στο δεύτερο πάτωμα». «Εννοείτε ότι έβγαλε το μωρό μου από το παράθυρο;» ρώτησε η Γκρέις με μια υστερική χροιά στη φωνή της.

~ 291 ~


«Έτσι φαίνεται, λαίδη μου». «Και κάποιος θα του είπε ποιο είναι το δωμάτιο του παιδιού», πρόσθεσε ο Ίθαν. Η Γκρέις έσφιξε τα χέρια της, ανίκανη να φανταστεί ποιος από το προσωπικό θα έκανε μια τέτοια αποτρόπαια πράξη. «Δε θέλω να πιστέψω ότι ήταν κάποιος από τους ανθρώπους μας. Οι περισσότεροι εργάζονται σ’ αυτό το σπίτι εδώ και χρόνια». Ο Ίθαν σήκωσε απότομα το κεφάλι του. «Όλοι εκτός από τον υπηρέτη που προσλάβαμε πρόσφατα». Γύρισε και προχώρησε προς τη σκάλα. Η Γκρέις άκουσε τα βήματά του στο μακρύ χαλί που κάλυπτε τα σκαλοπάτια και ύστερα από λίγα λεπτά τον άκουσε πάλι να επιστρέφει. «Ο Τζάκσον εξαφανίστηκε. Βγήκε μαζί μας να ψάξει για το παιδί, αλλά ο Μπέινς με πληροφόρησε ότι δεν ξαναγύρισε». «Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ότι οι απαγωγείς είναι το λιγότερο δύο. Θα χρειαστώ οποιαδήποτε πληροφορία έχετε για τον υπηρέτη καθώς και την περιγραφή του». «Θα τις έχεις». «Έχω μερικές ερωτήσεις ακόμα. Ίσως η λαίδη Σαρπ θα προτιμούσε να καθίσουμε στο γραφείο, όπου είναι πιο άνετα». Η Γκρέις αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη για τη λεπτότητα του Μακφί. Ο Ίθαν την έπιασε από το μπράτσο, την οδήγησε κάτω στο γραφείο και την έβαλε να καθίσει στον καφέ δερμάτινο καναπέ. «Εικάζουμε ότι απήγαγαν το μωρό προκειμένου να ζητήσουν λύτρα», είπε ο Μακφί, όταν ο Ίθαν έκλεισε την πόρτα. «Υπάρχει κάποιος άλλος που θα προσπαθούσε να σας βλάψει παίρνοντας το παιδί;» Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Απ’ όσο ξέ